Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Πολιτιστικός Όμιλος Άργους (Π.Ο.Α.): 40 χρόνια μετά – Βασίλης Κ. Δωροβίνης


  

«Ελεύθερο Βήμα» 

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού. 

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων. 

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κ. Βασίλη Κ. Δωροβίνη, Δικηγόρου- Πολιτικού Επιστήμονα – Ιστορικού, με θέμα: 

«Πολιτιστικός Όμιλος Άργους (Π.Ο.Α.): 40 χρόνια μετά».

 

Φέτος, μεταξύ άνοιξης και καλοκαιριού, συμπληρώθηκαν σαράντα χρόνια μετά μία κοινωνική κίνηση στο Άργος που κατέληξε στην ίδρυση του Πολιτιστικού Ομίλου Άργους (του Π.Ο.Α. όπως καθιερώθηκε, από φίλους και αντιπάλους). Σήμερα πια ό,τι δημιούργησε και προκάλεσε ο ΠΟΑ αποτελεί τμήμα της κοινωνικής ιστορίας της πόλης, για την οποία, όπως άλλωστε για του Ναυπλίου αλλά και του συνόλου της Αργολίδας, σημειώνεται δραματική, έλλειψη μελετών. Μεμονωμένες μελέτες και μόνον υπάρχουν, μάλιστα περισσότερες για το Άργος παρά για την υπόλοιπη Αργολίδα. Από την πλευρά μου και με αφορμή την ανάπτυξη άλλων θεμάτων προσέγγισα πλευρές της εξέλιξης της κοινωνίας του Άργους, όπως στις μελέτες μου για την πρώτη ίδρυση αγροτικού συνεταιρισμού, για τις απεργίες της δεκαετίας του 1930 και για το θέμα των Στρατώνων Καποδίστρια.

Θεωρώ ότι η διαπλοκή της κοινωνικής ιστορίας αποτελεί τον πυρήνα για να κατανοήσουμε τόσο την πολιτική όσο και την οικονομική ζωή της πόλης, αλλά και για να διαλογιστούμε πώς έφτασε εδώ που έχει φτάσει σήμερα και ποιές πιθανές προοπτικές έχει (ή δεν έχει …) για το μέλλον. Πέρα από τον καταιγισμό των αποκαλούμενων «επικοινωνιακών», τελικά ρεκλαμαδόρικων, διαφημιστικών κόλπων, στα οποία πολλοί καταγίνονται, είτε για να προβάλλουν εαυτούς, είτε για να «κατεδαφίζουν» άλλους.

Στο προσωπικό αρχείο μου έχω διαφυλάξει πρωτότυπα δικά μου έγγραφα και σημειώσεις, αλλά και φωτοτυπίες άλλων εγγράφων, ολόκληρη σειρά δημοσιευμάτων του τοπικού και του αθηναϊκού τύπου γύρω από τη δράση του Π.Ο.Α., δημοσιευμένες ανακοινώσεις του όπως και επιθετικά δημοσιεύματα γι’ αυτόν, από τα οποία τα συντριπτικά περισσότερα είναι του «Αργειακού Βήματος». Επίσης διέσωσα αντίτυπα των ετησίων ημερολογίων που εξέδωσε και κυκλοφόρησε ο Π.Ο.Α., αντίτυπα του Καταστατικού του και έντυπα με γνώμες, για την αναθεώρησή του, που τελικά ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε. Μία σειρά τεκμηρίων τα έχω παραδώσει στο Παράρτημα των Γενικών Αρχείων του Κράτους, στο Ναύπλιο, όπου κανονικά θα πρέπει να κατατεθούν συλλογικά και ατομικά αρχεία που αφορούν τις πόλεις και τον Νομό μας, πρώτα και κύρια τα αρχεία Δήμων και Κοινοτήτων. Το Ναύπλιο ήδη έχει πρωτοπορήσει σε αυτό και το σύνολο του Δημοτικού Αρχείου, όπως άλλωστε και τα αρχεία των δικαστηρίων, έχουν διαφυλαχθεί στα ΓΑΚ της έδρας του Νομού. Εκεί και μόνον εκεί είναι δυνατό να εξασφαλιστεί η σωστή φύλαξή τους και η επιστημονική διαχείρισή τους. Δίχως κλοπές και κλεπταποδοχές, όπως συνέβη σε τμήμα του δημοτικού αρχείου Άργους, ενώ άλλωστε αγνοείται η τύχη του υπολοίπου μέρους του.

  1. H κίνηση προς τον ΠΟΑ

Τρία χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση του 1974 το Άργος ήδη έχει περάσει σε μία σημαντική καμπή. Από οικονομική πρωτεύουσα του νομού Αργολιδοκορινθίας, από την τελευταία κιόλας εικοσαετία του 19ου αιώνα, έχει καταλήξει στην πλήρη αποβιομηχάνιση, στη μείωση του εμπορίου και της μεταποίησης, αλλά και σε αισθητή μείωση των πολιτισμικών δραστηριοτήτων. Οι απέλπιδες προσπάθειες για «αναβίωση» του αρχαίου θεάτρου, όπου κατ’ ουσία οι ανασκαφές έχουν προ πολλού σταματήσει, ενώ ακόμα και μέχρι σήμερα δεν έχει αναληφθεί καμία ενέργεια για αναστήλωσή του και αναστήλωση άλλων αρχαίων κτισμάτων που το περιβάλλουν (αρχαία αγορά, Νυμφαίον, ελληνορωμαϊκό ωδείο, ρωμαϊκές θέρμες), οι προσπάθειες, λοιπόν αυτές άλλο δεν κάνουν παρά να τονίζουν την κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι πιο σημαντικές αρχαιότητες της πόλης. Μιας πόλης που, μέχρι σήμερα, ακόμα δεν έχει καταλάβει τη σπουδαιότητα της βυζαντινής και της νεότερης ιστορίας της, γι’ αυτό και συμβιώνει με την οικτρή κατάσταση όπου έχουν περιέλθει ιστορικά ή και λαμπρά αρχιτεκτονήματα.

Στην πόλη είχε πια καθιερωθεί μια λέξη για να χαρακτηρίσει την όλη κατάσταση: το Τέλμα. Γυρίζοντας οριστικά στην πατρίδα στις αρχές του 1977 διαπιστώνω ότι άτομα με καλή προαίρεση, με μορφωτικό επίπεδο και με διάθεση να προσφέρουν στην πόλη έχουν αρχίσει να συναντιούνται. Στόχος τους, όπως ακούω από διαφόρους, ακριβώς το «να τελειώσουμε με το Τέλμα». Μάλιστα σε εποχή, που το Ναύπλιο έχει πάρει την ανιούσα, με την ομόνοια πολλών κατοίκων του, κάθε πολιτικής προσωπικής προτίμησης. Δεν είναι τυχαίο ότι στην κίνηση που δημιουργείται συμμετέχουν ενεργά άνθρωποι με ενεργητικό ρόλο στο όποιο παραγωγικό δυναμικό της πόλης, όπως ο πρόεδρος, τότε, του EBΕΑ Κώστας Σκαρπίδης. Για μεγάλο διάστημα, το 1977 – 1978, οι συναντήσεις των μελών της κίνησης και του συγκροτηθέντος Π.Ο.Α. γίνονται στην αίθουσα συσκέψεων του ΕΒΕΑ, που είχε προσφερθεί ευγενικά.

Από τους παλιούς θυμάμαι ως μέλη της αρχικής κίνησης τον γιατρό Ανδρέα Μπεκιάρη, τον Τάκη Μαύρο, τον μετέπειτα δήμαρχο Δημ. Παπανικολάου, τον μηχανικό Ιω. Παπαδημητρίου, τον γιατρό Ίναχο Κστσαρό, τον οδοντίατρο Θάνο Τζώτζο και άλλους, και φυσικά τον ίδιο τον Κ. Σκαρπίδη. Η κίνηση ανοίγει και έτσι αρχίζουν να συγκεντρώνονται και νεότεροι στην ηλικία, μεταξύ αυτών ο γράφων, και άλλοι όπως ο Γιάννης Ρηγόπουλος, ο οποίος και προσφέρει τις στήλες της «Αναγέννησης».

 

Μέλη του ΠΟΑ με τον Νέστορα Μάτσα στο Κάστρο για τις εκπομπές του για το Άργος (Φεβρουάριος 1979). Η μόνη φωτογραφία που βρέθηκε από τις δραστηριότητες του ΠΟΑ. Διακρίνονται από αριστερά: B. Δωροβίνης, Κ. Αναγνωστόπουλος, Σαλεσιώτη, Παρασκευόπουλος, Τζ. Μυλωνοπούλου, Γ. Μυλωνάς, Ν. Μάτσας, Κ. Σαλεσιώτη, Μ. Μυλωνά., (Αρχείο Κ. Αναγνωστόπουλου).

 

Από τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα, αφού όπως θα εκθέσω παρακάτω (τα επίσημα βιβλία του σωματείου του Π.Ο.Α. αγνοώ σε ποιών τα χέρια βρίσκονται σήμερα), εξάγεται το συμπέρασμα ότι, προς το τέλος του 1977, είχαν ωριμάσει τα πράγματα και υπήρχε διαθέσιμη «κρίσιμη μάζα», ώστε η κίνηση να πάρει θεσμική μορφή, δηλαδή να συγκροτηθεί σε σωματείο. Έτσι μέσα από τα μέλη της κίνησης προήλθε το σήμα του Ομίλου, ενώ συγκεντρώθηκαν προτάσεις για τη διατύπωση του Καταστατικού, του οποίου την τελική σύνταξη ανέλαβαν ο δικηγόρος Γιώργος Μυλωνάς και ο γράφων.

  1. Η ίδρυση και δράση του ΠΟΑ

Με την απόφασή του 385/1977 εγκρίθηκε το Καταστατικό του Π.Ο.Α. από το Πρωτοδικείο Ναυπλίου, έγινε σχετική δημοσίευση στον Τύπο, μαζί και διακήρυξή του. 70 ήταν τα αρχικά μέλη και στις «συναντήσεις γνωριμίας» που οργανώνονταν κάθε Δευτέρα βράδυ συμμετείχαν περίπου 40 άτομα. Οι συναντήσεις αυτές ξεκίνησαν στην αίθουσα συσκέψεων του ΕΒΕΑ και σύντομα πήραν τη μορφή φιλικών συνεστιάσεων. Το Καταστατικό είχε την πρωτοτυπία να καθιερώνει Συντονιστικό Συμβούλιο, δίχως πρόεδρο, αλλά με συντονιστές κατά τομείς, και με ειδικές επιτροπές κατά θέματα, μέσα από τις οποίες δραστηριοποιούνταν τα μέλη του σωματείου. Από την πρώτη διακήρυξη που αναδημοσιεύουμε εδώ γίνεται κατανοητό το πνεύμα με το οποίο ξεκίνησαν τα μέλη του ΠΟΑ. Από άλλα τεκμήρια (όπως την προσφώνηση του ΠOA σε εκδήλωση της 27-3-78, με θέμα «Το Άργος και η επαρχία του») αντιγράφουμε:

 

«Απαρέγκλιτη αρχή στην οποία συμφωνήσαμε όλοι μας να μείνουμε πιστοί είναι εκείνη της συστηματικής αποχής από την ανάμιξη σε κομματικές ή άλλες διαμάχες παρόμοιου χαρακτήρα. (….) Δηλώνουμε πως, πέρα από όσα δημοσιεύσαμε στην αρχική διακήρυξή μας, είμαστε πρόθυμοι και έτοιμοι να συμπαρασταθούμε σε κάθε ανάλογη προσπάθεια, από οπουδήποτε κι αν προέρχεται, αλλά μέσα στα πλαίσια των αρχών από τις οποίες δεσμευόμαστε».

 

Από τις πρώτες εκδηλώσεις που οργανώθηκαν ήταν (3-4-78) διάλεξη του τότε Αντιπρύτανη του Παντείου και έπειτα ακαδημαϊκού Κων. Δεσποτόπουλου, με αφορμή το τότε παγκόσμιο «έτος Αριστοτέλη», διάλεξη του ακαδημαϊκού Ιω. Θεοδωρακόπουλου για τη φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων, διάλεξη του ακαδημαϊκού Σόλωνα Κυδωνιάτη για την παραδοσιακή αρχιτεκτονική στις σύγχρονες πόλεις, ανοιχτή συζήτηση (σε συνεργασία με το ΕΒΕΑ) με συμμετοχή του Προέδρου τότε της Ελληνικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής στην ΕΟΚ Γιάγκου Πεσμαζόγλου, του Λεων. Κύρκου, του Γ. Παλαιοκρασσά κ.ά. με θέμα «ΕΟΚ και Ελλάδα», κοινή εκδήλωση ΠΟΑ και Τρίτου Προγράμματος της ΕΡΤ στο αρχαίο θέατρο, παράσταση κουκλοθεάτρου για την προστασία του περιβάλλοντος (από την Ομάδα Κουκλοθεάτρου που είχαν συγκροτήσει μέλη μας με συντονίστρια την καθηγήτρια Έλλη Παπαδοπούλου). Η πρωτοτυπία ήταν ότι με βάση το «Βρωμοχώρι» της Σοφίας Ζαραμπούκα στήθηκε η παράσταση του κουκλοθεάτρου, που τελικά βγήκε από τα σύνορα του Άργους και της Αργολίδας και παίχθηκε και σε άλλους νομούς.

Θόρυβο προκάλεσε η διάλεξη, του Νικηφόρου Βρεττάκου «Ανησυχίες το 1900: Σικελιανός, Βάρναλης, Καζαντζάκης», λόγω … ανησυχιών υπερσυντηρητικού κύκλου του Άργους, αλλά και του θεσμού που δημιούργησε ο ΠΟΑ να μην οργανώνονται στεγνές διαλέξεις, αλλά στο δεύτερο μέρος της διοργάνωσης να γίνεται ουσιαστικός διάλογος με τους ακροατές – με όλους τους «κινδύνους» που αυτό συνεπαγόταν, από στημένες «κλάκες» κλπ.

Θα πρέπει να σημειώσω ότι από τα μέσα του 1977 το θέμα της τύχης του ιστορικού κτιρίου των Στρατώνων Καποδίστρια είχε τεθεί, επί τάπητος(1), μετά από απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου όπου, κατά λέξη δηλωνόταν …. «πρώτα να τους κατεδαφίσουμε ώστε μετά να προγραμματίσουμε τι θα κάνουμε». Το θέμα αυτό, όπως θα δούμε παρακάτω, υπήρξε η κύρια πρόφαση της αντιδρασιακής φατρίας που συγκροτήθηκε στους κόλπους του ΠΟΑ, μιας φατρίας και της δράσης της η οποία οδήγησε στην εσωτερική κρίση του σωματείου. Αρχές του 1978, τότε δηλαδή που ξεκινά δυναμικά η πολλαπλή δραστηριότητα του ΠΟΑ, κηρύσσεται για πρώτη φορά διατηρητέο το κτίριο από το Υπουργείο Πολιτισμού, με υπουργό τον Γ. Πλυτά, και εγγράφονται στον προϋπολογισμό του 20 εκατομμύρια δραχμές για τη μετατροπή του σε Πολιτιστικό Κέντρο. Ταυτόχρονα ο EOT δηλώνει επίσημα στον ΠΟΑ ότι θα συμβάλει και αυτός οικονομικά.

Με τη δράση του ΠΟΑ ευαισθητοποιούνται για το Άργος και την πολιτιστική κληρονομιά του πολλοί θεσμικοί, κεντρικοί φορείς και εξέχουσες προσωπικότητες. Το Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΤ (διευθυντής ο Μ. Χατζιδάκις) έρχεται στο αρχαίο θέατρο και δίνει ρεσιτάλ (κόβονται 1500 εισιτήρια), ενώ τον Φεβρουάριο ο Γιάννης Ξενάκης, που θα κατέβαινε στις Μυκήνες για αυτοψία στους χώρους όπου, τον Σεπτέμβριο, έστησε το περίφημο «Πολύτοπο», συναντιέται μαζί μου(2) και πείθεται να επισκεφθεί τρεις χώρους του Άργους (αρχ. θέατρο, Κάστρο και Στρατώνες). Η επίσκεψη γίνεται, ρίχνει την ιδέα να δημιουργηθεί στο Άργος διεθνές φεστιβάλ σύγχρονης έντεχνης μουσικής, αλλά η ιδέα δεν υλοποιείται λόγω πλήρους αδράνειας της δημοτικής Αρχής.

Προγραμματίζεται και μία δημόσια εκδήλωση για τους Στρατώνες στο Εργατικό Κέντρο, με δύο εισηγήσεις, του γράφοντα με τα ιστορικά στοιχεία που είχαν αναδειχθεί μέχρι τότε για το κτίριο και του ακαδημαϊκού Σόλωνα Κυδωνιάτη, για το αρχιτεκτονικό μέρος και για τα σχέδια του ΥΠΠΟ. Σε μία κατάμεστη αίθουσα «έλαμψαν» με τις απίθανες παρεμβάσεις τους κάποιοι, που από τότε έλαβαν το προσωνύμιο «κατεδαφιστές».

Όμως με αφορμή την δραστηριότητα του ΠΟΑ, μεγάλη προβολή υπήρχε ήδη στον τοπικό αλλά και στον αθηναϊκό Τύπο. Αντιγράφω εδώ απόσπασμα (τότε) προοδευτικού τοπικού δημοσιογράφου.

 

«Μόνο σαν πολιτιστική επανάσταση μπορεί να χαρακτηρισθείς το τελευταίο κύμα εκδηλώσεων (…). Το “κουμπωμένο” ‘Αργος ξανοίγεται και κατακλύζει τις αίθουσες και τους χώρους που ο ΠΟΑ έκλεισε (…). Προβλέπεται να νικηθεί ο εχθρός: τα μπιλιάρδα ερημώνουν, οι πορνοταινίες χάνουν και τους τελευταίους ωτοβλεψίες, το γήπεδο βλέπει κάθε Κυριακή τις κερκίδες ν’ αδειάζουν (….) Να μια επανάσταση που θέλουμε όλοι να επικρατήσει».

 

 Υπερβολική, ίσως, η διαπίστωση αλλά υποδεικνύει το όλο κλίμα που είχε δημιουργηθεί, αφού ο ΠΟΑ φαινόταν να έχει επιτύχει σε πολλαπλά επίπεδα. Ας δούμε ορισμένα από αυτά:

Καταρχήν κατάφερε να συγκεντρώσει στους κόλπους του ανθρώπους κάποιας ηλικίας αλλά και πολλούς νέους ανθρώπους, που δημιουργούσαν πραγματικά με τη δράση τους και για πρώτη φορά έναν άλλο δρόμο, ένα δρόμο εξόδου από το Τέλμα, δημιουργικότητας και συλλογικής προσφοράς. Για παράδειγμα σημειώνω ότι η πρόταση για τη δημιουργία Πολιτιστικού Κέντρου, που δέχθηκε και το Υπουργείο, προήλθε από ένα πρώτο σχέδιο σκέψεων που συνέταξε ο γιατρός Ίναχος Κατσαρός, το οποίο πήρε τελικά μορφή μετά από συζήτηση σε επιτροπή του ΠΟΑ (το αναδημοσίευσα σε κάποιον από τους τόμους της «Αργειακής Γης»). Οι υπαρκτές πολιτικές συμπάθειες καθενός δεν αποτελούσαν εμπόδιο για την από κοινού συνεργασία και δράση, μέσα από ένα νέο πλαίσιο: δεν υπήρχε ένα Διοικητικό Συμβούλιο, που διοικούσε μόνο του, με ένα προβεβλημένο πρόεδρο, αλλά συντονιστικό συμβούλιο με στόχο την ενεργοποίηση, επιτροπών και ενθάρρυνση της δημιουργικότητας των μελών.

Ένα άλλο επίπεδο όπου σημειώθηκε επιτυχία ήταν η κινητοποίηση, όπως είπα, κεντρικών θεσμών και προσωπικοτήτων στην Αθήνα για το Άργος, για την πολιτιστική κληρονομιά του, για τις δυνατότητες αξιοποίησής της, για έναν εκσυγχρονισμό της πόλης συνδυασμένο με πλήρη σεβασμό για το διαχρονικό ιστορικό παρελθόν της.

Ένα τρίτο επίπεδο ήταν αυτό της ευαισθητοποίησης των πολιτών για την πόλη και τις δυνατότητες της. Εκεί ακριβώς σημειώθηκε η αντιπαράθεση με τα πλέον οπισθοδρομικά στοιχεία, τα οποία προς στιγμή παρέσυραν ακόμα και κάποιους συλλόγους, όπως ο «Δαναός», οι οποίοι αρνούμενοι να ανανεωθούν περιήλθαν σε στασιμότητα.

Λίγο πριν οργανωθεί το «Πολύτοπο» του Ξενάκη στον χώρο των αρχαίων Μυκηνών, ο μεγάλος καλλιτέχνης συναντήθηκε το βράδυ της 23 Αυγούστου 1978 με πολίτες του Άργους στο αρχαίο θέατρο και έγινε συζήτηση υψηλότατου επιπέδου. Δυστυχώς δεν μαγνητοσκοπήθηκε.

Η δράση του ΠΟΑ συνεχίστηκε και στα αμέσως επόμενα χρόνια, με τη συνεχή συνδρομή καλλιτεχνών όπως η «πολιτογραφημένη αργίτισα» Ντιάνα Αντωνακάτου, η Μαρίζα Κωχ, επιστήμονες ειδικοί στην προστασία του περιβάλλοντος, θεατρικοί όμιλοι ποιότητας και πολλά άλλα. Η στενότητα του χώρου δεν μας αφήνει άλλα περιθώρια ανάπτυξης εδώ. Όσοι, όμως, ενδιαφέρονται, μπορούν να ανατρέξουν στη σειρά φωτοτυπιών με δημοσιεύματα του Τύπου για τις δραστηριότητες του ΠΟΑ, που έχουν κατατεθεί στα Αρχεία του νομού Αργολίδας (Ναύπλιο).

Πάντως δεν μπορώ να μην αναφέρω ότι χάρη στον ΠΟΑ διατηρήθηκε σε σχετικά καλή κατάσταση το μέγαρο Κωνσταντόπουλου, πριν κηρυχθεί διατηρητέο και με τον κίνδυνο κατάρρευσής του, αφόταν ο ιδιοκτήτης του αδιαφόρησε για το ρήγμα που δημιουργήθηκε (ή δημιούργησε….) στη στέγη του. Στο κτίριο αυτό έδρασε το κουκλοθέατρο και παιδότοπος, αλλά και εκεί οργανώθηκαν και διαλέξεις, πριν γίνει η αναστήλωσή του και μετατραπεί σε πολιτισμική μονάδα, και πριν «εξελιχθεί» σε σχολή μαγείρων.

Προς το τέλος του 1978 ο ΠΟΑ δημιούργησε δικό του εντευκτήριο, σε νοικιασμένη αίθουσα στην οδό Γούναρη 22, και αργότερα μεταφέρθηκε σε αίθουσα στην οδό Παναγή Τσαλδάρη 5, όπου και εξέπνευσε.

Τέλος, μεγάλο γεγονός υπήρξε ο ερχομός του Μίκη Θεοδωράκη, που για πρώτη φορά ήρθε και έδωσε συναυλία στο Άργος (16-9-80), σε ένα αρχαίο θέατρο το οποίο για πρώτη φορά στην ιστορία υπερπληρώθηκε. Στο τέλος εκείνου του έτους δημιουργήθηκε και κινηματογραφική λέσχη.

  1. Η κρίση στον ΠΟΑ

Νομίζω χρήσιμο είναι να γραφούν ορισμένες σκέψεις για την κρίση που δημιουργήθηκε στον ΠΟΑ και η οποία οδήγησε στην προϊούσα αποδυνάμωσή του και, από εκεί, στην ανυπαρξία. Από τη στιγμή που η κίνηση έλαβε τη θεσμική μορφή του σωματείου και πριν από τις πρώτες αρχαιρεσίες για ανάδειξη Συντονιστικού Συμβουλίου, έκαμε την εμφάνισή της μία φατρία προσώπων που, στην πορεία, άφηνε να εννοηθεί ότι επρόσκειτο στο τότε ΚΚΕεσ. Με επικεφαλής γιατρό που τότε υπηρετούσε στο Άργος, ανέπτυξε μία τακτική διαρκών «ενστάσεων», αντιρρήσεων και κωλυσιεργειών, η οποία με το πέρασμα του χρόνου προξενούσε φθοροποιά επίδραση. Χωρίς να έχει αναπτύξει καμία συγκροτημένη πρόταση για την πορεία του σωματείου, αποτέλεσε καθαρά αντιδρασιακή οντότητα στους κόλπους του ΠΟΑ. Το πλέον γραφικό μέλος της ήταν πολιτικός μηχανικός, ο οποίος το 1981 και πριν το ΠΑΣΟΚ συγκροτήσει κυβέρνηση προσχώρησε εκεί, ενώ παρουσιαζόταν με δήθεν ιδιότητες υδρολόγου κλπ., για να αναδειχθεί, με κομματική φυσικά στήριξη, σε διοικητή και νοσοκομείου. Πάντοτε διακρίθηκε για τα υβριστικά και ασυνάρτητα κείμενα τον τοπικό Τύπο.

Με την ανάπτυξη της δράσης της φατρίας λογικό ήταν να παρθούν κάποιες επαφές με τη διοίκηση, του ΚΚΕεσ., για να διαπιστωθεί ότι δεν οφειλόταν η δράση της σε κάποια τυχόν «καθοδήγηση» από την Αθήνα, αλλά ήταν προϊόν της «αυτενέργειας» των εδώ μελών της. Δύο μέλη της είχαν εκλεγεί στο Συντονιστικό Συμβούλιο, όπου υπέβαλλαν σε συνεχή δοκιμασία νεύρων τα υπόλοιπα μέλη του. Το ίδιο συνέβαινε και στις συνάξεις και συνελεύσεις των μελών του συλλόγου.

Με την απόσταση του χρόνου και με τη γνώση της διαδρομής βίου πολλών, είναι πια ηλίου φαεινότερο ότι η αντιδρασιακή τακτική τους οφειλόταν στο κλασικό τρίπτυχο φθόνος – μίσος – εμπάθεια, αφού οι όποιες παρεμβάσεις της φατρίας δεν είχαν κανένα ιδεολογικό, τουλάχιστο διαφοροποιημένο περιεχόμενο, αλλά ανταποκρίνονταν σε τυπικό εισοδισμό προσωπικού χαρακτήρα. Σε μία και μόνη περίπτωση προσπάθησαν να αρθρώσουν ένα ψήγμα «στρατηγικής», όταν με επιμονή υποστήριξαν να … μην εμπλακεί ο ΠΟΑ στη μάχη για τη διατήρηση των Στρατώνων Καποδίστρια, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορούσαμε να … υποκαταστήσουμε τα κόμματα! Αλλά σε τι; Σε θέμα ιστορικού περιβάλλοντος, όπου όπως έδειξα στη μελέτη του 1987 για τους Στρατώνες, καμμία κομματική ομάδα του Άργους δεν είχε χαράξει σχετικά, αλλά και δεν έχει χαράξει μέχρι σήμερα, πολιτική, στρατηγική και τακτική – γι’ αυτό και φτάσαμε στη σιωπηλή παθητικότητα απέναντι σε βανδαλισμούς.

Απεναντίας στο θέμα των Στρατώνων, στρατηγικά κεντρικά στελέχη της Νέας Δημοκρατίας (Ευ. Αβέρωφ, υπουργός Γ. Πλυτάς και ο μετέπειτα Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κων. Καραμανλής) τάχθηκαν ανεπιφύλακτα υπέρ της διατήρησης και αξιοποίησης των Στρατώνων Καποδίστρια. Το ίδιο και το κεντρικό όργανο του ΠΑΣΟΚ για τα πολιτιστικά, με συντονιστή τον Κ. Πολιτόπουλο και ύστερα με υπουργό τη Μ. Μερκούρη. Και ήταν τοπικά στελέχη των δύο κομμάτων που τάχθηκαν υπέρ της κατεδάφισης, σε συνεργασία με τον πρώην αγωνιστή της Αριστεράς, εργολαβίζοντα πλέον Ν. Ζαφείρη, αλλά και κάποιους παλαιομηχανικούς του Άργους, στους οποίους ήρθε «πανταχούσα» από τον τότε Πρόεδρο του ΤΕΕ Ευ. Κουλουμπή, αλλά και από τον Αντώνη Τρίτση, το 1982, με την παρουσίαση του προεδρικού διατάγματος προστασίας του Άργους των Γ. Πλύτα – Α. Τρίτση – Κ. Καραμανλή.

Θεωρώ και σήμερα υπεύθυνη τη φατρία για τη δυσμενή πορεία στην οποία όδευσε ο ΠΟΑ. Διότι «κέντησαν» μέλη άλλων κομμάτων να συσπειρωθούν και να δημιουργήσουν, έτσι, άλλες φατρίες στο εσωτερικό του σωματείου. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις αρχαιρεσίες των αρχών του 1981 είδαμε να προσέρχονται για να ψηφίσουν στο εντευκτήριο της οδού Π. Τσαλδάρη άτομα που ποτέ δεν είχαμε δει, μέχρι και μητέρες με μωρά στην αγκαλιά τους. Στις αρχές του 1982, με 50 παρόντα μέλη, ψήφισαν 109 εγγεγραμμένοι. Θεωρώ ότι περί τα μέσα του 1983, αφού υπήρξε δραματική διαρροή ενεργών μελών, ο ΠΟΑ σταμάτησε κάθε δραστηριότητα.

Από το 1980 ο τότε Γεν. Γραμματέας, ο ανιδιοτελής Γ. Μυλωνάς, είχε παραιτηθεί μην αντέχοντας άλλο, όπως μου είχε πει, τα καμώματα της φατρίας. Τον Αύγουστο του 1981 και αφού είχα απευθύνει στο Σ.Σ. επιστολές κατά της κομματικοποίησης, παραιτήθηκα και εγώ από το Σ.Σ. και μετά από λίγους μήνες, με άτομα από όλη την Αργολίδα, ιδρύσαμε μία καθαρά περιβαλλοντική oργάνωση, την Αργολική Οικολογική Εταιρεία (ΑΡ.Ο.ΕΤ.), με πλούσια και αυτή δράση, όσο την άφησαν (κι αυτήν…) κομματικές «μπηχτές».

Πληροφορήθηκα, ότι τα έπιπλα και τα βιβλία του ΠΟΑ, μαζί με το υλικό κουκλοθεάτρου, περιήλθαν σε τοπικό σύλλογο γυναικών, που και αυτός εξέπνευσε.

  1. Επίμετρο

Το αρχείο του ΠΟΑ ανήκει, πια, στην ιστορία του Άργους και της Αργολίδας. Δεν γνωρίζω αν και τυπικά ο σύλλογος έχει διαγραφεί από τα μητρώα του Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Όσοι όμως υπήρξαν μέλη του τελευταίου Συντονιστικού Συμβουλίου (τα ονόματα τους είναι γνωστά) ας προβούν στη σωστή ενέργεια να παραδώσουν στα Αρχεία του Νομού Αργολίδας το αρχείο του ΠΟΑ, δηλαδή τουλάχιστο τα βιβλία μητρώου, Συντονιστικού Συμβουλίου και γενικών συνελεύσεων, τα εξερχόμενα – εισερχόμενα έγγραφα, αφίσες και πληροφοριακό υλικό και φωτογραφίες.

Από την πλευρά μου, παρέδωσα στα ΓΑΚ Αργολίδας πλήρη σειρά δημοσιευμάτων του Τύπου περί τον ΠΟΑ, πλήρη σειρά επιθέσεων διά του Τύπου κατά του ΠΟΑ, τα τρία ημερολόγιά που εξέδωσε (1979,1980,1981), το Καταστατικό του, όπως και αντίγραφα εγγράφων που έχω στην κατοχή μου. Θα βάλω σε τάξη όσα κρατώ για τον ΠΟΑ και θα παραδώσω και άλλα αντίγραφα στα ΓΑΚ Αργολίδας.

Σημειώνω ακόμα ότι, με την αρνητική εμπειρία της φατρίας, ήδη από το 1978 ξεκίνησε προσπάθεια για αναμόρφωση του Καταστατικού, ουσιαστικότερο καθορισμό του ρόλου των επιτροπών και αποτροπή των «αλεξιπτωτικών» εγγραφών παραμονές αρχαιρεσιών, για άλωση του Σ.Σ. Ουδέποτε, όμως, ούτε τότε ούτε αργότερα, συγκεντρωνόταν η απαιτούμενη από το Καταστατικό απαρτία για την τροποποίηση του, που τελικά ποτέ δεν έγινε.

Τέλος, ας αναφέρω ότι μέλη της φατρίας υπήρξαν από τα ιδρυτικά μέλη της «Αργειακής Πολιτιστικής Εταιρείας», αστικής μη κερδοσκοπικής, που δημιουργήθηκε μετά την ουσιαστική, παύση του ΠΟΑ. Και αυτή εξεμέτρησε τον βίο της. Δεν ξέρω για ποιόν ακριβώς λόγο (διατέλεσα απλό μέλος της και αρνήθηκα συστηματικά να μπω στο Δ.Σ.). Υποθέτω ότι και εκεί δημιουργήθηκε το ίδιο ή ανάλογο διαβρωτικό φαινόμενο.

Προπολεμικά είχε δημιουργηθεί σωματείο με κάποιες ομοιότητες με τον ΠΟΑ, η «Νέα Ζωή». Υπέστη μεγάλη ζημιά από τη συμπεριφορά του ρέκτη προέδρου της και έπαψε να δρα επί δικτατορίας του Μεταξά, σε οργανώσεις της οποίας προσχώρησε ο κ. πρόεδρος. Τυπικά διαλύθηκε επί χούντας. Σκέπτομαι να δημοσιεύσω στοιχεία και γι’ αυτήν.

Τελικά, η ιστορία των σωματείων είναι ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνικής ιστορίας.

 

Υποσημειώσεις


 

  1. Για τους Στρατώνες έχω δημοσιεύσει δύο μελέτες, τη μία το 1979 στα «Αρχιτεκτονικά Θέματα» και το 1987 στον συλλογικό τόμο για το Οικολογικό Κίνημα στην Ελλάδα. Σήμερα είναι διαθέσιμες στον ηλεκτρονικό ιστότοπο της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης.
  2. Τον Ξενάκη είχα γνωρίσει προσωπικά στο Παρίσι με αφορμή τις διαλέξεις προς έλληνες φοιτητές του ίδιου, του Καστοριάδη, του Αξελού, της Κρανάκη και του Ανρί Λεφέβρ, τις οποίες οργάνωσα μέσω της Ένωσης Ελλήνων Πανεπιστημιακών Δυτικής Ευρώπης – Παράρτημα Παρισιού. Στην «Αργολίδα» της 13-2-2001 βλ. άρθρο μου «Ο Γιάννης Ξενάκης στην Αργολίδα».

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Αθήνα, 9-13 Σεπτεμβρίου 2017

 

* Το άρθρο δημοσιεύτηκε και στην ηλεκτρονική εφημερίδα «Αργολικά». 6 Οκτωβρίου, 2017.

 

Read Full Post »

Ο επισιτισμός του Ναυπλίου κατά το Α’  έτος της πείνας 1941- 1942 – © Θεόδωρος Δ. Γιαννακόπουλος, Ναυπλιακά Ανάλεκτα IV (2000).


 

[…] Το Ναύπλιο, κέντρο μιας αρκετά πλουτοπαραγωγικής περιφερείας, έπρεπε να υποφέρη επισιτιστικώς ελάχιστα. Ο γύρωθεν γεωργικός χώρος ήτο ικανός, εφ’ όσον υπήρχε καλή προαίρεσι και διάθεσι εκ μέρους των παραγωγών, να διαθρέψη, άνευ αισθητής ελαττώσεως των ορίων της παραγωγής, τους κατοίκους τους πόλεως, οι οποίοι ήσαν κυρίως εργάτες, μικροεπαγγελματίες και δημόσιοι υπάλληλοι. Ατυχώς ούτε τέτοια προαίρεσι ούτε κοινωνική αλληλεγγύη υπήρξε, και άρχισαν τα προβλήματα στερήσεων και αισχροκερδείας, η οποία έκτοτε ωνομάσθη κοινώς «μαύρη αγορά», δηλ. οι τιμές των αγαθών έβαινον σταθερώς προς τα ύψη, χωρίς οποιοδήποτε μέτρο κρίσεως και συγκρίσεως, και οι τέτοιοι έμποροι, πρωτοεμφανισθέντες, ελέγοντο «μαυραγορίτες». Ενεθύμιζαν τους «τιμιοπώλας», δηλ. όσους πουλούσαν ακριβά κατά την αρχαιότητα και συνεπώς τους αισχροκερδείς, τους οποίους ανέφερε και ασφαλώς εκωμωδούσε ο αρχαίος Αθηναίος κωμωδιογράφος Φρύνιχος (2ο ήμισυ του 5ου π.Χ. αι.), ή εκείνους τους «τιμιουλκούντας», που έσυραν προς τα ύψη τις τιμές των προϊόντων και μάλιστα των σιτηρών κατά τις σιτοδείες τόσο στην αρχαία Αίγυπτο, όσο και στη ρωμαιοκρατία, γι’ αυτό και «δημοκατάρατοι» εχαρακτηρίζοντο. Πολύ σοφώς και ως γνήσιος οικονομολόγος ο πολυμαθής εκ Πατρών επίσκοπος Καισαρείας (901-932) Αρέθας υποδεικνύει ότι το γεγονός του «τον σίτον τιμιουλκείσθαι», δηλ. της διογκώσεως της τιμής των σιτηρών, είναι «δείγμα λιμού», τον οποίον και έχει προκαλέσει.

 

Ειδικό δελτίο διανομής τσιγάρων. Κατά την Κατοχή οργίαζε η μαύρη αγορά των τσιγάρων. Κυκλοφορούσαν μόνο κάτι φτηνά τσιγάρα σε κούτες, «στούκας» τα είχαν παρονομάσει, βαριά, πού κατέστρεφαν πνεύμονες, και, μόνον οι θεριακλήδες λυσσούσαν να τα βρουν. Και για την προμήθεια τους είχε εφαρμοστή ειδικό δελτίο διανομής. Στο Ναύπλιο τυπώθηκαν τον Αύγουστο «ατομικά δελτία καπνιστού», δεν υπήρχε μάλιστα κατάλληλο χαρτί εκτυπώσεως και ο μακαρίτης Κων. Αποστολόπουλος, πατέρας του αξέχαστου Θύμιου, ο όποιος είχε προπολεμικά συνεταιρική με τον αδελφό του βιοτεχνία σιγαρέτων, παρεχώρησε παλαιό, της πρώτης περιόδου της δραστηριότητας των, αχρησιμοποίητα κουτιά, τα όποια τυπώθηκαν στην πίσω λευκή πλευρά.

 

Οι απαιτήσεις των παραγωγών εστερούντο λογικής, πολλοί των οποίων επίστεψαν, ότι ήρθε γι’ αυτούς η μεγάλη ευκαιρία, για να ικανοποιήσουν όλες τις ελλείψεις και στερήσεις των σε «πολυτελή» είδη επιπλώσεως και ενδύσεως και για ν’ αυξήσουν γενικώς την περιουσία τους. Το αθέμιτο της τέτοιας συμπεριφοράς των και μάλιστα προς γνωστούς και συνεπαρχιώτες δεν τους ενδιέφερε. Το πνεύμα του Αλβανικού μετώπου της ομοψυχίας και της αλληλεγγύης μονομιάς εξέλειπε. Ο ατομικός και οικογενειακός εγωισμός και η συντήρησι, αλλά και ο πλουτισμός εκυριάρχησε σχεδόν απόλυτα και καμμία νόμιμη η παράνομη οργάνωσι δεν ετάχθη, εξ αρχής, ανοικτά με τα προγράμματά της ή τις ένέργειές της κατά της τέτοιας συμπεριφοράς, ούτε εξετράπη προκαταβολικώς σε τιμωρία των παραγωγών εκείνων που ανελέητα εξεμεταλλεύοντο μαυραγοριτικώς τον πεινώντα πληθυσμό. Ενώ «βορά» της αδηφαγίας αρκετών γεωργών είχε πέσει ο αστικός πληθυσμός, οι ίδιοι σαν εξίσωσι ίσως και αυτοπεριορισμό και χαλιναγώγησι άρχισαν να υφίστανται μια μάστιγα που ενεφανίσθη τότε και που έδρα στην ύπαιθρο: κάποιοι Έλληνες έμποροι του ποδαριού και των περιστάσεων μαυραγορίτες, συνεργαζόμενοι με μερικούς Ιταλούς καραμπινιέρους και διερμηνείς των Ιταλικών και Γερμανικών υπηρεσιών, έφθαναν στα χωριά με φορτηγά και αφαιρούσαν με βίαιο τρόπο ή εξαγόραζαν σε χαμηλότατες τιμές, προπολεμικές μερικές φορές, ό,τι ήθελαν και εύρισκαν, κυρίως λάδι, σιτηρά, τυριά, εσπεριδοειδή και ό,τι άλλο φαγώσιμο και εμπορεύσιμο, κάνοντας αυθαίρετες έρευνες, εκβιάζοντας και απειλώντας…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Θεόδωρου Γιαννακόπουλου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο επισιτισμός του Ναυπλίου κατά το Α_ έτος της πείνας 1941- 1942

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Τα στέκια του Άργους. Δίκτυα κοινωνικών σχέσεων στον ημιαστικό χώρο (1840 – 1940) – © Γεώργιος Η. Κόνδης, Πρακτικά Επιστημονικής Συνάντησης 22-23 Μαρτίου 2003, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», τόμος 4, 2009.


 

Χάνι Κούρου στην πλατεία Λαϊκής Αγοράς Άργους. Μοναδική εικόνα ο πίνακας της Ντιάνας Αντωνακάτου.

Προσπαθώντας να κατανοήσει ο ερευνητής τους τρόπους με τους οποίους διαμορφώνονται, εξελίσσονται και αλλάζουν τα δίκτυα κοινωνικών σχέσεων σε συγκεκριμένους χώρους ή κόσμους, είναι υποχρεωμένος να αναζητήσει ορισμένες βασικές προκαταρκτικές επεξηγήσεις. Κατ’ αρχήν γιατί θα πρέπει να προδιαγραφεί ένας χώρος, ο συγκεκριμένος χώρος του Άργους, ως ημιαστικός; Τι σημαίνει δίκτυο κοινωνικών σχέσεων και πως εντάσσεται σ’ ένα πλαίσιο ανάλυσης που αφορά σε διαδικασίες αστικοποίησης; Πως και με ποια λογική δημιουργούνται δημόσιοι και ιδιωτικοί χώροι με ιδιαίτερο χαρακτήρα; Τι είναι τα στέκια, ποια η σημασία τους και γιατί αποτελούν όχι μόνο πολιτισμικό δεδομένο ή λαογραφικό στοιχείο προς καταγραφή ως τμήμα μιας συγκεκριμένης ιστορίας, αλλά κυρίως πηγή πληροφοριών για την κατάσταση, τη λειτουργία και την οργάνωση κοινωνικών ομάδων ή κοινωνιών, καθώς επίσης και για την παραγωγή και διαχείριση της ατομικής και ομαδικής μας ταυτότητας. Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά θα μας δώσει τη δυνατότητα να κατανοήσουμε ευκολότερα την οργάνωση, τη λειτουργία και την εξέλιξη των δικτύων κοινωνικών σχέσεων στο χώρο και το χρόνο…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Γεωργίου Κόνδη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Τα στέκια του Άργους. Δίκτυα κοινωνικών σχέσεων στον ημιαστικό χώρο (1840 – 1940)

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Η κοινωνική και πολιτική οργάνωση των Ερμιονέων στην Αρχαιότητα, μέσα από έμμετρες επιγραφές* –  © Γεωργία Κ. Κατσαγάνη, Δρ. Κλασικής Φιλολογίας


 

Στη μελέτη αυτή θα επικεντρωθούμε στα χαρακτηριστικά της κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης των Ερμιονέων στην Αρχαιότητα. Ειδικότερα, θα μας απασχολήσει η επιβεβαίωσή τους από επιγραφικές μαρτυρίες, που περιέχονται σε επιγραφές και μάλιστα έμμετρες, διότι σε αυτές ενυπάρχει και το στοιχείο της λογοτεχνικότητας.

Η ονομασία Ερμιόνη

Προσωπογραφία της Ερμιόνης, κόρης του Μενέλαου και της Ωραίας Ελένης, από την έκδοση:
Guillaume Rouillé, «Promptuarii Iconum Insigniorum», Lyon, France 1553.

Η Ερμιών ή Ερμιόνη είναι μια από τις αρχαιότερες πόλεις στο νοτιοανατολικό άκρο της Αργολίδος. Ιδρύθηκε από Δρύοπες που εκτοπίστηκαν από την κεντρική Ελλάδα, μετά την κάθοδο των Δωριέων. Οι τελευταίοι κυριάρχησαν στην περιοχή της Αργολίδος, και με κέντρο το Άργος επεκτάθηκαν σταδιακά σε ολόκληρη την Αργολίδα και κατέλαβαν και την πόλη της Ερμιόνης.

Σύμφωνα με μυθολογική παράδοση οικιστής της αρχαίας Ερμιόνης ήταν ο Ερμίων, γιος του Εύρωπος και εγγονός του Φορμίωνος, του βασιλιά του Άργους, και σε αυτόν οφείλει το όνομά της η πόλη. Στα Σχόλια στην Ἰλιάδα του Ομήρου [1] αναφέρεται ότι η Ερμιόνη έλαβε την ονομασία της από το ρ. ὁρμίζω, επειδή ο Ζεύς και η Ήρα σε αυτό το σημείο ορμίσθηκαν (αγκυροβόλησαν) φτάνοντας από την Κρήτη. Μαρτυρία για ονομασία του τοπωνυμίου Ερμιόνη από την κόρη του Μενελάου και της Ελένης δεν τεκμηριώνεται από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς.

Επιστημονικά, η ονομασία Ερμιών ή Ερμιόνη, κατά μία εκδοχή, παράγεται παρὰ τὸ εἵρω, τὸ ἁρμόζω, ἀφ’ οὗ Ἑρμῆς, Ἑρμίων καὶ παράγωγον, Ἑρμιόνη[2] Άλλοι θεωρούν ότι προέρχεται από το ουσ. ἕρμα, που σημαίνει, το ύψωμα, τον λόφο, το βουνό, τον σωρό χωμάτων ή λίθων [3].

Στους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς οι λλ. Ἑρμιόνη, Ἑρμιονεὺς και Ἑρμίονες απαντούν περισσότερες από τριακόσιες φορές.

 

Η πολιτική οργάνωση της Ερμιόνης

Στην Ερμιόνη αξιωματούχοι που έπαιζαν σημαντικό ρόλο στην πολιτική ή οικονομική ζωή της ήταν ο ταμίας και ο νομογράφος (IG IV 679), οι άρχοντες, οι δαμιουργοί (IG IV 679), ο στρατηγός (IG IV 743), ο τοξάρχης, επιφορτισμένος με αστυνομικές αρμοδιότητες (IG IV 698), ο περιηγητής (IG IV 723), δηλ. ο ξεναγός ή ο θρησκευτικός λειτουργός, και ο αρχίατρος (IG IV 723). Με βάση τις επιγραφές, στην πόλη υπήρχε και βουλή [4].

Η θρησκευτική ζωή στην Ερμιόνη

Κατά τον Παυσανία [5], στον λόφο Πρώνα [6] βρισκόταν το ιερό της Χθονίας Δήμητρος [7]. Κατά τον ίδιο συγγραφέα, στην Ερμιόνη λατρευόταν η Δήμητρα και Κόρη, η Δήμητρα Θερμασία, ο Απόλλων Πυθαεύς, ο Απόλλων Όριος, ο Απόλλων Πλατανίστιος, η Ήρα, ο Ήλιος, οι Χάριτες, η Αθηνά Προμαχόρμα [8], η Αφροδίτη Ποντία και Λιμενία, η Εστία, η Άρτεμις, η Παρθένος Ήρα, ο Άρης, ο Ποσειδών, η Ειλείθυια, ο Ήλιος, και οι ανατολικοί θεοί Σάραπις και Ίσις [9].

Κατά τον ίδιο συγγραφέα [10], στην Ερμιόνη υπήρχε και ναός του Μελαναίγιδος Διονύσου, προς τιμήν του οποίου τελούνταν αγώνες και απονέμονταν βραβεία για τη μουσική, την κολύμβηση και τον συναγωνισμό πλοίων.

Η οικονομική ζωή στην Ερμιόνη

Η Ερμιόνη με βάση τις αρχαίες πηγές, διέθετε νομισματοκοπείο [11]. Από την κλασική εποχή και κυρίως μετά το έτος 380 π.Χ., η Ερμιόνη ως πόλη έκοπτε αργυρά νομίσματα με εμβλήματα της Χθονίας Δήμητρος, στον εμπροσθότυπο των οποίων παριστανόταν η κεφαλή της θεάς και στον οπισθότυπο δύο στάχυα που σχημάτιζαν στεφάνι, μέσα στο οποίο υπήρχαν τα κεφαλαία γράμματα ΕΡ [12]. Στην ελληνιστική περίοδο η Ερμιόνη έκοπτε νόμισμα που στον μεν εμπροσθότυπο παριστανόταν η κεφαλή του Διός ενώ στον οπισθότυπο το  μονόγραμμα ΑΧ (από τη λ. ΑΧΑΙΟΙ) και στην περιφέρεια υπήρχε η φράση Ἀχαιῶν ρμιονέων. Στην αυτοκρατορική περίοδο, στον εμπροσθότυπο του νομίσματος παριστανόταν η κεφαλή ενός από τους Αντωνίνους και στον οπισθότυπο κάποια από τις προαναφερόμενες θεότητες ή ένας άνδρας που οδηγούσε αγελάδα για θυσία.

Η πνευματική ζωή στην Ερμιόνη

Η Ερμιόνη διακρινόταν για τη μουσική και ποιητική παράδοσή της: Σημαντικότερος όλων ο μουσικός και ποιητής του 6ου αι. π.Χ. Λάσος [13]. Στα Σχόλια [14] των Νεφελών του Αριστοφάνη γίνεται αναφορά στον λυρικό ποιητή και κιθαριστή Κυδίδη· στη βιογραφία του Πλουτάρχου για τον Θεμιστοκλή [15], γίνεται αναφορά στον Επικλή, κιθαριστή των αρχών του 5ου αι. π.Χ. Σημαντικά ονόματα, επίσης, είναι ο ποιητής προσοδίων Πυθόνικος Νίκιος (3ος αι. π.Χ.)[16], τα αδέλφια Παντακλής και Πυθοκλής γιοι του Αριστάρχου (3ος αι. π.Χ.) [17], ο αυλητής Θεόπομπος (3ος αι. π.Χ.) [18], και δύο αδέλφια υποκριτές, ο Ονασικράτης και ο Ποσείδαιος, γιοι του Σωφρονίωνος (1ος αι. π.Χ.) [19].

Διάλεκτοι της αργολικής χερσονήσου

Η συνύπαρξη δύο διαλέκτων στην αργολική χερσόνησο, δηλ. της Αργειακής, που χρησιμοποιούνταν στο Άργος, και της Αργολικής που χρησιμοποιούνταν στην υπόλοιπη Αργολίδα, αποτελεί μοναδικό φαινόμενο, επειδή αυτό δεν απαντά σε άλλο γεωγραφικό χώρο. Σημαντικό ρόλο για τη δημιουργία του φαίνεται να έπαιξαν γεωφυσικοί παράγοντες (λοφώδης περιοχή της χερσονήσου ως διαχωριστική γραμμή) και πολιτικοί (ελλιπής πολιτική ενότητα της περιοχής) αλλά και η ανομοιογενής σύσταση του πληθυσμού: Οι Δωριείς με την κάθοδό τους στην Αργολίδα βρήκαν έναν εθνογραφικά ανομοιογενή πληθυσμό, διότι εκτός από τους Ίωνες, η παρουσία των οποίων μαρτυρείται στην Επίδαυρο και την Τροιζήνα, στην Αργολίδα ήταν εγκατεστημένα και παλαιοαχαϊκά φύλα [20].

Με αυτά τα εισαγωγικά στοιχεία, επιλεγμένα από κείμενα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, λεξικογράφους, επιγραφικά δεδομένα και τη μυθολογική παράδοση, παρουσιάσαμε σύντομα αλλά, πιστεύω, περιεκτικά τη σημαντική πολιτισμική ανάπτυξη που διέκρινε την Ερμιόνη στην ιστορική πορεία της, στους Αρχαίους χρόνους, και ταυτόχρονα δώσαμε το πλαίσιο για την πληρέστερη κατανόηση του περιεχομένου των επιγραφών που ακολουθούν.

Η πρώτη από τις έμμετρες επιγραφές (IG IV 682), που βρέθηκε, κατά τον Kaibel,[21] στην Ερμιόνη, ήταν χαραγμένη σε βάση η οποία σήμερα δεν σώζεται. Ο Fraenkel[22] εξέδωσε τo κείμενο από σχέδια του Fourmont·  στον Boeckh οφείλονται πολλές συμπληρώσεις συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων του αναθέτη και του τιμώμενου προσώπου, τα οποία επιβεβαιώθηκαν στον κατάλογο των νικητών στα Σωτήρια[23] του έτους 265 π.Χ.

 

Χρονολόγηση

 265-255 π.Χ. Nachtergael[24].

Δημοσιεύσεις

 CIG I iv 1212 με απόγρ.   Kaibel 1965 ανατ. [1878]: 926   Cougny 1890: 47 αρ. 291 ἄλλο   IG IV 682   Nachtergael 1977: 15 bis    Mickey 1981: vol. II κεφ. 3.A-41 Β113    Κωστούρος 2008: τόμ. Β΄ 168 αρ. 179.

 

             [Παν]τακλῆς μἀνέθηκεν· ἀδελφεός εἰμι δ’ ἐκείν[ου] |

                         [Πυθο]κλέης πλείστων ἀντιτυχὼν ἀέθλων·|

             [ἑλλαδικαὶ ν]ῖκ[αι] τ[ρε]ῖς καὶ δέκα, τὰς [Νεμέηι619 τε] |

                         [καὶ π]α<ρ><Π>ειρήνην Κασταλίαν τ’ ἔλ[α]βον, ǁ

5          [τὰς δ’ ἄλλας Ζεὺ]ς οἶδε[ν] Ὀλύμπ[ι]ος ὡς ἐτύμας [τοι] |

                         [εἰπεῖν ἐξ ἱ]ε[ρ]οῦ [φθ]εγγόμενος στόματος·|

             [ἄσπετα δ’ ἄλλων φ]ῦλ’ οὐ[κ ἄ]ν τις ἀ[ρ]ι[θ]μήσειεν, |

                         [οὓς ἀν’ Ἀχαιίδα] γῆ[ν ἠ]γαγόμ<η>ν στεφάνους, |

             [ἀλλ’ ὁπόσ’ αὐλωι]δός τε καὶ ἐγκυκλίοισι χοροῖσιν ǁ

10                    [ὅσσα τε ῥαψωι]δός, ταῦτα καταγράφεται, |

             [ἡνίκα Βοιωτῶν] με [π]αν[ήγυ]ρι[ς] ἐστεφάν[ω]σεν |

                        – υ υ – υ υ – πρῶτ[π]ε[ν]εγ[κά]μεν[ον]· |

             χὠ στέφανος Μούσαις Ἑλι[κω]νίσι καὶ Διονύσ[ωι] |

                         [Κ]αδμείωι, τρίτατ’ ἦν κῦδος ἐμοῖς γενέταις·ǁ

15         [κ]αὶ [β]ασιλεῖς δώροισί [μ’] ἐτίμησαν τὸν ἀοιδὸν |

                         [υ]ἱὸν Ἀριστάρχου, θεοῖς φίλον, Ἑρμιονῆ.

 

Ο Παντακλής μ’ ανέθεσε. Είμαι ο αδελφός του ο Πυθοκλής, που κέρδισα πολυάριθμα βραβεία. Οι ελληνικές μου νίκες είναι δεκατρείς. Τις κατήγαγα στη Νεμέα και στην Πειρήνη και στην Κασταλία. Ο Ολύμπιος Δίας γνωρίζει τις άλλες που μπορεί να τις πιστοποιήσει με βεβαιότητα, διακηρύσσοντάς τες με τη θεία του φωνή. Δεν θα μπορούσε κάποιος να μετρήσει τα αναρίθμητα στεφάνια που έφερα στην αχαϊκή γη. Όλα όμως τα βραβεία που πήρα ως αυλωδός συνοδεύοντας κυκλικούς χορούς, όλα όσα πήρα ως ραψωδός, όλα αυτά ακολουθούν, από τη στιγμή που με στεφάνωσε η εορτή των Βοιωτών, παίρνοντας το πρώτο βραβείο. Και το στεφάνι μου ήταν δόξα για τις Μούσες του Ελικώνα και για τον Κάδμειο Διόνυσο και, τρίτον, ήταν δόξα για τους γονείς μου. Και βασιλείς με τίμησαν με τα δώρα τους, εμένα τον τραγουδιστή, γιο του Αριστάρχου, αγαπημένο των θεών, από την Ερμιόνη.

Η επιγραφή αποτελείται από οκτώ ελεγειακά δίστιχα. Στον 1ο, στον 9ο και στον 15ο στίχο τομή η κατά τρίτον τροχαίο∙ στον 3ο, στον 5o, στον 11o και στον 13ο η βουκολική διαίρεση, και στον 7ο η πενθημιμερής τομή.

[Πυθο]κλῆς: Πολυπράγμων τεχνίτης, καταγόμενος από την Ερμιόνη, μετείχε στα Σωτήρια των Δελφών ως ιερεύς των Τεχνιτών [25] επί άρχοντος [Πειθαγόρα] (μεταξύ 265 και 258; π.Χ.) και επί δύο άλλων άγνωστων αρχόντων. Εμφανίστηκε στα Σωτήρια και επί άρχοντος Εμμενίδα (259/8 ή 255/4; π.Χ.) ως χορευτής. Το όνομά του υπάρχει σε πέντε θραύσματα καταλόγων των Σωτηρίων. [26] Σε ανάλογες εμφανίσεις του οφείλονται οι τιμές που του έχουν αποδώσει οι Δελφοί με προγενέστερο ψήφισμα επί άρχοντος Θεσσαλού (270/269 π.Χ.) [27]. Από τους καταλόγους γίνεται εμφανές ότι διακρίθηκε ως [αὐλωι]δὸς(σε συμπλήρωση), χορευτὴς και [ραψωι]δὸς(σε συμπλήρωση) στον Ισθμό, στις Θεσπιές, στη Θήβα και ίσως στο Δίον. [28]

[Παν]τακλῆς [29]: Εμφανίστηκε στα Σωτήρια των Δελφών επί άρχοντος Εμμενίδα (259/8 ή 255/4; π.Χ.) και επί άρχοντος [Πειθαγόρα], πιθανώς, λίγο ενωρίτερα, και ανέθεσε ανδριάντα του αδελφού του Πυθοκλή [30].

Ἀρίσταρχος: Ως κύριο όνομα απαντά μία φορά ακόμη στην Τροιζήνα (IG IV 773), και τρεις φορές στην Επίδαυρο, από τον 5ο έως τον 2ο αι. π.Χ.

Η επιγραφή ανήκει στον δομικό τύπο ὁ δεῖνα μ’ ἀνέθηκε, και από άποψη δομής είναι τεχνικά άρτια: Παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά μιας παραγράφου, όπου οι στίχοι 1-2 αποτελούν τη θεματική πρόταση, οι 3-14 το κυρίως μέρος και οι 15-16 την πρόταση κατακλείδα∙ καθένα από τα μέρη αποτελεί και διαφορετική ενότητα. Η θεματική πρόταση και η πρόταση κατακλείδα θα μπορούσαν να αποτελέσουν μία «πλήρη» έμμετρη επιγραφή, χωρίς την παρεμβολή του κυρίως μέρους, όπου αναφέρονται οι λεπτομέρειες, οι οποίες, προφανώς, θεωρούνται απαραίτητες από την ποιητή, λόγω του πλήθους των νικών του Πυθοκλή σε μουσικούς αγώνες διάφορων πόλεων της Ελλάδος.

Στην α΄ ενότητα (στίχοι 1-2) με πρωτοπρόσωπη αφήγηση ο Πυθοκλής δηλώνει ότι ο ανδριάντας του αποτελεί ανάθεση του αδελφού του Παντακλή, ταυτόχρονα δίνει και αδρομερώς την προσωπικότητά του: Είναι νικητής σε πάρα πολλούς αγώνες. Η ίδρυση μνημείου από αδελφό είναι συνηθισμένο φαινόμενο στις επιγραφές όλων των περιοχών (IG II2 3934, κ.α., IG IV 689, 726, κ.α.) Στην παρούσα περίπτωση αποδεικνύεται η ακεραιότητα του χαρακτήρα του αναθέτη και η απουσία ζηλοφθονίας, διότι ο Παντακλής, βάσει των καταλόγων των Σωτηρίων και των ψηφισμάτων, φαίνεται να υστερούσε έναντι του αδελφού του.

Στην β΄ ενότητα (στίχοι 3-14) απαριθμούνται οι νίκες που πραγματοποιήθηκαν σε πανελλήνιες και σε τοπικές εορτές: δεκατρείς νίκες ([ἑλλαδικαὶ ν]ῖκ[αι] τ[ρε]ῖς καὶ δέκα) στους μεγάλους αγώνες της Ελλάδος, στα [Νέμεια], στα Ίσθμια και στα Πύθια[31] ενώ νίκη στους Ολυμπιακούς αγώνες δεν διαφαίνεται, διότι σ’ αυτούς δεν είχαν ενταχθεί οι μουσικοί αγώνες[32]. Ο ποιητής με αριστοτεχνικό τρόπο χρησιμοποιώντας τη μετωνυμία παραθέτει τα ονόματα των περιοχών ([καὶ π]αρὰ Πειρήνην (Ίσθμια) Κασταλίαν τε (Πύθια)) που συμμετείχε ο Πυθοκλής, αντί για τα ονόματα των ίδιων των αγώνων, και θεωρεί απαραίτητο να επικαλεστεί τον Ολύμπιο Δία [33], για να τις επιβεβαιώσει με το ιερό του στόμα, μετωνυμική χρήση του ιερού Διός.

Στη συνέχεια, απαριθμούνται οι ιδιότητες του Πυθοκλή: Ήταν αυλωδός, ραψωδός και επικεφαλής των χορών ανδρών και παίδων (ὁπόσ’ αὐλωι]δός τε καὶ ἐγκυκλίοισι χοροῖσιν [ὅσσα τε ῥαψωι]δός[34]. Για τις νίκες που έχει καταγάγει ο ίδιος στα Μουσεία των Θεσπιών και στα Αγριώνια της Θήβας, αποκόμισε στεφάνια που τα έφερε ως έπαθλο στην πατρική του γη, την Ερμιόνη. Η επιμονή του ποιητή στην παρουσίαση των νικών του Πυθοκλή στους αγώνες της Βοιωτίας (Μουσεία, Αγριώνια) οφείλεται στο γεγονός ότι ο Πυθοκλής, αν και καταγόταν από την Ερμιόνη, ανήκε στο «βοιωτικό τμήμα των Τεχνιτών του Ισθμού και της Νεμέας» [35].

Μεγαλύτερη τιμή αποτέλεσε για τον Πυθοκλή η νίκη του στα Μουσεία των Θεσπιών, όπου δόξασε τις Μούσες του Ελικώνα, τις προστάτισσες της Μουσικής∙ η νίκη του αυτή υπερείχε των άλλων νικών του ως αυλωδού στους κύκλιους χορούς. Επίσης, νίκησε και στα Αγριώνια των Θηβών, εορτή προς τιμήν του Καδμείου Διονύσου, τοπικού θεού της Βοιωτίας. Επιπλέον, αποτελεί τιμή και για τους γονείς που τον  ανέθρεψαν. Δεν προκύπτει, βέβαια σαφώς, αν τους γονείς τούς αναφέρει τελευταίους (τρίτατ᾿), λόγω σεμνότητας ή βαθιάς πίστης στις θεότητες –ἀπὸ θεοῦ ἄρξασθαι– ή για έμφαση, οπότε θα υπάρχει μια αμυδρή παρουσία priamel [36]. Βέβαια, αν ίσχυε το τελευταίο, ίσως θα έπρεπε αυτό να αναφέρεται σαφέστερα.

Στην γ΄ ενότητα (στίχοι 15-16) ο Πυθοκλής διατείνεται ότι έχει τιμηθεί από βασιλείς. Αν και δεν αναφέρεται κανένα όνομα, η χρήση του πληθ. αριθμού δεν φαίνεται να είναι υπερβολή, δεδομένου ότι οι μονάρχες της ελληνιστικής εποχής προστάτευαν τους Τεχνίτες και τους απέδιδαν τιμές [37]. H άποψη του Fraenkel [38] ότι βασιλείς είναι οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, είναι άνευ ερείσματος, αφού η επιγραφή χρονολογείται με ασφάλεια στον 3ο αι. π.Χ. Καθώς ο ανδριάντας του Πυθοκλή στήθηκε στους Δελφούς, κρίθηκε απαραίτητο να αναγραφεί το πατρώνυμο και το εθνικό του όνομα. Στο σύνολο του ποιήματος ο ποιητής επιδεικνύει μεγάλη ευχέρεια στη σύνθεσή του, και με τη χρήση επικού λεξιλογίου (ἀδελφεός, τρίτατ’, κῦδος, κ.ά.) του προσδίδει μεγαλοπρέπεια και σοβαρότητα.

Η δεύτερη επιγραφή (IG IV 743) ήταν χαραγμένη σε πέτρα εντοιχισμένη –κάποτε– σε δεύτερη χρήση στον ναό της Παναγίας στην Ερμιόνη. Σήμερα η πέτρα έχει χαθεί. Αντίγραφο της επιγραφής έκανε ο Boeckh το 1868.

 

Χρονολόγηση

 2ος/3ος αι. μ.Χ. LBW[39], βάσει της μορφής των γραμμάτων.

Δημοσιεύσεις

 LBW 75 αρ. 159g   Kaibel 1965 ανατ. [1878]: xxiii αρ. 1046a   Cougny 1890: 309 αρ. 115 ἄλλο   IG IV 743.

 

Tὸν Παρθενῶνα τόνδ’ ἔτε[υξε – υ -] |

πορὼν θεῆς Δήμητρος ἱερείαις [ἕδος] |

ἐπὶ στρατηγοῦ τοῦ νέου Πα[- υ -].

 

Τον Παρθενώνα αυτόν εδώ κατασκεύασε […], προσφέροντας στέγη στις ιέρειες της Δήμητρος, όταν ήταν στρατηγός ο νέος […].

Μέτρο το ιαμβικό τρίμετρο, με πενθημιμερή τομή στον 1ο στίχο και στον 3ο, και εφθημιμερή στον 2ο.

Η επιγραφή ανήκει στον δομικό τύπο ὁ δεῖνα ἔτευξε τόδε. Αν και στις IG IV εντάσσεται η επιγραφή στα varia, αυτή έχει τα χαρακτηριστικά των αναθηματικών, και δεν ομοιάζει με απλή οικοδομική: ρήμα ανάθεσης (ἔτε[υξεν]), θεότητα που ανατίθεται το αντικείμενο είναι η Δήμητρα, αντικείμενο και είδος ανάθεσης είναι ναός (ἕδος). Ωστόσο, η χρονολόγηση (ἐπὶ στρατηγοῦ τοῦ νέου Πα[- υ -]) δίνει επίσημο δημόσιο χαρακτήρα.

Κατά τον Rouse, [40] στη ρωμαϊκή εποχή οι αναθέσεις δεν αποτελούν απλή προσφορά των πιστών, αλλά μέσο για την προβολή τους και για την κολακεία αυτών για τους οποίους αναθέτουν. Όμως, είναι γνωστό ότι η θεότητα δεν διαφέρει πολύ από τους πιστούς της, επομένως ευχαριστείται, εξευμενίζεται με δώρα. Σ’ αυτή τη βασική για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο αντίληψη στηρίζεται η ίδρυση του ναού, που θα εξυπηρετεί την ανάγκη της θεάς Δήμητρος να διαθέτει τον δικό της χώρο κατοικίας και λατρείας.

Η Δήμητρα κατείχε κεντρικό ρόλο στη θρησκευτική ζωή της Ερμιόνης, στην οποία ήταν αφιερωμένα αρκετά ιερά και όπου λατρευόταν ως Χθονία, με μυστηριακές τελετές (Παυσανίας, 2.35.4)∙ ο ίδιος συγγραφεύς (2.35.7 κ.ε.) αναφέρει ότι οι ιέρειες της Δήμητρος ήταν γραίες. Πιθανότατα, δε να ήταν παρθένες. Έτσι, μπορούμε να δικαιολογήσουμε τον χαρακτηρισμό του ναού της Δήμητρος ως Παρθενῶνος. Οι ιέρειες της Δήμητρος, λοιπόν, αποκτούν οικοδόμημα για τη στέγασή τους στη ρωμαϊκή εποχή, ἐπὶ δεῖνος στρατηγοῦ . . . , χωρίς να γίνεται εμφανές αν αυτό οφείλεται σε δημόσια ή ιδιωτική πρωτοβουλία∙ μάλλον, οφείλεται στην πρώτη, διότι δεν φαίνεται πιθανό να κτίζεται κάτι με ιδιωτική πρωτοβουλία και να έχει δημόσια χρονολόγηση, χωρίς την έγκριση της πόλης ή κάποιου σώματος.

Η επιγραφή αποτελεί τη μοναδική μαρτυρία για ύπαρξη στρατηγού στην Ερμιόνη, οι αρμοδιότητες του οποίου στην Αθήνα της ρωμαϊκής εποχής περιγράφονται από τον Φιλόστρατο (Σοφ. 1.23.1). Απορία δημιουργεί το επίθετο νέου που προτάσσεται του ονόματος του στρατηγού∙ ίσως, αυτό τίθεται σε αντιδιαστολή προς κάποιον ομώνυμό του πρεσβύτερο.

Μια άλλη επιγραφή, αναθηματική και αυτή είναι χαραγμένη σε ελαφρώς κυρτή μαρμάρινη βάση, ύψους 0,86 μ. και μήκους 0,85 μ. Σήμερα είναι εντοιχισμένη στην εξωτερική όψη του Ιερού του ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών στην Ερμιόνη.

Χρονολόγηση

3ος αι. μ.Χ. SEG 17: 164, βάσει εξωτερικών στοιχείων της επιγραφής.

Δημοσιεύσεις

IG IV 700    Vermaseren 1982: 2.480.

Ἠελίῳ βασιλῆι, θεῷ Ὑπερείονι βωμὸν |

                 σηκοῖς πὰρ Μητρὸς εἵσατο ἀθανάτων.

 

Για τον βασιλιά Ήλιο, τον Υπερίονα θεό, ανέθεσε βωμό κοντά στα ιερά της Μητέρας των αθανάτων.

Μέτρο το ελεγειακό δίστιχο, με κατά τρίτον τροχαίο τομή στον 1ο στίχο [41].

Η επιγραφή ανήκει στον δομικό τύπο (ὁ δεῖνα) ἀνέθηκε τῷ δεῖνι. Η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη, και με αυτή γίνεται φανερή η αντικειμενικότητα των ειδήσεων που παρέχει ο αφηγητής. Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι για πρώτη φορά στις αναθηματικές έμμετρες επιγραφές της Αργολίδος απουσιάζει το όνομα του αναθέτη, αφού στη βάση διακρίνεται σαφέστατα η λ. βασιλῆι αντί Κασίλης του Fraenkel [42].  Άλλωστε, αυτό το κύριο όνομα δεν απαντά πουθενά στις επιγραφές. Κατά τον Τρυπάνη, [43] στις έμμετρες αναθηματικές επιγραφές ουδέποτε παραλείπεται το όνομα του αναθέτη, και αυτό διότι «ήδη από τους πρώτους αιώνες ο αναθέτης μεταχειρίζεται την επιγραφή ως μέσο προς επίδειξη και διαιώνιση του ιδίου ονόματος». Αυτό συμβαίνει σπανιότατα, και μάλιστα, όταν ο ποιητής επιθυμεί να αποδώσει καθολικότερο νόημα στα λεγόμενα∙ εδώ δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο. Με δεδομένο ότι η βάση είναι ελαφρώς κυρτή, πιθανότατα, αυτή να ήταν τμήμα ενός κυκλικού βάθρου, όπου σε άλλο τμήμα στα αριστερά, ίσως, αναγραφόταν το όνομα του αναθέτη.

Η ανάθεση γίνεται στον Υπερίονα Ήλιο, τον βασιλιά θεό. Η έκφραση Ὑπερίονος Ἠελίοιο είναι ομηρική (Ἰλ. Θ 480, Ὀδ. α 8 και μ 263). Το ουσιαστικοποιημένο επίθετο με την ίδια μορφή απαντά σε επιγραφή της Φρυγίας (MAMA I 390) και σε επιγραφή της Ίμβρου (IG XII.3 74). Στη Σούδα σ. λ. Ὑπερίονα: τὸν ἥλιον, ὑπὲρ ἡμᾶς ἀνατέλλοντα. καὶ Ὑπεριονίδης, ὁ αὐτός. Στη λατρεία του Ηλίου στην Ερμιόνη αναφέρεται ο Παυσανίας (2.34.10). Η επιγραφή παρουσιάζει πρωτοτυπία: Γίνεται ανάθεση αυτόνομη στον Θεό Ήλιο, στο Ιερό της Μητέρας των Θεών, άλλης ονομασίας της Μεγάλης Μητέρας ή της φρυγικής Μητέρας Κυβέλης για αρκετές περιοχές της Ελλάδος [44]. Με τον χαρακτηρισμό της ως Μητρὸς ἀθανάτων υποδηλώνεται η ιδιότητά της ως μητέρας όλων των θεών. Ήδη στο Άργος (Παυσανίας, 2.18.3) και την Τροιζήνα (Παυσανίας, 2.31.5) υπήρχε βωμός του Ηλίου. Από την παρούσα επιγραφή δίνεται η πληροφορία για βωμό του στην Ερμιόνη∙ ο βωμός, κατά τη συγκεκριμένη επιγραφή, ανατέθηκε στους σηκούς [45] του ναού της Μητέρας των θεών [46]. Ο Παυσανίας (2.34.10) αναφέρει ύπαρξη ναού του Ηλίου στην ίδια περιοχή. Από την παρουσία της λ. Ὑπερείων και της έκφρασης Μητρὸς ἀθανάτων ο αναθέτης προερχόταν, πιθανότατα, από τις ανατολικές περιοχές της Μεσογείου.

Τέλος, μία τέταρτη επιγραφή (Peek 1941: 68-69 αρ. 16) είναι χαραγμένη σε βάση μαρμάρινη με μορφή βωμού –ύψους 0,95 μ., μήκους 0,59 μ. και πάχους 0,55 μ.– βρίσκεται σήμερα in situ εντός του βυζαντινού τείχους της Ερμιόνης, στη θέση Μπίστι. Στην επάνω πλευρά υπάρχουν ίχνη δύο πελμάτων. Στην 8η αράδα μετά το ἅμα τ’ υπάρχει στη βάση χαραγμένη απόστροφος.

Χρονολόγηση

 3ος ή/και 2ος αι. μ.Χ. Ζουμπάκη[47].

Δημοσιεύσεις

 Peek 1941: 68-69 αρ. 16    SEG 11: 384    Peek 1988 ανατ. [1955]: 1773.

 

(i)                     Σῶμα μὲν εἰς αἰῶνα | λυθέν, ψυχὴ δὲ ἐς Ὄλυμπον

                          ἀρτιτελὴς ἀνoροῦσa | λίπεν πόθον οἰκείοισιν. ‖

                          Λουκίου ἠνορέης [κ]αὶ σ[ω]| φροσύνης μέγα ἄγαλμ[α], |

                          ὅς ποτ’ ἔην εἱρεὺς καὶ ἀγ̣[ω]|νοθέτης ἅμα τἄρχων∙|

              5          ὃν στῆσεν φιλέουσα γυν[] ‖ ψηφίσματι βουλῆς. |

(ii)                    Ψ(ηφίσματι) β(ουλῆς).

 

Το σώμα που διαλύθηκε διά παντός και η ψυχή που πρόσφατα αναλήφθηκε στον Όλυμπο άφησε στους συγγενείς σφοδρή λαχτάρα. (Αυτός είναι) ο σπουδαίος ανδριάντας της γενναιότητας και της σύνεσης του Λουκίου, που ήταν κάποτε ιερεύς και αγωνοθέτης και ταυτόχρονα άρχων∙ τον έστησε η αγαπημένη του γυναίκα με ψήφισμα της βουλής. Με ψήφισμα της βουλής.

Μέτρο το δακτυλικό εξάμετρο, με εφθημιμερή τομή στον 1ο και στον 5ο στίχο, πενθημιμερή στον 3ο και στον 4ο, και κατά τρίτον τροχαίο στον 2ο.

Λούκιος: Κατά τη Ζουμπάκη, [48] το praenomen Λούκιος της παρούσας επιγραφής και των επιγραφών IG IV 726, SEG 11: 385 δεν μπορεί να αναφέρεται σε ρωμαίο πολίτη, διότι, αν συνέβαινε αυτό, θα έπρεπε να υπάρχει οπωσδήποτε και nomen και ίσως και cognomen [49]. Επομένως, επειδή αυτό χρησιμοποιείται μεμονωμένα, δεν αποτελεί όνομα γένους αλλά προσωπικό όνομα. Σύμφωνα με το stemma της Ζουμπάκη [50] και τη χρονολόγηση των προηγούμενων μελετητών (βλ. υποσ. 38) ο Λούκιος της παρούσας επιγραφής είναι ή ο πατέρας της Λουκίας, της συζύγου του Επικτήτου (SEG 11: 385), που φαίνεται να έζησε τον 2ο αι. μ.Χ. ή ο γιος της ίδιας Λουκίας και σύζυγος της Ερμοδώρας, που φαίνεται να έζησε τον 3ο αι. μ.Χ. Οποιοδήποτε συμπέρασμα υπέρ της μιας ή της άλλης εκδοχής θα ήταν αυθαίρετο.

Αν και η επιγραφή χρονολογείται στον 2ο ή 3ο αι. μ.Χ., φαίνεται να ανήκει στις τιμητικές που έχουν τα χαρακτηριστικά επιτυμβίων [51]. Ο Peek [52] και o Ριζάκης [53] τη χαρακτηρίζουν επιτύμβια. Όπως προκύπτει από την παρουσία του ονόματος του τιμωμένου (Λουκίου), της τυπικής για τις τιμητικές επιγραφές φράσης Ψ(ηφίσματι) β(ουλῆς), του ρ. τιμής στῆσεν, καθώς και της αναφοράς του κινήτρου της προσφοράς (ἠνορέης [κ]αὶ σ[ω]φροσύνης), όλα τυπικά χαρακτηριστικά των τιμητικών επιγραφών, πρόκειται, προφανώς, για τιμητική επιγραφή. Τα γεγονότα εκτυλίσσονται σε τρεις χρονικές βαθμίδες του παρελθόντος: Αυτήν του προσφάτου που δηλώνεται με τα λίπεν, στῆσεν, του απωτέρου με τα λυθέν, ἀνοροῦσα –η παρατακτική σύζευξη μὲν-δὲ αντιθέτει τις μτχ.– και του απωτάτου με τον παρ. ἔην. Οι ρηματικοί τύποι που φανερώνουν συνοπτικό τρόπο αναφέρονται σε ενέργειες που συνέβησαν μετά τον θάνατο του Λουκίου, ενώ ο ρηματικός τύπος που δηλώνει διάρκεια αναφέρεται σε ιδιότητες-αξιώματα που κατείχε ο Λούκιος σε απροσδιόριστο χρόνο. Άλλωστε, ο ποιητής ενδιαφέρεται να παρουσιάσει μόνο τα αξιώματα και όχι τη χρονική στιγμή που τα έλαβε.

Η επιγραφή αποτελείται από τρεις ενότητες [54]: Η πρώτη (στίχοι 1-2) στηρίζεται στην αντίθεση σῶμαψυχή, αντίθεση που απαντά σε επιγραφές της Αττικής (IG II2 11169, κ.α., IG II2 13104-5 4ος αι π.Χ.), της Ρώμης (Kaibel 1965 ανατ. [1878]: 642 3ος/4ος αι. μ.Χ.), της Κεντρικής Ελλάδας (IG ΙΧ.1 882), κ.α. Κατά τον Peek [55], στον 2ο στίχο καθίσταται ενεργούν υποκείμενo η ψυχή και όχι ο ίδιος ο νεκρός, ενώ είναι εμφανές ότι το λίπεν αρμόζει ως σημασία περισσότερο στο σώμα παρά στην ψυχή.

Για την ανάληψη της ψυχής στον Όλυμπο, την έδρα των θεών και τον διαχωρισμό ψυχής–σώματος μετά τον θάνατο, υπάρχει επίδραση της χριστιανικής θρησκείας, χωρίς όμως η επιγραφή να θεωρείται χριστιανική, απλώς η περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής δεν ήταν δυνατό να μην επηρεάσει τη σκέψη του ποιητή και, επιπλέον, ο Λούκιος είναι ιερεύς σε ειδωλολατρικό ναό. Σε όλες τις επιγραφές που απαντά ρηματικός τύπος του ἀνορούω, αυτός έχει τη σημασία της ανάληψης της ψυχής είτε στον αιθέρα είτε στον χώρο των μακάρων πρβ. επιτύμβια επιγραφή των Μεγάρων (Kaibel 1965 ανατ. [1878]: 462c 2ος/3ος αι. μ.Χ.), της Νάπολης (Kaibel 1965 ανατ. [1878]: 651 του 2ος αι. μ.Χ.), κ.ά. Σε επίγραμμα της ΑΠ (Waltz 1938: 7.362 Φιλίππου Θεσσαλονικέως (1ος αι. μ.Χ.), το νεκρό σώμα βρίσκεται στον Άδη και η ψυχή πηγαίνει στον Όλυμπο, και σε άλλο 7.337 ἀδέσποτον, επίσης αναφέρεται ανάληψη της ψυχής και λαϊκή πίστη στην αθανασία της ψυχής. Ο ποιητής για να προσδιορίσει χρονικά το συμβάν, δηλ. τον θάνατο του Λουκίου και να δώσει έμφαση σ’ αυτό, χρησιμοποιεί αφ’ ενός το λογοτεχνικό σχήμα του διασκελισμού αφ’ ετέρου το επιρρηματικό κατηγορούμενο χρόνου ἀρτιτελής, αντί επιρρήματος ως ποιητικότερο∙ άλλωστε το επίθετο απαντά ελάχιστες φορές στην αρχαία ελληνική γραμματεία (πρβ. Πλάτων, Φαῖδρ. 251 a, και Νόννος, Διον. 26.46). Από τον 2ο στίχο (λίπεν πόθον οἰκείοισιν) γίνεται φανερό ότι υπάρχουν «εν ζωή» προσφιλή συγγενικά πρόσωπα (φιλέουσα γυνὴ), στα οποία η οδύνη για την απώλεια του αγαπημένου τους προσώπου είναι έντονη.

Στη 2η ενότητα (στίχοι 3-4) κυριαρχούν οι αρετές και τα αξιώματα του Λουκίου. Δυσαναπλήρωτο κενό φαίνεται να άφησε ο θάνατός του και στην κοινωνία της Ερμιόνης, διότι ο Λούκιος είχε αναλάβει τα αξιώματα του ιερέως, του αγωνοθέτη και του άρχοντος. Η αναφορά των αξιωμάτων δίνεται από τον ποιητή με κλιμάκωση, από το κατώτερο προς το ανώτερο, θέλοντας να δώσει έμφαση στο τελευταίο από αυτά, αφού, πιθανώς, είναι αυτό για το οποίο τον τίμησε η βουλή της Ερμιόνης. Δεν είναι γνωστό, μάλιστα, στον ναό ποιας θεότητας ήταν ιερεύς∙ κατά τον Παυσανία [56], στην Ερμιόνη υπήρχε εκτός των άλλων και ναός του Μελαναίγιδος Διονύσου, προς τιμήν του οποίου τελούνταν αγώνες και απονέμονταν βραβεία για τη μουσική, την κολύμβηση και τον συναγωνισμό πλοίων. Εικάζεται, λοιπόν, ότι ο Λούκιος ήταν αγωνοθέτης αυτών των αγώνων, πιθανώς, και ιερεύς του Μελαναίγιδος Διονύσου.

Ο ποιητής κρίνει απαραίτητο να τονίσει τη γενναιότητα (ἠνορέη) και τη σύνεση του άνδρα, αρετές που αποτελούν χαρακτηριστικά της κλασικής, κυρίως, εποχής. Έκπληξη προκαλεί ο προσδιορισμός (μέγα) που αναφέρεται στη λ. ἄγαλμα, διότι στις επιγραφές άλλων περιοχών το συγκεκριμένο ουσιαστικό συνάπτεται με τα επίθετα σεμνόν, ἱερόν, καλόν, μικρόν, περικαλλές, αλλά και με επίθετα που δηλώνουν το υλικό (χαλκοῦν, λίθινον κ.λπ.) κατασκευής του αντικειμένου. Εδώ, εκτός από την ερμηνεία ότι η σύζυγος έστησε ένα μεγάλο άγαλμα για τον σύντροφό της, ανάλογο του ηθικού και πνευματικού διαμετρήματός του, θα μπορούσε να λεχθεί ότι, βάσει του λογοτεχνικού σχήματος της υπαλλαγής, έστησε άγαλμα αντάξιο της μεγάλης ανδρείας του και σωφροσύνης.

Ο ποιητής συνδέει την 3η ενότητα (στίχος 5) με τη λ. ἄγαλμα της προηγουμένης, μέσω του αρσεν. γένους της αναφορικής αντωνυμίας (ὃν) –χάριν του μέτρου– αντί του ουδ. () που θα αναμενόταν. Στην ενότητα αυτή παρουσιάζεται το αποτέλεσμα: Η σύζυγος του Λουκίου, πρωτίστως, και η βουλή της Ερμιόνης, δευτερευόντως, τίμησαν τον σπουδαίο άντρα. Από την παρουσία της φράσης στῆσεν φιλέουσα γυνὴ και την απουσία οποιασδήποτε άλλης πληροφορίας από το κείμενο, εικάζεται ότι τα έξοδα για την ίδρυση του μνημείου ανέλαβε η σύζυγος, ενώ η πόλη της Ερμιόνης περιορίστηκε στην τιμή, στην έγκριση και διάθεση του δημόσιου χώρου για την ανέγερση του μνημείου [57]. Άξια προσοχής είναι η χρήση του ρ. φιλῶ –από τον Όμηρο, ήδη, χρησιμοποιουμένου– αντί του ἐρῶ, δύο ρήματα των οποίων η σημασία για τους αρχαίους είναι διακριτή∙ η προτίμηση στο πρώτο οφείλεται στο ότι σε αυτό ενυπάρχει και το στοιχείο της τρυφερότητας. Σε ολόκληρο το κείμενο είναι διάχυτη η πρόθεση του ποιητή να του προσδώσει μεγαλοπρέπεια και επισημότητα με τη χρήση επικών λέξεων, την προτίμηση του δακτυλικού εξάμετρου στίχου, την αναφορά αρετών που αποτελούν κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικά της κλασικής εποχής και την τοποθέτηση της φράσης ψηφίσματι βουλῆς τόσο στο έμμετρο τμήμα της επιγραφής όσο και σε συντομογραφία στο τέλος της, για να προσδοθεί εγκυρότητα στις τιμές και να προβληθεί ο δημόσιος έπαινος. Η τιμή απονέμεται τόσο από τους οικείους (γυνὴ) όσο και από τα πολιτικά όργανα της Ερμιόνης, διότι ο Λούκιος ξεχώρισε τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο βίο (εἱρεὺς καὶ ἀγ̣[ω]|νοθέτης ἅμα τἄρχων). Η τιμή σε σημαίνοντα πρόσωπα της κοινωνίας της Ερμιόνης αποδίδεται, εκτός από τις έμμετρες επιγραφές, κυρίως, με τα ψηφίσματα της βουλής της (IG IV 718, κ. α.).

 

Συμπεράσματα

Με βάση τα ανωτέρω, η Ερμιόνη λειτουργούσε, κατά την Αρχαιότητα, με συγκεκριμένη πολιτική και κοινωνική οργάνωση, αφού από τις επιγραφές γίνεται γνωστή η ύπαρξη πολιτικών θεσμών, όπως της βουλής αλλά και αξιωμάτων, όπως του ταμία και του νομογράφου, των αρχόντων, του στρατηγού, του τοξάρχη, του περιηγητή, του αρχιάτρου. Επίσης μνημονεύεται και η διεξαγωγή αγώνων προς τιμήν θεότητας.

Στον θρησκευτικό τομέα η λατρεία του δωδεκάθεου συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια της περιόδου που ανήκουν οι συγκεκριμένες τέσσερις επιγραφές. Αξιοσημείωτος, ωστόσο, είναι και ο θρησκευτικός συγκρητισμός, η συγχώνευση δηλ. της λατρείας των θεοτήτων του ελληνικού χώρου με θεότητες ανατολικής προέλευσης (π.χ. λατρεία του Ηλίου, της Μητέρας των θεών, κ.ά.), στοιχείο που εντοπίζεται, κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους, στις επιγραφές της Ερμιόνης αλλά και της γειτονικής Τροιζήνος.

Εν κατακλείδι, στην Ερμιόνη και ευρύτερα στη νοτιοανατολική Αργολίδα διαπιστώνεται μια πολιτισμική ώσμωση με τον πολιτισμό άλλων πόλεων ή λαών, η οποία δικαιολογείται από το γεγονός ότι οι κάτοικοι αυτής της περιοχής έρχονταν σε συνεχή επαφή με την ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου, μέσω του θαλάσσιου εμπορίου.

 

Υποσημειώσεις


 

  • Εισήγηση η οποία πραγματοποιήθηκε στην Ερμιόνη, κατόπιν πρόσκλησης του Ιστορικού και Λαογραφικού Μουσείου Ερμιόνης, στις 8/7/2017.

[1] Commentarii ad Homeri Iliadem 1.441.17.

[2] Etymologicum magnum 376.45.

[3] LSJ σ.λ.

[4] Κατσαγάνη 2015, 21-22.

[5] Παυσανίας, 2.24.11.

[6] Στ σημείο αυτό έχει κτιστεί ο ναός των Παμμεγίστων Ταξιαρχών.

[7] Παυσανίας, 2.25.4–7. Κατά τον Περιηγητή, κάθε χρόνο, το καλοκαίρι, οι Ερμιονείς διεξάγουν την εορτή Χθόνια με τον εξής τρόπο. Μπροστά από την πομπή προχωρούν οι ιερείς των θεών και οι άρχοντες της συγκεκριμένης χρονιάς· ακολουθούν γυναίκες και άνδρες, αλλά ακόμη και τα παιδιά συνηθίζουν να τιμούν τη θεά κατά την πομπή· είναι ντυμένα με άσπρη εσθήτα και έχουν στο κεφάλι στεφάνια, που είναι πλεγμένα από το λουλούδι που ονομάζουν κοσμοσάνδαλο, που από το μέγεθος και το χρώμα μου φαίνεται πως είναι ο υάκινθος· πάνω τους έχουν τα γράμματα του θρήνου.

Στο τέλος της πορείας ακολουθούν άνδρες που σέρνουν από την αγέλη μια πολύ δυνατή αγελάδα, αδάμαστη και άγρια ακόμη. Όταν τη φέρουν στον ναό, άλλοι τη λύνουν για να μπει στο ιερό κι άλλοι, που πριν κρατούσαν ανοιχτές τις πόρτες, μόλις δουν την αγελάδα να μπαίνει στον ναό, τις κλείνουν. Τέσσερις γριές που βρίσκονται μέσα σφάζουν την αγελάδα· όποια τύχει κόβει με δρεπάνι τον λαιμό της αγελάδας. Έπειτα ανοίγουν τις πόρτες και οι άντρες που έχουν οριστεί φέρνουν δεύτερη αγελάδα, ύστερα τρίτη και μετά τέταρτη. Οι γριές τις σφάζουν όλες με τον ίδιο τρόπο· υπάρχει μάλιστα και τούτο το αξιοπερίεργο: σ’ όποια πλευρά πέσει η πρώτη αγελάδα είναι ανάγκη να πέσουν όλες. Μ’ αυτό τον τρόπο, λοιπόν, προσφέρουν θυσία οι Ερμιονείς. Μπροστά στον ναό υπάρχουν λίγες εικόνες γυναικών που ήταν ιέρειες της Δήμητρας και μέσα υπάρχουν θρόνοι, στους οποίους κάθονται οι γριές που περιμένουν να μπει κάθε αγελάδα. Υπάρχουν και αγάλματα όχι πολύ παλιά της Αθηνάς και της Δήμητρας. Δεν μπόρεσα, όμως, να δω —ούτε εγώ ούτε κανένας άλλος άνδρας, ξένος ή από τους Ερμιονείς— αυτό που λατρεύουν περισσότερο από τ’ άλλα· μόνο οι γριές ξέρουν πώς είναι.

[8] Λατρευόταν στον Βούπορθμο, αρχαία ονομασία του ακρωτηρίου Μουζάκι, απέναντι από το νησάκι Δοκός, LSJ σ.λ.

[9] Παυσανίας, 2.24.6–2.25.11.

[10] Παυσανίας, 2.25.1.

[11] Οικονομίδου 1995, 264-265.

[12] Τσαγκάρη 2006, 11.

[13] Για τη ζωή και το έργο του, βλ. Privitera 1965.

[14] Σχόλια στον Αριστοφάνη, Νεφ. 967a.15.

[15] Πλούταρχος, Θεμ. 5.3.

[16] Στεφανής 1988: 540.

[17] Βλ. σ. 4.

[18] Ασπιώτης 1997: 19.

[19] Βλ. και Κατσαγάνη 2015, 21-23.

[20] Κατσαγάνη 2015, 27.

[21]. Kaibel 1965 ανατ. [1878]: 926.

[22]. IG IV 682.

[23]. Το 276 π.Χ. οι Αιτωλοί γιόρτασαν τη νίκη τους επί των Γαλατών, οι οποίοι επιθυμούσαν να καταλάβουν το Ιερό των Δελφών για να συλήσουν τους αμύθητους θησαυρούς του. Σε ανάμνηση του γεγονότος η Αμφικτυονία των Δελφών καθιέρωσε τη δελφική εορτή Σωτήρια, προς τιμήν του Διός Σωτήρος και του Πύθιου Απόλλωνος. «Πιθανότατα το 246 π.Χ. μετέτρεψαν την εορτή σε τετραετή και την έκαμαν ισότιμη των Πυθίων –ως προς το μουσικό της σκέλος–, και ισότιμη των Νεμείων, ως προς το αθλητικό και ιππικό της σκέλος. Η αλλαγή της μορφής και η ενίσχυση του κύρους της εορτής αυτής εξασφάλιζε οικονομικά οφέλη, αφού συνέρρεαν πολλοί επισκέπτες και θεατές στους διαγωνισμούς, αλλά και πολιτικά, διότι κοινοποιούνταν στο σύνολο του ελληνικού κόσμου το γεγονός ότι το πανελλήνιο Ιερό των Δελφών βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο των Αιτωλών», Walbank 1999: 206 (βλ. και Nachtergael 1977: 295-298).

[24]. Nachtergael 1977: 15 bis. Από τις IG IV 682 χρονολογείται στους Αυτοκρατορικούς χρόνους.

[25]. Στις επτά διασωθείσες επιγραφές (Ga 1-7), (Aneziri 2003: 135 και 402-412) των αμφικτυονικών Σωτηρίων εμφανίζονται μόνο δύο διαφορετικοί «ιερείς των Τεχνιτών»: ο Πυθοκλής, γιος Αριστάρχου από την Ερμιόνη στα Ga 1-3 και ο Φιλωνίδης, γιος Αριστάρχου από τη Ζάκυνθο, στα Ga 4-7.   Βλ. και Pickard-Cambridge 19682: 283-284.

[26]. Με βάση τους σωζόμενους καταλόγους των Δελφών ο Πυθοκλής παρέστη πέντε φορές στα Σωτήρια, στο διάστημα 265 έως 255 π.Χ.:   1) . . . Πυθοκλῆς Ἀριστάρχου Ἑρμ]ιονεὺς Nachtergael 1977: 406 αρ. 2bis (=F.Delphes III.1 563)   2) . . .  Πυθοκλῆς [Ἀριστάρχου Ἑρμιονεύς. ἄνδρες χορευταί∙ Παντακλῆς(?) Ἀρι]στάρχου Ἑρμιονεὺς Nachtergael 1977: 407-408 αρ. 3 (=Aneziri 2003: 403-404 Ga 3)    3) . . . [ἐπὶ] ἱερέως δὲ Πυθοκλέους τοῦ  Ἀρι[στάρ]χου Ἑρμιονέος ἐκ τῶν Τεχνιτῶν Nachtergael 1977:  409-410 αρ. 4 (=Aneziri 2003: 403 Ga 1)   4) . . . [πὶ ἱερέως δὲ Πυθοκλέους] τοῦ Ἀριστάρχου Ἑρ[μιονέος] Nachtergael 1977: 410-411 αρ. 5 (=Aneziri 2003: 404-405 Ga 3) και    5) . . . Πυθοκλῆς Ἀριστάρχου Ἑρ[μ]ιονεύς, Παντακλῆς Ἀρι[στάρχ]ου Ἑρμιονεὺς Nachtergael 1977:  416-417 αρ. 8 (=Aneziri 2003: 407-408 Ga 5).

[27]. SGDI II 2062. Το ψήφισμα, κατά τον Nachtergael 1977: 317 και 322, έγινε περίπου το 270 π.Χ.

[28]. Στεφανής 1988: 379-380 αρ. 2174.

[29]. Nachtergael 1977: 407-408 αρ. 3.

[30]. Στεφανής 1988: αρ. 1993.

[31]. Στα Πύθια οι μουσικοί αγώνες δεν συνοδεύονταν από αυλό, διότι το μουσικό αυτό όργανο συνηθιζόταν στα μοιρολόγια και τις θρηνωδίες, που βέβαια στη συγκεκριμένη εορτή δεν άρμοζε, Casson 1996: 94.

[32]. Nachtergael 1977: 320.

[33]. Το ποιητικό θέμα της επίκλησης μαρτύρων αποτελεί, κατά τον Σκιαδά 1975: 77, ποιητική παρακμή, «διότι η επιγραφή δεν πείθει πλέον αφ’ εαυτής, όπως συνέβαινε με τις επιγραφές των παλαιότερων εποχών, και η αναγνώριση του ενάρετου τρόπου διαβίωσης κάποιου χρήζει της διαβεβαίωσης μαρτύρων». Όμως η επίκληση μαρτύρων στη συγκεκριμένη επιγραφή θεωρούμε ότι δεν επαληθεύει το σχόλιο του Σκιαδά.

[34]. Nachtergael 1977: 321.

[35]. Nachtergael 1977: 321. Η Ανεζίρη 2003: 276-277 παραθέτοντας επιχειρήματα θεωρεί ότι ο Πυθοκλής ανήκε στο «Ισθμικόν Κοινόν», το οποίο πρέπει να έπαιζε σημαντικό ρόλο στα Μουσεία των Θεσπιών και στα Αγριώνια των Θηβών.

[36]. Για τον όρο priamel στην αρχαϊκή λυρική ποίηση, βλ. Γεωργαντζόγλου 2005: 220, όπου και βιβλιογραφία.

[37]. Nachtergael 1977: 322  “on pourrait songer, en particulier, à Antigone Gonatas, mais il est notoire que tous les souverains de l’époque hellénistique protégeaient les technites et les couvraient d’honneurs”.

[38]. IG IV 682.

[39]. LBW 2iii 75 αρ. 159g. O Kaibel 1965 ανατ. [1878]: xxiii αρ. 1046a τη χρονολογεί στον 2ο αι. μ.Χ.

[40]. Rouse 1976 ανατ. [1902]: 269.

[41]. Στη λ. βασιλῆι προσγραφόμενο ιώτα, χάριν του μέτρου, σε αντίθεση προς τις λλ. Ἠελίῳ και θεῷ, όπου δεν υπάρχει μετρική ανάγκη. Ο Fraenkel (IG IV 700) θεωρεί ότι στον εξάμετρο στίχο υπάρχουν αρκετά προβλήματα και ότι στη λ. θεῷ πρέπει να σημειωθεί συνίζηση, άποψη όμως που αντίκειται στο μέτρο του στίχου.

[42]. IG IV 700∙ πρόκειται, προφανώς, για παρανάγνωση του βήτα από τον Fraenkel.

[43]. Τρυπάνης 1937: 826.

[44]. Burkert 1997: 18. Ο πιο συχνός όρος ήταν Μήτηρ θεῶν, τίτλος που πρωτοεμφανίζεται στον Ομηρικό Ύμνο, Εἰς Μητ. 1. Στον 5ο αι. π.Χ. η Μητέρα εμφανίζεται είτε ως Κυβέλη είτε ως Ρέα. Συχνός είναι ο συγκρητισμός της φρυγικής Μητέρας με τη Ρέα και τη Δήμητρα, Roller 1999: 144, 170, 176 και 216.

[45]. Ο σηκός, κατ’ αρχάς, χωριζόταν σε δύο τμήματα (υποστάσεις). Αργότερα, επειδή η μοναδική κιονοστοιχία κάλυπτε το λατρευτικό άγαλμα της θεότητας που βρισκόταν στο μέσον του σηκού, οι σηκοί κατασκευάζονται τρισυπόστατοι.

[46]. Η έννοια της μητρός, όταν αποδίδεται σε θεότητα, δεν σημαίνει τη φυσική μητέρα, αλλά θεϊκή ύπαρξη, πλήρη στοργής σε όσους την τιμούν, Παπαχατζής 1993: 63.

[47]. Ζουμπάκη 1995-1996: 126. Άλλες χρονολογήσεις: 3ος αι. μ.Χ. Peek 1988 ανατ. [1955]: 1773, 2ος αι. μ.Χ. SEG 11: 384 και RPN Ι  Aργολ. 206 αρ. 172.

[48]. Ζουμπάκη 1995-1996: 126.

[49]. Στην Κλασική εποχή η επίσημη ονομασία ενός ελεύθερου άρρενος Ρωμαίου πολίτη περιλάμβανε πέντε συστατικά: το praenomen, το nomen ή gentilicium, τη δήλωση πα­τρωνύμου, τη δήλωση της ρωμαϊκής γενεάς στην οποία ανήκε ο πολίτης, και το cognomen (προαιρετικό στην εποχή της Δημοκρατίας). Από το τέλος του 2ου αι. μ.Χ. εμφανίζεται και το supernomen και λίγο αργότερα τα παλαιά μονά ονόματα έγιναν praenomina (περίπου δεκαοχτώ στην Αργολίδα με συνηθέστερα τα: Λούκιος, Αύλος, Μάρκος, Τιβέριος και Τίτος, βλ. πίνακα της Ζουμπάκη 2003: τόμ. Β΄ 163). Σε επιγραφές των αυτοκρατορικών χρόνων τα praenomina Τιβέριος και Τίτος οφείλουν την ευρεία χρήση τους, το μεν πρώτο στους αυτοκράτορες της δυναστείας των Κλαυδίων ενώ το δεύτερο στους αυτοκράτορες της δυναστείας των Φλαβίων. Αν το gentilicium αναγράφεται ολογράφως και όχι συντομογραφημένο, ανήκει στον 2ο αι. μ.Χ., ενώ το praenomen σταδιακά παραλείπεται ή συντομογραφείται. Η ονοματολογία των ελεύθερων γυναικών διέφερε στο ότι αυτές, κατά την κλασική περίοδο, δεν είχαν praenomen (OCD3 1024-1025, Kajanto 1977: 422, και Rizakis 1996: 17-18).

[50]. Ζουμπάκη 1995-1996: 134.

[51]. Gerlach 1908: 103.

[52]. Peek 1988 ανατ. [1955]: 1773.

[53]. RPN Ι  Aργολ. 172.

[54]. Η επιγραφή έχει τη δομή της εισαγωγής –του πρώτου δηλ. από τα τρία μέρη– ενός τιμητικού ψηφίσματος, όπου το προοίμιό αποσκοπεί στην παρηγοριά των οικείων, και στη συνέχεια προβαίνει στην αξιολόγηση του εκλιπόντος, στις αρετές του στην προσωπική του ζωή και οι επιδόσεις του στoν κοινωνικό-πολιτικό βίο, Erhardt 1994: 42.

[55]. Peek 1941: 68-69 αρ. 16.

[56]. Παυσανίας, 2.34.35.

[57]. Κατά τον Welsh 1904-1905: 36 στους Ρωμαϊκούς χρόνους η πολιτεία αποφάσιζε, συνήθως, για την ανέγερση του ανδριάντα του τιμωμένου, ενώ τα έξοδα επιβάρυναν τον τιμώμενο, τα συγγενικά ή φιλικά του πρόσωπα.

 

Βιβλιογραφία


  • Aneziri S. (2003). Die Vereine der dionysischen Techniten im Kontext der hellenistischen Gesellschaft, Dresden.
  • Ασπιώτης Ν. Σ. (1997). Ἀρχαῖοι Ἕλληνες μουσικοί καί σωζόμενα μουσικά ἀποσπάσματα μέ μεταγραφήν τους εἰς τήν σύγχρονον εὐρωπαϊκήν σημειογραφίαν. Αθήνα.
  • Burkert W. (1997). Μυστηριακές λατρείες της αρχαιότητας, μτφρ. Έ. Ματθαίου (τίτλος πρωτοτύπου: Ancient Mystery Cults. Cambridge, Massachusetts, and London, England: Harvard University Press, 1987). Αθήνα.
  • Casson L. (1996). Το ταξίδι στον αρχαίο κόσμο, 2η έκδ. [1η έκδ. 1995], μτφρ. Λ. Αναστασιάδη, επιμ. Α. Φιλιπποπούλου (τίτλος πρωτοτύπου: Travel in the Ancient World. Toronto: Hakkert, 1974). Αθήνα: ΜΙΕΤ.
  • Erhardt Ν. (1994). Tod, Trost und Trauer. Zur Funktion griechischer Trostbeschlüsse und Ehrendekrete post mortem. Laverna 5, 38-55.
  • Gerlach G. (1908). Griechische Ehreninschriften. Halle.
  • Grotius, H. – F. Dübner – E. Cougny (1888-1890). Epigrammatum Anthologia Pala­tina: cum Planudeis et Appendice nove Epigrammatum veterum ex libris et mar­moribus Ductorum, annotatione inedita Boissonadii, Chardonis de la Rochette, Bothii, partim inedita Jacobsii, metrica versione Hugonis Grotii, et apparatu critico instruxit, Parisiis ΙΙΙ 1890 (Cougny).
  • IG IV Fraenkel M. (1902). Inscriptiones Aeginae Pityonesi Cecryphaliae Argolidis, vol. IV, Berolini.
  • Kaibel G. (1965 ανατ.). Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta. Hildesheim [1η έκδ.
  • Berlin 1878]. Kajanto I. (1977). The Emergence of the Late Single Name System. Στο N. Duval, – D. Briquel, – M. Hamieaux (επιμ.). L’onomastique latine, Colloques internationaux du Centre National de la Recherche Scientifique 564, Paris. 421-428.
  • Κατσαγάνη Γ.Κ. (2015). Ταφή, Ανάθεση, Τιμή: Έμμετρες επιγραφές της Αργολίδος. Από την Αρχαϊκή εποχή έως την Ύστερη Αρχαιότητα. Αθήνα.
  • Koster W. I. W. (1974). Scholia in Aristophanem, vol. I.3.2: In Nubes. Groningen.
  • Κωστούρος Γ. Π. (2008). Νεμέων ἄθλων διήγησις, τόμ. 1-2, χωρίς τόπο έκδοσης.
  • LBW Le Bas Ph. – W. H. Waddington (1870). Voyage archéologique en Grèce et en Asie Mineure. III.       Inscriptions grecques et latines, recueillies en Grèce et en Asie Mineure. 2 Mégaride et Péloponnèse, Section I Textes. III Explications des inscriptions. Paris. LBW 2iii 75 αρ. 159g.
  • Mickey K. (1981). Studies in the Greek Dialects and the Language of Greek Verse Inscriptions (Diss.), vols I-II. Somerville.
  • Nachtergael G. (1977). Les Galates en Grèce et les Sôtéria de Delphes: Recherches d’histoire et d’épigraphie hellenistiques. Bruxelles.
  • OCD3 Hornblower S. – A. Spawford (2000). The Oxford classical dictionary. 3η έκδ. [1η έκδ. 1949]. Oxford.
  • Οικονομίδου-Καραμεσίνη Μ. (1996). Ελληνική τέχνη : Αρχαία νομίσματα. Αθήνα.
  • Peek W. (1941). Griechische Epigramme IΙI. ΜDAI(A) 66, 47-86.
  • Peek W. (1988 ανατ.). Greek Verse Inscriptions. Epigrams on Funerary Stelae and Monuments, with an Index to the First Words of the Epigrams and a Concord­ance with G. Kaibel Epigrammata etc. [1η έκδ. 1955]. Chicago.
  • Picard-Cambridge A. W. Sir – J. Gould – D. M. Lewis (2011). Οι δραματικές εορτές   της Αθήνας, μτφρ. Μ. Υψηλάντη – Η. Τσολακόπουλος – Α. Α. Ευσταθίου, (επιμ.) (τίτλος πρωτοτύπου: The Dramatic Festivals of Athens, Oxford 1968, 2η έκδ. [1η έκδ. 1953]). Θεσσαλονίκη.
  • Privitera G. A. (1965). Laso di Ermione. Nella cultura Ateniese e nella tradizione sto­ riografica. Roma.
  • Παπαχατζής Ν. (1993). Ἡ ἑλληνική θεά Ρέα καί ἡ φρυγική Μητέρα τῶν θεῶν ἢ Μεγάλη Μητέρα. ΑΕ, 49-82.
  • Rizakis A. D. (1996). Anthroponymie et société: les noms romains dans les provinces hellénophones de l’Empire. Στο A. D. Rizakis (επιμ.). Roman Onomastics in the Greek East. Social and Political Aspects. Proceedings of the International Colloquium on Roman Onomastics. Athens, 7-9 September 1993. Athens [Μελετήματα 21], 11-29.
  • Roller L. E. (1999). In Search of God Mother. The Cult of Anatolian Cybele. Berkeley.
  • Rouse W. H. D. (1976 ανατ.). Greek Votive Offerings. An Essay in the History of Greek Religion, [1η έκδ. Cambridge 1902]. Hildescheim.
  • Σκιαδάς Α. (1975 ανατ.). Ἐπὶ τύμβῳ. Συμβολή εἰς τήν ἑρμηνείαν τῶν ἑλληνικῶν ἐπιτυμβίων ἐμμέτρων ἐπιγραφῶν. [1967] Ἀθῆναι.
  • Στεφανής Ι. Ε. (1988). Διονυσιακοί τεχνίται: Συμβολές στην προσωπογραφία του θεάτρου και της μουσικής των αρχαίων Ελλήνων. Ηράκλειο.
  • Τρυπάνης, Κ. Α. (1937). Το Ελληνικόν αναθηματικόν επίγραμμα μέχρι των χρόνων των Περσικών πολέμων. ΑΕ 3, 824-832.
  • Τσαγκάρη Δ. (2006). Τα αρχαία νομίσματα της Πελοποννήσου. Αθήνα.
  • Vermaseren M. J. (1982). Corpus Cultus. Cybelae Attidisque II: Graecia atque Insulae.  Leiden.
  • Walbank F. W. (1999) Ο ελληνιστικός κόσμος, μτφρ. Τ. Δαρβέρης (τίτλος πρωτοτύπου: The Hellenistic World. London 1992 ανατ. [1η έκδ. 1981). Θεσσαλονίκη.
  • Welsh M. K. (1904-1905). Honorary Statues in Ancient Greece. ABSA 11, 32-49.
  • Ζουμπάκη Σ. (1995-1996). Παρατηρήσεις στη ρωμαϊκή κοινωνία της Ερμιόνης.
  • Αρχαιογνωσία 9, 111-135.

Γεωργία Κ. Κατσαγάνη 

Δρ. Κλασικής Φιλολογίας

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η αστικοποίηση του Άργους. Στοιχεία για μια συστηματική ανάλυση του φαινομένου – ©  Γεώργιος Η. Κόνδης, Αργειακή Γη, τ.1, Άργος,  Δεκέμβριος 2003.


 

Το φαινόμενο της αστικοποίησης είναι τόσο σύνθετο όσο και οι μεταβολές τις οποίες υφίσταται το κοινωνικό σώμα. Όσο περισσότερο έντονες είναι σε αριθμό, σε ρυθμό και σε συχνότητα, τόσο πιο σύνθετη μορφή έχουν. Το φαινόμενο δεν είναι επίσης απλό, διότι καθορίζει και καθορίζεται από οικονομικά συμφέροντα, κοινωνικές διαστρωματώσεις, τυχαία γεγονότα και ιστορικές συγκυρίες. Οι τελευταίες καθορίζουν με τη σειρά τους τη μορφή της αστικοποίησης και της πολεοδομικής συγκρότησης και ανάπτυξης.

Το Σωματείο των σαρωθροποιών σε προπολεμική φωτογραφία κατά τον εορτασμό της εικόνας του Χριστού (26 Δεκεμβρίου) στην Παναγία Κατακεκρυμμένη, Άργος.

Υπάρχουν, για παράδειγμα, διαφοροποιήσεις ως προς την ανάπτυξη των αρχαιοελληνικών πόλεων σε σχέση με τις αντίστοιχες βυζαντινές ή εκείνες της τουρκοκρατίας, και ακόμη μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις σε σχέση με την αστική ανάπτυξη του 19ου αιώνα. Παρ’ ότι, όπως θα εξηγήσουμε και στη συνέχεια, δεν υπάρχουν ασυνέχειες ή διαζεύξεις στο φαινόμενο της αστικοποίησης προκειμένου για τον ίδιο ιστορικό χώρο, οι διαφοροποιήσεις στις οποίες αναφέρομαι αντικατοπτρίζουν το επίπεδο των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο.

Η διαφοροποίηση μεταξύ των μορφών αστικοποίησης δεν είναι τόσο ποσοτική όσο ποιοτική. Για το λόγο αυτό το φαινόμενο της αστικοποίησης δεν ταυτίζεται απόλυτα με εκείνο της δημιουργίας των πόλεων. Η διάκριση έγκειται στο ότι η αστικοποίηση «είναι ένα πλέγμα οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών και πολιτιστικών αντιλήψεων που η δομημένη μορφή έχει προσπαθήσει να αντιπροσωπεύσει και να εκφράσει. Για τον ίδιο λόγο το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όπως θεωρούσαν οι κοινωνικοί αναλυτές πριν μερικές δεκαετίες. Αντίθετα, προηγείται της γένεσης του καπιταλισμού, διότι απορρέει από την κοινωνική κατανομή της εργασίας μέσα στην κοινωνία και όχι μέσα στη μονάδα παραγωγής…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Γεωργίου Κόνδη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η αστικοποίηση του Άργους. Στοιχεία για μια συστηματική ανάλυση του φαινομένου

Παράρτημα

Read Full Post »

Περίγραμμα οργάνωσης του δημοσίου χώρου στο Άργος της Τουρκοκρατίας – © Γεώργιος Η. Κόνδης, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», τόμος ΙΙΙ, Άργος, 2003.


 

Η κοινωνική και οικονομική συγκρότηση ενός χώρου στην ευρύτερή του έννοια (γεωγραφική, χωροταξική, κτλ), είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις συνθήκες και τις ιστορικές συγκυρίες οι οποίες επικρατούν και τον επηρεάζουν. Από την πλούσια βιβλιογραφία που υπάρχει, γίνεται σαφές ότι κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, εντελώς διαφορετικά αναπτύχθηκαν οι ορεινές κοινότητες από τις πεδινές, οι νησιωτικές από τις ηπειρωτικές, οι παράκτιες από εκείνες της ενδοχώρας. Διαφορετικά επίσης αναπτύχθηκαν οι κοινότητες, οι άμεσα υποκείμενες στο δοσιματικό-φορολογικό σύστημα του οθωμανικού κράτους, από εκείνες που αποτελούσαν αντικείμενο συγκεκριμένων προνομιακών διαχειρίσεων (π.χ. βακούφια).

Οι μαχαλάδες του οθωμανικού Άργους. Χαρακτηριστικοί οι διασταυρούμενοι οδικοί άξονες. Σημειώνονται με κόκκινο τα δύο κεντρικά τζαμιά του, τα οποία διακρίνονται εμβληματικά και στην γκραβούρα του Coronelli, στην οποία αποτυπώνονται και μικρότερα οξυκόρυφα κτίρια, πιθανότατα μικρότεροι ιεροί χώροι.

Η περίπτωση που εξετάζουμε σήμερα παρουσιάζει όλα τα στοιχεία της γενικότερης ιδιομορφίας της Πελοποννήσου. Το γεγονός δηλαδή, ότι για τρεις δεκαετίες (1685-1715) είχε καταληφθεί από τους Βενετούς, για να ανακαταληφθεί από τους Τούρκους την περίοδο 1715-1821. Θα πρέπει να σημειώσουμε επίσης ότι η έλλειψη πληροφοριών για την καθημερινή ζωή και τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές δραστηριότητες στο Άργος της Τουρκοκρατίας, αναγκάζουν τον ερευνητή να εντάξει τις παρατηρήσεις και τις ειδικές αναφορές, στο γενικότερο πλαίσιο οργάνωσης και λειτουργίας των δημόσιων χώρων των ελληνικών κοινοτήτων της Τουρκοκρατίας.

Έτσι λοιπόν, ένα πλήθος χαρακτηριστικών στοιχείων καθόρισαν την οργάνωση, τη λειτουργία και τους τύπους ανάπτυξης των κοινοτήτων αυτών. Από τα στοιχεία αυτά το κυριότερο είναι, ασφαλώς, η προνομία της αυτοδιοικήσεως η οποία αποτέλεσε και το καθοριστικό γνώρισμα του δημοσίου…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Γεωργίου Κόνδη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Περίγραμμα οργάνωσης του δημοσίου χώρου στο Άργος της Τουρκοκρατίας

Read Full Post »

Ο βοτανολόγος Θεόδωρος Ορφανίδης και η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου


 

Θεόδωρος Ορφανίδης

Ο Θεόδωρος Γ. Ορφανίδης, γεννήθηκε στη Σμύρνη, το 1817 από γονείς Χιώτες. Μετά το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης, η οικογένειά του αναγκάστηκε να μετακομίσει. Πέρασε τα παιδικά χρόνια του στη Σύρο και την Τήνο. Μετά την Απελευθέρωση η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο και από το 1835 στην Αθήνα, όπου ο ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές σπουδές του και διορίστηκε γραφέας στο Υπουργείο Εσωτερικών.

Στην Αθήνα, επιδόθηκε – μιμούμενος τον Αλέξανδρο Σούτσο – στην πολιτική σάτιρα, εκδίδοντας την ποιητική συλλογή «Ο Μένιππος» (1836) και το περιοδικό «Ο Τοξότης» (1840).

Σε σατιρικό ποίημα της συλλογής του «Ο Μένιππος» προανήγγειλε την ίδρυση του Πανεπιστημίου με τους εξής ευρηματικούς στίχους: «θε να κάμωμεν ακόμα και μεγάλον και τρανόν / το Πανεπιστήμιόν μας εις την πόλιν Αθηνών. / Τότε θε να αναλάμψη στας Αθήνας η σοφία, / και τα καφενεία όλα θα γενούν διδασκαλεία. / Την σοφίαν τότε όλοι απ’ τ’ αυτιά θε να βαστούν, / και σοφίαν κ’ οι βαστάζοι άφευκτα θα εμπλησθούν».

Ωστόσο, επειδή ασκούσε δριμεία κριτική κατά της βαυαρικής αντιβασιλείας με τα γραπτά του, απολύθηκε από τη θέση του στο Υπουργείο και φυλακίστηκε για τρείς ημέρες.

Το 1844, με προσωπική παρέμβαση του Πρωθυπουργού, Ιωάννη Κωλέττη – ο οποίος ήθελε να τον απομακρύνει από την Αθήνα – πήγε με υποτροφία της Ελληνικής Κυβέρνησης στο Παρίσι όπου σπούδασε Φυτολογία κοντά στους διακεκριμένους Καθηγητές Adrien de Jussieu, Adolphe – Théodore Brogniart, Joseph Decaisne και Achille Richard. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα διορίζεται, στις 11 Μαρτίου 1850, Έκτακτος Καθηγητής της Βοτανικής στο Πανεπιστήμιο και στις 18 Αυγούστου 1854 Τακτικός Καθηγητής, θέση στην οποία παρέμεινε για περισσότερο από τριάντα χρόνια.
Το 1862 συμμετείχε ως Πληρεξούσιος του Πανεπιστημίου στη Β’ Εθνική Συνέλευση των Αθηνών, ενώ κατά το ακαδημαϊκό έτος 1867 – 1868 χρημάτισε Πρύτανης.

Υπήρξε ακούραστος ερευνητής της ελληνικής χλωρίδας (chloris hellenica) από το 1848, συλλέγοντας, καταγράφοντας και περιγράφοντας τα διάφορα είδη της, με αποτέλεσμα να διαθέτει μια ιδιαίτερα αξιόλογη συλλογή αποξηραμένων φυτών που αριθμούσε 45.000 είδη, η οποία το 1873 αγοράστηκε από τον ομογενή εθνικό ευεργέτη Θεόδωρο Π. Ροδοκανάκη για να παραχωρηθεί στη συνέχεια στο νεοσύστατο Βοτανικό Μουσείο του Πανεπιστημίου.

Ταξίδεψε σε όλη την Ελλάδα μελετώντας συστηματικά τον φυτικό της πλούτο και δημοσίευσε τα πορίσματα των ερευνών του στο έργο του «Flora Graeca Exciccata». Οι μελέτες του αξιοποιήθηκαν από αρκετούς ευρωπαίους επιστήμονες και τον καθιέρωσαν στον επιστημονικό χώρο.

Με την ιδιότητα του Εφόρου του Βοτανικού Κήπου και του Δημόσιου Δενδροκομείου εισήγαγε στην Ελλάδα άγνωστα ως τότε καλλωπιστικά και άλλα φυτά (π.χ. ευκάλυπτος, φυστικιά κ.ά.) και δραστηριοποιήθηκε στο σχεδιασμό και τη δημιουργία δημόσιων πάρκων, προεξάρχοντος του Εθνικού (Βασιλικού) Κήπου.

Ανακάλυψε πενήντα περίπου είδη ελληνικών βοτάνων και έθεσε τις βάσεις της ελληνικής ονοματολογίας τους, μελετώντας τους αρχαίους (Λατίνους) συγγραφείς και εντοπίζοντας τις αρχαίες ονομασίες που εκείνοι έδιναν στα βότανα. Ασχολήθηκε με την ελληνική αμπελουργία και διέκρινε 111 ποικιλίες που καλλιεργούνταν στην Αττική από τις 480 και πλέον που καλλιεργούνταν σε όλη την Ελλάδα.

-Πήρε μέρος σε πολλά επιστημονικά συνέδρια και εξέδωσε το επιστημονικό περιοδικό «Γεωπονικά» (1872 – 1876), του οποίου κυκλοφόρησαν έξι τόμοι. Σκοπός των δημοσιευμάτων του περιοδικού ήταν «η παροχή γνώσεων καλλιέργειας και κτηνοτροφίας σε ύφος απλούν, συγγενεύον προς τα ήθη και την γλώσσαν των πλείστων αναγνωστών». Για το λόγο αυτό τα άρθρα του παρείχαν «επεξηγήσεις επιστημονικών και βοτανολογικών όρων καθώς και φυσικών, χημικών και κλιματολογικών γνώσεων χρησίμων για τον Γεωπόνο ο οποίος ασχολείται είτε με την καλλιέργεια των φυτών είτε με την ανατροφήν και περιποίησιν των ωφελίμων ζώων».

Στο περιοδικό υπήρχαν μόνιμες στήλες όπως: Δενδροκομία – Ανθοκομία, Στοιχεία βοτανικής αναγκαία εις πάντα άνθρωπον, Φυσικαί και χημικαί γνώσεις αναγκαίαι εις τον Γεωπόνον, Γεωργικά εργαλεία κ.ά., αλλά και άρθρα αφιερωμένα σε ειδικά θέματα. Στη στήλη «Διάφορα» αναφέρονταν γεωργικά και κτηνοτροφικά νέα από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Επίσης υπήρχαν υπέροχα σχεδιαγράμματα συνοδευτικά των κειμένων και παράθεση της επιστημονικής ονομασίας (στα λατινικά) των φυτών στα οποία γινόταν αναφορά. Κληροδότησε στο Πανεπιστήμιο μια πολύτιμη συλλογή του από ξύλα εκατόν πενήντα, περίπου, ελληνικών ειδών δέντρων.

Στις επιστημονικές εργασίες του περιλαμβάνονται: Περί της αυτοφυούς ελληνικής βλαστήσεως (Πρυτανικός Λόγος, 1868) – Catalogus systematicus herbariis florentine (1877) – Σύντομος πραγματεία περί τινών σπουδαίων φυτών, νεωστί καλλιεργηθέντων εν’ Ελλάδι (1870). Επίσης ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τόσο η Έκθεσή του σχετικά με την κατάσταση του Φυσιογραφικού Μουσείου του Πανεπιστημίου (1865), όσο και η Έκθεσή του προς την Πρυτανεία του Εθνικού Πανεπιστημίου, σχετικά με την αγορασθείσα από τον Θεόδωρο Π. Ροδοκανάκη και δωρηθείσα στο νεοσύστατο Βοτανικό Μουσείο του Πανεπιστημίου φυτολογική συλλογή του (1874).

Η ακαδημαϊκής του σταδιοδρομία συμπορεύθηκε με τη λογοτεχνία και την ποίηση δημοσιεύοντας έργα του στο περιοδικό «Πανδώρα» και συμμετέχοντας, είτε ως υποψήφιος, είτε ως εισηγητής σε ποιητικούς διαγωνισμούς σε τρείς από τους οποίους διακρίθηκε.

Σύμφωνα με ένα άρθρο του περιοδικού Μπουκέτο – περιοδικό ποικίλης ύλης, του μεσοπολέμου – ο Ορφανίδης έγραψε τον «Καρασεβδαλή» λίγο πριν φύγει για τη Γαλλία, το 1844, όταν είχε έρθει στο Ναύπλιο για να αποχαιρετήσει τους εδώ φίλους του. Ήταν καλεσμένος από τον δήμαρχο Ναυπλίου Σπ. Παπαλεξόπουλο και στο αποχαιρετιστήριο τραπέζι το κρασί τελείωσε νωρίς, οπότε ο Ορφανίδης έστειλε την εξής έμμετρη παράκληση στην οικοδέσποινα, την Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου.

ΤΗι ΚΑΛΛΙΟΠΗι ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ

Δύο λάβετε φιάλας, κι αντ’ αυτών παρακαλώ σας
στείλατέ μου δύο άλλας, πλήρεις όμως και κλειστάς
από το γλυκύ σας μαύρο και από το κόκκινό σας,
το οποίον εμψυχώνει τους αψύχους ποιητάς.

Ο θεάνθρωπος Χριστός μας μετεποίησεν εις οίνον
πλήρεις ύδατος υδρίας εις τον γάμον του Κανά
Συ, Κυρά μου, χωρίς άλλο υπερβαίνεις και εκείνον
επειδή πληροίς δι’ οίνου τας φιάλας τας κενάς!

Η οικοδέσποινα,πιθανόν κολακευμένη από την ελαφρώς βέβηλη σύγκριση, έστειλε μια ντουζίνα μποτίλιες οίνου στην παρέα, και το βράδυ ο Ορφανίδης της παρουσίασε σε περγαμηνή το ποίημα Καρασεβνταλής (αυτός που έχει καρασεβντά, μεγάλο ερωτικό καημό).

Ο Καρασεβνταλής

Ποιός είδε νέον σεβνταλή, καρδιών ποιός είδε κλέφτη,
να εξυπνάει με το αχ! και με το βαχ! να πέφτει;
Ωσάν το χιόνι ν’ αναλεί, σαν το κερί να σβήνει,
και μοναχός το ντέρτι του να πικροκαταπίνει;
Εγώ τον είδα, κ’ εις εμέ εφάνη ο καημένος
ωσάν δερβίσης σκυθρωπός, σαν μπεκτασής θλιμμένος.
Για μιά μικρή Γενί-ντουνιά, πού’ δαν τα δυό του μάτια,
καρά-σεβντάς τον έπιασε, και θα γενεί κομμάτια.
Οπόταν τα μεσάνυχτα αργολαλούν οι κούκκοι,
πηγαίνει και της τραγουδεί με νάι και με μπουζούκι:

»Αμάν, κουζούμ! αμάν, γιαβρούμ! Κάνε, χανούμ, ινσάφι!
Μηδέ καλέμι ουλεμά το ντέρτι μου δε γράφει.
Για σένα εμπαΐλντισα εις τον ντουνιάν επάνω,
κι αν εγεννήθην σεβνταλής, ασίκης θ’ αποθάνω.

Είναι το άσπρο στήθος σου ταζέδικο κα’ι’μάκι,
του Αϊντίν-ισάρ χαλβάς το κάθε σου χεράκι,
μουχαλεμπί και γκιούλ-σερμπέτ ο αναστεναγμός σου,
και του Χατζή-Μπεκίρ λουκούμ ο τρυφερός λαιμός σου΄
ο κάθε λόγος σου γλυκός σαν ραβανί αφράτο
και σαν ζεστός σαράι-λοκμάς με μέλι μυρωδάτο.
Κι είν’ ο σεβντάς μου δυνατός, που να γραφεί δε φτάνει
κι αν γίνει ο ουρανός χαρτί κι η θάλασσα μελάνι.

Τι αγοράζεις κάρβουνα να ψήνεις το φαΐ σου;
Γιαγκίνι έχω στην καρδιά, που τ’ άναψες ατή σου!
Αντίκρυ μου τον τεντζερέ με το φαΐ σου στήσε,
και λάδι στο γιαγκίνι μου με μια ματιά σου χύσε!
Κι ευθύς που ένα Αχ εντέρ! το στόμα μου αναδώσει,
και το φαΐ σου θα ψηθεί κι ο τεντζερές θα λιώσει!
»Αμάν, κουζούμ! αμάν, γιαβρούμ! Κάνε, χανούμ, ινσάφι!
Μηδέ καλέμι ουλεμά το ντέρτι μου δε γράφει.
Για σένα εμπαΐλντισα εις τον ντουνιάν επάνω,
κι αν εγεννήθην σεβνταλής, ασίκης θ’ αποθάνω.

Εσύ ’σαι η χρυσή ουρί, και διά σε, ντουντού μου,
ή ντιπ θα χάσω, ή θα βρω το ρέμπελο το νου μου!
Κι εις το Τζενέτ, στους πρόποδας του πιλαφένιου όρους,
θε να περάσω μετά σού στιγμάς αγγελοφόρους.
Ο βουτυρένιος ποταμός και του μελιού το ρεύμα,
τόσον δεν θα ευχαριστούν του σκλάβου σου το πνεύμα,
όσο το νούρι σου, κουζούμ, και το γλυκό φιλί σου,
και όσο το ναζλίδικο και τρυφερό κορμί σου.

Αμάν, κουζούμ! αμάν, γιαβρούμ! κάνε, χανούμ, ινσάφι!
Μηδέ καλέμι ουλεμά το ντέρτι μου δε γράφει.
Για σένα εμπαΐλντισα εις τον ντουνιάν επάνω,
κι αν εγεννήθην σεβνταλής, ασίκης θ’ αποθάνω!»

Αυτά της λέει ο ντερτιλής και πριν ακόμα φύγει,
σαν του Τσεχνέμ το βάραθρον το στόμα του ανοίγει,
κι ελπίζων ιλαρότερος ο πόνος του να γίνει,
βώλον δραμίων είκοσι αφιόνι καταπίνει.

Πηγές


 

  • Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιον Αθηνών Τμήμα Βιολογίας- Ιστορικά Στοιχεία
  • Εθνικό Κέντρο Βιβλίου
  • Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών
  • Sarantakos.wordpress.com «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία».

 

Επιμέλεια Κειμένου
Μαρία Βασιλείου
Βιολόγος-Ωκεανογράφος

Read Full Post »

Οι Μυκήνες και το Άργος μέσα από τα μάτια των περιηγητών © Δημήτρης Τότσικας


 

Αναδρομή στην ιστορία του Άργους και των Μυκηνών

 

Η ευρύτερη περιοχή του Άργους αποτέλεσε μια από τις σπουδαιότερες κοιτίδες του αρχαιοελληνικού πολιτισμού και γέννησε πασίγνωστους ήρωες, μύθους και θρύλους. Η πόλη του Άργους θεωρείται η αρχαιότερη πόλη της Ευρώπης, καθώς ήδη από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού αποτελούσε ένα από τα σπουδαιότερα κέντρα του Μυκηναϊκού Πολιτισμού, που κατοικήθηκε αδιάλειπτα μέχρι σήμερα στην ίδια γεωγραφική θέση.

Η αρχαία πόλη των Μυκηνών, χτισμένη σε στρατηγικό σημείο στο βάθος του Αργολικού κόλπου, είναι το σημαντικότερο και πλουσιότερο ανακτορικό συγκρότημα της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στην Ελλάδα. Οι σημαντικές αυτές πόλεις ήταν φυσικό να συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον όχι μόνο των ιστορικών και των ποιητών, αλλά και των απλών επισκεπτών τους από την αρχαιότητα. Ανάμεσα στους επισκέπτες ξεχωρίζουν οι περιηγητές, οι οποίοι άφησαν σημαντικά κείμενα με χρήσιμες πληροφορίες για την εποχή τους.

Ο όρος «περιηγητής» (<περί + ηγούμαι) αναφέρεται σε αυτόν που ταξιδεύει σε έναν ξένο τόπο και περιδιαβαίνει είτε για αναψυχή είτε για μελέτη των μνημείων, του τρόπου ζωής των κατοίκων και άλλων επιμέρους θεμάτων. Η κλασική μορφή ενός περιηγητή περιλαμβάνει κάποιον που ταξιδεύει τριγυρίζοντας σε τόπους άγνωστους κι ανεξερεύνητους, με φυσικά μέσα (πεζός ή πάνω σε άλογο ή σε άμαξα), σημειώνοντας τις παρατηρήσεις του συνήθως με τη μορφή χρονικού ή ημερολογίου.

 

Οι αρχαίοι περιηγητές

 

Η ιστορία του περιηγητισμού στην Αργολίδα ξεκινά από τα ομηρικά έπη. Ο Όμηρος απαθανατίζει τόσο τις «πολύχρυσες Μυκήνες» όσο και το «ιπποτρόφον» και «πολυδίψιον Άργος», τις αγαπημένες πόλεις της θεάς Ήρας. Επίσης μας παρουσιάζει τον αρχιστράτηγο των Ελλήνων Αγαμέμνονα με το χρυσό σκήπτρο που φιλοτέχνησε ο Ήφαιστος, τον βασιλιά του Άργους Διομήδη, καθώς και πλήθος μυθολογικών στοιχείων που σχετίζονται με την ευρύτερη περιοχή της Αργολίδας. Στα ομηρικά έπη, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, το Άργος αναφέρεται (ως ουσιαστικό ή επίθετο) συνολικά 232 φορές. Ωστόσο ο ποιητής δε μας δίνει αξιοσημείωτες τοπογραφικές λεπτομέρειες για καμιά από τις δυο πόλεις.

Οι μετέπειτα αρχαίοι συγγραφείς και γεωγράφοι, Στράβων και Οβίδιος, αναφέρουν ότι ελάχιστα στοιχεία έχουν απομείνει από την εποχή του Χαλκού και έτσι αποθαρρύνουν τους μελλοντικούς αρχαιοδίφες. Ο Στράβων, που περιηγείται την Πελοπόννησο το 29 π.Χ., περιγράφει την πόλη του Άργους, αναφέρει την ακρόπολη Λάρισα, τους ποταμούς Ίναχο και Ερασίνο, ενώ δηλώνει ότι «σή­μερα δεν βρίσκεται ούτε ίχνος από την πόλη των Μυκη­ναίων».

Ο Παυσανίας, που ακολουθεί, τον 2ο αιώνα μ.Χ., εξετάζει σχολαστικά την πόλη του Άργους και επισκέπτεται τα απομεινάρια των Μυκηνών της Ελληνιστικής Εποχής. Ως εκ τούτου, δεν αναφέρει τίποτα για θολωτούς τάφους ή ταφικούς κύκλους, καθώς τα μνημεία αυτά πιθανότατα καλύφθηκαν από τους Αργείους το 468, για να ελαχιστοποιήσουν τη δόξα των Μυκηνών. Πηγές του αρχαίου περιηγητή αποτελούν τόσο οι πληροφορίες που συλλέγει από τους γηγενείς όσο και το έργο δυο τοπικών αρχαίων λογογράφων, του Ακουσίλαου (γεν. 500 π.Χ.) και του Ελλάνικου (490-405 π.Χ.) (Ακουσιλάου Γενεαλογίες, Ελλανίκου Οι ιέρειες της Ήρας στο Άργος). Το έργο του, «Ελλάδος περιήγησις», αποτελεί έναν συνδυασμό μυθολογίας, ιστορίας και αυτοψίας, κατά την οποία ο περιηγητής εξηγούσε ό,τι έβλεπε με βάση το μύθο της Ιλιάδας. Ο ευκατάστατος και φιλομαθέστατος ταξιδιώτης αναφέρεται αναλυτικά σε όλα τα σημαντικά μνημεία που βρήκε στην περιοχή, στους δρόμους που την συνδέουν με γειτονικές πόλεις και στους μύθους που σχετίζονται με κάθε τόπο. Και εάν οι ιστορικές πληροφορίες που παραθέτει ανήκουν περισσότερο στη σφαίρα της μυθολογίας, οι τοπογραφικές και αρχαιολογικές παρατηρήσεις του είναι πολύτιμες και αποτέλεσαν έναν συστηματικό και εξαιρετικής ακρίβειας οδηγό για όλους σχεδόν τους μετέπειτα περιηγητές της αργολικής γης από τον 15ο έως τον 20ό αιώνα. Και, βέβαια, μπορεί οι ανασκαφές που έχουν διενεργηθεί στις Μυκήνες και το Άργος ως τώρα να επικυρώνουν στις περισσότερες περιπτώσεις την ακρίβεια των παρατηρήσεών του, ωστόσο πόσο ειρωνικό μοιάζει αλήθεια το γεγονός ότι οι περισσότεροι μετέπειτα ταξιδιώτες χρησιμοποίησαν ως οδηγό για τις περιηγήσεις τους στην αργολική γη το έργο ενός ανθρώπου που έζησε 7 αιώνες μετά την καταστροφή της πόλης και έμαθε πληροφορίες από τοπικούς οδηγούς και λογογράφους της εποχής του!

 

Από την αρχαιότητα ως τους νεότερους χρόνους

 

Στους αιώνες που μεσολαβούν από το τέλος της αρχαιότητας έως την Αναγέννηση και τους νεότερους χρόνους, το ενδιαφέρον των περιηγητών για την Αργολίδα σβήνει, με αποτέλεσμα οι αρχαιολογικοί χώροι του Άργους και των Μυκηνών να χάνονται στη λήθη των αιώνων. Το σκοτάδι του Μεσαίωνα δεν αφήνει περιθώρια για μεγάλα ταξίδια και εξορμήσεις στην αργολική ύπαιθρο. Εμφύλιοι πόλεμοι, βάρβαροι κατακτητές, υστερόβουλοι τοπικοί ηγεμόνες, ληστρικές επιδρομές και φυσικές καταστροφές αλλοιώνουν σημαντικά την όψη των άλλοτε κραταιών αυτών ιστορικών χώρων και τα μετατρέπουν σε ερειπιώνες και «σκόρπιες πέτρες» για τους Έλληνες της Τουρκοκρατίας. Η Ελλάδα για πολλούς αιώνες αποτελούσε έναν επικίνδυνο και δύσβατο τόπο και η τοποθεσία των Μυκηνών ήταν παντελώς άγνωστη.

 

Η αναβίωση του περιηγητισμού

 

Τον 15ο αιώνα, αμέσως μετά τις Σταυροφορίες, Ευρωπαίοι περιηγητές και ζωγράφοι, φιλέλληνες και αρχαιοδίφες ταξίδεψαν στην Ελλάδα για να ζήσουν την περιπέτεια και να δώσουν εικόνα και τροφή στη φαντασία τους, προσπαθώντας να αναβιώσουν, έστω και στιγμιαία, το αρχαιοελληνικό ιδεώδες. Ειδικότερα οι Μυκήνες για τους περισσότερους Ευρωπαίους περιηγητές – ζωγράφους αποτέλεσαν περισσότερο ένα όραμα, μια ιδέα, και όχι έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο. Είναι χαρακτηριστική η αξιομνημόνευτη φράση της Βρετανίδας συγγραφέως Βιρτζίνιας Γουλφ, όταν στις αρχές του 20ού αιώνα βρέθηκε μπροστά στην Πύλη των Λεόντων: «τέτοια πράγματα δεν τα συνειδητοποιούμε παρά μόνο για δευτερόλεπτα, όσο βρισκόμαστε στο ίδιο το μέρος, και μετά δεν έχει νόημα να πεις τι βλέπεις». Για αυτά τα δευτερόλεπτα εξακολουθούν ακόμα και σήμερα να επισκέπτονται τις Μυκήνες άνθρωποι από όλες τις γωνιές της γης.

 

Το προφίλ των περιηγητών

 

Οι περιηγητές των Μυκηνών συνθέτουν ένα μωσαϊκό ανθρώπινων τύπων, στόχων και ενδιαφερόντων. Άγγλοι, Γάλλοι, Γερμανοί, Αμερικανοί, Ρώσοι, Λατίνοι, διάσημοι ως επί το πλείστον και διακεκριμένοι επιστήμονες ή πολιτικοί, άνδρες αλλά και γυναίκες. Η ποικιλία των ανθρώπων που επισκέφθηκαν το Άργος και τις Μυκήνες είναι μεγάλη και αξιοσημείωτη, ενδεικτική του θαυμασμού που επικρατούσε τον 18ο και 19ο αιώνα στον δυτικό κόσμο για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Μορφωμένοι άνθρωποι, καθηγητές πανεπιστημίου, μέλη πρεσβειών και κυβερνήσεων, στρατιωτικοί, όλοι τους είχαν ασχοληθεί με τη μελέτη αρχαίων ελληνικών κειμένων και ιδιαίτερα με τα ομηρικά έπη. Οι περισσότεροι μιλούσαν μάλιστα και τη νέα ελληνική γλώσσα.

 

Συνολικός αριθμός περιηγητών ως το 1900:

Συνολικός αριθμός περιηγητών

Έως το 1835:

Έως το 1835

Εθνικότητα

Φύλο

Επάγγελμα

 

Οι κίνδυνοι

 

Ένα ταξίδι στην Ελλάδα από τον 15ο ως τον 19ο αιώνα σίγουρα κόστιζε αρκετά σε χρόνο και σε χρήμα. Εξάλλου, τα πράγματα στη χώρα μας δεν ήταν και τόσο ήρεμα, με τις συνεχείς ελληνοτουρκικές διενέξεις και τις διαρκείς αναζωπυρώσεις της Επανάστασης στη συνέχεια. Επιπλέον η ελονοσία και άλλες μολυσματικές ασθένειες μάστιζαν τον τόπο και αποδεκάτιζαν τον πληθυσμό. Η φτώχεια και η ανέχεια του ελληνικού πληθυσμού σε συνδυασμό με την αγραμματοσύνη και την καχυποψία του, έφτιαχναν ένα μάλλον αφιλόξενο και επικίνδυνο σκηνικό για τους Ευρωπαίους περιηγητές. Χαρακτηριστικό δείγμα της αμορφωσιάς των γηγενών ήταν το γεγονός ότι χρησιμοποίησαν τις πέτρες από τους γκρεμισμένους αρχαίους τάφους για να κατασκευάσουν μάντρες για τα στανοτόπια τους. Το τραγικότερο; ακόμα και σήμερα η πηγή της περίφημης «Περσείας κρήνης» χρησιμεύει για να δροσίζει τα αιγοπρόβατα της περιφραγμένης στάνης που βρίσκεται δίπλα της, ενώ ανάλογη εξέλιξη παρουσιάζει και η ακρόπολη της αρχαίας Τίρυνθας ή «Παλαιόκαστρον», όπως ονόμαζαν ως τον 19ο αιώνα οι γηγενείς τις μυστηριώδεις μισοθαμμένες πέτρες που κείτονταν πλάι στον αμαξιτό δρόμο που ένωνε το Άργος με το Ναύπλιο.

Ο Πουκεβίλ σε προσωπογραφία φιλοτεχνημένη από τον Ντεπρέ (Dupre Louis) 1827.

Το 1799 ο Γάλλος Pouqueville συλλαμβάνεται από πειρατές και φυλακίζεται από τους Τούρκους στην Πελοπόννησο αρχικά και στο Επταπύργιο της Κωνσταντινούπολης ύστερα, λόγω του Γαλλοτουρκικού πολέμου που είχε ξεσπάσει.

Το 1807 ο Άγγλος Leake συλλαμβάνεται από τους Τούρκους και κρατείται αιχμάλωτος στην Θεσσαλονίκη για πολλούς μήνες, πριν αφεθεί ελεύθερος ύστερα από διαπραγματεύσεις με τον Αλή Πασά της Ηπείρου.

Ο Milnes το 1832 γλιτώνει από τύχη: «Την ώρα που βρισκόμασταν στις Μυκήνες, το γειτονικό χωριό Χαρβάτι είχε μόλις λεηλατηθεί και καεί από τον οπλαρχηγό Γρίβα και περίπου 15 οικογένειες από τους κατοίκους είχαν, κατά συνέπεια, βρει καταφύγιο για τον προελαύνοντα χειμώνα στον αποκαλούμενο Θησαυρό του Ατρέα».

Ο Burgess το 1834 δεν ήταν το ίδιο τυχερός, καθώς λίγο πριν φθάσει στις Μυκήνες μια συμμορία οπλισμένων ανδρών τον λήστεψε.

 

Τα κίνητρα

 

Τι ήταν, λοιπόν, αυτό που τους ώθησε να αψηφήσουν τόσους κινδύνους και να περιηγηθούν στον άγριο και επικίνδυνο Μοριά; Για τους περισσότερους, ο αγνός θαυμασμός προς το αρχαιοελληνικό κάλλος. Ρομαντικοί άνθρωποι που ήθελαν να ξεφύγουν από τη μίζερη καθημερινότητα και να μεταφερθούν για λίγο στην ηρωική εποχή των Ατρειδών. Ωστόσο δεν έλειψαν και οι εξαιρέσεις. Υπήρξαν και περιηγητές αρχαιοκάπηλοι που θέλησαν να εκμεταλλευτούν τους αρχαιολογικούς χώρους προς ίδιον όφελος, συλλέγοντας αρχαία αντικείμενα, κατεστραμμένους κίονες, νομίσματα και αρχαίες επιγραφές. Όλα αυτά τα συγκέντρωναν επί τόπου κατά τη διάρκεια των εξορμήσεών τους ή τα αγόραζαν από φιλάργυρους ντόπιους και στη συνέχεια τα μετέφεραν στην πατρίδα τους, εμπλουτίζοντας τις ιδιωτικές συλλογές τους ή πουλώντας τα σε εξίσου αδίστακτους αρχαιολάτρες αριστοκρατικής συνήθως καταγωγής. Άλλες φορές το αγνό αρχαιοδιφικό ενδιαφέρον συνδυαζόταν με ειδικές διπλωματικές αποστολές πρακτόρων, με στόχο την χαρτογράφηση και τη γεωπολιτική επισκόπηση της αργολικής πεδιάδας ή τη βολιδοσκόπηση της πολιτικής και στρατιωτικής κατάστασης της ευρύτερης περιοχής.

 

Τα είδη των χαρακτικών

 

Οι «γκραβούρες», δηλαδή οι απεικονίσεις ή τα χαρακτικά που θα παρουσιαστούν στη συνέχεια αποτελούν σπουδαία ντοκουμέντα της εκάστοτε εποχής, τα οποία ωστόσο δεν ανταποκρίνονται πάντα στην πραγματικότητα, μιας και στόχος των περιηγητών – ζωγράφων (τουλάχιστον ως τα μέσα του 19ου αιώνα) δεν ήταν η πιστή αναπαράσταση των μνημείων, αλλά μάλλον μια υποκειμενική απεικόνιση του συχνά εξιδανικευμένου περιβάλλοντος κάθε μνημείου, έτσι όπως το αντιλήφθηκε ο καθένας με τα μάτια της φαντασίας, ενορατικά.

Τα χαρακτικά που συναντάμε από την εποχή της Αναγέννησης και ύστερα μπορούν να ταξινομηθούν σε γενικές κατηγορίες, ανάλογα με τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν και την τεχνοτροπία που ακολουθήθηκε: Η Ξυλογραφία ήταν η πρώτη τεχνική που χρησιμοποιήθηκε τον 15ο αιώνα, αμέσως μετά την επινόηση της τυπογραφίας από τον Γουτεμβέργιο, ενώ εξελίχθηκε σημαντικά στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν και επαναχρησιμοποιήθηκε. Αργότερα και σταδιακά ως τον 18ο αιώνα, χρησιμοποιήθηκε ως υλικό για χάραξη ο χαλκός (Χαλκογραφία), ο λίθος (Λιθογραφία) και ο χάλυβας, ενώ πιο σπάνια συναντάμε Οξυγραφίες, τις λεγόμενες «ακουατίντες». Τα περισσότερα χαρακτικά που φιλοτέχνησαν οι περιηγητές στην Ελλάδα είναι Χαλκογραφίες, ενώ αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι κανένα είδος χαρακτικού δεν εγκαταλείπεται, όταν επινοείται μια νέα τεχνική. Τον 19ο αιώνα η εφεύρεση της camera obscura, που εξελίσσεται σε δαγκεροτυπία αρχικά και φωτογραφία αργότερα, σηματοδοτεί τη νέα εποχή στην απεικόνιση των αρχαίων μνημείων.

 

 15ος αιώνας

 

Ο Κυριακός Αγκωνίτης, ήταν ο σημαντικότερος αρχαιοδίφης της Αναγέννησης ενώ θεωρείται ο πρόδρομος τόσο του περιηγητισμού, όσο και της σύγχρονης επιστήμης της αρχαιολογίας.

Τον 15ο αιώνα μ.Χ., αμέσως μετά τις Σταυροφορίες (1.100 – 1.300 μ.Χ.), αρχίζει να εκδηλώνεται βαθμιαία ένα ταξιδιωτικό ρεύμα των Δυτικοευρωπαίων προς την Ανατολή. Οι ταξιδιώτες αυτοί, αναζητώντας πλούτη, δύναμη ή ακόμα και την αθανασία της ψυχής με την επίσκεψή τους στους Άγιους Τόπους, σπεύδουν να συγκεντρώσουν στοιχεία για τα ήθη των λαών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και επιδίδονται σε ένα ατέλειωτο κυνήγι αρχαίων νομισμάτων, ερειπίων και επιγραφών. Το 1447 ο Κυριακός ο Αγκωνίτης (Ciriaco de Pizzicolli), αυτή η «μοναχική και ιδιαίτερη περίπτωση ταξιδιώτη» που σηματοδοτεί ήδη από τον 15ο αιώνα την αρχαιολόγηση του ελληνικού κόσμου, κατά την επίσκεψή του στην Αργολίδα, εντοπίζει και σχεδιάζει την ακρόπολη των Μυκηνών – εσφαλμένα, όπως αποδείχτηκε, καθώς αυτό που βρίσκει είναι μια άλλη μυκηναϊκή ακρόπολη στο χωριό Κατσίγκρι.

 

16ος αιώνας

 

Φανταστική απεικόνιση της πόλης του Άργους, Nicolas Gerbel, 1545.

Κατά τον 16ο αιώνα, και ενώ οι νέες ανακαλύψεις, η διάδοση της τυπογραφίας και ο ουμανισμός έχουν αλλάξει το πρόσωπο της οικουμένης κι έχουν δώσει νέα πνοή στην κοινωνία και στον πνευματικό κόσμο, οι περιηγητές της Δύσης εξακολουθούν να ταξιδεύουν προς την Ανατολή, περνώντας και από την Ελλάδα, και καταλήγοντας στην Κωνσταντινούπολη και τα Ιεροσόλυμα. Οι σύγχρονοι κάτοικοι της Ελλάδας, εξαθλιωμένοι και υποταγμένοι πια στον οθωμανικό ζυγό, προκαλούν τον οίκτο και τη συμπάθειά τους. Ο Βενετός απεσταλμένος Pietro Zeno, πρόξενος στη Δαμασκό, περιηγείται στην αργολική γη το 1524 και γράφει για τις Μυκήνες, ωστόσο, κατά πάσα πιθανότητα, αυτό που βρίσκει δεν αποτελεί παρά κάποια άλλη μυκηναϊκή ακρόπολη. Λίγο αργότερα, το 1545, δημοσιεύεται μια φανταστική απεικόνιση της πόλης του Άργους από τον Γερμανό νομικό και ουμανιστή Nicolas Gerbel ή Gerbelius, στενό φίλο του Μαρτίνου Λουθήρου και του Εράσμου.

 

 17ος αιώνας

 

Vincenzo Coronelli

Κατά τον 17ο αιώνα μ.Χ. πληθαίνουν οι Ευρωπαίοι περιηγητές που επισκέπτονται την αργολική γη. Ρομαντικοί και ριψοκίνδυνοι ταξιδευτές, βαδίζουν στα χνάρια του Παυσανία, περιηγούνται στο τουρκοκρατούμενο Άργος και ανακαλύπτουν το χαμένο μεγαλείο της πόλης των Μυκηνών. Με τη δημοσίευση των περιηγητικών εκδόσεων μεταλαμπαδεύουν σε όλο τον κόσμο ό,τι ανακαλύπτουν με τα μάτια τους. Χάρη στους ξένους αρχαιόφιλους οι αρχαιολογικοί χώροι του Άργους και των Μυκηνών ξαναβρίσκουν σταδιακά τη χαμένη τους αίγλη.

Το 1668 ο Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή γράφει την πόλη του Άργους: «Τα σπίτια του Άργους είναι οχτακόσια συνολικά, χτισμέ­να σαν κάστρα, άνετα, γερά και όμορφα, με τ’ αμπέλια και τα πε­ριβόλια τους. Είναι κεραμοσκέπαστα κι έχουν πόρτες σαν να είναι σαράγια. Υπάρχουν δυο τζαμιά. Το ένα μέσα στην αγορά με κερα­μιδένια σκεπή και πέτρινο μιναρέ, χτισμένο σύμφωνα με την παλιά αρχιτεκτονική…. Οι πιο γνωστές είναι οι γειτονιές Μπεσικλέρ και Κετχουντά. Υπάρχουν ένας μεντρεσές, δυο σχολεία, δυο τεκέδες, ένα χαμάμ, ένα χάνι και είκοσι υπαίθρια καταστήματα. Τα πηγάδια με το γλυκό νερό είναι πεντακόσια. Το νερό και το κλίμα είναι καλά, γι’ αυτό και βλέπεις ολόγυρα πολλά αμπέλια και περιβόλια. Σαράντα είδη κρασοστάφυλου αναφέρονται στα κατάστιχα της περιοχής.»

Λίγο αργότερα, το 1669, ο Γάλλος περιηγητής Des Monceaux ανακαλύπτει πρώτος την ακρόπολη της Τίρυνθας.

Ο Βενετός μοναχός και κοσμογράφος Vincenzo Coronelli περιηγείται στην Αργολίδα το 1685, ακολουθώντας τον Ενετικό στόλο και απεικονίζει το φρούριο και την πόλη του Άργους, ενώ o Γάλλος αξιωματικός Nicola Mirabal που επισκέπτεται την Αργολίδα το 1691 ταυτίζει – λανθασμένα – τις Μυκήνες με το χωριό «Άγιος Γεώργιος».

 

Άποψη του φρουρίου και της πόλεως του Άργους, V. Coronelli, «Universus Terrarum Orbis», Εκδότης, A. Lazor, Padova, 1713.

 

Argos, Coronelli, «Morea, Negreponte, e Adiazenze», Venezia, 1685

 

Η ταυτοποίηση των Μυκηνών θα γίνει λίγο αργότερα, το 1700, από τον Βενετό τοπογράφο Francesco Vandeyk, ο οποίος με την Περιήγηση του Παυσανία ως οδηγό ανακαλύπτει τόσο την ακρόπολη των Μυκηνών, με βάση την πύλη των Λεόντων, όσο και τον Θησαυρό του Ατρέα.

 

18ος αιώνας (πρώτο μισό)

 

Στις αρχές του 18ου αιώνα ο περιηγητισμός πλησιάζει στην ακμή του. Οι μνημειώδεις εικονογραφημένες εκδόσεις που εμφανίζονται γίνονται bestsellers και αποτελούν πηγή γνώσης, φιλοσοφικών ιδεών και ποικίλου προβληματισμού. Οι συγγραφείς τους – Γάλλοι ως επί το πλείστον – είναι ζωγράφοι, σχεδιαστές, αρχιτέκτονες και αρχαιολόγοι. Ωστόσο τον αιώνα αυτόν εδραιώνεται η τάση των πλουσίων Ευρωπαίων αριστοκρατών, λόρδων και μοναρχών να διακοσμούν τις αυλές τους με συλλογές αρχαιοτήτων και αρχαίων χειρογράφων. Άγγλοι και Γάλλοι ειδικοί απεσταλμένοι πράκτορες, εφοδιασμένοι με χρήμα, φιρμάνια και πλαστά διαβατήρια, οργώνουν την ελληνική περιφέρεια και επιδίδονται σε αγώνες αρχαιοκαπηλίας και ληστείας, αποψιλώνοντας τους αρχαιολογικούς χώρους και βεβηλώνοντας αρχαία μνημεία. Τα όρια μεταξύ αρχαιολογίας και αρχαιοκαπηλίας έχουν χαθεί εντελώς. Δε λείπουν φυσικά και οι ανασκαφές, αυτοσχέδιες ή οργανωμένες, στις οποίες επιδίδονται και συναγωνίζονται διάφοροι περιηγητές, έμποροι και αρχαιοκάπηλοι.

Το 1729 ο βάνδαλος Αββάς Fourmont και η κουστωδία του θα απογυμνώσουν σχεδόν την ελληνική επικράτεια επί 16 μήνες, συλλέγοντας 2.600 επιγραφές, 300 ανάγλυφα, μετάλλια και σχέδια αρχαιοτάτου προελεύσεως, πολλά από τα οποία βρήκαν στην Αργολίδα (40 στην Ερμιόνη). Στην αλληλογραφία με τους πάτρωνές του διαβάζουμε: Έψαξα να βρω τις αρχαίες πολιτείες αυτής της χώρας και κατέστρεψα μερικές. Ανάμεσα σ’ αυτές την Ερμιόνη, την Τίρυνθα, την Τροιζήνα, τη μισή Ακρόπολη του Άργους, τη Φλιούντα, το Φενεό και αφού ταξίδεψα στη Μάνη είμαι απασχολημένος εδώ και έξι βδομάδες με την ολοκληρωτική καταστροφή της Σπάρτης… Γκρεμίζοντας τα τείχη και τους ναούς της, μη αφήνοντας λίθον επί λίθου, θα κάνω αγνώριστο αυτό τον τόπο.

 

18ος αιώνας (δεύτερο μισό)

 

Κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, ξεκινούν οι πρώτες αποστολές των Dilettanti προς την Ελλάδα (1750-1753 Stuart & Revett, 1764 Chandler & Pars). Η «εταιρεία των ερασιτεχνών» (Society of Dilettanti) ιδρύεται το 1734 από Βρετανούς ευγενείς και διανοούμενους και θέτει ως σκοπό της την καταγραφή και απεικόνιση των μνημείων της ελληνικής και της ρωμαϊκής αρχαιότητας. Ακόμα, στα τέλη του 18ου αιώνα Άγγλοι νεαροί άντρες αριστοκρατικής καταγωγής συρρέουν στη χώρα, θαυμάζοντας τα απομεινάρια της κλασικής, ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής. Σκοπός τους η επιβεβαίωση του υψηλού κοινωνικού τους status, με την απόκτηση εμπειριών εκπαιδευτικής αλλά και ψυχαγωγικής φύσης. Από το 1790 κι έπειτα η Ελλάδα αποτελεί τον δημοφιλέστερο προορισμό των Ευρωπαίων grandtourers.

Γκίλφορδ Φρέντερικ Νορθ

Το 1791 επισκέπτεται το Άργος ο Λόρδος Guilford, ο μετέπειτα ιδρυτής της «Ιονίου Ακαδημίας» και πρώτος πρόεδρος της «Εταιρίας των Φιλομούσων» και αναφέρει  χαρακτηριστικά: Η φημισμένη αυτή πόλη έχει ακόμη 6.000 χιλιάδες κατοίκους και δεν είναι ούτε βρόμικη ούτε άσχημα χτισμένη για τα δεδομένα μιας τουρκικής πόλης. […] Μείναμε εκεί μία μέρα, για να ξεκουραστούμε, και πήγαμε να δούμε τις αρχαιότητες, που είναι τα ερείπια ενός μεγάλου πλίνθινου ναού, πιθανόν ρωμαϊκής κατασκευής, και ένα εγκαταλειμμένο πλακόστρωτο. Ο πασάς κάνει εκεί ανασκαφές και έχει βρει μερικά σημαντικά πράγματα στην περιοχή.

Το 1795 ο Άγγλος γεωλόγος John Hawkins βρίσκεται στις Μυκήνες, όπου σχεδιάζει τον Θησαυρό του Ατρέα και την Πύλη των Λεόντων.

Το 1799 αρχίζει η περιπέτεια του Γάλλου διπλωμάτη Pouqueville στην Πελοπόννησο, ενός ανθρώπου που έμεινε συνολικά πάνω από 10 χρόνια στην Ελλάδα, σχεδίασε και ερεύνησε επισταμένως πολλά αρχαιολογικά μνημεία, ενώ είναι ο πρώτος που μετρά τις διαστάσεις των μνημείων σε πόδια! Ιδού πώς περιγράφει ο ίδιος ο Γάλλος περιηγητής τη στιγμή που ανακαλύπτει την Πύλη των Λεόντων: Καθώς προχωρούσα, δεν άργησα να ξεχωρίσω στη στέψη ενός άγονου λοφίσκου τη βάση τμήματος τείχους, ενώ παράλληλα ένα βοσκόπουλο μας πληροφόρησε ότι επρόκειτο για την πύλη εκείνη πάνω στην οποία απεικονίζονται δυο λιοντάρια, κι ότι πιστεύεται ότι ήταν έργο των Κυκλώπων. Τρέχοντας φτάσαμε εκεί κι εγώ αντίκρισα επιτέλους τις Μυκήνες… Οι ύψους δέκα ποδών λέοντες, τοποθετημένοι κατά τον ίδιο τρόπο, όπως και στα οικόσημα, έχουν ανάμεσα τους έναν ανεστραμμένο και ανάγλυφο κίονα σκαλισμέ­νο μέσα σ’ έναν τεράστιο οξυκόρυφο λίθο, ο οποίος ακουμπά πάνω στο υπέρθυρο της εισόδου.

 

Pouqueville – Gate of Lions 1835

 

Pouqueville – Treasury of Atreus

 

Pouqueville – Treasury of Atreus (2)

 

1800-1820

 

Οι δυο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα είναι η σπουδαιότερη περίοδος του περιηγητισμού, λόγω του πλήθους των ταξιδιωτών, του όγκου των έργων τους και της αξίας τους. Καθώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρακμάζει και οι Μεγάλες Δυνάμεις καραδοκούν για την εκμετάλλευση της λείας, η ελληνική γη αποκτά βαρύνουσα πολιτική σημασία. Από το 1800 ως το 1810 εντολοδόχοι πράκτορες των ευρωπαϊκών δυνάμεων μεταμφιεσμένοι ως περιηγητές ή αρχαιοδίφες (Gell, Dodwell, Leake) περιηγούνται απ’ άκρη εις άκρη την Ελλάδα και παραδίδουν μνημειώδη επιστημονικά έργα ζωής χιλιάδων σελίδων διανθισμένα με πλούσια εικονογράφηση. Με τις δημοσιεύσεις τους προσελκύουν το ενδιαφέρον άλλων περιηγητών και επιστημόνων που συρρέουν έπειτα στην ελληνική γη. Η Ελλάδα και ειδικότερα η Αργολίδα αποτελεί τον κύριο – αν όχι τον αποκλειστικό – προορισμό τους. Οι περιηγητές αυτοί ουσιαστικά προλειαίνουν το έδαφος για τις μετέπειτα ανακαλύψεις του Σλήμαν στην Αργολίδα.

Ο Άγγλος φυσιοδίφης και μεταλλειολόγος Edward Daniel Clarke, δράστης της αρπαγής της κολοσσιαίων διαστάσεων καρυάτιδας από το ιερό της Δήμητρας στην Ελευσίνα, σχεδιάζει την Πύλη των Λεόντων στις Μυκήνες το 1801.

 

Edward Daniel Clarke, Πύλη των Λεόντων, 1801.

 

Ο Ιρλανδός ζωγράφος και αρχαιολόγος Edward Dodwell επισκέπτεται για πρώτη φορά την Αργολίδα το 1801, μαζί με τον Άγγλο τοπογράφο και αρχαιολόγο William Gell και τον προσωπικό του ζωγράφο, τον Ιταλό Simone Pomardi. Οι τρεις αυτοί περιηγητές διεξάγουν συστηματικές έρευνες στους αρχαιολογικούς χώρους της ευρύτερης περιοχής, αφήνοντάς μας πλούσιο και σπουδαίο έργο.

 

Η Πύλη των Λεόντων (The Gate of the Lions at Mycenae) – Edward Dodwell, 1834.

 

Οι Πύργοι του φρουρίου Λάρισσα του Άργους – Πανοραμική άποψη της αργολικής πεδιάδας, χαλκογραφία. William Gell, 1810.

 

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

 

William Gell, Πύλη των Λεόντων, Μυκήνες,1810.

 

William Gell, Πύλη των Λεόντων, Μυκήνες,1810.

 

William Gell, Πύλη των Λεόντων, Μυκήνες,1810.

 

William Gell, Θησαυρός του Ατρέως, Μυκήνες, 1810.

 

William Gell, Θησαυρός του Ατρέως, Μυκήνες, 1810.

 

Simone Pomardi, Θησαυρός του Ατρέως, Μυκήνες, 1810.

 

Mary Nisbet, Countess of Elgin.

Το 1802 η λαίδη Μαίρη Νίσμπετ – Έλγιν μαζί με τον περιβόητο σύζυγό της έκαναν ένα ταξίδι στην Πελοπόννησο, για να αναζητήσουν τυχόν αξιόλογες αρχαιότητες για τη συλλογή τους. Στο προσωπικό της ημερολόγιο σημειώνει τα εξής για τον Τάφο του Αγαμέμνονα στις Μυκήνες: Σε μικρή απόσταση από αυτά τα ερείπια βρίσκεται ένας καταπληκτικός θόλος, ο τάφος του Αγαμέμνονα…  Δυο επιμήκεις τοίχοι από συμπαγές ξύλο οδηγούν στην είσοδο του υπόγειου αυτού κτίσματος, αλλά οι χείμαρροι των βουνών έχουν συσσωρεύσει τόσο  χώμα, που απαιτεί ασυνήθιστο θάρρος για να συρθεί κανείς μέσα από την τρύπα, μιας και δεν υπάρχει άλλη είσοδος. Ύστερα από κάποιους δισταγμούς μπήκα σερνάμενη στα τέσσερα και αυτό που είδα με αποζημίωσε πλήρως. Η πέτρα που σχηματίζει την αψίδα της θύρας ξεπερνά σε διαστάσεις οτιδήποτε είχα δει στην Αθήνα.  …  Ο θόλος αποτελείται από σκαλιστές πέτρες.  Ανάψαμε μια μεγάλη φωτιά και έρποντας μέσα από ένα υπόγειο πέρασμα βρεθήκαμε σε ένα άλλο δώμα, πιο ακατέργαστο.»

Σημειωτέον ότι από την αρπακτική μανία του Έλγιν και των συνεργατών του δεν ξέφυγε ούτε ο Θησαυρός του Ατρέα στις Μυκήνες.

Το 1803 ο Πρώσος ανθέλληνας Bartholdy σχεδιάζει την Πύλη των Λεόντων, ενώ το 1806 ο Γάλλος υποκόμης Chateaubriand, σπουδαίος συγγραφέας και ιστορικός, εγκαταλείποντας την ακρόπολη των Μυκηνών, αντιλαμβάνεται από τον ήχο των οπλών του αλόγου του ότι βρίσκεται πάνω από ένα θολωτό κτίσμα, το οποίο συγκινημένος υποθέτει ότι είναι ο τάφος της Κλυταιμνήστρας: Επιθυμώντας να ανακτήσω το μονοπάτι της Κορίνθου, άκουσα το έδαφος να αντηχεί κάτω από τις οπλές του αλόγου μου. Ξεπέζεψα αμέσως και ανακάλυψα τον θόλο ενός άλλου τάφου. […] Μήπως αυτός που είχα ανακαλύψει ήταν ο τάφος της Κλυταιμνήστρας και του Αιγίσθου; Τον υπέδειξα στον κύριο Φωβέλ, ο οποίος πρόκειται να τον αναζητήσει στο πρώτο του ταξίδι στο Άργος: μοναδικό πεπρωμένο που με έκανε να εγκαταλείψω άρον-άρον το Παρίσι για να ανακαλύψω την τέφρα της Κλυταιμνήστρας!

 

Bartholdy, Πύλη των Λεόντων, 1803.

William Martin Leake, by Christian Albrecht Jensen oil on canvas, 1838

Την ίδια χρονιά (1806) ο Άγγλος Συνταγματάρχης William Martin Leake, μέλος της Εταιρείας των Dilettanti, «οργώνει» την ελληνική γη καταγράφοντας με λεπτομέρειες όσα είδε, ενώ καταρτίζει σπουδαίες συλλογές αρχαιοτήτων και νομισμάτων. Ερευνώντας σχολαστικά τους αρχαιολογικούς χώρους του Άργους και των Μυκηνών, σημειώνει τα εξής: Τίποτα δε θα μπορούσε να δείξει πιο έντονα την μεγάλη αρχαιότητα των ερειπίων στις Μυκήνες και το ότι πραγματικά ανήκουν στις μακρινές εποχές που αποδίδονται από τον Παυσανία, από ότι η μοναδικότητα κάποιων τμημάτων τους και η γενικότερη ανομοιομορφία τους με τα άλλα ελληνικά απομεινάρια. Δε βρίσκουμε τίποτα στην Ελλάδα που να μοιάζει με τα λιοντάρια ή τις στήλες μπροστά στην πύλη του μεγάλου θησαυρού ή τους ίδιους τους θησαυρούς…

Αργότερα, λίγο μετά το 1810, έχουμε τις έγχρωμες απεικονίσεις του Άγγλου ζωγράφου και ποιητή William Haygarth και του επίσης Άγγλου αρχιτέκτονα και ζωγράφου Charles Robert Cockerell, του ανθρώπου που ανακάλυψε τον ναό του Δία στην Αφαία και τον ναό του Επικουρίου Απόλλωνα στις Βάσσες Αρκαδίας.

 

William Haygarth, Πύλη των Λεόντων, 1810.

William Haygarth, 1810.

 

Charles Robert Cockerell, Θησαυρός του Ατρέως, Μυκήνες, 1811.

 

Το 1814 σχεδιάζει τον Θησαυρό του Ατρέα ο Εσθονός Βαρόνος Otto Magnus von Stackelberg, ένας από τους πρωτοπόρους στον τομέα της αρχαιολογίας.

 

Η πεδιάδα του Άργους και των Μυκηνών. Λεπτομέρεια λιθογραφίας που σχεδίασε ο Stackelberg και χάραξε ο Brulloff.

 

Ελληνική Επανάσταση

 

Ο Φιλέλληνας, ιστορικός και επικεφαλής του μικτού τάγματος στην πολιορκία της Τρίπολης, Τόμας Γκόρντον. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία.

Η Επανάσταση του 1821 που ακολουθεί, σίγουρα αποτρέπει πολλούς περιηγητές από το να επισκεφθούν την Πελοπόννησο, ενώ όσοι τολμηροί αψηφούν τον κίνδυνο βιώνουν μια μεγάλη απογοήτευση και θλίψη, αντικρίζοντας την καμένη γη που αφήνουν πίσω τους οι καταστροφικές μάχες και τα αντίποινα των Τούρκων. Ωστόσο ούτε η Επανάσταση θα καταφέρει να αναχαιτίσει το περιηγητικό ρεύμα προς την Ελλάδα. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα θα δώσει ένα επιπλέον κίνητρο σε αγνούς φιλέλληνες ή στρατιωτικούς να επισκεφθούν την ελληνική γη και να απαθανατίσουν τις εμπειρίες τους. Ο στρατηγός Gordon, για παράδειγμα, έχοντας πολεμήσει στο πλευρό των Ελλήνων από το 1821, επιστρέφει στην Ελλάδα το 1828 και το 1831 ανακαλύπτει το Ηραίον του Άργους, διενεργώντας ανασκαφές μεγάλης κλίμακας.

Νωρίτερα, το 1823, ο Γερμανός κριτικός τέχνης Johann Jakob Horner απεικονίζει τα τείχη της Ακρόπολης του Άργους καθώς και ορισμένα χαρακτηριστικά σημεία των Μυκηνών.

 

Johann Jakob Horner, Μυκήνες, 1823.

 

Το 1824 δημοσιεύεται το εντυπωσιακό χαρακτικό του Γάλλου ζωγράφου AlexisVictor Joly, ο οποίος ωστόσο δεν επισκέφθηκε ποτέ την Ελλάδα, απλά εμπνεύστηκε από τις απεικονίσεις παλαιότερων περιηγητών.

Το 1829 ο Ουαλλός ζωγράφος Hugh William Williams, γνωστός και ως «ο Έλλην», δημοσιεύει μια χαλκογραφία του με τίτλο «Τοπίο στο Άργος».

 

Hugh William Williams, «Τοπίο στο Άργος», 1829.

 

Expedition scientifique de Morée

 

Ο επόμενος σταθμός του περιηγητισμού στην Αργολίδα ακούει στο όνομα “Expedition scientifique de Morée” (= Επιστημονική Αποστολή στο Μοριά). Το 1828 – 1830, με εντολή του βασιλιά της Γαλλίας Καρόλου του Ι’, 17μελής επιστημονική ομάδα ερευνά εξονυχιστικά, χαρτογραφεί και μελετά τα αρχαία μνημεία και το φυσικό περιβάλλον στο Μοριά. Οι Γάλλοι επιστήμονες (με επικεφαλής τον φυσιοδίφη Bory de Saint-Vincent), χρησιμοποιώντας ως οδηγό τα έργα του Στράβωνα και του Παυσανία καθώς και τα ταξιδιωτικά χρονικά του Pouqueville και του Gell, εντοπίζουν και αποτυπώνουν αρχαιολογικές τοποθεσίες, συντάσσουν χάρτες και δημιουργούν λεπτομερή τοπογραφικά σχέδια. Καρπός των ερευνών αυτών ήταν οι έξι πληρέστατοι τόμοι που εκδόθηκαν λίγα χρόνια αργότερα στο Παρίσι.

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ) – Άργος

 

Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ) – Μυκήνες

 

Το τέλος του περιηγητισμού

 

Η Expedition scientifique de Morée θα αποτελέσει ορόσημο για τον περιηγητισμό στην Ελλάδα, καθώς με το πέρας αυτής ένας σπουδαίος κύκλος κλείνει. Από το 1830 και ύστερα το φαινόμενο του περιηγητισμού εισέρχεται σε μια νέα εποχή, πιο επιστημονική και συστηματική. Η εξονυχιστική έρευνα των Γάλλων επιστημόνων, η θέσπιση του πρώτου αρχαιολογικού νόμου στην Ελλάδα (1833), η γενίκευση της χρήσης ατμοκίνητων και μηχανικών μέσων μεταφοράς (ατμόπλοιο, ατμάμαξα) και η εφεύρεση της φωτογραφίας αργότερα, αποτελούν σημαντικούς παράγοντες που συντελούν στον τερματισμό του περιηγητισμού στην Ελλάδα με την πρώτη αγνή έννοιά του. Καθώς ο ταξιδιώτης βλέπει μόνο αποσπασματικά τα μνημεία και δεν έχει πια τον χρόνο να παρατηρήσει, να εμβαθύνει και να εμπνευστεί από το όλο περιβάλλον τους, χάνεται πια η άμεση επαφή του περιηγητή με τα μνημεία, ενώ η δύναμη της εικόνας, με το άπλετο φως που ρίχνει πάνω στα μνημεία, τυφλώνει τα μάτια της φαντασίας, που ως τότε αποτελούσαν το σπουδαιότερο όπλο κάθε περιηγητή.

Επομένως, τα τεκμήρια που δημοσιεύουν όσοι επισκέπτονται την Ελλάδα μετά το 1830 σταδιακά μεταβάλλουν τον αμιγώς περιηγητικό χαρακτήρα τους και αποτελούν μάλλον ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Με άλλα λόγια, ο περιηγητισμός δίνει τη σκυτάλη στον τουρισμό, όχι όμως με τη σημερινή έννοια της τουριστικής βιομηχανίας.

 

Από την Expedition ως τον Σλήμαν

 

Το επόμενο διάστημα (1830-1875) σπουδαίοι περιηγητές και ταξιδιώτες επισκέπτονται το Άργος και τις Μυκήνες. Καθώς έχουν ήδη ταυτοποιηθεί όλα σχεδόν όσα βρίσκονται πάνω από την επιφάνεια της γης, οι ξένοι ταξιδιώτες επιδίδονται σε αναλυτικές μετρήσεις, εικασίες για την προέλευση των υλικών και συγκρίσεις με άλλα μνημεία αρχιτεκτονικής (Πυραμίδες Αιγύπτου, Stonehenge), ενώ δε λείπουν και οι ανασκαφικές έρευνες.

Το 1832 ο Άγγλος καλλιτέχνης, επίσκοπος και άνθρωπος των γραμμάτων Christopher Wordsworth γίνεται ο πρώτος Άγγλος που γίνεται δεκτός στην Ελλάδα του Όθωνα και σχεδιάζει ένα εντυπωσιακό τοπίο στον ποταμό Ίναχο με φόντο το Άργος.

 

Τοπίο στον Ίναχο. D. Cox jun. Από το βιβλίο του Christopher Wordsworth, «Greece Pictorial, Descriptive and Historical». London 1844.

 

Αργολική ακτή παρά τον Ινάχο. Christopher Wordsworth, « Greece Pictorial, Descriptive and Historical», London 1844.

 

Μια αντίστοιχη άποψη του Άργους βλέπουμε και στο έργο του Άγγλου (γαλλικής καταγωγής) Francis Hervé, το 1837, με την ακρόπολη της Λάρισας να δεσπόζει το βάθος.

 

Άποψη του Άργους 1837. F. Hevre, A residense in Greece and Turkey, London 1837.

 

Την επόμενη χρονιά ο σπουδαίος Σκοτσέζος ζωγράφος και συγγραφέας James Skene περιηγείται στην Αργολίδα και απεικονίζει τον Θησαυρό του Ατρέα στις Μυκήνες.

 

James Skene, Θησαυρός του Ατρέως, Μυκήνες, 1838.

Λίγο αργότερα, το 1841, ο Ιρλανδός φιλόλογος George Newenham Wright φιλοτεχνεί μια άποψη της ακρόπολης των Μυκηνών, συμπεριλαμβάνοντας και την εξίσου εντυπωσιακή χλωρίδα της μυκηναϊκής υπαίθρου.

 

The Citadel of Mycenas. George Newenham Wright, 1841.

 

Στη συνέχεια, και κοντά στο μέσον του 19ου αιώνα, οι Γάλλοι χαράκτες Théodore du Moncel (1843) και Etienne Rey (1867) μας χαρίζουν εντυπωσιακές απόψεις της Πύλης των Λεόντων, του Θησαυρού του Ατρέα και του αρχαίου θεάτρου του Άργους.

 

Théodore du Moncel, Μυκήνες, 1843.

 

Άργος, Th. Du Moncel. Ρωμαϊκά Λουτρά, Αρχαίο Θέατρο, Κάστρο της Λάρισας, 1843.

 

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου Άργους, κάτω αριστερά τα Ρωμαϊκά Λουτρά και στο βάθος το Ναύπλιο, επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα φιλοτεχνούνται και οι εντυπωσιακές ξυλογραφίες που περιλαμβάνονται στη συλλογή με τίτλο «Λεύκωμα» του Κύπριου εμπόρου παλαιών βιβλίων, χαρτών και χαρακτικών Α. Νίκολας, που δημοσιεύτηκε το 1984. Τα χαρακτικά αυτά προέρχονται από τα περιοδικά “The Illustrated London News” και “The Graphic” και αφορούν πολιτικά, πολεμικά, κοινωνικά και άλλα γεγονότα και ζητήματα του Ελληνικού Κράτους και του ελλαδικού χώρου από το 1842 έως το 1885.

 

Α. Νίκολας, 1842-1885

 

Α. Νίκολας, 1842-1885

 

Τέλος, τα φωτογραφικά ντοκουμέντα των Schliemann, Cabrol και Reisinger αποτυπώνουν την ακριβή κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι αρχαιολογικοί χώροι του Άργους και των Μυκηνών στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα.

 

Ο Ερρίκος Σλήμαν μιλώντας σε ακροατήριο στο Λονδίνο για τις ανασκαφές που πραγματοποίησε στις Μυκήνες. H ομιλία έγινε στο Burlington House στην Πλατεία Piccadilly, στην Εταιρία Αρχαιοτήτων του Λονδίνου, (από Αγγλική εφημερίδα της εποχής). Αρχείο: Κώστας Καράπαυλος.

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης στο Άργος, το 1927. Φωτογραφία «Επτά Ημέρες Καθημερινή», Κυριακή 2 Νοεμβρίου 1997. Αρχείο: Ελένη Καζαντζάκη.

Λίγο πριν το 1927 επισκέπτεται το Άργος ο Νίκος Καζαντζάκης και μας χαρίζει μια εντυπωσιακή περιγραφή της πόλης και των κατοίκων της: Άργος. Η πολιτεία, η εκκλησιά, οι καρέκλες, οι καφενέδες, τα ποτήρια τα νερά…Οι Νεοέλληνες. Σκυθρωπά μούτρα, βου­λιαγμένα μάγουλα, μάτια γαρίδα. Σε κοιτάζουν σα να είσαι κριάρι και θέλουν να σε αγοράσουν. Σε ψάχνουν με το μάτι, ερευνούν τα παπούτσια σου, τα ρούχα, τα καπέλα. Ζυγιάζουν. Τους τρώει το σαράκι -ποιος είσαι; τι καπνό φουμάρεις; τι ήρθες στον τόπο τους να πουλήσεις ή ν’ αγοράσεις; Γουρούνια κυκλοφορούν στους δρόμους, νεαροί επαρχιακοί νταντήδες κάθονται στα καφενεία, μα γυναίκα δεν υπάρχει. Όλη η πλατεία γεμάτη μουστάκια. Πλήθος καλοθρεμμένοι παπάδες. Η εκκλησιά, τριγυρισμένη από καφενέδες, λάμπει γλυκά με το κίτρινο της χρώμα, με το λιγνό σβέλτο καμπα­ναριό της.

 

Η συμβολή των περιηγητών στην ανάδειξη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού

 

Πολύ πριν τον Σλήμαν, λοιπόν, οι ξένοι περιηγητές ήταν αυτοί που ήρθαν στη χώρα μας και επανέφεραν στο φως τα κομμάτια που μας ένωναν με το ένδοξο παρελθόν. Οι άνθρωποι αυτοί, ανεξάρτητα από τα κίνητρα και τους σκοπούς του καθενός, έδωσαν σπουδαία ώθηση σε έναν λαό εξαθλιωμένο από το σκοτάδι της Τουρκοκρατίας και εξαντλημένο από τη δίνη της Επανάστασης, ώστε να ανάψει τη φλόγα του αγώνα για ελευθερία και να δημιουργήσει τις βάσεις ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η παρουσία ξένων αρχαιόφιλων στα μισοθαμμένα ερείπια της αρχαίας Ελλάδας κινεί την περιέργεια των γηγενών, που ενδιαφέρονται να ανακαλύψουν και να συντηρήσουν τα λείψανα του αρχαιοελληνικού παρελθόντος.

Ακόμα, τα περιηγητικά χρονικά που δημοσιεύονται στην Ευρώπη στις αρχές του 19ου αιώνα γίνονται ανάρπαστα και συντελούν σε πολύ μεγάλο βαθμό στην ανάπτυξη του κινήματος του Φιλελληνισμού. Οι περισσότεροι άλλωστε από τους περιηγητές της επαναστατικής περιόδου πολέμησαν για την ελευθερία της Ελλάδας ή συνέβαλαν με κάθε δυνατό μέσο.

Ωστόσο η σημαντικότερη ίσως συμβολή των περιηγητικών κειμένων είναι το γεγονός ότι έχουν καταγράψει γεγονότα και στιγμιότυπα του καθημερινού βίου και της κοινωνίας των Ελλήνων που έχουν διαφύγει της ιστορίας και δείχνουν ανάγλυφα τις κοινωνικοπολιτικές ζυμώσεις του ελληνικού λαού. Η δε ζωντάνια των περιγραφών και των απεικονίσεων εξάπτει την περιέργεια και προκαλεί τη φαντασία, κάνοντάς μας να ζούμε το παρελθόν στο παρόν.

 

Αξιοποίηση των περιηγητικών κειμένων και απεικονίσεων

 

Το Άργος και οι Μυκήνες ως εξαιρετικοί πρεσβευτές του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού προάγονται μέσα από τα έργα των περιηγητών σε πολιτιστικά μνημεία παγκόσμιας πλέον εμβέλειας. Τα περιηγητικά κείμενα και οι απεικονίσεις που αφορούν τον τόπο μας αποτελούν ένα ανεκτίμητης αξίας πολιτιστικό κεφάλαιο. Μια τεράστια δεξαμενή σημαντικών πολιτισμικών, λαογραφικών, αρχαιολογικών και κοινωνικών στοιχείων που παραμένει ανεκμετάλλευτη. Όλα αυτά τα κείμενα και οι απεικονίσεις (250 σε αριθμό) θα μπορούσαν κάλλιστα να αποτελέσουν έναν άκρως ενδιαφέροντα τόμο μιας ευρύτερης συλλογής με θέμα: «Το Άργος και οι Μυκήνες των περιηγητών».

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία


 

  • Αγγελομάτη – Τσουγκαράρη Ε., Τα ταξίδια του λόρδου Γκίλφορδ στην Ανατολική Μεσόγειο, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 2000.
  • Αυγουστίνου Ο., Ιδανικά ταξίδια. Η Ελλάδα στη γαλλική ταξιδιωτική λογοτεχνία, 1550-1821, μετάφραση Π. Ντάλτα, Εκδόσεις ΜΙΕΤ, Αθήνα 2003.
  • Γεωργοπούλου Μ., Guilmet C., Πίκουλας Ι., Στάικος Κ., Τόλιας Γ., Στα βήματα του Παυσανία – Η αναζήτηση της ελληνικής αρχαιότητας, Πρόγραμμα «Ανοιχτές Θύρες» – 2ος Κύκλος του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών σε συνεργασία με τη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη – Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών, Εκδόσεις Κότινος, Αθήνα 2007.
  • Δανούσης Κ., «Ο William Martin Leake στο Άργος (1806)», Δαναός 2 (2001), 68-77.
  • Κολοκοτρώνη Β. – Μήτση Ε., Στη χώρα του φεγγαριού. Βρετανίδες περιηγήτριες στην Ελλάδα (1718-1932), μετάφραση Σ. Αυγερινού, Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2007 (β’ έκδ.).
  • Κούρια Α., Το Ναύπλιο των περιηγητών, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., Αθήνα 2007.
  • Λακαριέρ Ζ., Στα ίχνη του Παυσανία – Περίπατοι στην Αρχαία Ελλάδα, μετάφραση Ειρήνη Α. Ραφαήλ, Εκδόσεις Χατζηνικολή, Αθήνα 2007.
  • Moore D., Rowlands E., Karadimas N., In search of Agamemnon – Early travellers to Mycenae, Cambridge Scholars Publishing, Newcastle 2014.
  • Μουλλάς Π. – Μέντζου Β., Σελίδες για την Ελλάδα του 20ού αιώνα, κείμενα Γάλλων ταξιδιωτών, Β’ έκδοση, Εκδόσεις Ολκός, Αθήνα 1995.
  • Παπαχατζής Ν., Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις. Κορινθιακά-Λακωνικά, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1976.
  • Pouqueville F., Ταξίδι στην Ελλάδα, Πελοπόννησος, μετάφραση Ν. Μολφέτα, Εκδόσεις Συλλογή, Αθήνα 1995.
  • Σατωβριάνδος, Οδοιπορικόν, Α’ τόμ., μετάφραση: Εμμανουήλ Ροΐδης, Εκδόσεις Συλλογή, Αθήνα, ανατύπωση πρώτης έκδοσης 1860.
  • Σιμόπουλος Κ., Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τόμ. 1-4, Εκδόσεις Στάχυ, Αθήνα 2001.
  • Σπαθάρη Ε., «Το αρχαιολογικό μουσείο των Μυκηνών», Αργειακή γη 2 (2004), 77-98.
  • Σπηλιοπούλου, Ιωάννα: «Το ταξίδι του Φρειδερίκου Θειρσίου στην Ελλάδα (1831-1832) μέσα από τις επιστολές του προς τη σύζυγό του ως πηγή αρχαιολογικής μαρτυρίας για την Πελοπόννησο». Στo: Σωτήριος Γ. Ραπτόπουλος (Επιμ.), Η αρχαιολογία στην Πελοπόννησο, αρ. 2. Πρακτικά Διημερίδας «Η ιστορική και αρχαιολογική έρευνα στην Πελοπόννησο, όπως προκύπτει από τα αρχεία των Γ.Α.Κ. Νομών Πελοποννήσου και αρχεία άλλων φορέων για την Πελοπόννησο» (Τρίπολη, 4-5 Οκτωβρίου 2013). Τρίπολη: Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, Πελοποννησιακών Σπουδών 2014: 283-307.
  • Stoneman R., Αναζητώντας την Κλασική Ελλάδα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1996.
  • Στράβων, Γεωγραφικά,  βιβλίο 8ο, μετάφραση Π. Θεοδωρίδης, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1994.
  • Τσελεμπί Ε., Οδοιπορικό στην Ελλάδα (1668-1671), απόδοση Δ. Λούπης, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 1999 (β’ έκδ.).
  • Τσιγκάκου Φ.-Μ., Η Αθήνα με τα μάτια των ζωγράφων-περιηγητών 16ος-19ος αιώνας, Εκδόσεις «Τέχνης Οίστρος», Αθήνα 2007.

 

© Δημήτρης Τότσικας

Φιλόλογος

Read Full Post »

Παράκτιοι Απολιθωματοφόροι Σχηματισμοί – Ζωή του Παρελθόντος


 

Η ιστορία των φυσικών επιστημών δεν ακολουθεί μια γραμμική πορεία στον χρόνο.   Υπερφυσικές αντιλήψεις της πρώιμης ανθρώπινης σκέψης αλληλοκαλύπτονται με φιλοσοφικές θεωρήσεις για τον κόσμο, που και αυτές με την σειρά τους συμπλέκονται και συμπορεύονται με νεότερες επιστημονικές ιδέες βασισμένες στο πείραμα και την παρατήρηση. Επιπρόσθετα, οι οικονομικές, κοινωνικές και θρησκευτικές αντιλήψεις κάθε εποχής και τόπου, δημιουργούν τον καμβά πάνω στον οποίον παλιές και νέες ιδέες αλληλοσυγκρούονται.

Τα κάθε λογής υπολείμματα ή ίχνη οργανισμών (ζώων και φυτών) που διατηρούνται μέσα στους γεωλογικούς σχηματισμούς καλούνται απολιθώματα (από +λίθος=πέτρα, αγγλικά fossil, από το λατινικό fossilis=εξορυγμένος) (Stearn & Carroll 1989, Babin 1991).

Το απολίθωμα αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του γεωλογικού περιβάλλοντος, που το φιλοξενεί (πέτρωμα) και των γεωλογικών διεργασιών που το δημιούργησαν, ενώ, παράλληλα, συνιστά τη μαρτυρία ενός οργανισμού που έζησε σε κάποιο πραγματικό παρελθόντα χρόνο και τόπο. Το απολίθωμα συμπυκνώνει στην ύλη και μορφή του πληροφορίες που καλούνται να ανιχνεύσουν και ερμηνεύσουν οι βιολογικές και γεωλογικές επιστήμες. Με άλλα λόγια, τα απολιθώματα είναι τα γράμματα με τα οποία ο πλανήτης μας γράφει την ιστορία του, ενώ τα στρώματα (πετρώματα) της Γης είναι οι σελίδες της.

 

Θωράκιο του Ταφικού Κύκλου Α των Μυκηνών, από κογχυλιάτη λίθο.

 

Τα απολιθώματα διακρίνονται σε δύο γενικές κατηγορίες: α) τα σωματικά απολιθώματα (body fossils), τα οποία αντιπροσωπεύουν διατήρηση σωματικού ιστού, συνήθως σκληρά εσω – ή εξω – σκελετικά μέρη ή σπανιότερα το σύνολο των σκληρών ή ακόμη πιο σπάνια και των μαλακών μερών του οργανισμού και β) τα ιχνοαπολιθώματα (trace fossils ή ichnofossils), τα οποία αποτελούν μαρτυρίες της παρουσίας και δράσης του οργανισμού χωρίς όμως να διατηρείται ο ίδιος (π.χ. ίχνη βάδισης, ερπυσμού).

 

Αμμωνίτης Επιδαύρου από το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Ασκληπιείου Επιδαύρου.

 

Η χρονική κλίμακα της Παλαιολιθικής προιστορίας στηρίζεται στην γεωλογική κλίμακα του χρόνου και σε αλληλένδετα γεωλογικά-κλιματικά φαινόμενα, όπως οι παγετώδεις και οι μεσοπαγετώδεις περίοδοι του Τεταρτογενούς.

Το Τεταρτογενές που είναι η πιο σημαντική περίοδος για την εξέλιξη του Ανθρώπου (HOMO SAPIENS – Ο Σοφός Άνθρωπος) χωρίζεται σε: Πλειστόκαινο (από 1,8 εκατ. χρόνια έως 10.000 χρόνια πριν από σήμερα) και Ολόκαινο (από 10.000 χρόνια έως σήμερα), που είναι δύο πολύ σημαντικές περίοδοι της εξέλιξης.

Στο Πλειστόκαινο, που είχε διάρκεια 1,8 εκατ. χρόνια, υπήρξαν τέσσερις παγετώδεις περίοδοι με τα αντίστοιχα μεσοπαγετώδη διαστήματα. Μέσα στο Πλειστόκαινο εξαφανίστηκε ο Homo habilis (Ο ικανός άνθρωπος), και εμφανίστηκαν ο Homo erectus (ο όρθιος άνθρωπος) πριν 1,6 εκατ. χρόνια, ο Homo sapiens neandertalis πριν 80.000 χρόνια και ο Homo sapiens sapiens (ο σοφότατος άνθρωπος) πριν 35.000 χρόνια. Η Πλειστοκαινική περίοδος συμπίπτει σχεδόν  με την Παλαιολιθική εποχή. Στα απολιθώματα δόθηκε  υπερφυσική διάσταση, μέσα στο γενικό κλίμα δεισιδαιμονικών και μυθολογικών θεωρήσεων για την φύση, που φαίνεται  να κυριαρχεί και στην αντίληψη των πρώτων ιστορικών χρόνων.

Ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος (570 π.Χ. – 480 π.Χ.)

Μια νέα αντίληψη αρχίζει να διαμορφώνεται από το 700 π.χ, στην αρχαία Ιωνία. Εκεί  Έλληνες φιλόσοφοι θέτουν τους θεμέλιους λίθους της επιστήμης. Μερικοί απ’ αυτούς όπως, ο Θαλής ο Μιλήσιος (640-550 π.χ), ο Αναξίμανδρος (610-545 π.χ), ο Πυθαγόρας (580-500 π.χ), ο Ξενοφάνης  ο Κολοφώνιος (570-480 π.χ) και ο Ηρόδοτος (484-425 π.χ) θα αναγνωρίσουν την οργανική προέλευση των απολιθωμάτων (Kuban 2000, Δερμιτζάκης & Τσούρου 2002, Παυλίδης 2007). Γι αυτούς  τα απολιθωμένα όστρακα σε διάφορες περιοχές της ενδοχώρας του τότε γνωστού κόσμου, αποτελούν μαρτυρίες της αλλοτινής παρουσίας της θάλασσας εκεί.

Σχεδόν δύο αιώνες μετά, ο Αριστοτέλης (384-322 π.χ) στα Μετεωρολογικά του, θα ενστερνισθεί τις απόψεις αυτές θεωρώντας ότι τα απολιθωμένα όστρακα υπήρξαν κάποτε ζώντες οργανισμοί. Ωστόσο, παρανοήσεις επικρατούν μέχρι και τον Μεσαίωνα (500-1450 μ.Χ.), συνδυάζοντας δύο αντιθετικές αντιλήψεις για την ιστορία της Γης και της Ζωής:

Την αριστοτέλεια φιλοσοφία αφενός, που θεωρεί τον κόσμο, τα φυτά και τα ζώα αιώνια, αδημιούργητα και αμετάβλητα και αφετέρου την αναδυόμενη στον δυτικό κόσμο βιβλική διδασκαλία, που θεωρεί το σύμπαν και τα περιεχόμενά του δημιουργήματα του Θεού και την ηλικία της πλάσης μόλις μερικών χιλιάδων χρόνων (Kuban 2000, Δερμιτζάκης & Τσούρου 2002). Στον Μεσαίωνα τα απολιθώματα αντιμετωπίζονται ως έργα του Θεού ή του Διαβόλου, ιδιοτροπίες της φύσης υπολείμματα του κατακλυσμού του Νώε ή το αποτέλεσμα «πλαστικής δύναμης» (vis plastica), μιας ακαθόριστης ενδογενούς διεργασίας της Γης.

Ο πολυσχιδής αναγεννησιακός ζωγράφος Λεονάρντο ντα Βίντσι (1452-1519) σηματοδοτεί την είσοδο στην περίοδο του πολιτιστικού κινήματος της Αναγέννησης (14ος-17ος αιώνας), κατά την οποία αναπτύσσεται η σύγχρονη επιστημονική μέθοδος, που αλλάζει οριστικά τον τρόπο μελέτης του κόσμου (Kuban 2000, Δερμιτζάκης 2002). Παρατηρώντας απολιθώματα στα ιζήματα της Λομβαρδίας όπου κατοικούσε σημειώνει: Πάνω από τις πεδιάδες της Ιταλίας, όπου σήμερα πετάνε σμήνη πουλιών, κολυμπούσαν κάποτε κοπάδια από ψάρια. Διαπίστωσε επιπλέον ότι οι διάφοροι ορίζοντες απολιθωμάτων αντιστοιχούν σε διαφορετικούς χρόνους δημιουργίας/καταστροφής, αμφισβητώντας  με τεκμήρια την ευρύτατη διαδεδομένη αντίληψη πως όλα προέρχονται από τον βιβλικό Κατακλυσμό. Είναι η εποχή του Γαλιλαίου, του Νεύτωνα, του Ντεκάρτ, του Μπέικον κ.ά. Εντούτοις, η κοινή αντίληψη αλλά και μεγάλη μερίδα των λογίων της εποχής , εξακολουθούν να πιστεύουν  πως τα απολιθώματα προέρχονται από τον κατακλυσμό του Νώε ή άλλες καταστροφές που συνέβησαν λίγες μόλις χιλιάδες χρόνια πριν.

Στα τέλη του 17ου και αρχές 18ου αιώνα, η επιστημονική επανάσταση θα οδηγήσει την Γαλλία και άλλες ευρωπαικές χώρες στον Διαφωτισμό, της ανερχόμενης αστικής τάξης του Βολταίρου, του Μοντεσκιέ, του Ντιντερό,του Ρουσσώ κ.ά.

Η γαλλική Επανάσταση (1789-1799) θα φέρει μία ακόμη καινοτομία στις επιστήμες της φυσικής ιστορίας. Οι διατηρούμενες από την Αναγέννηση ιδιωτικές συλλογές αξιοπερίεργων αντικειμένων (συμπεριλαμβανομένων των απολιθωμάτων, γνωστές ως Cabinet de Curiosites ή Wunderkammer (Δωμάτια Αξιοπερίεργων ή Θαυμάτων) θα φύγουν από τα χέρια της εκπίπτουσας αριστοκρατίας του 18ου αιώνα, δημιουργώντας τα πρώτα δημόσια ευρωπακά Μουσεία Φυσικής Ιστορίας. Είναι γνωστο ότι μέσα από το σύνολο των υλικών καταλοίπων ανθρωπογενών αλλά και ζωικών/φυτικών που έρχονται στο φως σε μια αρχαιολογική ανασκαφή, μια ξεχωριστή κατηγορία που χρήζει ειδικής μελέτης είναι αυτή των μαλακίων.

Τα μαλάκια συνιστούν μια συνομοταξία του ζωικού βασιλείου που χαρακτηρίζεται από τεράστια ποικιλομορφία ειδών. Υπολογίζεται ότι ο αριθμός τους φτάνει τα 150.000 αρτίγονα είδη και είναι η δεύτερη συνομοταξία μετά τα αρθρόποδα. Μαλάκια σημαίνει ζώα με μαλακό σώμα και στην πλειοψηφία τους καλύπτονται από σκληρό κέλυφος.

Tο μέρος του μαλακίου που αντιστέκεται στη φθορά του χρόνου είναι το  εξωτερικό του κέλυφος, αποκτώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο αρχαιολογική αξία. Το όστρεο, λοιπόν, στα μαλάκια εκκρίνεται από την εξωτερική αδενική επιφάνεια του μανδύα, ο οποίος καλύπτει το μαλακό σώμα του ζώου.  Tα εξωτερικά κελύφη των μαλακίων (με εξαίρεση τα πολυπλακοφόρα) είναι βασικά όμοια: υπάρχει ένα εξωτερικό στρώμα, το περιόστρακο, που αποτελείται από κεράτινη ουσία, την κογχυολίνη, και χρωστικές. Το στρώμα αυτό προστατεύει τα υποκείμενα στρώματα από οξέα που περιέχονται στο νερό και δίνει το χρώμα στο κέλυφος. Έχει οργανική σύσταση και δε διασώζεται αρχαιολογικά. Το υπόλοιπο κέλυφος είναι ασβεστιτικό.

Χάρις στην αξιοσημείωτη ανθεκτικότητά τους σε συνθήκες φυσικής ή χημικής διάβρωσης,-γεγονός που οφείλεται στην παρουσία του ανθρακικού ασβεστίου στην σύστασή τους -τα θαλάσσια μαλάκια αποτελούν σύνηθες εύρημα αρχαιολογικών θέσεων και ιδιαίτερα αυτών που βρίσκονται κοντά στην θάλασσα.

Τα μαλάκια, είτε προέρχονται από την θάλασσα, είτε είναι του γλυκού νερού ή και χερσαία, συνιστούν μια κατηγορία του ζωικού βασιλείου που απ’ ότι φαίνεται αποτέλεσε αντικείμενο συλλογής και κατανάλωσης από τον άνθρωπο, μάλλον σ’ ένα ύστερο στάδιο της εξέλιξής του, γύρω στα 300.000 χρόνια από σήμερα (Claassen 1998).

Η συστηματική εκμετάλλευση οστράκων διαπιστώνεται αρχαιολογικά, σε οικουμενική κλίμακα μόλις κατά την γεωλογική περίοδο του Ολόκαινου (περίπου 10.000 χρόνια από σήμερα). Τα ευρήματα της παλαιολιθικής περιόδου είναι περιορισμένα, γεγονός που ίσως οφείλεται στις δραματικές αλλαγές που γνώρισε η επιφάνεια και το κλίμα του πλανήτη κατά το πέρας του Πλειστόκαινου, με πιο βασική την άνοδο της στάθμης της θάλασσας, που με την σειρά της οδήγησε στον καταποντισμό απέραντων παραθαλάσσιων εκτάσεων.

Με την έναρξη του Ολοκαίνου και την σταδιακή σταθεροποίηση των ακτογραμμών στην κατάσταση που είναι σήμερα, διαπιστώνεται μια αλλαγή και αρχίζει πλέον η συστηματική κατανάλωση οστρέων από τον άνθρωπο σε παγκόσμιο επίπεδο, από την Ιαπωνία μέχρι την Γη του Πυρρός και από την Καλιφόρνια έως την Τασμανία.

Στην Ελλάδα, οι πρώτες μνείες για μαλακολογικό υλικό γίνονται από τον Τσούντα στο έργο του για τις Κυκλάδες το 1898-1899, μόλις το 1968.

Ο N. j. Shackleton στήνει τον θεμέλιο λίθο στην έρευνα, δημοσιεύοντας τις πρώτες συστηματικές μελέτες για τα είδη των μαλακίων που συλλέχθηκαν από τις ανασκαφές στην νεολιθική Κνωσσό (1968). Αξιοσημείωτη είναι η ογκώδης και συνάμα φιλόδοξη εργασία της Judith C. Shackleton για τα μαλάκια από το σπήλαιο Φράχθι της Αργολίδας (1988).

Τα μαλάκια υπήρξαν, ανέκαθεν, μια από τις θεμελιώδεις πηγές διατροφής του προϊστορικού ανθρώπου στο Αιγαίο. Τόσο τα θαλάσσια όσο και του γλυκού νερού, αλλά και τα χερσαία, έπαιζαν πάντοτε έναν ρόλο έστω και περιορισμένο στο διατροφικό σύστημα των διαφόρων κοινωνιών του πλανήτη. Οι λόγοι που συνετέλεσαν σ’ αυτό είναι αφενός η ευκολία με την οποία συλλέγονται και αφετέρου η θρεπτική τους αξία (Καραλή 2001). Το κέλυφος των μαλακίων χρησιμοποιήθηκε ευρέως από τον προϊστορικό άνθρωπο (αλλά μέχρι και σήμερα) ως αντικείμενο διακόσμησης. Εκτός από κόσμημα, το όστρεο του μαλακίου χρησιμοποιήθηκε από τον άνθρωπο και ως εργαλείο, για το σχήμα του, την ευκολία κατεργασίας του και την ανθεκτική του φύση.

Όπως έχει αποδειχτεί, τα όστρεα κατά την προϊστορία χρησίμευσαν και ως ανταλλάξιμα προϊόντα που μάλιστα, μέσω πολύπλοκων δικτύων ταξίδευαν εκατοντάδες χιλιόμετρα στην ενδοχώρα της Ευρώπης. Ο λόγος γίνεται για τα περίφημα βραχιόλια από Spondylus (σπανιότερα και από Glycimeris) τα οποία κατά τη διάρκεια της Μέσης και Νεότερης νεολιθικής είχαν αποκτήσει μεγάλη ανταλλακτική αξία, γι’ αυτό και τα βρίσκουμε σε προϊστορικές θέσεις των Βαλκανίων και της ανατολικής Ευρώπης (Karali 1999: 47).

Όπως με όλα τα αντικείμενα του υλικού πολιτισμού και του φυσικού περίγυρου του ανθρώπου, έτσι και στα κοχύλια είχαν αποδοθεί ιδιότητες συμβολικές ήδη από τα πανάρχαια χρόνια. Ο χρωματισμός της επιφάνειάς τους, το σχήμα, το μέγεθος είναι οι πιο εμφανείς παράγοντες για την απόκτηση μιας πλειάδας συμβολισμών που έχουν σχέση αφενός με τη γυναικεία γονιμότητα και σεξουαλικότητα και αφετέρου με την επιθυμία για ευτυχισμένο βίο, για ευζωία (Claassen 1998: 203).

Τα μαλάκια, εκτός από τις πληροφορίες που μας προσφέρουν για τις διατροφικές, κοινωνικές και γενικότερες πολιτιστικές συνήθειες των προϊστορικών πληθυσμών, αποτελούν αξιόλογους αρχαιοπεριβαλλοντικούς δείκτες (Καραλή 2002α: 745).

Η γνώση των τόπων διαβίωσης, το σχήμα και μέγεθος του οστρέου καθώς και η χημική ανάλυση της σύστασής του παρέχουν χρήσιμες ενδείξεις για το μορφοκλιματολογικό πλαίσιο της εποχής, δηλαδή την παλαιογεωγραφία, τις κλιματικές συνθήκες και την πανίδα της εκάστοτε περιοχής. Έτσι για παράδειγμα, σε ιζήματα μιας θαλάσσιας επίκλυσης που έγινε στο Πλειστόκαινο (Τυρρήνιο) συναντάμε συνήθως τα χαρακτηριστικά είδη Natica lactea, Strombus bubonius, Conus guinaicus που δείχνουν θερμή μεσοπαγετώδη εποχή.

Το Strobus bubonius είναι ένα γαστερόποδο που έζησε στην τελευταία Μεσοπαγετώδη  Περίοδο του Πλειστοκαίνου, όταν  το επίπεδο της θάλασσας ήταν πέντε (5) μέτρα υψηλότερα από ότι είναι σήμερα. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, το strombus bubonius αποτελεί τον «μάρτυρα»  που δείχνει ότι η θερμή θάλασσα από το Γιβλαρτάρ εισχώρησε στην Μεσογειακή λεκάνη.

 

Strombus bubonius

 

Στην ακτή Αρβανιτιάς, στο Ναύπλιο, είναι γνωστή απολιθωματοφόρος εμφάνιση Τυρρηνίου που περιγράφεται από τον Keraudren (1970-72). Αντιπροσωπεύεται από επικλυσιγενή κροκαλοπαγή και ψηφιδοκροκαλοπαγή, εντός των οποίων διατηρούνται τα πλέον ανθεκτικά απολιθώματα Strombus bubonius.

 

Λεπτομέρεια της εμφάνισης strombus bubonius στην ακτή της Αρβανιτιάς.

 

Στην παραλία της Αρβανιτιάς, ο βράχος είναι ασβεστόλιθος, που έχει υποστεί έντονη διαγένεση και το υλικό από το οποίο προήλθε είναι ο άργιλος Πρόκειται σύμφωνα με τους γεωλόγους για «νεαρό βράχο», μόλις 120.000 ετών ή και νεότερο μόλις 80.000 ετών!

 

Μαρία Βασιλείου

Βιολόγος-Ωκεανογράφος

MS, στην Οργάνωση και Διοίκηση, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »