Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Εκκλησιαστική Ιστορία αφορώσα στην Αργολίδα’ Category

Το φαινόμενο της ζητείας κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο – Ελένη Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη


 

Οι ζητείες αποτελούσαν ένα εξαιρετικά διαδεδομένο φαινόμενο μετά την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας όντος του οθωμανοκρατούμενου χώρου αλλά και πολύ πέρα από αυτόν. Ζητείες εκτελούνταν από τα Πατριαρχεία, τα μοναστήρια και τις εκκλησίες για την κάλυψη τακτικών και έκτακτων αναγκών τους αλλά και από απλούς ανθρώπους που αντιμετώπιζαν ποικίλα δεινά και προβλήματα. Η λέξη «ζητεία» ειδικά αναφερόμενη στο Οικουμενικό Πατριαρχείο δήλωνε καταρχήν όλα τα συνήθη δοσίματα που αυτό λάμβανε από το ποίμνιο και τους κληρικούς που βρίσκονταν στη δικαιοδοσία του και αποτελούσαν μέρος των εκκλησιαστικών εισοδημάτων.

Δοσίθεος Νοταράς (1641-1707), Πατριάρχης Ιεροσολύμων.

Δοσίθεος Νοταράς (1641-1707), Πατριάρχης Ιεροσολύμων.

Τα πρώτα χρόνια μετά την Άλωση, η δυσκολία συλλογής των πατριαρχικών φόρων λόγω της απροθυμίας καταβολής τους από τους μητροπολίτες, τον κατώτερο κλήρο άλλα και το ορθόδοξο ποίμνιο είχε αναγκάσει τους Πατριάρχες να αναχωρούν προσωπικά σε περιοδεία για την είσπραξη των φόρων. Πριν από την αναχώρησή του ο Πατριάρχης έπρεπε να εφοδιαστεί με σχετικό διάταγμα του σουλτάνου το οποίο θα επέτρεπε την περιοδεία και θα εξασφάλιζε την ασφάλεια τη δική του και τής συνοδείας του που συχνά την αποτελούσαν μέλη αρχοντικών οικογενειών. Το διάταγμα εξασφάλιζε επίσης διευκολύνσεις από τις τοπικές αρχές και τους καδήδες για τον πειθαναγκασμό των δυστροπούντων χριστιανών να καταβάλουν τους φόρους. Η «πατριαρχική ζητεία» και η «τοπική ζητεία» ήταν επομένως αναγνωρισμένες από το οθωμανικό κράτος από ενωρίς, κατά τον 18ο αιώνα μάλιστα αναγράφονταν στο βεράτιο που εξέδιδε ο σουλτάνος για την ανάληψη του αξιώματος του Πατριάρχη.

Στα κείμενα όμως της Τουρκοκρατίας η λέξη «ζητεία», ή σε μερικές περιπτώσεις «ζήτη», χρησιμοποιείται συνηθέστατα για να χαρακτηρίσει μια κοινότατη πρακτική που δεν ανήκε στη θεσμοθετημένη κατηγορία που αφορούσε ειδικά το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά αποτελούσε ουσιαστικά μια μορφή εράνου, συλλογής ελεών, που πραγματοποιούσαν μέσω εκπροσώπων τους τα Πατριαρχεία, τα μοναστήρια, και οι μητροπόλεις. Συχνότερα από τη λέξη ζητεία χρησιμοποιείται η λέξη «ταξίδιον», προκειμένου να χαρακτηρίσει την περιοδεία για τη συλλογή ελεών, ίσως για να μην δημιουργείται σύγχυση με τα συνήθη δοσίματα προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Έτσι, το «ταξίδιον» αποτέλεσε έναν άλλον τρόπο δήλωσης της ζητείας ή του εράνου που τον απαντούμε συχνά σε συστατικές επιστολές και «απανταχούσες». Αυτοί που διεξήγαν τις περιοδείες ζητείας συχνά αποκαλούνται στα σύγχρονα κείμενα «ταξιδιάρηδες» ή «ταξιδευτές».

Η διάκριση ανάμεσα στη ζητεία για τη συλλογή των υποχρεωτικών δοσιμάτων προς το Πατριαρχείο και τον προαιρετικό έρανο που αποσκοπούσε στην κάλυψη έκτακτων αναγκών δεν είναι πάντα σαφής ιδίως κατά τους πρώτους αιώνες μετά την Άλωση. Από πράξη του Πατριάρχη Ματθαίου Α’ (1397-1410), που δεν φέρει χρονολογία, βλέπουμε πως συνιστά στους αρχιερείς τον ηγούμενο της μονής των Μαγγάνων Λουκά, ο οποίος περιόδευε για τη συνάθροιση βοήθειας για το Πατριαρχείο, την περιποίηση και λυχνοκαΐα της Αγίας Σοφίας και για τη συντήρηση των πενόμενων κληρικών. Πιθανότατα η πράξη αυτή ταυτίζεται με την πληροφορία από άλλη πηγή ότι το 1401, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, ο Πατριάρχης Ματθαίος Α’ έστειλε ένα μοναχό να περιοδεύσει σε διάφορα μέρη, ανάμεσά τους και στη Σταυρούπολη, για τη συγκέντρωση έκτακτης οικονομικής βοήθειας. Κατά τον Μανουήλ Γεδεών η πρώτη γνωστή έξοδος για ζητεία πραγματοποιήθηκε κατά τη δεύτερη πατριαρχία του Συμεών Α’ του Τραπεζουντίου (1482-1486). Στη συνέχεια το φαινόμενο γενικεύτηκε ταχύτατα και από τα μέσα του 18ου αιώνα και μετά οι σχετικές πληροφορίες είναι πολυάριθμες και συχνά λεπτομερείς.

Τα χρήματα ή άλλα ποικίλα αφιερώματα που συλλέγονταν με τις ζητείες ανακούφιζαν την Εκκλησία και τα καθιδρύματά της από δυσβάστακτα χρέη ή άλλες έκτακτες ανάγκες που προέκυπταν κατά διαστήματα στους χαλεπούς εκείνους χρόνους. Ακόμα και πάγιες ανάγκες έπρεπε συχνά να καλυφθούν από την πηγή αυτή, που χρηματοδοτούσε επίσης και το φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας. Εκτός από τα Πατριαρχεία, τα μοναστήρια και οι ναοί χρειάζονταν επίσης χρήματα για να πληρώσουν συσσωρευμένα χρέη, έκτακτα δοσίματα, ή για να εξασφαλίσουν άδεια για την επιδιόρθωση ή την ανακαίνισή τους είτε από τη φθορά του χρόνου, είτε από τις ποικίλου είδους φυσικές ή άλλες καταστροφές που προκαλούνταν από πολεμικές ή ληστρικές επιχειρήσεις. Είναι εύλογο πως η σημασία των ζητειών ήταν μεγάλη είτε επρόκειτο για τα συνήθη δοσίματα προς το Πατριαρχείο είτε για τη συλλογή ελεημοσύνης για την ανακούφιση των προβλημάτων της Εκκλησίας. Η επίσημη πατριαρχική ζητεία ήταν ζωτικής σημασίας για τα οικονομικά του Πατριαρχείου και η μη καταβολή της, όπως και των άλλων δοσιμάτων, αποτελούσε συχνά λόγο καθαίρεσης όσων αρχιερέων αρνούνταν να την καταβάλουν ή και αφορισμού. Την ίδια σπουδαιότητα είχε και η κατακράτηση των προσφορών των χριστιανών που προορίζονταν για εκκλησιαστικά ιδρύματα ή των ελεών που δίνονταν υπέρ του Παναγίου Τάφου. Για τον λόγο αυτό είχαν εκδοθεί πατριαρχικές αποφάσεις που κατέτασσαν τις υπεξαιρέσεις αυτές ανάμεσα στις πράξεις που αφορίζονταν από την Εκκλησία…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης της κυρίας Ελένης Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το φαινόμενο της ζητείας κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο

Read Full Post »

Η Εν Κωνσταντινουπόλει σύνοδος του 920 μ.Χ.  (ο Άγιος Πέτρος Άργους Σύνεδρον Μέλος της), Eπισκόπου Επιδαύρου κ. Καλλινίκου Κορομπόκη


 

Περί της, εις την εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδον του 920 μ.Χ., συμμετοχής του εν Αγίοις Πατρός ημών Πέτρου Επισκόπου Άργους, πληροφορούμεθα τόσο από τον Grumel στις καταχωρήσεις των Πράξεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου [1], όσο και  από τον οιονεί διάδοχο του Αγίου Πέτρου, Μεγάλο Πρωτοπαπά Ναυπλίου, περί τον 16ο αιώνα μ.Χ., ιερέα Νικόλαο Μαλαξό. Ο χαρακτηρισμός ενός Πρεσβυτέρου ως «οιονεί» διαδόχου ενός Επισκόπου δικαιολογείται από την ιστορική απαίτηση της εποχής. Συγκεκριμένα, το Ναύπλιο τελούσε τότε υπό Ενετική Κατοχή. Επειδή οι Ενετοί συνήθιζαν να αποδίδουν τον τίτλο της κατακτηθείσης εκκλησιαστικής Επαρχίας σε ρωμαιοκαθολικό Επίσκοπο, αδυνάτου ή και απαγορευομένης της υπάρξεως και του ορθοδόξου Επισκόπου του τόπου, οι πρόκριτοι Ορθόδοξοι (κληρικοί και λαϊκοί) επέλεγαν έναν εκ των πρεσβυτέρων και τον απέστελλαν προς τον πλησιόχωρο Ορθόδοξο Ιεράρχη, ο οποίος δρούσε ως Προστάτης της ακεφάλου ορθοδόξου εκκλησιαστικής Επαρχίας. Ο Νικόλαος Μαλαξός εξελέγη το 1538 μ.Χ. και υπήρξε ο τελευταίος Πρωτοπαπάς Ναυπλίου, την επικύρωσιν δε της εκλογής του ενήργησε ο Αρχιεπίσκοπος Μονεμβασίας [2]. Από τον Μητροπολίτη ο προβληθείς Πρωτοπαπάς ελάμβανε κατευθύνσεις και σε αυτόν ανεφέρετο. Ο ρόλος του Πρωτοπαπά ήταν σημαντικός, δεδομένου ότι ενεργούσε όλα τα διοικητικά, πνευματικά και λειτουργικά (πλην χειροτονίας) καθήκοντα  ενός Επισκόπου. Τούτο το γεγονός, ως και η γεωγραφική απόσταση από τον φορέα της Επισκοπικής εξουσίας, είχε καταστήσει τους Πρωτοπαπάδες πανίσχυρους.

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Ο Πρωτοπαπάς Ναυπλίου Νικόλαος Μαλαξός, βιογράφησε για πρώτη φορά τον σύγχρονο του Αγίου Πέτρου Άργους, Όσιο Θεοδόσιο τον Νέο και Ιαματικό. Σε αυτή την βιογραφία, η οποία εξεδόθη το πρώτον εν Βενετία κατά το έτος 1803 στο «Νέον Εκλόγιον» από τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, πληροφορούμεθα ότι μετά από διαβολές μικρόψυχων ανθρώπων εναντίον του Οσίου Θεοδοσίου, ο Άγιος Πέτρος θέλησε, ως επιχώριος Ιεράρχης, να λάβει τα αναγκαία διοικητικά μέτρα. Τότε «έλαβε γράμματα Πατριαρχικά από την Κωνσταντινούπολη, όπου τον επροσκαλούσαν να υπάγη το ογλιγορώτερον εκεί, διά τι είχαν να κάμουν Σύνοδον» [3]. Ο Άγιος Πέτρος, ως Συνοδικός στην Κωνσταντινούπολη, καθώς και ο γνωρίζων τις αρετές του και μάλιστα παλαιότερα προτείνας σε αυτόν, χωρίς όμως ο Άγιος Πέτρος να δεχθή, την διαποίμανση της Μητροπόλεως Κορίνθου, Οικουμενικός Πατριάρχης Νικόλαος Α’  o Μυστικός, ενυπνιάσθησαν ταυτόχρονα τον Όσιο Θεοδόσιο. Μετά την εκ Κωνσταντινουπόλεως επιστροφή στην επαρχία του, ο Άγιος Πέτρος συνηντήθη με τον Όσιο Θεοδόσιο στο Ασκητήριο του δευτέρου, οπότε πλέον «κατενόησαν αλλήλους εν παροξυσμώ αγάπης» (Εβρ. ι , 24).

Ας μελετήσουμε όμως δι’ ολίγον τις ιστορικές συνθήκες της εν Κωνσταντινουπόλει περί το 920 μ.Χ. Συνόδου, εις την οποία μετέσχε ο Επίσκοπος Άργους Άγιος Πέτρος. Ο αυτοκράτωρ Λέων ΣΤ’  o Σοφός, μετά από τους θανάτους των τριών συζύγων του, χωρίς διάδοχο, απεφάσισε να συνάψει τέταρτο γάμο, προκειμένου να νομιμοποιήσει τον εκ της παλλακίδος του Ζωής Καρβονοψίνης αποκτηθέντα έκθεσμο υιό, μετέπειτα αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ’ τον Πορφυρογέννητο. Στην αξίωση αυτή εναντιώθηκε ο Πατριάρχης Νικόλαος Α’  ο Μυστικός, ο οποίος ως λαϊκός είχε υπηρετήσει στην αυτοκρατορική αυλή ως αυτοκρατορικός σύμβουλος «εξ απορρήτων», εξ ου και η προσωνυμία «Μυστικός». Ο Πατριάρχης εβάπτισε τον εξώγαμο υιό Κωνσταντίνο στην Αγία Σοφία κατά την Θεία Λειτουργία των Θεοφανείων το 906, αξιώνοντας όμως την απομάκρυνση από το «Ιερό Παλάτι» της παλλακίδος Ζωής, υπόσχεση την οποία έδωσε, αλλά δεν ετήρησε ο Λέων. Αντιθέτως, τρεις ημέρες μετά το βάπτισμα του υιού της Κωνσταντίνου, η Ζωή «εν τοις βασιλείοις εισήγετο βασιλικώς δορυφορουμένη» [4]. Ο Λέων παρέκαμψε τον αντιδρώντα Πατριάρχη και υπεχρέωσε τον Πρωθιερέα του Παλατίου πρεσβύτερο Θωμά, να τελέσει τον τέταρτο γάμο του και έστεψε, απόντος του Πατριάρχου, ιδίαις χερσί την Ζωή Αυτοκράτειρα. Η αντίδραση του Πατριάρχη Νικολάου ήταν άμεση. Απέκοψε τους νεονύμφους της εκκλησιαστικής κοινωνίας (αφορισμός) και καθήρεσε τον πρεσβύτερο Θωμά.

Ο αυτοκράτωρ Λέων δεν έμεινε άπραγος. Απευθύνθηκε προς τον Πάπα Σέργιο Γ’, μέσω του αυτοκρατορικού διπλωμάτου Λέοντος Χοιροσφάκτου προς τους Πατριάρχες της Ανατολής. Έτσι το 907, σε Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη, οι παπικοί αντιπρόσωποι (καρδινάλιος Ιωάννης και επίσκοπος Νικόλαος) και οι εκπρόσωποι των Πατριαρχείων Αντιοχείας και Ιεροσολύμων απήλλαξαν τους βασιλείς από τον πατριαρχικό αφορισμό και ανεγνώρισαν την εγκυρότητα του τετάρτου γάμου του Λέοντος. Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας είτε απέστειλε επιστολή συμφωνίας είτε οι εκπρόσωποί του έφθασαν καθυστερημένοι και υπέγραψαν αργότερα τις Συνοδικές αποφάσεις. Παρά τις ευνοϊκές για τον Λέοντα Συνοδικές αποφάσεις, δεν εισήχθη με πολιτειακό διάταγμα και στην Ανατολή το λατινικό έθιμο του μη υπολογισμού των βαθμών γάμου. Ο Πατριάρχης Νικόλαος υποχρεώθηκε σε παραίτηση και εξορίσθηκε. Στη θέση του Νικολάου του Μυστικού προεβλήθη ο πνευματικός του αυτοκράτορος, ηγούμενος της Μονής Ψαμαθίας, Ευθύμιος.

Δύο κυρίως λόγοι εξηγούν την, από μέρους του Πάπα Σεργίου Γ’, δικαίωση των περί αναγνωρίσεως του τετάρτου γάμου αυτοκρατορικών απαιτήσεων. Από κανονολογικής – εκκλησιαστικής πλευράς ουδεμία δέσμευση αισθανόταν ο Ρώμης, δεδομένου ότι η Δυτική Εκκλησία δεν εγνώριζε βαθμούς γάμου ως κωλύματα για επόμενη γαμήλια σύζευξη του επιζώντος. Ο γάμος για την Εκκλησία της Ρώμης, ακόμη και σήμερα, είναι απόλυτα αδιάλυτος. Έτσι, αφ’ ενός μεν αποκλείεται διαδοχική πολυγαμία κατόπιν διαζυγίου, αφ’ ετέρου δε, αν ο γάμος λυθεί δι’ ακυρώσεως ή όπως στην περίπτωση του Λέοντος του ΣΤ’, διά θανάτου του ενός συζύγου, τότε θεωρείται ανύπαρκτος ο γαμικός δεσμός και έτσι η επομένη γαμήλια σύζευξη επιτρέπεται απεριόριστα, χωρίς να προσμετρείται ως βαθμός γάμου.

Τον 10ο αιώνα η Εκκλησία της Ρώμης δεν είχε ούτε συγκροτημένη ειδική Ακολουθία για τον γάμο. Συγκροτημένη Ακολουθία Γάμου στην Εκκλησία της Ρώμης ενεφανίσθη τον 11ο αιώνα, τον δε 12ο η Ακολουθία του Γάμου ενετάχθη εξ ολοκλήρου στην Θεία Λειτουργία, πρακτική εφαρμοζομένη μέχρι σήμερα για τους γάμους με πιστούς της ιδίας Εκκλησίας ή για γάμους με πιστούς άλλης χριστιανικής Εκκλησίας, της οποίας όμως οι Ρωμαιοκαθολικοί αναγνωρίζουν τα μυστήρια. Όσον αφορά στην τελετουργική πράξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας, έχουμε από τα τέλη ήδη του 8ου αιώνος μία σύντομη, αλλά πλήρη Ακολουθία του Αρραβώνος και του Γάμου, καταγεγραμμένη στον Ελληνικό βαρβερινό κώδικα 336 της Βατικάνειας βιβλιοθήκης.

Ας σημειωθεί, επίσης, ότι επί Ιουστινιανού εσημειώθη το πρώτο βήμα προς την, από μέρους της Πολιτείας, αναγνώριση της ιερολόγησης του Γάμου διά του  αχωρίστου συνδυασμού του πολιτικού γάμου και της ιερολογίας. Το έτος δε 893 διά της Νεαράς (δηλαδή διά της διατάξεως) 89 του  αυτοκράτορος Λέοντος του ΣΤ’, εκηρύχθη ο υπό της Εκκλησίας ευλογούμενος γάμος, ως μόνος νόμιμος. Για την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία η τελετουργία του εκκλησιαστικού Γάμου έλαβε Συνοδικώς την απόλυτη αποκλειστικότητά της το 1563, κατά την 24η συνεδρία της Συνόδου του Τριδέντου, όπου διεκηρύχθη ότι η εγκυρότης του Γάμου διασφαλίζεται του λοιπού από την παρουσία κληρικού και δύο μαρτύρων-παρανύμφων. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία απορρίπτει εντελώς τον Πολιτικό Γάμο, όχι μόνον για λόγους θεολογικούς, αλλά και για λόγους ιδεολογικούς, δεδομένου ότι η απαίτηση της Πολιτείας να αναγνωρισθεί εγκυρότητα Γάμου μετά από τελετή ενώπιον φορέως Δημοτικής Αρχής στο Δημαρχείο, είναι αποτέλεσμα των θρησκευτικών πολέμων στην Ευρώπη και δημιούργημα του Μεγάλου Ναπολέοντος (Ναπολεόντειος Νομικός Κώδικας). Αντιθέτως, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, ενώ επολέμησε τον Πολιτικό Γάμο και εξαπέλυσε απειλές εναντίον αυτού,  όπως η μη κήδευση των τελεσάντων αυτόν, εν τούτοις αναγνωρίζει εν τοις πράγμασι  αυτόν ως Γάμον, αφού δεν τελεί Εκκλησιαστικό Γάμο, αποδεχομένη έτσι τριγαμία, μετά από τρεις προηγουμένους Πολιτικούς Γάμους, όπως σαφώς διαλαμβάνει η από 19-5-1982 υπ’ αριθμόν 2320 Εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, όπου διαβάζουμε: «Δεν παραλείπομεν να επιστήσωμεν την προσοχήν Υμών επί τελεσθέντος πολιτικού Γάμου και μη λυθέντος δια θανάτου ή διαζυγίου, όστις προσμετρείται ως νόμιμος προηγούμενος Γάμος, προς αποφυγήν ποινικών συνεπειών διά τε τους Επισκόπους και τους ιερολογούντας το Μυστήριον Κληρικούς».

Τέλος, δεν είναι άσκοπο να πούμε ότι κατά την Ορθόδοξη δογματική διδασκαλία και πράξη, ο τελετουργός Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος είναι ο τελών το Μυστήριον του Γάμου, διά της υπ’ αυτού διδομένης και δι’ αυτού καταπεμπομένης θείας ευλογίας (παθητική πράξη). Κατά την Ρωμαιοκαθολική όμως δογματική διδασκαλία και πράξη, το ζεύγος είναι το τελούν το μυστήριον, διά της επισήμου ενώπιον της Εκκλησίας διαβεβαιώσεως της αγάπης των και της προθέσεως για κοινή πορεία ζωής. Η επίδοση των δακτυλίων είναι υπόθεσις του ζεύγους (ενεργητική πράξη). Η παρουσία του τελετουργού περιορίζεται στην επευλόγηση της πράξεως. Η κρατούσα αυτή τάξη, έτυχε διαφοροποίησεων, δια της αναθεωρήσεως του τυπικού του Γάμου το έτος 1990 από τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β΄. Η νυμφική ευλογία προβάλλεται πλέον εμφαντικώτερα, διδομένη διά της εκτάσεως των χειρών του κληρικού πάνω από τις κεφαλές των συζύγων. Η τέλεση δε του Γάμου άνευ Ευχαριστίας ανατίθεται πλέον και σε διακόνους, επιβεβαιουμένου πανηγυρικώς του δευτερεύοντος ρόλου του τελετουργού στο Μυστήριο.

Άλλος λόγος, που εξηγεί την αναγνώριση από μέρους του Πάπα, του τέταρτου γάμου του Λέοντος, είναι το γεγονός ότι ο Ρώμης εθεώρησε πως είχε χρυσή ευκαιρία για την ανάμειξή του στα πράγματα της Ανατολής. Μην λησμονούμε πως ήταν νωπή στη μνήμη της Δύσεως η καθαίρεση του Πάπα Νικολάου Α’ από την, επί Ιερού Φωτίου, Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του 867, για αντικανονική επέμβαση στην Βουλγαρία, απ’ όπου εξεδιώχθησαν οι ιεραπόστολοι της Κωνσταντινουπόλεως, και εισήχθησαν εκεί τα ρωμαϊκά έθιμα και το Filioque. Επιπροσθέτως, η αποστροφή των Παπών της εποχής εκείνης προς το πρόσωπο του Ιερού Φωτίου, ο οποίος πιθανότατα υπήρξε διδάσκαλος του, εκ Κωνσταντινουπόλεως καταγομένου Αγίου Πέτρου Άργους [5], ασφαλώς δεν καθιστούσε συμπαθή στα μάτια τους και τον ανεψιό του Ιερού Φωτίου, δηλαδή τον Πατριάρχη Νικόλαο Μυστικό.

Στην εποχή εκείνη του Αγίου Πέτρου Άργους, οι επιδρομές του Βουλγάρων σε Ελλαδικές επαρχίες συνιστούσαν μείζον πρόβλημα. Τόσο μεγάλο ήταν το πρόβλημα, ώστε στο εγκώμιόν του εις τους Αγίους ενδόξους και θαυματουργούς Αναργύρους Κοσμάν και Δαμιανόν, ακόμη και ο Άγιος Πέτρος Άργους παρακαλεί τους εγκωμιαζομένους Αγίους: «μη επί πλέον αίρεσθαι την Σκυθικήν οφρύν… εάσητε καθ’ ημών». Δηλαδή, να μην αφήσετε άλλο πλέον να φέρονται εναντίον μας με αυθάδεια οι Βούλγαροι. Η πολιτική, λοιπόν, επιθυμία να εξομαλυνθούν οι σχέσεις του Βουλγάρου ηγεμόνος Συμεών με την αυτοκρατορία, ανάγκασε τον ασθενή και ετοιμοθάνατο Λέοντα να επαναφέρει τον Νικόλαο στον πατριαρχικό θρόνο το έτος 912, αναθέτοντάς του τους λεπτούς διπλωματικούς χειρισμούς με τους Βουλγάρους, δεδομένου ότι ο Συμεών ήταν συμμαθητής και επιστήθιος φίλος του πατριάρχη Νικολάου. Τα πολιτικά και διπλωματικά ζητήματα μονοπώλησαν το ενδιαφέρον του Νικολάου και μόλις το 920 μπόρεσε να ασχοληθεί και πάλι με το εκκρεμές θέμα της τετραγαμίας του νεκρού πλέον Λέοντος ΣΤ’. Έτσι, συνεκάλεσε Σύνοδο το 920 στην Κωνσταντινούπολη (ορισμένοι ιστορικοί θεωρούν ότι ήταν απλή συνοδική συνέλευση), όπου ανεγνωρίσθη «κατ’ οικονομίαν» ο τέταρτος γάμος του Λέοντος και απεφασίσθη ότι «από του παρόντος έτους… τέταρτον γάμον μηδενί τολμάσθαι, αλλ’ είναι απόβλητον παντελώς» [6]. Επίσης, αναθεματίσθησαν τόσον οι «συκοφαντούντες την αγίαν εκκλησίαν, ότι τετραγαμίαν εδέξατο, χάριν της ευδοκία Θεού γεγενημένης οικονομίας», όσον και οι «εν καταφρονήσει τιθέμενοι τους ιερούς και θείους κανόνας των ιερών πατέρων, οι και την αγίαν εκκλησίαν υπερείδουσι και όλην την χριστιανικήν πολιτείαν κοσμούντες, προς θείαν οδηγούσιν ευσέβειαν» [7]. Η εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδος του 920 επιβεβαίωσε με αυτόν τον τρόπο την αντικανονικότητα της πολυγαμίας, που ήδη είχε ρυθμιστεί, τόσο με τον 3ο Κανόνα της εν Νεοκαισαρεία περί το 315 Συνόδου, όσο και με τον 4ο και με τον 5ο Κανόνα του Μεγάλου Βασιλείου, όπου σαφώς ακόμη και οι τρίτου βαθμού γάμοι χαρακτηρίζονται «ρυπάσματα της Εκκλησίας… της ανειμένης (δηλαδή, της αχαλίνωτης) πορνείας όμως αιρετώτερα» [8]. Σημειωθήτω ότι οι προαναφερθέντες ιεροί Κανόνες επεκυρώθησαν διά του 2ου Κανόνος της εν Κωνσταντινουπόλει κατά το 691 Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου. Η Σύνοδος του 920, μέλος της οποίας υπήρξε ο Άγιος Πέτρος Άργους, συνέταξε και υπέγραψε και τον περίφημο «Τόμον Ενώσεως», της ειρηνεύσεως δηλαδή των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως επί του θέματος τούτου, της διαστάσεως αποδοθείσης «εις την του πονηρού στασιώδη κακίαν, την το ιερόν της Εκκλησίας διαταράττουσα πλήρωμα», όπως διαβάζουμε στην Συλλογή Συνοδικών Αποφάσεων Mansi [9]. Τον «Τόμον Ενώσεως» υπέγραψαν στα πλαίσια ειδικής Συνοδικής συνεδρίας το επόμενο έτος, 921, λόγω καθυστερημένης αφίξεως και οι αντιπρόσωποι του Πάπα Ιωάννου Ι’.

 

Ο τσάρος Συμεών Α΄ ο Μέγας της Βουλγαρίας προ των πυλών της Κωνσταντινουπόλεως και ο Πατριάρχης Νικόλαος Α΄ ο Μυστικός.

Ο τσάρος Συμεών Α΄ ο Μέγας της Βουλγαρίας προ των πυλών της Κωνσταντινουπόλεως και ο Πατριάρχης Νικόλαος Α΄ ο Μυστικός.

 

 Η πιθανή μαθητεία του εκ Κωνσταντινουπόλεως καταγομένου Αγίου Πέτρου Επισκόπου Άργους παρά τους πόδας του ιερού Φωτίου, η συγγενική σχέση του Πατριάρχη Νικολάου του Μυστικού προς τον ιερόν Φώτιον, το γεγονός ότι ο Πατριάρχης Νικόλαος είχε παλαιότερα προτείνει τον Άγιον Πέτρον για τη Μητρόπολη Κορίνθου, την οποία αρνουμένου του Πέτρου ανέλαβε ο αυτάδελφός του Παύλος, καθώς και η εκ μέρους του Πατριάρχου Νικολάου του Μυστικού, εκλεκτική συμπερίληψη του Αγίου Πέτρου μεταξύ των Επισκόπων των κληθέντων να μετάσχουν στην εν θέματι Σύνοδον, η οποία δεν ήταν η συνήθης για την Κωνσταντινούπολη ενδημούσα αλλά διευρυμένη, όλα αυτά μας επιτρέπουν να εικάσουμε ότι ο εκ Κωνσταντινουπόλεως καταγόμενος Άγιος Πέτρος Άργους συνεδέετο πνευματικά με τον Πατριάρχη Νικόλαο ως ανήκοντες αμφότεροι στην τάξη των Φωτιανών.

Έτσι, με τη Σύνοδο του 920 εις την οποία μετέσχε ο Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους ως Σύνεδρο Μέλος αυτής, εθεραπεύθη προς στιγμήν το τραύμα του σχίσματος της Εκκλησίας. Αξιοσημείωτη είναι η έκφραση ικανοποιήσεως του Πατριάρχη Νικολάου Α’ του Μυστικού για την υιοθέτηση και από τους παπικούς αντιπροσώπους των συνοδικώς πλέον θεμελιωμένων θέσεων της Ανατολικής Εκκλησίας, όταν γράφει σε επιστολή του: «χάριτι Θεού τα ενταύθα καταλαβόντες (οι αντιπρόσωποι), ει τι σκάνδαλον εκ του τετάρτου γάμου εν τη Εκκλησία συμβέβηκε, τούτο μετά της ημών ταπεινώσεως τω αναθέματι παραδεδώκασι και πάντα όσα εδείτο θεραπείας έτυχε της οφειλομένης ιάσεως, και λοιπόν κοινή τοις αχράντοις υπηρετήσαμεν μυστηρίοις και της κοινωνίας αυτών μετέσχομεν και του αγιασμού και γέγονε λοιπόν η Ρωμαίων και η Κωνσταντινουπολιτών Εκκλησία μιας συμπνοίας και ομονοίας» [10].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] V. Grumel, Les regestes des actes du patriarcat de Constantinople τομ. Ι. Les actes des patriarches τευχ. ΙΙ –ΙΙΙ. Les regestes de 715 a 1206. Deuxieme edition revue et corrigee par J. Darrouzes, Παρίσι 1989², αρ 714 (666).

[2] Τάσου Γριτσοπούλου, Η Εκκλησία της Πελοποννήσου μετά την Άλωσιν, εν Πελοποννησιακά, τομ. ΙΖ , σελ. 96-97.

[3] Νέον Εκλόγιον, σελ. 185.

[4] Νικολάου Μυστικού, Επιστολή 32, P.G. 111, 197.

[5] Κων. Κυριακοπούλου, Αγίου Πέτρου Επισκόπου Άργους βίος και λόγοι, Εν Αθήναις 1976, σελ. 106

[6] Τόμος Ενώσεως, J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum nova et amplissima collectio, τ. 17Α.

[7] Συνοδικές αποφάσεις, Mansi, τ. 17Α.

[8] ν’  Κανών του Μ. Βασιλείου.

[9] ένθ. ανωτέρω.

[10] P.G. 111, 180.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η Ιερά Μονή της Παναγίας Γυμνού (Φαρμακά)


 

Βρίσκεται ανάμεσα στα απότομα βράχια της νότιας πλευράς του βουνού Φαρμακά σε υψόμετρο 1110 μέτρων και απέχει 12 χλμ. από τα ερείπια του Παλαιού Γυμνού, 13 χλμ, από το σημερινό Γυμνό, 27 χλμ. από τη Νεμέα και 40 χλμ, από το Άργος διαμέσου του χωριού Στέρνας, μέσα σε μικρό σπήλαιο και επονομάζεται «Η Κοίμησις της Θεοτόκου». Πήρε το όνομα από το βουνό Φαρμακάς, που έχει ύψος 1615 μέτρα, στο οποίο φυτρώνουν φαρμακευτικά βότανα. Το Γυμνό είναι κτισμένο σε πλαγιά με θαυμάσια αμφιθεατρική διάταξη και είχε κατά την απογραφή του 2001 κατοίκους 470. Από το 1834 – 1840 αποτελούσε το δήμο Γυμνού με 61 οικογένειες, 330 κατοίκους και Δήμαρχο τον Κ. Σταματέλο. Από το 1840 – 1912 άνηκε στον τέως δήμο Αλέας. Από το 1912 – 1998 αποτελούσε μαζί με την Τσιρίστρα την Κοινότητα Γυμνού, από 1999-2010 άνηκε στο δήμο Λυρκείας και σήμερα ανήκει στον υπερδήμο Άργους – Μυκηνών.

Ι. Μονή Παναγίας Γυμνού (Φαρμακά)

Ι. Μονή Παναγίας Γυμνού (Φαρμακά)

Ο Ναός προς τιμήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο μεγαλύτερο μέρος του βρίσκεται χωμένος μέσα στο βουνό, σε φυσικό σπήλαιο και είναι χωρισμένος σε τρία μέρη: τον Πρόναο, τον κυρίως ναό και το Ιερό Βήμα. Η Αγία Τράπεζα δεν είναι χωριστή, αλλά σκαλιστή μέσα στο βράχο, σαν κατακόμβη. Το τέμπλο είναι παλαιό και μαυρισμένο από τους καπνούς, αλλά οι γύρω τοίχοι ασβεστωμένοι.

Μια ντόπια παράδοση τοποθετεί την ίδρυση της μονής στα μέσα του 13ου αιώνα (το έτος 1246) χωρίς να μπορούμε να τη δεχτούμε σαν αληθινή, αλλά ούτε και να την απορρίψουμε.

Όσοι μέχρι σήμερα ασχολήθηκαν με την Μονή:

  1. Ο μακαριστός Χρυσόστομος ο Β’ Μητροπολίτης Αργολίδας (Αι Ιεραί Μοναί Αργολίδας, Χριστιανική Εστία Άργους, 1961).
  2. Γ. Παπασταύρου: (Οδοιπορικό στους Ιερούς χώρους της Αργολίδας, Πάτρα 1984).
  3. Εμμανουήλ Δ, Παυλίδης: (Σπήλαια και βυζαντινές αρχαιότητες, Πελοποννησιακά, Παράρτημα 23. Πρακτικά Γ’ Τοπικού Συνεδρίου Κο­ρινθιακών Ερευνών. Αθήναι 1999 σ. 420).
  4. Παναγιώτα Κωνσταντοπούλου-Δωρή: (Η Πολυώνυμος Δέσποινα και τα επώνυμα προσκυνήματά της, Προσωνυμίαι, Τόμος 4ος Πελοπόννησος , Αθήναι 2002 σ. 93-94), και
  5. Ο αείμνηστος συνάδελφος και λογοτέχνης (Ορνεάτης) από το Γυμνό Γιάννης Καραργύρης: Το μοναστήρι της Παναγίας του Φαρμακά, Αθήνα 1995, αναφέρουν, ότι καμμία πηγή δε βρέθηκε και όσα δημοσίευσαν τα στηρίζουν στην παράδοση.

Από έρευνά μας όμως στα Γ.Α.Κ. βρήκαμε τις παρακάτω πηγές σχετικά μ’ αυτή, τις οποίες για πρώτη φορά ανακοινώνουμε.

Κάποιος Ιερομόναχος Ιωακείμ με άλλους επτά μοναχούς κατέφυγαν το 1821 στο χωριό Γυμνό, για να γλυτώσουν την οργή των Τούρκων από την I. Μ. Ξενοφώντος του Αγίου Όρους μεταφέροντες όσα πράγματα μπορούσαν. Επειδή ο Ιωακείμ πέθανε πριν ένα χρόνο (το έτος 1823) και ξένοι άνθρωποι εσφετερίστηκαν τα πράγματά του, ζήτησαν στις 31.8.1824 από το Υπουργείο της Θρησκείας να τους αποσταλεί όλη η περιουσία του μακαρίτη.

 Προς το Σεβαστόν Υπουργείον της θρησκείας.

Ιωακείμ τις ιερομόναχος εκ του Ιερού Κοινοβίου της εν Αγίω Όρει Μονής Ξενοφώντος επί της ελεεινής αναδουλώσεως του Αγιωνύμου Όρους καταφυγών ενθάδε μ’ όσα εδυνήθη να συμπαραλάβη πράγματα του Μοναστηρίου και κατοικήσας εις χωρίον Κορίνθου Γυμνόν, εμακαρίσθη προ έτους. Ημείς οι συγκοινοβιάται του εν όσω έζη ο μακαρίτης, δεν τον εζητήσαμεν τίποτε, αφ’ όσα είχον, ως κοινά, σεβόμενοι την ηλικίαν και τον χαρακτήρα του. Τώρα δε επειδή επληροφορήθημεν, ότι απέθανε και ότι άνθρωποι ξένοι και κοσμικοί εσφεστερίσθησαν τα πράγματά του. Άλλα μεν ο Άγιος Κορίνθου, άλλα δε οι Γύμνιοι και ημείς ευρισκόμεθα επί ξύλου κρεμάμενοι, ένθα κακείσε περιφερόμενοι ενδεείς, ανάπηροι και του επιου­σίου άρτου υστερημένοι, τινές δε και ασθενείς, παρακαλούμεν θερμώς και μετά δακρύων το Σ. τούτο υπουργείον, να στείλη έντονον και δραστήριον Διαταγήν εις τους ειρημένους, άμα δε και επίτιμον εκκλησιαστικόν κατ’ εκείνων, οίτινες ήθελον εθελοκακήσωσι, να αποστείλωσιν ενθάδε την περιουσίαν όλην του μακαρίτου, της οποίας, καθόσον ενεθυμήθημεν και όσον επληροφορήθημεν εμπερικλείομεν κατάστιχον δια να παρηγορηθή η ακαμάχητος ανάγκη και αφόρητος ένδειά μας. Όντες δε βέβαιοι δια τας φιλοδικαίους φιλάνθρωπους πράξεις και θερμουργούς ενεργείας του υπουργείου, μένομεν μόλον το ανήκον σέβας[1].

Τη 31 Αυγούστου 1824 εν Ναυπλίω

Οι πρώην κοινοβιάται εν τη Μονή Ξενοφώντος του εν τω Αγιωνύμω Όρει και πατριώται: Ιγνάτιος Συμειών Κεσαρεύς, Διονύσιος μοναχός Βούλγαρης, Τρύφων μοναχός Ρουμελγιότης, Αγάπιος Γιοργόπουλος Κουτσοποδιότις, Δαμιανός Κριτηκός, Δαμασκηνός Πελοπονήσιος και Γριγόριος Ζαγουρέος.

 

Ο Ιερομόναχος Κύριλλος Τρεχάκης από τη Χίο για να αποφύγει τη σφαγή των Τούρκων αναχώρησε από τη Χίο και ήρθε το 1822 με τον εικοσαετή αδελφό του Νικόλαο στον ιερό χώρο της Μονής Φαρμακά. Στις 27.9.1828 απέστειλε στον Έκτακτο Επίτροπο Αργολίδας τον παρακάτω κατάλογο καταγραφής της περιουσίας της μονής. [2]

Προς τον Σ. Έκτακτον Επίτροπον της Αργολίδος

Έλαβον την υπ’ αριθ.1741 διαταγήν της Επιτροπείας ταύτης. Λαμβάνω την τιμήν του να εξιστορήσω την αλήθειαν. Εγώ είμαι Χίος. Μετά την καταστροφήν της Χίου κατέφυγον εις Πελοπόννησον καθώς και Χίων πολλοί, μετά και τίνος αυταδελφού μου εικοσαετούς. Ευρέθη το μονήδριον τούτο εις το οποίο καθησύχασα μετά του αδελφού μου, μετά του οποίου και ενός οναρίου ζώμεν περιφερόμενοι καθημέραν από τα ελέη. Εκείνα όσα του μονηδρίου τούτου, ιδού τα κατέγραψα εις ιδιαίτερα όσα γνωρίζω έως ώδε. Αν είναι και περισσότερα ή και γράμματα οι κάτοικοι Γυμνού έπεται να τα γνωρίζωσιν. Εγώ δε παρακαλώ, αν ορίζη η Κυβέρνησις να μ’ αφήση να τρέφωμαι ως καταδεδιωγμένος εκ της Χίου και πάροικον εδώ, έως ου οικονομήση ο Κύριος την αποικίαν μου εις την πατρίδα μου. Μένω μ’ όλον το σέβας ή να με οδήγηση που να τρέφωμαι.

Τη 27 Σεπτ: 1828 εκ Γυμνού. Ο Ευπειθής ( Τ. Υ.) Κύριλλος Ιερομόναχος.

 

Κατά την υπ’ αριθ. 1741 καταγράψω την κατάστασιν του ιερού καταστηματίου του κατά το χωρίον Γυμνόν.

Έχει γην στρεμμάτων δέκα 10 περί το μοναστήριον. Αφιέρωμα παλαιόν του ποτέ Γερομήτρου Γυμνοΐτου και άλλων. Έχει γην στρεμμάτων δύο 2 εις την Χιλιομοδούν πλησίον του μοναστηρίου, αφιέρωμα περσινόν της Αικατερίνης Γυμνοϊτίσσης.

Είχεν γήν δύο ζενγαρίων μ’ αχούρι και εκκλησίαν. Τα κατεκυρίευσαν οι Οθωμανοί. Μετά την Επανάστασιν τα έλαβεν ο Νικόλαος Αγγελοκαστρίτης υπό την εξουσίαν του και έκτοτε τα σπείρει λέγων ότι τα ηγόρασεν από το Έθνος. Έχει σφακτά τριάκοντα και οκτώ αυθεντικά εις υπό την εξουσίαν των εγχωρίων και λαμβάνει το μοναστήρι κατ’ έτος δεκαεννέα και ήμισυ σφακτά. Είναι όμως τα σφακτά πενήντα οκτώ. Έχει ελαίας ρίζας εξ 6 εις τον Ζαμπύργον. Είναι όμως οκτώ αφιέρωμα του Γερομήτρου Γυμνοΐτου.

Ιερά σκεύη: Έχει άγια λείψανα τμήματα τέσσερα εκ των του Αγίου Όρους, άπερ έμειναν αφιέρωμα εκ τίνος Ιωακείμ αποθανόντος εδώ. Κανδήλας έμπροσθεν των αγίων εικόνων ασημένιας δύο, το μεν ως δράμια τριάκοντα, το δε ως είκοσι.

Οι έν αυτώ συνασκούμενοι: Ιερομόναχος Κύριλλος μετά του αδελφού του ως είκοσι χρόνων και μετά ενός οναρίου, οίτινες περιφερόμενοι συνάζουσι τα αναγκαία εξ ελέους των χριστιανών.

Τη 27 Σεπτ. 1828 εκ μονής Γυμνον. Ο ευπειθής (Τ.Υ.) Κύριλλος Ιερομόναχος.

Στο Κατάστιχο των μοναστηριών της Πελοποννήσου με ημερομηνία 1η Φεβρουαρίου 1829 που συνέταξε η Εκκλησιαστική Επιτροπή (Μητροπο­λίτης Τριπόλεως Δανιήλ και οι Επίσκοποι Ταλαντίου Νεόφυτος και Ανδρούσης Ιωσήφ) το τρίμηνο Φεβρουαρίου – Απριλίου 1829 αναγράφεται: [3]

 …4. Μονήδριον τον Γυμνού έπ’ ονόματι της Θεοτόκου, κατά του Αγίου Γεωργίου.

Ιερά σκεύη: 1 ευαγγέλιον – 1 δισκοπότηρον αργυρούν και τα αναγκαία βιβλία. Κτήματα:

Χωράφια ξερικά στρέμ. 10 – ελαιόδενδρα 7. Ζώα: 45 αιγίδια και ουδέν άλλο. Ευρίσκεται χωρίς καλογήρους.

Ο Κύριλλος Τρεχάκης με τον αδελφό του έφυγαν, γιατί διορίστηκε εφημέριος Μαλανδρενίου – Στέρνας Άργους. Το 1840 επέστρεψε στη Χίο, όπου απεβίωσε στις 22.3.1863. [4]

Σήμερα στο ανώφλι της εισόδου του μοναστηριού υπάρχει επιγραφή, που γράφει με κεφαλαία γράμματα 1827 ΕΝ ΜΗΝΙ ΜΑΪΩ Κ. Ρ. Κατά τον Καραργύρη τα αρχικά K.P. σήμαιναν το όνομα Κύριλλος.

Επίσης ήταν έρημο στις 9.4.1834, όπως αναφέρεται σε ονομαστικό κατάλογο των μοναχών της Επισκοπής Κορίνθου. [5] Στην απογραφή του έτους 1907 αναφέρεται ότι η μονή είχε έναν μοναχό.

Ι. Μονή Παναγίας Γυμνού (Φαρμακά)

Ι. Μονή Παναγίας Γυμνού (Φαρμακά)

Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του Ιερού Ναού «Αγία Τριάς» Γυμνού (Παν. Κ. Βαρελάς Πρόεδρος, Σπυρίδων Ιερεύς Φιλιππόπουλος, Θεόδωρος Καραργύρης, Αθαν. Γρόσιος και Κων/νος Δημάκης μέλη) με το 8/14.9.1912 πρακτικό του αποφάσισε, ότι το ενοίκιο των ενοικιασθέντων για μια τετραετία αγρών στις θέσεις: Αγίου Γεωργίου, Κοδέλας, Κουργιαλού, Τετελέκου, Καμάρας, Συκόριζας καθώς και το οίκημα του ελαιοτριβείου Αγίου Ιωάννου θα περιέλθει στο ταμείο του Ιερού Ναού, το δε ενοίκιο των αγρών στη θέση Χιλιομοδού «να δοθή εις τον μοναχόν Κωνσταντίνον Ασημακόπουλον, όστις διαμένει εν τω μονηδρίω. Η Κοίμησις της Θεοτόκου εις το οποίον και οι αγροί της θέσεως Χιλιομοδού ανήκουσιν πρός συντήρησιν αυτού». [6]

Όπως φαίνεται σε έγγραφο της I. Μητρόπολης Αργολίδος ο Ενοριακός Ναός Γυμνού κατείχε μεταξύ των άλλων ακινήτων το έτος 1920 αγρούς 100 στρεμμάτων στη θέση Χιλιομοδού, τους οποίους νοίκιαζε και με το ενοίκιό τους φρόντιζε για τη συντήρηση του μοναχού Κων/νου Ασημακόπουλου, ο οποίος, όπως θυμούνται οι ηλικιωμένοι του χωριού μόναζε μέχρι το έτος 1940.

Κυρίως Ναός Ι. Μονής Παναγίας Γυμνού (Φαρμακά)

Κυρίως Ναός Ι. Μονής Παναγίας Γυμνού (Φαρμακά)

Ο Καραργύρης αναφέρει, ότι κατά την παράδοση στα χρόνια της Τουρκοκρατίας το μοναστήρι ήταν το ασφαλές καταφύγιο των κυνηγημένων ραγιάδων της περιοχής, όπου έβρισκαν στέγη, τροφή και προπάντων ασφάλεια, λόγω του δυσπρόσιτου του εδάφους και του φόβου των Τούρκων να φθάσουν ως τα λημέρια των Κλεφτών. Κατά τις περιόδους αυτές η μικρή εκκλησία μεταβάλλονταν σε σχολείο, όπου τα κυνηγημένα Ελληνόπουλα διδάσκονταν ανάγνωση και γραφή, κάτω από τη σκέπη της Παναγίας.

Κατά την περίοδο της Επανάστασης του 1821, ήταν το ορμητήριο των Κλεφτών και αρματωλών εναντίον των Τούρκων.

Στα χρόνια της Ιταλογερμανικής Κατοχής χρησιμοποιήθηκε από αντιστασιακή ομάδα Άγγλων σαμποτέρ υπό το λοχαγό Φρέυζερ (FRAZER), ως κρησφύγετο και αποθήκη πυρομαχικών και έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην οργάνωση και συγκρότηση των δυνάμεων του λαού μας κατά του εχθρού.

Σήμερα το μοναστήρι συνδέεται με αμαξιτό χωματόδρομο μήκους 13 χλμ. από το Γυμνό, ο οποίος διατηρείται σε καλή κατάσταση λόγω των πολλών επισκεπτών του ορεινού συγκροτήματος και των Παιδικών Κατασκηνώσεων του δήμου Άργους στη θέση «Άγια Παρασκευή», που λειτουργούσαν προ ετών.

Το μοναστήρι φροντίζει το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο Γυμνού, το οποίο στις 23 Αυγούστου τελεί ιερή πανήγυρη, όπου προσέρχεται πλήθος πιστών από τα γειτονικά χωριά, για να προσκυνήσει τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας. Αυτή είναι μικρών διαστάσεων (20 περίπου εκατοστών) αργυρεπένδυτος. Φυλάσσεται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους στον Ενοριακό Ναό του Γυμνού και μεταφέρεται στη μονή μόνον κατά την ημέρα της εορτής. Σ’ αυτή η Θεοτόκος εικονίζεται αριστεροκρατούσα τον Χριστό, το περίγραμμα του προσώπου της είναι λεπτότατης τέχνης.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] ΓΑΚ Υπουργείο Θρησκείας Φ.5 έγγρ. 260

[2] ΓΑΚ Γενική Γραμματεία Φ 132 έγγρ. 6 και 7.

[3] ΓΑΚ ΥΕΔΕ Φ 19 Κατάστιχον 031.

[4] Χρυσόστομος Β. Μητροπολίτης Αργολίδος «Εκκλησία Άργους και Ναυπλίου από της συστάσεως μέχρι σήμερα», τεύχος Β’. Αι ιεραί Μοναί, Χριστιανική Εστία Άργους, 1961.

[5] Α.Ι.Σ. Κορίνθου Φ Γενικά Μοναστηριακά 1834 – 1915.

[6] ΓΑΚ Υπουργείο Παιδείας Φ 439.

 

Ζωή Ξεν. Ηλία

Δασκάλα

Πρακτικά 2ου Συνεδρίου Κορινθιακών Σπουδών, «Ιστορικά Κορινθιακά Μοναστήρια», Κόρινθος 7-9 Οκτωβρίου 2011.  Κέντρο Ιστορικών και Λαογραφικών Σπουδών, Ανάτυπον, Κόρινθος, 2014.

 

Read Full Post »

Μονή Αγίου Μερκουρίου Λυγουριού


 

Η Μονή του Αγίου Μερκουρίου. Φωτογραφία: Σαραντάκης Πέτρος. Δημοσιεύεται στο «Αργολίδα – Οι Εκκλησίες και τα Μοναστήρια της», Αθήνα, 2007.

Η Μονή του Αγίου Μερκουρίου. Φωτογραφία: Σαραντάκης Πέτρος. Δημοσιεύεται στο «Αργολίδα – Οι Εκκλησίες και τα Μοναστήρια της», Αθήνα, 2007.

Στα νότια του Λυγουριού, σε μια γαλήνια ρεματιά τριγυρισμένη από βουνά με πολλές σπηλιές, ψηλά δέντρα, ξυλοκερατιές, ελιές, μια γέρικη ψηλή βαλανιδιά, άσημη και λησμονημένη βρίσκε­ται η βασιλική του Αγίου Μερκουρίου, απομεινάρι παλιάς και μεγά­λης ανδρικής μονής που είναι έρημη από το 1835.

Αυτό που έχει διασωθεί σήμερα είναι το καθολικό της μονής, ερει­πωμένα κελιά και ένα νεότερο μι­κρό ισόγειο κτίσμα.

Το καθολικό είναι ένα μικρό εκ­κλησάκι στον τύπο της απλής βα­σιλικής με δίριχτη κεραμοσκέπαστη στέγη. Η τοιχοποιία του είναι η αργολιθοδομή. Ανατολικά υπάρχει η ημικυκλική αψίδα του ιερού μ’ ένα μικρό παράθυρο. Όλοι οι τοίχοι είναι ασβεστωμένοι. Ένα μικρό παράθυρο υπάρχει και στη Ν. πλευρά. Η τοξωτή θύρα εισόδου είναι στη Β. πλευρά.

Εσωτερικά ο ναός είναι ουσιαστι­κά μονόχωρος, αλλά ένα μεγάλο τόξο που στηρίζει τη στέγη του, ξεκινώντας από το δάπεδο και διαγράφοντας ημικύκλιο, φαίνε­ται να τον χωρίζει σε δύο ίσα μέ­ρη. Οι απολήξεις του τόξου είναι σύμφυτοι πεσσοί. Ολόκληρος ο ναός είναι εικονογραφημένος.

Καλύτερα διατηρημένες είναι οι τοιχογραφίες του ανατολικού τμήματος, κοντά στο ιερό. Όλες οι παραστάσεις περικλείονται σε τετράγωνα ή παραλληλόγραμμα πλαίσια κόκκινης και άσπρης ται­νίας. Διακρίνονται μορφές αγίων και χριστολογικές σκηνές, ενώ στην οροφή, πολύ αμυδρά, άλλες μορφές. Στην οροφή του δυτικού τμήματος, μέσα σε μεγάλο δίσκο, φαίνεται πως υπήρχε, ο Παντο­κράτορας με αγγέλους. Στο Δ. τμήμα οι τοίχοι από τη μέση και κάτω έχουν ασβεστωθεί.

Το δάπεδο στο Α. τμήμα δημιουρ­γεί δυο χαμηλά πεζούλια εκατέ­ρωθέν του. Το ιερό είναι εντελώς αποκομμένο από τον υπόλοιπο ναό, εξαιτίας του κτιστού τέ­μπλου που έχει δύο ημικυκλικές θύρες ασύμμετρα τοποθετημέ­νες. Μεταξύ αυτών των θυρών υπάρχει παράσταση της Παναγίας Βρεφοκρατούσας και δεξιά του Χριστού. Στις γωνίες άγγελοι και στο κάτω τμήμα του τέμπλου πτυ­­χωτά υφάσματα που κρέμονται.

Ανθέμια και κλαράκια βρίσκονται στο εσωτερικό τμήμα των παραστάδων των θυρών. Και στο πάνω τμήμα του τέμπλου οι δώδεκα απόστολοι, που ανάμεσά τους έχουν τον Χριστό και την Παναγιά. Κάποια υπολείμματα τοιχο­γραφιών (συλλειτουργούντες ιε­ράρχες κλπ.) διακρίνονται και στο χώρο του ιερού.

Η κτητορική επιγραφή δεν έχει διασωθεί. Έτσι ο ναός θα μπο­ρούσε να χρονολογηθεί περίπου στις αρχές της Τουρκοκρατίας.

Σε μικρή απόσταση ΒΔ. από το καθολικό υπάρχει ισόγειο σπιτάκι νεότερης κατασκευής Δίπλα υψώνονται τα ερείπια των κελιών της μονής από αργολιθοδομή, και πιο χαμηλά, κοντά στη ρεματιά, μια παλιά λιθόχτιστη κρήνη. Ο ιερομόναχος Φλαβιανός από την Άρτα υπήρξε το 1781 ηγού­μενος στον Άγ. Μερκούριο.

Ο ναός φαίνεται πως έχει λησμο­νηθεί απ’ όλους, με αποτέλεσμα να φθείρεται επικίνδυνα με το πέ­ρασμα του χρόνου. Οι θαυμάσιες τοιχογραφίες είναι σε άθλια κατά­σταση, μουχλιασμένες από την υγρασία και μαυρισμένες, αν δεν έχουν ήδη αποκολληθεί. Σε πολ­λά σημεία, όπως στο Δ. τμήμα, στο ιερό και στην οροφή του Α. τμή­ματος, μόλις διακρίνονται. Φυσι­κά η συντήρησή τους είναι μια κατεπείγουσα εργασία και οπωσ­δήποτε αναγκαία είναι μια γενικό­τερη συντήρηση και προστασία ολόκληρου του καθολικού, που κινδυνεύει να γκρεμιστεί. [ Σημείωση Βιβλιοθήκης: Τη δεκαετία του 1990 ο ναός ανακαινίστηκε και στερεώθηκε κυρίως στην τοιχοποιία και την κεραμοσκεπή].

Στο Λυγουριό έχουν διασωθεί πολλές παραδόσεις συνδεδεμέ­νες με το μοναστήρι στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Σ’ αυτά τα χρόνια αναφέρεται πως ο Τούρ­κος μπέης του χωριού με τους υποτακτικούς του πήγαινε πολύ συχνά στο μοναστήρι που ήταν στα όρια της κυριαρχίας του κι έπαιρνε τα τρόφιμα και ειδικά τα άλογα των καλογέρων, τα οποία κακομεταχειριζόταν πολύ. Οι κα­λόγεροι είχαν αγανακτήσει απ’ αυτή την καταλήστευση και κατα­πίεση, κι επειδή μάλιστα ο Άγιος δεν ανταποκρινόταν στις παρα­κλήσεις τους, τον απείλησαν ότι θα τον θυμιατήσουν με ρετσίνι και γκαβαλίνα γαϊδουρινή, αντί για λιβάνι.

Ο μπέης είχε μεγάλο πάθος με μια όμορφη Ελληνίδα από το γειτονι­κό χωριό Αδάμι, την Ατζιέλω, ή κατ’ άλλους Μάρω, και κάθε βρά­δυ έπαιρνε τ’ άλογό του κι έτρεχε μέσα στη νύχτα να πάει να τη βρει. Η επιρροή της Ατζιέλως πά­νω στον μπέη ήταν τόσο μεγάλη, που πέρασε σε μια τοπική παροι­μία. Όταν ήθελε κάποιος να πει πως έπρεπε σώνει και καλά να γί­νει κάτι έλεγε: «Εμ βέβαια, το ΄πε η Ατζιέλω από τ’ Αδάμι».

Οι καλόγεροι απαλλάχτηκαν ορι­στικά από τον κακό μπέη, όταν τον σκότωσε, με τη βοήθεια του Αγίου, το άλογό του ένα βράδυ, ενώ γύριζε από το Αδάμι στο Λυ­γουριό. Άλλοι βέβαια λένε πως ο Άγιος εμφανίστηκε στον ύπνο του μπέη, μέσα στο σπίτι της φί­λης του, και τον αποκεφάλισε με το σπαθί του.

 

Σοφία Σαρρή

Φιλόλογος – Αρχαιολόγος

 Περιοδικό «Αρχαιολογία», τεύχος 35, Ιούνιος, 1990.  

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία από την Αργολική Βιβλιοθήκη

  • Γιάννης Σαρρής – Νίκος Καλαματιανός – Βασίλης Μπιμπής, «Λυγουριού Ενορίες 1701-2013», Λυγουριό, 2014.
  • Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια / Πελοπόννησος», τόμος 1ος, Αθήνα, 1976.
  • Σαραντάκης Πέτρος, « Αργολίδα – Οι Εκκλησίες και τα Μοναστήρια της», Εκδόσεις Οιάτης, Αθήνα, 2007

 

 

Read Full Post »

Ο Παπά-Ευθύμ, η Ανακήρυξη «Τουρκορθόδοξης εκκλησιάς» και οι συνέπειες αυτής


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κυρίου Χρήστου Ι. Δρούγκα με θέμα:

«Ο Παπά-Ευθύμ, η Ανακήρυξη «Τουρκορθόδοξης εκκλησιάς» και οι συνέπειες αυτής».

 

Πρόλογος    

 

Η Τουρκία, από την εποχή της διακυβέρνησής της από τον Μουσταφά Κεμάλ, κατέβαλε πολλές προσπάθειες για την κατασκευή «Κοινότητας Ορθοδόξων Τούρκων» προκειμένου να ενταχθούν σ’ αυτήν οι πληθυσμοί της κεντρικής κυρίως Μ. Ασίας (Καππαδοκίας), οι οποίοι, ήσαν Ρωμηοί αλλά μιλούσαν την Τουρκική γλώσσα και ήσαν γνωστοί ως Καραμανλήδες. Όμως, όλες αυτές οι προσπάθειες των Κεμαλιστών, απέβησαν άκαρπες.

Στις ημέρες μας αναζωπυρώνονται οι κινήσεις γύρω από αυτή την πολιτική της Τουρκίας, που δεν έπαυσε να υπάρχει. Οι μηχανισμοί της γειτονικής χώρας πραγματοποίησαν στην πόλη Νίγδη – στις 3 Ιουνίου 2014 – επιστημονικό συνέδριο, με παράλληλη έκθεση φωτογραφιών, προκειμένου να αναγνωρισθούν, από επιστημονικής πλευράς, οι ισχυρισμοί των Τούρκων επιστημόνων περί των Καραμανλήδων ως τούρκικου φύλλου, (Συνέδριο στην Καππαδοκία για τους ορθόδοξους τούρκους !!) – εφημερίδα «Ανατολή», τεύχος Ιουνίου 2014.

Παπα-Ευθύμ Καραχισαρίδης

Παπα-Ευθύμ Καραχισαρίδης

Η προσπάθεια αυτή για την κατασκευή «Κοινότητας Ορθοδόξων Τούρκων» και της υιοθέτησης των Καραμανλήδων της Καππαδοκίας ως Τούρκων δεν είναι κάτι το νέο στην πολιτική της γειτονικής μας χώρας. Τέτοιες προσπάθειες έχουν γίνει και άλλες φορές κατά το παρελθόν, όπως προαναφέρθηκε. Η σοβαρότερη είναι εκείνη που έγινε κατά το πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα με τις «ευλογίες» του Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος βρήκε πρόθυμο σύμμαχο στην επιδίωξή του για τη δημιουργία μιάς «Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας» τον Έλληνα ιερέα – Πόντιο την καταγωγή που υπηρετούσε σε ενορία της Καππαδοκίας – Ευθύμιο Καραχισαρίδη, που έμεινε γνωστός ως «παπά-Ευθύμ».

Το σαθρό αυτό κατασκεύασμα των μηχανισμών της Κεμαλικής κυβέρνησης προσπάθησε να λειτουργήσει ως πολιορκητικός κριός για την άλωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και την διάλυση του ιστού του Γένους των Ρωμηών. Όμως το σύνολο – πλήν ολίγων – των τουρκόφωνων Καππαδοκών είχαν και εξακολουθούν να έχουν – Ρωμαίικη συνείδηση και δεν ακολούθησαν τον παπά – Ευθύμ στην τυχοδιωκτική του πολιτική με την ανακήρυξη « Αυτοκέφαλου Τουρκορθόδοξου Πατριαρχείου». Έτσι το κατασκεύασμα αυτό της συνεργασίας Κεμαλικής κυβέρνησης και εξωμότη Ευθυμίου Καραχισαρίδη, αφού δημιούργησε πολλές πληγές στο σώμα της Μ.τ.Χ. Εκκλησίας, δεν κατόρθωσε να σταθεί όρθιο και κατέρρευσε.

Σήμερα κάποιοι κύκλοι της Τουρκίας επανέρχονται και προσπαθούν να «βαπτίσουν» τους Ρωμηούς Καππαδόκες σε … «Ορθόδοξους Τούρκους»!! Είναι μία κίνηση η οποία δεν πρόκειται να αποδώσει καρπούς, επειδή οι Καραμανλήδες έχουν ανεπτυγμένο το αίσθημα της Ρωμαίικης καταγωγής των. Απόδειξη τούτου είναι η στάση των κατά την περίοδο της ανταλλαγής των πληθυσμών το 1924. Τότε, όλοι οι Καππαδόκες έκλεισαν τ’ αυτιά στους ήχους των σειρήνων του «παπά-Ευθύμ», που τους καλούσαν να προσχωρήσουν στο «Τουρκορθόδοξο Πατριαρχείο», ώστε να παραμείνουν στις πατρογονικές εστίες των. Προτίμησαν να ακολουθήσουν το δρόμο της σκληρής προσφυγιάς στην Ελλάδα από την άρνηση της Ρωμαίικης συνείδησής των και της παραμονής των στους κόλπους του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Η προσπάθεια της Κεμαλικής κυβέρνησης να ιδρύσει το προαναφερόμενο «Πατριαρχείο», καθώς και οι συνέπειες αυτού του γεγονότος, έχουν μεγάλο ιστορικό ενδιαφέρον. Πρέπει να μελετηθούν – ιδιαίτερα σήμερα – που οι διάφοροι μηχανισμοί στους κόλπους της Τουρκικής Δημοκρατίας καταβάλλουν προσπάθειες, ανάλογες με εκείνες της Κεμαλικής κυβέρνησης κατά την δεκαετία του 1920 και μετέπειτα.

 

Εισαγωγή

 

Σεβγκί Ερενερόλ

Σεβγκί Ερενερόλ

Το «ζήτημα παπά – Ευθύμ» και οι συνέπειες αυτού είναι σχεδόν άγνωστες στο μεγαλύτερο μέρος του Γένους των Ρωμηών. Οι περισσότεροι γνωρίζουν μόνον για «τις εκκλησίες του παπά – Ευθύμ στο Γαλατά» και, τα τελευταία χρόνια, για την εγγονή του παπα – Ευθύμ, Σεβγκί Ερενερόλ από την «υπόθεση Ergenecon».   Όπως είναι γνωστόν η Σεβγκί Ερενερόλ, μαζί με Στρατηγούς έ.ά του Στρατού, Αστυνομίας και Χωροφυλακής, Πανεπιστημιακούς, δικηγόρους, τον αρχηγό της νεολαίας των Γκρίζων Λύκων κ.ά, καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για συνωμοσία κατά της Τουρκικής Δημοκρατίας. Κέντρο της συνωμοσίας ήταν ένας από τούς Ναούς που κατακρατούν οι απόγονοι του παπά- Ευθύμ στο Γαλατά, αυτός της Παναγίας της Καφατιανής. Οι απόγονοι του παπά – Ευθύμ κατακρατούν, μέχρι και σήμερα, τους τρείς Ναούς του Γαλατά που απέσπασαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, μαζί με τα κτίσματα και τα εξαρτήματα αυτών. Για την παράνομη και άδικη αυτή κατακράτηση, το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει προσφύγει στα Δικαστήρια της Τουρκίας και αναμένει την κρίση των.

Για πληρέστερη κατανόηση των όσων συνέβησαν στην Μ. Ασία πριν από εκατό περίπου χρόνια, της προσωπικότητας και του χαρακτήρα του πρωταγωνιστού της άσχημης αυτής περιπέτειας, που βίωσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο και οι Εκκλησίες της Μ. Ασίας, είναι απαραίτητη η καταχώρηση δύο αποσπασμάτων από το βιβλίο του Μητροπολίτου Μύρων Δρος Χρυσοστόμου Καλαϊτζή «Ο ΔΙΑΒΟΗΤΟΣ ΠΑΠΑ-ΕΥΘΥΜ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΤ’ ΑΥΤΟΝ, 2013», όπου ο παπά – Ευθύμ σκιαγραφείται αριστοτεχνικά. Προηγουμένως ο συγγραφέας έχει διαχωρίσει τους ανθρώπους που «γράφουν ιστορία» σε εκείνους που είναι «καλοί και αγαθοί» και οι οποίοι, προσφέροντας υπηρεσίες στο Γένος, δόξασαν την καταγωγή τους και στους άλλους, οι οποίοι αποτελούν εξαίρεση – ευτυχώς λίγοι – και δεν φέρθηκαν καλά, σύμφωνα με τους κανόνες της ηθικής.

«[…] Ένας τέτοιος, αινιγματικός τύπος, «ανικανοποίητος» κατά τα κοινώς παραδεχούμενα, ήταν και ο υπό εξέταση, διαβόητος στην κυριολεξία της λέξης, παπά – Ευθύμ, που το πάθος του για την προϊσταμένη του αρχή τον οδήγησε σε πολλά και διάφορα άτοπα, απαρνηθείς και μη υπακούσας συνείδηση και καταγωγή, προσκόμισε μύρια όσα κακά στην Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, η οποία τώρα και ένα ολόκληρο, περίπου, αιώνα υφίσταται μεγάλα δεινά! Το να χαρακτηρίσουμε τον υπό εξέταση ως «προδότη» είναι λίγο και πολύ σχετικό, γιατί είναι κάτι περισσότερο από αυτό, μόνο που δεν υπάρχει στη γλώσσα μας κατάλληλη λέξη για να χαρακτηρισθεί».

«[…] Ένα άλλο σημείο που δεν πρέπει να μας διαφεύγει είναι ότι ο παπά – Ευθύμ ήταν ένας μεγάλος χρηματοθήρας! Δεν είχε ούτε πιστεύω ούτε ιδανικά. Ήταν ένας μεγάλος αγύρτης…. Το μάτι του ήταν στα χρήματα του Πατριαρχείου και σ’ αυτά απέβλεπαν και οι καταληψίες και οι καταλήψεις των Πατριαρχείων, αλλά και των Ναών του Γαλατά, απ’ όπου αντλούσε τα προς το ζείν και βύζαινε το αίμα της Ρωμιοσύνης, όπως η βδέλλα το αίμα των ζωντανών !…».

 

Ιστορικη αναδρομή των γεγονότων

 

Την περίοδο του πολέμου στη Μ. Ασία το 1919-1922 οι Τούρκοι εθνικιστές με επικεφαλής τον Μουσταφά Κεμάλ ίδρυσαν στην Καππαδοκία μία «Ανεξάρτητη Τουρκορθόδοξη Εκκλησία». Επιδίωξή τους ήταν να διασπάσουν την Ορθόδοξη Κοινότητα, στην οποία υπήρχαν και Χριστιανοί Τουρκικής καταγωγής, με απώτερο σκοπό να την αποσπάσουν από την ελληνική επιρροή. Της «εκκλησίας» αυτής ηγήθηκε ο παπά – Ευθύμ (papa Eftim), κατά κόσμον Παύλος Καραχισαρίδης ή Καραχισαρίογλου και αργότερα Ζεκί Ερενερόλ, ο οποίος γεννήθηκε στο Αγκτάγκ Μαντέν (Σαμπίν Καραχισάρ) του Πόντου.

Ο Παπα-Ευθύμ Καραχισαρίδης. Φωτογραφία του 1919.  Ο Παπα-Ευθύμ (κατά κόσμον Παύλος Καραχισαρίδης) πρωτοστάτησε στην προσπάθεια δημιουργίας αυτοκέφαλης τουρκορθόδοξης Εκκλησίας, σε σύγκρουση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο – το οποίο μετά το 1919 είχε ταχθεί πλέον καθαρά στο πλευρό του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού. Συνεργάστηκε στενά με τους κεμαλικούς και κατάφερε να σώσει αρκετά μέλη της κοινότητάς του από διωγμούς κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου. Αυτό φαίνεται ότι τον βοήθησε να πετύχει κάποια λαϊκή στήριξη για το εγχείρημά του, το οποίο πάντως με το τέλος του πολέμου δεν είχε πολλή τύχη.

Ο Παπα-Ευθύμ Καραχισαρίδης. Φωτογραφία του 1919. Ο Παπα-Ευθύμ (κατά κόσμον Παύλος Καραχισαρίδης) πρωτοστάτησε στην προσπάθεια δημιουργίας αυτοκέφαλης τουρκορθόδοξης Εκκλησίας, σε σύγκρουση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο – το οποίο μετά το 1919 είχε ταχθεί πλέον καθαρά στο πλευρό του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού. Συνεργάστηκε στενά με τους κεμαλικούς και κατάφερε να σώσει αρκετά μέλη της κοινότητάς του από διωγμούς κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου. Αυτό φαίνεται ότι τον βοήθησε να πετύχει κάποια λαϊκή στήριξη για το εγχείρημά του, το οποίο πάντως με το τέλος του πολέμου δεν είχε πολλή τύχη.

Ο Παύλος Καραχισαρίδης κατά τα έτη 1911-12 παρακολούθησε μαθήματα στην Εμπορική Σχολή της Άγκυρας. Μετά τις σπουδές του άνοιξε δικό του σαγματοποιείο, το οποίο έκλεισε με την οικονομική κρίση που ξέσπασε παραμονές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και εργάσθηκε ως υπάλληλος σε μεγάλη εταιρία παραγωγής υφασμάτων. Από το γάμο του με τη Μαρία Καλφόγλου απέκτησε τρείς κόρες και δύο γιούς. Το 1914 , για να μην επιστρατευθεί, κατέφυγε στην πατρίδα του, τον Πόντο και αργότερα πήγε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Εκεί, ζήτησε από τον Μητροπολίτη Νικόλαο Β’ (Σακκόπουλο) να χειροτονηθεί ιερέας. Πράγματι, χειροτονήθηκε ιερέας με το όνομα Ευθύμιος τον μήνα Μάρτιο 1918 και διορίσθηκε στην ενορία Κέσκιν, πόλη κοντά στην Άγκυρα, στη θέση του ιερέα Παναγιώτη Παπαδόπουλου, ο οποίος ασθένησε και ανεχώρησε για την Κωνσταντινούπολη.

Μετά τη Συνθήκη του Μούδρου, τον Οκτώβριο του 1918, που υπογράφηκε μετά την λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο παπά – Ευθύμ συμμετείχε στον Ελληνικό Σύλλογο της πόλης Κέσκιν.

Την εποχή εκείνη το Κεμαλικό Εθνικιστικό Κίνημα αναπτυσσόταν ραγδαία. Ο παπά – Ευθύμ κατάλαβε ότι θα είχε όφελος να προσεγγίσει ανθρώπους του Κεμαλικού Κινήματος. Έτσι, συνδέεται με τον βουλευτή Ανδριανούπολης Μεχμέτ Σερέφ και μία από τις πρώτες ενέργειές του ήταν η συγκέντρωση 1300 τουρκικών λιρών από τους προύχοντες της Κοινότητας. Το ποσό αυτό παρέδωσε στον έμπιστο του Κεμάλ Μουσταφά, τον Αλή Φουάτ.

Η επιστροφή στο Κέσκιν του π. Παναγιώτη Παπαδόπουλου και η διεκδίκηση της θέσης του αποτέλεσε καθοριστικό γεγονός για την περαιτέρω πορεία του παπά – Ευθύμ. Η Κοινότητα διχάσθηκε και το θέμα έφθασε, για την επίλυσή του, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο δικαίωσε τον ιερέα Παναγιώτη Παπαδόπουλο. Χολωμένος ο παπά – Ευθύμ από την απόφαση κατηγόρησε το Φανάρι και διέκοψε τη σχέση του με το Πατριαρχείο. Δεν έμεινε όμως στο γεγονός της διακοπής των σχέσεών του με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Εξανάγκασε τους Καππαδόκες, μεταξύ των οποίων είχε μεγάλη επιρροή, να εκλέξουν Κεμαλικό βουλευτή στις εκλογές που έγιναν, τον Ρεζά , ο οποίος ήταν από το Κέσκιν.

Επειδή όμως ο παπά – Ευθύμ έβλεπε ότι χάνεται το έδαφος κάτω από τα πόδια του, προσέτρεξε στην εκζήτηση βοήθειας από τον ίδιο τον Μουσταφά Κεμάλ. Έτσι, πήγε στην Άγκυρα και τον συνάντησε. Η συνάντηση αυτή με τον Κεμάλ γίνεται η απαρχή της συνεργασίας των, καθ’ όσον οι πρωτοβουλίες του «σαϊτάν-παπά», διαβολόπαπα, όπως τον αποκαλούσε ο Κεμάλ, τον ενδιέφεραν πολύ.

Η πρώτη αναφορά για την ίδρυση Αυτοκέφαλης Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας συναντάται το 1921 σε Κεμαλική εφημερίδα στην Άγκυρα. Πράγματι, την άνοιξη του 1921 άρχισαν οι πρώτες κινήσεις για την ίδρυση «Ανεξάρτητης Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας». Οι Κεμαλικοί σχεδίασαν τη σύγκλιση Εθνοσυνέλευσης Τ/Ορθοδόξων. Σ’ αυτήν ο παπά – Ευθύμ δεν έλαβε μέρος, λόγω μειωμένων προσόντων από πλευράς εκπαίδευσης, αλλά υποστηρίχθηκε σθεναρά από το Κεμαλικό Κίνημα και ιδιαίτερα από τον φίλο του Μεχμέτ Σερέφ. Υποστήριξη όμως είχε και από δυτικούς παράγοντες με επικεφαλής τον Φρανκλίν Μπουγιόν, μεσολαβητή της Γαλλίας στην Άγκυρα.

Την εποχή εκείνη εκλέγεται Οικουμενικός Πατριάρχης ο Μελέτιος ο Δ’ (Μεταξάκης), φίλος του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Ο Δημ. Μαυρόπουλος, Διευθυντής της Εφημερίδας των Αθηνών «Η Φωνή της Εκκλησίας», στο βιβλίο του «Πατριαρχικαί Σελίδες», Εν Αθήναις 1960, σχολιάζοντας την εκλογή του Μελετίου σημειώνει: «[…] Η Κυβέρνησις της Άγκύρας εν τω προσώπω του εκλεγέντος Μελετίου αντιμετώπισε την εκλογήν όχι ως εκλογή Θρησκευτικού Αρχηγού αλλά ως φανατικού οργάνου μιάς πολιτικής μερίδος [1], εις την οποίαν και απέδιδε την κυρίως υπαιτιότητα της επιδιωχθείσης καταλύσεως του Τουρκικού Κράτους. Ο Μουσταφά Κεμάλ εν ενί λόγω την εκλογήν ταύτην εθεώρησεν ως πρόκλησιν». Και συνεχίζει ο Δ. Μαυρόπουλος με την άποψιν «συνετών και αντικειμενικώς κρινόντων» οι οποίοι πίστευαν ότι «εάν εν Κωνσταντινουπόλει επεκράτουν μετριοπαθέστεραι και νηφαλιώτεραι σκέψεις μεταξύ των Ταγών της Εκκλησίας και των εκεί Βενιζελικών παραγόντων, εξελέγετο δε Οικουμενικός Πατριάρχης είς εκ των Ιεραρχών του Θρόνου, ως λ.χ. […] ή τέλος είς εκ των τότε Συνοδικών Μητροπολιτών, ασφαλώς η θέσις των εν Μ. Ασία ομογενών θα ήτο πολύ διάφορος, επαρκώς βελτιουμένη, οι δε πλείστοι των Κωνσταντινουπολιτών δεν θα κατεδικάζοντο εις αειφυγίαν εκ της πόλεως του Βύζαντος. […]».

Η απάντηση της Κεμαλικής Κυβερνήσεως εις «την πρόκλησιν» της εκλογής του Μελετίου ήταν άμεση. Με κρυπτογραφική διαταγή της Άγκυρας προς τους Νομάρχες της Τουρκίας, απαγορεύθηκε στους ζώντες στην Μ. Ασία Επισκόπους, ιερείς και εν γένει κληρικούς να μνημονεύουν το νέο Οικουμενικό Πατριάρχη στις εκκλησίες των. Απείθεια στην διαταγή αυτή θα θεωρείτο ως εσχάτη προδοσία με ανάλογες κυρώσεις.

Η μυστική αυτή διαταγή της Κεμαλικής Κυβέρνησης έδωσε αφορμή στον παπά – Ευθύμ, ο οποίος διέμενε στην Άγκυρα, να εκδηλώνει, αναφανδόν πλέον και με τρόπο θορυβώδη, αισθήματα πίστεως και αφοσιώσεως προς το καθεστώς του Κεμάλ.

Το Νοέμβριο 1921, με εγκύκλιό του γραμμένη στα τουρκικά, δήλωνε «Γενικός Επίτροπος των Τουρκορθοδόξων Χριστιανών» και έδινε εντολή στους ιερείς να αναπέμπονται δεήσεις στο τέλος των Λειτουργιών υπέρ της μακροημερεύσεως του Κεμάλ και της Κυβερνήσεως καθώς και υπέρ της επικρατήσεως του Εθνικού Όρκου (Μισάκ-ι-μιλλή). Αμέσως κάλεσε τις χριστιανικές Κοινότητες της Μ. Ασίας να στείλουν αντιπροσώπους στην Καισάρεια για την συγκρότηση «Ορθοδόξου Συμβουλίου». Πολλά χωριά ευθυγραμμίσθηκαν μαζί του, εκτός αυτών που ήσαν στα κατεχόμενα από τον Ελληνικό Στρατό εδάφη. Την 1η Μαΐου του έτους αυτού πάνω από 2.700 τουρκόφωνοι Ορθόδοξοι της Σαφράμπολης, δυτικά του Πόντου, με επικεφαλής 10 προκρίτους και τον ιερέα Γερμανό, ζήτησαν την ίδρυση «Αυτοκέφαλου Τουρκικού Πατριαρχείου». Μεταξύ των πιστών που έσπευσαν ήταν τουρκόφωνοι του Πόντου, γνωστοί ως Μπαφραλήδες, αρκετοί Λαζοί Χριστιανοί και πολλοί τουρκόφωνοι Χριστιανοί της Καππαδοκίας και του Ικονίου, γνωστοί ως Καραμανλήδες.

Για να έχει ο παπά – Ευθύμ την υποστήριξη των Κεμαλικών, προχώρησε σε μία σειρά «καλών χειρονομιών» προς το Κίνημα: α) διέψευσε τα εγκλήματά τους κατά των Χριστιανών, β) ζήτησε από τους ιερείς να αναπέμπονται δεήσεις για τον Μουσταφά Κεμάλ και γ) συγκέντρωνε χρήματα κατά τις περιοδείες του στην Καππαδοκία για την οικονομική ενίσχυση του Κινήματος των Κεμαλικών. Κατά την επιστροφή του στην Άγκυρα σύστησε «Γραφείο διεκπεραίωσης θεμάτων της μειονότητας». Από εκεί άρχισε η διαβόητη δράση του: α) έκλεισε 68 Ορθόδοξα Εκπαιδευτήρια, β) απαγόρευσε στους ιερείς να φέρουν άμφια εκτός του Ναού, γ) απαίτησε να μιλούν – όλοι – την τουρκική γλώσσα και να έχουν τουρκική υπηκοότητα και άλλα. Ακόμα προχώρησε στην έκδοση εντύπου με τον τίτλο: «Φωνή της Τουρκορθοδοξίας» και την Άνοιξη του 1922 συνεκάλεσε «Προσωρινή Επιτροπή» στην Καισάρεια. Εκεί, διόρισε α ν τ ι κ α ν ο ν ι κ ά ως Μητροπολίτη Καισαρείας τον, μέχρι τότε, Επίσκοπο Πατάρων Μελέτιο (Χρηστίδη) στη θέση του Μητροπολίτη Νικολάου Β’ (Σακκόπουλου), ο οποίος κατέφυγε στο Φανάρι.

Το τουρκορθόδοξο Πατριαρχείο.

Το τουρκορθόδοξο Πατριαρχείο.

Έτσι ο παπά – Ευθύμ απέκτησε την εμπιστοσύνη των Κεμαλικών, οι οποίοι με ικανοποίηση ενέκριναν αμέσως την ίδρυση της «Ανεξάρτητης Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας» . Σε ένδειξη δε της ικανοποίησής των αποφυλάκισαν 30 Καππαδόκες και επέτρεψαν την επιστροφή στα χωριά των 1.300 εξορίστων. Το «Συμβούλιον των Καππαδόκων», το οποίο συνήλθε το Καλοκαίρι 1922, διόρισε τον παπά – Ευθύμ Μέγα Οικονόμο με αρμοδιότητες διαμεσολαβητή μεταξύ Άγκυρας και Ορθοδόξων της Καππαδοκίας. Ο Μητροπολίτης Ικονίου Προκόπιος (Λαζαρίδης) διαφώνησε με όλες αυτές τις ενέργειες και τα πονηρά σχέδια του παπά – Ευθύμ. Οι Τούρκοι πίεζαν αφόρητα για την εφαρμογή των αποφάσεων του Συνεδρίου και για να αποφευχθεί οριστική ρήξη των Καππαδόκων με το Οικουμενικό Πατριαρχείο ανακηρύχθηκε, «Αυτοκέφαλο Πατριαρχείο» με επικεφαλής τον Προκόπιο. Απομονωμένος ο παπά – Ευθύμ από τους άλλους Καππαδόκες Ιεράρχες επέστρεψε στην Άγκυρα.

Μετά την κατάρρευση του Ελληνικού Μετώπου στην Μ. Ασία, ο παπά – Ευθύμ, κατά τις επαφές του με τουρκόφωνους Χριστιανούς, τους διαβεβαίωνε ότι, μέσα στους κόλπους της  «Ανεξάρτητης Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας» δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν. Όταν ξεκίνησε η διαδικασία ανταλλαγής των πληθυσμών έκανε πολλές προσπάθειες να πείσει την Τουρκική Κυβέρνηση να εξαιρέσει από την ανταλλαγή τους τουρκόφωνους Ορθοδόξους από τους Ελληνορθοδόξους. Μάταια, όμως. Ο ίδιος δεν διώχθηκε, ως ανταλλάξιμος, κάτι που συνιστούσε αναγνώριση της προσήλωσής του στον τουρκικό εθνικισμό και της προστασίας που του παρείχε ο ίδιος ο Κεμάλ Μουσταφά.

Η κατάσταση που δημιουργήθηκε στην Καππαδοκία με την αποδοχή, από μέρους του Προκοπίου, του τίτλου του «Πατριάρχου» και η ενδοτική στάση του Οικουμενικού Πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη – τον οποίο δεν ήθελε το Κεμαλικό Καθεστώς λόγω του φιλικού δεσμού του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο – κατά την Συνεδρία της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου της 14.1.1923, όπου εκδηλώθηκε η πρόθεση του Πατριάρχου Μελετίου να ενδώσει στην δύσκολη κατάσταση της Ανατολής, δημιούργησε αναταράξεις στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αποτέλεσμα αυτών ήταν να αναγκασθεί ο Πατριάρχης Μελέτιος να φύγει «με αναρρωτική άδεια» στις 10.7.1923 στο Άγιο Όρος, απ’ όπου στις 20.9.1923 έστειλε την παραίτησή Του από τον Οικουμενικό Θρόνο.

Κατά τη Συνεδρία της Αγίας και Ιεράς Συνόδου στις 2.10.1923, εις την οποία συζητιόταν το θέμα της αποδοχής ή όχι της παραίτησης του Πατριάρχου Μελετίου, γίνεται επέμβαση / έφοδος του παπά – Ευθύμ και των συνοδών του στο Φανάρι. Κατά την επέμβαση, όχι μόνον ασχημονούν και παραφέρονται, αλλά και επιμένουν να λάβουν μέρος στη Συνεδρία της Συνόδου. Η Σύνοδος προχώρησε στον ορισμό του Μητροπολίτου Καισαρείας Νικολάου ως Τοποτηρητού του Θρόνου. Αυτό, όχι μόνον δεν ευχαρίστησε τους «παπαευθυμικούς» , επειδή ο Τοποτηρητής ήταν ανεπιθύμητος στην Κυβέρνηση, αλλά υποδείκνυαν και αξίωναν την τοποθέτηση άλλου προσώπου στη θέση Του! Ταυτοχρόνως απαιτούσαν να απομακρυνθούν από τη Σύνοδο οι συμμετέχοντες Μητροπολίτες από περιοχές εκτός επικράτειας του Τουρκικού Κράτους.

Σε μία προσπάθεια εκτόνωσης της κατάστασης και αποχώρησης, το δυνατόν ταχύτερο, των «παπαευθυμικών» από το Φανάρι η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου αποφάσισε τον διορισμό του παπά – Ευθύμ ως «Αποκρισιαρίου» [2] του Πατριαρχείου στην Άγκυρα, τίτλο τον οποίο ουδέποτε ανεγνώρισαν οι Τούρκοι. Με την επιστροφή του στην Άγκυρα άρχισε τις παλινωδίες του, δηλαδή άλλοτε να υποστηρίζει το Πατριαρχείο και άλλοτε να το υβρίζει.

Στις αρχές Δεκεμβρίου 1923, με την ευκαιρία των διεργασιών για την ανάδειξη νέου Πατριάρχου, ο παπά – Ευθύμ έρχεται με την οικογένειά του στην Κωνσταντινούπολη και στις 7.12.1923, ξαφνικά, καταλαμβάνει πραξικοπηματικά το Πατριαρχείο. Αιτία η εκλογή του Μητροπολίτου Χαλκηδόνος Γρηγορίου ως Πατριάρχου. Για το νέο Πατριάρχη δήλωσε ότι «δεν πρέπει να αναγνωρισθεί» ως «Έλλην προπαγανδιστής» και ότι με την εκλογή του Γρηγορίου «το Πατριαρχείο μετετράπη εις Ελληνικό Ίδρυμα». Η εφημερίδα «Ημερήσια Νέα», 6.12.1923, χαρακτηρίζει με σκληρά λόγια την ενέργεια αυτή του παπα- Ευθύμ:

«Άνθρωπος του σκότους, όφις και γέννημα εχίδνης, κατά την ωραίαν του Θεανθρώπου φράσιν, εν τω σκότει γεννηθείς και εν αυτώ δρών […] εις νέον προέβη εν τω σκότει χθές , ασεβές και αυθάδες τόλμημα, και μετέτρεψε τον οίκον του Θεού, λευϊτης αυτός – ώ της ειρωνείας ! – είς οίκον αισχύνης, βδέλυγμα ερημώσεως εστώς εν τόπω αγίω».

Η εφημερίδα «ΒΑΚΙΤ» (Άγκυρα) στις 10.12.1923 πληροφορούσε ότι ο παπά – Ευθύμ απέστειλε στην Κυβέρνηση το εξής τηλεγράφημα: «Ο εκλεγείς νέος Πατριάρχης Γρηγόριος είναι προδότης της πατρίδος και εχθρός της Δημοκρατίας. Διατάξτε να λάβω υπό την επιτήρησίν μου το Πατριαρχείον» !! Η Άγκυρα, βεβαίως, δεν απάντησε, αλλά προσπαθούσε να παρεμποδίσει με την Αστυνομία περαιτέρω γεγονότα στο Φανάρι.

Στις δηλώσεις του ο παπά – Ευθύμ έλεγε ξεκάθαρα ότι στην Ανατολή θα επέστρεφε μόνον όταν θα εκλεγόταν Πατριάρχης επιθυμητός από την Κυβέρνηση και φοβέριζε ότι θα παρέμενε «με το ζόρι και με το καλό» στα Πατριαρχεία!! Φοβέριζε και επαναλάμβανε «…ή εγώ θα επιτύχω και θα τους αποδιώξω όλους ή εκείνοι θα με καθαιρέσουν».

Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί ότι κατά τη διάρκεια των καταλήψεων πολλοί κληρικοί και λαϊκοί κτυπήθηκαν και εκδιώχθηκαν, εκτοξεύθηκαν ύβρεις και οι βιαιοπραγίες της συμμορίας του έφθασαν μέχρι του να κλειδώσουν σε γραφείο του Πατριαρχείου τον Μέγα Πρωτοσύγκελλο, Μητροπολίτη Αίνου.

Τελικά η Τουρκική Κυβέρνηση ικανοποίησε τις επικλήσεις του Πατριάρχου και της Ιεράς Συνόδου και απομάκρυνε τους καταληψίες από το Πατριαρχείο.

Ο αρθρογράφος της εφημερίδος «Ημερήσια Νέα», 8.12.1923, αρ.φ.114, αφηγείται το γεγονός της αποχώρησης του παπά – Ευθύμ, ως να ήτο παρών εκείνη τη στιγμή: «Ο Ευτύμ κάτωχρος, πελιδνός, τρέμων κατέρχεται την κλίμακα ενώ όπισθέν του ακούει την προπεμπτήριον αράν ¨στο διάβολο να πάς¨. […] Καλύπτει το πρόσωπον δια των μακρών του χειρών και ολισθαίνει, γέννημα του σκότους αυτός, εν τω σκότει χάνεται […]».

Προχωρώντας προς την έξοδο μυκτήριζε τους Ρωμιούς της Πόλης και έλεγε ότι θα τον γυρέψουν, όπως οι Έλληνες τον Βενιζέλο.

Λόγω των γεγονότων αυτών βρήκε την ευκαιρία να κάνει δηλώσεις δεξιά και αριστερά. Δύο μικρά αποσπάσματα από αυτές κάνουν φανερή την τραγική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει ο παπα-Ευθύμ και την απώλεια του ελέγχου των λόγων του:

«…Έπειτα εσκέφθην ότι, όταν έλθη η κατάλληλος στιγμή, η ζωή και το άτομό μου θα χρειασθεί δια την βελτίωσιν της θέσεως του Πατριαρχείου…»

«…Οι Ρωμηοί της Κωνσταντινουπόλεως δεν εξετίμησαν τας υπηρεσίας μου. Αλλά θα μετανοήσουν και θα με ζητήσουν μίαν ημέραν … όπως οι Έλληνες εζήτησαν τον Βενιζέλον! Ένεκα της πολιτικής των ταύτης, μέχρι τούδε, εζημιώθησαν οι Ρωμηοί της Ανατολής. Τώρα ήλθεν η σειρά εις τους Ρωμηούς της Κωνσταντινουπόλεως. Τότε θα τρέχουν να εύρουν βοήθειαν όχι μόνον από τον παπά – Ευθύμ αλλά και από το φείδι [sic] ακόμα, αλλά θα είναι αργά !!» (εφημ. «Ημερήσια Νέα» 11.12.1923, αρ.φ.116)

Ο παπά – Ευθύμ δεν έμεινε ήσυχος αφού δεν χώνεψε την αποβολή του από το Πατριαρχείο. Πήγε και κατέθεσε στον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου Ανεξαρτησίας Βασήφ Μπέη μήνυση κατά του Πατριάρχου και του Πατριαρχείου, με την ελπίδα ότι θα επιτύχει δίωξη κατά του Φαναρίου. Δεν έμεινε όμως σ’ αυτό. Επειδή, όπως υποψιάζεται η εφημερίδα «Ημερήσια Νέα» (13.2.1924), ο παπα-Ευθύμ ήθελε να έχει μια «γωνιά – απόστημα» απ’ όπου θα μπορούσε να εκδράμει και να δημιουργεί επεισόδια, ήλθε σε συνεννόηση με τον κοινοτικό παράγοντα του Γαλατά Δ. Δαμιανίδη για τη ληστεία των κοινοτικών εισοδημάτων «δίδοντες ψιχία και τα κόκκαλα εις τους περί αυτούς συμπαραστάτας». Ακολούθησαν παραιτήσεις και απομακρύνσεις προσώπων από τις ενορίες και τα συμβούλια της Κοινότητας Γαλατά, έλεγχοι λογαριασμών, παράδοση σε πενταμελή επιτροπή, διορισμός Διαιτητικής Επιτροπής και πολλές άλλες τραγελαφικές ενέργειες !

Τα επικίνδυνα και ολέθρια για την Εκκλησία έκτροπα, στα οποία προστέθηκε η διαίρεση των πιστών και των κοινοτικών παραγόντων σε φίλους και μη των «παπευθυμικών», ήλθαν στην Σύνοδο του Πατριαρχείου. Αποτέλεσμα ήταν η απομάκρυνση του Ιερατικώς Προϊσταμένου της Εφορίας της Κοινότητος Γαλατά Αρχιμ. Γενναδίου Ζησιάδη, ως «ουχί συνετώς πολιτευθέντα εν τη προκειμένη περιπτώσει».

Τα γεγονότα που συνέβησαν ήταν πολλά και επικρατούσε αστάθεια. Το ποτήρι της «υπόθεσης παπά – Ευθύμ» φαίνεται ότι ξεχείλισε και η Εκκλησία, πλέον, ανέλαβε να λύσει το περίπλοκο αυτό πρόβλημα, το οποίο ταλάνιζε τη Διοίκησή της και το πλήρωμά της. Έτσι, με εισήγηση του Μητροπολίτη Νέοκαισαρείας Αγαθαγγέλου και βάσει του 55ου Αποστολικού Κανόνα ο παπά – Ευθύμ έπρεπε να καθαιρεθεί γιατί την 7η Δεκεμβρίου 1923, έξω από την Μεγάλη Αρχιδιακονία του Πατριαρχείου εξύβρισε και αποκάλεσε «ευτελείς» αλτσακλάρ τους Μητροπολίτες Νικαίας, Προύσης, Αίνου, Σηλυβρίας και Ροδοπόλεως και τους έδιωξε, σέρνοντάς τους από τα ενδύματα, έξω από την αίθουσα της Μ. Αρχιδιακονίας . (Συνεδρία 22.12.1923).

Η απόφαση της Ιεράς Συνόδου ήταν καταπέλτης για τον «ταραξία» παπά – Ευθύμ: Καθαίρεση, βάσει των Ιερών Κανόνων, υποβάθμιση και κατάταξη στην τάξη των λαϊκών «μη δυναμένου του λοιπού νομίμως και κανονικώς να φέρη το διακριτικόν ένδυμα του κληρικού της καθ΄ημάς Εκλησίας». (Συνεδρία 19.2.1924)

Ο Ευθύμιος, πλέον, Καραχισαρίδης φοβέριζε τους πάντες και δήλωνε: «…Εν πάση περιπτώσει, εκείνοι δεν θα δυνηθούν να κόψουν τα γένεια μου, αλλ’ εγώ θα τους κάμω, προσεχώς, να εξαλείψουν την κατ’ εμού απόφασιν. Θα κόψω εγώ με τα χέρια μου τα γένεια όλων και θα τους διώξω από το Πατριαρχείον». («Ημερήσια Νέα» 21.2.1924, αρ.φ.177).

Η διανοητική του κατάσταση και η ισορροπία του νου του είχαν διαταραχθεί και τούτο γίνεται κατανοητό από τις παρακάτω δηλώσεις του σε εφημερίδες της εποχής : « […] Το Πατριαρχείον και εγώ είμεθα εχθροί ως το πύρ και η πυρίτις. Ο Γρηγόριος φοβηθείς από την δύναμίν μου, την οποίαν προσλαμβάνω συγκεντρών πέριξ εμού τους Ρωμηούς, με καθήρεσε»   (εφημερίς «ΤΑΧΒΙΤ») και « […] Ο σκοπός μου είναι να παραδώσω το Πατριαρχείον εις τιμίας και ακηλιδώτους χείρας. Ινσαλάχ, θα επιτύχω τούτο !! Είμαι γενικός πληρεξούσιος, όχι μόνον του Γαλατά, αλλά και της πλειονοψηφίας των Ρωμηών. Συνεπώς θα κάμω χρήσιν, του επί του Πατριαρχείου δικαιώματός μου…». («Ημερήσια Νέα» 21.2.1924, αρ. φ.177).

Κατά την Συνεδρία της Ι. Συνόδου της 6ης. 3. 1924 ο Πατριάρχης ανακοινώνει ότι ο Ευθύμιος Καραχισαρίδης συνεχίζει να ασεβεί προς την Εκκλησία, ν’ απευθύνει με το ταχυδρομείο απειλητικές επιστολές προς τον Πατριάρχη και τους Συνοδικούς Αρχιερείς, στις οποίες απροκάλυπτα μιλά για επικείμενη και πάλι επιδρομή κατά του Πατριαρχείου. Αυτά αναγκάζουν την Εκκλησία να στείλει νέο τ α κ ρ ί ρ ι [3] με το οποίο κατήγγειλε και πάλι το γεγονός και να ζητήσει να ληφθούν κατάλληλα μέτρα για την προστασία των.

Ο «ταραξίας» Ευθύμιος δεν σταμάτησε εδώ. Προσέφυγε στα δικαστήρια και ζήτησε αποζημιώσεις από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο αμυνόμενο άρχισε έναν άνισο αγώνα φθοράς. Στις 12.2.1924 ο Ευθύμιος με την ομάδα του καταλαμβάνει τον Ι. Ναό της Παναγίας Καφατιανής στο Γαλατά και μεταφέρει εκεί την έδρα του «Τουρκορθόδοξου Πατριαρχείου». Η Αστυνομία αποφεύγει να λάβει θέση διότι Διαταγή της Νομαρχίας αναφέρει: «…Εν τούτοις επειδή τα θρησκευτικά ζητήματα ανήκουσιν εις τους ιδίους, εντέλεσθε όπως, ανακοινώσητε κατηγορηματικώς εις το Ρωμαϊκόν Πατριαρχείον να μη δοθή τόπος εις δημιουργίαν επεισοδίου διαταράττοντος την δημοσίαν τάξιν και μας πληροφορήσητε επειγόντως περί του αποτελέσματος».

Στο μεταξύ ο Ευθύμιος, διαθέτοντας και ιερατείο γύρω του, τον Αρχιμανδρίτη Πανάρετον Τράνταν και τον Διάκονο Κλεώπα Κεσίσογλου, τόλμησε να προχωρήσει σε ανίερη πράξη, «να αυτοχειροτονηθεί» σε Επίσκοπο και προχώρησε σε νέα κατάληψη Ι. Ναού, του Σωτήρος Χριστού στο Γαλατά. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν παρέμεινε με «σταυρωμένα τα χέρια». Καθήρεσε τους προαναφερομένους κληρικούς (Συνεδρία 1ης Απριλίου 1926) και στη Συνεδρία της 3ης Απριλίου 1926 αποφάσισε να αποστείλει εγκύκλιο προς τον Ιερό Κλήρο και το Ορθόδοξο πλήρωμα της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως και των παρακειμένων Επαρχιών «περί του ζητήματος Ευθυμίου Καραχισαρίδη και των συνεπειών της κοινωνίας μετ’ αυτού».

Είναι χαρακτηριστικά δύο αποσπάσματα από την απόφαση της Ι. Συνόδου:

  1. «…Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά! Ο αποστάτης ούτος της Εκκλησίας, αφικόμενος ενταύθα εξ Ανατολής, μυρία όσα απετόλμησε κατά της πνευματικώς εκθρεψάσης και γαλουχησάσης αυτόν Μητρός Εκκλησίας […] αναφέρομεν δε μόνον ότι η Εκκλησία, υπεραμυνομένη των εαυτής δικαιωμάτων […] υπέβαλλεν αυτόν εις την εκκλησιαστικήν ποινήν της καθαιρέσεως, ως παραβάτην των Ιερών Κανόνων..…»
  2. «…συνιστώμεν και προτρεπόμεθα πάντας υμάς πνευματικώς και πατρικώς ίνα ακλινώς εμμείνητε εν τη Θεοπαραδότω πίστη και τη πατρώα ευσεβεία, μηδεμίαν προς τους υπό της Εκκλησίας καθαιρεθέντας έχοντες θρησκευτικήν κοινωνίαν…».

Ο «κακο – Ευθύμης», όπως τον αποκαλεί στο βιβλίο του ο Μητροπολίτης Μύρων κ. Χρυσόστομος, συνέχισε τις προκλήσεις του με τις «χειροτονίες» των Παναγιώτη Ν. Σταύρου εις ψευδοϊερέα και Γεωργίου Ναΐδη εις ψευδοδιάκονο, τους οποίους η Εκκλησία αφού επέδειξαν μετάνοια, συγχώρησε και δέχθηκε στους κόλπους Της. Οι περιπέτειες, όμως, συνεχίσθηκαν και δέχθηκε ισχυρή δοκιμασία το δικαίωμά της να διαχειρίζεται τα θρησκευτικά ζητήματα όταν προσπάθησε να απαγορεύσει την ταφή του καθηρημένου Πανάρετου Τράντα. Η άρνησή Της βρήκε αντίθετο τον «κακο – Ευθύμη» (χαρακτηρισμός του Μητροπολίτου Μύρων), ο οποίος προσέφυγε στην Αστυνομία και, παρά τις έγγραφες διαμαρτυρίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς τις αρμόδιες Αρχές, πέτυχε την, διά της βίας, διάρηξη της Πύλης του Κοινοτικού Κοιμητηρίου Βαλουκλή και την ταφή του νεκρού. Κατά τη διάρκεια της τελετής ο Ευθύμιος Καραχισαρίδης έφερε Επιτραχήλιον και διάβασε τις νεκρώσιμες ευχές.

Στη συνέχεια τοποθέτησε σταυρό με την επιγραφή «Αρχιμανδρίτης Πανάρετος Τράντας, εκ των ιερέων της Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας Σταμπούλ. Γέννηση 1874 – Θάνατος 1931». Οι προκλήσεις του , όμως, συνεχίσθηκαν και με τα συχνά «Τρισάγια» στον τάφο του Π. Τράντα και την – με αίτησή του – υπόδειξη της Αστυνομίας προς τον υπεύθυνο του Κοιμητηρίου όπως η πύλη αυτού να είναι μόνιμα ανοικτή. Όλα αυτά με τη συμπαράσταση του Μουαβίνη (βαθμούχου αστυνόμου) της περιοχής και του Αρχηγού της Χωροφυλακής.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας ’30 έγινε μία προσπάθεια ανανέωσης του «Τουρκορθόδοξου Πατριαρχείου» με «εισαγωγή» ποιμνίου. Ένας από τους πατέρες του Τουρκικού Εθνικισμού, ο Αμπντουλάχ Σουπχί, όταν έγινε πρέσβης στο Βουκουρέστι το 1931, προσπάθησε να πείσει τους τουρκόφωνους ορθοδόξους της Βεσσαραβίας, τους Γκαγκαούζους, να μεταναστεύσουν στην Τουρκία. Ο γιός του Ευθύμιου Τουργκούτ (Γεώργιος) Ερενερόλ ισχυρίσθηκε αργότερα, ότι ο Σουπχί είχε υποσχεθεί στον πατέρα του να φέρει ένα ποίμνιο 250.000 ατόμων από τους Γκαγκαούζους. Η έναρξη όμως του Πολέμου απέτρεψε την υλοποίηση αυτού του μεγαλεπήβολου σχεδίου και η πλειονότητα των 70 φοιτητών που μετανάστευσαν στην Τουρκία το 1935 ασπάσθηκε το Ισλάμ. (Βλ. Baydar M. «Hamdullah Suphi Tannover ve Anilari» – Istanbul 1998 , σελ.157 – 161) και Balcigil O. «Fener Patrikhanesine karsi bir Ortodoks» – Hurgun, 14 – 19 Οκτωβρίου 1985).

Το έτος 1932 η Εκκλησία παράλαβε, σε άθλια κατάσταση, από τον Ευθύμιο Καραχισαρίδη τον Ι. Ναό του Σωτήρος Χριστού στο Γαλατά, αλλά όχι και τα προσοδοφόρα εξαρτήματα και κτίσματα αυτού. Για την απόκτησή των άνοιξε νέος κύκλος δικαστικών προσφυγών με όλες τις συνέπειες και τις φθορές τις οποίες συνεπάγονται αυτές.

Κατά τη δεκαετία του 1930, και μετά την ελληνοτουρκική προσέγγιση, ο Ευθύμιος Καραχισαρίδης χάνει σιγά-σιγά την ελευθερία δράσης που είχε αμέσως μετά τη «Μικρασιατική Καταστροφή». Κατά τη δεκαετία αυτή συνεχίζει τη δράση του και πρωτοστατεί στην ίδρυση του «Κοσμικού Οργανισμού των Χριστιανών Τούρκων». Ο Οργανισμός αυτός ιδρύθηκε το 1935 από Αρμένιους και Ρωμηούς , κυρίως «Ευθυμικούς», με σκοπό τον εκτουρκισμό και την πλήρη ενσωμάτωση των μειονοτικών Κοινοτήτων στην Τουρκική κοινωνία.

Το 1949, μετά την εκλογή και άφιξη του Πατριάρχου Αθηναγόρα, ο Ευθύμ στέλνει στο νέο Πατριάρχη συγχαρητήριο μήνυμα και ανακοινώνει ότι θα τον αναγνωρίζει ως εκκλησιαστική αρχή.

Μέσα στις νέες γεωπολιτικές συνθήκες που δημιουργήθηκαν εντωμεταξύ και, μέσα στο πλαίσιο των βελτιωμένων ελληνοτουρκικών σχέσεων, ο Ευθύμ έχασε κάθε ελπίδα για διεκδικήσει οτιδήποτε σε βάρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Με την επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, λόγω του Κυπριακού, ήλθε πάλι στο προσκήνιο ο Ευθύμ και ξεκίνησε μία εθνικιστική καμπάνια που είχε στόχο το Πατριαρχείο και την κοινότητα των Ρωμηών και η οποία κατέληξε στα γεγονότα της 6ης και 7ης Σεπτεμβρίου 1955, τα γνωστά ως «Σεπτεμβριανά». Σε αυτή τη συγκυρία ο Ευθύμ στηρίζεται και πάλι από τον τύπο και τις εθνικιστικές οργανώσεις, οι οποίες τον παρουσιάζουν …εμπειρογνώμονα στα εκκλησιαστικά ζητήματα!

Η μετά τα «Σεπτεμβριανά» νέα βελτίωση των σχέσεων Ελλάδος – Τουρκίας περιθωριοποίησαν τους «Ευθυμικούς» και την «Εκκλησία» τους. Τον Αύγουστο 1959, στην Έκθεση που ετοίμασαν οι διπλωμάτες Δημ. Μπίτσιος και Ζεκί Κουνεράλπ για τα προβλήματα των μειονοτήτων των δύο χωρών, καταλήγουν ότι θα έπρεπε ο Ευθύμ να εγκαταλείψει και τον τελευταίο Ναό που κατέχει και το Οικουμενικό Πατριαρχείο να του παρέχει ένα μισθό διά βίου.

Η υγεία του Ευθύμ είχε κλονισθεί, πλέον. Έτσι, αναγκάσθηκε να παραδώσει τη διαδοχή στον γιό του Τουργκούτ με τον τίτλο «Πατριάρχης Ευθύμ Β’». Ο Ευθύμιος Καραχισαρίδης πέθανε το έτος 1968. Το Πατριαρχείο αρνήθηκε, στην αρχή, να γίνει η ταφή του στο Κοιμητήριο Μεταμορφώσεως του Σωτήρος της Πόλης (Σισλί) . Έπειτα όμως από πολλές πιέσεις των Αρχών, το Πατριαρχείο δέχθηκε να γίνει αυτή.

Εν τω μεταξύ, μετά την αναβίωση του Κυπριακού το 1963, μία νέα επίθεση εκδηλώθηκε από τους «Ευθυμικούς» το 1965, όταν κατέλαβαν δύο Ναούς της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως στο Γαλατά, τον Άγιο Ιωάννη των Χίων και τον Άγιο Νικόλαο.

Ο πατριάρχης Ευτύμ ΙV, κατά κόσμον Pasa Umit Erenerol, εγγονός του ιδρυτή του πατριαρχείου Ευθύμιου Ι.

Ο πατριάρχης Ευτύμ ΙV, κατά κόσμον Pasa Umit Erenerol, εγγονός του ιδρυτή του πατριαρχείου Ευθύμιου Ι.

Το έτος 1991, μετά τον θάνατο του Τουργκούτ, τον διαδέχθηκε ο αδελφός του Σελτζούκ με τον τίτλο «Πατριάρχης Ευθύμ Γ’». Ο τελευταίος πέθανε το 2002 και τότε ο «πατριαρχικός θρόνος» της «Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας» περιήλθε στον γιό του Pasa Umit Erenerol με τον τίτλο «Πατριάρχης Ευθύμ Δ’». Ο τελευταίος διαμένει στην Αμερική και τα διοικητικά καθήκοντα έχει αναλάβει η αδελφή του, κόρη του Σελτζούκ, γνωστή από την υπόθεση ERGENECON, Σεβγκί Ερενερόλ.

Ο τάφος του Ευθύμιου Καραχισαρίδη στο Κοιμητήριο του Σισλί με τα λόγια του Κεμάλ.

Ο τάφος του Ευθύμιου Καραχισαρίδη στο Κοιμητήριο του Σισλί με τα λόγια του Κεμάλ.

Από όλα αυτά προκύπτει ότι, η «Τουρκορθόδοξη Εκκλησία» καταλήγει να είναι, ουσιαστικά, οικογενειακή υπόθεση ιδιοποίησης, ξένης προς αυτήν, περιουσίας. Εκείνο που είναι πασιφανές είναι η τήρηση – «εις το ακέραιον» – των οδηγιών του Μουσταφά Κεμάλ για την «δια βίου» προστασία του Ευθύμ και της οικογένειάς του. Η εκτίμηση που είχε ο Μουσταφά Κεμάλ προς τον Baba Eftim είναι διατυπωμένη σε μία φράση του, η οποία αποτελεί και το επίγραμμα στο τάφο του Ευθύμιου Καραχισαρίδη στο Κοιμητήριο του Σισλί : «Baba Eftim bu memlekete bir ordu kadar hizmet etmistir = Ο παπά-Ευθύμ έχει προσφέρει στη χώρα μας όσο ένας στρατός».

 

Επίλογος

 

Το μεγάλο αυτό ζήτημα, το «ζήτημα παπά – Ευθύμ», για πολλές δεκαετίες έμεινε στο περιθώριο της Ιστορίας και απασχολούσε σποραδικά τον Τύπο με τα γεγονότα της ζωής της οικογένειας του Ευθύμιου Καραχισαρίδη. Η έρευνα γύρω από αυτό το ζήτημα άρχισε με την επανεμφάνιση του προαναφερομένου κατά την δεκαετία ’60, όταν αρχίζουν οι ελληνοτουρκικές προστριβές με αφορμή τα γεγονότα στην Κύπρο. Σήμερα σημαντικοί ερευνητές, λόγω του ενδιαφέροντος που προκαλεί και στη σύγχρονη εποχή, μελετούν σε βάθος την υπόθεση αυτή που δημιούργησε πολλά προβλήματα, για σειρά ετών, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Το «ζήτημα παπά – Ευθύμ», η απόπειρα δηλαδή δημιουργίας μιάς «Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας» μέσα στα όρια της επικράτειας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ταλαιπώρησε και εξακολουθεί να ταλαιπωρεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ευχή όλων είναι να δικαιωθεί η Μητέρα Εκκλησία με την επιστροφή των τριών Ιερών Ναών της Κοινότητας Γαλατά, τους οποίους κατακρατούν τα απομεινάρια της ανταρσίας του Ευθύμιου Καραχισαρίδη και να κλείσει οριστικά η μελανή αυτή σελίδα στη σύγχρονη εκκλησιαστική ιστορία της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Κλείνοντας αυτό το χρονικό για το «ζήτημα παπά – Ευθύμ» και την απόπειρα του πρωταγωνιστή του να ιδρύσει «Τουρκορθόδοξη Εκκλησία» στην Τουρκία, καταφεύγουμε σε ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Μητροπολίτη Μύρων κ. Χρυσοστόμου, με το οποίο ο συγγραφεύς δίνει την εικόνα της τραγικής θέσης του Πατριαρχείου – διαχρονικά – μέσα στο Τουρκικό Κράτος :

«… Έτσι λοιπόν έχουν ή μάλλον είχαν τα πράγματα του Πατριαρχείου μέχρι το πρόσφατο παρελθόν και σε σένα αναγνώστη απομένει να βάλεις το χέρι στην καρδιά σου και να διερωτηθείς εάν είναι ή όχι Εσταυρωμένη Εκκλησία».

 

Υποσημειώσεις


[1] εννοεί: τους Βενιζελικούς.

[2] Εκπρόσωπος της Εκκλησίας στις κοσμικές αρχές.

[3] takrir:υπόμνημα

 

Πηγές


 

  • Μητροπολίτου Μύρων κ. Χρυσοστόμου (Καλαϊτζή): «Ο διαβόητος παπά – Ευθύμ και τα κατ΄αυτόν», εκδ. Ι. Μητροπόλεως Μύρων και εκδ. «ΙΣΤΟΣ», Πόλη 2013.
  • Δημ. Μαυροπούλου : «ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΑΙ ΣΕΛΙΔΕΣ – Το Οικουμενικον Πατριαρχείον από 1878-1949», Εν Αθήναις, 1960.
  • Αλεξ. Αλεξανδρή: « Η απόπειρα δημιουργίας Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας στην Καππαδοκία, 1921-1923», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, τόμ.4ος 1983, σελ.159 – 199.
  •  Φώτη Μπελίνσοϊ: «Τουρκορθόδοξο Πατριαρχείο» 2007, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη.

 

Χρήστος Ι. Δρούγκας

Read Full Post »

Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου, Επισκόπου Μύρων της Λυκίας (Κατεδαφισμένος)


 

Στην πλατεία Ομονοίας, [1] όπως τότε λεγόταν η σημερινή πλατειά Αγίου Πέτρου Άργους, στο δυτικό τμήμα της βόρειας πλευράς της εκκλησίας του Αγίου Πέτρου σε ελαφρώς λοξή θέση και σε κυμαινόμενη απόσταση 6,30 – 3,50 μ. από τα δυτικά προς τα ανατολικά, βρισκόταν ο ναός του Αγίου Νικολάου Επισκόπου Μύρων της Λυκίας, του Θαυματουργού. Ο ναός αυτός είχε κτισθεί τα χρόνια της Τουρκοκρατίας από τη γνωστή σημαντική οικογένεια Περούκα και κατεδαφίσθηκε το 1865, όταν κτίσθηκε η νέα μεγάλη εκκλησία του Αγίου Πέτρου. Μάλλον, για το λόγο αυτό, το βόρειο κλίτος της εκκλησίας του Αγίου Πέτρου είναι αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο. Λαμβάνοντας υπόψη το όνομα του τιμώμενου Αγίου, πιθανόν να κτίσθηκε από το Δημογέροντα και Βεκίλη, Νικόλαο Περούκα, [2] ο οποίος πέθανε το 1822.

Είχε μήκος 14 μέτρα, πλάτος 7 μέτρα και ύψος 3,5 μέτρα, χωρίς τρούλο ενώ για να εισέλθεις κατέβαινες 3 σκαλιά. [3] Πιθανότατα ήταν Βυζαντινού ρυθμού. Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς κτίστηκε. Διέθετε ξύλινο καμπαναριό και υπόστεγο με κεραμίδια προς την ανατολική πλευρά του καθώς και πέτρινο πεζούλι.  Γύρω από την Εκκλησία υπήρχαν ξύλινα κιγκλιδώματα και προς τον βορρά βρισκόταν το ηλιακό ημερολόγιο η γνωστή «Ημεριδιάνα». Ο Ναός του Αγίου Νικολάου συνδέεται και με τα σκληρά γεγονότα της 4ης Ιανουαρίου 1833, ημέρα της μεγάλης σφαγής των Αργείων από τους Γάλλους, οι οποίοι ετάφησαν σε λάκκο στα ανατολικά του Αγίου Νικολάου, της σημερινής πλατείας του Αγίου Πέτρου καθώς και στα ΒΔ της εκκλησίας του Αγιάννη. Ο ναός χρησίμευε και ως νεκροταφείο της οικογένειας Περούκα.

Τα εγκαίνια του Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου, έγιναν στις 18 Απριλίου 1865, από τον Αρχιερέα  Γεράσιμο Παγώνη. Μέχρι τότε, λειτουργούσε  κανονικά ο Ναός του Αγίου Νικολάου, γιατί οι κάτοικοι αισθάνονταν βαθύτατο προς την ιερότητα του σεβασμό και κανείς δεν έπαιρνε την ευθύνη να τον κατεδαφίσει. Βλέποντας  αυτό ο Αρχιερέας Γεράσιμος, αφού ανέβηκε στην οροφή του Ναού, έκανε το σταυρό του και είπε: «Εγώ ο ανάξιος και αμαρτωλός δούλος Σου, Κύριε, κρημνίζω τον υπάρχοντα μικρόν και ταπεινόν τούτον Ναό Σου. ίνα ανοικοδομήσω μεγαλύτερον και μεγαλοπρεπέστερον». Συγχρόνως, αφαίρεσε  τρία κεραμίδια από την στέγη· έτσι έγινε η έναρξη της κατεδαφίσεως [δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς ξεκίνησε η κατεδάφιση] μέχρι τα θεμέλια χωρίς να εκσκαφούν αυτά. [4] Τα ιερά σκεύη και άμφια, μεταφέρθηκαν στο Ναό του Αγίου Κωνσταντίνου.

 

Πιθανόν, το δάπεδο της ιστορικής Εκκλησίας του Αγίου Νικολάου στην πλατεία Αγίου Πέτρου Άργους. Αποκαλύφθηκε στα πλαίσια της Ανάπλασης του Ιστορικού Κέντρου Άργους.

Πιθανόν, το δάπεδο της ιστορικής Εκκλησίας του Αγίου Νικολάου στην πλατεία Αγίου Πέτρου Άργους. Αποκαλύφθηκε στα πλαίσια της Ανάπλασης του Ιστορικού Κέντρου Άργους.

 

Ο Τσακόπουλος για τον ναό του Αγίου Νικολάου

 

Ο Αναστασίος Τσακόπουλος, το 1953, στο βιβλίο του «Συμβολαί εις την ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος» έγραφε για τον κατεδαφισμένο ναό του Αγίου Νικολάου:

 

Χάριν της ιστορίας της Εκκλησίας Αργολίδος, σημειούμεν περί του ναού του Αγίου Νικολάου, ουχί των νεκροταφείου, αλλά του προϋπάρξαντος τοιούτου εν τη κεντρική πλατεία, προτού κτισθή ο μεγαλοπρεπής και πάνσεπτος ναός του πολιού­χου Άργους Αγίου Πέτρου, του θεοσόφου και θαυματουργού.

Ο ναός ούτος, αφιερωμένος εις την μνήμην του εν αγίοις Πατρός ημών Νικολάου επισκόπου Μύρων της Λυκίας του θαυματουργού, ου η μνήμη εορτάζεται εις τας 6 Δεκεμβρίου, κατά βάσιμον παράδοσιν ήτο οικογενειακός ναός της επιφανούς και ιστορικής οικογενείας Μπερρούκα, άγνωστον όμως πότε εκτίσθη. Ήτο καθ’ όλα όμοιος με τον του Αγίου Δημητρίου, απέχων περί τα 6-7 μέτρα εκ της βορείου θύρας του ήδη ναού· του Αγίου Πέτρου, προς την πλατείαν. Η είσοδός του ήτο εκ της Β. αυτού πλευράς και ο εισερχόμενος κατήρχετο δια τριών βαθμίδων εντός του ναού. Είχεν ούτος μήκος 14 μ., πλάτος 7 μ. και ύψος 3 1/2μ., άνευ τρούλλου, πιθανώτατα Βυζαντινού ρυθμού. Εις το Β. Δ. μέρος ήτο το ξύλινον κωδωνοστάσιον, ου ο κώδων είναι ο σημερινός μικρός του Αγίου Πέτρου.

Προς Ν. είχεν υπόστεγον εκ κεράμων, κατά την τότε συνήθειαν των ναών, είχε και μικρόν πεζούλι ή πεζούλα, (=τοιχίσκος λιθόκτιστος, χρησιμεύων ως κάθισμα), όπου μετά την θείαν λειτουργίαν οι εκκλησιαζόμενοι, καθήμενοι, συνεζήτουν διάφορα ζητήματα είτε ατομικά είτε κοινοτικά, όπως και σήμερον γί­νεται τούτο εις πλείστα χωρία.

Παράθυρα είχε τέσσαρα, 2 προς Βορράν και 2 προς Νότον, θύρας δε τρεις, μίαν προς Β., εξ ης ή είσοδος, άλλην προς Δ., και την του ιερού προς Νότον.

Ο ναΐσκος περιεβάλλετο δια ξυλίνων κιγκλιδωμάτων. Εις τον περίβολον τούτου ήσαν ολίγαι μορέαι και τίνες κυπάρισσοι. Προς Β. αυτού ήτο και η «ημεριδιάνα» δηλ. ηλιακόν ημερολόγιον, το οποίον διετηρήθη εις άλλην θέσιν μέχρι του 1895. Τώρα, άχρηστον πλέον, ευρίσκεται εις το Αρχαιολογικόν Μουσείον Άργους. Όπισθεν του ιερού υπήρχε και πηγάδι, το οποίον απε­καλύφθη το 1932 κατά την επισκευήν της πλατείας, ολίγα βή­ματα προς Ν. της προς Α. σημερινής ηλεκτρικής στήλης.

Το εικονοστάσιον ή τέμπλον, αι εικόνες, τα Ιερά σκεύη και λοιπά έπιπλα του ναού, μετά τα εγκαίνια του ναού του Αγίου Πέτρου, μετεφέρθησαν εις αυτόν, και όταν ανεκαινίσθη ούτος μετεφέρθησαν ταύτα εις το παρεκκλήσιον του Αγίου Κωνσταν­τίνου, ένθα σώζονται μέχρι σήμερον εξ αυτών, μία εικών του Αγίου Νικολάου επισκόπου Μύρων της Λυκίας (0,99Χ 0,60μ.) 1824, δύο μανουάλια 1,35 μ. ύψος εκ λευκού μαρμάρου, άτινα προς το άνω μέρος φέρουν τρεις αγγέλους και προς το κάτω 3 χερου­βείμ. Προσέτι δε σώζεται και προσκυνητάριον εξ εκλεκτού λευκού μαρμάρου, το οποίον φέρει ένθεν και ένθεν καλλιτεχνικωτάτους κύκνους.

Εχρησίμευεν ο ναός ούτος και ως νεκροταφείον, ένθα ανα­παύονται και τα οστά όλων των αποβιωσάντων μελών της με­γάλης και αρχαίας οικογενείας Μπερρούκα. Εν τω αυτώ ναώ και όπισθεν του ιερού ετάφη και ο τελευταίος γόνος της ιστορι­κής οικογενείας Δημήτριος Μπερρούκας, δολοφονηθείς τη 12-13 Νοεμβρίου 1851. Η κηδεία του εγένετο πάνδημος την μ.μ. της 13ης Νοεμβρίου.

Ο εν λόγω ναός εκτός της αρχαιολογικής αυτού σημασίας συνδέεται και με τα γεγονότα της νεωτέρας ιστορίας. Διότι, φονευθέντες πλέον των 250 αθώων Αργείων, υπό των Γάλλων, κατά την αποφράδα εκείνην ημέραν της 4 Ιανουαρίου του 1833 ετάφησαν εκεί. Ο απαισίας μνήμης Γάλλος διοικητής Νώδ εφάνη τόσον θηριώδης, ώστε όχι μόνον δεν επέτρεψε την συνάθροισιν των τεθλιμμένων συγγενών αλλά και αυστηρώς απηγόρευσε πάσαν νεκρώσιμον ακολουθίαν και εκκλησιαστικήν πομπήν. Τα πτώματα αυτών ετάφησαν ή μάλλον ερρίφθησαν ακήδευτα, δίκην κυνών, εις δύο παμμεγέθεις λάκκους εξ ων ο εις ανεώχθη όπισθεν του ιερού του ειρημένου ναού και προς το Α. μέρος της πλατείας και ο άλλος εις το Β. Δ. μέρος του περιβόλου του ναού του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου.

Από της μεσημβρίας της ημέρας εκείνης, μέχρι της δύσεως του ηλίου διήρκεσεν η απάνθρωπος και αγριωτάτη σφαγή, καθ’ ην κατά θετικωτέρους υπολογισμούς, εκτός των τραυματισθέντων, εφονεύθησαν άνω των διακοσίων πεντήκοντα.

Εν τη συγχύσει όμως ταύτη και ταραχή, κατά την μοιραίαν εκείνην ημέραν ανεφάνη, ως από μηχανής σωτήρ της πόλεως ο εκτελών χρέη τοποτηρητού, ο πρώην Ηλιουπόλεως (Επισκο­πής Εφέσου) Άνθιμος ο Κομνηνός. Ήτο μεγαλοπρεπής, επι­βλητικός, νοήμων και πλήρης σθένους και θάρρους ανήρ. Ο φιλάνθρωπος και φιλόπατρις ούτος ιεράρχης, βλέπων παρατεινόμενον το ανήκουστον κακόν, περιεβλήθη την μεγάλην αρχιερατικήν του στολήν, έλαβε μεθ’ εαυτού τον διάκονόν του φέροντα λευκόν μανδήλιον επί της ράβδου του και εξελθών της οικίας του, μετέβη κατ’ ευθείαν εις τον στρατώνα εν μέσω των ανά τας οδούς πυρο­βολισμών, αλαλαγμών, θρήνων και κοπετών. Εγένετο αμέσως δεκτός παρά τω Γάλλω διοικητή Νώδ, εις όν μετά παρρησίας ωμίλησε και εξήγησε την αθωότητα της σφαζομένης πόλως κατά τας θηριωδίας των Γάλλων στρατιωτών, επικαλεσθείς την δικαιοσύνην και την φιλανθρωπίαν του. Λέγεται ότι ωμίλει απταίστως την Γαλλικήν. Ο Γάλλος διοικητής τόσον εξεπλάγη και ελυπήθη εξ όσων έμαθεν εκ του στόματος του σεβασμίου ποιμενάρχου, ώστε ευθύς διέταξε γενικήν αποχώρησιν. Οι Γάλλοι στρατιώται επανήλθον εις τον στρατώνα και ούτω η πόλις απηλλάγη της περαιτέρω σφαγής. Επήλθε δε η νυξ και εκάλυψεν αυτήν σιγή και πένθος!!….

Και όλη αυτή η τραγωδία εγίνετο ένεκα παρεξηγήσεως και παρανοήσεως των Γάλλων στρατιωτών. Τας λεπτομέρειας και τα αληθή αίτια τα προκαλέσαντα την άδικον επίθεσιν και σφαγήν των δυστυχών Αργείων αποφεύγομεν ν’ αναφέρωμεν δια λόγους πολιτικής σκοπιμότητος, διότι τούτο είναι και εκτός του θέμα­τός μας. Η εν Άργει σφαγή υπήρξεν μία ανεξίτηλος και ανεξάλειπτος ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΗΛΙΣ δια τούς πεπολιτισμένους Γάλλους.

Ο ναός του Αγίου Νικολάου διετηρήθη εν καλή καταστάσει και ελειτουργείτο μέχρι της 18ης Απριλίου του έτους 1865, ότε εγένοντο τα εγκαίνια του ήδη υπάρχοντος Μητροπολιτικού τοι­ούτου του Αγίου Πέτρου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Εφ. «Η Αργολίς», φ. 108/1870.

[2] Ο Αρχαιολόγος Χρήστος Πιτερός στην αδημοσίευτη μελέτη του «Τοπογραφία και μνημεία του νεότερου Άργους» γραφεί: Στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Άργους σώζεται η μαρμάρινη επιτύμβια πλάκα, διαστ. 1,54 Χ 0,61 Χ 0,08 μ., της Αγγελικής Περούκα, συζύγου του Νικολάου, με επιτύμβιο επίγραμμα σε δακτυλικό εξάμετρο και αρχαϊζουσα γλώσσα. Η Αγγελική το γένος Ιωάννου Συλλιβέργου είχε συγγένεια με τη σημαντική οικογένεια των Νοταράδων της Κορινθίας, γεννήθηκε την 1η Μαρτίου 1756 και απεβίωσε στο Άργος την 8η Μαρτίου 1836. Η επιτύμβια πλάκα φέρει επίγραμμα με κεφαλαία γράμματα, είκοσι στίχων, ύψος γραμμάτων 3,5 εκ. και διάστιχο 1,5 εκ. με το εξής κείμενο: «Τύμ­βε τιν ὧ­δε κέ­κευ­θας’ ἰ­αὺ / ονθ’ἐς μα­κρὸν ὕ­πνον / οἵ­ης τ᾽αὖ γε­νε­ῆς ἥ δ᾽ ἀ­ρε / τῆς ὁ­πό­σης; / Ἀγ­γε­λι­κὴ μὲν ἔ­ην τήδ᾽ / οὔ­νο­μα ξεῖ­νε ἀ­γλα­ὸν / Κερ­νο­τέ­ων Νο­τα­ρῶν εὒ­χετ᾽ / ἔ­μεν προ­γό­νων / Νι­κο­λέ­ων δ᾽ ἔ­χει Περ­ρού­κα / πό­σιν ἒ­ξοχ᾽ ἄ­ρι­στον / ἀν­δρῶν ὅσσ᾽ Ἄρ­γους ἐν­νά­ε / ται γε λά­χον. / Αὐ­τὰρ ἀρ᾽εὐ­σε­βί­ης τρὸ/φι­μος πέ­λεν ἀ­σκέ­ε ταύ­τιν / ἔρ­νος ἐ­οῦσ᾽ ἀ­ρε­ταῖς θὲ / σπε­σί­η­σι βρῖ­θον. / Ἐ­σθλοῖς δ᾽ ἐν πολ­λοῖ­σι κα / κῶν ἅ­λις οὐκ ἀ­μέ­θε­κτος / ἐς χεί­ρας τήν ψυ­χήν παρ / κα­τέ­θη­κε Θε­οῦ». « Ἐ­γεν­νή­θη τὴν 1η Μαρ­τί­ου 1756 καὶ ἐτελεύτησε τήν 8η Μαρ­τί­ου 1836.» Μετάφραση: «Τάφε αυτός που εσύ καλύπτεις και αναπαύεται σε βαθύ ύπνο / από ποια γενιά κατάγεται και πόση είναι η αρετή του; / Αγγελική ξένε είναι το όνομά της το ένδοξο / και τους πλούσιους Νοταράδες καυχιέται ότι έχει προγόνους. / Τον Νικόλαο Περούκα έχει έξοχο σύζυγο / τον πιο άριστο / από όλους τους άνδρες, που έτυχε να κατοικούν στο Άργος. / Αυτή πάλι μεγάλωσε με ευσέβεια, με πολλή φροντίδα, / όντας ένα κλαδί γεμάτο με θεσπέσιες αρετές. / Έζησε μέσα σε πολλά καλά, / αλλά δεν έμεινε αμέτοχη πλήθους συμφορών / και παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του Θεού».

[3] Εκείνο τον καιρό, τους Ναούς τους έκτιζαν ημιυπόγειους προκειμένου να εμποδίζουν την βεβήλωση τους από  έφιππους Τούρκους.

[4] Ζεγκίνης ό.π. 336

 

Πηγές


 

  •  Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, «Το Άργος δια μέσου των Αιώνων», Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996.
  • Αναστασίου Τσακόπουλου, «Συμβολαί εις την Ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος», τεύχος Ά, Έκδοσις «Χρονικών του Μοριά», Αθήνα, 1953.
  • Χρήστος Πιτερός, «Τοπογραφία και μνημεία του νεότερου Άργους», αδημοσίευτη μελέτη.
  • Βασίλης Τσιλιμίγκρας, «Ιστορική γενεαλογία στην Τουρκοκρατία. Οι πρόδρομες σχέσεις της κοινωνικής συγκρότησης του Άργους», Δαναός ΙΙΙ, 2003.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ιερός Ναός Αγίας Ερμιόνης (Ερμιόνη Αργολίδας)


 

Η Aγία Ερμιόνη*

 

Στις 4 Σεπτεμβρίου στην Ερμιόνη Αρολίδας γιορτάζει το λευκό, λιτό εκκλησάκι στον λόφο των Μύλων, που είναι αφιερωμένο στην παρθενομάρτυρα Αγία Ερμιόνη.

Η Αγία Ερμιόνη η Ανάργυρος και Ιαματική

Η Αγία Ερμιόνη η Ανάργυρος και Ιαματική

Η Αγία Ερμιόνη γεννήθηκε στην Καισάρεια της Παλαιστίνης τον πρώτο αιώνα μ.Χ. κι ήταν μία από τις τέσσερες κόρες του Αποστόλου και Διακόνου Φιλίππου. Είχε την τύχη να γεννηθεί μέσα σε χριστιανικό σπίτι και οι γονείς της, τη δίδαξαν με θέρμη τη χριστιανική διδασκαλία. Γνώρισε από κοντά τους Αποστόλους κι αισθάνθηκε την ανάγκη, να τους βοηθήσει στο ιεραποστολικό τους έργο.

Είχε την ευλογία να έχει το προορατικό χάρισμα κι έγινε γιατρός, που θεράπευε τους αρρώστους με την επίκληση του Αγίου Πνεύματος, χωρίς να παίρνει χρήματα. Η προσωνυμία της είναι «Το ρόδο της Εφέσου», γιατί στην Έφεσο δίδασκε, θεράπευε και βοηθούσε τον συνάνθρωπο. Εκεί η Αγία Ερμιόνη ίδρυσε, οργάνωσε και λειτούργησε με τις τρεις αδελφές της το «Ευτυχίας Πανδοχείον», που περιελάμβανε πτωχοκομείο, πανδοχείο, ιατρείο και γηροκομείο, μια όαση για κάθε πονεμένο και άρρωστο.

Η Αγία έζησε τότε που αυτοκράτορας στη Ρώμη ήταν ο Τραϊανός. Αυτός περνώντας από την Έφεσο, όταν πήγε να πολεμήσει τους Πέρσες, πληροφορήθηκε ότι εκεί ζούσε μια γερόντισσα χριστιανή, που είχε προορατικό χάρισμα. Την κάλεσε κοντά του και της ζήτησε πρώτα με κολακείες και μετά με απειλές να αρνηθεί την πίστη της στον Χριστό. Επειδή αρνήθηκε να υποκύψει, και προφήτευσε ότι αν και θα νικήσει τους Πέρσες, θα πάρει τον θρόνο του ο γαμπρός του ο Αδριανός, ο Τραϊανός διέταξε τους δημίους, να την μαστιγώσουν. Βλέποντας, ωστόσο, την αταραξία της Αγίας, την άφησε ελεύθερη.

Όταν στο θρόνο ανέβηκε ο Αδριανός και πληροφορήθηκε το μεγάλο ιεραποστολικό και φιλανθρωπικό έργο της και την απόφασή της να μην απαρνηθεί τον Χριστιανισμό, διέταξε να την υποβάλουν σε φρικτά βασανιστήρια, από τα οποία η Αγία επεβίωσε, αναγκάζοντας τελικά τον Αδριανό να την αφήσει ελεύθερη.

Η Αγία Ερμιόνη κοιμήθηκε ειρηνικά το 117 μ.Χ. Μετά την εκδημία Της, οι Χριστιανοί της Εφέσου ενταφίασαν το λείψανό Της με τιμές. Ο τάφος Της ανέβλυζε μύρο και ήταν πηγή θαυμάτων.

 

Ελένη Δάκη- Καλαμαρά

 

Ο ιερός ναός της Αγίας Ερμιόνης**


 

 

Στο δυτικό άκρο της Ερμιόνης, ακριβώς στη μέση του λόφου Πρωνός, όπως λεγόταν στην αρχαιότητα ο λόφος των Μύλων, σε ένα όμορφο τοπίο με απεριόριστη θέα, ανάμεσα σε συστάδα πεύκων, δεσπόζει ολόλευκη η μικρή εκκλησία της Αγίας Ερμιόνης. Κτίστηκε με δαπάνη του συμπολίτη μας μακαριστού Μητροπολίτη Σάμου και Ικαρίας Παντελεήμονα Μπαρδάκου, και με θέλησή του αποτελεί ιδιοκτησία και μετόχι της Ι. Μ. Προφήτη Ηλία Βιλίων, του οποίου επίσης είναι ιδρυτής και κτήτορας, όπου μοναχή και αργότερα ηγουμένη ήταν εκεί η αδελφή του Μακρίνα.

Σύμφωνα με μαρτυρίες συμπολιτών μας, που τον γνώριζαν καλά, ο φωτισμένος Ιεράρχης, έτρεφε απεριόριστη αγάπη προς τη γενέτειρά του Ερμιόνη και παρά τη σημαντική ιερατική διαδρομή του μακριά από αυτήν, ποτέ δεν έπαυσε να την επισκέπτεται και να έχει πνευματική επαφή με τους συμπολίτες του. Διακαής πόθος του πάντοτε, ήταν η ανέγερση εκκλησίας αφιερωμένης στην Αγία Ερμιόνη, «Eις Δόξαν Θεού και Τιμήν Αγίας Ερμιόνης», όπως αναγράφει η μαρμάρινη πλάκα στην είσοδο του ναού, ως «αντίδωρο» της ευγνωμοσύνης του στο τόπο, που γεννήθηκε.

Ιερός Ναός Αγίας Ερμιόνης

Ιερός Ναός Αγίας Ερμιόνης

Κατάλληλο χώρο γι’ αυτό θεωρούσε το λόφο των Μύλων. Λόγω ησυχίας και έλλειψης υγρασίας πληρούσε τα κριτήρια, για να υλοποιήσει και το δεύτερο μελλοντικό μεγάλο στόχο του, τη δημιουργία ενός γηροκομείου δίπλα στην εκκλησία, για να στεγάσει τους ηλικιωμένους της Ερμιόνης. Το οικόπεδο 2000 τ.μ. στους Μύλους, που είχε στη κατοχή του, ήταν κοντά σε σπίτια και δεν ήταν κατάλληλο για το σκοπό αυτό. Ωστόσο μετά από άοκνες προσπάθειες και κατάλληλες ενέργειες προς την Κοινότητα Ερμιόνης, επί Προεδρίας Μόδεστου Καρακατσάνη, με ομόφωνη απόφαση του Κ.Σ. ο σεβ. Παντελεήμων κατόρθωσε να ανταλλάξει αυτό με άλλο κοινοτικό χώρο δυτικότερα, δίπλα στην τότε δεξαμενή νερού της Ερμιόνης. Η Νομαρχία συμφώνησε και μετά από 2 χρόνια η παραχώρηση πήρε τη μορφή συμβολαίου. Λέγεται, ότι κατά την αρχαιότητα στο ίδιο σημείο υπήρχε ναός προς τιμή της Θεάς Ήρας.

Την εργολαβία της ανέγερσης του ναού, ανέλαβε ο Πάνος Παπαμιχαήλ (Πήτ), αδελφός του αείμνηστου αεροπόρου Μιχάλη Παπαμιχαήλ. Πολλοί συμπολίτες μας, όπως ο Νότης Παπαφράγκος, ο Νίκος Αραπάκης, ο Αργύρης Μέξης και άλλοι, που ως νέοι τότε εργάστηκαν για το κτίσιμο της Αγίας Ερμιόνης, θυμούνται με συγκίνηση και νοσταλγία τα χρόνια αυτά. Νοιώθουν περήφανοι για τη συμμετοχή τους και τονίζουν τη καθημερινή παρουσία, φροντίδα και πατρική αγάπη του Αρχιαμανδρίτη τότε Παντελεήμονα για το εργατικό προσωπικό και την αγωνία του για την αποπεράτωση του έργου.

Ο αγιασμός για τη τοποθέτηση του θεμέλιου λίθου, όπως φαίνεται σε μαρμάρινη πλάκα δεξιά της εισόδου έγινε στις 4 Σεπτεμβρίου 1966. Το έργο μετά από τρία χρόνια ολοκληρώθηκε και ένας νέος τόπος λατρείας και αγάπης, ένας ιερός χώρος, ο «οίκος» της Αγίας Ερμιόνης είναι γεγονός.

Στην τελετή για τα θυρανοίξια – εγκαίνια του ναού, το Σεπτέμβριο του 1969, πλήθος πιστών της Ερμιόνης ανηφόρησαν προς τους Μύλους, για να θαυμάσουν το ολόλευκο νέο εκκλησάκι, που φάνταζε εντυπωσιακό, για να προσκυνήσουν την εικόνα της Αγίας Ερμιόνης, να ζητήσουν τη χάρη και την ευλογία της και βέβαια να συγχαρούν και να ευχαριστήσουν τον κτήτορα για τη μεγάλη προσφορά του στο τόπο. Σε μια πανηγυρική και κατανυκτική Θεία Λειτουργία, που έγινε χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Ύδρας Σπετσών Αιγίνης και Ερμιονίδας κ.κ. Ιερόθεου και με τη συμμετοχή του Αρχιμανδρίτη Αγαθάγγελου, προϊσταμένου της ενορίας του Αγίου Λουκά Πατησίων, συνοδοιπόρου του Μητροπολίτη μας και των ιερέων της περιοχής, ο κτήτορας με φανερή τη χαρά και τη συγκίνησή του, βλέποντας το όνειρό του να πραγματοποιείται, ευχαρίστησε τον Πρόεδρο και το Κ.Σ. της Κοινότητας Ερμιόνης, για την παραχώρηση – ανταλλαγή του οικοπέδου και αποκάλυψε επίσημα πια, ότι μελλοντικός του στόχος ήταν η ανέγερση Ιδρύματος Ευγηρίας νότια της εκκλησίας.

Ήταν μια πολύ σημαντική ημέρα για αυτόν, για τις αρχές του τόπου, αλλά και για τους πιστούς συμπολίτες μας, ιδιαίτερα εκείνους της περιοχής των Μύλων. Όλοι είχαν τη πεποίθηση, ότι αυτός ο ναός που έβλεπαν μπροστά τους, αν και ήταν μικρός, θα σηματοδοτούσε αιώνια τη σύνδεση της Αγίας Ερμιόνης με το όνομα της πόλης μας.

Το 1968, μετά από προτροπή του π. Παντελεήμονα και πρόταση του τότε Κοινοτικού Συμβουλίου Ερμιόνης, εκδόθηκε το 830/21-11-68 Β.Δ. (ΦΕΚ 289/1068) σύμφωνα με το οποίο, η 4η Σεπτεμβρίου, γιορτή της Αγίας Ερμιόνης, καθορίστηκε ως επίσημη τοπική αργία.

Την ίδια χρονιά, ο Εμποροεπαγγελματικός Σύλλογος της Ερμιόνης ανακήρυξε την Αγία Ερμιόνη ως προστάτιδα των εμπόρων και επαγγελματιών της πόλης και κάθε χρόνο τιμούσε τη μνήμη της με ιδιαίτερη λαμπρότητα. Όλα τα καταστήματα παρέμειναν κλειστά, κανένας επαγγελματίας δεν εργαζόταν και σύσσωμο το Δ.Σ. και τα μέλη του παρευρίσκονταν στον πανηγυρικό εσπερινό και τη Θεία Λειτουργία, όπου τελούσαν και αρτοκλασία.

Μετά από 22 χρόνια (1990), οι Κοινοτικοί Σύμβουλοι Η. Δρούζας, Α. Λεμπέσης, Σ. Κούστας, Κ. Κωστελένος και Π. Μαυρομιχάλη, λαμβάνοντας υπόψη τη μεγάλη ιστορία του Ι. Ν. των Ταξιαρχών, αλλά και τη θρησκευτική παράδοση του τόπου, υπέβαλαν αίτημα στο Κ.Σ. για τροποποίηση του Β.Δ. και τον καθορισμό της 8ης Νοεμβρίου ως επίσημης τοπικής αργίας. Το Κ.Σ. με Πρόεδρο τον Γ. Καρακατσάνη, αφού πήρε την έγκριση των τοπικών φορέων, τη σύμφωνη γνώμη του Μητροπολίτη Υδρας, Σπετσών, Αιγίνης και Ερμιονίδος κκ. Ιερόθεου, αλλά και τη συγκατάθεση του Μητροπολίτη Σάμου και Ικαρίας κ.κ Παντελεήμονα, έκανε τις απαραίτητες ενέργειες και στις 7-7- 1995 το Υπουργείο Εσωτερικών με τροποποίηση του σχετικού Νόμου καταργούσε το Β.Δ. και καθιέρωνε ως επίσημη αργία της Ερμιόνης την 8η Νοεμβρίου, εορτή των Ταξιαρχών. Το γεγονός αυτό, συνέπεσε με την ανακήρυξη της Κοινότητος Ερμιόνης σε Δήμο και στις 8 Νοεμβρίου 1995 στο Μητροπολιτικό Ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, γιορτάστηκε για πρώτη φορά πανηγυρικά και με ιδιαίτερη λαμπρότητα.

Ο μακαριστός Μητροπολίτης Παντελεήμων Μπαρδάκος

Ο μακαριστός Μητροπολίτης Παντελεήμων Μπαρδάκος

Στις 13 Ιουλίου 1974, ο Παντελεήμων εκλέγεται Μητροπολίτης Σάμου και Ικαρίας και αφοσιώνεται ολοκληρωτικά στο ύψιστο λειτούργημά του, ως Ποιμενάρχης μιας ακριτικής Μητροπόλης. Οι πολλαπλές του απασχολήσεις δεν του επέτρεψαν να υλοποιήσει το όραμά του δηλαδή την ανέγερση του Γηροκομείου. Ποτέ όμως αυτός δεν έλειψε από τον εορτασμό της Αγίας Ερμιόνης και κάθε χρόνο 3 και 4 Σεπτεμβρίου χοροστατούσε στο πανηγυρικό Εσπερινό και τη Θεία Λειτουργία, μέχρι την 1η Ιουλίου 1995 που κοιμήθηκε. Τα οστά του βρίσκονται σε μαρμάρινο οστεοφυλάκιο στην Ι.Μ. Προφήτη Ηλία Βιλίων.

Εξετάζοντας την αρχιτεκτονική της εκκλησίας παρατηρούμε ότι το σχέδιο της πλησιάζει τη μορφολογία της νησιώτικης εκκλησίας. Είναι μια καμαροσκέπαστη εκκλησία στον τύπο της μονόχωρης Βασιλικής με τρεις εισόδους, μια δυτικά και δύο νότια, με τη μικρότερη να είναι η είσοδος στο Ιερό Βήμα, το οποίο είναι ευδιάκριτο από τη μοναδική κόγχη του, πίσω από την Αγία Τράπεζα. Το καμπαναριό είναι σχετικά ψηλό για τις διαστάσεις της εκκλησίας, μονόλοβο, με μια μικρή καμάρα στη βάση του, χαρακτηριστικό των νησιώτικων καμπαναριών, κυρίως των νησιών του Αργοσαρωνικού και ιδιαίτερα της Ύδρας και των Σπετσών.

Σήμερα, σχεδόν 50 χρόνια μετά, το εκκλησάκι της Αγίας Ερμιόνης, ένα από τα στολίδια της πόλης μας, απλό, καλοδιατηρημένο, νοικοκυρεμένο και πάντα καθαρό εξωτερικά και εσωτερικά, με την καθημερινή σχεδόν φροντίδα της Γιάννας και του Δέδε Κοντόπουλου, στέκει εκεί ψηλά ως πνευματικός φάρος, εκπέμποντας την αγάπη της Αγίας Ερμιόνης ως πέπλο προστασίας πάνω από τη πόλη μας, φωτίζοντας τα βήματα των πιστών.

Αν βρεθείς εκεί, η ομορφιά του τοπίου θα σε αναγκάσει, να σταθείς για λίγο, να αισθανθείς την ιερότητα και την απλότητα της Αγίας Ερμιόνης, να πάρεις την ευλογία της, να νοιώσεις μια απέραντη γαλήνη και να απομακρυνθείς για λίγο από τη ζάλη των καθημερινών εγκόσμιων προβλημάτων. Θα καθίσεις τότε ήρεμος στο παγκάκι, θα απολαύσεις το τοπίο και θα αγναντέψεις την υπέροχη θέα. Βόρεια απλώνεται ο κάμπος της Ερμιόνης με τα περιβόλια και τις ελιές. Νότια ο όρμος Κάπαρι, η Μαγ(κ)ούλα, το Ποδάρι, τα Ευκάλυπτα και πιο πέρα το Μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων. Ανατολικά, μπροστά σου απλώνεται το λιμάνι της Ερμιόνης και το Μπίστι, το Κρόθι με τον Άγιο Γεράσιμο και το Μύλο και στο βάθος η Ύδρα και τα Τσελεβίνια. Οι ανθισμένοι θάμνοι, η μυρωδιά του θυμαριού, το κελάηδημα των πουλιών και το αεράκι που, φυσάει σχεδόν μόνιμα, θα σε αναζωογονήσει. Δεν θα θέλεις να φύγεις! Αν

προχωρήσεις προς τα δυτικά, στα πενήντα μέτρα θα δεις την όμορφη πετρόκτιστη εκκλησία του Αγίου Νικοδήμου και σε πέντε λεπτά ένας πανέμορφος χωμάτινος δρόμος ανάμεσα σε πεύκα θα σε βγάλει στην καινούρια δεξαμενή νερού της Ερμιόνης.

Στις 4 Σεπτεμβρίου, η Αγία Ερμιόνη γιορτάζει. Την παραμονή γίνεται πανηγυρικός εσπερινός με αρτοκλασία και ανήμερα Θεία Λειτουργία. Πολλοί πιστοί συμπολίτες μας κάθε ηλικίας, ανηφορίζουν στους Μυλους με ευλάβεια, να προσκυνήσουν την εικόνα της Αγίας, να πάρουν τη χάρη της και να ζητήσουν να θεραπεύσει τις ασθένειές τους, αφού η Αγία Ερμιόνη ήταν και θαυματουργή Ανάργυρη Γιατρός.

Θα μοιραστώ μαζί σας μια ιστορία, που μου διηγήθηκε η μοναχή Ν. της Ιεράς Μονής Προφήτη Ηλία Βιλίων, σε επίσκεψή μου εκεί, που είχε ακούσει από τον μακαριστό Παντελεήμονα και χαρακτήρισε ως θαύμα:

«Μια γυναίκα έπασχε από ανίατη ασθένεια. Οι γιατροί είχαν εξαντλήσει τις δυνατότητες της επιστήμης και η ίδια είχε εναποθέσει πλέον τις ελπίδες της στο Θεό. Ένα βράδυ είδε στον ύπνο της την Αγία Ερμιόνη, σε μια άσπρη εκκλησία, η οποία της ζήτησε να την επισκεφθεί εκεί, στο «σπίτι» της και ως γιατρός θα την θεραπεύσει. Η πίστη και η ελπίδα της φούντωσαν και αμέσως άρχισε να ψάχνει μέρη που βρίσκονται εκκλησίες της Αγίας Ερμιόνης, για να την επισκεφθεί και να ζητήσει τη χάρη της. Όταν έμαθε ότι στην Ερμιόνη Αργολίδος υπάρχει εκκλησία της Αγίας Ερμιόνης, πήρε το καράβι, έφτασε στο λιμάνι, ρώτησε πού είναι η Αγία Ερμιόνη και ανηφόρησε γρήγορα για τους Μύλους. Μόλις έφτασε εκεί, με δέος αντίκρισε την ίδια ακριβώς εκκλησία, που είχε δει στο όνειρό της, κάτασπρη ανάμεσα στα πεύκα, στον ίδιο λόφο, στην ίδια τοποθεσία, στο ίδιο εξωτερικό περιβάλλον. Αυτή τότε συγκινημένη γονάτισε, έκλαψε, προσκύνησε ευλαβικά, ζήτησε τη χάρη της Αγίας και προσευχήθηκε ζητώντας να τη θεραπεύσει. Η Ανάργυρη γιατρός Αγία Ερμιόνη τη δέχθηκε στο σπίτι της και τη γιάτρεψε».

Ο Βασίλης Μέξης, επίσης μου διηγήθηκε μια παρόμοια περίπτωση: «Ένα απόγευμα, που καθόμασταν στο παγκάκι, μας πλησίασε μια άγνωστη κυρία, που συστήθηκε ως καθηγήτρια και μας ρώτησε αν είναι ανοικτή η εκκλησία, για να προσευχηθεί. Στη συζήτηση που είχαμε μαζί της, μας είπε ότι είχε δει στον ύπνο της την Αγία Ερμιόνη, έξω από ένα εκκλησάκι, η οποία της ζήτησε να έλθει στο «σπίτι» της να προσκυνήσει και να πάρει τη χάρη της. Η κυρία που ήταν από την Εύβοια, έψαξε, βρήκε ότι στην Ερμιόνη υπάρχει εκκλησία της Αγίας. Ήλθε και με έκπληξή της, είδε ότι ήταν μπροστά στο ίδιο εκκλησάκι, αυτό ακριβώς που είχε δει στο ύπνο της».

Όσοι κατοικούμε στους Μύλους ή στη περιοχή της Αγίας Ερμιόνης όπως συνηθίζουμε να λέμε τα τελευταία χρόνια, νιώθουμε τυχεροί και ευγνώμονες, που υπάρχει στη γειτονιά μας η εκκλησία της Αγίας Ερμιόνης. Θεωρούμε ότι μας προστατεύει και μαζί με όλους τους συμπολίτες μας, ευχαριστούμε τον Μακαριστό Μητροπολίτη Παντελεήμονα για την ανέγερση αυτού του ναού, που συμβολίζει την αιώνια σύνδεση της Αγίας Ερμιόνης με την πόλη μας.

 

Γεώργιος Ν. Φασιλής

 

Πηγές


 

  • Ιερά Μονή Προφήτη Ηλία- Βίλια Αττικής.
  • «Το Φιλώτι και το ιστορικό εκκλησιαστικό μνημείο της Παναγίας Φιλωτίτισσας», Ιωάννη Ησαία.
  • «Η εν Ερμιόνη Γ’ Εθνοσυνέλευσις», Ιωάννη Μάλλωση.
  • Αρχείο Δημοτικής Κοινότητας Ερμιόνης.
  • Μαρτυρίες Ερμιονιτών.

 

* Ελένη Δάκη- Καλαμαρά

** Γεώργιος Ν. Φασιλής

  «Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», περιοδική έκδοση για την ιστορία, την τέχνη, τον πολιτισμό και την κοινωνική ζωή της Ερμιόνης, τεύχος 17, Οκτώβριος, 2015.  

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Older Posts »