Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Εκκλησιαστική Ιστορία αφορώσα στην Αργολίδα’ Category

Παπαφλέσσας Γρηγόριος Δικαίος (1786-1825)


 

Ένας από τους κορυφαίους πρωταγωνιστές της Φιλικής Εταιρείας και της Επανάστασης του 1821. Γεννήθηκε το 1786 στην Πολιανή της Μεσσηνίας. Στερνοπαίδι του Δημήτριου Δικαίου από τον δεύτερο γάμο του με την Κωνσταντίνα από το γένος των Ανδροναίων, πήρε το βαφτιστικό όνομα Γεώργιος. Ο Φωτάκος στη βιογραφία του Γρηγόριου Δικαίου αναφέρει ότι ο πατέρας του απέκτησε δεκαοκτώ παιδιά με την πρώτη γυναίκα του και δέκα με τη δεύτερη, από τα οποία ο Γεώργιος (Γρηγόριος) ήταν το τελευταίο. [1] Αν οι αριθμοί αυτοί δεν είναι «πατριωτικά» διογκωμένοι ίσως δεν είναι άσχετοι από τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του νεαρού Γεώργιου Δικαίου.

 

Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας). Έργο του Διονυσίου Τσόκου, Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Εξάλλου, σχετικά με την προέλευση του ονόματος Παπαφλέσσας πάλι ο Φωτάκος αναφέρει μία, τουλάχιστον περίεργη και μυθώδη, εκδοχή σύμφωνα με την οποία όλοι οι απόγονοι του Δημήτριου Δικαίου ονομάστηκαν Φλεσαίοι από τη λέξη Εφεσίους της γνωστής επιστολής του Αποστόλου Παύλου, η οποία δεν προφερόταν σωστά στην εκκλησία της Πολιανής αλλά εκφερόταν ως Εφλεσίους, για να μεταπέσει σε Φλεσίους και περαιτέρω σε Φλεσαίους και από εκεί να καταντήσει επώνυμο της οικογένειας των Δικαίων και οπωσδήποτε του Γρηγορίου Δικαίου. Δεν μπορεί να εξακριβωθεί βέβαια αν υποκρύπτεται κάποιο γεγονός πίσω από αυτές τις λεκτικές ακροβασίες, αλλά αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι ο Γεώργιος (Γρηγόριος) Δίκαιος θα γίνει τουλάχιστον τα ύστερα χρόνια γνωστότερος ως Παπαφλέσσας παρά ως Δίκαιος.

Σύμφωνα με τον βιογράφο του που μόλις μνημονεύσαμε, παιδί φέρεται ότι έμαθε τα πρώτα γράμματα κοντά σε κάποιον καλόγηρο, ενώ αργότερα παραδίδεται ότι ο εξάδελφος από τον πατέρα του Παναγιώτης, πρόκριτος της επαρχίας Λεονταρίου, όπου ανήκε και η Πολιανή, έστειλε τον μικρό Γεώργιο, μαζί με τα δικά του παιδιά, στην Ελληνική σχολή της Δημητσάνας, όπου είχε δάσκαλο πιθανόν τον λόγιο μοναχό Αγάπιο Αντωνόπουλο.

Αργότερα, το 1816, σύμφωνα με τους βιογράφους του, ο Γεώργιος Δίκαιος θα καρεί μοναχός στη μονή Βελανιδιάς, που βρίσκεται κοντά στην Καλαμάτα, και θα λάβει το μοναχικό όνομα Γρηγόριος, με το οποίο θα γίνει γνωστός· ωστόσο και πάλι εμφιλοχωρεί ένα πρόβλημα, δεδομένου ότι όσοι εμπλέκονταν με τον μοναχικό βίο το έκαναν πολύ νωρίτερα από την ηλικία των 30 ετών, που είναι το 1816 ο Δικαίος. Όπως και να έχουν τα πράγματα πάντως ο μοναχός Γρηγόριος στη συνέχεια ήρθε σε σύγκρουση με τον μητροπολίτη Μονεμβασίας, πράγμα που τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τη μονή Βελανιδιάς και να καταφύγει σε ένα άλλο μοναστήρι, και συγκεκριμένα στη μονή Ρεκίτσας, που βρίσκεται μεταξύ Μιστρά και Λεονταρίου.

Η συνέχεια της ενδιαφέρουσας αυτής εξιστόρησης θέλει τον νεαρό μοναχό Γρηγόριο Δικαίο να έρχεται σε σύγκρουση και με τον ισχυρό Τούρκο της περιοχής Λεονταρίου Χουσεΐν αγά, γνωστό και ως Σερντάρη, που κατείχε πολλά κτήματα κοντά σε εκείνα της μονής Ρεκίτσας, τα οποία επιζήτησε να αποσπάσει από αυτήν. Στις συνεχείς διενέξεις μεταξύ του Τούρκου τσιφλικά και της μονής ο δραστήριος μοναχός  Γρηγόριος Δικαίος φέρεται ότι θέλησε να υπερασπιστεί με κάθε τρόπο την περιουσία της μονής, ζήτησε μάλιστα και την παρέμβαση του πασά της Τριπολιτσάς.

Ακολουθούν διάφορα μυθιστορηματικά επεισόδια μεταξύ των ανθρώπων του αγά και της μονής που θα συνεπιφέρουν αναπόφευκτα και την καταδίωξη του Παπαφλέσσα, ο οποίος φαίνεται ότι πλέον δεν μπορεί να παραμείνει στην Πελοπόννησο. Έτσι θα αναγκαστεί το 1818 να περάσει πρώτα στη Ζάκυνθο και από εκεί να κατευθυνθεί στην Κωνσταντινούπολη, προκρίνοντας κατά τα φαινόμενα, ότι στην πρωτεύουσα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας θα υπήρχαν ευνοϊκότερες συνθήκες για την περαιτέρω ιερατική του πορεία, δεδομένου ότι θα βρισκόταν κοντά στο κέντρο των εξελίξεων της Ανατολικής Εκκλησίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

 

Παπαφλέσσας. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία. Adam Friedel.

 

Πράγματι, στην Κωνσταντινούπολη ο Γρη­γόριος Δικαίος θα γνωρίσει πολύ κόσμο, θα συναντήσει πατριώτες του, ανάμεσα στους οποίους ο τότε μητροπολίτης Δέρκων, θα έρθει σε επαφή με σημαντικά πρόσωπα, θα συνδεθεί με την οικογένεια του λόγιου κληρικού Ζαχαρία Αινιάντος και ακόμα ως εκκλησιαστικός θα γίνει αρχιμανδρίτης, πιθανώς αναζητώντας, πα­ράλληλα, την ευκαιρία για να εκλεγεί μητρο­πολίτης και να τεθεί έτσι επικεφαλής κάποιας επαρχίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως μας πληροφορεί ο Δημήτριος Αινιάν. Εί­ναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι ο Δίκαιος εί­χε στενές σχέσεις με τον τότε μητροπολίτη Δέρκων Γρηγόριο (καταγόταν από το χωριό Ζουμπάτα Αχαΐας), ο οποίος θα θανατωθεί μαζί με τους άλλους ιεράρχες ως πράξη αντιποίνων για την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης. Είναι μάλιστα πολύ πιθανόν ο Γρηγόριος Δέρκων να υπήρξε και μέλος της Φιλικής Εταιρείας.

Ωστόσο, οι επιδιώξεις του Γρηγόριου Δικαί­ου για ανώτερη εκκλησιαστική σταδιοδρομία φαίνεται να υποχωρούν δραματικά με τη μύη­σή του στη Φιλική Εταιρεία που θα γίνει από τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο [2] ή από τον Ανα­γνώστη Παπαγεωργίου-Αναγνωσταρά [3] στις 21 Ιουνίου 1818. Στον κατάλογο Φιλικών του Σέκερη η σχετική αναγραφή έχει καταχωριστεί ως εξής: «Γρηγόριος Δικαίος. Αρχιμανδρίτης και έξαρχος Πατριαρ­χικός. Χρόνων 32. Διά του Π. Παπαγεωργίου. 1818, Ιουνίου 21, Κωνσταντινούπολις. Τω Ηλία Δικαίω εις Πολιανήν. Γρ. 10». [4] Το συνωμοτικό όνομα που έλαβε ως μέ­λος της Εταιρείας ήταν Αρμόδιος, ενώ κατείχε και τα διακριτικά αρχικά Α Μ.

Σέκερης Παναγιώτης, Ελαιογραφία. Αθήνα, Πολεμικό Μουσείο.

Ο Γρηγόριος Δίκαιος θα ενστερνισθεί με θέρμη και ζήλο τους σκοπούς της Φιλικής Εται­ρείας και θα αναδειχθεί σε ένα από τα πιο δρα­στήρια μέλη της, σε έναν από τους πιο δρα­στήριους αποστόλους της. Το πρώτο πεδίο δράσης του υπήρξε βέβαια εκείνο της Κων­σταντινούπολης αλλά γρήγορα θα επεκτείνει τη δράση του και στην περιοχή των Ηγεμο­νιών, όπου, όπως έχουμε διαπιστώσει, τα πε­ρισσότερα από τα ανώτερα στελέχη της Εται­ρείας αλλά και ένα πλήθος από μεσαία και κα­τώτερα, θα δραστηριοποιηθούν τα χρόνια πριν από την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης. Σύμφωνα με τον κατάλογο Φιλικών του Παν. Σέκερη αλλά και του Ιωάννη Φιλήμονα, ο Γρη­γόριος φέρεται να μύησε την περίοδο 1818- 1819 τουλάχιστον τριάντα Φιλικούς, ανάμε­σα στους οποίους υπάρχουν και σημαντικά ονόματα (Καμαρηνός Κυριακός, Παναγιώτης Γιατράκος, Δημήτριος Θέμελης).

Πρέπει εξάλλου να επαναλάβουμε στο ση­μείο αυτό ότι ο Παπαφλέσσας βρίσκεται και δραστηριοποιείται στην Κωνσταντινούπολη κατά την περίοδο που όλη σχεδόν η ηγετική ομάδα της Εταιρείας έχει συγκεντρωθεί στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας· με άλλα λό­για βρισκόμαστε στο κρίσιμο διάστημα μετα­ξύ των ετών 1818 και 1820, όταν σημειώνε­ται «μια γενικευμένη ανάπτυξη κινήσεων, σχεδιασμών και άλλων ενεργειών, σε όλες τις χώ­ρες διαμονής των Ελλήνων. Οι περισσότεροι «απόστολοι» έχουν κινηθεί με επιτυχία, η Εφο­ρεία της Κωνσταντινούπολης με την ενεργό συμμετοχή του Π. Σέκερη λειτουργεί ικανο­ποιητικά, νέα μέ­λη της ηγετικής ομάδας όπως ο Γρηγόριος Δικαί­ος (Παπαφλέσ­σας) έχουν δώσει ένα νέο δυναμικό τόνο στην Εται­ρεία, η δε Πελοπόννησος έχει εμπλακεί ορι­στικά στην υπόθεση της εξέγερσης». [5]

Για να προσεγγίσουμε τα ανώτερα στελέχη της Εταιρείας με βάση, κυρίως, τις πληροφορίες από τα κείμενα που οι ίδιοι και οι συναγωνιστές τους μας παρέχουν και που εξακολουθούν να έρχονται στο φως, όπως λ.χ. το Αρχείο Ξάνθου, θα επιχειρήσουμε να παρακολουθήσουμε από κοντά τον Γρηγόριο Δικαίο, με απώτερο βέβαια σκοπό να γνωρίσουμε καλύτερα το πρόσωπο και τη δράση του πρώτα ως Φιλικού και αργό­τερα ως αγωνιστή της Επανάστασης, του οποίου μάλιστα τη δράση επισφράγισε και ο ηρωικός θάνατος στο Μανιάκι (1825).

Όπως αναφέραμε, ο Γρηγόριος Δικαίος κα­τά το πρώτο διάστημα της σταδιοδρομίας του ως Φιλικού ανέλαβε δράση στην περιοχή των Ηγεμονιών. Υπάρχουν μάλιστα πληροφορίες ότι τον διακατείχε τέτοιος ενθουσιασμός ώστε να προβαίνει στην κατήχηση νέων μελών στις τάξεις της Εταιρείας αδιακρίτως, χωρίς δηλα­δή να λαμβάνει τις δέουσες προφυλάξεις αλλά ούτε και να εγείρει επιφυλάξεις για το ποιόν των προσήλυτων. Ίσως κάτι τέτοιο ακριβώς να υπαινίσσεται η παρατήρηση του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου, ο οποίος κλείνοντας ένα γράμμα του προς τον Εμμανουήλ Ξάνθο της 26ης Μαρτίου 1819 επισημαίνει: «αύτη η ενόχλησις και η επαπειλουμένη τρικυμία σοι λέγω εν συντόμω ότι προήλθεν από την αδιαφορίαν του αναθεματι­σμένου παπά Γρηγορίου».[6]

Στον κατάλογο των μετακι­νήσεων του Δικαίου ανά τις Ηγεμονίες είναι βέβαια το Ιάσιο, όπως μας πληροφο­ρεί επιστολή του Παναγ. Αναγνωστόπουλου της 24ης Μαΐου 1819 προς τον Εμμ. Ξάνθο. [7] Από την επιστο­λή αυτή, ανέκδοτη έως πρό­σφατα, αναδημοσιεύουμε ένα μικρό απόσπασμα εν­δεικτικό των σχέσεων του Γρηγόριου Δικαίου με τα άλ­λα μέλη της Εταιρείας, από τα οποία ο επιστέλλων Αναγνωστόπουλος δεν φαίνεται να έχει και τις καλύτερες δια­θέσεις προς τον φλογερό αρ­χιμανδρίτη, μολονότι τους συνδέει η κοινή πελοποννησιακή καταγωγή:

 

«Ο παππά Γρηγόριος εις τας 17 τούτου εμίσεψεν διά Γαλάτζι, ολίγον συγχυσμένος μαζύ μου, εξ αιτίας οπού τον εσυμβούλευα να μην πιστεύη τινα, επειδή και αι κατ’ αυτόν καταλαλιαί προήλθον εκ τού­του διά την εις καθένα πίστην του. συγχυσμέ­νος εις τέτοιον τρόπον οπού ούτε έξοδα είχεν, ούτε ηξεύρω ποίος του έδωσεν, επειδή και δεν είχεν ούτε λεπτόν, προτού με είχε συστήση εις Ισμαήλ καλώς, και στοχάζομαι ότι δεν θέλει αναιρέσει εκείνο όπερ πρότερον είπεν, μ’ όλον τούτο μη λείψετε αυτού διά να του γράψητε, καμονόμενος ότι διότι εμάθατε πως ήλθεν του ζητείτε γράμμα μου, και καθώς σας αποκριθή οδηγήσθαι και τον προλαμβάνετε, καθ’ όποι­ον τρόπον στοχασθήτε εις το περί εμού…».

Εξάλλου για την επικείμενη, εν συνεχεία, με­τάβασή του στο Γαλάτζι, μας πληροφορεί και επιστολή του Δημήτριου Θέμελη προς τον Εμμ. Ξάνθο, γραμμένη στα τέλη Μαΐου 1819. [8] Μάλιστα από την επιστολή αυτή κερδίζουμε επιπλέον και το ψευδώνυμο «ιντερεσάτος» του Γρηγορίου Δικαίου. Όμως είχε φθάσει η 7η Ιουνίου και ο Δικαίος δεν είχε εμφανιστεί ακόμη στο Γαλάτζι, πράγμα που έχει προκαλέσει ανησυχίες ανάμεσα σε κάποια μέλη της Φιλικής Εταιρείας που τον περιμένουν για διαβουλεύσεις. Ενδεικτική της ανησυχίας αυτής είναι μία άλλη επιστολή του Δημήτριου Θέμελη προς τον Εμμ. Ξάνθο της 7ης Ιουνίου 1819 από το Γαλάτζι, όπου ο άρχων ισπράβνικος των Ηγεμονιών αναφέρει μεταξύ των άλλων: «ο Δίκαιος αφού εμίσεψεν από Ιάσιον εις τας 19 του απελθόντος κατά τας βεβαίας ειδήσεις έχω, μέχρι τουδε δεν ήλθεν εδώ, και, το τι έγινεν ευρίσκομαι εις μεγαλοτάτην απορίαν, φαίνεται ότι άλλαξεν τον δρόμον του οπού αντί να ερθή εδώ επήγεν εις άλλον μέρος, εις ποιον όμως αγνοώ – οι φίλοι από Ιάσιον τον έχουν ότι ευρίσκεται εδώ… δεν ημπορώ να καταλάβω, φίλτατέ μοι, αυτό το κίνημα του Δικαίου τι εννοεί… θέλω γράψη αύριον και εις τον εν Βουκουρέστι ακριβόν μας… φίλον, αν ήρχοντο ο διάβολος ο Δικαίος εδώ ήτον πολλά ωφέλιμον, διά τας γνωστάς αιτίας, επειδή ηξευρω πως να τον οικονομήσω…». [9]

Οι κινήσεις του  Γρηγορίου εν συνεχεία εντοπίζονται στην πρωτεύουσα της Βλαχίας, στο Βουκουρέστι, όπου μάλιστα αρρώστησε βαριά. Τις σχετικές πληροφορίες αντλούμε από επιστολή και πάλι του Δημήτριου Θέμελη προς τον Εμμ. Ξάνθο της 21ης Ιουλίου 1819: «χθες ελθών από Βουκουρέστι ο σιορ Στέργιος Πρασσάς μας διηγείται την δεινήν ασθένειαν του αγίου Αρχιμανδρίτου κυρίου Γρ. Δικαίου, με μεγάλην λύπην και άκρον μας κακοφανισμόν, ήτις τω επισυνέβη με το να εκοιμήθη υποκάτω μιας καρυδιάς εις εν ζεύκι [: γλέντι] οπού είχον φίλοι τινές εις ένα παχτζέν, όπου από αψηφισίας πλευριτωθείς έπεσε κλινήρης επιστρέψας αυτόν εις λοιμικήν νόσον, τον άφησε δε, ως μας λέγει, εις αθλίαν κατάστασιν και ο Θεός να τον βοηθήση».[10]

Η ίδια πληροφορία για την αρρώστια του Δικαίου διασταυρώνεται και από παράλληλή της που βρίσκουμε σε επιστολή του Π. Ρουμπινή προς τον Εμμ. Ξάνθο και φέρει χρονολογία 24 Ιουλίου 1819 αλλά και από αντίστοιχη της 28ης του ίδιου μήνα γραμμένη από τον Ευάγγελο Μαντζαράκη προς τον ίδιο αποδέκτη. Ο Γρηγόριος Δίκαιος φέρεται ασθενής και σε επιστολή της 4ης Αυγούστου 1819 του Π. Ρουμπινή προς τον Εμμ. Ξάνθο, μολονότι σε έγγραφο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, ο αρχιμανδρίτης φέρεται στις 3 Αυγούστου 1819 να αδελφοποιήθηκε με τον Ιωάννη Φαρμάκη και τον Γεώργιο Ολύμπιο.[11] Σύμφωνα με όλα τα δεδομένα η αδελφοποίηση αυτή έγινε όχι για συνωμοτικούς λόγους αλλά είχε τον χαρακτήρα προσωπικής συμφωνίας για αμοιβαία συνδρομή και συνεργασία.

Αυτά, λοιπόν, μας παραδίδουν για την κατάσταση του Δικαίου στο Βουκουρέστι οι επιστολές που μνημονεύσαμε παραπάνω. Ωστόσο, ο Ιω. Φιλήμονας (και ο Φωτάκος αργότερα) παραδίδει για τον Γρηγόριο Δικαίο και το γνωστό επεισόδιο στο Βουκουρέστι, όταν ο αρχιμανδρίτης θέλησε να πληροφορηθεί με δυναμικό τρόπο από τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο για την Υπέρτατη Αρχή, στην οποία διεκδίκησε και τελικά πέτυχε να συμμετάσχει και ο ίδιος. Τότε φαίνεται ότι απέκτησε το ψευδώνυμο Αρμόδιος και τα συνωμοτικά αρχικά Α Μ, που έχουμε ήδη αναφέρει. Ωστόσο, ο Γρηγόριος Δικαίος φαίνεται ότι διαθέτει γερή υγεία και έτσι αρκετά γρήγορα από μελλοθάνατος, όπως τον ήθελαν πολλοί αλληλογράφοι στα γράμματά τους, στις 4 Αυγούστου και κυρίως στις 11 Αυγούστου 1819 φέρεται ως υγιής σε επιστολή του Ευάγγελου Μαντζαράκη προς τον Εμμ. Ξάνθο, καθώς και σε άλλη επιστολή της ίδιας ημερομηνίας του Δημήτριου Θέμελη προς τον Εμμ. Ξάνθο, προς τον οποίο μάλιστα στέλνει και τους χαιρετισμούς του.[12]

Αναφέραμε παραπάνω ότι ο Γρηγόριος Δικαίος κατάφερε να γίνει και αυτός μέλος της Αρχής της Εταιρείας. Τότε ακριβώς έλαβε γνώση και των διεργασιών που γινόταν στα ανώτερα κλιμάκιά της και συγκεκριμένα την αποστολή του Εμμ. Ξάνθου στην Πετρούπολη στην προσπάθεια να πείσουν τον Ιωάννη Καποδίστρια να αναλάβει την αρχηγία της. Στη γραμμή αυτή, σύμφωνα με έγγραφο που βρέθηκε στο αρχείο Υψηλάντη, θα αποστείλει και ο Παπαφλέσσας στην Πετρούπολη τον Γεωργάκη Ολύμπιο και τον I. Φαρμάκη για να παρακαλέσει τον Καποδίστρια για τον ίδιο λόγο. Το σχετικό έγγραφο που αναφέραμε δεν πρέπει όμως να έφθασε ποτέ στα χέρια του υπουργού του τσάρου.

Ωστόσο, οι ενέργειές του στις Ηγεμονίες και η όλη δραστηριότητά του πρέπει να ανησύχησαν τις επιτόπιες αρχές. Έτσι ο Γιαννιώτης γιατρός Μιχαήλ Χρησταρής και άλλοι Φιλικοί, που κατάλαβαν ότι ο Δικαίος διέτρεχε σοβαρό κίνδυνο, τον ειδοποίησαν και του συνέστησαν να απομακρυνθεί γρήγορα από το επικίνδυνο περιβάλλον. Βέβαια, ο ίδιος πρόβαλλε ως δικαιολογία των ενεργειών του τη συγκέντρωση δωρεών για τη σύσταση του σχολείου που, οι Καλλιμάχης και Νέγρης ετοιμάζονταν να ιδρύσουν στην Πελοπόννησο, ενώ στην πραγματικότητα απώτερος σκοπός τους ήταν η συγκεκαλυμμένη συγκέντρωση χρημάτων για την ενίσχυση του έργου της Εταιρείας. Έτσι κατόρθωσε να πάρει διαβατήριο και να αναχωρήσει από το Βουκουρέστι.

Στη δράση του Γρηγόριου Δικαίου πρέπει εξάλλου να προστεθεί και η μεταστροφή του Ανδρέα Σφαέλου. Ο τελευταίος είχε σταλεί εκ μέρους του αδελφού του δολοφονηθέντος Νικολάου Γαλάτη, Ευσταθίου, προκειμένου να εξοντώσει ορισμένα υψηλά στελέχη της Εταιρείας ως εκδίκηση για το θάνατο του αδελφού του. Ο Σφαέλος στην περιπλάνησή του στις Ηγεμονίες φέρεται ότι επιχείρησε να έλθει σε επαφή με τον Δικαίο, ο οποίος τελικά θα κατορθώσει να τον μεταστρέψει από τους σκοπούς του και τον καταστήσει ενεργό στέλεχος της Εταιρείας – μάλιστα πολέμησε και σκοτώθηκε στη μάχη στο Σκουλένι τον Ιούνιο του 1821. Τη μεταστροφή αυτή του Σφαέλου υπαινίσσεται και σε επιστολή του προς τον Εμμ. Ξάνθο της 9ης Σεπτεμβρίου 1819 ο Δημήτριος Θέμελης, γράφοντας: «έχω εντελεστάτην πληροφορίαν ότι ανταμόθην [ο Σφαέλος] με τον Δικαίον… και φαίνεται από εν γράμμα το οποίον έστειλεν εδώ εις ένα του φίλον ο γνωστός… ότι έλαβεν άλλην μορφήν, καθησυχάσαντες αυτόν από του να ακροβατεί».[13]

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ο τελευταίος Μπέης της Μάνης, και βασικός εκφραστής της αντίληψης για τοπική αυτονομία των απελευθερωμένων περιοχών της Ελλάδας (ιδιαίτερα της Μάνης) σε αντίθεση με το όραμα του Καποδίστρια που επιθυμούσε τη δημιουργία ενός ομογενοποιημένου εθνικού κράτους.

Πορτρέτο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη (1765 ή 1773 -1848). Υδατογραφία σε φίλντισι, διαστάσεις 16 x 12 εκ. Έργο του Χένρι Τζον Τζορτζ Χέρμπερτ (Henry John George Herbert 1800 -1849).

Γνωρίζουμε ήδη ότι από το 1818, όταν αποφασίστηκε από τους ηγέτες της Φιλικής Εταιρείας η αναχώρηση αποστόλων – εθνεγερτών προς διάφορες περιοχές για την οργάνωση των επιτόπιων κλιμακίων της Εταιρείας, ο Καμαρηνός Κυριακός – ο οποίος, όπως έχουμε σημειώσει, μυήθηκε στην Εταιρεία από τον Παπαφλέσσα – είχε επιφορτισθεί με τη σημαντική αποστολή να μεταβεί στη Μάνη και να κατηχήσει τον Πετρόμπεη. Πράγματι, ο Κυριακός πέτυχε να φέρει σε πέρας την αποστολή του. Και όχι μόνο αυτό. Εκ μέρους του Πετρόμπεη και μέσω του Κυριακού θα εκδηλωθούν πρωταγωνιστικές ενέργειες καθώς ο τελευταίος στις αρχές του 1819 θα φθάσει στην Κωνσταντινούπολη ως κομιστής επιστολών του Πετρόμπεη προς τον Ιωάννη Καποδίστρια και τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, με τις οποίες θα τους ζητούσε οικονομική βοήθεια και στην ουσία θα τους έκανε πρόταση να τεθούν επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας και κατά συνέπεια του απελευθερωτικού αγώνα που ετοιμαζόταν. Με άλλα λόγια ο Πετρόμπεης μέσω του Κυριακού έχει πληροφορηθεί το παιχνίδι που παιζόταν στα ανώτερα κλιμάκια της Εταιρείας και πιθανότατα αποπειράθηκε να ενεργήσει ως παράλληλο όργανο ενός άλλου πρωταγωνιστικού κέντρου των μελλοντικών εξελίξεων. Είναι, μάλιστα, ενδεικτικό ότι ο Καμαρηνός Κυριακός θα φθάσει στην Πετρούπολη πριν από τον επίσημο απεσταλμένο της Φιλικής Εταιρείας Εμμ. Ξάνθο, γι’ αυτό και ο τελευταίος με επιστολή του προς τον Κυριακό της 1ης Ιανουάριου 1820 από τη Μόσχα, του συνιστά να τον περιμένει και να μην ενεργήσει από μόνος του αλλά να δείξει ότι είναι συνετός, όπως έχει δηλώσει γι’ αυτόν ο Δικαίος που γραπτώς τον είχε συστήσει στον Ξάνθο.[14]

Από το Αρχείο Ξάνθου, έχουμε δύο, έως πρόσφατα ανέκδοτες, επιστολές του Γρηγόριου Δικαίου προς τον Καμαρηνό Κυριακό.[15] Η πρώτη είναι γραμμένη από το Βουκουρέστι στις 13 Σεπτεμβρίου 1819 και σε αυτή ο Δικαίος ομολογεί ανοιχτά ότι άνοιξε μια επιστολή του Κυριακού προς τον Μιχαήλ Χρησταρή και διαπίστωσε την ανοησία του να κατηγορεί ανθρώπους και κυρίως ότι βεβαιώθηκε ότι Κυριακός δεν γνωρίζει καλά τα πράγματα: «τούτο το γράμμα σου μ’ εβεβαίωσε ότι εις έτι αεροβατείς, καθ’ ότι ηθέλησες να δείξης ότι ευρίσκεσαι εις μεγάλας υποθέσεις και ότι είσαι σημαντικόν υποκείμενον, και με τούτο δεν έκαμες άλλο τι, αλλά απέδειξες καθαρότατα την κουφότητα του νοός σου… Καμαρηνέ! σε παρακαλώ να φέρεσαι εις  όλας σου τας συναναστροφάς, συνομιλίας και κινήματα, με μεγάλην προσοχήν και πάντοτε να εξακολουθής τας νουθεσίας του Παναγιωτάκη [Αναγνωστόπουλου]…».

Στην επιστολή αυτή γίνεται φανερό ότι ο Δικαίος αντιμετωπίζει πλέον την όλη κατάσταση με τρόπο περισσότερο συγκρατημένο, καθώς οι πρώτες κινήσεις του στις Ηγεμονίες διακρίνονταν από υπέρμετρο ενθουσιασμό, και, κατά τις παρατηρήσεις των άλλων Φιλικών, εμπεριείχαν μεγάλο κίνδυνο να αποκαλυφθούν σημαντικά μυστικά της Εταιρείας. Με τον Καμαρηνό Κυριακό βέβαια γνωρίζεται από την συμπαραμονή τους στην Κωνσταντινούπολη λίγους μήνες νωρίτερα, και από τα γραφόμενά του φαίνεται ότι τρέφει για αυτόν μεγάλη συμπάθεια και αγάπη. Εις την Κωνσταντινούπολη, λοιπόν, ο Δικαίος αναφέρει στην ίδια επιστολή ότι ετοιμάζεται να ξεκινήσει την ίδια μέρα (13 Σεπτεμβρίου 1819) και παρακινεί τον Κυριακό να έλθει και αυτός εκεί για να συναντηθούν.

Πράγματι, ο Γρηγόριος Δικαίος θα βρεθεί στην Κωνσταντινούπολη με τον Καμαρηνό Κυριακό, σύμφωνα με επιστολή της 4ης Οκτωβρίου 1819. Η επιστολή είναι γραμμένη με το ίδιο επιτιμητικό ύφος, καθώς τον κατηγορεί ότι στην Κωνσταντινούπολη που βρέθηκε δεν συμπεριφέρθηκε με συνετό τρόπο αλλά απευθυνόταν στον ένα και στον άλλο και γύρευε χρήματα ενώ παράλληλα κοινοποιούσε τον σκοπό του ταξιδιού του: «Καμαρινέ! τα τοιαύτα κινήματα δεν είναι ανθρώπων μεγαλοφρονούντων οίτινες κινούνται να κάμουν κοινήν ωφέλειαν, αλλά χαμερπών, αχαρακτήριστων και μικρονόων· συ δεν έκαμες άλλο τίποτες εδώ, παρά να δόσης λαβήν εις τους υπεναντίους με τα φερσίματά σου να σατηρίζωσι το όνομά μας εις τας συναναστροφάς των… όθεν σε παρακαλώ… να διορθώσης το ελάττωμά σου διά της άκρας σιωπής, προσοχής και καλόν φερσιμον…». Στη συνέχεια του συνιστά να περιμένει και πάλι οδηγίες από τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο, τον οποίον του συνιστά να ακούει με προσοχή.

Πέρα από τη διαπίστωση των συμβουλών που δίνει ο Γρηγόριος Δικαίος στον Κυριακό, η προσεκτική ανάγνωση των δύο επιστολών και ειδικότερα της δεύτερης μας αφήνει να υποθέσουμε βάσιμα ότι ο αρχιμανδρίτης γνωρίζει για τις προθέσεις του Πετρόμπεη («γνωρίζω τι ημπορείς να δικαιολογηθής εις τούτο, ότι δηλαδή σε εβίασαν οι κάτω»), ενώ είναι διαπιστωμένο ότι υπάρχει ανοικτή επαφή μεταξύ Δικαίου και Πετρόμπεη, όπως άλλωστε ο Παπαφλέσσας αναφέρει και στην πρώτη και στη δεύτερη. Εξάλλου, η συνεχής υπόμνηση στον Καμαρηνό Κυριακό να ακολουθεί όσα του λέγει ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ίσως υποδηλώνει τον σχηματισμό μιας μικρής ομάδας Πελοποννησίων εντός της Φιλικής Εταιρείας, η οποία παρακολουθεί από κοντά τις εξελίξεις και έχει ένα συγκεκριμένο σχεδιασμό για το επικείμενο επαναστατικό κίνημα. Άλλωστε, μετά από λίγο ο Κυριακός Καμαρηνός θα χάσει τη ζωή του, αποτελώντας μαζί με τον Νικόλαο Γαλάτη το δεύτερο θύμα των εσωτερικών συγκρούσεων της Φιλικής Εταιρείας και η υπόνοια της παράκαμψης των μηχανισμών της Εταιρείας εκ μέρους του – έστω και ως οργάνου του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη – πρέπει να συνετέλεσε αποφασιστικά στην καταδίκη και εκτέλεσή του λίγο αργότερα.

Στην παραμονή και δράση του Γρηγόριου Δικαίου στην Κωνσταντινούπολη αναφέρεται και ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος σε επιστολή του από το Ρένι της 24ης Ιανουάριου 1820, προς τον Εμμ. Ξάνθο: ότι δηλαδή βρήκε τα πράγματα ο Δικαίος στην Κωνσταντινούπολη σε αταξία και «ο Αρμόδιος [= Δικαίος] τους μεν παραπονεμένους ησύχασε, τους δε κακόβουλους ανέτρεψεν ησύχως». Τα στοιχεία αυτά αποτελούν ακόμα μια ένδειξη ότι μεταξύ Αναγνωστόπουλου και Δικαίου έχει αναπτυχθεί μια οικειότητα και δεσμός, καθώς λίγο παρακάτω ο Αναγνωστόπουλος αναφερόμενος και πάλι στη δράση των κακοβούλων αναφέρει ότι ο ίδιος και ο Δικαίος «κινδυνεύουν να απαυδήσουν».

Μία εξαιρετικά εύστοχη περιγραφή του χαρακτήρα του Γρηγόριου Δικαίου, θεωρώ ότι κάνει ο Γεώργιος Λεβέντης σε γράμμα του από το Βουκουρέστι προς τον Εμμ. Ξάνθο (Πετρούπολη) της 19ης Μαΐου 1820.[16] Ο σεμνός αυτός αλλά δραστήριος Φιλικός θυμάται τη δράση του Αναγνωστόπουλου και του Δικαίου στις Ηγεμονίες και γράφει: «ο δεύτερος [Δικαίος] είναι καλός, πλην εις άκρον τολμηρός εις τα έγγραφά του, και ήθελε γένη ωφέλημον αν εκείθεν τον ελέγετε ότι έμαθον οι εκεί φίλοι το αχαλήνοτον θράσος του και ότι πρέπει να γένη μετριώτερος. με τούτο διορθώνεται διότι κατά τα άλλα είναι καλός, έχει ψυχήν γενναίαν, θάρρος ελληνικόν, και άλλα αναγκαία είς τον άνθρωπον προτερήματα, χωρίς όμως να τον δώσητε να καταλάβη ότι προέρχεται από εμέ διότι εγώ τον επίπληξα αρκετά».

Ο Γρηγόριος παραμένει αυτή την περίοδο, δηλαδή το 1820, στην Κωνσταντινούπολη, όπου η δράση του δεν φαίνεται χωρίς κινδύνους. Ο Αθανάσιος Σέκερης γράφοντας από την Οδησσό στον Εμμ. Ξάνθο στις 14 Αύγουστου 1820 που τώρα πια βρίσκεται στο Ισμαήλιο, έχοντας επιστρέψει από την Πετρούπολη όπου είχε πετύχει να αναλάβει την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, αναφέρεται στους κινδύνους αυτούς με σαφή τρόπο: «ο Αρμόδιος [Δικαίος] και ο Κάριμος [Παναγιώτης Σέκερης] κάθε στιγμήν ευρίσκονται είς κίνδυνον να γένωσι θύμα των τυράννων· δεν απελπίζονται όμως, αλλά φέρονται γενναίως και με όλην την δυνατήν προσοχήν, και αν τι απευκταίον συμβή εις αυτούς, εκπληρώνουν το προς την ιεράν πατρίδα χρέος των, και γίνονται παράδειγμα των λοιπών».

Ο Γρηγόριος Δικαίος θα εγκαταλείψει και πάλι την Κωνσταντινούπολη στις 23 Αυγούστου 1820 και μετά από 8 ημέρες, και συγκεκριμένα στις 31 Αυγούστου 1820, γνωρίζουμε τώρα ότι θα φθάσει και πάλι στο Βουκουρέστι και όντας ακόμα στην καραντίνα θα καλέσει τον Δημήτριο Καλαματιανό, αξιωματικό του ρωσικού στρατού, τον οποίο το 1818 ο Δικαίος είχε μυήσει στη Φιλική Εταιρεία, για να συζητήσουν.[17]

Ο Γεώργιος Λασσάνης στην επίσημη σφραγίδα του Δήμου Κοζάνης.

Ήδη έχουν δρομολογηθεί πλέον σοβαρές εξελίξεις, καθώς ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ως αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, είχε φθάσει στο Ισμαήλιο της Βεσσαραβίας τον Οκτώβριο του 1820 όπου θα συρρεύσουν πολλοί Φιλικοί (Ξάνθος, Περραιβός, Λασσάνης, Ήβος Ρήγας, Ευμορφόπουλος, Θέμελης, Ύπατρος, Μαντζαράκης, κ.ά.). Ανάμεσά τους βέβαια και ο Γρηγόριος Δικαίος, τον οποίο είχε ειδοποιήσει ο Παναγιώτης Σέκερης να σπεύσει στο Ισμαήλιο κατ’ εντολήν του ίδιου του Υψηλάντη.[18] Πράγματι, εκεί για πρώτη φορά ο Δικαίος θα γνωρίσει τον αρχηγό της Φιλικής Εταιρείας.

Στο Ισμαήλιο στις αρχές του Οκτωβρίου 1820 έλαβαν χώρα οι κρίσιμες συσκέψεις που θα οδηγήσουν στην έκρηξη του Αγώνα. Στις συσκέψεις αυτές είχε αποφασιστεί ότι ο αγώνας θα ξεσπούσε πρώτα στη Μάνη και σ’ αυτόν βέβαια η συμμετοχή του αρχηγού της Φιλικής Εταιρείας ήταν επιβεβλημένη. Κατόπιν τούτων όλοι ανέλαβαν να φέρουν σε πέρας κάποια κρίσιμη αποστολή και έτσι στον Δικαίο ανατέθηκε ο συντονισμός της δράσης στην Πελοπόννησο. Έτσι ο Γρηγόριος Δικαίος θα πάρει τον δρόμο από το Ισμαήλιο προς τη νότια Ελλάδα στις 28 Νοεμβρίου 1820. Στην πορεία του προς την Πελοπόννησο ο  Γρηγόριος Δικαίος θα περάσει και πάλι από την Κωνσταντινούπολη, όπου θα φθάσει στις 4 Νοεμβρίου 1820, και θα παραμείνει έως τις 12 του ίδιου μήνα.

Την άφιξή του θα κοινοποιήσει στον Ξάνθο με γράμμα του της 12ης Νοεμβρίου 1820 από την Κωνσταντινούπολη, όπου αναφέρει ότι συνάντησε μεγάλη προθυμία από τους Φιλικούς και όπου περιμένει τους Αθαν. Τσακάλωφ και Παναγ. Αναγνωστόπουλο, πλήρης αγωνιστικού φρονήματος ότι «ελπίζονται μεγάλα πράγματα προς εκτέλεσιν ιερού ημών σκοπού». Από την Πόλη, επίσης, ο Γρηγόριος θα απευθύνει στις 15 Νοεμβρίου 1820 επιστολή – γραμμένη σε πολλά σημεία με παραπλανητικές λέξεις – προς την Εφορεία της Φιλικής Εταιρείας στη Μόσχα, με την οποία ζητά άμεση αποστολή βοήθειας σε χρήματα και μπαρούτι, «ότι η περίστασης είναι πολλά κρισιμωτάτη και δεν επιδέχεται ουδέ την παραμικρόν αργοπορίαν».[19] Εκεί περιεβλήθη και με τον τίτλο του πατριαρχικού εξάρχου, ώστε να αποκτήσει μεγαλύτερο κύρος η επικείμενη αποστολή του στην Πελοπόννησο. Σε συνεννόηση κατόπιν με την Εφορεία της Φιλικής Εταιρείας στην Πόλη και τον Παναγιώτη Σέκερη ο Γρηγόριος Δικαίος αγοράζει ένα καράβι στο όνομα του Μυτιληνιού εμπόρου και δραστήριου Φιλικού Παλαιολόγου Λεμονή και με καπετάνιο τον Μανόλη Ψαριανό αρχίζουν το ταξίδι, μέσω Μυτιλήνης, Κυδωνιών, για την Πελοπόννησο.

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης – Το πέρασμα του Προύθου. Ένας πίνακας με τα λάθη του. Φεβρουάριος 1821. Έναρξη της Επανάστασης. Στην ρομαντική απεικόνιση του Peter von Hess ο Βοεβόδας Μιχαήλ Σούτσος της Μολδαβίας υποδέχεται τον προερχόμενο από την Ρωσία αρχηγό της Επανάστασης Αλ. Υψηλάντη. Φορά στολή ιερολοχίτη. Ο σταυρός απουσιάζει στο σήμα του. Το χαμένο χέρι του είναι το αριστερό αντί για το δεξί. Η σημαία του είναι παραλλαγμένη και ο Φοίνικας δυσδιάκριτος.

 

Ο Παναγ. Σέκερης κάνει και αυτός μνεία των γεγονότων αυτών σε μια επιστολή του της 12ης Δεκεμβρίου προς τον Αλ. Υψηλάντη.[20] Σύμφωνα με τον Σέκερη ο Δικαίος αναχώρησε με το καράβι στις 29 Νοεμβρίου 1820 από την Πόλη, ο ίδιος, όμως, όπως αναφέρει, μολονότι είχε λάβει σχετική εντολή του Υψηλάντη, δεν του παρέδωσε όλα τα απαραίτητα έγγραφα, επειδή ο Δικαίος «είναι καλός διοργανωτής αλλά περισσότερον από το πρέπον και ακόμη συνοδευμένος με ένα δεσποτικόν ύφος, το οποίον εδυσαρέστησε πολλούς». Ωστόσο, στην ίδια επιστολή ο Σέκερης αναφέρει ότι ο Δικαίος έλαβε 90.000 γρόσια (τις 15.000 έδωσε ο Σέκερης), ενώ οι έφοροι υποσχέθηκαν ότι θα του στείλουν και άλλα, μολονότι ο Παπαφλέσσας στους εφόρους της Πόλης δεν έκανε καλή εντύπωση: «τα ίχνη του Αρμοδίου δεν τους έκαμαν καλήν εντύπωσιν και είναι ανάγκη να τους γράψετε εγκαρδιώνοντας τους».

Παρά τα αρνητικά σχόλια του Σέκερη και τους δισταγμούς του το πλοίο αυτό θα φθάσει στην Ύδρα και στις Σπέτσες και αφού αποβιβάσει τον Παπαφλέσσα, με τυπικό ιδιοκτήτη τον Παλαιολόγο Λεμονή, έπρεπε εν συνεχεία να πλεύσει στην Τεργέστη για να παραλάβει, σύμφωνα με τις αποφάσεις του Ισμαηλίου, τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και να τον μεταφέρει στη Μάνη.[21] Πράγματι, το πλοίο θα φθάσει τον Δεκέμβριο του 1820 και μολονότι, όπως σημειώνει ο Βασ. Παναγιωτόπουλος, βρισκόμαστε μπροστά σε μια ακόμα οργανωτική επιτυχία της Φιλικής Εταιρείας, ο Αλ. Υψηλάντης δεν θα φθάσει ποτέ στην Τεργέστη, επειδή έχει αλλάξει το σχέδιο και κατευθύνεται βορειότερα, όπου θα εμπλακεί στις γνωστές πολεμικές περιπέτειες με κορύφωση την καταστροφή στο Δραγατσάνι.[22]

 

Το λιμάνι και η πόλη της Ύδρας τον 19ο αιώνα, σε χαλκογραφία του Barclay. Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο Ύδρας.

 

Με την ευκαιρία της απόπειρας συγγραφής της βιογραφίας αυτής και εν όψει των γεγονότων που αναφέρθηκαν λίγο πριν, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω και ένα απόσπασμα από επιστολή του Αλ. Υψηλάντη προς τον Εμμ. Ξάνθο, γραμμένη στις 4 Νοεμβρίου 1820 και γνωστή ήδη από την έκδοση των Απομνημονευμάτων Ξάνθου.[23] Στην επιστολή αυτή αναφέρει ο Υψηλάντης: «η ευγενεία σου δε γράψε παρευθύς και προς τον Περραιβόν και Δίκαιον, ως παραγγελμένος παρ’ εμού διά να μην εκτελέση τας υστερινάς διαταγάς μου, αλλά να εξακολουθήσωσιν ως ωμιλήσαμεν αυτού προσωπικώς»: τι υπονοεί εδώ ο Υψηλάντης; Υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα σε αυτά που γράφει και στην αλλαγή του σχεδίου που ο ίδιος αποφάσισε και πραγματοποίησε;

Η άφιξη του Γρηγόριου Δικαίου στην Ύδρα και στις Σπέτσες θα γίνει γνωστή στον Σέκερη από γράμμα του ίδιου του Δικαίου προς τον Σέκερη, που μνημονεύει το γεγονός σε άλλη επιστολή του της 3ης Ιανουάριου 1821.[24] Ο Γρηγόριος, όντας πλέον στην Πελοπόννησο, θα αντιμετωπίσει αρχικά πολύ δύσκολες καταστάσεις. Πρέπει να προετοιμάσει και να προπαγανδίσει την έναρξη του επαναστατικού αγώνα, να πείσει τους προκρίτους των νησιών και του Μοριά ότι επίκειται η άφιξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη και ότι αυτοί πρέπει να βοηθήσουν με όλες τις δυνάμεις τους. Ωστόσο, ο Υψηλάντης  βραδυπορεί, επειδή έχει αλλάξει προσανατολισμούς και ο Παπαφλέσσας δεν γνωρίζει τίποτε, δεν έχει ειδοποιηθεί για τις κινήσεις του και αυτό δυσκολεύει αφάνταστα τις ενέργειές του.

Ο Παναγιώτης Σέκερης, που έχει μείνει στην Κωνσταντινούπολη, φαίνεται ότι και αυτήν ακόμα την κρίσιμη στιγμή θυμάται τον εκρηκτικό χαρακτήρα του αρχιμανδρίτη και γι’ αυτό γράφοντάς του από την Πόλη στις 18 Ιανουάριου 1821 προσπαθεί να τον αποτρέψει από παράφορες ενέργειες και φιλονικίες: «Εγώ που τόσον σε ενθυμούμαι πάντοτε να σου λέγω μεθ’ ειλικρίνειαν το “τύψον μεν άκουσον δε”. Άφησε το δεσποτικόν ύφος. Γενού μετριώτερον ορμητικός… μην αγαπήσης ποτέ σχίσματα, τα οποία κατά την ιστορίαν έφεραν τον παντελή αφανισμόν εις την αναγεννηθησομένην Ελλάδα, οίον ο Πελοποννησιακός πόλεμος. Δεν είναι καιρόν φιλονικίας αλλά άμιλλας και κάμνε ό,τι διδάσκει… στοχάσου ότι έλαβες το ζύγι εις το χέρι, από το οποίον κρέμεται η αιώνιος δόξα ή (άπαγε της βλασφημίας) το αιώνιον όνειδος. Μη βιασθήτε να τρυγήσητε όμφακας [: αγουρίδεδ]…».[25] Ο ίδιος ο Σέκερης εξάλλου μετά από 11 ημέρες (7 Ιανουάριου) θα του γράψει με την ευκαιρία της αναχώρησης του Γεωργίου Πάνου και άλλο ένα μικρό γράμμα, όπου, ανάμεσα στα άλλα, θα του επαναλάβει: «Προσέξετε δι’ αγάπην Θεού να μην κάνετε κανένα λάθος, επειδή η περίσταση, είναι κρίσιμος και το λάθος (ο μη γένοιτο) καταντά αδιόρθωτον».[26]

Είναι φανερό ότι ο Παναγ. Σέκερης αυτή την περίοδο αποτελεί έναν από τους σπουδαιότερους κρίκους στην αλυσίδα της Φιλικής Εταιρείας. Τούτο άλλωστε γίνεται αντιληπτό από την προσεκτική μελέτη των εγγράφων που αποτελούν το αρχείο του.[27] Μάλιστα, ενώ γνωρίζουμε ότι το κρίσιμο αυτό διάστημα δεν υπάρχει ανοικτή επαφή μεταξύ του Αλ. Υψηλάντη και του Γρηγόριου Δικαίου, από επιστολή του Σέκερη προς τον Ξάνθο της 1ης Φεβρουαρίου 1821, ο Σέκερης προσπαθεί να φέρει σε επαφή του δύο βασικούς παράγοντες αυτής της περιόδου, Υψηλάντη και Παπαφλέσσα, μέσω του Ξάνθου, καλώντας τον τελευταίο να του εμπιστευτεί όποια γράμματα έχει για τον Δικαίο.[28] Από το ίδιο γράμμα πληροφορούμαστε ότι ο Σέκερης και η Εφορεία της Κωνσταντινούπολης, ενώ ο Παπαφλέσσας ετοιμαζόταν να αναχωρήσει για την Πελοπόννησο, δεν του εμπιστεύτηκαν «την βούλλαν και τα δοκιμάσματα [γράμματα] των συννέφων [μελών της Φιλικής Εταιρείας]», όσα βρίσκονταν στα χέρια του Σέκερη, εξαιτίας και πάλι του παρορμητικού χαρακτήρα του φλογερού αρχιμανδρίτη.

Εν τω μεταξύ στις 26 Ιανουάριου 1821 έλαβε χώρα στη Βοστίτσα (Αίγιο) μυστική συγκέντρωση των προκρίτων της βορειοδυτικής Πελοποννήσου, στην οποία βέβαια ήταν παρών και ο Γρηγόριος Δικαίος, ο οποίος παρουσίασε τα σχέδια και τις εντολές του Αλ. Υψηλάντη για την έναρξη του αγώνα. Ωστόσο, ο Παπαφλέσσας συνάντησε τη δυσπιστία, ακόμα και την έχθρα, ορισμένων, οι οποίοι πρόβαλαν μια σειρά λόγων, σύμφωνα με τους οποίους η επανάσταση έπρεπε να αναβληθεί για το μέλλον.

Ο Φωτάκος μας παραδίδει 11 κρίσιμα ερωτήματα που είχαν ετοιμάσει οι πρόκριτοι να θέσουν στον Παπαφλέσσα αναμένονταν να λάβουν τις αντίστοιχες απαντήσεις ώστε να καθορίσουν τη στάση τους.[29] Τα ερωτήματα αυτά περιελάμβαναν ακόμη και ερωτήσεις για το ποια ευρωπαϊκή δύναμη θα υποστήριζε την εξέγερση, τι θα γινόταν αν αποτύγχανε το κίνημα κ.λ.π. Φυσικά ο Γρηγόριος Δικαίος βρέθηκε σε δύσκολη θέση, επειδή ήταν αδύνατο να δοθούν απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα και, κατά τον Φωτάκο, «ο Αρχιμανδρίτης θυμωθείς τους εφοβέρισεν, ότι αν δεν συγκατανεύσουν να επαναστατήσουν, αυτός είναι διατεθειμένος από την Σεβ. Αρχήν… να μίσθωση 1000 Πισινοχωρίτας και Σαμπαζότας και άλλους τόσους Μανιάτας να κάμη την αρχήν την επαναστάσεως, και όποιον πιάσουν χωρίς όπλα οι Τούρκοι, ας τον θανατώσουν».

Η σύσκεψη της Βοστίτσας απέτυχε ολοκληρωτικά και μάλιστα ειπώθηκαν βαρειές κουβέντες – σύμφωνα με τη μαρτυρία του πρωτοσύγκελου Αμβροσίου Φραντζή που παραβρέθηκε στη σύσκεψη – από τον Παπαφλέσσα και τον μητροπολίτη Παλαιών Πατρών Γερμανό, ο οποίος, μαζί με τον προεστό των Καλαβρύτων Ανδρέα Ζαΐμη, ήταν αντίθετοι προς το προετοιμαζόμενο επαναστατικό κίνημα και προσωπικά εναντίον του Γρηγόριου Δικαίου. Φαίνεται μάλιστα ότι υπήρξε και πρόταση να συλληφθεί ο Παπαφλέσσας ή να περιορισθεί στη μεσσηνιακή μονή της Σιδηρόπορτας.

Έτσι ο Παπαφλέσσας βρίσκεται πλέον σε μεγάλη αδημονία και σε πολύ δύσκολη θέση, επειδή, ενώ διαδίδει την άμεση άφιξη του Αλ. Υψηλάντη, ο πρίγκιπας δεν εμφανίζεται. Γι’ αυτό στις 22 Φεβρουάριου 1821, την ημέρα που ο πρίγκιπας διάβαινε τον ποταμό Προύθο, θα γράψει εσπευσμένα προς τον Ξάνθο εκφράζονταν την απορία του για την καθυστέρηση της άφιξης του Υψηλάντη, αντίθετα προς όσα αυτός είχε υποσχεθεί ότι θα κάνει στις συσκέψεις του Ισμαηλίου και παρά τις δικές του φροντίδες και ετοιμασίες για την έναρξη του κινήματος.[30] Την ίδια ημέρα θα γράψει περίπου τα ίδια και προς τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο, απευθύνοντας την επιστολή του στο Βουκουρέστι.[31] Πέρα από αυτά ο Παπαφλέσσας φοβάται ότι υπάρχει άμεσος κίνδυνος να υποψιαστούν τις κινήσεις των μελών της Εταιρείας οι Τούρκοι και το όλο εγχείρημα να κινδυνεύσει. Την ίδια εξάλλου μέρα θα γράψει και τρίτη επιστολή, προς μη κατονομαζόμενους αποδέκτες («Εντιμώτατοι Κύριοι»), αλλά προφανών προς τα ανώτερα στελέχη της Εταιρείας εκτός Πελοποννήσου, αναφέροντας όλες τις ενέργειές του αλλά και τα όσα προσμένει με αγωνία να γίνουν από την ηγεσία της Φιλικής Εταιρείας. Το ενδιαφέρον είναι ότι και στα τρία γράμματα ο Δικαίος δεν αναφέρεται στη συνέλευση της Βοστίτσας, προφανώς μη θέλοντας να συντελέσει σε δισταγμούς και χρονοτριβές.

Ο Παναγ. Σέκερης όμως εξακολουθεί να γράφει στον Γρηγόριο Δικαίο και να τον συμβουλεύει, χωρίς φυσικά να έχει άμεση γνώση των πραγμάτων – ούτε άλλωστε ήταν δυνατόν να έχει καθώς η άφιξη της αλληλογραφίας από τη Μολδοβλαχία και κυρίως από την Πελοπόννησο απαιτούσε πολλές μέρες για να φθάσει – και να τον διαβεβαιώνει για τη φιλία του και την εμπιστοσύνη του. Είναι χαρακτηριστική μία αποστροφή στο γράμμα του Σέκερη της 24ης Φεβρουάριου 1821 προς τον Δίκαιο, όπου αναφέρονται τα προφητικά: «ο Αρμόδιος [Γρηγ. Δικαίος] τότε αποθανατιστεί το όνομά του με τον θάνατον και χύσιν του αίματος του, όταν το αίμα του χυθή, όταν και όπως, και όπου πρέπει», και θα εξακολουθήσει να του δίνει και πάλι συμβουλές και νουθεσίες ώστε να μη συμπεριφέρεται όπως παλαιότερα στη Βλαχία και Μολδαβία, όταν πολλοί καταφέρονταν εναντίον του Παπαφλέσσα για τις άστοχες ενέργειές του.[32]

Όμως, παρά τα γραφόμενα του συνετού Παναγ. Σέκερη για μετριοπάθεια, οι καιροί δεν απαιτούσαν τέτοιες «αρετές» αλλά έντονη δραστηριότητα, γι’ αυτό και Γρηγόριος Δικαίος, παρά την απογοήτευσή του για την ουσιαστική έλλειψη ανταπόκρισης εκ μέρους των προεστών της βορειοδυτικής Πελοποννήσου θα κινηθεί προς άλλες κατευθύνσεις. Από την Αχαΐα, δηλαδή, ο Γρηγόριος Δικαίος κινήθηκε προς τη Γορτυνία και συναντήθηκε στα Λαγκάδια με μέλη της οικογένειας των Δεληγιανναίων, τα οποία έδειξαν την ίδια αναβλητικότητα και δυσπιστία έναντι του Παπαφλέσσα, ενώ ταυτόχρονα του ζήτησαν αποδείξεις και εγγυήσεις για όσα αυτός διέδιδε, δηλαδή για την άφιξη στρατιωτών, πόλεμο εφοδίων κ.λπ.

Ο Παπαφλέσσας ωστόσο θα συνεχίσει τις επαφές του και μάλιστα συναντήθηκε με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Νικηταρά, ενώ ήρθε σε επαφή και με τις αρχές της Μάνης, όπου δρούσαν την εποχή αυτή ο Χριστόφορος Περραιβός και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Όπως παραθέτει ο Φωτάκος στον βίο του Παπαφλέσσα, υπήρξε σχέδιο για την εξόντωση του Παπαφλέσσα, το οποίο τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, επειδή ο αρχιμανδρίτης ήταν σε θέση να προβλέπει τις κινήσεις των αντιπάλων του.

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Λιθογραφία. Φανταστική απεικόνιση χαρακτηριστική της απήχησης του ήρωα στη Ρωσία. Εδώ αποδίδεται έφιππος σε ρωσική λαϊκή εικόνα (1830).

 

Όπως και να έχουν τα πράγματα είναι γεγονός ότι ο Παπαφλέσσας, μολονότι απογοητευμένος εξαιτίας της βραδυπορίας του Αλ. Υψηλάντη και της ανεξήγητης γι’ αυτόν καθυστέρησής του να βρεθεί στα μέρη την Πελοποννήσου, δεν έμεινε άπρακτος. Ωστόσο, υπάρχει στο Αρχείο του Ξάνθου μία επιστολή της 19ης Μαρτίου 1821, η οποία ως το 2002 παρέμεινε ανέκδοτη και, κατά τη γνώμη μας, είναι πολύ σημαντική για την εξέλιξη των πραγμάτων.[33] Η επιστολή αυτή δεν φέρει όνομα ούτε αποστολέα ούτε παραλήπτη· όπως όμως παρατηρεί και ο I. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν που τη σχολιάζει, από τα συμφραζόμενα φαίνεται ότι μάλλον πρόκειται για επιστολή του Εμμ. Ξάνθου προς τον Γρηγόριο Δικαίο.

Στο Αρχείο σώζεται το πρωτότυπο και δεν γνωρίζουμε αν αντίγραφό της έφθασε και στα χέρια του Παπαφλέσσα· έτσι μόνο υποθετικά μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το περιεχόμενό της αυτούσιο ή με κάποιο άλλο τρόπο έγινε γνωστό σ’ αυτόν. Όπως και να έχουν τα πράγματα ο Ξάνθος στο γράμμα αυτό προβαίνει σε μια αναλυτική παράθεση των όσων συμβαίνουν στις Ηγεμονίες: αναφέρεται λεπτομερώς στις κινήσεις του Υψηλάντη, στο σχέδιό του ώστε μετά τη συντριβή των Τούρκων στα βόρεια να κινηθεί επικεφαλής του στρατού και να φθάσει στον Όλυμπο της Θεσσαλίας και από εκεί στην Πελοπόννησο, για να συμπληρώσει και τούτο το σημαντικό: «[…] ός σας τόπος αν έμεινε χωρίς αρχηγόν τούτο δεν προήλθεν απ’ άλλο, ειμή διότι ο αρχιστράτηγος έχων όλην την πεποίθησιν εις τον πατριωτικόν ζήλον, εις την αγχίνοιαν και αξιότητα και δυνατά μέσα των αυτού αρχόντων σας εστοχάσθη ότι και χωρίς της παρουσίας του, είναι ικανοί να εκλέξουν μεταξύ των ένα αρχηγόν έως να έλθη ο ίδιος ή εις των αυταδέλφων του. Ο αγών και τα συμφέροντα είναι κοινά διά τούτο και αι ενέργειαι των αυτόθι αδελφών θέλουν γίνει ως τα επιθυμούμεν, άγετε λοιπόν και κινηθήτε συν Θεού και η θεία βοήθεια μεθ’ ημών έσται. Απόφασης χρειάζεται και όλα γίνονται με την απόφασιν και προθυμίαν. Αυτή είναι η θέλησις του Αρχηγού ημών…».

Πολύ σημαντικά όλα αυτά αν ήλθαν σε γνώση του Δικαίου, έστω και με καθυστέρηση, αφού το γράμμα είναι γραμμένο στις 19 Μαρτίου 1821 και σχεδόν τις ίδιες ημέρες ξεκινά και η επανάσταση στην Πελοπόννησο. Αλλά και μετά από μέρες να έγιναν γνωστά, πάλι ξεκαθάριζαν το τοπίο και έδιναν το σύνθημα για την επανάσταση και οπωσδήποτε κοινοποιούσαν ότι η αναμενόμενη από ώρα σε ώρα άφιξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί, όπως άλλωστε και δεν πραγματοποιήθηκε. Πολύ σύντομα όμως θα φθάσει στην Πελοπόννησο, μαζί με άλλα μέλη της Φιλικής Εταιρείας, «εις των αυταδέλφων του», όπως αναφέρεται στην επιστολή, ο Δημήτριος Υψηλάντης.

Εν τω μεταξύ τον Μάρτιο του 1821 είχε φθάσει στον Αρμυρό της Μάνης πλοίο φορτωμένο με πολεμοφόδια που έστελναν οι Φιλικοί της Σμύρνης και των Κυδωνιών, πράγμα για το οποίο άλλωστε είχε ενεργήσει ο Παπαφλέσσας κατά τη διέλευσή του από τις Κυδωνίες και σε λίγες μέρες η επανάσταση θα είναι γεγονός, καθώς Μανιάτες αγωνιστές με επικεφαλής τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, τον Κολοκοτρώνη, τον Παπαφλέσσα, τον Νικηταρά, τον Αναγνωσταρά θα εξορμήσουν προς τη Μεσσηνία και στις 23 Μαρτίου θα καταλάβουν την Καλαμάτα, η μικρή τουρκική φρουρά της οποίας θα παραδοθεί αμαχητί στους Έλληνες.

 

Καλαμάτα. Λιθογραφία του Α. St. Aulaire, 1835. Δημοσιεύεται στο Καλαμάτα, «Τόπος και Εικόνα», Καλαμάτα, εκδ. Δημοτική Επιχείρηση Πολιτιστικής Ανάπτυξης Καλαμάτας, 1996

 

Από την απελευθερωμένη Καλαμάτα ο Παπαφλέσσας, αφού οι πρώτες επαναστατικές κινήσεις ευοδώθηκαν, θα συνεχίσει ακάθεκτος, μετακινούμενος από περιοχή σε περιοχή, παροτρύνοντας τους κατοίκους να ξεσηκωθούν και βοηθώντας όπου υπήρχε ανάγκη. Έτσι θα κατευθυνθεί από την Καλαμάτα προς την Αρκαδία [Κυπαρισσία] και στη συνέχεια στην Ανδρίτσαινα, στην επαρχία Ολυμπίας, στην Καρύταινα. Από εκεί αναστροφή και άφιξη στο Άργος, όπου διευθέτησε ορισμένα ζητήματα του κινήματος και από εκεί στην Κόρινθο, προκειμένου, μαζί με άλλους Έλληνες, να αντιμετωπίσουν τις οθωμανικές δυνάμεις που έσπευδαν προς την ξεσηκωμένη Πελοπόννησο. Τα διάφορα επεισόδια της δράσης του την εποχή αυτή και στη συγκεκριμένη περιοχή αναφέρει με κάθε λεπτομέρεια ο πρώτος βιογράφος του Γρηγόριου Δικαίου, ο Φωτάκος. Συγκεκριμένα στην αφήγηση του Φωτάκου γίνεται λόγος για πυρπόληση των παλατιών του Κιαμίλ μπέη στην Κόρινθο, για να θεωρηθούν υπεύθυνοι όλοι οι κάτοικοι της περιοχής και να ανακοπεί η εγκατάλειψη του αγώνα· αναφέρεται η κατάληψη από τον Παπαφλέσσα πύργου στο Σοφικό Κορινθίας, όπου είχαν οχυρωθεί Έλληνες που δεν είχαν διάθεση να πολεμήσουν· τέλος, αναφέρεται το κλείσιμό του στο φρούριο του Άργους.

 

Το Άργος, τα πρώτα χρόνια μετά την επανάσταση. Εδώ εγκαταστάθηκε, το 1828, ο Μακρυγιάννης ως γενικός αρχηγός της εκτελεστικής δυνάμεως της Πελοποννήσου και έναν χρόνο αργότερα άρχισε να γράφει τα απομνημονεύματά του. (Λιθογραφία του H. Belle).

 

Στη συνέχεια ο Παπαφλέσσας θα βρεθεί και πάλι στην Καρύταινα και από εκεί θα σπεύσει στα Μεγάλα Δερβένια της Μεγαρίδας προκειμένου να ενισχύσει τους Έλληνες που συγκεντρώθηκαν εκεί τον Ιούλιο του 1821 για να αποκρούσουν την εισβολή των τουρκικών δυνάμεων, οι οποίες έχοντας επικεφαλής τον Ομέρ Βριόνη κατευθύνονταν προς την Πελοπόννησο. Εν τω μεταξύ θα φθάσει στην Πελοπόννησο αντί του Αλέξανδρου Υψηλάντη ο αδελφός του Δημήτριος και ο Γρηγόριος Δικαίος θα σπεύσει στη Βέρβενα για να τον συναντήσει.

Η αδιάκοπη κινητικότητα του συνεχίζεται χωρίς ανάπαυλα και στη συνέχειά της έχει να επιδείξει διέλευση από τα Τρίκορφα, τα Μεγάλα Δερβένια και την άφιξή του στην Τριπολιτσά, μετά την άλωση της πρωτεύουσας του πασαλικίου του Μοριά από τους Έλληνες, και στην Κόρινθο, όπου παραβρέθηκε στην άλωση του κάστρου του Ακροκορίνθου.

Τον Δεκέμβριο του 1821 ο Γρηγόριος Δίκαιος θα εκλεγεί μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας, η οποία είχε πρόεδρο τον Δημήτριο Υψηλάντη, και βέβαια θα λάβει ως πληρεξούσιος μέρος στις εργασίες της Α’ Εθνικής Συνέλευσης στην Επίδαυρο (20 Δεκεμβρίου 1821).

Ο Μαχμούτ πασάς της Λάρισας ή Δράμαλης, λιθογραφία του Boggi.

Βρισκόμαστε πια στο έτος 1822, όταν ενέσκηψε δεινός κίνδυνος για τους επαναστατημένους Έλληνες, καθώς έπρεπε να αντιμετωπίσουν την εισβολή των δυνάμεων του Δράμαλη. Και από αυτή τη σκληρή μάχη δεν θα απουσιάσει ο Γρηγόριος Δικαίος. Βρέθηκε λοιπόν στον Αχλαδόκαμπο και έλαβε μέρος στις συσκέψεις του Κολοκοτρώνη για την αντιμετώπιση του σοβαρού κινδύνου. Από τις συσκέψεις θα βρεθεί και στον πραγματικό πόλεμο και θα λάβει μέρος στις συγκρούσεις του Μαλανδρίνου και εν συνεχεία, μαζί με τον Δημ. Υψηλάντη, σ’ εκείνες που έλαβαν χώρα στο Αγιονόρι, στον Άγιο Σώστη και στην Περαχώρα τον Ιούλιο του 1822.

Η παρουσία του στα πολεμικά μέτωπα εναλλάσσεται με εκείνη των πολιτικών εξελίξεων και έτσι ο Παπαφλέσσας θα λάβει μέρος στη Β’ Εθνική Συνέλευση που συνήλθε στο Άστρος της Κυνουρίας (29 Μαρτίου – 18 Απριλίου 1823), ως πληρεξούσιος Πελοποννήσου. Όπως είναι γνωστό η Β’ Εθνική Συνέλευση είχε ως κύριο σκοπό την αναθεώρηση του Προσωρινού Πολιτεύματος που είχε καθιερώσει η Α’ Εθνική Συνέλευση την Επιδαύρου. Στην Επιτροπή που συγκροτήθηκε για τον σκοπό αυτό και πράγματι τροποποίησε το Πολίτευμα της Επιδαύρου θα λάβει μέρος ως μέλος και ο Γρηγόριος Δίκαιος (τα άλλα μέλη ήταν οι: επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ, Γεώργιος Καλαράς, Κωνσταντίνος Μεταξάς, Αναγνώστης Μοναρχίδης, Κ. Ζώτος, Γεώργιος Ψύλλας, Εμμανουήλ Αντωνιάδης και Θεόδωρος Νέγρης). Λίγο αργότερα, στις 27 Απριλίου 1823 διορίστηκε υπουργός Εσωτερικών και την 1η Ιουλίου 1823 υπουργός της Αστυνομίας στην κυβέρνηση Γ. Κουντουριώτη.

Ο Γρηγόριος Δίκαιος θα πρωταγωνιστήσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και στις εμφύλιες διαμάχες που ξέσπασαν την περίοδο αυτή μεταξύ των επαναστατημένων Ελλήνων ως αποτέλεσμα της διεκδίκησης και νομής της εξουσίας από διάφορες ομάδες που συνέθεταν: παλαιοί κοινοτικοί άρχοντες, άνθρωποι των όπλων, Πελοποννήσιοι, νησιώτες, Ρουμελιώτες, παλαιοί Φιλικοί κ.λπ. Όπως ήταν επόμενο ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης μετά την εξουδετέρωση του Δράμαλη αύξησε σημαντικά τη δύναμη και επιρροή του και έχοντας ως πολιτικό έρεισμα την Πελοποννησιακή Γερουσία και την υποστήριξη ισχυρών προυχόντων (Κρεββατάς, Δεληγιανναίοι, Μαυρομιχαλαίοι, Φωτήλας, Περούκας κ.ά.) θα βρεθεί σε αντιπαράθεση με την κεντρική εξουσία. Στην ουσία η Πελοποννησιακή Γερουσία ασκούσε έργο κεντρικής κυβέρνησης καθώς διέθετε πολλές εξουσίες και αρμοδιότητες (στρατολογία, μισθοδοσία, οργάνωση πολεμικών επιχειρήσεων, διαχείριση προσόδων κ.λπ.).

Όπως ήταν αναμενόμενο η πολιτική εξουσία, η οποία απέρρεε από τις ρυθμίσεις της Α’ Εθνικής Συνέλευσης της Επιδαύρου και κυρίως οι Υδραίοι και ο κύκλος του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, προσπάθησαν αρχικά να συνεννοηθούν με τους στρατιωτικούς και τους πελοποννήσιους προύχοντες, υποσχόμενοι αξιώματα αλλά και να τους απειλήσουν με απόσυρση από τον αγώνα. Η πρόταση των Υδραίων φάνηκε συμφέρουσα σε ορισμένους από τους πελοποννήσιους προύχοντες (Π. Μαυρομιχάλη, Παναγ. Κρεββατά, Αναγνώστη Δεληγιάννη) αλλά συνάντησε την αντίδραση των στρατιωτικών. Έτσι εκδηλώθηκε σφοδρή αντίδραση των Υδραίων, οι οποίοι κατήγγειλαν τους πάντες και επικαλούμενοι τη δεινή θέση στην οποία βρισκόταν η Επανάσταση κάλεσαν τους πελοποννήσιους πατριώτες να εγκαταλείψουν την ομάδα του Θ. Κολοκοτρώνη και να ενώσουν τις δυνάμεις τους με την εθνική διοίκηση.

Βρισκόμαστε πλέον στα τέλη του 1822 και η κεντρική εξουσία της εποχής βρίσκεται σε ευθεία αντιπαράθεση με τον Θ. Κολοκοτρώνη και τους οπαδούς του, και προκειμένου να τον αποδυναμώσει έτι περαιτέρω υπόσχεται τιμές και αξιώματα στους στρατιωτικούς και στους προύχοντες της Πελοποννησιακής Γερουσίας, με αποτέλεσμα να εγκαταλείψουν το στρατόπεδο του Κολοκοτρώνη ο Μαυρομιχάλης, ο Παναγ. Γιατράκος, ο Αναγνωσταράς, ο Βασ. Πετμεζάς.

Στην ολοένα και αυξανόμενη κλιμάκωση της αντιπαράθεσης ο Κολοκοτρώνης αρνήθηκε να παραδώσει στη διοίκηση το φρούριο του Ναυπλίου που είχε καταλάβει και κατείχε. Επιπλέον στις 18 Ιανουάριου όρισε ως τόπο της Εθνοσυνέλευσης το Ναύπλιο και κάλεσε τον φρούραρχο Δημ. Πλαπούτα να το παραδώσει. Τέτοιο πράγμα φυσικά δεν έγινε αποδεκτό και έτσι ορίσθηκε ως τόπος της Εθνοσυνέλευσης το Άστρος αλλά συγχρόνως ο Κολοκοτρώνης βρέθηκε σε δύσκολη θέση επειδή φάνηκε να ενεργεί αντεθνικά. Έτσι αγωνιστές οι οποίοι θα μπορούσαν στην ουσία να είναι με το μέρος του βρέθηκαν στο αντίπαλο στρατόπεδο, και, ανάμεσά τους και ο Γρηγόριος Δίκαιος. Στην ουσία δηλαδή έχουμε πλήρη διάσπαση την Πελοποννησιακής Γερουσίας.

 

Ναύπλιο, βορειοανατολική άποψη από την Πρόνοια. Δημοσιεύεται στο Στέλιος Α. Παπαδόπουλος (επιμ.), «Το Λεύκωμα Peytie», Αθήνα, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, 1971.

 

Θα ακολουθήσουν οι εργασίες της Β’ Εθνοσυνέλευσης και η εκλογή νέας εθνικής διοίκησης, στην οποία οι πελοποννήσιοι προύχοντες κατείχαν σημαντικές θέσεις με τους στρατιωτικούς να έχουν απολέσει σημαντικά ερείσματα αλλά να διατηρούν ισχυρές θέσεις στην Πελοπόννησο, όπως η Τρίπολη, το Ναύπλιο, η Κόρινθος. Στη συνεχή διαπλοκή των πραγμάτων και τις συνεχώς ανασυντασσόμενες συμμαχίες θα προσφερθεί η θέση του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού στον Θ. Κολοκοτρώνη και αυτός θα την αποδεχθεί (27 Μαΐου 1823).

Πολύ γρήγορα όμως ο Κολοκοτρώνης θα έλθει και πάλι σε σύγκρουση διεκδικώντας για λογαριασμό του συγγενούς του Αναγνώστη Δεληγιάννη τη θέση του προέδρου του Βουλευτικού, πράγμα που τον κατέστησε αντίπαλο με τον Αλ. Μαυροκορδάτο αλλά και με τους αδελφούς Κουντουριώτη που υποστήριζαν τον Μαυροκορδάτο. Αποτέλεσμα όλης αυτής της ανώμαλης κατάστασης ήταν να θεωρηθεί και πάλι ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης ενεργούσε σαν παλιός κλέφτης και στην ουσία ότι στρεφόταν εναντίον των νόμων και του Συντάγματος. Απαιτούνται πολλές σελίδες για να παρουσιαστούν με ικανοποιητικό τρόπο οι αντιθέσεις, οι δολοπλοκίες, οι συμμαχίες, οι αλλαγές στάσεων και γενικά η συνολική κατάσταση ρήξης που επικρατούσε στα μέσα του 1823 και βέβαια αυτό δεν μπορεί ούτε είναι θεμιτό να γίνει μέσα από το βιογραφικό σχήμα του Γρηγορίου Δικαίου που προσπαθούμε να παρουσιάσουμε στις σελίδες αυτές.

 

Σημαία των Σπετσών με σύμβολα της Φιλικής Εταιρείας και την επιγραφή ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ. Ι. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν, «Σημαίες ελευθερίας», Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος 1996.

 

Πάντως, τον Δεκέμβριο του 1823 οι δύο αντίπαλες παρατάξεις οδηγήθηκαν και πάλι σε ρήξη, όταν ανατράπηκε το Εκτελεστικό, που ελεγχόταν από τους Πελοποννησίους, από τα μέλη του Βουλευτικού που υποστήριζαν τον Μαυροκορδάτο και τους Υδραίους προύχοντες. Αποτέλεσμα αυτών υπήρξε η συγκρότηση ενός νέου Εκτελεστικού που είχε επικεφαλής τον Γ. Κουντουριώτη και έδρα το Κρανίδι. Στο Κρανίδι εγκαταστάθηκαν εξάλλου και τα μέλη του Βουλευτικού, όσα υποστήριζαν τη νέα κατάσταση, ενώ κηρύχτηκαν έκπτωτα όσα δεν πειθαρχούσαν.

Αποτέλεσμα, η διπλή εξουσία, καθώς ο αντίπαλος πόλος που είχε επικεφαλής τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και έδρα την Τρίπολη, δεν έδειχνε καμιά διάθεση να υποχωρήσει. Διάθεση συμβιβασμού όμως δεν έδειχνε και η άλλη παράταξη και κατά συνέπεια τα πράγματα όδευαν προς την ένοπλη σύγκρουση στις αρχές του 1824.

Στη γοργή εξέλιξη των γεγονότων που οδηγούσαν στη σύγκρουση κηρύχτηκε αποστάτης ο γιος του Κολοκοτρώνη Πάνος που κρατούσε το Ναύπλιο, υπακούοντας στις εντολές της παλιάς διοίκησης, η πόλη πολιορκήθηκε, ενώ άλλες δυνάμεις της νέας κατάστασης κινήθηκαν προς άλλα σημεία με απώτερο σκοπό να πλήξουν την Τρίπολη ώστε να διασπάσουν τις κύριες δυνάμεις των αντιπάλων της, που με επικεφαλής τους Θεόδωρο και Γενναίο Κολοκοτρώνη, τον Κανέλλο Δεληγιάννη και τον Νικηταρά βρίσκονταν γύρω από την πρωτεύουσα της Πελοποννήσου.

Εκεί λοιπόν θα βρεθεί και ο Γρηγόριος Δικαίος, όχι όμως – αυτός ο παλιός συνεργάτης των Κολοκοτρωναίων – ως σύμμαχός τους αλλά ως επικεφαλής ενός στρατιωτικού σώματος της νέας διοίκησης Κουντουριώτη, επιδιδόμενος σε μικροσυμπλοκές με τους αντιπάλους του και περιμένοντας ενισχύσεις που βρίσκονταν καθ’ οδόν προς την Τρίπολη. Προσωρινά η εμφύλια διαμάχη φάνηκε να εκτονώνεται τον Ιούλιο του 1824 όταν η νέα διοίκηση του Κουντουριώτη φάνηκε να επικρατεί, οι δυνάμεις της αποσύρθηκαν από την Τρίπολη, το Ναύπλιο είχε παραδοθεί, αμνηστία παραχωρήθηκε στους «στασιαστές» και φυσικά ο Γρηγόριος Δικαίος βρισκόταν με την πλευρά των «νικητών».

Ωστόσο, σχεδόν αμέσως το καλοκαίρι του ίδιου έτους (1824), τα πράγματα οδηγήθηκαν και πάλι σε αδιέξοδο που θα καταλήξει σε νέα εμφύλια σύγκρουση. Προηγουμένως είχαν προκηρυχθεί εκλογές για τις 3 Οκτωβρίου 1824 και οι αντίπαλοι θα επιδοθούν σε έντονη προεκλογική δραστηριότητα. Στην πολύπλοκη παρασκηνιακή δράση οι ισχυροί πρόκριτοι της Πελοποννήσου Ζαΐμης και Λόντος αλλάζουν στάση και από φίλοι της κυβέρνησης Κουντουριώτη θα γίνουν αντίπαλοί της. Το όλο κλίμα είναι εκρηκτικό αλλά οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν και θα επικρατήσουν οι Υδραίοι με τους συμμάχους τους, ο Γ. Κουντουριώτης θα παραμείνει πρόεδρος του Εκτελεστικού, ενώ είναι και πάλι εμφανής ο παραμερισμός των Πελοποννησίων, καθώς ο Ζαΐμης δεν κατόρθωσε να εκλεγεί πρόεδρος του Βουλευτικού. Έτσι Ζαΐμης και Λόντος, σε επαφή βέβαια με άλλους ισχυρούς προύχοντες, ετοιμάζονται να αναλάβουν στρατιωτική δράση και προσχηματικά απαιτούν τη σύγκληση Εθνοσυνέλευσης.

 

Η αφορμή για

την έναρξη της νέας

εμφύλιας σύγκρουσης

θα δοθεί όταν οι

κάτοικοι της Αρκαδίας

τον Οκτώβριο του

1824 αρνήθηκαν την

είσπραξη των

προσόδων

της επαρχίας τους

υπέρ της κυβέρνησης

Κουντουριώτη

 

Η αφορμή για την έναρξη της νέας εμφύλιας σύγκρουσης θα δοθεί όταν οι κάτοικοι της Αρκαδίας [Κυπαρισσίας] τον Οκτώβριο του 1824 αρνήθηκαν την είσπραξη των προσόδων της επαρχίας τους υπέρ της κυβέρνησης Κουντουριώτη. Το επεισόδιο αυτό χαρακτηρίστηκε ως ανταρσία κατά της κεντρικής εξουσίας, η οποία διέταξε τον υπουργό Εσωτερικών Γρηγόριο Δικαίο να κατευθυνθεί επικεφαλής ένοπλου τμήματος στην περιοχή αυτή και να καταστείλει την ανταρσία.

Προσωπογραφία του αγωνιστή Βάσου Μαυροβουνιώτη (1797-1847). Λάδι σε μουσαμά, έργο του Νικηφόρου Λύτρα, Μουσείο Μπενάκη.

Πράγματι, προς τα τέλη Οκτωβρίου 1824 ο Παπαφλέσσας θα φθάσει στη συγκεκριμένη περιοχή και θα απαιτήσει από τους τοπικούς άρχοντες να πειθαρχήσουν, δηλαδή να συγκεντρώσουν και να παραδώσουν στη διοίκηση τους φόρους. Όμως οι οπλαρχηγοί της περιοχής σε συνεννόηση με τον Κολοκοτρώνη, που ουσιαστικά είχε υπό τον έλεγχό του την περιοχή αυτή, αρνήθηκαν να υπακούσουν στις εντολές του Παπαφλέσσα και η κατάσταση, όπως ήταν αναμενόμενο, οδηγούσε σε ένοπλη αναμέτρηση. Για να βοηθήσουν τους τοπικούς οπλαρχηγούς έσπευσαν οι γιοι του Θ. Κολοκοτρώνη, Γενναίος και Πάνος, και αργότερα ο Κανέλλος Δεληγιάννης, ενώ ο Παπαφλέσσας έλαβε βοήθεια από κυβερνητικά στρατεύματα που είχαν επικεφαλής τον Βάσο Μαυροβουνιώτη και τον Διονύσιο Μούρτζινο. Η σύγκρουση στο χωριό Κωνσταντίνοι της Αρκαδίας κράτησε δύο ημέρες και υπερίσχυσαν οι Πελοποννήσιοι, δηλαδή οι κυβερνητικοί που διοικούσε ο Παπαφλέσσας διασκορπίστηκαν και ο ίδιος αναγκάστηκε να επιστρέψει ηττημένος στο Ναύπλιο. Έτσι λοιπόν άρχισε ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος, πιο σύντομος από τον πρώτο αλλά περισσότερο καταστροφικός και οπωσδήποτε πιο σκληρός.

Είναι γεγονός ότι ο Γρηγόριος Δικαίος, ο φλογερός Φιλικός, αυτός που τόσο κατηγορήθηκε από τους συντρόφους Φιλικούς ότι συνεπαρμένος από τον ενθουσιασμό του για την Εταιρεία και τον επικείμενο απελευθερωτικό αγώνα δεν συγκρατούσε τα λόγια του θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο την Εταιρεία, αυτός που πολλές φορές κινδύνευσε να πέσει στα χέρια των τουρκικών αρχών, ο ίδιος άνθρωπος βρέθηκε στο επίκεντρο των εμφυλίων διενέξεων, βρέθηκε στο σημείο να υπερασπίζεται μία πολιτική κατάσταση εναντίον μιαν άλλης, βρέθηκε να εκστρατεύει εναντίον άλλων Ελλήνων, να αντιμετωπίζει στρατιωτικά τους ακόλουθους του ίδιου του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Ρουμελιώτες και Σουλιώτες ένοπλοι να λεηλατούν την Πελοπόννησο, όταν ο απελευθερωτικός αγώνας απαιτούσε άμεση αντιμετώπιση των πραγματικών εχθρών.

Η δεινή θέση στην οποία βρέθηκε, η άχαρη συμμετοχή του στους εμφύλιους πολέμους έφεραν σε δύσκολη θέση και τον βιογράφο του Φωτάκο, ο οποίος επιχείρησε να δικαιολογήσει εκ των υστέρων την εμπλοκή του Παπαφλέσσα γράφοντας ότι ο Δικαίος «είχε μετανοήσει διά τας πρότερον πράξεις και ενεργείας του προς καταστροφήν των λεγομένων ανταρτών. Αλλ’ αν και ήτον υπουργός δεν εισηκούσθη, διότι ο Κουντουριώτης δεν ήθελε συγκατανεύση ποτέ ν’ απολυθούν κ.λπ. κ.λπ. Αφού λοιπόν ο Φλέσας απέτυχεν εις τας συμβουλάς του, αποφάσισε να εκστρατεύση ο ίδιος διάνα σώση τον τόπον…»· και ο Φωτάκος βέβαια δεν εννοεί τίποτε άλλο παρά τον άμεσο κίνδυνο για την Επανάσταση που αντιπροσώπευε η άφιξη των Αιγυπτίων του Ιμπραήμ πασά στην Πελοπόννησο.

Πράγματι, όπως γνωρίζουμε, η οθωμανική κυβέρνηση μετά από την άσχημη τροπή που έπαιρνε ο αγώνας των επαναστατημένων Ελλήνων γι’ αυτήν, συνήψε συμφωνία με τον Μοχάμετ Άλη της Αιγύπτου και έτσι από τις αρχές του 1825 ο γιος του τοπάρχη την Αιγύπτου, Ιμπραήμ πασάς, αποβιβάστηκε στην Πελοπόννησο ενεργώντας σε συνδυασμό με τις οθωμανικές δυνάμεις του Κιοσέ Μεχμέτ Κιουταχή πασά, ενώ τις επίγειες δυνάμεις συνέδραμαν και ναυτικές δυνάμεις την Πύλης και της Αιγύπτου.

 

Louis Duprè. Προσωπογραφία του Μωχάμετ Άλη, Αντιβασιλέα της Αιγύπτου. Λιθογραφία, Παρίσι, περίπου 1836.

 

Στην κρίσιμη αυτή περίοδο που εκδηλώνεται η σφοδρή τουρκοαιγυπτιακή αντεπίθεση στην Πελοπόννησο και τη Στερεά, οι Έλληνες αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα, τα οποία βέβαια είχαν προκαλέσει οι εμφύλιες συρράξεις. Μεγάλο μέρος του πρώτου αγγλικού δανείου είχε δαπανηθεί στις εμφύλιες συγκρούσεις, ενώ πολλοί οπλαρχηγοί κρατούνταν φυλακισμένοι από τους κυβερνητικούς του Κουντουριώτη, που φαινόταν να μην αντιλαμβάνεται το μέγεθος του κινδύνου. Παρά ταύτα κάποια στιγμή θα αποδοθεί αμνηστεία και θα αρχίσουν σιγά-σιγά να εκδηλώνονται κάποιες κινήσεις που αποσκοπούσαν στην αντιμετώπιση του ορατού όσο και άμεσου κινδύνου που αντιμετώπιζε η επανάσταση από τη συντονισμένη επίθεση των Τουρκοαιγυπτίων, όπως λ.χ. η συγκρότηση τακτικού στρατού, καθώς οι πολεμικές αναμετρήσεις ειδικότερα με τους Αιγυπτίους, άρχισαν να αλλάζουν μορφή και ασφαλώς απαιτούσαν τακτική αντιμετώπιση και όχι συγκρούσεις ατάκτων.

Ιμπραήμ Πασάς, Giovanni Boggi.

Εν τω μεταξύ, ο Ιμπραήμ πασάς είχε αποβιβαστεί χωρίς ενόχληση στη Μεθώνη και αφού έλαβε και νέες ενισχύσεις άρχισε να πολιορκεί και να καταλαμβάνει τα διάφορα φρούρια που κατείχαν οι επαναστάτες. Στις 7 Απριλίου 1825 οι Έλληνες θα ηττηθούν στο Κρεμμύδι της Μεσσηνίας. Στις 25 Απριλίου θα καταληφθεί από τους Αιγυπτίους, μετά από σφοδρή σύγκρουση, η Σφακτηρία όπου θα σκοτωθεί ο υπουργός πολέμου Αναγνωσταράς και ο ιταλός φιλέλληνας Σαντόρε Σανταρόζα. Στις 30 Απριλίου θα πέσει το Νεόκαστρο.

Αυτή την κρίσιμη στιγμή ο υπουργός Εσωτερικών Γρηγόριος Δικαίος αναλαμβάνει ο ίδιος να εμποδίσει την προέλαση του Ιμπραήμ πασά, μολονότι συνάντησε μεγάλη απροθυμία εκ μέρους των άλλων Ελλήνων οπλαρχηγών να συνταχθούν μαζί του. Σκοπός του Παπαφλέσσα, σύμφωνα με τον βιογράφο του Φωτάκο, ήταν να κατορθώσει να πετύχει 1-2 νίκες εναντίον του Ιμπραήμ και έτσι από θέση ισχύος να ζητήσει από τον Κουντουριώτη να δώσει αμνηστία, να απελευθερώσει τον Θ. Κολοκοτρώνη και ο ίδιος να εμφανιστεί κυρίαρχος της κατάστασης. Μάλιστα είχε αρχίσει να αλληλογραφεί με τους Ανδρέα Ζαΐμη και Ανδρέα Λόντο, που είχαν απελευθερωθεί και βρίσκονταν στην περιοχή των Καλαβρύτων.

Όπως και να έχουν τα πράγματα, ο Παπαφλέσσας προς τα τέλη Απριλίου αναχώρησε από το Ναύπλιο με κατεύθυνση την Τρίπολη. Εκεί έμεινε 3-4 μέρες και συγκέντρωσε διάφορους οπλαρχηγούς με περιορισμένες δυνάμεις. Στη συνέχεια κινήθηκε προς το Λεοντάρι όπου συγκέντρωσε και κάποια άλλα στρατεύματα. Στην πορεία του, όπως την περιγράφει ο Φωτάκος, περιλαμβάνονται ακόμα τα χωριά Λάκκοι, Φουρτζάλα, Άγιος Φλώρος, σημεία όπου θα συναντήσει λείψανα ελληνικών δυνάμεων που περιφέρονταν ηττημένες μετά από τις επιχειρήσεις του Ιμπραήμ στη Μεσσηνία. Περαιτέρω θα βρεθεί στο χωριό Δραήνα, όπου παρέμεινε 2 ημέρες και έλαβε διάφορα γράμματα από οπλαρχηγούς ότι θα τον συνδράμουν.

Τελικά ο Παπαφλέσσας θα βρεθεί στην περιοχή της Μεσσηνίας, όπου θα αποφασίσει να αντιμετωπίσει τα αιγυπτιακά στρατεύματα, τα οποία είχε εντοπίσει να κινούνται στην περιοχή. Οι στρατιώτες του επέλεξαν μια οχυρή θέση στην οποία έφτιαξαν τρία ταμπούρια. Στις 20 Μαΐου 1825 ο Παπαφλέσσας με 1.500 άνδρες, από τους οποίους τελικά θα παραμείνουν μαζί του 500 άνδρες με επικεφαλής τον οπλαρχηγό Παναγιώτη Κεφάλα, θα συγκρουστεί με τις δυνάμεις του Ιμπραήμ στο ορεινό χωριό Μανιάκι της Μεσσηνίας. Στη σφοδρή σύγκρουση που θα ακολουθήσει οι δυνάμεις του Παπαφλέσσα θα δεχτούν την επίθεση τριών χιλιάδων ιππέων και πεζών των Αιγυπτίων και θα συντριβούν, ενώ και ο ίδιος θα βρει τον θάνατο στο πεδίο της μάχης.

 

Το φίλημα. Σύνθεση που αποδίδει τη θρυλούμενη σκηνή του ασπασμού του νεκρού Παπαφλέσσα από τον Ιμπραήμ πασά, μετά την φιλόδοξη αλλά αποτυχημένη αναμέτρηση στο Μανιάκι. Ελαιογραφία του Α. Γεωργιάδη, 1960.

 

Τα διάφορα περιστατικά, πράξεις και διαλόγους μεταξύ των πρωταγωνιστών, του Παπαφλέσσα και των άλλων οπλαρχηγών, περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια ο Φωτάκος, από τον οποίο παραδίδεται το πασίγνωστο επεισόδιο κατά το οποίο ο Ιμπραήμ διέταξε να καθαρίσουν και να περιποιηθούν το νεκρό σώμα του Παπαφλέσσα, να θέσουν το κομμένο κεφάλι στη θέση του και αφού το παρατήρησε είπε στους αξιωματικούς του: «τω όντι αυτός ήτον ικανός και γενναίος άνθρωπος και καλλίτερον ήτον να επαθαίναμεν άλλην τόσην ζημίαν, αλλά να τον επιάναμεν ζωντανόν, διότι πολύ ήθελε μας  χρησιμεύση».

Εξάλλου, και ο Αμβρόσιος Φραντζής στη δική του Ιστορία  θα μεταφέρει διάφορες λεπτομέρειες, ανάμεσα στις οποίες, εκείνη του γνωστού επεισοδίου, όπου ο Ιμπραήμ ζήτησε και του έφεραν το κεφάλι του Παπαφλέσσα και «ελυπήθη διότι εφονεύθη εις τοιούτος γενναίος ανήρ…».[34]

Όπως είναι φυσικό το επεισόδιο του ηρωικού θανάτου του Γρηγορίου Δικαίου στο Μανιάκι της Μεσσηνίας στα χρόνια που θα ακολουθήσουν θα αποτελέσει – μαζί με άλλα βέβαια κατορθώματα των Ελλήνων – σημείο αναφοράς και συνεχούς αναπαραγωγής από πολλούς συγγραφείς, κυρίως παιδικών και σχολικών αναγνωσμάτων. Αρχίζοντας από το δημοτικό τραγούδι και συνεχίζοντας με το γνωστό διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη «Το Φίλημα» και το θεατρικό του Σπύρου Μελά, συναντούμε μεγάλη παραγωγή κειμένων που προορίζονται για παιδικά αναγνώσματα ή κείμενα για τις σχολικές εορτές, στα οποία ο θάνατος του Παπαφλέσσα αποτελεί κεντρικό μοτίβο. Στην ίδια γραμμή έχει εκδοθεί και στη σειρά «Κλασσικά Εικονογραφημένα» του εκδοτικού οίκου Ατλαντίς-Πεχλιβανίδη αντίστοιχο τεύχος με κείμενο της Σοφίας Μαυροειδή-Παπαδάκη.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Φωτάκος, Bίος του Παπαφλέσσα, σ. 1.

[2] Φωτάκος, Bίος του Παπαφλέσσα, σ. 7.

[3] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 110.

[4] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 110, αρ. 92.

[5] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 29.

[6] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 72-73.

[7] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 72-73.

[8] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 65.

[9] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 91-92.

[10] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 105-06.

[11] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, αρ. εγγρ. 7302 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 128.

[12] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 133.

[13] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 167.

[14] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 2-4.

[15] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 171-177.

[16] Στο ίδιο, τ. Β’, σ. 115. Η επιστολή είναι γνωστή και από την Απολογία και από τα Απομνημονεύματα του Ξάνθου.

[17] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 173.

[18] Στο ίδιο  σ. 178 και Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 66.

[19] Εμμ. Ξάνθου, Απομνημονεύματα, σ. 116 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ, σ. 53-55.

[20] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 73-74.

[21] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 249.

[22] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 31.

[23] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 206.

[24] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 79.

[25] Στο ίδιο, σ. 81-82.

[26] Στο ίδιο, σ. 82.

[27] Στο ίδιο, σ. 83-87.

[28] Στο ίδιο, σ. 84.

[29] Φωτάκος, Bίος του Παπαφλέσσα, σ. 16-17.

[30] Εμμ. Ξάνθου, Απομνημονεύματα, σ. 144-145 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ, σ. 108-110.

[31] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 107-107.

[32] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 89-90.

[33] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 152-156.

[34] Φωτάκος, Bίος του Παπαφλέσσα, σ. 69 και Αμβρ. Φραντζής, Ιστορία, τ. ‘Β, σ. 352.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αμβρ. Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, τ. Β’, Αθήνα 1839.
  • Φωτάκος, Bίος του Παπαφλέσσα, Αθήνα 1868 (φωτομηχανική ανατύπωση: Αθήνα 1986).
  • Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναυπλία 1834.
  • Bασίλης Βλ. Σφυρόερας, «Παπαφλέσσας», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμ. 8, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, χ.χ.
  • Τ. Λάππας, Παπαφλέσσας. Βιογραφία του ηρωικού Αρχιμανδρίτη, Αθήνα 1971.
  • Αναστ. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τόμ. Ε’, Αθήνα 1872.
  • Σόλων Γρηγοριάδης, Ο Παπαφλέσσας, Αθήνα 1982.
  • Αρχείο Εμμανουήλ Ξανθού, Πρόλογος – Ιστορικά Φιλικής Εταιρείας: Ι. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν, εισαγωγή: Τρισεύγενη Τούμπανη-Δάλλα, τ. 1-3, Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1997, 2000, 2002.
  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845.
  • Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία. Αρχείον Π. Σέκερη, Αθήνα 1967.
  • Γεώργιος Δ. Φράγκος «Φιλική Εταιρεία», Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΓ, Αθήνα 1975, σ. 424-432.
  • Ε. Γ. Πρωτοψάλτης, Η Φιλική Εταιρεία. Αναμνηστικόν τεύχος επί τη 150ετηρίδα,Αθήνα 1964.

 

Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης

Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών

Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών

Ιστορική Βιβλιοθήκη, οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας  «Οι Φιλικοί», Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

 

Read Full Post »

Γεράσιμος Παγώνης Αρχιεπίσκοπος Αργολίδος (1790 – 1867) – Η δράση του μέχρι την ανάδειξή του ως Μητροπολίτη Αργολίδος | Γεώργιος Καραμπάτσος – Η’ Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση


 

 Καταγωγή και σπουδές

 

Αρχιεπίσκοπος Αργολίδος Γεράσιμος Παγώνης. Πίνακας στο Μητροπολιτικό Μέγαρο της Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος.

Ο Γεράσιμος Παγώνης, κατά κόσμον Γεώργιος Παγώνης ή Παγωνόπουλος, γεννήθηκε στη Μεγάλη Μαντίνεια Αβίας το 1790[1] και όχι το 1792[2], όπως ισχυρίζονται άλλοι ερευνητές. Η Μεγάλη Μαντίνεια Αβίας είναι κωμόπολη στους πρόποδες του Καλαθίου όρους προς τον Μεσσηνιακό κόλπο[3]. Ο Γεώργιος Παγώνης καταγόταν από καλή οικογένεια, με γονείς αγαθούς και ευσεβείς[4]. Πατέρας του ήταν ο Αντώνιος Παγώνης και μητέρα του η Αναστασία[5].  Από την πλευρά του πατέρα του ήταν ανιψιός του αοιδίμου Μητροπολίτου Μονεμβασίας και Καλαμάτας Χρυσάνθου Παγώνη[6], ο οποίος απώλεσε τη ζωή του στις φυλακές της Τρίπολης το 1821[7]. Φυσικούς αδελφούς είχε τους Ιωάννη, Παναγιώτη, Σωτήριο και τον Σπυρίδωνα και αδελφή τη Χρυσηίδα[8]. Οι τέσσερις αδελφοί αγωνίστηκαν στη μάχη του 1821, ο Σωτήριος αναδείχθηκε στο αξίωμα του χιλίαρχου[9] και ο Σπυρίδωνας στο αξίωμα του Ταξίαρχου[10].

Οι ιστορικές πληροφορίες για την προέλευση της οικογένειας Παγώνη είναι ελάχιστες και δεν εκτείνονται πέραν του Μονεμβασίας Χρυσάνθου. Όμως, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι στην υπόδουλη Ελλάδα, και ιδιαιτέρως στη Μάνη, το υψηλό εκκλησιαστικό και πολιτικό αξίωμα του ιεράρχου ήταν προνόμιο των παλαιών και ευγενών οικογενειών. Στο πλαίσιο αυτό, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι και ο οίκος των Παγώνηδων δεν αποκλείεται να είναι αρχαίος, εύπορος και ευγενής[11], καθώς ανέδειξε τουλάχιστον δύο ιεράρχες μέχρι και την εποχή που μελετούμε.

Με τη μέριμνα τον γονέων του, αλλά και του θείου του, φοίτησε στην καλύτερη για εκείνη την εποχή Σχολή του Μελέ στην Αλαγονία, η οποία είχε συσταθεί από τον Μητροπολίτη Μονεμβασίας Χρύσανθο Παγώνη[12]. Επρόκειτο για σπουδαία την εποχή εκείνη σχολή, καθώς μαθήτευσε κοντά στον σοφό Μάξιμο, αντάξιο μαθητή του δασκάλου του Γένους Ευγένιου Βούλγαρη[13]. Ο Γεώργιος Παγώνης σπούδασε τα τότε γράμματα της εποχής και ιδίως τα ιερά. Είχε οξύ νου και ισχυρή μνήμη, την οποία διατήρησε μέχρι τα βαθειά γεράματα. Τα χαρακτηριστικά αυτά συμπληρώνονταν και από τη μεγάλη αγάπη του για την παιδεία. Αυτά είχαν ως αποτέλεσμα να ολοκληρώσει σε σύντομο χρονικό διάστημα της σπουδές του[14]. Η αποφοίτησή του από την εν λόγω σχολή συνέβαλε τα μέγιστα στο να χαρακτηρίζεται μετέπειτα ως λογιότατος[15].

 

Δραστηριότητά του ως λαϊκός

 

α. Γραμματέας του Χρυσάνθου

 

Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών, δεκαπενταετής περίπου, προσελήφθη από τον θείο του Μητροπολίτη Μονεμβασίας και Καλαμάτας ως γραμματέας του[16]. Με τον τρόπο αυτό σε νεαρή ηλικία ανέλαβε άμεσα και, όπως αποδείχτηκε, αποτελεσματικά τη διεκπεραίωση πολλών υποθέσεων της μητροπόλεως, καθώς τότε η εκκλησιαστική ήταν συνάμα  και πολιτική αρχή, καθιστώντας τον έτσι ως όργανο και μοχλό της επαρχίας[17].

Ο θείος, διαπιστώνοντας τη σύνεση και τις διοικητικές ικανότητες τού εμπίστου ανεψιού, είχε αποφασίσει να τον χειροτονήσει κληρικό, με σκοπό να αναδειχθεί στη συνέχεια διάδοχός του. Αλλά ο Γεώργιος δεν αποδέχτηκε να πορευτεί σε αυτή την οδό[18]. Όπως φάνηκε, είχε άλλες προτεραιότητες· ήθελε να προσφέρει την ικμάδα της νεότητός του στον αγώνα υπέρ της Πατρίδος και να καταστεί μυσταγωγός της ελευθερίας των Ελλήνων[19].

 

β. Μύηση στη Φιλική Εταιρεία

 

Την 1η Δεκεμβρίου του 1818 ο εικοσιοκτάχρονος γραμματέας του μητροπολίτη Μονεμβασίας κατηχείται και εισέρχεται στη Φιλική Εταιρία. Το γεγονός αυτό έλαβε χώρα στην Καλαμάτα από τον Ζακυνθινό ιατρό και μόνιμο κάτοικο της πόλης Αναστάσιο Κορνήλιο, ο οποίος είχε αναπτύξει στενές σχέσεις με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη[20], με ποσό προσφοράς τριακοσίων γροσίων[21]. Ο Γεώργιος Παγώνης πολύ σύντομα αναδεικνύεται ένθερμος Φιλικός διακατεχόμενος από μεγάλο ζήλο για την ελευθερία της Πατρίδος του[22]. Επιδιώκοντας ο Γεώργιος να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τον Αγώνα της Εταιρίας, μια ημέρα εισέρχεται στο δωμάτιο του θείου του Χρύσανθου και «κλίνας προς αὐτὸν τὰ γόνατα ἐνώπιον τῆς εἰκόνος τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ, μυεῖ αὐτὸν τὰ τῆς ἑταιρίας τῶν Φιλικῶν[23]», προειδοποιώντας τον πως για όποια παραβίαση των κανόνων της Εταιρείας η ποινή είναι ο θάνατος.

Έχοντας άμεσο και μεγάλο ενδιαφέρον για την ενίσχυση του Ελληνικού Αγώνα και του Έθνους, ο σεβάσμιος γέροντας ασπάζεται τα των Φιλικών και στις 15 Μαΐου του 1819 γίνεται μέλος από τον Χριστόφορο Περραιβό[24].

Ως Φιλικός «ἀνέπτυξε μεγάλην δραστηριότητα εἰς τὸν τομέα τῆς μυήσεως σημαντικῶν προυχόντων τῆς Καλαμάτας, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦσαν ὁ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν πληρεξούσιος καὶ κατόπιν πολλάκις διατελέσας δήμαρχος Καλαμάτας Ι. Κ. Κυριακός, πιθανῶς δὲ καὶ ὁ υἱὸς τοῦ Μαυρομιχάλη καὶ ἔμπιστος φίλος του Ἠλ. Μαυρομιχάλης»[25]. Ανάλογα είχε συμβεί και με τον Πρωτοσύγγελο του Χριστιανουπόλεως Αμβρόσιο Φραντζή[26].

Έκτοτε, ο μητροπολίτης Μονεμβασίας, ως ανώτατος θρησκευτικός και πολιτικός άρχοντας, και παρ’ αυτού ο ένθεος Γεώργιος γίνονται η ψυχή της μελετώμενης Επαναστάσεως[27]. Ο Χρύσανθος ορίζεται ως ταμίας τον περιφερικών εισφορών και ως μέλος της ιθυνούσης Επιτροπής της Εταιρίας στην Πελοπόννησο[28]. Υπό την ιδιότητα αυτή αναθέτει άκρως εμπιστευτικές και επικίνδυνες αποστολές στον Γεώργιο, ο οποίος τις διεκπεραιώνει κατά τρόπο υποδειγματικό φέροντας όλες τους σε αίσιο πέρας[29].

 

γ. Συμβολή στην επανάσταση του 1821

 

Ο κρατήρας της επαναστάσεως άρχισε να θερμαίνεται και υπόκωφοι μυκηθμοί να ακούγονται. Η τουρκική αρχή, όσες φορές αντιλαμβανόταν ότι οι Έλληνες θα προκαλούσαν κάποια ταραχή, συνήθιζε να ασφαλίζεται λαμβάνοντας ομήρους[30]. Ήθελαν λοιπόν να συλλάβουν και τους Κεφάλα, Αναγνωσταρά, τον περιώνυμο Τουρκοφάγο Νικηταρά, και άλλους πολλούς μυημένους στα της επαναστάσεως. Αυτά τα σπουδαία όμως πρόσωπα της επανάστασης τα προφύλαξε ο Γεώργιος Παγώνης στις μονές της Αλαγονίας, με αποτέλεσμα να μην συλληφθούν[31]. Είναι άλλη μια ενέργεια που «λαμπρῶς καταδεικνύει τὸν ἔνθερμο καὶ ἀκαταμάχητο ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος ζῆλον τοῦ ἄνδρα»[32].

 

δ. Γραμματέας του Μαυρομιχάλη

 

Οι σχέσεις του Γεωργίου Παγώνη με την οικογένεια Μαυρομιχάλη ήταν ανέκαθεν εξαιρετικές. Πέραν της συνεργασίας που είχε λόγω του θείου του Χρυσάνθου και της έντονης επαναστατικής του δραστηριότητας, διατηρούσε  με τον Ηλία Μαυρομιχάλη στενή φιλία[33]. Υπήρχε μεγάλος σεβασμός στο πρόσωπό του, δίνοντας βάση στις απόψεις του[34]. Διετέλεσε γραμματέας του Πετρόμπεη και αυτό προκύπτει από τον γραφικό χαρακτήρα σε ανυπόγραφες επιστολές του Πετρόμπεη από τον Μάρτιο έως τον Σεπτέμβριο του 1821 αλλά και από την αποστολή του Παγώνη μετά του ιερομονάχου Γερασίμου Παπαδόπουλου στην Τρίπολη εκ μέρους του Πετρόμπεη, για να επιτύχει την απελευθέρωση των αρχιερέων[35]. Ο ιδιαίτερος δεσμός του Παγώνη με τους Μαυρομιχαλαίους επιστέφεται με τον γάμο του Αναστασίου Μαυρομιχάλη με την αδελφή του Παγώνη Χρυσηίδα, γυναίκα με ομορφιά ψυχής και σώματος[36].

 

ε. Μεσσηνιακή Γερουσία

 

Ο Γεώργιος Παγώνης ήταν μέλος της Μεσσηνιακής Γερουσίας και για πολλούς ερευνητές φαίνεται να είναι και πιθανώς συντάκτης της περίφημης επιστολής «Προειδοποίησις εἰς (προς) τὰς Εὐρωπαϊκὰς αυλάς»[37]. Σύγχρονες μελέτες ωστόσο αποδεικνύουν πώς ο συντάκτης της περίφημης αυτής επιστολής είναι ο στενός συνεργάτης του Αλέξανδρου Υψηλάντη και μέλος του επιτελείου των Φιλικών της Βεσσαραβίας Πέτρος Ηπίτης[38].

Η δεύτερη προκήρυξη, που στάλθηκε από την Μεσσηνιακή Σύγκλητο στους Έλληνες του Λιβόρνου και της Πίζας, οπωσδήποτε πρέπει να έχει συνταχτεί από έμπιστο πρόσωπο του χώρου του Μαυρομιχάλη και ο πιθανότερος συντάκτης της φαίνεται πως είναι ο Γεώργιος Παγώνης[39].

Τον Μάιο του 1821 ο Γεράσιμος Παγώνης εξελέγη πληρεξούσιος της Καλαμάτας και «κατὰ θέλησιν τοῦ Μαυρομιχάλη» έγινε μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας[40]. Συμμετέχει στη Συνέλευση στις Καλτετζές και συνυπογράφει τον Οργανισμό της Πελοποννησιακής Γερουσίας[41], ο οποίος είναι και ο πρώτος καταστατικός χάρτης της ελεύθερης Ελλάδας. Επίσης, στις 27 Ιουνίου 1821 συνυπογράφει την έκκληση προς Σπετσιώτες και Υδραίους από το στρατόπεδο των Βερβαίνων για την άμεση κινητοποίηση του στόλου και τον αποκλεισμό των παράλιων της Μεσσηνίας, ώστε να μην εφοδιάζονται οι Τούρκοι στα κάστρα της Κορώνης και της Πύλου[42].

Κατά τον έρανο που διενήργησε η Πελοποννησιακή Γερουσία ο Γ. Παγώνης συνεισέφερε 10.000 γρόσια για τη συνέχεια του έργου της. Αντιπροσώπευσε κατ΄ επανάληψιν την επαρχία Καλαμάτας ως πληρεξούσιος και βουλευτής σε διάφορες εθνοσυνελεύσεις. Το 1823 ως βουλευτής εξελέγη μέλος της επιτροπής για την «κατασφάλισιν τοῦ ἀπαραβιάστου τῶν βουλευτῶν κατὰ τὴν ἄσκησιν τῶν καθηκόντων των»[43]. Το 1826 ως πληρεξούσιος της συνελεύσεως της Επιδαύρου συνυπογράφει την διαμαρτυρία της 26ης Απριλίου για τις καταχρήσεις σχετικά με την εκποίηση των φθαρτών εθνικών κτημάτων[44].

Ο μητροπολιτικός οίκος του Μονεμβασίας είχε μετατραπεί σε κέντρο της επαναστατικής κινήσεως, κόμβος επικοινωνίας των Εταιριστών της Καλαμάτας με τους αδελφούς τους της Μάνης, δηλαδή με τους οπλαρχηγούς και τον Μαυρομιχάλη[45]. Στις 20 Μαρτίου 1821 έφτασαν στον Αλμυρό της Λακωνίας πλοία, τα οποία υπέθεσαν ότι έφεραν στρατό, τροφή και πολεμοφόδια για την επικείμενη επανάσταση[46]. Τότε όλοι οι προεστώτες της Καλαμάτας, μεταξύ αυτών ο Ηλίας Μαυρομιχάλης και ο Γεώργιος Παγώνης, συνήλθαν και έγραψαν προς τον Μαυρομιχάλη «πρὸς Θεοῦ νὰ μὴν γίνῃ κανὲν κίνημα, διὰ νὰ ἠμπορέσομεν νὰ ἐβγάλωμεν τοὺς ἐν ταῖς φυλακαῖς τῆς Τριπόλεως». Την επιστολή την υπέγραψαν άπαντες και την παρέδωσαν στον Ηλία Μαυρομιχάλη να την ταχυδρομήσει στον πατέρα του[47]. Αλλά ο Ηλίας Μαυρομιχάλης και ο Γεώργιος Παγώνης είχαν υπεράνω όλων την ελευθερία της πατρίδας χωρίς να προτάσσουν το συμφέρον των συγγενών τους. Έτσι, έστειλαν δεύτερη επιστολή στον Πετρόμπεη λέγοντάς του: «Ἐκλαμπρότατε συνυπεγράψαμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν πρώτην ἐπιστολήν, ἀλλ’ ὅμως εἴμεθα ἐναντίας γνώμης. Αὔριον κτυποῦμε τοὺς Τούρκους καὶ ἂν ἀδιαφορήσῃς, δὸς λόγον εἰς τὸν Θεόν». Ενθουσιασμένος από την ανάγνωση των λέξεων αυτών ο Πετρόμπεης αναβοά: «ὁ εἷς δὲν λυπεῖται τὸν ἀδελφόν του, ὁ ἕτερος τὸν θεῖον του, ἐμπρὸς καὶ ὁ Θεὸς μεθ’ ἡμῶν»[48].

Πρωτεργάτης της καταλήψεως της Καλαμάτας την 23 Μαρτίου του 1821, ο Γεώργιος ακολούθησε τον φίλο του Ηλία Μαυρομιχάλη στην πολιορκία της Τρίπολης και εκεί από κοινού με τον οπλαρχηγό αρχιμανδρίτη Ιερόθεο Αθανασόπουλο, τον κατόπιν μητροπολίτη Γυθείου, κατόρθωσαν να αποκόψουν τη μεταφορά ύδατος προς την πολιορκούμενη Τρίπολη, γεγονός το οποίο συνετέλεσε στην ταχύτερη παράδοσή της[49]. Το γεγονός της διακοπής της ύδρευσης της Τριπόλεως γνωρίζουμε και από επιστολή (26 Απριλίου 1821) από το στρατόπεδο του Βαλτετσίου των Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Π. Γιατράκου, Δ. Παπατσώνη, Κυρ. Μαυρομιχάλη, Δ. Τρουπάκη (Μουρτίζου)  και Αν.  Παπαγεωργίου (Αναγνωσταρά) προς τους άρχοντες της Ύδρας, στην οποία αναφέρουν: «τοὺς ἐχαλάσαμεν τοὺς μύλους ὅπου ἄλεθαν, ἐκόψαμεν τὸ ἥμισυ νερόν τους»[50].

Μετά τον μαρτυρικό θάνατο του θείου του Χρυσάνθου στις φυλακές της Τρίπολης, ο Γεώργιος όχι μόνο ανέλαβε τη διοίκηση των πραγμάτων της μητροπόλεως, αλλά, όπως και ο θείος του, ήταν  κεντρικό πρόσωπο της Εταιρίας των Φιλικών στην περιοχή. Έτσι, ο Γεώργιος μαζί με τον Πετρόμπεη, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Διονύσιο Μουρτζινό, τον Παπαφλέσσα και άλλους συγκροτούν συμβούλια για αποφάσεις που αφορούσαν την ιερό αγώνα της επανάστασης[51].

 

Χειροτονία

 

ΓεράσιμοςΠαγώνης

Ζητούμενο αποτελεί η ακριβής ημερομηνία χειροτονίας του Γεωργίου Παγώνη σε κληρικό. Υποστηρίχτηκε ότι χειροτονήθηκε το 1825[52], αλλά η άποψη αυτή δεν ευσταθεί, καθότι η αρχή της εκκλησιαστικής πορείας του άρχισε μετά τον μαρτυρικό θάνατο του θείου του Χρυσάνθου. Ειδικότερα, όταν το 1821 τα ελληνικά στρατεύματα ήταν συγκεντρωμένα στο Τρίκορφο για να πολιορκήσουν την Τρίπολη, οι οπλαρχηγοί της Πελοποννήσου Π. Μαυρομιχάλης, Α. Ζαΐμης, Θ. Κολοκοτρώνης και άλλοι, έβλεπαν τις ικανότητες του Γ. Παγώνη στα εκκλησιαστικά πράγματα και ήθελαν να αντικαταστήσει τον θανόντα θείο του. Έτσι, τον προέτρεψαν να εισέλθει στον εκκλησιαστικό βίο λαμβάνοντας αρχικά το μοναχικό σχήμα, μετονομαζόμενος ως Γεράσιμος, και κατόπιν να γίνει κληρικός[53]. Την 15 Νοεμβρίου 1821 υπεβλήθη  αναφορά των επισκόπων της περιοχής της Μεσσήνης και της Μεσσηνιακής Μάνης, καθώς και των οπλαρχηγών και προκρίτων της Μεσσηνιακής Μάνης προς τον Δημήτριο Υψηλάντη και την Πελοποννησιακή Γερουσία, δια της οποίας ζητούν παρά του «Γένους κυριάρχην των καὶ μητροπολίτην τὸν ἀνεψιὸν τοῦ Χρυσάνθου πρωτοσύγκελλον κύριον Γεράσιμον, νέον ἀνατεθραμμένον ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ μακαρίτου μὲ εὐγενικὰ ἤθη, πεπαιδευμένον, εἴδησιν ἔχοντα τῶν ἐκκλησιαστικῶν, θεοσεβῆ, σεμνοπρεπῆ, πολιτικόν, εὐπροσήγορον, εὐδιάθετον καὶ τὰ λοιπὰ ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ προτερήματα…».

Σε άλλη αναφορά τους (18 Νοεμβρίου 1821) ο κλήρος και οι πρόκριτοι των  Πισινοχωρίων (Αλαγονίας Καλαμάτας) απευθυνόμενοι προς τον Δημήτριο Υψηλάντη διατράνωναν την επιθυμία και τη θέλησή τους να δουν «τὸν ἀνεψιὸν τοῦ μακαρίτου Χρυσάνθου κύριον Γεράσιμον ἐπάνω εἰς τὸν θρόνον τοῦ θείου του…».

Τέλος, ο ίδιος ο Γεράσιμος, σε αναφορά του προς την Ιερά Σύνοδο (13 Σεπτεμβρίου 1833), τονίζει μεταξύ άλλων και τα εξής: «Ὅτε ὁ Μονεμβασίας Χρύσανθος τὸ ζῆν ἐξεμέτρησεν ἐν τῇ ὀθωμανικῇ εἰρκτῇ τῆς Τριπολιτσᾶς … οἱ χριστιανοὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐκείνης ἐπαρχίας δι’ ἀναφορᾶς των ἐζητήσαντό με διάδοχον τῆς χηρευούσης ταύτης ἐπαρχίας. Ἡ Πελοποννησιακὴ Γερουσία ἐγκρίνασα τὴν αἴτησιν αὐτῶν διέταξε καὶ ἐχειροτονήθην ἱερεύς, κοσμικὸς ὤν, καὶ μ’ ἀποκατέστησεν ἐκκλησιαστικὸν τοποτηρητήν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κανονικῆς διαδοχῆς, τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ θρόνου τῆς Μονεμβασίας καὶ Καλαμάτας».

Πράγματι, διορίστηκε με το από 20 Ιανουαρίου 1823 διάταγμα του Υπουργείου Θρησκείας τοποτηρητής Καλαμάτας και Μονεμβασίας. Στη θέση αυτή παρέμεινε, με κάποια μικρά χρονικά διαλείμματα, έως την ημέρα της εκλογής και χειροτονίας του ως επισκόπου Αργολίδος το 1852.

Την 8η Ιουνίου 1823 το Εκτελεστικό Σώμα ενέκρινε πρόταση του από Ανδρούσης Ιωσήφ ως υπουργού Θρησκείας να του «δοθῇ ἡ ἐπιτροπεία καὶ τῶν δύο χηρευουσῶν ἐπισκοπῶν Ἕλους καὶ Πλάτσης»[54].

 Την 14η Ιανουαρίου 1823 το Υπουργείο Θρησκείας, με εγκύκλιό του προς το ιερατείο και τους φιλοσεβείς προύχοντες και λοιπούς χριστιανούς των επαρχιών Μονεμβασίας, Καλαμάτας, Κουτζούκ Μάνης, Ιμπλακίων, Σαμπαζλίκων και λοιπών χωριών, γνωστοποιούσε τον διορισμό του πρωτοσύγκελου Γερασίμου Παγώνη ως εκκλησιαστικού τοποτηρητή.

Την 8η Ιανουαρίου 1823 διορίζεται για να εξυπηρετείται οικονομικώς και μόνο στη Μονεμβασία ως επίσκοπος ο ως πρόσφυξ αναγκασθείς να κατέλθη στην επαναστατημένη Ελλάδα ιεράρχης και αγωνιστής Ιγνάτιος επίσκοπος Αρδαμερίου. Στην απόφαση διορισμού του όμως τονιζόταν  ότι η «θεόπεμπτος καὶ θεοφρούρητος τῶν Ελλήνων διοίκησις διορίζουσα τὸν θεοφιλέστατον Ἅγιον Ἀρδαμερίου Ἰγνάτιον ἵνα ἐπιτελῇ πάσας τὰς ἀρχιερατικὰς ἱεροτελεστίας ἐν τῷ φρουρίῳ Μονεμβασίας …  παραγγέλλει ὅπως τὰ ἀρχιερατικὰ δικαιώματα … ὅλης τῆς ἐπαρχίας Μονεμβασίας καὶ Καλαμάτας προσφέρωνται εἰς τον τοποτηρητὴν ἅγιον πρωτοσύγκελλον κύριον Γεράσιμον Παγώνην»[55].

Το 1828 επισκέφθηκε τη Μονεμβασία ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας. Τον υποδέχθηκε ο Γεράσιμος, ο οποίος τέλεσε  πανηγυρική δοξολογία στον ναό του Ελκομένου. Στο Γεράσιμο ο Καποδίστριας ανέθεσε να συντάξει και να υποβάλει λεπτομερή έκθεση περί της γενικής κατάστασης της επαρχίας, την οποία αυτός περάτωσε και υπέβαλε τον Οκτώβριο του ίδιου έτους. Τη σπουδαιότατη αυτή έκθεση άρχισε να εκδίδει από τα κατάλοιπα του Παγώνη ο Νίκος Βέης υπό τον τίτλο «Γεράσιμος Παγώνης, περιγραφή της επαρχίας Μονεμβασίας». Η ενδιαφέρουσα έκθεση ατυχώς δεν κυκλοφόρησε, μολονότι στοιχειοθετήθηκε μέχρι του 10ου τυπογραφικού φύλλου[56].

Ο Γεράσιμος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την θέση του και να παραιτηθεί το 1830 έως 1831, επειδή ως στενός φίλος και προστατευόμενος της οικογένειας Μαυρομιχάλη, μετείχε της αντιαποδιστριακής στάσεως στην Καλαμάτα και μάλιστα ενεργώς. «Μὲ δυσαρέσκειαν ἄκραν πληροφορεῖται ἡ Κυβέρνησις – ἐτονίζετο εἰς ἔγγραφον πρὸς τὸν Διοικητὴν Καλαμάτας – ὅτι ὁ αὐτόθι ἐκκλησιαστικὸς τοποτηρητὴς ἐναντίον τῶν ἱερῶν καὶ Ἀποστολικῶν Νόμων περιπλέκεται εἰς κοσμικὰς  ταραχάς, ἀντὶ νὰ καταγίνεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπαγγέλματός του, φυλάττων τὸν νοῦν του ἥσυχον ἀπὸ πᾶσαν βιοτικὴν μέριμναν. Ἡ τοιαύτη διαγωγὴ τοῦ εἰρημένου τοποτηρητοῦ προσβάλλουσα καὶ τὸν χαρακτῆρα τῆς κυβερνήσεως, δὲν εἶναι δίκαιον, οὐδὲ πρέπον νὰ μένει ἐλευθέρα καὶ ἀνεξέταστος. Διὰ ταῦτα θέλετε προτρέψει τὴν σεβασμιότητά του νὰ περιορισθεῖ  εἰς φυλακήν του, διαμένων εἰς τὴν Μητρόπολιν καὶ νὰ μὴ περιφέρεται εἰς τὴν ἐπαρχίαν…»[57].

Αντί όμως να περιοριστεί σε φυλακή, ο Γεράσιμος έφυγε αυτοεξόριστος στη Μάνη, όπου βρισκόταν σε ασφάλεια. Συγχωρεμένος για την απόκλιση από τα θρησκευτικά του καθήκοντα, επανήλθε στην Καλαμάτα και επαναδιορίστηκε τον Δεκέμβριο του 1832. Μετά την παραίτηση του πρώην Ηλιουπόλεως Ανθίμου ως προσωρινού τοποτηρητή, επαναδιορίσθη ο Γεράσιμος Παγώνης, ενώ τα αρχιερατικά χρέη της επαρχίας ορίστηκε να εκτελεί ο Αρδαμερίου Ιγνάτιος. Το 1834 διορίστηκε πρωτοσύγκελος της Τριφυλίας, αλλά, όπως φαίνεται, η μετάθεση αυτή δεν έγινε ποτέ. Το 1842 ήταν υποψήφιος γραμματέας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, εξεφώνησε θαυμάσιο λόγο στον ναό της Αγίας Ειρήνης,  που προκάλεσε μεγάλη εντύπωση και κρίθηκε λίαν ευμενώς από της αθηναϊκές εφημερίδες. Μετά τον θάνατο τού απο Ανδρούσης Ιωσήφ, ο οποίος είχε και τον τίτλο Μεσσήνης, το 1844 ανάλαβε ως τοποτηρητής και αυτού του χηρεύοντος πλέον θρόνου.

Ο Γεράσιμος Παγώνης, λόγω του μεγάλου κύρους του, της μορφώσεως και της πολιτικότητάς του,  πριν ακόμη εκλεγεί επίσκοπος, χρησιμοποιήθηκε από τη Διοίκηση αλλά και την Εκκλησία σε διάφορες σημαντικές αποστολές, τις οποίες έφερε όλες σε αίσιο πέρας.

Την 28η Οκτωβρίου του 1827 απεστάλη από τη Διοίκηση και από την Εκκλησία ως έξαρχος στα νησιά του Αιγαίου και κυρίως στη Σάμο, για να διευθετήσει τα εκκλησιαστικά εκεί πράγματα.

Το 1828 διορίστηκε από  την αντικυβερνητική επιτροπή να μεταβεί και πάλι στα νησιά του Αιγαίου, για να  διερευνήσει επί τόπου τις διάφορες εκκλησιαστικές υποθέσεις και να τις ρυθμίσει δεόντως και καταλλήλως. Τον Απρίλιο του 1834 απεστάλη με τον β΄ γραμματέα της Ιεράς Συνόδου Θεοφάνη Σιατιστέα, τον μετέπειτα Μητροπολίτη Μάνης, ώστε «χρώμενοι τῷ ἐκκλησιαστικῷ λόγῳ εἰρηνεύσωσι τὰ πνεύματα εἰς Μάνη ἕνεκα τῶν περὶ τῆς ἐκκλησίας μεταρρυθμίσεων τῆς Ἀντιβασιλείας».

Το 1836, από κοινού με τον Θεοφάνη Σιατιστέα, στάλθηκαν ως εκκλησιαστικοί έξαρχοι στην Αιτωλοακαρνανία, για να συντελέσουν στην καταστολή της εκεί εκραγείσης στάσεως.

Το 1842, κατόπιν του εγερθέντος θορύβου ότι στο παρθεναγωγείο Hill, στην Αθήνα, γινόταν προσηλυτισμός, ορίστηκε μέλος τής υπό τον Κωνσταντίνο Οικονόμου τον εξ Οικονόμων επιτροπής για τον έλεγχο και την εξακρίβωση των καταγγελθέντων[58].

Συνεχίζει με μια υπέρ του τόπου έντονη δράση, συμμετέχοντας πέραν από τα εκκλησιαστικά και στα πολιτικά θέματα, μέχρι την εκλογή του ως Αρχιεπίσκοπος Αργολίδος το 1852, όπου πράγματι αναδεικνύεται άξιος ιεράρχης. Την 30ή Μαρτίου του 1867 αποδημεί εις Κύριον.

Για την αναγνώριση των υπηρεσιών του στον Αγώνα του 1821, μετά τον θάνατό του υπέβαλε αίτηση ο ανεψιός του Παναγιώτης Παγώνης. Κατετάγη στα Μητρώα Αγωνιστών του 1821 με αριθμό 232 στον βαθμό Β΄ τάξεως ήτοι Αντιστράτηγος[59]. Η ενέργεια αυτή καταδεικνύει περίτρανα την αναγνώριση μετά θάνατον της προσφοράς του Γερασίμου Παγώνη υπέρ Πίστεως και Πατρίδος και πως η Πολιτεία αυτήν την προσφορά καλό θα είναι διαχρονικά να την αναγνωρίζει εγκαίρως, διότι η Εκκλησία τόσο τότε όσο και σήμερα με διαφορετικό βέβαια τρόπο συνέχει την κοινωνία.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βαλέριος Γ. Μέξας, Οι Φιλικοί, Αθήναι 1937, σ. 28 αύξ. αρ. 173· Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, Αρχείο Π. Σέκερη, Αθήναι 1967, σ. 115, αύξ. αρ. 125. Ο Μίμης Φερέτος, «Γεράσιμος Παγώνης», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία 4 (1964), στ. 345-348, κυρίως στ. 345, γράφει: «Μικρὰ Μαντίνεια».

[2] Θεόκλητος Βίμπος, «Λόγος Επικήδειος εις τον αοίδιμον Γεράσιμον Παγώνην, Αρχιεπίσκοπον Αργολίδος», εφημ. Εθνεγερσία, έτ. 2, αρ. φύλλ. 103/20.9.1867, σ. 4· Σταύρος Χ. Σκοπετέας, «Άνθη ευλάβειας εις τον Γεράσιμον Παγώνην», εφημ. Ηχώ της Μεσσηνίας, έτ. ε΄, αρ. φύλλ. 52 /26.3.1950, σ. 1.

[3] Σκοπετέας, σ. 1, ο οποίος παρέχει και ορισμένες πληροφορίες γι’ αυτήν, παραπέμποντας στην εφημ. «Ηχώ της Μεσσηνίας», αρ. φύλλ. 6/15.6.1949.

[4] Βίμπος, σ. 4· Σκοπετέας, Α΄, σ. 1: «Οἱ γονεῖς τοῦ Γερασίμου ἦσαν “ἀγαθοὶ καὶ εὐσεβεῖς περιπατοῦντες τὴν ὁδὸν τοῦ Κυρίου”»· Φερέτος, στ. 345: «Ἀνήκων εἰς ἐπιφανῆ οἰκογένειαν τῆς περιοχῆς».

[5] Συλλογή Γεωργίου Φάρη, Εθνική Βιβλιοθήκη, αρ. φακ. Α 11696, φύλλ. 2, σ. 1.

[6] Βίμπος, σ. 4·   Σκοπετέας, σ. 1· Φερέτος, στ. 345.

[7] Μίμης Φερέτος, «Μεσσήνιοι Φιλικοί καθοδηγούν τον αγώνα του ΄21», εφημ. Μεσσηνικά Νέα, έτ. 29, αρ. φύλλ. 393/ 31.3.1984, σσ. 1, 3· Φερέτος, στ. 345.

[8] Συλλογή Γεωργίου Φάρη, αρ. φακ. Α 11696, φυλ. 2, σ. 1· Σκοπετέας, Α΄, σ. 3· Γ΄, σ. 2.

[9] Σκοπετέας, Α΄, σ. 3, ο οποίος γράφει ότι «ὁ Σωτήριος προήχθη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀν/ρχου τῆς Φάλλαγος» και παραπέμπει σε δύο δημοσιεύματά του: α) Λεύκωμα Ἡ Καλαμάτα καὶ ἡ Ἐπανάστασις τοῦ Εἰκοσιένα, Καλαμάτα 1948, σ. 90 και β) εφημ. «Νέδων», Καλάμαι 1880, αρ. φύλλ. 8, όπου νεκρολογία του Σωτηρίου· Εταιρία Λακωνικών Σπουδών, Τετράδια της Ιστορίας της Μάνης, κεφ. 5, σσ. 2-3, 37. Σύμφωνα με τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, Υπουργ. Πολ., φάκ. 49, έγγρ. 110 και Εκτελ. φάκ. 53 (Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τόμ. 7, σ. 101: «Παγωνόπουλος Σωτήριος. Από τη Μεγάλη Μαντίνεια του δήμου Αβίας και κατοικούσε στην Καλαμάτα. Στις 20 Ιανουαρίου 1825 προβιβάστηκε στο βαθμό της χιλιαρχίας».

[10] Αρχείο Αγωνιστών Εθνικής Βιβλιοθήκης Ελλάδος (Α. Α. Ε. Β. Ε.), κουτί 156, φάκ. αριθ. 12. Το έγγραφο αυτό δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά από τον Μ. Φερέτο στην εφημερίδα «Μεσσηνιακά Νέα», αριθ. φύλλ. 407-9, Ιούλιος – Οκτώβριος 1985· Εταιρία Λακωνικών Σπουδών, Τετράδια της Ιστορίας της Μάνης, κεφ.5, σσ. 2-3, 37. Με βάση το Α.Α.Ε.Β.Ε., κουτί 156, φάκ. αριθ. 12: «Παγώνης Σπυρίδων. Από τη Μεγάλη Μαντίνεια του δήμου Αβίας. Από τον Γρηγόριο Δικαίο προβιβάστηκε στο βαθμό της ταξιαρχίας και στην έναρξη της επανάστασης από τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη του ανατέθηκε η επιστασία των αρμάτων της Καλαμάτας».

[11] Σκοπετέας, Α΄, σ. 1.

[12] Πρβλ. Φερέτος, στ. 345: «ἔτυχεν λίας ἐπιμεμελημένης παιδείας καὶ οἰκογενειακῆς ἀνατροφῆς, μαθητεύσας πιθανῶς εἰς τὴν ἐν Μελὲ τῆς Ἀλαγονίας σχολὴν ἢ ἐκείνην τῆς Δημητσάνης».

[13] Σκοπετέας, Α΄, σ. 3, ο οποίος παραπέμπει στο βιβλίο: Α. Μασουρίδου, Αλαγωνιακά, Αθήναι 1936, σ. 263.

[14] Βίμπος, σ. 4.

[15] Φερέτος, στ. 345.

[16] Σκοπετέας, Α΄, σ. 3.

[17] Βίμπος, σ. 4.

[18] Βίμπος, σ. 4 · Σκοπετέας, σ. 3.

[19] Σκοπετέας, Α΄, σ. 3.

[20] Σκοπετέας, Α΄, σ. 3, με παραπομπή στο περιοδικό Εστία, τ. 1880, σ. 177· Φερέτος, στ. 35.

[21] Μέξας, Οι Φιλικοί, σ. 28, αύξ. αρ. 173· Μελετόπουλος, σ. 115, αύξ. αρ. 125· πρβλ.  Σκοπετέας, Α΄, σ. 3: «Ὁ Ἀ. Κορνήλιος ἦτο ἰατρός, σπουδάσας εἰς Πάδουσαν (sic). Ἐχρημάτισεν ὑποπρόξενος τῆς Βενετίας εἰς Κυκλάδας νήσους καὶ ἀπὸ τοῦ 1800 Γεν. Πρόξενος τῆς νεοσυστάτου “Ρεπούπλικας τῶν Ἰονίων Νήσων” εἰς τὴν Κυπαρισσίαν καὶ προσέτι “ἀγγέντες” πράκτωρ τοῦ Ρωσικοῦ Κονσολάτου εἰς Κορώνην, Μεθώνην, Νεόκαστρον, Καλαμάταν καὶ Πράτξον (sic) τῆς Μαΐνης». Πρὸ τῆς 18 Ἰουνίου 1809 εἶνε ἐγκατεστημένος εἰς Καλαμάταν. Ἐμυήθη εἰς τὴν Φ.Ε. τὴν 28 Αὐγούστου 1818 ἀπὸ τὸν Μανιάτην Ἠλίαν Χρυσοσπάθην (Μέξας, σ. 13). Συντόμως κατέστη ἐπίλεκτον μέλος της Καλαματιανῆς κοινωνίας αὐτὸς καὶ οἱ υἱοί του Ἰάκωβος καὶ Χριστόφορος, ὥστε νὰ ἀναγράφωνται συχνὰ μεταξὺ τῶν προυχόντων αὐτῆς. Προσέτι ἀπέκτησε στενωτάτας σχέσεις μὲ τοὺς Καπετανέους τῆς Μάνης καὶ μάλιστα τὸν Πετρόμπεην, ὡς μαρτυρεῖ τὸ ἀπὸ 19 Ἰουλίου 1819 χορηγηθὲν αὐτῷ συστατικὸν γράμμα τοῦ Μπέη. Εἰσήγαγε δὲ εἰς τὴν Ἑταιρίαν τοὺς Μεσσηνοίους τὸν Ἰωσὴφ Ἀνδρούσης, τὸν Πανάγον Ἀλεξίου Μόσχον ἢ Λογοθέτην».

[22] Σκοπετέας, Α΄, σ. 3.

[23]  Βίμπος, σ. 1· Σκοπετέας, Α΄, σ. 3.

[24] Μέξας, σ. 49, αύξ. αρ. 318.

[25] Φερέτος, στ. 346.

[26] Μέξας, σσ. 39-40, αύξ. αρ. 253.

[27] Σκοπετέας, Α΄, σσ. 3-4.

[28] Σκοπετεας, Α΄, σ. 3.

[29] Φερέτος, στ. 345-346.

[30] Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. Α΄, έκδοση δευτέρα, εκδοτικός οίκος Χρήστου Γιοβάνη, σ. 52.

[31] Βίμπος, σ. 4.

[32] Βίμπος, σ. 4.

[33] Φερέτος, στ. 345-346.

[34] Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος, Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου, εν Αθήναις 1888, σ. 321.

[35] Σκοπετέας, Γ΄, σ. 2.

[36] Σκοπετέας, Γ΄, σ. 2: «Ἡ Χρυσηίδα Παγώνη ἀπεδήμησε εἰς Κύριον τῇ 1 Μαρτίου τοῦ 1882 ἐν Ἀθήναις».

[37] Σκοπετέας, Α΄, σ. 4· Φερέτος, στ. 346· Ιεζεκιήλ Μητροπολίτου Θεσσαλιώτιδος του από  Βελανιδιά, Έργα και ημέραι Β’, εν Βολω 1948, σ. 794.

[38] Κωνσταντίνος Κ. Χατζόπουλος, «Οι επαναστατικές προκηρύξεις της “Μεσσηνιακής Συγκλήτου” της Καλαμάτας και ο φιλικός Πέτρος Ηπίτης», Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος 29 (1986) 47-48.

[39] Χατζόπουλος, σσ. 82-83.

[40] Φερέτος, στ. 346· Φερέτος, Β΄, σ. 3.

[41]Ανδρέας Ζ. Μάμουκας, Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος, τόμ. Α΄, εκ του τυπογραφείου «Η Αγαθή τύχη» του Ηλία Χριστοφίδου, εν Πειραιεί 1839, σσ. 15-16.

[42] Φερέτος, στ. 346· ο ίδιος, Μεσσήνιοι Φιλικοί», σ. 3, όπου αναφέρει λανθασμένα «Μάιο 1821.

[43] Φερέτος, στ. 346

[44] Φερέτος, στ. 346.

[45] Σκοπετέας, Β΄, σ. 1.

[46] Βίμπος, σ. 4.

[47] Βίμπος, σ. 4.

[48] Βίμπος, σ. 4· Σκοπετέας, Β΄, σ. 1.

[49] Φερέτος, στ. 346.

[50] Σκοπετέας, Γ΄, σ. 2.

[51] Βίμπος, σ. 4.

[52] Ιεζεκιήλ Βελανιδιώτης, «Ιστορικές διευκρινίσεις ο Αργολίδος Γεράσιμος», εφημ. «Εμπρός», 8.4.1948, σ. 4.

[53] Θεόκλητος Βίμπος, «Δύο επικήδειοι λόγοι ο μεν εις την Μαρίαν Δ. Γ. Βούλγαρη, ο δε εις τον Γεράσιμον Παγώνη», τύποις Σ. Οικονόμου και Λ. Μηλιάδου, εν Αθήναις 1869, σ. 25.

[54] Φερέτος, στ. 347-348.

[55] Φερέτος, στ. 347-348.

[56] Φερέτος, στ. 347-348.

[57] Φερέτος, στ. 347-348.

[58] Φερέτος, στ. 347-348 .

[59] Εθνικά Μητρώα Αγωνιστών 1821, Εθνική Βιβλιοθήκη Αθηνών, φακ. 158.

 

Γεώργιος Καραμπάτσος

Φοιτητής της Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης

Η’ Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση με θέμα: «Οι μεγάλες Προσωπικότητες της Ελληνικής Επαναστάσεως. Ομοψυχία και διχόνοια κατά την Επανάσταση», 18 – 19 Οκτωβρίου 2019, Συνοδικό Μέγαρο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Διοργάνωση: Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος.

 

Read Full Post »

Καρναβάλι- ένα παγανιστικό έθιμο άκρως αντίθετο με το πραγματικό θεολογικό νόημα του Τριωδίου – Δρ. Ειρήνη Αρτέμη


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Φιλοξενούμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της Δρ. Ειρήνης Αρτέμη με θέμα: «Καρναβάλι- ένα παγανιστικό έθιμο άκρως αντίθετο με το πραγματικό θεολογικό νόημα του Τριωδίου».

 

Πολλοί χριστιανοί εδώ και αρκετά χρόνια έχουν συνδέσει λανθασμένα στο μυαλό τους την περίοδο του Τριωδίου και με την έναρξη του Καρναβαλιού, τη διασκέδαση και τα μασκαρέματα. Φυσικά, τα δύο αυτά γεγονότα είναι τελείως διαφορετικά και στην πραγματικότητα τελείως αντίθετα μεταξύ τους.

Η λέξη «Καρναβάλι» έχει πολλές σημασιολογικές εκδοχές σύμφωνα με τους μελετητές. Η επικρατούσα είναι εκείνη που θέλει τις λέξεις carne (κρέας) και vale (γεια σου). Έτσι ετυμολογικά συμπίπτει με τη λέξη Απόκρεω ή Αποκριά που σημαίνει αποχή από το κρέας.

Άλλοι μελετητές συνδέουν τη λέξη καρναβάλι με το χορό των Σατύρων, των θηριόμορφων αγροτικών θεοτήτων που μαζί με τους Σειληνούς, τον Πάνα, τις Νύμφες, τις Μαινάδες και τις Βάκχες ήταν οι ακόλουθοι του θεού Διόνυσου. Οι Σάτυροι που ήταν μεταμφιεσμένοι ως τράγοι, χοροπηδούσαν. Με βάση τον Ησύχιο το λεξικογράφο, ήταν οι κάρνοι, δηλαδή τα πρόβατα που βαλλίζουν δηλαδή χοροπήδαγαν. Η εκδοχή αυτή συνδέεται άμεσα με τις διάφορες παγανιστικές τελετές προς τιμή του Διονύσου, κατά τις οποίες οι Σάτυροι χόρευαν, έπιναν, μεθούσαν. Αργότερα, το 200 π.Χ. οι γιορτές του Διονύσου μεταφέρθηκαν από τη αρχαία Ελλάδα στη Ρώμη και σιγά – σιγά άρχιζαν να ταυτίζονται με ερωτικής φύσεως επαφές. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του ρωμαίου Λίβιου το 186 π.Χ. σύμφωνα με τον οποίο οι συμμετέχοντες στις διονυσιακές γιορτές, τα Βακχανάλια, κατέφευγαν σε ερωτικής φύσεως επαφές ακόμη και με άτομα του ίδιου φύλου και στα οποία υπήρχε και βία.

Η επικράτηση του Χριστιανισμού είχε σαν αποτέλεσμα την απαγόρευση στους πιστούς να συμμετέχουν σε κάθε είδους γιορτές στις οποίες οι άνθρωποι μεθούσαν, χόρευαν άσεμνους χορούς και επιδίδονταν σε ερωτικής φύσεως επαφές. Άλλωστε κατά τη Χριστιανική διδασκαλία, την οποία ανέπτυξε ο Απόστολος Παύλος αλλά και οι Πατέρες της Εκκλησίας, απαγορεύεται οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη εκτός γάμου και φυσικά είναι καταδικαστέα η οποιαδήποτε πορνική ή ομοφυλοφιλική σχέση. Το σώμα για το Χριστιανό είναι δημιούργημα του Θεού και ναός του Αγίου Πνεύματος. Για το λόγο αυτό πρέπει να διατηρείται αγνό και αμόλυντο από κάθε σαρκική ακολασία. Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης σημειώνει: «Το σώμα του Χριστιανού δεν έπλάσθη, διά να τρυφα και έκ της τρυφής νά πίπτη εις τήν πορνείαν, άλλ’ έπλάσθη διά νά ένωθη μέ τόν Κύριον, Ός τις είναι ή κεφαλή του». Επιπλέον, η Εκκλησία δέχεται ότι ο άνθρωπος πλάστηκε με αγάπη από το Θεό ως πρόσωπο. Σκοπός της δημιουργίας του είναι η θέωση του με το Θεό, «το καθ’ ομοίωσιν» και όχι από πρόσωπο να γίνει προσωπείο, δηλαδή να εγκλωβιστεί σε μία ψεύτικη υποκριτική εικόνα, σε μία μάσκα.

Στην προσπάθεια αυτή του ανθρώπου να απελευθερωθεί από τα πάθη του και να βαδίσει ενσυνείδητα το δρόμο της μετανοίας με περισσότερα δάκρυα, προσευχή, νηστεία, εξομολόγηση και εγκράτεια συμβάλλει και η κατανυκτική περίοδος του Τριωδίου που αποτελεί την προετοιμασία μας για το Πάσχα, ώστε να μπορέσουμε να βιώσουμε ολοκληρωτικά τα Πάθη και την Ανάσταση του ενανθρωπήσαντος Χριστού.

Η προπαρασκευαστική αυτή περίοδος για τη Σαρακοστή του Πάσχα με σκοπό την ψυχική και σωματική μας κάθαρση, τη νήψη μας από τα πάθη, αποτελείται από τέσσερις εβδομάδες. Ξεκινά από την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου. Στην παραβολή αυτή τονίζεται η σημασία της μετάνοιάς μας, της πραγματικής αυτογνωσίας της αμαρτωλότητάς μας απέναντι στο Θεό.

 

Ο Τελώνης και ο Φαρισαίος, έργο του Γάλλου καλλιτέχνη, εικονογράφου, γλύπτη και χαράκτη, Γκυστάβ Ντορέ (Gustave Doré‎ 1832-1883).

 

Στη δεύτερη Κυριακή έχουμε την Παραβολή του Άσωτου Υιού. Αυτή η παραβολή θα μπορούσε να ονομαστεί και Κυριακή του Ευσπλαχνικού Πατέρα. Εκεί γίνεται λόγος για ότι ο Θεός Πατήρ περιμένει τη μετάνοιά μας και μας γεμίζει με αγάπη, αρκεί εμείς να συνειδητοποιήσουμε τις αμαρτίες μας και να προσπαθούμε να αγωνιστούμε κάνοντας έστω και λίγα βήματα για την επιστροφή μας.

 

Ο «Άσωτος Υιός», έργο του Γάλλου καλλιτέχνη, εικονογράφου, γλύπτη και χαράκτη, Γκυστάβ Ντορέ (Gustave Doré‎ 1832-1883).

 

Την τρίτη Κυριακή του Τριωδίου που ονομάζεται Κυριακή της Αποκρέω-Κρίσεως. Εδώ, η Εκκλησία μέσω του σχετικού αποσπάσματος του Ευαγγελίου μάς μεταφέρει νοερά στην ώρα της Κρίσεώς των ανθρώπων. Θυμόμαστε τι πρέπει να κάνουμε για να πετύχουμε τη σωτηρία μας και ποια τα κριτήρια κάποιου, ώστε να κερδίσει τη Βασιλεία των Ουρανών. Τέλος την Κυριακή της Τυροφάγου διαβάζεται η περικοπή της ΠΔ σχετικά με την παράβαση των πρωτόπλαστων και την έξοδό τους από τον Παράδεισο. Αυτό υπενθυμίζει στον άνθρωπο ότι ανά πάσα στιγμή με την παρακοή του μπορεί να εκδιωχθεί από το Βασίλειο του Θεού, χάνοντας την αιώνια επαφή με Εκείνον.

Επιπλέον, ότι εμείς οι Χριστιανοί οφείλουμε να νηστεύουμε χωρίς να το επιδεικνύουμε, να συγχωρούμε όσους μάς έχουν βλάψει και να προσπαθούμε να αγωνιζόμαστε κατά της αμαρτίας και των παθών που την προκαλούν.

Μέσα από τη σύντομη αυτή αναφορά στις έννοιες του Καρναβαλιού, της Αποκριάς και του Τριωδίου προσπαθήσαμε να καταστήσουμε σαφές ότι ένας Χριστιανός οφείλει να βιώνει την περίοδο του Τριωδίου ως μίας περίοδο προπαρασκευής για τη μεγάλη εορτή του Πάσχα και όχι ως μία περίοδο με παγανιστικά έθιμα, μέσα από τα οποία ο άνθρωπος απομακρύνεται από το Θεό και καθίσταται αντί για Πρόσωπο, προσωπείο. Κλείνοντας, θα αναφερθούμε στα λόγια του Παύλου: «και μη συσχηματίζεσθαι τω αιώνι τούτω, άλλα μεταμορφουσθαι τη άνακαινώσει του νοος ύμών, εις το δοκιμάζειν ύμας τί το θέλημα του Θεου, το άγαθον και εύάρεστον και τέλειον.» (Ρωμ. 12:2).

 

Ειρήνη Αρτέμη

Η Δρ. Ειρήνη Αρτέμη είναι πτυχιούχος θεολογίας και κλασικής φιλολογίας από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου ειδίκευσης και διδακτορικού στον κλάδο της Θεολογίας με εξειδίκευση στην Ιστορία δογμάτων, Πατρολογίας και Πατερικής Θεολογίας από το ίδιο Πανεπιστήμιο. Επίσης έχει αποκτήσει μεταδιδακτορικό στην αρχαία ελληνική και βυζαντινή φιλοσο­φία από το Πανεπιστήμιο Πατρών. Είναι ακαδημαϊκή διδάσκουσα από το 2013 έως σήμερα στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ. Τέλος από το 2014 έως σήμερα εργάζεται ως ΣΕΠ στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Σπουδές στην Ορθόδοξη Θεολογία» του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Read Full Post »

Αρσενοκοιτία, Μοιχεία και Παλλακεία στη Βυζαντινή Κοινωνία – δρ. Ειρήνη Άρτεμη, Phd, Post Doc Καθηγήτρια – Σύμβουλος στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του ΕΑΠ, «Σπουδές στην Ορθόδοξη θεολογία», Ακαδημαϊκή διδάσκουσα στο Israel Institute of Biblical Studies by Hebrew University of Jerusalem.


 

Η θρησκεία, ο Χριστιανισμός, άσκησε βαθύτατη επιρροή σε όλες τις εκφάνσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στους θεσμούς άσκησης εξουσίας, στην καθημερινή ζωή και στον τρόπο καλλιτεχνικής εκφράσεως των υπηκόων της. Η βυζαντινή αυτοκρατορία μπορεί να θεωρεί­ται μία χριστιανική αυτοκρατορία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πολλές φορές η ηθική των υπηκόων της από τα ανώτερα μέχρι τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα δεν ερχόταν σε σύγκρουση με την ηθική της χρι­στιανικής διδασκαλίας. Έτσι πολλές φορές μέσα από τις γραπτές πη­γές της εποχής γίνεται αναφορά για το φαινόμενο της παλλακείας, της μοιχείας αλλά και της αρσενοκοιτίας.

Αρχικά πρέπει να επισημανθεί ότι η «παλλακεία» θεωρούνταν η σταθερή συμβίωση και συγκατοίκηση ενός άνδρα και μίας γυναίκας, από την οποία όμως συμβίωση λείπει η γαμική διάθεση. Η παλλακεία ήταν ανεπίδεκτη κατηγορίας για πορ­νεία (stuprum) ή για μοιχεία (adulterium) κατά το βυζαντινό δίκαιο. Όσον αφορά στη μοιχεία ήταν αρχικά η ερωτική συνεύρεση έγγαμης ελεύθερης γυναίκας με άγαμο ή έγγαμο, ενώ αργότερα συμπεριελήφθη στο αδίκημα και η συνεύρεση έγγαμου άνδρα με άλλη ελεύθερη γυναί­κα εκτός της συζύγου του. Τέλος, σχετικά με την αρσενοκοιτία, η οποία χαρακτηριζόταν ως «οι νοσούντες την θήλειαν νόσον», «η των Σοδόμων ασθένεια ή Σοδομιτισμός, οι δ’ εις τούτο δουλεύοντες Σοδομίται ή Σοδομηνοί» υπήρχαν τόσο αναφορές σε νομικά όσο και σε εκκλησιαστικά κείμενα, την οποία καταδίκαζαν. Κατά τους Βυζαντινούς τα είδη της «αρσενοκοιτίας» ήταν τρία: το πρώτο και ελαφρύτερο ήταν «το παρ’ άλλων παθείν», το δεύτερο και βαρύτερο «το ποιήσαι εις έτερον» και το τρίτο και βαρύτατο «το παθείν παρ’ ετέρου και ποιήσαι εις έτε­ρον». Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος μιλάει για αρσενικοθήλυκους άντρες, που δεν είναι ούτε άντρες ούτε γυναίκες, αλλά άντρες για τις γυναίκες και γυναίκες για τους άνδρες.

Στην παρούσα εργασία θα μελετήσουμε ποια άποψη κυριαρχούσε στις διάφορες κοινωνικές τάξεις για τις παραπάνω διάφορες μορφές ερωτικών διαπροσωπικών σχέσεων και πώς εκείνες αντιμετωπίζονταν από την κοινωνία γενικότερα, το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο αλλά και την Εκκλησία. Πολλοί πατέρες της Εκκλησίας κάνουν αναφορά σε αυτά τα αμαρτήματα ως θανάσιμα πάθη και τα στηλιτεύουν παραδεχόμενοι ότι ως παγίδες του διαβόλου μπορούσαν να παγιδέψουν τον οποιοδή­ποτε δεν αντιστεκόταν σε αυτά και προβάλλουν την καλλιέργεια των χριστιανικών αρετών ως την πανοπλία εναντίον του πονηρού και των συγκεκριμένων παθών.

  1. Εισαγωγή

Στην εργασία αυτή θα αναφερθούμε συνοπτικά στη μοιχεία, αρσενοκοιτία και παλλακεία στη βυζαντινή κοινωνία μέσα από τα νομικά και πατερικά κείμενα, θέλοντας να δώσουμε μία γενική εικόνα για το τι επικρατούσε στη Βυζαντινή κοινωνία και πώς επηρεάστηκε από τη χριστιανική διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας. Η οικογένεια στο Ύστερο Ρωμαϊκό κράτος αποτελούσε μία χαλαρή ενότητα.

Στη ρωμαϊκή εποχή ο γάμος αποτελούσε μία κοινωνική σχέση – σύνδε­ση ενός άνδρα και μίας γυναίκας, που κατοχυρωνόταν από το νόμο, προκειμένου να ζήσουν μαζί και στην οποία εφαρμόζονταν κάποιοι ηθικοί κανόνες[1]. Η βάση, λοιπόν, του γάμου βρισκόταν στην affectio maritalis, τη γαμική επιθυμία, και στο honor matrimonii, πού προϋπέθε­ταν ένα σύστημα ηθικών υποχρεώσεων που έπρεπε να εφαρμόζεται[2]. Η έλλειψη γαμικής επιθυμίας οφείλεται στο γεγονός ότι δεν μπορούσε να συναφθεί γάμος εξαιτίας του ότι ο ένας από τους δύο συζύγους ήταν κοινωνικά κατώτερος ή οικονομικά. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα αντί για τη νομιμοποίηση της σχέσης μέσα από το νομικό και θεσμικό πλαίσιο του γάμου, να υφίσταται ο θεσμός της παλλακείας[3]. Ο γάμος που είχε γίνει σύμφωνα με όλες τις θετικές προϋποθέσεις – συγκατά­θεση pater familias[4], συναίνεση των μελών κ.α.- που απαιτούσε το Ius Civile[5], δηλαδή το Ρωμαϊκό Αστικό Δίκαιο – και σύμφωνα με το οποίο δεν συνέτρεχε κανένα κώλυμα, όπως αγχιστεία, μοιχεία, συγγένεια, προηγούμενος γάμος, ονομαζόταν από τους Ρωμαίους νόμιμος γάμος, iustae nuptiae, iustum matrimonium, legitimum matrimonium[6]. Κάθε άλλη μορφή γάμου θεωρούνταν iniustum matrimonium[7].

Στη βυζαντινή εποχή και κυρίως υπό την επίδραση του χριστιανι­σμού δημιουργείται σιγά – σιγά ο θρησκευτικός χαρακτήρας του γά­μου. Επιπλέον στα νομικά κείμενα του κράτους αλλάζει το νομικό πλαίσιο τόσο για τις εξωσυζυγικές σχέσεις, όσο για τη μεταχείριση των παλλακίδων αλλά και των δικαιωμάτων που έπρεπε να είχαν τα νόθα παιδιά. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας περιόδου της Ρωμα­ϊκής Αυτοκρατορίας που συμπίπτει σε ένα μέρος της με την εμφάνι­ση χρονικά της πρωτοβυζαντινής περιόδου και, ιδίως, στην εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, τα πράγματα αλλάζουν κοινωνικά και ηθικά απέναντι στο γεγονός της παλλακείας. Αυτό οφείλεται στη χριστιανική διδασκαλία και στην επιρροή που ασκούσε η Εκκλησία τόσο στους αυτοκράτορες όσο και στο λαό. Την περίοδο αυτή η νομοθεσία μάλλον διακρίνεται από αυστηρότητα απέναντι στο θεσμό της παλλακείας. Έτσι, δεν αναγνώριζε κληρονομικά δικαιώματα στην περιουσία του επιφανούς παλλακευόμενου υπέρ των εκτός γάμου τέκνων της και, πιθανότατα, ούτε υπέρ της παλλακής[8]. Οι αυτοκράτορες, όμως, που διαδέχθηκαν στο θρόνο τον Κωνσταντίνο άνοιξαν σταδιακά ρήγματα στην απαγόρευση αυτή, αναγνωρίζοντας στοιχειώδη πλην περιορισμέ­να κληρονομικά δικαιώματα[9].

Όσον αφορά στο ζήτημα της μοιχείας, θεωρείται μία από της με­γάλες αμαρτίες τόσο κατά τον Ιουδαϊκό νόμο και τις δέκα εντολές[10]. Σιγά- σιγά η διδασκαλία του Χριστού και του αποστόλου Παύλου σχε­τικά με το γάμο και την πίστη που πρέπει να έχουν οι σύζυγοι μεταξύ τους[11] γίνεται και συνείδηση σε ολόκληρη τη βυζαντινή κοινωνία και όχι μόνο στις μικρές ομάδες των Χριστιανών των δύο πρώτων αιώνων μ.Χ.

Τέλος, η αρσενοκοιτία ή σοδομισμός δεν ήταν αποδεκτά από τη χριστιανική βυζαντινή κοινωνία, αφού έρχονταν σε αντίθεση με το ήθος που κήρυσσε ο Χριστός και στο οποίο αναφέρεται κατηγορηματικά ο Παύλος στην προς Ρωμαίους Επιστολή «Ομοίως δε και οι άρσενες αφέντες την φυσικήν χρήσιν τής θηλείας έξεκαύθησαν έν τή ορέξει αύτων εις αλλήλους, άρσενες έν αρσεσι τήν ασχημοσύνην κατεργαζόμενοι και τήν αντιμισθίαν ην εδει τής πλάνης αύτων έν έαυτοις απολαμβάνοντες»[12]. Στην προς Κορινθίους Α’ [13] υπογραμμίζεται ότι όσοι εμμένουν στις παρακάτω πρακτικές «ούκ οιδατε ότι … βασιλείαν Θεού ού κληρονομήσουσι; μή πλανάσθε· ούτε πόρνοι ούτε ειδωλολάτραι ούτε μοιχοι ούτε μαλακοί ούτε άρσενοκοΐται».

 

  1. Η μοιχεία στη Βυζαντινή Κοινωνία και η αναφορά σε αυτήν στα πατερικά κείμενα

Στη βυζαντινή κοινωνία σύμφωνα με το νόμο, η μοιχεία αφορούσε την παράβαση της συζυγικής πίστης, μόνο όμως από την πλευράς της συζύγου[14]. Η μοιχεία κατά την περίοδο του Μ. Κωνσταντίνου τιμωρού­νταν με θάνατο[15]. Στον καιρό του Ιουστινιανού η μοιχαλίδα απαγορευ­όταν να ξαναπαντρευτεί, ενώ κίνδυνο να καταδικασθεί σε θάνατο είχε ο άντρας που διατηρούσε σχέσεις με παντρεμένη γυναίκα[16]. Η μοιχαλίδα πολλές φορές αναγκαζόταν να κλεισθεί σε μοναστήρι για μετάνοια[17]. Αν ο σύζυγος διατηρούσε εξώγαμη ή εξώγαμες σχέσεις με ελεύθερη άγαμη γυναίκα, η οποία ανήκε στην τάξη των εντίμων δεν διέπραττε μοιχεία αλλά πορνεία[18]. Αντίθετα, αν οι εξωσυζυγικές σχέσεις συνάπτονταν με γυναίκα που ήταν δούλη ή κατ’ επάγγελμα εταίρα, δεν υπήρχε κά­ποια τιμωρία, ούτε για το κράτος θεωρούνταν ανήθικη πράξη. Ο λόγος πιθανώς ήταν το γεγονός ότι η πορνεία μπορούσε να είναι πολύ προσοδοφόρα περιστασιακά και ως εκ τούτου ευεργετική για το κρατικό θησαυροφυλάκιο μέσω της φορολογίας. Έτσι η παράβαση της συζυγι­κής πίστης από τον άνδρα σύμφωνα με την παραπάνω προϋπόθεση, δεν τιμωρούνταν σύμφωνα με τη νομοθεσία στου Ιουστινιανού[19].

Γρηγόριος Ναζιανζηνός, έργο του Ιταλού ζωγράφου Francesco Bartolozzi, 19ος αι.

Η ελαστικότητα αυτή της νομοθεσίας σχετικά με τη διαφορετική αντιμετώπιση του μοιχού από εκείνην της μοιχαλίδας, δημιουργούσε την αντίδραση των Πατέρων της Εκκλησίας. Οι Πατέρες κατανοούν το άδικο της νομοθεσίας απέναντι στις γυναίκες και προσπαθούν με κάθε τρόπο να το στηλιτεύσουν. Χαρακτηριστικά ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός υπερασπίζεται τη γυναικεία φύση που υφίσταται αδικία από την νομοθεσία. Το πάθος του μάλιστα για να αποκαταστήσει αυτήν την αδικία, τον κάνει να την τονίσει αυτή ενώπιον του αυτοκράτορα του Μ. Θεοδοσίου[20]. Έτσι τονίζει ότι αρνείται να αποδεχτεί τη νομοθεσία που είναι κατά της γυναίκας, αφού οι νομοθέτες ήταν άνδρες[21]. Αυτό, όμως, υποστηρίζει ο Πατήρ, ότι έρχεται σε αντίθεση με όσα έπραξε ο Θεός κατά τη δημιουργία του άνδρα και της γυναίκας, που τους έπλα­σε και τους δύο από χώμα αλλά συγχρόνως «κατ’ εικόνα» και «καθ’ ομοίωσίν» Του[22]. Επιπλέον η νομοθεσία των ανθρώπων, που αδικούσε κατάφωρα τη γυναίκα έρχεται σε αντίθεση με τους νόμους του Θεού, ο οποίος πρόσταξε να τιμούνται και ο άνδρας και η γυναίκα το ίδιο, ως γονείς[23].

Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος καταδικάζει την κοινωνία που ήθελε τη γυναίκα πιστή και συγχωρούσε τον άνδρα που μοίχευε[24]. Στην ελαστι­κή αυτή ηθική των ανθρώπων, ο Γρηγόριος αντιπαραβάλει τη δίκαιη τιμωρία που υπέστησαν και οι δύο οι Πρωτόπλαστοι από το Θεό. Παράκουσαν την εντολή του Θεού, αμάρτησαν, τιμωρήθηκαν και οι δύο με την έξωσή τους από τον Παράδεισο και της στέρησης των αγαθών της αρχέγονου καταστάσεως. Αλλά ο Θεός και στους δύο έδωσε την ελπίδα της σωτηρίας με την έλευση του Θεανθρώπου[25], «Και τους δύο τους σώζει ο Χριστός με τα πάθη Του. Έγινε άνθρωπος για τον άνδρα; Το ίδιο και για τη γυναίκα… Λέγεται ότι προέρχεται (ο Χριστός) από το σπέρμα Δαβίδ. Νομίζεις ενδεχομένως ότι με αυτό τιμάται ο άντρας; Γεννάται όμως από την Παρθένο και αυτό είναι υπέρ των γυναικών»[26].

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος υπογραμμίζει ότι δεν πρέπει κάποιος να παντρεύεται μοιχαλίδα γυναίκα, γιατί και ο ίδιος διαπράττει αμαρτία «Έκέλευσα άπολελυμένην γυναίκα μή λαμβάνειν, είπών ότι μοιχεία το πράγμα έστι»[27]. Παράλληλα επικρίνει με δριμύτητα τον μοιχό σύζυγο ακόμα και αν η απιστία του έχει να κάνει με πόρνες και όχι με άλλου σύζυγο: «ούτω καί ο άνήρ, καν εις πάνδημον πόρνην, καν εις έτέραν γυναίκα άνδρα ούκ εχουσαν άμάρτοι, γυναίκα εχων, μοιχείας το πράγ­μα νενόμισται»[28]. Ο χρυσορρήμων Πατήρ τονίζει: «Την κληρωθείσαν εξ αρχής γυναίκα, ταύτην έχειν δια παντός»[29], «γιατί ο Θεός στον καθένα έδωσε γυναίκα (ως σύζυγο), έθεσε όρια στη φύση, την συνουσία με την μία εκείνη γυναίκα … γι’ αυτό η συζυγική απιστία – μοιχεία θεωρείται παράβαση και πλεονεξία και ληστεία»[30]. Σ’ αυτήν την περίπτωση η συζυγία καταντά, κατά τον Χρυσόστομο, «ναυάγιο». Απευθυνόμενος δε στον μοιχό, με αγανάκτηση τον ρωτά με έμφαση προκειμένου να τον συνετίσει: «Γιατί αδικείς την σύζυγο; γιατί προσβάλλεις το δικό σου μέλος; γιατί ντροπιάζεις την αξιοπρέπειά σου;»[31] Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος αν και είχε ακολουθήσει το μοναχικό βίο εξηγεί ότι μεγαλύτερη ηδονή δεν υπάρχει για κάποιο άνδρα από το να έχει γυναίκα – σύζυγο και παιδιά. Δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο πόσο ψηλά είχε το γάμο[32].

Σύμφωνα με τον δ’ κανόνα του Γρηγορίου Νύσσης[33] πορνεία είναι η άθεσμος ηδονή χωρίς να βλάπτεται τρίτος, ενώ η μοιχεία εμπεριέχει την άθεσμο ηδονή αλλά με επιβουλή και αδικία τρίτου που στη συγκε­κριμένη περίπτωση είναι ο σύζυγος. Αυτός είναι ο λόγος που ο επίσκοπος Νύσσης επιτιμά τον μοιχό διπλάσιο χρόνο από τον πόρνο θεωρώ­ντας με τον τρόπο αυτό τη μοιχεία ως ειδεχθέστερο έγκλημα. Μάλιστα ο ιερός Πατήρ θεωρεί ως μοιχεία οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη που μπορεί να έχει ένας έγγαμος άνδρας ή γυναίκα εκτός συζυγικής κλί­νης είτε πρόκειται για ζωοφθορία, για παιδεραστία, για τέλεση γάμου χωρίς λύση του ήδη υφιστάμενου[34]. Μεγάλη τιμωρία υφίσταται και κά­ποιος που γίνεται επίσκοπος έχοντας διαπράξει ο ίδιος ή συγκαλύψει για χρήματα τη μοιχεία της συζύγου του.

Στην νομοθεσία του Ιουστινιανού και συγκεκριμένα στον Πανδέ­κτη γίνεται αναφορά για την τιμωρία που υφίσταται όχι μόνο εκείνος που διαπράττει μοιχεία αλλά και η σύζυγος ή ο σύζυγος που σιωπούν έναντι της μοιχείας των νόμιμων συντρόφων τους λόγω χρημάτων που λαμβάνουν ως δωροδοκία[35]. Θεωρούνται και οι ίδιοι σύζυγοι ως μοιχοί, αφού αποκρύπτουν τη μοιχεία έναντι οικονομικών οφελών[36]. Επιπλέον, τιμωρία έπρεπε να υποστεί όποιος παντρευόταν γυναίκα που είχε κατηγορηθεί για μοιχεία[37]. Παράλληλα, αν ο συγκαλύψας τη μοιχεία ήταν στρατιωτικός έπρεπε να λαμβάνει άμεσα την αποστράτευσή του[38].

 

Ιουστινιανός

 

Στην Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο, την κοινώς ονομαζόμενη εν Τρούλω (692μ.Χ.) και συγκεκριμένα στον 98ο κανόνα της που ταυτίζει το γάμο με τον αρραβώνα και θεωρεί ότι μοιχός είναι όποιος παντρεύ­εται γυναίκα, η οποία ήταν αρραβωνιασμένη με άλλον άντρα, που βρί­σκεται ακόμη στη ζωή[39]. Φυσικά αυτό το συμπεριλαμβάνει και σε μία από τις Νεαρές του ο Αλέξιος ο Κομνηνός[40].

Στο νομοθετικό κείμενο «Εκλογή» των Ισαύρων, η αντικειμενική υπόσταση της πορνείας διευρύνεται και περιλαμβάνει κάθε εξώγαμη συνουσία του ανδρός, στον καταλογισμό της ποινής όμως διατηρείται ως βαρύτερη μορφή η πορνεία που διαπράττεται από έγγαμο άνδρα, τιμωρούμενη με δώδεκα ραβδισμούς, ενώ ο άγαμος τιμωρείται μόνον με έξι[41]. Εάν βέβαια η συναυτουργός του είναι έγγαμη, τότε υπάγεται και ο ίδιος στις διατάξεις περί μοιχείας. Με βάση με τη νομοθεσία του Λέοντα ΣΤ του Ισαύρου υπογραμμιζόταν ότι η μοιχεία κυρίως της γυ­ναίκας ντρόπιαζε το άνδρα της και ήταν αιτία διάλυσης της οικογενει­ακής εστίας της.

Στη Νεαρά 32 του Λέοντα ΣΤ’ τονίζεται με έμφαση: «ο δέ μιαρός της μοιχείας έργάτης πλείστων όσων άνέτρεψε βίους, άνδρός, παίδων, συγγενών άλλων, μία πληγή πάντας τη των γάμων άνατρέπων διασπαράξει»[42]. Στην ίδια Νεαρά του αυτοκράτορα Λέοντος υπογραμμίζεται: «Πρέπει να τιμωρούμε τη μοιχεία το ίδιο αυστηρά με την ανθρωποκτονία. Αυτό το έγκλημα κάποτε τιμωρούταν με θάνατο. Ύστερα έκριναν σκόπιμο να υποκαταστήσουν αυτή την ποινή με μιαν άλλη πιο μαλακή. Δίνοντας την προτίμησή μας στην τελευταία ποινή, αποφασίζουμε την αποκοπή της μύτης της μοιχού και του συνενόχου της». Η ίδια ποινή προβλέπεται για το σύζυγο, που αποδεικνύεται ότι απάτησε τη γυναίκα του. Αλλά υπάρχει μια διάκριση. Ο μοιχός σύζυ­γος θα τιμωρηθεί και αυτός με αποκοπή της μύτης του, αλλά η γυναίκα του θα εξακολουθήσει να συζεί μαζί του. Αντίθετα, αν τιμωρηθεί η γυ­ναίκα που απάτησε το σύζυγό της, με αποκοπή της μύτης, ο απατημένος σύζυγος μπορεί να τη διαπομπεύσει και τη διώξει. Στην τελευταία περίπτωση, η προίκα θα παραμείνει στον άντρα. Όσο για την άπιστη σύζυγο, που της έκοψαν τη μύτη, θα κλειστεί σ’ ένα μοναστήρι.

Εν κατακλείδι, στην πρώιμη βυζαντινή εποχή σχετικά με τη μοιχεία συνεχίστηκε να υφίσταται ο ρωμαϊκός πολιτειακός νόμος, ο οποίος κα­τηγορούσε τις γυναίκες ως μοιχαλίδες, οι οποίες αν και παντρεμένες, διατηρούσαν ερωτικές σχέσεις με ξένους άνδρες. Αντίθετα, οι νυμφευμένοι άνδρες μπορούσαν να διατηρούν ερωτικές σχέσεις με άλλες άγαμες γυναίκες, χωρίς να χαρακτηρίζονται μοιχοί. Οι Πατέρες της Εκκλησίας καταδίκασαν την ανεκτικότητα του νόμου και της κοινωνίας απέναντι στους άντρες σχετικά με τη μοιχεία, και τη σκληρότητα της κοινωνίας απέναντι στις γυναίκες για το ίδιο ζήτημα. Μάλιστα παρά τις επεμβάσεις των πατέρων της Εκκλησίας, η νομοθεσία της αυτοκρα­τορίας άλλαξε με βάση τη χριστιανική διδασκαλία αρκετούς αιώνες αργότερα[43].

 

  1. Η Παλλακεία στη Βυζαντινή κοινωνία

Στους Βυζαντινούς χρόνους συνηθιζόταν η παλλακεία. Ως παλλα­κεία ορίζονται διάφορες μορφές διαπροσωπικών διαρκών σχέσεων με­ταξύ των δύο φύλων, που όμως δε συνιστούν γάμο κάτι που οφείλεται συνήθως σε διαφορά κοινωνικής θέσης ή οικονομικής κατάστασης. Στο πλαίσιο του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ως παλλακεία ορίζεται η στα­θερή συμβίωση και συγκατοίκηση ενός άνδρα και μιας γυναίκας, από την οποία όμως συμβίωση λείπει η γαμική διάθεση. Η παλλακή, λοι­πόν, ήταν η «άγαμη γυναίκα, που είχε έναν μονιμότερο δεσμό μ’ έναν άγαμο άνδρα, χωρίς ο δεσμός της αυτός να αποτελεί νόμιμο γάμο»[44].

Πολλές φορές ο άνδρας έφερνε την παλλακή μέσα στο σπίτι, ισχυριζόμενος πως την έπαιρνε χάριν «παιδοποιίας». Παλλακίδες ήταν κατά κανόνα δούλες ή απελεύθερες, άσημες και φτωχές γυναίκες, καμιά φορά, όμως και ευγενείς. Πρόκειται για τον «άγαμο γάμο», όπως τον χαρακτήριζαν. Φαίνεται δε ότι, αν και η παλλακεία αφορούσε κυρίως στα μεσαία και κατώτερα στρώματα, το φαινόμενο δεν ήταν άγνωστο ούτε στην αριστοκρατία. Την εποχή του Ιουστινιανού, η νομοθεσία και με την ολοένα και αυξανόμενη επίδραση του Χριστιανισμού, ρύθμισε πολλά πράγματα σχετικά με την παλλακεία, όπως η νομιμοποίηση σε γάμο, η αναγνώριση των τέκνων χωρίς γάμου από σχέσης παλλακείας[45].

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι γενικότερα ως τον 6ο αιώνα, ενώ οι πα­τέρες της Εκκλησίας καταδίκαζαν την παλλακεία ως πορνεία και ως μοιχεία που μόλυνε το γάμο και εκείνους που ήταν μέτοχοι σε σχέση παλλακείας, η πολιτεία τήρησε διάφορες στάσεις. Ο Μ. Κωνσταντίνος αντιμετώπισε την παλλακεία με αυστηρό τρόπο, αφού ερχόταν σε αντί­θεση με τη χριστιανική διδασκαλία[46]. Έτσι, κατάργησε την παράνομη παλλακεία -2η και 3η συζυγία μέσα σε νόμιμο γάμο[47]. Τελείως, όμως, η παλλακεία καταργήθηκε από τους Μακεδόνες Αυτοκράτορες[48]. Η απα­γόρευση της παλλακείας από το Λέοντα ΣΤ’ με τη Νεαρά 91 υπήρξε καταλυτικός παράγοντας για ανύψωση του προσώπου της γυναίκας, τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο[49].

 

Ο Νικηφόρος Γρηγοράς ήταν Βυζαντινός ιστορικός συγγραφέας, λόγιος, θεολόγος, ρήτορας, μαθηματικός και αστρονόμος, πολέμιος θρησκευτικών αντιλήψεων του Μεσαίωνα

 

Στην ορθόδοξη αντίληψη, η παλλακή διαφέρει από την πόρνη μόνο στο ότι αμαρτάνει με ένα πρόσωπο ενώ η πόρνη με περισσότερα. Μά­λιστα παρά την απαγόρευση της παλλακείας από τη δυναστεία των Μακεδόνων, η παλλακεία συνέχιζε να υφίστατο όχι μόνο στα φτωχά κοινωνικά στρώματα αλλά και στα πιο υψηλά. Συγκεκριμένα, με παλ­λακή, την Ειρήνη Τραπεζουντία, συγκατοικούσε ο αυτοκράτορας της Τραπεζούντας Βασίλειος, ο Μέγας Κομνηνός, ο οποίος εγκατέλειψε γι’ αυτό τη γυναίκα του, την Ειρήνη Παλαιολογίνα[50], εξώγαμη κόρη του αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Ανδρόνικου Γ’ Παλαιολόγου. Η αντίδραση ήταν μεγάλη από τον Πατριάρχη Ιωάννη Καλέκα και το Νικηφόρο Γρηγορά (1295 – 1360), αλλά και την οργή του λαού της Τραπεζούντας[51]. Ο πατριάρχης Ιωάννης ΙΑ’ Καλέκας αντιδρώντας, διέταξε με έγγραφο του το μητροπολίτη Τραπεζούντας Γρηγόριο να διακόψει την παράνομη συμβίωση, χαρακτηρίζοντας μάλιστα την παλλακή ως μοιχαλίδα[52].

  1. Αρσενοκοιτία στη Βυζαντινή Κοινωνία

Οι άνθρωποι έχουν σώμα διακρινόμενο από τη φύση του σε άρσεν και θήλυ με αμετάβλητους τους γενετικούς χαρακτήρες του. Έτσι, από τα χρόνια ήδη της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, η ομοφυλοφιλία και κυρίως ο κιναιδισμός υπήρξε κάτι όχι μόνο απαγορευμένο αλλά και εντελώς έξω από την υγιή ανθρώπινη φύση. Ο χρυσορρήμων επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης Χρυσόστομος τονίζει ότι η ομοφυλοφιλία αποτελεί καταπάτηση του θείου νόμου και παράλληλα αποτελεί όνειδος και καταπάτηση της φύσης[53] και μάλιστα τη θεωρεί ως τη χειρότερη μορφή της πορνείας[54]. Συγκρίνοντας μάλιστα δύο βδελυρές πράξεις από την Παλαιά Διαθήκη, όπως την πιθανή ασέλγεια των Σοδομιτών στις παρθένες κόρες του Λωτ και στους φιλοξενούμενούς του άντρες, θεωρεί ότι η τυχόν ασέλγεια στους άνδρες είναι πιο ειδεχθές από το άλλο[55].

Ο ιερός Πατήρ επέκρινε τόσο την πορνεία «εί καί παράνομος, αλλά κατά φύσιν ή μίξις»[56], ενώ για την ομοφυλοφιλία τονίζει ότι είναι «καί παράνομος καί παρά φύσιν»[57] για το λόγο αυτό καταστράφηκαν τα Σόδομα και τα Γόμορρα λόγω των παρανόμων και ξένων προς τη φύση συνουσιών[58].

Δυστυχώς, η ύπαρξη ομοφυλοφιλίας στο χριστιανικό Βυζάντιο ήταν κάτι που δεν μπορεί κάποιος να το αρνηθεί. Ίσως η χαλαρότητα αυτή των ηθών κληροδοτήθηκε στο Βυζάντιο από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατο­ρία. Οι περισσότεροι όμως Βυζαντινοί μέσα από την επίδραση του Χριστιανισμού θεωρούσαν βδέλυγμα την ομοφυλοφιλία και την κατα­δίκαζαν απερίφραστα μαζί με την παιδεραστία. Η αρσενοκοιτία είχε τρεις διαφορετικές πλευρές: α. «το παρ’ άλλων παθείν», το οποίο ήταν απλά αισχρό. Το β. «το ποιήσαι εις έτερον», που ήταν αισχρότερο από το α. Και γ. «το παθείν παρ’ ετέρου και ποιήσαι εις έτερον», το οποίο ήταν το πιο άσχημο από όλα. Μάλιστα αυτούς που στηλιτεύει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος μιλάει για αρσενικοθήλυκους άντρες, που δεν ήταν ούτε άντρες ούτε γυναίκες, αλλά άντρες για τις γυναίκες και γυναίκες για τους άντρες.

Το 390 ένα διάταγμα του αυτοκράτορα Θεοδόσιου Α’ προέβλεπε τη θανατική ποινή για τον πειθαναγκασμό ή το εμπόριο ανδρών για πορ­νεία[59]. Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός με τη Νεαρά 141 καταδικάζει την ομοφυλοφιλία κάτι που κάνει και στη Νεαρά 77[60]. Μάλιστα θεωρεί ότι τόσο οι διάφορες ομοφυλοφιλικές τάσεις των ανδρών όσο και η μοιχεία οφείλουν να τιμωρούνται με θάνατο[61].

Ο Μαλάλας μάλιστα αναφέρει ότι την εποχή του αυτοκράτορα Ιου­στινιανού κάποιοι αρσενοκοιτούντες επίσκοποι απομακρύνθηκαν από τις επισκοπές τους[62]. Σε αυτούς ο αυτοκράτορας επέβαλε την τιμωρία της καυλοτομής. Την εποχή αυτή, παράλληλα με τη θανατική ποινή υπήρχε και η «καυλοτομή», η αποκοπή του ανδρικού μορίου, ώστε να μην υπάρχει κάποια πιθανότητα ο ενεργός ομοφυλόφιλος να μη διαφθείρει κάποιον άλλο άνδρα. Η επιβολή της καυλοτομής, η οποία συχνά λόγω αιμορραγίας προκαλούσε τον θάνατο[63].

Πολιτεία και Εκκλησία θεωρούσαν ότι οι σκληροί νόμοι θα ήταν απο­τρεπτικοί για τη σύναψη ομοφυλοφιλικών ερωτικών σχέσεων. Έτσι εξαιτίας του φόβου της διαπόμπευσης, της τιμωρίας, ακόμα και του θανάτου η ομοφυλοφιλία θα εξέλιπε. Ο αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας Κύριλλος στο λόγο του «Κατά εύνούχων» τονίζει ότι «οι καημένοι (αρσενοκοίτες) το ενεργούν αυτό, δηλαδή το να υφίστανται όσα ανήκουν στις γυναίκες, ενώ θέλουν να είναι άνδρες – εξ αιτίας της ακολασίας. Διότι διαφθείρουν τη θεόπλαστη και ανδροπρεπή μορφή μεταβάλλοντας τη φύση, όχι για τίποτε το χρήσιμο, παρά μόνο για την ασέλγεια, είτε με τη θέλησή τους πολλές φορές, είτε αναγκαζόμενοι από άλλους να το υπομείνουν αυτό. Ως φθορείς της φύσεως, και εχθροί του ανθρωπίνου γένους, γίνονται και σπίλοι της πολιτείας και προσβολή για τη ζωή· εκπορνευόμενοι σαν τις Μαινάδες χορεύουν άμετρα στα αίσχιστα πάθη»[64].

Ο κιναιδισμός κυριαρχούσε αδιάντροπα κατά τους πατέρες της Εκ­κλησίας στα υψηλά κοινωνικά στρώματα και οι κίναιδοι πολλές φο­ρές προσπαθούσαν να είναι γυναίκες με τους άντρες ενώ παράλληλα δημιουργούσαν σαρκικές σχέσεις και με τις γυναίκες[65]. Επίσης, ήταν καταδικαστέα, γιατί ως σαρκικό πάθος εκμαύλιζε και την ψυχή. Τέλος, πάθη όπως η ομοφυλοφιλία προάγουν την ιδέα της στείρας ηδονής που δεν οδηγεί πουθενά, άρα απομακρύνει τον άνθρωπο από την επιδίωξη του αγαθού γι αυτό και είναι απορριπτέα.

 

Συμπεράσματα

 

Μέσα από τη νομοθεσία των βυζαντινών αυτοκρατόρων αντλούμε πληροφορίες για τα ηθικά και κοινωνικά ατοπήματα των Βυζαντινών που αφορούσαν θέματα της γενετήσιας ηθικής. Χαρακτηριστικοί για τα θέματα αυτά υπήρξαν οι νόμοι του Ιουστινιανού, των Ισαύρων και συγκεκριμένα η Εκλογή και τέλος η Μακεδονική δυναστεία.

Μία από τις σοβαρότερες ηθικά, κοινωνικά και χριστιανικά γενετή­σιες πράξεις υπήρξε η μοιχεία. Μάλιστα αποτελούσε ένα από τα τρία θανάσιμα αμαρτήματα κατά τη χριστιανική διδασκαλία, τα άλλα δύο ήταν η άρνηση της πίστεως και ο φόνος. Η μοιχεία τιμωρούνταν με ρινότμηση και διαπόμπευση, αν και αρχικά στους μοιχούς επιβάλλονταν ο θάνατος. Φυσικά, μέσα από τα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας φαίνεται ότι οι νόμοι ήταν αυστηροί για τις μοιχαλίδες όχι όμως και για τους μοιχούς[66].

Παράλληλα, συνέχισε να υφίσταται στο χριστιανικό Βυζάντιο ο άγα­μος γάμος, δηλαδή η παλλακεία. Αυτή έδινε τη δυνατότητα στον άνδρα να έχει πέρα από τη νόμιμη σύζυγο, επίσημη ερωμένη. Και σε αυτό η Εκκλησία αντιτάχθηκε, χωρίς όμως να κατορθώσει να εξαλείψει το φαινόμενο αυτό από την κοινωνία.

Αισχρότερο, όμως, φαινόμενα σχετικά με τις σαρκικές επαφές ήταν η αρσενοκοιτία. Η παρά φύση ερωτικές σχέσεις των ανδρών μεταξύ τους ήταν η αιτία καταστροφής των Σοδόμων και Γομμόρων. Ο οι­κουμενικός Ιεράρχης Μ. Βασίλειος το 370 μ.Χ. με τις κανονικές του επιστολές και τον 7ο ιερό του κανόνα επικυρωθέντα από τον 2ο κανό­να της ΣΤ’ Οικουμενικής Συνόδου διακηρύσσει: «Άρρενοφθόροι και ζωοφθόροι και φονεϊς και φαρμακοι και μοιχοι και ειδωλολάτραι της αύτης καταδίκης εισιν ήξιωμένοι, ώστε ον έχεις έπι των άλλων τύπον και έπι τούτων φύλαξον…». Κατά συνέπεια η αρσενοκοιτία υπήρξε για την Εκκλησία η παρά την φύση ανατροπή της ανθρώπινης οντολο­γίας καί φυσιολογίας και ο πλήρης ευτελισμός της έννοιας άνθρωπος πού στην ελληνική γλώσσα σύγκειται από το επίρρημα άνω καί το ρήμα θρώσκω πού σημαίνει άνω βλέπω, άνω φέρομαι, εξαιτίας του ότι δημιουργηθήκαμε με την προοπτική να γίνουμε ισόθεοι.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Α. P. Kazdan, «Η Βυζαντινή οικογένεια και τα προβλήματά της», Μνήμων, 12 (1989), (195-209), σ. 196, http://dx.doi.org/10.12681/mnimon.414.

[2]  Αυτόθι.

[3] Στο πλαίσιο του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου ως παλλακεία ορίζεται η σταθερή συμβίωση και συγκατοίκηση ενός άνδρα και μιας γυναίκας, από την οποία, όμως, συμ­βίωση λείπει η γαμική διάθεση (affectio maritalis).

[4]  B. Severy, Augustus and the family at the birth of the Roman Empire, Routledge, New York 2003, p. 9-10. T. Parkin & A. Pomeroy, Roman Social History. A Sourcebook, Routledge, New York 2007, p. 72-80.

[5] H. J. Wolff, Roman Law. An Historical Introduction, Red Rivers Books, University of Oklahoma Press, 1951, p. 61-70. G. Moussourakis, Roman Law and the Origins of the Civil Law Tradition, Springer International Publishing, Switzerland 2015, p. 27, references 1 & 2, DOI 10.1007/978-3-319-12268-7.

[6] M. Jonaitis & E. Kosaite-Cypiene, «Conception of roman marriage: historical experience in the context of national family policy concept», Jurisprudencija/Jurisprudence of Mykolo Romerio universitetas, 2. 116 (2009), p. 295-316. ISSN 1392-6195 (print).

[7]    B. Rawson, «Spurii and the Roman View of Illegitimacy», The Australian National University: Antichthon 23 (1989), p. 10-41.

[8]  Κ. Harper, Slavery in the Late Roman Mediterranean, Ad 275-425: an Economic, Social, and Institutional Study, Cambridge University Press, Cambridge 2011, p. 443.

[9]  Με βάση το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, Naturales liberi, αποκαλούνταν ως φυσικά τέκνα τα οποία προέρχονται από παλλακευτική σχέση. Με βάση αρχικά το ρωμαϊκό και πρώιμο βυζαντινό δίκαιο τη μόνη κατηγορία εκτός γάμου κατιόντων, που είχαν δικαίωμα να νομιμοποιηθούν, δηλαδή να εξισωθούν ως προς τη νομική τους αντιμετώ­πιση με τα γνήσια τέκνα. Δ. Χ. Γκόφας, «Παλλακεία και Νομιμοποίηση», στο Ιστορία και Εισηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου Β’, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1989, σ. 128-129.

[10]  Μέσα στις δέκα εντολές υπάρχει η ρητή έβδομη εντολή «Ού Μοιχεύσεις» (Μαρκ. 3, 19). Το ρήμα Μοιχεύω σημαίνει ότι επιβουλεύομαι την τιμή μιας παντρεμέ­νης γυναίκας και παρεμβαίνω ως τρίτος στο μέσο ενός ανδρόγυνου για να ατιμάσω τη γυναίκα, που ανήκει σε άλλον. Βέβαια, ως ο Κύριος σημειώνει στο Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον, (3, 11-12), μοιχός θεωρείται και ο άντρας και όχι μόνο η γυναίκα (μοιχαλίς), ο/η οποίος/α χωρίζει τον άντρα της/τη γυναίκα του, για να έλθει σε γάμο με άλλην/ον, γιατί στα μάτια του Θεού, άντρας και γυναίκα είναι ίσοι και συνεπώς ότι είναι άτιμο και εξευτελιστικό για τη γυναίκα, είναι άτιμο και εξευτελιστικό και για τον άντρα. Στην εντολή «Ού Μοιχεύσεις» περιλαμβάνεται κάθε πράξη, κάθε συμπεριφορά που προσβάλλει και κηλιδώνει την αγνότητα του σώματος και την καθαρότητα της καρδιάς του ανθρώπου. Άλλωστε, ο ίδιος ο Κύριος, στην επί του Όρους ομιλία του, κατεδίκασε ως αμαρτία και αυτήν ακόμα την εσωτερική αισχρά και σαρκική επιθυμία ως ρίζα του κακού λέγοντας ότι «πας ό βλεπων γυναίκα προς το έπιθυμήσαι αύτήν ήδη έμοίχευσεν αύτήν έν τη καρδία αύτοό» (Ματθ. 5, 28).

[11] Στην Καινή Διαθήκη ο γάμος θεωρείται ιερός και δεν είναι τυχαίο ότι ο Χριστός ποιεί το πρώτο του θαύμα στο γάμο της Κανά. Έτσι λοιπόν ο Σωτήρας ανήγαγε το γάμο σε Μυστήριο στην Καινή Διαθήκη και με την παρουσία του στο γάμο της Κανά, και με όσα είπε ως προς το αδιάλυτο του γάμου προς τους φαρισαίους που τον πεί­ραζαν. Τι είπε τότε; «Ούκ άνέγνωτε ότι ό ποιήσας άπ’ αρχής αρσεν και θήλυ έποίησεν αύτοος και εϊπεν, ενεκεν τούτου καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα αύτοό… Και πρόσθεσε ο Χριστός προς τους φαρισαίους· «ώστε ούκέτι είσι δύο, άλλα σάρξ μία. ο οόν ό Θεος συνέζευξεν, άνθρωπος μή χωριζέτω» (Ματθ. 19, 4-6). Και βέβαια ρητώς στην Καινή Διαθήκη ονομάζεται ο γάμος μυστήριο και παραβάλλεται από τον απόστολο Παύλο προς τη μυστική ένωση του Νυμφίου Χριστού προς τη νύμφη Εκκλησία, για να καταδείξει την αγάπη που πρέπει να έχει ο άνδρας προς τη γυναίκα. Και προσθέτει· «το μυστήριον τοότο μέγα έστίν, έγω δε λέγω είς Χριστόν και είς τήν έκκλησίαν» (Εφ. 5, 32), δηλαδή εικόνα και ομοίωση της μυστικής ένωσης του Χριστού με την Εκκλη­σία ήταν η τέλεια ένωση του άνδρα και της γυναίκας, στην αρχή της δημιουργίας, με ιερό δεσμό και εκείνη, όπως με μυστηριώδη έννοια και αυτή. Πάλι δηλαδή αποδίδει ιερότητα μυστική και στο γάμο ο απόστολος Παύλος με την παραπάνω παρομοίωση που κάνει.

[12] Ρωμ. 1, 27.

[13] Α’Κορ. 6, 9.

[14] J. Beaucamp, Le statut de la femme a Byzance (4e-7e siecle). I. le droit imperial, Travaux et memoires du Centre de recherche d’ histoire et civilisation de Byzance, College de France. Venographies, 5, Paris 1990, p. 139-140.

[15] Justinii Codex 9.9.28.

[16] J. A. Evans, The Emperor Justinian and the Byzantine Empire, Greenwood Press, London 2005, p. 28.

[17] Αυτόθι.

[18] Σπ. Τρωιάνος, «Έρως και Νόμος στο Βυζάντιο», Σπ. Τρωιάνος (επιμ.), Έγκλημα και Τιμωρία στο Βυζάντιο, Αθήνα 1997, σ. 181.

[19] Όπ.π.

[20] Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Λόγος 37, PG 36, 281- 308.

[21] Αυτόθι, PG 36, 289AB: «’Άνδρες ήσαν οί νομοθετοόντες, δια τοότο κατά γυναι­κών ή νομοθεσία».

[22] Αυτόθι, PG 36, 289C: «Εις ποιητής άνδρος καί γυναικος, εις χοός άμφότεροι, είκών μία, νόμος εις, θάνατος εις, άνάστασις μία».

[23] Αυτόθι, PG 36, 289BC: «Θεος δε ούχ οότως· άλλά, Τίμα τον πατέρα σου καί τήν μητέρα σου, ήτις εστίν εντολή πρώτη, ίνα εό σοι γένηται, εν επαγγελίαις κειμένη. Καί, Ό κακολογών πατέρα ή μητέρα, θανάτω τελευτάτω. ‘Ομοίως καί το άγαθον ετίμησε, καί το κακον εκόλασεν.».

[24] Αυτόθι, PG 36, 289AB: «Το ερώτημα, ο ερώτησας, τοότο σωφροσύνην τιμάν μοι δοκεί, καί άπόκρισιν άπαιτείν φιλάνθρωπον· σωφροσύνην, περί ήν ορώ τούς πολλούς κακώς διακειμένους, καί τον νόμον αυτών ανισον, καί άνώμαλον. Τί δήποτε γάρ, το μεν θήλυ εκόλασαν, το δε αρρεν επέτρεψαν; Καί γυνή μεν κακώς βουλευσαμένη περί κοίτην άνδρος μοιχαται, καί πικρά εντεόθεν τά τών νόμων επιτίμια· άνήρ δε καταπορνεύων γυναικος, άνεύθυνος; Ου δέχομαι ταύτην τήν νομοθεσίαν, ουκ επαινώ τήν συνήθειαν».

[25] Αυτόθι, PG 36, 289C.

[26] Αυτόθι, PG 36, 289CD.

[27]  Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις τό Γυνή δέδεται νόμω, έφ’ όσον χρόνον ζή ο άνήρ αύτης· έάν δε κοιμηθή, έλευθέρα έστϊν ώ θέλει γαμηθηναι, μόνον έν Κυρίω. Μακαριωτέρα δέ έστιν, έάν οΰτω μείντ\, PG 51, 221D.

[28] Αυτόθι, PG 51, 222Α.

[29] Αυτόθι, PG 51, 219D-220A.

[30] Του ιδίου, Εις Θεσσαλονικεΐς Α, ομιλία. Ε’, PG 62, 424C: «Μή ύπερβαίνειν· καί γαρ έκάστω ο Θεος άπένειμε γυναίκα, καί δρους εθηκε τη φύσει, τήν μίξιν έκείνην τήν προς τήν μίαν. Ώστε ή προς τήν έτέραν παράβασίς έστι καί ληστεία καί πλεονεξία· μάλλον δε πάσης ληστείας χαλεπωτέρα. Ού γαρ οότως άλγοόμεν, των χρημάτων ήμίν έκφορουμένων, ώς τοό γάμου διορυττομένου».

[31] Του ιδίου, Εις ΜΓ Ψαλμό, PG 55, 182AB: «Τί τον γάμον υβρίζεις; τί την εύνήν αδικείς; τί το μέλος το σον επηρεάζεις; τί τήν δόξαν σου καταισχύνεις; Έκκοψον το πάθος, ανελε τας τρυφάς. Τρυφή και μέθη πηγαι πορνείας». Συναφώς, του ιδίου, Εις τόν Γάμον, PG 51, 213D-215A: «Διότι η γυναίκα σου δεν ήλθε σε σένα για να ατιμάζε­ται, δεν εγκατέλειψε πατέρα και μητέρα και όλο το σπίτι της για να προσβάλλεται … Την πήρες συνοδοιπόρο και σύντροφο της ζωής και ελεύθερη και ισότιμη. Πώς λοιπόν δεν είναι παράλογο να δείχνεις κάθε ενδιαφέρον, όταν παίρνεις την προίκα, χωρίς να αφήνεις να ελαττωθεί καθόλου, ενώ αυτό που είναι πιο πολύτιμο από όλη την προίκα, δηλ. τη σωφροσύνη [=σωματική αυτοσυγκράτηση] και τη σεμνότητα και το δικό σου σώμα, που είναι δικό της κτήμα, να το διαφθείρεις και να το μολύνεις; Εάν ελαττώσεις την προίκα, δίνεις λόγο στην πεθερό σου, εάν όμως μειώσεις τη σωφροσύνη θα δώσεις λόγο στο Θεό, ο οποίος εισήγαγε το γάμο και σου παρέδωσε τη γυναίκα».

[32] Του ιδίου, Εις το κατά Ματθαίον, ’Ομιλία ΛΖ’, PG 57, 428A.

[33]  Γ. Ράλλης & Μ. Ποτλής, Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων των τε Αγίων και πανευφήμων Αποστόλων, και των Ιερών και Οικουμενικών και τοπικών Συνόδων, και των κατά μέρος Αγίων Πατέρων, τ. Δ’, Αθήνησιν 1854, σ. 308.

[34]  Αυτόθι, κανόνες 9 και 76 του Μ. Βασιλείου, τ.4 σ. 132, 225.

[35] Digesta 48.5.34. Βασιλικά 60.37.33.

[36]  Digesta 48.5.9. Βασιλικά 60.37.10. Αυτόθι 60.37.52. Justinii Codex 9.9.10.

[37]  Digesta 25.7.1 §2-3. Βασιλικά 60.37.1.

[38] Digesta 48.5.12. Βασιλικά 60.37.13.

[39] Γ. Ράλλης & Μ. Ποτλής, Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων των τε Αγίων και πανευφήμων Αποστόλων, και των Ιερών και Οικουμενικών και τοπικών Συνόδων, και των κατά μέρος Αγίων Πατέρων, τ. Β’, Αθήνησιν 1854, σ. 538-539: «Ό έτέρω μνηστευθεϊσαν γυναίκα, ετι τοό μνηστευσαμένου ζωντος, προς γάμου κοινω­νίαν αγόμενος, τω της μοιχείας ύποκείσθω εγκλήματι». Στο σημείο αυτό φαίνεται η επίδραση της Εκκλησίας που για εκείνην υπήρχε η ιερολογία του μυστηρίου της μνη­στείας. Η Εκκλησία συνδέει το μυστήριο του γάμου με τη μνηστεία, αφού η τελευταία αποτελεί την υπόσχεση για το γάμο. Για την Εκκλησία αλλά και για την Πολιτεία ο θεσμός της μνηστείας σκοπό είχε την καλύτερη προετοιμασία των μελλόνυμφων για το γάμο τους. Βλ. Ε. Κουνουγέρη -Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, Α’, Θεσσαλο- νίκη-Αθήνα 1998, σ. 33.

[40]  Γ. Ράλλης & Μ. Ποτλής, Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων των τε Αγίων και πανευφήμων Αποστόλων, και των Ιερών και Οικουμενικών και τοπικών Συνόδων, και των κατά μέρος Αγίων Πατέρων, τ. Β’, Αθήνησιν 1854, σ. 540-541.

[41]  Εκλογή Ισαύρων: 17, 19-20: «Ό εχων γυναϊκα καί πορνεύων, τυπτέσθω πρός

σωφρονισμόν άλλακτά δώδεκα, κάντε πλούσιός εστί κάντε πένης. Ό μή εχων γυναίκα καί πορνεύων, τυπτέσθω άλλακτά εξ».

[42]  T. Κιουσοπούλου, Ρ. Μπενβενίστε, «Γαμήλιες στρατηγικές και «παρεκκλίσεις» στον οικογενειακό βίο: βυζάντιο και μεσαιωνική δύση», (1989), (σ. 255-278) σ. 273, https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/mnimon/artide/viewFile/8102/8028.pdf Ανακτήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου 2017. P. Noailles-A. Dain, Les Novelles de Lion VI le Sage, Παρίσι 1944.

[43] Κ. Ράλλη, Ποινικόν Δίκαιον της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, εκδόσεις Πουρναρά, Αθήνα 1985 σ. 243.

[44] Π. Ι. Ακανθόπουλος, Κώδικας Ιερών Κανόνων και Εκκλησιαστικής Νομοθεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 3η έκδ., Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 686.

[45] A.W. Hunter, A Systematic and Historical Exposition of Roman Law in the Order of a Code, Sweet & Maxwell, London 1803, p. 201.

[46] Δ. Χ. Γκόφας, «Παλλακεία και Νομιμοποίηση», στο Ιστορία και Εισηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου Β’, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1989, σ. 128-129.

[47] Αυτόθι.

[48] Π. Σμάγα, Ο θεσμός της υιοθεσίας στο βυζαντινό δίκαιο, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 13.

[49] Κ. Νικολάου, Η γυναίκα στη μέση βυζαντινή εποχή. Κοινωνικά πρότυπα και καθημερινός βίος στα αγιολογικά κείμενα, Αθήνα 2005, σ. 81. Συγκεκριμένα στη Νεαρά 91 σημειώνεται ότι «ο νόμος επιτρέπει σε αδιάντροπους ανθρώπους να διατη­ρούν επαίσχυντες σχέσεις με παλλακίδες. Επομένως, προσπαθώντας να διορθώσει το λάθος του προηγούμενου νομοθέτη επέβαλε στον παρόντα νόμο σιγή, δηλαδή παύει να ισχύει. Στη συνέχεια, απαγορεύει σύμφωνα με τις εντολές που αρμόζουν στους Χρι­στιανούς, την παλλακεία ως ένα είδος προσβολής απέναντι στην πίστη, αλλά ακόμη και της ίδιας της φύσης»… «Ήδη από το προοίμιο της διατάξεως τονίζει την αδιαφορία των προηγούμενων αυτοκρατόρων για το θέμα αυτό. Επίσης, αναφέρει πως υπήρξε νόμος (Πανδέκτης 25.7.1-5, ο οποίος επέτρεπε να διατηρούν όσοι θέλουν σχέσεις με παλλακίδες. Αυτό, όμως, λέει πως πρόσβαλε το πολίτευμα. Έτσι, κατήργησε το νόμο, απαγορεύοντας τέτοιου είδους πράξεις. Στη συνέχεια, αναφερόμενος στην Αγία Γραφή (Παροιμίαι 5,15. «πίνε όδατα από σων αγγείων και από σων φρεάτων πηγής), τονίζει πως αν κάτι δεν είναι δικό σου δεν πρέπει να το ζητάς. Αν, όμως, δεν έχει κάτι δικό σου, δεν απαγορεύεται η διεκδίκηση του. Στο τέλος, μάλιστα, κάνει τη διαπίστωση πως δεν είναι τόσο δύσκολο να βρει κανείς σύζυγο. Βλέπουμε ότι ο Λέων θεωρούσε πως η παλλακεία ήταν μορφή πορνείας, όμως, παρόλα αυτά δεν επέβαλε τις ποινές που προβλέπονταν στις πόρνες.», Ζ. Πολυλογίδου, Οι Εκκλησιαστικές Μεταρρυθμί­σεις του Λέοντος Στ’ Σοφού (886-912) μέσα από τις Νεαρές του. Παρουσίαση και ανάλυση αυτών, μ.δ., Κομοτηνή 2015-2016, σ. 55, 91-92.

[50] W. Miller, Trebizond. The Last Greek Empire, London 1926, p. 46.

[51] Π. Βουγιουκλάκη, «Ειρήνη Παλαιολογίνα (Αυτοκράτειρα)», 2002, Εγκυκλο­παίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=4164>.

[52] Αυτόθι.

[53] Ιωάννης Χρυσόστομος, Ερμηνεία εις την προς Ρωμαίους Επιστολήν, Δ’, PG 60, 418B.

[54] Αυτόθι, PG 60, 419C.

[55] Του ιδίου, Εις την Γένεσιν, ΜΓ’, PG 54, 400-401.

[56] Του ιδίου, Ερμηνεία εις την προς Ρωμαίους Επιστολήν, Δ, PG 60, 419-420.

[57] Αυτόθι.

[58] Γεν. 18, 20. Του ιδίου, Εις την Γένεσιν, ΜΓ’, PG 54, 400-401. Αυτόθι, ΜΒ’, PG 54, 388-389.

[59] Codex.Theodosianus, 9.7.6.

[60] D. Sh. Bailey, Homosexuality and the Western Christian Tradition, Longmans, Green, London 1955, p. 73-75.

[61]  Institutiones, 4.18.4

[62] Ιωάννης Μαλάλας, Χρονογραφία, Λόγος ΙΗ’, XVIII, Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, vol. 14, Bonnae 1731, p. 456.

[63]  Αυτόθι.

[64]  Κύριλλος Αλεξανδρείας, Λόγος στηλιτευτικός κατά ευνούχων, ΙΘ, PG 77, 1108ΑΒ.

[65] Αυτόθι, ΙΘ, PG 77, 1108C: «Είναι λοιπόν δυνατόν νά δεϊ κανείς γεματα τά σπί­τια των μεγιστάνων από τέτοια τερατόμορφα πρόσωπα, πού φοροόν χρυσα περιλαίμια στόν τράχηλο, καί νά έχουν φύση μέν αρσενική, αλλά όψη θηλυκή, καί νά βαδίζουν θηλυπρεπως καί νά όμιλοόν ασελγώς. Όπως τά πορνίδια, περιστρέφουν μέ απρέπεια τό κεφάλι από δώ κι από κεϊ καί γελοόν ακράτητα καί μέ αναίδεια, υποδηλώνοντας φανερή υποδούλωση στόν οίστρο. Έτσι, αφ’ ενός φθείρονται ώς γυναίκες, μαλακά κατακλινόμενοι καί εκθηλυνόμενοι μέ τούς ανδρες, αφ’ ετέρου δέ, κοιμώμενοι μέ τίς γυναίκες ώς φύλακες καί εικόνες σωφροσύνης δήθεν, αίσχροπραγοόν αναίσχυντα καί ασύστολα. Καί αύτοί λοιπόν, φθειρόμενοι μέ αύτόν τόν τρόπο από ανδρες βεβήλους καί ανοσίους, εκθηλύνονται καί καταμολύνονται μέσω τής παρά φύσιν ανοσιουργίας καί σιχαμάρας. Οί ϊδιοι δέ σάν λυσσασμένα σκυλιά καταμολύνουν καί καταβλάπτουν γυναικάρια ταλαίπωρα, «πού έχουν σωρούς από αμαρτίες», όπως έχει λεχθεί καί, τό χειρότερο καί πιό ελεεινό, εξ αιτίας αύτοό γίνονται αίτιοι καί πρόξενοι καί μέτοχοι τής απεράντου κολάσεως, καί εκείνοι πού φθείρουν καί εκείνοι πού φθείρονται».

[66] Μ. Καμπούρη – Βαμβούκου, «Ερωτισμός και Βυζάντιο», Περιοδικό «Αρχαιο­λογία», Τεύχ. 110, Μάρτιος 2009, σ. 26-36.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Καινή Διαθήκη, εκδόσεις Αποστολική Διακονίας, Αθήνα 2000.
  • Παλαιά Διαθήκη, μετάφραση εβδομήκοντα, εκδόσεις Αποστολική Δια­κονίας, Αθήνα 2000.
  • Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Λόγος 37, PG 36, 281- 308. Codex.Theodosianus
  • Digesta, https://sourcebooks.fordham.edu/halsall/sbook1c.asp Εκλογή Ισαύρων
  • Justinii Codex, https://sourcebooks.fordham.edu/halsall/sbook1c.asp Institutiones
  • Ιωάννης Μαλάλας, Χρονογραφία, Λόγος ΙΗ’, XVIII, Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, vol. 14, Bonnae 1731 Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις τό Γυνή δέδεται νόμω, έφ’ όσον χρόνον ζή ό άνηρ αυτής· έάν δε κοιμηθή, έλευθέρα έστιν ώ θέλει γαμηθήναι, μόνον έν Κυρίω. Μακαριωτέρα δέ έστιν, έάν οΰτω μείνη, PG 51, 217-225.
  • Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις την Γένεσιν, PG 54, 581-631.
  • Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις ΜΓ Ψαλμό, PG 55, 178-186.
  • Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις το κατά Ματθαίον, PG 57, 21-472. Ιωάννης Χρυσόστομος, Ερμηνεία εις την προς Ρωμαίους Επιστολήν, PG 60, 583-681.
  • Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις Θεσσαλονικείς Α, PG 62, 391-467. Κύριλλος Αλεξανδρείας, Λόγος στηλιτευτικός κατά ευνούχων, ΙΘ, PG 77, 1108-1109.
  • ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
  • Ακανθόπουλος, Π. Ι., Κώδικας Ιερών Κανόνων και Εκκλησιαστικής Νομοθεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 3η έκδ., Βάνιας, Θεσσα­λονίκη 2006.
  • Bailey, D. Sh. Homosexuality and the Western Christian Tradition, Longmans, Green, London 1955.
  • Beaucamp, J., Le statut de la femme a Byzance (4e-7e siecle). I. le droit imperial, Travaux et memoires du Centre de recherche d’ histoire et civilisation de Byzance, College de France. Venographies, 5, Paris 1990.
  • Βουγιουκλάκη, Π., «Ειρήνη Παλαιολογίνα (Αυτοκράτειρα)», 2002, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία, http://www.ehw. gr/l.aspx?id=4164
  • Γκόφας, Δ. Χ., «Παλλακεία και Νομιμοποίηση», στο Ιστορία και Ει­σηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου Β’, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1989, σ. 117-129.
  • Evans, J. A., The Emperor Justinian and the Byzantine Empire, Greenwood Press, London 2005.
  • Harper, Κ., Slavery in the Late Roman Mediterranean, Ad 275-425: an Economic, Social, and Institutional Study, Cambridge University Press, Cambridge 2011.
  • Jonaitis, M., Kosaite – Cypiene, E., «Conception of roman marriage: historical experience in the context of national family policy concept», Jurisprudencija/Jurisprudence of Mykolo Romerio universitetas, 2. 116 (2009), p. 295-316. ISSN 1392-6195 (print).
  • Hunter, A.W., A Systematic and Historical Exposition of Roman Law in the Order of a Code, Sweet & Maxwell, London 1803.
  • Καμπούρη – Βαμβούκου, Μ., «Ερωτισμός και Βυζάντιο», Περιοδικό «Αρχαιολογία», Τεύχ. 110, Μάρτιος 2009, σ. 26-36.
  • Kazdan, Α. P. «Η Βυζαντινή οικογένεια και τα προβλήματά της» Μνή- μων, 12 (1989), 195-209, http://dx.doi.org/10.12681/mnimon.414
  • Κιουσοπούλου, T, Μπενβενίστε, Ρ. «Γαμήλιες στρατηγικές και «πα­ρεκκλίσεις» στον οικογενειακό βίο: βυζάντιο και μεσαιωνική δύση», (1989), σ. 255 – 278: https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/ mnimon/article/viewFile/8102/8028.pdf Ανακτήθηκε στις 25 Δεκεμ­βρίου 2017.
  • Κουνουγέρη -Μανωλεδάκη, Ε., Οικογενειακό Δίκαιο, Α’, Θεσσαλονί- κη-Αθήνα 1998.
  • Miller, W., Trebizond. The Last Greek Empire, London 1926.
  • Moussourakis, G., Roman Law and the Origins of the Civil Law Tradition, Springer International Publishing, Switzerland 2015, p. 27, references 1 & 2, DOI 10.1007/978-3-319-12268-7
  • Νικολάου, Κ., Η γυναίκα στη μέση βυζαντινή εποχή. Κοινωνικά πρό­τυπα και καθημερινός βίος στα αγιολογικά κείμενα, Αθήνα 2005.
  • Noailles, P., Dain, A., Les Novelles de Leon VI le Sage, Παρίσι 1944.
  • Ράλλης, Γ., & Ποτλής, Μ.,Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων των τε Αγίων και πανευφήμων Αποστόλων, και των Ιερών και Οικουμενικών και τοπικών Συνόδων, και των κατά μέρος Αγίων Πατέρων, τ. Δ’, Αθήνησιν 1854.
  • Ράλλη, Κ., Ποινικόν Δίκαιον της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, εκδόσεις Πουρναρά, Αθήνα 1985.
  • Parkin, T., Pomeroy, Α., Roman Social History. A Sourcebook, Routledge, New York 2007.
  • Πολυλογίδου, Ζ., Οι Εκκλησιαστικές Μεταρρυθμίσεις του Λέοντος Στ’ Σοφού (886-912) μέσα από τις Νεαρές του. Παρουσίαση και ανά­λυση αυτών, μ.δ., Κομοτηνή 2015-2016.
  • Rawson, B., «Spurii and the Roman View of Illegitimacy», The Australian National University: Antichthon 23 (1989), p. 10-41.
  • Severy, B., Augustus and the family at the birth of the Roman Empire, Routledge, New York 2003.
  • Σμάγα, Π., Ο θεσμός της υιοθεσίας στο βυζαντινό δίκαιο, Θεσσαλο­νίκη 2007.
  • Τρωιάνος, Σπ., «Έρως και Νόμος στο Βυζάντιο», Σπ. Τρωιάνος (επιμ.), Έγκλημα και Τιμωρία στο Βυζάντιο, Αθήνα 1997.
  • Wolff, H. J., Reman Law. An Historical Introduction, Red Rivers Books, University of Oklahoma Press, 1951.

 

Ειρήνη Αρτέμη

Η Δρ. Ειρήνη Αρτέμη είναι πτυχιούχος θεολογίας και κλασικής φιλολογίας από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου ειδίκευσης και διδακτορικού στον κλάδο της Θεολογίας με εξειδίκευση στην Ιστορία δογμάτων, Πατρολογίας και Πατερικής Θεολογίας από το ίδιο Πανεπιστήμιο. Επίσης έχει αποκτήσει μεταδιδακτορικό στην αρχαία ελληνική και βυζαντινή φιλοσο­φία από το Πανεπιστήμιο Πατρών. Είναι ακαδημαϊκή διδάσκουσα από το 2013 έως σήμερα στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ. Τέλος από το 2014 έως σήμερα εργάζεται ως ΣΕΠ στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Σπουδές στην Ορθόδοξη Θεολο­γία» του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου.

  • Η εργασία αυτή παρουσιάστηκε στο 2o ετήσιο συνέδριο Βυζαντινών και Μεσαι­ωνικών Σπουδών στην Κύπρο, στη Λευκωσία, 12-14 Ιανουαρίου Δημοσιεύεται στο περιοδικό «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΦΑΡΟΣ», ΤΟΜΟΣ ΠΘ΄ 2018-2019. Αλεξάνδρεια, 2019.  
  • Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Κένωσις


 

Ο Ιησούς Χριστός κατά την Ενανθρώπησή Του αν και είχε όλα τα γνωρίσματα της θεότητος, δεν θεώρησε ωστόσο αρπαγμό το να είναι ομότιμος με τον Πατέρα, δεν θεώρησε δηλαδή τη θεϊκή ιδιότητα ένα λάφυρο ή προνόμιο που πρέπει αδιάκοπα να απολαμβάνει. Γι’ αυτό εκένωσε, δηλαδή άδειασε τον εαυτό του από όλα τα θεϊκά γνωρίσματα, απεκδύθηκε τη θεότητα, αποξενώθηκε τον θεϊκό χαρακτήρα του, και έλαβε μορφή δούλου. Ο Δημιουργός του κόσμου γεννιέται ως άνθρωπος στη Βηθλεέμ και μάλιστα ταπεινός, σε μια φάτνη.

 

Η θεία μεταφορά του Χριστού στο κοσμικό πλαίσιο (contextualization) εκφράζεται με θεολογικές έννοιες ως: ενσάρκωση, κένωση, Χριστολογική περιχώρηση, δημιουργία εκ μη όντων σε όντα, μεταμόρφωση της φθαρμένης φύσης σε θεραπευμένη, ολοκληρωμένη φύση.

 

«Destino» ή «Jesús en el desierto» («Το πεπρωμένο» ή «ο Ιησούς στην έρημο». Γλυπτό κατασκευασμένο από πηλό (τερακότα), έργο του Santiago Nuevo Peña (;)

 

Στην επέκταση του ανοίγματος της Τριαδικής περιχώρησης προς τη δημιουργία αναγνωρίζουμε τη δημιουργία ως κένωση του ευρύτερου περιβάλλοντος δηλαδή του θείου, στο μικρότερο, δηλαδή στον κόσμο. Στην τριάδα που εκτείνει τον εαυτό της στη δημιουργία, και στο δημιουργό Λόγο ο οποίος γεννιέται ως δημιούργημα [1] αναγνωρίζουμε την ενσάρκωση ως θείο κενωτικό «αγκάλιασμα»  της δημιουργίας  καθώς ο Λόγος εξαπλώνεται στην κτίση λόγω της σύνδεσης με όλους τους λόγους [2] ενώνοντάς τους στον εαυτό του (Εφ. 1.7-12, Κολ. 1.20).  Η τριάδα εν Χριστώ εκτείνει τον εαυτό της από θυσιαστική αγάπη προς τη δημιουργία σε άνοιγμα προς τη σάρκα. Η βιβλική θεμελίωση της κενωτικής τριάδας συναντάται στο εδάφιο Κολ. 2.9 «ἐν αὐτῷ [τω Χριστώ] κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς». Αποτελεί παλμό του οράματος για μεταμορφωμένο, κόσμο που ευδοκιμεί. Η κένωση αναφέρεται στην πορεία αδειάσματος του είναι. Ο Απόστολος Παύλος γράφει για το Χριστό:

 

ἐν ΧριστῷἸησοῦ, ὃς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, ἀλλ’ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ. (Φιλ. 2.5-11)

 

Ο Ιησούς μιλά στους μαθητές του για το συνεχή κατοπτρισμό αγάπης ο οποίος μεταφέρεται σταθερά από το αιώνιο περιβάλλον στο κοσμικό και ανθρώπινο.

 

καθὼς ἠγάπησέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ ἠγάπησα ὑμᾶς· μείνατε ἐν τῇ ἀγάπῃ τῇ ἐμῇ. ἐὰν τὰς ἐντολάς μου τηρήσητε, μενεῖτε ἐν τῇ ἀγάπῃ μου, καθὼς ἐγὼ τὰς ἐντολὰς τοῦ πατρός μου τετήρηκα καὶ μένω αὐτοῦ ἐν τῇ ἀγάπῃ. Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα ἡ χαρὰ ἡ ἐμὴ ἐν ὑμῖν μείνῃ καὶ ἡ χαρὰ ὑμῶν πληρωθῇ. αὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολὴ ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς. (Ιωάννης 15.9-12).

 

Το αιώνιο εννοείται ως το υπέρτατο πλαίσιο εντός του οποίου ζούμε, κινούμαστε και υπάρχουμε. Ο δημιουργός και αναδημιουργός είναι πηγή αγάπης και ανοίγματος προς τη δημιουργία εντός των γεγονότων αγάπης της δημιουργίας [3] και αναδημιουργίας, εμπειρίες θεμελιώδεις πάνω στις οποίες ο κόσμος σχηματίζεται και ανασχηματίζεται. Οι εμπειρίες αυτές οδηγούν πέρα από λογικές, εξελικτικές κατηγορίες. Καλούμαστε να ζήσουμε ζωή κενωτική για την ευημερία της δημιουργίας. Ο θείος Λόγος δεν ενσαρκώνεται μόνο στο σώμα ενός ανθρώπινου όντος αλλά σε όλη την ανθρωπότητα και σε όλη τη δημιουργία.

Η ιδέα αυτή βασίζεται στο δόγμα του κοσμικού Λόγου, ο οποίος ενυπάρχει στη δημιουργία την οποία ο Λόγος έφερε στην ύπαρξη και κατέληξε σε εκκλησιολογία η οποία ταύτισε την εκκλησία με συλλογικό ίδρυμα εντός της ιστορίας. Η εκκλησιολογία έγινε ιστορία. Αυτή η αντίληψη πρέπει να αντικατασταθεί με θεολογία η οποία επιβεβαιώνει ότι η οικονομία του θείου Λόγου δεν μπορεί να υποβαθμιστεί στην εμφάνισή Του στη μορφή του ιστορικού Ιησού Χριστού. Η εκκλησία δεν μπορεί να υποβαθμιστεί σε ορατή ιδρυματική μορφή. Η εσώτατη πραγματικότητα της ανθρωπότητας και της δημιουργίας, είναι  ο τόπος όπου το Χριστολογικό μυστήριο ατέλειωτα αποκαλύπτεται. Είναι ο τόπος της έκφρασης του Αγίου Πνεύματος το οποίο αποκαλύπτει στη δημιουργία την εσώτατη παρουσία του Λόγου. Οι Χριστιανοί είναι ανάγκη να επιβεβαιώνουμε αυτή την παρουσία και αυτό το μυστήριο στην ανθρωπότητα και σε όλη τη δημιουργία.

Η «κένωση» αναφέρεται σε πορεία αδειάσματος του εγώ μας. Τα τρία πρόσωπα της τριάδας ενωμένα σε αδιάκοπη αγαπητική περιχωρητική σχέση είναι επίσης ενωμένα σε θυσιαστική δράση προς την ανθρωπότητα και τη γη δια του Χριστού.[4] Η κοινωνία των προσώπων εντός της Τριάδας μεταφέρεται στη γη και σε όλες τις μορφές ζωής που αγωνίζονται για την επιβίωσή και την ανάπτυξή τους. Η σχεσιακή θεία παρουσία εισέρχεται στη δημιουργία ως κενωτική, θεραπευτική παρουσία και κοινωνία η οποία μας ελκύει σε κοινωνία με άλλες μορφές ζωής και με άλλους ανθρώπους οι οποίοι αναμένουν από εμάς σεβασμό και αγάπη. Η κενωτική πνευματικότητα της συγκατάβασης μπορεί να είναι αντίδοτο στην υπερκαταναλωτική κοινωνία. Όμως μια κενωτική πνευματικότητα μπορεί να οδηγήσει σε «σταύρωση ξανά» των ευπαθών όντων της γης και στην εγκατάλειψη των ανθρώπων που βιώνουν καταστάσεις δυστυχίας και πόνου.

Η θεία κένωση βρίσκει ξανά τη θέση της σε μια «κοινωνία αγάπης» που οδηγεί σε συγχώρεση και σε αφύπνιση φιλευσπλαχνίας και φροντίδας για όλους. Μια κενωτική πνευματικότητα βασίζεται σε «ευσπλαχνία, συμμετοχή, αλληλεγγύη» οι οποίες γίνονται αφετηρία για τελειοποίηση.

Άνδρες, γυναίκες είναι ανάγκη να αναπτύξουμε «πρότυπα φροντίδας και αμοιβαιότητας» αντικρούοντας δομές εξουσίας και θεολογίες οι οποίες επιδοκιμάζουν τον εξευτελισμό των άλλων. Η προσωπική, εθελούσια συμπλοκή κάθε ατόμου στον πόνο των άλλων γύρω μας είναι  διαμαρτυρία και μαρτυρία ελπίδας ενάντια στο κακό και τη διαφθορά που βιώνουμε. Πώς θα πλησιάσουμε τη θεραπευτική πηγή της θείας δύναμης, αν όχι με το άνοιγμά μας στη μεταμορφωτική δύναμη της αγάπης του Χριστού; Δημιουργώντας χώρο παραδιδόμαστε στη θεία δύναμη, εμπλεκόμαστε με το σταυρό και την ανάσταση, ριζώνουμε στο σώμα του Χριστού. Δημιουργώντας χώρο ασκούμε την ενδυναμωτική παρουσία του Θεού που δεν εξαναγκάζει. Η ανθρώπινη εκ Θεού ευαισθησία δεν ζητά άσκοπη δυστυχία ή αυταπάρνηση. Η κένωση δεν είναι άρνηση του εαυτού μας αλλά τόπος εν Θεώ μεταμόρφωσης.

 

Υποσημειώσεις


[1] Ιωάννου Δαμασκηνού: Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, Δ΄18, Κείμενο – Μετάφραση – Εισαγωγή – Σχόλια Νίκου Ματσούκα (Θεσσαλονίκη: Έκδοσις Π. Πουρνάρα, 1989), σελ.402,4,6. Louth, Andrew: Maximus the Confessor, The Early Church Fathers (London: Routledge, 1996).

[2] Clarke, Chris: Living in Connection Theory and practice of the new World-view (UK: Creation Spirituality Books, 2002), σελ.105, 177.

[3] Clarke, Living in Connection, σελ.235.

[4] Mary C. Grey, Sacred Longings: Ecofeminist theology and Globalization (London: SCM, 2003), σελ.72-74.

 

Ιωάννα Σαχινίδου

Η Ιωάννα Σαχινίδου ολοκλήρωσε γυμνασιακές σπουδές στο Pierce College.  Σπούδασε φυσιογνωσία στη Φυσικομαθηματική Σχολή, στο Φυσιογνωστικό τμήμα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.  Σπούδασε Περιφερειακή Ανάπτυξη στο Ινστιτούτο Περιφερειακής Αναπτύξεως (τμήμα μεταπτυχιακό) του Παντείου Πανεπιστημίου. Το 2013 ολοκλήρωσε διδακτορική διατριβή στη θεολογία (ecofeminist theology) στο Wales University, Trinity Saint David, Lampeter. Είναι Ιδρυτικό μέλος του ελληνικού τμήματος του Οικουμενικού Φόρουμ Ευρωπαίων Χριστιανών Γυναικών. Από το 1980 – 1993 ήταν Εκδότρια και υπεύθυνη σύμφωνα με τον Νόμο του παιδικού  χριστιανικού περιοδικού «Ουράνιο Τόξο».

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και η εικόνα που συνοδεύει το κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Εκκλησιαστικά του Ναυπλίου – Η Λατινική Αρχιεπισκοπή | Δέσποινα Στεφ. Μιχάλαγα, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Η παρουσία της λατινικής Εκκλησίας στην Ανατολή είναι αποτέλεσμα της τέταρτης σταυροφορίας. Ο ελλαδικός χώρος ανήκε στη δικαιοδοσία της Εκκλησίας της Ρώμης έως τον 8ο αι., όταν, εξαιτίας της αντίδρασης του πάπα στις εικονομαχικές αντιλήψεις, ο αυτοκράτορας Λέων Γ’ ο Ίσαυρος απέσπασε το Ανα­τολικό Ιλλυρικό από την πνευματική εξουσία εκείνου και το προσάρτησε στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.[1] Σύμφωνα όμως με το κατακτητικό δίκαιο, αλλά και την πάγια αρχή ότι τα εκκλησιαστικά ακολουθούν τα διοικητικά, μετά το 1204 και την εγκαθίδρυση λατινικού Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη, πραγματοποιήθηκε η εγκατάσταση λατινικής ιεραρχίας στον ελλαδικό χώρο.

Η λατινική Εκκλησία[2] εμφανίστηκε στην αργολική γη την εποχή της φραγκοκρατίας και οι αναμνήσεις της είναι ακόμη και σήμερα εμφανείς. Οι Λατίνοι δεν θέλησαν να ανατρέψουν το εκκλησιαστικό καθεστώς και την τάξη των μητροπόλεων. Η λατινική Επισκοπή Άργους, η οποία περιλάμβανε και το Ναύπλιο, υπαγόταν στην Αρχιεπισκοπή Κορίνθου, όπως σημειώνεται σε παπι­κή επιστολή του 1212. Ήδη περίπου το 1209, αναφέρεται Λατίνος επίσκοπος Άργους, αλλά ο σχετικός επισκοπικός κατάλογος[3] παρουσιάζει ασάφειες και κενά. Γνωστός όμως είναι ο Gerardus, ο οποίος στις 19 Απριλίου 1251 υπέγραψε με τον Γουλιέλμο Βιλλεαρδουίνο την πράξη πώλησης του κάστρου από τον Όθωνα ντε λα Ρος στον αδελφό του Γουίδο. Πληρέστερος εμφανίζεται ο επισκοπικός κατάλογος Άργους κατά τη διάρκεια της πρώτης βενετικής κυριαρχίας.

Ο Secundus Nani είναι γνωστός, ανάμεσα σε άλλα, και για τη μεταφορά των λειψάνων του αγίου Πέτρου Άργους στο Ναύπλιο, το 1421, μετά από μια φοβερή θεομηνία. Θεωρείται ότι είχε μεταφερθεί, ήδη από το 1396-1397, η έδρα της Επισκοπής στο Ναύπλιο, διαφορετικά οι κάτοικοι του Άργους, ορθόδοξοι στην πλειονότητά τους, αλλά και οι Λατίνοι δεν θα είχαν αποδεχθεί τη μεταφορά. Ας σημειωθεί ότι κατά την περίοδο της φραγκοκρατίας και της πρώτης βενετικής κυριαρχίας, ο Λατίνος επίσκοπος ήταν ο υπεύθυνος για τα εκκλησιαστικά ζητήματα της Επισκοπής του, με γενική εξουσία,[4] αν και για τους ορθοδόξους αρμόδιος είχε οριστεί ένας πρωτοπαπάς, ο οποίος εποπτευόταν από τις βενετικές αρχές.

Κατά τη διάρκεια της πρώτης οθωμανοκρατίας, αποκαταστάθηκε η ορθόδοξη Εκκλησία στην Πελοπόννησο και η λατινική παρουσία περιορίστηκε στη μικρή κοινότητα των δυτικών εμπόρων. Τότε μαρτυρείται δράση των εγκαταστημένων στο Ναύπλιο Καπουκίνων μοναχών, όπως και παρεπιδημούντων Ιησουιτών.[5]

Όταν τα όπλα των Βενετών κατέκτησαν την Πελοπόννησο, έγινε προσπάθεια επανεγκατάστασης της λατινικής Εκκλησίας στη χερσόνησο. Τότε, στο Ναύπλιο, πρωτεύουσα του Regno di Morea, έδρευαν οι πολιτικές και στρα­τιωτικές αρχές του κράτους, ο ορθόδοξος μητροπολίτης[6] Ναυπλίου και Άρ­γους,[7] αλλά και ο Λατίνος αρχιεπίσκοπος Κορίνθου.[8]

Ο Πάπας Αλέξανδρος Η΄ (1610-1691) κατά κόσμον Πιέτρο Βίτο Οττομπόνι.

Για τη συγκεκριμένη περίοδο είναι γνωστή τόσο η ορθόδοξη[9] όσο και η λατινική ιεραρχία. Με βούλλα του πάπα Αλεξάνδρου Η’ αναγνωρίστηκε στη Γερουσία, εξαιτίας του κατακτητικού δικαιώματος, το jus patronatum της πλή­ρωσης των επισκοπών και της εκλογής Λατίνων αρχιερέων στην Πελοπόννησο και της προικοδότησης των εδρών αυτών.[10] Οι Βενετοί, στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης[11] της Αρχιεπισκοπής Κορίνθου (Corinthiensis),[12] το 1698, προήγαγαν τον φυγάδα[13] επίσκοπο Χίου Leonardo Balsarini[14]  στην πελοποννησιακή αρχιεπισκοπική έδρα. Η επίσημη υποδοχή του (ingresso) [15] έγινε με ιδιαίτερη λαμπρότητα στο Ναύπλιο, το πρωί της 23ης Ιουλίου 1699. Η σχετική περιγραφή είναι εντυπωσιακή και δεν αφίσταται από ανάλογες λιτανείες. Ο Balsarini απεβίωσε στην πόλη το 1700 και τον διαδέχθηκε, το 1702, ο Δομηνικανός Angelo Maria Carlini,[16] ο οποίος μέχρι τότε ήταν εφημέριος του στόλου. Η πρωτεύουσα, που υποδέχθηκε τον Carlini την 13η Φεβρουαρίου 1704,[17] έμελλε να τον θρη­νήσει νεκρό, σφαγιασμένο κατά την οθωμανική εισβολή στην πόλη, το 1715.[18]

Οι Λατίνοι αρχιεπίσκοποι Κορίνθου έφεραν τα πρεσβεία σε ολόκληρη την Πελοπόννησο, όπου εκτεινόταν και η πνευματική δικαιοδοσία τους.[19] Ο λατινικός μητροπολιτικός ναός[20] ήταν ο Άγιος Παύλος στο Κάστρο της Κορίνθου, έδρα όμως του αρχιεπισκόπου Κορίνθου ήταν ο ναός του Αγίου Αντωνίου της Πάδοβας, στο Ναύπλιο. Η ενορία του Αγίου Αντωνίου περιλάμβανε ολόκληρη την πόλη,[21] όπου βρισκόταν και το Αρχιεπισκοπικό Μέγαρο.

Ο ναός του Αγίου Αντωνίου της Πάδοβας ήταν προηγουμένως μουσουλ­μανικό τέμενος (τζαμί),[22] το οποίο ο μετέπειτα δόγης, αρχιστράτηγος France­sco Morosini παραχώρησε στη λατινική Εκκλησία, και συγκεκριμένα στους Φραγκισκανούς μοναχούς. Αφιερώθηκε στον προστάτη του, άγιο Αντώνιο της Πάδοβας, αφού ο ίδιος απέδιδε την υποχώρηση της θανατηφόρου πανώλης στο Ναύπλιο (το 1687)[23] σε θαυματουργική ενέργεια του αγίου. Στον ναό αυτό τελέστηκε η δοξολογία μετά την κατάληψη της πόλης, στον ίδιο ναό επίσης εναποτέθηκε η σορός του δόγη και τελέσθηκε η εξόδιος ακολουθία του.[24] Γνωστό όμως είναι το αίτημα – διαμαρτυρία του Φραγκισκανού μοναχού Matteo Volarich, ο οποίος είχε μετατρέψει το τζαμί σε ναό και παράλληλα είχε δημιουργήσει μοναστήρι, επειδή, όταν υποχρεώθηκε εξαιτίας της πανώλης να υπηρετήσει τους ασθενείς στα νοσοκομεία, οι Δομηνικανοί μοναχοί της πό­λης, εκμεταλλευόμενοι την απουσία του, κατέλαβαν τον ναό.[25]

Στο Ναύπλιο λειτούργησαν και άλλοι λατινικοί ναοί. Στο άνω μέρος του οχυρωματικού περιβόλου της Ακροναυπλίας υπήρχε ναός του Αγίου Μάρκου, όπου διακονούσε ο Φραγκισκανός π. Tortiroli. Ο γενικός προνοητής Agostino Sagredo, το 1712, μετέτρεψε ένα από τα τόξα του κρηπιδώματος του οχυρού του Παλαμηδίου σε ναό, τιμώμενο στο όνομα του συγγενή του, ρωμαιοκαθολικού επισκόπου και μάρτυρα Gerardo Sagredo, και το 1713 έκτισε τον ναό του Αγίου Νικολάου, έξω από τα παράλια τείχη της πόλης.

 

Η Εκκλησία Αγίου Νικολάου Ναυπλίου, τέλη 19ου αιώνα. Στις «Παλαιές φωτογραφίες του Ναυπλίου», ο κ. Γιάννης Μακρής σημειώνει για την φωτογραφία: Το Καμπαναριό του Αγίου Νικολάου έπαθε καθίζηση ένεκα σαθρού εδάφους. Για τον λόγο αυτό αποσυναρμολογήθηκε και πωλήθηκε στη Μητρόπολη Λεωνιδίου (σήμερα βρίσκεται στην Παναγιά Λεωνιδίου), το φθινόπωρο του 1932. Με τα χρήματα αυτά άλλαξαν τελείως την πρόσοψη του Ναού προσθέτοντας δύο ενσωματωμένα καμπαναριά.

 

Η καταγραφή και κυρίως η εξεύρεση όλων των οθωμανικών οικοδομη­μάτων, ακόμη και των εγκαταλειμμένων, προκειμένου ορισμένα από αυτά να μετατραπούν σε λατινικούς ναούς και σε καταλύματα ιερωμένων ή άλλων αξιωματούχων, ήταν ανάμεσα στις οδηγίες των τριών πρώτων συνδίκων καταστιχωτών (sindici catasticatori) Domenico Gritti, Giacomo Renier και Ma­rin Michiel.[26] Στον τελευταίο, όταν έφερε το αξίωμα του γενικού προνοητή των όπλων στο Βασίλειο (provveditor general dell’ armi in Regno di Morea), οφείλεται η πρώτη αναφορά σε ανοικοδόμηση Αρχιεπισκοπικού Μεγάρου.

Το ζήτημα μιας τέτοιας οικοδομής[27] στην πρωτεύουσα του Βασιλείου φαί­νεται ότι είχε από νωρίς απασχολήσει τους νέους κυριάρχους, αφού, ήδη τον Ιούλιο του 1694, ο Michiel σε αναφορά του[28] στη Βενετία είχε επισυνάψει έκθεση, σχέδιο και προϋπολογισμό του έργου.

Φραντσέσκο Μοροζίνι (Francesco Morosini, 1619- 1694). Χαρακτικό του 18 αιώνα, P. Coronelli.

Στο κείμενό του ο προνοητής δήλωνε ότι είχε ενεργήσει σύμφωνα με τις δουκικές επιστολές, οι οποίες είχαν φθάσει στο Ναύπλιο και αφορούσαν στην ανάδειξη Λατίνου αρχιεπισκόπου στο Βασίλειο. Απαραίτητη είχε κριθεί η εξεύρεση λατινικού ναού άξιου να επιλεγεί ως καθεδρικός της πρωτεύουσας. Χρειάζονταν επίσης κατάλληλοι χώροι για το οικοδόμημα όπου θα κατέλυε ο ιεράρχης, αλλά και για την κατοικία του πρεσβυτερίου, του αρχιδιακόνου δηλαδή και 12 κληρικών. Ο Michiel, αφού επιβεβαίωσε τελικά την κυριότητα του ναού του Αγίου Αντωνίου στους Δομηνικανούς, ανέφερε ότι ένας ακόμη μικρότερος ναός, πρώην τζαμί, ο οποίος είχε παραχωρηθεί στους Ανυπόδητους Καρμηλίτες,[29] είχε διευρυνθεί από αυτούς και λειτουργούσε με επιτυχία. Εξή­ρε, μάλιστα, την ποιότητα του μοναχικού αυτού τάγματος, το οποίο δραστηρι­οποιούνταν και στην Πάτρα.[30] Ένα ακόμη μουσουλμανικό τέμενος,[31] ευρύτερο μάλιστα, υπήρχε στην πόλη, το οποίο ακριβώς λόγω της εξαιρετικής ευρυχω­ρίας του [είχε χωρητικότητα μεγαλύτερη του 1.000.000 τεμαχίων (come ben capace d’un millione, e piu di ess/)] και εξαιτίας της έλλειψης άλλων χώρων, χρησιμοποιούνταν ως αποθήκη γαλέτας και άλλων δημοσίων αγαθών. Επειδή όμως το οικοδόμημα αυτό αποτελούσε κατά το παρελθόν ιερό χώρο, ο προνοητής θεωρούσε ότι θα έπρεπε να αποδοθεί στη χριστιανική θρησκεία. Η άποψή του ήταν ότι, παρά το γεγονός ότι ο ναός του Αγίου Αντωνίου δεν ήταν τόσο ευρύχωρος όσο το τζαμί – αποθήκη, και ότι οι ιερωμένοι είχαν καταλύσει σε ένα πλησίον σε αυτόν απλό οικοδόμημα στον λόφο, εντούτοις ήταν πολύ κοντά στα δημόσια μέγαρα (publicipalazzi)32 θα ήταν δυνατό να χρησιμεύσει περισσότε­ρο ικανοποιητικά στη λήψη φωτισμένων και πιο σοφών δημοσίων αποφάσεων. Για την ανοικοδόμηση, άλλωστε, του επισκοπικού καταλύματος και των κατοι­κιών του αρχιδιακόνου και των κληρικών δεν έλειπαν οι ελεύθεροι χώροι και για τον καθεδρικό ναό θα μπορούσαν επίσης να χρησιμοποιηθούν κτίσματα του δημοσίου, ακόμη και ιδιωτών (de particolari),33 μετά από ανταλλαγή με άλλα δημόσια. Για τον λόγο αυτό ο Michiel έδωσε εντολή στον κρατικό εργο­λάβο (protto bublico)34 να συνθέσει ένα πρόχειρο σκαρίφημα της οικοδομής, [32] [33] [34] καθώς και έναν κατάλογο των ποσοτήτων των αναγκαίων υλικών για το κτίσμα. Εξαιτίας όμως της ανεπάρκειας των υπαρχόντων υλικών στις αποθήκες, ο προνοητής υποχρεώθηκε να ζητήσει την έγκριση και την αρωγή της Γερου­σίας, εξαίροντας την αναγκαιότητα και τον ευγενή χαρακτήρα του έργου, και δηλώνοντας ότι βρισκόταν σε εγρήγορση για την ανεύρεση άλλου πρόσφορου αποθηκευτικού χώρου. Σημείωνε, μάλιστα, ότι η πλατεία του Ναυπλίου[35] ήταν τόσο πλούσια σε κατοικίες, που η περιοχή είχε τη μεγαλύτερη οικοδομική πυ­κνότητα,[36] γεγονός το οποίο είχαν επισημάνει και οι σύνδικοι καταστιχωτές.

Το επισυναπτόμενο στην αναφορά σκαρίφημα (23.7.1694),[37] σχέδιο με μελάνι σε χαρτί, του proto publico Francesco Veseschin,[38] σε κλίμακα βενετι­κών βημάτων (passi veneziani) (p.v. 60= m.m. 129),[39] διαστάσεων m.m. 203* 282, παρουσιάζει την κάτοψη ενός τυπικού βενετικού μεγάρου.[40] Πρόκειται για ορθογώνιο με τριμερή διάρθρωση. Η πρόσοψη αποτελείται από ένα μεγα­λοπρεπές κλιμακοστάσιο, με δύο σκέλη και ενδιάμεσο πλατύσκαλο, και δύο διαμερίσματα εκατέρωθεν. Το κεντρικό τμήμα είναι διαμπερές, αποτελώντας προφανώς την αίθουσα υποδοχής. Το τρίτο χωρίζεται, με ελαφρά κατασκευή, σε τρεις χώρους – δωμάτια.

Εκτός του σκαριφήματος, ο Veseschin υπέγραψε τρία ακόμη έγγραφα, τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ο αρχικός και πρόχειρος προϋπολογι­σμός του έργου. Τα δύο από αυτά (με ημερομηνία 17.7.1694[41] και 23.7.1694[42]) είναι αντίγραφα, σχεδόν ταυτόσημα, και αναφέρονται στις ποσότητες των απαραίτητων για την οικοδομή υλικών. Προτάσσεται όμως εισαγωγή, όπου σημειώνονται η ανάθεση από τον προνοητή στον εργολάβο, η επιτόπια εξέ­ταση της καταλληλότητας του χώρου για την ανοικοδόμηση της κατοικίας του Λατίνου αρχιεπισκόπου και μια πρώτη περιγραφή του κτίσματος. Η οικο­δομή τοποθετείται κοντά στο τέμενος, το οποίο χρησιμοποιείται ως αποθήκη πυρομαχικών,[43] με πρόσοψη στον δρόμο που αρχίζει από το Νοσοκομείο[44] και φθάνει ως την Πύλη της Ξηράς,[45] σε τόπο ο οποίος καλύπτεται από πέντε ιδιωτικές κατοικίες σε δημόσιο γήπεδο έκτασης 10 τετραγωνικών βημάτων.[46] Απαρτίζεται από τον χώρο υποδοχής, με τρία δωμάτια από τη μία πλευρά και δύο από την άλλη, και κλιμακοστάσιο alia Romana, πέντε ημιωρόφους (mezadi)47 και υπόγειους (ίσως εννοεί ημιυπόγειους) χώρους, ανάλογο με το Μέγαρο του Λατίνου αρχιεπισκόπου Κερκύρας.48 Ακολουθεί η περιγραφή των υλικών, τα οποία χρειάζονται για την οικοδομή49 και που υπολογίζονται σε τιμή και όχι σε ποσότητα: πέτρες για την κατασκευή θεμελίων και τοίχων (per fai di fondamenti e muri – sassipasi cubi) σε κυβικά βήματα,50 ασβέστης (calcina fornase), άμμος (sabi0n), οπτόπλινθοι – τούβλα (pietre cotte), κερα­μίδια για τη στέγη (copi per il coperto), ξυλεία – δοκοί, σανίδες ξύλινες από πεύκο ή λάρικα, σανιδούλες από λάρικα ή έλατο, ψευδοδοκοί, μικρές δοκοί,51 καρφιά (chiodaria sortada), μεντεσέδες (mascoli con suoi poleci), αλυσίδες (cadenalli) και μόλυβδος (piombo).

Ένα τρίτο συνημμένο στην αναφορά Michiel έγγραφο (με ημερομηνία 23.7.1694),52 το οποίο επίσης υπογράφεται από τον εργολάβο Veseschin, αφο­ρά σε κατάλογο κατοικιών που χρειάζεται να κατεδαφιστούν προκειμένου να οικοδομηθεί το Μέγαρο και να διανοιχθούν δίοδοι – δρόμοι. Σημειώνονται [47] [48] [49] [50] [51] [52] 11 κτήρια,[53] επτά οικίες και τέσσερεις οικίσκοι, τα οποία περιγράφονται ως σπίτια και διακρίνονται ως προς τον τρόπο κατασκευής και την υφιστάμε­νη κατάστασή τους σε σπίτια ισόγεια (casa a perian), με όροφο ή λιακωτό (casa insoler) και σπιτάκια (casetta, casetta di lotte chadente), πλίνθινα ή ετοιμόρροπα,[54] με ονομαστική αναφορά στους κατοίκους τους,[55] ιδιοκτήτες ή ενοικιαστές,[56] και μνεία του ποσού του ενοικίου που όφειλαν να καταβάλλουν οι τελευταίοι.

Η αναφορά του Michiel έφθασε στη Βενετία και κατατέθηκε στη Γερου­σία, συντάχθηκε περίληψη του θέματός της[57] και αρμοδίως διαβιβάστηκε στους consultori in jure και από αυτούς στους savi dell’ una e I’altra mano.

Η εντολή[58] των savi, η οποία διαβιβάστηκε στους consultori in jure, κωδι­κοποιούσε τρία ερωτήματα:

α) Ποιος θα ήταν ο πλέον πρόσφορος τόπος για τον καθεδρικό ναό του Ναυπλίου, καθώς και για την καταλληλότερη και άνετη κατοικία για τον Λα­τίνο αρχιεπίσκοπο.

β) Ποιο θα έπρεπε να είναι το ύψος της χορηγίας για τον αρχιεπίσκοπο και ο ορισμός της σχετικής διαδικασίας.

γ) Ποιος θα ήταν ο τρόπος υπολογισμού των εξόδων διαμονής και δια­τροφής των άλλων ιερωμένων, ο καθορισμός του αριθμού τους αλλά και του τόπου του διορισμού τους.

Οι consultori in jure59 απεφάνθησαν ειδικά για το πρώτο ερώτημα. Αφού αναφέρθηκαν στην εποχή της κατάκτησης της πόλης, όταν υπήρχαν τα τρία μουσουλμανικά τεμένη, πρόκριναν το τρίτο, το πιο ευρύχωρο και μεγαλύτερο των άλλων δύο, προκειμένου να καθιερωθεί ως καθεδρικός ναός, αφού βέβαια προηγουμένως εξαγνιζόταν από τη βεβήλωση (ενν. από τη μουσουλμανική θρησκεία) και αποδιδόταν ευλογημένο, εξαγιασμένο και εξοπλισμένο με αλτάρι για την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας (proveduta di Altare convenevole con Sagristia). Την απόφαση καθιστά ισχυρότερη το γεγονός ότι, όπως δηλώ­νεται, το συγκεκριμένο οικοδόμημα είχε προσδιοριστεί για τον σκοπό αυτό από την αρχή της κατάκτησης του Ναυπλίου. Αναγνωρίζεται όμως ότι ο ναός του Αγίου Αντωνίου, αν και μικρότερης χωρητικότητας, θα ήταν καταλληλό­τερος ως εγγύτερος στα δημόσια μέγαρα (per esser assai vicina alli publici palazzi).

Οι consultori αποφεύγουν να πάρουν θέση στο γεγονός ότι, σε πε­ρίπτωση προκρίσεως του Αγίου Αντωνίου, θα έπρεπε να απομακρυνθούν οι Δομηνικανοί μοναχοί, οι οποίοι τον κατείχαν και είχαν, μάλιστα, μόνοι τους οικοδομήσει τα ενδιαιτήματά τους (con construttione di celle accomodati). Σχετικά με την εγγύτητα στον καθεδρικό ναό της κατοικίας του αρχιεπισκό­που, είχαν εξασφαλιστεί πρόσοδοι και γήπεδα για να οικοδομηθεί το Αρχιε­πισκοπικό Μέγαρο, εξαιτίας όμως της έλλειψης υλικών60 στο Βασίλειο, χρει­αζόταν να μεταφερθούν αυτά από τη Βενετία. Παρέμενε, λοιπόν, στη δικαι­οδοσία της Γερουσίας τελικά να αποφασίσει αν θα έπρεπε να υλοποιηθεί η προτεινόμενη κατασκευή ή αν θα ήταν προτιμότερο, προς το παρόν, να εγκα­τασταθεί ο Λατίνος αρχιεπίσκοπος σε κάποια άνετη κατοικία. Επίσης, αν και αναγνώριζαν την αναγκαιότητα ενός ενδιαιτήματος – Πρεσβυτερίου για τους ιερωμένους του Ναυπλίου, οι consultori προσπάθησαν να μη λάβουν θέση στο θέμα. Ο προσδιορισμός του αριθμού των κληρικών παρέμενε στη δικαιο­δοσία της Γερουσίας – επειδή οι παπικές βούλλες δεν ανέφεραν κάτι σχετικά – κατά τη γνώμη τους δε, θα έπρεπε να υπάρχουν 12 ιερωμένοι σε έναν αρχι­επισκοπικό καθεδρικό ναό, θα μπορούσαν όμως να είναι 10 ή και οκτώ, με δυνατότητα της πρώτης να συμπληρώνει τον αριθμό τους κατά τη θέλησή της. [59] [60]

Οι consultori in jure γνωμοδότησαν, τον Οκτώβριο του 1695, αλλά η υπό­θεση της ανοικοδόμησης Αρχιεπισκοπικού Μεγάρου στο Ναύπλιο δεν προχώ­ρησε. Η έλευση στην Πελοπόννησο του Leonardo Balsarini διευκόλυνε την εκλογή του ως πρώτου, νέου αρχιεπισκόπου στη νέα κτήση. Λίγο πριν από την εκλογή του (1698) όμως, εκδόθηκε από τη Γερουσία διάταγμα (31.8.1697)[61] με το οποίο ορίστηκε, εκτός από τον προσδιορισμό του ναού του Αγίου Αντω­νίου ως καθεδρικού, ότι η κατοικία του αρχιεπισκόπου θα ήταν μία από τις μεγαλύτερες και περισσότερο άνετες οικίες, οι οποίες υπήρχαν πλησιέστερα στον ναό. Από τους οκτώ κληρικούς, οι οποίοι προσωρινά θα έπρεπε να εκλε­γούν, θα διορίζονταν οι έξι από τον αρχιεπίσκοπο και θα υπήρχαν και δύο αξιωματούχοι, ο πρωτοπρεσβύτερος και ο αρχιδιάκονος δηλαδή, διορισμένοι από τη Γερουσία με ετήσιες απολαβές 150 δουκάτα για τον καθένα και 30 δουκάτα ακόμη για την ενοικίαση οικίας, έως ότου οικοδομηθεί ένα Πρεσβυ­τέριο και καθοριστεί επαρκέστερη χορηγία. Για τη λειτουργία του καθεδρι­κού ναού θα διορίζονταν επίσης έξι ιερείς και τέσσερεις νεωκόροι, με ετήσιες απολαβές, προσωρινά, 65 και 36 δουκάτα αντίστοιχα.

Το μεγαλεπήβολο σχέδιο της ανοικοδόμησης Αρχιεπισκοπικού Μεγάρου στο Ναύπλιο αρχικά ατόνησε. Αλλά και η παραμονή του Balsarini στον αρχι­επισκοπικό θρόνο του Βασιλείου ήταν σύντομη. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην πρωτεύουσα ο δυναμικός διάδοχός του, Angelo Maria Carlini, η αρχιερατεία του οποίου συνέπεσε με την εξίσου δραστήρια πολιτική του γενικού προνοητή θαλάσσης (provveditor general da mar) Francesco Grimani. Τότε, λοιπόν, που η κατάσταση στη νέα κτήση έμοιαζε να έχει σταθεροποιηθεί, θε­ωρήθηκε ότι ήταν ο κατάλληλος καιρός, προκειμένου να ανακινηθεί το θέμα της μόνιμης στέγης για τον Λατίνο αρχιεπίσκοπο και τους κληρικούς του. Ο Grimani, σε αναφορά του,[62] τον Νοέμβριο του 1705, παρουσίασε την ανα­γκαιότητα ιδιόκτητης κατοικίας για τον πιστό στη Γαληνοτάτη αρχιεπίσκοπο Carlini, αλλά διεκτραγώδησε την οικονομική δυσπραγία εξαιτίας των άλλων οικοδομικών προγραμμάτων. Ανέφερε ότι το καταβαλλόμενο ενοίκιο για την αξιοπρεπή κατοικία του αρχιεπισκόπου δεν ήταν ευκαταφρόνητο, αλλά το οίκημα βρισκόταν σε μικρή απόσταση από το κέντρο. Αν παρ’ ελπίδα μετακι­νούνταν στον μεγάλο δρόμο, τότε η κατάσταση ίσως να μην ήταν ελέγξιμη. Πρότεινε, λοιπόν, την κατασκευή νέας οικοδομής για αρχιεπισκοπική κατοι­κία, μαζί με Πρεσβυτέριο, στην αυλή, σε επαφή με τον καθεδρικό ναό του Αγίου Αντωνίου. Επισύναψε, επίσης, σχετικό σκαρίφημα και προϋπολογισμό του έργου. Σε ένα δίφυλλο[63] σχεδιάστηκε με χρωματιστό μελάνι η υπάρχουσα κάτοψη του ναού και η μελλοντική τής κατοικίας. Το σχέδιο υπογράφει ο γνωστός μηχανικός Giust-Emilio Alberghetti[64] και ο ίδιος προφανώς συνέταξε τον πίνακα του προϋπολογισμού. Σε αυτόν αναφέρονται, όπως και την προη­γούμενη φορά, τα αναγκαία οικοδομικά υλικά. Αναγράφεται αρχικά η ποσό­τητα και μετά η τιμή, και τέλος αναφέρεται η αξία της εργασίας, η ξυλοδεσιά των μαραγκών και η μεταφορά των υλικών.

Σύμφωνα με το σχέδιο αυτό, με σχετική ασφάλεια, η οικοδομή της αρχιε­πισκοπικής κατοικίας θα μπορούσε να προσδιοριστεί στον σημερινό ναό του Αγίου Γεωργίου, όπου και το λεγόμενο Ενετικό Σχολείο.[65] Scuola, άλλωστε (Αδελφότητα προς τιμήν του Santissimo Sacramento), είχε επίσης ιδρύσει στον ναό του Αγίου Αντωνίου της Πάδοβας ο Carlini. Η κατασκευή της αρχιεπισκο­πικής κατοικίας φαίνεται ότι προχώρησε. Είναι, μάλιστα, και σήμερα φανερή στον χώρο. Ο γενικός προνοητής θαλάσσης Agostino Sagredo, στην Έκθεση πεπραγμένων του,[66] μετά την επιστροφή του στη Βενετία, το 1714, αναφέρθη­κε στην έναρξη της ανοικοδόμησης του Πρεσβυτερίου. Επισήμαινε δε την οι­κονομία που θα επιτύγχανε το κράτος, αν δεν συνέχιζε να χορηγεί τη δαπάνη του ενοικίου στους κληρικούς, οι οποίοι θα είχαν σύντομα τη δική τους στέγη.

Η κατάλυση της βενετικής κυριαρχίας σήμανε την αποψίλωση του λατι­νικού δόγματος στην Πελοπόννησο. Η παρουσία όμως της αρχιεπισκοπικής κατοικίας στον ιστό της πόλης του Ναυπλίου, όπως και η μνήμη της Scuola, έμειναν αψευδείς μάρτυρες της παρουσίας του στον τόπο.

 

Ecclesiastic matters of Nafplio – The Roman Catholic archbishopric

 

The presence of the Roman Catholic Church in the Nafplio area is rooted in the francocracy era. During the second Venetian Domination in the Peloponnese, there was an attempt to reorganize the Archbishopric of Corinth and to revive the Roman Catholic hierarchy. Under the Archdiocese of Corinth were the di­oceses of Argos (Argensis or Argolicensis) and Nafplio. For the Argos diocese there is reported a primate, named Bernardinus della Chiesa or “a Venetiis” (1680). However, in Nafplio, the capital of the Regno di Morea, besides the civil and military authorities, the Roman Catholic Archbishop of Corinth also resided. The fugitive bishop of Chios, Leonardo Balsarini, was nominated archbishop of Corinth in 1699. But soon he passed away and he was succeed­ed by the Dominican Angelo-Maria Carlini in 1704. He was slaughtered in Nafplio during the Ottoman invasion in 1715. Although the Cathedral was St. Paul’s in the Corinth’s castle his official seat was the church of St. Anthony of Padua in Nafplio, while his spiritual jurisdiction was extending throughout the Regno. The parish of St. Anthony was including the city of Nafplio itself, where was the archbishop’s palace too. In the city, besides the mosque, which was converted into the church of St. Anthony of Padua, there were built new temples of Roman Catholic faith, such as St. Mark in the Akronafplia, St. Nicholas off the coast walls, and San Gerardo Sagredo in Palamidi. Roman Catholic monasteries were founded as well, such as this of the Barefoot Car­melites (Carmelitani Scalzi), by the sea. There were even proposals for the construction of a new archbishop’s palace in the city, for a new foundling’s hospital, and for a college for the education of the youth, whose parents wish to avoid the costs, to send them to Italy. Despite this programming, after the collapse of the Venetian domination, no reference of the Roman Catholic faith is reported in Nafplio.

 

Υποσημειώσεις


[1]   Βλ. γενικά Δέσποινα Στ. Μιχάλαγα, «Η εκκλησιαστική ιστορία του Άργους κατά τη δεύτερη βενετοκρατία», Βενετία – Άργος. Σημάδια της βενετικής παρουσίας στο Άργος και στην περιοχή του (Άργος, 11 Οκτωβρίου 2008). Πρακτικά της Διεθνούς Επιστημονικής Συνάντησης, επιμ. Χρύσα Μαλτέζου – Αγγελική Πανοπούλου, Αθήνα – Βενετία 2010, σ. 169-171, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[2] Μάρκος Φώσκολος, «Η Καθολική Εκκλησία Άργους και Ναυπλίου», Ναυπλιακά Ανάλεκτα 1 (1992), σ. 31-39, 44-45· Μάρκος Φώσκολος, «Η Καθολική Εκκλησία Άργους και Ναυπλίου», Anno Domini 1 (2003), σ. 153-164, 173-174· Καλλίνικος Δ. Κορομπόκης, «Οι Καθολικοί στο Ναύπλιο», Ναυπλιακά Ανάλεκτα 3 (1998), σ. 192-194· Μάρκος Φώ­σκολος, «Η οργάνωση της καθολικής εκκλησίας», Βενετοκρατούμενη Ελλάδα, Προσεγγί­ζοντας την ιστορία της, τ. Α’, επιστημονική διεύθυνση Χρύσα Μαλτέζου, Αθήνα – Βενετία 2010, σ. 343-345.

[3]    Giorgio Fedalto, La Chiesa Latina in Oriente, τ. II, Hierarchia Latina Orientis, Βε- ρόνα 1976, σ. 44-46.

[4] Πρβλ. Μαρίνα Κουμανούδη, «Η κατάσταση του αγροτικού πληθυσμού του Άρ­γους στα τέλη του 14ου αιώνα», Βενετία – Άργος, ό.π., σ. 127-128.

[5] Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνη, «Ναυπλιώτες μαθητές στο ελληνικό Κολλέγιο Ρώμης “Άγιος Αθανάσιος” (1594-1646)», Ναυπλιακά Ανάλεκτα 3 (1998), σ. 278-279.

[6] Ο μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους συχνά αναφέρεται ως αρχιεπίσκοπος, επει­δή δεν είχε υποκείμενους επισκόπους. Βλ. την προβληματική σχετικά με το θέμα στο: Δέ­σποινα Στ. Μιχάλαγα, Συμβολή στην εκκλησιαστική ιστορία της Πελοποννήσου κατά τη β’ βενετοκρατία (1685-1715), Αθήνα 2008, σ. 380. Ας μην παραθεωρηθεί, επίσης, το γεγονός ότι συχνά οι όροι μητροπολίτης και αρχιεπίσκοπος αποδίδονταν από τους Βενετούς με τον κοινό όρο arcivescovo.

[7] Βλ. αναλυτικά Δέσποινα Στ. Μιχάλαγα, «Ο Ναυπλίου και Άργους Αμβρόσιος και οι εκκλησιαστικές του περιπέτειες (Συμβολή στην προσωπικότητα του ιεράρχη από αδη­μοσίευτα έγγραφα της β’ βενετικής κυριαρχίας στην Πελοπόννησο)», Πελοποννησιακά 29 (2007-2008), σ. 136-138, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[8] Φώσκολος, «Η Καθολική Εκκλησία», Ναυπλιακά Ανάλεκτα, ό.π., σ. 40-42, 45· του ίδιου, «Η Καθολική Εκκλησία», Anno Domini, ό.π., σ. 167-171, 174. Σύμφωνα με τους ιε­ρούς Κανόνες (1ος Αποστολικός, 4ος και 8ος της Α’ Οικουμενικής Συνόδου), απαγορεύεται η παραμονή δύο ομότιτλων επισκόπων στην ίδια πόλη, αρχή την οποία γενικά τηρούσαν οι Βενετοί στις κτήσεις τους. Βλ. Ιωάννης. Ν. Καρμίρης, Δογματικής τμήμα Ε’. Ορθόδοξος Εκκλησιολογία, Αθήναι 1973, σ. 422, υποσ. 1· Μιχάλαγα, Συμβολή, ό.π., σ. 261, υποσ. 215.

[9] Τα ην εκκλησιαστική τάξη και ιεραρχία της μητρόπολης, κατά την εξεταζόμενη πε­ρίοδο, βλ. στο Μιχάλαγα, Συμβολή, ό.π., σ. 150-153, 164-166, 169· της ίδιας, «Η εκκλη­σιαστική ιστορία του Άργους», ό.π., σ. 175, 180.

[10] Πρβλ. Κωνσταντίνος Ντόκος, Η Στερεά Ελλάς κατά τον ενετοτουρκικόν πόλεμον (1684-1699) και ο Σαλώνων Φιλόθεος, Αθήναι 1975, σ. 110, υποσ. 2.

[11] Η άποψή τους για τις σχέσεις των δύο δογμάτων στο Βασίλειο περιγράφεται στο υπ’ αριθμ. ΙΙ άρθρο των Statuti e Leggi municipali per il Regno diMorea [βλ. ενδεικτικά Χρύσα Α. Μαλτέζου, «Και πάλι για το Statuto per il Regno di Morea», Πρακτικά Ε’Δι­εθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τ. 4 (1996-1997), σ. 120-128], σύμφωνα με το οποίο το λατινικό δόγμα δεν κατείχε μεγαλύτερη πνευματική ανωτερότητα από το ορθόδοξο, αλλά και τα δύο αποτελούσαν διαφορετικές εκφράσεις της μίας πίστης, της πραγματικής ορθόδοξης πίστης (professando la vera ortodosa Fede, come comandano le sante Chiese occidentale e orientale). Η θεμελιώδης αυτή αρχή χαρακτήρισε τη βενετική εκκλησιαστική πολιτική στην Πελοπόννησο. Βλ. Gaetano Cozzi, «La Repubblica di Vene­zia in Morea: un diritto per il nuovo Regno (1687-1715)», L’eta dei Lumi. Studi storici sul Settecento in onore de Franco Venturi, τ. II, Νάπολη 1985, σ. 757· Μιχάλαγα, Συμβολή, ό.π., σ. 281-361, όπου και ανάπτυξη του θέματος. Μια νεώτερη εργασία, η οποία αφορά στην εκκλησιαστική πολιτική στην Πελοπόννησο κατά τη δεύτερη βενετική κυριαρχία [Βασίλης Τσακίρης, «Η εκκλησιαστική πολιτική της Βενετίας στον Μοριά κατά την δεύ­τερη Ενετοκρατία (1684-1715)», Τα Ιστορικά 26/51 (2009), σ. 299-314], στερείται σύγ­χρονης βιβλιογραφίας και αρχειακής τεκμηρίωσης.

[12]  Βλ. αναλυτικά Μιχάλαγα, Συμβολή, ό.π., σ. 259-262.

[13] G. Hofmann, «Vescovadi Cattolici della Grecia, I. Chios», Orientalia Christiana 92/34.1 (1934), σ. 23-24· του ίδιου, «La Chiesa Cattolica in Grecia (1600-1830), II», Ori­entalia Christiana Periodica 2 (1936), σ. 424-425· Μιχάλαγα, Συμβολή, ό.π., σ. 74-75, 250-251, όπου η σχετική βιβλιογραφία.

[14] Conradum Eubel, Hierarchia Catholica Medii et Recentioris Aevi, τ. V (1667­1730), επιμ. Remigium Ritzler – Pirminum Sefrin, Πάντοβα MCMLII, σ. 173, υποσ. 4· Μιχάλαγα, Συμβολή, ό.π., σ. 260-261.

[15] Βλ. G. Hofmann, «La Chiesa Cattolica in Grecia (1600-1830), I», Orientalia Chri­stiana Periodica 2 (1936), σ. 176· Μιχάλαγα, Συμβολή, ό.π., σ. 276.

[16] Eubel, Hierarchia, ό.π., σ. 173, υποσ. 5· Σπυρίδων Π. Λάμπρος, «Εκθέσεις των Βε- νετών Προνοητών της Πελοποννήσου εκ των εν Βενετία Αρχείων εκδιδόμεναι», Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος 5 (1900), σ. 702· Τάκης Μαύρος (μτφρ.), «Σπ. Λάμπρος, Εκθέσεις των Βενετών Προνοητών εκ των εν Βενετία Αρχείων εκδιδόμεναι, Δ.Ι.Ε.Ε., τ. 5ος (1900), σ. 644-706. Relazione del Nobili Huomo Angelo Emo, ritormato di Provveditor General il (sic) Morea. Έκθεση του Ευγενούς Angelo Emo επιστρέψαντος από τη θέση του Γενικού Προβλεπτού στον Μοριά. 12», Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου 5/73 (1994), σ. 177· Μιχάλαγα, Συμβολή, ό.π., σ. 220-225, 260-261. Ο Carlini είναι επίσης γνωστός από την πρόταση – συμβουλευτική επιστολή που αυτόκλητα απέστειλε (1705) στον πάπα και τη Βενετία, σχετικά με την αντιμετώπιση των ορθοδόξων. Στην επιστολή αυτή διαγράφονται οι ευσεβείς πόθοι του για υπαγωγή της ορθόδοξης Εκκλησίας της βενετοκρατούμενης Πελο­ποννήσου στη Ρώμη, θέση την οποία ουδέποτε δέχθηκαν οι Βενετοί. Σε αυτόν οφείλεται η οργάνωση της λατινικής Εκκλησίας της Πελοποννήσου και κυρίως η σύνταξη του Καταστα­τικού Χάρτη (1705) του καθεδρικού και μητροπολιτικού ναού της Κορίνθου. Βλ. Hofmann, «La Chiesa Cattolica», ό.π., σ. 176-177. Μια άλλη πρωτοβουλία του ήταν η ίδρυση Αδελ­φότητας (1705) προς τιμήν του Santissimo Sacramento με έδρα (ecclesia residentialis) τον ναό του Αγίου Αντωνίου της Πάδοβας, στο Ναύπλιο. Βλ. Αγγελική Πανοπούλου, «Από την οργάνωση των θρησκευτικών αδελφοτήτων στην Πελοπόννησο. Το καταστατικό της αδελ­φότητας του Santissimo Sacramento, Ναύπλιο 1705», Πρακτικά Γ’Διεθνούς Συνεδρίου Ανα­τολικών και Αφρικανικών Σπουδών “Η Πελοπόννησος κατά την Τουρκοκρατία και τη Βενετο- κρατία (1460-1821)”, υπό έκδοση. Για την περιουσία του στο Άργος βλ. Αλέξης Μάλλιαρης, «Το Άργος και το διαμέρισμά του στην όψιμη βενετική περίοδο. Η θέση της πόλης στη βε­νετική επικράτεια, πληθυσμιακά και γαιοκτητικά φαινόμενα», Βενετία – Άργος, ό.π., σ. 165.

[17] Hofmann, «La Chiesa Cattolica», ό.π., σ. 176.

[18] Βλ. ενδεικτικά Ευτυχία Δ. Λιάτα, «Μαρτυρίες για την πτώση τ’ Αναπλιού στους Τούρκους (9 Ιούλη 1715)»,Μνήμων 5 (1975), σ. 101-156.

[19] Λάμπρος, «Εκθέσεις των Βενετών Προνοητών», ό.π., σ. 763· Hofmann, «La Chie­sa Cattolica», ό.π., σ. 176· Τάκης Μαύρος (μτφρ.), «Σπύρου Λάμπρου, Έκθεση Αυγου­στίνου Σαγρέδου Γενικού Προνοητού της Πελοποννήσου (1715-1716) (sic) Δ.Ι.Ε.Ε. 5 (1900), σσ. 735-765», Δελτίον Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου 97/7 (1996), σ. 328. Ο συνοδευτικός του αξιώματός του χαρακτηρισμός in partibus infidelium είναι δηλωτικός αυξημένης δικαιοδοσίας, ανάλογος του τίτλου του εξάρχου. Φώσκολος, «Η Καθολική Εκ­κλησία», Ναυπλιακά Ανάλεκτα, ό.π., σ. 40-42, 47-48, υποσ. 42, σ. 45· Φώσκολος, «Η Κα­θολική Εκκλησία», Anno Domini, ό.π., σ. 167-171.

[20] Το λατινικό δόγμα αργούσε να ευδοκιμήσει στο Βασίλειο και για τον λόγο αυτό ο Καταστατικός Χάρτης του μητροπολιτικού ναού του Αγίου Παύλου στην Κόρινθο συντά­χθηκε μόλις το 1705. Βλ. Hofmann, «La Chiesa Cattolica», ό.π., σ. 176-177· Μιχάλαγα, Συμβολή, ό.π., σ. 270· Δέσποινα Στεφ. Μιχάλαγα, «Τα μοναστήρια του Teritorio diCorin- to και η εκκλησιαστική πολιτική των Βενετών (1685-1715)», Πρακτικά 1ου Συνεδρίου Κορινθιακών Σπουδών “Ιστορικά Κορινθιακά Μοναστήρια”, Κόρινθος 5-7Μαΐου 2006, Κόρινθος 2009, σ. 302-305.

[21] Hofmann, «La Chiesa Cattolica», ό.π., σ. 177.

[22] Σύμφωνα με το κατακτητικό δικαίωμα, τα τεμένη, ακόμη και αν προηγουμένως ήσαν ορθόδοξοι ναοί, έπρεπε να παραδοθούν στον λατινικό κλήρο. Το ίδιο συνέβη και με άλλα κτήρια, τα οποία πριν ήσαν φραγκικά. Το δικαίωμα αυτό στην Πελοπόννησο, παρότι υπάρχουν αρκετά παραδείγματα, δεν φαίνεται να έτυχε απόλυτης εφαρμογής. Βλ. Cozzi, «La Repubblica», ό.π., σ. 757· Μιχάλαγα, Συμβολή, ό.π., σ. 263 κ.ε., με σχετικά παραδείγματα. Εκτός από το μουσουλμανικό τέμενος της Κορίνθου και το ένα -τουλάχι­στον- τέμενος του Ναυπλίου, στην Πάτρα το μεγαλύτερο τζαμί της πόλης παραχωρήθηκε στους Ανυπόδητους Καρμηλίτες μοναχούς του Τάγματος της Αγίας Τερέζας, για να το μετατρέψουν σε ναό αφιερωμένο στον άγιο Ανδρέα. Βλ. Χρύσα Α. Μαλτέζου, «Ο λατινι­κός ναός του Αγίου Ανδρέα στην Πάτρα», Τόμος τιμητικός Κ. Ν. Τριανταφύλλου, Πάτραι 1990, σ. 129. Παρά την ιερότητα όμως του χώρου, ένα άλλο τζαμί του Ναυπλίου είχε μετατραπεί σε αποθήκη, το τέμενος της Βοστίτσας σε αποθήκη πυρομαχικών, ενώ ένα τζαμί του Άργους έγινε κατάλυμα του γενικού προνοητή. Βλ. Κωνσταντίνος Ντόκος – Ιωάννα Αθανασοπούλου, Η πόλη της Βοστίτσας και ο πληθυσμός της κατά την περίοδο της Β’ Βενετοκρατίας 1685-1715, Αίγιο – Αθήνα 2007, σ. 15-16, υποσ. 8, και σ. 25, υποσ. 19.

[23] Στην επιδημία αναφέρεται διεξοδικά η Χρύσα Α. Μαλτέζου, «Στοιχεία για την πανώλη του 1687/1688 στην Πελοπόννησο», Η εκστρατεία του Morosini και το “Regno di Morea”, επιμ. Χάρις Καλλιγά, Αθήνα 1998, σ. 165-180. Επίσης, βλ. Με την Αρμάδα στο Μοριά (1684-1687). Ανέκδοτο ημερολόγιο με σχέδια, εισαγ. – επιμ. Ευτυχία Δ. Λιάτα, με­ταγραφή Κ. Γ. Τσικνάκης, Αθήνα 1998, σ. 42.

[24] Βλ. Μιχάλαγα, Συμβολή, ό.π., σ. 265. Η τελετή παριστάνεται στον πίνακα ζωγρα-

φικής (1702) του Al. Piazza, Il corteo funebre per il doge Francesco Morosini, τον οποίο θησαυρίζει το Μουσείο Correr της Βενετίας.

[25]  Γεώργιος Σ. Πλουμίδης, Αιτήματα και πραγματικότητες των Ελλήνων της βενετο- κρατίας, τχ. Β’, (1667-1714), Ιωάννινα 1985, σ. 26 (132).

[26] Βλ. Cozzi, «La Repubblica», ό.π., σ. 744-745· Μιχάλαγα, Συμβολή, ό.π., σ. 82-84.

[27] Λιγοστά είναι τα δείγματα κοσμικής αρχιτεκτονικής της περιόδου. Ενώ η εκκλη­σιαστική και η φρουριακή-οχυρωματική αρχιτεκτονική κατέχουν τα σκήπτρα, τα διοι­κητικά και τα δημόσιας ωφελείας κτήρια της εποχής επιχωριάζουν κυρίως στο Ναύπλιο. Βλ. σχετικά Χ. Μπούρας, «Βενετική αρχιτεκτονική στην Ελλάδα», Αρχιτεκτονικά θέματα – Architecture in Greece 4 (1970), σ. 78-83· του ίδιου, Βυζαντινή και μεταβυζαντινή αρ­χιτεκτονική στην Ελλάδα, Αθήνα 2001, σ. 276-279· Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη, «Αστική αρχιτεκτονική», Βενετοκρατούμενη Ελλάδα. Προσεγγίζοντας την ιστορία της, τ. Α’, επιστ. διεύθυνση Χρύσα Μαλτέζου, Αθήνα – Βενετία 2010, σ. 407-431. Για την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική της περιόδου βλ. ενδεικτικά Αφροδίτη Αγοροπούλου-Μπιρμπίλη, «Η εκ­κλησία της Υπεραγίας Θεοτόκου Χρυσοπηγής στους Καστελλάνους Μέσης Κέρκυρας», Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση – Churches in Greece 1453-1850, τ. Ι, Αθήνα 1979, σ. 147-158· Χάρις Α. Καλλιγά, «Η εκκλησιαστική αρχιτεκτονική στην Μονεμβασία κατά την Β’ Ενετοκρατία και το καθολικό παρεκκλήσι της Αγίας Άννας», Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση, ό.π., σ. 245-256· Ιορδάνης Ε. Δημακόπουλος, «Η εκκλησία του Αγίου Ρόκκου στα Χανιά», Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση, ό.π., σ. 257-267· Αφροδίτη Αγοροπούλου-Μπιρμπίλη, «Η εκκλησία του Αγ. Ιωάννη του Πρόδρομου στην πόλη της Κέρκυρας», Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση, ό.π., τ. ΙΙ, Αθήνα 1982, σ. 99-110· Χάρις Α. Καλλιγά, «Ευαγή ιδρύματα και λατινικοί ναοί στη Μονεμβασία γύρω στο 1700», Ροδωνιά. Τιμή στον Μ. Ι. Μανούσακα, τ. Α’, Ρέθυμνο 1994, σ. 181-193· Κλή- μης Ασλανίδης – Χριστίνα Πινάτση, «Τρεις εκκλησίες της Β’ Ενετοκρατίας στο Λυγου- ριό», Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση, ό.π., τ. VI, Αθήνα 2002, σ. 13-32· Αφροδίτη Αγοροπούλου-Μπιρμπίλη, «Η αρχιτεκτονική των λατινικών εκκλησιών της Κέρκυρας και η θέση τους στον ιστό της πόλης κατά τη Βενετοκρατία», Ζ’Πανιόνιο Συνέδριο (Λευκάδα, 26-30Μαΐου 2002), Πρακτικά, τ. Β’, Αθήνα 2004, σ. 225-271.

[28]  A.S.V., Senato, Dispacci, Provveditori da Terra e da Mar, filza 846, αρ. 10 (Argos, li 25 Luglio 1694 s.n.). Η υπ’ αριθμ. 846 filza έχει άμεση αναφορά στην υπ’ αριθμ. 835 (rubricha) της ίδιας σειράς.

[29] Ο λατινικός ναός των Φραγκισκανών σημειώνεται στα σχέδια των οχυρώσεων της Ακροναυπλίας. Βλ. Νίκος Λιανός, «Οι τελευταίες οχυρωματικές επεμβάσεις στην Ακρο- ναυπλία κατά τη Δεύτερη Ενετοκρατία», Τεχνογνωσία στη λατινοκρατούμενη Ελλάδα, Ημερίδα / 8 Φεβρουαρίου 1997, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2000, σ. 146-147, 150 και υποσ. 14.

[30] Βλ. Μαλτέζου, «Ο λατινικός ναός του Αγίου Ανδρέα», ό.π., σ. 125-134· Αλέξης Μάλλιαρης, Η Πάτρα κατά τη βενετική περίοδο (1687-1715). Γη, πληθυσμοί, κοινωνία στη ΒΔ Πελοπόννησο, Βενετία 2008, σ. 99-100, 216-217.

[31] Δύο μεγάλα μουσουλμανικά τεμένη ξεχωρίζουν στην πόλη, στο σχέδιο του Ναυ­πλίου, του χειρογράφου της Βιβλιοθήκης Querini Stampalia της Βενετίας. Ένα τρίτο, κρί­νοντας από τον μιναρέ, βρισκόταν βορειότερα, στην Ακροναυπλία. Κεντρικό σημείο του σχεδίου αυτού είναι το Κάστρο με τα τείχη και τους πύργους του, ενώ στον οικισμένο χώρο οι κατοικίες αποδίδονται ομοιόμορφα, σχηματικά, και προβάλλονται τα δημόσια κτήρια και τα μεγάλα έργα. Βλ. Με την Αρμάδα στο Μοριά, ό.π., σ. 98-99. Στο σχεδιάγραμ­μα του Ναυπλίου, του κώδικα της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας, σημειώνονται δύο τεμένη, ένα στο κέντρο (υπ’ αριθμ. 23), το οποίο μάλιστα ορίζεται ως αποθήκη πυρο- μαχικών, και ένα άλλο στην Ακροναυπλία (υπ’ αριθμ. 30), ενώ προσδιορίζεται και η θέση του ναού του Αγίου Δομηνίκου (υπ’ αριθμ. 42). Βλ. Ιωάννα Στεριώτου, «Ο πόλεμος του Μοριά (1684-1697) και ο κώδικας της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας», Θησαυρί- σματα 33 (2003), σ. 272, 276, πίν. 2-3. Το Μεγάλο Τζαμί [(ως πρόσφατα κινηματογράφος «Τριανόν») με το τετρακιόνιο πρόπυλό του] ορίζεται στον χάρτη της εποχής (πριν από το 1704) του προνοητή Fr. Grimani. Βλ. σχετικά Κώστας Δανούσης, «Οι χάρτες του Ναυ­πλίου», Ναυπλιακά Ανάλεκτα 1 (1992), σ. 23. Το ίδιο τζαμί προσδιορίζεται ως ο ναός του Αγίου Αντωνίου, στον χάρτη του Bortolo Carmoy, της εποχής του Grimani (Kevin An­drews, Castles of the Morea, Άμστερνταμ 1978, σ. 247, πίν. xxiii· Κώστας Δανούσης, «Οι χάρτες», ό.π., σ. 24), στην ίδια θέση του προαναφερθέντος ναού του Αγίου Δομηνίκου.

[32] Τα δημόσια μέγαρα (palazzi) της πόλης προσδιορίζονται στον χάρτη του Bortolo Carmoy, της εποχής του Grimani (πριν από το 1701). Βλ. Andrews, Castles, ό.π., σ. 247, πίν. xxiii· Δανούσης, «Οι χάρτες», ό.π., σ. 24.

[33] Για την έννοια των particolari βλ. Ευτυχία Δ. Λιάτα, Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του από τον 17ο στον 18ο αι. Οικιστικά μεγέθη και κατανομή της γης, Αθήνα 2002, σ. 73­74, υποσ. 110.

[34] Τον proto publico ο Ντόκος αποδίδει ως πρωτομάστορα του Δημοσίου. Στην ανα­φορά του Grimani, το 1698, αναφέρεται ως κάτοικος στην Τριπολιτσά ο Mistro Dimitri Bachali Protto Publico. Κ. Ντόκος – Κατερίνα Βασιλάκη – Γ. Βιολιδάκης – Στέλλα Λε- μπέση – Μαρία Μάνδηλα – Δ. Μητουλάκης – Φωτεινή Πέρρα – Κ. Πεσλής, «Οι πελοπον- νησιακές πόλεις και η μεταστοιχείωση του πληθυσμού τους κατά τη Β’ Βενετοκρατία. Το παράδειγμα της Τριπολιτσάς», Εώα και Εσπέρια 5 (2001-2003), σ. 98, 128. Ως πρωτομά­στορας και επιβλέπων – επιστάτης της κατασκευής αποδίδεται από τον Ennio Concina, Pietre, Parole, Storia. Glossario della costruzione nelle fonti veneziane (secoli xv-xviii), Βενετία 1988, σ. 118. Η απόδοσή του ως αρχιεργάτη είναι μάλλον ατυχής. Πρβλ. Τάκης Μαύρος (μτφρ.), «Σπ. Λάμπρος, Εκθέσεις των Βενετών Προνοητών της Πελοποννήσου, ΔΙΕΕ τ. 4ος (1900), σ.σ. 448-532. 1701 8 OTTOBRE Relatione del Nob. Home Ser Fran­cesco Grimani Ritornato di Provveditor General Dell’Armi in Morea, IX», Δελτίο Ιστορι­κών Μελετών Ναυπλίου 4/57 (1993), σ. 50.

[35] Πολεοδομικά και οικοδομικά στοιχεία για το Ναύπλιο βλ. στο: Μάρω Καρδαμί- τση-Αδάμη, Πρόνοια. Ο πρώτος προσφυγικός συνοικισμός της ελεύθερης Ελλάδας, χ.τ. 2001, σ. 6-14.

[36] Λιάτα, Το Ναύπλιο, ό.π., σ. 91.

[37] A.S.V., Senato, Dispacci, Provveditori da Terra e da Mar, filza 846/1, Napoli di Romania (Grecia – Morea). Pianta del palazzo per l’arcivescovo e poi e diacono da eri- gersi dopo la demolizione di una serie di casette, Dis. a inchiostro su carta, all. al disp. 10 del 25.7.1694 Argos, prov. gen. Marino Michiel e alla scrittura del proto del 23.7.1694 con distinta. Βλ. εικ. 1.

[38] Στην προηγούμενη της εξεταζόμενης αναφορά του (υπ’ αριθμ. 9, Dal Campo dei Molini d’Argos, li 10 Luglio 1694 s.n.) ο Michiel σημείωνε την τοποθέτηση ενός ακόμη τοπογράφου στην κτηματογραφική υπηρεσία, χωρίς δυστυχώς να τον κατονομάζει. Βλ. Κωνσταντίνος Ντόκος – Γεώργιος Παναγόπουλος, Το βενετικό κτηματολόγιο της Βοστί- τσας, Αθήνα 1993, σ. xxxii.

[39]  Για τη μονάδα μέτρησης επιφανείας βενετικό πόδι (passo veneziano) βλ. Ντόκος – Παναγόπουλος, Το βενετικό κτηματολόγιο της Βοστίτσας, ό.π., σ. xlvi, lxx· Καρδαμίτση- Αδάμη, Πρόνοια, ό.π., σ. 9· Λιάτα, Το Ναύπλιο, ό.π., σ. 90-91· Αναστάσιος Αθ. Παναγιω- τόπουλος, «Μεσαιωνικής Μεσσηνίας ιστορικογεωγραφικά και Κοντοβουνίων οικιστικά», Ιστορικογεωγραφικά 10 (2004), σ. 63, υποσ. 304.

[40]  Σχετική περιγραφή βλ. J. C. Haskell, Urbanistica della Serenissima. A study of Urban Design in the Former Venetian Republic and its Overseas Territories, δακτυλογρα­φημένη διπλωματική εργασία – Master of Architecture, Department of Architecture and Quantity Surveying, Natal University, Durban 1971, σ. 186.

[41]  A.S.V., Senato, Dispacci, Provveditori da Terra e da Mar, filza 846, αρ. 10 (Argos, li 25 Luglio 1694 s.n.) συνημμένο 3.

[42]  A.S.V., Senato, Dispacci, Provveditori da Terra e da Mar, filza 846, αρ. 10 (Argos, li 25 Luglio 1694 s.n.) συνημμένο 1.

[43]  Η θέση του ορίζεται με ακρίβεια στο σχεδιάγραμμα της πόλης, καθώς και το υπό­μνημά του (υπ’ αριθμ. 23), το οποίο απόκειται στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη. Βλ. Στεριώτου, «Ο πόλεμος του Μοριά», ό.π., σ. 272, 276, πίν. 2-3. Πρβλ. Λιάτα, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 5.

[44] Στο Ναύπλιο υπήρχε Νοσοκομείο από την εποχή της φραγκοκρατίας, μετά από σχετική διαθήκη του Nerio Acciaiuoli. Βρισκόταν στους βορειοδυτικούς πρόποδες, έξω από τα τείχη της Ακροναυπλίας, και λειτουργούσε ως γυναικεία λατινική μονή. Κατά τη δι­άρκεια της δεύτερης βενετικής κυριαρχίας συνέχισε να υφίσταται ως Νοσοκομείο και εκεί θα μπορούσε, ενδεχομένως, να προσδιοριστεί η θέση του ναού του Αγίου Μάρκου. Γ ια την ίδρυση στρατιωτικών νοσοκομείων στις μεγάλες πόλεις του Βασιλείου, ίσως και στο Ναύ­πλιο, και τον κανονισμό τους, ο οποίος συντάχθηκε το 1693 από το Marin Michiel, βλ. Κα­τερίνα Κωνσταντινίδου, «Estesi con sentimento de pieta… Ένας κανονισμός λειτουργίας των στρατιωτικών νοσοκομείων της Πελοποννήσου (1693)», Θησαυρίσματα 33 (2003), σ. 285-301. Στο εξεταζόμενο έγγραφο, δυστυχώς, δεν ορίζεται το είδος του Νοσοκομείου.

[45]  Για τη θέση της βλ. Andrews, Castles, ό.π., σ. 98, 246, πίν. xxi· Θ. Κωστούρος, «Β’ Ενετοκρατία. Η Πόρτα της Στεριάς», Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου 7/96 (1996), σ. 143· Kevin Andrews, «Castles of the Morea: Nauplia», μτφρ. – εισαγωγή Κ. Δανούσης, Ναυπλιακά Ανάλεκτα 1 (1992), σ. 17· Δανούσης, «Οι χάρτες», ό.π., σ. 23.

[46] Βλ. επίσης Λιάτα, Το Ναύπλιο, ό.π., σ. 91.

[47] Για την ορολογία βλ. Concina, Pietre, Parole, Storia, ό.π., σ. 98. Στην παρούσα περίσταση πρόκειται προφανώς για ημιώροφο (ή πατάρι) χωρισμένο σε πέντε, κατά παρά­ταξη, μέρη και όχι για πέντε κατά ύψος ημιωρόφους.

[48] Για την κατοικία του Λατίνου αρχιεπισκόπου στην Κέρκυρα βλ. ενδεικτικά Αφρο­δίτη Αγοροπούλου-Μπιρμπίλη, Η αρχιτεκτονική της πόλεως της Κερκύρας κατά την πε­ρίοδο της Ενετοκρατίας, Αθήναι 1976, σ. 244-248. Εντυπωσιακή είναι η ομοιότητα της κάτοψης του κτηρίου, στα κύρια σημεία της, η τριμερής δηλαδή διαίρεση, με συμμετρικά διατεταγμένους, ως προς την κεντρική αίθουσα, ανά τρεις χώρους, από τους οποίους ο μεσαίος της μιας πλευράς είναι το λίθινο κλιμακοστάσιο. Βλ. επίσης Αφροδίτη Αγοροπού­λου-Μπιρμπίλη – Στυλιανός Μπιρμπίλης, «Το μέγαρο του Λατίνου αρχιεπισκόπου στην Κέρκυρα. Νεότερα στοιχεία», Ι’ Διεθνές Πανιόνιο Συνέδριο (Κέρκυρα, 30 Απριλίου – 4 Μαΐου 2014), υπό έκδοση.

[49] Για τα υλικά δομής, τα μεγέθη και τους τύπους των οικιών κατά την εξεταζόμενη περίοδο βλ. Παναγιωτόπουλος, «Μεσαιωνικής Μεσσηνίας ιστορικογεωγραφικά», ό.π., σ. 62-64. Επίσης Λιάτα, Το Ναύπλιο, ό.π., σ. 96.

[50] Το 1 passo cubo= 125 piedi cubi= 5,256 m3. Βλ. Concina, Pietre, Parole, Storia, ό.π., σ. 109.

[51] Ξύλινοι δοκοί (ruli di albeo), ξύλινες σανίδες (tole di albeo), σανίδες από λάρικα / πεύκο [(dette di Larese), οι οποίες διαφοροποιούνται μάλλον ως προς το μέγεθος από τις σανίδες ίδιου ξύλου (ponti di Larese)], σανίδες από έλατο (dette di Zapin), ψευδοδοκοί (chiave bastarde), μικρές δοκοί (morali). Βλ. Concina, Pietre, Parole, Storia, ό.π., σ. 59, 89, 99-100, 115, 127, 143-144, 155, όπου σημειώνονται και οι διαστάσεις των διάφορων δοκών. Το μήκος των ξύλινων σανίδων χαρακτήριζε και το μέγεθος των οικιών. Βλ. σχε­τικά Λιάτα, Το Ναύπλιο, ό.π., σ. 91-92, υποσ. 131, σ. 96. Άλλη ορολογία ξυλείας βλ. στο Μαλτέζου, «Ο λατινικός ναός του Αγίου Ανδρέα», ό.π., σ. 131.

[52] A.S.V., Senato, Dispacci, Provveditori da Terra e da Mar, filza 846, αρ. 10 (Argos, li 25 Luglio 1694 s.n.) συνημμένο 2.

[53] Για τον τρόπο καταγραφής βλ. Ντόκος – Βασιλάκη – Βιολιδάκης – Λεμπέση – Μάνδηλα – Μητουλάκης – Πέρρα – Πεσλής, «Οι πελοποννησιακές πόλεις», ό.π., σ. 90· Λιάτα, Το Ναύπλιο, ό.π., σ. 84-85.

[54] Το θέμα της κακής κατάστασης των οικοδομημάτων εξαιτίας του πολέμου αποτε­λεί κοινό τόπο στις αναφορές. Πρβλ. Λιάτα, Το Ναύπλιο, ό.π., σ. 96, 98.

[55] Πρόκειται για κάποιους ανώνυμους, με χαρακτηριστικό τον τόπο καταγωγής τους (unMalvasioto, unaAtheniese), ορισμένους με ονοματεπώνυμο (Domenico Baldini, Zuan- ne Pasqualetti, Zorzi Spagnolo, χήρα Gaitanu), κάποιους με όνομα και τόπο καταγωγής [Manoli diCandi<a>,Mardiza d’Attene (πρόκειται άραγε για τη διαθέτρια του 1713; Βλ. Ευτυχία Δ. Λιάτα, « Όψεις της κοινωνίας τ ’ Αναπλιού στις αρχές του 18ου αιώνα (Με αφορ – μή μια διαθήκη)», ΆνθηΧαρίτων, Ενετίησιν 1998, σ. 245-270)] και αξιωματικούς προσδι­οριζόμενους από τον βαθμό τους (Sargente delli artisti, Alfier di Schiavoni). Δεν θα ήταν παρακινδυνευμένο να θεωρηθεί ότι όλοι οι παραπάνω ήσαν έποικοι στο Βασίλειο. Παρου­σιάζεται με τον τρόπο αυτό, ένα μικρό δείγμα της σύνθεσης του πληθυσμού της πόλης. Πρβλ. Ντόκος – Βασιλάκη – Βιολιδάκης – Λεμπέση – Μάνδηλα – Μητουλάκης – Πέρρα – Πεσλής, «Οι πελοποννησιακές πόλεις», ό.π., σ. 91· Λιάτα, Το Ναύπλιο, ό.π., σ. 116-117.

[56] Σημειώνεται ο τρόπος ιδιοκτησίας (casa concessa, per gratia, il fondo per gratia, e da lei fabricata) ή η ενοικίαση του οικοπέδου από το δημόσιο (infondo dipublica raggi- one), καθώς και το ποσό του ενοικίου, το οποίο άλλωστε αποτελούσε δημόσιο αγαθό. Βλ. σχετικά Ντόκος – Παναγόπουλος, Το βενετικό κτηματολόγιο της Βοστίτσας, ό.π., σ. xviii· Ντόκος – Βασιλάκη – Βιολιδάκης – Λεμπέση – Μάνδηλα – Μητουλάκης – Πέρρα – Πε­σλής, «Οι πελοποννησιακές πόλεις», ό.π., σ. 94-96, 99-102, 107, 110· Λιάτα, Το Ναύπλιο, ό.π., σ. 57-59, 65-66, 86-87· Ντόκος – Αθανασοπούλου, Η πόλη της Βοστίτσας, ό.π., σ. 8-9, 18, υποσ. 11, σ. 21, υποσ. 12· Μάλλιαρης, Η Πάτρα, ό.π., σ. 102.

[57] A.S.V., Consultori in Jure, filza 146, φ. 398v.

[58] A.S.V., Consultori in Jure, filza 146, φ. 393.

[59] A.S.V., Consultori in Jure, filza 146, φ. 394-397v.

[60] Λάμπρος, «Εκθέσεις των βενετών Προνοητών της Πελοποννήσου», ό.π., σ. 228· Αγαμέμνων Α. Τσελίκας, «Μεταφράσεις βενετικών εκθέσεων περί Πελοποννήσου Γ’», Πελοποννησιακά 25 (1995), σ. 48.

[61] A.S.V., Compilazione delle Leggi, busta 190, Ecclesiastici in genere, φ. 93v-94 (101v-102).

[62]  A.S.V., Senato, Dispacci, Provveditori da Terra e da Mar, filza 952, αρ. 17 (Roma­nia, li 2 Novembre 1705 s.n.).

[63] A.S.V., Senato, Dispacci, Provveditori da Terra e da Mar, filza 952/4, Napoli di Romania (Grecia – Morea). Pianta del domo di Romania dedicato a S. Antonio con I’Arci- vescovato. Βλ. εικ. 2.

[64] Ντόκος – Παναγόπουλος, Το βενετικό κτηματολόγιο της Βοστίτσας, ό.π., σ. liii-liv.

[65] Η οικοδομή του Αρχιεπισκοπικού Μεγάρου θα μπορούσε να τοποθετηθεί στο με­γάλο κτήριο κοντά στην Πύλη της Ξηράς. Βλ. Δανούσης, «Οι χάρτες», ό.π., σ. 23· Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη, «Το έργο του Wulf Schaffer για το Ναύπλιο. (Λίγα στοιχεία για τη ζωή και το έργο του)», Ναυπλιακά Ανάλεκτα 3 (1998), σ. 14, 16.

[66]  Λάμπρος, «Εκθέσεις των βενετών Προνοητών της Πελοποννήσου», ό.π., σ. 746­747· Μαύρος (μτφρ.), «Σπύρου Λάμπρου, Έκθεση Αυγουστίνου Σαγρέδου», ό.π., σ. 171.

 

Δέσποινα Στεφ. Μιχάλαγα,

Ιστορικός, Λέκτωρ του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής

Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Στοιχεία φιλοκαλικής ποιμαντικής από τον Άγιο Μάξιμο Καυσοκαλύβη


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» μεταπτυχιακή φροντιστηριακή εργασία της Αργείας κας Θεοδώρας – Κωνσταντίνας Παπαδημητρίου με θέμα: «Στοιχεία φιλοκαλικής ποιμαντικής από τον Άγιο Μάξιμο Καυσοκαλύβη».

 

Στοιχεία φιλοκαλικής ποιμαντικής από τον Άγιο Μάξιμο Καυσοκαλύβη

 

Εισαγωγή – Η προέλευση του ησυχασμού – Η θέωση του Χριστιανού – Η ησυχαστική οδός (Ερημία και σιωπή – Ο ρόλος του πνευματικού πατέρα – Μετάνοια και ταπείνωση – Ακτημοσύνη – Άσκηση – Νηστείες – Αγρυπνίες – Σκληραγωγία) – Πνευματική Νήψη (Απάθεια – Καθαρότητα καρδιάς – Θεωρία – Θεοπτία – Νοερά προσευχή – Η διάκριση των σημείων της πλάνης και της χάριτος – Ιάσεις και θαύματα – Προφητικό χάρισμα – Προόραση – Θείες εμπειρίες) – Επίλογος – Βιβλιογραφία

 

  1. Πρόλογος

 

Η παρούσα φροντιστηριακή εργασία εκπονήθηκε κατά τη διάρκεια του β’ εξαμήνου του μεταπτυχιακού προγράμματος «Χριστιανική Αγωγή» και ειδικότερα στα πλαίσια του μαθήματος της Φιλοκαλικής Ποιμαντικής που διδάσκεται από την κ. Βαρβάρα Γιαννακοπούλου.

Μέσα από το γνωστικό αντικείμενο της Φιλοκαλικής Ποιμαντικής και την ένθερμη διδασκαλία της κ. Β. Γιαννακοπούλου συνειδητοποίησα τον γνήσιο σκοπό της σύγχρονης Ποιμαντικής. Ο οποίος είναι να οδηγεί τον σύγχρονο, κατατρεγμένο, συγχυσμένο, αγχώδη Ορθόδοξο Χριστιανό στο «καθ’ ομοίωση» με τον Πλάστη, δηλαδή στην πολυπόθητη Θέωση. Ακόμη κατανόησα την ουσιαστική και σωτηριώδη αξία του ησυχασμού ως ευθεία απάντηση στην αναζήτηση του σημερινού ανθρώπου και στη σύγχυση των πολλών κοσμοθεωριών και μυστικιστικών και αποκρυφιστικών συστημάτων.

Η οπτική μας θα εστιάσει στον Άγιο Μάξιμο Καυσοκαλύβη, ο οποίος ανήκει στους πατέρες της Φιλοκαλίας και στα ποιμαντικά στοιχεία του βίου και του έργου του. Πιο συγκεκριμένα θα δούμε την ποιμαντική διακονία του και πως κατάφερε ως πνευματικός ποιμένας να συνδέσει το ποίμνιο του με τον Αρχιποίμενα Ιησού Χριστό.

Θα ήθελα επίσης να εκφράσω τις ευχαριστίες μου στη διδάσκουσα κ. Β. Γιαννακοπούλου που μας εισήγαγε με τόση εν Χριστώ αγάπη και οικογενειακή θέρμη στον κόσμο της Φιλοκαλίας και άγγιξε της καρδιές μας.

  1. Εισαγωγή

 

Άγιος Μάξιμος Καυσοκαλύβης

Βασική πηγή του παρόντος πονήματος είναι η Φιλοκαλία, ως ανθολόγιο ή συλλογή πνευματικών κειμένων, γραμμένων στα ελληνικά ανάμεσα στον 4ο έως τον 14ο αιώνα. Φιλοκαλία σημαίνει αγάπη του κάλλους, αγάπη για κάθε ωραίο και καλό επομένως και για την πηγή κάθε ωραίου και καλού που είναι ο ζωοδότης Θεός. Ο ακριβής τίτλος του έργου αυτού είναι «Φιλοκαλία των αγίων Θεοφόρων πατέρων», όπου βλέπει κανείς πως ο νους καθαίρεται, φωτίζεται και τελειούται. Οι συγγραφείς της συλλογής αυτής ονομάζονται θεοφόροι πατέρες και νηπτικοί πατέρες.

Η αρχική δημοσίευση της Φιλοκαλίας και οι μετέπειτα μεταφράσεις της αποτέλεσαν ένα κίνημα πνευματικής ανανέωσης, αναγέννησης και διάδοσης του ησυχασμού. Ισχυρή επίδραση είχε στη Ρουμανία και τη Ρωσία. Ενδεικτικό θρησκευτικό κέντρο αποτέλεσε το 19ο αιώνα το μοναστήρι της Όπτινα απ’ όπου πέρασαν επίλεκτοι Ρώσοι διανοούμενοι όπως ο Ντοστογιέφσκι, ο Τολστόι κ.α. Αργότερα δε διαδόθηκε και στη Δύση όπου μελετήθηκε ως αυθεντικό έργο Ορθόδοξης πνευματικής παράδοσης.

Η μελέτη της Φιλοκαλίας σήμερα, αποτελεί κατά τη γνώμη μου μια επιστροφή στις ρίζες της Ορθοδοξίας. Ένα ταξίδι στα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας που τιμούν την Ιερά Παράδοση. Μία ματιά στην ιδεώδη κοινοτική ζωή και στην αδιάλειπτη προσευχή που διέδωσε άλλοτε ο Μέγας Βασίλειος και ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης. Μια προσέγγιση των μοναχών – ασκητών, που η ζωή τους ολόκληρη έχει γίνει προσευχή και που το πρόσωπο τους αντικατοπτρίζει ένα Φως φερμένο από αλλού. Ένα Φως που είναι η απέραντη Αγάπη.

«Η πνευματική διδασκαλία, όπου στηρίζεται η ζωή αυτών των μοναχών, ονομάζεται γενικά ησυχασμός. Η ησυχία πρέπει να εννοηθεί εδώ με πολλούς τρόπους. Και πρώτα πρώτα σημαίνει την υλική μόνωση κι σιωπή, που βοηθούν την κατάνυξη της ψυχής. Έπειτα σημαίνει την εσωτερική γαλήνη, που προκαλεί η νήψις. Η λέξη αυτή που σημαίνει την (πνευματική) εγκράτεια, δηλώνει την επαγρύπνηση πάνω στους λογισμούς, δηλαδή τις κακές υποβολές που τα πάθη γεννούν μέσα στην ψυχή και ευρύτερα, τον αποκλεισμό κάθε δραστηριότητας της φαντασίας και του εσωτερικού διαλόγου κατά την προσευχή. Τέλος εκφράζει την ειρήνη της ψυχής που συγκεντρώνεται στον εαυτό της με τη βοήθεια της γλυκύτητας που δοκιμάζει υπό την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος». [1]

Μελετώντας το ανεκτίμητο έργο «Η Περιπέτειες ενός προσκυνητή» εξερευνούμε την πνευματική παράδοση και παρατηρούμε πως ακόμα και οι στάσεις του σώματος είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τη μέθοδο πραγματοποίησης της προσευχής. Δηλαδή έχουμε μια αναπνευστική τεχνική της προσευχής σε συνδυασμό με την επανάληψη του Θείου ονόματος.

 

  1. Η προέλευση του ησυχασμού

 

«Ο πρώτος συγγραφέας που παρουσιάζεται στη Φιλοκαλία είναι ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας που ολόκληρη η Χριστιανική παράδοση ετίμησε ως τον ¨πατέρα των μοναχών¨… και μόνο το όνομα του Αντωνίου στη θέση αυτή έχει αξία συμβόλου». [2] Ο ίδιος αντιτάσσει το όπλο της αδιάλειπτης προσευχής έναντι του αόρατου πολέμου των πειρασμών και εφαρμόζοντας τον αναχωρητισμό, απομονώνεται και εδραιώνει την αντίληψη της πνευματικής ζωής που θα ακολουθήσουν αργότερα και οι υπόλοιποι θεοφόροι πατέρες.

Την ησυχαστική παράδοση συνέχισαν οι μοναχοί της ερήμου και οι Πατέρες της Εκκλησίας με γνώμονα την Αγία Γραφή και την Αποστολική παράδοση. Ανταποκρίθηκαν στις προκλήσεις των διαφόρων αιρέσεων, διαφύλαξαν ανόθευτο το δόγμα όπως επίσης περιφρούρησαν και το Χριστιανικό ποίμνιο. «Η διδασκαλία των πνευματικών δασκάλων της φιλοκαλικής παράδοσης, βασισμένη στο λόγο των προηγουμένων και ταυτόχρονα στην προσωπική τους πείρα, συνδεόταν οργανικά με τη μεγάλη θεολογία των Πατέρων της Εκκλησίας. Αυτοί μιλούσαν επίσης από την πείρα τους και τα χωρία τους με φιλοκαλικές απηχήσεις δεν λείπουν από τα θεολογικά τους έργα. Αν αυτά δεν περιλαμβάνονται στη Φιλοκαλία, το πνεύμα τους είναι παρόν παντού μέσα σ’ αυτήν, σαν μυστικό υφάδι που στηρίζει ολόκληρο το έργο».[3]

 

  1. Η θέωση του Χριστιανού

  

Η ησυχαστική πνευματικότητα είναι ουσιαστικά χριστιανική. Μελετώντας τη ζωή και τη διδασκαλία των αγίων «νηπτικών» βλέπουμε πως κατανοούσαν πλήρως την ανθρώπινη φύση τους, σωματική και πνευματική. «Διότι ο Θεός – Λόγος φωτίζει πάντα άνθρωπο (βλ. Ιω. 1,9) και σε κάθε ανθρώπινο νου δίδεται αυτό που ο άγιος Ιουστίνος (+165) αποκαλούσε ¨σπέρματα¨ του Λόγου». [4] Αυτή την ανοιχτή και ευμενή στάση, που παροτρύνει σε διάλογο, τη συναντάμε συχνά στους ησυχαστές που ζουν μια ευαγγελική ζωή. Η χριστιανική πίστη είναι για εκείνους το θεμέλιο της πνευματικής ζωής, που με εμπιστοσύνη και διαύγεια καρδιάς και πνεύματος γίνονται δέκτες της αποκαλύψεως του Κυρίου.

Γνωρίζουν «ότι ο τριαδικός Θεός, από αγάπη και για να τους κάμει μετόχους της χαράς Του, αποφάσισε να δημιουργήσει τον αόρατο κόσμο των αγγέλων και την ορατή οικουμένη με τον άνθρωπο ως βασιλέα και λειτουργό του… Δημιουργημένος με το σκοπό της θέωσης ο άνθρωπος, δεν είναι ωστόσο θείος από τη φύση του… Η αξία της ανθρώπινης ψυχής προέρχεται από το γεγονός πως είναι ικανή να θεωθεί… Η ψυχή είναι εικόνα του Θεού, διότι φέρει εγγεγραμμένη στο βάθος της την έννοια του καλού και μία έλξη για ότι είναι σύμφωνο με τον Θεό». [5] Η θέωση είναι ένα ελεύθερο δώρο του Θεού προς τον άνθρωπο που παρέχεται από την απέραντη αγάπη του Δημιουργού. Είναι δεδομένο πως ο άνθρωπος μπορεί να γίνει τέλειος και ολοκληρωμένος μόνο αν λάβει αυτό που ονομάζουν οι Πατέρες «δωρεά του Αγίου Πνεύματος», μετέχοντας έτσι στη Θεία φύση. Αυτός είναι και βασικός σκοπός της ποιμαντικής, να οδηγήσει τους ποιμενόμενους στο «καθ’ ομοίωση» με τον Πλάστη.

 

  1. Η ησυχαστική οδός

  

1. Ερημιά και σιωπή

  

Κατά τον ορθόδοξο Συναξαριστή ένας μοναχός χαρακτηρίζεται ησυχαστής, ερημίτης, αναχωρητής όταν ζει σε αυστηρή απομόνωση και αφοσιώνεται στην προσευχή και τη θεωρία. Προφανώς γι’ αυτό δεν είναι προσιτή και σε όλους. Οι μεγάλοι ησυχαστές βέβαια συμβούλευαν τους μαθητές τους να θέτουν ως θεμέλιο της πνευματικής τους προόδου, την υπακοή και την αδελφική αγάπη, μέσα στο πλαίσιο της κοινοβιακής ζωής.

 

2. Ο ρόλος του πνευματικού πατέρα

  

Οι ησυχαστές δάσκαλοι προτείνουν τη μεσολάβηση ενός πνευματικού πατέρα στον πνευματικό αγώνα κάθε πιστού. Ο μαθητής οφείλει στην πορεία να εξασκεί την υπακοή του στον πνευματικό πατέρα, σαν ιατρό της ψυχής, που έχει συμβολικά τη θέση του Χριστού. Στην περίπτωση του μοναχού σκοπός είναι να υποτάξει ολοκληρωτικά τη θέληση του στη Θεία θέληση, υπερπηδώντας το γιγάντιο εμπόδιο του εγωισμού.

 

3. Μετάνοια και ταπείνωση

 

«Διά της σταυρικής Θυσίας και Αναστάσεως του Μεγάλου Αρχιερέως και Αρχιποίμενος εδόθη και η χάρις της μετανοίας στον κόσμο». [6] Η συντριβή της καρδιάς είναι στενά συνδεδεμένη με την ταπείνωση. Από εκεί πηγάζει η πνευματική χαρά.

Προτού αρχίσει ο θεόφρων Άγιος την ασκητική ζωή ρώτησε τους ασκούμενους Αγίους Πατέρες ποια πολιτεία να διαλέξει. Εκείνοι τον συμβούλευσαν πρώτον να υποταχθεί σε ένα γέροντα και να γυμνασθεί. Έπρεπε με τα κατορθώματα της μακάριας υπομονής και ύστερα αφού βάλει καλό θεμέλιο την πέτρα του Χριστού την Θεία ταπείνωση, η οποία είναι η αρχή και η ρίζα των αρετών, να πάει και να αγωνιστεί μόνος του στην ησυχία. Τους άκουσε ο Άγιος και κάνοντας υπακοή υποτάχθηκε στον ηγούμενο του και συγκατοίκησε με τους λοιπούς αδελφούς.

Πρώτα δοκιμάστηκε στα κατώτερα διακονήματα, έπειτα τοποθετήθηκε να ψάλλει στο χορό της Εκκλησίας γιατί όταν ήταν νέος είχε μάθει μουσική. Καθώς έψαλλε έχυνε πολλά δάκρυα κατανύξεως και μετανοίας, ο μακάριος. Το ίδιο πάθαινε και με τα ιερά αναγνώσματα και ήταν όλος εκστατικός. Όλη καρδιά του ήταν αναμμένη από το Θείο πυρ και φλέγονταν τα σπλάγχνα του από τη Θεία Χάρη που κατοικούσε μέσα του.

Τα πρώτα χρόνια της ασκητικής ζωής του Αγίου Μάξιμου τον έλεγαν πλανημένο, τον αποστρέφονταν και τον έδιωχναν για να μη πλησιάσει κοντά τους. Αλλά ο ταπεινός και απλανής φωστήρας δέχτηκε με μεγάλη του χαρά να τον ονομάζουν πλανημένο και όχι άγιο. Υποκρινόταν πάντα πως είναι πλανημένος και όταν μιλούσε με άλλους έκανε πως είναι μωρός, για να αφανίσει με αυτόν τον τρόπο την υπερήφανη ανθρωπαρέσκεια, την οίηση και να καρποφορήσει την ταπεινοφροσύνη, η οποία φέρνει στον άνθρωπο τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό το λόγο δεν κατοικούσε σε έναν τόπο όπως οι άλλοι, αλλά ως πλανημένος μετακόμιζε από τόπο σε τόπο και όπου πήγαινε έφτιαχνε μικρή καλύβα από χόρτα, τόση ώστε να χωράει μόνο το πολύπαθο σώμα του. Μετά από λίγο την έκαιγε και πήγαινε σε άλλο μέρος και έφτιαχνε άλλη.

 

4. Ακτημοσύνη

 

Εφάρμοζε σε τέτοιο βαθμό την ακτημοσύνη, ώστε δεν απέκτησε ποτέ ούτε σκαλιστήρι, ούτε ντορβά, ούτε σκαμνί, ούτε τραπέζι, τσουκάλι ή αλεύρι, ή λάδι, ή κρασί ή ψωμί, ούτε κανένα άλλο από τα αναγκαία στη ζωή του ανθρώπου, αλλά περνούσε τη ζωή του σε ερήμους και άβατους τόπους. Έκαιγε την καλύβα του και έφευγε. Οι άλλοι όμως δε γνώριζαν τη Θεία Χάρη που τον σκέπαζε, την ελπίδα που τον δρόσιζε και την παντοτινή προσευχή που τον γλύκαινε.

 

5. Άσκηση – Νηστείες – Αγρυπνίες

  

Ο Άγιος Μάξιμος πήγαινε συχνά στον τότε Πατριάρχη Άγιο Αθανάσιο στην Κωνσταντινούπολη. Μάλιστα λόγω των γλυκύτατων λόγων του τον ονόμασε νέο Χρυσόστομο. Εκείνος προσπάθησε να τον βάλει στα κοινόβια που έφτιαξε στην Κωνσταντινούπολη. Ο Άγιος δεν ήθελε να αναχωρήσει από το ναό της Θεοτόκου εν Βλαχέρναις, όπου έμενε στα προαύλια. Εκεί με αγρυπνία και προσευχή αγωνιζόταν όλες τις νύχτες. Την ημέρα υποκρινόταν τον μωρό και φαινόταν στους ανθρώπους σαλός, ο κατά αλήθειαν σοφός, για να παραμένει ταπεινός.

Αργότερα  στο Άγιο Όρος ο Άγιος Μάξιμος υπέμεινε την πείνα και τη δίψα, τη γυμνότητα, τα κρύα, τους παγετούς του χειμώνα και τον καύσωνα του καλοκαιριού χωρίς να έχει σκέπη σπιτιού, χωρίς δεύτερο ένδυμα, χωρίς υποδήματα, χωρίς καμία υπόληψη. Σπάνια και από μεγάλη ανάγκη πήγαινε καμιά φορά σε κανένα αδελφό για να παρηγορήσει λίγο το σώμα του με ψωμί και αλάτι και με λίγο κρασί αν εύρισκε. Γι’ αυτό μπορούμε να πούμε ότι ο Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης ήταν «ως πετεινόν του ουρανού, ως άσαρκος εκατοικούσε εις εκείνη την έρημον». [7]

Κατά τον Θείο Παύλο, ο αείμνηστος Μάξιμος σταύρωσε τη σάρκα μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες. Είχε αγγελική διαγωγή, μεγάλη υπομονή, ολονύκτια στάση προσευχής, αένναα δάκρυα, αδιάκοπτη προσευχή, μετάνοια, ησυχία, πραότητα, ταπείνωση και έφτανε στο σημείο να χτυπά το κεφάλι του στο πετρώδες έδαφος ζητώντας συγχώρεση. Γι’ αυτό έγινε κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος σαν τον Πέτρο Αθωνίτη και τον Μέγα Αθανάσιο που ήθελε να μιμηθεί. Γι’ αυτό και ο νους του έφτανε σε θεωρία και έβλεπε αποκαλύψεις μυστηρίων. Όλοι οι γέροντες γνώριζαν ότι κατοικούσε μέσα του η Θεία Χάρη και τον έλεγαν τίμιο Μάξιμο και φωστήρα υπέλαμπρο.

 

7. Σκληραγωγία

 

Ο Γρηγόριος παρακάλεσε το Άγιο Μάξιμο να σταματήσει να καίει το κελί του και να συμμαζευτεί σε έναν τόπο καθώς έλεγε ο σοφός Ισαάκ ο Σύρος. Για να κάνει περισσότερο καρπό και να ωφελήσει και άλλους πολλούς, ως εμπειρότατος στην αρετή. Γιατί είχε φτάσει και στον Άγιο το γήρας και κόντευε ο θάνατος. Ο Γρηγόριος τον προέτρεψε να μεταδώσει το τάλαντο, δηλαδή το χάρισμα που έλαβε ο Άγιος από το Θεό και να διαδώσει το Θείο σπόρο της διδασκαλίας του στο λαό του Θεού, διά μέσου της κατοικίας του σε έναν τόπο. Αυτές τις συμβουλές του Θείου Γρηγορίου έμαθαν και οι άλλοι μεγάλοι γέροντες και συμφώνως τον συμβούλεψαν και αυτοί να καθήσει σε έναν τόπο. Βρήκε λοιπόν ο Άγιος Μάξιμος ένα σπήλαιο, έφτιαξε μια περίφραξη με κλαδιά και χορτάρια και το είχε για κελί του. Από δω και πέρα δε ξανά έκαψε την καλύβα του αλλά πέρασε εκεί την υπόλοιπη ζωή του με ακτημοσύνη και με υπεράνθρωπη άσκηση. Αργότερα έσκαψε και το μνήμα του κοντά στο κελί του, πήγαινε εκεί για την ακολουθία του Όρθρου και έκλαιγε ο Καυσοκαλύβης καθώς έψαλλε κάποια νεκρώσιμα εξαποστειλάρια που είχε φτιάξει ο ίδιος.

 

Άγιος Μάξιμος Καυσοκαλύβης

 

  1. Πνευματική Νήψη

  

1. Απάθεια – Καθαρότητα της καρδιάς

 

«Η όλη προσπάθεια της καταπολεμήσεως των παθών τείνει πάντοτε εις την δημιουργία της ψυχικής εκείνης καταστάσεως, η οποία καλείται απάθεια. Ο Νηπτικός οφείλει διά της αδιαλείπτου ασκητικής του προσπάθειας να φθάσει εις την κατάσταση εκείνη, καθ’ ην ουδέν πάθος πλέον θα είναι δυνατόν να εύρη τόπον εδραιώσεως εν τη ψυχή του». [8]

Ο Άγιος Μάξιμος παρουσίαζε γνωρίσματα άκρας απάθειας. Δεν ένιωθε ενόχληση κατά την ώρα της προσευχής από ότι και να συνέβαινε στον εξωτερικό κόσμο, η ψυχή του βρισκόταν σε ειρηνική κατάσταση και ήταν «δυσκίνητη προς την κακία», ήταν σε εγρήγορση ο νους και το σώμα του ακόμα και στον ύπνο, κάτι που μαρτυρούσε τη γνήσια ψυχική καθαρότητα του. Τα γνωρίσματα αυτά του χάρισαν διορατικότητα και προορατικότητα, που θα αναλύσουμε παρακάτω.

 

2. Θεωρία – Θεοπτία

  

Η εμφάνιση της Θεοτόκου στον Άγιο Μάξιμο στην κορυφή του Άθω

  

Την Κυριακή των Αγίων Πατέρων, που είναι μετά τη Θεία Ανάληψη εμφανίστηκε στον Άγιο η Θεοτόκος έχουσα αγκαλιά τον Κύριο και του είπε: «Ακολούθησε με πιστότατε Μάξιμε και ανέβα πάνω στον Άθω για να λάβεις τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, καθώς επιθυμείς». Βλέποντας δυο και τρεις φορές αυτή τη Θεία οπτασία, άφησε τη Μεγίστη Λαύρα και μετά από επτά ημέρες ανέβηκε στην κορυφή του Όρους το Σάββατο της Πεντηκοστής και πέρασε όλη τη νύχτα άγρυπνος.

Έμεινε εκεί μόνος τρία μερόνυχτα προσευχόμενος αδιαλείπτως στο Θεό και στη Θεοτόκο δια μέσου της νοεράς προσευχής. Εκεί δέχτηκε πειρασμούς, φαινόταν ότι γίνονταν βροντές και αστραπές, ότι γινόταν σεισμός και ξεκολλούσαν πέτρες από τα βουνά. Όλα αυτά ήταν φανταστικά μέσα στη νύχτα για να τον φοβίσουν οι δαίμονες. Την ημέρα άγριες φωνές ακούγονταν και ταραχές σαν να υπήρχε κοντά πλήθος ανθρώπων. Φαίνονταν πολλοί άσχημοι άνθρωποι να ανεβαίνουν στο Όρος, να ορμούν στον Άγιο με σφεντόνες και κοντάρια για να τον κατεβάσουν από την κορυφή γιατί δεν υπέφεραν οι κατάρατοι να κατοικήσει εκεί. [9]

Ο Άγιος Μάξιμος έχοντας τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος και με αδιάλειπτη νοερά προσευχή παρακαλούσε το Θεό και τη Θεοτόκο την ανάδοχο του και προστάτη. Τότε λοιπόν εμφανίστηκε σε αυτόν η Θεοτόκος με πολλή δόξα σα βασίλισσα, κρατώντας πάλι στα χέρια της τον Υιό της, το δημιουργό πάσης της Κτίσεως. Την αναγνώρισε ο Άγιος από το εξαίσιο και Θείο εκείνο φως που έλαμπε και φώτιζε τριγύρω όλα τα μέρη εκείνα, κατάλαβε ότι ήταν Θεία Οπτασία και αληθινή εμφάνεια της Θεοτόκου. Την δοξολόγησε με άρρητη χαρά και είπε: «Χαίρε και Χαριτωμένη, ο Κύριος με τα σου». Έπεσε, προσκύνησε τον Κύριο και την Κυρία Θεοτόκο και δέχτηκε την ευλογία του Κυρίου. Άκουσε από την Παναγία να του λέει να πάρει τη Χάρη κατά τον δαιμόνων, ως σεπτός αθλοφόρος και να κατοικήσει στους πρόποδες της κορυφής του Άθω, γιατί αυτό είναι το θέλημα του Υιού της, για να ανεβεί σε ύψος αρετής και να γίνει δάσκαλος και οδηγός σε πολλούς και να τους σώσει. Μετά από αυτά του δόθηκε άρτος ουράνιος για τροφή αφού ήταν τόσες μέρες νηστικός.

Ευθύς μόλις πήρε τον άρτο και τον έβαλε στο στόμα του, τον περικύκλωσε άνωθεν Θείο Φώς και ακούστηκε Αγγελικός ύμνος. Η Θεοτόκος ανέβηκε στα ουράνια και ήταν τόση η λάμψη και η ευωδία που έμεινε στην κορυφή του όρους, ώστε ο Άγιος έμεινε εκστατικός και δεν ήθελε να κατέβη και να στερηθεί την ευωδία εκείνη και τη λάμψη. Μετά από τρεις ημέρες κατέβηκε, σύμφωνα με την προσταγή της Θεοτόκου και πήγε στον Ναό της. Μετά από μέρες ανέβηκε πάλι στην κορυφή και ζητούσε με δάκρυα τη Θεία εμφάνιση της. Είδε μόνο φως και μύρισε την ίδια ευωδία γεμίζοντας από χαρά και ευφροσύνη άρρητη. Το ίδιο έγινε δύο και τρεις φορές αλλά τη Θεοτόκο δεν την είδε ξανά όπως την πρώτη φορά.

 

3. Η νοερά προσευχή

  

«Μέσο αυτοδιαποιμάνσεως του πνευματικού ποιμένος προς ένωση με τον Αρχιποίμενα και καρποφορία ποιμαντική είναι η νήψη και αδιάλειπτος προσευχή. Οι εξ Ονόματος του Αρχιποίμενος ασκούντες την ποιμαντορία καρποφορούν διά της μυστικής ενώσεως τους μετ’ Αυτού, μένοντες εν Αυτώ, ως το κλήμα εν τη αμπέλω, προσευχόμενοι και επικαλούμενοι, το όνομα Αυτού». [10] Την αδιάλειπτη προσευχή, πρώτος απ’ όλους, δίδαξε ο Ιησούς με το έξοχο παράδειγμα Του.

Όπως γνωρίζουμε οι ανθολόγοι των φιλοκαλικών κειμένων, όπως και ο Άγιος Μάξιμος ο Καψοκαλύβης, θέλησαν να τονίσουν την αξία της νοεράς προσευχής. Για το λόγο αυτό επιλέχτηκε το μέρος εκείνο του ασκητικότατου βίου του, που η Θεοτόκος του δώρισε το χάρισμα της αδιαλείπτου, αυτοκινήτου και δια Πνεύματος Αγίου, καρδιακής προσευχής. Συνεπώς μας δημιουργείται η εξής απορία: υπάρχει άραγε δυναμικότερη απόδειξη, για τη σημασία της προσευχής του Ιησού, από τη δωρεά της Θεοτόκου στον πιστό δούλο της Μάξιμο;

Ο ίδιος έλεγε πως παρόλο που ήταν μέσα σε πολλούς ανθρώπους, ήταν σαν να βρίσκεται μόνος στην έρημο και έκανε αδιαλείπτως νοερά προσευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον με», κινούμενη πάντοτε μέσα στην καρδιά του μαζί με το νου, κάτι που είναι σπάνιο και δυσκολοεύρετο. Από μικρό παιδί είχε το χάρισμα της προσευχής, με αρετή και ευλάβεια στην Υπεραγία Θεοτόκο.

Για να κατανοήσουμε αυτό το υπερφυσικό γεγονός, θα μελετήσουμε το διαφωτιστικό διάλογο του Αγίου Μάξιμου με το μεγάλο δάσκαλο της νοεράς προσευχής Άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη, έναν από τους ελάχιστους θεωρητικούς μοναχούς που επιδίδονταν στην νοερά προσευχή την εποχή εκείνη. Το παρακάτω κείμενο αποτελεί διαμάντι της Φιλοκαλίας που άφησε πνευματικό πλούτο και εκτεταμένη θεολογική γραμματεία για τη νοερά προσευχή.

 

Σύναξις Αγιορειτών Αγίων. Στο κέντρο ο Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης.

 

«Ανταμώνοντας ο Θείος Γρηγόριος ο Σιναΐτης τον Άγιο Μάξιμο κι συνομιλώντας με αυτόν, ανάμεσα στα άλλα του λέει και τούτο:

 

-Σε παρακαλώ, τιμιότατε πάτερ, να μου πεις, κρατάς τη νοερά προσευχή;

Και εκείνος χαμογέλασε λίγο και του λέει:

Δε θα σου κρύψω, τίμιε πάτερ, το θαύμα της Θεοτόκου που έγινε σ’ εμένα. Εγώ από τη νεότητα μου είχα πολλή πίστη στην Κυρία μου Θεοτόκο και την παρακαλούσα με δάκρυα να μου δώσει αυτή τη χάρη της νοεράς προσευχής. Μία μέρα πήγα στο ναό της, καθώς είχα συνήθεια, και την παρακαλούσα πάλη με άμετρη θερμότητα καρδιάς κι εκεί που ασπαζόμουν με πόθο την αγία της εικόνα, ευθύς αισθάνθηκα στο στήθος μου και στην καρδιά μου μια θερμότητα και φλόγα, η οποία ήρθε από την αγία εικόνα και δεν με έκαιγε αλλά με δρόσιζε και με γλύκαινε κι έφερνε στην ψυχή μου μεγάλη κατάνυξη. Από τότε πλέον, πάτερ, άρχισε η καρδιά μου να λέει από μέσα την προσευχή και ο νους μου να γλυκαίνεται στην ενθύμηση του Ιησού μου και της Θεοτόκου μου και να έχει πάντοτε την ενθύμηση τους. Και πλέον από εκείνο τον καιρό δεν έλειψε η προσευχή από την καρδιά μου συγχώρεσε με.

Και ο θείος Γρηγόριος του λέει:

-Πες μου, άγιε, καμία φορά όταν έλεγες την ευχή του ¨Κύριε Ιησού Χριστέ¨, σου συνέβη αλλοίωση θεϊκή ή έκσταση ή κανένας άλλος καρπός του Αγίου Πνεύματος;

Και ο θείος Μάξιμος του είπε:

Ω πάτερ, για τούτο πήγαινα σε έρημο τόπο και ποθούσα την ησυχία πάντοτε, για να απολαύσω περισσότερο τον καρπό της προσευχής, ο οποίος είναι μια αγάπη υπερβολική στο Θεό και μια αρπαγή του νου στον Κύριο.

Και ο Άγιος Γρηγόριος του λέει:

-Σε παρακαλώ, πάτερ, να μου πεις, τα έχεις αυτά που είπες;

Και ο θείος Μάξιμος χαμογέλασε πάλι και του λέει:

Δος μου να φάω και μην εξετάζεις την πλάνη μου.

Τότε του λέει ο θείος Γρηγόριος:

-Μακάρι να είχα κι εγώ την πλάνη σου, άγιε όμως σε παρακαλώ να μου πεις, εκείνη την ώρα που θα αρπαχθεί ο νους σου στο Θεό, τι βλέπει με τους νοερούς οφθαλμούς; Μπορεί τότε ο νους ν’ ανεβάσει μαζί με την καρδιά την προσευχή;

Και ο άγιος Μάξιμος του αποκρίθηκε:

Όχι δεν μπορεί, γιατί όταν έρθει η χάρη του Αγίου Πνεύματος στον άνθρωπο διά μέσου της προσευχής, τότε παύει πλέον η προσευχή, επειδή ο νους κυριεύεται όλος από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και δεν μπορεί να ενεργήσει τις δυνάμεις του, αλλά μένει αργός και υποτάσσεται μόνο στο Άγιο Πνεύμα και Αυτό τον πηγαίνει όπου θέλει, ή σε άυλο αέρα θείου φωτός ή σε άλλη ανεκδιήγητη θεωρία ή και συχνά σε συνομιλία θεϊκή. Και γενικά, καθώς θέλει ο Παράκλητος, το Άγιο Πνεύμα, έτσι παρηγορεί τους δούλους Του καθώς ταιριάζει στον καθένα, έτσι του δίνει τη χάρη του. Και τούτο που λέω μπορεί να το δει κανείς φανερά στους Προφήτες και Αποστόλους, οι οποίοι αξιώθηκαν να δουν τόσες θεωρίες και οι άνθρωποι τους περίπαιζαν και τους είχαν για πλανεμένους και μεθυσμένους. Και ο προφήτης Ησαϊας είδε τον Κύριο πάνω σε θρόνο υψηλό και ένδοξο και γύρω Του τα Σεραφείμ και ο πρωτομάρτυρας Στέφανος είδε τους ουρανούς ανοιγμένους και τον Ιησού στα δεξιά του Πατέρα κλπ.

Με τον ίδιο τρόπο τώρα οι δούλοι του Χριστού αξιώνονται να βλέπουν διάφορες θεωρίες, τις οποίες μερικοί δεν τις πιστεύουν, μήτε τις δέχονται με κανένα τρόπο για αληθινές, αλλά τις έχουν για πλάνη κι εκείνους που τις βλέπουν τους έχουν για πλανεμένους. Και σε τούτο θαυμάζω πολύ και απορώ, πως πωρώθηκαν οι άνθρωποι εκείνοι και σαν τυφλοί στην ψυχή, δεν πιστεύουν εκείνο που ο αψευδής Θεός με το στόμα του προφήτη Ιωήλ υποσχέθηκε να δώσει στους πιστούς λέγοντας ότι «θα χύσω από τη χάρη του Πνεύματος μου σε κάθε πιστό και στους δούλους μου και στις δούλες μου». Τη χάρη αυτή ο Κύριος μας την έδωσε και τη δίνει και τώρα και θα τη δίνει ως τη συντέλεια, κατά την υπόσχεση Του, σε όλους τους πιστούς δούλους Του. Όταν λοιπόν η χάρη αυτή του Αγίου Πνεύματος έρθει σε κανένα, δεν του δείχνει τα συνηθισμένα, μήτε τα αισθητά του κόσμου τούτου, αλλά εκείνα που δεν είδε ποτέ του μήτε τα φαντάστηκε και τότε ο νους του ανθρώπου εκείνου διδάσκεται από το Άγιο Πνεύμα μυστήρια υψηλά και απόκρυφα, τα οποία, κατά το θείο Παύλο, δεν μπορεί να τα δει μάτι ανθρώπου, μήτε νους ανθρώπου μπορεί να τα συλλογιστεί από μόνος του ποτέ. Και για να καταλάβεις πως τα βλέπει ο νους μας, στοχάσου αυτό που θα σου πω. Το κερί όταν είναι μακριά από τη φωτιά είναι στερεό και πιάνεται, όταν όμως το βάλεις στη φωτιά λιώνει κι εκεί μέσα στη φλόγα καίγεται και ανάβει και γίνεται όλο φως κι έτσι τελειώνει όλο μέσα στη φωτιά και δεν είναι δυνατό να μη λιώσει μέσα στη φωτιά και να μη γίνει σαν νερό. Έτσι κι ο νους του ανθρώπου, όταν είναι μόνος χωρίς να ενωθεί με το Θεό, εννοεί όσα αντιστοιχούν στη δύναμη του, όταν όμως πλησιάσει στο πυρ της Θεότητας και στο Άγιο Πνεύμα, τότε πλέον κυριεύεται ολωσδιόλου από εκείνο το θεϊκό φως και γίνεται όλος φως κι εκεί μέσα στη φλόγα του Παναγίου Πνεύματος ανάβει και λιώνει από τα θεία νοήματα και δεν είναι δυνατό εκεί μέσα στο πυρ της Θεότητας να εννοεί τα δικά του κι εκείνα που θέλει».[11]

 

4. Η διάκριση των σημείων της πλάνης και της χάριτος.

 

Τότε του λέει ο θείος Γρηγόριος:

-Είναι και άλλα, Καυσοκαλύβη μου, που να μοιάζουν με αυτά αλλά να είναι της πλάνης;

Και ο μέγας Μάξιμος του αποκρίθηκε:

-Άλλα είναι τα σημάδια της πλάνης κι άλλα της χάρης. Το πονηρό πνεύμα της πλάνης, όταν πλησιάσει στον άνθρωπο, του συγχίζει το νου και τον αγριεύει, κάνει την καρδιά σκληρή και τη σκοτίζει, προξενεί δειλία και φόβο και υπερηφάνεια, του αγριεύει τα μάτια, ταράζει το μυαλό, προκαλεί ανατριχίλα σε όλο το σώμα, του δείχνει κατά φαντασίαν στα μάτια φως όχι λαμπρό και καθαρό, αλλά κόκκινο, του κάνει το νου έξω φρενών και δαιμονιώδη, τον παρακινεί να λέει με το στόμα του λόγια άπρεπα και βλάσφημα κι εκείνος που βλέπει το πνεύμα αυτό της πλάνης, οργίζεται συχνά κι είναι γεμάτος από θυμό και διόλου δε γνωρίζει την ταπείνωση, μήτε το αληθινό πένθος και τα δάκρυα, αλλά πάντοτε καυχιέται για τα καλά του και κενοδοξεί και χωρίς συστολή και φόβο Θεού βρίσκεται παντοτινά μέσα στα πάθη. Και τελικά βγαίνει ολότελα από τα λογικά του και φτάνει σε τέλεια απώλεια. Από αυτή την πλάνη είθε να μας γλυτώσει ο Κύριος με τις ευχές σου.

Αλλά τα σημεία της χάρης είναι αυτά όταν πάει στον άνθρωπο η Χάρη του Παναγίου Πνεύματος, του συνάγει το νου και τον κάνει να είναι προσεκτικός και ταπεινός του φέρει την ενθύμηση του θανάτου και των αμαρτημάτων του και της μέλλουσας κρίσεως και της αιώνιας κολάσεως και του κάνει την ψυχή ευκολοκατάνυκτη, να κλαίει και να πενθεί κάνει και τα μάτια του ήμερα και γεμάτα δάκρυα και όσο πλησιάζει στον άνθρωπο, τόσο του ημερεύει την ψυχή και την παρηγορεί δια μέσου των αγίων παθών του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και της άπειρης φιλανθρωπίας Του. Και προξενεί στο νου υψηλές και αληθινές θεωρίες για την ακατανόητη δύναμη του Θεού, πως μ’ ένα λόγο έφερε τα πάντα από το μη ον στο είναι για την άπειρη Του δύναμη που συγκρατεί και κυβερνά τα πάντα κι έχει την πρόνοια όλων για το ακατανόητο της Αγίας Τριάδος και για το ανεξιχνίαστο πέλαγος της θείας ουσίας κλπ. Και όταν αρπαχθεί ο νους του ανθρώπου από εκείνο το θείο φως και φωτιστεί με το φωτισμό της θείας γνώσεως, γίνεται η καρδιά του γαλήνια και πραότατη και αναβρύζει τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος τη χαρά, την ειρήνη, τη μακροθυμία, την καλοσύνη, τη συμπάθεια, την αγάπη, την ταπείνωση κλπ. και απολαμβάνει η ψυχή του μια αγαλλίαση απερίγραπτη.

 

Ακούγοντας αυτά ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης έμεινε εκστατικός και θαύμαζε για εκείνα που του έλεγε ο θείος Μάξιμος, και  πλέον δεν τον ονόμαζε άνθρωπο αλλά επίγειο άγγελο». [12]

 

5. Ιάσεις και Θαύματα του Αγίου Μάξιμου του Καυσοκαλύβη

 

«Οι ιάσεις ψυχών και σωμάτων και τα ποικίλα θαύματα είναι μια μορφή της Αποκαλύψεως του Θεού στον κόσμο, είναι σημείο της παρουσίας και βασιλείας Του, το προανάκρουσμα του τελικού θριάμβου επί της φθοράς και του θανάτου. Διά τούτο το κήρυγμα της Βασιλείας του Ιησού συνωδεύετο από ιάσεις και θαύματα». [13]

Και μόνο με το λόγο του, ο Άγιος Μάξιμος, γιάτρευε πολλούς ανθρώπους, ακόμα και τα δαιμόνια έδιωχνε από τους δαιμονισμένους. Τους ζητούσε να απέχουν από τη μνησικακία, την αδικία, την επιορκία, τη μέθη και την πορνεία. Βασική συμβουλή του ήταν να νηστεύουν το κρέας, να δίνουν με όλη την καρδιά τους ελεημοσύνη, να μετανοούν και να μεταλαμβάνουν τα άχραντα Μυστήρια για να υγιαίνουν πάντοτε.

Ακόμα και κάποιο μοναχό Μερκούριο παρεκίνησε κάποτε να διώξει το δαιμόνιο από ένα δαιμονισμένο. Μπροστά στον Άγιο ο μοναχός θεράπευσε το δαιμονισμένο με το όνομα του Ιησού Χριστού.

Ο Άγιος Μάξιμος κάποτε συνάντησε στη στράτα του έναν υποτακτικό κάποιου γέροντος που έπασχε κακώς από δαιμόνιο. Του ζήτησε να κάνει τέλεια υπακοή στο γέροντα του, να απέχει από τυρί και κρασί και ότι θα θεραπευτεί στο όνομα του Ιησού Χριστού. Πραγματικά ως θαύμα ο υποτακτικός με τα λόγια αυτά θεραπεύτηκε.

Μια άλλη φορά ένας μοναχός ήθελε να ταξιδεύσει στην Κωνσταντινούπολη με ένα καΐκι. Ο Άγιος όμως δεν τον άφησε γνωρίζοντα τον κίνδυνο. Πραγματικά το καΐκι αυτό βυθίστηκε στη θάλασσα με όλους τους επιβάτες του.

Μία μέρα ήρθε το λιμάνι της Λαύρας ένα καΐκι και οι άνθρωποι του πήγαν να συναντήσουν τον Άγιο, όμως είχαν μαζί τους ένα δαιμονισμένο, που είχε το δαιμόνιο της αχορτασίας. Έτρωγε δηλαδή κάθε μέρα το φαγητό πέντε αντρών και πάλι δε χόρταινε. Οι συνοδοί του τον έριξαν στα πόδια του Αγίου και παρακαλούσαν να τον ελευθερώσει από το δαιμόνιο. Τότε ο Άγιος πήρε ένα παξιμάδι και το έδωσε στον πάσχοντα λέγοντας του: Στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού , τόσο να τρως, να χορταίνεις και να ειρηνεύεις. Από τότε ο πάσχων ελευθερώθηκε από το δαιμόνιο της αχορτασίας και δεν έτρωγε περισσότερο από την ποσότητα του παξιμαδιού εκείνου που του έδωσε ο Άγιος. Μάλιστα έγινε μοναχός και κάθησε κοντά στον Άγιο, πρόκοψε οδηγούμενος από τη Θεία Χάρη και έγινε άριστος μοναχός.

Για να αποκαλυφθεί πως η χάρη του Αγίου Πνεύματος μένει αχώριστη από το Θείο Λείψανο του Αγίου έχουν καταγραφεί συγκεκριμένα θαύματα. [14] Κάποιος μοναχός Διονύσιος Κοντοστέφανος, αφού έπασχε από σφοδρούς πόνους στο κεφάλι επί πολλές μέρες, προσέτρεξε στον τάφο του Αγίου και παρακαλώντας τον με μεγάλη πίστη και δάκρυα να του δώσει την υγεία του, αποκοιμήθηκε λίγο και ξυπνώντας από θαύμα βρέθηκε υγιής και δόξαζε τον Άγιο. Πήρε δε στα χέρια του και λίγο χώμα από τον τάφο του Αγίου και μύρο ανάβλυσε θαυμάσιο που γέμισε από άρρητη ευωδία τις αισθήσεις του. Ακόμα και ο Άγιος Νικόδημος, που είχε δει ο ίδιος τον Άγιο Μάξιμο να πετάει στον αέρα, ασθένησε βαριά και έφτασε ως το θάνατο. Τότε επικαλέστηκε με δάκρυα τον Άγιο Μάξιμο, ο οποίος του φανερώθηκε σε όνειρο, τον γιάτρεψε και έζησε δοξάζοντας το Θεό και τον Άγιο γιατί ήταν σχεδόν νεκρός και αναστήθηκε.

 

6. Προφητικό Χάρισμα – Προόραση

 

Όπως γνωρίζουμε η διόραση είναι η φυσική γνώση που είχε ο άνθρωπος από τη δημιουργία του, πριν όμως τα πάθη σκοτίσουν τον νου του. «Η προόραση όμως είναι υπέρ φύση γνώση, που κατά χάρη δίδεται στους άξιους». [15]

 Ο Άγιος Μάξιμος ήταν τόσο καταπλουτισμένος ο μακάριος από τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, ώστε και τα μακρά όντα έβλεπε σαν να ήταν πλησίον και τα άδηλα και μέλλοντα προεγνώριζε και προέλεγε σα να ήταν παρόντα.

Ένας μοναχός που ονομαζόταν Βαρλαάμ, ήταν υποτακτικός κάποιου γέροντα. Ο Άγιος Μάξιμος τον επέπληξε για τη σκληρότητα και την παρακοή που έδειχνε στο γέροντα του και του είπε από αυτά τα πταίσματα σου θα έχεις κακό τέλος, θα πεθάνεις από κρύο και παγετό, το οποίο έγινε και βγήκε αληθινή η προόραση του Αγίου.

Σε έναν άλλο μοναχό που ονομαζόταν Αθανάσιο, προείπε ο Άγιος ότι θα θανατωθεί από τους Ισμαηλίτες. Και αυτή η προφητεία εκπληρώθηκε τελικά.

Ακόμα και τον ερχομό των βασιλέων προεγνώριζε και έλεγε πως οι Ρωμαίοι θα έρθουν σε μένα για να ακούσουν προφητείες και να λάβουν πρόγνωση των μελλόντων και όχι για να ωφεληθούν. Πέρασε λίγος καιρός και ήρθε σε αυτόν ο Ιωάννης Κατακουζηνός και ο Ιωάννης ο Παλαιολόγος που ήταν βασιλεύοντες. Ο Άγιος προφήτευσε για αυτούς όλα εκείνα που έμελε να τους ακολουθήσουν, λέγοντας τους να υπομείνουν όλα τα επερχόμενα λυπηρά. Έπειτα τους δίδαξε πολλά ψυχωφελή και κατάλληλα πράγματα για βασιλείς. Όταν θα αναχωρούσαν είπε στον Κατακουζηνό ότι θα γίνει ηγούμενος σε μοναστήρι και στον Παλαιολόγο ότι η βασιλεία του θα είναι μακρά αλλά ασήμαντη και ότι θα του φέρει πολλές ταραχές. Μετά από αυτά τους αποχαιρέτησε λέγοντας «χαίρετε και υπάγετε εν ειρήνη». Πέρασε λίγος καιρός και έστειλε στην Κωνσταντινούπολη προς τον Κατακουζηνό ένα παξιμάδι, ένα κρεμμύδι και ένα σκόρδο. Με αυτά τα προμήνυε ότι θα γίνει μοναχός. Όπως και έγινε γιατί ύστερα από λίγο καιρό καταπιέστηκε από τον Παλαιολόγο και έγινε χωρίς να θέλει μοναχός. Έφαγε τότε το παξιμάδι, θυμήθηκε τον Άγιο και τον θαύμαζε. Ομοίως και ο Παλαιολόγος έβλεπε τα πράγματα να γίνονται όπως τα είχε προφητεύσει ο άγιος και τον θαύμαζε βαθιά.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης το περιστατικό κατά ο οποίο ο Πατριάρχης Κάλλιστος πηγαίνοντας με κληρικούς του στη Σερβία για την ένωση και την ειρήνη της Εκκλησίας, πέρασε από το Άγιο Όρος και πήγε στην καλύβα του Αγίου Μάξιμου για να τον δει. Ο Άγιος βγήκε να τον προϋπαντήσει και έλαβε την ευλογία του. Μετά τον ασπασμό έψαλλε το «Μακάριοι οι άμωμοι εν οδώ…» προμηνύοντας με αυτό το θάνατο και την ταφή τους. Πράγματι, πηγαίνοντας ο Πατριάρχης και οι κληρικοί του στη Σερβία, δηλητηριάστηκαν όλοι, πέθαναν και τάφηκαν στην εκκλησία των Σέρβων. Έτσι έλαβε τέλος η προφητεία του Αγίου γι’ αυτούς.

Άλλοτε πάλι πήγαν στον Άγιο δυο μοναχοί. Μετά τα συνομιλία τους, πήρε ένα παξιμάδι τους το έδωσε και τους είπε να πάνε το γρηγορότερο στο μοναστήρι του Δωρόθεου για να μη κινδυνέψουν στη στράτα τους από το χειμώνα. Εκείνοι παραξενεύτηκαν γιατί ήταν καιρό τρύγου και δε φαινόταν ούτε σύννεφο. Πριν όμως φτάσουν στο μοναστήρι του Δωρόθεου σηκώθηκε βίαιος άνεμος και έγινε φοβερή μεταβολή στον ουρανό. Ακολούθησε πλήθος από αστραπές, βροντές, χαλάζι, βροχή και σταμάτησε ο τρύγος γιατί εξαφάνισε τα ατρύγητα αμπέλια, διαλύοντας τα τελείως. Αφού τα είδαν όλα αυτά οι μοναχοί διακήρυτταν σε όλους την προφητεία του Αγίου.

Ένας μοναχός Λαυριώτης που λεγόταν Ιάκωβος, ήρθε τον Άγιο και του ζητούσε να του φτιάξει ένα γράμμα που θα τον βοηθούσε να βρει χρήματα για να τερματίσει τη σκλαβιά του αδερφού του. Ο Άγιος αφού αρχικά τον υπέμεινε, μετά του είπε αυστηρά να πάει να βγάλει τα εξήντα φλουριά του από τον τοίχο του πύργου που τα είχε κρυμμένα και να τα δώσει για να εξαγοράσει την ελευθερία του αδερφού του. Επίσης τον προειδοποίησε να μην είναι πλεονέκτης και ψεύτης. Ακούγοντας αυτά ο Ιάκωβος, ομολόγησε την αλήθεια, ζήτησε συγχώρεση από τον Άγιο για το τόλμημα του και το έλαβε.

 Ο Αρχιερέας Τραϊανουπόλεως ξεκίνησε μία φορά με το διάκονο του να πάει στον Άγιο. Θέλοντας να τον δοκιμάσει εάν αληθινά έχει το προορατικό χάρισμα, πήρε στο δρόμο το ράσο του διακόνου του και το φόρεσε αυτός. Τον αρχιερατικό μανδύα τον έδωσε στο διάκονο του και εκείνος τον φόρεσε. Έφτασε λοιπόν πρώτος ο αρχιερέας σα διάκονος και ζήτησε από τον Άγιο να τον ευλογήσει και αν θέλει να επιτρέψει στον αρχιερέα που τάχα περίμενε έξω να εισέλθει. Ο Άγιος Μάξιμος τότε του απάντησε ότι ήθελε να τον ευλογήσει γιατί εκείνος ήταν ο αληθινός αρχιερέας.

Κάποιος μοναχός Νικόδημος πήγε κάποτε στον όσιο χάριν ωφελείας. Τότε ο Άγιος του είπε ότι γρήγορα θα πεθάνει. Του αποκάλυψε τη μέρα της κοιμήσεως του και τα ονόματα εκείνων που θα παραβρίσκονταν στον ενταφιασμό του. Όταν έφτασε η μέρα εκείνη που είχε προβλέψει, την δεκάτη Τρίτη Ιανουαρίου, εκοιμήθει ο Άγιος, όντας ενενήντα πέντε χρονών και τάφηκε στο μνημείο που είχε σκάψει ο ίδιος κοντά στην καλύβα του. Ο ενταφιασμός του έγινε από εκείνους μόνο που είχε πει γιατί δεν ήθελε πλήθος λαού. Ακόμη άφησε εντολή να μη μεταθέσουν σε άλλο τόπο το λείψανο του.

 

7. Θείες εμπειρίες

  

Κάποιος ασκητής που ονομαζόταν Μεθόδιος πηγαίνοντας μια μέρα στον Άγιο, είδε Θείο Φως που έλαμπε τριγύρω του. Δεν τολμούσε να τον πλησιάσει μέχρι που τον πρόσταξε ο Άγιος να τον πλησιάσει.

Πολλοί έλεγαν επίσης ότι ο Άγιος δεχόταν ουράνιο άρτο, γιατί το χειμώνα πήγε επίσκεψη ο Γρηγόριος, που ήταν νοσοκόμος της Λαύρας, μαζί με έναν άλλο αδελφό και από το πολύ χιόνι ήταν σκεπασμένος ο τόπος και πατήματα ανθρώπων δε φαίνονταν πουθενά. Μετά από πολύ κόπο πήγαν στην καλύβα του Αγίου έχοντας μαζί τους ψωμί, κρασί κ.α. Καθώς όμως μπήκαν στην καλύβα του, είδαν ένα ζεστό και καθαρότατο ψωμί, που μοσκοβολούσε. Περιεργάστηκαν το χώρο για να βρουν ίχνη φωτιάς αλλά μη βρίσκοντας τίποτα έμειναν εκστατικοί θαυμάζοντας τον ουράνιο άρτο. Πέσανε στα πόδια του Αγίου ζητώντας να τους δώσει μέρος του άρτου. Ο Άγιος τους σπλαχνίστηκε και τους έσωσε τον μισό άρτο λέγοντας τους να το πάρουν, να το φάνε και να μην το πουν σε κανέναν όσο ζούσε. Αλλά και νερό πόσιμο και γλυκό του έδωσε, όπως αποκάλυψαν οι ίδιοι μετά το θάνατο του. Άλλοι αδελφοί είπαν ότι και το νερό της θάλασσας έκανε γλυκό και ήπιε αυτός, δίνοντας και σε εκείνους να πιούν.

Μια μέρα ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης μαζί με άλλον ένα μοναχό ξεκίνησαν από τη μονή του Βατοπεδίου και πήγαν στην καλύβα του Αγίου. Δεν τον βρήκαν εκεί και το έψαχναν τριγύρω. Ανεβαίνοντας πιο ψηλά ο Άγιος Νικόδημος τον είδε στη γούρνα του Αγελαρίου, περίπου δυο μίλια μακριά, που ο ενδιάμεσος δρόμος ήταν δύσβατος και πετρώδης. Ξαφνικά σαν από θαύμα βλέπει τον Άγιο Μάξιμο να υψώνεται από τη γη, πάνω ψηλά στον αέρα και σαν υπόπτερος αετός να πετά πάνω από το δάσος και τις μεγάλες πέτρες και ήρθε εκεί που ήταν ο Άγιος Νικόδημος. Εκείνος τρόμαξε, έπεσε στα πόδια του και τον υποδέχτηκε. Ο Άγιος Μάξιμος τον ρώτησε πόση ώρα περίμενε σε εκείνον τον τόπο, τον πήρε από το χέρι, τον οδήγησε στην καλύβα του, τον δίδαξε πολλά και τον συμβούλεψε να μην πει σε κανέναν αυτό που είχε δει όσο θα ζούσε ο Άγιος.

 

  1. Επίλογος

 

Η ιερά ιστορία της Εκκλησίας μας διδάσκει ότι η ακράδαντη πίστη στο Θεό, Θείες εντολές, οι Άγιες αρετές και άσβεστη ελπίδα για τη σωτηρία και τη Θέωση πλουτίζουν και διευκολύνουν τη δυσχερή πορεία της κατά Χριστό τελειώσεως.  Το απόσταγμα της εμπειρίας των θείων και ασκητών Πατέρων είναι ότι η πνευματική ζωή είναι ο ίδιος ο Χριστός, η ένωση του πιστού με τον Θεό είναι η ζωή, όπως ο χωρισμός του πιστού από το Θεό είναι ο θάνατος.

Το συγκεκριμένο πόνημα παρουσίασε τα ποιμαντικά στοιχεία του Αγίου Μάξιμου Καυσοκαλυβίτου, ο οποίος με την άγια ζωή του διαμόρφωσε μια πορεία πνευματικής ζωής. Συνετέλεσε στην εμπέδωση και τη διάδοση του μοναχικού ιδεώδους και διαφώτισε τον πιστό λαό εκ της θέσεως του απλού μοναχού – ασκητού. Εύχομαι το παράδειγμα του Αγίου να μας διδάξει, να μας φωτίσει και να μας οδηγήσει στην αυτοπραγμάτωση και την κατά Θεό σωτηρία.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Deseille Πλακίδας Αρχιμανδρίτης, Φιλοκαλία. Η νηπτική παράδοση της Ορθοδοξίας και η ακτινοβολία της στον κόσμο, μετάφραση από τα γαλλικά Άννα Κωστάκου-Μαρίνη, εκδ. Ακρίτας, Ν. Σμύρνη 1999, σελ. 13

[2] Στο ίδιο, σελ.19

[3] Στο ίδιο, σελ. 31

[4] Στο ίδιο, σελ. 83

[5] Στο ίδιο, σελ. 89-93

[6] Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Η θυσία του μεγάλου Αρχιερέως και Αρχιποίμενος ως προϋπόθεση και σκοπός της ποιμαντικής, Εκδ. Γεώργιος Α. Γκέλμπεσης, Αθήνα 2003, σελ. 18

[7] Νικόδημος ο Αγιορείτης Άγιος, Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης: Βίος, πολιτεία και θαύματα: ιερά ασματική και πανηγυρική ακολουθία, εκδ. Ι. Καλύβη Κοιμήσεως Θεοτόκου, Άγιον Όρος 1995, σελ.31

[8] Κορναράκης Ιωάννης, Στοιχεία νηπτικής ψυχολογίας, β’ έκδοση,  Αθήνα 2000, σελ. 45

[9] Νικόδημος ο Αγιορείτης Άγιος, Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης…, ό.π. σελ. 27

[10] Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Ποιμαντική κατά την Θεολογία και Πράξη των Αγίων (διδακτικές σημειώσεις), εκδ. Γεώργιος Α. Γκέλμπεσης, Αθήνα 2004, σελ.35

[11] Πέτρος Δαμασκηνός, Τόμος Πέμπτος, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μτφρ. Αντωνίου Γ. Γαλίτη, Εισαγωγή – Σχόλια Θεοκλήτου Μοναχού Διονυσιάτου, φιλ. Επιμέλεια Ιγνατίου Σακαλή, εκδ. «Το περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 310-312.

[12] Του ιδίου, σελ. 312-313.

[13] Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Ποιμαντική κατά την Θεολογία…, ό.π. σελ. 137

[14] Νικόδημος ο Αγιορείτης Άγιος, Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης…, ό.π.  σελ. 51

[15] Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Ποιμαντική κατά την Θεολογία…, ό.π. σελ.135-136

 

 

Βιβλιογραφία


 

  • Deseille Πλακίδας Αρχιμανδρίτης, Φιλοκαλία. Η νηπτική παράδοση της Ορθοδοξίας και η ακτινοβολία της στον κόσμο, μετάφραση από τα γαλλικά Άννα Κωστάκου-Μαρίνη, εκδ. Ακρίτας, Ν. Σμύρνη 1999.
  • Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Η θυσία του μεγάλου Αρχιερέως και Αρχιποίμενος ως προϋπόθεση και σκοπός της ποιμαντικής, Εκδ. Γεώργιος Α. Γκέλμπεσης, Αθήνα 2003.
  • Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Ποιμαντική κατά την Θεολογία και Πράξη των Αγίων (διδακτικές σημειώσεις), Εκδ. Γεώργιος Α. Γκέλμπεσης, Αθήνα 2004.
  •  Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Η πνευματική καθοδήγηση στην συνοπτική φιλοκαλία του Οσίου Πέτρου του Δαμασκηνού, Εκδ. Γεώργιος Α. Γκέλμπεσης, Αθήνα 2010.
  • Δαμασκηνός Πέτρος , Τόμος Πέμπτος, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μτφρ. Αντωνίου Γ. Γαλίτη, Εισαγωγή – Σχόλια Θεοκλήτου Μοναχού Διονυσιάτου, φιλ. Επιμέλεια Ιγνατίου Σακαλή, εκδ. «Το περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 1988.
  • Κορναράκης Ιωάννης, Στοιχεία νηπτικής ψυχολογίας, β’ έκδοση,  Αθήνα 2000.
  • Νικόδημος ο Αγιορείτης Άγιος, Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης: Βίος, πολιτεία και θαύματα: ιερά ασματική και πανηγυρική ακολουθία, εκδ. Ι. Καλύβη Κοιμήσεως Θεοτόκου, Άγιον Όρος 1995.
  • Σωτηρόπουλος Χαράλαμπος, Οι νηπτικοί πατέρες περί της κατά Χριστόν τελειώσεως του ανθρώπου, Αθήνα 1996.
  • Σωτηρόπουλος Χαράλαμπος, Νηπτικοί και Πατέρες των μέσων χρόνων, Αθήνα 2000.

 

Θεοδώρα – Κωνσταντίνα Παπαδημητρίου

*Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη

 

Read Full Post »

Ο ναός των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης (πρώην τζαμί) στο Άργος: συμβολή στη μελέτη του μνημείου – Άννα Φίλιππα-Touchais


 

 

«Ούτω στρέφεται της τύχης ο τροχός, ο δε κόσμος δεν είναι

ειμή καταστροφή και ανασύστασης της αυτής ύλης»

G. Pecchio, Η Ελλάς κατά το έαρ του 1825 (Ζεγκίνης 1968,292)

  

Το κείμενο της παρούσας μελέτης, με ορισμένες συμπληρώσεις, αποτελεί την ιστορική και αρχαιολογική τεκμηρίωση του μνημείου, την οποία πραγματοποίησα, το 2001, ως ειδικός συνεργάτης του γραφείου αρχιτεκτονικών μελετών BETAPLAN Α.Ε., Βεντουράκης-Ταβανιώτης, στο πλαίσιο προμελέτης για την αποκατάσταση του μνημείου, κατόπιν σχετικού διαγωνισμού που είχε προκηρύξει ο Δήμος Αργους. Στη διάρκεια του συμποσίου Μνήμη Τασούλας Οικονόμου (1998-2008), περίληψη της μελέτης παρουσιάστηκε ως επιτοίχια ανακοίνωση.

 Για την πολύτιμη βοήθειά τους στην ολοκλήρωση της σύντομης αυτής μελέτης, ευχαριστώ θερμά τον αρχιτέκτονα Γ. Αραχωβίτη, στον οποίο οφείλονται τα σχέδια, τον επιμελητή της 5ηςΕΒΑ Γ. Τσεκέ, το βυζαντινολόγο Γ. Βαραλή (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ΙΑΚΑ), την αρχιτέκτονα Β. Φίλιππα και ιδιαιτέρως την Λ. Σαμπανοπούλου επιμελήτρια της 5ης ΕΒΑ.

 Ευχαριστώ επίσης θερμά το Δήμο Αργους που μου παραχώρησε αντίγραφα των σχεδίων και μου επέτρεψε να τα δημοσιεύσω, καθώς και τον αγαπητό φίλο Μ. Sève που μου επέτρεψε την αναδημοσίευση φωτογραφιών και σκαριφημάτων από την πολύτιμη έρευνά του για τους περιηγητές του Άργους.

 

Ο σημερινός ναός των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στεγάζεται στο μοναδικό σωζόμενο μωαμεθανικό τέμενος της πόλης (εικ. 1). Αν και υπήρξε ένα από τα δύο σημαντικότερα τζαμιά του Άργους, τόσο η τουρκική ονομασία του όσο και ο χρόνος ανέγερσής του παραμένουν άγνωστα. Η μετατροπή του σε χριστιανικό ναό έγινε λίγα χρόνια μετά την ελληνική επανάσταση, χωρίς να προκληθούν ιδιαίτερα σοβαρές αλλοιώσεις στην αρχική του μορφή.

Στα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας στο Άργος φαίνεται ότι υπήρχαν πολλοί μικροί, συνοικιακοί χώροι προσευχής (μεστζίτια [1]), δύο όμως ήταν τα κεντρικά τζαμιά, με μιναρέ. Το μεγαλύτερο, το τζαμί της αγοράς, βρισκόταν στο κέντρο της πόλης και περιλάμβανε μεγάλο ιεροδιδασκαλείο (μεντρεσέ). Είναι άγνωστο πότε ακριβώς κτίστηκε, βέβαιο είναι όμως ότι καταστράφηκε στη διάρκεια των εκρηκτικών πρώτων χρόνων της επανάστασης. Το δεύτερο, ο μετέπειτα ναός του Αγίου Κωνσταντίνου, στο οποίο θα αναφερθούμε αναλυτικότερα παρακάτω, είχε την τύχη να διασωθεί, πιθανότατα χάρη στην απόκεντρη θέση του και κυρίως στην ευτυχή μετατροπή του σε χριστιανικό ναό.

 

(εικ. 1) – (εικ. 2)

 

Τοπογραφία μνημείου

 

Το δισήμαντο μνημείο του Αγίου Κωνσταντίνου βρίσκεται στις νοτιοανατολικές παρυφές του Άργους [2] (εικ. 2). Αν και σε μικρή σχετικά απόσταση από το κέντρο της πόλης (600μ. περίπου νοτίως του καθεδρικού ναού του Αγίου Πέτρου), ο χώρος του σηματοδοτεί τα Ν/ΝΑ όρια του πολεοδομικού πυρήνα της σύγχρονης πόλης. Έως πρόσφατα το περιβάλλον του μνημείου ήταν περισσότερο αγροτικό, σήμερα όμως που η πόλη αναπτύσσεται κυρίως προς τα νότια το τοπίο γύρω του μετατρέπεται με γρήγορους ρυθμούς σε καθαρά αστικό.

Σύμφωνα με διάφορες γραπτές μαρτυρίες, στην τουρκοκρατία γύρω από το τζαμί υπήρχε μουσουλμανικό νεκροταφείο, ιεροδιδασκαλείο (μεντρεσές), ενώ ο χώρος «ήτο κεκοσμημένος διά κυπαρίσσων» [3]. Σήμερα γύρω από το ναό υπάρχει περιβόλι έκτασης ενός στρέμματος περίπου, με οπωροφόρα δέντρα καθώς και ένα μεγάλο κυπαρίσσι, το μοναδικό μάλλον που επέζησε από εκείνα που το κοσμούσαν στην προγενέστερη φάση της ζωής του (εικ. 3). Στα δεξιά της εισόδου του κήπου, κατά μήκος του προαυλίου που οδηγεί στο ναό, είναι κτισμένη ισόγεια, μακρόστενη, παλιά οικία όπου διέμενε έως πρόσφατα η νεωκόρος [4].

 

Αρχιτεκτονική ανάλυση μνημείου

 

Το μνημείο ανήκει στον τύπο του μονόχωρου τεμένους με θόλο και στοά στην πρόσοψη (εικ. 4-5). Η αίθουσα προσευχής είναι τετράγωνη με πλευρά μήκους 14.40μ. περίπου και ύψος 6.12μ. Ο ημισφαιρικός θόλος, εσωτερικής διαμέτρου 11.20μ. και ύψους 3.50μ., στηρίζεται σε οκταγωνικό τύμπανο πλευράς μήκους 8.50μ. περίπου και ύψους 2.40μ. (συνολικό ύψος μνημείου 12.02μ.). Ο θόλος είναι πλινθόκτιστος και στεγασμένος με κεραμίδια. Εσωτερικά, η μετάβαση από το τετράγωνο σχήμα του κτιρίου στην κυκλική περιφέρεια του θόλου γίνεται με γωνιακά ημιχώνια.

Η εξώθυρα του μνημείου βρίσκεται στο μέσον της ΒΔ πλευράς (εικ. 6). Το θυραίο άνοιγμα, πλάτους 1.40μ. και συνολικού ύψους 2.60μ., περιβάλλεται από αψιδωτό μαρμάρινο ή λίθινο θύρωμα (καλυμμένο σήμερα από παχύ στρώμα ασβέστη) που εγγράφεται σε τόξο. Στην αρχική του μορφή το κτίριο διέθετε οκτώ ακόμη συμμετρικά τοποθετημένα ανοίγματα, δύο σε κάθε πλευρά, τα οποία σήμερα έχουν υποστεί σοβαρές αλλοιώσεις από νεότερες επεμβάσεις (βλ. παρακάτω, Μετασκευές). Πρόκειται για τοξωτές παρακυπτικές θυρίδες, το κάτω μέρος των οποίων ελάχιστα απείχε από το δάπεδο. Τόσο το περίγραμμα των θυρίδων όσο και η επίστεψή τους, με ελαφρώς οξυκόρυφα πλίνθινα τόξα, διακρίνονται αρκετά καθαρά στις εξωτερικές όψεις των τοίχων (πλάτος γύρω στο 1.40μ. και ύψος γύρω στα 2.45μ.). Η πόρτα στο νότιο άκρο της ΝΔ πλευράς του κτιρίου (δεξιά του ιερού) πιθανώς υπήρχε εξαρχής στη μορφή που σώζεται και σήμερα (εικ. 7), ως δευτερεύσα θύρα που οδηγούσε στο μιναρέ, μολονότι κάτι τέτοιο ήταν μάλλον σπάνιο στα μονόχωρα τεμένη αυτού του τύπου [5].

 

(εικ. 3) – (εικ. 4) – (εικ. 5)

 

Μικρότερα τοξωτά παράθυρα (0.60 X 1.19μ.) σώζονται στο μέσον του ανώτερου τμήματος του οπίσθιου και των δύο πλάγιων τοίχων του κτιρίου (εικ. 1, 3. 7). Τα παράθυρα αυτά, με λίθινο τόξο, θα πρέπει να είχαν τις ίδιες διαστάσεις και στη μουσουλμανική φάση του μνημείου [6]. Όμοια μικρά ανοίγματα σώζονται επίσης στις τέσσερις διαγώνιες πλευρές του τυμπάνου.

Στο εσωτερικό του τεμένους, η κόγχη του μιχράμπ σώζεται στο μέσον του ΝΑ τοίχου, απέναντι από την κύρια είσοδο. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο τοίχος του μιχράμπ (qibla) είναι προσανατολισμένος στα ΝΑ [7], είναι δηλαδή στραμμένος στη Μέκκα. Χωρίς ανάγλυφο διάκοσμο, το μιχράμπ περιβάλλεται απλώς από ελαφρά έξεργο ορθογώνιο. Το δάπεδο της αίθουσας είναι στρωμμένο με πήλινες πλάκες (0.40 X 0.40μ.).

Προστώο. Η στοά στην πρόσοψη του μνημείου (ΒΔ πλευρά) είναι ανοιχτή στα πλάγια (εικ. 8) και στεγάζεται με τρεις θολίσκους, περίπου ισοϋψείς, που καλύπτονται με κονίαμα (εικ. 9). Ανάμεσα στους τέσσερις ελεύθερους, βαρείς πεσσούς που την στηρίζουν σχηματίζονται τοξωτά ανοίγματα, από τα οποία το μεσαίο είναι ελαφρώς στενότερο (πλάτος 3.20μ. έναντι 3.50 και 3.60μ. των δύο πλάγιων), με αποτέλεσμα και ο μεσαίος θολίσκος να έχει αντίστοιχα μικρότερο πλάτος (Κ=2.31μ. έναντι 2.40μ. των πλάγιων).

Στο δάπεδο της στοάς σχηματίζεται, μπροστά στην κύρια είσοδο, ένας εγκάρσιος διάδρομος σε χαμηλότερο επίπεδο, τονίζοντας έτσι τον άξονα του μνημείου (ΒΔ/ΝΑ). Στο σημείο επαφής με το κυρίως κτίριο, η στοά παρουσιάζει έντονες ρωγμές (εικ. 8) γεγονός που δηλώνει ότι πρόκειται για μια κατασκευή στατικά ανεξάρτητη η οποία αποτελεί πιθανότατα μεταγενέστερη προσθήκη. Τη στατική αυτή ευπάθεια προσπαθούν να επανορθώσουν οι δύο ισχυροί αντερεισματικοί τοίχοι που έχουν προστεθεί εξωτερικά των μεσαίων πεσσών της στοάς.

 

(εικ. 6) – (εικ. 7) – (εικ. 8)

 

Μιναρές. Από το μιναρέ, στη Δ πλευρά της πρόσοψης του μνημείου, σώζεται μόνο η τετράγωνη βάση (πλευράς 2.85μ.) σε ύψος 3.50-4.00μ. Στον κυκλικό εσωτερικό χώρο διατηρούνται 10 περίπου βαθμίδες της κοχλιωτής κλίμακας ανόδου (εικ. 10). Σύμφωνα με τον πρώιμο τύπο του μνημείου (βλ. παρακάτω) αλλά και το περιορισμένο μέγεθος του, ο μιναρές θα πρέπει να είχε ένα μόνον εξώστη και να κορυφωνόταν με κωνικό βέλος [8].

Τοιχοποιία. Οι περιμετρικοί, φέροντες τοίχοι του κτιρίου, πάχους 1.50μ περίπου, είναι κτισμένοι στο μεγαλύτερο μέρος τους με αργούς λίθους και άφθονο κονίαμα. Στα κατώτερα όμως τμήματα, στις γωνίες και γύρω από τα ανοίγματα, έχουν χρησιμοποιηθεί λαξευμένοι λίθοι για μεγαλύτερη αντοχή (εικ. 7). Οι λίθοι αυτοί προέρχονται στην πλειονότητά τους από αρχαίο και χριστιανικό οικοδομικό υλικό σε δεύτερη χρήση. Σε αρκετούς από τους αρχαίους λιθόπλινθους που έχουν χρησιμοποιηθεί στην κατασκευή του μιναρέ – η λιθοδομία του οποίου είναι ιδιαίτερα επιμελημένη -, διατηρούνται τόρμοι με μολύβδινους συνδέσμους και αυλάκια μολυβδοχοΐας. Επίσης, σε διάφορα σημεία της τοιχοδομίας έχουν ενσωματωθεί μαρμάρινα θραύσματα με ανάγλυφη διακόσμηση. Μεταξύ των αργών λίθων παρεμβάλλονται πλίνθοι σε τυχαίες συνήθως θέσεις, ενώ σπανιότερα περιβάλλουν λαξευμένους λίθους (πλινθοπερίκλειστο σύστημα). Μόνον ο θόλος και οι θολίσκοι είναι εξολοκλήρου πλινθόκτιστοι. Από πλίνθους σχηματίζονται επίσης τα τόξα των παρακυπτικών θυρίδων. Σήμερα το μνημείο είναι επιχρισμένο εξωτερικά και εσωτερικά με λευκό ασβεστοκονίαμα [9] σε κακή κατάσταση διατήρησης.

Διάκοσμος. Ο γραπτός διάκοσμος στο εσωτερικό του μνημείου έχει σήμερα εντελώς εξαφανιστεί [10]. Σπαράγματα μόνο σώζονται στο εσωτερικό των θολίσκων της στοάς, όπου διακρίνονται καφεκόκκινα γεωμετρικά μοτίβα (εικ. 11). Ανάγλυφος διάκοσμος δεν υπάρχει, εκτός από τους δύο ρόδακες που διακρίνονται στις γωνίες του αψιδωτού θυρώματος της κεντρικής εισόδου. Οδοντωτά πλίνθινα διπλά γείσα κοσμούν εξωτερικά τη βάση του θόλου και των θολίσκων του προστώου (εικ. 9).

Τέλος, θα άξιζε να αναφέρουμε τη μουσουλμανική γραπτή επιγραφή τριών στίχων που μόλις διακρίνεται, μισοσκεπασμένη από ασβέστη, στον ακραίο, εσωτερικό πεσσό της ΒΔ γωνίας του κτιρίου (κοντά στο μιναρέ).

 

(εικ. 9) – (εικ. 10) – (εικ. 11)

 

Μετασκευές. Η μακρόχρονη ζωή του μνημείου αλλά και οι αλλαγές στη χρήση του στάθηκαν αιτίες για διάφορες μετασκευές στη δομή και την εξωτερική του μορφή, τόσο στη μουσουλμανική όσο και στη χριστιανική φάση της ζωής του.

Μουσουλμανική φάση. Στο μνημείο φαίνεται ότι είχαν γίνει ορισμένες προσθήκες και/ή επισκευές ήδη κατά τη χρήση του ως τζαμί. Όπως σημειώσαμε παραπάνω, το προστώο ανήκει πιθανώς σε μια δεύτερη οικοδομική φάση, όπως υποδηλώνουν οι ρωγμές στο σημείο επαφής του με το κεντρικό κτίσμα. Αλλά και ο μιναρές αποτελεί πιθανώς μεταγενέστερη προσθήκη, καθώς στο οπίσθιο τμήμα του φαίνεται ότι η λιθοδομία του καλύπτει την άκρη του πλίνθινου τόξου της παρακυπτικής θυρίδας της ΝΔ πλευράς. Τέλος, το γεγονός ότι η τοιχοποιία του τζαμιού παρουσιάζει έντονη ανομοιομορφία (ειδικότερα μεταξύ κατώτερου και ανώτερου τμήματος) θα μπορούσε ίσως να αποδοθεί σε μια εκτεταμένη επισκευή που πραγματοποιήθηκε μετά από κάποια περίοδο εγκατάλειψης και/ή μερικής κατάρρευσης του κτιρίου.

Επομένως, με βάση τις παραπάνω επεμβάσεις στο κτίριο θα μπορούσαμε να υποθέσουμε τρεις τουλάχιστον οικοδομικές φάσεις στη μουσουλμανική του ζωή. Αρχικά ήταν πιθανότατα ένα απλό τετράγωνο κτίσμα, ίσως ένας απλός χώρος προσευχής (μεστζίτ) ή μαυσωλείο. Σε μια δεύτερη φάση μετατράπηκε σε τζαμί με την προσθήκη μιναρέ και ανοιχτής στοάς στην πρόσοψη. Υπήρξε πιθανώς μια φάση εγκατάλειψης ή και μερικής κατάρρευσης του κτιρίου, η οποία δεν ξέρουμε αν τοποθετείται πριν ή μετά τις εργασίες αναβάθμισής του σε τζαμί. Στη δεύτερη περίπτωση θα πρέπει να υπήρξε και μια δεύτερη φάση επισκευών.

Χριστιανική φάση. Κατά τη μετατροπή του τεμένους σε χριστιανικό ναό οι μετασκευές επικεντρώνονται κυρίως στα κατώτερα ανοίγματα των τοίχων. Οι δύο παρακυπτικές θυρίδες εκατέρωθεν της κεντρικής πύλης μετατρέπονται σε θύρες, προσδίδοντας έτσι στο μνημείο τη γνωστή χριστιανική τριμερή διάταξη της εισόδου.

Από τα παράθυρα/θυρίδες της ΒΑ πλευράς το ένα διατηρείται, με μείωση των διαστάσεών του, ενώ το άλλο τοιχίζεται. Στη ΝΑ πλευρά τα παράθυρα μετατρέπονται σε φωτιστικές θυρίδες, όπως συνηθίζεται στις κόγχες του ιερού των εκκλησιών, ενώ στη ΝΔ πλευρά η μία μετατρέπεται πιθανώς σε θύρα (εάν αυτή δεν υπήρχε ήδη) για τις ανάγκες του ιερού και η άλλη σε μικρότερο παράθυρο.

Καμπαναριό προστίθεται στη δυτική γωνία του κτιρίου πίσω από το μιναρέ (εικ. 3), ο οποίος ταπεινώνεται έως τη βάση του. Η σημερινή κεράμωση του ναού ανήκει επίσης σε νεότερη επισκευή [11], ενώ οι αντερεισματικοί τοίχοι (βλ. παραπάνω, Προστώο) και ο λάκκος απορριμάτων ή πηγάδι στη δυτική γωνία του προστώου αποτελούν πιθανώς προσθήκες της ίδιας περιόδου.

Εσωτερικά το μνημείο δεν έχει υποστεί ιδιαίτερα σημαντικές αρχιτεκτονικές μετατροπές, εκτός από το χτίσιμο του κατώτερου τμήματος του μιχράμπ, ώστε να προσομοιάζει με Αγία Τράπεζα, και το άνοιγμα μιας κόγχης πρόθεσης στα αριστερά του μιχράμπ [12], για τις ανάγκες της θείας λειτουργίας. Το ξύλινο τέμπλο με τον ανάγλυφο διάκοσμο χρονολογείται σύμφωνα με επιγραφή στα 1920, ενώ το μαρμάρινο προσκυνητάρι, τοποθετημένο δεξιά της εισόδου, και τα δύο εξαιρετικής τέχνης ξυλόγλυπτα μανουάλια [13], με ανάγλυφες παραστάσεις αγγέλων και Χερουβείμ, συμπληρώνουν τη σκευή του χριστιανικού ναού [14].

Σε γενικές γραμμές η κατασκευή του μνημείου δεν διακρίνεται από ιδιαίτερη επιμέλεια και καλλιτεχνική εκζήτηση: οι επιμέρους αναλογίες υπολείπονται σε ακρίβεια, η τοιχοδομία είναι πρόχειρη και ανομοιογενής, ο διάκοσμος, από όσο τουλάχιστον μπορούμε να διαπιστώσουμε, υποτυπώδης. Επιπλέον, οι νεότερες μετασκευές έχουν αφαιρέσει ή καλύψει ορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία της ιδιαίτερης μορφολογίας του αρχικού κτιρίου. Ωστόσο, τίποτα από αυτά δεν κατά φέρνει να μειώσει τη γενικότερη λιτή αρμονία του μνημείου και την αίσθηση γοητείας και ευσέβειας που αποπνέει.

 

Ιστορική διερεύνηση μνημείου

 

Με δεδομένο ότι η παραπάνω ανάλυση δεν αποτελεί εξαντλητική αρχιτεκτονική μελέτη του μνημείου – η οποία ελπίζουμε να γίνει μελλοντικά – και ότι ανασκαφικές έρευνες για την εξακρίβωση υποθέσεων σχετικών με τη χρονολόγηση της ανέγερσης και των οικοδομικών φάσεών του δεν έχουν ακόμη πραγματοποιηθεί, τα στοιχεία από τα οποία μπορούμε να αντλήσουμε πληροφορίες για την ιστορική του πορεία είναι η τυπολογία του και η ιστοριογραφία του χώρου όπου είναι ενταγμένο, με βάση τα γνωστά αρχαιολογικά δεδομένα και τις γραπτές πηγές. Στις τελευταίες περιλαμβάνονται και οι μαρτυρίες των περιηγητών στις οποίες θα αναφερθούμε αναλυτικότερα.

 

Τυπολογία μνημείου

 

Από τα μέσα του 15ου έως το τέλος του 18ου αιώνα, στην Ελλάδα, όπως και στα υπόλοιπα Βαλκάνια, κυρίως στις πόλεις όπου είχε συγκεντρωθεί μεγάλος αριθμός οθωμανικού πληθυσμού, πολλές εκκλησίες μετατρέπονται σε τζαμιά ενώ παράλληλα κτίζονται αρκετά νέα μουσουλμανικά τεμένη. Τα τεμένη αυτά ανήκουν σε «μία επαρχιακή σχολή της οθωμανικής αρχιτεκτονικής στην οποία, παρά τα περιορισμένα μέσα, επαναλαμβάνονται οι μορφές και οι τύποι που αναπτύσσονται στην πρωτεύουσα… Σχεδόν όλα ακολουθούν τον ίδιο απλό τύπο με μια μεγάλη τετράγωνη αίθουσα που καλύπτεται με τρούλλο και ανοικτή στοά στην πρόσοψη». [15] Ο απλούστατος αυτός τύπος, που αναπτύσσεται και τελειοποιείται κατά την κλασική περίοδο της οθωμανικής αρχιτεκτονικής (16ος-17ος αι.), με βυζαντινές επιδράσεις [16], εμφανίζεται ήδη από την περίοδο της ίδρυσης του οθωμανικού κράτους [17] (14ος-15ος αι.) και έχει διαχρονική παρουσία έως τα τέλη του 19ου αιώνα [18].

Το σωζόμενο τζαμί του Άργους είναι κτισμένο ακριβώς πάνω στον τύπο αυτό, ακολουθεί δηλαδή τα πρότυπα των απλών, μικρών μουσουλμανικών τεμενών [19], όπως τα περισσότερα που κτίζονταν, ήδη από νωρίς, στην περιφέρεια του οθωμανικού κράτους. Τίποτα δεν αποκλείει, επομένως, το αρχικό κτίριο να οικοδομήθηκε στο δεύτερο μισό του 16ου αι. Ωστόσο, η τυπολογία του, λόγω της διαχρονικότητάς της, δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές κριτήριο για την ακριβή χρονολόγηση της ανέγερσης του κτιρίου.

 

Το μνημείο και ο χώρος του

Αρχαιότητα (3η χιλιετία π.Χ. – τέλη 4ου αι. μ.Χ.)

 

Σύμφωνα με νεότερες έρευνες, η περιοχή των ΝΑ παρυφών του Άργους, όπου βρίσκεται ο Άγιος Κωνσταντίνος, κατοικείται ήδη από την Πρώιμη εποχή του Χαλκού, συγκεκριμένα από την Πρωτοελλαδική II περίοδο (ισχυρό ορθογώνιο κτίριο, μικρότερα κτίρια με καμπύλους τοίχους, βόθροι απορριμάτων, πλούσια κεραμική) [20], ενώ αραιή χρήση του χώρου συνεχίζεται στη Μεσοελλαδική (κυρίως ταφές) [21], στην Πρωτογεωμετρική και Γεωμετρική εποχή (κατοίκηση, ταφές, πλούσια ευρήματα) [22], καθώς και στα αρχαϊκά και κλασικά χρόνια (αποκλειστικά ταφική και λατρευτική χρήση) [23]. Πυκνότερη είναι η χρήση του χώρου στην ελληνιστική περίοδο (οικιστικά λείψανα, οδικό δίκτυο, μεγάλα οικοδομήματα, εργαστήρια, μεμονωμένοι τάφοι και πλούσια ευρήματα) [24], ενώ στους ρωμαϊκούς χρόνους, κατά τους οποίους η πόλη αναπτύσσεται θεαματικά και επεκτείνεται προς τα νότια, η περιοχή συγκεντρώνει πλήθος κατοικιών («ρωμαϊκή γειτονιά»), δρόμους, δημόσια οικοδομήματα, σύστημα ύδρευσης και αποχέτευσης καθώς και τμήμα νεκροταφείου [25].

Σημαντικό στοιχείο για την τοπογραφία της περιοχής είναι ότι ο χώρος του Αγίου Κωνσταντίνου βρισκόταν πιθανότατα εντός των τειχών της κλασικής πόλης και μάλιστα κοντά σε μία από τις πύλες της [26]. Βέβαιο είναι πάντως ότι φαρδύς πλακόστρωτος δρόμος (πλάτους 7μ. περίπου) με κατεύθυνση Α-Δ, ο οποίος οδηγούσε από την αρχαία αγορά προς την Τίρυνθα και τη Ναυπλία, πέρναγε κατά μήκος της οδού Αρκαδίας-Μεσσηνίας νοτίως του ναού [27]. Στην ευρύτερη περιοχή του Αγίου Κωνσταντίνου υπήρχε και το γνωστό από τις γραπτές πηγές Γυμνάσιο του Κυλάραβη [28], το οποίο οι νεότεροι ερευνητές τοποθετούν λίγο ανατολικότερα του ναού (σε κάθε περίπτωση έξω από τα τείχη) [29].

Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Ολλανδός αρχαιολόγος W. Vollgraff αναζητώντας το παραπάνω μνημείο διενήργησε ανασκαφικές τομές στον κήπο δυτικά του ναού, όπου βρήκε σημαντικά αρχιτεκτονικά λείψανα χρονολογούμενα πιθανότατα στα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια [30].

 

Παλαιοχριστιανική και βυζαντινή π ε ρ ί ο δ ο ς (τέλη 4ου αι. μ.Χ.-1453)

 

Στα τέλη του 4ου αι. μ.Χ. σημειώνονται ριζικές αλλαγές στο «τοπίο» της αρχαίας πόλης του Άργους: τα δημόσια κτίρια χάνουν την αρχική χρήση τους, ενώ το διοικητικό κέντρο μεταφέρεται στην ανατολική συνοικία [31].

Από τις αρχές του 5ου έως τα μέσα του 6ου αι. στην πόλη παρατηρείται μεγάλη οικοδομική δραστηριότητα. Ειδικότερα στην ανατολική/ΝΑ συνοικία κτίζονται σημαντικές οικίες και πολλές βασιλικές [32]. Ακριβώς στα δυτικά του Αγίου Κωνσταντίνου ανασκάφηκε μια μεγάλη τρίκλιτη βασιλική με πλακόστρωση μαρμάρων και ψηφιδωτά, η οποία αποτελούσε πιθανώς τον παλαιοχριστιανικό μητροπολιτικό ναό της πόλης, ενώ λίγο βορειότερα ήρθε στο φως το βαπτιστήριό της [33]. Μετά την καταστροφή της βασιλικής, γύρω στα μέσα του 6ου αι., το χώρο καταλαμβάνει ένα νεκροταφείο [34].

Μετά από τα μέσα του 6ου αιώνα η πόλη αρχίζει να παρακμάζει, εξαιτίας ίσως της κατάρρευσης του πολιτικοκοινωνικού και/ή οικονομικού συστήματος σε συνδυασμό με τον καταστροφικό σεισμό του 552. Τα αρχαιολογικά δεδομένα μαρτυρούν έλλειψη οικοδομικής δραστηριότητας. Οι επιδημίες της πανούκλας και οι σλαβικές επιδομές στα τέλη του 6ου αι. συνέβαλαν στη διαδικασία της σταδιακής οπισθοδρόμησης του αστικού ιστού [35].

Στη Μεσοβυζαντινή περίοδο (11ος-12ος αι.) τα λείψανα μοναστηριακού λουτρού που ήρθαν στο φως στο χώρο του ναού υποδηλώνουν την παρουσία μοναστηριακού συγκροτήματος [36].

 

Νεότεροι χρόνοι-Οι μαρτυρίες των περιηγητών (μέσα 15ου-αρχές 19ου αι.)

 

Για την προεπαναστατική εικόνα της πόλης του Άργους (πολεοδομία, αρχαία και νεότερα μνημεία, κάτοικοι) [37], εξαιρετικά πολύτιμες πληροφορίες δίνουν οι περιγραφές και τα σχέδια των περιηγητών, λεπτομερής μελέτη των οποίων έχει πραγματοποιηθεί από τον Γάλλο αρχαιολόγο Μ. Sève [38]

— Περίοδος Α’ Τουρκικής κυριαρχίας (1463-1686). Οι πρώτες λεπτομερείς περιγραφές του Άργους προέρχονται από δύο ταξιδιώτες που το επισκέπτονται στο δεύτερο μισό του 17ου αι., τον Τούρκο Ε. Τσελεμπί (1668) [39] και τον Γάλλο Μ. De Monceaux (1669) [40]. Μόνον ο πρώτος αναφέρεται στα τζαμιά της πόλης: «Στην κάτω πόλη υπάρχουν δύο τζαμιά. Εκείνο της αγοράς είναι το μεγάλο τζαμί, χτισμένο σύμφωνα με τον παραδοσιακό τρόπο με κεραμιδένιους θόλους και έναν όμορφο πέτρινο μιναρέ. Το άλλο είναι ένα τζαμί σε καλή κατάσταση, κοντά στη γειτονιά Μπεσικλέρ. Υπάρχουν ακόμη δέκα μεστζίτια στις γειτονιές που είναι έντεκα συνολικά. Οι πιο γνωστές είναι οι γειτονιές Μπεσικλέρ και Κετχουντά» [41]. Ο Τσελεμπί αναφέρεται επίσης στο μικρό τζαμί που βρίσκεται πάνω στο κάστρο της Λάρισας: «στο εσωτερικό του κάστρου υπάρχουν δεκαπέντε σπίτια και ένα μικρό τζαμί, το οποίο οι ηλικιωμένοι λένε πως έχτισε ο Μεχμέτ ο Πορθητής…».

— Περίοδος Β’ Βενετικής κυριαρχίας (1686-1715). Στα τέλη του 17ου- αρχές 18ου αι., περίοδο της Β’ βενετοκρατίας στο Άργος, χρονολογούνται οι πρώτες απεικονίσεις της πόλης. Ο Βενετός γεωγράφος Fr.- M. Coronelli φιλοτέχνησε, στα 1687, μια άποψη του Άργους από τα ΒΑ, με τη Λάρισα και το κάστρο της να δεσπόζουν της πόλης [42], καθώς και μια κάτοψη του ίδιου χώρου [43].

Στην άποψη από τα ΒΑ, στο αριστερό άκρο της εικόνας διακρίνεται ένα κτιριακό συγκρότημα με φρουριακό χαρακτήρα, το οποίο περιλαμβάνει μνημειώδες τζαμί με θολωτή στέγη, ψηλό μιναρέ, προσκτίσματα καθώς και έναν πύργο (;) [44]. Ο Sève σημειώνει ότι πρόκειται μάλλον για το τζαμί «της αγοράς» στο κέντρο της πόλης [45].

Ο Ιταλός μηχανικός Fr. Vandeyk, στον κατάλογο των κτιρίων του Άργους που συντάσσει στα 1700, καταγράφει δύο τζαμιά σε καλή κατάσταση και τρία ήδη ερειπωμένα.

Στην περιγραφή της πόλης αναφέρει «ένα μικρό τζαμί στο εσωτερικό του δεύτερου περίβολου του κάστρου» [46], χωρίς όμως να διευκρινίζει την κατάσταση διατήρησής του, και στην κάτω πόλη «ένα επιβλητικό τζαμί που χρησιμοποιείται σήμερα ως κατάλυμα των Γαληνότατων Γενικών Εποπτών όταν έρχονται σε αυτό τον τόπο». Κατά τον Sève, με τον οποίο συμφωνούμε, πρόκειται και εδώ για το τζαμί στο κέντρο της πόλης [47].

Στο αρκετά λεπτομερές σχέδιο που δημοσιεύτηκε το 1713 στο έργο του Lasor a Varea και φιλοτεχνήθηκε πιθανώς από τον Vandeyk (το σχέδιο υπογράφεται με τα αρχικά VDS [48]) αποδίδεται το κάστρο και η πόλη του Άργους, από τα Α/ΒΑ.

Όπως και στο σχέδιο του Coronelli, στο αριστερό άκρο της εικόνας υπάρχει ένα επιβλητικό κτιριακό συγκρότημα που περιβάλλεται από ψηλό τοίχο. Στο εσωτερικό του διακρίνονται κυπαρίσσια και άλλα δέντρα, διάφορα κτίρια, καθώς και ένα μεγάλο τζαμί με οξυκόρυφη (τετράριχτη;) στέγη και ψηλό μιναρέ. Σχετικά με την ταύτιση του τζαμιού ο Sève αναφέρει ότι πρόκειται μάλλον για τη μετέπειτα εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου, λόγω της θέσης του μνημείου στη νότια άκρη της πόλης. Η ταύτιση αυτή, αν και εν μέρει δικαιολογημένη, φαίνεται ωστόσο κάπως ανακόλουθη με την ταύτιση του τζαμιού στο κείμενο του Vandeyk όπου θεωρήθηκε ότι ήταν εκείνο του κέντρου της πόλης. Άλλωστε, και στο σχέδιο του Coronelli το μοναδικό εικονιζόμενο τζαμί, που ταυτίστηκε με εκείνο «της αγοράς», βρίσκεται μάλλον προς το νότιο άκρο της πόλης. Πιστεύουμε ότι σε όλες τις παραπάνω μαρτυρίες οι ταξιδιώτες και οι καλλιτέχνες αναφέρονται μάλλον στο μεγάλο τζαμί του κέντρου της πόλης, το οποίο ήταν πιθανώς το μοναδικό εκείνη την περίοδο που δέσποζε των υπόλοιπων κτιρίων του Άργους. Αν φαίνεται ότι βρίσκεται στο νότιο άκρο του οικισμού είναι μάλλον, επειδή αποδίδεται το κεντρικό τμήμα της πόλης και αυτό από τα βορειοανατολικά.

— Περίοδος Β’ Τουρκικής κυριαρχίας (1715-1821). Από το 18ο αιώνα, οι μαρτυρίες των περιηγητών είναι πολύ περισσότερες, συνοδευόμενες συχνά από χαρακτικά και σχέδια. Η πόλη εξακολουθεί ουσιαστικά να διατηρεί τη χαλαρή οικιστική της οργάνωση και μόνο στα τέλη του ίδιου αιώνα φαίνεται να αποκτά έναν πιο πυκνό πολεοδομικό ιστό. Τα τζαμιά που αναφέρονται είναι τώρα συνήθως δύο.

Ο Γάλλος αββάς Μ. Fourmont [49], στα 1729, είναι ο πρώτος που απεικονίζει, έστω πολύ σχηματικά, και τα δύο μουσουλμανικά τεμένη της πόλης (εικ. 12α-β). Ως προς τη θέση τους, το τζαμί της ΝΑ συνοικίας (μετέπειτα Άγιος Κωνσταντίνος) βρίσκεται στο πρώτο πλάνο, ενώ εκείνο «της αγοράς» βρίσκεται λίγο δεξιότερα και πιο κοντά στους πρόποδες της Λάρισας. Και τα δύο περιβάλλονται από συστάδες σπιτιών που αποτελούσαν πιθανώς τις δύο βασικές συνοικίες της μουσουλμανικής πόλης [50]. Όλα τα σχέδια του Fourmont που δημοσιεύονται από τον Sève (πέντε συνολικά, όλα από Α/ΝΑ) αποτελούν παραλλαγές ενός κοινού προτύπου το οποίο είναι πιθανώς το σχέδιο της εικ. 12α. Σε ορισμένα από αυτά, όπως το σχέδιο της εικ. 12β, φαίνεται ότι έχει επέμβει επαγγελματίας σχεδιαστής με αποτέλεσμα τα κτίρια να έχουν αποδοθεί με κάποια προοπτική [51] (για το λόγο αυτό το τέμενος «της αγοράς» φαίνεται μικρότερο).

 

(εικ. 12α) – (εικ. 12β)

 

Ένα μόνο τζαμί στην πόλη βλέπουν δύο περιηγητές που επισκέπτονται το Άργος μετά τα μέσα του 18ου αιώνα, οι οποίοι όμως ενδιαφέρονται κυρίως για τις αρχαιότητες. Ο Βρετανός ιστορικός και αρχαιολόγος R. Chandler (γύρω στα 1765-66) αναφέρει «ένα τζαμί στη σκιά των κυπαρισσιών, που δεσπόζει των κτιρίων του Άργους» [52], ενώ ο Γάλλος μηχανικός Foucherot (1780) [53], που ήρθε στην Ελλάδα με τον Fauvel, μιλάει για ένα τζαμί «με μία αρκετά όμορφη τούρκικη Μονή» [54]. Τα στοιχεία δεν είναι αρκετά για να μπορεί να προσδιοριστεί αν πρόκειται για το ίδιο τζαμί και ποιο από τα δύο ήταν αυτό. Υποθέτουμε, όπως και ο Sève, ότι και οι δύο περιηγητές αναφέρονται πιθανότατα στο τζαμί «της αγοράς» [55].

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα σχέδια που έχουν αποδοθεί, μάλλον εσφαλμένα, στο Γάλλο ζωγράφο L.- F. Cassas (1782), ενώ ανήκουν πιθανότατα στο γνωστό συλλέκτη, αρχαιόφιλο και μετέπειτα πρόξενο της Γαλλίας στην Αθήνα L.- F.-S. Fauvel (1780) [56]. Σε δύο από αυτά[57] απεικονίζονται και τα δύο τζαμιά της πόλης. Στο πρώτο (εικ. 13α-β), μια άποψη της πόλης από τα Δ/ΝΔ, γίνεται κατανοητή η απόσταση μεταξύ των δύο τζαμιών: το ένα βρίσκεται στη ΝΑ άκρη της πόλης (στη θέση του Αγίου Κωνσταντίνου), ενώ το άλλο αρκετά βορειότερα. Στο δεύτερο σχέδιο (εικ. 14α-β), μια άποψη από τα ΒΑ, η απόσταση αυτή φαίνεται πολύ μικρότερη (τα δύο τζαμιά βρίσκονται σχεδόν στην ίδια ευθεία) λόγω της γωνίας από την οποία φιλοτεχνήθηκε το έργο [58]. Αξιοσημείωτο είναι ότι, ενώ στο πρώτο σχέδιο (άποψη από τα Δ/ΝΔ) το τζαμί «της αγοράς» αποδίδεται χωρίς μιναρέ, στο δεύτερο εμφανίζεται με το μιναρέ του. Τί να υποθέσουμε; Κάποιο λάθος του καλλιτέχνη ή κάποια χρονολογική διαφορά μεταξύ των σχεδίων; Ξέρουμε ότι ο Fauvel πήγε στην Πελοπόννησο δύο φορές, στα 1780 και στα 1787, μήπως τα σχέδια έγιναν στη διάρκεια των δύο διαφορετικών αυτών ταξιδιών στο μεσοδιάστημα των οποίων καταστράφηκε ο μιναρές του τζαμιού; (βλ. παρακάτω).

 

(εικ. 13α) – (εικ. 13β) – (εικ. 14α) – (εικ. 14β)

 

Σε σχέδιο του Βρετανού W. Walker (1803) [59], με λεζάντα Νότια άποψη του Άργους, στην πραγματικότητα όμως από ΝΑ (εικ. 15), διακρίνουμε ένα τζαμί στην άκρη της πόλης (αριστερά): πρόκειται με βεβαιότητα για το σημερινό ναό του Αγίου Κωνσταντίνου. Το τζαμί του κέντρου της πόλης δεν εικονίζεται στο σχέδιο, είτε δεν φαίνεται από το σημείο που στεκόταν ο καλλιτέχνης είτε βρίσκεται μέσα στη συστάδα των δένδρων, δεξιότερα, και δεν διακρίνεται, επειδή έχει πλέον χάσει το μιναρέ του (βλ. παρακάτω).

Ο Βρετανός sir W. Gell (1805) [60], μέλος της Εταιρείας των Dilettanti, παρέδωσε μια αρκετά λεπτομερή περιγραφή της σύγχρονης πόλης και των αρχαιοτήτων της. Σε ένα από τα σχέδιά του (εικ. 16), όπου απεικονίζεται μια άποψη του Άργους από το κάστρο της Λάρισας [61], διακρίνονται οι νότιες παρυφές της πόλης με αραιά κτίσματα και στο βάθος ο αργολικός κόλπος. Μεταξύ των κτισμάτων διακρίνεται καθαρά ένα τζαμί το οποίο περιβάλλεται από κυπαρίσσια. Λόγω της θέσης του, στη ΝΑ άκρη της πόλης, δεν μπορεί να είναι άλλο από το μετέπειτα ναό του Αγίου Κωνσταντίνου.

 

(εικ. 15) – (εικ. 16)

 

Στο κείμενό του ο Gell αναφέρει δύο τουλάχιστον φορές το τζαμί αυτό, τη μια για να πει ότι «το Γυμνάσιο του Κυλάραβη … βρισκόταν πιθανώς στο σημείο που καταλαμβάνει σήμερα ένα μεγάλο τζαμί με σχολείο και κυπαρίσσια τριγύρω» [62]. Τη δεύτερη φορά, αφού έχει μόλις μιλήσει για τα αρχαία μέλη που βρίσκονται ενσωματωμένα σε μια μεγάλη εκκλησία στα νότια της πόλης (ασφαλώς την Παναγία), αναφέρει ότι «ένα από τα τζαμιά [της πόλης] λέγεται ότι οικοδομήθηκε από λιθόπλινθους που έφεραν από το Ασκληπιείο της Επιδαύρου. Ίσως να βρίσκονται εκεί και μερικές επιγραφές». Σίγουρα στην κατασκευή του Αγίου Κωνσταντίνου έχουν χρησιμοποιηθεί πολλά αρχαία μέλη τα οποία ωστόσο δεν χρειαζόταν να φέρουν από την Επίδαυρο, εφόσον υπήρχαν άφθονα τριγύρω.

Ο Βρετανός αρχαιολόγος Ε. Dodwell και ο Ιταλός ζωγράφος S. Pomardi ήρθαν μαζί στο Άργος, στα 1805, ενδιαφερόμενοι κυρίως για τις αρχαιότητες της πόλης. Ο πρώτος αναφέρει απλώς την ύπαρξη δύο τζαμιών [63]. Ο δεύτερος φιλοτέχνησε μια ενδιαφέρουσα άποψη του Άργους από τη Δειράδα, προς τα ΝΑ [64]. Στο βάθος, λίγο δεξιά, μόλις διακρίνεται ο μιναρές του τζαμιού της ΝΑ συνοικίας. Όπως επισημαίνει ο Sève, το γεγονός ότι δεν απεικονίζεται το τζαμί «της αγοράς», ενώ από το σημείο που βρισκόταν ο καλλιτέχνης θα έπρεπε να φαίνεται, σημαίνει ότι αυτό έχοντας χάσει πλέον το μιναρέ του δεν διακρινόταν από μακριά. Για τον ίδιο λόγο, άλλωστε, πολλοί περιηγητές, από τα τέλη του 18ου αι., δεν μιλούν παρά μόνο για ένα τζαμί [65].

Ο Βρετανός αξιωματικός W. Μ. Leake (1806), ο οποίος διακρίνεται για την ακρίβεια των περιγραφών του, σε σκαρίφημα με τη θέση των αρχαιοτήτων του Άργους σημειώνει την παρουσία ενός τζαμιού στο νότιο/νοτιοδυτικό τμήμα της πόλης [66]. Το τζαμί αυτό θα πρέπει λογικά να είναι ο σημερινός Άγιος Κωνσταντίνος, μόνο που έχει τοποθετηθεί – μάλλον κατά λάθος – πολύ πιο κοντά στους πρόποδες της Λάρισας.

Ο ζωγράφος και ποιητής W. Haygarth (1810) αναφέρει «ένα τούρκικο τζαμί κτισμένο στη θέση ενός αρχαίου ελληνικού ναού όπου βρέθηκε δάπεδο με μωσαϊκό το οποίο αφαίρεσε ο Βελή-Πασάς. Ο Πασάς είχε κάνει ανασκαφές στην πόλη…» [67]. Το τζαμί αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο από το σημερινό Άγιο Κωνσταντίνο, όπου πράγματι ανασκαφές του Vollgraff έφεραν στο φως τμήματα μωσαϊκών.

Σε ένα από τα σχέδια του Γερμανού αρχιτέκτονα και αρχαιολόγου Κ. Haller von Hallerstein (1811), με τίτλο Άποψη του Άργους από το δρόμο της Τριτολιτζάς [68], απεικονίζεται η πόλη του Άργους από τα Ν/ΝΔ. Δυστυχώς το κλισέ που είχε στη διάθεσή του ο Sève ήταν, όπως σημειώνει και ο ίδιος, μέτριας ποιότητας με αποτέλεσμα οι λεπτομέρειες του σχεδίου να είναι δυσανάγνωστες. Διακρίνονται, ωστόσο, στο μέσον περίπου της εικόνας η γνωστή συστάδα των δένδρων με το κεντρικό τζαμί, χωρίς μιναρέ, και δεξιότερα το τζαμί της ΝΑ συνοικίας με το μιναρέ του.

Ο Άγγλος αρχιτέκτων και αρχαιολόγος C. R. Cockerell (1811), ο οποίος συνεργάστηκε με τον Haller von Hallerstein, φιλοτέχνησε τέσσερα σχέδια του Άργους με εξαιρετικό ενδιαφέρον [69]. Μεταξύ αυτών ένα σκαρίφημα-πανόραμα της πόλης του Άργους, σε δύο φύλλα, από τους πρόποδες της Λάρισας (από Δ/ΒΔ) [70]. Στο κέντρο του σχεδίου, στο σημείο ένωσης των δύο φύλλων, διακρίνεται η συστάδα των δένδρων με το συγκρότημα του τζαμιού «της αγοράς», ενώ στο μέσον περίπου του δεύτερου φύλλου διαγράφεται καθαρά η σιλουέτα του τζαμιού της ΝΑ συνοικίας με το μιναρέ του. Σε μια άλλη άποψη της πόλης, από τα ΝΔ και από πιο κοντά (εικ.17), διακρίνεται αριστερά η συστάδα των κυπαρισσιών με το τζαμί «της αγοράς» και δίπλα του ο μεντρεσές στεγασμένος με θολίσκους. Γύρω από το τζαμί διακρίνεται ψηλός περίβολος. Δεξιότερα φαίνεται το τζαμί της ΝΑ συνοικίας. Το τελευταίο σχέδιο του Cockerell είναι μια λεπτομέρεια του συγκροτήματος του τζαμιού «της αγοράς».

Στη λιθογραφία του Βρετανού Η. W. Williams (1817) [71], όπου απεικονίζεται μια άποψη των νότιων παρυφών του Άργους από τη Δειράδα (εικ. 18), το τζαμί που μόλις διακρίνεται είναι με βεβαιότητα ο σημερινός ναός του Αγίου Κωνσταντίνου. Βρισκόμαστε στα τελευταία χρόνια της ζωής του μνημείου ως μουσουλμανικού τεμένους. Είναι ίσως η τελευταία φορά που απεικονίζεται ο μιναρές του, σε μερικά χρόνια θα αντικατασταθεί από ένα ταπεινό καμπαναριό.

 

(εικ. 17) – (εικ. 18)

 

Μετεπαναστατικά χρόνια

 

Η τύχη του τεμένους στα χρόνια που ακολούθησαν την έναρξη του αγώνα του 1821 δεν ήταν βέβαια χωρίς περιπέτειες. Αναφέρεται ότι «ώς τζαμίον τό είχε ποιμνιοστάσιον διά τά πρόβατά του ό τότε πανίσχυρος καί παντοδύναμος στρατηγός του Αγώνος Δημ. Τσώκρης (1798-1875), αλλά κατά τό 1871, χάρις εις τάς εύγενεΐς ένεργείας τοΰ μακαρίτη Ίωάννου Ζώη, ύπολοχαγοΰ τοΰ πεζικού, καθηγιασθέν δι’ έγκαινίων μετετράπη εις χριστιανικόν ναόν, τιμώμενον έν όνόματι τών άγιων και μεγάλων βασιλέων καί ίσαποστόλων Κωνσταντίνου καί Ελένης. Κατά τήν παράδοσιν ή ημέρα τών έγκαινίων έορτάσθη, πανδήμως πανηγυρικώτατα καί μετά πάσης έπισημότητος» [72].

Σύμφωνα με νεότερη έρευνα [73] το τζαμί είχε μετατραπεί σε ναό του Αγίου Κωνσταντίνου νωρίτερα, άγνωστο πότε ακριβώς αλλά πάντως κατά τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, πιθανώς πριν από το 1828, εφόσον στο σχέδιο της πόλης του Άργους που καταστρώθηκε από τον Devaud στα 1829 το μνημείο αναφέρεται ως Eglise St. Constantin [74]. Άλλωστε και ο Δ. Πύρρος (1829) αναφέρει το μνημείο «το όποιο προ μικρού είχον οί Τούρκοι ώς προσκύνημά των» ως ναό του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης [75]. Την άνοιξη του 1828, κατά την επιδημία πανούκλας που μάστιζε την Αργολίδα, στεγάστηκε στο μνημείο στρατιωτικό νοσοκομείο [76]. Μετά τη λήξη της επιδημίας στο Άργος, και παρά τις συνεχείς αιτήσεις των τοπικών αρχών να πάψει αυτή η χρήση του κτιρίου, ο ναός φαίνεται ότι συνέχισε να λειτουργεί ως νοσοκομείο του ιππικού για αρκετά χρόνια ακόμη [77].

Σήμερα ο ναός αποτελεί παρεκκλήσιον του Μητροπολιτικού ναού του Αγίου Πέτρου, λειτουργεί στη χάρη των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, ενώ από το 1938 έχει κηρυχθεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο [78].

 

Οι μαχαλάδες του οθωμανικού Άργους, κατά το Ζεγκίνη. Χαρακτηριστικοί οι διασταυρούμενοι οδικοί άξονες. Σημειώνονται με κόκκινο τα δύο κεντρικά τζαμιά του, τα οποία διακρίνονται εμβληματικά και στην γκραβούρα του Coronelli, στην οποία αποτυπώνονται και μικρότερα οξυκόρυφα κτίρια, πιθανότατα μικρότεροι ιεροί χώροι.

 

Οι μαρτυρίες των περιηγητών και η γνώση των μουσουλμανικών τεμενών του Άργους

 

Στο τελευταίο μέρος της μελέτης, θα προσπαθήσουμε να συνοψίσουμε τη συμβολή των μαρτυριών των ταξιδιωτών και άλλων γραπτών πηγών στην καλύτερη γνώση των μουσουλμανικών τεμενών της πόλης.

Σε γενικές γραμμές οι μαρτυρίες των ταξιδιωτών δεν είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικές στο θέμα αυτό. Οι περισσότεροι περιηγητές, κυρίως εκείνοι που έρχονται στο Άργος μετά τις αρχές το 18ου αι., αναφέρονται παρεμπιπτόντως στα μουσουλμανικά μνημεία, εφόσον το κύριο ενδιαφέρον τους επικεντρώνεται στις αρχαιότητες της πόλης. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες παρατηρήσεις που με άμεσο ή έμμεσο τρόπο μας δίνουν χρήσιμες πληροφορίες για τα μουσουλμανικά τεμένη (για τον αριθμό, τη μορφή, τη θέση, την κατάσταση διατήρησής τους), πληροφορίες που βοηθούν να ανασυνθέσουμε όχι μόνο τη ζωή των συγκεκριμένων μνημείων αλλά έως ένα βαθμό και εκείνη των ανθρώπων που κινήθηκαν γύρω τους.

 

Αριθμός τεμενών και δημογραφική διάσταση

 

Γύρω στα μέσα του 17ου αι., όπως είδαμε παραπάνω (Τσελεμπί, 1668), υπήρχαν στην κάτω πόλη δύο κεντρικά τζαμιά και δέκα περίπου συνοικιακά μεστζίτια. Το τζαμί στη θέση του μετέπειτα Αγίου Κωνσταντίνου, εάν πράγματι ταυτίζεται με εκείνο της συνοικίας Μπεσικλέρ/Σεμπεκλέρ, θα πρέπει να περιλαμβάνεται στα δύο μεγάλα τζαμιά, μαζί με εκείνο «της αγοράς». Ενδιαφέρουσα είναι επίσης η πληροφορία του Τσελεμπί ότι ένα μικρό, παλιό τζαμί βρισκόταν πάνω στο λόφο της Λάρισας για τους πιστούς της μουσουλμανικής συνοικίας που υπήρχε μέσα στο κάστρο. Ο συνολικός αυτός αριθμός των τεμενών φαίνεται αρκετά μεγάλος (είναι ο μεγαλύτερος που αναφέρεται από ταξιδιώτη), γεγονός που σημαίνει ότι κατά την Α’ Τουρκοκρατία (1463-1686) οι Οθωμανοί αποτελούσαν ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού του Άργους.

Η επόμενη μαρτυρία σχετικά με τον αριθμό των τζαμιών, στα 1700 (Vandeyk), αναφέρει δύο τζαμιά σε καλή κατάσταση και τρία ήδη ερειπωμένα. Βρισκόμαστε 15 χρόνια μετά την ανακατάληψη του Άργους από τους Βενετούς (1686), η οποία φαίνεται ότι υπήρξε μοιραία τόσο για τα μουσουλμανικά μνημεία όσο και για την παρουσία του τουρκικού στοιχείου στην πόλη. Από τα δύο τζαμιά σε καλή κατάσταση, το πρώτο είναι σίγουρα εκείνο «της αγοράς», το οποίο μετατρέπεται σε κατάλυμα επισήμων Βενετών, ενώ το δεύτερο υποθέτουμε ότι είναι ο μετέπειτα Άγιος Κωνσταντίνος, που κατά πάσα πιθανότητα είχε επίσης αλλάξει χρήση. Μεταξύ των ερειπωμένων τζαμιών θα ήταν ασφαλώς εκείνο του κάστρου της Λάρισας, ενώ τα άλλα δύο τα αγνοούμε [79].

Η φυγή των Τούρκων από το Άργος, το 1686, υπήρξε μαζική. Φαίνεται μάλιστα ότι ο οθωμανικός πληθυσμός παρέμεινε έκτοτε σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, ακόμη και μετά την ανακατάληψη του Άργους από τους Τούρκους (1715) [80]. Είναι χαρακτηριστικό, άλλωστε, ότι από το δεύτερο τέταρτο του 18ου αι. όλοι οι ταξιδιώτες αναφέρουν, στην καλύτερη περίπτωση, δύο μόνο τζαμιά [Fourmont (1726), Fauvel (1780), Dodwell (1805), Haller von Hallerstein και Cockerell (1811)]. Εάν, όπως αναφέρει o Leake, το 1806 οι Οθωμανοί δεν ήσαν πάνω από 60-80 οικογένειες, η λειτουργία δύο μόνο τζαμιών φαίνεται ρεαλιστική.

 

Ταυτότητα και ταύτιση τεμενών

 

Είναι αξιοσημείωτο ότι κανείς από τους ταξιδιώτες δεν αναφέρεται στην ονομασία των τζαμιών. Ωστόσο, δύο από αυτά έγινε δυνατό να ταυτιστούν χάρη στον Κατάλογο των Οθωμανικών Μνημείων στην Ελλάδα του Τούρκου καθηγητή Ayverdi, ο οποίος μελέτησε επιπλέον τα οθωμανικά κατάστιχα (Tahrir Defteri) που συντάχθηκαν κυρίως μετά το 1715 με την επανάκτηση της Πελοποννήσου από τους Τούρκους. Το μικρό τζαμί πάνω στο κάστρο της Λάρισας, που σύμφωνα με τον Τσελεμπί χτίστηκε από τον Μεχμέτ τον Πορθητή, πράγματι στον παραπάνω κατάλογο μνημονεύεται ως, Sultan Mehmed câmii [81]. Όσο για το τζαμί «της αγοράς», στον ίδιο κατάλογο αναφέρεται ότι ονομαζόταν Çarsi inÇide câmii [82]. Δυστυχώς για το τζαμί της ΝΑ συνοικίας, το σημερινό Άγιο Κωνσταντίνο, δεν μπορέσαμε να βρούμε, τουλάχιστον έως το σημερινό στάδιο της έρευνας, κάποιο διαφωτιστικό στοιχείο για την ονομασία του.

Το γεγονός ότι οι ταξιδιώτες δεν αναφέρουν ποτέ την ονομασία των τζαμιών δημιουργεί συχνά μεγάλες δυσκολίες στην ταύτισή τους. Τις περισσότερες φορές η ταύτιση γίνεται δυνατή μόνο από τα συμφραζόμενα: στην περίπτωση λ.χ., που αναφέρεται ένα τζαμί «στη θέση ενός αρχαίου ναού» (Haygarth) ή «στη θέση του Γυμνασίου του Κυλάραβη» (Gell) υποθέτουμε το σημερινό ναό του Αγίου Κωνσταντίνου. Ορισμένες φορές, όμως, και αυτά τα συμφραζόμενα είναι τόσο αόριστα, ώστε είναι σχεδόν αδύνατο να καταλάβει κανείς για ποιο τζαμί πρόκειται, όπως λ.χ. στην περίπτωση που αναφέρεται «ένα τζαμί στη σκιά των κυπαρισσιών» (Chadler) ή «με σχολείο και κυπαρίσσια τριγύρω» (Gell), όταν ξέρουμε ότι γύρω και από τα δύο τζαμιά υπήρχαν κυπαρίσσια, ίσως μάλιστα και σχολεία. Αλλά και τα σχέδια των καλλιτεχνών – ταξιδιωτών δεν βοηθούν πάντοτε στην ταύτιση των τζαμιών, επειδή συχνά είναι ανακριβή ή ελλιπή (συχνή απεικόνιση ενός μόνο τζαμιού, Coronelli, VDS, Leake).

Τοπογραφικά προβλήματα. Η ελλιπής πληροφόρηση εκ μέρους των ταξιδιωτών όσον αφορά στα οθωμανικά κτίρια δεν δημιουργεί προβλήματα μόνο σε σχέση με την ταύτιση των τζαμιών αλλά και με την τοπογραφία τους. Έτσι, το τζαμί της αγοράς, του οποίου έχουν χαθεί πλέον τα ίχνη, είναι άγνωστο σε ποιο ακριβώς σημείο βρισκόταν. Η θέση του «κοντά στην αγορά» είναι αρκετά αόριστη, αλλά με δεδομένο ότι η περιοχή όπου ήταν συγκεντρωμένα τα περισσότερα επίσημα οθωμανικά κτίρια (οικία βοεβόδα, σχολείο, λουτρό, παζάρι, χάνι) βρισκόταν περίπου στο σημερινό κέντρο της πόλης [83] (ανατολικότερα των στρατώνων του Καποδίστρια) μπορούμε να υποθέσουμε ότι και το τζαμί της αγοράς βρισκόταν κάπου εκεί. Ο Δ. Πύρρος (1829) αναφέρει ότι δυτικά του ναού του Αγίου Δημητριού [84] «οί Τούρκοι πρό μικρού ειχον τό σχολεΐον αυτών, όλον από κυβικούς λίθους καί μάρμαρα πεποιημένον καί μέ μόλυβδον οκεπασμένον» [85].

Από αναφορές διαφόρων περιηγητών και τα σχέδια του Cockerell γνωρίζουμε ότι μεγάλο σχολείο (μεντρεσές) βρισκόταν μέσα στο συγκρότημα του τζαμιού της αγοράς. Αν πρόκειται για το ίδιο σχολείο με αυτό που περιγράφει ο Πύρρος, κάτι που φαίνεται πολύ πιθανό [86], τότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι το κεντρικό μουσουλμανικό τέμενος βρισκόταν και αυτό δυτικά του σημερινού ναού του Αγίου Δημητρίου [87]. Άλλωστε, η θέση αυτή φαίνεται να συμφωνεί με αρκετά σχέδια περιηγητών (Cassas/Fauvel, Cockerell) όπου το τζαμί αυτό βρίσκεται στο ΒΑ τμήμα της πόλης.

Όσο για το τζαμί στη γειτονιά Μπεσικλέρ/Σεμπεκλέρ, όπως το αναφέρει ο Τσελεμπί, δεν είναι απολύτως βέβαιο ότι ταυτίζεται με το τζαμί στη θέση του μετέπειτα ναού του Αγίου Κωνσταντίνου [88]. Αν η συνοικία Μπεσικλέρ/Σεμπεκλέρ είναι η ίδια με τη συνοικία του Καραμούτζα, η οποία σύμφωνα με τους Ζεγκίνη και Τσακόπουλο βρισκόταν στο ΝΑ τμήμα της πόλης, τότε πράγματι πρόκειται για το ίδιο τζαμί. Η ταύτιση των δύο συνοικιών υποθέτουμε ότι έχει γίνει επειδή τόσο ο Τσελεμπί όσο και οι Ζεγκίνης και Τσακόπουλος αναφέρουν αντίστοιχα ότι ήταν «μία άπό τις πλουσιότερες του ’Άργους» [89] και ότι «μέχρι τής άπελευθερώσεως εκεί βρισκόταν ή τουρκική άριστοκρατική συνοικία» [90].

 

Ιστορικά στοιχεία για τα τεμένη του Άργους

 

Το τζαμί του κάστρου της Λάρισας

Για τη μορφή του τζαμιού αυτού δεν γνωρίζουμε τίποτε άλλο εκτός από ότι ήταν μικρό. Πρόκειται ίσως για το παλαιότερο τζαμί εφόσον, όπως είδαμε παραπάνω, φέρει την ονομασία του Μωάμεθ του Πορθητή (1451-1481) και επομένως φαίνεται ότι οικοδομήθηκε από τα πρώτα κιόλας χρόνια της Τουρκοκρατίας (πριν από το 1481;). Το μικρό αυτό τζαμί εγκαταλείφθηκε νωρίς, πιθανότατα συγχρόνως με τη συνοικία που το πλαισίωνε, ίσως γύρω στα τέλη 17ου αι. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι η εγκατάλειψη αυτή έγινε το 1686. στο τέλος της Α’ τουρκικής κυριαρχίας, όταν ο Σερασκέρης Ισμαήλ-Πασάς, μετά από την ήττα του σε μάχη με τους Βενετούς υπό τον Μοροζίνη, «άποθαρρυνθείς έγκατέλειψε τό ’Άργος καί έφυγεν εις Κόρινθον συμπαραλαβών καί όλον τόν ’Οθωμανικόν πληθυσμόν τοΰ Άργους» [91]. Κατά τις εργασίες ανοικοδόμησης του κάστρου από τους Βενετούς το τζαμί πιθανότατα ισοπεδώθηκε.

 

Το τζαμί «της αγοράς»

Σύμφωνα τον Τσελεμπί (1668), το τζαμί αυτό ήταν το επιβλητικότερο όλων, γεγονός αναμενόμενο, άλλωστε, εφόσον βρισκόταν στο κεντρικότερο σημείο της πόλης και αποτελούσε όχι μόνο το επισημότερο μωαμεθανικό τέμενος αλλά και το κατεξοχήν κτίριο σημασιοδότησης του χώρου. Σε όλα τα σχέδια, από τα πιο σχηματικά (Coronelli, Fourmont) έως το πιο ρεαλιστικό (Cockerell), απεικονίζεται με ψηλό περίβολο που περικλείει διάφορα προσκτίσματα, μεταξύ των οποίων το μεντρεσέ [92], καθώς και πολλά δέντρα.

Το γεγονός ότι το τζαμί της αγοράς ήταν χτισμένο «με τον παραδοσιακό Τρόπο», όπως αναφέρει ο Τσελεμπί, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ήταν από τα παλαιότερα. Η επιλογή του κατάλληλου χώρου για την ανέγερσή του, όσο και ο σχεδιασμός και η εκτέλεση του σχετικά μνημειώδους οικοδομικού του προγράμματος θα πρέπει να απαίτησαν κάποιο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, η ανάγκη εξοθωμανισμού του αστικού χώρου θα πρέπει να ήταν πιεστική.

Με βάση τα παραπάνω υποθέτουμε ότι το τζαμί αυτό θα πρέπει να κτίστηκε γύρω στις αρχές του 16ου αι. Ένα στοιχείο που ενισχύει τη χρονολόγηση αυτή αποτελεί η μαρτυρία του Πύρρου ότι ο μεντρεσές του Άργους (ο οποίος βρισκόταν πιθανότατα στο ίδιο συγκρότημα με το τζαμί) ανακαινίστηκε επί Σουλτάνου Βαγιαζίτ (1481-1512) [93]. Υποθέτουμε ότι οι οικοδομικές εργασίες στο συγκρότημα τζαμιού-μεντρεσέ έγιναν συγχρόνως.

Από τα τέλη του 18ου αι. το τζαμί εμφανίζεται στα σχέδια των ταξιδιωτών χωρίς το μιναρέ του. Ο ακριβής χρόνος της απώλειας αυτής θα μπορούσε να τοποθετηθεί στο διάστημα μεταξύ του 1770 και 1780, εφόσον ο τελευταίος που μιλάει για ένα τζαμί που «δεσπόζει των κτιρίων του Άργους» είναι ο Chandler (1765-66), ενώ σε ένα από τα σχέδια του Cassas/Fauvel (1780) δεν έχει πλέον μιναρέ. Στα σχέδια του Cockerell (1811) το τζαμί της αγοράς σχεδόν δεν διακρίνεται μέσα από την πυκνή συστάδα δένδρων που το περιβάλλει. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, όπως σημειώθηκε παραπάνω, πολλοί περιηγητές, από τα τέλη του 18ου αι., δεν μιλούν παρά μόνο για ένα τζαμί, τον μετέπειτα Άγιο Κωνσταντίνο. Η καταστροφή του μιναρέ μπορεί να οφείλεται σε κάποιο φυσικό φαινόμενο (σεισμό;) ή να συνδέεται με τα αιματηρά γεγονότα της αποτυχημένης εξέγερσης του 1770 (Ορλωφικά) και της αθρόας εισβολής Αλβανών που ακολούθησε με δραματικές συνέπειες για τον τόπο [94]. Εντύπωση προκαλεί, ωστόσο, το γεγονός ότι ο μιναρές δεν επισκευάστηκε ποτέ. Το στοιχείο αυτό θα πρέπει αφενός να συσχετίζεται με την εξαιρετικά ισχνή παρουσία του τουρκικού στοιχείου στην πόλη (βλ. παραπάνω) και αφετέρου να υποδηλώνει τη μικρή σημασία που έδιναν πλέον οι οθωμανικές αρχές σε θέματα με συμβολική σημασία τουλάχιστον σε δευτερεύουσες πόλεις όπως το Άργος.

Το τζαμί «της αγοράς» φαίνεται ότι καταστρέφεται ολοκληρωτικά στη διάρκεια των εκρηκτικών πρώτων χρόνων της επανάστασης, πιθανότατα μετά την αφαίρεση του μολύβδου της στέγης του, από Έλληνες επαναστάτες (υπό τον Νικηταρά) οι οποίοι, το Μάιο του 1821, «παρέλαβον καί μετήνεγκον τόν μόλυβδον επί 122 περίπου ζώων… έξ αυτών δέ έχύθησαν έν Δημητσάνη σφαΐραι» [95].

 

Το τζαμί της γειτονιάς Μπεσικλέρ – Σεμπεκλέρ. Ο μετέπειτα Άγιος Κωνσταντίνος

 

Για το τζαμί αυτό, – για τις δυσκολίες ταύτισης του οποίου μιλήσαμε παραπάνω – υπάρχει μια μακρά φιλολογία ότι κτίστηκε στα θεμέλια αρχαίου μνημείου (Gell 1805. Haygarth 1810) [96]. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται από τις έως σήμερα ανασκαφικές έρευνες, εφόσον τα λείψανα που έχουν έρθει στο φως στον περιβάλλοντα χώρο του δεν χρονολογούνται πριν από τα υστερορωμαϊκά χρόνια (βλ. παραπάνω). Πιθανότερο φαίνεται να έχει κτιστεί στα θεμέλια παλαιοχριστιανικού ή βυζαντινού μνημείου τόσο με βάση τη μορφή του [97] όσο και τα αρχιτεκτονικά λείψανα που έχουν ανασκαφεί στο άμεσο περιβάλλον του (βλ. παραπάνω).

Όπως είδαμε παραπάνω, από την αρχιτεκτονική ανάλυση του μνημείου προέκυψε ότι στη μουσουλμανική περίοδο της ζωής του υπήρξαν δύο βασικές οικοδομικές φάσεις: η ανέγερσή του ως απλό τετράγωνο κτίριο, πιθανότατα προσευχής (μεστζίτ), και η μετασκευή του σε τζαμί με την προσθήκη θολωτής στοάς στην πρόσοψη και μιναρέ. Τα στοιχεία που διαθέτουμε για να χρονολογήσουμε τις φάσεις αυτές είναι, δυστυχώς, ελάχιστα.

Σχετικά με το τζαμί αυτό, ο Τσελεμπί, στα μέσα του 17ου αι., αναφέρει απλώς ότι είναι «σε καλή κατάσταση». Η παρατήρηση αυτή υποδηλώνει, κατά τη γνώμη μας, ότι πρόκειται για ένα παλιό τζαμί, το οποίο παρά την ηλικία του διατηρείται σε καλή κατάσταση. Με βάση το δεδομένο αυτό καθώς και τα στοιχεία που προέκυψαν από την τυπολογική του ανάλυση, δεν θεωρούμε αβάσιμη την άποψη ότι κτίζεται γύρω στα μέσα του 16ου αιώνα [98], αν όχι νωρίτερα. Ίσως μάλιστα η ανέγερσή του σχετίζεται με τη μακρόχρονη περίοδο ηρεμίας στις σχέσεις μεταξύ Τούρκων και Βενετών (διάρκειας 150 χρόνων περίπου) η οποία σημειώνεται μετά την υπογραφή της συνθήκης του 1540.

Σχετικά με τη χρονολόγηση της μετασκευής του μνημείου σε τζαμί, ή σε μεγαλύτερο τζαμί, θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε δύο υποθέσεις. Σύμφωνα με την πρώτη υπόθεση, η μετασκευή του κτιρίου γίνεται πριν από τα μέσα του 17ου αι. (γύρω στα 1650;), πριν από το τέλος δηλαδή της Α’ Τουρκοκρατίας (1463-1686), όταν το οθωμανικό στοιχείο στην πόλη ήταν ακόμη ανθηρό. Στην περίπτωση αυτή ο Τσελεμπί (1668) είδε το τζαμί με μιναρέ αλλά απλώς δεν το θεωρεί άξιο λόγου να το αναφέρει [99], ενώ οι Coronelli (1687) και VDS (1700) δεν απεικονίζουν καθόλου το τζαμί πιθανώς επειδή ήταν απόκεντρο. Σύμφωνα με τη δεύτερη υπόθεση, η οποία μας φαίνεται πιθανότερη, η μετασκευή γίνεται μετά τη φάση εγκατάλειψης του μνημείου κατά τη Β’ Βενετοκρατία (1686-1715), στην αρχή δηλαδή της Β’ τουρκικής κυριαρχίας στην πόλη (1715). Στην περίπτωση αυτή δικαιολογημένα δεν αναφέρει το μιναρέ του ο Τσελεμπί, εφόσον δεν τον είδε, ενώ οι Coronelli και VDS δεν απεικονίζουν το τζαμί, επειδή δεν ξεχώριζε ακόμη στο τοπίο της πόλης. Σε κάθε περίπτωση το 1729 το τζαμί έχει πλέον μιναρέ, εφόσον έτσι το σχεδιάζει ο Fourmont. Παραπάνω αναφερθήκαμε στην εξαιρετικά ισχνή παρουσία του οθωμανικού στοιχείου στην πόλη κατά τη διάρκεια της Β’ Τουρκοκρατίας. Η μετασκευή του τζαμιού στην αρχή αυτής της περιόδου ίσως υποδηλώνει ακριβώς τη συγκέντρωση του συρρικνωμένου οθωμανικού πληθυσμού στο ανατολικό τμήμα της πόλης και την κατάργηση όλων των άλλων τζαμιών. Άλλωστε, είναι χαρακτηριστικό ότι και τα επίσημα οθωμανικά κτίρια βρίσκονται πλέον σε αυτό το τμήμα του Άργους.

Σύμφωνα με δύο σχέδια που χρονολογούνται στα 1805 (Gell, Pomardi), το τζαμί εμφανίζεται για πρώτη φορά πλαισιωμένο από μεγάλα κυπαρίσσια. Η δενδροφύτευση θα πρέπει να χρονολογείται στα τέλη του 18ου αι. και να σχετίζεται πιθανώς με κάποια διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου (στο σχέδιο του Gell διακρίνεται μια μεγάλη πλατεία βορείως του τεμένους) και όχι με την παρουσία του γνωστού μουσουλμανικού κοιμητηρίου, το οποίο πρέπει να καταλάμβανε τον ελεύθερο χώρο νοτίως του τζαμιού.

 

Συμπεράσματα

 

Από την παραπάνω αρχιτεκτονική και ιστορική διερεύνηση του μνημείου προκύπτουν ορισμένα συμπεράσματα, τα οποία ωστόσο δεν δίνουν οριστικές απαντήσεις σε βασικά προβλήματα που αφορούν κυρίως στην ταύτιση και τη χρονολόγησή του.

  1. Η ονομασία του τζαμιού παραμένει άγνωστη, εφόσον δεν αναφέρεται σε καμία από τις γνωστές, σε εμένα τουλάχιστον, γραπτές πηγές. Δεν είναι μάλιστα απολύτως βέβαιο ότι το τζαμί που αναφέρει ο Τσελεμπί στη συνοικία Μπεσικλέρ ταυτίζεται με το μετέπειτα ναό του Αγίου Κωνσταντίνου [100].
  1. Ως προς τον ακριβή χρόνο ανέγερσης του τζαμιού μόνο υποθέσεις μπορούν να διατυπωθούν. Η απλή τυπολογία του δεν αποκλείει το μνημείο να είναι πρώιμο έργο (αρχές ή μέσα 16ου αι.) αλλά η διαχρονικότητα του απλού αυτού τύπου δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές χρονολογικό κριτήριο.
  1. Η μακρόχρονη ζωή του μνημείου δικαιολογεί απόλυτα τις διάφορες αρχιτεκτονικές επεμβάσεις (προσθήκες, επισκευές, μετασκευές) που το βοήθησαν να επιβιώσει στο χρόνο και να ανταποκριθεί στις αλλαγές χρήσης και σημασιοδότησής του. Τρεις τουλάχιστον φαίνεται ότι ήταν οι κύριες οικοδομικές φάσεις του: στην πρώτη φάση, πιθανώς γύρω στα μέσα 16ου αι., ανέγερση ενός απλού τετράγωνου κτίσματος που χρησίμευε μάλλον ως συνοικιακός χώρος προσευχής (μεστζίτ). Σε μια δεύτερη φάση το κτίριο αναβαθμίζεται σε μεγάλο τζαμί με προσθήκη μιναρέ και στοάς στην πρόσοψη. Η φάση αυτή δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα αν τοποθετείται στα μέσα του 17ου ή τις αρχές του 18ου αι., δηλαδή πριν ή αμέσως μετά τη Β’ Βενετοκρατία (1686-1715). Στην τελική φάση, λίγα χρόνια μετά την ελληνική επανάσταση, το τζαμί μετατρέπεται σε χριστιανικό ναό με περιορισμένες μετασκευές οι οποίες δεν έχουν αλλοιώσει ουσιαστικά την αρχική του μορφή.
  1. Η υπόθεση ότι το τζαμί κτίζεται στα θεμέλια υστερορωμαϊκού/παλαιοχριστιανικού ή πιθανότερα βυζαντινού μνημείου δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ωστόσο, υπέρ της άποψης ότι κτίστηκε εξαρχής ως τζαμί συνηγορεί ο διαφορετικός προσανατολισμός του σε σχέση με εκείνον των χριστιανικών εκκλησιών: το μνημείο ακολουθεί τον άξονα ΒΔ/ΝΑ, ο τοίχος του μιχράμπ είναι δηλαδή στραμμένος προς τη Μέκκα.
  1. Ο ασφαλέστερος τρόπος για να φωτιστούν πολλά από τα ερωτήματα που εξακολουθούν να παραμένουν αναπάντητα σχετικά με την ιστορία του μνημείου θα ήταν η περαιτέρω αρχιτεκτονική μελέτη (μετά από αφαίρεση κονιαμάτων, αποτοίχιση παραθύρων, κά.) αλλά κυρίως η ανασκαφική έρευνα στα θεμέλια του μνημείου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μεστζίτ=δευτερεύων χώρος προσευχής, χωρίς μιναρέ, για τις καθημερινές πέντε προσευχές εκτός Παρασκευής.

[2] Ο χώρος του μνημείου ορίζεται στα νότια από την οδό Μεσσηνίας – Αρκαδίας (πρώην Ατρέως), στα ανατολικά από την οδό Αγίου Κωνσταντίνου, στα βόρεια από τριώροφη νεόδμητη οικοδομή με έκθεση αυτοκινήτων στο ισόγειο (οικόπεδο Πούλου) και στα δυτικά από το απαλλοτριωμένο οικόπεδο Φλώρου, όπου έχουν έρθει στο φως σημαντικά χριστιανικά αρχιτεκτονικά λείψανα από την 5η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.

[3] Ζεγκίνης 274.

[4] Από το 1937 έως το 1970 κατοικούσε εκεί η Βασιλική Δεληδημητρίου και ακολούθησε η Αικατερίνη Δεληδημητρίου έως το 1991. Έκτοτε το σπιτάκι παραμένει ακατοίκητο, εφόσον η νέα νεωκόρος, Κωνσταντίνα Δεληδημητρίου, διαμένει αλλού.

[5] Θύρα στο ίδιο ακριβώς σημείο φαίνεται ότι υπήρχε στο τζαμί του Κάτω Συντριβανιοΰ στην Αθήνα (1759), το οποίο είχε και ανάλογη κάτοψη (Τραυλός 203).

[6] Θα πρέπει να σημειωθεί ότι εκατέρωθεν των τριών αυτών παραθύρων διακρίνονται, στις εξωτερικές όψεις των τοίχων, κάθετες ρωγμές που ξεκινούν από τη στέγη και φθάνουν λίγο χαμηλότερα από την ποδιά των παραθύρων. Στη φάση αυτή της μελέτης δεν γνωρίζουμε τους λόγους που δημιούργησαν τις ρωγμές. Ίσως οφείλονται στην ύπαρξη προγενέστερων μεγαλύτερων ανοιγμάτων που περιορίστηκαν αργότερα.

[7] Τον προσανατολισμό του μνημείου ο Τσακόπουλος (22) παραβάλλει με εκείνον της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη.

[8] Μπούρας 332.

[9] Στην εξωτερική όψη του τυμπάνου διατηρούνται ίχνη γαλανού χρώματος.

[10] Ο Friedrichsthal (1834) αναφέρει ότι είδε μισή ντουζίνα λογχωτών που είχαν κρεμάσει τον εξοπλισμό τους στους τοίχους και κοιμούνταν κάτω από το θόλο, διακοσμημένο με στίχους από το κοράνι (Seve 1979,30,183).

[11] Ο Ζεγκίνης (274) αναφέρει ότι το τζαμί «ήτο έκ μολύβδου κεκαλυμμένον».

[12] Δεν αποκλείεται, όμως, η κόγχη αυτή να υπήρχε εξαρχής ως δεύτερο μιχράμπ.

[13] Δυστυχώς σε κακή κατάσταση διατήρησης.

[14] Ο Τσακόπουλος (22) αναφέρει ότι τα μανουάλια και το προσκυνητάρι προέρχονταν από την παλαιότερη, αντικατασταθείσα σκευή του ναού του Αγίου Πέτρου, όπου το δεύτερο εχρησίμευε ως αρχιερατικός θρόνος.

[15] Μπούρας 333.

[16] Πλινθοπερίκλειστο σύστημα τοιχοποιίας, τρούλλοι, ημιχώνια.

[17] Στην Προύσσα, πρώτη πρωτεύουσα των Οσμανλιδών και κοιτίδα ενός πρώιμου  αρχιτεκτονικού ρυθμού (LJnsal 5).

[18] Το μεστζίτ του Κουτσούκ Αγά μεντρεσέ στην Αμάσεια, με την ίδια ακριβώς κάτοψη (Gabriel 57), χρονολογείται στα τέλη του 15ου αι. Στην ίδια περίοδο χρονολογείται και το τζαμί Φιρύζ Αγά στην Πόλη (Goodwin, 167). Όμοια κάτοψη, αλλά με λίγο μικρότερες διαστάσεις (±12.5χ 12.5μ.) και τέσσερα παράθυρα στους πλάγιους τοίχους, έχει το τζαμί που χτίζεται στο εσωτερικό του Παρθενώνα στα τέλη του Που ή στις αρχές του 18ου αιώνα (Τραυλός 202).

[19] Gabriel 57.

[20] Δημακοπούλου・ Touchais – Divari-Valakou 10 και πίν. VI.

[21] Touchais 74, 77-78″ Μπαρακάρη-Γλένη 278 και πίν. VII. Για μια σύνθεση των δεδομένων, βλ. επίσης Pierart – Touchais 13-17.

[22] Touchais – Divari-Valakou 14-16・ Μπαρακάρη-Γλένη 278 και πίν. IX. Για μια σύνθεση των δεδομένων στην Πρωτογεωμετρική και Γεωμετρική, βλ. επίσης Pierart – Touchais 21-25.

[23] Barakari – Pariente 165-168″ Μπαρακάρη-Γλένη 271,273-279 και πίν. Χ-ΧΙ.

[24] Barakari – Pariente 168,172-173,175″ Μπαρακάρη-Γλένη 272-273,278 και πίν. XII.

[25] Μπανάκα-Δημάκη et al. 329-333 και πίν. XIII. Μπαρακάρη-Γλένη 271-272, 278″ Μπανάκα-Δημάκη 389.

[26] Έχει εκφραστεί η άποψη ότι ανατολικότερα του ναού πρέπει να πέρναγε το ανατολικό σκέλος του αρχαίου τείχους ακολουθώντας ΒΔ κατεύθυνση (Πιτερός 188). Κατά τον Pierart (1982. 147) το τείχος πέρναγε δυτικότερα.

[27] Πιτερός 189-190 και εικ. 6.

[28] Παυσ. II 22,8. Πλούτ., Πύρ. 34,4.

[29] Πιτερός 189-190. Pierart 1982,149-15Τ του ιδίου 1998, 342, 348.

[30] Εκτεταμένο δάπεδο από ψηφιδωτό, καθώς και ένα δεύτερο, εκτεταμένο επίσης δάπεδο με πλακόστρωση από κυανές πλάκες, ανατολικότερα (Vollgraff 178-179). Στα κατάλοιπα αυτά, ορατά «εις τό όπισθεν μέρος τοΰ Δ. τοίχου του ναού» αναφέρεται ασφαλώς και ο Τσακόπουλος (21).

[31] Μπανάκα-Δημάκη et al. 328 και πίν. XIV- Abadie-Reynal 397-398.

[32] Μπανάκα-Δημάκη et al. 331-332, Abadie-Reynal 399.

[33] Ανασκαφές οικοπέδων Φλώρου και Περδικάρη, Μπανάκα-Δημάκη et al. 331. Βλ. επίσης Pierart – Touchais 89-90.

[34] Οικονόμου-Laniado 407.

[35] Μπανάκα-Δημάκη et al. 328′ Abadie-Reynal 400-402.

[36] Την πληροφορία οφείλω στο Γιώργο Τσεκέ, τον οποίο και ευχαριστώ.

[37] Για μια συνθετική εικόνα βλ. Pierart – Touchais 98-100.

[38] Πλήρης και αναλυτική βιβλιογραφία για τους περιηγητές και καλλιτέχνες που επισκέφτηκαν το Άργος περιέχεται στο πολύτιμο αλλά ανέκδοτο έργο του Sève 1979, 9-59 (αντίγραφο στα αρχεία της Γαλλικής Σχολής Αθηνών), καθώς και στο Sève 1998.

[39] Sève 1979,224-227.

[40] Sève 1979,228-231.

[41] Υπάρχουν περισσότερες από μία εκδοχές του κειμένου. Η ελληνική μετάφραση του Τσελεμπί που είχα στη διάθεσή μου (Λούπης 1999) περιλαμβάνει λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αναφέρονται στη γαλλική μετάφραση που διαθέτει ο Sève (1979,224 σημ. 2 και 3). Στη μετάφραση του Sève οι συνοικίες αναφέρονται ως Σεμπεκλέρ και Κυάνυα (1979,227 και σημ. 14).

[42] Sève 1979,387-388 και πίν. Ι ίδιου 1998, εικ. 1 και εικ. εξωφύλλου.

[43] Sève 1979, πίν. II και II bis.

[44] Φαίνεται μάλλον απίθανο να πρόκειται για δεύτερο, χαμηλότερο μιναρέ.

[45] Sève 1979,387. Αξιοπερίεργο είναι ότι στην κάτοψη του Coronelli διακρίνονται δύο κτίρια που θα μπορούσαν να αποδοθούν σε τζαμιά, εκείνο που σημειώνει ο Sève στο σκαρίφημα II bis, καθώς και ένα μεγαλύτερο αριστερότερα, με οκταγωνική κάτοψη και προσκτίσματα.

[46] Sève 1979,235.

[47] Sève 1979,181,234-235, 1998,423.

[48] Sève 1979, 388-389 και πίν. IV-IV bis- ιδίου 1998, 421, 423 και εικ. 3. Ο Sève (1979, 389, ίδιου, 1998,421 σημ. 42) αναρωτιέται αν τα αρχικά YDS σημαίνουν V(an) D(eyk) S(sulpsit).

[49] Sève 1979,16, 239-255, 390-394 και πίν. VI-X, LXIII, ιδίου 1993,12, 31-35, 38-39 και εικ. 1-2,6, ιδίου 1998,423 και εικ. 4-5.

[50] Είναι χαρακτηριστικό ότι σε όλα τα σχέδια του Fourmont η πόλη φαίνεται να είναι μετατοπισμένη ελαφρώς νοτιότερα και τα κτίρια/σπίτια συγκεντρωμένα σε δύο πυκνότερες συνοικίες, η πρώτη στους πρόποδες της Λάρισας, λίγο βορειότερα των Θερμών, και η δεύτερη στα νοτιοανατολικά. Η οργάνωση αυτή αντιστοιχεί σε μεγάλο βαθμό στην εικόνα κατοίκησης του Άργους στην παλαιοχριστιανική και βυζαντινή εποχή, σύμφωνα με το τοπογραφικό σχέδιο που δημοσιεύεται στο Pariente – Touchais πίν. XIV.

[51] Sève 1979,392-393.

[52] Sève 1979,17,181.

[53] Sève 1979,17,181-182,256-257, ιδίου 1993,12.

[54] Ίσως να εννοεί το μεντρεσέ.

[55] Sève 1979.181-182′ ίδιου 1998,423.

[56] Sève 1979,395-397 και πίν. XIII-XV, ιδίου 1993,37,56-57 εικ. 4-5, ιδίου 1998,423,430 εικ. 6. Για την πατρότητα των σχεδίων, βλ. Sève 1998,426 addendum.

[57] Sève 1979, πίν. XV και XV bis- ιδίου 1993,57 εικ. 5α-β, ιδίου 1998,430 εικ. 6.

[58] Όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο Sève (1979,397), από κάποιο λάθος αντιγραφής το σχέδιο είναι αναστραμμένο (το δεξί τμήμα της πόλης βρίσκεται αριστερά). Εδώ το έχουμε επαναφέρει στη σωστή του κατεύθυνση.

[59] Sève 1979,398 και πίν. XVII, ιδίου 1998,421,431 εικ. 7.

[60] Sève 1979,19,268-278,398-400 και πίν. XVI1I-XX, ίδιου 1998,418,420-422 και εικ. 8-9.

[61] Sève 1979, πίν. XX- ιδίου 1998,432 εικ. 9.

[62] Sève 1979, 270. Επειδή στο σχέδιο του Gell δεν διακρίνεται ο μεντρεσές, ο Sève (σημ. 7) υποθέτει ότι ο συγγραφέας μπορεί, κατά λάθος, να περιγράφει το τζαμί της αγοράς, το οποίο συχνά αναφέρεται ότι περιλάμβανε και μεντρεσέ. Όμως είναι σχεδόν βέβαιο ότι και το τζαμί της ΝΑ συνοικίας περιλάμβανε μεντρεσέ (Ζεγκίνης 274), πιθανότατα όχι από την ίδρυσή του, ο οποίος μπορεί να ήταν σίγουρα μικρότερος και επομένως δυσδιάκριτος.

[63] Sève 1979,280,400.

[64] Sève 1979,279,400 και πίν. XXIII, ιδίου 1998,423,432 εικ. 10.

[65] Sève 1998,423.

[66] Sève 1979,287-295 και πίν. XXIV- ιδίου 1998,433 εικ. 11.

[67] Sève 1979,298.

[68] Sève 1979,404 και πίν. XXXI・ ιδίου 1998,436 εικ. 18.

[69] Sève 1979,403Μ04 και πίν. XXVII-XXX- ιδίου 1998, 420-421,423,434-436 εικ. 14-17.

[70] Το σχέδιο αυτό, αν και πολύ ενδιαφέρον, δεν μπορούμε να αναδημοσιεύσουμε, επειδή το κλισέ που διαθέτουμε δεν είναι καλής ποιότητας.

[71] Sève 1979,406 και πίν. XXXVI- ιδίου 1998,423,437 εικ. 19.

[72] Ζεγκίνης 294.

[73] Δωροβίνης 86.

[74] Δωροβίνης, όπ. π.

[75] Sève 1979.332.

[76] Στο σχέδιο του Borroczyn (1831) αναφέρεται ως Hopital. Επιπλέον ο Δ. Περρούκας, ο οποίος είχε διοριστεί ‘Εφορος Υγείας για την περιφέρεια, σε έγγραφο του (5.6.1828), αναφέρεται επανειλημμένα στο νοσοκομείο της πόλης και μάλιστα μνημονεύει το οργανωτικό μέτρο που πήρε να μεταφέρονται οι ασθενείς «εις μίαν άκραν», «εις τό Νοσοκομείον». Σε πίνακα επισυναπτόμενο στο έγγραφό του ρητά αναφέρει «Νοσοκομείον Άγιος Κωνσταντίνος» (Δωροβίνης, όπ. π.). Το σχέδιο Borroczyn δημοσιεύει και ο Sève 1979, πίν. XLIII.

[77] Στα 1830, σε έγγραφα του αρχηγού του στρατού Gerard και του αξιωματικού Βαλλιάνου αναφέρονται προϋπολογισμοί «για την κατασκευή θεραπευτηρίου για τους αρρώστους του ιππικού μέσα στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου». Φαίνεται ότι παρά τη λειτουργία του ως θεραπευτηρίου ο χώρος του ναού δεν επαρκούσε εφόσον πάγειο αίτημα, έως τουλάχιστον το 1831, εξακολουθούσε να είναι η ανεύρεση πρόσθετου ευρύχωρου καταλύμματος για τις ανάγκες των ασθενών στρατιωτών (Δωροβίνης 87).

[78] Με Βασιλικό Διάταγμα που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, φύλλο 30, τεύχος Α’.

[79] Ο Τσελεμπί αναφέρει δύο τζαμιά σε συσχετισμό με τα δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης (mektep) του Άργους. Το πρώτο σχολείο βρισκόταν κοντά στο τέμενος του Οσμάν Πασά (Osman Pasa Camii), ενώ το δεύτερο κοντά στο τέμενος του Τοπάλ Ιμπραήμ Εφέντη (Topal Ibrahim Efendi Camii). Για τα δύο αυτά τζαμιά δεν έχουμε άλλα στοιχεία (Τσιανάκας).

[80] Πα μια επισκόπηση της σύνθεσης του πληθυσμού του Άργους, από τα μέσα του 17ου έως τα μέσα του 19ου, με βάση τις μαρτυρίες των ταξιδιωτών, βλ. Sève 1979,207-208. Στην επισκόπηση αυτή μαθαίνουμε, λ.χ., ότι το 1720 οι Τούρκοι ήταν 15-20 έναντι 300 Ελλήνων (de Pellegrin), το 1799 τα 6/8 του πληθυσμού ήταν Έλληνες (Pouqueville), το 1806 οι Τούρκοι ήσαν 60-80 οικογένειες (Leake), ενώ το 1810 οι μοναδικοί Τούρκοι ήταν ο διοικητής και οι στρατιώτες (Galt).

[81] Ayverdi 244-245.

[82] Ayverdi, όπ. π., σημ. 81. Να σημειώσουμε ότι Çarsi στα τουρκικά σημαίνει αγορά-παζάρι.

[83] Sève 1979,192-197, ιδίου 1998,424, Ζεγκίνης 274-275.

[84] Ο Πύρρος, όπως και άλλοι περιηγητές, σημειώνει ότι «τόν ναόν αυτόν πρό μικρού οί Τούρκοι είχον λουτρόν όπου έλούοντο» (Sève 1979, 332, ιδίου 1998,424).

[85] Ο Πύρρος συμπληρώνει ότι «διά τήν κατασκευήν του κτιρίου τούτου έκάησαν όλα σχεδόν τά λευκά μάρμαρα τής Άργολίδας πρός κατασκευήν λευκής ασβέστου. Τό ώραΐον αυτό κτίριον, το όποιον άνεκαίνισεν ευνούχος τις του Σουλτάν Μπαγιαζίτου, έκρήμνισαν πρό μικρού οί Άργειοι, έπαίροντες έκείθεν τόν μόλυβδον καί τά μάρμαρα αύτοϋ- σώζονται όμως έως τώρα πολλώτατα ερείπια αυτού» (Sève 1979, 333 αλλά και 196-197).

[86] Ανάλογη διήγηση για την αφαίρεση του μολυβιού της στέγης υπάρχει άλλωστε και για το τζαμί της αγοράς, βλ. προηγούμενη σημείωση.

[87] Ο ναός βρισκόταν πιθανώς στο τρίγωνο μεταξύ των οδών Αγ. Κωνσταντίνου, Καποδιστρίου καιΤημένου, βλ. εικ. 2.

[88] Βλ. επίσης Sève 1979,181 σημ. 10,227 σημ. 14, ιδίου 1998,423.

[89] Sève 1998,423 σημ. 54.

[90] «Πρός Α καί ΒΑ του ναού ήτο τό διοικητήριον, επιβλητικόν και τετράγωνον, τό μέγα και λαμπρόν Σεράγιον του τελευταίου Τούρκου διοικητού Άλή Ναμίκ μπέη… Έναντι καί Α του ναού ήσαν καί άλλα μεγαλοπρεπή οικήματα έπισήμων καί επιφανών Τούρκων». Τσακόπουλος 21. Βλ. επίσης Ζεγκίνης 274-275.

[91] Ζεγκίνης 204.

[92] Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη για τα οθωμανικά σχολεία της Πελοπόννησου (Τσιανάκας), στο Άργος υπήρχαν δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης (mektep) (βλ. παραπάνω σημ. 79) και ένας μεντρεσές (ιεροσπουδαστήριο).

[93] Βλ. παραπάνω σημ. 85.

[94] «Ούτοι κατά Φραντζήν ήσαν 60.000, κατ’ άλλους 12.000, κατά Πουκεβίλλ πιθανώτερον 20.000… Τότε ό Μωρηάς ώνομάσθη ‘κατακαϋμένος’… Εις 80.000 Έλληνες άνέρχονται τά θύματα τής μάχαιρας των Αλβανών… Κατόπιν οί Αλβανοί έπετίθεντο κατά Τούρκων» (Ζεγκίνης 210).

[95] Ζεγκίνης 225, Sève 1979,181 σημ. 10, ιδίου1998,423 και σημ. 56.

[96] Ζεγκίνης 294, σχετικά με τη μαρτυρία του Pouqueville (1799,1815).

[97] Η τετράγωνη κάτοψή του παραπέμπει στο ρυθμό των κυβόσχημων σταυροειδών εγγεγραμμένων με τρούλλο. Οι κόγχες της πρόθεσης και του διακονικού δεν ήταν απαραίτητο να εξέχουν εξωτερικά (βλ. Όμορφη Εκκλησιά Αθηνών, Ταξιάρχης Μεσαριάς Ανδρου).

[98] Η άποψη του αρχαιολόγου Πιτίδη ότι οικοδομείται στο διάστημα μεταξύ 1570 και 1600 (Τσακόπουλος 20) δεν γνωρίζουμε σε ποια στοιχεία βασίζεται. Ο Ζεγκίνης (294), στηριζόμενος ίσως στην ίδια πηγή, προτείνει ότι «εκ του ρυθμού του φαίνεται ότι είναι εν από τα αρχαιότερα μουσουλμανικά τεμένη. Εκτίσθη περί το 1570-1580».

[99] Είναι ίσως αξιοσημείωτο ότι ο Τσελεμπί (1668) μόνο για το τζαμί της αγοράς αναφέρει ότι είχε θολωτή στέγη και μιναρέ.

[100]  Σύμφωνα με την ερευνήτρια I. Scheltema, η οποία μελετά τα οθωμανικά αρχεία, ο μετέπειτα Αγ. Κωνσταντίνος κτίστηκε από τον Haci Beshir Agha, μετά το 1715, ενώ το τζαμί της αγοράς από τον Topal Osman Pasha, την ίδια περίοδο (προσωπική ανακοίνωση για την οποία την ευχαριστώ). Ωστόσο, ακόμη και αν οι ταυτίσεις αυτές είναι ορθές, δεν αποκλείεται οι παραπάνω αξιωματούχοι να επισκεύασαν απλώς παλαιότερα κτίρια τα οποία μετονομάστηκαν: το μεν Besikler Çâmii σε Beshir Agha Çâmii το δε Çarsi Çâmii σε Osman Pasha Çâmii. Στη συνέχεια τα τζαμιά διατήρησαν πιθανώς και τις δύο ονομασίες. Κάτι τέτοιο φαίνεται να δικαιολογεί την άποψη περί «πολλαπλογραφίας» του καταλόγου του Ayverdi (Σαμπανοπούλου, προσωπική ανακοίνωση).

 

 

Βιβλιογραφία


 

  • Abadie-Reynal, C., Un exemple de Egression du phenomene urbain: Argos aux IV’-VIF siecles ap. J.-C., στο Pariente -Touchais, 397-104.
  • Ayverdi, E.H., Avrupa’da Osmanli Mimari Eserleri- Bulgaristani Yunanistan- Arnavutluk. [Τα οθωμανικά αρχιτεκτονικά μνημεία στην Ευρώπη: Βουλγαρία, Ελλάδα, Αλβανία], 1982.
  • Barakari-Gleni, Κ. – Pariente, A., Argos du VIIs au IF’ s. av. J.-C.: synthese des donees archeologiques, στο Pariente – Touchais, 165-178.
  • Δημακοπούλου, Κ., Ευρήματα της Πρωτοελλαδικής εποχής στο Άργος. Ανασκαφή οικοπέδου Γ. Λεμπετζή, στο Pariente – Touchais, 57-70.
  • Δωροβίνης, Β., Συμβολές στην ιστορία της κτιριοδομίας της Καποδιστριαχής εποχής (1828-1833), μέρος 4ο, Αρχαιολογία 33(1989)80-88.
  • Gabriel, A., Monuments turcs de I’Anatolie, 1931-34.
  • Goodwin, G., A History of Ottoman Architecture, 1971.
  • Hillendrand, R., Islamic Architecture. Form, function and meaning, 1994.
  • Λούπης, Δ., Ελβιά Τσελεμπί Οδοιπορικό στην Ελλάδα (1668-1671). Πελοπόννησος, Νησιά Ιονίου, Κρήτη, Κυκλάδες, Νησιά Ανατολικού Αιγαίου. Εισαγωγή, απόδοση από τα Τουρκικά, σημειώσεις, Αθήνα 1999.
  • Μπανάκα-Δημάκη, Α., Ρωμαϊκά ταφικά μνημεία τον Άργους, στο Pariente – Touchais, 385-395.
  • Μπανάκα-Δημάκη, A. – Παναγιωτοπούλου, A. – Οικονόμου- Laniado, A., Το Άργος κατά τη Ρωμαϊκή και Παλαιοχριστιανική περίοδο: σύνθεση των αρχαιολογικών δεδομένων, στο Pariente – Touchais, 327-336.
  • Μπαρακάρη-Γλένη, Κ., Συμβολή στη μελέτη της τοπογραφίας της αρχαίας πόλης του Άργους. Στοιχεία από την ανασκαφή στο οικόπεδο Γ. Λεμπετξή, στο Pariente – Touchais, 271-290.
  • Μπούρας, X., Μαθήματα Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής, Αθήνα 1975.
  • Οικονόμου-Laniado, A., Les cimetieres paleochretiens d’Argos, στο Pariente – Touchais, 405-416.
  • Pariente, A. – Touchais, G. (6d.J, Άργος και Αργολίδα. Τοπογραφία και πολεοδομία. Argos et I’Argolide: Topographie el Urbanisme, Actes de la Table Ronde internationale, 28.4-1.5.1990, Athenes -Argos, EFA, Recherches Franco-Helleniques 3, 1998.
  • Pierart, M., Deux notes sur Vitineraire argien de Pausanias, BCH 106(1982)139-152.
  • Pierart, M., L ‘itineraire de Pausanias a Argos, στο Pariente – Touchais, 337-356.
  • Pierart, M. – Touchais, G., Argos. Une ville grecque de 6000 ans, Paris 1996.
  • Πιτερός, X., Συμβολή στην αργειακή τοπογραφία. Χώρος, οχυρώσεις, τοπογραφία και προβλήματα, στο Pariente – Touchais, 179-210.
  • Sève, Μ., Temoignages de voyageurs et d’artistes sur la ville et les antiques d’Argos (XVIe-XIXe siecles). These de 3e Cycle inedite, pwsentie a TUniversite de Paris X-Nanterre, 1979.
  • Sève, M., Les voyageurs franqais a Argos, Paris 1993.
  • Sève, M., L’urbanisme argien au XVIIIe et au debut du XIXe siecle d’apres les voyageurs, στο Pariente – Touchais, 417-137.
  • Touchais, G., Argos a Tepoque m0sohelladique : un habitat ou des habitats ?, στο Pariente – Touchais, 71-84.
  • Touchais, G. – Divari-Valakou, N., Argos du neolithique a Tepoque geometrique : synthese des donnies archeologiques, στο Pariente – Touchais, 9-21.
  • Τραυλός, I., Πολεοδομική έξέλιξις τών Αθηνών, Αθήναι 1960.
  • Τσακόπουλος, Τ, Συμβολαΐ εις την ιστορίαν τής εκκλησίας τής Αργολίδος, τόμ. 5,1955,20-23.
  • Τσιανάκας, Ε., 2004. Τα οθωμανικά σχολεία της τουρκοκρατούμενης Πελοποννήσου, στο 3ο Διεθνές Συνέδριο «Ιστορίας Εκπαίδευσης», 1-3 Οκτωβρίου 2004. Οργάνωση, Εργαστήριο Ιστορικού Αρχείου Νεοελληνικής και Διεθνούς Εκπαίδευσης του Παιδαγωγικού Τμήματος
  • Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Πατρών. Πρακτικά σε ηλεκτρονική μορφή, http://www.elemedu.upatras.gr/eriande/synedria/synedrio3/praktika%2011/tsianakas.htm
  • Ζεγκίνης, I., Το Αργος διά μέσου τών αιώνων. Πύργος 1968 (1948).
  • Unsal, Β., Turkish Islamic Architecture in Seljuk and Ottoman times (1071-1923), 1959.
  • Vollgraff, W., Fouilles d’Argos. B. – Les etablissements pr0historiques de I’Aspis (suite). C. – La topographie de la ville hellenique, BCH 31 (1907) 139-184.

 

Άννα Φίλιππα-Touchais

Μνήμη Τασούλας Οικονόμου (1998-2008)  «Πρακτικά της ημερίδας που πραγματοποιήθηκε στις 15-11-2008 στο Άργος. Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Βόλος, 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Κυριακή των Βαΐων, Η εις Ιερουσαλήμ είσοδος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Φιλοξενούμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» την κυρία Δέσπω Αθ. Λιάλιου, Ομότιμη Καθηγήτρια Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., θέμα της: «Η Κυριακή των Βαΐων, Η εις Ιερουσαλήμ είσοδος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού».

 

 

Α. Τα αυριανά Αναγνώσματα μας εισάγουν στην εορτή του Πάσχα. Καθ᾽ οδόν για τον εορτασμό του Πάσχα ο Χριστός πέρασε από τη Βηθανία, όπου τέλεσε την ανάσταση του φίλου του Λαζάρου (Ἰω. ια´, 1-45), κορυφώνοντας τις προς τους άλλους, ήτοι προς ημάς, θεοσημίες του, αποκαλυπτόμενος, δηλαδή, ως Θεός, όπως ομολογεί η Εκκλησία στο Απολυτίκιο του Σαββάτου του Λαζάρου αλλά και της Κυριακής των Βαΐων ενσωματώνοντάς το στο γ´ Αντίφωνο κατά το Κοινωνικό: «Τὴν κοινὴν Ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σοῦ Πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον, Χριστὲ ὁ Θεός…».

 

Β. 1. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα μας μεταφέρει σε ένα περιβάλλον πανανθρώπινης χαράς, που συνάδει με το περιεχόμενο της εορτής. Ενώ, δηλαδή, κατά την περίοδο των Κυριακών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής τα Αποστολικά Αναγνώσματα προήρχοντο από την Προς Εβραίους Επιστολή με μία αντιστοιχία προς τις θεοφάνειες της Παλαιάς Διαθήκης, και ιδίως τα γεγονότα από την έξοδο του Ισραήλ από την Αίγυπτο και μέχρι τη συγκρότησή τους με κέντρο την Ιερουσαλήμ, το Αποστολικό Ανάγνωσμα των Βαΐων αφορά σε όλους τους ανθρώπους. Δύο είναι τα κεντρικά σημεία του Αναγνώσματος, ότι ο Κύριος, ο Ιησούς Χριστός, είναι εγγύς και ότι είναι Θεός ειρήνης, Θεός, δηλαδή, που αίρει τις αντιθέσεις και τις συμβάσεις της ζωής, οδηγώντας τους ανθρώπους στην κοινή πορεία του ανακαινισμού εν Χριστώ και την κοινή Ανάσταση. Έτσι κι αλλιώς η Προς Φιλιππισίους είναι ένα ύμνος χαράς και ξεχειλίσματος της ευγνωμοσύνης για τη φιλάνθρωπη οικονομία και θεία συγκατάβαση του Ενανθρωπήσαντος Υιού και Λόγου του Θεού, που αποτέλεσε και το υπόβαθρο των διατυπώσεων του Συμβόλου της πίστεως «δι᾽ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν» και της καθόλου αναιρετκής κατά των αιρέσεων για το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός.

 

Κυριακή των Βαΐων – 1546 μ.Χ. – Mονή Σταυρονικήτα, Άγιον Όρος (Κρητική σχολή, Θεοφάνης ο Kρής).

2. Από την άλλη το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα μάς κρατά σε μία ιστορική πορεία και χρονολογική σειρά από την Παλαιά προς την Καινή Διαθήκη, προς την πορεία της Μεγάλης Εβδομάδος, που απαιτεί τη λειτουργία του ζεύγους προτύπωση και «πλήρωμα». O Xριστός, μετά την ανάσταση του Λαζάρου βρίσκεται στο οικογενειακό τραπέζι, όπου δικονεί η Μάρθα, ενώ η Μαρία, αδελφή κι αυτή του Λαζάρου, αλείφει τα πόδια του Χριστού με μύρο. Ο Ιωάννης καταγράφει το γεγονός, γιατί μας εισάγει στα γεγονότα των παθών του Χριστού με αναφορά στην προδοσία και την παράδοση από τον Ιούδα («ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι») και τον ενταφιασμό του («εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό»). Ωστόσο, το μεγαλύτερο τμήμα του Ευαγγελικού Αναγνώσματος καλύπτει το γεγονός της προσελεύσεως του ὄχλου στο σπίτι του Λαζάρου, για να δουν το Χριστό αλλά και τον τετραήμερο Λάζαρο, όπως επίσης το γεγονός της εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα.

Ο Ευαγγελιστής σημειώνει ότι: «καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν ᾿Ιησοῦν». Δεν πρόκειται για μια πίστη θεωρητική, σαν αυτά που ακούμε στις μέρες μας για ηθικές αξίες, αρχές και ιδανικά, αυτά είναι πράγματα ειδωλολατρικά, κι ας προβάλλονται και για πολύ ορθόδοξα, αλλά πρόκειται για την πίστη των απ᾽ αιώνος Αγίων, που είναι και ομολογία ότι ο Χριστός είναι ο ίδιος ο Θεός, αυτός που δημιούργησε τον άνθρωπο και τον ανακαίνισε, ο προαιώνιος Λόγος, ο αναμενόμενος βασιλεύς του Ισραήλ, γιατί δεν είναι άλλος ο αποκαλυπτόμενος Θεός των Προφητών και άλλος ο Ενανθρωπήσας. Εξάλλου, το γεγονός της ανάστασης του Λαζάρου είχε διαδοθεί και στα Ιεροσόλυμα, και οι άνθρωποι βγήκαν έξω να τον υποδεχθούν, αναγνωρίζοντας ότι πρόκειται για τον αναμενόμενο βασιλέα του Ισραήλ, τον καθήμενον πάνω σ᾽ ένα γαϊδουράκι, κατά την προφητεία του Ζαχαρία (Ἰω. 15: «μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου») και κράζοντες με τα λόγια του Ησαΐα «ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου». Είναι πολύ σημαντική αυτή η σύνδεση της Προφητικής μαρτυρίας με την πίστη της Εκκλησίας ως η ούσα Πεντηκοστή των Αγίων, γιατί μας παρέχει τη μαρτυρία για την ενότητα του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, αλλιώς ο Χριστός υπόκειται στο χρόνο, τον μεταβάλλουμε σ᾽ ένα κοινό άνθρωπο, μεγάλο μύστη και εμπνευστή, ένα επαναστάτη, όχι, όμως, ως το Ζώντα Θεό, τον ένα και τον αυτόν Προφητών και Αποστόλων, τον αεί ωσαύτως έχοντα.

 

3. Ο Ευαγγελιστής, μάλιστα, υπογραμμίζει ότι ούτε και οι Μαθητές μπόρεσαν τότε να τον «γνωρίσουν», να αναγνωρίσουν ούτε καν τη βαϊοφόρο είσοδο, δηλαδή, τότε περί ποίου επρόκειτο, τον αναγνώρισαν ως τον αναμενόμενο Κύριο των Προφητών μετά την Ανάληψή του «ὅτε ἐδοξάσθη», όπως σημειώνει ο Ιωάννης: «16 Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ᾽ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ ᾿Ιησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ᾽ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ». Οι Μαθητές, δηλαδή, αναγνώρισαν το Χριστό ως Θεό εν Αγίω Πνεύματι, όπως εν Αγίω Πνεύματι (Πνευματικῶς) αναγνωρίζει και ομολογεί το Χριστό ως Θεό ο κάθε χριστιανός, όπως σημειώνει ο Ιωάννης παρακάτω στα κεφ. ιδ´, 25-29:

 

«Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν παρ᾽ ὑμῖν μένων· ὁ δὲ   παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον ὃ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν. Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν· οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσιν, ἐγὼ δίδωμι ὑμῖν. μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία μηδὲ δειλιάτω. ἠκούσατε ὅτι ἐγὼ εἶπον ὑμῖν, ὑπάγω καὶ ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς· εἰ ἠγαπᾶτέ με, ἐχάρητε ἂν ὅτι εἶπον, πορεύομαι πρὸς τὸν πατέρα· ὅτι ὁ πατήρ μου μείζων μού ἐστι· καὶ νῦν εἴρηκα ὑμῖν πρὶν γενέσθαι, ἵνα ὅταν γένηται πιστεύσητε» και ιε´, 26-27: «ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ· καὶ ὑμεῖς δὲ μαρτυρεῖτε, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς μετ᾽ ἐμοῦ ἐστε».

Γι᾽ αυτό ο Άγ. Γρηγόριος ο Θελόγος λέγει στην παρ. 27 του Πέμπτου Θεολογικού Λόγου του ότι «ἦν τινὰ τῷ σωτῆρι καὶ εἰ πολλῶν ἐνεπίμπλαντο μαθημάτων, ἃ μὴ δύνασθαι τότε βασταχθῆναι τοῖς μαθηταῖς ἐλέγετο, δι᾽ ἃς εἶπον ἴσως αἰτίας, καὶ διὰ τοῦτο παρεκαλύπτετο· καὶ πάλιν πάντα διδαχθήσεσθαι ἡμᾶς ὑπὸ τοῦ πνεύματος ἐνδημήσαντος. τούτων ἓν εἶναι νομίζω καὶ αὐτὴν τοῦ πνεύματος τὴν θεότητα, τρανουμένην εἰς ὕστερον, ὡς τηνικαῦτα ὡρίμου καὶ χωρητῆς ἤδη τυγχανούσης τῆς γνώσεως, μετὰ τὴν τοῦ σωτῆρος ἀποκατάστασιν, οὐκέτι ἀπιστουμένου τῷ θαύματι».

 

4. Η αναφορά μάλιστα στη Σιών (Συναγωγή) θα έχει τη συνέχεια στη Μεγάλη Δευτέρα, όπου σημειώνεται ότι η συκή, από την οποία αναζητά καρπούς ο Χριστός και δεν βρίσκει, είναι προτύπωση του παλαιού Ισραήλ, που ενώ δέχτηκε τις θεοσημίες, απέρριψε το Χριστό ως τον αποκαλυφθέντα άσαρκο Λόγο στους Προφήτες, το Θεό των Πατέρων αυτών. Έτσι, λέγεται στο Συναξάριο της ημέρας: «Τὴν Συναγωγήν, συκῆν Χριστός, Ἑβραίων, Καρπῶν ἄμοιρον πνευματικῶν εἰκάζων, Ἀρᾷ ξηραίνει, ἧς φύγωμεν τὸ πάθος».

Εξάλλου οι κύριοι εκπρόσωποι της Σιών, οι Φαρισαίοι, που έχαναν τις δασκαλίστικες απολαβές τους, κάτι σαν τους σύγχρονους θεολόγους και τα παρεκκλησιαστικά δίκτυά τους, ήταν αυτοί που κινήθηκαν εναντίον όχι μόνο κατά του Χριστού αλλά και του Λαζάρου, θέλοντας να εξαφανίσουν από προσώπου γης και το Χριστό και τις θεοσημίες του, ιδίως το ζωντανό μάρτυρα Λάζαρο, για να σώσουν τις σοδιές τους και την καταδουλίευση των συνανθρώπων τους. Και η συνέχεια στα Ευαγγελικά Αναγνώσματα της Μεγάλης Δευτέρας με τα τρομερά Ουαί. Ο Χριστός προς κανένα άλλον δεν απηύθυνε Ουαί, παρά μόνο προς τους θεομπαίχτες Φαρισαίους.

 

Οσία Κασσιανή η Υμνογράφος. Αγιογραφία σε Ξύλο Αυγοτέμπερα. Έργο της αγιογράφου Αγγελικής Τσέλιου.

Γ. Η παρούσα ενότητα γεγονότων κλείνει με τη Μεγάλη Τρίτη το εσπέρας με το Τροπάριο της Κασσιανής: Κατά τη Μ. Δευτέρα και Μ. Τρίτη τον πρωταγωνιστικό ρόλο τον έχουν οι γυναίκες, ήδη από το Σάββατο του Λαζάρου, γιατί πορευόμαστε προς τα πάθη, τη Σταύρωση και την Ανάσταση, όπου το βάρος της μαρτυρίας το φέρουν γυναίκες, αφού οι άνδρες, που καρτερούσαν τιμές και δόξες κι εξουσία, είχαν εξαφανισθεί. (Ο ένας τον πρόδωσε για τους  παράδες, ο άλλος έκανε πως δεν τον γνώριζε, κι οι ψαράδες επέστρεψαν και πάλι στις βαρκούλες τους, που για τρία σχεδόν χρόνια κόντευαν να σαπίσουν στην παραλία της Τιβεριάδος… Περπάτησε Αναστάς πάνω στα κύματα, για να τους ξαναμαζέψει στα Ιεροσόλυμα και να αρχίσουν να ξανασκέφτονται, τι έζησαν μαζί του, «καθὼς εἶπον ὑμᾶς»). Έτσι είναι πάντα οι άνδρες, λίγο βραδυκίνητοι και «υπολογιστές», χρειάζονται εξουσία για παρακίνηση…

Ασφαλώς, πρέπει πάντα να λογαριάζουμε ότι η Αποστολική Κοινότητα, η Αποστολική Εκκλησία, ζούσε σε μία ενότητα την παρουσία του Θεού ως Θεοφάνεια απαρχής κόσμου και μυσταγωγούμενη με τη ζωή των θεοπτών Πατριαρχών και Προφητών και Αποστόλων, με τον τρόπο ζωής και μαρτυρίας τους, ακόμη και καταγραφής, περί του Θεού των Πατέρων αυτών Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ, οράται τον Ιησού ως τον Κύριο της Δόξης του Ησαΐα, τον «παλαιό των ημερών».

Όραση είναι ακόμη και η θεωτική εμπειρία, η οποία αναγράφεται και ως θεωρία, ιδίως στην ησυχαστική παράδοση! Γι᾽ αυτό η Αποστολική Εκκλησία «από μέσα» ανανεώνει τη Συναγωγή (και αναδύεται ως ιδιαίτερη κοινότητα με τη βαπτισματική ομολογία), που έτσι κι αλλιώς είχε πάψει μετά την ολική καταστροφή της Ιερουσαλήμ να διατηρεί την ιουδαϊκή αποκλειστικότητα, τόσο που ακόμη και κάποιοι Έλληνες (Έλληνας αυτή την εποχή σήμαινε εθνικός, ειδωλολάτρης κατά την παράδοση του δωδεκάθεου) είχαν γίνει ως προσήλυτοι Ιουδαίοι. Κάποιοι, μάλιστα, απ᾽ αυτούς βρέθηκαν στα Ιεροσόλυμα, όπως καταγράφεται στη σημερινή Ευαγγελική περικοπή της Μ. Τρίτης το εσπέρας:

 

Ἰω. ιβ´, 20-23: «Ἦσαν δέ τινες Ἕλληνες ἐκ τῶν ἀναβαινόντων ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ. οὗτοι οὖν προσῆλθον Φιλίππῳ τῷ ἀπὸ Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, θέλομεν τὸν Ἰησοῦν ἰδεῖν. ἔρχεται Φίλιππος καὶ λέγει τῷ Ἀνδρέᾳ, καὶ πάλιν Ἀνδρέας καὶ Φίλιππος καὶ λέγουσι τῷ Ἰησοῦ· ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπεκρίνατο αὐτοῖς λέγων· Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου».

[Σημειώνω εδώ εν παρενθέσει ότι οι Εβραίοι, που για δυο χιλιάδες χρόνια σκορπίστηκαν σ᾽ όλο τον κόσμο, συγκροτήθηκαν σε κοινότητες, έζησαν ως Διασπορά, αλλά επιβίωσαν, γιατί δεν κράτησαν την ιουδαϊκότητα ως αποκλειστικότητα, αντίθετα ανοίχτηκαν στις τοπικές κοινωνίες και προσπάθησαν να τις εντάξουν στη Συναγωγή ως προσήλυτους, γι᾽ αυτό κι αυξήθηκαν σ᾽ όλο τον κόσμο, κρατώντας ως γλώσσα της Συναγωγής τα Εβραϊκά. Κρατώντας τα Εβραϊκά ως γλώσσα της Συναγωγής, διασώθηκαν ως κοινότητες μέσα στην ιστορία δύο χιλιάδων χρόνων, γιατί ένας λαός χάνεται, όταν χάσει τη λαλιά του… Αυτό και για τις Ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού, ή των Ορθοδόξων γενικώς!].

 

Κυριακή των Βαΐων – Τοιχογραφία στο Κυριακό της Σκήτης Καυσοκαλυβίων. 18ος αιώνας μ.Χ.

 

Επανέρχομαι στο θέμα της παρουσίας των γυναικών από το Σάββατο του Λαζάρου επεκτείνοντάς το μέχρι την Κυριακή των Μυροφόρων, οι οποίες διακονούν στο μυστήριο των Αγίων Παθών και της Ανάστασης, στο μυστήριο της Θείας Ενανθρωπήσεως και της προς ημάς Θείας Φιλανθρωπίας, με παρούσα εξαιρέτως την Παναγία κάτω από το Σταυρωμένο Χριστό.

Σήμερα με τις επιρροές από τον Προτεσταντικό κόσμο και πρωτογενή αιτία τη διάρθρωση των βιομηχανικών και μεταβιομηχανικών κοινωνιών έχει αναδυθεί όλη η συζήτηση περί του αγώνα του γυναικείου φύλου, και λέγονται οι ατέλειωτες ανοησίες από θεολόγους, μεταφέροντες στην Εκκλησία προβλήματα στα οποία η Εκκλησία ουδέποτα είχε επιθέσει βάρη στους ανθρώπους και στα μέλη της. Είναι, λοιπόν, εξαιρετική η παρουσία των γυναικών στο μυστήριο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους, πρώτα πρώτα με την Παναγία, ο δε Χριστός αδιακρίτως προσεγγίζει όλες τις γυναίκες. Και γιατί αδιακρίτως; Ο Χριστός αποκαλύπτεται πρώτα στη Συναγωγή, όπου την ιουδαϊκότητα δεν την παρέχει ο άνδρας, αλλά η γυναίκα, αυτό μέχρι σήμερα. Εβραίος δεν είναι ο γιος Εβραίου, αλλά ο γιος Εβραίας μάνας, ανεξάρτητα αν είναι Εβραία εκ φυλετικής καταγωγής ή προσήλυτη, παραμένοντας διαχρονικά ισχυρότατος ο θεσμός και ο ρόλος της Συναγωγής στη Διασπορά μεταξύ των εθνών. Είτε κοσμικά το δούμε, είτε θρησκευτικά, τα παιδιά είναι της μάνας όχι του πατέρα, ό,τι είναι η μάνα, αυτό είναι και τα παιδιά, την οικογένεια την συγκροτεί η μάνα, αυτή εντάσσει τα παιδιά στην κοινωνία… Κι ο Χριστός ως Θεός δεν κάνει διακρίσεις στις γυναίκες του Ισραήλ, όλες είναι εν δυνάμει μάνες… Ακόμη κι ο Ιούδας δεν κατακρίνει την πόρνη, κατακρίνει το Χριστό, γιατί δέχθηκε να σπαταληθεί το μύρο, αντί να πουληθεί και να αρπάξει τον παρά ως φιλάργυρος και ζηλόφθονος, έχοντας στο έπακρο, δηλαδή, τα χαρακτηριστικά των απελέκητων ανδρών, χρήμα και εξουσία.

Η πόρνη προσέρχεται στον Υιό της Παρθένου (αυτή είναι η φρασεολογία των σημερινών ύμνων της Εκκλησίας, «μή με τὴν πόρνην ἀποῤῥίψῃς, ὁ τεχθεὶς ἐκ Παρθένου»), καταθέτοντας όχι μόνο τη μετάνοια αλλά αναγνωρίζοντάς τον, σε αντίθεση με τον Ιούδα, ως τον αναμενόμενο Υιό του Θεού Πατρός. Αυτό σημαίνει η φράση «ὁ τεχθεὶς ἐκ Παρθένου». Ουσιαστικά πρόκειται για αποδοχή του κηρύγματος του Χριστού περί μετανοίας. Έτσι άρχιζε το κήρυγμα ο Ιωάννης Πρόδρομος, με τα ίδια λόγια άρχισε το κήρυγμα ο Χριστός, που είναι ευθεία προσφυγή στο κήρυγμα της μετανοίας των Προφητών, μήπως και τον «ἀναγνωρίσουν»…

Την ίδια γραμμή αποδίδει το Τροπάριο της Κασσιανής, που έχει υποστεί μία γλυκανάλατη και ανούσια ηθικιστική ανάλυση. Ουδέποτε οι Πατέρες, που ενέταξαν το γεγονός και το Τροπάριο στη Μεγάλη Εβδομάδα, θα ασχολούνταν με την ψυχοπάθεια των ηθικολογούντων καθαρών, αυτούς τους είχε «τακτοποιήσει» καταλλήλως η Εκκλησία ήδη με τους κανόνες της Α´Οικουμενικής Συνόδου. Εδώ η μετάνοια είναι αποδοχή του αποκαλυπτόμενου Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, σε μία ενότητα πίστεως και αγιότητος Προφητών και Αποστόλων. Γι᾽ αυτό το κύριο θέμα δεν είναι η μετάνοια ως ατομική πράξη, αλλά αποδοχή και ανάληψη διακονίας στο μυστήριο της Θείας Οικονομίας, στο Μυστήριο της Εκκλησίας, σύνταξη με τη μαρτυρία των Αγίων Προφητών και Αποστόλων.

Η φρασεολογία του Τροπαρίου είναι χαρακτηριστική:

 

«Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή, τὴν σὴν αἰσθομένη Θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν, ὀδυρομένη μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει. Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι, ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας, ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος, ἔρως τῆς ἁμαρτίας. Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων, ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ· κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας, ὁ κλίνας τοὺς οὐρανούς, τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει· καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν, τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις, ὧν ἐν τῷ Παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη. Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους, τίς ἐξιχνιάσει ψυχοσῶστα Σωτήρ μου; Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος».

Το κέντρο βάρους του Τροπαρίου δεν είναι η κατάσταση της γυναικός, έτσι κι αλλιώς ο Χριστός καλεί τους πάντες μας σε μετάνοια, όμως η γυνή της Ευαγγελικής περικοπής προστρέχει στο Χριστό ως το Θεό και αφήνεται στο έλεός του, αναγνωρίζει, δηλαδή, ότι η σωτηρία της είναι δώρο του Θεού και όχι καμιά κατάκτηση και έπαθλο δικό της, γιατί έκανε τη χάρη στο Χριστό (ή στους ανθρώπους) μετανοώντας. Το Τροπάριο λέγει: «τὴν σὴν αἰσθομένη Θεότητα», φθάνει με τη μετάνοιά της στην κατάσταση της διακρίσεως των πνευμάτων, όπως σε ανάλογη περίπτωση στο Περί κατασκευής του ανθρώπου λέγει ο Άγ. Γρηγόριος Νύσσης: «Τὸ μὲν γὰρ διακρίνειν ἐπιστημόνως τὸ καλὸν ἐκ τοῦ κακοῦ, τελειοτέρας ἕξεως εἶναί φησιν ὁ Ἀπόστολος καὶ γεγυμνασμένων αἰσθητηρίων (Ἑβρ. 5, 14), διὸ καὶ πρόσταγμα ποιεῖται πάντα δοκιμάζειν καὶ τοῦ πνευματικοῦ τὸ διακρίνειν ἴδιον εἶναί φησιν», βλέπει το Φως το αληθινό και εναποθέτει το είναι της στο Δημιουργό της: «ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ», τον αναγνωρίζει ως τον Ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο: «ὁ κλίνας τοὺς οὐρανούς, τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει», με αναφορά, μάλιστα, στην προπατορική αποστασία και απομάκρυνση εκ των ποδών του Θεού της Εύας, κυριευθείσης από το φόβο, εις αντικατάσταση της αγάπης του πλάσματος προς το δότη των ευεργεσιών:«καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν, τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις, ὧν ἐν τῷ Παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη».

Η παραπεσούσα, λοιπόν, ομολογώντας το Χριστό ως Θεό κατά προφητικό χάρισμα ορά πνευματικώς ήδη τα Άγια Πάθη και αναλαμβάνει δια του μυρισμού να διακονήσει ως μυροφόρος: «μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν»!

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα:

 

Φιλιπ. δ´, 4-9:«Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε· πάλιν ἐρῶ, χαίρετε. 5 τὸ ἐπιεικὲς ὑμῶν γνωσθήτω πᾶσιν ἀνθρώποις. ὁ Κύριος ἐγγύς. 6 μηδὲν μεριμνᾶτε, ἀλλ᾽ ἐν παντὶ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει μετὰ εὐχαριστίας τὰ αἰτήματα ὑμῶν γνωριζέσθω πρὸς τὸν Θεόν. 7 καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν φρουρήσει τὰς καρδίας ὑμῶν καὶ τὰ νοήματα ὑμῶν ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ. 8 Τὸ λοιπόν, ἀδελφοί, ὅσα ἐστὶν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετὴ καὶ εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε· 9 ἃ καὶ ἐμάθετε καὶ παρελάβετε καὶ ἠκούσατε καὶ εἴδετε ἐν ἐμοί, ταῦτα πράσσετε· καὶ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης ἔσται μεθ᾽ ὑμῶν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα:

 

Ἰω. ιβ´, 1-18: «1. Ὁ οὖν ᾿Ιησοῦς πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα ἦλθεν εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 2 ἐποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ. 3 ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ ᾿Ιησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου. 4 λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ᾿Ιούδας Σίμωνος ᾿Ισκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι· 5 διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς; 6 εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ’ ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν. 7 εἶπεν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς· ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. 8 τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ᾽ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε. 9 ῎Εγνω οὖν ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστι, καὶ ἦλθον οὐ διὰ τὸν ᾿Ιησοῦν μόνον, ἀλλ᾽ ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 10 ἐβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν, 11 ὅτι πολλοὶ δι᾽ αὐτὸν ὑπῆγον τῶν ᾿Ιουδαίων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν ᾿Ιησοῦν. 12 Τῇ ἐπαύριον ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀκούσαντες ὅτι ἔρχεται ᾿Ιησοῦς εἰς ῾Ιεροσόλυμα, 13 ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἔκραζον· ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ ᾿Ισραήλ. 14 εὑρὼν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ᾽ αὐτό, καθώς ἐστι γεγραμμένον· 15 μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου. 16 Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ᾽ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ ᾿Ιησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ᾽ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ. 17 ᾿Εμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ᾽ αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν. 18 διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον. 19 οἱ οὖν Φαρισαῖοι εἶπον πρὸς ἑαυτούς· θεωρεῖτε ὅτι οὐκ ὠφελεῖτε οὐδέν; ἴδε ὁ κόσμος ὀπίσω αὐτοῦ ἀπῆλθεν».

 

Δέσπω Αθ. Λιάλιου,

Ομότιμη Καθηγήτρια Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

 

Read Full Post »

Η ποίηση για τα Πάθη και την Ανάσταση του Κυρίου


 

Ο λαός το ονόμασε Πάσχα, Πασχαλιά ή Λαμπρή. Η λέξη Πάσχα υπήρχε από τα αρχαία χρόνια και δήλωνε τον αέναο κινούμενο κύκλο της ανθρώπινης ζωής και της φύσης, της νίκης της ζωής επί του θανάτου, του ερχομού του «Ανώτατου Αγαθού», δηλαδή της γεμάτης λαμπρό φως άνοιξης. Αργότερα ο χριστιανισμός ονόμασε Πάσχα, τα πάθη του θεανθρώπου Ιησού Χριστού, το θυσιαστικό θάνατο και την εκ νεκρών ανάστασή του. Στην Ελλάδα, το Πάσχα έθρεψε την έμπνευση των ποιητών χαρίζοντάς μας αριστουργηματικούς ύμνους, μοιρολόγια και ποιήματα.

 

Ο φιλόλογος – λυκειάρχης κ. Ηρακλής Ψάλτης επιμελήθηκε μία συλλογή ποιημάτων ανά τους αιώνες που έχει ως επίκεντρό της τα Πάθη και την Ανάσταση του Σωτήρος Χριστού, τα οποία σας παρουσιάζουμε παρακάτω.

 

Επιτάφιος Θρήνος

Ω γλυκύ μου έαρ,
γλυκότατόν μου τέκνον,
πού έδυσου το κάλλος;
Η δάμαλις τον μόσχον,
εν ξύλω κρεμασθέντα,
ηλάλαζεν ορώσα.
Ω φως των οφθαλμών μου,
γλυκύτατόν μου τέκνον,
πώς τάφω νυν καλύπτη;

Οι ύμνοι του Πάσχα ξεκινούν την Μεγάλη βδομάδα με αποκορύφωμα το Μεγάλο Σάββατο της Αναστάσεως.  Ο επιτάφιος θρήνος που ψάλλεται τη Μεγάλη Παρασκευή είναι γνωστός και ως «Eγκώμια». Ο δημιουργός των εγκωμίων δεν έχει βρεθεί αν και όλοι οι μελετητές εικάζουν πως η συγγραφή του ποιήματος έγινε στα πρώτα χρόνια της δυναστείας των Παλαιολόγων (1258-1453).

 

Η ζωή εν τάφω  

Η ζωή εν τάφω
κατετέθης, Χριστέ,
και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο,
συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σήν.

Η ζωή πως θνήσκεις;
πώς και τάφω οικείς;
του θανάτου το βασίλειον λύεις δε
και του Άδου τους νεκρούς εξανιστάς.

Μεγαλύνομέν σε,
Ιησού Βασιλεύ,
και τιμώμεν την ταφήν και τα πάθη σου,
δι’ ων έσωσας ημάς εκ της φθοράς.

 

Η «σταύρωση» του Χριστού, οι θρήνοι της Παναγίας και η Ανάσταση του Θεανθρώπου ενέπνευσαν πολλούς ποιητές. Τον εθνικό ποιητή Διονύσιο Σολωμό, πολλούς ποιητές της γενιάς του ’30, της προπολεμικής και της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς.

 

Η Ανάσταση του Χριστού, τοιχογραφία του Μανουήλ Πανσέληνου περί το 1300, Πρωτάτο Αγίου Όρους.

 

Νίκος Καρούζος, «Άσμα μικρό»

Από τη Συλλογή: Τα πάθη της ποίησης

 

Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
Είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως
είχε πονέσει.
Και τώρα χάθηκε…
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο.

 

Κωστής Παλαμάς, «Γιορτές» (1904)

Από τη Συλλογή:  Ασάλευτη ζωή

 

Η νύχτα των Παθών, αγία Παρασκευή μεγάλη,

θυμάσαι; Οι κράχτες βροντεροί του δρόμου και χουγιάζουν

«Ώρα, ώρα για την εκκλησιά!» Τα σήμαντρα σωπαίναν,

μήπως ταράξουν του Ιησού τον ύπνο ολογυρμένου

στων επιτάφιων τα χρυσά τα σάβανα που οι βιόλες

χλωμές και τα τριαντάφυλλα τα κοκκινοπλουμίζαν.

Θυμάσαι; Η νύχτα των Παθών μα και τ’ Απρίλη η νύχτα

της χώρας όλα, νόμιζες, να βουβαθούν γυρεύαν

θρήσκα και κατανυχτικά, τη σιγαλιά να κάμουν

μια προσφορά ευλαβική προς του Κυρίου τα Πάθη.

Και μοναχά δε σώπαινε στο περιβόλι μέσα

με τη δικούλα του εκκλησιά, με τη λατρεία δική του,

πιστός και ιερουργός Θεού ψηλότερου απ’ όλους,

τ’ αηδόνι. Η νύχτα των Παθών, μα και τ’ Απρίλη η νύχτα.

Διάπλατες πέρα οι εκκλησιές ολόφωτες και φτάναν

απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα στα σπίτια μας οι θρήνοι

σεμνοί κι αντιθρηνούσανε στου χριστιανού τα χείλη:

«Ζωή εν τάφω… Έαρ γλυκύ… Γλυκύτατόν μου τέκνον..»

Μπρος στην πεζούλα του σπιτιού, της γειτονιάς μελίσσι

κι εμείς, αγόρια αγίνωτα κι αστάλωτες παιδούλες,

ο ύπνος δε μας έπαιρνε, προσμέναμε την ώρα

της εκκλησιάς…

   

Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Μαγδαληνή» (1950)

Από τη Συλλογή: Εποχή των ισχνών αγελάδων

 

Τον ξεχώρισα μόλις τον είδα, ήμουνα τακτική στα κηρύγματά του,
πούλησα κι ένα κτηματάκι της θειας μου για να τον ακολουθήσω.
Όμως όταν πια όλα τα ξόδεψα, αποφάσισα να πουλήσω και το κορμί μου,
στην αρχή στους ανθρώπους των καραβανιών, κατόπι στους τελώνες∙
κοιμήθηκα με σκληροτράχηλους Ρωμαίους κι οι Φαρισαίοι δε μου είναι άγνωστοι.
Κι όμως μέσα σ’ αυτά δεν ξεχνούσα τα μάτια του.
Μήνες για χάρη του έτρεχα απ’ το Ναό στο λιμάνι
κι απ’ την πόλη στο Όρος των Ελαιών.

Κύριε μυροπώλη, κάντε μου, σας παρακαλώ, μια μικρή έκπτωση.
Για ένα βάζο αλάβαστρου δε φτάνουν οι οικονομίες μου.
Κι όμως πρέπει να αποχτήσω αυτό το μύρο με τα σαράντα αρώματα.

Μ’ αυτό το μύρο θ’ αλείψω τα πόδια του,
μ’ αυτά τα μαλλιά θα σφουγγίσω τα πόδια του,
μ’ αυτά τα χείλη, τα πόδια του τα εξαίσια κι άχραντα θα φιλήσω.
Ξέρω, είναι πολύ αυτό το μύρο για τη μετάνοια,
ωστόσο για τον έρωτα είναι λίγο.
Κι αν μια μέρα ασπαστώ το χριστιανισμό, θα είναι για την αγάπη του∙
κι αν μαρτυρήσω γι’ Αυτόν, θα ‘ναι η αγάπη του που θα μ’ εμπνέει.
Γιατί, κύριε, ο έρωτας μού ανάβει την πίστη κι η αγάπη τη μετάνοια
κι ίσως μείνει αιώνια τ’ όνομά μου σα σύμβολο
εκείνων που σώθηκαν και λυτρώθηκαν «ότι ηγάπησαν πολύ».

 

 Κική Δημουλά:  «Γραμματείς και πρεσβύτεροι αιώνες» (1998)

Από τη Συλλογή: Ενὸς λεπτού μαζί

 

«Ιδού η μικροτάτη Παρασκευή πάλι

σε βαφή Μεγάλης βουτηγμένη.

Μέτωπο αιμάτινο σου πλέκουν τ’ ακανθώδη έθιμα

και επί τον ιματισμόν σου έβαλαν κλήρο

η νηστεία ο Μπαχ τα βαρελότα και η μέθοδος

να φτάνει με καρφιά στα άκρα του ο πόνος.

Τι κι αν εσχίσθη το καταπέτασμα των χαμομηλιών

τι κι αν χρωμάτων στρατιαί εξεπλήττοντο

σταύρωσον σταύρωσον αλαλάζουν

τα κρεοπωλεία οι ψησταριές κι οι φούρνοι.

Δε μ’ άκουσες.

Άφησες ανύμφευτη την κόμη της Μαγδαληνής

και σπατάλησες το σπάνιο Νυμφίο άρωμά σου

για να κάνεις τεστ αληθείας στην αγάπη, στον πλησίον.

Σου φώναζα να τους αφήσεις όπως είναι

όπως τους παραλάβαμε από την υπαρξιακή παράδοση

όπως περιγράφτηκαν από στόμα σε στόμα

από πικρό ποτήριον σε πικρότερο. Δε γλίτωσε

σταυρώθηκε όποιος διανοήθηκε να τους επαληθεύσει.

Προσκυνώ το οικείον προσφιλές μου σφάλμα σου.

Εν συντριβή περιστρέφω τη σούβλα

αδημονώντας σε αμνέ μας».

 

Ζωή Καρέλλη, «Πριν την Ανάσταση» (1951)

Από τη Συλλογή: Της μοναξιάς και της έπαρσης                                                 

 

Ίσως να ήταν περί το μεσονύχτι,
πριν ή μετά, δεν ξέρω, ξύπνησα
στο σκοτάδι όμως, θαρρείς,
δεν ανοίγουν τα μάτια.   Τι ώρα πηγαίναμε στην εκκλησία τότε;
Κάποτε δεν κοιμόμασταν, περιμένοντας,
ή μας έπιανε ύπνος ελαφρύς
και ξυπνούσαμε καλοδιάθετοι,
με τις πρώτες καμπάνες.   Χρόνια τώρα, δεν Είναι δυνατόν,
τίποτα να πηγαίνω στην εκκλησία.
Χάνεται μέσα μου η σημασία της,
ώσπου πια καθόλου… μην απομένει
απ’ την εύχαρη του ανθρώπου ηλικία;
Πόσο είχα παρακαλέσει, ώσπου έπαψα.
Ανάσταση περίμενα απ’ τις φτωχές μου
αισθήσεις, του σώματος. Αν όχι τίποτ’ άλλο,
τώρα, που δεν πιστεύω, γνωρίζω
την αμαρτία μου.
Πόσο ήταν ωραία, τότε…
Στεκόμασταν στον αυλόγυρο,
γεμάτον κόσμο ελεύθερο. Γελούσαν,
μιλούσαν οι άνθρωποι.
Η ορθοδοξία
αφήνει ακέριο το πνεύμα της προσφοράς.
Ελεύθερα να προσέλθω σε σένα, Κύριε.
Οι άνθρωποι φαίνονταν ξεκούραστοι,
την γιορτή περιμένοντας, το αύριο
νάρθει της χαρούμενης μέρας,
έλαμπε το βλέμμα, το πρόσωπο.

Με πνίγει τούτο το σκοτάδι.
Δεν θέλω ν’ ανάψω το μέτριο φως.
Θα μου στερήσει τα ενθύμια που βλέπω,
τα πράγματα ορίζοντας γύρω μου.
Πώς περιμέναμε την Ανάσταση!
Δίχως αμφιβολία έρχονταν η Λαμπρή,
«Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν λαοί».
Άνοιγαν οι πύλες, η πομπή προχωρούσε
με ψαλμούς κι’ εξαπτέρυγα, άστραφταν
τα πολύτιμα, άναβαν μυριάδες τα κεριά
των χριστιανών, φλόγες πίστης,
σημείο χαράς.
Μιαν μικρήν εικόνα της Ανάστασης
είχε η ενορία μας. Σπρωχνόμασταν
για ν’ ασπαστούμε, οχλαγωγή. Γελούσαν
χαρούμενοι οι πιστοί, στα χέρια
κόκκιν’ αυγά, άναβαν βεγγαλικά
κι’ οι μεγαλείτεροι σαν τα παιδιά.   «Ουκ έστιν ώδε αλλ’ ηγέρθη».
Μένω ξαπλωμένος, δεν ανάβω το φως,
δεν περιμένω τίποτα.
Δεν πάω με τους άλλους να μοιραστώ
την πλάνη της χαράς.
Χαρά δεν υπάρχει;   Υπάρχει πάντα η ανάσταση,
όχι ορισμένη και πιθανή,
υπάρχει απίθανη περίλαμπρη δόξα,
η φωτεινή έκσταση, δεν μπορούν
δίχως αυτήν οι άνθρωποι,
που περιμένουν σε νηστεία και προσευχή.   «Ουκ έστιν ώδε αλλ’ ηγέρθη».
Ακόμα δεν ήρθε η ώρα, φαίνεται.
Δεν ακούω τους χαρμόσυνους ήχους.
Πόσο ακόμα και τότε, σαν η καταστροφή
της άρνησης, η αμφιβολία είχεν αρχίσει,
με συγκινούσε βαθιά η χαρά
πάνδημη του κόσμου συμμετοχή, στην γιορτή.   «Χριστός ανέστη». Ύμνος κι’ οι κρότοι
των όπλων κι’ όλες οι καμπάνες μαζί,
σ’ όλην την πόλη κι’ οι άνθρωποι
όλοι μαζί είχαν την ίδια χαρά,
τέλειωνε η προσφορά της προσπάθειας,
τους πένθους, της συλλοής.   Κοιτάζω το παρελθόν.
Δεν σ’ αρνιέμαι, Κύριε, της αγάπης,
της ανάστασης ένδοξης του ανθρώπου.
Πολλή με σκεπάζει αμαρτία της γνώσης,
όμως θα περιμένω μιαν αρχή της αγάπης
ξανά, που δίνεται παρηγοριά
της θλιμμένης επίμονης σκέψης.   Αρχή, χαραυγή,
«ήν δε όρθρου βαθέος…»
Να πιστέψουμε στην ημέρα της ζωής.
Ελπίδες, αναμνήσεις δεν αρκούν
οι κόποι. Η σκέψη θολώνει
το κόκκινο της θυσίας αίμα.   Πρέπει το σώμα να σηκωθεί,
να πάει με τους άλλους μαζί, να χαρεί
την γιορτή, την απλή χαρά,
να δεχτεί την πλούσια συμμετοχή,
να παραδεχτεί τη χαρά προσιτή.
Ανάσταση να χαρεί, λευτεριά
ύστερ’ απ’ το πλήθος του πόνου,
πίστη, την αγάπη του ανθρώπου.

 

Ανάσταση στη Μονή Καρακαλά (λεπτομέρεια) – Ντιάνα Αντωνακάτου

 

Διονύσιος Σολωμός, «Η ημέρα της Λαμπρής» (1829)

Από τη Συλλογή:  Ο Λάμπρος

 

«Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε

της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,

σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε

τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη

και από κει κινημένο αργοφυσούσε

τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι,

που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:

Γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.

 

Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,

όλοι, μικροί – μεγάλοι, ετοιμαστήτε

μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες

με το φως της χαράς συμαζωχτήτε

ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες

ομπροστά στους Αγίους και φιληθήτε!

Φιληθήτε γλυκά, χείλη με χείλη,

πέστε Χριστός ανέστη, εχθροί και φίλοι!

 

Οδυσσέας Ελύτης  Κυριακή (Πάσχα) 26 (1984)

Από τη Συλλογή: Ημερολόγιου ενός αθέατου Απριλίου

 

Καθαρή διάφανη μέρα. Φαίνεται ο άνεμος που ακινητεί

με τη μορφή βουνού κει κατά τα δυτικά.

Κι η θάλασσα με τα φτερά διπλωμένα, πολύ χαμηλά,

κάτω από το παράθυρο.

Σου ’ρχεται να πετάξεις ψηλά κι από κει να μοιράσεις δωρεάν

την ψυχή σου. Ύστερα να κατεβείς και, θαρραλέα, να καταλάβεις

τη θέση στον τάφο που σου ανήκει.

 

Γιάννης Βαρβέρης, «Εσπερινός της Αγάπης» (2009)  

Από τη Συλλογή: Ο άνθρωπος μόνος

 

Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.
Σταθμός Πελοποννήσου
κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.
Είμαστε γέροι πια κι οι δυο
κι εγώ αφού γράφω ποιήματα
πιο γέρος.
Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας;
Μέσα σε μια βδομάδα
δεν απόμεινε κανείς.
Ήταν Μεγάλη βέβαια
γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις-
θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί;
Έτσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
θα ‘πρεπε κάπως να ‘χαμε κι εμείς χωρέσει.
Όμως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.
Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε
σ’ ένα παγκάκι
αθάνατοι
καθώς νυχτώνει;

 

Γιάννης Ρίτσος,  «Εαρινή Συμφωνία» (1938)

(Απόσπασμα)

 

«Άκου τα σήμαντρα

των εξοχικών εκκλησιών.

Φτάνουν από πολύ μακριά

από πολύ βαθιά.

Απ’ τα χείλη των παιδιών

απ’ την άγνοια των χελιδονιών

απ’ τις άσπρες αυλές της Κυριακής

απ’ τ’ αγιοκλήματα και τους περιστεριώνες

των ταπεινών σπιτιών.

Άκου τα σήμαντρα

των εαρινών εκκλησιών.

Είναι οι εκκλησίες

που δε γνώρισαν τη σταύρωση

και την ανάσταση.

Γνώρισαν μόνο τις εικόνες

του Δωδεκαετούς

που ‘χε μια μάνα τρυφερή

που τον περίμενε τα βράδια στο κατώφλι

έναν πατέρα ειρηνικό που ευώδιαζε χωράφι

που ‘χε στα μάτια του το μήνυμα

της επερχόμενης Μαγδαληνής.

Χριστέ μου

τι θα ‘τανε η πορεία σου

δίχως τη σμύρνα και το νάρδο

στα σκονισμένα πόδια σου;».

 

Τάσος Λειβαδίτης, «Ανάσταση» (1972)

Από τη Συλλογή: Νυχτερινός επισκέπτης

 

«Δε σ’ ακολουθώ πια» φώναξα, μα εκείνος μ’ έσπρωξε, το αμάξι κατρακύλησε μες στη νύχτα, πού πηγαίναμε; στις γωνιές, με μεγάλα κάτωχρα πρόσωπα, στέκανε οι Σιωπηλοί, μόλις προφταίναμε να παραμερίσουμε για να μη μας γκρεμίσουν, κι οι οργανοπαίχτες που ακολουθούσαν, μισομεθυσμένοι, με την ψυχή τους απροστάτευτη απ’ τη βροχή, φορούσαν κάτι σταχτιά, στραπατσαρισμένα καπέλα, απ’ αυτά που βρίσκονται στον ουρανό, μαζί με τα παιδιά και τους σαστισμένους, κι αυτό το κάθαρμα ο άμαξας προσπαθούσε να κρύψει μ’ ένα σάλι το βρόμικο μούτρο του, ενώ εγώ ήξερα πως ήταν εκείνος ο αλήτης, που μια νύχτα αρνήθηκα να πιω ένα ποτήρι μαζί του, έπρεπε να ξεφύγω, γλίστρησα κρυφά και νοίκιασα ένα δωμάτιο σ’ ένα απόμερο ξενοδοχείο, μα όπως εκείνη τη νύχτα με μαστίγωνε η πόρνη, κι άκουγα τη θεία εκμυστήρευση, ήρθε και γονάτισε δίπλα μου, τότε τον ακολούθησα, κι όπως βαδίζαμε, είδαμε άυπνο και χλωμό τον Σίμωνα τον Κυρηναίο, «πλαγιάζω στον τάφο και τρέμω, πως κάθε τόσο θα με ξανασηκώσουν» είπε λυπημένος, γιατί αν χρειάζονταν κάποιον να βοηθήσει για το σταυρό, πάλι αυτόν θα συναντούσαν στο δρόμο.

 

Επιμέλεια : Ηρακλής Ψάλτης

 

Το Πάσχα είναι η γιορτή της αγάπης, της ελπίδας, της συμφιλίωσης με κοινωνικές προεκτάσεις. Ας πάψουν, λοιπόν, οι κοινωνικές διακρίσεις, οι έχθρες, τα μίση και ο πόλεμος. Ειρήνη στις καρδιές των ανθρώπων. Ας προσπαθήσουμε να λεγόμαστε άνθρωποι με τη βαθύτερη σημασία της λέξης. Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

 

Read Full Post »

Older Posts »