Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Πολωνοί Φιλέλληνες


 
 

 

Παρόλη τη σημασία της στις ανθρώπινες σχέσεις μεταξύ των Κρατών, η φιλελληνική κίνηση που εκδηλώθηκε στην Πολωνία κατά τη δεκαετή περίοδο του εθνικού μας αγώνα για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού, δεν έχει ερευνηθεί ικανοποιητικά1.

Για το θέμα αυτό με το οποίο ασχολήθηκα στα πλαίσια της μελέτης μου για το παλαιότερο και πληρέστερο Μνημείο φιλελλήνων στον καθολικό Ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στο Ναύπλιο2, έχουν γραφεί δύο άρθρα: το πρώτο, φέρει την υπογραφή του Πολωνού ιστορικού Tadeusz Sinco και έχει για αντικείμενο το στρατευμένο πολωνικό φιλελληνισμό της δεκαετίας 1821-1831. Περιλαμβάνει ελλιπή κατάλογο των Πολωνών που συναγωνίστηκαν με τους Έλληνες κατά τον ηρωικό ξεσηκωμό του Εικοσιένα. Συντάχθηκε το 1932, έτος επίσκεψης του Sinco στην Αθήνα, και δημοσιεύτηκε το ίδιο έτος στο «Σύγχρονο Περιοδικό Βαρσοβίας»3. Γραμμένο στα πολωνικά, είναι ελάχιστα γνωστό.

Το δεύτερο, του επίσης Πολωνού νεοελληνιστή Janusz Strasburger4, έχει για αντικείμενο το φιλολογικό φιλελληνισμό στην Πολωνία κατά την Επανάσταση και τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια. Γράφτηκε στα γαλλικά και δημοσιεύτηκε το 1972 στο περιοδικό σύγγραμμα του ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (Ι.Μ.Χ.Α.).

Τα δύο αυτά άρθρα και το υλικό που συγκέντρωσα μελετώντας τη φιλελληνική λογοτεχνία και το σχετικό με το θέμα αρχειακό υλικό στην Εθνική Βιβλιοθήκη και στην Ιστορική – Εθνική Εταιρεία της Ελλάδος, αποτελούν τις πηγές της παρούσας μελέτης που σκοπό έχει να κατακτήσει ευρύτερα γνωστή τη συμβολή του πολωνικού φιλελληνισμού, στρατευμένου και φιλολογικού, στην αίσια έκβαση της εθνικής μας υπόθεσης. Μιας μικρής ίσως συμβολής αλλά πραγματικά θαυμαστής αν υπολογίσουμε τη μεγάλη απόσταση μεταξύ των δύο χωρών και τους σχεδόν ανύπαρκτους μέχρι το 1821 ιστορικούς δεσμούς τους.

 

Ο φιλολογικός Φιλελληνισμός στην Πολωνία το 1821 -1831

 

 

Julius Słowacki

Όπως σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ο Φιλελληνισμός στην Πολωνία κατά την εξεταζόμενη περίοδο, υπήρξε ταυτόχρονα φιλολογικός και στρατιωτικός. Ο πρώτος είχε για όπλο την πέννα και ο δεύτερος το καριοφίλι.

Τον καλύτερο ορισμό των δύο αυτών μορφών φιλελληνισμού μας έδωσε ο ιστορικός Γεώργιος Τερτσέτης, ο αδέκαστος λειτουργός της δικαιοσύνης, που μαζί με τον επίσης ακριβοδίκαιο Αναστάσιο Πολυζωίδη, αρνήθηκε να καταδικάσει το σωτήρα του Έθνους Θεόδωρο Κολοκοτρώνη:

«Λέγω ότι Φιλέλλην είναι όποιος δεν εγεννήθη εις χώματα ελληνικά, είναι τέκνον ξένης φυλής, Αγγλογάλλος, Γερμανός, Πολωνός, Ιταλός, Αμερικάνος, πλην, αν και ξένης φυλής, ήλθε εις την ελληνικήν γη, εκινδύνευσε εις τα φρούρια τα ελληνικά, επολέμησε εις το Χαϊδάρι, εχάθηκε εις του Πέτα, εκλείσθηκε εις την Αθήνα, εκάηκε εις το Μεσολόγγι, έκαψε τα οθωμανικά καράβια εις τα νερά του Νεοκάστρου, χάρις της απολαύσεως της ελευθερίας και αυτονομίας των Χριστιανών Ελλήνων… 

Δεν θα ήτο πλήρης ο ορισμός του Φιλέλληνoς αν αμελούσαμε να συμπεριλάβουμε εις τον ορισμό αυτό ένα άλλο είδος Φιλελλήνων, εννοώ τους πολιτικούς άνδρας, ρήτορας ή συγγραφείς ή ιερείς, ή καθηγητάς όσοι τον τότε καιρό ερητόρευαν χάριν ημών, εις τας Βουλάς της πατρίδος των ή εδέοντο υπέρ της ευοδώσεως του έργου μας εις τους ναούς του Υψίστου, ή έστελναν ενδύματα και τρόφιμα εις τα ανήλικα ορφανά, πεινασμένα εις Ναύπλιο, Αίγινα και Κάλαμο, ή και όσοι άλλοι, προ πάντων με τίμιο και άοκνο κονδύλι εφημεριδογράφουν, επαινούσαν το φιλοκίνδυνο τόλμημα, εμόρφωναν την κοινή γνώμη εις Ευρώπη και Αμερική προς σωτηρία κι ευτυχία μας. Το μελάνι του σοφού είναι ισότιμο ενώπιον του Θεού με το αίμα μαρτύρων»5.

Δεν είχε παρέλθει χρόνος από την έκρηξη της Επανάστασης, όταν το περιοδικό «Μικρή Μέλισσα» της Κρακοβίας, υπό αυστριακή τότε κατοχή, δημοσίευσε άρθρο για τα διαδραματιζόμενα στον ελληνικό χώρο γεγονότα που είχαν προκαλέσει συγκίνηση και θαυμασμό στον πολιτισμένο κόσμο:

«Το Ελληνικό Έθνος που έζησε για αιώνες υπό το ζυγό της δουλείας, της αδικίας και της κάθε είδους καταπίεσης, όρθωσε το ανάστημά του κατά των τυράννων… Στο Έθνος αυτό αξίζει να στρέψουμε ευνοϊκά την προσοχή μας. Αποφασισμένοι να ζήσουν ελεύθεροι και υπό το κράτος δικαίου, οι Έλληνες πήραν τα όπλα για την πραγμάτωση ενός ιερού σκοπού. Το γεγονός αυτός συγκίνησε βαθειά την Ευρώπη. Στα μέγαρα των πλουσίων και στα σπίτια των φτωχών, γίνεται λόγο για τον αγώνα τους. Δεν ακούγονται πια οι κοινοί τόποι περί νέων πολιτικών αρχών. Τώρα είναι η φωνή του αισθήματος που αντηχεί παντού. Μια φωνή που εγκρίνει το δίκαιο ξεσηκωμό των υποτελών κατά των τυράννων. Μια φωνή που εκφράζει την ελπίδα για το θρίαμβο της ανθρωπιάς επί της Βαρβαρότητας, του φωτός επί του σκότους, των δικαιωμάτων του ανθρώπου επί της αυθαιρεσίας των δυναστών»6. 

Με το κείμενο αυτό η «Μικρή Μέλισσα» χαιρέτησε την Επανάσταση των Ελλήνων κατά των Τούρκων που για τέσσερις αιώνες κυριαρχούσαν στα Βαλκάνια, στη Μέση Ανατολή και στη Βόρειο Αφρική. Επανερχόμενη ένα χρόνο αργότερα στο ίδιο θέμα, η «Μικρή Μέλισσα» υπενθύμισε στους Πολωνούς που ζούσαν το δράμα του διαμελισμού της χώρας τους από τους Ρώσους, Πρώσους και Αυστριακούς, τον ηρωισμό της μικρής Ελλάδας που πήρε τα όπλα «για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδας την ελευθερία». Στο τόλμημά τους αυτό είδαν το πρότυπο για την απελευθέρωση και της δικής τους χώρας από τους ξένους δυνάστες.

«Η βαρβαρότητα και η εκδίκηση των Τούρκων σε συνδυασμό με την ακατάσχετη σφαγή και λαφυραγωγία, αποσκοπούν στην εξολόθρευση των δυστυχών Ελλήνων. Αλλά το θάρρος που τους ενδυναμώνει στην απελπισία, αναπτερώνει τις ελπίδες τους για τη νίκη επί ενός ασύγκριτα ισχυρότερου κατακτητή. Από τη μια ο φανατισμός εξαγριώνει τις οθωμανικές ορδές. Από την άλλη, η δυστυχία που προκαλεί η καταπίεση τεσσάρων αιώνων, ωθεί τους Χριστιανούς στη νίκη ή στο θάνατο. Για τους πρώτους κάθε ανθρώπινη καρδιά αισθάνεται συμπόνοια. Για τους δεύτερους ο ουρανός καλεί σε εκδίκηση»7.

Άλλο φιλελεύθερο περιοδικό εκδιδόμενο στην υπό ρωσική κατοχή Βαρσοβία, η «SYBILLΑ», εκθειάζει στο τεύχος του Απριλίου 1821, «τους Έλληνες αγωνιστές που ρίχτηκαν στη φωτιά του πολέμου για να απαλλαγούν από τον απάνθρωπο ζυγό των Ασιατών:

«Ως Πολωνός, δεν θα άρμοζε να εύχομαι την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, της μόνης Δύναμης που δεν ζήτησε τη δική μας ταπείνωση. Τήρησε μάλιστα τις συνθήκες διαμαρτυρόμενη για το διαμελισμό της χώρας μας. 

Σαν άνθρωπος όμως που συγκινείται από την ανθρώπινη δυστυχία και επιθυμεί την πρόοδο και το καλό των Εθνών, τάσσομαι με όλες μου τις δυνάμεις για την απαλλαγή των μαχόμενων Ελλήνων από τον ανίερο οθωμανικό ζυγό. Αυτών που βυθίζουν στο σκοτάδι και αλυσοδένουν το ωραιότερο κομμάτι της Ευρώπης, την κοιτίδα της ελευθερίας και του αρχαίου μεγαλείου»8.

Το άρθρο υπογράφεται από τον εκδότη του περιοδικού «SΥBILLΑ» Φραγκίσκο       Grzymala. Οι γραμμές αυτές μας επιτρέπουν να εκτιμήσουμε στην πραγματική του διάσταση το κίνημα του πολωνικού φιλελληνισμού.

Ζώντας υπό ξένη κατοχή και διαμελισμένοι από τους ισχυρούς γείτονές τους, οι δυστυχείς Πολωνοί είχαν κάθε λόγο να αισθάνονται συμπάθεια προς τους Τούρκους οι οποίοι, όχι Βέβαια από συμπόνοια, αλλά για το δικό τους όφελος, αντέδρασαν στην διαίρεση της Πολωνίας από τους Αυστριακούς, Ρώσους και Πρώσους. «Οι Τούρκοι», γράφει ο δημοσιογράφος Gosztow, «ήταν οι μόνοι που δεν αναγνώρισαν το διαμελισμό της Πολωνίας. Το 1768, ο Σουλτάνος κήρυξε τον πόλεμο στους Ρώσους επειδή παραβίασαν τα σύνορα των Λεχών9. Αν και η Τουρκία ενήργησε από συμφέρον, η πολιτική της κρίθηκε εξαιρετικά φιλοπολωνική»10.

Εκτός από τη Βαρσοβία και Κρακοβία, έντονη φιλελληνική δραστηριότητα ανέπτυξε το πολωνικό πανεπιστήμιο στην πόλη Βίλνους, τη σημερινή πρωτεύουσα της Λιθουανίας. Ελληνιστές, καθηγητές μετέφρασαν το καλοκαίρι του 1822, τον αντιοθωμανικό λίβελο «Η Αναγέννηση της Ελλάδος» του αρχαιολάτρη Krug, καθηγητού στο πανεπιστήμιο της Λειψίας. Από το ίδιο πανεπιστήμιο στο Βίλνους αναγγέλθηκε στους Πολωνούς η πανωλεθρία του Δράμαλη στα Δερβενάκια από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Ενθουσιώδεις φοιτητές ανήρτησαν στις αίθουσες διδασκαλίας χάρτες με τις κατά ξηρά και θάλασσα νίκες των Ελλήνων.

Άλλος κλασικός δάσκαλος στο Βίλνους, ο Γοδεφρείδος Grodek (1762-1825), εξύμνησε το Ρήγα Φεραίο, τον Τυρταίο της Νέας Ελλάδας και των Βαλκανικών λαών, τους οποίους κάλεσε στο «Θούριο» να λάβουν τα όπλα κατά των Οθωμανών. Μεταξύ των φοιτητών που κέρδισε στην ελληνική υπόθεση, ήταν ο Όμηρος του Έθνους των Πολωνών Αδάμ Mickiewicz (1798-1855)11 και ο ιστορικός Αλέξανδρος Ghodzko (1804-1891). Ο Ghodzko εξέδωσε στην Αγία Πετρούπολη το 1825 συλλογή ελληνικών εθνικών ασμάτων μεταφρασμένων στα πολωνικά και αφιερωμένων στον φίλο του Mickiewicz.

«Παρόμοια έργα», γράφει ο πανεπιστημιακός καθηγητής Ν. Τωμαδάκης, «προσέφεραν μεγαλύτερη Βοήθεια εις την μαχομένην Ελλάδα από μία ολόκληρην στρατιάν». Εμπνευσμένους από φιλελληνικά αισθήματα στίχους έγραψαν οι πολύ αξιόλογοι ποιητές της ιδίας περιόδου Σεβερίνος Coszcynki, Φραγκίσκος Morawski και Ιούλιος Slowaski.

Στο έμμετρο έργο του «Ζήλος για τον Αγώνα», γράφει μεταξύ άλλων ο Coszcyhki:

Έλληνες, Έλληνες, παιδιά της δόξας, 

Σεις που διακριθήκατε στην ιστορία. 

Γιατί να μη μπορεί ένας Σαρμάτης12 

Να υποστηρίξει το δικό σας Αγώνα; 

Ποιος θα μπορούσε να σας καταλάβει 

καλύτερα από το λαό των Λεχών; 

Ποιος θα μπορούσε να σας συμπαρασταθεί καλύτερα 

απ’ αυτούς που στερήθηκαν τη δική τους πατρίδα; 

Στο «Λάμπρος, ο Έλληνας επαναστάτης», ο Slowaski εκθειάζει το γενναίο πειρατή του Αρχιπελάγους Λάμπρο Κατσώνη, και στο οδοιπορικό «Ταξίδι στην Ανατολή» το Φώτο Τζαβέλλα τον οποίο συγκρίνει με τον ήρωα των Θερμοπυλών Λεωνίδα. Καθ’ οδόν προς τους Αγίους Τόπους, ο Slowaski στάθμευσε στην Κέρκυρα και στην Πάτρα για να συναντηθεί με τον Διονύσιο Σολωμό και τον Κωνσταντίνο Κανάρη. Σύγχρονος του Slowaski, ο επίσης ρομαντικός ποιητής Σιγισμόνδος Krasinski (1812-1859), μετέφρασε το ποίημα του Γάλλου Raffenel «DESTRUCTION D’ ISPARA» («Καταστροφή των Ψαρρών») ενώ στο δράμα «Ιρυδίων» έδωσε πρωταγωνιστικό ρόλο σε Έλληνα πολεμιστή.

Στρατευμένη στον εθνικό αγώνα των Ελλήνων ήταν και η Αιμιλία Sczniecka (1804-1896), ιδρύτρια της «Επιτροπής Βοηθείας προς τους Έλληνες». Φλογερή πατριώτισσα και διακεκριμένη κοινωνική λειτουργός, οργάνωσε εράνους για τα ορφανά των αγωνιστών και την περίθαλψη των τραυματιών. Με έδρα την πόλη Poznanη «Μπουμπουλίνα» της  Πολωνίας εργαζόταν  μυστικά από φόβο της «Ιερής Συμμαχίας». Στη φιλελληνική της δράση αναφέρεται ιδιαίτερα ο Josef Straszewicz,  ιστορικός της πολωνικής Επανάστασης το Νοέμβριο του 183013.

 

Στρατευμένος Φιλελληνισμός

 

 

Στο κέντρο της Ακροναυπλίας και σε μικρή απόσταση από το ναό του Αγίου Σπυρίδωνος στην είσοδο του οποίου δολοφονήθηκε το Σεπτέμβριο του 1831 ο Ιωάννης Καποδίστριας, βρίσκεται η καθολική εκκλησία Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Το 1839, ο Βασιλιάς Όθωνας δώρησε το εγκαταλελειμμένο τέμενος στην ευάριθμη καθολική κοινότητα του Ναυπλίου. Εντός του ιδίου ναού, ο Γάλλος Φιλέλληνας Ιλαρίων Αύγουστος Touret ίδρυσε το 1841 τη γνωστή ως Μνημείο των Φιλελλήνων αψίδα επί της οποίας κατέγραψε 284 ονόματα αλλοδαπών φίλων της Ελλάδας οι οποίοι φονεύτηκαν στα πεδία των μαχών για την απελευθέρωση της από τον οθωμανικό ζυγό.

Από τις χώρες προέλευσης των 284 ονομάτων της αψίδας Touret, κηρυγμένο από το 1951 εθνικό Μνημείο, η Πολωνία κατέχει την όγδοη θέση με οκτώ ονόματα πεσόντων στη μάχη του Πέτα το 1822 και ανά ένας στην Εύβοια και στον Πόρο. Τα ονόματα άλλων 24 Πολωνών φιλελλήνων οι οποίοι φονεύτηκαν αγωνιζόμενοι υπέρ της Ελλάδος κατά τη δεκαετία 1821-1831, εντόπισα στις εξής κατά χρονολογική σειρά, πηγές:

  • Ερρίκου Treiber, «Αναμνήσεις οπό την Ελλάδα». Ο Treiber που συμμετείχε στην Επανάσταση υπό την ιδιότητα γιατρού της γερμανικής λεγεώνας, αναφέρει τα ονόματα των Πολωνών Sotowski και Dzerzawski.
  • Ο Ελβετός Ερρίκος Fornest, συντάκτης καταλόγου 423 Φιλελλήνων ο οποίος απόκειται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, μνημονεύει τρία ονόματα Πολωνών Φιλελλήνων άγνωστων σε άλλες πηγές: Denkowski, Grabowski και Miomidowicz. Ανήκαν στο τάγμα αλλοδαπών το οποίο συστήθηκε το 1822 στην Κόρινθο από το Γερμανό στρατηγό Normann Von Ehrenfels.
  • Στο βιβλίο «Ιστορία του Τάγματος των Φιλελλήνων», γραμμένο από τον Γερμανό Δανιήλ Elster, συναντάμε για πρώτη φορά τα πολωνικά ονόματα Dobronowski, Tabernowski, Kosiwski, Pavlowski, Briffat. Του τελευταίου αμφισβητείται η εθνότητα.   
  • Στη μελέτη «Συμμετοχή Πολωνών στον Αγώνα των Ελλήνων», ο Θαδαίος Sinko παραθέτει σύντομες βιογραφικές σημειώσεις των άγνωστων σε άλλες πηγές συμπατριωτών του Gormowski, Gosczinski, Goslawski, Leczyhski, Iosandrowski και Pomorwski.  
  • Στο πληρέστερο περί Φιλελληνισμού του 1821 σύγγραμμα των Γερμανών W. Barth και M. KehrigKorn “ DIE PHILHLLENENZETT”   καταγράφονται για πρώτη φορά τα ονόματα επτά επί πλέον Πολωνών φιλελλήνων: Derkmann, Blasczowski, Bromikowski, Dobrycs, Gerzawski, Jakubowski και Jorosakowski.
  • Στο Μνημείο Φιλελλήνων της Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου αναγράφονται τα ονόματα των πεσόντων στη μάχη του Πέτα Koulschelewski, Lasky, Mirziewski, Mlodowski, Dielsiewski, Dobronowski και των πεσόντων στην Εύβοια και στον Πόρο Pronokowski και Odworski.

Επιφανέστερος των 32 συνολικά γνωστών Πολωνών που επολέμησαν στο πλευρό των Ελλήνων το 1821-1831, είναι ο Mirziewski, πρώην αξιωματικός στη φρουρά του Μεγάλου Ναπολέοντος τον οποίο συνόδευσε στη νήσο Έλβα και αργότερα στο Παρίσι. Διακρίθηκε για τον ηρωισμό του στη Μάχη του Πέτα στις 4 Ιουλίου 1822, κατά την οποίο φονεύτηκε ενώ επιχειρούσε να διασπάσει τον τουρκικό κλοιό. Τιμώντας τη μνήμη του, η Ελληνική Πολιτεία έδωσε το όνομά του σε οδό της περιοχής Φιλοπάππου Αθηνών.

Γράφει για τον Mirziewski ο ιστορικός Στασινόπουλος στο Λεξικό της Ελληνικής Επανάστασης τ. Γ’ σελ. 111:

«Χωρίς όρια ήταν ο ενθουσιασμός του για τον ηρωικό ξεσηκωμό των Ελλήνων. Λίγο πριν τη μάχη στου Πέτα, έκανε την ακόλουθη ομολογία στον Ιταλό συνταγματάρχη Dania: «Παντού όπου πολέμησα, υπό τον Ναπολέοντα και τον Μπολιβάρ, στη Γαλλία, στη Ρωσία, στο Πεδεμόντιο, στη Νεάπολη και τη Νότια Αμερική, διαπίστωσα πόσο άσκημα πάει ο κόσμος. Έχω όμως ήσυχη τη συνείδησή μου γιατί από νέος αγωνίστηκα για τη δικαίωση των καταπιεζομένων. Πιστός στην αρχή μου αυτή, μια μόνο έχω επιθυμία. Να πεθάνω για την απελευθέρωση των Ελλήνων. Ας δώσει ο Θεός να αναπαυτώ στην ηρωική αυτή γη. Μιλούσε με τόσο αυτοπεποίθηση ώστε οι Έλληνες υποκλίνονταν μπροστά του χωρίς να τον καταλαβαίνουν και σταύρωναν τα χέρια όπως έκαναν στην εκκλησία». 

Για τον Koulschelewski, υπάρχουν πολλές παραλλαγές του ονόματός του. Κατά τους Barth, Kehrig-Korn, πολέμησε στο πλευρό των Ελλήνων στην Πελοπόννησο και στην Ήπειρο. Έπεσε μαχόμενος στου Πέτα στις 4 Ιουνίου 1822. Ο Mlodowski ήρθε στο Ναυαρίνο μαζί με 30 άλλους Γερμανούς και Πολωνούς Φιλέλληνες τον Ιανουάριο του 1822. Ήταν νέος φοιτητής και σκοτώθηκε στου Πέτα. Ο Dielsiewski αποβιβάστηκε στη Μονεμβασία στις 4 Απριλίου 1822, με το γαλλικό πλοίο «ΒΟΝΝΕ ΜΕRΕ». Στρατολογήθηκε στη λεγεώνα των Φιλελλήνων και έπεσε στη μάχη του Πέτα.

Για τον Dobronowski Έμμεριχ γνωρίζουμε ότι ήταν από τους πρώτους ξένους που έλαβε μέρος σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο. Τον Pronokowski αναφέρει ο Tadeusz Sinco χωρίς άλλο προσδιορισμό εκτός από το θάνατό του στη μάχη του Πέτα. Ο τελευταίος των αναγραφομένων στο Μνημείο Φιλελλήνων στην καθολική εκκλησία Ναυπλίου, έπεσε κατά τη διάρκεια αψιμαχίας στον Πόρο το 1829.

 

Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης

Επίτροπος  Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου.

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VΙ, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2007.

 

Υποσημειώσεις

 

 

1   Η δημοσιευμένη μελέτη αποτελεί μέρος διάλεξης την οποία έδωσα την 25η Οκτωβρίου 1988 στη Φιλολογική Σχολή του Πανεπιστημίου LODZ της Πολωνίας.

2 Για το Μνημείο των Φιλελλήνων στην καθολική εκκλησία Ναυπλίου βλ. Μάρκου Ν.        Ρούσσου – Μηλιδώνη, περ. «Σύγχρονα Βήματα» αρ. 68 σελ. 224-254 B/DAS MONYMENT DER PHILHELLENEN IN NAFPLIO, Αθήνα 1992 σελ. 120.

3 TADEUSZ SINCO, Συμμετοχή Πολωνών στην Ελληνική Επανάσταση (πολωνικοί, «Σύγχρονο Περιοδικό Βαρσοβίας» αρ. 42 σελ. 272-300.

4 ANUSZ STRASBURGER, LE PHILHELLENISME EN POLOGNE AUX ANNEES DE L   INSURRECTION GRECQUE 1821-1828. Επετηρίδα Βαλκανικών Μελετών αρ. 12 (Θεσσαλονίκη 1972), σελ. 106-116.

Λόγος Γ. Τερτσέτη εκφωνηθείς εις τη Βουλή των Ελλήνων στις 28 Μαρτίου 1854   κατά τον εορτασμό της Εθνικής Επετείου.

Περ. «Μικρή Μέλισσα» Κρακοβίας αρ. 2, έτος  1821, σελ. 296.

7 Περ. «Μικρή Μέλισσα» Κρακοβίας αρ. 3, έτος   1822 σελ. 69.

8  SYBILLA NADWISKANSKA, τ. 1 κεφ. VI σελ. 58.

9 Λεχοί καλούνται οι Πολωνοί από τον κατά τη μυθολογία γενάρχη τους Λεχ.

10 GOSZTOW, LA TURQUIE ET LA RUSSIE, Παρίσι 1913, σελ. 5.

11 Αδάμ MICKIEWICZ: Μεγάλος επικός ποιητής της Πολωνίας. Έγραψε τα έπη  «Κυρ Θαδαίος», «Πρόγονοι», «Νύχτα των ονείρων».

12 Συλλογική ονομασία των λαών της Βορείου Ευρώπης, κυρίως των Ρώσων, Πολωνών, Ουκρανών και των κατοίκων των τριών μικρών βαλτικών χωρών Εσθονίας, Λετονίας και Λιθουανίας.

13 JOSEF STRASZEWICZ, Πολωνοί και Πολωνέζες στην Επανάσταση της 29ης   Νοεμβρίου 1830 (στα γαλλικά), Παρίσι 1830.

  


Read Full Post »

Θρήνοι για την πόλη του Ναυπλίου


 

Ναυπλιακού λαού φωνή εκ βαθέων στα παιχνίδια της μοίρας του.

 

Αν διεξέλθουμε τους μεγάλους σταθμούς της μακράς Ιστορίας του Ναυπλίου δύσκολα θα ξεχωρίσουμε ευτυχισμένες στιγμές από τις πολλές δραματικές. Γνώρισε το Ναύπλιο στη μακραίωνη, πολυκύμαντη και περιπετειώδη του πορεία πολλά και αλλεπάλληλα στάδια ακμής και παρακμής. Και οι τρικυμιώδεις αναδιπλώσεις της Ναυπλιακής Ιστορίας αποτελούν δραματικό πολύπτυχο, που όποια πτυχή του πιάσουμε και σηκώσουμε θα βρούμε τιμές και μεγαλεία, αλλά και δυστυχίες και συμφορές και σφαγές και κατατρεγμούς και εξανδραποδισμούς.

Τα τελευταία μάλιστα σε τέτοια εναλλαγή, ένταση και συχνότητα, ώστε κάθε ευτυχισμένη περίοδος του Ναυπλιακού λαού να μην αποτελεί παρά το μικρό ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ της τελευταίας και της επομένης συμφοράς. Και αυτό χαρακτήριζε όλο σχεδόν το χρονικό φάσμα από την Φραγκοκρατία μέχρι την Επανάσταση του 1821. Κυρίως όμως σχετιζόταν με τις τέσσερις διαδοχικές περιόδους κατοχής από Τούρκους ή Ενετούς και τους πολέμους μεταξύ των δύο αυτών κατακτητών.

 

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

 

Την πρώτη δηλαδή Ενετοκρατία (1440-1540), ακολούθως την πρώτη Τουρκοκρατία (1540-1687) και στη συνέχεια την δευτέρα Ενετοκρατία (1687-1715) και τέλος την δευτέρα Τουρκοκρατία (1715-1822), οπότε η ιστορική πόλις, η πανέμορφη αρχόντισσα του Αργολικού και όλου του Μοριά, απαλλάχθηκε διά παντός από τη βία και την παρουσία των δύο αυτών κατακτητών. Ιδιαίτερα επώδυνες και δυσβάσταχτες για τον πολυπαθή Ναυπλιακό λαό ήταν οι στιγμές που το Ναύπλιο άλλαζε δυνάστη, από τον τελευταίο δηλαδή στον επόμενο κατακτητή, είτε με συνθήκη, είτε εξ εφόδου, μετά σκληρή πάντοτε πολιορκία.

Ανάμεσα στις δύο αυτές συμπληγάδες, τον Τούρκο και τον Βενετσιάνο, ασχέτως του ποιος εξ αυτών ήταν κάθε φορά ο επιτιθέμενος και ποιος ο υπερασπιζόμενος τα τείχη του Ναυπλίου, η ιστορική πόλις προσπαθούσε ως οχυρό, ως φρούριο ισχυρό και ένδοξο, να περισώσει το κύρος της και την τιμή της, αρνούμενη να παραδοθεί, όπως κατέγραψε η λαϊκή Μούσα:

 

– Ανάπλι δώσε τα κλειδιά, Ανάπλι παραδώσου!

– Πώς να τα δώσω τα κλειδιά, πώς να τα παραδώσω,

πού ‘γώ ‘μ’ Ανάπλι ξακουστό, Ανάπλι παινεμένο·

στην Πόλη και στη Βενετιά μ’ έχουν ζωγραφισμένο!  [1] 

 

Και συνέχιζε παραβάλλοντας το ισχυρό της κάστρο με τα λιγότερο σημαντικά του Νιόκαστρου, της Κορώνης και της Καλαμάτας:

– Τί γάρ και είμαι Νιόκαστρο, Μεθώνη και Κορώνη

και Καλαμάτα ξέφραγη με τις συκιές φραγμένη; … 2 

 

Και αυτά μεν βάζει ο ανώνυμος λαϊκός ποιητής να αναφωνεί το δύσμοιρο και περήφανο, άλλα πάντως απρόσωπο Ναύπλιο. Τη μήνη όμως, τα έκτροπα, τη σκληρότητα και την εκδικητική μανία του νέου κατακτητή, τα δεινά, τις κακουχίες και τις συμφορές, τις ένοιωθε κάθε φορά μέσα κατάβαθα ο πολυπαθής Ναυπλιακός λαός. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν η πόλις έπεφτε στα χέρια των Τούρκων, αφού συνήθως η Βενετσιάνικη κατοχή ήταν ηπιώτερη από την τουρκική3.

Άποψη του Ναυπλίου. Χαλκογραφία, Gasp. Bouttats, 1690.

Πιστεύεται, ιδιαίτερα για την πρώτη Ενετοκρατία, ότι οι κάτοικοι της ωραίας πόλεως κατά την εκατονταετή πρώτη κατοχή των Ενετών, από το 1440 μέχρι το 1540, άρχισαν με την πάροδο του χρόνου σιγά-σιγά να προσαρμόζoνται, να συμβιβάζoνται να εργάζoνται, να φορολογούνται, να διεκδικούν καλύτερους όρους και συνθήκες δια­βιώσεως και εν πάση περιπτώσει να μην αισθάνoνται τόσο βαρύ τον ξένο ζυγό4. Δεν αμφισβητείται βέβαια και σ’ αυτή την περίοδο η στυγνή εκμετάλλευση, άλλα ούτε και η ήπια συμπεριφορά των Ενετών, στα πλαίσια φυσικά της δικής τους γενικώτερης πολιτικής. Υπήρχε μάλιστα τότε και μακρά περίοδος ειρήνης στον αργολικό χώρο.

Και αν δημιουργούνται ταραχές μεταξύ Ενετών του Ναυπλίου και Τούρκων του παρακειμένου Άργους, αυτές τοποθετούνται στην τελευταία τριετία της ενετικής κατοχής, στο διάστημα δηλαδή 1537-1540. Πρόκειται για τη συνεχή τριετή πολιορκία της πόλεως που κατέληξε σε παράδοση στους Τούρκους διά διαπραγματεύσεων. Στην σκληρή αυτή πολιορκία υπέφερε τα πάνδεινα ταλαιπωρούμενος ο Ναυπλιακός λαός. Δεν ήταν μόνον η διάρκεια της πολιορκίας, η πείνα και οι στερήσεις, ούτε οι ανελέητοι βομβαρδισμοί πού σκορπούσαν καθημερινά τον όλεθρο στην πόλη και στους κατοίκους, αλλά ήταν και η εξάπλωση των ασθενειών από τη στιγμή πού οι Τούρκοι έκοψαν τη βασική υδροδότηση της πόλεως για να εκβιάσουν την παράδοση, με αποκορύφωμα την επιδημία της πανώλης πού εξαπλώθηκε ταχύτατα και σε δύο χρόνια, 1538-1539, αποδεκάτισε το ήμισυ σχεδόν του πληθυσμού5.

Την επιδημία της πανώλης ακολούθησε τελική συμφορά: Η παράδοση του Ναυπλίου στους Τούρκους6 με διαπραγματεύσεις, η αποχώρηση έτσι των Ευρωπαίων χριστιανών και η εγκατάσταση των αλλοθρήσκων Οθω­μανών, πού δημιούργησαν θλιβερές εικόνες, αφού οι περισσότεροι των κατοίκων για να αποφύγουν την τουρκική δουλεία αναχώρησαν με τους Ενετούς, για να καταφύγουν σε άλλες ασφαλείς Ενετικές κτήσεις7. Όταν δύο αντίπαλοι συγκρούoνται σε ξένο τόπο, πληρώνει ο τόπος τα επίχειρα της κακίας των μαχόμενων.

Οι μισοί των κατοίκων πέθαναν, όπως είπαμε, από τις κακουχίες και την πανώλη και από τους υπόλοιπους οι περισσότεροι εκπατρίσθησαν για να αποφύγουν τον τουρκικό ζυγό. Μεταξύ αυτών και ο πρωτοπαπάς του Ναυπλίου Νικόλαος Μαλαξός8, ο οποίος συνέθεσε και αφιέρωσε «θρηνητικόν Κανόνα εις τον πικρόν χωρισμόν της ελεεινής πό­λεως Ναυπλίου9». Χαρακτηριστική η ακροστιχίς: ο πρωτοπαπάς συγκλαίει Ναυπλιέοις ο Μαλαξός. Το κείμενο του Κανόνος διασώθηκε σε ειδικόν κώδικα της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Παρισίων, πού είναι αυτόγραφος του Μαλαξού10.

Μέσα στις εννέα Ωδές του διεκτραγωδείται η δεινή θέση των κατοίκων: Λαός ευκελής των Ναυπλών νυνί ταλαίπωρος γενόμενος, δεύτε άπαντες, γέροντες, νέοι, νήπια, Άνδρες, γυναίκες και τέκνα, και αλλήλων Θρηνήσωμεν την δυστυχίαν την δεινήν και τον πικρόν χωρισμόν11.

Προη­γουμένως όμως ο ίδιος διερωτάται: ποίον κλαυθμόν ποίαν ωδήν δακρυκίνητον και ποίον θρήνων μέλισμα νυν εξηχήσωμεν, Ναυπλιέων οι δήμοι, τη νυν αποδημία και τη στερήσει υμών12…. Σε άλλα σημεία του Κανόνος, εκτός των κατοίκων, συγκλαίει και συνταράσσεται η μητέρα-πόλις, το Ναύπλιον, για τον αποχωρισμό των τέκνων της: Συσσαλεύεται άπασα πόλις Ναυπλίου και στένει τη νυν αποδημία των γεννημάτων αυτής13 Λαόν τον οικείον – πόλις Ναυπλιέων δακρυχέουσα, ανακαλείται και προσφθέγγεται. «μη επιλήθησθε μητρώων των σπλάγχνων, τέκνα μου, και των τροφείων και τον θάλψεων»14.

 

 

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου 1840.

 

Εφεξής συμπάσχει το Ναύπλιο μετά της λοιπής Πελοποννήσου υπό την δυσβάστακτη τουρκική κυριαρχία. Αλλά οι Ενετοί θα επανέλθουν και θα δημιουργηθούν και πάλι αναστατώσεις και συμφορές, τόσο όταν θα εγκατασταθούν νικητές το 1687, όσον και όταν αποχωρήσουν ηττημένοι το 1715. Το 1687 οι Τούρκοι αποχωρώντας δεν άφησαν λίθον επί λίθου, ενώ το 1715 νικητές και ηττημένοι, Τούρκοι και Ενετοί, συναγωνίζονταν πως θα ξεθεμελιώσουν τον τόπο λεηλατώντας, καταστρέφοντας και σφάζοντας.

Εκπλήρωσε και πάλι το Ναύπλιο και υπέφεραν γη και άνθρωποι. Όσο για την δευτέρα αυτή ενετική κυριαρχία, 1687-1715, ερχόμενοι το 1687 οι Ενετοί ως ελευθερωτές υπόσχονταν να διώξουν τους δυνάστες Τούρκους και να ελευθερώσουν τον Μοριά. Αλλά οι Ενετοί του 1687-1715 δεν ήσαν οι Ενετοί της πρώτης Ενετοκρατίας 1440-1540. Ετέθησαν τότε τρομερά διλήμματα για τους κατοίκους. Οι Ενετοί απαιτούσαν να συνεισφέρουν και να συμπολεμήσουν οι υπήκοοί τους εναντίον των επερχομένων Τούρκων, ενώ ο επικεφαλής των τουρκικών δυνάμεων Μεγάλος Βεζίρης Αλή Κιουμουρτζή, πιστεύοντας ότι οι Έλληνες είχαν αρχίσει να μη συμπαθούν τους καταπιεστές Ενετούς, κατέβαλε σοβαρές προσπάθειες για να μεταβά­λει την παθητικότητά τους σε ενεργό συμμετοχή τους εναντίον των Ενετών. Και φαίνεται ότι προ των επαπειλουμένων νέων δοκιμασιών πολλοί από την υπόλοιπη Πελοπόννησο συνέπραξαν με τον Μεγάλο Βεζίρη, κατά τους γνωτούς ελαφρούς υπολογισμούς15. Στο ισχυρά όμως ωχυρωμένο Ναύπλιο, έδρα του Ενετού Προνοητού και της στρατιωτικής ηγεσίας του Μοριά, οι κάτοικοι είτε αμέσως, είτε εμμέσως βρέθηκαν εκ των πραγμάτων στο πλευρό των αμυνομένων Ενετών και πρόβαλαν σθεναρά αντίσταση στους επιτιθεμένους με εκδικητική μανία Τούρκους. Και πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος, όταν τον Ιούλιο του 1715 η πόλις κυριεύθη­κε16.

Συμφορά, σφαγές και αιχμαλωσίες. Βιαιότητες και κατατρεγμοί. Κλαυθμός και οδυρμός. Τον πόνο του Ναυπλίου μετέβαλαν τότε επώνυμοι και ανώνυμοι στιχουργοί σε θρήνο. Δύο εξ αυτών είναι οι πιο γνωστοί: Ο Κεφαλλονίτης Πέτρος Κατσαΐτης και ο Γιαννιώτης Μάνθος Ιωάννου. Αμφότεροι ήσαν τότε εγκατεστημένοι στο Ναύπλιο και αιχμαλωτίστηκαν από τους Τούρκους. Και οι δύο κατώρθωσαν να δραπετεύσουν και να συνθέσουν ο μεν Κατσαΐτης τον «Κλαυθμό Πελοποννήσου προς Ελλάδα», ο δε Μάνθος Ιωάννου την «Συμφορά και αιχμαλωσία Μορέως». Και στα δύο αυτά τα μακρόσυρτα ποιήματα γίνεται εκτενής αναφορά στην συμφορά του Ναυπλίου το 1715.

Ο Κατσαΐτης μέσα σε 3.000 περίπου γραφικούς στίχους αναφέρεται στα γεγονότα όπως τα έζησε, όχι όμως ως ιστορικός, αλλά με ένα ξέσπασμα ψυχής, ένα ατελείωτο θρήνο17. Είναι ένας διδακτικός θρήνος με πολύ ενδιαφέρον. Έζησε ο Κατσαΐτης από κοντά τα γεγονότα, αλλά δεν τα αφηγείται ο ίδιος. Βρήκε πρωτότυπο τρόπο εκθέσεως, ένα είδος λογοτεχνικής σκηνοθεσίας. Προσωποποιημένη δηλαδή η Πελοπόννησος επάνω σε ένα βουνό συζητεί με την επίσης προσωποποιημένη Ελλάδα. Μεταξύ των άλλων λεπτομερώς εκτίθενται η πολιορκία και η άλωσις του Ναυπλίου, με αναφορά στον καθόλου βίο της πόλεως προ της συμφοράς. Ο ποιητής έχει ευχέρεια στο λόγο του, λόγο δημώδη με μερικές μόνο παρεκκλίσεις προς τη λογία μορφή εκφράσεως. Η προσωποποιημένη Πελοπόννησος διεκτραγω­δεί την κατάσταση της με λεπτομερή περιγραφή:

 

Στις είκοσι κι οκτώ του Ιουνίου

ξιπλώθη εις τον Κάμπον τ’ Αναπλίου

τ’ αρίφνητο και φοβερό φουσάτο

εγέμισε τον τόπο άνω κάτω…

Διεξήχθη σφοδρή και πεισματώδης μάχη προ των επάλξεων του Ναυπλίου, την άμυνα του οποίου σθεναρά κρατούσαν Ενετοί και Έλληνες, αλλά με την ισχυρή έφοδο του εχθρού τα τείχη γκρεμίστηκαν. Τ’ Ανάπλι κυριεύθηκε. Και ακολούθησε σφαγή άγρια και ανελέητη.

 

Εγιόμισαν οι στράτες φονευμένους

και τα πατάρια απονεκρωμένους.

Τις εκκλησιές τσ’ ευπρεπισμένες

τσ’ εγδύσαν και αφήκαν κουρσεμένες

τους τάφους εξανάσκαψαν να βρούσι

και έβγαλαν τους νεκρούς όπου βρωμούσι.

 

Η Πελοπόννησος θρηνεί στην συνέχεια το Ναύπλιο, το μονάκριβο παιδί της, το φώς των ομματιών της, ψυχή της ίδιας της ψυχής, και καρ­διά της. Στίχοι με λόγια τρυφερά, μοιρολόγι πραγματικό.

 

Ανάπλι, ωχ, ωϊμέ, η ψυχή μου βγαίνει,

Ανάπλι, όνομα χαριτωμένο,

και πως εγίνηκες δυστυχισμένο.

Ανάπλι πάντα θέλω να σε κλαίγω

και πικρολόγια να σε λέγω.

Και πως μπορεί η γλώσσα μου ν’ αρχίση,

τα μάτια να μη τρέχουνε σαν βρύση,

να χύνω δάκρυα από την καρδιά μου

να κλαίγω εσέν κι εμέ την συμφορά μου.

 

Τέλος, με την αναδρομή στη χαμένη δόξα του Ναυπλίου, στις γυναίκες, στις νεάνιδες με την καταστόλιστη παρουσία τους, ευγενικές όπως λέ­γει, κι αγγελοκαμωμένες, η μητέρα Πελοπόννησος μεταβάλλει το πονεμένο μοιρολόγι σε προσευχή και ικεσία προς τον μεγαλοδύναμο Θεό:

Μέγας και φοβερός είν’ ο θυμός σου,

μα μεγαλύτερο το έλεος σου.

Ο Μάνθος Ιωάννου τώρα που συνελήφθη κι αυτός αιχμάλωτος και μεταφερόταν στα στρατόπεδα, από όπου κάποια στιγμή δραπέτευσε, συνέθεσε θρήνο με τίτλο, όπως είπαμε «Συμφορά και αιχμαλωσία Μορέως»18. Υπήρξε πράγματι συμφορά. Πρωτόγονη και πρωτόγνωρη σε ένταση και βία, σε σφαγές και κατατρεγμούς. Ο μακρόσυρτος θρήνος του Μάνθου σε ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους, κυκλοφορούσε τυπωμένος στη σύγχρονη γενεά, σαν μοιρολόγι παρηγοριάς.

Λιγότερο όμως ποιητικός από τον «Κλαυθμό» του Κατσαΐτη ο στίχος του Μάνθου Ιωάν­νου είναι περισσότερο ρεαλιστικός. Δεν προβάλλει τους στοχασμούς του ποιητή. Αφηγείται. Φωτίζει τα γεγονότα με ρεαλιστική ζωντάνια, πού κρα­τάει σε ένταση και αγωνία την προσοχή του αναγνώστη. Ο Κατσαΐτης στο θρήνο του μοιρολογεί, συγκινεί και παρηγορεί. Ο Μάνθος Ιωάννου συνε­γείρει, συγκλονίζει και συναρπάζει, αφηγούμενος και φωτίζοντας τα γεγο­νότα. Ιδού μία σχετική περικοπή:

 

Την ίδια μέρα μπήκανε στ’ Ανάπλι με τη βία, 

τότε να ιδής πώς άρπαζαν γυναίκας και παιδία.

Σάββατο ημέρα πάρθηκε κι ήταν κοντά στο γέμα

πού μέσ’ στ’ Ανάπλι έτρεχε ωσάν ποτάμι το αίμα.

Τότε να ιδής τόσα κορμιά των χριστιανών κομμένα

και να μην εγνωρίζωνται, στο αίμα τυλιγμένα.

 

Ο Μάνθος κάνει λόγο για αίμα, για αδιάκριτη σφαγή ανδρών και γυναικών, αλλά και αρπαγή παιδιών και κορασίδων:

 

Οι μάνες να φλογίζονται, να καίγετ’ η καρδιά τους

Καθώς αρπάζαν τα παιδιά από την αγκαλιά τους.

Να βλέπης τ’ άλλα τα παιδιά στις στράτες πού περνούσαν

οι Τούρκοι με τα πόδια τους πώς τα τζαλοπατούσαν.

Κι οι κορασίδες οι εύμορφες όπου ήταν φυλαμένες,

και σήμερα να τις θωρής γυμνές και σκλαβωμένες,

όπου ποτέ δεν έβγαιναν μήτε στο παραθύρι,

τώρα ξυπόλητες γυρνούν στην τέντα του Βεζίρη.

Να βλέπης μάτια Χριστιανών να τρέχουν σαν την βρύση

καθώς τους διαμοιράζασι σ’ ανατολή και δύση.

Κλάψετε όλος ο Μοριάς, τ’ Ανάπλι το καημένο

σε μίαν ώρα έμεινε ωσάν χαρατζωμένο.

Κλάψετε σεις οι ιερείς, τραβάτε τα μαλλιά σας

τι εχάσατε τις εκκλησιές κι όλα τα ιερά σας.

Εικόνες οι ευγενικές, παλαιές ιστορημένες

και σήμερα τις θεωρείς στις στράτες τζακισμένες.

 

Στον αβάσταχτο πόνο για τις τρομερές σφαγές, τον όλεθρο και τη συμφορά του Ναυπλίου καλεί ο ποιητής να συμμετάσχουν τη φύση, τα δέντρα, τις πέτρες, τα βουνά, τα ποτάμια, τις πηγές, τα πουλιά, και τα αστέρια:

«Κι σεις πέτρες ραγίσετε, δέντρα να ξηρανθήτε,

βουνά και όρη κλάψετε και όλα λυπηθήτε,

βρύσες μην τρέξετε νερό, ποτάμια ξεραθήτε,

και περιβόλια εύμορφα το Μάη μην ανθήτε.

Ω Ήλιε κρύψε σου το φώς, αστέρια θαμπωθήτε,

και σεις πουλιά του ουρανού πάψτε να κελαδήτε».

Και εδώ, όπως λέει ο σύγχρονός μας ποιητής,

σωπαίνουν τα πουλιά, σωπαίνουν και οι καμπάνες,

σωπαίνει κι ο μικρός ρωμιός μαζί με τους νεκρούς του.

Μα πάν’ στη πέτρα της σιωπής τα νύχια του ακονίζει.

Μονάχος και αβοήθητος. Της λευτεριάς ταμένος…19

Τη ρωμιοσύνη μην τη κλαις· εκεί πού πάει να σκύψη,

με τον σουγιά στο κόκαλο, με το λουρί στο σβέρκο,

να τη! Πετιέται από ξαρχής και αντρειεύει και θεριεύει,

και καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου»20.

 

 Φθάνουμε έτσι στο τέλος της μακράς αυτής αναδρομής, στο Νοέμβρη του 1822, όταν ανήμερα του Αγίου Ανδρέου τ’ Ανάπλι παραδόθηκε. Τη φορά αυτή στον λεύτερο πια λαό του.

 

Ελένη Κυριακοπούλου, Νομικός – Επίτ. Δ/ντρια  Υπουργ. Οικονομικών.

Πρακτικά Γ’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Ναύπλιο 18-20 Φεβρουαρίου 2005, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι, 2006.

 

 

 

 

Υποσημειώσεις:


 

[1] Δημ. Πετροπούλου, Ιστορικά δημοτικά τραγούδια της Πελοποννήσου, «Πελοποννησιακά», τ. Α’ (1956), σ. 174, 178.

2 Αυτόθι, σ. 177.

3 Θάνου Δ. Κριμπά, Η Ενετοκρατουμένη Πελοπόννησος, «Πελοποννη­σιακά», τ. Α’ (1956), σ. 325. Βλ. κ. Μ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, εκδ. Β’, Αθήναι 1950, σσ. 85 κ.έπ.

4 Βλ. Παπαρηγοπούλου, Ιστορ. Ελλ. Έθν., τ. 5, σ. 608. Πρβλ. Daru, Histoire de la république de Venise, 1853, τ. 5, σ. 143-148, M. Λαμπρυνίδου, ενθ’ αν.

5 Αθαν. Κονδύλη, Ο λοιμός (πανώλη) του Ναυπλίου (Άνοιξη 1538 – Κα­λοκαίρι 1539) κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της πόλεως από τους Τούρκους (1537-1540), «Πρακτικά του ΣΤ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών», Τρίπολις 2000, τ. 3ος , σ. 209 κ.έπ. Πρβλ. D. Ρ an ζ ac, La peste dans l’Empire Ottoman, 1700-1850, Editions Peeters, Louvain 1985, σσ. 221-225. Βλ. κ. Κ. Κωστή, Στον καιρό της πανώλης, Ηράκλειο 1995, σσ. 159-160.

6 Για την πολιορκία του Ναυπλίου (1537-1540) από τους Τούρκους βλ. Δω­ροθέου Μονεμβασίας Βιβλίον Ιστορικόν, Βενετία 1631, σ. 442. P. Paruta, Degli istorici delle cose veneziane i quali hanno scritto per publico decreto, Βενετία 1718, tomo 3, libro 8, σ. 707. M. Λαμπρυνίδου, ενθ’ άν. σσ. 80-81, πρβλ. Αθαν. Κονδύλη, ενθ’ άν., σ. 209 κ.επ.

7 Βλ. ενδεικτικώς Μαριάνας Κολυβά-Καραλέκα – Ερρίκου Μούτσου, Αποκα­τάσταση Ναυπλιωτών και Μονεμβασιωτών προσφύγων στην Κρήτη το 1548, Byzanti­nisch-Neugriechische Jahrbücher 22 (1983), σ. 375-452.

8 Περί του βίου και των έργων αυτού, βλ. Κ. Δ. Μέρτζιου, Περί Νικολάου Μαλαξού, Πρωτοπαπά Ναυπλίου, Εφημερίου Ελληνικής Κοινότητας Βενετίας, περιοδ. «Στάχυς», τχ. 6-7, σσ. 69 κ.έπ., Ιούλιος-Δεκέμβριος 1966, Βιέννη, έκδ. Ι. Μη­τροπόλεως Αυστρίας». Πέτρου Πετρή, Νικόλαος Μαλαξός, Πρωτοπαπάς Ναυπλίου, «Πελοποννησιακά», τ. 3-4 (1960), σσ. 348 κ.έπ., όπου και σχετ. βιβλιογραφία.

9 Ο «θρηνητικός Κανών» εδημοσιεύθη από τον Πέτρο Πετρή εις Επετηρίδα Μεσαιωνικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών, τ. 8-9, 1958-1959 (1961), σσ. 57 κ.έπ. Μνεία του Κανόνος αυτού κάμνει και ο Ε. Legrand, Bibliograpjie Hellenique … aux XV-XVI siècles, τομ. 1, Paris 1885, σ. 305.

10 Συγκεκριμένα, στον υπ.’ αρ’ 369 (φ. 80′-86ν) ελληνικό κώδικα αυτής. Αντίγραφο του πρωτοτύπου και αυτογράφου αυτού κώδικος, μετά μικρών τίνων παραλλαγών, αποτελεί ο υπ.’ αρ’ 917 (φ. 139-142) κώδιξ της εν Αθήναις Εθνικής Βιβλιοθήκης.

11 Ωδή Ζ’, φ. 84, στχ. 57-59.

12 Ωδή Α’, φ. 80, στχ. 9-10.

13 Ωδή Δ’, φ. 82, στχ. 30-31.

14 Ωδή Θ’,φ. 86, στχ. 89-91.

15 Βλ. ενδεικτικώς Αλέξη Μάλλιαρη, Η τουρκική εισβολή στη βενετική Πελοπόννησο (1715) και η στάση του πληθυσμού έναντι Βενετών και Τούρκων, Πρακτικά ΣΤ’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολις 24-29 Σεπτ. 2000, τ. 3ος , σ. 424.

16 Βλ. Μιχ. Σακελλαρίου, Η ανάκτησις της Πελοποννήσου υπό των Τούρκων έν έτει 1715, «Ελληνικά», τ. Θ’ (1936) σσ. 221-240. Πρβλ. Ευτυχίας Λιάτα, Μαρτυρίες για την πτώση τ’ Αναπλιού στους Τούρκους (9 Ιούλη 1715), Μνήμων 5 (1975), σ. 101-156. Κων/νου Βακαλοπούλου, Νέες ειδήσεις για την πτώση του Ναυπλίου (1715), Θησαυρίσματα 16 (1979), σ. 269-277.

17 Εμ. Κριαρά, Κατσαΐτης, «Ιφιγένεια», «Θυέστης», «Κλαθμός Πελοπον­νήσου», Αθήνα 1950. Ανάλυση του ποιήματος βλ. υπό Τ. Αθ. Γριτσοπούλου, Εισαγωγή εις την Νέαν Ελληνικήν Λογοτεχνίαν, τ. Α’, Αθήναι 1969, σσ. 208-220.

18 Το ποίημα εξεδόθη το 1875 στη Βενετία και έκτοτε επανειλημμένως. Βλ. Ε. Legrand, Bibliothèque Grecque Vulgaire, τ. III, Paris 1881, σσ. 280 κ.έπ. Για τον στιχουργό βλ. Δ. Μ. Μ ιχαηλίδη, Ο Ηπειρώτης ποιητής Μάνθος Ιωάννου και το έργον του, «Ηπειρωτική εστία», ετ. ΙΗ’ (1969), σσ. 598 κ.έπ. Τ. Α. Γριτσοπούλου, Σημειώσεις περί Μάνθου Ιωάννου, «Πελοποννησιακά», τ. Ζ’ (1969-70), σσ. 393-395.

19 Γιάννη Ρίτσου, 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, τραγ. 17, «Ο Ταμένος».

20 Γιάννη Ρίτσου, ενθ’ άν., τραγ. 18, «Η Ρωμιοσύνη».

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

«Θεοδώρου Κολοκοτρώνη Εγκώμιον». (Λόγος διδασκάλου, Αλωνίσταινα, 25 Μαρτίου 1843). Σπ. Γ. Δημητρακόπουλος, Δικηγόρος. “Πελοποννησιακά”  (1985-1986) , τόμος 16. Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών.

Αποθήκευση Έγγραφου: «Θεοδώρου Κολοκοτρώνη Εγκώμιον».

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »