Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Η διάδοση των Ρωμαϊκών Ονομάτων στην Αργολίδα (1ος  αι. π.Χ. – 3ος αι. μ.Χ.)

 

 


 

 Από τις 250 επιγραφές της Αργολίδας, στις οποίες μαρτυρούνται περίπου 200 πρόσωπα, που απόκτησαν το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη από το τέλος του 1ου αι. π.Χ. μέχρι το 212 μ.Χ., παρακολουθείται η σταδιακή διείσδυση των ρωμαϊκών ανθρωπωνυμίων στις τέσσερεις αρχαίες πόλεις του νομού, σύμφωνα με την σύγχρονη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας, στο Άργος, την Επίδαυρο, την Ερμιόνη και την Τροιζήνα.

Τα λιγοστά ρωμαϊκά ονόματα που εμφανίζονται στις επιγραφές που χρονολογούνται στην περίοδο μεταξύ του τελευταίου τετάρτου του 1ου αι. π.Χ. ως την πρώτη τριακονταετία του 1ου μεταχριστιανικού αιώνα θα πολλαπλασιαστούν προϊόντος του αιώνα, για να αυξηθούν ακόμα περισσότερο στον 2ο αι. Στην ουσία η αύξηση αυτή αφορά κυρίως στα gentilicia και όχι στα cognomina, τα οποία στη συντριπτική τους πλειοψηφία παραμένουν ελληνικά.

 

Η προσέγγιση του επιγραφικού υλικού από την Αργολίδα αφορά κυρίως στην μελέτη των επιγραφών που προέρχονται από τις τέσσερεις πόλεις – κράτη της αρχαιότητος, του Άργους, της Επιδαύρου, της Ερμιόνης και της Τροιζήνας, που γεωγραφικά περιλαμβάνονται στον νομό Αργολίδας, στην βορειοανατολική Πελοπόννησο, σύμφωνα με την σύγχρονη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας.[1]

Στις τετρακόσιες περίπου επιγραφές που χρονολογούνται από τον 2ο π.Χ. αιώνα μέχρι και τον 4ο μεταχριστιανικό, αν και το διαθέσιμο υλικό από τα μέσα του 3ου αι. και μετά είναι ελάχιστο, μαρτυρούνται 272 πρόσωπα που φέρουν ρωμαϊκά ονόματα. Από τα πρόσωπα αυτά τα 78 ταυτίζονται είτε με γνωστούς Ρωμαίους, υπηρέτες της κεντρικής διοίκησης στην επαρχία της Αχαΐας – δεν συμπεριλαμβάνονται οι αυτοκράτορες και τα μέλη των αυτοκρατορικών οικογενειών – είτε με Έλληνες μη καταγόμενους από την Αργολίδα. Στα 272 πρόσωπα που αναφέρθηκαν θα πρέπει να προστεθούν και οι αντίστοιχοι Αργείοι, Επιδαύριοι, Τροιζήνιοι και Ερμιονείς, που έχουν ρωμαϊκά ονόματα και μαρτυρούνται σε επιγραφές προερχόμενες από άλλες ελληνικές πόλεις.

Στον 1ο αι. π.Χ. σε επιτύμβιες επιγραφές από το Άργος απαντούν πρόσωπα με ονόματα όπως Γάϊος, Λεύκιος[2], Αύλος[3] η Πρείμα[4], χωρίς gentilicium ή cognomen, ενώ τα πατρώνυμα όλων, καθώς και τα ονόματα των αδελφών ενός Αύλου και της Πρείμας είναι ονόματα ελληνικά.

Παρά τις επιφυλάξεις ορισμένων ερευνητών για το κατά πόσον τα αρσενικά τουλάχιστον ονόματα που προαναφέρθηκαν είναι πράγματι λατινικής προελεύσεως ή ελληνικής, θα πρέπει για την συγκεκριμένη χρονική περίοδο να θεωρηθεί ότι οφείλονται σε ρωμαϊκή επίδραση.[5]

Σε δύο τιμητικές επιγραφές από το Άργος, μία λατινική για τον Καικίλιο Μέτελλο, που χρονολογείται το 69/68 π.Χ.[6] και μία δίγλωσση για τον γαμβρό του Μάρκιο Ρήγα του 67/ 66 π.Χ.,[7] αναφέρονται Ιταλοί negotiatores εγκατεστημένοι στην πόλη, Italici quei Argeis negotiantur. Επομένως τουλάχιστον στο α’ μισό του 1ου αι. π.Χ. στο Άργος υπήρχε μία κοινότητα Ιταλών.[8]

Η εποχή της εγκατάστασης των Ιταλών negotiatores στο Άργος ίσως να πρέπει να συνδυαστεί με την καταστροφή του λιμανιού του Πειραιά από τον Σύλλα το 86 π.Χ. και την παρακμή των μεγάλων εμπορικών κέντρων με τις εξαιρετικά ανθηρές κοινότητες των Ιταλών και των Ρωμαίων εμπορευομένων, όπως η περίπτωση της Δήλου.

Ασφαλώς το Άργος, χωρίς να προσφέρει τα πλεονεκτήματα της Δήλου ή της Ρόδου, διέθετε ορισμένα πολύ θετικά στοιχεία που ευνοούσαν την εγκατάσταση των Ιταλών negotiatores.[9] Η πόλη διέθετε ένα πολύ καλό λιμάνι, πάνω στο δρόμο επικοινωνίας του Αιγαίου και της Ασίας με την Ιταλία και την Δύση. Η καταστροφή της Κορίνθου λειτουργεί απόλυτα θετικά στην εξέλιξη του Άργους σε κέντρο εμπορίου. Και το κυριότερο ίσως, η πόλη διέθετε πλούσια γη για καλλιέργεια και νομές.[10]

Είναι πολύ πιθανό μετά την παρακμή της Δήλου ένα μέρος των εκεί εμπορευομένων να εγκαταστάθηκε στο Άργος μεταθέτοντας εκεί τις δραστηριότητες και τα συμφέροντα τους. Κατά μίαν άποψη η συνέχεια αυτή δικαιολογεί και τη χρήση του όρου Ιταλοί / Italici, στις προαναφερθείσες αργολικές επιγραφές, σε εποχή μετά τον Συμμαχικό πόλεμο, που θεωρητικά τουλάχιστον όλοι οι κάτοικοι της Ιταλικής χερσονήσου είχαν αποκτήσει το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη. Οι έμποροι που εγκαταστάθηκαν στο Άργος θέλησαν να περιβάλουν τη νέα τους έδρα με την δύναμη και το κύρος που είχε αποκτήσει η συντεχνία τους στη Δήλο.[11]

  

 

 

Άργος, Ρωμαϊκά Λουτρά – The Roman Baths

 

  

Αυτό που φαίνεται να προκύπτει από την μελέτη του δημοσιευμένου τουλάχιστον ανθρωπωνυμικού υλικού του Άργους είναι ότι η κοινότητα των negotiatores θα πρέπει να ανέπτυξε δραστηριότητες περιορισμένης εμβέλειας και διαφορετικής ενδεχομένως φύσεως. Η σύγκριση των προσωπογραφικών και ανθρωπωνυμικών δεδομένων της Δήλου[12], αλλά και της Ρόδου[13], με αυτά του Άργους παρέχει σαφείς ενδείξεις.

Τέσσερα μόνο πρόσωπα στις επιγραφές του Άργους, που χρονολογούνται στο τελευταίο τρίτο του 1ου αι. π.Χ. ή στις αρχές του 1ου μεταχριστιανικού αιώνα, είναι φορείς των tria nomina[14]. Το παλαιότερο και μοναδικό για τα συγκεκριμένα χρονικά πλαίσια λατινικό cognomen είναι το Ινγένουος[15] και φέρεται από τον Λεύκιο Κορνήλιο Ινγένουο ή Ίνγενο, σε διαφορετική απόδοση, πρόσωπο γνωστό από δύο τιμητικές επιγραφές[16].

[ Σημείωση Βιβλιοθήκης. Τria nomina: Χαρακτηριστικά τρία ονόματα που συμπλήρωναν την ονοματοδοσία των Ρωμαίων πολιτών. Αποτελούνταν από το praenomen (το μικρό όνομα), το nomen gentilicium (το όνομα της οικογένειας ή της φυλής στην οποία ανήκε) και το cognomen (το όνομα του συγκεκριμένου κλάδου της οικογένειάς του) ή το agnomen (ένα χαρακτηριστικό προσωπικό όνομα που οφειλόταν σε κάποια ιδιότητα, ένα είδος παρωνυμίου δηλαδή).]

Είναι πιθανό ο Ινγένουος, ο οποίος τιμάται από την συντεχνία των Λεειτών, ενδεχομένως των λιθοξόων (από το λείος, λειαίνω)[17] να ανήκε ή να προερχόταν από τον κύκλο των Ιταλών. Το βέβαιο όμως είναι ότι είχε πολιτογραφηθεί και Αργείος, αφού στην δεύτερη επιγραφή που τιμάται από τον δήμο των Αργείων αναφέρεται ότι είχε διατελέσει γυμνασίαρχος, αγορανόμος, γραμματεύς, ταμίας και αγωνοθέτης[18].

Εξ ίσου πιθανή βέβαια είναι και η περίπτωση να πρόκειται για ντόπιο που οφείλει ενδεχομένως την πολιτεία στον Πόπλιο Κορνήλιο Σκιπίωνα, ταμία και αντιστράτηγο στην Αχαΐα το 25 π.Χ. περίπου,[19] και ο οποίος, αν και σε πρώιμους σχετικά χρόνους, υιοθέτησε το λατινικό cognomen. Ίσως μάλιστα η ίδια η σημασία, η ελληνική ερμηνεία, του cognomen να αποτελεί ένδειξη για την καταγωγή του.

Σε δίγλωσση επιτύμβια επιγραφή μαρτυρείται το όνομα του Μάρκου Περπέρνα Ύμνου[20], ενδεχομένως απελεύθερου[21], ο οποίος θα μπορούσε να είναι και αυτός μέλος της κοινότητας των εμπορευομένων. To gentilicium Περπέρνας, όχι συχνό στον ελλαδικό χώρο, είναι κοινό στο ονοματολόγιο των Ετρούσκων[22]. Αντίθετα το cognomen υποδηλώνει ελληνική προέλευση. Απαντάται σε κείμενα πολλών ελληνικών πόλεων ως απλό όνομα[23].

Ο ρήτορας και φίλος του Μάρκου Αντώνιου, Μάρκος Αντώνιος Αριστοκράτης, υιός Αναξίωνος[24], θα πρέπει να αναγνωριστεί σε τιμητική επίσης επιγραφή του β’ μισού του 1ου αι. π.Χ.[25]. Δεν είναι βέβαιο αν είναι Αργείος ή Αθηναίος, καθώς εκτός από την συντεχνία των Αργείων σπατοληαστών, των βυρσοδεψών (από το σπάτος), τιμάται και από τον δήμο των Αθηναίων[26]. Το βέβαιο πάντως είναι ότι υπεύθυνος για την πολιτεία του είναι ο ίδιος ο Μάρκος Αντώνιος.

Ο αριθμός των ρωμαϊκών ονομάτων στο Άργος αυξάνεται προϊόντος του 1ου αι. μ.Χ., για να γίνει ακόμα μεγαλύτερος τον 2ο αι. Τον 3ο αι. παρατηρείται μία σημαντική μείωση, άλλωστε και γενικά οι επιγραφικές μαρτυρίες ελαχιστοποιούνται, για να καταλήξουμε τελικά σε μόνο ένα όνομα στον 4ο αι. Στις επιγραφές μαρτυρούνται 15 gentilicia Αργείων, εκ των οποίων τα 6 είναι αυτοκρατορικά και φέρονται από 25 πρόσωπα. 19 ακόμα Αργείοι ανήκουν σε διαφορετικές οικογένειες.

Οι περισσότεροι από τους Αργείους που έχουν την πολιτεία ανήκουν στο γένος των Κλαυδίων. Από τους πρώτους Κλαυδίους του Άργους φαίνεται ότι ήταν ο Τιβέριος Κλαύδιος, υιός Διοδότου, Διόδοτος, αγορανόμος, γραμματέας, ιερέας και αγωνοθέτης των Νεμείων και των πρώτων Σεβαστείων σε αντικατάσταση των μέχρι τότε τελουμένων Καισαρείων[27], τον οποίον τιμούν οι Ρωμαίοι οι εν Άργει κατοικούντες.[28]

Στο ίδιο αυτό γένος ανήκουν και οι δύο από τις τρεις σημαντικές οικογένειες Αργείων των δύο πρώτων μεταχριστιανικών αιώνων του Τιβερίου Κλαυδίου Αντιγόνου, γερουσιαστή και αγωνοθέτη Νεμείων και Σεβαστείων, ο οποίος αποκτά την πολιτεία μεταξύ 49 και 54[29], και του Τιβερίου Κλαυδίου Τυχικού[30]. Η τρίτη οικογένεια είναι αυτή του Γναίου Πομπηίου Κλεοσθένη, επίσης γερουσιαστή και αγωνοθέτη[31]. Ο 2ος αι. αποτελεί περίοδο ακμής για το Άργος μετά την ευεργετική πολιτική του Αδριανού προς την πόλη και την συμμετοχή του στο Πανελλήνιο[32].

Σε αντίθεση με τις οικογένειες των Αργείων, για τις οποίες οι σωζόμενες μαρτυρίες δεν αφορούν περισσότερες από τρεις γενεές, οι μεγάλες οικογένειες της γειτονικής Επιδαύρου, τα μέλη των οποίων αρκετά νωρίς αποκτούν την ρωμαϊκή πολιτεία, έχουν μία μακρά παράδοση που ανάγεται τουλάχιστον στο α’ μισό του 3ου αι. π.Χ., και παρακολουθείται αδιάσπαστα μέχρι το τελευταίο τέταρτο του 2ου μεταχριστιανικού αιώνα[33].

Βεβαίως είναι πολύ πιθανόν αυτή η αδιατάρακτη διαδοχή των γενεών να οφείλεται στην ίδια την φύση των επιγραφών, στο σύνολο τους σχεδόν αναθηματικές και τιμητικές. Το μέγιστο μέρος του δημοσιευμένου τουλάχιστον υλικού προέρχεται από το ιερό του Ασκληπιού και ένα μικρότερο ποσοστό από το ιερό του Απόλλωνα Μαλεάτα, ένα χώρο με πανελλήνια ακτινοβολία από τον 4ο αι. π.Χ. Όπως είναι φυσικό σε τέτοιου είδους κείμενα σώζονται μαρτυρίες για πρόσωπα προερχόμενα από μία συγκεκριμένη τάξη, από ένα περιορισμένο σχετικά κύκλο, που η κοινωνική τους θέση επιτρέπει την ανάληψη του κόστους ενός αναθήματος ή ενός τιμητικού ανδριάντα και την συναναστροφή τους άμεσα ή έμμεσα με τους εκάστοτε κρατούντες. Όντας μέλη της ηγετικής τάξης της πόλης, μπορούσαν ευκολότερα να συνδεθούν με τους φορείς της ρωμαϊκής εξουσίας.

Τα στέμματα των μεγάλων οικογενειών της Επιδαύρου έχουν αποκατασταθεί από τον Fraenkel και τον Hiller von Gaertringen στους τόμους των Inscriptiones Graecae IV και IV Ι2 αντίστοιχα, ενώ ειδικά για την οικογένεια των Στατειλίων υπάρχει η πρόσφατη διεξοδική μελέτη του Α. Spawforth[34]. Στην οικογένεια των Κλαυδίων είναι πιθανή η προσθήκη της οικογένειας του Τιβερίου Κλαυδίου Πολυκράτη[35], πατέρα της Κλαυδίας Δαμαρούς[36], συζύγου του Τιβερίου Κλαυδίου Ξενοκλή[37], συγγενούς των Στατειλίων, η οποία επιτρέπει την παρακολούθηση ενός ακόμα κλάδου των Κλαυδίων μέχρι το τελευταίο τέταρτο του 2ου αι.

 

Πολυκράτης Ευάνθους

Χ

Τιβ. Κλαύδιος Πολυκράτης                      Τιβ. Κλαύδιος

                                                                              Φαιδρίας

Κλαύδια Δαμαρώ                                          Τιβ. Κλαύδιος

                                                                             Ξενοκλης

Τιβ. Κλαύδιος Φαιδρίας[38]                   Τιβ. Κλαύδιος

                                                                           Παύλος

  

Στο δεύτερο μισό του 2ου αι. τα μέλη των μεγάλων οικογενειών παύουν να κατέχουν τα αξιώματα της πόλης και εμφανίζονται νέα πρόσωπα. Με την παρακμή των παλαιών αριστοκρατικών γενών, φαινόμενο γενικότερο της εποχής, ίσως να μπορεί να συνδυαστεί και η παρακμή του ιερού, που προκειμένου να συντηρηθεί και να επισκευαστεί απαιτήθηκαν τα χρήματα του Ρωμαίου συγκλητικού Σέξτου Ιουλίου Μαΐωρος Αντωνίνου Πυθοδώρου Νυσαέως [39].

Ο πρώτος Επιδαύριος ο οποίος παίρνει την ρωμαϊκή πολιτεία θα πρέπει να είναι ο Νικάτας Σωδάμου, για να ονομαστεί Γναίος Κορνήλιος Νικάτας, ενδεχομένως στις δύο τελευταίες δεκαετίες του 1ου αι. π.Χ. Ίσως και αυτός να οφείλει την πολιτεία του στον ταμία και αντιστράτηγο της Αχαΐας Πόπλιο Κορνήλιο Σκιπίωνα. Οι Κορνήλιοι φαίνεται ότι ήταν βασικοί υποστηρικτές της αυτοκρατορικής λατρείας στην Επίδαυρο.

Ο Γναίος Κορνήλιος Νικάτας στα χρόνια του Αυγούστου θέσπισε για πρώτη φορά τα Καισάρεια και καθιέρωσε να συνεορτάζονται με τα Απολλωνιεία και τα Ασκληπιεία, αγωνοθετήσαντα πρώτον τα Απολλωνίεια και Ασκληπίεια κτίσαντά τε ταν Καισαρείων πανάγυριν και αγώνας και πρώτον αγωνοθετήσαντα, και διετέλεσε δύο φορές ιερέας της αυτοκρατορικής λατρείας. Όταν αργότερα τα Καισαρεία έγιναν Σεβάστεια, από τους τελευταίους αγωνοθέτες στην Επίδαυρο είναι ο δισέγγονος του Γναίος Κορνήλιος Φαβία Πούλχερ, ο γνωστός από επιγραφές της Κορίνθου, της Τροιζήνας, του Άργους, της Αθήνας, αρχιερέας της αυτοκρατορικής λατρείας, ελλαδάρχης και γραμματέας του Κοινού των Αχαιών[40]».

Ο γιος του Νικάτα, Γναίος Κορνήλιος Πούλχερ, είναι ο πρώτος Επιδαύριος με λατινικό cognomen, σε εποχή αρκετά πρώιμη, τουλάχιστον στην πρώτη δεκαπενταετία του 1ου αι. μ.Χ., σαφέστατη ένδειξη του εκρωμαϊσμού της οικογένειας του. Ο Πούλχερ ήταν νικητής εν κέλητι τελείω και συνωρίδί τελεία σε αγώνες του 32 / 33[41], αγωνοθέτης των Ισθμίων και των αυτοκρατορικών αγώνων του 43, ενώ τιμάται από την πόλη των Επιδαυρίων ετών οντά τεσσάρων και αγορανομήσαντα και γυμνασιαρχήσαντα εν ταις πανυγήρεσιν, αρετάς ένεκεν και ευνοία, ένδειξη της εξέχουσας θέσης της οικογένειας του και της μεγάλης επιρροής της στα κοινά.

Στην ίδια οικογένεια με τον Νικάτα ανήκει και ο Νικοτέλης Ευνόμου, αγωνοθέτης των Ασκληπιείων και των αυτοκρατορικών αγώνων του, ο οποίος είναι και ο πρώτος από τον κλάδο των Κλαυδίων που αποκτά την ρωμαϊκή πολιτεία μεταξύ 49 και 54. Στο Ασκληπιείο σώζεται η βάση των ανδριάντων που ο Τιβέριος Κλαύδιος Ευνόμου υιός Νικοτέλης ίδρυσε προς τιμή του Κλαυδίου και της Αγριππίνας.

Στην περίοδο της αρχής του Πόπλιου Μέμμιου Ρέγουλου, ανάμεσα 35 και 44, αποκτά την πολιτεία ο Τίτος Στατείλιος Τιμοκράτης, ο πρώτος από την τρίτη μεγάλη οικογένεια της Επιδαύρου, τα μέλη της οποίας διαδραματίζουν βασικό ρόλο στα κοινά μέχρι το τέλος σχεδόν του 2ου αι.

Όπως είναι φανερό ήδη από τα στέμματα του Hiller von Gaertringen οι τρεις οικογένειες των Κορνηλίων, των Στατειλίων και των Κλαυδίων αποτελούν στην ουσία τρία παρακλάδια του ίδιου βασικού κορμού. Στην πραγματικότητα είναι μία κλειστή κοινότητα στα μέλη της οποίας εναλλάσσονται τα αξιώματα της πόλης, του ιερού και όχι μόνο. Διατηρούν στενές σχέσεις με το Άργος, που στον 1ο αιώνα είναι η έδρα του συνεδρίου των Αχαιών, αξιώματα του οποίου καταλαμβάνουν, την Κόρινθο, την Σπάρτη, την Αθήνα, που ασφαλώς έχουν να τους προσφέρουν περισσότερες δυνατότητες πλουτισμού και κοινωνικής ανόδου απ’ ότι η ίδια η πόλη τους, η οικονομία της οποίας θα πρέπει και στην αυτοκρατορική περίοδο, όπως και στα κλασικά χρόνια, να ήταν κατά βάση γεωργική, ενώ μερικά από τα μέλη τους φτάνουν στο να αποκτούν αξιώματα της κεντρικής εξουσίας. Η βασική αντίληψη των αρχαίων ελλήνων, ότι κανείς μπορούσε να είναι πολίτης μίας μόνο πόλης, ως γνωστό, στους αυτοκρατορικούς χρόνους περιήλθε σε αχρηστία και η ρωμαϊκή πολιτεία κατέστη συμβατή με την πολιτεία μιας ή και περισσότερων πόλεων. Και η παλαιά αριστοκρατία της Επιδαύρου δεν θα ξέφευγε από τον κανόνα.

Λίγα είναι τα διαθέσιμα στοιχεία για τις δύο μικρότερες πόλεις της Αργολίδας, την Ερμιόνη και Τροιζήνα. Εδώ όμως το διαθέσιμο υλικό είναι πολύ μικρότερο. Οι Ερμιονείς φορείς της ρωμαϊκής πολιτείας που μπορούν να χρονολογηθούν δεν είναι παλαιότεροι από τον 2ο μεταχριστιανικό αιώνα. Από τα 20 χρονολογημένα πρόσωπα τα 18 ανήκουν στο γένος των Αυρηλίων, 1 στους Ιουλίους και 1 στους Καικιλίους.

Τέσσερα ονόματα γένους μαρτυρούνται στις επιγραφές για τους πολίτες της Τροιζήνας και συμπεριλαμβάνουν μόλις 7 πρόσωπα. Όπως και στο Άργος, παρατηρείται μία υπεροχή των Κλαυδίων, αν και με τόσο λίγο υλικό οποιαδήποτε σύγκριση είναι κάθε άλλο παρά ασφαλής. 

Σε σχέση με το σύνολο των πολιτών των τεσσάρων πόλεων που προαναφέρθηκαν και μέσα στα υπό εξέταση χρονικά πλαίσια, από τον 2ο αι. π.Χ. ως το 212, το ποσοστό των Αργείων και Επιδαυρίων που φέρουν ρωμαϊκά ονόματα πριν το διάταγμα του Καρακάλλα –συμπεριλαμβάνονται και οι αντίστοιχοι Αργείοι, Επιδαύριοι, Τροιζήνιοι και Ερμιονείς, που έχουν ρωμαϊκά ονόματα και μαρτυρούνται σε επιγραφές προερχόμενες από άλλες πόλεις – δεν ξεπερνά το 25%, ενώ είναι μερικές μονάδες μικρότερο για τους Τροιζηνίους και τους Ερμιονείς.

Τα λιγοστά ρωμαϊκά ονόματα που μαρτυρούνται στις επιγραφές της Αργολίδας μέχρι το α’ τρίτο του 1ου αι.μ.Χ., αυξάνονται σημαντικά κατά την διάρκεια του β ‘ μισού του ίδιου αιώνα, από την εποχή της αρχής του Κλαυδίου. Ο αριθμός αυτός θα αυξηθεί ακόμα περισσότερο τον 2ο αι. Όσον αφορά μάλιστα στα μέλη των παλαιών αριστοκρατικών γενών είναι φανερό ότι μέχρι το τέλος του 2ου αι. είχαν αποκτήσει στο σύνολο τους τον τίτλο του ρωμαίου πολίτη.

Όμως η αύξηση αυτή αφορά κυρίως στα ονόματα γένους. Τα cognomina ακολουθούν την ίδια μεν αύξηση, ο αριθμός τους αυξάνεται παράλληλα με τα gentilicia, αλλά το ποσοστό τους σε σχέση με τα ονόματα γένους είναι εξαιρετικά μικρό. Η προτίμηση στα ελληνικά cognomina είναι αναμφισβήτητη. Αν το λατινικό cognomen θεωρηθεί σαφής ένδειξη εκρωμαϊσμού του φέροντος, τότε ενδεχομένως η εμμονή στα ελληνικά cognomina να αποτελεί ένα επιπλέον στοιχείο για την ύπαρξη της ελληνικής εθνικότητας και της εθνικής συνείδησης.

 

Λίνα Γ. Μενδώνη

 Κέντρο Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητος

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

 

  

Υποσημειώσεις

 

 


 

 [1] Η μελέτη του ανθρωπωνυμικού υλικού της ρωμαϊκής περιόδου από την Αργολίδα εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο του έργου Nomina Romana του προγράμματος Νότιας Ελλάδας του Κέντρου Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητος του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.

 [2] Ο Λεύκιος Λευκίου, τραγικός χοροδιδάσκαλος (SEG 33 [1983] 290), αναγραφόμενος σε κατάλογο τεχνιτών από το Άργος, δεν μπορεί να θεωρηθεί με βεβαιότητα Αθηναίος (πρβλ. LGPN, s. ν. Λεύκιος, αριθμ. 5). Βλ. Ι. Στεφανής, Διονυσιακοί Τεχνίται. Συμβολές στην Προσωπογραφία του Θεάτρου και της Μουσικής των αρχαίων Ελλήνων (Ηράκλειο 1988) 282, αριθμ. 1540.

 [3] SEG 11 (1950)344· /GII2 8378 (για την χρονολόγηση της επιγραφής, Μ. Μιτσός, Αργολική Προσωπογραφία [Αθήνα 1952] 5. ν. Αύλος II).

 [4] SEG 11(1950)344.

[5] E. Kapetanopoulos, «Romanitas and the Athenian Prytaneis», AE 1981,24-25.

[6] CIL III 531.

[7] IG IV 604.

[8] J. Hatzfeld, Les Trafiquants Italiens dans Ι’ Orient Hellénique (Paris 1919) 78· η περιοχή του Κλείτορος που συζητάται από τον Hatzfeld δεν ανήκει στη σύγχρονη Αργολίδα, αλλά στην Αρκαδία. D. van Berchem, «Les Italiens d’Argos et le déclin de Délos», BCH86 ( 1962) 305 – 313 και του ιδίου, «Les Italiens d’ Argos. Un post-scriptum», BCH81 (1963) 322-324.

[9] D. van Berchem, «Les Italiens d’Argos et le déclin de Délos», όπ. π., 306.

[10] Για το ενδιαφέρον των Ρωμαίων σε θέματα γεωργίας και κτηνοτροφίας, S. Zoumbaki, «Ρωμαίοι ενγαιούντες. Römische Grundbesitzer in Eleia», Tyche 9 (1994)213-218.

[11] Πρβλ. D. van Berchem, όπ. π. (υποσημ. 8).

[12] J. Hatzfeld, «Les Italiens résidant à Délos mentionnés dans les inscriptions de l’île», BCH36 (1912) 5-218 και M.-F. Basiez, 215-224. Πρβλ. επίσης, Chr. Le Roy, «EncoreF agora des Italiens à Délos», MélangesP. Leveque 7(1993)183-208.

[13] A. Bresson, infra, 225-238.

[14] 1. Λ(εύκιος) Κορνήλιος Ίνγένουος ή «Ινγενος (= IGIV 607 και SEG 13 [1956]244). ΟΜ. Fraenkel στην έκδοση των IG αναπτύσσει το όνομα ως Λ(ούκιος)· η ανάπτυξη Λ(εύκιος) είναι μάλλον προτιμότερη λόγω της πρωϊμότητας της επιγραφής. 2. Μάρκος Περπέρνας Ύμνος (= SEG25 [1971] 370). 3. Μάρκος Αντώνιος Αριστοκράτης (= IG IV 581). 4. Μάρκος Άνταλίνιος Σιλάσιμος(=/σΐν538+641).

[15] 1. Kajanto, The Latin Cognomina (Roma 1982) 314 (= Η. Solin – Ο. Salomies, Repertorium nomimumgentilium et cognominum latinorum [Mainz 1988] 345).

[16] Βλ. ανωτέρω σημ. 14

[17] Λεεΐται videtur derivatum esse a λείος, ut forma principalis fuerit λεΐτης… quod ex itacisco mutatum est in λεΐτης. Habemus igitur praeter collegia Argiva occurrentiaen. 530,581,608 aliud: «levigantium, levigaverit quidem ligna s. lapides», M. Frankel σχόλια στην έκδοση των IG.

[18] P. Chameaux, «Inscriptions d’ Argos», BCH16 ( 1953) 400-402 και H. W. Pleket, «Three Epigraphic Notes», Mnemosyne (ser. 4) 10(1957) 141-143.

[19] PIR II2 C 1438- E. Groag, Die Römischen Reichsbeamten von Achaia bis auf Diokletian (Wien-Leipzig 1939) 113.

[20] Βλ. ανωτέρω σημ. 14.

[21] Η. Solin, Die griechischen Personennamen in Rom. Ein Namenbuch (Βερολίνο 1982) III, 1177.

[22] W. Schulze, Zur Geschichte lateinischer Eigennamen (Βερολίνο 1904)88(= H. Solin- O. Salomies,ÓJt. π., 141).

[23] Βλ. πρόχειρα LGPN1 – II, s. ν. Ύμνος. Η παλαιότερη μαρτυρία του ονόματος, όσο τουλάχιστον γνωρίζω, είναι σε επιγραφή από την αγορά των Αθηνών, που χρονολογείται στα τέλη του 3ου/αρχές 2ου αι. π.Χ., D. W. Bradeen, Inscriptions. The funerary monuments (1973) 407.

[24] Πλούταρχος, Αντώνιος 69  και P. Graindor, Athènes sous Auguste (Κάϊρο 1927) 236.

[25] Βλ. ανωτέρω σημ. 14.

[26] IG II2 3899. Πρβλ. Ε. Kapetanopoulos, The Early Expansion of Roman Citizenship into Attica during the first part of the Empire (200 B. C. -A. D. 70) [Yale 1963] (αδημ. διδ. διατριβή) 215 και Prosopographia 187.

[27] Α. Β. West, «Achaean Prosopography and Chronology», CPh 23 (1928) 258-269 και ειδικότερα 260, σημ. 2.

[28] IG IV 606.

[29] SEG28 (1978) 396 και 397. Πρβλ. Α. Β. West, όπ. π., 260-261.

[30] M. Piérart, «A propos des subdivisions de la population argienne», BCH 109 (1985) 345-356 και ειδικά 355-356 (= SEG 35 [1985] 270-271).

[31] P. Chameaux, «Inscriptions d’ Argos», BCH80 ( 1956) 598-618 και ειδικότερα 610-614 (SEG 16 [1959] 258 και 259).

[32] A. J. Spawforth – S. Walker, «The World of the Panhellenion II. Three Dorian Cities», JRS 1986, 88-105 και ειδικότερα 101-105, όπου διαπραγματεύονται την δραστηριότητα των μεγάλων οικογενειών της πόλης.

[33] F. Hiller von Gaertringen, JGIV2 1 (Βερολίνο 1929) Prolegomena, XXV, XXX-XXXI, XXXIV.

[34] «Families at Roman Sparta and Epidaurus: Some Prosopographical Notes», ABS A 80 (1985) 191-258 και ειδικότερα 248-258.

[35] IG IV2 1, 685 και 686, ο οποίος χρονικά τοποθετείται στο β ‘ μισό του 1ου αι. μ.Χ. Ο Τιβ. Κλαύδιος Πολυκράτης θα μπορούσε να είναι εγγονός του Πολυκράτους Ευάνθους (= 7GIV21,647), ο οποίος χρονολογείται στο τέλος του 1ου αι. π.Χ.

[36] IG IV2 1,678.

[37] IG IV2 1,678. Αυτός ο Ξενοκλής ταυτίζεται πιθανότατα με τον αναθέτη ενός ανδριάντα στον αξιωματούχο της εποχής του Αδριανού, Γναίο Κορνήλιο Πούλχερ (PIR IIC, 1424). Βλ. W. Peek, Neue Inshrìften aus Epidaurus, Abhandlungen der Sächsischen Akademie der Wissenschaften zu Leipzig, Band 63.5 (Λειψία 1972) 47.

[38] IG IV2 1,686.

[39] F. Hiller von Gaertringen, όπ., π., XXXIV. Ο Ρωμαίος συγκλητικός Sextus Julius Major Antoninus Pythodorus συντήρησε διάφορα κτήρια στο Ασκληπιείο και στο Ιερό του Απόλλωνος Μαλεάτα και έκτισε αρκετά νέα, Παυσανίας II. 27,6-7.

[40] PIR II2 C, 1424· για την σταδιοδρομία του Γναίου Κορνηλίου Ποϋλχερ, και κυρίως για τις δραστηριότητες του ως στρατηγός, γραμματεύς των Αχαιών και αρχιερεύς της αυτοκρατορικής λατρείας, βλ. Β. Puech, «Grands Prêtres et Helladarques d’Achaie», REA 85 ( 1983) 17-21. Πρβλ. επίσης G. Bowersock, «Some persons in Plutarch’s moralia», CQ 15 (1965)267-270.

[41] IG IV2 1, 101 και W. Peek, Inschriften aus dem Asklepieion von Epidaurus, Abhandlungen der Sächsischen Akademie der Wissenschaften zu Leipzig (Λειψία 1969) 40-41, αριθμ. 45.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Δούλοι και Κύριοι στη Ρωμαιοκρατούμενη Ελληνική Κοινωνία του Άργους

          


 

                                                                                               

Σε δύο επιγραφικά κείμενα, που βρέθηκαν στο Άργος της Πελοποννήσου, χρονολογούμενα κατά την ηγεμονία του Κλαύδιου ή ίσως λίγο μεταγενέστερα, αναφέρεται η προσωπικότητα του Τιβέριου Κλαύδιου Διοδότου, ανθρώπου που θα μπορούσε να καυχηθεί πως ήταν ο πρώτος, ίσως και ο μόνος εκείνη την εποχή, που προέβη σε διανομή λαδιού στα γυμνάσια και στα λουτρά, διανομή με αποδέκτες τόσο τους ελεύθερους, όσο και τους δούλους άνδρες της πόλης (IG IV 606). Εάν ο εν λόγω χορηγός ήταν ο πρώτος, ο Ονησιφόρος, άτομο που έδρασε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Τραϊανού, υπήρξε διάδοχός του στην πρακτική αυτή, καθώς με δικά του έξοδα διένειμε ελαιόλαδο αδιακρίτως σε κάθε γυμνάσιο και λουτρό (βαλανείον), από την αυγή ως τη δύση του ηλίου, σε ελεύθερους και σκλάβους άνδρες στην ίδια πόλη (IG IV 597).

Η χρήση του λαδιού της ελιάς στα γυμνάσια ήταν γνωστή σε όλο τον αρχαιοελληνικό κόσμο. Οι αθλητές συνήθιζαν να αλείφουν το σώμα τους με ελαιόλαδο πριν από κάθε προπόνηση ή αγώνα. Στην συνέχεια, όταν τελείωνε η άσκηση, αφαιρούσαν (απέξεαν) το ελαιόλαδο μαζί με τη σκόνη και τον ιδρώτα με ένα μεταλλικό εργαλείο, τη στλεγγίδα. Επίσης, μετά από τους αγώνες, η τεχνική μάλαξη των μυών με ελαιόλαδο βοηθούσε στην ξεκούραση του αθλητή.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αδιάκριτη παροχή του λαδιού στους άνδρες του Άργους, ελεύθερους και δούλους, και μάλιστα σε μια εποχή, την αυτοκρατορική Ρωμαιοκρατία, κατά την οποία οι κοινωνικές διακρίσεις στην Ελλάδα ήταν ιδιαίτερα έντονες. Η πρόβλεψη της παροχής ελαιολάδου σε όλο τον άρρενα πληθυσμό της πόλης χωρίς διάκριση αναδεικνύει ίσως τη σημασία που αποδιδόταν από τους ανθρώπους της εποχής εκείνης στη σωματική φροντίδα. Αυτή η τελευταία αποτελούσε εξισωτικής φύσεως παράγοντα ως προς το status των ανδρών, ελεύθερων και δούλων. Θα μπορούσε μάλιστα να λεχθεί πως το πασίγνωστο γνωμικό «νους υγιής εν σώματι υγιεί» ίσχυε και για τους ευρισκόμενους σε κατάσταση δουλείας άνδρες και ίσως έτσι αναγνωριζόταν η νοητική τους υπεροχή απέναντι στις άλλες έμψυχες ιδιοκτησίες.

Επειδή το έξοδο της προμήθειας λαδιού για τα γυμνάσια ήταν αρκετά σημαντικό, το αναλάμβανε είτε η ίδια η πόλη, είτε χορηγοί, όπως οι ανωτέρω. Ως παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί η εφηβική επιγραφή που βρίσκεται εντοιχισμένη στο μοναστήρι της Παναγίας Σισανίου στο νομό Κοζάνης (αρχαία Ορεστίς). Αυτή η επιγραφή αρχίζει με τη φράση «αλειφούσης της πόλεως…»

Οι παραπάνω χορηγίες μας δίδουν ένα δείγμα της φιλελεύθερης αντίληψης των πραγμάτων στην Ρωμαιοκρατούμενη Ελλάδα, εν αντιθέσει προς τα σκληρά Ρωμαϊκά ήθη. Θα ήταν σε θέση να ισχυριστεί κάποιος πως η χειραφέτηση των δούλων είχε ήδη ξεκινήσει από τα χώματα της Αργολίδας κατά τον 2ο μ.Χ. αιώνα και ότι το παραπάνω επίτευγμα δεν απετέλεσε κατάκτηση του 19ου αιώνα στις Αγγλοσαξονικές χώρες.

 

Αθανάσιος Ζιάκας

Φιλόλογος, Υποψήφιος Διδάκτορας ΕΚΠΑ



Πηγή


  • Clarence A. Forbes, «The education and training of Slaves in Antiquity», Transactions  and proceedings of the American Philological Association, Vol. 86, 1955, pp 321-360.

Read Full Post »

Η Διοίκηση του Άργους (Τοπική Αυτοδιοίκηση) του 19ου αιώνα


 

Γενικά

 

Στη ρωμαϊκή και στη βυζαντινή περίοδο, το Άργος διοικητικά ανήκε στην επαρχία της Αχαΐας, της διοίκησης του Ανατολικού Ιλλυρικού με πρωτεύουσα την Κόρινθο. Το 1210 το Άργος κατέλαβαν οι σταυροφόροι και απ’ το 1246-1261 ανήκε στο δουκάτο των Αθηνών, ενώ το 1397, όπως και το 1463 το κατέλαβαν οι τούρκοι.

Η Πελοπόννησος επί τουρκοκρατίας, αποτελούσε ιδιαίτερη μεγάλη διοικητική περιφέρεια (Βιλαέτι), με πρωτεύουσα αρχικά το Ναύπλιο και από το 1770 την Τριπολιτσά. Είχε επίσης δύο Υποδιοικήσεις (Σαντζάκια), το του Μορέως και του Μυστρά και 24 Επαρχίες (Καδηλίκια) με 2.000 κώμες και κωμοπόλεις, με 8 σημαντικότερες, μια εκ των οποίων ήταν το Άργος.

Το Άργος είναι μια απ’ τις αρχαιότερες πόλεις της Ευρώπης, αλλά και του κόσμου, αφού κτίστηκε γύρω στο 1856 π.Χ. Πολυάριθμα λαμπρά μνημεία του Άργους περιγράφει ο Παυσανίας, ενώ η αρχαιολογική σκαπάνη στην περιοχή του Άργους, φέρνει στο φως συνεχώς, όλο και νεώτερα ευρήματα της αρχαιότητας. Σήμερα ο Δήμος Άργους του Νομού Αργολίδος, έχει 29.505 μόνιμους κατοίκους (ΕΣΥΕ, 2003, απογραφή 2001).

 

Άργος. Η πλατεία του Αγίου Πέτρου και το κάστρο της Λάρισας, όπως φαίνονται από το Δημαρχείο του Άργους, περ. 1907.

 

 

Στοιχεία διοίκησης του κράτους

  

Η Διοίκηση του κράτους, διακρίνεται σε κεντρική και περιφερειακή και η τελευταία στην οριζόντια οργάνωση εκφράζεται σε νομούς ή περιφέρειες, οι οποίες έχουν κάθετη οργάνωση. Τα διοικητικά όργανα, κρατικά, δημοτικά, κοινοτικά και λοιπών δημοσίων οργανισμών, έχουν επίσης ιεραρχική κάθετη οργάνωση.

Τα πρόσωπα της κεντρικής διοικήσεως είναι αιρετά (πολιτικά) και διορισμένα (δημόσιοι υπάλληλοι). Η άσκηση διοικητικών αρμοδιοτήτων, από αποκεντρωμένες διοικητικές μονάδες (νομικά πρόσωπα) εκτός των κεντρικών κρατικών υπηρεσιών, με ίδια όργανα, δικό τους προσωπικό, ασκούν δοτή δευτερογενή δημόσια εξουσία και συνιστούν την Αυτοδιοίκηση, όπως είναι οι Δήμοι και οι Κοινότητες.

Οι οργανισμοί της αυτοδιοικήσεως είναι φορείς αρμοδιοτήτων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, με ίδιον προϋπολογισμό, ιδία περιουσία και υπαλλήλους και εφόσον διοικούν τοπικές υποθέσεις μιας ορισμένης εδαφικής περιοχής, καλούνται σήμερα, Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (ΟΤΑ) και εκλέγονται ελεύθερα απ’ τους πολίτες της περιοχής αυτής.

Η τοπική αυτοδιοίκηση είναι Α’ και Β’ βαθμού. Η Α’ βαθμού, αρχίζει απ’ τον Καποδίστρια και αργότερα με το Βασ. Διάταγμα 1833 με τους δήμους (αντί των κοινοτήτων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας) και κατά τα έτη 1863 με την έλευση του Γεωργίου του Α’, και διάκριση δήμων και κοινοτήτων 1912, αλλά και  με το Ν.2533/1997. Η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, η οι ΟΤΑ Β’ βαθμού συστήθηκαν με τους Νόμους 2218 και 2240 του 1994, για τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση (με όργανα τον Νομάρχη, το Νομαρχιακό Συμβούλιο και τις Νομαρχιακές Επιτροπές), με ένα νομό ή μια νομαρχία, ή διευρυμένες με περισσότερους νομούς ή νομαρχίες (Νομαρχιακά Διαμερίσματα).

Η τοπική αυτοδιοίκηση αποσκοπεί στην προαγωγή των τοπικών συμφερόντων και στην ικανοποίηση των αναγκών των κατοίκων των περιφερειών, αλλά και την καλλίτερη διοίκηση και αρμονία στις σχέσεις διοίκησης και πολιτών.

Η χώρα μας σήμερα διαιρείται σε 13 διοικητικές περιφέρειες, με προϊστάμενο διορισμένο Περιφερειάρχη, που εκφράζει την κυβέρνηση και με εκλεγμένο Περιφερειακό Συμβούλιο.*  

* Το άρθρο έχει γραφτεί το 2004 και αναφέρεται στη δομή της διοίκησης πριν την ψήφιση και εφαρμογή του « Καλλικράτειου» νόμου περί συνένωσης Δήμων και Νομαρχιών, με εκλεγμένο Περιφερειάρχη, Αντιπεριφερειάρχες  και εκλεγμένο Περιφερειακό Συμβούλιο.

 

Διοίκηση Πελοποννήσου – Άργους 19ου αιώνα

 

Με τον αγώνα της εθνεγερσίας του 1821, το 1822 ελευθερώνεται η Πελοπόννησος και σχηματίζεται την 1.1.1822, με την Α’ Εθνική Συνέλευση, η πρώτη Διοίκηση της Ελλάδος.

Το Άργος, λόγω της θέσεώς του, έπαιξε πολύ σπουδαίο ρόλο στην επανάσταση του 1821, ο Δημήτριος Υψηλάντης αυτό επέλεξε για το συνέδριό του των επαναστατών (στο αρχαίο θέατρο), ενώ στο τέλος του ίδιου έτους, άρχισε η Α’ Εθνοσυνέλευση και για ένα διάστημα το Άργος, έγινε και έδρα της Κυβερνήσεως.

Είναι δε γνωστό ότι το Άργος, είχε και πολλές και συχνές τραγωδίες, μέχρι το πέρας της επαναστάσεως. Σαν έφτασε ο Καποδίστριας στο Άργος, έγινε η Δ’ Εθνοσυνέλευση (1829), αλλά και η Ε’ μετά τη δολοφονία του. Στο έτος 1825 ο Ιμπραήμ καταλαμβάνει πάλι μέρη της Πελοποννήσου και την Αργολίδα μέχρι το 1827, ενώ στα έτη 1825 – 26 καταστρέφει το Άργος. Με τη Βασιλεία του Όθωνος, με Βασιλικό Διάταγμα του 1833 (Κυβερνητική Διαίρεση), η χώρα διαιρείται σε 10 Νομούς, ή Μερίδες και 47 κύκλους, ή επαρχίες. Την Ανώτατη διοίκηση είχε ο Νομάρχης, με το Νομαρχιακό Συμβούλιο, εκλεγόμενο απ’ τους κατοίκους του νομού και τον Έπαρχο σε κάθε επαρχία, υπαγόμενο στον Νομάρχη και το Επαρχιακό Συμβούλιο.

 

Τοπική Αυτοδιοίκηση του Άργους 19ου αιώνα

 

Το Άργος στον 19ο αιώνα, συνιστούσε την ομώνυμη Επαρχία, αλλά και ομώνυμο Δήμο του Άργους, ενώ μαζί με πέντε ακόμη επαρχίες: Ναυπλίας, Κορινθίας, Σικυωνίας, Ύδρας, Ερμιονίδος και Τροιζηνίας, αποτελούσαν τον Νομό Αργολίδος και Κορινθίας.

Το καλοκαίρι του 1821 οι Τούρκοι εγκατέλειψαν το Άργος και γίνεται προσωρινά έδρα της Γερουσίας της Πελοποννήσου, ενώ το 1822 καταλήφθηκε απ’ τους τούρκους και πάλι, με τον Δράμαλη, μέχρι την καταστροφή του στα Δερβενάκια και απ’ τον Ιμπραήμ το 1825, που το έκαψε, ενώ το 1827 το Άργος έγινε θέατρο εμφυλίων συγκρούσεων, που έπαψαν με τον ερχομό του Καποδίστρια το 1828 και την εκεί σύγκληση της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως τον Ιούνιο του 1829, ενώ μετά τη δολοφονία του, έγινε στο Άργος όπως προαναφέραμε και η Ε’ Εθνοσυνέλευση.

Με το Διάταγμα της 19 Ιουνίου 1836, το Ελληνικό Βασίλειο διαιρείται σε 30 Διοικήσεις και 18 Υποδιοικήσεις, οπότε δημιουργείται η Διοίκηση της Αργολίδος, με τρεις επαρχίες: του Άργους, της Τροιζηνίας και Ερμιονίδος, και του Ναυπλίου. Κάθε Διοικήσεως προΐσταται ένας διορισμένος Διοικητής, ο οποίος υπάγεται σε Υπουργείο του Κράτους.

Σε κάθε Διοικητή υπάγονται 18 διορισμένοι Υποδιοικητές. Με το νόμο 27.12. 1833, « περί συστάσεως δήμων», το Ελληνικό βασίλειο διαιρείται σε Δήμους και κοινότητες και το Άργος αποτελεί ένα σημαντικό Δήμο. Με τη διαίρεση του κράτους το 1833, ιδρύθηκε και η Επαρχία του Άργους, που ανήκε στον νομό Αργολίδος και Κορινθίας και είχε τους δήμους : Άργους, Αλέας, Λιμνών, Γενεσίου, Μυσίας, Λυρκείας, Οινόης, Ορνεών, Ιναχείας, Θορνακίου, Κηλώσσης, Τημενίου, Υσιών, Μυκηνών και Γυμνού, οι παλαιοί αυτοί δήμοι το 1912 έγιναν κοινότητες.

Με τον νόμο 27.12.1833, κάθε χωριό με 300 κατοίκους, μπορεί να σχηματίζει ένα δήμο, με δημοτική αρχή και κάθε υπήκοος του κράτους και η οικογένειά του είναι μέλη του δήμου. Δήμοι με 10.000 κ. και άνω είναι πρώτης τάξεως, με τουλάχιστον 2.000 κ. δευτέρας τάξεως και κάτω των 2.000 κ. τρίτης τάξεως.

Κάθε δήμος έχει δική του δημοτική αρχή, η οποία εκλέγεται απ’ τους δημότες και συνίσταται για δήμους α’ τάξεως, από τον Δήμαρχο με 4- 6 Παρέδρους και 16/μελές Δημοτικό Συμβούλιο, για δήμους β’ τάξεως από Δήμαρχο με 2- 4 Παρέδρους και 12/μελές Συμβούλιο και για δήμους γ’ τάξεως, Δήμαρχο, ένα Πάρεδρο και 6/μελές Συμβούλιο.

Το Άργος το 1837, ήταν Δήμος β’ τάξεως (περίπου 6.000 κ. ) και είχε ένα Δήμαρχο, 2- 4 Παρέδρους και 12/μελές Δημοτικό Συμβούλιο. Ο Δήμαρχος Άργους, ήταν η πρώτη εκτελεστική Αρχή του Δήμου, ενεργούσε και διεκπεραίωνε τις διοικητικές υποθέσεις, δεν είχε όμως ποινική εξουσία σε αστυνομικές παραβάσεις, ούτε δικαστική σε αμφισβητούμενες διοικητικές υποθέσεις. Ο Δήμος και οι διοικητικές του αρχές, υπάγονταν στον Έπαρχο ή Διοικητή, οι οποίοι επιτηρούσαν τη διοίκηση του Δημάρχου και του δημοτικού Συμβουλίου και έδιναν εντολές, για την εκτέλεση των νόμων.

Ο Δήμος είχε δική του δημοτική περιουσία, που εθεωρείτο ιδιοκτησία της ολομέλειας των δημοτών. Τα Επαρχιακά Συμβούλια συστήθηκαν τον Ιαν. του έτους 1837, σε κάθε επαρχία με ελεύθερες εκλογές των δήμων βάσει του Β.Δ. 18/30 Δεκ.1836. Ο αριθμός των μελών κάθε Επαρχιακού Συμβουλίου προσδιοριζόταν, απ’ τον αριθμό των δήμων της επαρχίας και την τάξη τους, με ελάχιστο αριθμό τους σε 12. Έτσι οι Δήμοι α’ τάξεως έστελναν 3 απεσταλμένους στο Επαρχιακό Συμβούλιο, οι β’ τάξεως 2 και οι γ’ τάξεως 1.

Το Άργος ήταν επαρχία β’ τάξεως και είχε δύο απεσταλμένους στο Επαρχιακό Συμβούλιο. Τα Επαρχιακά Συμβούλια απέβλεπαν στην τάξη των οικονομικών του κράτους και στη διοίκηση των επαρχιών, για τακτικότερη συμβολή στη διεύθυνση με επιτόπιο γνώση και πείρα. Η Διοίκηση της Αργολίδος είχε 24 δήμους και η Υποδιοίκηση Ερμιονίδος και Τροιζηνίας 6 δήμους.

Το 1845 οι Διοικήσεις καταργούνται και η Πελοπόννησος διαιρείται και πάλι σε νομούς, όπως προηγούμενα, τότε γίνεται ενιαίος ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας, το 1899 γίνεται μόνον νομός Αργολίδος, το 1909 ο νομός γίνεται πάλι ενιαίος Αργολίδος και Κορινθίας, όπως και το 1845. Το 1851 η Αργολίδα είχε 3 επαρχίες: του Άργους, του Ναυπλίου και της Ερμιονίδος μαζί με τις Σπέτσες, ενώ στην επαρχία του Άργους, με πρωτεύουσα το Άργος, ο Δήμος Άργους, περιελάμβανε και 7 χωριά. Το 1940 πρωτεύουσα του νομού ήταν το Άργος, ενώ απ’ το 1949 γίνεται πάλι μόνον νομός Αργολίδος, με πρωτεύουσα το Ναύπλιο, ενώ το Άργος είναι σημαντικός δήμος και αυτό ισχύει μέχρι και σήμερα.

 

Κωνσταντίνος Ι. Ρηγόπουλος

Δρ. Διοίκησης επιχειρήσεων, Δρ. Θεολογίας, Δρ. Θαλάσσιας Βιολογίας.

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Βιβλιογραφία

1. Βάλβη Αδριανού, Γεωγραφία- Κυβερνητικὴ Διαίρεσις Ελληνικού Βασιλείου (1833,

1836, 1837). Τομ. 3ος, Βιέννη, έκδοση Μπένκο, 1839.

2. Μεγάλη Γεωγραφία Άτλας της Ελλάδος. Αθήνα, Π. Δημητράκου, 1958.

3. Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Γιοβάνη. Γιοβάνη, Αθήνα, Γιοβάνη, 1980.

4. Εγκυκλοπαίδεια Δομή. Αθήνα, Δομή, 1976.

5. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα. Αθήνα, Πάπυρος, 1991.

6. Παπαρρηγοπούλου, Κ., Ιστορία Ελληνικού Έθνους, επιμ. Π. Καρολίδου, τόμ.

9ος. Αθήνα, Νίκας χ.χ.

7. Κοκκίνου, Δ., Ιστορία Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα, Μέλισσα, 1958.

8. Τρικούπη, Σπ., Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. 4ος. Αθήνα, Δημιουργία, 1996.

9. UNESCO, Ιστορία της Ανθρωπότητας, Αθήνα, Ελληνική Παιδεία, 1963.

10. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, Άργος 1963.

11. Νόμοι Τοπικής Αυτοδιοίκησης, (Β.Δ. 1833, 1836, 1863), ψήφισμα Περὶ Δήμων και

Δημαιρεσιών, Ν. 2533/1997, 2218/1994, 2240/1994. ΦΕΚ Αθήνα.

12. Το Σύνταγμα της Ελλάδος (1844, 1927, 1952, 1975, 1986). Αθήνα 1989.

 Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

 

Η ερωτική ζωή στα χρόνια του Ομήρου


 

Ο Έρωτας – Ο Πλατωνικός έρωτας – Ο γάμος: ο συζυγικός έρωτας, οικογένεια, προβλήματα, γκρίνιες – Πώς έβλεπαν οι άντρες της ομηρικής εποχής τις γυναίκες – Ο συζυγικός έρωτας και οι γκρίνιες Άλλες πτυχές της Ομηρικής ψυχής – Ο σαρκικός έρωτας, – Οι γυναίκες – Χωρισμός των γυναικών κατά κατηγορίες – To sexΤα νόθα – Απαγωγές – Ο έρωτας και το θέατρο – Sensualités raffinées (εκλεπτυσμένη ηδονή, απόλαυση) – Η ομοφυλοφιλία – Ο έρωτας σαν ποινή ή εκδίκησηΗ Ζήλεια – Αιμομιξίες

 

Ο Έρωτας

Μετά την διασφάλιση της επιβίωσης, το δεύ­τερο σημαντικό μέλημα στη ζωή ενός ο­μηρικού ήρωα ήταν ο Έρωτας. Εδώ – προς διευκόλυνση των αναγνωστών- θα πρέ­πει να χωρίσουμε το θέμα μας σε μικρότερα τμήματα, εξετάζοντας λεπτομερέστερα κάθε έκφανση της ερωτικής συμπεριφοράς.

 

Ο Πλατωνικός έρωτας

 

«Η Βρισηίς οδηγείται στον Αγαμέμνονα από τους Ταλθύβιο και Ευρυβάτη.» Τοιχογραφία του Τιέπολο στη Villa Valmarana της Βιτσέντζα (1757).

Πιστεύουμε πως στα Ομηρικά χρό­νια δεν είναι δυνατόν παρά να υπήρχε και αυτή η σπανίζουσα μορφή έρωτα. Στα Έπη απαντούμε λίγους, ελάχιστους στίχους, ό­που ο Όμηρος αναφέρεται σε κάτι που μοιά­ζει σ’ αυτό που πολύ αργότερα χαρακτηρί­στηκε «πλατωνικός έρωτας», και που δεν εί­ναι τίποτ’ άλλο από έναν έρωτα που από την αντιξοότητα των περιστάσεων δεν πρόλαβε να πάψει να είναι «πλατωνικός». Σ’ ένα τέτοιο στίχο, λοιπόν, βλέπουμε τη Βρισηίδα να οδηγείται στον Αγαμέμνονα «αέκουσα» (χωρίς την θέλησή της) (Ιλ. Α, 348). Και ήταν φυσικό γι­ατί ο Αγαμέμνονας θα μπο­ρούσε να ήταν και πατέρας της  από απόψεως ηλικίας και ή­ταν και παντρεμένος. Αντίθετα με τον Αχιλ­λέα που άφηνε, που και νεότερος ήταν και ωραίος και ανύπαντρος και ο οποίος της άρεσε.

«Νεαρούς να γλυκοκουβεντιάζουν» μας παρουσιάζει ο Όμηρος στους στίχους (Ιλ. Χ, 127) και είναι μια από τις τρυφερές εικό­νες τις τόσο σπάνιες που συναντά κανείς στους συνεχώς οργισμένους και αιματόβρεχτους στίχους της Ιλιάδας. Να ακόμη μερι­κοί, σταχυολογημένοι και από τα δύο Έπη: Η θεά Ειδοθέα, κόρη του θαλασσινού Πρωτέα, ερωτεύεται τον Μενέλαο (Οδ. α, 366), αλλά οι σχέσεις τους αυτές παραμένουν σε πλατωνικό επίπεδο, αν κρίνει κανείς από όσα αφηγείται ο Μενέλαος επί παρουσία της γυναίκας του Ελένης. Τελείως παιδιάστικη είναι η συμπεριφορά της Ναυσικάς όταν πρωτοσυναντά τον Οδυσσέα, και τη μια τον βλέπει «αείκελον» (ασκημομούρη), και την άλλη δε «θεοίσιν έοικεν» (έμοιαζε σαν θεός) (Οδ. ζ, 242).

Οδυσσέας και Ναυσικά, Christoph Amberger, 1619. Alte Pinakothek, Munich.

Η περίπτωση της Ναυσικάς πιστοποιεί για μια ακόμη φορά την αιώνια γοητεία των «γκρίζων κροτάφων» στις νεαρές ηλικίες, γιατί πουθενά ο Όμηρος δεν μας λέει αν ο Οδυσσέας ήταν ωραίος άντρας. Η Ναυσικά, παρ’ όλο τον ενθουσιασμό της, δείχνει αρ­κετά πεπειραμένη και σέβεται το τι θα πει ο κόσμος αν την δούν μ’ έναν άγνωστο (Οδ. ζ, 285). Δεν θέλει ν’ ακουστούν γι’ αυτήν τα κουτσομπολιά που η ίδια ομολογεί ότι κάνει για τις άλλες, που «ανδράσι μίσγηται, πριν γ’ αμφάδιον γάμον ελθείν», δηλαδή: «που δίχως του πατέρα τους τη γνώμη και της μάνας / και πριν ακόμη παντρευτούν με τα παλικάρια σμίγουν». (Οδ. ζ, 288).

Άγνωστο για ποιους λόγους, το πιθανό­τερο είναι για καθαρά καιροσκοπικούς, ο Ο­δυσσέας, όλως απρόσμενα για ένα πρόσωπο σαν κι αυτόν, στα αισθήματα της Ναυσικάς, κρατά μια αξιοπρεπή αρνητική στάση και περιορίζει σε στενά πλατωνικά πλαίσια, παρ’ όλες τις παροτρύνσεις του πατέρα της Αλκίνοου, που προσπαθεί να την παντρέψει την κόρη του «άρων των αρών» που λένε. Άσχετα τώρα από όλα αυτά, εννοώ τις γε­μάτες δυσπιστία σκέψεις, που μπορεί να εί­ναι χρήσιμες και απαραίτητες στην καθημε­ρινή ζωή αλλά δεν είναι διόλου ευχάριστες, ο Όμηρος στο επεισόδιο αυτό του έρωτα της Ναυσικάς για τον Οδυσσέα, βρίσκει την ευ­καιρία να γράψει ανεπανάληπτους σε χάρη και τρυφερότητα στίχους. Παρουσιάζει τη Ναυσικά ακουμπισμένη στην παραστάδα μιας πόρτας να περιμένει να βγει ο Οδυσσέας από το λουτρό. Του λέει κοιτώντας τον μ’ α­γάπη: «Καλό σου ταξίδι ξένε, και θυμήσου σαν φτάσεις / στην πατρίδα σου, πως τη ζωή σου μου χρωστάς». (Οδ. ε, 457)

Μια άλλη σκηνή γεμάτη λεπτότατο λυρισμό, είναι εκείνη του αποχαιρετισμού του Οδυσσέα και της Κίρκης. Να την δούμε πρώτα στο κείμενο και κατόπιν την μεταφράζουμε:

«Οι μεν κοιμήσαντο παρά πρυμνήσια νηός / η δε με χειρός ελούσα φίλων απονόσφιν εταίρων / εισέ τε και προσέλεκτο και εξερέεινεν έκαστα / αυτάρ εγώ τη πάντα κατά μοίραν κατέλεξα».

Και του λέει η Κίρκη: «Ταύτα μεν ουν πάντα πεπείρανται, συ δ’ άκουσον».(Οδ. μ, 231)

Και η μετάφραση:

«Τότε όλοι κοιμηθήκανε κοντά στα παλαμάρια / κι αυτή απ’ το χέρι μ’ έπιασε κι αλάργα από τους συντρόφους / με κάθισε και στρίμωνε κοντά μου και ρωτούσε / κι εγώ όλα της τα ιστόρησα με τάξη κι όπως ήταν».

Και του λέει η Κίρκη:

«Έτσι όλα αυτά τελειώσανε, μον’ άκουσέ με τώρα». Πιο γαλήνιο, πιο αξιοπρεπή χωρισμό, είναι δύσκολο να διαβάσει κανείς.

 

Ο γάμος: ο συζυγικός έρωτας, οικογένεια, προβλήματα, γκρίνιες

 

Ο γάμος με μια γυναίκα, τη νόμιμη σύζυ­γο, έπαιζε έναν ξεχωριστό και σημαντικό ρό­λο στη ζωή των Ομηρικών ανθρώπων. Στην απόφαση για ένα γάμο, έστω και ελεύθερου ανθρώπου, φαίνεται πως παρενέβαιναν και άλλοι παράγοντες, εκτός από τους συναισθηματικούς, αν υπήρχαν κι αυτοί πιθανόν οικονομικοί, ταξικοί που είναι το ίδιο. Ο Αχιλλέας περιμένει να τον παντρέψει ο πατέρας του (Ιλ. I, 393-99): «Γιατί», λέει, «ε­μένα αν γυρίσω σπίτι μου, μια φορά ο Πηλέας έπειτα, θα με παντρέψει ο ίδιος… Εκεί που βρισκόμουν ακόμα, πάρα πολύ το τραβούσε η ψυχή μου να παντρευτώ γυναίκα με στεφά­νι. Μια που να μου ταιριάζει».

Παρ’ όλον ότι ο Αχιλλέας είχε ήδη στη Σκύρο ένα γιο, τον Νεοπτόλεμο (Ιλ. Τ, 327). Κατά μείζονα λόγο αυτό ίσχυε για τα κορίτσια που έπρεπε να έ­χουν τη γνώμη του πατέρα και της μάνας τους. Αν και απ’ αυτά που λέει η Ναυσικά (Οδ. ζ, 286), δεν ήταν πάντα απαραίτητο.

 

Γάμος του Έρωτα και της Ψυχής, Πομπέο Μπατόνι (1756)

 

Τη γυναίκα το στεφάνι του γάμου την κα­θιστούσε πρόσωπο σοβαρό, που έπρεπε να έ­χει ξεχωριστή εκτίμηση. Ο Μενέλαος κατη­γορεί τους Τρώες ότι του έκλεψαν «κουριδίην άλοχον» γυναίκα δηλαδή επίσημη, νόμι­μη, στεφανωμένη, και αυτό ήταν σοβαρότε­ρο από την αρπαγή μιας οποιασδήποτε άλ­λης γυναίκας (Ιλ. Ν, 626). Να υποθέσουμε ότι η σπουδαιότητα που απέδιδαν στο πρό­σωπο της νόμιμης συζύγου, της «στεφανωμέ­νης», είχε σχέση με τη στερεή δομή της οι­κογένειας και των οικογενειακών και κοι­νωνικών δεσμών που έπαιζαν τότε, αλλά και σήμερα, τόσο σημαντικό ρόλο;

Είναι μια σκέψη. Μια άλλη είναι ότι τη νό­μιμη σύζυγο, την αγόραζαν ουσιαστικά, και η απώλειά της σήμαινε την απώλεια ση­μαντικού περιουσιακού στοιχείου. Πέραν ό­μως απ’ αυτές τις ρεαλιστικές σκέψεις, υ­πήρχαν και ηθικά παραγγέλματα, τουλάχι­στον στην επιφάνεια, όπως εκείνο του στί­χου (Ιλ. I, 341), που συμβουλεύει: «Ο γνω­στικός άντρας πρέπει ν’ αγαπάει τη γυναίκα του, κι αν ακόμα την άρπαξε στον πόλεμο». Η απουσία της γυναίκας τους τούς κόστιζε πολλαπλώς: «Γιατί κι ένα μόνο μήνα μένον­τας κανείς μέσ’ το πολύκουπο καράβι του μακριά από τη γυναίκα του στενοχωριέται» (Ιλ. Β, 292).

Και ο Σαρπηδόνας λέει στον ‘Εκτορα (Ιλ. Ε, 480), «…(άφησα στη Λυδία) γυναίκα αγα­πημένη και γιο μωρό». Η Πηνελόπη επίσης «…τον άντρα μου πο­θώ και αιώνια τον θυμούμαι» (Οδ. α, 343). Και μάλιστα τον ονειρεύεται: «Αυτή τη νύχτα πάλι εγώ, τον είχα στο πλευρό μου / ως ήταν όταν έφυγε με το στρατό και τόσο / χαιρόμουν, που είπα αληθινό, κι όχι όνειρο πως ήταν». (Οδ. γ,). Βέβαια υπήρχαν και καθυστερημένες και ύποπτες συζυγικές αγάπες. Και βλέπουμε έ­τσι την Ελένη, όταν η πλάστιγγα έγειρε προς το μέρος των Αχαιών και οι Τρωαδίτισσες άρχισαν τα μοιρολόγια, να δηλώνει χωρίς καμιά συστολή: «μα εγώ πετούσα από χαρά, γιατί είχε πια γυρίσει / μέσα η καρδιά μου, κι ήθελα στο σπίτι να γυρίσω».  (Οδ. λ, 268)

Αυτά έλεγε ξεδιάντροπα η Ελένη, οπότε αναγκάζεται ο Μενέλαος να της πει εις επήκοον όλων: «τρεις γύρους το’ φερες το κουφωτό λημέρι (το δούρειο ίππο), το ψηλαφούσες κι έκραζες των Δαναών τους πρώτους με τ’ όνομά τους, τη φωνή των γυναικών τους ίδια κάνοντας». (Οδ. δ, 277-9)

Τέλος μιαν έντονη επιθυμία ν’ αποκτήσουν γυναίκα, και μάλιστα όμορφη, είχαν και οι δούλοι (Οδ. ξ, 63). Σπίτι και γυναίκα υπόσχεται ο Οδυσσέας στον Εύμαιο και τον Φιλοίτιο αν τον βοηθούσαν να ξεκάνει τους Μνηστήρες (Οδ. φ, 213).

Όλα αυτά ήσαν βέβαια καλά και ωραία, υπό τον όρον ότι οι σχέσεις του ζεύγους ή­σαν αγαθές, κάτι που το εύχεται ο Οδυσσέας στη Ναυσικά (Οδ. ζ, 182): «Γιατί δεν έχει πιο όμορφο παρ’ όταν με μια γνώμη αγαπημένο αντρόγυνο, φρον­τίζει για το σπίτι». Φυσικά δεν έλειπαν οι mariages de raison ( Γάμοι κατά συνθήκην). Σε μια τέτοια περίπτωση η Θέτις μέμφεται την τύχη της γιατί ο Δίας την πάντρεψε με τον Πηλέα, και παραπονιέται: «υπομονεύτηκα να πλαγιάζω μ’ άνθρωπο (θνητό) / μ’ όλο που δεν το ήθελα καθόλου» (Ιλ. Σ, 433-4). Μια εξήγηση, από πολλές άλλες, είναι και γιατί το παιδί της θα γεννιόταν «θνητό».

Ο Τηλέμαχος αναχωρεί από την Πύλο, χαρακτικό του 19ου αι. του Χένρι Χάουαρντ.

Κατά την ημέρα του γάμου όλοι γιόρτα­ζαν, και χάριζαν δώρα σ’ αυτούς που έρχον­ταν να πάρουν τη νύφη (Οδ. ζ, 27). Όταν μπορούσε ο πατέρας, έδινε κάποια προίκα στην κόρη του, που παντρευόταν, υπό την μορ­φή δώρων (Ιλ. I, 290). Και μια και μιλήσαμε για δώρα, ας προσθέσουμε, πως σπουδαίο δώρο εθεωρείτο μια μαύρη προβατίνα με το αρνάκι της (Ιλ. Κ, 215). Αντίθετα η ημέρα της επιστροφής της χή­ρας, αλλ’ ασφαλώς και της ζωντοχήρας, αν και στον Όμηρο δεν αναφέρεται καμία πε­ρίπτωση διαζυγίου ή αποπομπής συζύγου, η ημέρα αυτή ήταν ημέρα συμφοράς.

Τις κατά­ρες της αποπεμπομένης χήρας, συνόδευαν η οργή των θεών και των ανθρώπων (Οδ. β, 135). Αν όμως η απερχόμενη χήρα είχε εξα­σφαλίσει την αντικατάσταση του μακαρίτη, τότε η συμπεριφορά της σκληρυνόταν. Από εκεί κει πέρα έπρεπε να καταβληθεί ειδική προσοχή και μεταχείριση. Γι’ αυτό και η Α­θηνά συμβουλεύει τον Τηλέμαχο:

 

«Μον’ ζήτα απ’ τον βροντόφωνο Μενέ­λαο να σε στείλει να βρεις ακόμα σπίτι σου την ακριβή σου μάνα, γιατί της λέν’ τ’ αδέρφια της κι ο γέρος της πατέρας να πάρει τον Ευρύμαχο, που τους Μνηστή­ρες όλους περνά στα δώρα, κι έδωσε χιλιά­δες γαμοπροίκια, μη σου τ’ αδειάσει φεύ­γοντας το σπίτι άθελά σου. Γιατί την ξέ­ρεις την καρδιά πώς είναι της γυναίκας. Το σπίτι εκείνου προσπαθεί να τ’ αρχονταίνει μόνο που θα την πάρει, και ξεχνά τα πρώτα τα παιδιά της και μήτε πια τον νοιάζεται τον πεθαμένο άντρα». (Οδ. ο,14)

 

Αλλοίμονο. Πόσα περισσότερα ήξερε η κα­ημένη η Αθηνά από όσα μαθαίναμε εμείς στο σχολειό για την «πιστή Πηνελόπη».

«Γιος του πως είμαι (του Οδυσσέα) η μάνα μου μού λέει, μα εγώ δεν ξέρω, γιατί τη φύ­τρα του κανείς δεν την γνωρίζει ο ίδιος», λέει ο μόλις εικοσαετής αλλά σοφός ήδη Τηλέμαχος στην Αθηνά (Οδ. α, 215).

 

Πώς έβλεπαν οι άντρες της ομηρικής εποχής τις γυναίκες

  

Οι γνώμες που είχαν οι άνδρες της ομηρικής εποχής για τις γυναίκες δεν ήταν πάντα κολακευτικές γι’ αυτές: «Άλλο πιο άπονο θεριό δεν έχει από τη γυναίκα» μας διαβεβαιώνει ο Αγαμέμνων (Οδ. λ, 426), και ίσως με το δίκιο του. Γι’ αυτό και συμ­βουλεύει: «Γι’ αυτό ποτέ σου μη σταθείς καλός πια σε γυναίκα / μήτε να της εμπιστευτείς το μυστικό που ξέρεις / μόν’ άλλα να της λες, κι άλλα στο νου να κρύβεις». (Οδ. λ, 441-3)

Κατά της Κλυταιμνήστρας καταφέρεται και η ψυχή του Αμφιμέδοντα – ενός από τους Μνηστήρες- «που άφησε στων θηλυκών το γένος, / φήμη κακή που να μισούν και τις καλές ακόμα».(Οδ.ω,200-2) Ο Ήφαιστος καταφέρεται εναντίον της μάνας του της Ήρας και την αποκαλεί «κυνώπιδα», δηλαδή σκυλομούρα, γιατί, επειδή ή­ταν κουτσός, τον είχε πετάξει μακριά όταν ή­ταν μικρός (Ιλ. Σ, 397). Μερικές φορές οι καταγγελίες αυτές, εί­χαν και κάποια δόση αλήθειας, κάποια βά­ση. Η Μελανθώ, επί παραδείγματι, η πιο ό­μορφη από το υπηρετικό προσωπικό των α­νακτόρων, το είχε παρακάνει. Γιατί, παρ’ ό­λον ότι η Πηνελόπη τη μεγάλωσε σαν κόρη της και της χάριζε διάφορα αξεσουάρ, αυτή η αχάριστη: «…Ευρυμάχω μισγέσκετο και φιλέεσκεν» ( Ευτυχισμένη πλάγιαζε με τον Ευρύμαχο) (Οδ. σ, 325).

Ο αναγνώστης, αν θέλει να εξηγήσει την μορφή της Πηνελόπης, θα πρέπει να ανατρέξει λίγο παραπάνω (Οδ. ο, 14), εκεί όπου ο Ευρύμαχος περιγράφεται ως εξαιρετικά γαλαντόμος και στις αγκάλες του οποίου φαίνεται ότι ήταν έτοιμη να πέσει η Πηνελόπη, και χωρίς τις παραινέσεις του πατέρα της και των αδελφών της.

 

Ο συζυγικός έρωτας και οι γκρίνιες

 

Παρ’ όλες τις πικρές γνώμες που είχαν οι άντρες για το γυναικείο φύλο, τις γυναίκες τις παντρεύονταν. Και εξακολουθούν να τις παντρεύονται ακόμη μέχρι των ημερών μας. Η πλάνη ξεκινά – ξεκινούσε μάλλον – α­πό τη ροζ εικόνα μιας γυναικούλας καθισμέ­νης με τα παιδάκια της γύρω από κάποιο τραπέζι. Αλλ’ αν κρίνει κανείς από τα συμ­βαίνοντα στα τραπέζια στον Όλυμπο, μπο­ρεί να σχηματίσει μιαν εικόνα και για το τι γινόταν στα σπίτια των κοινών θνητών. Η σκηνή, και τότε όπως και τώρα, άρχιζε πρώτα-πρώτα με μια ελαφρά γκρίνια.

Δίας και Ήρα

Ο Δίας τρέμει κυριολεκτικά τη γκρίνια της Ήρας, γιατί τόλμησε η ανιψιά του η Θέτις να του ζητήσει μια χάρη (Ιλ. Α, 51 ) και κά­νει ό,τι μπορεί για να την αποφύγει. Τελικά δεν την αποφεύγει. Η Ήρα τον είδε και ζητά να μάθει τι είπαν μεταξύ τους. Ο Δίας αρνεί­ται να δώσει εξηγήσεις και της απαγορεύει να αναμιγνύεται στις δουλειές του. Η Ήρα βγάζει μια γλώσσα τόση, τον αποκαλεί «δολομήτη», δηλαδή πανούργο (Ιλ. Α, 540-3), και ο Δίας οργίζεται. «Δαιμόνια», της λέει, «όλο νομίζεις, και ποτέ δεν έκανα κάτι χωρίς να το μάθεις. Μ’ αυτά που κάνεις δεν κερδί­ζεις παρά να βγεις περισσότερο από την καρδιά μου… Θα κάνω ό,τι μ’ αρέσει. Και κοίτα να μη σε πιάσω στα χέρια μου». (Ιλ. Α, 561 κ.ε.)

Η Ήρα «ακέουσα καθήστο», κάθισε χω­ρίς να βγάλει μιλιά (Ιλ. Α, 569). Επεμβαίνει ο γιος της ο Ήφαιστος, που λέει της Ήρας: «Σώπαινε και κάνε υπομονή, μη σου δώσει κανένα χέρι ξύλο και δεν μπορώ να βλέπω να σε δέρνουν, και μας αναποδογυρίσει το τρα­πέζι και δεν φάμε μια πιρουνιά γλυκό φαΐ» (Ιλ. Α, 570-74). Αλλά μετά τον καυγά οι σχέσεις αποκατεστάθησαν, και όταν ο Δίας πήγε να κοιμηθεί ανέβηκε στο κρεβάτι και ξάπλωσε δίπλα του και η Ήρα (Ιλ. Α, 611), και: «Une reconcilia­tion vaut toujours la peine de la dispute» ( Για μια συμφιλίωση αξίζει τον κόπο να φιλονικήσεις).

Παρ’ όλα αυτά οι σχέσεις του θεϊκού ζεύ­γους παρέμεναν πάντα τεταμένες. «Με την Ήρα δεν συγχύζομαι τόσο ούτε θυμώνω, γι­ατί πάντα συνηθίζει να εναντιώνεται σ’ ό,τι κι αν πω», καταλήγει απελπισμένος ο Δίας (Ιλ. Ε, 407). Το οξύθυμο του Διός είναι και άλλοθεν γνωστόν.

Ο Άρης μαθαίνει το θάνατο του γιου του Ασκάλαφου, και οργισμένος απει­λεί ότι θα παρακούσει τις εντολές του Δία, και θα πάει να τιμωρήσει τους Αχαιούς. Η πάντα σοφή Αθηνά τον συμβουλεύει:« Άφησε τα τώρα αυτά. Θέλεις να μας δώ­σεις τίποτα λαχτάρες; Γιατί τον ξέρεις. Είναι άξιος (ο Δίας) να αφήσει τους Τρώ­ες και τους Αχαιούς, και να’ρθη εδώ απά­νω στον Όλυμπο, και να μας αρπάξει έναν- έναν» «Ος τ’ αίτιος ος τε και ουκί» ( Αυτόν που έφταιγε και αυτόν που δεν έφταιγε). (Ιλ. Ο, 131-7)

Στους ελεεινούς αυτούς τρόπους δεν υστε­ρούσε και η γυναίκα του Δία, η Ήρα, η ο­ποία σε μια στιγμή οργίζεται με την Άρτε­μη, της παίρνει το τόξο και τη δέρνει μ’ αυτό (Ιλ. Τ, 491).

Παράλληλα όμως με τους καυγάδες, υ­πήρχαν και στιγμές γαλήνης, έστω και επι­φανειακής. Κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας απατηλής στιγμής, η Ήρα προσπαθεί ν’ α­ποκοιμήσει τον Δία, ώστε να μπορέσει να συνδράμει τους προστατευόμενούς της τους Αχαιούς, παρ’ όλον ότι ο Δίας είχε διατάξει στους θεούς αυστηρή ουδετερότητα (Ιλ. Θ, 10-1, Ξ, 311-352).

Παρφουμαρισμένη και συνοδευόμενη από τον θεό Ύπνο, με τον οποίον είχε προηγουμέ­νως συνεννοηθεί, ανεβαίνει στην κορυφή Γάργαρο της Ίδης, απ’ όπου ο Δίας παρακο­λουθούσε τα διατρέχοντα στην Τροία. (Κάτι σαν πύργο ελέγχου ας πούμε). Μόλις την εί­δε ο Δίας, ο έρωτας του θόλωσε το νου, σαν τότε που μικρά παιδιά πρωτόσμιγαν ερωτικά πηγαίνοντας κάθε τόσο στο κρεβάτι κρυφά από τους γονείς τους (Ιλ. Ξ, 295). «Πώς από δω;» τη ρωτά. Κι αυτή δίνει μιαν αόριστη και παραπλανητική απάντηση. Ότι δήθεν πάει να κάνει επίσκεψη στους θετούς γονείς της, τον Ωκεανό και την Τηθή, γιατί έχουν αρχίσει τους καυγάδες και δεν κοιμούνται πια στο ίδιο κρεβάτι, και πάει να τους συμ­φιλιώσει, και ότι ήρθε να του το πει ότι θα λείπει για να μην ανησυχεί. Ο Δίας δείχνει ό­τι πείθεται, αλλά δεν παραιτείται από το σκοπό του, και της λέει:

«Ήρα, εκεί μπορείς να πας κι αργότερα. Έλα τώρα να πλαγιάσουμε και να χαρού­με τον έρωτα, γιατί ποτέ ως τώρα δεν είχα μια τόσο έντονη ερωτική διάθεση σαν κι αυτήν, ούτε με τις άλλες – κι αναφέρει σωρεία δεσμών του με διάφορες θεές και θνητές – ούτε και με σένα». Η Ήρα φέρνει αντιρρήσεις. Όχι, όχι εδώ, γιατί μας βλέπουν. Να πάμε σπίτι, «επεί νυ τοι εύαδεν ευνή» (αφού πεθύμησες κρεβάτι) (Ιλ. Ξ, 340). Τελικά βρίσκεται μια άλλη λύση που συμβίβαζε και το επείγον του πράγμα­τος αλλά και τη σεμνοτυφία της Ήρας.

Ξα­πλώνουν πάνω στη φρέσκια χλόη, «λωτόν θ’ ερσήεντα (δροσερόν) ιδέ κρόκον, η δ’ υάκινθον» πυκνό και μαλακό, και τυλίγονται μ’ ένα χρυσό σύννεφο αδιαπέραστο από τις α­κτίνες του ήλιου, και πολύ περισσότερο από τα αδιάκριτα βλέμματα, χωρίς να σκεφτεί ο Δίας ότι τυλιγμένον μέσα στο χρυσό σύννε­φο δεν τον έβλεπαν, βέβαια, αλλά δεν έβλεπε κι εκείνος τι γινόταν στην Τροία. Δαμασμένος από τον έρωτα και τον ύπνο ο Δίας κοιμόταν ήσυχος, κρατώντας στην αγ­καλιά του την Ήρα. Ο Ύπνος, δασκαλεμέ­νος από πριν, τρέχει και ειδοποιεί τον Πο­σειδώνα που προστάτευε τους Αχαιούς. Οι τελευταίοι περνούν στην αντεπίθεση και απωθούν τους Τρώες μέχρι τα τείχη της πόλης τους.

Εκείνη τη στιγμή ξυπνά ο Δίας, πετάγεται πάνω, βλέπει τον Ποσειδώνα με το μέρος των Αργείων, αγριοκοιτάζει την Ήρα και της λέ­ει: «πολύ πρόστυχος ήταν ο δόλος σου Ήρα (Ιλ. 9,14) και δεν ξέρω αν δε σε ξαναδείρω με το λουρί. Ή μήπως ξέχασες τότε που σε κρέμασα ψηλά από τα πόδια;» Την απειλεί ότι θα της κάνει και άλλα πολλά για να σταματήσει τις απάτες, και για να δει ότι δεν θα κερδίσει τίποτα με τον έρωτα και το κρεβάτι «ην (ευνήν) εμίγης ελθούσα θεών άπο και με ηπάτησας». (Ιλ. Ο, 32-33) Η Ήρα προσποιείται την τρομαγμένη, και του ορκίζεται στο «στεφάνι» τους, «το μεν ουκ αν εγώ ποτέ μαψ ομόσαιμι» (που πάνω του ποτέ όρκο ψεύτικο δεν παίρνω) (Ιλ. Ο, 40) πως όλα αυτά τα έκανε ο Ποσειδώνας! Ο Δίας χαμογελάει και… έκτοτε η ιστορία συ­νεχίζεται.

  

Άλλες πτυχές της Ομηρικής ψυχής

 

Παρ’ όλον ότι οι ομηρικοί ήρωες και ο κόσμος τους ζούσαν σ’ ένα σκληρό περιβάλ­λον, και για να μπορέσουν να επιβιώσουν έ­πρεπε να είναι ψυχικά ανάλογα προετοιμα­σμένοι, εν τούτοις βλέπουμε και σκηνές που φωτίζουν και από άλλη πλευρά την ομηρική ψυχή. Ο Αχιλλέας αγαπάει τη μητέρα του, και το δείχνει. Σε στιγμές μεγάλης θλίψης προσεύ­χεται σ’ αυτήν (Ιλ. Α, 351). Ο Χρύσης προ­σφέρει λύτρα αμέτρητα για να πάρει πίσω τη Χρυσηΐδα, την κόρη του. (Ιλ. Α, 13)

Και σε πολλές άλλες περιπτώσεις βλέ­πουμε μέσα σ’ εκείνες τις θηριώδεις ψυχές ό­τι κρύβονταν και τρυφερότητα λίγη ή πολ­λή, κυρίως για συγγενείς εξ αίματος, πρώ­του, το πολύ και δεύτερου βαθμού. Δεν έλειπαν όμως και οι οπορτουνιστικές σκέψεις. Άλλωστε είναι κι αυτές τόσο ανθρώπινες. Η χήρα Βρισηίδα κλαίει και χτυπιέται πάνω στο νεκρό του Πάτροκλου, γιατί της είχε υποσχεθεί ότι θα… την πάν­τρευε με τον Αχιλλέα, που είχε σκοτώσει τον άντρα και τρία αδέλφια της (Ιλ. Τ, 287-98).

Υπήρχαν όμως και περιπτώσεις άγριου μίσους. Ο Αγαμέμνων παραπονείται για τη συμπεριφορά της γυναίκας του και την απο­καλεί «σκύλα» (Οδ. λ, 409). Σε μιαν άλλη σκηνή μας δίνει ο Όμηρος τη φοβερή εικό­να μιας μάνας, της Αλθαίας, να κλαίει, και γονατισμένη να χτυπάει τη γη με τα χέρια της, καλώντας τον Άδη και την Περσεφόνη να σκοτώσουν το γιο της τον Μελέαγρο, ε­πειδή της είχε σκοτώσει στη μάχη τον αδελ­φό της (Ιλ. I, 587-8).

 

Έρως και Ψυχή, γλυπτό του Αντόνιο Κανόβα (Antonio Canova)

 

 

Ο σαρκικός έρωτας, το sex 

 

Αναφέραμε πάρα πάνω τον πλατωνικό έ­ρωτα και τον συζυγικό οικογενειακό έρωτα, έτσι όπως τους απαντούμε στα Έπη. Μένει τώρα ν’ ασχοληθούμε και με τον σαρκικό έ­ρωτα, αυτόν που διεθνώς πια ονομάζουμε sex και που απασχολεί σημαντικό αριθμό στί­χων. Σ’ αυτόν τον έρωτα μπορούσε βέβαια να συνυπάρχει και η τρυφερότητα, η αγάπη, η συμπάθεια ή κάποιο άλλο ευγενές αίσθημα, αλλά δεν ήταν αναγκαίο.

 

Οι γυναίκες

 

Δίας και Δανάη

Τις γυναίκες τις αποκτούσαν ή με το σπαθί τους, και οι εκστρατείες είχαν σχεδόν απο­κλειστικό σκοπό την αρπαγή γυναικών (Οδ. λ, 403). Οι σκηνές του Αγαμέμνονα είναι γε­μάτες με γυναίκες (Ιλ. Β, 225). Και ο Αχιλλέ­ας απειλεί ότι θα φορτώσει τα καράβια του με χαλκό, χρυσάφι, σίδερο και όμορφες γυ­ναίκες, και θα φύγει για την πατρίδα του (Ιλ. I, 365). Ή τις κέρδιζαν στους αγώνες όταν έ­παθλο ήταν μια ή περισσότερες γυναίκες. Ένα αμάξι με δυο άλογα ή μια γυναίκα του κρεβατιού αθλοθετεί ο Αγαμέμνων (Ιλ. Ε, 291). Ένα τρίποδα ή μια γυναίκα αθλοθετούν όταν πεθάνει κανένας τρανός (Ιλ. Χ, 164). Ε­πτά γυναίκες που να ξέρουν λεπτές εργασίες προσφέρει ο Αγαμέμνων στον Αχιλλέα για να τον εξευμενίσει (Ιλ. I, 270), και του υπό­σχεται άλλες είκοσι μετά την κατάληψη της Τροίας. Χώρια που του χαρίζει και μια από τις τρεις κόρες του, όποια θέλει (Ιλ. I, 284).

Ένας τρίποδας με αφτιά και μια καλή γυ­ναίκα, ειδικευμένη σε λεπτές εργασίες, ορί­ζεται σαν πρώτο έπαθλο στους αγώνες αρμα­τοδρομίας που οργάνωσε ο Αχιλλέας κατά την ταφή του Πάτροκλου (Ψ, 263). Άλλοτε πάλι τις αγόραζαν, κι έτσι βλέ­πουμε τον Ιφιδάμα, να πληρώνει για τη γυ­ναίκα του, την κόρη του Κισσέα, 100 βόδια, και υπόσχεται και 1000 γιδοπρόβατα (Ιλ. Λ, 244). Την Ευρύκλεια, «που μόλις είχε βγάλει χνούδι», την αγόρασε ο Λαέρτης για 20 βό­δια (Οδ. α, 430).

Κατά κανόνα, για να πάρουν μια γυναίκα έ­πρεπε να πληρώσουν, με μοναδική εξαίρεση τον Αγαμέμνονα, που υπόσχεται να δώσει πολλά στον Αχιλλέα, αν θελήσει να παν­τρευτεί μια από τις τρεις κόρες του* (Ιλ. I, 148). Ένας από τους λόγους που οι Μνηστήρες αποφεύγουν να πάνε να ζητήσουν την Πηνε­λόπη επίσημα από τους δικούς της, τον πατέ­ρα της Ικάριο και τ’ αδέρφια της είναι και αυτός. Το ότι δηλαδή έπρεπε να πληρώσουν για να την πάρουν και μάλιστα πολλά (Οδ. β, 52), χώρια που το δικαίωμα επιλογής το είχε ο Ικάριος. Ενώ πολιορκώντας την στην Ιθά­κη, και πιο ευχάριστα περνούσαν και δεν πλήρωναν ούτε μια δραχμή.

 * Ο Αγαμέμνων αναφέρεται στις τρεις κόρες του, την Ηλέκτρα, την Χρυσόθεμι και την Λαοδίκεια. Την άλλη κόρη του, την Ιφιγένεια είχε θυσιάσει στην Αυλίδα.

 

Χωρισμός των γυναικών κατά κατηγορίες

 

Η ωραία Ελένη

Τις γυναίκες τις χώριζαν σε τρεις κατηγο­ρίες, τρεις ποιότητες. Η πρώτη περιελάμβανε τις γυναίκες του κρεβατιού, που ήσαν και οι ακριβότερες. Η δεύτερη εκείνες που ήξεραν να πάρουν τα χέ­ρια τους και να κάνουν κάποια λεπτή εργα­σία. Και τέτοιες περίφημες ήσαν οι γυναίκες της Λέσβου (Ιλ. I, 270), και της νήσου των Φαιάκων (Οδ. η, 109-10), αν και από αυτές τις τελευταίες, σκλάβες δεν αναφέρονται. Και τέλος, η τρίτη κατηγορία, όλες τις άλλες, που τις χρησιμοποιούσαν κυρίως για να αλέ­θουν στους χειρόμυλους (Οδ. υ, 110), και άλ­λες χοντροδουλειές. Μερικές προορίζονταν για πιο σύνθετες ασχολίες. Ο Αγαμέμνων θέ­λει τη Χρυσηΐδα και για να υφαίνει και για να κοιμάται μαζί του (Ιλ. Α, 31).

Εκτός από μια περίπτωση, δεν αναφέρον­ται γυναίκες σε γεωργικές εργασίες, κάτι που αργότερα ήταν ο κανόνας. Η εξαίρεση είναι εκείνη όπου η δούλα του πατέρα του Εύ­μαιου συνελήφθη από ληστές «αγρόθεν ερ­χομένη» (Οδ. β, 427). Δεν είναι αρκετά ισχυ­ρό αποδεικτικό στοιχείο, αλλά δεν έχουμε κι άλλο. Και για να σχηματίσουμε μιαν ιδέα, έστω και αμυδρά, του κόστους μιας γυναίκας θα προσθέσουμε την εξής πληροφορία. Ένας μεγάλος τρίποδας άξιζε τόσο όσο και 12 βό­δια, μια σκλάβα καλή, τέσσερα βόδια (Ιλ. Ψ, 702). Και στο Ιλ. Ψ, 752 μαθαίνουμε πως ένα βόδι άξιζε μισό χρυσό τάλαντο. Από τις πληροφορίες αυτές, κάνοντας μιαν αναγωγή του βοδιού σε πιθανή ποσότητα κρέατος, έ­χουμε μια πολύ θολή πληροφορία για το ποια ήταν η αγοραστική αξία του τάλαντου, και ποια μιας σημερινής καλής γυναίκας. Εκτός των αρετών που αναφέρθηκαν πάρα πάνω, και η παρθενία ήταν ένας συντελεστι­κός παράγων στην κοστολόγηση μιας γυ­ναίκας (Ιλ. I, 132). Ο Αγαμέμνων υπόσχεται ότι η Βρισηίδα είναι απείραχτη όταν την επιστρέφει στον Αχιλλέα, «παρ’ όλον ότι το αντίθετο είναι φυσικό να γίνεται ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες» (Ιλ. I, 276). Πλην της παρθενίας, το ανάστημα, η επι­δεξιότητα στα χέρια, το μυαλό, τα έργα, έ­παιζαν αποφασιστικό ρόλο στον Αγαμέμνο­να, και γι’ αυτό δηλώνει ότι προτιμά τη Χρυσηΐδα από την Κλυταιμνήστρα (Ιλ. Α, 113).

Τέλος και η ομορφιά ήταν ένας σημαν­τικός παράγοντας, και φυσικά όμορφες γυ­ναίκες εθεωρούντο -ποιες άλλες; – οι Μωραΐτισσες. «Αχαΐδα καλλιγύναικα» αναφέ­ρει ο Όμηρος (Ιλ. Γ, 75, 258). Και τα νιάτα, φυσικά, έπαιζαν κι αυτά το ρόλο τους. Και ο Οδυσσέας είχε την ειλικρίνεια να δηλώσει στην Καλυψώ: «Συμπάθα λατρευτή θεά. Καλά κι εγώ το ξέρω σαν πόσο φαίνεται άσχημη μπρο­στά σου η Πηνελόπη στ’ ανάστημα και τη μορφή, τις δυο σας όποιος συγκρίνει θνη­τή είναι εκείνη, μα θεά κι αγέραστη είσαι ατή σου» (Οδ. ε, 215-16)

 

To sex

 

Φαίνεται πως στο σημείο αυτό οι ομηρι­κοί ήρωες είχαν προχωρημένες αντιλήψεις. Γι’ αυτό και η Θέτις συνιστά στο γιο της Α­χιλλέα: «Αγαθόν δε γυναίκα περ’ εν φιλότητι μίσγεσθαι» ( γιατί είναι καλό να συνευρίσκεται κανείς με γυναίκα που αγαπά). (Ιλ. Ω, 130) Συμβουλή που δεν πάει χαμένη, γιατί ο Α­χιλλέας, παρ’ όλα τα κλάματα για τον Πά­τροκλο, παίρνει και τη Βρισηίδα δίπλα του, όταν πέφτει να κοιμηθεί, για να τον πάρει ο ύπνος (Ιλ. Ω, 676). Αυτή η σύσταση της Θέτιδας εύρισκε πλή­ρη εφαρμογή, όχι μόνο στους άντρες, αλλά και στις κοπέλες, για τις οποίες γράφει ο Όμηρος: «ευνή και φιλότητι, τας τε φρένας ηπεροπεύει θηλυτέρησι γυναιξί, και η κ’ ευεργός έησιν» που θα πεί: «…(το κρεβάτι και ο έρωτας) τα κάνουν αυτά, τα μυαλά των κοριτσιών να στρί­ψουν κι ας ήταν πρώτα φρόνιμα» (Οδ. ο, 421)

 

Σκηνή από συμπόσιο. Τέλος 6ου αιώνα π.χ. Βασιλικό Μουσείο Τέχνης και Ιστορίας, Βρυξέλες.

 

Τη συμβουλή που είπαμε πάρα πάνω ότι η Θέτις έδωσε στο γιο της τον Αχιλλέα, την είχε από τον πατέρα της τον Δία, του οποίου οι κατακτήσεις υπερβαίνουν σε αριθμό όλων των άλλων θεών. Μόνος του καυχόμενος α­ναφέρει τους δεσμούς του με τη γυναίκα του Ιξίονα – δεν θυμάται τ’ όνομα της – τη Δα­νάη με τα ωραία πόδια, την κόρη του Φοίνι­κα – ούτε αυτηνής θυμάται τ’ όνομα, κι ας του γέννησε τον Μίνωα και τον Ραδάμανθυ – τη Σεμέλη, την Αλμήνη, τη Δήμητρα, τη Λητώ (Ιλ. Ξ, 307-27), τη Λαοδάμεια (Ιλ. Ζ, 197), την Αντιόπη (Οδ. λ, 260).

Σκηνή από συμπόσιο, λεπτομέρεια. Τέλος 6ου αιώνα π.χ.

Όλες αυτές οι συναντήσεις, όχι μόνο του Δία αλλά και των άλλων θεών και ημιθέων, είχαν σαν αποτέλεσμα να γεννιούνται εκά­στοτε από ένα έως δύο παιδιά, γεγονός που αποδεικνύει ότι: «ουκ αποφώλιαι ευναί αθα­νάτων», που σημαίνει σ’ ελεύθερη μετάφρα­ση πως «οι θεοί δεν παίζαν στο κρεβάτι» (Οδ. λ, 249). Τελικά, από τη σωρεία των ερωτικών περιπετειών που συναντούμε στον Όμηρο αναφέρουμε: Τον Άρη με την Αστυόχη (Ιλ. Β, 515), «την ντροπαλή παρθένα που γέννησε δυο γιους όταν ανέβηκε στο ανώι να κοιμηθεί και ο θεός Άρης πήγε και πλάγιασε κρυφά μαζί της».

Τον Αγχίση με την Αφροδίτη, που γέννησαν τον Αινεία (Ιλ. Β, 8). Τον Βουκολίωνα με την Αβαρβαρίη (Ιλ. Ζ, 24), τον Βελερεφόντη με την Άντεια (Ιλ. Ζ, 159). Τον Τιθωνό με την Αυγή (Ιλ. Λ, 1· Οδ. ε, 1). Τον Σπερχειό με την Πολυδώρα (Ιλ. Π, 175). Τον Ερμή με την Πολυμήλη (Ιλ. Π, 180). Τον Ο­δυσσέα με την Καλυψώ, που ο δεσμός τους κράτησε επτά χρόνια (Οδ. α, 14, 55). Τον Ποσειδώνα με την Βόωσσα (Οδ. α, 71). Τη Δήμητρα με τον Ιασίωνα (Οδ. ε, 125).

Τον Ποσειδώνα με την Περίβοια (Οδ. η, 57). Τον Ενιπέα με την Τυρώ (Οδ. λ, 235). Τον Ποσει­δώνα με την Ιφιμέδεια (Οδ. λ, 305). Την Ερι­φύλη, που απατούσε τον άνδρα της «επί χρήμασιν» (Οδ. λ, 326). Τον Τιτυό, ο οποίος ξε­πλήρωσε στον Δία όλα τα στεφάνια που δεν σεβάστηκε, απλώνοντας χέρι στη Λητώ, την επίσημη μαιτρέσσα του Δία (Οδ. λ, 580). Ά­σε πια τους Μνηστήρες, που περιμένοντας από τριετίας να πει η Πηνελόπη το ναι έσερ­ναν τις σκλάβες «αεικελίως κατά δώματα καλά» (απρεπώς, ανάρμοστα προς τα ωραία δωμάτια) (Οδ. π, 108). Εδώ όμως σταματά το κουτσομπολιό αυτό. Αυτό το «ποιος, πού, ποιαν».

 

Τα νόθα

 

Κάτω από αυτές τις τόσο διαδεδομένες στον Ομηρικό κόσμο συναντήσεις Θεών με θνητές, και με τις συνέπειές τους, νομίζω πως θα πρέπει να δούμε τις τόσο φυσικές προγα­μιαίες ή εξωσυζυγικές σχέσεις, που τα προϊ­όντα τους έσπευδαν να τα περιβάλουν με θεϊκή ιδιότητα, για να τα προστατέψουν, και να προστατευθούν και οι ίδιες οι μητέρες, α­πό την οργή του περιβάλλοντος. Η λύση αυτή, η αναγνώριση δηλαδή της θείας επέμβασης στη γέννηση του νεογνού, απήλλασσε και τους άνδρες από την υποχρέ­ωση να παίξουν αυτόν τον δυσάρεστο ρόλο του αρσενικού τιμωρού και εκδικητή. Βόλευε όλο τον κόσμο. Και το μικρό, και τη μητέρα, και τον μη πατέρα.

Καμιά φορά, οι γείτονες ήσαν κάπως δύ­σπιστοι και είχαν αμφιβολίες για την πατρό­τητα του νεογέννητου. Όπως στην περί­πτωση της Πολυδώρας της αδελφής του Α­χιλλέα, που παρ’ όλη την επιμονή της ότι ο Μενέσθιος ήταν γιος του άντρα της του Βώρου, δεν έπεισε κανέναν. Ήταν κοινό μυστι­κό πως τον είχε συλλάβει με τον «ακούρα­στο» Σπερχειό (Ιλ. Π, 175).

Μια περίπτωση συζυγικής τρυφερότητας και αφοσίωσης είναι και η Θεανώ, που για χάρη του άντρα της Αντήνορα, του μεγάλω­σε το νόθο γιο του, εξ ίσου φροντισμένα με τα δικά της παιδιά (Ιλ. Ε, 70). Νόθος ήταν και ο Μέδοντας ο νόθος γιος του Οϊλέα, βασιλιά της Θαυμακίας (Δομοκός) (Ιλ. Β, 727), και ο Τεύκρος ο γιος του Τελαμώνα (Ιλ. Θ, 284).

Το ρεκόρ στα νόθα, το είχε ο Πρίαμος, ο ο­ποίος είχε πενήντα παιδιά, εξ ων, δέκα εννέα ομομήτρια. Τα άλλα όλα νόθα. (Ιλ. Ω, 495) Τα παιδιά, γνήσια και νόθα, συνήθως μεγά­λωναν μαζί, χωρίς διακρίσεις. Αλλά όταν ερχόταν η ώρα της διανομής της πατρικής περιουσίας «…μα λιγοστά σε μένα μου δώ­σανε στη μοιρασιά κι ένα του σπίτι μόνο» (Οδ. ξ, 210), παραπονείται στη φανταστική του διήγηση ο Οδυσσέας, που σημαίνει, πως ήταν συνηθισμένο να γίνεται έτσι στην πρα­γματικότητα.

 

Απαγωγές

 

Ο Πάρης και η ωραία Ελένη , Jacques-Louis David, 1788.

Καμιά φορά ο ερωτικός παροξυσμός ο­δηγούσε και σε απαγωγή της κόρης, η οποία φεύγουσα συναπεκόμιζε και όσα τιμαλφή προλάβαινε. Τέτοια ήταν και η περίπτωση της Ελένης, που φεύγοντας με τον Πάρι, του σηκώνει το σπίτι του Μενέλαου, αφήνοντάς του μόνο το μικρό κοριτσάκι τους την Ερμιό­νη. (Ιλ. Γ, 175) Αργότερα, νοσταλγεί τον… Μενέλαο (Ιλ. Γ, 139), και αναγνωρίζει την ά­πρεπη συμπεριφορά της, «τα αίσχεα και ανείδεά της» ( τις αισχρές και άσχημες πράξεις της). (Ιλ. Γ, 242) Οι τύψεις όμως αυτές δεν την εμποδίζουν να καταφύγει στην κρεβατοκάμαρα του Πάρι, διαμαρτυρόμε­νη καθ’ οδόν στη θεά Αφροδίτη, γιατί την… έσπρωχνε προς τα εκεί (Ιλ. Γ, 395-420). Εκεί την περίμενε ο Πάρις, ο οποίος αφού τη γλύτωσε παρά τρίχα στη μονομαχία του με το Μενέλαο, είναι τώρα εκτός εαυτού από ερω­τική διάθεση, και επίμονα απαιτεί από την Ελένη «εδώ και τώρα».

 

Ο έρωτας και το θέατρο

 

Ανυπέρβλητη σε νάζι και υποκρισία είναι η σκηνή που ακολουθεί. Η Ελένη, παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες και τις κατάρες κατά του Πάρι, που της λέει με κατεβασμένα μάτια, «όσσε πάλιν κλίνασα», τον ακολουθεί και στο σκαλιστό κρεβάτι (Ιλ. Γ, 448). Και όλα αυτά καθ’ ον χρόνον η μάχη μαινόταν έξω από τα τείχη, και ο Μενέλαος έψαχνε ανά­μεσα στους Τρώες πολεμιστές, να τον βρει. Ο Έρωτας θέλει και λίγο θέατρο.

Γι’ αυτό και ο Όμηρος βάζει τη θεά Αφροδίτη να λα­βαίνει μέρος στη… μάχη, και μάλιστα να τραυματίζεται στο χέρι (Ιλ. Ε, 335). Μεταφέ­ρεται με ασθενοφόρο της εποχής, και συγκεκριμένως με τα άλογα του Άρη, εσπευσμέ­νως στον Όλυμπο, όπου ο πατέρας της ο Δί­ας της λέει: «Δεν είναι για σε παιδάκι μου τα έργα του πολέμου. Συ τις ευχάριστες δουλειές του γάμου να κοιτάζεις». (Ιλ. Ε, 429)

Aphrodite, National Archaeological Museum of Athens

Η Αφροδίτη σαν θεά του Έρωτα ήταν ά­φθαστη σε τερτίπια ερωτικά και τις σχετικές γνώσεις, που τις διέθετε μάλιστα αφιλοκερ­δώς. Η Ήρα καταφεύγει στις συμβουλές της, προκειμένου να ξυπνήσει το συζυγικό ενδι­αφέρον του Δία (Ιλ. Ξ, 215). Το θέατρο όμως αυτό θέλει και προσοχή και δεν πρέπει να το αφήνουμε να φτάνει στα άκρα. Σε μια θεατρική χειρονομία, ο Πάρις κα­λεί σε μονομαχία τον Μενέλαο, και γλυτώνει ως εκ θαύματος (Ιλ. Γ, 69 κ.ε.).

Εκεί όμως που το θέατρο φτάνει στην αποκορύφωσή του, είναι στη σκηνή όπου ο Οδυσσέας, «επεί ουκέτι ήνδανε νύμφη», (γιατί του γύρισε η καρδιά να ζει με την νεράιδα, με δικά μας λό­για, αφού βαρέθηκε να ζει εφτά χρόνια με την Καλυψώ, κι ας ήτανε Νεράιδα), άρχισε να χρησιμοποιεί τα μεγάλα μέσα. Κατέβαινε κάτω στην παραλία, και: «Όλη μέρα κάθονταν σε βράχους σ’ α­κρογιάλια με κλάμα, πόνους, στενα­γμούς, σπαράζοντας τα στήθια». Αλλά τη νύχτα κατ’ ανάγκην, «μέσα στις όμορφες σπηλιές μαζί της εκοιμόταν, χωρίς να θέλει αυτός εκείνη το ζητούσε» (Οδ. ε, 154-5).

Τα ίδια επαναλαμβάνονται αργότερα και με την Κίρκη (Οδ. ι, 3), της οποίας δεν αρ­νείται τας αγκάλας, τη συμβουλή του Ερμή ακολουθώντας (Οδ. κ. 297), και την πρόταση της ίδιας: «να πάμε στο κρεβάτι μου μαζί να κοιμη­θούμε, το στρώμα και τ’ αγκάλιασμα κάθε υποψία να σβήσουν» (Οδ. κ, 3). Έτσι κι έγινε. «Και τότε εκεί καθίσαμε ολόκληρο ένα χρόνο» (Οδ. κ, 467).

 

Sensualités raffinées (εκλεπτυσμένη ηδονή, απόλαυση)

 

Η Πηνελόπη και οι μνηστήρες από τον John William Waterhouse (1912)

Παρ’ όλον ότι οι πολλαπλοί έρωτες που παρεμβάλλονται στα Έπη αφήνουν ελεύθε­ρο έδαφος για την παρεμβολή τολμηρών λε­πτομερειών, που τόσο ενθουσιάζουν συγ­γραφείς και αναγνώστες, εντούτοις δεν τις συναντούμε παρά ελάχιστες φορές, κι εκεί­νες υπονοούμενες. Μια φορά στην Ιλιάδα (Ιλ. Τ, 261-3), ορκί­ζεται ο Αγαμέμνων: «Μη μεν εγώ κούρη Βρισηίδι χείρ’ επέκεινα ούτ’ ευνής πρόφασιν κεχρημένος ούτε τευ άλλου αλλ’ έμεν’ απροτίμαστος ενί κλισίησιν εμήσιν».

 Μια άλλη πληροφορία που εμφανίζει τον Αχιλλέα να κοιμάται με την Διομήδη, και τον Πάτροκλο με την Ίφη στην ίδια σκηνή (Ιλ. I, 662-7), δεν μπορεί να στηρίξει κατηγορία για amours en commun (κοινοί έρωτες), αν και τίποτα δεν τους αποκλείει. Και τέλος μια τρίτη. Ασφαλώς δεν έβαλε τυχαία ο Όμηρος την Πηνελόπη να αναγνωρίζει τον Οδυσσέα, μό­νο όταν της έκανε περιγραφή του κρεβατιού τους (Οδ. ψ, 205).

Κάποια αλληγορία κρύβεται πίσω από τους στίχους αυτούς. Μόνο από τις λεπτομέρειες της περιγραφής πείθεται η Πηνελόπη για την ταυτότητα του Οδυσσέα, και: «εκείνοι τότε, στο παλιό κρεβάτι με λα­χτάρα, της παντρειάς θυμήθηκαν την ορισμένη τάξη» (Οδ. ψ, 296). Από την αποφυγή της παράθεσης τέτοιων λεπτομερειών, μπορούμε να συμπεράνουμε ό­τι τα Έπη, στη μορφή τουλάχιστον που τα κληρονομήσαμε, προορίζονταν για συντη­ρητικό ακροατήριο.

 

Η ομοφυλοφιλία

 

Άνδρας διεγείρει ένα αγόρι. Μουσείο Ashmolean, Οξφόρδη. Γύρω στα 480 π.χ.

Σ’ όλα τα Έπη συναντούμε δύο σχετικούς υπαινιγμούς. Ο πρώτος, στους στίχους (Ιλ. Ε, 266), εκεί που ο Δίας αρπάζει το ωραίο βοσκόπουλο, τον Γανυμήδη, τον γιο του Τρώα, και για αποζημίωση δίνει στον συγκαταβατικό πατέρα μια περίφημη ράτσα αλό­γων, του Αχιλλέα με τον Πάτροκλο, που και μεγαλύτερός του ήταν (Ιλ, Λ, 787) και ιατρι­κές γνώσεις είχε (Ιλ. Λ, 830). Οι υπερβολές του πένθους του Αχιλλέα για τον φίλο που έχασε, γεννούν μερικές αμ­φιβολίες. Οι πράξεις του Αχιλλέα μέχρι ποίου σημείου μπορούν να θεωρηθούν πρά­ξεις ανθρώπου οργίλου που δεν ελέγχει εαυ­τόν; Ή είναι πραγματικά δείγματα βαθειάς ερωτικής απελπισίας; Ας δούμε τους σχετικούς στίχους: Στο στίχο (Ιλ. Π, 247) ο Αχιλλέας προσεύ­χεται στο Δία «ασκηθής μοι έπειτα θοάς επί νήας ίκοιτο» (μετά την μάχη ας μου γυρίσει γερός – ο Πάτροκλος- κοντά στα γρήγορα καράβια).

Στους στίχους (Ιλ. Τ, 317 κ.ε.) στους οποί­ους, αναφερόμενος ο Αχιλλέας στις αρετές του νεκρού Πάτροκλου, λέει: «Φίλτατ’ εταίρων»… μου έφερνες νόστιμο φαγητό μέσα στη σκη­νή γρήγορα και πρόθυμα. Και παρακάτω: «αυτόν (τον Πάτροκλο) εγώ δεν θα τον ξεχάσω, ούτε ζωντανός, ούτε πεθαμένος» (Ιλ. Χ, 388) Και τώρα η πολυσυζητημένη σκηνή της εμφάνισης του φάντασματος του Πάτροκλου (Ιλ. Ψ, 69). Εμφανίζεται το φάντασμα και λέει του κοιμισμένου Αχιλλέα: «Κοιμάσαι, αλλά με ξέχασες, Αχιλλέα. Όσο ζούσα με φρόντι­ζες. Τώρα που πέθανα όχι πια. Θάψε με όσο μπορείς πιο γρήγορα για να περάσω τις Πύ­λες του Άδη». «Ζωντανοί πια δε θα συσκεφτούμε μακριά από τους αγαπημένους συν­τρόφους». Και ακόμη τον παρακαλεί: «Μη εμά σων επάνευθε τιθήμεναι οστέ, Αχίλλευ» (Τα κόκκαλά μου να μη μπουν χωριστά από τα δικά σου).  (Ιλ. Ψ, 83)

Μέχρις εδώ δεν μπορεί να βρει κανείς στη σχέση Αχιλλέα – Πάτροκλου τίποτ’ άλλο από μια μεγάλη φιλία. Οι στίχοι όμως (Ιλ. Ψ, 97) αφήνουν ανοιχτό ένα παραθυράκι: «αλλά μοι άσσον στήθι μίνυν θά περ αμφιβαλόντε αλλήλους ολοοίο τεταρπώμεθα γόοιο» (αλλά στάσου πιο κοντά μου. Για λίγο. Κι αγκαλιασμένοι ας παρηγορηθούμε κλαίγον­τας), λέει ο Αχιλλέας στο φάντασμα του Πά­τροκλου. Ένα δεύτερο παραθυράκι ανοίγουν οι στίχοι (Ιλ. Ω, 6). Ο Αχιλλέας δεν μπορεί να κοιμηθεί και στριφογυρίζει πάνω στο κρεβά­τι του: «Πατρόκλου ποθέων ανδρότητά τε και μένος ευ ηδ’ οπόσα τολύπευσε συν αυτώ και πάθεν άλγεα» (ποθώντας ή θυμούμενος τον ανδρισμό ή την γενναιότητα και το θάρρος του Πατρόκλου και όσα υπέφερε μαζί του και όσους γνώρισε πόνους).

Αν δοθεί η πονηρά ερμηνεία εις τον όρο «ανδρότητα», τότε εύκολα θα μπορούσε να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι οι θρυλικοί αυτοί φίλοι ήσαν και ομοφυλόφι­λοι. Αν όμως δώσουμε στο «ποθέων ανδρό­τητα και μένος» την ερμηνεία «νοσταλγών­τας την παλικαριά και το θάρρος, και τα όσα τραβήξανε μαζί», τότε καταπίπτει η επαρίστερος αυτή σκέψη. Αργότερα, όταν σκοτώθηκε και ο Αχιλλέ­ας, τα οστά του μπαίνουν μαζί με του Πάτροκλου, στον ίδιο αμφιφορέα, σύμφωνα με την εντολή και του Αχιλλέα και του Πατρόκλου.

Ενώ τα οστά του Αντίλοχου, που κι εκείνος ήταν από τους επιστήθιους φίλους του Α­χιλλέα, μπαίνουν χωριστά (Οδ. Ω, 76-7). Αλλά είναι τόσο δύσκολο από το λίγο φως που δίνουν τα παραθυράκια αυτά στα σκοτά­δια της ανθρώπινης ψυχής, να βγάλει κανείς ένα κατηγορηματικό συμπέρασμα! Πάντως ένα είναι βέβαιο και σαφές. Στα Ομηρικά Έπη αποφεύγουν να θίξουν το θέ­μα της ομοφυλοφιλίας, κι αυτό μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι το γνώριζαν, αλλά δεν το ευλογούσαν.

 

Ο έρωτας σαν ποινή ή εκδίκηση

  

Τα αισθήματα που υποκινούσαν τον έρωτα στους Ομηρικούς ανθρώπους δεν ήσαν πά­ντα ευγενικά. Υπάρχουν περιπτώσεις που βλέπουμε ήρωες να εμφανίζονται σαν ερω­τευμένοι, ενώ στην πραγματικότητα δεν ή­ταν. Τέτοια είναι η περίπτωση του Αχιλλέα, που την Βρισηίδα δεν την αγαπά, παρ’ ότι δηλώνει «εγώ αυτήν την αγαπούσα μέσα από την καρδιά μου, μ’ όλο που την κέρδισα με το κοντάρι μου» (Ιλ. 1,343), αλλά είναι οργι­σμένος γιατί θεωρεί τον εαυτό του ταπεινωμέ­νο (Ιλ. Α, 293). Μια δεύτερη περίπτωση είναι εκείνη που ο σοφός Νέστορας παροτρύνει τους Αχαιούς να μη βιάζονται να φύγουν και να γυρίσουν σπίτια τους «πριν τινα παρ’ Τρώων αλόχω κατακοιμηθείναι» ( πριν κανείς πλαγιάσει με κάποια Τρωαδίτισσα) (Ιλ. Β, 355).

   

Η Ζήλεια

 

Μαρμάρινο άγαλμα της Αφροδίτης που δείχνει να περιποιείται τα μαλλιά της μετά από μπάνιο. Μουσείο Ρόδου.

Λέγεται πως ο Έρωτας είναι μια από τις ευγενέστερες εκδηλώσεις της ανθρώπινης ψυχής. Συνήθως ο ένας αγαπά, ο άλλος υφίσταται την αγάπη του πρώτου. Ουαί όμως και αλλοίμονο σ’ εκείνον που θα επιχειρήσει να παρεμβληθεί σ’ αυτή την χιλιοτραγουδημένη τρυφερή σχέση. Ή και απλώς τολμήσει να ζητήσει, ο ένας από τους δύο, τη διακοπή, ή και προσωρινή αναστολή, της επιβεβλημέ­νης και αναγκαστικής αυτής αγάπης. Κάπως έτσι γεννιέται η ζήλεια. Πολλοί στίχοι του Ομήρου έχουν αφιερωθεί στην αντίθετη αυ­τή αλλά και απαραίτητη πλευρά του έρωτα. Σταχυολογούμε όσους μπορούμε.

Ο Αμύντορας, ο πατέρας του γερο-Φοίνικα, είχε οργιστεί εναντίον του γιου του από την εξής αφορμή: Ο Αμύντορας είχε στο σπίτι του μεταξύ του προσωπικού του και μια κοπελίτσα «καλλικόμοιον», κι αδιαφορούσε για τα μαραμένα κάλλη της γυναίκας του. Η τελευταία πείθει το γιο της να πλαγιάσει με την κοπελίτσα πρώτος αυτός ώστε να σιχα­θεί το γέρο. Έτσι κι έγινε. Το έμαθε όμως ο γέρος και τον καταριέται. Κι ο γιος αναγκά­ζεται να εγκαταλείψει το σπίτι (Ιλ. 1,448-75).

Ο Λαέρτης είχε αγοράσει μια νεαρή σκλά­βα «πρωτόχνουδη», με την οποία όμως απέ­φυγε να κοιμηθεί, για να μη ζηλέψει η γυ­ναίκα του η Αντίκλεια, η μητέρα του Οδυσ­σέα (Οδ. α, 430).

Η μικρή Ευρύκλεια όμως, δεν ξέρω πώς τα κατάφερε, και είχε γάλα για να θηλάσει τον Οδυσσέα όταν ήταν βρέφος (Οδ. τ, 4). Δεν ζήλευαν όμως μόνο οι άνθρωποι. Ζή­λευαν και οι θεοί. Οργισμένη η Καλυψώ τους στηλιτεύει: «Σκληροί θεοί, ζηλιάρηδες, πιο πάνω σεις απ’ όλους, / που σκάζετε με τις θεές, αν με θνητό πλαγιάσουν / κι αν ίσως κά­μει ομόκλινο κι αν πάρει στο κρεβάτι της καμιά τον ποθητό της» (Οδ. ε, 118).

Ζηλιάρης όμως ήταν και ο Δίας, που δεν θα το περίμενε κανείς. Έτσι, κι όταν η Δή­μητρα… «πήγε σε βαθυχόρταρο χωράφι να πλαγιά­σει / με τον Ιασίονα αγκαλιά, καμένη από την αγάπη / τόμαθε ο Δίας στη στιγμή, και μ’ ένα αστροπελέκι / καυτό χτυπώ­ντας τούσβησε τη νιότη του κι εκείνου. / Τώρα έτσι πάλε σκάσατε, θεοί, μαζί μου, πόχω / άνδρα θνητόν…», τους καταμαρ­τυρεί η Πηνελόπη (Οδ. ε, 125).

Λόγους να ζηλεύει και ν’ ανησυχεί είχε και ο Αγαμέμνων. Γι’ αυτό κι όταν έφευγε για την Τροία, ανέθεσε σ’ έναν τραγουδιστή, άνθρωπο της εμπιστοσύνης του, την παρα­κολούθηση της γυναίκας του Κλυταιμνή­στρας. «Κι όταν μια μέρα η μοίρα της την έ­σπρωξε να πέσει / (στην αγκαλιά του Αί­γισθου) πέταξε τον τραγουδιστή / σ’ ερη­μονήσι απάνω / κι εκεί τον άφησ’ άσπλα­χνα, τα όρνια να τον φάνε» (Οδ. γ, 24).

Μια περίπτωση που ίσως πρέπει να μας α­πασχολήσει περισσότερο, είναι η ξέφρενη ζήλεια που νιώθει ο Οδυσσέας κυρίως για «τας δμωάς του» ( τις δούλες του). (Οδ. η, 225)

Η πρώτη σκέψη που τον απασχολεί, δεν είναι: τι έκανε η γυναίκα του, αλλά θέλει να μάθει «των γυναικών τη γνώμη». Ποιες γυναίκες τον ατιμάζουν και ποιες όχι (Οδ. π, 304, τ, 497, τ, 500). Όχι μόνον αυτός, αλλά και ο γιος του ο Τηλέμαχος, δείχνει ξεχωριστό ενδιαφέρον για τις ερωτοτροπίες των νεαρών κοριτσιών που είχαν σαν σκλάβες στ’ ανά­κτορα. Μεταμφιεσμένος ο Οδυσσέας, άκου­γε τις δούλες που ξεπόρτιζαν το βράδυ, και «ένδον η κραδίη (του) υλάκτει», και δεν του πήγαινε ύπνος από τη ζήλεια του (Οδ. υ, 5-10).

Η ερμηνεία που δίνει ο Όμηρος μπερδεύ­ει αντί να ξεδιαλύνει τα πράγματα: «Κι ως τρέχει η σκύλα ολόγυρα στα τρυ­φερά κουτάβια / σα νιώσει ξένο κι αλυ­χτά κι ορμά να τον δαγκώσει / έτσι αλυ­χτούσε κι η καρδιά στα στήθια του Δυσσέα / κι έβραζε τις παράνομες δουλειές αυ­τές να βλέπει» (Οδ. υ, 14-7). Κάτι τέτοιο επαναλαμβάνει απευθυνόμε­νος στους Μνηστήρες λίγο πριν αρχίσει ο φόνος τους (Οδ  . χ, 37).                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                             

Αυτή η ζήλεια είναι εκείνη που οδήγησε τον Οδυσσέα στην απόφαση να καταδικάσει εις θάνατον τις δώδεκα κοπέλες, τα δουλάκια, του υπηρετικού προσωπικού των ανα­κτόρων, με μόνη την κατηγορία ότι «μ’ αγά­πες σμίγανε κρυφά με τους Μνηστήρες» (Οδ. χ, 464). Απόφαση που σπεύδει με ικανοποί­ηση να εκτελέσει ο γιος του Τηλέμαχος, και τις κρεμάει σαν τσίχλες. Κι αυτές λίγο τα πό­δια τίναξαν και πέταξε η ψυχή τους» (Οδ. χ, 473). Γιατί όμως; Τραυματισμένος εγωισμός του αρσενικού; Είναι πολύ πιθανόν, γιατί βλέπουμε και τον Τηλέμαχο να ζηλεύει: «…και προτιμώ να πέσω να πεθάνω / παρά τις άνομες δουλειές αυτές να βλέπω πάντα / …τις δούλες / αδιάντροπα να σέρνετε μέσ’ τ’ όμορφο παλάτι», λέει απευθυνόμενος στους Μνηστήρες (Οδ. γ, 316-9).

Στη συγχορδία αυτή της ζήλειας που παί­ζεται στ’ ανάκτορα μπαίνει και η Ευρύκλεια, η οποία στην επίμονη ερώτηση του Οδυσσ­έα· «Μόν’ έλα τώρα να μου πεις, απ’ του σπι­τιού τις δούλες / ποιες τι ψωμί μου ατίμασαν, και ποιες δεν έχουν κρίμα» (Οδ. χ, 417-8), α­παντά: «Πενήντα στο παλάτι σου έχεις γυναίκες δούλες / …/δώδεκα απ’ όλες έπεσαν σ’ αδιαντροπιά μεγάλη» (Οδ. χ, 421- 4). Κι εδώ ο αναγνώστης βλέπει τον Οδυσσέα να ενδιαφέρεται για το τι έκαναν οι δούλες.

Κι ενώ μπορούσε να ρωτήσει τη γριά Ευρύ­κλεια στην οποίαν είχε και κάθε εμπιστοσύ­νη, για το τι έκανε η Πηνελόπη με τους τό­σους Μνηστήρες, δεν το κάνει, αποφεύγει να μάθει την αλήθεια, συμβιβάζεται με τη βο­λική και αόριστη σκέψη «ότι ήθελαν να του πάρουν το ταίρι του», και δίνει μια καθαρή εικόνα ενός bon mari. Και η Πηνελόπη καταλαμβάνεται από μια τέτοια άγρια ζήλεια εναντίον της όμορφης Μελανθώς, αλλά εκείνη ήταν καθαρή αντι­ζηλία, γιατί η Μελανθώ κοιμόταν με τον Ευρύμαχο (Οδ. σ, 32). Αυτά όμως τα είπαμε πά­ρα πάνω.

Η ζήλεια ήταν μια έκρηξη τραυματισμένου εγωισμού. Τις δούλες όμως τις αγόρα­ζαν, όπως άλλωστε και τη σύζυγο, και απο­τελούσαν περιουσιακό στοιχείο. Οι Ομηρι­κοί ήρωες θα είχαν κάθε λόγο να το βλέπουν να πολλαπλασιάζεται, γιατί το παιδί της δού­λας ήταν κι εκείνο δούλος γεννημένος. Γιατί λοιπόν, όχι μόνο δεν το επεδίωκαν, αλλά και αυστηρά το απαγόρευαν; Εκτός από την ψυχολογική εξήγηση που έ­γινε δεκτή πάρα πάνω, θα πρέπει, νομίζω, να δεχθούμε ακόμη ότι ο ανεξέλεγκτος αριθμός γεννήσεων μέσα σ’ ένα κοινωνικό πυρήνα δημιουργούσε ανεπιθύμητα προβλήματα όχι μόνο επισιτιστικά, αλλά και κοινωνικής ισορροπίας.

Aphrodite and Eros (Pellegrini)

Από τις πιο σπαρταριστές σκηνές ζήλειας στον Όμηρο, είναι εκείνη του Ηφαίστου – Αφροδίτης – Άρη. Θα την αφηγηθούμε πε­ριληπτικά, γιατί είναι λίγο μεγάλη (Οδ. θ, 265 κ.ε.): Ο Άρης «παρασύρει» την Αφροδί­τη και ατιμάζουν το στρώμα του άντρα της του Ηφαίστου. Τους βλέπει όμως ο Ήλιος «μιγαζομένους φιλότητι», και το λέει του Ηφαίστου. Θυμώνει ο απατημένος σύζυγος και αποφασίζει να τους συλλάβει έπ’ αυτο­φώρω. Και αρχίζει να κατεβαίνει ένα-ένα τα σκαλοπάτια της ζήλειας.

Πρώτα, πιάνει και φτιάχνει ένα αόρατο και άθραυστο δίχτυ και τυλίγει μ’ αυτό, πάνω κάτω και ολόγυρα, το συζυγικό κρεβάτι, και λέει της γυναίκας του ότι έχει δουλειές στη Λήμνο και ότι θα λείψει μερικές ημέρες. Δεν είχε επιβιβαστεί καλά- καλά στο καΐκι, όταν ο Άρης πηγαίνει στο σπίτι του, βρί­σκει την Αφροδίτη, και χωρίς περιστροφές της λέει: «Δεύρο, φίλη, λέκτρον δε τραπείομεν ευνηθέντες» (Έλα, αγάπη μου, και πάμε στο κρεβάτι να ξαπλώσουμε). «Είπε, κι εκεί­νη με χαρά να κοιμηθούν ποθούσε / και στο κρεβάτι ανέβηκαν γλυκό να πάρουν ύπνο».

Μπλέκονται όμως στα δίχτυα του Ηφαίστου και δεν μπορούν πια να αποχωριστούν.

Ο Ήφαιστος επιστρέφει, στέκεται στην εξώπορτα και βάζει τις φωνές, καλώντας τον κόσμο να είναι μάρτυρας της διαπραττομένης μοιχείας, διότι φαίνεται ότι από τότε η Δικονομία απαιτούσε να υπάρχει το στοιχείο του nudus ad nudam ( γυμνός ενώπιον γυμνής). «Ελάτε να δείτε τα ρεζιλίκια (έργα γελα­στά) τ’ ανυπόφορα / που εμένα του σακά­τη μου κάνει η Αφροδίτη / …/ Δέστε πώς κοιμούνται αγκαλιασμένοι / ανεβασμέ­νοι πάνω στο κρεβάτι μου». Από το σημείο αυτό και πέρα ο Ήφαιστος τα σκαλοπάτια της ζήλειας τα κατεβαίνει δύο-δύο. Τους κρατά δεμένους ώσπου να έρ­θει ο Δίας, να δει τα χάλια της κόρης του της ξετσίπωτης (κυνώπιδος), και… του επιστρέ­φει τα δώρα που της είχε κάνει. 

Σε λίγο αρχίζουν να μαζεύονται οι θεοί. Από σεμνοτυφία οι θεές δεν πήγαν να δούν το θέαμα (Οδ. ε, 324). Οι θεοί βλέποντας τους δύο μοιχούς δεμένους χωρίς να μπορούν να ξεκολλήσουν ο ένας από τον άλλον, ξεραί­νονται στα γέλια, και αναρωτιούνται μεταξύ τους:

«Θάθελες τάχα στα σφιχτά δεσμά πιασμένος νάσαι / αν στο κρεβάτι πλάγιαζες με τη χρυσή Αφροδίτη;» Και ο άλλος απαντά: «Μακάρι αυτό να γίνονταν, κι ας ήμουν τυλιγμένος / με δίχτυα τρεις φορές πε­ρισσότερα / κι όλοι ας κοιτάζανε οι θεοί με τις θεές, εγώ όμως / στην αγκαλιά μου τη χρυσή Αφροδίτη νάχω».

Νέα γέλια των θεών υποδέχονται την απά­ντηση. Επεμβαίνει ο Ποσειδώνας, και προ­τείνει να δοθεί από τον Άρη μια αποζημίω­ση στον Ήφαιστο, και αυτός να τον λύσει, και εγγυάται ο ίδιος την πληρωμή της απο­ζημιώσεως. Ο Ήφαιστος δέχεται και λύνει τους μοιχούς. Πετιούνται απάνω, κι ο Άρης φεύγει για τη Θράκη, «κι η Αφροδίτη γελα­στή κατά την Κύπρο πήγε» (Οδ. ε, 362).

 

Αιμομιξίες

Το φαινόμενο αυτό που δεν λείπει από κα­μιά κοινωνία, στον Όμηρο το απαντούμε τρεις φορές. Μια τότε που ο Όμηρος γράφει ότι ο Δίας ήταν αδελφός και σύζυγος της Ή­ρας (Ιλ. Σ, 35). Μια δεύτερη, που ο Αίολος παντρεύει τους γιους του με τις κόρες του (Οδ. κ. 7), και μια τρίτη, του Αλκίνοου που είχε παντρευτεί την ανιψιά του την Αρήτη, κόρη του αδελφού του Ρηξήνορα (Οδ. η, 65).

 

Τάκης Μαύρος.

Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, τ. 111-114, Μηνιαία έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1997.


Read Full Post »

Διόδια Εθνικών Οδών επαρχίας Άργους 1867


 

 Περί επιβολής διοδίων εις την μεταξύ Ναυπλίου και Άργους  εθνικήν αμαξιτήν οδόν.

 Περί επιβολής διοδίων της από Τριπόλεως εις Μύλους Ναυπλίας εθνικής οδού. 

 

Τα διόδια στους εθνικούς δρόμους δεν είναι βέβαια σύγχρονη εφεύρεση. Αντίθετα μάλιστα υπήρξε αρκετά παλαιά. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας κάποιο ποσό, ανάλογο με τα σημερινά διόδια αλλά για άλλη αιτία (την ασφάλεια των δρόμων), πληρωνόταν στους Δερβενατζήδες, στα στενά περάσματα των οδικών αρτηριών (τα Δερβενάκια). Μετά την ανεξαρτησία και αφού με Βασιλικά Διατάγματα καθορίστηκαν ποιοι δρόμοι είναι εθνικοί θεσμοθετήθηκαν τα πρώτα διόδια.

Τα διόδια έβγαιναν σε πλειοδοσία είτε εισπράττονταν με αυτεπιστασία. Αρμόδιοι υπάλληλοι τοποθετούνταν σε επίκαιρα σημεία (Σταθμούς) για την είσπραξή τους. Στα σημεία αυτά, όταν ήσαν στις εισόδους των πόλεων, ήσαν εγκατεστημένοι φοροεισπράκτορες για τη φορολογία των μεταφερομένων προς πώληση προϊόντων.

Μνήμη αυτών των σημείων είναι και το τοπωνύμιο «Φόρος» (π.χ. παρά τον Άγιο Βασίλειο του Άργους). Ο θεσμός των διοδίων, με τις ανάλογες μεταρρυθμίσεις, διατηρήθηκε ως τις μέρες μας. Ας δούμε, λοιπόν, τα περί το Άργος διόδια, όπως ακριβώς δημοσιεύτηκαν στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της εποχής τους:

 

ΔΙΑΤΑΓΜΑ

Περί επιβολής διοδίων εις την μεταξύ Ναυπλίου και Άργους

εθνικήν αμαξιτήν οδόν.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α’.

ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

 

Λαβόντες ύπ’ όψιν τ’ άρθρα 27 και 28 του από 16 Δεκεμβρίου 1867 ΣΞΓ’. περί οδοποιίας Νόμου, επί τη προτάσει των Ημετέρων επί των Εξωτερικών και Οικονομι­κών Υπουργών, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν.

Άρθρον 1.

Επί των ιππασίμων, φορτηγών και υποζυγίων ζώων των διαβαινόντων την από Ναυπλίου εις Άργος ή τανάπαλιν άγουσαν εθνικήν αμαξιτήν οδόν και έχουσαν μήκος (10) δέκα σταδίων, επιβάλλονται διόδια επί τριετίαν ως εξής:

α’.) Δι’ έκαστον ίππον, ήμίονον, μετά ή άνευ φορτίου μετά ή άνευ ιππέως λεπτά (8) οκτώ.

β’.)  Δι’ έκαστον όνον, ωσαύτως, λεπτά (5) πέντε.

γ’.) Δι’ έκαστον βούν προς εμπορίαν ή κρεουργίαν λεπτά (10) δέκα.

δ’.) Δι’ έκαστον προς εμπορίαν ή κρεουργίαν πρόβατον αίγα, χοίρον και λοιπά μικρά ζώα λεπτά (2) δύο.

ε’.) Δι’ έκαστον δίτροχον ή τετράτροχον όχημα, συρόμενον ύφ’ ενός ίππου ή ημιόνου λεπτά (10) δέκα.

ς’.) Ωσαύτως συρόμενον υπό δύο ίππων, λεπτά (15) δεκαπέντε.

ζ’.) Δι’ έκαστον περιπλέον ίππον εζευγμένον εις τα ειρημένα οχήματα λεπτά (5) πέντε.

η’.) Δι’ εκάστην φορτηγόν δίτροχον άμαξαν, συρομένην υφ’ ενός ίππου ή ημιόνου ή δύο βοών, εάν μέν η άμαξα η κενή λεπτά (8) οκτώ, εάν δε έχη φορτίον λεπτά (15) δεκαπέντε.

θ’.) Δι’ εκάστην τοιαύτην τετράτροχον άμαξαν, συρομένην υπό δύο ίππων ή ημιόνων ή τεσσάρων βοών, εάν μέν η κενή, λεπτά (10) δέκα, εάν δε έχη φορτίον λεπτά (20) είκοσι.

ι’.) Δι’ έκαστον περιπλέον ίππον ή ημίονον ή ζεύγος βοών, κενής της αμάξης λεπτά (2) δύο, μετά φορτίου λεπτά (5) πέντε.

ια’.) Δι’ έκαστον όνον, εζευγμένον εις άμαξαν λεπτά (5) πέντε.

Τετράτροχος άμαξα συρομένη υφ’ ενός ίππου ή ημιόνου ή δύο βοών εξομοιούται προς δίτροχον.

  Άρθρον 2.

Τα διόδια ταύτα πληρόνονται και όταν τα ζώα εν μέ­ρει διέλθωσι την οδόν ταύτην.

Άρθρον 3.

Τα διόδια εκμισθούνται δι’ άπασαν την τριετίαν ή εισπράττονται δι’ επιστασίας, εάν η δοθείσα κατά την δημοπρασίαν προσφορά δεν θεωρηθή υπό του Ημετέρου επί των Οικονομικών Υπουργού συμφέρουσα τω δημοσίω.

Άρθρον 4.

Η είσπραξις των διοδίων γίνεται εις τους σταθμούς τους οποίους θέλει προσδιορίσει η διακήρυξις της εκμισθώσεως, ή δε τριετία άρχεται από 1 Ιανουαρίου 1871.

Άρθρον 5.

Η δημοπρασία ενεργείται κατά τας διατάξεις του από 30 Απριλίου 1855 Β. Διατάγματος, του εκδοθέντος προς εκτέλεσιν του υπό στοιχ. ΣΟΖ’. παγίου φορολογικού Νόμου.

Άρθρον 6.

Το μίσθωμα διαιρούμενον εις 36 ίσας δόσεις, πληρόνεται εις το αρμόδιον ταμείον του Κράτους κατά την πρώτην εκάστου μηνός, προκαταβαλλομένης της πρώτης δόσεως, άμα κοινοποιηθή αρμοδίως εις τον μισθωτήν η έγκρισις του Υπουργείου των Οικονομικών.

Εις τους Ημετέρους επί των Εσωτερικών και Οικονομικών Υπουργούς ανατίθεται η δημοσίευσις και εκτέλεσις του παρόντος Διατάγματος.

Εν Κερκύρα τη 1 Σεπτεμβρίου 1870.

Γεώργιος.

               Δ. Χρηστίδης.                                                  Δ. Δρόσος.

 (ΦΕΚ, 22/1870)

Ο δρόμος από το Ναύπλιο προς το Άργος, λίγο πριν φθάσουμε στην Τίρυνθα το 1922.

 

  

Περί επιβολής διοδίων της από Τριπόλεως εις Μύλους Ναυπλίας εθνικής οδού


 

Περί επιβολής διοδίων της από Τριπόλεως

εις Μύλους Ναυπλίας εθνικής οδού

  ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α’.

ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.

 

Λαβόντες υπ’ όψει το άρθρον 27 του από 16 Δεκεμβρίου 1867 ΣΞΓ’ περί οδοποιίας νόμου, επί τη προτάσει των Ημετέρων επί των Εσωτερικών και Οικονομικών Υπουργών˙Απεφασίζομεν και διατάσσομεν

Άρθρον 1.

Επιβάλλονται διόδια επί των ιππασίμων, φορτηγών και υποζυγίων ζώων, των διαβαινόντων την εθνικήν οδόν την από Τριπόλεως εις Μύλους Ναυπλίας άγουσαν ή τανάπαλιν και έχουσαν έκτασιν σταδίων πεντήκοντα πέντε, ως εφεξής:

1) Κατά την από Τριπόλεως ή τινος των χωρίων της επαρχίας Μαντινείας εις Μύλους και τανάπαλιν, ήτοι διά πάσαν άνοδον και κάθοδον.

α) Δι’ έκαστον ίππον, ημίονον, μετά ή άνευ φορτίου, μετά ή άνευ ιππέως, λεπτά τριάκοντα 30.

β) Δι’ έκαστον όνον επίσης λεπτά δέκα πέντε 15.

γ) Δι’ έκαστον βούν προς εμπορίαν ή κρεουργίαν λεπτά τριάκοντα 30.

δ) Δι’ έκαστον προς εμπορίαν ή κρεουργίαν πρόβατον, αίγα, χοίρον και λοιπά μικρά ζώα λεπτά 6.

ε) Δι’ έκαστον δίτροχον ή τετράτροχον όχημα συρόμενον υφ’ ενός ίππου ή ημιόνου λεπτά τεσσαράκοντα πέντε 45.

ς) Ομοίως συρόμενον υπό δυο ίππων λεπτά εξήκοντα 60.

ζ) Δι’ έκαστον περιπλέον ίππον εζευγμένον εις τα ειρημένα οχήματα λεπτά δέκα πέντε 15.

η) Δι’ εκάστην φορτηγόν δίτροχον άμαξαν, συρομένην υφ’ ενός ίππου ή δύο βοών, εάν μεν η άμαξα η κενή, λεπτά τριάκοντα 30, εάν δ’ έχη φορτίον, λεπτά τεσσαράκοντα πέντε 45.

θ) Δι’ εκάστην τοιαύτην τετράτροχον συρομένην υπό δυο ίππων ή ημιόνων ή τεσσάρων βοών, εάν μεν η κενή, λεπτά τριάκοντα έξι 36, εάν δε έχη φορτίον, λεπτά εξήκοντα 60.

ι) Δι’ έκαστον περιπλέον ίππον ή ημίονον ή ζεύγος βοών, κενής ούσης της αμάξης, λεπτά έξι 6, μετά φορτίου λεπτά δέκα πέντε 15.

ια) Δι’ έκαστον όνον εζευγμένον εις άμαξαν λεπτά είκοσι τέσσερα 24.

Τετράτροχος άμαξα συρομένη υφ’ ενός ίππου ή ημιόνου ή δυο βοών εξομοιούται προς δίτροχον.

2) Το τρίτον των εν τη πρώτη παραγράφω του παρόντος άρθρου προσδιοριζομένων διοδίων επιβάλλεται δι’ πάσαν διάβασιν από τινος χωρίου του δήμου Κορυθίου εις Τρίπολιν και τανάπαλιν.

3) Τα ημίση των εν τη πρώτη παραγράφω του παρόντος άρθρου προσδιοριζομένων διοδίων επιβάλλονται.

α) Δια πάσαν διάβασιν εκ Τριπόλεως ή τινος των χωρίων της επαρχίας Μαντινείας, λαμβάνουσαν δε από της θέσεως Δαουλίου ή του χωρίου Αχλαδοκάμπου άλλην διεύθυνσιν παρά την εις Μύλους άγουσαν οδόν.

β) Δια πάσαν διάβασιν εξ άλλης οδού προερχομένην και διά της θέσεως Δαουλίου ή του χωρίου Αχλαδοκάμπου διευθυνομένην εις Τρίπολην εις τα χωρία της επαρχίας Μαντινείας.

γ) Δια πάσαν εκ του χωρίου Αχλαδοκάμπου μετάβασιν εις Τρίπολιν ή εις Μύλους Ναυπλίας και τ’ ανάπαλιν.

Άρθρον 2.

Τα διόδια ταύτα εισπράττονται και όταν τα ζώα εν μέρει διέλθωσιν τας εν τω προηγουμένω άρθρω ωρισμένας κατά μήκος αποστάσεις και ουχί κατ’ εύρος την οδόν εν γένει.

 Άρθρον 3.

Τα διόδια εκμισθούνται δι’ άπασαν την νέαν τριετίαν ή εισπράττονται δι’ επιστασίας, εάν η δοθείσα κατά την δημοπρασίαν προσφορά δεν θεωρηθή υπό του Ημετέρου επί των Οικονομικών Υπουργού συμφέρουσα τω δημοσίω.

 Άρθρον 4.

Εν περιπτώσει ενοικιάσεως η είσπραξις των διοδίων γίνεται εις τους σταθμούς, τους οποίους θέλει προσδιορίσει η διακήρυξις της δημοπρασίας, η δε τριετία άρχεται από της λήξεως της τρεχούσης ενοικιάσεως των διοδίων της οδού ταύτης, ήτοι από 1 Φεβρουαρίου 1884 και λήγει την 31 Ιανουαρίου 1887.

Άρθρον 5.

Η δημοπρασία ενεργείται κατά τας διατάξεις των από 30 Απριλίου 1855 και 14 Φεβρουαρίου 1879 Β. διαταγμάτων των εκδοθέντων πρός εκτέλεσιν του υπό στοιχ. ΣΟΖ παγίου φορολογικού νόμου.

Άρθρον 6.

Το μίσθωμα, διαιρούμενον εις 36 ίσας δόσεις, πληρόνεται εις το αρμόδιον ταμείον του Κράτους κατά την πρώτην εκάστου μηνός, προκαταβαλλομένης της πρώτης δόσεως, άμα κοινοποιηθή αρμοδίως προς τον μισθωτήν η έγκρισις του Υπουργείου των Οικονομικών.

Εις τους Ημετέρους επί των Εσωτερικών και επί των Οικονομικών Υπουργούς ανατίθεται η δημοσίευσις και εκτέλεσις του παρόντος διατάγματος.

 

Εν Αθήναις τη 25 Ιανουαρίου 1884.

Γεώργιος

Οι Υπουργοί

           Επί των Εσωτερικών                             Επί των Οικονομικών

              Κ. Λομβάρδος                                       Χ. Τρικούπης

 (ΦΕΚ, 40/1884)

Πηγή


  •  Περιοδικό « Αναγέννηση», Opuscula ArgivaI , Κώστας Δανούσης,  τεύχος 307, Άργος, Μάρτιος – Απρίλιος 1993.

Read Full Post »

Η Δημαρχοκρατία στην Ελλάδα κατά τον 19ον αιώνα – Η περίπτωση του Άργους

    


 

 Ο δήμος Αργείων σχηματίσθηκε με το νόμο του 1834, ως δήμος της επαρχίας Άργους. Κατατάχθηκε στη Β’ τάξη, με πληθυσμό 6.694 κατοίκους και έδρα το Άργος. Ο δημότης ονομάσθηκε Αργείος.  Στη συνέχεια ακολούθησαν μια σειρά προσαρτήσεις για το δήμο Άργους, όπως του δήμου Τημενίου, και του δήμου Γενεσίου, και το 1840 με το νόμο «περί συγχωνεύσεως των δήμων της επαρχίας Άργους», οι δήμοι Τημενίου και Γενεσίου συγχωνεύθηκαν στο δήμο Άργους, ο οποίος με τη νέα σύστασή του κατατάχθηκε στην Α’ τάξη, με πληθυσμό 10.243 κατοίκους και την ίδια έδρα την πόλη του Άργους.

 

1. Εισαγωγή

Στην ανακοίνωση αυτή θα αναφερθούμε στο φαινόμενο της δημαρχοκρατίας στην Ελλάδα το οποίο κατά κοινή ομολογία, παρατηρήθηκε στην Ελλάδα τον 19ον αιώνα παραθέτοντας ως παράδειγμα την Επαρχία του Άργους. Για να επιτύχουμε τις αναγκαίες διαμεσολαβήσεις ανάμεσα στο ειδικό και το γενικό, κρίνουμε σκόπιμο εισαγωγικά να παρατεθεί σύντομα, η διαχρονική εξέλιξη γενικά του θεσμού της τοπικής αυτοδιοίκησης. Εξάλλου, ο θεσμός της τοπικής αυτοδιοίκησης όλο και περισσότερο αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα στο σύστημα Δημόσιας Διοίκησης. Η καταγωγή του όμως χάνεται στα βάθη των αιώνων. [1]

Πολλοί μελετητές υποστηρίζουν την άποψη ότι ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης έλκει την καταγωγή του στην αρχαία Ελλάδα και στις μεταρρυθμίσεις του Αθηναίου πολιτικού Κλεισθένη, ο οποίος διένειμε τους Αθηναίους σε 10 Φυλές, 30 Τριττύες και 100 Δήμους[2].

Αντιθέτως άλλοι μελετητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και κατ’ επέκταση ο κοινοτισμός αναπτύχθηκε κατά την διάρκεια του Βυζαντίου[3]. Η επικρατέστερη όμως άποψη την οποία και υποστηρίζουμε είναι ότι ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αναπτύχθηκε με την σημερινή του μορφή κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας [4].

 

2. Οι Ελληνικές Κοινότητες της Τουρκοκρατίας

 

 

Οι Τούρκοι κατακτητές με την παραχώρηση μιας σειράς δημοσιονομικών και διοικητικών «προνομίων», ανάμεσα στα άλλα, συγκαταλέγονταν και η αναγνώριση στους ραγιάδες ενός ελάχιστου πλαισίου αυτοδιοίκησης. Μάλιστα κατά την διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε ορισμένες περιοχές, είτε ως τοπική αυτοδιοίκηση των ελλήνων, είχε οργανωθεί από τους Έλληνες κατά Επαρχία, είτε με τη μορφή της ομοσπονδίας κοινοτήτων τοπική αυτοδιοίκηση δευτέρου βαθμού [5].

Η αναγνώριση μιας κάποιας κοινοτικής αυτοδιοίκησης στους χριστιανούς βοήθησε το οθωμανικό κράτος να λειτουργήσει αποτελεσματικά το διοικητικό του σύστημα, χωρίς ωστόσο να απαλλοτριώσει τα δημοσιονομικά και άλλα δικαιώματα τα οποία απέρρεαν από τη λογική της κατάκτησης[6].

Τα πράγματα διευκολύνθηκαν προς την κατεύθυνση αυτή από το γεγονός ότι στην ισλαμική ιδεολογία η έννοια της κατάκτησης ολοκληρώνεται κατά έναν τρόπο με την καταβολή του κεφαλικού φόρου. [7]  Στο πλαίσιο αυτό έχουμε ομοσπονδία κοινοτήτων στα 46 Ζαγοροχώρια στην Ήπειρο,  κάτι ανάλογο στα  Μαντεμοχώρια της Χαλκιδικής. Η ομοσπονδία των Μαντεμοχωριών απαρτίζονταν από 12 κωμοπόλεις και 360 χωριά. Στο Πήλιο έχουμε συνένωση 24 κοινοτήτων οι οποίες όφειλαν κυρίως την ευημερία τους στην επεξεργασία και την εμπορία της μετάξης. Τα Αμπελάκια στη Λάρισα απετέλεσαν, την κατεξοχήν παραγωγική ένωση, η οποία υφάνθηκε γύρω από τον κοινωνικοπολιτικό ιστό του κοινοτικού συστήματος αυτοδιοίκησης [8].

Με βάση την κοινωνική ζωή της περιόδου της Τουρκοκρατίας  η Συνέλευση των Καλτεζών με την «Εγκύκλιο» της Γερουσίας της Πελοποννήσου η οποία εκδόθηκε στις 30/3/1821 η νέα διοίκησης της Πελοποννήσου βασιζόταν στην επαρχιακή και την κοινοτική οργάνωση που ήταν ήδη γνωστή κατά την αμέσως προηγούμενη περίοδο της Τουρκοκρατίας. Έτσι, συγκροτήθηκαν οι «Εφορίες» στα χωριά και οι «Γενικές Εφορίες» στην πρωτεύουσα της κάθε Επαρχίας. Κατά  την διάρκεια της επανάστασης του 1821 συγκροτήθηκε λοιπόν σύστημα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τόσο κοινοτικό, όσο και επαρχιακό, στη βάση και στη συνέχεια του προηγούμενου συστήματος [9].

 
 
 

Θέα του Άργους και του κάστρου της Λάρισας.

 

 

3. Η δημαρχοκρατία του Maurer  

 

Στη συνέχεια, ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην Ελλάδα κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα φέρει βαριά την σφραγίδα του βασιλιά Όθωνα και της αντιβασιλείας του. Η πρώτη μετά τη σύσταση του ελληνικού κράτους, διαίρεση της χώρας σε διοικητικές περιφέρειες έγινε το Απρίλιο του 1833 όπου ακυρώνεται η προηγούμενη διοικητική δομή, και η χώρα διαιρέθηκε σε 10 νομούς και 47 επαρχίες. Κατά τα γαλλικά πρότυπα. Με τον νόμο του 1833 «περί συστάσεως των Δήμων» της 27ης Δεκεμβρίου οι βαυαροί έδωσαν το στίγμα της εξουσίας τους και για τον θεσμό της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Αξίζει να επισημανθεί ότι ο νόμος των Maurer,  Armansperg και  Heideck [10] παρέμεινε σε ισχύ μέχρι την ψήφιση από τον Ελευθέριο Βενιζέλο του  νόμου  ΔΝΖ/1912. Με τον νόμο του 1833 οι βαυαροί επέκτειναν τον συγκεντρωτικό χαρακτήρα της διοίκησης  και στον χώρο της Αυτοδιοίκησης, με τη δημιουργία νέων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) που ονομάσθηκαν δήμοι και οι οποίοι σχηματίσθηκαν με την συνένωση των χωριών και των μικρών συνοικισμών.

Οι χιλιάδες κοινότητες της Τουρκοκρατίας καταργήθηκαν και οι συνοικισμοί τους ενσωματώθηκαν διοικητικά σε 750 περίπου Δήμους. Οι νέοι, ολιγάριθμοι και πληθυσμιακά εύρωστοι (μέσος όρος: 1.000 κάτοικοι) για τα  μέτρα της εποχής ΟΤΑ, αποστερούσαν από πολλούς παραδοσιακούς τοπάρχες την «επιχειρησιακή» τους βάση. Μετά την πικρή εμπειρία των εμφυλίων πολέμων και της δολοφονίας του Ι. Καποδίστρια από γόνους παραδοσιακών προεστών («μπέηδων»), οι βαυαροί σάρωσαν με γερμανική πυγμή τις κοινότητες – εμπόδια στη συγκρότηση ενός συγκεντρωτικού και αυταρχικού κράτους. Η επικράτεια διαιρέθηκε σε δήμους που διακρίνονταν σε τρεις τάξεις, ανάλογα με τον πληθυσμό τους. Δήμοι α’ τάξεως, όσοι είχαν τουλάχιστον 10.000 κατοίκους, δήμοι β’ τάξεως, όσοι είχαν 2.000 κατοίκους και γ’ τάξεως οι υπόλοιποι.

Η μάλλον άκριτη μεταφύτευση θεσμών που είχαν ανδρωθεί μέσα σε εντελώς διαφορετικές κοινωνικοοικονομικές (αλλά και γεωγραφικές) συνθήκες ενείχε, ωστόσο, το σπέρμα της φαλκίδευσής τους από την αδυσώπητη ελληνική πραγματικότητα της εποχής. Ελλείψει αντίστοιχης τάξεως αστών που θα αναλάμβαναν «αμισθί και τιμής ένεκεν» τα δημοτικά λειτουργήματα – όπως στην Δ. Ευρώπη – οι θεσμοί εκφυλίστηκαν πολύ γρήγορα σε μηχανισμούς – κλειδιά του πελατειακού συστήματος που άρχισε να αναπτύσσεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς μετά την επάνοδο των κομμάτων κατά το 1844 [11].

Το γεγονός ότι η εκλογική περιφέρεια στην Ελλάδα ταυτίστηκε λίγο πολύ με την  επαρχία, όπου λίγοι δήμαρχοι (οι δήμαρχοι μειώθηκαν αργότερα σε 250 περίπου επί συνόλου 47 επαρχιών) δέσποζαν στο πελατειακό σύστημα και συχνά ασκούσαν ασφυκτική επιρροή στον τοπικό βουλευτή, οδήγησε αργότερα σε διαπιστώσεις περί «δημαρχοκρατίας».

Ο Δήμαρχος συχνά βρισκόταν πάνω από τον βουλευτή. Αυτή η «αιχμαλωσία» των βουλευτών από τους δημάρχους δηλητηρίαζε τον κοινοβουλευτισμό, ενώ οι αναμνήσεις από τον «χαμένο παράδεισο» των Κοινοτήτων παρέμειναν ζωντανές.[12] Η παντοδυναμία του βουλευτή συνδυασμένη με την τοπική δύναμη του δημάρχου οδήγησαν σε καταστάσεις που δίκαια καταδικάστηκαν στην ιστορική συνείδηση της εποχής και κατέληξε στο νόμο ΔΝΖ’ του Βενιζέλου [13].

Μια μορφή «αναβίωσης» των παλαιών κοινοτήτων προτάθηκε ακόμα το 1863 με το σχέδιο της Επιτροπής Αινιάν.  Το εν λόγω σχέδιο προέβλεπε την αναγνώριση των κοινοτήτων ως υποδιαιρέσεων των δήμων και την εγκαθίδρυση αντίστοιχου συστήματος «δημοτικής αποκέντρωσης». Αν και το σχέδιο Αινιάν δεν υιοθετήθηκε τότε, αργότερα τον 1884, μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, στις λεγόμενες νέες χώρες αναγνωρίσθηκαν οι Κοινότητες ως βαθμίδα αποκέντρωσης των δήμων. Τελικά η αναγέννηση των κοινοτήτων πραγματοποιήθηκε 79 χρόνια αργότερα από τον Ε. Βενιζέλο ο οποίος για την εξυγίανση του κοινοβουλευτισμού επανέφερε τις κοινότητες της Τουρκοκρατίας καταφέρνοντας ισχυρό πλήγμα στην «δημαρχοκρατία».

Ο Ελ. Βενιζέλος την 5η Σεπτεμβρίου 1910, στον πρώτο του λόγο στην Αθήνα, έλεγε:

«Σύστημα δημοτικόν στηριζόμενον επί του δήμου, ο οποίος απετελέσθη από τμήμα της χώρας αυθαιρέτως χαραχθέν επί του γεωγραφικού χάρτου και ο οποίος δια τούτο εστερημένος οργανικής ζωής, απέβη κατά μακρόν, από παράγοντας κοινωνικής ζωής, κοινωνικής προόδου, από σχολείον διαπαιδαγωγήσεως του Λαού, δια την χρήσιν των ελευθέρων θεσμών, όργανον καταδυναστεύσεως των φατριών».

Ενώ στο λόγο του στη Λάρισα, την 14ην Νοεμβρίου 1910, τόνιζε:

«Η κυβέρνησης της ανορθώσεως θέλει επιδιώξη την εξυγίανσιν της διοικήσεως δια της αναπτύξεως του κοινοτικού θεσμού, ο οποίος αποτελεί την βάσιν της αληθούς αυτοδιοικήσεως».[14]

Βασική επιδίωξη των φιλελευθέρων υπήρξε βέβαια ο πάση θυσία δραστικός περιορισμός της επιρροής των δήμαρχων – τοπαρχών και η εγκαθίδρυση ενός αυστηρά μονοκεντρικού πολιτικού συστήματος με την ελπίδα ότι έτσι θα εξυγιαίνονταν ο κοινοβουλευτισμός. Με βάση το νόμο ΔΝΖ/1912 η χώρα κατακερματίστηκε σε 6000 περίπου ΟΤΑ.

Με  τον νόμο των βαυαρών του 1833, οι δήμαρχοι διορίζονταν απ’ το βασιλιά, από κατάλογο υποψηφίων  που υποδείκνυε ένα ειδικό «δημαιρεσιακό συμβούλιο» κάθε δήμου και το οποίο αποτελούνταν απ’ τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου κι από ίσο αριθμό «των πλέον φορολογουμένων και εχόντων το δικαίωμα ψηφοφορίας δημοτών. Τα δημοτικά συμβούλια εκλέγονταν όχι από απ’ το σύνολο των ενηλίκων πολιτών, αλλά από συνέλευση των «μάλλον φορολογουμένων και εχόντων το δικαίωμα της ψηφοφορίας δημοτών»[15].

Την διοίκηση του δήμου αποτελούσε ο δήμαρχος, ο πάρεδρος και το δημοτικό συμβούλιο. Ο αριθμός των παρέδρων ανήρχετο από 1 έως 6 και των δημοτικών συμβούλων, ανάλογα με την τάξη του δήμου, από 6 έως 18.

Ο δήμαρχος ήταν«η πρώτη εκτελεστική αρχή» του δήμου, ενώ οι πάρεδροι ήταν κυρίως βοηθοί του. Το δημοτικό συμβούλιο ήταν «συμβουλευτική και συνεπιτηρούσα αρχή», που βοηθούσε το δήμαρχο στο έργο του. Οι δημοτικοί σύμβουλοι εκλέγονταν για 9 έτη με άμεση εκλογή και κάθε 3 έτη γινόταν ανανέωση του δημοτικού συμβουλίου κατά το 1/3. Εκλογείς δεν ήταν όλοι οι δημότες που είχαν δικαίωμα ψήφου, αλλά μόνον οι ευκατάστατοι, δηλαδή όσοι μπορούσαν να καταβάλουν την πληρωμή των φόρων.

Ο βασιλιάς μπορούσε να παύσει οποτεδήποτε οριστικά τον δήμαρχο. Προσωρινά μπορούσε να παύσει το δήμαρχο και ο νομάρχης. Επίσης ο βασιλιάς είχε το δικαίωμα να διαλύσει οποτεδήποτε και κατά την ελεύθερη κρίση του κάθε δημοτικό συμβούλιο. Πολύ αργά με την διάταξη του άρθρου 105 του Συντάγματος του 1864 οι δημοτικές αρχές έπρεπε να εκλέγονται με «άμεση, καθολική και μυστική δια σφαιριδίων ψηφοφορία».  

Κατά κοινή ομολογία ο νόμος του 1833 των βαυαρών, κατηγορήθηκε από το ελληνικό συνταγματικό «κίνημα» ως νόμος συγκεντρωτικός και προϊόν του αυταρχισμού, αντιδημοκρατικού πνεύματος των βαυαρών [16]. Σε κάθε περίπτωση ο συγκεντρωτισμός των βαυαρών τσάκισε με σιδερένια γροθιά τον όποιο κοινοτισμό που προϋπήρχε. Εξ’ άλλου, όσο περιορισμένη είναι η περιφέρεια, εντός της οποίας πρέπει να γίνει η εκλογή, τόσο δυσκολότερη καταντά η αναζήτηση των αρίστων τοπικών αρχόντων.

      

4. Ο Νομός Αργολίδος και Κορινθίας τον 19ον αιώνα




 

 Στο πλαίσιο αυτό ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας, σχηματίσθηκε με βάση τον νόμο του 1833 «περί διαιρέσεως του Βασιλείου και της διοικήσεώς του»  και περιελάμβανε έξι επαρχίες οι οποίες ήσαν οι εξής: [17]

1. Ναυπλίας με πρωτεύουσα τη Ναύπλιο, 2. Άργους, με πρωτεύουσα το Άργος, 3. Κορινθίας, με πρωτεύουσα την Κόρινθο 4. Ύδρας, με πρωτεύουσα την Ύδρα, 5. Ερμιονίδος, με πρωτεύουσα τις Σπέτσες,  και 6. Τροιζήνας, με πρωτεύουσα τον Πόρο.

Με το ίδιο διάταγμα, σχηματίσθηκαν οι 65 δήμοι του νομού. Σύμφωνα με το  νόμο ΒΧΔ΄ της 6ης Ιουλίου 1899, «περί διοικητικής διαιρέσεως του Κράτους», ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας, διαιρέθηκε σε δύο νομούς. Το νομό Αργολίδος, αποτελούμενο από τις επαρχίες Ναυπλίας, Άργους, Σπετσών, Ερμιονίδος, Ύδρας και Τροιζηνίας με έδρα το Ναύπλιο και το νομό Κορινθίας. Με τον ίδιο νόμο, η επαρχία Κυθήρων, υπάχθηκε διοικητικά στο νομό Λακωνίας. Ενώ το 1909 με το νόμο, «περί διοικητικής διαιρέσεως του Κράτους», ανασυστάθηκε ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας και περιέλαβε την επαρχία Κυθήρων η οποία αποσπάσθηκε ξανά, από το νομό Λακωνίας. Όπως παρατηρούμε, ανεξάρτητο νομό Αργολίδος τον 19ον αιώνα, έχουμε μόνο κατά το χρονικό διάστημα 1899-1909. Ο πληθυσμός του νομού Αργολίδος και Κορινθίας το έτος 1838 ανήρχετο  σε 82.571 κατοίκους το 1854 σε 108.886 και το 1896 σε 157.578.[18] Το 1834 η πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους μεταφέρθηκε από το Ναύπλιο στην Αθήνα.

 

5. Η Επαρχία Άργους

   

Με το νόμο του 1834, «περί της οροθεσίας και της εις δήμους διαιρέσεως του νομού Αργολίδος και Κορινθίας», σχηματίσθηκαν οι 15 δήμοι της επαρχίας Άργους ως εξής: [19]

1. Αργείων, 2. Αλέας, 3. Λιμνών, 4. Γενεσίου, 5. Μυσίας, 6. Λυρκείας, 7. Οινόης, 8. Ορνεών, 9. Ιναχίας, 10. Θορνακίου, 11. Κηλώσσης, 12. Τημενίου, 13. Υσιών, 14. Μυκηνών και 15. Γυμνού.

Στη συνέχεια δέκα έτη αργότερα με το νόμο του 1844, «περί συγχωνεύσεως των δήμων της επαρχίας Άργους», οι 15 δήμοι που ίσχυαν ως τότε συγχωνεύθηκαν σε 6 ως εξής:

1. Αργείων, 2. Υσιών, 3. Λυρκείας, 4. Αλέας, 5. Μυκηνών και 6. Ιναχίας. Ο πληθυσμός της Επαρχίας Άργους το έτος 1839 ανήρχετο σε 18.535 κατοίκους, το 1854 αυξήθηκε σε 19.864 και το 1896 σε 27.637. Η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση του συστήματος τοπικής αυτοδιοίκησης από τους βαυαρούς φαίνεται ανάγλυφα και στην περίπτωση της επαρχίας του Άργους,  δηλαδή, λιγότερα δημαρχεία και ταυτόχρονη αύξηση του πληθυσμού. Πρόκειται για την κατάργηση των μισών σχεδόν δήμων της Ελλάδας που έγιναν με τις συγχωνεύσεις του 1840.   

 

6. Ο Δήμος Αργείων το 19ον αιώνα

 

Ο δήμος Αργείων σχηματίσθηκε με το νόμο του 1834, ως δήμος της επαρχίας Άργους. Κατατάχθηκε στη Β’ τάξη, με πληθυσμό 6.694 κατοίκους και έδρα το Άργος. Ο δημότης ονομάσθηκε Αργείος.  Στη συνέχεια ακολούθησαν μια σειρά προσαρτήσεις για το δήμο Άργους, όπως του δήμου Τημενίου, και του δήμου Γενεσίου, και το 1840 με το νόμο «περί συγχωνεύσεως των δήμων της επαρχίας Άργους», οι δήμοι Τημενίου και Γενεσίου συγχωνεύθηκαν στο δήμο Άργους, ο οποίος με τη νέα σύστασή του κατατάχθηκε στην Α’ τάξη, με πληθυσμό 10.243 κατοίκους και την ίδια έδρα την πόλη του Άργους.  

 

Σημείωση Βιβλιοθήκης:

 

 

Δήμος Άργους,  αρχική σύσταση: Άργος (6644), Μονή Κατακεκρυμμένη, Κεφαλάρι (μύλοι του Ερασίνου ποταμού) (50).

 

Μεταγενέστερες προσαρτήσεις: Δήμος Τημενίου [Τημένιον (Μύλοι) (66), Τημένιον (Σκαφιδάκι) (137), Τσακίρι (25), Κυβέρι (70), Κρόι (45)].

 

Ο Δήμος Τημενίου σχηματίσθηκε με το Β.Δ. της 28ης Απριλίου ( 10 Μαΐου) 1834 (ΦΕΚ 19), ως δήμος της επαρχίας Άργους. Κατατάχθηκε στη Γ τάξη, με πληθυσμό 343 κατοίκους και έδρα το Τημένιον (Μύλοι). Ο δημότης ονομάσθηκε Τημενιεύς. Το όνομα του δήμου προήλθε από το Τημένιο, αρχαία κωμόπολη της Αργολίδος που όφειλε το όνομά της, στον Τήμενο, γιο του Αριστομάχου (Ι. Ρ. Ραγκαβή, «Τα Ελληνικά», τα, Β., σελ. 268).

Δήμος Γενεσίου [Γενέσιον (Δαλαμανάρα) (260), Κουρτάκι (200), Πυργέλα (117), Λάλουκα (140)] και Ιπποφορβείον, Πυριτοποιείον, Σιδηρουργείον, Κόκλα, Καλαμανή, Λέρνη ή Μύλοι.

Ο Δήμος Γενεσίου σχηματίσθηκε με το Β. Δ. της 28ης Απριλίου (10 Μαΐου) 1834 (ΦΕΚ 19), ως δήμος της επαρχίας Άργους. Κατατάχθηκε στη Γ’ τάξη, με πληθυσμό 717 κατοίκους και έδρα το Γενέσιον (Δαλαμανάρα). Ο δημότης ονομά­σθηκε Γενέσιος. Το όνομα του δήμου προήλθε από «… τόπο παραθαλάσσιο ονομαζόμενο Γεννέσιον, μεταξύ της Λέρνης και των Αποβάθμων… όπου υπήρχε και μικρός ναός του Ποσειδώνος επί της θαλάσσης..». (Ι. Ρ. Ραγκαβή, «Τα Ελληνι­κά», τ. Β’, σελ. 228).

 

Ο πληθυσμός που συνοδεύει τα χωριά και τους συνοικισμούς των δήμων Τημενίου και Γενεσίου, αφορά το χρόνο σχηματισμού τους (1834).

 

Κυριάκος Κατσαρός

Οικονομολόγος υπ. Δρ. Παντείου Πανεπιστημίου

Τρύφων Κωστόπουλος

Επ. Καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας 

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

 
 
 
Υποσημειώσεις

[1] βλ.  Κοσμάς Ψυχοπαίδης, «Η τοπική αυτοδιοίκηση ως πολιτικός θεσμός», Τοπική Αυτοδιοίκηση, τεύχος 6/1982.

[2] βλ. Αντώνης Αντωνακόπουλος, Η συνεισφορά της πολιτικής μεταρρύθμισης του Κλεισθένη του Αθηναίου εις τον σχηματισμό του κράτους, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1979.

[3] βλ. Αντώνης Αντωνακόπουλος, Η συμβολή του Βυζαντίου στη δυτική αναγέννηση και στη διαμόρφωση του ελληνικού πολιτισμού, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα  -Κομοτηνή, 1980.[4] Γιώργος  Κοντογιώργης, Οι ελληνικές κοινότητες της τουρκοκρατίας, εκδ. Νέα Σύνορα – Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα, 1982.

[5] Θεόδωρου Θεοδώρου, Η ελληνική τοπική αυτοδιοίκηση, εκδ. Αφοί Τολίδη, Αθήνα, 1995, σελ. 19.

[6] Γιώργος  Κοντογιώργης, Οι ελληνικές κοινότητες της τουρκοκρατίας, εκδ. Νέα Σύνορα -Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα, 1982. σελ. 30.

[7] Γιώργος  Κοντογιώργης, ο.π. σελ. 30

[8] Γιώργος Κοντογιώργης ο.π. σελ. 185-191.

[9] Θεόδωρου Θεοδώρου, ο. π. σελ. 20.

[10] Τριμελές Συμβούλιο Αντιβασιλείας, του Όθωνα, το οποίο το αποτελούσαν, ο κόμης Joseph von Armansperg  ως πρόεδρος, ο καθηγητής  Ludwig von Maurer, και ο αντιστράτηγος Karl Wilhelm von Heideck. Ο βασιλιάς και οι αντιβασιλείς αποβιβάσθηκαν στο Ναύπλιο τον Φεβρουάριο 1833.

[11] Νίκος – Κομνηνός Χλέπας, «Παρελθόν και μέλλον των συνενώσεων ΟΤΑ στην Ελλάδα», Επιθεώρηση Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εκδ. ΚΕΔΚΕ τεύχος 92/1997.

[12] Νίκος – Κομνηνός Χλέπας ο.π.

[13] Σπύρου Φλογαϊτη, Κλασικά κείμενα και βασική νομοθεσία για την τοπική αυτοδιοίκηση, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1986, σελ. 8.

[14] Θεόδωρου Θεοδώρου, «Η νομικοπολιτική θέση της τοπικής αυτοδιοίκησης», Θέματα της τοπικής αυτοδιοίκησης, εκδ. Αφοί Τολίδη, Αθήνα, 1982, σελ. 16.

[15] Θεόδωρου Θεοδώρου, «Η νομικοπολιτική θέση της τοπικής αυτοδιοίκησης», Θέματα της τοπικής αυτοδιοίκησης, εκδ. Αφοί Τολίδη, Αθήνα, 1982, σελ. 14.

[16] Σπύρου Φλογαϊτη, Κλασικά κείμενα και βασική νομοθεσία για την τοπική αυτοδιοίκηση, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1986, σελ. 8.

[17] Ελευθέριος Σκιαδάς, Ιστορικό διάγραμμα των δήμων της Ελλάδος 1833-1912, Αθήνα, 1994, σελ. 256

[18] Ελευθέριος Σκιαδάς, ο.π. σελ. 257.

[19] Ελευθέριος Σκιαδάς, ο.π. σελ. 264.

 

 



Read Full Post »

Σαβινιύ – Σχινά Μπεττίνα (Bettina Savigny 1805-1835 )


 

 Μια Βερολινέζα στο Ναύπλιο. Στιγμιότυπα από τη ζωή στην πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας (1834/35)

 

Bettina Savigny 1805-1835

Η Μπεττίνα (Bettina) (1805-1835), κόρη του Φρίντριχ Καρλ φον Σαβινιύ (Friedrich Carl von Savigny, 1779-1861), καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και ιδρυτή της περίφημης «Ιστορικής Σχολής του Δικαίου» γεννήθηκε στο Βερολίνο, την πρωτεύουσα του Πρωσικού κράτους. Το 1834, η Μπεττίνα παντρεύτηκε τον Κωνσταντίνο Σχινά (1801-1857) απόγονο από φαναριώτικη οικογένεια της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος, το 1833/34, κατείχε διάφορα υψηλά αξιώματα στην κυβέρνηση της Αντιβασιλείας και ο οποίος θα γίνει, το 1837, ο πρώτος πρύτανης του νεοϊδρυθέντος Πανεπιστημίου των Αθηνών.

[ Ο Κωνσταντίνος Σχινάς ήταν απόγονος του Κωνσταντινουπολίτικου κλάδου της μεγάλης οικογένειας των Σχινάδων. Με τα έκτροπα και τις σφαγές στην πόλη τον Απρίλιο του 1821 έχασαν την περιουσία τους και κατέφυγαν στη Βεσσαραβία. Από εκεί ο φιλομαθής Κωνσταντίνος πήγε στη Γερμανία για νομικές και ιστορικές σπουδές ].

Το ζεύγος γνωρίστηκε το 1824 στο Βερολίνο, όπου ο Σχινάς σπούδαζε τότε. Ήταν φοιτητής του φον Σαβινιύ, αγαπη­τός φίλος και συχνά φιλοξενούμενος της οικογένειας του.

[ Ο Κ. Σχινάς, ως φοιτητής κέρδισε την εμπιστοσύνη του καθηγητή του, μπήκε στο σπίτι του και ερωτεύθηκε τη 19χρονη τότε Μπεττίνα.(1824).Ο Σχινάς όμως ήταν άφραγκος και επειδή δεν μπορούσε να αποκαταστήσει την αγαπημένη του οι γονείς της του επέβαλαν να συνεχίσει τις σπουδές του αλλού και να επικοινωνεί με την κόρη τους μόνο μέσω αλληλογραφίας με τους ίδιους. Περιηγήθηκε όντως πικραμένος τη Γερμανία και κατέληξε στο Παρίσι, από όπου το 1828 πήγε στην Ελλάδα. Τότε διακόπτει χωρίς εξηγήσεις την αλληλογραφία με το Βερολίνο. Δεν τους είχε απαρνηθεί, όπως νόμιζαν, αλλά προετοίμαζε τη θριαμβευτική του επάνοδο στην οικογένεια. Επί Καποδίστρια διορίζεται πάρεδρος στη Γραμματεία Εσωτερικών, αλλά η μεγάλη στιγμή έρχεται τον Οκτώβριο του 1833, όταν διορίζεται υπουργός Δικαιοσύνης ως έμπιστος του Λούντβιχ φον Μάουρερ, μέλους της Αντιβασιλείας. Τότε, για πρώτη φορά μετά από πέντε χρόνια, ξαναγράφει στους Φον Σαβινιύ, ζητώντας το χέρι της Μπεττίνας. Μοιράζουν την απόσταση μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας. Το ζεύγος φον Σαβινιύ μαζί με έναν αδελφό της είχαν συνοδέψει τη Μπεττίνα μέχρι εκεί. Παντρεύονται στην Αγκώνα στις 9 Οκτωβρίου του 1834, στο σπίτι του Έλληνα προξένου Ντουρούτι και αναχωρούν αμέσως για το Ναύπλιο ]. 

Τότε αρχίζει μια πολύ εκτενής αλληλογραφία της Μπεττίνα με τους γονείς της στο Βερολίνο. Αυτή η αλληλογραφία σώθηκε στα προσωπικά κατάλοιπα της οικο­γένειας φον Σαβινιύ, φυλάσσεται στο Τμήμα χειρογράφων της πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης του Μύνστερ και εκδόθηκε σε έναν τόμο με πλούσια εικονογράφηση από τις Εκδόσεις Cay Lienau στο Μύνστερ της Γερμανίας το 2002.

Η Μπεττίνα έζησε με το σύζυγο της πέντε μήνες στο Ναύπλιο, από την αρχή του Νοεμβρίου του 1834 μέχρι το τέλος του Μαρτίου του 1835. Μετά, το ζεύγος Σχινά μετακόμισε στην Αθήνα που είχε ορισθεί πρωτεύουσα της Ελλάδας ήδη από το τέλος του 1833. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Οι Μύθοι του νερού στην Αργολίδα


  

Αν προσπαθήσουμε να αποδώσουμε σε γενικές γραμμές τον ορισμό του μύθου μπορούμε να τον προσδιορίσουμε ως την αφήγηση που αφορά σε θεούς, ήρωες, ημίθεους και «δαίμονες» σε μια εποχή που ο άνθρωπος αγωνιούσε να εξηγήσει τα όσα συνέβαιναν γύρω του. Η γόνιμη φαντασία των αρχαίων Ελλήνων δεν δίσταζε να αναγνωρίζει μεταφυσικές δυνάμεις και πνεύματα σε κάθε αντικείμενο και κυρίως σε κάθε φυσικό φαινόμενο ή αφηρημένη έννοια. Οι απαρχές του σύμπαντος, η γέννηση των θεών, η κοσμογονία, οι θεοί του Ολύμπου, τα ηρωϊκά κατορθώματα, οι οικογενειακοί κύκλοι συνετέλεσαν στη δημιουργία μιας μυθολογίας που συνδέεται άρρηκτα με τη θρησκευτική σκέψη.

Δίας και Ήρα, λάδι σε μουσαμά , James Barry (1741–1806)

Στη μοιρασιά του κόσμου που έγινε με κλήρο ανάμεσα στους τρεις γιους του Κρόνου, ο Δίας αναγνωρίστηκε ως κύριος του ουρανού, ο Ποσειδώνας ως κύριος των υδάτων και ο Πλούτωνας του Κάτω Κόσμου. Η θεϊκή παρουσία είναι αισθητή στη προφορική παράδοση και ακολούθως στη λυρική ποίηση. Ποιητές και ιστορικοί την επικαλούνται σχεδόν πάντα και η αρχαία εικονογραφία συμπληρώνει με πολύ παραστατικό τρόπο τις πηγές.

Εκτός όμως από αυτά το φυσικό περιβάλλον με οποιαδήποτε μορφή – βουνά, σπηλιές, δάση, ποταμοί, θάλασσα, πηγές, έλη – έχει επηρεάσει τους μυθολογικούς κύκλους και έχει προκαλέσει συναίσθημα ή δέος. Όλα τα ποτάμια ήταν θεοί, οι νύμφες λατρεύονταν ομαδικά ή σε μικρά ιερά και οι θάλασσες και τα βουνά είχαν δικά τους πνεύματα. Σε κάθε βράχο της Ελλάδας μπορεί κάποτε να κατοικούσε ένα θεός, σύμφωνα με τη διατύπωση του Ίωνα Δραγούμη στο βιβλίο του «Σαμοθράκη». Μέσα από τις περιγραφές της γραπτής παράδοσης (Ομηρική ποίηση, Ησίοδος, Ομηρικοί ύμνοι) μπορούμε να κατανοήσουμε τις απεικονίσεις των θεών που συνδέονται με το ελληνικό τοπίο.

Καθένας στον ιδιαίτερο χώρο επιρροής του συγκεντρώνει τις δυνάμεις, τις ιδιότητες, τις αρετές και τα αγαθά που προσβλέπουν κάθε φορά οι θνητοί, που προσπαθούν με τις κατασκευές τους (ιερά, ναούς, βωμούς) και με τελετές να πλησιάσουν μέσα από τη φύση τους αθάνατους και μάκαρες.

Το νερό κατέχει σημαντική θέση για τους περισσότερους θεούς και τους μύθους γύρω από αυτούς. Περιγράφεται ως μέλαν, δνοφερόν, γλυκερόν, πλατύ. Η θάλασσα και τα ποτάμια αναζωογονούν τις δυνάμεις των θεών καθώς αγάλματα ή ομοιώματά τους ανάλογα με τις προβλεπόμενες για κάθε περίσταση ιεροτελεστίες εμβαπτίζονται ή πλένονται στο νερό. Με τον τρόπο αυτό παραμένουν αγέραστοι, αθάνατοι και παντοδύναμοι.

Υπερτερούν οι γυναικείες θεότητες με γονιμοποιό χαρακτήρα, όπως π.χ. η Αφροδίτη με το προγαμιαίο λουτρό ή η σπουδαιότητα του λουτρού της Αθηνάς Παλλάδος στο Άργος που αναφέρεται σε ποίημα του Καλλίμαχου. Σύμφωνα δε με την αργολική αντίληψη η Ήρα, πάρεδρος του Δία, ανακτά διαρκώς την παρθενική της υπόσταση με το γνωστό λουτρό του αγάλματός της στο νερό της πηγής που λέγεται Κάναθος. Γι’ αυτό και ο ιερός γάμος της, που είναι ένα δρώμενο για την γενική ευφορία στη βλάστηση, στα ζώα και στον άνθρωπο, γίνεται κάθε χρόνο.

Αλλά και στις τελετές καθαρμού το πιο διαδεδομένο μέσο είναι το νερό. Γι΄ αυτό πριν από τις σπονδές και τις θυσίες ζώων προηγείτο το πλύσιμο των χεριών (χέρνιψ) με νερό στο οποίο είχαν προσθέσει αλάτι. Στις εισόδους των ιερών υπήρχαν δοχεία με νερό, τα περιρραντήρια, αρκετά από τα οποία έφεραν πλαστικό διάκοσμο. Δεν ήταν λίγα τα ιερά που είχαν το καθένα δική του πηγή ή πηγάδι, σε ορισμένες όμως περιπτώσεις έπρεπε να το μεταφέρουν από μεγαλύτερη απόσταση από μια αέναη πηγή.  

Η παρθένα που μεταφέρει το νερό με το δοχείο πάνω στο κεφάλι (υδριαφόρος), είναι σταθερό θέμα στην λατρευτική εικονογραφία. Ιδιαίτερες πηγές έχουν σχεδόν όλα τα ιερά της Δήμητρας. Το Ηραίο του Άργους είχε τη δική του πηγή στους πρόποδες του λόφου.

Από το Άργος είναι γνωστή αναθηματική επιγραφή για τη γιορτή Αδώνια. Στον διήμερο εορτασμό και κυρίως τη δεύτερη μέρα οι γυναίκες έψαλαν ύμνους και ανέθεταν αγγεία με σπόρους που βλαστάνουν γρήγορα με συχνό πότισμα. Σκοπός της γιορτής ήταν η εξασφάλιση ευφορίας για το επόμενο έτος, της οποίας το μεγαλύτερο εμπόδιο αποτελούσε η ανομβρία. Μαγική πράξη για την αποτροπή της ανομβρίας ήταν το ρίψιμο των κήπων του Αδώνιδος σε κρήνες.

Σε μαγική πράξη οφείλεται η ανακάλυψη μιας πηγής με άφθονο νερό, της Περσείας, κάτω από τη ρίζα ενός μανιταριού, ενός μύκητος, που ο Περσέας, γιος του Δία και της πριγκίπισσας Δανάης, ξερίζωσε για να πιει νερό. Ο περιηγητής Παυσανίας αναφέρει και μια δεύτερη εκδοχή κατά την οποία ο Περσέας ονόμασε την πόλη Μυκήνες, επειδή στην περιοχή έπεσε ο μύκης, δηλαδή η άκρη της λαβής του ξίφους του, πράγμα που ο ήρωας θεώρησε ως σημάδι των θεών για την υπόδειξη της θέσης που θα έπρεπε να ανοικοδομήσει μια νέα πόλη.

Εκτός από τις πηγές τα ποτάμια επίσης ήταν ιερά, το καθένα είχε ιδιαίτερη θεϊκή υπόσταση και οι θνητοί ζητούσαν τη βοήθειά τους όχι μόνο για την ευφορία της γης αλλά και την ευγονία των ανθρώπων. Η αφιέρωση των μαλλιών των εφήβων σε ποταμούς που ζήτησαν τη βοήθειά τους αναφέρεται συχνά στην αρχαία γραμματεία. Η τοπογραφία της Αργολίδας ορίζεται καθοριστικά από τους ποταμούς Ερασίνο, Χάραδρο και Ίναχο.

Στην αρχαιότητα ήταν αδιανόητη η διάβαση ποταμού χωρίς θυσία και ο Ερασίνος αποτελεί μια από τις περιπτώσεις που αναφέρεται στον Ηρόδοτο. Ο Χάραδρος έχει δημιουργήσει αρκετά προβλήματα στην πόλη του Άργους με πλημμύρες που κάλυψαν οικιστικά κατάλοιπα κυρίως όμως τάφους. Σημαντικότερος από τους ποταμούς αυτούς θεωρείται ο Ίναχος καθώς συνδέεται με την γενεαλογία των αργείων.

Ο Απολλόδωρος (1ος – 2ος αι. μ.Χ.) κατέγραψε σε μια μυθολογική επισκόπηση τη γενεαλογία των θεών και των ηρώων. Αρχίζει με τον Ουρανό και τη Γαία και μετά τη γενιά του Δευκαλίωνα, ο οποίος μαζί με τη γυναίκα του Πύρρα σώθηκαν από τη θεϊκή μήνι που με κατακλυσμό έπνιξε όλους τους ανθρώπους της εποχής του χαλκού, συνεχίζει με τη γενιά του Ινάχου. 

Ο ποταμός Ίναχος

Ο Τιτάνας Ωκεανός, πατέρας των γλυκών υδάτων, και η Τηθύς γέννησαν ένα γιο τον ποταμό Ίναχο. Ο Ίναχος γέννησε με τη Μελία, θυγατέρα του Ωκεανού, τον Φορωνέα και τον Αιγιαλέα. Ο Φορωνέας έγινε βασιλιάς σ’ ολόκληρη τη χώρα που αργότερα ονομάστηκε Πελοπόννησος. Οι Αργείοι έλεγαν πως ο Ίναχος έζησε πριν από το ανθρώπινο γένος και πως ο γιος του Φορωνέας ήταν ο πρώτος άνθρωπος. Λένε πως συγκέντρωσε τους ανθρώπους μετά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα και τους είχε εγκαταστήσει στην κοιλάδα του Ίναχου, στον οποίο είχαν δώσει το όνομά του σε ανάμνηση του ευεργετήματος αυτού.

Η ευθύνη της προστασίας μιας πόλης αποτελούσε τιμή για τους θεούς. Αρκετοί μύθοι αναφέρονται σε διαγωνισμό των θεών για την κατάληψη της ζηλευτής θέσης του πολιούχου στα σημαντικά ελληνικά πολίσματα. Όταν η Ήρα και ο Ποσειδώνας διαφιλονίκησαν για την εξουσία στην αργεία γη διάλεξαν τον Ίναχο ως κριτή της διαμάχης μαζί με τα άλλα δύο ποτάμια της περιοχής, τον Κηφισό και τον Αστερίωνα.

Ο Ίναχος αποφάσισε υπέρ της θεάς. Ο Ποσειδώνας εξοργισμένος τον καταράστηκε, ο Ίναχος έχασε τη θεϊκή του δύναμη και η κοίτη του ξεράθηκε. Η οργή του θεού συνεχίσθηκε και το μεγαλύτερο μέρος της Αργολίδας πλημμύρισε. Χρειάσθηκε η παρέμβαση της Ήρας για να αποσύρει ο Ποσειδώνας το θαλασσινό νερό. Μετά από αυτό οι Αργείοι ίδρυσαν το ιερό του Προκλύστιου Ποσειδώνα.

Ποσειδώνας - Agnolo Bronzino, Ritratto dell'ammiraglio Andrea Doria come Nettuno. Conservato nella Pinacoteca di Brera a Milano. 1540-1550 ca.

Μέσα από τους μύθους αυτούς οι αρχαίοι θεωρούν τον Ποσειδώνα υπεύθυνο για τη διαμόρφωση της γήινης επιφάνειας με κοιλάδες, βουνά, ισθμούς – για σεισμούς και καταποντισμούς – για τον κόσμο της θάλασσας – για ποτάμια, λίμνες, πηγές και πλημμύρες. Μάλιστα κατά τον Αισχύλο όλες οι πηγές θεωρούνται ότι δημιουργούνται από τον Ποσειδώνα. Τα νερά που αναπηδούν ορμητικά από τα έγκατα της γης, όπως και τα ρεύματα των ποταμών και τα κύματα του πελάγους συνδυάζονται σταθερά με τα άλογα και τους ταύρους, ζώα που χαρακτηρίζονται για την ορμητικότητά τους. Μερικοί μύθοι αναφέρουν πως παρουσιαζόταν με μορφή αλόγου και πως αυτός έπλασε το άλογο.

Η γέννηση του αλόγου συνδέεται με το νερό το ίδιο και ο καταποντισμός τους. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι στο ρεύμα γλυκού νερού που αναβλύζει μέσα στη θάλασσα στη Δίνη έριχναν για τον Ποσειδώνα άλογα στολισμένα με χαλινούς. Η περιοχή όπου βρισκόταν η Δίνη, κοντά στο σημερινό Ανάβαλο, ονομαζόταν στην αρχαιότητα Γενέθλιον. Η ονομασία οφείλεται σε ένα σπάνιο επίθετο του Ποσειδώνα, που έχει ταυτόσημη έννοια με το Γενέσιον που αναφέρει ο Παυσανίας πάνω στη διαδρομή από τη Λέρνα για τη Θυρεάτιδα, μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περιοχή από στρατηγικής απόψεως για τους αργείους.   

Είναι όμως ο ίδιος θεός που μπορεί να κάνει να αναβλύσει ακόμα και γλυκό νερό, όταν για κάποιο λόγο καταλαγιάζει ο θυμός του. Έτσι για την κόρη του Δαναού Αμυμώνη, η οποία ενώθηκε με τον θεό της θάλασσας ερωτικά, ανέβλυσαν στη στιγμή οι πλούσιες πηγές της Λέρνας. Καρπός της ένωσης αυτής ήταν ο Ναύπλιος, οικιστής του Ναυπλίου, με απέραντη σοφία στη ναυσιπλοία. Το όνομα της Νύμφης δόθηκε στην κυριότερη πηγή της Λέρνας στους πρόποδες του Ποντίνου όρους. Από μελετητές ταυτίστηκε με το σημερινό Κεφαλάρι των Μύλων και μαζί με τα νερά της Αλκυονίας κινούσαν τους υδρόμυλους που έδωσαν το όνομά τους στο χωριό.

Μία ακόμα από τις Δαναϊδες η Υπερμήστρα έσωσε τον Λυγκέα, γιο του Αίγυπτου, αρνούμενη να υπακούσει την πατρική εντολή να τον θανατώσει την πρώτη νύχτα του γάμου τους. Οι υπόλοιπες υποχρεώθηκαν ως τιμωρία για την ομαδική δολοφονία των συζύγων τους στην αέναη προσπάθεια να γεμίζουν στον κάτω κόσμο με νερό ένα τρύπιο πιθάρι. Ο μύθος έχει απασχολήσει διαχρονικά τους μελετητές  οι οποίοι τον έχουν αναλύσει και από την πλευρά της ψυχολογίας.  

Ήρα, η πολιούχος θεά του Άργους

Η λευκόχερη Ήρα, νικήτρια στη διαμάχη με τον Ποσειδώνα, σύζυγος του ύψιστου θεού Δία και βασίλισσα του Ολύμπου, αναφέρει στην Ιλιάδα τη Σπάρτη, τις Μυκήνες και το Άργος  ως τις πιο αγαπημένες της πόλεις. Προστάτρια των ναυτιλομένων και κυρίαρχη των λιβαδιών ήταν η θεότητα που είχε τα πλουσιότερα ιερά από τον 8ο αι. π. Χ, καθώς η σύνδεσή της με τη θάλασσα, τη γονιμότητα της γης και κατ΄ επέκταση με τη γεωργία συνιστά νέο είδος κοινωνίας.

Ο μύθος λέει ότι ο Ίναχος (ή ο γιος του Φορωνέας) έχτισε πρώτος ναό στην Ήρα την Αργεία. Το άνδηρο στην πλαγιά του όρους Εύβοια περιτριγυρισμένο από βοσκοτόπια και δύο ρυάκια ήταν αφιερωμένο στη δέσποινα της αργολικής πεδιάδας. Το δυτικό ρυάκι ταυτίζεται με το ονομαζόμενο Ελευθέριο Ύδωρ ενώ το ανατολικό είναι ο Αστερίων. Στις όχθες του δεύτερου φύτρωνε η ομώνυμη πόα από την οποία έπλεκαν στεφάνια στη θεά, που πιθανότατα αποδίδονται ανάγλυφα στον πόλο (κυλινδρικό διάδημα) αγαλματιδίων και ειδωλίων της θεότητας. Θρησκευτικοί καθαρμοί και απόρρητες τελετές τροφοδοτούνται από τα νερά του πρώτου ρυακιού κατά τη φημισμένη αργειακή γιορτή τα Ηραία.

Η γιορτή συγγενεύει με τη γιορτή των Λερναίων που είχε κι εκείνη μυστικά «λεγόμενα και δρώμενα» με θέμα την ευφορία, τη βλάστηση, την αθανασία της ψυχής. Το πολύρρυτο άλσος των πλατάνων και των άλλων δέντρων έκρυβε μυστικές τελετές για το Διόνυσο. Κατά την εορτή της Επιφάνειάς του οι Αργείοι καλούσαν τον «βουγενή» Διόνυσο με σάλπιγγες να βγει από τη λίμνη της Λέρνας και βύθιζαν ένα αρνί ως θυσία στο αχανές βάθος . Και για τη Δήμητρα Πρόσυμνα τελούνταν ετησίως εορτές από τους αργείους μέσα σε τέμενος ναών και ιερών μεταφέροντας με πυρσούς φλόγα από το ιερό της Πυρωνίας Αρτέμιδος στο όρος Κράθι της γειτονικής Αρκαδίας.

Ο Ηρακλής σκοτώνει τη Λερναία Ύδρα (παράσταση από αμφορέα του 540 π.X.).

Στην περιοχή της Λέρνας όμως η άφθονη υδροχαρής βλάστηση δεν αντικατοπτρίζει το κάλλος της Δαναϊδας νύμφης Αμυμώνης. Κρύβει το έρεβος της άπατης λίμνης που τη φυλάει ένα τέρας, η Λερναία Ύδρα, με εννέα φιδίσια κεφάλια, γέννημα του Τυφώνα και της Έχιδνας, που η δηλητηριασμένη του ανάσα κατάκαιγε τα πάντα: φυτά, ζώα, ανθρώπους. Εδώ ο Ηρακλής με τη βοήθεια του ανιψιού του Ιόλαου και τη σοφία της θεάς Αθηνάς εξόντωσε το φοβερό φίδι.

Στον Απολλόδωρο στο σχετικό εδάφιο διαβάζουμε περιγραφή της αποκοπής των κεφαλιών της Λερναίας ‘Υδρας από τον ήρωα. Αναφέρεται χαρακτηριστικά: «…και τούτον τον τρόπον των αναφυομένων κεφαλών περιγενόμενος, την αθάνατον αποκόψας κατώρυξε και βαρείαν επέθηκε πέτραν, παρά την οδόν την φέρουσαν δια Λέρνης εις Ελαιούντα».

Το θέμα του μύθου, που περιγράφει το δεύτερο και πιο σημαντικό από τους άθλους του Ηρακλή, ήταν ιδιαίτερα προσφιλές στις εικαστικές τέχνες από το τέλος του 8ου – αρχές 7ου αι. π.Χ. Ο κορινθιακός κεραμεικός θεωρείται η αρχή της επεξεργασίας του θέματος στην τέχνη της αγγειογραφίας που επηρέασε στη συνέχεια τους αγγειογράφους άλλων εργαστηρίων. Η ερμηνεία του έχει απασχολήσει μέχρι σήμερα επιστήμονες πολλών ειδικοτήτων και οδήγησε στη διατύπωση διαφόρων θεωριών: καρστικό φαινόμενο, ταύτιση του Ηρακλή με τον θερμό ήλιο που το καλοκαίρι στερεύει τις πηγές και την Ύδρα – έλος.

Για τους αρχαίους τα έλη ήταν ολέθρια γιατί τα συνέδεαν με τις δυνάμεις του υπερφυσικού. Η αισθητή αύξηση της νόσου της ελονοσίας από τον 5ο αι. ως την περίοδο των αυτοκρατορικών χρόνων είχε θεωρηθεί παλαιότερα ως η κύρια αιτία της ερήμωσης της αρχαίας Ελλάδας. Ο αμερικανός ανθρωπολόγος J. L. Angel βασίσθηκε στα ποσοστά εμφάνισης της πορώδους υπερόστωσης για τον εντοπισμό μεγάλων επιδημιών ελονοσίας στον ελληνικό χώρο κατά την αρχαιότητα.

Το λιμάνι της Λέρνας το προστάτευε η λιμενία ή εύπλοια Αφροδίτη, ιερό της οποίας υπάρχει στο Τημένιο του Άργους  μαζί με το ιερό του Ποσειδώνα. Ο τελευταίος ως γενάρχης του Ναύπλιου λατρεύεται ως η κυριότερη θεότητα στη Ναυπλία, σε ναό τα κατάλοιπα του οποίου υποτίθεται πως έχουν εντοιχισθεί στο μεσαιωνικό τείχος της Ακροναυπλίας.

Δαναΐδες

Ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων έχει άμεση σχέση με το νερό, γιατί αποτελεί το στοιχείο που κατοικούν τα αρχέγονα μυστήρια. Το Άργος, όπως προαναφέρθηκε, έχει γνωρίσει την οργή του Ποσειδώνα και έχει γίνει πολυδίψιο. Όλες οι Δαναϊδες, που τα ονόματά τους θυμίζουν Νηρηίδες – Ωκεανίδες, είναι Νύμφες των πηγών. Ο συσχετισμός των Δαναϊδων στις γραπτές πηγές με τα φρέατα του Άργους δεν αποκλείεται να συνδέεται με κάποια αρδευτικά έργα που έδωσαν τη δυνατότητα στο Δαναό να γίνει βασιλιάς στο Άργος.

Ο Στράβωνας αναφέρει ότι τέσσερα από τα πηγάδια οι αργείοι τα θεωρούσαν ιερά και τα τιμούσαν ειδικά, πιστεύοντας ότι όταν υπήρχε νερό αυτά δεν είχαν.

Στις ανατολικές υπώρειες του λόφου της Λάρισας και σε μικρή απόσταση από το αρχαίο Θέατρο ο χώρος που οι ανασκαφείς ονόμασαν «Κριτήριο»  πήρε τη σωζόμενη μορφή στα ρωμαϊκά χρόνια (123/4 μ. Χ.) όταν ο Αδριανός επισκέφθηκε το Άργος. Τότε διαμορφώνεται ένα Νυμφαίο που αποτελείται από δυο δεξαμενές νερού σκαλισμένες στο βράχο. Εδώ πιθανότατα ήταν στημένο και το άγαλμα που βρέθηκε το 1906 στη δυτική δεξαμενή και εκτίθεται στον αύλειο χώρο του Μουσείου Άργους, όπου ο αυτοκράτορας με τη μορφή του ήρωα Διομήδη άφηνε το νερό να τρέχει ως θεϊκό δώρο από την παλάμη του αριστερού χεριού. Τμήμα επιγραφής που ήρθε στο φως στις ανασκαφές της Γαλλικής Αρχαιολογικής σχολής στην αρχαία Αγορά του Άργους αποτελεί υπόμνηση των υδραυλικών έργων που έγιναν στην πόλη από τον Αδριανό, τα οποία προστέθηκαν στις αντίστοιχες σημαντικές εργασίες των κλασικών και ελληνιστικών χρόνων στην περιοχή της Αγοράς.

Στο Νυμφαίο κατέληγε το νερό που κυλούσε στον βόρειο αγωγό του Αδριάνειου Υδραγωγείου που σώζεται σε μήκος 600 μ. περίπου στις ανατολικές υπώρειες της Λάρισας. Διανύοντας μια πολύ μεγάλη διαδρομή από το Κεφαλόβρυσο, Δούκα, Τζιρίστρα, Στέρνα, Σχοινοχώρι έφερνε το νερό στην πόλη. Μάρτυρες της πορείας του σημαντικού αυτού έργου οι πλινθόκτιστες βάσεις που είναι ορατές στην περιοχή «Σταθέικα» βορειοδυτικά του Άργους  και στο χωριό Γυμνό στη θέση «Αγ. Θωμάς».

Στην περιοχή της Στέρνας κοντά στο ύψωμα του Αγ. Νικολάου στη θέση που στους ντόπιους είναι γνωστή με το όνομα «Τσόλορη» μέσα στην κοίτη του Ίναχου ήρθε στο φως η κατώτερη επιφάνεια έδρασης πεσσού του υδαταγωγού. Στις εργασίες διάνοιξης της νέας Εθνικής Οδού Κορίνθου – Καλαμάτας βρέθηκε μικρό τμήμα υδραγωγείου στην περιοχή Ρουσάλια στη θέση «Ντράσιζα» κτηματικής περιφέρειας Μαλανδρενίου. Η από νότο προς βορρά πορεία του δεν αποκλείεται να υποδεικνύει σύνδεση με το νότιο υδραγωγείο του Άργους που τροφοδοτούνταν από το Κεφαλάρι.

Νότια του «Κριτηρίου» κατάλοιπα δεξαμενής έχουν ερμηνευθεί ως ένδειξη της λατρείας της Ίσιδας, που πρέπει να ήταν δημοφιλής στο Άργος από τον 3ο αι. π.Χ. έως τον 3ο αι. μ.Χ. και με την οποία πιθανότατα συνδέεται η χρήση υπόγειου πλινθόκτιστου οικοδομήματος που ήρθε στο φως στη διάρκεια σωστικής ανασκαφικής έρευνας.

Ο καλλωπισμός του σώματος αποτελούσε κύριο μέλημα της αρχαίας κοινωνίας. Η καθημερινή φροντίδα του σώματος σε λουτρά, θέρμες και βαλανεία, σηματοδοτούσε την ευκαιρία για κοινωνική συναναστροφή, αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου, χαλάρωση και ξεκούραση. Στο Άργος στη διάρκεια σωστικών ανασκαφικών ερευνών ήρθαν στο φως κατάλοιπα που ταυτίζονται με λουτρά των ρωμαϊκών χρόνων.

Απεικόνιση του Ασκληπιού και της οικογένειάς του

Εκτός από τον καλλωπισμό και η ίαση του σώματος όφειλε πολλά στη χρήση του νερού σε ιαματικά κέντρα όπου κατέφευγαν οι ασθενείς και ονομάζονταν Ασκληπιεία από το όνομα του θεραπευτή θεού, του Ασκληπιού. Γιος του Απόλλωνα, είχε διδαχθεί την ιατρική από τον σοφό Κένταυρο Χείρωνα και την ασκούσε σε φυσικό περιβάλλον με άλση, πηγές με τρεχούμενα ιαματικά νερά, που η ακτινοβολία του ιερού χώρου και οι διαιτητικές θεραπείες συντελούσαν στη θεραπεία του σώματος και της ψυχής.

Στο Άργος στις Θέρμες στην περιοχή του Θεάτρου μεγάλο κτίσμα τροφοδοτούμενο από ένα υδραγωγείο μετατράπηκε σε Σαραπείο. Επί Αδριανού δημιουργείται μια εγκατάσταση λουτροθεραπείας (cure balnéaire) και επικρατεί η ιαματική πλευρά του νερού αναμφίβολα κάτω από την προστασία του Ασκληπιού. Ο χώρος χρησιμοποιείται και στους υστερορωμαϊκούς χρόνους επί Γορδιανού ΙΙΙ. Η παρουσία άφθονου νερού στο εσωτερικό του οικοδομήματος καλύπτει τις ανάγκες του ιερατείου (κάθαρση) αλλά και των πιστών (θεραπεία). Σ’ αυτά τα λουτρά οι θεραπευτικές ιδιότητες του νερού φαίνεται πως ουσιαστικά βασίζονταν στην αντίθεση ανάμεσα στις θερμοκρασίες των εναλλάξ εμβαπτισμών σε δεξαμενές θερμές και ψυχρές.

Στο ανατολικό τμήμα της Αργολίδας, στην Επίδαυρο το νερό γίνεται φορέας του ιερού χαρακτήρα της θεότητας. Οι πάνδημοι εορτασμοί, οι συναθροίσεις και οι συμβολικές πράξεις στον κύκλο λατρείας ενός θεού-γιατρού απαιτούσαν συνεχή ροή νερού σε πηγάδια, κρήνες και υδραγωγεία. Ήδη από τον 8ο αι. π.χ, στο ιερό του Απόλλωνα Μαλεάτα, πατέρα του Ασκληπιού και αργότερα στον μεγάλο ιερό χώρο του Ασκληπιείου υπήρξε πρόβλεψη για εκτέλεση τεχνικών έργων που διασφάλιζαν την ύπαρξη νερού μέχρι την ύστερη αρχαιότητα (5ος αι. μ. Χ). Στη διάρκεια του 4ου αι. π.χ., η υλοποίηση του μεγάλου οικοδομικού προγράμματος συνδέθηκε με ένα άψογο τεχνικό σύστημα παροχής, διανομής αλλά και αποχέτευσης του νερού στο σπουδαιότερο ιερό της αρχαιότητας. Σε επιγραφές αναφέρονται κατασκευαστικά στοιχεία, υλικά και δαπάνες που αφορούν στα υδραυλικά έργα του ιερού με τα οποία το νερό μεταφέρεται και αποθηκεύεται σε τεράστιες δεξαμενές τροφοδοτώντας τις κρήνες και τα λουτρά.

Στην ΝΑ Αργολίδα, στην Ερμιόνη, κυριαρχεί η λατρεία του Ποσειδώνα, της Αθηνάς, της Δήμητρας – θεά της σποράς και του Κάτω Κόσμου, της Αφροδίτης και της Ίσιδας. Oι επικλήσεις της Αφροδίτης ως ποντία, λιμενία και εύπλοια δείχνουν την άμεση σχέση της περιοχής με το νερό. Η Ίσιδα, όπως και η Αφροδίτη, τιμώνταν στα λιμάνια ως θεότητες προστάτριες της ναυσιπλοϊας. Στην εποχή του περιηγητή Παυσανία ονομαστές είναι οι κρήνες που τροφοδοτούν τα ιερά και την πόλη της Ερμιόνης που δεν στερεύουν ποτέ.

Οι μύθοι στους οποίους αναφερθήκαμε επιγραμματικά φανερώνουν διάρθρωση, ιεραρχία ίσως και κάποια αντινομία. Μιλούν για πράξεις με επικοινωνιακό χαρακτήρα γύρω από μια θεότητα ή ένα ήρωα που ενσαρκώνει την υπερφυσική δύναμη. Τα κοινά στοιχεία μεταξύ των περιοχών δεν οφείλονται μόνο σε πολιτιστικές επιδράσεις αλλά σε κοινές εμπειρίες και μνήμες που κυλούν μαζί με το νερό από τη μια άκρη της Αργολίδας στην άλλη σε περιοχές που αναφερθήκαμε αλλά και σε όλες τις άλλες που τα όρια της παρουσίασης αυτής δεν επιτρέπουν.

Μνήμες που γύρω στο 700 π.Χ. σε κάποια πλαγιά του όρους Ελικών, ο ποιητής Ησίοδος, πλάθει στην αρχαιότερη ερμηνεία σχετικά με τη δημιουργία του κόσμου και τη γέννηση των θεών χωρίς να εξαλείφει τις αμέτρητες τοπικές παραλλαγές. Η προσέγγιση ενός μυθικού κόσμου διατρέχει πάντα τον κίνδυνο να φανεί κάπως άστατη, καθώς οι ολύμπιοι θεοί, οι ήρωες και οι ημίθεοι δεν αναγνωρίζονται με μια μοναδική υπόσταση ή σε μια γεωγραφική περιοχή. Και το νερό είναι το στοιχείο που κατοικούν τα αρχέγονα μυστήρια που συνδέονται με τη θεϊκή παρουσία αλλά και με τις ανθρώπινες καταβολές.

Στην Αργολίδα, όπως και σε άλλες περιοχές, η σχέση του ανθρώπου με το νερό είναι ζωτική, μυστηριακή, εξαγνιστική  και έχει αφήσει τις μαρτυρίες της σε διάφορες κατηγορίες έργων της αρχαιότητας. Μύθοι αναζωπυρώνονται από εκτεταμένες περιόδους ξηρασίας και ο Ίναχος με τη γενιά του και τους δυναστικούς κρίκους της αργειακής γενεαλογίας έρχεται σε αντίθεση με τους μύθους για την αφθονία του νερού στη Λέρνα, τον Δαναό και τις Δαναϊδες.

Η συνύπαρξη του μυθολογικού με το ερωτικό στοιχείο που αποδίδεται σε ανάγλυφο με τη μορφή της Λήδας και του Δία μεταμορφωμένου σε κύκνο υπενθυμίζει ότι η αρχαία ελληνική τέχνη δείχνει με καλλιτεχνικό τρόπο πόσο συνυφασμένη ήταν η ζωή με τους μύθους για το νερό ακόμα και με την έμμεση επισήμανσή του.

Στην αρχιτεκτονική αναφέρουμε ενδεικτικά τις πήλινες λεοντοκεφαλές – υδροόες που παραπέμπουν στη δύναμη του υγρού στοιχείου ή στα ακροκέραμα με το φυτικό πλαστικό διάκοσμο. Στην αγγειογραφία φαίνεται μια προτίμηση στις σκηνές που «συνομιλούν» με τον θεατή για τη ζωή. Εμφανίζεται πολύ συχνά ο δαμαστής αλόγων που ελέγχει είτε ένα είτε δύο άλογα, θέμα ιδιαίτερα προσφιλές στο αργείτικο εργαστήρι καθώς συνδέεται με το ιππόβοτο Άργος. Έμβια όντα (δελφίνι), ψάρια, υδρόβια πουλιά στα αγγεία των γεωμετρικών χρόνων έχουν θεωρηθεί ως παραπληρωματικά θέματα στην εικονογραφία που ερμηνεύεται ως απεικόνιση της σχέσης της αργείας γης με το νερό.

Στην ημερίδα [Νοέμβριος 2009] αυτή με κυρίαρχο θέμα το πρόβλημα του νερού από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα επισημαίνουμε ο καθένας με το δικό του τρόπο ότι το νερό είναι η πηγή και η ουσία της ζωής, χωρίς την οποία η φύση και ο άνθρωπος ασφυκτιούν και κινδυνεύουν.

Η ευλογία του νερού όμως δεν είναι δίκαια μοιρασμένη. Αν και απολύτως απαραίτητο για τη ζωή και την υγεία, περισσότεροι από τους μισούς κατοίκους του Τρίτου Κόσμου δεν έχουν πόσιμο νερό και τα τρία τέταρτα απ’ αυτούς δεν έχουν ούτε εγκαταστάσεις υγιεινής, ενώ περίπου 80% των ασθενειών που προσβάλλουν τον άνθρωπο οφείλονται στην έλλειψη καθαρού πόσιμου νερού.

Η Ουνέσκο ασχολείται με το πρόβλημα του νερού από το 1950, όταν εγκαινίασε ένα πρόγραμμα ερευνών στις άνυδρες περιοχές της υδρογείου. Σήμερα το Διεθνές Υδρολογικό Πρόγραμμα (ΔΥΠ) έχει ως στόχο να αναπτύξει την επιστημονική βάση για την ορθολογική χρήση των πηγών του νερού και να αναζητήσει λύσεις των ιδιαίτερων προβλημάτων που αντιμετωπίζουν χώρες με διαφορετικές γεωγραφικές συνθήκες και επίπεδα τεχνολογικής και οικονομικής ανάπτυξης. Η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών κήρυξε το Νοέμβριο του 1980 τη Διεθνή Δεκαετία Πόσιμου Νερού και Εγκαταστάσεων Υγιεινής (1981-1990), με στόχο «Πόσιμο νερό και εγκαταστάσεις υγιεινής για όλους ως το 1990» .

Από το 1991 με πρωτοβουλία του Συμβουλίου της Ευρώπης ξεκίνησε ο θεσμός των εκδηλώσεων για τον εορτασμό των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς, στον οποίο η Ελλάδα συμμετέχει από το 1994. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι βασικές εκδηλώσεις που διοργανώθηκαν από το Υπουργείο Πολιτισμού στο διάστημα από το 1997 – 1999 σχετίζονται άμεσα με το νερό, όπως η μικρή αλλά περιεκτική έκθεση στον προθάλαμο του Αρχαιολογικού Μουσείου Άργους με τίτλο «Πολυδίψιον Άργος – Το πρόβλημα του νερού στην Αργολίδα». Συστήματα υδρομάστευσης και κατασκευές με έμφαση στις γεωτεχνικές μηχανικές μεθόδους της αρχαιότητας συνιστούν βασικές υποδομές στην πολιτιστική – ιστορική διαδρομή κάθε περιοχής. Οι Μυκήνες, όπως και η Τίρυνθα, αποτελούν τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα της ορθής διαχείρισης των υδάτινων πόρων στην αρχαιότητα.  Είναι καθήκον μας να φροντίσουμε αυτή την πολύτιμη κληρονομιά και στους εποικοδομητικούς μύθους της αρχαιότητας για το νερό στην Αργολίδα να μη προσθέσουμε τη δική μας αρνητική πραγματικότητα.

 

Άννα Μπανάκα

Διευθύντρια Δ΄ Εφορείας Προϊστορικών

και Κλασικών Αρχαιοτήτων Ναυπλίου

 

Read Full Post »

To ιδεολογικό υπόβαθρο της ελληνογαλλικής σύγκρουσης στο Άργος, το 1833

 

 

Η σύγκρουση του γαλλικού στρατού με τους Έλληνες την 4η   Ιανουαρίου του 1833* στο Άργος, ήταν η θλιβερή κατάληξη μιας πολύπλοκης ιδεολογικής διεργασίας. Στην τοπική ιστοριογραφία ωστόσο η ελληνογαλλική σύγκρουση  αποτυπώθηκε ως σφαγή των Αργείων, ενώ και η γενικότερη ιστορική προσέγγιση υπήρξε επιφανειακή και μονομερής, επειδή βασιζόταν σε σύγχρονες του γεγονότος ελληνικές πηγές. O τύπος π.χ. του νεοσύστατου κράτους και οι επίσημες αναφορές της εποχής είχαν προσδώσει στο τραγικό συμβάν το χαρακτήρα μιας άνανδρης και φονικής επίθεσης εναντίον αθώων θυμάτων. Δεν έχω βέβαια την πρόθεση να αποκαταστήσω εξίσου απλουστευτικά την αντίθετη πλευρά, δηλαδή το γαλλικό στρατιωτικό απόσπασμα και την Κυβέρνηση Κωλέτη. Θα επιχειρήσω όμως να προσδιορίσω το ιδεολογικό υπόβαθρο αυτής της πρώτης ένοπλης αντιπαράθεσης του ελληνικού στοιχείου με Προστάτιδα Δύναμη.

 

Άποψη του Άργους 1837. F. Hevre, A residense in Greece and Turkey, London 1837.

 

Και πρώτα τα πραγματικά γεγονότα:

Από τον Αύγουστο του 1828 η Γαλλία, κατόπιν συμφωνίας των Μ. Δυνάμεων, είχε στείλει στην Πελοπόννησο 14.000 στρατιώτες υπό τον Στρατηγό Νικόλαο Μαιζόν. Μία δύναμη 1500 περίπου Γάλλων, προερχόμενη από τη Μεσσηνία, κατευθυνόταν στις αρχές Ιανουαρίου του 1833 προς το Ναύπλιο με σκοπό να διευθετήσει τα της υποδοχής του Βασιλιά Όθωνα. Ο Βασιλιάς αναμενόταν να αποβιβασθεί στο Ναύπλιο στο τέλος του μηνός και θα έπρεπε, εκτός των άλλων, να έχει επιβληθεί η τάξη στην αναστατωμένη, λόγω του προηγούμενου εμφυλίου πολέμου, ευρύτερη περιοχή. Το απόσπασμα των Γάλλων έφτασε στο Άργος τμηματικά, στις 2 και 3 Ιανουαρίου. Έφερε μαζί του και 2 κανόνια και ζήτησε να στρατωνισθεί.

Η συμπαράσταση του ελληνικού πληθυσμού σε άτακτους οπλοφόρους που διαπληκτίστηκαν ή και συνεπλάκησαν, όπως φαίνεται, με τους Γάλλους στρατιώτες  στις 4 του μηνός, προκάλεσε γενίκευση των επεισοδίων. To αποτέλεσμα ήταν να θανατωθούν από τα γαλλικά όπλα περί τους 200 – 300 πολίτες[1]. Η διερεύνηση αυτής της σύγκρουσης προϋποθέτει ασφαλώς την ένταξή της στον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια. Η πόλη του Άργους ήταν η εστία της αναταραχής. Όχι μόνο γιατί εδώ είχε αρχίσει τις εργασίες της η αμφισβητούμενη από τους διαφόρους φορείς της εξουσίας Ε΄ Εθνοσυνέλευση, αλλά και επειδή εδώ βρισκόταν συγκεντρωμένη η ισχυρή παράταξη των οπλαρχηγών, το «Στρατιωτικόν» (όπως αναφέρεται στις πηγές). Το Στρατιωτικόν είχε αναλάβει, με την έγκριση του Αυγουστίνου Καποδίστρια, το ρόλο του εγγυητή της πολιτικής νομιμότητας, μετά το θάνατο του Κυβερνήτη. Τον ηγετικό πυρήνα της ομάδας αυτής αποτελούσαν ο Θ. Κολοκοτρώνης, ο γιος του Ιωάννης ή Γενναίος Κολοκοτρώνης και ο Δημήτριος Τσόκρης.

Η απήχηση της ιδεολογίας του Στρατιωτικού  στην πόλη του Άργους διευκολυνόταν από τη μεγάλη επιρροή που ασκούσε στο χώρο αυτό ο Αργείος Δ. Τσόκρης. Ταυτόχρονα όμως οι οπλαρχηγοί επέβαλλαν τη θέλησή τους  και ένοπλα,  μέσω των προσωπικών τους στρατιωτικών σωμάτων. Mία μικρή δύναμη ιππικού υπό τον Δ. Καλλέργη που στάθμευε στην πόλη δεν ήταν σε θέση να διατηρήσει την τάξη.

Προσωπογραφία Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Karl Krazeisen, 1828.

Το Άργος λειτουργούσε φαινομενικά ως πολιτικό κέντρο συσπείρωσης όσων θεωρούσαν νόμιμο το μετακαποδιστριακό καθεστώς. Στην πραγματικότητα όμως – και αυτό πρέπει να τονιστεί –  είχε εξελιχθεί σε όλο το χρονικό διάστημα μέχρι την  κάθοδο του Όθωνα σε έναν επιθετικό στρατιωτικό πόλο.  Η άλλη πλευρά ήταν οι λεγόμενοι Συνταγματικοί ή το Πατριωτικόν, με έδρα το Ναύπλιο. Πολιτικός αρχηγός των Συνταγματικών ήταν ο Ι. Κωλέττης ενώ ως στρατιωτικός θα μπορούσε να θεωρηθεί ο Ιωάννης Μακρυγιάννης.

Είναι ευτύχημα το ότι  τα κορυφαία στελέχη των δύο αντίθετων παρατάξεων και  πρωταγωνιστές της κρίσης της οποίας ο τραγικός επίλογος γράφτηκε στο Άργος, ο Κολοκοτρώνης και ο Μακρυγιάννης, μας άφησαν απομνημονεύματα. Μέσα από τα γραφόμενά τους, αλλά κυρίως μέσα από την αντιπαραβολή τους, εκδιπλώνεται  ολόκληρο το  πλέγμα των παραγόντων που έδρασαν κατά τη συγκεχυμένη πολιτικά μετακαποδιστριακή περίοδο[2].

Ο Κολοκοτρώνης, πρωτοστάτης στην εκλογή του Καποδίστρια  ως Κυβερνήτη και εγνωσμένος ρωσόφιλος, υπήρξε οπαδός της συγκεντρωτικής εξουσίας. Η μόνιμη αυτή τάση τον οδήγησε στην αναίρεση της αρχικής του απόφασης, να προκύψει δηλαδή από την Ε΄ Εθνοσυνέλευση μία γνήσια και αντιπροσωπευτική κυβέρνηση. Την τελική απόφασή του περί σχηματισμού Γερουσίας μόνο και με πρόεδρο τον Αυγουστίνο δικαιολογεί ως εξής:

Συνάζοντας όλο το έθνος εγώ εμέτρησα με το νου μου, ότι εάν και κάμωμεν άλλην κυβέρνησιν οι έξω αυλαίς θέλει μας πάρουν ότι είχαμεν όλοι συνωμοσίαν διά το σκοτωμό του κυβερνήτη, διατί σκοτώνοντας τον κυβερνήτη, και αλλάζοντας την κυβέρνηση να βάλωμεν άλλους, βέβαια ο κόσμος θα μας έπαιρνε ότι είμεθα όλοι συνωμότες, ή ότι ο Κυβερνήτης ήτον τύραννος, διότι εδοκιμάσαμεν τα απερασμένα χρόνια των πολλών την κυβέρνησιν[3].

Στην κυβερνητική λύση της Γερουσίας ο Κολοκοτρώνης παρέμεινε αδιάλλακτος. Αποχώρησε μάλιστα και από τις προσωρινές διοικήσεις του Ναυπλίου τις ελεγχόμενες από τον Κωλέττη. Ρουμελιώτες άτακτοι του Κωλέττη εν τω μεταξύ είχαν κατακλύσει την Πελοπόννησο και ο Κολοκοτρώνης πίστευε ότι προστατεύοντας τους συντοπίτες του εκτελούσε ένα «πατρικό καθήκον»[4]. Ενεργούσε όμως παράνομα.

Ο Κωλέττης, από την άλλη πλευρά, συμπεριφερόταν σαν φίλαρχος και καιροσκόπος πολιτικός. Συμμετείχε λ.χ στις διάφορες κυβερνητικές επιτροπές, αν και επίσημα καταδίκαζε οποιοδήποτε  πολιτικό σχήμα δεν είχε τύχει της λαϊκής έγκρισης. Η στρέβλωση των εργασιών της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης προς ολιγαρχικού τύπου διακυβέρνηση του έδωσε αφορμή να δημαγωγήσει.

Η ιδέα που προπαγάνδιζε ήταν, κατά το Μακρυγιάννη, να κάμουν νόμους για την πατρίδα, να κυβερνηθεί η πατρίδα με νόμους και όχι με το έτζι θέλω. Και δεν έχουμε λόγο να μην  πιστέψουμε τον Μακρυγιάννη, όταν γράφει ότι οι απλοί άνθρωποι του έλεγαν καθόμαστε νηστικοί εμείς και φάτε εσείς, οπού προσπαθάτε διά να γίνουν νόμοι[5].

Αναμφίβολα λοιπόν οι Στρατιωτικοί του ΄Αργους είχαν να αντιμετωπίσουν ως ουσιαστικό αντίπαλο όχι τα άτακτα σώματα του Κωλέττη που λεηλατούσαν την επαρχία επειδή δεν είχαν πάρει τους μισθούς τους, αλλά τη λαϊκή συμπαράσταση στις «δημοκρατικές» ιδέες του. Ο κίνδυνος είχε φτάσει προ των πυλών του Άργους το Μάρτιο του 1832 [6] αφού και οι δύο αντίπαλοι, γράφουν – ο Μακρυγιάννης:

Τότε προχωρέσαμεν. Κοιμηθήκαμεν εις τον Αι Βασίλη – κι από κει εις ΄Αργος. Βγήκαν οι κάτοικοι και μας καρτέρεσαν με δάφνες και άλλα[7]και ο Κολοκοτρώνης : Και την αυγή έφτασε το Σύνταγμα εις το ΄Αργος, και εβγήκαν οι Αργίταις με ταις δάφναις[8].

Κομβικό σημείο ωστόσο στην τελευταία και πιο επικίνδυνη φάση της πολιτικής διαμάχης αποτελεί η συμμετοχή του Ι. Κωλέττη στην επταμελή κυβερνητική επιτροπή συναποτελούμενη από τους Δ. Υψηλάντη, Α. Μεταξά, Νότη Μπότσαρη, Δ. Κολιόπουλο, Γ. Κουντουριώτη και  Α. Ζαΐμη. Τότε είναι (το Μάιο του 1832) που επεμβαίνει για πρώτη φορά ο γαλλικός στρατός υπέρ του Κωλέττη. Η ιδιότητα του Κωλέττη  ως αρχηγού της γαλλόφιλης μερίδας φαίνεται να έπαιξε το ρόλο της στην ένοπλη στήριξή του από τους Γάλλους.

Το Ναύπλιο γίνεται έτσι ο δεύτερος  στρατιωτικός πόλος, έκδηλα εχθρικός προς το Άργος και με σαφή  τη διεθνή αποδοχή εκ μέρους των Δυνάμεων, της Συμμαχίας, όπως ονομαζόταν τότε. Από τη στιγμή μάλιστα που η Συνδιάσκεψη του Λονδίνου αρνήθηκε στους Έλληνες την παραχώρηση συντάγματος, και ο Κωλέττης στερήθηκε το πολιτικό πρόσχημα της δημοκρατικότητας για τις ένοπλες επεμβάσεις του, τα πράγματα οδηγούνταν σε οριστική ρήξη.

Γράφει ο Μακρυγιάννης: Τότε τους βγάλαμεν όλους έξω ( εννοεί τους Στρατιωτικούς από το Ναύπλιο). Και μ’ αυτά υπερίσκυσε ο Κωλέτης. Και στείλαν και ήρθαν Γαλλικά στρατεύματα εις το Ανάπλι, οπού ήταν εις τα κάστρα. Τ’ Ανάπλι πρέπει να ευγνωμονή εις τον Κωλέτη, ότι θα πάθαιναν ό,τι έπαθαν  και τ’ άλλα τα μέρη της πατρίδας. Αυτείνοι οι γενναίγοι άντρες οι Γάλλοι βάσταξαν την ησυχίαν[9].

Και ο Κολοκοτρώνης: Αυτή η διοίκησις είδε ότι αδύνατον να βασταχθή και εζήτησε από τους τρεις Αντιπρέσβεις διά να έλθουν γαλλικά στρατεύματα, να πιάσουν το Ανάπλι και την Πάτρα…Οι Γάλλοι επήγαν εις το Ανάπλι και έβγαλαν το τοπικόν (Τυπικόν) τάγμα, και έτσι εκλείσθησαν μέσα και εκάθοντο. Αν δεν επροσκαλούσαν τους Γάλλους, ο Κωλέτης ήθελε καταφύγει εις τον τόπο του, εις τα Γιάννινα…» [10].  

Ιωάννης Μακρυγιάννης, ξυλογραφία του Α. Τάσσου.

Το Στρατιωτικόν του Άργους  απέναντι στην Κυβέρνηση του Κωλέττη που τώρα είχε και την ένοπλη υποστήριξη των Προστάτιδων Δυνάμεων δεν άργησε να υψώσει τη σημαία του αγώνα κατά της ξενοκρατίας και της εθνικής εξάρτησης. Μία φράση του Κολοκοτρώνη ερχόμενη σε ευθεία αντίθεση με την αξιολόγηση που κάνει για τους Γάλλους ο Μακρυγιάννης είναι αρκετά αποκαλυπτική: Τέτοια κυβέρνησις ήτον, να δώση τα εθνικά φρούρια εις ξένους να τα φυλάττουν[11].

Την ημέρα της σύγκρουσης ο Κολοκοτρώνης δε βρισκόταν στο Άργος, ενώ ο Μακρυγιάννης έφυγε από την Κόρινθο και πήγε στην πόλη λίγο πριν εκδηλωθούν τα έκτροπα. Έλειπε και ο Δημήτριος Καλλέργης αφού ήταν απασχολημένος στον Αχλαδόκαμπο. Από τους οπλαρχηγούς στο Άργος βρίσκονταν οι Γενναίος Κολοκοτρώνης, Κριεζώτης, Τζαβέλας και Τσόκρης. Ωστόσο μόνο τον Τσόκρη και τον Κριεζώτη φέρουν ως αναμεμειγμένους στα επεισόδια και οι δύο αγωνιστές[12].

Ο  Κολοκοτρώνης, ενώ συνδέει την έλευση των Γάλλων στο Άργος με την υποδοχή του Όθωνα, αναφέρει απλώς ότι εκεί (στο Άργος δηλαδή) δεν ηξεύρω πως έκαναν και πιάνονται (οι Γάλλοι) με τους ανθρώπους του Τσόκρη και του Γριζιώτη (Κριεζώτη).[13]

Του Μακρυγιάννη όμως η περιγραφή είναι πιο  εκτενής και ίσως ακριβέστερη λόγω της δυνατότητας που είχε να σχηματίσει προσωπική αντίληψη για τα γεγονότα.

Ο Μακρυγιάννης δεν συσχετίζει τη σύγκρουση με  κάποια διατεταγμένη υπηρεσία του γαλλικού αποσπάσματος ενόψει της καθόδου του Όθωνα ή την αποσιωπά. Υποστηρίζει ότι ο Τσόκρης σε επίσημη αποστολή του στο Ναύπλιο προσεβλήθη από Γάλλο αξιωματικό και επειδή κρατήθηκε  μαζί με τον Κριεζώτη, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης και άλλοι κίνησαν με στρατό από το Άργος  για να τους ελευθερώσουν. Εμπρός στον κίνδυνο να ηττηθούν κατά κράτος οι Έλληνες από το γαλλικό τακτικό στρατό, ο Μακρυγιάννης συνιστά  αναδίπλωση στο ελληνικό στρατόπεδο. Τάσσεται μάλιστα με το μέρος των Γάλλων και –  για να μη χυθεί αίμα  – προσπαθεί, μάταια, να διασπάσει το ελληνικό μέτωπο.

Αλλά και ο Κολοκοτρώνης, όπως τουλάχιστον ο ίδιος αναφέρει, ενήργησε διαλλακτικά : Τους έλεγα ότι αν είχαν κανένα σκοπόν να βαρέσουν τους Φραντσέζους (Οι έλληνες οπλαρχηγοί), δεν τους άφηνα να περάσουν από την Τριπολιτσά, – τους εκαρτέραγα εις του Λεονταριού το Δερβένι – και δεν έχω καμίαν αιτία διά να είμαι εχθρός των συμμαχικών στρατευμάτων[14]. 

Από την αφήγηση πάντως του Μακρυγιάννη προκύπτει ότι και τα δύο μέρη ήταν αποφασισμένα να αναμετρηθούν. Έτσι, στην πρόταση του Μακρυγιάννη για συμβιβασμό, του απαντά ο Τζαβέλλας: Δεν έχομεν ανάγκη να στείλωμεν (αντιπροσωπεία για διαπραγματεύσεις). Κι΄ό,τι θα κάμωμεν όλοι, θα κάμης κ’εσύ. Για δε τους Γάλλους γράφει : Αυτείνοι τόξεραν και ετοιμάζονταν[15].

Το αποτέλεσμα ήταν, κατά το Μακρυγιάννη πάντα,  τους δίνουν αιτίαν των Φρατζέζων – και βάνουν τα κανόνια και τα ντουφέκια και σκοτώνονται άντρες και γυναικόπαιδα, περίπου από τρακόσοι [16]. Το ίδιο σύντομος και ο Κολοκοτρώνης, αλλά στρεφόμενος έμμεσα κατά των Γάλλων, αναφέρει ότι οι Φρατζέζοι πολεμούν και σκοτώνουν περισσότερους από 200 ψυχαίς αθώες [17].

Όλα τα στοιχεία συγκλίνουν στον εμπρηστικό ρόλο που διαδραμάτισε ο Τσόκρης μέχρι την κορύφωση της κρίσης. Η προσωπική του ανάμειξη στο γεγονός, η μαρτυρούμενη και από τις δύο πηγές, ίσως και η εκ μέρους του αναζήτηση της αφορμής, σύμφωνα με όσα περιγράφει ο Μακρυγιάννης, τον καθιστούν γνήσιο εκφραστή του ανυπότακτου πνεύματος των Στρατιωτικών.

Δημήτριος Τσώκρης

Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε τον Τσόκρη τότε ως Πελοποννήσιο που δεν ανέχεται άλλο να καταδυναστεύεται η Αργολίδα από τους άτακτους Στερεολλαδίτες του Κωλέττη, αλλά και ως Αργείο προύχοντα που θεωρεί υποχρέωσή του να συνεγείρει τους συμπολίτες  του κατά των ντόπιων και ξένων εχθρών. Μαζί του συνασπίστηκαν, όπως φαίνεται, και στρατιωτικοί  από την παράταξη των Συνταγματικών με έντονα αντιευρωπαϊκά αισθήματα[18].

Νοιώθοντας ο Τσόκρης τον κλοιό των Συνταγματικών να σφίγγει γύρω από το Άργος  θα φρόντισε οπωσδήποτε να δημιουργήσει ένα έντονο αντιγαλλικό κλίμα στην πόλη, ένα είδος λαϊκού μετώπου. Σε αυτή την υπόθεση οδηγεί το περιεχόμενο ενός εγγράφου των πολιτών του Άργους προς τους 3 Αντιπρέσβεις. Στο έγγραφο αυτό με ημερομηνία 1/1/1833 εκφράζεται η βεβαιότητα ότι η παρουσία των Γάλλων στο Άργος θα προκαλέσει επεισόδια[19].

Δύο επιστολές εξάλλου της 1/1/1833 και της 2/1/1833 που έχουν σωθεί από το Αρχείο του Δημ. Τσόκρη, με αποδέκτη τον ίδιο και αποστολείς το Γενναίο Κολοκοτρώνη και τον Δημήτριο Καλλέργη αντίστοιχα, είναι αρκετά διαφωτιστικές. Αποκαλύπτεται σε αυτές ότι ο Αργείος στρατηγός είχε προσωπικούς λόγους να μισεί τους Γάλλους ώστε να στραφεί εναντίον τους με την πρώτη ευκαιρία [20].

 Ο Γενναίος στην επιστολή του προσπαθεί να συγκρατήσει τον Τσόκρη. Γράφει:

Οι Γάλλοι, ως φαίνεται, έχουν αμετάθετον σκοπόν να έλθουν εις το ΄Αργος. Δεν πρέπει να τους γίνη καμία αντίστασις από το μέρος σας (δηλ. από μέρους του Τσόκρη), διότι δεν συμφέρει διά πολλούς λόγους. Αυτοί  πηγαίνουν με μόνον σκοπόν να τοποθετηθούν(δηλαδή να στρατοπεδεύσουν), και αν και άλλον σκοπόν είχαν δεν ημπορεί να πραγματοποιηθεί. Είναι καλόν πριν έμβουν, να τους ειπούν ότι σας δεχόμεθα αλλά με συμφωνίαν να μην ανακατευθούν εις τα εδικά μας πράγματα.

Πιο αυστηρός ο Καλλέργης, επιπλήττει τον Τσόκρη για την αντιγαλλική προπαγάνδα του στο Άργος:

Δεν ημπορώ να σε κρύψω ότι με λύπην μου ήκουσα ότι προτρέπεις τους Αργείους να αναφέρωσιν εις τους κυρίους Αντιπρέσβεις, ότι δεν ευχαριστώνται να έλθουν οι Γάλλοι εις την πόλιν τους, και χρεωστώ να σε είπω ότι τοιαύτα έγγραφα δεν θέλει λάβωσι τελείως χώραν, και ακόμη ότι κάμνεις πολλά άτοπα, να φαίνεσαι αρχηγός εις επιχειρήματα τοιαύτα.

Το αντιγαλλικό μένος του Τσόκρη επομένως είχε συμπληρώσει το εκρηκτικό μείγμα που είχε δημιουργηθεί στο Άργος. Δεν έλειπε παρά ο σπινθήρας.

Ο Τσόκρης και οι άλλοι οπλαρχηγοί ήλπιζαν ίσως ότι το πολεμικό κλίμα στο Άργος και η επίδειξη ισχύος από μέρους τους θα έκανε τους Γάλλους να αναδιπλωθούν. Ασφαλώς και δεν πίστευαν ότι συμμαχικός στρατός θα άνοιγε ποτέ πυρ κατά ανυπεράσπιστων πολιτών.

Τι δεν μπορούσαν όμως να ξέρουν τότε οι έλληνες οπλαρχηγοί; Ότι οι Γάλλοι στρατιώτες δεν θα ενεργούσαν ως  απλά εκτελεστικά όργανα της Κυβέρνησης του Ναυπλίου. Με την παράταση της παρουσίας τους στην Ελλάδα εξάλλου ήταν αντίθετες και η Αγγλία και η Ρωσία  [21]. Θα ενεργούσαν ως αδίστακτος καταστολέας, γιατί θα αντιλαμβάνονταν την έμπρακτη αμφισβήτησή τους στο Άργος, όχι απλώς ως αντίθεση μιας ένοπλης ομάδας, αλλά ως λαϊκή εξέγερση. Και η Ιστορία δεν έχει μέχρι στιγμής υποδείξει τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να ελεγχθεί η αντίδραση ενός ξενικού στρατεύματος εν μέσω εχθρικού περιβάλλοντος.

Ευρισκόμενοι οι Γάλλοι σε ένα νεοσύστατο κράτος πολιτικοκοινωνικά φορτισμένο, έβλεπαν τους έλληνες οπλαρχηγούς ως ταραχοποιούς. Η Αργοναυπλία, ως ο κυριότερος πνεύμονας της εθνικής ζωής του μικρού ελληνικού κράτους, θα μπορούσε να αποτελέσει την αφετηρία ενός γενικότερου επαναστατικού κινήματος κατά των ξένων προστατών[22]. Οποιαδήποτε αναταραχή επομένως θα έπρεπε να παταχθεί εν τη γενέσει της.

Προέρχονταν εξάλλου από την Ευρώπη της Παλινόρθωσης την οποία μόλις πριν δύο χρόνια είχε συγκλονίσει ένα κύμα εθνικών επαναστάσεων. Στην ίδια την πατρίδα τους τον Ιούλιο του 1830 ο οργισμένος λαός είχε ανατρέψει τον αυταρχικό βασιλιά Κάρολο Ι΄ και συνέχισε να εξεγείρεται και το 1831 και το 1832[23]. Οι συμπλοκές του στρατού με τους επαναστάτες το 1830 στο Παρίσι είχαν πάρει – όπως και στο Άργος – τη μορφή σκληρών οδομαχιών [24]. Αυτή η πρόσφατη επαναστατική εμπειρία ήταν ένας ακόμη λόγος που καθιστούσε ειδικά τους Γάλλους εξαιρετικά ευαίσθητους στην παραμικρή εχθρική κίνηση της λαϊκής μάζας. 

Λαμβάνοντας υπόψη τις αντιθέσεις μέσα στις οποίες εκδηλώθηκαν οι συμπλοκές στο Άργος, διαπιστώνουμε πρωτίστως ότι η ένταση  που είχε αναπτυχθεί εντός του  συστήματος της εξουσίας στην Πελοπόννησο, με καταλυτική τη συμμετοχή του ξένου παράγοντα,  οδηγούσε αναπόφευκτα σε αιματηρή κάθαρση. Οι πρωταίτιοι ίσως το συνειδητοποίησαν την τελευταία στιγμή και φρόντισαν να απεμπλακούν.

Ιδεολογικό περίγραμμα της σύγκρουσης αποτέλεσε οπωσδήποτε η αντιδραστικότητα των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Την ένοπλη συνδρομή τους στη σκιώδη Κυβέρνηση του Ναυπλίου οι παλιοί αγωνιστές την προσέλαβαν σαν μία διάθεση συντριβής του φιλελεύθερου πνεύματος της Επανάστασης. Στην εγχώρια πολιτική διαμάχη όμως χώρεσαν πολύ εύκολα και οι διαφορές μεταξύ του ρωσικού και του γαλλικού κόμματος, οι προσωπικοί ανταγωνισμοί, ο κοτζαμπασισμός και ο τοπικισμός.

Είναι χαρακτηριστικό π.χ. ότι ο πολιτικός αντίπαλος του Κολοκοτρώνη και Στερεολλαδίτης Μακρυγιάννης, αν και πάντοτε εχθρικός στις επεμβάσεις των Ξένων, δε βρίσκει να πει ένα παρηγορητικό λόγο για τα θύματα των οδομαχιών στο Άργος. Τάσσεται απροκάλυπτα υπέρ της γαλλικής καταστολής. Υπεισήλθαν ακόμη και έντονες πολιτικές αντιθέσεις, του συγκεντρωτισμού προς το αντιπροσωπευτικό σύστημα, της εθνικής υποτέλειας στην εθνική ανεξαρτησία, της αναρχίας προς την ευνομία.

Επρόκειτο όμως για κατ’ επίφαση υποστηριζόμενες ιδέες. «Μόνο η σύμπτωση αποφάσιζε την πολιτική θέση του Κολοκοτρώνη και του Κωλέττη και έκανε τον πρώτο, μολονότι οπαδό της δεσποτικής εξουσίας, υπερασπιστή των φιλελεύθερων θεσμών και τον δεύτερο, αν και αυτοαποκαλούμενο συνταγματικό, τύραννο και εχθρό της Εθνοσυνέλευσης[25]».

Και η πραγματικότητα είναι μία : Μετά την ανακήρυξη της Ελλάδας ως Βασιλείου και ενόψει της καθόδου του Όθωνα, είχε προκύψει η ανάγκη για μία νέα κατανομή της εξουσίας στο πλαίσιο του βαυαρικού καθεστώτος. Οι  έλληνες πολιτικοί μεθόδευαν την εκμηδένιση των αντιπάλων τους, έτσι ώστε να βρεθούν ενισχυμένοι στο αυλικό σύστημα διακυβέρνησης που θα διαμορφωνόταν[26]. Η πόλη του Άργους είχε μεταβληθεί σε πεδίο της δυναμικής αυτής αντιπαράθεσης. Για τους μεν αποτελούσε την  έδρα του παρακράτους των στρατιωτικών, για τους άλλους όμως ήταν το κέντρο άμυνας της Πελοποννήσου κατά των Ρουμελιωτών και της εθνικής αντίστασης κατά της ξενοκρατίας.

 * Tα γεγονότα του Άργους έλαβαν χώρα στις 4/15 Ιανουαρίου του 1833. Η χρονολόγησή τους όμως στην παρούσα ανακοίνωση γίνεται σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο, για να μη δυσχεραίνεται η χρονική ταύτιση με τα αναφερόμενα στις πηγές της εποχής.

  

Δημήτριος Γιαννακόπουλος  

Δρ. Ευρωπαϊκής ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Πάρεδρος Παιδαγωγικού Ινστιτούτου  

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

 Υποσημειώσεις


 

[1] Στο έργο Ιστορικαί Αναμνήσεις του Ν. Δραγούμη (Ερμής, 1973, σ.σ. 211-212), έχουμε μία παραστατική, περιεκτική και προ πάντων νηφάλια περιγραφή, παρ΄ ότι ο ίδιος ο συγγραφέας μαρτυρεί ότι έζησε τα τραγικά συμβάντα. Σύμφωνα με τα γραφόμενά του, ήταν αυτός που του ανατέθηκε να μεταβεί στη βασιλική φρεγάτα «Μαδαγασκάρη» για  να εκθέσει τα γεγονότα του Άργους στην ακολουθία του Όθωνα. Από καμία άλλη σύγχρονη πηγή όμως δε διασταυρώνεται αυτή η πληροφορία. (Ερμής, 1973, σ.σ. 211-212).

[2] Ένας τρίτος βασικός απομνημονευματογράφος της Επανάστασης, ο Ν. Κασομούλης (1795-1872), αν και υπηρέτησε στο Τυπικό Τάγμα του Ναυπλίου και άρχισε να καταγράφει τις αναμνήσεις του στο φορτισμένο κλίμα του 1832 , προσπαθεί να κρίνει αμερόληπτα. Τελικά όμως στην κρίση του βαρύνει η συναισθηματική κλίση  υπέρ του ελληνικού στοιχείου. (Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1831-1833, Γ΄, Δημιουργία, 1998, σ. 600 – 607).

[3] Θ. Κολοκοτρώνης Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής, 1978, σ. 217, 219

[4] Π.Καρολίδης Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, 1925, τ.7, σ. 218.

[5] Ι. Μακρυγιάννης Απομνημονεύματα,1969 ( ανατ. της α΄ έκδοσης του 1907 από το Γ. Βλαχογιάννη), Αθήνα, σ. 279, 280

[6] Ν. Αλιβιζάτος Εισαγωγή στην Ελληνική Συνταγματική Ιστορία, τ. Α, σ. 41.

[7] Ι. Μακρυγιάννης, ό.π., σ.282

[8] Θ. Κολοκοτρώνης, ό.π., σ.222.

[9] Ι. Μακρυγιάννης, ό.π.,σ. 284-285.

[10] Θ.Κολοκοτρώνης, ό.π., σ. 224.

[11] Θ. Κολοκοτρώνης, ό.π., σ. 224.

[12] Δ. Κόκκινος Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τ.2, 1970, σ. 458 – Ι. Μακρυγιάννη, ό.π., σ. 290.

[13] Θ. Κολοκοτρώνης, ό.π., σ. 227-228.

[14] Θ.Κολοκοτρώνης, ό.π.,σ. 228.

[15] Ι. Μακρυγιάννης, ό.π.,σ. 290-291.

[16] Ι.Μακρυγιάννης, ό.π., σ.291.

[17] Θ. Κολοκοτρώνης, ό.π.σ.228.

[18] Ν.Κασομούλης,  Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1831-1833, Γ΄, Αθήνα, 1998, σ. 607.

[19] Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον, ό.π., Νο 557, σ.470.

[20] Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον, ό.π., Νο 264, σ.228 -229 και Νο 265, σ.229.

[21] Ιστορία Ελληνικού ΄Εθνους Εκδοτικής Αθηνών, τ. ΙΓ΄, σ. 30.

[22] Ι. Σ Κολιόπουλος, Περί Λύχνων Αφάς. Η Ληστεία στην Ελλάδα 19ος αιώνας, Θεσσαλονίκη 1994, σ.σ. 22-24. 

[23] G. Rude The crowd in history, Serif, London, 1995, σ.165..

[24] I.Δ. Δημάκη  Φιλελευθερισμός, Σοσιαλισμός και Εθνικισμός στη Νεότερη Ευρώπη, 1983,σ. 43-44.

[25] G. Finlay Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, μ.τ.φ Γ. Κορδάτου,  Αθήνα 1954, σ. 264.

[26] D. Dakin  O Aγώνας των Ελλήνων για την Ανεξαρτησία 1821 –1833, Μ.Ι.Ε.Τ, 1989, σ. 387 – 388.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »