Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Το όραμα του Μάνου Χατζιδάκι και του Μίκη Θεοδωράκη για την Ελληνική Μουσική – Ως το 1967 – Βασίλης Αγγελικόπουλος


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» μια πολύ ενδιαφέρουσα  ανακοίνωση του κ.  Βασίλη Αγγελικόπουλου,  που αφορά στα μουσικά πεπραγμένα της Ελλάδας τα χρόνια 1947- 1967, με τίτλο:

«Το όραμα του Μάνου Χατζιδάκι και του Μίκη Θεοδωράκη για την Ελληνική Μουσική – Ως το 1967».

 

«Γεια σας παίδες!»

O Μάνος Χατζιδάκις σε νεανική ηλικία, αρχείο Μάνου Χατζιδάκι, Γιώργος Χατζιδάκις.

Έτσι χαιρέτησε το αστικό κοινό του Θεάτρου Μουσούρη ο Μάρκος Βαμβακάρης, γεμάτος τρακ, όταν ο νεαρός Μάνος Χατζιδάκις τον έβγαλε στη σκηνή για να παίξει μερικά τραγούδια του. Ήταν αρχές του 1949, τέλη Φεβρουάριου, αρχές Μαρτίου, ανεξακρίβωτο ακόμα, τότε που ο 23χρονος Χατζιδάκις πήρε την απόφαση να μιλήσει ανοιχτά και δημόσια για το ρεμπέτικο τραγούδι, «μια πράξη εξόχως τολμηρή για κείνους τους καιρούς», όπως είπε πολύ αργότερα ο ίδιος, γιατί «το να σ’ αρέσουν τα ρεμπέτικα τότε ήταν το ίδιο επικίνδυνο σαν να διάβαζες “Ρίζο” παράνομο…»[1].

Η τελευταία χρονιά του Εμφυλίου βρίσκει τους δύο κατοπινούς αναμορφωτές του ελληνικού τραγουδιού, το Μάνο Χατζιδάκι και το Μίκη Θεοδωράκη, που είναι συνομήλικοι και φίλοι ήδη από τα χρόνια της Κατοχής, να έχουν μπει για καλά στο δρόμο της μουσικής και μάλιστα να έχουν ήδη πίσω τους όχι ασήμαντο έργο, πράγμα που δεν είναι και ευρέως γνωστό, καθώς η παρουσία τους συνδέεται συνήθως με τη «μεγάλη δεκαετία του ’60».

Ανατέλλοντος του 1949 ο Χατζιδάκις έχει ήδη γράψει μουσική για 12 θεατρικές παραστάσεις, δυο τρεις σουίτες μπαλέτου, μία άλλη για πιάνο, έργα για φωνή και πιάνο και έχει κάνει και την πρώτη του δοκιμή στον κινηματογράφο – σε μια ταινία που ήταν η πρώτη και για την Έλλη Λαμπέτη [2]. Ανάμεσα σ’ αυτά τα περίπου 20 νεανικά του έργα συγκαταλέγονται και ορισμένα πολύ σημαντικά, όπως η σουίτα Για μια μικρή λευκή αχιβάδα, ο κύκλος τραγουδιών Ματωμένος Γάμος, από το θεατρικό του Λόρκα σε μετάφραση Νίκου Γκάτσου, και τα δύο ναυτικά τραγούδια, σε ποίηση Μίλτου Σαχτούρη.

Λίγο πριν από την ιστορική διάλεξή του για το ρεμπέτικο, η κραταιά μουσικοκριτικός των Νέων Σοφία Σπανούδη γράφει πρωτοσέλιδο ύμνο για το νέο συνθέτη, με αφορμή την ερμηνεία της Αχιβάδας από διακεκριμένο Αμερικανό πιανίστα στην Αθήνα [3], ενώ λίγες μέρες μετά τη διάλεξη, στην ίδια εκείνη σκηνή του Μουσούρη (Θέατρο Αλίκη τότε), το Θέατρο Τέχνης του Κ. Κουν ανεβάζει το Λεωφορείον ο Πόθος του Τ. Γουίλιαμς, με μουσική Χατζιδάκι, όπου η Μελίνα, στον πρώτο σπουδαίο ρόλο της, τραγουδά Χάρτινο το φεγγαράκι – ένα από τα ωραιότερα και δημοφιλέστερα ελληνικά τραγούδια του 20ού αιώνα.

Την ίδια χρονιά, ο νεαρός Μίκης Θεοδωράκης ολοκληρώνει ένα πρώτο τριετές πηγαινέλα του στην Ικαρία και τη Μακρόνησο, όπου εκτοπίζεται λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων – ωστόσο, συνεχίζει τις μουσικές του σπουδές αλλά και τη σύνθεση, στην οποία επιδίδεται με μένος από την τρυφερή ηλικία των 12 χρόνων. Πράγματι, 24ετής ο Θεοδωράκης έχει πίσω του, το 1949, ένα σύνολο από 50 και πλέον έργα συμφωνικού κυρίως χαρακτήρα, από το οποίο δεν λείπουν όμως και δεκάδες τραγούδια, που έγραφε για το κέφι του, σε στίχους γνωστών ποιητών (Παλαμά, Δροσίνη, Σολωμού, Βαλαωρίτη κ.ά.) αλλά και δικούς του[4].

Το 1949 οι δύο νέοι συνθέτες, που θα κυριαρχούσαν στην ελληνική μουσική το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, φαίνονται αποφασισμένοι να ακολουθήσουν διαφορετικούς δρόμους, αλλά τους συνδέει ένα κοινό, και όχι μόνο ανάμεσά τους, όραμα: η αλλαγή, μακάρι και ανατροπή, των μουσικών, τουλάχιστον, πραγμάτων της χώρας. Κάτι απολύτως συνειδητό και για τους δύο το 1949.

Γεννημένοι κι οι δύο το 1925, ανδρώθηκαν στα χρόνια της Κατοχής έχοντας, από παιδιά, πάθος για τη μουσική και την ποίηση, αλλά και ιδιαίτερη ευαισθησία για τα κοινωνικά ζητήματα, πράγμα που τους οδήγησε νωρίς στην καρδιά όχι μόνο των αισθητικών-καλλιτεχνικών, αλλά και των πολιτικών κινημάτων της πολυκύμαντης εποχής τους. Είχαν και οι δυο από έφηβοι ενταχθεί στην ΕΠΟΝ του ΕΑΜ, πράγμα που μόλις τα τελευταία χρόνια έγινε ευρύτερα γνωστό για τον Χατζιδάκι, ο οποίος μάλιστα είχε ακολουθήσει και το στρατό του ΕΛΑΣ όταν υποχωρούσε στα βουνά, το 1945, με τον οποίο και επέστρεψε στην Αθήνα μετά τη «Βάρκιζα». Παρέμεινε «στρατευμένος» ως το ’47 περίπου, γράφοντας μουσική για τους θιάσους των Ενωμένων Καλλιτεχνών, τους οποίους ακολούθησε και σε περιοδείες τους στην άγρια τότε ελληνική επαρχία, εισπράττοντας κι αυτός το μερίδιό του σε διώξεις, προπηλακισμούς και άγριους ξυλοδαρμούς. Η εμπειρία και η βάσανος μέσα από τον πόλεμο, την Κατοχή, την Αντίσταση και τον εμφύλιο, και παράλληλα η μαθητεία δίπλα σε φωτεινές πνευματικές και καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες του καιρού τους, που ευαγγελίζονταν την επανασύνδεση με την ελληνική ρίζα και την αλήθεια των πραγμάτων (είναι πασίγνωστη η φοίτηση του νεαρού Χατζιδάκι στην παρέα Ελύτη, Γκάτσου, Τσαρούχη, Κουν κ.λπ.), είχαν γεννήσει στους δύο νέους μουσικούς, όπως και στους περισσότερους Έλληνες τότε, το όραμα μιας νέας, καλύτερης Πολιτείας και, όσον αφορούσε την τέχνη τους, μιας άλλης, ουσιαστικότερης και γνησιότερα ελληνικής μουσικής. Το όραμα αυτό – με μαχητικότερο, στο πολιτικό σκέλος, το νεαρό Μίκη, περισσότερο σκεπτικιστή πια το νεαρό Μάνο – χαρακτήρισε τους δύο συνθέτες για τις επόμενες δύο δεκαετίες. Και στο βαθμό που το όραμα αυτό έγινε πραγματικότητα, οφείλεται κυρίως στο έργο των δύο αυτών μεγάλων συνθετών.

 

Μάνος Χατζιδάκις και Μίκης Θεοδωράκης στη Ρώμη το 1954. Πηγή:Lifo.

 

Είναι δίκαιο να επισημάνει κανείς ότι ο Χατζιδάκις πρώτος είχε ήδη αρχίσει να δουλεύει προς αυτή την κατεύθυνση και να παρουσιάζει έργα που αναδείκνυαν την ελληνική καταγωγή και ταυτότητα στο τραγούδι και τη μουσική γενικότερα. Το όραμα του Μίκη, όπως δηλώθηκε αργότερα στο έργο του, θα καθυστερούσε ακόμη μία δεκαετία να φανεί, καθώς δρούσε ανασταλτικά ως προς αυτό ο συγχρωτισμός του με τον κόσμο της «σοβαρής» μουσικής, πρώτα στην Ελλάδα, ως το ’54, και κατόπιν στο Παρίσι, ως το ’59, όπου μάλιστα ενεπλάκη και στη δίνη της δωδεκαφθογγίας, μαθητεύοντας δίπλα στον Ολιβιέ Μεσιάν.

Ωστόσο, κι εκείνον είχε απασχολήσει τότε το ρεμπέτικο – είναι μάλιστα σχετικά άγνωστο το γεγονός ότι λίγους μήνες μετά τη διάλεξη Χατζιδάκι είχε εκδηλωθεί και ο Θεοδωράκης δημόσια υπέρ του ρεμπέτικου με άρθρο του που δημοσιεύθηκε το φθινόπωρο του 1949 [5]. Πέρασε όμως απαρατήρητο, γιατί ο συντάκτης του ήταν άγνωστος, εν αντιθέσει με τον νεαρό Χατζιδάκι, που είχε ήδη συγκινήσει τους καλλιτεχνικούς και φιλότεχνους κύκλους της Αθήνας. Η σχέση πάντως του Θεοδωράκη με το λαϊκό τραγούδι πέρασε από σαράντα κύματα – από την αποδοχή ως την απόρριψη – έως ότου κρυσταλλωθεί οριστικά, μετά την τεράστια επιτυχία του Επιταφίου το 1960, σε μια υπερθετική και μαχητική υπεράσπιση. Λέμε «μετά την επιτυχία του Επιταφίου», γιατί ακόμη και λίγες μόλις εβδομάδες πριν από την κυκλοφορία του, ο Μίκης απέρριπτε κατηγορηματικά το ρεμπέτικο, σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του I960[6].

 

Ο Μίκης Θεοδωράκης είναι κομμάτι της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Κατάφερε να ζήσει στον «υπερθετικό» όπως λέει κι ο ίδιος. Πηγή:Lifo.

 

Αντιθέτως, ο Χατζιδάκις ήταν ήδη «αποφασισμένος» το 1949. Είχε αρνηθεί, «μαζί με διάφορα άλλα», και την ελληνική «σοβαρή» μουσική – «που η μισή ντυμένη με κουρέλια παρίστανε την Ευρώπη, και η άλλη μισή, με φουστανέλλες, την “αθάνατη Ελλάδα”»[7]– και είχε συγκλονιστεί από το λαϊκό τραγούδι. Οι αποτυπώσεις του γεγονότος αυτού στα πρώτα του έργα θα πλήθαιναν όλο και περισσότερο τα επόμενα χρόνια και θα προκαλούσαν ισχυρές εντυπώσεις. Οι λοιδωρίες δεν έλειπαν, αλλά η μαγεία που εξέπεμπε η μουσική του νεαρού Χατζιδάκι επικρατούσε.«Έκανα θέατρο, μουσική και ποίηση, όταν αυτά ήταν διαχωρισμένα στον ελληνικό χώρο», είπε δεκαετίες αργότερα ο ίδιος, αναφερόμενος στην πρώτη δημιουργική δεκαετία του[8].

Από το 1949 ως το 1954, οι μουσικές που έγραψε για το θέατρο (Τέχνης και Εθνικό) και για τον κινηματογράφο, ορισμένα λογιότερου χαρακτήρα έργα του (όπως Ο κύκλος του CNS, οι Δύο χοές και η Ιονική Σουίτα), κυρίως όμως τα πασίγνωστα μπαλέτα του, που κυριολεκτικά ίδρυσαν και στερέωσαν το Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου (Μαρσύας. Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές, Το Καταραμένο Φίδι) έφεραν ένα νέο, ζωοποιό αεράκι στην ελληνική μουσική. Ήταν το αεράκι, που δυναμώνοντας συνεχώς όσο προχωρούσε η δεκαετία του ’50, έμελλε να γίνει σφοδρός και ανανεωτικός άνεμος από το ’60 και μετά.

Ο Μίκης Θεοδωράκης στο Παρίσι, 14 Σεπτεμβρίου 1957; Φωτογραφία από το φωτογραφικό πρακτορείο Anefo.

Την ίδια περίοδο, ως το ’54 δηλαδή, θεμελιώνει και ο Μίκης μια ξεχωριστή παρουσία στο μουσικό κύκλο που είχε διαλέξει να κινείται. Το ’50 τελειώνει τις σπουδές του στο Ωδείο Αθηνών και αρχίζει να εργάζεται στην Κρατική Ορχήστρα Αθηνών παίζοντας κρουστά υπό το δάσκαλό του Φιλοκτήτη Οικονομίδη. Την ίδια χρονιά, παρουσιάζει η ΚΟΑ έργο του (Στο πανηγύρι της Ασή-Γωνιάς), ενώ συνθέσεις του εκτελούνται όλο και συχνότερα σε συναυλίες, αποσπώντας θετικές κρίσεις.

Ως το ’54, οπότε παίρνει υποτροφία από το ΙΚΥ και φεύγει για σπουδές στο Παρίσι, εργάζεται ως μουσικοκριτικός σε διάφορες αριστερές εφημερίδες, με ψευδώνυμο κυρίως, γράφει μουσική για πολλά ραδιοφωνικά σκετς και για τις τέσσερις πρώτες του κινηματογραφικές ταινίες, συνεργάζεται κι αυτός με το Ελληνικό Χορόδραμα (Ορφέας και Ευρυδίκη, 1952) και, βέβαια, συνθέτει ακατάπαυστα: 36 έργα στην πενταετία αυτή, μεταξύ των οποίων η Πρώτη Συμφωνία του και ο κύκλος τραγουδιών Λιποτάκτες, που σε λαϊκότερη επεξεργασία θα γινόταν πασίγνωστος μετά το ’60.

Το 1955 ήταν μια χρονιά εκρηκτική για το Μάνο Χατζιδάκι και για το ελληνικό τραγούδι: ο ιδιοφυής συνθέτης αρχίζει τότε να γράφει τραγούδια που, μέσω κινηματογραφικών ταινιών, απευθύνονται στο ευρύτερο κοινό και τα οποία, μάλιστα, εκδίδονται αμέσως σε δίσκους – ενώ προηγούμενες συνθέσεις του, όπως τα τραγούδια του Ματωμένου Γάμου ή το Χάρτινο φεγγαράκι δεν εκδόθηκαν παρά 10 ή και 15 χρόνια μετά την πρώτη παρουσίασή τους – από το ’60 και μετά. Με ένα μπαράζ ταινιών (Στέλλα, Κάλπικη λίρα, Μαγική πόλις, Λατέρνα, φτώχια και φιλότιμο) ο Χατζιδάκις δίνει εκείνη τη χρονιά μια σειρά λαϊκά τραγούδια (Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι, Ο μήνας έχει δεκατρείς, Εφτά τραγούδια θα σου πω, Η λατέρνα. Γαρίφαλο στ’ αφτί, Ιλισός, Μια πόλη μαγική, Το φεγγάρι είναι κόκκινο κ.ά.) που κατάκτησαν αμέσως τις καρδιές του κόσμου και έδειξαν καθαρά την πορεία που έπαιρναν πια τα πράγματα στο ελληνικό τραγούδι. Σε λίγο ούτε το πνιγηρά ελεγχόμενο κρατικό ραδιόφωνο θα μπορέσει να αντισταθεί πλέον στην απαίτηση του κόσμου να ακούει το λαϊκό τραγούδι του. Θα άρει επιτέλους την καραντίνα και θα αρχίσει να μεταδίδει «λαϊκά» έστω και… ένα τέταρτο την ημέρα.

Από το ’55 ως το ’60, οπότε θα γίνει πια «το μεγάλο μπαμ» στο τραγούδι μας με την παγκόσμια επιτυχία της μουσικής του Ποτέ την Κυριακή και την εκρηκτική εμφάνιση του Μίκη με τον Επιτάφιο στο προσκήνιο, ο Χατζιδάκις διέρχεται μια δημιουργική περίοδο ασύλληπτη σε ποσότητα και σε ποιότητα: 70 έργα! Κοντά στα λαϊκά αλλά, ταυτόχρονα, ευρηματικά και ποιητικά τραγούδια του, που αγαπιούνται πολύ από το ευρύ κοινό, γράφει και άλλης υφής έργα, με την ευκαιρία κυρίως θεατρικών παραστάσεων αλλά και κινηματογραφικών ταινιών, που τον εκτοξεύουν στην κορυφή και στερεώνουν τη φήμη του ως ρηξικέλευθου ανανεωτή του ελληνικού τραγουδιού: Μήδεια με Παξινού, Εκκλησιάζουσες, Λυσιστράτη, θεσμοφοριάζουσες. Πλούτος, Όρνιθες, Βάτραχοι, Κύκλωπας, Αυλή των θαυμάτων, Παραμύθι χωρίς όνομα, Ο κύκλος με την κιμωλία, Δόνια Ροζίτα, Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι, Οθέλος, Ευρυδίκη, Γλυκό πουλί της νιό της, το μπαλέτο Ερημιά…

Με την «ανακάλυψή» του, τη νέα τραγουδίστρια Νάνα Μούσχουρη, κυρίως, αλλά και με πολλούς άλλους τραγουδιστές, μεταξύ των οποίων και «λαϊκοί», όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης (πράγμα σκανδαλώδες για την εποχή), ή λυρικής καταγωγής, όπως ο Γιώργος Μούτσιος, ή και ηθοποιοί, όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη, ο Χατζιδάκις ηχογραφεί ως το ’60 δεκάδες τραγούδια του, που όλα ανεξαιρέτως έχουν μεγάλη, έως και τεράστια, απήχηση.

 

O Μάνος Χατζιδάκις με την Αλίκη Βουγιουκλάκη.

 

Στο τέλος της δεκαετίας του ’60 η παρουσία του έχει κλονίσει συθέμελα τα κάστρα του κυρίαρχου ως τότε «ελαφρού» τραγουδιού, που μιμείται ανέκαθεν ξένα πρότυπα. Αλλάζει ο ήχος, αλλάζει ο στίχος, αλλάζουν οι ρυθμοί, όλο και περισσότερα είναι τα τραγούδια που γράφονται σε ελληνικούς λαϊκούς μουσικούς δρόμους, με στίχο απαιτητικότερο. Αποκαλυπτική της νέας κατάστασης που σταδιακά διαμορφώνεται είναι η διαφορετική ατμόσφαιρα που χαρακτηρίζει, από χρόνο σε χρόνο, τα τραγούδια που μετέχουν στα τρία πρώτα Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού (1959, 1960, 1961). Τα φεστιβάλ αυτά οργάνωσε το τότε ΕΙΡ, εμπνευσμένο από τον ανανεωτικό άνεμο που είχε φέρει η παρουσία του χαρισματικού Χατζιδάκι – ο οποίος και επικρατεί θριαμβευτικά στις δύο πρώτες χρονιές, 1959 και 1960. Είναι σαφές ότι η Ελλάδα τραγουδά μετά μανίας Χατζιδάκι και ότι τα πράγματα έχουν ήδη αλλάξει σημαντικά στο τραγούδι της, όταν το Σεπτέμβριο του ’60 εμφανίζεται ο Μίκης Θεοδωράκης με τον Επιτάφιο.

Πρέπει να θεωρείται βέβαιο, γιατί υπάρχουν δηλώσεις του ίδιου από την εποχή εκείνη, ότι ο Θεοδωράκης προσήλθε στο τραγούδι βαθύτατα εντυπωσιασμένος, και προβληματισμένος, από «την καταπληκτική απήχηση που είχαν μέσα στο λαό μας» τα «απλά», λαϊκά τραγούδια του φίλου του του Μάνου[9]. Άλλο τόσο είναι βέβαιο, όμως, ότι δεν ήρθε στο τραγούδι ένας αποτυχημένος στη «σοβαρή» μουσική, αλλά ένας που είχε αρχίσει θριαμβευτική διεθνή καριέρα στον τομέα αυτό και που μάλιστα είχε διακριθεί το 1959 ως ο καλύτερος νέος συνθέτης της Ευρώπης.

Από το ’55 ως το ’60, στην «περίοδο του Παρισιού», ο Μίκης γράφει περισσότερα από 25 συμφωνικά έργα, μεταξύ των οποίων τα μπαλέτα Αντιγόνη, παραγγελία του Κόβεντ Γκάρντεν, που θριάμβευσε στο Λονδίνο το ’59, και Οι εραστές της Τερουέλ, για τη Λουντμίλα Τσερίνα, όπως και η μουσική για την ταινία Μήνας του μέλιτος. Οι λόγοι για τους οποίους ο φέρελπις συνθέτης εγκατέλειψε τη διεθνή καριέρα που ανοιγόταν μπροστά του ήταν, όπως ο ίδιος τους έχει ορίσει, αφενός η ανάγκη του να απευθύνεται «σε όλο το λαό» και όχι στο περιορισμένο κοινό μιας ελίτ, αφετέρου η απαρέσκειά του, παρ’ όλες τις αμφιταλαντεύσεις του, να ακολουθήσει τη σχολή του δωδεκαφθογγισμού, που κυριαρχούσε τότε ως πρωτοπορία στα διεθνή μουσικά πράγματα. Αλλά, φυσικά, στην τελική του απόφαση έπαιξε καταλυτικό ρόλο η άμεση και τεράστια επιτυχία που είχαν τα τραγούδια του Επιταφίου[10]. Είναι χαρακτηριστική η εικόνα που δίνει ο κατάλογος των έργων του Θεοδωράκη: από το ’59 και μετά δεν υπάρχουν πια συμφωνικά έργα. Ο συνθέτης θα τα ξαναθυμηθεί μετά το 1980 πια, όταν όλα πάλι θα έχουν αλλάξει.

Τα τραγούδια του Επιταφίου, που ο Μίκης είχε μελοποιήσει το ’58 στο Παρίσι, πάνω στην ομώνυμη ποιητική σύνθεση του Γιάννη Ρίτσου, τα είχε στείλει στο Μάνο για να τα ενορχηστρώσει και να τα εκδώσει σε δίσκο[11]. Υπάρχει μια τεράστια «φιλολογία» γύρω από το πώς και γιατί ο κύκλος αυτός δισκογραφήθηκε και εκδόθηκε σχεδόν ταυτόχρονα, το Σεπτέμβριο του ’60, σε δύο εκδοχές: μία από τον Χατζιδάκι με τη Μούσχουρη, τη «λυρική εκδοχή», και μία από το Θεοδωράκη με τον Μπιθικώτση, τη «λαϊκή εκδοχή»[12]. (Χώρια ότι μέσα σε ένα μήνα ο πληθωρικός Μίκης το εξέδωσε σε μια τρίτη, «λυρικολαϊκή εκδοχή», με τη Μαίρη Λίντα).

 

Ο Μανώλης Χιώτης, ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης στην ηχογράφηση του Επιτάφιου. Πηγή: Lifo.

 

Τεράστια φιλολογία, ανάλογη της εντύπωσης που προκάλεσε το έργο και του διχασμού που προκάλεσε η διπλή του έκδοση: ο πόλεμος ανάμεσα στους υποστηρικτές της μιας ή της άλλης εκδοχής του Επιταφίου – και κατά προέκταση των αισθητικών αλλά και των κοινωνικών απόψεων που εκπροσωπούσε καθεμιά – κράτησε πολλούς μήνες και δεν περιορίστηκε στις στήλες του ημερήσιου και περιοδικού τύπου. Επεκτάθηκε αμέσως στο ραδιόφωνο, τις αίθουσες διαλέξεων, τις συναυλίες, τις επιθεωρήσεις, τις παρέες, τα σπίτια! Είναι χαρακτηριστικό ότι λίγες μόνο μέρες μετά την κυκλοφορία των δύο δίσκων, στις 5 Οκτωβρίου 1960, ο δραστήριος Σύλλογος Κρητών Φοιτητών διοργανώνει ειδική βραδιά στην αίθουσα «Ελευθέριος Βενιζέλος», Χρήστου Λαδά 2, όπου μίλησαν για το θέμα ο Φοίβος Ανωγειανάκης, ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Μίκης Θεοδωράκης, παρουσία πολιτικών αλλά και πλήθους κόσμου, που είχε κατακλύσει ακόμη και το κλιμακοστάσιο του κτιρίου, ως έξω στο πεζοδρόμιο…[13]

Το τραγούδι, που μέχρι τότε αντιμετωπιζόταν ως θέμα μάλλον ελαφρό και πάντως μη πνευματικό, είχε αναχθεί εν μια νυκτί σε πρωτοσέλιδο και έγινε έναυσμα για συζητήσεις σοβαρών πνευματικών και κοινωνικών ζητημάτων, με όλο και σαφέστερες πολιτικές προεκτάσεις. Δεν ήταν φυσικά ο Επιτάφιος που γέννησε αυτόν τον πολυεπίπεδο προβληματισμό, ο Επιτάφιος όμως τον αποκάλυψε και έδωσε συγκεκριμένη μορφή στο τοπίο που αχνοφαινόταν τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ’50.

Ο Θεοδωράκης φέρνει καταρχάς το πάντρεμα λαϊκού τραγουδιού και ποίησης. Αυτό βέβαια είχε ήδη αρχίσει με τον Χατζιδάκι, καθώς είδαμε, όπως και το πέρασμα λαϊκών ρυθμών, οργάνων και φωνών στο λογιότερο τραγούδι, αλλά με το Μίκη πήρε άλλες διαστάσεις. Στους σπουδαίους κύκλους τραγουδιών που έδωσε από το ’60 ως το 1967 (Αρχιπέλαγος, Πολιτεία, Λιποτάκτες, Άξιον Εστί, Το τραγούδι του νεκρού αδελφού, Συνοικία το όνειρο, Επιφάνια, Όμορφη πόλη, Φαίδρα, Ένας όμηρος, Μικρές Κυκλάδες, Η γειτονιά των Αγγέλων, Ζορμπάς, Χρυσοπράσινο φύλλο, Κύκλος Φαραντούρη, Μαουτχάουζεν, Ρωμιοσύνη κ.ά.) συναντώνται και δένονται μοναδικά το τραγούδι και η ποίηση – όχι πια η ποίηση του λαϊκού τεχνίτη, αλλά η λόγια ποίηση, που κατεβαίνει τώρα στα χείλη όλου του κόσμου.

Μίκης Θεοδωράκης. Αρχείο ΕΡΤ.

 

Από την εφημερίδα «Φως των σπορ»: Ο Μίκης, ανάμεσα στους παίκτες του Ολυμπιακού Αγανιάν και Αυγητίδη, στο Ελληνικό αποχαιρετά την αποστολή της ομάδας που πήγαινε στα Σκόπια για να παίξει με τη Βαρντάρ στο πλαίσιο του Βαλκανικού Κυπέλλου.

 

Ταυτόχρονα, οι στίχοι μιλούν πια και για πολιτικοκοινωνικές καταστάσεις όλο και συχνότερα όσο προχωρά η δεκαετία. Και τα τραγούδια αυτά, όσο κι αν εμποδίζεται για πολιτικούς λόγους, η ραδιοφωνική τους μετάδοση, κατακτούν τον ελληνικό λαό, που σπεύδει στις λαϊκές συναυλίες, είδος που ο Μίκης εγκαινίασε στην Ελλάδα το 1960 και το οποίο καθιερώθηκε μετά τις ιστορικές συναυλίες της άνοιξης του ’61, με τον Χατζιδάκι να γιορτάζει στον Ορφέα το Όσκαρ που του έφεραν Τα παιδιά του Πειραιά και το Μίκη να ανεβάζει στη σκηνή του Κεντρικόν λαϊκούς τραγουδιστές, όπως ο Μπιθικώτσης και ο Καζαντζίδης. Δεν είναι άσκοπο να αναφερθεί ότι το κοινό συμμετέχει στις συναυλίες εκείνες μέσα σε ατμόσφαιρα πολύ διαφορετική από εκείνη των γηπεδικών συναυλιών της μεταπολίτευσης.

 

Εξώφυλλο του σάουντρακ «Ποτέ την Κυριακή» του Ζυλ Ντασέν. O Μάνος Χατζιδάκις βραβεύεται με το Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού για το τραγούδι «Τα Παιδιά του Πειραιά», που ακουγόταν στην ταινία (7 Απριλίου 1961).

 

Η μουσική και λίγο αργότερα η πολιτική δραστηριότητα του Θεοδωράκη ενοχλεί τόσο την άγρια Δεξιά, όσο και την αρτηριοσκληρωτική Αριστερά της εποχής. Ούτε το -«περιθωριακό»- λαϊκό ήθελαν, ούτε, πολύ περισσότερο, τις ανεξέλεγκτες, πέραν της μουσικής, «δράσεις» του. Ο Μίκης όμως πιστεύει βαθιά ότι εκπροσωπεί «την Πραγματική Αριστερά» και οραματίζεται «μια καινούργια εθνική αναγέννηση», «μια τέχνη για όλο το λαό» και αγωνίζεται γι’ αυτό[14].

Ιδρύει τη Μικρή Ορχήστρα Αθηνών και περιοδεύει στην Ελλάδα παρουσιάζοντας και έργα κλασικής μουσικής, γράφει και ανεβάζει Το τραγούδι του νεκρού αδελφού, που μιλάει για εμφύλιο και συμφιλίωση, τότε που ακόμη είναι νωπά όλα, εκδίδει βιβλία του, αναλαμβάνει την ηγεσία της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη, εκλέγεται βουλευτής της ΕΔΑ, γράφει και παρουσιάζει ένα έργο πολύ πιο σύνθετης μορφής, όπως το Αξιόν Εστί, προχωρώντας έτσι σ’ αυτό που λέει «διαπαιδαγώγηση του λαού», ιδρύει τη Συμφωνική Ορχήστρα Πειραιώς για να ’χει ένα όργανο στο χέρι του. Όπως θα πει αργότερα ο ίδιος, «αυτές οι εμπειρίες των δύο κινημάτων εκείνης της εποχής, του πολιτικού και του πολιτιστικού, ήταν οι ωραιότερες στιγμές της ζωής μου»[15]. Έδειχνε τι μπορούσε και τι ήθελε να κάνει, ώσπου ήρθε η δικτατορία…

 

 

Μίκης Θεοδωράκης “Canto General”, Πειραιάς 13/8/1975, Στάδιο Καραϊσκάκη. Πηγή: Lifo.

 

Η πορεία του Χατζιδάκι την ίδια περίοδο (’60-’67), και μετά την εμφάνιση του Μίκη, ήταν μουσικά παράλληλη, όλο και πιο εκλεκτική πια θα έλεγε κανείς, σε σχέση ιδίως με την προηγούμενη υπερδραστήρια πενταετία του. Τα πολλά και σπουδαία έργα του της περιόδου αυτής (Απόψε αυτοσχεδιάζουμε, Οδός Ονείρων, Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη, Συνέβη στην Αθήνα, Όρνιθες ως καντάτα, Βάκχες, Καίσαρ και Κλεοπάτρα, Αμέρικα Αμέρικα, Το χαμόγελο της Τζοκόντα, Δεκαπέντε Εσπερινοί, Μυθολογία, Καπετάν Μιχάλης κ.ά.) αφενός αποφεύγουν τις κραυγαλέες πολιτικές αποχρώσεις, πράγμα που εκμεταλλεύονται όσοι – πολλοί και ποικίλοι – εκτρέφουν την αβαθή αντιπαλότητα «αριστερών θεοδωρακικών» και «δεξιών χατζιδακικών», αφετέρου αποκόπτουν κάθε σχέση με τον ήχο «Ελλάς και μπουζούκι», στον οποίο εκφυλιζόταν συν τω χρόνω, η αποκάλυψη ελληνικής ρίζας που είχε δει ο Χατζιδάκις στο ρεμπέτικο.

Η τεράστια παγκόσμια επιτυχία πρώτα του Ποτέ την Κυριακή, με μουσική Χατζιδάκι, και ύστερα του Ζορμπά, με μουσική Θεοδωράκη, έκανε διεθνή συρμό την Ελλάδα και τη μουσική της, το μπουζούκι δηλαδή, πράγμα που υπέθαλπαν όχι μόνο οι ανερχόμενες τουριστικές φιλοδοξίες της χώρας, αλλά πολλοί και ετερόκλητοι άλλοι παράγοντες – του «εθνικού φιλότιμου» μη εξαιρουμένου. Αυτό όμως, εκτός από τις θετικές πλευρές του, είχε και πολύ δυσάρεστα αποτελέσματα, και όχι μόνο αισθητικής φύσεως.

 

Ο Μάνος Χατζιδάκις, με τον Γιώργο Ρωμανό, στη Συναυλία της Νεολαίας της Ε.Ρ.Ε στον «Ορφέα», το 1965 (Φώτο: Τάκης Πανανίδης).

 

Ο Χατζιδάκις, με την οξυδέρκεια και την έμφυτη καλαισθησία του, ήταν τότε ο πρώτος που το ένιωσε, το κατήγγειλε και φρόντισε να απομακρύνει τη μουσική του από τη γειτνίαση με όλα αυτά. Το δείχνουν ο ήχος των έργων του της εποχής εκείνης, αλλά και άλλες μουσικές δραστηριότητές του, όπως η προκήρυξη διαγωνισμού έργων σύγχρονης μουσικής, όπου βραβεύθηκε και ο Γιάννης Ξενάκης, ή η ίδρυση της Πειραματικής Ορχήστρας Αθηνών, που έδωσε πολλές πρώτες εκτελέσεις ελληνικών έργων συμφωνικής μουσικής – ένας πρόδρομος της Ορχήστρας των Χρωμάτων, που θα ίδρυε 20 χρόνια αργότερα.

Εντούτοις, παρά τις σοβαρές παρενέργειες της μόδας του μπουζουκιού και του κατασκευάσματος που αποκλήθηκε «συρτάκι ντανς» – η οποία πήρε σαρωτικές διαστάσεις με τη δικτατορία, όταν αφέθηκε ασύδοτη, χωρίς αντίπαλο δέος -, το σπουδαιότερο ήταν ότι η παρουσία και το έργο των δύο μεγάλων συνθετών άλλαξε διά παντός το ρου του ελληνικού τραγουδιού και ήταν ένας από τους βασικότερους παράγοντες που δημιούργησαν αυτό που λέμε άνθηση στη δεκαετία του ’60. Άνθηση όχι μόνο στη μουσική, αλλά γενικότερη, πνευματική, καλλιτεχνική, κοινωνική και πολιτική.

 

Μάνος Χατζιδάκις

 

Ιδιαίτερα βεβαίως στο τραγούδι, όπου μετά το ’60 δεν υπάρχει τραγουδοποιός που να μην επηρεάζεται από το δίπολο Χατζιδάκις – Θεοδωράκης στη μελωδία, το ρυθμό, το στίχο, την ενορχήστρωση και τον τρόπο ερμηνείας. Ακόμη και παλαιοί συνθέτες, και οι πιο άξιοι, ακολουθούν ή και μιμούνται απροσχημάτιστα τον έναν ή τον άλλον ή, ευκαιριακά, και τους δύο. Πολύ περισσότερο επηρεάζονται βέβαια, αλλά δημιουργικά εις βάθος χρόνου, οι νέες δυνάμεις που εμφανίζονται τότε στο τραγούδι μας – μια γενιά πολύ σημαντικών συνθετών και στιχουργών, όπως οι Μαρκόπουλος, Ξαρχάκος, Λοΐζος, Κουγιουμτζής, Σπανός, Λεοντής, Μαυρουδής, Σαββόπουλος, Παπαδόπουλος, Ελευθερίου κ.ά.

Δημιουργείται έτσι μια παράδοση που καθόρισε το ελληνικό τραγούδι στο β’ μισό του 20ού αιώνα και συνεχίζει και σήμερα, παρά τα φαινόμενα, να αποτελεί το μέτρο στην τέχνη του τραγουδιού. Ο στίχος με τον οποίο το ελληνικό τραγούδι μπήκε στον 21ο αιώνα, ακόμα κι αν αγνοεί παντελώς την ποίηση (που συχνότατα καθόλου δεν την αγνοεί), έχει ως συνείδηση το στίχο που τραγούδησαν οι Έλληνες από το ’60 και εξής. Και η μουσική του ελληνικού τραγουδιού – μελωδίες, ρυθμοί, όργανα, αίσθημα – διατηρεί ακόμη σήμερα την ιθαγένειά της, σε μια εποχή που ο δυτικός ήχος έχει ισοπεδώσει πολλά άλλα, και κραταιά κάποτε σε διεθνές επίπεδο, εθνικά τραγούδια – το ιταλικό, λ.χ., ή το γαλλικό. Το ελληνικό τραγούδι βρήκε πρόσωπο και ταυτότητα μετά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 κι αυτό το οφείλουμε κυρίως στο Μάνο Χατζιδάκι και το Μίκη Θεοδωράκη.

 

Υποσημειώσεις


[1] Σημείωμα του Χατζιδάκι στο ένθετο έντυπο, σ. 5, της κασετίνας δίσκων βινυλίου Η Ρωμαϊκή Αγορά, ΕΜΙ, 1986.

[2] Για την εργογραφία Χατζιδάκι βλ. Βασίλης Αγγελικόπουλος. Φάρος στη σιωπή – Κείμενα για τη ζωή και το έργο του Μάνου Χατζιδάκι, Καστανιώτης, β’ έκδ., Αθήνα 1997, σ. 173 κ.ε. Επίσης, του ίδιου, «Μ. Χατζιδάκις: Το ξεκίνημα ενός “μύθου»» (η δράση του συνθέτη στη δεκαετία του ’40), Καθημερινή της Κυριακής, 15.6.1997.

[3] Στα Νέα, 20.1.1949. Ο πιανίστας ήταν ο Τζον Κάτσιεν.

[4] Για την εργογραφία Θεοδωράκη βλ. Αστέρη Κούτουλα, Ο μουσικός Θεοδωράκης – Κείμενα – Εργογραφία – Κριτικές. 1937-1996, Νέα Σύνορα- Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα 1998.

[5] Στη Σημερινή Εποχή, Οκτώβριος και Νοέμβριος 1949. Αναδημοσιεύεται στο: Μίκης Θεοδωράκης, Για την εθνική μουσική, Αθήνα 1961 και, σε επανέκδοση, Καστανιώτης, 1986, σ. 157 κ.ε.

[6] Στο περ. Κριτική, τχ. 3, 1960. Βλ. στο βιβλίο του Μίκη, σ. 91 (και «απολογία» του συνθέτη, σ. 194 και 195).

[7] Σημείωμα του Χατζιδάκι στο κάλυμμα του δίσκου του Ματωμένος Γάμος – Παραμύθι Χωρίς Όνομα, ΕΜΙ, 1961.

[8] Βλ. εργογραφικά του σημειώματα σε προγράμματα συναυλιών του 1983 κ.ε.

[9] Στην τύχη, μία από τις πολλές ενδείξεις: Τον Ιούλιο του 1960, πριν ακόμα εμφανιστεί στο τραγούδι κι ενώ προετοιμάζεται η ηχογράφηση του Επιταφίου, δηλώνει ο Μ. Θεοδωράκης στον Ταχυδρόμο, αναφερόμενος στα λαϊκά τραγούδια του Χατζιδάκι: «Κανείς μας δεν μπορούσε ακόμη να φανταστεί την καταπληκτική απήχηση που θα είχαν οι απλές αυτές μελωδίες μέσα στο λαό μας». Και στο ανωτέρω βιβλίο του, σ. 136.

[10] Αστέρη Κούτουλα, Ο μουσικός θεοδωράκης, σ. 402,403.

[11] Στο σημείο αυτό διαφοροποιούνται σημαντικά οι σχετικές δηλώσεις του Μ. Θεοδωράκη πριν και μετά την έκδοση (και επιτυχία) του Επιταφίου. Πριν (Ιούλιος 1960):«[…] μια μέρα που συγκεντρώθηκαν μερικοί Έλληνες φίλοι στο σπίτι μου (σ.σ: στο Παρίσι), αποφάσισα να τους κάνω έκπληξη τραγουδώντας τους τα οχτώ τραγούδια απ’ τον Επιτάφιο. Μετά τα ξέχασα. Κι ασφαλώς θα ’μεναν για “εσωτερική κατανάλωση’’, πλάι σε τόσα άλλα, αν μερικοί φίλοι μου – και κυρίως ο Χατζιδάκις – δεν αποφάσιζαν να τα προβάλουν». Και μετά την επιτυχία του Επιταφίου (αρχές Οκτωβρίου 1960): «Ευθύς μόλις καθαρόγραψα τις μελωδίες του Επιτάφιου τις έστειλα σε δυο ανθρώπους στην Αθήνα: στο Γιάννη Ρίτσο και στο Μάνο Χατζιδάκι. Αυτό δείχνει τη μεγάλη εκτίμηση που έχω σ’ αυτόν τον τελευταίο, καθώς και την εμπιστοσύνη μου ότι δεν θα αλλοίωνε το χαρακτήρα του έργου. Του υποδείκνυα μονάχα πως θα το ’θελα με σκέτα μπουζούκια. Τα χρόνια πέρασαν κι ωστόσο δε γίνηκε τίποτα. Κατέβηκα φέτος με τη σκέψη να το γράψω με το Γρηγόρη Μπιθικώτση […]», Αυγή, 8.10.1960 και στο Μ. Θεοδωράκης, Για την ελληνική μουσική, σ. 180.

[12] Βλ„ π.χ.. στο ανωτέρω βιβλίο του Μίκη, σ. 149 κ.ε.

[13] Βλ. σχετικά ρεπορτάζ στις εφημερίδες των ημερών.

[14] Α. Κούτουλα. ό.π., σ. 400,405 κ.α.

[15] Ο.π., σ. 404.

 

Βασίλης Αγγελικόπουλος

Επιστημονικό Συμπόσιο, «Η εκρηκτική εικοσαετία 1949-1967», 10-12 Νοεμβρίου 2000. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας [Ιδρυτής Σχολή Μωραΐτη]  – Πρακτικά, Αθήνα, 2002.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

 

Read Full Post »

Προεπαναστατικές Πραγματικότητες – Η Οικονομική κρίση και η Πορεία προς το Εικοσιένα – Βασίλης Κρεμμυδάς, «Μνήμων», τόμ. 24 (2002)


 

Σε δημοσίευμα μου του 1976 [1] είχα προσπαθήσει να αναδείξω την έκταση και το βάθος μιας κρίσης των νέων κυρίως οικονομικών δραστηριοτήτων των Ελλήνων, υπηκόων του σουλτάνου ή μοναρχών της Ευρώπης, κατά τη δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα, την τελευταία δηλαδή πριν από την έκρηξη της Επανάστασης του 1821, είχα επίσης επιχειρήσει να συνδέσω την κρίση με την Επανάσταση, προτείνοντας να υποθέσουμε ότι επιτάχυνε την έναρξη της.

Κυρίως όμως προσπάθησα να περιγράψω ένα κλίμα συνολικότερης κρίσης, με τις ρίζες του στην κρίση των οικονομικών δραστηριοτήτων, το οποίο διαχύθηκε με μεγάλη ταχύτητα και έθιξε διαμορφωμένες κοινωνικές σχέσεις και εξουσίες, οικονομικές, ιδεολογικές και πολιτικές, προκειμένου να προτείνω ένα νέο αναλυτικό, εκτός από εννοιολογικό, εργαλείο για την καλύτερη κατανόηση του Εικοσιένα: οι νέες πραγματικότητες του ελληνισμού, που άρχισαν να διαμορφώνονται από τα μέσα του 18ου αιώνα, με χρονικό σημείο ωρίμανσης και ακμής τους την τελευταία δεκαετία του και την πρώτη του 19ου αιώνα, άρχισαν να βυθίζονται σε σοβαρή κρίση μετά το 1810, η οποία, όπως θα δούμε σ’ αυτό εδώ) το δημοσίευμα, ανέδειξε και πολλά αδιέξοδα, και, πάντως, η Επανάσταση δεν οργανώθηκε και δεν κηρύχθηκε μέσα σε κλίμα γενικής ανόδου και ευφορίας, παρά μέσα σε κατάσταση γενικευμένων περίπλοκων προβλημάτων και αδιεξόδων.

 

«Ο Θεμιστοκλής», υδατογραφία, έργο του Αντωνίου Ε. Κριεζή (1872-1944). Αντίγραφο από έργο του Antoine Roux που φιλοτεχνήθηκε στη Μασσαλία το 1811. Ο πίνακας απεικονίζει το μπρίκι Θεμιστοκλής της νήσου Ύδρας με ρωσική σημαία. Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδας.

 

Στο δημοσίευμα εκείνο έχουν αποτυπωθεί ιστοριογραφικά δεδομένα και αιτήματα της εποχής του, όπως σε κάθε δημοσίευμα. Έκτοτε, η ιστοριογραφική πείρα και εμπειρία που συσσωρεύθηκαν είναι πλούσιες. Αυτά, καθώς και η αίσθηση ότι η ώρα για τη σύνταξη μιας νέας Ιστορίας του Εικοσιένα έχει πια έρθει, με κάνουν να επανέλθω στο ζήτημα που με είχε απασχολήσει το  1976: [2] πολλές από τις επιφυλάξεις που διέκριναν τότε παρατηρήσεις και υποθέσεις μου πρέπει τώρα να αρθούν κρίσιμα ζητήματα που απλώς τέθηκαν τότε είναι τώρα δυνατόν να εξεταστούν αναλυτικότερα και διεισδυτικότερα, κάποιες παρατηρήσεις για συνολικότερα αιτήματα του ελληνισμού, κυρίως αυτό για την ανάγκη να δημιουργηθεί εθνική αγορά, πρέπει τώρα να διαβαστούν κάπως διαφορετικά, ενώ νέα τεκμήρια ανέδειξαν και άλλες όψεις της κρίσης, που την εμφανίζουν περισσότερο αδιέξοδη. Αυτά είναι η δική μου διεκδίκηση από αυτό εδώ το μελέτημα, το οποίο όμως δεν είναι δυνατό να διαβαστεί ανεξάρτητα από εκείνο του 1976 [3].

Και ας προστεθεί ότι τώρα η ματιά έχει περιοριστεί στη ναυτιλία και στο θαλάσσιο εμπόριο, όπου με λίγα νέα αρχειακά τεκμήρια και με την περαιτέρω επεξεργασία ήδη γνωστών είναι δυνατό να τοποθετήσουμε το πρόβλημα σε περισσότερο βάθος και μεγαλύτερη έκταση. Για άλλους τομείς οικονομικών δραστηριοτήτων δεν έχουν προκύψει νέα τεκμήρια, εξηγείται, ωστόσο, πιο κάτω ότι οι εμποροναυτιλιακές δραστηριότητες επηρέαζαν σημαντικό μέρος και της παραγωγής και της έξω απ’ αυτές κυκλοφορίας. Χρειάζεται και μια τελευταία διευκρίνιση: η παρακμή των ναυτιλιακών δραστηριοτήτων του δυτικού ελληνικού χώρου (Μεσολόγγι, Ήπειρος) συνέβη πολύ ενωρίτερα, στα μέσα του 18ου αιώνα, οφείλεται σε διαφορετικούς λόγους και δεν έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτήν του Αιγαίου, για πολλούς λόγους, είναι ένα διαφορετικό γεγονός.

Έγινε πιο πάνω λόγος για κρίση των νέων ελληνικών οικονομικών δραστηριοτήτων αυτές είναι η ανάπτυξη πολύ ισχυρής εμπορικής ναυτιλίας και η διεξαγωγή εμπορίου με ευρωπαϊκή και μεσογειακή διάσταση, η δημιουργία και ακμή νέας βιομηχανικής παραγωγής, η οργάνωση μοντέρνων οικονομικών σχημάτων και θεσμών και η ένταξη τους στις οικονομικές σχέσεις που διαμορφώνονταν στην Ευρώπη, τη μητρόπολη της παγκόσμιας αγοράς.

Δεν είναι, δηλαδή, αλήθεια ότι έχουμε να κάνουμε με μια απλή κρίση του σιτεμπορίου που ασκούσαν τα ελληνικά πλοία: θα δούμε στη συνέχεια ότι έχουμε να κάνουμε με γεγονός βαθύτερο και συνολικότερο. Είναι όμως αλήθεια ότι η κρίση εκδηλώθηκε με μεγαλύτερη έμφαση στη ναυτιλία, επειδή σε αυτήν είχε εκφραστεί αρτιότερα ο χαρακτήρας των νέων οικονομικών δραστηριοτήτων αυτή ήταν κάτι σαν η συνισταμένη τους. Για να κατανοήσουμε καλύτερα την έκταση και το χαρακτήρα της κρίσης στην προεπαναστατική ναυτιλία, πρέπει να ξέρουμε, εκτός από τον οικονομικό ρόλο, το σχήμα της λειτουργίας της: γνωρίζουμε τώρα καλά και τα δύο.

Ξέρουμε δηλαδή ότι ο λόγος ύπαρξης του προεπαναστατικού [4] ελληνικού [5] πλοίου ήταν η διεξαγωγή εμπορίου από το ίδιο, η λειτουργία του δηλαδή ως εμπόρου· να είναι μεταφορικό μέσο δικών του εμπορευμάτων, περιστασιακά μόνον ξένων.  [6] Και ξέρουμε ότι λειτουργία του προεπαναστατικού ελληνικού πλοίου σημαίνει ταυτόχρονη λειτουργία δύο εταιρειών, μιας μεταφορικής και μιας εμπορικής, ή μιας εταιρείας της πλοιοκτησίας και μιας του φορτίου· ότι μέτοχοι των δύο εταιρειών ήταν τα ίδια πρόσωπα, όπως το ίδιο πρόσωπο ήταν διαχειριστής και των δύο εταιριών και ταυτόχρονα ένας από τους κύριους μετόχους τους και καπετάνιος του πλοίου· ότι οι εργαζόμενοι στο πλοίο λογίζονταν ως εργαζόμενοι και για τις δύο εταιρείες· και ότι μόνον στην εταιρεία του φορτίου υπήρχαν και «έμμεσοι» μέτοχοι, αυτοί που συμμετείχαν δηλαδή στο σχηματισμό του εταιρικού μεριδίου των άμεσων μετόχων και που δεν είχαν να λογαριαστούν παρά με τον άμεσο μέτοχο στον οποίο κατέβαλαν τα χρήματα τους.

Κάτι άλλο που ξέρουμε τώρα καλά είναι ότι η επένδυση στις δύο εταιρείες γινόταν κεχωρισμένως (άπαξ στην εταιρεία της πλοιοκτησίας, ανά ταξίδι στην εταιρεία του φορτίου), αλλά οι αποδόσεις και των δύο υπολογίζονταν ενιαία και μόνον επί των πεπραγμένων της δεύτερης: διαχωρισμός του μεταφορικού από το εμπορικό κέρδος (το ίδιο και στην περίπτωση ζημίας) δεν ήταν δυνατός από τον τρόπο λειτουργίας του πλοίου.[7]

 

Η ναβέτα του Νικολάου Μπόταση από τις Σπέτσες. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Αυτό το σχήμα οργάνωσης της ελληνικής εμποροναυτιλιακής επιχείρησης οδηγούσε σε πλήρη κατάρρευση της, αν η εταιρεία του φορτίου δοκίμαζε μακρόχρονη κρίση· ακόμη και μία ατυχής εμπορική πράξη συμπαρέσυρε αυτομάτως στην ατυχία και την εταιρεία της πλοιοκτησίας: οι αποδόσεις του επενδυμένου εφοπλιστικού κεφαλαίου ήταν πλήρως συναρτημένες με τις αποδόσεις του επενδυμένου στο ταξίδι εμπορικού κεφαλαίου· η κακή απόδοση του δεύτερου σήμαινε αυτομάτως το ίδιο και για το πρώτο. Είναι αυτό ακριβώς που συνέβη: η δυσμενής για το ελληνικό εμπόριο πολιτική συγκυρία έφερε την κάμψη των εμπορικών εργασιών και τη μείωση των κερδών των εμπορικών πράξεων, καθώς και την αύξηση του κόστους λειτουργίας των δύο εταιρειών και ανέδειξε τα αδιέξοδα και του συγκεκριμένου οργανωτικού σχήματος και του «υπόδουλου» ελληνικού κεφαλαίου· και τελικά, ανέδειξε τα αδιέξοδα ενός ολόκληρου ελληνικού κόσμου.

Η δυσμενής πολιτική συγκυρία, για την οποία ο λόγος, είναι πολύ γνωστή και γι’ αυτό αρκούν δυο λόγια: η διαφαινόμενη από το τέλος της δεκαετίας του 1800 λήξη της πολεμικής περιπέτειας στην Ευρώπη έφερε τη σταδιακή ανάκτηση των πριν από το 1789 εμπορικών θέσεων τους από τις ευρωπαϊκές εμπορικές δυνάμεις σε ολόκληρη τη Μεσόγειο – και στις δικές τους εθνικές αγορές, εννοείται-, χωρίς να έχει σημασία για το ζήτημα που μας απασχολεί εδώ αν οι συσχετισμοί παρέμειναν ίδιοι, διαφοροποιήθηκαν ή ανατράπηκαν αν, αλλιώτικα, κάθε χώρα ανέκτησε την ίδια θέση, ως χώρο και ως ισχύ. Έχει όμως σημασία ότι ένα κενό το οποίο επιτυχώς είχε καλύψει η νέα ελληνική οικονομική δραστηριότητα άρχισε να ξανακαλύπτεται απ’ αυτούς που το είχαν αφήσει.

Η κρίση στην ελληνική ναυτιλία, την κυριότερη νέα οικονομική δραστηριότητα με έδρα τον υπόδουλο ελληνικό χώρο και χαρακτηριστικότερο δείκτη της οικονομικής ανάπτυξης του, οφείλεται στη ραγδαία κάμψη του όγκου των εμπορικών εργασιών της:[8] παντελής απουσία ανταγωνιστικότητας στο πεδίο των εμπορικών ανταλλαγών, αδυναμία δηλαδή συμμετοχής στις καταμεριστικές διαδικασίες της παγκόσμιας αγοράς, μολονότι τα οικονομικά δεδομένα (ισχυρό κεφάλαιο), η οργάνωση (μοντέρνα εταιρικά σχήματα) και η πολύχρονη διεθνής πείρα το επέτρεπαν.

Αναλόγως ραγδαία ήταν και η κάμψη των κερδών αυτό είναι ένα λεπτό ζήτημα και πρέπει να εξετάζεται με προσοχή, γιατί έχει οδηγήσει σε παρανοήσεις. Στην περίπτωση του εμπορίου που έκανε το ελληνικό πλοίο έχουμε κάμψη των κερδών κάθε εμπορικής πράξης και κάθε επιχειρηματία που είχε επενδύσει σε εμπορική πράξη. Το μεγάλο πρόβλημα της ελληνικής ναυτιλίας δεν ήταν αυτό, παρά ήταν η μεγάλη μείωση των εμπορικών πράξεων: όταν ένα πλοίο δεν κινείται και δεν εμπορεύεται, δεν μπορούμε να μιλούμε για κάμψη των κερδών μιλούμε στην περίπτωση αυτή για ακινησία ή και νέκρωση των κεφαλαίων και της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Γι’ αυτό, το μέγεθος και ο χαρακτήρας της κρίσης δεν πρέπει να αναζητούνται στο ποσοστό κέρδους επί του επενδυόμενου κεφαλαίου, αλλά στις επενδυτικές διεξόδους του συνόλου του διαθέσιμου κεφαλαίου· στην πρώτη περίπτωση η μείωση των κερδών θα μπορούσε να αποδοθεί στην κάμψη των τιμών, ιδιαίτερα αν το κεφάλαιο επενδυόταν στο εμπόριο ενός μόνον εμπορεύματος, των σιτηρών για παράδειγμα, μια πρακτική που λόγω της πολιτικής και οικονομικής συγκυρίας εφάρμοζε το ελληνικό πλοίο, κάτι όμως που δεν εξηγεί ικανοποιητικά το συνολικό γεγονός της κρίσης.

Και πράγματι μερικοί ερευνητές έχουν αποδώσει την κρίση στην εμπορική ναυτιλία στην κάμψη των τιμών των σιτηρών. Εντούτοις, αυτό που ξέρουμε είναι ότι κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα έχουμε ραγδαία άνοδο των τιμών – και των σιτηρών -, που κατά περιπτώσεις έφτασε και στον τριπλασιασμό, με κυμάνσεις: απότομη άνοδος γύρω στο 1815 και κάμψη, ως προς αυτήν την άνοδο, από το 1819.[9]

Η οικονομική κρίση στο εμπόριο και στη ναυτιλία δημιουργούσε πολύ σοβαρό πρόβλημα με εκτεταμένες συνέπειες, επειδή αυτοί οι οικονομικοί τομείς είχαν γνωρίσει στα χέρια των Ελλήνων τόσο μεγάλη ανάπτυξη, ώστε εν πολλοίς άλλαξαν το σύνολο των οικονομικών πραγματικοτήτων του υπόδουλου ελληνισμού και επηρέασαν τις αντίστοιχες του παροικιακού, και προετοίμασαν την οργάνωση μεγάλων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, μεγάλου εμπορίου και μεγάλης ναυτιλίας. Αυτός είναι και ο λόγος που έκανε την κρίση να απλωθεί σε ευρύτατα κοινωνικά στρώματα, αυτά που είχαν συνδέσει την υπόσταση τους με τις νέες οικονομικές δραστηριότητες, πολύ περισσότερο που σε χώρους ευμάρειας και αυξημένης ζήτησης μεταποιημένων αγαθών η παραγωγή τους είχε φτάσει να υπακούει σε προωθημένη εξειδίκευση και παραγωγική ιεράρχηση.[10]

 

Τα πλοία «Αγ. Νικόλαος» και «Ποσειδών» της οικογένειας Χατζηανάργυρου από τις Σπέτσες. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Στο πρώτο επίπεδο των άμεσων επιπτώσεων, η κρίση ανέδειξε κοινωνικές εντάσεις με χαρακτηριστικά ταξικής σύγκρουσης και προκάλεσε εκφυλισμό του θεσμικού ιστού μέσω του οποίου είχε επί μακρό χρόνο διασφαλιστεί η ηθική της οικονομικής δράσης, έστω και με τη χρήση εθιμικών πραγματικοτήτων, χωρίς αυτό να είναι ο κανόνας. Δεν είναι χωρίς σημασία ότι στις Σπέτσες, για παράδειγμα, ναυτικός νόμος χρειάστηκε να συνταχθεί και να εφαρμοστεί μόλις το 1814, επειδή, όπως στον ίδιον λέγεται, «τον περασμένον χρόνον ηκολούθησαν πολλαί αταξίαι εις την συρμαγιά, [11] πράγμα ασυνήθιστον…», [12] ενώ στην Ύδρα, η οποία διέθετε σχετικό νόμο από το 1804, χρειάστηκε να γίνει νέος, το 1818, προκειμένου να ρυθμιστούν σε νέα βάση, λόγω της κρίσης ασφαλώς, ζητήματα εταιρικών και εργασιακών σχέσεων και να εφαρμοστούν αυστηρότερες διατάξεις αστικού δικαίου: [13] η κρίση είχε αναδείξει προβλήματα και στους κόλπους του κεφαλαίου. Κάτι, που μπορεί να εξηγηθεί αν έχουμε υπόψη τις πολύ μεγάλες μειώσεις των αποδόσεων των ταξιδιών: το 1818 και το 1819 μερίδια και τόκοι κεφαλαίων κινήθηκαν σε επίπεδα κατά 60%-65% κατώτερα απ’ αυτά που προβλέπονταν στο νόμο.[14]

Δυστυχώς, είναι πολύ λίγα αυτά που γνωρίζουμε για την κρίση στο ανεξάρτητο από τη ναυτιλία εμπόριο και εξακολουθούμε να αγνοούμε την κατάσταση στο εσωτερικό εμπόριο του ελληνικού χώρου, στο βαθμό που αυτό δεν επηρεαζόταν από την κρίση στη ναυτιλία, στη βιομηχανία και βιοτεχνία και στις συναφείς δραστηριότητες. Ξέρουμε, για παράδειγμα, για αθρόες χρεωκοπίες ελληνικών επιχειρήσεων της ευρύτερης περιοχής της Σμύρνης, όπου έλληνες έμποροι εκμεταλλεύονταν την πίεση που αισθάνονταν οι γάλλοι βιομήχανοι υφασμάτων να διεκδικήσουν μερίδιο στις μεγάλες αγορές της ανατολικής Μεσογείου από το σχεδόν κυρίαρχο πια αγγλικό εμπόριο, αγόραζαν μεγάλες ποσότητες εξολοκλήρου επί πιστώσει και πουλούσαν σε πολύ χαμηλές τιμές: στην πραγματικότητα ανταγωνίζονταν τους εκεί εγκατεστημένους γάλλους εμπόρους που πουλούσαν τα ίδια εμπορεύματα. Το αποτέλεσμα ήταν να αδυνατούν να αποσβέσουν τα χρέη τους: [15] ήταν, ασφαλώς, αυτή η συμπεριφορά απόρροια δυσπραγίας των εμπορικών δραστηριοτήτων τους.

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πορεία της ναυπήγησης υδραίικων και σπετσιώτικων πλοίων κατά τη δεκαετία 1811-1821 (πίνακες 1 και 2):[16]

 

πίνακες 1 και 2

 

Όσο προχωρούμε προς το 1821 και όσο η κρίση βαθαίνει, τόσο αυξάνει ο αριθμός των ναυπηγούμενων πλοίων είναι κάτι που το ξέρουμε ήδη, ότι τα αργούντα κεφάλαια επενδύθηκαν κυρίως σε καινούρια καράβια. Είναι πάντως αξιοσημείωτο ότι κατά την τριετία 1818-1820, όταν δηλαδή η προετοιμασία της Επανάστασης προχωρούσε με καλπασμό, οι Υδραίοι ναυπήγησαν πάνω από το 50% και οι Σπετσιώτες το 40% των πλοίων της δεκαετίας.[17]

Ακόμη πιο αξιοσημείωτη όμως είναι η πορεία του κόστους παραγωγής του πλοίου: την ώρα που σε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο οι τιμές ανεβαίνουν, στους κεντρικούς χώρους της κρίσης και στο κεντρικότερο παραγωγικό σημείο τους οι τιμές κάμπτονται σημαντικά και το κόστος παραγωγής συμπιέζεται· στην Ύδρα διαπιστώνεται συνεχής καθοδική πορεία σε όλη τη δεκαετία, που έφτασε στο 40% από το πρώτο στο τελευταίο έτος της, ενώ στις Σπέτσες παρατηρούνται ισχυρές κυμάνσεις, που έφτασαν στο 41 % από το μέγιστο στο ελάχιστο, το 1816, για να καταλήξουν σε ένα τελικό 22 %.

 

Κατασκευή πλοίων

 

Η ερμηνεία του γεγονότος δεν μπορεί να αναζητηθεί έξω από την κρίση: το υπό επένδυση κεφάλαιο πίεσε όλους τους παράγοντες της ναυπήγησης, από την πώληση των υλικών κατασκευής μέχρι την πώληση της εργασίας, οι οποίοι επίσης βρίσκονταν σε κατάσταση κρίσης, προκειμένου να επιτύχει το χαμηλότερο κόστος παραγωγής πλοίων. Είναι χαρακτηριστικό ότι δύο πλοίων που κατασκευάστηκαν για λογαριασμό υδραίων εφοπλιστών το 1822, όταν η επανάσταση βρισκόταν σε πλήρη και επιτυχή ανάπτυξη, αλλά οι εμπορικές δραστηριότητες της ναυτιλίας σε ακόμη βαθύτερη κρίση από πριν, το κόστος παραγωγής είχε καταρρεύσει στα 157 τάληρα του ενός και στα 134 του άλλου,[18] από πάνω από τα 500 που ήταν.

Κάτι άλλο που ενδιαφέρει και προκύπτει από τις πληροφορίες μας είναι το συνολικό ύψος των επενδύσεων στην παραγωγή πλοίων κατά τη δεκαετία της κρίσης: 794.440 τάληρα οι Υδραίοι, 702.945 οι Σπετσιώτες, δηλαδή κάτι ανάμεσα σε πέντε και έξι εκατομμύρια γρόσια από κάθε νησί.[19] Η παρατήρηση που μπορεί να κάνει, κανείς είναι ότι ένα τόσο ισχυρό κεφάλαιο δε στάθηκε ικανό να αποτρέψει την κρίση, τη δική του και εκτεταμένων οικονομικών δραστηριοτήτων και, χωρίς αμφιβολία, δεν ήταν το μόνο διαθέσιμο, μολονότι η αναπαραγωγή του μειωνόταν χρόνο με το χρόνο σε υψηλά ποσοστά.

Ας επανέλθουμε σε κάτι ειπωμένο: το εμπόριο και η ναυτιλία κινητοποιούν ως οικονομικές δραστηριότητες ευρύτατες κοινωνικές δυνάμεις· από τον υλοτόμο, το χαμάλη, τη ράφτρα και τον αγωγιάτη μέχρι τον τεχνικό, τον κατασκευαστή, τον ιδιοκτήτη αποθηκών και το φύλακα· από τον παραγγελιοδόχο και τον έμπορο της Οδησού και του Λιβόρνου μέχρι το μικροεπενδυτή, το μεγαλέμπορο και το μεγαλοεφοπλιστή· μαζί, και όσους αφορούσαν οι δραστηριότητες αυτές.

Το συντριπτικά μεγαλύτερο τμήμα αυτού του κόσμου, ο οποίος με την πλήρη ένταξη του ή και με την απλή συμμετοχή του και τη σύνδεση του με τις νέες οικονομικές δραστηριότητες του ελληνικού χώρου και του ελληνισμού είχε συγκροτήσει, ως σύνολο, τις νέες κοινωνικές πραγματικότητες και υπέστη αμέσως τον κλονισμό από την κρίση, δεν είχε τη δυνατότητα να την αντέξει επί μακρό χρονικό διάστημα και βρέθηκε σε αδιέξοδο· [20] όπως σε αδιέξοδο βρέθηκε και το κεφάλαιο. Μόνο που το πρώτο ήταν ένα αδιέξοδο με μόνη διέξοδο τη σύγκρουση· το δεύτερο, την άμυνα: η αρχική λαϊκή δυσαρέσκεια μετατράπηκε γρήγορα σε κοινωνική αναταραχή.

Τα γεγονότα – έκφραση του συγκρουσιακού κλίματος που διαμορφωνόταν είναι λίγο-πολύ γνωστά, για μερικά έχουμε ήδη μιλήσει· τα γνωρίζουμε εμμέσως περισσότερο, από τα μέτρα, οικονομικά και θεσμικά, που έλαβαν οι τοπικές οικονομικές και πολιτικές εξουσίες. Με κέντρο των παρατηρήσεων μας τις εμποροναυτιλιακές δραστηριότητες πάντοτε, γνωρίζουμε ότι τα περισσότερα μέτρα απέβλεπαν στην εκτόνωση της κοινωνικής έντασης και στην αποτροπή της λαϊκής εξέγερσης. Προς την κατεύθυνση της αποτροπής αυτής της τελευταίας απέβλεπαν μέτρα όπως η δωρεάν διανομή τροφίμων στους εξαθλιωμένους ανέργους, [21] η οργάνωση άσκοπων και επιζήμιων ταξιδιών [22] και η, σκόπιμη και επιζήμια επίσης, αύξηση του αριθμού των πληρωμάτων σε όσα πλοία εργάζονταν.

Σ’ αυτό το τελευταίο πρέπει, να μείνουμε λίγο περισσότερο. Ξέρουμε ότι ο αριθμός των τόνων χωρητικότητας που αναλογούσε σε κάθε μέλος πληρώματος των ελληνικών πλοίων που κινήθηκαν στο λιμάνι της Οδησσού στα χρόνια 1816-1820 υπολειπόταν από τον αντίστοιχο των αγγλικών πλοίων, στο ίδιο λιμάνι και στην ίδια περίοδο, κατά 43,42%· και ότι κατά την περίοδο 1821-1835 το ποσοστό αυτό μειώθηκε δραστικά: 12,07 %. Γενικότερα, κατά τη δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα, στο σύνολο της ελληνικής ναυτιλίας, η σχέση πλήρωμα-χωρητικότητα βάρυνε συνεχώς υπέρ του πληρώματος, αναλογούσαν δηλαδή όλο και περισσότεροι τόνοι χωρητικότητας σε κάθε μέλος πληρώματος· από το 1821 η σχέση αυτή άρχισε να κινείται αντίστροφα και μάλιστα, όπως είπαμε, δραστικά.[23]

Ας επιχειρήσω μια εξήγηση: κατά τα τελευταία πριν από το 1821 χρόνια, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την αυξανόμενη κοινωνική πίεση από την ανεργία των ναυτικών, που όπως είπαμε δεν έπληξε μόνον αυτούς, οι πλοιοκτήτες αύξαναν τον αριθμό των πληρωμάτων των πλοίων, προκαλούσαν δηλαδή συνειδητά και προγραμματισμένα αύξηση του κόστους της εμπορικής πράξης-[24] από το 1821 η Επανάσταση απορρόφησε την ανεργία, μαζί με τα δεμένα ή μισοαπασχολούμενα καράβια, τα οποία μετατράπηκαν αμέσως σε πολεμικά: η Επανάσταση ανέλαβε τελικά το οικονομικό κόστος της κρίσης και, ταυτόχρονα, ενσωμάτωσε στο χαρακτήρα της – χωρίς να την απορροφήσει – την κοινωνική ένταση.

Αξίζει στο σημείο αυτό να διαβάσουμε μια σχετική με αυτό το ζήτημα παρατήρηση του Κ. Παπαρρηγόπουλου: «Μετά την ειρήνην του 1815, επειδή εξέλιπον αι αφορμαί των δαψιλών κερδών, οι ναυτικοί όχλοι, οι αποταμιεύματα μη έχοντες, εδυσφόρουν επί τη αργία αυτών και απορία, ου μόνον εν Ύδρα, αλλά και εν Σπέτσαις· εν Ύδρα δε επί τοσούτον αφήνιασαν, ώστε αυτοί πρώτοι εκήρυξαν την έναρξιν του αγώνος του 1821. Και όμως οι πρόκριτοι αμφοτέρων των νήσων, προϊσταμένου του περιφανούς Υδραίου Λαζάρου Κουντουριώτου, κατώρθωσαν δι’ όλης της Επαναστάσεως να πηδαλιουχήσωσιν… τα πλήθη δια μόνης της ηθικής επιρροής, ην ανέκαθεν εκτήσαντο, πολιτευθέντες προς τον λαόν ως πατέρες και αδελφοί και σύντροφοι».[25]

Το σχήμα λειτουργίας της προεπαναστατικής ελληνικής ναυτιλίας, η ταυτόχρονη δηλαδή λειτουργία, στην ίδια εμπορική πράξη, μιας μεταφορικής και μιας εμπορικής εταιρείας, δεν μπορούσε να ευδοκιμήσει παρά με συνεχή εργασία και υψηλές αποδόσεις· αυτό το είδος σύμπραξης δύο διαφορετικού περιεχομένου εταιρειών συμπίεζε κάπως το κόστος λειτουργίας και των δύο, οι αποδόσεις όμως έπρεπε να προσφέρουν κέρδος και στο μεταφορικό μέσο και στον επ’ αυτού έμπορο: επρόκειτο για δύο διαχωρισμένες επενδύσεις που ανέμεναν το κέρδος από τη μία εταιρεία, αυτήν του φορτίου, του πλοίου δηλαδή με την ιδιότητα του ως εμπόρου, που όμως έπρεπε να κερδίσει και ως μεταφορικό μέσο. Σε αυτό ακριβώς το σημείο είναι που κατέρρευσε το σύστημα, επειδή χαλάρωσε δραματικά ο ρυθμός των εργασιών  – η μείωση των αποδόσεων θα είχε περιορισμένες επιπτώσεις, αν συνεχίζονταν οι εμπορικές εργασίες με τους προηγούμενους ρυθμούς: τώρα, ακόμη και υψηλά κέρδη αν απέφεραν τα, όλο και λιγότερα, ταξίδια, το κενό από την απώλεια των εμπορικών θέσεων θα ήταν αδύνατο να καλυφθεί.

 

«Το βρίκιον Άρης», στο Μουσείο Μπενάκη, έργο του François Geoffroi Roux (1881).

 

Η κρίση των εμποροναυτιλιακών δραστηριοτήτων ξεκίνησε λοιπόν από την εταιρεία του φορτίου- από το πλοίο – έμπορος και όχι από το πλοίο – μεταφορικό μέσο. Πρέπει να μελετήσουμε καλά το συγκεκριμένο αδιέξοδο· γιατί έχουμε πει και ξέρουμε περισσότερα για την ανεργία, τη φτώχεια και την κοινωνική έκπτωση, που ήταν το ένα αδιέξοδο από την κρίση, λιγότερο όμως έχουμε εξετάσει το άλλο, το εξίσου σοβαρό αδιέξοδο, που ήταν τα συσσωρευμένα και αργούντα μετά την έναρξη της κρίσης κεφάλαια, τόσο όσα είχαν επενδυθεί σε πλοία, εγκαταστάσεις κ.λπ., όσο και αυτά που βρίσκονταν σε επενδυτική αναμονή.

Γι’ αυτά λοιπόν, σύμφωνα με όσα είπαμε λίγο πριν, μία διέξοδος θα ήταν να διαχωριστούν οι δύο συμπίπτουσες λειτουργίες, να εγκαταλειφθεί η εταιρεία-φορτίο και να λειτουργήσει το ελληνικό πλοίο ως μεταφορικό μέσο και να επιδιώξει ανταγωνιστικό μερίδιο στη διεθνή αγορά των ναύλων, όπου την επιτυχία καθόλου δεν πρέπει να την υποθέσουμε απίθανη· θα είχε έτσι απολεσθεί η δυνατότητα αναπαραγωγής του εμπορικού τμήματος του συσσωρευμένου κεφαλαίου ως τέτοιου, όχι όμως και του εφοπλιστικού.

Για μια τέτοια αλλαγή υπήρχαν δύο, προφανώς ανυπέρβλητα, στο άμεσο μέλλον, εμπόδια: η λογική της λειτουργίας του προεπαναστατικού ελληνικού πλοίου, αυτή που το έκανε πανίσχυρο, ήταν εμπορική, όχι ναυτιλιακή, δηλαδή μεταφορική,[26] και η εγκαθίδρυση μιας άλλης απαιτούσε χρόνο και θεσμικές αλλαγές σε κρατικό επίπεδο· όμως, μας είναι γνωστό ότι στη λογική οργάνωσης των οικονομικών σχέσεων, στην οικονομική πολιτική, δηλαδή, του οθωμανικού κράτους μερκαντιλιστικές και λιμπεραλιστικές λογικές δε χωρούσαν ως ασύμβατες μ’ αυτήν[27] και η χρήση σημαίας μιας χωράς που η οικονομία της λειτουργούσε με βάση αυτά τα δόγματα θα έκανε το ελληνικό πλοίο να εκκινεί από υψηλότερο κόστος.

 

Ιωάννης Αλταμούρας (1852-1878), «Καΐκι στις Σπέτσες», λάδι σε μουσαμά, 29Χ39 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς δύο ακόμη διεξόδους για τα συγκεκριμένα κεφάλαια, με εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα και περιεχόμενο. Η μία συνιστούσε ένα είδος «επιστροφής» και υποδήλωνε αποδοχή της «ήττας»: να επενδυθούν τα αργούντα συσσωρευμένα κεφάλαια σε γη- κάτι όμως που δεν αποτελούσε απάντηση ούτε για τα ήδη επενδυμένα κεφάλαια (το είπαμε: πλοία, εγκαταστάσεις κ.λπ.), ούτε για το κοινωνικό πρόβλημα. Η δεύτερη δεν βρισκόταν σε τίποτε άλλο απ’ αυτό που έλειψε την ώρα της κρίσης: στην κρατική προστασία. Η δημιουργία εθνικού κράτους σήμαινε επανάσταση.[28] Η Επανάσταση ενσωμάτωσε, πράγματι, κι’ αυτό το είπαμε, την κοινωνική ένταση, απορρόφησε τα αργούντα πλοία, όπως και τα αργούντα κεφάλαια και την ανεργία· για τα κεφάλαια, επενδυμένα και αργούντα, προσφερόταν ως μια ενδιαφέρουσα επένδυση. Γενικότερα, η Επανάσταση ανέλαβε να εξοφλήσει το κόστος, το υλικό και το ιδεολογικό, της οικονομικής κρίσης.

Στο αίτημα για ίδρυση μοντέρνου εθνικού, δηλαδή αστικού, κράτους, εμπεριέχεται η ανάγκη για οργάνωση εθνικής αγοράς, όχι με την περιοριστική έννοια του εθνικού χώρου ανταλλαγής εμπορευμάτων – το εμπόριο και η ναυτιλία είναι περισσότερο διεθνικές οικονομικές δραστηριότητες -, αλλά κυρίως με την έννοια της θεσμικής οργάνωσης των «εθνικών» οικονομικών δραστηριοτήτων· κάτι που αφορούσε και ενδιέφερε και τον, σε κρίση επίσης, αλλά για διαφορετικούς λόγους, εκτός ελληνικού χώρου ελληνισμό.[29]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βασίλης Κρεμμυδάς, «Η οικονομική κρίση στον ελλαδικό χώρο στις αρχές του 19ου αιώνα και οι Επιπτώσεις της στην Επανάσταση του 1821», Μνήμων 6 (1976) 16-33.

[2] Δεν πρέπει να κρύψω ότι σ’ αυτό πολύ συνέβαλαν και οι επανειλημμένες παροτρύνσεις φίλων, οι οποίοι γνωρίζουν την καταρχήν άρνηση μου να ξαναεπεξεργάζομαι αυτοτελώς παλαιά δημοσιεύματα μου.

[3] Αυτός είναι ο λόγος που εδώ δε γίνεται καμιά επιμέρους παραπομπή στο περιεχόμενο του, αφού τούτο συνεχίζει εκείνο. Πάντως, καθόλου δεν είναι στις προθέσεις μου να προκαλέσω σύγκριση δύο ιστοριογραφικών στιγμών που απέχουν μεταξύ τους τουλάχιστον 27 χρόνια, μολονότι κάτι τέτοιο δεν είναι ίσως δυνατό να αποτραπεί.

[4] Με την ίδια λογική λειτούργησε και στη διάρκεια του Εικοσιένα και για δύο περίπου δεκαετίες κατόπιν.

[5] Μέχρι την ίδρυση ελληνικού κράτους με το «ελληνικό» πλοίο δεν μπορούμε να ορίζουμε άλλο από την εθνικότητα της πλοιοκτησίας, ανεξάρτητα από τη σημαία με την οποία ταξίδευε.

[6] Αντ. Λιγνός, Ιστορία της νήσου Ύδρας, τ. Α’, Αθήνα 1946, σ. 601: «Δεν εταξίδευον τα πλοία της Ύδρας επί ναύλω, ειμή εν’ αρχή· αλλ’ εταξίδευον και εμπορεύοντο δι’ ίδιον λογαριασμόν και προς ίδιον κέρδος». Οι σχετικές αρχειακές αναφορές είναι άφθονες. Πρόχειρα: Β. Κρεμμυδάς, Αρχείο Χατζηπαναγιώτη, Αθήνα 1973

[7] Ας μου επιτραπεί να παραπέμψω στα γνωστά: Β. Κρεμμυδάς, Ελληνική ναυτιλία 1776-1835, τ. Β’, Αθήνα, Ιστορικό Αρχείο – Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1986, σ. 20-25, 54-55, 58-65″ του ίδιου, «Όψεις της τσακώνικης κοινωνίας (1784-1821)», Χρονικά των Τσακώνων, Γ’ (1969) 17-31″ και του ίδιου, Αρχείο Χατζηπαναγιώτη, ό.π., σ. 70-104, passim.

[8] Όλες οι πληροφορίες που διαθέτουμε για την κίνηση ελληνικών πλοίων στα λιμάνια της Μεσογείου μαρτυρούν για τη μεγάλη κάμψη: Β. Κρεμμυδάς, Ελληνική ναυτιλία 1776- 1835, τ. Α’, Αθήνα, Ιστορικό Αρχείο – Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1985.

[9] Ας αρχίσουμε με μια πληροφορία που μας δίνει, ο γάλλος υποπρόξενος στο Ναύπλιο De Saint André (Archives du Ministère des Affaires Étrangères, correspondence consulaire, Naples de Romanie, 20 Δεκ. 1819): «L’île d’Hydra n’est pas dans ce moment dans une situation brillante, le commerce des grains… est presque l’unique ressourse qui alimente sa navigation, les bas prix auxquels se vendent générallement les blés portent une atteinte remarquable et bien rapide à la prospérité… Le mois dernier un parti nombreux, composé de matelots Idriotes sans emploi s’est mis dans un état de révolte… Le blés néammoins ne se vend à Hydra que 5 1I2 piastres le kilo… Si, comme tout porte à le croire, ce prix n’éprouvait d’augmentation pendant plus d’une année, il est probable qu’une partie de la population d’Hydra se trouverait forcée à une émigration, qui, je pense, ne s’effectuerait dans un caractère paisible». Το απόσπασμα είναι πολλαπλώς ενδιαφέρον εδώ, όμως, δε μας ενδιαφέρει παρά η πληροφορία για την τιμή του σιταριού, την οποία ο υποπρόξενος θεωρεί καταστρεπτική. Η τιμή την οποία αναφέρει όμως ο De Saint André, δηλαδή 9,78 παράδες στην οκά, κινείται στα επίπεδα της τιμής εισαγωγής και εξαγωγής αυτού του εμπορεύματος στην Πελοπόννησο, κάτι που όφειλε να γνωρίζει. Η τιμή αυτή είναι υπερδιπλάσια από την τιμή της περιόδου 1783-1789, κατά 80% περίπου ανώτερη από την τιμή του πελοποννησιακού σιταριού στην αγορά της Μασσαλίας το 1791 (Β. Κρεμμυδάς, Το εμπόριο της Πελοποννήσου στο 18ο αιώνα, Αθήνα 1972, σ. 206-209) και κατά 15% περίπου ανώτερη από την τιμή του 1809″ είναι όμως κατά 60% περίπου κατώτερη από την, μοναδική, τιμή του 1815: πράγματι, εκεί στα 1814-1816 έχουμε μια απότομη άνοδο των τιμών, οι οποίες όμως άρχισαν να επανέρχονται στους προηγούμενους ανοδικούς ρυθμούς τους καθώς οι νέες πολιτικές πραγματικότητες στην Ευρώπη εδραιώνονταν (Β. Κρεμμυδάς, Συγκυρία και εμπόριο στην προεπαναστατική Πελοπόννησο, 1793-1821, Αθήνα, Θεμέλιο, 1980, σ. 115-121).

Ο γάλλος υποπρόξενος επιμένει στη χαμηλή τιμή του σιταριού ως αιτίας της κρίσης, ενώ γνωρίζει και το λέει ότι η εξέγερση έγινε από άνεργους ναυτικούς και ότι η ενδεχόμενη μετανάστευση, την οποία επίσης θα απέδιδε στη χαμηλή τιμή του σιταριού, θα γινόταν λόγω της ανεργίας.

[10] Το παράδειγμα είναι πάλι από την Ύδρα και αναφέρεται σε ανέκδοτη διατριβή για το D.E.A. της Evanthia Cascadiri με τον τίτλο «Etrangers et institutions commerciales: le cas de l’île d’Hydra, fin du XVIIIe-début du XIXe siècle», Paris 1989, σ. 66-67. Ας δούμε τη σχετική παρατήρηση, είναι ενδιαφέρουσα: «Les productions artisanales (manufacturières) constituent des petites entreprises. Le travail est organise en corporation et sa répartition obéit à une spécialisation très poussée. Par exemple: Kazazis (l’ouvrier en soie) fabrique les cordonnets et les manchettes alors qu’un autre ouvrier qualifié siritas se charge de la fabrications des soutaches… Nous constatons une hierrachisation du travail qui correspond à une échelle sociale». Πρέπει όμως να έχουμε στη σκέψη μας τις οικονομικές δραστηριότητες που βλάπτονταν από την ακινησία ενός πλοίου και εννοώ πέρα από όσες είναι οι αμεσότερες, όπως η επένδυση κεφαλαίων και η εργασία των ναυτικών και είναι αυτές, η τροφοδοσία του πλοίου σε τρόφιμα, το εμπόριο σχοινιών, υλικών επισκευής γενικότερα, η εργασία επισκευής (πανιά, καλαφάτισμα κ.λπ.), η κίνηση της αγοράς λόγω μείωσης της αγοραστικής ισχύος, οι χρηματιστικές εργασίες, η κατασκευή και πώληση υλικών συσκευασίας, η παραγωγή αγαθών άμεσα συνδεδεμένων με την κίνηση του πλοίου κ.λπ. Και βέβαια, οι δραστηριότητες που βλάπτονταν δεν ήταν γεωγραφικά περιορισμένες μόνον στους ναυτικούς τόπους.

[11] Υπενθυμίζεται ότι συρμαγιά ή σερμαγιά ήταν το εταιρικό κεφάλαιο που συγκροτούνταν ενόψει αγοράς φορτίου· ο όρος και το πράγμα είχαν εφαρμογή και σε οικονομικές δραστηριότητες άλλες από το ναυτικό εμπόριο, σήμαινε πάντοτε το εταιρικό κεφάλαιο, αλλά εκεί η χρήση του δεν ήταν γενικευμένη.

[12] Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία τον Ελληνικού έθνους, 8η έκδοση, Ελευθερουδάκης, τ. 5, σ. 153.

[13] Ο νόμος του 1804 είχε τιτλοφορηθεί «ναυτεμπορικός» και είχε 12 άρθρα· ο νέος του 1818 τιτλοφορήθηκε «αστικός και ναυτεμπορικός» και περιλάμβανε 65 άρθρα. Ο νόμος του 1818 αύξησε κατά 15%-20%, σε σύγκριση με τον προηγούμενο, το ποσοστό κέρδους ή τόκου επί του επενδυόμενου κεφαλαίου και καθιέρωσε πολύ αυστηρές και λεπτομερειακές διατάξεις για την προστασία του.

[14] Β. Κρεμμυδάς, Ελληνική ναυτιλία 1776-1835, τ. Β’ (1986), σ. 108 (πίνακας 27) και 85-110. Κατά το άρθρο 40 του νόμου του 1818 οι αποδόσεις ταξιδιού που υπολείπονταν από τα προσδιοριζόμενα σ’ αυτόν διανέμονταν τελικά από ειδικό σώμα κριτών της Κοινότητας πριν, αυτό ήταν κανονικά μια αρμοδιότητα του καπετάνιου. Δεν πρέπει πάντως να λησμονούμε ότι αυτά που λέγονται εδώ αναφέρονται σε μέρος της κρίσης, στις αποδόσεις των εμπορικών πράξεων, ενώ το άλλο μέρος, το πιο σημαντικό, ήταν η απουσία τέτοιων πράξεων.

[15] Archives du Ministère des Affaires Étrangères (AMAE), Correspondance consulaire (CC), Smyrne, τόμος 35 (1818-1820), Σμύρνη, 24 Ιουλίου 1820. Ο συντάκτης του σχετικού κειμένου μάλιστα υποσημειώνει ότι οι έλληνες έμποροι της Σμύρνης είχαν ιδρύσει στη Μασσαλία, όταν αποκαταστάθηκε η ειρήνη, δώδεκα εμπορικά καταστήματα, από τα οποία χρεωκόπησαν τα εννέα και εζημίωσαν τους ντόπιους προμηθευτές τους και τους βιομηχάνους του Languedoc δύο εκατομμύρια γαλλικά φράγκα.

[16] Όλες οι πληροφορίες των πινάκων 1 και 2 στο Αντ. Λιγνός, ό.π., τ. 2, Αθήνα 1953, σ. 58-62.

[17] Οι πληροφορίες που κάνουν λόγο για δραματική μείωση του όγκου της ελληνικής ναυτιλίας (αριθμός πλοίων και χωρητικότητα) από το 1813 στο 1821 (Pouqueville, 1813 = 153.580 τόννοι, 1821 = 61.449 τόννοι: Πανδώρα 4 (1853-1854) 174-175) δεν έχουν καμία σχέση με ό,τι πράγματι συνέβη. Πρβλ. Β. Κρεμμυδάς, Αρχείο Χατζηπαναγιώτη, ό.π., σ. 59, πίνακας XXIX, όπου η αξία των σπετσιώτικων καραβιών από το Αρχείο Χατζηπαναγιώτη ακολουθεί την ίδια πορεία με αυτήν που μας δίνει το Αρχείο της Ύδρας και ο Αντ. Λιγνός.

[18] Αντ. Λιγνός, ό.π., σ. 62· οι αύξοντες αριθμοί πλοίων 36 και 37. Πρβλ. τις τιμές με τα δεδομένα των πινάκων.

[19] Αξίζει παρεμπιπτόντως να σημειωθεί ότι τα ποσά που απαίτησαν – και τους εγκρίθηκαν αρμοδίως – τα δύο νησιά ως αποζημίωση για τη συμμετοχή τους στην Επανάσταση ήταν 1.000.000 τάληρα για την Ύδρα και 557.000 για τις Σπέτσες (Αντ. Λιγνός, ό.π., σ. 713) ή, χονδρικά πάλι, κάπου 7.000.000 και 4.000.000 γρόσια αντίστοιχα: για την Ύδρα πολύ υψηλότερο από την επένδυση στην παραγωγή 35 – μεγάλων, ας σημειωθεί – πλοίων κατά τη δεκαετία 1811-1820· και μολονότι και στη διάρκεια του Αγώνα είχαν λάβει σημαντικά ποσά για επισκευές, μισθοτροφοδοσίες κ.λπ.

[20] Στην Ύδρα πάλι, το 1819, οκτώ ομότεχνοι όφειλαν να καταβάλουν έναν κοινοτικό φόρο (36 γρόσια)· από 5 γρόσια οι εφτά και ένα γρόσι ο όγδοος: τέσσερις μόνον απ’ αυτούς μπόρεσαν να εξοφλήσουν κανονικά το μηδαμινό ποσό της οφειλής τους (Ε. Cascadiri, ό.π., σ. 65-66).

[21] Α.Μ.Α.Ε., CG., Naples de Romanie, ό.π.

[22] Α.Μ.Α.Ε., ό.π.

[23] Όλες οι σχετικές πληροφορίες στο Β. Κρεμμυδάς, Ελληνική ναυτιλία 1776-1835, ό.π., τ. 2, σ. 69-72.

[24] Ίσως εδώ πρέπει να δούμε και έναν από τους λόγους της αύξησης των ποσοστών κέρδους του κεφαλαίου που πρόβλεψε ο νόμος της Ύδρας του 1818.

[25] Κ. Παπαρρηγόπουλος, ό.π., σ. 155.

[26] Σε όλα τα σχετικά πρωτότυπα κείμενα αυτό που ζητείται είναι, «να κατασκευάσουμε ένα πλοίο, να κάνουμε μ’ αυτό εμπόριο και να κερδίσουμε».

[27] Β. Κρεμμυδάς, «Το οθωμανικό κράτος και η αναγκαστική αυτονόμηση του εμπορικού », Ο Πολίτης 40 (19 Σεπτ. 1997) 30-33.

[28] Με τη φιλοδοξία ότι δε μου έχει διαφύγει κάτι, ο πρώτος που συνέδεσε, με κάποιο τρόπο, την οικονομική κρίση με την επαναστατικοποίηση του ελληνισμού είναι ο Γιάννης Ζεύγος (Σύντομη μελέτη της νεοελληνικής ιστορίας, μέρος Α’, τρίτη έκδοση (ίσως: 1964), σ. 38), σε μια πολύ σύντομη φράση του: «Μα κι’ αυτή η οικονομική κρίση αποτέλεσε με τη σειρά της κίνητρο για το δυνάμωμα της επαναστατικής κίνησης».

[29] Είναι και αυτό ένα ενδιαφέρον ζήτημα σε άμεση συνάρτηση με την πορεία προς το Εικοσιένα. Και αυτό το τμήμα του ελληνισμού βρέθηκε σε οικονομική κρίση, των εμπορικών του δραστηριοτήτων επίσης, η οποία όμως  δεν εκκινούσε από οικονομικούς λόγους, ούτε από λόγους πολιτικής συγκυρίας – γι’ αυτό ήταν σταθερά αργόσυρτη -, αλλά από εθνικιστικούς: η ανάπτυξη των εθνικισμών στα Βαλκάνια και στην Ευρώπη, στις αρχές του 19ου αιώνα είχε αρχίσει εξαρχής να αποβάλλει τα ισχυρά ξένα οικονομικά συμφέροντα.

 

Βασίλης Κρεμμυδάς (1935-2017)

Ο Βασίλης Κρεμμυδάς ήταν ομότιμος καθηγητής του πανεπιστημίου των Αθηνών.

Προεπαναστατικές Πραγματικότητες – Η Οικονομική κρίση και η Πορεία προς το Εικοσιένα – «Μνήμων», τόμ. 24 (2002).

 

Read Full Post »

Ο «Γέρος του Μοριά»: Κτίζοντας μια πατρική φιγούρα του Έθνους – Δημήτρης Δημητρόπουλος


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Διαβάστε στο «Ελεύθερο Βήμα»  την ανακοίνωση του κου Δημήτρη Δημητρόπουλου, στην επιστημονική συνάντηση: «Η ματιά των άλλων» – Προσλήψεις προσώπων που σφράγισαν τρεις αιώνες (18ος – 20ος), με θέμα:

«Ο Γέρος του Μοριά»: Κτίζοντας μια πατρική φιγούρα του Έθνους»

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Τοιχογραφίες του Μεγάρου της Βουλής, αίθουσα των Τροπαίων, ανατολικός τοίχος.

Στο τέλος του 2008 ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γνώρισε αναπάντεχα μεγάλες δόξες, καθώς συμμετείχε – χωρίς να ερωτηθεί – σε διαγωνισμό που διεξήγαγε ο τηλεοπτικός σταθμός ΣΚΑΪ με θέμα την αναζήτηση του «μεγαλύτερου» Έλληνα από καταβολής «ελληνισμού». [1] Εκεί με το ατράνταχτο επιχείρημα ότι «έγινε κλέφτης για χάρη μας», αρίστευσε, εν αγνοία του, λαμβάνοντας 84.007 ψήφους, κατετάγη όμως τρίτος στον ευγενή αγώνα, καθώς τον ξεπέρασαν ο στρατηλάτης Μέγας Αλέξανδρος (121.011 ψήφοι) και ο γιατρός Γεώργιος Παπανικολάου (103.661 ψήφοι). Και μόνο η αναφορά των τριών πρωτευσάντων καθιστά προφανή την αφερεγγυότητα του όλου εγχειρήματος – το οποίο όμως έτυχε θερμής υποστήριξης και νομιμοποίησης από ακαδημαϊκούς ιστορικούς. Πέραν αυτού όμως, ανακύπτουν ουσιαστικά ερωτήματα, όπως: α) ποια είναι η διαδικασία που επιτρέπει από το πλήθος των προσώπων που έπαιξαν έναν ρόλο στα ιστορικά δρώμενα, κάποια από αυτά να αποκτήσουν γενική αποδοχή; και β) ποια είναι τα υλικά που επιτρέπουν να κτιστεί σταδιακά μια εθνικής εμβέλειας προσωπικότητα με υψηλό βαθμό αναγνώρισης και αποδοχής;

Αν κατασκευάζαμε ένα νοητό διάγραμμα της αποδοχής του Κολοκοτρώνη και της δημοτικότητάς του κατά τη διάρκεια της ζωής του, θα βρισκόμασταν μπροστά σε μια ενδιαφέρουσα κλιμάκωση. Από μισητός κλέφτης μέχρι τα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα, αποκτά κατόπιν αναγνώριση στο περιβάλλον της Φιλικής Εταιρείας και των ενόπλων που παρεπιδημούν στα Επτάνησα. Ακολούθως, στους πρώτους μήνες της Επανάστασης εδραιώνεται σταδιακά η φήμη του ως ικανού στρατιωτικού αρχηγού, η οποία απογειώνεται και απλώνεται σε όλη την Ευρώπη με την κατάληψη της Τρι­πολιτσάς και τη συντριβή του Δράμαλη το καλοκαίρι του 1822.

Η αποδοχή του γνωρίζει μετέπειτα κάμψη, όταν πρωταγωνιστεί στις εμφύλιες αντιπαραθέσεις των χρόνων της Επανάστασης. Από την εποχή αυτή και μέχρι την περίοδο της Αντιβασιλείας –με εξαίρεση τα πύρινα χρόνια του αγώνα κατά του Ιμπραήμ – ο Κολοκοτρώνης παύει να αποτελεί προσωπικότητα κοινής αποδοχής. Έχει βέβαια λαϊκό έρεισμα, στενούς φίλους και πιστούς οπαδούς, ταυτόχρονα όμως και φανατικούς, ορκισμένους εχθρούς, καθώς δρα ως ηγετική προσωπικότητα μιας από τις εκάστοτε αντιπαρατιθέμενες παρατάξεις: των στρατιωτικών, των ρωσόφιλων, των καποδιστριακών, των πολέμιων της βαυαρικής αντιβασιλείας. Η χορήγηση αμνηστίας από τον νεαρό Όθωνα, η εγκατάστασή του στην Αθήνα και η προσκόλλησή του στη βασιλική αυλή διευρύνουν το κοινό του, απαλύνουν τα παλαιά πάθη και σηματοδοτούν την πορεία ανόδου του στο εθνικό βάθρο. Η πάνδημη συμμετοχή στην κηδεία του, το Φεβρουάριο του 1843, το επιβεβαιώνει.

Ιδιαίτερο στοιχείο αποτελεί η φήμη του έξω από τον ελληνικό χώρο, η ταύτισή του, ουσιαστικά, με τον ένοπλο αγώνα και η γοητεία που ασκούσε ως ηγετική φυσιογνωμία της Επανάστασης, που έδωσαν πολλές, εξαιρετικά παραστατικές και γλαφυρές, αντιφατικές όμως και αντικρουόμενες περιγραφές. Φιλέλληνες και άλλοι, Ευρωπαίοι κυρίως, που επέλεξαν για ποικίλους λόγους να έρθουν στις εξεγερμένες περιοχές και εξέδωσαν τη μαρτυρία τους, ελκύονται από τον έλληνα πολέμαρχο και αφιερώνουν λίγα ή περισσότερα λόγια στην εμφάνιση, το χαρακτήρα, τα προτερήματα και τα ελαττώματα, τη συμπεριφορά ή τις ικανότητές του.[2]

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Λιθογραφία. Φανταστική απεικόνιση χαρακτηριστική της απήχησης του ήρωα στη Ρωσία. Εδώ αποδίδεται έφιππος σε ρωσική λαϊκή εικόνα (1830).

 

Ο Κολοκοτρώνης, έζησε ταυτισμένος με τα όπλα. Στα στερνά της ζωής του όμως, και κυρίως μετά το θάνατό του, υπήρξε ο ευνοημένος της πέννας. Ευτύχησε να έχει στον στενό κύκλο του συγγραφείς – αγωνιστές, τους αποκαλούμενους περιπαιχτικά από τους αντιπάλους του «κολοκοτρωνι­στές», που έδωσαν τον τόνο στη βιωματική αφήγηση του Αγώνα. Ο Ιωάννης Φιλήμων (1834 και 1859), ο Αμβρόσιος Φραντζής (1839), ο Νικόλαος Σπηλιάδης (1851), ο Φωτάκος (1858), ο Μιχαήλ Οικονόμου (1873) κ.ά., λίγα μόλις χρόνια μετά την περάτωση της Επανάστασης, υφαίνουν την εικονογραφία της· [3] και εδώ ο Κολοκοτρώνης πρωταγωνιστεί. Πρωταγωνιστεί όχι μόνο εξαιτίας του ρόλου του στην Επανάσταση, αλλά και χάρη στη ροπή που πήρε η γραπτή αφήγησή της.

Οι ηττημένοι στο πεδίο των πολιτικών συγκρούσεων οπλαρχηγοί, δικαιώνονται από την ελληνόγλωσση ιστοριογραφία του Αγώνα, η οποία, κατά μία ιδιότυπη συγκυρία, γράφεται είτε από αυτούς τους ίδιους είτε από ανθρώπους που ανήκουν στο κοντινό περιβάλλον τους. [4] Πράγματι αν σε όσους αναφέρθηκαν παραπάνω προστεθούν ο Νικ. Κασομούλης, ο Μακρυγιάννης, και όσοι έγραψαν με την πένα του Γεωργίου Τερτσέτη, [5] συγκροτείται ένα ογκώδες σώμα μαρτυριών δικαιωτικών των οπλαρχηγών.

Αντίθετα, οι πολιτικοί, οι διανοούμενοι που επικράτησαν στην εσωτερική αντιπαράθεση και επέβαλλαν τελικά το δικό τους σχεδιασμό στην Επανάσταση – με κάποιες λιγοστές εξαιρέσεις όπως του Σπ. Τρικούπη ή του Νικ. Δραγούμη– [6] δεν μετέχουν στη συγγραφή της ιστορίας της. Ο Ιωάννης Κωλέττης ή ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, για παράδειγμα, πλάθουν την ιστορία αλλά δεν τη συγγράφουν. [7] Μια προσπάθεια απάντησης έρχεται από την πλευρά των προκρίτων. Πρόσωπα όπως ο Κανέλλος Δεληγιάννης ή ο Παναγιώτης Παπατσώνης, πικραμένοι από την εξέλιξη που πήραν τα πράγματα και εξοργισμένοι απ’ όσα γράφονται ή αποσιωπούνται για την «τάξη των προκρίτων», γράφουν με πάθος για να ανασκευάσουν τις «ψευδοϊστορίες», τις «χαλιμάδες», οι οποίες, όπως καταγγέλλουν, σκοπό είχαν «να μηδενίσουν και να εξευτελίσουν τας εκδουλεύσεις και εξόχους θυσίας όλων των προκρίτων, προυχόντων και οικοκυραίων». [8] Βασικός στόχος τους ο Κολοκοτρώνης· δεν στάθηκαν όμως ικανοί ούτε να ανακόψουν το ρεύμα, [9] ούτε να αποκαθηλώσουν τον παλαιό τους κάπο.[10]

Ο Θ. Κολοκοτρώνης παρουσιάζει την ιδιαιτερότητα ότι έθεσε ο ίδιος τον θεμέλιο λίθο της μετέπειτα δικαίωσής του. Η αφήγηση του στον Γε­ώργιο Τερτσέτη, η οποία τυπώθηκε μετά το θάνατό του, το 1846, συντέ­λεσε καθοριστικά στην ανάδειξή του σε συστατική μορφή του ελληνικού έθνους. Ακόμη και ο μεγαλεπήβολος, πομπώδης αλλά και ιδιοφυής τίτλος του βιβλίου: Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836, προϊδέαζε τον αναγνώστη ότι βρισκόταν μπροστά σε κάτι διαφορετικό. Δεν ήταν απομνημόνευμα, δεν ήταν μαρτυρία, δεν ήταν καν μία ιστορία της ελληνικής επανάστασης, αλλά η αφήγηση των πεπραγμένων της εντός και εκτός συνόρων «ελληνικής φυλής» για διάστημα 66 χρόνων, από τα Ορλωφικά έως τα πρώτα χρόνια του Ελληνικού Βασιλείου.

Το βιβλίο, παρά τα προβλήματα που δημιουργούσε η προφορικότητα του λόγου του αφηγητή – συγγραφέα, θεωρήθηκε εθνική υποθήκη, γνώρισε μεγάλη διάδοση και πολλαπλές εκδόσεις· συνεχίζει άλλωστε να επανεκδίδεται με ποικίλους τρόπους μέχρι σήμερα. Ήδη όμως το 1851 ο συγγραφέας είχε νικήσει το κείμενό του. Στην επανέκδοση της αφήγησης προστίθεται χρωματιστό εξώφυλλο και ο τίτλος μεταμορφώνεται στο Ο Γέρων Κολο­κοτρώνης, μεταθέτοντας το κέντρο βάρους στο πρόσωπο του αφηγητή, ο οποίος κοσμείται πλέον και με το χάρισμα της γεροντικής σοφίας. Ο τίτλος αυτός συνάδει με το 34 σελίδων παράρτημα «Ρητά του Γέρου Κο­λοκοτρώνη», που δεν υπήρχε στην πρώτη έκδοση και περιλαμβάνει ιστορικά ανέκδοτα, ρήσεις ή γνωμικά που αποδίδονται στον Κολοκοτρώνη.

Ο εκδότης μάλιστα αισθάνεται την ανάγκη να εξηγήσει και την προσφώνηση «γέρος», που απαντά και σε άλλες μαρτυρίες των χρόνων της Επανάστασης. Δεν την αποδίδει λοιπόν στην προβεβηκυία ηλικία, αλλά ισχυρίζεται ότι: «η ονομασία γέρος του εγεννήθη, επειδή ήτο πολύξερος, έξυπνος, είχε πονηρίαις». Και συμπληρώνει: «Εις τα έθνη όπου η παιδεία δεν είναι εξαπλωμένη και η επιστήμη δεν φωτίζει τους νέους, οι γέροντες έχουν τα πρωτεία της γνώσεως· όποιος είδε προϊμώτερα τον ήλιο, έχει και πράξιν περισσότερη της ζωής».[11]

Επομένως, ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα, η πονηριά και η λαϊκή σοφία, η θυμοσοφία που δεν είναι επακόλουθο παιδείας αλλά εμπειρίας, προστίθενται στα υλικά που θα συγκροτήσουν το μετά θάνατον πορτρέτο της ιδρυτικής αυτής φυσιογνωμίας του νέου ελληνισμού. Ο Γεώργιος Τερ­τσέτης είναι βασικός εισηγητής αυτής της εικόνας, [12] η οποία τα χρόνια που ακολουθούν συνεχίζει να τροφοδοτείται με πλήθος «ανεκδότων» και περιστατικών που αποδίδονται στον Κολοκοτρώνη· μόνο ο Βλαχογιάννης ανθολογεί περί τα 140, από εφημερίδες και διηγήσεις του 19ου αιώνα. [13] Ο λόγος του Κολοκοτρώνη στους μαθητές του Ελληνικού Γυμνασίου στην Πνύκα που προδημοσιεύεται στην εφημερίδα Αιών στις 13 Νοεμβρίου 1838 και ακολούθως αναπαράγεται με διάφορους τρόπους, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο εκδότης του Αιώνα Ιωάννης Φιλήμων σημειώνει στο προοίμιο του λόγου ότι «εγγυώμεθα το ακριβές, καθόσον δυνάμεθα να ενθυμηθώμεν».

Είναι όμως εμφανής η επέμβαση της γραφίδας του και η απόδοση στον Κολοκοτρώνη μιας διήγησης της εθνικής ιστορίας κατάφορτης από όσα εδραιώθηκαν στα κατοπινά χρόνια ως κλασικά στερεότυπά της.

Δοξαστικές βιογραφίες χωρίς αξιώσεις εμπεριστατωμένης ιστορικής τεκμηρίωσης, [14] ποιήματα, «κολοκοτρωναίικα» τραγούδια, θεατρικά έργα, σχολικά και νεανικά αναγνώσματα, ιχνογραφούν την αναγνώριση του Κολοκοτρώνη που αυξανόταν με την πάροδο του 19ου αιώνα. [15] O Αναστάσιος Γούδας τον βιογραφεί στους Βίους Παράλληλους – καταγράφει μάλιστα και ένα μύθο που εκφώνησε στην Πνύκα στο συγκεντρωμένο πλήθος –, [16] ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος και ο Παύλος Καρολίδης επαινούν τις στρατιωτικές του ικανότητες.[17]

Η γραμμή που σηματοδότησε ο ίδιος με τη Διήγησή του στον Τερτσέ­τη, υιοθετείται ένθερμα: κατασκευάζεται μία γενεαλογία της «αντίστασης» ανυπότακτων Κολοκοτρωναίων που επί αιώνες πολεμούν τον Τούρκο· η κλέφτικη παράδοση αποκαθαίρεται από την πεμπτουσία της ύπαρξής της, την κλοπή· [18] αναδεικνύεται η νικηφόρα στρατιωτική ιδιοφυΐα του Θοδωράκη· η αγνή φιλοπατρία αναγορεύεται σε μοναδική κινητήρια δύναμη των πρά­ξεών του· οι σκληρές συγκρούσεις για την κατανομή των φορολογικών προσόδων, των λειών, των μισθών των στρατιωτών αποσύρονται πίσω από το παραβάν κ.λπ. Όλα κατατείνουν επομένως στη δημιουργία ενός άλλου Κολοκοτρώνη, μιας πατρικής φιγούρας έλληνα πατριώτη, συνετού μα και γενναίου, που μπορεί να λειτουργεί ως η προσωποποίηση του έθνους.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, σχέδιο Voutier. Δημοσιεύεται στο βιβλίο P.C.H.I. Pouqueville, “Histoire de la regeneration de la Greece’’, Παρίσι 1824.

Ο μεταλλαγμένος αυτός Κολοκοτρώνης αποτυπώνεται γλαφυρά στις απεικονίσεις του. Από τον κακομούτσουνο, αγριωπό Κολοκοτρώνη των πρώτων εκ του φυσικού σκίτσων, σταδιακά εξοικειωνόμαστε με έναν όμορφο λεβεντόγερο, στιβαρό στρατιωτικό που με περίσκεψη ατενίζει μπροστά καμαρωτός, ντυμένος συνήθως κάπως ιδιόρρυθμα: με το εντυπωσιακό γιλέκο μιας ασαφούς στρατιωτικής στολής, με φουστανέλα και μία κόκκινη περικεφαλαία, σήμα κατατεθέν του ήρωα. Η μακρά λευκή κόμη που χύνεται στους ώμους, σε συνδυασμό με την πάλλευκη ατσαλάκωτη φουστανέλα μπορεί να μην απεικονίζει ρεαλιστικά το πρόσωπο και να κατασκευάζει έναν εξιδανικευμένο τύπο μαχητή, κυριάρχησε όμως στην απεικόνισή του, καθώς αντιστοιχούσε στο νέο προφίλ του Γέρου του Μοριά.

 

Προσωπογραφία Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Karl Krazeisen, 1828.

 

Προσωπογραφία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ελαιογραφία σε μουσαμά, 1853. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

 

Ο Κολοκοτρώνης, λοιπόν, πορευόταν στην οδό της δόξας. Στον Μεσοπόλεμο όμως δέχεται ένα απρόσμενο πλήγμα, καθώς ξανάρχονται στην επιφάνεια παλαιές αντιθέσεις. Ο Γιάννης Βλαχογιάννης στη μελέτη του Κλέφτες του Μοριά, που εξέδωσε το 1935, σαλπίζει εναντίον των κλεφτών της Πελοποννήσου και ιδίως του πλέον ένδοξου από αυτούς, του Κολοκοτρώνη.

Το 1937 μάλιστα με τον λίβελο Ηθικά Ραπίσματα, που συγγράφει προς απάντηση του Σωκράτη Κουγέα, εκτραχύνει τη σύγκρουση. Ο Βλαχο­γιάννης με το θελκτικό αλλά και μπρούτο ύφος γραφής του, κάνει κάποιες εύστοχες επιμέρους παρατηρήσεις· συνολικά όμως συνιστά οπισθοδρόμηση στην ιστοριογραφική προσέγγιση, καθώς μετατοπίζει τη συζήτηση στην αναβίωση της παλαιάς αντιπαλότητας Ρουμελιωτών-Μοραϊτών, έκφανση της οποίας είναι και η διεκδίκηση της πρωτοκαθεδρίας του απελευθερωτικού αγώνα.

Έγραφε, έμπλεος οργής και ενθουσιασμού, στις πρώτες σελίδες της περί κλεφτών μελέτης του τα ακόλουθα που εικονογραφούν το πνεύμα και τις αντιλήψεις του ιδίου, αλλά και τα λογικά άλματα που απαιτεί η ιστοριογραφία του τύπου αυτού: «Ο Μοριάς, που έβγαλε τόσα παληκάρια και κατά τον Αγώνα και πρωτύτερα, πάντα ζήλευε μα και ζηλεύει – και τιμή του είναι γι’ αυτό – τη Ρουμελιώτικη παληκαριά, είδος Ελληνικού ιπποτισμού, που αιώνες αρματωλικής ζωής κληρονομικής – όχι Κλέφτικης μοναχά – την πλάσανε και την κάνανε τόσο όμορφη και τη στο­λίσανε με τόσες παραδόσεις και νόμους αυστηρούς, άγραφους. Μια παροιμία μοραΐτικη λέει: “Στη Ρούμελη είναι η λεβεντιά και στο Μοριά η γνώση”, και η παροιμία αυτή είναι η φυσική γνώμη του λαού του αληθινού, του Μοραΐτη, που είπε μιαν αλήθεια ιστορική».[19]

Η απάντηση των Πελοποννησίων λογίων – όχι μόνο άμεσα στον Βλα­χογιάννη αλλά συνολικά σε όσους αμφισβήτησαν την πρωτοκαθεδρία των Μοραϊτών και του πιο φημισμένου εκπροσώπου τους στον Αγώνα – υπήρξε πολυπρόσωπη αλλά ομόφωνη. Από τον Τάκη Κανδηλώρο στις αρχές του 20ού αιώνα, μέχρι τον Χρήστο Στασινόπουλο τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, τον Παν. Ζέπο, τον Τάκη Λάππα, τον Τάσο Γριτσόπουλο και τον κύκλο της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών και της περιοδικής έκδοσης Πελοποννησιακά ή της επετηρίδας Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, πελοποννήσιοι συγγραφείς και τοπικοί φορείς ανέδειξαν την προσωπικότητα του Κολοκοτρώνη, μέσα από μία προσέγγιση δικαιωτική και ηρωο­ποιητική.[20]

Ενδεικτική του πνεύματος αυτού είναι η αναλυτική εισαγωγή του Τάσου Γριτσόπουλου στην επανέκδοση, από την Εταιρεία Πελοπον­νησιακών Σπουδών, της Διήγησης των συμβάντων της ελληνικής φυλής. [21] Μεταφέρουμε ένα απόσπασμα, χαρακτηριστικό μιας ιστοριογραφικής αντίληψης, εμβαπτισμένης στο μύθο και ταυτοχρόνως παραγωγού μυθευμάτων: «Ομολογουμένως ο Κολοκοτρώνης υπήρξε για την αγωνιζομένην Ελλάδα δώρον του Θεού. Αλλ’ ως κύριον και βασικόν γνώρισμά του είχεν, ότι ήτον γνήσιον γέννημα του ελληνικού λαού. Εξ απαλών ονύχων ορφανός και κατατρεγμένος, εποτίσθη με όλες τις πίκρες της υποδούλου ζωής του έθνους του. Δεύτερον γνώρισμά του ήτο, ότι εκουβαλούσε μέσα του αγνήν και ανόθευτον την προτέραν παράδοσιν του εθνικού βίου και αύτη ελάμ­βανεν εκάστοτε λόγω της ευφυίας του μεγάλες διαστάσεις. Τρίτον ο ηγέτης αυτός κατά παραχώρησιν της φύσεως επύκνωνε την πίστιν και το όραμα της εθνικής ελευθερίας, δια την οποίαν ηγωνίσθη κατά την οικογενειακήν του παρακαταθήκην».[22]

 

Πορτρέτο Έλληνα αγωνιστή (ενδεχομένως του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη). Ελαιογραφία αγνώστου, 19ος αιώνας. Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα.

 

Η παραδοσιακή ιστοριογραφία λοιπόν αγκάλιασε τον Κολοκοτρώνη. Η συγγραφή μάλιστα της πολυσέλιδης, θελκτικής, μυθιστορηματικής βιογραφίας του ακαδημαϊκού Σπύρου Μελά, Ο Γέρος του Μωριά, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1931, [23] αλλά γνώρισε συνεχείς επανεκδόσεις ως ανάγνωσμα για ενήλικες και εφήβους, ξαναέπλασε με τα παλαιά υλικά τη μορφή του αγωνιστή, φέρνοντάς την στο επίκεντρο της αφήγησης του εθνικού κλέους. Ο πρωταγωνιστικός του ρόλος στις ένοπλες εσωτερικές συγκρούσεις της Επανάστασης θεωρήθηκε μεν σφάλμα, αλλά αποδόθηκε στην επικατάρατη, «δολερή» διχόνοια, που ταλανίζει τους Έλληνες και δεν τους αφήνει να μεγαλουργήσουν. Ο θάνατος μάλιστα του γιου του, Πάνου Κολοκοτρώνη, το Νοέμβριο του 1824, κατά τη διάρκεια του αποκαλού­μενου πρώτου εμφύλιου, θεωρήθηκε ως ένα είδος εξιλέωσης, αφού αυτός τουλάχιστον πλήρωσε πολύ σκληρά για τα λάθη του: έχασε τον γιο του.

Αντίθετα, περισσότερο κριτική υπήρξε η αντιμετώπιση άλλων «λαθών» του Γέρου του Μοριά, όπως για παράδειγμα εκείνων που σχετίζονται με την κλέφτικη ζωή του. Κάποια δυσάρεστα γεγονότα που σχετίζονται με αυτήν αφήνονται να ξεγλιστρήσουν στη λήθη. Το 1946, για παράδειγμα, ο Θάνος Βαγενάς, μελετητής της Πελοποννήσου, λάτρης ο ίδιος της κλεφτουριάς, του «ηρωικού αντάρτικου κινήματος των Κλεφτών του Μοριά» όπως την χαρακτηρίζει, εκδίδει στο περιθώριο της ιστοριογραφικής και εκδοτικής κίνησης της εποχής ένα ολιγοσέλιδο φυλλάδιο, θέλοντας, με βαριά καρδιά, να αποκαταστήσει την αλήθεια γύρω από ένα γεγονός που ένιωθε ότι το σκέπαζε πέπλο σιωπής. Ο τίτλος του φυλλαδίου ρητός: Ο Θ. Κολοκοτρώνης χάλασε τα Βέρβενα και αναφερόταν βέβαια στην καταστροφή του ομώνυμου αρ­καδικού χωριού το 1806, μετά την άρνηση των κατοίκων να συνδράμουν την κλέφτικη ομάδα του Κολοκοτρώνη. Το επεισόδιο δεν ήταν άγνωστο άλλωστε, αφού με λιτό και συγκλονιστικό τρόπο το διηγείται ο ίδιος Κολο­κοτρώνης. [24] Το πέπλο όμως που ήθελε ο Βαγενάς να σηκωθεί δεν σάλεψε.

Η πολυκύμαντη ζωή του Κολοκοτρώνη, ακόμη και οι αντιφάσεις του, προσφέρουν υλικό, όπου με την κατάλληλη λάξευση σμιλεύεται το εκάστοτε επιθυμητό μήνυμα. Για παράδειγμα, η δίωξή του από τους Βαυαρούς αντι­βασιλείς, η δίκη και η καταδίκη του σε θάνατο, διευκολύνει την ένταξή του στο αντιδυναστικό κίνημα, ενώ από την άλλη πλευρά η θετική στάση του Κολοκοτρώνη απέναντι στο θεσμό της βασιλείας, μετά την ανάρρηση του Όθωνα στο θρόνο, επιτρέπει την υιοθέτησή του και από τους βασιλόφρονες.

Η δίκη του όμως είναι εκείνη που κυρίως διευρύνει τις υποδοχές ενσωμά­τωσής του στα εθνικά στερεότυπα, διότι στις ιδιότητες του σοφού και γενναίου πατριώτη προστέθηκαν και άλλες, εξίσου δημοφιλείς: του αδικημένου και του κυνηγημένου από τους ξένους. Το επαναλαμβανόμενο στερεότυπο των ξένων ολετήρων, που επιβουλεύονται την πτωχή Ελλάδα και μισούν τα πιο άξια τέκνα της, βρήκε έτσι στην περίπτωση του Κολοκοτρώνη μια από τις πιο αναγνωρίσιμες εκφράσεις της. [25] Η διελκυστίνδα «λαός – εχθροί του λαού» συνταιριάστηκε με τη σταθερά «αδικημένοι Έλληνες – άδικοι και επίβουλοι ξένοι», η οποία βρήκε αρμονικά εφαρμογή στο πρόσωπο Κολοκοτρώνη, καθώς θεωρήθηκε ότι αποτύπωνε και τη δική του διαδρομή.

Ανάλογη τύχη, αμφίδρομης αποδοχής, είχε και η σχέση του με τους κοτζαμπάσηδες. Ο Κολοκοτρώνης είναι βέβαια ηγέτης των οπλαρχηγών και συνεπώς πολέμιος των κοτζαμπάσηδων, των εχθρών του λαού, των προδοτών της Επανάστασης, σύμφωνα με μια προσφιλή «προοδευτική» ανάγνωση του 1821. Στον Κολοκοτρώνη όμως, από την άλλη πλευρά, προσγράφε­ται ότι επεμβαίνει κατευναστικά και αποτρέπει την επαπειλούμενη σφαγή των προκρίτων, τον Ιούλιο του 1821, όταν οι εξεγερμένοι στο στρατόπεδο στα Βέρβενα απαιτούν «σκότωμα στους τυράννους». [26] Και εδώ τα δύο πρόσωπά του, συγκλίνουν σε αυτό του εθνικού ήρωα.

Ο Κολοκοτρώνης υιοθετήθηκε, λοιπόν, και από την Αριστερά. Η αριστερόστροφη – μη ακαδημαϊκής προέλευσης – ιστοριογραφία αποδέχτηκε τα χαρίσματα που του είχε αποδώσει η παραδοσιακή ιστοριογραφία. Κοντά σε αυτά όμως προστέθηκαν και ορισμένες άλλες παράμετροι. Μία από αυτές αφορά την πρόσληψη της ομάδας των «στρατιωτικών» ως της αυθεντικής έκφρασης των λαϊκών δυνάμεων. Ο «λαϊκός στρατός» και συνεπώς και ο ηγέτης του, ο Κολοκοτρώνης, μέσα από προφανείς αναγωγές στα καθέκαστα νεότερων χρόνων, προβλήθηκαν ως το αντίπαλο δέος των τουρ­κολατρών εκμεταλλευτών του λαού κοτζαμπάσηδων και των διεφθαρμένων πολιτικάντηδων Φαναριωτών. Η λαϊκή καταγωγή, η διαβίωση στα όρη και κυρίως η πρότερη κλέφτικη δράση του – που διαβάστηκε με ευκολία αντάρτικη – εγγράφεται άριστα στο επιθυμητό μοντέλο και προσφέρεται για προβολές σε συγκαιρινά γεγονότα.

Ό,τι συμβόλιζε λοιπόν ο Κολοκοτρώνης ταίριαζε απόλυτα στις προτεραιότητες των χρόνων της Αντίστασης. Ενδεικτικό της απήχησης είναι ότι πριν την ΕΠΟΝ, είχε ιδρυθεί «Ενιαία Παναρκαδική Οργάνωση Νέων “Ο Κολοκοτρώνης”». [27] Ιδιαίτερα αγαπητή, καθότι προσφερόμενη σε σύγχρονες αναγνώσεις, υπήρξε και η δράση του κατά του Ιμπραήμ και η σκληρή τιμωρία όσων είχαν «προσκυνήσει» την Υψηλή Πύλη. Το παράγγελμά του «φωτιά και τζεκούρι στους προσκυνημένους» ταίριαζε να ανασυρθεί από το πιθάρι της ιστορίας, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί στα τεκταινόμενα της Κατοχής για να δικαιώσει τη δράση του ΕΛΑΣ απέναντι στους συνεργάτες των κατακτητών. [28] Λίγα χρόνια μετά, το ίδιο έπραττε και ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας για όσους υποδείκνυε ως προδότες στην εμφύλια σύρραξη. [29] Και η altera pars όμως, ο Ευάγγελος Αβέρωφ, στο γνωστό ομώνυμο βιβλίο του, σημειώνει ότι: «Η επικρατέστερη πολεμική κραυγή του Δημοκρατικού Στρατού» ήταν «Φωτιά και τσεκούρι!», την οποία αντιπαραβάλει μάλιστα στο «Ελευθερία ή θάνατος», που κατ’ εκεί­νον διαλαλούσαν οι αντίπαλοί του.[30]

Στα χρόνια αυτά και κυρίως στην μετεμφυλιακή περίοδο των απη­νών διώξεων των ηττημένων, ένα επιπλέον δεδομένο ήρθε να ενισχύσει τη θετική πρόσληψη του Κολοκοτρώνη από τον κόσμο της Αριστεράς. Η αναγόρευσή του ως αρχηγού του «ρωσικού κόμματος», και η δίκη του για μυστικές επαφές με τη Ρωσική Αυτοκρατορία και αντικρατική δράση, ενεργοποίησε κατ’ αναλογία τα αντανακλαστικά απέναντι στην τοτινή Σοβιετική Ένωση με δύο τρόπους: είτε με την έννοια του φίλου των Ρώσων είτε και με την έννοια εκείνου που υφίσταται αδίκως διώξεις, ως φίλος των Ρώσων. Την γραμμή αυτή πρόβαλε και η ηγεσία του ΚΚΕ. Έτσι στην κυριακάτικη εκπομπή του, στις 8 Μαρτίου 1952, η «Φωνή της Αλήθειας» υποστηρίζει ότι η δίκη και η καταδίκη του Νίκου Μπελογιάν­νη «φέρει στη μνήμη του κάθε Έλληνα την πολύκροτη δίκη, στην οποία καταδικάστηκε σε θάνατο ο Γέρος του Μωρηά, η ψυχή και η καρδιά της Επανάστασης του ’21», και ακολούθως αναλύει τα κοινά στοιχεία των δύο δικών.[31]

Συγγραφείς προερχόμενοι από το χώρο της Αριστεράς που θήτευσαν σε μια δημοφιλή μορφή παιδαγωγού, στρατευμένης ιστοριογραφίας ή ιστορικής έμπνευσης λογοτεχνία, όπως ο Τάκης Σταματόπουλος, [32] ο Δημήτρης Φωτιάδης [33] ή ο Βασίλης Ρώτας, [34] με βιβλία τους, που γνώρισαν μεγάλη διάδοση, υπηρέτησαν την εικόνα του «γέρου του Μοριά» ως πρότυπο αγωνιστή.

Ορισμένοι άλλοι υπήρξαν πιο επιφυλακτικοί ή και επικριτικοί. Ο Γιάν­νης Κορδάτος, για παράδειγμα, προσάπτει στον Κολοκοτρώνη ότι «σαν από μηχανής θεός κατορθώνει να σώσει τους ολιγαρχικούς από τη λαϊκή οργή», αλλά και του αναγνωρίζει ότι «εσταμάτησε το ρεύμα συνθηκολογήσεως με τον εχθρό εφαρμόζοντας επανασταστικήν τρομοκρατίαν». [35] Ο Γιώργης Λαμπρινός επαινεί τη στρατηγική του τέχνη αλλά τον εγκαλεί γιατί «συμπεθέρεψε με τους Ντεληγιανναίους και τα φτιάχνει με τους προεστούς»· [36] μαζί του συμφωνεί ο Γιώργος Βαλέτας υποστηρίζοντας ότι «άσχημο αντιλαϊκό ρόλο έπαιξε με τους συμβιβασμούς του ο Κολοκοτρώ­νης».[37]

Κάποιοι άλλοι παίρνουν αποστάσεις από επιμέρους ενέργειές του, παρότι του αναγνωρίζουν αγαθές προθέσεις. Για παράδειγμα, μιλώντας για την είσοδό του στο Εκτελεστικό μετά τη Β΄ Εθνοσυνέλευση, ο Λεωνίδας Στρίγκος υποστηρίζει ότι «αντί να στηριχτεί στις λαϊκές μάζες καταφεύ­γει σε πολιτικούς συμβιβασμούς με σκοπό, όπως σκέφτεται, να διασπάσει τους κοτζαμπάσηδες», [38] ενώ ο Τάσος Βουρνάς θεωρεί ότι «ο Κολοκοτρώ­νης από τη μία συμβιβαστής στην πολιτική του κι από την άλλη πονηρός, νομίζοντας ότι μπορεί από τα μέσα να τους διαβρώσει, δέχεται [να πάρει τη θέση του αντιπροέδρου]».[39]

Ο Πέτρος Ρούσος [40] και ο Γιώργης Ζεύγος – πιο γνήσιοι εκφραστές της κομματικής ορθοδοξίας – του προσάπτουν συμβιβαστική τακτική απέναντι στους κοτζαμπάσηδες, ακόμη και αντιλαϊκό ρόλο· τον θεωρούν εντούτοις «μεγάλο πολέμαρχο», «αρχηγό της αγροτιάς», και του αναγνωρίζουν «ότι εφαρμόζει την ταχτική του κλεφτοπόλεμου και δε διστάζει να βάλει σε ενέργεια την επαναστατική τρομοκρατία». [41] Ακόμη άλλωστε και ο ίδιος ο Ν. Ζαχαριάδης φέρνει τους Κολοκοτρωναίους σαν υπόδειγμα εθνικών αγωνιστών.[42]

Σήμερα το διαδίκτυο είναι ένας ακόμη δείκτης της αποδοχής του Θ. Κολοκοτρώνη. Εκατοντάδες ηλεκτρονικές σελίδες είναι αφιερωμένες σε αυτόν, ανατροφοδοτώντας μια απλοϊκή, δοξαστική πρόσληψή του. Όπως είναι αναμενόμενο πολλές από τις ιστοσελίδες αυτές εδρεύουν στην Πελοπόννησο, ξεχωριστή θέση όμως του επιφυλάσσουν και ιστότοποι ακροδεξιού και εθνικιστικού περιεχομένου. Πέρα όμως από τον εικονικό κόσμο του διαδικτύου, η κοινή αποδοχή στο πρόσωπό του αποτυπώνεται και με πιο παραδοσιακούς τρόπους, όπως στην πληθώρα εκδηλώσεων και άλλων εκφράσεων τιμής, που εξακολουθούν ενάμισι αιώνα μετά το θάνατό του.

Διαφήμιση της Vespa, από το περιοδικό Η κοινή γνώμη και η Σφυγμομέτρησις. Μάρτιος, 1955, Περίοδος Β΄, αριθ. φύλλου 21, σ. 2.

Επίσημοι κρατικοί θεσμοί επέλεξαν να φιλοτεχνηθεί η μορφή του σε χαρτο­νομίσματα, νομίσματα και γραμματόσημα. Το πορτραίτο του κατέχει περίοπτη θέση ανάμεσα στους ήρωες του 1821 σε σχολικές αίθουσες, γιορτές, διαλέξεις, ομιλίες, ποικίλα έντυπα. Κινηματογραφικά ή θεατρικά έργα ή ακόμη και διαφημίσεις χρησιμοποίησαν τη μορφή του για να προβάλλουν επίκαιρα ποικίλου χαρακτήρα μηνύματα[43]. Ο θυμόσοφος γέρος με την περικεφαλαία έγινε αγαπημένη φιγούρα των σκιτσογράφων.

 

Ναύπλιο, ο Κολοκοτρώνης έφιππος. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

 

Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έδωσαν το όνομά του σε δρόμους και πλατείες· μόνο στην Αθήνα και στους όμορους Δήμους, μία πρόχειρη καταμέτρηση έδειξε ότι περίπου πενήντα δρόμοι και πέντε πλατείες φέ­ρουν το όνομά του. Διάφοροι φορείς θεώρησαν ότι έπρεπε ο ανδριάντας ή η προτομή του να κοσμούν δημόσιους χώρους. [44] Οι πλέον διάσημοι είναι οι δίδυμοι ορειχάλκινοι έφιπποι ανδριάντες, έργα του γλύπτη Λάζαρου Σώ­χου, που τοποθετήθηκαν το 1901 και 1904 αντιστοίχως σε κεντρικές πλα­τείες της Αθήνας και του Ναυπλίου. Πλήθος άλλοι ανδριάντες έχουν όμως τοποθετηθεί στην Τρίπολη, στα Δερβενάκια, στη Θεσσαλονίκη και αλλού. Το ίδιο συμβαίνει και με προτομές του που έχουν τοποθετηθεί σε γειτονιές της Αθήνας, συνιστώντας απτό μάρτυρα μιας εν υπνώσει ιστο­ρικής μνήμης .

 

Ο έφιππος Κολοκοτρώνης στην Τρίπολη

 

Ήταν όμως πραγματικά ο Κολοκοτρώνης αυτή η οικεία φιγούρα του «Γέρου του Μοριά»; Ή ακόμη, υπάρχει αποκλειστικά ένας Κολοκοτρώνης, αφού προσωπικότητες της δικής του εμβέλειας μετά την αποδημία τους «εις τας αιωνίους μονάς», ξεκινούν μια νέα ζωή στο μάταιο τούτο κόσμο, μια ζωή μέσα από τα μάτια και τα μυαλά των «άλλων», η οποία υφίσταται τις ρυτίδες που φέρνει ο χρόνος, εμπεριέχει όμως την ελπίδα της αναγέννησης, όταν τα γεγονότα και οι συγκυρίες το επιτρέψουν;

 

Υποσημειώσεις


[1] Ως συνοδευτικό, υποστηρικτικό υλικό για την παρουσίαση καθεμιάς από τις δέκα επικρατέστερες προσωπικότητες, ο τηλεοπτικός σταθμός είχε δημιουργήσει ένα ωριαίο ντοκιμαντέρ και ένα βιβλίο. Για τον Κολοκοτρώνη βλ. Βασιλική Μπιζά­κη, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, πρόλογος Θάνος Βερέμης, εισαγωγή Ιωάννης Κολιό­πουλος, Μεγάλοι Έλληνες, τ. 3, Αθήνα, ΣΚΑΪ Βιβλίο, 2009.

[2] Βλ. Maxime Raybaud, Mémoires sur la Grèce pour servir à l’histoire de la guerre de l’ Ιndépendance, accompagnés de plans topographiques, τ. Α΄, Παρίσι 1824, σ. 380-381· J. D. Elster, Το τάγμα των Φιλελλήνων, μετάφρ. Χρ. Οικονόμου, Αθήνα 2010, σ. 68-70· Γ. Ζώρας, Έκθεσις Ολλανδού προξένου περί των γεγονότων της ελληνικής επαναστάσεως κατά τα έτη 1821 και 1822 (ανακοίνωσις αγνώστου κειμένου), Αθήνα 1976, σ. 25-27 [α΄ έκδοση Παρνασσός 18 (1976), σ. 276-307]· Ζ. Μανζάρ, «Αναμνήσεις από τον Μοριά», μετάφρ. Γ. Τσουκαλάς, Απομνημονεύματα αγωνιστών του ’21, τ. 20, Αθήνα χ.χ., σ. 167-168· Φρ. Τιρς, Η Ελλάδα του Καποδίστρια, μετάφρ. Απ. Σπήλιος, τ. Α΄, Αθήνα, εκδ. Αφοί Τολίδη, χ.χ., σ. 176-179, 193-195· Γ. Φίνλεϋ, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, μετάφρ. Αλ. Παπαδιαμάντης, επιμ. Αγγ. Μαντάς, τ. Α΄, Αθήνα, Βουλή των Ελλήνων, 2008, σ. 417· Κυριακή Μαμώνη, «Χαρακτηρισμοί Πελοποννησίων και αρχηγών του Αγώνα στην Πελοπόννησο από τα κείμενα των Φιλελλήνων (1821-1829)», Πρακτικά του Α΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τ. Γ΄, Αθήνα 1976-1978, σ. 54-55· Απ. Βακαλόπουλος, Επίλεκτες βασικές ιστορικές πηγές της ελληνικής επαναστάσεως, τ. Β΄, Θεσσα­λονίκη 2000, σ. 406-407 (μαρτυρία του C. M. Schrebian).  Κάποιες μαρτυρίες Ελλήνων και ξένων της εποχής για τον Κολοκοτρώνη βλ. επίσης συγκεντρωμένες στο Δ. Δημητρόπουλος, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, στη σειρά: Οι ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας, αρ. 2, επιμ. Βασ. Παναγιωτόπουλος, Αθήνα, Τα Νέα, 2009, σ. 102-105.

[3] Ενδεικτικά: Ιω. Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας, Αθήνα 1834· Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, τ. 1-4, Αθήνα 1839· Φ. Χρυσανθόπουλος (Φωτάκος), Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1858· Ιω. Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. 1-4, Αθήνα 1859-1861· Μιχαήλ Οικονόμου, Ιστορικά της ελληνικής παλιγγενεσίας ή Ο ιερός των Ελλήνων αγών, Αθήνα 1873.

[4] Στο φιλικό προς τον Θ. Κολοκοτρώνη περιβάλλον εντάσσονται αρκετά απομνημονεύματα αγωνιστών που εκδόθηκαν είτε από τους ίδιους, ενώ ακόμη ήσαν εν ζωή, είτε μεταγενέστερα. Ενδεικτικά Στ. Ι. Στεφανόπουλος, Απομνημονεύματα τινά της Επαναστάσεως του 1821, Τρίπολη 1864· Αναγνώστης Κοντάκης, Απομνη­μονεύματα, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Απομνημονεύματα Αγωνιστών του ’21, τ. 11, Αθήνα, Γ. Τσουκαλάς, 1955· Θεόδωρος Ρηγόπουλος, Απομνημονεύματα από των αρχών της Επαναστάσεως μέχρι του έτους 1881, επιμ. Αθ. Φωτόπουλος, Αθήνα 1979. Στην ίδια γραμμή πλεύσης κινείται και η μαρτυρία του γιου του, Γενναίου [Γενναίος Θ. Κολοκοτρώνης, Απομνημονεύματα, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Αθήνα 1955 και του ίδιου, Απομνημονεύματα (χειρόγραφον δεύτερον 1821-1862), εισαγωγή Εμμ. Πρωτοψάλτης, Αθήνα, ΓΑΚ, 1961].

[5] Τα κείμενα των Μακρυγιάννη και Κασομούλη παρέμειναν ανέκδοτα μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα όταν τα εξέδωσε ο Γ. Βλαχογιάννης (Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, εισαγωγή Γ. Βλαχογιάννης, τ. Α΄-Β΄, Αθήνα, 1907· Νικ. Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, επιμ. Γ. Βλαχογιάννης, τ. Α΄-Γ΄, Αθήνα 1939-1942). Ο Γ. Τερτσέτης εξέδωσε την αφήγηση του Θ. Κολοκοτρώνη (Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836, Αθήνα 1846) και πολλά χρόνια μετά το θάνατό του εκδόθηκε και η αφήγηση του Νικηταρά (Ντίνος Κονόμος, Βίος Νικήτα Σταματελόπουλου ή Νικηταρά. Καταγραφή Γεωργίου Τερτσέτη εκ τεσσάρων νέων χειρογράφων, Αθήνα 1953).

[6] Σπ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Α΄-Δ΄, Λονδίνο 1853-1857· Ν. Δραγούμης, Ιστορικαί αναμνήσεις, τ. Α΄-Β΄, Αθήνα 1874. Ειδική περίπτωση αποτελεί ο Π. Π. Γερμανός, καθώς το απομνημόνευμά του συγγράφεται ενόσω διαρκεί ακόμη ο Αγώνας, ο θάνατος όμως του συγγραφέα, το 1826, δεν του επιτρέπει να γνωρίσει την τελική έκβαση της Επανάστασης. Το κείμενο εκδόθηκε πρώτη φορά το 1837 στην Αθήνα από τον Καλλίνικο Καστόρχη, Υπομνήματα περί της Επαναστάσεως της Ελλάδος από του 1820 μέχρι του 1823 και έκτοτε γνώρισε αρκετές επανεκδόσεις· σημειώνεται όμως ότι έχει αμφισβητηθεί η πατρότητα του κειμένου.

[7] Ο Αλ. Μαυροκορδάτος μαρτυρείται ότι συνέγραφε Ιστορία της Επαναστάσεως την οποία όμως δεν εξέδωσε ποτέ, βλ. Χρ. Λούκος, «Εισαγωγή», Το ανέκδοτο Ημερολόγιο του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου Μόναχο – Βερολίνο (1834-1837), Αθήνα, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων – Μουσείο Μπενάκη, 2011, σ. 10.

[8] Καν. Δεληγιάννης, Απομνημονεύματα, τ. Α΄, Απομνημονεύματα Αγωνιστών του ’21, τ. 16, Αθήνα, Γ. Τσουκαλάς, 1955 (α΄ έκδοση Αθήνα 1854), σ. 180-181. Το απομνημόνευμα του Παν. Παπατσώνη εκδόθηκε πολύ μετά το θάνατό του (Παν. Παπατσώνης, Απομνημονεύματα από των χρόνων της Τουρκοκρατίας μέχρι της Βασιλείας του Γεωργίου Α΄, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Αθήνα, ΓΑΚ, 1960).

[9] Διάσπαρτη είναι η σκληρή κριτική απέναντι στους Κολοκοτρωναίους στους οποίους αφιερώνονται πολλές σελίδες, βλ. ενδεικτικά Δεληγιάννης, Απομνημονεύματα, τ. Α΄, σ. 36-46, 123-124, 179-182, 194-196 κ.α.

[10] Η τάση αυτή της εκ των υστέρων δικαίωσης των ηττημένων παρουσιάζει νομίζω ενδιαφέρουσες αναλογίες με την περί τον Εμφύλιο ιστοριογραφία όπου, τριάντα χρόνια μετά την ήττα, βρέθηκε να κυριαρχεί ο λόγος όσων έχασαν τον πόλεμο. Ας αναλογιστούμε την «αγιοποίηση» του Α. Βελουχιώτη ή του Ν. Μπελογιάννη, για να αναφερθούμε σε δύο μόνο χαρακτηριστικές προσωπικότητες της Αριστεράς.

[11] [Θ. Κ. Κολοκοτρώνης], Ο Γέρων Κολοκοτρώνης, Αθήνα 1851, σ. 273.

[12] Πέραν του ίδιου του τρόπου έκδοσης της αφήγησης του Θ. Κολοκοτρώνη και ιδίως των επανεκδόσεων που ακολούθησαν, βλ. επίσης και άλλα κείμενα του Γ. Τερτσέτη, Εξακολούθησις των προλεγομένων εις τα υπομνήματα του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, Αθήνα 1852 και Ντ. Κονόμος, «Γεωργίου Τερτσέτη. Ανέκδοτη σκια­γραφία του Κολοκοτρώνη», Ελληνική Δημιουργία 6 (1950), σ. 571-573 (επανέκδοση στον τόμο Ντ. Κονόμος, Γεώργιος Τερτσέτης. Ανέκδοτα κείμενα, Αθήνα, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, 1959, σ. 105-110).

[13] Γ. Βλαχογιάννης, Ιστορική Ανθολογία, επανέκδ.-επιμ. Άλκης Αγγέλου, Αθή­να, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Εστία, 2000, σ. 526 κ.ε.

[14] Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα δημοσιεύονται μία σειρά τέτοιου τύπου κείμενα, βλ. ενδεικτικά: [Ανώνυμος], Ιστορία του Θ. Κολοκοτρώνη και του υιού του Γενναίου Κολοκοτρώνη, Αθήνα 1889· Επαμ. Κωτσονόπουλος, Λόγος πανηγυρικός εκφωνηθείς κατά τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντος του Στρατάρχου της Ελλάδος Θεοδώρου Κολοκοτρώνη τη 23-4-1901, Αθήνα 1901· Γ. Τσοκόπουλος, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Αθήνα 1904· Θεμ. Αποστόλου, Ιστορία του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη ενδόξου στρατηγού των Πελοποννησίων κατά την μεγάλην υπέρ της παλιγγενεσίας του ελληνικού έθνους επανάστασιν του 1821, Κωνσταντινούπολη 1909.

[15] Η παλαιότερη ίσως έκδοση κολοκοτρωναίικου τραγουδιού είναι το τρισέλιδο φυλλάδιο Το άσμα του Κολοκοτρώνη που εκδόθηκε το 1822 στο Παρίσι. Σχετικά τραγούδια συγκέντρωσε ο Κ. Ρωμαίος, «Τα τραγούδια των Κολοκοτρωναίων», Πελοποννησιακά 1 (1956), σ. 409-440 και 2 (1957), σ. 379-413. Για τα θεατρικά βλ. ενδεικτικά: Θ. Δ. Κληρονόμος, Αντ. Ι. Αντωνιάδης, Ο αρχιστράτηγος Κολοκο­τρώνης, ήτοι, Κολοκοτρώνης πολιορκητής της Τριπόλεως: δράμα εις πράξεις τέσσαρας, Αθήνα 1904.

[16] Α. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τ. Η΄, Αθήνα 1876, σ. 81-120 (ο μύθος στις σ. 104-105).

[17] Τις σχετικές κρίσεις συγκεντρώνει ο Τάσος Γριτσόπουλος, «Τα απομνημο­νεύματα», στο Θ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις, σ. 77-79.

[18] Βλ. σχετικά Αλέξης Πολίτης, Το Δημοτικό τραγούδι. Κλέφτικα, Αθήνα, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Ερμής, 1981, σ. ιβ΄- ιη΄.

[19] Γ. Βλαχογιάννης, Κλέφτες του Μοριά, επανέκδοση στη σειρά: Άπαντα των Νεοελλήνων Κλασσικών, αρ. 4, επιμ. Γ. Κουρνούτος, Αθήνα [1966] (α΄ έκδ. Αθήνα 1935), σ. 13.

[20] Βλ. Τ. Κανδηλώρος, Η δίκη του Κολοκοτρώνη και η επανάστασις της Πελοποννήσου, Αθήνα 1906· Χρ. Στασινόπουλος, Ο αληθινός Κολοκοτρώνης, ιστορική κριτική μελέτη, Αθήνα 1958· Τάκης Λάππας, Κολοκοτρώνης. Βιογραφία του στρατάρχη του Μοριά, Αθήνα 1967· Παν. Ζέπος, «Θεόδωρος Κολοκοτρώνης», Πε­λοποννησιακά 8 (1971), σ. 1-14. Τη σχετική βιβλιογραφία μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, συγκέντρωσε ο Θ. Βαγενάς, «Κολοκοτρωνική βιβλιογραφία», Χρονικά του Μοριά 3 (1954-1956), σ. 25-30.

[21] Τ. Γριτσόπουλος, «Τα απομνημονεύματα», στο Θ. Κολοκοτρώνης Διήγησις, σ. 1-112.

[22] Στο ίδιο, σ. 1-2.

[23] Σπ. Μελάς, Ο Γέρος του Μωριά: Βιογραφία, τ. Α΄-Β΄, Αθήνα, Σαλίβερος, 1931.

[24] Κολοκοτρώνης, Διήγησις, σ. 19. Βλ. σχετικά και Θ. Βαγενάς, Ο Θ. Κολοκο­τρώνης χάλασε τα Βέρβενα, Αθήνα 1946, σ. 1-28.

[25] Εκπομπή του παράνομου ραδιοφωνικού σταθμού του ΚΚΕ, «Φωνή της Αλήθειας», στις 24 Οκτωβρίου 1954, αναφερόμενη στη «ρετσινιά του κατασκόπου που φορτώνουν στους πατριώτες οι προδότες και οι προσκυνημένοι», μετέ­διδε κείμενο που αντλούσε επιχειρήματα από την πρόσφατη ελληνική ιστορία. Εκεί ειπώθηκε και το εξής: «Μήπως τον αθάνατο Γέρο του Μωριά που σάλπισε στεντόρεια “φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους” και διαφέντεψε την επανάσταση στην πιο κρίσιμή της ώρα και το γενναίο στρατηγό Πλαπούτα δεν τους στείλανε οι αγγλόδουλοι και βαυαροπροσκυνημένοι στο δικαστήριο για προδότες, δεν τους καταδικάσανε σε θάνατο και δεν σώθηκαν μόνο χάρη στην παλλαϊκή κατακραυγή και στην υπέροχη στάση τέτοιων τιμημένων δικαστών σαν τον Πολυζωΐδη και τον Τερτσέτη», Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ), Αρχείο Ραδιοφωνικού Σταθμού «Φωνή της Αλήθειας», Ειδικές Εκπο­μπές, 26, φ. 2.

[26] Φιλήμων, Δοκίμιον, τ. Δ΄, σ. 87-93· Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, τ. Α΄, σ. 213· Μένδελσον Βαρθόλδη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, μετάφρ. Ηλίας Οικονομόπουλος, Αθήνα 1894, σ. 350-351.

[27] Η πληροφορία αναφέρεται σε αχρονολόγητη – μεταπελευθερωτική όμως – 11σέλιδη έκθεση του Συμβουλίου Περιοχής Πελοποννήσου της ΕΠΟΝ προς το Κε­ντρικό Συμβούλιο της οργάνωσης, όπου γίνεται αναφορά στην ιστορία του αντιστα­σιακού κινήματος νέων στην περιοχή. ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΣ της ΕΠΟΝ, έγγρ. Α287, φ. 1.

[28] Βλ. για παράδειγμα κείμενο του Γρ. Φιδά, με τίτλο «Εφιάλτες» που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ξεκίνημα της Καλαμάτας τον Οκτώβριο του 1944, σ. 8-9, μετά δηλαδή από όσα είχαν διαδραματιστεί στις συγκρούσεις του ΕΛΑΣ με τα Τάγματα Ασφαλείας στην πρωτεύουσα της Μεσσηνίας και στον Μελιγαλά. Εκεί επαινείται ο Κολοκοτρώνης για την τακτική που εφάρμοσε κατά των προδοτών: «Όμως ο Κολοκοτρώνης μας έδωσε την πιο ταιριαστή λύση. Στους προδότες φωτιά και τσεκούρι. Η νεολαία και ο λαός τόνιωσε. Πριν ακόμα ξελεφτερωθεί ο τόπος μας το τσεκούρι άρχισε να καθαρίζει όσους ανάμεσά μας είχε λερώσει η προδοσία. Χιλιάδες ύπουλοι και φανεροί, φριχτοί και λαομίσητοι προδότες βρήκαν το θάνατο που τους άξιζε».

[29] Δημοσίευμα στην εφ. Ριζοσπάστης, 24 Νοεμβρίου 1946.

[30] Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας, «Φωτιά και τσεκούρι!», Ελλάς 1946-1949 και τα προηγηθέντα, β΄ έκδ., Αθήνα, Εστία, 1974, σ. 242.

[31] Βλ. ΑΣΚΙ, Αρχείο Ραδιοφωνικού Σταθμού «Φωνή της Αλήθειας», Ειδικές Εκπομπές, 26, φ. 1. Επίσης στις 24 Οκτωβρίου 1954 η «Φωνή της Αλήθειας», μετέδιδε τα εξής: «Όργανα των Σλάβων οι κομμουνιστές, πληρωμένοι με ρουσικά ρούβλια οι δημοτικιστές κι ο Κολοκοτρώνης ακόμα πράχτορας των Ρώσων. […] Κατηγορήθηκε μαζί με τον Πλαπούτα ότι “προδίδοντες την εθνικήν ανεξαρτησίαν υπέγραψαν και παρακίνησαν και άλλους να υπογράψουν παράκλησιν προς την Ρωσίαν επί σκοπώ καταργήσεως της Αντιβασιλείας κλπ.” Το ίδιο παληό παμπάλαιο τροπάρι ξανάρχισαν σήμερα αυτοί που προδίνουν και ξεπουλάν την Ελλάδα ενά­ντια στους πατριώτες αγωνιστές που πιάσανε». Βλ. ΑΣΚΙ, Αρχείο Ραδιοφωνικού Σταθμού «Φωνή της Αλήθειας», Ειδικές Εκπομπές, 26, φ. 2.

[32] Βλ. Τάκης Σταματόπουλος, Οι τουρκοπροσκυνημένοι και ο Κολοκοτρώνης, Αθήνα, εκδ. Κάλβος, χ.χ. και πολλαπλές αναφορές στο τετράτομο έργο του ιδίου Ο εσωτερικός αγώνας, τ. Α΄-Δ΄, β΄ έκδοση, Αθήνα, Κάλβος, 1975.

[33] Το αφήγημα του Δ. Φωτιάδη, Η δίκη του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα, εκδόθηκε το 1962 από τις εκδόσεις Κυψέλη και έκτοτε έχει γνωρίσει μέχρι σήμερα δεκάδες επανεκδόσεις.

[34] Ο Βασίλης Ρώτας υπήρξε συγγραφέας του θεατρικού έργου «Κολοκοτρώνης ή η νίλα του Δράμαλη» που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 8 (1955), σ. 129-144, 9 (1955), σ. 209-224, 10 (1955), σ. 305-320, 11 (1955), σ. 385-400, 12 (1955), σ. 493-503. Συνέγραψε επίσης τα κείμενα του πολύ δημοφι­λούς εικονογραφημένου εντύπου «Κολοκοτρώνης», που εκδόθηκε από στη σειρά των Κλασσικών Εικονογραφημένων των εκδόσεων Πεχλιβανίδη, σε εικονογράφηση Κ. Γραμματικόπουλου στα μέσα της δεκαετίας του 1950.

[35] Γ. Κορδάτος, Η κοινωνική σημασία της ελληνικής επαναστάσεως του 1821, Αθήνα 1977 (α΄ έκδ. Αθήνα 1924), σ. 187 και 177 αντιστοίχως.

[36] Γ. Λαμπρινός, Μορφές του Εικοσιένα, δ΄ έκδ., Αθήνα, Τοξότης, 1956, σ. 79-80.

[37] Γ. Βαλέτας, Το προδομένο Εικοσιένα, β΄ έκδ., Αθήνα, Φιλιππότη, 1979, σ. 47.

[38] Λ. Στρίγκος, Η Επανάσταση του Εικοσιένα, Αθήνα, Θεμέλιο, 1966, σ. 137- 138.

[39] Τ. Βουρνάς, Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας. Από την Επανάσταση του 1821 ως το κίνημα του Γουδί (1909), Αθήνα, Αφοί Τολίδη, χ.χ., σ. 127.

[40] Ο Π. Ρούσος, Ζητήματα της ιστορίας μας. Διαμόρφωση του Ελληνικού έθνους, Δοκίμια, χ.τ., Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, 1955, σ. 134-135, γράφει πως ο Κολοκοτρώνης ήταν ο πιο αντιπροσωπευτικός αρχηγός της αγροτιάς ή υποστηρίζει ότι η «άρχουσα τάξη φυλάκισε το μεγάλο πολέμαρχο της Επανάστα­σης (σ. 235).

[41] Βλ. Γ. Ζεύγος, Σύντομη μελέτη της νεοελληνικής ιστορίας, Μπούλκες 1948, σ. 53.

[42] Το παραθέτει ο Ζεύγος, στο ίδιο, σ. 53.

[43] Μία από τις πιο χαρακτηριστικές χρήσεις του Θ. Κολοκοτρώνη για τις ανάγκες μιας σύγχρονης θεατρικής παράστασης απαντά στο έργο του Ιάκ. Καμπα­νέλη «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» που ανέβηκε με μεγάλη επιτυχία από το θίασο Κ. Καζάκου και Τζένης Καρέζη τον Ιούνιο του 1973. Οι παραστάσεις διακόπηκαν τον Οκτώβριο του ίδιου έτους από το τότε δικτατορικό καθεστώς. Το ρόλο του Κολο­κοτρώνη ερμήνευε ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος.

[44] Μία μη συστηματική διερεύνηση – κυρίως μέσω διαδικτύου – έδειξε ότι αν­δριάντες ή προτομές του Κολοκοτρώνη υπάρχουν σε δημόσιους χώρους σε Δήμους της Αττικής όπως Αθήνα (Παλαιά Βουλή και Α΄ Νεκροταφείο), Χολαργό, Νέα Φιλα­δέλφεια, Χαϊδάρι, Παπάγου, Μαρούσι, Δάφνη.

 

Δημήτρης Δημητρόπουλος

 Διευθυντής Ερευνών – Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών – Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών/ΕΙΕ

 «Η ματιά των άλλων» – Προσλήψεις προσώπων που σφράγισαν τρεις αιώνες (18ος – 20ος). Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Αθήνα, 2012.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Ο Οικισμός Γκέρμπεσι – Μιδέα της Αργολίδας | Δημιουργία-Ονομασία-Εξέλιξη


 

Κομβικό σημείο για την παρακολούθηση της ίδρυσης, της ονομασίας και της διαδρομής μέσα στο χρόνο του οικισμού Γκέρμπεσι-Μιδέα [1] της Αργολίδας είναι η δεύτερη Βενετοκρατία του Ναυπλίου (1686-1715), αφού σε επίσημο κείμενο της Βενετικής πολιτείας της περιόδου αυτής αναφέρεται για πρώτη φορά, απ’ όσο τουλάχιστον γνωρίζω, το τοπωνύμιο «Γκέρμπεσι» ως όνομα ζευγολατείου [2].

Με βάση όμως ιστορικά στοιχεία, θεωρώ ότι ο οικισμός Γκέρμπεσι είχε ιδρυθεί από αρβανίτες εποίκους κατά την περίοδο της πρώτης Ενετοκρατίας του Ναυπλίου (1389-1540) στο διάστημα 1406-1457.

Είναι λοιπόν απαραίτητη, για την κατανόηση των γεγονότων που θα εκθέσω παρακάτω, η παράθεση ενός σύντομου ιστορικού περιγράμματος της περιοχής του Ναυπλίου και γενικότερα της Πελοποννήσου, κατά τους τελευταίους αιώνες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και μετέπειτα, γιατί πιστεύω, ότι η ίδρυση του οικισμού πρέπει να έγινε μετά τη μεγάλη μετανάστευση των Αλβανών στην Πελοπόννησο (1405/6) και πριν την κατάκτηση ολόκληρης της Πελοποννήσου από τους Τούρκους (1457), πλην των βενετικών κτήσεων, όπως θα ιδούμε παρακάτω. Διευκρινίζω ότι οι πρώτοι κάτοικοι του οικισμού Γκέρμπεσι πολύ ενωρίς υποχρεώθηκαν να τον εγκαταλείψουν, αλλά διατηρήθηκε το τοπωνύμιο, ενώ οι σημερινοί κάτοικοί του δεν έχουν καμία απολύτως γενεαλογική συνέχεια με εκείνους. Οπωσδήποτε όμως υπάρχει εθνολογική συνέχεια, αφού και οι νέοι οικιστές, που κατά μεγάλη πιθανότητα εγκαταστάθηκαν εκεί γύρω στο 1800, έχουν την ίδια με τους παλαιούς εθνολογική και φυλετική προέλευση, είναι δηλαδή αλβανογενείς Έλληνες.

 

Τμήμα χάρτη της Αργολιδοκορινθίας του Αντώνη Μηλιαράκη, 1886.

 

Οι Φράγκοι σταυροφόροι [3] κατάκτησαν την Κωνσταντινούπολη και κατάλυσαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία το έτος 1204, εγκαθιδρύοντας τη Λατινική Αυτοκρατορία της Ρωμανίας με αυτοκράτορα τον Μπάλντουιν, κόμητα της Φλάνδρας. Η κυριαρχία των Φράγκων στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης κράτησε 60 περίπου χρόνια, από το 1204 μέχρις στις 27 Ιουλίου 1261 [4], που ανακτήθηκε από τις δυνάμεις της αυτοκρατορίας της Νίκαιας και ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Παλαιολόγος μετέφερε τον θρόνο και την Πατριαρχία στην Κωνσταντινούπολη. Την ίδια χρονιά (1204) οι Φράγκοι κατάκτησαν την ηπειρωτική Ελλάδα και το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου και στη συνέχεια κατάκτησαν κατά σειρά τον Ακροκόρινθο το 1209, το Άργος το 1210, το Ναύπλιο το 1212 και τη Μονεμβασιά το 1248.

Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας, η οποία είχε τον έλεγχο της ναυτιλίας και του εμπορίου στην ανατολική μεσόγειο και τον Εύξεινο Πόντο, είχε συμβάλει αποφασιστικά με τις ναυτικές της δυνάμεις στην κατάκτηση της Βασιλεύουσας από τους Φράγκους. Κατά τη διανομή των εδαφών της αυτοκρατορίας, που επακολούθησε την άλωση, η Βενετία βάσει της συνθήκης Διανομής των Εδαφών της Αυτοκρατορίας της Ρωμανίας (Partitio Terrarum imperii Romaniae), που υπογράφτηκε μεταξύ των νικητών, έλαβε τα τρία όγδοα της αυτοκρατορίας και τα τρία όγδοα της Βασιλεύουσας. Κατέλαβε επίσης παράκτιες στρατηγικές θέσεις στην Πελοπόννησο, στην Εύβοια και αλλού, όπως τη Μεθώνη και την Κορώνη (1206), που αποτέλεσε τον κύριο σταθμό ανεφοδιασμού των πλοίων της, το Ναύπλιο (1389), την Μονεμβασιά (1464) κ.λ.π. Στις στρατηγικές αυτές θέσεις εγκατέστησε φρουρές και αργότερα τις οχύρωσε, προκειμένου έτσι να  εξουσιάζει την ευρύτερη περιοχή τους και  να διατηρεί ελεύθερους και ασφαλείς τους ναυτικούς δρόμους προς την ανατολή και τη Μαύρη θάλασσα, κυρίως όμως για να δημιουργήσει στα σημεία αυτά εμπορικούς σταθμούς, που διευκόλυναν τη διεξαγωγή και την ανάπτυξη του εμπορίου της.

 

Πρώτη Βενετική κατάκτηση του Ναυπλίου και της περιοχής του (1389-1540)

  

Το Ναύπλιο με τη φυσική του οχύρωση και το σπουδαίο λιμάνι βρισκόταν από το 1212 κάτω από την κυριαρχία των Φράγκων αυθεντών και από το 1377 της  κυριάρχου Μαρίας των Ανδεγαυών (d’ Εngien), της οποίας η «αυθεντία» μετά τον θάνατο του συζύγου της Ενετού ευπατρίδη Πέτρου Κορνάρου άρχισε να απειλείται από τον Φλωρεντινό Νέριο Ακκιαγιόλη (Acciajioli) και τους γαμπρούς του αλλά και από τον σουλτάνο των Οθωμανών. Η Βενετική Δημοκρατία έπειτα από μια σειρά ραδιουργιών έκρινε κατάλληλη την ευκαιρία και το 1388 αγόρασε το Ναύπλιο με την ευρύτερη περιοχή του και το Άργος από την ανωτέρω τελευταία κυρίαρχο των Φράγκων αυθεντών του Ναυπλίου, Άργους και Κιβερίου, Μαρία των Ανδεγαυών [5]. Οι Ενετοί μπήκαν εξουσιαστές στο Ναύπλιο στις 26 Ιανουαρίου 1389, ενώ το 1394 απόκτησαν με ανταλλαγή από τον Θεόδωρο Παλαιολόγο, Δεσπότη του Μυστρά και των Καλαβρύτων, το Άργος και το Θερμίσι [6], που εκείνος είχε καταλάβει το 1388 εκμεταλλευόμενος την αδυναμία της κυριάρχου Μαρίας των Ανδεγαυών να προστατεύσει τις κτήσεις της.

Εν τω μεταξύ το έτος 1453 ο σουλτάνος των Τούρκων Μωάμεθ ο Β΄ κατάκτησε την Κωνσταντινούπολη και κατάλυσε οριστικά τη Βυζαντινή αυτοκρατορία, που είχε ανασυσταθεί το 1261 από τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο (1259-1282). Οι Τούρκοι, οι οποίοι άρχισαν την κατάκτηση της Πελοποννήσου το 1458 και την ολοκλήρωσαν το 1460, αναγνώρισαν κατά την πρώτη πενταετία της κυριαρχίας τους τις Βενετικές κτήσεις  στην Πελοπόννησο. Το 1463, όμως, κατά τη συνήθειά τους, κήρυξαν τον πόλεμο κατά των Βενετών διεκδικώντας τις Βενετικές κτήσεις στην Πελοπόννησο και αλλού. Ο πόλεμος έληξε το 1479 με συνθήκη ειρήνης, σύμφωνα με την οποία ο σουλτάνος αναγνώρισε τις κτήσεις των Ενετών στην Αλβανία, Δαλματία και Πελοπόννησο, έναντι όμως βαρύτατων ανταλλαγμάτων [7]. Αμέσως μετά τη συμφωνία οι Τούρκοι αμφισβήτησαν τα εδαφικά όρια της Βενετικής κτήσης της περιοχής του Ναυπλίου, τα οποία καθορίστηκαν το 1480 από επιτόπια διαβούλευση και συμφωνία μεταξύ των αντιπροσώπων των δύο κρατών, ήτοι του Ιωάννη Δαρείου, αποκρισιάρη [8] της Ενετικής Πολιτείας και του Σινάν Μπέη, εμίνη [9] του Μωάμεθ, οι οποίοι έφθασαν στο Ναύπλιο με την ίδια galia [10] στις 12 Αυγούστου 1480 [11].

Από την έκθεση του Βενετού κυβερνήτη του Ναυπλίου Μπαρτολομέο Μίνιο (Bartolomeo Minio provveditor e capitanio a Napoli di Romania) προς τον Δόγη της Βενετίας με ημερομηνία 5 Σεπτεμβρίου 1480 [12], με θέμα τη συμφωνία καθορισμού των αμφισβητούμενων εδαφικών ορίων της Βενετικής κατάκτησης της περιοχής του Ναυπλίου και των αντίστοιχων  όμορων κατακτήσεων των Τούρκων, επιλέγουμε και μεταφέρουμε τα εξής:

«… Επί τέλους αποφασίστηκε ότι οι δικοί τους και οι δικοί μας να πάνε μαζί και από συμφώνου να δείξουν τα σύνορα και εμείς, και τα δύο μέρη να πάμε πίσω τους, και όπου αυτοί μας έδειχναν  να έμπαιναν τα σύνορα. Και έτσι εκάναμε και ο γραμματέας ο δικός μας και ο γραμματέας του Flamburar [13] έβαλαν τα σύνορα από συμφώνου με δύο χέρια (και οι δύο μαζί). Άρχισαν από τον Λευκό Πύργο [14] της παραλίας, περνώντας το ποταμάκι (τη Γλυκειά), που είναι δικό μας, διασχίσαμε την πεδιάδα (και) φτάσαμε τέλος σ’ ένα τόπο λεγόμενο Αητός, σε απόσταση από το Άργος σχεδόν ένα μίλι, και από το Ναύπλιο σχεδόν τέσσερα μίλια, κατόπιν από εκεί επήγαμε προς τα βουνά κατά το βοριά και καταλήξαμε σ’ ένα πηγάδι καλούμενο «το πηγάδι του Λαθουρά [15] … Από εκεί έπρεπε να γυρίσουμε κατ’ ευθείαν προς τα βουνά προς ανατολάς, για να περιλάβουμε και περικλείσουμε το σύνορο και την περιοχή του Ναυπλίου, από την πλευρά των Τούρκων σ’ αυτό υπήρξε ζωηρή αντίρρηση.

Έλεγαν ότι προς αυτή την πλευρά ήσαν πολλά χωριά κατοίκων της Αλβανίας, τα οποία χωριά έλεγε ότι ανήκαν στον Κύριό τους, και τα είχε παραχωρήσει σε τιμαριούχους του, και ότι αυτοί εισέπρατταν τη δεκάτη από τους Αλβανούς που κατοικούσαν  εκεί. Εμείς τους απαντήσαμε γι’ αυτά τα χωριά ότι βρίσκονται σ’ αυτό τον τόπο από τα παλιά χρόνια και ανήκουν στην αυθεντία Σας, και ότι από τους διοικητές αυτού του τόπου είχαν παραχωρηθεί στους Αλβανούς να κατοικήσουν σ’ αυτά, πληρώνοντας το γεώμορο σ’ αυτό το Ταμείο (του Ναυπλίου), για τη νομή του εδάφους όπως φαίνεται από τα βιβλία αυτής της Γραμματείας. Είναι αλήθεια ότι όταν ο Κύριος Τούρκος εισέβαλε σ’ αυτό τον Μωριά με το στρατό του, οι Αλβανοί από τρόμο περιορίστηκαν σ’ αυτό τον τόπο (το Ναύπλιο), και κατόπιν επέστρεψαν στα ρηθέντα χωριά, και διότι δεν τους κακομεταχειρίστηκαν οι Τούρκοι, επειδή ήσαν υπήκοοί τους, συμφώνησαν, πέραν του γεώμορου που πλήρωναν σ’ αυτή την Κυβέρνηση (τη Βενετική), (και) πλήρωναν και τη δεκάτη στους Τούρκους. Και γι’ αυτή την τέτοια πληρωμή ήθελαν να καταλάβουν τη γη που ανήκει στην Αυθεντία Σας. Και πάνω σ’ αυτό έγιναν πολλές αντιρρήσεις, αυτοί οι Τούρκοι με κανένα τρόπο δεν θέλανε να δεχθούν να κοιτάξουν κανένα έγγραφο, ούτε ν’ ακούσουν τους μάρτυρές μας. Αλλά επιμένοντας στην εσφαλμένη γνώμη τους, έλεγαν ότι αυτά τα χωριά ανήκαν στον Κύριό τους, και ήθελαν να διαφυλάξουν ένα μέρος αυτής της πεδιάδας σ’ αυτό το σημείο προς χρήση εκείνων που τώρα κατοικούσαν αυτά τα χωριά που τώρα ήσαν άδεια. Και εμείς από το άλλο μέρος παραμέναμε σταθεροί στις απόψεις μας.

Τελικά είπαν αυτοί ότι θα είναι σύμφωνοι να πάρουν  κάποιο μικρό μέρος, με τρόπο που να γίνει μικρή ζημιά. Και πηγαίνοντας αυτοί από το κάτω μέρος, και εμείς από επάνω από τη δική μας περιοχή κάναμε ένα σχέδιο από το προαναφερθέν πηγάδι του Λαθουρά, και πιάνοντας (καταλαμβάνοντας) μέρος από την πεδιάδα εφτάσαμε τέλος μέχρι το Δρέπανο στην παραλία, αποκλείοντας το δρόμο που πηγαίνει στα προαναφερθέντα φρούρια του Θερμησίου και του Καστρίου και εξαιρώντας ένα τόπο ονομαζόμενο Κάντια και Ίρι, που είναι ο καλλίτερος τόπος που έχει το Ναύπλιο για βοσκή και για σπορά. Επίσης ένα μοναστήρι ονομαστό του αγίου Θεοδοσίου [16] στο οποίο όλος αυτός ο τόπος τρέφει μεγάλη ευλάβεια γιατί είναι Άγιος Θαυματουργός, έβγαλαν έξω από τα σύνορα του Ναυπλίου. Στο οποίο σχέδιο, καμωμένο απ’ αυτούς εμείς δεν θελήσαμε να συμφωνήσουμε, ιδίως για το Ιρι και την Κάντια, που από τα παλιά χρόνια ήσαν και ανήκουν στην περιοχή και δικαιοδοσία του Ναυπλίου.

Αντίθετα αυτοί έλεγαν ότι ανήκε στον κύριό τους…. στο τέλος τους είπαμε ότι ο καθορισμός των συνόρων της πεδιάδας παρέμενε σταθερός μέχρι το Πηγάδι του Λαθουρά και ότι οι διαφορές γι’ αυτούς τους τόπους του Ιρίου και των χωριών παρέμεναν υπό συζήτηση. … Ο εκ των ακολούθων κύριος Zam Dario, ο οποίος έμενε στο σπίτι του πασά με τον Synabei μου έστειλε ένα έγγραφο που του είχε δώσει ο Synabei (διαπραγματευτής των Τούρκων), που έλεγε ότι συμφωνούσε να περιληφθεί  μέσα στα σύνορά μας η εκκλησία του Αγίου Θεοδοσίου και όπου αυτός είχε καθορίσει το σύνορο μέχρι και την παραλία του Δρεπάνου, και μετακινούσε το δρόμο για να πάει στο Ιρι και στα προαναφερθέντα φρούρια, … Το πρωί λοιπόν καβάλησα (το άλογό μου) και πήγα στο σπίτι του πασά, όπου συγκεντρωμένοι μαζί μ΄αυτόν και τον Synabei με τους κατήδες καταλήξαμε ότι τα  σύνορα πρέπει να είναι έτσι όπως τα ζητήσαμε. Και έτσι κάναμε δύο επιστολές στα  ελληνικά, μία με το χέρι του γραμματέα μας, και την άλλη με το χέρι του γραφέα του  Πασά για τον καθορισμό των συνόρων από τον Λευκό Πύργο στην Παραλία όπου αρχίσαμε μέχρι την κοιλάδα καλούμενη Κλεισούρα στην κεφαλή του συνόρου του Δρεπάνου στο οποίο έγγραφο το καμωμένο από τον γραφέα του υπόγραψαν (αναβλήθηκε η συμφωνία για το Ιρι και την Κάντια) …. Και όλοι μας αστοί και λαός όπως και στρατιώτες έμειναν ευχαριστημένοι και ικανοποιημένοι επειδή απέκτησαν  χωράφια, βοσκοτόπια και αρκετό νερό, τόσο για τους χωρικούς όσο και για τους στρατιώτες και τους άλλους Αλβανούς. Και κυρίως οι στρατιώτες θα έχουν κάθε άνεση και ελευθερία να σπείρουν και (να) βοσκήσουν τα άλογά τους και άλλα ζώα. … Τη 5 Σεπτεμβρίου 1480 ».

Η διακρατική αυτή συμφωνία επικυρώθηκε από τα ενδιαφερόμενα μέρη με επίσημες διακοινώσεις τους. Στην τελευταία διακοίνωση του σουλτάνου Μωάμεθ του Β΄ από Απριλίου 1481 περιλαμβάνεται η εξής περικοπή σχετικά με το Ναύπλιο «…έτι δε περί του Ναυπλίου και Άργους και περί των μεθορίων αυτών ορίζει η βασιλεία μου, ότι καθώς οι ειρημένοι διεχώρισαν αυτά, ίνα ώσι βέβαια και αμετάτρεπτα…»[17].

Στην ανωτέρω συμφωνία καθορισμού των εδαφικών ορίων μεταξύ των  Τουρκικών και των Ενετικών κατακτήσεων περιέχονται πολλές και ενδιαφέρουσες πληροφορίες, σχετικά με τους οικισμούς Αλβανών, που είχαν δημιουργηθεί στο ανατολικό τμήμα της Αργολικής πεδιάδας.  Δεν αναφέρονται οι ονομασίες των χωριών αυτών ούτε και οι ιδιαίτερες θέσεις τους, αναμφίβολα όμως πρόκειται για τα αρβανιτοχώρια  του δήμου Μιδέας, που δημιουργήθηκαν στις δυτικές ημιορεινές υπώρειες του όρους Αραχναίο [18]. Τα χωριά αυτά υπάρχουν και σήμερα και είναι γνωστά και με τα παλαιά τους ονόματα.

Κατά την άποψη των Τούρκων τα χωριά αυτά ανήκαν στον Σουλτάνο, που τα είχε παραχωρήσει σε τιμαριούχους του και εκείνοι εισέπρατταν από τους Αλβανούς τη δεκάτη για την παραχώρηση της χρήσης της γης. Δεν διευκρινίζεται εάν αυτά τα χωριά υπήρχαν κατά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τον Σουλτάνο (1457-1460) ή εάν αυτά δημιουργήθηκαν μετά την Τουρκική κατάληψη της Πελοποννήσου.

Κατά την άποψη των Ενετών τα χωριά αυτά «βρίσκονται σ’ αυτόν τον τόπο από τα παλιά τα χρόνια», ανήκουν στην Ενετική Δημοκρατία και το έδαφος παραχωρήθηκε από τους Ενετούς διοικητές  στους Αλβανούς εποίκους για να κατοικήσουν έναντι πληρωμής τιμήματος (γεωμόρου) για την χρήση του εδάφους.  Τα χωριά, δηλαδή, αυτά δημιουργήθηκαν από Αλβανούς πριν από την Τουρκική κατάκτηση της Πελοποννήσου σε εδάφη που τους παραχώρησαν οι Ενετοί διοικητές της περιοχής και για τη χρήση των εδαφών πλήρωναν το γεώμορο.

Η μεγάλη μετανάστευση των Αλβανών στην Πελοπόννησο έγινε κατά τα έτη 1405/1406, όταν δέκα χιλιάδες Αλβανοί με τις οικογένειές τους και τα ποίμνιά τους εμφανίστηκαν στον Ισθμό της Κορίνθου και ζήτησαν την άδεια από τον Δεσπότη του Μυστρά Θεόδωρο Παλαιολόγο να εγκατασταθούν στην περιοχή του. Ο Θεόδωρος Παλαιολόγος, προκειμένου να ενισχύσει την πυκνότητα του πληθυσμού του Δεσποτάτου, που είχε αραιώσει επικίνδυνα από τις συνεχείς πολεμικές δράσεις και τις επιδημίες χολέρας, επέτρεψε της εγκατάσταση των Αλβανών στην Πελοπόννησο [19]. Έτσι, ο Δεσπότης Θεόδωρος από τη μια θα αύξανε τις καλλιεργούμενες εκτάσεις γης και συνεπώς και τις καλλιεργητικές αποδόσεις και από την άλλη θα διευκόλυνε την εξεύρεση μισθοφορικών στρατευμάτων.

Ένα δεύτερο μεταναστευτικό κύμα επισημαίνεται το 1418, ενώ δεν αποκλείονται «σποραδικές διεισδύσεις»  από την περιοχή της Πάτρας [20]. Επίσης πριν από τη μεγάλη μετανάστευση επισημαίνεται παρουσία Αλβανών στην περιοχή της Βελιγοστής [21] κατά την περίοδο της Δεσποτείας του Μανουήλ Καντακουζηνού (1348-1380) [22]. Οι Αλβανοί έποικοι της Πελοποννήσου διασκορπίστηκαν σ’ όλες σχεδόν τις περιοχές της μεταξύ των οποίων και στην Αργολίδα, από όπου πέρασαν και στα νησιά Ύδρα [23] και Σπέτσες.

«Οι Αλβανοί», γράφει ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος, «διείσδυσαν σ’ ολόκληρο τον πελοποννησιακό χώρο  ως πεπειραμένοι βοσκοί που γνώριζαν να επιλέγουν τους κατάλληλους χώρους για κτηνοτροφικό κατάλυμα. Αφήνοντας πίσω τους εύφορες εκτάσεις, κάποτε μάλιστα τις πιο κατάλληλες για αποδοτικές καλλιέργειες, διάλεξαν τα σημεία εγκατάστασής τους με το μάτι του κτηνοτρόφου που αναζητά τα καλλίτερα βοσκοτόπια για τα κοπάδια του και τις ασφαλέστερες συνθήκες για το νοικοκυριό τους». Αναφερόμενος ο ίδιος στον τρόπο δημιουργίας και ονοματοδοσίας των χωριών επίσης γράφει, «Το μικρό μέγεθος των χωριών, αλλά και τα ονόματά τους, μαρτυρούν τον τρόπο και κάποτε και το χρόνο της δημιουργίας τους. Από τα 148 Αλβανικά χωριά, μόνο τα 36 (2 με απροσδιόριστο όνομα) έχουν ονόματα ελληνικά, τοπωνύμια ποικίλης προέλευσης, προγενέστερα προφανώς της αλβανικής μετανάστευσης, ενώ τα υπόλοιπα 112, δηλαδή το 76%, είτε φέρουν το όνομα της φάρας, όταν όλες οι οικογένειες του χωριού έχουν το ίδιο όνομα, είτε το όνομα της πιο σημαντικής οικογένειας, όταν πολλές οικογένειες με διαφορετικά ονόματα συγκατοικούν στο χωριό»[24].

Μετά τις παραπάνω γενικές πληροφορίες για την Αλβανική μετανάστευση και την εγκατάστασή τους στην Πελοπόννησο επικεντρώνουμε το ενδιαφέρον μας στους Αλβανούς έποικους της ευρύτερης περιοχής του Ναυπλίου. Κατ’ αρχάς πιστεύω πως τους Αλβανούς έποικους του ανατολικού τμήματος της αργολικής πεδιάδας τους εγκατέστησαν οι Βενετοί κατά την πρώτη Βενετική κατάκτηση και όχι αργότερα  οι Τούρκοι. Στηρίζω την άποψή μου στο γεγονός ότι οι Βενετοί κατά τον χρόνο που έγινε η ιστορούμενη ρύθμιση των εδαφικών ορίων των εκατέρωθεν κτήσεων (1480) κατείχαν την περιοχή από 90 χρόνια πριν και προφανώς είχαν οργανώσει την οικονομική εκμετάλλευση και προστασία του χώρου αποτελεσματικά χρησιμοποιώντας και τους Αλβανούς τόσο για την καλλιέργεια της εγκαταλειμμένης γης όσο και για την προστασία της. Είναι άλλωστε ομολογημένη η φροντίδα των Βενετών για την άντληση εσόδων από τις κτήσεις τους μέσω της ανάπτυξης, σε αντίθεση με τους Τούρκους, οι οποίοι κατείχαν το υπόλοιπο της Πελοποννήσου και είναι γνωστή η ραθυμία τους και η έλλειψη ενδιαφέροντος για την οικονομική απόδοση των παραχωρήσεων (τιμαρίων).

Η πολιτική εποικισμού της περιοχής του Ναυπλίου από την πλευρά των Βενετών δεν ήταν βέβαια αποτέλεσμα του ενδιαφέροντος για πρόνοια και περίθαλψη των προσφύγων, αλλά ζήτημα πολιτικού και οικονομικού υπολογισμού, αφού με την πύκνωση του πληθυσμού θα έλυναν αφενός το πρόβλημα της καλλιέργειας των μη καλλιεργούμενων εδαφών – με αποτέλεσμα την αύξηση των εσόδων του δημόσιου ταμείου – και αφετέρου θα εξυπηρετούνταν ως προς την εξεύρεση στρατιωτών για την προστασία όχι μόνο των κτήσεών τους στην Ελλάδα αλλά και για την διεξαγωγή των πολεμικών δραστηριοτήτων τους σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, απαραίτητων για την ύπαρξη και τη συνέχεια της Γαληνοτάτης.

Οι Αλβανοί πολεμιστές, γνωστοί ως stradioti ήσαν υποχρεωμένοι να προσφέρουν έφιππη στρατιωτική υπηρεσία είτε στον τόπο που ζούσαν είτε οπουδήποτε αλλού τους καλούσε η Ενετική πολιτεία. Για το σκοπό αυτό έπρεπε να τρέφουν και να διατηρούν σε κατάσταση πολεμικής ετοιμότητας ένα άλογο. Συνήθως δεν αμείβονταν για τις προσφερόμενες στρατιωτικές τους υπηρεσίες με μετρητά χρήματα, αλλά με την παραχώρηση γης στην ομάδα – οικογένεια – φάρα έκτασης ανάλογης με το μέγεθός της, την οποία η ομάδα καλλιεργούσε και διέθετε την παραγωγή για τη συντήρησή των μελών της. Την παραχώρηση, η οποία δεν γινόταν κατά κυριότητα, ενεργούσε ο τοπικός Διοικητής και γινόταν συνήθως στο όνομα του αρχηγού της ομάδας. Η παραχώρηση των κτημάτων ήταν κληρονομητή από τους άρρενες κληρονόμους των stradioti, για να μένουν και να υπηρετούν και αυτοί τη Βενετία.

Δεν γνωρίζω εάν υπάρχει έγγραφο παραχώρησης κτημάτων στην Αργολίδα από τη Βενετική Πολιτεία σε αρχηγό ομάδας με το όνομα Gerbesis, ούτε κάποια αναφορά ή σημείωση τέτοιας παραχώρησης. Θα πρέπει όμως να δεχθούμε ότι το οικωνύμιο Γκέρμπεσι στην Αργολίδα προέρχεται είτε από το όνομα του αρχηγού της ομάδας ή της πλειονότητας των οικογενειών της, που εγκαταστάθηκε στην περιοχή της Αργολίδας μετά από παραχώρηση γης από τις Ενετικές αρχές κατά την πρώτη βενετική κατάκτηση του Ναυπλίου, είτε αποτελεί ανάμνηση ομώνυμου οικισμού στην Αλβανία από τον οποίο κατάγονταν οι οικιστές. Προς το παρόν έχουμε εντοπίσει δύο οικισμούς στην Αλβανία με το όνομα Γκέρμπεσι, έναν στο νομό του Βερατίου (Gjerbësi i Beratit) και έναν άλλο στο νομό του Φίερ (Gjerbësi  i Fierit).

Ο οικισμός εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους του οριστικά, όπως αμέσως παρακάτω αναφέρω και έτσι δεν διασώθηκαν ονόματα των κατοίκων, τα οποία ενδεχομένως να έδιναν κάποια λύση στο ζήτημα αυτό. Τα ονόματα των χωριών του ανατολικού τμήματος της πεδιάδας της Αργολίδας, που δημιουργήθηκαν κατά την πρώτη Βενετική κατάκτηση, επιβίωσαν ως ονόματα τσιφλικιών κατά την πρώτη Τουρκική κατάκτηση (1540-1686), αναφερόμενα σε έγγραφα της Ενετικής Δημοκρατίας της περιόδου 1700-1705, για τα οποία θα κάνουμε λόγο παρακάτω. Τα ίδια αυτά ονόματα των πρώτων οικισμών, που επιβίωσαν ως ονόματα τσιφλικιών, έφεραν ή και ακόμη φέρουν χωριά του ίδιου χώρου, που δημιουργήθηκαν αργότερα περί το 1800 όπως πιστεύω. Τα ονόματα αυτά ως Γκέρμπεσι, Μάνεσι, Μπάρδι αναμφίβολα προέρχονται είτε από ονόματα Αλβανών stradioti,[25] είτε από το οικωνύμιο του οικισμού προέλευσης των εποίκων Αλβανών.

Από το ίδιο ως άνω έγγραφο, την έκθεση, δηλαδή, του Βενετού Προνοητή του Ναυπλίου Βαρθ. Μίνιο, πληροφορούμαστε επίσης πως όταν οι Τούρκοι κατάκτησαν την Πελοπόννησο (1458-1460), οι Αλβανοί κάτοικοι των χωριών αυτών από το φόβο των κατακτητών εγκατέλειψαν τα χωριά τους και συγκεντρώθηκαν γύρω από το Ναύπλιο. Στη συνέχεια, επειδή οι Τούρκοι δεν τους κακομεταχειρίστηκαν, συμφώνησαν μαζί τους και επέστρεψαν στα χωριά τους πληρώνοντάς τους τη δεκάτη παράλληλα με το γεώμορο, που πλήρωναν στους Βενετούς. Τί συνέβη, όμως, και οι Αλβανοί έποικοι, που είχαν επιστρέψει στα χωριά τους μετά την κατάκτηση της Πελοποννήσου από του Τούρκους, τα εγκατέλειψαν και πάλι και βρέθηκαν αυτά ακατοίκητα κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας (1480);

Το 1463 ο σουλτάνος Μωάμεθ ο Β΄ κήρυξε τον πόλεμο κατά των Βενετών, διεκδικώντας τις Πελοποννησιακές τους κτήσεις, όπως αναφέρουμε παραπάνω. Οι Βενετοί ζήτησαν τη συνδρομή των Ελλήνων και των Αλβανών κατοίκων της Πελοποννήσου, οι οποίοι ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση των Ενετών και τάχθηκαν κάτω από τη σημαία του Αγίου Μάρκου. Οι Έλληνες είχαν αρχηγό τον αρματολό της Λακεδαιμονίας Μιχαήλ Ράλλη και οι Αλβανοί τον Πέτρο Μπούα. Τελικά οι Τούρκοι επικράτησαν και περιόρισαν τους Ενετούς στα φρούρια του Ναυπλίου, της Μεθώνης και της Κορώνης, ενώ κατέστειλαν την αποστασία Ελλήνων και Αλβανών, τους οποίους τιμώρησαν σκληρά.

Πεντακόσιους Μεσσήνιους τους έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη και τους έκοψαν με πριόνι, ενώ τους Αργείους, ο οποίοι αν και παραδόθηκαν αμαχητί, τους μετέφεραν «συν γυναιξί και τέκνοις» και τους εγκατέστησαν στην Κωνσταντινούπολη. Όσοι από τους Αλβανούς δεν μπόρεσαν να μπουν στα τείχη του Ναυπλίου πέρασαν το Αραχναίο όρος και με ενετικά πλοία διαπεραιώθηκαν στον Πόρο και στα νησιά Ύδρα και Σπέτσες, που ήσαν ακατοίκητα από τον φόβο των πειρατών.

Με την ευκαιρία σημειώνω πως στις δυτικές υπώρειες του Αραχναίου υπάρχει ύψωμα ονομαζόμενο «Τούρμουζα», υποκοριστικό της λέξης turmë, που είναι αλβανική και σημαίνει πλήθος, όχλος, μπουλούκι [26]. Ίσως η Τούρμουζα να ήταν ο τόπος συνάντησης των Αλβανών, πριν αρχίσουν το πέρασμα του Αραχναίου, γιατί αφενός διευκολύνεται η συγκέντρωση του πλήθους στη σημείο αυτό λόγω της βατότητας του εδάφους και αφετέρου από το σημείο αυτό αρχίζει η άνοδος προς το Αραχναίο.

Ο πόλεμος, που διήρκεσε 16 έτη (1463-1479), έληξε με τη συνθήκη ειρήνης της 10ης Ιουλίου 1479 και ο Σουλτάνος αναγνώρισε τις Βενετικές κτήσεις στην Πελοπόννησο [27] παίρνοντας πλούσια ανταλλάγματα από τους Βενετούς. Η εποίκηση της Ύδρας και των Σπετσών από Αλβανούς  επαναλήφθηκε μεταγενέστερα κατά τα έτη 1483-1499  καθώς και κατά τη δεύτερη Τουρκική κατάκτηση της Πελοποννήσου το 1715. Άξια μνείας είναι περιγραφή από τον Λαμπρινίδη της φυγής των κατοίκων της υπαίθρου Αργολίδας το 1715 προς την Ερμιονίδα. Γράφει ο Λαμπρινίδης [28], «Οι ατυχείς της υπαίθρου Αργολίδος Αλβανο-Έλληνες κάτοικοι , όσοι ηδυνήθησαν να διαφύγωσι το ξίφος των Γενιτσάρων και του αιμοβόρου Πασά Διαβεκίρ Καρά-Μουσταφά, ετράπησαν προς το όρος Αραχναίον, εις ου τας αιγίλιπας διασφάγας, δίκην εγχελίων διεισδύσαντες, εζήτησαν καταφύγιονž οι πλείστοι δ’ ετράπησαν προς την Δρυοπίδα και την Επιδαυρίαν και τα παράλια της Ερμιονίδος και Τροιζηνίας, όθεν επί το ασφαλέστερον, τυχούσης ευκαιρίας, διεξεπεραιώθησαν  εις τας εγγύς νήσους Υδραν, Σπέτσας και Πόρον…».

Συνεπώς ο οικισμός Γκέρμπεσι της Αργολίδας πρέπει να δημιουργήθηκε από Αλβανούς εποίκους κατά την πρώτη κατάκτηση της περιοχής του Ναυπλίου από τους Ενετούς (1389-1540) και ειδικότερα μεταξύ των ετών 1405, έτος της μεγάλης μετανάστευσης των Αλβανών στην Πελοπόννησο και 1460, που ολοκληρώθηκε η κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Τούρκους και σε περιοχή βέβαια που τους παραχώρησε η Ενετική Δημοκρατία, ενώ το οικωνύμιο Γκέρμπεσι οφείλεται είτε στο όνομα του αρχηγού της ομάδας ή των περισσότερων μελών της, που εποίκησε το χώρο, είτε στο όνομα του οικισμού από το οποίο κατάγονταν οι εποικιστές Αλβανοί.

Την ίδια χρονική περίοδο και για τον ίδιο λόγο δημιουργήθηκαν και οι όμοροι οικισμοί Μάνεσι, Μπάρδι κ.λ.π. Η πρώτη  κατάκτηση του Ναυπλίου και της περιοχής του από του Βενετούς διήρκεσε 151 χρόνια και έληξε το 1540 με συνθήκη ειρήνης μεταξύ της Βενετίας και Τουρκίας (τρίτος ΤουρκοΒενετικός πόλεμος 1537-1540).

 

Πρώτη Τουρκική κατάκτηση του Ναυπλίου και της περιοχής του (1540-1686)

  

Ο σουλτάνος Σουλεϊμάν διέταξε τον  Κασίμ πασσά, που είχε στρατοπεδεύσει στο Άργος, να καταλάβει το Ναύπλιο. Οι εχθροπραξίες άρχισαν στις 14 Σεπτεμβρίου 1537 και ο πόλεμος έληξε με συνθήκη ειρήνης το 1540. Σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης η Βενετία έπρεπε να παραδώσει στους Τούρκους μεταξύ άλλων το Ναύπλιο και τη Μονεμβασιά και να πληρώσει υψηλή χρηματική αποζημίωση.  Οι Βενετοί παρέδωσαν το Ναύπλιο και αναχώρησαν για την Βενετία παίρνοντας μαζί τους όσους Έλληνες, προύχοντες του Ναυπλίου, επιθυμούσαν να φύγουν, ενώ ο Κασίμ πασάς εισήλθε στο Ναύπλιο στις 25 Νοεμβρίου 1540.

Οι Τούρκοι οργάνωσαν την εκμετάλλευση της περιοχής, που κατάκτησαν σύμφωνα με το δικό τους σύστημα εκμετάλλευσης, μοίρασαν δηλαδή την περιοχή σε τιμάρια, που τα παραχώρησαν για εκμετάλλευση σε Τούρκους αξιωματούχους.  Είναι βέβαιο πως οι Τούρκοι δεν άλλαξαν τα διαμορφωμένα τοπωνύμια της περιοχής, αφού τα ίδια αυτά χρησιμοποιήθηκαν και από τον επόμενο κατακτητή, τη γνωστή μας Βενετική πολιτεία, όπως αμέσως παρακάτω θα δείξουμε. Έτσι τα τοπωνύμια Γκέρμπεσι, Μάνεσι, Μπάρδι κ.λπ. διατηρήθηκαν ως ονομασίες των νεοδημιουργηθέντων τσιφλικιών καθόλη τη διάρκεια της κατάκτησης, δεν έχουμε, όμως, καμία πληροφορία σχετικά με τη δημιουργία οικισμού στο τσιφλίκι Γκέρμπεσι ούτε και στα άλλα όμορα τσιφλίκια: Μάνεσι, Σάνγκα, Μπάρδι, Αμαριανός.

Η πρώτη τουρκική κυριαρχία του Ναυπλίου  έληξε το 1686 με την κατάληψη της πόλης και ολόκληρης της Πελοποννήσου πάλι από τους Βενετούς. Η πρώτη Τουρκική κατάκτηση του Ναυπλίου και της περιοχής του διήρκεσε 146 χρόνια.

 

Δεύτερη Βενετική κατάκτηση του Ναυπλίου και της περιοχής του (1686-1715)

 

Το 1669 η Τουρκία κατέλαβε την Κρήτη, που αποτελούσε πλούσια κτήση της Βενετίας και σημαντικό εμπορικό σταθμό της στην ανατολική Μεσόγειο (πέμπτος Τουρκο-Βενετικός πόλεμος 1645-1669). Η Βενετία για να καλύψει την απώλεια της Κρήτης και να περισώσει το γόητρό της κήρυξε το 1684 τον πόλεμο κατά της Τουρκίας (έκτος Τουρκο-Βενετικός  πόλεμος 1684-1699) και ο αρχιστράτηγος Φραγκίσκος Μοροζίνης επικεφαλής μεγάλων δυνάμεων στρατού και στόλου της Βενετίας κατάκτησε διαδοχικά τα Ιόνια νησιά και ολόκληρη την Πελοπόννησο με τα παράλια της Στερεάς Ελλάδας προς τον Κορινθιακό και τον Πατραϊκό κόλπο. Την κατάκτηση της Πελοποννήσου ολοκλήρωσε ο Μοροζίνης το 1687, πλην της Μονεμβασιάς, την οποία κατάκτησε η Βενετία αργότερα (1690).

Η κατάκτηση της Πελοποννήσου με τους άφθονους πλουτοπαραγωγικούς της πόρους αντιστάθμιζε όσα οι Βενετοί στερήθηκαν από την απώλεια της Κρήτης. Η Γερουσία της Βενετίας όρισε το Ναύπλιο πρωτεύουσα του Βασιλείου του Μωρέως (Regno della Morea), όπως ονομάστηκε η Πελοπόννησος, ενώ τη διοικητική και οικονομική συγκρότηση του Βασιλείου ανάθεσε σε τρεις συνδίκους καταστιχατόρους (Sindici Catasticatori). Η Πελοπόννησος διαιρέθηκε διοικητικά σε τέσσερις επαρχίες (provintiae), ήτοι την επαρχία της Ρωμανίας  (provintia di Romania) με πρωτεύουσα το Ναύπλιο, που ονομάστηκε Napoli di Romania για να διακρίνεται από τη Napoli di Malvasia, την επαρχία της Αχαΐας (Acaia) με πρωτεύουσα την Πάτρα, την επαρχία της Μεσσηνίας (Messenia) με πρωτεύουσα το Νέο Ναβαρίνο (Νιόκαστρο) και την επαρχία της Λακωνίας (Lakonia) με πρωτεύουσα τη Μονεμβασιά (Napoli di Malvasia), που είχε εν τω μεταξύ κατακτηθεί από τη Βενετία. Η επαρχία του Ναυπλίου αποτελέστηκε από πέντε περιφέρειες (territorii), ήτοι Άργους, Ρωμανίας, Κορίνθου, Τριπολιτσάς και Τσακωνιάς (Argos, Romania, Korinto, Tripolizza και Zaccogna), ενώ το territorio του Ναυπλίου διαιρέθηκε σε 29 περιοχές.

Μετά την αποχώρηση των Τούρκων από την Πελοπόννησο οι Βενετοί θεώρησαν όλη τη γη, που ανήκε στους Τούρκους, περιερχόμενη στο Βενετικό Δημόσιο, που την διένειμαν και την παραχώρησαν είτε σε γηγενείς είτε σε επήλυδες που μετέφεραν από την Αθήνα, το Νεγρεπόντε, τη Λειβαδειά, τη Θήβα κ.λπ. [29]. Οι καταστιχάτορες, υπεύθυνοι για την οικονομική συγκρότηση της χώρας σύμφωνα με την εντολή της Γερουσίας, συνέταξαν απογραφή του πληθυσμού και κατάρτισαν κτηματολόγιο, καταγραφή δηλαδή των παντός είδους ακινήτων και των επικειμένων. Έτσι, με βάση τα απογραφικά και κτηματογραφικά δεδομένα οργάνωσαν σε πραγματική βάση  την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων της χώρας και ιδιαίτερα των εδαφών, τα οποία μετά την αποχώρηση των Τούρκων αλλά και την σοβαρή έλλειψη χεριών έμεναν ακαλλιέργητα. Τελικός σκοπός των ενεργειών των καταστιχατόρων, σύμφωνα με την εντολή που είχαν πάρει από τη Σύγκλητο, ήταν η εφαρμογή ενός αποδοτικού φορολογικού συστήματος, που  θα προσπόριζε στο δημόσιο ταμείο της Βενετίας ικανά έσοδα.

Οι κτηματογραφικές εργασίες άρχισαν το 1688, αμέσως δηλαδή με την άφιξη των καταστιχατόρων. Σχετικά με την περιοχή του Ναυπλίου σώζονται δυο ολοκληρωμένα κτηματολόγια, το catastico ordinario, που είχε ολοκληρωθεί το 1700, είναι συνοπτικό και συντάχθηκε κατά τη διάρκεια της θητείας του προβλεπτή Grimani, και το catastico Particolare, που είναι αναλυτικό και συντάχθηκε με εντολή του προβλεπτή Antonio Nani 1703/05 [30].

Μία από της περιοχές στις οποίες διαιρέθηκε το territorio του Ναυπλίου είναι η περιοχή του χωριού Πλατανίτι, που όπως πληροφορούμαστε από το catastico ordinario περιελάμβανε «Ville Platagnitti et Manesi con Gerbesi et Sandra, desabitate», ήτοι «τα χωριά Πλατανήτι και Μάνεσι με το Γκέρμπεσι και Σάντρα, ακατοίκητα». Αντίστοιχα διαβάζουμε στο catastico partocolare, ότι η ίδια περιοχή περιλαμβάνει «Villa Platagniti e suoi seugolatij Manessi, Sanga [31], Bardi, Gerbessi, Calivia [32], e Mariano e sue dillatationi», ήτοι «το χωριό Πλατανήτι και τα ζευγολατεία του Μάνεσι, Σάνγκα, Μπάρδι, Γκέρμπεσι, Καλύβια και Μαριανό και την περιοχή τους». Βεβαιώνεται έτσι από τις εγγραφές των κατάστιχων, επίσημων δηλαδή κειμένων της Βενετικής πολιτείας η ύπαρξη των τοπωνυμίων Γκέρμπεσι, Μάνεσι, Σάνγκα, Μπάρδι, Καλύβια και Μαριανός ως ζευγολατείων, δηλαδή τσιφλικιών, όπως σημειώσαμε στην αρχή του κειμένου μας. Τα ζευγολατεία αυτά βρίσκονται στις δυτικές υπώρειες του όρους Αραχναίου και κάποια από αυτά (Γκέρμπεσι, Μάνεσι, Μπάρδι) είναι αντίστοιχα των ονομάτων των ομώνυμων οικισμών του τέως Δήμου Μιδέας του 1834.

 

Χάρτης του catastico particolare (1703-05) ο οποίος περιλαμβάνει τα όρια του χωριού Πλατανίτι και των Ζευγολατειών του Μάνεσι, Σάνγκα, Μπάρδι, Γκέρμπεσι, Καλύβια, Αμαριανό και τις περιοχές τους. Αρχείο: ΓΑΚ Αργολίδας.

 

Είναι βέβαιο πως τα ζευγολατεία Γκέρμπεσι, Μάνεσι, Σάνγκα, Μπάρδι, Καλύβια και Μαριανό δεν κατοικούνταν κατά τον χρόνο σύνταξης των κατάστιχων. Το γεγονός προκύπτει ρητά από το catastico ordinario τουλάχιστον όσον αφορά στο Γκέρμπεσι και Σάντρα ή Σάνγκα, τα οποία αναφέρονται ακατοίκητα. Άλλωστε, αν συνέβαινε αυτά να κατοικούνταν τούτο θα αναφερόταν στις αντίστοιχες εγγραφές του catastico particolare, όπως συμβαίνει με τα ζευγολατεία των περιοχών villa Ligurio κ.λπ. και villa Gragnidi κ.λπ., τις εγγραφές των οποίων ακολουθεί η λέξη habitati, δηλαδή κατοικούμενα.

 

Catastico particolare. Αρχείο: ΓΑΚ Αργολίδας.

 

Εξ άλλου οι Βενετοί, όπως ανωτέρω αναφέρεται, εκτός από το κτηματολόγιο συνέταξαν και απογραφή του πληθυσμού της Πελοποννήσου γνωστή ως απογραφή  Grimani ή απογραφή του 1700, για την οποία ο Β. Παναγιωτόπουλος [33] γράφει: «Έχουμε να κάνουμε με μια πραγματική απογραφή, έγκυρη και αξιόπιστη… διαπιστώνουμε απόλυτη γεωγραφική συνέχεια και ταυτόχρονα μια αξιοσημείωτη αναζήτηση της λεπτομέρειας. Είναι χαρακτηριστικό ότι καταγράφονται και οι πιο μικροί οικισμοί∙ σε σύνολο 1.532 πόλεων και χωριών και 133 μοναστηριών, 47 χωριά είχανε τη στιγμή της απογραφής μόνο από μία έως δύο οικογένειες. Αυτό δείχνει σε ποιο βαθμό είχε προχωρήσει η συλλογή των στοιχείων και φανερώνει την αυστηρότητα, τη σαφήνεια και τη συνοχή της πηγής μας».

Επισκοπώντας τον παρακάτω κατάλογο των οικισμών του territorii του Ναυπλίου της απογραφής Γκριμάνι παρατηρούμε ότι κανένα από τα παραπάνω αναφερόμενα ζευγολατεία δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των οικισμών και συνεπώς αυτά υπήρχαν μόνο ως ζευγολατεία ακατοίκητα. Η άποψη πως το Γκέρμπεσι δεν έχει διαμορφωθεί σε οικισμό μέχρι το τέλος του 17ου αιώνα ενισχύεται από ένα ακόμη αρχειακό τεκμήριο, την απογραφή, δηλαδή, της εκκλησιαστικής περιουσίας του Μοριά του 1696. Στον κατάλογο των χωριών του τεριτορίου του Ναυπλίου της  απογραφής αυτής δεν αναφέρεται το Γκέρμπεσι ούτε το Μάνεσι, Σάνγκα, Μπάρδι και Καλύβια [34].

Συνεπώς και κατά την περίοδο της δεύτερης Βενετικής κατάκτησης της επαρχίας του Ναυπλίου (1686-1715) δεν υπάρχει ο οικισμός Γκέρμπεσι ως οργανωμένη οικιστική μονάδα με έστω δύο ή τρεις οικογένειες, παρά μόνο αναφέρεται ως ακατοίκητο ζευγολατιό-τσιφλίκι. Το ίδιο συμβαίνει και με τα λοιπά όμορα ζευγολατιά-τσιφλίκια: Μάνεσι, Σάνγκα, Μπάρδι, Καλύβια αλλά και τα Δένδρα [35], που δεν αναφέρονται στον τίτλο της περιοχής Πλατανίτι, αλλά σημειώνονται στον συνοδευτικό χάρτη.

Στη συνέχεια παρατίθενται δύο πίνακες της απογραφής GRIMANI του 1700. Ο πρώτος περιλαμβάνει τους οικισμούς του TERRITIO DI NAPOLI DI ROMANIA και ο δεύτερος τον πληθυσμό των οικισμών αυτών.

 

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΙΣΜΩΝ ΤΟΥ TERRITORIO ΤΟΥ

ΝΑΥΠΛΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ 1700

(ΑΠΟΓΡΑΦΗ GRIMANI)

 

Δίνεται το όνομα του οικισμού, όπως είναι γραμμένο στο Βενετικό έγγραφο, ακολουθεί το τοπωνύμιο στα ελληνικά και η τυχόν μετονομασία του μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους σημειώνεται με αστερίσκο.

 

TERRITORIO DI NAPOLI DI ROMANIA

 

  1. Borgo di Νapoli ciοė Τrube – Προάστιο Ναυπλίου ή Τρουμπέ Borgo Πόλη (Ναυπλίου)
  2. Turachi ciοė Trapano Τουρκάκι ή Δράπανο
  3. Aria – Αρεια/Αρια
  4. Spai – Σπαΐ / Σπαϊτζίκο : *Λευκάκια
  5. Caidari — Χαϊδάρι: *Δρέπανον
  6. Ζaremella – Τζαρεμέλα
  7. Braimbei – Μπραήμπεη
  8. Irii – Iρια
  9. Pyrgo – Πύργος
  10. Adami – Αδάμι
  11. Liguriο – Λυγουριό
  12. Cacingri – Κατσίγκρι : *Αγ. Αδριανός
  13. Bulmeta – Μπουλμέτα
  14. Cοffini – Κοφίνι: *Νέα Τίρυνς
  15. Palaicastro -Παλαιόκαστρο
  16. Platanichί – Πλατανίτι
  17. Cuchi – Κούτσι: * Αργολικόν
  18. Μerbaca – Μέρμπακα: * Αγ. Τριάς
  19. Μanari – Μάναρι
  20. Stue Μedugnί – Μεντούνι (;)
  21. Μerze – Μερτζέ: *’Εξώστης
  22. Vοlimidi – Βολιμίδι
  23. Sufa Agά – Σούφαγα
  24. Curma – Κούρμα ή Τσούρμα (;)
  25. Luzi – Λούτζι
  26. Μanduli – Μαντούλι (;)
  27. Capse Μanguri – Κάψε Μαγκούρι/Καψομαγκούρι (;)
  28. Catto Scafidachί – Κάτω Σκαφιδάκι
  29. Civeri Pavolata – Κιβέρι

[Β. Παναγιωτόπουλου: «ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ…»  σελ.291.]

 

ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΙΣΜΩΝ ΤΟΥ TERRITORIO ΤΟΥ ΝΑΥΠΛΙΟΥ

ΣΤΗΝ ΑΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ 1700 – (ΑΠΟΓΡΑΦΗ GRIMANI)

 

[Β. Παναγιωτόπουλου: «ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ…» σελ.235.]

  

Σχετικά με την εθνοτική σύνθεση του πληθυσμού της επαρχίας Napoli di Romania πληροφορούμαστε από το κατάστιχο του Βενετού μηχανικού Francesco Vandeyk [36], που πήρε μέρος στη σύνταξη του κτηματολογίου του territorii di Napoli di Romania, πως  «οι κάτοικοι των χωριών (των επαρχιών Ναυπλίας και Ερμιονίδας) είναι σχεδόν όλοι Αλβανοί, αλλά με το να είναι πολύς καιρός αφ’ ότου οδηγήθησαν από τους Τούρκους με τον σκοπόν να εγκατασταθούν εκεί, ισχυρίζονται ότι είναι αυτόχθονες…».

Πληροφορούμαστε επίσης από την από 12ης Μαΐου 1691 έκθεση του Βενετού σύνδικου καταστιχωτή Μαρίνου Μικιέλ [37] πως «ο πληθυσμός της περιοχής αυτής είναι κατά μέγα μέρος Αρβανίτες, αγροίκοι και γεωργοί εύστροφοι, με κλήση στη χρήση των όπλων, όπως επίσης εκείνοι του Άργους, όπου μερικοί ασχολούνται με το εμπόριο… Έχουν πάντως το πρώτιστο ελάττωμα του έθνους τους να μαλώνει ο ένας με τον άλλο και να αγαπούν το ψέμα». Μάλλον μας ήξεραν από τότε! Εν πάσει περιπτώσει, βρίσκω υπερβολικά όσα εκθέτουν οι δύο ανώτατοι υπάλληλοι της Γαληνοτάτης σχετικά με τον κοινωνικό και φυλετικό προσδιορισμό του πληθυσμού του territorii. Το φαινόμενο αυτό θα παρετηρείτο παλαιότερα, κατά το τέλος όμως του 17ου αιώνα είχε επέλθει σημαντική αφομοίωση του Αρβανίτικου στοιχείου σε σημείο ώστε οι ίδιοι οι Αρβανίτες να θεωρούν τους εαυτούς τους «αυτόχθονες», με ελληνική δηλαδή συνείδηση, όπως σημειώνει ο Vandeyk. Δεν παραλείπουμε και την θέση του Μηλιαράκη [38] «Ο πληθυσμός του Δήμου (Μιδέας) ανέρχεται σε 3,378 κατοίκους, και δημότας 3,735 πάντας Αλβανούς». Η απόλυτη αυτή θέση του Μηλιαράκη, που εκφράστηκε το 1886 ίσως να αρμόζει στα λεγόμενα αρβανιτοχώρια της Αργολίδας (Γκέρμπεσι, Μάνεσι, Δένδρα, Μπάρδι, Ντούσια), όχι όμως και στα χωριά του κάμπου, όπως Μέρμπακα, Πλατανίτι, κ.λ.π.

Προκειμένου ο αναγνώστης να σχηματίσει μια εικόνα της κατάστασης που επικρατούσε γύρω στο 1700 στην πεδιάδα της Αργολίδας από πλευράς πυκνότητας πληθυσμού, καλλιεργούμενης γης και κτηνοτροφικών δραστηριοτήτων κρίνω σκόπιμο να μεταφέρω εδώ κάποια απογραφικά στοιχεία της περιοχής Πλατανίτι και των ζευγολατείων της[39].

Στην περιοχή κατοικούσαν 28 οικογένειες σε 28 σπίτια, από τις οποίες οι τέσσερις ήσαν ξένες. Η καλλιεργημένη έκταση ανερχόταν σε 1.178 στρέμματα, η καλλιεργήσιμη σε 4.631 στρέμματα. Δηλαδή, 3.453 στρέμματα καλλιεργήσιμης γης έμεναν ακαλλιέργητα από έλλειψη αγροτικών χεριών. Οι βοσκότοποι ανέρχονταν σε 5.930  και οι βραχώδεις και συνεπώς άγονες εκτάσεις σε 2.267 στρέμματα. Η γη ήταν διανεμημένη σε 147 μερίδες, που είχαν παραχωρηθεί σε 28 οικογένειες. Αναφέρονται επίσης 1 κήπος, 48 δέντρα και 4 πηγάδια. Απογραφή ζώων: Ζώα αροτήρες 76, ζώα φορτηγά 162, αγελάδες 10, πρόβατα 1.848, κατσίκια 440, χοίροι 115 και κυψέλες 146.

Απίστευτοι αριθμοί για μας σήμερα! Η δεύτερη Βενετική κατάκτηση του Ναυπλίου και της περιοχής του διήρκεσε από την 1η Σεπτεμβρίου 1686 μέχρι την 9η Ιουλίου 1715.

 

 Δεύτερη Τουρκική κατάκτηση του Ναυπλίου και της περιοχής του (1715-1822)

 

Στις 9 Δεκεμβρίου 1714 ο σουλτάνος των Τούρκων Αχμέτ ο Γ΄ κήρυξε τον πόλεμο κατά των Ενετών (έβδομος ΤουρκοΒενετικός πόλεμος 1714-1718) και ανάθεσε στον μεγάλο Βεζύρη Δαούτ Πασά, που τον ονόμασε Σερασκέρη, την κατάληψη της Πελοποννήσου. Ο Σερασκέρης με στρατό 120.000 ανδρών ξεκίνησε από την Αδριανούπολη και, αφού κατέλαβε την Κόρινθο και το Άργος αμαχητί, πολιόρκησε το Ναύπλιο μετά την άρνηση της φρουράς του να το παραδώσει. Λέγεται πως κατέλαβε το Παλαμήδι  με προδοσία του επικεφαλής του πυροβολικού Γάλλου Συνταγματάρχη Σάλα (de la Sale) και το Ναύπλιο παραδόθηκε στους Τούρκους χωρίς όρους στις 9 Ιουλίου 1715. Την παράδοση ακολούθησε σφαγή του πληθυσμού. Ο Σουλτάνος Αχμέτ ο Γ΄ έφτασε στο Ναύπλιο και συγχάρηκε τον Δαούτ Πασά στον οποίο πρόσφερε θυγατέρα του ως σύζυγο. Ο Δαούτ Πασάς στη συνέχεια κατέλαβε την Τρίπολη και την Καλαμάτα και το ίδιο έτος ολοκλήρωσε την κατάληψη της Πελοποννήσου.

Οι Τούρκοι οργάνωσαν την οικονομική εκμετάλλευση της Πελοποννήσου εφαρμόζοντας  το δικό τους βέβαια διοικητικό και φορολογικό σύστημα. Τα τσιφλίκια, τα οποία κατά την πρώτη τουρκική κατάκτηση της περιοχής του Ναυπλίου ανήκαν σε Τούρκους και κατά τη δεύτερη Βενετική κατάκτηση που ακολούθησε είτε οι Τούρκοι κάτοχοί τους τα εγκατέλειψαν είτε τους αφαιρέθηκαν από τους Ενετούς, ανακτήθηκαν και πάλι από τους παλαιούς Τούρκους κατόχους τους και εάν αυτοί δεν ήσαν στη ζωή αποδόθηκαν στους κληρονόμους τους σύμφωνα με τον κανουνναμέ του Μοριά του 1716 [40]. Παράλληλα, οι Τούρκοι Αγάδες που πήραν μέρος στην εκπόρθηση του Ναυπλίου και εγκαταστάθηκαν σ᾽ αυτό, αμείφθηκαν για τις υπηρεσίες τους από το σουλτάνο με εύφορα τιμάρια αλλά και με πλούσια λάφυρα[41].

Παρά τη βαρβαρότητα του κατακτητή και την έλλειψη ενδιαφέροντος για την ανάπτυξη των παραγωγικών κλάδων, παρατηρείται προϊούσα ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας της Πελοποννήσου, αφού η γεωργία και η κτηνοτροφία αποδίδουν πολύ περισσότερα από την προηγούμενη περίοδο. Το εμπόριο, που πλέον ελευθερώθηκε από τον περιορισμό της αποκλειστικής άσκησής του από τους Βενετούς, αναπτύχθηκε πολύ περισσότερο. Ο οιοσδήποτε, Τούρκος ή μη, υπήκοος ή όχι μπορούσε να εμπορεύεται εντός του τουρκικού κράτους και μάλιστα με ελάχιστη φορολογική επιβάρυνση[42]. Έτσι,  στις δεκαετίες που ακολούθησαν τη δεύτερη Τουρκική κατάκτηση παρατηρείται έντονη δημογραφική ανάπτυξη, με αποτέλεσμα κατά την περίοδο αυτή να δημιουργηθούν οι περισσότεροι νέοι οικισμοί και μάλιστα στα υπάρχοντα τσιφλίκια [43]. Στο πλαίσιο αυτής της δημογραφικής έξαρσης φαίνεται πως δημιουργήθηκε το Γκέρμπεσι ως αυτοτελής οικισμός μέσα στην περιοχή του ζευγολατείου Γκέρμπεσι, από το οποίο πήρε το όνομά του.

Οι Τούρκοι, όπως και παραπάνω σημειώνουμε, εφάρμοσαν το δικό τους διοικητικό σύστημα και η Πελοπόννησος αποτέλεσε χωριστή διοικητική περιφέρεια, πασαλίκι, διοικούμενη από Πασά «τριών ιππουρίδων», τον Μώρα Βαλεσή. Η Πελοπόννησος είχε διαιρεθεί σε 23 βιλαέτια [44], μεταξύ των οποίων και το βιλαέτι του Άργους [45] στο οποίο υπαγόταν το Γκέρμπεσι και όχι στο βιλαέτι του Ναυπλίου. Πότε όμως δημιουργήθηκε το Γκέρμπεσι ως αυτοτελής οικισμός καθώς και τα άλλα γύρω χωριά δεν το γνωρίζω. Από τις μέχρι τώρα γνωστές σε μένα πληροφορίες το Γκέρμπεσι ως οικιστική μονάδα και φορολογικό υποκείμενο εμφανίζεται για πρώτη φορά επίσημα στα φορολογικά κατάστιχα (φορολογικοί κατάλογοι) του βιλαετίου του Άργους του έτους 1805 (αρχείο Περούκα) και έκτοτε η παρουσία του είναι συνεχής.

Συνεπώς ο οικισμός Γκέρμπεσι υπάρχει ως οργανωμένο οικιστικό σύνολο τουλάχιστον από το 1805, αφού αναγνωρίζεται τόσο από τη Δημογεροντία όσο και από την Τουρκική πολιτειακή εξουσία ως συλλογικό φορολογικό υποκείμενο. Η διαδικασία όμως σχηματισμού του θα έπρεπε να είχε αρχίσει ενωρίτερα με τη μόνιμη εγκατάσταση βαθμηδόν κάποιου ελάχιστου αριθμού οικογενειών που δημιούργησαν στη Δημογεροντία και στην Τουρκική εξουσία την βεβαιότητα της μόνιμης ομαδικής οίκησης. Τον χρόνο όμως αυτόν, της μόνιμης δηλαδή εγκατάστασης οικογενειών στον τόπο μας, δεν τον γνωρίζουμε.

Θεωρώ ως πλησιέστερο προς την αλήθεια χρόνο δημιουργίας του οικισμού Γκέρμπεσι την περίοδο 1795-1800, αφού το 1805 ο οικισμός αναμφίβολα έχει δημιουργηθεί, ενώ το πιθανολογούμενο έτος γέννησης των γεναρχών του χωριού (1774-1789), κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων δεν επιτρέπει τη δημιουργία οικογένειας σε χρόνο προγενέστερο του έτους 1795.

Στη διαπραγμάτευση των επί μέρους γενών παραθέτουμε πληροφορίες, εφόσον διαθέτουμε, σχετικές με τον χρόνο εγκατάστασης κάθε γένους στο Γκέρμπεσι καθώς και με τον τόπο καταγωγής ή προέλευσής του. Τα γένη των Αργυρόπουλου (1958), Γαρύφαλου (1916), Γιαννάκου (1902), Καρατζίκου (1950), Κατεμή (1953), Ξύδη (περί το 1905), Παπαγιάννη (περί το 1915), Ράπτη (1920) και Φράγκου (περί το 1950) εγκαταστάθηκαν στο Γκέρμπεσι μετά το 1900 και πρόκειται για γάμους ανδρών που κατάγονται από άλλα χωριά με Γκερμπεσιώτισες και που εγκαταστάθηκαν στο Γκέρμπεσι, εκτός από τον Μιλτιάδη Αργυρόπουλο, που νυμφεύθηκε Μπαρδαία και τον Σπύρο Παπαγιάννη, που από 8 ετών εργάστηκε στο σπίτι του Μάνθου και αργότερα παντρεύτηκε Γκερμπεσιώτισα. Ο αριθμός που ακολουθεί το γένος δείχνει τον χρόνο εγκατάστασής του στο Γκέρμπεσι.

Τα υπόλοιπα γένη εγκατασταθήκαν στο Γκέρμπεσι κατά την εκατονταετία 1800-1900. Πιο αναλυτικά:

  • Οι Βλαχαίοι  εγκατασταθήκαν στο Γκέρμπεσι περί το 1867 και σύντομα διασκορπίστηκαν. Ο Μελέτιος Βλάχος νυμφεύθηκε το 1926 στο Γκέρμπεσι, όπου και εγκαταστάθηκε.
  • Ο γενάρχης των Δουφέκα νυμφεύθηκε στο Γκέρμπεσι το 1897, όπου και εγκαταστάθηκε.
  • Ο γενάρχης των Ζαχαριά, που πιθανολογείται πως γεννήθηκε το 1831, είναι γραμμένος στους εκλογικούς καταλόγους 1867 και 1871 και πρέπει να εγκαταστάθηκε στο Γκέρμπεσι μετά το 1844.
  • Το γένος του Ανδριανού Κώστα-Κώνστα-Κορίλη (Ζιάγκα) εγκαταστάθηκε στο Γκέρμπεσι το 1831 σύμφωνα με σημείωση στον εκλογικό κατάλογο 1844.
  • Το γένος των Υψηλανταίων αποτελεί κλάδο των Κώστα-Κώνστα-Κορίλη, γιατί ο Δημήτριος Ιωάννου Κώνστας άλλαξε το επώνυμό του σε Υψηλάντης μεταξύ των ετών 1850-1852.

 

Ιωάννης Δ. Υψηλάντης (Φαφούτης) (1852) – (Μαρίνα Κ. Υψηλάντη-Λέκκα (1889-1944) και Αναστασία Κ. Υψηλάντη (1917-2007) γύρω στα 1917-18. Δημοσιεύεται στο: Χρίστος Ιωάν. Κώνστας, «Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι Άνθρωποι», Έκδοση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, 2018.

 

Τα υπόλοιπα γένη, ήτοι: Αντωνίου, Γεώργας, Δήμας, Κώστας-Κώνστας- Κορίλης, Λέκκας, Λιλής, Παπαγεωργόπουλος και Ρέππας, τα οποία θεωρούμε ότι αποτελούν τους πρώτους οικιστές του χωριού, εγκαταστάθηκαν, δίνοντας πολύ μεγάλα χρονικά περιθώρια, κατά την πρώτη τεσσαρακονταετία του 19ου αιώνα. Οι Ιωάννης Λέκας, Παναγιώτης Αντώνη και Γιάννης του παπά Γιώργη, κάτοικοι Γκέρμπεσι είχαν υποβάλει αναφορά στη Βουλή, που συζητήθηκε κατά τη συνεδρίαση της 3-2-1825 (Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τόμος 7ος, σελ. 115-116) με την οποία ζητούσαν να διορισθούν οι ενοικιαστές των εθνικών προσόδων του χωρίου Γκέρμπεσι. Συνεπώς τα γένη των Παπαγεωργόπουλων, των Αντώνη και των Λέκκα πρέπει να είχαν εγκατασταθεί στο Γκέρμπεσι πριν την παραπάνω χρονολογία (3-2-1825). Για την προέλευση του γένους των Αντωνίου δεν γνωρίζουμε τίποτα. Στον εκλογικό κατάλογο Λιμνών  του 1844 καταγράφεται εκλογέας Αναστάσιος Αντωνίου με α/α 160, ηλικίας 55 ετών, αυτόχθων με περιουσία, γεωργός, γεννημένος κατά πιθανολόγηση το 1789. Δεν έχουμε καμία πληροφορία για συγγενική σχέση μεταξύ των Αντωνίου των Λιμνών και του Γκέρμπεσι.

 

Κάτε Χρ. Κώνστα (1872-1921) – Αθαν. Χρ. Κώνστας (1914-1979), Ναύπλιο, 1919. Δημοσιεύεται στο: Χρίστος Ιωάν. Κώνστας, «Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι Άνθρωποι», Έκδοση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, 2018.

 

Τα επόμενα γένη δεν κατάγονται ούτε προέρχονται από τις Λίμνες, όπως ισχυρίζονται κάποιοι. Για το γένος των Κώστα-Κώνστα-Κορίλη δεν γνωρίζουμε κάτι σχετικό, οπωσδήποτε όμως το γένος δεν κατάγεται από τις Λίμνες, αφού γνωρίζουμε πως οι δύο κλάδοι των Κοριλέων των Λιμνών προέρχονται από το γένος του Γκερμπεσιού. Επίσης για το γένος των Λιλή δεν γνωρίζουμε κάτι, σύμφωνα όμως με προφορική παράδοση το γένος κατάγεται από τη Μεσσηνία και προέρχεται από το γένος Καλαμαρά. Το ίδιο και για το γένος Ρέππα, δεν γνωρίζουμε κάτι σχετικό με την καταγωγή του, οπωσδήποτε όμως δεν κατάγεται από τις Λίμνες, ούτε φέρεται γραμμένος εκλογέας Ρέππας στον εκλογικό κατάλογο των Λιμνών έτους 1844 ούτε του Μπερμπατιού.

 

Χρήστος Γ. Κορίλης – Κώνστας (Νταής 1874-1955) με μια εγγονή του, Πειραιάς, 1922. Δημοσιεύεται στο: Χρίστος Ιωάν. Κώνστας, «Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι Άνθρωποι», Έκδοση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, 2018.

 

Βέβαιο είναι πως κατάγονται ή προέρχονται από τις Λίμνες τα γένη των Γεώργα, των Δήμα, των Λέκκα, των Παπαγεωργόπουλου, των Φρίμη (λίγο πριν το 1844) και το γένος των Βλάχου περί το 1867.

 

Αναστάσιος Κορίλης (Κολοντούρος) (1869). Δημοσιεύεται στο: Χρίστος Ιωάν. Κώνστας, «Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι Άνθρωποι», Έκδοση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, 2018.

 

Ενδιαφέρον και πολυσυζητημένο θέμα είναι η εθνοτική καταγωγή των πρώτων κατοίκων του χωριού. Αναμφίβολα πρόκειται για Αλβανογενείς Έλληνες, ήτοι Αρβανίτες που αυτοί ή πρόγονοί τους εγκαταστάθηκαν κάποτε στον Ελληνικό χώρο και με την πάροδο του χρόνου απόκτησαν ελληνική συνείδηση, με την έννοια της κοινής αντιμετώπισης των κοινωνικών προ-βλημάτων και της κοινής στάσης έναντι του κατακτητή [46].

Παραπάνω ασχοληθήκαμε εξαντλητικά με τις Αλβανικές εποικίσεις του Ελληνικού χώρου από την περίοδο της πρώτης Βενετοκρατίας και παρακολουθήσαμε την κατά στάδια αφομοίωση του Αλβανικού στοιχείου σε σημείο που μπορούμε χωρίς κανένα ενδοιασμό να μιλάμε σήμερα για απόκτηση Ελληνικής εθνικής συνείδησης.

Συνεπώς, συμπερασματικά δεχόμαστε πως ο νεώτερος οικισμός Γκέρμπεσι της Αργολίδας δημιουργήθηκε από Αλβανογενείς Έλληνες περί το 1795-1800 στο τούρκικο τσιφλίκι Γκέρμπεσι, από το οποίο πήρε το όνομά του.

Σημειώνουμε πως τελευταίος Τούρκος τσιφλικάς ήταν ο Γιαχγιάς ή Γιαχγιαγας, ενώ το 1809 τσιφλικάς ήταν ο Εζέτ Μπέης[47].

Είναι βέβαιο πως το αρχείο Περρούκα, αργείτικης οικογένειας εμπόρων και προεστών, που διαχειριζόταν τις φορολογικές υποχρεώσεις του βιλαετίου προς τις Τουρκικές Αρχές και ειδικότερα από τα διασωθέντα κατάστιχα, δεφτέρια και κιτάπια φορολογίας και δοσιμάτων, όταν αυτό δημοσιευθεί θα προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με τη δημιουργία των οικισμών του βιλαετίου, τον πληθυσμό, την οικονομική κατάσταση και την φοροδοτική ικανότητα κάθε χωριού. Έτσι  πιστεύω ότι θα είναι δυνατόν στον μελετητή να προσδιορίσει έστω και κατά προσέγγιση τον χρόνο που δημιουργήθηκε το Γκέρμπεσι.

Συγκέντρωσα και παραθέτω χρονολογικά όσες μπόρεσα γραφτές πληροφορίες σχετικές με το Γκέρμπεσι από το 1805 μέχρι το 1834, χρονολογία που το Γκέρμπεσι εντάχθηκε και αποτέλεσε οικισμό του δήμου Μιδέας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

Α. Από τα δημοσιευμένα αποσπάσματα των φορολογικών κατάστιχων του  αρχείου  Περρούκα, παραθέτω τις εξής πληροφορίες που αφορούν στο Γκέρμπεσι:

α) στα φορολογικά κατάστιχα των ετών 1805-1812 αναφέρεται το Γκέρμπεσι ως οικισμός, που δεν επιβαρύνεται με την πληρωμή φόρων στους Τούρκους [48] και χαρακτηρίζεται «μακτού» [49],

β) στο κατάστιχο εξόδων του βιλαετίου του Άργους της 15 Απριλίου 1809 σημειώνεται ως έξοδο: «Διά ένα φωνικόν οπού έγινε εις του Γκέρμπεσι εις το ζευγολατιό του Εζέτμπέη…γρ. (όσια) 518» (διατηρούμε την ορθογραφία) [50].

Πληροφορούμαστε από την παραπάνω εγγραφή ότι το Γκέρμπεσι το 1809 αποτελεί ζευγολατείο, που κατοικείται και ανήκει στον Τούρκο Εζέτ Μπέη.

γ) επίσης πληροφορούμαστε τον αριθμό των «παρακεντέδων», που εργάζονταν στο Γκέρμπεσι, ήτοι ακτημόνων, συνήθως ξενομεριτών, που απασχολούνταν σε ξένες γαίεςž σήμερα θα τους ονομάζαμε αγρεργάτες: «1810 Απριλίου 6. Δευτέρι των παρακεντέδων…Γκέρμπεσι 3, χαρτία 4». Δηλαδή, στο Γκέρμπεσι εργάζονται τρεις παρακεντέδες, που επιβαρύνονται με την πληρωμή τεσσάρων χαρτίων, δηλαδή, τεσσάρων δελτίων φορολογικής επιβάρυνσης και πληρωμής φόρων προς τους Τούρκους[51].

Β. Στον κατάλογο του πληθυσμού της Πελοποννήσου του έτους 1815, που είχε συντάξει ο Γάλλος Πρόξενος στα Γιάννενα (1805-1815) και αργότερα Πρόξενος στην Πάτρα (1817-1819) Φρ. Πουκιεβίλ [52] το Γκέρμπεσι αναφέρεται με 25 κατοίκους.

Γ. Στα αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας [53], αναφέρονται δύο αναφορές – αιτήσεις κατοίκων Γκέρμπεσι σχετικές με τοπικά θέματα, ήτοι,

  1. i) «Είτα ανεγνώσθη αναφορά των δημογερόντων της επαρχίας Άργους διά τα χωρία Ομέρμπακα, Άρειαν, Γκέρμπεσι και Κούρτα και Πλέσσα τα οποία ζητούσι δια να τα ενώσωσι μετά της επαρχίας Άργους και παρακαλούσι αύτη η αμφισβήτησίς των να διαλυθή. Σκέψεως γενομένης, ενεκρίθη να σταλή προς το Υπουργείον των Εσωτερικών, διά να εξετάση την υπόθεσιν και κατά τον νόμον και κατά την συνήθειαν και ν’ αναφέρει προς την Διοίκησιν… Η αναφορά των  δημογερόντων του Άργους εστάλη προς το Υπουργείον των Εσωτερικών, υπό την υπογραφήν του β΄ Γραμματέως, με την ανωτέρω γνώμην του Βουλευτικού». Επίσης,
  2. ii) «Ανεγνώσθη αναφορά των Ιωάννου Λέκκα, Παναγιώτου Αντώνη, Γιάννη του παππά-Γεώργη, οίτινες παρακαλούν να διορισθώσιν οι ενοικιασταί των εθνικών προσόδων του χωρίου Γκέρμπεσι να μην τους πέρνωσι τοπιάτικον δι’ ολίγα πρόβατά των, βόσκοντα εις την εθνικήν γην, την οποίαν οι ίδιοι καλλιεργούσι, πληρώνοντες το νόμιμον πέμπτοδέκατον. Απεφασίσθη να σταλή η αναφορά εις το Υπουργείον της Οικονομίας διά να πράξει περί τούτου καθ’ ας έλαβεν οδηγίας γενικώς».

Δ. Στη «Στατιστική περιγραφή της επαρχίας Ναυπλίου» της 19ης Οκτωβρίου 1828, που συνέταξε ο Δ. Παπαλεξόπουλος σύμφωνα με τις οδηγίες Επιτροπής του Πανελληνίου, προκειμένου ο Κυβερνήτης Ιωάν. Καποδίστριας να απαντήσει στα 28 ερωτήματα που είχαν υποβάλει οι πρεσβευτές των τριών μεγάλων δυνάμεων, αλλά και για να συγκεντρώσει στατιστικές πληροφορίες γύρω από τον πληθυσμό και την κατάσταση της γεωργίας, περιέχονται πληροφορίες και για το Γκέρμπεσι. Οι πληροφορίες που περιέχονται στην έκθεση χρονικά αναφέρονται στην τελευταία περίοδο της Τουρκοκρατίας, δηλαδή λίγο πριν την κήρυξη της επανάστασης του 1821.

Σύμφωνα με την έκθεση αυτή το Γκέρμπεσι αποτελούσε τότε τσιφλίκι που ανήκε στον Τούρκο Γιαχγιαγά και είχε 10 σπίτια, 1 πύργο [54], 40 χριστιανούς κατοίκους, κανένα τούρκο κάτοικο, 15 στρέμματα αμπέλι, 515 στρέμματα καλλιεργούμενης γης, που ανήκε στους Τούρκους και 500 στρέμματα χέρσας γης μάλλον τουρκικής ιδιοκτησίας. Το ετήσιο εισόδημα των Τούρκων ανερχόταν σε 3.850 γρόσια και των χριστιανών σε 1.750 γρόσια [55], ενώ ο φόρος της δεκάτης ανερχόταν σε 550 γρόσια.  Σύμφωνα με προφορικές πληροφορίες ο αναφερόμενος πύργος χρησίμευε ως μόνιμη κατοικία του Τούρκου τσιφλικά. Ο πύργος, ο οποίος σώζεται, βρίσκεται δυτικά της πλατείας του χωριού και είναι ιδιοκτησία των κληρονόμων Λεωνίδα Λέκκα. Ο πύργος αποτελεί συνέχεια του προς τα δυτικά ευρισκόμενου σπιτιού της οικογένειας Γιαννάκου. Τα δύο κτίσματα έχουν ενιαία εμφάνιση και ανήκαν στους αδελφούς Αναστάσιο και Ιωάννη Λέκκα (Μανθαίους), για τους οποίους δεν γνωρίζουμε πώς απέκτησαν αυτά τα ακίνητα, ούτε γνωρίζουμε εάν και τα δύο αυτά ακίνητα μαζί αποτελούσαν τον πύργο.

Ε. Στη στατιστική περιγραφή της επαρχίας Ναυπλίου του έτους 1829 που συνέταξε η Γαλλική επιστημονική αποστολή, που ακολουθούσε το στράτευμα του στρατηγού Μαιζών, το Γκέρμπεσι αναφέρεται ως οικισμός με 55 άτομα και σημειώνεται στο χάρτη της ίδιας αποστολής ως οικισμός καθώς επίσης και η Μυκηναϊκή ακρόπολη της Μιδέας, που σημειώνεται ως αρχαιολογικός χώρος [56].

ΣΤ.  Η Γραμματεία της Επικρατείας ζήτησε με ειδική εγκύκλιό της από τους κατά τόπους Εκτάκτους Επιτρόπους και Προσωρινούς Διοικητές όλων των Επαρχιών να υποβάλλουν κατάλογο των κατοικουμένων πόλεων και χωριών και χωριστά των ακατοίκητων. Ο Διοικητής της επαρχίας Ναυπλίας, Άργους και Κάτω Ναχαγιέ Κωνστ. Αξιώτης με έγγραφό του υπέβαλε κατάλογο για τις επαρχίες Ναυπλίου και Κάτω Ναχαγιέ, ενώ τον κατάλογο της επαρχίας Άργους, ο οποίος δεν υπάρχει στα Γ.Α.Κ. απέστειλε απ᾽ ευθείας ο τοποτηρητής Άργους Ν. Μαυρομμάτης. Ο κατάλογος της επαρχίας Ναυπλίου περιέχει 43 κατοικημένα χωριά και 20 ακατοίκητα και σε χωριστή στήλη τον αριθμό των οικογενειών. Το Γκέρμπεσι αναφέρεται ως χωριό «ερημωμένο» [57]. Η πληροφορία αυτή, προφανώς, είναι λανθασμένη, αφού, ένα και δύο έτη πριν από τη σύνταξη του προαναφερόμενου καταλόγου, ήτοι κατά τα έτη 1828 (Στατιστική περιγραφή της επαρχίας Ναυπλίου) και 1829 (στατική περιγραφή της Γαλλικής επιστημονικής αποστολής) φέρεται να έχει ικανό για την εποχή αριθμό κατοίκων (40 και 55 αντίστοιχα)  και το 1834 αποτέλεσε ένα από τα χωριά του νεοσύστατου Δήμου Μηδέας με 100 κατοίκους, με το οικωνύμιο Κέρμπεσι ή Γκέρμπεσι [58], ίσως η πληροφορία να έχει σχέση με το Γκέρμπεσι των Δρεπανοχωρίων.

 

Ετυμολογία του οικωνυμίου Γκέρμπεσι

  

Θα ολοκληρώσουμε την έρευνά μας με την ετυμολογία της ονομασίας Γκέρμπεσι.

Η ονομασία Γκέρμπεσι [59] αποτελεί οικωνύμιο αλβανικής προέλευσης (Gjerbёs) και απαντάται στην Αλβανία στις περιοχές Φιέρι (Gjerbësi i Fierit) και Βεράτι (Gjerbësi i Beratit) καθώς επίσης απαντάται και στο Κόσσοβο. Στην Ελλάδα απαντάται ως τοπωνύμιο σε περιοχές που στο παρελθόν εγκαταστάθηκαν Αλβανόφωνοι πληθυσμοί (Άραξος, Ναύπλιο, Καλάβρυτα, Καρδίτσα). Η ονομασία σχηματίζεται από τη σλαβική λέξη Grba που σημαίνει καμπούρα βουνού, ράχη, κλιτύς + την αλβανική κατάληξη –ësi. Ακόμα υπάρχει ως παλαιότερο σλάβικο τοπωνύμιο Gъrbe∙ ъ = τόπος σε ράχη βουνού καθώς και στην σερβοκροατική γλώσσα Grbe∙ i. Βλ. επίσης και Max Vasmer: Die Slaven in Griechenland Berlin 1941, Leipzig 1970, Γκέρμπεσι ON, Kr. Nauplia (Lex. und Miliarakis AK 78). Ich gehe von einem slav. *Gъrbešь aus, das zu *gъrbъ» Buckel, Erhöhimg «zu stellen ist. Vgl. mit anderer Wortbildung skr.Grbalj. Ein genau entsprechender slavischer ON liegt vor in skr. Grbeši (Mostar).

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Χρησιμοποιώ τα δύο ονόματα, που διαδοχικά πήρε ο οικισμός, για να τον διακρίνω από το άλλο Γκέρμπεσι των Δρεπανοχωρίων της Αργολίδας.

[2] Ζευγηλατείο, (ζευγολατείο και ζευγολατιό), Βυζαντινή λέξη, που σημαίνει αγρόκτημα, μικρό τσιφλίκι.

[3] Στην περίπτωσή μας σημαίνει δυτικοευρωπαίοι γενικώς και αορίστως, χωρίς ενιαία εθνικότητα (Ιταλοί, Ελβετοί, Γάλλοι, Γερμανοί κλπ).

[4] Peter Lock, Οι Φράγκοι στο Αιγαίο 1204-1500 σελ. 122, εκδόσεις ΕΝΑΛΙΟΣ Αθήνα 1998.

[5] Θυγατέρα του Γουίδωνα (Guy d᾽ Engien).

[6] Μ. Λαμπρυνίδου, «Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησο», Εν Αθήναις 1907, σελ. 8. W. Miller, «Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα», ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΘΗΝΑ 1990, σελ. 407.

[7] Μ. Λαμπρυνίδου, «Η ΝΑΥΠΛΙΑ», Εκδοσις Γ΄, Ναύπλιον 1975, σελ.71.

[8] Ανώτερος διπλωματικός υπάλληλος.

[9] Οικονομικός Έφορος.

[10] Είδος πλωτού μέσου.

[11] Από την από ΧΙΙΙΙ (όπως στο κείμενο) Αυγούστου 1480 έκθεση του Βενετού κυβερνήτη του Ναυπλίου Bartolomeo Minio (Κ. Σάθα «Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας» τόμος VI σελ. 141-142, το κείμενο στην Ενετική γλώσσα και Μετάφραση Τάκη Μαύρου «Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου», τεύχος 13 σελ. 205), μεταφέρουμε τα επόμενα, «Με αυτή (την επιστολή)  σημειώνω σ᾽εκείνη (την Εξοχότητά Σας), σήμερα ημερομηνία 12 έφθασε  εδώ η γάλια του Cocha η οποία προηγουμένως ανήκε στον Salomona, που είχε φύγει από την Κωνσταντινούπολη στις 3 τρέχοντος, η οποία έφερε τον Μεγαλοπρεπή Sinabei Protogero της Ελλάδας σταλμένο από τον Κύριο Τούρκο για τον καθορισμό των συνόρων και τον χωρισμό των τόπων της Αυθεντίας Σας, και μ᾽ αυτόν ήλθε ο κύριος Zuan Dario, ο οποίος Sinabei, από όσα μου εγνώρισε ο Zuan Dario, είναι άνθρωπος σημαντικός για τον Κύριο Τούρκο, και είναι υπό τον Beilerbei, τον αρχηγό Διοικητή της Ελλάδας, υπεράνω όλων των τοπικών διοικητών (Flamburari) κ.λπ.».

[12] Κ. Σάθα «Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας» τόμος VI σελ. 146 το κείμενο στην Ενετική γλώσσα, μετάφραση Τάκη Μαύρου, «Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου», τεύχη 13/Ιούνιος 1989 σελ. 206 και 14/Ιούλιος 1989 σελ. 217. D.G.Wright and J.Melville-Jones «The greek Correspondence of Bartolomeo Minio v. 1: Dispacci from Nauplion 1479-1483», unipress, Padova 2008, το κείμενο στη Ενετική γλώσσα με παράλληλη μετάφραση στην Αγγλική.

[13] Flamburar, αξιωματούχος του Σουλτάνου.

[14] Ο Τάκης Μαύρος (μετάφραση όπ. ανωτ. σελ. 219 υποσ. 1) εντοπίζει τον «Λευκό Πύργο» στο σημείο «όπου αργότερα ήταν «ο Πύργος του Γενναίου», μεταξύ Δαλαμανάρας και θάλασσας, εκεί που το κανάλι του νερού αλλάζει κατεύθυνση και από βορρά προς νότο ακολουθεί προς ανατολάς».

[15] Πιθανώς το παλαιότατο πηγάδι του χωριού Χώνικα, Τ. Μαύρου μετάφραση ό.α. σελ. 219 υποσ. 2.

[16] Πρόκειται για το μοναστήρι του Αγίου Θεοδοσίου, που βρίσκεται σε μικρή απόσταση και ανατολικά από το χωριό Παναρήτι.

[17] Λαμπρινίδη, «Η Ναυπλία», Αθήνα 1975 σελ. 74 συνέχεια υποσημείωσης.

[18] Μ. Λαμπρυνίδη, «Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον», εν Αθήναις 1907, σελ.16. Τρ. Ευαγγελίδου, «Ιστορία του εποικισμού της Ύδρας», εν Αθήναις 1934, σελ. 28 σημ. 64.

[19] Β. Παναγιωτόπουλος, , «Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου, 13ος-18ος αιώνας», Ιστορικό Αρχείο Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, ανατύπωση 1987, σελ. 81.

[20] Β. Παναγιωτόπουλος, «Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου κλπ όπ.αν. σελ.88.

[21] Βελιγοστή  ή Σαμαρά, χωριό του Δήμου Μεγαλούποληςž την εποχή της Φραγκοκρατίας αποτέλεσε έδρα μιας από τις 12 βαρονίες, στις οποίες είχε διαιρεθεί η Πελοπόννησος.

[22] Ι. Πούλου, «Η εποίκησις των Αλβανών εις Κόρινθον», εν Αθήναις 1950, σελ. 19.

[23] Τρ. Ευαγγελίδη, «Ιστορία του Εποικισμού της Ύδρας» κλπ, όπ. αν. σελ 17 και επ., Μ. Λαμπρυνίδη, «Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα» κλπ όπ. αν. σελ. 7 και επ.

[24] Βασ. Παναγιωτόπουλου, , «Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου» κλπ, όπ. αν. σελ. 100 το πρώτο απόσπασμα και 95 το δεύτερο.

[25] Ονόματα Αλβανών stradioti αναφέρονται σε επίσημα έγγραφα της Βενετικής Πολιτείας, που περιέχονται στα «Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας» του Κ. Σάθα. Από τον  VIII τόμο του έργου του Σάθα παραθέτω αμέσως παρακάτω κάποια ονόματα Αλβανών (ο πρώτος αριθμός δείχνει τη σελίδα και ο δεύτερος τον στίχο αναφοράς).

Cutsis, Piero 361-37, Alessio 388-25, Antonio 353-39, Bella 395-6, Petro 353-27, Dimitri 362-1, Ginis 382-3.

Gerbesis ή Jerbessis Anargyros 338-10, Georges 104-38, 111-10, 144-23, 336-1, 337-35, 348-26, 394-23, 429-3, Ginis 121-20, Marie 407-6, Marin 565-36, Mekaras 105-26, Mexas 76-16, 104-35, 121, 136, 137, 407, Piere 76-14, 137-5, Thuras 348, 428-40.

Manessis 109, 110, Andre 109, 115, 123, 124, 354-37, Anna 158, Demetrius 44-3, 96-4, 328-24, 379-31, 381-24, Dimas 354-37, Dominique 76-9, 92-34, 93-3, Emanuel ou Manuel 44-3, 95, 158-10, Francois 336-38, 345, Georges 76-15, 351-27, Ginis 385-26, Jeanne 345-24, Lecas ou Lekos 104-39, 385-36, Maria 44-4, Mirassis 105-21, Pierre 76-9, Theodore 96-4, 169-36, 171, Theodosia 96-3, Vaϊvodas 97-33.

Bardis Luca 128-31, adamos 392,  Gignis 356-18, Micras 356-18 και 392-4, Piere 338-3.

Lalucas Gignis 338-8, Jean 105-24, Lasare 337-11.

Panaritis Zorzi 351-39, 356-38, Gign 351-39, Maria 439-25.

Sangas Demetrius 339-42.

[26] Ν. Γκίνη, Αλβανο-Ελληνικό λεξικό, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα 1998.

[27] W. Miller, «Η φραγκοκρατία στην Ελλάδα», ό. α. σελ. 536 επ., Μ. Λαμπρυνίδη,  «Η Ναυπλία» ό.α. σελ. 67 επ., Τρ. Ευαγγελίδη, «Η ιστορία του εποικισμού της Υδρας», ό.α. σελ. 29.

[28] Μ. Λαμπρινίδη, «Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον», τυπογραφείον ΕΣΤΙΑ Εν Αθήναις 1907, σελ.35.

[29] Ευτ. Λιάτα, «Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του», Αθήνα 2002, σελ. 83. Α. Τσελίκα, «Μεταφράσεις Βενετικών Εκθέσεων περί Πελοποννήσου», έκθεση του προνοητή Μ. Μικιέλ, «Πελοποννησιακά» τ. 17 σελ. 158-159.

[30] Αναλυτικά για τα κατάστιχα αυτά ίδε Ευτ. Λιάτα, «Το Ναύπλιον και η ενδοχώρα του», ό.α. σελ. 27 επ.

[31] Το οικωνύμιο Σάνγκα είναι σχεδόν άγνωστο στην περιοχή, είναι όμως γνωστό και χρησιμοποιείται το παρόμοιο ηχητικά και σε αρβανίτικη απόδοση εδαφωνύμιο Σ.γκι, το Σ προφέρεται αυτοτελώς και σε Αλβανική γραφή ίσως Sëgi. Στον χάρτη της περιοχής του χωριού Πλατανίτι  και των ζευγολατείων του τού catastico particolare σημειώνεται σε περιορισμένο πολύγωνο sitto della v.(illa) Sanga, ήτοι θέση του χωριού Σανγκα. Η θέση σημειώνεται δυτικά του Μάνεσι και ανατολικά του λόφου της Πουλακίδας, ενώ στην βορεινή απόληξη του λόφου αυτού βρίσκεται σήμερα η ελαιόφυτος περιοχή Σ.γκι. Νομίζω ή μάλλον είμαι βέβαιος πως το εδαφωνύμιο Σ.γκι αποτελεί παραφθορά του εδαφωνυμίου Σάνγα και η περιοχή του αποτελούσε μέρος του ζευγολατείου Σάνγκα. Προφορικές πληροφορίες (Χρήστος Καραμάνος από τον παππού του) αναφέρουν πως οι κάτοικοι του χωριού (3-4 οικογένειες) σκότωσαν τους φοροεισπράχτορες των Τούρκων και εγκατέλειψαν τα σπίτια τους.

[32] Στον χάρτη της περιοχής του χωριού Πλατανίτι  και των ζευγολατείων του τού catastico particolare σημειώνονται δύο θέσεις με το εδαφωνύμιο Καλύβιហη μια θέση βρίσκεται όπου σήμερα ο οικισμός Αμαριανός και η άλλη λίγο ανατολικότερα στο σημείο που αρχίζει η άνοδος για το κυνηγετικό φυλάκιο του δρόμου προς Αραχναίο, ενώ δεν υπάρχει ένδειξη οικισμού στη θέση που σήμερα βρίσκεται το χωριό Ντούσια. Δεν γνωρίζουμε σε ποια από τις δύο θέσεις Καλύβια αναφέρεται το catastico.

[33] Β. Παναγιωτόπουλου, «Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου», ό.α. σελ. 136 και 231 όπου παρατίθεται ολόκληρη η απογραφή Grimani.

[34] Ευτ. Λιάτα, «Το Ναύπλιον και η ενδοχώρα του», ό.α.  σελ.109 και πίνακας XII σελ. 154.

[35] Στον χάρτη της σελίδας 40 του catastico particolare σημειώνεται στο σημείο που σήμερα βρίσκεται ο οικισμός Δένδρα «Seug. D. Vendra», δηλαδή, Ζευγολατείο Βεντρά. Σχετικά με την ονομασία Δένδρα-Δενδρά-Βεντρά αναφέρουμε τα επόμενα: Με την ονομασία Δένδρα και με 18 κατοίκους αποτέλεσε οικισμό του συσταθέντος το 1834 Δήμου Μιδέας. Η ίδια ονομασία (Δένδρα) συνεχίστηκε σε όλη την αυτοδιοικητική ιστορία (1912,1919 κ.λ.π.) του οικισμού. Σήμερα η επίσημη ονομασία είναι Δένδρα, έχει όμως γενικευθεί στις καθημερινές σχέσεις η ονομασία Δενδρά. Μέχρι και μετά τον πόλεμο ακουγόταν και η ονομασία Βεντρά. Η γιαγιά μου η Μανεσιώτισσα καταγόταν από τα Δέντρα, ήταν θυγατέρα του μπάρμα Αντρανό Ουλή και δεν ήξερε ελληνικά, ομιλούσε όμως άριστα την αρβανίτικη. Όταν αναφερόταν στα Δέντρα  έλεγε πάντοτε Βεντρά και σε παρατήρησή μου ότι το χωριό της λεγόταν Δέντρα επέμενε στην ονομασία Βεντρά. Αλλά και στο Γκέρμπεσι κάποιοι χρησιμοποιούσαν την ονομασία Βεντρά. Ο Θωμάς Ουλής από τα Δέντρα, αξιόλογος καθηγητής φιλόλογος σε προσωπικές συζητήσεις και ερωτήσεις μου δεχόταν και τις δύο ονομασίες, χωρίς να ορίζει την χρονικά πρότερη. Μάλιστα προσπαθούσε να αιτιολογήσει την ονομασία Βεντρά ως προερχόμενη από τη Βέντρα, δηλαδή δοχείο ξύλινο, που οι τσοπάνηδες χρησιμοποιούσαν για να μετρούν  την ποσότητα του γάλακτος.

[36] Θεόδωρου Γιαννακόπουλου, «Αι περί Ναυπλίου και της περιοχής του ειδήσεις του καταστίχου του Βενετού μηχανικού FR. Vandeyk», ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΑ, τόμος 3 (1976), σελ. 180.

[37] Αγ. Τσελίκας, «Μεταφράσεις Βενετικών κειμένων περί Πελοπoννήσου», Πελοποννησιακά τ. 17, σελ. 155.

[38] Αντ. Μηλιαράκη «Γεωγραφία πολιτική του νομού Αργολίδος και Κορινθίας», εν Αθήναις 1886, σελ.78.

[39] Μεταφορά από Ευτ. Λιάτα, «Το Ναύπλιον και η ενδοχώρα του», ό.α. Βλ. πίνακες στις σελ. 136-161.

[40] Γ. Νικολάου, «Οικισμοί, γαιοκτησία και φορολογία στην περιοχή του Ναυπλίου», περ. Ιστορικά τ. 34 σελ. 84 και εκεί παραπομπές.

[41] Λαμπρυνίδου, «Η Ναυπλία» ό.π. σελ. 158, Μ. Σακελλαρίου «Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν Τουρκοκρατίαν» ό.α. σελ. 45.

[42] Μ. Σακελλαρίου «Η Πελοπόννησος  κατά την δευτέραν  Τουρκοκρατίαν», ό.α. σελ. 123.

[43] Βασ. Παναγιωτόπουλου, «Πληθυσμός και οικισμοί», ό.α. σελ.207, Κ. Νικολάου, «Οικισμοί» κ.λ.π. ό.α. σελ.83.

[44]  Συνώνυμος, αλλά μη εννοιολογικά ακριβής είναι ο όρος Καζάς, που προσδιόριζε δικαστική κυρίως περιφέρεια.

[45] Μ. Σακελλαρίου, «Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν  τουρκοκρατίαν», ό.α. σελ. 78 επ. και 98 επ.

[46] Θ. Γιαννακόπουλου, «το Κατάστιχο του Fr. Vandayk», ό.α. σελ.186.

[47] Αθ. Φωτόπουλος, «Στατιστικές ειδήσεις για την επαρχία Ναυπλίου», Ναυπλιακά Ανάλεκτα,τ. IV, 2000, σελ.326,  Κ. Νικολάου, «Οικισμοί, γαιοκτησία» κ.λπ. ό.α. σελ.96, Ευτ. Λιάτα,  «Αργεία γη, από το τεριτόριο στο βιλαέτι» Αθήνα 2003,  σελ. 74.

[48] Ευτ. Λιάτα, «Αργεία γη, από το τεριτόριο στο βιλαέτι», Αθήνα 2003, σελ. 120 και 75.

[49] Ειδικό προνομιακό καθεστώς παρεχόμενο με σουλτανικό φιρμάνι στους υποτελείς, που «υποτάσσονται οικιοθελώς και αυθορμήτως υπό την σημαίαν του Ισλάμ», σύμφωνα με ρήση του κορανίου και με το οποίο αναγνωρίζεται στους υποτελείς δικαίωμα αυτοδιοίκησης, δικαστικής ανεξαρτησίας και απαλλαγής από φόρους και δοσίματα, πλην του Μακτού, ήτοι εφάπαξ χρηματικού ποσού επιβαλλόμενου ως φόρου υποτελείας.

[50] Ευτ. Λιάτα, «Αργεία γη», ό.α. σελ. 74.

[51] Ευτ. Λιάτα, στο ίδιο σελ. 122.

[52] F. Pouqueville , «Voyage de la Grèce…», Αφοί Τολίδη Αθήνα 1995, σελ. 91. Σχετικά ο Β. Παναγιωτόπουλος, «Ο πληθυσμός κ.λπ.» ό. α. σελ. 212, παρατηρεί ότι ο κατάλογος των χωριών του Πουκιεβίλ προέρχεται από κάποιο τουρκικό αρχείο ή από τη χριστιανική κοινοτική διοίκηση, δεν προέρχεται δηλαδή από προσωπική έρευνα.

[53] Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας, το έργο, αποτελούμενο από 25 τόμους, περιέχει έγγραφα από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα μέχρι την εκλογή του «πρώτου βασιλέως Όθωνος» (1821-1832), των εθνικών και τοπικών συνελεύσεων, βουλευτικών περιόδων, συνταγματικά κείμενα, έγγραφα της Καποδιστριακής περιόδου, που έχουν μεταγραφεί, καθώς και φωτογραφικό υλικό και ομοιότυπα χειρογράφων. Το έργο άρχισε να εκδίδεται το 1857 και ψηφιοποιημένο πλέον έχει αναρτηθεί στον ιστότοπο της βουλής.

   α) Πρακτικά της 24 Ιουλίου 1823 τόμος 2, σελ. 265 και

   β) Πρακτικά της 3-2-1825 τόμος 7 σελ. 115 & 116.

[54] Πυργόσπιτο, οχυρωμένη κατοικία, που χρησίμευε για διαμονή του Τούρκου τσιφλικά.

[55] Αθ. Φωτόπουλου, «Στατιστικές ειδήσεις για την επαρχία Ναυπλίου», Ναυπλιακά Ανάλεκτα τ. IV 2000 σελ. 326. Γ.Νικολάου, «Οικισμοί , γαιοκτησία και φορολογία στην περιοχή του Ναυπλίου κατά την ύστερη τουρκοκρατία», περιοδικό «Τα ιστορικά» τεύχ. 34 σελ. 71. Τ. Γριτσόπουλου, «Στατιστικαί ειδήσεις περί Πελοποννήσου», Πελοποννησιακά, τόμ. Η΄1971, σελ. 411 σχετικά με το ιστορικό, (το δημοσίευμα περιλαμβάνει στατιστικές ειδήσεις για όλη την Πελοπόννησο πλην των επαρχιών Ναυπλίας, Άργους και Κ. Ναχαγιέ, που είχαν ήδη δημοσιευθεί από τον Αθ. Φωτόπουλο).

[56] «Expedition Scientifique de la Morèe», Paris 1834, vol. II, pp. 64 και «Feuille de Napoli φύλλο Α1 Εκδόσεις ΜΕΛΙΣΣΑ Αθήνα 2011 και Μ.Χουλιαράκη, «Γεωγραφική, Διοικητική και Πληθυσμική εξέλιξις της Ελλάδος 1821-1971», έκδοση ΕΚΚΕ 1973, σελ. 40.

[57] Ιωάννας Γεναροπούλου, «Κατάλογοι κωμοπόλεων και χωρίων των επαρχιών Ναυπλίας και Κάτω Ναχαγιέ (1830)», Πελοποννησιακά αρ. 4, 1979,  Α΄ συνέδριο  Αργολικών  Σπουδών, σελ. 121.

[58] β.δ. της 28/4 (10/5) 1834 (ΦΕΚ 19) «περί της οροθεσίας και της εις Δήμους διαιρέσεως του νομού Αργολίδος και Κορινθίας».

[59] Χαραλ. Συμεωνίδης: «Ετυμολογικό λεξικό των νεοελληνικών οικωνυμίων», Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κύκου, Λευκωσία-Θεσσαλονίκη 2010.

 

Χρίστος Ιωάν. Κώνστας

«Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι  Άνθρωποι», Έκδοση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας &  Πολιτισμού, Άργος, 2018.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Η πολιορκία του Ναυπλίου το 1686 κατά Thomas Gaudiello (1688) – Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος


 

Στη Μαδρίτη, στο μοναστήρι των Salesas του Αγίου Βερνάρδου, [1] φυλάσσεται ξύλινος πίνακας που συγκροτείται από ανάγλυφα επίθετα ειδώλια επιζωγρα­φισμένα (εικ. 1). Έχει ως θέμα του την πολιορκία του τουρκοκρατούμενου Ναυπλίου από τους Βενετούς το έτος 1686.[2]

 

Εικ.1: Απεικόνιση της πολιορκίας του Ναυπλίου από τους Βενετούς,1686. Ξύλινος πίνακας που συγκροτείται από ανάγλυφα επιζωγραφισμένα ειδώλια.

 

Ο πίνακας, τοποθετημένος σε ξυλόγλυπτη κορνίζα, είναι σε στιλ μπαρόκ και έχει διαστάσεις 43,5×110×13,8 εκ.

Τα πρώτα στοιχεία για τον πίνακα εντοπίστηκαν στην ιστοσελίδα του Ισπανικού Ινστιτούτου Πολιτιστικής Κληρονομιάς· [3] κι αυτό γιατί το έργο τέχνης συντηρήθηκε το 2005 με δαπάνες του ισπανικού δημοσίου. Συγκεκριμένα, αφαιρέθηκε το παχύ στρώμα από το κιτρινωπό γυαλιστερό βερνίκι που το κάλυπτε, και αντικαταστάθηκε από άλλο, άχρωμο και λιγότερο γυαλιστερό. Επίσης, κολλήθηκαν ορισμένα ειδώλια που είχαν αποκολληθεί (εικ. 2). Η όλη εργασία είχε ως αποτέλεσμα να αλλάξει η όψη του πίνακα. Θα λέγαμε ότι ο πίνακας φωτίστηκε.

 

Εικ. 2: Ξύλινο τμήμα του πίνακα. Διακρίνεται ολόγλυφη ανθρώπινη μορφή.

 

Ένα από τα σημαντικά στοιχεία αυτής της έρευνας ήταν ο εντοπισμός του φακέλου συντήρησης από την κυρία Eva Latorre Broto. [4] Στον φάκελο της συντήρησης υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με τις εργασίες αλλά και φωτογραφικό υλικό της κατάστασης του πίνακα πριν από τη συντήρηση. Ένα ενδιαφέρον στοιχείο που υπάρχει στον φάκελο συντήρησης, είναι το πρωτόκολλο παραλαβής του πίνακα, στη διάρκεια του ισπανικού εμφύλιου (1936-1939). Συγκεκριμένα, το Κομμουνιστικό Κόμμα οργάνωσε επιτροπές για να κατασχέσουν τα έργα τέχνης που βρίσκονταν στα μοναστήρια και τις εκκλησίες, προκειμένου να τα στείλουν στα δημόσια μουσεία. Από το μοναστήρι των Salesas παρέλαβαν επτά έργα. Ένα από αυτά ήταν και το συγκεκριμένο που εξετάζουμε. Με τη λήξη του εμφυλίου και την επικράτηση των εθνικιστών, τα έργα επεστράφησαν στο μοναστήρι.[5]

Στο κάτω δεξιό μέρος του πίνακα υπάρχει η υπογραφή του καλλιτέχνη και η χρονολογία δημιουργίας του: THOMAS GAUDIELLO FECIT ANNO 1688 (εικ. 3). Τα βιογραφικά στοιχεία για τον καλλιτέχνη είναι ελάχιστα. Η βιβλιογραφική έρευνα που πραγματοποίησε η κυρία Latorre στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Μαδρίτης και στη Βιβλιοθήκη του Μουσείου Prado, απέδωσε πενιχρά αποτελέσματα. Το μόνο που γνωρίζουμε, προς το παρόν, για τον καλλιτέχνη, είναι ότι πρόκειται για Ιταλό που εργάστηκε στη Νάπολη της Ιταλίας κατά τα έτη 1688-1727.[6]

 

Εικ. 3: Υπογραφή του καλλιτέχνη και χρονολογία δημιουργίας του έργου.

 

Ο καλλιτέχνης δημιούργησε δύο έργα με θέμα την πολιορκία του Ναυπλίου. Το άλλο έργο βρίσκεται στη Συλλογή Θεοδώρου.[7]

Ένα πρώτο ερώτημα που τίθεται, είναι αν ο καλλιτέχνης ήταν αυτόπτης στην πολιορκία ή έλαβε στοιχεία από έργα άλλων δημιουργών και στη συνέχεια εμπλούτισε το έργο του προσθέτοντας δικά του στοιχεία. Συγκρίνοντας το έργο του Gaudiello με χαλκογραφίες αυτής της εποχής καταλήγουμε στη δεύτερη εκδοχή. Ειδικότερα, ο πίνακας παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με έργα του Gio. Giacomo de Rossi. Ένα από αυτά είναι η επιχρωματισμένη χαλκογραφία του 1687, από ιταλική έκδοση, που αποδίδεται στον de Rossi, σύμφωνα με τα γραφόμενα της πλέον ειδικού, της κυρίας Αφροδίτης Κούρια (εικ. 4). [8] Εάν παραβάλλουμε τα δύο έργα, θα παρατηρήσουμε ότι υπάρχουν εξαιρετικές αντιστοιχίες. Είναι πολύ πιθανό ο Gaudiello να αντέγραψε την τοπογραφία της πόλης και της γύρω περιοχής.

 

Εικ. 4: Άποψη της πόλης του Ναυπλίου και της γύρω περιοχής. Επιχρωματισμένη χαλκογραφία του 1687 που αποδίδεται στον Gio. Giacomo de Rossi.

 

Υποβάλλοντας στη βάσανο της αξιοπιστίας το έργο του de Rossi, νομίζουμε ότι αποτελεί αξιόπιστη πηγή. Το έργο του διακρίνεται για την πιστότη­τά του και αυτό το διαπιστώνουμε από ένα σχεδιάγραμμα της πόλης και του λιμανιού του Ναυπλίου, καθώς και της γύρω περιοχής, όπου αντιπαρατάσσονται οι δυνάμεις Βενετών και Οθωμανών (εικ. 5).[9]

 

Εικ. 5: Σχεδιάγραμμα και προοπτική άποψη της πόλης και του λιμανιού του Ναυπλίου. Αποτύπωση των στρατιωτικών δυνάμεων Βενετών και Οθωμανών. Χαλκογραφία του Gio. Giacomo de Rossi, 1687.

 

Η απεικόνιση συνοδεύεται από λεπτομερή υπομνηματισμό. Ενδεικτικό στοιχείο της ακρίβειας αποτελεί η περιγραφή των πυροβολαρχιών: όχι μόνο καταγράφεται ο αριθμός των κανονιών και των μορταρίων, αλλά και η δύναμη πυρός που έχουν (εικ. 6).[10]

 

Εικ. 6: Λεπτομέρεια από την εικόνα 5. Αποτυπώνεται η θέση των πυροβολαρχιών και καταγράφεται όχι μόνο ο αριθμός των κανονιών και των μορταρίων αλλά και η δύναμη πυρός που έχουν.

 

Είναι προφανές ότι ο Gaudiello δημιούργησε το έργο του στηριζόμενος σε έργο πιθανότατα του έτους 1687, που απεικόνιζε την πολιορκία. Η τοποθέτηση των μορταρίων περίπου στις θέσεις όπου τοποθετεί ο de Rossi τις πυροβολαρχίες (εικ. 7), καθώς και της εκβολής του ρέματος Ραμαντάνη στη θέση όπου υπάρχει στην επιχρωματισμένη χαλκογραφία (εικ. 8) είναι οι ισχυρότερες ενδείξεις.

 

Εικ. 7α: Λεπτομέρεια από την εικόνα 5, όπου φαίνεται η αντιστοιχία των θέσεων των πυροβολαρχιών.

 

Εικ. 7β: Λεπτομέρεια από την εικόνα 1, όπου φαίνεται η αντιστοιχία των θέσεων των πυροβολαρχιών.

 

Εικ. 8α: Λεπτομέρειες από την εικόνα 1, όπου φαίνεται η αντιστοιχία της θέσης εκβολής του ρέματος Ραμαντάνη.

 

Εικ. 8β: Λεπτομέρεια από την εικόνα 4, όπου φαίνεται η αντιστοιχία της θέσης εκβολής του ρέματος Ραμαντάνη.

 

Τέλος, ο ζωγράφος πρόσθεσε, καλλιτεχνική αδεία, διάφορα πλοία μέσα στο λιμάνι, που φαίνεται να είναι χριστιανικά (εικ. 1), και διαχώρισε τις χριστιανικές από τις οθωμανικές δυνάμεις «ντύνοντας» τους χριστιανούς στα κόκκινα (εικ. 9) και τους Οθωμανούς στα γαλάζια (εικ. 10).

 

Εικ. 9: Λεπτομέρεια από τον πίνακα 1, όπου απεικονίζονται χριστιανοί στρατιώτες με στολές κόκκινου χρώματος.

 

Εικ. 10: Λεπτομέρεια από τον πίνακα 1, όπου απεικονίζονται Οθωμανοί στρατιώτες με στολές γαλάζιου χρώματος.

 

Βλέποντας το συνολικό έργο του καλλιτέχνη, αυτό που μέχρι σήμερα γνωρίζουμε, μπορούμε να πούμε ότι ο Gaudiello ήταν καλλιτέχνης λιμανιών.[11] Αν και στο σύνολό του το έργο του δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί με ασφάλεια ως ιστορική πηγή, εντούτοις το συγκεκριμένο έργο έχει στοιχεία που εντυπωσιάζουν και καταξιώνουν τον καλλιτέχνη.

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Το μοναστήρι είναι «de clausura», δηλαδή οι καλόγριες που ακολουθούν τη διδασκαλία του αγίου Φραγκίσκου de Sales, δεν βγαίνουν ποτέ από το μοναστήρι και δεν επιτρέπεται η είσοδος σχεδόν σε κανέναν.

[2] Την ύπαρξη του πίνακα μου τη γνωστοποίησε ο κ. Γιώργος Ρασσιάς, φωτογράφος, τον οποίο ευχαριστώ πολύ.

[3] Βλ. http://www.spanish Cultural Heritage Institute. Interventions on Works of Art. Μodel of the Greek city of Napoli di Romania at the Salesas de San Bernardo (Madrid). Ημερομηνία επίσκεψης: 10/07/2015.

[4] Η κυρία Eva Latorre Broto είναι υποψήφια διδάκτωρ και έχει ως θέμα της τον φιλελληνισμό στην Ισπανία και τους Ισπανούς φιλέλληνες. Τον χειμώνα του 2014 είχε αλληλογραφήσει με τα Γ.Α.Κ. – Αρχεία Νομού Αργολίδας, και της είχαμε αποστείλει απογραφικά στοιχεία σχετικά με το θέμα της από το Αρχείο της Επαρχιακής Δημογεροντίας Ναυπλίου. Τώρα ως αντίδωρο μας βοηθάει στην έρευνά μας.

[5] Ο φάκελος συντήρησης βρίσκεται στο Ινστιτούτο Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ισπανίας. Βλ. IPCE, Archivo General, BM 161/2, Madrid, Monasterio de las Salesas. Maqueta Nápoles de Rumanía (sic) 1688, nº registro 22812. Informe realizado por Mª Ángeles Pérez Domingo

[6] Corporación Masaveu. Explorar y seguir avanzando. La internacionalización en Corporación Masaveu, Oviedo 2013, σ. 16.

[7] The Theodorou Collection: http://www.adairtoelgin.com/en/historical-items. Βλ. και στον παρόντα τόμο, Αφροδίτη Κούρια, «Οπτικές μαρτυρίες για το Ναύπλιο των Βενετών. Εικονογραφικά και μορφολογικά ζητήματα», σ. 320.

[8] Αφροδίτη Κούρια, Το Ναύπλιο των περιηγητών, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., Αθήνα 2007, σ. 68-69. Το έργο περιέχεται στη Συλλογή του Δήμου Ναυπλιέων.

[9] Στο ίδιο, σ. 67.

[10] Εκείνο που προβληματίζει στο συγκεκριμένο έργο, είναι η απουσία του ρέματος Ραμαντάνη.

[11] Marialuigia Bugli, «Da Capodimonte a Palazzo Grande a Chiaia. La collezione d’ Avalos “torna” nella prestigiosa dimora», Ricerche sul 600 Napoletano. Saggi e documenti, 2003-2004, “Rubrica per Luca Giordano”, Νάπολη 2004, σ. 7-54. Στο άρθρο αυτό καταλογογραφούνται ένα έργο για την πόλη της Χαλκίδας (Negreponte) με α/α 252, ένα άλλο έργο με α/α 276 και τέλος ένα έργο για το Ναύπλιο με α/α 306.

 

Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος

Ιστορικός – Αρχειονόμος

 «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).

 

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Η αρχαία Οινόη της Αργολίδας*


 

Η αρχαία Οινόη ήταν μια μικρή αργείτικη πόλη, που έγινε γνωστή από τη νίκη στην περιοχή αυτή των Αθηναίων και Αργείων εναντίον των Λακεδαιμονίων το 460 π.Χ. Η σημαντική αυτή νίκη απεικονίσθηκε στην Ποικίλη Στοά των Αθηνών [1],  ενώ οι Αργείοι δεν παρέλειψαν να στείλουν στους Δελφούς γλυπτά αναθήματα. Η ακριβής θέση της δεν είναι επιβεβαιωμένη μέχρι σήμερα [2].

Ο Παυσανίας προσδιορίζει με σαφήνεια μόνο την περιοχή στην οποία πρέπει να αναζητηθεί [3]. Βαδίζοντας κανείς, λέει, από το Άργος προς τα δυτικά με κατεύθυνση αντίθετη προς το ρεύμα του Ξεριά, συναντούσε την Οινόη, όταν άρχιζε να ανηφορίζει προς τα υψώματα του Αρτεμισίου και νοτιότερα από τον άνω ρουν του Ινάχου. Στην  περιοχή αυτή, κοντά στο χωριό Μερκούρι και στη διασταύρωση προς το χωριό Μάζι (Αρία) στη θέση Αγριλόβουνο – Σπηλιά πάνω σε μικρό γήλοφο η αρχαιολόγος Ευαγγελία Δεϊλάκη επεσήμανε αρχαία οικοδομικά λείψανα και αρχιτεκτονικά κατάλοιπα. Συγκεκριμένα μια αναθηματική επιγραφή, που χρονολογείται στο β΄ μισό του 6ου αι. π.Χ. με αναφορά στη λατρεία της Αρτέμιδος, κεραμική αρχαϊκών και κλασικών χρόνων, έναν πολυγωνικό τοίχο υπόστηλης αίθουσας [4], θεμέλια κτηρίων και διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη, που αποτελούν αδιάψευστες μαρτυρίες για την ακμή της αρχαίας πόλης που εκτεινόταν στις ανατολικές υπώρειες του όρους Αρτεμίσιο.

 

Τμήμα χάρτη της Αργολιδοκορινθίας του Αντώνη Μηλιαράκη, 1886. «Η Οινόη, έκειτο επί της οδού της Κλίμακος καλουμένης νυν Σκάλας, της αγούσης εξ Άργους εις Μαντίνειαν. Αυτή αρχομένη από των πυλών του Άργους των προς τη Δειράδι, δηλαδή των βορείων, διήρχετο την κοίτην του Χαράδρου (Παυσ. 2 24,5 και 25.1). Η προς την Τεγέαν δε οδός εξήρχετο εκ των μεσημβρινών πυλών του Άργους». [Αντωνίου Μηλι-αράκη, «Γεωγραφία Πολιτική Νέα και Αρχαία του Νομού Αργολίδος και Κορινθίας», Εν Αθήναις, 1886].

 

Η πολίχνη της Οινόης εμφανίζεται στις πηγές της αρχαίας ιστορίας με μια μάχη ανάμεσα σε Αργείους  και Αθηναίους εναντίον των Σπαρτιατών, που έγινε στην περιοχή αυτή  [5]. Συγκεκριμένα , σύμφωνα με πληροφορίες του Παυσανία, δυνάμεις των Σπαρτιατών με αρχηγό το βασιλιά Πλείσταρχο, γιο του Λεωνίδα, το 460 π.Χ. κινήθηκαν εναντίον των Αργείων, πέρασαν τα σύνορα της Αρκαδίας και έφτασαν στην Οινόη, μεταξύ Μαντινείας και Άργους. Οι Αργείοι με τη βοήθεια Αθηναίων «επίκουρων», που έφτασαν έγκαιρα στην Αργολίδα, νίκησαν τους Σπαρτιάτες και έγιναν κύριοι του πεδίου της μάχης [6]. Η νίκη αυτή Αργείων και Αθηναίων εναντίον των Σπαρτιατών στην Οινόη θεωρήθηκε πολύ σπουδαία, γιατί  οδήγησε στην κατάρριψη του στρατιωτικού γοήτρου των Σπαρτιατών και της φήμης τους ως ακατανίκητης δύναμης εκείνη την περίοδο. Γι’ αυτό και οι Αθηναίοι ζωγράφισαν στην Ποικίλη Στοά [7] το στρατό τους παρατεταγμένο εναντίον των Σπαρτιατών στην Οινόη, [8]  ενώ οι Αργείοι για τη νίκη τους στη μάχη της Οινόης αφιέρωσαν πλούσια αναθήματα στο μαντείο των Δελφών [9].

Ίχνη αμαξήλατων αρχαίων οδών αναδεικνύουν την περιοχή της Οινόης σε οδικό και στρατηγικό κόμβο της βορειοδυτικής Αργολίδας. Οι γραπτές πηγές (Παυσανίας ΙΙ, 25,2) ταυτίζουν τα ευρήματα αυτά με την αρχαία Οινόη, πόλη που σύμφωνα με την παράδοση πήρε το όνομά της από το βασιλιά Οινέα.

Στην ελληνική μυθολογία ο Οινέας (Οινεύς) ήταν βασιλιάς της Καλυδώνας, αρχαίας πόλης της Αιτωλίας, που ήταν χτισμένη στη δυτική όχθη του Εύηνου ποταμού και τα ερείπιά της βρίσκονται σήμερα δυτικά του Ευηνοχωρίου, 11 περίπου χιλιόμετρα από τον Πατραϊκό κόλπο.

Ο Οινέας καταγόταν από τον Αιτωλό, που έδωσε το όνομά του στους Αιτωλούς, ή από τον Δευκαλίωνα, ο γιος του οποίου Ορεσθέας (= «ο άνθρωπος των βουνών») ήταν παππούς του Οινέα και εγκαταστάθηκε στην Αιτωλία ως πρώτος βασιλιάς της λίγο μετά τον κατακλυσμό του ∆ευκαλίωνα. Ο Ορεσθέας είχε μια σκύλα, που μια μέρα γέννησε ένα κομμάτι ξύλου, που ο Ορεσθέας το παράχωσε στο χώμα και απ’ αυτό φύτρωσε το πρώτο κλήμα φορτωμένο με σταφύλια [10]. Σε ανάμνηση αυτού του γεγονότος ο Ορεσθέας ονόμασε το γιο που απέκτησε Φύτιο (= «αυτός που φυτεύει»). Ο Φύτιος ήταν αυτός που διέδωσε την καλλιέργεια του αμπελιού και γιος του ήταν ο Οινέας, που το όνομά του προέρχεται από τη λέξη «οίνη», όπως αποκαλούσαν τότε οι Έλληνες την άµπελο.

 

Οινέας, Περίβοια, Άγριος, Διομήδης. Ποσειδωνιακή ερυθρόμορφη υδρία του Ζωγράφου του Πύθωνα, περίπου 360-320 π.Χ. Η παράσταση είναι εμπνευσμένη από το χαμένο έργο του Ευριπίδη «Οινέας». Ο Άγριος, αδελφός του Οινέα, είναι δεμένος πάνω σε βωμό. Κάτω από το βωμό εμφανίζεται Ερινύα. Ο Διομήδης, γιος του Τυδέα και εγγονός του Οινέα, προσφέρει στον Οινέα, που οδηγείται από την Περίβοια, σπαθί. Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο.

 

Σύμφωνα µε άλλο μύθο [11] ο Οινέας είχε ένα βοσκό που τον έλεγαν Στάφυλο. Ο βοσκός αυτός παρατήρησε πως µια από τις κατσίκες του κοπαδιού κάθε μέρα γινόταν παχύτερη και ήταν πάντα πιο ζωηρή από τα άλλα ζώα. Την παρακολούθησε και είδε ότι το ζώο έτρωγε κάποιους καρπούς που ο ίδιος δεν είχε ξαναδεί. Έφαγε και αυτός, τους βρήκε νόστιμους και μάζεψε μερικούς και τους πήγε στον κύριό του. Ο Οινέας έστυψε τον καρπό, ήπιε τον χυμό και… ξανάνιωσε! Από ευγνωμοσύνη στο βοσκό έδωσε στον καρπό το όνομα του παρατηρητικού δούλου του «σταφυλή» (Στάφυλος< σταφύλι) και στο χυμό το δικό του όνομα (Οινέας <οίνος) [12].

 

Ο Οινέας προσφέρει σταφύλια στο θεό Διόνυσο. Bloemaert, Cornells, χαρακτικό, περίπου 1635-1633. Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο.

 

Ο Οινέας πήρε για σύζυγο την κόρη του Θέστιου, την Αλθαία, και μαζί απέκτησαν πολλά παιδιά, μεταξύ των οποίων τους Τοξέα, Θυρέα, Κλύμενο και τον ήρωα Μελέαγρο, που λένε ότι τον απέκτησε με τον θεό Άρη. Διηγούνταν μάλιστα ότι στη γέννηση του Μελέαγρου παρουσιάστηκαν και οι τρεις μοίρες, για να πουν το μέλλον του. Η πρώτη Μοίρα, η Κλωθώ, της είπε ότι ο γιος της θα έχει γενναία ψυχή, η δεύτερη, η Λάχεσις, ότι θα είναι ανδρείος, ενώ η τρίτη, η Άτροπος, κοίταξε στη φωτιά ένα ξύλο που καιγόταν και ευχήθηκε να ζήσει μέχρι να καεί εντελώς το ξύλο. Η Αλθαία, έντρομη, άρπαξε το δαυλί, το έσβησε και το έκρυψε με μεγάλη προσοχή σε ένα κιβώτιο που μόνο αυτή ήξερε, για να διατηρήσει το παιδί της στη ζωή [13].

Όταν ο Μελέαγρος μεγάλωσε, πήρε μέρος στο κυνήγι του Καλυδώνιου Κάπρου, ενός φοβερού στο μέγεθος και στη δύναμη αγριογούρουνου, το οποίο έστειλε η θεά Άρτεμις για να τιμωρήσει τον βασιλιά της Καλυδώνας Οινέα, επειδή προσέφερε τους πρώτους ετήσιους καρπούς της χώρας προς όλους τους θεούς εκτός από την Άρτεμη. Ο Κάπρος που έστειλε η θεά, σκότωνε τους γεωργούς όταν πήγαιναν να σπείρουν και προκαλούσε καταστροφές στα υπάρχοντά τους. Τότε ο Μελέαγρος, για να απαλλάξει τη χώρα από το θηρίο, κάλεσε τους περισσότερους ήρωες της Ελλάδας και τους υποσχέθηκε ότι όποιος κατόρθωνε να το σκοτώσει θα έπαιρνε ως έπαθλο το τομάρι και το κεφάλι του θηρίου. Ανάμεσά τους ήταν και μια γυναίκα, η θρυλική Αταλάντη, που πρώτη κατάφερε να πετύχει με τα βέλη της το ζώο στο πίσω μέρος και να το τραυματίσει, και δεύτερος ο Αμφιάραος, που το πέτυχε στο μάτι. Έπειτα ο Μελέαγρος χτύπησε με το ακόντιό του το θηρίο στο πλευρό, το σκότωσε και χάρισε το δέρμα του στην Αταλάντη, που είχε πρώτη τραυματίσει το ζώο.

Η Άρτεμις όμως προκάλεσε διχόνοια μεταξύ αυτών που είχαν πάρει μέρος στο κυνήγι για το ποιος πράγματι είχε δικαίωμα στο τομάρι και το κεφάλι του ζώου. Οι γιοι του Θέστιου, επειδή δεν ανέχονταν να πάρει το βραβείο της ανδρείας μια γυναίκα, ενώ ήταν παρόντες άνδρες, της άρπαξαν το τομάρι, λέγοντας ότι τούς ανήκει. Ακολούθησε μάχη και σε αυτή ο Μελέαγρος σκότωσε τους θείους του (γιους του Θέστιου), τον Τοξέα και τον Πλέξιππο, αδελφούς της μητέρας του, η οποία τότε εξοργίσθηκε τόσο πολύ για τον φόνο των αδελφών της, που άρπαξε τον κρυμμένο δαυλό και τον έκαψε, με αποτέλεσμα να πεθάνει αμέσως και ο γιος της [14]. Αργότερα όμως η Αλθαία μετανόησε και αυτοκτόνησε.

 

Η Αλθαία καίει τη μοιραία δάδα και ο Μελέαγρος πεθαίνει. Baur, Johann Wilhelm, 1639. Όσοι τον θρήνησαν μεταμορφώνονται σε πουλιά. Σε δεύτερο επίπεδο ο Φιλήμων, η Βαυκίδα μεταμορφώνονται σε δέντρα.

 

Θάνατος του Μελέαγρου. Picart Benard, χαρακτικό, περίπου 1683-1710.

 

Θάνατος του Μελέαγρου. Ρωμαϊκό ανάγλυφο, περίπου 2ος αιώνας μ.Χ. Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

 

Η Αταλάντη θρηνεί τον Μελέαγρο. Batoni Pompeo, ελαιογραφία περίπου το 1743. The Galleria Nazionale d’Arte Antica, Palazzo Barberini.

 

Κόρη του Οινέα θεωρείται και η Δηιάνειρα, που λένε ότι η Αλθαία τη γέννησε με τον θεό Διόνυσο. Σύμφωνα πάλι µε τη Μυθολογία, ο θεός Διόνυσος σε μια από τις ατέλειωτες περιπλανήσεις του βρέθηκε στην Αιτωλία και φιλοξενήθηκε από τον Οινέα, βασιλιά της Καλυδώνας. Ευχαριστημένος ο θεός από την υποδοχή και τη φιλοξενία που βρήκε, παρέδωσε στον Οινέα το πρώτο κλήμα για να το φυτέψει, του έμαθε την τέχνη της καλλιέργειας της αμπέλου και, για να τον τιμήσει έδωσε το όνομά του στο χυμό των καρπών της. Έτσι από τον Οινέα το κρασί ονομάστηκε οίνος.

Στην πραγματικότητα ο Διόνυσος είχε βάλει στο μάτι τη βασίλισσα Αλθαία, σύζυγο του Οινέα. Ο Οινέας κατάλαβε την επιθυμία του θεού και έκανε τα στραβά μάτια, για να μην εμποδίσει αυτή την παράνομη σχέση. Προσποιήθηκε πως ήταν υποχρεωμένος να απουσιάσει για κάποια θυσία και άφησε το παράνομο ζευγάρι μόνο του. Διόνυσος και Αλθαία παραδόθηκαν στον έρωτά τους και από τις σχέση τους γεννήθηκε η Δηιάνειρα η μετέπειτα σύζυγος του Ηρακλή.

 

Ηρακλής, Δηιάνειρα, Οινέας, Αχελώος. Ερυθρόμορφος σικελικός καλυκωτός κρατήρας, περίπου μέσα 4ου αι. π.Χ. Αριστερά κάθεται η Δηιάνειρα κρατώντας τρεις φιάλες. Πίσω της στέκεται η θεραπαινίδα. Στο κέντρο ο Ηρακλής είναι στραμμένος προς τον Οινέα, τον πατέρα της Δηιάνειρας. Πάνω του εικονίζεται ο ποτάμιος θεός Αχελώος. Η Νίκη με το στεφάνι υποδηλώνει τη νίκη του Ηρακλή στη διεκδίκηση της Δηιάνειρας. Lipari, Museo Archeologico Eoliano.

 

Ο Ηρακλής μάχεται με τον Νέσσο. Αττικός μελανόμορφος αμφορέας της Ομάδας της Μήδειας, περίπου 530-520 π.Χ. Αριστερά η γυναικεία μορφή ταυτίζεται με τη Δηιάνειρα και δεξιά η ανδρική με τον Οινέα. The J. Paul Getty Museum.

 

Δώρο ευγνωμοσύνης του Διόνυσου προς τον Οινέα ήταν το αμπέλι και η διδασκαλία για τη σωστή καλλιέργεια και χρήση του μεθυστικού ποτού, του κρασιού [15], και το όνομά του σχετίζεται με τον οίνο (κρασί), αφού θεωρείται ότι έμαθε την τέχνη της οινοποιίας από τον ίδιο τον θεό Διόνυσο και την εισήγαγε στην Αιτωλία.

Διομήδης -Μουσείο του Λούβρου.

Μετά τον θάνατο της Αλθαίας, ο Οινέας παντρεύτηκε την Περίβοια, κόρη του βασιλιά Ιππόνοου, που ζούσε στις όχθες του Πείρου και αδερφή του Καπανέα, ενός από τους ήρωες των Επτά επί Θήβας [16] και την είχε πάρει σαν σκλάβα, όταν νίκησε τον Ιππόνοο και κυρίευσε την Ώλενο (στην Αιτωλία ή στην Αχαΐα). Φαίνεται όμως ότι την ερωτεύτηκε. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο πατέρας της την έστειλε στο βασιλιά της Καλυδώνας Οινέα με την εντολή να την σκοτώσει, επειδή αυτή έμεινε έγκυος από τον Άρη [17]. Εκείνος όμως, που πρόσφατα είχε χάσει τη σύζυγο και το γιο του, προτίμησε να την παντρευτεί. Από τον γάμο αυτό γεννήθηκε ο Τυδέας, πατέρας του ήρωα Διομήδη.

Ο Οινέας είχε αρκετά αδέλφια, ανάμεσα στα οποία και ο Άγριος [18]. Ο Άγριος είχε έξι παιδιά, ανάμεσά τους και τον χωλό Θερσίτη, που έμεινε στην ιστορία ως συνώνυμο της ασχήμιας, της αυθάδειας και της αμετροέπειας. Κάποτε ο Άγριος κατηγόρησε τον Τυδέα ότι δολοφόνησε στο κυνήγι τον θείο του και αδελφό του Άγριου, Αλκάθοο, και τα ανίψια του Άγριου. Με αυτή την αιτία οι γιοι του Αγρίου εισβάλουν στη Καλυδώνα και εκθρονίζουν από το θρόνο τον Οινέα, πατέρα του Τυδέα και καταλαμβάνουν την εξουσία. Ο Τυδέας εκδιώχθηκε από τον θείο του Άγριο και κατέφυγε στον βασιλιά του Άργους Άδραστο.

Όταν έφτασε στο Άργος, ο Άδραστος άκουσε φασαρία στον προθάλαμο του ανακτόρου του και βγήκε ανήσυχος να δει τι συνέβαινε. Βρέθηκε μπροστά σε δύο άνδρες που μάλωναν για το ποιος θα ζητήσει πρώτος τη φιλοξενία του. Ο ένας ήταν ο Πολυνείκης διωγμένος από τον αδελφό του Ετεοκλή από τη Θήβα, που ήθελε να τον βοηθήσει να ξαναγυρίσει στην πατρίδα του ως βασιλιάς, και ο άλλος ο Τυδέας, διωγμένος κι αυτός από τη δική του πατρίδα, την Καλυδώνα, για κάποιο φόνο που είχε διαπράξει κατά λάθος. Ο Πολυνείκης είχε μια ασπίδα με παράσταση λιονταριού, ενώ ο Τυδέας ασπίδα με παράσταση αγριόχοιρου. Ο Άδραστος τους χώρισε και δέχθηκε να φιλοξενήσει και τους δύο στο παλάτι του, γιατί θυμήθηκε πως κάποτε του είχε δοθεί ένας περίεργος χρησμός: να παντρέψει τις κόρες του με ένα λιοντάρι και με ένα αγριόχοιρο. Πίστεψε ότι αυτούς εννοούσε ο χρησμός και πάντρεψε τις δύο κόρες του, την Αργεία με τον Πολυνείκη και τη Διηπύλη με τον Τυδέα με τον οποίο έκανε τον Διομήδη [19].

Ο Τυδέας και ο Πολυνείκης στηριγμένοι στη δύναμη του πεθερού τους Άδραστου κατέστρωσαν σχέδιο να μπουν με στρατό πρώτα στη Θήβα κι έπειτα στην Καλυδώνα και να γίνει ο καθένας βασιλιάς στον τόπο του. Έτσι ξεκίνησε η περίφημη εκστρατεία των «Επτά επί Θήβας», στην οποία ο Τυδέας συμπαραστάθηκε στον Πολυνείκη στην προσπάθειά του να καταλάβει τον θρόνο της Θήβας από τον αδερφό του, Ετεοκλή και διακρίθηκε για το θάρρος του ως ένας από τους «Επτά επί Θήβας», αλλά τελικά σε κάποια μάχη τραυματίσθηκε θανάσιμα και δεν πρόφτασε να διεκδικήσει τη βασιλεία στη δική του χώρα, την Καλυδώνα.

Μετά το θάνατο του Τυδέα, ο γιος του Διομήδης παντρεύτηκε μια Αργεία, την Αιγιαλεία, και εγκαταστάθηκε στο Άργος. Ο Διομήδης έγινε μόνιμος πολίτης του Άργους, συνέχισε όμως την επαφή του με την Καλυδώνα, την πατρίδα του πατέρα του, την οποία διοικούσε ο παππούς του, ο Οινέας, και ήθελε να εκδικηθεί για την εξορία του πατέρα του από την Καλυδώνα. Κάποτε έμαθε ότι οι οικογενειακοί τους εχθροί με πρωταγωνιστή το γιο του Άγριου, το Θερσίτη, οργάνωσαν μια συνωμοσία με σκοπό την πτώση του βασιλιά, παραμέρισαν από την εξουσία τον παππού του Οινέα, τον κακοποίησαν και τον φυλάκισαν. Ο Διομήδης ένιωσε ντροπή να μην κάνει κάτι για τον άτυχο παππού του και ξεκίνησε για την Καλυδώνα. Μπήκε κρυφά στην πόλη, αιφνιδίασε τους εχθρούς του, σκότωσε τα ξαδέρφια του που είχαν σφετεριστεί τον θρόνο του βασιλιά Οινέα, πλην του Θερσίτη που κατάφερε να διαφύγει, και άφησε στο θρόνο του παππού του τον Ανδραίμονα, που είχε παντρευτεί μια κόρη του Οινέα. Φεύγοντας από την Καλυδώνα πήρε μαζί του τον γέρο και ανήμπορο παππού του Οινέα, για να τον φροντίσει στα γεράματά του.

Επιστρέφοντας στο Άργος από τα μέρη της Αρκαδίας, ο Θερσίτης, που είχε γλυτώσει από τα χέρια του Διομήδη και τους ακολουθούσε, κατάφερε να πετύχει και να σκοτώσει τον γέροντα Οινέα λίγο πριν φτάσουν στο Άργος [20]. Ο Διομήδης έθαψε τον παππού του στο μέρος που σκοτώθηκε και για να τον τιμήσει ίδρυσε μια μυθική πόλη στο σημείο εκείνο και την ονόμασε Οινόη από το όνομα του παππού του Οινέα [21].

 

Γενεαλογικός πίνακας

 

Αργότερα ο Διομήδης πήρε μέρος στην τρωική εκστρατεία και με την προστασία της Αθηνάς πέτυχε πολλά και θαυμαστά κατορθώματα. Ο Όμηρος μάλιστα τον παρουσιάζει ως τον γενναιότερο των Ελλήνων μετά τον Αχιλλέα. Με τον Οινέα σχετίζεται και το περίφημο επεισόδιο του Γλαύκου και Διομήδη, που περιγράφει στην Ιλιάδα ο Όμηρος [22].

Ο Γλαύκος και ο Διομήδης ανταλλάσσουν τον οπλισμό τους. Αττική πελίκη του «Ζωγράφου του Hasselmann», περ. 420 π.Χ.

Η μονομαχία Γλαύκου – Διομήδη είναι μία από τις 19 μονομαχίες που διαβάζουμε στην Ιλιάδα. Πριν και κατά την διεξαγωγή μιας μονομαχίας οι αντίπαλοι ανταλλάσσουν πολεμικές προκλήσεις και απειλές, για να εκφοβίσουν τον αντίπαλο. Στη μονομαχία αυτή ο Γλαύκος, γιος του Ιππόλοχου, που πολεμούσε με το μέρος των Τρώων στο πλευρό του εξαδέλφου του, του Σαρπηδόνα, βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Διομήδη. Πάνω στη μονομαχία ο Διομήδης ρώτησε το Γλαύκο ποιος είναι [23]. Ο Γλαύκος απάντησε ότι ήταν εγγονός του Βελλεροφόντη, που ο παππούς του Διομήδη Οινέας τον είχε κάποτε φιλοξενήσει στο ανάκτορό του και είχαν ανταλλάξει πολύτιμα δώρα.  Τότε Διομήδης έμπηξε το κοντάρι του στη γη και του είπε: «Μου είσαι φίλος πατρικός από παλιά, αλήθεια! Όπλα ας ανταλλάξουμε, όλοι αυτοί να ξέρουν πως μια φιλία πατρική ανάμεσά μας είναι». Οι απόγονοι των δύο ανδρών πήδησαν αμέσως από τα άλογα, έδωσαν τα χέρια και ορκίστηκαν φιλία. Αλλά ο Δίας σάλεψε τη σκέψη του Γλαύκου κι έδωσε στο Διομήδη όπλα χρυσά που άξιζαν εκατό κι εννιά βόδια, για να πάρει τα ορειχάλκινα όπλα του Διομήδη, που είχαν πολύ μικρότερη αξία.

Η αρχαία Οινόη, λοιπόν, βρίσκεται στις ανατολικές πλαγιές του Αρτεμισίου από την προϊστορική εποχή. Συνδέεται με την αρχαία μυθολογική παράδοση, με γεγονότα και πρόσωπα της Αιτωλίας και της Αργολίδας από την εποχή του Ηρακλή μέχρι τον τρωικό πόλεμο. Πρωταγωνιστής τους ο βασιλιάς Οινέας από στην Καλυδώνα της Αιτωλίας, που πέθανε στην Αργολίδα, τον έθαψαν στην περιοχή αυτή και της έδωσαν το όνομά του.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Παυσανίας, Αττικά, 15,1

[2] Παπαχατζής Νικόλαος, Παυσανία Κορινθιακά, σελ. 185.

[3] «προελθοῦσι δὲ αὐτόθεν διαβάντων ποταμὸν χείμαρρον Χάραδρον καλούμενον ἔστιν Οἰνόη, τὸ ὄνομα ἔχουσα, ὡς Ἀργεῖοί φασιν…» Παυσανία, Κορινθιακά, 25,2

[4] Αρχαιολογικό Δελτίο 26 (1971)

[5] Κοφινιώτης Ιωάννης, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών» Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008, σελ. 142.

[6] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών,  τόμος Γ1, σελ. 64

[7] Ποικίλη στοά ή Πεισιανάκτειος στην αρχαία Αθήνα. Ονομάστηκε έτσι από τα πολλά και πολύχρωμα θαυμάσια έργα τέχνης που φιλοξενούσε καθώς και από το όνομα του γαμπρού του Κίμωνος, Πεισιάνακτα.

[8] «αὕτη δὲ ἡ στοὰ πρῶτα μὲν Ἀθηναίους ἔχει τεταγμένους ἐν Οἰνόῃ τῆς Ἀργείας ἐναντία Λακεδαιμονίων», Παυσανίας, Αττικά, 15,1

[9] πλησίον δὲ τοῦ ἵππου καὶ ἄλλα ἀναθήματά ἐστιν Ἀργείων,… Ὑπατοδώρου καὶ Ἀριστογείτονός εἰσιν ἔργα, καὶ ἐποίησαν σφᾶς, ὡς αὐτοὶ Ἀργεῖοι λέγουσιν, ἀπὸ τῆς νίκης ἥντινα ἐν Οἰνόῃ τῇ Ἀργείᾳ αὐτοί τε καὶ Ἀθηναίων ἐπίκουροι Λακεδαιμονίους ἐνίκησαν. Παυσανίας, Φωκικά, Χ,10,3

[10] Παυσανία, Φωκικά, 10,38,1

[11] Κακριδής Ιωάννης, Ελληνική Μυθολογία, τόμος 3, σελ. 153

[12] Το όνομα του βασιλιά της Καλυδώνας έχει παγκοσμίως ταυτιστεί με τον οίνο (Οινεύς – Vin γαλλικά – Vinoι σπανικά – Wein γερμανικά – Wine αγγλικά, κρασί =κεκραμένος οίνος, δηλαδή ανακατεμένος με νερό).

[13] Κακριδής Ιωάννης, Ελληνική Μυθολογία, τόμος 3, σελ.153

[14] Κακριδής Ιωάννης, Ελληνική Μυθολογία, τόμος 3, σελ.154

[15] Καρλ Κερένυι, Η Μυθολογία των Ελλήνων, Εκδόσεις «Εστία», 1995, σελ. 359-367.

[16] Ησίοδου, Ηοίαι, απόσπ. 13

[17] «Ἀλθαίας δὲ ἀποθανούσης ἔγημεν Οἰνεὺς Περίβοιαν τὴν Ἱππονόου. ταύτην δὲ ὁ μὲν γράψας τὴν Θηβαΐδα πολεμηθείσης Ὠλένου λέγει λαβεῖν Οἰνέα γέρας, Ἡσίοδος δὲ ἐξ Ὠλένου τῆς Ἀχαΐας, ἐφθαρμένην ὑπὸ Ἱπποστράτου τοῦ Ἀμαρυγκέως, Ἱππόνουν τὸν πατέρα πέμψαι πρὸς Οἰνέα πόρρω τῆς Ἑλλάδος ὄντα, ἐντειλάμενον ἀποκτεῖναι». Απολλοδώρου, Βιβλιοθήκη, Α 8,4

[18] Ομήρου, Ιλιάδα, Ξ 117

[19] Κακριδής Ιωάννης, Ελληνική Μυθολογία, τόμος 3, σελ.158

[20] «Οἰνέα γὰρ τὸν βασιλεύσαντα ἐν Αἰτωλίᾳ λέγουσιν ὑπὸ τῶν Ἀγρίου παίδων ἐκβληθέντα τῆς ἀρχῆς παρὰ Διομήδην ἐς Ἄργος ἀφικέσθαι. ὁ δὲ τὰ μὲν ἄλλα ἐτιμώρησεν αὐτῷ στρατεύσας ἐς τὴν Καλυδωνίαν, παραμένειν δὲ οὐκ ἔφη οἱ δύνασθαι· συνακολουθεῖν δέ, εἰ βούλοιτο, ἐς Ἄργος ἐκεῖνον ἐκέλευεν. ἀφικόμενον δὲ τά τε ἄλλα ἐθεράπευεν, ὡς πατρὸς θεραπεύειν πατέρα εἰκὸς ἦν, καὶ ἀποθανόντα ἔθαψεν ἐνταῦθα. ἀπὸ τούτου μὲν Οἰνόη χωρίον ἐστὶν Ἀργείοις». Παυσανία, Κορινθιακά,25.3

[21] Κακριδής Ιωάννης, Ελληνική Μυθολογία, τόμος 3, σελ.158

[22] Ομήρου, Ιλιάδα, Ζ, 119-236

[23] «Ποιος είσαι, αρχοντογέννητε, απ’ τους θνητούς ανθρώπους; Δε σ’ είδα ως τώρα καν ποτέ σε μάχη που δοξάζει· μα όλους με το θάρρος σου τους έχεις ξεπεράσει, αφού το μακροΐσκιωτο κοντάρι μου αντέχεις». Ομήρου Ιλιάδα, Ζ, 123-126.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

*  Το έναυσμα για να γραφεί το παραπάνω άρθρο προέκυψε μετά από την επαφή μας με τον επιχειρηματία Γεώργιο Δαγρέ, κάτοικο της περιοχής (Μερκούρι), ο οποίος παράλληλα με τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες στο εξωτερικό, θέλησε να γνωστοποίηση και την ιστορία του τόπου απ’ όπου προέρχεται το προϊόν που εμπορεύεται.

 

Read Full Post »

Βρύσες – Πηγάδια – Στέρνες. Ο αγώνας για το νερό στην προβιομηχανική Αργοναυπλία


 

 Το νερό πολύτιμη πηγή ζωής

 

Από τα πολύ παλιά χρόνια ο άνθρωπος θεωρούσε τον εαυτό του αναπόσπαστο κομμάτι της φύσης. Σύμφωνα με τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους τέσσερα είναι τα βασικά στοιχεία της φύσης, που είναι απαραίτητα για την επιβίωση και τη βιολογική του συνέχεια του ανθρώπου, η φωτιά, ο αέρας, η γη  και το νερό. Η φωτιά μας προσφέρει θερμότητα και φως. Ο αέρας είναι απαραίτητος για την αναπνοή, στην οποία στηρίζουμε την ύπαρξή μας. Η γη στην καλλιεργήσιμη μορφή της αποτελεί το βασικό μέσο παραγωγής της τροφής, που είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της ζωής.

Το νερό στις θάλασσες, τις λίμνες, τα ποτάμια και τις πηγές είναι απαραίτητο για την υγεία, την οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική ευημερία, την πολιτιστική και τη θρησκευτική ζωή και αποτελεί ένα από τα πολυτιμότερα αγαθά στη ζωή. Το χρησιμοποιούν οι γεωργοί για να ποτίζουν τα χωράφια τους. Οι κτηνοτρόφοι κάνουν δίπλα στα ποτάμια ή στα ρέματα τις στάνες, για να ποτίζουν τα ζώα τους. Είναι το κύριο συστατικό του σώματός μας, καθώς το 60% του ανθρώπινου σώματος αποτελείται από νερό. Βοηθά στην μεταφορά, τη διάλυση και την απορρόφηση όλων των θρεπτικών συστατικών που λαμβάνει καθημερινά ο ανθρώπινος οργανισμός.  Χωρίς τροφή μπορούμε να αντέξουμε μέχρι και 6 εβδομάδες, όπως λένε οι ειδικοί. Χωρίς νερό όμως ο οργανισμός αντέχει μόνο λίγες μέρες και είναι ζήτημα αν μπορεί να φτάσει τη μία εβδομάδα ζωής. Δεν έχει σημασία ποιοι είμαστε, πού ζούμε, τι κάνουμε. Όλοι εξαρτιόμαστε απ’ το νερό. Το χρειαζόμαστε κάθε μέρα με πάρα πολλούς τρόπους, για να είμαστε υγιείς, για να παράγουμε την τροφή μας, για τις μεταφορές, την άρδευση και τη βιομηχανία. Το χρειάζονται τα ζώα και τα φυτά, για να αλλάζουν οι εποχές και τα χρώματα.

Η ιστορία του νερού συμβαδίζει με την ιστορία του ανθρώπου. Ο πρωτόγονος άνθρωπος φρόντιζε να ζει κοντά στις πηγές, τους ποταμούς και τις λίμνες. Οι πρώτες του μετακινήσεις συνδέονταν άμεσα με την αναζήτηση του νερού. Οι περισσότεροι πολιτισμοί γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν γύρω από το νερό. Στις ακτές της Μεσογείου εμφανίστηκαν οι σημαντικότεροι από αυτούς, όπως οι Μίνωες, οι Αρχαίοι Έλληνες, οι Φοίνικες, οι Αιγύπτιοι, οι Άραβες και οι Ρωμαίοι. Πολλοί μεγάλοι αρχαίοι πολιτισμοί άνθισαν κατά μήκος των μεγάλων ποταμών, όπως ο Αιγυπτιακός Πολιτισμός στην κοιλάδα του Νείλου, ο Ασσυριακός στη Μεσοποταμία, ο Κινεζικός στη κοιλάδα του Κίτρινου ποταμού, ο Ινδικός στη κοιλάδα του Γάγγη κ.λπ. Σε αυτούς τους πολιτισμούς από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα το νερό κατέχει ιδιαίτερα μεγάλη σημασία.

Το νερό είναι απαραίτητο συστατικό τόσο για τον ανθρώπινο οργανισμό όσο για τα ζώα και τα φυτά, γιατί απ’ αυτό εξαρτάται άμεσα η επιβίωσή τους. Οι δυο βασικές για τη ζωή χρήσεις του, δηλαδή η χρήση του από τους ανθρώπους και τα ζώα και η χρήση του για το πότισμα της γης, υπήρξαν καθοριστικές για την «κοινωνικοποίηση» του ανθρώπου. Ο άνθρωπος από τις πρώτες κοινωνίες μέχρι σήμερα εγκαταστάθηκε σε τόπους που το περιβάλλον του πρόσφερε αυτό το φυσικό αγαθό. Όσοι εγκαταστάθηκαν σε μέρη που υπήρχαν ποτάμια ή πηγές, οδήγησαν το νερό σε συγκεκριμένες θέσεις και εκεί έχτισαν βρύσες.  Όσοι εγκαταστάθηκαν στον κάμπο, άνοιξαν πηγάδια και το άντλησαν από τα υπόγεια ποτάμια. Και όσοι εγκαταστάθηκαν σε μέρη όμορφα, που δεν τους παρείχαν όμως νερό, έχτισαν στέρνες (δεξαμενές αποθήκευσης βρόχινου νερού). Για να προμηθεύονται δηλαδή και να χρησιμοποιούν ευκολότερα το νερό οι άνθρωποι, δημιουργούσαν κατασκευές με σκοπό τη λήψη, τη συγκέντρωση και τη φύλαξη του υπερπολύτιμου νερού.

 

Οι Bρύσες

 

Βρύση, κρήνη, κρουνός, βρυσούλα, κρυόβρυση, κρυοπηγή, κεφαλάρι, είναι μερικές από τις ονομασίες της παραδοσιακής κατασκευής ύδρευσης, που βρίσκουμε ακόμα και σήμερα σε πόλεις, αλλά κυρίως στα χωριά. Οι λέξεις αυτές είναι παλιές και συνδέονται με τις ρίζες της ελληνικής γλώσσας. Το όνομα «κρήνη», που είναι το αρχαιότερο, προέρχεται από τη ρίζα κρας του ιωνικού και επικού τύπου «κάρη – κάρητος» (αντί κάρα) = κεφάλι και με την έννοια αυτή δηλώνει το κεφαλό – βρυσο, το κεφαλάρι, το μέρος όπου έβγαινε πολύ νερό. Η νεότερη ονομασία «βρύση» προέρχεται από το ρήμα Βρύω = αναβλύζω και δηλώνει το μέρος όπου ρέει, αναβλύζει λίγο κατά κανόνα νερό. Φαίνεται πως αρχικά ονόμασαν έτσι τις πηγές, τις τοποθεσίες όπου έτρεχε λίγο ή πολύ νερό, συνήθως ένα απλό κοίλωμα σκαμμένο στο βράχο. Γρήγορα όμως στις θέσεις αυτές δημιουργήθηκε κάποιο κτίσμα για τη συγκέντρωση, φύλαξη, λήψη και διανομή του νερού της πηγής, που σιγά – σιγά απέκτησε ολοκληρωμένη μορφή με αρχιτεκτονική διάρθρωση και σχήμα ανάλογο με τη θέση του και την ποσότητα του νερού [1].

 

Η Κρήνη του Χασάν Πασά στο Ναύπλιο, τέλος 18ου αιώνα. (Thomas Hope ή Michel-François Préault).

 

Οι βρύσες – κρήνες είναι πολύ διαδεδομένες στην Ελλάδα από την αρχαιότητα. Στον Όμηρο βρίσκουμε αρκετές φορές τη λέξη «κρήνη» και τις πρώτες αναφορές για τις τοποθεσίες που βρίσκονταν και τις σχέσεις των ανθρώπων μ’ αυτές. Στην Ιλιάδα αναφέρει δυο συγκεκριμένες κρήνες του Άργους, τη Μεσσηίδα και την Υπέρεια [2], που η θέση τους δεν έχει εντοπιστεί ούτε από τη φιλολογική κριτική, ούτε από την αρχαιολογική έρευνα. Στην Οδύσσεια αναφέρει κρήνες που βρίσκονταν σε οικισμούς, στον κήπο, στο δρόμο και στην αυλή [3], από τις οποίες έπαιρναν νερό οι πολίτες. Γνωστές από την αρχαιότητα είναι η Εννεάκρουνος και η Κλεψύδρα στην Αθήνα, η Κασταλία στους Δελφούς, κ.ά.

Οι περισσότερες αρχαϊκές και κλασικές πόλεις είχαν τοπικές πηγές στο κέντρο τους και η πηγή πιθανότατα υπήρξε ένας βασικός λόγος ανάπτυξης μιας πόλης γύρω της. Ο Παυσανίας έγραφε ότι, για να μπορεί μια συγκέντρωση ανθρώπινων κατοικιών να ονομάζεται πόλη, πρέπει στο κέντρο της να διαθέτει μια κρήνη. Στην κλασική και την ελληνιστική εποχή κτίζονται κρήνες μέσα στις πόλεις, που εξυπηρετούν την ανάγκη άντλησης νερού, αλλά έχουν και ωραία αρχιτεκτονική μορφή. Ο παραδοσιακός τύπος των δημοσίων κρηνών μέχρι αυτή την εποχή ήταν ένας τοίχος με κρουνούς σε σχήμα λεοντοκεφαλής, απ’ όπου έτρεχαν τα νερά σε μία γούρνα και μπροστά μια κιονοστοιχία-πρόσοψη. Αργότερα δημιουργήθηκαν οι κρήνες-κτίρια, που διατηρούν αυτό το γενικό σχήμα, αλλά είναι διακοσμημένες με περισσότερα αρχιτεκτονικά στολίδια και μερικές φορές μπροστά στο κυρίως κτίσμα υπάρχει μία αυλή. Η κρήνη λοιπόν από τα αρχαία χρόνια γίνεται απαραίτητο λειτουργικό, αλλά και καλλιτεχνικό στοιχείο και συνδυάζεται με τις ανάγκες της καθημερινής ζωής.

Στη ρωμαϊκή εποχή υπερίσχυσε η δημόσια κρήνη με αποκλειστικά ωφελιμιστικό χαρακτήρα. Οι πόλεις εκείνης της εποχής ήταν σπαρμένες από απλές πέτρινες λεκάνες κατά μήκος των δρόμων και στα σταυροδρόμια, στις οποίες διοχετευόταν το νερό από ένα εκτεταμένο δίκτυο αγώνων. Την εποχή αυτή όμως οι μεγάλες και πυκνοκατοικημένες πόλεις που δημιουργήθηκαν απαιτούσαν όλο και περισσότερο νερό και υποχρέωναν τους αρχιτέκτονες να κατασκευάσουν μεγάλα υδραγωγεία, πολλά από τα οποία είναι περίφημα έργα τεχνικής, που διοχέτευαν νερό και έλυσαν με αξιοθαύμαστο τρόπο το πρόβλημα της ύδρευσης των μεγάλων πόλεων. Τα υδραγωγεία κατευθύνονταν προς τα κρηναία οικοδομήματα, που είναι γνωστά ως νυμφαία, γιατί στην αρχαιότητα οι ονομαστές πηγές έπαιρναν το όνομα της νύμφης που κατοικούσε εκεί.

Ο χριστιανισμός έδωσε στο νερό τη μορφή αγιάσματος και συνέδεσε την κρήνη με το ναό. Η χριστιανική κρήνη τοποθετείται μπροστά στο ναό και μερικές φορές μέσα στο νάρθηκα του ναού. Στο Βυζάντιο κυριαρχεί η «φιάλη», κρήνη στην αυλή των μοναστηριών, με διάκοσμο από τη χριστιανική παράδοση (σταυροί, χερουβείμ, κ.ά.) για να «προστατεύουν το νερό, την πηγή της ζωής, από τα κακά πνεύματα». Αλλά και πολλά από τα σπίτια, κυρίως τα παλάτια των αυτοκρατόρων και των αριστοκρατών, διέθεταν στις περίστυλες αυλές και στους κήπους κρήνες, μικρά σιντριβάνια και βρύσες. Στη βυζαντινή περίοδο οι κρήνες ήταν έργα κοινωφελούς χαρακτήρα, που εξυπηρετούσαν τις καθημερινές ανάγκες των κατοίκων κάθε πόλης για πόσιμο νερό.

Στην περίοδο της τουρκοκρατίας οι βρύσες, όπως άλλωστε όλα τα δημόσια έργα, κατασκευάζονται και διαμορφώνονται από τις τότε οθωμανικές αρχές. Πολλές  οθωμανικές βρύσες είναι μοναδικά έργα λαϊκής αρχιτεκτονικής και γλυπτικής. Σύμφωνα με το Κοράνι είναι θεάρεστη πράξη η κατασκευή μιας δημόσιας βρύσης για την εξυπηρέτηση των κατοίκων μιας συνοικίας ή των στρατοκόπων που περιδιάβαιναν για τις ασχολίες τους στις περιφέρειες των οικισμών. Χτισμένες συνήθως σε πλατείες, σε σταυροδρόμια, κοντά σε θρησκευτικά ιδρύματα (τζαμιά, τεκέδες, μεντρεσέδες, νεκροταφεία) ή σε κομβικά σημεία διακίνησης του πληθυσμού, έφεραν συνοδευτικές επιγραφές, που ανέφεραν πότε και από ποιόν ή σε ανάμνηση ποιού γεγονότος χτίστηκε η βρύση, κι ακόμη ευλογούσαν το Θείο και υμνούσαν το νερό ως πηγή ζωής. Ωστόσο, στις γειτονιές των Ελλήνων και στους ορεινούς οικισμούς οι κατασκευές αυτές είναι μέλημα της ελληνικής κοινότητας και της εκκλησίας. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι κοινόχρηστες βρύσες, που χτίζονταν στο κέντρο της κοινότητας, κοντά στην εκκλησία, ή πάνω στους μεγάλους εμπορικούς δρόμους.

Στη νεότερη εποχή ο άνθρωπος, προκειμένου να προμηθεύεται ευκολότερα το νερό, κατασκεύαζε βρύσες πετρόχτιστες, δείγματα της τοπικής λαϊκής αρχιτεκτονικής, που τις βρίσκουμε σε κάθε χωριό της ελληνικής επικράτειας. Οι βρύσες είχαν κυρίαρχη θέση στη ζωή κάθε χωριού και πόλης, γιατί εξασφάλιζαν ότι χρειάζεται μια κοινωνία για να ευημερήσει. Η βρύση της γειτονιάς ήταν η θέση προμήθειας νερού για όλες τις οικογένειες και τους περαστικούς. Εκεί πότιζαν και τα ζώα τους, έπιναν κι οι ίδιοι, ενώ τα παιδιά έπαιζαν τριγύρω της και έριχναν και μια σταλιά στο πρόσωπο τους ή έπλεναν τα πόδια τους, που ήταν λερωμένα από το παιγνίδι. Δεν ήταν απλώς κάτι απαραίτητο σ’ έναν οικισμό, ήταν ένα κεντρικό στοιχείο της οργάνωσης του δομημένου χώρου με σημαντικές κοινωνικές λειτουργίες (συνάξεις, συνευρέσεις, τέλεση εθίμων κ.λπ.), αλλά και με έντονη τη συμβολική διάσταση, κάτι που την καθιστά βασικό σύμβολο ταυτότητας [4]. Η βρύση, λοιπόν, από τα αρχαία χρόνια γίνεται απαραίτητο λειτουργικό, αλλά και καλλιτεχνικό στοιχείο των πόλεων και συνδυάζεται με τις ανάγκες τις καθημερινής ζωής.

 

Βρύσες του Άργους

 

Η πρώτη αναφορά για την ύπαρξη κοινόχρηστων κρηνών στην αρχαία πόλη του Άργους είναι οι δύο βρύσες, η Μεσσηίδα και την Υπέρεια, που αναφέρει ο Όμηρος και δεν έχει επιβεβαιωθεί η ύπαρξη και η ακριβής θέση τους. Στην αρχαία αγορά του Άργους αναφέρονται δύο ακόμα μνημειακές κρήνες. Η μία απ’ αυτές απεικονίζεται σε νομίσματα του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αντωνίνου Ευσεβούς (137-161 µ.Χ.) και πρέπει να καταστράφηκε ολοσχερώς κατά την επιδρομή των Σλάβων τον 6ο αιώνα µ.Χ. Η άλλη ήταν ένα τετράγωνο κτήριο µε μήκος πλευράς 6,35 µ. κτισμένο από οπτόπλινθους στα 150-200 µ.Χ.,  με επένδυση από μάρμαρο εξωτερικά και με µία μαρμάρινη δεξαμενή δίπλα του, που έμοιαζε µε τάφο, αλλά χρησίμευσε ως Νυμφαίο. Μία επιγραφή πάνω στο μάργαρο μαρτυρεί πως την αυτή κρήνη αφιέρωσε η οικογένεια των Τιβερίων Ιουλίων για τη διαιώνιση της μνήμης της. Ήταν κτισμένη πάνω στο δρόμο των αθλητικών αγώνων και, όταν η αγορά του Άργους έχασε το δημόσιο χαρακτήρα της στην ύστερη αρχαιότητα, η κρήνη μετατράπηκε σε κατοικία [5].

 

Οι Δαναΐδες (1906). Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαουζ (John William Waterhouse, 1849 – 1917).

 

Στα ρωμαϊκά χρόνια, όταν ο αυτοκράτορας Αδριανός επισκέφθηκε το Άργος το 124/5 μ.Χ., έκτισε μια μνημειακή κρήνη, τύπου «Νυμφαίου», στις ανατολικές υπώρειες του λόφου της Λάρισας, σε μικρή απόσταση από το αρχαίο Θέατρο, στο χώρο που οι ανασκαφείς ονόμασαν «Κριτήριο», καθώς εδώ ο βασιλιάς του Άργους Δαναός δίκασε την κόρη του Υπερμήστρα.

 

Το Κριτήριον του Άργους – Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης

 

Το Νυμφαίο αυτό αποτελείται από δυο δεξαμενές νερού σκαλισμένες στο βράχο. Το νερό έφτανε στο νυμφαίο με ένα υδραγωγείο μήκους 30 περίπου χιλιομέτρων, που ξεκινούσε από το χωριό Κεφαλόβρυσο (Πάνω Μπέλεσι) και περνώντας από τα χωριά Δούκα, Τζιρίστρα, Στέρνα, Σχοινοχώρι και Σταθέικα. Εισερχόταν στην κρήνη από ένα στόμιο στη βορειοδυτική πλευρά του νυμφαίου  και ένα άγαλμα του Αδριανού με τη μορφή του τοπικού ήρωα Διομήδη, που βρέθηκε το 1906 στη δυτική δεξαμενή και εκτίθεται στον αύλειο χώρο του αρχαιολογικού μουσείου του Άργους, άφηνε το νερό να τρέχει ως θεϊκό δώρο από την παλάμη του αριστερού του χεριού γεμίζοντας τη δυτική δεξαμενή. Στη συνέχεια το νερό περνούσε στην ανατολική δεξαμενή δημιουργώντας καταρράχτη, έβγαινε από τρία κενά του τοίχου της πρόσοψης και κατέληγε σε ένα μικρότερο υδραγωγείο, από το οποίο ξεκινούσε το κεντρικό δίκτυο υδροδότησης της πόλης, που τροφοδοτούσε και τις Θέρμες του Άργους [6].

 

To άγαλμα του Αδριανού με τη μορφή του τοπικού ήρωα Διομήδη, που βρέθηκε το 1906 στη δυτική δεξαμενή και εκτίθεται στον αύλειο χώρο του αρχαιολογικού μουσείου του Άργους.

 

Άργος, Ρωμαϊκά Λουτρά – The Roman Baths

 

Τους επόμενους αιώνες μέχρι την τουρκοκρατία δεν αναφέρονται βρύσες στο Άργος. Φαίνεται ότι οι κάτοικοι της πόλης για πολλούς αιώνες κάλυπταν τις ανάγκες ύδρευσης από ιδιόκτητα ή κοινόχρηστα πηγάδια. Άλλωστε ο ίδιος ο Όμηρος χαρακτηρίζει το Άργος ως «πολυδίψιο», γιατί από τότε μέχρι σήμερα δεν έχει τρεχούμενα νερά.

Από την περίοδο της τουρκοκρατίας συναντάμε στο Άργος 6 βρύσες, που αποτελούν μέχρι σήμερα χαρακτηριστικά στοιχεία της παλιάς πόλης του Άργους  και διασώζονται ως «διατηρητέα μνημεία». Βρίσκονται εκεί από μια εποχή, που οι πόλεις και τα χωριά δεν διέθεταν υδρευτικό δίκτυο, οπότε οι κρήνες στις γειτονιές εξυπηρετούσαν τον κόσμο στην προμήθεια νερού και στους δρόμους τους στρατοκόπους, που περιδιαβαίνουν για τις ασχολίες τους στις περιφέρειες των οικισμών.

Στους κεντρικούς δρόμους της πόλεις συναντάμε δύο όμοιες τριγωνικές βρύσες, που χτίστηκαν την περίοδο της τουρκοκρατίας. Βρίσκονται η μία στη γωνία των οδών Γούναρη και Πολυγένους και η άλλη στη γωνία των οδών Περρούκα και Θεοφανοπούλου. Είναι και οι δύο πέτρινες και σχηματίζουν στο γείσο τους ένα ισοσκελές τρίγωνο, που θυμίζει αέτωμα αρχαίου ναού. Πίσω τους είναι κτισμένα σύγχρονα κτίρια, αλλά αυτές σώθηκαν και προστατεύονται ως διατηρητέα μνημεία.

Στη διασταύρωση των οδών Θεάτρου, Τριπόλεως και Γούναρη, απέναντι από το αρχαίο θέατρο, βρίσκουμε αυτή την αχρονολόγητη, αλλά πολύ παλαιά βρύση, που οικοδομήθηκε  την περίοδο της τουρκοκρατίας και παρουσιάζει αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον. Μια επίπεδη ορθογώνια κατασκευή με πελεκητές πέτρες που απολήγει σε περίτεχνο γείσο, που στηρίζεται στις δύο παραστάδες της βρύσης. Ένας σιδερένιος κρουνός στο κέντρο έτρεχε μέχρι πρόσφατα νερό στη μεγάλη πέτρινη τετράγωνη γούρνα μπροστά της. Πίσω από τη βρύση υπάρχει μεγάλη τετράγωνη ανοιχτή δεξαμενή. Ο πέτρινος τοίχος δεξιά κι αριστερά της βρύσης που περικλείει την αυλή του σπιτιού που βρίσκεται πίσω της, μπορούσε να χρησιμεύει και για παγκάκι για τους περαστικούς που ζητούσαν δροσιά και ξεκούραση στη βρύση μιαν άλλη εποχή, όταν η άσφαλτος και τα καυσαέρια δεν υπήρχαν στο δρόμο μπροστά της. Παλαιότερα ήταν γνωστή ως βρύση του Καρμόγιαννη, από το όνομα του ιδιοκτήτη του καφενείου, που στεγαζόταν στο κτίριο που βρίσκεται πίσω της και σήμερα είναι ενταγμένο στον αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας αγοράς και ανήκει στην αρχαιολογική υπηρεσία.

 

Άργος, βρύση του Καρμόγιαννη – Στην είσοδο της πόλης από την Τρίπολη και απέναντι από το αρχαίο θέατρο βρίσκουμε αυτή την αχρονολόγητη αλλά πολύ παλαιά βρύση. Μια επίπεδη ορθογώνια κατασκευή με πελεκητές πέτρες που απολήγει σε περίτεχνο γείσο, με ένα σιδερένιο κρουνό στο κέντρο και μια μεγάλη πέτρινη τετράγωνη γούρνα κάτω. Πίσω από τη βρύση υπάρχει μεγάλη τετράγωνη ανοιχτή δεξαμενή. Ο πέτρινος τοίχος δεξιά κι αριστερά της βρύσης που περικλείει την αυλή του σπιτιού που βρίσκεται πίσω της, μπορούσε να χρησιμεύει και για παγκάκι για τους περαστικούς που ζητούσαν δροσιά και ξεκούραση στη βρύση μιαν άλλη εποχή, όταν η άσφαλτος και τα καυσαέρια δεν υπήρχαν στο δρόμο μπροστά της. (Πλάτος 1.60μ., ύψος 2,10μ.) Φωτογραφία του 1989.

 

Στο κέντρο του πρόσφατα διαμορφωμένου πάρκου απέναντι από την λαϊκή Αγορά του Άργους, βόρεια του δικαστικού μεγάρου και δυτικά του αρχαιολογικού μουσείου (πλατεία Δημητρίου Πλαπούτα), βρίσκουμε μια κομψή παλαιά κρήνη. Μια μικρή τετράγωνη μαρμάρινη στήλη ύψους 1 μέτρου με μια όμορφη λεοντοκεφαλή – κρουνό σε κάθε πλευρά της, απ’ όπου τρέχει συνέχεια το νερό [σήμερα στερείται του νερού] και πέφτει σε τέσσερις ημικυκλικές μαρμάρινες γούρνες ακουμπισμένες στο έδαφος, μια σε κάθε πλευρά της στήλης.

 

Η Κρήνη στην πλατεία δικαστηρίων στο Άργος (πλατεία Δημητρίου Πλαπούτα). Φωτογραφία του 1989. Σήμερα στερείται του νερού.

 

Η κρήνη όπως είναι σήμερα (7-1-2020).

 

Στην περιοχή της  Άκοβας, σε απόσταση περίπου 5 χιλιομέτρων από την πόλη του Άργους και στις ΒΔ υπώρειες της ακρόπολης Λάρισα, ο επισκέπτης μπορεί και σήμερα να δει τη ξακουστή και πολυτραγουδισμένη «βρύση της Άκοβας» σε μια καταπράσινη τοποθεσία γεμάτη πλατάνια. Το όνομα του οικισμού της Άκοβας συνδέεται με το υγρό στοιχείο, αφού, πιθανότατα, προέρχεται από τη λατινική λέξη aqua, που σημαίνει νερό, λόγω της ύπαρξης πολλών νερών στην περιοχή. Ιστορικά η  Άκοβα αποδεικνύει την εξέλιξη του  Άργους, αφού πιστεύεται ότι ο Βασιλιάς του Άργους Δαναός είχε διδάξει στους Αργείτες την τέχνη της διόρυξης φρεατίων, για να καλύπτουν τις καθημερινές τους ανάγκες. Ο βράχος δίπλα στο μεγάλο πλάτανο μοιάζει να παρακολουθεί τον επισκέπτη με τα «δύο μεγάλα του μάτια». Πρόκειται για κοιλότητες που χρησιμοποιούνταν παλιά ως φούρνοι κατά τη διάρκεια των πανηγυριών. Στη σκιά του πλατάνου δεκάδες γενιές Αργείων και διερχόμενων διασκέδασαν, ξεκουράστηκαν και δροσίστηκαν  τους καλοκαιρινούς μήνες από το πηγαίο νερό που αναβλύζει η βρύση.Μέχρι πρόσφατα εδώ τις Απόκριες και το καλοκαίρι πραγματοποιούνταν εκδηλώσεις.

 

Η βρύση της Άκοβας Άργους το 1910.

 

Στο 1ο χιλιόμετρο του δρόμου Άργους-Τρίπολης, πίσω από τη διασταύρωση του δρόμου προς το Κεφαλάρι, βλέπουμε την Ξηρόβρυση, μια ξεχασμένη παλιά βρύση κλεισμένη στο ιδιόρρυθμο «μουσείο» της. Είναι μια μικρή πέτρινη κατασκευή με αμμοχώρι με κομψή καμάρα και τετράγωνη γούρνα κάτω εγκαταλειμμένη, δίχως νερό, περιφραγμένη με σύρματα στη γωνιά του οικοπέδου και περικυκλωμένη με ξερόχορτα. Και όμως η ιστορία της είναι μεγάλη, έχει δώσει το όνομά της στην περιοχή, και αυτός είναι ο λόγος που τη σεβάστηκαν οι άνθρωποι, γλίτωσε τον αφανισμό και παραμένει σ’ αυτό το αφιλόξενο περιβάλλον για να θυμίζει μιαν άλλη εποχή.

 

Άργος, Ξηρόβρυση – Στο 1ο χιλιόμετρο του δρόμου Άργούς -Τρίπολης, πίσω από τη διασταύρωση του δρόμου προς το Κεφαλάρι, βλέπουμε αυτή την ξεχασμένη παλιά βρύση κλεισμένη στο ιδιόρρυθμο «μουσείο» της. Είναι μια μικρή πέτρινη κατασκευή με αμμοχώρι. με κομψή καμάρα και τετράγωνη γούρνα κάτω. Εγκαταλειμμένη, δίχως νερό, περιφραγμένη με σύρματα στη γωνιά του οικοπέδου και περικυκλωμένη με ξερόχορτα. Και όμως η ιστορία της είναι μεγάλη, έχει δώσει το όνομά της στην περιοχή, και αυτός είναι ο λόγος που τη σεβάστηκαν οι άνθρωποι, γλίτωσε τον αφανισμό και παραμένει σ’ αυτό το αφιλόξενο περιβάλλον για να θυμίζει μιαν άλλη εποχή. (Πλάτος 2,30μ.. ύψος 2.20μ.) Φωτογραφία του 1989.

 

Βρύσες του Ναυπλίου

 

 Στο Ναύπλιο λίγο καιρό πριν υπήρχαν δεκατέσσερις βρύσες. Σήμερα μερικές έχουν εξαφανιστεί μετά από κατεδαφίσεις σπιτιών ή μετά από άνοιγμα δρόμων. Όμως οι υπόλοιπες έχουν διατηρήσει δείγματα παλιάς αρχιτεκτονικής, βενετσιάνικης ή λαϊκής. Μια από αυτές με έντονη επίδραση από τη Β’ Ενετοκρατία βρίσκεται έξω από τα τείχη της πόλης στους πρόποδες του Παλαμηδίου αριστερά στον δρόμο προς την Αρβανιτιά. Φτιαγμένη από πωρόλιθο αυτή η ογκώδης τετράγωνη στήλη-κρήνη με ομοιόμορφες πέτρες με ευρύ τοξωτό άνοιγμα και κόγχη στο βάθος του, με κορνίζα στο μέσον και προεξοχή επάνω που κλείνει τους επάνω δόμους της. Μαρμάρινη στρογγυλή διακοσμητική πλάκα με χαραγμένη χρονολογία 1873 στο κέντρο σχεδόν της κύριας πλευράς της όπου υπάρχει και η βρύση απ’ όπου σήμερα τρέχει το νερό και πέφτει σε λίθινη γούρνα στο έδαφος. Μια όμορφη παρουσία που πρέπει, κανονικά να αποτελεί ένα από τα αξιοθέατα αυτής της πόλης, όπως άλλωστε και οι άλλες παλιές βρύσες που σώζονται [7].

 

Βρύση στο Ναύπλιο. Στο Ναύπλιο το 1989 υπήρχαν δεκατέσσερις βρύσες. Σήμερα μερικές έχουν εξαφανιστεί μετά από κατεδαφίσεις σπιτιών ή μετά από άνοιγμα δρόμων. Όμως οι υπόλοιπες έχουν διατηρήσει δείγματα παλιάς αρχιτεκτονικής βενετσιάνικης ή λαϊκής. Μια από αυτές με έντονη επίδραση από τη Β’ Ενετοκρατία βρίσκεται έξω από τα τείχη της πόλης στους πρόποόες του ΓΙαλαμηδίου αριστερά στον δρόμο προς την Αρβανιτιά. Φτιαγμένη από πωρόλιθο με ευρύ τοξωτό άνοιγμα και κόγχη στο βάθος του, με κορνίζα στο μέσον και προεξοχή επάνω που κλείνει τους επάνω δόμους της. Φωτογραφία του 1989.

 

Στη μικρή πλατεία του Αγίου Σπυρίδωνα με τα παλαιά σπίτια του 18ου και του 19ου αιώνα. Στην οδό Καποδιστρίου απέναντι από την είσοδο του ναού του Αγίου Σπυρίδωνα στον ιστορικό χώρο που βάφτηκε με το αίμα του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας βρίσκεται μια πολύ ωραία μικρή παμπάλαια τούρκικη κρήνη του 18ου αιώνα ενσωματωμένη σε τοίχο σπιτιού. Φτιαγμένη με πωρόλιθο, τοξωτή με σκαλότρυπα στο κέντρο της κόγχης της και τρύπα απ’ όπου έβγαινε το νερό, για να ποτίζονται τα άλογα. Σήμερα είναι αχρηστευμένη κι ίσως ξεχασμένη. Ευρύ τοξωτό άνοιγμα στηριγμένο σε χαμηλούς κίονες από πωρόλιθο, τρεις κάθετες διακοσμητικές ζώνες με εγχάρακτα – λαϊκές παραστάσεις, κυπαρίσσια και ρόδακες – και στη μεσαία κρουνός. Πάνω από τις διακοσμητικές ζώνες δυο θυρίδες και πάνω απ’ αυτές σε εντοιχισμένη πλάκα με επιγραφή στην οθωμανική γλώσσα με αραβική γραφή [8]. Η επιγραφή αναφέρει ότι ο Τούρκος αγάς Μαχμούτ έχτισε το 1734 με 1735 αυτή την όμορφη κρήνη για τα άλογα. Ας παρακολουθήσουμε τι γράφει: «Στους πιστούς Bektashis και στο ένατο τάγμα, Ο άξιος σύντροφος, ο χαρισματικός στο λόγο, Μαχμούντ’ Αγά. Ακολουθώντας το δρόμο του Θεού έκτισε αυτή την όμορφη κρήνη για τ’ άλογα. Και πρόσφερε το πιο καθάριο βάλσαμο στις δαμασμένες αρρώστιες».

 

Βρύση στην οδό Καποδιστρίου απέναντι από την είσοδο του ναού του Αγίου Σπυρίδωνα στον ιστορικό χώρο που βάφτηκε με το αίμα του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας. Ευρύ τοξωτό άνοιγμα στηριγμένο σε χαμηλούς κίονες από πωρόλιθο, τρεις κάθετες διακοσμητικές ζώνες με εγχάρακτα – λαϊκές παραστάσεις, κυπαρίσσια, ρόδακες – και στη μεσαία κρουνός απ’ όπου παλαιότερα θα έβγαινε το νερό για να ποτίζονται τα άλογα. Πάνω από τις διακοσμητικές ζώνες δυο θερίδες και πάνω απ’ αυτές σε εντοιχισμένη πλάκα αραβική επιγραφή.

 

Λίγο πιο δίπλα, απέναντι από την είσοδο του ναού, μπορεί κανείς να διακρίνει τα ίχνη ενός τούρκικου χαμάμ.

 

Μικρή κρήνη με αραβική επιγραφή, ενσωματωμένη οε τοίχο σπιτιού σε πάροδο της οδού Καποδιστρίου. Φτιαγμένη με πωρόλιθο, τοξωτή με σκαλότρυπα στο κέντρο της κόγχης της και τρύπα απ’ όπου έβγαινε το νερό πιο παλιά χαμηλότερα. Σήμερα είναι αχρηοτευμένη κι ίσως ξεχασμένη. Φωτογραφία του 1989.

 

Κρήνη Ναύπλιο. Στο δρόμο προς το Παλαμήδι υπάρχει αυτή η ογκώδης τετράγωνη στήλη-κρήνη φτιαγμένη με ομοιόμορφες πέτρες και με μαρμάρινη προεξοχή – γείσο στο επάνω μέρος. Μαρμάρινη στρογγυλή διακοσμητική πλάκα με χαραγμένη χρονολογία 1873 στο κέντρο σχεδόν της κύριας πλευράς της όπου υπάρχει και η βρύση απ’ όπου σήμερα τρέχει το νερό και πέφτει σε λίθινη γούρνα στο έδαφος. Φωτογραφία του 1989.

 

Η εντυπωσιακότερη παλιά βρύση του Ναυπλίου είναι η Οθωμανική κρήνη επί της οδού Σταϊκοπούλου μεταξύ των αριθμών 13-15, πίσω από το παλαιό Τζαμί της πλατείας Συντάγματος. Σκαλισμένη σε τοίχο από πωρόλιθο αυτή η όμορφη κρήνη πίσω από το τζαμί του Ναυπλίου, του επονομαζόμενου Τριανόν, μας μεταφέρει πίσω πολλά χρόνια στο παρελθόν. Πρόκειται για ανεξάρτητη εγκατάσταση, που μορφολογικά διαφέρει από τις υπόλοιπες κρήνες, αφού, αντί της τυπικής τοξωτής διάρθρωσης, εμφανίζει ελικοειδή διαμόρφωση, η οποία καταλήγει σε σπειροειδείς απολήξεις, επηρεασμένη ίσως από το ευρωπαϊκό μπαρόκ. Από τη μία οι απολήξεις καταλήγουν σε μικρά βάθρα στήριξης, ενώ στη στέψη υποστηρίζουν μικρό τοξωτό άνοιγμα. Χαρακτηριστικό στη σύνθεσή της οι διπλοί έλικες που πλαισιώνουν την εσωτερική της κόγχη, κατασκευαστική αντίληψη της Β’ Ενετοκρατίας, όπως γράφει η Ντιάνα Αντωνακάτου στο Λεύκωμά της για το Ναύπλιο. Στην κόγχη διακρίνεται ένας κρουνός σε μαρμάρινη πλάκα, η οποία φιλοξενεί διακοσμητικό, φυτικό μοτίβο και μικρό κείμενο σε αραβική διάλεκτο. Ακριβώς από πάνω εντοπίζεται καλαίσθητο μαρμάρινο κογχίδιο, χρήσιμο ίσως για την τοποθέτηση κάποιου κοινόχρηστου σκεύους, και ψηλότερα βρίσκεται η μαρμάρινη κτητορική επιγραφή, σε αραβική διάλεκτο, η οποία είναι από τις λίγες που έχουν μεταφραστεί και αναφέρει τα εξής:

 

«Για την αγάπη αυτών που έμειναν στην Karbala, έκτισε αυτήν την κρήνη.

Πιες για να σβήσεις τη δίψα σου, από τη γούρνα του Προφήτη του Θεού.

Μυριάδες ήρθαν εδώ με γνώση, και πρόσφεραν την ημερομηνία,

«Πιες δυο γουλιές απ’ το νερό του Kevser, από τον Σεϋντί Αβδουλλάχ»

’22 Αρχή του Ραβί Ι, 1180 (πρώτο ήμισυ του Αυγούστου, 1766).

 

Κρήνη Ναύπλιο. Σκαλισμένη σε τοίχο από πωρόλιθο αυτή η όμορφη κρήνη πίσω από το τζαμί του Ναυπλίου του επονομαζόμενου Τριανόν. Αρχή του Ραβί Ι’ 1180 (Πρώτο ήμιου Αύγουστου 1766). Φωτογραφία του 1989.

 

Βρύση στην πλατεία Αγγέλου Τερζάκη απέναντι σχεδόν από την προτομή του πνευματικού αυτού ανθρώπου του Ναυπλίου. Φτιαγμένη με πωρόλιθο κι ενσωματωμένη σε τοίχο σπιτιού. Τοξωτό άνοιγμα και στην κόγχη της βλέπουμε μαρμάρινη πλάκα με εγχάρακτα ξεθωριασμένα πια λαϊκά μοτίβα – ρόδακες – και λίγο πιο κάτω από το κέντρο της η σύγχρονη βρύση φυλακίζει το νερό που ακόμη υπάρχει και πέφτει σε μαρμάρινη λεκάνη στο έδαφος. Υπάρχει επιγραφή εντοιχισμένη. Φωτογραφία του 1989.

 

Και οι τρεις αυτές παραδοσιακές βρύσες του Ναυπλίου έχουν χαρακτηριστεί και προστατεύονται ως διατηρητέα μνημεία από το 1951 με την ΥΑ 99791/3277/24-10-1951, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 219/Β/31-10-1951.

Κρήνη – Αγία Μονή, Ναύπλιο. Αντιπροσωπευτικό έργο λαϊκής έμπνευσης των μετεπαναστατικών χρόνων.

Αντιπροσωπευτικό έργο λαϊκής έμπνευσης των μετεπαναστατικών χρόνων θεωρείται η  βρύση που βρίσκεται στον αύλειο χώρο της Αγίας Μονής στην Άρια, μόλις 3 χιλιόμετρα από το Ναύπλιο. Στο λόφο αυτό, πάνω από την Άρια, κατέληγαν τέσσερις μεγάλες πηγές νερού, με σημαντικότερη την ομώνυμη πηγή της Άριας και την πηγή του μοναστηριού της Αγίας Μονής που είναι αφιερωμένη στη Ζωοδόχο πηγή. Οι πηγές αυτές μέχρι και το 1960 αποτελούσαν την κύρια πηγή υδροδότησης της πόλης του Ναυπλίου. Πολλοί ιστορικοί – συγγραφείς πιστεύουν ότι η πηγή που βρίσκεται έξω από το περίβολο της μονής ταυτίζεται με την αρχαία Κάναθο πηγή, στην οποία λουζόταν η θεά Ήρα κάθε χρόνο για να αποκτήσει την παρθενιά της. Η Ντ. Αντωνακάτου στο λεύκωμα Ναύπλιο περιγράφει την κρήνη της Μονής Ζωοδόχου Πηγής ως εξής: «…ευρύ τοξωτό άνοιγμα αγκαλιάζει και προβάλλει την κεντρική σύνδεση που αναπτύσσεται σε τρεις δια- κοσμητικές οριζόντιες ζώνες με απλά λαϊκά γεωμετρικά μοτίβα -ζώα, φυτά δένδρα – ενώ στο κέντρο της μεσαίας, σε πλάκα, η χρονολογία 1836, επιστέφεται με άνθη. Κάτω από την τρίτη ζώνη το νερό τρέχει μέσα σε μια μονολιθική λεκάνη -παλιά ίσως  βαπτιστήριο. Για μερικούς η πηγή της Αγίας Μονής ταυτίστηκε με την αρχαία Κάναθο, όπου στα νερά της η Ήρα ξανάβρισκε την παρθενιά της. Λιγότερο πειστική παραμένει η άποψη άλλων ότι η Κάναθος βρισκόταν στις πηγές της Γλυκειάς του Ναυπλίου. Είναι φανερό πως αυτή η λαϊκή μορφή της θα αντικατέστησε προηγούμενη. Να ήταν μήπως μια βυζαντινή του 12ου αιώνα σύγχρονη με το χτίσιμο του ναού (1149) της Μονής; Μας είναι άγνωστο».

 

Βρύσες στα χωριά

 

Η θέση, στην οποία δημιουργήθηκε κάθε χωριό, δεν είναι τυχαία. Έχει να κάνει με την φυσική του οχύρωση και προστασία από κάθε εχθρική απειλή, αλλά κυρίως με την ύπαρξη νερού. Αυτό που απασχολούσε τους πρώτους κατοίκους κάθε χωριού ήταν η ύπαρξη νερού σε κοντινή απόσταση, γιατί γνώριζαν πόσο απαραίτητο είναι για την ζωή. Στα χρόνια τα παλιά και τους μακρινούς μ.Χ. αιώνες, όταν οι άνθρωποι ήθελαν να φύγουν από τον τόπο τους και να εγκατασταθούν κάπου αλλού, το πρώτο που τους απασχολούσε ήταν, αν το μέρος αυτό είχε άφθονα νερά, πηγές ακόμα και κάποιο διπλανό χείμαρρο. Ήξεραν πόσο αναγκαίο είναι το ευλογημένο νερό και ως πόσιμο και ως κινητήρια δύναμη των υδρόμυλων για το άλεσμα του σιταριού, αλλά και πόσο χρήσιμο για τις καθημερινές τους ανάγκες. Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι κάτοικοι κάθε χωριού ήταν η ύδρευση, τόσο για της ατομικές ανάγκες όσον και για τα ζώα τους μικρά και μεγάλα, που ιδιαιτέρα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες κατανάλωναν μεγάλες ποσότητες νερού. Κάθε χωριό είχε την δική του βρύση στην πλατεία που έτρεχε καθαρό νερό αλλά και πολλά πηγάδια που το καθένα πολλές φορές είχε την δική του ονομασία και θρυλική ιστορία.

Η βρύση όμως προϋποθέτει τρεχούμενο φυσικό νερό ή την ύπαρξη κάποιου τεχνικού έργου (υδραγωγείου) που την τροφοδοτεί. Τέτοιες πηγές κρυστάλλινες και βρύσες με νερά που ξεπηδάνε μέσα από την αιωνιότητα στολίζουν τις πλατείες πολλών χωριών στην ορεινή Αργολίδα. Δεν έχουν όμως όλα τα χωριά παραδοσιακές βρύσες. Χωριά με φυσικές πηγές, που τρέχουν άφθονο νερό, δεν είχαν ανάγκη την κεντρική βρύση. Τέτοια ήταν τα χωριά της ΒΔ Αργολίδας Τσιρίστρα, Δούκα Βρύση, Κεφαλόβρυσο, Γυμνό με άφθονο τρεχούμενο νερό από πηγές, που οι ντόπιοι το έπαιρναν για τα σπίτια τους από μικρούς πέτρινους συλλεκτικές με κρουνούς κατασκευασμένους στη διαδρομή του νερού. Το Κεφαλόβρυσο, που χρωστάει το όνομά του στην περίφημη πηγή με το άφθονο νερό δίπλα στο ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου, δεν είχε κεντρική βρύση. Λένε ότι τα νερά της πηγής ξεκινάνε από υπόγειες λίμνες και σπήλαια με σταλακτίτες και ορμητικά ξεχύνονται με τέτοια δύναμη, που χαλάνε από καιρό σε καιρό τη μεγάλη πλατεία του χωριού. Το νερό κυλούσε σε όλη τη διάρκεια του χρόνου ανάμεσα στο χωριό και στους εγκαταλελειμμένους πια κήπους και οι κάτοικοι ήταν εύκολο να το προμηθευτούν. Το Γυμνό, ορεινό χωριό που διατηρεί το χρώμα του με τα παλιά πέτρινα σπίτια του, είχε την παραδοσιακή του βρύση με άφθονο νερό στο πάνω άκρο του χωριού δίπλα στο παλιό βυζαντινό εκκλησάκι της Παναγίας, που ήταν και η μητρόπολη του χωριού μέχρι το 1934.

Σε απόσταση 60 χιλιομέτρων από το Άργος βρίσκεται το όμορφο χωριό Σκοτεινή χτισμένο σε υψόμετρο 650 μέτρα κάτω από τα πανύψηλα βουνά που χωρίζουν την Αργολίδα και την Κορινθία. H φυσική ομορφιά του περισσεύει και ο επισκέπτης εντυπωσιάζεται από την μεγαλοπρέπεια των ορεινών όγκων που περιβάλλουν το χωριό, την  πλούσια βλάστηση και τα πολλά νερά που πηγάζουν από διάφορες πηγές της περιοχής. Χαρακτηριστικό σημείο του χωριού είναι αυτό που βρίσκονται οι δυο πέτρινες βρύσες, που τρέχουν γάργαρο νερό όλο το χρόνο από τις πηγές της περιοχής.

 

Γούρνα βρύσης της Σκοτεινής.

 

Στο κέντρο του χωριού Αλέα μια πετρόχτιστη βρύση με δύο κρουνούς χωρίς νερό και επιγραφή που λέει: «ΔΩΡΕΑ ΧΡ. ΜΑΡΙΝΑΚΗ, ΒΑΣ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΥ, 1990». Λίγο πιο πάνω βρίσκεται το σχολείο, δωρεά του Ανδρέα Συγγρού, που σήμερα δε λειτουργεί. Η Αλέα, γνωστή στους παλαιότερους και ως Μπουγιάτι, 74χλμ συνολικά από το Άργος, είναι χτισμένη αμφιθεατρικά σε υψόμετρο 800 μέτρων στις πλαγιές του όρους Τραχύ ή αλλιώς Καρούμπαλο και αποτελεί έναν από τους  ορεινότερους οικισμούς της Αργολίδας.

Άλλο ορεινό χωριό της ΒΔ Αργολίδας με χαρακτηριστικό τα τρεχούμενα νερά, τις πέτρινες βρύσες και τις πηγές, που υπάρχουν σε κάθε γωνιά του, είναι η Φρουσιούνα. Στο κέντρο του χωριού συναντάμε μια πέτρινη βρύση με επιγραφή που γράφει ότι είναι αφιερωμένη στο Χαράλαμπο Πετρόπουλο, βαλκανιονίκη από την περιοχή. Από τους δύο κρουνούς της τρέχει γάργαρο νερό και ποτίζει τις καρυδιές, που εναλλάσσονται με τις αμυγδαλιές και τις συκιές, αλλά και τα άγρια πουρνάρια και τις γκορτσιές που φυτρώνουν στο βουνό.

 

Βρύση στη Φρουσιούνα.

 

Βρύσες παραδοσιακές ή νεότερες κατασκευές χτισμένες στο κέντρο του χωριού ή στο σημείο της μοναδικής πηγής, που τροφοδοτούσε την κοινότητα με νερό, συναντάμε μέχρι σήμερα στα ορεινά χωριά της δυτικής κυρίως Αργολίδας.  Η Καρυά, ένα χωριό με πηγές που τρέχουν νερό όλο το χρόνο, είχε μέχρι τη δεκαετία του 1960 μία βρύση για κάθε γειτονιά σε διάφορα σημεία του χωριού. Μία κεντρική βρύση ήταν στο προαύλιο του δημοτικού σχολείου, μία άλλη στην είσοδο του χωριού κάτω από την εκκλησία του Αϊ Γιάννη και δύο βρύσες στο στις κάτω γειτονιές του χωριού. Τις βρύσες αυτές τροφοδοτούσε μια πηγή δίπλα στο μοναστήρι της Παναγίας κοντά στα έλατα και με επίγεια ή υπόγεια αυλάκια – υδραγωγεία οδηγούσαν το νερό στις βρύσες για τις ανάγκες των ανθρώπων. Υπήρχαν επίσης δύο ακόμα βρύσες με πηγαίο νερό, μία στο πάνω μέρος του χωριού κοντά στους νερόμυλους και μία στην Ελιτσά, πάνω στο δρόμο που οδηγεί στο χωριό διακόσια περίπου μέτρα από την κεντρική πλατεία [9].Η κεντρική πέτρινη βρύση δίπλα στο παλιό δημοτικό σχολείο του χωριού είναι νεότερη κατασκευή στη θέση παλαιότερης παραδοσιακής βρύσης, που δυστυχώς καταστράφηκε.

Η βρύση στο Μπρακατσάκι.

Ονομαστή βρύση της περιοχής είναι το «Μπρακατσάκι», μια βρύση στα μέσα του χωματόδρομου Καρυάς προς Νεστάνη, περίπου 7 χλμ. δυτικά της Καρυάς, σε υψόμετρο  πάνω από 1.000 μέτρα, που τρέχει όλο το χρόνο κρυστάλλινο κρύο νερό. Η πηγή αυτή ήταν ονομαστή στους πιο παλιούς για το ιαματικό νερό της, πλούσιο σε θειάφι, που βγαίνει από την πλαγιά του βουνού περνώντας μέσα από κιτρινωπά θειούχα πετρώματα. Εδώ κατέληγαν από παλιά κάτοικοι από τις γύρω περιοχές για να πιουν το ιαματικό αυτό νερό, που γιάτρευε πολλές αρρώστιες. Ακόμα και σήμερα το αναζητούν πολλοί για θεραπεία από κάθε είδους πάθηση, όταν εξαντλήσουν τους γιατρούς και τα φάρμακα και γιατρειά δε βρουν. Μόνο που λένε ότι για να κάνει καλό πρέπει κανείς να το πιει επιτόπου και να μην το μεταφέρει στο σπίτι του, γιατί αλλοιώνεται και χάνει τη θεραπευτική του δύναμη. Στην πηγή τα τελευταία χρόνια χτίστηκε μια απλή πέτρινη βρύση, που τρέχει συνεχώς νερό από ένα μεταλλικό σωλήνα στο κέντρο της.

Μια από τις παλαιότερες και μοναδική στην αρχιτεκτονική της παραδοσιακή βρύση της ορεινής Αργολίδας βρίσκεται στον ορεινό οικισμό Βρούστι (υψόμ. 660 μ.) στις νότιες πλαγιές της βουνοσειράς Μπαχριάμι, 20 χλμ. δυτικά από το Άργος. Η παράδοση λέει ότι το Βρούστι δημιουργήθηκε από τρομοκρατημένους Έλληνες φυγάδες των Τούρκων, που τους περιμάζεψε ψηλά πάνω στο Αρτεμίσιο κάποιος πονόψυχος πασάς και τους έφτιαξε εδώ τα πρώτα σπίτια και την πέτρινη κρήνη, που σώζεται μέχρι σήμερα και είναι από τις πιο όμορφες της Πελοποννήσου. Πρόκειται για μια πέτρινη κατασκευή και είναι η μοναδική ναόσχημη βρύση με τρεις καμάρες που σώζεται στην Πελοπόννησο. Η μεσαία καμάρα είναι μεγαλύτερη σε πλάτος και ύψος από τις δύο πλαϊνές. Μια πέτρινη πελεκητή γούρνα σε κάθε καμάρα υποδέχεται το νερό και ανάμεσά τους υπάρχου μικρά πέτρινα παγκάκια. Στη δεξιά πλευρά της υπήρχαν παλαιότερα τρεις  σιδερένιοι κρουνοί, απ’ όπου έπαιρναν το νερό οι άνθρωποι, ενώ το νερό στις γούρνες ήταν προορισμένο για τα ζώα. Μπροστά από τη βρύση στο κέντρο της μικρής πλατείας υπάρχει ακόμα ο τεράστιος γέρικος πλάτανος, που σήμερα δίνει ιδιαίτερο χρώμα και την τελευταία πνοή ζωής στο ερημωμένο χωριό, ενώ παλαιότερα κάλυπτε τα κοπάδια γιδοπροβάτων, που κατέφευγαν στη σκιά του και ξεδιψούσαν στη βρύση τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού.

 

Βρύση στο Βρούστι Αργολίδας.

 

Παρόμοιας αρχιτεκτονικής δομής είναι και η πέτρινη βρύση στον κεντρικό δρόμο του χωριού Βελανιδιά στο τοπικό διαμέρισμα Κιβερίου, του πρώην Δήμου Λέρνας, 22 χλμ. από το Αργος, που άλλοτε την έλεγαν Ποταμιά. Από την παλιά πέτρινη βρύση σώζεται μια κάμαρα, που τρέχει και σήμερα καθαρό νερό για τους περαστικούς, αφού οι ντόπιοι υδρεύονται πλέον από το μόνιμο δίκτυο ύδρευσης. Το χτίσιμό της είναι πιο κακότεχνο και έχει δεχτεί μεταγενέστερη προσθήκη μιας τσιμεντένιας γούρνας μπροστά της και ενός μεταλλικού κρουνού – βρύση του εμπορίου – για την έξοδο του νερού. Στο κέντρο πάνω από τον κρουνό μια τετράγωνη εσοχή, στην οποία, πιθανότατα, υπήρχε παλαιότερα επιγραφή που δε σώθηκε. Τα σημάδια της φθοράς είναι φανερά στο σώμα της και η μόνη φροντίδα που έχει δεχτεί τα τελευταία χρόνια από τους ανθρώπους είναι το ασβέστωμα της επιφάνειάς της που προσθέτει στην καθαριότητα αλλά αφαιρεί από την αισθητική της.

 

Κρήνη, Βελανιδιά Αργολίδας.

 

Στη ΝΔ ορεινή Αργολίδα συναντάμε τρία χωριά με παράδοση στο υγρό στοιχείο, την Κρύα Βρύση και το Κρυονέρι στις πλαγιές του όρους Κτενιάς και το Τουρνίκι στην απέναντι πλαγιά του Αρτεμισίου με τη Νεραϊδόβρυση, την τελευταία πηγή μέχρι την κορυφή του βουνού. Η Κρύα Βρύση είναι χτισμένη στα 750 μέτρα στην πλαγιά του Χτενιά σχεδόν μία ώρα από την πόλη του Άργους. Το ενδιάμεσο χωριό Κρυονέρι ή Μπούγα, χτισμένο σε απόσταση 30 χιλιομέτρων δυτικά του Άργους και σε υψόμετρο 977 μέτρων στον αυχένα του όρους Χτενιάς, πήρε το όνομά του από μια πηγή με κρύο νερό. Ο δρόμος συνεχίζει προς το επόμενο και τελευταίο χωριό του Κτενιά, το Τουρνίκι, που βρίσκεται 2 χιλιόμετρα παραπέρα. Το Τουρνίκι το 1888 είχε 404 κατοίκους και γέμιζε κόσμο το δεκαπενταύγουστο. Γύρω από τη βρύση και την εκκλησία του χωριού μαζευόταν ολόκληρη η κοινότητα και τα γειτονικά χωριά με χορό, όργανα, τραγούδι και φαγοπότι. Σήμερα και τα χωριά αυτά έχουν εγκαταλειφθεί και κατοικούνται μόνο το καλοκαίρι από παραθεριστές.

 

Κρήνη στην Κρύα Βρύση, Δήμου Άργους – Μυκηνών. Αρχείο: Αργολική Βιβλιοθήκη. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

 

Χαρακτηριστικό σημείο της Κρύας βρύσης η πέτρινη βρύση στην πλατεία του χωριού, που τρέχει κρύο γάργαρο νερό χειμώνα καλοκαίρι. Το πυκνό δάσος που περιβάλλει το χωριό λειτουργεί ως ένα μοναδικό φυσικό μπαλκόνι απ’ όπου μπορεί κανείς να απολαύσει τη θέα του Αργολικού κάμπου. Πάνω από την Κρύα Βρύση στον Κτενιά βρίσκεται η Αρκουδόβρυση και στο απέναντι όρος, το Αρτεμίσιο, κοντά στο Τουρνίκιη Νεραϊδόβρυση.  Ένας από τους θρύλους της περιοχής αναφέρεται στη μονομαχία δύο στοιχειών,  του στοιχειού της Αρκουδόβρυσης και του στοιχειού της Νεραϊδόβρυσης. Το στοιχειό της Αρκουδόβρυσης προστάτευε την περιοχή της Κρύας Βρύσης και το στοιχειό της Νεραϊδόβρυσης το Τουρνίκι.

Ένας τσοπάνης από την Κρύα Βρύση έβοσκε στην περιοχή 40 αγελάδες και καθεμία είχε ένα μοσχαράκι. Το στοιχειό του χωριού έφαγε τα 39 μοσχάρια όμως μέρα με την ημέρα και άφησε μόνο ένα. Όταν ο βοσκός του παραπονέθηκε, το στοιχειό της Αρκουδόβρυσης του αποκάλυψε ένα σατανικό σχέδιο. Είχε σκοπό να νικήσει το στοιχειό της Νεραϊδόβρυσης και να γίνει ο απόλυτος κυρίαρχος της περιοχής: «Έφαγα τα υπόλοιπα μοσχαράκια, ώστε το μοναδικό που απέμεινε να πίνει το γάλα και των 40 αγελάδων, για να παχύνει πολύ. Όταν παχύνει θα το σφάξεις και με το ξύγκι του θα φτιάξεις μπαλάκια.  Εγώ και το στοιχειό της Νεραϊδόβρυσης θα μεταμορφωθούμε σε βουβάλια και θα παλέψουμε. Εγώ θα έχω λευκό χρώμα κι εκείνο μαύρο. Εσύ θα του πετάς τα μπαλάκια από το ξύγκι». Έτσι κι έγινε. Κατά τη μονομαχία ο βοσκός πέταγε τα μπαλάκια πάνω στο μαύρο βουβάλι και μόλις ακουμπούσαν το δέρμα του πετάγονταν φωτιές. Το στοιχειό της Νεραϊδόβρυσης εξολοθρεύθηκε και το στοιχειό της Αρκουδόβρυσης έγινε κυρίαρχος στην περιοχή ευεργετώντας την Κρύα Βρύση. Την ιστορία την αφηγούνταν οι Κρυοβρυσιώτες πριν από πολλά χρόνια, τότε που τα χωριά έσφυζαν από ζωή και οι κάτοικοί τους, όπως σε κάθε γειτονική πόλη ή χωριό, εξέφραζαν μεταξύ τους αντιπαλότητες.

 

Ο κοινωνικός ρόλος της κοινόχρηστης βρύσης

  

Η παραδοσιακή βρύση έχει συνδεθεί και με την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Δεν εξασφαλίζει μόνο την υδροδότηση της κοινότητας, αλλά αποτελεί και το κέντρο του οικισμού. Όλοι οι δρόμοι του χωριού είναι χαραγμένοι έτσι που οδηγούν στη δημόσια βρύση και κάθε δρομάκι στο βουνό ή στον κάμπο οδηγεί σε κάποια βρύση, που είναι θεμέλιο κάθε δραστηριότητας και παίζει πρωταρχικό ρόλο στη ζωή. Πολλές φορές η πηγή και η βρύση με το νερό ήταν το βασικό κριτήριο για τη θέση της δημιουργίας του οικισμού και η διαμόρφωσή του γινόταν έτσι ώστε να εξυπηρετείται από μια ή περισσότερες βρύσες. Η στενή σύνδεση του χώρου με τη βρύση φαίνεται και από το πλήθος των τοπωνυμιών που έχουν σχέση μ’ αυτή. Δεν υπάρχει περιοχή, πόλη ή χωριό, που να μην έχει δώσει σε κάποια τοποθεσία όνομα σχετικό με τη βρύση και το νερό.

Στενή είναι ακόμα η σύνδεση της βρύσης και με την οικονομία των παραδοσιακών αγροτικών οικισμών. Το νερό της δεν είναι απαραίτητα μόνο για να πίνουν οι άνθρωποι, αλλά και για να ποτίζουν οι γεωργοί τα ζώα τους και οι κτηνοτρόφοι τα κοπάδια τους. Για το πότισμα των ζώων κυρίως είχαν κατασκευαστεί οι μικρές πέτρινες γλυπτές γούρνες και ήταν τοποθετημένες σε κάθε βρύση σε ύψος που να εξυπηρετούνται τα ζώα, ενώ για το πότισμα των κοπαδιών υπήρχαν πολλές φορές μεγάλες κορύτες-ποτίστρες μπροστά ή δίπλα από τη βρύση. Ο τόπος όπου θα δημιουργήσει ο τσοπάνης τη στάνη, τη στρούγκα, το μαντρί του είναι τέτοιος, ώστε να υπάρχει εύκολη και γρήγορη πρόσβαση προς το νερό κάποιας βρύσης ή κάποιας πηγής για να ποτίζει το κοπάδι του.

Σε παλιότερους καιρούς η οικονομική και κοινωνική ζωή κυλούσε γύρω από τις κοινόχρηστες βρύσες. Το νερό της βρύσης όμως χρησιμοποιείται πολλές φορές και για αρδευτικούς σκοπούς και στηρίζει σε μεγάλο βαθμό τη σχετική οικονομική αυτάρκεια των παραδοσιακών αγροτικών οικισμών. Κοντά στη βρύση του χωριού κάθε οικογένεια δημιουργεί τον κήπο της, που της εξασφαλίζει τα απαραίτητα φρούτα και λαχανικά. Ο «επιστάτης των κρηνών» της αρχαιότητας επιβιώνει στη νεότερη εποχή με το «νεροκράτη», τον άνθρωπο δηλαδή που είναι αρμόδιος για τη διάθεση του νερού, τηρεί την προτεραιότητα και ρυθμίζει τη σειρά με την οποία θα χρησιμοποιήσουν οι χωριανοί το νερό της βρύσης για την άρδευση των κήπων τους.

Πέρα από τη σημασία της για την ανάπτυξη των οικισμών η βρύση κατέχει σημαντική θέση και στην κοινωνική ζωή του χωριού. Είναι τόπος συνάντησης κυρίως για τις γυναίκες και τους νέους, όπως είναι το καφενείο τόπος συνάντησης για τους άνδρες του χωριού. Οι νοικοκυρές πήγαιναν καθημερινά σχεδόν στη βρύση με τη στάμνα στο χέρι και έφευγαν με τη στάμνα στον ώμο. Άλλες γέμιζαν το ξύλινο βαρέλι τους με φρέσκο νερό, το φόρτωναν στην πλάτη τους και γύριζαν βιαστικές στο σπίτι. Οι τυχεροί που είχαν ζώα φόρτωναν τους τσίγκινους τενεκέδες και μετέφεραν νερό σε μεγαλύτερες ποσότητες. Περιμένοντας να γεμίσουν το σταμνί ή το βαρέλι με τη σειρά τους θα βρουν την ευκαιρία να «τα πουν» με τις συγχωριανές τους, να μάθουν τα νέα, να συζητήσουν το καθετί.

 

Κρανίδι, Ιούνιος 1955. Αρχείο: Στέφος Αλεξανδρίδης

 

 Άλλες μέρες πάλι θα κουβαλήσουν στη βρύση μαλλιά ή ρούχα για να πλύνουν και, καθώς κάνουν την μπουγάδα τους χτυπώντας την απαλά με το ξύλινο κόπανο, βρίσκουν την ευκαιρία για κάθε λογής συναντήσεις και κουβέντες. Μέχρι την δεκαετία του 60 περίπου στην βρύση πλένανε και τα προικιά της νύφης μέσα σ’ ένα ξεφάντωμα από τραγούδια και αστεία των κοριτσιών. Κάθε γυναίκα που θα καθίσει στο πεζούλι της βρύσης για να ξεκουραστεί απ’ το πλύσιμο ή το κουβάλημα της βαρέλας, γίνεται πυρήνας μιας πρόσκαιρης και εύθυμης συνήθως συντροφιάς, που η κουβέντα της συνοδεύει το χαρούμενο κελάρισμα του νερού της βρύσης. Άνδρες και γυναίκες, αγόρια και κορίτσια καβάλα στα γαϊδούρια, μουλάρια ή άλογα τους, τα οδηγούσαν στις βρύσες για να τα χορτάσουν νερό. Σφυρίγματα φωνές, γέλια και τραγούδια γέμιζαν την γύρω ατμόσφαιρα της βρύσης. Οι ερωτευμένοι δεν έχαναν την ευκαιρία να ανταλλάξουν κρυφές ματιές ενώ οι μεγαλύτερες κυρίες έβρισκαν χρόνο για κάποιο κουτσομπολιό.

Οι βρύσες που βρίσκονται στην πλατεία του χωριού είναι χώροι, όπου την άνοιξη και το καλοκαίρι συγκεντρώνονται τα παιδιά για τα παιχνίδια τους, αλλά και όλοι οι χωριανοί για να κάνουν γιορτές, πανηγύρια και άλλες εκδηλώσεις, που πολλές φορές δεν είναι τελείως άσχετες με τη βρύση και το νερό της. Για τους νέους η βρύση στάθηκε ορόσημο για την αγάπη και τον έρωτα. Είναι ο τόπος όπου τα παλικάρια μπορούν να δουν τις αγαπημένες τους. Όπως χαρούμενο και τραγουδιστό τρέχει το νεράκι της βρύσης, έτσι και οι νιές χαρούμενες θα πάνε στη βρύση, γιατί τις καρτερεί εκεί ο νιος σιγοτραγουδώντας. Εκεί πλέκονται έρωτες, εκεί η αγάπη φωλιάζει, ριζώνει και δε βγαίνει, όπως λέει το δημοτικό τραγούδι, όπου θα βρούμε πλήθος αναφορές στο ρόλο και στην κοινωνική λειτουργία της βρύσης, αναφορές που με όλη τη γραφικότητά τους αποκαλύπτουν και μας βοηθούν να αναπαραστήσουμε πτυχές της παραδοσιακής ζωής της προβιομηχανικής κοινωνίας. Η ποίηση και η λαϊκή ψυχή έχουν συνδεθεί τόσο πολύ με τη βρύση, που την έκαναν τραγούδι και την τραγούδησαν όπως της άξιζε.

Τέλος, οι βρύσες που βρίσκονται στους δρόμους φιλοξενούσαν τους διαβάτες, που στέκονταν εκεί για να φάνε και να ξεδιψάσουν. Δίπλα σ’ αυτές τις βρύσες έβρισκε κανείς τα σημάδια των περαστικών: ψίχουλα από ψωμί και τυρί, κουκούτσια από ελιές, λίγα κρεμυδόφυλλα, γνωρίσματα της φτώχειας, αλλά και απομεινάρια και αποφάγια από άλλα πλουσιότερα τρόφιμα, που άφησαν άλλοι που πέρασαν και είχαν τον τρόπο τους να φάνε κάτι καλύτερο. Εκείνο που δεν ξέρει κανείς είναι ποιος έφαγε με περισσότερη όρεξη, εκείνος με τα πλούσια εδέσματα ή εκείνος με το ψωμοτύρι [10]; Εκτός από την ομορφιά που χαρίζουν στο χώρο και το καθαρό νερό στους διαβάτες, οι βρύσες αυτές είχαν και έχουν και έντονο ανθρωπολογικό ενδιαφέρον.

 

Εγκατάλειψη και αναβίωση

 

Χώρος συνάντησης και αναψυχής η βρύση, χώρος ψυχαγωγίας και τελετών, γραφική και με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική, χτισμένη στις πιο ειδυλλιακές τοποθεσίες και με τα καλύτερα πετρομάρμαρα της περιοχής, καμάρι του πελεκητή και του χωριού στολίδι, δεν μπόρεσε να αντέξει στην επέλαση του πολιτισμού και στο σύγχρονο τρόπο ζωής, όπως διαμορφώθηκε κυρίως μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τη «χαριστική βολή» στην παραδοσιακή βρύση έδωσαν από τη δεκαετία του 1950 και μετά η μετανάστευση, η ανάπτυξη και η διάδοση της τεχνικής.

Στην περίοδο αυτή χιλιάδες πληθυσμού, που προέρχονταν κυρίως από τον «παραδοσιακό» κόσμο, μεταναστεύουν στο εξωτερικό, ενώ πολλοί περισσότεροι μετακινήθηκαν από τα χωριά στις πόλεις των κάμπων και στην πρωτεύουσα, η οποία άρχισε από τότε να μεταμορφώνεται στο σημερινό τέρας των 3.500.000 σχεδόν κατοίκων. Η ύπαιθρος εγκαταλείπεται, ερημώνεται και ερειπώνεται. Η βρύση του χωριού χάνει μαζί με τους ανθρώπους και τη ζωντάνια της και καταντάει ένα γραφικό «απολίθωμα». Παράλληλα με την ανάπτυξη της τεχνικής αρχίζουν να δημιουργούνται τα κεντρικά δίκτυα ύδρευσης των οικισμών και οι υδραυλικές εγκαταστάσεις σε κάθε σπίτι, σε κάθε χώρο ανθρώπινης δραστηριότητας. Οι άνθρωποι δεν είναι πια υποχρεωμένοι να κουβαλούν το νερό στο σπίτι, εξασφαλίζουν καλύτερες συνθήκες ατομικής υγιεινής μέσα στο σπίτι τους και η βρύση χάνει την πρακτική της αξία και σημασία, κάποτε μάλιστα και το νερό της, που διοχετεύτηκε στα κεντρικά δίκτυα ύδρευσης.

Όταν στις πόλεις και τα χωριά πλήθυναν τα αυτοκίνητα που χρειάζονται άνετους δρόμους και χώρους για να κυκλοφορήσουν, θυσιάστηκαν βρύσες σε δρόμους και πλατείες, γιατί ήταν άχρηστες στους εποχούμενους διαβάτες και τους εμπόδιζαν κιόλας. Έμειναν μόνον όσες βρίσκονταν σε θέσεις που δεν εμπόδιζαν τους ανθρώπους κι όσες έτυχαν την προστασία κάποιων ατόμων ή φορέων ευαίσθητων στην παράδοση και στα αρχιτεκτονικά μνημεία. Οι άνθρωποι της καταναλωτικής εποχής έχουν ωφελιμιστική νοοτροπία και «πρακτικό» πνεύμα, δε δείχνουν ευαισθησία για πράγματα ξεπερασμένα και «άχρηστα» του παρελθόντος. Πολλές απ’ αυτές είναι αυθεντικές, αλλά ερειπωμένες.

Άλλες επισκευάστηκαν ή ανακατασκευάστηκαν χωρίς τις πιο πολλές φορές να διατηρήσουν το χρώμα και την αρχική τους ομορφιά. Τα τελευταία χρόνια σε μερικά χωριά κατασκευάζονται από ιδιώτες, συλλόγους και κοινότητες βρύσες με παραδοσιακό στυλ σε μια προσπάθεια για τουριστική κυρίως αξιοποίηση και ανάπτυξη του τόπου τους. Δεν έχουν όμως την καλλιτεχνία και την ομορφιά των αυθεντικών παραδοσιακών κρηνών. Χρησιμοποιούνται τα καινούρια φτηνά υλικά, η κατασκευή τους είναι πρόχειρη και εύκολη. Δεν υπάρχουν άλλωστε και οι παλιοί τεχνίτες. Στα μαστοροχώρια του Μοριά σήμερα θα συναντήσει κανείς ελάχιστους τεχνίτες. Το μπουλούκι δεν υπάρχει πια. Ο πρωτομάστορας έγινε εργολάβος οικοδομικών εργασιών και οι μαστόροι, που ήταν συνεταίροι στο μπουλούκι, έγιναν μισθωτοί εργάτες, οικοδόμοι. Εντάχτηκαν δηλαδή στην κοινωνική πραγματικότητα της εποχής μας.

Η λαϊκή αρχιτεκτονική ανήκει σε άλλη εποχή, σε τρόπους παραγωγής και σε κοινωνική οργάνωση που έχουν ξεπεραστεί σήμερα. Τα έργα της όμως δεν έχουν χάσει την πολιτιστική τους αξία. Είναι μέρος του λαϊκού μας πολιτισμού, στοιχεία για την εθνική και την ιστορική μας αυτογνωσία και γι’ αυτό μπορούν ν’ αποτελέσουν πηγές έμπνευσης, μέσα βέβαια στις σημερινές συνθήκες ζωής. Δεν πρέπει να αφήνουμε το νερό να τρέχει από ερειπωμένες κρήνες και φρέατα, πλαισιωμένο από ακαλαίσθητα τσιμεντώματα και φτωχές, πρόχειρες παράγκες. Αξίζουν οι βρύσες που σώζονται μια «εθνολογική» μελέτη, μια φροντίδα εξωραϊσμού των πηγών, μια αναδρομή στην ιστορία τους, που θα ξανάδινε στο ουσιαστικό αυτό στοιχείο ζωής των ελληνικών αιώνων, το νερό, την αξιολόγηση που του πρέπει και τον αποφασιστικό ρόλο που θα παίζει πάντα για την αισιοδοξία μας. Η γνώση της λαϊκής αρχιτεκτονικής γενικά ίσως βοηθήσει να αναζητηθούν πιο ανθρώπινες λύσεις στα σημερινά οικιστικά και άλλα προβλήματα και ίσως η λαϊκή σοφία γυρίσει ξανά στις πόλεις μας[11].

 

Πηγάδια

 

 Σε περιοχές που δεν υπήρχαν φυσικές επίγειες πηγές ο πιο διαδεδομένος τρόπος εξεύρεσης νερού ήταν τα πηγάδια. Πηγάδια λέγονται βασικά οι αυτοτροφοδοτούμενες αποθήκες νερού. Δημιουργούνταν σε κάποιο μέρος, όπου κάτω από το έδαφος και σε λίγα μέτρα βάθος βρίσκεται νερό ή υπάρχει κάποιος υπόγειος δίαυλος νερού  (υπόγειο ποτάμι). Επινοήθηκαν την πρώτη και μέση εποχή του χαλκού (2500-1600 π.Χ) σε αρχαίους συνοικισμούς κτισμένους σε οχυρωμένες τοποθεσίες. Στην Αρχαία Ελλάδα το πηγάδι λεγόταν Φρέαρ και η λέξη πηγάδι είναι συνώνυμο της πηγής. Στην ελληνιστική κοινή η λέξη  πηγάδιον είναι υποκοριστικό της αρχαίας ελληνικής λέξης πηγή. Αποτελούσαν τις κύριες κατασκευές άντλησης και αποθήκευσης νερού στις περιπτώσεις που δεν εξασφαλιζόταν η μεταφορά του από κοντινή πηγή. Σε εποχές πολέμων, κοινωνικών αναταραχών και φυσικών καταστροφών τα πηγάδια βοήθησαν τον άνθρωπο, ενώ ήταν οι ζωοδότες για τους έγκλειστους μέσα στα κάστρα κατά τις πολιορκίες. Στο Σούλι την περίοδο της τουρκοκρατίας τα πηγάδια επάνω στο ξεροβούνι ξεδίψασαν τους Σουλιώτες και έδωσαν ζωή στην περιοχή.

 

Πηγάδι στο εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας στην Άκοβα Άργους. Φωτογραφία Τάσος Τσάγκος (8-6-2020).

 

Στην Αργολίδα τα πηγάδια είναι δεμένα με την ιστορία της. Η μυθολογική παράδοση αναφέρει ότι ο Δαναός έγινε βασιλιάς του Άργους, επειδή  ο ίδιος και οι κόρες του, που ήρθαν από την Αίγυπτο και γνώριζαν τις τεχνικές διαχείρισης των νερών του Νείλου, δίδαξαν στους κατοίκους του Άργους πώς να ανοίγουν πηγάδια για νερό και να ποτίζουν τις καλλιέργειες και μετέτρεψαν σε «ένυδρον» το «πολυδίψιον» Άργος.

Πηγάδια υπήρχαν συνήθως στις πεδινές περιοχές της Αργολίδας, όπου δεν υπήρχαν τρεχούμενα νερά, και σπάνια στα ορεινά χωριά, που είχαν πηγές και βρύσες.  Με το νερό των πηγαδιών αρδευόταν ο κάμπος, ενώ υπήρχαν και ιδιωτικά πηγάδια στις αυλές των σπιτιών για την ύδρευση κάθε νοικοκυριού. Ο αρχαίος γεωγράφος Στράβων αναφέρει ότι  η περιοχή γύρω από την πόλη του Άργους είναι χαμηλή και αυλακώνεται από ρεύματα υδάτων και  τροφοδοτείται άφθονα με νερό από τα πηγάδια, τα οποία συναντά κανείς σε κάθε βήμα και τα οποία είναι πολύ αβαθή [12]. Στην περιοχή έχει αποκαλυφθεί πλήθος από πηγάδια που μαρτυρούν πόσο σημαντικός ήταν ο ρόλος των φρεάτων στην τροφοδοσία με νερό.

Το αρχαιότερο πηγάδι της περιοχής πρέπει να είναι ένα μυκηναϊκό πηγάδι, που σώζεται ακόμη σήμερα στην περιοχή Επάνω Πηγάδι, δυτικά του θολωτού τάφου του Ατρέα, στην άκρη του ασφαλτωμένου αγροτικού δρόμου, που ξεκινάει από το κέντρο του σύγχρονου οικισμού των Μυκηνών, περνάει μέσα από τον ελαιώνα δυτικά της ακρόπολης των Μυκηνών και συνεχίζει ΒΑ για να καταλήξει στην Προσύμνη. Το πηγάδι βρίσκεται σε μια στροφή του δρόμου, είναι χτισμένο εσωτερικά με μεγάλες πέτρες κατά το μυκηναϊκό σύστημα δόμησης και το στόμιό του καλύπτεται από μια αγριοσυκιά, που με τις ρίζες της αντλεί νερό από το βάθος του πηγαδιού. Δεν φέρει καμία σήμανση ή επιγραφή που να δείχνει ότι είναι πανάρχαιο μνημείο, γιατί έχει την ατυχία να βρίσκεται έξω από το γνωστό αρχαιολογικό χώρο των Μυκηνών και να μην του δίνει κανείς ιδιαίτερη σημασία. Η ονομασία της περιοχής οφείλεται, πιθανότατα, στο πηγάδι αυτό, ενώ υπάρχει και η περιοχή Κάτω Πηγάδι νοτιότερα, όπου υπάρχει νεότερο πηγάδι. Βρίσκεται  στον ίδιο δρόμο  κοντά στο χωριό στο κέντρο ενός κυκλικού τσιμεντένιου περίγυρου με γούρνες στην περιφέρειά του για το πότισμα των ζώων και έχει καλυφθεί κι αυτό από μια αγριοσυκιά και αγριόχορτα φυτρωμένα στον περιβάλλοντα χώρο του.

Πληροφορίες για τα πηγάδια της Αργολίδας βρίσκουμε και την εποχή της Τουρκοκρατίας. Ο Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή, που επισκέφτηκε το Άργος το 1668, γράφει ότι είδε στην πόλη του Άργους πεντακόσια πηγάδια με το γλυκό νερό και πολλά αμπέλια και περιβόλια ολόγυρα και συμπληρώνει ότι το νερό και το κλίμα είναι καλά και σαράντα είδη κρασοστάφυλου αναφέρονται στα κατάστιχα της περιοχής [13].

Κατά την εκστρατεία του Δράμαλη στην πεδιάδα της Αργοναυπλίας το 1822 επικρατούσε μεγάλη λειψυδρία και ξηρασία. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έκαψε τα λίγα σπαρτά του κάμπου και διέταξε τους ντόπιους να πετάξουν μέσα στα πηγάδια τα διάφορα χαλκώματα, για να τα ξαναβρούν μετά την αποχώρηση του εχθρού. Το αποτέλεσμα ήταν  να δηλητηριασθούν τα νερά των πηγαδιών. Έτσι ο στρατός του Δράμαλη υποχρεώθηκε να ζήσει δυο εβδομάδες στο κάμπο του Άργους υποφέροντας από παντελή έλλειψη δυνατότητας ανεφοδιασμού, αφού οι Έλληνες είχαν κάψει τα πάντα στον Αργολικό κάμπο και τα πηγάδια είχαν στερέψει λόγω της ξηρασίας του καλοκαιριού [14].

Ο Αντώνης Μηλιαράκης, που περιέγραψε το Αργολικό πεδίο το 1888 αναφέρει ότι το Άργους υδρεύεται από την πηγή Ερασίνου του Κεφαλαρίου που φέρνει το νερό με κτιστό υδραγωγείο 5 χιλιόμετρων και από πηγάδια. [15] Στα χωρία του Άργους υπάρχουν λίγα δένδρα και κήποι που τους ποτίζουν με νερό από πηγάδια με βάθος 6-7 μέτρων στα χαμηλά τμήματα του κάμπου και 10-15 μέτρων στα πιο ορεινά.

Το 1936 στις πεδινές και ορεινές περιοχές του Αργολικού κάμπου υπήρχαν 2.904 πηγάδια άρδευσης, από τα οποία ενεργά ήταν τα 2.286, ενώ τα υπόλοιπα είχαν στερέψει ή έβγαζαν αλμυρό νερό. Τα περισσότερα ήταν στο Άργος και στα χωριά του κάμπου με καλλιεργήσιμες εκτάσεις και λιγότερα στην επαρχία Ναυπλίου και στα πιο ορεινά χωριά. Οι Αναγνωστόπουλος Ν. και Γάγαλης Γ. στο έργο τους «Η Αργολική Πεδιάς» καταγράφουν τα πηγάδια της Αργοναυπλίας, όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα[16].

 

Πηγάδια Αργοναυπλίας
Επαρχία Άργους Σύνολο Ενεργά Επαρχία Ναυπλίου Σύνολο Ενεργά
Άργος 407 307 Ναύπλιο  –
Ν. Κίος 130 110 Άρεια 65 55
Μύλοι 1 1 Άγ. Αδριανός 13 10
Κιβέρι 8 8 Κοφίνι (Ν. τίρυνθα) 100 75
Δαλαμανάρα 400 300 Αργολικό 120 100
Πασσιά (Ίναχος) 390 290 Μέρμπακα (Αγ. Τριάδα) 210 170
Χώνικα 150 120 Παναρίτι 9 9
Κουτσοπόδι 300 250 Ανυφί 180 135
Μυκήνες 10 10 Πουλακίδα 40 35
Φίχτια 6 6 Μάνεσι
Πυργέλα 125 100 Μιδέα
Λάλουκα 150 120
Κουρτάκι 90 75
ΣΥΝΟΛΟ 2.167 1.697 ΣΥΝΟΛΟ 737 589

 

Το βάθος των πηγαδιών έχει διπλασιαστεί από την εποχή που τα κατέγραψε ο Αντώνης Μηλιαράκης (1888), γιατί λόγω της υπεράντλησης των υπόγειων υδάτων κατέβαινε η στάθμη του υδροφόρου ορίζοντα, και διαφέρει από περιοχή σε περιοχή [17]. Τα πιο βαθιά πηγάδια ήταν στα Φίχτια (24-38 μέτρα), στις Μυκήνες (15-30 μ.), στην Πουλακίδα (15-28 μ.) και στο Άργος (10-31 μ.). Πιο ρηχά ήταν τα πηγάδια στους Μύλους (7,5 μ.), στην Πυργέλα (8-13 μ.), στο Λάλουκα (9-12 μ.), στο Κουρτάκι (9-13 μ.), στο Κιβέρι (4,5-9 μ.) και προπαντός στη Ν. Κίο, όπου εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τη Μ. Ασία το 1927 και μέσα σε 10 χρόνια άνοιξαν 130 πηγάδια με βάθος 1,5-3 μέτρων για τις ανάγκες του χωριού.

Τα επόμενα χρόνια και μέχρι τη δεκαετία του 1960 η στάθμη των υπόγειων υδάτων υποχώρησε και άρχισαν οι γεωτρήσεις σε βάθος 80-100 μέτρων αρχικά και πολύ μεγαλύτερο αργότερα. Στο Άργος, εκτός από τα ιδιωτικά πηγάδια που υπήρχαν στις αυλές των σπιτιών για ύδρευση και στα περιβόλια για άρδευση των καλλιεργειών, δημιουργήθηκαν και δημόσιας χρήσης πηγάδια, ένα στο κέντρο του νεοκλασικού κτιρίου της Δημοτικής Αγοράς και ένα στη δυτική πλευρά του υπαίθριου χώρου της λαϊκής αγοράς. Ένα ακόμα κοινόχρηστο πηγάδι ήταν το «Πηγάδι του Τούντα» στη διασταύρωση των δρόμων προς το Σχοινοχώρι και τα Σταθέϊκα μετά το αεροδρόμιο του Άργους και δίπλα στο πρώην συσκευαστήριο Παναγιωτόπουλου, όπου ξεδιψούσαν άνθρωποι και ζώα που κινούνταν προς το παζάρι του Άργους.

Το μεγάλο πηγάδι των Λιμνών. Απεικόνιση σε τηλεκάρτα, Νοέμβριος 2001.

Στο Μπερμπάτι (Προσύμνη) νερό προμηθεύονταν από το ποτάμι Αστερίωνα και από πηγάδια που υπήρχαν σε αρκετά μέρη του χωριού και σε αυλές κάποιων σπιτιών. Στις Λίμνες, ένα χωριό με πετρώδες έδαφος όπου οι κάτοικοι δημιούργησαν πολλές αναβαθμίδες, τα λεγάμενα πεζούλια, για καλλιέργεια, η έλλειψη νερού αποτελούσε πολύ μεγάλο πρόβλημα. Για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας δημιούργησαν ένα μεγάλο πηγάδι στην είσοδο του χωριού και άλλα μικρότερα σε γειτονικές περιοχές. Το μεγάλο πηγάδι των Λιμνών σώζεται μέχρι σήμερα και αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των παλαιότερων πηγαδιών. Έχει δημιουργηθεί μέσα σ’ έναν κυκλικό περίβολο πλακοστρωμένο και πλαισιωμένο με μεγάλες πέτρινες γούρνες, για να ποτίζουν τα ζώα, και με πλάκες, πάνω στις οποίες οι γυναίκες του χωριού έκαναν τη μπουγάδα τους ή έπλεναν τα χειμωνιάτικα σκεπάσματα. Οι κάτοικοι έπαιρναν νερό από το πηγάδι με κουβάδες, ξύλινα βαρέλια ή μεταλλικά δοχεία φορτωμένα στα ζώα.  Οι μεγάλες πέτρες στο στόμιο του πηγαδιού φέρουν βαθιές αυλακώσεις από τα σχοινιά των κουβάδων που σύρονταν πάνω τους καθώς ανέβαζαν το νερό με τα χέρια. Το καλοκαίρι οι ανάγκες για νερό ήταν μεγάλες και μπορεί να περίμεναν αρκετές ώρες τη σειρά τους για νερό. Πολλές φορές πήγαιναν από τις τρεις το πρωί, όλη την ημέρα ακόμα και τη νύχτα. Όταν το νερό λιγόστευε και η στάθμη του κατέβαινε, οι γυναίκες έπλεναν εκεί μόνο τις κουβέρτες, ενώ για μπουγάδα πήγαιναν σε άλλα πηγάδια έξω από το χωριό μέχρι το 1958, όταν δημιουργήθηκε δίκτυο κεντρικής ύδρευσης στο χωριό με βρύσες στα σπίτια.

Στο Ναύπλιο, στο πρώην βιομηχανικό συγκρότημα «ΑΝΘΟΣ», που βρισκόταν σε οικόπεδο επί της εθνικής οδού Ναυπλίου-Επιδαύρου, ανοίχτηκε πηγάδι στο κέντρο της εσωτερικής αυλής του κυρίου βιομηχανικού συγκροτήματος. Το νερό του χρησίμευε στη διαδικασία επεξεργασίας φρούτων και λαχανικών, που απαιτούσε μεγάλες ποσότητες. Στο Πολύγωνο, μια συνοικία κοντά στο στρατόπεδο, όπου σήμερα ορθώνονται πολυκατοικίες, ήταν παντού πέτρινα σπίτια απομακρυσμένα το ένα από το άλλο με τεράστιους κήπους με τριανταφυλλιές, γεράνια, γαρουφαλλιές, γιασεμιά και μικρούλες λεμονιές ή πορτοκαλιές και μπροστά ένα πηγάδι με μια καρυδιά ή μουριά. Στα συνοικισμό Ταμπάκικα του Ναυπλίου, όπου κατοικούσαν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και κατεργάζονταν δέρματα, υπήρχαν πέντε πηγάδια που έβγαζαν άφθονο  νερό και περιβόλια µε ελιές, αμπέλια, ροδιές, συκιές και κηπευτικά.

Στα Λευκάκια σώζονται μέχρι σήμερα το παλιό πηγάδι και η παλιά δεξαμενή, που τροφοδοτούσε το χωριό με νερό με έναν υπόγειο πήλινο αγωγό. Πολλά εγκαταλελειμμένα πηγάδια, που χρησιμοποιούνταν παλιά για ύδρευση και άρδευση, υπάρχουν ακόμα στην περιοχή μεταξύ Λευκακίων και Τσέλου Ασίνης  ανάμεσα σε οικισμούς και στα χωράφια. Κάποια έχουν νερό μέχρι σχεδόν λίγο κάτω από την επιφάνεια του εδάφους και άλλα δεν έχουν καθόλου. Κάποια από αυτά έχουν «βραχόλι» δηλαδή κτιστό τμήμα με πέτρες ή τούβλα πάνω απ’ την επιφάνεια του εδάφους, πολλά όμως δεν προεξέχουν από το έδαφος και καθώς βρίσκονται μέσα σε κτήματα αποτελούν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον αμέριμνο περιπατητή που δεν γνωρίζει την ύπαρξή τους. Σε πολλά από αυτά δίπλα από το «βραχόλι» υπάρχουν λαξευτές γούρνες για το πότισμα των ζώων. Τα περισσότερα όμως «βραχόλια» και οι γούρνες έχουν δυστυχώς λεηλατηθεί.

Στο δρόμο από την Ασίνη προς  Ίρια και Καρνεζαίικα πριν τη Βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Νικολάου συναντάμε το πηγάδι Αχαμνό με τρεις πανέμορφες πέτρινες γούρνες. Στο Τολό η βασική πηγή ύδρευσης βρισκόταν στην έπαυλη του Νασάν Πασά, πάνω από το χωριό, όπου κάποτε ξεκουράστηκαν και ξεδίψασαν οι στρατιώτες του Μοροζίνι, αλλά οι κάτοικοι του χωριού υδρεύονταν και από πηγάδια, που άνοιγε κάθε οικογένεια, για να εξασφαλίσει νερό για το σπίτι και τον κήπο που δημιουργούσε στην αυλή της [18].Υπήρχαν έως δέκα πηγάδια και το μισό χωριό έβγαζε με τον κουβά τέτοιο νερό, πηγαδίσιο, για να πίνουν οι άνθρωποι και να ποτίζουν τα ζωντανά τους [19].

Στο Γκέρμπεσι (Μιδέα) υπήρχαν τρία κοινόχρηστα πηγάδια για την κάλυψη των οικιακών αναγκών και πέντε ιδιωτικά, που ανοίχτηκαν μετά τον πόλεμο για άρδευση. Το ένα κοινόχρηστο πηγάδι βρισκόταν στη σημερινή πλατεία, μπροστά στο κοινοτικό γραφείο. Είχε βάθος 25 περίπου μ. και το εσωτερικό του ήταν κτισμένο με πέτρες και ασβεστοκονίαμα, για να μην γκρεμίζονται τα τοιχώματα. Το στόμιο του πηγαδιού προστατευόταν από υπέργεια τετράγωνη τσιμεντένια κατασκευή ύψους 0,80 μ. Το νερό ήταν λιγοστό και γλυφό και κάποια στιγμή το γέμισαν με πέτρες και πάνω του διαμόρφωσαν την πλατεία του χωριού.

Το δεύτερο πηγάδι βρισκόταν στο σταυροδρόμι μπροστά από το σπίτι του Μόσμη και στο νερό του οφείλεται η ζωή και η διάρκεια του οικισμού, αφού ήταν το σχεδόν μοναδικό μέσο ύδρευσης των κατοίκων. Το άνοιγμά του έγινε όταν δημιουργήθηκε ο οικισμός και οι παλαιότεροι έλεγαν πως το είχαν φτιάξει Τούρκοι. Είχε διάμετρο 2,5 μ. περίπου και βάθος γύρω στα 20 μ. Εσωτερικά ήταν χτισμένο με πέτρες για την προστασία των τοιχωμάτων, εξωτερικά προστατευόταν με περιμετρικό τοίχο από μεγάλες πέτρες, ενώ στα χείλη του υπήρχαν μεγάλες πέτρες πελεκημένες στις δύο όψεις, την επάνω και την εσωτερική προς το κέντρο του πηγαδιού, οι οποίες έφεραν συνεχείς παράλληλες εγκοπές σε βάθος τεσσάρων δαχτύλων περίπου, που είχαν δημιουργηθεί από την τριβή των σχοινιών των κουβάδων κατά την άντληση του νερού. Γύρω από το πηγάδι υπήρχαν πέτρινες γούρνες για το πότισμα των ζώων. Με την εντατική εκμετάλλευση του νερού ο υδροφόρος ορίζοντας κατέβηκε χαμηλά, το πηγάδι στέρεψε και από το 1961 το χωριό άρχισε να υδρεύεται από κοινοτική γεώτρηση. Το1980 η κοινοτική αρχή γέμισε το πηγάδι με τις πέτρες του και ισοπέδωσε το χώρο, για να μπορεί να παίρνει άνετα στροφή το λεωφορείο.

Το τρίτο πηγάδι ήταν στη «Φλιαμπουρίτσα», στο ρέμα δεξιά από την τελευταία στροφή του δρόμου προς το εκκλησάκι του Αϊ Γιαννιού και το χρησιμοποιούσαν για το πότισμά των προβάτων. Το εσωτερικό έχει επενδυθεί με πέτρες και οι παρειές του έχουν υψωθεί στους 80 πόντους με κτιστές πελεκητές πέτρες. Τα πέντε ιδιωτικά πηγάδια του χωριού ήταν στις αυλές των ιδιοκτητών τους και ο καθένας τα χρησιμοποιούσε για τις ανάγκες του σπιτιού του.

Στο Αραχναίο (Χέλι) η ύδρευση γινόταν από έξι κοινόχρηστα πηγάδια που υπήρχαν κοντά στο χωριό. Τρία από τα πηγάδια αυτά τα χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά για το πότισμα των μεγάλων ζώων, κυρίως μουλάρια που στο χωριό ήταν πάνω από πεντακόσια, ενώ τα  υπόλοιπα τρία χρησίμευαν για την ύδρευση των κατοίκων. Κάθε σπίτι μπορούσε να πάρει 1-2 βαρέλια νερό από 20-25 οκάδες το καθένα κάθε μέρα. Το χειμώνα γέμιζαν και το νερό ξεχείλιζε από το στόμιο. Το καλοκαίρι, όταν η στάθμη του νερού κατέβαινε, σφράγιζαν στο στόμιο και ο υδρονομέας του χωριού άφηνε ανοικτό ένα για την ύδρευση και ένα για το πότισμα των ζώων και επιτηρούσε συνέχεια τη χρήση τους. Στο τέλος του καλοκαιριού όλα αυτά τα πηγάδια στέρευαν τελείως και οι κάτοικοι κατέφευγαν στον Πηλιαρό, μια ώρα μακριά, όπου υπήρχε κοινόχρηστο πηγάδι, για να ποτίσουν τα ζώα τους και να γεμίσουν δύο βαρέλια νερό και να το φέρουν στο χωριό φορτωμένο στα μουλάρια. Οι πιο εύποροι κάτοικοι του χωριού από τα παλαιά χρόνια άνοιγαν δικά τους πηγάδια στις αυλές ή στα χωράφια τους για τις ανάγκες τους σε νερό. Τέτοια ιδιωτικά πηγάδια υπήρχαν δεκάδες διάσπαρτα μέσα και έξω από το χωριό. Αυτή ήταν η ύδρευση στο χωριό μέχρι το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ενώ η άρδευση εθεωρείτο στο χωριό πολυτέλεια και προνόμιο των κατοίκων του Αργολικού Κάμπου[20].

Το άνοιγμα ενός πηγαδιού είχε κόστος όσο το χτίσιμο ενός σπιτιού, γι’ αυτό και ο κόσμος έλεγε ότι τρία ήταν τα δύσκολα προβλήματα του χωρικού. Να χτίσει σπίτι, να ανοίξει πηγάδι και να παντρέψει κορίτσι. Το σκάψιμο και το χτίσιμο ενός πηγαδιού δεν ήταν μια απλή διαδικασία. Ήταν έργο κοπιαστικό και πολυδάπανο, μόνον οι εύποροι του χωριού μπορούσαν να το κάνουν και γι αυτή την εργασία υπήρχαν ειδικοί τεχνίτες, οι λεγόμενοι πηγαδάδες. Ένα συνεργείο πηγαδάδων είχε 5-6 εργάτες, 2-3 δούλευαν μέσα στο πηγάδι και οι υπόλοιποι τραβούσαν τα χώματα έξω από το πηγάδι [21]. Το κόστος κάθε πηγαδιού εξαρτιόταν από το βάθος του, τη διάμετρο, τη σκληρότητα του εδάφους, το είδος της εσωτερικής επένδυσης του πηγαδιού και τη συμμετοχή της οικογένειας του ιδιοκτήτη στις εργασίες, που μείωνε σημαντικά το κόστος. Προπολεμικά ένα ρηχό πηγάδι 10-12 μέτρων κόστιζε 18-20.000 δραχμές, όταν ένα καλό ποτιστικό χωράφι στον κάμπο είχε αξία 10.000 δραχμές το στρέμμα και το μεροκάματο ενός εργάτη της γης για σκάψιμο, κλάδεμα κ.λ.π. ήταν 40-50 δραχμές[22].

Το άνοιγμα πηγαδιού γινόταν σε μέρος, όπου εκτιμούσαν ότι σε λίγα μέτρα βάθος κάτω από το έδαφος βρίσκεται νερό ή υπάρχει κάποιος υπόγειος δίαυλος νερού  (υπόγειο ποτάμι). Πηγάδια έχτιζαν συνήθως κοντά σε ρεματιές που υποδήλωναν την ύπαρξη νερού, ενώ ως σημάδι αξιολογούσαν την ύπαρξη και άλλων πηγαδιών στην περιοχή. Ένδειξη νερού ήταν οι μικρές γούβες ή γούρνες νερού, η χλωρή βλάστηση κατά τους καλοκαιρινούς μήνες ή σημεία με διάφορα υδρόφιλα φυτά, όπως πλάτανος, ιτιά, λεύκα, βούρλο, νεράγκαθο, καλάμια, κ.λ.π. Οι παλιοί πηγαδάδες χρησιμοποιούσαν διάφορες μεθόδους για ν’ εντοπίσουν το άβαθο κοίτασμα του νερού. Κάρφωναν  π.χ. βαθιά στο έδαφος ένα μυτερό σίδερο και πάνω του τοποθετούσαν ένα μεγάλο κογχύλι. Το βράδυ, όταν έπεφτε ο αέρας και υπήρχε ηρεμία, ο πηγαδάς έβαζε το αυτί του στο κογχύλι και, αν υπήρχε υπόγειο ποτάμι σε βάθος μέχρι τα 10-15 μέτρα, ακούγονταν καθαρά ο θόρυβος του νερού. Όταν ο πηγαδάς  ήταν σίγουρος για την ανεύρεση νερού, ξεκινούσε τις εργασίες για το σκάψιμο του πηγαδιού. Εάν δεν εύρισκε νερό, ο ιδιοκτήτης δεν είχε υποχρέωση να τον πληρώσει και οι κόποι του πήγαιναν χαμένοι.

Στο σημείο που επέλεγαν έσκαβαν αρχικά με κασμά και φτυάρι ένα ρηχό κυκλικό λάκκο με διάμετρο δύο έως τρία περίπου μέτρα. Υπολόγιζαν ότι το πάχος των λιθαριών που θα έχτιζαν γύρω-γύρω στο πηγάδι θα καταλάμβανε πενήντα πόντους περίπου, ώστε να μείνει το ανάλογο κενό στο κέντρο, για να χωράει ο τενεκές με το μαγκάνι που ανεβάζει το νερό. Το σκάψιμο του πηγαδιού γινόταν με αξίνες, κασμάδες και φτυάρια, με τα οποία πετούσαν έξω το χώμα μέχρι να φτάσουν σε βάθος 2-2,5 μέτρα. Έπειτα τοποθετούσαν στο στόμιο του πηγαδιού ένα ξύλινο ή μεταλλικό μάγγανο, στο οποίο τύλιγαν σκοινί με ένα άγκιστρο στην άκρη, απ’ όπου κρεμούσαν ζεμπίλι ή κουβά. Οι εργάτες που έσκαβαν μέσα στο λάκκο φόρτωναν τα χώματα και τις πέτρες στον κουβά και οι άλλοι εργάτες πάνω τον τραβούσαν με το μαγκάνι και τον άδειαζαν. Η διαδικασία αυτή διαρκούσε μέχρι να βρουν «υγρασία», δηλαδή νερό, στα δέκα με δεκαπέντε μέτρα βάθος ή και περισσότερο, ανάλογα με την περιοχή.

Από τη στιγμή που έβρισκαν το νερό άρχιζαν το χτίσιμο εσωτερικά με ξηρολιθοδομή από κάτω μέχρι πάνω. Το κτίσιμο του πηγαδιού ήθελε ειδική τεχνική και έπρεπε να επιτρέπει την είσοδο του νερού, να φράζει τα τοιχώματα που παρασύρονταν στον πυθμένα και συγχρόνως να είναι καλαίσθητο. Η όλη κατασκευή ήταν ξερολιθιά, ώστε να μην εμποδίζει το νερό να περνάει από τα τοιχώματα. Τα άτομα μέσα στο πηγάδι κατέβαζαν με το μαγκάνι πέτρες, τις τοποθετούσαν κάθετα στην περίμετρο του λάκκου και «μπάζωναν» με χαλίκια ή με πέτρες μικρού μεγέθους (σόμπολα) το κενό προς τα τοιχώματα του πηγαδιού, ώστε περνώντας το νερό μέσω αυτών να φιλτράρεται και να είναι καθαρό. Όταν ο τοίχος στο πηγάδι άρχιζε να «ψηλώνει», έφτιαχναν μια κατασκευή σαν ξύλινο «πατάρι», πάνω στα οποία πατούσαν, για να συνεχίσουν να χτίζουν προς τα πάνω. Όταν έφθαναν στα 3-4 μέτρα από το πάνω μέρος του πηγαδιού, η λιθοδομή στένευε και κατέληγε σε μικρό κυκλικό στόμιο με διάμετρο 60-80 εκατοστά. Στο άνοιγμα του πηγαδιού και σε ύψος 80 περίπου εκατοστά από την επιφάνεια του εδάφους τοποθετούσαν το σύστημα άντλησης του νερού.

Η άντληση του νερού από το πηγάδι γινόταν με τρεις τρόπους. Ο κλασσικός τρόπος ήταν με τα χέρια και με τη βοήθεια ενός κουβά δεμένου σε σχοινί, τον οποίο κατέβαζαν στο πηγάδι και ανέβαζαν με μυϊκή δύναμη χωρίς τη βοήθεια κάποιου μηχανισμού. Με τον τρόπο αυτό αντλούσαν λίγο νερό από πηγάδια με μικρό βάθος.  Στα δημόσια πηγάδια ο καθένας αντλούσε νερό με το δικό του σχοινί και δεν χρησιμοποιούσαν καρούλια ή ανέμες.

Σε πηγάδια με μεγάλο σχετικά βάθος και για άντληση περισσότερου νερού χρησιμοποιούσαν χειροκίνητο μηχάνημα τοποθετημένο σταθερά στο στόμιο του πηγαδιού, το μαγκάνι, από το οποίο και το πηγάδι ονομάστηκε μαγγανοπήγαδο. Το μαγκάνι αποτελείται από έναν ξύλινο ή μεταλλικό κύλινδρο, που στηρίζεται στα άκρα του με δυο τριγωνικές βάσεις πάνω στο στόμιο του πηγαδιού. Γύρω από τον κύλινδρο περιτυλίγεται μακρύ σκοινί ή αλυσίδα, που η μια άκρη του είναι δεμένη σταθερά στον κύλινδρο και στην άλλη είναι δεμένος ένας κουβάς, που μπορεί να φτάσει ως τον πάτο του πηγαδιού. Στη μια άκρη του κυλίνδρου εξέχει μια χειρολαβή, με την οποία μπορεί να περιστρέψει κάποιος τον κύλινδρο. Όταν τη γυρίσει, ξετυλίγεται το σκοινί και κατεβάζει τον κουβά ως τη στάθμη του νερού. Πιάνει τότε το σκοινί με το ένα του χέρι και με μια επιδέξια απότομη κίνηση αναποδογυρίζει τον κουβά, για να βυθιστεί στο νερό και να γεμίσει. Γυρίζει κατόπιν αντίθετα τον κύλινδρο με τη λαβή και ανασύρει τον κουβά στην επιφάνεια γεμάτο με νερό, για να τον αδειάσει στο δοχείο ή τη γούρνα, που βρίσκεται δίπλα από το πηγάδι. Σήμερα βλέπουμε τα μαγγάνια στις αυλές χωριάτικων σπιτιών τοποθετημένα πάνω σε εικονικά συνήθως πηγάδια ως διακοσμητικά στοιχεία, που συμβολίζουν μια παράδοση δεμένη με τον ελληνικό χώρο, όπου το νερό είναι ένα στοιχείο πολύτιμο και δυσεύρετο[23].

 

Ιπποκίνητο μαγκάνι στο Τολό.

 

Η εξαγωγή περισσότερου νερού γινόταν με χειροκίνητες αντλίες (τρόμπες-τουλούμπες), που μπορούσαν να αντλήσουν νερό από μικρά σχετικά βάθη για τις ανάγκες πολλών νοικοκυριών σε χωριά και αγροκτήματα. Οι αντλίες αυτές αποτελούνταν από ένα συνήθως σιδερένιο σωλήνα μέσα στον οποίο κινούνταν ένα έμβολο με μορφή δίσκου και με μια ελαστική «φλάντζα» που έκανε στεγανή την επαφή του με τον κύλινδρο. Το έμβολο συνδεόταν με μια χειρολαβή που επέτρεπε την παλινδρομική κίνησή του. στη βάση του έμβολου υπήρχε μια βαλβίδα, που άνοιγε όταν το έμβολο κινούνταν προς τα πάνω και έκλεινε όταν εκινείτο προς τα κάτω. Όταν την ανύψωνε ο χειριστής του, το έμβολο κινείτο προς τα κάτω. Η βαλβίδα άνοιγε και επέτρεπε στον αέρα στην αρχή και στο νερό στη συνέχεια της λειτουργίας να ανέβει πάνω από το έμβολο. Όταν κατέβαζε τη χειρολαβή, το έμβολο κινείτο προς τα επάνω, η βαλβίδα έκλεινε και κάτω από το έμβολο δημιουργείτο κενό, που ανύψωνε το νερό από τον υδροφόρο ορίζοντα. Το νερό που είχε περάσει στο προηγούμενο στάδιο πάνω από το έμβολο κινείτο προς τα πάνω και έβγαινε από σωλήνα εξαγωγής στο πλάι της αντλίας – τουλούμπας. Ο κύκλος της αντλίας επαναλαμβάνεται προκαλώντας την παροχή του νερού.

 

Μηχανισμός μαγκανοπήγαδου.

 

Το  νερό για πότισμα των κήπων έβγαινε από το πηγάδι με την ανέμη, ένα σύστημα οδοντωτού υδραυλικού τροχού με μια σειρά από μεταλλικά δοχεία – κουβάδες, τις «κουτσούμπες», οι οποίοι ήταν δεμένοι σε ίσιες  αποστάσεις στο μεγάλο υδραυλικό τροχό, που αποτελούσε το τύμπανο του μάγγανου. Για την εξαγωγή μεγάλων ποσοτήτων νερού από βαθύτερα πηγάδια για άρδευση χρησιμοποιούσαν ιπποκίνητα και αργότερα μηχανοκίνητα μαγκάνια με κουτσούμπες. Αυτό το μαγκάνι ήταν ένας πολύπλοκος μεταλλικός μηχανισμός με τρία βασικά μέρη: (i) το τύμπανο, (ii) τα γρανάζια και (iii) τους κουβάδες. Το τύμπανο, βασικό στοιχείο του μαγγανιού, ήταν τοποθετημένο σταθερά πάνω από το πηγάδι και το αποτελούσαν δύο παράλληλοι μεταλλικοί δίσκοι συνδεδεμένοι μεταξύ τους με έναν μεταλλικό κώνο με μεταλλικά πτερύγια (φτερά) στην περίμετρό του. Τα γρανάζια του μαγκανιού ήταν δύο. Το πρώτο γρανάζι ήταν τοποθετημένο οριζόντια, δίπλα στο τύμπανο, και στην κορυφή του υπήρχε ένα σταθερό ξύλινο κοντάρι 3-4 μέτρων. Το κάθετο γρανάζι ήταν παράλληλο προς τους δίσκους στις πλευρές του τύμπανου. Ο μηχανισμός, τέλος, περιλάμβανε και μια σειρά από μικρούς μεταλλικούς κουβάδες («κουτσιούπες»), οι οποίοι συνδέονταν μεταξύ τους σε μία κλειστή αλυσίδα, που στερεωνόταν γύρω από το τύμπανο και τμήμα της κρεμόταν μέσα στο πηγάδι.

Για να τεθεί το τύμπανο σε περιστροφή, ήταν απαραίτητη η χρήση ενός ζώου, που ήταν δεμένο με τριχιές από τη λαιμαριά του στο ξύλινο δοκάρι, που ήταν περασμένο στην κορφή του μαγκανιού. Το συμπαθές τετράποδο (γαϊδούρι, μουλάρι ή άλογο) με τα μάτια κλεισμένα στο πλάι με παρωπίδες, για να μη ζαλίζεται, γύριζε αργά – αργά και σταθερά γύρω από το πηγάδι σέρνοντας το κοντάρι και αναγκάζοντας το οριζόντιο γρανάζι να γυρίσει. Καθώς το ζώο γύριζε το ξύλο και έβαζε σε κίνηση τον κάθετο σιδερένιο άξονα, που γύριζε το οριζόντιο γρανάζι, αυτό γύριζε το κάθετο γρανάζι κι εκείνο έβαζε με τη σειρά του σε κίνηση το κυκλικό σύστημα με τους μεταλλικούς κουβάδες, που έφτανε ο καθένας στον πάτο του πηγαδιού, γέμιζε με νερό, έφτανε ύστερα επάνω, άδειαζε το νερό σε μια τσιμεντένια δεξαμενή κι από κει μέσα από τα αυλάκια, τους «ποτιστάδες», το νερό έπαιρνε το δρόμο του για τα δέντρα και τα κηπευτικά. Αργότερα η άντληση του νερού με μαγγανοπήγαδο γινόταν  και με μηχανικά μέσα, είτε με πετρελαιομηχανή είτε με ηλεκτρισμό.

 

Πηγάδι με μαγκάνι.

 

Στα πηγάδια πολλές φορές αναπτύχθηκαν έρωτες, έγιναν προξενιά, μάλωσαν άνθρωποι, έγιναν φονικά, έγιναν συμφωνίες, κουμπαριές, γνωριμίες και πραγματοποιήθηκαν πολλά γλέντια. Μετά τη βιομηχανοποίηση και την εξέλιξη όμως τα πηγάδια πέρασαν στην πλήρη εγκατάλειψη και την λησμονιά του χρόνου. Αρχικά αντικαταστάθηκαν με τις κοινοτικές ή δημοτικές βρύσες, που κι αυτές με την σειρά τους εγκαταλείφθηκαν, διότι ήρθε η ύδρευση κάθε σπιτιού από κεντρικό δίκτυο, που έκανε πιο άνετη τη διαβίωση και συνέβαλε στην υγιεινή του ανθρώπου, κατέστρεψε όμως τον υδροφόρο ορίζοντα και έσβησε την ομορφιά μιας άλλης εποχής. Όσοι  έτυχε να κρατήσουν πηγάδι το χρησιμοποιούν μόνο για διακόσμηση στον κήπο ή στην αυλή τους. Άλλοι καταφεύγουν σε καταστήματα πώλησης οικοδομικών υλικών, όπου πωλούνται απομιμήσεις πηγαδιών με την ανέμη, που διακοσμούν τις αυλές των νεόπλουτων Ελλήνων. Πολλά εγκαταλελειμμένα πηγάδια όμως έγιναν η αιτία να χαθούν άνθρωποι που δεν βρέθηκαν ποτέ και έτσι βγήκε η φράση «άνοιξε η γη και τον κατάπιε». Η πολιτεία, για να περιορίσει αυτούς τους κινδύνους, υποχρεώνει να σκεπάζουν τα υπαίθρια πηγάδια και να τοποθετούν την ανάλογη προειδοποιητική σήμανση.

 

Στέρνες

 

Σε περιοχές όπου η έλλειψη πηγών έκανε την ανεύρεση νερού δύσκολη και σε άγονες ημιορεινές κυρίως περιοχές χωρίς εκμεταλλεύσιμο υδροφόρο ορίζοντα, ο άνθρωπος επινόησε τρόπους για τη συλλογή, συγκέντρωση και αποθήκευση νερού της βροχής για αρδευτικούς σκοπούς, για ανθρώπινη χρήση και για την κτηνοτροφία. Το νερό της βροχής ήταν το πολύτιμο αγαθό που έπρεπε να αποταμιεύουν και με λαϊκή σοφία κατασκεύασαν μεγάλες υπόγειες δεξαμενές νερού, τις «στέρνες», στις οποίες το μάζευαν, ώστε να το έχουν για να ξεδιψάσουν, να φροντίσουν την υγιεινή και την καθαριότητα στα σπίτια τους και να ποτίσουν τους κήπους τους. Η λέξη «στέρνα» είναι μεσαιωνική και προέρχεται από τη λατινική λέξη cisterna (=είδος χτιστής δεξαμενής για την συλλογή και αποθήκευση υγρών, ιδίως βρόχινου νερού μέσα στο έδαφος), η οποία περιλαμβάνει την αρχαία ελληνική λέξη  κίστη (= κιβώτιο). Ίσως προήλθε από την κατά λέξη απόδοση«κι η στέρνα» (cista<cisterna<κιστέρνα).

Η στέρνα ήταν μια τεχνητή υπόγεια κοιλότητα για αποθήκευση νερού. Στους αρχαίους πολιτισμούς η συλλογή βρόχινου νερού ήταν συνηθισμένη πρακτική για την εξασφάλιση νερού για όλες τις χρήσεις. Από την Κρήτη ως τη Βόρεια Αίγυπτο και την Ιορδανία από την Εποχή του Χαλκού (2200-1200 π.Χ.) η τοπική σοφία οδήγησε τους ανθρώπους να φτιάξουν στέρνες, για να συλλέγουν το βρόχινο νερό για την κάλυψη των αναγκών κατά την ξηρή περίοδο του χρόνου. Η αποθήκευση νερού για μεγαλύτερες περιόδους ξηρασίας έγινε δυνατή στην εποχή του Σιδήρου (1200-600 π.Χ.), όταν εφευρέθηκε ο πηλός με τη μίξη τοπικά διαθέσιμων εδαφικών υλικών.

Η χρήση των δεξαμενών ήταν αρκετά συχνή στον Ελλαδικό χώρο από την Μινωϊκή και Μυκηναϊκή εποχή. Στη Μινωική Κρήτη (περίπου 3.200-1.100 π.Χ.), χρησιμοποιούσαν δεξαμενές για τη συλλογή και την αποθήκευση του νερού της βροχής. Στους κλασικούς και στους ελληνιστικούς χρόνους χρησιμοποιούσαν υπόγειους στεγανούς κτιστούς ή ορυκτούς χώρους βάθους 2,00-3,00 m, που αποτελούσαν τους αποδέκτες των νερών της βροχής με τη βοήθεια οριζόντιων και κάθετων αγωγών προσαρμοσμένων στις στέγες. Στην αρχαία Ρώμη οι κατοικίες περιλάμβαναν δεξαμενές κάτω από πλακόστρωτες αυλές για τη συλλογή του νερού της βροχής, στις οποίες κατέληγαν και τα υδραγωγεία κάθε πόλης. Στην Ελλάδα ως τα μέσα του εικοστού αιώνα το ένα τρίτο των νοικοκυριών των κοινοτήτων σε αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές διέθεταν υπόγειες υδατοδεξαμενές.

Οι στέρνες διαφέρουν από τα πηγάδια, που σκάβονταν για την άντληση των φυσικών υπόγειων νερών. Οι στέρνες ήταν ζωτικής σημασίας στις ορεινές κυρίως περιοχές, επειδή τα πηγάδια και οι φυσικές πηγές σπάνιζαν στα ορεινά και, όπου υπήρχαν, συνήθως στέρευαν προς το τέλος του καλοκαιριού. Οι άνθρωποι έπρεπε να βρουν τρόπους να συλλέγουν και να συγκρατούν το νερό της βροχής ή την απορροή των πηγών. Έτσι έσκαβαν κάτω από το έδαφος στέρνες για τη συλλογή νερού, που επέτρεπε να σχηματίζονται χωριά ακόμη και σε μέρη όπου τα αποθέματα νερού ήταν ελάχιστα. Ήταν το μόνο μέσο για τη διατήρηση επαρκούς αποθέματος νερού.

Οι πιο παλιές στέρνες ήταν λαξευμένες, πελεκητές με το σφυρί και το καλέμι σε συμπαγή και χωρίς ρωγμές βράχο, που έχει την ιδιότητα να μην απορροφά το νερό. Φυσικά σπήλαια διαμορφώνονταν ή επεκτείνονταν για να χρησιμεύσουν ως στέρνες και χρησιμοποιούσαν υποστυλώματα από φυσικό πέτρωμα για να βαστάζουν την οροφή. Ήταν ο μόνος τρόπος να περιορίσουν τη διαρροή του νερού, μέχρι να ανακαλύψουν τρόπους  να στεγανοποιούν τα εσωτερικά τοιχώματα με κάποιο επίχρισμα.

Η αρχαιότερη στέρνα της περιοχής είναι η υπόγεια δεξαμενή νερού στη βορειοανατολική γωνία της Μυκηναϊκής ακρόπολης, που εξασφάλιζε πόσιμο νερό για τους κατοίκους σε ενδεχόμενη πολιορκία και υπάρχει μέχρι σήμερα. Το νερό ερχόταν από την Περσεία [24] πηγή, που βρίσκεται 360 μ. ΒΑ από την ακρόπολη και από τα προϊστορικά χρόνια ως τις μέρες μας υδροδοτεί το χωριό των Μυκηνών. Οι Μυκηναίοι μετέφεραν το νερό με πήλινους αγωγούς ως την ακρόπολη και από ένα άνοιγμα στον βράχο έφτανε στη δεξαμενή, η οποία αρχικά ήταν έξω από το τείχος. Το 13ο αι. π.Χ. έγινε ανάπτυξη του περιβόλου και η δεξαμενή εντάχθηκε μέσα στην τειχισμένη πόλη των Μυκηνών. Για να φτάσουμε σ’ αυτή κατεβαίνουμε 90 τουλάχιστον σκαλοπάτια λαξευμένα στον φυσικό βράχο σε 3 επίπεδα. Η είσοδός της είναι μέσα στην ακρόπολη, διαπερνά το βόρειο τείχος και καταλήγει έξω από την ακρόπολη σε βάθος 18 μέτρων. Η τετράπλευρη σκεπαστή δεξαμενή έχει βάθος 5 μέτρα και στην οροφή της ένα φρεάτιο, όπου κατέληγε ο υπόγειος αγωγός από τις πηγές, με αραιά τοποθετημένους λίθους που λειτουργούσαν σαν φίλτρα. Η κατασκευή της αποτελεί ένα από τα πιο εντυπωσιακά επιτεύγματα της μυκηναϊκής τεχνικής ύδρευσης[25].

 

Η είσοδος της υπόγειας δεξαμενής Μυκηνών.

 

Παρόμοιες κατασκευές ύδρευσης συναντάμε στις ακροπόλεις της Μιδέας και της Τίρυνθας. Στην ακρόπολη της Μιδέας μια σήραγγα ανοιγμένη στο δυτικό σκέλος του τείχους οδηγούσε σε υπόγεια πηγή νερού, ενώ στο κάτω τμήμα της ακρόπολης της Τίρυνθας υπάρχουν κρυφές σήραγγες που οδηγούσαν με ασφάλεια σε υπόγειες δεξαμενές με νερό. Αλλά και στις νεότερες ακροπόλεις (κάστρα) συστήματα καναλιών οδηγούσαν τα νερά της βροχής σε υπόγειες δεξαμενές, ώστε οι έγκλειστοι σε περίοδο πολιορκίας να έχουν νερό. Στον εξωτερικό περίβολο του κάστρου Άργους σώζεται υπόγεια στέρνα, ενώ στο Παλαμήδι του Ναυπλίου και την Ακροναυπλία υπήρχαν τεχνητές δεξαμενές των ενετικών χρόνων για τη συλλογή του νερού της βροχής[26].

Στους επόμενους αιώνες τέτοιες στέρνες σκαλισμένες σε βράχο βρίσκουμε σε γραφικά ερημοκλήσια χτισμένα σε βράχους. Χαρακτηριστική είναι η στέρνα της Αγια – Ρουσαλής Βρουστίου, ένα μικρό ερημοκλήσι στην κορυφογραμμή μιας χαράδρας ψηλά πάνω από τη Χούνη και ορατό και από το δρόμο Άργους – Καρυάς. Είναι χτισμένο μέσα σε μια μεγάλη σπηλιά με απόκρημνο βράχο από πάνω της, που σκεπάζει ολόκληρο το εκκλησάκι και αφήνει επιπλέον ένα μεγάλο εσωτερικό προαύλιο. Στο εσωτερικό του οχυρού, στη δεξιά πλευρά λίγο μετά την είσοδο, υπάρχει στέρνα σκαλισμένη στο βράχο με πέτρινο στόμιο, γύρω από το οποίο έχει κτιστεί πέτρινος αναβαθμός, που σχηματίζει  μια μεγάλη κυκλική επίπεδη επιφάνεια στρωμένη με τσιμέντο.  Το στόμιο της στέρνας κλείνει με σιδερένιο καπάκι και πάνω  του υπάρχει ο κλασικός μεταλλικός κουβάς με το σκοινί για την άντληση του νερού, που αναβλύζει μέσα από το βράχο πεντακάθαρο και δροσερό. Αυτό το νερό έπιναν οι προσκυνητές και οι επισκέπτες, αλλά και με αυτό το νερό πότιζαν οι τσοπαναραίοι τα γίδια τους, που έβοσκαν στην πλαγιά γύρω από το ξωκλήσι.

 

Η στέρνα με το πέτρινο στόμιο στην Αγία Ρουσαλή Βρουστίου.

 

Πολλά χωριά της περιοχής χτισμένα σε άνυδρες τοποθεσίες, όπως τα Σταθέικα, η Στέρνα, το Αραχναίο κ.α., έφτιαχναν στέρνες για συλλογή του νερού της βροχής για τις ανάγκες τους. Το χωριό Στέρνα μάλιστα πήρε τ’ όνομά του από τις πολλές στέρνες που κατασκεύαζαν οι κάτοικοί του στις αυλές ή σε κοινοτικούς χώρους και συγκέντρωναν τα βρόχινα νερά το χειμώνα [27]. Η περιοχή ήταν άνυδρη μ’ ένα πηγάδι νερού για τις ανάγκες του χωριού, όπου οι κάτοικοι πήγαιναν από τη νύχτα με τα ζώα τους, για να πάρουν λίγο νερό που δεν επαρκούσε για όλους και θόλωνε από την υπερβολική άντληση. Οι Χελιώτες, για να αντιμετωπίσουν ην έλλειψη νερού, κατασκεύαζαν στα σπίτια τους δεξαμενές που το χειμώνα τις γέμιζαν με βρόχινο νερό. Όταν το βρόχινο νερό αυτό τελείωνε τους καλοκαιρινούς μήνες, έφερναν νερό με βυτιοφόρο αυτοκίνητα από τα πηγάδια του κάμπου και ξαναγέμιζαν τις δεξαμενές τους.

Το βρόχινο νερό είναι μαλακό με πολύ μικρές συγκεντρώσεις αλάτων και αυτό το κάνει άριστο στη μαγειρική, ειδικά τα όσπρια βράζουν πολύ ευκολότερα και γρηγορότερα, στο πλύσιμο των ρούχων, επειδή το σαπούνι διαλύεται ευκολότερα, δίνει στιλπνότητα και μετάξινη υφή στα μαλλιά, αλλά δεν είναι πόσιμο. Για να διατηρούν το νερό σε καλύτερη ποιότητα και για να γίνει πόσιμο, ασβέστωναν τις στέρνες μια φορά το χρόνο. Κρεμούσαν άσβεστο ασβέστη μέσα σε χοντρό πανί μέσα στο νερού και ο ασβέστης έλιωνε βράζοντας. Μετά έβγαζαν το πανί με τα υπολείμματα του ασβέστη, άφηναν το νερό να ηρεμήσει και να κατακάτσουν στον πυθμένα ό,τι στερεά υπήρχαν μέσα σ’ αυτό και μετά το νερό ήταν πόσιμο! Άλλοι έριχναν ασβέστη σε πάνινο κομπόδεμα κοντά στην επιφάνεια του νερού, ώστε να διαλύεται σίγα σιγά με την κίνηση των επιφανειακών υδάτων. Κάποιοι έριχναν χέλια μέσα στη στέρνα, για να τρώνε τα νερομάμουνα και να μην πιάνουν βρύα τα τοιχώματα της στέρνας, κάτι που κατάφερναν τα χέλια άθελά τους αναδεύοντας τα νερά με την κίνηση του σώματός τους. Επιπλέον τα χέλια ήταν και δείκτες καθαρότητας, αφού, αν υπήρχε το παραμικρό πρόβλημα με το νερό, αυτά πέθαιναν.

Σε ορεινές περιοχές έφτιαχναν στέρνες στα χωράφια, γιατί ήταν απαραίτητες για το πότισμα των κοπαδιών τους καλοκαιρινούς μήνες. Έσκαβαν στο χώμα σε βάθος 3-5 μέτρων και δημιουργούσαν μια αποθήκη νερού. Το μέγεθος κάθε στέρνας ήταν συνάρτηση του διαθέσιμου χώρου και η χωρητικότητα ξεκινούσε από 15-20 κυβικά νερού και έφτανε στα 50-60  κυβικά. Αυτού του είδους οι στέρνες έχουν συνήθως σχήμα αχλαδιού με στενό στόμιο και σταδιακά διευρυνόμενα τοιχώματα έως τον πυθμένα, δηλαδή ήταν πλατύτερες στη βάση και στένευαν στην κορυφή. Στις δεξαμενές αυτές μεγάλη σημασία είχε η θέση. Διάλεγαν εδάφη κατηφορικά, συγκέντρωναν το νερό της βροχής δημιουργώντας κάποια χαντάκια στο κτήμα και το οδηγούσαν μέσω ενός κεντρικού αγωγού στην υπόγεια δεξαμενή. Απαραίτητα στο κεντρικό χαντάκι τοποθετούσαν μικροφραγμούς στην διαδρομή, ώστε να ανακόπτεται η ταχύτητα κίνησης και να συγκρατούνται τα φερτά υλικά, αλλιώς το νερό θα ήταν βρώμικο πολύ και η δεξαμενή σταδιακά θα μπαζωνόταν.

Εσωτερικά οι στέρνες αυτές επενδύονταν με πλίθους ή πέτρες και έπειτα σοβατίζονταν με κάποιο επίχρισμα, ώστε να αποκτήσουν συμπαγή τοιχώματα. Παλιά χρησιμοποιούσαν πέτρα με συνδετικό υλικό τριμμένο κεραμίδι («κουρασάνι») ή ασβέστη και αργότερα τσιμεντοκονίαμα, για να στεγανοποιήσουν τα τοιχώματα, ενώ αργότερα όλες γίνονταν από τσιμέντο. Με αυτό τον τρόπο, η στέρνα αποκτούσε λεία και αδιαπέραστη υφή εσωτερικά. Στο στόμιο της στέρνας με διάμετρο συνήθως 60 ως 80 εκ. έβαζαν καπάκι, που προστάτευε το νερό από μόλυνση, εμπόδιζε την πτώση ανθρώπων ή ζώων, συνέβαλλε να διατηρείται το νερό κρύο και μείωνε τις απώλειες λόγω εξάτμισης. Επιπλέον σε στέρνες υπεδάφους το βρόχινο νερό καλό είναι να φυλάσσεται σε δροσερό και σκοτεινό μέρος.

Στον Αργολικό κάμπο μέχρι τη δεκαετία του 1960 έφτιαχναν στέρνες στις ταράτσες, στα υπόγεια ή στις αυλές των σπιτιών. Οι στέρνες στις αυλές ήταν υπόγειες, σκαμμένες στο έδαφος σε βάθος 3-4 μέτρα και σοβαντισμένες με τσιμεντοκονία γύρω – γύρω για στεγανοποίηση. Τις γέμιζαν από παρακείμενα πηγάδια και γεωτρήσεις με νερό που χρησιμοποιούσαν για τις ανάγκες του σπιτιού. Στις ταράτσες και τα υπόγεια έκαναν τετράγωνες αποθήκες νερού στεγανοποιημένες εσωτερικά με τσιμεντοκονία. Ήταν συνήθως κλειστές, για να μην εξατμίζεται το νερό το καλοκαίρι και να μη λερώνονται από τα πουλιά και τα φύλλα που έφερνε ο άνεμος. Οι περισσότερες χωρούσαν περίπου 25 κυβικά νερό, αφού και τα σπίτια τότε δεν κατανάλωναν περισσότερο νερό για τις καθημερινές ανάγκες. Για να τις γεμίσουν τοποθετούσαν υδρορροές στις ταράτσες και τις στέγες για να μαζεύουν το νερό της βροχής, που έπεφτε στη στέγη και μέσω της υδρορροής κατέληγε στη στέρνα. Πριν την είσοδό του ήταν απαραίτητο το πρώτο φιλτράρισμα στο σωλήνα καθόδου ή στο έδαφος, ενώ στην είσοδό της στέρνας τοποθετούσαν ένα φίλτρο (σίτα/πλέγμα),που συγκρατούσε φύλλα, πετραδάκια, σκουπίδια, λάσπη κ.ά. Σε κάθε περίπτωση ο νοικοκύρης επιθεωρούσε τουλάχιστον μία φορά το χρόνο τη στέρνα του, ενώ  κάθε 3-4 χρόνια την άδειαζε και την καθάριζε. Έμπαινε μέσα με σκάλα ή δεμένος με σχοινιά, έτριβε τα τοιχώματα με βούρτσες και μάζευε όλα τα φερτά υλικά από τον πυθμένα.

Κρυμμένοι θησαυροί είναι οι στέρνες, χτισμένες στα υπόγεια των σπιτιών, μισοθαμμένες στα χωράφια ή αθέατες από τον επισκέπτη στα άγονα βουνά. Κάθε πηγάδι επίσης αποτυπώνει πρακτικά τη λαϊκή σοφία και κουβαλά ασφαλώς τη δική του ιστορία. Η χρησιμοποίηση του νερού για τις ξηρές περιόδους του χρόνου ήταν ένα διαχρονικό όπλο στη μάχη για την επιβίωση μέχρι τη διάδοση των δικτύων ύδρευσης που έφεραν το πολύτιμο αγαθό του νερού σε κάθε σπίτι. Με τον ερχομό των γεωτρήσεων και την εμφάνιση του τρεχούμενο νερού στα σπίτια τη δεκαετία του 70 το νερό έπαψε να τρέχει γύρω από τις βρύσες. Οι ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου σε νερό δεν μπορούν πια να καλυφθούν από τα παραδοσιακά έργα υδροδότησης, όπως είναι οι στέρνες, οι βρύσες ή τα πηγάδια. Οι περισσότερες αποτελούν πια ελληνικό παρελθόν, όπως παρελθόν αποτελούν και τα ζωοκίνητα μαγγάνια ή οι αντλίες για την άντληση νερού. Οι επιστήμονες ωστόσο τονίζουν ότι στο πλαίσιο αναβάθμισης της ποιότητας ζωής και της προστασίας του περιβάλλοντος κάποιες παλιές πρακτικές συλλογής και τροφοδότησης με νερό θα μπορούσαν να επαναλειτουργήσουν και να συμβάλλουν στην εξοικονόμηση και την ορθολογική αξιοποίηση του νερού, που αλόγιστα σπαταλά ο σύγχρονος άνθρωπος. Έχει ειπωθεί άλλωστε ότι «οι μελλοντικοί πόλεμοι θα γίνονται για το νερό».

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μπαρδάκος Λευτέρης – Τότσικας Αλέξης, Παραδοσιακές Κρήνες Πελοποννήσου, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1989.

[2] Στο Άργος  θα υφαίνεις έπειτα στον αργαλειό μιας ξένης, και από τη Μεσσηΐδα ή την Υπερεία θα κουβαλάς νερό χωρίς να θέλεις. [Ομήρου Ιλιάδα, Ζ 456-458]

[3] Αράδα κρήνες τέσσερις η μια στο πλάι της άλλης, κι αλλού η καθεμιά ξέχυνε το γάργαρο νερό της. [Ομήρου Οδύσσεια, ε 70-71]

[4] Μιχάλης Γ. Μερακλής, Ελληνική λαογραφία. Κοινωνική συγκρότηση, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1984, σελ. 41-2.

[5] Ευαγγελίδης Βασίλειος, «Η αγορά των Πόλεων της Ελλάδας από τη Ρωμαϊκή κατάκτηση ως τον 3ο αι. μ.Χ.», διδακτορική διατριβή, εκδ. UNIVERSITY STUDIO PRESS 2010, σελ. 159 κ.ε.

[6] Μπανάκα Άννα, «Οι Μύθοι του νερού στην Αργολίδα», argolikivivliothiki.gr

[7] Αντωνακάτου Ντ., Ναύπλιο, 1988, σελ. 205.

[8] Το οθωμανικό τουρκικό αλφάβητο (οθωμανικά τουρκικά) είναι μια εκδοχή του περσοαραβικού αλφάβητου, που χρησιμοποιήθηκε στη γραφή των οθωμανικών τουρκικών μέχρι το 1928, όταν αντικαταστάθηκε από το λατινικό σύγχρονο τουρκικό αλφάβητο μετά την ορθογραφική μεταρρύθμιση του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ.

[9] Καραμούντζος Σπύρος, Λόγια Καρυάς, Αθήνα 2007, σελ.126-127.

[10] Μπαρδάκος Λευτέρης – Τότσικας Αλέξης, Κρήνες, εκδ. Οδυσσέας Αθήνα 1989, σελ. 71 κ.ε.

[11] Μπαρδάκος Λευτέρης – Τότσικας Αλέξης, Κρήνες, εκδ. Οδυσσέας Αθήνα 1989, σελ. 77 κ.ε.

[12] Στράβων, Γεωγραφικά 8.6.

[13] Τσελεμπή Εβλιγιά, Οδοιπορικό στην Ελλάδα 1668-1671, εκδ. Εκάτη, Αθήνα 2010.

[14] Κόκκινου Διονύσιου, Η ελληνική Επανάστασις, εκδ. Μέλισσα 1974, τόμος 2ος,σελ.572.

[15] «Η πόλις του Άργους υδρεύεται εκ φρεάτων και εκ της πηγής Ερασίνου του Κεφαλαρίου απεχούσης της πόλεως 5 χιλιόμετρα και διοχετευομένου του ύδατος δια κτιστού υδραγωγείου»Μηλιαράκης Αντώνης, Γεωγραφία Πολιτική Αργολίδος και Κορινθίας, εν Αθήναις 1888 σελ. 40.

[16] Αναγνωστόπουλος Ν. – Γάγαλης Γ., Η Αργολική Πεδιάς, Αθήναι 1938, σελ. 140.

[17] Κουμαδωράκης Οδυσσέας, Στα Χνάρια του Χθες, εκδ. Εκ προοιμίου, Άργος 2010, σελ. 66.

[18] Τότσικας Αλέξης, Ασίνη – Μινώα – Τολό, Άργος 2017, σελ. 131.

[19] Κοτίτσας, Ιωάννης, Ιστορία Τολόν – Μινώα, εκδ.Φύλλα, Τρίπολη 2001, σελ.91.

[20] Μπιμπής Ι. Παναγιώτης, Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους, Άργος 2002.

[21] Αναγνωστόπουλος Ν. – Γάγαλης Γ., Η Αργολική Πεδιάς, Αθήναι 1938, σελ. 101-102.

[22] Κουμαδωράκης Οδυσσέας, Στα Χνάρια του Χθες, εκδ. Εκ προοιμίου, Άργος 2010, σελ. 66.

[23] ΤότσικαςΑλέξης, Ελληνική λαϊκή κληρονομιά, Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου, Εκδόσεις Αρμός, 2008, σελ. 146.

[24]«Μυκηνῶν δὲ ἐν τοῖς ἐρειπίοις κρήνη τέ ἐστι καλουμένη Περσεία [Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, Κορινθιακά, ΙΙ, 16.6]

[25] Άλκηστις Παπαδημητρίου, Μυκήνες, έκδ. Κοινωφελές Ίδρυμα Ιωάννη Σ. Λάτση, 2015, σελ. 278.

[26]«Εν τω Παλαμηδίω και τη Ακροναυπλία γίνεται χρήσις ύδατος δεξαμενών τεχνητών ενετικών χρόνων, εν αις συλλέγεται το όμβριον ύδωρ». Μηλιαρακης Αντώνης, Γεωγραφία Πολιτική Αργολίδος και Κορινθίας, Αθήνα 1888, σελ. 73.

[27] Σεραφείμ Κώστας, Λαογραφικά της Αργολίδος, Αθήνα 1981, σελ. 360.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Τα επαναστατικά γεγονότα του 1821 στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες όπως τα είδε ένας Ρουμάνος αγωνιστής – (Απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του loan Solomon) | Κωνσταντίνος Κ. Χατζόπουλος, Βαλκανικά Σύμμεικτα Τόμος 1ος Θεσσαλονίκη 1981.


 

Η δημοσίευση «απομνημονευμάτων» και «Ενθυμήσεων» Ρουμάνων αγωνιστών σχετικά με τα Επαναστατικά γεγονότα του 1821 στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες παρατηρείται, όπως είναι γνωστό, κυρίως μέσα στην εβδόμη και όγδοη δεκαετία του 19ουαι., όταν για πρώτη φορά οι ρουμάνοι ιστορικοί με επικεφαλής τον C. A. Aricescu έστρεφαν το ενδιαφέρον τους στα γεγονότα του 1821. Αν και τα απομνημονεύματα αυτά των Ρουμάνων αγωνιστών είναι αναμφισβήτητα επηρεασμένα από τη μετά το Επαναστατικό Έτος 1821 εξέλιξη των έλληνο-ρουμανικών σχέσεων, παρόλα αυτά δεν παύουν να αποτελούν μια αξιόλογη πηγή για την καλύτερη γνώση των επαναστατικών γεγονότων του 1821 στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, που, αναμφίβολα, παρουσιάζουν μέχρι και σήμερα ορισμένα προβλήματα ερμηνείας.

Ξεκινώντας απ’ αυτή τη διαπίστωση κι από το ότι τα απομνημονεύματα αυτά είναι σήμερα δυσεύρετα και, επιπλέον, γραμμένα σε μια γλώσσα οπωσδήποτε όχι διεθνή, όπως η ρουμανική – πολλά μάλιστα άπ’ αυτά τα απομνημονεύματα είναι γραμμένα με την παλαιορουμανική γραφή (κυριλλική) – , κρίναμε σκόπιμο, στη παρούσα εργασία, να δώσουμε σε σχολιασμένη Ελληνική μετάφραση μέρος των «απομνημονευμάτων» ενός από τους σημαντικότερους ρουμάνους αγωνιστές, του loan Solomon, που έδρασε στην Επανάσταση του 1821 επικεφαλής των ρουμανικών Επαναστατικών δυνάμεων της Oltenia (Μικρής Βλαχίας).

 

Ioan Solomon

Ioan Solomon, λιθογραφία. Έργο του Ρουμάνου ζωγράφου Constantin Lecca.

 

Ο «απομνημονευματογράφος», ο loan Solomon γεννήθηκε στα 1793 στο χωριό Pleșoiu της Επαρχίας Dolj της Oltenia και πέθανε στα 1865 στο Βουκουρέστι [1]. Προερχόταν από οικογένεια στρατιωτικών της εποχής και, άπ’ όσα γνωρίζουμε, οι κοντινοί του πρόγονοι ήταν όλοι καπετάνιοι παντούρων.

Κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου 1806-1812 πήρε μέρος στα Εθελοντικά σώματα των Ρουμάνων παντούρων που αγωνίζονταν στο πλευρό των Ρώσων [2]. Συγκεκριμένα από το 1809 και μετά υπηρέτησε ως καπετάνιος μικρού σώματος εθελοντών, αντικαθιστώντας τον μεγαλύτερο αδελφό του που είχε σκοτωθεί, και ανδραγάθησε σε πολλές μάχες δεχόμενος και τρία τραύματα [3].

Χάρη στη συμμετοχή του στο πλευρό των Ρώσων κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο, αμέσως μετά την ανάρρηση στο θρόνο της Βλαχίας του Ιωάννη Καρατζά (1812), ο Ρώσος πρόξενος του Βουκουρεστίου σύστησε τον loan Solomon στον νέο ηγεμόνα που του ανάθεσε τη διοίκηση της καπετανίας (Potera) [4] της· κωμόπολης Prodilâ της επαρχίας Dolj, με κύριο καθήκον την τήρηση της τάξης και την καταδίωξη των ληστών [5].

Εξαιτίας των επιτυχιών που σημείωσε στην καταπολέμηση των διάφορων ληστοσυμμοριών που λυμαίνονταν την Βλαχία εκείνη την εποχή και ιδιαίτερα χάρη στη διάλυση κατά το 1815 μιας ληστοσυμμορίας με μεγάλη δράση, ονομάστηκε από τον Ιωάννη Καρατζά Polcovnic (συνταγματάρχης) και του δόθηκε το περίφημο για την εποχή εκείνη «καφτάνι», δηλωτικό του αξιώματός του [6]. Τον αμέσως επόμενο χρόνο ο Ηγεμόνας, χάρη και πάλι στις λαμπρές επιτυχίες του στην καταστολή της ληστείας, τον ονόμασε biv-clucer (τίτλος βογιάρου κατώτερης τάξης) [7]. Στα 1819 ο νέος ηγεμόνας της Βλαχίας ‘Αλέξανδρος Σούτσος ονόμασε τον loan Solomon sluger (τίτλος κατώτερου αξιωματούχου της ηγεμονικής Αυλής) και λίγο αργότερα cîrc-serdar (διοικητής σώματος ιππικού) των πέντε επαρχιών της Oltenia [8].

Η δράση του κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο 1806-1812 ως καπετάνιου σώματος παντούρων που βρίσκονταν κάτω από την ηγεσία του Tudor Vladimirescu [Θεόδωρο Βλαδιμηρέσκου], η όλη δράση του από την λήξη του παραπάνω πολέμου μέχρι το 1821 και, κυρίως, η θέση του ως επικεφαλής όλων των ένοπλων σωμάτων της Oltenia, έπαιξαν αναμφισβήτητα σημαντικό ρόλο για τον καθορισμό της θέσης του απέναντι στην επαναστατική κινητοποίηση του λαού της Βλαχίας κατά το 1821.

 

Θεόδωρος Βλαδιμηρέσκου (Tudor Vladimirescu), έργο του Ρουμάνου ζωγράφου, Theodor Aman (1831-1891) και το σχετικό γραμματόσημο που εκδόθηκε το 1971.

 

Ο loan Solomon προσχώρησε στο επαναστατικό κίνημα ευθύς εξ αρχής και ο Tudor Vladimirescu του ανάθεσε, όπως θα δούμε, την διοίκηση των επαναστατικών δυνάμεων της Oltenia [9]. Μετά την εισβολή των οθωμανικών δυνάμεων στα Ρουμανικά Πριγκηπάτα, ο Solomon, επικεφαλής των επαναστατικών σωμάτων που είχε κάτω από τις διαταγές του, επιχείρησε να υποχωρήσει προς τα αυστριακά σύνορα, καθ’ οδόν όμως αναγκάστηκε να συγκρουστεί με ισχυρό σώμα του οθωμανικού στρατού κοντά στο Zâvideni, όπου νικήθηκε [10]. Λίγο αργότερα, μετά τη διάλυση του σώματός του, κατέφυγε με άλλους πενήντα άντρες στην Αύστρία [11], όπου και παρέμεινε μέχρι τον Αύγουστο του 1826. Τότε επέστρεψε στην Βλαχία, όπου ο νέας ηγεμόνας Γρηγόριος Γκίκας τον αποκατέστησε αναθέτοντάς ταυ και πάλι τη διοίκηση της καπετανίας της Prodilã [12].

Στα 1828 με την είσοδο των ρωσικών στρατιών στα Πριγκηπάτα ο I. Solomon μπαίνει και πάλι στην υπηρεσία της Ρωσίας και αναλαμβάνει να σχηματίσει σώμα Ρουμάνων εθελοντών πάνω στα πρότυπα των σωμάτων που είχαν πάρει μέρος στον πόλεμο του 1806-1812. Σε στενή συνεργασία με τους βογιάρους του Βουκουρεστίου και τον Ρώσο στρατηγό-διοικητή των Πριγκιπάτων, κατάφερε σε σύντομο χρονικό διάστημα να σχηματίσει στην Oltenia σώμα 3.500 ανδρών, που εξοπλίστηκε με ρωσικά όπλα και τάχθηκε στο πλευρό των ρωσικών δυνάμεων που αγωνίζονταν στη γραμμή του Δούναβη [13].

Η διήγηση των συμβάντων του ρωσοτουρκικού πολέμου 1828-1829 καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της «βιογραφίας» του I. Solomon (σελ. 23-44). Τελειώνοντας την αφήγησή του ο βιογράφος, για λόγους που θα εξηγηθούν λίγο παρακάτω, παραθέτει αναλυτικά όλα τα παράσημα και τις εύφημες μνείες που πήρε κατά τη διάρκεια του παραπάνω πολέμου και, ταυτόχρονα, κάνει λόγο για τα «ανδραγαθήματα» και τα «έργα» του σ’ αυτό τον πόλεμο.

Στα 1830, μετά την συνθήκη της Αδριανούπολης, βάσει των προνομίων αυτονομίας που πέτυχαν τα δύο Ρουμανικά Πριγκηπάτα, αποφασίστηκε η ίδρυση τακτικοί στρατού και στην Βλαχία. Τότε ο I. Solomon ονομάστηκε συνταγματάρχης (Polcovnic η Colonel) με τη ρητή υποχρέωση να προβεί σε άμεση στρατολογία για το σχηματισμό ενός συντάγματος 1.000 περίπου ανδρών από τους νεώτερους παντούρους που είχαν πάρει μέρος στον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828-1829. Μετά το σχηματισμό του συντάγματος η διοίκηση ανατέθηκε στον I. Solomon που τη διατήρησε 22 ολόκληρα χρόνια χωρίς διακοπή [14].

Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1848 στην Βλαχία ο Solomon, σε συνεργασία με τον συνταγματάρχη I. Odobescu και τον ταγματάρχη Lăcusteanu τάχθηκαν εναντίον της επανάστασης, οργάνωσαν μάλιστα και πραξικόπημα, που απέτυχε όμως, εξαιτίας της βίαιης αντίδρασης του εξεγερμένου λαού [15]. Οι δύο συνταγματάρχες συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν με διαταγή της επαναστατικής κυβέρνησης και σχεδόν αμέσως παραπέμφθηκαν σε δίκη [16]. Παρόλη όμως την καταδικαστική απόφαση της ανακριτικής επιτροπής (οι πραξικοπηματίες εξέπεσαν του βαθμού τους και διατάχτηκε η ποινική δίωξή τους) τελικά πέτυχαν, με τη μεσολάβηση του Μητροπολίτη Ούγγρο-Βλαχίας Νεόφυτου, να απαλλαχτούν από τις κατηγορίες και μάλιστα με προκήρυξή τους «προς το λαό» δήλωσαν ότι «προσχωρούν» στην Επανάσταση [17].

Παρόλη όμως τη σπουδαιότητα των γεγονότων του 1848, ο loan Solomon στη βιογραφία του απέφυγε με επιμέλεια να θίξει οτιδήποτε σχετικά με τη δράση του κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, περνώντας από την διήγηση των συμβάντων του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1828-1829 κατευθείαν στα γεγονότα του πολέμου της Κριμαίας (1853).

Η αποσιώπηση των γεγονότων του 1848 από τον I. Solomon είναι βέβαια ευνόητη. Ανήκοντας στην παράταξη εκείνων που αντιτάθηκαν στην ’Επανάσταση ήταν φυσικό να επιδιώξει να αποσιωπήσει γεγονότα που αμαύρωναν τη φήμη του ως αγωνιστή. Πέρα όμως απ’ αυτό, με την αποσιώπηση της αντεπαναστατικής του δράσης ο I. Solomon προσπάθησε κατά κάποιο τρόπο να «αποκαταστήσει» τη φήμη του απέναντι στον στρατηγό G. Magheru που είχε πρωταγωνιστήσει στην ‘Επανάσταση του 1848 ως διοικητής των ημιτακτικών επαναστατικών δυνάμεων [18]. Η προσπάθεια «αποκατάστασης» της φήμης του γίνεται φανερή στον επίλογο της βιογραφίας του (σελ. 47-50), όπου μας πληροφορεί ότι τα απομνημονεύματά του γράφτηκαν κυρίως ως απάντηση στο έργα του Ρουμάνου ιστορικού August Treboniu Laurian [19], που, ανήκοντας στη δημοκρατική παράταξη και θέλοντας να εξυψώσει τον στρατηγό G. Magheru, από τη μια μεριά έδωσε Ιδιαίτερη έμφαση στο ρόλο που διαδραμάτισε ο τελευταίος κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου 1828-1829 και, από την άλλη, υποβάθμισε το ρόλο του I. Solomon, θέτοντάς τον μάλιστα σε δεύτερη και τρίτη μοίρα [20].

 

Παντούροι στρατιώτες και χωρικοί στο Βουκουρέστι. Σχέδιο του Michel Bouquet, 1841.

 

Ο I. Solomon, μετά τα επαναστατικά γεγονότα του 1848, ανέλαβε και πάλι τη διοίκηση του 3ου συντάγματος και τη διατήρησε μέχρι τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1853. Αμέσως κατόπιν εγκατέλειψε την ενεργό δράση και αποτραβηγμένος, πέθανε τελικά στο Βουκουρέστι, όπως ήδη αναφέρθηκε, στα 1865.

«Τα απομνημονεύματα». Η πρώτη και μοναδική έκδοση της «βιογραφίας» του I. Solomon έγινε στη Κραγιόβα της Ρουμανίας τον Ιούνιο του 1862, στο τυπογραφείο των I. Samitca και I. Moise, σε σχήμα 8ο και με τον τίτλο: Biografia vietii polcovnicului loan Solomon, istorisită de sine Insusi si scrisa de P. Georgescu (Βιογραφία της ζωής του συνταγματάρχη loan Solomon, υπαγορευμένη από τον ίδιο και γραμμένη από τον Ρ. Georgescu). Το όλο έργο αποτελείται από την προμετωπίδα και μια προσφώνηση προς τους αναγνώστες χωρίς αρίθμηση και πενήντα (50) σελίδες κανονικά αριθμημένες με αραβικούς αριθμούς. Το αλφάβητο που χρησιμοποιήθηκε είναι το λεγόμενο μικτό, δηλαδή κυριλλικά και λατινικά στοιχεία ανακατεμένα, φαινόμενο που εξηγείται αν ληφθεί υπόψη ότι η εποχή έκδοσης του έργου συνέπεσε με τη «μεταβατική» λεγόμενη εποχή του ρουμάνικου αλφάβητου, όταν δηλαδή αυτό από καθαρά κυριλλικό άρχισε να μεταβάλλεται σε λατινικό για να καταλήξει κατά τη δεκαετία του 1870 σε καθαρά λατινικό.

Σχετικά με την ιστορική άξια της «βιογραφίας» του I. Solomon, πιστεύουμε πως το τμήμα της που αναφέρεται στα γεγονότα του επαναστατικοί έτους 1821 στα Ρουμανικά Πριγκηπάτα (σελ. 13-23), αποτελεί αναμφισβήτητα μια αξιόλογη πηγή, και, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, κρίναμε σκόπιμο να το μεταφράσουμε, πιστεύοντας πως η παρουσίαση στην Ελληνική γλώσσα των «απομνημονευμάτων» ενός Ρουμάνου αγωνιστή του 1821, που έδρασε μάλιστα ως επικεφαλής των ρουμάνικων Επαναστατικών δυνάμεων της Oltenia, θα αποτελούσε μια μικρή, άλλα θετική συμβολή στην ελληνική ιστοριογραφία που είναι αφιερωμένη στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 στα Ρουμανικά Πριγκηπάτα.

 

Βιογραφία του πολκόβνικου (συνταγματάρχη) loan Solomon, υπαγορευμένη από τον ίδιο και γραμμένη από τον Ρ. Georgescu, Craiova, 1862 (απόσπασμα).

 

Γιωργάκης Ολύμπιος (1772-1821)

/σ. 13/ Τον ‘Ιανουάριο του 1821 βγαίνοντας ο σλουτζέρης Tudor Vladimirescu με τριανταέξι αρναούτες, Έλληνες και Σέρβους, από το Βουκουρέστι, πέρασαν τον Όλτο και πηγαίνοντας στο Gorj στο μοναστήρι Tismana εξέδωσαν μια μικρή προκήρυξη στη χώρα, προς το γένος και προς όλους τους καπετάνιους που έφεραν όπλα, λέγοντας: να ξεσηκωθούν μικροί και μεγάλοι Ενάντια στα «φίδια» και τα «τέρατα» που έπιναν το αίμα μας τόσα χρόνια, καθώς επίσης και ενάντια ατούς Έλληνες [21], κι έτσι  εξεγέρθηκαν όλοι Εκείνοι οι πέντε νομοί (σ.μ. της Oltenia), και άρχισαν οι αρναούτες, Έλληνες και Σέρβοι, να λεηλατούν βογιάρους και Εμπόρους, καθώς και /14/ Εκκλησίες, και νάσου και μου έρχεται ξαφνικά διαταγή από τους βογιάρους του Ντιβανιού του Βουκουρεστίου, δώδεκα στον αριθμό, και μαζί διαταγή από τον Μητροπολίτη, για να βαδίσω ενάντιά τους και να τους χτυπήσω και να τους συλλάβω σαν αποστάτες που ήταν και για περισσότερη ενθάρρυνση μου έστειλαν μια γούνα σαν εκ μέρους της Χώρας (σ.μ.- της Βλαχίας) με τις υπογραφές των παραπάνω δώδεκα βογιάρων και του Μητροπολίτη, κι εγώ τότε βάδισα εναντίον τους και συναπαντώντας στο χωριό Cioroiu και στο Bailești, Sirbești και Romanești ένα Stan μπουλούκμπαση, το μπουλούκμπαση Iova και το μπουλούκμπαση Stancu, ανθρώπους του καπετάν Γιωργάκη (σ.μ.- Ολύμπιου), Έλληνες, και χτυπώντας τους αιφνιδιαστικά έπιασα ζωντανούς και τους τρεις καπετάνιους· εκείνοι είχαν τετρακόσιους περίπου άνδρες κι εγώ περίπου εξακόσιους.

Την τρίτη μέρα παίρνω ξάφνου ένα προσωπικό γράμμα από τον σλουτζέρη Tudor Vladimirescu στο όποιο μου έγραφε ότι εκείνους που καταπιάνονταν με την λεηλασία να τους συλλαμβάνω και να τους χτυπώ και, για καλύτερη πληροφόρησή μου, να επιστρέψω στην Craiova, διότι έγραφε αυτός στον καπετάν Γιωργάκη να συνεννοηθεί μαζί μου προφορικά σχετικά με όλο το μυστικό (σ.μ.- της αποστασίας)· και ήρθα λοιπόν μέχρι το χωριό Βοcobãtu κι αιδώ, ακούγοντας ότι o Γιωργάκης μαζί με τον Φαρμάκη, τον δελήμπαση Μιχάλη και τον Gencea μπήκαν στην Craiova, έγραφα κατά την διάρκεια της νύχτας στον Γιωργάκη ότι το πρωί έρχομαι στην Craiova.

Το πρωί όταν /15/ έφτασα κοντά στην Craiova βρέθηκα ξαφνικά μπροστά σ’ αυτούς τους καπετάνιους με όλους τους αρναούτες τους στα άκρα της Craiova, τοποθετημένοι όλοι σε παράταξη μάχης και μου έστειλε μπροστά ο καπετάν Γιωργάκης ένα καπετάνιο για να μου πει να σταματήσω τους παντούρους και τα κατάνια μου στον τόπο που βρίσκονται, και να βγω μόνος εγώ στον ανοιχτό κάμπο κι εκείνος, πάλι μόνος, να βγει από τον δικό τους στρατό να μιλήσουμε μόνον οι δυό μας· (σ.μ. – κι αυτό) επειδή εγώ είχα τότε μαζί μου και μερικούς Τούρκους του Μπεσλή-αγά· έτσι λοιπόν κι έκαμα κι αφού φιληθήκαμε, μου έδωσε μιαν επιστολή πάλι εκ μέρους του σλουτζέρη Tudor, που με συμβούλευε να έχω εμπιστοσύνη σ’ όλα τα λόγια του Γιωργάκη και με όρκο μου είπε (σ.μ.- ο Γιωργάκης) ότι δεν εξεγέρθηκαν ούτε ενάντια στους βογιάρους, ούτε ενάντια στους εμπόρους.

Αλλά μόνο για το νόμο, να γλυτώσουμε απ’ ότι ήμασταν μέχρι τότε· ταυτόχρονα έβγαλε και μια μικρή εικόνα από τον λαιμό του κι ορκιστήκαμε κι οι δυό στη μέση του κάμπου ότι θα είμαστε αδέλφια μέχρι και την τελευταία σταγόνα του αίματός μας. Μετά απ’ αυτό και οι δυό διατάξαμε τους στρατιώτες μας και ενώθηκαν συναμεταξύ τους κι άρχισαν να φιλιούνται και μπήκαμε στην Craiova όλοι μαζί σε παρέλαση.

Τη δεύτερη μέρα μπήκαμε στην Αγία Επισκοπή μαζί με όλους τους καπετάνιους κι ορκιστήκαμε όλοι, αναγγέλλοντας και στον σλουτζέρη Tudor στη μονή Motru [22] ότι γινήκαμε όλοι μαζί ένα σώμα στρατού. Έτσι λοιπόν ο σλουτζέρης Tudor έφυγε μέσα από τα χωριά κατευθείαν στην Slatina και, μετά από τέσσερεις μέρες, έφυγα κι εγώ μα/16/ζι με τον καπετάν Γεωργάκη, τον Φαρμάκη, τον δελήμπαση Μιχάλη και τον Gencea επίσης στη Slatina, που συναντηθήκαμε όλοι μας με τον σλουτζέρη Tudor, και κάνοντας στρατιωτικό συμβούλιο[23], με όρισαν εμένα με τους στρατιώτες μου να βαδίσω, όπως θα μπορέσω, μέρα και νύχτα για να επιστρέψω στην Craiova, δίνοντάς μου και εκατό περίπου Σέρβους και Αρναούτες και λέγοντάς μου να παρακολουθώ όλα τα τουρκικά στρατιωτικά οχυρά πάνω στο Δούναβη, να μη περάσουν οι Τούρκοι στη Χώρα κι ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα θα μου ξαναστείλουν στρατό, πυρομαχικά και χρήματα, επειδή εκείνοι θα τραβήξουν όλοι μαζί για το Βουκουρέστι· και καθώς καθόμασταν στο τραπέζι όλοι μαζί, προτού φύγω εγώ, ήρθε από το Βουκουρέστι ένας έμπορος και μεταξύ άλλων είπε κι αυτό: ότι ήρθε ο Υψηλάντης στο Βουκουρέστι· κι ο Tudor ακούγοντας αυτή την είδηση είπε με το ίδιο του το στόμα ότι είναι πολύ ωμός (σ.μ.- ο Υψηλάντης) και για τι πράγμα ήρθε· όλοι οι άλλοι αγάδες σιώπησαν.

 

Η Μονή των Τριών Ιεραρχών στο Ιάσιο, σε χαρακτικό του α’ μισού του 19ου αιώνα.Εδώ στις 24 Φεβρουαρίου 1821, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης κήρυξε την έναρξη της επανάστασης.

 

Την άλλη μέρα εγώ επέστρεψα στην Craiova με όλους τους στρατιώτες μου και καταλαμβάνοντας το μοναστήρι Jitianul, έκαμα μετερίζια σ’ όλες τις πλευρές, τάφρο στο έδαφος, αφήνοντας στην πόλη της Craiova μόνο μερικά καραούλια, όπου πήγαινα κι εγώ κάθε μέρα δυό ή τρεις φορές. Στις 15 Μαρτίου (σ.μ. – π.ημ.) περίπου βρέθηκα ξαφνικά με μια προκήρυξη του Δερβίς – πασά του Βιδινιού, που συνοδευόταν από μια προκήρυξη εκ μέρους του Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης (πριν τον θανατώσουν τον Πατριάρχη) και μια άλλη προκήρυξη /17/ εκ μέρους του καϊμακάμη (σ.μ.- της Craiova) Σαμουρκάση, που τον είχε στείλει η Υψηλή Πύλη σαν αντιπρόσωπο του Ηγεμόνα [24], για να μπει με στρατεύματα στη Χώρα.

 

Γερμανική γκραβούρα που αναπαριστά τις συγκρούσεις Επαναστατών και Τούρκων στο Βουκουρέστι.

 

Ο Πατριάρχης μας ορμήνευε (σ.μ.- απειλώντας) με ανάθεμα κι ο καϊμακάμης με προγραφή, παρόμοια κι ο Δερβίς-πασας, μας συμβούλευε να καταθέσουμε τα όπλα και να μεταμελήσουμε, να γίνουμε υπήκοοι του αληθινού Κυριάρχη μας· διότι διαφορετικά θα μπουν τα στρατεύματα στη χώρα και θα μας υποτάξουν με τα όπλα.

Όλα αυτά χωρίς καθυστέρηση τα έκανα γνωστά με το τακτικό ταχυδρομείο στον σλουτζέρη Tudor στο Βουκουρέστι· εκείνος μου απάντησε να τους υποσχεθώ ότι θα παραδοθούμε λιγάκι αργότερα, αλλά αυτό να μη το κάνω ποτέ· κι αν δω ότι τα οθωμανικά στρατεύματα έρχονται καταπάνω μου να αποτραβηχτώ στα ορεινά μοναστήρια. Μετά απ’ αυτό νάσου ξαφνικά μετά τρεις μέρες ο Medelnicer (σ.μ.- τίτλος βογιάρου κατώτερης τάξης) loan Puroineanu, που βρισκόταν στο Βιδίνι κοντά στον καϊμακάμη Σαμαυρκάση, έρχεται κατευθείαν στην Craiova σε μένα, μ’ επιστολές τόσο εκ μέρους του καϊμακάμη, όσο και εκ μέρους του Δερβίς-πασά, συνοδευόμενος από δύο Τούρκους αγάδες, διαβεβαιώνοντάς με, τόσο με όρκους όσο και γραπτώς, ότι αν θα παραδοθώ με όλους τους στρατιώτες μου, αφού η Πύλη θα μου δώσει έναν από τους ανώτερους βαθμούς, στην συνέχεια θα είμαστε και ελεύθεροι με όλα μας τα όπλα.

Εγώ του απάντησα να συνεννοηθούν με τον σλουτζέρη Tudor Vladimirescu, επειδή τον όρκο /18/ που έδωσα σ’ εκείνον δεν μπορώ να τον χαλάσω μέχρι το τέλος της ζωής μου, κι έτσι επέστρεψε ο Puroineanu στο Βιδίνι, μαζί με τους δύο αγάδες που είχαν έρθει (σ.μ.- μαζί του).

Την έβδομη μέρα μετά το Πάσχα μας ήρθε ξεκάθαρη είδηση ότι τον Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης τον κρέμασαν ανήμερα το Πάσχα· ακούγοντας το αυτό οι καπετάνιοι και οι παντούροι μου άναψαν τότε ακόμη χειρότερα, για να μείνουν μαζί μου για την δικαιοσύνη (σ.μ.- για εκδίκηση). Εγώ κατάλαβα ότι οι Τούρκοι από το Αντά-Καλέ, από την Κλάντοβα, από το Βιδίνι, από την Λουμπαλάνκα, από την Ράχοβα και από την Νικόπολη, αυτά όλα τα φρούρια (σ.μ.- οι φρουρές) βγήκαν στη χώρα και έρχονται ενάντιά μου, επειδή εγώ ήμουν ο μόνος καπετάνιος σ’ αυτές τις πέντε επαρχίες (σ.μ.- της Oltenia).

 

Ιάσιο, λιθογραφία του 1830.

 

Ακούγοντας ότι στην Orevita στο Mehedinti (σ.μ.- επαρχία της Oltenia) μπήκε μια αμάδα Τούρκων από το νησί (σ.μ.- το Αντά-Καλέ) με ληστρικές διαθέσεις, και ληστεύουν κυρίως τα σπίτια των παντούρων, πετσοκόβοντας και τους γονείς τους, αμέσως τότε έστειλα εκεί τον καπετάνιο Vasile Bustean με διακόσιους παντούρους και, χτυπώντας τους Τούρκους αιφνιδιαστικά κατά τη διάρκεια της νύχτας στο χωριό Bucura, σκότωσαν μερικούς από τους Τούρκους, ενώ οι ίδιοι που γλύτωσαν κατέφυγαν στο μοναστήρι του Jitianu με τους παντούρους τους, έχοντας χάσει στη μάχη μόνο τέσσερεις.

Μετά από πέντε μέρες πήρα ξεκάθαρη είδηση ότι το τουρκικό στρατόπεδο έφτασε στο χωριό Cioroiul, απόσταση τριών ταχυδρομείων [25] από την Craiova, και ότι έρχονται εναντίον μου. Τότε εγώ, από την μια μεριά /19/ ειδοποίησα αμέσως με ταχυδρόμο τον σλουτζέρη Tudor και τον καπετάν-Γιωργάκη, αναφέροντάς τους ότι εγώ εγκατέλειψα την Craiova και αποτραβιέμαι στο μοναστήρι Cozia, αν δεν μου στείλουν στρατιωτική δύναμη και την απάντηση να μου την στείλουν στο Rlmnicul Vilcea· και, από την άλλη μεριά, αναχώρησα μ’ ολόκληρο το σώμα των παντούρων μαζί μου στο παραπάνω μοναστήρι.

Πορτραίτου του Αλέξανδρου Υψηλάντη με στολή ουσάρου, 1810.

Οι Τούρκοι, καθώς άκουσαν γι’ αυτό από διάφορους κατασκόπους, ήρθαν αμέσως στη Craiova· εγώ πάλι πήρα το δρόμο προς το Otetelis για να βγω πιο γρήγορα στο Δραγατσάνι. Οι Τούρκοι φτάνοντας στην Craiova και καταλαβαίνοντας την αναχώρησή μου, πήραν κατευθείαν τον δρόμο του ταχυδρομείου για να βγουν μπροστά μου· εγώ όμως έφθασα πριν απ’ αυτούς στο Δραγατσάνι κι ενώ σταθήκαμε να πιάσουμε εκεί θέσεις, νάσου ξαφνικά κι έρχονται σε μένα μερικοί μικροί έμποροι και μου λένε ότι τους ήρθε διαταγή από τον Κεχαγιά-μπέη να μαγειρέψουν μεσημεριανό φαγητό για τους Τούρκους, γιατί σε λίγο θα βρίσκονται εδώ· και με παρακάλεσαν οι έμποροι να μη τους κάνω ζημιά και να αποτραβηχτώ από την πόλη τους πιο γρήγορα πριν έρθουν οι Τούρκοι, γιατί άλλοις θα τους βρει η φωτιά και το σπαθί· έτσι λοιπόν, μια και τους λυπήθηκα, τους άκουσα και αποτραβήχτηκα στο χωριό Zavideni σε απόσταση μισού ταχυδρομείου από το Δραγατσάνι· μόλις βγήκα εγώ αμέσως μπήκαν οι Τούρκοι κι αφού γευμάτισαν, αναχώρησαν γρήγορα το κατόπι μας και μας πρόφτασαν εκεί στο Zavideni, όπου βρισκόμασταν μέσα σ’ ένα περιβόλι με δαμάσκηνα./20/.

Αν παρατασσόμασταν όμως εκεί όπου βρισκόμασταν, μπορούσαμε να τους νικήσουμε τους Τούρκους χωρίς μεγάλη ζημιά δική μας, άλλα η ορμή της νεολαίας και η παλληκαριά των παντούρων εκείνης της εποχής, μας έσπρωξε στο φιλόδοξο σχέδιο να βγούμε μόνοι στο ανοιχτό πεδίο μπροστά από τους Τούρκους στη σκηνή του πολέμου, την στιγμή που οι Τούρκοι ήταν ένα σύνολο τριών χιλιάδων άντρων έχοντας και κανόνια· ενώ εγώ βρισκόμουν μόνο με οκτακόσιους παντούρους χωρίς ούτε ένα κανόνι.

Οι Τούρκοι όμως δεν έριξαν ούτε μια κανονιά ενάντιά μας, άλλα επιτόπου μας περικύκλωσαν απ’ όλες τις πλευρές και μας έβαλαν στη μέση. Εμείς βλέποντας αυτό το τρομερό θέαμα χάσαμε τις ελπίδες μας να γλυτώσουμε την ζωή μας, με τα σπαθιά όμως και τα γιαταγάνια στα χέρια καταφέραμε να ανοίγουμε δρόμο ανάμεσά τους και πήγαμε πάλι στη θέση μας στο περιβόλι με τα δαμάσκηνα, όσοι βέβαια γλυτώσαμε μια και διακόσιοι παντούροι έμειναν στον τόπο νεκροί [26]. Κι από δω την νύχτα αποτραβηχτήκαμε στην πόλη Rimnic κι εκεί βρήκα μια Επιστολή εκ μέρους του Tudor στην οποία μου έγραφε ότι, αμέσως μόλις θα πάρω την επιστολή του, να σηκωθώ με όλους τους παντούρους μου και να πάω κοντά του στο χωριό Golesti (σ.μ.- κοντά στο Pitesti), επειδή όλοι οι παντούροι που ήταν μαζί μου ήταν οι παλιότεροι και οι καλύτεροι· μου έγραφε και ότι, στη Μονή Cozia ν’ αφήσω εκατό παντούρους να φροντίζουν τα εφόδια που βρίσκονταν εκεί και όσοι Σέρβοι και Έλληνες βρίσκονταν στα μοναστήρια (σ.μ.- της Oltenia) όλους να τους διώξουμε και να μείνουν μόνο παντούροι [27].

 

Χάρτης της πορείας του Vladimirescu και του Υψηλάντη στο Βουκουρέστι.

 

Δύο ώρες αργότερα /21/ νάσου ξαφνικά ένας ταχυδρόμος αρναούτης με προσωπικό γράμμα από τον Πρίγκηπα Υψηλάντη και από τον καπετάν Γιωργάκη, όπου, γράφοντάς μου πολλούς επαίνους για τη μάχη που έδωσα με τους Τούρκους, μου έγραφαν και το έξης: ότι ο Tudor Vladimirescu είναι κάτω από την κρίση τους, γιατί έπιασαν όλη την αλληλογραφία που είχε με τους Τούρκους για να μας πουλήσει σ’ αυτούς. Εμείς τότε απομείναμε στην πιο μεγάλη στεναχώρια, όταν μάλιστα ακούσαμε μετά τρεις μέρες κι αυτό: ότι τον Tudor, αφού τον πήγαν στην Târgoviște, τον έσφαξαν.

 

Ρουμανικό τραπεζογραμμάτιο του 1966, με τη μορφή του Tudor Vladimirescu (Θεόδωρος Βλαδιμηρέσκου).

 

Καλώντας τότε όλους τους καπετάνιους κοντά μου συσκεφθήκαμε τι να κάνουμε, επειδή μου έγραφε ο Υψηλάντης ότι έρχεται κι αυτός ενάντια στους Τούρκους του Δραγατσανίου, μ’ αυτούς που χτυπήθηκα εγώ, και να τους βγω μπροστά μ’ όλους τους στρατιώτες μου· σ’ αυτό όμως μου απάντησαν όλοι οι καπετάνιοι μου ότι αυτοί δεν μπορούν να πάνε σε βοήθεια του Υψηλάντη, επειδή οι οικογένειες τους και τα παιδιά τους βρίσκονται μέσα στη χώρα και ίσως τους σκλαβώσουν οι Τούρκοι και (σ.μ.- γι’ αυτό) θέλουν να γυρίσουν πίσω μέσα από τα δάση, όπως θα μπορέσουν· με ορμήνευσαν και μένα (επειδή υπήρχανε ανάμεσα στους καπετάνιους μου μερικοί πιο ηλικιωμένοι από μένα) να περάσω στην Αυστρία, μέχρις ότου δούμε αν θα έρθουν οι Ρώσοι, όπως παινεύονταν εκείνοι (σ.μ.-οι φιλικοί), η όχι.

Εγώ, όντας τότε και βαριά άρρωστος, έφυγα στην Αυστρία με πενήντα παλληκάρια και, αφού φτάσαμε στα σύνορα, μπήκαμε στην Αυστρία με αλλαγμένο το όνομα, άλλα ανακαλύπτοντας οι Γερμανοί ποιος είμαι εγώ /22/ με έβαλαν υπό κράτηση στη πόλη Hațeg κι από κει με μετέφεραν σ’ ένα μικρό φρούριο, για την ακρίβεια στη Deva, κι από κει με μετέφεραν στο φρούριο Arad, πάντοτε υπό κράτηση, και, χάρη στην αλληλογραφία που είχα με τους βογιάρους που βρίσκονταν εκεί, στο Sibiu και Brașon, επανέκτησα την ελευθερία μου.

 

«Ο Ιερός Λόχος μάχεται για την απελευθέρωση της Ελλάδος», έγχρωμη λιθογραφία. Συλλογή Χαρακτικών ΕΙΜ. Στις 7 Ιουνίου του 1821, ο Ιερός Λόχος ήρθε αντιμέτωπος με ισχυρές οθωμανικές δυνάμεις στο Δραγατσάνι. Εκεί, ο στρατός του Υψηλάντη καταστράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά. Ο ίδιος επιχείρησε να διαφύγει, αλλά οι αυστριακές αρχές τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στη φυλακή.

 

Ο Υψηλάντης πραγματικά ήρθε στο Δραγατσάνι το κατόπι μου, με όλες τις δυνάμεις που διέθετε και χτυπήθηκαν με τους ίδιους εκείνους Τούρκους (σ.μ.- μ’ εκείνους που χτυπήθηκα στο Zavideni) στα περίχωρα του Δραγατσανίου, στο χωριό Calina, και τον χτύπησαν πολύ άσχημα οι Τούρκοι, περισσότερο απ’ ότι εμένα, επειδή εγώ είχα μια μικρή δύναμη στρατιωτών, ενώ μαζί μ’ εκείνον (σ.μ.-τον Υψηλάντη) ήταν όλοι οι καπετάνιοι και πάνω από είκοσι χιλιάδες στρατιώτες [28]. Όταν βρισκόμουν στο φρούριο του Arad, νάσου ξαφνικά και φέρνουν τον Υψηλάντη με συνοδεία, άλλα δεν μπορέσαμε να μιλήσουμε μεταξύ μας γιατί δεν ήμασταν ελεύθεροι [29].

Στην Αυστρία έμεινα περίπου έξι χρόνια και στα 1826, τον Αύγουστο, ήρθα στη Βλαχία μαζί με το ρωσικό προξενείο, κατευθείαν στο Βουκουρέστι, όπου παρουσιάστηκα στον ηγεμόνα Γρηγόριο Γκίκα, που, αφοί με επέπληξε, με συμβούλεψε να μην έχουμε πια επαναστατικές ιδέες και διαθέσεις· την ίδια πάντα μέρα μου έδωσαν πάλι κάτω από τις διαταγές μου την καπετανία του στρατιωτικού σώματος της Prodilâ και μου υποσχέθηκαν ότι σε μικρό χρονικό διάστημα θα με κάνουν circ-serdar στους πέντε νομούς (σ.μ.- της Oltenia), επειδή τότε, έλεγαν, ήταν circ- serdar ο στόλνικος (σ.μ.- τίτλος βογιάρου κατώτερης τάξης) Dinu Bilteanu κι επειδή είναι γέρος να τον oρμη/23/νέψουν να παραιτηθεί· και ήταν αληθινή αυτή η υπόσχεση γιατί τον Ιανουάριο του 1827 μ’ έκαναν κιόλας circ-serdar, δίνοντάς μου κάτω από τις διαταγές μου ένα σώμα παντούρων που ονομάζονταν Predâti της επαρχίας Gorj και την καπετανία των Amârâzi του Dolj, και την καπετανία του Gidiciul του Dolj και την καπετανία της Prodilâ, που ανέφερα πιο πάνω [30].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Dicționar enciclopedic român (Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό της Ρουμανίας), τόμος 4ος, Βουκουρέστι, 1966, σ. 450.

[2] Σχετικά με τη δράση των Εθελοντικών σωμάτων των παντούρων στην Βλαχία κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1806-1812 βλέπε Panaitescu, Ρ. Ρ. , Corespondenţă lui Constantin Ipsillanti cu guvernul rusesc (η αλληλογραφία του Κωνσταντίνου Υψηλάντη με την Ρωσική Κυβέρνηση) (1806-1810), Βουκουρέστι, 1933· Bodin, D., Insemnari cu privire la Tudor Vladimirescu in razboiul ruso-turc din 1806-1812 (σημειώσεις αναφορικά με τον Θεόδωρο Βλαδιμιρέσκου στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1806-1812), στο » Revista istorică română «, vol VIII (1938)· Neacșu, 1, Oastea pandurilor condusà de Tudor Vladimirescu in ràscoala din 1821, (ο στρατός των Παντούρων κάτω από την ηγεσία του Θ. Βλαδιμιρέσκου κατά την διάρκεια της εξέγερσης του 1821), στο Studii si referate privind istoria Romaniei», partea a II-a (1954), σ.σ. 1006-1007· Istoria Romaniei, vol. Ill, București, 1964, σ.σ. 608-611· Otetea, A., Tudor Vladimirescu și revolutia din 1821 (ο Θ. Βλαδιμιρέσκου και η Επανάσταση του 1821), Βουκουρέστι 1971, σ.σ. 140-143. Berindei, D.- T.Mutscu, Aspecte militare ale miscärii revolucionare din 1821, (Στρατιωτικές απόψεις του επαναστατικού κινήματος του 1821), Βουκουρέστι, 1973, σ. 28-33· Stan, A. Renaşterea armatei naţionale, (Η αναγέννηση του εθνικού Στράτου), Craiova, 1979, σσ. 101-145.

[3] Solomon, I., Biografia vieţii polcovnicului…, Craiova, 1862, σ.σ. 1-2.

[4] Η λέξη «potera», βουλγαρικής προέλευσης, σήμαινε το μικρό ένοπλο σώμα συνήθως αρναούτηδων, που είχε την αποστολή να καταδιώκει τους διάφορους ληστές και χαïντούκους, που εμφανίζονταν κατά καιρούς σε διάφορες περιοχές των δυο Ρουμανικών Πριγκηπάτων. Οι άντρες που σχημάτιζαν αυτά τα ένοπλα σώματα ονομάζονταν συνήθως «Catane», λέξη Ουγγρικής προέλευσης που σημαίνει «στρατιώτης», η «panduri», λέξη άγνωστης μέχρι σήμερα προέλευσης, που σήμαινε γενικά «ένοπλος» (βλ. D. Berin- dei – T. Mutascu, o.π., σσ. 20-21 σημ. 3 και Ηλία Φωτεινό, Οι άθλοι της εν Βλαχία Ελληνικής ’Επαναστάσεως το 1821 έτος, Λειψία (Βουκουρέστι), 1846 σ. 10 σημ. ζ), ή, τέλος «poterasi», λέξη προερχόμενη από την «potera». Την λέξη αυτή χρησιμοποίησε και ο Ι. Φιλήμων αναφερόμενος στην προσπάθεια του ηγεμόνα της Μολδαβίας Μιχαήλ Σούτσου να στρατολογήσει, στις παραμονές του 1821, μια δύναμη 3.000 περίπου άντρων με την πρόφαση του σχηματισμού των «ποτέρων» για την καταδίωξη των ληστών, σχέδιο όμως ποΥ τελικά απέτυχε (βλ. Δοκίμιο Ιστορικό περί της Ελληνικής ’Επαναστάσεως, Αθήναι, 1859, τομ. I, σ.σ. 2700305).

[5] Solomon, I., Biografia…., σ.σ. 5-6.

[6] Στο ίδιο, σ.σ. 7-8.

[7] Στο ίδιο, σ. 9.

[8] Στο ίδιο, σ.σ. 12-13· τον I. Solomon αναφέρει σαν Κιρκ-σερδάρη και ο Ηλίας Φωτεινός (οπ.π., σ.19).

[9] Solomon, I., Biografia …, σ.16.

[10] οπ.π., σ.σ. 19-20· περιγραφή της μάχης βλ. και στον Ηλία Φωτεινό (οπ.π. σ.151).

[11] Solomon, I., Biografia…, σσ. 21-22· Neacşu, I., Lista eu numele pandurilor şi câpeteniilor lor care au participât la räscoala sub conducerea lui Tudor Vladimirescu (Components lor sociala completata cu date biografice) si un extras statistic nominal cu componenta sociala a 116 câpetenii de panduri (Κατάλογος με τα ονόματα των παντούρων και των καπετάνιων τους που συμμετείχαν στην εξέγερση κάτω από την ηγεσία του Τ. Vladimirescu (η κοινωνική τους σύνθεση συμπληρωμένη με βιογραφικά στοιχεία) κι ένα απόσπασμα ονομαστικής στατιστικής με την κοινωνική σύνθεση 116 καπετάνιων παντούρων), στο «Studii şi materiale de istorie moderna», vol. I (1957), σ. 435· Stan, A., οπ.π., σ. 209.

[12] Solomon, I., Biografia…, σ. 22.

[13] οπ.π., σ. 24.

[14] οπ.π., σσ. 44-45· Stan, Α., οπ.π., σ. 256.

[15] Panait, Ioana şi P.I., Participarea maselor populäre din Bucureşti la înfrîngerea comploturilor reacτiunii din iunie 1848 (Η συμμετοχή των λαϊκών μαζών του Βουκουρεστίου στη συντριβή των αντιδραστικών συνωμοσιών του ’Ιουνίου 1848), στο «Studii, revista de istorie», vol. XIII (1960), nr. 6, σσ. 83-92· Platon, Gh., Masele in revolirtia de la 1848 (Οι μάζες στην επανάσταση του 1848), στον τόμο «Revoluția Română de la 1848 in Tarile Române», Bucureşti, 1974, Σς. 114· Cazanisteanu,C. , Probleme militare In revolutia Romana de la 1848 (Στρατιωτικό προβλήματα στην Ρουμανική επανάσταση του 1848), στον παραπάνω τόμο, σ.134 βλ. επίσης,  Anul 1848 in Principatele Romane. Acte şi documente (To έτος 1848 στα Ρουμανικά Πριγκηπάτα. Πράξεις και έγγραφα), Βουκουρέστι, 1902, τομ. I, σ.σ. 689-690, 700-703, τομ. II, σσ.31-35,96-99.

[16] Anul 1848…, τομ. II, σσ. 122-128 (όπου η απολογία του I. Solomon) και σσ.132-133 (η απόφαση της ανακριτικής επιτροπής).

[17] Anul 1848…, τομ. II, σ.186.

[18] οπ.π., τομ.II, σ.13

[19] Ο August Treboniu Laurian έγραψε, ανάμεσα στ’ λλα, το έργο Istoria Romanilor (Ιστορία των Ρουμάνων), Ιάσι, 1853, στο όποιο αναφέρεται κι ο loan Solomon στη Βιογραφία του (το έργο αυτό προβλεπόταν οκτάτομο, τελικά όμως δημοσιεύτηκαν μόνο οι τρεις πρώτοι τόμοι του). Σχετικά με τον Α.Τ. Laurian, που θεωρείται ένας από τους αξιολογότερους εκπροσώπους της ρουμάνικης γενιάς του 1848, καθώς κι ένας από τους επιφανές λόγιους του ρουμάνικου διαφωτισμού του 19ου αι. Βλέπε D. Macrea, Contribuții la istoria lingvisticii și filologiei românești (Συμβολή στην ιστορία της ρουμάνικης γλωσσολογίας και φιλολογίας), Βουκουρέστι, 1978, σσ. 55-73 και Enciclopedia istoriografiei româneşt (Εγκυκλοπαίδεια της Ρουμανικής Ιστοριογραφίας), Βουκουρέστι, 1978, σσ. 177-178.

[20] Solomon, I., Biografia…, σσ. 47-48.

[21] Ολόκληρο το κείμενο της προκήρυξης στο Documente privind istoria României: Răscoala din 1821, τομ. I, Bucuresti, 1960, σσ. 207-208· μετάφραση στην ελληνική μας δίνει ο Ηλίας Φωτεινός (οπ. π., σσ.7-9)· πρέπει να σημειωθεί πάντως εδώ, πως στην προκήρυξη της TismanaPadeş δεν γίνεται λόγος για «εξέγερση εναντίον των Ελλήνων», όπως μας πληροφορεί ο I. Solomon επηρεασμένος από την μετά το 1821 εξέλιξη των πραγμάτων στις δυο Παραδουνάβιες Ηγεμονίες· κριτική της παραπάνω προκήρυξης 3λ. A. Otetea, Tudor Vladimirescu si revolutia. ..·, σσ. 203-207 (ο Ρουμάνος Ιστορικός είναι ο πρώτος που απέδειξε πως η προκήρυξη τέθηκε σε κυκλοφορία από τη μονή της Tismana και όχι από το χωριό Pades, όπως γενικά πιστευόταν)· κριτική επίσης Βλ. στον D. Berindei, L’Annee revolutionnaire 1821 dans les Pays roumaines, Bucarest, 1971, σ.σ. 115-118.

[22] Οι επαναστατικές δυνάμεις κάτω από την ηγεσία του Τ. Vladimirescu έδρασαν στην Ολτένια κατά τον ακόλουθο τρόπο: αφοί κατέλαβαν αρχικά τα κυριότερα μοναστήρια της περιοχής (Tişmana, Strehaia, Motru κ.ά.) και τα μετέβαλαν σε ισχυρά οχυρά, εφοδιάζοντάς τα με τρόφιμα και πυρομαχικά και επανδρώνοντάς τα με ισχυρές φρουρές, στην συνέχεια στρατοπέδευσαν στο χωριό Țînțăreni, που το μετέτρεψαν σε κέντρο συγκέντρωσης και εκπαίδευσης των Επαναστατών (βλ. I. Neacşu, Oastea pandurilor…, σσ. 1019-1020· D. Berindei-T.Mutaşcu, όπ.π., σσ. 53, 60’· A. Otetea, Tudor Vladimirescu şi revolutia…, σσ. 17-18).

[23] Για το στρατιωτικό συμβούλιο των ηγετών των Επαναστατικών σωμάτων της Ολτένιας στην κωμόπολη Slatina, καθώς και γιά τις αποφάσεις που πάρθηκαν εκεί, βλ. κυρίως I. Neaşcu, Oastea pandurilor…, σσ. 1024-1028· D. Berindei-T. Mutaşcu, οπ.π., σσ. 81-84.

[24] Μετά τον θάνατο του Αλ. Σούτσου, η Πύλη, όπως είναι γνωστό, ονόμασε σα νέο ηγεμόνα της Ρουμανικής Χώρας τον Σκαρλάτο Καλλιμάχη , που εξαιτίας των γεγονότων δεν μπόρεσε να έλθει στο Βουκουρέστι και τελικά εξέπεσε του αξιώματος του και στη θέση του ονομάσθηκε ηγεμόνας ο Γρηγόριος Γκίκας, (Αύγουστος 1822), που θεωρείται ο πρώτος μετά τους Φαναριώτες ηγεμόνας ρουμανικής καταγωγής. Ο Σαμουρκάσης που αναφέρει ο I. Solomon στη Βιογραφία του σαν καϊμακάμη της Κραγιόβας είναι ο ποστέλνικος Ιωάννης Σαμουρκάσης για τον όποιο πληροφορίες μας δίνει και πάλι ο  Ηλίας Φωτεινός (όπ.π., σ. 150).

[25] Εδώ η λέξη «ταχυδρομείο» σαν μονάδα μέτρησης αποστάσεων ίση με 20 περίπου χιλιόμετρα.

[26] Περιγραφή της μάχης στον Ηλία Φωτεινό (όπ.π., σ. 151).

[27] Η Επιστολή αυτή του Τ. Vladimirescu προς τον I. Solomon δυστυχώς δεν έχει βρεθεί μέχρι σήμερα. Παρόλα αυτά από τις πληροφορίες που μας δίνει ο I. Solomon μπορούμε να σχηματίσουμε μία αρκετά ικανοποιητική εικόνα για το περιεχόμενό της. Κι αν κοντά σ’ αυτό προσθέσουμε και το γεγονός ότι η επιστολή αυτή γράφτηκε λίγο πριν ή λίγο μετά (μάλλον) την συνάντηση της 18ης Μάιου 1821 (π.ημ.) στο χωριό Goleşti τοϋ Τ. Vladimirescu με τον Γ. Ολύμπιο, κατά την όποια αποφασίστηκε για μια ακόμη φορά η συνεργασία των Επαναστατικών δυνάμεων που καθοδηγούνταν από τον Αλ. Υψηλάντη και τον Τ. Vladimirescu, η επιστολή του τελευταίου προς τον I. Solomon απόκτα μια ιδιαίτερη σημασία. Η σημασία της έγκειται στο ότι, ενώ ο Τ. Vladimirescu είχε ήδη προβεί σε συμφωνία με τους ηγέτες του Επαναστατικού στρατού που καθοδηγούνταν από τον Αλ. Υψηλάντη, ταυτόχρονα διέταζε τον I. Solomon, από τη μια μεριά, να «απομακρύνει» όλους τους Έλληνες και Σέρβους αγωνιστές από τα οχυρωμένα μοναστήρια της Ολτένιας και να εμπιστευτεί την φύλαξή τους μόνο σε Ρουμάνους παντούρους και, από την άλλη, να σπεύσει με τον κύριο όγκο των δυνάμεων που είχε κάτω από τις διαταγές του στο Goleşti, για να ενισχύσει το κύριο σώμα των Επαναστατικών δυνάμεων, που καθοδηγούσε ο ίδιος και που βρίσκονταν καθ’ οδόν προς την Ολτένια. Και τα δύο αυτά στοιχεία όμως δείχνουν σαφέστατα, τουλάχιστον έλλειψη εμπιστοσύνης του αρχηγού των Επαναστατικών σωμάτων των παντούρων προς τον Αλ. Υψηλάντη και τις επαναστατικές δυνάμεις που βρίσκονταν κάτω από τις διαταγές του. Το γεγονός αυτό δεν διέφυγε της προσοχής των Ρουμάνων ιστορικών της περιόδου, που ερμήνευσαν όμως την επιστολή αυτή ο καθένας κατά διαφορετικό τρόπο, οι περισσότεροι πάντως προσπαθώντας κυρίως να δικαιολογήσουν την έλλειψη εμπιστοσύνης του Τ. Vladimirescu προς τον Αλ. Υψηλάντη (βλ. C.D. Aricescu, Istoria revoluțiunii române de la 1821 (Ιστορία της Ρουμανικής Επανάστασης του 1821), Craiova, 1874, σ. 238 σημείωση 3-Α. Otetea, Tudor Vladimirescu si miscarea eterista in Tarile Romane, (Ο Θ. Βλαδιμιρέσκου και το κίνημα τΗς Φιλικής Εταιρίας στις Ρουμανικές Χώρες), Βουκουρέστι,1945 σ. 293· του ίδιου, Tudor Vladimirescu si revolutia…, σσ. 416-417 D. Berindei-T.Mutascu, οπ.π., σσ.147-148 (οί συγγραφείς υποστηρίζουν πώς η Επιστολή στάλθηκε πριν την συνάντηση Τ. Vladimirescu-Ολύμπιου, χωρίς όμως το γεγονός αυτό, κατά την γνώμη μας, να αλλάζει και πολύ τις προθέσεις του πρώτου· M. Radu, Tudor Vladimirescu si revolutia din Jara Romaneasca (ο Θ. Βλαδιμιρέσκου και η Επανάσταση της Ρουμανικής Χώρας), Κραγιόβα, 1978, σσ.441-442.

[28] Ο I. Solomon, μη όντας αυτόπτης μάρτυρας στην μάχη του Δραγατσανίου, ανεβάζει τις δυνάμεις που βρίσκονταν κάτω από τις διαταγές του Αλ. Υψηλάντη στον υπερβολικό αριθμό των 20.000 άντρων, επηρεασμένος αναμφισβήτητα από δύο άλλους Ρουμάνους απομνημονευματογράφους, που έγραψαν πριν απ’ αυτόν σχετικά με τα γεγονότα του 1821 στα δυο Πριγκηπάτα. Πιο συγκεκριμένα, ο Μ. Cioranu («υπασπιστής» του Τ. Vladimirescu) στα απομνημονεύματά του αναφέρει πως ο Αλ. Υψηλάντης διέθετε στο Δραγατσάνι μια δύναμη 16.000 περίπου άντρων (βλ. Μ. Cioranu, Revolutia lui Tudor Vladimirescu (Η επανάσταση του Θ. Βλαδιμιρέσκου), επανεκδίδει Ν. Iorga, Izvoarele contemporane asupra mişcarii lui Tudor Vladimirescu (σύγχρονες πηγές για το κίνημα Θ. Βλαδιμιρέσκου), Βουκουρέστι, 1921, σ.306), ενώ ο Chiriac Popescu μας δίνει τον αριθμό των 20.000 άντρων (βλ. Ch. Popescu, Memoriu despre mişcarea lui Tudor Vladimirescu (Ενθυμήματα σχετικά με το κίνημα του Θ. Βλαδιμιρέσκου), επανεκδίδει Ν. Iorga, όπ.π., σ. 212).

[29] Σχετικά με την διέλευση του Αλ. Υψηλάντη και της μικρής συνοδείας του από την (τότε) μεθοριακή κωμόπολη Arad της Τρανσυλβανίας, βλ. Π. Ενεπεκίδη, Αλέξανδρος Υψηλάντης. Η αιχμαλωσία του εις την Αυστρίαν (1821-182Θ), Αθήναι, 1969, σσ. 14-15.

[30] Οι περίεργες ονομασίες που μας δίνει εδώ ο I. Solomon, δεν είναι παρά τα ειδικά ονόματα που έφεραν τα διάφορα σώματα των παντούρων ανάλογα με την επαρχία που είχαν έδρα.

 

Κωνσταντίνος Κ. Χατζόπουλος

Ομότιμος Καθηγητής Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού. Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας – Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

Τα επαναστατικά γεγονότα του 1821 στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες όπως τα είδε ένας Ρουμάνος αγωνιστής – (Απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του loan Solomon) | Κωνσταντίνος Κ. Χατζόπουλος, Βαλκανικά Σύμμεικτα Τόμος 1ος Θεσσαλονίκη 1981. σ. 306.

 

* Το κείμενο αποδόθηκε στο μονοτονικό, διατηρήθηκε όμως η ορθογραφία της συγγραφέως.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η αιχμαλωσία του Αλέξανδρου Υψηλάντη στην Αυστρία


 

Η Αιχμαλωσία του Αλέξανδρου Υψηλάντη στην Αυστρία μέσα από τα Αυτοκρατορικά και Βασιλικά Αρχεία της Αυστρίας που έφερε στο φως ο ιστορικός Peter Broucek και δημοσιεύονται στο Mitteilungen des Österreichischen Staαtsarchivs 17/18 Band / Herausgegeben von den Generaldirektoren 1964-1965, με τίτλο «Alexander Ypsilantis Gefangenschaft in Österreich».

Επιμέλεια και μετάφραση μελέτης από τα Γερμανικά Φώτης Βράκας.

 

 Εισαγωγή

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης, λιθογραφία, Εκ του πολυχρωμολιθογραφείου Ι. Δ. Νεράντζη, Λειψία.

Η δράση όλων των επαναστατών δε σταμάτησε αυτόματα με το τέλος της Ελληνικής επανάστασης στη Μολδοβλαχία. Και δη του αρχηγούς αυτής, του Αλέξανδρου Υψηλάντη καθώς και των αδερφών αυτού Γεώργιο, Νικόλαο και κάποιων άλλων συντρόφων. Υπάρχει σχετική μελέτη, την οποία επιμελήθηκε ο Βιεννέζος ιστορικός Peter Broucek μέσα από τα κρατικά αρχεία της Αυστρίας το 1965, όταν ήταν υπάλληλος της υπηρεσίας. Τη μεταφράζω εδώ από τα Γερμανικά.

Εστιάζει την προσοχή του στο πρόσωπο του Αλέξανδρου Υψηλάντη την περίοδο, που ο Υψηλάντης ήταν αιχμάλωτος στην Αυστρία. Μαθαίνουμε, πως ήταν η ζωή του Υψηλάντη μετά την ατυχή έκβαση της επανάστασης, ως την ημέρα που απεβίωσε. Τα ντοκουμέντα δείχνουν, πως η φυλάκιση του Υψηλάντη στην Αυστρία καθώς και η αποφυλάκισή του είναι έργο της ρωσικής πολιτικής, την οποία εκμεταλλεύτηκε ο χείριστος των κακόβουλων πολιτικών, ο Μέτερνιχ, για σκοπούς δικούς του καθώς και της Αυστριακής Μοναρχίας.

Ακόμη και σήμερα δεν γνωρίζουμε ακριβώς το σκοτεινό ρόλο της Ρωσίας πίσω από το κίνημα του Υψηλάντη. Αν όντως κρύβονταν η Ρωσία πίσω από την επανάσταση, όπως πολλές φορές κατηγορήθηκε από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, τότε η φυλάκιση του Υψηλάντη και η αποφυγή μιας δίκης, «έβγαζε λάδι» τον Τσάρο Αλέξανδρο. Η αποφυλάκιση του πάλι έρχεται, αφού έχει υπογραφεί η τριμερής Ιουλιανή Συνθήκη στο Λονδίνο και έτσι δεν παίζει πλέον κανένα ρόλο.

 

Αναφορά στον πρόλογο του Peter Broucek

 

Στον πρόλογο του ο Peter Broucek κάνει αναφορά στην επανάσταση και την επιτυχία της, στον Υψηλάντη, στην θέση που πήρε ο τσάρος Αλέξανδρος, στην πολιτική του Μέτερνιχ, στην αποτυχία του κινήματος στην Μολδοβλαχία και στη στάση της Αυστρίας απέναντι στους επαναστάτες μόλις πάτησαν αυστριακό έδαφος.

 

Πρόλογος

 

Μετά το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων και την ολοκληρωτική ήττα του Ναπολέοντα μια σειρά από επαναστάσεις και λαϊκές εξεγέρσεις συγκλόνισαν ολόκληρη την Ευρώπη. Η πιο σημαντική έως το 1830 είναι η ελληνική επανάσταση εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ήταν η πρώτη στην Ευρώπη, που παρότι έλαχε πολλών αντιθέσεων, σημείωσε επιτυχία. Η θέση την οποία είχε ο Μέτερνιχ υπέρ της γειτονικής Τουρκίας έχει συζητηθεί πολλές φορές. Είναι γνωστό, ότι ο Μέτερνιχ θεωρούσε, πως όλες οι επαναστάσεις είχαν μια κοινή πνευματική ρίζα και γι’ αυτό θα έπρεπε να καταπολεμηθούν. Έτσι λοιπόν και στην περίπτωση της Ελληνικής επανάστασης δεν έβλεπε τίποτα παραπέρα, παρά μόνο το έργο του κόμματος της αταξίας και ανομίας, όπως το ονόμαζε, το οποίο απέβλεπε στο να γκρεμιστούν τα θεμέλια της τάξης και έτσι να είναι απειλή για τους θρόνους των κοινωνικών δομών. Ήταν τόσο πιστός σε αυτή του τη θέση, που δεν του επέτρεπε, να βλέπει λίγο παραπέρα. Θεωρούσε, ότι η επανάσταση είναι έργο της Ρωσίας, η οποία ήθελε να ανατρέψει τα δεδομένα στα Βαλκάνια. Μόνο έτσι μπορούμε, να εννοήσουμε τη θέση του και την αντίθεσή του απέναντι στο έργο του Αλέξανδρου Υψηλάντη, ο οποίος εξάπλωσε την επανάσταση στα Βαλκάνια.

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης – Το πέρασμα του Προύθου. Ένας πίνακας με τα λάθη του. Φεβρουάριος 1821. Έναρξη της Επανάστασης. Στην ρομαντική απεικόνιση του Peter von Hess ο Βοεβόδας Μιχαήλ Σούτσος της Μολδαβίας υποδέχεται τον προερχόμενο από την Ρωσία αρχηγό της Επανάστασης Αλ. Υψηλάντη. Φορά στολή ιερολοχίτη. Ο σταυρός απουσιάζει στο σήμα του. Το χαμένο χέρι του είναι το αριστερό αντί για το δεξί. Η σημαία του είναι παραλλαγμένη και ο Φοίνικας δυσδιάκριτος.

 

Ο Υψηλάντης όντας γόνος, μιας ελληνικής φαναριώτικης οικογένειας, στρατηγός του ρωσικού στρατού και αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, όταν εισέβαλε στη Μολδαβία, πίστεψε αρχικά σε βοήθεια από το εξωτερικό και μάλιστα από τη Ρωσία. Πίστεψε στον ξεσηκωμό των Ελλήνων, αλλά και στον ξεσηκωμό στην Μολδαβία και τη Βλαχία. Τελικά όμως, όπως αποδείχθηκε, οι βλέψεις του δεν εκπληρώθηκαν. Η Ρωσία κράτησε αρνητική στάση απέναντί του, οι λαοί ένεκα της τακτικής του δεν τον ακολούθησαν.

Ήταν λοιπόν θέμα της Τουρκικής κυβέρνησης, σχετικά με το πότε θα έστελνε στρατό στην κοιλάδα του Δούναβη να τον κυκλώσει και να εξοντώσει τις δυνάμεις του.

Θεόδωρος Βλαδιμηρέσκου (Tudor Vladimirescu), έργο του Ρουμάνου ζωγράφου, Theodor Aman (1831-1891).

Η απορριπτική στάση του Τσάρου απέναντι στον πρώην υπασπιστή του και έμπιστο του σαν προπαρασκευαστή της ελληνικής επανάστασης ενισχύθηκε σε πρώτη γραμμή από τον Μέτερνιχ. Στο συνέδριο του Λάϊμπαχ, ο Μέτερνιχ διάβασε μια επιστολή του Υψηλάντη στον Τσάρο. Σε αυτή ο Υψηλάντης αποκαλεί την επανάσταση στην Ισπανία «συγγενή» με την Ελληνική. Άφησε εμμέσως λοιπόν στον τσάρο να εννοηθεί, πόσες επαναστάσεις θα μπορούσαν να ξεσπάσουν πολύ εύκολα και στη χώρα του τη Ρωσία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο τον ώθησε να στείλει μια επιστολή στον Υψηλάντη, που όχι μόνο τον απέλασε από τα στρατιωτικά του καθήκοντα, αλλά και του απαγόρευε να επιστρέψει στη Ρωσία.

Έτσι λοιπόν η μόνη δύναμη, στην οποία θα μπορούσε να καταφύγει ο Υψηλάντης, στην περίπτωση που δε θα τα κατάφερνε να φτάσει στην Ελλάδα ή να κρατηθεί στην κοιλάδα του Δούναβη, ήταν η Αυστρία. Τη φυγή προς την Αυστρία πρέπει, να την είχε σκεφτεί ξανά και ο ίδιος ο πρίγκιπας, όταν οι εκκλήσεις του προς το Ρώσο πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη απέβησαν άκαρπες. Ο ίδιος, καθώς και οι Τούρκοι στο Βουκουρέστι, είχαν έρθει σε ρήξη με τον αρχηγό των Ρουμάνων επαναστατών Θεόδωρο Βλαδιμηρέσκου και τους ατάκτους αυτού. Ο Υψηλάντης αναγκάστηκε να τραβηχθεί προς τα πίσω στα όρη της Ολτενίας (Banat) και να καταλάβει το πέρασμα στον Κόκκινο Πύργο στις 20.04.1821.

 

Το πέρασμα του Κόκκινου Πύργου (Roter Turm – Pass – Pasul Turnu Roșu) στα σύνορα Τρανσυλβανίας και Βλαχίας.

 

Η Περιπέτεια ξεκινά

 

Ο Υψηλάντης με τους συντρόφους του συνελήφθησαν από τις αυστριακές αρχές αφού διάβηκαν το πέρασμά τους από τον Κόκκινο Πύργο. Στη συνέχεια μεταφερόταν από πόλη σε πόλη με απόλυτη μυστικότητα και πλαστά ονόματα.

Με απόλυτη ασφάλεια και μυστικότητα προσπάθησαν οι αρχές να μεταφέρουν τον Έλληνα στο εσωτερικό της χώρας, πρώτα στο Orlat [Ρουμανία] και μετά στο Temesvar [Τιμισοάρα – Ρουμανία]. Με την πρόφαση, ότι θα έπρεπε να αναμείνουν νέες διαταγές από τη Βιέννη ο στρατάρχης Μπελεγκάρντε, τους μετέφερε στο Arad [Αράντ – Πόλη στη Ρουμανία].

O Αυστριακός στρατηγός Andreas von Schneller, διοικητής του Banat, είναι ο πρώτος επίσημος αξιωματούχος, που ήρθε σε επαφή με τον Υψηλάντη, στην ουσία αυτός που τον συνέλαβε.

Η νέα διαταγή, που έλαβε ο Μπελεγκάρντε από τον Μέτερνιχ, έλεγε, πως ο Υψηλάντης και οι συνοδοί του θα πρέπει να μεταφερθούν υπό αυστηρή μυστικότητα στην πόλη Munkács [Μουκάτσεβο – Ουκρανία] και θα πρέπει να κρατηθούν εκεί ως αιχμάλωτοι του κράτους και όχι ως εγκληματίες εναντίον του κράτους. Ο διοικητής του Banat στρατηγός Schneller ζήτησε από τον Υψηλάντη απόλυτη σιωπή για τον τόπο, στον οποίο βρισκόταν. Σε διαφορετική περίπτωση τον απείλησε με έκδοση στην Τουρκία. Στους τρεις αδερφούς εδωσαν το όνομα Βαρώνοι Schönwarth [Σένβαρτ]. Άλλαξαν επίσης και τα ονόματα των υπηρετών τους.

Μόλις ο Υψηλάντης έδωσε τις αντίστοιχες εγγυήσεις, που του είχαν απαιτηθεί, το ταξίδι συνεχίστηκε εκ νέου με απόλυτη μυστικότητα. Όμως παρόλα τα ληφθέντα μέτρα ασφαλείας ο στρατηγός του Banat στρατηγός Schneller, δήλωσε, όπως προκύπτει από τα κρατικά αρχεία, πως τελικά διέρρευσε προς τον κόσμο η ταυτότητα του Έλληνα. Όλοι ήταν ενημερωμένοι για την επανάσταση στην γειτονική Βλαχία. Ήταν επίσης ενήμεροι σχετικά με την απώλεια του ενός χεριού του Υψηλάντη πράγμα, που δυσχέραινε ακόμη περισσότερο το έργο των αρχών.

 

Η αναζήτηση

 

Το κίνημα του Υψηλάντη, το οποίο προφανώς δεν άφησε αδιάφορους τους ξένους λαούς, φαίνεται να είχε τραβήξει και την συμπάθεια πολλών που ενδιαφέρθηκαν για την τύχη αυτού.

Για την τύχη του Πρίγκιπα και των συνοδών του ενδιαφερόταν όχι μόνο η κοινή γνώμη στο εσωτερικό, αλλά και οι χώρες του εξωτερικού ενδιαφέρονταν. Στις 5 Ιουλίου του 1821 ο Μέτερνιχ ειδοποίησε για την Άφιξη του Υψηλάντη τους αυστριακούς διπλωμάτες στην Ρωσία και την Τουρκία.

Αμέσως μετά ο πρόξενος της Αυστρίας έλαβε διαταγή να πει, πως παρ’ όλα τα μέτρα που λήφθηκαν, ο Έλληνας κατάφερε να μπει σε αυστριακό έδαφος. Ο Αυτοκράτορας έκανε χρήση του άρθρου 18 της συμφωνίας του Βελιγραδίου του 1739. Σε αυτό το άρθρο προέβλεπε τη μη έκδοση ατόμων, που καταζητούνται για εσχάτη προδοσία, αλλά την κράτηση αυτών σε έναν σταθμό απομακρυσμένο από τα κοινά σύνορα. Ο υπό κράτηση Υψηλάντης βρίσκεται κάτω από αυστηρή επιτήρηση.

 

400 Ιερολοχίται, πρόδρομοι του ιερού αγώνος πίπτουσι περί το Δραγασάνιον.

 

Ο Αυστριακός στρατηγός Ignác (Ignaz) Gyulay Graf von Maros-Németh und Nádaska, διοικητής Βοημίας, ήταν υπεύθυνος για την διαμονή του Υψηλάντη στην Βοημία.

 

O Aυστριακός στρατάρχης Heinrich Joseph Johann Graf von Bellegarde αναμίχτηκε μετά από διαταγή του Μέτερνιχ και αυτός στην υπόθεση Υψηλάντη.

 

Η αντίδραση της Υψηλής Πύλης

 

Ήταν φυσικό και επόμενο η Υψηλή Πύλη να αναζητά τον Υψηλάντη. Επίσης ο σουλτάνος Μαχμούτ είχε κάθε λόγο, να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς με αυτόν, που τόλμησε να σηκώσει κεφάλι. Φυσικά οι πράκτορες του, θα τον έψαχναν παντού.

Οι Τούρκοι είχαν ήδη πληροφορηθεί μέσω του πρακτορείου της Craiova [Κραϊόβα είναι η 6η μεγαλύτερη πόλη της Ρουμανίας] για τη φυγή, την άφιξη και την παραμονή του Υψηλάντη στην Αυστρία, πολύ πριν φτάσει η δεύτερη εντολή στον αυστριακό πρόξενο στην Κωνσταντινούπολη Λίτσοβ.

 

O Sadik Efendi υπουργός εξωτερικών (Ρεΐς εφέντης) της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στον καιρό του Υψηλάντη.

 

Γνώριζαν, ότι η Αυστρία δέχτηκε τον «προδότη». Ο Ρεΐς Εφέντη διαμαρτυρήθηκε έντονα στον πρόξενο Λίτσοβ. Ο Λίτσοβ απάντησε, πως το μόνο, που γνώριζε είναι, ότι η πρόταση παραμονής του Υψηλάντη δεν έγινε δεκτή, πράγμα το οποίο αργότερα ανακάλεσε.

 

Γκριγκόρι Αλεξάντροβιτς Στρογκανοφ (Григорий Александрович Строганов) – Ρώσος πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης. Έργο της γαλλίδας ζωγράφου Élisabeth Louise Vigée Le Brun, Hermitage Museum.

 

Η πολιτική του Μέτερνιχ απέναντι στη Ρωσία

 

Σαφώς για τον Μέτερνιχ ο Υψηλάντης ή ο Έλληνας ή ο Πρίγκιπας, όπως τον αναφέρει πολλές φορές ανάλογα με την περίσταση ήταν ένας ενοχλητικός επισκέπτης, που αν ήθελε να μείνει πιστός στην Ιερή Συμμαχία, θα έπρεπε να παίξει το δικό του παιχνίδι.

Ο Μέτερνιχ έγραψε προς τη Ρωσία για την άφιξη του Έλληνα στην Αυστρία. Έστειλε μια σειρά από σημειώσεις προς τον Τσάρο για την επικινδυνότητα της επανάστασης στην Τουρκία. Ζήτησε από τον πρέσβη Lebzeltern, να μάθει από τον Τσάρο Αλέξανδρο τη γνώμη του για την τύχη του Υψηλάντη. Αρχικά ο Τσάρος άφησε να εννοηθεί, ότι ήταν σύμφωνος με τη γνώμη του Μέτερνιχ και ότι δεν επιθυμούσε την έκδοση του Υψηλάντη στην Τουρκία. Αυτό όμως δεν αρκούσε στον πρέσβη Lebzeltern. Έτσι ζήτησε επισταμένως, να συζητήσει το θέμα με τον πρωθυπουργό Nesselrode. Στην συζήτηση, που ακολούθησε ο πρέσβης Lebzeltern άφησε να εννοηθεί, πως η Αυστρία είναι διατεθειμένη, να κρατήσει τον Έλληνα φυλακισμένο στο Munkács. Από την άλλη πλευρά βέβαια θα έπρεπε κάποιος να τρίξει τα δόντια στην Τουρκία.

 

Karl Robert von Nesselrode, υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας στον καιρό της Ελληνικής Επανάστασης. Έργο του Γερμανού ζωγράφου Georg von Bothmann, Hermitage Museum.

 

Η Αυστρία πάνω στο θέμα αυτό ήθελε, να κρατήσει μια τίμια στάση. Δεν θα ήθελε όμως σε καμία περίπτωση να χαλάσει τους καλούς δεσμούς της με την Υψηλή Πύλη. Μιας όμως και η Αυστρία ήθελε να απεγκλωβιστεί από τη δέσμευσή της με το πρόσωπο του Υψηλάντη, ο Μέτερνιχ ευχαρίστως θα  ήθελε, να γνωρίσει τις προθέσεις του Τσάρου. Ο Nesselrode υποσχέθηκε, ότι θα διαβιβάσει στον Τσάρο, όλα όσα ειπώθηκαν. Είπε ακόμη στον πρέσβη Lebzeltern, πως ο Καποδίστριας έκανε πρόταση στον Τσάρο, να ζητήσει την έκδοση του Υψηλάντη στη Ρωσία προκειμένου να περάσει εκεί από δίκη. Αν όντως ο Καποδίστριας έκανε αυτή την πρόταση γιατί γνώριζε, ότι ο τσάρος δεν θα την αποδέχονταν, ο Nesselrode το άφησε στον αέρα. Στην συνέχεια ο Nesselrode αρνήθηκε τις θεωρίες σχετικά με τον Υψηλάντη, ότι αυτός βρίσκονταν πίσω από άλλα επαναστατικά κινήματα στα Βαλκάνια. Η αναμενόμενη απάντηση από τον Τσάρο Αλέξανδρο δεν έφτασε ποτέ, όπως αφήνουν να εννοηθεί κάποια έγγραφα του Μέτερνιχ. Μόνο ο πρόξενος Tatistschew ζήτησε από τον Μέτερνιχ, να κάνουν σαφές στον Υψηλάντη, ότι η Ρωσία δε θέλει να τον δει ελεύθερο. Ήταν μια φρούδα ελπίδα στα μάτια του Υψηλάντη. Για τα επόμενα δύο χρόνια το θέμα Υψηλάντη έσβησε από την διπλωματική επικοινωνία.

 

Rudolf von Lützow, πρόξενος της Αυστρίας στην Κωνσταντινούπολη την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης. Λιθογραφία από τον Josef Kriehuber, γύρω στο 1840.

 

Η αιχμαλωσία στον πύργο του Munkács

 

Είναι σαφές, ότι ο Υψηλάντης δεν ήταν για τους Αυστριακούς ένας απλός αιχμάλωτος. Αυτό καταφαίνεται στη συμπεριφορά τους απέναντι του. Όντας πρίγκιπες ο Υψηλάντης και οι αδερφοί του υπήρχε μια δυσχέρεια στη συμπεριφορά απέναντί τους. Από τη μία έπρεπε να κρατηθεί η αυστηρότητα της πολιτικής και από την άλλη τα κοινωνικά προσχήματα.

Ο Υψηλάντης παρέμενε στον Πύργο του Munkács [Μουκάτσεβο – Ουκρανία]. Σύντομα τα πράγματα έγιναν κάπως πιο άνετα και παρ’ όλη την αυστηρή περιφρούρηση που είχε, αντιμετώπιζε κάποια ήπια μεταχείριση. Στον αιχμάλωτο επιτράπηκε ο περίπατος στους χώρους του πύργου και σύντομα παρ’ όλες τις αμφιβολίες του Μπελεγκάρντε του επιτράπηκε, να διαβάζει την εφημερίδα Wiener Beobachter. Λάμβανε ιδιαίτερη τροφή. Ο Μέτερνιχ ο ίδιος του έστειλε 45 βιβλία. Οι Έλληνες όμως είχαν λίγα χρήματα μαζί τους. Παρακάλεσαν έτσι το Υπουργείο Εσωτερικών να στείλουν επιστολή στους συγγενείς τους προκειμένου, να ζητήσουν χρήματα.

 

O πύργος του Munkács το 1940, όπου κρατήθηκε ο Υψηλάντης.

 

Μεταξύ του 1821 και 1822 η πριγκίπισσα Υψηλάντη έστειλε δύο φορές χρήματα γύρω στα 4.000 φιορίνα. Μέχρι το τέλος του 1822 είχαν σχεδόν τελειώσει. Επιπλέον η πριγκίπισσα παρακάλεσε τον Μέτερνιχ, να μπορούσε, να έχει απεριόριστη αλληλογραφία με τους γιους της. Επιθυμία που ο Μέτερνιχ την έκανε δεχτή. Το 1822 η υγεία των κρατουμένων παρουσίαζε ήδη αρκετά προβλήματα. Ειδικότερα ο Αλέξανδρος, έπασχε από κράμπες στομάχου, πυρετό, αναπηρία του χεριού και γι’ αυτό οι γιατροί του συνέστησαν αλλαγή κλίματος. Θα έπρεπε να κάνει ιαματικά λουτρά και να απομακρυνθεί από το ελώδες κλίμα του

Munkács. Τα συμπτώματα αυτά ανέφερε ο αναπληρωτής διοικητής της Ουγγαρίας. Ο Μπελεγκάρντε τα ήλεγξε μέσω ενός υποστράτηγού του. Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας ήταν μια ατέλειωτη αλληλογραφία μεταξύ Μέτερνιχ, Μπελεγκάρντε και αρχιδούκα Φερδινάρδου. Τελικά ο Μέτερνιχ, έπεισε τον αυτοκράτορα, να μεταφερθούν οι κρατούμενοι σε έναν τόπο με πιο υγιές κλίμα, στην Theresienstadt.

 

Από το Munkács στην Theresienstadt

Η διαμονή και η γενικότερη προσαρμογή του Υψηλάντη στην Τheresienstadt/Franzenbrunen φαίνεται, να δημιούργησε προβλήματα στις αυστριακές αρχές κυρίως όταν αναγνωρίσθηκε από κάποιους.

 

Με αυστηρά μέτρα προστασίας τον Ιούνιο του 1823 μεταφέρθηκαν οι αδερφοί Υψηλάντη από το Munkács στην Theresienstadt. Βρέθηκαν εκεί υπό την εποπτεία του στρατηγού Chiesa. Σύντομα σε αναφορά του ο στρατηγός αναφέρει, πως μέλη του σώματος Wellington, αλλά και άλλοι επισκέπτες που βρίσκονταν εκεί για ανάρρωση, αναγνώρισαν στο Franzensbrunn τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Οι διαμαρτυρίες του πρίγκιπα άρχισαν εκ νέου. Ήθελε να συνομιλεί με ξένους, να απομακρυνθεί η φρουρά έξω από την πόρτα του και να βγαίνει περίπατο με συνοδεία ενός αξιωματικού. Μετά από πολλές εκκλήσεις το τελευταίο του εγκρίθηκε.

 

Τα ιαματικά λουτρά του Franzensbrun, όπου ο Υψηλάντης αναγνωρίστηκε από παλιούς αντιναπωλεώντειους συναγωνιστές του τάγματος Wellington.

 

Τα ιαματικά λουτρά του Franzensbrun.

 

Το χρηματικό κόστος των κρατουμένων

 

Πορτραίτου του Αλέξανδρου Υψηλάντη με στολή ουσάρου, 1810.

Η διαμονή του στα ιαματικά λουτρά, οι συνεχείς μετακινήσεις, οι απαιτήσεις του ίδιου του Υψηλάντη και των αδερφών του είχαν κόστος. Κάποια στιγμή τέθηκε το θέμα, με ποιο τρόπο θα καλυφθούν αυτά τα έξοδα συντήρησης. H Αυστρία προσπαθούσε με κάθε τρόπο να πιέσει τη Ρωσία να αναλάβει εξ’ ολοκλήρου το κόστος ή μέρος αυτού.

Μέχρι το Νοέμβρη του 1823 το κόστος κράτησης των αδερφών Υψηλάντη είχε ανέλθει στα 13.797 φιορίνια. Το θέμα απασχόλησε τόσο τη Βιέννη, όσο και την Πετρούπολη, καθώς το χρέος ήταν δυσβάσταχτο. Σε μια συνάντηση, που είχε ο Μέτερνιχ τον Οκτώβριο του 1823 στο Lemberg με το Ρώσο ομόλογό του, πρότεινε να δοθεί στον Έλληνα διαβατήριο, ώστε να μεταβεί στην Αμερική. Σε άλλη συζήτηση, που είχε ο Nesselrod με τον πρέσβη της Αυστρίας Lebzeltern, εξέφρασε την άποψη, πως αν ο Έλληνας φύγει στις Η.Π.Α. υπάρχει ο κίνδυνος να γίνει διάσημος, καθώς θα θεωρούνταν «θύμα της τυραννίας». Υπήρξε και η άποψη να μεταφερθεί ο κρατούμενος σε κάποια πόλη της Ιταλίας. Όμως ο Lebzeltern την απέρριψε με το αιτιολογικό, ότι οι ακτές είναι κοντά, οπότε και θα μπορούσε να δραπετεύσει.

Ελισάβετ Υψηλάντη, η μητέρα του Αλέξανδρου.

Τελικά ο Nesselrode πρότεινε στον Lebzeltern να εισπράξει τα χρήματα από την οικογένεια Υψηλάντη. Μάλιστα του υποσχέθηκε τη βοήθεια του στην είσπραξη αυτών. Η ίδια η πριγκίπισσα Υψηλάντη ήταν υπερχρεωμένη οπότε τα ποσά, που διέθετε, δεν ήταν αρκετά. Όταν τελικά η Αυστρία ενόχλησε απ’ ευθείας τον Τσάρο Αλέξανδρο γι’ αυτό το θέμα, εκείνος στάθηκε παντελώς αδιάφορος. Απάντησε, πως είναι σύμφωνος με όλες τις αποφάσεις της Βιέννης, εκτός από μια: να μη δοθεί άδεια στον Υψηλάντη να πάει στις Η.Π.Α., καθώς θα ήταν εύκολο, να επιστρέψει ξανά στην Ελλάδα. Ο Nesselrode επιπλέον συμβούλευσε τους Αυστριακούς, να ενισχύσουν την αστυνομική περιφρούρηση του Έλληνα στη Βοημία και να ελέγχουν την αλληλογραφία του. Ο Μέτερνιχ συμφώνησε με αυτές τις προτάσεις. Όμως, θα έπρεπε να λυθεί το θέμα με τα έξοδα κράτησης. Πρότεινε εκ νέου να αναλάβει η οικογένεια Υψηλάντη το κόστος των κρατουμένων. Εν τω μεταξύ ο διοικητής της Βοημίας στρατηγός Gyulai έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου στη Βιέννη, πως λόγω των εξόδων φύλαξης του Υψηλάντη υπήρχε έλλειψη σε στρατιωτικό υλικό. Έτσι ο Μέτερνιχ αναγκάστηκε να καλύψει τα έξοδα από τον προϋπολογισμό της δικής του υπηρεσίας. Από την άλλη πλευρά ο Nesselrode, παρότι η Αυστρία πίεζε, δεν ήθελε να πιέσει την πριγκίπισσα Υψηλάντη για πληρωμή. Άρχισε λοιπόν μια συνεχόμενη κυβερνητική διαμάχη. Η Αυστρία έθεσε το ερώτημα μήπως τελικά ο Υψηλάντης είχε πάρει κάποια διαταγή, για να ξεσηκώσει την επανάσταση. Εάν υπήρχαν κάποια αποδεικτικά έγγραφα, θα όφειλε η Ρωσία, να καλύψει όλα τα έξοδα. Ο Nasselrode απέκρουσε όλες τις αμφισβητήσεις.

 

Η περαιτέρω τύχη

 

Ο Καγκελάριος της Αυστρίας Klemens Wenzel Nepomuk Lothar, Prince von Metternich-Winneburg zu Beilstein, πιστός στα της Ιεράς Συμμαχίας και με ανθελληνική πολιτική, χρησιμοποίησε τον Υψηλάντη για τα παιχνίδια του με την Ρωσία. Museum of Military History, Vienna

Το 1826 φαίνεται, ότι τα πράγματα πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο. Η υγεία του αρχίζει και πάλι να κλονίζεται. Εν τω μεταξύ κάποιοι από τους συναγωνιστές του, ανακτούν την ελευθερία τους. Εν τω μεταξύ η τύχη του Έλληνα αλλάζει εις βάρος του. Κατ’ αρχάς ο σύντροφός του Wenzeslaus Hornowsky καταφέρνει να κερδίσει την ελευθερία του. Η επιθυμία του Υψηλάντη να μεταφερθεί για κούρα στην πόλη Teplitz δεν εκπληρώνεται. Τα έξοδα παραμονής του είχαν υπερβεί το αναμενόμενο κόστος. Στην πορεία τελικά περιορίστηκαν αρχικά στα 500 φιορίνια και αργότερα στα 300 φιορίνια. Όταν όμως τον Απρίλιο του 1826 οι γιατροί διέγνωσαν, ότι ο Υψηλάντης πάσχει από ρευματισμούς και ποδάγρα, συνέστησαν να μεταφερθεί στο Marienbad ή στο Pistyán για κούρα. Την πιθανότητα αυτής της διαμονής τη συζήτησαν ο Μέτερνιχ και ο διοικητής της Αστυνομίας Sedlnitzky. Τελικά ο Υψηλάντης με την συνοδεία ενός αξιωματικού μεταβιβάστηκε τον Αύγουστο του 1826 στο Pistyán για κούρα. Αμέσως λίγο μετά την επιστροφή του, άλλοι τρεις σύντροφοι του, οι Gerasimo Orffani, Constantin Kavaletopulos και ο Georg Lassaret κατάφεραν να ανακτήσουν την ελευθερία τους.

Εξακολουθούσε, να υπάρχει ακόμη η συμφωνία μεταξύ Ρωσίας και Αυστρίας, ώστε να μη δημιουργηθεί ανεξάρτητο Ελληνικό κράτος. Ο Μέτερνιχ επίσης είχε καταφέρει, να αποτρέψει την Ρωσία από μια επέμβαση στα Βαλκάνια. Αυτοί είναι κάποιοι από τους λόγους, που εξηγούν, γιατί κανένας δεν σκέφτονταν πια την απελευθέρωση του Υψηλάντη.

Δυστυχώς  κατάντησε, να είναι ένας αβοήθητος πολιτικός αιχμάλωτος, του οποίου η ύπαρξη ήταν ενοχλητική και για τις δύο χώρες. Υπήρχε ένας διάχυτος θυμός, που άρχιζε να αισθάνεται. Έτσι περνούσαν οι μέρες και οι μήνες με μια ζωή περιορισμένη σε στενό χώρο. Άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες έριδες μεταξύ των αδερφών. Ο Υψηλάντης άρχισε, να γίνεται μέθυσος. Η προσπάθειά του να επιδοθεί σε συγγραφικό έργο, προκειμένου, να αλλάξει λίγο την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει και την τροπή που οδηγούνταν η ζωή του, του δεν απέφερε καρπούς.

 

Το ενδιαφέρον του Πρώσου Βασιλιά

 

Στην Πρωσία ο βασιλιάς Friedrich Wilhelm III εξακολουθούσε με ένα άτυπο κοινοβούλιο (καμαρίλα), να κρατά ουδετερότητα προς όλους. Ο Υψηλάντης του ήταν γνωστός από τους ναπολεόντειους πολέμους. Κάποιοι συναγωνιστές του Υψηλάντη, που ήταν πλέον ελεύθεροι, προσπάθησαν μέσω της καμαρίλας, να κερδίσουν το ενδιαφέρον του Πρώσου βασιλιά Friedrich Wilhelm III, ώστε να αποκτήσει ο Υψηλάντης την ελευθερία του.

 

Ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γ’, βασιλιάς της Πρωσίας κατά τα έτη 1797-1840. Λιθογραφία, 1817.

 

O Αυστριακός πρόξενος κόμης Zichy, συζήτησε το θέμα Υψηλάντη με τον πρώσο
βασιλιά Friedrich Wilchelm III.

Στα 1827 άρχισε να ενδιαφέρεται ο βασιλιάς της Πρωσίας Friedrich Wilhelm III για την τύχη του Έλληνα. Ο Αυστριακός πρέσβης στην Πρωσία Zichy ζήτησε επίσημες πληροφορίες από το Μέτερνιχ. Εκείνος απάντησε, πως ο Έλληνας βρίσκεται φυλακισμένος στην Αυστρία κατ’ επιθυμία της Ρωσίας. Η Πετρούπολη έπρεπε, να αναλάβει την πρωτοβουλία για την ελευθερία του. Σε επόμενη επιστολή του ο Μέτερνιχ τονίζει, ότι δεν υπάρχει κάποιο σχέδιο, να εκδοθεί ο Έλληνας στην Τουρκία και ότι η Ρωσία δεν είχε απαντήσει ακόμη στις προτάσεις του, που είχε υποβάλει πριν ένα χρόνο. Ο δε Υψηλάντης απολαμβάνει καλή μεταχείριση.

Μετά από αυτά ο Friedrich Wilhelm III απάντησε στον Zichy, πως δεν υπήρχε λόγος να παρέμβει. Παρ’ όλα αυτά ο πρώτος σύντροφος του Υψηλάντη ο Ορφάνι έστειλε στις 14 Ιουλίου 1827 επιστολή στον βασιλιά της Πρωσίας, που του παρουσίαζε την άθλια οικονομική κατάσταση, που είχε περιέλθει ο Έλληνας, την κατεστραμμένη υγεία του και την έλλειψη ιατρικής περίθαλψης. Ο πρόξενος Zichy, έκανε πάλι χρήση των παραπάνω επιστολών του Μέτερνιχ.  Όντως, όπως δείχνουν τα ιατρικά αρχεία, η κατάσταση της υγείας του Υψηλάντη τον Ιούνιο το 1827 είχε χειροτερέψει ραγδαία. Πνευμονικό άσθμα, καταρράκτης, ποδάγρα και θρομβώσεις στα δύο πόδια συν την συνεχόμενη κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών. Η ανάρρωση ήταν αμφίβολη. Και πάλι ο Μέτρνιχ μετά από έκκληση του Υψηλάντη του επέτρεψε μια κούρα στο Pistyán. Αυτή τη φορά ασχολήθηκαν με το θέμα Υψηλάντη και ενόχλησαν τον Μέτερνιχ η κόμισσα Lulu von Thürheim και η αδερφή της πριγκίπισσα Konstantine Rasumofsky, οι οποίες διέθεσαν για την ανάρρωση του Υψηλάντη 800 φιορίνια.

 

Η κοινή γνώμη και οι πολιτικές εξελίξεις

 

Ο Τσάρος Νικόλαος

Όπως δείχνουν τα πράγματα, η κοινή γνώμη δεν είχε ξεχάσει τον Υψηλάντη. Τα πολιτικά γεγονότα όμως, είχαν πάρει άλλη τροπή. Μέσα σε αυτό το κλίμα ήταν φυσικό, να αλλάξει και η στάση του Μέτερνιχ απέναντι στο θέμα του Υψηλάντη. Η έκθεση του Μέτερνιχ προς τον Αυτοκράτορα, δείχνει έναν Μέτερνιχ, που, ότι και αν έκανε, το έκανε για το καλό της Αυστρίας.

Στο μεταξύ η διεθνής κοινή γνώμη αρχίζει πάλι να ενδιαφέρεται για την τύχη του Υψηλάντη. Μετά το θάνατο του Τσάρου Αλέξανδρου, ο νέος Τσάρος Νικόλαος ο Πρώτος σε συνάντηση με τον Άγγλο πρωθυπουργό Κάνιγκ αποφάσισαν στις 04.04.1826, να έχει η Ελλάδα ένα status υποτέλειας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Φυσικά οι Τούρκοι, δε δέχτηκαν την πρόταση των Μεγάλων Δυνάμεων. Έτσι οδηγηθήκαμε στις 24.10.1827 στην καταστροφή του Τουρκικού στόλου στο Ναβαρίνο.

 

Ο Τσάρος Νικόλαος ο πρώτος ήρθε σε επαφές με την Αυστρία και φρόντισε για την απελευθέρωση του Υψηλάντη. Λιθογραφία του Franz Krüger.

 

Στη Ρωσία αρχίζουν να θυμούνται πάλι, τον Ρώσο αξιωματικό, που πέρασε πρώτος στο Οθωμανικό έδαφος πολεμώντας. Έτσι ο Τσάρος επενέβη τώρα για την απελευθέρωση του Έλληνα και υποσχέθηκε να καλύψει τα μισά έξοδα της αιχμαλωσίας του.

Πάνω σε αυτό ο Μέτερνιχ έστειλε μια έκθεση στον Αυτοκράτορα με τίτλο «Η περίπτωση Υψηλάντη από αυστριακής πλευράς» στην οποία έγραφε: Ο Υψηλάντης, όταν προετοίμαζε την επανάσταση, κατοικούσε σε ρωσικό έδαφος. Ο Τσάρος έβλεπε τον πρίγκιπα, ως έναν εγκληματία και όργανο των σκοτεινών δυνάμεων. Η Αυστρία με τη σειρά της δεν επιθυμούσε, ούτε να τον παραδώσει στην εκδίκηση της Υψηλής Πύλης, ούτε να αισθανθεί την αυστηρότητα της ρωσικής δικαιοσύνης. Όμως δεν επιθυμούσε ούτε και να αφεθεί ελεύθερος. Γι’ αυτό το λόγο παρέμενε κρατούμενος στην Αυστρία. Αν πάλι θα θέλαμε να δούμε τον Υψηλάντη ως Ρώσο κρατούμενο, αυτό πάλι εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της Αυστρίας. Γιατί η Αυστρία είχε λόγους από τη μία να κρατάει ήρεμη την Υψηλή Πύλη και από την άλλη να δώσει τέλος στις ενέργειες του πρίγκιπα. Η Ρωσία όμως, νομικά δεν μπορούσε να εξαναγκαστεί, να αναλάβει τον πρίγκιπα, μιας και αυτή τον είχε διαγράψει οριστικά από τους στρατιωτικούς της καταλόγους. Άρα λοιπόν η Ρωσία, έπρεπε να αποδεχτεί την πρόταση της Αυστρίας, να αναλάβει στο μέλλον τα συνολικά έξοδα κράτησης – παραμονής του Έλληνα πρίγκιπα.

 

Η απελευθέρωση και το τέλος

 

Η μέρα της πολυπόθητης ελευθερίας έφτασε το Νοέμβρη του 1827. Όμως ήταν πλέον αργά για τον Υψηλάντη. Δύο μήνες αργότερα θα αφήσει την τελευταία του πνοή στο ξενοδοχείο «Zur goldenen Birne» της Βιέννης.

 

Το ξενοδοχείο «Zur goldenen Birne».

 

Ο Αυτοκράτορας της Αυστρίας Φραγκίσκος ο δεύτερος, ήταν αυτός που έδωσε την άδεια
απελευθέρωσης του Αλέξανδρου Υψηλάντη και των αδερφών του.

Ο Αυτοκράτορας Φραγκίσκος ο δεύτερος συμφώνησε για την απελευθέρωση του Υψηλάντη. Ο Έλληνας θα μπορούσε, να παραμείνει σε μια πόλη της Μοναρχίας της Αυστρίας. Του απαγορευόταν να εγκαταλείψει τη χώρα χωρίς την έγκριση του διοικητή της Αστυνομίας. Ο Υψηλάντης, του οποίου είχε επιτραπεί η μετάβασή του εκ νέου στο Teplitz για κούρα, εκδήλωσε την επιθυμία να εγκατασταθεί στη Βενετία. Ενάντια σε αυτή του την επιθυμία εκφράστηκε ο διοικητής της Αστυνομίας Sedlnitzky. Δήλωσε, πως στη Βενετία κατοικούν πολλοί Έλληνες και η θέση της πόλης στη θάλασσα, θα μπορούσε να ευνοήσει μια επικείμενη φυγή του προς την Ελλάδα. Ο Μέτερνιχ επέλεξε τη Βερόνα ή τη Βιτσέντζα. Τελικά αφού αποδέχτηκε τους όρους του Υπουργείου Εσωτερικών ο Υψηλάντης και οι σύντροφοι του ξεκίνησαν στις 28.11.1827 από την Τερεζίενσταντ και έφτασαν αρχές Ιανουαρίου στην Βιέννη.

 

Ο διοικητής Αστυνομίας της Αυστρίας Josef Graf Sedlnitzky Odrowąż von Choltitz,
ήταν ένας από αυτούς που επεξεργάζονταν το θέμα Υψηλάντη.

Σύμφωνα με την ιατρική διάγνωση ο Υψηλάντης στη διάρκεια της αιχμαλωσίας του, απέκτησε επιπλέον και ένα καρδιακό πρόβλημα.

Τελικά ο Υψηλάντης απεβίωσε στο πανδοχείο «Zur goldenen Birne» Landstraßer Hauptstraße 31 [σημαντικός εμπορικός δρόμος στη Βιέννη] στις 31 Ιανουαρίου 1828. Οι φροντίδες των συντρόφων του και των αδελφών Thürheim und Rasumofsky δεν κατάφεραν να τον κρατήσουν στη ζωή. Αρχικά ενταφιάσθηκε στο ανατολικό τμήμα του νεκροταφείου St. Marxer Friedhof [νεκροταφείο του Αγ. Μάρκου της Βιέννης], ενώ την 1 Αυγούστου του 1828 μεταφέρθηκε στο ελληνικό τμήμα του νεκροταφείου. Στις 18 Φεβρουαρίου του 1903 μεταφέρθηκε η σορός του στον οικογενειακό τάφο των Υψηλάντηδων στην Rappoltenkirchen της Αυστρίας… [H τελευταία μεταφορά του έγινε τον Αύγουστο του 1964, όταν τελικά μεταφέρθηκε στην εκκλησία των Αγ. Ταξιαρχών στο Πεδίον του Άρεως στην Αθήνα, 136 χρόνια μετά το θάνατό του].

 

Το ταφικό μνημείο του Αλέξανδρου Υψηλάντη στο Πεδίον του Άρεως. Έργο Λεωνίδα Δρόση, 1869.O Αλέξανδρος Υψηλάντης αποδίδεται νεκρός πάνω σε σαρκοφάγο με ανάγλυφες διακοσμήσεις. Αξιοσημείωτο, ωστόσο, είναι ότι η ταυτότητα του τιμώμενου προσώπου αμφισβητείται, αφού κατ’ άλλους είναι ο Δημήτριος Υψηλάντης. Στη σαρκοφάγο είναι χαραγμένο οικόσημο το οποίο φέρει τη μορφή του Φοίνικα που αναγεννιέται από τις στάχτες του, ένα σπαθί, μια σημαία και το πηλήκιο του Ιερού Λόχου. Στην ανατολική πρόσοψη της σαρκοφάγου υπάρχει η επιγραφή: «ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΥΨΗΛΑΝΤΗΣ ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΦΙΛΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ». Η πρώτη θέση του μνημείου ήταν στον κήπο του Πολυτεχνείου, αλλά οι προκληθείσες διαμαρτυρίες το έφεραν στη σημερινή του θέση, μπροστά από τον Ιερό Ναό των Ταξιαρχών στο Πεδίο του Άρεως. Το 1964, μάλιστα, έγινε ανακομιδή των οστών του Υψηλάντη τα οποία εναποτέθηκαν στο μνημείο. (Φωτογραφία και λεζάντα από τον ιστότοπο «Γλυπτά της Αθήνας». Φωτογράφος: Ηλίας Γεωργουλέας)

 

Επίλογος

 

Η κόμισσα Lulu von Thürheim και η αδερφή της Konstantine Rasumofsky θα είναι αυτές που θα παραβρεθούν τις τελευταίες στιγμές κοντά στον Υψηλάντη στο Ξενοδοχείο Zur goldenen Birne, όπου θα αυτοκτονήσει και ο σύζυγος της.

 Όπως και οι σύγχρονοι του επαναστάτες Federico Confalonieri και Silvio Pellico, οι οποίοι είχαν αποκτήσει μεγαλύτερη φήμη, έτσι και ο Υψηλάντης πέρασε αρκετά χρόνια από τη ζωή υπό την αυστριακή αιχμαλωσία. Η διαφορά με τους δύο προηγούμενους είναι, ότι ο Υψηλάντης δεν κρατήθηκε ως «εγκληματίας εναντίον του κράτους» (Staatsverbrecher), αλλά «ως αιχμάλωτος του κράτους», (Staatsgefangener) όπως είχε τονίσει αρκετές φορές ο Μέτερνιχ. Δεν μπορούσε να τιμωρηθεί για ενέργειες, που έθεταν σε κίνδυνο το ίδιο το κράτος, αλλά ήταν το θύμα της maximum εξωτερικής πολιτικής του Μέτερνιχ.

Από τη μία στο πρόσωπο του Υψηλάντη έβλεπε έναν τρόπο, που θα μπορούσε έμμεσα να πιέσει και να επηρεάσει τη Ρωσία σχετικά με τη στάση της στην Βαλκανική χερσόνησο. Από την άλλη πλευρά με τη δράση του ως επαναστάτης, ήταν ένα «αντικείμενο», που έφερνε αταξία σε όλη την Ευρώπη. Όφειλε να τον εξουδετερώσει, να τον εξαφανίσει. Όταν προέκυψαν οι νέες πολιτικές συνθήκες καθώς και η επιδείνωση της υγείας του.

 

Επιμέλεια – μετάφραση

Φώτης Βράκας

 

Εδώ η ανακοίνωση του ιστορικού  Peter Broucek στα Γερμανικά: Alexander Ypsilantis Gefangenschaft in Österreich  

 

Read Full Post »

Παλαιών Πατρών Γερμανός: Οδεύοντας προς το θρύλο – Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης


 

Με αφορμή την εκδοτική σειρά «Οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας», [1] ήλθαν και πάλι στο προσκήνιο, με μεγαλύτερη ίσως ένταση, ορισμένα από τα πρόσωπα που προετοίμασαν ή υπηρέτησαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το μεγαλύτερο γεγονός της ελληνικής ιστορίας, την Επανάσταση του 1821. Ανάμεσα στις προσωπικότητες αυτές μία από τις πιο ενδιαφέρουσες, μολονότι δεν έζησε όλη την διαδρομή της επαναστατικής δράσης και βέβαια την κορύφωσή της, δηλαδή την ίδρυση του ελληνικού κράτους (1830), είναι ο μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός (1771-1826) [2] και μάλιστα για λόγους τελείως διαφορετικούς από αυτούς που, κατά τρόπο πλέον γνωστό σε όλη την έκτασή του, μία ιστορική αφήγηση επιχείρησε και εν πολλοίς κατάφερε να αναδείξει.

Συγκεκριμένα, ο Π. Πατρών Γερμανός γίνεται πρόσωπο οικείο σχεδόν στο σύνολο του ελληνικού πληθυσμού από τα πρώτα μαθητικά του χρόνια στην ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, σχεδόν βεβαιότητα, που τον θέλει να ευλογεί τα όπλα του Αγώνα στην Αγία Λαύρα Καλαβρύτων την 25η Μαρτίου 1821, σε αντίθεση με την κατάθεση των πηγών που προσδιορίζουν με σαφήνεια ότι ο Γερμανός τη μέρα αυτή πρωταγωνιστούσε στα επαναστατικά γεγονότα που διαδραματίζονταν, όμως, στην έδρα της μητρόπολής του, την Πάτρα. [3] Και αν αυτό στα προηγούμενα χρόνια ήταν απλώς μια διαπίστωση μεταξύ ειδικών και λιγότερο ειδικών, που συχνά αποτυπωνόταν και ως γραπτή παραγωγή, τώρα πια στις μέρες μας αρκεί μια απλή πληκτρολόγηση στο διαδίκτυο για να διαπιστώσει κανείς ότι η διάσταση αυτή συνεχίζεται και τα πάθη εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμα, και βέβαια να εκφράζονται σε ένα άλλο ίσως επίπεδο.

Και όμως, ο Παλαιών Πατρών, ο οποίος βρέθηκε να είναι το κεντρικό πρόσωπο μιας αφήγησης την οποία φαίνεται να μην οργάνωσε ούτε καν στο αφετηριακό της μέρος, αποτελεί μια ενδιαφέρουσα προσωπικότητα για άλλους λόγους, όπως κιόλας αναφέραμε, οι οποίοι σπάνια συναριθμούνται στις πράξεις του. Σκέπτομαι λ.χ. την εμπλοκή του στα αμέσως προεπαναστατικά γεγονότα και κυρίως τη σύμπραξή του με την ομάδα προυχόντων που συνεργάστηκαν με τον Βελή πασά, όταν ο τελευταίος διορίστηκε στο πασαλίκιο του Μοριά (1806-1812), σύμπραξη που η δημοσίευση του Αρχείου Αλή πασά[4] ενισχύει αποφασιστικά. Και ακόμα σκέπτομαι τον σχεδόν διετή εγκλωβισμό του στην Αγκώνα της Ιταλίας[5] – όπου είχε αποσταλεί εκ μέρους των επαναστατημένων Ελλήνων για να προβάλλει το ελληνικό πρόβλημα – και την επιστολική δραστηριότητα που από την πόλη αυτή πραγματοποιεί προς δεκάδες πρόσωπα για την ευόδωση των σκοπών της Επανάστασης, στοιχεία που μαζί με άλλα αναμένουν ακόμα τον συστηματικό μελετητή.

 

Γερμανός, ο Αρχιεπίσκοπος Παλαιών Πατρών. Λιθογραφία, A. Friedel. Λονδίνο, Ιανουάριος 1826.

 

Ας είναι. Όποιος άτυχε να ξεφυλλίσει τις σελίδες της τελευταίας βιογραφικής απόπειρας για τον Γερμανό [6] θα διαπίστωσε ότι για τον Γερμανό και το ταλαιπωρημένο αφήγημα για την Αγία Λαύρα, την ευλογία των όπλων και το λάβαρό της, και κυρίως για τον προσδιορισμό της μυθοπλασίας [7] αυτής ως αφετηρία του Αγώνα, κάνουμε μια σύντομη αναφορά απλώς για να το προσπεράσουμε, επειδή πιστεύουμε ότι η συζήτηση αυτή δεν έχει νόημα να συνεχίζεται, τουλάχιστον στην πραγματολογική της εκδοχή.

Επειδή όμως, όπως καλά γνωρίζουμε, ιστορία είναι και οι μύθοι και τα μυθολογικά της κενά, ακόμα και η πλαστογράφησή της, η λίγο πιο συστηματική ματιά στα πράγματα που οργανώθηκαν γύρω από τον Γερμανό προσκομίζει, αν όχι άγνωστα, πάντως ενδιαφέροντα στοιχεία. Δηλαδή φαίνεται ότι στη γραμμή καθιέρωσης της μορφής του Γερμανού στην πρώτη – πρώτη γραμμή των ηρώων του Αγώνα, υπάρχουν ορισμένα παράπλευρα αλλά πολύ ενδεικτικά έως γοητευτικά, θα έλεγα, στην αφέλειά τους στοιχεία, τα οποία είναι σκόπιμο να επαναφέρουμε στο προσκήνιο, στο πλαίσιο του ωραίου θέματος «Με τα μάτια των άλλων», γύρω από το οποίο κινήθηκε η συζήτηση ενός από τους τελευταίους κύκλους παρουσιάσεων των Σεμιναρίων της Ερμούπολης.[8]

Και τούτο, επειδή μπορεί να υποστηριχθεί ότι η επίσημη καθιέρωση [9] της 25ης Μαρτίου ως ημέρα έκρηξης της Επανάστασης στη συνάφειά της με την Αγία Λαύρα και τον Γερμανό, και βέβαια με τον ισχυρό συμβολισμό που εκπέμπει η γιορτή του Ευαγγελισμού, αποτέλεσε πράξη τέτοιας εμβέλειας ώστε η επίκληση των άλλων στοιχείων πέραν, ίσως, μιας αρκετά διευρυμένης αναπαραγωγής βιβλιογραφικού τύπου με ό,τι αυτό συνεπάγεται, δεν κρίθηκε απαραίτητο να χρησιμοποιηθούν ως ενισχυτικά επιχειρήματα. Φυσικά συγκροτούσαν ένα εν δυνάμει καλό οπλοστάσιο, στο οποίο η προσφυγή ήταν εύκολη, αλλά έως ένα μεγάλο βαθμό αυτό μάλλον δεν πραγματοποιήθηκε ή τουλάχιστον παρέμεινε στενά περιορισμένο· ή μήπως τα πράγματα έγιναν αλλιώς και όλα αυτά τα παράπλευρα μυθοπλαστικά στοιχεία συνέβαλλαν ώστε να καθιερωθεί η ηρωική προσωπικότητα του Γερμανού και, κυρίως, να συνδεθεί με αυτόν το μεγάλο γεγονός της έκρηξης του Αγώνα;

 

Μαρμάρινη προτομή του Παλαιών Πατρών Γερμανού στο Πεδίον του Άρεως, η οποία κατασκευάστηκε το 1937. Δημιουργός της προτομής ήταν ο Γεώργιος Συννέφας ο οποίος γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα (1880-1941). Η μαρμάρινη προτομή παρουσιάζει τον Παλαιών Πατρών Γερμανό σε μεγάλη ηλικία, με πλούσια γενειάδα και μακριά μαλλιά. Στη δεξιά πλευρά της προτομής βρίσκεται η υπογραφή του γλύπτη: «ΓΕΩΡ. Ι. ΣΥΝΝΕΦΑΣ. Στην πρόσοψη του βάθρου αναγράφεται: «ΠΑΛΑΙΩΝ ΠΑΤΡΩΝ ΓΕΡΜΑΝΟΣ 1771-1826. Πρόκειται για ένα εκ των αγαλμάτων που «κοσμούν» τη «Λεωφόρο των Ηρώων» στο Πεδίον του Άρεως. Συγκεκριμένα, είναι γνωστό ότι από το 1918 ξεκίνησαν ενέργειες για την ανέγερση Πανελλήνιου Ηρώου στο Πεδίο του Άρεως. Τη δαπάνη θ’ αναλάμβανε η τότε κυβέρνηση και ο ελληνικός λαός (με έρανο)! Το μεγαλόπνοο όμως σχέδιο περιορίστηκε απλά στη δημιουργία μιας «λεωφόρου» από ήρωες. Γι’ αυτό, ο τότε αρμόδιος υπουργός απευθύνθηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών ώστε η τελευταία ν’ αναθέσει στους καλύτερους Έλληνες γλύπτες τη φιλοτέχνηση μαρμάρινων προτομών, σε ακαδημαϊκό, ρεαλιστικό ιδίωμα. Στις 25 Μάρτη 1937 έγιναν τ’ αποκαλυπτήρια προτομών σε σχηματοποιημένες βάσεις των 2 μέτρων που στην πρόσοψή τους γράφεται το όνομα, η ημερομηνία γέννησης και θανάτου του ήρωα. (Φώτο και λεζάντα από τον ιστότοπο «Γλυπτά της Αθήνας»).

 

Ας δούμε όμως περί τίνος πρόκειται, με άλλα λόγια ας δούμε ποια μυθοπλαστικά, υπερβολικά ή μη τεκμηριωμένα στοιχεία συνδέθηκαν με τον βίο και τη δράση του Γερμανού, από την παιδική του ηλικία ακόμα, με άλλα λόγια πώς παρουσιάζεται στα μάτια των άλλων, πώς προσλαμβάνεται η προσωπικότητα του μητροπολίτη Π. Πατρών.

Αρχικά, όπως συμβαίνει συχνά με τους απανταχού ήρωες, υπάρχει η θαυματουργική επιβίωση από τους κινδύνους των πρώτων χρόνων της ζωής, δηλαδή η σύνδεση της γέννησης και των πρώτων παιδικών χρόνων με ορισμένες εμφατικές εκδηλώσεις, που αποτελούν τα σημεία, [10] που προκαθορίζουν τις εξελίξεις.

Στην περίπτωση του Γερμανού ο κίνδυνος και η αποσόβησή του προέρχεται από ένα φίδι που απειλεί τη ζωή του νηπίου, υπό δύο εκδοχές:

α) στην πρώτη βρίσκεται με τον πατέρα του στα χωράφια, παιδί στην κούνια, όταν δέχεται την επίθεση μεγάλου φιδιού, το οποίο αρχικά το νήπιο καθηλώνει με τα χέρια του και παράλληλα με τις φωνές του ειδοποιεί τον πατέρα του που σπεύδει, αντικρίζει τα καθέκαστα και τρέχει για να αρπάξει το ψαλίδι ενός βοσκού που κούρευε τα πρόβατά του εκεί κοντά, και με αυτό να κόψει στα δυο, το ήδη εξουδετερωμένο από τον μικρό Γεώργιο (έπειτα Γερμανό) φίδι.[11]

β) στη δεύτερη εκδοχή, το γεγονός διαδραματίζεται στην αυλή του σπιτιού τους και η εξουδετέρωση γίνεται τώρα από τη μάνα, με τη συνεργία βέβαια και πάλι του νηπίου. Μόνο που στη δεύτερη αυτή περίπτωση το φίδι ήταν το στοιχειό του σπιτιού, γεγονός που εκτιμήθηκε ως κακός οιωνός, [12] χωρίς ωστόσο κάποια μελλοντική κακοτυχία να το επαληθεύσει, το αντίθετο μάλιστα. Φυσικά οι αναλογίες με το πασίγνωστο επεισόδιο που έχει ως επίκεντρο τον αρχαίο ήρωα Ηρακλή που εξουδετερώνει τα φίδια, χωρίς να αναφέρονται, είναι προφανείς.

Πέρα από αυτά όμως τα προδήλως μυθολογικά γεγονότα, ένα πραγματικό γεγονός, δηλαδή η ημερομηνία της γέννησής του, γίνεται ένα καλό αφετηριακό γεγονός θεοσημίας, πάνω στο οποίο εύκολα θα μπορούσε να συντονιστεί και η παρουσία του μητροπολίτη κατά την 25η Μαρτίου 1821 στην Αγία Λαύρα. Συγκεκριμένα, και εκκινώντας ανάποδα, όπως πολλές φορές για τα χρόνια αυτά τα χωρίς ληξιαρχεία, συμβαίνει, εκκινώντας δηλαδή από την ημερομηνία του θανάτου, που ξέρουμε ότι είναι η 30ή Μαΐου 1826, και με βάση διάφορες εκτιμήσεις ότι όταν πέθανε ο Γερμανός ήταν 56 χρονών, κάποιοι τοποθετούν την γέννησή του στο 1771 – άλλοι στα 1777 – και ειδικότερα στο μήνα Μάρτιο του έτους αυτού και ακόμη ειδικότερα στην 25η Μαρτίου, η οποία ήταν και Μ. Παρασκευή, [13] με τον προφανή και πάλι συμβολισμό της μέρας αυτής. Αλλά, επιπλέον, ο Αν. Γούδας [14] θα εντοπίσει και μια τρίτη 25η Μαρτίου, η οποία θα ταυτισθεί με την ημέρα της εκλογής του, το έτος 1806, στον μητροπολιτικό θρόνο της Πάτρας. Το τελευταίο ήταν άλλωστε και αρκετά πιο εύκολο να γίνει δεδομένου ότι στα Πρακτικά εκλογών του Οικουμενικού Πατριαρχείου όντως καταχωρίζεται η εκλογή αυτή ως πράξη, αλλά χωρίς να προσδιορίζεται η ακριβής ημέρα του Μαρτίου του 1806. [15]

 

Βρυζάκης Θεόδωρος, «Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογεί τη σημαία της Επανάστασης», Λάδι σε μουσαμά ,164 x 126 εκ., 1865, Εθνική Πινακοθήκη.
Ο ευσεβής και συγκινητικός θρύλος για την κήρυξη του Αγώνα στην Αγία Λαύρα στις 25 Μαρτίου 1821, εκφράζει βαθύτατα το πνεύμα του Αγώνα. Θρησκεία και Πατρίδα γυρεύουν τη λύτρωση, τη λευτεριά.

 

Ο Μανουήλ Γεδεών [16] προσδιορίζει ότι αυτό έγινε το πρώτο δεκαπενθήμερο του μήνα αυτού, την επομένη δηλαδή της μετάθεσης του πρώην μητροπολίτη Παλαιών Πατρών στη μητρόπολη Κυζίκου, παρέχοντας μάλιστα τις σχετικές πληροφορίες στον Δημήτριο Καμπούρογλου, ο οποίος όμως, αφού το σημειώσει, προτιμά, και αυτός, να ακολουθήσει τον ασφαλέστερο… δρόμο της σύμπλευσης με την θεοσημία. Με άλλα λόγια η μετακίνηση κατά λίγες μέρες δεν είναι δύσκολο πράγμα αλλά πολύ χαρακτηριστικό και ενισχυτικό της θεοσημίας, καθώς η εμφατική ημέρα της 25ης Μαρτίου, αποτελεί για τον Γερμανό εκδήλωση της θείας αποστολής από κάθε άποψη, καθώς σημαδεύει διαδοχικά τη ζωή του, αποτελώντας σημείο αναφοράς για σημαντικά γεγονότα (γέννηση, εκλογή του ως μητροπολίτης), τα οποία θα επιστέψει, λίγο αργότερα, ως φυσική συνέπεια, το μεγάλο γεγονός της 25ης Μαρτίου 1821.

Αλλά τα εμφατικά για τον Παλαιών Πατρών Γερμανό γεγονότα, που θα πλαισιώσουν την μυθοπλασία της Αγίας Λαύρας, έχουν και συνέχεια. Συγκεκριμένα, και το γεγονός της μύησής του στη Φιλική Εταιρεία θα αποκλίνει, και αυτό, από τη συνήθη διαδικασία. Οι περισσότεροι, βέβαια, από τους βιογράφους του, θα συνδέσουν τη μύηση αυτή με τον προβληματισμό που δημιούργησε, σε ανύποπτο χρόνο, στον Γερμανό μια φράση σε ένα γράμμα προς αυτόν, του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, όπου ο τελευταίος ανέφερε ότι ήλπιζε κάποια στιγμή να του φιλήσει το χέρι επ’ αγαθώ της Ελλάδος. [17] Ο προβληματισμός αυτός του Γερμανού, κατά τις πηγές, διαλύθηκε με την εμφάνιση του γνωστού φιλικού Αντώνη Πελοπίδα στην Πάτρα, στα τέλη του 1818. Ο τελευταίος επιχειρώντας να μυήσει τον γνωστό προύχοντα Ανδρέα Καλαμογδάρτη βρέθηκε σε δύσκολη θέση καθώς, κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, ο Καλαμογδάρτης πρόβαλε κάποιες αντιρρήσεις που οδήγησαν στη διακοπή της μύησής του. Τότε, και μπροστά στον κίνδυνο της ενδεχόμενης αποκάλυψης της συνωμοτικής δράσης των Φιλικών, η παρέμβαση μέσω της μάλλον εκτός προγράμματος, μύησης του Γερμανού, κρίθηκε απολύτως απαραίτητη, καθώς ο Καλαμογδάρτης ήταν γαμπρός του.

Αλλά και εδώ τα πράγματα δεν έγιναν με τον τρόπο των Φιλικών, ο Πελοπίδας όταν παρουσιάστηκε στον Γερμανό τον προσφώνησε με τα λόγια: «Παραστάτης Ελλήνων ήλθον προς σε τον ποιμένα των Πατρών», κατά τον Ιω. Φιλήμονα, [18] τον οποίο ο Αμβρόσιος Φραντζής στην Ιστορία του θα τροποποιήσει σε «Γραικών παραστάτης απεστάλην προς σε τον ποιμένα των Πατρών, κομίζων ευαγγέλια: μη με φοβού, σοφώτατε, τον μάλλον σε φοβούμενον, μη ευλαβού δέσποτα, τον σε σεπτώς ευλαβούμενον». [19] Φυσικά, η όλη ατμόσφαιρα ανακαλεί τον Ευαγγελισμό της Παναγίας, όπου στη θέση του αγγέλου στέκεται ο φιλικός Αντώνιος Πελοπίδας και στη θέση της Παναγίας ο Γερμανός, και βέβαια και πάλι η 25η Μαρτίου υποδηλώνεται καταφανώς. Ίσως, μάλιστα, να είναι η πρώτη φορά που επιχειρείται να δημιουργηθεί η συνάφεια του Γερμανού με την 25η Μαρτίου.

 

Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός υψώνει τη σημαία της Ανεξαρτησίας στα Καλάβρυτα, έργο του Ιταλού καλλιτέχνη Λουδοβίκου Λιπαρίνι, (Ludovico Lipparini, 1800-1856), λιθογραφία, μέσα 19ου αιώνα.

 

Εκτός από αυτά τα παράπλευρα, θα έλεγα, μοτίβα που μπορούν εύκολα να πλαισιώσουν και να ενισχύσουν το κεντρικό της Αγίας Λαύρας, υπάρχουν και λιγότερο σημαντικά, τα οποία συναντούμε μελετώντας τις βιογραφίες και άλλων προσώπων αυτής ή άλλων ιστορικών περιόδων και τα οποία αποτελούν τις συνηθισμένες υπερβολές και ανακρίβειες αυτού του είδους. Όσον αφορά λ.χ. την περίπτωσή μας αναφέρεται ότι: ο Γερμανός έμαθε καλά γράμματα και γαλλικά στο Άργος, το οποίο εγκατέλειψε με απροσδόκητο τρόπο, για να βρεθεί στη Σμύρνη, όπου κοντά στον μητροπολίτη αυτής της πόλης, συμπατριώτη του και αργότερα πατριάρχη, Γρηγόριο Ε’ απέκτησε γνώσεις ελληνικής και γαλλικής γραμματείας· ότι ο Γερμανός στάλθηκε με εξαρχική αποστολή γύρω στα 1800, δηλαδή πριν εκλεγεί μητροπολίτης Παλαιών Πατρών, στην Πελοπόννησο για να διενεργήσει έλεγχο στο προνομιακό καθεστώς των σταυροπηγιακών μοναστηριών της περιοχής, γεγονός στο οποίο οφείλεται η γρήγορη ανέλιξή του στον θρόνο της πελοποννησιακής μεγαλούπολης· ότι Γερμανός ακολούθησε τον Γρηγόριο Ε’ στο Άγιο Όρος, όπου αυτός εξορίστηκε μετά την πρώτη απομάκρυνσή του (1798) από τον οικουμενικό θρόνο, και μάλιστα ότι θέλησε να παραμείνει κοντά του υπηρετώντας τον, αλλά ο πρώην πατριάρχης τον απέτρεψε και του επέβαλε να επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη.

Παλαιών Πατρών Γερμανός, «ο Μητροπολίτης Γερμανός ευλογεί την σημαίαν της ελευθερίας».

Κοντά σε αυτά υπάρχουν όμως και κάποια, ήσσονος ενδεχομένως σημασίας, στοιχεία, τα οποία όμως αποτελούν καλή σερμαγιά για την πλαισίωση της προσωπικότητάς του. Αναφέρεται λ.χ. ότι ο Γερμανός το 1809, όταν η περιοχή της Αχαΐας μαστιζόταν από ανομβρία και αφού οι εκπρόσωποι των άλλων δογμάτων (Εβραίοι, μουσουλμάνοι) δεν κατάφεραν να προσελκύσουν τα σύννεφα, εκείνος, επικεφαλής της χριστιανικής λιτανείας, με τις δεήσεις του κατάφερε να φέρει την πολυπόθητη βροχή· [20] ή, όταν επανέκαμψε στην Πάτρα (1818), μετά την τουλάχιστον τριετή παραμονή του στην Κωνσταντινούπολη ως μέλος της πατριαρχικής συνόδου, έγινε δεκτός από παραληρούντα πλήθη χριστιανών, τα οποία πλαισίωναν Οθωμανοί επίσημοι, από τους οποίους εξάλλου είχαν σταλεί «πολλοί χρυσοστόλιστοι λαμπροί ίπποι… ευτυχής δ’ ελογίζετο ο ιπποκόμος εκείνος ούτινος τον ίππον ήθελε προτιμήσει ο μεγαλόδωρος Γερμανός». [21] Τέλος, αργότερα, το 1825, κατά την εξέλιξη των εμφυλίων συγκρούσεων στο Μοριά, ο Γερμανός ταλαιπωρήθηκε από τον Νικολέτο Σοφιανόπουλο – το απόσπασμά του ανήκε στις δυνάμεις του Γκούρα που λεηλατούσαν τον Μοριά – που τον συνέλαβε και τον φυλάκισε. Ο Σοφιανόπουλος λοιπόν, κατά την περιγραφή των γεγονότων, δέχθηκε την κατάρα του Γερμανού και «ω του θαύματος… ενώ έχαιρεν άκραν υγείαν, εξεκενώθη όλον του το αίμα από λυσεντερίαν και εντός τεσσάρων ημερών απέθανε. Το αιφνίδιον τούτο γεγονός έφερε τον Γκούραν και τους στρατιώτας εις συναίσθησήν και έπαυσαν να τον κακομεταχειρίζωνται, φοβούμενοι μήπως πάθουν τα αυτά και εκείνοι». [22]

Είναι βέβαιο ότι κάποια από αυτά που αναφέραμε είναι στοιχεία φανταστικά, κάποια άλλα δεν τεκμηριώνονται από τη διασταύρωση με τις πηγές ή μπορεί να κινούνται στην ασάφεια και στην υπερβολή, ωστόσο δημιουργούν ένα καλό κλίμα από το οποίο δεν υπήρξε δυνατόν ούτε ο Δημ. Καμπούρογλου που γράφει στα 1915-1916 χρησιμοποιώντας όλες τις πηγές, και με σαφή πρόθεση να παρακάμψει τις υπερβολές, να ξεφύγει: [23] αναφέρει δηλαδή με αναλυτικό τρόπο όλες τις πηγές και τις πληροφορίες τους, έστω και αν αυτές δεν είναι εξακριβωμένες, προσπαθεί να κινηθεί με τρόπο έξυπνο ανάμεσα στις υπερβολές και ασάφειες, αλλά δεν τοποθετείται κριτικά απέναντι τους. Βρισκόμαστε, άλλωστε, στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και κάποια πράγματα έχουν πάρει το δρόμο τους.

Ωστόσο, το θέμα παραμένει ανοικτό και ελκυστικό, επειδή με τη σύντομη αυτή αναφορά μας δεν είναι δυνατόν να παραθέσουμε όλο το εύρος της πληροφόρησης, να ανασυνθέσουμε δηλαδή όλο το εύρος της πορείας που ακολουθεί ένα στοιχείο μυθοπλαστικό και τον τρόπο με τον οποίο αυτό αναπαράγεται για να πλαισιώσει το πρόσωπο του Π. Πατρών Γερμανού με όλα τα απαραίτητα στοιχεία της θεοσημίας που προοιωνίζει την κορύφωση. Με άλλα λόγια, η ανάγκη μιας νέας προσέγγισης στη ζωή του Γερμανού και η μελέτη της μετάλλαξης κάποιων σημείων της σε στοιχεία μιας ισχυρής μυθοπλασίας που θα πλαισιώσει την κορυφαία ηρωική πράξη, είναι πρόδηλη και επιτακτική.

Πέρα από αυτά όμως, η πορεία του Γερμανού, δηλαδή η ηρωική αναγωγή, δεν υπήρξε δρόμος χωρίς εμπόδια, επειδή «τα μάτια των άλλων» κοίταξαν και με τον ανάποδο τρόπο. Με άλλα λόγια, η πορεία προς τον θρύλο συνάντησε και εμπόδια, η πρόσληψη του Γερμανού ως κεντρικού προσώπου της ελληνικής εξέγερσης, δηλαδή ως προσώπου που συνδέεται πρωτίστως με το αφετηριακό γεγονός της Λαύρας, αλλά και με άλλες πράξεις, δεν εμπεδώθηκε χωρίς αντιστάσεις. Ας παραθέσουμε ορισμένες.

 

Ο πατριωτικός όρκος των Ελλήνων κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία των R. Bettannier και Morton από ομώνυμο ζωγραφικό έργο του Γάλλου ζωγράφου, Alphonse de Neuville. Παρίσι, 1865.

 

Ο Ιωάννης Φιλήμων, προλογίζοντας μάλιστα την α’ έκδοση των Απομνημονευμάτων του Γερμανού, απορρίπτει την έναρξη της Επανάστασης την 25η Μαρτίου, [24] ταυτόχρονα όμως εγκωμιάζει τον Γερμανό ως πρωτεργάτη του Αγώνα αλλά με άμεση συμμετοχή στην εξέγερση της Πάτρας. Την ίδια ψύχραιμη ματιά θα ρίξει στα γεγονότα και ο Δημήτριος Αινιάν γράφοντας το 1854. [25] Ο Σπυρίδων Τρικούπης, αφού ομολογήσει ότι και ο ίδιος νεκρολογώντας τον Ανδρέα Ζαΐμη υποστήριξε τα σχετικά με την Αγία Λαύρα, ανασκευάζει στην Ιστορία του τα πράγματα, γράφοντας ότι «ψευδής είναι η εν Ελλάδι επικρατούσα ιδέα, ότι εν τη μονή της Αγίας Λαύρας ανυψώθη κατά πρώτον η σημαία της ελληνικής Επαναστάσεως». [26] Ο ίδιος θα επανέλθει με δριμύτητα για το ίδιο θέμα και άλλες φορές. Και αν ο γάλλος Πουκεβίλ έχει άμεση σχέση με πολλές από τις αβέβαιες έως αβάσιμες πληροφορίες για τον Π. Πατρών, οι οποίες όμως φαίνεται ότι αποτέλεσαν ένα ισχυρό πλαίσιο για την 25η Μαρτίου και τα συναφή, υπήρξαν πολλοί άλλοι ξένοι, επίσης λόγιοι, που έγραψαν αρνητικά για τον Γερμανό και τις ενέργειες του (Μίλλερ, Ζουριέν ντελα Γκραβιέρ, Γκόρντον). [27]

Παράλληλα, μια αντίδραση ισχυρή εναντίον του Γερμανού θα προέλθει από τα γραπτά άλλων απομνημονευματογράφων και πρωταγωνιστών του Αγώνα, όπως ο Φωτάκος, ο Αμβρόσιος Φραντζής που θα προσβάλλουν τα Απομνημονεύματα του Γερμανού ως ανακριβή. [28] Και αν αυτό μπορεί να θεωρηθεί φυσιολογικό, έως ένα βαθμό, για τα πρόσωπα που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έζησαν τα γεγονότα και τα αφηγούνται αργότερα εκτιμώντας τα διαφορετικά, οι κατηγορίες που εκπορεύτηκαν από τον Κανέλλο Δεληγιάννη προσέβαλλαν απευθείας το κύρος και την ηθική υπόσταση τον Γερμανού. Το σχετικό επεισόδιο, με στοιχεία που θα αποτελούσαν την ύλη ενός πολύ καλού αστυνομικού μυθιστορήματος, αποδίδουν στον Γερμανό την ηθική αυτουργία της εξόντωσης Τούρκων αιχμαλώτων με σκοπό την ιδιοποίηση των κοσμημάτων που αυτοί κατείχαν και είχαν εμπιστευθεί στον Γερμανό για να τους τα επιστρέφει υπό καλύτερες συνθήκες. Η όλη ιστορία θα εκτυλιχθεί σε αφήγημα που θα ακολουθήσει τον Γερμανό στην Ιταλία και θα συνδεθεί με τον θάνατό του και τις διενέξεις μεταξύ των συγγενών του. [29] Εξάλλου ο ίδιος ο Κανέλλος Δεληγιάννης αλλά και άλλοι θα αμφισβητήσουν ευθέως το κείμενο των Απομνημονευμάτων του Γερμανού, με τεκμηριωμένη, θα έλεγα, επιχειρηματολογία.

Δεν κρίνουμε σκόπιμο να επεκταθούμε περισσότερο στις πλέον πρόσφατες διενέξεις περί τον Γερμανό, την προσωπικότητά του και κυρίως την Λαύρα και την 25η Μαρτίου, που όλοι γνωρίζουμε. Ας μνημονεύσω μόνο τον Τάκη Σταματόπουλο, ο οποίος στο γνωστό αφήγημά του για τον Γερμανό, [30] δεν θα διστάσει να ισχυριστεί ότι πολλές πράξεις του Γερμανού είχαν την αφετηρία τους στα συμπλεγματικά παιδικά χρόνια του Γερμανού που οφείλονταν στην φοβερή δυσμορφία του, πράγμα που δεν επιβεβαιώνεται με κανένα τρόπο, αλλά δηλώνει, πιστεύουμε, ανάγλυφα την πορεία που μπορεί να πάρει η ιστορική προσέγγιση, όταν επιζητεί απλώς να κατασκευάσει ή να αναιρέσει έναν θρύλο.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Αναφέρομαι στη σειρά Ιστορική Βιβλιοθήκη: Οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας, επιστημονική επιμέλεια: Βασ. Παναγιωτόπουλος, Αθήνα. Τα Νέα. 2010.

[2] Η βιβλιογραφία για τον Γερμανό είναι εκτεταμένη και δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος να την παραθέσουμε εδώ· βλ. πάντως, την πρόσφατη βιογραφία του στο: Παν. Μιχαηλάρης – Βασ. Παναγιωτόπουλος. Κληρικοί στον Αγώνα, στη σειρά Οι Ιδρυτές, αρ. 15. Αθήνα 2010. σ. 11-44, όπου και η βασική βιβλιογραφία.

[3] Στο ίδιο, σ. 35-38.

[4] Βασ. Παναγιωτόπουλος, με τη συνεργασία των Δημ. Δημητρόπουλου, Παναγ. Μιχαηλάρη, Αρχείο Αλή πασά Συλλογής I. Χώτζη Γενναδείου Βιβλιοθήκης, τ. Α’ (1747-1808), Αθήνα, ΙΝΕ/ΕΙΕ, 2007, σ. 547, έγγρ. αρ. 295 και τ. Β’ (1809-1817), σ. 250-252, έγγρ. αρ. 589.

[5] Βλ. πρόχειρα, Μιχαηλάρης – Παναγιωτόπουλος, Κληρικοί, σ. 38-42.

[6] Στο ίδιο.

[7] Για το ζήτημα αυτό, για το οποίο έχουν γραφτεί πολλές σελίδες, παραπέμπουμε στο τελευταίο δημοσίευμα: Βασ. Κρεμμυδάς, «Μηχανισμοί παραγωγής ιστορικών μύθων», Μνήμων 18 (1996), σ. 9-21.

[8] Φυσικά αναφέρομαι στο Σεμινάριο του 2010, του οποίου οι εργασίες αποτελούν την ύλη του παρόντος δημοσιεύματος.

[9] Είναι γνωστό ότι η ημέρα αυτή καθιερώθηκε ως εθνική εορτή από τον Όθωνα το 1838, χωρίς αναφορά, όμως, στον Γερμανό και την Αγία Λαύρα· βλ. Χριστίνα Κουλούρη, Μύθοι και σύμβολα μιας εθνικής επετείου, Κομοτηνή, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 1995.

[10] Δημ. Γρ. Καμπούρογλου, «Μελέτη επί του βίου και της δράσεως του Παλαιών Πατρών Γερμανού 1771-1826», Αθηνά 27 (1915), σ. 209-272 και 28 (1916), σ. 205-251 (το πρώτο μέρος της μελέτης με ελαφρώς τροποποιημένο τίτλο δημοσιεύτηκε και αυτοτελώς το 1912)· εδώ η παραπομπή στην Αθηνά 27, σ. 213.

[11] Αναστ. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τ. Α’: Κλήρος Αθήνα 1869, σ. 51-52.

[12] Παραδίδεται από τον Γ. I. Παπούλα, στον πρόλογό του στην τρίτη έκδοση των Απομνημονευμάτων του Γερμανού, Αθήνα 1900, σ. 8· βλ. και Μητροπολίτου Παλ. Πατρών Γερμανού, Απομνημονεύματα, επιμ. Ιωάννα Γιανναροπούλου – Τάσος Γριτσόπουλος, Εκδόσεις της Δημοσίας Βιβλιοθήκης της Σχολής Δημητσάνης, αρ. 2, Αθήνα 1975, σ. 9 (η τελευταία αυτή έκδοση των Απομνημονευμάτων του Γερμανού είναι φωτομηχανική αναπαραγωγή της β’ έκδοσης του 1837, αλλά εκδίδονται χρήσιμα στοιχεία και από τις άλλες εκδόσεις, όπως λ.χ. ο πρόλογος του Γ. Παπούλα).

[13] Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, σ. 9Τ Τάκης Κανδηλώρος, Η Δημητσάνα. Ιστορική μονογραφία μετά βιογραφιών του Πατριάρχου και του Γερμανού, Αθήνα 1897, σ. 89.

[14] Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, σ. 100.

[15] Η μόνη έγκυρη πληροφορία για την εκλογή του Γερμανού ως μητροπολίτη είναι του Καλλίνικου Δεληκάνη, «Επισκοπικοί Κατάλογοι», Εκκλησιαστική Αλήθεια, έτος 28 (1908), σ. 245, ο οποίος αντιγράφοντας τη σχετική πράξη από τον κώδικα εκλογών, παραθέτει: «1806… Παλαιών Πατρών Γερμανού, (Πρωτοσ. Μητρ. Κυζίκου), Μαρτίω».

[16] Ο Μαν. Γεδεών, προσδιορίζει ότι αυτό έγινε την 14η ή 15η Μαρτίου, όταν καλείται να δώσει την σχετική πληροφόρηση στον Καμπούρογλου (σ. 229), αλλά ο τελευταίος δεν θα διστάσει ανεπιφύλακτα να αποδεχτεί ως ημέρα εκλογής την 25η Μαρτίου 1806 (σ. 230), αναφέροντας επί λέξει: «Ιδού λοιπόν ο Γερμανός Μητροπολίτης από της 25ης Μαρτίου (δεχόμεθα τούτο) του έτους 1806»; φυσικά η μετάθεση κατά δέκα ημέρες είναι εύκολο να γίνει – και μάλιστα αναιτιολόγητα – αφού κάλλιστα μπορεί να αιτιολογηθεί χ.χ. και ως τυπογραφικό σφάλμα.

[17] Τις σχετικές πληροφορίες διασώζουν ο Ιωάννης Φιλήμων, στα Προλεγόμενα της πρώτης και δεύτερης έκδοσης των Απομνημονευμάτων του Γερμανού (Αθήνα 1837), ο οποίος (σ. 41) θα υποστηρίξει ότι ο Γερμανός ήταν «άνθρωπος μάλλον της Ελλάδος απάσης, ή της Πελοποννήσου», και ο Σπυρ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, έκδ. β’, τ. Α’, Λονδίνο 1860, σ. 315-316.

[18] Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1834, σ. 206.

[19] Αμβρόσιος Φραντζής, Επίτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, τ. Δ’, Αθήνα 1841, σ. 92-93.

[20] Στέφ. Θωμόπουλος, Ιστορία της πόλεως Πατρών, Πάτρα 1950, σ. 585· Παναγ. Δ. Μιχαηλάρης, «Την γοητείαν του εστερέωσεν ωρισμένον γεγονός», εφ. Πελοπόννησος, 19 Νοεμβρίου 2011.

[21] Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, σ. 104-105.

[22] Βλ. τα σχετικά γεγονότα και την τεκμηρίωσή τους στον Καμπούρογλου, «Μελέτη», Αθηνά 28 (1916), σ. 238-239.

[23] Εκτιμούμε ότι η μελέτη του Καμπούρογλου (βλ. εδώ σημ. 10), μαζί με τη μικρή μελέτη (16 σ.) του Δημ. Αινιάνος, Γερμανός ο Παλαιών Πατρών, Αθήνα 1854, αποτελούν καλές βιογραφικές αποτιμήσεις του Γερμανού· σε αυτές ας προστεθεί και η εκτενής εισαγωγή (σ. III- CXLVI) του Τ. Γριτσόπουλου, στη φωτομηχανική επανέκδοση των Απομνημονευμάτων του Γερμανού (βλ. εδώ σημ. 12).

[24] Βλ. τον πρόλογο του Φιλήμονος στο Γερμανού. Υπομνήματα περί της Επαναστάσεως της Ελλάδος, β’ έκδ., Αθήνα 1837. σ. κστ-κζ.

[25] Αινιάν, Γερμανός, σ. 11.

[26] Τρικούπης. Ιστορία, σ. 312.

[27] Βλ. Κρεμμυδάς. «Μηχανισμοί παραγωγής».

[28] Παν. Μιχαηλάρης. «Γερμανός μητροπολίτης Παλαιών Πατρών», στο Μιχαηλάρης -Παναγιωτόπουλος, Κληρικοί, σ. 25-27.

[29] Στο ίδιο, σ. 41- 42.

[30] Τάκης Αργ. Σταματόπουλος, Ο Π. Π. Γερμανός χωρίς θρύλο, Αθήνα. Κάλβος, 1974 (α’ έκδ. 1958).

 

Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης

Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών – Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών

«Η ματιά των άλλων» – Προσλήψεις προσώπων που σφράγισαν τρεις αιώνες (18ος – 20ος). Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Αθήνα, 2012.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

  

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »