Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Εκκλησιαστική Ιστορία αφορώσα στην Αργολίδα’ Category

Η συμμετοχή του Ράσου εις την Επανάσταση του ’21 – † π. Γεώργιος Μεταλληνός


 

Η συμμετοχή του Οικουμενικού Πατριαρχείου και γενικά όλου του Ράσου στον πανεθνικό Αγώνα του ’21 ήταν αδύνατη χωρίς μία πολύ δύσκολη αυθυπέρβαση. Και η αυθυπέρβαση αυτή δεν έχει σχέση, όπως θα δεχόταν η αντικληρική προπαγάνδα, με κάποια εθελοδουλία ή αδιαφορία για το Γένος. Αντίθετα, σχετιζόταν άμεσα με την γνήσια και αυθεντική αποκατάστα­σή του. Ας θυμηθούμε εδώ το βαθύτερο στόχο της Εθναρχίας και του Κλήρου μέσω της «περιορισμένης συνεργασίας» με τον κατακτητή. Ήταν η ανάσταση όλου του Ρωμαίικου, δηλαδή της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας, με την παλαιά έκταση και εύκλειά της. Αυτό εννοούσε ο Πατροκοσμάς λέγοντας συχνά: «αυτό μια μέρα θα γίνει ρωμαίικο». Αυτό εννοούσε και ο Ρήγας Βελεστινλής, έστω και σε ένα άλλο ιδεολογικό πλαίσιο, όταν έλεγε στο «Θούριό» του: «Βούλγαροι κι Αρβανίτες και Σέρβοι και Ρωμηοί, αράπηδες και άσπροι, με μια κοινή ορμή, για την ελευθερίαν να ζώσωμεν σπαθί».

Μετά το κίνημα του Αλέξανδρου Υψηλάντη θα αλλάξει αυτός ο ρωμαίικος-οικουμενικός στόχος του Ρήγα και των Κολλυβάδων, που ήταν ο στόχος της Εθναρχίας. [1] Από τη μεγαλοϊδεατική ιδεολογία του Γένους θα ενταχθεί ο Αγώνας στο πλαίσιο της αρχής των εθνοτήτων – καρπού της Γαλλικής Επαναστάσεως -, στοχεύοντας όχι πια στην ανασύσταση της αυτοκρατορίας, αλλά στη δημιουργία ενός μικρού ανεξάρτητου κράτους, στο οποίο θα «στριμωχνόταν» κυριολεκτικά (πρβλ. το 1922) το Ελληνικό Έθνος.

Αυτό το πέρασμα από τη Ρωμαίικη Οικουμένη στο Ελλη­νικό κράτος ισοδυναμούσε με θάψιμο της Ρωμηοσύνης. Έτσι ο αγώνας του ’21 εντάχθηκε στα σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης για την αυτοκρατορία της Ρωμανίας. Στις ευρωπαϊκές αυλές, όπως λ.χ. του Ναπολέοντος, καθορίσθηκε ο χαρακτήρας της Ελληνικής Επαναστάσεως, που δεν θα έχει πια ρωμαίικο-οικουμενικό χαρακτήρα, αλλά στενά εθνικό και κατ’ ουσίαν «αρχαιοελληνικό». Θα είναι επανάσταση των Ελλήνων του Ελλαδικού Θέματος όχι μόνο εναντίον των Τούρκων, αλλά και εναντίον της Ρωμαϊκής Εθναρχίας, ως συνέχειας της «Ρωμαϊκής Βασιλείας» των «Βυζαντινών». [2] Το πραξικοπηματικό Αυτοκέφαλο της Ελλαδικής Εκκλησίας (1833) είναι η απτή επιβεβαίωση αυτών των ξενόφερτων προσανατολισμών.

 

«Προύχοντες, κληρικοί, αρματολοί και κλέφται, λόγιοι και πλούσιοι, συνεφώνησαν ή μάλλον συνώμοσαν και παραχρήμα επανεστάτησαν κατά της τουρκικής δυναστείας»

 

Η συμμετοχή, συνεπώς, του Ράσου – και μάλιστα του Οικουμενικού Πατριαρχείου – στον Αγώνα υπήρξε δείγμα υψηλής αυθυπερβάσεως και αυτοθυσίας, αφού ήταν πια φανερό, ότι ο Αγώνας είχε σαφώς αντιρωμαίικο και αντιεθναρχικό χαρακτήρα, στρεφόμενο και κατά του Πατριάρχου, ως Εθνάρχου των Ρωμηών. [3] Η συμμετοχή δε αυτή ομολογείται από εκείνους, που την έζησαν σ’ όλη τη διάρκεια του Αγώνα και ήταν σε θέση να την επιβεβαιώσουν.

«Πλησίον εις τον Ιερέα – έλεγε ο Θ. Κολοκοτρώνης – ήτο ο λαϊκός, καθήμενοι εις ένα σκαμνί, Πατριάρχης και τζομπάνης, ναύτης και γραμματισμένος, ιατροί, κλεφτοκαπεταναίοι, προεστοί και έμποροι». [4]

Ο ιστορικός του 19ου αιώνα Χρ. Βυζάντιος σημειώνει: «Προύχοντες, κληρικοί, αρματολοί και κλέφται, λόγιοι και πλούσιοι, συνεφώνησαν ή μάλλον συνώμοσαν και παραχρήμα επανεστάτησαν κατά της τουρκικής δυναστείας».[5]

Ο εθνικός ιστορικός μας Κ. Παπαρρηγόπουλος ομολογεί: «…Οσαδήποτε και αν υπήρξαν τα αμαρτήματα πολλών εκ των Πατριαρχών, ουδείς, όμως, εξ αυτών, ουδείς ωλίσθησε περί την ακριβή του πατρίου δόγματος και των υπάτων εθνικών συμφερόντων τήρησιν».[6]

Ανάλογα αποτιμούν τη στάση του Ράσου στην Επανάσταση ο Δ. Κόκκινος, ο Δ. Φωτιάδης, ο Σπ. Μαρινάτος, ο Ι. Συκουτρής, ο Κ. Βοβολίνης, ο Ν. Τωμαδάκης, ο Απ. Βακαλόπουλος κ.ά.[7]

Υπάρχουν, βέβαια, και επικριτές του Κλήρου, και των Αρχιερέων, που αμφισβητούν ή και αρνούνται την ειλικρινή και άδολη συμμετοχή τους στον Αγώνα. Τέτοιες θέσεις έχουν κατά καιρούς υποστηρίξει ο Γ. Κορδάτος (ιστορικός μαρξιστής), ο Γ. Σκαρίμπας (λογοτέχνης μαρξιστής, αλλ’ όχι ιστορικός), ο Μάριος Πλωρίτης (φιλόλογος κριτικός, αλλ’ όχι ιστορικός), ο Γ. Καρανικόλας (δημοσιογράφος, όχι ιστορικός)[8] κ.ά.

Ο Ησαΐας Σαλώνων, έργο Δ. Βασιλείου, ελαιογραφία σε μουσαμά, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Οι θέσεις αυτές επαναλαμβάνονται στερεότυπα από άλλους λιγότερο σημαντικούς και άσχετους με την ιστορική έρευνα. Αρκεί να μελετήσει κανείς το «Δελτίον» της Ο.ΛΜ.Ε.,[9] για να διαπιστώσει πώς αυτούσιες οι ιδε­ολογικές αυτές ερμηνείες για το ’21 περνούν στο χώρο της παιδείας. Το πραγματικά, όμως, ανέντιμο είναι, ότι στη μάχη της Αλαμάνας επαινείται μεν ο Αθανάσιος Διάκος, ως «κατώτερος» κληρικός, όχι όμως και ο οργανωτής και αρχηγός του ελληνικού σώματος Μητροπολίτης Σαλώνων Ησαΐας, που έπεσε ηρωικά στη μάχη μαζί με τον αδελφό του παπα- Γιάννη, έγγαμο και πατέρα πολλών τέκνων. Αλλά πρέπει να πολεμούνται οι «δεσποτάδες»!

Το τραγικά απελπιστικό δε είναι, ότι πολλές από τις παλαιότερες τοποθετήσεις έχουν πια ξεπερασθεί και στο χώρο της μαρξιστικής ιστορικής Σχολής, οπότε οι υποστηρικτές τους αποδεικνύονται «παλαιομοδίτες» στο χώρο του ιστορικού ερασιτεχνισμού. Νεώτεροι μαρξιστές ιστορικοί έχουν αποκηρύξει την ερμηνευτική μέθοδο του Γ. Κορδάτου και απομακρυνθεί από την ιδεολογική προοπτική του. Επίσης έχουν απορρίψει την προπολεμική θεωρία του «λαϊκισμού» (π.χ. Λέων Στρίγκας). Έτσι, ο Π. Ρούσος δέχεται την Επανάσταση του ’21 ως εθνικοαπελευθερωτική και ομολογεί: «Σε σύγκριση με το εθνικό το κοινωνικό έρχεται στο υπόστρωμα». Ανάλογα δέχονται ο καθηγ. Βασ. Φίλιας, ο Λέων Στρίγκας, η Ελ. Αντωνιάδη- Μπιμπίκου κ.ά. [10]. Η επικρατούσα στο χώρο της μαρξιστικής σκέψης σήμερα θέση είναι, ότι η Επανάσταση του ’21 είναι εθνικοαπελευθερωτική, με κοινωνικό περιεχόμενο, αλλά μία, στην οποία έλαβαν μέρος οι πιο ετερόκλητες δυνάμεις, κάθε μια με τις δικές της προϋποθέσεις και στοχοθεσία. Δεν έχει εκλείψει, όμως, τελείως η ιδεολογική προσέγγιση, που αναιρεί κάθε δυνα­τότητα ιστορικής-επιστημονικής κατανοήσεως και ερμηνείας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο Ακάθιστος Ύμνος στην Υπεραγία Θεοτόκο – Δρ. Ελένη Ρωσσίδου – Κουτσού


 

Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια, ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν

εὐχαριστήρια, ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου Θεοτόκε.

Ἀλλ’ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον ἐκ παντοίων

με κινδύνων ἐλευθέρωσον, ἵνα κράζω σοι Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

 

«Ο Ακάθιστος Ύμνος», ορθόδοξη εικόνα. Στο κέντρο εικονίζεται η Παναγία, ενώ καθεμιά από τις μικρές περιφερειακές εικόνες αφορά τη διήγηση ενός από τους 24 «οίκους» του Ακάθιστου Ύμνου. Holy Transfiguration Monastery (Brookline, Massachusetts).

Ακάθιστος ύμνος επικράτησε να λέγεται ένας ύμνος «Κοντάκιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας, προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, από την όρθια στάση, που τηρούσαν οι πιστοί κατά τη διάρκεια της ψαλμωδίας του. Οι πιστοί έψαλλαν τον Ακάθιστο ύμνο όρθιοι, υπό τις συνθήκες που θεωρείται ότι εψάλη για πρώτη φορά, ενώ το εκκλησίασμα παρακολουθούσε όρθιο κατά την ακολουθία της γιορτής του Ευαγγελισμού, με την οποία συνδέθηκε ο ύμνος.

Ψάλλεται ενταγμένος στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του Μικρού Αποδείπνου, σε όλους τους Ιερούς Ναούς, τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε οίκος ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα), και είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας.

Θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και είναι εμπλουτισμένος από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.

Κατά το έτος 626 μ.Χ., και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος μαζί με τον βυζαντινό στρατό είχε εκστρατεύσει κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνίδια από τους Αβάρους. Οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή επέμβαση, δημιούργησε τρικυμία και κατάστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ οι αμυνόμενοι  προξένησαν τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Σχέσεις μοναχών και χριστιανών λαϊκών κατά την Οθωμανική περίοδο (15ος- αρχές 19ου αι.) | Σοφία ΛαΐουΙόνιο Πανεπιστήμιο – Τμήμα Ιστορίας


 

Στη μνήμη της αγαπημένης φίλης Εύης Ολυμπίτου

  

Η ανάλυση των σχέσεων των μοναχών και των ορθοδόξων λαϊκών κατά την οθωμανική περίοδο οφείλει να λάβει υπόψη δύο αυτονόητες για την εποχή αλήθειες: α) την κατίσχυση των θρησκευτικών συναισθημάτων στους ανθρώπους της πρώιμης νεώτερης περιόδου, τουλάχιστον στην συντριπτική πλειονότητά τους και β) τις συνθήκες που διαμόρφωσε η οθωμανική κατάκτηση, θέτοντας μοναχούς και λαϊκούς σε ένα νέο πο­λιτικό και αλλόθρησκο περιβάλλον στο οποίο καλούνταν να προσαρμο­στούν. Πέρα ωστόσο από τις αλήθειες αυτές, η διερεύνηση των εν λόγω σχέσεων περιπλέκεται.

Το εξώφυλλο του τόμου: «Μοναστήρια, οικονομία και πολιτική. Από τους μεσαιωνικούς στους νεώτερους χρόνους».

Ο πλούτος των πληροφοριών που προέρχονται από τα μοναστηριακά αρχεία σε συνδυασμό με ευρύτερα ζητήματα, όπως τα διαφορετικά οικονομικά μεγέθη των μονών, οι αλλαγές στην κοινωνι­κή διαστρωμάτωση των χριστιανών οθωμανών υπηκόων και ο ρόλος του κράτους ως θεματοφύλακα της νομιμότητας, ζητήματα που με τη σειρά τους καθόριζαν την εν λόγω σχέση και την μετάλλασσαν στην πορεία του χρόνου, καταδεικνύουν και την πολυπλοκότητά της. Σπεύδω, ωστόσο, να υπογραμμίσω εξαρχής ότι οι σχέσεις αυτές τη συγκεκριμένη περίοδο είχαν πρόδηλη οικονομική διάσταση, ακόμα και σε πράξεις με κυρίαρχη τη θρησκευτική χροιά, όπως θα φανεί παρακάτω, γεγονός αναπόφευκτο εξαιτίας της ανάγκης επιβίωσης τόσο των χριστιανών οθωμανών υπηκό­ων όσο και των ίδιων των μονών (όχι πάντως στον ίδιο βαθμό).

Κρατώντας ως δεδομένα την πολυπλοκότητα των σχέσεων καθώς και την αναγκαιότητα αποφυγής των όποιων γενικεύσεων, θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω τις σχέσεις μοναχών και λαϊκών κατά το μεγαλύτερο μέρος της οθωμανικής περιόδου (έως τις αρχές του 19ου αιώνα).

Στό­χος μου είναι η διερεύνηση της κοινωνικής θέσης των μονών σε σύγκριση με τους χριστιανούς ραγιάδες και αφετέρου η κατάδειξη της ισχύς του «μονοπωλίου» των μοναχών ως διαμεσολαβητών μεταξύ Θεού/Αγίων και λαϊκών, που καθόριζε με τη σειρά του την ποιότητα των σχέσεων αυτών.

Το αρχειακό δείγμα πάνω στο οποίο κυρίως βασίστηκα είναι: το οθω­μανικό αρχείο της μονής Βαρλαάμ Μετεώρων, το οθωμανικό αρχείο της μονής Λειμώνος Μυτιλήνης για τον 17ο αιώνα, τα οθωμανικά και ελληνικά αρχεία των μονών της Σάμου, δημοσιευμένα μοναστηριακά οθωμανικά έγγραφα από την Άνδρο, το δημοσιευμένο τμήμα του ελλη­νικού αρχείου της μονής Αγίου Ιωάννη Θεολόγου Πάτμου και τα επίσης δημοσιευμένα ελληνικά αρχεία των μονών Σταυρονικήτα, Εσφιγμένου, Χιλανδαρίου και Καρακάλλου του Αγίου Όρους, που αναφέρονται στην οθωμανική περίοδο. Το δείγμα επομένως περιλαμβάνει ηπειρωτικά και νησιωτικά μοναστήρια με ποικίλο οικονομικό και πνευματικό εκτόπι­σμα. Ωστόσο, στον μικρόκοσμο των τοπικών κοινωνιών στις οποίες δραστηριοποιούνταν όλα είχαν – κατά τη γνώμη μου – κυρίαρχη θέση, έστω και υπό διαρκή διαπραγμάτευση, ιδιαίτερα τον 18ο αιώνα, όταν ισχυροποιήθηκαν ομάδες λαϊκών και αναδείχθηκαν ισχυροί οικονομικοί παράγοντες μεταξύ αυτών.

Η σημαντικότερη σχέση μονών και λαϊκών είναι αυτή του ιδιοκτήτη και ενοικιαστή, του γαιοκτήμονα και του απλού χωρικού, του εργοδότη και εργαζομένου.

Είναι γνωστή και έχει μελετηθεί διεξοδικά η πολιτική των μοναστηριών για διατήρηση αρχικώς και επαύξηση στη συνέχεια της ακίνητης περιουσίας τους, παράλληλα με τη συνεχή και συχνά επιτυχή διαπραγμά­τευση με την οθωμανική εξουσία για την αναγνώριση των παλαιότερων από τη βυζαντινή περίοδο φοροαπαλλαγών και προνομίων ή την παρα­χώρηση νέων, όπως ήταν η κατ’ αποκοπή πληρωμή των φόρων (maktu) ή η κατ’ αποκοπή πληρωμή της δεκάτης (bedel-i ο§τ).[1]

Η συγκρότηση μιας μεγάλης – στην κυριολεξία ή για τα δεδομένα της τοπικής κοινωνίας – περιουσίας, η οποία έπρεπε κατά το δυνατόν να είναι ενιαία, γινόταν με αγορές του ιδιοκτησιακού δικαιώματος ή του δικαιώματος εξουσίασης (ταπού) γαιών και κτισμάτων από χριστιανούς αλλά και μουσουλμάνους της περιοχής καθώς και με αφιερώσεις και δωρεές ακινήτων στη μονή. Ας σημειωθεί ότι, εάν δεν υφίστατο το ιδιοκτησιακό δικαίωμα επί των γαιών, οι μονές ήλεγχαν τις εκτάσεις τους στο πλαίσιο πολύπλοκων νομικών σχέσεων, δημιουργώντας έτσι μοναστηριακά βακούφια εντός ευρύτερου ισλαμικού βακουφίου, ή τσιφλίκια εδραιωμένα σε δημόσιες ή βακουφικές γαίες. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Οι Διηγήσεις για την γέννηση Του Ιησού Χριστού στα Ευαγγέλια και η αποτύπωσή τους σε σύγχρονα ομιλητικά κείμενα – Κωνσταντίνος Π. Ζαγγανάς.  Διπλωματική Εργασία – Θεολογική Σχολή Α.Π.Θ. –  Θεσσαλονίκη 2016


 

Κατά την πρωτοχριστιανική περίοδο, η γέννηση του Ιησού Χριστού και άλλα σχετικά, όπως η γενεαλογία του Ιησού και η παιδική ηλικία του Ιησού δεν αποτελούσαν θέματα θεολογικού ενδιαφέροντος. Αυτά που κυριαρχούσαν ήταν, ο θάνατος και η Ανάστασή του, και δευτερευόντως τα λόγια και τα έργα του. Παρ’ όλ’ αυτά, η ανάγκη να υπάρξει επιπλέον πληροφόρηση σχετικά με τη γέννηση και την παιδική ηλικία του Ιησού, εκδηλώνεται νωρίς και εκφράζεται στα βιβλία της Καινής Διαθήκης μέσα από τα Ευαγγέλια του Ματθαίου και του Λουκά.

Tα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης αφήνουν ένα κενό μεταξύ της γέννησης του Ιησού και της βάπτισής του, εκτός από την παρουσία του στο ναό, στην ηλικία των 12 ετών, που αναφέρεται στο Λκ. 2,41-50. Έτσι, με έναυσμα την ιστορία αυτή, γράφτηκε μία σειρά από διηγήσεις, με σκοπό να καταδείξουν την πρόωρη συνειδητοποίηση από τον Ιησού της θεϊκής του καταγωγής και την εξουσία που είχε πάνω στη ζωή, το θάνατο και τη φύση.

Τα κενά εκείνα συμπληρώθηκαν μεταγενέστερα από διηγήσεις που απαντούν στην Απόκρυφη χριστιανική γραμματεία. Συγκεκριμένα, το Απόκρυφο Ευαγγέλιο που αποδίδεται στον Ματθαίο (Ευαγγέλιο του ψευδο-Ματθαίου), και τα αποκαλούμενα Αρμένικο και Αραβικό Ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας διηγούνται ιστορίες από την παιδική ηλικία του Ιησού, στις οποίες ο μικρός Ιησούς παρουσιάζεται να εκτελεί θαύματα κ.ά.

 

Διαβάζοντας τη Βίβλο. Εικόνα: Sias van Schalkwyk.

 

[…] Η παρούσα εργασία αποσκοπεί: πρώτον να εξετάσει τις διηγήσεις των κανονικών Ευαγγελίων και των απόκρυφων Ευαγγελίων που αναφέρονται στα πρώτα χρόνια του Ιησού, δηλαδή την γέννηση, την γενεαλογία και την παιδική ηλικία του Ιησού. Οι ευαγγελικές περικοπές του Ευαγγελιστή Ματθαίου και Λουκά αποτελούν τις πλέον ιστορικές μαρτυρίες για την ζωή του Ιησού πριν την δημόσια δράση του. Η παρουσία των μάγων, η απογραφή, η στάση του Ηρώδη, η περιτομή του Ιησού, η αντίδραση της Μαρίας, των διδασκάλων αλλά και των βοσκών είναι μικρές αφηγήσεις που θέλουν να δείξουν την ιστορικότητα του Ιησού αλλά και να εκθέσουν την αντίληψη των Ευαγγελιστών. Παρουσιάζουν ο κάθε συγγραφέας διαφορετικά την δική του προσωπική εμπειρία και μαρτυρία στους αποδέκτες των Ευαγγελίων τους.

Δεύτερον, η εργασία, αποσκοπεί να εξετάσει πώς οι διηγήσεις αυτές αποτυπώνονται σε διάφορα σύγχρονα ομιλητικά κείμενα Ιεραρχών της Εκκλησίας μας. Ολόκληρο το Ευαγγέλιο και τα καινοδιαθηκικά γεγονότα της ιστορίας της σωτηρίας, συνοψίζονται στο Ευαγγέλιο, δηλαδή στη χαρμόσυνη αγγελία της ενανθρωπήσεως του Ιησού Χριστού. Με βάση τα παραπάνω, γίνεται κατανοητό η σπουδαιότητα της εορτής των Χριστουγέννων που αποτελεί μία από τις κορωνίδες έκφρασης της χριστιανικής πίστης. Αιώνες τώρα η Εκκλησία έχει συμπεριλάβει στη λατρεία της και σ’ ότι επιτελείται μέσα στην λατρευτική ζωή, κάθε πρόσφορο μέσο που συντελεί στην πρόσληψη του μηνύματός της από τους πιστούς ή της μετάδοσης μηνυμάτων προς αυτούς.

Πολλές αναφορές για την γέννηση και την παιδική ηλικία του Ιησού αντλούμε στα Συνοπτικά Ευαγγέλια του Ματθαίου και του Λουκά και σε απόκρυφα χριστιανικά κείμενα. Τα ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης μαρτυρούν τα γεγονότα της ζωής και της δράσης του Ιησού και σηματοδοτούν μία νέα σελίδα στην ροή της ανθρώπινης ιστορίας. Οι Ευαγγελιστές δεν είναι απλοί βιογράφοι και δεν αποσκοπούν μόνο στην παράθεση της ζωής του Ιησού Χριστού και ούτε επιμένουν σ’ ένα αυστηρό ιστορικό πλαίσιο, αντιθέτως γίνονται μάρτυρες και εγγυητές της σωτηριώδους εμφάνισης και παρουσίας του.

 

Ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Ματθαίος.

 

Ο χαρακτήρας των Ευαγγελίων δεν περιορίζεται μόνο στην ιστορική τους αλήθεια αλλά διευρύνεται διαχρονικά σε όλο το θεολογικό, ηθικό και κοινωνικό πλαίσιο όλων των εποχών. Πρωτίστως οι θεόπνευστοι συγγραφείς τους δεν αποβλέπουν απλώς να διηγηθούν την ιστορία του Ιησού Χριστού ούτε να εκθέσουν τη διδασκαλία και τα έργα του, αλλά έχουν ως βασικό σκοπό να εκφράσουν την πίστη της πρώτης εκκλησίας για το έργο του Ιησού, να ερμηνεύσουν τα γεγονότα που έλαβαν χώρα για τη σωτηρία της ανθρωπότητας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η ελληνική ποίηση για τη γέννηση του Ιησού


 

Ο φιλόλογος – λυκειάρχης κ. Ηρακλής Ψάλτης επιμελήθηκε μία συλλογή ποιημάτων που έχει ως επίκεντρο τη γέννηση του Θεανθρώπου. Ο κάθε ποιητής – ποιήτρια με τη δική του ευαισθησία εκφράζεται γι΄αυτό το ανεπανάληπτο γεγονός της ανθρώπινης ιστορίας.

 

ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ (1901-1998). Χρυσουλα Αργυριαδου το γενοσ Πεντζικη,  Β΄ κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη ποιητική συλλογή Κασσάνδρα και άλλα ποιήματα και το Α’ κρατικό Βραβείο Ποίησης για τα Ποιήματα 1940-1973, υπήρξε μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, της Καλλιτεχνικής Επιτροπής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (ως το 1981) και της Ακαδημίας Αθηνών (1982)][1]

«Το Ταξίδι Των Μάγων» (1955)

Έπρεπε νάμαστε τρεις.
Αν δεν ήταν τόσο σκοτάδι,
θα καταλάβαινα ίσως, γιατί
έχω μείνει τόσο μονάχος.

Πόσο έχω ξεχάσει.
Πρέπει απ’ αρχής πάλι το ταξίδι
ν’ αρχίσει.
Πότε ξεκινήσαμε, τότε, οι τρεις;
Ή μήπως, κάποτε, είχαμε ανταμώσει…
Μαζύ πορευτήκαμε ένα διάστημα,
όσο μας οδηγούσε άστρο λαμπρό.
Αυτό άλλαξε την οδό ή εγώ
τίποτα πια να δω δεν μπορώ;
Πού βρίσκομαι τώρα, σε τέτοιον καιρό,
σκληρό, ανένδοτο, δύσκολο,
εγώ, ανήσυχος, βιαστικός.
Μήπως κι’ η ώρα πλησίασε;
Πού να το ξέρω!

Πού είναι τα δώρα;
είχαμε τότε τοιμάσει δώρα
ήμερα, ήσυχα
δώρα ημών των ταπεινών, χρυσόν
λίβανον και σμύρναν άλλοτε
με θαυμασμό κι’ ευλάβεια τού φέρναμε.

Τώρα σ’ αυτόν τον καιρό
σίδερο, κεραυνό και φωτιά.

Ήμασταν τρεις,
τώρα κανέναν άλλον δε βλέπω
κι’ αισθάνομαι τα χέρια μου
πότε άδεια, πότε βαριά.
Βασιλείς τότε προς τον βασιλέα
του κόσμου, τώρα κανείς
δε βασιλεύει με βεβαιότητα.
Σκοτάδι βαρύ. Ποιος μ’ οδηγεί;
Δίχως συντροφιά,
δίχως άστρο κανένα πηγαίνω.
Μόνη προσφορά, η μεγάλη που γνωρίζω,
συμφορά της στέρησής Του.
Τι να προσφέρω σημάδι ευλάβειας
κι’ υποταγής; Εμείς, άνθρωποι
της παράφορης τούτης εποχής,
τι μπορούμε, δικό μας, ευτυχείς
να Του δώσουμε; Είναι ανάγκη
να βρούμε την προσφορά.
Τίποτα δεν προσφέρει της ψυχής μας
ο τόσος αγώνας.
Χρυσόν, λίβανον και σμύρναν
άλλοτε, δώρα απλά.
Μας παιδεύει η ασυμπλήρωτη προσφορά.
Τώρα που πορεύομαι στο σκοτάδι,
χωρίς τη χαρά των δώρων, μονάχος,
δεν έχω παρά τον εαυτό μου να δώσω.

 Εν συντριβή βαδίζοντα.

 

Η προσκύνηση των Μάγων, έργο του Ιταλού ζωγράφου, Corrado Giaquinto, 1725, Museum of Fine Arts (Boston, United States).

 

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ (1919-2005, δισέγγονος του ναυάρχου και αγωνιστή του ’21 Γεωργίου Σαχτούρη από την Ύδρα,  τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο σε διεθνή διαγωνισμό ποίησης της ιταλικής ραδιοφωνίας το1956, το β΄ κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1962, τη χορηγεία του ιδρύματος Φορντ  το 1972, το α΄ κρατικό Βραβείο Ποίησης  το1987).

 

«Χριστουγεννα 1948» (1952)

Σημαία
ακόμη
τα δίκανα στημένα στους δρόμους
τα μαγικά σύρματα
τα σταυρωτά
και τα σπίρτα καμένα
και πέφτει η οβίδα στη φάτνη
του μικρού Χριστού
το αίμα το αίμα το αίμα
εφιαλτικές γυναίκες
με τρυφερά κέρινα
χέρια
απεγνωσμένα
βόσκουν

στην παγωνιά
καταραμένα πρόβατα
με το σταυρό
στα χέρια
και το τουφέκι της πρωτοχρονιάς
το τόπι
ο σιδηρόδρομος της λησμονιάς
το τόπι του θανάτου.

 

Η προσκύνηση των Μάγων, έργο του Ιταλού ζωγράφου, Corrado Giaquinto. Museo di Bevagna.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ  (1900-1976, Α΄ έπαινος του διαγωνισμού διηγήματος της «Νέας Εστίας» το 1927, β΄ κρατικό Βραβείο Ποίησης του 1956, α΄ κρατικό Βραβείο Ποίησης  του 1962, το βραβείο του Δήμου Θεσσαλονίκης  του 1960).

 

«Η Φάτνη» (1961)

Μέσα μας γίνεται η Γέννηση.
Έξω στέκει το σχήμα της –
Μας φανερώνεται.

Εδώ που στήσαμε τη φάτνη,
Εδώ που κρεμάσανε το άστρο,
Είναι σα μια μεγάλη πέτρα –
Πέτρα υψηλή, μετέωρη.
Ένα πυκνό σημείο αιωνιότητας.

Το Βρέφος, ο Ιωσήφ και η Μαρία,
Τ’ αγαθά ζώα. Οι Άγγελοι
Σταματημένοι σε μια πτήση
Ψηλά, στη σιωπή, παίζοντας όργανα.

Άρπα, κορνέτα, βιολί και φυσαρμόνικα.

Ακίνητοι σαν από πορσελάνη,
Με σιωπή απόλυτη, μουσική.

(Η Νύχτα απλώνεται σαν την ηχώ
Αυτής της μουσικής, της σιωπής,
Της μουσικής των Αγγέλων μέσα μας, έξω μας).

Αν στέκουν εδώ, πετούν εκεί,
Στον άλλο χώρο∙ αντλούν
Αίμα σκληρό απ’ το αίμα μας,
Αγάπη απ’ την αγάπη μας.

Παίρνουν τα όνειρά μας και τα ψηλώνουν.

Η Μάνα στέκει κοντά τους ακίνητη,
Σαν από πορσελάνη, αγγίζει τα εύθραυστα πόδια τους.

Βλέπει το αόρατο στο μαγικό καθρέφτη του ορατού.

Τι τώρα, τι πάντα.

Ω καθαρότατη ψυχή,
Άμωμη, αμόλυντη, ανυπόκριτη.

Ο χρόνος ανοίγει σαν το φεγγίτη που μας φωτίζει.

Τα παίρνουμε και τα πλαγιάζουμε
Μέσα σ’ ένα κουτί να κοιμηθούν
Πάνω σε χάρτινο άχυρο να μη ραγίσουν.

 

Η Προσκύνηση των Mάγων – Δομήνικος Θεοτοκόπουλος. Η Προσκύνηση των Mάγων, ενυπόγραφη δημιουργία της κρητικής περιόδου του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου (1541-1614), με ευδιάκριτες επιρροές από τις τεχνοτροπικές αναζητήσεις του Tiziano και του Tintoretto. Tο έργο, φιλοτεχνημένο στον Xάνδακα, πάνω σε τμήμα παλαιάς κασέλας, χρονολογείται ανάμεσα στα 1565-1567. Μουσείο Μπενάκη.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ  (1912-1991, αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας  του Τμήματος Φιλολογίας του ΕΚΠΑ το 1991, η Ακαδημία Αθηνών τον τίμησε με το βραβείο Ουράνη το 1974, τιμήθηκε με το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1940, 1956, 1982), το Βραβείο Knocken και το Βραβείο της Εταιρείας Σικελικών Γραμμάτων και Τεχνών (1980), το Αριστείο Γραμμάτων από την Ακαδημία Αθηνών (1982), το Βραβείο του Τιμίου Σταυρού του Απόστολου και Ευαγγελιστού Μάρκου από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και Πάσης Αφρικής (1984), το Μετάλλιο του Χρυσού Πηγάσου από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών (1989). Προτάθηκε τέσσερις φορές για το βραβείο Νοbel λογοτεχνίας. Τιμήθηκε από πολλούς δήμους ανά την Ελλάδα, ανακηρύχτηκε επίτιμος πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών μαζί με το Γιάννη Ρίτσο και το Γιώργο Βαλέτα (1984), επίτιμος Πρόεδρος της Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών του Πειραιά, επίτιμο μέλος του Παρνασσού).

 

«Η γέννηση» (1961)

Τι άνεμος, Θεέ μου! Πως μούσκεψες έτσι;
Πως μπλέχτηκαν έτσι τα μαλλιά σου, Μαρία;
Τι στέκεις στην πόρτα; Πέρασε μέσα.
Έχω λίγη φωτιά. Θα σου κάνω ένα τσάι.
(Ο μισθός μας μικρός κι’ οι φίλοι μας άμισθοι.
Αυτός είναι ο κόσμος μας). Περισσεύει ένα σάλι.
Το σπίτι είναι ανάστατο. Κοιτάζεις περίεργα.
Πέρασε μέσα.
Λίγο πριν έρθεις,
σε τούτη τη φάτνη, εγεννήθη ένα ποίημα.
Λίγο πριν έρθεις ήρθε και γέννησεν

η λύπη του κόσμου.

 

Η Γέννηση (1577), έργο του Φλαμανδού ζωγράφου Marten de Vos (Μέρτεν ντε Φος), Καθεδρικός Ναός Παναγίας (Cathedral of Our Lady Antwerp), Αμβέρσα, Βελγίο.

 

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ (1914-2004, ελληνοκύπριος  ποιητής και συγγραφέας, αντιπρόεδρος και πρόεδρος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών Κύπρου, τιμήθηκε με το βραβείο ποίησης (1968), το κρατικό βραβείο Κύπρου (1973 για τη συνολική προσφορά του), το Α’ κυπριακό κρατικό βραβείο ποίησης (1976), το Α’ κυπριακό κρατικό βραβείο μυθιστορήματος (1979) και τον τίτλο Poete Laureate  από την Παγκόσμια Ακαδημία Τεχνών και Πολιτισμού. Το 1984 προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ. Το 1997 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κύπρου και τον 2001 ανάλογη τιμή δέχτηκε από το Πανεπιστήμιο Αθηνών).

«Χριστουγεννιάτικες Κάρτες» (1974)

Και πάλι λες δεν είναι δυνατό
όλες αυτές οι ευχές να ψεύδονται
και πάλι λες δεν είναι δυνατή
τέτοια πανταχόθεν σύμπτωση,
δεν είναι δυνατή τέτοια πανταχόθεν συμπαιγνία.

 

Η προσκύνηση των Μάγων, έργο του Ιταλού ζωγράφου, Corrado Giaquinto, 1740, Kunsthistorisches Museum, Βιέννη, Αυστρία.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΛΟΚΥΡΗΣ (Γεννήθηκε το 1944, το 1996 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για το φαντασμαγορικό του σύγγραμμα «Η ανακάλυψη της Ομηρικής» και το 2014 με το βραβείο του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών, για το σύνολο του έργου του)

 

«Η ερμηνεία των μάγων (III)» (1979)

Κι άστην να ζει σ’ ένα σοκάκι και να ονειρεύεται

ένα πλεχτό που το Σαββατοκύριακο θα τελειώσει

ένα λουσάτο νυφικό, πολύχρωμα λαμπιόνια,

 τη βέρα, αιωνίως να της εξαργυρώνει το δάχτυλο

το καντηλάκι να διανυκτερεύει στα εικονίσματα

 για τον νυμφίο του αντίπερα κόσμου

ένα ακριβό μυρωδικό

για να εξουδετερώνει τον ιδρώτα της

στις γόνιμες ολονυκτίες του Απριλίου

και την απέραντη και τρυφερή της ερημιά

που θα ποτίζει στο ζυμάρι,

το κονιάκ και τα μπαχαρικά

τη μαύρη κότα των Χριστουγέννων.

 

Η προσκύνηση των Μάγων, Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, 1568. Πόλη του Μεξικού, Museo Soumaya.

 

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ (1922-1988, τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο Ποίησης στο Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία το 1953, το πρώτο Βραβείο Ποίησης Δήμου Αθηναίων 1957, β΄ κρατικό Βραβείο Ποίησης 1976, α΄  κρατικό Βραβείο Ποίησης 1979, ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων).

 

«H Γέννηση» (1983)

Ένα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα. Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. Μου ‘δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό. «Είδες – μου λέει – γεννήθηκε η ευσπλαχνία». Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.

Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε θα ‘χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ’ αυτό.

 

Η Προσκύνηση των Ποιμένων (περ. 1610). Ελ Γκρέκο, Λάδι σε μουσαμά, Νέα Υόρκη, Μητροπολιτικό Μουσείο.

 

«Η Χριστού Γέννησις», Βασίλης Δήμας, Τοιχογραφία – Ανατολική καμάρα Ιερού Ναού Αγίου Ανδρέα (Λαύριο).

 

ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ (Γεννήθηκε το  1944, σύγχρονος ποιητής κι στιχουργός, τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο ποίησης και το 2011 βραβεύτηκε για το σύνολο του ποιητικού του έργου από την Ακαδημία Αθηνών)

 

«Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» (1989)

Κάθεται μόνος
και καθαρίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι.
Κανείς δε θά ’ρθει και το ξέρει,
κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι
και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι.
Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα
και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.

Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει.
Στην τηλεόραση χιονίζει,
το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι
και στις παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια των νεκρών,
που τον κοιτάζουν απ’ το μέλλον.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
και μόνο το δικό της βλέμμα
έρχεται από τα περασμένα.

Κοντεύουνε μεσάνυχτα
και καθαρίζει τ’ όπλο του απ’ το πρωί.
Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα»,
ευχές δε φθάνουν ως εδώ,
δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
η σκέψη αρπάζεται απ’ το κλαδί της μνήμης,
μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.
Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά
μ’ όλα τα υλικά και δίχως λόγια.

Κοντεύουνε ξημερώματα κι ακόμη
γυαλίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι
με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει.
Μένει στα δάχτυλα το λάδι
αλλά το χάδι χάνεται.
Θυμάται κυνηγετικές σκηνές
με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα,
πριν γίνει θήραμα κι ο ίδιος
στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού,
που τον παραμονεύει αθέατος
αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο
πότε μια λάμψη κάνης,
πότε μια κίνηση στις κουμαριές
κι η μυρωδιά απ’ το βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ότι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο.
Όταν αποφασίσει να του ρίξει
δε θα προλάβει πάλι να τον δει
πίσω απ’ το σύννεφο της ντουφεκιάς του.

Αν σκέφτεται στ’ αλήθεια κάτι τέτοια,
και δεν τον τιμωρώ εγώ μ’ αυτές τις σκέψεις,
πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί.
Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία
για να τον πάρει ο ύπνος.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα…

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα· απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε
σα νά ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο
στις πλάτες του ν’ αχνίζει.

Δώσ’ του κι ένα καλό σκυλί
και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα
άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε

πως είναι πεθαμένη.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ’ τα ματοτσίνορα
ν’ ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ’ εκείνους, να δούν πως μεγαλώσαμε
να παρηγορηθούνε.

 

Επιμέλεια : Ηρακλής Ψάλτης

[1] Βιογραφικά στοιχεία από το Ε.ΚΕ.ΒΙ. Τα περισσότερα ποιήματα είναι δημοσιευμένα στην ηλεκτρονική διεύθυνση: https://antonispetrides.wordpress.com/2013/12/25/modern_greek_christmas_poems/

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Οι Τελώνες των Ευαγγελίων – Συμβολή στην ιστορία των χρόνων της Καινής Διαθήκης


 

Στην εποχή του Ιησού, τον 1ο αι. μ.Χ., έργο των Τελωνών ήταν κυρίως η είσπραξη των τελών, δηλ. των έμμεσων φόρων. Όπως είναι γνωστό πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους ήταν άδικοι και άπληστοι, ενώ αυτά που συνέλεγαν έπρεπε να ικανοποιούν την κρατική εξουσία που τους είχε παραχωρήσει αυτό το έργο, αλλά και τους ίδιους. Εξ αιτίας αυτών, σύμφωνα με πολλούς ερευνητές, [1] θεωρούνταν από την κοινωνία της Παλαιστίνης μισητοί και ξένα σώματα, που δεν ανήκαν στους «υιούς του Αβραάμ» κάτι που κυρίως ισχυρίζονταν οι ιουδαϊκές θρησκευτικές παρατάξεις, [2] ενώ εξισώνονταν με τους αμαρτωλούς, τους εθνικούς και τις πόρνες.

Πιο αναλυτικά, ο Π. Ν. Τρεμπέλας, [3] συνδέει την δυσμενή αντιμετώπιση των τελωνών από τους ευσεβείς Ιουδαίους, με την αργία του Σαββάτου και την επαφή τους με Έλληνες (δηλ. ειδωλολάτρες) εμπόρους την ιερή ημέρα. Όπως γράφει «αι απαιτήσεις του επαγγέλματος των (των τελωνών) καθίστων πρακτικός αδύνατον την τήρησιν του Σαββάτου (Έλληνες έμποροι διέσχιζον τα σύνορα κατά το Σάββατον και συνεπώς οι τελώναι ώφειλον να ευρίσκονται εκεί κατά την ημέραν ταύτην). Ούτω δε ήσαν εν διαρκεί επαφή μετά του εθνικού κόσμου. Ουδείς ευσεβής Ιουδαίος θα εξέλεγε τοιούτον επάγγελμα».

Παραπλήσια, χωρίς να είναι ακριβώς ίδια, φαίνεται να είναι η θέση του G. B. Caird, ο οποίος συναρτά το κοινωνικό στίγμα των τελωνών με την συνεργασία που είχαν – εξ αιτίας του επαγγέλματός τους – με εθνικούς ανώτερους υπάλληλους και εμπόρους. Παράλληλα και αυτός υπογραμμίζει πως οι άδικοι μέθοδοι που χρησιμοποιούσαν εξασκώντας το επάγγελμά τους (εκβιασμοί) τους οδηγούσαν στην κοινωνική περιθωριοποίηση.[4]

 

Συλλογή φόρων από τελώνες. (Ανάγλυφο του 2ου αι. μ. Χ.)

 

Πράγματι το επάγγελμα – και πιθανόν η καταγωγή τους, όπως θα φανεί παρακάτω – τοποθετούσε τους τελώνες πολύ χαμηλά στην κοινωνική κλίμακα της Παλαιστίνης. Είναι γνωστό πως ο λαός παρόλη την προφανή οικονομική τους επιφάνεια δεν τους εκτιμούσε, ενώ οι νομοδιδάσκαλοι και οι Φαρισαίοι τους χρησιμοποιούσαν ως παραδείγματα προς αποφυγή. Θεωρούνταν αδιανόητο, όπως συμπεραίνεται από αρκετά χωρία της Καινής Διαθήκης, να τρώει κάποιος μαζί τους στο ίδιο τραπέζι ή να πηγαίνει σπίτι τους, ενώ σε καμία περίπτωση οι ραβίνοι δεν θα δέχονταν έναν τελώνη για μαθητή τους, [5] γιατί τότε, εφόσον είχαν τέτοιες συναναστροφές, θα γίνονταν υπαινιγμοί σε βάρος τους, κάτι που συνέβη στον Ιησού, και θα κινδύνευαν να χαρακτηριστούν και αυτοί αμαρτωλοί που δεν τηρούσαν τα καθιερωμένα.

Αυτές οι ενδεικτικές ακραίες εκδηλώσεις σε βάρος των τελωνών είναι δύσκολο να ερμηνευτούν μόνο ως αποτέλεσμα της απληστίας τους και του σκληρού τρόπου με τον οποίο συγκέντρωναν τα οφειλόμενα στην εξουσία. Άραγε στην ιουδαϊκή κοινωνία των χρόνων του Ιησού δεν θα υπήρχαν και άλλες επαγγελματικές ομάδες, οι οποίες εξαιτίας της εργασίας τους, θα φέρονταν με σκληρότητα προκαλώντας το μίσος των πολιτών;

Για παράδειγμα οι στρατιώτες της φρουράς των Ηρωδών, (μεταξύ των οποίων υπήρχαν και άτομα ιουδαϊκής καταγωγής) που συνεργάζονταν με τους Ρωμαίους και έπαιρναν μέρος σε αντιδημοφιλείς ενέργειες, σαν τη σύλληψη του Ιωάννη του Βαπτιστή, γιατί να ήταν περισσότερο αποδεκτοί, κοινωνικά και θρησκευτικά απ’ ότι οι τελώνες. Ή γιατί να μην εξισώνονται με τους εθνικούς και τις πόρνες αυτοί που ασκούσαν επονείδιστα επαγγέλματα στην Παλαιστίνη,[6] όπως π. χ. οι κάπηλοι και οι έμποροι των καρπών του Σαββατικού έτους. Και τέλος, γιατί να μην θεωρούνται άνθρωποι του Θεού, άτομα όπως ο αρχιτελώνης Ζακχαίος, που η συμπεριφορά του φανέρωνε και τις θρησκευτικές του ανησυχίες και την συμπάθειά του, σε λανθάνουσα ίσως μορφή, για τους αναξιοπαθούντες συμπολίτες του.

 

Ιωάννης ο Βαπτιστής. Αρχείο: Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου Τμήμα εκτυπώσεων και φωτογραφιών Washington, 1872.

 

Βεβαίως είναι σοβαροί λόγοι, εφόσον ισχύουν, η μη τήρηση της αργίας του Σαββάτου και η συναναστροφή με ειδωλολάτρες υπαλλήλους και εμπόρους ώστε να θεωρηθούν οι τελώνες θρησκευτικά και κοινωνικά απόβλητοι. Τίθεται όμως το ερώτημα, εφόσον οι ίδιοι ήταν υπεύθυνοι των τελωνείων, δεν θα μπορούσαν, αν το ήθελαν, να σταματούν την εργασία τους αυτή την ημέρα και να ζητούν από τους εμπόρους να περιμένουν την επόμενη για να πληρώσουν τους δασμούς και να περάσουν; Άλλωστε κανένας δεν θα τους ανάγκαζε να εργαστούν το Σάββατο, αφού οι ίδιοι ως επιχειρηματίες είχαν ενοικιάσει τους φόρους και τους εισέπρατταν πλέον για δικό τους όφελος. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Χριστουγεννιάτικο Δέντρο – Χριστιανικό έθιμο ή ειδωλολατρικό κατάλοιπο; – Σχοινοχωρίτης Κωνσταντίνος – Ιστορικός, Αρχειονόμος – Βιλιοθηκονόμος, Υποψήφιος Διδάκτωρ.


 

Γενικά στοιχεία

 

Τη περίοδο των Χριστουγέννων εορτάζεται η Γέννηση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και κατ’ επέκταση συνολικά όλες οι εορτές από την ημέρα της Γεννήσεως μέχρι των Θεοφανείων, γι’ αυτό και λέγονται «δωδεκαήμερο». Των Χριστουγέννων προηγείται νηστεία τεσσαράκοντα (40) ημερών, που αρχίζει από την εορτή του Αγίου Φιλίππου (14 Νοεμβρίου). Στην Ορθόδοξη υμνολογία περιλαμβάνονται λαμπροί ύμνοι για την μεγάλη εορτή από τους σπουδαιότερους υμνογράφους της Εκκλησίας, όπως του Ρωμανού του Μελωδού, του Ιωάννη του Δαμασκηνού κ.α.

Η 25η Δεκεμβρίου, ως ημέρα εορτής της Γεννήσεως του Κυρίου, θεσπίστηκε το 336 – 352 μ.Χ. επί Πάπα Ρώμης Ιουλίου. Αυτό έγινε κατόπιν έρευνας στα Αρχεία της Ρώμης για την απογραφή που είχε γίνει στα χρόνια του Αυγούστου και επιπλέον μετά από υπολογισμούς – συνδυασμούς διαφόρων χωρίων του Ευαγγελίου, όπου διαπιστώθηκε, όπως πιστεύεται, τελικώς η ακριβής ημερομηνία της Γεννήσεως του Χριστού.

Ο εορτασμός των Χριστουγέννων συνοδεύεται και από ήθη και έθιμα. Όμως με το πέρασμα του χρόνου πλαισιώθηκε και από ορισμένα, τα οποία όμως δεν έχουν καμία απολύτως ουσία και σχέση με την εορτή των Χριστουγέννων. Έχουν όμως λαογραφική αξία. Ένα από αυτά είναι και το γνωστό Χριστουγεννιάτικο δένδρο.

 

Χριστουγεννιάτικο δέντρο, έργο του Σπύρου Βικάτου (1878-1960), Λάδι σε μουσαμά, 77 εκ. x 105 εκ. Εθνική Πινακοθήκη.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Παναγιά Πορτοκαλούσα, η Ήρα Ακραία και το «κρυφό σχολειό» | Χρήστος Πιτερός


 

Στα βορειοανατολικά του λόφου της Λάρισας στο απότομο πρανές και σε προεξέχουσα άκρα (=προεξοχή, κορυφή λόφου ή βουνού), είναι κτισμένος ο μνημειακός ολόλευκος εμβληματικός ναός της Παναγίας της Πορτοκαλούσας με το χαρακτηριστικό καμπαναριό, προστάτις της πόλης του Άργους. Ο ναός αυτός προβάλλεται στον φωτεινό ορίζοντα του Αργολικού πεδίου και αποτελεί από μακριά χαρακτηριστικό τοπόσημο αναγνώρισης της πόλης του Άργους και προσανατολισμού και για τους πιλότους της πολεμικής αεροπορίας, που κυριαρχούν στον ελληνικό ουρανό.

Ο ναός πανηγυρίζει στις 21 Νοεμβρίου εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου. Η Παναγία διαδέχθηκε στην Αργολίδα την λατρεία της Ήρας που έχει βαθιές ρίζες από τα προϊστορικά χρόνια, κυρίαρχη θεότητα της φύσης και σύζυγος του Δία στη συνέχεια, προστάτης της οικογένειας «κρατούσε τα κλείδας του γάμου» και ήταν αμείλικτη τιμωρός των επίορκων γυναικών.

 

Ο Ιερός Ναός της Παναγίας Πορτοκαλούσας ή Κατακεκρυμμένης. Λήψη από το λόφο της Δειράδας – Προφήτη Ηλία. Φωτογραφία Ηλίας Αντωνάκος.

 

Η παλαιότερη χριστιανική λατρεία στην επιφανέστερη αυτή θέση της Πορτοκαλούσας ανάγεται γύρω στον δέκατο αι. μ. Χ., όπως έχει επισημανθεί από την αρχαιολογική έρευνα. Ανάλογη λατρεία υπήρχε και στο χαμηλότερο ορατό σπήλαιο, όπου διατηρούνται στους βράχους υπολείμματα τοιχογραφιών. Αλλά η λατρεία αυτή εγκαταλείφθηκε το πιθανότερο για λόγους ανασφάλειας σε δύσκολους καιρούς.

 

Ο Ιερός Ναός της Παναγίας Πορτοκαλούσας, ακριβώς κάτω το σπήλαιο.

 

Το σπήλαιο που βρίσκεται κάτω από την Παναγιά την Κατακεκρυμμένη.

Η Παναγία της Λάρισας είναι γνωστή και ως Παναγία του Βράχου και ως Κατακεκρυμμένη. Το δεύτερο αυτό όνομα αυστηρώς αρχαϊστικό είναι το πιθανότερο δημιούργημα των λόγιων εκπροσώπων της Εκκλησίας. Ωστόσο από τους περιηγητές η εκκλησία αυτή αναφέρεται και ως Κατηχουμένη. Το όνομα αυτό προφανώς αποτελεί παραφθορά του παλαιότερου ονόματος Καταχωμένη και έλαβε το όνομα το πιθανότερο από την εικόνα που βρέθηκε χωμένη στο σπήλαιο κάτω από την εκκλησία, στη θέση που είναι γνωστή ως Εύρεση. (Για την ιστορία της εκκλησίας αυτής, Α.Π. Τσακόπουλος, Ο ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου, συμβουλαί εις την ιστορίαν της εκκλησίας της Αργολίδος, Αθήναι 1953, 17-30). Ωστόσο το κυρίαρχο όνομα της εκκλησίας στην εποχή μας είναι Πορτοκαλούσα.

Σύμφωνα με την κρατούσα παράδοση έλαβε το όνομα λόγω παλαιού εθίμου, σύμφωνα με το οποίο οι Αργείοι έριχναν πορτοκάλια στα νεόνυμφα ζευγάρια, που επισκέπτονταν την εκκλησία κατά την πανήγυρι (21η Νοεμβρίου). Ωστόσο το έθιμο αυτό που απηχεί παλιά παράδοση ανταλλαγής μηνυμάτων μεταξύ των νέων όπως αναφέρεται και σήμερα π.χ. σε λαϊκό άσμα: «Σου στέλνω μήλο μου στέλνεις πορτοκάλι». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Άγιος Φανούριος: ένας μεταλλαγμένος άγιος – Ηλίας Ε. Κόλλιας


 

Ψηλός, λυγερόκορμος έφηβος με τα μαλλιά του χωρισμένα στη μέση να καταλήγουν σε λεπτούς βοστρύχους, στέκει όρθιος πατώντας επάνω σε νεκρό φτερωτό δράκο. Φορά απαστράπτοντα πολυτελή θώρακα και κάτω απ’ αυτόν αλυσιδωτό χιτώνα. Ψηλές δρομίδες περιβάλλουν τα πόδια του και στους ώμους του είναι ριγμένος πλατύς μανδύας. Με το δεξί χέρι ο νεαρός πολεμιστής κρατά μακρύ δόρυ και με το αριστερό στηρίζει ασπίδα ακουμπισμένη στο έδαφος. Στο ίδιο χέρι κρατά σταυρό με αναμμένη λαμπάδα στην πάνω κατακόρυφη κεραία του (εικ. 1). Έτσι συνήθως παριστάνεται ο «νεοφανής» άγιος Φανούριος σε μια ομάδα από τις παλαιότερες φορητές εικόνες του.[1]

 

Εικ. 1. Φορητή εικόνα του αγίου Φανουρίου. Μεγάλη Παναγία Πάτμου.

 

Σε μια παραλλαγή του ίδιου εικονογραφικού τύπου [2] παριστάνεται χωρίς δόρυ και ασπίδα, ο νεκρός δράκος έχει απαλειφθεί και στο δεξί χέρι του κρατά το σύμβολό του τον σταυρό με την αναμμένη λαμπάδα (εικ. 2). Αυτός ο τύπος, που θα επικρατήσει στα νεότερα χρόνια, ταιριάζει με την περιγραφή του συναξαριστή: «ο άγιος στρατιωτικά φορεμένος, νέος πολύ εις την ηλικίαν κρατών εις την δεξιά χείρα σταυρόν, εις το άνωθεν μέρος του σταυρού έχει μίαν αναμμένην λαμπάδα…».[3]

 

Εικ. 2. Φορητή εικόνα του αγίου Φανουρίου. Ιδιωτική συλλογή (από: Vassilakes-Maurakakes,
ΔΧΑΕτ. 10 [1980-1981]).

 

Σπανιότερα, φορώντας τη στρατιωτική στολή και τον οπλισμό που περιγράψαμε, κάθεται σε θρόνο και χρησιμοποιεί ως υποπόδιο τον νεκρό δράκο[4] (εικ. 3).

 

Εικ. 3. Φορητή εικόνα του αγίου Φανουρίου ενθρόνου. Κρήτη, Άγιος Ματθαίος (Vassilakes- Maurakakes).

 

Επίσης σπανιότερα, θαυματουργεί φορώντας μακρύ χιτώνα και έχοντας ριγμένο στους ώμους του μανδύα.[5] Με το δεξί χέρι κρατά το σύμβολό του, τον σταυρό με την αναμμένη λαμπάδα (εικ. 4).

 

Εικ. 4. Ο άγιος Φανούριος και η Παναγία αποτρέπουν ναυάγιο. Φορητή εικόνα της Συλλογής Αγίας Αικατερίνης. Ηράκλειο Κρήτης (Vassilakes- Maurakakes).

 

Μοναδικές πιθανώς είναι, έως τώρα τουλάχιστον, οι απεικονίσεις του αγίου ως διακόνου [6] στον ζωγραφικό διάκοσμο του Αγίου Κωνσταντίνου στο Αβδού της Κρήτης (1445) και ως εφίππου σε φορητή εικόνα [7] (εικ. 5) του 1843 της Μονής Οδηγήτριας στην Κρήτη.

 

Εικ. 5. Φορητή εικόνα του αγίου Φανουρίου εφίππου με σκηνές του βίου του. Κρήτη, Μονή Οδηγήτριας, (από: Εικόνες της κρητικής τέχνης. Από τον Χάνδακα ως τη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη [1993]).

 

Όλες οι απεικονίσεις του αγίου, που γνωρίζουμε έως σήμερα, σε τοιχογραφίες ή φορητές εικόνες έχουν ζωγραφιστεί στην Κρήτη. Οι παλαιότερες χρονολογημένες απεικονίσεις του αγίου Φανουρίου φαίνεται να είναι εκείνες του παρεκκλησίου του στη Μονή Βαλσαμονέρου [8] της Κρήτης, όπου ντυμένος με χιτώνα και μανδύα και κρατώντας στο δεξί χέρι σταυρό με αναμμένη λαμπάδα θαυματουργεί (εικ. 6). Το παρεκκλήσι[9] κτίστηκε το 1426 και κοσμήθηκε με τοιχογραφίες από τον ζωγράφο Κωνσταντίνο Ειρηνικό το 1431. Ακολουθούν επτά εικόνες[10] τρεις από τις οποίες υπογράφει ο Κρητικός ζωγράφος του α’ μισού του 15ου αιώνα Άγγελος, και οι υπόλοιπες τέσσερις αποδίδονται σ’ αυτόν.

 

Εικ. 6. Σχέδιο του εικονογραφικού προγράμματος στο παρεκκλήσι του Αγίου Φανουρίου της Μονής Βαλσαμονέρου (από: Κ. Gallas, Κ. Wessel, Ε. Borboudakis, «Byzantinisches Kreta» [1983]).

 

Ιστορικές πηγές από όπου έχουμε τη δυνατότητα να αντλήσουμε πληροφορίες για τα μαρτύρια, τα θαύματα και τη λατρεία του αγίου Φανουρίου είναι ο ελληνικός κώδικας [11] του Βατικανού 1190 του 1542, το Νέο Λειμωνάριο [12] ο Συναξαριστής [13] και η ακολουθία [14] του αγίου. Συμπληρωματικές πληροφορίες μας παρέχουν οι τοιχογραφίες [15] με σκηνές από τον βίο του αγίου Φανουρίου στο ομώνυμο παρεκκλήσι της Μονής Βαλσαμονέρου, που προαναφέραμε και δύο από τις παραπάνω εικόνες [16] του Αγγέλου.

Σύμφωνα με τους συναξαριστές [17] «…τον καιρόν όπου εξούσιασαν οι Αγαρηνοί την περίφημον νήσον Ρόδον…»[18] εργάτες σκάβοντας σε χώρο έξω και νότια της μεσαιωνικής πόλης προς πορισμό οικοδομικού υλικού, αποκάλυψαν τα ερείπια μιας εκκλησίας. Μεταξύ των άλλων ήλθε στο φως και η «εικόνα» (προφανώς τοιχογραφία) ενός στρατιωτικού αγίου, την οποία περιέβαλλαν σκηνές του μαρτυρίου του. Ο μητροπολίτης Ρόδου Νείλος [19] που, σύμφωνα με τους συναξαριστές, κλήθηκε να αναγνωρίσει τον άγιο, διάβασε πάνω στην «εικόνα» την επιγραφή: «άγιος Φανούριος».

 

Εικόνα του Αγίου Φανουρίου, ζωγραφισμένη από τον Άγγελο Ακοτάντο (δεύτερο τέταρτο του 15ου αι.). Αγία Αικατερίνη, Ηράκλειο.

 

Το πρώτο γνωστό θαύμα του αγίου Φανουρίου, πάντα σύμφωνα με τις παραπάνω πηγές, είναι η απελευθέρωση τριών Κρητικών ιερέων, που είχαν αιχμαλωτιστεί από μουσουλμάνους πειρατές και είχαν μεταφερθεί κατά τον ελληνικό κώδικα 1190 στα Παλάτια [20] (στη Μίλητο). Ο Ιωνάς, πνευματικός πατέρας των τριών κληρικών, μετέβη στη Ρόδο για να πληροφορηθεί που βρίσκονταν οι αιχμάλωτοι και να τους εξαγοράσει.

Πάντα σύμφωνα με τον ελληνικό κώδικα 1190 του Βατικανού, ευρισκόμενος ο Ιωνάς σε αδιέξοδο, ύστερα από παρακίνηση του μητροπολίτη Ρόδου Νείλου, επισκέπτεται τον ναό του Αγίου Φανουρίου και προσευχόμενος ζήτησε από τον άγιο να απελευθερώσει τα πνευματικά του τέκνα. Δεν αναφέρεται ρητά στο κείμενο του παραπάνω κώδικα η ευόδωση του αιτήματος του Ιωνά, αλλά υπονοείται και γι’ αυτό τον λόγο «ο Πατήρ την τούτον (αγ. Φανουρίου) εικόνα ιστορήσας προς την Κρήτην μετ’ αύτον φέρων». [21]

Υποθέτω ότι η μονή που φιλοξένησε το αντίγραφο της αρχέτυπης εικόνας, ήταν εκείνη του Βαλσαμόνερου, καθώς – απ’ όσο γνωρίζω – ήταν ο μοναδικός μέχρι σχεδόν τις αρχές του 20ού αιώνα περίπου, χώρος λατρείας του αγίου Φανουρίου όχι μόνο στην Κρήτη, αλλά και σε όλο τον υπόλοιπο χώρο της Ορθοδοξίας. Έτσι λοιπόν άρχισε η λατρεία του αγίου στη Μεγαλόνησο, όπου συνέχισε να θαυματουργεί, αποκαλύπτοντας χαμένους ανθρώπους, ζώα και αντικείμενα, γιατρεύοντας ανθρώπους και ζώα, και γενικά ευεργετώντας τους πιστούς.

Σωστά, κατά τη γνώμη μου, η Ε. Ζαχαριάδου [22] χρονολογεί την τέλεση του θαύματος της απελευθέρωσης των Κρητικών κληρικών στις αρχές της έκτης δεκαετίας του 14ου αιώνα. Στηρίζεται στα ιστορικά γεγονότα που υπονοούνται στο κείμενο του ελληνικού κώδικα 1190 του Βατικανού καθώς και στην ανάμειξη του μητροπολίτη Ρόδου Νείλου, τον οποίο τοποθετεί χρονικά – όπως τον παρουσιάζουν οι επισκοπικοί κατάλογοι – μεταξύ των ετών 1357-1369. Η χρονολόγηση του παραπάνω θαύματος στα χρόνια της Τουρκοκρατίας από τους συναξαριστές είναι εσφαλμένη, διότι υπάρχει, εκτός των άλλων, ως terminus ante quem η οικοδόμηση του παρεκκλησίου του Αγίου Φανουρίου στη Μονή Βαλσαμονέρου το 1426.

Εκείνο που εκπλήσσει όλους τους συναξαριστές του αγίου είναι το γεγονός ότι, όπως γράφει ένας απ’ αυτούς: «Ούτος (ο Φανούριος) γάρ εν αδήλοις αθλήσας καιροίς άδηλος ην ναός τε και τούνομα αυτού πάσιν…»[23] Πράγματι, όλα τα βυζαντινά συναξάρια [24] αγνοούν τον άγιο. Τον αγνοεί επίσης και ο Διονύσιος [25] ο εκ Φουρνά και δεν περιγράφει τον εικονογραφικό του τύπο. Όλα τα συναξάρια [26] του, οι ύμνοι της ακολουθίας του, [27] αλλά και μία από τις σκηνές του βίου του, [28] που κοσμούν το παρεκκλήσι του στη Μονή Βαλσαμονέρου, δικαιολογούν την αιφνίδια εμφάνιση του αγίου Φανουρίου στο προσκήνιο της ορθόδοξης χριστιανικής λατρείας με την τυχαία, όπως προαναφέρθηκε, αποκάλυψη της «εικόνας» του στα ερείπια του ναού του στη Ρόδο. Ο άγιος Φανούριος, γράφει ο L. Petit, [29] εμφανίστηκε στο προσκήνιο της ιστορίας στη Ρόδο, όπως η Αφροδίτη μέσα από τους αφρούς των κυμάτων της θάλασσας. Μάλιστα, οι γραπτές πηγές επιμένουν με πείσμα ότι εκτός από τον ναό του αγίου (μερικοί συναξαριστές πιστεύουν ότι υπάρχουν πολλοί ναοί) υπήρχαν «… και εικόνες εν όλη τη νήσω Ρόδω προσκηνούμεναι και σεμνηνόμεναι, θαυμάσιαι…» [30] Και όμως όλα αυτά φαίνεται να διαψεύδονται από την πραγματικότητα.

Ναός του Αγίου Φανουρίου [31] (εικ. 9,1) στη Ρόδο υπάρχει τώρα μόνο ένας μέσα στη μεσαιωνική πόλη και όχι στον χώρο εκτός τειχών, όπου τον τοποθετούν με σαφήνεια όλα τα συναξάρια. Όλες οι εκκλησίες της μεσαιωνικής πόλης της Ρόδου μετά την κατάληψη του νησιού από τους Τούρκους το 1522 μετατράπηκαν σε μουσουλμανικά τεμένη. Από τις 34 ή 35 σωζόμενες εκκλησίες [32] εντός των τειχών μπορούμε να ταυτίσουμε με βεβαιότητα μόνο τρεις: τον κοινοβιακό ναό των Ιπποτών, Άγιο Ιωάννη Κολλάκιου, την Παναγία του Κάστρου (ορθόδοξη μητρόπολη στη βυζαντινή εποχή και καθολική κατά την Ιπποτοκρατία) καθώς και τον Άγιο Δημήτριο του Polsasco που βρίσκεται στην περιοχή του ιπποτικού ταρσανά. Για την ονομασία των υπόλοιπων εκκλησιών μόνο υποθέσεις – για την ώρα – μπορούμε να κάνουμε.

Η εκκλησία λοιπόν της μεσαιωνικής πόλης, που αποκαλείται σήμερα Άγιος Φανούριος ήταν γνωστή στην Τουρκοκρατία και την Ιταλοκρατία με την ονομασία Peial el Din μετζίτ. [33] Η Ιταλική Αρχαιολογική Υπηρεσία [34] συντήρησε τον ζωγραφικό της διάκοσμο στη δεκαετία του 1920. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο οι Έλληνες κατέλαβαν την εκκλησία, που εγκαινιάστηκε και αφιερώθηκε στον άγιο το 1946. Στον πρόλογο ενός φυλλαδίου – που εκδόθηκε το 1961 κατά την επέτειο της συμπλήρωσης 15 χρόνων από τον εγκαινιασμό του ναού – η εκκλησιαστική επιτροπή του γράφει μεταξύ των άλλων:

«…Πολλοί χριστιανοί κάτοικοι της Ρόδου στηριζόμενοι στο συναξάρι που λέγει ότι ο άγιος Φανούριος εμαρτύρησε στη Ρόδο, εθεώρησαν καλόν την πρώτη εκκλησίαν που εφανερώθηκε μετά την απελευθέρωση μέσα στο Κάστρο να την ονομάσουν άγιο Φανούριο, βασιζόμενοι και στην μεγάλην εικόνα της τοιχογραφίας κοντά στο αριστερόν αναλόγιον που την ενόμισαν εικόνα του. Αν όμως προσέξει κανείς την μεγάλην αυτήν εικόνα θα διακρίνει τον Ταξιάρχην Γαβριήλ που κρατεί στο δεξί χέρι το σκήπτρον (λάβαρο) και στο άλλο τη σφαίρα… Την έρευναν αυτήν είχε κάμη πρώτος ο κ. Αν. Βροντής (λόγιος δημοδιδάσκαλος και συγγραφέας του φυλλαδίου) και ανέφερε στον τότε μητροπολίτην Τιμόθεον (1947-1949), ο οποίος με μίαν εγκύκλιόν του διέταξε να γίνεται πανηγύρι του Αγίου Φανουρίου δύο φορές τον χρόνο στην μνήμη του και στην εορτή των Ταξιαρχών».[35]

Πρέπει επίσης να τονίσω το γεγονός ότι δεν έχουμε καμία μαρτυρία για την ονομασία αυτού του ναού κατά την εποχή πριν την Τουρκοκρατία.

Έμμεσα λοιπόν, πλην σαφώς, η ίδια η εκκλησιαστική αρχή του νησιού, η μητρόπολη Ρόδου, αλλά και ομάδα πιστών απέρριψαν την ιδέα ότι το Peial el Din μετζίτ ήταν πριν από την Τουρκοκρατία εκκλησία αφιερωμένη στον άγιο Φανούριο [36] και έκλιναν περισσότερο προς την ιδέα ότι ήταν ναός των Αρχαγγέλων. Απορρίπτοντας λοιπόν αυτήν την ιδέα, διαπιστώνουμε ότι δεν υπήρχε στη Ρόδο πριν από το 1946 εκκλησία αφιερωμένη στον άγιο.

Φαίνεται να έχουμε φτάσει σε αδιέξοδο καθώς, από τη μία οι αγιολογικές πηγές επιμένουν ότι στη Ρόδο υπήρχε τουλάχιστον στον 14ο αιώνα όχι μόνο ναός του αγίου Φανουρίου στα προάστια της τειχισμένης πόλης αλλά και θαυματουργές, «θαυμαστές», εικόνες σε όλο το νησί, και από την άλλη δεν έχει εντοπιστεί από την έρευνα ούτε ίχνος ή ανάμνηση όλων αυτών.

Από τον διάλογο που αναπτύχθηκε μέσω του περιοδικού Εκκλησία [37] το 1947 και το 1948 μεταξύ του Ιεζεκιήλ μητροπολίτη Θεσσαλιώτιδος, του Σοφ. Αβρ. Χουδαβέρδογλου Θεόδοτου και του Γρηγόριου Παπαμιχαήλ διαπιστώνεται ότι από τα τέλη τουλάχιστον του 19ου αιώνα η επίσημη Εκκλησία της Ελλάδος θεωρούσε τον άγιο Φανούριο ανύπαρκτο και η Ιερά Σύνοδος με εγκύκλιό της είχε απαγορεύσει τον εγκαινιασμό ναών στο όνομά του.

Το θέμα της ανυπαρξίας του αγίου Φανουρίου το επανέφερε αργότερα ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Μελέτιος (1918- 1920), απαγορεύοντας και αυτός τον εγκαινιασμό ναών του. Ο Μ. Γεδεών [38] μάλιστα επέμενε ότι η επιγραφή πάνω στην εικόνα που βρέθηκε στη Ρόδο θα ήταν «ΑΓ ΦΝΡ» και ότι ο μητροπολίτης Νείλος έπλασε κατά το Ονούφριος τη λέξη Φ[α]ν[ού]ρ[ιος], ενώ πιθανώς να ήταν Φ[α]ν[ά]ρ[αιτος] ή Φ[α]ν[ε]ρ[ωτής]. Ανύπαρκτο άγιο θεωρούν επίσης τον Φανούριο οι δύο μεγάλοι αγιολόγοι, ο ασσομψιονιστής L. Petit [39] και ο βολλανδιστής Fr. Halkin. [40]

Επανερχόμενοι και επανεξετάζοντας τους εικονογραφικούς τύπους με τους οποίους παριστάνεται ο άγιος Φανούριος, διαπιστώνουμε από πρώτη ματιά – εξαιρούμενου του εικονογραφικού τύπου του διακόνου [41] στον Άγιο Κωνσταντίνο στο Αβδού της Κρήτης – ότι είναι ίδιοι με εκείνους που απεικονίζονται στρατιωτικοί άγιοι [42] και ιδιαίτερα ο άγιος Γεώργιος.

Ο συνηθισμένος εικονογραφικός τύπος του αγίου Φανουρίου, όπως αναφέρθηκε, είναι εκείνος του πεζού πολεμιστή που έχει καταβάλει τον φτερωτό δράκο (σύμβολο του κακού) και όρθιος θριαμβευτής τον πατεί. Είναι, φυσικά, ένα αρκετά παλαιό εικονογραφικό σχήμα που κατάγεται από την απεικόνιση θριαμβευτών Βυζαντινών αυτοκρατόρων [43] που συνθλίβουν κάτω από τα πόδια τους τους εχθρούς του Βυζαντίου που καμιά φορά παριστάνονται και με τη μορφή δράκου. Φαίνεται ότι αυτή την παράσταση του αγίου Φανουρίου απηχεί το στιχηρό [44] που αναφέρει ότι βρήκε ο Σ. Ευστρατιάδης στον κώδικα της Μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους Λ. 164 φ. 405.

 

Παράσταση του Αγίου Φανούριου. Τοιχογραφία δια χειρός Γουλιέλμου Μ. Ζώρζου εκ θήρας. Ι. Ν. Αγ. Σπυρίδωνος, Πειραιάς. Δημοσιεύεται στο: Γιάννης Σουλιώτης, « Οι Άγιοι Στρατιώτες – Εικόνες και Βίοι», εκδόσεις, Φυτράκη, Αθήνα, 2006.

 

Σκηνή από θαύμα του Αγίου, «Ο άγιος Φανούριος και η Παναγία αποτρέπουν ναυάγιο», λεπτομέρεια της παραπάνω τοιχογραφίας.

 

Το στοιχείο που χαρακτηρίζει τον άγιο Φανούριο και τον ξεχωρίζει, όχι μόνο από τον άγιο Γεώργιο αλλά και από τους υπόλοιπους στρατιωτικούς αγίους, είναι ο σταυρός με την αναμμένη λαμπάδα που κρατά στο χέρι του. Αυτό το σύμβολο [45] εμφανίζεται τουλάχιστον από το α’ μισό του 15ου αιώνα στην εικονογραφία του αγίου. Σε μία μάλιστα από τις αμφιπρόσωπες φορητές εικόνες (εικ. 7) της Μονής Βροντησίου [46] που έχει ζωγραφίσει ο Άγγελος διακρίνεται στην πάνω αριστερή γωνία μια μισοκατεστραμμένη σκηνή, όπου ο Χριστός παραδίδει στον άγιο τον σταυρό με την αναμμένη λαμπάδα, με την οποία ψάχνει προσεκτικά και βρίσκει ό,τι έχει χαθεί ή ό,τι γενικά ποθεί και το επιζητεί ο πιστός από τον άγιο. Υπάρχει η έκφραση που χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα: «ζητώ κάτι με το κερί». Έκφραση που δηλώνει την προσεκτική και επίμονη αναζήτηση ανθρώπου, ζώου ή αντικειμένου. Από το α’ μισό του 15ου αιώνα λοιπόν, ο άγιος Φανούριος είχε καθιερωθεί ως ο κατεξοχήν άγιος – ευρέτης.

 

Εικ. 7. Ο Χριστός παραδίδει στον άγιο Φανούριο το σύμβολο του, τον σταυρό με την αναμμένη λαμπάδα. Λεπτομέρεια από φορητή εικόνα του 15ου αι. Μονή Βαλσαμονέρου, Κρήτη (Vassilakes-Maurakakes).

 

Ορισμένος αριθμός μαρτυρίων [47] του αγίου Φανουρίου και του αγίου Γεωργίου είναι κοινός, αν και αναφέρονται στα συναξάρια και στην εικονογραφία και σε άλλους μάρτυρες. Στον τομέα όμως των θαυματουργών ιδιοτήτων των δύο αγίων υπάρχουν έντονες ομοιότητες. Ο άγιος Γεώργιος θεωρείται ο κατεξοχήν ελευθερωτής αιχμαλώτων. [48] Το πρώτο γνωστό θαύμα του αγίου Φανουρίου είναι η απελευθέρωση των τριών Κρητικών κληρικών. Θαύμα που – όπως αναφέρθηκε παραπάνω – έβγαλε τη λατρεία του εκτός των ορίων της Ρόδου.

Ο άγιος Γεώργιος θεωρείται προστάτης [49] των γεωργών και των κτηνοτροφών. Προφανώς στην ανάπτυξη της λατρείας [50] του μεταξύ των χωρικών συνέβαλε από τη μία, το ίδιο του το όνομα – παράγωγο της λέξης γεωργία – και από την άλλη, η ημέρα της εορτής του (23 Απριλίου) που θεωρείται αρχή της καλοκαιριάς και της έναρξης των γεωργικών εργασιών. Ο άγιος Γεώργιος γιατρεύει ζώα, [51] αλλά κυρίως βρίσκει τα χαμένα ζώα των κτηνοτροφών. Το πιο γνωστό παράδειγμα είναι το θαύμα της εύρεσης του χαμένου βοδιού του Θεοπίστου. [52] Στη Ρόδο ιδιαίτερα έως τα μέσα περίπου του 20ου αιώνα οι βοσκοί ζητούσαν από τον άγιο Γεώργιο να τους βρει τα χαμένα ζώα [53] τους. Επίσης, οι νέες γυναίκες της Ρόδου απ’ αυτόν ζητούσαν να μεσολαβήσει να βρεθεί ο κατάλληλος γι ’ αυτές σύζυγος.[54]

Τις ίδιες περίπου ιδιότητες έχει και ο άγιος Φανούριος απ’ ό,τι διαπιστώνουμε από την παλαιότερη αγιολογική πηγή, τον ελληνικό κώδικα 1190 του Βατικανού, αλλά και από τα νεότερα συναξάρια του αγίου. Γιατρεύει ανθρώπους [55] και ζώα, [56] βρίσκει χαμένα [57] ζώα και αντικείμενα, αποκαλύπτει ζωοκλέφτε ς[58] κ.λπ. Όταν μάλιστα η λατρεία του εξαπλώθηκε στα ελληνικά αστικά κέντρα, ο άγιος έγινε ο κατεξοχήν ευρέτης. Απ’ αυτόν ζητούν οι πιστοί να τους βρει χαμένα αντικείμενα, αυτόν παρακαλούν οι γυναίκες που έχουν χάσει την επαφή με τέκνα ή σύζυγο, χαμένους στον πόλεμο ή στην ξενιτιά να τις πληροφορήσει για την τύχη των αγαπημένων τους προσώπων.

Αυτές οι έντονες ομοιότητες των δύο αγίων στον εικονογραφικό και τον λατρευτικό τομέα οδηγούν, κατά τη γνώμη μου, στην πιθανή σκέψη ότι ο «νεοφανής» άγιος Φανούριος δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο άγιος Γεώργιος με διαφορετική ονομασία και με ενισχυμένη την ιδιότητα του ευρέτη, που φαίνεται ότι είχε ήδη ο άγιος Γεώργιος, τουλάχιστον από τη μεσοβυζαντινή περίοδο. [59] Στην εδραίωση αυτής της λαϊκής πίστης ότι ο άγιος Φανούριος βρίσκει ό,τι έχει χαθεί ασφαλώς συντέλεσε η σύνδεση από παρετυμολογία του ονόματος Φανούριος με το ρήμα φανερώνω, δηλαδή αποκαλύπτω, ευρίσκω κάτι που θεωρείται χαμένο. Οι πιστοί συνήθως επικαλούνται τον άγιο να τους βοηθήσει να βρουν ό,τι έχει χαθεί με τη φράση: «Άγιε Φανούριε φανέρωσε μου το τάδε…».

Είναι λοιπόν, κατά τη γνώμη μου, σχεδόν βέβαιο ότι ο άγιος Φανούριος αποτελεί μια μετάλλαξη του αγίου Γεωργίου. Πώς όμως και γιατί από κάποια εποχή και μετά ξεπήδησε από τον άγιο Γεώργιο ένας νέος άγιος, που στους νεότερους χρόνους έγινε δημοφιλέστατος, αν και αμφισβητήθηκε η ύπαρξή του από ευσεβείς κληρικούς και σοφούς ερευνητές και λογίους; Δύο φορές, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η επίσημη Εκκλησία της Ελλάδος με εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου υποστήριξε την ανυπαρξία του αγίου Φανουρίου και απαγόρευσε τη λατρεία του.

Όλοι οι συναξαριστές και οι ύμνοι της ακολουθίας του αγίου επιμένουν με πείσμα ότι από τη Ρόδο μεταλαμπαδεύτηκε η λατρεία του αγίου Φανουρίου στην Κρήτη και στη συνέχεια στον υπόλοιπο ελληνικό χώρο. Κι όμως η έρευνα δεν έφερε κανένα στοιχείο στο φως για την ύπαρξη κέντρου λατρείας του αγίου στη Ρόδο πριν από τα μέσα της πέμπτης δεκαετίας του 20ού αιώνα. Πιθανώς το επεισόδιο της εύρεσης της ερειπωμένης εκκλησίας και της «εικόνας» του αγίου Φανουρίου πλάστηκε από τους συναξαριστές λόγω της αμηχανίας τους, εξαιτίας της απουσίας του όνοματός του από τα παλαιά συναξάρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Έτσι λοιπόν ο άγιος Φανούριος απέκτησε το επίθετο του «νεοφανούς».

 

Άγιος Φανουρίος, τοιχογραφία του Π. Βαμπούλη, β΄ ήμισυ 20ού αι. Ι. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου, Σαρωνίδα Αττικής. Δημοσιεύεται στο: Γιάννης Σουλιώτης, « Οι Άγιοι Στρατιώτες – Εικόνες και Βίοι», εκδόσεις, Φυτράκη, Αθήνα, 2006.

 

Στην πολιορκία της Ρόδου από τους Τούρκους το 1480 διαπιστώθηκε ότι ένας μεγάλος αριθμός εκκλησιών και άλλων κτισμάτων έξω και γύρω από την τειχισμένη πόλη και προφανώς πολύ κοντά στις οχυρώσεις χρησιμοποιήθηκε από τον εχθρό ως επιθετικό έρεισμα. Έτσι λοιπόν, λαμβάνοντας υπόψη τους τη γνώμη του Έλληνα μητροπολίτη, των Ελλήνων ιερέων, των φραγκισκανών μοναχών και των εκπροσώπων του λαού, ο μεγάλος μάγιστρος και το Συμβούλιό του αποφάσισαν στις 3 Φεβρουάριου του 1481 την κατεδάφιση των παραπάνω εκκλησιών και των υπόλοιπων κτισμάτων ως επικίνδυνων για την ασφάλεια της πόλης. Στο κείμενο [60] της  απόφασης κατονομάζονται οι κατεδαφιστέες εκκλησίες μεταξύ των οποίων αναφέρεται και η εκκλησία του San Giorgio di Proventura.[61]

Η μεσαιωνική λατινική λέξη proventura ερμηνεύεται στα ελληνικά – κατά τη γνώμη μου – ως η ευτυχής, η επιτυχής έκβαση ή η καλή τύχη. Η λέξη Φανούριος [62] έχει περίπου την ίδια σημασία: είναι εκείνος που φάνηκε ή που φαίνεται ούριος, που φάνηκε ή που φαίνεται ευνοϊκός, καλός, τυχερός. Το επίθετο ούριος στην αρχαία ελληνική γλώσσα συνήθως συνοδεύει το ουσιαστικό άνεμος. Ούριος άνεμος είναι ο ευνοϊκός άνεμος· ήδη όμως σε κλασικούς Έλληνες συγγραφείς [63] χρησιμοποιείται η λέξη με μεταφορική σημασία χαρακτηρίζοντας και πρόσωπα. Ούριος είναι αυτός που φέρνει ευτυχία, επιτυχία, ή οδηγεί μια υπόθεση, ένα θέμα σε ευτυχές τέρμα. Η εκκλησία λοιπόν στα ελληνικά, κατά τη γνώμη μου ονομαζόταν «Άγιος Γεώργιος ο Φανούριος», αλλά ο Λατίνος γραφέας [64] καταγράφοντάς την στο έγγραφο μετάφρασε την ελληνική ονομασία στα μεσαιωνικά λατινικά ως San Giorgio di Proventura.

Είναι δύσκολο να εντοπίσουμε σήμερα τη θέση όπου βρισκόταν αυτή η εκκλησία. Έξω από τη μεσαιωνική πόλη υπάρχουν σήμερα τρεις εκκλησίες[65] αφιερωμένες στον άγιο Γεώργιο (εικ. 9, 3,4,6). Φαίνονται και οι τρεις κτίσματα της Τουρκοκρατίας. Η μία βρίσκεται δυτικά της μεσαιωνικής πόλης, αλλά αρκετά μακριά απ’ αυτή, η δεύτερη ανατολικά και η τρίτη νοτιοανατολικά. Είναι πιθανόν στη θέση της μίας από τις τρεις εκκλησίες να βρισκόταν ο Άγιος Γεώργιος ο Φανούριος που κατεδαφίστηκε το 1481, αλλά ανοικοδομήθηκε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ενώ είχε χαθεί πλέον κάθε ανάμνηση της προσωνυμίας Φανούριος.

Πιθανότερο όμως, κατά τη γνώμη μου, είναι να μη βρισκόταν σε μία από τις τρεις θέσεις των υπαρχόντων μεταβυζαντινών εκκλησιών, αλλά σε μία άλλη τέταρτη θέση. Η απαρίθμηση στον κατάλογο των κατεδαφιστέων εκκλησιών αρχίζει με τον Άγιο Αντώνιο (εικ. 9,8), που βρισκόταν βορειοδυτικά της πόλης, στη θέση που σήμερα βρίσκεται ο τεκές του Ρεΐς Μουράτ.[66] Συνεχίζει προς τα δυτικά με τον Αρχάγγελο Μιχαήλ (εικ. 9,9) που πιθανώς είναι το εκκλησάκι[67] που βρίσκεται στη σημερινή οδό Ηρώων Πολυτεχνείου. Μετά την αναφορά επτά ακόμα εκκλησιών που δεν υπάρχουν πια, ακολουθεί η Παναγία η Ελεμονήτρια.[68] Αυτή η εκκλησία δεν σώζεται, αλλά ξέρουμε ότι βρισκόταν περίπου εκεί που χτίστηκε στην περίοδο της Ιταλοκρατίας το κτίριο της καπνοβιομηχανίας, νοτιοδυτικά της μεσαιωνικής πόλης, και όπου στεγάζονται σήμερα το Γ’ Λύκειο και το Α’ Γυμνάσιο της Ρόδου (εικ.9,5). Αμέσως μετά αναφέρεται ο Άγιος Γεώργιος di Proventura (εικ. 9,7) και στη συνέχεια η εκκλησία της Αγίας Αναστασίας (εικ. 9,2). Είναι πολύ πιθανόν η τελευταία να βρισκόταν στη θέση που τώρα ορθώνεται η μεταβυζαντινή ομώνυμη εκκλησία.[69] Είναι λοιπόν πιθανόν ο Άγιος Γεώργιος di Proventura ή ο Άγιος (Γεώργιος ο) Φανούριος να βρισκόταν στα νότια της μεσαιωνικής πόλης, όπου τον χωροθετούν και τα συναξάρια, και ανάμεσα στις δύο παραπάνω εκκλησίες.

 

Εικ. 9. Χάρτης της μεσαιωνικής πόλης της Ρόδου και των προαστείων της.

 

Φυσικά, αυτή την εκκλησία ο λαός θα την αποκαλούσε Άγιο Φανούριο και όχι Άγιο Γεώργιο τον Φανούριο. Σήμερα κανείς δεν αποκαλεί στη Ρόδο τη Μονή της Παναγίας της Τσαμπίκας με αυτή την ονομασία, αλλά Τσαμπίκα, τον Αρχάγγελο Μιχαήλ το Θαρενό, Θαρενό. Στη Σύμη ο Αρχάγγελος Μιχαήλ ο Πανορμίτης αναφέρεται ως Πανορμίτης και ο Μιχαήλ ο Κοκκιμίδης ως Κοκκιμίδης, και αντίστοιχα έχουν δημιουργηθεί βαπτιστικά ονόματα: Τσαμπίκος, Τσαμπίκα, Θαρενός, Πανορμίτης, Κοκκιμίδης κ.λπ. Στην υπόλοιπη Ελλάδα [70] παρατηρείται το ίδιο φαινόμενο. Κανείς δεν θα αναφέρει την Παναγία τη Μυρτιδιώτισσα, αλλά τη Μυρτιδιώτισσα, την Παναγία την Παρηγορήτισσα, αλλά την Παρηγορήτισσα κ.λ. Ο μητροπολίτης Νείλος προέτρεψε τον Ιωνά λέγοντας του: «… Πορεύθητι εις την μονήν του άγιον μεγαλομάρτυρος Φανουρίου προσκύνησον και εξαίτησον…».[71] Τον άγιο Φανούριο λοιπόν γνώρισε ο Ιωνάς και όχι τον άγιο Γεώργιο τον Φανούριο, και αυτού την εικόνα αντέγραψε και μετέφερε στην Κρήτη.

Όλες οι διεργασίες για τη μετάλλαξη του αγίου Γεωργίου σε άγιο Φανούριο, κατά τη γνώμη μου, έγιναν και ολοκληρώθηκαν εκτός Ρόδου, στην Κρήτη, όπου κανείς ίσως δεν γνώριζε την πραγματική ταυτότητα του αγίου. Από την Κρήτη προέρχονται οι παλαιότερες εικόνες του και εκεί βρισκόταν έως τον 19ο αιώνα πιθανώς το μοναδικό και μεγάλο κέντρο λατρείας του, η Μονή Βαλσαμόνερου. Στη Μεγαλόνησο πλάστηκε και το σύμβολό του, η αναμμένη λαμπάδα. Είναι πιθανόν επίσης ότι οι συναξαριστές, όταν η λατρεία του αγίου Φανουρίου φούντωσε στην Κρήτη, ευρισκόμενοι σε αμηχανία – επειδή το όνομά του απουσίαζε από τα βυζαντινά αγιολόγια και συναξάρια και θέλοντας να δικαιολογήσουν την αιφνίδια εμφάνιση του αγίου στη λαϊκή λατρεία – να εφεύραν το επεισόδιο της τυχαίας αποκάλυψης του ναού του στη Ρόδο.

Έτσι λοιπόν πλάστηκε, κατά τη γνώμη μου, ο μειλιχιότερος ίσως άγιος της ελληνικής Ορθοδοξίας – πρέπει να τονίσω το γεγονός ότι ο άγιος Φανούριος είναι άγνωστος στις εκτός Ελλάδας Ορθόδοξες εκκλησίες -, ο άγιος ευρέτης, ο άγιος της ελπίδας. Ο άγιος που ευεργετεί τους πιστούς και δεν ζητά τίποτα ως τάμα για τον ίδιο. Επιθυμεί να παρακαλούν οι χριστιανοί τον Θεό να συγχωρέσει την αμαρτωλή μάνα [72] του και να τη φέρει και εκείνη από τη σκοτεινή και βασανιστική Κόλαση στον Παράδεισο.

Επίμετρο

Ενώ είχα παραδώσει αυτό το άρθρο προς εκτύπωση, συνεργείο της 4ης ΕΒΑ., που συντηρεί τις τοιχογραφίες του καθολικού της Μονής της Ζωοδόχου Πηγής στην Πάτμο, αποκάλυψε δύο μορφές του αγίου Φανουρίου. Η μία είναι ολόσωμη (εικ. 8) και κοσμεί τη δυτική πλευρά της βορειοδυτικής παραστάδας που συγκρατεί τον τρούλο του μονόχωρου σταυρικού εγγεγραμμένου καθολικού, και η άλλη ημίσωμη βρίσκεται στη νοτιοδυτική γωνία της εκκλησίας. Και οι δύο φέρουν την επιγραφή: Ο AHOC ΦΑΝΟΥΡΙΟC.

 

Εικ. 8. Πάτμος, Μονή Ζωοδόχου Πηγής. Τοιχογραφία Αγίου Φανουρίου.

 

Οι τοιχογραφίες χρονολογούνται στο α’ τέταρτο του 17ου αιώνα. Είναι η πρώτη φορά που εντοπίζεται σ’ ένα ζωγραφικό σύνολο η μορφή του ευρέτη – αγίου στον δωδεκανησιακό χώρο. Κατά τη γνώμη μου, οι ζωγράφοι αποκαλύπτουν την κρητική καταγωγή τους ζωγραφίζοντας έναν άγιο – και μάλιστα δύο φορές – που η λατρεία του, απ’ όσο ξέρω, κατά τον 17ο αιώνα δεν είχε ξεπεράσει τα όρια της Μεγαλονήσου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μ. Χατζηδάκης, Εικόνες της Πάτμου. Ζητήματα βυζαντινής και μεταβυζαντινής ζωγραφικής (1977) 117 κ.ε. πίν. 27· Μ. Vassilakes-Maurakakes, ΔΧΑΕ 10 (1980-1981) 229 κ.ε. πίν. 52,57· Εικόνες της Κρητικής Τέχνης. Από τον Χάνδακα ώς τη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη (κατάλογος έκθεσης 1993) 448-49,479 πίν. 95, 122.

[2] Vassilakes-Maurakakes (ό.π.) πίν. 58.

[3] [Αθανάσιος Πάριος – Νικόδημος Αγιορείτης], Νέον Λειμωνάριον (1819) 108· Κ. Λουκάκης, Μέγας Συναξαριστής. Μήνας Αύγουστος (1894) 393.

[4] Vassilakes-Maurakakes (σημ. 1) πίν. 53· Εικόνες της Κρητικής Τέχνης (σημ. 1) 472, 480 πίν. 115, 123.

[5] Vassilakes-Maurakakes (σημ. 1) πίν. 55,60 α-β· Εικόνες της Κρητικής Τέχνης (σημ. 1) 447-48 πίν. 94· Κ. Gallas , Κ. Wessel.M. Borboudakis, Byzantinisches Kreta (1983) 321 εικ. 281.

[6] Μ. Χατζηδάκης, Κρητικά Χρονικά 6 (1952) 65-66· ΑΔ 25 (1970), Χρον. πίν. 28β· Vassilakes-Maurakakes (σημ. 1) 229 πίν. 51α.

[7] Εικόνες της Κρητικής Τέχνης (σημ. 1) 477 πίν. 121.

[8] Χατζηδάκης (σημ. 1)118 σημ. 3· Gallas – VVessel – Borboudakis (ό.π.) εικ. 281.

[9] Σ. Ξανθουδίδης, Αθηνά 15 (1903) 138 κ.ε.· G. Gerola, Monumenti Veneti dell’isola di Creta 4 (1932) 539-40· Χατζηδάκης (σημ. 6) 72 κ.ε.

[10] Χατζηδάκης (σημ. 1) 118· Vassilakes-Maurakakes (σημ. 1) 229 κ.ε.· Εικόνες Κρητικής Τέχνης (σημ. 1).

[11] Acta Sanctorum, Μάιος, τ. 6 (1688) 692 κ.ε

[12] Αθανάσιος Πάριος – Νικόδημος Αγιορείτης (σημ. 3) 103 κ.ε.

[13] Νικόδημος Αγιορείτης, Συναξαριστής (έκδ. Θ. Νικολαΐδου-Φιλαδελφέως) Β'(1868) 346. Τόσο το Νέον Λειμωνάριο όσο και ο Συναξαριστής τυπώθηκαν μετά τον θάνατο των συγγραφέων.

[14] Το γράψιμο της ακολουθίας του αγίου Φανουρίου (Μηναίον του Αυγούστου [ 1969J 173 κ.ε.) που είχε αποδοθεί στον Αθανάσιο τον Πάριο (Κ. Σάθας, Νεοελληνική φιλολογία (1863] 640), αμφισβητήθηκε (V. Grumel, λ. «Nicodeme lTiagiorite», στο: DTC [1923-1972] 11,490).

[15] Vassilakes-Maurakakes (σημ. 1) 228 πίν. 50β· Gallas, Wessel, Borboudakis (σημ. 5) εικ. 281.

[16] Εικόνες Κρητικής Τέχνης (σημ. 1) 447-48,478-79 εικ. 94, 122.

[17] Αθανάσιος Πάριος – Νικόδημος Αγιορείτης (σημ. 3) 108 κ.ε.· Δουκάκης (σημ. 3) 387 κ.ε.· Σ. Ευστρατιάδης, Αγιολόγιον της Ορθοδόξου εκκλησίας (χ.χρ.) 457-58· Μηναίον Αυγούστου (σημ. 14) 179.

[18] Αθανάσιος Πάριος – Νικόδημος Αγιορείτης (σημ. 3) 108. Ο ελληνικός κώδικας του Βατικανού 1190 κάνει μόνο μικρή μνεία της εύρεσης των ερειπίων του ναού του Αγίου Φανουρίου: «Εκ πάλαι δέ λόγος πρεσβενόμενος προς πολλοις εύρέθη ό ναός, ούτος Φανουρίου τον μεγάλου έστιν» {Acta Sanctorum [σημ. 11] 693). Όλες οι νεότερες του κώδικα 1190 του Βατικανού ιστορικές πηγές αναφέρουν ως κυρίους της Ρόδου τους Αγαρηνούς (= Οθωμανούς) κατά τη διάρκεια των γεγονότων της αποκάλυψης του ναού του Αγίου Φανουρίου και του θαύματος της απελευθέρωσης των Κρητικών κληρικών.

[19] Στον κατάλογο των μητροπολιτών της Ρόδου αναφέρονται τρεις με το όνομα Νείλος. Ο πρώτος είναι ανύπαρκτος· δημιουργήθηκε από λανθασμένο σχολιασμό από τους Ιησουίτες του κειμένου του κώδικα 1190 (Acta Sanctorum [σημ. 11] 696 σημ. 6). Πίστευαν ότι οι πειρατές, που αιχμαλώτισαν τους μοναχούς τους απελευθερωθέντες από τον Άγιο με θαύμα, ήταν Αραβες από την Ισπανία, διότι κατά τη γνώμη τους τα Παλάτια, όπου μεταφέρθηκαν οι Κρητικοί κληρικοί, βρίσκονταν στην Ισπανία και όχι στη Μικρά Ασία, γεγονός αναμφισβήτητο. Επίσης, χρονολογούν το θαύμα της απελευθέρωσης των Κρητικών κληρικών μετά το 720 (χρονιά κατάληψης της Ισπανίας από τους Αραβες) και πριν από το 822 (χρονιά κατάληψης της Κρήτης από τους Αραβες). Στη συνέχεια υιοθετούν αυτή τη λανθασμένη πληροφορία πρώτος ο Μ. Le Quien (Oriens Christianus [1740] 926) και μετά ο I. Σακκελίων (Πατμιακή Βιβλιοθήκη [1890] 168 σημ 5). Ο τελευταίος τοποθετεί τον Νείλο A’ στην εποχή του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά. Στη συνέχεια αβασάνιστα επαναλαμβάνεται από τον Τρ. Ευαγγελιδη {ΕΕΒΣ 6 [1929] 165), τον X. Παπαχριστοδούλου (Ιστορία της Ρόδον [ 1994-] 339), τον Εμμ. Κωνσταντινίδη {Η εν Δωδεκανήσω Εκκλησία [1970] 51) κ.ά. Ο Νείλος Β\ σύμφωνα με τους παραπάνω επισκοπικούς καταλόγους, είναι ο Λ’, μετά τα όσα προανέφερα. Αυτός έχει την προσωνυμία ο Διασωρινός και έζησε στο β μισό του 14ου αιώνα. Ήταν γόνιμος και πολυμερής συγγραφέας. Πήρε μέρος στη διαμάχη μεταξύ των ησυχαστών (οπαδών του Γρηγορίου Παλαμά) και του Βαρλαάμ, ως ένθερμος υπο- στηριχτής των πρώτων (Λ. Eabricius, Bibliothequa Graeca 10 [1807] 30· Κ. Krumbacher, Ιστορία της βυζαντινής Αογοτεχνίας 1 (1897, μτφρ. Γ. Σωτηριάδη, φωτ. ανατ. 1974] 212). Επίσης ήταν γνωστός αντιλατίνος (PG 159, στ. 968· Fabricius [ό.π.]· V. Grumel, λ. «Nil Diasorenus», στο: DThC 11, 674). Από εκεί και μετά επικρατεί ασάφεια και σύγχυση για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ήταν μητροπολίτης Ρόδου ο Νείλος και αν μπόρεσε να καταλάβει την έδρα της μητρόπολής του ως αντιλατίνος, ενώ η Ρόδος βρισκόταν υπό την εξουσία των καθολικών Ιωαννιτών Ιπποτών. Πριν και μετά από αυτόν, κατά τον 14ο αιώνα, κανείς ορθόδοξος αρχιερέας δεν μπόρεσε να καταλάβει την έδρα της μητρόπολης Ρόδου. Από την κατάληψη του νησιού από τους Ιππότες το 1309 έως το 1350 δεν αναφέρεται μητροπολίτης Ρόδου. Από το 1350 έως το 1355 μαρ- τυρείται ο Ρόδου Ιωάννης, που διαμένει όμως στην Κωνσταντινούπολη (Fr. Miklosich – Ios. Muller, Acta et diplomat a graeca Mcdii aevi sacra et profana 1 [1860] 300, 326, 338, 341, 433). To 1369 η μητρόπολη Ρόδου δίνεται «κατ’ επίδοσιν» στον μητροπολίτη Σίδης και έξαρχο Παμφυλίας (Miklosich – Muller [ό.π.] 1,511) και το 1371 στον μητροπολίτη Μελενίκου (Miklosich – Muller [ό.π.] 1, 558). Το 1387, η μητρόπολη Ρόδου και η αρχιεπισκοπή Κω δίνεται και πάλι «κατ’ επίδοσιν» στον μητροπολίτη Πέργης και Αττάλειας αλλά σχεδόν συγχρόνως και στον μητροπολίτη Μύρων. Όπως ήταν φυσικό, ακολουθεί διαμάχη μεταξύ των δύο ιεραρχών και ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως για να τους συμφιλιώσει αναγκάζεται να “εξαπολύσει” δύο έγγραφα (Miklosich – Muller [ό.π.] 2,92-94, και 94-95). Στη διάρκεια της δεύτερης πατριαρχίας του Αντωνίου (1391-1397) η μητρόπολη Ρόδου δίνεται «κατ’ επίδοσιν» στον μητροπολίτη Σταυρουπόλεως (Miklosich – Muller (ό.π.) 2,197 κ.ε.) «διά τομή δυνατόν είναι γνήσιον έν τή Ρόδω χειροτονεϊσθαι μητροπολίτην, αλλά κατ’ έπίδοσιν άλλοτε προς άλλον αρχιερέα δίδοσθαι αϋτην…», Miklosich – Muller (ό.π.) 2,197-98. Στη συνέχεια, από τα τέλη του14ου αιώνα έως τη Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439) δεν γίνεται μνεία μητροπολίτη Ρόδου. Στην παραπάνω σύνοδο συμμετείχε ο Ναθαναήλ και υπέγραψε μαζί με τους άλλους παριστάμενους ορθόδοξους ιεράρχες τον όρο της ένωσης των Εκκλησιών. Από τότε και έως το τέλος της Ιπποτοκρατίας, η μητρόπολη της Ρόδου είχε εγκατεστημένο στην έδρα του “ενωτικό” μητροπολίτη. Είναι λοιπόν φανερό ότι σε όλη τη διάρκεια του 14ου και μέρος του 15ου αιώνα, έως τη Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας, δεν βρισκόταν στην έδρα του μητροπολίτης Ρόδου. Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως διόριζε «κατ’ επίδοσιν» μητροπολίτες Ρόδου ιεράρχες άλλων μητροπόλεων, που διέμεναν στην Κωνσταντινούπολη ή στις επαρχίες τους και έρχονταν στη Ρόδο, ύστερα από άδεια πιθανώς των ιπποτών, για να εκτελέσουν τα αρχιερατικά τους καθήκοντα (χειροτονίες κληρικών, εγκαινιασμούς ναών κ.λπ.), όπως διαφαίνεται στη συνοδική πράξη «υπέρ του Σταυρουπόλεως» (Miklosich – Muller [ό.π.] 2,198). Εντούτοις, παρά τα όσα προαναφέρθηκαν, όλοι σχεδόν όσοι ασχολήθηκαν με την ιστορία της Εκκλησίας της Ρόδου θεωρούν τον Νείλο Διασωρινό εγκατεστημένο στη Ρόδο μεταξύ των ετών 1357-1369. Η άποψη αυτή -κατά τη γνώμη μου- διαμορφώθηκε από τα κείμενα του ελληνικού κώδικα 1190 του Βατικανού και τα συναξάρια του αγίου Φανουρίου, που όλα θέλουν τον μητροπολίτη Ρόδου Νείλο εγκατεστημένο στη Ρόδο, άλλοτε αναμειγνυόμενο στο θαύμα της απελευθέρωσης των Κρητικών κληρικών και άλλοτε στην αποκάλυψη της «εικόνας» του αγίου. Σύμφωνα με τον J. Darrouzes (Les regestes des actes du patriarcat de Constantinople, 1: Les actes des patriarches [1977] 330), η χρονολόγηση της διαμονής του Νείλου στη Ρόδο μεταξύ των 1357-1369 οφείλεται σε ένα σχόλιο του Ρώσου αρχιμανδρίτη Αρσενίου το 1891, όταν εξέδωσε έργα του Νείλου. Το 1357 ο Πατριάρχης «εξαπολύει» δύο έγγραφα προς τους κληρικούς, τους άρχοντες και τον λαό της Ρόδου, με τα οποία αναγγέλλει τη χειροτονία ενός ανώνυμου μητροπολίτη Ρόδου και την άφιξη του στο νησί (Miklosich – Muller [ό.π.], 1,363 κ.ε.). Το 1369 η μητρόπολη Ρόδου δόθηκε «κατ’ επίδοσιν» στον μητροπολίτη Σίδης. Έτσι λοιπόν, απ’ αυτά τα δύο έγγραφα διαμορφώθηκε -κατά τη γνώμη μου- ο μύθος της διαμονής του Νείλου Διασωρινού στη Ρόδο μεταξύ 1357-1369. Μου φαίνεται ότι είναι απίθανο γεγονός οι Ιωαννίτες να επέτρεψαν να εγκατασταθεί στη Ρόδο επί 12 χρόνια μια προσωπικότητα με γνωστή αντιλατινική δράση, από τη στιγμή που δεν επέτρεψαν ποτέ σε κανέναν άλλο ορθόδοξο ιεράρχη σε όλη τη διάρκεια του Μου και μεγάλο μέρος του 15ου αιώνα να παραμείνει μόνιμα στο νησί. Όπως και να έχει όμως το θέμα τα δύο πατριαρχικά έγγραφα του 1357 εξακολουθούν να είναι δυσερμήνευτα, διότι προαναγγέλλουν την άφιξη στη Ρόδο μητροπολίτη, που πριν από λίγο είχε χειροτονηθεί. Πιθανόν να εννοούν την προσωρινή διαμονή στη Ρόδο, ύστερα από άδεια των Ιπποτών, για να εκτελέσει τα αρχιερατικά του καθήκοντα και όχι τη μόνιμη εγκατάστασή του εκεί. Η ανάμειξη από τους συναξαριστές του Νείλου Διασωρινού στα γεγονότα τα σχετικά με τον άγιο Φανούριο πιθανώς να οφείλεται στην επιθυμία τους να τους δώσουν αληθοφάνεια σ’ αυτά με την ενεργό παρουσία μιας σπουδαίας προσωπικότητας, ενός λόγιου και μαχητή της Ορθοδοξίας. Ο Νείλος Γ’ (1455-1470), που ουσιαστικά είναι Β’ χειροτονήθηκε πιθανώς στη Ρώμη από τον «ενωτικό» πατριάρχη Γρηγόριο Γ’ (G. Mercati, Scriti d’Isidoro il Cardinale Ruteno e codici a lui appartenuti che si conservano nella bibliotheca Apostolica Vaticana [1926] [= Studi e Testi, 46] 132 κ.ε.· Z. Τσιρπανλής, Η εφαρμογή του φλωρεντινού ‘Όρου” στη βενετοκρατούμενη Κρήτη και στην ιπποτοκρατούμενη Ρόδο. Η Ρόδος και οι νότιες Σποράδες στα χρόνια των Ιωαννιτών Ιπποτών [14ος-16ος αι.) [1991] 302-03). Συνοψίζουμε: ο αναφερόμενος ως Νείλος Α’ μητροπολίτης Ρόδου, αρχής γενόμενης από τον Μ. Le Quien, είναι ανύπαρκτος για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Ο Νείλος Β’ ο Διασωρινός των επισκοπικών καταλόγων είναι ουσιαστικά Α’. Είναι αρκετά αμφίβολο ότι τα δύο πατριαρχικά έγγραφα του 1357 τον υπονοούν. Μαρτυρείται ως μητροπολίτης Ρόδου σε χειρόγραφους κώδικες με τα έργα του» ως οπαδός των ησυχαστών, ως αντιλατίνος καθώς και στα σχετικά με τον άγιο Φανούριο κείμενα. Είναι αδύνατον -κατά την γνώμη μου- να εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Ρόδο και δεν είναι βέβαιο ότι ήταν μητροπολίτης Ρόδου κατά το χρονικό διάστημα 1357-1369. Ο Νείλος Γ των καταλόγων των μητροπολιτών Ρόδου είναι εκ των πραγμάτων Β ‘.Ήταν «ενωτικός» που πιθανόν χειροτονήθηκε στη Ρώμη από τον επίσης «ενωτικό» πατριάρχη Γρηγόριο Γ.

[20] Στα συναξάρια του αγίου, που χρονολογούν το θαύμα στην Τουρκοκρατία, οι πειρατές μεταφέρουν τους κληρικούς στη Ρόδο, όπου και τους πουλούν. Οι τρεις αιχμάλωτοι καταφεύγουν και προσεύχονται στον ναό του Αγίου Φανουρίου, όπου ο άγιος αναγκάζει τους κυρίους τους να τους απελευθερώσουν. Οι κληρικοί αντιγράφουν την εικόνα του αγίου και τη μεταφέρουν στην Κρήτη (βλ. σημ. 17). Σε αυτά τα λαϊκά αναγνώσματα δεν εμφανίζονται να αναμειγνύονται ο μητροπολίτης Ρόδου Νείλος ούτε ο πνευματικός πατέρας των Κρητικών κληρικών Ιωνάς.

[21] Acta Sanctorum (σημ. 11) 696.

[22] Ε. Ζαχαριάδου, Αρχείον Πόντου 26 (1964) 313 κ.ε.

[23] Δουκάκης (σημ. 3) 397.

[24] Συναξάριον του Συμεών του Μεταφραστή (PG 114-16) και το Σιρμονδιανόν Συναξάριον ή Συναξάριον της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως (II. Dclchayc, Synaxarium Ecclesiae Constantinopolitanas (1902]).

[25] Διονύσιος ο εκ Φουρνά, Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης (έκδ. A. Παπαδοπούλου – Κεραμέως) (1909).

[26] Βλ. σημ. 17.

[27] Μηναίον Αυγούστον (σημ. 14) 173 κ.ε.

[28] Vassilakes-Maurakakes (σημ. 1) 228 πίν. 50b.

[29] L. Petit, Bibliographic des acolouthies grecques (1926) xv.

[30] Acta Sanctorum (σημ. 11) 693.

[31] A. Ορλάνδος, ABME 6 (1948) 164 κ.ε.· Ηλ. Κάλλιας, Η μεσαιωνική πόλη της Ρόδον και το Παλάτι τον μεγάλου μαγίστρον (1994) σχ. I αρ. 18.

[32] Ηλ. Κάλλιας, Αναζητώντας τα χαμένα μνημεία της μεσαιωνικής πόλης της Ρόδου (υπό έκδοση).

[33] Λ. Gabriel, La Cite de Rhodes 2 (1923) 193-94· Ορλάνδος (σημ. 31) 164 κ.ε.

[34] G. Jacopi, CIRh 1 (1928) 161-62.

[35] Α. Βροντής, Ο άγιος Φανούριος και ο ναός τον στη Ρόδο (1961) 5-6 (πρόλογος της Εκκλ. Επιτροπής).

[36] Ο Ορλάνδος (σημ. 31) 164 σημ. 1, η Ζαχαριάδου (σημ. 22) 311 και ο Χατζηδάκης (σημ. 1) 117, θεωρούν το Peial el Din μετζίτ ως εκκλησία αφιερωμένη στον άγιο Φανούριο από την πριν από την Τουρκοκρατία εποχή.

[37] Εκκλησία (1947) 311, 364· Εκκλησία (1948) 81, 90-91.

[38] Εκκλησία (1947) 364.

[39] «… Voila, par example, un saint Phanourios qui est bien νεοφανής, comme le dit le litre, car on ne sait rien de lui. Pared ά Aphrodite nee de lecume de flots, il a, par un beau jour, dans Vile de Rhodes, fait son apparition aufirurament de I’histoire. Un erudite occidental sera peut-etre tente de lui chercher des origines. Alois le bon people grec sait bien, lui, ά quoi sen tenir. Pour les femmes mariees, pour les Jeunes files de la bourgoisie et du Monde ouvrier, Phanourios, par les attributs dont il est dote, est le Meilleurs de patrons», Petit (σημ. 29) xv.

[40] Τον αναφέρει ως «…pseudo-Alartyr Phanourios de Rhodes», Fr. Halkin, Recherches et documents d’hagiogra- phie Byzantine (1971) 6.

[41] Βλ. σημ. 6.

[42] Vassilakes-Maurakakes (σημ. 1) 235.

[43] A. Grabar, Lempereur dans Part byzantin (1936) 43 κ.ε.

[44] «’Υπερθαύμασαν άγγελοι / το τής ψηχής, οου στερέμνιον, / ώ τον Κύριον άθλητά Φανουριε. / ΙΙώς έσαρκώθης ό εύσαρκος / Ααίμοσι συμπλεκόμενος / ‘Επικρατέστερος γέγονας / Kαι τήν Όφρυν αυτών κατέβαλες, / Ώ τον Κυρίου άθλητά Φανούριε». Ο Ηυστρατιάδης (σημ. 17) 457-58 ισχυρίζεται ότι το παραπάνω στιχηρό μελοποίησε: «ο Ιωάννης Λάσκαρης ο Πηγωνίτης εκ Κρήτης, ακμάσας πρό της αλώσεως. Τούτον δε μέλη ενρηνται και εις άλλους κώδικας της Λαύρας, τον Ε. 173 και (-). 207… Εις τον αχ. Φανούριον εποίησε στιχηρά και ιδιόμελα ο Αίαλαξος Νικόλαος (16ος αι.) αποκείμενα εις τον κώδικα 140 cl. 2 της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης». Η δρακοντοκτονία του αγίου Φανουρίου αναφέρεται και στην ακολουθία του (Μηναίον Ανγούστου [σημ. 14] 174).

[45] Βλ. σημ. 1-5.

[46] Εικόνες της Κρητικής Τέχνης (σημ. 1) 478 εικ. 122.

[47] Περιγραφή των μαρτυριών του αγίου Φανουρίου, βλ. Δουκάκης (σημ. 3) 393, και του αγίου Γεωργίου PG 115, στ. 141-61 Διονύσιος ο εκ Φουρνά (σημ. 24) 183-84.

[48] Στο συναξάρι του αγίου Γεωργίου αναφέρονται τρεις διαδοχικές περιπτώσεις απελευθέρωσης απ’ αυτόν νέων ανδρών, J. Aufhauser, Miracula S. Georgii (1913) 15 κ.ε., 100 κ.ε. Επίσης, στο απολυτίκιό του ο άγιος Γεώργιος χαρακτηρίζεται ως «τών αιχμαλώτων έλευθερωτής» (Μηναίον του Απρίλιον (1972] 89).

[49] Ν. Πολίτης, Λαογραφικά Σύμμεικτα 1 (1920)· Η. Delahaye, Les legends hagiographiques (1955) 162.

[50] Delchayc (ό.π.) 162· G. Spyridakis, HeUenisme Contemporain 2 (1952) 16.

[51] PG 115, 156· A. Βροντής, Ο άγιος Γεώργιος στη ροδίτικη λαογραφία (1933) 22.

[52] Aufhauser (σημ. 48) 44 κ.ε.· Βροντής (ό.π.) 25· Spyridakis (σημ. 50) 17.

[53] Βροντής (σημ. 51) 25· Spyridakis (σημ. 50) 17.

[54] Βροντής (σημ. 51) 27.

[55] Acta Sanctorum (σημ. 11) 697.

[56] Acta Sanctorum (σημ. 11) 696· Δ. Οικονομίδης, λ. Φανούριος, στο: ΘΗΕ (1962-1968) 11, στ. 987.

[57] Acta Sanctorum (σημ. 11) 697-98· Οικονομίδης (ό.π.) στ. 987-88· Γ. Αικατερινίδης, στο: Κρητική Πρωτοχρονιά 1965, 163 κ.ε.

[58] Αικατερινίδης (ό.π.) 167-68· Οικονομίδης (σημ. 56) στ. 987-88.

[59] Delahaye (σημ. 49) 56 κ.ε.

[60] J. Bosio, DelVistoria della sacra religione el Illustrissima Militia di S. Giovanni gerosolimitano 2 (1695) 43132· Κάλλιας (σημ. 31) 103-06.

[61] Η λέξη δεν μαρτυρεΐται στον C. Du Cange (Glossarium mediae et intimae Latinitatis). Πιθανώς έχει σχέση με τις λατινικές λέξεις ventus (=τύχη, άνεμος) και proventus (= η ευτυχής, η επιτυχής έκβαση) και με την ιταλική ventura (Ια) (= τύχη, καλή τύχη

[62] Οι Ιησουίτες σχολιάζοντας τη λέξη φανούριος γράφουν: «Φανούριος graece. Latine redid potest felicitate clarus, vel manifestefelix» (Acta Sanctorum [σημ. 11] 696 σημ. 2).

[63] Αισχ. Ικετ. 590· Ευρ. Ηρ. Μαιν., 95· Λνθ. Παλ. 12, 53 (Η. Liddel – R. Scott, Μέγα Ελληνικό λεξικό [μτφρ. Ξ. Μόσχος – Μ. Κωνσταντινίδης] 3 [χ.χρ.] 384).

[64] Συνήθως οι Φράγκοι γραφιάδες των Ιπποτών άφηναν τα προσωνυμία των εκκλησιών όπως τα άκουγαν, χωρίς να τα μεταφράζουν στα λατινικά (βλ. Ζ. Τσιρπανλής, Ανέκδοτα Έγγραφα, για τη Ρόδο και τις νότιες Σποράδες από το Αρχείο των Ιωαννιτών Ιπποτών (1421-1453) [1995] 101 κ.ε.). Δύο περιπτώσεις έχω υπόψη μου, όπου ο γραφέας μεταφράζει το προσωνύμιο της εκκλησίας στα λατινικά: «Ο Αγ. Νικόλαος τον Νησιού στην περιοχή Στεγνά του χωριού Αρχάγγελος της Ρόδου μεταφράζεται σε Sanctus Nicolaus de Insula» (βλ. Ζ. Τσιρ- πανλής, Η Ρόδος [σημ. 19] 277) και ο Αγιος Ιωάννης της Πηγής στα προάστια της πόλης μεταφράζεται σε «Sanctus Johannis Baptiste de Fonte» (βλ. Τσιρπανλής, Ανέκδοτα [ό.π.] 106,239 κ.ε.). Πιθανώς όπου ο λατίνος γραφέας κατανοούσε τη σημασία του προσωνυμίου το μετάφραζε. Ίσως το έγγραφο του Φεβρουάριου του 1481 για την κατεδάφιση των εκτός τειχών εκκλησιών να το είχε συντάξει ο γνωστός για την ανθρωπιστική μόρφωση του Guillaume Caoursin, υπεύθυνος της Γραμματείας του Τάγματος. Ο Caoursin, ως γνώστης της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, κατανόησε τη σημασία της λέξης Φανούριος και τη μετάφρασε με τη λατινική λέξη proventura (βλ. για τον G. Caoursin, S. Picenardi, Itincraire dun Chevalier de Saint-jean de Jerusalem dans I’ile de Rhodes [1900] 129-30· Τσιρπανλής, Η Ρόδος [σημ. 19] 128).

[65] Αδημοσίευτες.

[66] Η. Balducci, Achitettura turca in Rodi (χ.χρ.) 150 κ.ε.· V. Strumza, II Tecche di Murat Reis a Rodi {1934).

[67] Ορλάνδος (σημ. 31) 91-92 εικ. 85.

[68] Bosio (σημ. 60) 399,413,432,697-98· Piccnardi (σημ. 64) 162-63· Z. Τσιρπανλής, Δωδώνη 17 (1988) 197 κ.ε.

[69] Αδημοσίευτη.

[70] Γ. Δημητροκάλλης, ΕΕΒΣ 50 (1999-2000) 383 κ.ε., όπου έχουν συγκεντρωθεί με μεγάλη επιμέλεια δεκάδες ονόματα από όλο τον ορθόδοξο ελληνικό χώρο ανύπαρκτων αγίων, προερχομένων από προσωνύμια αγίων, που το όνομα τους λησμονήθηκε.

[71] Acta Sanctorum (σημ. 11) 695.

[72] Βλ.σημ. 58.

 

Ηλίας Ε. Κόλλιας**

«Χάρις Χαίρε. Μελέτες στη μνήμη της Χάρης Κάντζια», τ. Β’, 285-305. Υπουργείο Πολιτισμού – Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αιγαιακών Σπουδών, Αθήνα 2004.

*Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

** Ο Ηλίας Κόλλιας (1936-2007), σπούδασε στο Ιστορικό και Αρχαιολογικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, μετεκπαιδεύτηκε στο Παρίσι στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και στην Ecole Pratique des Hautes Etudes και αναγορεύτηκε διδάκτορας της Αρχαιολογίας από το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Για την προσφορά του, βραβεύθηκε το 1999 από την Ακαδημία Αθηνών.

Από την Κοκκινιά όπου γεννήθηκε, βρέθηκε στη Ρόδο το 1965 για να εργασθεί ως αρχαιολόγος, και έκτοτε, γοητευμένος από τα μνημεία της, αρνήθηκε να την εγκαταλείψει. Ως απλός επιμελητής αρχικά και ως Έφορος Βυζαντινών Αρχαιοτήτων αργότερα, ασχολήθηκε με όλα τα νησιά της Δωδεκανήσου και την ύπαιθρο της Ρόδου, κυρίως όμως με τη μεσαιωνική πόλη της, τη «μεγάλη αγαπημένη» του. Σε αυτήν επικεντρώθηκε και ως «μάχιμος αρχαιολόγος» αλλά και ως ερευνητής που τα κρυμμένα στο έδαφος και στα παλιά αρχεία μυστικά της τον απασχολούσαν νυχθημερόν. Για αυτήν οραματίστηκε μια νέα κατάσταση και έθεσε στόχους, τους οποίους και πραγματοποίησε με τους συνεργάτες του, όπως την αναβάθμιση της ζωής των κατοίκων της, την ανάδειξη της αρχαιολογικής και ιστορικής της αξίας, καθώς και την απόδοση του πολιτιστικού της αποθέματος σε ένα ευρύ ελληνικό και διεθνές κοινό, μεταξύ άλλων και με την ανακήρυξή της μεσαιωνικής πόλης ως Μνημείου Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

Με τη μεσαιωνική πόλη δεν έπαψε στιγμή να ασχολείται, και μετά τη συνταξιοδότησή του, και ως μελετητής αλλά και από θέση ευθύνης ως πρόεδρος του Ταμείου Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων, κυριολεκτικά μέχρι την τελευταία του πνοή. Καρπός της ενασχόλησης αυτής, εκτός από τη διάσωση και παράδοση πλήθους μνημείων σε ένα ευρύ κοινό, είναι τα βιβλία του «Οι Ιππότες της Ρόδου – Το παλάτι και η πόλη» (Αθήνα 1992), «Η μεσαιωνική πόλη της Ρόδου και το παλάτι του Μεγάλου Μαγίστρου» (Αθήνα 1994, 2004), καθώς και «Τα χειρόγραφα των Μαϊστόρων» (Αθήνα-Ρόδος 2018).

Read Full Post »

Λόγος περί Πελοποννησίων Νεομαρτύρων – Τάσος Γριτσόπουλος


 

Το θέμα των Νεομαρτύρων με τις σχετικές διαστάσεις του έχει προσλάβει έκταση στις έρευνες σε υψηλό βαθμό, ώστε δημιουργηθεί ευρεία και ενδιαφέρουσα βιβλιογραφία. Αυτή η φύσις του θέματος δικαιολογεί το ενδιαφέρον ειδικών και μη ερευνητών. Καθ’ όσον αφορά στην Πελοπόννησο, το θέμα καταλαμβάνει στην τοπική αγιολογία χώρο από πολλές πλευρές εντυπωσιακό, συγκινητικό και μονίμως περιβαλλόμενο από επικαιρότητα με τελετουργικές προεκτάσεις, δια της φιλοτιμίας των εντοπίων χριστιανών και φυσικά της Εκκλησίας.

Έχει σχηματιστή ένας ονομαστικός πίνακας των κατά τόπους ανεγνωρισμένων ως άγιων και κατ’ άλλους τρόπους τιμωμένων Νεομαρτύρων και προ πάσης συζητήσεως, καλόν θα ήταν να μεταφερθούν τα ονόματα, κατά τάξη αλφαβητική η χρονολογική, αλλά τούτο δεν αποτελεί αρχή και πρόοδο ειδικής έρευνας. Όθεν, προτιμότερο είναι να περιοριστή ο λόγος κατ’ αρχήν εισαγωγικώς – και με πρόθεση ουσιαστικής συμβολής στο σπουδαίο θέμα – και με αναδρομή στα Πελοποννησιακά να συναχθεί κάποιο ενδιαφέρον συμπέρασμα.

Σταθμός πρώτος στους όρους. Μάρτυς, πρωτομάρτυς, Χριστομάρτυς, μεγαλομάρτυς, οσιομάρτυς και ακολούθως νεομάρτυς, ιερομάρτυς, εθνομάρτυς, εθνο-ιερομάρτυς και ει τι άλλο. Κυριαρχεί κατά κυριολεξία ή μεταφορικώς η έννοια του μάρτυρος, το μαρτύριο. Κάτι που δεν είναι άγνωστο στην ιστορική η παραδεδομένη ζωή των ανθρώπων.

Σταθμός δεύτερος στο μαρτύριο καθ’ εαυτό. Eντοπιζόμεθα στην χριστιανική και καλύτερα στην θρησκευτική ζωή πολύ πιο μπροστά. Ας γίνει αναφορά στο θεσπέσιο μάθημα του Αποστόλου Παύλου στην προς Εβραίους Επιστολή του (Κεφ. ΙΑ-ΙΒ) περί Πίστεως. Τονίζει ο Απόστολος των Εθνών προς τους ομοεθνείς του δύο χαρακτηριστικά για τον αγώνα των Προφητών. Τη δύναμη, με τη όποια εξόπλισε ο Θεός τους Προφήτες και δεύτερον τα μαρτύρια που υπέστησαν.

Όσο και αν ο αποστολικός λόγος περιέχει σχήματα για τις δύο όψεις του έργου και της αποστολής των Προφητών με υπερβολικούς τόνους, μέσα από το δεύτερο στοιχείο αναδύεται λέξις, αναδύεται κυριολεξία, μαρτύριο. Προς τους ομοεθνείς του απευθυνόμενος ο Παύλος λέγει ευθέως ότι έχουν ολόκληρο νέφος μαρτύρων. Οι Εβραίοι ήσαν οι κυριότεροι διώκτες των πρώτων χριστιανών. Η δημιουργία μαρτύρων της χριστιανικής θρησκείας άρχισε από τον Πρώτον αιώνα, με Πρωτομάρτυρα μάλιστα τον Στέφανο. Ακολούθως επαληθεύονται τα υπό του Παύλου αναφερόμενα πανομοιότυπα μαρτύρων. Εμπαιγμοί, μάστιγες, δεσμά, φυλακή, θάνατος. Αναδεικνύονται για την Πίστη του Χριστού μάρτυρες και μεγαλομάρτυρες κατά τους αιώνες του διωγμού. Και εφεξής. Ακόμη και μετά την στερέωση του Χριστιανισμού, δεν έπαυσαν να αναδεικνύονται μάρτυρες, για την προάσπιση της Πίστεως.

Σταθμός δεύτερος στην ιστορική περίοδο της δουλείας του Ελληνικού – χριστιανικού – Έθνους. Ορόσημο το 1453. Αλλόφυλοι και αλλόθρησκοι κατακτηταί. Διώκεται η Χριστιανική Πίστη και η Ελληνική Πατρίδα. Οι προασπιστές της Κωνσταντινουπόλεως προ των τειχών αυτής μάχονται υπέρ Πίστεως και Πατρίδος. Φονεύονται ανηλεώς οι ηττημένοι και οι άμαχοι κατά το τριήμερο όργιο των ορδών του Μωάμεθ εντός της πόλεως. Ακολούθως σφάζονται οι αμυνόμενοι στα επαρχιακά διαμερίσματα Έλληνες χριστιανοί κατά τις επιχειρήσεις οριστικής επικρατήσεως των κατακτητών.

 

Λεπτομέρεια. Ο απαγχονισμός του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού και των Μητροπολιτών Πάφου Χρύσανθου, Κιτίου Μελέτιο και Κυρηνείας Λαυρέντιο στις 9 Ιουλίου 1821 από τους Τούρκους (έργο Γεώργιου Μαυρογένη).

 

Άγριοι, θηριώδεις οι κατακτηταί διέθεταν τρία φοβερά όπλα. Μάχαιρα, εξανδραποδισμό, εξισλαμισμό. Απειλήθηκε εξαφανισμός της Ελληνικής φυλής με γενικές σφαγές. Έστελναν στ’ ανθρωποπάζαρα της Ανατολής αιχμαλώτους. Φόνευαν αδιακρίτως κατά την αναταραχή. Και κατέβαλλαν προσπάθειες εξισλαμισμού. Δεν ήθελαν λοιπόν να βλέπουν Έλληνες και χριστιανούς. Μ’ ένα λόγο, εγκαινιάστηκε μαρτυρική ζωή του υποδούλου Ελληνικού λαού. Νομίζω ότι τα πρώτα θύματα με ομαδικές σφαγές συγκροτούν το πρώτον νέφος μαρτύρων.

Καθ’ όσον αφορά στην Πελοπόννησο, από το 1461 αρχίζει νέα και σκοτεινή περίοδος της ζωής υπό δεινή δουλεία. Μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την περίοδο ως περίοδο καταδυναστεύσεως, άμυνας και αγώνος. Θα εξηγήσω τι εννοώ. Σημειώθηκαν διαδοχικώς και παραλλήλως ένοπλη αντίστασης, φυγή, μετανάστευση, μερική ηττοπάθεια και συμβιβασμός των πολλών. Κάποτε σταμάτησαν οι ομαδικές σφαγές, επεβλήθη καθεστώς νέον με κατακτητές και υποδούλους. Επεκράτησε λοιπόν το δίκαιον του ισχυρότερου. Υποτεταγμένος ο ραγιάς δεν είχε καμία άξια, δεν τον αντιμετώπιζαν οι κυρίαρχοι του τόπου ως άνθρωπο, αλλ’ ως ζώο, υποζύγιο κυριολεκτικώς. Υπό τις συνθήκες αυτές δημιουργήθηκε κατάσταση απελπισίας, πανικού. Οι πολλοί υπέμεναν. Μερικοί αντέδρασαν. Ολίγοι που δεν άντεξαν επέστεψαν στις δελεαστικές υποσχέσεις και αλλαξοπίστησαν. Αυτοί λοιπόν τούρκεψαν. Τι σημαίνει τούτο; Σημαίνει ότι ανεκόπησαν από το Έθνος των και από την χριστιανική των Πίστη. Οι ζωηρότεροι ανέβηκαν στα βουνά, ένοπλοι άσκησαν αντίσταση κατά του κατακτητή.

Νεομάρτυρες

Αντίσταση όμως νοείται και με άλλους τρόπους, ψυχική και με παράτολμες ενέργειες, αναλόγως της συμπεριφοράς των απάνθρωπων απαιτήσεων των οργάνων της εξουσίας, των τσιφλικάδων και των εισπρακτόρων της φορολογίας. Είναι γνωστόν ότι οι ραγιάδες δεν εύρισκαν ποτέ δίκαιο. Οσάκις συνέβαινε ν’ αντιδρούν στους τουρκικούς παραλογισμούς για διάφορα ζητήματα οικονομικής, ηθικής, κατανομής υποχρεώσεων αγγαρείας κ.λπ., χαρακτηρίζονταν ως εχθροί της εξουσίας, ως ύποπτοι, ως επικίνδυνοι και εκτελούνται χωρίς δίκη. Δεν ήταν σπάνιες οι αβανιές, με κατασκευασμένες ανυπόστατες κατηγορίες. Σημασία έχει και ο τρόπος θανατώσεως και αυτή καθ’ εαυτήν η θανάτωση και δημιουργία θυμάτων.

Δεν υπάρχει λόγος, πέρα των θεωρητικών, άλλα σταθερών, αυτών θέσεων. Η αναφορά στην δημιουργία θυμάτων της τουρκικής θηριωδίας και της αντιστάσεως των ραγιάδων με όποιον τρόπο, μας οδηγεί στις προϋποθέσεις γενέσεως του φαινομένου των Νεομαρτύρων, δηλ. στα αίτια και στο αποτέλεσμα θανατώσεως ατόμων με την ιδιότητα Ελληνικής καταγωγής και χριστιανικής Πίστεως, κατόπιν προκλήσεως, δια λόγους επιβολής ποινής η εξοντώσεως αθώων, ύποπτων, αξιωματούχων κάθε μορφής.

Με νέο σταθμό στην έκθεσή μας αναφερόμεθα στα πάσης φύσεως θύματα της τουρκικής θηριωδίας με τ’ αντίστοιχα κατά περίπτωσιν χαρακτηριστικά, καταφεύγοντας στα όσα διέσωσε η παράδοση και κατέγραψε η Ιστορία.

Ένας Καλογεράκος συγκέντρωνε κάθε τόσο σ’ ένα χωριό τους χριστιανούς στον Ναό της Παναγίας. Αναφερόταν στην εορτή της ημέρας και των εξωκκλησιών του χωρίου, στα θαύματα του Χριστού, στους αρχαίους προγόνους, στους σοφούς, στους Μαραθωνομάχους. Κάποια ημέρα ο Καλογεράκος τύπου Κοσμά του Αιτωλού δεν έδωσε παρών στο μοναστήρι του, δεν ξανακτύπησε την καμπάνα το σούρουπο, δεν ακούστηκε πλέον η κατηχητική φωνή του. Στο χωριό δείχνουν μια χαράδρα με τ’ όνομα στου Καλογεράκου. Ο ταπεινός μοναχός είχε γίνει τοπωνύμιο. Το θύμα προέρχεται από τους κόλπους της Εκκλησίας.

Ο περίφημος Κλέφτης Κόλιας Βυτινιώτης [1] με ξακουσμένη δράσι, ο τιμωρός της αυθαιρεσίας, ο γενναίος, ο απτόητος, τολμηρός, αεικίνητος, σε μια συμπλοκή συνελήφθη αιχμάλωτος των Τούρκων. Μεταφερόμενος διασύρετε μέσα στους δρόμους της Τριπολιτσάς, για να καταπτοήσει τους φοβισμένους κατοίκους. Φυλακίστηκε, βασανίστηκε και κατέληξε στον δι’ αγχόνης θάνατο στην μέση στην Αγορά. Ο θάνατός του συγκίνησε βαθύτατα τον κόσμο. Το θύμα προήρχετο από τους κόλπους του Έθνους. Ο Λαός του αφιέρωσε ένα περιπαθές Κλέφτικο Δημοτικό Τραγούδι.

 

Κόλιας Βυτινιώτης

 

Ο θάνατος και στις δύο περιπτώσεις υπήρξε το αποτέλεσμα ορατής ή μη δια γυμνού οφθαλμού προκλήσεως. Είναι μαρτυρία. Είναι διαμαρτυρία. Διαμαρτυρία δια λογαριασμό των πολλών και της ιδέας.

Υψηλοτέρου τόνου πρόσκληση αποτελεί η προσωπική εθελουσία προσέκλυση μετανοημένων εξωμοτών, οι όποιοι μετανοημένοι δια του θανάτου ζητούν λύτρωση. Αυτός ο ιδανικός τύπος με έρωτα θανάτου έχει πολλούς εκπροσώπους. Ιδανικός και άκρως συγκινητικός, διότι συμβαίνει να είναι σχεδόν κατά κανόνα θάνατος νέων. Αυτόκλητοι, αυθόρμητοι, προκλητικοί, προσέρχονται, προκαλούσαν, αποφασισμένοι να δεχθούν οιουδήποτε τύπου θάνατον. Φανερά η πρόκληση, ως έκφραση αποφασιστικής διαμαρτυρίας. Οι νέοι αυτοί, είτε μαρτυρικώς, είτε ξίφει τελειούνται, αποθνήσκουν δια Χριστόν. Το ότι ένας εξωμότης μαρτυρεί έτσι ή αλλιώς, αυτή η θυσία διαφορετικά μετρά. Μέγιστο μάθημα προς τους διώκτες της πίστεως. Και ενίσχυση για τους περιλειπομένους.

Μνημονεύω παρενθετικά τους Αλείπτες. Ως πνευματικοί για τους έφιεμένους μαρτύριον, ως κατηχηταί συμβάλλουν σοβαρά στην δια μαρτυρίου εξιλέωση των εξωμοτών. Ο ρόλος των έχει σχολιαστή ως προς την προετοιμασία και προτροπή των υποψηφίων μαρτύρων, αντί αποτροπής. Επί του θέματος ταύτα μόνον ως απλή αναφορά.

Αποκαλυπτόμεθα ενώπιων της θυσίας των πάσης φύσεως Νεομαρτύρων. Θαυμάζομε καθ’ εαυτή την μαρτυρία, αλλά έτι μάλλον και εκ του αποτελέσματος. Σε γενική θεώρησι, έχομε ένα σαφές είδος αντιστάσεως.

Σταθμός επόμενος. Με μια ανακεφαλαίωση των ανωτέρω, νομίζω ότι υπάρχει πρώτον συναγόμενο. Ότι ηθελημένη η αθέλητη θανάτωση πιστών υποδούλων Ελλήνων είναι μαρτύριο. Καθ’ όσον αφορά στα Πελοποννησιακά πράγματα, υπό την ευρύτερα τοποθέτηση του θέματος, πριν εξειδικεύσω, χωρίς να βιάζομαι να διατυπώσω μεγάλο λόγο, θ’ αναφερθώ σ’ ορισμένα ιστορικά πρόσωπα.

Ορλωφικά. Ένοπλη εξέγερση Πελοποννησίων με ανεπαρκή Ρωσική βοήθεια. Άνοιξη 1770. Ασύντακτη επίθεση κατά της πρωτεύουσας του πασαλικίου Τριπολιτσάς απέτυχε. Ακολούθησε άγρια σφαγή τριών χιλιάδων Τριπολιτών αμάχων. Ο μητροπολίτης Άνθιμος ανασκολοπίζεται. Προς τι το φρικτό γι’ αύτόν μαρτύριο; Ποιον βασάνισαν κ’ επιδεικτικώς θανάτωσαν; Τον εκπρόσωπο του επαναστατημένου Έθνους του η την κατά χώρα κεφαλή της ’Ορθόδοξου Εκκλησίας;

Καμία έρευνα δεν απεκάλυψε, γιατί ο Λακεδαιμόνιας Διονύσιος, βαρυνόμενος γι’ ανάμειξη σ’ επαναστατικές ενέργειες κατά του κατακτητή στις αρχές του ΙΖ’ αιώνα, θανατώθηκε εν πλω κατά εντελώς ανεξήγητο τρόπο. Συνόδευε τον Πατριάρχη Τιμόθεο Β’ στην πατρίδα του Πάνορμο Κυζίκου. Έτος σωτήριο 1620. Επίσημο πατριαρχικό έγγραφο αναφέρει ότι ο Λακεδαιμόνιας Διονύσιος «συνεργία δαίμονος ετρώθη και επλήγη και ελθών εις το ιατρευθήναι ετελεύτησε». Το πατριαρχικό γράμμα είναι του Κυρίλλου Λουκάρεως. Αναγκάσθηκε λοιπόν ο διαπρεπής Πατριάρχης να κάλυψη την μυστηριώδη θανάτωση του μητροπολίτου; Για να μη μείνει ακατανόητο το περιστατικό, προσθέτω ότι το επεισόδιο εντάσσεται στην περίοδο συνεννοήσεων Πελοποννησίων με το δούκα του Νεβέρ. Είναι μάλιστα γνωστή η ενδιαφέρουσα Επιστολή του Διονυσίου «τω γαληνοτάτω δουκί Νοβερσίας Κάρλω Παλαιολόγω». Ως φαίνεται, η Τουρκική εξουσία πληροφορήθηκε τα γενόμενα και έσπευσε να δηλητηρίαση κατά τρόπον γκανγκστερικό τον μητροπολίτη. Αλλά οι συνεννοήσεις με Ισπανούς και τον δούκα του Νεβέρ είχαν αρχίσει νωρίτερα, επί του προκατόχου του Διονυσίου. Αυτός ήταν ο Χρύσανθος Λάσκαρις, που καθηρέθη και αναγκάστηκε να εκπατριστεί. Ρωτάται λοιπόν ήδη, τον Λακεδαιμόνιας Διονύσιο θανάτωσαν οι Τούρκοι υπό ποιαν ιδιότητα; Εκ πρώτης όψεως ήταν αρχιερέας επαναστάτης.

Θα συνεχίσω την αναφορά μου στον Λακωνικό χώρο. Το 1760 Δήμιοι της εξουσίας έσφαξαν προ του Επισκοπείου στον Μυστρά τον μητροπολίτη Ανανία. Αν στις προετοιμασίες της εξεγέρσεως Ορλώφ στα 1770 ο Ανανίας μετείχε ή όχι και αν τον βάρυναν υποψίες, δεν εξετάζω αυτήν την στιγμή. Αλλ’ ερωτώ πάλι- γιατί ο Μητροπολίτης Λακεδαιμόνιας Άνανίας έσφαγιάσθη; Ως γνωστόν, ήταν Μοραγιάνης και Μητροπολίτης, είχε δύο ιδιότητες, μ’ άλλα λόγια εκπροσωπούσε το υπόδουλο Έθνος του και την Εκκλησία, την στρατευμένη Εκκλησία.

Μία ακόμη ενδεικτική Λακωνική περίπτωση. Μητροπολίτης Λακεδαιμόνιας Νεόφυτος από έλλειψη πηγών δεν έχει παρουσία στην επαρχία του. Απροσδόκητη είδηση έρχεται από ένα χρονολογημένο σημείωμα 27 Φεβρουάριου 1777, ότι «εφονεύθη υπό των Αλβανιτών». ‘Υπάρχει στην Πελοπόννησο γνωστή η δεκαετής Αλβανοκρατία μετά το 1770. Τις οίδε. για ποιόν λόγο εξετελέσθη ο αρχιερέας και υπεύθυνος των υπηκόων του.

Τέλος η περίπτωσης Γρηγορίου Ε\ Περίπτωσης κλασσική και εξόχως διδακτική. Εξετέλεσαν οι Τούρκοι ένα αθώον; Έναν ένοχο ανταρσίας ; Τι τέλος πάντων ήταν ο Γρηγόριος; Ένας απλός ραγιάς απείθαρχος, ενοχλητικός στην εξουσία, ταραχοποιός; Πατριάρχης ήταν ο Γρηγόριος, με κανονική εκλογή και μ’ έγκριση της εκλογής από το Διβάνι, με τιμές και τελετές εγκατεστημένος για τρίτη φορά στον Οικουμενικό Θρόνο. Αρχηγός λοιπόν ήταν της Ορθοδοξίας. Αλλ’ ήταν σύμφωνα προς το Προνόμιον Μωάμεθ του Πορθητού και υπεύθυνος μόνιμης υποταγής των υπηκόων και πνευματικών του τέκνων. Ήταν Εθνάρχης.

 

Απαγχονισμός Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’. Έργο του Hugues Fourau, 1826, Λάδι σε μουσαμά.

 

Από την ιστορική στιγμή, που Γεννάδιος ο Σχολάριος ανέλαβε την Πατριαρχία και κατεστάθη αρχηγός του δουλωμένου Έθνους του, του όποιου η Εκκλησία ανέλαβε την προστασία, ήταν ’Εθνάρχης – Πατριάρχης. ‘Ονομάζω ιστορική εκείνη την στιγμή κατά την δύσκολη καμπή της Εθνικής ζωής, γιατί ακριβώς τότε συνέπιπταν οι δύο έννοιες. Πατριάρχης. Εθνάρχης. Εκκλησία και Έθνος. Υπό τις ταυτόσημες έννοιες των δύο ιδιοτήτων του Γρηγορίου Ε’ Πατριάρχου – Εθνάρχου, ως Τούρκος υπήκοος πλέον και αλλοεθνής και αλλόθρησκος – αυτή ήταν η μεγάλη αντίθεση – χαρακτηρίστηκε ως ένοχος προδοσίας και συνωμοσίας από το Δοβλέτι και δικαίως. Γιατί τον βάρυναν οι εύθηνες της διπλής ιδιότητας και η στάση του θεωρηθεί ως εμπαιγμός προς την Τουρκική εξουσία. Μαζί με τον Γρηγόριο θανατώθηκε ολόκληρη σχεδόν η Πατριαρχική Σύνοδος, για τον ίδιο λόγο και για την ίδια ευθύνη.

Ο Γρηγόριος οδηγήθηκε στην αγχόνη γιατί τον βάρυναν οι δύο ταυτόσημες ιδιότητες. Και γιατί δύο ταυτόσημες; Ήταν ιδιότητα μία.

Και πάλι σταθμός. Η Εκκλησία ανακήρυξε άγιους μερικούς Νεομάρτυρες. με όποιον τρόπο και αν έγινε τούτο και φυσικά όχι από την δεσμία Πατριαρχική Εξουσία. Δικαίως ανακηρύχθηκαν αμέσως μάλιστα από τον θρησκεύοντα λαό άγιοι οι Νεομάρτυρες εκείνοι που προσήλθαν αυθορμήτως στους διώκτες και επιζήτησαν τον θάνατο. Για την Εκκλησία απέθαναν, δια Χριστόν. Για την Ιστορία όλων των περιπτώσεων οι Νεομάρτυρες απέθαναν υπέρ Πίστεως και Πατρίδος. Γιατί οι δύο έννοιες συμπίπτουν, είναι έννοια μία. Επάνω σ’ αυτή τη βάση ταυτίζω Νεομάρτυρες και Εθνομάρτυρες. Γι’ αυτούς όλους θεωρώ αδιάφορο αν αγιοποιηθούν η όχι. Ίσως τους αρκεί η απονομή μόνου του τίτλου του Μάρτυρος. χωρίς αγιοποίηση. Το βάρος πέφτει με τον θάνατό τους στην τεράστιας σημασίας ωφέλεια του πληρώματος, που συνοψίζει υπό έννοια μία Έθνος – Εκκλησία.

 

Νεομάρτυρες Πελοποννήσου

Αρκαδία

 

Στάθμευσις τελική ήδη γίνεται, για να γίνει σύντομη αναφορά στους Νεομάρτυρες Πελοποννήσου. Εν πρώτοις Αρκαδία. Με την Τριπολιτσά συνδέονται τέσσερις Νεομάρτυρες. Ο πρώτος και αρχαιότερος ήτο ο ιερομόναχος Λάζαρος, Τριπολιτσιώτης και μόναζε σε κάποιο Μαντινειακό μοναστήρι. Θύμα συκοφαντίας ο πτωχός παπα-Λάζαρος έπιέζετο ν’ αλλαξοπιστήσει, αρνούμενος όμως υπέστη μαρτύρια και τελικώς εδέχθη φρικτό θάνατο επί της πυράς την 23 Φεβρουάριου πιθανότατα του έτους 1612. Ο Νεομάρτυς Λάζαρος ήταν εντελώς άγνωστος στο τοπικό εορτολόγιο. Σ’  Αγιορείτικο Κώδικα όμως (μονής Βατοπεδίου, 797, ΙΖ’ αιώνα) έχει καταχωρηθεί Ακολουθία του δια χειρός Συμεών η Συνεσίου Ελληνικού και λεπτομερές Συναξάρι.

Ο συντάκτης της Ακολουθίας εξυμνεί τον Νεομάρτυρα και παρεμβάλλει συχνά λόγους της στάσεως του Λαζάρου έναντι των βασανιστών του. Ιδέ την μελέτη Σωτήριου I. Μπαλατσούκα. Μαρτύριον και Ακολουθία Νεοΐερομάρτυρος Λαζάρου εκ· Τριπόλεως, Θεσσαλονίκη 1998. σσ. 21 (Γρηγόριος Παλαμάς. τχ. 772/1998). Πρβλ. και Αλεξάνδρου, μητροπολίτου Μαντινείας, Ιστορία της Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας, τ. Α\ Αθήναι 2000, σσ. 134-135.

Κατ’ όνομα μόνον γνωστός είναι καταγόμενος από Τριπολιτσά Νεομάρτυρας Πέτρος, ο όποιος συνελήφθη σε νεανική ηλικία στο Οντεμίσι (Τεμΐσι της Μ. Ασίας) από τους Τούρκους γι’ αγνώστους λόγους και πιεζόμενος ν’ αλλαξοπιστήσει και ευθαρσώς αρνούμενος καταδικάστε στον δι’ αγχόνης θάνατο. Το επεισόδιο χρονολογείται στα 1776. Η μνήμη του Νεομάρτυρα Πέτρου άγεται την 1 Ιανουαρίου. Για τον Πέτρο βλ. Ι. Μ. Περαντώνη, Λεξικόν των Νεομαρτύρων, τ. Β\ Άθήναι 1972.

Στην λέξι Πελοποννήσιος την καταγωγή μαρτύρησε στην Τριπολιτσά Νεομάρτυς Μήτρος το 1794. Ο βιογράφος του αναφέρει ότι σε νεανική ηλικία ο Μήτρος εξισλαμίσθη και διέμενε πλησίον Τούρκου πλουσίου. Μεταμεληθείς ομολόγησε ενώπιον του πασά την πλάνη του και δεν ενέδωσε στις προτάσεις δελεασμού του. Διο αποκεφαλίσθηκε 24 Μαΐου 1794. Το σχετικό Συναξάρι βλ. στο Νέον Λειμωνάριον, εν Αθήναις 1973, σσ. 199-201. Πρβλ. και στον Συναξαριστή των αγίων Μακαρίου Κορίνθου, Νικοδήμου Αγιορείτου. Νικηφόρου Χίου και διδασκάλου Αθανασίου Παρίου, εκδ. γ\ «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1996, σσ. 560-562.

’Ιδιαιτέρως τιμάται στην Τρίπολι ο Νεομάρτυς Δημήτριος ο όποιος κατήγετο από την Λιγούδιστα Τριφυλίας (σημερινή Χώρα) και εργαζόταν σε διάφορα σπίτια στην Τριπολιτσά ως υπηρέτης Τούρκων, καθώς και ο πρεσβύτερος αδελφός του. Αμφότεροι τούρκεψαν και ο Δημήτριος έλαβε τ’ όνομα Μεχμέτ. Ενώ ο μεγαλύτερος αδελφός δεν παρακολουθείται. ο Μεχμέτ εργάζετο ως κουρέας μέχρι τίνος και κατόρθωσε ν’ απομακρυνθεί και περιπλανώμενος ανά τας πόλεις της Μ. Ασίας να καταλήξει στην Χίο. Εκεί εγνωρίσθη και εβοηθήθη από τον πρώην Κορίνθου, γνωστόν αλείπτην για τις περιπτώσεις μεταμελουμένων εξωμοτών. Αποφασισμένος να δώσει το αίμα του για να εξιλεωθεί, επέστρεψε στην Τριπολιτσά και μετά από δραματικές ημέρες και νύκτες, προκαλώντας τους Τούρκους του παλαιού του περιβάλλοντος, εδέχθη τον δι’ αποκεφαλισμού θάνατο την Τρίτη της εβδομάδας του Θωμά 14 Απριλίου 1803. Το γεγονός συγκίνησε το ευσεβές πλήρωμα και δια κοινής αναγνωρίσεως έγινε η ανακήρυξης αυτού εις άγιον.

 

Άγιος Δημήτριος ο Νεομάρτυρας.

 

Ακολουθία στον Νεομάρτυρα Δημήτριο συνέταξε ο διάκονος τότε του Αμυκλών Νικηφόρου Ιωσήφ, υστέρα διαπρεπής Επίσκοπος Ανδρύσσης. Υπάρχουν στα τροπάρια τολμηρές εκφράσεις, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην αγχόνη τον νεαρό ιεροδιάκονο. π.χ. το θράσος της Άγαρ κατέβαλες, κλονουμένους καλώς υπεστήριξες. Αναφέρεται ακόμη πικρός ζυγός και άλλα παρόμοια. Οι ευσεβείς κάτοικοι της πόλεως ανήγειραν πολύ νωρίς ναό στην μνήμη και τιμή του Νεομάρτυρα ο όποιος έκτοτε τιμάται όλως ιδιαιτέρως στην Τρίπολι.

Υπάρχει ενδιαφέρουσα βιβλιογραφία για τον Δημήτριο. Βλ. Τ. ΑΘ. Γριτσοπούλου, Ιστορία της Τριπολιτσάς, τ. Α\ Άθήναι 1976 σσ. 423- 424 και Αλεξάνδρου μητρ. Μαντινείας, Ιστορία της Ιεράς Μητροπόλεως Μάντινείας και Κυνουρίας, τ. Α\ Άθήναι 2000, σσ. 127-132.

Το έτερον σκέλος του διπτύχου των Νεομαρτύρων Τριπολιτσάς κρατεί Νεομάρτυς Παύλος, καταγόμενος από το Σοποτό Καλαβρύτων, άλλα κατ’ απομίμηση του Δημητρίου. Χρόνια 15 αργότερα από το μαρτύριο εκείνου επέλεξε την πρωτεύουσα του πασαλικίου για ν’ αποπλύνη δια του τιμίου αίματός του τον ρύπον της προδοσίας του και να καταστήσει συνείδηση εις μεν τους κατακτητάς ότι με αίμα θα εξαγορασθεί η απομάκρυνσής των από την πατρίδα, εις δε τους υποδούλους Έλληνες ότι με το μήνυμα προς τους Οθωμανούς οφείλουν να συνειδητοποιήσουν το ιδικό τους χρέος.

 

Ο Άγιος Νεομάρτυρας Παύλος.

 

Ο Παναγιώτης κατά κόσμο από το Σοποτό σανδαλοποιός είχε εργαστήρι δικό του στην Πάτρα, άλλα διαφώνησε και διαπληκτισθεί με τον εκμισθωτή του και διαμαρτυρόμενος αλλαξοπίστησε παρά να αυξήσει το μίσθωμα του εργαστηρίου, που διατηρούσε επί δεκαπενταετία περίπου. Θυμώδης ο Παναγιώτης φόρεσε τούρκικα και περιερχόμενος τα χωριά διεκήρυσσε ότι ήταν Τούρκος. Ήταν φυσικό, ο Παναγιώτης να μετανοήσει για όσα έκανε. Συνήλθε με την σκέψη να μεταβεί στον Άγιο Όρος, όπου και μετέβη, περιήλθε πολλές μονές και στην Μ. Λαύρα φόρεσε το μοναχικό ένδυμα με τ’ όνομα του αποστόλου των εθνών Παύλου. Υπό την καθοδήγηση των πνευματικών του αγιωνύμου Όρους διήλθε από το στάδιο των δοκιμασιών, προετοιμαζόμενος στην δια μαρτυρίου λύτρωση.

Οι νεομάρτυρες Δημήτριος και Παύλος Πολιούχοι της Τρίπολης

Από τα πολλά περιστατικά που αναφέρουν οι βιογράφοι για την οδοιπορία που ο Παύλος ανέλαβε ανά την Πελοπόννησο, αξιοσημείωτο είναι ότι τον προαλειφόμενο νέο μάρτυρα είλκυε το προηγούμενο του Δημητρίου, γι’ αυτό και κατέληξε στην Τριπολιτσά. Δημιούργησε προκλητικά για την εξουσία επεισόδια, συνελήφθη, εισήχθη εις δίκην και καταδικάστηκε εις θάνατον. Η ποινή του εξετελέσθη την 6ην μ.μ. ώραν της 22ας Μαΐου 1818 δια μαχαίρας εμπρός στην Πύλη του Σεραγίου. Ευσεβείς χριστιανοί περισυνέλεξαν τα τίμια λείψανα του Νεομάρτυρος και έχουν σήμερα αποθησαυριστή.

Ακολουθία του Νεομάρτυρος Παύλου συνέταξε ο μοναχός Χριστόφορος από την Λήμνο. Για τις εκδόσεις αυτής και σχετικά με το μαρτύριο βλ. εις Τ. Αθ. Γριτσοπούλου. Ιστορία της Τριπολιτσάς, τ. Α\ Αθήναι 1976. σσ. 423-424. Πρβλ. Αλεξάνδρου, μητρ. Μαντινείας, Ιστορία της Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας. τ. Α’, Άθήναι 2000. σσ.132-134.

Από τον πολύαθλο βίο των Φιλοσοφιτών αρχιερέων, πατριαρχών, μοναχών και διδασκάλων ανασύρονται και Όσιοι και για οσιότητα βίου ανακηρυγμένοι άγιοι. Ο παλαιότερος αξιομνημόνευτος είναι ο από Φιλιππουπόλεως Οικ. Πατριάρχης Διονύσιος Α’, αλλά και ο Χριστιανουπόλεως Αθανάσιος. Ο τελευταίος τιμάται σ’ ολόκληρη την Γορτυνία. Το σκήνωμά του φυλάσσεται στην Γορτυνιακή μονή Προδρόμου. Ο πρώτος συνδέεται με την μονή Εικοσιφοινίσσης Δράμας, άλλα μετεφέρθη και στην πατρίδα του Δημητσάνα μέρος αγίου λειψάνου και εορτάζεται κατ’ έτος.

Για τους δύο όσιους τούτους βλ. Τ. ΑΘ. Γριτσοπούλου, Μελέτη περί του βίου και ’Ακολουθία του από Φιλιππουπόλεως Οΐκουμ. Πατριάρχου Διονυσίου Α’ του εκ Δημητσάνης…, Αθήναι 1955, σσ. 53. Του αυτού. Μονή Φιλοσόφου, εν Αθήναις 1960.σσ. 410-417, Σοφοκ. Δημητρακοπούλου, Ο άγιος ’Αθανάσιος Χριστιανουπόλεως, ιστορική βιογραφία. Αθήνα 2000. σσ. 173.

Κατά τα προεπαναστατικά χρόνια καταγράφεται στον πίνακα των εκκλησιαστικών προσώπων Δημητσάνας ένας Νεομάρτυς με τ’ όνομα Ελευθέριος κατά κόσμον και μοναχικόν Ευθύμιος. Έζησε κατά τα νεανικά του χρόνια ο Ελευθέριος μακράν των γονέων του και χωρίς χαλινόν στα ανθρώπινα πάθη, μέχρις ότου εξισλαμίστει. Τον βίο ανάλωσε μεταξύ περιοχής Ηγεμονιών και Κωνσταντινουπόλεως. Κάποτε συνήλθε και όπως πράττουν οι περισσότεροι των ιδίων περιπτώσεων κατέφυγε στο Άγιο Όρος, στην μονή Ιβήρων και στα περί αύτήν. Με την βοήθεια συμπατριώτη του και συγγενούς του μοναχού Ονούφριου Κουντούρη. πεπαιδευμένου και λογίου μοναχού, πέρασε από στάδιο ασκήσεως με εμπείρους πνευματικούς, μέχρις ότου ωρίμασε η αρχική του πρόθεση να μαρτυρήσει και κατέληξε σε οριστική απόφαση.

Ευθύμιος πλέον ο Δημητσανίτης μοναχός μετέβη στην Κωνσταντινούπολη πλησίον των μουσουλμανικών κύκλων και με προκλήσεις ομολογούσε τον ένα και αληθινό Θεό, μέχρις ότου ο αρχικώς τρελός θεωρούμενος μοναχός φυλακίστηκε,  δοκιμάστηκε και τελικώς με τον σταυρό στο χέρι ομολογητής της πίστεως παρεδόθη στον δήμιο και μετά από αλλεπάλληλα κτυπήματα αγρίως σφαγιάστηκε στον Γαλατά, το 1814, σε ηλικία 20 μόλις ετών. Του Ευθυμίου το λείψανο μετακομίστηκε στο Άγιο Όρος από τον Αγιορείτη συνοδό του και ως Νεομάρτυς τιμάται έκτοτε, άγεται δε η μνήμη του την 1 Μαΐου.

Ο ταπεινός Ονούφριος συνέταξε Συναξάρι μακρόν και Ακολουθία Αναλυτικά και συναρπαστικά είναι τα βιογραφικά του. Η Ακολουθία σε πρώτη έκδοση το 1865 περιέλαβε τους τρεις Ιβηρίτες Νεομάρτυρες, Ευθύμιο, Ιγνάτιο, Ακάκιο. Δευτέρα έκδοση έγινε στην Πάτρα το 1882 με τον Βίο του Ευθυμίου από τον έκδοτη Β. Σεκόπουλο του «Κάδμου». Ειδική μελέτη δημοσιεύεται από Ιωάννας Γιανναροπούλου. Δημητσανίτης Νεομάρτυς Ευθύμιος, «Μάραβα», Ετ. ΣΤ’ (2003) σσ. 121-130.

 

Λακωνία

 

Μας καλεί η Λακωνία. «Χαίρει έχουσα η Λακεδαίμων θείαν λάρνακα των σων λειψάνων, άναβρύουσαν πηγάς των ιάσεων», ψάλλει η επαρχία και ο νομός και η Πελοπόννησος ολόκληρη για τον πασίγνωστο όσιο και αναμορφωτή του μοναχικού βίου Νίκωνα τον «Μετανοείτε», ο όποιος λαμπρύνει από τον 10ον  αιώνα το εκκλησιαστικό στερέωμα και την Ορθοδοξία και το Ελληνικό Έθνος. Έκτοτε, στην τοπική Αγιολογία θέσι εξέχουσα καταλαμβάνει ένας Νεομάρτυς, που ανήκει στον 18ον αιώνα και φέρει τ’ όνομα Ιωάννης ο Γουβιώτης.

 

Ο Άγιος Νίκωνας, τοιχογραφία, Ιερά Μονή Οσίου Λουκά Βοιωτίας.

 

Για τον Νίκωνα και την περί αυτού πλούσια βιβλιογραφία βλ. το μελέτημα Τ. ΑΘ. Γριτσοπούλου, Εισαγωγή εις τας περί τον όσιον Νίκωνα σπουδάς, «Μνήμη του όσιου Νικώνος του «Μετανοείτε», Παράρτημα τόμου ΚΔ’ (1999) των «Πελοποννησιακών». σσ. 5-26. Στο τεύχος ευρίσκει ο ενδιαφερόμενος ειδικά μελετήματα περί Νίκωνος και (σσ. 91-92) την σχετική περί αυτού βιβλιογραφία.

Γουβιώτης ο Νεομάρτυς Ιωάννης ονομάζεται από την μητρική του καταγωγή, τις Γούβες του τ. Δήμου Έλους, άλλα και Μονεμβασίτης απεκλήθη ευκρινέστερα και ίσως γιατί στην Μητρόπολι αυτή υπάγετε ο μητρικός οικισμός. Στην πραγματικότητα ο Ιωάννης ήταν Γερακίτης, άλλως τε και ο ιερέας πατέρας του ήταν Γερακίτης.

 

Ο Νεομάρτυρας Άγιος Ιωάννης ο εκ Μονεμβασίας.

 

Το μαρτύριο του Ιωάννου τοποθετείται χρονολογικώς στην περίοδο της κατά την Πελοπόννησον Αλβανοκρατίας (μεταξύ 1770-1780). Από τον Συναξαριστή πληροφορούμεθα ότι Αλβανοί εισελάσαν στο Γεράκι και ο 15 δετής υιός του ιερέως Ιωάννης μετεφέρθη αιχμάλωτος στην Λάρισα μαζί με την μητέρα του. Επωλήθησαν και Τούρκος άτεκνος ο αγοραστής έδειξε γι’ αυτούς ενδιαφέρον, με περιποιήσεις και υποσχέσεις να υιοθέτηση τον νέον άλλ’ απαιτούσε να ασπαστεί την θρησκεία του Μωάμεθ. Ευφυής και φρόνιμος ο Ιωάννης επί τριετία υπέμενε τις πιέσεις, μέχρι που ο Τούρκος μετέβαλε στάση και τον ξυλοκοπούσε συνεχώς, τον άφηνε νηστικό και τον βασάνιζε. Μάλιστα μία ημέρα τον μετέφερε στο τζαμί και οι παρευρισκόμενοι τον λάκτιζαν και τον απειλούσαν με πιστόλες στο στήθος. Στην επιμονή του Τούρκου προστάτου του ο Ιωάννης αντέτασσε άρνηση μέχρις ότου εκείνος έχασε την υπομονή του, τον βασάνιζε καθημερινώς σ’ έναν τόπον μαρτυρίου υπόγειο. Η επίμονη άρνηση του Ιωάννου να τουρκέψει ερέθιζε τον Τούρκο και κάποια ημέρα σήκωσε την μάχαιρα, τον έπληξε στην καρδιά και του στέρησε την ζωή. Ήταν 21 Οκτώβριου 1773, κατά το Συναξάρι, ίσως όμως τούτο έγινε και ένα έως δύο έτη νωρίτερα. Το λείψανο του υιού της η δυστυχισμένη μητέρα το μετέφερε στην πατρίδα της. Ο βιογράφος του Νεομάρτυρος πρέπει να εστηρίχθη στις αφηγήσεις της μητέρας του.

 

Ο Νεομάρτυρας Ιωάννης (Γουβιώτης) ο εκ Μονεμβασίας. Φορητή εικόνα, έργο του Λαρισαίου αγιογράφου Ευάγγελου Καραβασίλη.

 

Τα συμβάντα έγιναν γνωστά στον οικείο Μητροπολίτη Μονεμβασίας Χρύσανθο, ο όποιος ανέθεσε στον διάκο του Πανάρετον Αγγελόπουλο και συνέταξε την Ακολουθία του Νεομάρτυρος, που συνετέλεσε στην καταξίωσή του, άλλ’ η έκδοση έγινε κατά την Επανάσταση. Σχετικώς βλ. Τ. Αθ. Γριτσοπούλου. Ιστορία του Γερακίου, Αθήναι 1982, σσ. 332-344.

 

Μεσσηνία

 

Έπεται περιοχή νοτιότερα της Πελοποννήσου, η Μεσσηνία. Εκκλησιαστικώς συνδέεται η χώρα εκ παλαιού μεν με τον όσιο Νίκωνα τον «Μετανοείτε», κατά τον 17ον αιώνα από τους Χριστιανούς με τον μητροπολίτη Αθανάσιο Χριστιανουπόλεως. Κατά τους χρόνους της δουλείας εγγράφεται Καλαμών θείος γόνος και εγκαλλώπισμα (Απολυτίκιο) Ηλίας ο επωνυμούμενος Αρδούνης, με τουρκικό όνομα Μουσταφάς μετά την μετάστασή του στην θρησκεία του Ισλάμ. Αναφέρεται ότι ήταν μπαρμπέρης στην Καλαμάτα, χριστιανών και Τούρκων, προσφιλές πρόσωπον προς αμφότερα τα μέρη.

Λίαν αγαπητός ο Ηλίας στους προεστούς και τον λαό της Καλαμάτας προκάλεσε κατάπληξι με την μετάστασή του και μάλιστα η ασήμαντη αφορμή που αναφέρεται για την αλλαξοπιστία. Πόσον καιρό παρέμεινε στην Καλαμάτα ο Μουσταφάς Αρδούνης δεν αναφέρεται, ούτε με τι ασχολείτο, φαίνεται όμως ότι εκείνος ελθών εις εαυτόν ζούσε το προσωπικό του δράμα. Απόδειξη, ότι αιφνιδίως μία ήμερα εξαφανίσθη. Το γεγονός ανησύχησε και τους Τούρκους και ανεζήτησαν ματαίως τα ίχνη του γύρω στην Καλαμάτα.

 

Ο Νεομάρτυρας Άγιος Ηλίας ο Αρδούνης.

 

Μεταμεληθείς ο Ηλίας έλαβε την άγουσα δι’ Άγιο ’Ορος, όπου ευρήκε κατανόηση κοντά στους Αγιορείτες, βοήθεια και φόρεσε τα καλογερικά. Μετά οκταετή παραμονή, προσευχή, άσκηση και προετοιμασία επέστρεψε στον τόπο της προδοσίας, για να βρει λύτρωση με μαρτύριο. Γνωστός, αγαπητός πάλι έγινε δεκτός από τους εντοπίους και ως ομολογητής της πίστεως των πατέρων του προκάλεσε των αλλοφύλων και αλλοθρήσκων κατακτητών την αντίδραση. Συνελήφθη, κακοποιηθεί, φυλακίστηκε και καταδικάστηκε  εις θάνατον. Μετεφέρθη στην θέσι Βέλιουρα Καλαμάτας κ’ ερρίφθη στο πυρ. Μοναχός φλεγόμενος διεκήρυσσε τον Χριστό. Παρέδωσε το πνεύμα την 31 Ιανουάριου 1686. Σ’ αυτήν την θέση εκτίσθη ναός εις μνήμην των Αγίων Τεσσαράκοντα, όπου τιμάται αγιοποιημένος και ο μοναχός Νεομάρτυς Ηλίας, ο Αρδούνης, την 31 Ιανουαρίου.

Το Συναξάρι του Νεομάρτυρος οι Συναξαρισταί παρέλαβαν από το Νέον Μαρτυρολόγιον (Αθήναι 1856), σσ. 103-104, όπως διεσώθη από σύγχρονο εκείνου συγγενή του. Θησαύρισμα της μονής Βουλκάνου Μεσσηνίας αποτέλεσε η κάρα του Νεομάρτυρος. Ακολουθία συνέταξε ο γνωστός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης. Σχετικώς βλ. Ακολουθία του άγιου ένδοξου οσιομάρτυρα Ηλία του Αρδούνη εκδιδομένη υπό του Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου, εν Αθήναις 1956. Ιδέ και Γ. Δ. Κούβελα, Ο οσιομάρτυς Ηλίας ο Αρδούνης, Αθήναι 1999, σσ. 60.

Σεμνυνομένη η Κόρινθος δια την Ίδρυση της Εκκλησίας αυτής από τον απόστολο των Εθνών. Πλούσιο εορτολόγιο εδημιουργήθη από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια στην Κορινθία, τόσον από τον κύκλο του Παύλου, όσον και από τους μάρτυρες των χριστιανικών Α’ – Δ’ αιώνων. Μεταξύ αυτών πρώτη θέση κατέλαβε ο άγιος Λεωνίδας μετά της ακολουθίας του, πολύ γνωστός μάλιστα λόγω της μεγάλης παλαιοχριστιανικής προς τιμήν του βασιλικής του Λεχαίου.

 

Ο Άγιος Λεωνίδης ο Τροιζήνιος.

 

Αργολίδα

 

Έχει Νεομάρτυρας και η Αργολίδα. Εν πρώτοις στο Ναύπλιο τιμάται την 1η Φεβρουάριου η μνήμη Αναστασίου του Ναυπλιέως, ο όποιος αναφέρεται ότι ήταν ζωγράφος, ασκούσε επάγγελμα στην περιοχή και κήρυττε τον λόγο του Θεού. Εν τούτοις παρεσύρθη, εξισλαμίσθη, μαρτύρησε το 1655, βασανιζόμενος οικτρώς. Νέον Μαρτυρολόγιον Νικοδήμου Αγιορείτου, εκδ. γ\ Αθήναι 1961,σσ. 74-75.

 

Αναστάσιος Νεομάρτυς, ο Ναυπλιεύς.

 

Άλλα και το Άργος που καυχάται για τον επίσκοπο Άργους Πέτρο, πολιούχο έκτοτε Άργους και προστάτη, έχει να επιδείξει ίδιον βλάστημα στον χορό των Νεομαρτύρων. Την 3 Δεκεμβρίου εορταζόμενος στο Άργος Νεομάρτυς Αγγελής μαρτύρησε στην Χίο το 1803, δεν αναφέρεται δε καθόλου παραμονή του στην γενέτειρά του πόλη στο Συναξάρι του. Στην Χίο λίαν αγαπητός έφθασε ο Αγγελής και μαρτύρησε, ενώ ο βιογράφος του τον παρουσιάζει αρχικώς στο Κουσάντασι (Αλικαρνασσό) και αφηγείται παράδοξη περίπτωση συμφωνημένης μονομαχίας του με άπιστο Φραντσέσκο. Από την άσκηση εμπειρικής Ιατρικής ήταν πασίγνωστος και σεβαστός με την αγαθότητα και ευσέβεια του. Κάποια στιγμή ο Αγγελής μετεπήδησε στην θρησκεία των Αγαρηνών και τούτο μετέβαλε άρδην την ζωή του, του δημιούργησε πλέγμα με τόνους δραματικούς, μέχρις ότου τον οδήγησε στο μαρτύριο. Είναι χαρακτηριστική η αφήγηση του βιογράφου του, ο όποιος τον μεταφέρει κατ’ επανάληψιν προ του τάφου του πρώην Κορίνθου Μακαρίου. Έτυπτε την κεφαλή, έκλαιε πικρά και είχε συλλάβει σχέδιο μαρτυρίου, για να λυτρωθεί τόσον από την προδοσία της πίστεως, όσο και από το καθημερινό μαρτύριο της δοκιμασίας του προσωπικού του δράματος.

Η σκηνή της αποτομής της τιμίας κεφαλής του Αγγελή περιγράφεται με ζωηρά χρώματα. Τελικώς ο νεκρός ερρίφθη στην θάλασσα. Ο Αγγελής δια της συγκινήσεως των πιστών ανεκηρύχθη άγιος. Ακολουθία του συνέθεσε ο γνωστός ιερομόναχος Νικηφόρος ο Χίος. Σχετικώς βλ. Νέον Λειμωνάριον, εν Αθήναις 1873. σσ. 437-457.

Άγιος Αγγελής ο Νεομάρτυρας, ο Αργείος

Στο Νέον Λειμωνάριον, σσ. 491-492, δημοσιεύεται «Μαρτύριον των άγιων ένδοξων Τριών Ανωνύμων Νεομαρτύρων των υπέρ Χριστού μαρτυρησάντων κατά την Αιτωλίαν εν τη πολιτεία τη κοινώς λεγομένη Βραχώρι». Ο βιογράφος δηλώνει ευθύς αμέσως στην αφήγησή του ότι οι τρεις ανώνυμοι Νεομάρτυρες ήσαν «γέννημα της Πελοποννήσου, διέτριβον δε χάριν πραγματείας εις τα μέρη των Ιωαννίνων», έμαθαν Αλβανικά και το έτος 1786 αποφάσισαν να επιστρέψουν στην πατρίδα των. Έφθασαν στο Βραχώρι και για ν’ αποφύγουν στην άκρη της πόλεως τα εισπραττόμενα χαράτσια, υποκρίθηκαν πως ήσαν Τούρκοι, αναγνωρίσθηκαν όμως εντός της πόλεως, σύρθηκαν στους δρόμους, εδέροντο οδηγούμενοι στον κριτή και φυλακίστηκαν και επί πολλές ημέρες νηστικοί και βασανιζόμενοι τελικώς εδέχθησαν τον θάνατον , με τον στέφανων του μαρτυρίου.

Το χρονικό της θανατώσεως των Τριών ανωνύμων Πελοποννησίων στο Βραχώρι εξέδωσε με σχόλια από τον ύπ’ αριθ. 70 χειρόγραφο κώδικα της συλλογής της Βιβλιοθήκης της Βουλής ο Μητροπολίτης Κορίνθου Παντελεήμων Καρανικόλας, «Τρεις ανώνυμοι μάρτυρες Πελοποννήσιοι κατά το έτος 1786», Πρακτικά του Α’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τ. Γ’, εν Αθήναις 1976-78, σσ. 157-163.

Ένας ακόμη Πελοποννήσιος Νεομάρτυς, Παναγιώτης το όνομα ευρέθη από παιδική ηλικία στην Μαγνησία Μ. Ασίας δούλος σημαίνοντος Τούρκου, τον όποιον ακολούθησε στην Δαμασκό. Κακός σύνδουλος τον κατηγόρησε για σοβαρό παράπτωμα, κατεδικάσθη και επιέζετο ν’ αλλαξοπιστήσει, αρνούμενος όμως, αν και εβασανίζετο και διεκήρυσσε την πίστη του στον Χριστό, αγρίως εσφάγη, σε ηλικία μόλις 25 ετών, την 5 Απριλίου 1820 στα Ιεροσόλυμα. Το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων εξαγόρασε το λείψανο του Παναγιώτη και του απένειμε τιμές άγιου. Ο Νεομάρτυρας Παναγιώτης δεν ήταν εξωμότης, ήταν ομολογητής και υπερασπιστής της Πίστεως. Συναξάρι υπό ανωνύμου για τον Πελοποννήσιον Νεομάρτυρα Παναγιώτη από γραπτή παράδοση μοναχού Αγιοταφίτου δημοσιεύεται στον τ. 29 (1988), σσ. 41-43 του περιοδικού ’Ορθόδοξος Φιλόθεος Μαρτυρία.

Ουδέν περί Νικολάου από Ψάρι Κορινθίας και περί Ρωμανού από Διμινίτζα Λακεδαίμονος, αμφοτέρων με μαρτύριο στην Κωνσταντινούπολη, το 1554 του πρώτου, το 1695 του δευτέρου.

 

Υποσημείωση


 

[1] Κόλιας Βυτινιώτης, (τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.). Αρματολός και κλέφτης από τη Βυτίνα. Σε δημοτικά άσματα αναφέρεται ως εκπρόσωπος της παλικαριάς και σύγχρονος του Μαντά από το Αρκουδόρεμα, του Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη, του Μπότσικα Κολοκοτρώνη και άλλων αρματολών της Πελοποννήσου. Όταν η Πύλη αποφάσισε να εξοντώσει τους αρματολούς και κλέφτες, έπεσαν από τους πρώτους ο Πετιμεζάς, ο Γιαννιάς και ο Μαντάς. Κατά μία εκδοχή, ο Β. πιάστηκε στο χωριό Βρωμοσέλλα, όπου ένας δωροδοκημένος βοσκός, ο Γεωργάκης Στασινός, τον χτύπησε στον αυχένα και τον ζάλισε. Τον έδεσαν τότε και τον πήγαν στην Τρίπολη, όπου αφού τον βασάνισαν, τον δολοφόνησαν. Ο δεσπότης Αμυκλών έθαψε το ακέφαλο πτώμα του στο ξωκλήσι του Αγίου Αθανασίου. Ο προδότης, κατά την ίδια εκδοχή, εξισλαμίστηκε και ονομάστηκε Μουσταφά Τσολάκης.

 

Τάσος Γριτσόπουλος (1911-2008)

Δρος Φιλ.

Πρόεδρος της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών

 

Πρακτικά Διορθόδοξου Επιστημονικού Συνεδρίου «Κωνσταντίνος ο Υδραίος – Νεομάρτυρες Προάγγελοι της Αναστάσεως του Γένους», Ύδρα 10-14 Νοεμβρίου 2000. Ύδρα, 2007.

* Το κείμενο αποδόθηκε στο μονοτονικό. Οι  επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Older Posts »