Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Greek History’

Ολύμπιος, Κώστας του Νικολάου ( Ναύπλιο, 1872 – Άργος 25-12-1937)


 

Διδάκτορας της Νομικής και δικηγόρος, γιος υποθηκοφύλακα του Άργους, και αυτός επηρεασμένος από τον Βαρδουνιώτη, ασχολήθηκε από νωρίς με την δημοσιογραφία ( το 1901-1902 εξέδωσε και δική του εφημερίδα, το « Σθένος». Υπήρξε ανταποκριτής Αθηναϊκών εφημερίδων και αρθρογράφος σε τοπικές, από τα ιδρυτικά μέλη του «Δαναού» και συντάκτης ιστορικού δοκιμίου με τίτλο « Περί γυμναστικής και γυμναστηρίων περά τοις Αρχαίοις Έλλησι». Ιστοριόφιλος, ολιγογράφος, το 1930 συμβάλλει στη διάσωση ιδιωτικών αρχείων και δημοσιεύει στα χρόνια εκείνα σειρά άρθρων για τοπικά ιστορικά θέματα.

 

Ολύμπιος Κώστας

Δικηγόρος που, όμως, τελικά δεν άσκησε δικηγορία, δημοσιογράφος σε τοπικές εφημερίδες και ανταποκριτής αθηναϊκών εφημερίδων στο Άργος. Η οικογένεια του πατέρα του καταγόταν από τη Ραψάνη Μακεδονίας και εί­χε καταφύγει στο Ναύπλιο μετά την Επανάσταση του 1821. Η μητέρα του (γένος Σανοπούλου) ήταν από το Άργος. Το 1903 αποκτά πτυχίο Νομικής και εγκαθίσταται οριστικά στο Άργος. Συνεργάστηκε με διάφορες τοπικές εφημερί­δες, όπως τον Δαναό (του ομωνύμου συλλόγου), Μυκήναι, Τελέσιλλα από το 1928 και με το π. Τα Τυ­χερά (1924). Ανταποκρίσεις του έχουν εντοπιστεί στο αθηναϊκό Το Άστυ, όπου καλύπτει γενικότερου ενδιαφέροντος γεγονότα, όπως την 1η Πανελλήνια Γεωργοκτηνοτροφική Έκθεση στους «Στρατώνες Καποδίστρια» του Άργους αλλά και τοπικά θέματα με οξύ και κριτικό πνεύμα.

Ο αργείος λογοτέχνης Γιώργος Λογοθέτης τον χαρακτηρίζει ως «ορμητικό, αμείλικτο, σκληρό, αλλά πάντοτε τίμιο. Η ανάμιξίς του στα διάφορα ζητήματα της πόλεως έδινε ένα έντονο παλμό. Η συμβολή του και ως θέσις και ως άρνησις ήταν πολύτιμη. Αλλά η μεγαλύτερη υπηρεσία που προσέφερε ο Ολύμπιος στην πόλη του Άργους ήταν η παρουσία του, υπό την έννοιαν του αντιπάλου δέ­ους. Δεν ήταν εύκολο να τον αγνόηση κανείς». Και συνεχίζει τονίζοντας ότι αναμίχθηκε σε κάθε είδος του λόγου χωρίς σύστημα, τάξη, συγκέντρωση και γενικότερη κατεύθυνση, γι’ αυτό και το έργο του έμεινε με χαρακτήρα του πρόσκαιρου και στενού τοπικού ενδιαφέροντος, με σπατάλη κάθε πνευματικής ζωτικότητας, γι’ αυτό και με λίγες αξιώσεις μελλοντικής προσοχής. Παρ’ όλα αυτά, υποστηρίζει ο Λογοθέτης, αν το έργο του μπορούσε να συγκεντρωθεί θα τον κατέτασσε στους πνευματικούς ηγέτες του Άργους, «δίπλα στους Διοσκούρους, που μας έδωσε η ίδια γενεά, τον Βαρδουνιώτη και τον Κοφινιώτη».

Ο Ολύμπιος σε ένα άρθρο του στην εφ. Τελέ­σιλλα («Το γυμνάσιον», αρ. φ. 23, 27 Απρ. 1930) με το ψευδώνυμο «Όλυμπος», με το οποίο υπέγραφε τις ανταποκρίσεις του στο Άστυ, αυτοχαρακτηρίζε­ται ως «ανήκων εις τας τάξεις των φανατικών βασιλοφρόνων» χτυπώντας τη βενιζελική παράταξη ως «λυμεώνες του δημοσίου χρήματος», αλλά και χαρακτηρίζοντάς τους «ανήκοντας εις την ημετέραν παράταξιν» ως «ανεξαιρέτως αδέξιοι, μπουνταλάδες (που) έφαγαν το κουτόχορτο ατελώνιστο». Στη συνέχεια χαρακτηρίζει «κοιμισμένους» τους κατοίκους του Άργους και καταλήγει με το «ημείς οι γερμανόφιλοι». Πάθος, ανεξαρτησία γνώμης (παρά τη σαφή ένταξή του σε παράταξη), ελεύθερο φρόνημα και εξυγιαντική διάθεση χαρακτήριζαν τον Ολύμπιο σε κάθε στιγμή της δημοσιογραφικής δράσης του. Στις αρχές του 20ου αιώνα διακρίθηκε για τη θαρραλέα αντίθεσή του προς τον βουλευτή Πλατούτσα, μια χαρακτηριστική μορφή λαϊκιστή και φαυλοκράτη της εποχής εκείνης.

Τα πιο συγκροτημένα άρθρα του έχουν θέμα τον αθλητισμό και τη γυμναστική, προφανώς επηρεασμένα από το κλίμα των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896. Προς το τέλος της ζωής του δημοσίευσε δύο άλλες εξίσου σημαντικές σειρές άρθρων, στην εφ. Τελέσιλλα του 1930 και με την ευκαιρία της εκατο­νταετηρίδας από την ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους.

Στα άρθρα αυτά εμπεριέχονται σημαντικά ανέκδοτα στοιχεία για το Άργος του 19ου αιώνα. Τέλος, στην εφ. Αργειακά Νέα δημοσιεύεται το 1933 μια άλλη σειρά άρθρων του υπό τον τίτλο: «Αι εξοχαί του Άργους», όπου επίσης έχουν καταγραφεί πολύτιμες μαρτυρίες για την πόλη και για ιστορικά κτήριά της αλλά και οξύτατη κριτική για τα κακώς κείμενα σε αυτή. Έξι χρόνια πριν τον θάνατό του έχασε το φως του, απομονώθηκε και εγκαταλείφθηκε από παλαιούς φίλους και γνωστούς του, μια «μοίρα» που βίωσε και ο Δημήτριος Βαρδουνιώτης στο τέλος της ζωής του.

Βιβλιογραφία: Κ. Ολύμπιος. Περί γυμναστηρίων παρά τοις αρχαίοις ‘Ελλησι, σειρά άρθρων στην εφ. Δαναός στα φ. 16. 18, 19. 21. 22. 24. 25. 28, 29 και 30 (Απρ. – Ιουλ. 1896)· του ίδιου. Διαφορά μεταξύ γυμναστικής και αθλητισμού εν τη αρχαιότητι, εφ. Δαναός, αρ. φ. 51, 26 Ιαν.1897· Γ. Λογοθέ­της, Κώστας Ολύμπιος (νεκρολογία στο π. Τα Ηραία, τχ. 3 (Φεβρ.- Μαρτ. 1938).

 

Βασίλης Δωροβίνης

 

Πηγές


  • Βασίλης Κ. Δωροβίνης, «Ο Ιωάννης Κ. Κοφινιώτης και η Ιστορία του Άργους / Αργείοι λόγιοι και ιστορική μνήμη», Εκδόσεις Εκ προοιμίου, Άργος, 2009.
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, «Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου 1784-1974», τόμος Γ, Αθήνα, 2008.

 

Read Full Post »

Ιωάννης -Αλέξανδρος Mπυσόν (Buchon, Jean Alexandre,1791-1846)


 

Buchon, Jean Alexandre (;)

Το 1840-1841 είχε επισκεφθεί την Αργολίδα ο Γάλλος συγγραφέας και ιστορικός Ιωάννης – Αλέξανδρος Mπυσόν (J.-A. Buchon). Αποτέλεσμα του ταξιδιού του και των μελετών του στην Ελλάδα υπήρξε το βιβλίο του Ηπειρωτική Ελλάς και ο Mοριάς, που εκδόθηκε το 1843.

Πιο συγκεκριμένα, τον Ιούλιο του 1841 επισκέπτεται το Άργος, όπου βλέπει τις θέρμες και το αρχαίο θέατρο, αλλά ενδιαφέρεται κυρίως για το κάστρο. Τότε εργαζόταν για τη μεσαιωνική Ελλάδα, κατά κύριο λόγο αναζητούσε γραπτά τεκμήρια για την περίοδο της Φραγκοκρατίας και ιδίως για το Πριγκιπάτο του Μοριά. Αυτό όμως δεν τον εμποδίζει από το να διατυπώνει οξυδερκείς παρατηρήσεις για την αναζήτηση της νεοελληνικής ταυτότητας, λίγα μόλις χρόνια μετά την απελευθέρωση από τον τούρκικο ζυγό. Πρώτος ανακάλυψε, μετέφρασε και εξέδωσε την ελληνική παραλλαγή του Χρονικού του Μορέως κατά τον Παρισινό κώδικα, συνοδεία σημειώσεων και μέρους του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου. Πρόκειται για την πρώτη έκδοση του Χρονικού, «La Grèce continentale et la Morée».

Εκπονεί επίσης το παρακάτω σχέδιο, το οποίο δημοσιεύεται στο: «Atlas des Nouvelles recherches historiques sur la principauté française de Morée et ses hautes baronies. Fondées à la suite de la quatrième croisade. Formant la deuxième partie de cet ouvrage, et servant de complément aux Éclaircissements historiques généalogiques et numismatiques sur la principauté française de Morée, et au voyage dans la Morée, la Grèce continentale, les Cyclades et les Isles ioniennes», par J. A. Buchon, Paris, 1843.

 

Άργος – Κάστρο των Φράγκων βαρώνων του Άργους από τον οίκο των Enghien, 1843. Σχέδιο του Jean – Alexandre Buchon (1791-1846).

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Καζαντζάκης Νίκος ”Ταξιδεύοντας”, Άργος – Μυκήνες 


 

Στο βιβλίο του με τίτλο «Ταξιδεύοντας» είναι συγκεντρωμένα ταξιδιωτικά κείμενα του Νίκου Καζαντζάκη, που αναφέρονται στην Ιταλία, την Αίγυπτο, το Σινά, την Ιερουσαλήμ, την Κύπρο και το Μοριά. Τα κείμενα για το Μοριά είναι γραμμένα σε μορφή δημοσιογραφικών ανταποκρίσεων και χρονολογικά τοποθετούνται στη δεκαετία του 1930.

Το ταξίδι του Καζαντζάκη στο Μοριά κλείνει με την επίσκεψη του στο Άργος και στις Μυκήνες. Ο συγγραφέας επιστρέφει στο Σιδηροδρομικό Σταθμό του Άργους, όπου, περιμένοντας κάτω από τις λεύκες την άφιξη του τρένου για την Αθήνα, γράφει ένα από τα ωραιότερα κομμάτια του σχετικά με την ταυτότητα του Νέου Ελληνισμού. Προσπαθεί να τοποθετήσει το νεοέλληνα ανάμεσα σ’ Ανατολή και Δύση, να του δώσει ένα καθήκον. «Δεν μπορούμε», γράφει, «ν’ αρνηθούμε μήτε την Ανατολή μήτε τη Δύση… Είμαστε υποχρεωμένοι ή να φτάσουμε στο λαμπικάρισμα της Ανατολής σε Δύση, να πετύχουμε δηλαδή μια δυσκολότατη σύνθεση, ή να χαροπαλεύουμε δούλοι…»

 

Άργος


Ο Νίκος Καζαντζάκης στο Άργος, το 1927. Φωτογραφία «Επτά Ημέρες Καθημερινή», Κυριακή 2 Νοεμβρίου 1997. Αρχείο: Ελένη Καζαντζάκη.

 

Άργος. Η πολιτεία, η εκκλησία, οι καρέκλες, οι καφενέδες, τα ποτήρια τα νερά … Οι Νεοέλληνες. Σκυθρωπά μούτρα, βουλιαγμένα μάγουλα, μάτια γαρίδα. Σε κοιτάζουν σα να είσαι κριάρι και θέλουν να σε αγοράσουν. Σε ψάχνουν με το μάτι, ερευνούν τα παπούτσια σου, τα ρούχα, τα καπέλα. Ζυγιάζουν … Τους τρώει το σαράκι – ποιος είσαι; Τι καπνό φουμάρεις; Τι ήρθες στον τόπο τους, να πουλήσεις ή ν’ αγοράσεις … Γουρούνια κυκλοφορούν στους δρόμους, νεαροί επαρχιακοί νταήδες κάθουνται στα καφενεία, μα γυναίκα δεν υπάρχει.

Όλη η πλατεία γεμάτη μουστάκια. Πλήθος καλοαναθρεμμένοι παπάδες. Η εκκλησιά, τριγυρισμένη από καφενέδες, λάμπει γλυκά με το κίτρινό της χρώμα, με το λιγνό σβέλτο καμπαναριό της. Καταφεύγω στην άκρα της πλατείας, στο αρχαίο θέατρο. Ανεβαίνω τα σκαλοπάτια, η θάλασσα γυαλίζει μαυλίστρα, ο βράχος του Ναυπλίου σηκώνεται ψηλά, απειλητικά στον αέρα. Πιο πάνω από το αμφιθέατρο, το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, στη θέση όπου μια φορά ήταν ο ναός της Αφροδίτης. Πιο πέρα, το Κριτήριον, όπου ο Δαναός καταδίκασε τη θυγατέρα του Υπερμνήστρα, γιατί μόνη αυτή από τις πενήντα αδερφάδες αρνήθηκε να σκοτώσει τον άντρα της. Είχαν έρθει πρόσφυγες από τη χώρα του Νείλου, με τον πατέρα τους έμαθαν τους Αργείτες ν’ αρδεύουν τα χωράφια τους, έκαμαν τη χέρσα γης, περβόλι. Έγιναν νεράιδες, τις πήρε η ποίηση, μπήκαν στην αθανασία.

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης και ο εκδότης Κώστας Ελευθερουδάκης στο Άργος τον Ιούλιο του 1927.

 

Μαζί με το σούρουπο κατέβηκαν και τα ελληνικά παραμύθια και γέμισαν τα σκαλοπάτια του αμφιθεάτρου ίσκιους. Πήρε ξαφνικά ευγένεια το χώμα τούτο, κι οι νταήδες, οι παπάδες, οι μουστακαλήδες που κάθουνταν πέρα στην πλατεία έλαμψαν. Αγε δη, λέξωμεν επ’ Αργείοις ευχάς αγαθάς, αγαθών ποινάς … Κι έτσι συμφιλιωμένος πήρα το δρόμο της ζωντανής πολιτείας, κάθισα κι εγώ στο καφενείο, στον ίσκιο της Μητρόπολης, και διέταξα μαζί με τους Νεοέλληνες καφέ και δυο νερά και τέσσερις καρέκλες. Μα έκαιγαν τα χείλια μου οι στίχοι του Αισχύλου.

 

Μυκήνες


Μυκήνες – Η πύλη των Λεόντων (Αχρονολόγητη φωτογραφία).

 

Την άλλη μέρα, μεσημέρι, κινήσαμε για τη Μυκήνα. Είναι η πυρωμένη ώρα, η κάθετη, πού ταιριάζει για τούς φοβερούς τούτους βράχους και θρύλους. Το πρωινό φώς τούς δίνει μιαν αγνότητα πού δεν μπορούν να έχουν, το σούρουπο τούς δίνει μια ρομαντική μελαγχολία πού δεν καταδέχουνται να έχουν. Δε φωλιάζουν εδώ, στους ξακουστούς άνυδρους γκρεμούς, πρωινοί κορυδαλλοί μήτε βραδινά ερωτόπαθα νυχτοπούλια. Μα άγρια σαρκοβόρα όρνεα, αητοί και γεράκια, πού ζυγαριάζουνται μεσημέρι στην κορφή του αέρα και σημαδεύουν στον κάμπο τι να φάνε. Κάψα πνιχτική, το αίμα άναψε, το λαρύγγι στεγνώνει. Καλοί σωματικοί όροι για το προσκύνημα τούτο.

Ανεβαίνουμε από το Χαρβάτι τον ανηφορικό δρόμο: έχω στηλωμένα τα μάτια ανάμεσα στ’ άγριόθωρα βουνά της Ζάρας και του Προφήτη  Ηλία και προσπαθώ να ξεχωρίσω μέσα στο πυρακτωμένο φώς τη φωλιά των Ατρειδών. Είναι βράχος μέσα στους βράχους και δεν μπορείς να τη διακρίνεις. Μα από τα χτυπήματα της καρδίας νιώθεις πώς ολοένα ζυγώνεις. Στρίψαμε δεξιά, κι ορθώθηκε μπροστά μας ή φοβερή καστρόπορτα με τις δυό όρθιες λιόντισσες.

 – Εδώ είναι το χασάπικο ! είπε ό σοφέρ σταματώντας.

Χάρηκα πού ήταν μαζί μου το χοντροκομμένο χιούμορ του λαού, το έφταβόδινο σκουτάρι, πού δεν το διαπερνούν εύκολα ό ρομαντισμός κι ή ευαισθησία. Τα ζυγιάζει όλα με τη ζυγαριά του πρακτικού στέρεου νου, πού ξέρει, κι έχει πια δεχτεί σα νόμιμο, πώς ή ζωή είναι γεμάτη αίματα κι απιστίες, μα δεν πρέπει να πολυτρομάζουμε  όπως δεν τρομάζουμε όταν μας διηγούνται ένα παραμύθι γεμάτο δράκους. «Η ζωή είναι ισόβια», θα πεθάνουμε, και τότε θα δούμε πώς ὀλα ήταν αέρας” έτσι όλη ή ζωή δεν είναι κι αυτή παρά ένα παραμύθι. Κι ό Γιάννης ό σοφέρ ζούσε την προαιώνια τούτη λαϊκή κοσμοθεωρία και δεν ένιωσε καθόλου τα γόνατα του να λυγίζουν όταν δρασκελούσε το φοβερό κατώφλι των Ατρειδών.

Μόλις μπήκαμε, αριστερά από τη σκαλισμένη στον τοίχο κρύπτη, όπου κάθουνταν ο αρχαίος θυρωρός, πετάχτηκε ο μοντέρνος φύλακας. “Ένας καλόκαρδος γεροντάκος με το μπαστουνάκι του, με το τσιγαράκι του, με μια λάμψη στα μάτια πού φανέρωνε πώς ήξερε τί θησαυρούς από παραμύθια κι αίματα και κοτρόνια του είχαν εμπιστευτεί να φυλάει.

– Είναι μέσα ό κ. Αθανασόπουλος, τον ρωτά ο σοφέρ με σοβαρότητα.

– Ο κ. Αθανασόπουλος; έκαμε ό φύλακας γουρλώνοντας τα μάτια  δεν τον γνωρίζω.

– Ο Αγαμέμνονας, ντε ! εξήγησε ό σοφέρ σκώντας στα γέλια.

Τα μούτρα του φύλακα κατσούφιασαν δεν του άρεσε καθόλου να κοροϊδεύουν τ’ αφεντικό. Γιατί τότε πήγαινε κι αυτός χαμένος” όλο του το μεγαλείο να φυλάει τρομερά πράματα αφανίζεται.

– Να ξέρεις που μπαίνεις, είπε θυμωμένος, και να σέβεσαι!

– Τον κακομοίρη! στράφηκε ό σοφέρ και μου λέει, τον κακομοίρη, τον έχουν παλαβώσει οι αρχαιολόγοι!

Χιούμορ, κέφι, προπόσες χαρούμενες και θυέστεια δείπνα σαιξπήρειες ομάδες με τα κρανία των ανθρώπων. Κι έτσι πού προχωρούσα με το Γιάννη και κοίταζα την άγρια δρακοφωλιά, εγώ γεμάτος δέος, αυτός γεμάτος κέφι, φαντάστηκα έναν Αισχύλο μοντέρνο, πού παίρνει ακόμα πιο τραγικά τη ζωή και τούς θρύλους και γδύνει χωρίς μεγάλους μονολόγους, με ανήλεο χέρι, τούς παμπάλαιους μπαμπούλες. Βαρέθηκε ό σοφέρ ν’ ανεβεί στο παλάτι και χώθηκε σ’ έναν ίσκιο. “Έβγαλε τα τσιγάρα του, φίλεψε το γερο-φύλακα.

–   Έλα, είπε, μην τα παίρνεις προσωπικά…

Πήρα μόνος μου τον ανηφορικό βασιλικό δρόμο, πού τον είχε στρώσει η Κλυταιμήστρα με πολύτιμα κόκκινα χαλιά, για να πατήσει ό νεοφερμένος άντρας της. «Πάτα, πάτα» του μιλούσε μαυλιστικά, «μη φοβάσαι τούς θεούς ! Τοις  δ‘ όλβίοις γε και τό νικάσθαι πρέπει.»

Ανέβαινα μαζί με το μεγάλον ίσκιο, πάτησα τις στρουφιγμένες από την πυρκαγιά πλάκες του παλατιού, σβάρνισα με τη ματιά τα βουνά τρογύρα, τον κάμπο, ως πέρα την αργίτικη θάλασσα. Προσπαθούσα να δώ τι έβλεπε ο Αγαμέμνονας ανηφορίζοντας στο παλάτι του και τι η γυναίκα του, όταν αγνάντευε με δαγκαμένα χείλια τη θάλασσα πέρα, αν πρόβαλαν τα μισητά καράβια του γυρισμού. Τα ίδια τούτα βουνά θα κοίταζαν, τον ίδιο ηλιοφρυμένο κάμπο, το ίδιο κύμα. Μα σημασία έχει μονάχα το πώς τα έβλεπαν. Με ποιόν πρωτόγονο χοχλασμό.

 Είχε δίκιο ό Γερμανός ζωγράφος, ο Φράντς Μάρκ, όταν ζωγράφιζε ένα τοπίο πού το κοίταζε ένα θεριό, να προσπαθεί ν’ αποδώσει το τοπίο όπως θά τό έβλεπε το θεριό. Κι όχι όπως το έβλεπε το ανθρώπινο μάτι. Και το φαντάζουνταν ένα καταπληχτικό δράμα, πλημμυρισμένο χρώματα, πηχτό, αξεδιάλυτο, χωρίς σύνορα ανάμεσα θεριού και δάσους. Πρέπει ν’ ανεβείς εδώ απάνω στο παλάτι του Αγαμέμνονα κυριεμένος από άγριο πάθος — μίσος, έρωτα, πόλεμο, τρόμο— για να μπορέσεις κάπως να δεις τον αργίτικο κάμπο και τα βουνά και τη θάλασσα όπως τα έβλεπαν οι Ατρείδες. Έτσι πρέπει να δεις και να παραστήσεις και τις τραγωδίες του Αισχύλου. Με τέτοιο μάτι θεριού όλα τ’ άλλα, κλασικές ισορροπίες, ρυθμικοί χοροί, στυλιζαρισμένες από αρχαία αγγεία  χειρονομίες, είναι φιλολογία και μονολογίτικες θυσίες στην απούσαν Άφροδίτην.

– Είδες τί ληστές; μου είπε ό σοφέρ με θαυμασμό όταν κατέβηκα κάτω. Λεβεντιά! Είδες τί ληστές, Νταβέληδες! Σήμερα εμείς μπροστά τους είμαστε λωποδύτες.

 

Διαλογισμοί για την ταυτότητα του Νέου Ελληνισμού


 

Όταν πια τελείωνα το ταξίδι και περίμενα στο σταθμό του Άργους, κάτω από τις μεγάλες λεύκες, το τρένο, ένας νέος με τουριστική στολή απόθεσε το σακίδιό του στο παγκάκι όπου καθόμουν κι έπιασε κουβέντα. Έγραφε τραγούδια υπερρεαλιστικά, είχε γυρίσει την Ευρώπη, μα τώρα πιάστηκε στη φάκα και πήρε το σακίδιό του, το κοντό παντελονάκι του και το ραβδί του και περιεργάζεται την Ελλάδα. Υψηλή παραστρατημένη διάθεση, ευγένεια και ανικανότητα, αγνότητα ψυχική και νοητική διαφθορά. Από λόγο σε λόγο φτάσαμε στο μεγάλο πρόβλημα που αρχίζει και συνειδητά να μας απασχολεί και να μας τρώει: Πώς να δημιουργήσουμε κι εμείς, που να στηρίξουμε κι εμείς ένα δικό μας Νεοελληνικό πολιτισμό; Είχε διαβάσει το Δραγούμη και το Γιαννόπουλο, είχε μελετήσει το βαθύ βιβλίο του Δανιηλίδη, είχε συζητήσει με τους φίλους του, είχε σκεφτεί μόνος του: μα δε βρήκε γαλήνη ο νους του. Αρχαιολατρία, φραγκολατρία. Ανατολή – όλα τα ένιωθε μέσα του, μα δεν αρμονίζουνταν μεταξύ τους και δε δίναν καμιάν ενότητα στη ζωή του.

– Εσείς τι λέτε;

Συχνά έχω δεχτεί κατάστηθα το ερώτημα τούτο μα τόσο ορμητική, πολύπλοκη, ανυπόμονη τινάζουνταν η απάντηση, που παντούσα. Μα σήμερα το τρένο αργούσε να έρθει, ο ίσκιος κάτω από τις λεύκες ήταν χαϊδευτικός και πράος, και το ρώτημα του νέου τόσο αγνό και ανήσυχο, που για χατίρι του προσπάθησα να βάλω κάποια τάξη στην απάντηση και να διατυπώσω όσο μπορούσα πιο στεγνά τη σκέψη μου.

Πρώτα πρώτα, του αποκρίθηκα, πρέπει να πάρουμε σωστή κι αξιοπρεπή στάση απέναντι στους αρχαίους. Οι αρχαίοι δεν είναι πια δικοί μας μονάχα ¨πρόγονοι¨,  είναι όλης της άσπρης φυλής. Δεν πρέπει να γινόμαστε γελοίοι μπροστά τους σα να είμαστε ραγιάδες. Οι πρόγονοι ξέφυγαν πια από την κατοχή μιας ορισμένης γης και ράτσας, τώρα κι αιώνες πήδηξαν από την Ελλάδα στη Δύση, έσμιξαν με καινούριες ράτσες, δημιούργησαν νέο πολιτισμό, αγάπησαν κι αγαπούν όσους τους νιώθουν. Μονάχα γι’ αυτούς είναι βαθιά, πραγματικά πρόγονοι. Μπορούσα μάλιστα να υποστηρίξω και τούτο: Κανένας δεν εννοεί λιγότερο τους προγόνους από τους επίγονους. Μα αυτό θα μας πάει μακριά και δεν έχουμε καιρό.

Ο Δυτικός πολιτισμός πάλι είναι καταπληχτική κατάχτηση του νεότερου ανθρώπου. Είναι σύγχρονός μας, θέμε δε θέμε μας πήραν οι ρόδες του, ταυτίσαμε την τύχη μας με τη δική του. Τρώμε, ντυνόμαστε, κατοικούμε, ενεργούμε, στοχαζόμαστε κάτω από τη φοβερή του επίδραση. Δε γλιτώνουμε. Κανένα έθνος πια δε γλιτώνει. Κι όποιο αποπειραθεί να γλιτώσει, είναι χαμένο, θα το φαν όλα τ’ άλλα έθνη. Ζούμε το βιομηχανικό πολιτισμό της εποχής μας, που καμιά σχέση δεν έχει μήτε με την κλασική εποχή της ομορφιάς μήτε με την ανατολίτικη μεταφυσική επιδημία.

Για ένα Δυτικό έθνος το πρόβλημα του πολιτισμού δεν είναι τόσο δύσκολο και πολύπλοκο όσο για μας. Προσαρμοσμένοι φυσικά στον ντόπιο τους Δυτικό πολιτισμό, μάχουται μονάχα να τον προχωρήσουν και να του δώσουν, όσο μπορούν, δικές του εθνικές απόχρωσες. Μα εμείς βρισκόμαστε ανάμεσα Ανατολής και Δύσης. Προνομιούχα, λεν, είναι η θέση της Ελλάδας, και συνάμα επικίντυνο πολύ γεωγραφικό και ψυχικό σημείο του κόσμου. Μέσα μας υπάρχουν βαθιές δύναμες εχθρικές στο ρυθμό της Δύσης. Έχουμε, για να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε, να συμφιλιώσουμε μέσα μας τρομερούς δαιμόνους. Ποιο είναι λοιπόν το χρέος μας;

Εγώ έτσι μονάχα μπορώ χοντρικά να το διατυπώσω: Η Ανατολή με τις μεγάλες πολλές λαχτάρες της, με την άμεσή της επαφή με τη μυστηριώδη ουσία του κόσμου, θ’ αποτελεί πάντα για τον Έλληνα, το ζεστό, σκοτεινό, πλούσιο Υποσυνείδητο. Αποστολή του είναι πάντα ο ελληνικός νους να το φωτίσει, να το οργανώσει και να το κάμει συνειδητό. Όταν το κατόρθωσε, δημιούργησε αυτό που λέμε ελληνικό θάμα. Η Ανατολή είναι το άμορφο, ο ελληνικός νους ήταν πάντα η δύναμη που ένα αγαπούσε κι επιδίωκε απάνω απ’ όλα, τη μορφή. Να δώσουμε μορφή στον άμορφο, να κάνουμε λόγο την ανατολίτικη κραυγή, αυτό είναι το χρέος μας. Δεν μπορούμε ν’ αρνηθούμε μήτε την Ανατολή μήτε τη Δύση, είναι μέσα μας βαθιά κι οι δυο αντίδρομες δυνάμεις και δεν ξεκολνούν. Είμαστε υποχρεωμένοι ή να φτάσουμε στο λαμπικάρισμα της Ανατολής σε Δύση, να πετύχουμε δηλαδή μια δυσκολότατη σύνθεση, ή να χαροπαλεύουμε δούλοι.

– Δύσκολο έργο, είπε ο νέος.

– Έγινε κάποτε, αποκρίθηκα, και σηκωθήκαμε.

Το τρένο έφτανε, αποχαιρέτησα το νέο γελώντας.

– Νερό κι αλάτι όσα είπαμε, του κάνω. Ξεχάσετέ τα. Μην κατσουφιάζετε, μην πολυσκαλίζετε, αφήσετε τη θεωρία. Κιντινεύετε έτσι, να μελετάτε το πρόβλημα χωρίς να το ζείτε. Μην πάθετε ό,τι λεν για να κοροϊδέψουν τους φιλόμαθους, λεπτολόγους Γερμανούς: Αν δουν δυο πόρτες και στη μια είναι γραμμένο ¨Παράδεισος¨ και στην άλλη ¨Διάλεξη περί Παραδείσου¨, όλοι θα τρέξουν στη δεύτερη πόρτα.

«Ζείτε μέσα σας όλες τις δυνάμεις που σας έδωκε η Ελλάδα, δουλεύετε μέρα και νύχτα, κατορθώστε να κάμετε ένα στίχο γεμάτο ουσία και με τέλεια φόρμα. Έτσι μονάχα θα λύσετε, στην περιοχή σας, το πρόβλημα και θα δημιουργήσετε, στην περιοχή σας, νεοελληνικό πολιτισμό. Αγαπάτε κι εσείς, όπως κι εγώ, το Δραγούμη. Ας θυμηθούμε λοιπόν μια φράση του κι ας την πούμε τώρα που χωρίζουμε: «Μου αρέσει να νιώθω κι εγώ καμιά φορά πως είμαι ένας από τους πολλούς και περαστικούς άρχοντες του Ελληνισμού και πρέπει να περάσει κι από μένα ο Ελληνισμός για να προχωρήσει».

 

Νίκος Καζαντζάκης, «Ταξιδεύοντας», σελ. 319-329, έκτη έκδοση, Εκδόσεις Ελένης Καζαντζάκη, Αθήνα, 1969.

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης Ιωάννης ή Γενναίος (1805 -1868)

 

 

 

Kolokotronis Gennaios

Κολοκοτρώνης Ιωάννης ή Γενναίος, ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Δευτερότοκος γιος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, αγωνιστής και στρατηγός. Γεννήθηκε στη Στεμνίτσα και μεγάλωσε στη Ζάκυνθο, όπου είχε καταφύγει η οικογένειά του εξαιτίας των διωγμών που είχαν εξαπολυθεί το 1806 εναντίον της κλεφτουριάς. Εκεί έμαθε και λίγα γράμματα.

Όταν ξέσπασε η επανάσταση, έφυγε με τον αδερφό του Πάνο κρυφά από τη Ζάκυνθο και αποβιβάστηκαν στην Ηλεία (25 Μαρτίου). Δεν άργησαν τα δυο αδέλφια να πάρουν το βάπτισμα του πυρός, πολεμώντας στον Πύργο εναντίον των Λαλαίων Τούρκων. Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης δεν άργησε να δοξαστεί. Έλαβε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς πλάι στον πατέρα του. Ήταν θαρραλέος και ριψοκίνδυνος. Σε μια μικροσυμπλοκή έξω από τα τείχη της Τριπολιτσάς αιχμαλώτισε ένα γιγαντόσωμο αράπη, κοντός αυτός, με το σπαθί του και τον οδήγησε στο στρατόπεδο. Όλοι γέλασαν και θαύμασαν το νεαρό Γιάννη. «Είσαι γενναίος!» του είπε ο Κανέλλος Δεληγιάννης. Και του έμεινε· από τότε όλοι τον έκραζαν Γενναίο.

Ο Γενναίος δεν ησύχασε μέχρι το τέλος της επανάστασης. Έλαβε μέρος στην πολιορκία τ’ Αναπλιού, της Κορίνθου, της Πάτρας. Πέρασε απέναντι στη Δυτική Στερεά Ελλάδα, ήρθε πίσω στα Δερβενάκια (26 Ιουλίου) αλλά αργά το βράδυ, όταν η μάχη είχε σιγαλιάσει. Κυνήγησε όμως στην Κορινθία τα υπολείμματα του Δράμαλη. Άλλες λαμπρές στιγμές από τη δράση του είναι εκείνες εναντίον του Ιμπραήμ· μαζί με τον Κανέλλο Δεληγιάννη, τους Τριπολιτσιώτες και τους Γορτύνιους πολέμησε στη μάχη της Τραμπάλας με σπάνια καρτερικότητα και παλικαριά.

Τώρα πια έχει μεγαλώσει – είναι μόλις 21 χρονών –  και αρχίζουν να φαίνονται οι ηγετικές του ικανότητες. Έτρεξε και στην Αττική στο πλευρό του Καραϊσκάκη και πολέμησε εναντίον του Κιουταχή. Και ξαναγύρισε πάλι στο Μοριά εναντίον του Ιμπραήμ. Όπου τον καλούσε η φωνή της πατρίδας και του χρέους έτρεχε αδιάκοπα. Ο πατέρας του καμάρωνε για λογαριασμό του.

 

Ο Γενναίος ήταν πολύ τολμηρός. Όταν οι Υδραίοι είχανε φυλακίσει τον πατέρα του, σχεδίαζε να αιχμαλωτίσει το Γεώργιο Κουντουριώτη. Ήταν λίγο πριν δοθεί αμνηστεία στον Γέρο, αν και το σχέδιό του είχε προδοθεί. Ο Γενναίος ήτανε πάντα στο πλευρό του πατέρα του και αργότερα επίσης στο πλευρό του Καποδίστρια, τον οποίο λογάριαζε και υποστήριζε.

 

Επί Όθωνος χρημάτισε υπασπιστής του βασιλιά, γερουσιαστής και το 1862 πρωθυπουργός. Όταν ξεκίνησε η Ναυπλιακή Επανάσταση, έφτασε στους Μύλους Αργολίδας, με μικρή στρατιωτική δύναμη, βουλευτές, γερουσιαστές και ανθρώπους με πολιτικό κύρος, οι οποίοι εξαπολύθηκαν στις επαρχίες με σκοπό να ματαιώσουν νέες εξεγέρσεις.   

Τον Οκτώβριο του 1862, όταν  βρέθηκε ανάμεσα στον επαναστατημένο λαό και τον βασιλιά, δεν έστρεψε τα όπλα εναντίον του λαού, όπως τον συμβούλευαν κάποιοι.  «Ουδέποτε χάριν του πρωθυπουργικού χαρτοφυλακείου θα κηλιδώσω τας ολίγας υπηρεσίας εμού και της οικογενείας μου με αδελφικόν αίμα…», είπε. Εξάλλου από πιο πριν, βλέποντας τη δυσαρέσκεια του λαού και την προεπαναστατική κίνηση, είχε υποβάλει την παραίτησή του στον Όθωνα, αλλά δεν έγινε δεκτή. Εντούτοις αναγκάστηκε να φύγει στο εξωτερικό σαν «παλατιανός» πρωθυπουργός κι όταν ξαναγύρισε μέσα στην ίδια χρονιά (1862), η νέα κυβέρνηση τον ανάγκασε να ξαναφύγει. Αργότερα (1863) επιστρέφει οριστικά στην Αθήνα, όπου και πεθαίνει από ανίατη αρρώστια (1868).

Ο Γενναίος παντρεύτηκε το 1828 τη Φωτεινή,* την αδερφή του Κίτσου Τζαβέλα, και απέκτησε δυο γιους και πέντε θυγατέρες. Με τα λίγα γραμματάκια που ήξερε έγραψε απομνημονεύματα, που εκδόθηκαν όμως πολύ αργότερα (1955). Ο ίδιος δημοσίευσε πολύτιμα έγγραφα και επιστολές του Αγώνα (1856) με τον τίτλο «Ελληνικά υπομνήματα». Η εργασία αυτή σαν πρωτογενής ιστορική πηγή στάθηκε πολύτιμη για την ιστορική έρευνα.

 

 

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης  γράφει:

 

 
Γύρω στα μέσα Ιουνίου ήρθαν στα Τρίκορφα και οι γιοί του Θόδωρου Κολοκοτρώνη, ο μεν Πάνος εικοσαετής σχεδόν, ντυμένος και οπλισμένος καλά, ο δε Γιάννης, που ονομάστηκε από εμένα Γενναίος, δεκαεξαετής σχεδόν και αυτός, αλλά επειδή ως εκείνη την εποχή ήταν μούτζιος στο καράβι του Σπετσιώτη Μπόταση ήταν ντυμένος με ναυτικό παντελόνι και Ζακυνθινή ναυτική ζακέτα, γεμάτα με κατράμι, ρούχα βρώμικα και άθλια και ήταν άοπλος.
Έγραψα αμέσως στον γαμπρό μου Αντωνόπουλο στην Δημητσάνα και του έκαναν αμέσως φουστανέλες και τα υπόλοιπα ελληνικά ρούχα. Εκείνες τις μέρες είχαν φονευτεί μερικοί Τούρκοι και πήραμε κάποια όπλα, από τα οποία πήρα ένα ζευγάρι αργυρές πιστόλες, χρυσωμένες παλάσκες, ένα τουφέκι, ένα σπαθί και μ’ αυτά έντυσα και όπλισα τον Γιάννη Κολοκοτρώνη.
Και έπειτα από λίγες μέρες διόρισα τον μεν Πάνο, έπειτα από επίμονη απαίτηση του πατέρα του, να πάει στις κωμοπόλεις της επαρχίας μου με διαταγή μου, του έδωσα και είκοσι στρατιώτες για να επιτηρεί δήθεν τους φούρνους για να βγάζουν καλό ψωμί για τα στρατόπεδα των Τρικόρφων… Αυτός δεν είχε κλίση στα στρατιωτικά, ούτε ο πατέρας του ήθελε να βρίσκεται μέσα στους κινδύνους, αλλά να είναι μακριά από το κακό.
Ο δε Γενναίος, που ήταν αδύνατης κατασκευής ως νεαρός, έμενε με τον πατέρα του στο στρατόπεδο, ώστε μια μέρα γύρω στα τέλη Ιουνίου, που έγινε μια αψιμαχία κοντά στον Άγιο Βλάσιο ανάμεσα σε μας και τους Τούρκους, έτρεξε και αυτός και βρέθηκε σε εκείνη την αψιμαχία. Όταν αυτή τελείωσε τον είδα και ρώτησα τους στρατιώτες πότε πήγε εκεί και μου είπαν ότι τους ακολούθησε όταν αυτή άρχισε. Τότε τους είπα ότι ο Γιάννης είναι γενναίος. Εύγε του. Και αυτό σαρκαστικά κατά την συνήθεια.

Έτσι οι στρατιώτες αστειευόμενοι και ονομάζοντας αυτόν σαρκαστικά «Γενναίο», του έμεινε αυτό το επίθετο και ήδη ονομάζεται Γενναίος Κολοκοτρώνης και κατέχει τις υψηλότερες θέσεις της βασιλείας και του κράτους, δηλαδή στρατηγός, υπασπιστής, γερουσιαστής, αυλάρχης, ανώτερος ταξιάρχης, φέροντας στο στήθος τα παράσημα όλων των αυτοκρατόρων και βασιλέων, πολυκτήμων με εθνικά κτήματα και με τριπλές και τετραπλές λαμπρές οικίες, που ποτέ η γενιά του και οι πρόγονοί του δεν απέκτησαν, ούτε μια ασήμαντη καλύβα, και εμείς είμαστε άστεγοι, πένητες και ακτήμονες, περιφρονημένοι και παραγκωνισμένοι.

 

 Κανέλλος Δεληγιάννης – Απομνημονεύματα

 

 

Στον Φωτάκο διαβάζουμε:

 

 

Οὗτος ἐπανελθὼν ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον εἰς τὴν Πελοπόννησον μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Πάνου κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1821 ἐβγῆκεν κατὰ πρῶτον εἰς τὸν Πύργον τῆς Ἠλείας. Ἦτο δὲ νέος πολὺ, ὄχι μεγαλείτερος  τῶν 17 ἐτῶν. Ἔτυχε τότε νὰ γίνεται πόλεμος μὲ τοὺς Λαλαίους Τούρκους πρὸς τοὺς κατοίκους τοῦ Πύργου, ἀρχηγοῦντος τοῦ Χαραλάμπους Βιλαέτου, καὶ ὁ Γενναῖος ἔλαβε μέρος εἰς τὸν πόλεμον αὐτόν, καὶ ἐπολέμησεν ὡσὰν παιδὶ ὅπου ἦτον. Ἐκεῖθεν ἀνεχώρησε καὶ μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Πάνου ἀνέβη εἰς τὸ Βαλτέτσι, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν πολιορκίαν τῆς Τριπολιτσᾶς. Κατ᾿ ἀρχὰς ἐπήγαινε πότε εἰς τὸ Χρυσοβίτσι καὶ τὴν Πιάναν, καὶ πότε παρηκολούθει τὸν ἐξάδελφόν του Νικήταν Σταματελόπουλον, καὶ ὅπου ἀλλοῦ ἤθελεν ἐπήγαινεν. Ἦτον ἀκούραστος, καὶ ἔτρεχεν ἐπάνω κάτω, ἐσυντρόφευεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὸ μολύβι ἀπὸ τὸ Ἄργος, καὶ ἀναλόγως τῆς ἡλικίας του ἔδειχνε ζῆλον καὶ προθυμίαν μεγάλην. Ἀνακατεύετο δὲ καὶ εἰς τοὺς ἀκροβολισμοὺς τοὺς γενομένους κατὰ τὴν πολιορκίαν τῆς Τριπολιτσᾶς. Μετὰ δὲ ταῦτα ὑπῆγεν εἰς τὸν Κορινθιακὸν κόλπον μετὰ τοῦ πρίγκηπος Ὑψηλάντου…

 

  

 

Υποσημείωση

 

* Η Φωτεινή Τζαβέλα – Κολοκοτρώνη ήταν πρώτη κυρία της χώρας. Γεννήθηκε στο Σούλι και ήταν κόρη του Φώτου Τζαβέλα. Το 1828 παντρεύτηκε τον Ιωάννη Κολοκοτρώνη, γιο του Θεόδωρου. Ύστερα απο πρόσκληση του Όθωνα έγινε κυρία επι των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας, θέση στην οποία παρέμεινε για αρκετό καιρό φορώντας πάντα την παραδοσιακή σουλιώτικη φορεσιά. Το 1862, έτος που ανέλαβε την πρωθυπουργία ο άντρας της, έγινε η πρώτη κυρία της χώρας.

Μαζί με τον Ιωάννη Κολοκοτρώνη απέκτησε δύο γιούς, τον Θεόδωρο, γνωστό και ως Φαλέζ, και τον Κωνσταντίνο καθώς και πέντε κόρες, την Γεωργίτσα Πετιμεζά, την Αικατερίνη Ροδίου, την Ελένη Ζώτου, την Ζωΐτσα Μανώτου και την Ευφροσύνη που έμεινε ανύπαντρη.

 

Πηγές

 

  • Δεληγιάννη Κανέλλου, «Απομνημονεύματα», εκδόσεις, Πελεκάνος, Αθήνα 2005.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.

 

Διαβάστε επίσης:

Read Full Post »

Εθνοσυνέλευση Α’ (1821)

 

 

Οι εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης άρχισαν στο Άργος στο ναό του Αϊ – Γιάννη το Δεκέμβριο 1821 και συνεχίστηκαν στην Πιάδα (Νέα Επίδαυρο). [ Ο ναός του Αϊ – Γιάννη κτίστηκε μετά το 1822 και περατώθηκε το 1829. Ο προηγούμενος ναός ήταν ημιυπόγειος και ο εισερχόμενος κατέβαινε 6-7 σκαλιά. Τους έκτιζαν έτσι, για να μην μπαίνουν έφιπποι οι Τούρκοι και τους βεβηλώνουν. Σ’ εκείνο τον παλιό ναό έγινε η δοξολογία και ορκίστηκαν οι πληρεξούσιοι της Α΄ εθνοσυνέλευσης το Δεκέμβριο 1821].

 

Με την έναρξη της Επανάστασης εμφανίστηκε η ανάγκη πολιτικής οργάνωσης. Οι επαναστατημένοι Έλληνες για το συντονισμό του αγώνα χρειάζονταν κάποιο «σύστημα». Η πρώτη αξιόλογη οργανωτική προσπάθεια έγινε στη μονή Καλτεζών έξω από την Τρίπολη, όπου συστάθηκε η Πελοποννησιακή Γερουσία στις 26 Μαΐου 1821. Στις εργασίες είχαν λάβει μέρος τριάντα περίπου πρόκριτοι και αρχιερείς για την ανάδειξη της Γερουσίας, η οποία θα συντόνιζε τον αγώνα στον Μοριά μέχρι την άλωση της Τριπολιτσάς. Παράλληλα, τους ενδιέφερε προσωπικά να είναι οργανωμένοι, για να μην κινδυνεύει η εξουσία τους από το Δημήτριο Υψηλάντη, η άφιξη του οποίου αναμενόταν.

 

  

Ludwig Michael von Schwanthaler. Η Εθνική Συνέλευση στην Επίδαυρο. Απεικονίζεται η στιγμή της ορκωμοσίας των πληρεξουσίων μπροστά στο «Προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος» (1η Ιανουαρίου 1822). Τοιχογραφίες του Μεγάρου της Βουλής, αίθουσα των Τροπαίων, ανατολικός τοίχος.

 

  

Μετά την άλωση της Τρίπολης, που έγινε στις 23 Σεπτεμβρίου, ο Δημήτριος Υψηλάντης προσπάθησε να συγκαλέσει εθνική συνέλευση με αντιπροσώπους από όλα τα μέρη της επαναστατημένης Ελλάδας για τη σύσταση πολιτικού συστήματος. Οι δυσκολίες παρουσιάστηκαν από την αρχή, γιατί η Πελοποννησιακή Γερουσία δεν εννοούσε να διαλυθεί, σύμφωνα με την προκήρυξή της.

 

Οι άρχοντες ήθελαν να κερδίσουν επίσης χρόνο, για να φτάσουν από τη Στερεά Ελλάδα ο Αλέξ. Μαυροκορδάτος και ο Θ. Νέγρης, που ήταν πολιτικά αντίθετοι του Υψηλάντη. Εξάλλου, η δόξα των στρατιωτικών από την άλωση της Τριπολιτσάς ήταν μεγάλη και έλπιζαν ότι με τον καιρό θα μειωνόταν η πρώτη συγκλονιστική εντύπωση από το γεγονός αυτό. Με την επιμονή του Υψηλάντη και των στρατιωτικών άρχισαν να καταφθάνουν οι αντιπρόσωποι των επαρχιών στο Άργος περί τα τέλη Νοεμβρίου. Οι αντιπρόσωποι αυτοί δεν εκλέχτηκαν με κανονικές εκλογές από το λαό, ο οποίος ήταν αγράμματος και δεν ήξερε από πολιτική. Ήταν οι γνωστοί πρόκριτοι και αρχιερείς και ορισμένοι άνθρωποι των γραμμάτων, που νοιάζονταν για τα αξιώματα και την εξουσία.

 

Οι εργασίες άρχισαν την 1η Δεκεμβρίου 1821, αλλά ξεκίνησαν άσχημα. ο Υψηλάντης με την υποστήριξη μόνο των στρατιωτικών δεν μπόρεσε να διατηρήσει το χαρακτήρα της Εθνικής Συνέλευσης, την οποία κατόρθωσε ο Μαυροκορδάτος να μετατρέψει σε «Πελοποννησιακή». Με την αλλαγή αυτή περιορίζονταν οι στόχοι της και οι αρμοδιότητες των οργάνων που θα εκλέγονταν. Ουσιαστικά, ταυτιζόταν με την Πελοποννησιακή Γερουσία. Ο Υψηλάντης, επειδή ήθελε να διατηρηθεί το ήπιο κλίμα και να μην οξυνθούν τα πράγματα, υποχώρησε και δέχτηκε το αξίωμα του Προέδρου της «Πελοποννησιακής Γερουσίας», ένα αξίωμα χωρίς αντίκρισμα, αφού οι υπόλοιποι θα είχαν την πλειοψηφία και δε θα μπορούσε να επιβληθεί. Η «Πελοποννησιακή Συνέλευση» ψήφισε διακήρυξη, η οποία περιείχε αντιφάσεις και ανακρίβειες, που προκαλούν κατάπληξη, με σκοπό «να λησμονηθεί η συμβολή της οικογένειας Υψηλάντη στον Αγώνα, να λησμονηθεί η Φιλική Εταιρεία, να αποδοθεί η επανάσταση του ελλαδικού χώρου όχι στην ενιαία απόφαση του Έθνους για εξέγερση εναντίον της τουρκικής κυριαρχίας, αλλά σε ειδικά γεγονότα, και να δικαιολογηθεί η αναρχία και αταξία που επικρατούσε από τις πολεμικές περιπέτειες, ενώ ήταν σε όλους γνωστό ότι αυτή ήταν αποτέλεσμα της διαμάχης Υψηλάντη και προκρίτων,που είχαν προκαλέσει οι τελευταίοι».

( Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 18, σσ. 198-199).

              

Επίσης, η συνέλευση του Άργους ψήφισε τον «Οργανισμό προσωρινής διοικήσεως», ένα είδος συντάγματος, που ρύθμιζε διάφορα θέματα πολιτικά και στρατιωτικά. Με τον Οργανισμό η επιβολή των προκρίτων ήταν απόλυτη, αφού οι στρατιωτικοί θα υποτάσσονταν στη Γερουσία. Είναι χαρακτηριστικό ότι έφερε έντονη τη σφραγίδα του Μαυροκορδάτου και του Νέγρη, οι οποίοι είχαν αναλάβει τη σύνταξή του, αν και δε συμμετείχαν στις εργασίες, γιατί δεν ήταν Πελοποννήσιοι. Με βεβαιότητα μπορούμε να πούμε ότι τα αποτελέσματα της συνέλευσης ήταν επίτευγμα της πολιτικής του Μαυροκορδάτου.

 

Ο Υψηλάντης, βλέποντας τις έριδες και τις ραδιουργίες για την εξασφάλιση της εξουσίας, αποφάσισε να εγκαταλείψει το Άργος, πριν τελειώσουν οι εργασίες, και πήγε στην Κόρινθο με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και άλλους οπλαρχηγούς για την πολιορκία και άλωση της πόλης.

 

Εν τω μεταξύ και πριν φύγουν οι στρατιωτικοί, συνέβη ένα πολύ δυσάρεστο περιστατικό· δολοφονήθηκε στον Ξεριά, έξω από το Άργος, ο Αντώνης Οικονόμου και το Άργος έγινε ανάστατο. Οι πολιτικοί ανησυχούσαν και δεν αισθάνονταν ασφαλείς, επειδή ο στρατός αγρίεψε και απειλούσε. Υπήρχε πολύς στρατός τότε στο Άργος και στο Ναύπλιο, επειδή το δεύτερο εξακολουθούσε να πολιορκείται από τους Έλληνες.

 

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες αποφάσισαν να μεταβούν στη Νέα Επίδαυρο και εκεί «να πουν τα ψέματά τους», όπως έγραψε ο Θ. Κολοκοτρώνης στ’ απομνημονεύματά του. Πρόκειται για την Α΄ εθνοσυνέλευση της Επανάστασης, η οποία άρχισε τις εργασίες της στις 20 Δεκεμβρίου 1821 και τις τελείωσε στις 16 Ιανουαρίου 1822.

 

Μνημειώδης έμεινε η γνωστή διακήρυξη της ανεξαρτησίας (1-1-1822), με την οποία «το Ελληνικόν Έθνος εκήρυξεν ενώπιον Θεού και ανθρώπων την πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν». Επίσης, ψηφίστηκε το πρώτο Σύνταγμα της πατρίδας μας, το «προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος», που περιλάμβανε 110 άρθρα. Συμμετείχαν 59 αντιπρόσωποι. Ο Υψηλάντης και ο Κολοκοτρώνης δεν ήταν παρόντες, αλλά κατέλαβαν την Κόρινθο στις 14 Ιανουαρίου, δηλαδή πριν ακόμα τελειώσουν οι εργασίες της Εθνοσυνέλευσης.

Τελικά, η συνέλευση του Άργους, όπως ξεκίνησε την 1η Δεκ. 1821 και όπως διαμορφώθηκε στη συνέχεια, δεν ήταν εθνοσυνέλευση, αφού ο Αλ. Μαυροκορδάτος και οι άλλοι τη μετέτρεψαν σε πελοποννησιακή. Όμως, ήταν ο πρόδρομος της Πιάδας· και το Άργος άνοιξε το δρόμο προς τη Νέα Επίδαυρο.

 

Η διακήρυξη της Ά Εθνοσυνέλευσης 

 

Απόγονοι του σοφού και φιλανθρώπου Έθνους των Eλλήνων, σύγχρονοι των νυν πεφωτισμένων και ευνομουμένων λαών της Eυρώπης και θεαταί των καλών, τα οποία ούτοι υπό την αδιάρρηκτον των νόμων αιγίδα απολαμβάνουσιν, ήτο αδύνατον πλέον να υποφέρωμεν μέχρις αναλγησίας και ευηθείας την σκληράν του Oθωμανικού Kράτους μάστιγα, ήτις ήδη τέσσαρας περιπου αιώνας επάταξε τας κεφαλάς ημών και αντί του λόγου την θέλησιν ως νόμον γνωρίσουσα, διώκει και διέταττε τα πάντα δεσποτικώς και αυτογνωμόνως. Mετά μακράν δουλείαν ηναγκάσθημεν τέλος πάντων να λάβωμεν τα όπλα εις χείρας και να εκδικήσωμεν εαυτούς και την πατρίδα ημών από μίαν τοιαύτην φρικτήν και ως προς την αρχήν αυτής άδικον τυραννίαν, ήτις ουδεμίαν άλλην είχεν ομοίαν, ή καν δυναμένην οπωσούν μετ’ αυτής να παραβληθή δυναστείαν.

O κατά των Tούρκων πόλεμος ημών, μακράν του να στηρίζεται εις αρχάς τινάς δημαγωγικάς και στασιώδεις ή ιδιωφελείς μέρους τινός του σύμπαντος Eλληνικού Έθνους σκοπούς, είναι πόλεμος εθνικός, πόλεμος ιερός, πόλεμος του οποίου η μόνη αιτία είναι η ανάκτησις των δικαίων της προσωπικής ημών ελευθερίας, της ιδιοκτησίας και της τιμής, τα οποία ενώ την σήμερον όλοι οι ευνομούμενοι και γειτονικοί λαοί της Eυρώπης τα χαίρουσιν, από ημάς μόνον η σκληρά και απαραδειγμάτιστος των Oθωμανών τυραννία επροσπάθησεν με βίαν να αφαιρέσει και εντός του στήθους ημών να τα πνίξη. Eίχομεν ημείς τάχα ολιγώτερον παρά τα λοιπά έθνη λόγον δια να στερώμεθα εκείνων των δικαίων, ή είμεθα φύσεως κατωτέρας και αχρειεστέρας και να νομιζώμεθα ανάξιοι αυτών, και καταδικασμένοι εις αιώνιον δουλείαν, να έρπωμεν ως κτήνη και αυτόματα εις την άλογον θέλησιν ενός απηνούς τυράννου, όστις ληστρικώς και άνευ τινός συνθήκης ήλθεν μακρόθεν να μας καθυποτάξει; Δίκαια, τα οποία η φύσις ενέσπειρε βαθέως εις την καρδίαν των ανθρώπων και τα οποία οι νόμοι, σύμφωνοι με την φύσιν, καθιέρωσαν, όχι τριών ή τεσσάρων, αλλά και χιλίων και μυρίων αιώνων τυραννία δεν δύναται να εξαλείψη. Kαι αν η βία ή η ισχύς προς τον καιρόν τα καταπλακώση, ταύτα πάλιν, απαλαίωτα και ανεξάλειπτα καθ’ εαυτά, η ισχύς ημπορεί ν’ αποκαταστήση και αναδείξη οία και πρότερον και απ’ αιώνων ήσαν, δίκαια τέλος πάντων τα οποία δεν επαύσαμεν με τα όπλα να υπερασπιζώμεθα εντός της Eλλάδος, όπως οι καιροί και αι περιστάσεις επέτρεπον.

Aπό τοιαύτας αρχάς των φυσικών δικαίων ορμώμενοι, και θέλοντες να εξομοιωθώμεν με τους λοιπούς συναδέλφους μας, Eυρωπαίους Xριστιανούς, εκινήσαμεν τον πόλεμον κατά των Tούρκων, μάλλον δε τους κατά μέρος πολέμους ενώσαντες, ομοθυμαδόν εκστρατεύσαμεν, αποφασίσαντες ή να επιτύχωμεν τον σκοπόν μας και να διοικηθώμεν με νόμους δικαίους, ή να χαθώμεν εξ ολοκλήρου, κρίνοντες ανάξιον να ζώμεν πλέον ημείς οι απόγονοι του περικλεούς εκείνου Έθνους των Eλλήνων υπό δουλείαν τοιαύτην, ιδία μάλλον των αλόγων ζώων, παρά των λογικών όντων. […]

Tαύτα διακυρύττει η Eθνική Συνέλευσις προς το Πανελλήνιον, εν και μόνον προσεπιφέρουσα, ότι αυτής μεν επεραιώθη το έργον και διαλύεται σήμερον. ΄Eργον δε του Eλληνικού λαού και χρέος είναι να φανή ευπειθής και υπήκοος εις τους Nόμους και τους εκτελεστάς Yπουργούς των Nόμων. Έλληνες, είπατε προ ολίγου ότι δεν θέλετε δουλείαν και ο τύραννος χάνεται καθημέραν από το μέσον σας. Αλλά μόνη η μεταξύ σας ομόνοια και ακριβής υποταγή εις την Διοίκησιν ημπορεί να στερεώση την ανεξαρτησίαν σας. Eίθε ο κραταίος του Yψίστου βραχίων ν’ ανυψώσει και αρχομένους και άρχοντας, την Eλλάδα ολόκληρον, προς την πάρεδρον αυτού σοφίαν, ώστε ν’ αναγνωρίσωσι τα αληθή των αμοιβαία συμφέροντα. Kαι οι μεν δια της προνοίας, οι δε λαοί δια της ευπειθείας, να στερεώσωσι της κοινής ημών Πατρίδος την πολύευκτον ευτυχίαν. Eίθε, είθε.

Eν Eπιδαύρω την 15ην Iανουαρίου. A’ της Ανεξαρτησίας. 1822″.

 

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Δ. Κόκκινου, «Η ελληνική επανάστασις», τ. Β’, Αθήνα, Mέλισσα, 1974.

 

Read Full Post »

Έκρηξη της Επανάστασης του 1821 στο Άργος


 

Ο Ελληνισμός παρέμεινε υπό την τουρκική δουλεία τετρακόσια χρόνια, κατά τα οποία οι Έλληνες υπέστησαν πολλά δεινοπαθήματα και νόμιζε κανείς ότι η Ελλάδα έσβησε για πάντα. Οι ενέργειες όμως της Φιλικής Εταιρείας, το Κίνημα του Υψηλάντη και τα άλλα επαναστατικά κινήματα προπαρασκεύασαν την μεγάλη Επανάσταση του 1821. Η Φιλική Εταιρεία, ιδρυθείσα το 1814, προόδευσε πολύ περισσότερο στην Πελοπόννησο όπου δεν πίεζε η σιδηρά χείρα του δεσποτισμού.

Στις  αρχές του 1820 συνήλθαν στην Τρίπολη πολλοί πρόκριτοι της Πελοποννήσου μυημένοι στα μυστικά της Εταιρείας για κοινές υποθέσεις. Επίτροπος της αρχής ή γενικός Έφορος διορίσθηκε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, πρίγκιπας, στρατηγός και υπασπιστής του αυτοκράτορα, ο οποίος είχε και την γενική αρχηγία της Εταιρείας. Τον Νοέμβριο του 1820 εστάλη στην Πελοπόννησο ο Χουρσίτ – Πασάς για να εκτιμήσει την πολιτική κατάσταση του τόπου αλλά αυτός δεν έδωσε μεγάλη προσοχή. Μετά από λίγο του ανατέθηκε η αρχιστρατηγία της εκστρατείας κατά του Αλή και εστάλη στην Πελοπόννησο ο Κισσέ Μεχμέτ – Πασάς, ο οποίος συνακολούθησε τον Χουρσίτ.

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Το Άργος επαναστάτησε μεταξύ των πρώτων πόλεων της Ελ­λάδας. Στο Άργος η επανάσταση ήταν δυσχερής, γιατί το Άργος εί­ναι πεδινό και τα πλησίον φρούρια του Ναυπλίου κατείχαν οι Τούρκοι. Οι προεστοί όμως του Άργους προέτρεπαν τον λαό σε επανάσταση.

Όταν το απόγευμα της 23ης Μαρτίου 1821, ημέρα Τετάρτη, έπεσε τυχαία στην επάνω αγορά του Άργους (επί της σημε­ρινής οδού Κορίνθου) μια πιστολιά από κάποιον Τούρκο, Χάϊντα ήταν το όνομά του, λέγεται ότι ήταν μεθυσμένος, οι Τούρκοι που βρίσκονταν στο Άργος, κυριεύτηκαν από πανικό και την επόμενη, 24ην Μαρτίου, μετέφεραν τις οικογένειες τους στο Ναύπλιο. Αυτοί  δε διημέρευσαν ένοπλοι στο Άργος και διανυκτέρευσαν στο Ναύπλιο. Για την ασφάλειά τους οι ευρισκόμενοι στο Άργος Τούρκοι αφού αντελήφθησαν ότι οι Αργείοι πρόκειται να επαναστατήσουν, προέβησαν εις το εξής σχέδιο: Ήλθαν στο Άργος από το Ναύπλιο, την 27ην Μαρτίου, 150 ιππείς ένοπλοι Τούρκοι και αφού άνοιξαν δύο μα­γαζιά Αργείων και τα λεηλάτησαν, είπαν να μεταφέρουν οι πρό­κριτοι Αργείοι τις οικογένειες τους στο Ναύπλιο. Οι πρόκριτοι ευχαρίστως δέχτηκαν να πράξουν τούτο την επόμενη ημέρα. Την νύκτα όμως, μετέφεραν τις οικογένειες τους στα γύρω χωριά και μοίρασαν όπλα σε όλη την επαρχία.

Σταματέλος Αντωνόπουλος με τη χαρακτηριστική ενδυμασία των προυχόντων. Φοράει τζουμπέ και στο κεφάλι σφαιροειδές κάλυμμα.

Το πρωί της 2ας Απριλίου 1821, μετέβη σώμα Αργείων ένοπλων με αρχηγό τον Σταματέλο Αντωνόπουλο και κατέλαβε το χωριό Δαλαμανάρα. Όταν  έφτασαν από το Ναύπλιο οι Τούρκοι είδαν εστραμμένα προς αυτούς τα τουφέ­κια και τους είπαν: «Πίσω αγάδες, Χριστιανοί και Τούρκοι δεν συζούν πλέον». Οι Τούρκοι αναγκάσθηκαν να γυρίσουν πίσω στο Ναύπλιο. Επανήλθαν τότε και οι Αργείοι πρόκριτοι στην πόλη και ύψωσαν λευκή σημαία επανάστασης.

Κατά το τέλος Μαρτίου 1821 ο Δημητσανίτης Νικ. Σπηλιωτόπουλος ήρθε στο Άργος, όπου μαζί με τον Παπαφλέσσα και τους προκρίτους συγκρότησαν επαναστατική τοπική διοίκηση με το όνομα Καγκελαρία και άρχισαν την πολιορκία του Ναυπλίου. Τό­σο ενθουσιώδης ήταν ο Νικ. Σπηλιωτόπουλος, ώστε κάθε ημέρα γύμναζε τους Αργείους  στα όπλα, χωρίς να διαθέτει καμιά γνώση τακτικής, όπως γράφει ο ιστορικός Σπηλιάδης.

Στο αρχείο του στρατηγού της Επανάστασης του 1821 Δημ. Τσώκρη βρέθηκε, σημείωμα το οποίο έχει ακριβώς ως εξής:

 

«Κατά το έτος 1821 Μαρτίου 23 ημέραν Τετράδη ώραν 3 μ.μ. έρριψεν ο Χάϊντας (ούτος ήτο Τούρκος) μίαν πιστόλαν εις την αγοράν και αμέσως εσκόρπισαν οι άνθρωποι. Έπειτα εβγήκαν έξω οι Οθωμανοί και τους εγύρισαν οπίσω λέγοντάς τους ότι δεν είναι τίποτε. Εις τας 24 του ιδίου άρχισαν οι Οθωμανοί να μεταφέρουν τα πράγματά των και τας φαμελίας των εις το Ναύπλιον, χωρίς να μείνη κανένας. Παρομοίως οι Έλληνες ανεχώρησαν εις τα περίχωρα. Μετά δύο ημέρας, εν μέρος ιππέων Οθωμανών εβγήκαν από το Ναύπλιον και ήλθον εις το Άργος και άνοιξαν δύο μαγαζιά του Χαραλάμπους Περρούκα και του Σταματέλου Αντωνοπούλου, και τα εγύμνωσαν. Έπειτα ανεχώρησαν δια Ναύπλιον.

 Μετά τρεις ημέρας ύστερον εβγήκαν από το Ναύπλιον έως 300 ιππείς και ήλθον εις Δαλαμανάραν και έστειλαν εις Άργος τον Χουσείναγα Γεσιρλή και εστάθη έξω εις τον Άγιον Βασίλειον και επροκάλεσε πέντε – έξ Αργείους δια να ομιλήση περί τα τρέχοντα. Αυτοί του είπαν ότι είναι έως τρεις χιλιάδες κλέπται και έχουν δεμένους όλους τους οικοκυραίους. Έπειτα τον ετουφέκισαν (σημ: επυροβόλησαν). Αυτός δε ανεχώρησε δια Δαλαμανάραν λέγων εις τους συντρόφους του ότι εις το Άργος είνε έως τρεις χιλιάδες κλέπται. Αυτοί δε επέστρεψαν δια Ναύπλιον, και έκτοτε πλέον δεν εβγήκαν και ούτω τους επολιορκήσαμεν».

Το σημείωμα αυτό είναι ιδιαιτέρως αξιόπιστο. Ο Φωτάκος γράφει στα απομνημονεύματά του ότι:

«Οι άρχοντες Άρχους, Ναυπλίου και Κάτω Ναχαγιέ, ήσαν αδύνατοι και μάλιστα οι Μπερουκαίοι, οίτινες κατά τας αρχάς της επαναστάσεως δειλά εσυλλοχίζοντο, νομίζοντες ότι η επανάστασις δεν θα ηυδοκίμει εξ εναντίας ο θεόδ. Βλάσσης ήτο πλούσιος και είχεν υιούς πολλούς, φύσει δε μαλακός είχε πολύν ενθουσιασμόν, αλλ’ ήτο άτολμος. Πρώτος όστις εσύστησε την καγκελλαρίαν του Άργους ήτο ο Σταματέλος Αντωνόπου­λος, ο οποίος μετά του Νικ. Σπηλιωτοπούλου και του Αθανασίου Καϋμένου ή Ασημακοπούλου εκίνησαν την επανάστασιν και ενωθέντες μετά των Αργείων και Ολυμποχωριτών εσχημάτισαν σώ­ματα στρατιωτών δια την πολιορκίαν του Ναυπλίου».

Δημήτριος Τσώκρης

Κατά μια άλλη πηγή, (Σταματίου Αντωνοπούλου, Σταματέλος Αντωνόπουλος, σελ. 38) την επανάσταση στο Άργος διοργάνωσε ο επιφανής Αργείος Σταματέλος Αντωνόπουλος. Την νύκτα της 23 – 24 Μαρτίου συνάθροισε 30 χωρικούς, τους οποίους είχε προμηθεύσει κρυφά με όπλα, και απέστειλε με την συνοδεία τους την οικογένειά του στο Σοφικό Κορινθίας, προκειμένου να την εξασφαλίσει στον εκεί ευρισκόμενο οχυρό πύργο του. Αυτός δε με άλλους οπλοφόρους περιήλθε διάφορα χω­ριά της Αργολίδας, για να εξεγείρει τους κατοίκους κατά των Τούρ­κων, και μάλιστα με κεντρικό σκοπό την πολιορκία του Ναυπλίου. Ο Μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου Γρηγόριος κατόρθωσε να μυήσει στη Φιλική Εταιρεία από όλους τους Έλληνες του Ναυ­πλίου, μόνον τον Ιωάννη Ιατρού, και τους αδελφούς Παπαλεξοπούλου, γιατί το Ναύπλιο ήταν τουρκικό κέντρο όπως είδαμε και πιο πάνω (στο Ναύπλιο υπήρχαν τότε 860 τουρκικές οικογένειες και 25 μόνον ελληνικές πτωχές ψαράδων, που κατοικούσαν στον ψαρομαχαλά). Στο Άργος μύησε τους Ιωάννη Περρούκα, Σταμ. Αντωνόπουλο και τους αδελφούς Βλάσση.

Επίσης ο Μητροπολίτης Γρηγόριος είχε μυήσει τον Ιερέα Γεώργιο Βελίνη στο Πλατανίτι, Θεοδόση Μπούσκο στο Τζαφέρ Αγά, τον Γεώργιο Κακάνη στο Χώνικα, τον αρχιδιάκονο του Αθανάσιο Σολιώτη και τον ιε­ρέα του Αχλαδοκάμπου παπα-Κωνσταντή. Μέλη της Φιλικής Εται­ρείας, ήσαν και άλλοι Αργείοι, όπως ο  Μι­χαήλ Κάββας, ο ιερεύς Νικόλαος Οικονόμου, ο Ευθύμιος Κάβρας, ο Παναγιώτης Πασχαλινόπουλος κ.ά.

Παπαρσένιος Κρέστας. Οπλαρχηγός του Κρανιδίου.

Σύμφωνα με τον Φραντζή (Επιτομή της Ιστορίας κλπ., τόμ. Β’, σελ. 101 κ.έ.) την 2αν Απριλίου στρατολογήθηκαν 600 περίπου Κρανιδιώτες, Καστρίτες και μερικοί από όλα τα χωριά του Κάτω Ναχαγιέ με επί κεφαλής τον Γκίκα Μπόταση από τις Σπέτσες, τον ατρόμητο παπα-Αρσένιο Κρανιδιώτη και τον Νικόλαο Σταματελόπουλο (αδελφό του Νικηταρά) και τοποθετήθηκαν στη θέση Κατσίγκρι και Άρια, συγκροτώντας δύναμη κρούσης για την  πολιορκία του Ναυπλίου.

Την ίδια ημέρα η τοπική διοίκηση του Άργους στρατολόγησε για την πολιορκία του Ναυπλίου 900 στρατιώτες από τους κα­τοίκους της πόλης και των χωριών της επαρχίας Άργους, εκ των οποίων πολλοί που δεν είχαν όπλα έφτιαξαν την στιγμή εκείνη λόγχες σιδερένιες στους  σιδηρουργούς, τις οποίες στερέωσαν σε μακριά ξύλα και ακολουθούσαν τους άλλους οπλοφόρους. Οι 900 Αρ­γείοι συνήλθαν στο Κατσίγκρι, συναντήθηκαν με τους Κρανιδιώτες και σχημάτισαν ένα σώμα, συνέχιζαν δε την πολιορκία, προσέχοντας κυρίως για πιθανή έξοδο των Οθωμανών από το Ναύπλιο.  Η διοίκηση του Άργους έστειλε ανθρώπους και έφερε από τις Σπέτσες πυρίτιδα, την οποίαν έφεραν μέσω Λεωνιδίου εντός τριών κιβωτίων.

Οι Τούρκοι του Ναυπλίου αποκλεισθέντες απεφά­σισαν να αποβιβασθούν με πλοιάρια στους Μύλους (4 Απριλίου) για να συλλέξουν τρόφιμα, αιγοπρόβατα, βόδια, αγελάδας κλπ. Η τοπική διοίκηση του Άργους υποψιάστηκε την απόβαση και έ­στειλε 203 οπλοφόρους να προκαταλάβουν τους Μύλους. Μόλις έφθασαν κοντά στους Μύλους οι Τούρκοι, έγινε μάχη μετά των 200 Αργείων, έφθασε δε και η Μπουμπουλίνα μετά του πλοίου της και άλλα τρία πλοία. Οι Τούρκοι αναγκάσθηκαν να επιστρέψουν στο Ναύπλιο χωρίς να μπορέσουν να συλλέξουν τρόφιμα, αλλά ούτε και το έδαφος των Μύλων να πατήσουν (7 Απριλίου). Επίσης οι Τούρ­κοι αποκρούσθηκαν και στο Κατσίγκρι.

Στις 10 Απριλίου συνέβη ατυχές για τους πολιορκητές του Ναυπλίου επεισόδιο. Κατά την προηγούμενη ημέρα μερι­κοί Τούρκοι με βάρκες μετέβησαν στους Αφεντικούς λεγόμενους Μύλους της Λέρνης για να παραλάβουν από τους υδρό­μυλους το αλεύρι της φρουράς Ναυπλίου, αλλά βλέποντας από μακριά Έλληνες στην ακτή δεν τόλμησαν καν να αποβιβαστούν και επέστρεψαν άπρακτοι στο φρούριο. Αυτό εξόργισε τους κορυφαίους των Τούρκων και την επόμενη, 10ην Απρι­λίου, ημέρα του Πάσχα, έκαναν επιθετική έξοδο με μεγάλη δύναμη στρατιωτών εναντίον των Ελλήνων που γιόρταζαν την μεγάλη γιορτή της χριστιανοσύνης και είχαν μεθύσει. Η τουρκική αυτή επιχείρηση πέτυχε. Οι Έλληνες διασκορπίσθηκαν και σκοτώθηκαν απ’ αυτούς 23, μεταξύ των οποίων και ο ηγούμενος της μονής Αυγού. Οι Τούρκοι συνέλαβαν αιχμάλωτο και τον Γ. Λεμπέση, από το Κρανίδι, τον οποίο σούβλισαν. Με αυτό τον τρόπον λύθηκε η πολιορκία του Ναυπλίου.

Αμέσως όμως τότε αποβιβάσθηκε στους Μύλους και ήρθε στο Άργος την Τετάρτη της Διακαινησίμου η Μπουμπουλίνα με τον γιο της Ιωάννη ή Γιάννο Γιάννουζα και τον Γκίκα Μπόταση. Έφεραν χρήματα, πολεμοφόδια και πολεμικό θάρρος. Η Μπουμπουλίνα ήταν έφιππη και οπλοφορούσε. Οι Αργείοι την υποδέχτηκαν σαν βασίλισσα. Αμέσως έγινε σύσκεψη των προκρίτων και οπλαρχηγών. Στην σύσκεψη αυτή η Μπουμπουλίνα και ο Μπότασης πρότειναν την επανάλη­ψη της πολιορκίας του Ναυπλίου με πιο συστηματικό τρόπο. Η γνώμη τους έγινε δεκτή και αποφασίστηκε να ανατεθεί η αρχηγία στον Στάϊκο Σταϊκόπουλο. Η στρατοπέδευση έγινε κοντά στο χωριό Κατσίγκρι. Εκεί υπήρχε παλαιός πύργος, ο οποίος μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως οχύρωμα εναντίον κάθε επιδρομής των Τούρκων του Ναυπλίου (Δ. Κοκκίνου, Η Ελληνική Επανάστασις, τόμ. Β’, σελ. 150 κ.έ.). Μετά το Πάσχα ήρθε στο Άργος, προερχόμενος από την Κων­σταντινούπολη, ο Τσώκρης και τότε συστήθηκε στρατόπεδο στον Αχλαδόκαμπο.

Στη συνέχεια ο Στάϊκος διαθέτοντας δύο μικρά κανό­νια κάμπου και 200 Έλληνες συνενώθηκε με 80 Αχλαδοκαμπίτες και κατέλαβε τον Αχλαδόκαμπο, για να αποκλείσει την μεταξύ της Τριπολιτσάς και του Ναυπλίου συγκοινωνία και να ματαιώσει την ενδεχόμενη αποστολή τουρκικής βοήθειας.

Ο Φωτάκος γράφει στα απομνημονεύματά του σχετικά με τις προετοιμασίες της Επανάστασης και τα εξής:

« Ο Νικ. Περρούκας από το Άργος έγραψε γράμμα και έλεγε να υπάγουν οι στρατιώται των δύο χωρίων Δουμενιά και Χαλκιάνικα εκεί, επειδή τα δύο χωρία αυτά ήσαν του Άργους, το δε Άργος τότε είχε χωρία ιδικά του εις άλλας επαρχίας, διότι όπου εκατοικούσεν ο Αγάς, όστις ώριζε το χωρίον, εις εκείνην την επαρχίαν και αυτό ανήκεν. Ο δε Περρούκας ως προεστώς του Άργους ήθε­λε να συγκεντρώση εκεί όλους τους στρατιώτας της επαρχίας.

Προ­τού δε οι στρατιώται των άνω χωρίων αναχωρήσουν, ήλθε γράμμα από τον Ανδρέαν Νοταράν προς τον Ναθαναήλ ηγούμενον του Μο­ναστηρίου Αγίου Γεωργίου, λέγων προς αυτόν να εμποδίση τους Χριστιανούς να μη κάνουν κανένα κίνημα κατά των Τούρκων, διότι ούτοι θα έβγουν, θα σκοτώσουν και θα αιχμαλωτίσουν τον κόσμον. Αλλ’ αυτοί δεν άκουσαν τον Νοταράν, αλλ’ εσυνάχθησαν όλοι και επήγαν εις τον Άγιον Γεώργιον της Κορίνθου όπου ηύραν τον Περρούκαν, όστις τους επήρε και τους ωδήγησε εις το Άργος».

Ομοίως ο Φωτάκος αναφέρει και τα εξής:

« Οι Τούρκοι του Ναυπλίου εβγήκαν τότε από το φρούριον και οι στρατιώται μαθόντες την έξοδόν των επήγαν και τους επολέμησαν και ύστερον κατά την επιστροφήν των εις το Άργος οι εναντίοι του Περρούκα και του Βλάσση ψευδώς διέδωκαν ότι οι Τούρκοι έρχονται από την Τριπολιτσάν και δια τον αιφνίδιον φόβον ο κόσμος ανεμοσκορπίσθη και τότε αμέσως κατά την γενομένην εκείνην ταραχήν διεδόθη εις τον όχλον ότι ο Περρούκας τους επρόδωσε, λέγοντες ότι αυτός έστειλε γράμμα εις τους Τούρκους κρυμμένον μέσα εις το ψωμί, και ότι τά­χα το γράμμα αυτό επιάστη και τοιουτοτρόπως ο κόσμος αγανά­κτησε και έκαμεν όρκον να τους καύση μέσα εις το σπίτι των.

Ταύτα μαθόντες οι Περρουκαίοι και ο Θ. Βλάσσης, οι οποίοι τότε ήσαν ενωμένοι, έφυγαν και επήγαν εις τον Άγιον Γεώργιον της Κορίνθου, όπου ο Περρούκας είχε και την οικογένειάν του. Έπειτα δε ήλθεν ο Παπαγιώργης και ο Αναγνώστης Γκελμπερής από του Κοσμά, διότι τότε τα λεγόμενα Ολυμποχώρια ανήκον και αυτά εις την επαρχίαν Άργους. Αφού δε οι στρατιώται ήλθαν από το στρατόπεδον του Ναυ­πλίου επήγαν και εζήτησαν από το κονσολάτον δύο συντρόφους του Πιερρούκα, τον Ιωάσαφ Οικονομόπουλον και τον Ανδρέαν Χάϊνταν Νικολόπουλον, Καλαβρυτινούς, τους οποίους εκράτουν διό­τι δεν εγράφησαν εις το κονσολάτον.

Τούτους απέλυσαν οι εναντίοι του Περρούκα, τον Ιωάσαφ Οικονομόπουλον και τον Ανδρέαν εις την πατρίδα των. Επειδή δε συνέβη η σύγχυσις αύτη, έκτοτε πλέον οι Χαλκιανίται και οι Δουμενίται εχωρίσθησαν από το Άργος και επήγαν εις την επαρχίαν των, τα Καλάβρυτα».

Μηνάς τινας μετά την σύστασιν της καγκελλαρίας (τοπικής επιτροπής διοικήσεως τα του πολέμου) του Άργους εγένετο ταραχώδης διαδήλωσις κατά μελών αυτής. Κατά την διαδήλωσιν ταύτην εζητείτο η αλλαγή των εφόρων (μελών) δια του Γεωργίου Αντωνοπούλου, υιού του Σταματέλου Αντωνοπούλου και του Θεοφανοπούλου.

Κατ’ αυτήν δε εκτυπήθη δια μαχαιρών και ξύλων ο εκ των μελών Ανδρίκος Τζώρτζης. Οι διαδηλωταί διεσκορπίσθησαν. Την 4ην Σεπτεμβρίου 1821 εζητήθη η αντικατάστασις των εφόρων (δια τα άτακτα και αχρεία φερσίματά των)».

Από αυτά όλα φαίνεται ότι τα μέλη της καγκελλαρίας δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες του κοινού. (Σταματίου Αντωνοπούλου, Σταματέλος Αντωνόπουλος, σελ. 40 – 42).

 

Πηγές


  • Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, « Η Επανάστασις εν Άργει», σελ.227-228. Αργολικόν Ημερολόγιον, εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις Συλλόγου των Αργείων του έτους 1910. Εν Αθήναις 1910.
  •  Σπυρίδωνος Τρικούπη, «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», Τόμος πρώτος σελ. 87-88, Εκδόσεις, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1993.

Read Full Post »

Ο Δράμαλης στο Άργος (1822) 


  

Ελεύθερη απόδοση κειμένου του Δ. Θ. Καμαρινού,

που έχει δημοσιευτεί στο Αργολικό Ημερολόγιο του έτους 1910.

 

Δράμαλης, ξυλογραφία του 1890.

1822. Ο Δράμαλης εισβάλει ορμητικά στο Άργος. Οι μάχες μαίνονται. Κάποιοι Αργείτες  βρίσκουν καταφύγιο στο κάστρο της Λάρισας και άλλοι στο μοναστήρι της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης. Της Πορτοκαλούσας.

Οι Τούρκοι καταφέρνουν να αιχμαλωτίσουν 500 περίπου 18χρονους αλλά και πιο μικρούς, που μπορούσαν όμως να σηκώσουν τουφέκια υπέρ της Πατρίδας και τους φυλακίζουν σε κάποια δωμάτια που υπήρχαν στη συνέχεια του προαυλίου του σχολείου Κυπαρίσση, την μετέπειτα κατοικία του Εφέτη Ν. Οικονόμου. Επί τρεις ημέρες οι Τούρκοι κάθε πρωί τους δίνουν ένα ξεροκόμματο ψωμί και λίγο νερό. Την τέταρτη οι πασάδες παίρνουν απόφαση να τους αποκεφαλίσουν, αποσιωπώντας – όπως αποδείχτηκε – την σκληρότατη απόφασή τους από τον Στρατάρχη Δράμαλη.

Ο Δράμαλης, κι εκείνο το πρωί – έτσι έκανε καθημερινά – βγήκε στο παράθυρό του, που γειτόνευε με τα κελιά της πρόχειρης φυλακής, να πιει τον καφέ του. Ακούει το σάλεμα των παιδιών, την ξερή κλαγγή των μαχαιρών και το άγριο κι απότομο άνοιγμα της πόρτας. Καταλαβαίνει τι γίνεται. Αγριεύει. Πριν προλάβει κάποιος από τους στρατιώτες να χρησιμοποιήσει την μαχαίρα του , ο Δράμαλης προβάλλει στην αυλή με τον καφέ στο χέρι.

– Όποιος τολμήσει να βάλει σπαθί σε παιδιού κεφάλι, θα χάσει πρώτα το δικό του, τους λέει με την βροντερή φωνή του.

Ύστερα συγκαλεί Συμβούλιο. Δίνει εντολή στους αξιωματικούς και τους στρατιώτες του να περιφέρουν τα παιδιά στους δρόμους και τους ληνούς της πόλης.

Οι Τούρκοι οδηγούν τα Ελληνόπουλα στην πόλη

ένθα έμενον άταφα και όζοντα πτώματα γονέων, και αδελφών, συγγενών και φίλων, άλλα μεν εστημένα όρθια εντός των ληνών και έχοντα παρά τους πόδας τας κεφαλάς, άλλα εις τους τοίχους όρθια επίσης και επί των τοίχων αι κεφαλαί με εξωρυγμένους τους οφθαλμούς, και άλλα ερριμένα το εν επί του άλλου εις το μέσον των οδών, τα πλείστα ακέφαλα…

Οι Τούρκοι αναγκάζουν τα παιδιά να πατούν πάνω στα πτώματα για να διαβούν τους δρόμους και τα σοκάκια της πόλης. Σκόπιμα. Θέλουν να προσβάλουν τους νεκρούς και να εκφοβίσουν τα παιδιά. Να επιδείξουν την ισχύ τους και να τα κάνουν να πιστέψουν, να υπακούσουν και έτσι ευκολότερα να σκύψουν το κεφάλι, στην Τουρκική εξουσία.

Εκείνο τον καιρό όμως, τα πηγάδια του Άργους ακόμη και ο ποταμός  Ερασίνος στερεύουν. Ο Κολοκοτρώνης με τους συντρόφους του καίει τα σπαρτά και τις θημωνιές της πεδιάδας. Η δίψα βασανίζει τα στρατεύματα του Δράμαλη. Εκείνος, βρίσκεται σε απόγνωση. Οι στρατιώτες του πεινούν και διψούν. Τα ζώα πεθαίνουν. Δίνει την  διαταγή. Εγκατάλειψη της πολιορκίας του μοναστηριού και του φρουρίου. Ένα μεγάλο δίλλημα τον βασανίζει. Κόρινθος ή Τρίπολη; Παίρνει την μοιραία απόφαση. Στην Κόρινθο.

Τα παιδιά σώζονται. Κανείς δεν νοιάζεται τώρα γι᾽ αυτά. Άλλα απασχολούν τους Τούρκους. Τα στρατεύματα παίρνουν το δρόμο για την Κόρινθο.  Στα Δερβενάκια, κοντά στον Άγιο-Σώστη υπέστησαν πανωλεθρίαν παρά του σώματος του Στρατηγού Κολοκοτρώνη.

Εδώ, θα πρέπει να αναφέρουμε και ένα γεγονός που συνέβη, κατά την πολιορκία του μοναστηριού.

Οι κλεισμένοι Αργείτες βασανίζονται κι αυτοί από την δίψα. Μερικοί πίνουν τα ούρα τους κι άλλοι μασούν σφαίρες για να σβήσουν την φουντωμένη δίψα τους. Η θεία πρόνοια όμως τους φροντίζει. Φαίνεται, ότι μεταξύ των Τούρκων υπάρχει κι ένας κρυπτοχριστιανός. Κάθε βράδυ – από το πίσω παραπόρτι της μονής – τους προμηθεύει νερό καθημερινά. Στην αρχή οι κλεισμένοι φοβούνται μήπως το νερό να είναι δηλητηριασμένο. Στο τέλος πείθονται και δέχονται την βοήθεια. Η λειψυδρία, το κάψιμο των σπαρτών και η έξυπνη κίνηση του Κολοκοτρώνη να ανάψει την νύχτα μεγάλες φωτιές στα γύρω βουνά του Άργους, αναγκάζουν τον Δράμαλη να εγκαταλείψει με το στράτευμα του  το Άργος και την Αργολική πεδιάδα.

  

Πηγή


  •  Δ. Θ. Καμαρινός, «Ο Δράμαλης εν Άργει και οι αιχμαλωτισθέντες 500 και πλέον νέοι», σελ.142-144. Αργολικόν Ημερολόγιον, εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις Συλλόγου των Αργείων του έτους 1910. Εν Αθήναις 1910.

Read Full Post »

Πέρασμα στο Κατσίγκρι. Ατσαλογραφία του Christopher Wordsworth, από το έργο του, «Greece : pictorial, descriptive and Historical», London, 1839.
 
 

Πέρασμα στο Κατσίγκρι, Chr. Wordsworth, 1839.

 

Ο Άγγλος Christopher Wordsworth ( Κρίστοφερ Γουόρντσγουορθ 1807-1885),  υπήρξε ένας από τους ελάχιστους περιηγητές που ήρθε στην Ελλάδα για να μελετήσει και όχι να λεηλατήσει τους αρχαίους θησαυρούς. Στα 1832 – 1833 ταξίδεψε στην Ελλάδα, και ήταν ο πρώτος Άγγλος που έγινε δεκτός από τον βασιλιά Όθωνα.

  

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Μπούρτζι – Ο Θαλασσόπυργος του Ναυπλίου


 

Ένα μικρό κάστρο στην αγκαλιά του Ναυπλίου. Σήμα και σύμβολο του.  Στα χρόνια της Ενετοκρατίας (1389-1540) και μάλιστα το 1473 ο μηχανικός Antonio Gambello έλαβε εντολή από τον Προβλεπτή της πόλης Pasqualigo, να οχυρώσει το νησί. Στον πύργο που έκτισαν τοποθέτησαν πυροβόλα. Η  πόλη αρματώθηκε καλά. Τα πυροβόλα του νησιού και τα κανόνια της περιοχής «πέντε αδέλφια» διασφάλιζαν την πόλη από επιδρομές ή επιθέσεις από την μεριά της θάλασσας. Το νησί πήρε το όνομα Μπούρτζι. Πρόκειται μάλλον για Τουρκοαραβική λέξη που σημαίνει φρούριο, κάστρο.

 

Ναύπλιο, Μπούρτζι.

 

Οχυρωματικά έργα έγιναν και κατά την περίοδο της δεύτερης Ενετικής κυριαρχίας. Ορθώθηκε πύργος με περίβολο και προμαχώνες. Ο Μοροζίνης, αφού  κατάσφαξε τους Τούρκους υπερασπιστές του, το κατέλαβε και πάλι το 1686. Το νησάκι το αποκαλούσαν και Castello dello soglio και το λιμάνι Porto Cadena, λιμάνι της αλυσίδας. Μια βαριά αλυσίδα απλωνόταν την νύχτα από το Μπούρτζι μέχρι την στεριά και έκλεινε με ασφάλεια την θαλασσινή είσοδο στο Ναύπλιο. Αργότερα, στα χρόνια της ελληνικής εξέγερσης συνηθιζόταν να το λένε Καστέλλι ή θαλασσόπυργο. Μετά από δύο πολιορκίες, την πρώτη υπό την καθοδήγηση και το σχέδιο του Γάλλου Φιλέλληνα Βουτιέ, παραδόθηκε τελικά στους Έλληνες στις 18 Ιουνίου 1822.

 

Το Μπούρτζι από το λιμάνι. Έργο του Βαυαρού Κρατσάιζεν Καρλ (Karl Krazeisen). Λιθογραφία Franz Hanfstaengl, Μόναχο, 1828.

 

Το Μπούρτζι, διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο κατά την πολιορκία του Ναυπλίου, γιατί οι Έλληνες χτυπούσαν με τα πυροβόλα του τα κάστρα του Παλαμηδιού και της Ακροναυπλίας, της γνωστής τότε ως Ιτς Καλέ. Εκεί, κατέφυγε και η Ελληνική Κυβέρνηση δύο φορές το 1826, λόγω των γεγονότων εκείνης της χρονιάς.

 

Μπούρτζι, ελαιογραφία του Karl von Heideck (Εϊδεκ Κάρολος Γουλιέλμος). Μόναχο περίπου, 1837.

 

Ως Φρούριο λειτούργησε μέχρι το 1865. Μετά, έγινε η κατοικία των δημίων της γκιλοτίνας, γιατί ο λαός του Ναυπλίου δεν επιθυμούσε την συνύπαρξη μαζί τους, αλλά και διότι οι δήμιοι κατά κανόνα ήταν κατάδικοι. Το κάστρο προστάτευαν 4 στρατιώτες και ένας επικεφαλής Υπαξιωματικός. Η καρμανιόλα στηνόταν κάθε φορά που υπήρχε τέτοια ανάγκη στο περίφημο Αλωνάκι, νότια των φυλακών του Παλαμηδιού και κοντά στον Άγιο Ανδρέα. Όταν ήρθε η καρμανιόλα από την Μασσαλία, όπου κατασκευάστηκε, την συνόδευε ένας δήμιος. Έφυγε όμως πολύ γρήγορα για την πατρίδα του γιατί οι πολίτες του Ναυπλίου τον αντιμετώπιζαν με μίσος και ιδιαιτέρως προσβλητική συμπεριφορά. Άρχιζαν οι άγριες μέρες των καρατομήσεων. Το Παλαμήδι, το Ιτς-καλέ και το Μπούρτζι, θα γίνουν σημείο αναφοράς δυστυχίας και πόνου για εκείνους που ο Νόμος έπεφτε βαρύς. 

 

Το λιμάνι του Ναυπλίου, στο βάθος το Μπούρτζι, 1928.

 

Το 1950 το Μπούρτζι πρωτολειτούργησε ως Ξενοδοχείο. Φιλοξένησε σπουδαίες και διάσημες προσωπικότητες.  Κατόπιν, μεταβλήθηκε σε ωραιότατο εστιατόριο και αργότερα σε καφετερία. Σήμερα, ο χώρος είναι επισκέψιμος με βαρκάκια που ξεκινούν από την παραλία του Ναυπλίου, ενώ το καλοκαίρι οργανώνονται καλλιτεχνικές ή άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Σφαγή των Αργείων από τους Γάλλους (4 Ιανουαρίου 1833)


 

Θέα του Άργους και του κάστρου της Λάρισας.

Μετά την δολοφονία του Καποδίστρια επικρατούσε απόλυτη αναρχία. Η Κυβέρνηση υπό τους Κωλέττη, Ζαΐμη και Μεταξά (Διοικητική Επιτροπή) αντιμετώπιζε βαριές κατηγορίες για ανικανότητα διοίκησης  και έλλειψη χρημάτων. Αντιμέτωπη ήταν η Στρατιωτική Επιτροπή υπό τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Στο Άργος υπήρχε τρίτο κόμμα ( Επιτροπή)  υπό τους Κριεζώτη, Τσώκρη και Στράτο.

Η Κυβέρνηση Ναυπλίου θέλοντας να εκμηδενίσει την Στρατιωτική Επιτροπή του Άργους, έπεισε τον Γάλλο Στρατηγό Κορβέ, να στείλει στο Άργος τέσσερις λόχους (800 άνδρες) δήθεν για να προστατευθεί  το Άργος από την αναρχία. Παρά τις αντιδράσεις και τις διαμαρτυρίες του Τσώκρη και των υπολοίπων, στις 2 Ιανουαρίου 1833 ο Νώδ επικεφαλής των Γάλλων ήλθε στο Άργος και κατέλαβε τους Στρατώνες. Την επόμενη έφτασε και ο συνταγματάρχης Στοφέλ με στρατό και πυροβόλα. Οι Αργείοι διαμαρτυρήθηκαν και δυσανασχέτησαν για την αναίτια κατοχή. Ο Στοφέλ, κατέλαβε αυθαίρετα την οικία του Καλλέργη – που απουσίαζε- και την οποία υπερασπίστηκε ανεπιτυχώς ο υπολοχαγός Σπ. Καλλισγούρος. Ο Στοφέλ συνέλαβε τον Καλλισγούρο και το επόμενο πρωί τον τουφέκισε στον κήπο του κτιρίου.

Στις 4 Ιανουαρίου, ένας μεθυσμένος στρατιώτης του Κριεζώτη, ξεκίνησε το μεγάλο κακό. Αυτός μαζί με άλλους έπινε σε ταβέρνα της Γούβας. Κάποιοι Γάλλοι μπήκαν στην ταβέρνα για να πιούν. Ο μεθυσμένος στρατιώτης προκάλεσε τους Γάλλους και μετά από καυγά, οι ξένοι μόλις που πρόλαβαν να φτάσουν στους στρατώνες, λιθοβολούμενοι. Ενώ εξιστορούσαν τα γεγονότα στο Διοικητή τους, ξαφνικά άρχισαν να κτυπούν οι καμπάνες του Αγίου Ιωάννου επειδή είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία εκλογής Δημογερόντων ή κατ΄ άλλους η Επιτροπή για την υποδοχή του Όθωνα.

Ο Γάλλος Διοικητής νόμισε ότι οι Αργείοι επαναστάτησαν. Ήταν μία το μεσημέρι της 4ης Ιανουαρίου 1833. Τύμπανα και σάλπιγγες σήμαναν το απαίσιο σύνθημα. Ο Γαλλικός στρατός διέπραξε το τραγικότερο ανοσιούργημα της νεώτερης ιστορίας. Κατέλαβε τους δρόμους και τις πλατείες. Σκότωνε αδιακρίτως άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Έσπαζαν τις πόρτες των σπιτιών και με τις λόγχες εκτελούσαν  φιλήσυχους, άοπλους και αθώους πολίτες. Μέχρι το ηλιοβασίλεμα κράτησε το κακό. Ο Νώδ, απαγόρευσε να ταφούν οι νεκροί από τους συγγενείς τους, κάθε νεκρώσιμη ακολουθία και Εκκλησιαστική πομπή. Τα πτώματα ετάφησαν ομαδικά σε δύο τεράστιους τάφρους. Ο ένας ανοίχτηκε στην πλατεία και ο άλλος στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο.

Τότε, ο Αρχιερέας – τοποτηρητής Άνθιμος Κομνηνός, πρώην Ηλιουπόλεως, άνδρας επιβλητικός, θαρραλέος και μεγαλοπρεπής,  βλέποντας να παρατείνεται η σφαγή, φόρεσε την μεγάλη Αρχιερατική στολή, έδεσε στην ράβδο του λευκό μαντήλι και ακολουθούμενος  από τον Διάκονο του – εν μέσω αλαλαγμών και θρήνων – επισκέφθηκε τον Νώδ, στους στρατώνες, επικαλούμενος την δικαιοσύνη και την φιλανθρωπία. Ο Γάλλος Διοικητής σεβόμενος τον Σεβάσμιο Ποιμενάρχη και εκτιμώντας την παρρησία του, διέταξε γενική αποχώρηση. Η νύκτα βρήκε το Άργος να σιωπά και να θρηνεί.    

 

Πηγή


  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996. 

 

 Διαβάστε ακόμη:

To ιδεολογικό υπόβαθρο της ελληνογαλλικής σύγκρουσης στο Άργος, το 1833

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »