Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Γλωσσολογία και ορθογραφία


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη, Διευθύνουσας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας στην Ακαδημία Αθηνών, με θέμα:

«Γλωσσολογία και ορθογραφία»

 

 

Πολύς κόπος καταβάλλεται σε έγκριτα λεξικά της νεοελληνικής γλώσσας προκειμένου να μας πείσουν ότι η γραφή αβγό και αφτί είναι η σωστή έναντι της σχολικής (όπως τη χαρακτηρίζουν) ορθογραφίας αυγό και αυτί. Εξετάζοντας την επιχειρηματολογία τους, βρίσκω αδύνατα σημεία.

Στο Λεξικό Μπαμπινιώτη (σ. 43) παρουσιάζεται η ακόλουθη πορεία για τη λ. αυγό: τα ωά > ταωά > ταuά > ταγuά > ταuγά. Το u θεωρείται από τους γλωσσολόγους φωνηεντικό ημίφωνο, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση εμφανίζει συμφωνική προφορά /v/ πριν από το ηχηρό γ. Τι εμποδίζει λοιπόν να μη μεταγράψουμε ταuγά ως τ’ αυγά, αφού και οπτικώς το u ταιριάζει με το υ, και ουσιαστικώς ο συνδυασμός αυ– αποδίδει το /v/ που έχει προκύψει από τη φωνητική εξέλιξη; Υπενθυμίζω ότι οι συνδυασμοί αυ– και ευ– στη νεοελληνική έχουν διπλή προφορά: αβ και εβ μπροστά από φωνήεν ή ηχηρό σύμφωνο, ενώ αφ και εφ μπροστά από άηχο σύμφωνο (π.χ. αύρα, Αύγουστος, ευωδιάζω, ναύτης, ευχαριστώ). Το επιχείρημα ότι η λ. αυγό «δεν δικαιολογείται να γραφεί με δίφθογγο αυ-, διότι η δίφθογγος δεν υπήρχε εξ αρχής στη λέξη» δεν ευσταθεί, καθώς ούτε ο συνδυασμός αβ– υπήρχε εξαρχής στη λέξη. Τόσο το αυ– όσο και το αβ– αποδίδουν εξ ίσου καλά τη φωνητική εξέλιξη /av/· ως εκ τούτου η λέξη μπορεί να γραφεί διττώς. Παρομοίως το αυτί (έ.α. σ. 337). Η πορεία της λέξης είναι: τα ωτία > ταουτία > tautia > tavtia > taftia. Η φωνητική εξέλιξη /af/ δηλώνεται στα νέα ελληνικά είτε με το αυ- είτε με το αφ-. Είναι θέμα προτίμησης να γραφεί αυτί ή αφτί καθώς δεν υπάρχει ετυμολογική βάση ούτε για το υ ούτε για το φ.

Επειδή βρίσκω τις γραφές αυγό και αυτί πολύ πιο κοντά στις βαθμίδες ταuγά και ταουτία, επειδή αγαπώ να χρησιμοποιώ φωνήεντα καθώς η ελληνική (γλώσσα πλούσια σε φωνήεντα) είναι η μητρική μου γλώσσα, επιλέγω τη γραφή με –υ-. Το υ δείχνει στα μάτια μου πιο κομψό και χαρούμενο, είναι ανοιχτό και βλέποντάς το ανοίγει η ψυχή μου έναντι των κλειστών β, φ.

Η λ. ορθοπαιδική είναι άστοχη για να αποδώσει τον ιατρικό κλάδο που ασχολείται με τις παθήσεις του μυοσκελετικού συστήματος. Οι ιατροί αυτού του κλάδου δεν ασχολούνται μόνο με παιδιά (ώστε να ευσταθεί η λέξη), αλλά μ’ όλες τις ηλικίες. Με βάση την ανωτέρω γραφή θα έπρεπε οι θεράποντες ιατροί ανάλογα με τον ασθενή τους ν’ αποκαλούνται ορθοβρεφικοί, ορθοεφηβικοί, ορθονεανικοί, ορθογεροντικοί, κ.λπ. Όμως κάτι τέτοιο είναι γελοίο. Tο ίδιο γελοίο είναι να χαρακτηρίζονται οι νάρθηκες για τετράποδα (σκύλους, γάτες, πρόβατα, κατσίκια, κ.λπ.) ως ορθοπαιδικοί!

Όταν το 1741 ο Γάλλος Nicolas Andry έπλασε τον όρο ορθοπαιδική, έπραξε ορθώς διότι αντικείμενο της ενασχόλησής του ήταν αποκλειστικά οι σωματικές δυσπλασίες των παιδιών. Τώρα όμως ο όρος δεν καλύπτει όλη την ειδικότητα. Μυοσκελετική και μυοσκελετικός ιατρός αποτελούν κατά τη γνώμη μου επιτυχέστερους χαρακτηρισμούς. Πάντως, μέχρι να βρεθεί ένας καλύτερος όρος για τον συγκεκριμένο κλάδο (η Εταιρεία τους θα μπορούσε να προκηρύξει μέσω διαδικτύου ένα βραβείο σ’ όποιον καταθέσει την καλύτερη πρόταση), καλύτερα να χρησιμοποιείται η γραφή ορθοπεδική, ορθοπεδικός. Αφήνοντας στην άκρη κατά πόσον η γραφή με –ε– οφείλεται σε παρετυμολογική σύνδεση ή όχι, θα προσπαθήσω ν’ ανιχνεύσω εκ των υστέρων την ετυμολογία της λέξης μήπως αποδειχθεί κατάλληλη για τη χρήση που επιθυμούμε. Το ρ. ορθόω σημαίνει και ‘κτίζω’, η πέδη σημαίνει ‘δεσμός’. Με τη σημασία στον ενικό χρησιμοποιεί τη λέξη ήδη ο Σημωνίδης (μέσα 7ου αι. π.Χ., απ. 7.116 W.) και στον ενικό την ερμηνεύουν ο Ηρωδιανός (Επιμερ. σ. 105.9 Boiss. πέδη, ο δεσμός), ο Ησύχιος (λ. πέδη), διάφορα βυζαντινά λεξικά όπως το Etymologicum genuinum (λ. ανδράποδον), το λεξικό τού Ζωναρά (λ. πέδη), κ.ά. Οι γιατροί αυτού του κλάδου προσπαθούν να θεραπεύσουν το πονεμένο ή τραυματισμένο μέρος του σώματος ‘δένοντάς’ το με νάρθηκες, ζώνες, κολάρα, κ.λπ. Αν δεν είναι σε θέση να χρησιμοποιήσουν τον σωστό δεσμό, τότε ο ασθενής κινδυνεύει να μετατραπεί σε νευρόσπαστο που τρεκλίζει. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η γραφή ορθοπεδική / ορθοπεδικός μπορεί να χρησιμοποιηθεί άφοβα για να περιγράψει τον συγκεκριμένο ιατρικό κλάδο.

 

Γλωσσολογία και ελληνικά

 

Αρκετούς αλλόκοτους όρους σε –ότητα έχουν πλάσει και χρησιμοποιούν οι γλωσσολόγοι: αποδεκτότητα, γραμματικότητα, καταστασιακότητα, κειμενικότητα, πληροφορητικότητα, προθετικότητα, κ.ο.κ. Πρόκειται για μη ευφυείς νεολογισμούς που έχουν προκύψει από τη μετάφραση αντίστοιχων αγγλικών όρων. Ο απλός χρήστης της νεοελληνικής απογοητεύεται καθώς θα περίμενε από επιστήμονες της γλώσσας να της φερθούν καλύτερα. Αντ’ αυτού αποδεικνύεται ότι ο γλωσσολόγος δεν ισοδυναμεί με τον ικανό γλωσσοπλάστη. Όσο για τον όρο σύμπλοκο που χρησιμοποιούν προκειμένου ν’ αποδώσουν φράσεις όπως φαύλος κύκλος, παιδική χαρά, λευκός θάνατος, κ.λπ., μου φέρνει στο νου ελληνικούρες σοφολογιότατων. Κατά τη γνώμη μου η λ. σύμπλεγμα (ενν. λέξεων) είναι πιο ομαλή και ταιριαστή από το εξεζητημένο σύμπλοκο, ενώ καλύτερη από τις δύο παραμένει η λ. φράση.

 

Δρ. Αλεξάνδρα Ροζοκόκη

Φιλόλογος

 

Read Full Post »

Η Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862: Μια νέα γενιά δημοκρατικών Ελλήνων – Γιώργος Ρούβαλης, Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας


 

Η εξέγερση λαού και στρατού στο Ναύπλιο το 1862 εναντίον της απολυταρχικής διακυβέρνησης του Όθωνα ήταν έργο μιας νέας γενιάς Ελλήνων. Η γενιά που είχε πραγματοποιήσει την Ελληνική Επανάσταση του 1821 είχε πλέον γεράσει, παρόλο ότι κρατούσε αρκετές ανώτερες θέσεις στην κυβέρνηση και τον στρατό, όπως ο Θ. Κολοκοτρώνης, που ήταν σύμβουλος του βασιλιά, ενώ ο γιος του Γενναίος, αντιστράτηγος και αυλάρχης, υπήρξε ηγέτης των βασιλικών δυνάμεων στους Μύλους κατά την Ναυπλιακή Επανάσταση με αρμοδιότητα την κατάπνιξή της σε όλη την Πελοπόννησο κ.λπ., περνούσε σταδιακά στο περιθώριο.

Και στην Αθήνα και στο Ναύπλιο έχουμε την ανάδυση μιας νέας γενιάς Ελλήνων, στρατιωτικών και πολιτών, ζυμωμένης με τα δημοκρατικά ιδανικά, τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης. Με αρκετή καθυστέρηση είχε φτάσει και στην Ελλάδα ο απόηχος της «Άνοιξης των Λαών» του 1848 σε όλη την Ευρώπη.[1] Σε πολλές χώρες, Γερμανία, Αυστρία, Ουγγαρία και άλλες, η ανερχόμενη αστική τάξη μέσω κυρίως των νέων δεν υπέφερε πλέον τα απολυταρχικά καθεστώτα, που εκπροσωπούντο στην ουσία από τον αυτοκράτορα της Αυστροουγγαρίας Φραγκίσκο Ιωσήφ και την πολιτική του Υπουργού του, Μέτερνιχ, σαν συνέπεια της Συνθήκης της Βιέννης του 1815 μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων. Βέβαια το κέντρο των επαναστατικών ιδεών ήταν η Γαλλία και το Παρίσι, με εκπρόσωπο τον Ναπολέοντα τον Γ’, παρά την ύστερη ανακήρυξή του ως αυτοκράτορα. Επίσης, σημαντική επιρροή στους νέους αυτούς είχε η πρόσφατη (1861) ενοποίηση της Ιταλίας χάρη στον Καβούρ, αλλά και στον Γκαριμπάλντι, η ηρωική δράση του οποίου ενέπνεε όλη τη νέα γενιά.

Δημήτριος Βικέλας

Δημήτριος Βικέλας

Για παράδειγμα, ο Δημήτρης Βικέλας (1835-1908), έμπορος και λόγιος, που έζησε στη Σύρο, την Οδησσό, την Κωνσταντινούπολη και το Λονδίνο, ήταν 13 χρονών το 1848 και γράφει τα εξής: [2] «Ο γενικός σάλος της Ευρώπης είχε τον αντίκτυπόν του εις τας νεαράς μας καρδίας. Πώς ήταν δυνατόν οι συνηλικιώται μου κι εγώ να συμπαθώμεν προς τους αντιπάλους της Ελευθερίας; Η Αυστρία τότε ήτο η κατεξοχήν εκπροσωπούσα την τυραννίαν. Την Αυστρίαν επολέμουν και Ιταλοί και Ούγγροι. Η δε δύναμις της Αυστρίας εκλονίζετο όταν επήλθεν αρωγός της άλλη αντίμαχος της Ελευθερίας, η Ρωσσία. Η Ρωσσική Σπάθη κατέστρεψε την Ουγγρικήν Εθνεγερσίαν. Κατά την φοβεράν εκείνην πάλιν αι συμπάθειαι και τα μίση συνεκεντρώθησαν εις δύο προπάντων ονόματα: Ο Κοσούθ ήτο ο λατρευτός υπέρμαχος της Ελευθερίας, – ο Αυτοκράτωρ Νικόλαος εξεπροσώπη την τυραννίαν. Ιδού γιατί δεν ηγάπων την Ρωσσίαν».

Επαμεινώνδας Δεληγιώργης (1829-1879)

Επαμεινώνδας Δεληγιώργης (1829-1879)

Στην Αθήνα ήταν η Χρυσή Νεολαία με ηγέτη τον Επαμεινώνδα Δεληγιώργη, αποτελούμενη κυρίως από φοιτητές του Πανεπιστημίου Αθηνών, που είχε ιδρυθεί το 1837, η οποία μαζευόταν στο καφενείο «Η Ωραία Ελλάς» και αμφισβητούσε το αρτηριοσκληρωτικό καθεστώς. Μια πρώτη εξέγερση ήταν εκείνη του 1843, που υπό τον συνταγματάρχη Καλλέργη πέτυχε την παραχώρηση Συντάγματος. Όμως ο Όθων συνέχισε να κυβερνά απολυταρχικά, να ανεβάζει και κατεβάζει τις κυβερνήσεις της αρεσκείας του, χωρίς να ακολουθεί τις συνταγματικές επιταγές που είχε υπογράψει. Ο θείος του Βικέλα, Λέων Μελάς, διετέλεσε Υπουργός Δικαιοσύνης του Όθωνα, παρά τη διστακτικότητά του προς τούτο και μαρτυρεί ότι στα υπουργικά συμβούλια με την παρουσία του βασιλέως «ουδέν απεφάσιζε, ήθελε μόνο να κερδίζη καιρόν, ώστε ουδενός γενομένου να παρέλθει ο γενικός υπέρ του υπουργείου ενθουσιασμός και να το παύση ή το μεταρρυθμίση, εις τρόπο ώστε να γείνη βασιλική η πλειοψηφία του». [3]

Η απόπειρα δολοφονίας της Αμαλίας από τον νεαρό φοιτητή Αριστ. Δόσιο, γόνο μιας έγκριτης αθηναϊκής οικογένειας εκφράζει αυτήν την δυσαρέσκεια. Ακόμα, τα Σκιαδικά το 1859 δεν ήταν μόνο μια εξέγερση της νεολαίας για το συγκεκριμένο θέμα (τη χρήση σιφνέικων, ψάθινων καπέλων αντί των ακριβών εισαγόμενων), αλλά εξέφραζε τους πόθους της ανερχόμενης αστικής και μορφωμένης νέας γενιάς για περισσότερη δημοκρατία. Ήταν μια γενιά που είχε σπουδάσει στο εξωτερικό –για ορισμένους– και διάβαζε γαλλικές εφημερίδες. Τα Σκιαδικά υπήρξαν η πρώτη δυναμική εκδήλωση της Χρυσής Νεολαίας. Ακόμα, το γεγονός ότι κατά την μακρά βασιλεία του, ο Όθων δεν προήγε τους εθνικούς πόθους, αφού ούτε σπιθαμή νέου εδάφους δεν προστέθηκε στο μικρό βασίλειό του, συνέτεινε στην ανυπομονησία των νέων.

Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου. Φωτογραφικό αρχείο Γενναδείου Βιβλιοθήκης.

Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου. Φωτογραφικό αρχείο Γενναδείου Βιβλιοθήκης.

Στο Ναύπλιο βέβαια, σημαντική ήταν η συμβολή και της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου στη διάδοση των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης. Με τα διαβάσματά της, αλλά και με τη λειτουργία του σαλονιού της, όπου δεχόταν όλους τους παρεπιδημούντες ξένους αξιωματικούς και φυσικά με την πειθώ και το λόγο της συντέλεσε όσο λίγοι στη διάδοση αυτών των ιδεών στην παλιά πρωτεύουσα.

1. Πολλοί απ’ αυτούς ήταν στρατιωτικοί, που είχαν περάσει από τη Σχολή Ευελπίδων ή χαμηλόβαθμοι Αξιωματικοί. Ας εξετάσουμε τη διαδρομή ορισμένων και στη Ναυπλιακή Επανάσταση και τη μετέπειτα καριέρα τους. Μπορούμε ακόμα να συγκρίνουμε τη δράση τους με εκείνη των γονέων τους, που είχαν συνήθως συμμετάσχει στην Ελληνική Επανάσταση του 1821. Ιδιαίτερη αξία έχει να υπογραμμίσουμε τους εξ’ αυτών Ναυπλιείς, που ήταν πολυάριθμοι, δείγμα της σημασίας της πόλης σαν αντιπολιτευτικό και αστικό κέντρο , άλλα και ως κέντρο διακίνησης ιδεών και ήταν στρατιωτικοί αλλά και πολίτες.

 

Αλέξανδρος Πραΐδης

Αλέξανδρος Πραΐδης

2. Ο Αλέξανδρος Πραΐδης, [4] μοναχογιός του αγωνιστή της Επανάστασης Γεωργίου Πραΐδη, γεννήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 1834 στη Σύρο, λίγες μέρες μετά τη μετάθεση του πατέρα του από Νομάρχη Κυκλάδων ως Γραμματέα της Δικαιοσύνης και βαπτίστηκε στην Αίγινα, πέρασε όμως τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στην Αθήνα, όπου ο πατέρας του υπηρέτησε σε διάφορες κυβερνητικές θέσεις. Ο Γεώργιος Πραΐδης καταγόταν από τη Μακεδονία, σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, έζησε από το 1813 έως το 1819 στο Βουκουρέστι, όπου έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και γνωρίστηκε και συνδέθηκε με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.

Από το 1819 σπούδασε νομικά στην Πίζα και το Παρίσι. Μετά την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης βρέθηκε στη Μασσαλία και από εκεί ανέλαβε την προμήθεια παντός είδους υλικού για τον αγώνα. Στις 5 Ιουλίου 1821 απέπλευσε με υδραίικο καράβι μαζί με την ομάδα του Μαυροκορδάτου για την αγωνιζόμενη Ελλάδα και στις 6 Φεβρουαρίου 1822 βρέθηκε μαζί με αυτόν στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου.

Επί Καποδίστρια διορίστηκε σε υψηλές θέσεις, όπως προσωρινός Διοικητής Κορίνθου και μετά Νάξου, κατόπιν όμως αντιπολιτεύτηκε οξύτατα τον Κυβερνήτη και ακολούθησε τον Μαυροκορδάτο στην Ύδρα. Στο Ναύπλιο υπήρξε Πρόεδρος Δικαστηρίου το 1833 και Υπουργός Δικαιοσύνης μέχρι τον Οκτώβριο του 1833, οπότε παραιτήθηκε λόγω της παραπομπής σε δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Κατόπιν υπήρξε Υπουργός Δικαιοσύνης για δεύτερη φορά (1834-36), Γενικός Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου από το 1839 και οργάνωσε τα δικαστήρια και έπειτα υπήρξε Κυβερνητικός Επίτροπος στην Ιερά Σύνοδο επί σειρά ετών. Πέθανε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 1873 πάμπτωχος, όπως όλοι οι τίμιοι αγωνιστές της Επανάστασης, αφήνοντας χωρίς προστασία τη γυναίκα του και τις δύο θυγατέρες του, αφού ο μονάκριβος γιος του Αλέξανδρος Πραΐδης είχε σκοτωθεί το 1866 στη μάχη του Βαφέ στην Κρήτη.

Ο Αλέξανδρος Πραΐδης φοίτησε στο Βασιλικό Γυμνάσιο Αθηνών και γράφτηκε το 1854 στη Σχολή Ευελπίδων. Η Σχολή είχε μεταφερθεί από το Ναύπλιο στον Πειραιά και λειτουργούσε στην Αθήνα, στο Μέγαρο Δουκίσσης Πλακεντίας, λόγω της κατοχής του Πειραιά από τους Αγγλογάλλους κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο.

Από το φάκελό του ο αντιστράτηγος Χρήστος Φωτόπουλος που μελέτησε τη ζωή του, συμπεραίνει ότι ως εύελπις ο Αλέξανδρος Πραΐδης υπήρξε από τους καλύτερους και επιμελέστερους μαθητές της Σχολής, από την οποία εξήλθε πρώτος ως ανθυπασπιστής στο Μηχανικό το 1857. Το 1859 μετατάσσεται στο Πυροβολικό, υπηρετεί ως ανθυπολοχαγός στη Σχολή Ευελπίδων και το 1861 παίρνει φύλλο πορείας για το Ναύπλιο, όπου τοποθετείται ως ανθυπασπιστής του εκεί Οπλοστασίου.

Στη Ναυπλιακή Επανάσταση ο Πραΐδης είχε ήδη μυηθεί και υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες της. Έλαβε μέρος σε όλες τις φονικές μάχες έξω από το Ναύπλιο κατά τη διάρκεια της δίμηνης διάρκειας της Επανάστασης και από αρχής μέχρι τέλους ανήκε στην ομάδα των φανατικών και αδιαλλάκτων επαναστατών. Συγκεκριμένα κατά τη γενική επίθεση των κυβερνητικών στρατευμάτων της 1ης Μαρτίου, ο Πραΐδης πολέμησε ηρωικά υπερασπιζόμενος τον Μύλο του Ταμπακόπουλου, όπου και δέχτηκε δύο τραύματα.

Ο Ανώνυμος Ναυπλιεύς, συγγραφεύς μιας εξιστόρησης της Ναυπλιακής Επανάστασης, το 1863, περιγράφει ως εξής τη δράση του στη μάχη αυτή:

 

«Οι κυβερνητικοί, άμα ξεμπέρδεψαν με την Άρια, ρίχνονται να πάρουν το Μύλο του Ταμπακόπουλου, όπου βρισκόταν ο περίφημος Αράπης. Μπλοκάρουν από παντού τον ανθυπολοχαγό Πραΐδη και τα παλικάρια του που τον κουλαντρίζουν (σ.σ., τον βοηθούν). Βροντάει ο Αράπης για μια ύστατη φορά. Λαβώνεται ο Πραΐδης. Ένας μονάχα δρόμος τους απομένει ανοιχτός, ο γιαλός. Τα παλικάρια παίρνουν τον πληγωμένο αρχηγό τους, πέφτουν στη θάλασσα και περί την 12ην ώραν εισέρχονται εις φρούριον, φέροντες επί χειρών και τον δύο πληγάς λαβόντα, ως είρηται, ανδρείον αξιωματικόν Πραΐδη, τη μεν εις το στόμα, την δε εις τον πόδα».

 

Όπως παρατηρεί και ο Στρατηγός Φωτόπουλος αυτή ακριβώς η αδιαλλαξία και η μαχητικότητα του επαναστάτη Πραΐδη υπήρξε η κύρια αιτία να εξαιρεθεί από το περί αμνηστίας Βασιλικό Διάταγμα της 20ης Μαρτίου αυτός μαζί με άλλους 11 στρατιωτικούς και 7 πολιτικούς. Μερικά χρόνια αργότερα (1866) η εφημερίδα Εθνοφύλαξ θα τον αποκαλέσει Ο Ήρως του Μύλου της Ναυπλίας. Έτσι ο Πραΐδης φτάνει στη Σμύρνη μαζί με τους άλλους εξορίστους στις 9 Απριλίου 1862. Μετά από τις πρώτες μέρες οι εξόριστοι διασκορπίζονται σε άλλες πόλεις του εξωτερικού, όπου υπήρχε ελληνική παροικία. Δεν είναι γνωστόν πού κατέφυγε ο Πραΐδης ή αν έμεινε στη Σμύρνη. Μετά την έξοδο του Όθωνα, ο Πραΐδης επέστρεψε στην Αθήνα, όπου επανήλθε στο στράτευμα και τοποθετήθηκε ως Διοικητής του 4ου Λόχου του Τάγματος Πυροβολικού στην Αθήνα. Ο πρωτεργάτης της Ναυπλιακής Επανάστασης, συνταγματάρχης Πάνος Κορωναίος, θα πει αργότερα στην Εθνοσυνέλευση για τον Πραΐδη: «…Εις Ναύπλιον, Κύριοι, είχομεν εν πυροβόλον, το οποίον εις το στρατόπεδον, των εναντίων (σ.σ., εννοεί τα βασιλικά στρατεύματα) ωνομάσθη αράπης; το πυροβόλον τούτο έστησεν ένας ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού Πραΐδης, όστις το υπερησπίσθη μέχρι ού έλαβε 2 πληγάς. Αυτός ο αξιωματικός ούτε εις τας εφημερίδας έβαλε το όνομά του, αλλ’ ως καλός πολίτης και στρατιώτης επανήλθε εις το Σώμα του. Δια τούτο φέρω το όνομά του, διότι εκείνος δεν θέλει να ακούηται…».

Μετά την ηρωική και σθεναρή στάση του στη Ναυπλιακή Επανάσταση και την εξορία, το γόητρο του Πραΐδη στην Αθήνα αυξάνεται κατακόρυφα. Έτσι στην επικείμενη Β’ Εθνοσυνέλευση μετά την έξωση του Όθωνα, ο Πραΐδης προτάθηκε ως υποψήφιος Βουλευτής εκ μέρους του Σωματείου των Μακεδόνων, αλλά δεν εκλέχθηκε. Επίσης διορίστηκε από την προσωρινή Κυβέρνηση στις 28 Φεβρουαρίου 1863 ως Διοικητής της Πανεπιστημιακής Φάλαγγας, σώματος οπλισμένων φοιτητών που το ίδιο έτος ήταν περίπου 840 με έξι λόχους. Εκεί παρέμεινε περισσότερο από εννιά μήνες και συμμετείχε στην τήρηση της τάξεως στην πρωτεύουσα αλλά και σε άλλες επαρχίες, έχοντας εν τω μεταξύ προβιβαστεί στο βαθμό του Υπολοχαγού. Κατόπιν επανήλθε στο Τάγμα Πυροβολικού και τοποθετείται ως υπασπιστής του Υπουργού Στρατιωτικών το 1866, όταν Υπουργός ήταν ο αρχηγός της Επανάστασης του Ναυπλίου, Συνταγματάρχης Πεζικού Αρτέμιος Μίχου και κατόπιν υπό τον Χαράλαμπο Ζυμβρακάκη, επίσης πρωτεργάτη στη Ναυπλιακή Επανάσταση.

Η εκδήλωση της Κρητικής Επανάστασης το 1866 με την υποκίνηση της Ρωσίας, που είχε ηττηθεί κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-56) εμπνέει τον πάντα ανήσυχο και δραστήριο Πραΐδη. Είχε μάθει ότι ο αδελφός του Υπουργού, Ιωάννης Ζυμβρακάκης, ετοιμαζόταν να κατέβει με εθελοντές στην Κρήτη για να αναλάβει ως στρατιωτικός αρχηγός των επαναστατημένων δυτικών επαρχιών της. Το εθελοντικό εκείνο σώμα που αποτελείτο από 275 αξιωματικούς, υπαξιωματικούς, επιστήμονες και καθηγητές, αναχώρησε από την Ελλάδα το τρίτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου 1866 με τον ατμόπλοιο «Πανελλήνιον» και κυβερνήτη τον Ν. Σαχτούρη. Το πλοίο, παρά τον αποκλεισμό των παραλίων από τον τουρκικό στόλο, έφτασε στα Λουτρά Σφακίων την 1η Οκτωβρίου. Λίγες μέρες νωρίτερα είχε φτάσει ο αντισυνταγματάρχης πυροβολικού Πάνος Κορωναίος, επιτελάρχης της Ναυπλιακής Επανάστασης, μαζί με επτά εθελοντές, αξιωματικούς και υπαξιωματικούς, ως Διοικητής των κεντρικών επαρχιών της νήσου. Ο τουρκικός στρατός στις επαναστατημένες δυτικές επαρχίες της Κρήτης ανερχόταν σε 42-45.000 άνδρες και μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου είχε κάψει, καταστρέψει και λεηλατήσει περίπου 90 χωριά. Την εποχή εκείνη τα επαναστατικά σώματα βρίσκονταν στο χωριό Βαφέ Αποκορώνου. Εκεί υπήρχαν 280 άνδρες με τέσσερις αρχηγούς και έφτασε ο Ζυμβρακάκης. Η προέλαση του τουρκοαιγυπτιακού στρατού προς τον Βαφέ άρχισε στις 12 Οκτωβρίου, υπό τον Μουσταφά Πασά και 12-15.000 άνδρες.

Ορισμένοι επαναστάτες πρότειναν να μη δοθεί μάχη στο Βαφέ, αλλά να αμυνθούν στα υψίπεδα, όμως επικράτησε η άποψη των αξιωματικών και του Πραΐδη να δώσουν μάχη στον κάμπο, χωρίς δεύτερη γραμμή άμυνας και χωρίς εφεδρείες. Η μάχη κατέληξε σε νίκη του Μουσταφά Πασά, που συνέτριψε το σώμα των 600 ανδρών του Ζυμβρακάκη (στο οποίο συμμετείχε και ο ανθυπολοχαγός Δημήτριος Σέκερης από το Ναύπλιο, που είχε συμμετάσχει και στη Ναυπλιακή Επανάσταση). Εκεί έπεσε και ο Πραΐδης, που δύο συναγωνιστές του απεκάλεσαν «την κορωνίδα των εθελοντών» σε έκθεσή τους στις 5 Νοεμβρίου 1866 προς τις εφημερίδες των Αθηνών. Για αρκετό καιρό μετά το θάνατό του ο Πραΐδης «ο παρά πάντων αγαπώμενος και θαυμαζόμενος νέος» θεωρείτο αιχμάλωτος των Τούρκων, όμως η παραπάνω έκθεση δύο συναγωνιστών του εθελοντών δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες τον Ιανουάριο του 1867. Τον ίδιον η εφημερίδα «Εθνοφύλαξ» αποκάλεσε στις 30-1-1867 «εγκαλώπισμα του ελληνικού στρατού». Ήταν μόλις 34 ετών. Οι συνάδελφοί του, του πυροβολικού, έστησαν μαρμάρινη προτομή του Πραΐδη στον περίβολο της εκκλησίας των Ταξιαρχών στο Πεδίο του Άρεως, η οποία υπάρχει ακόμα.

Διονύσιος Τριτάκης

Διονύσιος Τριτάκης

3. Άλλος στρατιωτικός με ενεργό συμμετοχή στη Ναυπλιακή Επανάσταση υπήρξε ο υπίλαρχος ιππικού Διονύσιος Τριτάκης.[5] Γεννήθηκε το 1827, με καταγωγή από τα Μέθανα και πέθανε το 1902 με βαθμό υποστρατήγου. Ο πατέρας του, Νικόλαος, είχε συμμετάσχει στην Πολιορκία της Ακρόπολης και είχε πολεμήσει με τον Φαβιέρο. Ο Διονύσιος Τριτάκης σπούδασε στη Σχολή Ευελπίδων, αλλά ήταν μεταξύ των αντιοθωνικών και είχε τοποθετηθεί ως τιμωρία στο Ναύπλιο. Σημειωτέον ότι εκτός από τους αντιοθωνικούς αξιωματικούς, που υπηρετούσαν σε διάφορες θέσεις στη Φρουρά του Ναυπλίου, πριν από την έκρηξη της Ναυπλιακής Επανάστασης, υπήρχε στην ίδια πόλη και το Ποινητήριον, στρατιωτικές φυλακές δηλαδή, όπου εγκλείνοντο οι πιθανώς απείθαρχοι και στο οποίο ήταν προσκολλημένος λόχος τιμωρημένων. Ο Διονύσιος Τριτάκης έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο στη Ναυπλιακή Επανάσταση. Ήταν στενός συνεργάτης των δύο στρατιωτικών αρχηγών της, Αρτέμη Μίχου και Πάνου Κορωναίου, μαζί με τους ταγματάρχες Χ. Ζυμβρακάκη και Δ. Βότσαρη, τους υπολοχαγούς Χρ. Κατζικογιάννη και Δ. Δρίβα και τους ανθυπολοχαγούς Θρ. Μάνο, Σπ. Δυοβουνιώτη, Νικ. Σμόλεντς και Αλεξ. Πραΐδη. Επίσης, σε μια πορεία παράλληλη με εκείνη του Πραΐδη, το 1866 συγκρότησε σώμα εθελοντών και πολέμησε στην Κρήτη, στους Κάμπους, στους Λάκκους και στον Ομαλό.

4. Ο αντιστράτηγος Χρήστος Φωτόπουλος, συγγραφέας της ιστορίας της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, σε έρευνά του για τους ευέλπιδες αντιοθωνικούς αξιωματικούς, απόφοιτους ή μαθητές της Σχολής Ευελπίδων, εξεπόνησε κατάλογο με εκείνους που είχαν φυλακιστεί, εκτοπιστεί, τεθεί σε αργία ή συμμετάσχει στη Ναυπλιακή Επανάσταση. [6] Στον κατάλογο αυτό διακρίνουμε τον Πάνο Κορωναίο, αντισυνταγματάρχη Πυροβολικού που ήταν φυλακισμένος στο Παλαμήδι, που γεννήθηκε το 1808 και ήταν στην τάξη του 1831 της Σχολής Ευελπίδων και πέθανε το 1899 ως αντιστράτηγος, τον ταγματάρχη Χαράλαμπο Ζυμβρακάκη από την Κρήτη, με έτος γεννήσεως 1812. Επίσης ο λοχαγός μηχανικού Γρηγόριος Πετμεζάς από τα Καλάβρυτα, είχε γεννηθεί το 1814 και κατέληξε ως αντισυνταγματάρχης. Άλλοι συμμετασχόντες στην Ναυπλιακή Επανάσταση ήταν ο Χρήστος Κατζικογιάννης, υπολογαχός πεζικού από τη Σαλαμίνα, γεννημένος το 1829, που κατέληξε ως συνταγματάρχης, ο υπολοχαγός πυροβολικού Μάρκος Μοσχόπουλος, γεννημένος στη Σμύρνη το 1826, απεβίωσε το 1879 ως ταγματάρχης, ο υπολοχαγός πυροβολικού Σπυρίδων Δυοβουνιώτης από τη Λιβαδειά, γεννημένος το 1836, που σκοτώθηκε την 1η-3-1862 στην Άρεια κατά τη Ναυπλιακή Επανάσταση, ενώ ο υπολοχαγός πυροβολικού, Περικλής Μωραϊτίνης από το Ναύπλιο γεννήθηκε το 1837, απεφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων με την τάξη του 1856 και σκοτώθηκε την 1η-3-1862 στην Κύθνο. Επίσης συμμετείχαν στην επανάσταση ο υπολοχαγός μηχανικού Νικόλαος Σμόλενιτς από την Αθήνα, γεννημένος το 1838, που κατέληξε ως υποστράτηγος, ο ανθυπολοχαγός πεζικού Ιωάννης Παγώνης από την Καλαμάτα, γεννημένος το 1838, που σκοτώθηκε στην Επανάσταση στις 8-2-1862, ο ανθυπολοχαγός πεζικού Ιωάννης Δημόπουλος, από το Ναύπλιο, γεννημένος το 1840, που απεβίωσε ως αντιστράτηγος. Ακόμα ας αναφέρουμε το υπολοχαγό πυροβολικού Θρασύβουλο Μάνο, που φοίτησε για δύο έτη στη Σχολή.

Θρασύβουλος Μάνος

Θρασύβουλος Μάνος

Ο Θρασύβουλος Κ. Μάνος [7] (1835-1922) σπούδασε στην Σχολή Ευελπίδων και ονομάστηκε, μετά την συμπλήρωση των σπουδών του, ανθυπολοχαγός του πυροβολικού. Τον Φεβρουάριο του 1862 έπαιξε σημαντικό ρόλο στην Ναυπλιακή επανάσταση. Το 1866 κατέβηκε στην επαναστατημένη Κρήτη, τραυματίστηκε στη μάχη του Βαφέ και μεταφέρθηκε αιχμάλωτος στην Κωνσταντινούπολη, όπου παρέμεινε εγκάθειρκτος επί δύο χρόνια. Το 1878 έλαβε μέρος στην προέλαση του ελληνικού στρατού στο Δομοκό κι αργότερα, ως αρχηγός του στρατού της Ηπείρου, τίμησε τα ελληνικά όπλα –εξαίρεση– στον άδοξο και ατυχή πόλεμο του 1897. Πέθανε το 1922. Ο υπολοχαγός πεζικού Δημήτρης Γρίβας, γιος του Θοδωράκη Γρίβα, ηγέτης των αδιαλλάκτων κατά τη Ναυπλιακή Επανάσταση, που είχε αποβληθεί το 1846 από τη Σχολή Ευελπίδων. Ο Γεώργιος Κακαναράκης, υπολοχαγός πυροβολικού από την Κρήτη, γεννήθηκε το 1821, αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων το 1842 και κατέληξε ως συνταγματάρχης.

Υπάρχουν επίσης ανάμεσα στους τιμωρηθέντες της Σχολής ο υπολοχαγός πυροβολικού Πάνος Κολοκοτρώνης από το Ναύπλιο, γιος του Θεόδωρου, που γεννήθηκε το 1836, απεφοίτησε από τη Σχολή το 1856 και κατέληξε ως συνταγματάρχης και οι ανθυπολοχαγός πυροβολικού Δημήτρης Κλίμακας από τη Θήβα, γεννημένος το 1832, αποφοίτησε από τη Σχολή το 1853 και απεβίωσε ως αντισυνταγματάρχης, καθώς και ο Δημήτριος Σέκερης, ανθυπολοχαγός μηχανικού από το Ναύπλιο, γεννημένος το 1834, αποφοιτήσας το 1854, που κατέληξε ως υποστράτηγος. Η οικογένεια του Δημήτριου Σέκερη ήταν από τις σημαντικότερες της Τριπολιτσάς τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας.[8] Πολλά μέλη της διακρίθηκαν στο εμπόριο και διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην προετοιμασία της Ελληνικής Επανάστασης. Οι Αθανάσιος και Γεώργιος Σέκερης μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία στη Μόσχα και στην Οδησσό. Ο Γεώργιος τον Ιούνιο του 1821 ακολούθησε τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο στο Μεσολόγγι, έλαβε μέρος στις πολιορκίες της Τριπολιτσάς και της Πάτρας και πολέμησε με τον Ρήγα Παλαμήδη εναντίον του Δράμαλη, επικεφαλής 600 Τριπολιτσιωτών στις διαβάσεις των Γερανίων. Λίγο αργότερα πέθανε ενώ ετοιμαζόταν να πάει στο Μεσολόγγι. Ο αδελφός του, Παναγιώτης, υπήρξε ηγετική μορφή της Φιλικής Εταιρείας, εγκατεστημένος στην Κωνσταντινούπολη, όπου διέθεσε σημαντικό ποσό για την Επανάσταση και μύησε πολλούς αστικούς και εμπόρους. Τον Ιούλιο του 1818 εξελέγη μέρος της Αρχής ,της ηγετικής ομάδας των Φιλικών. Κατά την Καποδιστριακή περίοδο ήρθε στην Ελλάδα με την οικογένειά του, το 1830, αποποιήθηκε αξιώματα και υπηρέτησε ως τελώνης στην Ύδρα και στο Ναύπλιο «εις τα κάθυγρα εργαζόμενος δια τον άρτον των τέκνων του», όπως έγραψε ο Ιωάννης Φιλήμων στην εφημερίδα «Αιών» στις 12 Φεβρουαρίου 1847.

5. Όσον αφορά τους πολίτες, που συμμετείχαν στην Ναυπλιακή Επανάσταση, καθώς και αργότερα στο Αντιοθωνικό Κίνημα του Οκτωβρίου 1862, σημαντικότατη θέση κατέχει βέβαια καταρχήν ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης. [9] Ο πατέρας του, Μήτρος, αγωνιστής του 1821, είχε πάρει μέρος σε όλες τις πολιορκίες της πόλης και κατά την τελευταία διηύθυνε Μοίρα Πυροβολικού. Κατά την έξοδο διασώθηκε, πήγε στο Ναύπλιο και διορίστηκε Φρούραρχος στο Μπούρτζι.

Ο Καποδίστριας τον διόρισε επικεφαλής αποσπάσματος για την καταδίωξη της ληστείας στην Πελοπόννησο. Από το 1854 ανέλαβε τη Διοίκηση της Χωροφυλακής, αλλά λίγο αργότερα αποστρατεύτηκε και εγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι έως το θάνατό του το 1860. Ο γιος του Επαμεινώνδας πέρασε τα νεανικά του χρόνια στην Τρίπολη και στο Μεσολόγγι. Στην Αθήνα από το 1841, φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου και αναγορεύτηκε Διδάκτορας με το βαθμό «Άριστα» το 1850. Ως δικηγόρος διακρίθηκε για τη χειμαρρώδη ευγλωττία του, τον φιλελευθερισμό του και την έκδηλη αντιδυναστική στάση του και έγινε το ίνδαλμα της νεολαίας. Εκλέχτηκε για πρώτη φορά Βουλευτής Μεσολογγίου το 1859. Σημαντικές είναι οι αγορεύσεις του στη Βουλή και τα άρθρα του στην εφημερίδα «Το Μέλλον της Πατρίδος», όργανο της Χρυσής Νεολαίας, η οποία στρεφόταν ανοιχτά εναντίον του Όθωνος. Κατά την απόπειρα κατά της ζωής της Αμαλίας, 6 Σεπτεμβρίου 1861, συνελήφθη ο αδελφός του, Λεωνίδας, και κατόπιν ο Επαμεινώνδας, που φυλακίστηκε με άλλους στην Κύθνο. Μετά την έκρηξη της Επανάστασης στο Ναύπλιο, οι επαναστάτες της Ερμούπολης με επικεφαλής τον Λεωτσάκο, έφτασαν στην Κύθνο για να απελευθερώσουν τον Δεληγιώργη, αλλά ο ίδιος επειδή δεν τους γνώριζε, δεν τους ακολούθησε,[10] όπως διηγείται και στο ημερολόγιό του. Εκεί έπεσαν ηρωικά ο Λεωτσάκος, ο Μωραϊτίνης, ο φοιτητής Σκαρβέλης, καθώς και δυο στρατιώτες και τρεις πολίτες. Με την αμνηστία του Όθωνα ο Δεληγιώργης πηγαίνει στο Μεσολόγγι και πρωτοστατεί στην ανατροπή της δυναστείας. Έγραψε την επαναστατική προκήρυξη, γνωστή ως Ψήφισμα του Έθνους, στις 10 Οκτωβρίου 1862 στην Αθήνα, που κήρυξε έκπτωτη τη δυναστεία. Κατόπιν ο Δεληγιώργης υπήρξε πολλές φορές Υπουργός, αρχηγός κόμματος, Βουλευτής και Πρωθυπουργός, τηρώντας πάντα μετριοπαθή στάση. Υπό τη βασιλεία του Γεωργίου του Α’ τήρησε ενδοτική στάση ως προς τις εκτροπές της Αυλής και η νεολαία αποθαρρύνθηκε και τον εγκατέλειψε. Δημοσιογραφικό όργανό του από το 1870 ήταν η «Εφημερίς των Συζητήσεων» με ουσιαστικό Διευθυντή τον αδελφό του, Λεωνίδα. Η κατοπινή στάση του Δεληγιώργη στην εξωτερική πολιτική, φιλειρηνική ως προς τους Τούρκους, σύμφωνα με βρετανική σύσταση και σαφώς αντιρωσική και ουδέτερη κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο το 1877 ερέθισε το λαό, που λιθοβόλησε την κατοικία του και τον ανάγκασε σε παραίτηση. Πέθανε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 1879 και τάφηκε στο Α’ Νεκροταφείο. Ο αδελφός του, Λεωνίδας, πολιτεύτηκε κατόπιν και συνέχισε να εκδίδει την «Εφημερίδα των Συζητήσεων» (1893-1895) ως ημερησία, με πλουσιότατη ύλη και Διευθυντή τον Άγγελο Βλάχο και αρχισυντάκτη τον Αριστοτέλη Βαλέτα, που αγωνίστηκαν κατά της πολιτικής του Τρικούπη.

6. Άλλοι σημαντικοί πολίτες, νομικοί, δημοσιογράφοι, συγγραφείς, συμμετείχαν επίσης ενεργώς στη Ναυπλιακή Επανάσταση. Ας δούμε τη συμμετοχή και σταδιοδρομία ορισμένων, με βάση τις έρευνες της Κούλας Ξηραδάκη.

Ο Γεώργιος Ανδρικόπουλος [11] ήταν από την Πάτρα. Ο Ιω. Αρσένης γράφει σχετικά: «Η επανάστασις του 1862 τον εύρε μεμυημένον εις τας μυστικής εταιρίας, ης εγένετο απόστολος. Μετέβη εις διαφόρους πόλεις της Ελλάδος, κομιστής εμπιστευτικών εντολών εις πρόσωπα σημαίνονται. Αλλ’ ο ζωηρός, ο σφριγηλός επαναστάτης συνελήφθη την παραμονήν της επαναστάσεως εν Αθήναις και εφυλακίσθη επί εικοσαήμερον, μετ’ άλλων επαναστατών. Μετά την μεταπολίτευσην επανήλθεν εις Πάτρας, ένθα οι συμπολίται του τον εξέλεξαν αξιωματικόν της εθνοφρουράς. Ως τοιούτος ειργάσθη πολύ υπέρ της τάξεως, ήτις τότε είχε επικινδύνως διασαλευθή. Συντελείται η ένωσις της Επτανήσου και ο Ανδρικόπουλος, ότε οι Ζακύνθιοι εκάλεσαν τους Πατρείς ν’ αποστείλωσι τιμητικώς δύο λόχους εθνοφρουράς, στέλλεται ως αρχηγός ενός τούτων. Εν Ζακύνθω διεδραμάτισεν ενεργότατον μέρος κατά τας τριημέρους εορτάς…». Ήταν φοιτητής στην Αθήνα όταν ξέσπασε η Κρητική επανάσταση του 1866. Εγκαταλείπει τις σπουδές του και με άλλους 22 συμφοιτητές του πάει στην Κρήτη να πολεμήσει. Έμεινε καθ’ όλη την διάρκεια του αγώνα, όπως το πιστοποίησαν επιφανείς οπλαρχηγοί, ο Χατζημιχάλης, ο Πετροπουλάκης, ο Κροκίδας. Επανέρχεται στην Αθήνα μετά την ατυχή έκβαση της Κρητικής επανάστασης και ο νεαρός επαναστάτης γίνεται δραματικός συγγραφέας. Γράφει ένα δράμα «Το Αρκάδιον» όπου διεκτραγωγεί τις ωμότητες των Τούρκων. Ανεβάστηκε στην σκηνή με μεγάλη επιτυχία. Το 1867 διωρίστηκε στο τελωνείον Ζακύνθου όπου και υπηρέτησε επί 16 έτη. Επίσης εργάστηκε ως τελώνης στην Θήρα, στην Κέρκυρα και στον Πειραιά. Εδώ συνέγραψε άλλο θεατρικό έργο την «Μπουμπουλίνα», που μεταφέρθηκε στα ιταλικά και γαλλικά και παίχτηκε σε ιταλικά θέατρα και στην Οδησσό.

Ο Αναστάσιος Γεννάδιος [12] του Γεωργίου (1840-1911) ήταν ο πρωτότοκος γιος του γνωστού διδασκάλου του Γένους Γεωργίου Γενναδίου. Σπούδασε στο Μόναχο Ιστορία και Φιλοσοφία. Το 1859 διορίστηκε καθηγητής στο πανεπιστήμιο, αλλά σύντομα παραιτήθηκε για να επιδοθεί στην δημοσιογραφία. Ήταν αρχισυντάκτης της «Αθηνάς». Φανατικός αντιμοναρχικός. Στις 2-3 Φεβρουαρίου 1862, όταν έγιναν ομαδικές συλλήψεις, μεταξύ των συλληφθέντων ήταν και ο Γεννάδιος. Μετά την έξωση του Όθωνα πολιτεύτηκε. Ήταν πολύ μορφωμένος, ρήτορας δεινός και δραστήριος άνθρωπος. Το 1897 εξέδιδε μια εφημερίδα την «ΣΩΤΗΡΙΑ», από τις στήλες της οποίας χτυπούσε τον βασιλιά Γεώργιο Α’. Κυνηγήθηκε, του έκλεισαν την εφημερίδα και έκαναν δολοφονική απόπειρα εναντίον του. Εξέδωσε μια «Σύντομη Ιστορία της Ελλάδος από το 146 π.Χ. – 1862» και την «Νέα Ελλάδα του 1821».

Αριστείδης Γλαράκης (1836-1914)

Αριστείδης Γλαράκης (1836-1914)

Ο Αριστείδης Γλαράκης [13] του Γεωργίου (1836-1914). Ο πατέρας του ήταν λόγιος, ιατροφιλόσοφος και πολιτικός από την Χίο. Σπούδασε Νομικά, διετέλεσε πολιτευτής, δικαστικός και συγγραφέας. Αλλά κυρίως ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία. Αντιμοναρχικός, μέλος της Χρυσής Νεολαίας. Στα «Σκιαδικά» όταν η Χρυσή Νεολαία έκανε την πρώτη της εμφάνιση ήταν παρών. Πριν ξεσπάσει η επανάσταση κατηγορήθηκε ως συνωμότης, συνελήφθη και προφυλακίστηκε μαζί με τους Άγι Κλεομένους, τον Νικ. Περόγλου, τον Α. Μελισσόβα και τον Ι. Δούμα. Πήρε ενεργό μέρος στην έξωση του Όθωνα. Μετά την έξωση, στην Β’ Εθνοσυνέλευση του 1863 πήρε μέρος ως αντιπρόσωπος της Χίου.

Ο Σωκράτης Γορτύνιος  [14] (1837-1900) γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1837 στην Γορτυνία και τελείωσε το γυμνάσιο στο Ναύπλιο. «Το 1859 η χρονική περίοδος της βασιλείας του Όθωνος παρουσίαζε τα πρώτα σημεία της επίκεντρης πολιτικής θυέλλης και ο Σ. Γορτύνιος ταχθείς εις την χορείαν των ακαδημαϊκών πολιτών, απετέλεσε δια της ακαταπονήτου δραστηριότητος και της φιλοπατρίας του, πυρήνα αναζωπυρήσαντα διηνεκώς τα φλεγόμενα στήθη της ενθουσιώδους εκείνης πανεπιστημιακής νεότητος. Κατά την εποχήν εκείνην δεν υπήρξε ολιγώτερον σθεναρά και η πνευματική δράσις του. Εις το «Φως» του αειμνήστου Σ. Καρύδη, ο Γορτύνιος συνειργάστη θαρραλέως και δια σειράς ωραίων άρθρων υπηρέτησε τους τότε πόθους της πατρίδος. Αλλά μετά χρόνον, διώκται των τοιούτων τολμημάτων αφυπνήσαντες, επέβαλον χείρα σιδηράν επί του τραχήλου αυτών, εν οις και του Γορτυνίου, εγκαθείρξαντες πάντας εν τω δεσμωτηρίω. Εκείθεν οι πολιτικοί ούτοι δεσμώται, ουδόλως πτοηθέντες, ουκ επαύσαντο εκπέμποντες τους δια του καλάμου αυτών φλογερούς μύδρους κατά των υπαιτίων της εθνικής κακοδαιμονίας». Ο Γορτύνιος το 1865 πήρε διδακτορικό δίπλωμα και έφτασε στο δικαστικό κλάδο του βαθμού του προέδρου πρωτοδικών. Πέθανε 18-11-1900.

Ο Αναστάσιος Γούδας [15] του Νικολάου (1816-1882) ήταν γιατρός και λόγιος από το Γραμμένο της Ηπείρου. Απ’ τους πρώτους φοιτητές του Οθωνείου πανεπιστημίου. Ο Ιω. Βρεττός στο «Εγκυκλοπαιδικόν Ημερολόγιον» του 1904 (σελ. 213) γράφει ότι η πρώτη φοιτητική ταραχή που ξέσπασε στο πανεπιστήμιο υποκινήθηκε από τον Αναστάσιο Γούδα και τον Κομπότη: «Οι δύο ζωηροί ακαδημαϊκοί πολίται, γράφει ο Βρεττός, ευρίσκοντες ατελή και ακατάλληλον την μέθοδον της διδασκαλίας του καθηγητού Δ. Μαυροκορδάτου, συνέταξαν αναφοράν, την περιέφερον προς σύναξιν υπογραφών και την υπέβαλον εις τον πρύτανιν, εδέχθησαν δε τον καθηγητήν εις την αίθουσαν διδασκαλίας δι’ αποδοκιμαστικών εκφράσεων. Το γεγονός έγινε τάχιστα γνωστόν εις την μικράν κοινωνία των Αθηνών. Εκινητοποιήθη η αστυνομία, αλλά υπερίσχυσεν η φρόνησις, το επεισόδιον εθεωρήθη λήξαν και η διεύθυνσις της αστυνομίας δεν επολιόρκησε το πανεπιστήμιον ως είχεν απειλήσει». Ο Γούδας τελείωσε την Ιατρική με άριστα κι ήταν ο πρώτος που ανακηρύχθηκε διδάκτορας το 1843. Πήγε για μετεκπαίδευση στο Παρίσι κι όταν γύρισε άσκησε το επάγγελμα του γιατρού ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με την συγγραφή επιστημονικών ιστορικών και έργων, αλλά και με την δημοσιογραφία. Είχε φιλελεύθερες αρχές. Το 1859 εξέδωσε μια εφημερίδα, την «Ανεξαρτησία», και επέκρινε το απολυταρχικό καθεστώς του Όθωνα. Το 1860 έγραψε ένα άρθρο δριμύ και εξ αιτίας του πιάστηκε, δικάστηκε, καταδικάστηκε και φυλακίστηκε. Η εφημερίδα έκλεισε. Τον Φλεβάρη μόλις κηρύχθηκε η Ναυπλιακή επανάσταση έγιναν συλλήψεις στην Αθήνα. Ανάμεσα στους συλληφθέντες αναφέρεται κι ο Γούδας (Κορδάτος Δ’, σελ. 46). Κι όταν τον Απρίλη ο Όθωνας για να κατευνάσει τα πνεύματα έδωσε αμνηστεία, από την αμνηστεία εξαιρούσε τρεις στρατιωτικούς και εννέα πολιτικούς, ανάμεσα στους εννέα ήταν και ο Γούδας. Τότε αναγκάστηκε να εκπατριστεί και γύρισε μετά την μεταπολίτευση. Ο Γούδας υπήρξε πολυγραφότατος. Απ’ τα πιο γνωστά έργα του είναι το οκτάτομο «Βίοι παράλληλοι», όπου βιογραφεί όλους τους διαπρέψαντες άντρες κατά την αναγέννηση του έθνους. Πέθανε τον Φλεβάρη του 1882.

Ο Αντώνιος Γρηγοριάδης [16] γεννήθηκε στην Προύσσα το 1828 και φοίτησε στη Σχολή των Κυδωνιών με καθηγητή τον Θεόφιλο Καΐρη. Στην Ελλάδα κατετάχθη στον ελληνικό στρατό. Το 1854 ήταν ανθυπολοχαγός και πολέμησε στην Καλαμπάκα με τον Χατζηπέτρο. Κατά την επανάσταση του 1862 όντας υπολοχαγός, έλαβε ενεργό μέρος και κινδύνευσε να δολοφονηθεί. Εργάστηκε στο υπουργείο Στρατιωτικών και το 1878 προήχθη στον βαθμό του ταγματάρχη. Το 1881 ως αντισυνταγματάρχης πήγε στην Άρτα, όπου ανέλαβε την επιμελητεία του 2ου αρχηγείου κάτω από δυσμενείς συνθήκες. Απεχώρησε από την ενεργό υπηρεσία το 1885.

Γρίβας Θ. Δημήτριος

Γρίβας Θ. Δημήτριος

Ο Δημήτριος Γρίβας [17] του Θεοδώρου (1829-1889) ήταν γιος του στρατηγού Θεοδώρου Γρίβα και της Ελένης Μπούμπουλη, κόρης της Μπουμπουλίνας. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Τελείωσε την Σχολή Ευελπίδων. Το 1854 πήρε μέρος στην επανάσταση της Ηπείρου. Πριν ξεσπάσουν τα επαναστατικά γεγονότα στο Ναύπλιο, ο Γρίβας είχε συλληφθεί στην Αθήνα για αντιοθωνική δράση και τον Γενάρη του 1862 μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο για να φυλακιστεί στο Παλαμήδι. Εκεί συνδέθηκε με τους επαναστάτες και πήρε ενεργό μέρος στην εξέγερση. Στη μεγάλη μάχη που δόθηκε στις 27-28 Φεβρουαρίου έξω από την Άρεια, ο Δ. Γρίβας έδειξε μεγάλη παλικαριά, γράφει ο Κορδάτος (Δ’ σ. 60). Ήταν αρχηγός της αδιάλλακτης μερίδας των επαναστατών, που επιθυμούσαν αντίσταση μέχρι τέλους. Μετά την καταστολή της εξέγερσης, δόθηκε αμνηστεία, αλλά όπως είπαμε, εξαιρούνταν 19 ως πρωταίτιοι και πήραν το δρόμο της φυγής. Πήγαν στη Σμύρνη κι από κει σκόρπισαν σε διάφορες πόλεις του εξωτερικού. Ένας απ’ τους 19 ήταν και ο Δ. Γρίβας. Μετά την έξωση του Όθωνα επέστρεψε και πολιτεύτηκε.

 Ο Νικόλαος Δίκαιος [18] (1822-1889) ήταν γιος του υποστράτηγου Νικήτα Δικαίου από την Πολιανή Αρκαδίας και της μοναχοκόρης του Θ. Κολοκοτρώνη Ελένης. Υπηρέτησε διαδοχικά στον στρατό, στα υπουργεία Δικαιοσύνης και Στρατιωτικών, στο Εθνικό Τυπογραφείο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Διετέλεσε νομάρχης Ευβοίας, Ζακύνθου και Αιτωλοακαρνανίας. Το 1860 εξελέγη βουλευτής Μεγαλοπόλεως και το 1862 μέσα από την Βουλή ετάχθη κατά της βασιλείας του Όθωνα, γι’ αυτό και τον κυνήγησε ο θείος του Γενναίος Κολοκοτρώνης. Πέθανε στις 25-1-1889.

Ο Αριστείδης Δόσιος [19] του Κωνσταντίνου (1844-1881) γεννήθηκε στην Αθήνα. Οι γονείς του ήσαν ευκατάστατοι και πολύ μορφωμένοι. Ο πατέρας του ήταν δημοσιολόγος, πολιτευτής και λόγιος πολύγλωσσος και πολυταξιδεμένος. Η μητέρα του Αικατερίνη Μαυροκορδάτου-Δοσίου, Φαναριώτισσα, γλωσσομαθής και λογία, μετέφρασε τον «Γκιαούρ» του Μπάυρον, πέθανε πολύ νέα. Ο Αριστείδης Δόσιος ήταν απ’ τους προοδευτικότερους του καιρού του. Αντιμοναρχικός, μέλος της Χρυσής Νεολαίας. Σύχναζε στα γραφεία της εφημερίδας «Το Μέλλον της Πατρίδος», «εις α εκόχλαζον οι λέβητες των αντιβασιλικών παθών». Στις 6-9-1861 αποπειράθηκε να δολοφονήσει την Αμαλία. Συνελήφθη και μαζί του συνελήφθησαν ο Λεωνίδας Δεληγιώργης αδελφός του Επαμεινώνδα, ο Αναστάσιος Γεννάδιος, ο ποιητής Αχιλλέας Παράσχος, ο δημοσιογράφος Θεόδωρος Φλογαΐτης, ο Αριστείδης Γλαράκης, ο Άγις Κλεομένης κ.α. Ο Δόσιος πέρασε από δίκη, πήρε την ευθύνη της απόπειρας εξ ολοκλήρου απάνω του, λέγοντας ότι ενήργησε μόνος του, καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά δεν εκτελέστηκε. Αποφυλακίστηκε την επομένη της έξωσης του Όθωνα. Μετά την μεταπολίτευση πήγε στην Ιταλία όπου σπούδασε οικονομικά. Όταν επέστρεψε ανηγορεύθη υφηγητής της Πολιτικής Οικονομίας του πανεπιστημίου. Συνέγραψε πολλές μελέτες στα ελληνικά και γαλλικά. Ήταν και φιλόμουσος. Επιμελήθηκε την β’ έκδοση της μετάφρασης της μητέρας του «Ο Γκιαούρ» του Μπάυρον. Πέθανε σε ηλικία μόλις 37 ετών. Για τον πρόωρο θάνατο του Αρ. Δόσιου, ο Κορδάτος γράφει ότι όταν γύρισε στην Ελλάδα βλέποντας ότι τίποτα δεν άλλαξε και ότι η πολιτική κατάσταση ήταν ίδια, έπεσε σε μελαγχολία. Είχε ένα τραύμα στο κεφάλι από τα βασανιστήρια που έπαθε στη φυλακή. Το τραύμα άνοιξε και ο Δόσιος έπαθε εγκεφαλική παράκρουση και κλείστηκε στο φρενοκομείο, όπου και πέθανε (Κορδάτος Δ’ σελ. 27 σε σημείωση).

Ευθυμιόπουλος ΚωνσταντίνοςΟ Κωνσταντίνος Ευθυμιόπουλος [20] (1828-1885) γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Σπούδασε Νομικά. Το 1856 διορίστηκε δικηγόρος στο Ναύπλιο. Πήρε μέρος στη Ναυπλιακή επανάσταση, κατά την διάρκεια της οποίας διορίστηκε από την επαναστατική επιτροπή δημοτικός αστυνόμος Ναυπλίου. Μετά την έξωση του Όθωνα εξελέγη δήμαρχος Ναυπλίου, πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση, Γεν. Γραμ. του υπουργείου Εσωτερικών. Πέθανε στο Ναύπλιο στις 4 Ιουνίου 1885 στην ακμή της ηλικίας του και στην δράση του πολιτικού βίου. Ήταν δημιουργός και ηγέτης της δημοτικής παράταξης των Αρειμανίων.

Ο Οδυσσέας Ιάλεμος [21] (Γιαλαμάς) ήταν δημοσιογράφος από την Λέσβο. Ο θείος του, Παναγιώτης Ευστρατιάδης, φιλόλογος καθηγητής στο Ναύπλιο, τον πήρε κοντά του και τελείωσε εκεί το Γυμνάσιο. Κατόπιν φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και το 1885, πριν ακόμα ενηλικιωθεί, άρχισε να γράφει στον «Πρωϊνό Κήρυκα», μια προοδευτική εφημερίδα που έβγαινε στην Αθήνα από το 1843-1887, από τις στήλες της οποίας ο Ιάλεμος διεκήρυττε την ανεξαρτησία των ιδεών και φρονημάτων. Γύρω στα 1860 αρθρογραφούσε στο «Μέλλον της Πατρίδος». Ήταν μια πολιτική και φιλολογική εφημερίδα της Αθήνας, όργανο της Χρυσής Νεολαίας, που κυκλοφόρησε από το 1859-1863. Ο Οδυσσέας Ιάλεμος ανεμίχθη στην κατά του Όθωνα δημοσιογραφική και πολιτική κίνηση και γι’ αυτό φυλακίστηκε το 1859 μαζί με τον Αχ. Παράσχο και τον Α. Βυζάντιο.

Όταν ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης εξέδωσε την εφημερίδα «Το Μέλλον της Ανατολής», ο Ιάλεμος συνεργάστηκε με τον αδελφό του Επαμεινώντα τον Λεωνίδα και τον Νικ. Περόγλου. Το καλοκαίρι του 1861 φυλακίστηκαν οι δημοσιογράφοι Γ. Βιτάλης, Κωνστ. Καλαμίδας, Λεωνίδας Βούλγαρης και ο Οδ. Ιάλεμος. Ο Λ. Βούλγαρης είχε επαφές με τους Γαριβαλδινούς της Ιταλίας και με Σέρβους πατριώτες. Στις 2 Φεβρουαρίου έγιναν ομαδικές συλλήψεις, μεταξύ των συλληφθέντων ήταν και ο Ιάλεμος. Στις 17-18 Φεβρουαρίου, επειδή δεν χωρούσαν άλλους κρατούμενους οι φυλακές του Γκαρμπολά, έστειλαν πολλούς στην Κύθνο. Μεταξύ αυτών ήσαν και οι Δημοσθένης Μητσάκης, Νικ. Καλησπέρης, Αγαμέμνων Σκαρβέλης, Οδ. Ιάλεμος κ.α. Μετά το 1866 πήγε στη Νεάπολη ως υποπρόξενος και αφού παραιτήθηκε, εξέδωσε μια εβδομαδιαία εφημερίδα τους «Λαούς». Κατά το έτος 1878-79 ο Οδ. Ιάλεμος είναι πρόεδρος του εν Κωνσταντινουπόλει Φιλολογικού Συλλόγου και αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Κωνσταντινούπολις» και ύστερα της «Θράκης», καθώς και του λογοτεχνικού περιοδικού «Ερμής». Γράφει γι’ αυτόν ο Μιχαήλ Μιχαηλίδης: «Εύσωμος, βραχυλόγος, αγέρωχος και δεινός πολυφάγος. Πρύτανης της αθηναϊκής δημοσιογραφίας. Σημαίνουσα τότε προσωπικότης».[22] Το 1884 είναι στη Θεσσαλονίκη απ’ όπου στέλνει στον δημοσιογράφο Ιω. Αρσένη τις «Αναμνήσεις» του που δημοσιεύτηκαν στην «Ποικίλη Στοά» του 1885. Αγωνίστηκε πολύ για την πνευματική ανάπτυξη του «αλύτρωτου ελληνισμού». Πέθανε στην Αθήνα το 1899. Στη νεκρολογία του ο δημοσιογράφος Θεόδωρος Φλογαΐτης αναφέρθηκε στη φιλοπατρία και αξιοπρέπεια που επέδειξε σε όλη του τη ζωή και στο γεγονός ότι «τον αφήκεν η πολιτεία να αποθάνη υπό της πενίας εν νοσοκομείω».

Δημήτριος Καλλιφρονάς. Αγωνιστής του 1821 και πολιτικός. Ελαιογραφία του Δ. Βογιαζή (Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

Δημήτριος Καλλιφρονάς. Αγωνιστής του 1821 και πολιτικός. Ελαιογραφία του Δ. Βογιαζή (Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

Δημήτριος Καλλιφρονάς [23] (1805-1897) ήταν αγωνιστής του ’21 και πολιτευτής. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 4-2-1805. Ήταν μαθητής όταν εξερράγη η επανάσταση και πήρε μέρος στην πολιορκία της Ακρόπολης υπό τον Φαβιέρο, όπου και ανδραγάθησε. Με την απελευθέρωση έγινε δήμαρχος Αθηναίων. Ήταν δημοκρατικός κι ο πρώτος πολίτης που ζήτησε Συνταγματική Πολιτεία. Ο Όθωνας τον θεωρούσε «ως ένα των επικινδυνοδεστέρων φιλελευθέρων». Ο Καλλιφρονάς ήταν ένας από τους πρωτεργάτες της επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Διακρίθηκε μάλιστα για την ευφυή κατάστρωση του επαναστατικού σχεδίου. Τόση δε μυστικότητα τήρησε, ώστε για να παραπλανήσει την αστυνομία που ήταν επί τα ίχνη του, εκείνο το βράδυ πήγε στο θέατρο όλως αμέριμνος! Μετά την 3η Σεπτεμβρίου εξελέγη πληρεξούσιος στην Συνταγματική Εθνοσυνέλευση. Στις 10-10-1862 έλαβε επίσης ενεργό μέρος στην επανάσταση. Την επομένη 11/10 κατέβηκε στον Πειραιά για να επιδόσει ο ίδιος στον Όθωνα το ψήφισμα της κατάργησης της βασιλείας του. Διετέλεσε βουλευτής, υπουργός και πρόεδρος της Βουλής. Πέθανε στην Αθήνα στις 28-2-1897.

Κανελλόπουλος Φ. Ηλίας

Κανελλόπουλος Φ. Ηλίας

Ο Ηλίας Κανελλόπουλος [24] του Φιλίππου (1843-1894) γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Στενός συγγενής της Παπαλεξοπούλου. Ήταν γιος της αδελφής του Σπύρου Παπαλεξόπουλου της Αικατερίνης. Διαπρεπής αξιωματικός του πολεμικού ναυτικού. Σπούδασε στη Γαλλία. Πρωτοστάτησε στην ίδρυση Σχολής Ναυτικών Δοκίμων. Έγραψε πολλά ναυτικά και αστρονομικά βιβλία. Ήταν νεαρός σπουδαστής όταν πήρε μέρος στην Ναυπλιακή επανάσταση. Ο Ιω. Αρσένης στην Ποικίλη Στοά του 1895, (σελ. 35) γράφει: «…Ο Η. Κανελλόπουλος ενεγράφη εις τα επαναστατικά μητρώα ως στρατιώτης του Πυροβολικού και ηχμαλωτίσθη κατά την μάχην της 1ης Μαρτίου εις Άρειαν, ενεκλείσθη δε ως αιχμάλωτος εις την φρεγάταν «Ελλάδα» τότε «Αμαλίαν», αυτήν ταύτην ην επί μακρόν μετά έτη εκυβέρνησεν ως κυβερνήτης…»! Ο δημοσιογράφος Μάνος Βατάλας γράφει στον «Πυρσό»: «Η ενθουσιώδης ιδιοσυγκρασία του, αλλ’ ασφαλώς και η επ’ αυτού επίδρασις της μετά της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου στενής συγγενείας του, έφεραν αυτόν δρώντα κατά την Ναυπλιακήν επανάστασιν». Πέθανε στις 27-3-1894.

Ο Σοφοκλής Καρύδης [25] ήταν ποιητής και δημοσιογράφος. Ένας απ’ την πλειάδα των δημοσιογράφων που ασκούσαν έντονη αντιοθωνική κριτική. Ο Καρύδης εξέδιδε από το 1860 μέχρι το 1879 μια ημερήσια πολιτική και σατιρική εφημερίδα «ΤΟ ΦΩΣ» που είχε απήχηση στο λαό. Όταν έπεσε ο Όθωνας έβγαλε έκτακτο παράρτημα του ΦΩΤΟΣ που κυκλοφόρησε και σε φυλλάδιο (Γκίνη-Μέξα τμ. 3ος, αριθ. 10905) και ετιτλοφορείτο: «ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΘΝΟΣ – ΕΡΡΕΤΩ Ο ΤΥΡΑΝΝΟΣ» Αθήναι 12 8βρίου 1862. Σοφοκλής Καρύδης – Σωκράτης Α. Γορτύνιος. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, γράφει ο Δημ. Σταμέλος στην εγκυκλοπαίδεια του Χάρη Πάτση, υπήρξαν δύσκολα. Τα οικονομικά του δεν επέτρεπαν την συνέχιση της έκδοσης της εφημερίδας του.

Ο Σοφοκλής Καρύδης πρωτοστάτησε στην εξυγίανση της πολιτικής και κοινωνικής ζωής του τόπου. Πέθανε πάμπτωχος και λησμονημένος. Ο εγγονός του, Σοφοκλής Καρύδης κι αυτός, σ’ ένα γράμμα του προς την Νέα Εστία (τχ. 152 της 15-4-1933 σελ. 444) γράφει: «…Ο Σοφοκλής Καρύδης δεν ζήτησε ποτέ για τον εαυτόν του βοήθημα ή άλλη παροχή από κανένα, αν και οικονομικώς κατεστράφη από την καταδίωξη του Όθωνα, για την πολεμική του εναντίον του και των άλλων ισχυρών της εποχής του, που τους εσατίριζε αλύπητα. Αθήναι 3 Απριλίου 1933. Σ. Καρύδης.» Κι ο Περικλής Κοροβέσης στην «Ελευθεροτυπία» της 6-12-1993 (σελ. 57) γράφει για την προσφορά του Σ.Κ. στο θέατρο: «Ο Σοφοκλής Καρύδης είναι σήμερα εντελώς άγνωστος… Όταν ο Σ.Κ. αγωνιζόταν για την δημιουργία Εθνικού Θεάτρου, μόνος κι έρημος, τα ιταλικά μπουλούκια που κατέκλυζαν την Ελλάδα, για να κάνουν αρπαχτές, έπαιρναν πλουσιοπάροχες επιχορηγήσεις από το κρατικό ταμείο. Πρόσφατα, συνεχίζει ο Κοροβέσης, δόθηκαν δύο παραστάσεις της τρίπρακτης κωμωδίας του «Ο Φλύαρος» τιμητικά για τα εκατό χρόνια από το θάνατο του συγγραφέα. Η πολιτεία, οι θεατρικοί παράγοντες, τα Μ.Μ.Ε. απουσίαζαν. Κανείς δεν τον θυμήθηκε». Ο Σοφ. Καρύδης μας άφησε ακόμα και ένα βιβλίο τους «Βωμούς» ήτοι «Αγώνες και μαρτυρίαι της Κρήτης, Ηπείρου και Θεσσαλίας» 1869.

Ο Θεόδωρος-Φαλέζ Κολοκοτρώνης [26] (1829-1894) ήταν γιος του Γενναίου Κολοκοτρώνη και της Φωτεινής Τζαβέλλα, εγγονός δε του Γέρου του Μωριά. Ο πατέρας του ο Γενναίος που ήταν δεδηλωμένος φιλομοναρχικός και αυλάρχης του Όθωνα, τον προόριζε για το στρατιωτικό στάδιο και αφού τελείωσε την Σχολή Ευελπίδων τον έστειλε στη Γαλλία σε ανώτερη Σχολή πολέμου. «Ούτος επέστρεψεν από την Γαλλίαν αξιωματικός, αλλά και πλήρης φιλελευθέρων κοινωνικοπολιτικών ιδεών τας οποίας εκήρυττε δια του λόγου και του τύπου». Φύσει δε πράος, ευγενής και καλλιεργημένος, παρητήθη από το στράτευμα και αφoσιώθηκε στην δημοσιογραφία, έμεινε δε γνωστός με το δημοσιογραφικό ψευδώνυμο Φαλέζ. Ο Φαλέζ εσύχναζε στα καφενεία «Ωραία Ελλάς» και στου Γιαννόπουλου όπου συγκεντρώνονταν ο φοιτητόκοσμος που πηγαίνει ν’ ακούσει και να προσανατολιστεί προς το αντιοθωνικό ρεύμα. Ήταν η Χρυσή Νεολαία κι ο Φαλέζ με τις νέες ιδέες και το πιπεράτο χιούμορ τους ενθουσίαζε σε πείσμα του πατέρα του.

Κορωναίος Πάνος, φωτογραφία Πέτρος Μωραΐτης.

Κορωναίος Πάνος, φωτογραφία Πέτρος Μωραΐτης.

Ο Πάνος Κορωναίος [27] (1811-1899) γεννήθηκε στην Πόλη από πατέρα Τσιριγώτη και μητέρα Πολίτισσα. Με την κήρυξη της επανάστασης του ’21 η οικογένειά του εκπατρίστηκε κι ήρθε στην Κέρκυρα, όπου ο νεαρός τότε Πάνος φοίτησε στην Ιόνιο Ακαδημία. Σπούδασε στη Σχολή Ευελπίδων. Ήταν μεγάλη στρατιωτική μορφή. Το 1854 πολέμησε απ’ τις γραμμές του γαλλικού στρατού στον Κριμαϊκό πόλεμο και το 1859 πήρε μέρος στην εκστρατεία της Συρίας. Το 1862 πρωτοστάτησε στην Ναυπλιακή επανάσταση όπου τραυματίστηκε στο πόδι. Μετά την αποτυχία του κινήματος φυλακίστηκε στο Ιτς Καλέ. Το 1866 κατέβηκε στην Κρήτη όπου πολέμησε με γενναιότητα στο Αρκάδι. Πολιτεύτηκε στα Κύθηρα, διετέλεσε υπουργός Στρατιωτικών και πέθανε στην Αθήνα στις 17-1-1899.

Μακρυγιάννης Όθων (1833-1901)

Μακρυγιάννης Όθων (1833-1901)

Ο Όθων Μακρυγιάννης [28] του Ιωάννου (1833-1901) ήταν γιος του στρατηγού Μακρυγιάννη. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο την 1-3-1833. Τον βάφτισε ο Όθωνας. Σπούδαζε στη Σχολή Ευελπίδων όταν το 1852 τον απέβαλαν για την αντιοθωνική δράση του πατέρα του. Κατά τα Σκιαδικά, όταν η Χρυσή Νεολαία έκανε την πρώτη της εμφάνιση στο Πεδίον του Άρεως με τα ψάθινα καπέλλα και τις ασπρογάλαζες κορδέλλες, ο Όθων Μακρυγιάννης ήταν απ’ τους πρώτους. Είχε δε μεγάλες συμπάθειες ανάμεσα στους νέους και απ’ τις ταλαιπωρίες και τους κατατρεγμούς του πατέρα του, αλλά γιατί κι ο ίδιος ασκούσε μια γοητεία. Ήταν ο αντιπροσωπευτικός τύπος του ωραίου παλληκαριού και νεαρού επαναστάτη. Μόλις κηρύχθηκε στο Ναύπλιο η επανάσταση, ο Όθωνας διέταξε στην Αθήνα συλλήψεις για να προλάβει γενίκευση της εξέγερσης. Ο Όθων Μακρυγιάννης φυλακίστηκε μαζί μ’ όλους τους αντιοθωνικούς Δεληγιώργη, Καλλιφρονά κ.λπ. Μετά την καταστολή της εξέγερσης ο Όθωνας για να αμβλύνει τα πάθη έδωσε αμνηστεία. Στις 10-10-1862 ο Όθων Μακρυγιάννης έρριξε τον πρώτο πυροβολισμό κι έδωσε το σύνθημα. Από το 1865 αρχίζει ο κοινοβουλευτικός βιος του. Μέχρι το 1896 βγήκε πολλές φορές βουλευτής Αττικής. Πέθανε στις 15-1-1901.

Ο Πέτρος Μαυρομιχάλης [29] (1828-1892) ήταν γιος του Μπεϊζαδέ Αναστασίου και εγγονός του Πετρόμπεη. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και στο Παρίσι. Το 1862 ήταν πρωτοδίκης στο Ναύπλιο. Πρωτοστάτησε στην επανάσταση του Φεβρουαρίου 1862. Ήταν μέλος της επαναστατικής επιτροπής. Μετά την αποτυχία της εξέγερσης αυτοεξορίστηκε με άλλους επαναστάτες –300 περίπου– στη Σμύρνη. Μετά την έξωση του Όθωνα χρημάτισε πληρεξούσιος Εθνοσυνέλευσης, υπουργός Δικαιοσύνης, βουλευτής, Γεν. Γραμματέας υπουργείου Δικαιοσύνης. Πέθανε στην Αθήνα το 1892.

Μητσάκης Δημοσθένης

Μητσάκης Δημοσθένης

Ο Δημοσθένης Μητσάκης [30] ήταν απ’ το Καρλόβασι Σάμου. Δρ. Νομικής. Όταν ήταν φοιτητής ήταν μέλος της Χρυσής Νεολαίας. Πρωτοστάτησε στις μαχητικές φοιτητικές εκδηλώσεις που ξέσπασαν στις 10 Μαΐου 1859 στο Πεδίον του Άρεως και που είναι γνωστές ως «Σκιαδικά» και στη Ναυπλιακή επανάσταση. Τότε συνελήφθη φυλακίστηκε και εξορίστηκε στην Κύθνο. Αργότερα διετέλεσε ανώτερος υπάλληλος του υπουργείου Εξωτερικών. Το 1879 ήταν πρόξενος στην Αιθιοπία και το 1880 στο Σουέζ. Στο «Αττικόν Ημερολόγιον» του 1881 (σελ. 406 κ.επ.) έχει δημοσιεύσει τις «Περιηγήσεις» του. Πέθανε στις 25-5-1890.

Ο Κίτσος Μπότσαρης [31] ήταν γιος του στρατηγού και γερουσιαστή Κωνστ. Μπότσαρη. Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1841. Το 1862 τελείωσε την Σχολή Ευελπίδων και ονομάστηκε ανθυπασπιστής του πεζικού. Πήρε ενεργό μέρος στην Ναυπλιακή επανάσταση. Το 1866 πήρε μέρος σε διάφορες επιχειρήσεις στην Κρήτη. Διετέλεσε καθηγητής της Σχολής υπαξιωματικών. Στον πόλεμο του 1897 ανέλαβε την διοίκηση μιας ταξιαρχίας και συμμετέσχε στην άμυνα της Άρτας και στις επιχειρήσεις στην Ήπειρο στα Πέντε Πηγάδια. Έκτοτε διατελούσε διοικητής της 3ης μεραρχίας μέχρι το 1908 που αποστρατεύτηκε. Πέθανε στην Αθήνα το 1915.

Ο Αριστείδης Οικονόμου [32] (1835-1890) ήταν από τα Καλάβρυτα. Δικηγόρος, δικαστικός, συγγραφέας, οικονομολόγος και πολιτικός. Γύρω στα 1858-60 ήταν πρωτοδίκης στο Ναύπλιο. Κατά την επανάσταση του 1862 βρισκότανε στην Πάτρα, όπου τέθηκε επικεφαλής των επαναστατών και τον ονομάσανε «Εισαγγελέα του Λαού»! Ο Λεωνίδας Μελετόπουλος γράφει ότι «Σαν δικαστικός υπήρξε υπόδειγμα μοναδικό. Ανεπηρέαστος καθόλου, ίστατο εν τω μέσω της κατηγορίας και της υπερασπίσεως, ουδέποτε παρεκκλίνας». Αναφέρει δε τούτο το περιστατικό: Μια μέρα τον παρακάλεσε ο εισαγγελέας να συσκεφτούν πριν από την έναρξη της δίκης. Ο Οικονόμου δείχνοντάς του την πόρτα του απάντησε: στο γραφείο σας κ. εισαγγελεύ, εδώ είναι το δικό μου.

Αριστείδης Οικονόμου (1835-1890)

Αριστείδης Οικονόμου (1835-1890)

Το 1874 ο Χαρ. Τρικούπης εδημοσίευσε στους «Καιρούς» ένα άρθρο με τίτλο «Τις πταίει;» όπου κατέκρινε την πολιτική του στέμματος. Γι’ αυτό το άρθρο ο Τρικούπης προφυλακίστηκε και πέρασε από δίκη. Σ’ αυτή τη δίκη δικαστής ήταν ο Οικονόμου ο οποίος δια του υπερόχου θάρρους του, ανεφάνη περίβλεπτος τύπος ανδρός ακεραίου, αληθής βράχος, επί του οποίου συνετρίβη η τυραννική πολιτική». Μετά την δίκη κλήθηκε σε απολογία. Στην απολογία του έγραψε: «…Ποια είναι η κυρία αιτία ήτις προϋκάλεσε τον δικαστικό τούτον αγώνα είναι γνωστή. Το ακριβές είναι ότι ο υποφαινόμενος έχει την πεποίθησιν ότι αγωνίζεται υπέρ της αληθείας και της δικαστικής ανεξαρτησίας. Είτε διασωθεί είτε καταστραφεί το πολυχρόνιον δικαστικόν στάδιόν του, είναι λεπτομέρειαι δια τας οποίας δεν έχει να τον ελέγξει η συνείδησις αυτού…». Επηκολούθησε δυσμενής μετάθεση. Στη νέα του θέση ουδέποτε πήγε. Ο Αρ. Οικονόμου πολιτεύτηκε στην επαρχία Καλαβρύτων. Το πέρασμά του από τη Βουλή άφησε εποχή, «Διακηρύσσοντας την ίδρυση ενός Λαϊκού Κόμματος στηριγμένου όχι σε προσωποπαγείς αρχές, αλλά σε πρόγραμμα εμπνευσμένο από την ανάγκη της αστικής ευθυγράμμισης της νεοελληνικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής» γράφει ο Τ. Βουρνάς. Ο Λ. Μελετόπουλος τον χαρακτηρίζει: «ρήτορα δεινόν, εξόχως λαϊκόν υποψήφιον, εργάτην και απόστολον νέας κοινωνικής και πολιτικής αναπλάσεως, πρόμαχον ελευθέρων ιδεών, σπουδαίον αναμορφωτήν, έντιμον ασυμβίβαστον εις τας αρχάς του, άτεγκτον – εάν ήθελε, γράφει, να γίνη υπουργός, θα εγίνετο. Φιλοδόξησε να καταρτίση ίδιον δημοκρατικών κόμμα και να διαδραματίση πρόσωπον εν τη πολιτική ζωή, εάν τον συνέτρεχον αι περιστάσεις, πλην εγεννήθη προ του καιρού του. Κύριος οίδε τί ήθελε συμβή εάν έζη με την πρόοδον των νεωτέρων ιδεών και την έξαψιν του Λαού, εν δεδομένη τινί περιστάσει. Το απρόοπτον είναι και θλιβερόν».

Για τον Οικονόμου, σύζυγο της αδελφής του, γράφει ο Βικέλας: «Αι λαϊκαί του ιδέαι, βαθμηδόν διαμορφωθείσαι εξεδηλώθησαν βραδύτερον. (…) Έλεγεν ότι είναι συνταγματικός, αλλά η συνταγματικότης του εφαίνετο πολύ αποκλίνουσα προς δημοκρατικότητα. Η ανάγνωσις των αρχαίων συγγραφέων και η ενδελεχής μελέτη των συμβάντων της Γαλλικής Επαναστάσεως συνετέλουν προς ανάπτυξιν των εις άκρον φιλελευθέρων φρονημάτων του. Στηρίζων την πολιτικήν του δύναμιν εις τα λαϊκά στρώματα, εξήσκει επ’ αυτών την βαθμηδόν αυξάνουσα επιρροήν του. Ηγάπα ειλικρινώς τον λαόν, είχε δε όλα τα προσόντα δια να γίνεται δημοφιλής. Ελκυστικός τους τρόπους, απλούς την συμπεριφοράν, πειστικός, εύγλωττος, ήρχετο ευκόλως εις επαφήν με τας εργατικάς τάξεις, επεδίωκε δε και επετύγχανε την οργάνωσιν σωματείων και συνδέσμων. Δε με βοηθεί η μνήμη προς απαρίθμησιν όσων συνδέσμων λαϊκών εθεμελίωσε».  [33] Πέθανε στις 11-4-1890 στην Αθήνα σε ηλικία 55 μόλις ετών.

Ο Ιωάννης Παπαζαφειρόπουλος [34] (1829-1879) γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και την Λειψία. Το 1862 ήταν δικηγόρος στο Ναύπλιο. Φανατικός αντιμοναρχικός, πήρε μέρος στην Ναυπλιακή επανάσταση. Μέλος της προσωρινής Επιτροπής προς τήρησιν της τάξεως. Και μετά μέλος της επαναστατικής Επιτροπής.[35] Μετά την αποτυχία της επανάστασης εκπατρίστηκε. Επανήλθε μετά την έξωση του Όθωνα και πολιτεύτηκε. Στην κυβέρνηση Βάλβη (11-2-1863) έγινε υπουργός Δικαιοσύνης και πάλι το 1871.

Παράσχος Αχιλλέας (1838 -1895)

Παράσχος Αχιλλέας (1838 -1895)

Ο Αχιλλεύς Παράσχος [36] (1838-1895) ήταν ποιητής. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Το πορτραίτο του σκιαγραφεί ο Ταγκόπουλος με τούτα τα λόγια: «Ευθυτενής, ωραίος, επιβλητικός. Το ντύσιμό του πάντοτε επίσημο με ψηλό καπέλλο και με γούνα βαρύτιμη που την είχε φέρει απ’ την Οντέσσα όταν ήταν πρόξενος. Τον πρωτοείδα σε μια διάλεξή του στον «Παρνασσό» με ολόμαυρα από τα μαλλιά του και το μούσι του ίσαμε τις μύτες των παπουτσιών του. Μόνο το πουκάμισό του ήταν κάτασπρο και το χαμόγελό του…». Ποιητής πληθωρικός, χειμαρρώδης θα έλεγε κανείς, με αχαλίνωτη φαντασία, υμνούσε την πατρίδα και την ελευθερία, ενώ αντίθετα χτυπούσε την τυραννία, ειρωνεύονταν τους αυλοκόλακες και κεντούσε πικρόχολα τον Όθωνα και γενικά την μοναρχία. Η Αντιβασιλεία δεν πήρε κανένα προστατευτικό μέτρο για τους παλιούς αγωνιστές του ’21. Οι περισσότεροι άστεγοι και άνεργοι κατήντησαν ζητιάνοι. Ο Αχ. Παράσχος γράφει χαρακτηριστικά:

 

«Ένα το γένος τούριχνε μαύρου ψωμιού κομμάτι,

καθώς πετούν λίγο ψωμί και σε ζητιάνο ακόμα…

Το έτρωγε πλην τόβρεχε του γέροντα το μάτι

με δάκρυ απαρηγόρητο…».

 

Ο Αχ. Παράσχος ανεμίχθη στην πολιτική κίνηση της «Χρυσής Νεολαίας». Κατηγορήθηκε για αντιοθωνική δράση και φυλακίστηκε στον Μεντρεσέ, τότε φυλακή του Ναυπλίου, όπου έγραψε το ποίημα «Στον πλάτανο του Μεντρεσέ». Η επανάσταση του 1862 τον βρήκε γεμάτο ενθουσιασμό στην πρώτη γραμμή. Ο Κορδάτος (Δ. σελ. 88-89) γράφει: «Την νύχτα της 11ης Οκτωβρίου την κατάσταση την έσωσε η νεολαία. Κατά τα μεσάνυχτα στο σπίτι του Όθωνα Ι. Μακρυγιάννη μαζεύτηκαν από την νεολαία ο Οδ. Ιάλεμος, ο Γλαράκης, ο Αχ. Παράσχος, ο Κλεομένης, ο Γεννάδιος, ο Σαράβας. Αφού εξέτασαν την κατάσταση πήραν την απόφαση να βγουν στους δρόμους ζητωκραυγάζοντας: Ζήτω η Ελευθερία». Όταν όμως έφτασαν στο καφενείο «Η Ωραία Ελλάς» βρήκαν μπροστά τους τον αστυνόμο Μπουλούκο που περιπολούσε με πολλούς χωροφύλακες. Πέσανε μερικές ντουφεκιές, αλλά οι νέοι αντί να διαλυθούν τράβηξαν προς το Μεταξουργείο. Εκεί βρήκαν τον Καλλιφρονά με κάμποσους επαναστάτες και άρχισαν να κραυγάζουν Ζήτω το Έθνος! Ζήτω η Ελευθερία! Ανάμεσα ακούγονταν και ζητωκραυγές για την Δημοκρατία! Ο Παράσχος, συνεχίζει ο Κορδάτος (Δ’ σελ. 654), με τα τραγούδια του συγκινούσε τους νέους, γνώρισε δόξες, αλλά δεν ξέφυγε από την μοίρα των αγωνιστών. Στα τελευταία χρόνια της ζωή του η ανέχεια και η φτώχεια τον βύθισαν στη δυστυχία. Πέθανε εξόριστος στις 26-1-1895.

Γεώργιος Πετιμεζάς

Γεώργιος Πετιμεζάς

Ο Γεώργιος Πετιμεζάς [37] του Αντωνίου ήταν από τα Καλάβρυτα. Ο πατέρας του και ο μεγαλύτερος αδελφός του Σωτήρης έπεσαν το 1823 στη μάχη των Βασιλικών Κορίνθου μαζί με άλλα τρία ξαδέλφια του. Σπούδασε Νομικά στο Μόναχο. Το 1836 μπήκε στο δικαστικό κλάδο, όπου διακρίθηκε για το ήθος του και την ευθυκρισία του. Τον Φλεβάρη του 1862 ήταν εφέτης στο Ναύπλιο. Πήρε ενεργό μέρος στην εξέγερση. Λέγεται μάλιστα ότι αυτός ήταν ο δημιουργός της ιδέας της εξέγερσης. Ήταν μέλος της Επιτροπής Ασφαλείας της επανάστασης, δηλαδή της κυβέρνησής της. Ο Γ. Πετιμεζάς πήρε μέρος και στην επανάσταση του Οκτώβρη του ’62. Μετά έγινε αρχηγός της Εθνοφυλακής και εισαγγελεύς Εφετών. Πέθανε στις 4-2-1884.

Ηλίας Ποταμιάνος

Ηλίας Ποταμιάνος

Ο Ηλίας Ε. Ποταμιάνος [38] (1844-1911). Ο πατέρας του Ευάγγελος Ποταμιάνος κατήγετο από την Κεφαλονιά κι ήταν πλοίαρχος στον επικουρικό στόλο της Αγγλίας κατά τους Ναπολεοντίους πολέμους μέχρι το 1815. Αργότερα ως Φιλικός κατέβηκε στην Ελλάδα, πολέμησε και επί Καποδίστρια έγινε διευθυντής της Αστυνομίας. Ο Ηλίας Ε. Ποταμιάνος γεννήθηκε στο Ναύπλιο, εκεί σπούδασε τα εγκύκλια μαθήματα, κατά δε την Ναυπλιακή επανάσταση, έφηβος μόλις, έλαβε ενεργό μέρος. Στην Αθήνα δημοσιογραφούσε στην εφημερίδα «ΑΥΓΗ» ήταν φίλος και συνεργάτης του Επαμεινώντα Δεληγιώργη. Το 1872 όταν συνήλθε στην Κων/πολη Σύνοδος για το βουλγαρικό σχήμα, ο Ηλίας Ποταμιάνος εστάλη με εμπιστευτική αποστολή. Στο Ναύπλιο έβαλε υποψηφιότητα βουλευτή και εξελέγη το 1881, 1891 και το 1892. Ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου. Στη Βουλή ήταν δεινός ρήτορας. Διετέλεσε ακόμα καθηγητής στη Σχολή Ευελπίδων κατά τα έτη 1870-73. Πέθανε το 1911.

Θεόδωρος Φλογαΐτης

Θεόδωρος Φλογαΐτης

Ο Θεόδωρος Φλογαΐτης [39] του Νικολάου (1848-1905) ήταν νομομαθής, πολιτικός και δημοσιογράφος. Ο πατέρας του νομομαθής, γλωσσομαθής, αγωνιστής του ’21. Ο Θ. Φλογαΐτης γεννήθηκε στο Ναύπλιο κι εκεί πέρασε τα νεανικά του χρόνια. «Δεν είχε ακόμα ενηλικιωθεί όταν αγωνιζόταν με τ’ όπλο στο χέρι και με την πέννα από τις στήλες του «Συνταγματικού Έλληνα» όπου διερμήνευε τις αρχές της επανάστασης του 1862. Όταν επολιορκείτο το Ναύπλιο από τις κυβερνητικές δυνάμεις, γράφει η Ιστορία του Ελλ. Έθνους, το ηθικό των επαναστατών ήταν ακμαίο. Πολύ συντελούσαν σ’ αυτό τα άρθρα που δημοσιεύονταν στην εφημερίδα «Συνταγματικός Έλλην» που είχε διευθυντή τον Θ. Φλογαΐτη, καθώς και οι φλογεροί λόγοι του πρωτοδίκη Π. Μαυρομιχάλη, που παρακινούσαν το λαό να συνεχίσει την άμυνα με όλη του τη δύναμη. Όπως γράφει και ο Τάσος Γούναρης, η εφημερίδα αυτή «γραφόταν με την καρδιά». Μετά την μεταπολίτευση πήρε πτυχίο Νομικής και για ένα χρονικό διάστημα ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου στην Χαλκίδα. Έγινε υφηγητής του Συνταγματικού Δικαίου και ήρθε κι εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, αλλά πολιτεύονταν στη Χαλκίδα. Το 1879 εξελέγη βουλευτής Χαλκίδας. Ήταν πολιτικός αντίπαλος του Κουμουνδούρου. Το 1890 εξελέγη βουλευτής Ευβοίας. Ο Φλογαΐτης αρθρογραφούσε. Με την πέννα του υπερασπίζονταν την ελευθερία του «προσώπου», της θρησκευτικής συνείδησης και του πολιτικού φρονήματος. Σ’ άλλο άρθρο του που το έγραψε τον Αύγουστο του 1900, αλλά δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του στην Ποικίλη Στοά του 1912 (σελ. 143-5) γράφει για «Το καθήκον της Ελληνικής Πολιτείας προς τας εργατικάς τάξεις». Επί Τρικούπη εξελέγη μέλος της επί του προϋπολογισμού επιτροπής. Ο Φλογαΐτης «δια πολυφύλλου εκθέσεως κατεδείκνυε το βάραθρον προς ο εφερόμεθα, προϊδών και προϊπών την επικειμένην χρεωκοπίαν». Επροτάθη για καθηγητής Πανεπιστημίου αλλά αυτός προτίμησε την δημοσιογραφία.

7.  Εκτός από την πτώση του Όθωνα, η Ναυπλιακή Επανάσταση είχε και επιπτώσεις στα δημοτικά πράγματα του Ναυπλίου για πολλά χρόνια. Όπως αναφέρει ο Θ. Δημόπουλος στην Ιστορία του Ναυπλίου σχηματίστηκε μια δημοτική παράταξη, η λεγομένη των Αρειμανίων, η οποία κυριάρχησε συντριπτικά στο Δήμο Ναυπλιέων τουλάχιστον για 20 χρόνια. Αντίπαλή τους, πιο συντηρητική, ήταν η παράταξη των Νοικοκυραίων. [40] Την εκκαθάριση των επαναστατών στο Δημοτικό Συμβούλιο με την κατάληψη της πόλης από τα βασιλικά στρατεύματα του Στρατηγού Χαν, ακολούθησε η εγκαθίδρυση νέου Δημοτικού Συμβουλίου μετά την έξοδο του Όθωνα. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι μεγάλες καταστροφές που προξένησαν οι άτακτοι που ακολουθούσαν τον τακτικό στρατό, κυρίως στην Πρόνοια και τα περίχωρα της πόλης, δεν έλαβαν ουδέποτε αποζημίωση. [41] Αμέσως μετά την αναχώρησή του, ο διορισμένος Δήμαρχος – Γ. Ιατρός, έδωσε τη θέση του στο δικηγόρο Κωνσταντίνο Κ. Ευθυμιόπουλο (1828-1885), που είναι και ο πρώτος Δήμαρχος της παράταξης των Αρειμανίων, ο οποίος υπήρξε και πολλές φορές Βουλευτής, Αντιπρόεδρος της Βουλής και Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών. Για το κόμμα των Αρειμανίων, ο Δημόπουλος αναφέρει ότι «ήταν κόμμα πανίσχυρον, κόμμα λαϊκών αρχών, το οποίο εξεπροσώπη την ιδέαν της επαναστάσεως, όχι μόνο δια της αλλαγής του καθεστώτος αλλά και δια μιας περισσότερο μεγάλης και πλήρους μεταβολής εις τας ψυχάς και τας πεποιθήσεις των οπαδών του». «Κάτω τα τζάκια!…», εφώναζαν οι Αρειμάνιοι. Αγωνίζονταν εναντίον του «αριστοκρατικού αρχοντολογίου». Εκπρόσωπος αυτού του νέου κόμματος, όπως είπαμε, σε ηλικία μόλις 28 ετών, ήταν ο Κωνσταντίνος Ευθυμιόπουλος. Ο Δημόπουλος λέει ότι από τον Οκτώβριο του 1862 μέχρι το 1865 ο Ευθυμιόπουλος και οι Αρειμάνιοί τους δεν ήταν απλώς δημοφιλείς, αλλά «δικτάτορες του τόπου». Η μάχη αυτή μεταξύ των δύο δημοτικών κομμάτων διήρκεσε 23 χρόνια, με Δήμαρχο μετά τον Ευθυμιόπουλο, τον γιατρό Επαμεινώνδα Κωτσονόπουλο, για δύο τετραετίες. Οι Αρειμάνιοι έχασαν το αξίωμα του Δημάρχου το 1879 με την αποτυχία του υποψηφίου τους Κωτσονόπουλου, τον οποίον όμως επανεξέλεξαν το 1883, αλλά ο Κ. Ευθυμιόπουλος ηττήθηκε στις Βουλευτικές Εκλογές του 1881 και κατόπιν το 1885. Οι εναπομείναντες Αρειμάνιοι προσχώρησαν στο κόμμα των αδελφών Φαρμακοπούλων. Σημειωτέον ότι ο δικηγόρος Κ. Φαρμακόπουλος είχε ήδη συμμετάσχει στη Ναυπλιακή Επανάσταση. [42] Ο Αλέξανδρος Αντωνόπουλος, ο Ηλίας Ποταμιάνος (που είχε συμμετάσχει στη Ναυπλιακή Επανάσταση) και οι αδελφοί Φαρμακόπουλοι (Τάκης Φαρμακόπουλος, δικηγόρος και Θεόδωρος Φαρμακόπουλος, ιατρός) κυριάρχησαν στην πολιτική σκηνή του Ναυπλίου για 40 χρόνια, από το 1882 μέχρι το 1922.

Μπορούμε να συμπεράνουμε λοιπόν ότι οι επίγονοι της Ναυπλιακής Επανάστασης στη Δημοτική Αρχή του Ναυπλίου κυριάρχησαν για πάνω από 60 χρόνια. Το έμβλημά τους ήταν το στάχυ και το τσεμπέρι, που μετά το θάνατο του Ευθυμιόπουλου υιοθέτησε το κόμμα των αδελφών Φαρμακοπούλων.

8. Συμπερασματικά, οι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης, αντιαυταρχικές, αντιμοναρχικές, υπέρ των πολιτικών και ατομικών ελευθεριών κυριάρχησαν όχι μόνο κατά τη Ναυπλιακή Επανάσταση όπου διακηρύχθηκαν (ας θυμηθούμε τη συμβολική καύση στην πυρά της λαιμητόμου, που έγινε στην Πλατεία Τριών Ναυάρχων του Ναυπλίου), αλλά και κατόπιν, για μακρύ χρονικό διάστημα.

Είναι αλήθεια ότι οι επαναστάτες δεν έθεσαν θέμα καταργήσεως του θεσμού της βασιλείας, παρόλο που πολλοί απ’ αυτούς ήταν δημοκρατικοί. Αλλά το αίμα που χύθηκε κατ’ αυτήν, μετέφερε στο λαϊκό υποσυνείδητο τις ιδέες ισοπολιτείας, ελευθερίας και ατομικών ελευθεριών. Δεν είναι τυχαίο ότι η συντηρητική κατεύθυνση της ελληνικής κοινωνίας μέχρι την άφιξη του Ελευθερίου Βενιζέλου, έριξε στη λήθη τη Ναυπλιακή Επανάσταση, ακόμα και μέσα στο ίδιο το Ναύπλιο. Ο εορτασμός λοιπόν στο Ναύπλιο των 150 χρόνων, το 2012 με ομιλίες, πολυπληθές επιστημονικό συμπόσιο και άλλες εκδηλώσεις από τα σημαντικά γεγονότα εκείνα για τη δημοκρατική ζωή της χώρας, μας επέτρεψε σήμερα να την ξαναθυμηθούμε, να μελετήσουμε τα επιτεύγματά της και να την τιμήσουμε όπως της αξίζει. Ήταν ένα επίτευγμα λαού και Στρατού και ο δεύτερος μπορεί εξίσου να την εγγράψει στο δημοκρατικό ενεργητικό του. Μακάρι το παράδειγμά της να γίνει ευρύτερα γνωστό και πάλι στο πανελλήνιο και να εμπνεύσει τις νεότερες γενιές.

 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

  

Γιώργος Ρούβαλης

Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Eric Hobsbawm, The Age of Revolution: Europe 1789-1848, Abacus, 1962

[2] Δ. Βικέλας, Η ζωή μου, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Εν Αθήναις, 1908, σελ. 85-86

[3] Δ. Βικέλας, Op.cit., σελ. 226.

[4] Χρήστος Φωτόπουλος, Αντιστράτηγος ε.α., Ένας Μακεδόνας Ήρωας, Υπολοχαγός Πυροβολικού Αλέξανδρος Γ. Πραΐδης (Η Σταδιοδρομία και η Δράση του), Στρατιωτική Επιθεώρηση, τευχ. 4, Ιουλίου – Αυγούστου 1996, σελ. 9-31.

[5] Κούλα Ξηραδάκη, Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, 1809-1898, Η Γυναίκα που Κλόνισε το Θρόνο του Όθωνα, Εκδόσεις Φιλιππότη, Γ’ Έκδοση, Αθήνα 1998, σελ. 210.

[6] Βλέπε πίνακα σε παράρτημα.

[7] Κούλα Ξηραδάκη, Op.cit., σελ. 199-200.

[8] Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Larousse-Britanica, τόμος 46, 2007, σελ. 221-222.

[9] Op.cit., τόμος 16, 2007, σελ. 450-451.

[10] Τάσου Γούναρη, Η Ναυπλιακή Επανάσταση, 1 Φεβρουαρίου – 8 Απριλίου 1862, Β’ Έκδοση, Αθήνα 2010, σελ. 91-94.

[11] Κούλα Ξηραδάκη, Op.cit., σελ. 181-182.

[12] Op.cit., σελ. 183.

[13] Op.cit., σελ. 183-184.

[14] Op.cit., σελ. 184-185. Η παραπομπή είναι από την Ποικίλη Στοά, 1912, σελ. 617-18.

[15] Op.cit., σελ. 185-186.

[16] Op.cit., σελ. 186.

[17]Ibid., σελ. 186-187.

[18] Ibid.,., σελ. 188.

[19] Ibid., σελ. 188-189.

[20] Κούλα Ξηραδάκη, Op.cit., σελ. 189.

[21] Op.cit., σελ. 190-191.

[22] Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου, 1784-1974, επιμέλεια Λουκία Δρούλια – Γιούλα Κουτσοπανάγου, τόμος Β’, Ινστιτούτο Ελληνικών Ερευνών – Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα, 2008, σελ. 442. Λήμμα του Κώστα Γ. Μίσσιου.

[23] Κούλα Ξηραδάκη, Op.cit., σελ. 191-193.

[24] Ibid., σελ. 193-194.

[25] Ibid., σελ. 194-195.

[26] Κούλα Ξηραδάκη, Op.cit., σελ. 195-196.

[27] Ibid., σελ. 196.

[28] Ibid., σελ. 197-199.

[29] Ibid., σελ. 200.

[30] Στο ίδιο, σελ. 200-201.

[31] Κ.Ξ., σελ. 201.

[32] Στο ίδιο, σελ. 202-204.

[33] Δ. Βικέλας, Op.cit., σελ. 378.

[34] Κούλα Ξηραδάκη, Op.cit., σελ. 204.

[35] Για την ενεργό συμμετοχή των δικηγόρων του Ναυπλίου στη Ναυπλιακή επανάσταση, βλ. την αντίστοιχη ανακοίνωση του Τάσου Γούναρη στο Συμπόσιο για τα 150 χρόνια της Ναυπλιακής επανάστασης, Ναύπλιο, Οκτώβριος 2012.

[36] Κούλα Ξηραδάκη, Op.cit., σελ. 204-207.

[37] Ibid., σελ. 207-208.

[38] O.π., σελ. 209-210.

[39] Ο.π., σελ. 210-212.

[40] Θεοδόση Δημόπουλου, Ιστορία του Ναυπλίου, Εισαγωγή-επιμέλεια Γιώργος Ρούβαλης, Τόμος Β’, 2010, σελ. 228-231.

[41] Ibid., Τόμος Β’, 2010, σελ. 186-188.

[42] Τα συμβάντα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως της 1ης Φεβρουαρίου 1862, Υφ’ ενός Ναυπλιέως, Εν Αθήναις 1862, σελ. 47.

 

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Το Άργος στον Όμηρο και στους αρχαίους τραγικούς


 

 

Το Άργος είναι μια από τις αρχαιότερες πόλεις της Ελλάδας και αποτελεί ένα απέραντο διαχρονικό «μουσείο» με πολυάριθμα και μοναδικά ευρήματα, που τοποθετούνται σε κάθε ιστορική περίοδο. Στηριγμένοι στην ανεξάντλητη και συναρπαστική αργολική μυθολογία και ιστορία ο Όμηρος, οι τραγικοί ποιητές μας, Αισχύλος, Σοφοκλής και Ευριπίδης, ο Ησίοδος, ο Πίνδαρος και άλλοι αρχαίοι συγγραφείς δημιούργησαν αθάνατα και ανυπέρβλητα λογοτεχνικά έργα. Λίγες ελληνικές πόλεις αξιώθηκαν με τόσους επαίνους από τα αρχαία χρόνια, ακόμη και από τους θεούς.

Ο μεγάλος λυρικός ποιητής Πίνδαρος σε μια ωδή του επικαλείται τις χάριτες να υμνήσουν την πόλη του Δαναού και των θυγατέρων του, τη θεϊκή κατοικία της Ήρας, γιατί κοσμείται από αμέτρητη δόξα και θαυμαστά έργα:

 «Υμνήστε, Χάριτες, του Δαναού την πόλη και τις πενήντα λαμπρόθρονες τις κόρες του. Υμνήστε το Άργος, όπου η Ήρα έχει το λαμπρό της δώμα, αντάξιο της θείας καταγωγής της. Από δόξα άφθαρτη το Άργος απαστράπτει χάρη στα επιτεύγματα των τολμηρότατων τέκνων του».[1]

Το Άργος κατέχει κορυφαία θέση ανάμεσα στις πόλεις, που κατά την αρχαιότητα πρωταγωνίστησαν στην πορεία του ελληνικού έθνους. Ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί ότι στην εποχή του το Άργος υπερείχε όλων των πόλεων σε ολόκληρο το χώρο, που σήμερα ονομάζεται Ελλάδα [2]. Κατά τον Παυσανία «οι Αργείοι είναι εκείνοι από τους Έλληνες, που αμφισβητούν πιο πολύ απ’ όλους στους Αθηναίους την αρχαιότητα και τα δώρα που λένε ότι έχουν από τους θεούς» [3].

Όσοι ασχολούνται με τη μελέτη της ιστορίας και της μυθολογίας γνωρίζουν ότι το Άργος υπήρξε γενέτειρα πόλη και τόπος καταγωγής επιφανών ανδρών και ηρώων του παρελθόντος. Από το Άργος κατάγονται δύο από τους μεγαλύτερους ήρωες της μυθολογίας μας. Ο Ηρακλής, πασίγνωστος στην υφήλιο για τους περίφημους άθλους του, και ο Περσέας, βασιλιάς του Άργους, ο οποίος, αφού σκότωσε τη Μέδουσα και παντρεύτηκε την Ανδρομέδα, ο πατέρας της οποίας ήταν απόγονος της Ιούς του Άργους, αντάλλαξε το βασίλειο του Άργους με τον Προίτο και βασίλευσε στην Τίρυνθα και τις Μυκήνες.

 

Περσέας (Μπενβενούτο Τσελίνι)

Περσέας (Μπενβενούτο Τσελίνι)

 

Κόρη του μυθικού Βασιλιά του Άργους Ίναχου ήταν η Ιώ, που τράβηξε κάποτε την ερωτική προσοχή του Δία και εξόργισε την Ήρα που, για να την τιμωρήσει, την ανάγκασε να περιπλανιέται καταδιωκόμενη μέχρι τη Σκυθία και τον Καύκασο για να καταλήξει στην Αίγυπτο, όπου γέννησε τον Έπαφο. Δισέγγονος της Ιούς ήταν ο Δαναός , που με συμβουλή της Αθηνάς κατασκεύασε ένα πλοίο με πενήντα κουπιά, πήρε τις κόρες του, τις γνωστές Δαναΐδες, και ήρθε στα πάτρια εδάφη στο Άργος, την πατρίδα της προ-γιαγιάς του Ιούς.

Ο εγγονός του Άδραστου, Διομήδης, γιος του Τυδέως και της Διείπυλης, βασιλιάς του Άργους, οδήγησε 80 πλοία εναντίον της Τροίας, συνοδευόμενος από τους πιστούς του φίλους, τον Σθένελο και τον Ευρύαλο. Τα ηρωικά του κατορθώματα στην Τροία ήταν πολλά και δίπλα στον Αχιλλέα ο Διομήδης υπήρξε ο πιο γενναίος ήρωας του Ελληνικού στρατεύματος.

 

Ο Διομήδης πληγώνει την θεά Αφροδίτη.

Ο Διομήδης πληγώνει την θεά Αφροδίτη.

 

Πολλά ήταν και τα πρόσωπα που διακρίθηκαν κατά την ιστορική εποχή στο Άργος. Ο ηγεμόνας του Άργους Φείδων, απόγονος του βασιλιά του Άργους Τήμενου, είναι ο πρώτος Έλληνας που το 755 π.Χ έκοψε αργυρά και χάλκινα νομίσματα και ίδρυσε το πρώτο νομισματοκοπείο της Ελλάδας και της Ευρώπης στην Αίγινα, που ήταν τότε αποικία του Άργους [4]

Τελέσιλλα. Γκραβούρα από το βιβλίο του Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.

Τελέσιλλα. Γκραβούρα από το βιβλίο του Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.

Η Τελέσιλλα ήταν λυρική ποιήτρια από το Άργος, που έζησε τον 5ο – 6ο αιώνα π.Χ. και έμεινε ονομαστή από τα μελικά της ποιήματα, αλλά και το ηρωικό θάρρος της, αφού, όταν ο βασιλιάς της Σπάρτης Κλεομένης εκστράτευσε εναντίον του, κατάφερε να συγκεντρώσει και να εξοπλίσει τις γυναίκες της πόλης σε μια εποχή που η θέση της γυναίκας ήταν υποτιμημένη και εντελώς ασύμβατη με τον πόλεμο και έσωσε το Άργος, αφού οι Σπαρτιάτες δεν τόλμησαν να τα βάλλουν με γυναίκες, γιατί, αν τις νικούσαν, θα τους κατηγορούσαν ότι νίκησαν γυναίκες και, αν έχαναν, θα έλεγαν ότι νικήθηκαν από γυναίκες, όπως καταγράφει ο Παυσανίας[5].

Στο Αργείον εργαστήριον διέπρεψε ο σημαντικός γλύπτης και χαλκοπλάστης Αγελάδας (520-480 π.Χ.), κοντά στον οποίο μαθήτευσαν ο Μύρων και ο επίσης αργείος γλύπτης Πολύκλειτος, που μαζί με το Φειδία ήταν οι σημαντικότεροι της κλασικής εποχής, καθιέρωσε τον κανόνα των αναλογιών και των συμμετριών του ανθρώπινου σώματος και κατασκεύασε χρυσελεφάντινα αγάλματα, όπως εκείνο της Ήρας για το Ηραίο του Άργους.

Το Άργος από τα πανάρχαια χρόνια συνοδεύεται από πλήθος επιθέτων, όπως Ιναχία γη, Φορωνικόν, κλυτόν, κοίλον, πολυδίψιον, Ίασον, Ίππιον, Ιππόβοτον, Πελοποννήσιον, παλαιόν, πολύπυρον (πυρός και σπυρός = σίτος), πλούσιο δηλαδή σε σιτάρι, αφού στο Άργος πρωτοκαλλιεργήθηκε ο σίτος, ούθαρ αρούρης, φιλτάτη πόλις της Ήρας.

Ξεχωριστή θέση όμως κατέχει το Άργος στον Όμηρο και στους αρχαίους τραγικούς ποιητές. Ο Όμηρος αποδίδει το όνομα Άργος στην πόλη του Ίναχου στην Αργολίδα, έδρα του Διομήδη (Β 559), στην αργολική πεδιάδα (Β 287), σε ολόκληρη την Πελοπόννησο (Α 30), στην κεντρική θεσσαλική πεδιάδα, επικράτεια του Αχιλλέα (Β 681) και γενικά σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο (Ζ 456).

Το όνομα του Άργους στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια του Ομήρου έχει υποκαταστήσει ολόκληρη την Ελλάδα και τα ονόματα Αργείος και Δαναός είναι συνώνυμα με το εθνικό όνομα Έλληνας, γεγονός που υποδεικνύει ότι στους χρόνους αυτούς το Άργος ήταν η καρδιά του ελλαδικού κόσμου. Το σύνολο εκείνων που εκστράτευσαν στην Τροία ο Όμηρος το αποκαλεί Αχαιούς και Δαναούς και Αργείους, εφόσον το Άργος υπό τον Αγαμέμνονα είχε την γενική αρχηγία της τρωικής εκστρατείας. Ακόμα και η σπαρτιάτισσα ωραία Ελένη αποκαλείται Αργεία. Ίσως διότι όλοι οι βασιλικοί οίκοι της Ελλάδας, συμπεριλαμβανομένων και των οίκων των Μακεδόνων, προέρχονταν από το Άργος.

Στον περίφημο «Κατάλογο νεών» στη Β ραψωδία της Ιλιάδας, όπου ο Όμηρος απαριθμεί τα πλοία με τους στρατιώτες, που εκστράτευσαν εναντίον της Τροίας, σημαντική θέση κατέχει το Άργος, το οποίο με στρατό και από τις γειτονικές πόλεις και με αρχηγό το βασιλιά του Διομήδη συμμετείχε και διακρίθηκε στον Τρωικό Πόλεμο:

 

«Της πυργόστηθης Τίρυνθας και τ’ Άργους τους λεβέντες

κι όσους μες στη βαθύκολπη Ασίνη κι Ερμιόνη

και στην Τροιζήνα κάθονταν, και όσοι στην Ηιόνα

και στην αμπελοφύτευτη Επίδαυρο μα κι όσους

στην Αίγινα και Μάσητα των Αχαιών λεβέντες

τρεις τους οδήγουν, ο γέρος Διομήδης και το τέκνο

του Καπανέα του τρανού, ο Σθένελος, και τρίτος

του Μηκιστέα το παιδί, ο Ευρύαλος, το εγγόνι

του Ταλαού, κι όλων αυτών ο Διομήδης πρώτος

κι είχαν μαζί τους μελανά ογδόντα πλοία φέρει»[6]

 

Υπάρχει μάλιστα και παράδοση ότι ο Όμηρος ήρθε κάποτε στο Άργος, για να τιμήσει τα κατορθώματα των Αργείων Ηρώων, που τον ενέπνευσαν στα έπη του. Οι Αργείοι άρχοντες μάλιστα τόσο ενθουσιάστηκαν, που τον τίμησαν με πλούσια και ακριβά δώρα, αποφάσισαν ομόφωνα να τελούν θυσίες προς τιμήν του και του έστησαν ανδριάντα, όπου τοποθέτησαν χάλκινη εικόνα του, κάτω από την οποία χάραξαν την επιγραφή:

«Εδώ βρίσκεται ο θεϊκός Όμηρος, ο οποίος την πολυφημισμένη Ελλάδα, όλη με γλαφυρή σοφία εκόσμησε. Ιδιαίτερα δε τους Αργείους, που την θεόκτιστη Τροία γκρέμισαν ως τιμωρία για την καλλίκομη Ελένη, για χάρη του ο μεγάλος μας δήμος του έστησε αυτόν τον ανδριάντα και με τιμές αθανάτων τον περιβάλλει» [7].

 

Όμηρος, 1663. Έργο του Ολλανδού Ρέμπραντ Χάρμενσοον βαν Ρέιν (1606-1669). Λάδι σε καμβα, 107Χ82 εκ. Stedelijk Museum Amsterdam.

Όμηρος, 1663. Έργο του Ολλανδού Ρέμπραντ Χάρμενσοον βαν Ρέιν (1606-1669). Λάδι σε καμβα, 107Χ82 εκ. Stedelijk Museum Amsterdam.

Ο Όμηρος συγκαταλέγει το Άργος ανάμεσα στις τρεις πιο αγαπημένες πόλεις της θεάς Ήρας: «Τρεις είναι οι πιο αγαπητές πόλεις για μένα, το Άργος, η Σπάρτη και η πλατύδρομες Μυκήνες» [8]. Επίσης το Άργος περιλαμβάνεται ανάμεσα στις επτά πόλεις που φιλονικούσαν για το ποια είναι γενέτειρα του Ομήρου: «Επτά πόλεις φιλονικούν για την καταγωγή του σοφού Όμηρου, η Σμύρνη, η Χίος, ο Κολοφών, η Ιθάκη, η Πύλος, το Άργος και η Αθήνα» [9]. Τα εφάμιλλα της Ιλιάδας χαμένα έπη «Θηβαΐς» και «Επίγονοι» κάνουν μνεία για το κλέος του αρχαίου Άργους. Η Θηβαΐς, αρχαίο ελληνικό έπος άγνωστου συγγραφέα, που αφηγείται την ιστορία του πολέμου μεταξύ των αδελφών Ετεοκλή και Πολυνείκη, αρχίζει με τη φράση «Άργος άειδε, θεά, πολυδίψιον, ένθεν άνακτες κίνησαν…» και εννοεί τον πόλεμο κατά της Θήβας.

Το όνομα Άργος ως ουσιαστικό ή ως επίθετο (αργείος, αργεία) αναφέρεται σε 15 από τις 24 ραψωδίες της Οδύσσειας του Ομήρου και στις 23 από τις 24 ραψωδίες της Ιλιάδας. Συνολικά και στα δύο έπη του Ομήρου αναφέρεται 232 φορές, 45 φορές στην Οδύσσεια και 187 φορές στην Ιλιάδα. Οι αναφορές αυτές καταγράφονται στο πρωτότυπο κείμενο της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Στις διάφορες έμμετρες μεταφράσεις των δύο ομηρικών επών είναι πολύ περισσότερες, αφού οι μεταφραστές πολλές φορές, αν οι ανάγκες του μέτρου τους εξυπηρετούν, χρησιμοποιούν το επίθετο Αργείοι για να αποδώσουν και το Αχαιοί ή Δαναοί του πρωτότυπου, που χρησιμοποιεί, όπως είπαμε, ο Όμηρος για όλους τους Έλληνες, που πολιόρκησαν την Τροία.

Συγκεκριμένα, από 1 φορά αναφέρεται στις ραψωδίες β, κ, μ, ρ, τ, φ και ψ της Οδύσσειας και στις ραψωδίες Σ, Φ, Ψ της Ιλιάδας. Από 2 φορές αναφέρεται στις ραψωδίες θ και σ της Οδύσσειας. Από 3 φορές στις ραψωδίες α και ω της Οδύσσειας και στην Α της Ιλιάδας. Στη ραψωδία λ της Οδύσσειας αναφέρεται 4 φορές. Από 5 φορές αναφέρεται στη ραψωδία ο της Οδύσσειας και στη ραψωδία Ω της Ιλιάδας. Από 6 φορές στη γ της Οδύσσειας και στις Γ, Η και Π της Ιλιάδας. Από 7 φορές στις ραψωδίες Ε και Ζ της Ιλιάδας. Από 8 φορές στις ραψωδίες Θ, Λ, Ρ και Τ της Ιλιάδας. Στη ραψωδία Ξ της Ιλιάδας το Άργος και Αργείος αναφέρεται 9 φορές και στη ραψωδία Μ 10 φορές. Από 11 φορές αναφέρεται στις ραψωδίες Δ, Κ και Ν της Ιλιάδας, 12 φορές στη ραψωδία δ της Οδύσσειας, από 13 φορές στις ραψωδίες Ι και Ο της Ιλιάδας, 15 φορές στο Β της Ιλιάδας και 17 φορές στο Ψ της Ιλιάδας.

Ο πιο συχνός χαρακτηρισμός του Άργους στα ομηρικά έπη γίνεται με το επίθετο «αλογοτρόφο» [Ἄργεος ἱπποβότοιο]. Είναι δηλαδή η πόλη που τρέφει άλογα. Συνολικά 10 φορές αποδίδεται στο Άργος ο χαρακτηρισμός αυτός, 4 φορές στην Οδύσσεια [10] και 6 φορές στην Ιλιάδα [11].

Η φράση «ντροπή αργείτες» [αἰδὼς Ἀργεῖοι] χρησιμοποιείται 4 φορές στην ιλιάδα[12] με στόχο να προκαλέσει το φιλότιμο όλων των συγκεντρωμένων στρατιωτών σε κάθε περίπτωση, και όχι μόνο των Αργείων, και να τους παρακινήσει να μην υποχωρούν στους αντιπάλους τους, αλλά να συνεχίσουν με περισσότερη αποφασιστικότητα τον αγώνα τους.

Συχνότατη είναι η χρήση του επιθέτου «αργείος» και στην Οδύσσεια και στην Ιλιάδα, που συνοδεύει πολλά ουσιαστικά (αργίτικα πλοία, αργίτικη πολιτεία, αργίτικος στρατός, αργίτικος λαός, αργίτικα λημέρια, αργίτικη χώρα, αργίτικα ξεφτέρια, αργίτικα χέρια, αργίτικο ασκέρι, αργίτικα καλύβια, αργίτικα φουσάτα, αργίτικα άλογα κ.α.) και αναφέρεται φυσικά σε όλο το στράτευμα, που πολιορκούσε την Τροία.

Αργίτισσα όμως χαρακτηρίζεται και η Ελένη, η πέτρα του σκανδάλου, που προκάλεσε, σύμφωνα με το μύθο, τον τρωικό πόλεμο. Συνολικά 12 φορές, 4 στην οδύσσεια και 8 στην Ιλιάδα [13] συνοδεύει την Ελένη το επίθετο «αργεία», που σημαίνει Ελληνίδα, αφού είναι γνωστό ότι η Ελένη ήταν γυναίκα του σπαρτιάτη Μενέλαου. Το επίθετο αργίτισσα όμως αποδίδεται 2 φορές στην ιλιάδα [14] και στη θεά Ήρα, που ήταν προστάτιδα του Άργους και σταθερός συμπαραστάτης των Ελλήνων στην Τροία μαζί με τη θεά Αθηνά.

Μία φορά, τέλος, στο Άργος αποδίδεται το επίθετο «Πολυδίψιον» [15], συνηθισμένο και από άλλους αρχαίους συγγραφείς, επειδή το Άργος αντιμετώπιζε συχνά πρόβλημα λειψυδρίας σε περιόδους ξηρασίας.

Φανταστική προτομή του Ομήρου, ρωμαϊκό αντίγραφο (2ος αιώνας). Musée du Louvre.

Φανταστική προτομή του Ομήρου, ρωμαϊκό αντίγραφο (2ος αιώνας). Musée du Louvre.

Είναι προφανές ότι όσα αποδίδονται στο Άργος και στους αργείους από τον Όμηρο, δεν αφορούν τη συγκεκριμένη πόλη και τους ανθρώπους της. Αφορούν όλους όσους εκστράτευσαν εναντίον της Τροίας από κάθε πόλη του ελλαδικού χώρου, που καλύπτεται από τα επίθετα Αργείοι, Αχαιοί και Δαναοί, αφού οι όροι Ελλάδα και Έλληνες είναι μεταγενέστεροι του Ομήρου. Με το όνομα των Αργείων, Αχαιών και Δαναών δηλώνεται η δράση και ο πολιτισμός των ανθρώπων, που με την πρωτοβουλία και την αρχηγία του βασιλιά των Μυκηνών Αγαμέμνονα έφτασαν στην Τροία και πολέμησαν με τους ντόπιους.

Η σπουδαιότητα όμως του πολιτισμού του Άργους φαίνεται και από τους τραγικούς ποιητές, πολλές τραγωδίες των οποίων αναφέρονται στο Άργος. Συγκεκριμένα οι μισές περίπου από τις συνολικά 33 τραγωδίες των τριών μεγάλων τραγικών ποιητών της κλασικής εποχής, Αισχύλου, Σοφοκλή και Ευριπίδη, έχουν θέματα και πρωταγωνιστές, που σχετίζονται με την πόλη του Άργους, το όνομα της οποίας αναφέρεται συχνά στους στίχους τους και ακούγεται κάθε φορά που παίζεται μια τραγωδία σε θέατρο της Ελλάδας ή του εξωτερικού.

Ειδικότερα, τα θέματα των πέντε από τις επτά σωζόμενες τραγωδίες του Αισχύλου σχετίζονται με το Άργος. Οι Ικέτιδες του Αισχύλου δεν είναι άλλες από τις Δαναΐδες, τις 50 κόρες του Δαναού, που έφυγαν μαζί με τον πατέρα τους από την Αίγυπτο και ζήτησαν καταφύγιο στο Άργος, την πατρίδα των προγόνων τους, για να αποφύγουν το γάμο με τα εξαδέλφια τους, τους 50 γιους του Αιγύπτου. Ο βασιλιάς του Άργους καταφεύγει στην κρίση του Δήμου, που αποφαίνεται υπέρ της παροχής ασύλου στις 50 ικέτιδες. Ο Αιγύπτιος απεσταλμένος, που έρχεται να τις πάρει, δεν κατορθώνει να τις αποσπάσει από τους βωμούς, όπου έχουν καταφύγει.

Στους «Επτά επί Θήβας» ο Πολυνείκης, που εκστρατεύσει εναντίον του αδελφού του Ετεοκλή, όταν εκείνος αρνείται να του παραχωρήσει την εξουσία της Θήβας, οργάνωσε στρατό από το Άργος με τη βοήθεια του Άδραστου, βασιλιά του Άργους, την κόρη του οποίου είχε παντρευτεί κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Άργος.

Philippe Chery, "Costume for Agamemnon" (1802).

Philippe Chery, «Costume for Agamemnon» (1802).

Το θέμα της τριλογίας «Ορέστεια» του Αισχύλου έχει άμεση σχέση με το Άργος. Στην πρώτη τραγωδία της τριλογίας Αγαμέμνων περιγράφεται η επάνοδος στο Άργος από την τρωική εκστρατεία του Αγαμέμνονα με πολλά λάφυρα και την αιχμάλωτη Κασσάνδρα. Στη δεύτερη τραγωδία «Χοηφόροι» ο Ορέστης συνοδευόμενος από τον πιστό του φίλο Πυλάδη επιστρέφει στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Άργος, για να θρηνήσει στον τάφο του πατέρα του. Και στην Τρίτη τραγωδία «Ευμενίδες» ο Ορέστης ευχαριστεί την Αθήνα και τον Απόλλωνα και ορκίζεται αιώνια συμμαχία της πατρίδας του, του Άργους, με την Αθήνα.

Και ο Σοφοκλής έγραψε δύο τραγωδίες με θέματα σχετικά με το Άργος. Στην «Αντιγόνη» η Αντιγόνη αποφασίζει να παραβεί τη διαταγή του Κρέοντα και να θάψει τον αδελφό της Πολυνείκη, που πήγε στο Άργος, πήρε τους Αργείους συμμάχους του και επιτέθηκε εναντίον της Θήβας. Στην Ηλέκτρα, η ομώνυμη ηρωίδα ζει στο Άργος θρηνώντας τον πατέρα της Αγαμέμνονα και κατηγορώντας ανοιχτά τη μητέρα της Κλυταιμνήστρα και τον άντρα της Αίγισθο για τη δολοφονία του. Η αδελφή της, η Χρυσόθεμις, συμμερίζεται τη στενοχώρια της Ηλέκτρας και εύχεται και αυτή να επιστρέψει ο αδελφός τους Ορέστης και να εκδικηθεί το θάνατο του πατέρα του.

Αλλά και οι μισές περίπου από τις σωζόμενες τραγωδίες του Ευριπίδη έχουν θέματα που σχετίζονται με το Άργος. Η  «Ιφιγένεια εν Ταύροις» ξεκινάει με το κακό όνειρο, που είδε τη νύχτα η Ιφιγένεια, ότι πέθανε στο Άργος ο αδελφός της Ορέστης. Στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι», όταν η νηνεμία δεν επιτρέπει να σαλπάρουν για την Τροία τα πλοία, που βρίσκονται αγκυροβολημένα στην Αυλίδα, ο Αγαμέμνονας με συμβουλή του μάντη Κάλχα αναγκάζεται να καλέσει την κόρη του Ιφιγένεια από το Άργος, με τη δικαιολογία ότι πρόκειται να την παντρέψει με τον Αχιλλέα, και να την θυσιάσει, για να στείλουν οι θεοί ούριο άνεμο στα πανιά τους.

Στον Ορέστη ο Ορέστης και η Ηλέκτρα καταδικάζονται από τους Αργείους σε θάνατο, επειδή σκότωσαν τη μητέρα τους. Στις Ικέτιδες oι μητέρες των Αργείων στρατηγών, που έπεσαν στη Θήβα, ικετεύουν το βασιλιά των Αθηνών Θησέα να τις βοηθήσει να πάρουν και να θάψουν τους νεκρούς γιους τους.

Στην Ηλέκτρα, που αρχίζει με το χαιρετισμό «Ω γης παλαιόν Άργος, Ινάχου ροαί», ο Ορέστης και ο Πυλάδης συναντούν σε μια άθλια καλύβα την Ηλέκτρα, που ζει μια πολύ σκληρή ζωή , επειδή ο Αίγισθος και η Κλυταιμνήστρα την πάντρεψαν με ένα φτωχό χωρικό. Ακολουθεί η αναγνώριση των αδελφών, οι οποίοι εκδικούνται τον πατέρα τους σκοτώνοντας τον Αίγισθο και την Κλυταιμνήστρα και στο τέλος οι Διόσκουροι ορίζουν ο Πυλάδης να πάρει σύζυγο την Ηλέκτρα και ο Ορέστης να πάει στην Αθήνα, για να δικαστεί από τον Άρειο Πάγο.

Η τραγωδία του Ευριπίδη «Ηρακλής μαινόμενος» αρχίζει ως εξής: «Ο Αμφιτρύων είμαι. Αργείος. Γιος και του Αλκαίου. Απ’ τον Περσέα κρατώ». Ο Ηρακλής επιστρέφει από τον κάτω κόσμο, όπου είχε πάει να φέρει τον Κέρβερο. Η Ήρα, ισόβιος εχθρός του Ηρακλή, στέλνει την Ίριδα και τη Λύσσα, που προκαλούν διασάλευση του λογικού του ήρωα, με αποτέλεσμα να σκοτώσει τη γυναίκα του και τα παιδιά του, νομίζοντας ότι είναι η γυναίκα και τα παιδιά του εχθρού του Ευρυσθέα.

Στις «Φοίνισσες», τέλος, ο Ευριπίδης αποδίδει την ευγενική καταγωγή των προγόνων του Οιδίποδα στην Αργείτισσα Ιώ, η οποία μεταμορφωμένη σε αγελάδα κατέφυγε στην Αίγυπτο εξαιτίας του έρωτα του Δία. Ο τρισέγγονός της Κάδμος από τη Φοινίκη ήρθε στη Βοιωτία από την Τύρο, όπου είχαν εγκατασταθεί οι γονείς του. Γιος του Κάδμου και της θεάς Αρμονίας ήταν ο Πολύδωρος, γιος του Πολύδωρου ο Λάβδακος και γιος του Λάβδακου ο Λάιος, ο πατέρας του Οιδίποδα.

Καμία άλλη ελληνική πόλη δεν είχε τόση φήμη και τόσες συχνές αναφορές στα κείμενα της ιστορικής περιόδου ως την αρχαϊκή εποχή, όση το Άργος. Μόνο η Αθήνα το ξεπέρασε κατά την κλασική περίοδο, όταν η πόλη αυτή αναδείχτηκε σε πνευματικό, πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο της Ελλάδας. Η προνομιακή αναφορά του Άργους στα ομηρικά έπη και στην αρχαία τραγωδία διαιωνίζει τη φήμη της πόλης μέχρι σήμερα σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο. Γιατί ποιος πολιτισμένος άνθρωπος ανά τους αιώνες δεν έχει διαβάσει τον Όμηρο και δεν έχει παρακολουθήσει παράσταση αρχαίας τραγωδίας;

Σήμερα, βέβαια, πρέπει να προσθέσουμε στην αρχαία αίγλη του Άργους και εκείνη των Μυκηνών, αφού τα δύο ιστορικά ονόματα ταυτίζονται στο νεοπαγή δήμο «Άργους – Μυκηνών». Για την ιστορία και την αίγλη των Μυκηνών αρκεί να αναφερθεί ότι υπάρχουν 200 περίπου κείμενα περιηγητών σε διάφορες γλώσσες, οι οποίοι από την αρχαιότητα και, κυρίως, από το 15ο μ. Χ. αιώνα πέρασαν από τις Μυκήνες και έγραψαν τις εντυπώσεις τους σε βιβλία, που κυκλοφορούν μέχρι σήμερα. Τα βιβλία αυτά χρησιμοποιούνται ως ιστορικές πηγές, αλλά διαιωνίζουν τη φήμη του βασιλείου του Αγαμέμνονα και του γειτονικού Άργους. Παραμένουν όμως άγνωστα και ανεκμετάλλευτα.

Πώς αξιοποίησαν οι νεότερες γενιές Αργείων αυτό το τεράστιο πολιτιστικό κεφάλαιο, που μπορούσε να επενδυθεί στη σύγχρονη τουριστική βιομηχανία; Εκτός από το όνομα της πόλης, υπάρχει κάτι σήμερα, που να συνδέει τη σημερινή πόλη με την αρχαία ιστορία της στα μάτια του επισκέπτη της; Πώς καταλαβαίνει ο σημερινός επισκέπτης του Άργους ότι βρίσκεται στην αρχαιότερη πόλη της Ελλάδας;

Οι αρχαίοι Αργείοι είχαν αναγείρει προς τιμή της Τελέσιλλας μεγάλη στήλη, στην οποία παριστάνονταν αυτή όρθια έχοντας στα πόδια της βιβλία και κρατώντας στα χέρια κράνος, που το παρατηρούσε έτοιμη να το φορέσει στο κεφάλι της. Η στήλη αυτή ήταν τοποθετημένη πάνω από το θέατρο του Άργους, μπροστά από το ιερό άγαλμα της θεάς Αφροδίτης, και σώζονταν μέχρι το 170 μ.Χ. που την είδε ο Παυσανίας [16]. Οι νεότεροι Αργείοι δε φρόντισαν να δημιουργήσουν κάποιο αντίστοιχο μνημείο της ένδοξης λυρικής ποιήτριας του Άργους ή ένα μνημείο του Φείδωνα, που να συνδέεται με το νόμισμα και τους οβολούς ή οβελούς, από τους οποίους προήλθε και η ονομασία της δραχμής, του νομίσματος του νεοελληνικού κράτους μέχρι την καθιέρωση του ευρώ.

Το αρχαιολογικό μουσείο της πόλης, που με τα ευρήματά του θα μπορούσε να συνδέσει την ιστορία της πόλης με τις αναφορές της στα αρχαία κείμενα και τα ομηρικά έπη, παραμένει υποβαθμισμένο και στεγάζεται στην οικία του αγωνιστή του 1821 Δημήτρη Καλλέργη. Υπάρχει καμία σχέση ανάμεσα στην αρχαιότητα και την επανάσταση του 1821 ή με τον τρόπο αυτό προκαλείται σύγχυση και υποβαθμίζεται και η αρχαία και η νεότερη ιστορία της πόλης;

Το αρχαίο θέατρο του Άργους, ένα από τα μεγαλύτερα και το μοναδικό με το κοίλο του σκαλισμένο στο φυσικό βράχο, δε συνδέθηκε με την παρουσία του Άργους στις αρχαίες τραγωδίες. Εκείνες που έχουν θέμα τους το Άργος ή αναφέρονται στο Άργος θα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρον να παίζονται στο θέατρο της πόλης. Καθένας θα ήθελε και θα ερχόταν να παρακολουθήσει μια παράσταση αρχαίας τραγωδίας, που παίζεται στο «φυσικό της χώρο».

Η λεπτομερής καταγραφή της παρουσίας του Άργους στα ομηρικά έπη και στις αρχαίες τραγωδίες θα μπορούσε να γίνει αφορμή για τη διαμόρφωση μιας διαφορετικής πολιτικής στα πολιτιστικά δρώμενα της πόλης με στρατηγικό στόχο την ανάδειξη του Άργους με την αξιοποίηση της πλούσιας πολιτιστικής του παράδοσης. Διαφορετικά η εργασία αυτή έχει μόνο «φιλολογικό» ενδιαφέρον και καμία αξία για τη σημερινή πόλη και τους ανθρώπους της.

  

Υποσημειώσεις


 

[1] «Δαναού πόλιν αγλαοθρόνων τε πεντήκοντα κοράν Χάριτες, Άργος Ήρας δώμα θεοπρεπές υμνείτε. Φλέγεται δ’ αρεταίς μυρίαις έργων θρασέων ένεκεν». [Πινδάρου Επίνικοι, Νέμεα 10, 1]

[2] «Το δε Άργος τούτον τον χρόνον προείχε άπασι των εν τη νυν Ελλάδι καλεομένη χώρη» (Ηροδότου, Ιστορίαι,1,1)

[3] «Ελλήνων οι μάλιστα αμφισβητούντες Αθηναίους ες αρχαιότητα και δώρα παρά θεών φασίν έχειν, εισίν Αργείοι» [Παυσανίου, Ελλάδος Περιήγησις 1,14,2]

[4] «Καί μέτρα εξεύρε τά Φειδώνια καλούμενα καί σταθμά καί νόμισμα κεχαραγμένον τό τέ άλλο καί τό αργυρούν» [Στράβων Η, 3,33]

[5] Τελέσιλλα δὲ οἰκέτας μὲν καὶ ὅσοι διὰ νεότητα ἢ γῆρας ὅπλα ἀδύνατοι φέρειν ἦσαν, τούτους μὲν πάντας ἀνεβίβασεν ἐπὶ τὸ τεῖχος, αὐτὴ δὲ ὁπόσα ἐν ταῖς οἰκίαις ὑπελείπετο καὶ τὰ ἐκ τῶν ἱερῶν ὅπλα ἀθροίσασα τὰς ἀκμαζούσας ἡλικίᾳ τῶν γυναικῶν ὥπλιζεν, ὁπλίσασα δὲ ἔτασσε κατὰ τοῦτο ᾗ τοὺς πολεμίους προσιόντας ἠπίστατο. ὡς δὲ ἐγίνοντο οἱ Λακεδαιμόνιοι καὶ αἱ γυναῖκες οὔτε τῷ ἀλαλαγμῷ κατεπλάγησαν δεξάμεναί τε ἐμάχοντο ἐῤῥωμένως, ἐνταῦθα οἱ Λακεδαιμόνιοι, φρονήσαντες ὡς καὶ διαφθείρασί σφισι τὰς γυναῖκας ἐπιφθόνως τὸ κατόρθωμα ἕξει καὶ σφαλεῖσι μετὰ ὀνειδῶν γενήσοιτο ἡ συμφορά, ὑπείκουσι ταῖς γυναιξί. [Παυσανίου, Κορινθιακά, 20]

[6] [Ιλιάδα, Β, 559-564]

[7] «Θείος Όμηρος οδ’ εστίν ος Ελλάδα την μεγαλαύχην πάσαν εκόσμησεν καλλιεπώς σοφίη, έξοχα δ’ Αργείους, οι την θεοτειχέαν Τροίην ήρειψαν ποινήν ηϊκόμου Ελένης˙ ου χάριν έστησεν δήμος μεγαλόπτολις αυτόν, ενθάδε και τιμαίς αμφέπει αθανάτων» [Ι. Κοφινιώτη, Ιστορία του Άργους, πρόλογος, σελ. στ’]

[8] «Ήτοι εμοί τρεις μεν πολύ φίλταταί εισί πόληες Άργος τε Σπάρτη τε και ευρυάγεια Μυκήνη». [ Ιλιάδα, Δ, 51]

[9] «Επτά πόλεις μάρνανται σοφήν δια ρίζαν Ομήρου, Σμύρνη, Χίος, Κολοφών, Ιθάκη, Πύλος, Άργος, Αθήναι». [Ελληνική Ανθολογία, 3]

[10] Οδύσσεια γ 263, δ 99, ο 239 και 274.

[11] Ιλιάδα Β 287, Γ 75, Ζ 152, Ι 246, Ο 30 και Τα 329.

[12] Ιλιάδα Ε 786, Θ 228, Ν 95 και Ο 502.

[13] Οδύσσεια δ, 185 και 296, ρ 118 και ψ 218 και Ιλιάδα Β 177, Γ 458, Δ 19 και 174, Ζ 323, Η 350, Ι 141 και 282.

[14] Ιλιάδα Δ 8 και Ε 908.

[15] Ιλιάδα, Δ, 171

[16] «ὑπὲρ δὲ τὸ θέατρον Ἀφροδίτης ἐστὶν ἱερόν, ἔμπροσθεν δὲ τοῦ ἕδους Τελέσιλλα ἡ ποιήσασα τὰ ᾄσματα ἐπείργασται στήλῃ: καὶ βιβλία μὲν ἐκεῖνα ἔῤῥιπταί οἱ πρὸς τοῖς ποσίν, αὐτὴ δὲ ἐς κράνος ὁρᾷ κατέχουσα τῇ χειρὶ καὶ ἐπιτίθεσθαι τῇ κεφαλῇ μέλλουσα. ἦν δὲ ἡ Τελέσιλλα καὶ ἄλλως ἐν ταῖς γυναιξὶν εὐδόκιμος καὶ μᾶλλον ἐτιμᾶτο ἔτι ἐπὶ τῇ ποιήσει. [Παυσανίου, Κορινθιακά, 8]

 

Αλέξης Τότσικας

Read Full Post »

«Τημένιον, το λιμάνι του αρχαίου Άργους. Αναφορές αρχαίων και νέων συγγραφέων και ενδείξεις για την τοποθεσία, από το τέλος του 18ου αιώνα». Βασίλης Κ. Δωροβίνης, «Άργος και Αργολίδα. Τοπογραφία και Πολεοδομία». Πρακτικά διεθνούς συνεδρίου, 28/4 – 1/5/1990. Γαλλική Σχολή Αθηνών, Αθήνα, 1998.


 

 

Εισαγωγή και μεθοδολογικές διευκρινίσεις

 

Η ονομασία Τημένιον στη μυθολογική εποχή προσδιόριζε τοποθεσία και, πιθανώς, μικρό οικισμό και, στην ιστορική εποχή του αρχαίου Άργους, το επίνειο και λιμάνι του, αλλά και την απόληξη των μακρών τειχών τα οποία οι Αργείοι είχαν επιχειρήσει, τότε, να οικοδομήσουν. Σήμερα, προσδιορίζει παράλια έκταση δυτικότερα της κωμόπολης της Νέας Κίου και αμέσως μετά από αυτήν, η οποία υπάγεται στα όρια του Δήμου Άργους και, από μια εικοσαετία, περίπου, αναπτύσσεται σε τόπο συχνά αυθαίρετης κατοικίας για κατοίκους του Άργους και των περιχώρων του.

 

Αεροφωτογραφία της παραλίας της Νέας Κίου και της πεδιάδας του Άργους (λίγο πριν ή λίγο μετά το Β' Παγκόσμιο πόλεμο). Φωτ. Αρχείο Μουσείου Μπενάκη.

Αεροφωτογραφία της παραλίας της Νέας Κίου και της πεδιάδας του Άργους (λίγο πριν ή λίγο μετά το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο). Φωτ. Αρχείο Μουσείου Μπενάκη.

 

Για γνωστούς, πλέον, κοινωνικούς και οικονομικούς λόγους (μετοίκηση γηγενών αργείων στην Αθήνα, αμέσως μετά την περιπέτεια του Β’ Παγκοσμίου και του Εμφυλίου πολέμου, επι­κράτηση του προτύπου άγριας κερδοσκοπίας επί της γης και συναφής εξασθένηση της ιστορικής μνήμης, που αντικαταστάθηκε από αόριστες και φλύαρες αναφορές στα περασμένα «μεγαλεία»), η ονομασία διατηρήθηκε από την αρχαία εποχή μέχρι τις μέρες μας αλλά τόσο η προέλευσή της, όσο και ο ακριβής τόπος τον οποίο προσδιόριζε αρχικά, παραμένουν σε κατάσταση νεφελώδους αορι­στίας. Σε τούτο έχουν ασφαλώς συμβάλει δύο αντικειμενικοί παράγοντες, δηλαδή η αλλαγή της μορφολογίας του εδάφους από την αρχαία εποχή και η έλλειψη συγκεκριμένων αρχαιολογικών ερευνών.

Ως προς τον πρώτο παράγοντα σημειώνουμε ότι δεν επιδέχεται αμφισβήτηση η ριζική αλλαγή της παραλίας του Αργολικού Κόλπου, η επέκταση των θαλάσσιων υδάτων και η μετατροπή της παραλίας περίπου από τη θέση Κιόσκι (μετά το σημερινό εργοστάσιο «Πελαργός»), μέ­χρι τη Λέρνη – Μύλους σε βαλτώδη έκταση, που τμήμα της διασώζεται ως υγροβιότοπος βόρεια του σημερινού «Τημενίου». Η νέα μορφολογία και η αποφορά που αναδυόταν από τους βάλτους εμπόδιζε, ακριβώς, ταξιδιώτες και ερευνητές, από τα τέλη του 18ου αιώνα, να επιχει­ρούν τη διαδρομή Λέρνης – Ναυπλίου από την παραλία, με μία γραπτή, αρχειακή, πλέον, εξαίρεση, όπως θα δούμε παρακάτω.

 

Τα υπολείμματα υποβάθρων στην παραλία «Κιόσκι», κοντά στο εργοστάσιο «Πελαργός» (Μάρτιος 1992).

Τα υπολείμματα υποβάθρων στην παραλία «Κιόσκι», κοντά στο εργοστάσιο «Πελαργός» (Μάρτιος 1992).

 

Το έλος της Λέρνης, από το βιβλίο του Chr. Wordsworth, Greece, Λονδίνο (1853).

Το έλος της Λέρνης, από το βιβλίο του Chr. Wordsworth, Greece, Λονδίνο (1853).

 

Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και τα μέλη της Γαλλικής Επιστημο­νικής Αποστολής στην Πελοπόννησο, το 1829, αποφεύγουν και αυτά τη διαδρομή παραλιακά, γι’ αυτό και παρουσιάζεται κενό στο έργο τους ως προς το σημείο τούτο. Είναι, επίσης, γνωστό ότι η αποξήρανση των παραλιακών βαλτωδών εκτάσεων, των οποίων η ύπαρξη συνέβαλλε παλαιότερα, ως ένα βαθμό, και στην ελονοσία που ενδημούσε στην Αργολίδα, οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στην εργασία των προσφύγων από την Κίο της Μ. Ασίας, που ίδρυσαν την κωμόπολη της Νέας Κίου. Αποξηραντικά έργα πρέπει να είχαν αρχίσει από την οθωνική εποχή, αφού στην περιοχή Κιόσκι οικοδομήθηκε το κτίριο του Ιπποφορβείου (έχει ενταχθεί στις εγκαταστάσεις του «Πελαργού»).

Ως προς τον δεύτερο παράγοντα θα πρέπει να σημειώσουμε ότι, σύμφωνα με όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, δεν έχει γίνει αρχαιολογική έρευνα, έστω και ολοκληρωμένη σωστική ανασκαφή, στην περιοχή, κατάσπαρτη, όπως θα δείξουμε, από υπολείμματα κτιρίων και εγκαταστάσεων της αρχαίας εποχής, αλλά και της εποχής της Τουρκοκρατίας και μετέπειτα (ιδιαίτερα στην περιοχή Σερεμέτι, όπου και ό,τι απέμεινε από τον «Πύργο του Νικηταρά»), όπως και από αρχαιολογικά μέλη. Κάτοικοι και κτηματίες έχουν, άλλωστε, ειδοποιήσει κατά καιρούς την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Στην παρούσα μελέτη γίνεται απογραφή των αναφορών αρχαίων συγγραφέων για το Τημένιον, αλλά και δύο συγγραφέων του 19ου αιώνα που ασχολήθηκαν με τρόπο συστηματικό και αξιόλογο, ακόμα και υπό τα σημερινά δεδομένα, με την τοπογραφία του Άργους και της ευρύτερης περιοχής του, δηλαδή των Αντ. Μηλιαράκη και I. Κ. Κοφινιώτη.

Πέρα από αυτούς, προχωρούμε στην κατα­γραφή και ανάλυση ενδείξεων για την τοποθεσία του Τημενίου, από τα τέλη του 18ου αιώνα. Πρό­κειται για ενδείξεις χαρτογραφικές, για άλλες από αναφορές και αναλύσεις ταξιδιωτών, όπως και για στοιχεία από πληροφορίες του τοπικού Τύπου. Τέλος, λαμβάνονται υπόψη κάποιες προφορικές μαρτυρίες και καταθέσεις. Το υλικό προέρχεται από βιβλιογραφική, από αρχειακή και από επιτόπου έρευνα. Οι δύο πρώτες έγιναν στη βιβλιοθήκη της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών και στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, κατά κύριο λόγο, όπως και στο Παρίσι, στα Archives Nationales και στα αρχεία του Γαλλικού Στρατού (Château de Vincennes). Οι πληροφορίες του τοπικού Τύπου προέρχονται από αποδελτίωση και κατάταξη των σχετικών αποκομμάτων – φωτοτυπιών κατά ενότητες, για την περίοδο από το 1827 μέχρι σήμερα. Εκτός από τον καθαυτό σκοπό της μελέτης, έμμεσος στόχος της είναι η παροχή ενός, έστω και ατελούς, ιστορικού υποβάθρου, για μελλοντική αρχαιολογική έρευνα στην περιοχή, η οποία θα φέρει σε φως ενδιαφέροντα στοιχεία της τοπογραφίας και της οργάνωσης του χώρου, τόσο κατά τους αρχαίους όσο και κατά τους νεότερους χρόνους.

 

Αρχαίοι συγγραφείς για το Τημένιον και την περιοχή του

 

Ο Ηρόδοτος [1], στην αφήγησή του για τη σύγκρουση Αργείων και Σπαρτιατών και για την εισβολή του Κλεομένη στις περιοχές της επικράτειας του Άργους, γράφει [2]: «Αργείοι δε εβοήθεον πυνθανόμενοι ταύτα επί θάλασσαν ως δε αγχού μεν εγίνοντο της Τίρυνθος, χώρω δε εν τούτω τω κείται Σήπεια ούνομα, μεταίχμιον ου μέγα απολιπόντες ίζοντο αντίοι τοίσι Λακεδαιμονίοισι».

Ο Θουκυδίδης [3], στο τμήμα της ιστορίας του για τον Πελοποννησιακό πόλεμο που αναφέρεται στην εμπλοκή του Άργους σε αυτόν, κατά το καλοκαίρι του δεκάτου πέμπτου έτους του, γράφει [4]: «Ο δε δήμος των Αργείων εν τούτω, φοβούμενος τους Λακεδαιμονίους και την των Αθηναίων ξυμμαχίαν πάλιν προσαγόμενός τε και νομίζων μέγιστον αν σφάς ωφελήσαι, τειχίζει μακρά τείχη ες θάλασσαν, όπως, ην της γης είργωνται, ή κατά θάλασσαν σφάς μετά των Αθηναίων επαγωγή των επι­τηδείων ωφελή. Ξυνήδεσαν δε τον τειχισμόν και των εν Πελοποννήσω τινές πόλεων. Και οι μεν Αργείοι πανδημεί, και αυτοί και γυναίκες και οικέται, ετείχιζον και εκ των Αθηνών αυτοίς ήλθον τέκτονες και λιθουργοί. Kαι το θέρος ετελεύτα. Του δ’ επιγιγνομένου χειμώνος Λακεδαιμόνιοι ως ήσθοντο τειχιζόντων, εστράτευσαν ες το Άργος αυτοί τε και οι ξύμμαχοι πλην Κορινθίων υπήρχε δε τι αυτοίς και εκ του Άργους αυτόθεν πρασσόμενον. Ήγε δε την στρατιάν Άγις ο Αρχιδάμου Λακεδαιμονίων βασιλεύς. Και τα μεν εκ της πόλεως δοκούντα προϋπάρχειν ου προυχώρησεν έτι · τα δε οικοδομούμενα τείχη ελόντες και καταβαλόντες και Υσιάς χωρίον της Αργείας λαβόντες και τους ελευθέρους άπαντας ους έλαβον αποκτείναντες ανεχώρησαν και διελύθησαν κατά πόλεις».

Ο Στράβων [5] αναφέρει ειδικά για το Τημένιον, στα Γεωγραφικά του[6] : «Των δ’ Αργείων αι τε Πρασιαί και το Τημένιον, εν ω τέθαπται Τήμενος, και έτι πρότερον το χωρίον, δι’ ου ρει ποταμός ή Λέρνη καλουμένη, ομώνυμος τη Λίμνη, εν η μεμύθευται τα περί την Ύδραν. Το δε Τημένιον απέχει του Άργους εξ και είκοσι σταδίους υπέρ της θαλάττης, από δε του Άργους εις το Ηραίον τεσσαράκοντα, ένθεν δε εις Μυκήνας δέκα. Μετά δε το Τημένιον η Ναυπλία, το των Αργείων ναύσταθμον το δ’ έτυμον από του ταις ναυσί προσπελείσθαι».

Ο Πλούταρχος [7], στη βιογραφία του Αλκιβιάδη, δίδει τις εξής πρόσθετες λεπτομέρειες για την κατασκευή τειχών [8]: Ούτω δε των Λακεδαιμονίων εκπεσόντων, στρατηγός αποδειχθείς ο Αλκιβιάδης ευθύς Αργείους και Μαντινείς και Ηλείους συμμάχους εποίησε τοις Αθηναίοις. Και τον μεν τρόπον ουδείς της πράξεως επήνει, μέγα δ’ ην το πεπραγμένον υπ’ αυτού, διαστήσαι και κραδάναι Πελοπόννησον ολίγου δειν άπασαν (…). Μετά δε την μάχην ευθύς επέθεντο καταλύειν εν Άργει τον δήμον οι Χίλιοι και την πόλιν υπήκοον ποιείν Λακεδαιμόνιοι δε παραγενόμενοι κατέλυσαν την δημοκρατίαν. Αύθις δε των πολλών εξενεγκαμένων τα όπλα και κρατησάντων, επελθών ο Αλκιβιάδης την τε νίκην εβεβαίωσε τω δήμω, και τα μακρά τείχη συνέπεισε καθείναι και προσμίξαντας τη θαλασσή την πόλιν εξάψαι παντάπασι της Αθηναίων δυνάμεως, και τέκτονας και λιθουργούς εκ των Αθηνών εκόμισε και πάσαν ενεδείκνυτο προθυμίαν, ουχ ήττον εαυτώ κτώμενος ή τη πόλει χάριν και ισχύν. Έπεισε δε και Πατρείς ομοίως τείχεσι μακροίς συνάψαι τη θαλάσση την πόλιν».

Τέλος, ο Παυσανίας [9], στα Κορινθιακά, [10] γράφει για το Τημένιο και την περιοχή του: Απέχει δε Αργείων της πόλεως τεσσαράκοντα και ου πλείω στάδια ή κατά Λέρναν θάλασσα. Κατιόντων δε ες Λέρναν πρώτον μεν καθ’ οδόν έστιν ο Ερασίνος, εκδίδωσι δε ες τον Φρίξον, ο Φρίξος δε ες την θάλασσαν την μεταξύ Τημενίου και Λέρνης. Από δε Ερασίνου τραπείσιν ες αριστερά σταδίους όσον οκτώ, Διοσκούρων ιερόν έστιν ανάκτων πεποίηται δε σφισι κατά ταύτα και εν τη πόλει τα ξόανα. Αναστρέψας δε ες την ευθείαν τον τε Ερασίνον διαβήση και επί τον Χείμαρρον ποταμόν άφιξη (…). Εκ Λέρνης δε ιούσιν ες Τημένιον (το δέ Τημένιον έστιν Αργείων, ωνομάσθη δε από Τημένου τον Αριστομάχου καταλαβών γαρ και εχυρωσάμενος το χωρίον επολέμει συν τοις Δωριεύσιν αυτόθεν τον προς Τισαμενόν και Αχαιούς πόλεμον) ες τούτο ουν το Τημένιον ιούσιν ο τε Φρίξος ποταμός εκδίδωσιν ες θάλασσαν και Ποσειδώνος ιερόν εν Τημενίω πεποίηται και Αφροδίτης έτερον και μνήμα έστι Τημένου τιμάς έχον παρά Δωριέων των εν Αργεί. Τημενίου δε απέχει Ναυ­πλία πεντήκοντα, εμοί δοκείν, σταδίους, τα μεν εφ’ ημών έρημος, οικιστής δε εγένετο αυτής Ναύπλιος Ποσειδώνος λεγόμενος και Αμυμώνης είναι (…). Έστι δε εκ Λέρνης και ετέρα παρ’ αυτήν οδός την θάλασσαν επί χωρίον ο Γενέσιον ονομάζουσι προς θαλάσση δε του Γενεσίου Ποσειδώνος ιερόν έστιν, ου μέγα. Τούτου δέχεται χωρίον άλλο, Απόβαθμοι γης δε ενταύθα πρώτον της Αργολίδος Δαναόν συν ταις παισίν αποβήναι λέγουσιν».

Από τα αποσπάσματα αυτά γίνεται σαφές ότι στην αρχαία εποχή η περιοχή του Τημενίου ήταν προσιτή σε πλοία, ότι οι Αργείοι, κινητοποιώντας όλον τον πληθυσμό της πόλης και κατά προτροπή του Αλκιβιάδη, που συνέβαλε στην αποκατάσταση του δημοκρατικού πολιτεύματος στο Άργος, επιχείρησαν να οικοδομήσουν μακρά τείχη, με τη συνδρομή και τεχνιτών από την Αθήνα, ώστε να ενώσουν την παραλία με την πόλη, ότι οι Σπαρτιάτες τα κατεδάφισαν, καθώς και ότι κατά το 2ο αιώνα μ.Χ. στο Τημένιον υπήρχε ιερό του Ποσειδώνος και άλλο για την Αφροδίτη, όπως και ο τάφος του Τημένου. Σημειώνουμε πρόσθετα ότι, αν θεωρηθεί ως απόλυτα αξιόπιστος ο Στράβων (ενώ ο Παυσανίας σιωπά ως προς το σημείο αυτό, αν και γράφει ότι, στην εποχή του, το Ναύπλιον ήταν έρημο), «ναύσταθμος» του Άργους ήταν η πόλη αυτή, στην εποχή του τέλους του 1ου π.Χ. και των αρχών του 1ου μ.Χ. αιώνα.

 

Χαρτογραφικές απόψεις για το Τημένιον

 

Από τον εντοπισμό και την επισήμανση χαρτών, ιδιαίτερα της Πελοποννήσου, που χρονολογούνται ακόμα και από το τέλος του 16ου αιώνα, αναδεικνύεται η μεγάλη σύγχυση που επικρατεί γύρω από την τοποθεσία του Τημενίου, ενώ δεν είναι δυνατό να εξακριβωθεί αν (και ποιοι) από αυτούς στηρίζονται, ενδεχομένως, σε επισημάνσεις οικοδομικών υπολειμμάτων ή και τυχόν επιτό­που ευρημάτων. Οι αναφορές που κάνουμε, όπως και η δημοσίευση ορισμένων χαρτών, έχουν, εννοείται, χαρακτήρα ενδεικτικό, για να εικονίσουμε του λόγου μας το αληθές. Έτσι, λοιπόν, στους χάρτες του Mercator, όπως και σε άλλον του 1590 [11], το Τημένιον τοποθε­τείται σε απόσταση από την παραλία, στην ενδοχώρα. Το ίδιο συμβαίνει και με χάρτη στηριγμένο σε σημειώσεις του ίδιου και σχεδιασμένο από τον Ρ. Briet και άλλους (Παρίσι, 1705) [12].

Αντίθετα, το Τημένιον απουσιάζει από το χάρτη του λοχία Grognard, του 1745, ο οποίος ήταν πιλότος στην Τουλόν και τον είχε ετοιμάσει για τον κόμητα του Maurepas [13]. Ενώ στο χάρτη του Robert de Vangondy, υιού, του 1752 [14], το Τημένιον εμφανίζεται πάλι στην ενδοχώρα και ανατολικά της μιας και μοναδικής εκβολής των ποταμών, για να εμφανιστεί στην ακτή και δυτικά της ίδιας εκβολής, δέκα χρόνια αργότερα, στο χάρτη του d’Anville. [15] Στο έργο του Choiseul – Gouffier, το 1782 [16] από ταξίδι που είχε κάμει το 1776, το Τημένιον δείχνεται στο χάρτη της Αρχαίας Ελλάδας (και όχι σ’ εκείνον της Νέας Ελλάδας), στην εκβολή των ποταμών Ινάχου και Χαράδρου, ενώ στο χάρτη του Barbie du Bocage, σχεδιασμένο τον Οκτώβριο του 1785 και αναθεωρημένο το 1798, ο οποίος συνόδευε το Ταξίδι του νέου Ανάχαρση, τοποθετείται στην ακτή, ανατο­λικά της εκβολής του Ινάχου [17]. Στην ακτή τοποθετείται και στο χάρτη του D. Macpherson (1807) [18].

 

Χάρτης του Barbié du Bocage για το «Ταξίδι του νέου Ανάχαρση».

Χάρτης του Barbié du Bocage για το «Ταξίδι του νέου Ανάχαρση».

 

Στο έργο του Sonnini, που συντάχθηκε με εντολή του Λουδοβίκου 16ου[19], δεν επισημαίνεται το Τημένιο, που καταχωρήθηκε στη Γαλλική μετάφραση του έργου του Bartholdy, με εντυπώσεις από το ταξίδι του 1803-1804 (ο χάρτης είχε συνταχθεί το 1807)[20]. Αλλά και δεν εμφανίζεται σε άλλο χάρτη του Barbie du Bocage, που σχεδιάστηκε με διαταγή της κυβέρνησης το 1807 και δημο­σιεύθηκε το 1814, «με βάση τις παρατηρήσεις του Choiseul-Gouffier, του Fauvel, του Foucherot και άλλων, όπως και εκείνες των ελλήνων γεωγράφων Μελέτιος και Δημήτριος» (τα ονόματα των ελλήνων στα ελληνικά, πιθανώς να εννοείται ο Δανιήλ Φιλιππίδης)[21].

Ρητή αναγραφή «ερείπια του Τημενίου» βρίσκουμε σε μεταγενέστερο χάρτη του Lapie (Παρίσι, 1826), του οποίου το σχετικό απόσπασμα αναδημοσιεύουμε, με βάση «διάφορες πληροφορίες, υλικά κλπ.» και η τοποθεσία εμφανίζεται πολύ δυτικότερα των δύο εκβολών του Ινάχου και του Χαράδρου. Αντίθετα, καμία μνεία δεν γίνεται, δύο χρόνια αργότερα, σε χάρτη (1:500.000) που, σε λιθογραφία του F. G. Levrault, δημοσιεύεται στο Στρασβούργο, όπως και στο χάρτη της Ελλάδας που δημοσιεύθηκε στον πρώτο τόμο του βιβλίου του J. Emerson, Letters from the Aegean, Λονδίνο (1829) ο οποίος δεν είχε, πάντως, επισκεφθεί την Αργολίδα.

 

Χάρτης του Lapie (Παρίσι, 1826).

Χάρτης του Lapie (Παρίσι, 1826).

 

Πολύ σημαντικό είναι ότι, με βάση το Ταξίδι του νέου Ανάχαρση, του J.-J. Barthélémy, Άτλας που συντάσσεται και, το 1830, τυπώνεται από τον Α. M. Tardieu, εμφανίζει το Τημένιον στην ακτή, αλλά… δυτικά της μοναδικής εκβολής των Ινάχου – Χαράδρου[22]. Όπως και πολύ ενδιαφέρουσα είναι η «άποψη» που εμφανίζεται σε χάρτες με βάση τα δεδομένα της Γαλλικής Επιστημονι­κής Αποστολής στην Πελοπόννησο. Στον πρώτο από αυτούς, που βρίσκεται στα αρχεία του Γαλλι­κού Στρατού [23], πάνω στην ακτή και κάτω από εκτάσεις που χαρακτηρίζονται ως «Μεγάλο έλος» και «ελώδεις εκτάσεις», υπάρχει η ένδειξη «λιμάνι του Άργους», ακριβώς στην κοινή εκβολή δύο ποταμών που δεν προσδιορίζονται. Στον δεύτερο, που συντάχθηκε στο γαλλικό Υπουργείο Πολέ­μου, κατά διαταγή του Πρωθυπουργού και Υπουργού Πολέμου, υπό τη διεύθυνση του Pelet και με συντάκτες και σχεδιαστές μέλη της Αποστολής (1833) [24], δεν εμφανίζεται το Τημένιον. Ενώ στον τρίτο από αυτούς [25] υπάρχει η ένδειξη «ερείπια» πολύ κάτω, προς Ν., από την εκβολή του Ερασίνου, στην ακτή, και σε απόσταση από τους Μύλους. Το Τημένιον εμφανίζεται και στο χάρτη που συνοδεύει το έργο του E. Curtius, Peloponnesos, Γκότα (1852), μεταξύ των εκβολών του Ερασίνου και των Ινάχου – Χαράδρου.

Φτάνουμε στον 20ο αιώνα. Στο χάρτη της Αργολίδας, που δημοσιεύεται στη 2η έκδοση (1911) του Guide Joanne  το Τημένιον εμφανίζεται στην ενδοχώρα, αλλά με ερωτηματικό, σε ευθεία γραμμή προς Ν. της Δαλαμανάρας, ενώ κοντά στην Τίρυνθα μνημονεύεται και η Σήπεια [26]. Στην πρώτη έκδοση της εγκυκλοπαίδειας του Πυρσού, που αρχίζει να δημοσιεύεται από το τέλος της δεκαετίας του 1920, καταχωρείται χάρτης της Αργολίδας, που συντάχθηκε από τον Γ. Ζαγκάκη, «επί τη βάσει των χαρτών Α. Μηλιαράκη και Ν. Κοκκίδου», όπου το Τημένιον εμφανίζεται στις εκβολές της Πάνιτσας (Χαράδρου) και του Ξεριά (Ινάχου). Τέλος, στον Guide Bleu του 1932 δημοσιεύεται με τις ίδιες ενδείξεις, όπως και στον Guide Joanne του 1911, χάρτης της Αργολίδας, όπου και πάλι το Τημένιον εμφανίζεται στην ίδια θέση και με ερωτηματικό. Ήταν η πιο συνετή και πραγματιστική άποψη, με βάση όσα εκθέσαμε μέχρις εδώ, ερμηνευόμενη από το ότι συντάκτης του Οδηγού για την Ελλάδα, του 1911, ήταν ο G. Fougères, Διευθυντής της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών και καθηγητής στη Σορβόννη.

 

Χάρτης της εγκυκλοπαίδειας «Πυρσού», με βάση χάρτες των Αντ. Μηλιαράκη και Ν. Κοκκίδη.

Χάρτης της εγκυκλοπαίδειας «Πυρσού», με βάση χάρτες των Αντ. Μηλιαράκη και Ν. Κοκκίδη.

 

Αναλύσεις, μαρτυρίες και ευρήματα κατά το 19ο αιώνα

 

Στην ενότητα αυτή θα αναφερθούμε σε αναλύσεις, σε μαρτυρίες και σε ευρήματα για την περιοχή του Τημενίου, κατά το 19ο αιώνα, προσπαθώντας, έτσι, να φτάσουμε σε πιο συγκεκριμένα στοιχεία, αλλά και επισημαίνοντας – το λέμε ευθύς εξαρχής – τη σύγχυση που διατρέχει ακόμη και τις αναφορές αυτές. Αρχίζουμε με τον αναπόφευκτο Pouqueville, ο οποίος στο έργο του Ταξίδι στο Μοριά, την Κωνσταντινούπολη και την Αλβανία, Παρίσι (1805), αναφέρει ότι: «Δεν φαίνεται πια τίποτε από το αρχαίο φρούριο (sic) του Τημενίου, που θα πρέπει να απείχε ένα τέταρτο της λεύγας από τον Ερασίνο αλλά στο ίδιο μέρος υπάρχει έλος, που μου είπαν ότι χρησιμοποιείται στην εξάτμιση του νερού για τις αλυκές (sic). Δεν σταματάμε να βλέπουμε ορυζώνες και χωράφια με άσπρες παπα­ρούνες» [27].

Είναι χαρακτηριστικό των όσων εκθέσαμε στην εισαγωγή ότι σε απομνημονεύματα ξένων αγωνιστών, που παρέμειναν για καιρό στην Ελλάδα, όπως του Maxime Reybaud [28], και οι οποίοι περιέγραψαν με ακρίβεια τους τόπους που γνώρισαν, δεν βρίσκουμε καν μνεία του Τημενίου, ενώ δίδονται πολλές λεπτομέρειες για την τοπογραφία και την εικόνα που τότε παρουσίαζαν οι γειτο­νικοί Μύλοι. Η προσέγγιση του Barbie du Bocage, με την εικόνα που μας παρέχουν τα ανέκδοτα χειρό­γραφα του αρχείου του, τα οποία βρίσκονται στη Γενναδειο [29], παρουσιάζει ενδιαφέρον περισσό­τερο από επιστημολογική, παρά από καθαρά επιστημονική πλευρά, δηλαδή περισσότερο μάς ενη­μερώνει για το πώς ο ίδιος χρησιμοποίησε πληροφορίες των Fauvel και Foucherot, του 1780-1782, αλλά και του 1793 (δεύτερο ταξίδι του Fauvel), παρά μας διαφωτίζει για την τοπογραφία της περιο­χής κατά την εποχή εκείνη.

Μεταφέρουμε πληροφορίες του Fauvel, από εγγραφή του Σεπτεμβρίου 1793 στο χειρόγραφο του [30] : «(…) πέρα από το έλος της Αλκυόνης φαίνονται δεξιά, πάνω σ’ ένα βουνό, τα ερείπια του φρουρίου του Τημενίου, του οποίου απομένουν ακόμη κάποιοι πύργοι, μακρύτερα, αριστερά, στην άκρη της θάλασσας βρίσκεται άλλο έλος, που οι περισσότεροι σύγχρονοι περιηγητές ονομάζουν έλος της Λέρνης (…). Το φρούριο του Τημενίου βρισκόταν 50 σταδίους από το Ναύπλιο, σήμερα η διαδρομή αυτή γίνεται σε δύο ώρες με τα πόδια. Αφού περάσουμε το Τημένιον βρίσκουμε μικρό ποτάμι, που κάνει μύλους να γυρίζουν. Μύλη (σ.σ. στα ελληνικά, στο κείμενο) είναι το όνομα αυτού του τόπου. Ο ποταμός αυτός θα πρέπει να είναι ο Φρίξος».

Προφανώς ο Fauvel είδε τα ερείπια του φρουρίου των Μύλων και … τα ταύτισε με το ανύπαρκτο φρούριο του Τημενίου (στην ίδια σύγχυση θα περιέπεσε και ο Pouqueville) και θα πρέπει να αναφέρω ότι σε άλλο χειρόγραφο του, του 1809 [31], γράφει ότι «της Λέρνης δεσπόζει ένα οχυρό (fortin)», δίχως ν’ αναφέρεται, πλέον, στο Τημένιον. Στο έργο, πάντως, του Barbie du Bocage, Τοπογραφική και ιστορική περιγραφή της πεδιάδας του ‘Αργους και ενός τμήματος της Αργολίδας  [32], έργο που δημοσιεύθηκε μετά θάνατον (1834) και αποτελεί δημοσίευση χειρογράφου του, υπάρχουν ακριβείς υπολογισμοί, με βάση την σε βάθος ανάλυση των αναφορών αρχαίων συγγραφέων και το υπόμνημα του Mentelle, προς τη γαλλική Ακαδημία – το οποίο δεν μπορέσαμε να συμβουλευθούμε -, υπολογισμοί που συναντούν το αμετάτρεπτο όριό τους, δηλαδή την ακριβή, επιτόπια έρευνα. Ο συγγραφέας, με συνείδηση προφανώς του ορίου αυτού, σημειώνει εύλογα, πάντως, ότι «θεωρώ πως αν γίνονταν ανασκαφές σε αυτό το μέρος της πεδιάδας, κάλλιστα θα μπορούσαν να βρεθούν κάποια θεμέλια».

Πολύ μεγαλύτερη σημασία, από τις πηγές που αναφέραμε μέχρις εδώ, έχει, νομίζω, το άγνωστο και ανέκδοτο χειρόγραφο του Auguste Lagarde, μέλους της «Brigade Topographique» της Επιστημονικής Αποστολής του 1829, και αγνώστων λοιπών στοιχείων [33], που περιέχει ακριβέστα­τους υπολογισμούς και φέρει τον τίτλο: Δρομολόγιο από το Ναυαρίνο στο Ναύπλιο, μέσω Αρκα­δίας (σ.σ. Κυπαρισσίας) Σιδηροκάστρου, Σινάνου (σ.σ. Μεγαλόπολης), Τριπολιτζάς, Μύλων – Μάιος 1829. Αφού σημειώσει ότι από τον Αχλαδόκαμπο στους Μύλους η απόσταση είναι, με άλογο, τρεις ώρες και 59 λεπτά, προχωρεί προς το Ναύπλιο από την παραλία και, αφού περάσει από τέσσερις γέφυρες, σημειώνει στη συνέχεια και κατά σειρά : «Άργος στα αριστερά, το μέρος όπου βρισκόμαστε και το Ναύπλιο βρίσκονται στην ίδια ευθεία. Βράχοι ή ερείπια σε περισσότερο νερό, μέσα στη θάλασσα, δεξιά. Μια γέφυρα. Μια γέφυρα. Μια γέφυρα. Μολυσματικά έλη. Η θάλασσα εισβάλλει στην παραλία».

Και μετά πλησιάζει στο Ναύπλιο. Στο τέλος του χειρογράφου του, στη στήλη «περιγραφικές λεπτομέρειες», ο Lagarde αναφέρεται στην οχύρωση του Ναυπλίου και γράφει ότι τα έλη καλύ­πτουν όλο το βάθος του Αργολικού κόλπου, από τους Μύλους μέχρι το Ναύπλιο. Ενώ στην τελευ­ταία σελίδα και σε ειδική στήλη, όπου αναγράφει αποστάσεις «που υπολογίστηκαν κατά προσέγ­γιση, σε χρόνο και σε μέτρα», αναφέρει την απόσταση Μύλων – Ναυπλίου, από την παραλία, σε δύο ώρες και 22 λεπτά καθώς και σε 8.142,26 μέτρα. Η μαρτυρία του Lagarde αποτελεί και τη μοναδική αναφορά, γνωστή μέχρι σήμερα, μέλους της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής, για την περιοχή του Τημενίου. Ούτε στο δημοσιευμένο έργο της Αποστολής, ούτε σε έργα μελών της, όπως του Bory de Saint-Vincent [34], συναντούμε την παραμικρή άλλη μνεία.

Κλείνοντας την ενότητα αυτή, ας αναφέρουμε μαρτυρίες που συναντήσαμε στον τοπικό Τύπο. Στην εφημερίδα Ο Άργος, που εκδιδόταν στο Ναύπλιο, βρίσκουμε το 1845 την εξής είδηση [35]: «Προ ολίγων ημερών ανεκαλύφθησαν κατά τύχην εις εν τεμάχιον εθνικής γης κατά το Τημένιον δύω αρ­χαιότητες. Δεν ηδυνήθημεν να ίδωμεν τας αρχαιότητας ταύτας, διότι οι ευρόντες αυτάς τας απέκρυψαν, και μόλις χθες ο διοικητής Αργολίδος κατώρθωνε να παραλάβη την μιαν των αρχαιοτήτων τούτων, την οποίαν δεν ίδομεν ακόμη. Επληροφορήθημεν δε, ότι η αρχαιότης αυτή είναι ανάγλυφον παρασταίνον πέντε πρόσωπα, και φέρον επί της κεφαλίδος τας λέξεις Αριστόδημος ανέθηκε υφ’ έκαστον των τριών προσώπων ανά εν των εξής ονομάτων Μύσιος, Χρυσανθίς, Δαμάτηρ υπό τα δύω άλλα πρόσωπα δεν υπάρχει καμμία επιγραφή. Την δε άλλην αρχαιότητα, ο Διοικητής δεν κατώρθωσεν εισέτι να ανακάλυψη, άλλ’ ως επληροφορήθημεν αυτή είναι προτομή τις εστεμμένη, φέρουσα επί του βάθρου την επιγραφήν Ο δάμος ανέθηκε».

Το δημοσίευμα αυτό προκάλεσε ζωηρό ενδιαφέρον, και Ο Άργος επανέρχεται στο θέμα μετά λίγες μέρες, με μακροσκελέστατο άρθρο του [36], όπου δίδει μεγάλα αποσπάσματα αρχαίων συγγρα­φέων για την περιοχή της Λέρνας, αλλά τους προτάσσει το εξής σχόλιο:

 

«Η εύρεσις των δύω αρ­χαιοτήτων, περί ων εκάμομεν μνείαν εις το τελευταίον φύλλον μας, διήγειρε την περιέργειαν των φιλοκάλων Αργείων και Ναυπλιέων, και τίνες προτίθενται δι’ αδείας της Διοικήσεως να επιχειρήσωσιν ανασκαφάς κατά την Λέρναν και το Τημένιον».

 

Η εφημερίδα σύντομα επανέρχεται στο θέμα [37], με το εξής νέο σχόλιο, που περιέχει και πολύ­τιμες πληροφορίες ως προς τις αρχαιότητες και την τύχη τους στην Αργολίδα, την εποχή εκείνη :

 

«Το υπουργείον των Εσωτερικών παρήγγειλε την ενταύθα διοίκησιν ίνα εναπόθεση τας εν Τημενίω ευρεθείσας αρχαιότητας παρά τω ενταύθα Γυμνασίω, όπου διέταξε να εναποτίθενται και όσα άλλα λείψανα της αρχαιότητος ευρεθώσιν, ή προσφερθώσι δωρεάν από φιλοκάλους.

Το μέτρον του υπουργείου περί συστάσεως Μουσείου αρχαιοτήτων εις Ναύπλιον είναι ωφελιμώτατον, και δεν αμφιβάλλομεν ότι, όσον ούπω θέλουν φιλοτιμηθή πολλοί να προσφέρωσι τας ανά χείρας των αρχαιότητας.

Εύκολον είναι και εις Άργος, και εις Κορινθίαν, να ευρεθώσι πολύτιμα λείψανα αρχαιο­τήτων, άλλ’ ο εν ισχύϊ Νόμος, όστις κηρύττει ιδιοκτησίαν του δημοσίου όλας τας υπό εθνικήν γην ευρισκομένας παρ’ οιονδήποτε αρχαιότητας, είναι ή μεγαλύτερα αιτία, δι’ ην οι χωρικοί οσάκις ανακαλύψωσί τι, ει μεν είναι ευμετακόμιστον, το πωλούσιν εις τους έξωθεν ερχομένους ξένους, ει δε είναι πολύ ογκώδες το καλύπτουσι, δια να μη γίνη γνωστόν εις τας αρχάς και δημευθή.

Αι περί αρχαιοτήτων διατάξεις του νόμου έχουσιν ανάγκην μεταρρυθμίσεως, και ο αρμόδιος υπουργός ήθελε πράξει έργον ωφέλιμον, εάν υπέβαλλε νέον περί των αρχαιοτήτων νομοσχέδιον, επιστηριζόμενον εις βάσεις λογικωτέρας και εθνωφελεστέρας.

Ο περί αρχαιοτήτων Νόμος της Ρώμης δύναται να χειραγωγήση τους συντάκτας του νέου νομοσχεδίου.

Θέλομεν εκάστοτε δημοσιεύει προθύμως τα ονόματα εκείνων, οίτινες ήθελον ευαρεστηθή να πλουτίσωσι το μουσείον της Ναυπλίας, συνεισφέροντες τας εις χείρας των υπάρχουσας αρχαιό­τητας».

 

Δεν περνούν πολλές μέρες και Ο Άργος δημοσιεύει άρθρο («διατριβήν») [38], υπογραφόμενο από τον Α. Βλάσση, μέλος, όπως ο ίδιος γράφει, της Αρχαιολογικής Εταιρείας, που αναφέρεται με μεγα­λύτερη, προφανώς, ακρίβεια στα ευρήματα του Τημενίου, τα οποία είχαν ήδη ασφαλισθεί στο Γυμνάσιο Ναυπλίου, τότε Μουσείο του Νομού. Πρόκειται, ίσως, για το σύνολο των ευρημάτων, αν και ο Βλάσσης δεν μνημονεύει επιγραφή ως προς την ανδρική προτομή. Κατά τον συγγραφέα, λοιπόν, του άρθρου είχαν βρεθεί:

«Α. Κεφαλή λίθου ανδρός τίνος, συντετριμμένον έχουσα τον τράχηλον.

Β. Βάθρον εκ του αυτού λίθου, εφ’ ω ίστατο η προτομή αύτη.

Γ. Εικών επίσης λίθου, παριστώσα εν αναγλύφω, ως ανέγνωμεν, εν ενί εκάστω των τριών προσώπων.

ΤΟΝ ΜΥΣΙΟΝ

ΤΗΝ ΧΡΥΣΑΝΘΙΔΑ (παρά δε αυτήν δύω εικόνες παίδων) ΤΗΝ ΔΗΜΗΤΡΑ (παρ’ αυτήν θρόνος).

Άνωθεν δε της εικόνος ανέγνωμεν ΑΡΙΣΤΟΔΑΜΟΣ ΑΝΕΘΗΚΕΝ».

Και ο Βλάσσης διατυπώνει την εύλογη ερμηνεία ότι το ανάγλυφο παρίστανε τον Μύσιο, τη σύζυγο και τα παιδιά του, υποδεχόμενους την Δήμητρα όταν εκείνη έφτασε για πρώτη φορά στην Αργολίδα και το συνδέει με τη γιορτή της Δήμητρας που τελούσαν στη Λέρνη, όπως και με τις πλη­ροφορίες των αρχαίων συγγραφέων για τον τάφο του Τημένου και για τον ίδιο.

Τέλος, με επιφύλαξη διατυπώνει και την υπόθεση ότι το ανάγλυφο είχε αφιερωθεί από τον Αριστόδημο, αδελφό του Τημένου και του Κρεσφόντη, ή από τα παιδιά του. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι τόσο στην αρχή, όσο και στο τέλος του άρθρου του, προτρέπει την Αρχαιολογική Εταιρεία να επιχειρήσει έστω και μικρή ανασκαφή στην περιοχή όπου βρέθηκαν οι αρχαιότητες, ενώ η σύνταξη της εφημερίδας γρά­φει ότι δεν εκφράζει καμία κρίση ως προς τα αναγραφόμενα, προφανώς επειδή συμφωνεί μαζί του.

Με τις μαρτυρίες αυτές κλείνουμε την παρούσα ενότητα αλλά, όπως θα δούμε στην επόμενη, συμπληρωματικά στοιχεία για άλλα ίχνη κτιρίων παραθέτει ο I. Κοφινιώτης, που σχεδόν μόνον αυτός ασχολήθηκε με την τοπογραφία της περιοχής στο τέλος του 19ου αιώνα.

 

Οι νεότεροι συγγραφείς

 

Από τους νεότερους συγγραφείς που ασχολήθηκαν με την τοπογραφία της περιοχής, ο Αντ. Μηλιαράκης [39], στηριζόμενος και στις πληροφορίες των αρχαίων συγγραφέων, γράφει για τα ιερά που υπήρχαν εκεί, για τα τείχη και την κατεδάφισή τους, προσθέτοντας ότι «τούτο ήτο αποβάθρα θαλασσία της των Αργείων πόλεως», ότι «κείται εν τω δήμω Άργους» και ότι (Στράβων) «την θέσιν του Τημενίου ορίζουσι παρά την παραλίαν, αμέσως προς μεσημβρίαν της πόλεως Άργους». Και προσθέτει ότι «περί το Τημένιον και πλησίον της Τίρυνθος εκείτο η Σηπεία, ένθα υπήρχεν ιερόν άλσος του Άργους».

Στο έργο του, που δημοσιεύεται έξι χρόνια αργότερα [40], ο I. Κοφινιώτης αφιερώνει εκτενές μέρος του κεφαλαίου του στις πόλεις «περί το Άργος» και στο Τημένιο, αξιοποιώντας τους αρ­χαίους συγγραφείς αλλά και αναφέροντας τα εξής σημαντικά στοιχεία από την τοπογραφία της εποχής του: «Την θέσιν του Τημενίου ορίζουσι σήμερον παρά την παραλίαν αμέσως προς Μεσημ­βρίαν της πόλεως Άργους, εκεί δηλ. ένθα είνε η γέφυρα και το μαγαζείον του Μπάρμπα – Γιάννη, αν και το Τημένιον απέχει του μεν Άργους είκοσι και εξ σταδίους, της δε Ναυπλίας πεντήκοντα. Παρά την θέσιν ταύτην ευρίσκει τις εσκορπισμένα συντρίμματα κεράμων, αγγείων, παρά την ακτήν δε θεμέλια εκ μεγάλων λίθων τετραγώνων, άτινα δηλούσιν ότι ενταύθα ήτο η θαλάσσια αποβάθρα και ο λιμήν των Αργείων. Διευθυνόμενοι εντεύθεν εις το Άργος συναντώμεν λείψανα των μακρών τειχών (…) Πορευόμενός τις από του Τημενίου προς τους Μύλους κατά την ακτήν συναντά παχύτατον ψηφιδωτόν έδαφος προχωρούν εις την θάλασσαν, όπερ είναι τόσω στερεάς εργασίας, ώστε παρέχει αντίστασιν εις την σταθεράν κίνησιν των κυμάτων. Μεταξύ του Τημενίου και της Τιρύνθου έκειτο η Σήπεια (ως εκ του ονόματος φαίνεται, ότι ήτο υγρά και τελματώδης κατοι­κία) (…). Προχωρούντες εκ του Τημενίου προς την Λέρνην, μεταξύ της θαλάσσης και της αμαξιτής οδού ευρίσκομεν τον περίφημον κήπον Αγά τινος, ανήκοντα σήμερον εις τον κ. Κωνσταντίνον Μπελάλη. Περιηγούμενος τω 1812 μ.Χ. ο Chateaubriand είδεν εντός του κήπου τούτου λεύκας αναμεμι­γμένος μετά κυπαρίσσων, άφθονα εσπεριδοειδή δένδρα, μηλέας και συκάς εκ Λομβαρδίας».

Από την εποχή εκείνη μέχρι εντελώς πρόσφατα το Τημένιον δεν φαίνεται να απασχόλησε ιστορικούς ή ερευνητές. Αξίζει, όμως, ν’ αναφερθούμε σε δύο νεότατους συγγραφείς και στις από­ψεις που εκφράζουν σχετικά με το θέμα, δίχως να έχουν, όμως, προβεί σε ιδιαίτερες και νέες έρευνες. Ο Ν. Παπαχατζής, αναφερόμενος στο Τημένιον, μέσα από τη μνημειώδη έκδοσή του του Παυσανία, γράφει [41]: «Το Τημένιο βρισκόταν στην ακροθαλασσιά, μεταξύ των εκβολών του Ερασίνου και του Ινάχου, κοντά στη Νέα Κίο και στον εκεί αραιό συνοικισμό, στον οποίο τελευταία (sic) δόθηκε το όνομα Τημένιο. Άλλοτε στην ακροθαλασσιά υπήρχαν αρχαίοι οικοδομικοί λίθοι. Σήμερα η θάλασσα, σε μεγάλη απόσταση από τη γραμμή της παραλίας, είναι αβαθής και φαίνεται πως έχει κατακλύσει την περιοχή του ιερού. Σ’ απόσταση 60-65 μέτρων από τη σημερινή ακτή φαί­νονται, σε πολύ αβαθή νερά, ίχνη μώλων. Επειδή το Τημένιο ήταν η πλησιέστερη στο ‘Αργος παρα­λιακή θέση, τα μακρά τείχη θα χτίζονταν μεταξύ ‘Αργους και Τημενίου».

Αν και ο Παπαχατζής γράφει ότι οι οικοδομικοί λίθοι υπήρχαν άλλοτε στην παραλία, δημοσιεύει φωτογραφία όπου, όπως σημειώνει, «διακρίνονται κατάλοιπα λιμενικών εγκαταστάσεων». Στο Τημένιο αναφέρεται και ο Emilio Peruzzi, στο έργο του για τους Μυκηναίους [42], αναφερό­μενος στα δύο λιμάνια του ‘Αργους (Τημένιον-Ναύπλιον) και αναπαράγοντας απλώς το απόσπασμα του Στράβωνα.

 

Πληροφορίες, υπολείμματα και ευρήματα σήμερα

 

Είχα αρχίσει να συγκεντρώνω τα πρώτα στοιχεία για την παρούσα μελέτη, όταν κάτοικος της περιοχής Νέας Κίου, ο Παν. Ζαφείρης, με συνάντησε σε επιτόπια επίσκεψή μου και επέστησε την προσοχή μου σε ορισμένα ευρήματα και υπολείμματα κτιρίων, προς την ενδοχώρα και σε άμεση ευθεία από τους ογκολίθους που εξακολουθούν να φαίνονται σε αβαθή νερά της παραλίας, ανατο­λικά του «Πελαργού». Πρόκειται για την περιοχή που ακόμα και σήμερα ονομάζεται «Σερεμέτι», ονομασία που συναντάμε ακόμα και στους χρόνους του Καποδίστρια. Νέα επίσκεψή μου – που επανέλαβα μετά ένα χρόνο, με τον τέως Γεν. Γραμματέα της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Ρ. Aupert, οπότε και έγιναν ακριβέστερες φωτογραφήσεις (τρεις από τις φωτογραφίες δημοσιεύ­ουμε εδώ) – έγινε στις 14-10-1982, σε θέση που απέχει γύρω στα 1.500 μ. από τη θά­λασσα και περίπου 300 από την κοίτη Ινάχου.

Ό,τι απομένει από τον «Πύργο του Νικηταρά».

Ό,τι απομένει από τον «Πύργο του Νικηταρά».

Στη θέση αυτή υπήρχε παλαιός ναός, του «Αγιαννάκου», που κατά την παράδοση είχε οικοδομηθεί από τον αγωνιστή Νικήτα Σταματελόπουλο («Νικηταρά τον Τουρκοφάγο»), μετά το θάνατο του Καποδίστρια και προς τιμήν του. Ο Νικηταράς κατείχε μεγάλη έκταση στο Σερεμέτι [43] και έκτισε και κατοικία («πύργος του Νικηταρά»), που μεγάλο μέρος της σωζόταν μέχρι τη δεκαετία του 1950 και σήμερα απομένει τμήμα των εξωτερικών τοίχων, σε κτηματική έκταση ιδιοκτησίας Π. Ε. Μπόμπου. Για το κτίριο αυτό, όπως για το σπίτι του Θ. Κολοκοτρώνη (στα «Κολοκοτρωνέϊκα», έκταση που ανήκει σε απογόνους της οικογένειάς του, και βρίσκεται εκατέρωθεν του δρόμου Άργους – Ναυπλίου, κοντά στη διασταύρωση του παρακαμπτηρίου προς Λάλουκα), αλλά και για το σπίτι του Μιαούλη (πέτρινης κατασκευής, αριστερά του δρόμου προς Ναύπλιο και πριν περάσουμε τα πρώτα σπίτια της πόλης, σήμερα ιδιοκτησίας χήρας Χιλέλη), δεν είχε και δεν έχει ληφθεί καμία πρόνοια από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες.

Βάθρο έξω από τη νέα εκκλησία του Αγ. Ιωάννη, στο Σερεμέτι.

Βάθρο έξω από τη νέα εκκλησία του Αγ. Ιωάννη, στο Σερεμέτι.

Ο παλαιός ναός κατεδαφίστηκε το 1980, στη θέση του οικοδομήθηκε άλλος (του τύπου «μικρός, περικαλλής, νεοπαραδοσιακός»), αποκαλύφθηκαν αρχαία μέλη, που είχαν χρησιμοποιηθεί προφανώς ως οικοδομική ύλη στον παλαιό ναό, πολλά σκεπάστηκαν από τα νέα μπάζα, ενώ βρήκαμε πλακωμένο και φωτογραφήσαμε βάθρο με ίχνη επιγραφής. Σε διπλανή ιδιοκτη­σία, εντοπίσαμε πολλά όστρακα, και υπολείμματα τάφου ή ναού Βυζαντινής εποχής, που φωτο­γραφήσαμε επίσης. Κατά τον P. Aupert, το βάθρο ανάγεται στη Ρωμαϊκή εποχή. Ο Π. Ζαφείρης μου υπέδειξε και αλλού αρχαιολογικά μέλη και μου ενεχείρισε φωτοτυπίες τριών εγγράφων εσωτερικής αλληλογραφίας υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού τα οποία είχαν συνταχθεί μετά από ενέργειές του, τόσο για έρευνες στην περιοχή όσο και για παράδοση των αρχαιολογικών μελών που κατείχε ο ίδιος, και είχαν κοινοποιηθεί και στον ίδιο. Κατά τις βεβαιώσεις του, στις αρχές του 1989, τίποτε δεν είχε προχωρήσει μέχρι τότε.

 Τέλος, παρουσιάζονται ευρήματα από διάνοιξη θεμελίων για οικοδόμηση παραθεριστικής κατοικίας πολύ κοντά στη θάλασσα, στο σημερινό οικισμό του Τημενίου.

Θα πρέπει να σημειώσω, επίσης, ότι κατά τη μαρτυρία του αργείου φιλάρχαιου Αρίσταρχου Τσακόπουλου, γιου του γνωστού ιστοριοδίφη Τάσου Τσακόπουλου, τόσο ο πατέρας του, από τις αρχές του αιώνα όπως βεβαίωνε, όσο προ ετών και ο ίδιος, στους σωζόμενους ογκολίθους κοντά στον «Πελαργό» εντόπιζαν μεγάλους σιδερένιους κρίκους, του τύπου που τοποθετούνται σε προκυμαίες λιμανιών, για δέσιμο πλοιαρίων και μικρών πλοίων. Εξάλλου, έθεσα υπόψη της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής τα παραπάνω στοιχεία, επισκεφθήκαμε τη Νέα Κίο και την παραλία της με τον Albert Hesse, που είχε έρθει στο Άργος για τοπογραφική έρευνα, με ηλεκτρονικές μεθόδους και με στόχο τον εντοπισμό των τειχών της αρχαίας πόλης, αλλά δεν στάθηκε δυνατό να προχωρήσει πρόγραμμα για ανάλογο εντοπισμό θεμελίων κτιρίων στην περιοχή του Τημενίου. Κατά τη γνώμη του Χαρ. Κριτζά, με τον οποίο επισκεφθήκαμε την παραλία του Τημενίου το φθι­νόπωρο του 1985, η φωτογράφηση από αερόστατο, όπως εκείνη στην οποία είχε συμμετάσχει προ ετών για την Παλαιά Επίδαυρο, θα έλυνε ίσως κάποια προβλήματα, τουλάχιστον ως προς τα υπο­λείμματα που βρίσκονται στα αβαθή νερά, κοντά στον «Πελαργό».

 

Τμήμα των μακρών τειχών του Άργους (;), κατά τη διάνοιξη επίγειας αρδευτικής σήραγγας. Φωτογραφία του «ευρήματος του Αναβάλου», όταν είχε προχωρήσει η αρχική φάση των ανασκαφών. Ευγενική παραχώρηση της Δ' Εφορείας.

Τμήμα των μακρών τειχών του Άργους (;), κατά τη διάνοιξη επίγειας αρδευτικής σήραγγας. Φωτογραφία του «ευρήματος του Αναβάλου», όταν είχε προχωρήσει η αρχική φάση των ανασκαφών. Ευγενική παραχώρηση της Δ’ Εφορείας.

 

Κλείνοντας την ενότητα αυτή, είναι ανάγκη να επισημάνω δύο εντελώς πρόσφατα γεγονότα που δημιουργούν άμεσους κινδύνους για ενδεχόμενες σύγχρονες και συστηματικές έρευνες με σκοπό τον οργανωμένον εντοπισμό αρχαίας υποδομής στην ευρύτερη περιοχή του Τημενίου δηλαδή από Κιόσκι μέχρι το τέλος των ορίων του σημερινού οικισμού Τημένιον. Πρόκειται για την επέκταση της αυθαίρετης δόμησης, δεύτερης και τρίτης κατοικίας, στην περιοχή του δεύτερου, που πήρε τέτοιες διαστάσεις ώστε ο τοπικός τύπος να φθάσει να την καταγγέλλει, σημειώνοντας και τις ανοχές των Αρχών, ήδη από το φθινόπωρο του 1989 αλλά και για το «σχέδιο», που φαίνεται να προωθείται σήμερα, για μπάζωμα της παραλίας, εμπρός από τον οικισμό του Τημενίου, σε από στάση μερικών δεκάδων μέτρων, σε συνδυασμό με τη δημιουργία νέου δρόμου, ο οποίος θα οδηγεί μεσόγεια από τη Νέα Κίο στους Μύλους, περνώντας μέσα από τον τελευταίο υγροβιότοπο που απέ μείνε σ’ όλη την περιοχή των επαρχιών Άργους και Ναυπλίου, τον γνωστό με το όνομα «Βάλτος» η «Ρουμάνι». Και στην περίπτωση αυτή παρατηρείται η ίδια ανοχή των κρατικών αρχών.

 

Συμπεράσματα

 

Τόσο από τις μαρτυρίες και αναφορές των αρχαίων συγγραφέων, όσο και από νεότερες μαρτυ­ρίες και αναλύσεις, συνδυασμένες και με ευρήματα ή υπολείμματα στην ευρύτερη περιοχή του Τημενίου, κύριες λιμενικές εγκαταστάσεις θα πρέπει να βρίσκονταν ανατολικά των εκβολών των ποταμών Ινάχου (Ξεριά) και Χαράδρου (Πάνιτσας), κοντά στο σημερινό εργοστάσιο «Πελαργός» και στη θέση «Κιόσκι», όπου και σήμερα εντοπίζονται υπολείμματα αποβάθρας (;). Όμως, ολόκληρη η περιοχή της παραλιακής ζώνης, από Κιόσκι μέχρι σχεδόν και τα όρια των Μύλων, περικλείει στοιχεία που δείχνουν θέσεις οικοδομημάτων ή μνημείων. Αλλά και στην άμεση ενδοχώρα (περιοχή Σερεμέτι), υπάρχουν απτότατες μαρτυρίες για ύπαρξη δόμησης της αρχαίας και ρωμαϊκής εποχής, αλλά και της εποχής της τουρκοκρατίας και μετέπειτα.

Η παντελής έλλειψη οργανωμένης αρχαιολογικής έρευνας, σήμερα αλλά και κατά τον 19ο αιώνα, όχι μόνον επέτρεψε την εξαφάνιση σημαντικών υπολειμμάτων της αρχαίας εποχής και οικοδομημάτων της νεότερης, αλλά υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρήσουμε ότι και σήμερα εκ των πραγμάτων επιτρέπει τη συνέχιση καταστροφών και «εξαλείψεων» στοιχείων και άλλων υπολειμ­μάτων. Νομίζουμε ότι δεν υπάρχουν, πλέον, πολλά χρονικά περιθώρια για αναβολές, αν θέλουμε να προλάβουμε τη «ροή των πραγμάτων». Από καθαρά οικονομική πλευρά, η οποία προβάλλεται φορτικά και, ίσως, όχι εντελώς άτοπα στις μέρες μας, η χρηματοδότηση μιας σύγχρονης και πολύ­πλευρης επιστημονικής έρευνας στην περιοχή είναι πολύ πιθανό ότι θα συνέβαλλε στη δημιουργία ενός «νέου προσώπου» για την ίδια τη Νέα Κίο και για την Αργολίδα γενικότερα, με συναφή προ­σέλκυση πολλαπλών επισκεπτών εκεί. Ο συγγραφέας της παρούσας μελέτης είναι γνώστης της κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει το (μη) σύστημα προστασίας της πολιτισμικής κληρονομιάς του τόπου μας. Μολοντούτο, θεωρεί ότι δεν είναι εντελώς μάταιη η προηγούμενη υπόμνηση και επίκληση…

 

Υποσημειώσεις


 

 

[1] 484 – 410 π.Χ. Οι χρονολογήσεις για τους πέντε αρχαίους συγγραφείς είναι από το Λεξικό Ελευθερουδάκη. Οι υπογραμμίσεις στα κείμενά τους, δικές μας.

[2] Ηρόδοτος, VI 77.

[3] 470 – 494 π.Χ.

[4] Θουκυδίδης, V 82, 5-83, 1-2.

[5] 67 π.Χ.-23 μ.Χ.

[6] Στράβων, VIII 6, 2.

[7] 46-127 μ.Χ.

[8] Πλούταρχος, Αλκιβ. 15, 1-6.

[9] Περιηγήθηκε και έγραψε μεταξύ 150 και 180 μ.Χ.

[10] Παυσανίας, II 36, 6-7 και 38, 1-4.

[11] Βρίσκεται και στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, Τοπογραφία, φ. 47.

[12] Ό.π.

[13] Ο χάρτης φέρει τις ενδείξεις Carte de l’Archipel, présentée à Monseigneur le Comte de Maurepas par le Sr. Gro­gnard, pilote entretenu au Département de Toulon-1745, τρίτο φύλλο, Archives Nationales, NN 147, 29.

[14] Ο χάρτης φέρει την ένδειξη Graecia vêtus, έτος, το όνομα του σχεδιαστή, δίχως μνεία τόπου εκτύπωσης, βρί­σκεται και στη Γεννάδειο, G.T. 230.

[15] Ο χάρτης φέρει την ένδειξη Graeciae antiquae specimen geographicus, έτος, το όνομα του σχεδιαστή και «Louvre», ό.π.

[16] M. G. F. Α. de Choiseul – Gouffier, Voyage pittoresque de la Grèce I. H δημοσίευση του πρώτου μέρους του δεύτερου τόμου έγινε πολύ αργότερα, το 1809.

[17] Η Αργολίδα, η Επιδαυρία, η Τροιζηνία, η Ερμιονίδα, η νήσος Αίγινα και η Κυνουρία – για το Ταξίδι του νέου Ανάχαρση, χαρακτικό του P. F. Tardieu και σχεδίαση από τον L. Aubert. Βρίσκεται και στη Γεννάδειο, Τοπογραφία, φ. 47.

[18] Ό.π.

[19] Μετάφραση στα αγγλικά του έργου του, Travels in Greece and Turkey, Λονδίνο (1801). Ο χάρτης μεταξύ της Εισαγωγής και της σ. 1.

[20] J. L. S. Bartholdy,Voyage en Grèce II, Παρίσι (1807).

[21] Βρίσκεται και στη Γεννάδειο, G.T. 237.5.

[22] Ό.π. (σημ. 21), G.T. 222.

[23] Service Historique de l’Armée de Terre (στο εξής, S.H.A.T.), 4.10.C/65.

[24] Ό.π. (σημ. 21), G.T. 222.

[25] Ό.π. (σημ. 24).

[26] Η 2η έκδοση φέρει την ένδειξη «αναθεωρημένη και διορθωμένη». Βρίσκεται και στη βιβλιοθήκη της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών.

[27] Σ. 500 της πρωτότυπης γαλλικής έκδοσης, απ’ όπου και η μετάφρασή μου. Αντίτυπό της βρίσκεται και στη βιβλιοθήκη της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών.

[28] M. Reybaud, Mémoires de la Grèce II, Παρίσι (1825), για τη Λέρνη και την περιοχή της, αναφορές στις σ. 12-15.

[29] Τα χειρόγραφα αυτά αγοράστηκαν το 1889 από τον Γεννάδειο και φέρουν τον κωδικό αριθμό βιβλιοθήκης MSS 124-147. Ημιτελής βιογραφία του L. F. S. Fauvel από τον Ph.-E. Legrand δημοσιεύθηκε στη RA (1897), σ. 41-66, 185-201, 385-404. Εκεί και πληροφορίες για τον Foucherot. Για το πρώτο ταξίδι του Fauvel στην Ελλάδα, βλ. τη μελέτη του C. G. Lowe, Hesperia 5 (1936), σ. 206-224. Η μελέτη αυτή περιέχει το κείμενο του πρώτου τετραδίου του χειρογρά­φου του Fauvel, το οποίο μαζί με το δεύτερο βρίσκεται στα χφ. του Barbie du Bocage, ό.π., αρ. 133. Βιογραφία του τελευ­ταίου βλ. στο Grand Larousse Encyclopédique του 1960 : γεννήθηκε στο Παρίσι το 1760, όπου και πέθανε το 1825. Μαθη­τής του d’Anville (το 1777), διορίστηκε στο γεωγραφικό τμήμα της βιβλιοθήκης του Βασιλιά (1792), έγινε προϊστάμενος κτηματολογίου στο Υπουργείο των Εσωτερικών (1797) και καθηγητής στη Faculté des Lettres του Παρισιού, το 1809 (κοσμήτορας της το 1815). Έγραψε έργα γεωγραφίας και συνέταξε και Άτλαντα για την αρχαία ιστορία.

[30] Δεύτερο τετράδιο του Fauvel, υπογραμμένο από τον ίδιο, με τη χρονολογική ένδειξη «Le 5 Vendémiaire de l’An II» (που αντιστοιχεί στις 26, 27 ή 28 Σεπτεμβρίου 1793) και απευθυνόμενο «στον πολίτη Monges, Πρόεδρο της Ακαδημίας». Το χφ. φέρει την επισημείωση «Δεύτερο ταξίδι του κ. Φωβέλ». Το απόσπασμα που μεταφράζω είναι από τη σ. 7. Γεννάδειος, MSS 133.

[31] Το χφ. φέρει τη χρονολογία «8 Germinal An IO» (1809), το απόσπασμα που μεταφράζω είναι στην πίσω σελίδα του φύλλου αρ. 33. Γεννάδειος, MSS 134.

[32] Το βιβλίο τυπώθηκε στο βασιλικό τυπογραφείο του Παρισιού και βρίσκεται και στη βιβλιοθήκη της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών.

[33] S.H.A.T., MR. 1628. Το χφ. αποτελείται από 34 σελίδες και κάθε σελίδα είναι χωρισμένη σε επτά στήλες, από τις οποίες κάθε μία και με τη σειρά περιέχει ονόματα τόπων, αποστάσεις μεταξύ σημαντικών σημείων, προσδιορισμό των σημαντικών σημείων (απ’ όπου και το απόσμασμα που παραθέτουμε, στη σ. 33), μήκος δρόμων, πλάτος δρόμων, περι­γραφικές λεπτομέρειες και γενικές παρατηρήσεις. Το όνομα του Lagarde δεν περιλαμβάνεται σε δημοσιευμένους κατα­λόγους, όπως από τον Μ. Α. Duheaume, των μελών, ανωτέρων και κατωτέρων, του Γενικού Επιτελείου του γαλλικού Εκστρατευτικού Σώματος στο Μοριά, στο οποίο ανήκε και η Brigade Topographique.

[34] J.-B. Bory de Saint-Vincent, Relation du voyage de la Mission scientifique de Morée I, Παρίσι – Στρασβούργο (1837-1838).

[35] Τυπογραφείο του πρωτοπόρου της τυπογραφίας στην Αργολίδα, Κυδωνιέα Κ. Τόμπρα (τότε συνεταίρου με τον Κ. Ιωαννίδη), συντάκτης του ο Αθαν. Μπαρκουκόπουλος, φύλλο της 12-1-1845.

[36] Φύλλο της 26-1-1845.

[37] Φύλλο της 9-2-1845.

[38] Φύλλο της 3-3-1845, με συντάκτη τον Κ. Δ. Καρόπουλο. Το άρθρο του Α. Βλάσση δημοσιεύεται με τον τίτλο «Αρχαιολογικά» και φέρει την ένδειξη, στο τέλος, «Εν Ναυπλίω τη 28 Φεβρουαρίου 1845».

[39] Α. Μηλιαράκης, Γεωγραφία πολιτική, νέα και αρχαία, του Νομού Αργολίδος και Κορινθίας, μετά γεωγραφικού πίνακος τον Νομού, Αθήναι (1886), σ. 45.

[40] I. Κ. Κοφινιώτης, Ιστορία του Άργους, μετ’ εικόνων, από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών, Αθήναι (1892). Ο Κοφινιώτης τελικά δεν δημοσίευσε παρά έναν τόμο, με την ιστορία του αρχαίου Άργους. Στον αθηναϊκό Τύπο είχαν καταχωρηθεί ολοσέλιδες διαφημίσεις, για αναγγελία της έκδοσης του τόμου με την ιστορία του ‘Αργους των μετέ­πειτα χρόνων. Ο τόμος αυτός δεν δημοσιεύθηκε ποτέ και δεν γνωρίζω που μπορεί να βρίσκονται σήμερα τα σχετικά χει­ρόγραφα, αν υπάρχουν ακόμη.

[41] Παπαχατζής 1976. Το απόσπασμα από τη σ. 294, σημ. 1 – όπου και η φωτογραφία με αρ. 327.

[42] E. Peruzzi, Mycenaeans in Early Latium, Ρώμη (1980).

[43] Πολύ σημαντικό για το θέμα αυτό είναι έγγραφο του Εκτάκτου Επιτρόπου Αργολίδας Κωνστ. Ράδου, με αρ. 4331 και ημερομηνία 18-12-1829 (Γενικά Αρχεία του Κράτους, Καποδιστριακό αρχείο, Γραμματεία Στρατιωτικών και Ναυτικών, φ. 6), το οποίο απευθυνόταν στη Γραμματεία αυτή και αφορούσε πληροφορίες που εκείνη, με το έγγραφο της αρ. 334, του είχε ζητήσει για ορισμένα «εθνικά λειβάδια» του Άργους. Ο Ράδος γράφει σχετικά: Εν υπάρχει από το Κιόσκι μέχρι του Τρικαλύτη, εκτάσεως στρεμμάτων ως έγγιστα πεντακοσίων, και άλλο είναι κατά το Σερεμέτι, το οποίον είναι υπό την εξουσίαν του Στρατηγού Νικήτα, εκτάσεως στρεμμάτων και τούτο ως έγγιστα πεντακοσίων. Το χόρτον ωριμάζει πρωϊμότερα εις το Σερεμέτι, το όποιον είναι υπό την εξουσίαν του Στρατηγού Νικήτα. Το άλλον είναι ελεύθερον, και συμφέρει να διορισθώσι επιστάται εις την φύλαξίν του». Και ο Ράδος συνεχίζει με αναφορά σε άλλα 1400 στρέμματα εθνικής γης κοντά στο Ναύπλιο, που παρέμεναν και αυτά αφύλακτα. Για τον Νικηταρά και το Σερεμέτι έχουμε εντοπίσει και άλλα έγγραφα που σκοπεύουμε να δημοσιεύ­σουμε μελλοντικά. Σημειώνουμε εδώ, σε σχέση και με όσα αναφέραμε στις τρεις τελευταίες ενότητες της μελέτης μας, ότι καταπατήσεις και αυθαίρετες καλλιέργειες εθνικών γαιών γίνονταν σε όλη τη διάρκεια της οθωνικής εποχής, ακόμα και γύρω από το Ιπποφορβείο, όπως ρητά αναφέρεται σε έγγραφα και σε χάρτες των χρόνων εκείνων.

 

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

«Άργος και Αργολίδα. Τοπογραφία και Πολεοδομία». Πρακτικά διεθνούς συνεδρίου,  28/4 – 1/5/1990. Γαλλική Σχολή Αθηνών, Αθήνα, 1998.

 

Read Full Post »

Ο απαγχονισμός Καραολή και Δημητρίου


 

Οδός Καραολή και Δημητρίου στο Άργος. Τα ονόματα των δύο πρώτων μελών της ΕΟΚΑ από τα συνολικά εννιά άτομα που εκτελέστηκαν από τους Βρετανούς τις πρώτες πρωινές ώρες της 10ης Μαΐου 1956, στην Κύπρο. Κάθε δρόμος έχει τη δική του ιστορία. Ας διαβάσουμε λοιπόν την ιστορία των Καραολή και Δημητρίου όπως την γράφει σε άρθρο του, ο δρ Ανδρέας Κάρυος, το όποιο δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Καθημερινή», Κυριακή 25 Μαΐου 2014.

 

Η έναρξη της δράσης του ένοπλου ενωτικού κινήματος της ΕΟΚΑ, την 1η Απριλίου 1955, αναμφίβολα αποτέλεσε σοβαρή πρό­κληση για το βρετανικό αποικιακό καθεστώς στην Κύπρο. Η Βρετανία, μη μπορώντας πλέον να αρνείται την ύπαρξη ενός Κυ­πριακού Προβλήματος, κατέφυγε σε πρωτοβουλίες στο διπλωματικό πεδίο (Τριμερής Διάσκεψη – Αύγουστος 1955), ώστε να ελέγξει την κατάσταση στο νησί. Παράλληλα, υιοθέτησε μια σειρά αντεπαναστατικών μέτρων σε επίπεδο αστυνόμευσης: κήρυξη της Κύπρου σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, αύξηση του προ­σωπικού και των αρμοδιοτήτων του Στρατού και της Αστυνομίας, επιβολή κατ’ οίκον περιορισμών ή συλ­λογικών προστίμων, διεξαγωγή εκτεταμένων επιχει­ρήσεων έρευνας, εφαρμογή εκτεταμένων συλλήψεων και εγκλεισμού πολιτικών κατα­δίκων σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως, εκτο­πισμό του ηγέτη των Ελλήνων της Κύπρου (Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ’) και εφαρμογή της θανατικής ποινής δι’ απαγχονισμού.

Ανδρέας Δημητρίου (1934-1956)

Ανδρέας Δημητρίου (1934-1956)

Τα πρώτα μέλη της ΕΟΚΑ στα οποία εφαρ­μόστηκε η θανατική ποινή ήταν οι Μιχαλάκης Καραολής και Ανδρέας Δημητρίου. Ο Καραολής ήταν 22 ετών. Προερχόταν από τα μεσαία στρώματα της κυπριακής κοινωνίας. Κατείχε υψηλό επίπεδο μόρφωσης για τα δεδομένα της εποχής (απόφοιτος της Αγγλικής Σχολής), προσόν το οποίο του εγγυάτο ευοίωνες προοπτικές για την επαγγελματική του σταδιοδρομία στον δημόσιο τομέα. Ήταν μέλος των πρώτων εκτελεστικών ομάδων της ΕΟΚΑ που συ­στάθηκαν στη Λευκωσία, έχοντας ως αποστολή την εξουδετέρωση μελών της Αστυνομίας ή πληροφο­ριοδοτών τους. Μαζί με τον Ανδρέα Παναγιώτου (οι «εκτελέσεις» γίνονταν συνήθως από διμελείς ομάδες), πραγματοποίησαν την εκτέλεση του Ηρόδοτου Πουλλή. Ο Πουλλής ήταν Ελληνοκύπριος αστυνομικός, μέλος του Ειδικού Κλάδου (Special Branch) της Αστυνομικής Δύναμης, ενός κρίσιμου κλιμακίου για τη συλλογή πληροφοριών για την ΕΟΚΑ.

Η εκτέλεση του Πουλλή έγινε στις 28 Αυγούστου 1955. Οι σφαίρες προήλθαν από το όπλο του Ανδρέα Παναγιώτου. Ακολούθως, οι δράστες προσπάθησαν να διαφύγουν αρχικά τρέχοντας και μετά επιβαίνοντας πάνω σε ποδήλατα. Η ταυτότητα του Καραολή ως ενός από τους εκτελεστές εντοπίστηκε από τον αριθμό άδειας του ποδηλάτου του. Συνελήφθη αρ­γότερα, κατά την προσπάθειά του να προωθηθεί στις ορεινές περιοχές, ώστε να ενταχθεί στις αντάρτικες ομάδες της ΕΟΚΑ (πρακτική που ακολου­θούσε η οργάνωση ώστε να μην αδρανοποιούνται τα καταζητούμενα από τους Βρετανούς μέλη της).

Ο Ανδρέας Δημητρίου ήταν 21 ετών και ήταν επίσης στρατολογημένος στην ΕΟΚΑ. Έκανε αισθητή την παρουσία του στους κόλπους της οργάνωσης λόγω της συμβολής του στην αρπαγή οπλισμού από τις στρατιωτικές αποθήκες Αμμοχώστου όπου ερ­γαζόταν. Συνελήφθη όταν τον Νοέμβριο του 1955 πυροβόλησε εναντίον ενός Βρετανού που θεωρείτο μέλος των μυστικών υπηρεσιών. Παρόλο που το θύμα δεν σκοτώθηκε, ο Δημητρίου καταδικάστηκε σε θάνατο σύμφωνα με τις διατάξεις που μόλις είχαν εισαχθεί στο νομοθετικό πλαίσιο της Κατάστασης Ανάγκης και που προνοούσαν την επιβολή της θανατικής καταδίκης ακόμη και για όσους οπλοφορούσαν.

 

Διεθνές ενδιαφέρον για την πρώτη δίκη

 

Ο Ραούφ Ντενκτάς (1924 - 2012) ως εισαγγελέας.

Ο Ραούφ Ντενκτάς (1924 – 2012) ως εισαγγελέας.

Η περίπτωση του Καραολή ήταν η πρώτη που απασχόλησε τόσο έν­τονα το δημόσιο ενδιαφέρον, λόγω του ενδεχομένου της θανατικής ποινής για σχετιζόμενες με την ΕΟ­ΚΑ ενέργειες, της αδυναμίας εξεύρεσης αδιάσειστων αποδείξεων, αλλά και του νεαρού της ηλικίας του κατηγορουμένου. Το δικαστήριο ξεκίνησε τις εργασίες του στις 24 Οκτωβρίου 1955 με ανώτατο δικα­στή έναν Βρετανό και πάρεδρους έναν Ελληνοκύπριο και έναν Τουρ­κοκύπριο. Εκπρόσωπος της κατη­γορούσαν αρχής ήταν ο Ραούφ Ντενκτάς, Τουρκοκύπριος, ο οποίος έπαι­ξε αργότερα ηγετικό ρόλο – κυρίως μετά το 1960 – στις προσπάθειες του τουρκοκυπριακού στοιχείου για επιβολή της Διχοτόμησης ως λύσης για το Κυπριακό Ζήτημα. Το δικαστήριο στηρίχτηκε στις καταθέσεις δύο Τουρκοκυπρίων αστυ­νομικών για την τελική καταδίκη του Καραολή σε θάνατο δι’ απαγχονισμού. Στις 14 Νοεμ­βρίου 1955 το ανώτατο δικαστήριο της Κύπρου κατακύρωσε την ποινή του Καραολή.

Ο στρατάρχης σερ Τζον Χάρντινγκ

Ο στρατάρχης σερ Τζον Χάρντινγκ

Ο κατηγορούμενος ακολούθως προ­σέφυγε στην Επιτροπή Δικαιοσύνης του Βρετα­νικού Συμβουλίου του Κράτους, ενώ αιτήθηκε απονομή χάριτος από τη βασίλισσα του Ηνωμένου Βασιλείου, Ελισάβετ Β’ (ο Albert Camus, διάσημος Γάλλος συγγραφέας και φιλόσοφος, υποστήριξε ανοιχτά το αίτημα του Καραολή). Οι προσπάθειές του δεν στέφθηκαν από επιτυχία. Όταν η έφεση του Καραολή εξετάστηκε από το Συμβούλιο του Στέμματος τον Απρίλιο του 1955, απορρίφθηκε – το ίδιο και η αίτηση προς τον τότε Κυβερνήτη της Κύπρου, στρατάρχη σερ Τζον Χάρντινγκ, για την απονομή χάρης. Η στάση του Χάρντινγκ δύναται να ερμηνευθεί υπό το πρί­σμα της αρχής «οφθαλμόν αντί οφθαλμού», όντας καθ’ όλον τον βίο του διαπρύσιος πολέμιος της κατάργησης της θανατικής ποινής. Επίσης, η εν γένει αίσθηση που κυριαρχούσε εντός των κλιμακίων των Δυνάμεων Ασφαλείας της Βρετανικής Διοίκησης στην Κύπρο, ήταν ότι το σύστημα απονομής δικαιοσύνης στην αποικία δεν δίωκε με την αρμόζουσα αυστηρότητα τους «τρομοκράτες» της ΕΟΚΑ. Σύμφωνα με αυτήν τη θεώ­ρηση, το ηθικό των δυνάμεων επιβολής θα μειωνόταν σε περίπτωση επίδειξης επιείκειας, γεγονός που θα επιβάρυνε την επιτυχή συνέχιση της εκστρατείας καταστολής της ελληνοκυπριακής επανάστασης. Συνεπακόλουθα, στις 8 Μαΐου 1956, το Εκτελεστικό Συμβούλιο της Κύ­πρου (η σύνθεση του οποίου περι­λάμβανε τέσσερις Βρετανούς και έναν Τουρκοκύπριο), απεφάνθη τελεσίδικα υπέρ της εκτέλεσης των Καραολή και Δημητρίου.

 

Οι αντιδράσεις

 

Η απόφαση για επιβολή της θανατικής ποινής είχε πυροδοτήσει ήδη έντονες αντιδράσεις. Για πα­ράδειγμα, διοργανώθηκαν μεγάλης κλίμακας διαδηλώσεις από τον μαθητόκοσμο της Κύπρου, ακολουθώντας οδηγίες της ΕΟΚΑ. Το αποι­κιακό καθεστώς αντέδρα­σε εφαρμόζοντας μια πο­λιτική διακοπής της λειτουργίας των σχολείων ή της κρατικής χρηματοδότησής τους. Το μέτρο αυτό δημιούργησε έναν φαύλο κύκλο, εφόσον περισσότεροι μαθητές ήταν απαλ­λαγμένοι από τις ασχολίες τους και άρα διαθέσιμοι για τη δημιουργία περισ­σότερων αναταραχών, οι οποίες συχνά κατέληγαν σε αιματηρές οδομαχίες με τις δυνάμεις καταστολής των Βρετανών. 

Ο Καραολής οδηγείται στο δικαστήριο. Θα καταδικασθεί σε θάνατο και θα εκτελεσθεί από τους Άγγλους δι’ απαγχονισμού στις 10 Μαΐου 1956. Δημοσιεύεται στην εφημερίδα Καθημερινή. Σάββατο 24-Κυριακή 25 Μαΐου 2014.

Ο Καραολής οδηγείται στο δικαστήριο. Θα καταδικασθεί σε θάνατο και θα εκτελεσθεί από τους Άγγλους δι’ απαγχονισμού στις 10 Μαΐου 1956. Δημοσιεύεται στην εφημερίδα Καθημερινή. Σάββατο 24-Κυριακή 25 Μαΐου 2014.

Ενόσω διαρκούσαν οι διαδικασίες της δικής των Καραολή και Δημητρίου, μέλη της ΕΟΚΑ προχώ­ρησαν στην απαγωγή δύο Βρετανών δεκανέων εκδηλώνοντας πρόθεση να τους ανταλλάξουν με τους δύο αγωνιστές. Παράλ­ληλα προειδοποίησαν ότι αν οι Βρετανοί εφάρμοζαν τη θανατική ποινή, τότε η οργάνωση θα εκτελού­σε τους δύο Βρετανούς στρατιωτικούς.

Όσον αφορούσε τις εσωτερικές εξελίξεις στην Ελλάδα σε συνάρτηση με τις υποθέσεις των καταδικασθέντων αγωνιστών, μερίδα του Τύπου επετίθετο συνεχώς στον Έλληνα υπουργό Εξω­τερικών Σπύρο Θεοτόκη (πρωθυπουργός ήταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής) με την κατηγορία ότι δεν υπήρξε επαρκής στις πιέσεις του προς τη βρετανική κυβέρνηση για ματαίωση των εκτελέσεων. Οι Βρετανοί διπλωμάτες στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη δέχτηκαν απειλές για τη ζωή τους. Ο Θεοτόκης απευθύνθηκε προς τον Αμερικανό ομόλογό του Τζον Φόστερ Ντάλλες για μεσολάβηση προς τη Βρετανία. Ο Ντάλλες όντως συζήτησε το θέμα με τον Βρετανό υπουργό Εξωτερι­κών, Σέλγουιντ Λόιντ, χωρίς ωστό­σο να μεταπείσει τη βρετανική πλευρά. Παρόμοια έκκληση κατά των εκτελέσεων απηύθυνε και η Αμερικανική Εργατική Ομοσπον­δία. Στο βρετανικό Κοινοβούλιο, βουλευτές του Εργα­τικού Κόμματος κατέβαλαν προσπάθειες εναντίον των καταδι­καστικών αποφάσεων. Στις 9 Μαΐου 1956 η Αθήνα και η Θεσσαλο­νίκη συνταράχτηκαν από εκτεταμένες διαδηλώσεις που αντανα­κλούσαν την άνοδο των αντιβρετανικών αλλά και αν­τιαμερικανικών συναισθημάτων στην ελληνική κοινωνία. Ιδίως στην Αθήνα σημειώθηκαν επεισό­δια μεταξύ των διαδηλωτών και της αστυνομίας με αποτέλεσμα νεκρούς και τραυματίες.

 

Η εκτέλεση και η ταφή των αγωνιστών

 

Ευαγόρας Παλληκαρίδης (1938 –1957)

Ευαγόρας Παλληκαρίδης (1938 –1957)

Ο απαγχονισμός των Καραολή και Δημητρίου πραγματοποιήθηκε από τις βρετανικές αρχές τις πρώτες πρωινές ώρες της 10ης Μαΐου 1956, όπως ανακοινώθηκε σχετικά από το ραδιόφωνο. Επρόκειτο για την έναρξη της σειράς των εννέα συ­νολικά εκτελέσεων που τερματί­στηκε με τον απαγχονισμό του νεαρού ποιητή Ευαγόρα Παλληκαρίδη (1938- 1957). Στην Κύπρο δεν σημειώθηκαν αντιδράσεις, δεδομένου ότι ολόκληρο το νησί πεν­θούσε. Στο άκουσμα της είδησης των απαγχονισμών η ΕΟΚΑ ανα­κοίνωσε ότι εκτέλεσε εις αντίποινα τους δύο Βρετανούς δεκανείς. Επρό­κειτο για μια ενέργεια που αποδο­κιμάστηκε από την κυπριακή κοι­νωνία με αποτέλεσμα να μην επα­ναληφθεί. Στην Ελλάδα οι εκτελέσεις σηματοδότησαν μια σειρά από εξελίξεις: η ελληνική κυβέρνηση για ορισμένο διάστημα υιοθέτησε αυστηρότερη στάση έναντι της Βρετανίας. Στην Αθήνα, η οδός όπου βρισκόταν το κτίριο της Βρετανικής Πρεσβείας μετονομάστηκε σε «οδός Καραολή και Δημητρίου». Επίσης, πυροδοτήθηκαν έντονες αντιπαραθέσει μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης στη Βουλή. Το βεβαρημένο κλίμα δεν οδήγησε σε παραίτηση της κυβέρνησης Καρα­μανλή όπως απαίτησε η αντιπολί­τευση. Εντούτοις, ο Θεοτόκης πα­ραιτήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον Ευάγγελο Αβέρωφ, ο οποίος επρόκειτο στα επόμενα χρόνια να δώσει το δικό του στίγμα σχετικά με την ελληνική εξωτερική πολιτική για το Κυπριακό.

Ηνωμένα Έθνη, 12 Νοεμβρίου 1956. Έναρξη της συζήτησης για το Κυπριακό. Από αριστερά, Καραμανλής, Σεφέρης, Αβέρωφ. Δημοσιεύεται στην εφημερίδα Καθημερινή. Σάββατο 24 - Κυριακή 25 Μαΐου 2014.

Ηνωμένα Έθνη, 12 Νοεμβρίου 1956. Έναρξη της συζήτησης για το Κυπριακό. Από αριστερά, Καραμανλής, Σεφέρης, Αβέρωφ. Δημοσιεύεται στην εφημερίδα Καθημερινή. Σάββατο 24 – Κυριακή 25 Μαΐου 2014.

Γρηγόρης Πιερή Αυξεντίου (1928-1957)

Γρηγόρης Πιερή Αυξεντίου (1928-1957)

Τα σώματα των Καραολή και Δη­μητρίου ετάφησαν σε ειδικά δια­μορφωμένο χώρο στον περίβολο των Κεντρικών Φυλακών της Λευκωσίας, δίπλα από τα κελιά των μελλοθάνατων (Block 8) και την αί­θουσα της αγχόνης. Αξίζει να ση­μειωθεί ότι επετράπη σε έναν ιερέα να τελέσει τη νεκρώσιμη ακολουθία (σύμφωνα με το Ορθόδοξο δόγμα) μόνο έξω από την κλειστή είσοδο του μικρού «κοιμητηρίου». Ο συγκεκριμένος χώρος χρησιμοποιήθηκε για την ταφή των εννέα απαγχονισθέντων από τις βρετανικές αρχές κατά τη διάρκεια του Κυπριακού Αγώνα (Μιχαλάκης Καραολής, Ανδρέας Δημητρίου, Χαρίλαος Μιχαήλ, Ανδρέας Ζάκος, Ιάκωβος Πατάτσος, Μιχαήλ Κουτσόφτας, Στέλιος Μαυρομμάτης, Ανδρέας Παναγίδης, Ευαγόρας Παλληκαρίδης). Επίσης, στο ίδιο σημείο τοποθετήθηκαν τα σώματα ακόμη τεσσάρων σημαι­νόντων αγωνιστών της ΕΟΚΑ που έπεσαν μαχόμενοι (Γρηγόρης Αυ­ξεντίου, Μάρκος Δράκος, Στυλιανός Λένας, Κυριάκος Μάτσης), των οποί­ων τις κηδείες προσπάθησαν οι Βρετανοί να αποτρέψουν από το να εξελιχθούν σε παλλαϊκές διαδηλώσεις. Μετά την ίδρυση του ανεξάρτητου κυπριακού κράτους το 1960, το ιδιαίτερο αυτό «κοιμη­τήριο» διαμορφώθηκε σε μουσειακό χώρο, τα «Φυλακισμένα Μνήματα», όπου σε περίοπτη θέση δεσπόζει μια πολύ γνωστή ρήση που συναν­τάται σε ανάλογου τύπου ελληνικούς μνημειακούς χώρους: «Του ανδρειωμένου ο θάνατος, θάνατος δε λογιέται».

 

Ανδρέας Κάρυος

* Ο δρ Ανδρέας Κάρυος ανήκει στο Συνεργαζόμενο Εκπαιδευτικό Προσωπικό Ιστορίας, Προγράμματα «Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό» και «Αστυνομικές Σπουδές», στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου.

 

Read Full Post »

«Η ανάθεση της αρχηγίας της Φιλικής Εταιρείας. Ιωάννης Καποδίστριας και Αλέξανδρος Υψηλάντης». Κωνσταντίνος Σ. Παπανικολάου. Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, «Λ΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο 29-31 Μαΐου 2009», Θεσσαλονίκη, 2010.


 

 

Εδώ και δεκαετίες στο πλαίσιο των σχολικών εορτών της 25ης Μαρτίου αναρτώνται, παραδοσιακά, στις σχολικές αίθουσες προσωπογραφίες των ηγετικών μορφών της Επανάστασης του 1821. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη παρατηρητικότητα για να διαπιστώσει κανείς ότι την οπτική επαναστατική αρμονική συγχορδία των πάνοπλων Κολοκοτρώνη, Καραϊσκάκη, Ανδρούτσου και Μακρυγιάννη διαταράσσει η εικόνα του μαυροφορεμένου και μελαγχολικού κόμη Ι. Καποδίστρια, ο οποίος εικονιστικά και μόνο φαίνεται ως παραφωνία στον ρωμαλέο περίγυρο που τον πλαισιώνει. Το ομολογουμένως απλοϊκό αυτό σχήμα είναι απροσδόκητα αντιπροσωπευτικό της σχέσης του Κερκυραίου πολιτικού αφενός με την ιδέα της Ελληνικής Επανάστασης αφετέρου με τον οργανωτικό πυρήνα αυτής, την Φιλική Εταιρεία, της μυστικής εκείνης οργάνωσης που στόχο της είχε την προετοιμασία του Εθνικού Εγχειρήματος.

Νικόλαος Σκουφάς

Νικόλαος Σκουφάς

Το δημιούργημα των Ξάνθου, Σκουφά και Τσακάλωφ δεν ήταν ιστορικό unicum ενώ σε πολλά επίπεδα αντέγραφε τις οργανωτικές δομές παρόμοιων Εταιρειών της Ευρώπης με πολλά σημεία σύγκλισης αλλά και αποκλίσεις σε επίπεδο ιδεολογικού και πολιτικού προσανατολισμού, κυρίως στον βαθμό αξιοποίησης της ιδεολογικής επαναστατικής κληρονομιάς του 1789. Επίσης δεν ήταν η πρώτη ελληνική εταιρεία. Της ίδρυσης της το 1814 στην Οδησσό της Ρωσίας είχαν προηγηθεί αντίστοιχες προσπάθειες με ερεβώδεις συχνά σκοπούς και πρόγραμμα, όπως η λέσχη «Αλέξανδρος» με ενδεχομένως τεκτονικές καταβολές, η Εταιρεία των Φίλων με στόχο την απελευθέρωση της Ελλάδας, η Εταιρεία των Καλών Εξαδέλφων, η Εταιρεία της Αθηνάς και η Εταιρεία των Πέντε. [1] Πολλές ακόμη θα μπορούσαν να αναφερθούν. Σε αντίθεση με αυτές τις προσπάθειες οι οποίες πολλές φορές προέτασσαν σκοπούς μορφωτικούς και εκπαιδευτικούς η Φιλική Εταιρεία είχε ξεκάθαρη εξ αρχής σκοποθεσία «την καλυτέρευση του έθνους και εάν ο Θεός σχωρίσει με ελευθερίαν».[2]

Ωστόσο αν και στην ιδρυτική της διακήρυξη η Φιλική Εταιρεία ομολογούσε ότι δεν ανέμενε την «φιλανθρωπίαν των χριστιανών βασιλέων», έγινε σύντομα σαφές στην ηγετική της ομάδα ότι ο προσηλυτισμός προσώπων με μικρή οικονομική επιφάνεια και κύρος – συνακόλουθα- δεν ήταν ικανοποιητικός για την εικόνα που η Εταιρεία φιλοδοξούσε να προβάλει για τον εαυτό της. Την εικόνα του ισχυρού πυρήνα με τις απαραίτητες για το επαναστατικό εγχείρημα διασυνδέσεις και επαφές με τους «προκομμένους» του γένους. Γεγονός το οποίο θα ενέπνεε εμπιστοσύνη στους Έλληνες. Η μικρή προσέλευση άλλωστε μέχρι το 1816 έκανε πολλούς να θεωρήσουν ως έτος ίδρυσής της το 1816 και όχι το 1814. Παρά τα ελπιδοφόρα μηνύματα όπως ο προσεταιρισμός του Π. Σέκερη, του Λεβέντη, του Γρ. Μαρασλή, του Ηλ. Μάνεση και τον αδελφών Κούμπαρη, προσωπικοτήτων με οικονομική ευρωστία, οι Φιλικοί και η προσπάθεια τους στερούνταν του απαραίτητου κύρους και ακτινοβολίας, η οποία θα μπορούσε να προσελκύσει της ηγετικές τάξεις του γένους.

Αν και τα Ορλωφικά καθώς και το σύνολο των επαναστατικών εμπειριών των παρελθόντων αιώνων είχαν προκαλέσει σημαντικό πλήγμα στο γόητρο των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων ως δυνάμει ελευθερωτών των Ελλήνων, η εμφάνιση της προσπάθειας ως χαίρουσας της έγκρισης ενός ισχυρού εστεμμένου έτοιμου να συνδράμει στρατιωτικά αλλά και οικονομικά – κατά την προπαρασκευή της – την Επανάσταση, ήταν διαρκές και μόνιμο ζητούμενο. Αυτοί οι προβληματισμοί οδήγησαν τους Ξάνθο, Σκουφά. Τσακάλωφ στην επινόηση της «Αρχής», της κρυφής «κινούσας δύναμης» της Εταιρείας για την οποία ο Ξάνθος έγραψε στα Απομνημονεύματα του:

 

«…Ωνομάσθη Αρχή άγνωστος και αφανής εις όλους τους προσήλυτους αδελφούς της Εταιρείας ταύτης. Τα συμβάντα του αειμνήστου Ρήγα και Παπά Ευθύμιου και άλλα δικαιολογημένα αίτια, παρεκίνησαν τους Αρχηγούς, να φυλάξωσι μυστικήν την Αρχήν, μέχρι της ενάρξεως της επαναστάσεως. Διά τούτο πολλοί απατηθέντες εξέλαβον ως Αρχηγούς διάφορα υποκείμενα, όχι μόνον εκ των κατηχηθέντων προσηλύτων αδελφών της Εταιρείας ταύτης αλλά και εξ εκείνων οίτινες δεν είχον γνώσιν ίσως και διάθεσιν του εγχειρήματος»[3]

 

Ο Ξάνθος αναφέρει μέρος της αλήθειας καθώς στην μετοχή «απατηθέντες» παραλείπεται το ποιητικό αίτιο. Όσοι πείσθηκαν και σχημάτισαν λανθασμένη άποψη περί της αρχής καθοδηγήθηκαν στην συνέχεια εντέχνως από την προπαγάνδα της Εταιρείας, με την διαρροή φημών και επενδύοντας στις παραδόσεις του ομοδόξου «Ξανθού Γένους», των Ρώσων. Η απάντηση που έλαβε ο εφοπλιστής και μέλος της Φιλικής Σέκερης, σχετικά με την Αρχή, ότι η καταγωγή της δηλαδή τοποθετείται στα βάθη της Ρωσίας [4] είναι ενδεικτική των προθέσεων των Αρχηγών, να παραπέμψουν εμμέσως είτε στον Τσάρο Αλέξανδρο Α΄ είτε στον υπουργό του, τον Ιωάννη Καποδίστρια του οποίου τα πλεονεκτήματα για την επίζηλη θέση του Αρχηγού της Φιλικής ως του πλέον προβεβλημένου Έλληνα της εποχής του ήταν προφανή και πασιφανή. Ωστόσο υπήρχαν και άλλες «ισχυρές υποψηφιότητες», μεταξύ αυτών και εκείνη του Μηλιώτη Αρχιμανδρίτη Άνθιμου Γαζή, ο οποίος όμως αρνήθηκε δηλώνοντας ότι δεν ήταν «σύμφωνος μολονότι δεν ήταν ενάντιος». [5]

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

 

Την επίσημη πρόταση για την ανάληψη της ηγεσίας της Εταιρείας θα απευθύνει ο Ξάνθος στον Κόμη τον Χειμώνα του 1820 για να λάβει την αρνητική απάντηση του τελευταίου και να απευθυνθεί τελικά στον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Για να κατανοηθούν τα αίτια της άρνησης αυτής υπάρχουν δύο κομβικής σημασίας ζητήματα: Η αποστολή Ν. Γαλάτη στον Καποδίστρια, και η κατάχρηση του ονόματος της Φιλομούσου Εταιρείας από τους Φιλικούς. Η πρώτη επαφή (υπήρξε μία ακόμη ίσως το 1814 με τον Τσακάλωφ)[6] του Έλληνα υπουργού εξωτερικών του Τσάρου με την Φιλική Εταιρεία έγινε διά του αντιπροσώπου της Νικολάου Γαλάτη μίας σχεδόν μυθιστορηματικής μορφής για τις προθέσεις του οποίου λίγα μπορούν να ειπωθούν με βεβαιότητα εκτός ίσως από τον έντονο καιροσκοπισμό του. Χαρακτηριστικό το οποίο οδήγησε τελικά στην εκτέλεσή του από τους Φιλικούς.

Ο αυτοδιαφημιζόμενος ως συγγενής του Καποδίστρια μυήθηκε από τον Σκουφά, ο οποίος στο τέλος της ζωής του παραδέχτηκε ότι η απόφαση του αυτή υπήρξε το μεγαλύτερο λάθος του. Αφού ο πρεσβύτερος των ιδρυτών του αποκάλυψε την αλήθεια για τα περί της Αρχής μυθεύματα και την άγνοια του Καποδίστρια για τις διακινούμενες φήμες, υποσχέθηκε την ένταξη του στον ηγετικό πυρήνα με την προϋπόθεση να ταξιδέψει στην Ρωσία και να προτείνει στον Καποδίστρια την ανάληψη της ηγεσίας. Ο τελευταίος αν και υποψιασμένος για την φύση της επισκέψεως αυτής όπως παραδέχεται στο υπόμνημα του προς τον Τσάρο Νικόλαο Α΄ το 1826 – κείμενο το οποίο αποδεικνύεται μεγάλης σημασίας ερμηνευτική κλείδα για την στάση του Καποδίστρια προς του «ελεεινούς εμποροϋπάλληλους» όπως αποκαλεί τα μέλη της Φιλικής Εταιρείας- αποδέχτηκε το αίτημα του ενημερώνοντας παράλληλα τον Αλέξανδρο Α΄ ότι «κρίνων εκ της επιστολής δεν περιμένω άλλον τι παρά καμμίαν ανοησίαν». [7]

Η απαραδειγμάτιστη διαγωγή του «κενόδοξου» και «αχαλίνωτου» Γαλάτη σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό του ιστορικού της Φιλικής, Ιωάννη Φιλήμονα υπήρξε το πρελούδιο της συνάντησής του με τον Καποδίστρια. Συστηνόμενος στην Μόσχα ως «Κόμης» και «Πρέσβης του Ελληνικού Έθνους» φορούσε την στολή της Ιονίου Πολιτοφυλακής και τόνιζε πως η επιρροή του ήταν τόση στα μέλη της Φιλικής – για την οποία μιλούσε απροσχημάτιστα- ώστε μία εντολή του αρκούσε για να δολοφονήσουν ακόμη και τον ίδιο τον Αυτοκράτορα της Ρωσίας. [8] Τα γεγονότα αυτά είναι άγνωστο πόσο υπονόμευσαν το κλίμα της συνάντησης, είναι γνωστή όμως η αντίδραση του Καποδίστρια τόσο από το υπόμνημα του 1826 όσο και από συμπληρωματικές πηγές. Αφού χαρακτήρισε την πρόταση του προϊόν παραφροσύνης, του ζήτησε να μεταφέρει στους εντολείς του ότι «αν δεν θέλουν να καταστραφούν και να συμπαρασύρουν εις τον όλεθρον το αθώον και δυστυχές έθνος των, πρέπει να εγκαταλείψουν τας επαναστατικάς ενεργείας των και να ζήσουν ως πρότερον υφ ας κυβερνήσεις ευρίσκονται, μέχρις ότου η Θεία πρόνοια αποφασίσει άλλλως».[9]

Παρά τον αποτρεπτικό λόγο του Κόμη η επικίνδυνη συμπεριφορά του Γαλάτη στο εσωτερικό της ρωσικής αυτοκρατορίας οδήγησε στην σύλληψη αλλά και στην ενίσχυση των αρχικών φόβων του Κερκυραίου διπλωμάτη περί των μελών της Εταιρείας, η οποία με την αποστολή Γαλάτη φαινόταν περίτρανα να μην διαθέτει το απαραίτητο από άποψη ποιότητας έμψυχο υλικό το οποίο θα την καθιστούσε ικανή να ηγηθεί της Ελληνικής Επανάστασης την στιγμή που – όπως καλύτερα από τον καθένα λόγω της θέσης του γνώριζε – η επανάσταση στην Ευρώπη της Παλινόρθωσης δεν ήταν άκαιρη ή παρακινδυνευμένη αλλά πιθανότατα καταδικασμένη να αποτύχει πριν ακόμα εκδηλωθεί.

Ωστόσο ο Καποδίστριας ήταν ενήμερος και προϊδεασμένος τόσο για τις συνωμοτικές κινήσεις κάποιας εταιρείας με επαναστατικούς σκοπούς όσο και για την προσπάθεια των μελών της να οικειοποιηθούν το όνομα του ως αρχηγού, να τον εμπλέξουν και τελικά να ταυτίσουν την Εταιρεία τους με την Φιλόμουσο Εταιρεία. Η εταιρεία αυτή είχε ιδρυθεί από τον Καποδίστρια τον Ανθ. Γαζή και τον Ιγνάτιο Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας με στόχο την συγκέντρωση χρηματικών ποσών «διά την έκδοσιν των κλασικών συγγραφέων και βοήθειαν πτωχών μαθητών όσοι σπουδάζουσι τας επιστήμας και τέλος διά την ανακάλυψην παντός είδους αρχαιοτήτων» όπως δηλωνόταν στην ιδρυτική της πράξη.

Η εταιρεία με την ξεκάθαρη αυτή φιλεκπαιδευτική σκοποθεσία και το εκπολιτιστικό πρόγραμμα – το οποίο σύμφωνα με τον Απ. Βακαλόπουλο απέβλεπε και στην αναδημιουργία ενδεχομένως μίας ορθόδοξης οικουμένης [10] – γεννήθηκε κατά την διάρκεια του Συνεδρίου της Βιέννης από την πίστη του Καποδίστρια ότι της εθνικής αποκατάστασης των Ελλήνων έπρεπε να προηγηθεί ο φωτισμός αυτών σύμφωνα με την κοραϊκή ρήση ενώ τα πρώτα της μέλη ήταν ο ίδιος ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ και μερικές από τις πλέον προβεβλημένες προσωπικότητες της μοναρχούμενης Ευρώπης. Βρισκόταν δηλαδή στον αντίποδα τόσο ως προς τις καταβολές της όσο και ως προς την ιδεολογία των επαναστατικών κηρυγμάτων των Φιλικών, οι οποίοι προσπάθησαν να εμφανίσουν τις δύο εταιρείες ως μία για ευνόητους λόγους.

Ο ενήμερος από το Φιλικό Θ. Νέγρη Καποδίστριας αναφέρει στο υπόμνημά του προς τον Νικόλαο Α΄ σχετικά με τις προσπάθειες αυτές: «Τοιαύτη είναι η αρχή της Εταιρείας των Φίλων των Μουσών, της εν Ελλάδι αποκληθείσης Φιλομούσου Εταιρείας, ης την φύσην μετέπειτα ανήσυχοι και ταραχοποιοί άνθρωποι απεπειράθησαν να διαστρέψουν».[11] Τέτοιες φήμες ήταν εύκολο να εκθέσουν τον Καποδίστρια απέναντι στον ευμετάβλητο Αλέξανδρο, του οποίου οι διαρκείς ιδεολογικές μεταπτώσεις του είχαν προσδώσει το προσωνύμιο του «ανεμοδείκτη» αλλά και να επηρεάσουν δυσμενώς την εξέλιξη του ελληνικού ζητήματος. Εξαιρετικής σημασίας προκειμένου να κατανοηθεί η στάση του Καποδίστρια απέναντι στον «εταιρισμό» είναι το γεγονός ότι σε πολλούς κύκλους με κοινό χαρακτηριστικό τον φόβο απέναντι στην δυναμική εμφάνιση της Ρωσίας στον Βαλκανικό Νότο, η Εταιρεία που ίδρυσε ο υπουργός εξωτερικών του Τσάρου θεωρήθηκε όργανο προπαγάνδας της Τρίτης Ρώμης: μεταξύ αυτών ο παρατηρητής του Συνεδρίου της Βιέννης De la Garde Chambonas, ο υπουργός της αυστριακής αστυνομίας Hager και Αυστριακός Πρόξενος στην Κέρκυρα Von Paulich, ο οποίος δήλωνε ότι η Εταιρεία των Φιλομούσων έπρεπε να αποκαλείται εταιρεία των Φιλορώσων. [12]

Το ερώτημα λοιπόν το οποίο τίθεται είναι το εξής: Αν μία εταιρεία όπως η Φιλόμουσος δίχως ανατρεπτικούς σκοπούς, «γεννημένη» στην Ευρώπη της Παλινόρθωσης, με χορηγούς όπως ο δημιουργός της Ιεράς Συμμαχίας Αλέξανδρος Α΄, δίχως μία δομή ύποπτη και παρεξηγήσιμη τύγχανε αυτής της αντιμετώπισης και η οποία ουκ ολίγες φορές έφερε τον Καποδίστρια στο στόχαστρο της μυστικής αστυνομίας του Metternich, ποία θα ήταν η τύχη μίας εταιρείας όπως η Φιλική με διακεκηρυγμένους επαναστατικούς στόχους και οργάνωση παρόμοια με άλλων ευρωπαϊκών επαναστατικών ομάδων της Ευρώπης, όπως η Φιλική;

Ο Κερκυραίος πολιτικός γνώριζε την απάντηση και για τον λόγο αυτό κατά την τελευταία του επίσκεψη στην Κέρκυρα το 1819 τόνισε στους συμπατριώτες του ότι ο κόσμος «έχειν ανάγκη ησυχίας» ενώ προσπάθησε, ενήμερος ων για την προσπάθειες εμπλοκής του ονόματός του, να διαψεύσει τις φήμες που τον ενέπλεκαν σε επαναστατικά προγράμματα «προς αποφυγήν πάσης κακής ερμηνείας της συνομιλίας των», φοβούμενος «μήπως η κακοβουλία επωφεληθεί την περίστασιν και γενήσει παρά τοις ομοδόξοις ημών ιδέας εσφαλμένας ή ελπίδας επικινδύνους», όπως επισημαίνει στο υπόμνημα του 1826, τονίζοντας παράλληλα την προτεραιότητα της ηθικής και πνευματικής τελείωσης του έθνους. [13]

 «Ο όρκος του Φιλικού». Πίνακας του Επτανήσιου ζωγράφου Διονυσίου Τσόκου (1849), που αποδίδει σε κατανυκτική ατμόσφαιρα την κορυφαία στιγμή της μύησης στην Εταιρεία, δηλ. του όρκου πάνω στο Ευαγγέλιο, και παριστάνει, κατά την παράδοση, την ορκωμοσία στην Ζάκυνθο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.   Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

«Ο όρκος του Φιλικού». Πίνακας του Επτανήσιου ζωγράφου Διονυσίου Τσόκου (1849), που αποδίδει σε κατανυκτική ατμόσφαιρα την κορυφαία στιγμή της μύησης στην Εταιρεία, δηλ. του όρκου πάνω στο Ευαγγέλιο, και παριστάνει, κατά την παράδοση, την ορκωμοσία στην Ζάκυνθο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Την ίδια στιγμή ωστόσο, αν και οι Φιλικοί είχαν κατορθώσει να αυξήσουν την προσέλευση νέων μελών, προβλήματα απειθαρχίας στο εσωτερικό της και η αμφιβολία πολλών μελών της για την συμμετοχή του Καποδίστρια στο όλο εγχείρημα (όπως ο Λάζαρος Κουντουριώτης) επανέφεραν το ζήτημα της ανάληψης της ηγεσίας από μία ισχυρή προσωπικότητα επιτακτικά στο προσκήνιο, αν και η αποτυχημένη απόπειρα του Γαλάτη κάθε άλλο παρά ενθαρρυντική υπήρξε. Η διογκούμενη αυτή δυσαρέσκεια αλλά και προβλήματα πρακτικής φύσης όπως οι κίνδυνοι που ελλόχευαν από τις προσπάθειες μελών να έρθουν σε επαφή με τον φερόμενο ως αρχηγό Καποδίστρια, με σκοπό να του ζητήσουν την συνδρομή του, μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να αποκαλύψουν την αλήθεια περί της αρχής.

Άλλωστε υπήρχε το παράδειγμα του απεσταλμένου του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Κυριάκου Καμαρινού ο οποίος όταν έμαθε από τον ίδιο τον Κόμη την αλήθεια «ως αχαλίνωτο άλογο» σύμφωνα με τον Παπαφλέσσα μιλούσε απροκάλυπτα περί της Εταιρείας και της Αρχής. Πρακτική η οποία οδήγησε στην εκτέλεσή του από μέλη της Φιλικής. Είναι ενδεικτικό της σημασίας που απέδιδαν οι ιδρυτές της στην απόκρυψη της αλήθειας περί της Αρχής, το γεγονός ότι όσοι θέλησαν είτε από απερισκεψία όπως ο Γαλάτης είτε από διάθεση εκδίκησης όπως ο Καμαρινός να αποκαλύψουν την αλήθεια, εκτελέσθηκαν, ενώ ο ίδιος ο Καποδίστριας συσχετίζοντας τα γεγονότα έγραψε ότι: «ούτοι εθανατώθησαν ως οχληροί μάρτυρες της αλήθειας ην άλλοι προσεπάθουν να αποκρύψουν από τους Έλληνας». [14]

Σκέψεις όπως αυτές οδήγησαν τον Ξάνθο να επαναλάβει το εγχείρημα του Γαλάτη. Ο Ξάνθος παρουσιάζει την απόφαση να απευθυνθεί στον Καποδίστρια αφενός ως δική του επιλογή αφετέρου δίχως να αναφέρεται σε κανένα σημείο των απομνημονευμάτων του στην προγενέστερη αποτυχημένη απόπειρα, κάτι το οποίο επιτρέπει την υπόθεση ότι το 1817 ο Σκουφάς είχε κινηθεί αυτόνομα αποκρύπτοντας, ίσως για ψυχολογικούς λόγους, την κατάληξη της αποστολής του Γαλάτη. Σχετικά με την επιλογή του αναφέρεται στον Καποδίστρια ως «σημαντικόν τότε και άξιον εμπιστοσύνης του Ελληνικού Έθνους δια την μεγάλην πολιτικήν του εις την Ρωσίαν θέσιν». Ο Σκουφάς αναχώρησε με προορισμό την Πετρούπολη το 1818 εφοδιασμένος με κείμενο της Συνθήκης, βάση της οποίας όλα τα μέλη της Φιλικής υπόσχονταν υπακοή στον Αρχηγό ενώ ο τελευταίος δεσμευόταν υπογράφοντας το «υποχρεωτικόν» έγγραφο με το οποίο δήλωνε την αποδοχή της κλήτευσης του. Σημασία ίσως έχει το γεγονός ότι στην Σφραγίδα της Συνθήκης σε περίοπτη θέση βρισκόταν μεταξύ των αρχικών των μελών το γράμμα «Ι» (Ιωάννης Καποδίστριας), σε μία παράτολμη προσπάθεια ίσως να αποτραπεί το αναπόφευκτο. [15]

Ωστόσο το κλίμα της μελλοντικής συνάντησης είχε υπονομευθεί από τις διαιρέσεις στο εσωτερικό της Εταιρείας όπως είχαν δείξει τα γεγονότα με τον Θ. Νέγρη και τον Κυρ. Καμαρινού, από την έλλειψη ωριμότητας των μελών της και την ευπιστία αυτών, όπως είχε δείξει περίτρανα η περίπτωση του Γαλάτη, από την διάθεση των μελών της να καπηλευθούν το όνομα της Φιλομούσου και του ιδρυτή της αφήνοντας έκθετο τον ίδιο στον τσάρο. Φήμες των οποίων το αβάσιμο ο Καποδίστριας επεδίωξε να καταδείξει με επιστολές του τόσο προς τον Πετρόμπεη όσο και προς τον Ρώσο Πρόξενο στο Ιάσιο Α. Πίνη όπου η Εταιρεία γνώριζε μεγάλη διάδοση. Με επιστολή του στον τελευταίο ζητούσε να «φοβερίσει και να απομακρύνει τους νομιζομένους ψευδαποστόλους της Εταιρείας» ενώ με παρόμοια επιστολή προς τον καθηγητή της Ακαδημίας του Βουκουρεστίου Κ. Βαρδαλάχο καταδίκαζε την «μανία των μυστικών εταιρειών που παραπλανούν όλα τα πνεύματα και απειλούν τις πιο πολιτισμένες χώρες της Ευρώπης με καταστροφές».[16]

Για την συνάντηση Καποδίστρια – Ξάνθου βασικές πηγές είναι τα απομνημονεύματα του Ξάνθου, το έργο του Φιλήμονος (ο μόνος με πρόσβαση στο αρχειακό υλικό της Φιλικής), ο Λεβέντης, ο φιλικός Ξόδηλος και ο Νικ. Υψηλάντης αδελφός του Αλεξάνδρου και του Δημητρίου. Δυστυχώς ο Καποδίστριας δεν αναφέρεται στην τόσο καθοριστική αυτή συζήτηση. Για τις δύο συναντήσεις που πιθανότατα έλαβαν χώρα τον Ιανουάριο του 1820 σημαντικότερη των μαρτυριών είναι αυτή του Ξάνθου. [17] Στην πρώτη συνέντευξη, σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο φιλικός, αφού μίλησε στον υπουργό του τσάρου για την ανάγκη ανάληψης της ηγεσίας από μια σημαντική προσωπικότητα, ο τελευταίος του ζήτησε να υπάρξει μία δεύτερη συνάντηση «ίνα συνομιλήσωσι σπουδαιότερον». Από επιστολή του φιλικού Πατσιμάδη προς τον Ξάνθο, ο οποίος ανέμενε «χαροποιέστερον τι» μετά την πρώτη επαφή, φαίνεται να υποφώσκει στο στρατόπεδο των Φιλικών η ελπίδα της αποδοχής του αιτήματος τους. Ωστόσο από ορισμένους συνεργάτες του Ξάνθου όπως ο Κομιζόπουλος είχε γίνει αντιληπτή η «αμφιβολίαν δια την έκβασιν» από «τον τρόπον του γράφειν», δηλαδή από την συγκρατημένη γλώσσα του Ξάνθου στις επιστολές κατά το μεσοδιάστημα των δύο συναντήσεων. [18]

Η δεύτερη συνάντηση ήλθε να επιβεβαιώσει τους λιγότερο αισιόδοξους. Αφού ζητήθηκε από τον Καποδίστρια να αναλάβει την αρχηγία του εγχειρήματος και την διεύθυνση του πολέμου, ο Ξάνθος έλαβε την αρνητική απάντηση του Καποδίστρια, ο οποίος επικαλέστηκε την θέση του δίπλα στον Αλέξανδρο Α΄ και το ασυμβίβαστο αυτής με την θέση του αρχηγού. Στην τελευταία έκκληση του Ξάνθου ότι δεν ήταν δυνατόν «ως Έλλην και εν υπολήψει παρ αυτοίς και πολλοίς άλλοις, να μείνει αδιάφορος» την στιγμή μάλιστα που η ανάγκη εύρεσης αρχηγού ήταν αδήριτη, ο Κόμης αποκρίθηκε αρνητικά για δεύτερη φορά ενώ ευχήθηκε ο Θεός να τους βοηθήσει αν αυτοί γνώριζαν κάποιον εναλλακτικό τρόπο δράσης. [19] Δεν γνωρίζουμε αν η αντίδραση του Καποδίστρια ήταν ακριβώς αυτή καθώς τα απομνημονεύματα γράφθηκαν πολύ αργότερα όταν ο Ξάνθος θα μπορούσε να σταθμίσει τα πράγματα. Σχετικά με τις άλλες πηγές: Ο Ξόδηλος ενστερνίζεται τους ενδοιασμούς του Καποδίστρια, ενώ πιο μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη του ιστορικού της Φιλικής, Φιλήμονος στα δύο του έργα, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας και Δοκίμιον περί της Ελληνικής Επαναστάσεως. Στο πρώτο αποδίδει την άρνηση του Καποδίστρια στον ρόλο του Γαλάτη και του Καμαρινού, επισημαίνοντας παράλληλα ότι «εθεώρει πάντα παράκαιρον την ύπαρξιν» της Φιλικής, ενώ στο δεύτερο μας πληροφορεί για μία παλαιότερη άγνωστη συνάντηση σε απροσδιόριστο χρόνο ανάμεσα στον Ξάνθο και τον Καποδίστρια, κατά την οποία ο δεύτερος είχε αναρωτηθεί αν υπήρχαν αρκετοί «Θρασύβουλοι» μεταξύ των Ελλήνων, για να λάβει την απάντηση του πρώτου στην συνάντηση τους το 1820 ότι οι «Θρασύβουλοι» ήταν πλέον έτοιμοι. [20] Τέλος, ο εχθρικός προς τον Καποδίστρια Νικόλαος Υψηλάντης αναφέρει ότι η συνάντηση δεν έγινε ποτέ, καθώς ο Καποδίστριας πάντα αδιάφορος προς το μέλλον τον Ελλήνων, αρνήθηκε στον Ξάνθο κάθε συζήτηση. [21]

Το επόμενο κομβικής σημασίας ζήτημα αφορά στον τρόπο με τον οποίο τελικά επελέγη ο Αλέξανδρος Υψηλάντης για την θέση του Αρχηγού και ποίος ο ρόλος του Καποδίστρια. «Απελπισθείς ο Ξάνθος από τον Κόμητα έστρεψεν τον στοχασμόν του εις άλλον υποκείμενον λαμπρόν ως τον Κόμητα επιτηδειότερον ίσως τούτου, τον Πρίγκιπα Αλέξανδρον Υψηλάντην, ο οποίος έχαιρε της υπολήψεως και της ευνοίας του τσάρου». Έτσι περιγράφει την απόφασή του ο Ξάνθος.[22] Ο χειρόγραφος κώδικας της Βουλής με αριθμό 41 αναφέρει ότι ο Ξάνθος σκόπευε να προσφέρει την αρχηγία στον υπουργό του τσάρου, με τον Υψηλάντη να αποτελεί επιλογή εν εφεδρεία καθώς η υποψηφιότητα του πρώτου υπερτερούσε από κάθε άποψη στις διαβουλεύσεις των Φιλικών. Ωστόσο το ενδεχόμενο η στάση του Ξάνθου στο Κίεβο, πριν συναντηθεί με τον Καποδίστρια στην Πετρούπολη, εικάζεται ότι ως στόχο της είχε μία πρώτη επαφή με τον Πρίγκιπα και την βολιδοσκόπηση των προθέσεών του.

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης, λιθογραφία, Εκ του  πολυχρωμολιθογραφείου Ι. Δ. Νεράντζη, Λειψία.

Αλέξανδρος Υψηλάντης, λιθογραφία, Εκ του πολυχρωμολιθογραφείου Ι. Δ. Νεράντζη, Λειψία.

 

Ο ενθουσιώδης και ανυπόκριτος πατριωτισμός του Υψηλάντη ήταν άλλωστε γνωστός. Ήδη από το συνέδριο της Βιέννης ο De la Garde θα επισημάνει την εμμονή του στο «όνειρο της νεότητος», του όπως αποκαλούσε την επιθυμία του για την απελευθέρωση της Ελλάδας, ενώ – άγνωστο με ποιον τρόπο – σχεδίαζε να εκμεταλλευθεί για τον σκοπό αυτό την διαφυγή του Ναπολέοντα από την Έλβα το 1815 και την διεθνή τότε κατάσταση. [23] Το ενδεχόμενο της μύησής του στην Στοά «Τρεις Αρετές» [24], η ενίσχυση ποικίλλων «φιλελληνικών εταιρειών», οι πιθανολογούμενες διασυνδέσεις με τους αξιωματικούς εκείνους που αργότερα θα αποτελέσουν τον Πυρήνα της Επανάστασης των Δεκεμβριστών και κυρίως το γεγονός ότι οι αδελφοί του Δημήτριος Νικόλαος και Γρηγόριος ήταν ήδη μέλη της Φιλικής, ενεθάρρυναν το Ξάνθο να απευθυνθεί στον Πρίγκιπα. Ιδιαίτερη σημασία πρέπει να δοθεί στο γεγονός ότι σε κανένα σημείο ο Ξάνθος δεν εμφανίζει την απόφαση του αυτή ως απόρροια κάποιας προτροπής του αντίθετου προς το όλο εγχείρημα Καποδίστρια, ενώ στην διήγηση της συνάντησής του με τον Υψηλάντη είναι αιχμηρός κάνοντας συγκεκριμένη αναφορά στο πρόσωπο του Καποδίστρια και άλλων ομογενών οι οποίοι «καταφεύγουν εις ξένους τόπους και αφήνουν τους ομογενείς του ορφανούς». [25]

Ο Υψηλάντης σύμφωνα πάντα με τον Ξάνθο αποδέχθηκε τον τίτλο του «Γενικού Επιτρόπου της Αρχής» ή «Γενικού Εφόρου» [26] αφού πρώτα ζήτησε να διαπιστώσει από τους καταλόγους των μελών της Φιλικής το μέγεθός της. Αν και αναφορά στον ρόλο του Καποδίστρια στην επιλογή του Υψηλάντη ως εφεδρικού αρχηγού δεν γίνεται, ο Ξάνθος μνημονεύει ότι μετά την αποδοχή του χρίσματος, ο Υψηλάντης επισκέφθηκε τον Καποδίστρια ζητώντας του να μεσολαβήσει στον Αυτοκράτορα με σκοπό να αποσπάσει την υπόσχεση οικονομικής ή στρατιωτικής συνδρομής σε μελλοντικό επαναστατικό εγχείρημα. Σύμφωνα με τον κορυφαίο Φιλικό, ο υπουργός του τσάρου αρνήθηκε επαναλαμβάνοντας όσα είχε επισημάνει και στον ίδιο. Πολλοί ερευνητές με στόχο να καταστήσουν τον Καποδίστρια περισσότερο ελκυστικό υποστήριξαν αφενός ότι εκείνος στην δεύτερη συνάντηση του με τον Ξάνθο υπέδειξε τον Υψηλάντη ως αντικαταστάτη [27] του, αφετέρου ότι ο Υψηλάντης αποδέχθηκε το χρίσμα μόνο μετά από υποτιθέμενη έγκριση του Καποδίστρια. Η άποψη αυτή στηρίζεται σε μαρτυρίες όπως αυτή της Lulu Thurheim αδελφής της συζύγου του Ρώσου Πρέσβη στην Βιέννη, φίλης του Υψηλάντη και πιθανότατα «θύματος» της «ανατολικού τύπου γοητείας» του. Στα απομνημονεύματά της υποστηρίζει ότι για την ατυχή κατάληξη του εξέγερσης του Υψηλάντη στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες μέρος της ευθύνης φέρει ο Καποδίστριας ενώ το ίδιο υπαινίσσεται και ο De la Garde. [28] Υποστηρικτική της ίδιας άποψης είναι και η μαρτυρία του Ν. Υψηλάντη, ο οποίος μνημονεύει την διαβεβαίωση του υπουργού του Τσάρου στον αδελφό του Αλέξανδρο ότι η Ρωσία ήταν έτοιμη να τον συνδράμει. Μαρτυρία τελείως ασύμβατη με τα υπάρχοντα στοιχεία, την προσωπικότητα την διορατικότητα και τον πολιτικό συντηρητισμό του Κερκυραίου διπλωμάτη.

Οι παραπάνω ωστόσο μαρτυρίες μικρή σημασία έχουν συγκρινόμενες με την επιστολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη προς τον αδελφό του Αλεξάνδρου Α’ και διάδοχό του, Νικόλαο Α’. Η επιστολή αυτή συντάχθηκε το 1828 στην Βιέννη, όπου διέμενε ο ίδιος και τα αδέλφια του μετά από την αποφυλάκιση τους Theresienstadt, όπου φυλακίσθηκαν μετά την αποτυχημένη εξέγερση στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Με την επιστολή αυτή, καθώς και με άλλες παρόμοιου ύφους, με αποδέκτες άλλους εστεμμένους της Ευρώπης, όπως ο βασιλιάς της Πρωσίας Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γ’,[29] ζητούσε την μεσολάβησή τους στον Αυτοκράτορα της Αυστρίας Φραγκίσκο Α΄ και στον καγκελάριο Metternich, προκείμενου να αρθούν οι ποικίλοι περιορισμοί που τους είχαν επιβληθεί στην μετακίνηση στο εσωτερικό της αυστριακής αυτοκρατορίας καθώς και η απαγόρευση της εξόδου από αυτήν. Άλλωστε η διαρκώς επιδεινούμενη κατάσταση της υγείας του Υψηλάντη καθιστούσε απαραίτητη την αλλαγή του τόπου διαμονής του. Με την επιστολή του 1828 παρουσίαζε την δική του εκδοχή για την ανάληψη της ηγεσίας της Φιλικής, προσπαθώντας να αποσείσει όλες τις κατηγορίες από το πρόσωπο και να κερδίσει την εύνοια του τσάρου, ο οποίος από τις πρώτες ημέρες του στον θρόνο κλήθηκε να αντιμετωπίσει την επανάσταση των Δεκεμβριστών.

Κατά συνέπεια πολύ μικρή συμπάθεια θα επιδείκνυε προς πρόσωπα με υπονομευτική προς το status quo δράση. Σύμφωνα με την επιστολή Υψηλάντη, ο Καποδίστριας ήταν ενήμερος για τις προετοιμασίες του, τις οποίες χαρακτήρισε «καλάς και καταλλήλους» παροτρύνοντας τον παράλληλα να προχωρήσει «μη δεικνύων δισταγμόν περί της επιτυχίας». Παράλληλα, δήλωνε ότι ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ σε συνομιλία την οποία είχαν στα ανάκτορα του Τσερσκόε Σέλο ήταν ευνοϊκός απέναντι στο ενδεχόμενο της Ελληνικής Επανάστασης. Η πιο διαφωτιστική όμως φράση της επιστολής ακολουθεί: «Αληθές ότι η Α. Μ. ωμίλει πάντοτε αορίστως αλλά πάντοτε μετ’ ευνοίας τοιαύτης, οία εξήπτε πάντοτε τας ελπίδας μου και μετέτρεπεν αυτάς εις βέβαιον μέλλον».[30] Με την φράση αυτή καταδεικνύεται η αδυναμία του ρομαντικού πατριώτη Υψηλάντη να κατανοήσει τόσο την πολιτική πραγματικότητα του 1820 όσο και τον ευμετάβλητο χαρακτήρα του τσάρου, ατοπήματα πολύ δύσκολο να διαπραχθούν από τον Καποδίστρια.

Ευτύχημα θεωρώ το γεγονός ότι η έρευνα μου στο ιστορικό αρχείο της Κέρκυρας με έφερε σε επαφή με ανέκδοτη επιστολή του Υψηλάντη προς τον Καποδίστρια, ενισχυτική της άποψης ότι ο Καποδίστριας δεν εμπλέκεται στην επιλογή του Υψηλάντη ούτε ότι τον ενεθάρρυνε σε κάποια από της αποφάσεις του. Στην επιστολή αυτή, η οποία γράφτηκε στο Theresienstadt το 1827 και αποτελεί μια ακόμη παράκληση με στόχο την βελτίωση των συνθηκών κράτησής του, ο Υψηλάντης δεν αναφέρεται σε κανένα σημείο σε παρελθούσα συνάντηση τους, δεν διατυπώνει καμία μομφή, (πράγμα το οποίο πράττει στην επιστολή του προς τον τσάρο το 1828) με την ελπίδα ίσως να τον θέσει προ των ευθυνών του. [31] Είναι λογικό λοιπόν να υποθέσει κανείς ότι δεν το πράττει όχι για να κερδίσει την εύνοια του Καποδίστρια αλλά επειδή γνώριζε ότι ο λόγος του σχετικά με την Φιλική ήταν πάντα αποτρεπτικός. Θα ζητούσε άλλωστε σε αυτήν την δύσκολη στιγμή την συνδρομή του ανθρώπου στα λάθη του οποίου «οφείλω άπασας τας δυστυχίας μου» όπως έγραφε στην επιστολή του στον Αυτοκράτορα το 1828; Το ενδεχόμενο στην επιστολή του 1827 να αποσιωπά τον ρόλο του Καποδίστρια από φόβο μήπως οι πάντα εν εγρηγόρσει αυστριακές αρχές χρησιμοποιήσουν το περιεχόμενο της επιστολής για να ενοχοποιήσουν τον Καποδίστρια είναι απίθανο καθώς:

α) στην επιστολή του 1828 με ευκολία καταφέρεται εναντίον του Καποδίστρια αλλά και των αυστριακών αρχών

β) όπως φαίνεται από την ανέκδοτη επιστολή του 1827 ο Υψηλάντης μέσω κάποιας φίλης την οποία δεν κατονομάζει πιθανότατα είχε κάποιον τρόπο να παρακάμπτει τον έλεγχο της αλληλογραφίας του.

Προς ενίσχυση της άποψης αυτής είναι και όσα αναφέρει ο Καποδίστριας στο υπόμνημά του, σύμφωνα με το οποίο συμβούλευσε τον Πρίγκιπα να κρατά τις αποστάσεις του από τους «καταστραφέντες λόγω της κακής των διαγωγής και αφαιρούντες νυν το χρήμα εν ονόματι μίας πατρίδας ην αυτοί δεν έχουν». [32]

Η επιστολή του Υψηλάντη το 1827 συμπληρώνει την εικόνα της ιστορικής αλήθειας και σε συνδυασμό με την επιστολή του 1828 δίνει μία γεύση της δεινής θέσης και της απόγνωσης του φυλακισμένου Πρίγκιπα, του οποίου η κατάσταση της υγείας διαρκώς επιδεινωνόταν καθιστώντας απαραίτητη την άρση και των τελευταίων περιορισμών που η αυστριακή κυβέρνηση είχε επιβάλει.[33]

Συμπερασματικά το ζήτημα της ανάληψης της ηγεσίας της Φιλικής Εταιρείας από τον Καποδίστρια και αργότερα από τον Υψηλάντη αναδεικνύει σε σημαντικό βαθμό όχι μόνο την διάσταση των απόψεων, των τάσεων και των εκτιμήσεων λίγο πριν την εκδήλωση της Επανάστασης αλλά και σε ιστοριογραφικό επίπεδο την συχνή χρήση της ιστορίας ως προκρουστείου κλίνης, με την οποία επιχειρείται να ορισθεί η έννοια του «πατριωτισμού» μονοδιάστατα. Καθώς ο τελευταίος ίσως δεν είναι συνώνυμο μόνο της υψηλαντικής ανδρείας αλλά και της καποδιστριακής συγκράτησης και περίσκεψης.

  

Υποσημειώσεις 


 

[1] Β. Παναγιωτόπουλος, «Η Φιλική Εταιρεία. Οργανωτικές προϋποθέσεις της εθνικής επανάστασης», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. Γ΄, Αθήνα 2003, σ. 10.

[2] Ιστορικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη (Ι.Α.Μ.Μ.), Συλλογή εγγράφων Φιλικής Εταιρείας, Φάκελλος ½, Διπλώματα (1818-1822).

[3] Ε. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845, σ. 4.

[4] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναύπλιο 1834, σ. 182.

[5] Ι. Χατζηφώτης, Άνθιμος Γαζής (1758-1828) Η ζωή και το έργο του, Αθήνα 1965, σ.119.

[6] Την πληροφορία αυτή αναφέρει μόνο η Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαιδεία.

[7] Ι. Καποδίστριας, Απομνημονεύματα (Αυτοβιογραφία). Επισκόπηση της πολιτικής μου σταδιοδρομίας, Αθήνα 1986, σ. 82.

[8] C. M. Woodhouse, Capodistria. The founder of Greek Independence, Λονδίνο 1973, σσ. 162-163.

[9] Ελ. Κούκου, Ιωάννης Καποδίστριας. Ο άνθρωπος – ο ευρωπαίος διπλωμάτης, Αθήνα 2005, σ.83.

[10] Απ. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού (1813-1822), τόμος Ε΄, Θεσσαλονίκη 1980, σσ. 59-60.

[11] Καποδίστριας, ό, π., σ.59.

[12] Βακαλόπουλος, ό. π., σ. 57.

[13] Καποδίστριας, ό. π., σ. 111.

[14] Καποδίστριας, ό. π., σ. 128.

[15] Τ. Κανδηλώρου, Η Φιλική Εταιρεία 1814-1821, Αθήνα 1926, σ. 149.

[16] Βακαλόπουλος, ό. π., σ. 97

[17] Αρχείον Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α΄, Αθήνα 2000, σ. νβ΄.

[18] Αρχείον Ξάνθου, ό. π., τ. Β΄, σ. 72

[19] Ξάνθος, ό. π., σσ. 16-17.

[20] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Α΄, Αθήνα 1859, σ. 29.

[21] Ε. Μωραϊτίνης Πατριαρχέας, Απομνημονεύματα του Πρίγκιπος Νικολάου Υψηλάντη, Αθήνα 1986, σσ. 213-214.

[22] Ξάνθος, ό. π., σ. 16

[23] Πολ. Ενεπεκίδης, Ρήγας – Υψηλάντης – Καποδίστριας. Έρευναι εις τα Αρχεία της Αυστρίας, Γερμανίας, Ιταλίας, Γαλλίας και Ελλάδος, Αθήνα 1965, σ. 102.

[24] Ενεπεκίδης, ό. π., σ. 124.

[25] Ξάνθος, ό. π., σ. 16.

[26] Παναγιωτόπουλος, ό. π., σ. 28.

[27] Θ. Μακρής, Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η προκυβερνητική πατριωτική του δράσις, Κέρκυρα 1964, σ. 156.

[28] Ενεπεκίδης, ό. π., σ. 107.

[29] Ar. Moutafidou, «Alexandros Ypsilantis in Theresienstadt. Preußen, Metternich und der russische Faktor», Südost-Forschungen, 63/64 (2004/2005), 232-244.

[30] Π. Ροδάκης, Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και η Φιλική, Αθήνα 1996, σ. 226.

[31] Γ. Α. Κ., Κέρκυρας, Αρχείο Ι. Α. Καποδίστρια, Φακ. 488, Αλληλογραφία Αλεξ. Υψηλάντη.

[32] Καποδίστριας, ό. π., σ. 130

[33] Moutafidou, ό. π., σ. 244.

 

Κωνσταντίνος Σ. Παπανικολάου

Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, «Λ΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο 29-31 Μαΐου 2009», Θεσσαλονίκη, 2010.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Από τα οικόσημα στα εθνόσημα του Ελλαδικού χώρου (1204 -1862), Νίκος Φ. Τόμπρος, ΜΗ’ τόμος (2006) περιοδικό «Παρνασσός», Αθήνα, 2006.


 

 

Με τον όρο Εραλδική ή οικοσημολογία εννοούμε την επιστήμη, η οποία έχει ως αντικείμενο την παρατήρηση, την περιγραφή και την καταγραφή των οικοσήμων. Ο ορισμός που είναι σήμερα παγκοσμίως αποδεκτός για την επιστήμη αυτή είναι ο ακόλουθος: «Πραγματική Εραλδική είναι η συστηματική χρήση των ίδιων σχημάτων πάνω στο θυρεό». Τι εννοούμε όμως με τον όρο οικόσημο και ποια είναι τα στοιχεία που το συνθέτουν; Με τον ανωτέρω όρο οι μη ειδικοί εννοούν συνήθως το σχήμα ασπίδας ή σπανιότερα κύκλου, ρόμβου κ.λ.π., που φέρει μία παράσταση και αποτελεί το έμβλη­μα της οικογένειας. Αυτός όμως ο ορισμός δεν είναι σωστός καθώς αναφέ­ρεται μόνο στο θυρεό ενώ το οικόσημο είναι πιο πολύπλοκο, αφού το συνθέ­τουν και άλλα στοιχεία εκτός του θυρεού, τα οποία θα παρουσιαστούν στη συνέχεια. Σύμφωνα με τον ορισμό της Εραλδικής, που προαναφέρθηκε, το πρώτο γνωστό παράδειγμα εραλδικού θυρεού είναι αυτό το οποίο απένειμε ο Ερρίκος ο Α’ της Αγγλίας στον Geoffrey d’ Anjou το 1127. Ο συγκεκριμέ­νος θυρεός, που είχε γαλάζιο φόντο, έφερε λιοντάρια σε όρθια στάση (Se­me). Η επίσημη γλώσσα που χρησιμοποιείται για την περιγραφή των οικοσήμων είναι η μεσαιωνική γαλλική, γιατί πρώτα στη Γαλλία εφαρμόστηκε συστηματικά και αναπτύχθηκε η πρακτική της Εραλδικής.

Το εθνόσημο και βασιλικός θυρεός της Ελλάδας (1833–1862).

Το εθνόσημο και βασιλικός θυρεός της Ελλάδας (1833–1862).

Τη συγκεκριμένη ονομασία της η εν λόγω επιστήμη την πήρε αρκετούς αιώνες μετά τη γέννησή της και συγκεκριμένα κατά το 18ο αιώνα. Η προέλευση του ονόματός της έχει σχέση με τους Κήρυκες (Heralds), οι οποίοι ήσαν ανώτατοι τιτλούχοι, διορισμένοι από τον Ηγεμόνα για να ασκούν τα εραλδικά του δικαιώματα. Κατά το 16ο και 17ο αιώνα η άσκηση των εραλδικών δικαιωμάτων του Ηγεμόνα αποτέλεσε το σπουδαιότερο τμήμα των καθηκόντων τους. Παράλληλα ήσαν υπεύθυνοι για την ακριβή εκτέλεση των ηγεμονικών διαταγμάτων, για τη χορήγηση οικοσήμου, την επίβλεψη των οικοσήμων που είχαν οι ευγενείς, την τήρηση γενεαλογικών πινάκων και την ορθή εφαρμογή των κανόνων της Εραλδικής.

Η καθιέρωσή της αρχίζει από το 2ο μισό του 12ου αιώνα χωρίς να έχει συγκεκριμένο τόπο γέννησης καθώς εμφανίζεται συγχρόνως σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης. Πολλοί ερευνητές υποστήριξαν ότι η έναρξη του εραλδικού συστήματος οφείλεται στην επαφή που είχαν οι ιππότες από τις διάφορες περιοχές της Ευρώπης κατά τη διάρκεια των σταυροφοριών. Η άποψη αυτή όμως δεν ισχύει, αφού όπως παρουσιάστηκε ανωτέρω ο πρώτος θυρεός, αυτός του Geoffrey d’ Anjou (1127), δημιουργήθηκε 32 χρόνια μετά την Α’ Σταυροφορία (1095).

Ποιοι όμως είναι οι λόγοι που οδήγησαν τους ανθρώπους να επιλέξουν συγκεκριμένα διακριτικά; Τα εραλδικά σχήματα και χρώματα επιλέχτηκαν για δυο πρακτικούς λόγους: πρώτον για να διακρίνονται οι πολεμιστές μεταξύ τους στις μάχες και στους Ιπποτικούς αγώνες και δεύτερον ως διακριτικά στοιχεία σε επίσημα έγγραφα. Στην πρώτη περίπτωση, αυτή των πολεμιστών, θα πρέπει να θυμίσουμε ότι επειδή οι ιππότες φορούσαν κλειστά κράνη την ώρα που αγωνίζονταν και δε διακρίνονταν στο κατά πόσο ήταν εχθροί ή σύμμαχοι επέλεξαν να υιοθετήσουν τα εραλδικά σχήματα ως στοιχείο αναγνωρισιμότητας. Στη δεύτερη περίπτωση το εραλδικό σχήμα με τη μορφή σφραγίδας πιστοποιούσε πια το συντάκτη του εγγράφου ή την ιδιοκτησία σε κάποιο αντικείμενο.

Η κατοπινή τροπή της Εραλδικής προς τον κληρονομικό χαρακτήρα των σχημάτων οφείλεται πιθανά σε λόγους τόσο συναισθηματικούς των ευγενών, οι οποίοι επιθυμούσαν να έχουν το θυρεό του πατέρα τους, όσο και πρακτικούς, αφού με το θυρεό δήλωναν τα κληρονομικά τους δικαιώματα επί της πατρικής περιουσίας και επιδείκνυαν στους υποτακτικούς τους ένα σύμβολο γνωστό και σεβαστό. Επιπρόσθετα στους πρακτικούς λόγους εντάσσεται και η παράλληλη με το οικόσημο χρήση της σφραγίδας, η οποία απεικόνιζε είτε ολόκληρο τον ιππότη είτε μόνο το θυρεό του.

Κατά το 13ο αιώνα η Εραλδική εξειδικεύεται και εξελίσσεται ως επιστήμη, αφού αποκτά νόμους και ονοματολογία σε αυτά που περιγράφει. Τα οικόσημα υπάγονται πια σε ειδικούς κανόνες σχετικούς με τη σύνθεσή τους. Oι κανόνες οι οποίοι υιοθετούνται είναι:

1) Η χρήση επτά χρωματισμών, οι οποίοι διαιρούνται σε δυο ομάδες: α) την ομάδα των μετάλλων και β) την ομάδα των χρωμάτων.

2) Απαγορεύεται να τοποθετηθούν μαζί δυο χρωματισμοί της ίδιας ομάδας, ο ένας δηλαδή να επικαλύπτει τον άλλο ή ο ένας να τοποθετείται απέναντι από τον άλλο. Ο όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την επιφάνεια του θυρεού πάνω στην οποία εικονίζονται οι παραστάσεις ονομάζεται πεδίο. Στο πεδίο μάλιστα επιτρέπεται να μην υπάρχει καμία παράσταση και ο θυρεός να καλύπτεται όλος από έναν μόνο χρωματισμό. Σε τέτοια περίπτωση ο θυρεός ονομάζεται ολόχρωμος. Κανόνα επίσης αποτελεί το γεγονός ότι κάθε συμβολικό έμβλημα παρουσιάζεται τυποποιημένο, ενώ τα λάθη στην προοπτική και στις αναλογίες των παραστάσεων είναι συνηθισμένα και παραδεκτά.

Με το πέρασμα των αιώνων η χρήση των οικοσήμων επεκτείνεται έκτος από τους ιππότες και τους ευγενείς και στις γυναίκες, στους κληρικούς, στους αστούς, στους τεχνίτες ακόμα και στους χωρικούς. Εδώ είναι σκόπιμη η διόρθωση ενός λάθους αρκετά διαδεδομένου, το οποίο δε βασίζεται σε κανένα ιστορικό στοιχείο. Το δικαίωμα δηλαδή να έχει κανείς οικόσημο δεν ανήκει αποκλειστικά στους ευγενείς. Μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα, οποιοσδήποτε στην Ευρώπη είχε τη δυνατότητα να καθιερώσει και να χρησιμοποιεί το οικόσημο της εκλογής του, χωρίς όμως αυτό να πραγματοποιείται στην πράξη από τους μη ευγενείς, με μόνο όρο να μην υποκλέψει το οικόσημο άλλου προσώπου.

Κατά το 15ο και 16ο αιώνα, επειδή μεταβάλλεται ο χαρακτήρας του οπλισμού, η Εραλδική χάνει την αξία της με την έννοια της αναγνώρισης του πολεμιστή στο πεδίο της μάχης και μαζί με αυτή αποβάλλει και την απλότητά της. Πλέον εισέρχεται εκ νέου στο πρακτικό της μέρος, στην ανάγκη ύπαρξης ατομικού συμβόλου (ή ακόμα και κοινοτικού ή σωματειακού), το οποίο με τη μορφή της σφραγίδας επικύρωνε ή διακοσμούσε τα δικαστικά ή άλλα επίσημα έγγραφα. Έκτοτε το οικόσημο δεν αποτελεί προνόμιο της άρχουσας τάξης της ευγένειας άλλα των αστών με αποτέλεσμα το 18ο αιώνα επεκτείνεται η χρήση του στους τελευταίους υπό την έννοια ενός χρήσιμου οικογενειακού συμβόλου – σφραγίδας προς επικύρωση συμβολαιογραφικών και άλλων πράξεων. Την περίοδο αυτή διαδίδεται ευρέως και η χρήση των εθνοσήμων, των εμβλημάτων των πόλεων, των κοινοτήτων, των θρησκευτικών ταγμάτων, των πανεπιστημίων. Σύμφωνα μάλιστα με το Διονύσιο Ζακυθηνό μεγάλος αριθμός οικοσήμων των αστικών ελληνικών οικογενειών από το 16ο έως και το 18ο αιώνα έχουν αυτή ακριβώς την προέλευση.

Για τη συνέχεια της μελέτης του κυρίου Νίκου Τόμπρου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Από τα οικόσημα στα εθνόσημα του Ελλαδικού χώρου (1204 -1862)

 

Read Full Post »

Ο ομηρικός Θερσίτης: γραφικός αντιήρωας ή πρόδρομος του δημοκρατικού αντίλογου;


  

Ο Θερσίτης είναι ένας ομηρικός αντιήρωας. Κακομούτσουνος, καμπούρης, πολυλογάς και αθυρόστομος. Ένας γελωτοποιός σε έναν κόσμο ηρωικό, όπου το γελοίο αντιμετωπιζόταν ως θανάσιμο αμάρτημα. Ο Όμηρος λέει πως δεν τον ένοιαζε τι θα πει, αρκεί να προκαλούσε τα γέλια της ομήγυρης. Το μεγαλείο της ομηρικής ποίησης και του ελληνικού πολιτισμού, εκτός των άλλων, έγκειται στο ότι βρήκε μια θέση στο ανθρώπινο σύμπαν και για τους Θερσίτες, έστω κι αν τους εμφανίζει ως αρνητικούς πρωταγωνιστές. Στο Β της Ιλιάδας ο Όμηρος αφηγείται ένα περιστατικό με πρωταγωνιστή έναν αμφιλεγόμενο χαρακτήρα, που εμφανίζεται σε λίγους στίχους και μετά εξαφανίζεται εντελώς.

Η σκηνή διαδραματίζεται στη συνέλευση των Αχαιών. Μετά από εννιά χρόνια πολιορκίας η Τροία αντέχει ακόμη και δεν παραδίδεται. Ο αρχιστράτηγος Αγαμέμνων θέλει να διαπιστώσει αν έχουν κουράγιο οι Αχαιοί να συνεχίσουν τον πόλεμο ή έχουν κουραστεί και θέλουν να γυρίσουν στις πατρίδες τους. Τους συγκεντρώνει και με τα παρακάτω λόγια τους ανακοινώνει ότι δεν έχει νόημα να συνεχιστεί ο πόλεμος. Απέτυχαν να κυριεύσουν την Τροία και είναι καιρός να μπουν στα πλοία και να γυρίσουν στην Ελλάδα.

 

«Ήρωες φίλοι Δαναοί, στρατιώτες του πολέμου,

βαριά πολύ με τύφλωσε και μ’ έμπλεξε ο Δίας.

Μου υποσχέθηκε ο σκληρός την πυργωμένη Τροία

πως θα πορθήσω κι ένδοξος θα πάω στην πατρίδα.

Και δόλο τώρα σκέφθηκε και με προστάζει στο Άργος,

τόσο στρατό αφού ξέκανα, να πάω ντροπιασμένος…

Είναι ντροπή οι μελλούμενες γενιές και να τ᾿ ακούσουν,

τόσος λαός των Αχαιών και τόσο ανδρειωμένος

πόλεμο ατελείωτο μ’ εχθρούς πολύ πιο λίγους

τόσους καιρούς να πολεμά και να μη φαίνεται άκρη….

Εννέα χρόνια πέρασαν σαν ήρθαμε στην Τροία

και τα καράβια σάπισαν και λιώσανε τα ξάρτια

και κάθονται οι γυναίκες μας με τα μικρά παιδιά μας

στα σπίτια μας και καρτερούν. Και αυτό, που εμείς με πόθο

ήλθαμε εδώ να κάνουμε, δε λέει να τελειώσει.

Αλλά ακούστε τι θα πω. Να φύγουμε σας λέω

όλοι με τα καράβια μας για τη γλυκιά πατρίδα,

γιατί δε γίνεται ποτέ να πάρουμε την Τροία!» [Ιλιάδα, Β, 110-140]

 

Η αντίδραση των Αχαιών στα παραπλανητικά αυτά λόγια, ήταν μια μεγάλη έκπληξη και απογοήτευση για τον Αγαμέμνονα. «Σείστηκε η συνέλευση σαν της θάλασσας τα πελώρια κύματα και οι Αχαιοί με αλαλαγμούς που έφταναν ως τον ουρανό όρμησαν στα καράβια, να φύγουν για την πατρίδα».

Διάλογος και ανάμεσα στους Αχιλλέα και Θερσίτη, σχέδιο από εικονογράφηση του θεατρικού έργου του Ουίλιαμ Σαίξπηρ «Τρωίλος και Χρυσηίδα».

Διάλογος και ανάμεσα στους Αχιλλέα και Θερσίτη, σχέδιο από εικονογράφηση του θεατρικού έργου του Ουίλιαμ Σαίξπηρ «Τρωίλος και Χρυσηίδα».

Η Ήρα από τον Όλυμπο ανησυχεί για τις εξελίξεις και στέλνει την Αθηνά να παρακινήσει τον Οδυσσέα να προλάβει τη φυγή των Αχαιών. Ο Οδυσσέας υποπτεύεται το τέχνασμα του Αγαμέμνονα, παίρνει το σκήπτρο, που κρατά όποιος θέλει να μιλήσει επίσημα στη συνέλευση, και τρέχει να συγκρατήσει τους ξέφρενους από ενθουσιασμό Αχαιούς. Όσους βασιλιάδες και ήρωες συναντά στο δρόμο, τους λέει ότι ο Αγαμέμνων απλώς τους δοκιμάζει και τους συμβουλεύει να γυρίσουν πίσω.

Όταν όμως συναντούσε κανένα πολεμιστή από το πλήθος, που ούρλιαζε από τη χαρά του, τον κτυπούσε με το σκήπτρο και τον φοβέριζε: Κάτσε, παλαβιάρη, φρόνιμα και άκου τους ανωτέρους σου. Εσύ δε λογαριάζεσαι ούτε για πόλεμο ούτε για συνέλευση. Ένας είναι ο αρχηγός, ο βασιλιάς, που έχει το θεϊκό δικαίωμα να κυβερνά τους άλλους.

 

«Σιγά, χαμένε, υπάκουσε εις τους καλύτερούς σου.

Άναντρος συ κι ανάξιος καθόλου δεν μετριέσαι

στον πόλεμο ή στη βουλή. Μήπως θαρρείς πως όλοι

θα βασιλεύουμε εδώ; Η πολυαρχία βλάπτει.

Ένας θα είναι ο αρχηγός, ο βασιλέας ένας,

Αυτός που του ‘δωσε ο γιος του πονηρού του Κρόνου

το σκήπτρο και τα νόμιμα να βασιλεύει σ’ όλους.» [Ιλιάδα, Β, 200-206]

 

Με την παρέμβαση του Οδυσσέα το πλήθος ξαναγύρισε στη συνέλευση και περίμενε τα νεότερα. Μόνο ένας δεν συμμορφώθηκε με τις υποδείξεις του Οδυσσέα και συνέχισε να ωρύεται και να δημιουργεί φασαρία. Ο αμετροεπής Θερσίτης, που φύλαγε μέσα στο μυαλό του λόγια πολλά και πρόστυχα και συνήθιζε να λογοφέρνει ανόητα και χυδαία με τους βασιλιάδες με λόγια που έφερναν το γέλιο στους Αχαιούς. Τώρα λοιπόν με δυνατή φωνή, για να τον ακούσουν όλοι, έκανε επίθεση στον Αγαμέμνονα:

– Γιε του Ατρέα, πάλι κακιωμένος είσαι; Τι σου λείπει πια; Γεμάτες χαλκό είναι οι σκηνές σου και μέσα σ’ αυτές σε περιμένουν πολλές πανέμορφες γυναίκες, που εμείς οι Αχαιοί σε σένα πρώτο-πρώτο παραδίνουμε, όποτε κυριεύουμε μια πόλη. Έχεις ανάγκη κι από άλλο χρυσάφι, που κάποιος από τους Τρώες θα σου φέρει ως λύτρα για το γιο του, που θα τον έχω αιχμαλωτίσει εγώ ή κάποιος άλλος Αχαιός; Ή μήπως θέλεις κανένα δροσερό κορίτσι, για να σμίγεις γλυκά μαζί του και να το’ χεις χωριστά από τους άλλους μόνο για τον εαυτό σου; Δεν ταιριάζει σε σένα που είσαι άρχοντας να τυραννάς τους Αχαιούς.

Κατόπιν στρέφεται στους Αχαιούς κι αρχίζει να τους βρίζει. Κακομοίρηδες Αχαιοί, τρομάρα σας, γυναίκες κι όχι άνδρες είσαστε! Πάμε να γυρίσουμε στην πατρίδα με τα πλοία μας και να αφήσουμε τούτον εδώ στην Τροία να χαίρεται τα τιμητικά του δώρα. Έτσι για να καταλάβει, αν τον βοηθήσαμε ή δεν τον βοηθήσαμε σε τίποτα. Που ξευτέλισε τον Αχιλλέα, άνδρα πολύ καλύτερο από την πάρτη του, αρπάζοντάς του το τιμητικό του δώρο με το έτσι θέλω.

 

«Κιοτήδες, τιποτένιοι, Αργίτισσες, τι Αργίτες πια δεν είστε!

Στα σπίτια μας ας γείρουμε κι ας μείνει εδώ στην Τροία

τα δώρα να χωνεύει αυτός, να μάθει τότε αν κάτι

τον βοηθούσαμε κι εμείς. Κι έχει ατιμάσει τώρα

άνδρα καλύτερο απ’ αυτόν πολύ τον Αχιλλέα,

που του αφαίρεσε άδικα των Αχαιών το δώρο.

Μα αυτός χολή δεν κράτησε, σου τα συγχώρεσε όλα,

αλλιώς θα ήταν ύστερη φορά που αδίκησες, Ατρείδη !» [Ιλιάδα, Β, 235 -242]

 

Ο Οδυσσέας, όταν ακούει τα λόγια του Θερσίτη, θυμώνει, πάει προς το μέρος του, του ρίχνει ένα απειλητικό βλέμμα και του λέει άγρια: «Θερσίτη φαφλατά, βούλωσέ το. Μόνο εσύ τα βάζεις με τους βασιλιάδες. Είσαι ο πιο τιποτένιος άνδρας από όλους τους Ατρείδες που ήρθανε στην Τροία. Και μη λερώνεις το στόμα σου κατηγορώντας τους βασιλιάδες ούτε να παραμονεύεις πότε θα γυρίσεις στην πατρίδα. Κάθεσαι τώρα και κακολογείς τον αρχιστράτηγο Αγαμέμνονα, γιατί οι γενναίοι πολεμιστές του δίνουν πολλά δώρα. Λοιπόν, βάλτο καλά στο μυαλό σου. Αν σε πετύχω να λες πάλι τέτοιες αηδίες, να μη με λένε Οδυσσέα, αν δε σου βγάλω όλα τα ρουχαλάκια σου ένα-ένα, ακόμα κι όσα κρύβουν τα αχαμνά σου, και δε σε ξαποστείλω στα καράβια κλαμένο και δαρμένο αλύπητα».

Μετά από αυτές τις απειλές ο Οδυσσέας σηκώνει το σκήπτρο και ρίχνει στο Θερσίτη μερικές δυνατές στην πλάτη και στους ώμους. Ο Θερσίτης κουβαριάζεται, πέφτει κάτω και όλοι βλέπουν τις μελανιές στην πλάτη του από τα χτυπήματα. Βάζει τα κλάματα από τον πόνο, κοιτάζει γύρω του τρομαγμένος και πονεμένος σαν χαμένος και εξαφανίζεται από τη σκηνή αξιολύπητος.

Οι άλλοι Αχαιοί μπροστά στο θέαμα της τιμωρίας και της ταπείνωσης του συμπολεμιστή τους πικράθηκαν, δεν τους άρεσε αυτή η μεταχείριση. Ο Θερσίτης είναι ένας από αυτούς και μάλιστα έχει το θάρρος-θράσος να επιτίθεται στους ανώτερους. Ίσως δεν του αξίζει ένας τέτοιος εξευτελισμός. Αλλά η αριστοκρατική αντίληψη, που διαπνέει ολόκληρη την Ιλιάδα, δεν τους επέτρεψε να πάρουν το μέρος του άτυχου Θερσίτη. Αντίθετα, ξέσπασαν σε γέλια για το πάθημα του Θερσίτη και το ξυλοφόρτωμά του από τον Οδυσσέα και έλεγαν μεταξύ τους: «Πω πω, αυτός ο Οδυσσέας! Πάλι έκανε σπουδαία δουλειά, που βούλωσε το στόμα αυτού του αθυρόστομου συκοφάντη. Δεν θα τολμήσει πια ο θρασύς να προσβάλει ξανά με πρόστυχα λόγια τους βασιλιάδες».

 

«Ω έργα πόσα εξαίσια κατόρθωσε ο Οδυσσέας,

σύμβουλος πρώτος, συνετός και άξιος πολεμάρχος !

Αλλά τώρα ευεργέτησε μεγάλως τους Αργείους

που την αυθάδεια έπαψε του κακόγλωσσου αχρείου.

Πού πάλι η μαύρη του ψυχή θ’ αργήσει να τον σπρώξει

με τέτοια λόγια αναίσχυντα τους βασιλείς να ψέγει». [Ιλιάδα, Β, 272-277]

 

Ο Θερσίτης είναι από μόνος του μια προσβολή σε μια κοινωνία με συγκεκριμένη ιεραρχία, όπου τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο έχει ο γιος του Ατρέα, ο ήρωας και μεγαλοκράτορας Αγαμέμνων. Αμέσως μετά από αυτόν ακολουθούν ιεραρχικά οι άλλοι βασιλείς και οι ήρωες του Τρωικού Πολέμου. Στις συνελεύσεις έχουν το δικαίωμα να μιλήσουν όλοι αυτοί και να διαφωνήσουν, αν χρειαστεί. Καμιά φορά χολιάζουν κιόλας, όπως συνέβη με τον Αχιλλέα, όταν ο Αγαμέμνων του πήρε τη Χρυσηίδα. Οι άλλοι Αχαιοί, το πλήθος των ανώνυμων πολεμιστών, παρακολουθεί τις συνελεύσεις βουβό. Το πολύ-πολύ να επευφημήσει τους άρχοντες μετά από κάποια ομιλία τους. Επομένως ο Θερσίτης και λίγες έφαγε με αυτό που έκανε. Σε μια άλλη κοινωνία, την αιγυπτιακή π.χ. ή την περσική, μάλλον θα τον έγδερναν ζωντανό ή θα τον έψηναν σε κανένα φούρνο.

Αχιλλέας και Πενθεσίλεια. The British Museum, London.

Αχιλλέας και Πενθεσίλεια. The British Museum, London.

Τα Κύκλια Έπη αναφέρουν ότι ο Θερσίτης σκοτώθηκε από τον Αχιλλέα προς το τέλος του Τρωικού Πολέμου. Μετά την κηδεία του Έκτορα ήλθε στην Τροία η Πενθεσίλεια, βασίλισσα των Αμαζόνων, που πολεμούσε με το μέρος των Τρώων φορώντας πολεμική μάσκα. Στην αρχή η Πενθεσίλεια πολέμησε με επιτυχία, αλλά στο τέλος νικήθηκε από τον Αχιλλέα, που τη σκότωσε βυθίζοντας το ξίφος του στο στήθος της. Κατόπιν πήγε κοντά της και της έβγαλε τη μάσκα. Η ομορφιά της Πενθεσίλειας τον γέμισε μελαγχολία και γέννησε έναν κεραυνοβόλο έρωτα στον Αχιλλέα για τη γυναίκα που σε λίγο θα πέθαινε στα χέρια του . Ο Θερσίτης όμως, όταν είδε τον Αχιλλέα σε στιγμή συναισθηματικής αδυναμίας, άρχισε να τον χλευάζει για τον απρόσμενο έρωτά του. Ο μεγάλος αρχηγός με μια Αμαζόνα; Λέγεται μάλιστα ότι έμπηξε και το κοντάρι του μέσα στο μάτι της Πενθεσίλειας. Τότε ο Αχιλλέας, έξαλλος από θυμό, σηκώθηκε και τον σκότωσε με γροθιές «εν βρασμώ ψυχής». Για να εξαγνισθεί από το μίασμα του φόνου, ο Αχιλλέας αναγκάσθηκε μετά να ταξιδέψει στη Λέσβο, όπου θυσίασε στον Απόλλωνα, στην Αρτέμη και στη Λητώ. Αναφορά στο περιστατικό αυτό έχουμε επίσης στις “Ηρωίδες”» του Οβίδιου και την “Αινειάδα” του Βιργιλίου.

 

Πληγωμένη αμαζόνα, έργο του Franz von Stuck, 1904,  ελαιογραφία σε μουσαμά, 76 x 65 cm, Van Gogh Museum (Amsterdam, Netherlands).

Πληγωμένη αμαζόνα, έργο του Franz von Stuck, 1904, ελαιογραφία σε μουσαμά, 76 x 65 cm, Van Gogh Museum (Amsterdam, Netherlands).

 

Ο Θερσίτης είναι ο μοναδικός αρνητικός ήρωας της Ιλιάδας. Το όνομά του μάλλον προκύπτει από τη λέξη «θέρσος», αιολική μορφή της λέξης «Θάρρος/θάρσος», που σημαίνει και αναίδεια και γενναιότητα + ἰταμεύομαι (προκαλώ, γίνομαι θρασύς, αυθαδιάζω), και δηλώνει αυτόν που έχει το θάρρος να προκαλεί, τον «θρασύ». Και στον Όμηρο και στα «Κύκλια Έπη» παρουσιάζεται με τα μελανότερα χρώματα. Ήταν ο πιο άσχημος άνδρας που είχε έρθει στο Ίλιο, αλλήθωρος και κουτσός, με ώμους γερτούς μπασμένους στο στήθος του, με κεφάλι που μάκραινε προς τα πάνω και με λίγο μαδημένο χνούδι στην κορφή του. Ο Αχιλλέας κι ο Οδυσσέας δεν τον χώνευαν καθόλου, γιατί ήταν δειλός, ζητιάνος, αυθάδης και κακομούτσουνος. Λέγεται μάλιστα ότι, όταν πήρε μέρος στο κυνήγι του Καλυδώνιου Κάπρου, με το που είδε το θηρίο το έβαλε στα πόδια.

«Δειλός», γιατί εκτιμούσε τη ζωή του και δεν ήταν διατεθειμένος να τη χάσει για την «υστεροφημία» ενός ευγενή. «Ζητιάνος», γιατί η κατοχή γης θεωρούνταν τότε η απόδειξη πλούτου κι αυτός δεν είχε. «Αυθάδης», γιατί δεν παραδέχονταν καμιά «αυθεντία» και αρνιόταν να σιωπήσει και να αφεθεί να τον εμπαίξουν. Και κακομούτσουνος, άσχημος, φαλακρός, και στραβοκάνης. Σαν πραγματικός άνθρωπος δηλαδή. Καμιά σχέση με τους θεόμορφους ήρωες με τα ξανθά μαλλιά, τους τετράγωνους ώμους, τους δυνατούς μύες και την ελάχιστη σχέση με τη πραγματικότητα. Για αυτό και από αρκετούς ο Θερσίτης θεωρείται σύμβολο του απλού λαϊκού πολεμιστή, εκπρόσωπος και εκφραστής του στρατού. Έχει ελαττώματα και αδυναμίες, όπως κάθε φυσιολογικός άνθρωπος, και, παρόλα αυτά, τολμά να αμφισβητήσει το κύρος και τη δύναμη των αριστοκρατών. Εξευτελίζεται, γελοιοποιείται και ξυλοφορτώνεται. Αλλά δεν υποχωρεί και συνεχίζει να αντιμιλά και να ξεσκεπάζει τα κίνητρα των ευγενών ηρώων που, τάχα, κατάγονται από θεούς. Ακόμα και η ανοσιότητά του απέναντι στη νεκρή Πενθεσίλεια ήταν ένας μεγάλος σαρκασμός απέναντι στην επιτηδευμένη θλίψη και τα κροκοδείλια δάκρυα του Αχιλλέα. Γιατί ο Αχιλλέας ήταν αυτός που τη σκότωσε και η αφαίρεση μιας ανθρώπινης ζωής, ακόμα και στη μάχη, δεν μπορεί να σκεπαστεί με υποκριτικό θαυμασμό και καθυστερημένη συμπάθεια.

Ο Αχιλλέας σκοτώνει τον Θερσίτη. Ρωμαϊκή σαρκοφάγος, 2ος αι π.Χ. Αρχαιολογικό μουσείο Αττάλειας, Τουρκία.

Ο Αχιλλέας σκοτώνει τον Θερσίτη. Ρωμαϊκή σαρκοφάγος, 2ος αι π.Χ. Αρχαιολογικό μουσείο Αττάλειας, Τουρκία.

Ο Θερσίτης λέει φωναχτά αυτό που σκέφτονταν όλοι οι Αχαιοί, όταν έτρεχαν αλαλάζοντας στην παραλία για να ετοιμάσουν τα πλοία και να φύγουν από τον καταραμένο τόπο, που είχε φάει τα νιάτα τους εννιά ολόκληρα χρόνια. Επιτίθεται στους ανώτερους και γνωρίζει ότι αυτό ευχαριστεί τους Αχαιούς, αλλά δεν έχουν το κουράγιο να κάνουν το ίδιο. Είναι ένας άτυπος εκπρόσωπος του λαού, μια πρώιμη φιγούρα λαϊκού αγορητή, ο πρόδρομος του δημοκρατικού αντίλογου, που θα εμφανιστεί μερικούς αιώνες αργότερα στην κλασική Ελλάδα.

Όπου επικράτησαν άνθρωποι σαν τον Θερσίτη, οι πολίτες διεκδίκησαν μερίδιο στην εξουσία για τη συμμετοχή τους στην «οπλιτική φάλαγγα», ώστε η θυσία τους να είναι για την πατρίδα τους και όχι για την δόξα των ηγετών τους. Οι βασιλιάδες αντικαταστάθηκαν από τους ευγενείς, οι ευγενείς ανατράπηκαν από τους ολίγους, οι ολίγοι από τους τυράννους, οι τύραννοι από το δήμο και το πολίτευμα της πόλης έγινε δημοκρατικό. Μερικούς αιώνες μετά τον Όμηρο, η Αθήνα του Κλεισθένη, του Εφιάλτη και του Περικλή θα δώσει το λόγο στους απόγονους του Θερσίτη. Κάποια στιγμή αργότερα στην εκκλησία του δήμου, όταν ακούνε το «τις αγορεύειν βούλεται», σηκώνονται, παίρνουν το λόγο, μιλούν με τις ώρες και επιτίθενται άφοβα στους πολιτικούς τους αντιπάλους. Έχουν πολιτικό και πρωταγωνιστικό ρόλο στη σκηνή της δημοκρατίας, φωνάζουν, διαμαρτύρονται, συκοφαντούν. Στη σκηνή της κωμωδίας ο συντηρητικός Αριστοφάνης θα στηρίξει όλη του την κριτική στη δημοκρατική Αθήνα πάνω στους Θερσίτες. Τους απλούς κωμικούς ήρωες, που με αθυροστομία σαν του Θερσίτη καταγγέλλουν τους άρχοντες και κατακρίνουν τις πράξεις τους.

Αντίθετα, όπου η φωνή των «Θερσιτών» δεν εισακούστηκε, οι πλούσιοι εκμεταλλεύτηκαν την ανάπτυξη του εμπορίου, που προκάλεσε η εφεύρεση του νομίσματος, και συσσώρευσαν πλούτο, παραμέρισαν τους ευγενείς και το πολίτευμα έγινε ολιγαρχικό. Όπου πάλι ο λαός παρέμεινε πλήθος, έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από φιλόδοξους «φιλολαϊκούς» ανθρώπους, που βάσισαν την απόλυτη εξουσία τους και την εξυπηρέτηση των ιδίων συμφερόντων στο προσεταιρισμό του λαού και επέβαλλαν την τυραννία.

Αν προβάλλουμε την προσωπικότητα του ομηρικού Θερσίτη στην εποχή μας, θα λέγαμε ότι μοιάζει με τον «τρελό του χωριού», που λέει αυτά που θέλουν να πουν όλοι, αλλά δεν έχουν το θάρρος και τη γενναιότητα να τα πουν. Γελάνε συνήθως μαζί του, αλλά κατά βάθος γνωρίζουν ότι η παρουσία του είναι απαραίτητη στο χωριό, γιατί εκφράζει τη βαθύτερη συνείδηση του συνόλου της κοινωνίας τους. Γι’ αυτό και ο Νίκος Καζαντζάκης στον Αλέξη Ζορμπά λέει: «Κάθε χωριό έχει τον παλαβό του, κι αν δεν τον έχει, τον φτιάχνει για να περνά η ώρα του».

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Read Full Post »

Η απόδοση τιμής σε πολιτικούς παράγοντες του ρωμαιοκρατούμενου Άργους κατά τον 3ο / 4ο αι. μ.Χ., βάσει επιγραφικών δεδομένων  – Γεωργία Κ. Κατσαγάνη, Δρ. Κλασικής Φιλολογίας


 

 

Η «ελευθερία» του Άργους από τη μακεδονική κυριαρχία διακηρύχθηκε από τους Ρωμαίους το 195 π.Χ. Το καίριο χτύπημα όμως για την Πελοπόννησο αλλά και για ολόκληρη την Ελλάδα δόθηκε, όταν ο Λ. Μόμμιος νίκησε τους Αχαιούς στην Κόρινθο, τη μετέβαλε σε ερείπια, κατέσφαξε και εξανδραπόδισε τους κατοίκους της. Το Άργος αποτέλεσε έτσι τμήμα της ρωμαϊκής επαρχίας της Αχαΐας (146 π.Χ.).

Από τότε και μέχρι το τέλος της ρωμαϊκής δημοκρατίας (περ. 48 π.Χ.) το Άργος απολάμβανε μερικής αυτονομίας (με αστική και ποινική δικαιοδοσία) και πλήρωνε στη Ρώμη κάποιο φόρο. Στη συνέχεια η αυτονομία του περιορίστηκε ακόμη περισσότερο, και με την καταστροφή του από τους Γότθους, το 267 μ.Χ., αυτή απολέσθηκε οριστικά και η πόλη προσαρτήθηκε στην Κόρινθο. Διοικητές επαρχιών και αυτοκράτορες ασκούσαν δικαστικές αρμοδιότητες στις επαρχίες, παράλληλα με την αυτονομία που αυτές απολάμβαναν, αν και το καθεστώς των πόλεων ρυθμιζόταν ουσιαστικά από τη Ρώμη.

Σε όλη τη διάρκεια της ρωμαιοκρατίας πολίτες σημαντικών πόλεων ανεγείρουν ανδριάντες και αναγράφουν στις βάσεις τους επιγραφές έμμετρες ή μη, για να τιμήσουν σημαίνοντα πρόσωπα της ρωμαϊκής διοίκησης. Την τακτική αυτή ακολούθησαν και οι Αργείοι. Στο Άργος έχουν βρεθεί δύο τέτοιες επιγραφές: η μία αναφέρεται στον Καλλιππίνο, ανθύπατο της Αχαΐας, κατά τον 3ο ή 4ο αι. μ.Χ., και η δεύτερη στον Φωσφόριο, επίσης, ανθύπατο της Αχαΐας, κατά τον 4ο αι. μ.Χ.

1η. Ορθογώνιο βάθρο αγάλματος από λευκόφαιο ασβεστόλιθο, διαστάσεων 0,41 μ. στο ύψος, 0,71 μ. στο μήκος και 0,68 μ. στο πάχος. Βρέθηκε το 1930 από τον Vollgraff, σε Ρωμαϊκή στοά στο Άργος, 100 μ. ανατολικά από την αγορά των Ελληνιστικών χρόνων[1]. Σήμερα η επιγραφή έχει χαθεί.

Χρονολόγηση: 3ος ή 4ος αι. μ.Χ. Vollgraff [2].

Δημοσιεύσεις: Vollgraff, 1945 5-28   Eitrem, 1949 146 αρ. 110   Robert, 1948 Addenda 138-141   SEG 11 325   SEG 16 261   Feissel, 1985 289 αρ. 29.

 

Ἰσθμὸς κηρύττι σε, πόλις βοοῶσιν Ἀχαιῶν, |

Καλλιππῖνε, Δίκης ὄμμα δικεότατον·|

τοὔνεκεν Ἰναχίη σε διηνεκέεσ[σι γε]ρέρει |

δώροις, Εὐπράκτῳ τοῦτ’ ἐπιτιλαμένη.

 

2 ὄμμα Feissel: ὄμμα, Vollgraff aliique  

3 διηνεκέεσ[σι γε]ρέρει Robert: διηνεκέεσσι ̣ γ[ε]ρέρει Feissel aliique.

O Ισθμός, Καλλιππίνε, σε ανακηρύσσει ως τον πιο δίκαιο οφθαλμό της Δικαιοσύνης, οι πόλεις των Αχαιών σε επευφημούν. Γι΄ αυτό η Ιναχία (το Άργος) σε τιμά με δώρα άφθαρτα, αναθέτοντας στον Εύπρακτο να σου τα προσφέρει.

  1.  βοοῶσιν: ρηματ. ομηρικός τύπος, χάριν του μέτρου. Ο Vollgraff [3] το θεωρεί δοτική πληθυντικού.

Η επιγραφή αποτελείται από δύο ελεγειακά δίστιχα, με κατά τρίτον τροχαίο τομή στον 1ο και στον 3ο στίχο.

Καλλιππῖνος: πρόσωπο άγνωστο από άλλη πηγή, πρέπει να είναι είτε ανθύπατος της Αχαῒας, είτε ένας από τους νομομαθείς, στον οποίον ο ανθύπατος είχε αναθέσει τις δικαστικές αρμοδιότητες. Ο Martindale [4] θεωρεί τον τιμώμενο ανθύπατο της Αχαΐας του 4-5ου αι. μ.Χ. Μοναδική φορά που απαντά το όνομα στην Αργολίδα, και καθόλου στις άλλες περιοχές που εξετάζονται από το LGPN.

Εὔπρακτος: Το όνομα απαντά μία φορά στην Αργολίδα (παρούσα επιγραφή), καμία στα Νησιά του Αιγαίου κ.λπ., καμία στη Μακεδονία κ.λπ.

Η επιγραφή ανήκει στον δομικό τύπο ὁ δεῖνα ἔστησε τὸν δεῖνα, όπου το ρήμα ἔστησε έχει αντικατασταθεί από το γερέρει. Στην επιγραφή χρησιμοποιείται η χρονική βαθμίδα του παρόντος (κηρύττι, βοοῶσιν, γε]ρέρει), για εκείνα τα στοιχεία, των οποίων ο ποιητής θέλει να διαιωνίσει τη μνήμη, ενώ χρησιμοποιεί παρελθοντικό χρόνο (ἐπιτιλαμένη) για ενέργεια που προηγήθηκε –της κυρίως αναφερομένης– στην επιγραφή.

Η επιγραφή αποτελείται από δύο ενότητες: Στην πρώτη αναφέρεται το εγκώμιο (Δίκης ὄμμα) του ανθυπάτου ή του δικαστή, το οποίο επικεντρώνεται εξ ολοκλήρου στη δικαιοσύνη του, σε σημείο που αυτός παραβάλλεται με την ίδια τη δικαιοσύνη, και, ίσως, αποτελεί δείγμα κολακείας προς αυτόν. Ανάλογη περίπτωση στη Γραμματεία υπάρχει στον Ιμέριο [5], όπου o ανθύπατος της Αχαΐας Κεβρώνιος αποκαλείται Δίκης ὄμμα καὶ Θέμιδος, κ.α. Σε αρκετά ψηφίσματα η έκφραση δικαιοσύνης ἕνεκα φαίνεται ότι λειτουργεί ως σύντομη μορφή του λογοτύπου ἀρετῆς ἕνεκα καὶ δικαιοσύνης [6]. Βέβαια, η δικαιοσύνη αξιωματούχων πολιτών ανήκει στις αρετές που επαινούνται αρκετά συχνά: Waltz, 1941 7.672 Ἀδέσποτον, και 7.697 Χριστοδώρου. Σε επιγραφή των Σάρδεων (SGO 04/02/06) η εικόνα (ανδριάντας) του Αχολίου αποτελεί εὐνομίης μάρτυρα πιστοτάτην, και σε επιγραφή της Γόρτυνος, το βάθρο τιμητικού ανδριάντα του ταμία Μαρκελλίνου στήνεται ως <Δίκης> ἐπιμάρτυρα θεσμῶν (IC IV 323).

Το εγκώμιο του Καλλιππίνου γίνεται από τους πολίτες της Κορίνθου – όπως αυτοί αναφέρονται συνεκδοχικά (Ἰσθμὸς) και ποιητικά (Ἰναχίη [7]) – και από τους πολίτες ολόκληρης της επαρχίας της Αχαΐας (πόλις βοοῶσιν Ἀχαιῶν)∙ το βοῶ με τη σημασία του επευφημώ (πρβ. Ηρόδοτος, 6.131.1). Βέβαια, εδώ είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι ο Ἰσθμός αποτελεί μία ευρύτερη γεωγραφική περιοχή, δεδομένου ότι ήταν τόπος πανελλήνιων δραστηριοτήτων και επισήμως η Κόρινθος δεν έφερε ποτέ το όνομα Ισθμός∙ στην αρχαία ελληνική γραμματεία η λ. χαρακτηρίζει τον Ισθμό καθεαυτό και την τοποθεσία, όπου διεξάγονταν τα Ίσθμια [8]. Ο συνεκδοχικός τρόπος απόδοσης των ονομάτων πόλεων χρησιμοποιείται για το Άργος (Στέφανος Βυζάντιος, 331.23) και την Αθήνα (Αριστοφάνης, Ἀχαρ. 75, Μένανδρος, Διαίρ. Ἐπιδεικ. 355.24 κ.ε.).

Η δεύτερη ενότητα συνδέεται νοηματικά με την πρώτη με το τοὔνεκεν και ο ποιητής, χρησιμοποιώντας το λογοτεχνικό σχήμα της συνεκδοχής (Ἰναχίη) αναφέρει αυτούς που τίμησαν τον Καλλιππίνο. Mε τo διηνεκέεσ[σι δώροις ίσως εννοείται ένας ανδριάντας, που προορίζεται για να διαιωνίσει τη μνήμη του καλού διοικητή και του δίκαιου δικαστή [9]. Η ενέργεια αυτή δεν έγινε από την πόλη του Άργους αλλά από τον Εύπρακτο, άγνωστο πρόσωπο από οποιαδήποτε άλλη πηγή.

Κατά τον Stein [10], στην Παλαιοχριστανική περίοδο το Άργος διοικητικά ανήκε στην επαρχία της Αχαΐας με πρωτεύουσα την Κόρινθο, έδρα ανθυπάτου. Η επιγραφή, αποτέλεσε για τον Vollgraff [11] αφορμή να εξετάσει τις διοικητικές και πολιτικές σχέσεις μεταξύ Κορίνθου και Άργους. Ο Robert [12] θεωρεί ότι οποιαδήποτε πόλη της επαρχίας (πόλις Ἀχαιῶν) θα μπορούσε να δοξάζει τον ανθύπατο ή τον δικαστή που αποδίδει τη δικαιοσύνη στην πρωτεύουσα της Επαρχίας. Για τον λόγο αυτό το Άργος έστησε προς τιμήν του ανδριάντα με τη χορηγία του πολίτη Ευπράκτου.

2η. Μαρμάρινο κυλινδρικό βάθρο, διαμέτρου 0,64 μ. και ύψους 0,59 μ., βρέθηκε το 1901 στην αυλή της οικίας Ψυρόγιαννη στο Άργος, κοντά στη θέση της Αγοράς. Σήμερα βρίσκεται στον κήπο του Μουσείου του Άργους (αρ. 207).

 

Φωτ. από το Μουσείο Άργους (αρ. 207)

Φωτ. από το Μουσείο Άργους (αρ. 207)

 

Χρονολόγηση: Mετά το 322 μ.Χ. Polara[13].

Δημοσιεύσεις: Reinach, 1900 324-328   IG IV 1608   Groag, 1946 54   Feissel, 1985 288 αρ. 27.

 

Εἰκόνα Φωσφορίου μεγακυδέος ἀνθυπάτοιο |

Ἀρχέλεως Δαναοῖς στῆσε χαριζόμενος.|

Ψ(ηφίσματι) β(ουλῆς).

 

Cum in constitutionem bonam servatur titulus, non sunt lectiones aliae.

Toν ανδριάντα του Φωσφορίου, του ενδοξότατου ανθυπάτου, ο Αρχέλαος ανήγειρε, προσφέροντάς τον ως δώρο στους Δαναούς. Με ψήφισμα της βουλής.

Μέτρο το ελεγειακό δίστιχο, με πενθημιμερή τομή στον 1ο στίχο.

Φωσφόριος: Ο Martindale [14] ταυτίζει τον Φωσφόριο με τον Αυρήλιο Βαλέριο Τουλλιανό Σύμμαχο, ύπατο του 330 μ.Χ. (Σύμμαχο 6, κατά το stemma του ιδίου [15]), παππού του ρήτορα και ποιητή Κόιντου Αυρηλίου Συμμάχου αλλά τον διαχωρίζει από τον παραλήπτη των επιστολών που αναφέρονται στο δεύτερο βιβλίο του Θεοδοσιανού Κώδικα (II.4.1 και II.15.1). H Frantz [16] ταυτίζει μεν τον Φωσφόριο με το ίδιο πρόσωπο, τον τοποθετεί όμως περίπου στο 320 μ.Χ.∙ με την άποψη αυτή ταυτίζεται εν μέρει και ο Polara[17], ο οποίος θεωρεί ότι ο Αυρήλιος Βαλέριος Τουλλιανός Σύμμαχος, ύπατος του 330 μ.Χ. είχε το signum Φωσφόριος, και είναι το ίδιο πρόσωπο με τον παραλήπτη των επιστολών του Θεοδοσιανού Κώδικα (II.4.1 και II.15.1) και με τον τοποτηρηρή της Μοισίας το 319 μ.Χ. Ο Reinach [18] θεωρεί ότι ο Φωσφόριος είναι ο ανθύπατος της Αχαΐας του 319 μ.Χ. και αποδέκτης ενός διατάγματος του Κωνσταντίνου και του Λικινίου και ότι ταυτίζεται με τον παππού τού ρήτορα και ποιητή Κόιντου Αυρηλίου Συμμάχου, τον Αυρήλιο Βαλέριο Τουλλιανό Σύμμαχο.

Ἀρχέλεως: Κατά τη Franz [19] υπάρχουν τρία διαφορετικά πρόσωπα με το όνομα Αρχέλαος 1) ο αναθέτης του ανδριάντα του Φωσφορίου, περίπου 320 μ.Χ. 2) ο ομώνυμός του γιος, αναθέτης της επιγραφής της Λέρνας (IG IV 666) και 3) ο έγγονος, του πρώτου, αναθέτης ταυροβολίου στην Αθήνα (IG II2 3674). Το τελευταίο πρόσωπο το τοποθετεί με βεβαιότητα στο τέλος του 4ου αι. μ.Χ., δεδομένου ότι το ανάγλυφο του ταυροβολίου που ίδρυσε ο συγκλητικός Μουσώνιος για την ίδια μυστικιστική πράξη, χρονολογείται στον Μάιο του 387 μ.Χ. Ο Piérart[20] ταυτίζει τον Αρχέλαο της παρούσας επιγραφής με αυτόν της IG IV 666∙ την ίδια άποψη διατυπώνει και ο Groag [21].

Στο 1ο ημιστίχιο προτάσσεται το αντικείμενο τιμής και ακολουθεί το όνομα του τιμωμένου, ενώ στο 2ο παρατίθεται το αξίωμα του τιμωμένου, προσδιοριζόμενο από το επίθετο μεγακυδέος, του οποίου η σημασία τονίζεται από τη θέση του ανάμεσα στην πενθημιμερή τομή και τη βουκολική διαίρεση. Το επίθετο απαντά κυρίως σε επιτύμβιες επιγραφές, όπου επιδιώκεται η έξαρση των αρετών του νεκρού∙ από την αρχαία ελληνική γραμματεία απαντά στην ΑΠ [22] και, κυρίως, σε μεταγενέστερους σε σχέση με τη συγκεκριμένη επιγραφή συγγραφείς. Ο ανδριάντας είχε ανεγερθεί με απόφαση της βουλής [23] αλλά όχι με έξοδα της πόλης, όπως συμβαίνει και με την επιγραφή των Μεγάρων, στην οποία τιμάται το ίδιο πρόσωπο [24]. Από το κείμενο δεν γίνεται σαφής ο λόγος της ευγενικής χειρονομίας του Αρχελάου στους Αργείους. Σε επιφανή πρόσωπα της αργειακής κοινωνίας η βουλή αποδίδει την τιμή και μέσω των ψηφισμάτων της (IG IV 588, 594, 595, 609, κ.α.).

Ο Polara [25] θεωρεί ότι το περιεχόμενο της μεγαρικής επιγραφής δεν συνδέεται απαραίτητα με επιθέσεις στην περιοχή, αλλά με γενικευμένο φόβο που τους επέβαλλε να λαμβάνουν μέτρα ακόμη και σε περιόδους ειρήνης, μετά την εμπειρία της εισβολής των Γότθων το 267 μ.Χ. Επιπλέον, μπορεί να σκεφθεί κανείς ότι οι Έλληνες ανησυχούσαν για τις εξεγέρσεις των Σαρματών, που κορυφώθηκαν στην ύπαιθρο το 322 μ.Χ., όταν αυτός ο λαός, αφού είχε διασχίσει τον Δούναβη και ερημώσει τμήμα της Μοισίας, ηττήθηκε από τον Κωνσταντίνο κοντά στη Βουνωνία [26].

Ο Groag [27] θεωρεί ότι η ανωτέρω χρονολόγηση δεν ευσταθεί, διότι επί Κωνσταντίνου δεν μπορούσε να γίνει λόγος για κάποια σοβαρή απειλή των Γότθων σε βάρος της Ελλάδος και, επιπλέον, γιατί ως χορηγός του ανδριάντα κατονομάζεται ο Αρχέλαος από το Άργος, τον οποίο ταυτίζει με τον ομώνυμό του μύστη (IG IV 666), δαδούχο της Κόρης στη Λέρνα, κλειδούχο της Ήρας στο Άργος και αναθέτη του ταυροβολίου στην Αθήνα. Τη χρονολογεί στο διάστημα 379-382 μ.Χ. και τη στηρίζει στο ιστορικό γεγονός ότι, μετά την μάχη της Αδριανούπολης (378 μ.Χ.), οι Γότθοι διέσχισαν τη Βαλκανική χερσόνησο και δύο χρόνια αργότερα οι Βησιγότθοι έφτασαν στην Ελλάδα και οι εχθροπραξίες τερματίστηκαν με συνθήκη ειρήνης το 382 μ.Χ.

Από τις δύο αυτές επιγραφές και σε ένα ορατό πρώτο επίπεδο συμπεραίνουμε οπωσδήποτε ότι πλούσιοι πολίτες τιμούσαν και κολάκευαν Ρωμαίους τιτλούχους της περιοχής, για να επιτύχουν την εύνοιά τους. Το στοιχείο αυτό αντανακλά μία γενικότερη στάση της εγχώριας αριστοκρατίας απέναντι των νέων κυρίαρχων, η οποία ασφαλώς απαντάται και σε άλλες ελληνικές πόλεις. Δεν μπορεί να αγνοηθεί, ωστόσο, ότι στη δεύτερη από τις εξεταζόμενες επιγραφές που χρονολογείται στη Ρωμαϊκή περίοδο, υπογραμμίζεται η δημοκρατική πολιτική οργάνωση του Άργους, ακόμη και υπό καθεστώς ρωμαιοκρατίας. Η αναφορά του λογότυπου Ψ(ηφίσματι) β(ουλῆς) είναι αρκετά αποκαλυπτική.

Βαθύτερα όμως και πιο ουσιαστικά, μέσα από τις επιγραφές αυτές αναδεικνύεται η τακτική της πόλης του Άργους να ανάγει την καταγωγή των κατοίκων του σε μυθικά πρόσωπα που σηματοδοτούσαν την ιστορική πρωτοκαθεδρία της πόλης στον ελληνικό χώρο (Ιναχία, Δαναοί). Πιθανότατα να πρόκειται για μία προσπάθεια επανασύνδεσης με το πανάρχαιο παρελθόν και διατήρησης με αυτόν τον τρόπο ζωντανής της ιστορικής μνήμης σε μία εποχή κατά την οποία κινδύνευε σοβαρά η εθνική ταυτότητα από την ισοπεδωτική πολιτική των Ρωμαίων.

 

 

Υποσημειώσεις

[1] Vollgraff, 1945 5, και Feissel, 1985 289 αρ. 29. Σε επιγραφές (Kaibel, 1965 ανατ. 905-906, κ.ά.) γίνεται λόγος για το Ιερό της Δίκης, όπου τοποθετούνταν τα αγάλματα των ανθυπάτων που ήθελαν οι Έλληνες να τιμήσουν, και, κατά τον Robert, 1948 138, αυτά τοποθετούνταν κοντά στο κτήριο, όπου αποδιδόταν η δικαιοσύνη. Κατά τον Curtius, 1852 II 357 το Κριτήριον βρισκόταν στην ανατολική πλευρά της Λάρισας.

[2] Vollgraff, 1945 5, λόγω εξωτερικών κριτηρίων του κειμένου. Άλλες χρονολογήσεις: 4ος-5ος αι. μ.Χ. Feissel, 1985 289 αρ. 29.

[3] Vollgraff, 1945 7.

[4] PLRE, σ. λ. Callipinus I σ. 175.

[5] Himerius, Decl. orat. 38.72.

[6] Veligianni-Terzi, 1997 299.

[7] Πρβ. Ευριπίδης, Ἠλέκτρα στίχ. 1.

[8] Vollgraff, 1945 47.

[9] Vollgraff, 1945 47.

[10] Stein, 1959 70.

[11] Vollgraff, 1945 5-28) -Lintott, 1993 39.

[12] Robert, 1948 140. Την άποψή του ασπάζεται και ο Feissel, 1985 289 αρ. 29.

[13] Polara, 1974 265. Άλλες χρονολογήσεις: 379-382 μ.Χ. Groag, 1946 54 και Feissel, 1985 288 αρ. 27.

[14] PLRE, σ. λ. Phosphorius (2) I σ. 700 και σ. λ. Α. V. T. Symmachus (6) PLRE I σ. 871, και Ensslin, σ. λ. Phosphorios (1) RE XX1 1951 στήλ. 651.

[15] PLRE 1146 stemma 27.

[16] Frantz, 1988 49-51.

[17] Polara, 1974 261-266. Με την άποψη αυτή συμφωνεί και ο Seeck, σ. λ. Symmachus (13) RE VII1 1931 στήλ. 1141-1142.

[18] Reinach, 1900 326-328.

[19] Frantz, 1988 49-51.

[20] Piérart, 1997 151-152.

[21] Groag, 1946 53.

[22] Cougny, 1890 133 κ. ε. αρ. 267, 275, 308, 377 και 727.

[23] Στη Ρωμαϊκή εποχή σημαντικό ρόλο στο πολιτικό-οικονομικό γίγνεσθαι έπαιζαν οι σύνεδροι, οι οποίοι πρότειναν τα ψηφίσματα και ασχολούνταν με τα οικονομικά ζητήματα και τις εξωτερικές σχέσεις. Μετά τον 2ο αι. μ.Χ. λειτούργησε και η βουλή, η οποία υστερούσε σε δύναμη έναντι του συμβουλίου των συνέδρων, και η γερουσία, Piérart – Touchais, 1996 73-74 και 81. Μεταξύ των αξιωματούχων, περιλαμβάνονται οι αγορανόμοι, υπεύθυνοι για την αγορά (IG IV 588) και οι σιτώνες, υπεύθυνοι για την προμήθεια σίτου (IG IV 609).

[24] Reinach, 1900 325.

[25] Polara, 1974 265.

[26] Για την ήττα των Σαρματών βλ. Ζώσιμος, Νέα Ιστορία 2.21 κ.ε.

[27] Groag, 1946 53-54.

 

 

Βιβλιογραφία


  • Ager, 1996 –  Ager, Sh. L., Interstate arbitrations in the Greek World 337-90 B. C., Berkley 1996.
  • Clinton, 1989 – Clinton, K., Hadrian’s contribution to the renaissance of Eleusis στο S. Walker – A. Cameron, The Greek renaissance in the Roman empire: papers from tenth British Museum colloquium, London 1989.
  • Eitrem, 1949  – Eitrem, S., “Varia“, SO 27 (1949) 143-146.
  • Boatright, 2000 –  Boatright, M. T., Hadrian and the cities of the Roman Empire, Princeton 2000.
  • Ευαγγελίδης, 2010 – Ευαγγελίδης, Β., Η αγορά των ρωμαϊκών πόλεων της Ελλάδας από τη Ρωμαϊκή κατάκτηση ώς τον 3ο αι. μ.Χ., Θεσσαλονίκη 2010.
  • Feissel, 1985 – Feissel, D., «Inscriptions du Péloponnèse», T&MByz 9 (1985) 288-289 αρ. 27-29.
  • Ferrary, 1988 – Ferrary, J.-L., Philhellénisme et impérialisme, Rome 1988.
  • Follet, 1976 – Follet, S, Athènes au IIe et au IIIe Siècle. Études chronologiques et prosopographiques, Paris 1976.
  • Frantz, 1988 –  Frantz, A., “Late antiquity, A. D. 267-700”, Athenian Agora 24 (1988) 49-51.
  • Groag, 1946 –  Groag, E., Die Reichsbeamten von Achaia in Spatrömischer Zeit (Diss.), Budapest 1946.
  • Gruen, 1984 – Gruen, E. S., The hellenistic world and the coming of Rome, vol. I, Berkley 1984.
  • Harter-Uibopuu, 1998 –  Harter-Uibοpuu, K., Das Zwischenstaatliche Schiedsverfahren im achäischen Koinon, Wien 1998.
  • Kaibel, 1965 ανατ. – Kaibel, G., Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Hildesheim 1965 ανατ. (Berlin 1878).
  • Kallet-Marx, 1995 – Kallet-Marx, R. M., Hegemony to Empire. The development of the Roman Imperium in the East from 148 to 62 B.C., Berkley 1995.
  • Lintott, 1993 – Lintott, A., Imperium Romanum. Politics and administration, London 1993.
  • Ostenfeld, 2002 – Ostenfeld, E. N. – Blomqvist, K., Greek Romans and Roman Greeks. Studies in Cultural Interaction, Aarhus 2002.
  • Piérart –Touchais, 1996 – Piérart, M. – Touchais, G., Argos. Une ville grecque de 6000 ans, Paris 1996.
  • Piérart 1997 – Piérart, M., Nomen Latinum. Mélanges de langue, de littérature et de civilisation latines offerts au professeur André Schneider à l’occasion de son départ à la tetraite, Genève 1997.
  • Polara, 1974 – Polara, G., «Note Critiche e Filologiche: Nonno di Simmaco», PP 29 (1974) 261-266.
  • Reinach, 1900  – Reinach, Th., «Un nouveau proconsul d’Achaïe», BCH 24 (1900) 324-328.
  • Robert, 1948 –  Robert, J. – L., «Addenda», Hellenica 4 (1948) 138-141.
  • Stein, 1959 –  Stein, E., Histoire du Bas-Empire, vol. I, Paris 1959.
  • Veligianni-Terzi, 1997 – Veligianni-Terzi, Ch., Wertbegriffe in den attischen  Ehrendekreten der Klassischen Zeit, Stuttgart 1997.
  • Vollgraff, 1945 – Vollgraff, W., “Argos dans la dépendance de Korinthe aux IVe siècle”, AC 14 (1945) 5-28.
  • Willers, 1990  –  Willers, D., Hadrians panhellenisches Programm, Basel 1990.

 

 Γεωργία Κ. Κατσαγάνη

Δρ. Κλασικής Φιλολογίας

Read Full Post »

«Οι Τρόφιμοι, η Στελέχωση και η Διοίκηση του Ορφανοτροφείου της Αίγινας (1829-1834)». Νίκος Φ. Τόμπρος, ΚΔ’ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο, 30,31 Μαΐου – 1 Ιουνίου 2003. Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, Θεσσαλονίκη, 2004.


 

 

Ένα από τα ζητήματα που θα πρέπει να επισημάνουμε, ξεκινώντας την δια­πραγμάτευση του θέματος, είναι πως τη λειτουργία του Ορφανοτροφείου της Αί­γινας χαρακτηρίζουν δυο περίοδοι, οι οποίες σχετίζονται τόσο με την έδρα του ιδρύματος, όσο και με τα μέτρα που υιοθετήθηκαν γι’ αυτό από την πλευρά των κυ­βερνήσεων, Καποδίστρια, Αντιβασιλείας, Όθωνα. Η πρώτη ξεκινάει τον Μάρτιο του 1829 και ολοκληρώνεται τον Ιούνιο του 1834. Την περίοδο αυτή το Ορφανο­τροφείο εδρεύει στην Αίγινα και χαρακτηρίζεται από την παρουσία του Καποδί­στρια αλλά και της Αντιβασιλείας στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας. Στη δεύ­τερη περίοδο (Ιούλιος 1834-1844) έδρα του ιδρύματος είναι το Ναύπλιο, ενώ τη λειτουργία του ρυθμίζουν τα μέτρα της Αντιβασιλείας και αργότερα του Όθωνα.

Ορφανοτροφείο της Αίγινας

Ορφανοτροφείο της Αίγινας

Στην παρούσα εργασία θα ασχοληθούμε με την πρώτη περίοδο του Ορφανοτροφείου. Την περίοδο αυτή το ίδρυμα παρουσιάζει ενδιαφέρον όχι μόνο γιατί υπήρξε παράδειγμα άσκησης κοινωνικής πολιτικής καθώς ήταν το πρώτο φι­λανθρωπικό κατάστημα στην Ελλάδα, στο οποίο στεγάστηκαν τα περιπλανώ­μενα και απροστάτευτα παιδιά που δημιούργησε η Επανάσταση, αλλά και για­τί, σύμφωνα με τον Καποδίστρια, η οργάνωσή του θα αποτελούσε υπόδειγμα της φιλανθρωπίας του και κυρίως του εκπαιδευτικού του συστήματος που ευ­ελπιστούσε να εφαρμόσει στο νεοσύστατο κράτος. Επειδή όμως το θέμα του Ορφανοτροφείου και η λειτουργία του εμπλέκονται, από το 1833 με την διοί­κηση της χώρας από την Αντιβασιλεία, επιχειρείται μια προσπάθεια να κατα­νοήσουμε τους λόγους που η Αντιβασιλεία επέλεξε να μεταφέρει το ίδρυμα, τον Ιούνιο του 1834, στο Ναύπλιο. Οι λόγοι της συγκεκριμένης επιλογής, όπως επι­χειρούμε να δείξουμε, σχετίζονται με την πορεία του ιδρύματος στη διάρκεια των ετών 1829-1833.

Το τέλος της δεκαετίας 1820-1830 σηματοδοτείται τόσο από την παρουσία του Καποδίστρια στη διοίκηση της χώρας, όσο και από τις προσπάθειές του να την ανοικοδομήσει, λόγω των καταστροφών που είχε επιφέρει η Επανάσταση, καθιστώντας την κράτος ευνομούμενο και σύγχρονο.

Στα πλαίσια της εσωτερικής του πολιτικής άμεσης προτεραιότητας ενέργει­ες υπήρξαν η Παιδεία και η στέγαση των περιπλανώμενων και απροστάτευτων παιδιών, που προέκυψαν από τον πόλεμο της ανεξαρτησίας, σε ασφαλές μέρος. Για το πρώτο θέμα ο ίδιος ο Καποδίστριας έγραφε στον Eynard ότι ήταν δια­τιθέμενος να στηρίξει «την επανόρθωσιν της Ελλάδος εις δύο μεγάλας βάσεις, την εργασίαν και την στοιχειώδη εκπαίδευσιν», δίνοντας έτσι το στίγμα της εκ­παιδευτικής του πολιτικής. Στο ίδιο κλίμα άλλωστε κινήθηκε και το ΙΑ’ ψήφι­σμα της Δ’ Εθνοσυνέλευσης «περί οργανώσεως της παιδείας εν Ελλάδι». Με το ψήφισμα αυτό η Κυβέρνηση καθιστούσε σαφές ότι ο προγραμματισμός των ενεργειών της για την κοινωνική και πολιτική ανόρθωση της χώρας ήταν επιτα­κτική ανάγκη, ανόρθωση η οποία θα επιτυγχανόταν «δια της ιεράς θρησκείας και της ορθής Παιδείας ηθικήν των πολιτών διαμόρφωσιν».

Το δεύτερο θέμα, αυτό της συγκέντρωσης των ορφανών που κυκλοφορού­σαν στην ελληνική επικράτεια, τον απασχολούσε ιδιαίτερα, προτού ακόμα ανα­λάβει τη διακυβέρνηση της χώρας. Είχε επιδείξει μάλιστα το ενδιαφέρον του αποστέλλοντας προσωπικές εκκλήσεις και διαβήματα σε πλούσιους Έλληνες των παροικιών και φιλέλληνες ευρωπαϊκών χωρών στα οποία παρουσίαζε την ανάγκη αφενός της περίθαλψης των ορφανών της Ελλάδας και αφετέρου της εκ­παίδευσής τους. Με τον ερχομό του στην Ελλάδα, τον Ιανουάριο του 1828, δραστηριοποιήθηκε σε αυτόν τον τομέα, ώστε να δημιουργηθεί το ίδρυμα στο οποίο θα συγκεντρώνονταν τα ορφανά του πολέμου.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης του κυρίου Νίκου Τόμπρου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:  Οι Τρόφιμοι, η Στελέχωση και η Διοίκηση του Ορφανοτροφείου της Αίγινας (1829-1834)

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »