Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Βίκτωρ Ουγκώ, ο φιλέλλην ποιητής – Αναστάσιος Αγγ. Στέφος


 

Βίκτωρ Ουγκώ, δημοσιεύεται στο αγγλικό περιοδικό «The Graphic», 13 Οκτωβρίου 1877.

Ο Βίκτωρ Ουγκώ (Victor Hugo, 1802-1885), επιφανής Γάλλος ποιητής, μυθιστοριογράφος, δραματουργός, ζωγράφος, εκδότης και πολιτικός, μια χαρισματική και πολυσχιδής προσωπικότητα, από τις φωτεινότερες μορφές του γαλλικού λογοτεχνικού πανθέου του 19ου  αιώνα, γεννήθηκε στην πόλη Besançon [Μπεζανσόν της ανατολικής Γαλλίας] και ήταν γιος ανώτερου αξιωματικού του γαλλικού στρατού. Σε ηλικία 15 ετών δημοσίευσε τους πρώτους στίχους του, Cahiers de vers français, εκδηλώνοντας την ποιητική του κλίση, και, μετά από δύο έτη, θα εκδώσει με τον αδελφό του Abel, το περιοδικό Conservateur littéraire, δημοσιεύοντας άρθρα που προδίκαζαν τη λαμπρή του σταδιοδρομία και τη βράβευσή του στον ποιητικό διαγωνισμό της Ακαδημίας της Τουλούζης (1819). Από το 1823 εκδίδει με άλλους νέους το περιοδικό Γαλλική Μούσα (Muse française).

Αντίθετος με το ρεύμα του κλασικισμού, εξελιχθείς σε πρωτεργάτη της ρομαντικής κίνησης, υπεραμύνεται των ιδεών για κοινωνική ισότητα και καταδίκη της αδικίας, υπέρμαχος της δημοκρατίας και με παιδεία με βαθιές ρίζες στη Γαλλική Επανάσταση.

Γνήσιο τέκνο του Γαλλικού Διαφωτισμού, εξελέγη μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας (1841), μέλος στη Βουλή των Ομοτίμων (1845), Βουλευτής Παρισίων (1871) και γερουσιαστής του νομού Σηκουάνα (1876).

Η επανάσταση του 1848, τον έριξε στη δίνη της πολιτικής. Συντηρητικός στην αρχή και βασιλόφρων, μεταστρέφεται σε φανατικό και ακραιφνή δημοκράτη, εναντίον του Ναπολέοντος Γ’ και μετά το πραξικόπημα του 1851 εξορίσθηκε στις Βρυξέλλες και στο Λονδίνο, για 18 χρόνια. Επέστρεψε στο Παρίσι, μετά την πτώση της αυτοκρατορίας (1870), και αναμείχθηκε πάλι με την πολιτική.

Πολυγραφότατος συγγραφέας[1] ο Ουγκώ έγινε πασίγνωστος με τα περίφημα κοινωνικά του μυθιστορήματα, με κορυφαίο έργο τους Αθλίους[2] (Les Misérables, 1862, μτφρ. Ιωάννης Σκυλίτσης – Ισιδωρίδης), το κοινωνικό ευαγγέλιο, όπως χαρακτηρίστηκε, αριστούργημα της γαλλικής λογοτεχνίας, που κυκλοφορούν την ίδια χρονιά με τη γαλλική έκδοση στο Παρίσι, ασκώντας, έτσι, ευεργετική επίδραση στους θεράποντες των Μουσών και στους ανθρώπους της διανόησης. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Άργος – Προϊστορικοί Χρόνοι  | Gilles Touchais & Άννα Φίλιππα-Touchais


 

Το Άργος είναι και ήταν στο μεγαλύτερο διάστημα της μακράς ιστορίας του το κέντρο – οικονομικό, πολιτικό, πολιτισμικό – ολόκληρου του αργολικού κάμπου. Η σημερινή πόλη, χτισμέ­νη πάνω στην αρχαία, ορίζεται στα ανατολικά από τον χείμαρρο Χάραδρο ή Ξεριά, ενώ από τη βόρεια και δυτική της πλευρά γωνιάζει ανάμεσα στις ανατολικές υπώρειες του ψηλού λό­φου της Λάρισας με τη διαχρονική οχύρωση και τις νότιες/νοτιοανατολικές υπώρειες του επίσης οχυρωμένου χαμηλού υψώματος του Προφήτη Ηλία, της λεγόμενης Ασπίδας (εικ.1). Και οι δύο αυτοί λόφοι, οι οποίοι σηματοδοτούν το τοπίο της πόλης, έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στην πορεία της, ως τόποι κατοίκησης και λατρείας, κυρίως όμως ως χώροι με στρατηγική και συμβολική σημασία.

 

Εικ.1. Αεροφωτογραφία του Άργους από δυτικά. Σε πρώτο επίπεδο η ακρόπολη της Λάρισας με την αρχαία και μεσαιωνική οχύρωση. Αριστερά, τμήμα του λόφου της Ασπίδας (Προφήτη Ηλία) με τον μεσοελλαδικό οικισμό. Μεταξύ των δύο λόφων ο χώρος του μυκηναϊκού νεκροταφείου της Δειράδας. Η σύγχρονη πόλη του Άργους αναπτύσσεται ανατολικά των δύο λόφων.

 

Η πόλη  βρίσκεται στις παρυφές ενός κάμπου όχι μόνον εξαιρετικά εύφορου αλλά και ανοικτού στην επικοινωνία με κέντρα του ηπειρωτικού και του νησιωτικού κόσμου. Τα δύο αυτά στοιχεία (παραγωγή-επικοινωνία) καθόρισαν από την αρχή την οικονομική και κοινωνική ιστορία του τόπου. Εάν η προνομιακή θέση της πάλης ευνόησε την οικονομική της επάρκεια και την εντατική κατοίκιση, ασφαλώς και άλλα στοιχεία, όπως η δραστηριοποίησή της σε διακοινοτικά δίκτυα, η ικανότητά της να ενσωματώνει την παράδοση στην αλλαγή και μια διαφαινόμενη στάση μετριοπάθειας στο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων και πολιτικών επιλογών, τη βοήθησαν να αναπτύξει ιδιαίτερες δυναμικές, ήδη από τα προϊστορικά χρόνια, και να ανα­δειχτεί τελικά ως η ήσυχη δύναμη της περιοχής. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το Ναύπλιο στα χρόνια 1828-1833 – Σκιαγράφηση της κοινωνικής, πολιτισμικής και πνευματικής ζωής – Αλέκα Μπουτζουβή – Μπανιά


 

Στις 18 Ιανουαρίου 1823, το Ναύπλιο ανακηρύχθηκε Διοικητικό κέντρο, και αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι, ενώ ο πόλεμος συνεχιζόταν, η συνθηκολόγηση των Τούρκων, που κατέληξε στην αποχώρηση τους, το είχε μετατρέψει σε ασφαλές καταφύγιο.[1] Στοιχεία προσδιοριστικά της οικιστικής του φυσιογνωμίας μας προσφέρουν οι ξένοι ταξιδιώτες που το επισκέφθηκαν και οι απομνημονευματογράφοι της εποχής.

Οι περιγραφές που ακολουθούν περιορίζονται στο Ναύπλιο, χωρίς αναφορά ή σύγκριση με τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις, οι όποιες βρίσκονταν στην ίδια η σε χειρότερη κατάσταση, και το παρουσιάζουν σαν μια πόλη με μέτρια κτίσματα, σοκάκια, χαλάσματα και ρυπαρότητα. Το 1823, ο συνοδοιπόρος του λόρδου Byron, M. Schilizzi, περιγράφει το Ναύπλιο[2] σαν «μια κατεστραμμένη πόλη. Όλα τα σπίτια είναι καμένα ή ερειπωμένα. Αδύνατον να βρεις έστω και ένα κατάλληλο για κατοικία. Τα δύο καλύτερα σπίτια της πόλης, του Πετρόμπεη[3] και του Κολοκοτρώνη, δεν έχουν ούτε πόρτα ούτε παράθυρο. Καταλαβαίνετε τώρα τι είναι τα άλλα».

 

Η περιοχή της Χουρμαδιάς του Ναυπλίου και το Μπούρτζι, 1841. Ακουαρέλα σε χαρτί, έργο του Γάλλου ζωγράφου Πιερ Μπονιρότ (Pierre Bonirote, 1811-1891).

 

Ένα χρόνο αργότερα, το 1824, ο Άγγλος γιατρός William Black συναντάει «παντού τα σημάδια του πολυαίμακτου πολέμου, ρυπαροί δρόμοι, συχνά αποκλεισμένοι από ερείπια γκρεμισμένων σπιτιών και απορρίμματα».[4] Το 1827 ο Ν. Δραγούμης επισημαίνει ότι το Ναύπλιο «πόλις όλως τουρκική τας μεν οδούς είχε στενάς, ανωμάλους και βορβορώδεις, τας δε οικίας ξυλοκτίστους, πολυθύρους, σεσαθρωμένας και παντί αρρύθμους».[5]

Μάουρερ Γεώργιος – Λουδοβίκος, άγνωστος καλλιτέχνης, 1860. Αρχείο: Bayerische Akademie der Wissenschaften.

Το 1833 τέλος, όταν φθάνει ο Όθωνας και η Αντιβασιλεία, παρά τα μέτρα που εφάρμοσε ο Καποδίστριας, η κατάσταση του Ναυπλίου δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά, όπως φαίνεται από την περιγραφή που δίνει ο Maurer: «λιθόστρωμα η πόλις δεν είχε. Δρομάκια στενά, απ’ όπου αμάξι δεν χωρούσε να περάσει. Η  κεντρική πλατεία, η πλατεία των Πλατανιών, γεμάτη πέτρες και χώματα από τα γκρεμισμένα σπίτια»… «Η τάφρος γύρω από τα τείχη είχε μεταβληθεί σ’ ένα έλος με απαίσιες αναθυμιάσεις, κι ωστόσο κατοικούσαν εκεί μέσα άνθρωποι μαζί με γουρούνια»[6].

Διαφορετική είναι η περιγραφή του Άγγλου κληρικού Waddinghton, που επισκέφθηκε την Ελλάδα το 1823-24.[7] Αυτός αποφεύγοντας τις επιμέρους περιγραφές, επισημαίνει τα πλεονεκτήματα εκείνα που θα επέτρεπαν την οικιστική βελτίωση της πόλεως. Κατά τη γνώμη του, το Ναύπλιο ήταν α) η πιο καλοχτισμένη πόλη της Ελλάδας, δεδομένου ότι κατοικήθηκε αποκλειστικά από Τούρκους και β) είχε υποστεί τις λιγότερες καταστροφές από τον πόλεμο, διατηρώντας το μεγαλύτερο τμήμα της σε καλή κατάσταση. Βέβαια τα πλεονεκτήματα αυτά είναι σχετικά και σε σχέση με την κατάσταση των υπόλοιπων ελληνικών πόλεων, προς τις όποιες συγκρινόμενο το Ναύπλιο, είχε τις προϋποθέσεις να αναπτυχθεί. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ναύπλιο: οι επικίνδυνες ατραποί της  ανάπτυξης – Μαρία Π. Δοντά


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Φιλοξενούμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» μια πραγματικά ενδιαφέρουσα ανακοίνωση της φιλολόγου κας Μαρίας Δοντά με τίτλο: «Ναύπλιο: οι επικίνδυνες ατραποί της  ανάπτυξης»,  στο 6ο Συνέδριο της Πανελλήνιας Ένωσης Εκπαιδευτικών για την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση (ΠΕΕΚΠΕ), το οποίο πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 2012. Μια ευκαιρία για μια σύγκριση με το σήμερα, την πρόοδο και το μέλλον.    

Η διερεύνηση των προβλημάτων σχεδιασμού μιας τοπικής αειφορικής αναπτυξιακής πρότασης είναι μια σύνθετη εργασία. Σε αυτήν την κατεύθυνση η εξέλιξη του αστικού ιστού της πόλης του Ναυπλίου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Περιλαμβάνει δύο διακριτές ενότητες με σαφή οριοθέτηση: την Παλιά Πόλη και τις Νέες Συνοικίες, οι οποίες αλληλοσυμπληρώνονται στη λειτουργία του σύγχρονου αστικού κέντρου. Η Παλιά Πόλη αποτελείται από διατηρητέα κτίρια του 19° αιώνα και ιστορικά μνημεία παλαιότερων εποχών. Μαζί με τα κάστρα είναι ο πόλος έλξης πλήθους επισκεπτών στους οποίους στηρίζεται κατά κύριο λόγο η τοπική οικονομία. Η πρόκληση της αναζήτησης δρόμων για μια βιώσιμη πόλη σε συνθήκες Οικονομικής Κρίσης είναι μεγάλη.

 

Εισαγωγή

 

Ο σχεδιασμός της αειφορικής ανάπτυξης μιας σύγχρονης πόλης, σύμφωνα με τους περισσότερους μελετητές, εξαρτάται από πέντε βασικές παραμέτρους: (α) Τα ενεργειακά και περιβαλλοντικά οφέλη που θα επιφέρει η τελική εφαρμογή, (β) Την κοινωνική αποδοχή των προτάσεων, γιατί ο βολονταρισμός είναι δυνατόν να προκαλέσει αντιδράσεις και να ακυρώσει την όλη προσπάθεια, (γ) Τη δυνατότητα υλοποίησης ενός αειφορικού σχεδιασμού σε συνθήκες οικονομικής κρίσης (δ) Τη διαρκή προσπάθεια ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής και (ε) Την εκτίμηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της περιοχής, πάνω στα οποία θα στηριχτεί η αειφορική ανάπτυξη.

Αυτές οι γενικές κατευθύνσεις δεν περιλαμβάνουν αναφορές σε άλλα προβλήματα, όπως αποκομιδή σκουπιδιών, ύδρευση, αποχέτευση κ.λπ. Προαπαιτούμενο στο σχεδιασμό μιας βιώσιμης πόλης είναι η επίλυση αυτών των βασικών αστικών λειτουργιών με τρόπους φιλικούς στο περιβάλλον.

 

Ναύπλιο. Ντιάνα Αντωνακάτου, Ακουαρέλα.

 

Η έννοια της οικολογικής-βιώσιμης πόλης (eco-city) αναφέρεται σε μία περιοχή η οποία έχει σχεδιαστεί λαμβάνοντας υπόψη, από το αρχικό ακόμα στάδιο δημιουργίας της, την οικολογική της επιβάρυνση προς το περιβάλλον. Η επιλογή του Ναυπλίου ως αντικειμένου έρευνας είναι εξαιρετικά προκλητική. Διαθέτει ως συγκριτικό αναπτυξιακό πλεονέκτημα το ανθρωπογενές περιβάλλον και στην τοπική κοινωνία έχει ωριμάσει η ιδέα της αειφορικής ανάπτυξης. Στην περίπτωση αυτή η πόλη δε σχεδιάζεται εξ αρχής. Ο αστικός ιστός έχει διαμορφωθεί εδώ και τετρακόσια χρόνια. Ο σχεδιασμός θα στηριχτεί στη λύση δεδομένων προβλημάτων, στο σεβασμό του ανθρωπογενούς και φυσικού περιβάλλοντος και στην αξιοποίηση των σύγχρονων δυνατοτήτων της τεχνολογίας.

Πρώτο στάδιο της ανάλυσης δεδομένων θα είναι μια μικρή ιστορική περιήγηση στα προβλήματα ανάπτυξης της πόλης. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το Ναύπλιο στα χρόνια της «Ναπολεοντίας»: κοινωνικά και πολιτιστικά συμφραζόμενα – Άννα Ταμπάκη


 

Τον Ιανουάριο του 1823, στις 18 του μηνός, και ενώ ο απελευθερωτικός Αγώνας συνεχιζόταν, το Ναύπλιο, ερειπωμένη πόλη, με εμφανή τα ίχνη των εχθροπραξιών, ανακηρύχθηκε, μετά την Αίγινα, διοικητικό κέντρο. Για την εικόνα που παρουσιάζει, οι μαρτυρίες της εποχής είναι συγκλίνουσες. Το Ναύπλιο περιγράφεται ως:

«μια κατεστραμμένη πόλη. Όλα τα σπίτια είναι καμμένα ή ερειπωμένα. Αδύνατον να βρεις έστω και ένα κατάλληλο για κατοικία. Τα δύο καλύτερα σπίτια της πόλης, του Πετρόμπεη και του Κολοκοτρώνη, δεν έχουν ούτε πόρτα ούτε παράθυρα. Καταλαβαίνετε τώρα τι είναι τα άλλα.»[1]

Ένα χρόνο μετά, το 1824, ο Άγγλος γιατρός William Black συναντά όπου και να κοιτάξει: «τα σημάδια του πολυαίμακτου πολέμου, ρυπαροί δρόμοι, συχνά αποκλεισμένοι από ερείπια γκρεμισμένων σπιτιών και απορρίμματα».[2]

Ο Κόδριγκτον επισκέφθηκε την οικία Πετρόμπεη το 1827: «η ξύλινη κλίμαξ δι’ ης ανέβην μόλις υπεβάσταζε το βάρος μου, αλλ’ ούτε το έδαφος ήτο στερεώτερον. Ο θάλαμος εστερείτο στέγης και χελιδόνες επέπτοντο μεταξύ των δοκών».[3]

Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (1809-1892).

Πολύ κοντά σ’ αυτές τις ζοφερές περιγραφές είναι και ο βασικός πληροφοριοδότης μας για τα πολιτιστικά τεκταινόμενα στο Ναύπλιο της εποχής, ο φαναριώτης λόγιος Αλέξανδρος Ρίζος  Ραγκαβής. Διηγείται την άφιξη της οικογένειάς του στο Ναύπλιο, στις 20 Φεβρουαρίου 1830 και την εξεύρεση κατοικίας:

«Μετά διήμερον δε διαμονήν του μεν πατρός μου και εμού παρά τω Κω Σκούφω, των δε αδελφών Σούτσων παρά τω πρεσβυτέρω αυτών αδελφώ Νικολάω, μετέβημεν ο πατήρ μου και εγώ εις τα δωμάτια α εμισθώσαμεν εν τη οικία του Κ. Καραπαύλου, ήτις ην μία των μεγαλοπρεπεστάτων και μάλλον επιζητήτων τότε εν Ναυπλί. Ην δε κυρίως ευρύχωρον ερείπιον κακώς έχον, και μόλις διαφυγόν την εντελή καταστροφήν επί της πολιορκίας. Η δε κατοικία ήμων συνέκειτο εκ δύο δωματίων, ούδεν εχόντων έπιπλον εννοείται, ξύλινα δε μόνον παραθυρόφυλλα προφυλάττοντα από των ακτίνων του ηλίου και των πνοών του ανέμου, καθ’ όσον υαλία εις τα παράθυρα εθεωρούντο τότε, καθώς επί Αριστοφάνους, ως παράβολος πολυτέλεια διά το Ναύπλιον. Ήσαν όμως τα δωμάτια ταύτα τα ευπρεπέστερα της οικίας, ώστε και εις συναναστροφήν συνήρχοντο παρ’ ημίν οι κατοικούντες τα πενιχρότερα μερίσματα αυτής, ως η οικογένεια του Ιακώβου Αργυροπούλου, του προ μικρού υπανδρεύσαντος την θυγατέρα του Χαρίκλειαν μετά του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, και ο Α. Καντακουζηνός […]».[4]

 

Επί Καποδίστρια λήφθηκαν ασφαλώς μέτρα για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, για την καθαριότητα και την απομάκρυνση των ερειπίων, για τη διαπλάτυνση των οδών και την οργάνωση της δημόσιας και κοινωνικής ζωής, ωστόσο οι εικόνες που περιγράψαμε κυριαρχούν ακόμη την εποχή της άφιξης του Όθωνα.[5] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Νησιώτικα καταφύγια στον Αργολικό Κόλπο κατά τους Πρωτοβυζαντινούς αιώνες – Άδωνις Κύρου


 

Όταν ο Sinclair Hood, πριν από 30 χρόνια, κατέγραφε τις παρατηρήσεις του για τα νησιωτικά καταφύγια στον κόλπο του Γαλαξειδίου,[1] ασφαλώς δεν μπορούσε να υποθέσει, ότι η φυγή των πληθυσμών του νοτίου Ελλαδικού χώρου ενώπιον των αλλεπάλληλων βαρβαρικών επιδρομών, κατά τους λεγόμενους Σκοτεινούς Αιώνες της Πρωτοβυζαντινής περιόδου (5ος – 7ος μ.Χ. αιώνες), είχε μεταβάλει τις περισσότερες παράκτιες νησίδες της Στερεάς Ελλάδος και της Πελοποννήσου σε «σανίδες σωτηρίας» για τους πανικόβλητους εκείνους ανθρώπους.

Σήμερα, η έστω και επιπόλαια έρευνα στις νησίδες αυτές έχει αποκαλύψει άγνωστες πτυχές και συνεχώς περισσότερο διαφωτίζει μία σκοτεινή πλευρά στην ιστορική συνέχεια του μεσαιωνικού Ελληνισμού.

Στην εργασία αυτή θα συγκεντρώσουμε την προσοχή μας στον Αργολικό Κόλπο, όπου σειρά νήσων και νησίδων, κατά μήκος των νοτιοανατολικών ακτών της Αργολίδας, μας προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την επισκοπούμενη περίοδο των πρωτοβυζαντινών Σκοτεινών Αιώνων.[2]

 

Αργολικός κόλπος. Τμήμα χάρτη της Αργολιδοκορινθίας του Αντώνη Μηλιαράκη,1886.

 

Η συγκρότηση νησιωτικών καταφυγίων στον Αργολικό Κόλπο, μεταξύ του τέλους του 4ου  και του δευτέρου ημίσεος του 7ου μ.Χ. αιώνα, συνδέεται με τις βαρβαρικές επιδρομές που, κατά το χρονικό αυτό διάστημα, είτε από την ξηρά, είτε και από τη θάλασσα, αναστάτωσαν τον Ελληνικό χώρο. Με βάση, λοιπόν, τα ιστορικά δεδομένα και τα μέχρι τώρα αρχαιολογικά συμπεράσματα, διακρίνονται τέσσερις επί μέρους περίοδοι, που αντιστοιχούν σε ισάριθμες οικήσεις παράκτιων νησίδων του Αργολικού, που γειτόνευαν με κατοικημένες ή ευλίμενες περιοχές:

(α) Η πρώτη περίοδος συνδέεται με τη μεγάλη επιδρομή των Βησιγότθων του Αλαρίχου, που κατά το 396 μ.Χ. σαρώνουν και τον Πελοποννησιακό χώρο, όπου, μεταξύ άλλων πόλεων, καταλαμβάνουν και καταστρέφουν το Άργος.[3] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Μέση Χαλκοκρατία στην Ηπειρωτική Ελλάδα – Η περίπτωση του οικισμού της Ασπίδας στο Άργος – Anna Philippa-Touchais, Αρχαιολόγος


 

Κατά τη Μέση Χαλκοκρατία (2000/1900-1600 π.Χ.) η ηπειρωτική Ελλάδα ζει μια από τις λιγότερο εντυπωσιακές φάσεις της ιστορίας της. Ενώ έως την εποχή αυ­τή η εξελικτική της πορεία ακολουθούσε ρυθμό ανάλογο με εκείνον των υπόλοι­πων αιγαιακών περιοχών, από τα τέλη της 3ης χιλιετίας ο ρυθμός αυτός ανακό­πτεται και ο ελλαδικός πολιτισμός μπαίνει σε μια διαφορετική τροχιά, στο περι­θώριο των εξελίξεων που αναδεικνύουν την Κρήτη σε κυρίαρχη δύναμη στο Αιγαίου.

Η αναδίπλωση του ελλαδικού πολιτισμού θεωρείται αποτέλεσμα εσωτερι­κών αναταραχών συνδεόμενων πιθανώς με τις κοινωνικο-οικονομικές ανακατατάξεις που διαδραματίζονται στην ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου. Τα πρώτα βήμα­τα προς την αστικοποίηση, που είχαν συντελεστεί κατά την Πρώιμη Χαλκοκρατία (3η χιλιετία), αναστέλλονται και παρατηρείται επιστροφή στην αγροτική οικονο­μία, η οποία δεν αφήνει ανεπηρέαστες και τις υπόλοιπες εκδηλώσεις ταυ κοινωνι­κού βίου. Από τα μέσα της περιόδου, όμως, με την εντατικοποίηση των εξωτερι­κών σχέσεων και την καταλυτική επίδραση της Κρήτης, θα αρχίσουν να κινητοποιούνται δυνάμεις που θα βοηθήσουν την ηπειρωτική Ελλάδα να βγει από την οικονομική κρίση και την πολιτισμική της στασιμότητα.

Ωστόσο, σ’ αυτήν ακριβώς τη «στασιμότητα» έγκειται ίσως μια από τις πιο εν­διαφέρουσες όψεις του Μεσοελλαδικού πολιτισμού. Η παρατηρούμενη επιστρο­φή σε τρόπους διαβίωσης αντλούμενους από την εμπειρία του μακρινού παρελ­θόντος αναδεικνύει τη ζωντανή ακόμη παράδοση πολιτισμικών εκφάνσεων που είχαν για ένα διάστημα περιθωριοποιηθεί, αλλά που φαίνεται ότι συνθέτουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του πολιτισμού.

Θα αποτελούσε κοινοτοπία να επισημάνουμε ότι, για τη μελέτη της Εποχής του Χαλκού στην ηπειρωτική Ελλάδα, η Αργολίδα παρουσιάζει ξεχωριστό ενδια­φέρον. Ένας εύφορος κάμπος, ανοιχτός στη θάλασσα και ειδικότερα στραμμέ­νος στον νότιο νησιωτικό κόσμο, το πιο δραστήριο κομμάτι του αιγαιακού χώρου την εποχή εκείνη, ήταν φυσικό ν’ αποτελέσει περιοχή ευνοϊκή όχι μόνο για έντονη ανθρώπινη εγκατάσταση, αλλά και για τη δημιουργία σημαντικών οικιστικών κέ­ντρων.

Το Άργος, ένας από τους οικισμούς που ευτύχησε να βρίσκεται στις πα­ρυφές του κάμπου αυτού, κατοικήθηκε χωρίς διακοπή από τη Νεολιθική εποχή, διαγράφοντας αξιόλογη ιστορική πορεία, με κορυφαίο σταθμό την περίοδο των Πρώιμων Ιστορικών χρόνων, όταν διαδραμάτισε ρόλο ρυθμιστικό στον ευρύτερο ελλαδικά χώρο.

Στη Μεσοχαλκή περίοδο φαίνεται ότι το Άργος αποτελούσε έναν από τους πιο εκτεταμένους ελλαδικούς οικισμούς, ο οποίος όμως, όπως προκύπτει από τις ανασκαφικές έρευνες, δεν ήταν ενιαίος αλλά διέθετε τρεις τουλάχιστον σημαντι­κούς πυρήνες: έναν στις ανατολικές υπώρειες της Λάρισας, ένα δεύτερο στις αντίστοιχες υπώρειες του λόφου της Ασπίδας και τον τρίτο στην κορυφή του λό­φου αυτού.

 

Η κατοίκηση

 

Τα εκτεταμένα τμήματα του οικισμού της Ασπίδας που ήλθαν στο φως[1] (εικ.1) δί­νουν μια αρκετά σαφή εικόνα του χαρα­κτήρα της εγκατάστασης. Με την περιορισμένη έκταση που καταλαμβάνει (20.000 τ.μ. περίπου), τη σχετικά αραιή κατοίκηση, την έλλειψη πολεο­δομικού σχεδιασμού και μνημειακών κτισμάτων, ο οικισμός της Ασπίδας αποτελεί χαρακτηριστι­κό δείγμα αγροτικής εγκατάστασης, στον αντί­ποδα των αστικών οικισμών που αναπτύσσονται την ίδια περίοδο στην παλαιοανακτορική Κρήτη, και σε μικρότερο βαθμό στις Κυκλάδες.

 

Εικ.1. Τοπογραφικό διάγραμμα των ανασκαφών της Ασπίδας. Ι: υστεροκλασική οχύρωση, ΙΙ-ΙΙΙ: τομείς παλαιότερων ανασκαφών, ΙV-V: πρόσφατες ανασκαφές στον βόρειο και στον νοτιοανατολικό τομέα, VI: ο «εσωτερικός ΜΕ περίβολος», την ύπαρξη του οποίου είχε υποθέσει ο πρώτος ανασκαφέας αλλά δεν επιβεβαίωσαν οι πρόσφατες έρευνες (σχ. Κ. Κολοκοτσάς, Υ. Ριζάκη).

 

Το γε­γονός ότι είναι κτισμένος στην κορυφή λόφου (εικ.2), όπως οι περισσότεροι μεσοελλαδικοί (ΜΕ) οικισμοί, περιορίζει βέβαια και προκαθορί­ζει την έκταση και την ανάπτυξή του, παρέχει όμως φυσική προστασία, κυρίως από τα ορμη­τικά νερά του χείμαρρου Χάραδρου που πλημμύριζαν κατά καιρούς την περιοχή.

 

2α. Αεροφωτογραφία του 1956• στο πρώτο πλάνο ο λόφος της Ασπίδας, στο δεύτερο ο λόφος της Λάρισας (φωτ. EFA).

 

2β. Άποψη της Ασπίδας από το λόφο της Λάρισας (1980)• ο λόφος δενδροφυτεύθηκε γύρω στο 1963. (φωτ. G. Touchais).

 

Κατά τις πρόσφατες ανασκαφικές έρευνες στον βόρειο και τον νοτιοανατολικό τομέα του οικισμού αποκαλυφτήκαν τρεις μεσοελλαδικές οικοδομικές φάσεις, χρονολογούμενες στα ώριμα (ΜΕ ΙΙ) και τα ύστερα μεσοελλαδικά χρόνια σε μεγαλύτερη έκταση και φαίνεται ότι συγκέ­ντρωνε τα σημαντικότερα κτήρια του οικισμού (εικ.3). Η πρώτη οικοδομική φάση (ΜΕ ΙΙ) άφη­σε λιγοστές μαρτυρίες, ενώ οι δύο επόμενες, αν και απέχουν ελάχιστα χρονολογικά, δίνουν επαρκείς πληροφορίες για τις εξελίξεις στον το­μέα της κατοίκησης κατά τα τελευταία χρόνια της περιόδου. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο λόφος Ασπίδας στο Άργος – Κοινωνιολογία του Αστικού και Περιαστικού Χώρου. Σπουδάστριες: Τσαζή Γεωργία – Μπίζα Μαρίνα


 

Η σχέση μας με το εκάστοτε τοπίο στο οποίο βρισκόμαστε , καθώς επίσης και το νόημα που του δίνουμε, βασίζεται στην ανθρώπινη εμπειρία και την άμεση εμπλοκή μας με αυτό. Η παραδοχή αυτή βασίζεται σε φαινομενολογικές προσεγγίσεις οι οποίες δίνοντας σημασία στην κατανόηση και περιγραφή των πραγμάτων όπως αυτά βιώνονται και από το υποκείμενο ‘αντιμετωπίζουν το «τοπίο» (landscape), όχι ως κάτι συγκεκριμένο, αλλά σαν μια έννοια ανοιχτή που αναφέρεται στον κόσμο «εκεί έξω» όπως αυτός βιώνεται και γίνεται κατανοητός μέσω της ανθρώπινης συνείδησης και της ενεργής εμπλοκής με αυτόν.

Όπως κάθε τοπίο, έτσι και το τοπίο που θα μελετήσουμε, βρίσκεται συνεχώς υπό κατασκευή, σχηματίζεται και ανασχηματίζεται βάσει των διαφορετικών εμπειριών και δράσεων των υποκειμένων που έρχονται σε επαφή με αυτό. Ένα τοπίο δεν είναι ποτέ σταθερό και ομοιογενές, αλλά συνεχώς μεταβαλλόμενο, ζωντανό, πολυφωνικό και αντανακλά την δράση των υποκειμένων όπως την ίδια στιγμή αντανακλάται σε αυτήν.

Το τοπίο δηλαδή λειτουργεί παράλληλα ως το μέσον αλλά και το αποτέλεσμα της κοινωνικής δράσης. Το τοπίο αλλάζει καθώς παράγονται διαφορετικά νοήματα για τους τόπους, τόσο από τα διαφορετικά άτομα και ομάδες που ενσωματώνουν τους χώρους στην καθημερινή τους εμπειρία, όσο και ανάλογα με τις διαφορετικές ιστορικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, στις οποίες αυτά τα νοήματα αναπτύσσονται. Με βάση τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό πως αν η σχέση μας με το τοπίο είναι αφ’ ενός υποκειμενική και αφ’ ετέρου πολιτισμικά και ιστορικά προσδιορισμένη έχουμε σαν αποτέλεσμα να παράγονται από την σχέση αυτή διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους διαφορετικοί άνθρωποι και ομάδες, αλληλεπιδρούν με το αστικό τοπίο και ταυτόχρονα το κατανοούν και το νοηματοδοτούν. Έτσι, οι ομάδες που κατοικούν και βιώνουν τους χώρους της πόλης τους διεκδικούν, αποδίδοντάς τους νοήματα που πολλές φορές έρχονται σε σύγκρουση τόσο με τα κυρίαρχα, όσο και με τα νοήματα που άλλες ομάδες αποδίδουν στους ίδιους χώρους.

Στη μελέτη αυτή, προσεγγίζονται ο λόφος Ασπίδας ή λόφος Προφήτη Ηλία στο Άργος ως ένα βασικό μέρος του αστικού τοπίου και της ιστορίας του τόπου, το οποίο βρίσκεται συνεχώς υπό διαπραγμάτευση. Πώς επηρεάζει την εικόνα της πόλης και της ζωής, αντανακλώντας πολιτισμικές και αισθητικές επιλογές και ταυτόχρονα φέροντας επάνω του τα ίχνη της δράσης των υποκειμένων που τον χρησιμοποιούν.

Παρακάτω παραθέτουμε ορισμένα σημεία της μελέτης και στο τέλος, σε μορφή Portable Document Format (PDF), επισυνάπτουμε ολόκληρη την έρευνα για όσους επιθυμούν να τη μελετήσουν.

[…]  Ο λόφος του Προφήτη Ηλία ή λόφος Ασπίδας βρίσκεται στο Άργος Αργολίδας, βορειοδυτικά της σημερινής πόλης (Εικ. 1). Ο αστικός ιστός κυκλώνει τον λόφο, ενώ η πόλη ορίζεται από τις νότιες/νοτιοανατολικές υπώρειες του λόφου του Προφήτη Ηλία και τις ανατολικές υπώρειες του ψηλότερου λόφου της Λάρισας, όπου βρίσκεται και η ομώνυμη ακρόπολη του Άργους. Ο χώρος ανάμεσα στους δύο αυτούς λόφους ονομάζεται Δειράδα. (Εικ. 2)

 

Εικ. 1. Αρχείο Γεωργία Τσαζή

 

Εικ. 2. Αρχείο Γεωργία Τσαζή

 

Και οι δύο αυτοί λόφοι, οι οποίοι σηματοδοτούν το τοπίο της πόλης, έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στην ιστορία της, ως τόποι κατοίκησης και λατρείας, κυρίως όμως ως χώροι στρατηγικής και συμβολικής σημασίας.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Περί της Πύλης των Μυκηνών – Ευαγγελία Πρωτονοταρίου-Δεϊλάκη (1931-2002),  Αρχαιολογική Εφημερίς 1965


 

Η κυρία πύλη των Μυκηνών, ως γνωστόν, ήλθε πλήρως εις φως κατά τους νεωτέρους χρόνους μετά τον κατά τα έτη 1840 – 1841 δια του Πιττάκη γενόμενον καθαρισμόν της δαπάναις της νεοσυστάτου τότε εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, ήτις ως πρώτον μέλημα έσχε τον καθαρισμόν και την αποκάλυψιν των σημαντικωτέρων διά τον Ελληνισμόν μνημείων της αρχαιότητος, εν οις και το τείχος των Μυκηνών. Εις πολύ παλαιοτέρους χρόνους όμως ήρχισεν η περί την πύλην επιστημονική έρευνα και ενασχόλησις, ιδία περί την ερμηνείαν της επ’ αυτής παραστάσεως και την σημασίαν αυτής, αλλά και την σχέσιν της, λόγω του επιφανούς της τοποθετήσεώς της, προς την πόλιν των Μυκηνών.

 

Το επί της πύλης των Μυκηνών ανάγλυφον. Αρχαιολογική Εφημερίς 1965.

 

Αν και η περιγραφή της επί της αναγλύφου πλακός παραστάσεως έχει πλειστάκις παρατεθή υπό πάντων των ειδικώς ενδιατριψάντων περί τας Μυκήνας και των γενικώς περί τα Μυκηναϊκά γραψάντων, νομίζω ότι θα μού συγχωρηθή να επανέλθω δια μιαν ακόμη φοράν παρέχουσα όσα και δι’ αυτοψίας διεπίστωσα και επεβεβαίωσα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το μεσοβυζαντινό Άργος: Ιστορικά δεδομένα και νομισματική κυκλοφορία – Παναγιώτης Γιαννόπουλος


 

Η μεσοβυζαντινή Αργολίδα σπάνια αναφέρεται στις γραπτές πηγές. Σύμφωνα με ένα Σχόλιο του Αρέθα Καισαρείας στη Σύντομη Ιστορία του πατριάρχη Νικηφόρου, κατά το έκτο έτος της βασιλείας του Μαυρικίου (587/588) αβαροσλαβικά φύλα εισέβαλαν στην Πελοπόννησο.

Οι Αργείοι, προ του κινδύνου, επιβιβάστηκαν σε πλοία και κατέφυγαν στη νήσο Ρόβη.[1] Την πληροφορία αυτή του Σχολίου του Αρέθα αντιγράφουν το πολύ νεότερο Χρονικό της Μονεμβασίας[2] και ο πατριάρχης Νικόλαος Γ’ ο Γραμματικός (1084-1111) σε επιστολή του προς τον αυτοκράτορα Αλέξιο Α’ Κομνηνό.[3] Αποτελεί συνεπώς μεθοδολογικό λάθος, που διαιωνίζεται από πολλούς ιστορικούς, η παραπομπή στο Χρονικό της Μονεμβασίας για την καταστροφή του Άργους από τους Αραβοσλάβους. Είναι ορθότερο οι παραπομπές να γίνονται στον Αρέθα, η επιστημονικότητα και η πελοποννησιακή καταγωγή του οποίου προσδίδουν ιδιαίτερο βάρος στα γραφόμενά του.[4]

 

Άγιος Αρέθας Καισαρείας, έργο του αγιογράφου Κωνσταντίνου Δημητρέλου, 2015. Ο Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας Αρέθας θεωρείται ένας από τους διαπρεπέστερους λογίους της Μεσοβυζαντινής περιόδου και από τους πρωτεργάτες της αναβίωσης των κλασικών σπουδών στο Βυζάντιο. Γεννήθηκε στην Πάτρα γύρω στο 850.

 

Η χρονολόγηση του Αρέθα για την πρώτη αβαροσλαβική εισβολή στην Πελοπόννησο ελέγχεται ως ανακριβής. Ο συντάκτης του Σχολίου στηρίζεται προφανώς σε προφορικές ή οικογενειακές παραδόσεις και περιέχει αρκετές ιστορικές ανακρίβειες.[5] Ενδελεχής και επισταμένη έρευνα των παράλληλων πηγών απέδειξε ότι οι Αβαροσλάβοι διέσπασαν την αμυντική γραμμή του Ισθμού στα τέλη του 584 ή στις αρχές του 585, ενώ το νησί στο οποίο κατέφυγαν οι Αργείοι ήταν η Πλατιά (που ενίοτε αναφέρεται και ως Ρόβη), στις νότιες ακτές της Αργολίδας.[6] Νομίσματα και αργυρά σκεύη της εποχής που βρέθηκαν στο σήμερα ακατοίκητο νησί επιρρωνύουν αυτό το συμπέρασμα.[7] Τα αβαρικής και σλαβικής καταγωγής αντικείμενα και θραύσματα αγγείων που βρέθηκαν στην Αργολίδα υποδεικνύουν ότι οι εισβολείς ελάχιστα παρέμειναν στις καταστραμμένες περιοχές.[8]

 

Η Πλατειά είναι νησίδα του Αργοσαρωνικού η οποία βρίσκεται κοντά στις ανατολικές ακτές του Αργολικού κόλπου, απέναντι από το χωριό Κάντια. Η νησίδα αυτή, όπως και οι παρακείμενές της κατά μήκος της βόρειας ακτογραμμής του Αργολικού κόλπου, χρησίμευαν ως καταφύγια των πληθυσμών σε περιπτώσεις βαρβαρικών επιδρομών, βλ. Α. Κυρου, «Νησιώτικα καταφύγια στον Αργολικό κόλπο κατά τους Πρωτοβυζαντινούς αιώνες», στο Πρακτικά ΣΤ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών (2000), τόμ. Β΄ (2002).

 

Μολονότι με το θέμα έχω ασχοληθεί επισταμένως, θεωρώ σκόπιμες δύο παρατηρήσεις. Η πρώτη αφορά στη χρονολόγηση της πρώτης εισβολής. Ορισμένοι ιστορικοί υιοθετούν άκριτα τη χρονολόγηση του Χρονικού της Μονεμβασίας, του οποίου ταυτόχρονα απορρίπτουν την ιστορική αξιοπιστία. Προς επίρρωση της άποψής τους φέρουν τα νομισματικά ευρήματα, στα οποία περιέχονται χάλκινες κοπές του 4ου έτους του Μαυρικίου (585/586) και τα οποία τοποθετούν στην προ της εισβολής περίοδο. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »