Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Εκδήλωση τιμής και μνήμης για τον Νικόλα Ταρατόρη στην «Πρόταση»


 

Προσωπογραφία του Νικόλα Ταρατόρη, δημιουργία της Ναυπλιώτισσας ζωγράφου Κατερίνας Μπεκιάρη.

Έχουν περάσει δύο χρόνια από τότε που ο Νικόλας Ταρατόρης, ιδρυτής και εμπνευστής της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης έφυγε για το μεγάλο ταξίδι.

Οι φίλοι του και τα μέλη της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης θα τιμήσουν την πλούσια πολιτιστική του προσφορά το Σάββατο 6 Μαΐου 2023 (8:00 μ.μ.), με μια εκδήλωση στην αίθουσα του Συλλόγου (Οδυσσέα Ανδρούτσου 13 Άργος – πίσω από την κάβα Μακρή), η οποία πήρε, τιμητικά, το όνομά του: «Αίθουσα Νικόλας Ταρατόρης», με αφορμή την τοποθέτηση σε αυτή πίνακα ζωγραφικής με την προσωπογραφία του.

Ο πίνακας είναι δημιουργία της διακεκριμένης ζωγράφου Κατερίνας Μπεκιάρη και προσφορά φίλων του Νικόλα.

Στην εκδήλωση τιμής και μνήμης θα γίνει αναφορά στο έργο του και θα υπάρξει προβολή βίντεο με στιγμές που θα μας τον θυμίζουν.

Η εκδήλωση θα κλείσει με μουσικό πρόγραμμα που θα επιμεληθούν ο Θεόφιλος Μετασίδης, ο Βαγγέλης Ζερβόπουλος και ο Γιώργος Μουσταΐρας.

 

Παρουσίαση του νέου βιβλίου της Ιωάννας Καρυστιάνη «Ψιλά γράμματα», στη Βιβλιοθήκη του «Φουγάρου»


 

Ψιλά γράμματα

Οι εκδόσεις «Καστανιώτη», το «Φουγάρο» και ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας παρουσιάζουν το νέο μυθιστόρημα της καταξιωμένης συγγραφέως Ιωάννας Καρυστιάνη, «Ψιλά Γράμματα».

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 26 Απριλίου 2023 και ώρα 7μ.μ. στη Βιβλιοθήκη του Φουγάρου (Ασκληπιού 98, Ναύπλιο).

Θα απευθύνει χαιρετισμό ο υπεύθυνος της Βιβλιοθήκης του «Φουγάρου» Γιάννης Τσιόδρας.  Με τη συγγραφέα θα συνομιλήσει ο φιλόλογος Τάσος Χατζηαναστασίου. Αποσπάσματα θα διαβάσει η θεατρολόγος – ηθοποιός Αιμιλία Βάλβη. Την εκδήλωση θα συντονίσει ο φιλόλογος – ιστορικός Νικόλαος Μπουμπάρης. Θα ακολουθήσει συζήτηση με το κοινό, και η συγγραφέας θα υπογράψει αντίτυπα. Διαβάστε τη συνέχεια »

Μυστακόπουλος Χαράλαμπος (1830-1894)


 

Μυστακόπουλος Χαράλαμπος (1830-1894)

Μεγαλέμπορος και δήμαρχος Άργους. Καταγόταν από το ορεινό χωριό Λογκανίκος Λακωνίας. Από νεαρή ηλικία ασχολήθηκε με το εμπόριο. Ήταν δραστήριος και τον διέκρινε επιχειρηματικό πνεύμα. Κατόρθωσε να επεκτείνει τις εμπορικές του δραστηριότητες σε πολλές πόλεις της Ελλάδας και στο εξωτερικό και να γίνει μεγάλος οικονομικός παράγοντας της επαρχίας Άργους.

Μετά την εκθρόνιση του Όθωνα (1862), λόγω της τότε αναρχίας, είχαν εισρεύσει στο Άργος ένοπλοι κακοποιοί, που λυμαίνονταν, καταλήστευαν και τρομοκρατούσαν τον κόσμο «και χάριν παιδιάς ετραυμάτιζον και εφόνευον οιονδήποτε». Ο Μυστακόπουλος συνέστησε τότε πολιτοφυλακή και κατόρθωσε να επαναφέρει την τάξη.

Διετέλεσε Δημοτικός Σύμβουλος 12 περίπου χρόνια. Δήμαρχος εκλέχτηκε το 1891 με την υποστήριξη της Δηλιγιαννικής παράταξης. Διαχειρίστηκε με σύνεση τα οικονομικά του Δήμου και κατόρθωσε να επισκευάσει το υδραγωγείο από το Κεφαλάρι μέχρι το αρχαίο θέατρο Άργους, χωρίς να συνάψει δάνειο. Χαρακτηριστικό του ενδιαφέροντός του για το δημοτικό χρήμα είναι και το εξής: Ότι ενώ το δημοτικό συμβούλιο ψήφισε 700 δραχμές για την μετάβασή του στην Αθήνα προς παραλαβή των σιδηροσωλήνων του υδραγωγείου, αυτός δεν δέχθηκε  παρά μόνο 15 δραχμές  για το εισιτήριο του Γ’ θέσεως. Διαβάστε τη συνέχεια »

Η οικογένεια των Νοταράδων στην Ελληνική Επανάσταση


 

Πανούτσος Νοταράς. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Μία από τις κοινωνικές ομάδες που θα παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην Επανάσταση, είναι αυτή των προκρίτων, αλλιώς κοτζαμπάσηδων. Σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκει και η οικογένεια Νοταρά που κατάγεται από τα Τρίκαλα Κορινθίας.

Σύμφωνα με την παραδοσιακή προσέγγιση της Επανάστασης, όλοι οι πρωταγωνιστές της Επανάστασης, ο καθένας από τη θέση του και με βάση τις δυνατότητές του προσέφεραν στην Επανάσταση και τιμώνται εξίσου ως ήρωες του Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Η αντίληψη αυτή αγνοεί τις υπαρκτές αντιθέσεις μεταξύ των κοινωνικών ομάδων που αποτελούσαν την ηγεσία των επαναστατημένων Ελλήνων κατασκευάζοντας μία μάλλον ειδυλλιακή εικόνα όπου το έθνος όταν πήρε τα όπλα κατά του κατακτητή διέθετε μία οικονομικά ισχυρή τάξη πρόθυμη να χρηματοδοτήσει τον Αγώνα, τους μεγαλοκαραβοκύρηδες των νησιών και τους προκρίτους, τους Φαναριώτες με υψηλή μόρφωση και διπλωματικές ικανότητες, έτοιμη να διαμορφώσει τη νέα πολιτική εξουσία και την ηγεσία των ενόπλων που την είχαν οι καπετάνιοι του στόλου, οι πρώην Κλέφτες και οι Αρματολοί με τα σώματά τους. Το σχήμα αυτό ισχύει βεβαίως, σ’ έναν βαθμό. Δεν μπορεί, ωστόσο να εξηγήσει το γεγονός ότι οι υπαρκτές αντιθέσεις μεταξύ των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων και των συμφερόντων τους, οι τοπικές διαφορές και οι προσωπικοί ανταγωνισμοί και φιλοδοξίες οδήγησαν σε οξύτατες διαμάχες και σε δύο εμφυλίους πολέμους στη διάρκεια της Επανάστασης κι ακόμη έναν μετά την έλευση του Καποδίστρια το 1828 στην Ελλάδα, στη δε περίπτωση της Κορινθίας είχαμε κι έναν ακόμη, αυτόν μεταξύ του Ιωάννη και του Παναγιωτάκη Νοταρά την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1826. Διαβάστε τη συνέχεια »

Ένα μνημείο για την Μπετίνα – Όπως το σχεδίασε ο Σταμάτης Κλεάνθης. Όλγα Φουντουλάκη, Δρ Ιστορίας Αρχιτεκτονικής


 

Το ταφικό μνημείο για τη νεαρή Bettina von Savigny-Σχινά (1805-1835) σχεδιάστηκε αρχικά από τον Σταμάτη Κλεάνθη, εκτελέστηκε όμως με παραλλαγές και σήμερα βρίσκεται στο A’ Νεκροταφείο Αθηνών. Εκείνο το πρώτο σχέδιο του μνημείου, ένα από τα ελάχιστα που φέρουν την ιδιόχειρη υπογραφή του αρχιτέκτονα, αλλά και την ιστορία της Μπετίνα, που μόλις ένα χρόνο έζησε στην Ελλάδα, παρουσιάζουμε εδώ.

 

Η Bettina von Savigny σε ηλικία περίπου 15 χρόνων. Σκίτσο από το τετράδιο σχεδίων που κατείχε η ίδια. Σώζεται στην Πανεπιστημιακή και Κρατική Βιβλιοθήκη της γερμανικής πόλης Münster.

Η Bettina von Savigny-Σχινά ήταν κόρη του διαπρεπούς Γερμανού νομομα­θούς και συνιδρυτή της «Ιστορικής Σχο­λής» Νομικών Σπουδών Friedrich Carl von Savigny (Φρίντριχ Καρλ φον Σαβινύ, 1779-1861). Παντρεύτηκε στις 9 Οκτωβρίου 1834 τον Κωνσταντίνο Σχινά (1801-1857), ιστορικό και πολιτικό από το φανάρι της Κωνσταντινούπολης, που διετέλεσε υπουργός στην πρώτη αντιβασιλεία του Όθωνα, αργότερα έγι­νε πρώτος πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών και προς το τέλος της ζωής του υπηρέτησε την πατρίδα του ως πρέσβης στο Μόναχο, τη Βιέννη και το Βερολίνο (1849-1854). Η Μπετίνα ήρθε στην Ελ­λάδα το 1834, πέθανε όμως μέσα σε ένα χρόνο και τάφηκε στην Αθήνα. Ο Σταμάτης Κλεάνθης ετοίμασε ένα σχέδιο για το ταφικό της μνημείο. Το μνημείο, που παρουσιάζει διαφορές από το αρχικό σχέδιο, βρίσκεται στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας. Το σχέδιο του Κλεάνθη για το μνημείο της Μπετίνα δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά.

 

Η ιστορία της Bettina von Savigny-Σχινά

 

Η Elisabeth (Bettina)[1] von Savigny γεννήθηκε στο Παρίσι το 1805. Ήταν η μοναδική κόρη του Friedrich Carl von Savigny. Στον φιλικό και συγγενικό κύ­κλο του von Savigny απαντούν διάσημα ονόματα της εποχής εκείνης, όπως του συγγραφέα Clemens Brentano και του ποιητή Ludwig Tieck, του αρχιτέκτονα Karl Friedrich Schinkel, του ιστορικού Leopold von Ranke των αδελφών Humboldt, οι οποίοι ήταν συχνοί επισκέ­πτες στο σπίτι του στο Βερολίνο. Έτσι γνωρίστηκε η Bettina, τότε 19 χρόνων, με τον Κωνσταντίνο Σχινά,[2] που ήταν μαθητής του πατέρα της και ερχόταν στο σπίτι τους. Ο Σχινάς ήρθε στην Ελλάδα το 1828. Επί Καποδίστρια διορίστηκε πάρεδρος στη Γραμματεία Εσωτερικών και τον Οκτώβριο 1833 υπουργός Δικαιοσύ­νης, ως έμπιστος του Ludwig von Mau­rer, μέλους της Αντιβασιλείας.

 

Friedrich Carl von Savigny, έργο του Γερμανού ζωγράφου Franz Krüge, 1855. Η λιθογραφία που παρουσιάζουμε εδώ είναι του Paul Rohrbach, 1862.

 

Όντας υπουργός παντρεύτηκε την Bettina von Savigny στην Αγκόνα της Ιταλίας στις 27 Σεπτεμβρίου/9 Οκτωβρίου 1834 σύμφω­να με το ορθόδοξο τυπικό στο σπίτι του Έλληνα πρόξενου Δημήτρη Δουρούπη.[3] Έτσι η Μπετίνα εγκατέλειψε το Βερολί­νο για να εγκατασταθεί στην Ελλάδα με τον άνδρα που γνώρισε και αγάπησε στην πρωσική πρωτεύουσα.

Ο Σχινάς και η γυναίκα του εγκαταστάθηκαν πρώτα στο Ναύπλιο. Όταν επήλθε ανοιχτή ρήξη στους κόλπους της Αντιβασιλείας και ο Maurer ανακλήθηκε, ο Σχινάς απολύθηκε από την κυβέρνηση και κατέβαλε προσπάθειες να επαναδιοριστεί. Στα τέλη Μαρτίου 1835, μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας του ελληνικού κράτους στην Αθήνα, το ζεύγος Σχινά μετακόμισε εκεί και προσπάθησε να οργανώσει τη ζωή και το σπίτι του στη νέα πόλη.

 

Κωνσταντίνος Σχινάς, λιθογραφία, 1853.

 

Αρχικά σκέφτονταν να κτίσουν δικό τους σπίτι στην Αθήνα. Μαζί με τους Σταμάτη Κλεάνθη, Georg Christian Gropius και Karl Wilhelm von Heideek, γύριζαν την πόλη επί τρεις ημέρες με το πολεοδομικό σχέδιο στο χέρι για να βρουν κατάλληλο οικόπεδο.[4] Ύστερα όμως η ιδέα αυτή εγκαταλείφθηκε και η οικογένεια Σχινά ενδιαφερόταν μόνο να αγοράσει ένα έτοιμο σπίτι ή να νοικιάσει μια κατάλληλη οικία, γιατί αυτή στην οποία διέμεναν ήταν μακριά από την πόλη.[5] Διαβάστε τη συνέχεια »

Καλή Ανάσταση!

Χρόνια Πολλά.

 

 

«Destino» ή «Jesús en el desierto» («Το πεπρωμένο» ή «ο Ιησούς στην έρημο»).

Γλυπτό κατασκευασμένο από πηλό (τερακότα), έργο του Santiago Nuevo Peña.

Πιτίδης Νίκος (1927-1995)


 

Ο αρχιτέκτονας μηχανικός Νίκος Πιτίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1927. Ακολούθησε τους γονείς του, τη δασκάλα Ελένη και το φιλόλογο – αρχαιολόγο Μιχάλη, στο Άργος, όπου κι εγκαταστάθηκε μόνιμα. Ο πατέρας του διετέλεσε Έφορος Αρχαιοτήτων Ανατολικής Πελοποννήσου με πλούσιο ανασκαφικό έργο στην Αργολίδα. Εδώ πρέπει να γίνει αναφορά στη μελέτη του «Τζαμιού του Άργους» («Νοσοκομείον Άγιος Κωνσταντίνος»  ή και «Βασιλικόν Νοσοκομείον»), το οποίο κατόρθωσε ν’ ανακηρυχτεί, το 1938, ιστορικό διατηρητέο μνημείο.

Ο αρχιτέκτονας μηχανικός Νίκος Πιτίδης.

Ο Νίκος έλαβε ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση και τραυματίστηκε στο θώρακα, στη διάρκεια μάχης του ΕΛΑΣ κατά των Γερμανών. Αποφοίτησε από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, όπου διετέλεσε βοηθός του καθηγητή Αναστασίου Ορλάνδου. Στα χρόνια του Εμφυλίου φυλακίστηκε και εξορίστηκε στη Γιάρο, στον Αϊ Στράτη, στη Μακρόνησο και στην Ακροναυπλία. Αποφυλακίστηκε οριστικά το 1958 και εργάστηκε στην Αργολίδα. Παντρεύτηκε τη Στάσα (Αναστασία) η οποία υπήρξε γι’ αυτόν ουσιαστικό στήριγμα στη ζωή και στο έργο του. Απέκτησε δύο παιδιά το Μιχάλη και τη Λέλα.

Με μεγάλες δυσκολίες δημιούργησε ένα επίγειο παράδεισο στο Γιαλάσι της Παλιάς Επιδαύρου. Γι’ αυτό του το έργο τιμήθηκε από το Δήμαρχο Επιδαύρου (Α. Λιμνιάτη) και το Νομάρχη Αργολίδας (Α. Σαλεσιώτη) ως «αναμορφωτής του Γιαλασιού», του οποίου η κεντρική οδός ονομάστηκε «Οδός Νικολάου Πιτίδη». Διαβάστε τη συνέχεια »

Αναγνώστης Γκελμπερής (; – 1821) – Από όργανο της εξουσίας μάρτυρας της Ελευθερίας


 

Σε ένα συνέδριο αφιερωμένο στο 1821, νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να παρουσιαστεί ο σχεδόν άγνωστος ήρωας από την Κυνουρία που φέρει το όνομα Αναγνώστης Γκελμπερής. [Ανακοίνωση του κυρίου  Ηλία Γιαννικόπουλου στο 9ο Τσακώνικο Συνέδριο, Λεωνίδιο 17-19 Μαρτίου 2023].

Ο πρωτοσύγκελος Χριστιανουπόλεως και ιστορικός της Επαναστάσεως Αμβρόσιος Φραντζής τον θεωρεί Τσάκωνα. H μελέτη όμως των υπαρχόντων στοιχείων αποδεικνύει ότι καταγόταν από την ευρύτερη γεωγραφική περιφέρεια της Τσακωνιάς, τα Λυμποχώρια. Λυμποχώρια, και κατά παρετυμολογίαν Ολυμποχώρια, ονομάζονταν τα χωριά Άγιος Βασίλειος, Πλατανάκι και Παλαιοχώρι, στις ανατολικές υπώρειες του Πάρνωνα και λίγα χιλιόμετρα δυτικά του Λεωνιδίου, από την ύπαρξη στην περιοχή αυτή της αρχαίας πόλεως Γλυππία, κατά τον περιηγητή Παυσανία, ή, Γλυμπείς, κατά τον ιστορικό Πολύβιο.

Ο ακριβής τόπος καταγωγής του Γκελμπερή έχει αποτελέσει αντικείμενο διαφωνιών, ασφαλώς λόγω αγνοίας των πραγματικών δεδομένων. Έτσι, ο Νικόλαος Σπηλιάδης στον πρώτο τόμο του έργου του θεωρεί ότι ο Γκελμπερής κατάγεται από το Γεράκι, ενώ σε διορθωτική σημείωση στον δεύτερο τόμο του έργου του αναφέρει ότι καταγόταν «από τα Ολυμποχώρια, κατά την επαρχίαν του Αγίου Πέτρου», χωρίς όμως να διευκρινίζει από ποιο ακριβώς χωριό των Λυμποχωρίων. Γερακίτη θεωρεί τον Γκελμπερή και ο Μιχαήλ Λαμπρυνίδης στο γνωστό έργο του «Η Ναυπλία». Ο Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος έχει την άποψη ότι ο Γκελμπερής ήταν αξιωματικός του χωρίου Κοσμά. Το αξιοσημείωτο όμως είναι ότι ενώ για τον ηρωικό θάνατο του Γκελμπερή o Φωτάκος αναφέρει πολλές λεπτομέρειες στα «Απομνημονεύματά» του, δεν τον μνημονεύει καθόλου στο άλλο έργο του «Βίοι Πελοποννησίων ανδρών», όπου τόσοι και τόσοι άλλοι Πελοποννήσιοι ήρωες έχουν βρει την τιμητική θέση τους.

 

Το κάστρο του Γερακιού Λακωνίας.

 

Εξάλλου, τα λήμματα των διαφόρων εγκυκλοπαιδειών είναι τηλεγραφικά και ανεπαρκέστατα. Εξάλλου όλα, αντιγράφοντας προφανώς το ένα το άλλο, προσδιορίζουν ως ιδιαίτερη πατρίδα του το χωριό Άγιος Βασίλειος.

Από συνδυασμό αρχειακών ιστορικών στοιχείων, άγνωστων μέχρι τούδε, και από εσωτερικές μαρτυρίες εγγράφων του ίδιου του Γκελμπερή, αποδεικνύεται ότι ιδιαίτερη πατρίδα του δεν ήταν ούτε το Γεράκι ούτε ο Κοσμάς ούτε ο Άγιος Βασίλειος, αλλά το χωριό Πλατανάκι. Πρέπει όμως να παραδεχθούμε ότι από κάποιο χρονικό σημείο και μετά ο Γκελμπερής εγκαταστάθηκε στον Άγιο Βασίλειο, και αυτό ήταν φυσικό να δημιουργήσει την εντύπωση ότι από εκεί ήταν και η καταγωγή του.

Δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε ούτε πότε γεννήθηκε ούτε πού έμαθε τα πρώτα γράμματα. Είναι βέβαιο πάντως ότι διέθετε αρκετή παιδεία, και αυτό αποδεικνύεται από τα 110 και πλέον ανέκδοτα γράμματά του που διασώζονται στο Αρχείο της οικογένειας Περρούκα του Άργους και αποτελούν πολύτιμη πηγή πληροφοριών για τον άνθρωπο και τη δράση του, αλλά και για τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στην Τουρκοκρατούμενη Κυνουρία και σε όλη την Πελοπόννησο κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Τα γράμματα αυτά χαρακτηρίζονται από ευχέρεια γραφής, ορθογραφική ακρίβεια και μεγάλη εκφραστική ικανότητα, και είναι όλα δείγματα υψηλού γραμματικού και μορφωτικού επιπέδου, σπάνιου για την τότε ελληνική κοινωνία. Εικάζουμε ότι λόγω των σχέσεών του με πολλούς Τούρκους εγνώριζε και μιλούσε άριστα και την τουρκική γλώσσα. Στο ίδιο Αρχείο της οικογένειας Περρούκα του Άργους διασώζονται επίσης διάφορα ταμειακά Κατάστιχα της επαρχίας Άργους με τη γραφή και υπογραφή του Γκελμπερή. Διαβάστε τη συνέχεια »

Κρήνες του Άργους


 

Βρύση, κρήνη, κρουνός, βρυσούλα, κρυόβρυση, κρυοπηγή, κεφαλάρι, είναι μερικές από τις ονομασίες της παραδοσιακής κατασκευής ύδρευσης, που βρίσκουμε ακόμα και σήμερα σε πόλεις, αλλά κυρίως στα χωριά. Οι λέξεις αυτές είναι παλιές και συνδέονται με τις ρίζες της ελληνικής γλώσσας.

Το όνομα «κρήνη», που είναι το αρχαιότερο, προέρχεται από τη ρίζα κρας του ιωνικού και επικού τύπου «κάρη – κάρητος» (αντί κάρα) = κεφάλι και με την έννοια αυτή δηλώνει το κεφαλό – βρυσο, το κεφαλάρι, το μέρος όπου έβγαινε πολύ νερό. Η νεότερη ονομασία «βρύση» προέρχεται από το ρήμα Βρύω = αναβλύζω και δηλώνει το μέρος όπου ρέει, αναβλύζει λίγο κατά κανόνα νερό. Φαίνεται πως αρχικά ονόμασαν έτσι τις πηγές, τις τοποθεσίες όπου έτρεχε λίγο ή πολύ νερό, συνήθως ένα απλό κοίλωμα σκαμμένο στο βράχο.

Γρήγορα όμως στις θέσεις αυτές δημιουργήθηκε κάποιο κτίσμα για τη συγκέντρωση, φύλαξη, λήψη και διανομή του νερού της πηγής, που σιγά – σιγά απέκτησε ολοκληρωμένη μορφή με αρχιτεκτονική διάρθρωση και σχήμα ανάλογο με τη θέση του και την ποσότητα του νερού.[1]

Η πρώτη αναφορά για την ύπαρξη κοινόχρηστων κρηνών στην αρχαία πόλη του Άργους είναι οι δύο βρύσες, η Μεσσηίδα και την Υπέρεια, που αναφέρει ο Όμηρος και δεν έχει επιβεβαιωθεί η ύπαρξη και η ακριβής θέση τους. Στην αρχαία αγορά του Άργους αναφέρονται δύο ακόμα μνημειακές κρήνες. Η μία απ’ αυτές απεικονίζεται σε νομίσματα του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αντωνίνου Ευσεβούς (137-161 µ.Χ.) και πρέπει να καταστράφηκε ολοσχερώς κατά την επιδρομή των Σλάβων τον 6ο αιώνα µ.Χ. Η άλλη ήταν ένα τετράγωνο κτήριο µε μήκος πλευράς 6,35 µ. κτισμένο από οπτόπλινθους στα 150-200 µ.Χ.,  με επένδυση από μάρμαρο εξωτερικά και με µία μαρμάρινη δεξαμενή δίπλα του, που έμοιαζε µε τάφο, αλλά χρησίμευσε ως Νυμφαίο. Μία επιγραφή πάνω στο μάργαρο μαρτυρεί πως την αυτή κρήνη αφιέρωσε η οικογένεια των Τιβερίων Ιουλίων για τη διαιώνιση της μνήμης της. Ήταν κτισμένη πάνω στο δρόμο των αθλητικών αγώνων και, όταν η αγορά του Άργους έχασε το δημόσιο χαρακτήρα της στην ύστερη αρχαιότητα, η κρήνη μετατράπηκε σε κατοικία.[2]

Στα ρωμαϊκά χρόνια, όταν ο αυτοκράτορας Αδριανός επισκέφθηκε το Άργος το 124/5 μ.Χ., έκτισε μια μνημειακή κρήνη, τύπου «Νυμφαίου», στις ανατολικές υπώρειες του λόφου της Λάρισας, σε μικρή απόσταση από το αρχαίο Θέατρο, στο χώρο που οι ανασκαφείς ονόμασαν «Κριτήριο», καθώς εδώ ο βασιλιάς του Άργους Δαναός δίκασε την κόρη του Υπερμήστρα.

 

Το Κριτήριον του Άργους – Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

To άγαλμα του Αδριανού με τη μορφή του τοπικού ήρωα Διομήδη, που βρέθηκε το 1906 στη δυτική δεξαμενή και εκτίθεται στον αύλειο χώρο του αρχαιολογικού μουσείου του Άργους.

Το Νυμφαίο αυτό αποτελείται από δυο δεξαμενές νερού σκαλισμένες στο βράχο. Το νερό έφτανε στο νυμφαίο με ένα υδραγωγείο μήκους 30 περίπου χιλιομέτρων, που ξεκινούσε από το χωριό Κεφαλόβρυσο (Πάνω Μπέλεσι) και περνώντας από τα χωριά Δούκα, Τζιρίστρα, Στέρνα, Σχοινοχώρι και Σταθέικα. Εισερχόταν στην κρήνη από ένα στόμιο στη βορειοδυτική πλευρά του νυμφαίου  και ένα άγαλμα του Αδριανού με τη μορφή του τοπικού ήρωα Διομήδη, που βρέθηκε το 1906 στη δυτική δεξαμενή και εκτίθεται στον αύλειο χώρο του αρχαιολογικού μουσείου του Άργους, άφηνε το νερό να τρέχει ως θεϊκό δώρο από την παλάμη του αριστερού του χεριού γεμίζοντας τη δυτική δεξαμενή. Στη συνέχεια το νερό περνούσε στην ανατολική δεξαμενή δημιουργώντας καταρράχτη, έβγαινε από τρία κενά του τοίχου της πρόσοψης και κατέληγε σε ένα μικρότερο υδραγωγείο, από το οποίο ξεκινούσε το κεντρικό δίκτυο υδροδότησης της πόλης, που τροφοδοτούσε και τις Θέρμες του Άργους.[3]

Τους επόμενους αιώνες μέχρι την τουρκοκρατία δεν αναφέρονται βρύσες στο Άργος. Φαίνεται ότι οι κάτοικοι της πόλης για πολλούς αιώνες κάλυπταν τις ανάγκες ύδρευσης από ιδιόκτητα ή κοινόχρηστα πηγάδια. Άλλωστε ο ίδιος ο Όμηρος χαρακτηρίζει το Άργος ως «πολυδίψιο», γιατί από τότε μέχρι σήμερα δεν έχει τρεχούμενα νερά. Διαβάστε τη συνέχεια »

Ιστορικές στιγμές του Νοσοκομείου Άργους (μέρος II) – Παναγιώτης Ν. Τσελφές, Αναισθησιολόγος Γενικού Νοσοκομείου Άργους


 

 Το Νοσοκομείο των κληροδοτημάτων

 

Το σημερινό Νοσοκομείο Άργους οφείλει την ύπαρξή του στη μεγάλη αγάπη κάποιων Αργείων για την πόλη και τους συμπολίτες τους. Αυτοί προσέφεραν τις περιουσίες τους για τις ανάγκες της υγειονομικής περίθαλψης των κατοίκων μιας μεγάλης περιοχής του Άργους και γύρω από αυτό, από το άκρο της Κυνουρίας μέχρι και τη Νεμέα. Από τις προσφορές τους, πολλές χάθηκαν από τις δυσκολίες των καιρών (πόλεμοι) και την εγκληματική αδιαφορία αυτών στους οποίους ανατέθηκε η διαχείριση. Άλλες όμως αξιοποιήθηκαν, ώστε να προκύψει το σπουδαίο και μεγάλο νοσηλευτικό ίδρυμα που έχουμε σήμερα.

Με πρώτους τους Αικατερίνη Καλλιοντζή (διαθήκη 1924) και τον ανιψιό της Δημοσθένη Δεσμίνη (διαθήκη 1936) ξεκίνησε μια σειρά δωρεών και κληροδοτημάτων που έχτισαν, επέκτειναν και συνεχίζουν ακόμη σήμερα τη βελτίωση των εγκαταστάσεων και της λειτουργίας του Νοσοκομείου Άργους.

 

Το κληροδότημα «Δεσμίνη – Καλλιοντζή»

 

Η δωρεά «Δεσμίνη – Καλλιοντζή» έγινε το 1936, με διαθήκη του Δημοσθένη Δεσμίνη προς το Ίδρυμα «Δημοτικόν Νοσοκομείον Δεσμίνη – Καλλιοντζή». Η δωρεά συμπληρώθηκε από προσφορά του Αναστασίου Στεργίου.

Η ανάγκη λειτουργίας νοσοκομειακής μονάδας στο Άργος είναι πολύ παλιά. Είναι φυσικό πως το «Λαϊκό Ιατρείο» που δημιουργήθηκε και στηρίχτηκε στη φιλανθρωπική δραστηριότητα κάποιων πολιτών, δεν αναπλήρωσε την έλλειψη νοσοκομείου. Η κεντρική εξουσία ακολούθησε τις συγκεκριμένες ανάγκες της εποχής και προγραμμάτισε ανέγερση Σανατορίων ανά την επικράτεια. Το Σανατόριο της Αργολιδοκορινθίας, το κρατικό πρόγραμμα επενδύσεων, του τομέα υγιεινής, του 1935, το τοποθέτησε στην περιοχή Φανερωμένης Χιλιομοδίου. Σανατόριο στη Φανερωμένη δεν έγινε ποτέ, αλλά για νοσοκομείο στην Αργολιδοκορινθία είχε προκριθεί η περιοχή του Ναυπλίου ή η περιοχή μεταξύ Ναυπλίου και Άργους, αφού για μη ερμηνεύσιμους λόγους, υπήρχε η άποψη πως το νοσοκομείο έπρεπε να γίνει κοντά στη θάλασσα.

Ο τοπικός τύπος υποστήριξε με πάθος πως το νοσοκομείο της Αργολιδοκορινθίας (δεν υπήρχε ούτε στην Κόρινθο), έπρεπε να γίνει σε θέση που να εξυπηρετεί τόσο την Κόρινθο, όσο και το Ναύπλιο και την Κυνουρία. Αυτή η θέση ήταν το Άργος. Η πλάστιγγα φάνηκε να γέρνει αποφασιστικά υπέρ του Άργους, όταν εμφανίστηκε το Κληροδότημα Δεσμίνη – Καλλιοντζή.

Η Αικατερίνη σύζυγος Δημητρίου Καλλιοντζή[1] μία εκ των τεσσάρων θυγατέρων του Κωνσταντίνου και της Ελένης Νυσταζοπούλου, γεννήθηκε στο Άργος το 1855 και πέθανε στην Αθήνα το 1932. Ο σύζυγός της Δημήτριος Καλλιοντζής, γεννημένος και αυτός στο Άργος, ασκούσε το επάγγελμα του συμβολαιογράφου στην Αθήνα. Το ζεύγος Καλλιοντζή απέκτησε δύο παιδιά, τον Αγαμέμνονα και τον Χαρίλαο, που είχαν την ατυχία να πεθάνουν σε ηλικία 10 και 25 ετών αντίστοιχα. Στη συνέχεια η Αικατερίνη έχασε και το σύζυγό της το 1909, αλλά παρέμεινε στην Αθήνα.

 

Η Αικατερίνη Καλλιοντζή σε πορτρέτο αγνώστου ζωγράφου που βρίσκεται στο Νοσοκομείο Άργους.

 

Το 1924 με ιδιόχειρη διαθήκη άφηνε την περιουσία της για την ίδρυση νοσοκομείου στο Άργος. Λίγες ημέρες προ του θανάτου της, άλλαξε τη διαθήκη και άφησε την περιουσία της στον ανιψιό της Δημοσθένη Δεσμίνη, μετά την προφορική διαβεβαίωση πως και αυτός θ’ αφήσει την περιουσία του για τον ίδιο σκοπό.

Δημοσθένης Δημητρίου Δεσμίνης[2] (1868-1936) γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα. Κληροδότησε την περιουσία του, μαζί με αυτή της θείας του Αικατερίνης Καλλιοντζή, την οποία είχε κληρονομήσει, για την ανέγερση νοσοκομείου στο Άργος. Η διαθήκη του που συντάχτηκε την 24η Ιανουαρίου 1936, δημοσιεύτηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών στις 30 Μαρτίου 1936.

 

Ο Δημοσθένης Δεσμίνης σε πορτρέτο αγνώστου ζωγράφου που βρίσκεται στο Νοσοκομείο Άργους.

 

Με τη διαθήκη άφησε στην Αγγελική, σύζυγο Γ. Γεροντόπουλου, το γένος Δημ. Γκομόζη και στο γιό της Δημήτριο Γ. Γεροντόπουλο, μια οικία με τον περιβάλλοντα χώρο της, στη συνοικία Αγία Φωτεινή της Αθήνας, σε ανταμοιβή των πολυετών υπηρεσιών και περιποιήσεων προς αυτόν. Το σύνολο της υπόλοιπης περιουσίας του άφησε στο ίδρυμα που με τη διαθήκη συνέστησε, με την επωνυμία «Δημοτικόν Νοσοκομείον Άργους». Σκοπός η δημιουργία και λειτουργία νοσηλευτικού ιδρύματος, «για τη νοσηλεία απόρων της επαρχίας Άργους και των πλησίον περιφερειών, το οποίο θα συμπληρώση μίαν μεγάλην έλλειψιν της ιδιαιτέρας μου παρτίδος του Άργους». Διαβάστε τη συνέχεια »