Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πρόσωπα & γεγονότα του΄21’ Category

Φιλική Εταιρεία – Οι Πρωτεργάτες


 

Η ποικιλόμορφη εναλλαγή της ιστορικής μοίρας των Επτανήσων, όπου οι δυνάμεις κατοχής (Βενετία, Γαλλία, Τουρκία – Ρωσία, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία) απέδειξαν ότι δεν ενδιαφέρονταν και τόσο για την απελευθέρωση των Ελλήνων, στάθηκε αφορμή για να αντιληφθούν οι επί τέσσερις αιώνες σκλάβοι των Τούρκων, ότι, για να απελευθερωθούν, πρέπει να βασιστούν στις δικές τους δυνάμεις. Μετά τη συντριβή του Μ. Ναπολέοντα το 1812 στη Μόσχα και τον περιορισμό του στη νήσο Έλβα, ακολούθησε η μείωση της γαλλικής δύναμης στην Ευρώπη και η σύγκληση το 1814 του Συνεδρίου της Βιέννης. Εκεί, φάνηκε ότι όλοι ενδιαφέρονταν για τη διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και συνεπώς οι Έλληνες δεν είχαν καμία ελπίδα να βοηθηθούν από τα ευρωπαϊκά κράτη. Ο Νικόλαος Σκουφάς στην Οδησσό, αισθανόμενος αυτή την πολιτική κατάσταση, ίδρυσε, λίγο πριν από το Συνέδριο της Βιέννης, το καλοκαίρι του 1814, τη Φιλική Εταιρεία. 

 

Η Οδησσός της Φιλικής Εταιρείας

  

Οι Έλληνες, όσοι σκέπτονταν τον απελευθερωτικό αγώνα, στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν χωρισμένοι σε δυο στρατόπεδα: σε αυτούς που πίστευαν ότι «ήλθε το πλήρωμα του χρόνου» και έπρεπε να γινόταν η Επανάσταση και σε εκείνους που υποστήριζαν ότι ήταν ακόμη νωρίς και, συνεπώς, χωρίς παιδεία και υποδομή, αυτή δεν θα μπορούσε να ευδοκιμήσει. Η Φιλική Εταιρεία ως μυστική και επαναστατική οργάνωση, φρόντιζε να μην έχει έγγραφα ή να τα εξαφανίζει. Γι’ αυτό και «κατάλογοι πλήρεις των μελών της Εταιρείας δεν διεσώθησαν, ατυχώς».

Οι Έλληνες της Ρωσίας έζησαν στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα κάτω από την επίσημη πολιτική της Προστασίας. Αλλά σε αυτή την προστασία πρέπει να προσθέσουμε και την ιδιαίτερη συμπάθεια του ρωσικού λαού προς τους σκλαβωμένους ορθόδοξους της Βαλκανικής Χερσονήσου. Η ελληνική κοινότητα της Οδησσού το 19ο αιώνα ήταν από τις πιο ανθούσες, με εκκλησίες, εκπαιδευτήρια, σωματεία, λέσχες, κλπ. Οι Έλληνες της Οδησσού ήταν πολλοί, μεταξύ των αλλοδαπών εμπόρων της πόλεως. Μάλλον το δυναμικό των Ελλήνων εμπόρων της Οδησσού θα έδωσε την ονομασία «Ελληνική πόλις».

 

Η Οδησσός, χαλκογραφία στο «Εθνικόν Ημερολόγιον» Μαρ. Βρετού 1861-1862.

 

Το 1808 η Οδησσός είχε 12.500 κατοίκους και το 1814, 25.000 κατοίκους. Από τις αρχές του 19ο αιώνα, η πόλη απέκτησε πολυεθνικό χαρακτήρα. Εκεί ζούσαν (κατά σειρά) Ρώσοι, Εβραίοι, Ουκρανοί, Πολωνοί, Γερμανοί, Ιταλοί, Έλληνες, Τάταροι κ.ά. Άλλωστε, γενικός διοικητής της περιοχής, από το 1803 έως το 1815, ήταν ο Γάλλος Αρμάνδος – Εμμανουήλ Ντε Πλεσίς (De Plessis), δούκας Ντε Ρισελιέ (De Richelieu) και το 1815 τον διαδέχθηκε πάλι ο Γάλλος Α. Φ. Ντε Λανζερόν (A .F. De Langeron).

Εξάλλου, υποστηρίχθηκε ότι μεγάλη επίδραση στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας στην Οδησσό είχε το γεγονός των νικηφόρων ροσω-τουρκικών πολέμων του τέλους του 18ο αιώνα, ιδίως των ετών 1768-1774 και 1781-1791. Είναι γεγονός ότι η Φιλική Εταιρεία (στην προετοιμασία της Επαναστάσεως του 1821) επέδρασε στη διαμόρφωση της κοσμοθεωρίας των Ρώσων Δεκεμβριστών.

Τέλος εκεί έζησαν αργότερα και οι επαναστάτες Ρώσοι Δεκεμβριστές Π. Ι. Ποστέλ (Ρ. Ι. Postel), Σ. Ι. Μουράβεφ Αποστόλ (S. I. Murav’ev Apοstol) και Μ. Ι. Μουράβεφ Αποστόλ (Μ. Ι. Murav’ev Apοstol) και ακόμη εκεί εξορίστηκε ο Α. Σ. Πούσκιν (A.S. Puskin). Τέλος, αργότερα ο Α. Σ. Πούσκιν, εμπνευ­σμένος από τον αγώνα του ελληνικού λαού, έγραψε ότι η Ελλάδα είναι «χώρα ηρώων και θεών».

 

Οι τρεις πρώτοι πρωτεργάτες

 

Νικόλαος Σκουφάς

Ο Νικόλαος Σκουφάς (1778-1818) ήταν μικροέμπορος και υπάλληλος. Δεν περισώθηκε ούτε το αληθινό όνομά του. Είχε στην Άρτα μικρό εμπορι­κό κατάστημα, όπου έραβε σκούφους, από όπου και το όνομά του. Γεννήθηκε στο Κομπότι της Άρτας το 1778 και πέθανε φτωχός στην Κωνσταντινούπολη, το 1818. Δυνατός χαρακτήρας, με απεριόριστη θέληση, έφθασε στην Οδησσό (1813) όπου ασχολήθηκε με το μικρεμπόριο και εργαζόταν ως υπάλληλος. Εκεί συνδέθηκε φιλικά με τους Τσακάλωφ και Ξάνθο και ίδρυσαν στην Οδησσό, στις 14 Σεπτεμβρίου 1814, τη Φιλική Εταιρεία, με «σκοπόν αμετάτρεπτον την ελευθέρωσιν της πατρίδος». Μετά τη σύσταση τη Φιλικής Εταιρείας, πήγε με αισιοδοξία στη Μό­σχα (τέλη Ιουλίου – αρχές Αυγούστου του 1814), με σκοπό να μυήσει τους εκεί Έλληνες μεγαλέμπο­ρους. Συνάντησε περιφρόνηση, δυσπιστία και χλευασμούς. Δεν απογοητεύτηκε, όμως, ο άσημος Ηπειρώτης ούτε από τους χλευασμούς των Ελλή­νων εμπόρων της Μόσχας, ούτε από την πτώχευσή του και αφοσιώθηκε στο έργο της Εταιρείας, θεώ­ρησε την πτώχευσή του ως «θεία Ευλογία». Το Δεκέμβριο του 1814  μύησε τον Γεώργιο Σέκερη, πρόσωπο κύρους στον Ελληνισμό της Ρωσίας. 

Παρά την απογοήτευση του Τσακάλωφ, ο Σκουφάς επέμενε στους στόχους της Εταιρείας και έπεισε τους συναγωνιστές του για τη μεταφορά της έδρας στην Κωνσταντινούπολη, η οποία αποτελούσε εμπορικό κέντρο για τους Έλληνες ομογενείς της Ανατολής. Ο Σκουφάς, διαβλέποντας πως η Πελοπόννησος ήταν κατάλληλη για την προετοιμασία και την έναρξη ακόμη της Επανάστασης, έπεισε τους Τσακάλωφ και Ξάνθο να εντάξουν στην Εταιρεία τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο από την Ανδρίτσαινα και να προγραμματίσουν ταξίδι στην Πελοπόννησο. Πλην, όμως, ο Σκουφάς πέθανε αιφνιδίως στις 31 Ιουλίου 1818, αφήνοντας τεράστιο κενό στη δράση της Εταιρείας, καθώς ήταν «άνθρωπος με πολύν ευαισθησίαν και πατριωτισμόν» – ψυχή ουσιαστικά της Εταιρείας.

Εμμανουήλ Ξάνθος, ξυλογραφία του 19ου αι.

Ο Εμμανουήλ Ξάνθος (1772-1852) γεννήθηκε στην Πάτμο και πέθανε στην Αθήνα. Ιδρυτικό μέ­λος της Φιλικής Εταιρείας και ο μόνος ο οποίος έ­γραψε Απομνημονεύματα, που πρωτοεκδόθηκαν το 1845, δηλαδή 30 περίπου χρόνια μετά τα γεγο­νότα. Μικροέμπορος και υπάλληλος με ανήσυχο πνεύμα και μεγάλη δραστηριότητα. Μυήθηκε στην Εταιρεία των Ελευθέρων Τεκτόνων, στη Λευκά­δα, από το φίλο του Παναγιώτη Καραγιάννη και αργότερα «συνέλαβεν αμέσως την ιδέαν ότι ηδύνατο να ενεργηθεί μια φυσική εταιρεία, κατά τους κανόνες ταύτης της των ελευθέρων Τεκτόνων, βάσιν έ­χουσα την ένωσιν όλων των εν Ελλάδι και εις τα άλλα μέρη ευρισκομένων…».

Το 1814 στην Οδησσό, με τον Νι­κόλαο Σκουφά και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ ίδρυ­σαν τη Φιλική Εταιρεία. Αυτός, το 1819, πρότεινε στην Πετρούπολη την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας στον I. Καποδίστρια, αλλά είναι γνωστό ότι ο τελευταίος αρνήθηκε. Τότε, ο Ξάνθος απευθύνθηκε στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο οποίος και αναγορεύτηκε Γενικός Επίτροπος της Αρχής, δηλαδή αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας.

Το 1827 ο Ξάνθος εγκατέλειψε την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι «λησμονηθείς τοσούτον, ώστε να θεωρείται εν Ελλάδι αποθανών». Στη Ρουμανία, έζησε για δέκα χρόνια σχεδόν ξεχασμένος.   Αλλά το 1834, η δημοσίευση κατηγοριών από τον Π. Αναγνωστόπουλο, ότι ο Εμμανουήλ Ξάνθος σκόρπισε αλόγιστα τα χρήματα της Εθνικής Κάσας κατά τον Αγώνα, επανέφερε τον τελευταίο στην Ελλάδα, το 1837, όπου έγραψε, απολογητικώς, τα «Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας» (εκδόθηκαν το 1845). Του απενεμήθη ο Χρυσός Σταυρός τους Σωτήρος και ένα τιμητικό επίδομα, το οποίο ουδέποτε έλαβε. Έζησε πάμφτωχος και ξεχασμένος στην οδό Νικόδημου 27, ο Φιλήμων ανασκεύασε τις κατηγορίες εναντίον του και, ζώντας σε πλήρη ένδεια, δυστυχισμένος και μόνος, πέθανε στις 28 Νοεμβρίου 1852, γλιστρώντας από τα σκαλιά της Βουλής. Κηδεύτηκε με τιμές στρατηγού. Νεότερες αρχειακές έρευνες στη Ρω­σία «διορθώνουν» ορισμένα σημεία των Απομνημονευμάτων του Εμμανουήλ Ξάνθου διότι, όπως αναφέραμε, αυτά γράφτηκαν απολογητικώς και περίπου 30 χρόνια μετά τα γεγονότα.

Αθανάσιος Τσακάλωφ

Ο Αθανάσιος Τσακάλογλου και στη συνέχεια Τσακάλωφ (περ. 1788 – 1851) υπήρξε ο νεότερος της «τρόικας» και ο πιο δραστήριος. Ο πατέρας του, Νικηφόρος Τεκελής, ήταν έμπορος από τον Τύρναβο και η μητέρα του, κόρη αρχοντικής γιαννιώτικης οικογένειας. Γεννή­θηκε στα Γιάννενα και πέθανε στη Μόσχα. Για να γλιτώσει από τον Αλή Πασά διέφυγε στη Μόσχα, όπου ήδη είχε εγκατασταθεί ο πατέρας του.   Σπούδασε στη Μαρουτσαία Σχολή των Ιωαννίνων, κοντά στον Αθανάσιο Ψαλίδα και τον Κοσμά Μπαλάνο και συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι. Εκεί συμμετείχε στην πατριωτική εταιρεία «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον».  

Το 1813 επέστρεψε στη Οδησσό, οπότε και συνδέθηκε φιλικά με τους Ξάνθο και Σκουφά, ιδρύοντας τη Φιλική Εταιρεία. Μετέβη στη Σμύρνη και, μετά το θάνατο του Σκουφά, το 1818, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Ανήσυχος για την πορεία της Εταιρείας, ταξίδεψε ο ίδιος στην Πελοπόννησο και μετά τη δολοφονία του ύποπτου μέλους της Εταιρείας, Γαλάτη, στην Ερμιόνη Αργολίδας, έφυγε για την Ιταλία. Εκεί μύησε τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, το μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο και τον ηγεμόνα Κωστάκη Καρατζά.

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση, διορίστηκε από τον Υψηλάντη υπασπιστής του Ιερού Λόχου, τραυματίστηκε στο Δραγατσάνι. Αργότερα, επί Καποδίστρια, υπηρέτησε ως υπάλληλος του Γενικού Φροντιστηρίου και ήταν πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση του Άργους. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια εγκαταστάθηκε στη Μόσχα, όπου πέθανε το 1851.

 

Τα πρώτα μέλη-βοηθοί των πρωταγωνιστών

 

Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ξυλογραφία του Τάσσου.

Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος (1790-1854).

Ο όγδοος κατά σειρά εκλογής εκ των 16 μελών της Αρχής. Μυήθηκε στην Εταιρεία μάλλον στις αρχές του 1816. Γεννήθηκε στην Ανδρίτσαινα της Ολυμπίας γύρω στο 1790 και πέθανε στην Αθήνα το 1854. Στην Οδησσό ήταν υπάλληλος του εμπό­ρου Αθανασίου Σέκερη. Τον Απρίλιο του 1818, μα­ζί με τον Σκουφά και τον Λουριώτη πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου γνώρισε τον Ξάνθο. Με­τά το θάνατο του Σκουφά (Ιούλιος 1818), από τον Αύ­γουστο του 1818, ο Αναγνωστόπουλος ανέλαβε να επισκεφθεί, όπως και άλλοι Απόστολοι, όλα τα σημεία του Ελληνισμού.

Το Φεβρουάριο του 1819 πήγε στις παραδουνά­βιες ηγεμονίες για θέματα της Εταιρείας. Εκεί προσέλαβε στην Αρχή τον Γ. Λεβέντη και τον Γρ. Δικαίο. Δεν προσέλαβε όμως τον Θ. Νέγρη και αυτό προκάλεσε δυσαρέσκεια. Αργότερα, ήλθε στην Ελλάδα με τον Δημήτριο Υψηλάντη. Πολέ­μησε στον Αγώνα σε πολλές μάχες και μετά την α­πελευθέρωση ανέλαβε διάφορες διοικητικές θέ­σεις.

Η διαμάχη του με τον Ξάνθο, για το ποιος μυήθηκε πρώτος στην Εταιρεία και τι προσέφερε στον Αγώνα, προκάλεσε πολλές δημοσιογραφικές συζητήσεις από το 1834 και μετά. Ο πρώτος Φιλικός που μυήθηκε από τον Σκουφά ήταν, το Δεκέμβριο του 1814, στη Μόσχα, ο σπουδαστής Γεώργιος Σέκερης (αδελφός των μεγαλε­μπόρων στην Κωνσταντινούπολη, Παναγιώτη και Αθανασίου Σέκερη, οι οποίοι μυήθηκαν αργότερα).

Γιωργάκης Ολύμπιος (1772-1821)

Ο ίδιος ο Σκουφάς στα τέλη του 1815 μύησε στη Μό­σχα τον Αντώνιο Κομιζόπουλο (συγγενή του Γρηγορίου Ιω. Μαρασλή). Στις αρχές του 1816, στην Οδησσό, ο Σκουφάς, όπως αναφέραμε, μύησε τον Αθανάσιο Σέκερη και τον υπάλληλο του τελευταί­ου, Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο. Το 1816 τελικά δέχτηκε να μυηθεί ο Άνθιμος Γαζής. Το 1817, ο Γεωργάκης Ολύμπιος, διερχόμενος από το Ιάσιο, συνάντησε εκεί τον ήδη μυημένο Γε­ώργιο Λεβέντη. Το 1817, από τους τρεις οπλαρχη­γούς που πήγαν στην Οδησσό, ο Σκουφάς μύησε ε­κεί τον Ηλία Χρυσοσπάθη και ο Αναγνωστόπουλος τον Αναγνώστη Αναγνωσταρά και τον Παναγιώτη Δημητρόπουλο.

Στη γνωστή σφραγίδα (Εμ. Ξάνθος, Απομνημο­νεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845, σ. 11) της Φιλικής Εταιρείας, σε αχρονολόγητη ε­πιστολή προς τον πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόφι­λο, αναφέρονται με τη σειρά οι:

 

I: Ιωάννης Καποδίστριας

Α: Άνθιμος Γαζής

Α: Αθανάσιος Τσακάλωφ

Π: Παναγιώτης Σέκερης

Ν: Νικόλαος Σκουφάς

Ε: Εμμανουήλ Ξάνθος

Π: Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος

Α: Αντώνιος Κομιζόπουλος

Α: Αθανάσιος Σέκερης

*Ε: Ελλάς

 

Βασικές λεπτομέρειες ύστερα από αρχειακές έρευνες στη Ρωσία

 

Ποιος είχε την ιδέα της ίδρυσης; Ο Ξάνθος έγρα­ψε ότι αυτός παρακίνησε τον Σκουφά, αλλά είναι βέβαιο ότι «ο Σκουφάς πρώτος διέγραψε επί χάρ­του σχεδόν περί Εταιρείας», όπως ο ίδιος ο Ξάνθος βεβαιώνει. Γενικά, το 1814 με 1818 η Φιλική Εταιρεία εξα­πλώθηκε με προσοχή και με αργούς ρυθμούς. Στις αρχές του 1817, η Φιλική Εταιρεία αριθμούσε μόλις 20 μέλη, αλλά ο Γαλάτης κατέθεσε στην Αστυνο­μία της Πετρουπόλεως ότι η οργάνωση είχε μέλη σε όλη την Ελλάδα και σε άλλες χώρες και ότι τα μέλη της είναι χιλιάδες!

 

Το σπίτι της οδού Κράσνη (πάροδος Ν. 18) στην Οδησσό, όπου ιδρύθηκε η Φιλική Εταιρεία.

 

Ο Ξάνθος βρισκόταν στην Οδησσό από το 1810. Το 1812 πήγε στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί στην Ήπειρο. Επέστρεψε στη Οδησσό το Νοέμβριο του 1813, από όπου αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη το Δεκέμβριο του 1814. Τα Κρατικά Αρχεία της Οδησσού μαρτυρούν ότι ο Ξάνθος ήταν το 1814 στην Οδησσό και συνεπώς καταρρίπτονται όσα, αργότερα, καταμαρτυρεί ο Π. Αναγνωστόπου­λος κατά του Ξάνθου, ότι ο τελευταίος δεν ήταν το 1814 στην Οδησσό.

Στην Κωνσταντινούπολη, ο Ξαν­θός έγινε το 1818 επικεφαλής της Εταιρείας. Στις ικανότητες του Ξάνθου ανήκει το ότι ο Αλεξ. Υψη­λάντης ανέλαβε την καθοδήγηση της Εταιρείας. Ο Εμμανουήλ Ξάνθος ήταν στην Οδησσό πριν από το Νοέμβριο του 1814, ο Νικόλα­ος Σκουφάς πριν από τον Ιούνιο του 1814 και ο Αθανάσιος Τσακάλωφ πριν από τον Απρίλιο του 1814. Δεν υπάρχει ημερομη­νία ιδρύσεως της Φιλικής Εταιρείας. Πάντως, χρόνος παραμονής και των τριών ιδρυτών στην Οδησσό φαί­νεται ο Ιούνιος του 1814 (τουλάχιστον των δύο Σκου­φά – Τσακάλωφ από τους τρεις). Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι τον Ιούνιο του 1814 τέθηκαν οι βάσεις της ίδρυσης της Φιλικής Εταιρείας.

Που γινόταν η ορκωμοσία: Ο Κωνσταντίνος Κ. Παπουλίδης υποστήριξε ότι η ορκωμοσία στην Οδησσό γινόταν στο ναό της Αγίας Τριάδος της Οδησσού, γι’ αυτό και ονομαζόταν «ο ναός των Φι­λικών».

 

«Ο όρκος του Φιλικού». Πίνακας του Επτανήσιου ζωγράφου Διονυσίου Τσόκου (1849), που αποδίδει σε κατανυκτική ατμόσφαιρα την κορυφαία στιγμή της μύησης στην Εταιρεία, δηλ. του όρκου πάνω στο Ευαγγέλιο, και παριστάνει, κατά την παράδοση, την ορκωμοσία στην Ζάκυνθο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Άλλωστε, έχουμε και έγγραφη μαρτυρία ορκωμοσίας μέσα σε ναό της Ζακύνθου (στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου των Λατίνων). Πρβλ. και την ελαιογραφία του Διονυσίου Τσόκου «Ο όρκος του Φιλικού», από το 1849, όπου ορκίζεται ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης από τον ιερομόναχο Άνθιμο Αργυρόπουλο, παρουσία του Αναγνωσταρά, στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου της Ζακύνθου, την 1η Δεκεμβρίου 1818.

 

Κυριάκος Κ. Παπουλίδης

Διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας του

Πανεπιστημίου Paris IV (Σορβόνη)

 

Βασική Βιβλιογραφία

  • I. Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναύπλιο 1834.
  • Σακελλάριος Γ. Σακελλαρίου, Φιλική Εταιρεία, Οδησσός, 1909.
  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, «Απομνημονεύματα αγωνιστών του ’21», τόμ. 9, Αθήνα 1959.
  • Gr. Ars, Tajno obscestvo Filiki Eterija, Μόσχα, 1965. Ελληνική μετάφραση: Σεραφείμ Παπαδημητρίου, Η μυστική οργάνωση «Φιλική Εταιρεία», Αθήνα 1966.
  • Gr. L. Ars, Eteristskoe dvizenie ν Rossii, Μόσχα 1970.
  • E.Π. Πρωτοψάλτης, Η Φιλική Εταιρεία (Αναμνηστικόν τεύχος επί τη 150ετηρίδι), Αθήνα (Ακαδημία Αθηνών) 1974.
  • Gr. L. Ars, I. Kapodistrija i greceskoe nacional noosvoboditel’noe dvizenie 1809-1822 gg., Μόσχα 1976.
  • Gr.L. Ars – Gr. M. Pjatigorskij, «Nekotorye voprosy istorii Filiki Eterii ν svete novyh dannyh sovetskih arhivov», στο συλλογικό έργο Balkanskie Issledovanija, τόμ. 11, Μόσχα 1989, σσ. 24-42.
  • Κωνσταντίνος Κ. Παπουλίδης, Οι Έλληνες της Οδησσού, Θεσσαλονίκη (Αφοί Κυριακίδη) 1999. 

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Φιλική Εταιρεία / Άγνωστες πτυχές της μυστικής οργάνωσης », τεύχος 48, 14 Σεπτεμβρίου 2000.

 

  

Read Full Post »

Ο Μεντρεσές του Άργους και η πολύτιμη για τον Αγώνα του 1821  μολυβένια σκεπή του

 


                

 

Στο Άργος στο Ανατολικό τμήμα της πόλης εκεί που σήμερα βρίσκεται ο Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου και όλη  η γύρω  από αυτόν περιοχή, στην Τουρκοκρατία ονομαζόταν  Καραμουτζά μαχαλάς, από το όνομα κάποιου Καραμουτζά που έμενε εκεί. Σ΄ αυτή τη γειτονιά ήταν το διοικητήριο των Τούρκων, το Σεράι του Αλή Ναμίκ Μπέη, Χαμάμ (Λουτρά), μουσουλμανικό τζαμί με νεκροταφείο (ο σημερινός Άγιος Κωνσταντίνος) και ο περίφημος Μεντρεσές (medrese) δηλ. το μουσουλμανικό    ιεροσπουδαστήριο.  

 

 

Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου

 

 

Όλα αυτά και άλλα ενδιαφέροντα για την Αργολίδα μας τα περιγράφει στο βιβλίο του «Οδοιπορικό στην Ελλάδα 1668-1671» ο Τούρκος περιηγητής και συγγραφέας Εβλιγιά Τσελεμπί (Evliya Celebi) που επισκέφτηκε το Άργος και που έχει ήδη παρουσιάσει η «Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη» στις ιστοσελίδες της.

Αναλυτική περιγραφή του Μεντρεσέ  προς το παρόν δεν γνωρίζουμε αν υπάρχει. Υπάρχει όμως μια γκραβούρα του Άργους του 1685 από τον V. Coronelli, την ίδια δηλαδή εποχή που επισκέπτεται και περιγράφει το Άργος ο  Εβλιγιά Τσελεμπί, όπου μπροστά αριστερά στο σχέδιο, νοτιοανατολικά του Άργους υπάρχει ένα οικοδόμημα με τρούλο που δεσπόζει και πίσω του υψώνεται επιβλητικός ένας μιναρές. Πιθανολογώ ότι αυτό που έχει τον τρούλο πρέπει να ήταν ο Μεντρεσές και ο μιναρές πρέπει να ήταν του Τζαμιού και νεκροταφείου των μουσουλμάνων  (ο σημερινός Αγ. Κωνσταντίνος).

 

Άποψη του Άργους, V. Coronelli, «Morea, Negreponte, E Adiazenze », Venezia, 1685.

 

Ας δούμε όμως γιατί ο Μεντρεσές του Άργους έπαιξε έναν από τους πλέον σημαντικούς ρόλους στις μάχες που έδωσαν νικηφόρα το καλοκαίρι του 1821 οι Έλληνες και ιδιαίτερα στο Βαλτέτσι και στην άλωση της Ντρομπολιτσάς (Τρίπολη). Αυτό οφειλόταν στο ότι η σκεπή του Μεντρεσέ ήταν με επένδυση από μόλυβδο και ο μόλυβδος για τους επαναστάτες Έλληνες ήταν πολύτιμος αλλά σπάνιος ή μάλλον ανύπαρκτος, και τον είχαν μεγάλη ανάγκη επειδή  τα βόλια για τα ντουφέκια  τους  ήταν μολυβένια. Οι περισσότεροι Έλληνες πριν από τις νίκες τους, κύρια στο Βαλτέτσι  και την άλωση της Τρίπολης δεν είχαν ντουφέκια, και όσοι είχαν δεν είχαν το απαραίτητο μολύβι να φτιάξουν τα βόλια τους.

Ο Αμβρόσιος Φραντζής περιγράφει πως είχαν « … αντί όπλων λόγχας  σιδηράς εις μακρά ξύλα προσηλωμένας και δεμένας με σχοινία και λωρία …» και αντί για ξίφη είχαν «… σκουρομαχαίρας αι οποίαι δεν εκολλούσαν ούτε στο εις το  ξύλον πολύ μάλλον εις ανθρώπινα κρέατα …».[i]  

Μετά το Βαλτέτσι όμως και με τα όπλα που πήραν ως  λάφυρα  από τους Τούρκους με το μπαρούτι που τους εφοδίαζαν κύρια οι μπαρουτόμυλοι της Δημητσάνας, το μολύβι για τα βόλια τους ήταν αυτό που είχαν άμεση ανάγκη και το μολύβι της στέγης του Μεντρεσέ του Άργους έδωσε τη λύση στο πρόβλημα. Ο Αρχιμανδρίτης Ιερόθεος Αθανασόπουλος[ii]  ήταν αυτός που το πρωτοσκέφτηκε και ήταν ο πρωταγωνιστής στο μάζεμα του μολύβδου από το Μεντρεσέ.

Αμβρόσιος Φραντζής (1781 – 1851)

Από όλους τους ιστορικούς της Επανάστασης του 1821 ο πιο περιγραφικός αυτής της ιστορίας  είναι ο Αμβρόσιος Φραντζής που έζησε ο ίδιος από κοντά τα γεγονότα. Μόνο που με τις ημερομηνίες  τα ’χει λίγο μπερδεμένα. Στην «Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος», τόμος ΙΙ, Αθήναι, 1839 σελίδα 15 γράφει ότι ο  Αρχιμανδρίτης Ιερόθεος Αθανασόπουλος μαζί με άλλους τρεις αμέσως μετά την καταστροφή του Άργους από τον Κεχαγιάμπεη και τη διάλυση της πολιορκίας του Ναυπλίου (από 25 Απριλίου έως 1η Μαΐου  1821) πήγε στο Άργος και αφού είδε ότι  στο  Μεντρεσέ ο μόλυβδος ήταν ανέπαφος, «… χωρίς τινός φόβου…» πήρε δυο τεμάχια ως δείγμα και τα πήγε στην Τσακωνιά και τα έδειξε στην ηγεσία της επανάστασης και απεφάσισαν να πάρουν αμέσως το μολύβι από τη στέγη και να το φέρουν στα Βέρβαινα οπού ήταν το στρατηγείο του αγώνα και ο Θ. Κολοκοτρώνης. Εζήτησε και πήρε από κάποιον Αγαθό Σαριγιάννη  120 ζώα και ήρθε στο Άργος με συνοδεία τον Νικηταρά, τον Κ. Μαυρομιχάλη [iii] και τον 16χρονο γιο του Θ. Κολοκοτρώνη το Γενναίο. Αφού πήραν το μολύβι γύρισαν πίσω στα Βέρβαινα με τους ηγέτες της επανάστασης, ανακουφισμένους που είχαν βρει λύση στο μεγάλο πρόβλημα ανεφοδιασμού με τα βόλια των ντουφεκιών τους , αφού χωρίς το μολύβι του Άργους δεν «… ήτον καμία άλλη ελπίς δια προμήθεια μολύβδου, του οποίου η παντελής έλλειψη δεν ήθελε επιφέρει βεβαία , ειμή διάλυσιν…» [iv]   των δυνάμεων των επαναστατημένων Ελλήνων.

Στον ίδιο δεύτερο τόμο της ιστορίας του όμως ο Αμβρόσιος Φραντζής γράφει στη σελίδα 115 ότι «…πριν η έλθει ..» ο Κεχαγιάμπεης στο Άργος η διοίκηση της πόλης είχε κατεβάσει το μόλυβδο από τη στέγη του Μεντρεσέ. Η ποσότητα του μολύβδου ήταν μεγάλη, πάνω από 800 καντάρια βάρος.[v]

Ένα μεγάλο μέρος το πήγαν στο πλοίο της Μπουμπουλίνας που συμμετείχε στη πολιορκία του Ναυπλίου  [vi]   και το άλλο μέρος το έκρυψαν σε σπηλιές και πηγάδια του Άργους. Πριν λοιπόν ή μετά την έλευση του Κεχαγιάμπεη και την καταστροφή του  Άργους το μολύβι του Μεντρεσέ πέρασε στα χέρια των Ελλήνων ?

Πριν πω τη γνώμη μου στο ερώτημα αυτό  ας δούμε συνοπτικά τα γεγονότα λίγο πριν και λίγο μετά την ολική καταστροφή του Άργους όπου τα μόνα κτίσματα που έμειναν όρθια στην πόλη ήταν τα τούρκικα ιερά και ο Μεντρεσές. 

Στις 24 Απριλίου 1821, ένα μήνα μετά την κήρυξη της επανάστασης εκστρατεύει στο Άργος με 3.500 Τουρκαλβανούς, ο Κιοσέ Μεχμέτ Πασά  Μουσταφάμπεης, κοινώς λεγόμενος Κεχαγιάμπεης. Στην πορεία του από την Κόρινθο, μέχρι το Άργος δεν συνάντησε κανένα εμπόδιο. Η άμυνα του Άργους με επικεφαλής τον Δημήτριο Τσώκρη, τον Παπαρσένη Κρέστα και τον Γιάννη Γιάννουζα τον πρωτότοκο γιο της  Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας, από τον πρώτο της άνδρα, καταρρέει πολύ σύντομα. Ο γιος της Μπουμπουλίνας σκοτώνεται ηρωικά μαζί με τους συντρόφους του Υδραίους στην είσοδο της πόλης (εκεί οπού σήμερα είναι η γέφυρα του Ξεριά).

Στις 25 Απριλίου 1821 ο Κεχαγιάμπεης εισβάλει στο Άργος . Επί 6 ημερόνυχτα ανενόχλητος το ρημάζει. Σφάζει 700 Αργείους, βιάζει τις γυναίκες και παίρνει τα γυναικόπαιδα ως σκλάβους, λεηλατεί τα πάντα και πριν φύγει βάζει φωτιά σε καθετί ελληνικό μέσα στο Άργος.

Την 1η Μαΐου 1821 πάει στο Ναύπλιο, διαλύει χωρίς αντίσταση την πολιορκία του, ενισχύει  τα φρούριά του με εφόδια και 300 άνδρες  και στις 6 Μαΐου 1821 μπαίνει θριαμβευτής στην Τρίπολη.  

Στις 17 Μαΐου 1821 ο Αρχιμανδρίτης Ιερόθεος  Αθανασόπουλος, ο Νικηταράς , ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης και ο Γενναίος Θ. Κολοκοτρώνης φορτώνουν σε 122 μουλάρια ένα μέρος του μολύβδου και με ένοπλη συνοδεία το πηγαίνουν και το παραδίδουν  στον Θ. Κολοκοτρώνη και στους άλλους οπλαρχηγούς στο στρατηγείο που είχαν στήσει στα Βέρβαινα.

Πιστεύω ότι, αν το μολύβι το είχαν οι Έλληνες  κρυμμένο στο Άργος  όταν ήρθε ο Κεχαγιάμπεης θα το  μάθαινε, είτε από τους  Τούρκους είτε από κατοίκους που θα  ήθελαν να εξαγοράσουν τη ζωή τους με αυτό. Γιατί οι μουσουλμάνοι Αλβανοί του Κεχαγιάμπεη πρώτο θεό τους είχαν το πλιάτσικο. Εξάλλου για να κατεβάσεις 800 καντάρια μολύβι από τη στέγη, δεν είναι ένα μυστικό για λίγους – συμμετείχαν πολλοί – άρα το ήξεραν όλοι!  Γι΄αυτό πιστεύω ότι η σωστή περιγραφή  είναι  η πρώτη του Αμβρόσιου Φραντζή , ότι μετά την καταστροφή του Άργους και αφού έφυγε από την Αργολίδα ο Κεχαγιάμπεης μετά την 1η Μαΐου 1821 πήραν το μολύβι από το Μεντρεσέ.

Μέσα στα συντρίμμια και τα αποκαΐδια της ρημαγμένης πόλης, με τους εκατοντάδες νεκρούς άταφους, με τους όσους γλίτωσαν  κρυμμένους στα γύρω βουνά  και τα δάση, να γυρίζουν για  να δουν αν σώθηκε τίποτε από το σπίτι τους, η χαροκαμένη πόλη βάζει προτεραιότητα να δώσει το μολύβι του Μεντρεσέ, για τα βόλια του αγώνα.

Ο Κεχαγιάμπεης πέρασε από το Άργος χωρίς να μάθει ότι η στέγη του Μεντρεσέ   είχε μολύβι. Αν το ήξερε θα το έπαιρνε για να μην πέσει στα χέρια των Ελλήνων. Εξάλλου δεν υπήρχε τίποτα περισσότερο σε αξία στο Άργος για πλιάτσικο από αυτό. Δεν το έμαθε όμως και το μολύβι πέρασε στα χέρια των Ελλήνων. Από τα Βέρβαινα έφυγε για να εφοδιάσει τους οχυρωμένους στα πρόχειρα ταμπούρια στο Βαλτέτσι, στους πολιορκητές της Μονεμβασιάς και κύρια στους πολιορκητές της Ντρομπολιτσάς.

Το υπόλοιπο μολύβι εφοδίασε σχεδόν όλες τις μάχες και τις πολιορκίες όχι μόνο στην Πελοπόννησο, αλλά και  όπου αλλού η μαχόμενη επαναστατημένη Ελλάδα το χρειαζόταν  ώστε να μην «… ματαιωθεί η πρόοδος των Ελλήνων, πολύ δε μάλλον των την Τρομπολιτζάν πολιουρκούντων, καθότι μη όντος του μολύβδου αυτού δεν ήθελον δυνηθή να πράξωσι το μηδέν…».[vii]

 

 

 Υποσημειώσεις


  

 [i] Αμβρόσιος Φραντζής, «Επιτομή της Ιστορίας  της αναγεννηθείσης Ελλάδος»,  εν Αθήναις 1839, τόμος ΙΙ, σελ. 16.

 [ii] Ο Αρχιμανδρίτης Ιερόθεος Αθανασόπουλος ήταν μανιάτης στην καταγωγή. Το 1829 διορίστηκε τοποτηρητής της επισκοπής Μαλτσίνης έως το 1834. Το 1852 εκλέχτηκε επίσκοπος Γυθείου. Πέθανε στο  Γύθειο το 1859.

[iii] Αδελφός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη όπου μαζί με τον ανιψιό του Γεώργιο Μαυρομιχάλη, δολοφόνησαν στο Ναύπλιο την Κυριακή 29/09/1831 τον Ι. Καποδίστρια. 

 [iv] Αμβρόσιος Φραντζής, «Επιτομή της Ιστορίας  της αναγεννηθείσης Ελλάδος»,  εν Αθήναις 1839, τόμος ΙΙ, σελ. 16.

[v] Κάθε καντάρι ήταν ίσο με 44 οκάδες. Δηλαδή ήταν πάνω από 35.200  οκάδες. Μια οκά = 1282 γραμμάρια, δηλαδή πάνω από 45 τόνους μολύβι.

[vi] Κατά τον Αμβρόσιο Φραντζή η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα κατηγορήθηκε ότι το μολύβι που φορτώθηκε στο πλοίο της το πούλησε «…δι ίδιον συμφέρον…»!! Στην κατηγορία αυτή η Ιστορία είναι υπέρ της Καπετάνισσας. Να θυμηθούμε μόνο ότι τα πλοία της Λασκαρίνας και όλη η περιουσία της δόθηκαν στον αγώνα του Έθνους. Ότι πέθανε γεμάτη πίκρα, πάμπτωχη το 1825. Για την ακρίβεια, δολοφονήθηκε στις Σπέτσες στο σπίτι της από τον πλούσιο προεστό Χρ. Κούτση με αφορμή την απαγωγή της κόρης του  από τον δευτερότοκο γιο της Γιώργο  Γιάννουζα  και την άρνησή του να τη δώσει νύφη στο γιο της φτωχής ξεπεσμένης πλέον Καπετάνισσας. Ένα χρόνο  πριν, είχε χάσει τον άνδρα της κόρης της και γιο του Θ. Κολοκοτρώνη Πάνο που τον σκότωσαν, όχι Τούρκοι, αλλά Έλληνες σε εμφύλια σύρραξη.

[vii]  Αμβρόσιος Φραντζής, «Επιτομή της Ιστορίας  της αναγεννηθείσης Ελλάδος»,  εν Αθήναις 1839, τόμος ΙΙ, σελ. 16.

 

  

Πηγές


 

  • Αμβρόσιος Φραντζής, «Επιτομή της Ιστορίας  της αναγεννηθείσης Ελλάδος», Εν Αθήναις, 1839.  (Συλλογή: Γιώργος Γιαννούσης – Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη )
  • Ιωάννου Φιλήμονος, «Δοκίμιον Ιστορικόν περί της ελληνικής επαναστάσεως», Εν Αθήναις, 1859. (Συλλογή: Γιώργος Γιαννούσης – Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη)

 

  Γιώργος Γιαννούσης

Read Full Post »

Δράμαλης (Μαχμούτ) πασάς (1780 – 1822)


 

Δράμαλης (Μαχμούτ) πασάς (1780 – 1822)

Τούρκος αρχιστρά­τηγος, αρχηγός της μεγάλης τουρ­κικής εκστρατείας στην Πελοπόν­νησο κατά το δεύτερο χρόνο της Ελληνικής Επανάστασης (1822). Γεννήθηκε στη Δράμα, γεγονός στο οποίο όφειλε την προσωνυμία του Δράμαλης, ήταν γιος ισχυρού τοπάρχη (ντερέμπη) και από μικρός ακολούθησε το στρατιωτικό στάδιο αποκτώντας πολεμική πείρα στις εκ­στρατείες του τουρκικού στρατού στη Βαλκανική. Λόγω των ικανοτή­των του αλλά και της εύνοιας της μητέρας του σουλτάνου Μαχμούτ Β’ και του μεγάλου βεζίρη Χαλέτ κατόρθωσε να καταλάβει υψηλά αξιώματα.

Ο Δράμαλης, ανέλαβε μετά το 1808 την τοπαρχία της Δράμας ονο­μάστηκε πασάς και επιδόθηκε με επιτυχία σε πολεμικές επιχειρήσεις στη Θράκη και τη Μακεδονία. Φιλό­δοξος και φιλοχρήματος απέκτησε μεγάλα πλούτη και ζούσε με χλιδή σε πολυτελέστατα ανάκτορα, τα οποία όμως κατέστρεψε (1818) ο Αλή πασάς Τεπελενλής σε αντίποι­να για την υποστήριξη του Δράμαλη προς τον εχθρό του Ισμαήλ Πασό­μπεη. Το Μάιο του 1820 ο Δράμα­λης τοποθετήθηκε από την Υψηλή Πύλη διοικητής της Λάρισας και τον ίδιο χρόνο, ύστερα από τη ρήξη του σουλτάνου με τον Αλή, διατάχθηκε να συνεκστρατεύσει με τον αρχηγό των σουλτανικών στρατευμάτων Πασόμπεη εναντίον του τυράννου των Ιωαννίνων.

Μετά την έκρηξη του ελ­ληνικού Αγώνα, ο Δράμαλης, που βρισκόταν στα Ιωάννινα, κίνησε μέρος των στρατευμάτων του στη ΝΑ Θεσσαλία και τα Άγραφα και κατέ­πνιξε με αγριότητα τις πρώτες εξε­γέρσεις (Μάιος και Ιούλιος 1821). Στους πρώτους μήνες του 1822 ο Δράμαλης κινήθηκε προς την Ανα­τολική Στερεά Ελλάδα. Αντιμετωπί­στηκε με επιτυχία από τα ελληνικά στρατεύματα υπό τους Οδυσσέα Ανδρούτσο, Νικηταρά και Δημή­τριο Υψηλάντη στο Πατρατζίκι (Υπάτη), Στυλίδα και Αγία Μαρίνα, αλλά λόγω των τότε εσωτερικών αντιθέσεων ανάμεσα στους στρα­τιωτικούς και τον Άρειο Πάγο παρέμεινε κύριος της κατάστασης.

 

Δράμαλης Μαχμούτ πασάς (1780 – 1822) – Λιθογραφία του Giovani Boggi, 1826. Δημοσιεύεται στο λεύκωμα με 24 πορτραίτα Ελλήνων και Οθωμανών αξιωματούχων που έδρασαν κατά την Ελληνική Επανάσταση με τίτλο: «Collection de portraits des personnages Turcs and Grecs les plus recommes soit par leur cruate soit par leur bravoure dans la guerre actuelle de la Grece», Παρίσι, 1826.

 

Την άνοιξη του ίδιου χρόνου η Τουρκία αποφάσισε να κτυπήσει το κέντρο της Επανάστασης, την Πε­λοπόννησο. Μολονότι το αρχικό τουρκικό σχέδιο μιας συνδυασμέ­νης εισβολής του στρατού από την Ανατολική και τη Δυτική Στερεά Ελ­λάδα, με παράλληλη δράση του οθωμανικού στόλου στο Αιγαίο, προ­έβλεπε ως αρχηγό της το Μεχμέτ Χουρσίτ πασά, ξαφνικά η αρχιστρατηγία ανατέθηκε στο Δράμαλη. Έλληνες ιστορικοί και απομνημονευματογράφοι υποστηρίζουν ότι η με­ταβολή αυτή οφειλόταν στη δυσμέ­νεια της Πύλης προς το Χουρσίτ ως σφετεριστή των θησαυρών του Αλή πασά, ενώ ο Τούρκος ιστοριογρά­φος Αχμέτ Τζεβντέτ ισχυρίζεται ότι ο διορισμός του Δράμαλη έγινε με υπόδειξη του ίδιου του Χουρσίτ, ο οποίος επιφορτίστηκε επίσημα την όλη επιχείρηση με απόλυτη ευθύνη για τη διοργάνωση και τον ανεφο­διασμό του εκστρατευτικού σώμα­τος.

Ο Δράμαλης, που ανακηρύχτηκε «μόρα βαλεσής» και «σερασκέρης», άρχισε την πορεία του προς την Πε­λοπόννησο ξεκινώντας από την πε­ριοχή του Σπερχειού, όπου ήταν συγκεντρωμένο το τουρκικό στρά­τευμα. Τη στρατιά, σύμφωνα με τις πιο έγκυρες πηγές, αποτελούσαν 25.000 πολεμιστές, πεζοί και έφιπ­ποι, τη συμπλήρωναν πυροβόλα και φορτηγά ζώα και την πλαισίωνε ένα επιτελείο επίλεκτων στρατηγών. Ο Δράμαλης έφτασε στη Θήβα (1 Ιουλίου) και αφού την πυρπόλησε, κι­νήθηκε με ταχύτητα προς τη Μεγαρίδα. Από εκεί κατευθύνθηκε στον Ισθμό και την Κόρινθο (6 Ιουλίου), έγινε κύριος του Ακροκορίνθου (8 Ιουλίου) και προέλασε στην αργολική πεδιάδα, χωρίς να συναντήσει καμιά ουσιαστική αντίσταση.

Στις 13 Ιουλί­ου μπήκε στο Άργος, που είχε εγ­καταλειφθεί από τους κατοίκους του και την κυβέρνηση και εκεί στρατοπέδευσε. Η δεινή κατάστα­ση, στην οποία περιήλθαν τότε οι επαναστατημένοι Έλληνες, αντιμετωπίστηκε χάρη στη στρατηγική μεγαλοφυΐα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη που πήρε τα κατάλληλα για την περίσταση μέτρα. Έτσι αποτράπηκε η διείσδυση του Δράμαλη στο εσωτερικό της Πελοποννήσου και εξουδετερώθηκε κάθε προσπάθεια ανεφοδιασμού ή ενίσχυσής του, με αποτέλεσμα να καταπονηθεί το στράτευμά του από την έλλειψη τροφών.

Αποκομμένος τότε στον Αργολικό κάμπο, ο Τούρκος στρατάρχης πήρε την απόφαση να οπι­σθοδρομήσει στην Κόρινθο, αφή­νοντας να διαρρεύσει η δήθεν πρό­θεσή του να προχωρήσει προς την Τριπολιτσά.

Ο Κολοκοτρώνης όμως κατανόησε τις προθέσεις του και έσπευσε έγκαιρα να καταλάβει τα στενά των Δερβενακίων. Στις 26 Ιουλίου η τουρκική στρατιά εμφανί­στηκε στις στενωπές αυτές διαβά­σεις (Δερβενάκι, Άγιος Σώστης) και η σύγκρουση που ακολούθησε διήρκεσε ολόκληρη την ημέρα και υπήρξε φονικότατη για τις τουρκι­κές δυνάμεις (υπολογίζεται πως σκοτώθηκαν περίπου 2.500 – 3.000 Τούρκοι). Μετά την πανωλεθρία του ο Δράμαλης οπισθοχώρησε στην περιοχή Γλυκειά Ναυπλίου.

Δυο μέρες αργότερα, καθώς επιχειρούσε να επιστρέψει στην Κόρινθο μέσο του Αγιονορίου, κτυπήθηκε από το Νικη­ταρά και με μεγάλες απώλειες διέ­φυγε με τα υπολείμματα του στρατού του. Στην Κόρινθο δέχτηκε νέα ελληνική επίθεση (30 Ιουλίου) που αποσκοπούσε στην αποτροπή της εξόδου του προς τη Δυτική Πελο­πόννησο ή τη Στερεά. Μέχρι το θά­νατό του (τέλη Οκτωβρίου), ο Δράμαλης επιχείρησε και άλλες απόπειρες δι­αφυγής, αλλά απέτυχε. Πέθανε στην Κόρινθο από τη λύπη του για την αποτυχία του ή από τύφο, σύμ­φωνα με ορισμένες μαρτυρίες.

 

Αλίκη Σολωμού

  

Πηγές


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, «Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος «Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.
  • Βασ. Σφυρόερας «Εκστρατεία και κατα­στροφή του Δράμαλη», Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών (1975, τ. ΙΒ’, σ. 249 – 258).
  • Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

 

 Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Μάχη των Δερβενακίων –  Η καταστροφή του Δράμαλη (1822)


 

Ο Χουρσίτ, ο νικητής του Αλή πασά, ανέθεσε στον Μαχμούτ πασά της Λάρισας ή Δράμαλη την επιχείρηση της καταστολής της Επανάστασης στην Πελοπόννησο. [ Σημείωση βιβλιοθήκης: Ο Χουρσίτ καταγγέλθηκε ως καταχραστής του δημόσιου θησαυρού και έπεσε σε δυσμένεια, του αφαιρέθηκε η αρχηγία της εκστρατείας στην Πελοπόννησο, η οποία ανατέθηκε στον Μαχμούτ Πασά, τον επονομαζόμενο Δράμαλη. Ο Χουρσίτ διατασσόταν να παραμείνει στη Λάρισα και να φροντίζει την τροφοδοσία του στρατού του Δράμαλη. Ουσιαστικά, επρόκειτο για υποβιβασμό. Ο Τούρκος ιστοριογρά­φος Αχμέτ Τζεβντέτ ισχυρίζεται ότι ο διορισμός του Δράμαλη έγινε με υπόδειξη του ίδιου του Χουρσίτ, ο οποίος επιφορτίστηκε επίσημα την όλη επιχείρηση με απόλυτη ευθύνη για τη διοργάνωση και τον ανεφοδιασμό του εκστρατευτικού σώματος ].

Ο Μαχμούτ πασάς της Λάρισας ή Δράμαλης, λιθογραφία του Boggi.

Ο Δράμαλης ξεκίνησε με περίπου 25.000 στρατό (πεζούς και ιππείς) και την 1η Ιουλίου 1822 έφθασε στη Θήβα, χωρίς να συναντήσει αντίσταση. Οι οπλαρχηγοί καταλάβαιναν ότι δεν μπορούσαν να τον αντιμετωπίσουν κατά μέτωπο και ήλπιζαν ότι αποκλείοντας τις στενές διαβάσεις της Στερεάς θα εμπόδιζαν την επικοινωνία με τις βάσεις του. Παρά το μεγάλο όγκο αυτού του στρατού – χειμάρρου, που απ’ όπου περνούσε σκορπούσε τον τρόμο και τον πανικό, η θερινή αυτή εκστρατεία είχε και μειονεκτήματα.

Η εποχή – λόγω της μεγάλης ζέστης – δυσχέραινε τη μετακίνησή του και τη μεταφορά των πυροβόλων μέσα από τα δύσβατα ορεινά στενά, ενώ επίσης δεν ήταν εύκολος ο ανεφοδιασμός και η τροφοδοσία του. Από την άλλη όμως πλευρά, η γνωστή διαμάχη μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών, η αδυναμία συντονισμού της κεντρικής διοίκησης με τα τοπικά πολιτικά σώματα και η έλλειψη οικονομικών πόρων ήταν ανασταλτικοί παράγοντες.

Έτσι, ο Δράμαλης μέσω Μεγαρίδας στις 6 Ιουλίου έφθασε ανενόχλητος στην Κόρινθο. Την προηγούμενη νύχτα οι τρομοκρατημένοι κάτοικοι είχαν εκκενώσει την πόλη και δυο μέρες αργότερα ο Ακροκόρινθος (τον οποίο οι Έλληνες είχαν καταλάβει από τον Ιανουάριο) έπεφτε στα χέρια του εχθρού. Το κάστρο, που είχε φρουρά 300 στρατιωτών υπό τον Αχιλλέα Θεοδωρίδη, πολλά πολεμοφόδια και τρόφιμα, εγκαταλείφθηκε ανυπεράσπιστο, αφού πρώτα σκοτώθηκε ο εκεί φυλακισμένος Κιαμήλ μπέης. Η απώλεια αποδόθηκε στο φρούραρχο Θεοδωρίδη, που φυλακίστηκε στη μονή Καστριού Ερμιόνης.

Στην Κόρινθο ο Δράμαλης παρέμεινε τρεις ημέρες και συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο, στο οποίο συμμετείχε και ο Γιουσούφ πασάς της Πάτρας. Ο τελευταίος πρότεινε τη διαίρεση του στρα­τού, προκειμένου να καταληφθούν ταυτόχρονα η Αχαΐα και η Αργολίδα, και στη συνέχεια η Τρίπολη. Επίσης, κατά τον Γιουσούφ, ήταν σκόπιμο να γίνει η Κόρινθος βάση ανεφοδιασμού.

Ο Δράμαλης όμως, παρακινημένος από τη μέχρι τότε ανεμπόδιστη πορεία του, αποφάσισε να συνεχίσει αμέσως και με όλο το στρατό του. Στις 12 Ιουλίου ήταν έξω από το Άργος, αφού πρώτα είχε αναγγείλει την άφιξή του στην εξαντλημένη τουρκική φρουρά του Ναυπλίου, που ήταν έτοιμη να παραδοθεί. Η είδηση ότι οι Τούρκοι είναι προ των πυλών προξένησε τέτοιο πανικό στους κατοίκους του Άργους, που έσπευσαν να εγκαταλείψουν την πόλη.

Ακόμη και τα περισσότερα μέλη του Εκτελε­στικού και Βουλευτικού Σώματος διέφυγαν με πλοία, εκτός από ελάχιστους (μεταξύ αυτών ο αντιπρόεδρος του Εκτελεστικού, Αθανάσιος Κανακάρης), που φρόντισαν για τη διάσωση των αρχείων της κυβέρνησης. Για τη συμπεριφορά αυτή των πολιτικών ο Κολοκοτρώνης σημειώνει στα απομνημονεύματά του:

 «Το Βουλευτικό και το Εκτελεστικό δεν είχε καμμίαν δύναμιν, ούτε ε­νήργησε τίποτες εις αυτήν την περίστασιν. Ο Κανακάρης έλεγε: «Τα αρχεία ας γλυτώσωμε και το έθνος ας πάγη»».

Στο Άργος είχε επίσης συγκεντρωθεί ο δημόσιος θησαυρός, για να χρη­σιμεύσει στις πολεμικές ανάγκες. Αντί όμως να καταλήξει στο δημόσιο ταμείο, τον οικειοποιήθηκαν ορισμένοι ιδιώτες.

Προσωπογραφία Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Karl Krazeisen, 1828.

Την κατάσταση έσωσε τότε η ψυχραιμία και η στρατηγική σκέψη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, που εκείνες τις μέρες βρισκόταν στην Τρίπολη. Η Πελοποννησιακή Γερουσία και οι πρόκριτοι ζήτησαν τη συνδρομή του. Ο Κολοκοτρώνης ανταποκρίθηκε άμεσα και κάλεσε σε επιστράτευση όλους τους άνδρες ηλικίας 18-60 ετών, παίρνοντας αυστηρά μέτρα κατά της λιποταξίας, ενώ παράλληλα φρόντισε για την αποστολή τροφίμων και πολεμοφοδίων. Επίσης διέταξε να κάψουν όλη τη σοδειά του κάμπου του Άργους, για να επιδεινωθεί η κατάσταση του τουρκικού στρατού, που βρισκόταν μακριά από τις βάσεις ανεφοδιασμού του. Πιστεύοντας ότι ο στόχος του Δράμαλη ήταν η Τρίπολη, φρόντισε να κλειστούν όλες οι διαβάσεις προς εκεί και δημιουργήθηκε στρατόπεδο στους Μύλους (έξω από το Άργος) με 2.000 άνδρες. Για αντιπερισπασμό, φρόντισε για την κατάληψη της ακρόπολης του Άργους, της λεγόμενης «Λάρισας». Όταν ο Δράμαλης έφθασε στις 13 Ιουλίου, άρχισε την πολιορκία της νομίζοντας ότι εκεί ήταν αποθηκευμένα τα τρόφιμα.

Έπειτα από αυτή την καθυστέρηση ο εχθρικός στρατός βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση λόγω έλλειψης νερού και τροφών. Δεδομένου ότι ο τουρκικός στόλος δεν είχε αφιχθεί στον Αργολικό κόλπο, ο Δράμαλης δεν είχε άλλη διέξοδο και αποφάσισε να επιστρέψει στην Κόρινθο. Οι αναμενόμενες ενισχύσεις από Λάρισα ήταν αδύνατο να έλθουν, αφού τα στενά της Μεγαρίδας φυλάγονταν από τους Βιλιώτες και Περαχωρίτες, ενώ βορειότερα ο Οδυσσέας Ανδρούτσος ήταν έτοιμος να αποκόψει τον εφοδιασμό από Λαμία και Λάρισα. Προτού υποχωρήσει ο Δράμαλης, προσπάθησε μάταια να παραπλανήσει τους Έλληνες ότι δήθεν θα προχωρούσε προς Τρίπολη.

Ο Κολοκοτρώνης, αντιλαμβανόμενος τη δεινή θέση του εχθρού και παραμερίζοντας τις επιφυλάξεις του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και άλλων οπλαρχηγών, έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιό του. Ο ίδιος θα καταλάμβανε τα Δερβενάκια, ενώ οι άλλοι οπλαρχηγοί θα έμεναν στις θέσεις τους σε περίπτωση που ο Δράμαλης συνέχιζε προς Τρίπολη. Ο Κολοκοτρώνης με 2.500 άνδρες κατευθύνθηκε στον Άγιο Γεώργιο Νεμέας (ΒΔ του στενού των Δερβενακίων), προκειμένου να αποκλείσει τις διαβάσεις. Τέσσερις δρόμοι οδηγούσαν προς Κόρινθο. Ο πρώτος, του Αγίου Γεωργίου, ομαλότερος αλλά μακρύτερος: μετά το Φίχτι έκλινε δυτι­κά προς Άγιο Γεώργιο, από κει προς πεδιάδα Κουρτέσας και Κόρινθο.

Ο δεύτερος, του Δερβενακίου ή «Αφεντικός»: βόρεια του χωριού Φίχτι άρχιζε το στενό του Δερβενακίου, περνούσε από τη ρεματιά ανάμεσα στις Χρυσοκουμαριές (δυτι­κά) και τον Ανεμόμυλο (ανατολικά) και μετά άρχιζε φαράγγι που κατέληγε στο Χάνι του Ανέστη έχοντας αριστερά το Αγριλόβουνο και δεξιά την Παναγόρραχη. Στο νότιο στόμιο της χαράδρας βρισκόταν το Παληόχανο. Ο «αφεντικός» αυτός δρόμος, λιθόστρωτος στα περισσότερα σημεία του, ήταν πολύ συνηθισμένος εκείνη την εποχή.

Ο τρίτος δρόμος, του Αγίου Σώστη (επίσης πολυσύχναστος): άρχιζε από το Χαρβάτι (Μυκήνες), περνούσε από την Παναγόρραχη και τη δυτική πλευρά του Τρίκορφου, συνέχιζε στη μονή Αγ. Σώστη και οδηγούσε στην Κουρτέσα. Ήταν μεν συντομότερος του Δερβενακίου, αλλά έφθανε σε μεγαλύτερο ύψος.

Ο τέταρτος και συντομότερος, του Αγιονορίου (αρχ. «Κοντοπορεία»): περνούσε από το Μπερμπάτι (Πρόσυμνα), διακλαδωνόταν στο Στεφάνι και από εκεί μέσω της κλεισούρας Αγιονορίου έφθανε στην Κλένια.

 

Η εκστρατεία του Δράμαλη στην πεδιάδα του Άργους, Αλέξανδρος Ησαΐας

 

Ο Κολοκοτρώνης, αδυνατώντας να αποκλείσει τις διαβάσεις, κατέλαβε ο ίδιος με 800 άνδρες τις Χρυσοκουμαριές, ενώ έστειλε 700 άνδρες υπό τον Γεώργιο Δημητρακόπουλο στο Αργιλόβουνο, 700 υπό τον Αντώνη Κολοκοτρώνη κ.ά. στην Παναγόρραχη, 150 υπό τον παπα-Δημήτρη Χρυσοβιτσιώτη στο χωριό Ζαχαριά. Για να αποτρέψει τον εχθρό να στραφεί προς τον Αγ. Γεώρ­γιο, τοποθέτησε μεταξύ Αγ. Γεωργίου και Δερβενακίου ένα ψευδοστράτευμα με ζώα, κάπες και φέσια αγωνιστών, που από μακριά έμοιαζαν με ισχυρό συγκεντρωμένο στράτευμα. Παράλληλα ζήτησε από τους Πλαπούτα, Παπανίκα, Νικητα­ρά και τους Φλεσσαίους να έλθουν για ενίσχυση.

Το μεσημέρι της 26ης Ιουλίου η εμπροσθοφυλακή των Τούρκων έφθασε στη θέση Παληόχανο, αλλά ο Κολοκοτρώνης τους άφησε να προχω­ρούν ανυποψίαστοι μέχρι την άφιξη και του υπόλοιπου στρατού. Όταν πλέον το κύριο σώμα του εχθρού είχε εμφανιστεί, διατάχθηκε επίθεση, με αποτέλεσμα οι Τούρκοι να τραπούν προς τον Αγ. Σώστη.

Νικήτας, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, A. Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Εκεί δεν είχε φθάσει ακόμη ο Νικηταράς και αρκετοί πεζοί και ιππείς πέρασαν στην Κουρτέσα. Οι υπόλοιποι καταδιώχθηκαν ανελέητα από τους άνδρες που βρίσκονταν στην Παναγόρραχη, το Αγριλόβουνο και τις Χρυσοκουμαριές. Ο Αντ. Κολοκοτρώνης τους εμπόδισε να στραφούν προς την Παναγόρραχη (απ’ όπου θα διασώζονταν προς την Κουρτέσα) και τους έστρεφε προς τη μονή Αγ. Σώστη, ελπίζοντας ότι εκεί τους περίμενε ο Νικηταράς. Παράλληλα ο Κολοκοτρώνης διέταξε τον Δημητρακόπουλο να αφήσει το Αγριλόβουνο και να ενισχύσει τον Αντώνη Κολοκοτρώνη. Όταν τελικά ο Νικηταράς έφθασε μαζί με τους άλλους οπλαρχηγούς στον Αγ. Σώστη, αποκλείστηκαν πλέον όλες οι γύρω οχυρές διαβάσεις και έτσι ελεγχόταν η ζεύξη των μονοπατιών μεταξύ Αγ. Σώστη και Δερβενακίου.

Την ελληνική επίθεση (που κράτησε και μετά τη δύση του Ηλίου) ακολούθησε πανικός και σύγχυση του εχθρού, που οδήγησε σε άτακτη φυγή. Σκηνές φρίκης εκτυλίχθηκαν. Η ρεματιά γέμισε στοιβαγμένους νεκρούς, τραυματίες και ζώα. «Ο βράχος, η λαγκαδιά έγινε ένα από τα κουφάρια», σημειώνει ο Νικηταράς. Η φονική αυτή μάχη είχε μεγάλες απώλειες για τους Τούρκους: περίπου 2.500 – 3.000 νεκρούς και τραυματίες και πάρα πολλά λάφυρα.

Ο Δράμαλης, μπροστά σ’ αυτή την πανωλεθρία, αναγκάστηκε να επιστρέψει και να στρατοπεδεύσει στη Γλυκειά (Τίρυνθα), προετοιμάζοντας την επιστροφή στην Κόρινθο. Ο Κολοκοτρώνης, σίγουρος για τις προθέσεις του εχθρού, συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο στο Δερβενάκι. Αποφασίστηκε η κατάληψη των στενών των Δερβενακίων και Αγιονορίου. Οι Πλαπούτας, Δεληγιάννης και Αντώνης Κολοκοτρώνης θα τοποθετούνταν μέσα στο στενό του Δερβενακίου και οι Νικηταράς, Δημ. Υψηλάντης και Παπαφλέσσας στο Αγιονόρι.

Ο Γιατράκος, επικεφαλής των στρατευμάτων  Κεφαλαρίου, Μύλων και Άργους, στο Χαρβάτι μα­ζί με τους Τσώκρη, Σέκερη κ.ά. Οι οδηγίες ήταν να σπεύσουν όπου θα εμφανιζόταν ο εχθρός. Ο Κολοκοτρώνης έμεινε στο Αγριλόβουνο. Ενώ το σχέδιο ήταν καλό, δεν εφαρμόστηκε πλήρως. Το Χαρβάτι έμεινε αφύλακτο, γιατί ο μεν Γιατράκος καθυστέρησε στους Μύλους περιμένοντας την άδεια της σκιώδους κυβέρνησης για να εκτελέσει τη διαταγή του στρατηγού, οι δε στρατιώτες του Τσώκρη απείθησαν στρεφόμενοι στα τουρκικά λάφυρα της 26ης Ιουλίου.

 

Στα στενά των Δερβενακίων, πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη

 

Ο Δράμαλης αναχώρησε από τη Γλυκειά τα ξημερώματα της 28ης Ιουλίου, χωρίς όμως να ειδοποιηθούν έγκαιρα οι Κολοκοτρώνης και Πλαπούτας. Ο εχθρός μέσα από το αφρούρητο Χαρβάτι έφθασε στο Μπερμπάτι. Από εκεί υπάρχουν δυο δρόμοι προς Αγιονόρι: ο ένας κατ’ ευθείαν, όπου φύλαγαν οι Φλεσσαίοι και ο άλλος μέσα από το Στεφάνι, όπου βρισκόταν ο Νικηταράς. Ο Δράμαλης προτίμησε το δεύτερο. Ο Νικηταράς – αρχικά μόνος του – προσπάθησε να τον αντιμετωπίσει καταλαμβάνοντας επίκαιρες θέσεις στα υψώματα. Οι Τούρκοι δεν άργησαν να βρεθούν ανάμεσα στα δυο πυρά, του Νικηταρά και του Νικήτα Φλέσσα.

Αργότερα διατά­χθηκε ο Πλαπούτας να μεταβεί από το Δερβενάκι στην Κλένια, αλλά οι Τούρκοι είχαν πλέον βγει από το Αγιονόρι. Η καταδίωξη διήρκεσε έξι ώρες και συμμετείχαν χωρικοί, ακόμη και γυναίκες του Αγιονορίου, πετώντας βράχια από το βουνό. Τα πλούσια λάφυρα, που άφηναν πίσω τους οι Τούρ­κοι, ανέκοψαν την ορμή της καταδίωξης, στην οποία όμως επέμεινε με λίγους άνδρες ο Νικηταράς. Ο Δράμαλης μόλις διασώθηκε, έχοντας χάσει το ένα πέμπτο της αρχικής του δύναμης, πάρα πολλά πολεμοφόδια και μεταγωγικά μέσα.

Η συντριβή της στρατιάς του στα Δερβενάκια και στο Αγιονόρι έσωσε την Επανάσταση στην Πελοπόννησο και – όπως συνηθίζεται – έμεινε ως θρύλος στη λαϊκή μνήμη. Ο Κολοκοτρώνης, ως εμπνευστής της διπλής νίκης (στην οποία συνέβαλαν ο Νικηταράς και άλλοι οπλαρχηγοί), απέκτησε μεγάλο κύρος και αναδείχθηκε αρχηγός των στρατιωτικών δυνάμεων. Λίγο αργότερα του επιφυλάχτηκε από το λαό θερμή υποδοχή στην Τρίπολη, προκαλώντας το φθόνο των πολιτικών και αρχόντων, οι οποίοι ένιωθαν την «προ αμνημονεύτων ετών» εξουσία τους αποδυναμωμένη, ενώ ο Δράμαλης το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου πέθανε από τη λύπη του στην Κόρινθο.

 

Αννίτα Ν. Πρασσά

δρ Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, προϊσταμένη

Γενικών Αρχείων Κράτους Ν. Μαγνησίας

 

Βιβλιογραφία


  • Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, Η καταστροφή του Δράμαλη, Τρίπολις, 1913.
  • Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, «Ιωάννου Φιλήμονος, Προκαταρκικαί αιτίαι της εισβολής των εχθρών εις Πελοπόννησον (1822)», Μνημοσύνη, τ. Θ΄ (1982-1984), σ. 3-56.
  • Απομνημονεύματα, Αθήναι (1957) τ. Β’. Ευάγγελος Ζαμάνος, Η εκστρατεία του Δράμαλη υπό το φως ιστορικοστρατιωτικής ερεύνης, Αθήναι 1964.
  • Νικόλαος Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, εισαγ. – σημ.: Γ. Βλαχογιάννης, Αθήναι 1940, τ. Β’.
  • Θεόδ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής Φυλής, (φωτομ. επανέκδ.), εισαγ.-ευρετ. – επιμ.: Τ. Αθ. Γριτσόπουλος, Αθήναι 1981.
  • Νικ. Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, Αθήναι 1851, τ. Α’.
  • Σπυρ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1861, τ. Β’.
  • Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, Αθήναι 1839, τ. Β’.
  • Φώτιος Χρυσανθακόπουλος (Φωτάκος), Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1899, τ. Α’.
  • Κριτική αποτίμηση των απομνημονευμάτων του Αγώνα, βλ. Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, «Ιστοριογραφία του Αγώνος», Μνημοσύνη, τ. Γ’ (1970-1971), σ. 33-253.

 

Πηγή


 

  •  Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Οι μεγάλες μάχες του 1821 », τεύχος 278, 24 Μαρτίου 2005.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Φαρμακίδης Θεόκλητος (1784-1860) 


  

Κληρικός, θεολόγος και συγγραφέας (1784-1860), ένας από τους εκδότες του Λογίου Ερμή. Δίδαξε στην Ιόνιο Ακαδημία (1823-1825), και διετέλεσε διευθυντής του Εθνικού Τυπογραφείου και της Επισήμου Εφημερίδος, έφορος του Ορφανοτροφείου της Αίγινας (1832), καθηγητής στο Πανεπιστήμιο και γραμματέας της Ιεράς Συνόδου (1833). Ήταν υπέρμαχος της κήρυξης του Αυτοκεφάλου της ελληνικής Εκκλησίας.

 

Θεόκλητος Φαρμακίδης, χαλκογραφία.

Θεόκλητος Φαρμακίδης, κατά κόσμον Θεοχάρης Φαρμακίδης. Γεννήθηκε στο Νεμπεγλέρ (Νίκαια) της Λάρισας στις 25 Ιανουαρίου 1784. Στη γενέτειρά του διδάχτηκε τα πρώτα γράμματα, πιθανότατα από κάποιο ιερωμένο και σε ηλικία 17 χρονών μετά τον θάνατο τον γονέων του, το 1800, αναχώρησε για τη Λάρισα. Εκεί διδάχτηκε στοιχεία αρχαίων ελληνικών και το 1802 χειροτονήθηκε διάκονος οπότε μετασχημάτισε το βαπτιστικό του όνομα θεοχάρης, σε Θεόκλητος.

Στη συνέχεια φοίτησε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή (1804-1806), στη Σχολή των Κυδωνιών και στην Ακαδημία του Ιασίου (1806-1811) στο Βουκουρέστι όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, καθώς και στη Βιέννη (1811-1818) συμπληρώνοντας τη φιλολογική του μόρφωση – έμαθε λατινικά, γαλλικά και γερμανικά. Γίνεται υπεφημέριος (1811) στο ναό Αγίου Γεωργίου της Βιέννης, θέση που κατείχαν στο παρελθόν ο Νεόφυτος Δούκας και ο Άνθιμος Γαζής˙αρχίζει τη μετάφραση από τα λατινικά της τετράτομης εγκυκλοπαίδειας του Φ. Γιάκομπς, έργο που εκδοθεί στην Κέρκυρα το 1928. Από το 1816 έως το 1818 συνέχισε την έκδοση του περιοδικού Λόγιος Ερμής. Το 1817 υποβάλει παραίτηση από τη θέση του υπεφημέριου του Αγίου Γεωργίου, εξαιτίας του πολέμου που υφίσταται από τα μέλη της ελληνικής κοινότητας της Βιέννης για τα γραφόμενα του «Λόγιου Ερμή».   Υπήρξε μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ενώ ο φιλέλληνας λόρδος Γκίλφορντ του κάλυψε τις δαπάνες των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν (Γοττίγκη) στη Γερμανία το 1819.

Μετά την έναρξη της Επανάστασης ήρθε στην Ελλάδα και τον Αύγουστο του 1821 στην Καλα­μάτα εξέδωσε, με την υποστήριξη του Δημητρίου Υψηλάντη, την πρώτη ελληνική εφημερίδα που κυκλοφόρησε σε ελλαδικό έδαφος. Ήταν χειρόγραφη και έφερε τον τίτλο Ελληνική Σάλπιγξ. Εκδόθηκαν μόνο τρία φύλλα της εφημερίδας, επειδή ο Φαρμακίδης αρνήθηκε να υποταχθεί στις επιταγές της λογοκρισίας που είχε επιβάλει η επαναστατική κυβέρνηση.

Έλαβε μέρος στις δύο πρώτες εθνοσυνε­λεύσεις, διορίστηκε μέλος του Αρείου Πάγου Ανατολικής Ελλάδος, έφορος της Παιδείας και της Ηθικής Ανατροφής των Παίδων και δίδαξε το διάστημα 1823-1825 στην Ιόνιο Ακαδημία.

Το 1825 διορίστηκε από την κυβέρνηση αρχισυ­ντάκτης της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος, επίσημης εφημερίδας της ελληνικής διοίκησης στο Ναύπλιο. Ο Φαρμακίδης θα επιβάλει φιλελεύθερη γραμμή στα πρότυπα των παραδόσεων του Διαφωτισμού, γεγονός που θα προκαλέσει τη σύγκρουσή του με τους πολίτικους (Σπ. Τρικούπης), γι΄ αυτό και θα αντικατασταθεί.

Όντας υποστηρικτής του Αγγλικού Κόμματος του Μαυροκορδάτου, διαφώνησε εξαρχής με τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, τον οποίο θεωρούσε όργανο της ρωσικής πολιτικής. Η κυ­βερνητική λογοκρισία ανακάλυψε επιστολή του με επικριτικό περιεχόμενο για το πρόσωπο του κυβερνήτη και γι’ αυτόν το λόγο δικάστηκε και φυλακίστηκε. Το 1832 ορίζεται  έφορος του κεντρικού σχολείου στην Αίγινα.

Θεόκλητος Φαρμακίδης, ελαιογραφία, 1858.

Μετά την δολοφονία του Καποδίστρια έγινε σύμβουλος της αυλής του Όθωνα επί εκκλησιαστικών θεμάτων. Από τη θέση αυτή ο Φαρμακίδης πρότεινε στον Μάουρερ το αυτοκέφαλον της Ελληνικής Εκκλησίας και την ανεξαρτησία της από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο τελικώς επιβλήθηκε με το Διάταγμα της 23ης Ιουλίου/4ης Αυγούστου 1833.  Η φιλελεύθερη αυτή θέση του πήγαζε από την πεποίθηση πως σκοπός της επανάστασης ήταν η αποτίναξη της οθωμανικής τυραννίας και επομένως η πατριαρχική εξουσία θα εγκυμονούσε κινδύνους επεμβάσεως στα εσωτερικά ζητήματα του νέου κράτους.

Οι συντηρητικοί εκκλησιαστικοί κύκλοι, που ανήκαν στο ρωσικό κόμμα (το οποίο υποστήριζε το ενιαίο εκκλησιαστικό κέντρο, επί τη βάσει των πανσλαβιστικών σχεδίων της Ρωσικής Αυτοκρατορίας) αντέδρασαν εναντίον του ασκώντας του εντονότατη πολεμική για πάνω από δύο δεκαετίες. Επικεφαλής αυτών των κύκλων υπήρξε ο κληρικός Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, έμμισθος σύμβουλος των Ρώσων και κύρια όργανά του η εφημερίδα «Αιών» και το περιοδικό «Ευαγγελική Σάλπιγξ».

Το 1833 διορίστηκε γραμματέας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας του βασιλείου της Ελλάδας (όπως ονομαζόταν τότε η Εκκλησία της Ελλάδας) και το 1837 του δόθηκε η θέση του τακτικού καθηγητή θεολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Υπήρξε στενός φίλος του άλλου μεγάλου διαφωτιστή Θεόφιλου Καΐρη. Είχε την άποψη ότι η Αγία Γραφή έπρεπε να μεταγλωττιστεί στην απλοελληνική, ώστε να γίνεται κατανοητή από τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, θέση που είχε ως αποτέλεσμα νέα πολεμική από τους ίδιους συντηρητικούς κύκλους. Κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου, φοβούμενος τη ρωσική επεκτατικότητα τον κίνδυνο του πανσλαβισμού, τις γεωπολιτικές βλέψεις και τα μακραίωνα συμφέροντα της Ρωσίας στα Βαλκάνια, υιοθέτησε ουδετερόφιλη στάση.

Το 1839 μετατίθεται στη  Φιλοσοφική Σχολή, ενώ συγχρόνως παύεται από τη θέση του γραμματέα της Ιεράς Συνόδου. Το 1840 εκδίδει την «Απολογία» του, έργο με το οποίο υπεραμύνεται των ιδεών και των πράξεών του.

Το 1843 επαναδιορίζεται καθηγητής στη Θεολογική Σχολή στην οποία δίδαξε μέχρι τον θάνατό του, ενώ λίγο αργότερα ο Σπ. Τρικούπης τον ορίζει και πάλι γραμματέα της Ιεράς Συνόδου. Το 1850 το Οικουμενικό Πατριαρχείο παραχωρεί την αυτοκεφαλία στην Εκκλησία της Ελλάδος και ο Φαρμακίδης πρωτοστατεί στη νομοθετική ρύθμιση. Εκοιμήθη σε πλήρη ένδεια στην Αθήνα το 1860.

Στα γραπτά του Αναστασίου Γούδα διαβάζουμε ότι το σπίτι του Φαρμακίδη στην Αθήνα τα απογεύματα ήταν γεμάτο κόσμο,  η συναναστροφή δε μαζί του, ήταν ευχάριστη, διασκεδαστική καθώς ο οικοδεσπότης, εκτός των άλλων, συνδύαζε ευφράδεια λόγου και πνεύματος. Ξεχωριστή αναφορά γίνεται στην αφιλοχρηματία του Φαρμακίδη για την οποία ο βιογράφος καταθέτει προσωπικές και άμεσες μαρτυρίες, καθώς σε πάρα πολλές περιπτώσεις διαθέτει τα χρήματά του για την θεραπεία απόκληρων και καταφρονεμένων. Τα λίγα χρήματα που από το μισθό του κρατούσε για τον εαυτό του, τα διέθετε για την αγορά βιβλίων.

Ιδιαίτερα ταπεινός στο φρόνημα, ώστε και όταν ακόμη του προσφέρθηκε ο «Μεγαλόσταυρος του Σωτήρος» ως αναγνώριση των υπηρεσιών του στο έθνος, ο Φαρμακίδης αρνήθηκε να τον παραλάβει λέγοντας:

« Εάν τι καλόν έπραξα, το εμόν καθήκον εξετέλεσα

Ικανή δε μοι έσεται αμοιβή η συνείδησις, ότι εξεπλήρωσα τούτο».

 

Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης μεταξύ άλλων συνέγραψε:

«Στοιχεία ελληνικής γλώσσης», τ. 4, Βιέννη,  1815 – 1818

«Χρηστομάθεια ελληνική», τ. 3,  Αθήναι, 1837

«Περί Ζαχαρίου υιού Βαραχίου», Αθήναι,1838

«Ο ψευδώνυμος Γερμανός», Αθήναι, 1838

«Απολογία», Αθήναι, 1840

«Η Καινή Διαθήκη μετά Υπομνημάτων αρχαίων», τ. 7, Αθήναι, 1842 – 1845

«Ο Συνοδικός Τόμος ή περί αληθείας», Αθήναι, 1852

 

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας και ο Φαρμακίδης», τεύχος 38, 6 Ιουλίου 2000.
  •  Πάπυρος – Λαρούς, «Γενική Παγκόσμιος Εγκυκλοπαίδεια », Τόμος 12ος , Αθήναι, 1963.
  •  Αναστάσιος Ν. Γούδας, «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», 1866 – 1870.

 

Διαβάστε ακόμη:

Η δίκη του Θεόκλητου Φαρμακίδη (1829 – 1830)

Read Full Post »

Ύδρα


 

Τόπος και ιστορική προσέγγιση

 

Η Ύδρα, βραχώδες άγονο νησί, εκτείνεται κατά μήκος της Αργολικής χερ­σονήσου από την οποία απέχει περί τα έξι ναυτικά μίλια προς Νότο. Το μήκος της από Α προς Δ φθάνει τα 20 χλμ., το δε πλάτος της ποι­κίλλει από 1 1/2 έως 6 χλμ. (συνολικό εμβαδόν 52 τετρ. χλμ.). Το ορεινό του τόπου, με τη συνεχή παράθεση απότομων βράχων και με υψηλότερο βουνό το Έρε (υψ. 592 μ.), η φυ­σική επομένως αυτή ευκολία για αμυντική οχύρωση, καθόρισε και την ιστορική πορεία του νησιού δια μέσου των αιώνων.

Χάρτης της Ύδρας σχεδιασμένος από τον γεωγράφο Αντώνιο Μηλιαράκη (19ος αιώνας)

Παρότι η αρχή της εποίκισης στο νησί, σύμφωνα με τα αρχαιολογικά δεδομένα (επιφα­νειακά ευρήματα, θραύσματα αγγείων, κατάλοιπα οικισμού στη θέση Επισκοπή κ.λπ.), ανάγεται στους πολύ προ της ομηρικής περιόδου χρόνους, ήδη δηλαδή στην Ύστερη Νεο­λιθική εποχή (3000 – 2600 π.Χ.), η Ύδρα φαίνεται ότι δεν κατάφερε, στους αιώνες που ακολούθησαν, να εξελιχθεί σε τόπο κοινωνικά και ιστορικά συγκροτημένο.

Κατά την πρώιμη αρχαιότητα ο ιστορικός της ρόλος εξακολουθεί να παραμένει ασήμα­ντος: το πιθανότερο είναι να υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, πανίσχυρου τότε, Βασιλείου των Μυκηνών (Ομήρου Ιλιάς, στ. 100-109) από το οποίο γύρω στα 560 π.Χ. περιήλθε αρ­χικά στους Ερμιονείς μέχρι το 525 π.Χ. οπότε, σύμφωνα με ιστορική μαρτυρία του Ηροδό­του, αγοράστηκε «αντί εκατό ταλάντων» από Σάμιους πολιτικούς φυγάδες για να παραδο­θεί αργότερα από αυτούς στους Τροιζηνίους που επιμόνως επιζητούσαν την κατοχή της κυρίως για λόγους καλλιέργειας και βοσκής των αιγοπροβάτων τους.

Η Υδρέα λοιπόν, όπως την ονομάζει ο Ηρόδοτος, γίνεται γρήγορα τόπος εγκατάστασης και διαμονής Δρυόπων αγροτών, βοσκών και ψαράδων, ανθρώπων σκληροτράχηλων χωρίς ιδιαίτερες φιλοδοξίες και αναζητήσεις πέραν των στενών ορίων του τόπου τους. Ιστορικοί της αρχαιότητας σπανίως κάνουν μνεία του ονόματός της: μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται ο Ηρόδοτος (Γ’ 19), ο Γεωγράφος Πτολεμαίος (Δ’ 3.34), ο περιηγητής Παυσανίας (Β’ 43,9) και οι λεξικογράφοι Στέφανος ο Βυζάντιος (6ος αι. π.Χ.) και Ησύχιος (5ος αι. π.Χ.). Έως και τον 18ο αιώνα μ.Χ. την συναντάμε με το όνομά της παραλλαγμένο σε Sidra, Cidia, Uder, Sidre, Sidera, Sidero και Νύδρα ενώ δεν έχει ακόμη οριστικά διευκρινιστεί ο χρόνος καθιέρωσης του νησιού με το σημερινό του όνομα καθώς και η ετυμολογία του ονόματος Ύδρα.

 

Βυζαντινοί χρόνοι μεσαίωνας

 

Χωρίς ιδιαίτερη ιστορική παρουσία η Ύδρα στη μεσαιωνική περίοδο, φθάνει έτσι ασήμα­ντη μέχρι και τους πρώτους μεταβυζαντινούς χρόνους, ακολουθώντας την τύχη κοντινών μεγάλων πόλεων στων οποίων τη δικαιοδοσία ανήκε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Πολιτι­κά και πολιτιστικά πρέπει να σημειωθεί ότι της ανήκε (όπως και σήμερα άλλωστε) η γει­τονική νήσος του Δοκού, η Απεροπία των αρχαίων.

 

15ος αιώνας

 

Οι απαρχές του 15ου αιώνα βρίσκουν την Ύδρα, αθόρυβη πάντα ιστορικά, κατοικημένη από λίγες γεωργικές και ποιμενικές οικογένειες. Από το 1460 ωστόσο και εξής αρχίζει η πρώτη έντονη εποικιστική κίνηση και η εγκατάσταση στην Ύδρα Αλβανών φυγάδων, οι οποίοι πολεμώντας ως «stradioti» στο πλευρό των Ενετών κατά τη διάρκεια του δεκα­εξάχρονου Ενετοτουρκικού πολέμου (1463-1479), κυνηγημένοι από την πολεμική λαίλαπα των ορδών του Τούρκου Σουλτάνου Μωάμεθ Β’ του Πορθητού και ανήμποροι να υπερασπιστούν την ήδη κατακτημένη από τους Οθωμανούς Πελοπόννησο, βρίσκουν, μετά από εναγώνια αναζήτηση, εγκατάσταση και σωτηρία σε τόπους κοντινούς, ορεινούς και δυσπρόσιτους, όπως την Ύδρα. Είναι ακριβώς η εποχή που αρχίζει η ανοικοδόμηση και η δη­μιουργία της σημερινής πόλης της Ύδρας με πρώτο οικιστικό πυρήνα της τον λόφο της Κιάφας, προφανώς για λόγους ασφάλειας των κατοίκων από πιθανούς επιδρομείς πειρατές (αλβανικά κιάφα = κεφαλή ή κορυφή).

 

16ος – 17ος αιώνας

 

Εν τω μεταξύ ο πολεμικός αναβρασμός στις περισσότερες ελληνικές περιοχές σε συνδυα­σμό με την εμφάνιση της πειρατείας στη Μεσόγειο συμβάλλουν στη δημιουργία ακόμη εντονότερου εσωτερικού εποικισμού. Στα χρόνια που ακολουθούν η Ύδρα δέχεται κατά διαστήματα εποικίσεις διαφόρων οικογενειών, κυρίως ελληνικών, από την Ήπειρο (οικογέ­νεια Λαζάρου και Ζέρβα μετέπειτα Κοκκίνη και Κουντουριώτη), από την Κύθνο (οικογέ­νεια Μπαρού μετέπειτα Ραφαλιά, οικογένειες Νέγκα, Γκίκα, Γκούμα), από τα Βουρλά της Σμύρνης (οικογένεια Γιακουμάκη μετέπειτα Τομπάζη), από την Εύβοια (οικογένεια Βώκου μετέπειτα Μιαούλη, οικογένειες Κριεζή, Μπουντούρη), από το Κρανίδι (οικογένεια Τσαμα­δού), από την Επίδαυρο (οικογένεια Οικονόμου) και από πλήθος άλλες ελληνικές περιοχές.

 

18ος αιώνας

 

 Ένα νέο εποικιστικό κύμα έρχεται να εισβάλει στο νησί κατά τη διάρκεια των Ενετοτουρκικών (1700-1715) και του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1768-1774) ενώ έως και την περίοδο που ξεσπά η Επανάσταση και ιδιαίτερα κατά τη διάρκειά της, η Ύδρα δέχε­ται διαρκώς εποίκους εξαιτίας της συνεχούς κοινωνικής και πολιτιστικής της ανέλιξης. Γί­νεται συνεπώς πλήρως κατανοητό, γιατί η στιγμή της έναρξης του αγώνα στα 1821 βρήκε το μικρό και μέχρι πρότινος ασήμαντο αυτό νησί του Αργοσαρωνικού, να αριθμεί περί τους 27.000 κατοίκους. Η δημογραφική αυτή «επανάσταση» είχε ασφαλώς τις θετικές και τις αρνητικές της συνέπειες όσον αφορά την εξέλιξη της υδραϊκής κοινωνικής πορείας: από τις θετικότερες υπήρξαν η προώθηση της ανάπτυξης του εμπορίου και – κυριότατα – η ανά­πτυξη και η αλματώδης εξέλιξη της ναυτιλίας στην Ύδρα.

 

Άποψη της Ύδρας στα τέλη του 18ου αιώνα. Castellan “Lettres sur la Morée”, Paris 1808.

 

Ναυτιλία – Εμπόριο

 

Με την παραχώρηση ειδικών ναυτικών προνομίων από τους Οθωμανούς, η Ύδρα γνώρι­σε πράγματι μεγάλη άνθηση στον τομέα της ναυτιλίας και – συνεπακόλουθα αυτής – του εμπορίου: με τις κατασκευές των πρώτων μεγάλων πλοίων, των «λατινάδικων», χωρητικότητας 150-200 τόννων και αργότερα των «βρικιών» (παρώνων) και των «βρικογολεττών», πιο προσαρμοσμένων αυτών στις ανάγκες της Ανατολικής Μεσογείου, χωρητικότη­τας 250-300 τόννων και άνω, οι Υδραίοι, όπως άλλωστε και οι Σπετσιώτες, οι Ψαριανοί και οι Κασιώτες και άλλοι τολμηροί νησιώτες, κυριάρχησαν στις θάλασσες φθάνοντας στο απόγαιο της εμπορικής τους δραστηριότητας, γεγονός στο οποίο συνέβαλε τα μέγιστα και η Ρωσοτουρκική Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774) η οποία τους εξασφάλιζε την ελεύθερη ανά τη Μεσόγειο ναυσιπλοΐα  υπό την προστασία της Ρωσικής σημαίας.

Οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι που ακολούθησαν τη Γαλλική Επανάσταση του 1789, δίνουν στην Ύδρα την τελευταία μεγάλη εμπορική «ευκαιρία»: Υδραίοι καραβοκύρηδες, εκμεταλ­λευόμενοι την αδυναμία ενασχόλησης των εμπόλεμων Δυτικοευρωπαίων με το εμπόριο, λόγω του αποκλεισμού των λιμανιών της Δυτικής Μεσογείου από τους Άγγλους, τα τροφο­δοτούν κρυφά με σιτάρι και άλλα αγαθά με αποτέλεσμα οι δυνατότητες εύκολου και άμε­σου πλουτισμού να τους καταστήσουν σύντομα «κυρίαρχους του εμπορικού παιχνιδιού».

 

Οικονομία

 

Η υδραϊκή κοινωνία αποκτά αμύθητα κέρδη που αρχίζουν να συσσωρεύονται ελλείψει άλλου χώρου – και όπως η παράδοση θέλει – ακόμα και στις στέρνες των μεγάλων αρχο­ντικών του νησιού. Η ευπορία αυτή ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο από την παραχώ­ρηση σημαντικών προνομίων εκ μέρους της Υψηλής Πύλης: ήδη από το 1778 ο Σουλτάνος Αβδούλ Χαμήτ παραχωρούσε με ειδικό διάταγμα το προνόμιο της αυτοδιοί­κησης στην Ύδρα σε ένδειξη αναγνώρισης των υπηρεσιών που είχε προσφέρει ο αποτελούμενος από 32 πλοία υδραϊκός στόλος που είχε συστρατευθεί με τον οθωμανικό για την ανάκτηση της Κριμαίας.

Έκτοτε είναι γνωστή η παντελής απουσία Τούρκων από την Ύδρα: η Κοινότητα εισέπραττε τους καθορισμένους δημόσιους φόρους και τους απέδιδε στον Τούρκο φοροεισπράκτορα ο οποίος όμως επιτρεπόταν να μείνει στο νησί για ορισμένο (ελάχιστο) χρόνο σε ορισμένο τόπο και πάντως όχι εντός της πόλης. Σε αντάλλαγμα, η Κοινότητα της Ύδρας ήταν υποχρεωμένη να αποστέλλει ανά εξάμηνο ορισμένο αριθμό ναυ­τών «μελλάχηδες» οι οποίοι προσέφεραν την πλήρη εμπειριών γνώση τους και τις υπηρε­σίες τους στον οθωμανικό στόλο. Τη μισθοδοσία των μελλάχηδων καθώς και τα έξοδα απο­στολής πλοίων, τα οποία επίσης ήταν υποχρεωμένοι οι Υδραίοι να στέλνουν προς ενίσχυση του οθωμανικού στόλου, αναλάμβανε η υδραϊκή Κοινότητα.

Το κλίμα αυτό της ανεξαρτησίας – απόρροια των προνομίων και της αυτοδιοίκησης του νησιού – καλλιέργησε το έδαφος για την κατοπινή μεγαλειώδη προσφορά των Υδραίων στον Ιερό Αγώνα δίνοντάς τους την ευκαιρία να προετοιμάσουν ανενόχλητοι την εθνική τους θυσία.

 

Κοινωνία – Πολιτισμός

 

Είναι η εποχή (τέλη 18ου αι.) που οι υδραίοι «μπερατλήδες» (ειδικά προστατευόμενοι της Υψηλής Πύλης) μεσουρανούν. Στην Ύδρα οικοδομούνται θαυμάσια αρχοντικά, χτισμέ­να με ευρωπαϊκά πρότυπα, και το νησί αποκτά τη σημερινή περίπου οικιστική του εικόνα. Οι υδραίοι έμποροι μαζί με τα προϊόντα τους μεταφέρουν στην Ύδρα τα ευρωπαϊκά επα­ναστατικά μηνύματα των καιρών. Αυτή η «μετάγγιση» ευρωπαϊκών ιδεών και η αναμφίβο­λη επίδραση του δυτικοευρωπαϊκού τρόπου ζωής στην συνεχώς εξελισσόμενη υδραϊκή κοι­νωνία, συνδυασμένες με την οικονομική ευμάρεια των μεγαλοοικοκυραίων προκρίτων αλλά και του απλού λαού της Ύδρας, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις αλματώδους πολιτιστικής ανάπτυξης. Δεν είναι ασφαλώς τυχαία η προσομοίωση της Ύδρας από τον Ιμπραήμ ως «μικρής Αγγλίας».

Η κοινοτική οργάνωση του νησιού υπήρξε από κάθε άποψη αρτιότατη. Η κοινοτική μέρι­μνα για την καλή διαβίωση και την υγεία των υδραίων πολιτών φαίνεται ιδιαίτερα με τη θέσπιση ναυτοϋγειονομικού κανονισμού που αποσκοπούσε στην πρόληψη μετάδοσης λοι­μωδών νοσημάτων στους κατοίκους από τα πληρώματα των πλοίων που προσέγγιζαν το λιμάνι της Ύδρας.

 

Ναυτική Σχολή Ύδρας, 19ος αιώνας.

 

Οι Υδραίοι φροντίζουν ιδιαίτερα για τη μόρφωση των παιδιών τους με την ίδρυση κοινών Σχολείων ήδη από το 1750, στα οποία μετακαλούν σπουδαίους δασκάλους της εποχής (Απόστολο τον Εφέσιο, Επιφάνιο Δημητριάδη, Ιωάννη Μπενιζέλο, Μακάριο Νοταρά, Νεό­φυτο Βάμβα, Άνθιμο Γαζή, Χριστόφορο Παμπούκη, Δημήτριο και Κωνσταντίνο Νούλα κ.ά) για την εκμάθηση όχι μόνον της ελληνικής αλλά και της ιταλικής και της γαλλικής γλώσσας. Τα Υδραιόπουλα συνάμα στέλνονταν πολύ συχνά από τους γονείς τους για σπουδές σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Στην Ύδρα θεμελιώνεται το 1800 η πρώτη Ναυτική Σχολή στην Ελλάδα (η οποία λειτουργεί μέχρι σήμερα), για την εκπαίδευση των νέων υδραίων ναυτικών, των κατοπι­νών μεγάλων ναυμάχων.

 

Τύπος

 

Στην Ύδρα ιδρύεται ακόμη το πρώτο αυτοσχέδιο τυπογραφείο του Ελβετού φιλέλληνα Wazer με την φροντίδα των αδελφών Τομπάζη στο οποίο τυπώνεται από το 1821 η υδραϊκή εφημερίδα «Ελληνικός Καθρέπτης» που έως και το 1824 τροφοδοτεί το ελληνικό αναγνωστικό κοινό με αξιόλογα άρθρα και αυθεντικά ντοκουμέντα για τον ελληνικό ναυτικό αγώνα. Από το 1824 δε, χρονιά κατά την οποία ο μεγάλος φιλέλληνας Ambroise Firmin Diot αποστέλλει στην Ύδρα, «ως δωρεά προς το Έθνος», τυπογραφικά μηχανήματα για την οργάνωση εκσυγχρονισμένου τυ­πογραφείου, αρχίζει η έκδοση μιας σειράς σημαντικών εντύπων και εφημερίδων όπως «Ο Φίλος του Νόμου», εφημερίδα που εξέδιδε ο πολύς Ιωσήφ Κιάπε από το 1824 έως το 1827 (η μακροβιότερη από τις εφημερίδες του Αγώνα).

Στην Ύδρα εκδόθηκε και η «Ανεξάρτητος Εφημερίς της Ελλάδος» με συντάκτη τον Παντελή Κ. Παντελή από το 1827 έως το 1828, όπως και η γαλλόφωνη εβδομαδιαία εφημερίδα «LAbeille Grecque» (Ελληνική Μέλισσα) με συντάκτη επίσης τον Ιωσήφ Κιάπε, από το 1827 έως το 1829, καθώς και η εφημερίδα «Απόλλων» με συντάκτη τον Αναστάσιο Πολυζωΐδη, η οποία υπήρξε από τα ισχυρότερα αντιπολιτευτικά όρ­γανα εναντίον του Καποδίστρια, εκδόθηκε δε από τον Μάρτιο έως τον Οκτώβριο του 1831.

 

Εκκλησία – Διοίκηση

 

Ιδιαίτερα ευλαβείς οι Υδραίοι, απέδιδαν μεγάλη σημασία σε εκκλησιαστικά εν γένει θέματα συμμετέχοντας ενεργά σε κάθε θρησκευτική εκδήλωση του νησιού. Οι αρμοδιότητες του υδραϊκού κλήρου ήσαν πολλές και σημαντικές: οι Υδραίοι ιερείς, υπό την προεδρία του Αρχιεπισκόπου τους πάντοτε, δίκαζαν στο νησί τα αναφυόμενα ζητήματα αστικής φύσεως, συνέτασσαν τα διά­φορα δικαιοπρακτικά έγγραφα, κατάρτιζαν τους φορολογικούς καταλόγους ανά ενορία και με­ριμνούσαν συνήθως για την είσπραξη των φόρων (χαρατσίου, τάνσου, δάτζιου, κουμερκίου κ.λπ.) και την παράδοσή τους στην Κοινότητα. Το νησί έβριθε κυριολεκτικά – σε σχέση με το μέγεθός του – από ναούς, ναΰδρια και μοναστήρια.

 

Το Μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου, τέλη 18ου αιώνα. Castellan “Lettres sur la Morée”, Paris 1808.

 

Πραγματικό όμως «γης ομφαλό» για την Ύδρα απο­τελούσε το ιερό Μοναστήρι των Υδραίων, κτισμένο στα 1643 και αφιερωμένο  στην Κοίμηση της Θεοτόκου, χώρος στο προαύλιο του οποίου, η αγαστή συνεργασία  κλήρου και πολιτείας, επέβαλε τη συνήθεια σύναξης αρχόντων και λαού και λήψης των μεγάλων αποφάσεων. Η κοινωνία των Υδραίων ήταν χωρισμένη σε τρεις κοινωνικές τάξεις: τους προκρίτους – μεγαλοοικοκυραίους, τους πλοιάρχους – καραβοκύρηδες και τον λαό. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα, το νησί διοικείται από τους μεγαλοοικοκυραίους «προκρίτους» των οποίων το έργο στηρίζουν και υποβοηθούν, καθώς προαναφέραμε, οι ιερείς.

 

19ος αιώνας

 

Στα 1802 το διοικητικό σύστημα του νησιού αλλάζει, με την αποστολή στην Ύδρα του ευ­νοούμενου του τότε Καπουδάν Πασά και αρχικυβερνήτη της τουρκικής Ναυαρχίδας, υδραίου Γεωργίου Δήμα Βούλγαρη. Ο Βούλγαρης τοποθετήθηκε από τον Σουλτάνο ως Μπας Κοτζα­μπάσης (Διοικητής) και Ναζίρης (Επόπτης) της Ύδρας και για κάποιο χρονικό διάστημα και του Πόρου και των Σπετσών, με σκοπό να επιβάλει την – ιδιαίτερα στην ‘Υδρα – διασαλευμέ­νη τάξη.

Η συνετή του διοίκηση και η οθωμανική εύνοια στο πρόσωπό του συνετέλεσαν στο να καταφέρει ο Γ. Βούλγαρης, ο «Μπέης», όπως τον αποκαλούσαν οι Υδραίοι, να αναγάγει το νησί σε πρότυπο ευνομούμενου τόπου: η περίοδος της οικονομικής ευρωστίας, η σχετική καταστολή της πειρατείας και η εσωτερική ησυχία που ακολούθησαν τους χρόνους διακυβέρ­νησης του Γεωργίου Βούλγαρη, έδωσαν την ευκαιρία στους Υδραίους να οργανώσουν την κοινωνία τους όπως αυτοί ήθελαν ενώ οι συνεχείς μάχες που αναγκάζονταν να δίνουν τα υδραϊκά πληρώματα με τους πειρατές που τότε λυμαίνονταν απ’ άκρου σε άκρο τη Μεσό­γειο, τους μετέτρεψαν με τον καιρό από ασήμαντους γεωργούς και ποιμένες σε τολμηρούς εμπειροπόλεμους ναυτίλους! Οι παραμονές του Ιερού Αγώνα βρίσκουν το νησί πανέτοιμο οι­κονομικά και πολεμικά: 120 ετοιμοπόλεμα πλοία διαθέτει η Ύδρα στον Αγώνα, συνολικής χωρητικότητας 45.000 τόννων με 5.400 άνδρες και 2.400 κανόνια.

 

Επανάσταση

 

Αντώνης Οικονόμου, «ο Οικονόμος κηρύττει εν Ύδρα την ελευθερίαν».

Ήδη από το 1818 η Φιλική Εταιρεία είχε μυήσει στους κόλπους της πολλούς Υδραίους, αρκετοί από τους οποίους ήσαν εξέχοντα πρόσωπα της υδραϊκής κοινωνίας. Από τους πρώτους μυημένους Φιλικούς ο καπετάν Αντώνης Οικονόμου, μια μεγάλη υδραϊκή φυσιο­γνωμία των χρόνων εκείνων, πραγματοποιεί το όνειρο του υδραϊκού λαού πρωτοστατώ­ντας στην κήρυξη της Επανάστασης στην Ύδρα στις 27 Μαρτίου του 1821. Μέσα σε τρεις ημέρες συγκεντρώνεται με έρανο μεταξύ των κατοίκων το σοβαρό ποσόν των 130.000 δι­στήλων (σ.σ. 40.000 στερλίνες Αγγλίας) και ευθύς αμέσως ξεκινά η λαμπρή εποποιία: η Ύδρα αναλαμβάνει σε μεγάλο βαθμό το βάρος διεξαγωγής του ναυτικού Αγώνα της επαναστατημένης Ελλάδας και γίνεται το κέντρο των ελληνικών ναυτικών δυνάμεων.

Αλλεπάλληλες νικηφόρες ναυμαχίες στις οποίες πρωταγωνιστούν τα υδραίικα πυρπολικά και ένα πάνθεον Υδραίων ηρώων, Ναυμάχων και Πυρπολητών, συνθέτουν την ιστορική της ει­κόνα: Κουντουριώτες, Τομπάζηδες, Κριεζήδες, Σαχτούρηδες, Τσαμαδοί, Μπουντούρηδες, Οικονόμου, Πιπίνος, Γκιώνης, Ρομπότσης, Βατικιώτης, Γκέλης, Σκούρτης, Μεθενίτης, Βατσαξής, Σαχίνης, με κορωνίδα όλων τον Ανδρέα Μιαούλη, τον άνθρωπο με το αλάνθα­στο στρατηγικό αισθητήριο και τον αγέρωχο χαρακτήρα, προσφέρουν καθένας με το δικό του φιλογενή τρόπο στον Αγώνα, κάνοντας σε ευρωπαϊκό πλέον επίπεδο γνωστή τη μικρή αυτή νησιωτική κουκκίδα άγονης ελληνικής γης. Από το 1822 και εξής μάλιστα, όταν την αρχηγία του υδραϊκού στόλου αναλαμβάνει ο ίδιος ο Ανδρέας Μιαούλης, το Νησί κρατά σταθερά τα σκήπτρα και την πρωτοπορία στην έκβαση των κατά θάλασσαν πολεμικών επιχειρήσεων.

Τα επιτεύγματα του ευγενούς στόχου του υδραϊκού καθώς και του πανελλήνιου Αγώνα σύντομα αναφαίνονται: στα 1827 με την καθοριστική ναυμαχία στο Ναυαρίνο, ο ενωμένος Στόλος των τριών προστάτιδων Δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, περιορίζει τις βλέψεις των Οθωμανών και τους αναγκάζει στα 1830, με το Πρωτόκολλο του Λονδί­νου, να αναγνωρίσουν την οριστική ανεξαρτησία της «Ελληνικής Πολιτείας» με πρώτο Κυβερνήτη της τον Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος πάραυτα ξεκινά το δυσκολότατο έργο της παλινόρθωσης ενός κράτους που βρισκόταν, από κάθε άποψη, σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.

Η Ύδρα φυσικά δεν αποτέλεσε την εξαίρεση του κανόνα: η συνεχής, υπέρ του Αγώνα, οι­κονομική της αιμορραγία την έχει εξαντλήσει αφάνταστα. Επιπλέον και παρά τις διαγρα­φόμενες αρχικά ευοίωνες συνθήκες, οι σχέσεις των, κατά παράδοση, φιλελεύθερων Υδραίων με τον Κυβερνήτη και το υψηλόπνοο ανορθωτικό πρόγραμμα που φρόντισε ευθύς εξαρχής ο Καποδίστριας να εφαρμόσει, βαίνουν από το κακό στο χειρότερο κυρίως εξαι­τίας της πεισματώδους άρνησης του τελευταίου να αποζημιώσει τους οικονομικά κατε­στραμμένους νησιώτες.

Η αναπόφευκτη ρήξη των δύο πλευρών, καταλήγει σε σκληρή αντι­πολιτευτική πολεμική μεταξύ τους, κυρίως μέσω του Τύπου: Υδραίοι και άλλοι δυσαρεστη­μένοι νησιώτες του Αιγαίου, Ποριώτες, Μυκονιάτες, Συριανοί, Ναξιώτες, Ανδριώτες, Πα­ριανοί αλλά και οι Μανιάτες αποδύονται σε έναν σκληρό, σχεδόν ολομέτωπο αγώνα κατά του Καποδίστρια, αγώνα που είχε ως αποτέλεσμα την αποστασία εναντίον του και ως φοβερή κατακλείδα του την πυρπόληση πλοίων του ελληνικού στόλου (κορβέτες «Ύδρα» και «Σπέτσες», φρεγάτα «Ελλάς») από τον Ανδρέα Μιαούλη στο λιμάνι του Πόρου την 1η Αυγούστου του 1831.

Τα τραγικά γεγονότα κορυφώνονται στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831 με τη δολοφονία του Κυβερνήτη στο Ναύπλιο από τους Γεώργιο και Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη. Παρά την απουσία του Καποδίστρια ωστόσο από το πολιτικό προσκήνιο, τα πράγματα για την Ύδρα εξακολουθούν να βαίνουν δυσάρεστα: αντίξοες οικονομικές συνθήκες, ανεργία των πληρωμάτων, και – σαν να μην έφταναν όλα αυτά – η επαναστατική μετατροπή στη ναυσιπλοΐα από το πανί στον ατμό, η εμφάνιση στην Ελλάδα των πρώτων ατμήλατων πλοίων περί τα μέσα του αιώνα, όλα, συντείνουν στη δημιουργία μιας έκρυθμης κατάστα­σης στο νησί και φέρνουν σε απόγνωση τους Υδραίους που, αρνούμενοι στην πλειονότητά τους να ακολουθήσουν τα νεωτεριστικά ναυτικά προστάγματα των καιρών, αρχίζουν να εγκαταλείπουν την πατρική γη αναζητώντας καλύτερη τύχη στην Πρωτεύουσα.

Ακόμη και αυτή η εμφάνιση ενός νέου «από μηχανής Θεού», της σπογγαλιείας, λίγο πριν τα τέλη του 19ου αιώνα, δεν καταφέρνει να αναχαιτίσει την σχεδόν ομαδική τους μετανάστευση: η Αθήνα και κυρίως ο Πειραιάς γίνονται η νέα υδραϊκή πατρίδα.

Οι οικονομικές αντιξοότητες και οι διάφορες κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις τους δεν κατά­φεραν παρ’ όλα αυτά να σβήσουν τη λάμψη της συνεχούς προσφοράς της ‘Υδρας στο Γένος: ένα Πρόεδρο της Δημοκρατίας, πέντε Πρωθυπουργούς και αναρίθμητους υπουργούς έδωσε το μικρό αυτό νησί στην Ελλάδα! Σταδιακά, κατά σειρά Πρωθυπουργίας, την Χώρα κυβέρνη­σαν οι Υδραίοι:

1) Γεώργιος Κουντουριώτης (Πρόεδρος του Εκτελεστικού κατά την Επανάσταση, μέ­λος του Πανελληνίου επί Καποδίστρια, Πρωθυπουργός και Υπουργός Ναυτικών επί Όθωνος από τον Μάρτιο έως τον Οκτώβριο του 1844).

2) Αντώνιος Κριεζής (Πρωθυπουργός επί Όθωνος από τον Δεκέμβριο του 1849 έως τον Μάιο του 1854).

3) Δημήτριος Βούλγαρης (επτά φορές Πρωθυπουργός της Ελλάδας: επί Όθωνος από το 1855 έως το 1857, επί Γεωργίου Α’ από τον Οκτώβριο του 1863 έως τον Φεβρουάριο του 1864, από τον Σεπτέμβριο έως τον Δεκέμβριο του 1865, από τον Ιανουάριο έως τον Σεπτέμβριο του 1868, από τον Δεκέμβριο του 1871 έως τον Ιούλιο του 1872 και από τον Φεβρουάριο έως τον Απρίλιο του 1874).

4) Αθανάσιος Μιαούλης (τρεις φορές Πρωθυπουργός της Ελλάδας : επί Όθωνος από τον Νοέμβριο του 1857 έως τον Μάιο του 1859, από τον Σεπτέμβριο έως τον Δε­κέμβριο του 1860 και από τον Μάρτιο του 1861 έως τον Ιανουάριο του 1862).

5) Πέτρος Βούλγαρης (Πρωθυπουργός της Ελλάδας από τον Απρίλιο έως τον Οκτώβριο του 1945).

Ο Υδραίος ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης (1855-1935)

Τέκνο της Ύδρας υπήρξε και η άλλη μεγάλη φυσιογνωμία της Νεώτερης Ελλάδας: ο ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης, ο εμπνευσμένος οδηγητής του ελληνικού στόλου σε νικηφόρες ναυμαχίες κατά την περίοδο των Βαλκανικών και του Α’ Παγκο­σμίου πολέμου. [Ο Κουντουριώτης στα 1923, μετά την απομάκρυνση του Βασιλέως Γεωρ­γίου Β’ από τον θρόνο, χρημάτισε «Προσωρινός Κυβερνήτης της Ελλάδος» έως και το 1924 οπότε αναγορεύθηκε από την Εθνοσυνέλευση πρώτος Πρόεδρος της Ελληνικής Δη­μοκρατίας. Παραιτήθηκε τον Μάρτιο του 1926 για να επανεκλεγεί στο αξίωμα του Προέδρου τον Αύγουστο του ιδίου έτους.]

 

20ος αιώνας

 

Ο 20ός αιώνας βρίσκει την Ύδρα, παρά την προσωρινή οικονομική της ανάκαμψη – απο­τέλεσμα της συστηματικής ενασχόλησης των κατοίκων με την αλιεία και το εμπόριο σπόγ­γων, σε πλήρη πληθυσμιακή αποδυνάμωση, οδηγούμενη αργά αλλά σταθερά στα πρόθυρα του οικονομικού μαρασμού. Εξάλλου η προσωρινή της «κινητήρια» δύναμη, η σπογγαλιεία, βρέθηκε με τον καιρό σε πλήρη παρακμή, εξαιτίας κυρίως του περιορισμού της οικονομικής ενίσχυσης των σπογγαλιευτικών επιχειρήσεων από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος.

Μία τελευταία ευκαιρία ανάπτυξης και αναζωογόνησης της υδραϊκής κοινωνίας δόθηκε στην δεκαετία του ’50 όταν οι διάφοροι καλλιτέχνες και οι παραγωγοί ταινιών «ανακαλύ­πτουν» την Ύδρα και την χρησιμοποιούν αφειδώς στις ταινίες τους: άμεση συνέπεια η αλ­ματώδης τουριστική και οικονομική κίνηση στο νησί με όλα τα παρεπόμενά της…

Σήμερα, η Ύδρα του Miller, του Σεφέρη, του Γκίκα, του Εγγονόπουλου, του Βυζάντιου, του Τέτση, η Ύδρα με την συνεχή προσφορά στον τουρισμό και την πολιτιστική ζωή της χώρας μας, εξακολουθεί να παραμένει το στολίδι του Αργοσαρωνικού: ένα μοναδικό φαινόμενο ιστορικού και αρχιτεκτονικού θαύματος ανά το πανελλήνιο και σίγουρα ένα από τα σπουδαιότερα τουριστικά θέρετρα της Ελλάδας.

 

Κωνσταντίνα Αδαμοπούλου

Κωνσταντίνα Αδαμοπούλου, «Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο Ύδρας», Έκδοση του Σωματείου των Φίλων του Ιστορικού Μουσείου Ύδρας, Ύδρα, 1997. 

Read Full Post »

Εθνικό Νομισματοκοπείο Αιγίνης


  

«Εθνικό Νομισματοκοπείο Αιγίνης.

Το ανέκδοτο αρχείο του Εφόρου Νικολάου Αγγ. Λεβίδη»

 

Με το από 3ης Απριλίου 1827 Στ’ Ψήφισμα της Γ’ εν Τροιζήνι Εθνικής Συνε­λεύσεως [1] ο Ιωάννης Καποδίστριας εκλέγεται Κυβερνήτης της Ελλάδος και στις 11/23 Ιανουαρίου 1828 «περί λύχνων αφάς» φθάνει στην Αίγινα.[2]

Η Γ’ εν Τροιζήνι Εθνική Συνέλευση συνέστησε με το από 1ης Μαΐου 1827 ψηφισθέν «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος» Βουλή από αντιπροσώπους των επαρ­χιών.[3] Μεταξύ των αρμοδιοτήτων της Βουλής περιλαμβανόταν η διάταξη, όπως η Βουλή «κανονίζη το νομισματικόν σύστημα, προσδιορίζουσα το βάρος, την ποιότητα, τον τύπον και το όνομα εκάστου νομίσματος, καθ’ όλην την επικράτειαν».[4] 

Σχετι­κή δραστηριότητα για τα νομισματικά θέματα εμφάνισε η Τριμελής Αντικυβερνητική Επιτροπή, απαρτιζόμενη από τους Γ. Μαυρομιχάλη, I. Μ. Μιλαΐτη και I. Νάκο, η οποία είχε συσταθεί με το ψήφισμα Θ’ της 5ης Απριλίου 1827 της Γ’ εν Τροιζήνι Εθνικής Συνελεύσεως[5] με σκοπό τη διακυβέρνηση της χώρας μέχρι της αφίξεως του Καποδίστρια. Στις δραστηριότητές της εντάσσεται, πρώτον η υποβολή σχετικής προ­τάσεως για την πάταξη της κιβδηλοποιΐας[6] και δεύτερον η προώθηση προς τη Βουλή σχετικής αναφοράς του Δ. Κ. Βυζαντίου,[7] του γνωστού συγγραφέα του έργου Βαβυ­λωνία. Στην αναφορά του Βυζαντίου γίνεται λόγος για τη σύσταση νομισματοκοπεί­ου, είναι μάλιστα ενδεικτικό ότι είχε βρεθεί ο σφραγιδοποιός Αναγνώστης Λιναρδόπουλος, ο οποίος ανέμενε στην Αίγινα την απόφαση της Βουλής.

 

Ιωάννης Καποδίστριας. Εικόνα από λιθογραφία του Μύλλερ, σχέδιο εκ του φυσικού. Φέρει την υπογραφή του Καποδίστρια με τη φράση: «Αυτό που με κολακεύει περισσότερον είναι να ζήσω εις την ανάμνησιν των ανθρώπων ». Η λιθογραφία επανεκτυπώθηκε στην Καρλσρούη με σκοπό τα έσοδα από τις πωλήσεις να διατεθούν υπέρ του Αγώνα των Ελλήνων.

 

Η επικείμενη άφιξη του Κυβερνήτη Καποδίστρια ανέστειλε οποιαδήποτε πρωτο­βουλία. Με την άφιξή του ο Καποδίστριας θα ασχοληθεί με το νομισματικό πρόβλη­μα, θα καθιερώσει, κατόπιν της από 27 Ιανουαρίου 1828 εισηγήσεως του Αλεξ. Κοντοσταύλου,[8] το φοίνικα ως νόμισμα και θα κοπούν τα πρώτα νομίσματα στο νομισματοκοπείο Αιγίνης στις 28 Ιουλίου 1829,[9] το οποίο συγκροτήθηκε από τον Αλέ­ξανδρο Κοντόσταυλο.

  

Α. Σύντομο ιστορικό του Εθνικού Νομισματοκοπείου Αιγίνης

 

Με το ψήφισμα Ζ’ της 31ης Ιουλίου 1829, που εξεδόθη στο Άργος από την Δ’ Εθνική των Ελλήνων Συνέλευση, ιδρύθηκε το Εθνικό Νομισματοκοπείο[10] και εγκρί­θηκε η κοπή του ελληνικού νομίσματος, βάσει σχεδίου που επέβαλε το Πανελλήνιο στην Κυβέρνηση. Το Νομισματοκοπείο στεγάστηκε στην Αίγινα, άγνωστο σε ποιο οίκημα.[11]

Από της 12ης Σεπτεμβρίου 1829 μέχρι της 27ης Δεκεμβρίου 1829 η Εφορεία του Νομισματοκοπείου ασκήθηκε συλλογικώς από τα μέλη της Επιτροπής της Οικονομίας Αλ. Κοντόσταυλο, Γ. Σταύρου, Α. Παπαδόπουλο και I. Κοντουμά, ως αναπληρωματικό μέλος. Από της 27ης Δεκεμβρίου 1829, οπότε η ως άνω Επιτροπή αναχώ­ρησε από την Αίγινα για το Ναύπλιο, μέχρι της 20ής Μαΐου 1830 την Εφορεία του Νομισματοκοπείου άσκησε ο Αλ. Κοντόσταυλος στην Αίγινα, διότι το Νομισματοκο­πείο δεν μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο, πιθανώς λόγω αδυναμίας εξευρέσεως καταλλή­λου οικήματος.

Την 7η Μαΐου 1830 τον Αλέξανδρο Κοντόσταυλο διεδέχθη στην Εφορεία του Νομισματοκοπείου ο Αλέξιος Θεοφίλου Λουκόπουλος, ο οποίος μετεί­χε και στη Διεύθυνση της Εθνικής Χρηματιστικής Τραπέζης,[12] μαζί με τον Α. Γιαννίτση και άσκησε τα καθήκοντά του μέχρι της 6ης Μαΐου 1832. Την 7η Μαΐου 1832 διορίσθηκε Έφορος του Νομισματοκοπείου ο Νικόλαος Αγγέλου Λεβίδης, ο οποίος άσκησε τα καθήκοντά του μέχρι της εσπέρας της 1ης Φεβρουαρίου 1833, οπότε «το Εθνικόν Νομισματοκοπείον της Ελλάδος έσβησε τας καμίνους του»,[13] συμφώνως προς το διάταγμα περί διακοπής των εργασιών του Νομισματοκοπείου, το οποίο εξε­δόθη στο Ναύπλιο την 29-1-1833 από την Αντιβασιλεία.

 

Β. Ο Νικόλαος Αγγ. Λεβίδης και το ανέκδοτο αρχείο του

 

Ο Νικόλαος Λεβίδης του Αγγέλου (1765 – 28 Απριλίου 1852) είναι μέλος οικογένειας καταγόμενης από τα Ταταύλα της Κωνσταντινουπόλεως.[14] Ήταν λόγιος, φιλι­κός, είχε χρηματοδοτήσει την έκδοση Γραμματικής της Ελληνικής Γλώσσης, σε συνεργασία με τον Μητροπολίτη Μολδαβίας Βενιαμίν και τον Ειρηνουπόλεως και Βατοπαιδίου Γρηγόριο,[15] είχε αναλάβει τη δημοσίευση των Απάντων του Αγίου Ιωάν­νου του Χρυσοστόμου και είχε αγοράσει τα σχόλια του διδασκάλου του Γένους Κων­σταντίνου Βαρδαλάχου στα έργα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, έργο το οποίο ακόμη παραμένει ανέκδοτο στο αρχείο του Ν. Δ. Λεβίδη.[16]

Έλαβε το αξίωμα του Ταμία της άνω κάσας του Κοινού του Οικουμενικού Πατριαρχείου, του Άρχοντος Δικαιοφύλακος της του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, ενώ ετιμήθη και από το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Κατά τις σφαγές της Κωνσταντινουπόλεως του 1821 βρι­σκόταν στη Μολδοβλαχία και έτσι γλίτωσε από βέβαιο θάνατο. Στη συνέχεια κατέ­φυγε στην Οδησσό και ακολούθως στην Ελλάδα. Απέθανε στην Αθήνα. Απέκτησε πέντε υιούς, τον Αλέξανδρο, τον Περικλή, τον Κωνσταντίνο, εκδότη της «Ελπίδος», τον Γεώργιο και τον Δημήτριο.

Υιός του τελευταίου ήταν ο Νικόλαος Δημητρίου Λεβίδης (19/12/1848-1942). Εξελέγη 11 φορές βουλευτής Αττικής, από το 1881 έως το 1920. Διετέλεσε Υπουργός Ναυτικών (1895-1896), Εσωτερικών (1903), Δικαιο­σύνης (1903), Πρόεδρος της Βουλής (1906-1907), Υπουργός Εσωτερικών (1908). Ο Νικόλαος Δ. Λεβίδης την 29.12.1938 εδώρισε την βιβλιοθήκη του και το αρχείο της οικογένειας του, αποτελούμενα περίπου από 4.000 τόμους και φακέλους, στον Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσό.[17] Μεταξύ των φακέλων του αρχείου ανευρίσκεται φάκελος άνευ αριθμήσεως με τον τίτλο: «Νομισματοκοπείον Αιγίνης», ο οποίος περιέχει έγγραφα πρωτότυπα και αντίγραφα, αφορώντα στην εκεί υπηρεσία του πάππου του Νικολάου Λεβίδη του Αγγέλου.

 

Γ. Πρώτες προσπάθειες για συγκρότηση Νομισματοκοπείου.

 

Είναι άξιο προσοχής ότι ο Καποδίστριας μερίμνησε για τα νομισματικά και τρα­πεζικά θέματα πριν από την έλευσή του στην Ελλάδα. Σχετική είναι η επιστολή του προς τον Μουστοξύδη, στον οποίο συνιστά να συλλέξει όλα τα διατάγματα, τα σχετι­κά με τη «νομισματοκοποιΐαν» και οτιδήποτε άλλο ωφέλιμο και χρήσιμο για το «δύσκολον και αξιοφρόντιστον» αυτό θέμα.[18]

Παράλληλα, τον προτρέπει να συλλέξει στοιχεία για τους «κώδικας περί εθνικών και εμπορικών Τραπεζών». Φαίνεται ότι υπήρξε γνώστης των πρωσικών κανονισμών για την οργάνωση των τραπεζών και συνιστά στον Ελβετό Κάρολο Βερνέτο να του αποστείλει από το Βερολίνο τα σχετικά διατάγματα, που αφορούν στη σύσταση τραπεζών.[19]

Η ελληνική οικονομία χαρακτηριζόταν κατά την εποχή της αφίξεως του Καποδί­στρια από έλλειψη ρευστότητας, γεγονός που είχε ως συνέπεια να υπάρχει υψηλό κόστος συναλλαγών, μικρή ζήτηση και, ως εκ τούτου, χαμηλή προσφορά αγαθών. Τα αρνητικά αυτά αποτελέσματα της ανεπαρκούς νομισματικής ρευστότητας είχαν επισημανθεί από τα μέσα του 18ου αιώνα στη Σκωτία, όπως υποστηρίζει ο Α. Καραγιάννης.[20]

Οι Σκώτοι οικονομολόγοι David Hume (1752) και Sir James Steuart (1767) είχαν συστήσει μέσα από τα έργα τους στους πολιτικούς να αυξάνουν την κοπή νέου χρήματος σε περίπτωση ελλιπούς ρευστότητας, για να διευκολυνθεί η οικονομική ανάπτυξη.[21] Δεν γνωρίζουμε εάν ο Κυβερνήτης ή κάποιος συνεργάτης του ήταν ενήμεροι γι’ αυτές τις προτάσεις οικονομικής πολιτικής. Είναι όμως γεγονός ότι θα έπρεπε να αντιλήφθηκε αμέσως την έλλειψη νομισματικής ρευστότητας, αφού δεν είχε επάρκεια φορολογικών εσόδων, αλλά και δεν είχε κατορθώσει να λάβει επαρ­κή δάνεια από τις Μ. Δυνάμεις. Με την κοπή του νομίσματος αναγνωρίζεται αφ’ ενός μεν η προσπάθεια για την πάταξη της κιβδηλοποιίας, αφ’ ετέρου δε η εφαρμογή της αρχής του Κυριάρχου, καθώς ο Κυβερνήτης ήθελε να αποδείξει με τον τρόπο αυτό ότι η χώρα ήταν ανεξάρτητη και αυτόνομη.[22]

Στην από 2 Απριλίου 1828 πρόσκληση του Καποδίστρια προς το Πανελλήνιον γίνεται λόγος για νομισματοκοπείο: «Κράτιστον είναι λοιπόν να αποφασίσωμεν άνευ αναβολής περί τούτου και περί καταστάσεως νομισματοκοπείου να επιμεληθώμεν, αν τω οποίω… θέλει συμβή να κόπτεται και νόμισμα αργυρούν». Για το λόγο αυτό προσκαλεί το Πανελλήνιον να επιφορτίσει το Οικονομικό Τμήμα να ετοιμάσει σχέ­διο, «…το να περιέχη… προεκλογισμόν των εκχωρηθησομένων χρημάτων εις την Οικονομικήν Επιτροπήν προς κατασκευήν του νομισματοκοπείου».[23] 

 

 Δ. Οι προσπάθειες του Κοντοσταύλου και η σύσταση του Νομισματοκοπείου

  

Μετά την σύνταξη του σχεδίου ψηφίσματος για τα νομίσματα αντιμετωπίσθηκε το θέμα της αποκτήσεως νομισματοκοπείου. Για το λόγο αυτό επιφορτίσθηκε ο Κοντόσταυλος να μεταβεί τον Μάιο του 1828 στη Μάλτα και στην Ιταλία, για να προ­μηθευτεί, με την οικονομική αρωγή των ναυάρχων των συμμάχων δυνάμεων, τα ανα­γκαία υλικά «δια να κόψωμεν εν Ελλάδι νόμισμα χαλκούν, ως έχοντες την ύλην εκ των αρχήστων ορειχαλκίνων κανονίων», όπως γράφει στον Ανδρέα Μουστοξύδη, εγκατεστημένο στην Βενετία.[24]

Επισημαίνεται στον Μουστοξύδη να συνδράμει τον Κοντόσταυλο στην εύρεση «σηκωτηρίου (balancier) και άλλων προς σύστασιν του μικρού μας κερματοποιείου», κυρίως όμως εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού. Πράγματι, εντός του Ιουνίου 1828 ο Κοντόσταυλος αγόρασε αντί 100 λιρών στερλι­νών, δηλ. 500 ισπανικών ταλλήρων ή 7.300 γροσίων Τουρκίας, το σύνολο των μηχα­νών του νομισματοκοπείου του Τάγματος των Ιπποτών του Αγ. Ιωάννου της Μάλτας που ευρίσκονταν σε αχρησία. Το Τάγμα είχε εξωσθεί πριν από τριάντα έτη από τους Γάλλους από το νησί.[25]

 

Αίγινα. Λιθογραφία του Fr. Hole από πίνακα εκ του φυσικού, Krazeisen μεταξύ 1826-1827.

 

Ο Κοντόσταυλος ήλθε στην Αίγινα την 20ή Νοεμβρίου 1828 κομίζοντας όλα τα μηχανήματα που είχε προμηθευθεί και εγκαταστάθηκε στο ισόγειο και στην αυλή του γραφείου και της οικίας του Κυβερνήτη. Ο Κοντόσταυλος επιφορτίσθηκε με την ανεύρεση των υπαλλήλων που θα επανδρώσουν το Νομισματοκοπείο και την 12η Μαΐου 1829 διατάχθηκε η έναρξη των εργασιών του Νομισματοκοπείου υπό την επαγρύπνηση και ευθύνη του Κοντοσταύλου. Με το Ζ’ Ψήφισμα της 31ης Ιουλίου 1829, που εξέδωσε η Δ’ εν Άργει Εθνική Συνέλευση,[26] εγκρίθηκε αφ’ ενός η αγορά και η σύσταση του νομισματοκοπείου, αφ’ ετέρου εξουσιοδοτήθηκε ο Κυβερνήτης να θέσει σε κυκλοφορία το νέο νόμισμα και να εγκρίνει την περαιτέρω νομισματοκοπία σύμφωνα με το σχέδιο του Πανελληνίου.

  

Ε. Το Εθνικό Νομισματοκοπείο Αιγίνης και το Αρχείο Νικολάου Αγγ. Λεβίδη.

 

Τον Αλέξανδρο Κοντόσταυλο, ο οποίος παραιτήθηκε τον Μάιο του 1830, διαδέ­χθηκε ο Αλέξιος Λουκόπουλος,[27] ο οποίος διατήρησε την θέση του ως Εφόρου καθ’ όλη την υπόλοιπη περίοδο που κυβέρνησε ο Καποδίστριας, αλλά και μετά τη δολο­φονία του (27.9.1831), όταν τη διακυβέρνηση της χώρας ανέλαβε Τριμελής Διοικη­τική Επιτροπή υπό την προεδρία του Αυγουστίνου Καποδίστρια. Την 6η Μαΐου 1832 αντικαθίσταται ο Λουκόπουλος και την 7η Μαΐου 1832 αναλαμβάνει Έφορος του Νομισματοκοπείου ο Λεβίδης (1765 – 28.4.1852).

 

Ο Φοίνικας, το πρώτο νόμισμα του νεοσυσταθέντος ελληνικού κράτους, κόπηκε από τον Καποδίστρια στην Αίγινα το 1828. Στο πίσω μέρος σχηματίζεται κύκλος από δύο κλαδιά δάφνης και ελιάς.

 

Η χαώδης κατάσταση, που επικράτησε μετά την δολοφονία του Καποδίστρια έως και την άφιξη του Όθωνος (30.1.1833),[28] είχε αντίκτυπο και στη λειτουργία του Νομισματοκοπείου. Ειδικότερα, όπως αναφέρεται σε έγγραφο του Αρχείου σε σχετι­κή αναφορά του Εφόρου Λεβίδη, ο Διοικητής Φρουράς της Αιγίνης, χιλίαρχος Νικόλαος Κοντογιάννης, απείλησε τον Λεβίδη λέγοντας ότι θα συλήσει το Νομισμα­τοκοπείο. Περισσότερα έκτροπα απεσοβήθησαν μόνον κατόπιν της πλήρους ικανο­ποιήσεως του απαιτητικού χιλιάρχου κατά διαταγή της Κυβερνήσεως.

Η τοπική φρουρά αντικαταστάθηκε από το 4ο Τάγμα του τακτικού στρατού, η συμπεριφορά όμως του διοικητή του τάγματος, υποταγματάρχου Φρ. Ανδριέττι, δεν υπήρξε η καλύτερη δυνατή. Προστριβές προς τον Λεβίδη ασκούνταν από τον Επιστάτη του Ορφανοτροφεί­ου Γρηγόριο Κωνσταντά, τον Έκτακτο Επίτροπο Ν. Σκούφο και τον Έφορο των διδακτηρίων Θεόκλητο Φαρμακίδη (4.10.1832), όπως συνάγεται από τον απολογι­σμό της Εφορείας του Λεβίδη, που φυλάσσεται στο Αρχείο.

Σοβαρότατη, επίσης, υπήρξε η διαμάχη μεταξύ των επιθυμούντων να διορισθούν χαράκτες των νομισμάτων Δημητρίου Κόντου και Γ. Δημητρακοπούλου. Η επιλογή του Κόντου εξόργισε τον έτερο υποψήφιο και άρχισε οξύς αγώνας δια του τύπου με πλήθος αλληλοκατηγοριών. Αποτέλεσμα των διαφόρων αυτών οχλήσεων ήταν η δια­κοπή των εργασιών του Νομισματοκοπείου την 22α Σεπτεμβρίου 1832 και η επανά­ληψη τους την 12η Οκτωβρίου 1832.

 

Τα χάλκινα νομίσματα που εξέδωσε ο Καποδίστριας.

 

Η άφιξη του Όθωνος την 30ή Ιανουαρίου 1833 και η συνακόλουθη εγκατάστα­ση της Αντιβασιλείας οδήγησε σε μια προσωρινή ύφεση των πολιτικών παθών. Με το Β.Δ. της 8ης/20ής Φεβρουαρίου 1833 καθορίσθηκε ως νόμισμα η δραχμή. Παράλ­ληλα, διατάχθηκε από την Αντιβασιλεία η διακοπή της λειτουργίας του Νομισματο­κοπείου, διότι θεωρήθηκε τούτο ως τεχνικώς ατελές και μη καλώς συνεστημένο, καθόσον: «… άχρι τούδε δεν υπάρχει εις την Ελλάδα καλώς συστημένον νομισματοκοπείον…».[29] 

Πράγματι, η Γραμματεία της Οικο­νομίας διεβίβασε την εντολή αυτή στον Λεβίδη, ο οποίος στην αναφορά του (2.2.1833), μνημονεύει ότι απέλυσε τους εργάτες και είχε αρχίσει η απογραφή από τον Έκτακτο Διοικητή.[30] Έτσι, το Εθνικό Νομισματοκοπείο, το οποίο λειτούργησε για 3,5 έτη έκλεισε το από­γευμα της 1ης Φεβρουαρίου 1833. Στο Αρχείο Λεβίδη υπάρχει σχετική αναφορά των απολυμένων εργατών προς τον Έφορο, στην οποία υπάρχει αίτημα τους (7.2.1833) για την πληρω­μή υπερωριών νυκτερινής εργασίας για 15μερο. Το αίτημα αυτό παραπέμφθη­κε από τον Λεβίδη στην Γραμματεία της Οικονομίας.

Ο Λεβίδης υπέβαλε, 15 ημέρες μετά την παύση των εργασιών, απολογισμό προς την Γραμματεία της Οικονομίας, ο οποίος περιελάμβανε πλήρη στοιχεία για τη δραστηριότητα του Νομισματο­κοπείου κατά το διάστημα της Εφορεί­ας του (17.5.1832 – 1.2.1883). Ειδικότε­ρα, στο Αρχείο Λεβίδη απόκεινται στοιχεία από λογιστικά βιβλία του Νομισματοκοπείου, όπως: α’: Prime note 17.5.1832-1.2.1833, σε μηνιαία τεύχη, β’: Πρόχειρο των μεγάλων κατάστιχων, και γ’: Γενικός Ισολογισμός του Ταμείου Νομισματοκοπείου από 17.5.1832-21.12.1832. Τέλος, υπάρχει ο Κατάλογος των όσων πληρωμών έκαμε το Εθνικόν Νομισματοκοπείον από 17-5. έως 13.12.1832 και Κατάλογος των βιβλίων, τα οποία παρεδόθησαν από τον Λουκόπουλο στον Λεβίδη.

 

Χαρτονόμισμα αξίας 5 φοινίκων

 

Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι ο Λεβίδης παραθέτει λογι­στικές εγγραφές στην κίνηση των λογαριασμών, δείγμα των εμπορικών γνώσεών του. Στον απολογισμό του Λεβίδη αναφέρεται ότι τα χρησιμοποιηθέντα «πανδέχτια» υπήρ­ξαν ανόμοια και συνεπώς οι «λάμαι», από τις οποίες κατασκευάζονταν τα χάλκινα νομίσματα, δεν ήταν ομοιοβαρείς, τελικά όμως πραγματοποιήθηκε κέρδος υπέρ του δημοσίου, συνολικού ποσού 6.323,15 φοινίκων. Επίσης, αναφέρεται ότι η φύρα του χαλκού περιορίσθηκε, από 8,5% κατά την διάρκεια της Εφορείας Λουκοπούλου, σε 2,8%, με αποτέλεσμα το Δημόσιο να έχει όφελος 10.960 φοίνικες. Από τους στατι­στικούς πίνακες κυκλοφορίας των κερμάτων που παραθέτει ο Λεβίδης, αποδεικνύε­ται ότι οι συναλλαγές σε ελληνικό νόμισμα διεξάγονταν αποκλειστικά με εικοσάλεπτα.

Όταν συγκροτήθηκε στην Αθήνα το Βασιλικό Νομισματοκοπείο, όσα μηχανήμα­τα της Αιγίνης ήταν χρήσιμα, μεταφέρθηκαν στην Αθήνα και προστέθηκαν στον εξο­πλισμό του νέου εργοστασίου, τα μηχανήματα του οποίου είχαν κατασκευασθεί στο Μόναχο. Τα υπόλοιπα μηχανήματα παρέμειναν στην Αίγινα εγκαταλελειμμένα. Ο Σπυρίδων Λάμπρος, όταν το 1885 επισκέφθηκε το νησί, είδε στην αυλή του Κυβερ­νείου «παρηγκωνισμένον το τελευταίον του Νομισματοκοπείου λείψανον, τον άκμονα πιθανώς, εφ’ ου ετίθεντο τα μετάλλινα κέρματα προς επιχάραξιν της σφραγίδος δια της σφύρας, διότι ούτως απλή φαίνεται ότι ήτο η διαδικασία της χαραγής».[31] Με μέριμνα του Σπ. Λάμπρου, το τελευταίο αυτό λείψανο του Εθνικού Νομισματοκοπείου της Ελληνικής Πολιτείας μεταφέρθηκε στο Μουσείο της Ιστορι­κής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, στο Μέγαρο της Παλαιάς Βουλής, όπου σώζεται μέχρι σήμερα.

  

Διονύσιος Χ. Καλαμάκης και Χρήστος Π. Μπαλόγλου*

* Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Δρ. Οικονομολόγος. Τα τμήματα Α’ και Β’ της μελέτης έχουν συνταχθεί από τον Δ. Καλαμάκη, ενώ τα τμήματα Γ’, Δ’ και Ε’ από τον Χρήστο Μπαλόγλου.

Η Αιγιναία, Περιοδική Πολιτιστική Έκδοση, «Αφιέρωμα στο Επιστημονικό Συνέδριο για τον Καποδίστρια», τεύχος 15, Αίγινα, Ιούλιος – Δεκέμβριος 2008.  

 

 

Υποσημειώσεις 


 

[1] Ανδρέα Μάμουκα, Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος…, τομ. Θ’, σ. 97. Γενική Εφημερίς της Ελλάδος (ΓΕΕ), φ. 56/1827.

[2] Ελένης Κούκκου, Ιωάννης Καποδίστριας. Ο άνθρωπος – ο διπλωμάτης. 1800-1828, Αθήνα 1998, σ. 336.

[3] Ψήφισμα ΙΘ’ της 4ης Απριλίου 1827, εις Α. Μάμουκα, τομ. Θ’, σ. 113. Η Βουλή διαλύθηκε με την άφιξη του Κυβερνήτη. Γ. Δ. Δημακοπούλου, Προσπάθειαι νομισματοκοπίας κατά την ελληνικήν Επανάστασιν. Αθήνησιν 1963, σ. 58.

 [4] Αρθρ. 84 του Συντάγματος 1827.

[5] Α. Μάμουκα, τομ. Θ’, σ. 100.

[6] Γ. Δ. Δημακοπούλου, Προσπάθειαι νομισματοκοπίας…, σσ. 59-60.

[7] Γ. Δ. Δημακοπούλου, ό.π., σ. 61.

[8] Γ. Δ. Δημακοπούλου, «Η πρότασις του Αλεξάνδρου Κοντοσταύλου περί του εισακτέου νομισματικού συστήματος εν Ελλάδι (Αίγινα, 27 Ιανουαρίου 1828)», στη σειρά Τεύχη του ΕΛΙΑ, τομ. Γ’ (1993), σσ. 43-50.

[9] Λ. Μακκά, Η εν τοις δημοσίοις οικονομικοίς δράσις του Καποδιστρίου (11.4.1827-27.9.1831), διδ. διατριβή, Αθήναι 1910, σσ. 44-45. Χ. Μπαλόγλου «Η κυκλοφορία του πρώτου νεοελληνικού νομίσματος», Ιστορικά Θέματα, τχ. 3, Ιανουάριος 2002, σσ. 90-95.

[10] Γ. Δ. Δημακοπούλου, «Το Εθνικόν Νομισματοκοπείον της Ελλάδος (1828-1833)», Πελοποννησιακά, 8 (1971), σσ. 15-96. Πρόκειται περί συστηματικής μελέτης περί της ιστορίας του Εθνικού Νομισματοκοπείου.

[11] Γεωργίας Π. Κουλικούρδη, Αίγινα III. Τοπογραφικά και ιστορικά στοιχεία για τη νεότερη πόλη (1800-1828), Αθήνα 2006, σσ. 136-138, σημ. 80.

[12] Λαζάρου Θ. Χουμανίδη, «Περί υπό του Καποδιστρίου ιδρυθέντος Ορφανοτροφείου της Αιγίνης», Παρνασσός 31 (1989), σ. 313. Του ιδίου, «Περί της υπό του Ιωάννου Καποδιστρίου ιδρυ­θείσης Εθνικής Χρηματιστικής Τραπέζης», Παρνασσός 36 (1994), σσ. 17-30.

[13] Γ. Δ. Δημακοπούλου, «Το Εθνικόν…», σ. 87.

[14] Περί της οικογενείας Λεβίδη. Σύντομον ιστορικόν απάνθισμα ερανισθέν υπό φίλου της οικογε­νείας εκ των ανεκδότων «Ιστορικών και πολιτικών απομνημονευμάτων», Νικολάου Δ. Λεβίδη, εν Αθήναις 1929, σσ. 3-5.

[15] π. Δ. Στρατή, Ελληνικά έγγραφα του Ειρηνουπόλεως και Βατοπαιδίου Γρηγορίου (1761-1846) από το αρχείο της Μονής Βατοπαιδίου, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου. Άγιον Όρος 2003, σσ. 25-63.

[16] Διον. Χ. Καλαμάκη, «Το εν τη Βιβλιοθήκη του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσού υπ’ αριθμ. 3475 χειρόγραφον του αρχείου Ν. Δ. Λεβίδου», Πρακτικά του επιστημονικού συμποσίου «Μνήμη αγίων Γρηγορίου του Θεολόγου και Μεγάλου Φωτίου Αρχιεπισκόπων Κωνσταντινουπόλεως», Θεσσαλονίκη 1994, σσ. 341-349.

[17] Ν. Π. Αποστολοπούλου, Η Βιβλιοθήκη και το ιστορικόν και πολιτικόν αρχείον Νικολάου Δ. Λεβίδη δωρηθέντα τω Φιλολογικώ Συλλόγω Παρνασσώ. Σύντομος μνεία τινών αυτών, Αθήναι ά.χ.

[18] Καποδίστριας προς Μουστοξύδη (6/18 Νοεμβρίου 1827), I. Α. Καποδίστρια Correspondance, τομ. Α’, σσ. 212-216.

[19] Correspondance, τομ. Α’, σσ. 204-205. Πβ. Χ. Π. Μπαλόγλου «Η οικονομική φιλοσοφία του Ιωάννη Καποδίστρια όπως αυτή μετουσιώνεται στο πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής», Πρακτικά ΣΤ’ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου (Ζάκυνθος, 23-27 Σεπτεμβρίου 1997), τομ. Β’. Αθήνα 2001, σσ. 479-493, εδώ σσ. 490-491.

[20] Α. Δ. Καραγιάννη, «Η οικονομική πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια», Η Αιγινιαία, τχ. 13 (Ιανουάριος-Ιούνιος 2007), σσ. 62-71.

[21] Α. Δ. Καραγιάννη, Ιστορία Οικονομικής Σκέψης: Προ-κλασική περίοδος. Μελέτες. Αθήνα 1998, σσ. 198-9, 290-2.

[22] Ν. Σπηλιάδη, Απομνημονεύματα, τομ. Δ’, τχ. Α’, επιμ. Π. Χριστοπούλου, Αθήνα 1971, σ. 219.

[23] I. Α. Καποδίστρια, Correspondance, τομ. Β’, 1841, σσ. 6-7.

 [24] Καποδίστριας προς Μουστοξύδη 23-5-1828, εις Correspondance, τομ. Β’, σ. 107.

[25] Γ. Δ. Δημακοπούλου, «Το Εθνικόν Νομισματοκοπείον…», ό.π., σ. 30.

[26] Α. Μάμουκα, τομ. ΙΑ, σ. 43.

[27] ΓΕΕ, φ. 49 (25-6-1830). Γ. Δ. Δημακοπούλου, «Το Εθνικόν…», σσ. 65-81.

[28] Στην Νεοελληνική ιστορία έχει καθιερωθεί ο όρος «Περίοδος Αναρχίας», για να δηλώσει την χρονική στιγμή από 27.9.1831 έως 30.1.1833. Πβ. Κ. Βακαλοπούλου, Η Περίοδος της Αναρχίας. Θεσσαλονίκη, 1984.

[29] ΦΕΚ, φ. 16, 28 Απριλ./10 Μαΐου 1833. Για το σχετικό διάταγμα, πβ. Γ. Δημακοπούλου «Το Εθνικόν…», σσ. 86-87

[30] Γ. Δημακοπούλου, «Το Εθνικόν…», σ. 87.

[31] Αλ. Κοντοσταύλου, Τα περί των εν Αμερική νουπηγηθέντων (sic) φρεγατών και του εν Αιγίνη Νομισματοκοπείου, εν Αθήναις 1855, σσ. 261-262. Σπ. Λάμπρου, «Το παλάτιον του Μπαρμπαγιαννη», εν περ. Εστία 1887, ο. 266. Του ιδίου, «Τα πρώτα ελληνικά νομίσματα» Μικταί σελίδες, σ. 657.

 

Read Full Post »

Ο Καποδίστριας και η καλλιέργεια της πατάτας (Πότε πρωτοκαλλιεργήθηκε) 


  

Ένα πρόβλημα, που απασχόλησε τους παλαιότερους μελετητές της αγροτικής μας παραγωγής, είναι το θέμα της εισαγωγής της πατάτας στην Ελλάδα. Ο «στρύχνος ο κονδυλόριζος», όπως είναι το επιστημονικό όνομα των «γεωμήλων» (καθώς επικράτησε από την αρχή να γράφονται οι πατάτες στην Ελλάδα), είναι φυτό που ευδοκιμούσε και εκαλλιεργείτο από τον έκτο αιώνα στη Χιλή, στο Περού και στην Κολομβία της Νότιας Αμερικής.

Βρίσκομε την πατάτα να καλλιεργείται στην Ελλάδα από τα πρώτα χρόνια της ιδρύσεως του Νεοελληνικού Κράτους. Και πολλές φορές γράφηκαν πληροφορίες για τους πρώτους εισαγωγείς του φυτού αυτού, που σήμερα οι καρποί του αποτελούν βασική και σημαντική τροφή. Κοινή παράδοση, ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας που γνώριζε την πατάτα από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, είναι ο πρώτος εισαγωγέας. Και διηγούνται πως τάχα, κανένας δεν ήθελε να πάρει και να φυτέψει γιατί βγήκε η φήμη πως είναι δηλητηριώδης και, ακόμη, ο Έλληνας, από τη φύση του περιφρονεί κάθε τι που του υποδεικνύουν και το αφήνουν ελεύθερο!.

Μόλις, όμως, λένε, διέταξε ο Καποδίστριας να κλείσουν τις αποθήκες και να τις φυλάνε σκοποί, τότε όλοι θέλησαν να τις κλέψουν!. Κι αφού ο Καποδίστριας είχε δώσει εντολή στους φρουρούς να κάνουν … στραβά μάτια, δεν έμεινε στις αποθήκες ούτε μια πατάτα!…

Πιθανόν αυτό το επεισόδιο να έγινε, αλλ’ αφορά την διάδοση της πατάτας και όχι την εισαγωγή της. Όμως τη διάδοση της πατάτας αφορούν τα δημοσιεύματα στη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος» του Ιρλανδού γεωπόνου Στήβενσον, πού είχε έλθει στην Ελλάδα κατά το 1828 και ο οποίος πολύ συνετέλεσε στη διάδοση διαφόρων αγροτικών καλλιεργειών και δενδροφυτεύσεων. Την διάδοση της πατάτας αφορούν και τα γραφόμενα για τον Έλληνα γεωπόνο Γρηγ. Παλαιολόγο, τον διευθυντή του αγροκηπίου της Τίρυνθας, ο οποίος στο 1830 καλλιεργούσε εκεί πατάτες.

Υπάρχει μια πληροφορία ότι στον λαχανόκηπο του Γάσπαρη[1], στα Πατήσια, καλλιεργούνταν πατάτες κατά την εποχή του Αγώνα, όπως και ντομάτες από το 1815 στον λαχανόκηπο των Καπουτσίνων,[2] στην Αθήνα. Αλλά οι δύο πληροφορίες δεν είναι τόσο επίσημες και αποδεδειγμένες.

Η αλήθεια είναι πως η εισαγωγή της πατάτας στην Ελλάδα πρέπει ν’ ανεβαστεί πιο παλαιότερα και άλλοι να πάρουν την τιμή αυτή. Γιατί, βέβαια, τιμή μεγάλη ανήκει σ’ εκείνον που πρωτοσκέφθηκε να φέρει και να καλλιεργήσει τις πατάτες στον τόπο μας.

Για την εισαγωγή της πατάτας παρουσιάζουμε σήμερα δυο ανέκδοτα έγγραφα των Κρατικών Αρχείων, που μας δείχνουν ποιος είναι ο πραγματικός εισαγωγέας της καλλιέργειας της πατάτας. Ας δούμε τι γράφει το πρώτο απ’ αυτά:

 

 Προς το Σεβαστόν Βουλευτικόν Σώμα

 Δεν αμφιβάλλω ότι γνωστόν τοις πάσι η προσδοκωμένη ωφέ­λεια εκ της καλλιέργειας των γεωμήλων (άλλως πατατών) τα οποία γενόμενα εις μύρια τμήματα και σπειρόμενα αναφύουσι τόσας ρίζας εις όσα εκόπησαν τμήματα. Αυτό είναι εις χρήσιν (ως δήλον) εις όλην σχεδόν την Ευρώπην, εξ αυτών γίνεται ψωμíov οπόταν με ισοβαρή ανακατωθώσιν άλευρον και μόνα δύνανται να δώσουν τόσην τροφήν, όσην ο άνθρωπος χρείαν έχει.

Αι αρεταί του γεωμήλου τούτου εισίν αναρίθμηται. Πόσον λοιπόν είναι αναγκαία η καλλιέργειά του εις την Ελλάδα και μάλιστα εις τα φρούρια αυτής είναι αναντίρρητον, και μ’ όλον τούτο παραμελείται.

Κατ’ αυτάς έλαβον εξ Ευρώπης μερικά αυτών, έδωκα εις Άργος, όπου και δια παρακινήσεών μου καλλιεργούνται ήδη. Έγραψα προς τον φρούραρχον της Ακροκορίνθου προσκαλών και αυτόν να στείλη άνθρωπον να λάβη γεώμηλα δια να ενεργήσει την καλλιέργειαν αυ­τών εις Ακροκόρινθον.

Ευχής έργον είναι να καλλιεργηθεί και εις την Ακρόπολιν Ναυπλίου (Ιτζ-καλέ), της οποίας η έκτασις είναι αρκετή, αν σπαρθεί να θρέψει κατ’ έτος πολλούς στρατιώτας.

Καθυποβάλλω την πρότασίν μου ταύτην υπ’ όψιν του Σεβαστού τούτου Σώματος, την οποίαν αν εγκρίνει ας με διορίσει εις τίνα να δώσω εξ αυτών να ενεργηθή η καλλιέργεια των.

 

Μένω με όλον το σέβας

Ο πατριώτης Γ. Μ. Αντωνόπουλος

Εν Ναυπλίω 19/1/1826

 

Και τώρα η ενέργεια του Βουλευτικού με έγγραφό του προς το Εκτελεστικό Σώμα:

 

«Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος Περίοδος Γ’ Αριθ.1109.

 Το Βουλευτικόν Σώμα

Προς το Σεβ. Εκτελεστικόν Σώμα.

 

Ο πατριώτης Γ. Μ. Αντωνόπουλος, παρασταίνων δια της εγκλεί­στου αναφοράς την εκ της καλλιεργείας των γεωμήλων ωφέλειαν λέ­γει ότι έλαβε κατ’ αυτάς μερικά εκ των οποίων έδωσεν ολίγα τινά εις τους Αργείους δια να σπείρουν, και ότι έγραψε και προς τον φρούραρχον της Ακροκορίνθου να στείλει να πάρει και αυτός δια να σπεί­ρει εις Ακροκόρινθον. Προβάλλει δε, ως ωφέλιμον να σπαρθώσιν και εις την Ακρόπολιν Ναυπλίου (Ιτζκαλέ).

Το Βουλευτικόν κρίνει την πρότασιν ωφέλιμον και ενέκρινε να λάβει αυτό το βάρος ο κύριος Αδάμ Δούκας, και να επιστατήσει εις το σπάρσιμον και φυλακήν αυτών. Ειδοποιείται λοιπόν το Σεβαστόν Εκτελεστικόν, διά να διατάξει να ενεργηθεί η πρότασις.

Εν Ναυπλίω τη 21/1/1826

Ο Πρόεδρος

(Τ.Σ.) Πανούτζος Νοταράς

Ο πρώτος Γραμματεύς

Α. Παπαδόπουλος»

 

Ο «πατριώτης Γ. Μ. Αντωνόπουλος» είναι ο γνωστός αργότερα πληρεξούσιος και γερουσιαστής της Ναυπλίας (είχε γεννηθεί στην Ανδρίτσαινα της Ολυμπίας). Πριν από την Επανάσταση ο Γεώργιος Μ. Αντωνόπουλος έμενε στην Τεργέστη, όπου έκαμε τον έμπορο μαζί με τον αδελφό του. Κι αυτός ο αδελφός του, που δεν είχε ακόμη κατέλθει στην Ελλάδα, του έστελνε διάφορα πράγματα από εκεί, καθώς και βιβλία και τις πατάτες, για τις οποίες τόσος λόγος.

Ο Γ. Αντωνόπουλος, λοιπόν, κι ο αδελφός του είναι οι πρώτοι εισαγαγόντες την πατάτα στην Ελλάδα.[3] Εδώ χρειάζεται να σημειώσουμε ότι ο Καποδίστριας, ως γνωστόν ήλθε στην Ελλάδα (Αίγινα) τον Ιανουάριο του 1828. Πριν τελειώσουμε, θα προσθέσουμε άλλη μια πηγή που μαρτυρεί ότι η πατάτα ήταν γνωστή και εκαλλιεργείτο στην Ελλάδα (Επτάνη­σα) τουλάχιστον δέκα χρόνια ενωρίτερα. Και οπωσδήποτε τα Επτά­νησα είχαν συναλλαγές με το Μοριά.

Το 1817 ο Άγγλος περιηγητής H. W. William πραγματοποίησε μια επίσκεψη στα Επτάνησα, Πάτρα, Βοστίτσα (Αίγιο), Δελφούς, Λειβαδιά, Αθήνα, Κόρινθο, Πάτρα, Ζάκυνθο. Καταγράφει πολλά ενδιαφέροντα, για την εκπαίδευση, παραγωγή προϊόντων, εμφάνιση – ενδυμασίες, κοινωνική ζωή. Επιστρέφοντας στην πατρίδα του ο H. W. William πέρασε από τη Ζάκυνθο και σημειώνει: «Εκεί είδα τα πρώτα σημάδια του πολιτισμού: πατάτες, φρέσκο βούτυρο και κρεμάλες!».[4]

 

Νίκος Γ. Παπαγεωργίου

  

Πηγή


  • Μάραθα, «Επετηρίδα 2009», έτος ΙΒ΄, Εκδότης, Κωνσταντίνος Π. Αγγελόπουλος, Αθήνα, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

Υποσημειώσεις

 

[1] Όνομα παλαιάς φραγκικής οικογένειας η οποία εγκατεστάθη στην Αθήνα, προ του 17ου αι. εξελληνισθείσα πλήρως. (Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν «Ηλίου», Τόμος Ζ’, σ. 129).

[2] Οι Καπουτσίνοι (μοναχικό Τάγμα της Δυτικής Εκκλησίας) εγκαταστά­θηκαν στην Αθήνα το 1685, αγόρασαν μάλιστα από τους Τούρκους το μνημείο του Λυσικράτους και πλησίον ίδρυσαν ξενώνα, ό. π., τ. ΙΑ’. σ. 326).

[3] «Αρκαδικά», χρόνος ΣΤ. 3 – 4, Αθήναι, Μάιος – Αύγουστος 1978, σσ. 37-38.

[4] Κυριάκου Σιμόπουλου, «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 1810-1821», Αθήνα, 1975, τ. Γ2, σσ. 444-452

 

Read Full Post »

Καποδίστριας Αυγουστίνος (1778-1857)

 

 

  

 

Αυγουστίνος Καποδίστριας

 

Ο Αυγουστίνος Αντώνιος Μαρία Καποδίστριας, ήταν ο μικρότερος αδελφός του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια. Γεννήθηκε στην Κέρκυρα και ήταν ο τρίτος γιος του νομικού και πολιτικού Αντωνίου Μαρία Καποδίστρια και της κυπριακής καταγωγής Διαμαντίνας Γονέμη, πέθανε στην Αγία Πετρούπολη.

Σπούδασε αγρονομία και φιλολογία. Υπήρξε γραμματέας της πρεσβείας της Επτανήσιας Πολιτείας στην Κωνσταντινούπολη, ενώ το 1818 ήταν διπλωματικός ταχυδρόμος του τσάρου. Τέλος, όταν ιδρύθηκε η Φιλική Εταιρεία, έγινε αρχικά μέλος της και στη συνέχεια έφορός της στην Κέρκυρα.

Μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης της Ελλάδας από τον αδελφό του, ανέλαβε την πολιτική και στρατιωτική δι­οίκηση της δυτικής Ελλάδας (1829). Ένα μεγάλο μέρος του έργου του τότε θεωρείται από πολλούς ότι ήταν η εκδίωξη των τουρκικών φρουρών από τη Ναύπακτο, το Αντίρριο, το Μεσολόγγι.

Μετά τη δολοφονία του αδελφού του (1831) εξελέγη από τη Γερουσία πρόεδρος της προσωρινής τριμελούς «Διοικητικής Επιτροπής της Ελλάδας» (27 Σεπτεμβρίου7 Δεκεμβρίου) μαζί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Ιωάννη Κωλέττη. Η αντιπολίτευση, το αγγλικό κόμμα, στράφηκε κατά της τριανδρίας, την οποία θεωρούσε συνέχεια της απολυταρχίας και της φιλορωσικής πολιτικής του Ιωάννη Καποδίστρια. Κατόρθωσε να προσεταιρισθεί και τον Ιωάννη Κωλέττη, που ήταν επικεφαλής του γαλλικού κόμματος και συσπείρωνε κυρίως τους στερεοελλαδίτες.

Στις 5 Δεκεμβρίουσυνεκλήθη στο Άργος η Ε’ Εθνοσυνέλευση και ανακήρυξε τον Αυγουστίνο Καποδίστρια «Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβερνήσεως», μέχρι την ψήφιση του Συντάγματος. Οι αντιπολιτευόμενοι, που αυτοαποκαλούνταν «συνταγματικοί», αμφισβήτησαν τη νομιμότητά της. Στις 15 Μαρτίου, στην Πρόνοια του Ναυπλίου, ψηφίσθηκε το Σύνταγμα από την Ε’ Εθνοσυνέλευση, γνωστό ως «Ηγεμονικό», επειδή προέβλεπε βασιλιά ως ανώτατο άρχοντα, η οποία ονόμασε τον Αυγουστίνο Καποδίστρια Κυβερνήτη της Ελλάδας μέχρι την άφιξη του βασιλιά. Στην εξουσία όμως έμεινε μόνο για λίγες ημέρες, καθώς επικράτησε το κίνημα του Κωλέττη.

Έτσι, ο Αυγουστίνος Καποδί­στριας εγκατέλειψε τα κοινά, έφυγε για την Κέρ­κυρα και από εκεί στην Αγία Πετρούπολη, όπου και συνταξιοδοτούνταν μέχρι το θάνατό του από τη ρωσική κυβέρνηση. Η Ιόνιος Πολιτεία, που τελούσε ακόμη υπό αγ­γλική προστασία, στις 16 Ιουλίου του 1840 του αναγνώρισε τον τίτλο του κόμη. Γενικά, η περίο­δος διακυβέρνησης του Αυγουστίνου Καποδί­στρια χαρακτηρίστηκε από πολιτική αστάθεια, η οποία οδήγησε σε εμφύλιο σπαραγμό, που κρά­τησε μέχρι το καλοκαίρι του 1832.

 

 

Πηγές


 

 

  • Σπύρος Β. Μαρκεζίνης, «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964», Εκδόσεις «Πάπυρος», Αθήνα, 1966.
  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  
  • Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τόμος 21, Εκδόσεις National Geographic, Αθήνα, 2010.   

 

 Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Καποδίστριας Βιάρος (1774-1842)


 

 

 

Καποδίστριας Βιάρος

Νομικός, πολιτικός, γερουσιαστής και μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Γεννήθηκε στην Κέρκυρα και ήταν γιος του κόμη Αντώνιου Μαρία Καποδίστρια, γόνου αρχοντικής οικογένειας της Κέρκυρας και αδελ­φός του Ιωάννη και του Αυγουστίνου. Σπούδασε νομικά στην Πάντοβα και αναμείχθηκε στην πολι­τική ζωή των Επτανήσων. Διατέλεσε γερουσια­στής Κέρκυρας, μέλος της Εθνικής Ιατρικής Εται­ρείας, ενώ το 1818 μυήθηκε και στη Φιλική Εται­ρεία.

 

 

Όταν ο αδελφός του Ιωάννης ήλθε στην Ελ­λάδα, ο Βιάρος χρημάτισε μέλος του Πανελληνίου με αρμοδιότητα τα οικονομικά θέματα του στρατεύματος, διοικητής Σποράδων και γραμμα­τέας της Γραμματείας Ναυτικών. Επίσης, σημα­ντική ήταν η προσφορά του στην ίδρυση του Αρχαιολογικού Μουσείου στην Αίγινα, ενώ διατέλεσε και πρόεδρος της διοικητικής επιτροπής του ορ­φανοτροφείου του νησιού. Λόγω της όξυνσης της πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα επέστρεψε το 1831 στην Κέρκυρα, όπου και πέθανε το 1842.

 

 

Πηγές


 

  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  
  • Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τόμος 21, Εκδόσεις National Geographic, Αθήνα, 2010.   

 

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »