Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ελεύθερο Βήμα’ Category

Στρατιωτικές φυλακές Ναυπλίου: Η άγνωστη φυλακή της πόλης


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μικροϊστορία του Ναυπλίου» στο «Ελεύθερο Βήμα»  μέσα από ένα άρθρο του Χαράλαμπου Αντωνιάδη με τίτλο:

«Στρατιωτικές φυλακές Ναυπλίου: Η άγνωστη φυλακή της πόλης»

 

Ίσως η περισσότερο άγνωστη φυλακή της πόλης του Ναυπλίου είναι η Στρατιωτική Φυλακή. Είναι γνωστές οι φυλακές στο Παλαμήδι, στο κτήριο «Λεονάρδου» και Βουλευτικού, οι  γυναικείες φυλακές στο ισόγειο του Βουλευτικού και σε ιδιωτικό κτήριο και η φυλακή των πολιτικών κρατούμενων στην Ακροναυπλία.

Η Στρατιωτική Δικαιοσύνη οργανώθηκε για πρώτη φορά επί εποχής Καποδίστρια, όταν συγκροτήθηκε το Διαρκές Στρατοδικείο στο Ναύπλιο. Από τον Απρίλιο του 1883 μέχρι και το 1886 λειτουργούσε το τρίτο Διαρκές Στρατοδικείο στη Λάρισα. Για τις ανάγκες έκτισης των ποινών των στρατιωτικών ιδρύθηκαν οι Στρατιωτικές Φυλακές της Ακροναυπλίας (21 Νοεμβρίου 1884), στις οποίες εξέτιαν την ποινή τους όσοι καταδικάζονταν σε ποινές μεγαλύτερες των 3 μηνών.

Η ποινή του θανάτου για τους στρατιωτικούς εκτελείτο με τυφεκισμό ενώ των ποινικών με την γκιλοτίνα.

 

Στρατιωτικές φυλακές Ναυπλίου.

 

1884 (τέλη): Ολοκληρώθηκαν οι εργασίες σε υπάρχοντα ενετικά κτήρια της Ακροναυπλίας, ίσως και με προσθήκη κάποιων νέων κτηρίων για τις ανάγκες στέγασης των στρατιωτικών φυλακών.

1885: Αρχές του έτους άρχισε η μεταφορά των στρατιωτικών καταδίκων από τις φυλακές του Παλαμηδίου στην Ακροναυπλία. Στο χώρο των φυλακών υπάρχει και εκκλησία για τον εκκλησιασμό των κρατούμενων ενώ έχει καταγραφεί και αίτημα για διορισμό μόνιμου ιερέα στη φυλακή. Η φυλακή έχει δύο ορόφους, με δύο θαλάμους, ατομικά κρεβάτια και καρτέλες σε κάθε κρεβάτι με το όνομα, την αναγραφή της ποινής, το αδίκημα και το στρατιωτικό σώμα που άνηκε. Οι εφημερίδες της εποχής πανηγυρίζουν για την εφαρμογή στις στρατιωτικές φυλακές του νέου συστήματος.

1885: Ιδρύεται το 8ο πεζικό σύνταγμα στο Ναύπλιο, το οποίο στεγάζεται στην Ακροναυπλία, στο μεγάλο ενετικό κτήριο (μετέπειτα πολιτικές φυλακές Ακροναυπλίας), δίπλα από τις στρατιωτικές.

1886: Στα μέσα του χρόνου μαθαίνουμε ότι οι φυλακές φιλοξενούν 337 κρατούμενους στρατιωτικούς και είναι πλήρεις.

1888: Έχει μειωθεί ο αριθμός των κρατουμένων σε 221 στρατιωτικούς.

1897: Στα μέσα του χρόνου γέμισαν όλες οι στρατιωτικές φυλακές (π.χ. Μεντρεσές στην Αθήνα) από λιποτάκτες φαντάρους. Πολλοί από τους λιποτάκτες του πολέμου του 1897 οδηγήθηκαν στην Ακροναυπλία.

 

Το κτήριο των στρατιωτικών φυλακών.

 

1897 (Απρίλιος – Μάιος ): Μεταφορά στις στρατιωτικές φυλακές 124 Τούρκων αιχμαλώτων από τον πόλεμο του 1897.

1897: Στα τέλη του έτους μαζική απόδραση από τις στρατιωτικές φυλακές κρατουμένων, οι οποίοι συγκροτούν συμμορία ληστών στην περιοχή της Μαντινείας.

1897: Ορίζεται το Ναύπλιο ως έδρα ταξιαρχίας, που στεγάζεται στην Ακροναυπλία, στο μεγάλο ενετικό κτήριο δίπλα από τις στρατιωτικές φυλακές.

1900: Στις 2 Αυγούστου οδηγούνται στις φυλακές Ακροναυπλίας οι επικεφαλής κινήματος αξιωματικών πεζικού. Το στρατιωτικό κίνημα είχε γίνει στις 18/7/1900.

1902: Στις 2 Ιουνίου υπογράφεται επιστολή στρατιωτικών καταδίκων, όπου επιβραβεύεται ο διοικητής των φυλακών Ι. Παναγιωτόπουλος για την τάξη που έχει επιβάλλει. Από την επιστολή μαθαίνουμε για δύο φόνους μεταξύ των καταδίκων την προηγούμενη χρονιά στη φυλακή.

 

Το συγκρότημα των στρατιωτικών φυλακών στο Ναύπλιο.

 

1903: Τον Απρίλιο, σε έκθεση επιθεωρητή των φυλακών μαθαίνουμε ότι οι κατάδικοι στρατιώτες παίζουν χαρτιά και στα κελιά έχουν μπουκάλια με ούζο και άλλα οινοπνευματώδη ποτά.

1905: Στις 16 Οκτωβρίου γίνεται απόδραση από τις φυλακές Ακροναυπλίας καταδίκου σε ισόβια δεσμά, δεκανέας στο βαθμό.

1909: Στη φυλακή μεταφέρονται οι στασιαστές του κινήματος του Ναυτικού, που έγινε στις 17-10-1909, μετά το κίνημα στο Γουδί.

1909: Το Νοέμβριο ο αριθμός των κρατούμενων είναι 300 στρατιωτικοί.

1913: Στις φυλακές μεταφέρονται και Τούρκοι αιχμάλωτοι.

1921: Το Νοέμβριο μεταφέρονται στις στρατιωτικές φυλακές απεργοί στρατεύσιμοι από το ηλεκτρικό εργοστάσιο της Αθήνας, μετά από απόφαση στρατοδικείου.

1922: Τον Αύγουστο, 800 οι στρατιωτικοί κατάδικοι της Ακροναυπλίας ζητούν να πάνε στο μέτωπο. Έχουν καταδικαστεί από έκτακτα στρατοδικεία. Αν κρίνουμε από τον αριθμό των κρατούμενων, ίσως χρησιμοποιούσαν τότε ως χώρο φυλακής και το μεγάλο ενετικό κτήριο.

1922: Άρχισαν να μεταφέρονται στις φυλακές πολιτικοί κρατούμενοι στρατιωτικοί, οι οποίοι ήταν ενταγμένοι στο ΚΚΕ. Οι στρατιωτικοί κρατούμενοι μεταφέρουν νερό από την πόλη του Ναυπλίου με ντενεκέδες για τη δεξαμενή της φυλακής και ασχολούνται με σπάσιμο χαλικιού. Όταν διαβάζουν ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ τιμωρούνται. Άλλη μια αγγαρεία ήταν ο καθαρισμός των πέντε δεξαμενών της πόλης του Ναυπλίου.

1929: Ψηφίζεται το Ιδιώνυμο (Νόμος 4249/25-7-29) «δίωξη όχι μόνο των πράξεων αλλά και κυκλοφορίας και μετάδοσης ιδεών που επεδίωκαν την ανατροπή του ισχύοντος κοινωνικού καθεστώτος».

1929: Καθιερώνεται νομικά ως τρόπος εκτέλεσης αποκλειστικά ο τυφεκισμός για όλους τους θανατοποινίτες κρατούμενους.

1931: Τον Ιούλιο του 1931 δημοσιεύεται επιστολή στο ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ, η οποία υπογράφεται από τον «Κόκκινο φαντάρο». Εκεί μαθαίνουμε ότι το συσσίτιο είναι κακό, ο ίδιος έχει περάσει 25 μήνες στη φυλακή και η αγγαρεία του είναι να σπάει πέτρες. Το ημερομίσθιο του φυλακισμένου είναι οχτώ δραχμές την ημέρα και η καταβολή του αργή.

 

Το κτήριο των στρατιωτικών φυλακών και η αναγραφή της φυλακής στην πρόσοψη του κτηρίου.

 

1932: Στις στρατιωτικές φυλακές οδηγούνται φαντάροι που ανήκουν στο ΚΚΕ, οι οποίοι κατηγορούνται ότι «συνεδρίασαν για την ανατροπή του καθεστώτος» ή μοίραζαν προκηρύξεις.

1932: Αντιθέσεις μεταξύ πολιτικών και ποινικών στρατιωτικών κρατούμενων. Οι πολιτικοί κρατούμενοι κατηγορούν το σύστημα ότι αφήνει ελεύθερα τα ναρκωτικά στη φυλακή (χασίς).

1935: Στις 13 Απριλίου οδηγούνται στην φυλακή οι Βενιζελικοί αξιωματικοί, που συμμετείχαν στο πραξικόπημα ενάντια στον Κονδύλη. Το αποτυχημένο πραξικόπημα έγινε την 1η Μαρτίου 1935. Συνολικά φυλακίστηκαν στην Ακροναυπλία 206 αξιωματικοί. Στις 2 Δεκεμβρίου αποφυλακίζονται οι φιλοβενιζελικοί αξιωματικοί κρατούμενοι.

1935: Τον Δεκέμβριο αρχίζουν απεργία πείνας στις στρατιωτικές φυλακές πολιτικοί κρατούμενοι για να τους δοθεί αμνηστία.

1936: Προβληματισμός για τις φυλακές και το διαχωρισμό ανάμεσα σε διαφορετικές κατηγορίες φυλακισμένων. Έχει αποφασιστεί, όπως μαθαίνουμε από τοπική εφημερίδα η μετατροπή των φυλακών αποκλειστικά «για τους κομμουνιστάς».

1937: Στις 3 Φεβρουαρίου αρχίζει η λειτουργία των φυλακών Ακροναυπλίας. Η άποψη του Μανιαδάκη ήταν να βρίσκονται σε διαφορετικούς χώρους οι πολιτικοί με τους ποινικούς κρατούμενους, χωρίς επαφή. Οι φυλακές της Ακροναυπλίας λειτουργούν στο μεγάλο ενετικό κτήριο.

 

Χαράλαμπος Αντωνιάδης

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

«Να μην κυκλοφορούν άσκοπα» – Η κοινωνική αποστασιοποίηση κατά την επιδημία πανούκλας στην Πελοπόννησο, το 1687, θυμίζει αυτό που ζούμε σήμερα.


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

 Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μεταφέρουμε» σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ένα επίκαιρο άρθρο της κυρίας Γιούλης Επτακοίλη, βασισμένο σε μελέτη της κ. Χρύσας Μαλτέζου*, το οποίο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» το Μ. Σάββατο 19 Απριλίου 2020, με τίτλο:

«Να μην κυκλοφορούν άσκοπα»

 Η κοινωνική αποστασιοποίηση κατά την επιδημία πανούκλας στην Πελοπόννησο, το 1687, θυμίζει αυτό που ζούμε σήμερα!

 

Φραντσέσκο Μοροζίνι (Francesco Morosini, 1619- 1694). Χαρακτικό του 18 αιώνα, P. Coronelli.

«Στους δρόμους όφειλαν όλοι να περπατούν με μπαστούνια για να τηρούν σε απόσταση όσους συναντούσαν, κρατώντας συγχρόνως σφουγγάρια βρεγμένα με ξίδι, καθώς και ψιλοκομμένες φλούδες κεδρόξυλου για να απομακρύνονται τα μικρόβια. Κάθε πρωί έπρεπε να τρώνε ξηρά σύκα, λίγο απήγανο, λίγο αλάτι και άφθονο σκόρδο ή, αν δεν είχαν τα είδη αυτά, ψωμί βουτηγμένο σε κρασί μοσχάτο. Στους άνδρες συνιστούσαν να ξυρίζονται συχνά και ν’ αλλάζουν καθημερινά ρούχα, στις γυναίκες ν’ αερίζουν, επίσης καθημερινά, τα ασπρόρουχα, ιδιαίτερα τα σεντόνια, και να πλένουν τα ρούχα, χρησιμοποιώντας ξίδι και σκόρδο».

Το 1687, τη δεύτερη δηλαδή περίοδο της Βενετοκρατίας, επιδημία πανούκλας είχε πλήξει την Πελοπόννησο και ιδιαίτερα την περιοχή του Ναυπλίου. Διαβάζοντας ο σύγχρονος αναγνώστης τα μέτρα που είχαν πάρει τότε οι Αρχές για την αντιμετώπισή της και την ανακοπή της πορείας του θανάτου, οι ομοιότητες στους χειρισμούς και η έμφαση στο social distancing [Κοινωνική αποστασιοποίηση] δεν διαφέρουν και πολύ απ’ ό,τι συμβαίνει σήμερα.

 

O Φραγκίσκος Μοροζίνι,

αμέσως μόλις εκδηλώθηκαν

τα πρώτα κρούσματα,

κατευθύνθηκε με τον στόλο του

στη Σαπιέντζα, όπου και αγκυροβόλησε

ως την τελική κάθαρση.

 

Τα αποσπάσματα που δημοσιεύει η «Κ» είναι προϊόν της μελέτης της Χρύσας Μαλτέζου, ιστορικού, τακτικού μέλους της Ακαδημίας Αθηνών και τέως διευθύντριας του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας.

Περιλαμβάνονται σε ένα άγνωστο στην έρευνα μέχρι πριν από λίγα χρόνια αρχειακό υλικό που εισήχθη στις συλλογές των Κρατικών Αρχείων της Βενετίας: το ιδιωτικό αρχείο του Gasparo Bragadin, έκτακτου προνοητή της Ρωμανίας κατά τη διετία 1686-1688. «Απαρτί­ζεται από τρία σταχωμένα με περ­γαμηνή κατάστιχα που περιέχουν πολυάριθμα έγγραφα, ιδιαίτερα σημαντικά για την πελοποννησιακή ιστορία στη διάρκεια της δεύτερης περιόδου της Βενετοκρατίας», ανα­φέρει η κ. Μαλτέζου.

 

Το Ναύπλιο την εποχή της πανούκλας, όπως απεικονίζεται σε γκραβούρα της εποχής.

 

Το γαλλικό πλοίο

 

Στα έγγραφα υπάρχουν αρκετές αναφορές για την πανώλη που έπληξε την Πελοπόννησο το 1687/1688. «Για τη φοβερή αυτή μεταδοτική νόσο που προσέβαλε τόσο τις παραθαλάσσιες περιοχές όσο και την ενδοχώρα, οι πενιχρές μαρτυρίες που είχαμε ώς τώρα δεν επέτρεπαν να εκτιμήσομε τις επιπτώσεις της στη δημογραφική σύνθεση του πλη­θυσμού, αλλά και τις συνέπειες που είχε στη ζωή γενικότερα των κατοί­κων της εποχής εκείνης. Οι μόνες πληροφορίες που διαθέταμε ήταν ότι η πανούκλα μεταδόθηκε από γαλλικό πλοίο που είχε ελλιμενισθεί στο Ναύπλιο, ότι γρήγορα εξαπλώ­θηκε στην πόλη και στα περίχωρα κι από κει σε όλη την Πελοπόννησο, ότι υπήρξε οξεία και θανατηφόρα κι ακόμη ότι ο Φραγκίσκος Μοροζίνι, αμέσως μόλις εκδηλώθηκαν τα πρώτα κρούσματα, κατευθύνθηκε με τον στόλο του στη Σαπιέντζα, όπου και αγκυροβόλησε ως την τε­λική κάθαρση», γράφει η κ. Μαλτέ­ζου, διευκρινίζοντας ότι το υλικό αναφέρεται μόνο στην επαρχία της Ρωμανίας που ανήκε στη δικαιοδο­σία του Βενετού αξιωματούχου, η οποία με πρωτεύουσα το Ναύπλιο περιλάμβανε, τα διαμερίσματα του Ναυπλίου, της Κορίνθου, της Τριπολιτσάς, του Άργους και του Αγίου Πέτρου Τσακωνιάς.

Και μερικά στοιχεία για τον πλη­θυσμό: «Σύμφωνα με την απογραφή του πληθυσμού του 1689 η Πελοπόννησος, χωρίς τη Μάνη και την Κορινθία, αριθμούσε 86.468 κατοίκους, ενώ σύμφωνα με την απογραφή του Grimani  του 1700 ο συνολικός πληθυσμός είχε ανέλθει στους 176.844 κατοίκους. Ειδικότε­ρα η επαρχία της Ρωμανίας αριθ­μούσε 37.458 κατοίκους».

Ποιες ήταν όμως οι οδηγίες των Αρχών προς τους κατοίκους της εποχής; «Απαγορευόταν να κυκλο­φορούν άσκοπα στους δρόμους και να μετακινούνται σε άλλα σπίτια. Σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις κι αν συνέτρεχαν σοβαροί λόγοι, επι­τρεπόταν να πηγαίνουν σε σπίτια άλλων με τη συνοδεία ενός φύλα­κα. Η ίδια απαγόρευση ίσχυε και για τους στρατιώτες, στους οποίους επιτρεπόταν η μετακίνηση αλλά και η κυκλοφορία κατά την ώρα μόνο της αλλαγής της βάρδιας».

 

Οι νεκροθάφτες με τα κουδούνια και τα μπλόκα στους δρόμους

 

Η πολιτική που ακολουθούσαν για τις κατοικίες όπου σημειώνονταν θάνατοι ήταν βέβαια αρκετά δια­φορετική. «Τα σπίτια, στα οποία είχαν επισημανθεί θανατηφόρα κρούσματα, αν ήταν απομονωμέ­να, παραδίδονταν ολόκληρα στη φωτιά. Διαφορετικά, αν υπήρχε κίνδυνος να μεταδοθεί η φωτιά στα διπλανά, γινόταν απολύμανση, καιγόταν δηλαδή η οικοσκευή αλλά και ο ρουχισμός. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, πρώτα έκλειναν τα παράθυρα για να εισχωρήσει ο καπνός στους τοίχους κι αφού με­τά τα άνοιγαν, για να καθαρίσει η ατμόσφαιρα, ράντιζαν με ξίδι το πάτωμα και άλειβαν τους τοίχους με κατράμι ή τριμμένη τερεβιν­θίνη (καμφορά). Οι νεκροθάφτες όφειλαν κάθε πρωί να τριγυρίζουν στους δρόμους, για να μαζεύουν τους νεκρούς από τα σπίτια, έχοντας δεμένα στα πόδια τους κου­δούνια για να ακούγονται από μακριά και να μην τους πλησιάζει ο κόσμος. Στο Ναύπλιο, τα πτώματα ενταφιάζονταν γύρω από το χαρά­κωμα που βρισκόταν έξω από το στρατόπεδο και οι νεκροθάφτες είχαν εντολή να σκάβουν βαθείς λάκκους και να τους σκεπάζουν μετά με ασβέστη».

 

Οι Βενετοί προχώρησαν

στον αποκλεισμό των πόλεων

από την ύπαιθρο,

με σκοπό να ανακόψουν

την εξάπλωση του λοιμού.

 

Οι Βενετοί προχώρησαν στον αποκλεισμό των πόλεων από την ύπαιθρο, με σκοπό να ανακόψουν την εξάπλωση του λοιμού. Τα ίδια σχεδόν μέτρα που ανα­κοίνωσε για τις μετακινήσεις την περίοδο του Πάσχα ο Νίκος Χαρδαλιάς, ακολουθούσαν και τότε οι Αρχές.

«Οι Βενετοί προχώρησαν στον αποκλεισμό των πόλεων από την ύπαιθρο, με τον σκοπό να ανα­κόψουν την εξάπλωση του λοιμού. Έτσι οι δρόμοι που οδηγούσαν από το Άργος, την Κόρινθο και την Τρί­πολη προς το Ναύπλιο έκλεισαν, ενώ έξω από τις πύλες της εισόδου του Ναυπλίου δόθηκε εντολή να το­ποθετηθούν διπλά φράγματα, για να εμποδίζεται η επικοινωνία με τα περίχωρα. Στη μέση του φράγματος έπρεπε να βρίσκονται συνεχώς ένας ή δύο φύλακες, οι οποίοι μαζί με τον Proveditore alla Sanita  θα χορηγούσαν άδειες εισόδου και εξόδου από την πόλη μόνο μετά έλεγχο. Με ιδιαίτερη αυστηρότητα αντιμετωπίστηκαν οι ομάδες Αθη­ναίων που είχαν φτάσει πρόσφυγες στην πελοποννησιακή γη».

Στα αρχεία περιέχονται και πληροφορίες για τα συμπτώματα της νόσου και τα φάρμακα που χρησι­μοποιούσαν, «την τερεβινθίνη, το permadandon, και μια φαρμακευτική σύνθεση, την οποία οι Έλληνες σύμφωνα με τη μαρτυρία των εγγράφων, ονόμαζαν “σαμψάχι”. Ως προς τους γιατρούς που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στη δύ­σκολη εκείνη περίοδο, η πηγή μας διασώζει τα ονόματα εκείνων που εργάζονταν στο νοσοκομείο του Ναυπλίου: ο Αντόνιο Μπερνάρντι, επικεφαλής του νοσοκομείου, ο Πίνι, ο Λεάντρο και ένας Έλληνας, ο Δημήτριος Πορφύριος, του οποίου οι γνώσεις είχαν, όπως φαίνεται ιδιαίτερα εκτιμηθεί από τους Βενετούς αξιωματούχους, γιατί συχνά εξαίρεται η προσφορά του στις εκθέσεις τους».

 

* Η μελέτη της κ. Χρύσας Μαλτέζου δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στα Πρακτικά του Γ’ Συμποσίου Ιστορίας και Τέχνης που συγκλήθηκε στη Μονεμβασιά με τίτλο: «Η εκστρατεία του Morosini και το Regno di Morea», Αθήνα 1998.

 

Γιούλη Επτακοίλη

«τέχνες & γράμματα», εφημερίδα «Καθημερινή», Μ. Σάββατο 19 Απριλίου 2020.

 

Read Full Post »

Οπλοστάσιο: Η πρώτη βαριά βιομηχανία στο Ναύπλιο – «Το μόνον εθνικόν βιομηχανικόν κατάστημα εν Πελοποννήσω»


  

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μικροϊστορία του Ναυπλίου» στο «Ελεύθερο Βήμα»  μέσα από ένα άρθρο του Χαράλαμπου Αντωνιάδη με τίτλο:

«Οπλοστάσιο: Η πρώτη βαριά βιομηχανία στο Ναύπλιο»

 

Το οπλοστάσιο στεγαζόταν στον ενετικό προμαχώνα Mocenigo που βρισκόταν στη θέση που σήμερα είναι κτισμένα το πρώτο δημοτικό σχολείο και το λύκειο Ναυπλίου. Ήταν μονάδα του στρατού, με αντικείμενο την επισκευή και παραγωγή οπλισμού και πυρομαχικών. Άρχισε τη λειτουργία της μετά την επανάσταση του 1821 στο υπό σύσταση ελληνικό κράτος και συνέχισε κατά τα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα.

Από δημοσιεύσεις του Τύπου το 1870 μαθαίνουμε ότι το οπλοστάσιο παρήγαγε επίσης μουσικά όργανα, σάλπιγγες και ιπποσκευές, όπως σαμάρια, σέλες, χαλινάρια, καπίστρια, λαιμαριές (σαγματοποιείο). Συμμετέχει το οπλοστάσιο με προϊόντα του στην έκθεση των Ολυμπίων το 1870.Στο οπλοστάσιο επίσης φυλασσόταν και επισκευαζόταν η γκιλοτίνα. Υπήρχαν μάλιστα παράπονα από τους δημίους ότι δεν ακόνιζαν σωστά τη λεπίδα κοπής των κεφαλιών και ταλαιπωρούνταν οι κατάδικοι που εκτελούνταν στο Αλωνάκι.

Στο οπλοστάσιο εργάζονταν και μαθητευόμενοι. Αυτοί έπρεπε να ήταν σε ηλικία από 16-18 χρονών, να ξέρουν ανάγνωση, γραφή και τις τέσσερις αριθμητές πράξεις.

 

Καρτ ποστάλ. Το παλατάκι του Καποδίστρια, δεξιά το οπλοστάσιο.

 

1829: Ιδρύθηκε στο οπλοστάσιο «Μουσείο τροπαίων του αγώνος».

1868: Μεταποιήθηκε στο οπλοστάσιο το κοινό τουφέκι σε πολύκροτο, ελάχιστα διαφορετικό από εκείνα των ευρωπαϊκών κρατών, αποδεικνύοντας την επιδεξιότητα των τεχνιτών.

1869: Απόφαση για κατασκευή οπλοστασίου στο Πειραιά έσπειρε υποψίες για τη μεταφορά του οπλοστασίου από το Ναύπλιο.

1876: Εκσυγχρονισμός του οπλοστασίου με την τοποθέτηση ατμομηχανής 30 ίππων, δωρεά Κοντογιάννη (ομογενής πρόξενος στην Πετρούπολη), μετά από πολλές περιπέτειες. Ελπίδες ότι με την ατμομηχανή θα υπήρχε η δυνατότητα να παράγει το οπλοστάσιο οπλικό υλικό καθιστώντας τη χώρα αυτάρκη.

1877: Καταγράφεται στον Τύπο επιθυμία αξιωματικών για μεταφορά του οπλοστασίου στον Πόρο ή την Αθήνα ή τον Πειραιά ακόμα και στην Χαλκίδα. Υπάρχουν παράπονα στην κυβέρνηση για αδιαφορία στη λειτουργία του οπλοστασίου και υπολειτουργία του.

1884: Υπάρχει έντονος προβληματισμός για τη μεταφορά του οπλοστασίου και παράπονα της τοπικής κοινωνίας ότι αφαιρούν πολλά από το Ναύπλιο.

1897: Τον Οκτώβριο το δημοτικό συμβούλιο του δήμου Ναυπλίου βγάζει ψήφισμα για να μη μεταφερθεί το οπλοστάσιο σε άλλη πόλη.

1909: Όλες οι ενδείξεις δείχνουν την πρόθεση της μεταφοράς του οπλοστασίου στην Αθήνα. 150 επώνυμοι Ναυπλιώτες συγκεντρώνονται στο δημαρχείο και ορίζουν επιτροπή για να διεκδικήσει την αποσόβηση της μεταφοράς του σαγματοποιείου, καθώς αυτό θα σημάνει και τη διάλυση του οπλοστασίου. Η πόλη είναι σε μεγάλη αναστάτωση και απειλεί με συλλαλητήρια και εξεγέρσεις. Το ρεπορτάζ της εποχής αναφέρει: «Η πόλις Ναυπλίου η προνομιούχος απεγυμνώθη τελείως παρά των διαφόρων Κυβερνήσεων και εγκατελείφθη παρ αυτών δίκαια λοιπόν η αγανάκτησις των Ναυπλιέων επι τη νέα ταύτη ειδήσει.»

1915: Με ΦΕΚ καταργείται το οπλοστάσιο του Ναυπλίου.

1916: Με το τρένο γίνεται η μεταφορά εξαρτημάτων του οπλοστασίου στην Αθήνα.

1935: Αρχίζει η κατεδάφιση των κτηρίων του οπλοστασίου για να κτιστούν τα σχολεία του Α Δημοτικού και του Γυμνασίου, σημερινού Λυκείου.

 

Τα υπό κατεδάφιση παλιά κτίρια του οπλοστασίου.

 

Το φουγάρο, τελευταίο απομεινάρι του οπλοστασίου, κατεδαφίστηκε πολύ αργότερα, το 1936 αφού ολοκληρώθηκε η κατασκευή των σχολικών συγκροτημάτων.

 

Η τοπογραφία του οπλοστασίου: 1. Αποθήκη γραφεία και θάλαμος λόχου – 2. Υπόστεγο ξυλείας – 3. Εργοστάσιο σιδηρουργών κλειδουργών – 4. Θάλαμος του θυρωρού – 5. Φυλακείον – 6. Υπόστεγο αμαξών – 7. Προπλαστήριο χωνευτών. 8. Φουγάρο – 9. Χωνευτήριο – 10. Καρφοποιείο – 11. Αποθήκη ορυχαλκείων – 12. Ορυχαλκείο – 13. Ξυλουργείο – Αμαξοποιείο – 14. Αποθήκη – 15. Οπλοποιείο – 16. Σχεδιοφυλάκιο – 17. Σχολείο του λόχου – 18. Ηλιακό ρολόι.

 

Η τοπογραφία του οπλοστασίου:

  1. Αποθήκη γραφεία και θάλαμος λόχου.
  2. Υπόστεγο ξυλείας.
  3. Εργοστάσιο σιδηρουργών κλειδουργών.
  4. Θάλαμος του θυρωρού.
  5. Φυλακείον.
  6. Υπόστεγο αμαξών.
  7. Προπλαστήριο χωνευτών.
  8. Φουγάρο.
  9. Χωνευτήριο.
  10. Καρφοποιείο.
  11. Αποθήκη ορυχαλκείων.
  12. Ορυχαλκείο.
  13. Ξυλουργείο – Αμαξοποιείο.
  14. Αποθήκη.
  15. Οπλοποιείο.
  16. Σχεδιοφυλάκιο.
  17. Σχολείο του λόχου.
  18. Ηλιακό ρολόι.

Σημείωση Νίκου Τόμπρα: «Ένας από του πιο σημαντικούς , ίσως ο σημαντικότερος υπάλληλος του οπλοστασίου, ήταν ο Αντώνιο Βρεντάνος Τζιμαρώλη καθηγητής χημείας και πυροτεχνουργός του οπλοστασίου, ο οποίος αφού εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο έζησε όλη την ζωή του εδώ παντρεύτηκε, απέκτησε οικία στον μεγάλο δρόμο, και είχε μία κόρη που παντρεύτηκε και έζησε στο Ναύπλιο και έναν γιό που έγινε αξιωματικός του Ελληνικού στρατού. Ο Βρεντάνος είναι μια από τις σημαντικότερες μορφές της πόλης του Ναυπλίου κατά τον 19ο αιώνα και οι εφημερίδες και τα ΦΕΚ της εποχής βρίθουν αναφορών σε αυτόν καθώς εργαζόταν και ως ιδιώτης πτυχιούχος χημικός, αφού τότε δεν υπήρχε κανένας άλλος με αυτά τα προσόντα. Ενδεικτικά και μόνο ΦΕΚ 18/16-6-1854».

 

Χαράλαμπος Αντωνιάδης

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Τα λουτρά στην πόλη του Ναυπλίου


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μικροϊστορία του Ναυπλίου» στο «Ελεύθερο Βήμα»  μέσα από ένα άρθρο του Χαράλαμπου Αντωνιάδη με τίτλο:

 

«Τα λουτρά στην πόλη του Ναυπλίου»

 

Εγκαταστάσεις λουτρών (χαμάμ) στην πόλη του Ναυπλίου αναφέρονται για πρώτη φορά από τον Άγγλο αρχαιολόγο και τοπογράφο William Gell. Περιγράφει ένα δημόσιο λουτρό, που είχε επισκεφθεί μεταξύ των ετών 1804-1806, ως εξής: «Στο κέντρο του πρώτου διαμερίσματος υπήρχε φωτιά και γύρω γύρω σοφάδες με καθαρά σεντόνια και σκεπάσματα. Εκεί γδύνεσαι, τυλίγεσαι με ένα βαμβακερό ρούχο, φοράς ξυλοπάπουτσα και οδηγείσαι ανάμεσα από πολλές θολωτές καμάρες, τη μια ζεστότερη από την προηγούμενη, στο χαμάμ, όπου ξαπλώνεις σε ένα τεζάχι ξύλινο, μεγάλο όσο μια πόρτα, στερεωμένο σε ύψος 4 ιντσών από το πάτωμα. Kι ενώ παθαίνεις δυνατή εφίδρωση, ένας λουτράρης σε τρίβει και σε λούζει αν θέλεις. (…) Ύστερα, σε οδηγεί ξανά στην πρώτη αίθουσα, όπου ξαπλώνεις ανάμεσα στα σεντόνια και πίνεις καφέ ώσπου να στεγνώσεις. Μπορείς να αφήσεις τα λεφτά στις τσέπες χωρίς φόβο. Στα λουτρά δεν γίνονται ποτέ κλοπές».

Την περίοδο εκείνη υπήρχαν στην πόλη τουλάχιστον δύο λουτρά. Τμήμα ενός λουτρού σώζεται ακόμα και σήμερα απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Σπυριδωνα. (Φωτό 1)

 

Φωτό 1. Τμήμα λουτρού σώζεται ακόμα και σήμερα απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Σπυριδωνα.

 

Το άλλο μάλλον στεγαζόταν σε κτίριο στο Μεγάλο Δρόμο (Β. Κωνσταντίνου 10) και κατά πάσα πιθανότητα η περιγραφή του Gell αφορά αυτό. Το λουτρό αυτό ανήκε στους κληρονόμους του Παπαφλέσσα. (Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, τεύχος 53, άρθρο Κ. Δανούση).

Τα λουτρά τροφοδοτούνταν με νερό από την πηγή της Αγίας Μονής. Τμήματα του πήλινου αγωγού μεταφοράς νερού έχουν βρεθεί στην περιοχή Ροδίου. Στο ίδιο σύστημα μεταφοράς νερού στην πόλη ανήκουν και οι κατασκευές με καμάρες που διακρίνουμε στις υπώρειες του βράχου στον θερινό κινηματογράφο. (Φωτό 2)

 

Φωτό 2. Στο σύστημα μεταφοράς νερού στην πόλη ανήκουν και οι κατασκευές με καμάρες που διακρίνουμε στις υπώρειες του βράχου στον θερινό κινηματογράφο.

 

Σε ένα από τα λουτρά μαρτυρείται μαζική δολοφονία Ευρωπαίων εθελοντών, λίγο μετά την άλωση του Ναυπλίου. (Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου από βιβλίο Σιμόπουλου). Το 1826 καταγράφεται στο αστυνομικό δελτίο κλοπή μαργαριταριού που ανήκε σε μια γυναίκα, η οποία είχε επισκεφτεί το χαμάμ της πόλης για το λουτρό της. (Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου). Στα χρόνια της απελευθέρωσης λειτουργούν ακόμα ιδιωτικά λουτρά στην πόλη. Το 1834 υπάρχει φόρος λουτρών ενώ στα Γενικά Αρχεία του Κράτους συναντάμε το όνομα ενός ιδιοκτήτη λουτρών, του Μ. Κοιλόνου. (ΓΑΚ)

Γύρω στα 1860 κατασκευάζονται θαλάσσια λουτρά σε χώρο μέσα στη θάλασσα, στην περιοχή που είναι σήμερα οι Μπανιέρες προς την κατεύθυνση του φάρου. Λειτουργούν δώδεκα λουτρά σε ξύλινη κατασκευή, με σκελετό που είναι μέσα στη θάλασσα. (Φωτό 3-4)

 

Φωτό 3. Η περιοχή που είναι σήμερα οι Μπανιέρες.

 

Φωτό 4. Η περιοχή που είναι σήμερα οι Μπανιέρες.

 

Το 1887 γίνεται ανακαίνιση των λουτρών ενώ η εξέδρα χρησιμοποιείται και για παραστάσεις και συναυλίες. Το 1901 σε δημοσίευμα της εφημερίδας «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ» αναφέρεται ότι το κόστος για τα λουτρά είναι 0.20 λεπτά. Από το 1892 – 1894 τα λουτρά ενοικιάζονται από τον Κωνσταντίνο Καλτεζά και έπειτα από τον Βασίλη Μπουζακιώτη. (ΓΑΚ)

Έως το 1924 γίνονται δημοπρασίες για την ενοικίαση των ξύλινων λουτρών. Από φωτογραφίες της εποχής διαπιστώνουμε ότι υπήρχε ένα μικρό διάστημα που δεν υπάρχουν ξύλινα λουτρά στην πόλη (1925; 1928).

Την 1η Απριλίου 1928 παραδίδονται από τον μηχανικό Γιάνναρο τα νέα σχέδια ξύλινων λουτρών στον μηχανικό του δήμου για να γίνει εργολαβία. (Φωτό 5 Σχέδια).

 

Φωτό 5. Σχέδια ξύλινων λουτρών.

 

Σε 10 ημέρες δημοπρατείται η κατασκευή των ξύλινων λουτρών, με προϋπολογισμό 190.000 δραχμές. Στις 27 Απριλίου 1930 καταγράφεται δημοπρασία για την ενοικίαση των λουτρών, με μειοδότη κάποιον με το όνομα Ρετάλης. Σε επαναληπτική δημοπρασία φαίνεται ότι τελικά τα λουτρά ενοικιάστηκαν από τον Ευάγγελο Σμυρναίο. Στις 31 Ιουνίου 1931 το Δημοτικό Συμβούλιο έδωσε άδεια στον Σμυρναίο να πουλάει είδη καφενείου στο χολ των λουτρών. Τα λουτρά αποτελούνται από δέκα διαφορετικά δωμάτια, χωρισμένα σε ανδρών και γυναικών. Σύμφωνα με τη διαφήμιση που κυκλοφορεί, υπάρχει η δυνατότητα για ιαματικά λουτρά, σε πλήρη απομίμηση των λουτρών Αιδηψού, Λουτρακίου, Κυλλήνης, Υπάτης και Μεθάνων. Τα νερά έρχονταν σε συσκευασία, με την εγγύηση του καθηγητή Αναστάσιου Δαμβέργη (καθηγητής της φαρμακολογίας, ο οποίος έκανε αναλύσεις στα ιαματικά νερά της Ελλάδας). Τα προμήθευε το κατάστημα Μ. Λάμπρου. Επίσης, μπορούσε κάποιος να κάνει θαλάσσια θερμά λουτρά και λουτρά καθαριότητας, θερμά και ψυχρά. (Φωτό 6-7-8)

 

Φωτό 6. Λουτρά

 

Φωτό 7. Λουτρά

 

Φωτό 8. Αγγελία

 

Το 1941, τα λουτρά, τα οποία είναι σε λειτουργία και κατά τη διάρκεια της Κατοχής, επισκευάζονται. (ΓΑΚ) (Φωτό 9)

 

Φωτό 9. Τα λουτρά, ήταν σε λειτουργία και κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

 

Το 1946 δίνεται η δυνατότητα παροχής θερμών λουτρών σε άπορους. (ΓΑΚ)

Το 1947, ο σύλλογος «Παλαμήδης» καταθέτει πρόταση να παραχωρηθεί σε δημοπρασία και να κατασκευαστεί στον χώρο του παλαιού γυμναστηρίου (πάρκο Σταϊκόπουλου) λουτρικό κατάστημα για καθαριότητα και για ιαματικά θερμά λουτρά. (Σύλλογος Παλαμήδης, πρακτικά).

Το 1958, το Λιμενικό Ταμείο κατασκευάζει τσιμεντένια βάση για νέα λουτρά, διαθέτοντας 160.000 δρχ. Ο μηχανικός που σχεδίασε το κτίριο ονομάζεται Ευμένιος Μαυρόπουλος. Το Λιμενικό Ταμείο σταματάει το έργο, λόγω έλλειψης χρημάτων. (Τοπικές Εφημερίδες).

Τον Μάρτιο του 1959, ο δήμαρχος Σαγιάς και ο πρόεδρος του Λιμενικού Ταμείου Ηλίας Παπαδάκης πιέζουν να ολοκληρωθούν τα έργα κατασκευής των λουτρών. Με μεσολάβηση του ναυπλιώτη Γενικού Διευθυντή του Γενικού Λογιστηρίου, Μάνου Δαλαμάγκα (συμμετέχει και στο Συμβούλιο Τουρισμού), διατέθηκαν άλλες 200.000 δρχ. για την αποπεράτωση του κτιρίου στις Μπανιέρες. Στα μέσα του 1959 κατεδαφίστηκαν τα υφιστάμενα ξύλινα λουτρά. (Τοπικές Εφημερίδες).

Η κατασκευή δεν έτυχε καθολικής αποδοχής. Η εφημερίδα «Σύνταγμα» εκφράζει τις αντιρρήσεις της ως προς το σημείο κατασκευής των νέων λουτρών. Αναφέρει ότι «το έργο είναι βαρύ, θυμίζει παλιό στρατώνα, εξαφάνισε το μνημείο της Γλώσσας και ανατρέπει την γραμμήν των 5 αδελφών». Και μάλλον είχε δίκιο. Η μελέτη για την κατασκευή του κτιρίου είχε και αυτή παραλείψεις. Δεν είχαν σχεδιάσει ουρητήρια ούτε και τον χώρο του μηχανοστασίου. Τελικά και τα δύο έγιναν στα σκαλοπάτια όπως κατεβαίνουμε από τα Πέντε Αδέλφια για την Πύλη της Θάλασσας στην παραλία της Γλώσσας. (Φωτό 10)

 

Φωτό 10. Πύλη της Θάλασσας.

 

Τον Ιούλιο του 1959, το κτίριο δημοπρατείται και από το καλοκαίρι του 1960 τα λουτρά αρχίζουν να λειτουργούν. Παρέχονται θερμά θαλάσσια λουτρά αλλά και ιαματικά φάρμακα Αιδηψού, Μεθάνων, Υπάτης από τη βιομηχανία Δαμβέργη. (Τοπικές εφημερίδες) (Φωτό 11-12-13)

 

Φωτό 11. Μπανιέρες.

 

Φωτό 12. Τμήμα από το τείχος του Τόρου στη βορειοδυτική παραλία.

 

Φωτό 13. Διαφήμιση των λουτρών, 1960

 

Με τα χρόνια, τη δεκαετία του 1970, δεν λειτουργούν λουτρά στον χώρο και πλέον χρησιμοποιείται ως ο μοναδικός χώρος για μπάνιο εντός της πόλης. Οι γονείς με το ουζάκι και τα μεζεδάκια του Ζήση και τα παιδιά με τις βουτιές από την ξύλινη εξέδρα και το ανέβασμα από τις μεταλλικές σκάλες. Την περίοδο της χούντας, ο δήμαρχος Α. Παναγιωτόπουλος κατασκευάζει δίπλα στις μπανιέρες μια μικρή «πισίνα» για τα παιδιά.

Από το 1990 το κτίριο είναι μέσα στην αδόμητη ζώνη προστασίας της Ακροναυπλίας / Παλαμηδίου, η οποία επικαιροποιήθηκε το 1995 Πολεοδομικά το κτίριο είναι αυθαίρετο (δεν έχει οικοδομική άδεια) και δεν γνωρίζω αν έχει γίνει οποιαδήποτε προσπάθεια νομιμοποίησης -τακτοποίησης, ώστε να μπορεί να νοικιαστεί από το Λιμενικό Ταμείο.

Και φθάνουμε στο σωτήριο έτος 2020. Αυτές τις μέρες του Μαρτίου ολοκληρώνεται το έργο της τοποθέτησης λιθορριπής μπροστά από το κτίριο, σε ύψος 1.5 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας, με τη δικαιολογία της προστασίας της εγκατάστασης!!! Η εγκατάσταση δεν είναι πια λουτρά θερμαινόμενα. Εδώ και χρόνια είναι ένα σημείο πρόσβασης στη θάλασσα και εμείς το καταστρέψαμε.

 

Φωτό 14. Μπανιέρες, η σημερινή κατάσταση.

 

Μετά από 60 χρόνια Στις Μπανιέρες, δεν θα μπορείς να κάνεις μπάνιο. (Φωτό 14)

 

 Χαράλαμπος Αντωνιάδης

 

Read Full Post »

Η υγιεινή, η ιατρική, η φαρμακοποιία, και η θεραπεία στον κόσμο του Ομήρου


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

 Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της κυρίας Μαρίας Βασιλείου με τίτλο:

«Η υγιεινή, η ιατρική, η φαρμακοποιία, και η θεραπεία στον κόσμο του Ομήρου».

 

Στον κόσμο του Ομήρου, οι θεοί τιμωρούν στέλνοντας τον πόνο και την ασθένεια, αρμόδιοι όμως για την αντιμετώπιση τους, είναι θεοί, ημίθεοι και  βροτοί (θνητοί).

Ας δούμε μερικά παραδείγματα:

Στην ραψωδία Α της Ιλιάδας, ο Όμηρος, αφηγείται τον λοιμό που στέλνει ο Απόλλωνας στα στρατεύματα των Αχαιών, για να τιμωρήσει την ύβρη του Αγαμέμνονα (στ.61 εἰ δὴ ὁμοῦ πόλεμός τε δαμᾷ καὶ λοιμὸς Ἀχαιούς). Από τις αφηγήσεις του Ομήρου γνωρίζουμε πως αφανίστηκε μεγάλο μέρος του ελληνικού στρατού, που εκείνη την περίοδο βρισκόταν σε πολιορκία, γύρω από την  Τροία. Επί εννιά μέρες έκαιγαν σε πυρές τα πτώματα των νεκρών ενώ οι νεκροί ήταν τόσοι, που δεν προλάβαιναν τα σώματά τους να ταφούν, με αποτέλεσμα να κατασπαράζονται από σκυλιά και αρπακτικά πουλιά. Σύμφωνα με το κείμενο, η αρρώστια μεταδόθηκε  πρώτα στους σκύλους, μετά στα μουλάρια και τέλος στον άνθρωπο. Ιδιαίτερη εντύπωση  προκαλούν στους επιστήμονες και τα μέτρα απολύμανσης που εφαρμόσθηκαν μετά το λοιμό δηλαδή το πλύσιμο των αντικειμένων στην θάλασσα.

Ανάλογα περιστατικά απολύμανσης βρίσκουμε σε άλλο σημείο  στην  Ιλιάδα, όταν  ο Αχιλλέας,  καθαρίζει καλά με θειάφι και τρεχούμενο νερό το καλοδουλεμένο ποτήρι που του χάρισε η μητέρα του Θέτις και μετά προσφέρει σπονδή στον Δία, αλλά και την Οδύσσεια, όταν  ο Οδυσσέας, ύστερα από τη μνηστηροφονία, αναλαμβάνει να καθαρίσει το σπίτι του και ζητά από την τροφό του Ευρύκλεια να του προμηθεύσει το απαραίτητο θειάφι, το οποίο καίει στην αυλή για να εξαγνιστεί ο ίδιος και το παλάτι.

Είναι γνωστό σήμερα ότι το θειάφι με την υγρασία και τον αέρα μετατρέπεται σε διοξείδιο θείου (SO2) και τελικά σε θειώδες οξύ που καταστρέφει διάφορους μικροοργανισμούς. (Ρίχνεται εξαχνωμένο θείο (sublimated Sulfur NF) πάνω στα φύλλα και τους βλαστούς των φυτών, ιδιαίτερα της αμπέλου, ως μικροβιοκτόνο).

Οι τραυματισμοί των ηρώων, στην Ιλιάδα, αντιμετωπίζονται από εμπειροτέχνες γιατρούς με επικεφαλής τον Μαχάονα και τον Ποδαλείριο. Πρόκειται για δύο αδέλφια με καταγωγή από τη Θεσσαλία, πατέρας των οποίων ήταν ο βασιλιάς Ασκληπιός – ο μετέπειτα δηλαδή θεός της Ιατρικής – ο οποίος και δίδαξε στους γιούς του την ιατρική τέχνη. Στα χρόνια του Ομήρου, βέβαια, ο Ασκληπιός δεν είχε ακόμα θεοποιηθεί, θεωρούνταν ωστόσο ένας εξαιρετικός ιατρός, τον οποίο είχε μυήσει στα μυστικά της Ιατρικής ο Κένταυρος Χείρων. Πολλοί ήρωες επίσης, που  είχαν μαθητεύσει κοντά στον Κένταυρο Χείρωνα, καταγίνονταν με την αντιμετώπιση τραυματισμών.

 

Ποδαλείριος, γνωστός γιατρός από την Τρίκκη της Θεσσαλίας, προστάτης της «επιμελουμένης τα εσωτερικά νοσήματα» Ιατρικής, δηλαδή της σημερινής Παθολογίας. Αρχαιολογικό μουσείο Δίου.

 

Ο Πάτροκλος εμφανίζεται στον ρόλο «γιατρού», στην  Ιλ. Ραψωδία Λ, όπου περιγράφεται πώς ο πληγωμένος Ευρύπυλος του ζητά να τραβήξει τη σαΐτα από τον μηρό του και να πασπαλίσει πάνω της μαλακτικά βότανα, όπως τον δίδαξε ο Αχιλλέας, αλλά και πώς ο Πάτροκλος αντιμετώπισε το τραύμα. (Ευτύς του βγάζει ο Πάτροκλος τη σουβλερή σαγίτα/απ’ το μερί με το μαχαίρι του, το μαύρο γαίμα πλένει/με χλιό νερό, και πάνω απίθωσε πικρή πονοκοιμήτρα/ρίζα, στο χέρι αφού την έτριψε, και σταματά τους πόνους. Έτσι η πληγή γοργά εμαράθηκε, και στάθηκε το γαίμα).

 

Παράσταση που απεικονίζει τον Αχιλλέα να τυλίγει το χέρι του Πάτροκλου. Altes Museum.

 

Στην  ραψωδία Λ’ της Ιλιάδας, έχουμε και  την παρουσίαση από τον ποιητή της Αγαμήδης, μοναδικής φαρμακογνώστριας, η οποία «ήξερε τόσα βοτάνια, όσα τρέφει η πλατιά γη».

Οι πρωταγωνιστές της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, είχαν στη διάθεσή τους μια σειρά από φάρμακα (στα έπη του Ομήρου υπάρχει αυτούσια η λέξη φάρμακο), τα οποία παρασκεύαζαν θεοί, ημίθεοι και θνητοί. Υπάρχουν φάρμακα ήπια, οδυνηφάγα, τα εσθλά (καλά) φάρμακα, τα λυγρά (ολέθρια), θνητοφάγα και ανδροφόνα φάρμακα, αλλά και φάρμακα μητιόεντα (έξυπνα). Θα συναντήσουμε επίσης τα χειρώνια βότανα που κλείνουν τις πληγές, φάρμακα αγχολυτικά και αντικαταθλιπτικά, αντισηπτικά, παραισθησιογόνα και ναρκωτικά και αντίδοτα που προέρχονται από τα βότανα, φαρμακοτεχνικές και διάφορα υλικά, αλλά και μορφές θεραπείας, προς τις οποίες στρέφεται και  ο σημερινός άνθρωπος, θεωρώντας πως επιλέγει ό,τι πιο νεωτεριστικό….

Ο Όμηρος, παρουσιάζει, στην Ιλιάδα, την Αφροδίτη να παίρνει από τον αρύβαλο – το μικρό πήλινο δοχείο που χρησίμευε για τη φύλαξη του τριανταφυλλόλαδου – λίγο με τις άκρες των δαχτύλων, το θερμαίνει τρίβοντάς το στις παλάμες της, για να γίνει πιο λεπτόρρευστο ώστε να απορροφηθεί καλύτερα και ύστερα το εναποθέτει απαλά στο πληγωμένο, καταξεσκισμένο δέρμα του Έκτορα.  (Ραψωδία Ψ). Το τριανταφυλλόλαδο ή ροδέλαιο λαμβάνεται με απόσταξη με υδρατμούς από τα άνθη του φυτού Rosa gallica, damascena, centifolia κ.ά. Είναι το κατ’ εξοχήν αιθέριο έλαιο σήμερα αφού η πρώτη ύλη του, το ρόδο, θεωρείται ο βασιλιάς των λουλουδιών, με 25.000 είδη σε όλο τον κόσμο.

Αλλά και η θεά Ήρα, για να εμποδίσει τον Δία να βοηθήσει τους Τρώες, στολίζεται με ολόχρυσα κοσμήματα και αλείφει το σώμα και τα ρούχα της με αρωματικό λάδι. Ύστερα παρασέρνει τον βασιλιά των θεών στην αγκαλιά της, πάνω στη λουλουδισμένη γη, όπου φυτρώνει δροσερό τριφύλλι (Melilotus alba, Papilionaceae), μυρωδάτη ζαφορά (Crocus sativus, Iridaceae) και ζουμπούλια πυκνά και μαλακά (Hyacinthus orientalis, Liliaceae), όλα τους φαρμακευτικά φυτά. Καταφέρνει έτσι να τον αποκοιμίσει, οπότε απερίσπαστη τρέχει να εμψυχώσει τους Δαναούς που νικούν τους Τρώες. (Ιλιάδα, Ψ).

Ο Όμηρος επίσης αναφέρει τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια το μύρο. Ο Αχιλλέας π.χ. προστάζει να φροντίσουν τον νεκρό Πάτροκλο, να τον λούσουν, να τον αλείψουν με αρωματικό λάδι και να γεμίσουν τις πληγές του με μύρο. Το μύρο ή μύρα (Myrrha) είναι δρόγη[1] που προέρχεται από πολλά είδη του γένους Commifera.

Το μέλι επίσης αποτελεί συστατικό του κυκεώνα (μείγμα από κρασί Πράμνειο, κριθάλευρο, μέλι και νερό) τον οποίο ετοιμάζει η Ευκαμήδη στο συμπόσιο του Νέστορα, καθώς και η Κίρκη για τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του. Επίσης είναι συστατικό των χοών, όπως αφηγείται ο Οδυσσέας. (Οδύσσεια, Λ: και έχυνα, γύρω από τα χείλη τους, σπονδές προς όλους τους νεκρούς/πρώτα μέλι με γάλα, κρασί μετά γλυκό, τρίτο νεράκι/και πάνω εκεί πασπάλιζα λευκό κριθάλευρο).

 Η Κίρκη συμβουλεύει τον Οδυσσέα να βουλώσει τα αφτιά των συντρόφων του με μελισσοκέρι (ζωική δρόγη) για να μη μαγευτούν από το τραγούδι των Σειρήνων. Του λέει να διαλέξει φρέσκια κερήθρα, ώστε το κερί της να είναι εύπλαστο και να παίρνει άνετα το σχήμα του ωτικού πόρου, χωρίς να τον ερεθίζει.

Ξανά η Κίρκη, στην Ραψωδία Κ της Οδύσσειας, όπου εκτός από   την μαγεία που περιβάλλει τα φοβερά παθήματα του Οδυσσέα και των συντρόφων του, τους χοίρους, τα μαγικά ραβδιά, τα μάγια, έχουμε και τα φάρμακα και τα αντιφάρμακα. Η  θεά Κίρκη όχι μόνο γνωρίζει φάρμακα καλά (εσθλά)  και κακά (λυγρά), αλλά και πώς να τα χρησιμοποιεί.

Στο σπίτι της άναψε φωτιά και πάνω της τοποθέτησε τα καζάνια με τις φαρμακείες. Παρακολουθεί τους συντρόφους του Οδυσσέα από μακριά, ενώ παρασκευάζει τον κυκεώνα της, όπου ρίχνει βοτάνια φαρμακερά, να τον πιουν αυτοί, να μεταμορφωθούν σε χοίρους και να λησμονήσουν την πατρίδα τους. Ο μύθος γνωστός: σαν ήπιανε, μ’ ένα ραβδί τους χτύπησε/και μες στη χοιρομάντρα τους έκλεισε/κι είχαν φωνή και τρίχες και σώμα χοίρων/μα γερός σαν πρώτα ο νους τους ήταν.(Οδύσσεια, Κ).

 

Η Κίρκη και οι σύντροφοι του Οδυσσέα. Έργο του Ιταλού ζωγράφου Παρμιτζανίνο (Parmigianino), Uffizi Gallery.

 

Ο Ερμής, συμβουλεύει τον Οδυσσέα, πώς να ματαιώσει τα σχέδια της Κίρκης. Του δίνει το μώλυ, βότανο με μαύρη ρίζα και άνθος λευκό σαν γάλα, για να μπορέσει να μείνει στο σώμα και την ψυχή αμάγευτος. Είναι το αντίδοτο, χάρη στο οποίο οι σύντροφοι θα ξαναγίνουν άνθρωποι.

Πέρα από τον μύθο, υπάρχει η προσπάθεια της επιστημονικής εξήγησης, η οποία συνδέεται με τα παραισθησιογόνα φάρμακα και τα αντίδοτα. Ο κυκεώνας περιέχει: τυρί (αμινοξέα τυραμίνη, καζεΐνη, ζωικό λίπος και καζεϊνικό ασβέστιο), κριθάλευρο, που, βράζεται και έτσι διαλύεται στο νερό κάθε υδατοδιαλυτή ουσία του και από τον αμυλόκοκκο απελευθερώνονται η αμυλόζη και η αμυλοπηκτίνη που μαζί με το  μέλι κάνουν τον κυκεώνα πυκνόρρευστο  και βελτιώνουν τις οργανοληπτικές του ιδιότητες και προστίθεται κρασί, ως συντηρητικό, με αντιοξειδωτική και αντιμικροβιακή ιδιότητα. (Στον Όμηρο, εκτός από το κριθάρι αναφέρονται το σιτάρι και η σίκαλη).

 Ως γνωστόν, στους στάχεις των αγρωστωδών, παρατηρούνται το καλοκαίρι και το φθινόπωρο μεγάλα μαύρα στίγματα, τα οποία από πολύ παλιά ονόμαζαν όλυρα ή βρίζα ή εργότια. Πρόκειται για το σκληρώτιο του παρασιτικού μύκητα Claviceps purpurea, το οποίο ονομάζεται ερισυβώδης όλυρα και περιέχει αλκαλοειδή (εργομητρίνη, εργονοβίνη και εργοβασίνη, φάρμακα χρήσιμα στη γυναικολογία), εργοταμίνη (φάρμακο κατά της ημικρανίας) και λυσεργικό οξύ το διαιθυλαμίδιο του οποίου, γνωστό ως LSD, είναι ψευδαισθησιογόνο, επηρεάζει τη συνείδηση, τη σκέψη, τη βούληση, το συναίσθημα και χρησιμοποιείται στην ψυχιατρική. Προκαλεί αγγειοσύσπαση, διέγερση των μυών των τριχών, αύξηση της θερμοκρασίας, σιελόρροια, εμετό, ελάττωση της αρτηριακής πίεσης και βραδυκαρδία. Με βάση τα παραπάνω «συμπεραίνεται» από ορισμένους, ότι το κριθάρι της Κίρκης ήταν μολυσμένο με εργότιο, γι’αυτό και η «μεταμόρφωση» των συντρόφων. Τα φάρμακα που αυτή προσθέτει στον χυλό πιθανόν είναι όπιο, κατασταλτικό.

Ο Όμηρος «σπέρνει» μήκωνες στην Ιλιάδα για να «καρπίσουν» στην Οδύσσεια και να δώσουν από τις άγουρες κωδείες, το όπιο. Από τα πολλά αλκαλοειδή του οπίου η μορφίνη είναι το ισχυρότερο φυσικό αναλγητικό που προκαλεί ευφορία, νύστα και ύπνο. Η αλκοόλη του οίνου παρατείνει τη δράση της μορφίνης, αλλά ο εγκέφαλος δεν επηρεάζεται οργανικά από αυτήν παρά μόνον λειτουργικά.

Ο Οδυσσέας από την άλλη πλευρά, πίνει τον μαγεμένο κυκεώνα, αφού όμως έχει ρίξει μέσα, σύμφωνα με τις οδηγίες του Ερμή, το μώλυ, δρόγη, η οποία σύμφωνα με τις περιγραφές του ποιητή και μία πιθανή εξήγηση μπορεί ν’ ανήκει στο φυτό Μανδραγόρα ή Hyoscyamus niger, οικ. Solanaceae. (Ο υο-σκύαμος ετυμολογείται από το υς=χοίρος + κύαμος=κουκί και περιέχει ουσίες, οι οποίες ανταγωνίζονται την ακετυλοχολίνη, ουσία του παρασυμπαθητικού συστήματος).

 Ο Οδυσσέας δηλαδή  «πετυχαίνει με το μώλυ» έναν επιθυμητό αντίδοτο και έτσι γλυτώνει από τα μάγια της Κίρκης. Για όλα υπάρχει γιατρειά, που θα ‘λεγε και ο ήρωας…

Με έμμεσες και άμεσες αναφορές, ο Όμηρος, παρουσιάζει την Ελένη φαρμακογνώστρια και φαρμακοτέχνισσα, η οποία κατέχει και παρασκευάζει φάρμακα μητιόεντα (έξυπνα). (Μήτις είναι η ευφυία, που θα ονομαστεί αργότερα σοφία, φρόνηση, σύνεση και γνώμη και κατά τον Αριστοτέλη συνδέεται με το μέτρο και τον υπολογισμό).

Η Ελένη είναι προικισμένη από τον πατέρα της Δία με το χάρισμα της φιλομάθειας και έχει εκπαιδευτεί στη χρήση των φαρμάκων δίπλα στην Πολύδαμνα, γυναίκα του βασιλιά της Αιγύπτου. Γι’ αυτό ρίχνει μυστικά στα ποτήρια με το κρασί, του Μενέλαου και του Τηλέμαχου, που θρηνεί για τον πατέρα του, ένα φάρμακο, το νηπενθές, κατάλληλο να σβήνει τις πίκρες και να γιατρεύει τους πόνους. (Οδύσσεια, Δ)

Ποιο είναι το φάρμακο αυτό μόνο να εικάσουμε μπορούμε. Στη Φυτολογία υπάρχει φυτό της Μεσογείου με το λαϊκό όνομα νηπενθές και ίσως να πρόκειται για το όπιο, ουσία ναρκωτική, που κάνει το άτομο απαθές απέναντι στον ψυχοσωματικό πόνο. Πρόκειται για υγρή φαρμακομορφή, που εύκολα διαλύεται στο κρασί, χωρίς να γίνεται αντιληπτό.

 Ο Όμηρος, στην Ι Ραψωδία της Οδύσσειας, αναφέρει τον καρπό ενός δέντρου σύμβολο του ναρκωμένου νου, της λησμονιάς και του λήθαργου. Πρόκειται για τον λωτό, ζουμερό και γλυκό καρπό, που τρώνε οι σύντροφοι του Οδυσσέα στη χώρα των ειρηνικών Λωτοφάγων.

Όταν ο Οδυσσέας συναντά τον Αλκίνοο, καθώς αφηγείται τις ταλαιπωρίες του, δίνει την ενδιαφέρουσα πληροφορία ότι οι Λωτοφάγοι τρώνε άνθη: (Οδύσσεια, Ι)

Τι συμβαίνει στ’ αλήθεια; Οι Λωτοφάγοι τρώνε άνθη λωτού ενώ φιλεύουν με τον μελωμένο καρπό τους ξένους. Πρόκειται για δύο διαφορετικά είδη, το ένα νούφαρο υδρόβιο  η Νymphea caerulea, της οποίας τα άνθη περιέχουν απομορφίνη, ουσία με ψυχοτρόπους ιδιότητες. Το άλλο είδος είναι δέντρο που ανήκει στο γένος Diospyrus, με πιο γνωστό το D.lotus, έχει γλυκό καρπό χωρίς νευροτρόπο ή ψυχοτρόπο δράση. Αυτός ο καρπός πρέπει να ήταν το δόλωμα για να πειστούν οι σύντροφοι να δοκιμάσουν και άνθη του λωτού-νούφαρου, δεδομένου ότι η περιεχόμενη στον γλυκό λωτό φρουκτόζη θα επικάλυπτε την πικρή γεύση της απομορφίνης. Είναι δε η απομορφίνη παράγωγο της μορφίνης, η οποία πρώτα διεγείρει και μετά παραλύει το Κ.Ν.Σ.

 

Υποσημείωση


[1] Δρόγη είναι το μόνο μέρος του φυτικού η ζωικού οργανισμού, π.χ. φύλλα, η φλοιός, η σπέρματα, η άλλο όργανο του φυτού η ζώου, που χρησιμοποιείται για την θεραπευτική η άλλη δράση του. Η δρόγη διαφέρει από την το φάρμακο. Ως φάρμακο χαρακτηρίζεται οποιαδήποτε χημική ουσία η προϊόν, το οποίο παρουσιάζει φαρμακολογικές ιδιότητες και επομένως είναι σε θέση να προκαλέσει μεταβολές σε φυσιολογικές λειτουργίες οργανικών η βιοχημικών συστημάτων.

 

Πηγές


 

  • «Ιστορία της Φαρμακευτικής», Εμμανουήλ Ιω. Εμμανουήλ, Ακαδημαικού, Τακτικού Καθηγητού εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω,Ανωτάτου Υγειονομικού Συμβούλου: Τύποις «Πυρσός» Α.Ε, Αθήναι 1948.
  • «Ιστορία της Φαρμακευτικής», Ελένη Σκαλτσά, Καθηγήτρια, Τμήμα Φαρμακευτικής ,Τομέας Φαρμακογνωσίας & Χημείας Φυσικών Προιόντων, ΕΚΠΑ,/ Ελληνικά Ακαδημαικά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα και Βοηθήματα, www.kallipos.gr
  • «Η εξελικτική πορεία της ίασης στην Αρχαία Ελληνική Γραμματεία», Χρ. Τεσσερομάτη, Δ. Κώτσιου, «Ιατρική», Διμηνιαία Έκδοση Εταιρείας Ιατρικών Σπουδών, Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 2015, Τόμος 104, Τεύχος 5-6 :23-304.

 

Επιμέλεια κειμένου

Μαρία Γ. Βασιλείου

Βιολόγος-Ωκεανογράφος

Read Full Post »

Οι κομπογιαννίτες, οι φαρμακοτρίβες κατά την Επανάσταση του 1821 και του Πασχάλη Θεοδώρου τα χάπια του πρώτου που άνοιξε (ανεπίσημο) φαρμακείο στο Ναύπλιο


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

 Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της κυρίας Μαρίας Βασιλείου με τίτλο:

 «Οι κομπογιαννίτες, οι φαρμακοτρίβες κατά την Επανάσταση του 1821 και του Πασχάλη Θεοδώρου τα χάπια του πρώτου που άνοιξε (ανεπίσημο) φαρμακείο στο Ναύπλιο».

 

Είναι γνωστό ότι, κατά τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης, οι συνεχείς προσπάθειες και πρωτοβουλίες για την εξασφάλιση πόρων και εφοδίων για τον Αγώνα, δεν περιελάμβαναν ιδιαίτερη μέριμνα, για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των μαχητών και την ιατροκοινωνική προστασία των αμάχων.

Ωστόσο αρκετοί νέοι από διάφορες περιοχές της υπόδουλης Ελλάδος, προερχόμενοι σχεδόν αποκλειστικά από εύπορες αστικές οικογένειες, έσπευδαν σε πανεπιστήμια ευρωπαϊκών πόλεων για να σπουδάσουν, κατά προτίμηση Ιατρική, γιατί κατά τον Κοραή «…θηριώδες έθνος εις μόνους τους ιατρούς αναγκάζεται να υποκρίνεται κάποιαν ημερότητα».

Τα Πανεπιστήμια επιλογής των Ελλήνων για ιατρικές σπουδές ήταν, κυρίως, της Πάδοβας, της Παβίας, της Πίζας και της Βιέννης, από τα οποία οι αποφοιτούντες με διπλώματα  που έφεραν την αναφορά «Natione Graecus» προσπαθούσαν να βοηθήσουν με κάθε τρόπο την υπόδουλη πατρίδα και να συνδράμουν στον αγώνα.

 

Ευρωπαίος γιατρός περιθάλπει Έλληνα αγωνιστή. Λιθογραφία από την έκδοση Histoire d’une Epingle et Bluettes του σχεδιαστή H. Gerard Fontallard. Συλλογή χαρακτικών ΕΙΜ.

 

Στην υπόδουλη Χώρα λοιπόν, στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης, υπήρχαν κυρίως  πρακτικοί ή εμπειρικοί ιατροί που ασκούσαν τη λεγόμενη «Δημώδη Ιατρική», και ήταν ιδιαίτερα επιδέξιοι, κυρίως,  στην ανάταξη εξαρθρημάτων και καταγμάτων, στην περιποίηση τραυμάτων και στην πραγματοποίηση μικροεπεμβάσεων, με συνέπεια να καλούνται και «ιατροχειρουργοί» αλλά επίσης, «ιατροφαρμακοποιοί», γιατί, εκτός των ιατρικών πράξεων, παρασκεύαζαν φάρμακα και συνέλεγαν βότανα, τα οποία χορηγούσαν, κατά περίπτωση, σε ασθενείς και τραυματίες. Η μετάδοση των γνώσεων και των εμπειριών στην άσκηση της πρακτικής ιατρικής ήταν συνήθως οικογενειακή υπόθεση και περνούσε από τον πατέρα στα παιδιά του. Πρέπει, όμως, να επισημανθεί η λειτουργία πρακτικών ιατροφαρμακευτικών σχολείων στην Αθήνα, το Καρπενήσι, τη Σπάρτη, τη Χίο και αλλού, στα οποία διδάσκονταν σχετικά μαθήματα. Ένα τέτοιο ιατροφαρμακευτικό σχολείο ιδρύθηκε στο Μυστρά από τον Παναγιώτη Γιατράκο πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα.

 

Προσωπογραφία του αγωνιστή Παναγιώτη Γιατράκου, έργο του Σπυρίδωνα Προσαλέντη. Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Μεταφορά τραυματία από τη μάχη. Άγνωστος ζωγράφος. Λάδι σε μουσαμά, 60 x 50 εκ. Συλλογή Ιδρύματος Ε. Κουτλίδη. Εκτίθεται στην Εθνική Πινακοθήκη, Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Τα φάρμακα, τα οποία χρησιμοποιούσαν οι επιστήμονες ιατροί και πολλοί από τους εμπειρικούς, ήταν κυρίως δρόγες (αλόη, θεριακή, κάρδαμο, κίνα, πιπερόριζα, σαμπούκο, σαρκοτρόφι, σίλφιο κ.ά.), η χρήση των οποίων ανάγεται στην εποχή του Διοσκουρίδη. Ήταν, επίσης, ορισμένες φαρμακευτικές και χημικές ουσίες (άλας αψινθίας, βόραξ, γόμμα Αραβική, εμετική τρυξ, μίνιον, νίτριον, οξύ-μελι κ.ά.) και διάφορα σκευάσματα (balsamo di Tolu, elixir propriepatis, laudano di Barbaro κ.ά.), τα οποία προμηθεύονταν, όσοι είχαν τη δυνατότητα, από την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, τα Επτάνησα και την Τεργέστη.

Παράλληλα με τους επιστήμονες και τους πρακτικούς ιατρούς ασκούσαν ιατρικές πράξεις και χορηγούσαν φαρμακευτικά παρασκευάσματα, κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα, κομπογιαννίτες και τσαρλατάνοι. Οι κομπογιαννίτες και οι τσαρλατάνοι ήταν ψευτογιατροί με ενδιαφέρον αποκλειστικά επικεντρωμένο στο οικονομικό όφελος και με τάση να περιαυτολογούν για τις θεραπευτικές τους επιτυχίες σε βαθμό τερατολογίας.

Οι κομπογιαννίτες και οι τσαρλατάνοι είχαν, επίσης, τα προσωνύμια «Βικογιατροί», συγκέντρωναν βότανα από την κοιλάδα του Βίκου ή «Ματσοκάριδες» γιατί κρατούσαν ρόπαλο (mazuca), κυρίως, για να αμύνονται από τις επιθέσεις των συγγενών του ασθενούς. Η θεραπευτική αγωγή που συνιστούσαν, απαιτούσε αφενός, υλικά για την παρασκευή φαρμάκων, τα οποία ήταν σχεδόν αδύνατο να εντοπιστούν και αφετέρου, υιοθέτηση οδηγιών ιδιαίτερα πολύπλοκων στην εφαρμογή τους.

Ο Πουκεβίλ σε προσωπογραφία φιλοτεχνημένη από τον Ντεπρέ (Dupre Louis) 1827.

Τους Βικογιατρούς ή κομπογιαννίτες του Ζαγορίου εντοπίζει στις περιηγήσεις του και ο Πουκεβίλ, στα τέλη του 18ου αιώνα και τον εντυπωσιάζουν οι ικανότητες τους, καθώς και ο τρόπος που μπολιάζουν την τέχνη τους από γενιά σε γενιά: «Οι πατέρες μεταβιβάζουν στα παιδιά τους ή και σε μαθητές που προσκολλώνται σε αυτούς ως υπηρέτες, την πρακτική μερικών χειρουργικών εργασιών (…) με τέτοια επιτυχία και επιδεξιότητα, ώστε μπορούν να εκπλήξουν και τους πιο ικανούς χειρουργούς. Διακρίνονται προ πάντων στις περιεσφιγμένες κήλες ή στις κήλες που έγιναν ενοχλητικές εξαιτίας του βάρους των. Άλλοι ξέρουν να χειρουργούν τον καταρράκτη διά πιέσεως και οι πιο ικανοί χρησιμοποιούν λιθοτομία. Αναφέρω πράγματα που είδα. Οι αμαθείς χειρουργοί του Ζαγορίου δεν δημιουργούν περισσότερα θύματα από όσα πολλοί σημερινοί πτυχιούχοι επιστήμονες».

Η ενδυμασία των κομπογιαννιτών έχει περιγραφεί από πολλούς ιστορικούς και ιστοριογράφους της εποχής…….. φορούσαν «μέλαιναν μαλλιαράν σεγγούνα, περιέδεναν δε με πράσινη ταινία την, εις δασείς πλοκάμους κυμαίνουσαν χαίτην των, επί της οποίας έθετον σαμουροκάλπακο και επί του βραχίωνος έθετον οζώδην ράβδον εξ ου και απεκλείθησαν ματσουκάδες». Την ειδική ένδυση των κομπογιαννιτών περιγράφει και ο Δ. Καμπούρογλου «αποτελούνταν από αντερί (φαρδύς χιτώνας) και τζουπέν, ζώνην πλατείαν και καλπάκι μικρότερον του αρχοντικού». Σύμφωνα με άλλες πηγές οι Βικογιατροί «επετρέπετο να φορούν ποικιλόχρωμα φορέματα να φέρουν αλεξιβρόχιον και να σοβώσι καβαλλαραίοι».

Στο σαμουροκάλπακο, καπέλο από γούνα σαμουριού (ένα είδος νυφίτσας), τοποθετούσαν εμφανώς, φάρμακα πρώτης ανάγκης. Σε άλλες περιπτώσεις τοποθετούσαν τα φάρμακα σε σακούλες, τις οποίες κρεμούσαν σε εμφανή σημεία της ένδυσής τους και για το λόγο αυτό ονομάζονταν και σακουλαραίοι.

Ο ιστορικός Κωνσταντίνος Σάθας σε άρθρο του (1883) τιτλοφορούμενο «Η ιατρική εν Ελλάδι» αναφέρει πως φορούν επωμίδες, οι οποίες «ανεμιζόμεναι κροταλίζουν επί των δίκην παρασήμων επικείμενων μεταλλικών κομβίων», και μικρά υποδήματα «περισφιγγόμενα διά θεατρικών κροσσιών και στενών παντελονιών πεποικιλμένων διά σειριτίων» έτσι που ομοιάζουν «προς Ισπανούς ταυρομάχους»!

Συνήθως είχαν ως συνοδεία έναν βοηθό, ο οποίος διαλαλούσε «γιατρός! γιατρικά! βότανα για κάθε αρρώστια!», ενώ μεταξύ τους χρησιμοποιούσαν ιδιαίτερη συντεχνιακή διάλεκτο.

Ο Α. Σούτσος στην Κωμωδία Ο ΑΣΩΤΟΣ σατυρίζει τους κομπογγιαννίτες με τους παρακάτω στίχους:

 

«Δεν είμαι εγώ Ζαγοριανός να περπατώ στο δρόμο

Με αλοιφές, με έμπλαστρα, με βότανα στον ώμο

Και να φωνάζω από το κουτσό και ψόφιο μου μουλάρι

Καλός γιατρός, πουλεί ζωή! Ποιος θέλει! Ποιος θα πάρη».

 

Αλλά και  γιάτρισσες κατείχαν εξ οικογενειακών κληρονομιών γιατροσόφια θεραπευτικής και χορηγούσαν φάρμακα. …. ήταν η ελπίδα των αρρώστων της εποχής, μιας εποχής στην οποία η ιατρική βρίσκονταν σε νηπιακή κατάσταση.

 Στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης αναφέρονται επίσης και κάποιοι εμπειρικοί φαρμακοτρίβες, οι οποίοι μαζί με άλλα εμπορεύματα πουλούσαν και φάρμακα. Ειδικοί φαρμακοποιοί δεν υπήρχαν. Ονομαστός κατά την έναρξη της Επανάστασης φαρμακέμπορος υπήρξε ο Νικολής Πύρλας από την Τρίπολη, ο οποίος είχε μάθει τα σχετικά με το εμπόριο και τη χρήση των φαρμάκων στη Μάλτα και στην Κωνσταντινούπολη.

Το 1822, όταν απελευθερώθηκε το Ναύπλιο, πολλοί ομογενείς ιατροί, που είχαν σπουδάσει στα Πανεπιστήμια της Ιταλίας, ήρθαν στην Ελλάδα για να προσφέρουν τις ιατρικές και φαρμακευτικές γνώσεις τους. Το πρώτο φαρμακοπωλείο που ιδρύθηκε στο Ναύπλιο ήταν του Πασχάλη Θεοδώρου, Μικρασιάτη, πιθανόν από την Σμύρνη, που είχε σπουδάσει ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβας. Αυτός ασκούσε την ιατρική και παράλληλα διηύθυνε και το φαρμακείο όπου παρασκεύαζε γαληνικά φάρμακα (φάρμακα δηλαδή εξατομικευμένης φαρμακοθεραπείας), καταπότια, εκχυλίσματα κλπ.

Από άρθρο του Μιχ. Λαμπρυνίδη 1912,  που περιέχεται στο Ημερολόγιο Σκόκου (1915) μαθαίνουμε ότι, «Ο Δετώρ Πασχάλης (έτσι υπέγραφε) εμίσθωσε αντί μεγάλου σχετικώς μισθώματος κατάστημα στην κεντρικώτερη θέση της πόλεως,  καλουμένη Σαντριβάνι, όπου ήταν η αγορά, το οποίο και διασκεύασε ευπρεπέστατα. Μακρά εκ κοινού ξύλου τράπεζα ετέθη επικεφαλής του καταστήματος και επ’ αυτής η απαραίτητος μικρά τρυτάνη (γλωσσίδα του ζυγού που δείχνει το βάρος) μετά θήκης περιεχούσης αντί βαρών σπέρματα σίτου (σιταρόσπορους),  προς ζύγιση των φαρμάκων, και μερικά ιγδία (γουδιά) σιδερένια από θραύσματα όλμων, ως επί το πλείστον. Τους τοίχους του καταστήματος περιέβαλλον εξ’ ολοκλήρου γυάλινες προθήκες, υαλοσκεπείς έμπροσθεν, προς φύλαξιν των περιεχόντων τα διάφορα φάρμακα, φιαλών και αγγείων. Αντιληφθείς εγκαίρως πόσο δυσάρεστη ήταν στους  πελάτες του η πόσις πικρών και δίσγευστων αφεψημάτων, κινδυνεύσας μάλιστα να κακοποιηθεί υπό κάποιου αγροίκου Ρουμελιώτου στρατιώτου, (ο οποίος έπασχε εκ δυσπεψίας και του χορήγησε αηδές καθαρτικό), θεώρησε προσφορώτερο δια της προσθήκης αλεύρου  να καταστήσει ευποτώτερα τα ρευστά φάρμακα παρασκευάζοντας έτσι καταπότια (χάπια), με τα οποία γέμισε στο εξής τις προθήκες του καταστήματος. Από τότε κάθε προσερχόμενος στην Σπετσαρία (φαρμακείο) του Δετώρ Πασχάλη  ελάμβανε άνευ χρονοτριβής, αντί μικρού αντιτίμου, το ζητούμενο φάρμακο για κάθε νόσο, σε καταπότια εντός συνήθως ξύλινου κυτίου».  Η «θεραπευτική δύναμη » αυτών των χαπιών, τα κατέστησε περιζήτητα και δημοφιλή σε όλο τον λαό.

Bonifaccio Bonafin (1800-1893). Δημοσιεύεται στο: Θ. Κωστούρος, «Βονιφάτιος Βοναφίν», έκδοση Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος.

Δύο με τρία χρόνια όμως μετά την έναρξη της λειτουργίας του φαρμακοτριβείου, οι ομογενείς από την Τεργέστη, έστειλαν στο Ναύπλιο, το 1825, τον Βονιφάτσιο Βοναφίν, ο οποίος ίδρυσε πλήρες φαρμακείο που λειτούργησε επί εβδομήντα χρόνια. Συγχρόνως συστάθηκε και τρίτο φαρμακείο υπό την διεύθυνση του Μιχ. Κωτσονόπουλου, ο οποίος είχε ασκηθεί στην φαρμακευτική τέχνη στην Τρίπολη κοντά στον πρώτο ξάδελφό του Νικ. Πύρλα. Στα χρόνια του Καποδίστρια ο φαρμακοποιός Νικ. Ζαβιτσάνος, ο οποίος ακολούθησε τον ιδιαίτερο γιατρό του Καποδίστρια Ταγιαπιέρα ίδρυσε και τέταρτο φαρμακείο κοντά στον Ναό του Αγίου Γεωργίου.

Έτσι αραίωσε αισθητά η πελατεία του Δετώρ Πασχάλη και στο τέλος το κτήριο όπου στεγαζόταν κατέληξε να γίνει καπνοπωλείο. Τα περιζήτητα όμως χάπια παρέμειναν παροιμιώδη για πολλά χρόνια συμβολίζοντας τα «παχιά λόγια» και τις κενές υποσχέσεις των δημαγωγών της εποχής εκείνης.

«Του Κωλέττη τα λόγια Και του Πασχάλη τα χάπια». Είναι οι παροιμιώδεις εκφράσεις που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες για τις κενές περιεχομένου υποσχέσεις των πολιτικών της εποχής.

 

Πηγές 


 

  • «Ιστορία της Φαρμακευτικής», Εμμανουήλ Ιω. Εμμανουήλ, Ακαδημαϊκού, Τακτικού     Καθηγητού εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω, Ανωτάτου Υγειονομικού Συμβούλου: Τύποις «Πυρσός» Α.Ε, Αθήναι 1948.
  • «Ιστορία της Φαρμακευτικής», Ελένη Σκαλτσά, Καθηγήτρια, Τμήμα Φαρμακευτικής,     Τομέας Φαρμακογνωσίας & Χημείας Φυσικών Προϊόντων, ΕΚΠΑ,/ Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα και Βοηθήματα, www.kallipos.gr
  • «Υγειονομική φροντίδα και περίθαλψη των αγωνιστών του 1821», του Θεοδώρου Δαρδαβέση, Αναπληρωτή Καθηγητή Υγιεινής και Κοινωνικής Ιατρικής του ΑΠΘ, Μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου Αίμου, του Ιδρύματος Πατερικών Μελετών και του Κέντρου Ιστορίας του Δήμου Θεσσαλονίκης/ Πάπυροι ,Τόμος 2,2013.
  • «Του Πασχάλη τα χάπια» Μιχ. Λαμπρυνίδη 1912  περιέχεται στο Ημερολόγιο Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου (1915).

 

Επιμέλεια Κειμένου

Μαρία Βασιλείου

Βιολόγος- Ωκεανογράφος

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Πάρκο Κολοκοτρώνη: Μήπως πρέπει να δείχνουμε μεγαλύτερο σεβασμό στην ιστορία μας;


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μικροϊστορία του Ναυπλίου» στο «Ελεύθερο Βήμα»  μέσα από ένα άρθρο του Χαράλαμπου Αντωνιάδη με τίτλο:

«Πάρκο Κολοκοτρώνη: Μήπως πρέπει να δείχνουμε μεγαλύτερο σεβασμό στην ιστορία μας;»

 

Η Ίδρυση του πάρκου

 

Ας δούμε την τοπογραφία της περιοχής του πάρκου Κολοκοτρώνη τα χρόνια μετά την απελευθέρωση. Η περιοχή ήταν εκτός των τειχών της πόλης. Βόρεια του σημερινού πάρκου, στη σύγχρονη οδό Πολυζωίδου, βρισκόταν η τάφρος των ανατολικών τειχών. Η έκταση δεν ήταν επίπεδη, όπως σήμερα. Στην όχθη της τάφρου υπήρχε ένα μεγάλο ανάχωμα ενώ η θάλασσα έφτανε σχεδόν έως τη σημερινή οδό Σιδηράς Μεραρχίας. (Φώτο 1-2)

 

Φώτο 1. Ο χώρος που είναι σήμερα το πάρκο.

 

Φώτο 2. Τοπογραφικό του Ναυπλίου, 1826

 

Ο προμαχώνας Dolfin ήταν βόρεια του πάρκου. Η περιοχή ήταν επίσης βαλτώδης. Σταδιακά, μετά την απελευθέρωση, διαμορφώνεται σε ένα μεγάλο άπλωμα, που χρησιμοποιείται από τον στρατό για γυμνάσια, αφού εκείνη την περίοδο, η πόλη είχε πολύ στρατό. Έτσι, η περιοχή ονομάζεται πλατεία Γυμνασίων ή Άρεως. (Φώτο 3). Η είσοδος και η έξοδος στην πόλη γίνεται από την Πύλη της ξηράς. Το μεγάλο πρόβλημα ήταν τα έλη (οι βάλτοι) καθώς, όπως αναφέρει ο τύπος της εποχής «τα έλη γεννούν πυρετούς».

Η πόλη άρχισε να αλλάζει όταν αποφάσισαν να γκρεμίσουν σταδιακά τα τείχη. Ξεκίνησαν το 1865 από τα τείχη της οδού Αμαλίας και τα επόμενα χρόνια, μέχρι το 1871, συνέχισαν με τα παραλιακά τείχη μέχρι τον προμαχώνα «Πέντε αδέλφια», αφήνοντας ανέπαφη την ενετική δεξαμενή στο ύψος της σημερινής πισίνας του Αμφιτρύωνα. Σταδιακά, μπαζώθηκε και η τάφρος αλλά τα ανατολικά τείχη (από τον προμαχώνα Grimani μέχρι τον χώρο του Α’ Δημοτικού) έμειναν στην θέση τους. Η Πύλη της Ξηράς εξακολουθεί να παίζει σημαντικό ρόλο για την είσοδο και έξοδο της πόλης. Η οριστική αλλαγή της τοπογραφίας στην περιοχή ήλθε με την κατεδάφιση των ανατολικών τειχών που ξεκίνησε το 1895, μετά από έγκριση του Χ. Τρικούπη.

Δέκα χρόνια πριν, το 1882, εισάγεται στη Βουλή το νομοσχέδιο για την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής της Πελοποννήσου. Το 1884 άρχισε η διαμόρφωση της περιοχής για την κατασκευή του σιδηροδρομικού σταθμού, με τη μεταφορά ποσοτήτων χωμάτων από την περιοχή της Πλατείας Άρεως για τις ανάγκες του σιδηρόδρομου. Το 1885 έχουν ολοκληρωθεί οι κτιριακές εγκαταστάσεις (κτίρια σταθμού, αποθήκες, υπόστεγα) και στα τέλη του χρόνου ο σιδηρόδρομος κάνει το πρώτο δοκιμαστικό ταξίδι του στο Ναύπλιο. (Φώτο 3)

 

Φώτο 3. Σιδηροδρομικός σταθμός.

 

Το γκρέμισμα των τειχών και οι επιχώσεις που έγιναν διαμόρφωσαν σταδιακά τον χώρο βόρεια του πάρκου, από την οδό Σιδηράς Μεραρχίας μέχρι την οδό Μπουμπουλίνας. Το 1877, ο δήμαρχος Επαμεινώντας Κωτσονόπουλος κατατεθεί πρόταση να ανεγερθεί στο Ναύπλιο ένας έφιππος ανδριάντας του Κολοκοτρώνη. Το 1889, έγινε η σύμβαση για την παραγγελία του ανδριάντα στον Λάζαρο Σώχο, μετά από διαγωνισμό που συμμετείχαν τέσσερεις γλύπτες (και μιλάμε για το 1889 μην πούμε τίποτα για το σήμερα ). Τα χρήματα για την κατασκευή μαζεύτηκαν με πανελλήνιο έρανο. Ο ανδριάντας ολοκληρώνεται και τον Νοέμβριο του 1895 το κιβώτιο με τον έφιππο Κολοκοτρώνη φτάνει στο Ναύπλιο με πλοίο από τον Πειραιά και αποθηκεύεται στο Οπλοστάσιο.

Και ενώ ο έφιππος ανδριάντας είναι στο Ναύπλιο, δεν έχει αποφασιστεί ακόμα ο χώρος που θα τοποθετηθεί. Ο δήμος Ναυπλίου δεν έχει λεφτά να κατασκευάσει τη μαρμάρινη βάση. Στον τοπικό τύπο αρχίζουν οι γκρίνιες. Ο δήμαρχος ασχολείται με το άγαλμα και δεν βλέπει ότι η πόλη είναι μέσα στη λάσπη, δεν έχει νερό, σχολείο αρρένων, αγορά κλπ.
Τον Ιούλιο του 1889, τρείς είναι οι προτάσεις για το που θα τοποθετηθεί ο ανδριάντας. (εφημερίδα ΑΡΓΟΛΙΣ)

  1. Μπροστά από την Πύλη της Ξηράς.
  2. Στη σημερινή θέση, με το επιχείρημα του δημάρχου Δημητρίου Τερζάκη ότι η πόλη θα επεκταθεί προς αυτή την κατεύθυνση.
  3. Στην περιοχή Κιούλ Τεπέ, όπου ήταν τα κτήματα του Κολοκοτρώνη και στην οποία ο ίδιος έχει χτίσει το εκκλησάκι των Αγ. Θεοδώρων. Την άποψη αυτή υποστηρίζει η εφημερίδα ΑΡΓΟΛΙΣ.

Για να αποφασιστεί ο χώρος της τοποθέτησης έρχεται με πλοίο αυθημερόν στο Ναύπλιο, τον Οκτώβριο του 1899, ο Αντιβασιλέας διάδοχος Κωνσταντίνος, μαζί με τον ναυπλιώτη εφέτη που υπηρετεί στη Κέρκυρα, Νικόλαο Κωστάκη, ο οποίος είχε αναλάβει να χρηματοδοτήσει την κατασκευή της βάσης του ανδριάντα. (εφημερίδα ΑΣΤΥ – ΕΜΠΡΟΣ)

Φώτο 4. Σκιτσο του Δημάρχου Δ. Τερζάκη.

Ο Αντιβασιλέας συμφώνησε για τον χώρο της σημερινής θέσης και όρισε μάλιστα τα εγκαίνια για τον Απρίλιο του 1900. Είναι χαρακτηριστική η δήλωση του Δημάρχου Δ. Τερζάκη τριάντα χρόνια μετά ότι ο διάδοχος του θρόνου Κωνσταντίνος επισκέφτηκε τα προτεινόμενα μέρη, συνοδευόμενος από πολύ κόσμο, «αλλά κατέληξε με αυταρχικότητα» να επιβάλει τη θέση που αυτός είχε προτείνει. (Φωτο 4)

Μην ξεχάσουμε να αναφέρουμε ότι στα τέλη του 1899 έχει αποφασιστεί να κατασκευαστεί το δικαστικό μέγαρο στον χώρο που είναι σήμερα. Τον Μάρτιο του 1900 ξεκίνησε η τοποθέτηση της μαρμάρινης βάσης. Η καθυστέρηση της κατασκευής έφερε αναβολή και στα εγκαίνια. Την ίδια περίοδο, αλλάζει ο δημόσιος φωτισμός στην πόλη. Από φωτιστικά με πετρέλαιο περνάμε σε φωτισμό με λάμπες τύπου Αουερ[1]. Τοποθετήθηκαν δώδεκα φώτα στην Πλατεία Κολοκοτρώνη, σε σχέση με οκτώ που τοποθετήθηκαν στην πλατεία Συντάγματος.

Τελικά τα εγκαίνια ορίστηκαν και έγιναν στις 23 Απριλίου 1901 (ημέρα της εορτής του Βασιλιά Γεώργιου Α’). Η τελετή είναι ένα ξεχωριστό κεφάλαιο. Πολλοί επίσημοι, ο βασιλιάς Γεώργιος Α’, ο πρωθυπουργός Θεοτόκης, ο επικεφαλής της αντιπολίτευσης Δηλιγιάννης, πολλοί βουλευτές, δήμαρχοι και χιλιάδες κόσμου. Σύμφωνα με μια εκτίμηση, στα εγκαίνια του έφιππου Κολοκοτρώνη ήρθε στο Ναύπλιο 25.000 κόσμος από την Αθήνα και όλη την Πελοπόννησο. Είναι το πρώτο έφιππο άγαλμα (1901) της νεοελληνικής γλυπτικής. Στις παράλληλες εκδηλώσεις των αποκαλυπτηρίων, μεγάλο ενδιαφέρον έχει η διοργάνωση στο Ναύπλιο (Τριανόν) του 1ου Γεωργικού Συνεδρίου. (Φωτο 5-6)

 

Φώτο 5. Ταχυδρομικό δελτάριο, η ημέρα των αποκαλυπτηρίων.

 

Φώτο 6. Ταχυδρομικό δελτάριο, 1902.

 

Ας δούμε τώρα την περιγραφή της λεγόμενης Πλατείας Κολοκοτρώνη από έναν αθηναίο ανταποκριτή: «εν τω κέντρω αυτής μεγαλοπρεπέστατος υψούνται ο αποκαλυφθησόμενος ανδριάς αυτού, γύρωθεν του οποίου κήπος, περιέχων εκλεκτά άνθη, προσδίδει όντως ιδανικής όψιν. Προς το βόρειον μέρος της πλατείας της τοσούτον απλέτως δια 12 φανών ασετιλίνης φωτιζόμενης…». Το πάρκο Κολοκοτρώνη έχει ήδη διαμορφωθεί με φυτεύσεις δένδρων περιμετρικά και νότια και κήπο με λουλούδια, παρά την ύπαρξη στο βόρειο τμήμα του προμαχώνα Dolfin.

Έχει ενδιαφέρον να δούμε το ευρύτερο πολιτικό κλίμα της εποχής, για να καταλάβουμε σε πόσο δύσκολες συνθήκες κατασκευάστηκε ο ανδριάντας του Κολοκοτρώνη. Τα χρήματα μαζεύτηκαν με πανελλήνιο έρανο σε μια περίοδο που έχει μεσολαβήσει η ταπεινωτική ήττα από τον πόλεμο του 1897 και η χρεοκοπία του κράτους, τον Δεκέμβριο του 1893. Σε μια ίδια περίοδο με την σημερινή κατάσταση στην ελληνική Οικονομία. Επιτήρηση με μνημόνια τρόικες ή θεσμούς που παρακολουθούν τα οικονομικά της χώρας.

Σε πολιτικό επίπεδο, είναι σαφής η προσπάθεια του βασιλιά Γεωργίου και του διαδόχου Κωνσταντίνου να βελτιώσουν την εικόνα του βασιλικού θεσμού και να επωφεληθούν από τη δυσαρέσκεια του κόσμου για τον κοινοβουλευτισμό, μετά την ήττα του 1897. Με πολιτικές πρωτοβουλίες προσπαθούν να κάνουν τη βασιλεία σημαντικό πολιτικό παράγοντα παρεμβάσεων. Στο πλαίσιο αυτό μπορεί να εντάσσεται και το ενδιαφέρον της βασιλικής οικογένειας ακόμα και για τον χώρο τοποθέτησης του ανδριάντα του Κολοκοτρώνη και έτσι ίσως εξηγείται η φράση του δημάρχου Τερζάκη για το διάδοχο Κωνσταντίνο «αλλά κατέληξε με αυταρχικότητα».

Τα αποκαλυπτήρια γίνονται τέσσερα χρόνια μετά την ήττα του 1897, μετά την πτώχευση και την επιτήρηση. Η τοποθέτηση του ανδριάντα είναι ένα καλό νέο για την κοινωνία και θέλει να συμμετέχει. Ίσως είναι ο λόγος για την παρουσία 25.000 πολιτών στα αποκαλυπτήρια.

 

Νέα ζωή στο πάρκο

 

Το 1901, με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου και έκδοση αντίστοιχου ΦΕΚ, αποφασίστηκε η επέκταση του σχεδίου πόλης στα ανατολικά και στα βόρεια του πάρκου. Ουσιαστικά, διαμορφώνεται πολεοδομικά ο χώρος του πάρκου (ΦΕΚ 187/1-9-1901). Από την επέκταση του σχεδίου της πόλης προκύπτουν 45 οικόπεδα ιδιοκτησίας της Λιμενικής Επιτροπής[2], η οποία τα εκποιεί στις αρχές του 1903, περιμένοντας να εισπράξει 100.000 δρχ.). Το 1910 ολοκληρώνονται οι εργασίες κατασκευής του δικαστικού μεγάρου αλλά παραμένει στη θέση του ο προμαχώνας Dolfin. (Φώτο 8-9)

 

Φώτο 8. Δικαστικό μέγαρο.

 

Φώτο 9. Προμαχώνας Dolfin.

 

Τα επόμενα χρόνια, το πάρκο υποβαθμίζεται. Παρουσιάζει εικόνα εγκατάλειψης με στάσιμα νερά και μορφή βάλτου. (Φώτο 7)

 

Φώτο 7. Φωτογραφία εγκατάλειψης του πάρκου.

 

Το 1930, με τον σχεδιασμό των εορτών για την εκατονταετηρίδα στο Ναύπλιο, άρχισαν εργασίες αναβάθμισης του πάρκου. Τον Μάρτιο ανατέθηκε σε εργολάβο το έργο της αναμόρφωσης, σύμφωνα με προτεινόμενο σχέδιο. Τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου, ο νεοεκλεγείς δήμαρχος Κ. Κόκκινος φέρνει από την Αθήνα τον διάσημο για την εποχή του ανθοπώλη, Φλεριανό, για να προτείνει τρόπο φύτευσης του πάρκου (το 2020 δεν έχουμε μια φυτοτεχνική μελέτη για το πάρκο). (Φώτο 13)

 

Φώτο 13. Άφιξις Φλεριανού.

 

Τον Αύγουστο αρχίζουν οι φυτεύσεις, ο νέος φωτισμός, τοποθετήθηκαν παγκάκια και κατασκευάστηκε η ξύλινη παράγκα «Μανιταρά», βασισμένη σε σχέδια ξύλινου στεγάστρου που είχε σχεδιαστεί το 1905. (Φώτο 15- 16). Κατεδαφίζεται το υπολειπόμενο τμήμα του προμαχώνα Dolfin, με εργάτες κρατούμενους των φυλακών και έτσι διαμορφώνεται τοπογραφικά ο χώρος όπως είναι σήμερα. (Φώτο 10-11)

 

Φώτο 15. Η ξύλινη παράγκα «Μανιταρά».

 

Φώτο 16. Σχέδιο στέγαστου.

 

Φώτο 10. Κατεδάφιση προμαχώνα.

 

Φώτο 11. Πάρκο Κολοκοτρώνη, 1930.

 

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1933, με μελέτη του σημαντικού αρχιτέκτονα Δ. Πικιώνη (ο οποίος επέλεξε και τις φυτεύσεις) διαμορφώνεται η πλατεία Καποδίστρια. Τον Ιούνιο του 1933 τοποθετείται το άγαλμα του Καποδίστρια. Στις 29 και 30 Νοεμβρίου του 1930 γίνονται οι εκδηλώσεις των εκατό χρόνων από την απελευθέρωση από τους Τούρκους (εκατονταετηρίδα), με επίκεντρο των εκδηλώσεων το πάρκο Κολοκοτρώνη. (Φώτο 14)

 

Φώτο 14. Εορτασμός εκατονταετηρίδας.

 

Το πάρκο αποκτά ζωή. Είναι το σημείο αναφοράς για την πόλη. Οι καταγραφές στον τύπο της εποχής περιορίζονται στο να μην κόβουν τα χρυσάνθεμα οι νυκτερινοί επισκέπτες του πάρκου. (Φωτο 13α )

 

Φώτο 13α. Τα Χρυσάνθεμα.

 

Τον τόνο στο πάρκο δίνουν η παράγκα του «Μανιταρά» και οι υπαίθριοι φωτογράφοι. Δεν υπάρχει σπίτι στο Ναύπλιο που να μην έχει φωτογραφία από τους υπαίθριους φωτογράφους του πάρκου. Λευτέρης Μελίδης, Δημήτρης Ιωαννίδης, Πρόδρομος Παπαδόπουλος κ.λπ. (όλοι πρόσφυγες) Φωτογράφοι υπήρχαν στο πάρκο μέχρι το 1970. (Φώτο 17-18)

 

Φώτο 17. Φωτογράφοι στο πάρκο.

 

Φώτο 18. Φωτογράφοι στο πάρκο.

 

Τα τελευταία χρόνια το πάρκο πέρασε στην απόλυτη παρακμή. Καμία φροντίδα. Κανένα λουλούδι δεν ανθίζει την άνοιξη. Για σκεφτείτε πόσα χρόνια έχετε να δείτε ανθισμένα λουλούδια στο πάρκο. Ρίξαμε χαλίκι στους διαδρόμους για να μην λιμνάζουν τα νερά της βροχής και κάναμε το πάρκο απρόσιτο σε καρότσια και ΑμεΑ. Δεν κλαδεύουμε δένδρα αλλά αν φτάσουν στο απροχώρητο τα κόβουμε. Δεν υπάρχουν πια ούτε παγκάκια. Το μόνο που στέκει στη θέση του είναι το μνημείο του Κολοκοτρώνη (και αυτό δεν πρέπει να αισθάνεται και τόσο καλά) και η πολιορκία του πάρκου απ΄ όλες τις πλευρές με καρέκλες καταστημάτων. Με όλα αυτά, το πάρκο δεν έχει πια ζωή στην πόλη.

Και συμπτωματικά, έναν χρόνο πριν την εορτασμό των διακοσίων χρόνων από την απελευθέρωση από τους Τούρκους, η δημοτική αρχή αποφάσισε να παρέμβει. Το 1930 (στο πλαίσιο των εορτασμών των εκατό χρόνων) έγιναν μελέτες, ήρθε ειδικός ανθοπώλης, βάλαμε παγκάκια. Το 2020, ενενήντα χρόνια μετά προτείνουμε να βάλουμε μπετονένιες κερκίδες και να μικρύνουμε το πάρκο. Σημεία των καιρών….

Υ.Γ. Μήπως το πάρκο που έχει ζωή από το 1901 είναι μνημείο και πρέπει να προστατεύεται και νομικά; Δεν τίθεται βέβαια συζήτηση ότι πρέπει να το σεβόμαστε.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Η λάμπα Άουερ είναι λάμπα ασετιλίνης. Εκμεταλλεύεται το φως που εκπέμπεται από ένα μικρό δίχτυ υφαντικής ίνας, επενδυμένο με οξείδιο του θορίου, που πυρακτώνεται από τη φλόγα του αερίου. Ο εργολάβος Αριστ. Τσάκωνας ανέλαβε με 5.500 δρχ. να εγκαταστήσει 50 φανάρια ασετιλίνης στην πόλη του Ναυπλίου.

[2] Με τον νόμο ΒΨΝΗ της 10ης Απριλίου του 1900 περιήλθε στη Λιμενική Επιτροπή Ναυπλίου η έκταση «μεταξύ της θαλάσσης και της Δημοσίας οδού του τείχους του Φρουρίου εν ω το οπλοστάσιον», αφού έγινε ο σχετικός πλειοδοτικός διαγωνισμός και κάποιοι ιδιώτες πλειοδότησαν παίρνοντας κάποια από τα οικόπεδα που δημιουργήθηκαν, το 1904 ολοκληρώθηκαν οι διαδικασίες και οι σχετικές χρηματικές καταβολές και τέλη 1904 αρχές 1905 άρχισαν να συντάσσονται οι σχετικές μεταβιβαστικές πράξεις. Πρόκειται βέβαια για τα οικόπεδα που καταλαμβάνουν τα οικοδομικά τετράγωνα που περικλείονται από τις οδούς Πολυζωίδου, Μπουμπουλίνας (πιθανά η θάλασσα να ήταν πιο μέσα), Συγγρού, Σιδηράς Μεραρχίας και πιθανά και μέχρι την σημερινή οδό Θεσσαλονίκης. Όμως όπως όλοι γνωρίζουμε οι Νομαρχία Αργολίδος κάηκε δύο φορές και συνεπώς αμφιβάλλω εάν σώζονται σχέδια και χάρτες των σχετικών οικοδομικών τετραγώνων και της αρίθμησης των σχετικών κλήρων. Ευτυχώς τα συμβόλαια είναι πάντα εκεί. Κάπως έτσι άρχισε η αξιοποιήσει της Βόρειας πλευράς της οδού Σιδηράς Μεραρχίας έναντι του πάρκου και έως το τοίχος. πηγή: Συμβολ. πράξεις Υ. Ν. (Σημ. Νίκος Τόμπρας).

 

Βιβλιογραφία


 

  • Γενικά Αρχεία του Κράτους Αργολίδας.
  • Εφημερίδες: Ναυπλιακή Ηχώ – ΑΡΓΟΛΙΣ – ΓΝΩΜΗ – ΠΡΟΟΔΟΣ – ΕΜΠΡΟΣ – ΣΚΡΙΠ – ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ – ΠΡΩΙΑ.
  • Περιοδικό ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΛΟΓΟΥ και ΤΕΧΝΗΣ.
  • Βιβλίο: Εικονογραφημένα ταχυδρομικά δελτάρια, εκδόσεις «συλλογές» 1985, για τα Δελτάρια.
  • Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.
  • Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου
  • Φωτογραφίες: Αρχείο ΑΠΟΠΕΙΡΑΣ

 

Χαράλαμπος Αντωνιάδης

 

Read Full Post »

Η άλλη Επανάσταση του 21: Ο Καποδίστριας και η πανώλη του 1828


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», άρθρο του Γιώργου Καραμπελιά

για την πανώλη του 1828 με τίτλο:

«Η άλλη Επανάσταση του 21: Ο Καποδίστριας και η πανώλη του 1828».

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, Σχέδιο εκ του φυσικού του Louis Letronne.
Λιθογραφία του Institut Lithographie της Βιέννης, 1829

Αν η σημερινή ελληνική κοινωνία μοιάζει να έχει μείνει κυριολεκτικώς αποσβολωμένη και άφωνη μπροστά σε μία κρίση  που ξεπερνάει την ίδια τη δυνατότητά της να τη συλλάβει, εν τούτοις οι πρόγονοί μας στο παρελθόν έζησαν στενά δεμένοι με την επιδημία, την καραντίνα και τον θάνατο. Έτσι, σε όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα, μόνο για δώδεκα χρόνια δεν αναφέρονται θάνατοι από κάποια επιδημία στον ελληνικό κόσμο. Η πανώλη (πανούκλα, θανατικό ή λοιμός) ήταν συχνότερη και φονικότερη, συνοδευόμενη όμως από τον τύφο, την ευλογιά, τη χολέρα, τη λέπρα.

Η πρώτη ελληνική αναφορά στην πανούκλα ήταν αυτή της Τραπεζούντας, το 1346. Και ακολούθησαν αναρίθμητες επιδημίες στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Ιδιαίτερα φονικές δε υπήρξαν εκείνες της Θεσσαλονίκης, με 500 νεκρούς ημερησίως, το 1741, της  Ναύπακτου και της Λευκάδας, το 1743. Το 1751, ξέσπασε μια τρομακτική επιδημία στην Κωνσταντινούπολη την οποία ο, εγκατεστημένος στην περιοχή, Άγγλος γιατρός, Mordach Mackenzie, θεωρεί «ως την αγριότερη πανώλη» της εποχής από την οποία «οι Έλληνες και οι Αρμένιοι υποφέρουν περισσότερο» – και ανεβάζει τους νεκρούς σε 150.000, σημειώνει δε ότι πολλοί «καταφεύγουν στην Προύσα, τη Νικομήδεια, την Αδριανούπολη, τα νησιά», ενώ  και ο Άγγλος πρέσβης, Τζέιμς Πόρτερ, «εκτιμά, ότι η πανώλης του 1751 εξόντωσε 60.000 άτομα». Ο γνωστός λόγιος και «τυχοδιώκτης» Καισάριος Δαπόντες γράφει στον περιβόητο Καθρέπτη γυναικών για το ταξίδι του στον Όσιο Αυξέντιο, στη Νικομήδεια:

 

«Ὅταν ἐπῆγα δὲ κ’ ἐγὼ μὲ τὸν ἀλεξανδρείας

Εἰς τῆς πανούκλας τὸν καιρὸν τῆς τόσον φονουτρείας

ὁποῦ ἐκαταρήμαξε καὶ πόλιν καὶ χωρία,

Ὅτι πρὸ χρόνων ἱκανῶν δὲν ἔγινεν ὁμοία

(Κ. Δαπόντες, Καθρέπτης Γυναικών, τόμ. β΄178,180)

 

Και προφανώς δεν ήταν η μόνη επιδημία. Μια εξίσου φονική έξαρσή της θα εκδηλωθεί στην Κωνσταντινούπολη, το 1778, ενώ, λίγο πριν την Επανάσταση, η πανούκλα του 1812-1819 ήταν η πιο θανατηφόρα και ίσως αποτελεί μια από τις αιτίες που έκαναν τους Έλληνες να επαναστατήσουν. Πολλά νησιά του Αιγαίου ερήμωσαν· στη δε περιοχή του Τύρναβου, το 1812-1816, ένας άρρωστος Τάταρος από την Κωνσταντινούπολη μόλυνε τους κατοίκους και τα θύματα έφτασαν τις 8.600! Το 1814, η ίδια επιδημία έπληξε την Πόλη, τη Σμύρνη, τη Χίο, τη Σάμο και Θεσσαλονίκη. Σύμφωνα με τον Πουκεβίλ «οι επιδημίες πανώλους στα 1814-1819 έπληξαν το ένα έκτο του πληθυσμού της Ευρώπης και το ένα πέμπτο των άλλων περιοχών».

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η Επανάσταση δεν αντιμετώπιζε μόνο το τουρκικό γιαταγάνι και τις σφαγές αλλά ίσως οι έμμεσοι θάνατοι που προκλήθηκαν από τις δύσκολες υγειονομικές συνθήκες διεξαγωγής του αγώνα να προκάλεσαν ισάριθμους ή τουλάχιστον συγκρίσιμο αριθμό θανάτων με εκείνους που έπεσαν στα πεδία των μαχών. Τόσο από τη μόλυνση και την αδυναμία αντιμετώπισης των τραυμάτων όσο και από τις αναρίθμητες μικρότερες ή μεγαλύτερες επιδημίες.

Η πρώτη καταγεγραμμένη επιδημία μετά την κήρυξη της Επανάστασης εκδηλώθηκε στην Τρίπολη, είχε ως αιτία τον εξανθηματικό τύφο που προκάλεσε περίπου 3.000 θανάτους, ενώ επιδημία τύφου εκδηλώθηκε αργότερα, στο Ναύπλιο και σε άλλες πόλεις που τελούσαν υπό πολιορκία. Στο Μεσολόγγι ίσως οι θάνατοι από δυσεντερία να ξεπέρασαν εκείνους της ηρωικής Εξόδου.

Όμως, η τελευταία μεγάλη επιδημία την οποία αντιμετώπισαν οι αγωνιζόμενοι Έλληνες στα 1828 να είναι σημαδιακή, κυρίως για τον τρόπο που αντιμετωπίστηκε από τον Καποδίστρια, που μόλις πριν τρεις μήνες είχε φθάσει στην Ελλάδα, και όλους τους συνεργάτες του, που μπορούν τόσο να μας διδάξουν για το σήμερα όσο και να μας κάνουν να κατανοήσουμε από μια άλλη πλευρά το μεγαλείο αυτής της Επανάστασης.

 

«Αν περιστάσεως τυχούσης, πόλις τις

ή χωρίον είναι ύποπτα λοιμού, συγχρόνως

μετά την περιστοίχησιν

των υπό υγειονομικής γραμμής,

ανάγκη πάσα να ληφθώσιν

ευθέως τα εξής μέτρα:

Υποχρεούνται οι κάτοικοι να

μένουν εις τα ίδια,

εμποδίζεται πάσα θρησκευτική τελετή.

Δεν σημαίνονται οι κώδωνες».

 

Την Άνοιξη του 1828, εμφανίστηκε μια επιδημία πανώλους που την μετέδωσαν οι Αιγύπτιοι του Ιμπραήμ, την «πανούκλα των φτωχών», όπως την έλεγαν οι ίδιοι οι Αιγύπτιοι. Αυτή μεταδόθηκε αρχικώς στα νησιά, Ύδρα, Σπέτσες, Αίγινα και εν συνεχεία στο Άργος, την Αργολίδα και την περιοχή των Καλαβρύτων καθώς και στο στρατόπεδο των Μεγάρων. Για την αντιμετώπισή της ο Καποδίστριας πήρε ιδιαίτερα ενεργητικά μέτρα, βοηθούμενος και από τον Ελβετό φιλέλληνα γιατρό Louis-André Gosse (που μας άφησε και ένα σχετικό βιβλίο από όπου και όλες οι πληροφορίες που παρουσιάζουμε) καθώς και από τους Έλληνες γιατρούς και την υπόλοιπη διοίκηση.

 

Το άρθρο για την πανώλη, όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ΕΣΤΙΑ», στις 11/03/1879.

 

Εκτός από αυστηρά μέτρα καραντίνας και την απαγόρευση της μετακίνησης και των επαφών με τους ασθενείς ή όσους είχαν έλθει σε επαφή μαζί τους, απαγορεύτηκε και κάθε συνάθροιση σε δημόσιο χώρο, στις περιοχές που είχαν προσβληθεί από την επιδημία. Τέλος, στις 20 Αυγούστου, εξεδόθη ψήφισμα ειδικού νόμου «περί υγειονομικών διατάξεων» (Ψήφισμα 15 /20.8.1828) όπου, στο άρθρο 285 εδ.3, αναφέρεται πως  «Αν περιστάσεως τυχούσης, πόλις τις ή χωρίον είναι ύποπτα λοιμού, συγχρόνως μετά την περιστοίχησιν των υπό υγειονομικής γραμμής, ανάγκη πάσα να ληφθώσιν ευθέως τα εξής μέτρα: Υποχρεούνται οι κάτοικοι να μένουν εις τα ίδια, εμποδίζεται πάσα θρησκευτική τελετή. Δεν σημαίνονται οι κώδωνες».

Γράφει ο Gosse στο βιβλίο του: «Ωστόσο, σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες, η Α.Ε. ο  κυβερνήτης Καποδίστριας έδειξε τη μεγαλύτερη ενεργητικότητα, και έκανε τις μεγαλύτερες θυσίες. Από την πρώτη εμφάνιση της ασθένειας, παντού δημιουργήθηκαν επιτροπές υγιεινής, δημιουργήθηκαν καραντίνες σε όλα τα μέρη και καταρτίστηκε κώδικας υγιεινής. Μοιράστηκαν χρήματα και τρόφιμα στους απόρους, ενώ οι υγιείς πληθυσμοί απασχολήθηκαν σε δημόσια έργα, στάλθηκαν γιατροί όπου υπήρχε ανάγκη και με πυκνή αλληλογραφία γνώριζε η κυβέρνηση γνώριζε επακριβώς τι συνέβαινε, με μια λέξη δεν ξεχάστηκε τίποτε. Έτσι, ο Πρόεδρος, με τη βοήθεια του αδελφού του, του κόμη Βιάρου, και με τις προσπάθειες των κυβερνητών των επαρχιών, τον ζήλο των επισκόπων και των δημογερόντων και την πειθαρχία της μάζας του έθνους, κατόρθωσε να περιορίσει με επιτυχία τη μάστιγα στις διάφορες τοποθεσίες όπου εμφανίστηκε και να θωρακίσει τα επίφοβα σημεία».

 

Πορτραίτο του Ελβετού ιατρού Ανδρέα Λουδοβίκου Γκός (Louis-André Gosse, 1791 – 1873)

 

Για παράδειγμα, στις Σπέτσες, όπου διορίστηκε εκτάκτως ο Κωλέτης ως κυβερνήτης και από όπου – μαζί με την Ύδρα-  είχε ξεκινήσει η επιδημία, μέσα σε τρεις μήνες, αυτή τιθασεύτηκε και οι θάνατοι δεν ξεπέρασαν τους 15. Ανάμεσα στα άλλα μέτρα που πήρε, σε συνεργασία με τους αρχιερείς και τη επιτροπή δημόσιας υγιεινής που συγκρότησε, ήταν και τα εξής:

Έξοδος από την πόλη των κατοίκων από τα μολυσμένα σπίτια και εγκατάστασή τους σε καλύβες· ένας – ένας χωρίς να έρχονται σε επαφή μεταξύ τους, ακόμα και τα μέλη της ίδιας οικογένειας. Το κράτος θα προμηθεύσει βοηθούς για τους περιορισμένους σε καραντίνα (ένας «νοσηλευτής» ανά δέκα άτομα για να τους προμηθεύουν τρόφιμα και να τους εξυπηρετούν και ένας ανά τέσσερις για τους ήδη νοσούντες.) Οι υπόλοιποι κάτοικοι θα παραμείνουν κλεισμένοι στα σπίτια τους για τις λίγες μέρες που θα χρειαστεί, θα κλείσουν οι εκκλησίες και οι δημόσιοι χώροι και κανένα σκάφος δεν θα μπορεί να προσεγγίσει στο λιμάνι. 

Θα μπορούσα να συνεχίσω επί μακρόν για τα δρακόντεια και ταυτόχρονα γεμάτα ενσυναίσθηση μέτρα που ελήφθησαν και τις υπεράνθρωπες προσπάθειες που έγιναν ώστε να αποφευχθεί η παραπέρα επέκταση της επιδημίας και να τιθασευτεί η εξάπλωσή της. Και πράγματι, και δεν ξαπλώθηκε η επιδημία σε όλη την έκταση του τότε ελληνικού κράτους, τα δε κρούσματα περιορίστηκαν στα 1113 και οι θάνατοι στους 783, κάτι που αποτελούσε τεράστιο επίτευγμα για την εποχή και τις τότε συνθήκες.

Πρόκειται για μια διαφορετική, συνήθως αγνοημένη πλευρά της Επανάστασης αλλά και της σημαντικότερης πολιτικής φυσιογνωμίας που συνδέθηκε μαζί της, του Ιωάννη Καποδίστρια. Μια πλευρά που αξίζει να τη δούμε ενδελεχέστερα, τουλάχιστον σήμερα, καθώς η Εθνική Γιορτή που θα γιορταζόταν με τη μεγαλύτερη δυνατή έμφαση φέτος μας βρίσκει σε «καραντίνα». Όμως το μυαλό, η σκέψη μας και τα λεγόμενά μας μπορούν να παραμένουν ελεύθερα και να στρέφονται όχι μόνο στους αγώνες του Νικηταρά στα Δερβενάκια αλλά και σε κείνους των ηρώων γιατρών (ο Gosse αρρώστησε και κινδύνευσε να πεθάνει ο ίδιος) και προπαντός του κυβερνήτη που ακόμα τον θυμούνται και τον κλαίνε οι Έλληνες για τον πρόωρο χαμό του.

 

Γιώργος Καραμπελιάς

To άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο liberal.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

  

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Από το Θουκυδίδη στον Κορονοϊό


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα επίκαιρο άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με θέμα:

«Από το Θουκυδίδη στον Κορονοϊό»

 

Ο Θουκυδίδης, ο αντικειμενικότερος όλων των ιστορικών της αρχαιότητας, στο δεύτερο βιβλίο της Ιστορίας του, αμέσως μετά τον περίφημο Επιτάφιο του Περικλή, που αποτελεί έναν ύμνο στην αυτοπεποίθηση της πόλης, ένα εγκώμιο στη δύναμή της,  περιγράφει το διαβόητο λοιμό που ξέσπασε ξαφνικά στην Αθήνα κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου το καλοκαίρι του 430 π.Χ., ενώ οι Πελοποννήσιοι είχαν εισβάλει στην Αττική. Ο λοιμός αυτός ήταν μια καταστροφική επιδημία που κράτησε αρχικά δύο χρόνια και κυριολεκτικά αποδεκάτισε τον πληθυσμό της αρχαίας Αθήνας μέχρι το καλοκαίρι του 428 π.Χ.  Έπειτα από μία μικρή περίοδο ύφεσης η επιδημία εμφανίστηκε ξανά το χειμώνα του 427 π.Χ. και διήρκεσε μέχρι το χειμώνα του 426 π.Χ.

Σύμφωνα με την περιγραφή του Θουκυδίδη επρόκειτο για άκρως μεταδοτική νόσο, που έπληττε τους ανθρώπους και τα ζώα. Όσοι προσβάλλονταν και διέφευγαν το θάνατο είχαν πλέον ανοσία. Χιλιάδες Αθηναίοι όμως βρήκαν φρικτό θάνατο. Υπολογίζεται ότι περίπου ένας στους τρεις κατοίκους της Αθήνας χάθηκε από την επιδημία. Ο Περικλής, ο ηγέτης που σηματοδότησε εκείνη την εποχή, ήταν ένας από τους χιλιάδες πολίτες που υπέκυψε χτυπημένος από τη νόσο. Και ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής ηγεσίας και των στρατιωτικών του στόλου και της ξηράς πέθανε κατά τη διάρκεια του λοιμού. Αυτή ήταν και μία, ίσως η κυριότερη, από της αιτίες της ήττας των Αθηναίων από τη Σπαρτιατική Συμμαχία στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, αφού μετά το λοιμό την εξουσία στην πόλη ανέλαβαν διάφοροι αντικαταστάτες, τους οποίους ο Θουκυδίδης χαρακτηρίζει ως ανίκανους και αδύναμους. Η Αθήνα που εγκωμιάζει ο Περικλής στον «Επιτάφιο» υπέκυψε στο λοιμό.  Η θέα των αναρίθμητων νεκρικών πυρών στην πόλη έκανε τους Σπαρτιάτες να αποχωρήσουν για να αποφύγουν την επιδημία.

 

Λοιμός σε αρχαία πόλη, έργο του Φλαμανδού ζωγράφου Μίχιελ Σβέιρτς (Michiel Sweerts, 1618-1664), 17ος αιώνας, Los Angeles County Museum of Art (LACMA). Ο πίνακας θεωρείται ότι αναφέρεται στο λοιμό της Αθήνας ή έχει στοιχεία από αυτόν.

 

Ο Θουκυδίδης, ζώντας ο ίδιος από κοντά τα γεγονότα του Πελοποννησιακού Πολέμου και με την εμπειρία του ανθρώπου που νόσησε ο ίδιος, αφιερώνει  στο δεύτερο βιβλίο της Ιστορίας του εννέα κεφάλαια (Θουκ. ΙΙ 2.47-255) στον πρωτοφανή λοιμό που έπληξε την πόλη – κράτος της Αθήνας.

Ο ιστορικός, θέλοντας μεταξύ άλλων να είναι η μαρτυρία του και πρακτικά χρήσιμη, αν τυχόν εμφανιζόταν και πάλι κάποια ανάλογη επιδημία, περιγράφει με  λεπτομέρειες τα συμπτώματα και την εξελικτική της πορεία, καθώς και τις σοβαρές επιπτώσεις που είχε στην τότε αθηναϊκή κοινωνία. Αναφέρει την πορεία που ακολουθούσε η νόσος, τα εξωτερικά και εσωτερικά συμπτώματα, τα γενικά χαρακτηριστικά της, τις επιπτώσεις της στην κοινωνική συνοχή και την κατάρρευση των ηθικών φραγμών και αξιών που επέφερε ο λοιμός. Στην Αθήνα επικράτησε το χάος και η αβεβαιότητα. Τα ήθη χαλάρωσαν και επικράτησαν ανόσιες και παράνομες συμπεριφορές από τους ανθρώπους. Έβλεπαν ότι η ζωή τους είναι πρόσκαιρη, εφήμερη και αδιαφορούσαν για τα όσια και την εντιμότητα ακόμα και για τους νόμους των θεών, όπως αναφέρει ο ιστορικός. Εγκατέλειψαν ακόμα και την ελπίδα στους θεούς, άφηναν τη φαντασία τους να εξυφαίνει σενάρια συνωμοσίας. Κατηγορούσαν τον Περικλή για τα δεινά τους, ενώ συνωμοσιολογίες, προφητείες και χρησμοί ήρθαν στην επικαιρότητα και στις καθημερινές συζητήσεις.

Η βιωματική περιγραφή του λοιμού από τον Θουκυδίδη είναι από τα συγκλονιστικότερα χωρία της συγγραφής του. Ανεξάρτητα από την όποια επιστημονική αξία της περιγραφής, βέβαιη είναι η λογοτεχνική της αξία, αφού η περιγραφή αυτή αποτελεί το αρχέτυπο για τις περιγραφές λοιμών, ένα θέμα που άσκησε ιδιαίτερη έλξη στη λατινική και στη νεότερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Το κείμενο του Θουκυδίδη για τον λοιμό στην αρχαία Αθήνα είναι ακόμα ζωντανό και επίκαιρο, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες της πανδημίας του κορονοϊού που αντιμετωπίζει ο κόσμος μας. Ας την παρακολουθήσουμε σε μετάφραση Ε. Λαμπρίδη ελαφρώς διασκευασμένη:

 

«Πριν  περάσουν πολλές ημέρες από την ώρα που μπήκαν στην Αττική οι Λακεδαιμόνιοι, πρωτοφανερώθηκε στην Αθήνα αρρώστια, που λένε πως έπεσε άλλοτε και σε πολλούς τόπους, όπως γύρω στη Λήμνο και αλλού, αλλά πουθενά δεν θυμούνται να παρουσιάστηκε τόσο φοβερή, ούτε να χάλασε τόσους ανθρώπους. Οι γιατροί που κοίταζαν τους αρρώστους δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα, γιατί δεν ήξεραν τη φύση του κακού, ενώ πέθαιναν και οι ίδιοι σε μεγαλύτερη αναλογία όσο περισσότερο τους πλησίαζαν. Κάθε άλλη ανθρώπινη τέχνη κι όλες οι παρακλήσεις που έκαναν στους ναούς και τα προσκυνήματα στα μαντεία κι άλλα τέτοια ήταν όλα του κάκου. Στο τέλος τα παράτησαν κι αυτά, γιατί τους χαντάκωσε το κακό.

Η αρρώστια ξεκίνησε, καθώς λένε, πρώτα–πρώτα από την Αιθιοπία, κατέβηκε ύστερα στην Αίγυπτο κι από κει στη Λιβύη και σε πολλά μέρη της μεγάλης επικράτειας του Πέρση βασιλιά.

Στην πολιτεία της Αθήνας φανερώθηκε ξαφνικά, αφού πείραξε μερικούς πρώτα στον Πειραιά. Οι Πειραιώτες είπαν πως οι Πελοποννήσιοι είχανε ρίξει φαρμάκι στα πηγάδια και τις στέρνες, γιατί δεν είχαν ακόμα βρύσες στον Πειραιά. Αργότερα όμως ήρθε και στην απάνω πολιτεία και τότε πέθαιναν πολύ περισσότεροι. 

Ο καθένας, λοιπόν, είτε γιατρός είναι είτε και άμαθος, λέει γι’ αυτό όσα ξέρει, από τι δηλαδή ήταν πιθανό να γεννήθηκε, και αναφέρει τις αιτίες που νομίζει πως ήταν αρκετά ισχυρές, για να φέρουν τέτοια μεγάλη αλλαγή σε μια κατάσταση από την υγεία στο θανατικό. Εγώ θα φανερώσω μόνο τι λογής ήταν και από τι συμπτώματα θα μπορούσε κανείς καλύτερα να εξετάσει το πράμα και να το γνωρίσει από πριν, ώστε να μην τα ‘χει εντελώς χαμένα, αν τύχει και ξανάρθει ποτέ, γιατί την πέρασα κι εγώ ο ίδιος και είδα πολλούς άλλους που υπέφεραν απ’ αυτή.

… Όσους δεν είχαν καμιά φανερή αιτία κακοδιαθεσίας, έξαφνα, ενώ ήταν πρωτύτερα εντελώς γεροί, τους έπιαναν πρώτα δυνατές θέρμες στο κεφάλι, κοκκίνιζαν τα μάτια τους και ερεθίζονταν πολύ, άναβαν και μάτωναν τα μέσα τους, ο φάρυγγας και η γλώσσα, και η αναπνοή τους έβγαινε παράξενη και βρωμούσε· Έπειτα άρχιζε δυνατό φτάρνισμα και βραχνάδα και σε λίγο το πάθημα κατέβαινε στο στήθος με δυνατό βήχα. Και, όταν έφτανε στην καρδιά, προκαλούσε μεγάλη αναταραχή. Έβγαινε χολή από το στόμα και μάλιστα με δυνατούς πόνους. Μετά τους περισσότερους τους έπιανε ξερό ρέψιμο που τους έφερνε δυνατούς σπασμούς, που σε άλλους σταματούσαν ύστερα’ από λίγο, σε άλλους όμως κρατούσαν μέρες ολόκληρες.

Όποιον άρρωστο άγγιζες απ’ έξω, το κορμί του δεν ήταν ούτε υπερβολικά ζεστό, ούτε υγρό, αλλά κοκκινωπό, μελανιασμένο, γεμάτο εξανθήματα, μικρά σπυριά ή και πληγές. Από μέσα τους όμως ένιωθαν τέτοιο πυρετό, που δεν μπορούσαν να υποφέρουν να τους αγγίζουν ούτε τα πιο  ψιλά και μαλακά ρούχα ή σεντόνια και ήθελαν να μένουν γυμνοί. Ένιωθαν την πιο μεγάλη ανακούφιση, αν μπορούσαν να ριχτούν μέσα σε κρύο νερό. Και πολλοί δεν είχαν κανένα να τους κοιτάξει, έπεφταν μέσα σε πηγάδια βασανισμένοι από αδιάκοπη και ανυπόφορη δίψα και όσο νερό κι αν έπιναν δεν μπορούσαν να την σβήσουν.

Πάνω απ’ όλα όμως τους βασάνιζε η στενοχώρια που δεν μπορούσαν να βρουν ανακούφιση σε τίποτα και δεν μπορούσαν να κοιμηθούν. Το σώμα τους, όσον καιρό ήταν η αρρώστια στην οξεία φάση της, δε αδυνάτιζε, αλλά άντεχε στο βάσανο περισσότερο απ’ ό,τι θα μπορούσε κανείς να περιμένει. Οι περισσότεροι πέθαιναν ύστερα’ από εφτά ή εννιά ημέρες από τον ψηλό πυρετό, χωρίς να έχει εξαντληθεί εντελώς η δύναμή τους.

Αν περνούσαν αυτό το στάδιο, η αρρώστια κατέβαινε στην κοιλιά, όπου προκαλούσε έλκος, τους έπιανε δυνατή και ασταμάτητη διάρροια και πέθαιναν οι περισσότεροι σ’ αυτό το δεύτερο στάδιο από την  εξάντληση. Η αρρώστια διαπερνούσε όλο το σώμα. Ξεκινούσε από το κεφάλι, κατέβαινε σ᾽ ολόκληρο το σώμα και, αν κανείς άντεχε, περνούσε στα άκρα όπου φανερώνονταν τα σημάδια της. Πρόσβαλλε τα γεννητικά όργανα και τα χέρια και τα πόδια. Πολλοί σώθηκαν, άλλοι έμειναν παράλυτοι στα άκρα τους. Άλλοι  πάλι έχασαν το φως τους ή το θυμητικό τους. Ενώ δηλαδή άντεξαν την αρρώστια στην αρχή, ξέχασαν μόλις σηκώθηκαν ποιοι ήταν οι ίδιοι και δε γνώριζαν ούτε τους πιο στενούς συγγενείς και φίλους τους.

Η μορφή της αρρώστιας ήταν τέτοια, ώστε οι λέξεις δεν φτάνουν για να την περιγράψει κανείς και πρόσβαλλε τον καθένα πιο βαριά απ’ όσο μπορεί να βαστάξει η ανθρώπινη φύση. Ότι δεν ήταν καμιά από τις συνηθισμένες αρρώστιες, φανερώθηκε κι από το γεγονός ότι τα όρνια και τα τετράποδα ζώα, όσα τρώνε ανθρώπινη σάρκα, παρόλο που είχαν μείνει πολλά κορμιά άταφα, δεν τα πλησίαζαν, ή, αν τα δοκίμαζαν, πέθαιναν κι αυτά.  Παρουσιάστηκε μάλιστα καθαρά ελάττωση των πουλιών αυτών και δεν τα έβλεπε κανείς ούτε αλλού, ούτε γύρω σε νεκρούς από την αρρώστια, ενώ τα σκυλιά, επειδή ζούνε μαζί με τον άνθρωπο, έδιναν ακόμα καλύτερη αφορμή να το παρατηρήσει κανείς αυτό.

Αυτά ήταν γενικά τα χαρακτηριστικά της αρρώστιας, αν και παραλείπω πολλά ασυνήθιστα συμπτώματα που διαφέραν από περίπτωση σε περίπτωση. Καμιά άλλη από τις συνηθισμένες αρρώστιες δε βασάνιζε τον κόσμο εκείνο τον καιρό. Γιατί κι αν τύχαινε να παρουσιαστεί καμιά, κατέληγε σε τούτη εδώ. Οι άνθρωποι πέθαιναν, άλλοι χωρίς περιποίηση και άλλοι, παρόλο που είχαν κάθε δυνατή φροντίδα. Δε βρέθηκε κανένα γιατρικό αυτής της αρρώστιας που να βοηθήσει τον άρρωστο, αν του το ‘δινε κανείς. Γιατί  ό,τι ωφελούσε τον ένα, το ίδιο χειροτέρευε τον άλλον και καμιά ανθρώπινη κράση, είτε ήταν πολύ δυνατή είτε τόσο αδύνατη, δε φάνηκε από μόνη της άξια ν’ αντισταθεί στην αρρώστια, ώστε να μην την πιάσει το κακό. Τους σάρωσε όλους, ακόμα κι εκείνους που είχαν την πιο περιποιημένη δίαιτα και τρόπο ζωής.

Χειρότερο απ’ όλα ήταν η κατάθλιψη που έπιανε τον καθένα μόλις ένιωθε πως αδιαθετούσε. Η ψυχική τους κατάσταση γύριζε στην απελπισία, αφήνονταν πολύ περισσότερο από την αρχή και δεν αντιδρούσαν. Τη μεγαλύτερη φθορά όμως την προξενούσε τούτο: Καθώς ο ένας περιποιόταν τον άλλον, κολλούσαν την αρρώστια και πέθαιναν αράδα σαν τα πρόβατα. Αν πάλι δεν ήθελαν να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον από φόβο μην κολλήσουν, πέθαιναν οι άρρωστοι μόνοι κι έρημοι. Έτσι άδειασαν  πολλά σπίτια, γιατί δεν ήταν κανείς να τους κοιτάξει. Εκείνους πάλι που ήθελαν να φερθούνε καθώς πρέπει, γιατί ντρέπονταν να δείξουν πως λογαριάζουν τον εαυτό τους και πήγαιναν κοντά στους άρρωστους αγαπημένους τους, τους τσάκιζε η αρρώστια.

Στο τέλος ακόμα και οι συγγενείς παράτησαν τα μοιρολόγια των πεθαμένων αποκαμωμένοι από τη μεγάλη συμφορά.  Όμως εκείνοι που είχαν περάσει την αρρώστια και είχαν σωθεί, σπλαχνίζονταν περισσότερο τους άρρωστους και τους ετοιμοθάνατους και δε φοβούνταν. Ήξεραν τί σημαίνει η αρρώστια, ενώ οι ίδιοι δεν είχαν πια φόβο. Η αρρώστια δεν πρόσβαλλε ποτέ τον ίδιο άνθρωπο δεύτερη φορά ή, αν τούτο συνέβαινε, δεν ήταν θανατηφόρα. Οι άλλοι μακάριζαν όσους είχαν σωθεί, και οι ίδιοι απ᾽ την μεγάλη χαρά για τη σωτηρία τους, είχαν την μάταιη ελπίδα ότι δεν θα πέθαιναν πια ποτέ από άλλη αρρώστια.

Εκείνο που χειροτέρεψε πολύ την κατάσταση ήταν η συγκέντρωση μέσα στην πόλη όλου του πληθυσμού της υπαίθρου. Περισσότερο υπέφεραν οι πρόσφυγες, γιατί δεν υπήρχαν αρκετά σπίτια, έμεναν σε πνιγηρές καλύβες μέσα στο καλοκαίρι και πέθαιναν ανάκατα ο ένας πάνω στον άλλο ή σέρνονταν μέσα στους δρόμους μισοπεθαμένοι, ενώ άλλοι, από την άσβηστη δίψα τους, μαζεύονταν γύρω από τις βρύσες. Οι περίβολοι των ναών, όπου είχαν κατασκηνώσει, ήταν γεμάτοι νεκρούς που πέθαιναν εκεί, γιατί καθώς φούντωνε το κακό, οι άνθρωποι, βασανισμένοι από την αρρώστια, έφταναν σε απόγνωση και αδιαφορούσαν πια για τα ιερά και τα όσια.  Όλες οι κανονικές τελετές, που συνηθίζονταν άλλοτε στις κηδείες, έγιναν άνω–κάτω και έθαβαν τους νεκρούς όπως μπορούσε ο καθένας. Πολλοί κατάντησαν να κηδεύουν τους δικούς τους χωρίς καμιά ντροπή, γιατί τους έλειπαν τα απαραίτητα, αφού τους είχαν πεθάνει τόσοι συγγενείς. Άλλοι αποθέταν τον δικό τους νεκρό σε ξένη έτοιμη πυρά κι έβαζαν φωτιά στα ξύλα κι άλλοι έριχναν τον νεκρό τους επάνω σε πυρά όπου καιγόταν άλλος νεκρός κι έφευγαν γρήγορα.

Η αρρώστια έδωσε την κυριότερη αφορμή για παρανομίες και σε άλλα πράματα. Γιατί, βλέποντας κανείς πως η τύχη γύριζε γρήγορα, τολμούσε εύκολα να κάνει πιο φανερά τώρα εκείνα που πρωτύτερα τα έκανε κρυφά ή δεν τα έκανε καθόλου. Πλούσιοι πέθαιναν ξαφνικά και φτωχοί, που δεν είχαν ποτέ τίποτε, τους κληρονομούσαν κι έπαιρναν αμέσως όλη τους την περιουσία.  Έτσι, οι περισσότεροι, βλέποντας πόσο εφήμερος είναι ο πλούτος και αβέβαιη η ζωή, βιάζονταν να ξοδέψουν τα χρήματά τους και να τα χαρούν. Κανένας πια δεν είχε όρεξη να κοπιάσει για κάτι που άλλοτε μπορούσε να φανεί χρήσιμο, επειδή σκεπτόταν ότι ήταν πιθανό να πεθάνει πριν το φτάσει.

 

Ο θρίαμβος του θανάτου, περ. 1562, έργο του Φλαμανδού ζωγράφου Πίτερ Μπρίγκελ του πρεσβύτερου (Pieter Bruegel περ. 1525-1530 – 1569). Μουσείο ντελ Πράδο, Μαδρίτη. Στη μακάβρια παράσταση ο αυτοκράτορας, ο καρδινάλιος, ένα ερωτευμένο ζευγάρι. Αριστερά, ο θάνατος απλώνει ένα δίχτυ για να πιάσει μέσα τους ανθρώπους και τους οδηγεί στα βάθη της γης.

 

Το κέρδος με οποιοδήποτε μέσον και η ευχαρίστηση της στιγμής κατάντησε να θεωρείται και ωφέλιμο και σωστό. Ούτε ο φόβος των Θεών ούτε οι νόμοι των ανθρώπων τους συγκρατούσαν  πια. Έβλεπαν ότι όλοι πέθαιναν χωρίς διάκριση, δεν είχαν πια την αίσθηση για το τί ήταν ευσέβεια και τί δεν ήταν και κανείς δεν πίστευε πως θα γλυτώσει από την αρρώστια, για να δώσει λόγο και να τιμωρηθεί για τις άδικες πράξεις του. Όλοι θεωρούσαν ότι η τιμωρία, που κρεμόταν κιόλας πάνω στο κεφάλι τους, ήταν πολύ βαρύτερη από κάθε άλλη κι έπρεπε, προτού την υποστούν, να χαρούν κάτι απ’ τη ζω.

Τέτοιες ήταν οι συμφορές που πάθαιναν οι Αθηναίοι. Μέσα στην πολιτεία πέθαιναν οι άνθρωποι κι έξω στην ύπαιθρο τα κτήματά τους καταστρέφονταν. Και μέσα στα βάσανά τους θυμήθηκαν και ένα χρησμό, που έλεγαν οι γεροντότεροι πως το τραγουδούσαν άλλοτε: «Πόλεμος θά ‘ρθει Δωρικός, και μαζί μ’ αυτόν λιμός».  Και, όπως ήταν επόμενο, πολλές συζητήσεις άναβαν. Άλλοι υποστήριζαν πως δεν έλεγε ο στίχος «λοιμό» (επιδημία), αλλά «λιμό» (πείνα). Με όσα όμως δοκίμαζαν τότε επικράτησε η γνώμη, όπως ήταν φυσικό, πως η λέξη ήταν λοιμός (αρρώστια). Γιατί οι άνθρωποι εξηγούν ανάλογα με τα παθήματά τους.

Μου φαίνεται όμως ότι, αν καμιά φορά έρθει άλλος  Δωρικός πόλεμος και τύχει να πέσει πείνα, θα τον ερμηνεύουν όπως θα ταιριάζει στην περίσταση, δηλαδή όπως τους βολεύει.

Θυμήθηκαν ακόμα και ένα χρησμό που δόθηκε στους Λακεδαιμονίους, όταν ρώτησαν το θεό αν πρέπει να κηρύξουν πόλεμο και τους προφήτεψε πως, αν πολεμήσουν μ’ όλη τους τη δύναμη θα νικήσουν, και ότι ο ίδιος θα τους βοηθήσει. Γι᾽ αυτό και θεωρούσαν ότι τα όσα συνέβαιναν είχαν σχέση με τον χρησμό, γιατί η επιδημία άρχισε μόλις είχαν κάνει εισβολή οι Πελοποννήσιοι.

Η αρρώστια ήταν βαριά στην Αθήνα και σ’ άλλα μέρη με σχετικά πυκνότερο πληθυσμό. Στην Πελοπόννησο δεν έπεσε, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις, που δεν αξίζει τον κόπο να τις αναφέρει κανείς.  Αυτά λοιπόν ήταν όσα έγιναν με την αρρώστια».

 

Η αιτία που προκάλεσε τον λοιμό της Αθήνας αποτελεί μέχρι σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της ιστορίας της ιατρικής. Στα χρόνια που πέρασαν οι μελετητές ανέπτυξαν αρκετές θεωρίες και ταύτισαν τον λοιμό με δεκάδες σύγχρονες ασθένειες, όπως χολέρα, ελονοσία, ευλογιά, τύφο, βουβωνική πανώλη, Ιλαρά, σύνδρομο τοξικού shock, ασθένεια του άνθρακα, αιμορραγικός πυρετός (Έμπολα), μηνιγγίτιδα, κακοήθη οστρακιά κ.α., χωρίς όμως να καταφέρουν να καταλήξουν σε ασφαλή συμπεράσματα για την αιτία που προκάλεσε τον λοιμό της Αθήνας. Σήμερα είναι λογικό να συσχετίζει κανείς το λοιμό της Αθήνας με την πανδημία του κορονοϊού, που ταλαιπωρεί τις περισσότερες χώρες του πλανήτη μας, επειδή και ο λοιμός εκείνος είχε τα χαρακτηριστικά πανδημίας, αφού κατά τον Θουκυδίδη, ξεκίνησε  από την Αιθιοπία, μεταδόθηκε στην Αίγυπτο, στη Λιβύη και σε πολλά μέρη της Περσίας, δηλαδή απλώθηκε σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο.

Αν και η ακρίβεια και η αξιοπιστία Θουκυδίδη δεν αμφισβητούνται, η κλινική εικόνα της περιγραφής του λοιμού δεν ταιριάζει σε καμία από τις σύγχρονες μορφές λοιμώξεων. Άλλωστε ο ίδιος ο Θουκυδίδης δεν διέθετε εξειδικευμένες γνώσεις ιατρικής, ώστε να δώσει έμφαση σε ορισμένα σημεία και συμπτώματα της νόσου, που να αποτελούν παθολογικά χαρακτηριστικά για συγκεκριμένες παθήσεις. Τόνισε απλώς τα στοιχεία που τον εντυπωσίασαν περισσότερο, ίσως σε βάρος άλλων. Εξ άλλου η ίδια νόσος είναι δυνατόν να μην εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο σήμερα όπως στην αρχαιότητα.

Σίγουρα ο λοιμός του 5ου αιώνα π.Χ. δεν έχει σχέση με τη σημερινή πανδημία. Ο πολιτισμός δεν είχε βρει τον τρόπο να αναγνωρίζει μικρόβια και ιούς, όργανα δεν υπήρχαν εκτός από την παρατήρηση διά γυμνού οφθαλμού και η σημερινή τεχνολογία της ιατρικής ήταν αδιανόητη.

Και στο σημείο αυτό εμφανίζεται το ενδιαφέρον. Ενώ τα εργαλεία της Ιατρικής το 2020 απέχουν έτη φωτός απ’ αυτά του 5ου αιώνα π. Χ., η μέθοδος αναχαίτισης του εχθρού δεν αλλάζει. Η επιστήμη έχει χαρτογραφήσει τον ανθρώπινο οργανισμό, έχει υποσχεθεί την αθανασία με την τεχνητή νοημοσύνη, όμως όταν βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν εχθρό σαν τον κορονοϊό, καταφεύγει στα σχέδια αμύνης που είχαν εκπονήσει οι πρόγονοι των σημερινών επιστημόνων χιλιάδες χρόνια πίσω. Αποφύγετε τους συνωστισμούς και τις συναθροίσεις.

Αποφύγετε την κοινωνική συναναστροφή, η οποία, ενώ είναι προϋπόθεση επιβίωσης του καθενός μας, σ’ αυτές τις περιπτώσεις μεταμορφώνεται σε απειλή. Αποφυγή του συνωστισμού εντός των τειχών τον 5ο αιώνα, αποφυγή συνωστισμών το 2020. Και όλα αυτά από την αδυναμία του ανθρώπου, όσο ισχυρός κι αν νομίζει ότι είναι, να αντιμετωπίσει κάτι που έρχεται έξω από αυτόν, μια καταστροφή που δεν κάνει διακρίσεις σε φύλλο, ηλικία, θρήσκευμα, οικονομικό και κοινωνικό status.

Το δίδαγμα που βγαίνει από τη σύγκριση της μικροβιακής επίθεσης τότε και σήμερα δείχνει ότι ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει όλες τις λοιμώδεις νόσους και τους ιούς που μεταλλάσσονται εδώ και εκατομμύρια χρόνια, ως πρώτοι κάτοικοι του πλανήτη χωρίς να παίρνουν την άδειά μας. Ο παντοδύναμος πολιτισμός μας, η εκπληκτικά εξελιγμένη τεχνολογίας μας τρέμει μπροστά σ’ έναν ιό, ο οποίος, όπως όλοι οι ιοί, θα εξουδετερωθεί μόλις τα εργαστήρια παράγουν το εμβόλιό του. Είναι βέβαιο ότι κάποια στιγμή θα βρεθεί το εμβόλιο. Όλη η ανθρώπινη ευφυΐα και γνώση πολεμάει την πανδημία! Μυριάδες εργαστήρια, αναρίθμητοι επιστήμονες, μαζί και η τεχνητή νοημοσύνη, συνδυάζουν απειράριθμα στοιχεία για να τον τσακίσουν. Είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα τα καταφέρουν στην επόμενη στροφή του δρόμου! Ως τότε όμως οι άνθρωποι και οι «θεωρίες συνωμοσίας» δεν αλλάζουν.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας 

  

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Τη γλώσσα μας τη φτιάχνουμε ελληνική


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Αναδημοσιεύουμε  σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ένα επίκαιρο άρθρο του κ. Παντελή Μπουκάλα, από την εφημερίδα Καθημερινή με τίτλο:

«Τη γλώσσα μας τη φτιάχνουμε ελληνική». 

Ο Παντελής Μπουκάλας (1957) είναι ποιητής, αρθρογράφος, συγγραφέας, μεταφραστής και δημοσιογράφος. Από το 1990 ως και σήμερα αρθρογραφεί στην εφημερίδα Καθημερινή.

 

Μουντή η φετινή εθνική επέτειος, η τελευταία πριν από τα εμβληματικά διακόσια χρόνια της Επανάστασης. Μια 25η Μαρτίου απρόθυμη να ευαγγελιστεί οτιδήποτε. Τόσο κλειστή άνοιξη, με την κατάθλιψη να απειλεί να γίνει πάνδημη, δεν θα την ξεχάσουμε ποτέ. Ας επιμείνουμε ωστόσο, προς παραμυθία, στο τότε, στο ’21. Που κι αυτό, άλλωστε, απείλησε να το ξαποστείλει στον οριστικό χειμώνα, προτού καρπίσει, η εμφυλιοπολεμική κατάθλιψη.

Το τελευταίο μου σεργιάνι στα παλαιοβιβλιοπωλεία, πριν κλείσουν κι αυτά, ξανάφερε στα χέρια μου ένα βιβλίο που το ’χα διαβάσει μια φορά κι έναν καιρό, είχα μάθει από αυτό, αλλά τα ίχνη εκείνης της πρώτης έκδοσής του, εν έτει 1971, τα είχα χάσει από χρόνια. Στον τίτλο του βιβλίου συστεγάζονται δύο από τα πάθη μου: «Η γλώσσα και το Εικοσιένα». Υπότιτλος: «Λογιώτατοι, φαναριώτες, κοτζαμπάσηδες, τίτλοι, αξιώματα και προσαγορεύσεις». Συγγραφέας ο Κυριάκος Σιμόπουλος, το συνολικό έργο του οποίου (ανάμεσά τους και η πολύτομη προσφορά του για τους ξένους περιηγητές στη Ελλάδα και τη συγχρονική στάση των ξένων απέναντι στην Επανάσταση) ανατυπώθηκε από τις εκδόσεις «Στάχυ».

Διπλή, τι άλλο, η γλώσσα του ’21. Χονδρικά, η γλώσσα των πολεμιστών και η γλώσσα των πολιτικών. Των αγράμματων, που μιλούσαν όπως σκέφτονταν και με τις λέξεις που χρησιμοποιούσαν για να συνεννοηθούν μεταξύ τους, στα απλά και στα μεγάλα, και των σπουδαγμένων, που ήθελαν να φορέσουν χλαμύδα και στα λεγόμενα των καπεταναίων. Χαρακτηριστικό είναι το εξής επεισόδιο, στην περιγραφή του Σιμόπουλου:

«Ο Κολοκοτρώνης είχε πολλές φορές αγανακτήσει από τα πομπώδη και φλύαρα κείμενα των γραμματικών του. Κάποτε, λένε, περνώντας με τ’ ασκέρι του νύχτα κοντά στο μοναστήρι της Βελανιδιάς, πρόσταξε το γραμματικό του να γράψει ένα μήνυμα προς τον ηγούμενο για μερικά τουλουμοτύρια που χρειαζόταν το στράτευμα. Ο λογιώτατος γέμισε δυο κατεβατά. Με τα πανωγράμματα, τους τίτλους και τις δασκαλικές περιττολογίες. «– Ακόμα μωρέ;» τον ρώτησε ο Κολοκοτρώνης, βλέποντάς τον να πασχίζει, ιδροκοπώντας κάτω από το λύχνο. Κι όταν είδε τα κατορθώματα του γραμματικού έφριξε. Κόβει ένα κομμάτι χαρτί, μισή παλάμη, και γράφει ο ίδιος το λακωνικό μήνυμα, τρεις λέξεις όλες κι όλες, στο μοναστήρι: “Γούμενε τυρί Κολοκοτρώνης”. Και το ’στειλε μ’ ένα φτεροπόδαρο παλικαρόπουλο».

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Από τις επιφανέστερες και πλέον θρυλικές φυσιογνωμίες, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το σκίτσο του ολοκληρώθηκε στη Δαμάλα (Τροιζήνα) 14 Μαΐου 1827. Είναι αναμφισβήτητα το γνωστότερο πορτρέτο του Γέρου του Μωριά. Πλήθος Ελλήνων καλλιτεχνών το χρησιμοποίησαν στη συνέχεια ως πρότυπο φιλοτεχνώντας αφίσες, αφισέτες ή εικονογραφήσεις κειμένων σχετικών με την Επανάσταση.

 

Οι πολεμιστές – ο λαός – δεν είχαν λόγο καθημερινό και λόγο επίσημο, λερό και καθαρό, αυθόρμητο και επεξεργασμένο. Και στις κουβέντες τους χρησιμοποιούσαν φυσικά πολλές ξένες λέξεις, αρβανίτικες, τούρκικες, ενετικές, κατά την καταγωγή τού καθενός. Οι αιώνες της τουρκοκρατίας και της φραγκοκρατίας, καθώς και οι σχέσεις (ειρηνικές ή εμπόλεμες) με Αλβανούς/Αρβανίτες, είχαν αφήσει ευδιάκριτα ίχνη στη νεοελληνική, που προκαλούσαν την αποστροφή των λογίων, όπως βλέπουμε και στον «καθαρισμό» δημοτικών τραγουδιών.

Το φετινό ημερολόγιο της Εταιρείας Συγγραφέων, με θέμα «Λογοτεχνία και Επανάσταση», είναι αφιερωμένο στο 1821. Στη μικρή μου συμβολή εκεί δοκίμασα, αντιστρέφοντας τη λογική του γνωστού «μανιφέστου» του Ξενοφώντα Ζολώτα, να γράψω μια «προκήρυξη» με λέξεις που δεν «μας δόθηκαν» ελληνικές, αλλά ξένες που έγιναν ελληνικές. Τις άντλησα από απομνημονεύματα αγωνιστών και από δημοτικά τραγούδια, κυρίως κλέφτικα (το «βρας» αναπαράγεται βέβαια από τον «Μπολιβάρ» του Νίκου Εγγονόπουλου· «το βροντοφώνησαν οι ναυμάχοι του 21 κι’ ο αείμνηστος κι’ ένδοξος ναύαρχος Κουντουριώτης στη ναυμαχία της Έλλης» σημειώνει ο ποιητής). Αρκετές από αυτές ξεχάστηκαν πια –  όταν έλειψαν και τα πράγματα που ονομάτιζαν, είδη όπλων λ.χ. ή καραβιών. Άλλες συνεχίζουμε να τις χρησιμοποιούμε απολύτως βέβαιοι για την ιθαγένειά τους, την ελληνικότητά τους.

Ιδού η εσκεμμένα τραβηγμένη «προκήρυξη»:

«Στ’ άρματα, λεβέντες. Με τα λάβαρά σας, ασλάνια. Με τα φλάμπουρά σας, σαΐνια μου. Χουγιάξτε το ορέ. Ρίξτε τις μπαταριές σας σε κάθε μαχαλά. Ν’ ακούσει κάθε φαμελιά, κάθε κονάκι, κάθε οντάς. Να συναχτούν τ’ ασκέρια. Τα μπουλούκια. Οι ταϊφάδες. Σ’ όλα τα βιλαέτια, σ’ όλους τους καζάδες. Όχι χουζούρι πια. Όχι νταραβέρια με μουρτάτες. Νισάφι οι τεμενάδες κι οι ριτζάδες. Πόσο θα γκιζεράμε στα βουνά και στα ρουμάνια, κι ως πότε θα νταγιαντούμε και θα μπεζερίζουμε. Ως πότε πια κιουλέδες των χαραμήδων. Να κινήσουν στο σεφέρι τους τα φουσάτα όλα. Να μάθει η κονιαριά, να μάθει η Πόρτα, το Ντοβλέτι, το Ντιβάνι κι ο σουλτάνος, αγάδες, ντερβισάδες και χοτζάδες να το μάθουν, κατήδες και τσοχανταραίοι, μπουλουκμπασήσες και πασάδες, βοεβόδες και βαλήδες, τατάρηδες, μπαϊρακτάρηδες και νιζάμηδες, οι ντουβλετήδες όλοι: Κάλλιο στη χάψη να μας μπουζουριάσουν, στο μπουντρούμι, κάλλιο στη φούρκα του τζελέπη ή και στη σούβλα του, παρά να μαγαρίζονται στα χαρέμια οι γυναίκες μας, παρά ν’ αρπάζουν τα κουτσούβελά μας απ’ τη σαρμανίτσα. Κουμάντο πια θα κάνει το μιλέτι μας. Τα μπουγιουρντιά τους κι οι μουρασελέδες τους, των σκυλιών μας.

»Τα καριοφίλια σας, ασίκηδές μου. Και το κουράγιο σας. Τα ντουφέκια σας. Τις μπιστόλες σας, καπεταναίοι. Τα κουμπούρια. Τα γιαταγάνια. Πάλες και παλάσκες. Και χαντζάρια. Και το χαρμπί του ο πασαένας. Το διμισκί σπαθί του. Και το λάζο του. Και τους σουγιάδες. Τρομπόνια. Μιλιόνια. Την μπαρούτη. Τα κουρσούμια. Τα φουσέκια σας στους ντεστέδες τους. Τα κανόνια, να κρεμάσουμε τα κλειδιά μας στην μπούκα τους. Τις μπόμπες. Τα φιτίλια. Τα τόπια. “Τα φυτίλια αναμμένα στα χέρια, / τα τόπια δεξιά. Βρας! / Βρας, αλβανιστί φωτιά”.

»Τη φουστανέλα. Τον ντουλαμά. Το σελάχι. Τη φέρμελη. Τα τσαρούχια. Το φέσι με τη φούντα του. Το πόσι, να σκεπάζει τον τσαμπά. Τα τσαπράζια. Καπότες κι αντεριά. Και τις μπότσες με το ρακί. Και τις μποτίλιες το κρασί, τις νταμιντζάνες. Και το τάσι, να ’χουμε στο ορδί να πίνουμε και στα γιατάκια μας. Και τους ζουρνάδες. Πίπιζες και ταμπουράδες. Νταούλια, τουμπελέκια και μπουζούκια. Ούτι και νέι και λιογκάρι. Λαούτο, κίτελι και μπαγλαμά.

»Στο φαρί σας. Στο άτι σας, μπάλιο ή ρούσο. Στα χάμουρα το νου σας. Και στη σέλα. Στο μπρίκι. Στη γαβάρα. Στη γαλιότα. Στο τσαμπέκο. Στην κορβέτα. Στη φρεγάτα. Στο μπουρλοτιέρικο. Να πάει το αίμα ώς τα μπούνια. Στο καραούλι. Στην ντάπια. Στο μετερίζι. Στις βίγλες. Στα κάστρα. Στα καστέλια. Στους γουλάδες. Στα δερβένια. Στη βάρδια μας.

»Ανοίξτε όλοι το πουγκί σας. Τον μπεζαχτά σας. Ο,τι ρουμπιέδες κι ό,τι τάλιρα, ό,τι μαχμουτιέδες και τζοβαϊρικά και γρόσια, όσα καζαντίσατε, για την πατρίδα. Για τους λουφέδες των παλικαριών. Για τον ζαϊρέ και το μεϊντάτι μας.

»Γιουρούσι. Γιούργια. Ρεσάλτο. Τέρμα οι κιοτήδες, τα τσιράκια και τα τουρκοκόπελα. Η λευτεριά το ντέρτι μας και το μεράκι μας. Και το κιβούρι μας μόνος σεβντάς και μόνο κασαβέτι μας. “Να ’ναι μακρύ, να ’ναι πλατύ, για δυο, για τρεις νομάτους. / Να στέκω ορθός” – ».

 

Παντελής Μπουκάλας

Εφημερίδα «Καθημερινή», 22 Μαρτίου 2020.

Ο Παντελής Μπουκάλας (1957) είναι ποιητής, αρθρογράφος, συγγραφέας, μεταφραστής και δημοσιογράφος. Από το 1990 ως και σήμερα αρθρογραφεί στην εφημερίδα Καθημερινή.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »