Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Greek History’

Μάσσων Εδουάρδος (1800-1873)

 

  

Γεννήθηκε το 1800 στη Σκωτία. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Aberdeen θεολογία, φιλοσοφία και νομικά. Έμαθε τ’ αρχαία ελληνικά και κάτεχε τόσο καλά τα λατινικά, που υπερηφανευόταν πως μπορούσε να βγάλει εξάωρο λόγο σ’ αυτά. Το 1824 κατέβηκε στην Ελλάδα κι όπως είχε το ταλέντο για γλώσσες, γρήγορα κατάφερε να μιλάει και να γράφει στην εντέλεια τα νεοελληνικά.

Ο Δραγούμης λέει πως το 1825 έδινε στο Ναύπλιο πέντε φορές τη βδομάδα μαθήματα φιλοσοφίας και πολιτικής οικονομίας.* Ο πραγματικός όμως ρόλος του είτανε άλλος˙ στάθηκε διαλεχτό όργανο της Ιντέλιτζανς Σέρβις στην Ελλάδα.

Όταν το 1827 έφτασε στον τόπο μας ο τυχοδιώκτης ναύαρχος λόρδος Κόχραν, που οι πολιτικάντηδές μας τον παρουσιάζανε πως θα στεκόταν ο σωτήρας μας, ο Μάσσων γίνηκε γραμματικός του. Βοήθησε κι αυτός, όσο πέρναγε από το χέρι του, ν’ αδικοχάσει τη ζωή του ο Καραϊσκάκης και να καταστραφεί το στρατόπεδό μας του Πειραιά στη μάχη του Ανάλατου.

Επιστολή του Μάσσων προς τον Υπουργό των εξωτερικών, 1843.

Επιστολή του Μάσσων προς τον Υπουργό των εξωτερικών, 1843.

Στη δίκη του Γιωργάκη Μαυρομιχάλη, του δολοφόνου του Καποδίστρια, ο Μάσσων στάθηκε δικηγόρος του, μια και τους Μαυρομιχάληδες τους έσπρωξαν οι Εγγλέζοι κ’ οι Φραντσέζοι να ξεκάνουν τον κυβερνήτη. «Απεκαλύφθη και τότε άπαξ, ενώπιον του ελληνικού λαού» γράφει ο Κυριακίδης «της αγγλικής κακοηθείας το θράσος, διότι ο αυτός ανήρ ο άγγλος Μάσσων όστις ως δικηγόρος του Γεωργίου Μαυρομιχάλη επεζήτει την αθώωσιν αυτού, καίτοι είχε φονευθή ο ανώτατος άρχων της χώρας, επεζήτει εσχάτης προδοσίας επί τη ευτελεί κατηγορία ότι συνέταξε και υπέγραψεν αναφοράς προς ξένην δύναμιν εναντίον της υψηλής Αντιβασιλείας, η δε ξένη αύτη δύναμις, η Βαυαρία, ήτο ακριβώς εκείνη ήτις διώρισε την υψηλήν Αντιβασιλείαν».

Έπειτα από τη δίκη του Τερτσέτη και του Πολυζωΐδη για άρνηση υπηρεσίας όπου σ’ αυτή, ο Μάσσων εξευτελίσθηκε, διορίστηκε εισαγγελέας στο στρατοδικείο της Πύλου, κ’ έπειτα επίτροπος στο εγκληματικό δικαστήριο της Τριπολιτσάς. Αφού δικηγόρησε για μερικά χρόνια στ’ Ανάπλι, πιο ύστερα, το 1841, τον διόρισε  ο Όθωνας καθηγητή της Ιστορίας στο πανεπιστήμιο της Αθήνας.

Δεν έμεινε πολύ καιρό όμως γιατί έπειτα από την επανάσταση της Γ’ του Σεπτέμβρη 1843 ενάντια στην απολυταρχία και την ξενοκρατία, τον απόλυσαν. Ο Όθωνας όμως τον διόρισε τον άλλο χρόνο αεροπαγίτη. Το 1845 έφυγε από την πατρίδα μας, πήγε στο Μπέλφαστ της Ιρλανδίας οπού έγινε καθηγητής της θεολογίας. Ύστερα από είκοσι χρόνια ξαναγύρισε. Γύρεψε να γίνει πάλι αεροπαγίτης, ο Κουμουνδούρος όμως που είτανε πρωθυπουργός αρνήθηκε να τον κάνει, μη θέλοντας να τιμήσει τον άνθρωπο που έπαιξε έναν τόσο άτιμο ρόλο στη δίκη του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα, στην οποία υπήρξε ανακριτής – εισαγγελέας και έκανε τα πάντα για να καταδικαστούν και να θανατωθούν.

Ο γερμανός ιστορικός Μέντελσον – Μπαρτόλντυ: «Ο εισαγγελεύς Μάσσων» γράφει «ο εμπαθής εκείνος πολέμιος της ρωσσικής μερίδος και του Κολοκοτρώνη, ο υπερασπισθείς τον φονέα Γ. Μαυρομιχάλην, ανέπτυξε πυρετώδη δραστηριότητα, όπως δι’ ηλίου φαεινοτέρων αποδείξεων πεισθή ο ελληνικός λαός περί της ενοχής των κατηγορουμένων(…) Ούτε δε πάσα η δίκη κατητάσσετο τουναντίον εις την σειράν των συκοφαντικών εκείνων στρεψοδικιών, δι’ ών αι μησηταί κυβερνήσεις προσπαθούσι να απαλλαγώσι της ολχηράς αντιπολιτεύσεως, και καταπνίγουσι τον ελεύθερον λόγον, πεποιθυίαι εις το ευάγωγον των δικαστών».

Όσο για τον αντιβασιλιά Μάουρερ, που βρισκόταν πίσω από τον Μάσσων, να τι γράφει γι’ αυτόν ο εγγλέζος ιστορικός Φίνλεϋ: «Επέδειξε οργή τυράννου, λησμονήσας νόμο και λογική πάνω στην αδημονία του να επιβάλει την αυστηρότερη τιμωρία στον Κολοκοτρώνη».

  

Υποσημείωση

 

* «Η πόλις του Ναυπλίου ευτύχησε κατ’ αυτάς τάς ημέρας μίαν σπανίαν, και, είς τάς παρούσας μάλιστα δεινάς της πατρίδος περιστάσεις, μεγάλην ευτυχίαν. Ο Κύριος Εδουάρδος Μάσσων άρχισε να διδάσκη δύο έν ταυτώ εις την πολιτικήν κοινωνίαν αναγκαιότατα και χρησιμώτατα μαθήματα, την Πολιτικήν Οικονομίαν, και την Ηθικήν φιλοσοφίαν εις πολυπληθές ακροατήριον. Της πρώτης η παράδοσις γίνεται τρίς της εβδομάδος, την β’, δ’ και στ’˙την ζ’ γίνεται εξέτασις και επανάληψειςּτης δε δευτέρας άπαξ της βδομάδος, την Κυριακήν».

(Γενική Εφημερίς, φ. 71,3 Ιουλίου 1826, σ. 284).

 

Πηγές

 

  • Φωτιάδη Δημήτρη, «Κολοκοτρώνης», Έκδοση ένατη, Δωρικός, Αθήνα, 1986.
  • Βαρδουνιώτης Κ. Δημήτριος, «Εδουάρδος Μάσσων», Επετηρίς Παρνασσού 11, 1915.
  • Σκλαβενίτης Ε. Τριαντάφυλλος, «Ο Σπυρίδων Βαλέτας και η μετάφραση της πολιτικής οικονομίας του J.B.SAY», Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Παράρτημα του περιοδικού «Μνήμων», αρ. 9, Αθήνα, 1994.



Read Full Post »

Σλοβάτσκι Ιούλιος – Slowacki Julius (1809-1849) 


 

«Όμορφες νότες που η λύρα μου εμπνέει

ανταμώνουν μία σκέψη σκοτεινή και από πόνο βαριά:

διάβηκα το κατώφλι του τάφου του Αγαμέμνονα

Και σιώπησα στο βάθος της καταπακτής

Που με το αίμα τους το στυγερό λέρωσαν οι Ατρίδες

¨Πόσο είμαι θλιμμένος¨ η καρδιά μου κοιμωμένη, το όνειρό μου

ζωντανό»

 Με αυτά τα διαποτισμένα από λυρισμό λόγια ξεκινά ο Πολωνός ποιητής το ποίημά του «Ο Τάφος του Αγαμέμνονα», γραμμένο το 1836, με αφορμή την επίσκεψή στο Άργος και τις Μυκήνες.

 

Julius Słowacki

Julius Słowacki

Ο Julius Slowacki, φιλέλληνας, λυρικός ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και μυστικιστικός στοχαστής, γεννήθηκε σε επαρχία της Πολωνίας  το 1809, (θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εθνικούς ποιητές). Με πατέρα φιλόλογο και μητέρα που διατηρούσε ένα από τα πιο διάσημα λογοτεχνικά σαλόνια της εποχής, ο Slowacki είχε ήδη στα είκοσί του χρόνια αναπτύξει δεξιότητες συνειδητοποιημένης ποιητικής γραφής. Το 1830, λίγο καιρό αφού εγκατασταθεί στην Βαρσοβία, ξεσπά εθνικό επαναστατικό κίνημα που στοχεύει στην ανεξαρτησία της Πολωνικής γης. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ήδη από το 1795, η χώρα είχε χάσει την ανεξαρτησία της, και παρόλη τη δημιουργία Πολωνικού Βασιλείου το 1815, εξαπτόταν διοικητικά και στρατιωτικά από τη Ρωσία. Ο νεαρός Julius στρατεύεται με μεγάλο ενθουσιασμό και δέχεται να μεταβεί στην Αγγλία, επιφορτισμένος από την επαναστατική κυβέρνηση με τη διεκπεραίωση μυστικής αποστολής.

Κατά τη διάρκεια όμως της απουσίας του, το κίνημα πνίγεται στο αίμα και οι ελπίδες ανάκτησης της εθνικής ελευθερίας χάνονται. Ο Slowacki αδυνατώντας να επιστρέψει στην πατρίδα, θα πάρει το δρόμο της εξορίας για το Παρίσι, τόπος διαφυγής των Πολωνών επαναστατών. Όμως, η ανάμνηση της εξέγερσης, η δίψα για ελευθερία και παλινόρθωση της εθνικής ανεξαρτησίας παραμένουν τα κατ’ εξοχήν θέματα της ποίησης του Julius Słowacki.

Γνώστης της αρχαιοελληνικής ιστορίας και γραμματολογίας, ο Slowacki δεν εμφανίζεται αδιάφορος απέναντι στο σύγχρονο ιστορικό γίγνεσθαι της Ελλάδας. Ενεργός παρατηρητής των σύγχρονων αγώνων των Ελλήνων και υποστηρικτής του Φιλελληνισμού, εκδίδει το 1832 το ποιητικό έργο του Lambró, όπου η ξεκάθαρη ελληνολατρία και ο φιλελληνισμός του αποτυπώνονται αφενός ως σταθερές συντεταγμένες της λυρικά και υποκειμενικά ρομαντικής ποιητικής υπερχείλισης, και αφετέρου ως ιδεολογικά πρότυπα της επιθυμούμενης Πολωνικής επανάστασης. Επιπρόσθετα, τον Αύγουστο του 1836, συνοδευόμενος από τον Zenon Brzozowski και τους αδελφούς Holynski ο Słowacki θα ξεκινήσει από την Νάπολη το ταξίδι του για την Ελλάδα.

1938. Stationery postcard. Julius-Slowacki.

1938. Stationery postcard. Julius-Slowacki.

Στις 4 Σεπτεμβρίου του 1836, ο Slowacki φθάνει με την συντροφιά του στην Κέρκυρα και εκεί συναντά τον Διονύσιο Σολωμό. Μετά από τέσσερις μέρες, το καράβι τους δένει στην Πάτρα και εκεί θα επισκεφθούν μία πολύ σημαντική μορφή της Επανάστασης, τον Κανάρη. Εύλογο είναι ότι οι δύο αυτές επαφές του Słowacki με προσωπικότητες των οποίων η επιλογή κάθε άλλο παρά τυχαία φαίνεται, καταδεικνύουν πρωτίστως το εύρος γνώσης του για την πρόσφατη ελληνική ιστορία και ποίηση, και δευτερευόντως τα φιλελληνικά του συναισθήματα, μεθερμηνευόμενα όμως και ως εφαλτήριο για το όραμα της απελευθέρωση της δικής του πατρίδας.

19 Σεπτεμβρίου 1836 και ο Słowacki επισκέπτεται το Άργος και τις Μυκήνες. Τα απομεινάρια του ένδοξου παρελθόντος των Ατρειδών, μα πάνω από όλα ο τάφος του Αγαμέμνονα θα τον συγκλονίσουν. Θα τον σκιτσάρει στο περιηγητικό του ημερολόγιο, θα γράψει για αυτόν στην μητέρα του και, το πιο σημαντικό, θα εμπνευστεί από τον «Τάφο του Αγαμέμνονα».

  

Ο  Τάφος του Αγαμέμνονα


 

ΒιβλίοΤο ποίημα αποτελείται από 32 στροφές εξάστιχων σε δωδεκασύλλαβο ρυθμό, χαρακτηριστική επιλογή των ρομαντικών ποιητών του 19ου αιώνα. Αν προσπαθήσουμε να αναδύσουμε τη βασική θεματική του Τάφου του Αγαμέμνονα, θα επιμέναμε σε δύο άξονες: ο πρώτος, τοπιογραφικός και προσιτός στον ποιητή – αφηγητή, είναι αυτός της αργείας γης και του μυκηναϊκού τοπίου που, μέσω υποκειμενικών συνειρμών, μεταλλάσσεται σε εικόνες που διασταυρώνουν από την μια πλευρά ιστορικά γεγονότα και τόπους της αρχαίας Ελλάδας και  από την άλλη μυθικά πρόσωπα ή χώρους.

Ο δεύτερος άξονας, η ανάμνηση της Πολωνίας, που αν και επίσης τοπιογραφικός, ξεφεύγει από την εγγύτητα του ποιητή, καταλήγει σε μία μεγάλη ιδέα, στο όραμα της επανάστασης και της απελευθέρωσης κατά το πρότυπο των αγώνων του ελληνικού έθνους. Κατ΄επέκταση, όλο το ποίημα, βασιζόμενο στην ασύμμετρη ζεύξη μεταξύ υπόδουλης Πολωνίας και επικής ηρωικής Ελλάδας, μοιάζει να είναι ένα όνειρο, μία φευγαλέα σκέψη, που ο ποιητής εμπνέεται χάρη στην κοινωνία του με τον κόσμο των Μυκηνών.

Αναπαράγοντας με ένα τελείως προσωπικό τρόπο τον ενδοσκοπικό αρνητισμό που διακήρυτταν οι Ρομαντικοί ποιητές, τον επονομαζόμενο και «κακό του αιώνα», ως ψυχική κατάσταση αναταραχής, απόγνωσης και μη ικανοποίησης βαθύτερων οραμάτων και προσδοκιών, ο Τάφος του Αγαμέμνονα ξεκινά με την επίκληση του λυρικού ποιητή στη Μούσα και την επίσκεψή του στο μακάβριο θέαμα του τάφου του Αγαμέμνονα. Το ποίημα παίρνει τις διαστάσεις μίας προσωπικής εξομολόγησης κατευθείαν βγαλμένης από την καρδιά.

Μέσα σε ένα μεσογειακό τοπίο, διχοτομημένο σε ζωή, που εκφράζεται μέσα από τη μυρωδιά της ρίγανης και το τραγούδι των γρύλων, και σε θάνατο, που εκφράζεται από την επίκληση στη γενιά των Ατρειδών, ο ποιητής θέλοντας συμβολικά να υπονοήσει την υποδούλωση των Πολωνών, στέκεται σιωπηλός μπροστά στη δόξα και την περηφάνια που βρίσκονται σε χειμερία νάρκη. Και όμως, οι αναμνήσεις, τα φαντάσματα μοιάζουν να ανασταίνονται, ενώ η ελπίδα, με τη μορφή λύρας της έμπνευσης του Ομήρου, αποκτά επική ορμή, λίγο πριν σβήσει και ρίξει τον αφηγητή σε κατάσταση σιωπής.

 

(απόσπασμα)

Φανταστικά συγκερασμένο το λαγούτο,

Ας συνοδεύει τον πικρό και μαύρο λογισμό’

Ότι να, μπήκα στου Αγαμέμνονα τον τάφο,

Και στον υπόγειο θόλο, από τον Ατρειδών

Το τρομερό το αίμα ραντισμένον, στέκω σιωπηλός.

Αποκοιμήθηκε η καρδιά, μα ονειρεύεται. Μαράζι που ‘χω εντός μου!

 

Ω! μακρινά π’ ακούγεται τούτη η άρπα η χρυσή,

Που μόνο τον παντοτινό αχό της αγροικάω!

Είναι σπηλιά των δρυϊδών από μεγάλα βράχια,

Οπού ‘ρχεται στ’ ανοίγματα ο αέρας να στενάξει

Και της Ηλέκτρας έχει τη λαλιά – λευκαίνει

ετούτη το πανί Κι από τις δάφνες αποκρίνεται: Μαράζι που ‘χω εντός μου!

 

Εδώ πάνω στις πέτρες, με την εργατική Αράχνη

Καυγαδίζει το αγέρι και της τσακίζει τον ιστό’

Εδώ μοσκοβολάνε μες στις καμένες ράχες τα θυμάρια λυπημένα’

Εδώ ο άνεμος το σταχτερό σωρό των ερειπίων μόλις ζώσει,

Τους σπόρους κυνηγάει των λουλουδιών – κι αυτά τα χνούδια

Παν και μες στον τάφο σάμπως ψυχές πλανιούνται.

 

Εδώ ανάμεσα στις πέτρες τα τζιτζίκια των αγρών,

Κρυμμέν’ από τον ήλιο που στους τάφους πάνω στέκει,

Σα να ‘θελαν σιωπή να μου επιβάλουν,

Τερετίζουν. Της Ραψωδίας η φρικαλέα η επωδός

Είν’ το τερέτισμα αυτό, που ακούγεται στους

τάφους – Είν’ αποκάλυψη, είναι ύμνος, τραγούδι της σιωπής.

 

Ω! είμαι σιωπηλός, όπως εσείς Ατρείδες,

Που η στάχτη σας κοιμάται φυλαγμένη απ’ τα  τζιτζίκια.

Ούτε η μικροσύνη μου εμένα τώρα με ντροπιάζει,

Μήτε οι λογισμοί σαν τους αητούς ζυγιάζονται.

Βαθιά είμαι ταπεινός και σιωπηλός

‘δω, στο μνημείο αυτό, της δόξας, του φονικού, της ξιππασιάς.

 

Στου τάφου απάνω το θυρί, στο γείσο του γρανίτη

Μες στο λιθένιο τρίγωνο βγαίνει μικρή βαλανιδιά,

Τη φύτεψαν σπουργίτια ή περιστέρια,

Και με τα μαύρα φυλλαράκια πρασινίζει,

Και στο μνημείο το σκοτεινό τον ήλιο να ‘μπει δεν αφήνει’

Έκοψα από το μαύρο θάμνο ένα φύλλο.

 

Δεν τον προστάτεψε πνεύμα κανένα μήτε ξωτικό,

Κι ούτε μες στα κλωνιά γόγγυσε κάποια οπτασία’

Μόνο του ήλιου φάρδυνε το πέρασμα,

Και πρόστρεξε χρυσός στα πόδια μου να πέσει.

Νόμισα στην αρχή πως τούτη οπού περνά

Η λάμψη, ήταν χορδή από του Ομήρου την Άρπα,

 

Και άπλωσα το χέρι στα σκοτάδια,

Να την αδράξω, να την τεντώσω και όπως τρέμει

Να τήνε κάνω να βουρκώσει, να τραγουδήσει, να κακιώσει

Πάνω στο μέγα τίποτα των τάφων και στο βουβό

Σωρό της τέφρας: όμως μέσα στο χέρι μου

Τούτη η χορδή τρεμόπαιξε κι έσπασε δίχως βόγκο <…>

(Ο τάφος του Αγαμέμνονα, μετάφραση: Δημήτρης Χουλιαράκης, Γαβριηλίδης, 2006) 

 

Σλοβάτσκι Ιούλιος - Slowacki Julius (1809-1849)

Σλοβάτσκι Ιούλιος – Slowacki Julius (1809-1849)

Και πάλι το μακάβριο βασιλεύει, ο ποιητής βρίσκεται σε μία αποχαυνωτική και απαθή κατάσταση φύλαξης του τάφου, ξεκάθαρο σύμβολο της Πολωνίας που καταπλακώνεται από τον ξένο ζυγό. Ξαφνικά, ο ποιητής μεταμορφώνεται σε στρατηλάτη που δίνει το πρόσταγμα της μάχης και υποδεικνύει τους στόχους των υπόδουλων: το φως, τη δύναμη, τη γενναιότητα. Το ποίημα οδηγείται σε επική κορύφωση, μέσα από την ηρωική επέλαση του ποιητή. Ένα συμπαγές σημειωτικό πεδίο σχηματίζεται, αποτελούμενο από λέξεις όπως «δάφνες», «χείμαρρος», «λάμψη», «κατακλυσμός», και που υποδηλώνουν την αποφασιστικότητα των εξεγερθέντων.

Πλέον, στο όραμα του ποιητή η επανάσταση της Πολωνίας και η αρχαία Ελλάδα με τους ήρωες και τους θρύλους της έχουν αγγίξει το απόλυτο σημείο συγκερασμού. Πού σταματά το άλογο του ποιητή-αγωνιστή; Στις Θερμοπύλες; Στη Χαιρώνεια; Όχι! Ο ποιητής θα το πει πια ξεκάθαρα: στη χώρα από όπου κατάγεται, εκεί ανήκει το όνειρο. Ο τάφος του Αγαμέμνονα χάνει πια την σημαινόμενη αναφορά του και αποκτά διαστάσεις συμβολικές, υπέρ-ελληνικές.

Το μόνο που μπορεί να αναχαιτίσει τον ηρωϊσμό των αγωνιστών είναι ο τάφος, δηλαδή ο χαμός στο πεδίο της μάχης. Δεν πρόκειται όμως για έναν οποιοδήποτε τάφο, αλλά για ένα χώρο ισάξιο με αυτόν του Αγαμέμνονα, επικού, σχεδόν μυθικού ήρωα. Το σύμβολο έχει πια λυθεί και ο ποιητικός λόγος του ρομαντικού Słowacki ξεχύνεται με εξατομικευμένη υποκειμενικότητα, συναίσθημα, παλμό, συγκίνηση. Μιλάει καθαρά, χωρίς περιστροφές: «προέρχομαι από μία λυπημένη χώρα ειλώτων», δηλώνει ο ποιητής, πριν και πάλι ανακτήσει τη γενναιότητα του ονείρου. Η καρδιά του Πολωνού παραμένει ζεστή και αναφωνεί: « καλύτερα ο θάνατος παρά οι αλυσίδες» Τι απόλυτη ταύτιση με το σύνθημα της Ελληνικής Επανάστασης «Ελευθερία ή θάνατος»! Τα πνεύματα των πεσόντων στις Θερμοπύλες, με πρωτεργάτη τον Λεωνίδα, ανασταίνονται ωσάν να ανταποκρίνονταν στο κάλεσμα του ποιητή για βοήθεια στην υπόδουλη χώρα του. Από αυτό το σημείο και μετά η Πολωνία προσωποποιείται.

 

Η πύλη (εσωτερικά) της Καθολικής Εκκλησίας Μεταμορφώσεως του Σωτήρος ή Φραγκοκλησιάς στο Ναύπλιο. Δεξιά η προτομή του Πολωνού φιλέλληνα ποιητή Juliuz Słowacki (Ιούλιος Σλοβάτσκι, 1809-1849). Λήψη φωτογραφίας: 7-5-2024.

 

Γίνεται γυναίκα που δήμιοι τυραννούν το κορμί της, αδύναμη να υπερασπιστεί την οντότητά της, να εκδικηθεί και να τιμωρήσει. Ο ποιητής την καλεί να πετάξει από πάνω της τα παλιοκούρελα, να αναστηθεί, να εξαγνιστεί στα νερά της Στυγός και να αναδυθεί ως μία νέα και αθάνατη Πολωνία. Απέναντί της στέκεται εκείνος, ο ρομαντικός ποιητής, σε απόλυτη σύγχυση και συναισθηματική έξαρση. Είναι ο εξόριστος, ο εκπατρισμένος, ο σκλαβωμένος, ένας γιος του Προμηθέα που τον κατατρώει ο νόστος για την πατρίδα και η ανάμνηση της υπόδουλης γης. Δηλώνει την ασημαντότητά του, ακούει φωνές, βλέπει αντικατοπτρισμούς, αφήνει τη σκέψη του να πετάξει σαν πουλί πέρα από την Ελλάδα, θέλει να πολεμήσει, δακρύζει, πονάει, και τέλος επικαλείται ξανά την Πολωνία που εμφανίζεται με τον απόλυτο θηλυκό ρόλο της Μητέρας.

Το ποίημα πλησιάζει στη λήξη του και ο ποιητής, συνειδητοποιώντας την ρεαλιστική αδυναμία να πραγματοποιήσει έστω και ένα από τα όνειρά του, δεν βλέπει άλλο διέξοδο από την κατάληξη. Βρισκόμαστε εν μέσω σκηνής θανάτου, ψυχορραγήματος. Είναι το μακάβριο τέλος του ονείρου, το αντίο της ψυχής στην Πολωνία, το αίσθημα του ανεκπλήρωτου και του κενού. Στην τελευταία στροφή, διαποτισμένη από λυρική απόγνωση και καταληκτική αποτυχία, ο ποιητής, παρουσιάζοντας τη συμβολική εικόνα ενός βουνού που το φεγγάρι έκαψε και το μεταμόρφωσε σε κόκκινο ενός αιματοβαμμένου κρατήρα, δηλώνοντας απευθυνόμενος στην Πολωνία ότι ξεγελάστηκε από τα τιτιβίσματα κάποιων σπουργιτιών και τα πρώιμα ξυπνήματα του κόκορα, θα ομολογήσει με πικρή διαύγεια και υποταγή: «ο θάνατος συχνά μιλά μετά τον θάνατο, με φράσεις ακατάληπτες, γεμάτες θλίψη». Και πράγματι, λόγια τόσο προφητικά για τον ίδιο τον ποιητή Słowacki, που θα πεθάνει δεκατρία χρόνια αργότερα στο Παρίσι, εξόριστος, χωρίς να έχει μπορέσει ποτέ πια να επισκεφθεί την Πολωνία και χωρίς να έχει γευθεί την ελευθερία της.

 

Χριστίνα Α. Οικονομοπούλου

Διδάκτωρ Γενικής κι Συγκριτικής Γραμματολογίας Πανεπιστημίου Σορβόννης, PARIS IV.

Λέκτορας Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

 

Πηγή

  •  Πρακτικά του Α’ Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Read Full Post »

Ναύπλιος Ά  και το Αρχαίο Ναύπλιο


 Κατά τη μυθολογία, ο Ναύπλιος ίδρυσε την πόλη της Ναυπλίας κι ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης, κόρης του Δαναού, που ήταν Βασιλιάς του Άργους. Ο Δαμάστορας και ο Προίτος ήταν γιοι του. Ναύπλιος Β’ ή Νεότερος. Ήταν πέμπτος απόγονος του προηγούμενου. Παντρεύτηκε τη Φιλύρα ή την Ησιόνη ή την Κλυμένη και απέκτησε τρεις γιους: τον Παλαμήδη, τον Οίακα, το Ναυσιμέδοντα.

 

Από την ένωση του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης  που την έσωσε, αλλά την έκανε δική του, γεννήθηκε ο ιδρυτής της Ναυπλίας, Ναύπλιος. Μεγαλώνοντας ακολούθησε τα χνάρια του πατέρα του και έγινε ξακουστός θαλασσοπόρος. Σ’ ένα από τα ταξίδια του, η μοίρα ίσως ή το θέλημα του πατέρα του, τον έφερε στην μητρική του γη, την Αργολίδα.

Πήγε συγκινημένος στη Λέρνη, στον τόπο που πάτησε για τελευταία φορά η μητέρα του, και δροσίστηκε από την πηγή που για χάρη της άνοιξε ο Ποσειδώνας. Εκεί πήρε την απόφαση να σταματήσει τις θαλασσινές περιπλανήσεις, τις περιπέτειες και την αδιάκοπη πάλη με τα κύματα και να ζήσει στον κόσμο της στεριάς.

Έπρεπε όμως να βρει για να στεριώσει, έναν τόπο που να ταιριάζει σ’ έναν γιο του θεού της θάλασσας. Και θα ήταν δώρο θεϊκό, αν τον τόπο που γύρευε τον εύρισκε εκεί στα πατρογονικά του χώματα. Πραγματικά, σαν να τον εισάκουσε ο πατέρας του, εκπλήρωσε τον ενδόμυχο πόθο του.

Οι σύντροφοί του άρχισαν να επιστρέφουν κουβαλώντας τις αναγκαίες για το επόμενο ταξίδι τους προμήθειες. Η Λέρνη,[1] ένας από τους τόπους της πιο πανάρχαιας πορείας των προγόνων μας πάνω στην αργολική γη, δεν ήταν τώρα ο άξενος ερημότοπος, άντρο αγριμιών και σατύρων, όπως τον καιρό της Αμυμώνης. Κάτω από τα ισχυρά Πελασγικά τείχη πού περίζωναν την ακρόπολη, και μέσα σ’ ένα μαγευτικό φυσικό περιβάλλον και άφθονα νερά, πρόβαλλε ένας πλούσιος οικισμός, με εντυπωσιακά για την εποχή κτίσματα και εργαστήρια, λαμπρό απαύγασμα του Αργολικού πολιτισμού.

Το λιμάνι της ήταν ένας εμπορικός σταθμός, όπου αγκυροβολούσαν πλοία από την Αίγυπτο, την Φοινίκη, τα μικρασιατικά παράλια, την νησιώτικη Ελλάδα και άλλα μέρη, για να ανταλλάξουν τις πραμάτειες τους με τα πλούσια αγαθά της Ιναχίας γης και ακόμη για να γνωρίσουν και να πάρουν μαζί τους τα κάθε λογής προϊόντα, που ο πρωτοπόρος αργείος πολιτισμός και οι τεχνίτες του δημιουργούσαν.

   

Το Αρχαίο Ναύπλιο


 

Από το ακρογιάλι της Λέρνης ο Ναύπλιος ρίχνει γύρω το βλέμμα του, γυρεύοντας τον κατάλληλο τόπο που θα γίνει η στεριανή πατρίδα του. Η κοφτερή ματιά του αγναντεύει απέναντι έναν γιγάντιο θαλασσόβραχο, να καθρεφτίζεται στον βαθυγάλαζο αργολικό κόρφο, από όπου πρόβαλε ο γεννήτοράς του Ποσειδώνας, για να συναντήσει την μητέρα του, την πανέμορφη Δαναΐδα Αμυμώνη.

Βλέποντάς τον να ορθώνεται και να δεσπόζει σ’ όλον τον κόλπο από τη μεριά της θάλασσας και να προσφέρει φυσική αρματωσιά από τη στεριά, από την οποία μια στενή λωρίδα θάλασσας το χώριζε ανατολικά, πήρε την απόφασή του.

«Η φυσική του οχύρωση, η πέτρινη θωριά του, που ανάδιναν δύναμη και περηφάνια, το ασφαλές λιμάνι του και ο καρπερός καταπράσινος κάμπος να απλώνεται μέχρι τα πρόποδα σαν βασιλικό χαλί, καλούσαν τον Ναύπλιο να ριζώσει σ’ αυτόν τον αδάμαστο όμορφο τόπο».[2]

Ο Ναύπλιος κάλεσε τους συντρόφους γύρω του και απλώνοντας το χέρι του κατά τον νοτιά, τους έδειξε τον τόπο που θα γινόταν η στεριανή πατρίδα τους. Έπειτα έδωσε εντολή να βάλουν πλώρη για εκεί. Πράγματι, σ’ αυτό το αγέρωχο πετρονήσι, ο θαλασσοπόρος Ναύπλιος και οι σύντροφοί του, απόγονοι της πολυπλάνητης αγαπημένης του Δία Ιούς, μαγεμένοι από την ομορφιά της προγονικής τους γης, αγκυροβόλησαν και έχτισαν πάνω στον βράχο την πόλη που πήρε τ’ όνομά του, βρίσκοντας ασφάλεια για τα πλοία τους στα λιμάνια της και σιγουριά στη φυσική αρματωσιά της στεριάς.

«Κατά την γνώμη μου οι Ναυπλιείς ήταν παλαιότερα Αιγύπτιοι. Όταν ήλθαν μαζί με τον Δαναό με πλοία, εγκαταστάθηκαν μετά τρεις γενιές στη Ναυπλία, από τον γιο της Αμυμώνης Ναύπλιο».[3]

Εκεί ο Ναύπλιος «έκτισε και ώκισε πάρ’ αυτή της βραχώδους χερσονήσου ήν εξελέξατο διά το οχυρόν και ευλίμενον της θέσεως την επώνυμον αυτώ πόλιν Ναυπλίαν».[4]

Έτσι, αντικρυνά του Άργους μια άλλη γειτόνισσα κι αδελφή πολιτεία γεννήθηκε από τα προϊστορικά χρόνια, «το μυρωμένο από θεϊκούς μύθους Ναύπλιον».[5] Αφού έγινε ιδρυτής και πρώτος οικιστής της πόλεως ο Ναύπλιος, της έδωσε το όνομά του και έγινε βασιλιάς της.[6]

Πρώτη του φροντίδα ήταν να χτίσει ιερό αφιερωμένο στον πατέρα του Ποσειδώνα. Έπειτα περιτείχισε την πόλη με ισχυρά κυκλώπεια τείχη, που την έκαναν απόρθητη από στεριά και θάλασσα. Νοσταλγός της παλιάς ναυτικής ζωής του ο Ναύπλιος, και γιος του θεού των κυμάτων, έχτισε το παλάτι του κοντά στο λιμάνι, για να νιώθει δίπλα του τον αχό, την αλμύρα και την απεραντοσύνη της θάλασσας.[7]

Και στην στεριά ο Ναύπλιος απέκτησε φήμη σπουδαίου άνδρα. Οι ιστορικοί και η παράδοση τον αναφέρουν ανάμεσα στους μυθικούς εκείνους βασιλείς στους οποίους απέδιδαν μεγάλα έργα. Είναι ο ιδρυτής της πρώτης ναυτικής Αμφικτυονίας με κέντρο το ιερό του Ποσειδώνα στην Καλαυρία. Στην Αρκαδία είχε διασωθεί γι’ αυτόν μία όμορφη ιστορία:

Ο φίλος του Άλεως, βασιλιάς της Τεγέας, είχε μια κόρη την Αύγη που ήταν ιέρεια στο ναό της Αλέας Αθήνας. Την είχε αφιερώσει ο πατέρας της και την είχε προειδοποιήσει ότι θα την θανάτωνε αν έσμιγε με άνδρα, γιατί είχε πάρει χρησμό ότι οι γιοι του θα έβρισκαν μια ημέρα τον θάνατο από έναν απόγονό της.

Όταν όμως πέρασε από εκεί ο Ηρακλής, ευρισκόμενος σε κατάσταση μέθης, αποπλάνησε την Αύγη και την άφησε έγκυο. Η θεά εξοργισμένη από την ανόσια πράξη, προκάλεσε ακαρπία. Όταν ο Άλεως ανακάλυψε το γεγονός, παρέδωσε την Αύγη στον Ναύπλιο και του ζήτησε να την φέρει στην θάλασσα και να την καταποντίσει. Στο δρόμο η Αύγη έπεσε στα γόνατα και γέννησε τον γιο της. Ο Ναύπλιος, όχι μόνο δεν την θανάτωσε, αλλά την έδωσε στο βασιλιά της Τευθρανίας (Μυσίας) Τεύθραντα, που την έκανε σύζυγό του. Αργότερα οι Τεγεάτες έχτισαν στην Αγορά ναό της Ειλείθυιας (θεάς της γονιμότητας), μέσα στον οποίο τοποθέτησαν ένα άγαλμα που παρίστανε την Αύγη γονατιστή.

Το παιδί της Αύγης και του Ηρακλή που ονομάσθηκε Τήλεφος, (=φως που έρχεται από μακριά), έγινε μετά τον Τεύθραντα βασιλιάς της Μυσίας. Όταν οι Αχαιοί κατά την Τρωική εκστρατεία αποβιβάστηκαν πρώτα στην χώρα του, ήρθαν αντιμέτωποι με τον Τήλεφο, ο οποίος διέλυσε τα στρατεύματά τους.

 

 Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

 

Υποσημειώσεις


[1] Η Λέρνη θεωρείται ως μία από τις κοιτίδες του Νεολιθικού μας πολιτισμού, και σημαντική ναυτική δύναμη της Πρωτοελλαδικής Αργολίδας, με συνεχή κατοίκηση από την 7η χιλιετία (6.800 – 6.500 π.Χ.) Εγκ. Δρανδάκη.

[2] Ντιάνας Αντωνακάτου, Το Ναύπλιον, Αθήναι 1971.

[3] Παυσανίου Δ., 35,2. Βιβλιοθήκη των Ελλήνων. μετ. Α. Γεωργιάδη:

«Ήσαν δε Ναυπλιείς εμοί δοκείν Αιγύπτιοι τα παλαιότερα, παραγενόμενοι δε ομού Δαναώ ναυσίν εις την Αργολίδα ύστερον γενεαίς τρισίν υπό Ναυπλίου του Αμυμώνης, κατωκίσθησαν εν Ναυπλία».

[4] Μιχ. Λαμπρυνίδου, Η ΝΑΥΠΛΙΑ, σελ. 10

[5] Σε παλιά ξένη Εγκυκλοπαίδεια, διαβάζουμε ότι η πόλη κτίσθηκε επάνω στο βραχώδες νησί από αρχαιοτάτων χρόνων, πιθανότατα από ταξιδιώτες που ήλθαν από την θάλασσα:

«Η πεδιάς της Αργολίδος νοτιοδυτικώς κλείεται διά βραχώδους υψώματος, εις ου το βορειδυτικώτερον άκρον υπήρχεν από αρχαιοτάτων χρόνων η πόλις Ναύπλιον ή Ναυπλία κτισθείσα προδήλως υπό μεταναστών εκ θαλάσσης ελθόντων. Βεβαίως το ύψωμα τούτο ήν άλλοτε βραχώδης νήσος προκειμένη της παραλίας, ως είναι και νύν έτι δύο άλλαι μικρότεραι νοτιοανατολικώτερον κείμεναι, ήτις συνηνώθη πρός βορράν και ανατολάς διά προσχώσεως» (Μιχ. Λαμπρυνίδου, «Η Ναυπλία» σελ. 10)

«Η Ναυπλία είναι η μόνη πόλις της αρχαίας Ελλάδος, ήτις εκτίσθη επί βραχώδους και πανταχόθεν της θαλάσσης περιρρεομένου ακρωτηρίου, χωριζομένη από της μεσογαίας δι’ υψηλού και δυσάντους (δυσανάβατου) όρους, του Παλαμηδίου, και μόνον διά στενής παρά τους πρόποδας αυτού λωρίδος συγκοινωνούσα προς την συνεχομένην στερεάν». ( Μιχ. Λαμπρυνίδου «Η εποίκισις της Αργολικής χερσονήσου κατά τους προϊστορικούς χρόνους» σελ. 15-16)

Σε κάποια πανάρχαια εποχή, από μια τοπική γεωλογική μεταβολή, η θάλασσα είχε κατακλύσει όλο το μέρος της σημερινής αργολικής πεδιάδας. Μέσα απ’ αυτήν την λιμνοθάλασσα ξεπρόβαλλαν δύο τρία πετρονήσια του Ναυπλίου, της Τίρυνθος και της κατοπινής ακρόπολης του Άργους, Λάρισας. Με το πέρασμα των αιώνων σχηματίσθηκε από τις προσχώσεις του Ινάχου και των άλλων μικρότερων ποταμών η αργολική πεδιάδα.

Το Ναύπλιον όμως κράτησε την νησιώτική του ιδιότητα. Ώσπου μια κατακόρυφη κατακρήμνιση πετρωμάτων γεφύρωσε το χάσμα ανάμεσα Παλαμήδι – Ναύπλιον και του στέρησε τον νησιώτικο του χαρακτήρα:

«Διά ρήξεως του εδάφους εσχηματίσθη βαθεία χώρα πληρωθείσα διά κροκαλοπαγών πετρωμάτων. Βραδύτερον επελθούσης καταστροφής τούτον, ένεκα κατακορύφου κινήσεως του εδάφους, επετράπη η είσοδος θαλασσίων υδάτων τα οποία περιέλαβον ολόκληρον την πεδιάδα του Άργους. Τα υψώματα της Τίρυνθος, του Ναυπλίου απετελούν νήσους. Βραδύτερον οι ποταμοί εσχημάτισαν την Αργολικήν πεδιάδα χώραν ποταμογενή» (Μιχ. Λαμπρυνίδου Η Ναυπλία σελ. 10)

[6] Οι ονομασίες Ναύπλιος «ταίς ναυσί πλέω» και Ναυπλία, φανερώνουν τους στενούς δεσμούς της πόλης και την αποκλειστική ασχολία «των ταίς ναυσί αεί πλεόντων» κατοίκων της με τη αμφικτυονία της Καλαυρίας (Πόρου), την παράδοση για καταγωγή του πρώτου Ναυπλίου από τον Ποσειδώνα και την προς τιμήν του ανέγερση του πρώτου ναού, και τις ονομασίες Οίαξ και Ναυσιμέδων που έδωσε ο δεύτερος Ναύπλιος στα παιδιά του. (Μιχ. Λαμπρυνίδου), «Η εποίκισις της Αργολικής χερσονήσου κατά τους προϊστορικούς χρόνους», σελ. 28.

[7] Σχόλια εις Ευρ. Ορέστεια: 

«Ναύπλιος γάρ Αργείος ανήρ, ναυτικής εμπειρίας έμπειρος, ήν δ’ ούτος υιός Ποσειδώνος και Αμυμώνης˙ ή ότι εν λιμένι διέτριβεν, εκ τούτου ομώνυμος αυτώ ο λιμήν» ( Μιχ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία σελ. 11).

Read Full Post »

Χόρτον Τζωρτζ – George Horton (1859-1936)

 

  Αμερικανός διπλωμάτης, συγγραφέας, ποιητής, δημοσιογράφος και φιλέλληνας. Συνέθεσε μια στοχαστική περιγραφή της παραμονής του στην Αργολίδα, 1898, στο βιβλίο, In Argolis (Folklore) 1902, (Στην Αργολίδα – Λαογραφικά).

 

George Horton

George Horton

O George Horton γεννήθηκε στις 11 Οκτωβρίου του 1859 στο Fairville της Νέας Υόρκης. Ακολούθησε κλασικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Michigan, όπου είχε καθηγητή τον γνωστό ελληνιστή Martin DOoge που του μετέδωσε την αγάπη του για τους Έλληνες κλασικούς. Μετά την αποφοίτησή του το 1878, ο Horton ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία στις εφημερίδες Chicago Times Herald και Chicago AmericanΗ ποίηση, αλλά και το μυθιστόρημα, τον απασχόλησαν σε όλη τη διάρκεια της διπλωματικής του καριέρας και δημοσίευσε συνολικά δεκαοκτώ έργα, τα περισσότερα από τα οποία είναι μυθιστορήματα που εξελίσσονται στην Ελλάδα. Οι κριτικές που απέσπασε για το φιλολογικό του έργο μιλούν καθαρά για τη βαθιά δημοκρατικότητα και το αμέριστο ενδιαφέρον του για την «πάσχουσα ανθρωπότητα».

Recollections Grave and Gay

Recollections Grave and Gay

Αν και βαθιά ρομαντικός στις αναζητήσεις του, ο Horton δεν ήταν ουτοπιστής και αντιμετώπιζε με ρεαλισμό τη σκληρή πραγματικότητα των κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών της εποχής του. Έτσι, με βάση τις δημοκρατικές του αρχές, αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην παροχή βοήθειας προς τους αδύνατους και στον αγώνα να καταστήσει κατανοητή τη σκληρή αυτή πραγματικότητα στους άρχοντες πολιτικούς. Στα απομνημονεύματα από τη διπλωματική του καριέρα, που κυκλοφόρησαν το 1927 με τίτλο Recollections Grave and Gay. The story of Mediterranean Consul (Αναμνήσεις σοβαρές και φαιδρές. Η ιστορία ενός Πρόξενου στη Μεσόγειο), διηγείται το τυχαίο περιστατικό που τον οδήγησε στη διπλωματία.

Έγινε Αμερικανός πρόξενος στην Αθήνα το 1893, όπου προώθησε ενεργά την αναγέννηση των ολυμπιακών αγώνων και ενέπνευσε τη συμμετοχή της Αμερικάνικης ομάδας.

Στην Αθήνα της εποχής, ζει και συναναστρέφεται με τους κατοίκους και δημιουργεί φιλίες σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Ταξιδεύει συνεχώς σε ολόκληρη την τότε μικρή Ελλάδα και μελετά με πάθος τα νέα ελληνικά που, σε μικρό χρονικό διάστημα, μαθαίνει όχι μόνο να μιλά αλλά και να γράφει. Έτσι, το 1896, κυκλοφορεί από το Τυπογραφείο Άστυ το πρώτο του μυθιστόρημα στα νέα ελληνικά Ο Κωνσταντίνος, με περιγραφές από την Ελλάδα, τα ήθη και τα έθιμα του λαού. Μετέφρασε στα αγγλικά τη Σαπφώ, έγραψε σχόλια στην Αγία Γραφή, αρκετά μυθιστορήματα, ένα λυρικό «οδηγό για τον επισκέπτη των Αθηνών» και συνέθεσε μια στοχαστική περιγραφή της παραμονής του στην Αργολίδα.

Η αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων την ίδια χρονιά τον ενθουσιάζει και δημοσιεύει στις αμερικανικές εφημερίδες ανταποκρίσεις εξαίροντας την πολιτιστική σημασία του θεσμού. Ακόμη, γράφει με συγκίνηση για τις επαναστάσεις της Κρήτης που αργότερα θα τον εμπνεύσουν στο ιστορικό μυθιστόρημα του Like Another Helen (Σαν άλλη Ελένη) 1901, το οποίο θεωρείται το αριστούργημά του στον πεζό λόγο.

Το 1909 παντρεύεται την Αικατερίνη Σακοπούλου, κόρη του διπλωμάτη Νικόλαου Σακόπουλου και της Σμυρναίας Ουρανίας Ηλιάδη, και, ένα χρόνο αργότερα, μετατίθεται στη Θεσσαλονίκη – ακόμη υπό οθωμανικό ζυγό – , όπου παραμένει μέχρι την τοποθέτηση του στη θέση του Γενικού Προξένου των Η.Π.Α. στη Σμύρνη το 1911.

Η παραμονή του τόσο στην Αθήνα, όσο και στη Θεσσαλονίκη, συμπίπτει με δύσκολες εποχές, επαναστάσεις, ξεσηκωμούς και διωγμούς των χριστιανικών πληθυσμών, τους οποίους προσπαθεί να συντρέξει με κάθε μέσο. Η αγαθοποιός δράση του συνεχίζεται και από τη νέα θέση του στη Σμύρνη, όπου, στα πλαίσια της πολιτικής «εκτουρκισμού»της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που θεσμοθετεί η νεοτουρκική ηγεσία στην Κωνσταντινούπολη, εξαπολύονται απηνείς διωγμοί κατά των χριστιανών. Με την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Horton αναλαμβάνει και την εκπροσώπηση των συμφερόντων της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ρωσίας, της Σερβίας, του Μαυροβουνίου και της Ρουμανίας και αναπτύσσει πολυσχιδή διπλωματική και φιλανθρωπική δράση. Με την έξοδο του Η.Π.Α. στον πόλεμο και τη διακοπή των αμερικανοτουρκικών διπλωματικών σχέσεων το 1917, ο Horton επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη όπου, μετά τη μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε στην πόλη την ίδια χρονιά, φροντίζει να αναληφθεί μέριμνα για την ανακούφιση των πληθυσμών της Μακεδονίας από τον Αμερικανικό Ερυθρό Σταυρό και παρακολουθεί τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Μακεδονικού Μετώπου.

Τον Μάιο του 1919, λίγες μέρες μετά την απόβαση των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη, ο Horton επιστρέφει στη θέση του Γενικού Προξένου των Η.Π.Α. και παρακολουθεί την ελληνική μικρασιατική περιπέτεια βήμα προς βήμα. Στη διάρκεια των τελευταίων τραγικών ημερών στη Σμύρνη, ο Horton, μόνος ανάμεσα σε όλους τους ξένους συναδέλφους του, μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες και με απίθανα τεχνάσματα, κατορθώνει να σώσει πολλές χιλιάδες χριστιανών από βέβαιο θάνατο.

The Blight of Asia

The Blight of Asia

Υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της καταστροφής της, την οποία περιέγραψε στο βιβλίο του Η Μάστιγα της Ασίας (1926),* που έγραψε όταν είχε παραιτηθεί από τη διπλωματική αποστολή του κι έγραφε ως ιδιώτης. Παρά την εξασφαλισμένη εκδοτική επιτυχία, το βιβλίο δεν κυκλοφόρησε τότε στην Ελλάδα για να μη διαταραχτούν οι προσπάθειες ελληνο-τουρκικής προσέγγισης που είχαν ήδη δρομολογηθεί. Μόνο η Εστία δημοσίευσε σε συνέχειες το κείμενο, στα φύλλα από 25 Μαρτίου έως 9 Απριλίου του 1927). Αναχωρεί από τη Σμύρνη το βράδυ της 13ης Σεπτεμβρίου 1922, ενώ η πόλη καίγεται, και φτάνει στην Αθήνα με τριακόσια μέλη της παροικίας του, στην πλειοψηφία τους Έλληνες το γένος που είχαν πολιτογραφηθεί Αμερικανοί πολίτες και έφθαναν στην Ελλάδα ως πρόσφυγες, με την ελπίδα ότι θα έπαιρναν θεώρηση εισόδου για τις Η.Π.Α. Τοποθετείται δυσμενώς Πρόξενος των Η.Π.Α. στη Βουδαπέστη, όπου παραμένει μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 1924.

Το 1929, κυκλοφορεί το Home of Nymphs and Vampires (Άντρο νυμφών και βρυκολάκων) με ταξιδιωτικές εντυπώσεις από τα ελληνικά νησιά και, τέλος, το 1932, το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο Poems of an Exile (Ποιήματα ενός εξορίστου).

  

Συγγραφικό έργο

 

Songs of the Lowly, 1891(Τραγούδια του ταπεινού).

In Unknown Seas, (Poems) 1895 (Σε άγνωστες θάλασσες).

Constantine, (Novel) 1896 (Κωνσταντίνος).

Aphroessa, (Poem) 1897 (Άφρόεσσα).

A Fair Brigand, (Novel) 1898 (Η ωραία λησταρχίνα).

Like Another Helen, (novel) 1901 (Σαν άλλη Ελένη).

Modern Athens, 1901 (Η σημερινή Αθήνα).

The Tempting of Father Anthony, (novel) 1901 (Ο πειρασμός του πατρός Αντωνίου).

The Long Straight Road, (Novel) 1902 (Η μεγάλη ευθεία οδός).

In Argolis (Folklore) 1902 (Στην ΑργολίδαΛαογραφικά).

War and Mammon (Poems) 1904 (Πόλεμος και Μαμμωνάς).

The Monk’s Treasure (Novel) 1905 (Ο θησαυρός του καλόγερου).

The Edge of Hazard, (Novel) 1906 (To χείλος του πεπρωμένου).

Miss Schuyler’s Alias (Novel) 1913 (To άλλο όνομα της Μίς Σκάϊλερ).

The Blight of Asia, (History) 1926 (Η μάστιξ της Ασίας – Χρονικό της Μικρασιατικής καταστροφής).

Recollections Grave and Gay, (Biography) 1927 (Αναμνήσεις σοβαρές και φαιδρές).

The Home of Nymphs and Vampires: 1929 (Folklore) The Isles of Greece (Νεράιδες και βρυκόλακες στα νησιά της Ελλάδος-Λαογραφικά).

Poems of an Exile, (Poems) 1932 (Ποίημα ενός εξόριστου).

 

Υποσημείωση

 

* Σε άρθρο με τίτλο «Τζωρτζ Χόρτον: Ο λόγιος διπλωμάτης», Byzantine and Modern Greek Studies («George Horton: The literary diplomat»), Ο Μπράιαν Κόλμαν (Brian Coleman) γράφει: «Ο Τζωρτζ Χόρτον ήταν άνθρωπος των γραμμάτων και πρόξενος των ΗΠΑ στην Ελλάδα και την Τουρκία σε μια εποχή κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών.

Γράφει για την επανάκτηση της Σμύρνης από τον Τουρκικό Στρατό το Σεπτέμβριο του 1922. Πάντως η διήγησή του πηγαίνει πέρα από την επίρριψη ευθυνών και τα γεγονότα σε μια δαιμονοποίηση των Μουσουλμάνων γενικά, και ειδικά των Τούρκων. Σε αρκετά μυθιστορήματά του που γράφτηκαν πάνω από δυο δεκαετίες πριν από τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου 1922, είχε ήδη προσδιορίσει τους Τούρκους ως το απόθεμα παλιανθρώπων του Δυτικού πολιτισμού. Την αφήγησή του για τη Σμύρνη δεν τη γράφει ως ιστορικός, αλλά ως πολιτικός αρθρογράφος».

Πηγές

 

  • Horton George, «Η Μάστιγα της Ασίας», Βήμα, βιβλιοθήκη, τόμος 4ος, 2009.
  • Εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα» τ.61ος, σ.216
  • James L. Marketos, «GEORGE HORTON – AN AMERICAN WITNESS IN SMYRNA», AHI Noon Forum, September 14, 2006.
  • George Horton, «The Blight of Asia», (Bobbs-Merrill Co.: Indianapolis 1926).
  • Βίκυ Καλαντζοπούλου, «Α.Ρ. Ραγκαβής και George Horton. Μια απρόσμενη συνάντηση», Τα νέα του Ε.Λ.Ι.Α. Αρ, 58, θερινό αρχειοστάσιο.
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών/ ΕΙΕ, «Πανδέκτης», Συλλογή Ταξιδιωτικής Γραμματείας, 15ος-19ος αιώνας. 


Read Full Post »

Μεντρεσές Ναυπλίου ή Φυλακές Λεονάρδου


Μεντρεσές*, Μουσουλμανικό Ιεροδιδασκαλείο,** Β’ Οθωμανική περίοδος Ναυπλίου, (α’ φάση: τέλη 18ου– αρχές 19ου αι.)

 

Μεντρεσές Ναυπλίου.

Μεντρεσές Ναυπλίου.

Δεν έχουμε στοιχεία για την ανέγερση του κτηρίου. Το βέβαιο είναι ότι συνδέεται άμεσα με το παρακείμενο τέμενος του Αγά Πασά, το μετέπειτα Βουλευτικό, με το οποίο φαίνεται ότι αποτελεί μία ενότητα. Το ισόγειο του ιεροδιδασκαλείου χρονολογείται από ορισμένους στα χρόνια της Ενετοκρατίας της πόλης. Σύμφωνα πάντως με τη Μαυροειδή, το ιεροδιδασκαλείο αποτελεί κτήριο οθωμανικό. Μάλιστα, η ομοιότητα στην τοιχοποιία του ισογείου του ιεροδιδασκαλείου με αυτήν του Βουλευτικού μας επιτρέπει να τα εντάξουμε στην ίδια περίπου χρονική περίοδο. Μετά την Απελευθέρωση της πόλης και μέχρι το 1930 περίπου, το ιεροδιδασκαλείο χρησιμοποιήθηκε κυρίως ως χώρος φυλακών, λόγω και της αρχιτεκτονικής του διαμόρφωσης (πολλά μικρά δωμάτια στη σειρά εν είδει κελιών). Στη χρήση του αυτή οφείλει και την ονομασία «Φυλακές Λεονάρδου», με την οποία έχει μείνει σήμερα, από τον Λ. Λεονάρδο, αστυνομικό διοικητή του Ναυπλίου.

Εσωτερικές στοές του Μεντρεσέ.

Εσωτερικές στοές του Μεντρεσέ.

Γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1930, στο ιεροδιδασκαλείο βρήκαν καταφύγιο πρόσφυγες και στην αυλή του στήθηκαν πρόχειρα ξύλινα παραπήγματα. Πρόκειται για βαρύ και σκοτεινό τριώροφο πέτρινο κτίσμα, το οποίο έχει σε κάτοψη σχήμα Γ – όχι και τόσο συνηθισμένο – με πυργοειδείς απολήξεις. Τα δωμάτια, που είναι διατεταγμένα σε σειρά, είναι διαμπερή και βλέπουν στην αυλή, η οποία είναι τριγωνικού σχήματος και διαμορφώνεται από τη γειτνίαση του κτηρίου με το Βουλευτικό στα βορειοανατολικά. Τα δωμάτια περιτρέχονται από ανοιχτή στοά με πεσσοστοιχία, η οποία στο ισόγειο είναι υψηλότερη. Στην τοιχοποιία του κτηρίου είναι εμφανείς τουλάχιστον δύο οικοδομικές φάσεις. Στο ισόγειο και το κεντρικό τμήμα της τοξοστοιχίας των ορόφων έχει εφαρμοστεί το σύστημα της ισόδομης λαξευτής τοιχοποιίας, με διαφορετικά όμως υλικά δομής ανά όροφο.

Στο ισόγειο έχει χρησιμοποιηθεί ασβεστόλιθος, στον πρώτο όροφο μαύρος γρανίτης και στον δεύτερο όροφο πωρόλιθος. Η περιμετρική τοιχοποιία των άνω ορόφων συνίσταται σε ακανόνιστες ημιλαξευτές πέτρες με την παρεμβολή σπασμένων κεραμιδιών.

Στην νοτιοανατολική πλευρά του ιεροδιδασκαλείου έχει κτιστεί σε μεταγενέστερη εποχή διώροφο κτίσμα, γνωστό ως «Οικία Λουμπινά», σήμερα ημικατεστραμμένο. Η κατάσταση διατήρησης του μνημείου είναι μέτρια, με φθορές κυρίως στην τοιχοποιία. Στο κτήριο σήμερα στεγάζεται τμήμα της Δ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.

 Αναστασία Βασιλείου

Υπουργείο Πολιτισμού, «Η Οθωμανική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα», Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων, Αθήνα, 2009. 

 

Υποσημειώσεις


* Η λέξη Μεντρεσές προέρχεται εκ της αραβικής λέξης ντερς (= μάθημα) και σημαίνει «μουσουλμανικό ιεροσπουδαστήριο». Σ΄ αυτό διδάσκονταν παλιότερα η ανάγνωση και η ερμηνεία του Κορανίου η μουσουλμανική κατήχηση, ιστορία και το θρησκευτικό δίκαιο. Οι σπουδαστές σ΄ αυτά λέγονταν «σοφτάδες», οι δε δάσκαλοι «μολάδες» ή «μουλάδες». Μετά τη Κεμαλική μεταρρύθμιση στη Τουρκία οι Μεντρεσέδες περιορίστηκαν στο ελάχιστο. Ανάλογα τέτοια ιεροσπουδαστήρια υπάρχουν στην Αίγυπτο και σε άλλες Μουσουλμανικές χώρες. (Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου, τ.13ος, σ.263)

** Για τα οθωμανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα του Ναυπλίου αντλούμε  πληροφορίες από την εργασία του  Τούρκου καθηγητή Ayverdi, ο οποίος μελέτησε επιπλέον τα οθωμανικά κατάστιχα (Tahrir Defteri), τα οποία συντάχθηκαν κυρίως μετά το 1715 με την επανάκτηση από τους Τούρκους της Πελοποννήσου, η οποία βρισκόταν στα χέρια των Βενετών για 30 χρόνια (1685-1715). Σύμφωνα με τον Ayverdi (Ayverdi, 2000) στην πόλη του Ναυπλίου υπήρχαν τρία μουσουλμανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα διαφορετικών βαθμίδων. Αυτά ήταν ο μεντρεσές του σουλτάνου Αχμέτ (Sultan Ahmed Medresesi), το κορανικό σχολείο  του Ιμπραήμ Εφέντη (İbrahim Efendi Dârülkurrası) και το σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης επίσης του Ιμπραήμ Εφέντη (İbrahim Efendi Mektebi).

 

Βιβλιογραφία


  • Καρούζου-Παπασπυρίδη Σέμνη, «Το Ναύπλιο», Εκδόσεις: Εμπορικής Τράπεζας, Αθήνα,1979.
  • Μαυροειδή, Β., «Φυλακές Λεονάρδου». Μελέτη αποτύπωσης, αποκατάστασης, επανάχρησης και αρχιτεκτονικού φωτισμού, διπλωματική εργασία, ΕΜΠ, Αθήνα 2006.

 

Read Full Post »

Μάχη των Μύλων (1825)


  

Στο βάθος του μυχού του Αργολικού κόλπου και Νοτιοδυτικά του Νομού Αργολίδας, δίπλα στις ιστορικές πόλεις του Άργους και του Ναυπλίου, βρίσκεται  ο σύγχρονος οικισμός των Μύλων, όπου  μαζί με το Κιβέρι, το Σκαφιδάκι και την ορεινή  Ανδρίτσα αποτελούν τα Δημοτικά Διαμερίσματα του Δήμου Λέρνας.  Ο Δήμος Λέρνας είναι τόπος γεμάτος ιστορία, ιδιαίτερο φυσικό κάλος και πλούσια αγροτική παραγωγή.

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας.  Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη (Εικόνες του Αγώνος).

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας. Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη (Εικόνες του Αγώνος).

Κατά τη διάρκεια της επανάστασης, οι κυβερνήσεις που είχαν έδρα το Ναύπλιο, είχαν εγκαταστήσει στους Μύλους τις αποθήκες των δημητριακών, μέσω των οποίων σιτιζόταν το Ναύπλιο και τροφοδοτούνταν τα στρατεύματα και μεγάλο μέρος της Αργολίδας και της Κορινθίας. Κατά το έτος 1825, μετά την αποβίβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο και τις αλλεπάλληλες νίκες των Αιγυπτίων κατά των Ελλήνων, οι Μύλοι δέχτηκαν αιφνίδια επίθεση τη 13η Ιουνίου από αιγυπτιακή φάλαγγα, πραγματοποιήθηκε μάχη, η οποία έθεσε σε τραγική κρισιμότητα την τύχη του Ναυπλίου και της επανάστασης. Αιγυπτιακή φάλαγγα, αποτελούμενη από δύο χιλιάδες πεζούς και χίλιους πεντακόσιους ιππείς με πυροβολικό, εμφανίσθηκε από την οδό Τριπόλεως το πρωί της 12ης κατευθυνόμενη προς την αργολική πεδιάδα. Φόβος και ταραχή κατέλαβε τους πάντες στο Ναύπλιο, όπου είχαν συγκεντρωθεί πάνω από είκοσι χιλιάδες γυναικόπαιδα, ασθενείς και άμαχος πληθυσμός, ελάχιστα δε στρατιωτικά μέσα άμυνας υπήρχαν. Αλλά ο Ιμπραήμ δε σκόπευε να επιτεθεί κατά του Ναυπλίου, προέβαινε απλώς σε σοβαρή επιθετική αναγνώριση. Οι Έλληνες εντούτοις, που αγνοούσαν τις προθέσεις του εχθρού, έσπευσαν να συγκεντρώσουν μεγάλο μέρος της μάχιμης δύναμης στους Μύλους, κατά των οποίων κινήθηκε ισχυρή εχθρική φάλαγγα πεζών και ιππέων.

Οι Μύλοι ήταν ανοχύρωτοι παρά τη σπουδαιότητα που είχαν για την τροφοδοσία και την ύδρευση του Ναυπλίου σε περιπτώσεις πολιορκίας. Ο φιλέλληνας αξιωματικός Μοντανέλλι είχαν αναλάβει με εντολή της κυβέρνησης τη μελέτη οχύρωσης των Μύλων, αλλά λόγω της ραγδαίας εξέλιξης των γεγονότων, η οχύρωση δεν είχε πραγματοποιηθεί. Είχε πραγματοποιηθεί χάραξη μόνο δύο αμυντικών περιβολών και συγκεντρώθηκε υλικό από πέτρες το οποίο και εγκαταλείφθηκε.

Μακρυγιάννης - Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Μακρυγιάννης - Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Την 11η ο Μακρυγιάννης, που επανήλθε από δύο άτυχες περιπέτειες στη Μεσσηνία και την Αρκαδία, κατέλαβε με 150 άνδρες τους Μύλους, οχυρώθηκε  σε μία από τις δύο περιβολές, της οποίας την άμυνα ενίσχυσε με ξερολιθιές (τοίχοι από πέτρες) και ανοίγοντας τουφεκίστρες (παράθυρα). Τη 12η, μετά την αναγγελία των απειλητικών κινήσεων του Ιμπραήμ, έφθασε στους Μύλους ο Δημήτριος Υψηλάντης μαζί με τους φιλέλληνες που είχαν βρεθεί στο Ναύπλιο και οι οποίοι ήταν γύρω στους δεκαεπτά, ανάμεσα σε αυτούς οι γενναιότεροι από τους άτακτους, οι οποίοι είχαν επίσης συγκεντρωθεί στο Ναύπλιο και ο λόχος των ευζώνων αποτελούμενος από διακόσιους περίπου άνδρες υπό τον Κάρπο,* δηλαδή δύναμη όχι μεγαλύτερη σε σύνολο των 500 ανδρών. Σ’ αυτή τη δύναμη προστέθηκαν και τα πυροβόλα τριών μικρών πολεμικών βρικίων (τύπος ιστιοφόρου πλοίου), τα οποία παρατάχθηκαν κοντά στην ακτή, ώστε να ενισχυθεί η άμυνα.

Αλλά ο μεγάλος κίνδυνος στον οποίο τέθηκε το Ναύπλιο και η επανάσταση, έφερε προς το Ναύπλιο και τους Μύλους τους δύο μοιράρχους του αγγλικού και γαλλικού στόλου, τον Άμιλτον και τον Ριγνύ. Ο μεν Άμιλτον αγκυροβόλησε πριν το Ναύπλιο, ο δε Ριγνύ πριν τους Μύλους.

Ο Υψηλάντης, ο Μακρυγιάννης, οι Φιλέλληνες και ο Κάρπος κατέλαβαν τις περιβολές (κούλιες /πύργοι που χρησιμοποιούνταν ως παρατηρητήρια) και τις δύο μεγάλες αποθήκες. Ο εχθρός με τετραπλάσια δύναμη, επιτέθηκε στους Μύλους γύρω στο μεσημέρι της 13ης. Η επίθεση έγινε σφοδρότερη στα δύο πιο ασθενή σημεία της άμυνας, του κέντρου το οποίο υπεράσπιζε ο Μακρυγιάννης και του δεξιού στο οποίο αμυνόταν ο Υψηλάντης με πολλούς τακτικούς και δεκάδες φιλέλληνες.

Η ρήξη του κέντρου θα έθετε στον κίνδυνο γενικής σφαγής τους άτακτους του Μακρυγιάννη και τους αμυνόμενους στα δεξιά, η δε ήττα του δεξιού τμήματος με επί κεφαλής τον Υψηλάντη θα απέκλειε την υποχώρηση των Ελλήνων προς την παραλία, από την οποία και μόνο θα μπορούσαν να σωθούν σε περίπτωση ήττας. Αποκρούσθηκαν τρεις επιθέσεις του εχθρικού πεζικού και μία του ιππικού, το εχθρικό πυροβολικό τότε γκρέμισε με εύστοχες βολές μέρος του μετώπου της κούλιας του Μακρυγιάννη, ενώ λόχος Αιγυπτίων επιτέθηκε με ορμή υπερπηδώντας τα ερείπια.

Κατά τις κρίσιμες εκείνες στιγμές ο Μακρυγιάννης με πέντε Φιλέλληνες και λίγους εκλεκτούς άτακτους επιτέθηκε με ξίφη κατά των Αράβων και κατέσφαξαν τους πρώτους που διείσδυσαν στην περιβολή και έτρεψαν τους άλλους σε φυγή. Μετά από αυτή την αποτυχία τους, οι Αιγύπτιοι δεν επανέλαβαν τις εφόδους, ο ήλιος άλλωστε είχε σχεδόν δύσει και ενώ το σκοτάδι πλησίαζε, αποσύρθηκαν εκτός βολής πυροβόλου, έφυγαν για το Άργος εγκαταλείποντας περίπου πενήντα νεκρούς και παίρνοντας μαζί τους διπλάσιους περίπου τραυματίες. Οι Έλληνες είχαν απώλεια επτά νεκρών, ανάμεσα στους οποίους και ενός φιλέλληνα και είχαν τριπλάσιους τραυματίες μεταξύ των οποίων και τον Μακρυγιάννη.

Κατά τη διάρκεια της κρίσιμης εφόδου, η γαλλική ναυαρχίδα υπό τον Ριγνύ σάλπισε πολεμικό συναγερμό και έστρεψε τα πυροβόλα της κατά των Αιγυπτίων, ενισχύοντας το ηθικό των Ελλήνων, οι οποίοι πίστεψαν πως θα κατέλθει στον αγώνα. Η νίκη των Μύλων υπήρξε σημαντική, διότι περιέσωσε τον άρτο όσων βρίσκονταν στο Ναύπλιο και ανύψωσε το ηθικό των επαναστατών.

 

Υποσημείωση


 

* Την 21η Ιουνίου 1825 ο Δημ. Υψηλάντης γράφει τα εξής από τους Μύλους προς το Υπουργείο του Πολέμου. «Ο Λοχαγός Κύριος Καρπός με τον υπό την οδηγίαν του λόχον έφθασε μετά τα μέσα της μάχης της εν Μύλοις και όχι μόνον εγκαρδίωσεν τους κατ’ εκείνην την ώραν μαχομένους Έλληνας, αλλά και αυτοί έκαμαν ως γενναίοι πατριώται και καλοί στρατιώται το χρέος των. Μετά δε την μάχην εφύλαξαν τακτικώς τα της πειθαρχίας χρέη των, οδηγούμενοι από τον ρηθέντα λοχαγόν εις τα οδηγητικά χρέη των. Διό αναφερόμεθα εις το Έξοχον Υπουργείον τούτο δια να γνωρίση τους αξίους στρατιώτας, οίτινες δεν έλειψαν από τα χρέη των».

Και ο συνταγματάρχης Π.Γ. Ρόδιος παρατηρεί «ότι ο λόχος των Ευζώνων, και τινες άλλοι στρατιώται εκ των λοιπών λόχων του 1ου Συντάγματος, οδηγούμενοι από τον λοχαγόν Κύριον Κάρπον Παπαδόπουλον, του οποίου αξιωματικός εστάλη ο Κύριος Παναγιώτης Πίσσας, πόσον εμψύχωσεν η παρουσία τούτων τους λοιπούς Έλληνας, και πόσον συνεισέφερον με την ανδρείαν και ευτολμίαν των εις την διατήρησιν των Μύλων» και προτείνει τούτους εις το Υπουργείον Πολέμου δια την ανάλογον ηθικήν αμοιβήν.

( Κ. Α. Διαμάντη, Θράκες αγωνισταί κατά την Επανάστασιν του 1821, Β’ Αθήναι, 1963, σελ. 160—161).

 

Πηγή


Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 4ος, Αθήνα, 1930. 

Read Full Post »

Εϊδεκ Κάρολος Γουλιέλμος – Karl von Heideck (1788-1861)


 

Karl von Heideck

Karl von Heideck

Γερμανός στρατιωτικός, γεννημένος στη Λορένη. Σπούδασε στη στρατιωτική σχολή του Μονάχου και το 1826, με υπόδειξη του βασιλιά Λουδοβίκου Α’, ήλθε στην Ελλάδα και διετέλεσε πρόεδρος της επιτροπής εράνων στο Ναύπλιο. Πολέμησε με το βαθμό του συνταγματάρχη στον Πειραιά στον στρατό του Καραϊσκάκη. Επί Καποδίστρια έγινε φρούραρχος Ναυπλίου και διαδέχθηκε τον Φαβιέρο στη διοίκηση του τακτικού στρατού. Φρόντισε για την επισκευή ερειπωμένων φρουρίων, ίδρυσε οπλοστάσιο στο Ναύπλιο και συνέβαλε στην ίδρυση της Σχολής Ευελπίδων. Το 1829 αρρώστησε και επέστρεψε στην Βαυαρία. Ενημέρωσε πλήρως τον Λουδοβίκο για την κατάσταση του στρατού στην Ελλάδα, για τις συχνές ταραχές και τις καταχρήσεις, γεγονός που επηρέασε άμεσα τον Λουδοβίκο στο σχεδιασμό των επιλογών του στο ζήτημα της διάλυσης των ατάκτων.

Με την κάθοδο του Όθωνα διορίστηκε μέλος της Αντιβασιλείας και τάχθηκε υπέρ της εκτέλεσης του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα. Λίγο πριν από την ενηλικίωση του Όθωνα επέστεψε στο Μόναχο και προήχθη στο βαθμό του αντιστρατήγου. Τα απομνημονεύματα του Εϊδεκ δημοσιεύτηκαν το 1900 στο περιοδικό «Αρμονία». Τον συναντάμε και με τα ονόματα Έϊντεκ, Άιντεκ, Χάιδεκ και Χαϊδέγγερ.

  

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Ο ελληνικός στρατός το 19ο αιώνα», τεύχος 70, 15 Φεβρουαρίου 2001.
  • Φωτιάδη Δημήτρη, «Κολοκοτρώνης», Έκδοση ένατη, Δωρικός, Αθήνα, 1986.

Read Full Post »

Βουλευτικό Ναυπλίου


 

Βουλευτικό Ναυπλίου (Τέμενος - Τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.)

Βουλευτικό Ναυπλίου (Τέμενος – Τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.)

Σύμφωνα με τοπική παράδοση, το τέμενος* αυτό κτίστηκε από έναν πλούσιο Οθωμανό αγά, τον Αγά Πασά, ο οποίος ήθελε να εξιλεωθεί για ένα στυγερό έγκλημα που είχε διαπράξει. Ο αγάς είχε σκοτώσει δύο νεαρούς από τη Βενετία που είχαν έρθει στο Ναύπλιο για να αναζητήσουν το θησαυρό που είχε κρύψει κάποιος πρόγονός τους στα χρόνια της Β’ Ενετοκρατίας. Νιώθοντας όμως τύψεις για την αποτρόπαια πράξη του, λέγεται ότι έχτισε με το χρυσάφι που ανακάλυψε, τέμενος, το οποίο έμεινε γνωστό ως «τζαμί του Αγά Πασά». Ο πασάς δεν πρόλαβε να δει την αποπεράτωση του τεμένους, καθώς έπεσε από τον εξώστη του σπιτιού του την ώρα που επέβλεπε τις εργασίες.

Σύμφωνα με μαρτυρία ανώνυμου Λαγκαδινού λογίου, αρχιτέκτονας του τεμένους φέρεται να είναι ο Αντώνιος Ρηγόπουλος από τα Λαγκάδια της Αρκαδίας. Επρόκειτο για ονομαστό πρωτομάστορα, ο οποίος «αυτοσχεδίως ανοικοδόμησε τους μεγαλοπρεπείς της εποχής εκείνης ναούς και προπύργια και μέγα ειδωλείον των Οθωμανών εις Ναύπλιον, όπου και προνόμιον εις αυτόν εχορηγήθη». Πιθανώς αυτό το «μέγα ειδωλείον» να ταυτίζεται με το τέμενος του Αγά Πασά.

Το 1822, μετά την απελευθέρωση της πόλης, το τέμενος ήταν ερειπωμένο. Τον Ιούνιο του 1824 αποφασίστηκε η επισκευή του, προκειμένου να στεγαστεί εκεί η Βουλή του επαναστατημένου έθνους, βάσει σχεδίων του στρατιωτικού μηχανικού Θεοδώρου Βαλλιάνου. Υπεγράφη μάλιστα συμφωνητικό κατασκευής, πρωτοποριακό στοιχείο για την εποχή εκείνη.

Στις 21 Σεπτεμβρίου 1825 έγιναν τα εγκαίνια του Βουλευτικού και εδώ λειτούργησε η Βουλή των Ελλήνων έως και την άνοιξη του 1826. Αυτή υπήρξε η σπουδαιότερη χρήση του κτηρίου, και με την ονομασία «Βουλευτικό» έχει μείνει γνωστό μέχρι σήμερα.

Στις 2 Ιουλίου 1827, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου μεταξύ των φρουράρχων Παλαμηδίου και Ακροναυπλίας, Θ. Γρίβα και Ν. Φωτομάρα, ένα βλήμα κατέστρεψε τμήμα του τρούλου του Βουλευτικού. Μάλιστα, εκείνη την ώρα συνεδρίαζε η Βουλή, και σκοτώθηκε ο Βουλευτής Βάλτου Χρήστος Γεροθανάσης.

 

Βουλευτικό Ναυπλίου, περίπου το 1937.

 

Όταν το Ναύπλιο έγινε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους (1827-1834), υπήρχε έντονο πρόβλημα στέγης. Το Βουλευτικό, όπως και όλα τα σημαντικά κτήρια της εποχής, χρησιμοποιήθηκε στο πέρασμα του χρόνου για ποικίλους σκοπούς, ως φυλακή, δικαστήριο (όπου και έλαβε χώρα το 1834, κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας, η δίκη των οπλαρχηγών της Επανάστασης Θεοδώρου Κολοκοτρώνη και Δημήτριου Πλαπούτα), σχολείο, νοσοκομείο, στρατώνας, αίθουσα χορού, μουσείο και αποθήκη αρχαιοτήτων, ωδείο.

Αποτελεί χαρακτηριστικό τέμενος της επαρχιακής οθωμανικής αρχιτεκτονικής, το οποίο χαρακτηρίζεται από τις βαριές αναλογίες και τον ογκώδη τρούλο του. Έχει προσανατολισμό προς τη Μέκκα και είναι μεγάλων διαστάσεων, διώροφο˙ το ισόγειο συνίσταται σε δέκα ορθογώνια δωμάτια, ενώ το τέμενος καταλαμβάνει τον όροφο.

Η πρόσβαση στο τέμενος γίνεται με κλίμακα στα βορειοδυτικά. Στην είσοδο του υπήρχε αρχικά ανοιχτό κιονοστήρικτο προστώο, το ρεβάκ, καλυπτόμενο με τρουλίσκους, το οποίο λέγεται ότι κατέρρευσε στις αρχές του 20ού αιώνα από σεισμό. Η μορφή του προστώου μαρτυρείται σε σχέδιο του L. Lange, το οποίο χρονολογείται το 1834.

Ο κυρίως χώρος του τεμένους συνίσταται σε μια τετράγωνη αίθουσα που καλύπτεται με μεγάλο ημισφαιρικό τρούλο με οκτάπλευρο τύμπανο. Τον τρούλο περιτρέχει εσωτερικά ξύλινος εξώστης, ενώ στα δυτικά υπάρχει υπερώο. Το τέμενος είναι δομημένο κατά το σύστημα της ισόδομης λαξευτής τοιχοποιίας, με υλικό δομής τον ασβεστόλιθο.

Λέγεται μάλιστα ότι οι λίθοι προέρχονται από τη Μονή Καρακαλά, που βρίσκεται 13χλμ. Βορειοανατολικά του Ναυπλίου. Κατά τις αναστηλωτικές εργασίες της δεκαετίας του 1990 αποκαλύφθηκε στο μιχράμπ τοιχογραφία με ανεικονική διακόσμηση.

Το μνημείο διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση. Κατά τα έτη 1994-1999 πραγματοποιήθηκαν στο κτίσμα αναστηλωτικές εργασίες, που αφορούσαν μεταξύ άλλων στην αποκατάσταση του τρούλου και των τρουλίσκων, των ελκυστήρων, των δαπέδων, στην αφαίρεση των νεώτερων κατασκευών, τη διάνοιξη των κτισμένων παραθύρων, την κατασκευή νέου ξύλινου παταριού και των κλιμάκων που συνδέουν τους ορόφους. Το κτήριο σήμερα λειτουργεί ως χώρος διαλέξεων, συνεδρίων, συναυλιών κλπ. Στο ισόγειο του Βουλευτικού στεγάζεται η Δημοτική Πινακοθήκη Ναυπλίου.

Αναστασία Βασιλείου

  

Υποσημείωση

 * τέμενος το [témenos] : 1α. ιερός χώρος που ήταν αφιερωμένος σε αρχαίο θεό ή ήρωα. β. χώρος μουσουλμανικής λατρείας· τζαμί. 2. (μτφ.) ίδρυμα αφιερωμένο στην καλλιέργεια των γραμμάτων και των τεχνών, όπως π.χ. πανεπιστήμιο, ωδείο κτλ.: Iερό ~ των Mουσών. (Λεξικό Τριανταφυλλίδη).

 

Πηγή

  • Υπουργείο Πολιτισμού, «Η Οθωμανική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα», Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων, Αθήνα, 2009.

 

Read Full Post »

Τεκτονισμός (Συμβολή στην επανάσταση του΄21)


 

Παγκόσμια φιλοσοφική, προοδευτική και φιλανθρωπική μυστική εταιρία, η οποία είχε ρίζες στα μυστήρια της αρχαιότητας και εμφανίσθηκε υπό τη σημερινή μορφή και ονομασία κατά τον 17ο αιώνα, οπότε και αντικατέστησε τις αδελφότητες των τεχνικών οικοδομών.  

  Ο Τζωρτζ Ουάσινγκτων με Τεκτονικό Περίζωμα.

Ο Τζωρτζ Ουάσινγκτων με Τεκτονικό Περίζωμα.

Ο τεκτονισμός έχει ως έμβλημα την τριλογία «Ελευθερία – Ισότητα – Αδελφότητα» και εργάσθηκε αδιαλείπτως για την απελευθέρωση των καταδυναστευμένων λαών. Στη συμβολή του οφείλεται η Βορειοαμερικανική ανεξαρτησία, η Γαλλική Επανάσταση, η Ιταλική Ένωση, η Ένωση της Επτανήσου κ.λ.π. Τέλος στον τεκτονισμό οφείλεται η ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών, της οποίας οι ιδρυτές υπήρξαν ανώτεροι τιτλούχοι του τάγματος. Από την ίδρυσή του ο τεκτονισμός περιέλαβε στους κόλπους του τις μεγαλύτερες πολιτικές, επιστημονικές, φιλολογικές και στρατιωτικές φυσιογνωμίες.

Το 1786 τέθηκε υπό την αιγίδα του Αυτοκράτορα της Πρωσίας Φρειδερίκου του Μεγάλου, ο οποίος και συνέταξε τα Μεγάλα Συντάγματα που διέπουν το τάγμα και ισχύουν έως σήμερα. Στην Αγγλία αρχηγός του τάγματος είναι ο εκάστοτε διάδοχος του θρόνου, στη Δανία ο βασιλιάς, κ.λ.π. Στην Αμερική σχεδόν όλοι οι Πρόεδροι της Δημοκρατίας, από τον Ουάσιγκτων και έπειτα, υπήρξαν τέκτονες.

 

Ελληνική Επανάσταση


 

Διονύσιος Ρώμας

Διονύσιος Ρώμας

Η συμβολή του τεκτονισμού στην Ελληνική Επανάσταση αρχίζει έναν αιώνα πριν την έκρηξή της. Οι Στοές της Δύσης, διαφωτισμένες από τους Έλληνες λογίους, που μεταλαμπάδευσαν,  μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, έγιναν κέντρα αμιγούς φιλελληνισμού. Με την άφιξη του 19ου αιώνα, το κίνημα για την απελευθέρωση της Ελλάδας απέκτησε τη μεγαλύτερη ένταση. Ήδη ο Ρήγας Φεραίος, εμπνευσμένος από τον τεκτονισμό, είχε συστήσει στη Βιέννη μυστική εταιρία αδελφοποίησης των λαών που βρίσκονταν υπό τον οθωμανικό ζυγό, με σκοπό την αλληλοβοήθεια ενάντια στον κοινό τύραννο. Με αυτό το σκοπό είχε ιδρυθεί στις χώρες της Αδριατικής όμοια μυστική εταιρία κατά των τυράννων, παραφυάδα του τεκτονισμού με το όνομα BuonoCoudzinos. Υπό την επίδραση του Ρήγα συστάθηκε επίσης στη Σερβία παρεμφερής εταιρία. Το 1812 ιδρύεται από τον τέκτονα Αλ. Μαυροκορδάτο στη Μόσχα η μυστική εταιρία του «Φοίνικα» και στο Παρίσι η εταιρία της «Αθηνάς» και της «Φιλαθηναϊκής Ακαδημίας». Το 1813 αυτές τις εταιρίες διαδέχονται η «Ελληνογαλλική Εταιρία» και η «Εταιρία των Φιλομούσων», υπό την αιγίδα του τέκτονα Ιωάννη Καποδίστρια. Κατά το έτος αυτό ο Διονύσιος Ρώμας ιδρύει στην Κέρκυρα την πρώτη «Εθνική Μεγάλη Ανατολή της Ελλάδος», στη δε Ζάκυνθο και Λευκάδα δύο ανεξάρτητες στοές, οι οποίες είχαν κύριο σκοπό την προετοιμασία των Ελλήνων για τον αγώνα της ανεξαρτησίας .*

Μετά από λίγο, περνώντας από τη Λευκάδα, ο έμπορος από την Οδησσό Εμμανουήλ Ξάνθος, μυείται στην εκεί Στοά. Λίγο αργότερα μυείται στη Στοά της Ζακύνθου ο μετέπειτα αρχιστράτηγος της ελληνικής επανάστασης Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το 1811 πραγματοποιείται στο Παρίσι, μετά από υπόδειξη του Ναπολέοντα Γ’, η ίδρυση αμιγώς τεκτονικής μυστικής εταιρίας για την απελευθέρωση της Ελλάδας, υπό τον κόμη Σουαζέλ Γκουφφιέ και τους Χατζή Μόσχο και Ζαλίκη. Ο Ζαλίκης συμβολικώς ονομάσθηκε «Ξενοδόχος», το δε κατάστημά του «Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο». Στην εταιρία αυτή μυήθηκαν εκτός των Ελλήνων και άπειροι φιλέλληνες τέκτονες. Κυριότερος από τους πρεσβευτές της εταιρίας αυτής ήταν ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, ο οποίος κατά την επιστροφή του στη Μόσχα μύησε και τον Νικόλαο Σκουφά. Μετά την πτώση του Ναπολέοντα η εταιρία αυτή μεταφέρθηκε στη Μόσχα, τα δε μέλη της στο Παρίσι ίδρυσαν το «Φιλελληνικό των Παρισίων Κομιτάτον». Ήδη στις παραδουνάβιες χώρες και στην ίδια τη Ρωσία ο τεκτονισμός είχε εξαπλωθεί, πολλοί δε εξέχοντες Έλληνες πολιτικοί και έμποροι, ανάμεσά τους και ο Καποδίστριας, η οικογένεια Υψηλάντη κ.α. ήταν μέλη διαφόρων στοών.

Το 1814 ο Εμμανουήλ Ξάνθος, που επέστρεψε από τη Λευκάδα στην Οδησσό, συνδέθηκε με τους Τσακάλωφ και Σκουφά και υπέδειξε την ίδρυση της «Φιλικής Εταιρίας» που οργανώθηκε με βάση τις αρχές του τεκτονισμού. Η εταιρία αυτή συστάθηκε την 25η Οκτωβρίου 1814, οι πρώτοι δε που μυήθηκαν στους ανώτερους βαθμούς ήταν τέκτονες.**

Η άμεση επιτυχία της Φιλικής Εταιρίας οφείλεται σε χαρακτηριστικό γεγονός το οποίο συνέβη κατά τη λήξη του συνεδρίου της Βιέννης, όταν ο Καποδίστριας παρακάλεσε τον Μέττερνιχ να ασχοληθεί το συνέδριο με τη βελτίωση της τύχης των δύστυχων Ελλήνων. Αυτός τότε του απάντησε πως δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη ελληνικού έθνους. «Από τη στιγμή εκείνη…», γράφει στα απομνημονεύματά του ο Νικόλαος Υψηλάντης, «…στα βλέμματα των Ελλήνων διαγραφόταν η σταθερότητα μια μεγάλης απόφασης∙ και ενώ προβληματιζόταν για να βρουν τα μέσα ώστε να εκτελέσουν αυτή τη σκέψη, η οποία τους είχε απορροφήσει ολοκληρωτικά, ενστερνίσθηκαν τα ιερά μυστήρια της αδελφότητας (του τεκτονισμού) που τους ενέπνεε την απελευθέρωσή τους». Τέλος, η αρχηγία της Φιλικής Εταιρίας ανατέθηκε στον τέκτονα Αλέξανδρο Υψηλάντη. Η απελευθερωτική δράση των τεκτονικών Στοών των Επτανήσων, των οποίων μέλος υπήρξε και ο Διονύσιος Σολωμός, εξακολουθούσε καθ’ όλη τη διάρκεια της επανάστασης και μετά από αυτήν, με την προσάρτηση των νήσων στην Ελλάδα, στην οποία πρωτοστάτησαν.

 

Απελευθερωτικοί αγώνες

 


  

Η πρώτη*** «Μεγάλη Ανατολή» στην ελεύθερη πλέον Ελλάδα ιδρύθηκε το 1867, το δε «Ύπατο Συμβούλιο» το 1872 με πρώτο αρχηγό και ιδρυτή τον Δημ. Ροδοκανάκη, ο οποίος εκλήθη  γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό από την Αγγλία. Έκτοτε συνεχίζεται η εθνική εργασία του τεκτονισμού στην Ελλάδα, με ενεργή συμμετοχή σε όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες, της Κρήτης, Μακεδονίας, Ηπείρου, Κύπρου, κ.λ.π. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922, η προσπάθεια του ελληνικού τεκτονισμού για τη βελτίωση της τύχης των αιχμαλώτων αφ’ ενός και την αποκατάσταση των προσφύγων αφ’ ετέρου υπήρξε ζωηρή και καρποφόρα. Πραγματοποιήθηκαν απ’ ευθείας συνεννοήσεις με τις τεκτονικές δυνάμεις της Τουρκίας, που είχαν ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση πολλών αιχμαλώτων και απευθύνθηκε έκκληση προς όλες τις τεκτονικές δυνάμεις του κόσμου.**** Ο τεκτονισμός υποκίνησε τον ζήλο των αμερικανικών οργανώσεων που είχαν καταφθάσει αποτελούμενες από διαπρεπείς τέκτονες αντιπροσώπους (Μοργκεντάου κ.λ.π.), τους δέχθηκε στις Στοές του επικαλούμενος τα τεκτονικά τους αισθήματα και με απ’ ευθείς συνεννοήσεις πέτυχε να συγκεντρώσει σημαντικά χρηματικά βοηθήματα για τους πρόσφυγες. Σήμερα (δηλαδή το 1930), στην Αθήνα και τον Πειραιά λειτουργούν, εξαρτώμενες από τη «Μεγ. Ανατολή της Ελλάδος», γύρω στις είκοσι  τεκτονικές στοές, πάνω από τριάντα δε στην επαρχία και κάποιες στο εξωτερικό (Κωνσταντινούπολη, Αίγυπτος, Κύπρος), μετέχουν δε σε αυτές και πολλοί πολιτικοί, στρατιωτικοί (στρατηγοί, ναύαρχοι, ανώτεροι και κατώτεροι αξιωματικοί) και ανώτεροι κληρικοί.*****  

 

Υποσημειώσεις

 


 

* Υπήρξε δε από τότε τέτοια εθνική δράση από τις δύο αυτές στοές που ανάγκασε τον τότε Άγγλο αρμοστή της Κέρκυρας Μαίτλαντ να διατάξει τον έπαρχο Ζακύνθου Ρώσση να συλλάβει αυτούς που συνωμοτούσαν κατά της ακεραιότητας της Τουρκίας και να κατασχέσει τα αρχεία των στοών. Όταν η αστυνομία πολιόρκησε τη στοά της Ζακύνθου, ο μεγάλος δάσκαλος Διονύσιος Ρώμας διεμήνυσε στον έπαρχο Ρώσση, που ήταν ένας απλός τέκτονας μαθητής τότε, ότι τον καθιστά υπεύθυνο απέναντι στην παγκόσμια αδελφότητα, ακόμα και αν ένας μόνο τεκτονικός φάκελος ερχόταν σε χέρια μη τεκτόνων. Ο Ρώσσης πτοήθηκε και διέταξε τη λύση της πολιορκίας. Με αυτόν τον τρόπο σώθηκαν τα έγγραφα, τα οποία θα πρόδιδαν την επανάσταση που προετοιμαζόταν.

** Ο Νικόλαος Υψηλάντης στα απομνημονεύματά του (σελ. 67-80) αφηγείται συγκινητικά επεισόδια για τον ξάδελφό του Κωνστ. Μάνο και τον Γ. Καντακουζηνό, οι οποίοι λόγω του πόθου τους να μυηθούν στους ανώτερους βαθμούς της Φιλικής Εταιρίας, ικέτευσαν να μυηθούν προηγουμένως στον τεκτονισμό. Ο Νικόλαος Υψηλάντης, αδελφός του Αλεξάνδρου, του Δημητρίου και του Γεωργίου, πολέμησε στο πλευρό του Αλεξάνδρου Κ. Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία ως αρχηγός του Ιερού Λόχου και φυλακίστηκε μαζί του στην Αυστρία, στο φρούριο Μούνκουτς.

***  Τεκτονική Στοά Ναυπλίου,  λειτούργησε κανονικά το 1826.

**** Όλοι οι τέκτονες στην Αθήνα και τον Πειραιά πραγματοποίησαν το πρωί της δεύτερης Κυριακής του Μαΐου 1923 επιβλητική τελετή στον Παρθενώνα και ενέκριναν το παρακάτω ψήφισμα: «Οι Έλληνες τέκτονες, οι οποίοι  συνήλθαμε στην Αθήνα, στον Παρθενώνα της Ακρόπολης, διαμαρτυρόμαστε κατά των Τούρκων, οι οποίοι εξακολουθούν να τυραννούν και να σφαγιάζουν αθώους στον Καύκασο, στον Πόντο, στη Μικρά Ασία και Συρία, με σκοπό την εξόντωση των μη τουρκικών πληθυσμών. Ως κοσμοπολίτες ανθρωπιστές, κάνουμε έκκληση στις τεκτονικές δυνάμεις της υδρογείου και τους πολιτισμένους λαούς, επικαλούμενοι τα ευγενικά τους αισθήματα για τη σωτηρία των στρατιωτικών αιχμαλώτων και πολιτικών ομήρων, Ελλήνων, Αρμενίων και άλλων δύστυχων, των οποίων ο αναμενόμενος θάνατος είναι βέβαιος. Ζητούμε τον φιλάνθρωπο οβολό τους για τη συντήρηση των προσφύγων, των οποίων τα απαραίτητα για επιβίωση είναι ανεπαρκή».

***** Ο τεκτονισμός, ο οποίος βρισκόταν σε διάσταση με τον Καθολικισμό για καθαρά ιστορικούς λόγους, έχει αντιθέτως άριστες σχέσεις με την Ορθόδοξη Εκκλησία και τον Προτεσταντισμό. Ο εθνομάρτυρας Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βασίλειος, ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος και πάρα πολλοί άλλοι ιεράρχες και ανώτεροι κληρικοί είναι τέκτονες.

 

Πηγή

 


  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 6ος, Αθήνα, 1930. 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »