Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Ο Οικισμός Γκέρμπεσι – Μιδέα της Αργολίδας | Δημιουργία-Ονομασία-Εξέλιξη


 

Κομβικό σημείο για την παρακολούθηση της ίδρυσης, της ονομασίας και της διαδρομής μέσα στο χρόνο του οικισμού Γκέρμπεσι-Μιδέα [1] της Αργολίδας είναι η δεύτερη Βενετοκρατία του Ναυπλίου (1686-1715), αφού σε επίσημο κείμενο της Βενετικής πολιτείας της περιόδου αυτής αναφέρεται για πρώτη φορά, απ’ όσο τουλάχιστον γνωρίζω, το τοπωνύμιο «Γκέρμπεσι» ως όνομα ζευγολατείου [2].

Με βάση όμως ιστορικά στοιχεία, θεωρώ ότι ο οικισμός Γκέρμπεσι είχε ιδρυθεί από αρβανίτες εποίκους κατά την περίοδο της πρώτης Ενετοκρατίας του Ναυπλίου (1389-1540) στο διάστημα 1406-1457.

Είναι λοιπόν απαραίτητη, για την κατανόηση των γεγονότων που θα εκθέσω παρακάτω, η παράθεση ενός σύντομου ιστορικού περιγράμματος της περιοχής του Ναυπλίου και γενικότερα της Πελοποννήσου, κατά τους τελευταίους αιώνες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και μετέπειτα, γιατί πιστεύω, ότι η ίδρυση του οικισμού πρέπει να έγινε μετά τη μεγάλη μετανάστευση των Αλβανών στην Πελοπόννησο (1405/6) και πριν την κατάκτηση ολόκληρης της Πελοποννήσου από τους Τούρκους (1457), πλην των βενετικών κτήσεων, όπως θα ιδούμε παρακάτω. Διευκρινίζω ότι οι πρώτοι κάτοικοι του οικισμού Γκέρμπεσι πολύ ενωρίς υποχρεώθηκαν να τον εγκαταλείψουν, αλλά διατηρήθηκε το τοπωνύμιο, ενώ οι σημερινοί κάτοικοί του δεν έχουν καμία απολύτως γενεαλογική συνέχεια με εκείνους. Οπωσδήποτε όμως υπάρχει εθνολογική συνέχεια, αφού και οι νέοι οικιστές, που κατά μεγάλη πιθανότητα εγκαταστάθηκαν εκεί γύρω στο 1800, έχουν την ίδια με τους παλαιούς εθνολογική και φυλετική προέλευση, είναι δηλαδή αλβανογενείς Έλληνες.

 

Τμήμα χάρτη της Αργολιδοκορινθίας του Αντώνη Μηλιαράκη, 1886.

 

Οι Φράγκοι σταυροφόροι [3] κατάκτησαν την Κωνσταντινούπολη και κατάλυσαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία το έτος 1204, εγκαθιδρύοντας τη Λατινική Αυτοκρατορία της Ρωμανίας με αυτοκράτορα τον Μπάλντουιν, κόμητα της Φλάνδρας. Η κυριαρχία των Φράγκων στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης κράτησε 60 περίπου χρόνια, από το 1204 μέχρις στις 27 Ιουλίου 1261 [4], που ανακτήθηκε από τις δυνάμεις της αυτοκρατορίας της Νίκαιας και ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Παλαιολόγος μετέφερε τον θρόνο και την Πατριαρχία στην Κωνσταντινούπολη. Την ίδια χρονιά (1204) οι Φράγκοι κατάκτησαν την ηπειρωτική Ελλάδα και το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου και στη συνέχεια κατάκτησαν κατά σειρά τον Ακροκόρινθο το 1209, το Άργος το 1210, το Ναύπλιο το 1212 και τη Μονεμβασιά το 1248.

Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας, η οποία είχε τον έλεγχο της ναυτιλίας και του εμπορίου στην ανατολική μεσόγειο και τον Εύξεινο Πόντο, είχε συμβάλει αποφασιστικά με τις ναυτικές της δυνάμεις στην κατάκτηση της Βασιλεύουσας από τους Φράγκους. Κατά τη διανομή των εδαφών της αυτοκρατορίας, που επακολούθησε την άλωση, η Βενετία βάσει της συνθήκης Διανομής των Εδαφών της Αυτοκρατορίας της Ρωμανίας (Partitio Terrarum imperii Romaniae), που υπογράφτηκε μεταξύ των νικητών, έλαβε τα τρία όγδοα της αυτοκρατορίας και τα τρία όγδοα της Βασιλεύουσας. Κατέλαβε επίσης παράκτιες στρατηγικές θέσεις στην Πελοπόννησο, στην Εύβοια και αλλού, όπως τη Μεθώνη και την Κορώνη (1206), που αποτέλεσε τον κύριο σταθμό ανεφοδιασμού των πλοίων της, το Ναύπλιο (1389), την Μονεμβασιά (1464) κ.λ.π. Στις στρατηγικές αυτές θέσεις εγκατέστησε φρουρές και αργότερα τις οχύρωσε, προκειμένου έτσι να  εξουσιάζει την ευρύτερη περιοχή τους και  να διατηρεί ελεύθερους και ασφαλείς τους ναυτικούς δρόμους προς την ανατολή και τη Μαύρη θάλασσα, κυρίως όμως για να δημιουργήσει στα σημεία αυτά εμπορικούς σταθμούς, που διευκόλυναν τη διεξαγωγή και την ανάπτυξη του εμπορίου της.

 

Πρώτη Βενετική κατάκτηση του Ναυπλίου και της περιοχής του (1389-1540)

  

Το Ναύπλιο με τη φυσική του οχύρωση και το σπουδαίο λιμάνι βρισκόταν από το 1212 κάτω από την κυριαρχία των Φράγκων αυθεντών και από το 1377 της  κυριάρχου Μαρίας των Ανδεγαυών (d’ Εngien), της οποίας η «αυθεντία» μετά τον θάνατο του συζύγου της Ενετού ευπατρίδη Πέτρου Κορνάρου άρχισε να απειλείται από τον Φλωρεντινό Νέριο Ακκιαγιόλη (Acciajioli) και τους γαμπρούς του αλλά και από τον σουλτάνο των Οθωμανών. Η Βενετική Δημοκρατία έπειτα από μια σειρά ραδιουργιών έκρινε κατάλληλη την ευκαιρία και το 1388 αγόρασε το Ναύπλιο με την ευρύτερη περιοχή του και το Άργος από την ανωτέρω τελευταία κυρίαρχο των Φράγκων αυθεντών του Ναυπλίου, Άργους και Κιβερίου, Μαρία των Ανδεγαυών [5]. Οι Ενετοί μπήκαν εξουσιαστές στο Ναύπλιο στις 26 Ιανουαρίου 1389, ενώ το 1394 απόκτησαν με ανταλλαγή από τον Θεόδωρο Παλαιολόγο, Δεσπότη του Μυστρά και των Καλαβρύτων, το Άργος και το Θερμίσι [6], που εκείνος είχε καταλάβει το 1388 εκμεταλλευόμενος την αδυναμία της κυριάρχου Μαρίας των Ανδεγαυών να προστατεύσει τις κτήσεις της.

Εν τω μεταξύ το έτος 1453 ο σουλτάνος των Τούρκων Μωάμεθ ο Β΄ κατάκτησε την Κωνσταντινούπολη και κατάλυσε οριστικά τη Βυζαντινή αυτοκρατορία, που είχε ανασυσταθεί το 1261 από τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο (1259-1282). Οι Τούρκοι, οι οποίοι άρχισαν την κατάκτηση της Πελοποννήσου το 1458 και την ολοκλήρωσαν το 1460, αναγνώρισαν κατά την πρώτη πενταετία της κυριαρχίας τους τις Βενετικές κτήσεις  στην Πελοπόννησο. Το 1463, όμως, κατά τη συνήθειά τους, κήρυξαν τον πόλεμο κατά των Βενετών διεκδικώντας τις Βενετικές κτήσεις στην Πελοπόννησο και αλλού. Ο πόλεμος έληξε το 1479 με συνθήκη ειρήνης, σύμφωνα με την οποία ο σουλτάνος αναγνώρισε τις κτήσεις των Ενετών στην Αλβανία, Δαλματία και Πελοπόννησο, έναντι όμως βαρύτατων ανταλλαγμάτων [7]. Αμέσως μετά τη συμφωνία οι Τούρκοι αμφισβήτησαν τα εδαφικά όρια της Βενετικής κτήσης της περιοχής του Ναυπλίου, τα οποία καθορίστηκαν το 1480 από επιτόπια διαβούλευση και συμφωνία μεταξύ των αντιπροσώπων των δύο κρατών, ήτοι του Ιωάννη Δαρείου, αποκρισιάρη [8] της Ενετικής Πολιτείας και του Σινάν Μπέη, εμίνη [9] του Μωάμεθ, οι οποίοι έφθασαν στο Ναύπλιο με την ίδια galia [10] στις 12 Αυγούστου 1480 [11].

Από την έκθεση του Βενετού κυβερνήτη του Ναυπλίου Μπαρτολομέο Μίνιο (Bartolomeo Minio provveditor e capitanio a Napoli di Romania) προς τον Δόγη της Βενετίας με ημερομηνία 5 Σεπτεμβρίου 1480 [12], με θέμα τη συμφωνία καθορισμού των αμφισβητούμενων εδαφικών ορίων της Βενετικής κατάκτησης της περιοχής του Ναυπλίου και των αντίστοιχων  όμορων κατακτήσεων των Τούρκων, επιλέγουμε και μεταφέρουμε τα εξής:

«… Επί τέλους αποφασίστηκε ότι οι δικοί τους και οι δικοί μας να πάνε μαζί και από συμφώνου να δείξουν τα σύνορα και εμείς, και τα δύο μέρη να πάμε πίσω τους, και όπου αυτοί μας έδειχναν  να έμπαιναν τα σύνορα. Και έτσι εκάναμε και ο γραμματέας ο δικός μας και ο γραμματέας του Flamburar [13] έβαλαν τα σύνορα από συμφώνου με δύο χέρια (και οι δύο μαζί). Άρχισαν από τον Λευκό Πύργο [14] της παραλίας, περνώντας το ποταμάκι (τη Γλυκειά), που είναι δικό μας, διασχίσαμε την πεδιάδα (και) φτάσαμε τέλος σ’ ένα τόπο λεγόμενο Αητός, σε απόσταση από το Άργος σχεδόν ένα μίλι, και από το Ναύπλιο σχεδόν τέσσερα μίλια, κατόπιν από εκεί επήγαμε προς τα βουνά κατά το βοριά και καταλήξαμε σ’ ένα πηγάδι καλούμενο «το πηγάδι του Λαθουρά [15] … Από εκεί έπρεπε να γυρίσουμε κατ’ ευθείαν προς τα βουνά προς ανατολάς, για να περιλάβουμε και περικλείσουμε το σύνορο και την περιοχή του Ναυπλίου, από την πλευρά των Τούρκων σ’ αυτό υπήρξε ζωηρή αντίρρηση.

Έλεγαν ότι προς αυτή την πλευρά ήσαν πολλά χωριά κατοίκων της Αλβανίας, τα οποία χωριά έλεγε ότι ανήκαν στον Κύριό τους, και τα είχε παραχωρήσει σε τιμαριούχους του, και ότι αυτοί εισέπρατταν τη δεκάτη από τους Αλβανούς που κατοικούσαν  εκεί. Εμείς τους απαντήσαμε γι’ αυτά τα χωριά ότι βρίσκονται σ’ αυτό τον τόπο από τα παλιά χρόνια και ανήκουν στην αυθεντία Σας, και ότι από τους διοικητές αυτού του τόπου είχαν παραχωρηθεί στους Αλβανούς να κατοικήσουν σ’ αυτά, πληρώνοντας το γεώμορο σ’ αυτό το Ταμείο (του Ναυπλίου), για τη νομή του εδάφους όπως φαίνεται από τα βιβλία αυτής της Γραμματείας. Είναι αλήθεια ότι όταν ο Κύριος Τούρκος εισέβαλε σ’ αυτό τον Μωριά με το στρατό του, οι Αλβανοί από τρόμο περιορίστηκαν σ’ αυτό τον τόπο (το Ναύπλιο), και κατόπιν επέστρεψαν στα ρηθέντα χωριά, και διότι δεν τους κακομεταχειρίστηκαν οι Τούρκοι, επειδή ήσαν υπήκοοί τους, συμφώνησαν, πέραν του γεώμορου που πλήρωναν σ’ αυτή την Κυβέρνηση (τη Βενετική), (και) πλήρωναν και τη δεκάτη στους Τούρκους. Και γι’ αυτή την τέτοια πληρωμή ήθελαν να καταλάβουν τη γη που ανήκει στην Αυθεντία Σας. Και πάνω σ’ αυτό έγιναν πολλές αντιρρήσεις, αυτοί οι Τούρκοι με κανένα τρόπο δεν θέλανε να δεχθούν να κοιτάξουν κανένα έγγραφο, ούτε ν’ ακούσουν τους μάρτυρές μας. Αλλά επιμένοντας στην εσφαλμένη γνώμη τους, έλεγαν ότι αυτά τα χωριά ανήκαν στον Κύριό τους, και ήθελαν να διαφυλάξουν ένα μέρος αυτής της πεδιάδας σ’ αυτό το σημείο προς χρήση εκείνων που τώρα κατοικούσαν αυτά τα χωριά που τώρα ήσαν άδεια. Και εμείς από το άλλο μέρος παραμέναμε σταθεροί στις απόψεις μας.

Τελικά είπαν αυτοί ότι θα είναι σύμφωνοι να πάρουν  κάποιο μικρό μέρος, με τρόπο που να γίνει μικρή ζημιά. Και πηγαίνοντας αυτοί από το κάτω μέρος, και εμείς από επάνω από τη δική μας περιοχή κάναμε ένα σχέδιο από το προαναφερθέν πηγάδι του Λαθουρά, και πιάνοντας (καταλαμβάνοντας) μέρος από την πεδιάδα εφτάσαμε τέλος μέχρι το Δρέπανο στην παραλία, αποκλείοντας το δρόμο που πηγαίνει στα προαναφερθέντα φρούρια του Θερμησίου και του Καστρίου και εξαιρώντας ένα τόπο ονομαζόμενο Κάντια και Ίρι, που είναι ο καλλίτερος τόπος που έχει το Ναύπλιο για βοσκή και για σπορά. Επίσης ένα μοναστήρι ονομαστό του αγίου Θεοδοσίου [16] στο οποίο όλος αυτός ο τόπος τρέφει μεγάλη ευλάβεια γιατί είναι Άγιος Θαυματουργός, έβγαλαν έξω από τα σύνορα του Ναυπλίου. Στο οποίο σχέδιο, καμωμένο απ’ αυτούς εμείς δεν θελήσαμε να συμφωνήσουμε, ιδίως για το Ιρι και την Κάντια, που από τα παλιά χρόνια ήσαν και ανήκουν στην περιοχή και δικαιοδοσία του Ναυπλίου.

Αντίθετα αυτοί έλεγαν ότι ανήκε στον κύριό τους…. στο τέλος τους είπαμε ότι ο καθορισμός των συνόρων της πεδιάδας παρέμενε σταθερός μέχρι το Πηγάδι του Λαθουρά και ότι οι διαφορές γι’ αυτούς τους τόπους του Ιρίου και των χωριών παρέμεναν υπό συζήτηση. … Ο εκ των ακολούθων κύριος Zam Dario, ο οποίος έμενε στο σπίτι του πασά με τον Synabei μου έστειλε ένα έγγραφο που του είχε δώσει ο Synabei (διαπραγματευτής των Τούρκων), που έλεγε ότι συμφωνούσε να περιληφθεί  μέσα στα σύνορά μας η εκκλησία του Αγίου Θεοδοσίου και όπου αυτός είχε καθορίσει το σύνορο μέχρι και την παραλία του Δρεπάνου, και μετακινούσε το δρόμο για να πάει στο Ιρι και στα προαναφερθέντα φρούρια, … Το πρωί λοιπόν καβάλησα (το άλογό μου) και πήγα στο σπίτι του πασά, όπου συγκεντρωμένοι μαζί μ΄αυτόν και τον Synabei με τους κατήδες καταλήξαμε ότι τα  σύνορα πρέπει να είναι έτσι όπως τα ζητήσαμε. Και έτσι κάναμε δύο επιστολές στα  ελληνικά, μία με το χέρι του γραμματέα μας, και την άλλη με το χέρι του γραφέα του  Πασά για τον καθορισμό των συνόρων από τον Λευκό Πύργο στην Παραλία όπου αρχίσαμε μέχρι την κοιλάδα καλούμενη Κλεισούρα στην κεφαλή του συνόρου του Δρεπάνου στο οποίο έγγραφο το καμωμένο από τον γραφέα του υπόγραψαν (αναβλήθηκε η συμφωνία για το Ιρι και την Κάντια) …. Και όλοι μας αστοί και λαός όπως και στρατιώτες έμειναν ευχαριστημένοι και ικανοποιημένοι επειδή απέκτησαν  χωράφια, βοσκοτόπια και αρκετό νερό, τόσο για τους χωρικούς όσο και για τους στρατιώτες και τους άλλους Αλβανούς. Και κυρίως οι στρατιώτες θα έχουν κάθε άνεση και ελευθερία να σπείρουν και (να) βοσκήσουν τα άλογά τους και άλλα ζώα. … Τη 5 Σεπτεμβρίου 1480 ».

Η διακρατική αυτή συμφωνία επικυρώθηκε από τα ενδιαφερόμενα μέρη με επίσημες διακοινώσεις τους. Στην τελευταία διακοίνωση του σουλτάνου Μωάμεθ του Β΄ από Απριλίου 1481 περιλαμβάνεται η εξής περικοπή σχετικά με το Ναύπλιο «…έτι δε περί του Ναυπλίου και Άργους και περί των μεθορίων αυτών ορίζει η βασιλεία μου, ότι καθώς οι ειρημένοι διεχώρισαν αυτά, ίνα ώσι βέβαια και αμετάτρεπτα…»[17].

Στην ανωτέρω συμφωνία καθορισμού των εδαφικών ορίων μεταξύ των  Τουρκικών και των Ενετικών κατακτήσεων περιέχονται πολλές και ενδιαφέρουσες πληροφορίες, σχετικά με τους οικισμούς Αλβανών, που είχαν δημιουργηθεί στο ανατολικό τμήμα της Αργολικής πεδιάδας.  Δεν αναφέρονται οι ονομασίες των χωριών αυτών ούτε και οι ιδιαίτερες θέσεις τους, αναμφίβολα όμως πρόκειται για τα αρβανιτοχώρια  του δήμου Μιδέας, που δημιουργήθηκαν στις δυτικές ημιορεινές υπώρειες του όρους Αραχναίο [18]. Τα χωριά αυτά υπάρχουν και σήμερα και είναι γνωστά και με τα παλαιά τους ονόματα.

Κατά την άποψη των Τούρκων τα χωριά αυτά ανήκαν στον Σουλτάνο, που τα είχε παραχωρήσει σε τιμαριούχους του και εκείνοι εισέπρατταν από τους Αλβανούς τη δεκάτη για την παραχώρηση της χρήσης της γης. Δεν διευκρινίζεται εάν αυτά τα χωριά υπήρχαν κατά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τον Σουλτάνο (1457-1460) ή εάν αυτά δημιουργήθηκαν μετά την Τουρκική κατάληψη της Πελοποννήσου.

Κατά την άποψη των Ενετών τα χωριά αυτά «βρίσκονται σ’ αυτόν τον τόπο από τα παλιά τα χρόνια», ανήκουν στην Ενετική Δημοκρατία και το έδαφος παραχωρήθηκε από τους Ενετούς διοικητές  στους Αλβανούς εποίκους για να κατοικήσουν έναντι πληρωμής τιμήματος (γεωμόρου) για την χρήση του εδάφους.  Τα χωριά, δηλαδή, αυτά δημιουργήθηκαν από Αλβανούς πριν από την Τουρκική κατάκτηση της Πελοποννήσου σε εδάφη που τους παραχώρησαν οι Ενετοί διοικητές της περιοχής και για τη χρήση των εδαφών πλήρωναν το γεώμορο.

Η μεγάλη μετανάστευση των Αλβανών στην Πελοπόννησο έγινε κατά τα έτη 1405/1406, όταν δέκα χιλιάδες Αλβανοί με τις οικογένειές τους και τα ποίμνιά τους εμφανίστηκαν στον Ισθμό της Κορίνθου και ζήτησαν την άδεια από τον Δεσπότη του Μυστρά Θεόδωρο Παλαιολόγο να εγκατασταθούν στην περιοχή του. Ο Θεόδωρος Παλαιολόγος, προκειμένου να ενισχύσει την πυκνότητα του πληθυσμού του Δεσποτάτου, που είχε αραιώσει επικίνδυνα από τις συνεχείς πολεμικές δράσεις και τις επιδημίες χολέρας, επέτρεψε της εγκατάσταση των Αλβανών στην Πελοπόννησο [19]. Έτσι, ο Δεσπότης Θεόδωρος από τη μια θα αύξανε τις καλλιεργούμενες εκτάσεις γης και συνεπώς και τις καλλιεργητικές αποδόσεις και από την άλλη θα διευκόλυνε την εξεύρεση μισθοφορικών στρατευμάτων.

Ένα δεύτερο μεταναστευτικό κύμα επισημαίνεται το 1418, ενώ δεν αποκλείονται «σποραδικές διεισδύσεις»  από την περιοχή της Πάτρας [20]. Επίσης πριν από τη μεγάλη μετανάστευση επισημαίνεται παρουσία Αλβανών στην περιοχή της Βελιγοστής [21] κατά την περίοδο της Δεσποτείας του Μανουήλ Καντακουζηνού (1348-1380) [22]. Οι Αλβανοί έποικοι της Πελοποννήσου διασκορπίστηκαν σ’ όλες σχεδόν τις περιοχές της μεταξύ των οποίων και στην Αργολίδα, από όπου πέρασαν και στα νησιά Ύδρα [23] και Σπέτσες.

«Οι Αλβανοί», γράφει ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος, «διείσδυσαν σ’ ολόκληρο τον πελοποννησιακό χώρο  ως πεπειραμένοι βοσκοί που γνώριζαν να επιλέγουν τους κατάλληλους χώρους για κτηνοτροφικό κατάλυμα. Αφήνοντας πίσω τους εύφορες εκτάσεις, κάποτε μάλιστα τις πιο κατάλληλες για αποδοτικές καλλιέργειες, διάλεξαν τα σημεία εγκατάστασής τους με το μάτι του κτηνοτρόφου που αναζητά τα καλλίτερα βοσκοτόπια για τα κοπάδια του και τις ασφαλέστερες συνθήκες για το νοικοκυριό τους». Αναφερόμενος ο ίδιος στον τρόπο δημιουργίας και ονοματοδοσίας των χωριών επίσης γράφει, «Το μικρό μέγεθος των χωριών, αλλά και τα ονόματά τους, μαρτυρούν τον τρόπο και κάποτε και το χρόνο της δημιουργίας τους. Από τα 148 Αλβανικά χωριά, μόνο τα 36 (2 με απροσδιόριστο όνομα) έχουν ονόματα ελληνικά, τοπωνύμια ποικίλης προέλευσης, προγενέστερα προφανώς της αλβανικής μετανάστευσης, ενώ τα υπόλοιπα 112, δηλαδή το 76%, είτε φέρουν το όνομα της φάρας, όταν όλες οι οικογένειες του χωριού έχουν το ίδιο όνομα, είτε το όνομα της πιο σημαντικής οικογένειας, όταν πολλές οικογένειες με διαφορετικά ονόματα συγκατοικούν στο χωριό»[24].

Μετά τις παραπάνω γενικές πληροφορίες για την Αλβανική μετανάστευση και την εγκατάστασή τους στην Πελοπόννησο επικεντρώνουμε το ενδιαφέρον μας στους Αλβανούς έποικους της ευρύτερης περιοχής του Ναυπλίου. Κατ’ αρχάς πιστεύω πως τους Αλβανούς έποικους του ανατολικού τμήματος της αργολικής πεδιάδας τους εγκατέστησαν οι Βενετοί κατά την πρώτη Βενετική κατάκτηση και όχι αργότερα  οι Τούρκοι. Στηρίζω την άποψή μου στο γεγονός ότι οι Βενετοί κατά τον χρόνο που έγινε η ιστορούμενη ρύθμιση των εδαφικών ορίων των εκατέρωθεν κτήσεων (1480) κατείχαν την περιοχή από 90 χρόνια πριν και προφανώς είχαν οργανώσει την οικονομική εκμετάλλευση και προστασία του χώρου αποτελεσματικά χρησιμοποιώντας και τους Αλβανούς τόσο για την καλλιέργεια της εγκαταλειμμένης γης όσο και για την προστασία της. Είναι άλλωστε ομολογημένη η φροντίδα των Βενετών για την άντληση εσόδων από τις κτήσεις τους μέσω της ανάπτυξης, σε αντίθεση με τους Τούρκους, οι οποίοι κατείχαν το υπόλοιπο της Πελοποννήσου και είναι γνωστή η ραθυμία τους και η έλλειψη ενδιαφέροντος για την οικονομική απόδοση των παραχωρήσεων (τιμαρίων).

Η πολιτική εποικισμού της περιοχής του Ναυπλίου από την πλευρά των Βενετών δεν ήταν βέβαια αποτέλεσμα του ενδιαφέροντος για πρόνοια και περίθαλψη των προσφύγων, αλλά ζήτημα πολιτικού και οικονομικού υπολογισμού, αφού με την πύκνωση του πληθυσμού θα έλυναν αφενός το πρόβλημα της καλλιέργειας των μη καλλιεργούμενων εδαφών – με αποτέλεσμα την αύξηση των εσόδων του δημόσιου ταμείου – και αφετέρου θα εξυπηρετούνταν ως προς την εξεύρεση στρατιωτών για την προστασία όχι μόνο των κτήσεών τους στην Ελλάδα αλλά και για την διεξαγωγή των πολεμικών δραστηριοτήτων τους σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, απαραίτητων για την ύπαρξη και τη συνέχεια της Γαληνοτάτης.

Οι Αλβανοί πολεμιστές, γνωστοί ως stradioti ήσαν υποχρεωμένοι να προσφέρουν έφιππη στρατιωτική υπηρεσία είτε στον τόπο που ζούσαν είτε οπουδήποτε αλλού τους καλούσε η Ενετική πολιτεία. Για το σκοπό αυτό έπρεπε να τρέφουν και να διατηρούν σε κατάσταση πολεμικής ετοιμότητας ένα άλογο. Συνήθως δεν αμείβονταν για τις προσφερόμενες στρατιωτικές τους υπηρεσίες με μετρητά χρήματα, αλλά με την παραχώρηση γης στην ομάδα – οικογένεια – φάρα έκτασης ανάλογης με το μέγεθός της, την οποία η ομάδα καλλιεργούσε και διέθετε την παραγωγή για τη συντήρησή των μελών της. Την παραχώρηση, η οποία δεν γινόταν κατά κυριότητα, ενεργούσε ο τοπικός Διοικητής και γινόταν συνήθως στο όνομα του αρχηγού της ομάδας. Η παραχώρηση των κτημάτων ήταν κληρονομητή από τους άρρενες κληρονόμους των stradioti, για να μένουν και να υπηρετούν και αυτοί τη Βενετία.

Δεν γνωρίζω εάν υπάρχει έγγραφο παραχώρησης κτημάτων στην Αργολίδα από τη Βενετική Πολιτεία σε αρχηγό ομάδας με το όνομα Gerbesis, ούτε κάποια αναφορά ή σημείωση τέτοιας παραχώρησης. Θα πρέπει όμως να δεχθούμε ότι το οικωνύμιο Γκέρμπεσι στην Αργολίδα προέρχεται είτε από το όνομα του αρχηγού της ομάδας ή της πλειονότητας των οικογενειών της, που εγκαταστάθηκε στην περιοχή της Αργολίδας μετά από παραχώρηση γης από τις Ενετικές αρχές κατά την πρώτη βενετική κατάκτηση του Ναυπλίου, είτε αποτελεί ανάμνηση ομώνυμου οικισμού στην Αλβανία από τον οποίο κατάγονταν οι οικιστές. Προς το παρόν έχουμε εντοπίσει δύο οικισμούς στην Αλβανία με το όνομα Γκέρμπεσι, έναν στο νομό του Βερατίου (Gjerbësi i Beratit) και έναν άλλο στο νομό του Φίερ (Gjerbësi  i Fierit).

Ο οικισμός εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους του οριστικά, όπως αμέσως παρακάτω αναφέρω και έτσι δεν διασώθηκαν ονόματα των κατοίκων, τα οποία ενδεχομένως να έδιναν κάποια λύση στο ζήτημα αυτό. Τα ονόματα των χωριών του ανατολικού τμήματος της πεδιάδας της Αργολίδας, που δημιουργήθηκαν κατά την πρώτη Βενετική κατάκτηση, επιβίωσαν ως ονόματα τσιφλικιών κατά την πρώτη Τουρκική κατάκτηση (1540-1686), αναφερόμενα σε έγγραφα της Ενετικής Δημοκρατίας της περιόδου 1700-1705, για τα οποία θα κάνουμε λόγο παρακάτω. Τα ίδια αυτά ονόματα των πρώτων οικισμών, που επιβίωσαν ως ονόματα τσιφλικιών, έφεραν ή και ακόμη φέρουν χωριά του ίδιου χώρου, που δημιουργήθηκαν αργότερα περί το 1800 όπως πιστεύω. Τα ονόματα αυτά ως Γκέρμπεσι, Μάνεσι, Μπάρδι αναμφίβολα προέρχονται είτε από ονόματα Αλβανών stradioti,[25] είτε από το οικωνύμιο του οικισμού προέλευσης των εποίκων Αλβανών.

Από το ίδιο ως άνω έγγραφο, την έκθεση, δηλαδή, του Βενετού Προνοητή του Ναυπλίου Βαρθ. Μίνιο, πληροφορούμαστε επίσης πως όταν οι Τούρκοι κατάκτησαν την Πελοπόννησο (1458-1460), οι Αλβανοί κάτοικοι των χωριών αυτών από το φόβο των κατακτητών εγκατέλειψαν τα χωριά τους και συγκεντρώθηκαν γύρω από το Ναύπλιο. Στη συνέχεια, επειδή οι Τούρκοι δεν τους κακομεταχειρίστηκαν, συμφώνησαν μαζί τους και επέστρεψαν στα χωριά τους πληρώνοντάς τους τη δεκάτη παράλληλα με το γεώμορο, που πλήρωναν στους Βενετούς. Τί συνέβη, όμως, και οι Αλβανοί έποικοι, που είχαν επιστρέψει στα χωριά τους μετά την κατάκτηση της Πελοποννήσου από του Τούρκους, τα εγκατέλειψαν και πάλι και βρέθηκαν αυτά ακατοίκητα κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας (1480);

Το 1463 ο σουλτάνος Μωάμεθ ο Β΄ κήρυξε τον πόλεμο κατά των Βενετών, διεκδικώντας τις Πελοποννησιακές τους κτήσεις, όπως αναφέρουμε παραπάνω. Οι Βενετοί ζήτησαν τη συνδρομή των Ελλήνων και των Αλβανών κατοίκων της Πελοποννήσου, οι οποίοι ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση των Ενετών και τάχθηκαν κάτω από τη σημαία του Αγίου Μάρκου. Οι Έλληνες είχαν αρχηγό τον αρματολό της Λακεδαιμονίας Μιχαήλ Ράλλη και οι Αλβανοί τον Πέτρο Μπούα. Τελικά οι Τούρκοι επικράτησαν και περιόρισαν τους Ενετούς στα φρούρια του Ναυπλίου, της Μεθώνης και της Κορώνης, ενώ κατέστειλαν την αποστασία Ελλήνων και Αλβανών, τους οποίους τιμώρησαν σκληρά.

Πεντακόσιους Μεσσήνιους τους έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη και τους έκοψαν με πριόνι, ενώ τους Αργείους, ο οποίοι αν και παραδόθηκαν αμαχητί, τους μετέφεραν «συν γυναιξί και τέκνοις» και τους εγκατέστησαν στην Κωνσταντινούπολη. Όσοι από τους Αλβανούς δεν μπόρεσαν να μπουν στα τείχη του Ναυπλίου πέρασαν το Αραχναίο όρος και με ενετικά πλοία διαπεραιώθηκαν στον Πόρο και στα νησιά Ύδρα και Σπέτσες, που ήσαν ακατοίκητα από τον φόβο των πειρατών.

Με την ευκαιρία σημειώνω πως στις δυτικές υπώρειες του Αραχναίου υπάρχει ύψωμα ονομαζόμενο «Τούρμουζα», υποκοριστικό της λέξης turmë, που είναι αλβανική και σημαίνει πλήθος, όχλος, μπουλούκι [26]. Ίσως η Τούρμουζα να ήταν ο τόπος συνάντησης των Αλβανών, πριν αρχίσουν το πέρασμα του Αραχναίου, γιατί αφενός διευκολύνεται η συγκέντρωση του πλήθους στη σημείο αυτό λόγω της βατότητας του εδάφους και αφετέρου από το σημείο αυτό αρχίζει η άνοδος προς το Αραχναίο.

Ο πόλεμος, που διήρκεσε 16 έτη (1463-1479), έληξε με τη συνθήκη ειρήνης της 10ης Ιουλίου 1479 και ο Σουλτάνος αναγνώρισε τις Βενετικές κτήσεις στην Πελοπόννησο [27] παίρνοντας πλούσια ανταλλάγματα από τους Βενετούς. Η εποίκηση της Ύδρας και των Σπετσών από Αλβανούς  επαναλήφθηκε μεταγενέστερα κατά τα έτη 1483-1499  καθώς και κατά τη δεύτερη Τουρκική κατάκτηση της Πελοποννήσου το 1715. Άξια μνείας είναι περιγραφή από τον Λαμπρινίδη της φυγής των κατοίκων της υπαίθρου Αργολίδας το 1715 προς την Ερμιονίδα. Γράφει ο Λαμπρινίδης [28], «Οι ατυχείς της υπαίθρου Αργολίδος Αλβανο-Έλληνες κάτοικοι , όσοι ηδυνήθησαν να διαφύγωσι το ξίφος των Γενιτσάρων και του αιμοβόρου Πασά Διαβεκίρ Καρά-Μουσταφά, ετράπησαν προς το όρος Αραχναίον, εις ου τας αιγίλιπας διασφάγας, δίκην εγχελίων διεισδύσαντες, εζήτησαν καταφύγιονž οι πλείστοι δ’ ετράπησαν προς την Δρυοπίδα και την Επιδαυρίαν και τα παράλια της Ερμιονίδος και Τροιζηνίας, όθεν επί το ασφαλέστερον, τυχούσης ευκαιρίας, διεξεπεραιώθησαν  εις τας εγγύς νήσους Υδραν, Σπέτσας και Πόρον…».

Συνεπώς ο οικισμός Γκέρμπεσι της Αργολίδας πρέπει να δημιουργήθηκε από Αλβανούς εποίκους κατά την πρώτη κατάκτηση της περιοχής του Ναυπλίου από τους Ενετούς (1389-1540) και ειδικότερα μεταξύ των ετών 1405, έτος της μεγάλης μετανάστευσης των Αλβανών στην Πελοπόννησο και 1460, που ολοκληρώθηκε η κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Τούρκους και σε περιοχή βέβαια που τους παραχώρησε η Ενετική Δημοκρατία, ενώ το οικωνύμιο Γκέρμπεσι οφείλεται είτε στο όνομα του αρχηγού της ομάδας ή των περισσότερων μελών της, που εποίκησε το χώρο, είτε στο όνομα του οικισμού από το οποίο κατάγονταν οι εποικιστές Αλβανοί.

Την ίδια χρονική περίοδο και για τον ίδιο λόγο δημιουργήθηκαν και οι όμοροι οικισμοί Μάνεσι, Μπάρδι κ.λ.π. Η πρώτη  κατάκτηση του Ναυπλίου και της περιοχής του από του Βενετούς διήρκεσε 151 χρόνια και έληξε το 1540 με συνθήκη ειρήνης μεταξύ της Βενετίας και Τουρκίας (τρίτος ΤουρκοΒενετικός πόλεμος 1537-1540).

 

Πρώτη Τουρκική κατάκτηση του Ναυπλίου και της περιοχής του (1540-1686)

  

Ο σουλτάνος Σουλεϊμάν διέταξε τον  Κασίμ πασσά, που είχε στρατοπεδεύσει στο Άργος, να καταλάβει το Ναύπλιο. Οι εχθροπραξίες άρχισαν στις 14 Σεπτεμβρίου 1537 και ο πόλεμος έληξε με συνθήκη ειρήνης το 1540. Σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης η Βενετία έπρεπε να παραδώσει στους Τούρκους μεταξύ άλλων το Ναύπλιο και τη Μονεμβασιά και να πληρώσει υψηλή χρηματική αποζημίωση.  Οι Βενετοί παρέδωσαν το Ναύπλιο και αναχώρησαν για την Βενετία παίρνοντας μαζί τους όσους Έλληνες, προύχοντες του Ναυπλίου, επιθυμούσαν να φύγουν, ενώ ο Κασίμ πασάς εισήλθε στο Ναύπλιο στις 25 Νοεμβρίου 1540.

Οι Τούρκοι οργάνωσαν την εκμετάλλευση της περιοχής, που κατάκτησαν σύμφωνα με το δικό τους σύστημα εκμετάλλευσης, μοίρασαν δηλαδή την περιοχή σε τιμάρια, που τα παραχώρησαν για εκμετάλλευση σε Τούρκους αξιωματούχους.  Είναι βέβαιο πως οι Τούρκοι δεν άλλαξαν τα διαμορφωμένα τοπωνύμια της περιοχής, αφού τα ίδια αυτά χρησιμοποιήθηκαν και από τον επόμενο κατακτητή, τη γνωστή μας Βενετική πολιτεία, όπως αμέσως παρακάτω θα δείξουμε. Έτσι τα τοπωνύμια Γκέρμπεσι, Μάνεσι, Μπάρδι κ.λπ. διατηρήθηκαν ως ονομασίες των νεοδημιουργηθέντων τσιφλικιών καθόλη τη διάρκεια της κατάκτησης, δεν έχουμε, όμως, καμία πληροφορία σχετικά με τη δημιουργία οικισμού στο τσιφλίκι Γκέρμπεσι ούτε και στα άλλα όμορα τσιφλίκια: Μάνεσι, Σάνγκα, Μπάρδι, Αμαριανός.

Η πρώτη τουρκική κυριαρχία του Ναυπλίου  έληξε το 1686 με την κατάληψη της πόλης και ολόκληρης της Πελοποννήσου πάλι από τους Βενετούς. Η πρώτη Τουρκική κατάκτηση του Ναυπλίου και της περιοχής του διήρκεσε 146 χρόνια.

 

Δεύτερη Βενετική κατάκτηση του Ναυπλίου και της περιοχής του (1686-1715)

 

Το 1669 η Τουρκία κατέλαβε την Κρήτη, που αποτελούσε πλούσια κτήση της Βενετίας και σημαντικό εμπορικό σταθμό της στην ανατολική Μεσόγειο (πέμπτος Τουρκο-Βενετικός πόλεμος 1645-1669). Η Βενετία για να καλύψει την απώλεια της Κρήτης και να περισώσει το γόητρό της κήρυξε το 1684 τον πόλεμο κατά της Τουρκίας (έκτος Τουρκο-Βενετικός  πόλεμος 1684-1699) και ο αρχιστράτηγος Φραγκίσκος Μοροζίνης επικεφαλής μεγάλων δυνάμεων στρατού και στόλου της Βενετίας κατάκτησε διαδοχικά τα Ιόνια νησιά και ολόκληρη την Πελοπόννησο με τα παράλια της Στερεάς Ελλάδας προς τον Κορινθιακό και τον Πατραϊκό κόλπο. Την κατάκτηση της Πελοποννήσου ολοκλήρωσε ο Μοροζίνης το 1687, πλην της Μονεμβασιάς, την οποία κατάκτησε η Βενετία αργότερα (1690).

Η κατάκτηση της Πελοποννήσου με τους άφθονους πλουτοπαραγωγικούς της πόρους αντιστάθμιζε όσα οι Βενετοί στερήθηκαν από την απώλεια της Κρήτης. Η Γερουσία της Βενετίας όρισε το Ναύπλιο πρωτεύουσα του Βασιλείου του Μωρέως (Regno della Morea), όπως ονομάστηκε η Πελοπόννησος, ενώ τη διοικητική και οικονομική συγκρότηση του Βασιλείου ανάθεσε σε τρεις συνδίκους καταστιχατόρους (Sindici Catasticatori). Η Πελοπόννησος διαιρέθηκε διοικητικά σε τέσσερις επαρχίες (provintiae), ήτοι την επαρχία της Ρωμανίας  (provintia di Romania) με πρωτεύουσα το Ναύπλιο, που ονομάστηκε Napoli di Romania για να διακρίνεται από τη Napoli di Malvasia, την επαρχία της Αχαΐας (Acaia) με πρωτεύουσα την Πάτρα, την επαρχία της Μεσσηνίας (Messenia) με πρωτεύουσα το Νέο Ναβαρίνο (Νιόκαστρο) και την επαρχία της Λακωνίας (Lakonia) με πρωτεύουσα τη Μονεμβασιά (Napoli di Malvasia), που είχε εν τω μεταξύ κατακτηθεί από τη Βενετία. Η επαρχία του Ναυπλίου αποτελέστηκε από πέντε περιφέρειες (territorii), ήτοι Άργους, Ρωμανίας, Κορίνθου, Τριπολιτσάς και Τσακωνιάς (Argos, Romania, Korinto, Tripolizza και Zaccogna), ενώ το territorio του Ναυπλίου διαιρέθηκε σε 29 περιοχές.

Μετά την αποχώρηση των Τούρκων από την Πελοπόννησο οι Βενετοί θεώρησαν όλη τη γη, που ανήκε στους Τούρκους, περιερχόμενη στο Βενετικό Δημόσιο, που την διένειμαν και την παραχώρησαν είτε σε γηγενείς είτε σε επήλυδες που μετέφεραν από την Αθήνα, το Νεγρεπόντε, τη Λειβαδειά, τη Θήβα κ.λπ. [29]. Οι καταστιχάτορες, υπεύθυνοι για την οικονομική συγκρότηση της χώρας σύμφωνα με την εντολή της Γερουσίας, συνέταξαν απογραφή του πληθυσμού και κατάρτισαν κτηματολόγιο, καταγραφή δηλαδή των παντός είδους ακινήτων και των επικειμένων. Έτσι, με βάση τα απογραφικά και κτηματογραφικά δεδομένα οργάνωσαν σε πραγματική βάση  την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων της χώρας και ιδιαίτερα των εδαφών, τα οποία μετά την αποχώρηση των Τούρκων αλλά και την σοβαρή έλλειψη χεριών έμεναν ακαλλιέργητα. Τελικός σκοπός των ενεργειών των καταστιχατόρων, σύμφωνα με την εντολή που είχαν πάρει από τη Σύγκλητο, ήταν η εφαρμογή ενός αποδοτικού φορολογικού συστήματος, που  θα προσπόριζε στο δημόσιο ταμείο της Βενετίας ικανά έσοδα.

Οι κτηματογραφικές εργασίες άρχισαν το 1688, αμέσως δηλαδή με την άφιξη των καταστιχατόρων. Σχετικά με την περιοχή του Ναυπλίου σώζονται δυο ολοκληρωμένα κτηματολόγια, το catastico ordinario, που είχε ολοκληρωθεί το 1700, είναι συνοπτικό και συντάχθηκε κατά τη διάρκεια της θητείας του προβλεπτή Grimani, και το catastico Particolare, που είναι αναλυτικό και συντάχθηκε με εντολή του προβλεπτή Antonio Nani 1703/05 [30].

Μία από της περιοχές στις οποίες διαιρέθηκε το territorio του Ναυπλίου είναι η περιοχή του χωριού Πλατανίτι, που όπως πληροφορούμαστε από το catastico ordinario περιελάμβανε «Ville Platagnitti et Manesi con Gerbesi et Sandra, desabitate», ήτοι «τα χωριά Πλατανήτι και Μάνεσι με το Γκέρμπεσι και Σάντρα, ακατοίκητα». Αντίστοιχα διαβάζουμε στο catastico partocolare, ότι η ίδια περιοχή περιλαμβάνει «Villa Platagniti e suoi seugolatij Manessi, Sanga [31], Bardi, Gerbessi, Calivia [32], e Mariano e sue dillatationi», ήτοι «το χωριό Πλατανήτι και τα ζευγολατεία του Μάνεσι, Σάνγκα, Μπάρδι, Γκέρμπεσι, Καλύβια και Μαριανό και την περιοχή τους». Βεβαιώνεται έτσι από τις εγγραφές των κατάστιχων, επίσημων δηλαδή κειμένων της Βενετικής πολιτείας η ύπαρξη των τοπωνυμίων Γκέρμπεσι, Μάνεσι, Σάνγκα, Μπάρδι, Καλύβια και Μαριανός ως ζευγολατείων, δηλαδή τσιφλικιών, όπως σημειώσαμε στην αρχή του κειμένου μας. Τα ζευγολατεία αυτά βρίσκονται στις δυτικές υπώρειες του όρους Αραχναίου και κάποια από αυτά (Γκέρμπεσι, Μάνεσι, Μπάρδι) είναι αντίστοιχα των ονομάτων των ομώνυμων οικισμών του τέως Δήμου Μιδέας του 1834.

 

Χάρτης του catastico particolare (1703-05) ο οποίος περιλαμβάνει τα όρια του χωριού Πλατανίτι και των Ζευγολατειών του Μάνεσι, Σάνγκα, Μπάρδι, Γκέρμπεσι, Καλύβια, Αμαριανό και τις περιοχές τους. Αρχείο: ΓΑΚ Αργολίδας.

 

Είναι βέβαιο πως τα ζευγολατεία Γκέρμπεσι, Μάνεσι, Σάνγκα, Μπάρδι, Καλύβια και Μαριανό δεν κατοικούνταν κατά τον χρόνο σύνταξης των κατάστιχων. Το γεγονός προκύπτει ρητά από το catastico ordinario τουλάχιστον όσον αφορά στο Γκέρμπεσι και Σάντρα ή Σάνγκα, τα οποία αναφέρονται ακατοίκητα. Άλλωστε, αν συνέβαινε αυτά να κατοικούνταν τούτο θα αναφερόταν στις αντίστοιχες εγγραφές του catastico particolare, όπως συμβαίνει με τα ζευγολατεία των περιοχών villa Ligurio κ.λπ. και villa Gragnidi κ.λπ., τις εγγραφές των οποίων ακολουθεί η λέξη habitati, δηλαδή κατοικούμενα.

 

Catastico particolare. Αρχείο: ΓΑΚ Αργολίδας.

 

Εξ άλλου οι Βενετοί, όπως ανωτέρω αναφέρεται, εκτός από το κτηματολόγιο συνέταξαν και απογραφή του πληθυσμού της Πελοποννήσου γνωστή ως απογραφή  Grimani ή απογραφή του 1700, για την οποία ο Β. Παναγιωτόπουλος [33] γράφει: «Έχουμε να κάνουμε με μια πραγματική απογραφή, έγκυρη και αξιόπιστη… διαπιστώνουμε απόλυτη γεωγραφική συνέχεια και ταυτόχρονα μια αξιοσημείωτη αναζήτηση της λεπτομέρειας. Είναι χαρακτηριστικό ότι καταγράφονται και οι πιο μικροί οικισμοί∙ σε σύνολο 1.532 πόλεων και χωριών και 133 μοναστηριών, 47 χωριά είχανε τη στιγμή της απογραφής μόνο από μία έως δύο οικογένειες. Αυτό δείχνει σε ποιο βαθμό είχε προχωρήσει η συλλογή των στοιχείων και φανερώνει την αυστηρότητα, τη σαφήνεια και τη συνοχή της πηγής μας».

Επισκοπώντας τον παρακάτω κατάλογο των οικισμών του territorii του Ναυπλίου της απογραφής Γκριμάνι παρατηρούμε ότι κανένα από τα παραπάνω αναφερόμενα ζευγολατεία δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των οικισμών και συνεπώς αυτά υπήρχαν μόνο ως ζευγολατεία ακατοίκητα. Η άποψη πως το Γκέρμπεσι δεν έχει διαμορφωθεί σε οικισμό μέχρι το τέλος του 17ου αιώνα ενισχύεται από ένα ακόμη αρχειακό τεκμήριο, την απογραφή, δηλαδή, της εκκλησιαστικής περιουσίας του Μοριά του 1696. Στον κατάλογο των χωριών του τεριτορίου του Ναυπλίου της  απογραφής αυτής δεν αναφέρεται το Γκέρμπεσι ούτε το Μάνεσι, Σάνγκα, Μπάρδι και Καλύβια [34].

Συνεπώς και κατά την περίοδο της δεύτερης Βενετικής κατάκτησης της επαρχίας του Ναυπλίου (1686-1715) δεν υπάρχει ο οικισμός Γκέρμπεσι ως οργανωμένη οικιστική μονάδα με έστω δύο ή τρεις οικογένειες, παρά μόνο αναφέρεται ως ακατοίκητο ζευγολατιό-τσιφλίκι. Το ίδιο συμβαίνει και με τα λοιπά όμορα ζευγολατιά-τσιφλίκια: Μάνεσι, Σάνγκα, Μπάρδι, Καλύβια αλλά και τα Δένδρα [35], που δεν αναφέρονται στον τίτλο της περιοχής Πλατανίτι, αλλά σημειώνονται στον συνοδευτικό χάρτη.

Στη συνέχεια παρατίθενται δύο πίνακες της απογραφής GRIMANI του 1700. Ο πρώτος περιλαμβάνει τους οικισμούς του TERRITIO DI NAPOLI DI ROMANIA και ο δεύτερος τον πληθυσμό των οικισμών αυτών.

 

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΙΣΜΩΝ ΤΟΥ TERRITORIO ΤΟΥ

ΝΑΥΠΛΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ 1700

(ΑΠΟΓΡΑΦΗ GRIMANI)

 

Δίνεται το όνομα του οικισμού, όπως είναι γραμμένο στο Βενετικό έγγραφο, ακολουθεί το τοπωνύμιο στα ελληνικά και η τυχόν μετονομασία του μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους σημειώνεται με αστερίσκο.

 

TERRITORIO DI NAPOLI DI ROMANIA

 

  1. Borgo di Νapoli ciοė Τrube – Προάστιο Ναυπλίου ή Τρουμπέ Borgo Πόλη (Ναυπλίου)
  2. Turachi ciοė Trapano Τουρκάκι ή Δράπανο
  3. Aria – Αρεια/Αρια
  4. Spai – Σπαΐ / Σπαϊτζίκο : *Λευκάκια
  5. Caidari — Χαϊδάρι: *Δρέπανον
  6. Ζaremella – Τζαρεμέλα
  7. Braimbei – Μπραήμπεη
  8. Irii – Iρια
  9. Pyrgo – Πύργος
  10. Adami – Αδάμι
  11. Liguriο – Λυγουριό
  12. Cacingri – Κατσίγκρι : *Αγ. Αδριανός
  13. Bulmeta – Μπουλμέτα
  14. Cοffini – Κοφίνι: *Νέα Τίρυνς
  15. Palaicastro -Παλαιόκαστρο
  16. Platanichί – Πλατανίτι
  17. Cuchi – Κούτσι: * Αργολικόν
  18. Μerbaca – Μέρμπακα: * Αγ. Τριάς
  19. Μanari – Μάναρι
  20. Stue Μedugnί – Μεντούνι (;)
  21. Μerze – Μερτζέ: *’Εξώστης
  22. Vοlimidi – Βολιμίδι
  23. Sufa Agά – Σούφαγα
  24. Curma – Κούρμα ή Τσούρμα (;)
  25. Luzi – Λούτζι
  26. Μanduli – Μαντούλι (;)
  27. Capse Μanguri – Κάψε Μαγκούρι/Καψομαγκούρι (;)
  28. Catto Scafidachί – Κάτω Σκαφιδάκι
  29. Civeri Pavolata – Κιβέρι

[Β. Παναγιωτόπουλου: «ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ…»  σελ.291.]

 

ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΙΣΜΩΝ ΤΟΥ TERRITORIO ΤΟΥ ΝΑΥΠΛΙΟΥ

ΣΤΗΝ ΑΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ 1700 – (ΑΠΟΓΡΑΦΗ GRIMANI)

 

[Β. Παναγιωτόπουλου: «ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ…» σελ.235.]

  

Σχετικά με την εθνοτική σύνθεση του πληθυσμού της επαρχίας Napoli di Romania πληροφορούμαστε από το κατάστιχο του Βενετού μηχανικού Francesco Vandeyk [36], που πήρε μέρος στη σύνταξη του κτηματολογίου του territorii di Napoli di Romania, πως  «οι κάτοικοι των χωριών (των επαρχιών Ναυπλίας και Ερμιονίδας) είναι σχεδόν όλοι Αλβανοί, αλλά με το να είναι πολύς καιρός αφ’ ότου οδηγήθησαν από τους Τούρκους με τον σκοπόν να εγκατασταθούν εκεί, ισχυρίζονται ότι είναι αυτόχθονες…».

Πληροφορούμαστε επίσης από την από 12ης Μαΐου 1691 έκθεση του Βενετού σύνδικου καταστιχωτή Μαρίνου Μικιέλ [37] πως «ο πληθυσμός της περιοχής αυτής είναι κατά μέγα μέρος Αρβανίτες, αγροίκοι και γεωργοί εύστροφοι, με κλήση στη χρήση των όπλων, όπως επίσης εκείνοι του Άργους, όπου μερικοί ασχολούνται με το εμπόριο… Έχουν πάντως το πρώτιστο ελάττωμα του έθνους τους να μαλώνει ο ένας με τον άλλο και να αγαπούν το ψέμα». Μάλλον μας ήξεραν από τότε! Εν πάσει περιπτώσει, βρίσκω υπερβολικά όσα εκθέτουν οι δύο ανώτατοι υπάλληλοι της Γαληνοτάτης σχετικά με τον κοινωνικό και φυλετικό προσδιορισμό του πληθυσμού του territorii. Το φαινόμενο αυτό θα παρετηρείτο παλαιότερα, κατά το τέλος όμως του 17ου αιώνα είχε επέλθει σημαντική αφομοίωση του Αρβανίτικου στοιχείου σε σημείο ώστε οι ίδιοι οι Αρβανίτες να θεωρούν τους εαυτούς τους «αυτόχθονες», με ελληνική δηλαδή συνείδηση, όπως σημειώνει ο Vandeyk. Δεν παραλείπουμε και την θέση του Μηλιαράκη [38] «Ο πληθυσμός του Δήμου (Μιδέας) ανέρχεται σε 3,378 κατοίκους, και δημότας 3,735 πάντας Αλβανούς». Η απόλυτη αυτή θέση του Μηλιαράκη, που εκφράστηκε το 1886 ίσως να αρμόζει στα λεγόμενα αρβανιτοχώρια της Αργολίδας (Γκέρμπεσι, Μάνεσι, Δένδρα, Μπάρδι, Ντούσια), όχι όμως και στα χωριά του κάμπου, όπως Μέρμπακα, Πλατανίτι, κ.λ.π.

Προκειμένου ο αναγνώστης να σχηματίσει μια εικόνα της κατάστασης που επικρατούσε γύρω στο 1700 στην πεδιάδα της Αργολίδας από πλευράς πυκνότητας πληθυσμού, καλλιεργούμενης γης και κτηνοτροφικών δραστηριοτήτων κρίνω σκόπιμο να μεταφέρω εδώ κάποια απογραφικά στοιχεία της περιοχής Πλατανίτι και των ζευγολατείων της[39].

Στην περιοχή κατοικούσαν 28 οικογένειες σε 28 σπίτια, από τις οποίες οι τέσσερις ήσαν ξένες. Η καλλιεργημένη έκταση ανερχόταν σε 1.178 στρέμματα, η καλλιεργήσιμη σε 4.631 στρέμματα. Δηλαδή, 3.453 στρέμματα καλλιεργήσιμης γης έμεναν ακαλλιέργητα από έλλειψη αγροτικών χεριών. Οι βοσκότοποι ανέρχονταν σε 5.930  και οι βραχώδεις και συνεπώς άγονες εκτάσεις σε 2.267 στρέμματα. Η γη ήταν διανεμημένη σε 147 μερίδες, που είχαν παραχωρηθεί σε 28 οικογένειες. Αναφέρονται επίσης 1 κήπος, 48 δέντρα και 4 πηγάδια. Απογραφή ζώων: Ζώα αροτήρες 76, ζώα φορτηγά 162, αγελάδες 10, πρόβατα 1.848, κατσίκια 440, χοίροι 115 και κυψέλες 146.

Απίστευτοι αριθμοί για μας σήμερα! Η δεύτερη Βενετική κατάκτηση του Ναυπλίου και της περιοχής του διήρκεσε από την 1η Σεπτεμβρίου 1686 μέχρι την 9η Ιουλίου 1715.

 

 Δεύτερη Τουρκική κατάκτηση του Ναυπλίου και της περιοχής του (1715-1822)

 

Στις 9 Δεκεμβρίου 1714 ο σουλτάνος των Τούρκων Αχμέτ ο Γ΄ κήρυξε τον πόλεμο κατά των Ενετών (έβδομος ΤουρκοΒενετικός πόλεμος 1714-1718) και ανάθεσε στον μεγάλο Βεζύρη Δαούτ Πασά, που τον ονόμασε Σερασκέρη, την κατάληψη της Πελοποννήσου. Ο Σερασκέρης με στρατό 120.000 ανδρών ξεκίνησε από την Αδριανούπολη και, αφού κατέλαβε την Κόρινθο και το Άργος αμαχητί, πολιόρκησε το Ναύπλιο μετά την άρνηση της φρουράς του να το παραδώσει. Λέγεται πως κατέλαβε το Παλαμήδι  με προδοσία του επικεφαλής του πυροβολικού Γάλλου Συνταγματάρχη Σάλα (de la Sale) και το Ναύπλιο παραδόθηκε στους Τούρκους χωρίς όρους στις 9 Ιουλίου 1715. Την παράδοση ακολούθησε σφαγή του πληθυσμού. Ο Σουλτάνος Αχμέτ ο Γ΄ έφτασε στο Ναύπλιο και συγχάρηκε τον Δαούτ Πασά στον οποίο πρόσφερε θυγατέρα του ως σύζυγο. Ο Δαούτ Πασάς στη συνέχεια κατέλαβε την Τρίπολη και την Καλαμάτα και το ίδιο έτος ολοκλήρωσε την κατάληψη της Πελοποννήσου.

Οι Τούρκοι οργάνωσαν την οικονομική εκμετάλλευση της Πελοποννήσου εφαρμόζοντας  το δικό τους βέβαια διοικητικό και φορολογικό σύστημα. Τα τσιφλίκια, τα οποία κατά την πρώτη τουρκική κατάκτηση της περιοχής του Ναυπλίου ανήκαν σε Τούρκους και κατά τη δεύτερη Βενετική κατάκτηση που ακολούθησε είτε οι Τούρκοι κάτοχοί τους τα εγκατέλειψαν είτε τους αφαιρέθηκαν από τους Ενετούς, ανακτήθηκαν και πάλι από τους παλαιούς Τούρκους κατόχους τους και εάν αυτοί δεν ήσαν στη ζωή αποδόθηκαν στους κληρονόμους τους σύμφωνα με τον κανουνναμέ του Μοριά του 1716 [40]. Παράλληλα, οι Τούρκοι Αγάδες που πήραν μέρος στην εκπόρθηση του Ναυπλίου και εγκαταστάθηκαν σ᾽ αυτό, αμείφθηκαν για τις υπηρεσίες τους από το σουλτάνο με εύφορα τιμάρια αλλά και με πλούσια λάφυρα[41].

Παρά τη βαρβαρότητα του κατακτητή και την έλλειψη ενδιαφέροντος για την ανάπτυξη των παραγωγικών κλάδων, παρατηρείται προϊούσα ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας της Πελοποννήσου, αφού η γεωργία και η κτηνοτροφία αποδίδουν πολύ περισσότερα από την προηγούμενη περίοδο. Το εμπόριο, που πλέον ελευθερώθηκε από τον περιορισμό της αποκλειστικής άσκησής του από τους Βενετούς, αναπτύχθηκε πολύ περισσότερο. Ο οιοσδήποτε, Τούρκος ή μη, υπήκοος ή όχι μπορούσε να εμπορεύεται εντός του τουρκικού κράτους και μάλιστα με ελάχιστη φορολογική επιβάρυνση[42]. Έτσι,  στις δεκαετίες που ακολούθησαν τη δεύτερη Τουρκική κατάκτηση παρατηρείται έντονη δημογραφική ανάπτυξη, με αποτέλεσμα κατά την περίοδο αυτή να δημιουργηθούν οι περισσότεροι νέοι οικισμοί και μάλιστα στα υπάρχοντα τσιφλίκια [43]. Στο πλαίσιο αυτής της δημογραφικής έξαρσης φαίνεται πως δημιουργήθηκε το Γκέρμπεσι ως αυτοτελής οικισμός μέσα στην περιοχή του ζευγολατείου Γκέρμπεσι, από το οποίο πήρε το όνομά του.

Οι Τούρκοι, όπως και παραπάνω σημειώνουμε, εφάρμοσαν το δικό τους διοικητικό σύστημα και η Πελοπόννησος αποτέλεσε χωριστή διοικητική περιφέρεια, πασαλίκι, διοικούμενη από Πασά «τριών ιππουρίδων», τον Μώρα Βαλεσή. Η Πελοπόννησος είχε διαιρεθεί σε 23 βιλαέτια [44], μεταξύ των οποίων και το βιλαέτι του Άργους [45] στο οποίο υπαγόταν το Γκέρμπεσι και όχι στο βιλαέτι του Ναυπλίου. Πότε όμως δημιουργήθηκε το Γκέρμπεσι ως αυτοτελής οικισμός καθώς και τα άλλα γύρω χωριά δεν το γνωρίζω. Από τις μέχρι τώρα γνωστές σε μένα πληροφορίες το Γκέρμπεσι ως οικιστική μονάδα και φορολογικό υποκείμενο εμφανίζεται για πρώτη φορά επίσημα στα φορολογικά κατάστιχα (φορολογικοί κατάλογοι) του βιλαετίου του Άργους του έτους 1805 (αρχείο Περούκα) και έκτοτε η παρουσία του είναι συνεχής.

Συνεπώς ο οικισμός Γκέρμπεσι υπάρχει ως οργανωμένο οικιστικό σύνολο τουλάχιστον από το 1805, αφού αναγνωρίζεται τόσο από τη Δημογεροντία όσο και από την Τουρκική πολιτειακή εξουσία ως συλλογικό φορολογικό υποκείμενο. Η διαδικασία όμως σχηματισμού του θα έπρεπε να είχε αρχίσει ενωρίτερα με τη μόνιμη εγκατάσταση βαθμηδόν κάποιου ελάχιστου αριθμού οικογενειών που δημιούργησαν στη Δημογεροντία και στην Τουρκική εξουσία την βεβαιότητα της μόνιμης ομαδικής οίκησης. Τον χρόνο όμως αυτόν, της μόνιμης δηλαδή εγκατάστασης οικογενειών στον τόπο μας, δεν τον γνωρίζουμε.

Θεωρώ ως πλησιέστερο προς την αλήθεια χρόνο δημιουργίας του οικισμού Γκέρμπεσι την περίοδο 1795-1800, αφού το 1805 ο οικισμός αναμφίβολα έχει δημιουργηθεί, ενώ το πιθανολογούμενο έτος γέννησης των γεναρχών του χωριού (1774-1789), κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων δεν επιτρέπει τη δημιουργία οικογένειας σε χρόνο προγενέστερο του έτους 1795.

Στη διαπραγμάτευση των επί μέρους γενών παραθέτουμε πληροφορίες, εφόσον διαθέτουμε, σχετικές με τον χρόνο εγκατάστασης κάθε γένους στο Γκέρμπεσι καθώς και με τον τόπο καταγωγής ή προέλευσής του. Τα γένη των Αργυρόπουλου (1958), Γαρύφαλου (1916), Γιαννάκου (1902), Καρατζίκου (1950), Κατεμή (1953), Ξύδη (περί το 1905), Παπαγιάννη (περί το 1915), Ράπτη (1920) και Φράγκου (περί το 1950) εγκαταστάθηκαν στο Γκέρμπεσι μετά το 1900 και πρόκειται για γάμους ανδρών που κατάγονται από άλλα χωριά με Γκερμπεσιώτισες και που εγκαταστάθηκαν στο Γκέρμπεσι, εκτός από τον Μιλτιάδη Αργυρόπουλο, που νυμφεύθηκε Μπαρδαία και τον Σπύρο Παπαγιάννη, που από 8 ετών εργάστηκε στο σπίτι του Μάνθου και αργότερα παντρεύτηκε Γκερμπεσιώτισα. Ο αριθμός που ακολουθεί το γένος δείχνει τον χρόνο εγκατάστασής του στο Γκέρμπεσι.

Τα υπόλοιπα γένη εγκατασταθήκαν στο Γκέρμπεσι κατά την εκατονταετία 1800-1900. Πιο αναλυτικά:

  • Οι Βλαχαίοι  εγκατασταθήκαν στο Γκέρμπεσι περί το 1867 και σύντομα διασκορπίστηκαν. Ο Μελέτιος Βλάχος νυμφεύθηκε το 1926 στο Γκέρμπεσι, όπου και εγκαταστάθηκε.
  • Ο γενάρχης των Δουφέκα νυμφεύθηκε στο Γκέρμπεσι το 1897, όπου και εγκαταστάθηκε.
  • Ο γενάρχης των Ζαχαριά, που πιθανολογείται πως γεννήθηκε το 1831, είναι γραμμένος στους εκλογικούς καταλόγους 1867 και 1871 και πρέπει να εγκαταστάθηκε στο Γκέρμπεσι μετά το 1844.
  • Το γένος του Ανδριανού Κώστα-Κώνστα-Κορίλη (Ζιάγκα) εγκαταστάθηκε στο Γκέρμπεσι το 1831 σύμφωνα με σημείωση στον εκλογικό κατάλογο 1844.
  • Το γένος των Υψηλανταίων αποτελεί κλάδο των Κώστα-Κώνστα-Κορίλη, γιατί ο Δημήτριος Ιωάννου Κώνστας άλλαξε το επώνυμό του σε Υψηλάντης μεταξύ των ετών 1850-1852.

 

Ιωάννης Δ. Υψηλάντης (Φαφούτης) (1852) – (Μαρίνα Κ. Υψηλάντη-Λέκκα (1889-1944) και Αναστασία Κ. Υψηλάντη (1917-2007) γύρω στα 1917-18. Δημοσιεύεται στο: Χρίστος Ιωάν. Κώνστας, «Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι Άνθρωποι», Έκδοση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, 2018.

 

Τα υπόλοιπα γένη, ήτοι: Αντωνίου, Γεώργας, Δήμας, Κώστας-Κώνστας- Κορίλης, Λέκκας, Λιλής, Παπαγεωργόπουλος και Ρέππας, τα οποία θεωρούμε ότι αποτελούν τους πρώτους οικιστές του χωριού, εγκαταστάθηκαν, δίνοντας πολύ μεγάλα χρονικά περιθώρια, κατά την πρώτη τεσσαρακονταετία του 19ου αιώνα. Οι Ιωάννης Λέκας, Παναγιώτης Αντώνη και Γιάννης του παπά Γιώργη, κάτοικοι Γκέρμπεσι είχαν υποβάλει αναφορά στη Βουλή, που συζητήθηκε κατά τη συνεδρίαση της 3-2-1825 (Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τόμος 7ος, σελ. 115-116) με την οποία ζητούσαν να διορισθούν οι ενοικιαστές των εθνικών προσόδων του χωρίου Γκέρμπεσι. Συνεπώς τα γένη των Παπαγεωργόπουλων, των Αντώνη και των Λέκκα πρέπει να είχαν εγκατασταθεί στο Γκέρμπεσι πριν την παραπάνω χρονολογία (3-2-1825). Για την προέλευση του γένους των Αντωνίου δεν γνωρίζουμε τίποτα. Στον εκλογικό κατάλογο Λιμνών  του 1844 καταγράφεται εκλογέας Αναστάσιος Αντωνίου με α/α 160, ηλικίας 55 ετών, αυτόχθων με περιουσία, γεωργός, γεννημένος κατά πιθανολόγηση το 1789. Δεν έχουμε καμία πληροφορία για συγγενική σχέση μεταξύ των Αντωνίου των Λιμνών και του Γκέρμπεσι.

 

Κάτε Χρ. Κώνστα (1872-1921) – Αθαν. Χρ. Κώνστας (1914-1979), Ναύπλιο, 1919. Δημοσιεύεται στο: Χρίστος Ιωάν. Κώνστας, «Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι Άνθρωποι», Έκδοση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, 2018.

 

Τα επόμενα γένη δεν κατάγονται ούτε προέρχονται από τις Λίμνες, όπως ισχυρίζονται κάποιοι. Για το γένος των Κώστα-Κώνστα-Κορίλη δεν γνωρίζουμε κάτι σχετικό, οπωσδήποτε όμως το γένος δεν κατάγεται από τις Λίμνες, αφού γνωρίζουμε πως οι δύο κλάδοι των Κοριλέων των Λιμνών προέρχονται από το γένος του Γκερμπεσιού. Επίσης για το γένος των Λιλή δεν γνωρίζουμε κάτι, σύμφωνα όμως με προφορική παράδοση το γένος κατάγεται από τη Μεσσηνία και προέρχεται από το γένος Καλαμαρά. Το ίδιο και για το γένος Ρέππα, δεν γνωρίζουμε κάτι σχετικό με την καταγωγή του, οπωσδήποτε όμως δεν κατάγεται από τις Λίμνες, ούτε φέρεται γραμμένος εκλογέας Ρέππας στον εκλογικό κατάλογο των Λιμνών έτους 1844 ούτε του Μπερμπατιού.

 

Χρήστος Γ. Κορίλης – Κώνστας (Νταής 1874-1955) με μια εγγονή του, Πειραιάς, 1922. Δημοσιεύεται στο: Χρίστος Ιωάν. Κώνστας, «Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι Άνθρωποι», Έκδοση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, 2018.

 

Βέβαιο είναι πως κατάγονται ή προέρχονται από τις Λίμνες τα γένη των Γεώργα, των Δήμα, των Λέκκα, των Παπαγεωργόπουλου, των Φρίμη (λίγο πριν το 1844) και το γένος των Βλάχου περί το 1867.

 

Αναστάσιος Κορίλης (Κολοντούρος) (1869). Δημοσιεύεται στο: Χρίστος Ιωάν. Κώνστας, «Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι Άνθρωποι», Έκδοση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, 2018.

 

Ενδιαφέρον και πολυσυζητημένο θέμα είναι η εθνοτική καταγωγή των πρώτων κατοίκων του χωριού. Αναμφίβολα πρόκειται για Αλβανογενείς Έλληνες, ήτοι Αρβανίτες που αυτοί ή πρόγονοί τους εγκαταστάθηκαν κάποτε στον Ελληνικό χώρο και με την πάροδο του χρόνου απόκτησαν ελληνική συνείδηση, με την έννοια της κοινής αντιμετώπισης των κοινωνικών προ-βλημάτων και της κοινής στάσης έναντι του κατακτητή [46].

Παραπάνω ασχοληθήκαμε εξαντλητικά με τις Αλβανικές εποικίσεις του Ελληνικού χώρου από την περίοδο της πρώτης Βενετοκρατίας και παρακολουθήσαμε την κατά στάδια αφομοίωση του Αλβανικού στοιχείου σε σημείο που μπορούμε χωρίς κανένα ενδοιασμό να μιλάμε σήμερα για απόκτηση Ελληνικής εθνικής συνείδησης.

Συνεπώς, συμπερασματικά δεχόμαστε πως ο νεώτερος οικισμός Γκέρμπεσι της Αργολίδας δημιουργήθηκε από Αλβανογενείς Έλληνες περί το 1795-1800 στο τούρκικο τσιφλίκι Γκέρμπεσι, από το οποίο πήρε το όνομά του.

Σημειώνουμε πως τελευταίος Τούρκος τσιφλικάς ήταν ο Γιαχγιάς ή Γιαχγιαγας, ενώ το 1809 τσιφλικάς ήταν ο Εζέτ Μπέης[47].

Είναι βέβαιο πως το αρχείο Περρούκα, αργείτικης οικογένειας εμπόρων και προεστών, που διαχειριζόταν τις φορολογικές υποχρεώσεις του βιλαετίου προς τις Τουρκικές Αρχές και ειδικότερα από τα διασωθέντα κατάστιχα, δεφτέρια και κιτάπια φορολογίας και δοσιμάτων, όταν αυτό δημοσιευθεί θα προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με τη δημιουργία των οικισμών του βιλαετίου, τον πληθυσμό, την οικονομική κατάσταση και την φοροδοτική ικανότητα κάθε χωριού. Έτσι  πιστεύω ότι θα είναι δυνατόν στον μελετητή να προσδιορίσει έστω και κατά προσέγγιση τον χρόνο που δημιουργήθηκε το Γκέρμπεσι.

Συγκέντρωσα και παραθέτω χρονολογικά όσες μπόρεσα γραφτές πληροφορίες σχετικές με το Γκέρμπεσι από το 1805 μέχρι το 1834, χρονολογία που το Γκέρμπεσι εντάχθηκε και αποτέλεσε οικισμό του δήμου Μιδέας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

Α. Από τα δημοσιευμένα αποσπάσματα των φορολογικών κατάστιχων του  αρχείου  Περρούκα, παραθέτω τις εξής πληροφορίες που αφορούν στο Γκέρμπεσι:

α) στα φορολογικά κατάστιχα των ετών 1805-1812 αναφέρεται το Γκέρμπεσι ως οικισμός, που δεν επιβαρύνεται με την πληρωμή φόρων στους Τούρκους [48] και χαρακτηρίζεται «μακτού» [49],

β) στο κατάστιχο εξόδων του βιλαετίου του Άργους της 15 Απριλίου 1809 σημειώνεται ως έξοδο: «Διά ένα φωνικόν οπού έγινε εις του Γκέρμπεσι εις το ζευγολατιό του Εζέτμπέη…γρ. (όσια) 518» (διατηρούμε την ορθογραφία) [50].

Πληροφορούμαστε από την παραπάνω εγγραφή ότι το Γκέρμπεσι το 1809 αποτελεί ζευγολατείο, που κατοικείται και ανήκει στον Τούρκο Εζέτ Μπέη.

γ) επίσης πληροφορούμαστε τον αριθμό των «παρακεντέδων», που εργάζονταν στο Γκέρμπεσι, ήτοι ακτημόνων, συνήθως ξενομεριτών, που απασχολούνταν σε ξένες γαίεςž σήμερα θα τους ονομάζαμε αγρεργάτες: «1810 Απριλίου 6. Δευτέρι των παρακεντέδων…Γκέρμπεσι 3, χαρτία 4». Δηλαδή, στο Γκέρμπεσι εργάζονται τρεις παρακεντέδες, που επιβαρύνονται με την πληρωμή τεσσάρων χαρτίων, δηλαδή, τεσσάρων δελτίων φορολογικής επιβάρυνσης και πληρωμής φόρων προς τους Τούρκους[51].

Β. Στον κατάλογο του πληθυσμού της Πελοποννήσου του έτους 1815, που είχε συντάξει ο Γάλλος Πρόξενος στα Γιάννενα (1805-1815) και αργότερα Πρόξενος στην Πάτρα (1817-1819) Φρ. Πουκιεβίλ [52] το Γκέρμπεσι αναφέρεται με 25 κατοίκους.

Γ. Στα αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας [53], αναφέρονται δύο αναφορές – αιτήσεις κατοίκων Γκέρμπεσι σχετικές με τοπικά θέματα, ήτοι,

  1. i) «Είτα ανεγνώσθη αναφορά των δημογερόντων της επαρχίας Άργους διά τα χωρία Ομέρμπακα, Άρειαν, Γκέρμπεσι και Κούρτα και Πλέσσα τα οποία ζητούσι δια να τα ενώσωσι μετά της επαρχίας Άργους και παρακαλούσι αύτη η αμφισβήτησίς των να διαλυθή. Σκέψεως γενομένης, ενεκρίθη να σταλή προς το Υπουργείον των Εσωτερικών, διά να εξετάση την υπόθεσιν και κατά τον νόμον και κατά την συνήθειαν και ν’ αναφέρει προς την Διοίκησιν… Η αναφορά των  δημογερόντων του Άργους εστάλη προς το Υπουργείον των Εσωτερικών, υπό την υπογραφήν του β΄ Γραμματέως, με την ανωτέρω γνώμην του Βουλευτικού». Επίσης,
  2. ii) «Ανεγνώσθη αναφορά των Ιωάννου Λέκκα, Παναγιώτου Αντώνη, Γιάννη του παππά-Γεώργη, οίτινες παρακαλούν να διορισθώσιν οι ενοικιασταί των εθνικών προσόδων του χωρίου Γκέρμπεσι να μην τους πέρνωσι τοπιάτικον δι’ ολίγα πρόβατά των, βόσκοντα εις την εθνικήν γην, την οποίαν οι ίδιοι καλλιεργούσι, πληρώνοντες το νόμιμον πέμπτοδέκατον. Απεφασίσθη να σταλή η αναφορά εις το Υπουργείον της Οικονομίας διά να πράξει περί τούτου καθ’ ας έλαβεν οδηγίας γενικώς».

Δ. Στη «Στατιστική περιγραφή της επαρχίας Ναυπλίου» της 19ης Οκτωβρίου 1828, που συνέταξε ο Δ. Παπαλεξόπουλος σύμφωνα με τις οδηγίες Επιτροπής του Πανελληνίου, προκειμένου ο Κυβερνήτης Ιωάν. Καποδίστριας να απαντήσει στα 28 ερωτήματα που είχαν υποβάλει οι πρεσβευτές των τριών μεγάλων δυνάμεων, αλλά και για να συγκεντρώσει στατιστικές πληροφορίες γύρω από τον πληθυσμό και την κατάσταση της γεωργίας, περιέχονται πληροφορίες και για το Γκέρμπεσι. Οι πληροφορίες που περιέχονται στην έκθεση χρονικά αναφέρονται στην τελευταία περίοδο της Τουρκοκρατίας, δηλαδή λίγο πριν την κήρυξη της επανάστασης του 1821.

Σύμφωνα με την έκθεση αυτή το Γκέρμπεσι αποτελούσε τότε τσιφλίκι που ανήκε στον Τούρκο Γιαχγιαγά και είχε 10 σπίτια, 1 πύργο [54], 40 χριστιανούς κατοίκους, κανένα τούρκο κάτοικο, 15 στρέμματα αμπέλι, 515 στρέμματα καλλιεργούμενης γης, που ανήκε στους Τούρκους και 500 στρέμματα χέρσας γης μάλλον τουρκικής ιδιοκτησίας. Το ετήσιο εισόδημα των Τούρκων ανερχόταν σε 3.850 γρόσια και των χριστιανών σε 1.750 γρόσια [55], ενώ ο φόρος της δεκάτης ανερχόταν σε 550 γρόσια.  Σύμφωνα με προφορικές πληροφορίες ο αναφερόμενος πύργος χρησίμευε ως μόνιμη κατοικία του Τούρκου τσιφλικά. Ο πύργος, ο οποίος σώζεται, βρίσκεται δυτικά της πλατείας του χωριού και είναι ιδιοκτησία των κληρονόμων Λεωνίδα Λέκκα. Ο πύργος αποτελεί συνέχεια του προς τα δυτικά ευρισκόμενου σπιτιού της οικογένειας Γιαννάκου. Τα δύο κτίσματα έχουν ενιαία εμφάνιση και ανήκαν στους αδελφούς Αναστάσιο και Ιωάννη Λέκκα (Μανθαίους), για τους οποίους δεν γνωρίζουμε πώς απέκτησαν αυτά τα ακίνητα, ούτε γνωρίζουμε εάν και τα δύο αυτά ακίνητα μαζί αποτελούσαν τον πύργο.

Ε. Στη στατιστική περιγραφή της επαρχίας Ναυπλίου του έτους 1829 που συνέταξε η Γαλλική επιστημονική αποστολή, που ακολουθούσε το στράτευμα του στρατηγού Μαιζών, το Γκέρμπεσι αναφέρεται ως οικισμός με 55 άτομα και σημειώνεται στο χάρτη της ίδιας αποστολής ως οικισμός καθώς επίσης και η Μυκηναϊκή ακρόπολη της Μιδέας, που σημειώνεται ως αρχαιολογικός χώρος [56].

ΣΤ.  Η Γραμματεία της Επικρατείας ζήτησε με ειδική εγκύκλιό της από τους κατά τόπους Εκτάκτους Επιτρόπους και Προσωρινούς Διοικητές όλων των Επαρχιών να υποβάλλουν κατάλογο των κατοικουμένων πόλεων και χωριών και χωριστά των ακατοίκητων. Ο Διοικητής της επαρχίας Ναυπλίας, Άργους και Κάτω Ναχαγιέ Κωνστ. Αξιώτης με έγγραφό του υπέβαλε κατάλογο για τις επαρχίες Ναυπλίου και Κάτω Ναχαγιέ, ενώ τον κατάλογο της επαρχίας Άργους, ο οποίος δεν υπάρχει στα Γ.Α.Κ. απέστειλε απ᾽ ευθείας ο τοποτηρητής Άργους Ν. Μαυρομμάτης. Ο κατάλογος της επαρχίας Ναυπλίου περιέχει 43 κατοικημένα χωριά και 20 ακατοίκητα και σε χωριστή στήλη τον αριθμό των οικογενειών. Το Γκέρμπεσι αναφέρεται ως χωριό «ερημωμένο» [57]. Η πληροφορία αυτή, προφανώς, είναι λανθασμένη, αφού, ένα και δύο έτη πριν από τη σύνταξη του προαναφερόμενου καταλόγου, ήτοι κατά τα έτη 1828 (Στατιστική περιγραφή της επαρχίας Ναυπλίου) και 1829 (στατική περιγραφή της Γαλλικής επιστημονικής αποστολής) φέρεται να έχει ικανό για την εποχή αριθμό κατοίκων (40 και 55 αντίστοιχα)  και το 1834 αποτέλεσε ένα από τα χωριά του νεοσύστατου Δήμου Μηδέας με 100 κατοίκους, με το οικωνύμιο Κέρμπεσι ή Γκέρμπεσι [58], ίσως η πληροφορία να έχει σχέση με το Γκέρμπεσι των Δρεπανοχωρίων.

 

Ετυμολογία του οικωνυμίου Γκέρμπεσι

  

Θα ολοκληρώσουμε την έρευνά μας με την ετυμολογία της ονομασίας Γκέρμπεσι.

Η ονομασία Γκέρμπεσι [59] αποτελεί οικωνύμιο αλβανικής προέλευσης (Gjerbёs) και απαντάται στην Αλβανία στις περιοχές Φιέρι (Gjerbësi i Fierit) και Βεράτι (Gjerbësi i Beratit) καθώς επίσης απαντάται και στο Κόσσοβο. Στην Ελλάδα απαντάται ως τοπωνύμιο σε περιοχές που στο παρελθόν εγκαταστάθηκαν Αλβανόφωνοι πληθυσμοί (Άραξος, Ναύπλιο, Καλάβρυτα, Καρδίτσα). Η ονομασία σχηματίζεται από τη σλαβική λέξη Grba που σημαίνει καμπούρα βουνού, ράχη, κλιτύς + την αλβανική κατάληξη –ësi. Ακόμα υπάρχει ως παλαιότερο σλάβικο τοπωνύμιο Gъrbe∙ ъ = τόπος σε ράχη βουνού καθώς και στην σερβοκροατική γλώσσα Grbe∙ i. Βλ. επίσης και Max Vasmer: Die Slaven in Griechenland Berlin 1941, Leipzig 1970, Γκέρμπεσι ON, Kr. Nauplia (Lex. und Miliarakis AK 78). Ich gehe von einem slav. *Gъrbešь aus, das zu *gъrbъ» Buckel, Erhöhimg «zu stellen ist. Vgl. mit anderer Wortbildung skr.Grbalj. Ein genau entsprechender slavischer ON liegt vor in skr. Grbeši (Mostar).

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Χρησιμοποιώ τα δύο ονόματα, που διαδοχικά πήρε ο οικισμός, για να τον διακρίνω από το άλλο Γκέρμπεσι των Δρεπανοχωρίων της Αργολίδας.

[2] Ζευγηλατείο, (ζευγολατείο και ζευγολατιό), Βυζαντινή λέξη, που σημαίνει αγρόκτημα, μικρό τσιφλίκι.

[3] Στην περίπτωσή μας σημαίνει δυτικοευρωπαίοι γενικώς και αορίστως, χωρίς ενιαία εθνικότητα (Ιταλοί, Ελβετοί, Γάλλοι, Γερμανοί κλπ).

[4] Peter Lock, Οι Φράγκοι στο Αιγαίο 1204-1500 σελ. 122, εκδόσεις ΕΝΑΛΙΟΣ Αθήνα 1998.

[5] Θυγατέρα του Γουίδωνα (Guy d᾽ Engien).

[6] Μ. Λαμπρυνίδου, «Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησο», Εν Αθήναις 1907, σελ. 8. W. Miller, «Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα», ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΘΗΝΑ 1990, σελ. 407.

[7] Μ. Λαμπρυνίδου, «Η ΝΑΥΠΛΙΑ», Εκδοσις Γ΄, Ναύπλιον 1975, σελ.71.

[8] Ανώτερος διπλωματικός υπάλληλος.

[9] Οικονομικός Έφορος.

[10] Είδος πλωτού μέσου.

[11] Από την από ΧΙΙΙΙ (όπως στο κείμενο) Αυγούστου 1480 έκθεση του Βενετού κυβερνήτη του Ναυπλίου Bartolomeo Minio (Κ. Σάθα «Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας» τόμος VI σελ. 141-142, το κείμενο στην Ενετική γλώσσα και Μετάφραση Τάκη Μαύρου «Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου», τεύχος 13 σελ. 205), μεταφέρουμε τα επόμενα, «Με αυτή (την επιστολή)  σημειώνω σ᾽εκείνη (την Εξοχότητά Σας), σήμερα ημερομηνία 12 έφθασε  εδώ η γάλια του Cocha η οποία προηγουμένως ανήκε στον Salomona, που είχε φύγει από την Κωνσταντινούπολη στις 3 τρέχοντος, η οποία έφερε τον Μεγαλοπρεπή Sinabei Protogero της Ελλάδας σταλμένο από τον Κύριο Τούρκο για τον καθορισμό των συνόρων και τον χωρισμό των τόπων της Αυθεντίας Σας, και μ᾽ αυτόν ήλθε ο κύριος Zuan Dario, ο οποίος Sinabei, από όσα μου εγνώρισε ο Zuan Dario, είναι άνθρωπος σημαντικός για τον Κύριο Τούρκο, και είναι υπό τον Beilerbei, τον αρχηγό Διοικητή της Ελλάδας, υπεράνω όλων των τοπικών διοικητών (Flamburari) κ.λπ.».

[12] Κ. Σάθα «Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας» τόμος VI σελ. 146 το κείμενο στην Ενετική γλώσσα, μετάφραση Τάκη Μαύρου, «Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου», τεύχη 13/Ιούνιος 1989 σελ. 206 και 14/Ιούλιος 1989 σελ. 217. D.G.Wright and J.Melville-Jones «The greek Correspondence of Bartolomeo Minio v. 1: Dispacci from Nauplion 1479-1483», unipress, Padova 2008, το κείμενο στη Ενετική γλώσσα με παράλληλη μετάφραση στην Αγγλική.

[13] Flamburar, αξιωματούχος του Σουλτάνου.

[14] Ο Τάκης Μαύρος (μετάφραση όπ. ανωτ. σελ. 219 υποσ. 1) εντοπίζει τον «Λευκό Πύργο» στο σημείο «όπου αργότερα ήταν «ο Πύργος του Γενναίου», μεταξύ Δαλαμανάρας και θάλασσας, εκεί που το κανάλι του νερού αλλάζει κατεύθυνση και από βορρά προς νότο ακολουθεί προς ανατολάς».

[15] Πιθανώς το παλαιότατο πηγάδι του χωριού Χώνικα, Τ. Μαύρου μετάφραση ό.α. σελ. 219 υποσ. 2.

[16] Πρόκειται για το μοναστήρι του Αγίου Θεοδοσίου, που βρίσκεται σε μικρή απόσταση και ανατολικά από το χωριό Παναρήτι.

[17] Λαμπρινίδη, «Η Ναυπλία», Αθήνα 1975 σελ. 74 συνέχεια υποσημείωσης.

[18] Μ. Λαμπρυνίδη, «Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον», εν Αθήναις 1907, σελ.16. Τρ. Ευαγγελίδου, «Ιστορία του εποικισμού της Ύδρας», εν Αθήναις 1934, σελ. 28 σημ. 64.

[19] Β. Παναγιωτόπουλος, , «Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου, 13ος-18ος αιώνας», Ιστορικό Αρχείο Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, ανατύπωση 1987, σελ. 81.

[20] Β. Παναγιωτόπουλος, «Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου κλπ όπ.αν. σελ.88.

[21] Βελιγοστή  ή Σαμαρά, χωριό του Δήμου Μεγαλούποληςž την εποχή της Φραγκοκρατίας αποτέλεσε έδρα μιας από τις 12 βαρονίες, στις οποίες είχε διαιρεθεί η Πελοπόννησος.

[22] Ι. Πούλου, «Η εποίκησις των Αλβανών εις Κόρινθον», εν Αθήναις 1950, σελ. 19.

[23] Τρ. Ευαγγελίδη, «Ιστορία του Εποικισμού της Ύδρας» κλπ, όπ. αν. σελ 17 και επ., Μ. Λαμπρυνίδη, «Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα» κλπ όπ. αν. σελ. 7 και επ.

[24] Βασ. Παναγιωτόπουλου, , «Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου» κλπ, όπ. αν. σελ. 100 το πρώτο απόσπασμα και 95 το δεύτερο.

[25] Ονόματα Αλβανών stradioti αναφέρονται σε επίσημα έγγραφα της Βενετικής Πολιτείας, που περιέχονται στα «Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας» του Κ. Σάθα. Από τον  VIII τόμο του έργου του Σάθα παραθέτω αμέσως παρακάτω κάποια ονόματα Αλβανών (ο πρώτος αριθμός δείχνει τη σελίδα και ο δεύτερος τον στίχο αναφοράς).

Cutsis, Piero 361-37, Alessio 388-25, Antonio 353-39, Bella 395-6, Petro 353-27, Dimitri 362-1, Ginis 382-3.

Gerbesis ή Jerbessis Anargyros 338-10, Georges 104-38, 111-10, 144-23, 336-1, 337-35, 348-26, 394-23, 429-3, Ginis 121-20, Marie 407-6, Marin 565-36, Mekaras 105-26, Mexas 76-16, 104-35, 121, 136, 137, 407, Piere 76-14, 137-5, Thuras 348, 428-40.

Manessis 109, 110, Andre 109, 115, 123, 124, 354-37, Anna 158, Demetrius 44-3, 96-4, 328-24, 379-31, 381-24, Dimas 354-37, Dominique 76-9, 92-34, 93-3, Emanuel ou Manuel 44-3, 95, 158-10, Francois 336-38, 345, Georges 76-15, 351-27, Ginis 385-26, Jeanne 345-24, Lecas ou Lekos 104-39, 385-36, Maria 44-4, Mirassis 105-21, Pierre 76-9, Theodore 96-4, 169-36, 171, Theodosia 96-3, Vaϊvodas 97-33.

Bardis Luca 128-31, adamos 392,  Gignis 356-18, Micras 356-18 και 392-4, Piere 338-3.

Lalucas Gignis 338-8, Jean 105-24, Lasare 337-11.

Panaritis Zorzi 351-39, 356-38, Gign 351-39, Maria 439-25.

Sangas Demetrius 339-42.

[26] Ν. Γκίνη, Αλβανο-Ελληνικό λεξικό, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα 1998.

[27] W. Miller, «Η φραγκοκρατία στην Ελλάδα», ό. α. σελ. 536 επ., Μ. Λαμπρυνίδη,  «Η Ναυπλία» ό.α. σελ. 67 επ., Τρ. Ευαγγελίδη, «Η ιστορία του εποικισμού της Υδρας», ό.α. σελ. 29.

[28] Μ. Λαμπρινίδη, «Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον», τυπογραφείον ΕΣΤΙΑ Εν Αθήναις 1907, σελ.35.

[29] Ευτ. Λιάτα, «Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του», Αθήνα 2002, σελ. 83. Α. Τσελίκα, «Μεταφράσεις Βενετικών Εκθέσεων περί Πελοποννήσου», έκθεση του προνοητή Μ. Μικιέλ, «Πελοποννησιακά» τ. 17 σελ. 158-159.

[30] Αναλυτικά για τα κατάστιχα αυτά ίδε Ευτ. Λιάτα, «Το Ναύπλιον και η ενδοχώρα του», ό.α. σελ. 27 επ.

[31] Το οικωνύμιο Σάνγκα είναι σχεδόν άγνωστο στην περιοχή, είναι όμως γνωστό και χρησιμοποιείται το παρόμοιο ηχητικά και σε αρβανίτικη απόδοση εδαφωνύμιο Σ.γκι, το Σ προφέρεται αυτοτελώς και σε Αλβανική γραφή ίσως Sëgi. Στον χάρτη της περιοχής του χωριού Πλατανίτι  και των ζευγολατείων του τού catastico particolare σημειώνεται σε περιορισμένο πολύγωνο sitto della v.(illa) Sanga, ήτοι θέση του χωριού Σανγκα. Η θέση σημειώνεται δυτικά του Μάνεσι και ανατολικά του λόφου της Πουλακίδας, ενώ στην βορεινή απόληξη του λόφου αυτού βρίσκεται σήμερα η ελαιόφυτος περιοχή Σ.γκι. Νομίζω ή μάλλον είμαι βέβαιος πως το εδαφωνύμιο Σ.γκι αποτελεί παραφθορά του εδαφωνυμίου Σάνγα και η περιοχή του αποτελούσε μέρος του ζευγολατείου Σάνγκα. Προφορικές πληροφορίες (Χρήστος Καραμάνος από τον παππού του) αναφέρουν πως οι κάτοικοι του χωριού (3-4 οικογένειες) σκότωσαν τους φοροεισπράχτορες των Τούρκων και εγκατέλειψαν τα σπίτια τους.

[32] Στον χάρτη της περιοχής του χωριού Πλατανίτι  και των ζευγολατείων του τού catastico particolare σημειώνονται δύο θέσεις με το εδαφωνύμιο Καλύβιហη μια θέση βρίσκεται όπου σήμερα ο οικισμός Αμαριανός και η άλλη λίγο ανατολικότερα στο σημείο που αρχίζει η άνοδος για το κυνηγετικό φυλάκιο του δρόμου προς Αραχναίο, ενώ δεν υπάρχει ένδειξη οικισμού στη θέση που σήμερα βρίσκεται το χωριό Ντούσια. Δεν γνωρίζουμε σε ποια από τις δύο θέσεις Καλύβια αναφέρεται το catastico.

[33] Β. Παναγιωτόπουλου, «Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου», ό.α. σελ. 136 και 231 όπου παρατίθεται ολόκληρη η απογραφή Grimani.

[34] Ευτ. Λιάτα, «Το Ναύπλιον και η ενδοχώρα του», ό.α.  σελ.109 και πίνακας XII σελ. 154.

[35] Στον χάρτη της σελίδας 40 του catastico particolare σημειώνεται στο σημείο που σήμερα βρίσκεται ο οικισμός Δένδρα «Seug. D. Vendra», δηλαδή, Ζευγολατείο Βεντρά. Σχετικά με την ονομασία Δένδρα-Δενδρά-Βεντρά αναφέρουμε τα επόμενα: Με την ονομασία Δένδρα και με 18 κατοίκους αποτέλεσε οικισμό του συσταθέντος το 1834 Δήμου Μιδέας. Η ίδια ονομασία (Δένδρα) συνεχίστηκε σε όλη την αυτοδιοικητική ιστορία (1912,1919 κ.λ.π.) του οικισμού. Σήμερα η επίσημη ονομασία είναι Δένδρα, έχει όμως γενικευθεί στις καθημερινές σχέσεις η ονομασία Δενδρά. Μέχρι και μετά τον πόλεμο ακουγόταν και η ονομασία Βεντρά. Η γιαγιά μου η Μανεσιώτισσα καταγόταν από τα Δέντρα, ήταν θυγατέρα του μπάρμα Αντρανό Ουλή και δεν ήξερε ελληνικά, ομιλούσε όμως άριστα την αρβανίτικη. Όταν αναφερόταν στα Δέντρα  έλεγε πάντοτε Βεντρά και σε παρατήρησή μου ότι το χωριό της λεγόταν Δέντρα επέμενε στην ονομασία Βεντρά. Αλλά και στο Γκέρμπεσι κάποιοι χρησιμοποιούσαν την ονομασία Βεντρά. Ο Θωμάς Ουλής από τα Δέντρα, αξιόλογος καθηγητής φιλόλογος σε προσωπικές συζητήσεις και ερωτήσεις μου δεχόταν και τις δύο ονομασίες, χωρίς να ορίζει την χρονικά πρότερη. Μάλιστα προσπαθούσε να αιτιολογήσει την ονομασία Βεντρά ως προερχόμενη από τη Βέντρα, δηλαδή δοχείο ξύλινο, που οι τσοπάνηδες χρησιμοποιούσαν για να μετρούν  την ποσότητα του γάλακτος.

[36] Θεόδωρου Γιαννακόπουλου, «Αι περί Ναυπλίου και της περιοχής του ειδήσεις του καταστίχου του Βενετού μηχανικού FR. Vandeyk», ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΑ, τόμος 3 (1976), σελ. 180.

[37] Αγ. Τσελίκας, «Μεταφράσεις Βενετικών κειμένων περί Πελοπoννήσου», Πελοποννησιακά τ. 17, σελ. 155.

[38] Αντ. Μηλιαράκη «Γεωγραφία πολιτική του νομού Αργολίδος και Κορινθίας», εν Αθήναις 1886, σελ.78.

[39] Μεταφορά από Ευτ. Λιάτα, «Το Ναύπλιον και η ενδοχώρα του», ό.α. Βλ. πίνακες στις σελ. 136-161.

[40] Γ. Νικολάου, «Οικισμοί, γαιοκτησία και φορολογία στην περιοχή του Ναυπλίου», περ. Ιστορικά τ. 34 σελ. 84 και εκεί παραπομπές.

[41] Λαμπρυνίδου, «Η Ναυπλία» ό.π. σελ. 158, Μ. Σακελλαρίου «Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν Τουρκοκρατίαν» ό.α. σελ. 45.

[42] Μ. Σακελλαρίου «Η Πελοπόννησος  κατά την δευτέραν  Τουρκοκρατίαν», ό.α. σελ. 123.

[43] Βασ. Παναγιωτόπουλου, «Πληθυσμός και οικισμοί», ό.α. σελ.207, Κ. Νικολάου, «Οικισμοί» κ.λ.π. ό.α. σελ.83.

[44]  Συνώνυμος, αλλά μη εννοιολογικά ακριβής είναι ο όρος Καζάς, που προσδιόριζε δικαστική κυρίως περιφέρεια.

[45] Μ. Σακελλαρίου, «Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν  τουρκοκρατίαν», ό.α. σελ. 78 επ. και 98 επ.

[46] Θ. Γιαννακόπουλου, «το Κατάστιχο του Fr. Vandayk», ό.α. σελ.186.

[47] Αθ. Φωτόπουλος, «Στατιστικές ειδήσεις για την επαρχία Ναυπλίου», Ναυπλιακά Ανάλεκτα,τ. IV, 2000, σελ.326,  Κ. Νικολάου, «Οικισμοί, γαιοκτησία» κ.λπ. ό.α. σελ.96, Ευτ. Λιάτα,  «Αργεία γη, από το τεριτόριο στο βιλαέτι» Αθήνα 2003,  σελ. 74.

[48] Ευτ. Λιάτα, «Αργεία γη, από το τεριτόριο στο βιλαέτι», Αθήνα 2003, σελ. 120 και 75.

[49] Ειδικό προνομιακό καθεστώς παρεχόμενο με σουλτανικό φιρμάνι στους υποτελείς, που «υποτάσσονται οικιοθελώς και αυθορμήτως υπό την σημαίαν του Ισλάμ», σύμφωνα με ρήση του κορανίου και με το οποίο αναγνωρίζεται στους υποτελείς δικαίωμα αυτοδιοίκησης, δικαστικής ανεξαρτησίας και απαλλαγής από φόρους και δοσίματα, πλην του Μακτού, ήτοι εφάπαξ χρηματικού ποσού επιβαλλόμενου ως φόρου υποτελείας.

[50] Ευτ. Λιάτα, «Αργεία γη», ό.α. σελ. 74.

[51] Ευτ. Λιάτα, στο ίδιο σελ. 122.

[52] F. Pouqueville , «Voyage de la Grèce…», Αφοί Τολίδη Αθήνα 1995, σελ. 91. Σχετικά ο Β. Παναγιωτόπουλος, «Ο πληθυσμός κ.λπ.» ό. α. σελ. 212, παρατηρεί ότι ο κατάλογος των χωριών του Πουκιεβίλ προέρχεται από κάποιο τουρκικό αρχείο ή από τη χριστιανική κοινοτική διοίκηση, δεν προέρχεται δηλαδή από προσωπική έρευνα.

[53] Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας, το έργο, αποτελούμενο από 25 τόμους, περιέχει έγγραφα από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα μέχρι την εκλογή του «πρώτου βασιλέως Όθωνος» (1821-1832), των εθνικών και τοπικών συνελεύσεων, βουλευτικών περιόδων, συνταγματικά κείμενα, έγγραφα της Καποδιστριακής περιόδου, που έχουν μεταγραφεί, καθώς και φωτογραφικό υλικό και ομοιότυπα χειρογράφων. Το έργο άρχισε να εκδίδεται το 1857 και ψηφιοποιημένο πλέον έχει αναρτηθεί στον ιστότοπο της βουλής.

   α) Πρακτικά της 24 Ιουλίου 1823 τόμος 2, σελ. 265 και

   β) Πρακτικά της 3-2-1825 τόμος 7 σελ. 115 & 116.

[54] Πυργόσπιτο, οχυρωμένη κατοικία, που χρησίμευε για διαμονή του Τούρκου τσιφλικά.

[55] Αθ. Φωτόπουλου, «Στατιστικές ειδήσεις για την επαρχία Ναυπλίου», Ναυπλιακά Ανάλεκτα τ. IV 2000 σελ. 326. Γ.Νικολάου, «Οικισμοί , γαιοκτησία και φορολογία στην περιοχή του Ναυπλίου κατά την ύστερη τουρκοκρατία», περιοδικό «Τα ιστορικά» τεύχ. 34 σελ. 71. Τ. Γριτσόπουλου, «Στατιστικαί ειδήσεις περί Πελοποννήσου», Πελοποννησιακά, τόμ. Η΄1971, σελ. 411 σχετικά με το ιστορικό, (το δημοσίευμα περιλαμβάνει στατιστικές ειδήσεις για όλη την Πελοπόννησο πλην των επαρχιών Ναυπλίας, Άργους και Κ. Ναχαγιέ, που είχαν ήδη δημοσιευθεί από τον Αθ. Φωτόπουλο).

[56] «Expedition Scientifique de la Morèe», Paris 1834, vol. II, pp. 64 και «Feuille de Napoli φύλλο Α1 Εκδόσεις ΜΕΛΙΣΣΑ Αθήνα 2011 και Μ.Χουλιαράκη, «Γεωγραφική, Διοικητική και Πληθυσμική εξέλιξις της Ελλάδος 1821-1971», έκδοση ΕΚΚΕ 1973, σελ. 40.

[57] Ιωάννας Γεναροπούλου, «Κατάλογοι κωμοπόλεων και χωρίων των επαρχιών Ναυπλίας και Κάτω Ναχαγιέ (1830)», Πελοποννησιακά αρ. 4, 1979,  Α΄ συνέδριο  Αργολικών  Σπουδών, σελ. 121.

[58] β.δ. της 28/4 (10/5) 1834 (ΦΕΚ 19) «περί της οροθεσίας και της εις Δήμους διαιρέσεως του νομού Αργολίδος και Κορινθίας».

[59] Χαραλ. Συμεωνίδης: «Ετυμολογικό λεξικό των νεοελληνικών οικωνυμίων», Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κύκου, Λευκωσία-Θεσσαλονίκη 2010.

 

Χρίστος Ιωάν. Κώνστας

«Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι  Άνθρωποι», Έκδοση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας &  Πολιτισμού, Άργος, 2018.

 

Σχετικά θέματα:

 

Η μυθική Mιδέα και η χωροθεσία της Ακρόπολης


  

Η μυθολογία της Μιδέας

 

Η μυθολογία της Μιδέας συνδέεται στενά με τους μύθους του Άργους, αφού και οι δύο πόλεις-κράτη αποτελούσαν τμήματα του ίδιου γεωγραφικού χώρου, δηλαδή της αργολικής πεδιάδας. Έτσι, οι μύθοι της Μιδέας αποτελούν αναπόσπαστον μέρος και συνέχεια των μύθων του Άργους.

Στο Άργος βασίλευε ο Άβαντας, γιός του Λυγκέα και της Υπερμ(ν)ήστρας, που νυμφεύθηκε την Αγλαΐα. Παιδιά τους ήσαν οι δίδυμοι Ακρίσιος και Προίτος, που μετά τον θάνατο του βασιλιά-πατέρα τους διαφώνησαν για τη διανομή της εξουσίας. Στον πόλεμο που ακολούθησε νίκησε ο Ακρίσιος και ο Προίτος ξενιτεύτηκε γύρισε όμως με στρατό, που έθεσε στη διάθεσή ο πεθερός του και κατέλαβε την Τίρυνθα. Ο Ακρίσιος αναγκάστηκε τότε να συνετιστεί και η εξουσία στο βασίλειο του Άργους μοιράστηκε στα δύο. Ο Ακρίσιος βασίλευσε στο Άργος, ενώ ο Προίτος βασίλευσε στο τόξο Μυκήνες, Μιδέα, Τίρυνθα. Στην Τίρυνθα εγκατέστησε τη βασιλική του εξουσία, κτίζοντας περιφανή ανάκτορα στον υπάρχοντα λόφο, που περιέβαλε με κυκλώπεια τείχη.

Ο βασιλιάς του Άργους Ακρίσιος από του γάμο του με την Ευρυδίκη είχε αποκτήσει την πεντάμορφη Δανάη, την οποία περιόρισε σε υπόγεια κατασκευή, για να μη την πλησιάσει άντρας, αφού υπήρχε χρησμός, πως ο γιός της Δανάης θα προκαλούσε τον θάνατο του παππού του Ακρίσιου. Ο παντοδύναμος όμως Ζευς πόθησε την ομορφιά της Δανάης και για να φτάσει στην αγκαλιά της μεταμορφώθηκε σε χρυσή βροχή, που χύθηκε στην υπόγεια φυλακή. Από την ένωση αυτή γεννήθηκε ο Περσέας. Ο Ακρίσιος, όταν πληροφορήθηκε τη γέννηση του εγγονού του, προσπάθησε τον θάνατο του Περσέα και της Δανάης, όμως μετά από απίστευτες περιπέτειες ο Περσέας επέζησε. Η μοίρα θέλησε παππούς και εγγονός να συναντηθούν στη Λάρισσα, όπου ο βασιλιάς Τευταμίας είχε οργανώσει προς τιμή του Ακρίσιου αθλητικούς αγώνες, στους οποίους πήρε μέρος και ο Περσέας. Ο Περσέας έριξε τον δίσκο, όμως αστόχησε και χτύπησε τον Ακρίσιο στο πόδι, που πέθανε από το τραύμα. Έτσι εκπληρώθηκε ο χρησμός και «το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον».

 

Ο Δίας πέφτει σαν χρυσή βροχή στα πόδια της Δανάης (450-425 π.Χ.) Από τη ένωσή τους γεννήθηκε ο Περσέας, Louvre Museum.

 

Ο Δίας πέφτει σαν χρυσή βροχή στα πόδια της Δανάης – Πίνακας του Οράτσιο Τζεντιλέσκι (1621), λάδι σε καμβά. Getty Museum, Λος Άντζελες, Καλιφόρνια.

 

Περσέας (Μπενβενούτο Τσελίνι)

Ο Περσέας μετά τον θάνατο του παππού Ακρίσιου, παίρνοντας μαζί του τη μητέρα του Δανάη και τη σύζυγό του Ανδρομέδα, επέστρεψε στο Άργος. Για λόγους ηθικούς, επειδή θεωρούσε τον εαυτό του υπαίτιο του θανάτου του παππού του, αρνήθηκε να καθίσει στο θρόνο του Άργους και συμφώνησε με τον ξάδερφό του Μεγαπένθη, γιο του Προίτου, να ανταλλάξουν τα βασίλεια. Έτσι, ο Μεγαπένθης πήρε το Άργος και ο Περσέας την Τίρυνθα με τις Μυκήνες και τη Μιδέα. Ο Περσέας εγκαταστάθηκε στην Τίρυνθα και επιδόθηκε στην αναδιοργάνωση του κράτους του. Ίδρυσε τις Μυκήνες και οίκισε τη Μιδέα, που ονόμασε «Περσέως πόλη». Τείχισε τις δύο πόλεις με απόρθητα τείχη, έργο των κυκλώπων.

Μετά τον θάνατο του Περσέα οι τρεις γιοί του ή κατ’ άλλους τρεις από τους γιούς του μοίρασαν το βασίλειό του και βασίλεψαν ο Αλκαίος στην Τίρυνθα, ο Σθένελος στις Μυκήνες και ο Ηλεκτρύωνας στη Μιδέα.

Ο Ηλεκτρύωνας νυμφεύθηκε την Αναξώ, θυγατέρα του αδελφού του Αλκαίου και από τον γάμο αυτόν γεννήθηκε η Αλκμήνη, η οποία παντρεύτηκε τον Αμφιτρύωνα, γιό του Αλκαίου και γέννησε τον Ηρακλή. Ο Ηλεκτρύωνας, κατά μία άποψη, επειδή δεν είχε άρρενα διάδοχο, πήρε ως παλλακίδα την Μιδέα ή Μιδείη, θυγατέρα του βασιλιά της Φρυγίας Αλωέως, γιού του Ποσειδώνα, με την οποία συζούσε. Η Μιδέα γέννησε τον Λικύμνιο και ο Ηλεκτρύωνας για τιμήσει τη Μιδέα, που του γέννησε γιό έστω και μη νόμιμο, έδωσε το όνομά της στο βασίλειό του και την «Περσέως πόλη» ονόμασε Μιδέα. Ο Τληπτόλεμος, γιός της Αλκμήνης και του Ηρακλή, σκότωσε τον Λικύμνιο και για τιμωρία του εξορίστηκε στη Ρόδο, όπου ίδρυσε τις τρείς πόλεις Λίνδο, Ιαλυσό και Κάμειρο και πήρε μέρος στον Τρωικό πόλεμο με εννέα καράβια. Ο γιός του Λικύμνιου, Οιωνός, πήρε μέρος στους πρώτους Ολυμπιακούς αγώνες και είναι ο πρώτος ολυμπιονίκης στο αγώνισμα του δρόμου.

Ο Αμφιτρύωνας σκότωσε το θείο του Ηλεκτρύωνα, γιατί τάχα δεν μπορούσε, να αντέξει την ντροπή, να ζει, δηλαδή, ο Ηλεκτρύωνας με την παλλακίδα του. Το γεγονός αυτό, δηλαδή η δολοφονία του Ηλεκτρύωνα από τον Αμφιτρύωνα, έδωσε αφορμή στον Σθένελο να πολεμήσει τον Αμφιτρύωνα, τον οποίο νίκησε και έτσι ο Σθένελος έγινε πλέον βασιλιάς των Μυκηνών, της Τίρυνθας και της Μιδέας.

Ο Σθένελος για να ενισχύσει την εξουσία του στην Αργολίδα κάλεσε τον Ατρέα και τον Θυέστη, γιούς του Πέλοπα και της Ιπποδάμειας και αδελφούς της γυναίκας του Νικίππης και τους παραχώρησε την άσκηση της εξουσίας στην Μιδέα. Τον Σθένελο, μετά τον θάνατό του, διαδέχθηκε στο βασιλικό του θρόνο ο γιός του Ευρυσθέας, ο οποίος στερούμενος άρρενος διαδόχου πάντρεψε τη θυγατέρα του Αερόπη με τον Ατρέα. Μετά το θάνατο του Ευρυσθέα ο Ατρέας επεξέτεινε την εξουσία του στις Μυκήνες, στην Τίρυνθα, στο Άργος και σ’ όλη την Αργολίδα. Έτσι, ο Ατρέας έγινε ο γενάρχης των Ατρειδών. (Ελλην. Μυθολ. Οι ήρωες, Εκδοτική. Αθηνών σελ. 191 και 195)

Η Ιπποδάμεια, θυγατέρα του Οινόμαου, βασιλιά της Πίσσας στην Ηλίδα και μητέρα του Ατρέα και του Θυέστη, είχε αποσυρθεί στη Μιδέα, όπου και αυτοκτόνησε από τις τύψεις της, επειδή σκότωσε ή κατ’ άλλους γιατί με δική της προτροπή οι γιοί της Ατρέας και Θυέστης δολοφόνησαν το νόθο γιό του Πέλοπα, Χρύσιππο. Τα οστά της Ιπποδάμειας μετέφερε στην Ολυμπία ο Πέλοπας, όπου στην ιερή Άλτη ιδρύθηκε προς τιμή της τέμενος. Μια φορά το χρόνο μόνο γυναίκες μπορούσαν και έμπαιναν στο Ιπποδάμειο και λάτρευαν τη μυθική βασίλισσα Ιπποδάμεια (Υγίνος 243, Ελλην. Μυθολ. Εκδοτική Αθηνών, Οι ήρωες σελ.236,237).

 

Ο Δίας, με τη μορφή του Αμφιτρύωνα, προσεγγίζει την Αλκμήνη. Tardieu, Nicolas Henri, περίπου 1729-1740, χαρακτικό Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο.

 

Ο Αμφιτρύωνας μετά την ήττα του από τον θείο του Σθένελο και την απώλεια του θρόνου της Τίρυνθας ζήτησε καταφυγή και πήγε με την Αλκμήνη στη αυλή του βασιλιά της Θήβας. Εκεί ο Δίας, ο οποίος είχε θαμπωθεί από την ομορφιά της Αλκμήνης, αλλά δεν μπορούσε να την πλησιάσει, γιατί εμποδιζόταν από τη σύνεση και τη συζυγική της πίστη και αφοσίωση, μεταμορφώθηκε σε Αμφιτρύωνα και κάποια νύχτα, που ο Αμφιτρύωνας είχε πάει για κυνήγι, μπαίνει στον κοιτώνα της. Μάλιστα για να ικανοποιήσει το πάθος του και να απολαύσει τις χάρες της Αλκμήνης καθυστέρησε την ανατολή του ήλιου τρία μερόνυχτα, ώσπου να επιστρέψει ο Αμφιτρύωνας από το κυνήγι. Από την ένωση αυτή γεννήθηκε ο ημίθεος Ηρακλής.

 

Η χωροθεσία της ακρόπολης

 

Η μυθική Μιδέα βρισκόταν στο βορειοανατολικό άκρο της αργολικής πεδιάδας προς τις νοτιοδυτικές υπώρειες του συγκροτήματος του Αραχναίου όρους και στο μέσον του τόξου Μυκήνες, Μιδέα Τίρυνθα. Ήταν το τρίτο κατά σειρά σπουδαιότητας Μυκηναϊκό κέντρο μετά τις Μυκήνες και την Τίρυνθα. Η περίοδος της ακμής της Μιδέας τοποθετείται στον 14ο και κυρίως στον 13ο αιώνα, στο τέλος του οποίου καταστράφηκε από σεισμό και πυρκαγιά, που ακολούθησε, συνέχισε όμως να κατοικείται.

 

Αεροφωτογραφία της Μυκηναϊκής Ακρόπολης της Μιδέας (λήψη 2002). Δημοσιεύεται στο: Καίτη Δημακοπούλου – Νικολέττα Διβάρη-Βαλάκου, «Η μυκηναϊκή Ακρόπολη της Μιδέας». Έτος έκδοσης 2010.

 

Η ακρόπολη ήταν χτισμένη σε λόφο ύψους 270 μ. με απεριόριστη θέα προς όλες τις κατεύθυνσης της αργολικής πεδιάδας και προς τη θάλασσα, που επέτρεπε απόλυτο έλεγχο του χώρου. Η θέση της, το ύψος και το απότομο του λόφου σε συνδυασμό με την σημαντική περιτείχιση καθιστούσαν την ακρόπολη της Μιδέας ένα από τα σπουδαία φρούρια της Μυκηναϊκής περιόδου. Ένα ισχυρό κυκλώπειο τείχος  περιβάλει τον λόφο κατά την ανατολική, την βόρεια και τη δυτική πλευρά, ενώ η νοτινή προστατεύεται από απόκρημνο βράχο. Η περιτείχιση έχει μήκος 450 μ. και ο εσωτερικός χώρος, που αποτελείται από δύο επίπεδα (Άνω και Κάτω Ακρόπολη) έχει έκταση 24 στρεμμάτων.

 

Αεροφωτογραφία του οχυρωμένου χώρου της Μιδέας (λήψη 2010, μετά την ολοκλήρωση των εργασιών καθαρισμού και διαμόρφωσης). Δημοσιεύεται στο: Καίτη Δημακοπούλου – Νικολέττα Διβάρη-Βαλάκου, «Η μυκηναϊκή Ακρόπολη της Μιδέας». Έτος έκδοσης 2010.

 

Άποψη του «Μεγάρου» και άλλων οικοδομικών καταλοίπων. Δημοσιεύεται στο: Καίτη Δημακοπούλου – Νικολέττα Διβάρη-Βαλάκου, «Η μυκηναϊκή Ακρόπολη της Μιδέας». Έτος έκδοσης 2010.

 

Το κυκλώπειο τοίχος είναι κτισμένο με ογκόλιθους κατά τις δύο κάθετες επιφάνειες και το εσωτερικό έχει πληρωθεί με μικρότερους ακατέργαστους λίθους. Το πάχος του τοίχου κυμαίνεται μεταξύ 5 και 7 μ., ενώ το ύψος κατά την ανατολική πλευρά σήμερα φτάνει τα 7 μ. Έχει δύο ανοίγματα επικοινωνίας, την ανατολική και τη δυτική πύλη. Η Ανατολική πύλη ήταν η κύρια πύλη και οδηγούσε στην Άνω Ακρόπολη. Το κατώφλι και οι παρειές της ανατολικής πύλης αποτελούνταν από επεξεργασμένους ογκόλιθους και σ΄αυτήν οδηγούσε αναβάθρα (ράμπα). Η δυτική πύλη βρίσκεται στο δυτικό άκρο μεταξύ του βράχου και της δυτικής απόληξης του τείχους και ενισχύεται με προμαχώνα. Οι δύο πύλες συνδέονται με εσωτερικό διάδρομο.

 

Κάτοψη του οχυρωμένου χώρου της Μυκηναϊκής Ακρόπολης της Μιδέας (κατά Η. Μάρκου με προσθήκες από Μ. Παπαπατίου και Α. Κυρατζή). Δημοσιεύεται στο: Καίτη Δημακοπούλου – Νικολέττα Διβάρη-Βαλάκου, «Η μυκηναϊκή Ακρόπολη της Μιδέας». Έτος έκδοσης 2010.

 

Ενδιαφέρουσα κατασκευή αποτελεί η «πυλίδα», σύραγγα, δηλαδή, ανοιγμένη μέσα και κατά μήκος του δυτικού τοίχους, που χρησίμευε είτε ως μυστική έξοδος κινδύνου είτε ως άνοιγμα εξόρμησης των υπερασπιστών  της ακρόπολης. Παρόμοια κατασκευή απαντάται και στα τείχη της Τίρυνθας και των Μυκηνών.

Το 1907 έγινε μικρή ανασκαφική έρευνα από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, ενώ οι πρώτες δοκιμαστικές ανασκαφές πραγματοποιήθηκαν το 1939 από τον Σουηδό αρχαιολόγο Axel Person.

 

Πήλινο τροχήλατο ειδώλιο γυναικείας θεότητας. Από το δωμάτιο VI του οικοδομικού συγκροτήματος στην περιοχή της Δυτικής Πύλης. Τέλη 13ου αι. π.Χ. Δημοσιεύεται στο: Καίτη Δημακοπούλου – Νικολέττα Διβάρη-Βαλάκου, «Η μυκηναϊκή Ακρόπολη της Μιδέας». Έτος έκδοσης 2010.

 

Συστηματικές ανασκαφές άρχισαν το 1983, που συνεχίζονται. Βρέθηκαν πήλινα ειδώλια, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει πήλινο τροχήλατο ειδώλιο γυναικείας θεότητας, λίθινα και μεταλλικά σκεύη, εργαλεία, κοσμήματα, σφραγιδόλιθοι, πήλινο πρισματικό σφράγισμα με παράσταση λιονταριού, που επιτίθεται σε ταύρο με επιγραφή της Γραμμικής Β γραφής, αφθονία αποθηκευτικών αγγείων και απανθρακωμένοι σπόροι δημητριακών, σύκα και ελιές κ.λπ. (Κ. Δημακοπούλου-Ν.Διβάρη-Βαλάκου: Η Μυκηναϊκή Ακρόπολη της Μιδέας, έκδοση Υπουργείου Πολιτισμού, Αθήνα 2010) .

 

Χρίστος Ιωάν. Κώνστας

«Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι  Άνθρωποι», Έκδοση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας &  Πολιτισμού, Άργος, 2018.

 

Μιδέα (Γκέρμπεσι) Αργολίδας


 

Ο οικισμός Μιδέα, ο οποίος μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1928 ονομαζόταν Γκέρμπεσι, είναι μεσόγειος και βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα του αργολικού κάμπου, εκεί όπου καταλήγουν οι βορειοδυτικές υπώρειες του Αραχναίου όρους. Διοικητικά ο οικισμός υπάγεται στο Δήμο Ναυπλιαίων, της επαρχίας Ναυπλίας του νομού Αργολίδας. Βρίσκεται σε υψόμετρο 130 μ. και απέχει από το Ναύπλιο 12 χιλιόμετρα, από το Άργος 14 και από την Αθήνα 130 χιλιόμετρα. Συνδέεται με το επαρχιακό και το εθνικό οδικό δίκτυο με ασφαλτοστρωμένους δρόμους, που εξασφαλίζουν άνετη και ασφαλή πρόσβαση.

 

Μιδέα (Γκέρμπεσι) Αργολίδας

 

Ο οικισμός δημιουργήθηκε σε πρώτη φάση περί τα μέσα του 15ου αιώνα, αλλά πολύ γρήγορα οι κάτοικοί του τον εγκατέλειψαν και σε δεύτερη φάση κατοικήθηκε περί το τέλος του 1700 ή αρχές του 1800 από αρβανίτες μετανάστες και τις δύο φορές. Φυσικά, γλώσσα επικοινωνίας των κατοίκων ήταν η αρβανίτικη, που αποτελούσε τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα σχεδόν αποκλειστικό τρόπο επικοινωνίας. Με την έναρξη του καινούριου αιώνα η ελληνική γλώσσα άρχισε να κερδίζει έδαφος και σήμερα τα αρβανίτικα μόνο από κάποιους ηλικιωμένους μιλιούνται αλλά και από αυτούς απλώς «εις ανάμνησιν» μιας εποχής.

 

Τμήμα χάρτη της Αργολιδοκορινθίας του Αντώνη Μηλιαράκη, 1886.

 

Η περιοχή της Μιδέας έχει χαρακτηριστεί επίσημα ως ορεινή.  Οι κάτοικοι ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, μετά όμως τον πόλεμο η κτηνοτροφική απασχόληση μειώθηκε σημαντικά. Βασική γεωργική απασχόληση αποτελούσε η καλλιέργεια του καπνού, ενώ η καλλιέργεια των δημητριακών και της ελιάς εξυπηρετούσε περισσότερο τις διατροφικές ανάγκες της οικογένειας και την παραγωγή ζωοτροφών. Ο οικογενειακός κλήρος ήταν περιορισμένος, αυξήθηκε όμως σημαντικά μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση του κτήματος Αμαριανός της Μονής Ταλαντίου και του κτήματος Καλυμπάκι και Χερώματα της Μονής του Αγίου Θεοδοσίου, που διανεμήθηκαν στους κατοίκους των γύρω οικισμών μεταξύ των οποίων και της Μιδέας κατά την πριν τον πόλεμο 5ετία. Πάντως, η έλλειψη αρδευτικού νερού, η περιορισμένη γονιμότητα του εδάφους και ο κατακερματισμός του οικογενειακού κλήρου ήσαν αποφασιστικοί παράγοντες της περιορισμένης γεωργικής παραγωγής.

Το 1993 το κράτος κάλεσε τους καπνοπαραγωγούς να παραδώσουν τις άδειες καλλιέργειας καπνού έναντι κάποιας αποζημίωσης και από το έτος 2003 απαγόρευσε την καλλιέργεια του καπνού, παρότι τα καπνά της περιοχής μας χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή τσιγάρων  κυρίως εσωτερικής κατανάλωσης. Έτσι, οι κάτοικοι στράφηκαν σε νέες καλλιέργειεςž διευρύνθηκε και εντατικοποιήθηκε η καλλιέργεια της ελιάς, επίσης η υπαίθρια καλλιέργεια λαχανικών και σε περιορισμένη έκταση σε θερμοκήπια, ενώ παράλληλα  έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτοι πορτοκαλεώνες.

Στην αλλαγή των καλλιεργειών αποφασιστικά συνέβαλε η τεχνική δυνατότητα πραγματοποίησης γεωτρήσεων και άντλησης νερού από μεγάλο βάθος για την άρδευση των χωραφιών, τα οποία μέχρι τότε δεν αρδεύονταν. Το έτος 2006 το αρδευτικό δίκτυο του Αναβάλλου επεκτάθηκε και στη Μιδέα και καλύπτει πλέον τις αρδευτικές ανάγκες του χωριού σε σημαντικό βαθμό. Για να εκτιμήσουμε την έκταση της έλλειψης νερού αναφέρουμε πως οι κάτοικοι του χωριού υδρεύονταν από ένα μόνο κοινοτικό πηγάδι. Υπήρχαν βέβαια και μερικά ιδιωτικά πηγάδια, τα περισσότερα από τα οποία στέρευαν τους θερινούς μήνες και άλλων το νερό ήταν ακατάλληλο για πόση. Αυτά μέχρι το 1961, που η κοινότητα κατασκεύασε δίκτυο διανομής του νερού σε κάθε σπίτι και το χωριό άρχισε να υδρεύεται από την κοινοτική γεώτρηση.  Επίσης, στις 20 Απριλίου 1962 ο οικισμός συνδέθηκε με το δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας της ΔΕΗ και έκτοτε τα λαδολύχναρα και οι λάμπες πετρελαίου αποτέλεσαν παρελθόν.

Η μυκηναϊκή ακρόπολη της Μιδέας με τη νεκρόπολη στον διπλανό οικισμό Δένδρα αποτελούν αξιόλογη αρχαιολογική ενότητα, της οποίας τα σημαντικά ευρήματα των ανασκαφών εκτίθενται στο εθνικό αρχαιολογικό μουσείο και στο αρχαιολογικό μουσείο του Ναυπλίου. Επίσης το φαράγγι της Χούνης ή  Καραμπαμπά στην περιοχή του Αμαριανού αποζημιώνει με την ομορφιά του τον πεζοπόρο επισκέπτη.

 

Πηγή


  • Χρίστος Ιωάν. Κώνστας, «Γκέρμπεσι – ΜΙδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι  Άνθρωποι», έκδοση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας &  Πολιτισμού, Άργος, 2018.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Κλέφτες του Μοριά – Γιάννης Βλαχογιάννης


 

Κλέφτες του Μοριά – Μελέτη ιστορική από νέες πηγές βγαλμένη 1715-1820

 

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη δημοσιεύει, σε ψηφιακή μορφή το βιβλίο του Γιάννη Βλαχογιάννη, «Κλέφτες του Μοριά – Μελέτη ιστορική από νέες πηγές βγαλμένη, 1715-1820»· στο βιβλίο του ο Βλαχογιάννης γίνεται σκληρός επικριτής του φημισμένου κλέφτη Ζαχαριά, των Κολοκοτρωναίων, ιδιαίτερα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και παρουσιάζει με τη δική του οπτική την ιστορία των κλεφτών της Πελοποννήσου.

 

 

Γιάννης Βλαχογιάννης (1867-1945), ιστοριοδίφης και συγγραφέας. Το 1914 εισηγείται στον Βενιζέλο την ίδρυση των Γενικών Αρχείων του Κράτους. Αργότερα, δώρισε στα Γενικά Αρχεία την πολύτιμη συλλογή του.

Το βιβλίο «Κλέφτες του Μοριά», του Γιάννη Βλαχογιάννη γράφτηκε ύστερα από  ακούραστη και αδιάκοπη έρευνα πολλών ετών, ανασκαφή αμέτρητων γνωστών και άγνωστων πηγών· καρπός που βγήκε μέσα από έντιμη μεταχείριση, αυστηρού κοσκινίσματος και εξονυχιστικής αντιπαραβολής όλων των διαθέσιμων στοιχείων, που οδήγησαν στο δρόμο της ιστορικής αλήθειας, όπως σημειώνει ο ίδιος ο συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου. 

Στο βιβλίο εξετάζονται οι ιστορικοί θρύλοι γύρω από τον προεπαναστατικό Μοριά, αναλύεται η πολεμική ιστορία από το 1769 έως το 1820, παρατίθενται οι ποιητικοί θρύλοι και τα λαϊκά ιστορικά τραγούδια. Ακόμη περιέχονται πέντε παραρτήματα, όπου βρίσκουμε τη  βιογραφία του Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη, την πολιορκία του πύργου του Αλή Φαρμάκη, το θάνατο του γέρο – Ντεληγιάννη, το πρακτικό ομονοίας των Κοτζαμπάσηδων τον Απρίλιο του 1816 και το τέλος του Σταματέλλου Τουρκολέκα και του Αναγνώστη Ζαχαρόπουλου τον Οκτώβριο του 1816.

Κυκλοφόρησε το 1935, με την πατριωτική χορηγία του Αλέξανδρου Πάλλη (1851-1935), εξόχου μεταφραστή της Ηλιάδας και οικοδόμου του Εθνικού λόγου, πεζού και ποιητικού.

 

Παρακάτω παραθέτουμε το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, όμως,  στο μονοτονικό σύστημα.

 

Η πολεμική ιστορία του Μόρια από τα 1715, που οι Τούρκοι διώξανε τους Βενετσάνους, και ίσα κάτου ως τα 1820, λυπηρό να το πει κανείς πόσο είναι φτωχή σ’ αξιόπιστα κείμενα, σε χρονικά θυμήματα γραμμένα ή απ’ ανθρώπους που είδανε τα πράματα με τα ίδια τους τα μάτια, ή από μάρτυρες που τα άκουσαν και που τα φυλάξανε στη θύμησή τους. Ενώ ο μακαρίτης καθηγητής Σπ. Λάμπρος δημοσίευσε μιαν ολάκερη συναγωγή, ή να πει κανείς σωστότερα κωδικοποίηση, από εκατοντάδες ιστορικά σημειώματα γραμμένα στα περιθώρια βιβλίων, τα περισσότερα, κι αναφερόμενα σ’ όλη την Ελλάδα, είναι παράξενο, όμως όχι και Ανεξήγητο, πόσο λιγοστά είναι τα όσα αναφέρονται στο Μοριά· κανένα τέτοιο σύντομο σημείωμα δε βρέθηκε ίσα με τώρα, που να μας μιλεί π. χ. για κάποιο σπουδαίο περιστατικό των Κολοκοτρωναίων, του Ζαχαρία, ή όποιου άλλου πολεμικού επίσημου άντρα των χρόνων της Σκλαβιάς στο Μοριά.

Φαίνεται πως ο ανεμοστρόβιλος του Τούρκου, που πέρασε και στα 1769 και υστερότερα με την καταστροφή των Αρβανιτών – αν λογαριάσουμε μοναχά τα δυο σημαντικότερα από του Μοριά τα τόσα ανακατώματα – και τέλος του Ιμπραήμ πασσά τ’ αλώνισμα κατά τα 1825-1828, όλα αυτά τα αίτια βοηθήσανε στο γενικό σάρωμα των γραφτών μνημείων των χρόνων της Σκλαβιάς, και θάμα θα είναι να βρεθεί ποιά καμιά χειρόγραφη άγνωστη πηγή. Λοιπόν ό,τι ξέρουμε από τα χρόνια αυτά του κατακαημένου του Μοριά το ξέρουμε κατά πρώτο λόγο από ξένες πηγές, που ο Σάθας μας τις έκαμε γνωστές, της περισσότερες, στην «Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα» του, μένουν όμως άπειρες ακόμα ανέκδοτες σε ξένα ιστορικά αρχεία και κατά δεύτερο λόγο από λίγους υστερόχρονους ιστορικούς, που γράψαμε βιβλία για την Επανάσταση και κάμαν αναδρομές πίσω προς τα χρόνια τα παλιότερα.

Από της δεύτερης αυτής τάξης τα έργα τα ιστορικά είναι πολύ λίγα ακόμα ανέκδοτα, καθώς το έργο του μακαρίτη νομάρχη Κοντάκη, αν και δεν ξέρουμε καλά-καλά το περιεχόμενό του.

Δεύτερο ανέκδοτο χειρόγραφό είναι τ’ απομνημονεύματα του μακαρίτη γερουσιαστή κι’ από τους προύχοντες Μοραΐτες του 1821, του Παν. Παπατσώνη, που μας παραδίνει πολύτιμα ιστορικά περιστατικά των πριν από το 1821 χρόνων. Το πρωτότυπό τόχω πρόχειρο στον κάθε περίεργο. Λένε πώς και ο Κανέλλος Ντεληγιάννης άφησε χειρόγραφο έργο, μα ως την ώρα κανείς δεν το είδε. Τελευταία έρχονται τ’ ατίμητα σημειώματα του Ρήγα Παλαμίδη, αγωνιστή του 1821 και επίσημου πολιτικού Μοραΐτη, από πατέρα Μοραγιάνη, προύχοντα της Τριπολιτσάς, που είχε κάμει, και γραμματικός κοντά στον πασσά του Μοριά και γνώριζε περίφημα τα πράματα τα πριν από το 1821. Τέλος από τής τυπωμένες πηγές πολύ σπουδαία είναι τα βιβλία των ξένων περιηγητών.

 

Κλέφτες του Μοριά – Μελέτη ιστορική από νέες πηγές βγαλμένη 1715-1820

 

Γυρίζω στα έργα τα γραμμένα για την Επανάσταση του 1821 από γραφιάδες Μοραΐτες, που, καθώς είπα, κάνουν αναδρομές πίσω προς τα χρόνια τα παλιότερα. Έχει κανείς εδώ ένα παράξενο φαινόμενο μπροστά του. Όλοι αυτοί οι ιστορικοί, πού ζήσανε και δράσανε κατά την Επανάσταση, όλοι, χωρίς εξαίρεση, είναι πολιτικοί και στρατιωτικοί σύντροφοι του στρατηγού Θ. Κολοκοτρώνη·  όχι απλοί οπαδοί, άλλα και σύμβουλοί του κ’ υποτακτικοί, και συγγενείς του – μα έγραψε και ο ίδιος ο Γέρος του Μοριά.

Από τους αντιπάλους του, προύχοντες είτε στρατιωτικούς, κανείς δεν αποφάσισε να γράψει, αν όχι για να χτυπήσει το Θεοδωράκη, αλλά να παραστήσει τον αγώνα του Μοριά κατά την κρίση του, στα χρόνια του πολέμου, ή το λιγότερο να υπεράσπιση το δικό του έργο, το πρόσωπο που έπαιξε ο ίδιος, ή ακόμα ποιό λιγότερο ν’ απάντηση σ’ όσα γραφτήκαν από τους φίλους ή συγγενείς του Κολοκοτρώνη. Και είναι να μακαρίζει κανείς το Γέρο του Μοριά, που ευτύχησε ν’ απόχτηση τόσους ιστορικούς και τόσους υμνητές των έργων του. Το φαινόμενο τούτο, τ’ αποκλειστικό και μονόπλευρο, του πλήθους των ιστορικών βιβλίων που γραφτήκαν από Κολοκοτρωνιστές – ας τους πούμε μ’ αυτό τ’ όνομα το επιγραμματικό – δε μπορεί να εξηγηθεί μοναχά από τη θερμή αγάπη και το θαυμασμό των γραφιάδων συντρόφων ή συμπολεμιστών του Γέρου.

Το φαινόμενο δε μπορεί να είναι έτσι φυσικό και τυχαίο. Ο Θοδωράκης, μετά τα 1834, πλούσιος και ξαπλωμένος ποιά στης δάφνες του, δεν έμεινε αδιάφορος για το ιστορικό του όνομα και το έργο του, που θα παραδινότανε στην ιστορία. Γνωστικός πάντα και προβλεφτικός, καθώς ήτανε και στα πολεμικά του χρόνια, σκέφτηκε πολύ σωστά να βάλει γερά ταμπούρια – άλλου είδους όμως αυτά – τριγύρω στην ιστορική του μνήμη, και τα ταμπούρια αυτά, άμα εκείνος έλειπε από τον κόσμο, ν’ αντιστέκονται και να πολεμάνε τους παλιούς εχτρούς του. Εδώ μοναχά ο Γέρος είναι που λαθεύτηκε. Δε λέω, κανένας ως αυτή την ώρα δε βρέθηκε να του φιλονικήσει το έργο του το πολύμορφο. Ίσα – ίσα μάλιστα, όλο βγαίνουν καινούργιοι θαμαστές του και υμνητές.

Ο τελευταίος ως την ώρα, ο Τάκης Κανδηλώρος, δεν είναι απλός μοναχά θαμαστής είτε υμνητής του Γέρου, μα φιλοδόξησε να γίνει ιστορικός του, με σκοπό χαραγμένο από πρώτα, να σβήσει κάθε μελανό σημάδι από τη ζωή του Θ. Κολοκοτρώνη και των προγόνων του.

Εδώ έχω σκοπό να μιλήσω μοναχά για το έργο του «Ο Αρματωλισμός της Πελοποννήσου», 1924. Στο βιβλίο τούτο ο συγγραφέας μεταχειρίστηκε, μαζί με το σωρό των φιλοκοτρωνικών βιβλίων, που τα περισσότερα μιαν έχουνε πηγή και μόνη το στόμα του Θοδωράκη, και όλες τις άλλες γνώριμες πηγές, δικές μας ή ξένες. Φυσικά του ξεφεύγουν απ’ αυτές τις δεύτερες καμπόσες, π.χ. τα βιβλία του Leak κι’ άλλων ξένων περιηγητών. Γράφοντας όμως εγώ κατόπι από τον Κανδηλώρο έχω να προσθέσω κι’ άλλα ανέκδοτα βοηθήματα που μίλησα ποιό πάνου γι’ αυτά, δηλ. τα χειρόγραφα Παπατσώνη, Παλαμίδη κλπ.

Ήθελα όμως, πριν προχωρήσω στη μελέτη μου, να πω λίγα λόγια για τις καθαρά Κολοκοτρωναïκές, όπως τις είπα, πηγές. Πρώτη έρχεται η ιστορία του Α. Φραντζή· αν και κληρικός, ανακατεύτηκε πολύ στα – κόμματα τα τοπικά του Μοριά και τα γενικά της Επανάστασης. Φανατικός του Κολοκοτρώνη, τοπικιστής στενός, εχτρός των Μοραϊτών προυχόντων, προκάλεσε πολλά μίση με το έργο του, μέσα και όξω από το Μοριά. Η ιστορία του Φραντζή, με όλα όσα είπα ποιό πάνου, είναι πολύτιμη για όσα γράφει αναφερόμενα στα πριν από την Επανάσταση χρόνια· κι’ αφού τυπώθηκε νωρίτερα από του Θ. Κολοκοτρώνη την αυτοβιογραφία, δεν είναι επηρεασμένη από τα γραφόμενα του Γέρου, είναι όμως από τα λεγόμενά του, αν και όσα έγραψε ο Φραντζής περί Κάπων Κολοκοτρωναίων βέβαια δε θ’ αρέσανε στο Γέρο. Του Φραντζή ο θαυμασμός δεν είχε, φαίνεται, καθαρά απρόσωπα ελατήρια,  του φτάναν όμως τα τοπικά του, τα στενά και φανατικά.

Έρχεται στη σειρά η αυτοβιογραφία του Γέρου· στο βιβλίο αυτό, το μέρος που κάνει λόγο για τα πριν από το 1821 πράγματα είναι τρομερά φτωχικό, σημάδι πως  άνθρωπος τόσο πλούσιος στα λόγια, καθώς και στα έργα του, δεν ήξερε περισσότερα να πει. Όσο για τη διήγηση των από το 1821 και κάτου περιστατικών, και πάλι ο Γέρος γίνεται πολύ ακριβός, τόσο που σε κάνει ν’ απορείς.

Που είναι εκείνοι οι λόγοι, που τραβούσανε γύρω του ολάκερο λαό; Που η λαϊκή του φαντασία, τ’ αμέτρητα του ανέκδοτα και χωρατά, που σέρνανε κοντά του μαγεμένο τον πολεμιστή, που το καθάριο εκείνο μοραΐτικο πνεύμα, που κέρδιζε το γέλιο του φίλου μα και του εχτρού; Από μια ζωή τόσο πολύπλοκη και δραστική περίμενε κανείς πέντε το λιγότερο τόμους κι’ όχι έναν, κι’ αυτόν τόσο μισερόν.

Ο Τερτσέτης, που λέει πως έγραψε από το στόμα του τη διήγησή του, παρασταίνει πόσο βασανίστηκε ως που να καταφέρει το Γέρο να μιλήσει, και δεν είναι παράξενο. Για τον Κολοκοτρώνη είχανε ποιά σωθεί τα λόγια μαζί με τα έργα τα παλιά. Η καλοσύνη της καρδιάς του δεν τον άφηνε κανένα να πικράνει. Έμπα κ’ έβγα στο Παλάτι, παιδιά μεγάλα μ’ αξιώματα αυλικά και πολιτικά, συμπεθεριές με Φαναριώτες – κι’ ο Γέρος άλλαξε χαρτί, γίνηκε διπλωμάτης, προσεχτικός στα λόγια του, και γι’ αυτά όλα δεν υπαγόρεψε με πολύ μεγάλη όρεξη τη ζωή του, κι’ απ’ ό,τι υπαγόρεψε χωρίς άλλο έσβησε πολλά, καθώς το δείχνουν οι σύντομες φράσεις, τα μασημένα λόγια με τ’ αποσιωπητικά, το ύφος συχνά το δισταχτικό. Τί τα θέλετε· το βιβλίο του Γέρου αν δεν καθρεφτίζει το έργο του το μεγάλο και πλούσιο σ’ αμέτρητα περιστατικά, καθρεφτίζει όμως το χαραχτήρα του τον όχι σταθερό, τη γνώμη του την όχι ασάλευτη, την περίεργη απόφαση που είχε λάβει να μην τα πει όλα ενώ αποφάσιζε να διηγηθεί τη ζωή του. Άλλαξε τάχα ο χαραχτήρας του μαζί με τα χρόνια; Δεν το πιστεύω. Γιατί, πέστε μου, πως έβαλε τον ακράτητό του θαμαστή Ν. Σπηλιάδη, τον πιστό του Μιχ. Οικονόμο, τον υπασπιστή του Φωτάκο, τα παιδιά κι’ αγγόνια του να γράψουν και να υπερασπιστούν το έργο του; Ο Γέρος ήταν ο ίδιος ο παλιός, ο πολυπρόσωπος και πολυφάνταχτος, ο χαραχτήρας ο εγκεφαλικός, που όλα τα υπόταζε στην κρίση μα και στη φιλοδοξία του.

Το έργο του Ν. Σπηλιάδη, πολύτιμο για την πολιτική ιστορία του Αγώνα, είναι φανατικά τοπικό, πιστά Κολοκοτρωνικό. Ο χρηστότατος Σπηλιάδης «πελοποννησιάζει», καθώς λέει ο βιογράφος του Γιάννης Φιλήμονας, κι’ αυτός φίλτατος του Γέρου και ομόγνωμος του στα πολιτικά. Πελοποννησιάζει, μα και σφοδρά κολοκοτρωνίζει, λέω εγώ. Όσα αποβλέπουν τη ζωή των Κολοκοτρωναίων πριν από το 1821 τα πήρε ο Σπηλιάδης, χωρίς άλλο, από το στόμα του Γέρου, το ίδιο, χωρίς άλλο, πρέπει να πούμε και για το Φιλήμονα, θερμότατον Κολοκοτρωνιστή, μ’ όλο το ξύλο που έφαγε κατά το 1826 από το χέρι του Γέρου.

Για τα ιστορικά έργα του Φωτάκου δεν είναι ανάγκη ν’ αποδείξω πως όλα είναι γραμμένα κάτου από τη ματιά την προστατευτική του Γέρου. Ο γιός του Γέρου Γενναίος με τα ιστορικά του έργα από τη μια μεριά, όσο για τα χρόνια της ’Επανάστασης, στάθηκε δυνατός υπερασπιστής του έργου του πατέρα του μα και του δικού του, όσο όμως για τα πριν από το 1821, ο Γενναίος πλούτισε με προσθήκες δικές του παραπανιστές τα γραμμένα του πατέρα του). Ο παλιός γραμματικός του Θ. Κολοκοτρώνη Μ. Οικονόμος δανείστηκε πολλά από την αυτοβιογραφία του Γέρου, μα ως γνώστης των περασμένων, των πριν από το 1821, πρόσδεσε περί Καπών του Μοριά πράματα που θα θυμώνανε το Γέρο, αν ζούσε.

Ο Θ. Κολοκοτρώνης δεν ήθελε ν’ ακούει πως οι προγονοί του, και ο ίδιος, δουλέψανε σε κοτζαμπάσηδες Μοραΐτες – αυτοί ήτανε το μίσος του από τα χρόνια του χαλασμού των Κολοκοτρωναίων  – ως Κάποι, και γι’ αυτό στην αυτοβιογραφία του μιλεί όχι για Κάπους, παρά γι’ Αρματολούς Κολοκοτρωναίους, και ενώ αναφέρει τις επαρχίες που δούλεψε κάθε φορά ένας Κολοκοτρώνης, ξεχνάει να βάλει τ’ όνομα του κοτζαμπάση του επαρχιώτη, που είχε Κάπο στη δούλεψή του έναν από το σοι του.

Αυτή την αδυναμία την απόχτησε ο Θοδωράκης αρχίζοντας ο πρώτος χρόνος της Επανάστασης, και μαζί μ’ αυτόν αρχίζοντας η τρομερή φαγούρα που χώρισε το Μοριά σε δυο κόμματα, ή καλύτερα κομμάτια, το πολεμικό και το πολιτικό. Ο Θοδωράκης, ζώντας στα Εφτάνησα, γνωρίστηκε πολύ με τους Αρματολούς τους Ρουμελιώτες, και γυρίζοντας στο Μοριά αγαπούσε ποιά να καμαρώνη όχι σαν παλιός Κάπος Μοραΐτης, παρά σαν Αρματολός.

Ο Μοριάς, που έβγαλε τόσα παλικάρια και κατά τον Αγώνα και πρωτύτερα, πάντα ζήλευε, μα και ζηλεύει – και τιμή του είναι για αυτό – τη Ρουμελιώτικη παλικαριά, είδος Ελληνικού ιπποτισμού, που αιώνες αρματωλικής ζωής κληρονομικής – όχι Κλέφτικης μοναχά – την πλάσανε και την κάνανε τόσο όμορφη και τη στολίσανε με τόσες παραδόσεις και νόμους αυστηρούς, άγραφους. Μια παροιμία μοραΐτικη λέει: «Στη Ρούμελη είναι η λεβεντιά και στο Μοριά η γνώση», και η παροιμία αυτή είναι η φυσική γνώμη του λαού του αληθινού, του Μοραΐτη, που είπε μιαν αλήθεια ιστορική. Θα δείτε όμως στό γ’ μέρος του βιβλίου, το λαογραφικό, όχι ποιά του λαού του αληθινού τ’ αγνό δημιούργημα, τ’ αληθινά τραγούδια του, άλλα τού λογιώτατου του διαστρεμμένου την ανόητη προσπάθεια να δημιουργήσει, με δανείσματα από τη Ρουμελιώτικη λαϊκή ποίηση, και να πλάση με την πρώτη αυτή ζύμη τραγούδια ψεύτικα ή μισοψεύτικα, και όλα αυτά μ’ ένα σκοπό· να δημιουργήσει ηρωική ποίηση, αρματωλική περήφανη ζωή τριγύρω στους κατατρεγμένους Κλέφτες του Μοριά.

Να πει κανείς την αλήθεια, τα δημοσιευμένα έργα των ιστορικών, των συντρόφων του Θοδωράκη, που τ’ αράδιασα λίγο ποιό πάνου, δε μπορούνε να λογαριαστούν ως ιστορικές πηγές χωριστές, ή μια όξω από την άλλη, παρά ως αυλάκια που από μια και μόνη ξεκινάνε πηγή, από το στόμα του Γέρου, και ενώ χύνονται κι’ απλώνονται μέσα στην ιστορία την εθνική, φαίνονται σαν ο ίδιος σκοπός, το ίδιο χέρι να τα κυβερνάει, ο σκοπός να δημιουργήσουνε παλιά παράδοση ιστορική, θρύλο ηρωικό τριγύρω στο όνομα των Κολοκοτρωναίων. Κ’ ο σκοπός αυτός ευκολότερα καταφέρνετε αφού, καθώς είπα, άλλες πηγές σύγχρονες της ιστορίας του Μοριά, πριν από το 1821, δε φανήκαν ως την ώρα τούτη· πηγές ντόπιες, που να γλύτωσαν από του καιρού το πέρασμα. Η ιστορία όμως έχει κι’ αυτή τη μοίρα τη δική της, και να που ελπίζω να προσθέσω ποιο πλούσιο υλικό – και ποιό γνήσιο – απάνου σ’ αυτό που ίσαμε τώρα έχει δοθεί στο φως.

Εδώ τελειώνει η σύντομη κριτική εξέταση των πηγών, και μπαίνω ίσα στο θέμα μου…

 

Για την ανάγνωση του βιβλίου του πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Γιάννης Βλαχογιάννης, Κλέφτες του Μοριά, Αθήνα, 1935.

 

Η πολιορκία του Ναυπλίου το 1686 κατά Thomas Gaudiello (1688) – Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος


 

Στη Μαδρίτη, στο μοναστήρι των Salesas του Αγίου Βερνάρδου, [1] φυλάσσεται ξύλινος πίνακας που συγκροτείται από ανάγλυφα επίθετα ειδώλια επιζωγρα­φισμένα (εικ. 1). Έχει ως θέμα του την πολιορκία του τουρκοκρατούμενου Ναυπλίου από τους Βενετούς το έτος 1686.[2]

 

Εικ.1: Απεικόνιση της πολιορκίας του Ναυπλίου από τους Βενετούς,1686. Ξύλινος πίνακας που συγκροτείται από ανάγλυφα επιζωγραφισμένα ειδώλια.

 

Ο πίνακας, τοποθετημένος σε ξυλόγλυπτη κορνίζα, είναι σε στιλ μπαρόκ και έχει διαστάσεις 43,5×110×13,8 εκ.

Τα πρώτα στοιχεία για τον πίνακα εντοπίστηκαν στην ιστοσελίδα του Ισπανικού Ινστιτούτου Πολιτιστικής Κληρονομιάς· [3] κι αυτό γιατί το έργο τέχνης συντηρήθηκε το 2005 με δαπάνες του ισπανικού δημοσίου. Συγκεκριμένα, αφαιρέθηκε το παχύ στρώμα από το κιτρινωπό γυαλιστερό βερνίκι που το κάλυπτε, και αντικαταστάθηκε από άλλο, άχρωμο και λιγότερο γυαλιστερό. Επίσης, κολλήθηκαν ορισμένα ειδώλια που είχαν αποκολληθεί (εικ. 2). Η όλη εργασία είχε ως αποτέλεσμα να αλλάξει η όψη του πίνακα. Θα λέγαμε ότι ο πίνακας φωτίστηκε.

 

Εικ. 2: Ξύλινο τμήμα του πίνακα. Διακρίνεται ολόγλυφη ανθρώπινη μορφή.

 

Ένα από τα σημαντικά στοιχεία αυτής της έρευνας ήταν ο εντοπισμός του φακέλου συντήρησης από την κυρία Eva Latorre Broto. [4] Στον φάκελο της συντήρησης υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με τις εργασίες αλλά και φωτογραφικό υλικό της κατάστασης του πίνακα πριν από τη συντήρηση. Ένα ενδιαφέρον στοιχείο που υπάρχει στον φάκελο συντήρησης, είναι το πρωτόκολλο παραλαβής του πίνακα, στη διάρκεια του ισπανικού εμφύλιου (1936-1939). Συγκεκριμένα, το Κομμουνιστικό Κόμμα οργάνωσε επιτροπές για να κατασχέσουν τα έργα τέχνης που βρίσκονταν στα μοναστήρια και τις εκκλησίες, προκειμένου να τα στείλουν στα δημόσια μουσεία. Από το μοναστήρι των Salesas παρέλαβαν επτά έργα. Ένα από αυτά ήταν και το συγκεκριμένο που εξετάζουμε. Με τη λήξη του εμφυλίου και την επικράτηση των εθνικιστών, τα έργα επεστράφησαν στο μοναστήρι.[5]

Στο κάτω δεξιό μέρος του πίνακα υπάρχει η υπογραφή του καλλιτέχνη και η χρονολογία δημιουργίας του: THOMAS GAUDIELLO FECIT ANNO 1688 (εικ. 3). Τα βιογραφικά στοιχεία για τον καλλιτέχνη είναι ελάχιστα. Η βιβλιογραφική έρευνα που πραγματοποίησε η κυρία Latorre στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Μαδρίτης και στη Βιβλιοθήκη του Μουσείου Prado, απέδωσε πενιχρά αποτελέσματα. Το μόνο που γνωρίζουμε, προς το παρόν, για τον καλλιτέχνη, είναι ότι πρόκειται για Ιταλό που εργάστηκε στη Νάπολη της Ιταλίας κατά τα έτη 1688-1727.[6]

 

Εικ. 3: Υπογραφή του καλλιτέχνη και χρονολογία δημιουργίας του έργου.

 

Ο καλλιτέχνης δημιούργησε δύο έργα με θέμα την πολιορκία του Ναυπλίου. Το άλλο έργο βρίσκεται στη Συλλογή Θεοδώρου.[7]

Ένα πρώτο ερώτημα που τίθεται, είναι αν ο καλλιτέχνης ήταν αυτόπτης στην πολιορκία ή έλαβε στοιχεία από έργα άλλων δημιουργών και στη συνέχεια εμπλούτισε το έργο του προσθέτοντας δικά του στοιχεία. Συγκρίνοντας το έργο του Gaudiello με χαλκογραφίες αυτής της εποχής καταλήγουμε στη δεύτερη εκδοχή. Ειδικότερα, ο πίνακας παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με έργα του Gio. Giacomo de Rossi. Ένα από αυτά είναι η επιχρωματισμένη χαλκογραφία του 1687, από ιταλική έκδοση, που αποδίδεται στον de Rossi, σύμφωνα με τα γραφόμενα της πλέον ειδικού, της κυρίας Αφροδίτης Κούρια (εικ. 4). [8] Εάν παραβάλλουμε τα δύο έργα, θα παρατηρήσουμε ότι υπάρχουν εξαιρετικές αντιστοιχίες. Είναι πολύ πιθανό ο Gaudiello να αντέγραψε την τοπογραφία της πόλης και της γύρω περιοχής.

 

Εικ. 4: Άποψη της πόλης του Ναυπλίου και της γύρω περιοχής. Επιχρωματισμένη χαλκογραφία του 1687 που αποδίδεται στον Gio. Giacomo de Rossi.

 

Υποβάλλοντας στη βάσανο της αξιοπιστίας το έργο του de Rossi, νομίζουμε ότι αποτελεί αξιόπιστη πηγή. Το έργο του διακρίνεται για την πιστότη­τά του και αυτό το διαπιστώνουμε από ένα σχεδιάγραμμα της πόλης και του λιμανιού του Ναυπλίου, καθώς και της γύρω περιοχής, όπου αντιπαρατάσσονται οι δυνάμεις Βενετών και Οθωμανών (εικ. 5).[9]

 

Εικ. 5: Σχεδιάγραμμα και προοπτική άποψη της πόλης και του λιμανιού του Ναυπλίου. Αποτύπωση των στρατιωτικών δυνάμεων Βενετών και Οθωμανών. Χαλκογραφία του Gio. Giacomo de Rossi, 1687.

 

Η απεικόνιση συνοδεύεται από λεπτομερή υπομνηματισμό. Ενδεικτικό στοιχείο της ακρίβειας αποτελεί η περιγραφή των πυροβολαρχιών: όχι μόνο καταγράφεται ο αριθμός των κανονιών και των μορταρίων, αλλά και η δύναμη πυρός που έχουν (εικ. 6).[10]

 

Εικ. 6: Λεπτομέρεια από την εικόνα 5. Αποτυπώνεται η θέση των πυροβολαρχιών και καταγράφεται όχι μόνο ο αριθμός των κανονιών και των μορταρίων αλλά και η δύναμη πυρός που έχουν.

 

Είναι προφανές ότι ο Gaudiello δημιούργησε το έργο του στηριζόμενος σε έργο πιθανότατα του έτους 1687, που απεικόνιζε την πολιορκία. Η τοποθέτηση των μορταρίων περίπου στις θέσεις όπου τοποθετεί ο de Rossi τις πυροβολαρχίες (εικ. 7), καθώς και της εκβολής του ρέματος Ραμαντάνη στη θέση όπου υπάρχει στην επιχρωματισμένη χαλκογραφία (εικ. 8) είναι οι ισχυρότερες ενδείξεις.

 

Εικ. 7α: Λεπτομέρεια από την εικόνα 5, όπου φαίνεται η αντιστοιχία των θέσεων των πυροβολαρχιών.

 

Εικ. 7β: Λεπτομέρεια από την εικόνα 1, όπου φαίνεται η αντιστοιχία των θέσεων των πυροβολαρχιών.

 

Εικ. 8α: Λεπτομέρειες από την εικόνα 1, όπου φαίνεται η αντιστοιχία της θέσης εκβολής του ρέματος Ραμαντάνη.

 

Εικ. 8β: Λεπτομέρεια από την εικόνα 4, όπου φαίνεται η αντιστοιχία της θέσης εκβολής του ρέματος Ραμαντάνη.

 

Τέλος, ο ζωγράφος πρόσθεσε, καλλιτεχνική αδεία, διάφορα πλοία μέσα στο λιμάνι, που φαίνεται να είναι χριστιανικά (εικ. 1), και διαχώρισε τις χριστιανικές από τις οθωμανικές δυνάμεις «ντύνοντας» τους χριστιανούς στα κόκκινα (εικ. 9) και τους Οθωμανούς στα γαλάζια (εικ. 10).

 

Εικ. 9: Λεπτομέρεια από τον πίνακα 1, όπου απεικονίζονται χριστιανοί στρατιώτες με στολές κόκκινου χρώματος.

 

Εικ. 10: Λεπτομέρεια από τον πίνακα 1, όπου απεικονίζονται Οθωμανοί στρατιώτες με στολές γαλάζιου χρώματος.

 

Βλέποντας το συνολικό έργο του καλλιτέχνη, αυτό που μέχρι σήμερα γνωρίζουμε, μπορούμε να πούμε ότι ο Gaudiello ήταν καλλιτέχνης λιμανιών.[11] Αν και στο σύνολό του το έργο του δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί με ασφάλεια ως ιστορική πηγή, εντούτοις το συγκεκριμένο έργο έχει στοιχεία που εντυπωσιάζουν και καταξιώνουν τον καλλιτέχνη.

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Το μοναστήρι είναι «de clausura», δηλαδή οι καλόγριες που ακολουθούν τη διδασκαλία του αγίου Φραγκίσκου de Sales, δεν βγαίνουν ποτέ από το μοναστήρι και δεν επιτρέπεται η είσοδος σχεδόν σε κανέναν.

[2] Την ύπαρξη του πίνακα μου τη γνωστοποίησε ο κ. Γιώργος Ρασσιάς, φωτογράφος, τον οποίο ευχαριστώ πολύ.

[3] Βλ. http://www.spanish Cultural Heritage Institute. Interventions on Works of Art. Μodel of the Greek city of Napoli di Romania at the Salesas de San Bernardo (Madrid). Ημερομηνία επίσκεψης: 10/07/2015.

[4] Η κυρία Eva Latorre Broto είναι υποψήφια διδάκτωρ και έχει ως θέμα της τον φιλελληνισμό στην Ισπανία και τους Ισπανούς φιλέλληνες. Τον χειμώνα του 2014 είχε αλληλογραφήσει με τα Γ.Α.Κ. – Αρχεία Νομού Αργολίδας, και της είχαμε αποστείλει απογραφικά στοιχεία σχετικά με το θέμα της από το Αρχείο της Επαρχιακής Δημογεροντίας Ναυπλίου. Τώρα ως αντίδωρο μας βοηθάει στην έρευνά μας.

[5] Ο φάκελος συντήρησης βρίσκεται στο Ινστιτούτο Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ισπανίας. Βλ. IPCE, Archivo General, BM 161/2, Madrid, Monasterio de las Salesas. Maqueta Nápoles de Rumanía (sic) 1688, nº registro 22812. Informe realizado por Mª Ángeles Pérez Domingo

[6] Corporación Masaveu. Explorar y seguir avanzando. La internacionalización en Corporación Masaveu, Oviedo 2013, σ. 16.

[7] The Theodorou Collection: http://www.adairtoelgin.com/en/historical-items. Βλ. και στον παρόντα τόμο, Αφροδίτη Κούρια, «Οπτικές μαρτυρίες για το Ναύπλιο των Βενετών. Εικονογραφικά και μορφολογικά ζητήματα», σ. 320.

[8] Αφροδίτη Κούρια, Το Ναύπλιο των περιηγητών, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., Αθήνα 2007, σ. 68-69. Το έργο περιέχεται στη Συλλογή του Δήμου Ναυπλιέων.

[9] Στο ίδιο, σ. 67.

[10] Εκείνο που προβληματίζει στο συγκεκριμένο έργο, είναι η απουσία του ρέματος Ραμαντάνη.

[11] Marialuigia Bugli, «Da Capodimonte a Palazzo Grande a Chiaia. La collezione d’ Avalos “torna” nella prestigiosa dimora», Ricerche sul 600 Napoletano. Saggi e documenti, 2003-2004, “Rubrica per Luca Giordano”, Νάπολη 2004, σ. 7-54. Στο άρθρο αυτό καταλογογραφούνται ένα έργο για την πόλη της Χαλκίδας (Negreponte) με α/α 252, ένα άλλο έργο με α/α 276 και τέλος ένα έργο για το Ναύπλιο με α/α 306.

 

Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος

Ιστορικός – Αρχειονόμος

 «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).

 

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Λόγος περί Πελοποννησίων Νεομαρτύρων – Τάσος Γριτσόπουλος


 

Το θέμα των Νεομαρτύρων με τις σχετικές διαστάσεις του έχει προσλάβει έκταση στις έρευνες σε υψηλό βαθμό, ώστε δημιουργηθεί ευρεία και ενδιαφέρουσα βιβλιογραφία. Αυτή η φύσις του θέματος δικαιολογεί το ενδιαφέρον ειδικών και μη ερευνητών. Καθ’ όσον αφορά στην Πελοπόννησο, το θέμα καταλαμβάνει στην τοπική αγιολογία χώρο από πολλές πλευρές εντυπωσιακό, συγκινητικό και μονίμως περιβαλλόμενο από επικαιρότητα με τελετουργικές προεκτάσεις, δια της φιλοτιμίας των εντοπίων χριστιανών και φυσικά της Εκκλησίας.

Έχει σχηματιστή ένας ονομαστικός πίνακας των κατά τόπους ανεγνωρισμένων ως άγιων και κατ’ άλλους τρόπους τιμωμένων Νεομαρτύρων και προ πάσης συζητήσεως, καλόν θα ήταν να μεταφερθούν τα ονόματα, κατά τάξη αλφαβητική η χρονολογική, αλλά τούτο δεν αποτελεί αρχή και πρόοδο ειδικής έρευνας. Όθεν, προτιμότερο είναι να περιοριστή ο λόγος κατ’ αρχήν εισαγωγικώς – και με πρόθεση ουσιαστικής συμβολής στο σπουδαίο θέμα – και με αναδρομή στα Πελοποννησιακά να συναχθεί κάποιο ενδιαφέρον συμπέρασμα.

Σταθμός πρώτος στους όρους. Μάρτυς, πρωτομάρτυς, Χριστομάρτυς, μεγαλομάρτυς, οσιομάρτυς και ακολούθως νεομάρτυς, ιερομάρτυς, εθνομάρτυς, εθνο-ιερομάρτυς και ει τι άλλο. Κυριαρχεί κατά κυριολεξία ή μεταφορικώς η έννοια του μάρτυρος, το μαρτύριο. Κάτι που δεν είναι άγνωστο στην ιστορική η παραδεδομένη ζωή των ανθρώπων.

Σταθμός δεύτερος στο μαρτύριο καθ’ εαυτό. Eντοπιζόμεθα στην χριστιανική και καλύτερα στην θρησκευτική ζωή πολύ πιο μπροστά. Ας γίνει αναφορά στο θεσπέσιο μάθημα του Αποστόλου Παύλου στην προς Εβραίους Επιστολή του (Κεφ. ΙΑ-ΙΒ) περί Πίστεως. Τονίζει ο Απόστολος των Εθνών προς τους ομοεθνείς του δύο χαρακτηριστικά για τον αγώνα των Προφητών. Τη δύναμη, με τη όποια εξόπλισε ο Θεός τους Προφήτες και δεύτερον τα μαρτύρια που υπέστησαν.

Όσο και αν ο αποστολικός λόγος περιέχει σχήματα για τις δύο όψεις του έργου και της αποστολής των Προφητών με υπερβολικούς τόνους, μέσα από το δεύτερο στοιχείο αναδύεται λέξις, αναδύεται κυριολεξία, μαρτύριο. Προς τους ομοεθνείς του απευθυνόμενος ο Παύλος λέγει ευθέως ότι έχουν ολόκληρο νέφος μαρτύρων. Οι Εβραίοι ήσαν οι κυριότεροι διώκτες των πρώτων χριστιανών. Η δημιουργία μαρτύρων της χριστιανικής θρησκείας άρχισε από τον Πρώτον αιώνα, με Πρωτομάρτυρα μάλιστα τον Στέφανο. Ακολούθως επαληθεύονται τα υπό του Παύλου αναφερόμενα πανομοιότυπα μαρτύρων. Εμπαιγμοί, μάστιγες, δεσμά, φυλακή, θάνατος. Αναδεικνύονται για την Πίστη του Χριστού μάρτυρες και μεγαλομάρτυρες κατά τους αιώνες του διωγμού. Και εφεξής. Ακόμη και μετά την στερέωση του Χριστιανισμού, δεν έπαυσαν να αναδεικνύονται μάρτυρες, για την προάσπιση της Πίστεως.

Σταθμός δεύτερος στην ιστορική περίοδο της δουλείας του Ελληνικού – χριστιανικού – Έθνους. Ορόσημο το 1453. Αλλόφυλοι και αλλόθρησκοι κατακτηταί. Διώκεται η Χριστιανική Πίστη και η Ελληνική Πατρίδα. Οι προασπιστές της Κωνσταντινουπόλεως προ των τειχών αυτής μάχονται υπέρ Πίστεως και Πατρίδος. Φονεύονται ανηλεώς οι ηττημένοι και οι άμαχοι κατά το τριήμερο όργιο των ορδών του Μωάμεθ εντός της πόλεως. Ακολούθως σφάζονται οι αμυνόμενοι στα επαρχιακά διαμερίσματα Έλληνες χριστιανοί κατά τις επιχειρήσεις οριστικής επικρατήσεως των κατακτητών.

 

Λεπτομέρεια. Ο απαγχονισμός του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού και των Μητροπολιτών Πάφου Χρύσανθου, Κιτίου Μελέτιο και Κυρηνείας Λαυρέντιο στις 9 Ιουλίου 1821 από τους Τούρκους (έργο Γεώργιου Μαυρογένη).

 

Άγριοι, θηριώδεις οι κατακτηταί διέθεταν τρία φοβερά όπλα. Μάχαιρα, εξανδραποδισμό, εξισλαμισμό. Απειλήθηκε εξαφανισμός της Ελληνικής φυλής με γενικές σφαγές. Έστελναν στ’ ανθρωποπάζαρα της Ανατολής αιχμαλώτους. Φόνευαν αδιακρίτως κατά την αναταραχή. Και κατέβαλλαν προσπάθειες εξισλαμισμού. Δεν ήθελαν λοιπόν να βλέπουν Έλληνες και χριστιανούς. Μ’ ένα λόγο, εγκαινιάστηκε μαρτυρική ζωή του υποδούλου Ελληνικού λαού. Νομίζω ότι τα πρώτα θύματα με ομαδικές σφαγές συγκροτούν το πρώτον νέφος μαρτύρων.

Καθ’ όσον αφορά στην Πελοπόννησο, από το 1461 αρχίζει νέα και σκοτεινή περίοδος της ζωής υπό δεινή δουλεία. Μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την περίοδο ως περίοδο καταδυναστεύσεως, άμυνας και αγώνος. Θα εξηγήσω τι εννοώ. Σημειώθηκαν διαδοχικώς και παραλλήλως ένοπλη αντίστασης, φυγή, μετανάστευση, μερική ηττοπάθεια και συμβιβασμός των πολλών. Κάποτε σταμάτησαν οι ομαδικές σφαγές, επεβλήθη καθεστώς νέον με κατακτητές και υποδούλους. Επεκράτησε λοιπόν το δίκαιον του ισχυρότερου. Υποτεταγμένος ο ραγιάς δεν είχε καμία άξια, δεν τον αντιμετώπιζαν οι κυρίαρχοι του τόπου ως άνθρωπο, αλλ’ ως ζώο, υποζύγιο κυριολεκτικώς. Υπό τις συνθήκες αυτές δημιουργήθηκε κατάσταση απελπισίας, πανικού. Οι πολλοί υπέμεναν. Μερικοί αντέδρασαν. Ολίγοι που δεν άντεξαν επέστεψαν στις δελεαστικές υποσχέσεις και αλλαξοπίστησαν. Αυτοί λοιπόν τούρκεψαν. Τι σημαίνει τούτο; Σημαίνει ότι ανεκόπησαν από το Έθνος των και από την χριστιανική των Πίστη. Οι ζωηρότεροι ανέβηκαν στα βουνά, ένοπλοι άσκησαν αντίσταση κατά του κατακτητή.

Νεομάρτυρες

Αντίσταση όμως νοείται και με άλλους τρόπους, ψυχική και με παράτολμες ενέργειες, αναλόγως της συμπεριφοράς των απάνθρωπων απαιτήσεων των οργάνων της εξουσίας, των τσιφλικάδων και των εισπρακτόρων της φορολογίας. Είναι γνωστόν ότι οι ραγιάδες δεν εύρισκαν ποτέ δίκαιο. Οσάκις συνέβαινε ν’ αντιδρούν στους τουρκικούς παραλογισμούς για διάφορα ζητήματα οικονομικής, ηθικής, κατανομής υποχρεώσεων αγγαρείας κ.λπ., χαρακτηρίζονταν ως εχθροί της εξουσίας, ως ύποπτοι, ως επικίνδυνοι και εκτελούνται χωρίς δίκη. Δεν ήταν σπάνιες οι αβανιές, με κατασκευασμένες ανυπόστατες κατηγορίες. Σημασία έχει και ο τρόπος θανατώσεως και αυτή καθ’ εαυτήν η θανάτωση και δημιουργία θυμάτων.

Δεν υπάρχει λόγος, πέρα των θεωρητικών, άλλα σταθερών, αυτών θέσεων. Η αναφορά στην δημιουργία θυμάτων της τουρκικής θηριωδίας και της αντιστάσεως των ραγιάδων με όποιον τρόπο, μας οδηγεί στις προϋποθέσεις γενέσεως του φαινομένου των Νεομαρτύρων, δηλ. στα αίτια και στο αποτέλεσμα θανατώσεως ατόμων με την ιδιότητα Ελληνικής καταγωγής και χριστιανικής Πίστεως, κατόπιν προκλήσεως, δια λόγους επιβολής ποινής η εξοντώσεως αθώων, ύποπτων, αξιωματούχων κάθε μορφής.

Με νέο σταθμό στην έκθεσή μας αναφερόμεθα στα πάσης φύσεως θύματα της τουρκικής θηριωδίας με τ’ αντίστοιχα κατά περίπτωσιν χαρακτηριστικά, καταφεύγοντας στα όσα διέσωσε η παράδοση και κατέγραψε η Ιστορία.

Ένας Καλογεράκος συγκέντρωνε κάθε τόσο σ’ ένα χωριό τους χριστιανούς στον Ναό της Παναγίας. Αναφερόταν στην εορτή της ημέρας και των εξωκκλησιών του χωρίου, στα θαύματα του Χριστού, στους αρχαίους προγόνους, στους σοφούς, στους Μαραθωνομάχους. Κάποια ημέρα ο Καλογεράκος τύπου Κοσμά του Αιτωλού δεν έδωσε παρών στο μοναστήρι του, δεν ξανακτύπησε την καμπάνα το σούρουπο, δεν ακούστηκε πλέον η κατηχητική φωνή του. Στο χωριό δείχνουν μια χαράδρα με τ’ όνομα στου Καλογεράκου. Ο ταπεινός μοναχός είχε γίνει τοπωνύμιο. Το θύμα προέρχεται από τους κόλπους της Εκκλησίας.

Ο περίφημος Κλέφτης Κόλιας Βυτινιώτης [1] με ξακουσμένη δράσι, ο τιμωρός της αυθαιρεσίας, ο γενναίος, ο απτόητος, τολμηρός, αεικίνητος, σε μια συμπλοκή συνελήφθη αιχμάλωτος των Τούρκων. Μεταφερόμενος διασύρετε μέσα στους δρόμους της Τριπολιτσάς, για να καταπτοήσει τους φοβισμένους κατοίκους. Φυλακίστηκε, βασανίστηκε και κατέληξε στον δι’ αγχόνης θάνατο στην μέση στην Αγορά. Ο θάνατός του συγκίνησε βαθύτατα τον κόσμο. Το θύμα προήρχετο από τους κόλπους του Έθνους. Ο Λαός του αφιέρωσε ένα περιπαθές Κλέφτικο Δημοτικό Τραγούδι.

 

Κόλιας Βυτινιώτης

 

Ο θάνατος και στις δύο περιπτώσεις υπήρξε το αποτέλεσμα ορατής ή μη δια γυμνού οφθαλμού προκλήσεως. Είναι μαρτυρία. Είναι διαμαρτυρία. Διαμαρτυρία δια λογαριασμό των πολλών και της ιδέας.

Υψηλοτέρου τόνου πρόσκληση αποτελεί η προσωπική εθελουσία προσέκλυση μετανοημένων εξωμοτών, οι όποιοι μετανοημένοι δια του θανάτου ζητούν λύτρωση. Αυτός ο ιδανικός τύπος με έρωτα θανάτου έχει πολλούς εκπροσώπους. Ιδανικός και άκρως συγκινητικός, διότι συμβαίνει να είναι σχεδόν κατά κανόνα θάνατος νέων. Αυτόκλητοι, αυθόρμητοι, προκλητικοί, προσέρχονται, προκαλούσαν, αποφασισμένοι να δεχθούν οιουδήποτε τύπου θάνατον. Φανερά η πρόκληση, ως έκφραση αποφασιστικής διαμαρτυρίας. Οι νέοι αυτοί, είτε μαρτυρικώς, είτε ξίφει τελειούνται, αποθνήσκουν δια Χριστόν. Το ότι ένας εξωμότης μαρτυρεί έτσι ή αλλιώς, αυτή η θυσία διαφορετικά μετρά. Μέγιστο μάθημα προς τους διώκτες της πίστεως. Και ενίσχυση για τους περιλειπομένους.

Μνημονεύω παρενθετικά τους Αλείπτες. Ως πνευματικοί για τους έφιεμένους μαρτύριον, ως κατηχηταί συμβάλλουν σοβαρά στην δια μαρτυρίου εξιλέωση των εξωμοτών. Ο ρόλος των έχει σχολιαστή ως προς την προετοιμασία και προτροπή των υποψηφίων μαρτύρων, αντί αποτροπής. Επί του θέματος ταύτα μόνον ως απλή αναφορά.

Αποκαλυπτόμεθα ενώπιων της θυσίας των πάσης φύσεως Νεομαρτύρων. Θαυμάζομε καθ’ εαυτή την μαρτυρία, αλλά έτι μάλλον και εκ του αποτελέσματος. Σε γενική θεώρησι, έχομε ένα σαφές είδος αντιστάσεως.

Σταθμός επόμενος. Με μια ανακεφαλαίωση των ανωτέρω, νομίζω ότι υπάρχει πρώτον συναγόμενο. Ότι ηθελημένη η αθέλητη θανάτωση πιστών υποδούλων Ελλήνων είναι μαρτύριο. Καθ’ όσον αφορά στα Πελοποννησιακά πράγματα, υπό την ευρύτερα τοποθέτηση του θέματος, πριν εξειδικεύσω, χωρίς να βιάζομαι να διατυπώσω μεγάλο λόγο, θ’ αναφερθώ σ’ ορισμένα ιστορικά πρόσωπα.

Ορλωφικά. Ένοπλη εξέγερση Πελοποννησίων με ανεπαρκή Ρωσική βοήθεια. Άνοιξη 1770. Ασύντακτη επίθεση κατά της πρωτεύουσας του πασαλικίου Τριπολιτσάς απέτυχε. Ακολούθησε άγρια σφαγή τριών χιλιάδων Τριπολιτών αμάχων. Ο μητροπολίτης Άνθιμος ανασκολοπίζεται. Προς τι το φρικτό γι’ αύτόν μαρτύριο; Ποιον βασάνισαν κ’ επιδεικτικώς θανάτωσαν; Τον εκπρόσωπο του επαναστατημένου Έθνους του η την κατά χώρα κεφαλή της ’Ορθόδοξου Εκκλησίας;

Καμία έρευνα δεν απεκάλυψε, γιατί ο Λακεδαιμόνιας Διονύσιος, βαρυνόμενος γι’ ανάμειξη σ’ επαναστατικές ενέργειες κατά του κατακτητή στις αρχές του ΙΖ’ αιώνα, θανατώθηκε εν πλω κατά εντελώς ανεξήγητο τρόπο. Συνόδευε τον Πατριάρχη Τιμόθεο Β’ στην πατρίδα του Πάνορμο Κυζίκου. Έτος σωτήριο 1620. Επίσημο πατριαρχικό έγγραφο αναφέρει ότι ο Λακεδαιμόνιας Διονύσιος «συνεργία δαίμονος ετρώθη και επλήγη και ελθών εις το ιατρευθήναι ετελεύτησε». Το πατριαρχικό γράμμα είναι του Κυρίλλου Λουκάρεως. Αναγκάσθηκε λοιπόν ο διαπρεπής Πατριάρχης να κάλυψη την μυστηριώδη θανάτωση του μητροπολίτου; Για να μη μείνει ακατανόητο το περιστατικό, προσθέτω ότι το επεισόδιο εντάσσεται στην περίοδο συνεννοήσεων Πελοποννησίων με το δούκα του Νεβέρ. Είναι μάλιστα γνωστή η ενδιαφέρουσα Επιστολή του Διονυσίου «τω γαληνοτάτω δουκί Νοβερσίας Κάρλω Παλαιολόγω». Ως φαίνεται, η Τουρκική εξουσία πληροφορήθηκε τα γενόμενα και έσπευσε να δηλητηρίαση κατά τρόπον γκανγκστερικό τον μητροπολίτη. Αλλά οι συνεννοήσεις με Ισπανούς και τον δούκα του Νεβέρ είχαν αρχίσει νωρίτερα, επί του προκατόχου του Διονυσίου. Αυτός ήταν ο Χρύσανθος Λάσκαρις, που καθηρέθη και αναγκάστηκε να εκπατριστεί. Ρωτάται λοιπόν ήδη, τον Λακεδαιμόνιας Διονύσιο θανάτωσαν οι Τούρκοι υπό ποιαν ιδιότητα; Εκ πρώτης όψεως ήταν αρχιερέας επαναστάτης.

Θα συνεχίσω την αναφορά μου στον Λακωνικό χώρο. Το 1760 Δήμιοι της εξουσίας έσφαξαν προ του Επισκοπείου στον Μυστρά τον μητροπολίτη Ανανία. Αν στις προετοιμασίες της εξεγέρσεως Ορλώφ στα 1770 ο Ανανίας μετείχε ή όχι και αν τον βάρυναν υποψίες, δεν εξετάζω αυτήν την στιγμή. Αλλ’ ερωτώ πάλι- γιατί ο Μητροπολίτης Λακεδαιμόνιας Άνανίας έσφαγιάσθη; Ως γνωστόν, ήταν Μοραγιάνης και Μητροπολίτης, είχε δύο ιδιότητες, μ’ άλλα λόγια εκπροσωπούσε το υπόδουλο Έθνος του και την Εκκλησία, την στρατευμένη Εκκλησία.

Μία ακόμη ενδεικτική Λακωνική περίπτωση. Μητροπολίτης Λακεδαιμόνιας Νεόφυτος από έλλειψη πηγών δεν έχει παρουσία στην επαρχία του. Απροσδόκητη είδηση έρχεται από ένα χρονολογημένο σημείωμα 27 Φεβρουάριου 1777, ότι «εφονεύθη υπό των Αλβανιτών». ‘Υπάρχει στην Πελοπόννησο γνωστή η δεκαετής Αλβανοκρατία μετά το 1770. Τις οίδε. για ποιόν λόγο εξετελέσθη ο αρχιερέας και υπεύθυνος των υπηκόων του.

Τέλος η περίπτωσης Γρηγορίου Ε\ Περίπτωσης κλασσική και εξόχως διδακτική. Εξετέλεσαν οι Τούρκοι ένα αθώον; Έναν ένοχο ανταρσίας ; Τι τέλος πάντων ήταν ο Γρηγόριος; Ένας απλός ραγιάς απείθαρχος, ενοχλητικός στην εξουσία, ταραχοποιός; Πατριάρχης ήταν ο Γρηγόριος, με κανονική εκλογή και μ’ έγκριση της εκλογής από το Διβάνι, με τιμές και τελετές εγκατεστημένος για τρίτη φορά στον Οικουμενικό Θρόνο. Αρχηγός λοιπόν ήταν της Ορθοδοξίας. Αλλ’ ήταν σύμφωνα προς το Προνόμιον Μωάμεθ του Πορθητού και υπεύθυνος μόνιμης υποταγής των υπηκόων και πνευματικών του τέκνων. Ήταν Εθνάρχης.

 

Απαγχονισμός Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’. Έργο του Hugues Fourau, 1826, Λάδι σε μουσαμά.

 

Από την ιστορική στιγμή, που Γεννάδιος ο Σχολάριος ανέλαβε την Πατριαρχία και κατεστάθη αρχηγός του δουλωμένου Έθνους του, του όποιου η Εκκλησία ανέλαβε την προστασία, ήταν ’Εθνάρχης – Πατριάρχης. ‘Ονομάζω ιστορική εκείνη την στιγμή κατά την δύσκολη καμπή της Εθνικής ζωής, γιατί ακριβώς τότε συνέπιπταν οι δύο έννοιες. Πατριάρχης. Εθνάρχης. Εκκλησία και Έθνος. Υπό τις ταυτόσημες έννοιες των δύο ιδιοτήτων του Γρηγορίου Ε’ Πατριάρχου – Εθνάρχου, ως Τούρκος υπήκοος πλέον και αλλοεθνής και αλλόθρησκος – αυτή ήταν η μεγάλη αντίθεση – χαρακτηρίστηκε ως ένοχος προδοσίας και συνωμοσίας από το Δοβλέτι και δικαίως. Γιατί τον βάρυναν οι εύθηνες της διπλής ιδιότητας και η στάση του θεωρηθεί ως εμπαιγμός προς την Τουρκική εξουσία. Μαζί με τον Γρηγόριο θανατώθηκε ολόκληρη σχεδόν η Πατριαρχική Σύνοδος, για τον ίδιο λόγο και για την ίδια ευθύνη.

Ο Γρηγόριος οδηγήθηκε στην αγχόνη γιατί τον βάρυναν οι δύο ταυτόσημες ιδιότητες. Και γιατί δύο ταυτόσημες; Ήταν ιδιότητα μία.

Και πάλι σταθμός. Η Εκκλησία ανακήρυξε άγιους μερικούς Νεομάρτυρες. με όποιον τρόπο και αν έγινε τούτο και φυσικά όχι από την δεσμία Πατριαρχική Εξουσία. Δικαίως ανακηρύχθηκαν αμέσως μάλιστα από τον θρησκεύοντα λαό άγιοι οι Νεομάρτυρες εκείνοι που προσήλθαν αυθορμήτως στους διώκτες και επιζήτησαν τον θάνατο. Για την Εκκλησία απέθαναν, δια Χριστόν. Για την Ιστορία όλων των περιπτώσεων οι Νεομάρτυρες απέθαναν υπέρ Πίστεως και Πατρίδος. Γιατί οι δύο έννοιες συμπίπτουν, είναι έννοια μία. Επάνω σ’ αυτή τη βάση ταυτίζω Νεομάρτυρες και Εθνομάρτυρες. Γι’ αυτούς όλους θεωρώ αδιάφορο αν αγιοποιηθούν η όχι. Ίσως τους αρκεί η απονομή μόνου του τίτλου του Μάρτυρος. χωρίς αγιοποίηση. Το βάρος πέφτει με τον θάνατό τους στην τεράστιας σημασίας ωφέλεια του πληρώματος, που συνοψίζει υπό έννοια μία Έθνος – Εκκλησία.

 

Νεομάρτυρες Πελοποννήσου

Αρκαδία

 

Στάθμευσις τελική ήδη γίνεται, για να γίνει σύντομη αναφορά στους Νεομάρτυρες Πελοποννήσου. Εν πρώτοις Αρκαδία. Με την Τριπολιτσά συνδέονται τέσσερις Νεομάρτυρες. Ο πρώτος και αρχαιότερος ήτο ο ιερομόναχος Λάζαρος, Τριπολιτσιώτης και μόναζε σε κάποιο Μαντινειακό μοναστήρι. Θύμα συκοφαντίας ο πτωχός παπα-Λάζαρος έπιέζετο ν’ αλλαξοπιστήσει, αρνούμενος όμως υπέστη μαρτύρια και τελικώς εδέχθη φρικτό θάνατο επί της πυράς την 23 Φεβρουάριου πιθανότατα του έτους 1612. Ο Νεομάρτυς Λάζαρος ήταν εντελώς άγνωστος στο τοπικό εορτολόγιο. Σ’  Αγιορείτικο Κώδικα όμως (μονής Βατοπεδίου, 797, ΙΖ’ αιώνα) έχει καταχωρηθεί Ακολουθία του δια χειρός Συμεών η Συνεσίου Ελληνικού και λεπτομερές Συναξάρι.

Ο συντάκτης της Ακολουθίας εξυμνεί τον Νεομάρτυρα και παρεμβάλλει συχνά λόγους της στάσεως του Λαζάρου έναντι των βασανιστών του. Ιδέ την μελέτη Σωτήριου I. Μπαλατσούκα. Μαρτύριον και Ακολουθία Νεοΐερομάρτυρος Λαζάρου εκ· Τριπόλεως, Θεσσαλονίκη 1998. σσ. 21 (Γρηγόριος Παλαμάς. τχ. 772/1998). Πρβλ. και Αλεξάνδρου, μητροπολίτου Μαντινείας, Ιστορία της Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας, τ. Α\ Αθήναι 2000, σσ. 134-135.

Κατ’ όνομα μόνον γνωστός είναι καταγόμενος από Τριπολιτσά Νεομάρτυρας Πέτρος, ο όποιος συνελήφθη σε νεανική ηλικία στο Οντεμίσι (Τεμΐσι της Μ. Ασίας) από τους Τούρκους γι’ αγνώστους λόγους και πιεζόμενος ν’ αλλαξοπιστήσει και ευθαρσώς αρνούμενος καταδικάστε στον δι’ αγχόνης θάνατο. Το επεισόδιο χρονολογείται στα 1776. Η μνήμη του Νεομάρτυρα Πέτρου άγεται την 1 Ιανουαρίου. Για τον Πέτρο βλ. Ι. Μ. Περαντώνη, Λεξικόν των Νεομαρτύρων, τ. Β\ Άθήναι 1972.

Στην λέξι Πελοποννήσιος την καταγωγή μαρτύρησε στην Τριπολιτσά Νεομάρτυς Μήτρος το 1794. Ο βιογράφος του αναφέρει ότι σε νεανική ηλικία ο Μήτρος εξισλαμίσθη και διέμενε πλησίον Τούρκου πλουσίου. Μεταμεληθείς ομολόγησε ενώπιον του πασά την πλάνη του και δεν ενέδωσε στις προτάσεις δελεασμού του. Διο αποκεφαλίσθηκε 24 Μαΐου 1794. Το σχετικό Συναξάρι βλ. στο Νέον Λειμωνάριον, εν Αθήναις 1973, σσ. 199-201. Πρβλ. και στον Συναξαριστή των αγίων Μακαρίου Κορίνθου, Νικοδήμου Αγιορείτου. Νικηφόρου Χίου και διδασκάλου Αθανασίου Παρίου, εκδ. γ\ «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1996, σσ. 560-562.

’Ιδιαιτέρως τιμάται στην Τρίπολι ο Νεομάρτυς Δημήτριος ο όποιος κατήγετο από την Λιγούδιστα Τριφυλίας (σημερινή Χώρα) και εργαζόταν σε διάφορα σπίτια στην Τριπολιτσά ως υπηρέτης Τούρκων, καθώς και ο πρεσβύτερος αδελφός του. Αμφότεροι τούρκεψαν και ο Δημήτριος έλαβε τ’ όνομα Μεχμέτ. Ενώ ο μεγαλύτερος αδελφός δεν παρακολουθείται. ο Μεχμέτ εργάζετο ως κουρέας μέχρι τίνος και κατόρθωσε ν’ απομακρυνθεί και περιπλανώμενος ανά τας πόλεις της Μ. Ασίας να καταλήξει στην Χίο. Εκεί εγνωρίσθη και εβοηθήθη από τον πρώην Κορίνθου, γνωστόν αλείπτην για τις περιπτώσεις μεταμελουμένων εξωμοτών. Αποφασισμένος να δώσει το αίμα του για να εξιλεωθεί, επέστρεψε στην Τριπολιτσά και μετά από δραματικές ημέρες και νύκτες, προκαλώντας τους Τούρκους του παλαιού του περιβάλλοντος, εδέχθη τον δι’ αποκεφαλισμού θάνατο την Τρίτη της εβδομάδας του Θωμά 14 Απριλίου 1803. Το γεγονός συγκίνησε το ευσεβές πλήρωμα και δια κοινής αναγνωρίσεως έγινε η ανακήρυξης αυτού εις άγιον.

 

Άγιος Δημήτριος ο Νεομάρτυρας.

 

Ακολουθία στον Νεομάρτυρα Δημήτριο συνέταξε ο διάκονος τότε του Αμυκλών Νικηφόρου Ιωσήφ, υστέρα διαπρεπής Επίσκοπος Ανδρύσσης. Υπάρχουν στα τροπάρια τολμηρές εκφράσεις, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην αγχόνη τον νεαρό ιεροδιάκονο. π.χ. το θράσος της Άγαρ κατέβαλες, κλονουμένους καλώς υπεστήριξες. Αναφέρεται ακόμη πικρός ζυγός και άλλα παρόμοια. Οι ευσεβείς κάτοικοι της πόλεως ανήγειραν πολύ νωρίς ναό στην μνήμη και τιμή του Νεομάρτυρα ο όποιος έκτοτε τιμάται όλως ιδιαιτέρως στην Τρίπολι.

Υπάρχει ενδιαφέρουσα βιβλιογραφία για τον Δημήτριο. Βλ. Τ. ΑΘ. Γριτσοπούλου, Ιστορία της Τριπολιτσάς, τ. Α\ Άθήναι 1976 σσ. 423- 424 και Αλεξάνδρου μητρ. Μαντινείας, Ιστορία της Ιεράς Μητροπόλεως Μάντινείας και Κυνουρίας, τ. Α\ Άθήναι 2000, σσ. 127-132.

Το έτερον σκέλος του διπτύχου των Νεομαρτύρων Τριπολιτσάς κρατεί Νεομάρτυς Παύλος, καταγόμενος από το Σοποτό Καλαβρύτων, άλλα κατ’ απομίμηση του Δημητρίου. Χρόνια 15 αργότερα από το μαρτύριο εκείνου επέλεξε την πρωτεύουσα του πασαλικίου για ν’ αποπλύνη δια του τιμίου αίματός του τον ρύπον της προδοσίας του και να καταστήσει συνείδηση εις μεν τους κατακτητάς ότι με αίμα θα εξαγορασθεί η απομάκρυνσής των από την πατρίδα, εις δε τους υποδούλους Έλληνες ότι με το μήνυμα προς τους Οθωμανούς οφείλουν να συνειδητοποιήσουν το ιδικό τους χρέος.

 

Ο Άγιος Νεομάρτυρας Παύλος.

 

Ο Παναγιώτης κατά κόσμο από το Σοποτό σανδαλοποιός είχε εργαστήρι δικό του στην Πάτρα, άλλα διαφώνησε και διαπληκτισθεί με τον εκμισθωτή του και διαμαρτυρόμενος αλλαξοπίστησε παρά να αυξήσει το μίσθωμα του εργαστηρίου, που διατηρούσε επί δεκαπενταετία περίπου. Θυμώδης ο Παναγιώτης φόρεσε τούρκικα και περιερχόμενος τα χωριά διεκήρυσσε ότι ήταν Τούρκος. Ήταν φυσικό, ο Παναγιώτης να μετανοήσει για όσα έκανε. Συνήλθε με την σκέψη να μεταβεί στον Άγιο Όρος, όπου και μετέβη, περιήλθε πολλές μονές και στην Μ. Λαύρα φόρεσε το μοναχικό ένδυμα με τ’ όνομα του αποστόλου των εθνών Παύλου. Υπό την καθοδήγηση των πνευματικών του αγιωνύμου Όρους διήλθε από το στάδιο των δοκιμασιών, προετοιμαζόμενος στην δια μαρτυρίου λύτρωση.

Οι νεομάρτυρες Δημήτριος και Παύλος Πολιούχοι της Τρίπολης

Από τα πολλά περιστατικά που αναφέρουν οι βιογράφοι για την οδοιπορία που ο Παύλος ανέλαβε ανά την Πελοπόννησο, αξιοσημείωτο είναι ότι τον προαλειφόμενο νέο μάρτυρα είλκυε το προηγούμενο του Δημητρίου, γι’ αυτό και κατέληξε στην Τριπολιτσά. Δημιούργησε προκλητικά για την εξουσία επεισόδια, συνελήφθη, εισήχθη εις δίκην και καταδικάστηκε εις θάνατον. Η ποινή του εξετελέσθη την 6ην μ.μ. ώραν της 22ας Μαΐου 1818 δια μαχαίρας εμπρός στην Πύλη του Σεραγίου. Ευσεβείς χριστιανοί περισυνέλεξαν τα τίμια λείψανα του Νεομάρτυρος και έχουν σήμερα αποθησαυριστή.

Ακολουθία του Νεομάρτυρος Παύλου συνέταξε ο μοναχός Χριστόφορος από την Λήμνο. Για τις εκδόσεις αυτής και σχετικά με το μαρτύριο βλ. εις Τ. Αθ. Γριτσοπούλου. Ιστορία της Τριπολιτσάς, τ. Α\ Αθήναι 1976. σσ. 423-424. Πρβλ. Αλεξάνδρου, μητρ. Μαντινείας, Ιστορία της Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας. τ. Α’, Άθήναι 2000. σσ.132-134.

Από τον πολύαθλο βίο των Φιλοσοφιτών αρχιερέων, πατριαρχών, μοναχών και διδασκάλων ανασύρονται και Όσιοι και για οσιότητα βίου ανακηρυγμένοι άγιοι. Ο παλαιότερος αξιομνημόνευτος είναι ο από Φιλιππουπόλεως Οικ. Πατριάρχης Διονύσιος Α’, αλλά και ο Χριστιανουπόλεως Αθανάσιος. Ο τελευταίος τιμάται σ’ ολόκληρη την Γορτυνία. Το σκήνωμά του φυλάσσεται στην Γορτυνιακή μονή Προδρόμου. Ο πρώτος συνδέεται με την μονή Εικοσιφοινίσσης Δράμας, άλλα μετεφέρθη και στην πατρίδα του Δημητσάνα μέρος αγίου λειψάνου και εορτάζεται κατ’ έτος.

Για τους δύο όσιους τούτους βλ. Τ. ΑΘ. Γριτσοπούλου, Μελέτη περί του βίου και ’Ακολουθία του από Φιλιππουπόλεως Οΐκουμ. Πατριάρχου Διονυσίου Α’ του εκ Δημητσάνης…, Αθήναι 1955, σσ. 53. Του αυτού. Μονή Φιλοσόφου, εν Αθήναις 1960.σσ. 410-417, Σοφοκ. Δημητρακοπούλου, Ο άγιος ’Αθανάσιος Χριστιανουπόλεως, ιστορική βιογραφία. Αθήνα 2000. σσ. 173.

Κατά τα προεπαναστατικά χρόνια καταγράφεται στον πίνακα των εκκλησιαστικών προσώπων Δημητσάνας ένας Νεομάρτυς με τ’ όνομα Ελευθέριος κατά κόσμον και μοναχικόν Ευθύμιος. Έζησε κατά τα νεανικά του χρόνια ο Ελευθέριος μακράν των γονέων του και χωρίς χαλινόν στα ανθρώπινα πάθη, μέχρις ότου εξισλαμίστει. Τον βίο ανάλωσε μεταξύ περιοχής Ηγεμονιών και Κωνσταντινουπόλεως. Κάποτε συνήλθε και όπως πράττουν οι περισσότεροι των ιδίων περιπτώσεων κατέφυγε στο Άγιο Όρος, στην μονή Ιβήρων και στα περί αύτήν. Με την βοήθεια συμπατριώτη του και συγγενούς του μοναχού Ονούφριου Κουντούρη. πεπαιδευμένου και λογίου μοναχού, πέρασε από στάδιο ασκήσεως με εμπείρους πνευματικούς, μέχρις ότου ωρίμασε η αρχική του πρόθεση να μαρτυρήσει και κατέληξε σε οριστική απόφαση.

Ευθύμιος πλέον ο Δημητσανίτης μοναχός μετέβη στην Κωνσταντινούπολη πλησίον των μουσουλμανικών κύκλων και με προκλήσεις ομολογούσε τον ένα και αληθινό Θεό, μέχρις ότου ο αρχικώς τρελός θεωρούμενος μοναχός φυλακίστηκε,  δοκιμάστηκε και τελικώς με τον σταυρό στο χέρι ομολογητής της πίστεως παρεδόθη στον δήμιο και μετά από αλλεπάλληλα κτυπήματα αγρίως σφαγιάστηκε στον Γαλατά, το 1814, σε ηλικία 20 μόλις ετών. Του Ευθυμίου το λείψανο μετακομίστηκε στο Άγιο Όρος από τον Αγιορείτη συνοδό του και ως Νεομάρτυς τιμάται έκτοτε, άγεται δε η μνήμη του την 1 Μαΐου.

Ο ταπεινός Ονούφριος συνέταξε Συναξάρι μακρόν και Ακολουθία Αναλυτικά και συναρπαστικά είναι τα βιογραφικά του. Η Ακολουθία σε πρώτη έκδοση το 1865 περιέλαβε τους τρεις Ιβηρίτες Νεομάρτυρες, Ευθύμιο, Ιγνάτιο, Ακάκιο. Δευτέρα έκδοση έγινε στην Πάτρα το 1882 με τον Βίο του Ευθυμίου από τον έκδοτη Β. Σεκόπουλο του «Κάδμου». Ειδική μελέτη δημοσιεύεται από Ιωάννας Γιανναροπούλου. Δημητσανίτης Νεομάρτυς Ευθύμιος, «Μάραβα», Ετ. ΣΤ’ (2003) σσ. 121-130.

 

Λακωνία

 

Μας καλεί η Λακωνία. «Χαίρει έχουσα η Λακεδαίμων θείαν λάρνακα των σων λειψάνων, άναβρύουσαν πηγάς των ιάσεων», ψάλλει η επαρχία και ο νομός και η Πελοπόννησος ολόκληρη για τον πασίγνωστο όσιο και αναμορφωτή του μοναχικού βίου Νίκωνα τον «Μετανοείτε», ο όποιος λαμπρύνει από τον 10ον  αιώνα το εκκλησιαστικό στερέωμα και την Ορθοδοξία και το Ελληνικό Έθνος. Έκτοτε, στην τοπική Αγιολογία θέσι εξέχουσα καταλαμβάνει ένας Νεομάρτυς, που ανήκει στον 18ον αιώνα και φέρει τ’ όνομα Ιωάννης ο Γουβιώτης.

 

Ο Άγιος Νίκωνας, τοιχογραφία, Ιερά Μονή Οσίου Λουκά Βοιωτίας.

 

Για τον Νίκωνα και την περί αυτού πλούσια βιβλιογραφία βλ. το μελέτημα Τ. ΑΘ. Γριτσοπούλου, Εισαγωγή εις τας περί τον όσιον Νίκωνα σπουδάς, «Μνήμη του όσιου Νικώνος του «Μετανοείτε», Παράρτημα τόμου ΚΔ’ (1999) των «Πελοποννησιακών». σσ. 5-26. Στο τεύχος ευρίσκει ο ενδιαφερόμενος ειδικά μελετήματα περί Νίκωνος και (σσ. 91-92) την σχετική περί αυτού βιβλιογραφία.

Γουβιώτης ο Νεομάρτυς Ιωάννης ονομάζεται από την μητρική του καταγωγή, τις Γούβες του τ. Δήμου Έλους, άλλα και Μονεμβασίτης απεκλήθη ευκρινέστερα και ίσως γιατί στην Μητρόπολι αυτή υπάγετε ο μητρικός οικισμός. Στην πραγματικότητα ο Ιωάννης ήταν Γερακίτης, άλλως τε και ο ιερέας πατέρας του ήταν Γερακίτης.

 

Ο Νεομάρτυρας Άγιος Ιωάννης ο εκ Μονεμβασίας.

 

Το μαρτύριο του Ιωάννου τοποθετείται χρονολογικώς στην περίοδο της κατά την Πελοπόννησον Αλβανοκρατίας (μεταξύ 1770-1780). Από τον Συναξαριστή πληροφορούμεθα ότι Αλβανοί εισελάσαν στο Γεράκι και ο 15 δετής υιός του ιερέως Ιωάννης μετεφέρθη αιχμάλωτος στην Λάρισα μαζί με την μητέρα του. Επωλήθησαν και Τούρκος άτεκνος ο αγοραστής έδειξε γι’ αυτούς ενδιαφέρον, με περιποιήσεις και υποσχέσεις να υιοθέτηση τον νέον άλλ’ απαιτούσε να ασπαστεί την θρησκεία του Μωάμεθ. Ευφυής και φρόνιμος ο Ιωάννης επί τριετία υπέμενε τις πιέσεις, μέχρι που ο Τούρκος μετέβαλε στάση και τον ξυλοκοπούσε συνεχώς, τον άφηνε νηστικό και τον βασάνιζε. Μάλιστα μία ημέρα τον μετέφερε στο τζαμί και οι παρευρισκόμενοι τον λάκτιζαν και τον απειλούσαν με πιστόλες στο στήθος. Στην επιμονή του Τούρκου προστάτου του ο Ιωάννης αντέτασσε άρνηση μέχρις ότου εκείνος έχασε την υπομονή του, τον βασάνιζε καθημερινώς σ’ έναν τόπον μαρτυρίου υπόγειο. Η επίμονη άρνηση του Ιωάννου να τουρκέψει ερέθιζε τον Τούρκο και κάποια ημέρα σήκωσε την μάχαιρα, τον έπληξε στην καρδιά και του στέρησε την ζωή. Ήταν 21 Οκτώβριου 1773, κατά το Συναξάρι, ίσως όμως τούτο έγινε και ένα έως δύο έτη νωρίτερα. Το λείψανο του υιού της η δυστυχισμένη μητέρα το μετέφερε στην πατρίδα της. Ο βιογράφος του Νεομάρτυρος πρέπει να εστηρίχθη στις αφηγήσεις της μητέρας του.

 

Ο Νεομάρτυρας Ιωάννης (Γουβιώτης) ο εκ Μονεμβασίας. Φορητή εικόνα, έργο του Λαρισαίου αγιογράφου Ευάγγελου Καραβασίλη.

 

Τα συμβάντα έγιναν γνωστά στον οικείο Μητροπολίτη Μονεμβασίας Χρύσανθο, ο όποιος ανέθεσε στον διάκο του Πανάρετον Αγγελόπουλο και συνέταξε την Ακολουθία του Νεομάρτυρος, που συνετέλεσε στην καταξίωσή του, άλλ’ η έκδοση έγινε κατά την Επανάσταση. Σχετικώς βλ. Τ. Αθ. Γριτσοπούλου. Ιστορία του Γερακίου, Αθήναι 1982, σσ. 332-344.

 

Μεσσηνία

 

Έπεται περιοχή νοτιότερα της Πελοποννήσου, η Μεσσηνία. Εκκλησιαστικώς συνδέεται η χώρα εκ παλαιού μεν με τον όσιο Νίκωνα τον «Μετανοείτε», κατά τον 17ον αιώνα από τους Χριστιανούς με τον μητροπολίτη Αθανάσιο Χριστιανουπόλεως. Κατά τους χρόνους της δουλείας εγγράφεται Καλαμών θείος γόνος και εγκαλλώπισμα (Απολυτίκιο) Ηλίας ο επωνυμούμενος Αρδούνης, με τουρκικό όνομα Μουσταφάς μετά την μετάστασή του στην θρησκεία του Ισλάμ. Αναφέρεται ότι ήταν μπαρμπέρης στην Καλαμάτα, χριστιανών και Τούρκων, προσφιλές πρόσωπον προς αμφότερα τα μέρη.

Λίαν αγαπητός ο Ηλίας στους προεστούς και τον λαό της Καλαμάτας προκάλεσε κατάπληξι με την μετάστασή του και μάλιστα η ασήμαντη αφορμή που αναφέρεται για την αλλαξοπιστία. Πόσον καιρό παρέμεινε στην Καλαμάτα ο Μουσταφάς Αρδούνης δεν αναφέρεται, ούτε με τι ασχολείτο, φαίνεται όμως ότι εκείνος ελθών εις εαυτόν ζούσε το προσωπικό του δράμα. Απόδειξη, ότι αιφνιδίως μία ήμερα εξαφανίσθη. Το γεγονός ανησύχησε και τους Τούρκους και ανεζήτησαν ματαίως τα ίχνη του γύρω στην Καλαμάτα.

 

Ο Νεομάρτυρας Άγιος Ηλίας ο Αρδούνης.

 

Μεταμεληθείς ο Ηλίας έλαβε την άγουσα δι’ Άγιο ’Ορος, όπου ευρήκε κατανόηση κοντά στους Αγιορείτες, βοήθεια και φόρεσε τα καλογερικά. Μετά οκταετή παραμονή, προσευχή, άσκηση και προετοιμασία επέστρεψε στον τόπο της προδοσίας, για να βρει λύτρωση με μαρτύριο. Γνωστός, αγαπητός πάλι έγινε δεκτός από τους εντοπίους και ως ομολογητής της πίστεως των πατέρων του προκάλεσε των αλλοφύλων και αλλοθρήσκων κατακτητών την αντίδραση. Συνελήφθη, κακοποιηθεί, φυλακίστηκε και καταδικάστηκε  εις θάνατον. Μετεφέρθη στην θέσι Βέλιουρα Καλαμάτας κ’ ερρίφθη στο πυρ. Μοναχός φλεγόμενος διεκήρυσσε τον Χριστό. Παρέδωσε το πνεύμα την 31 Ιανουάριου 1686. Σ’ αυτήν την θέση εκτίσθη ναός εις μνήμην των Αγίων Τεσσαράκοντα, όπου τιμάται αγιοποιημένος και ο μοναχός Νεομάρτυς Ηλίας, ο Αρδούνης, την 31 Ιανουαρίου.

Το Συναξάρι του Νεομάρτυρος οι Συναξαρισταί παρέλαβαν από το Νέον Μαρτυρολόγιον (Αθήναι 1856), σσ. 103-104, όπως διεσώθη από σύγχρονο εκείνου συγγενή του. Θησαύρισμα της μονής Βουλκάνου Μεσσηνίας αποτέλεσε η κάρα του Νεομάρτυρος. Ακολουθία συνέταξε ο γνωστός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης. Σχετικώς βλ. Ακολουθία του άγιου ένδοξου οσιομάρτυρα Ηλία του Αρδούνη εκδιδομένη υπό του Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου, εν Αθήναις 1956. Ιδέ και Γ. Δ. Κούβελα, Ο οσιομάρτυς Ηλίας ο Αρδούνης, Αθήναι 1999, σσ. 60.

Σεμνυνομένη η Κόρινθος δια την Ίδρυση της Εκκλησίας αυτής από τον απόστολο των Εθνών. Πλούσιο εορτολόγιο εδημιουργήθη από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια στην Κορινθία, τόσον από τον κύκλο του Παύλου, όσον και από τους μάρτυρες των χριστιανικών Α’ – Δ’ αιώνων. Μεταξύ αυτών πρώτη θέση κατέλαβε ο άγιος Λεωνίδας μετά της ακολουθίας του, πολύ γνωστός μάλιστα λόγω της μεγάλης παλαιοχριστιανικής προς τιμήν του βασιλικής του Λεχαίου.

 

Ο Άγιος Λεωνίδης ο Τροιζήνιος.

 

Αργολίδα

 

Έχει Νεομάρτυρας και η Αργολίδα. Εν πρώτοις στο Ναύπλιο τιμάται την 1η Φεβρουάριου η μνήμη Αναστασίου του Ναυπλιέως, ο όποιος αναφέρεται ότι ήταν ζωγράφος, ασκούσε επάγγελμα στην περιοχή και κήρυττε τον λόγο του Θεού. Εν τούτοις παρεσύρθη, εξισλαμίσθη, μαρτύρησε το 1655, βασανιζόμενος οικτρώς. Νέον Μαρτυρολόγιον Νικοδήμου Αγιορείτου, εκδ. γ\ Αθήναι 1961,σσ. 74-75.

 

Αναστάσιος Νεομάρτυς, ο Ναυπλιεύς.

 

Άλλα και το Άργος που καυχάται για τον επίσκοπο Άργους Πέτρο, πολιούχο έκτοτε Άργους και προστάτη, έχει να επιδείξει ίδιον βλάστημα στον χορό των Νεομαρτύρων. Την 3 Δεκεμβρίου εορταζόμενος στο Άργος Νεομάρτυς Αγγελής μαρτύρησε στην Χίο το 1803, δεν αναφέρεται δε καθόλου παραμονή του στην γενέτειρά του πόλη στο Συναξάρι του. Στην Χίο λίαν αγαπητός έφθασε ο Αγγελής και μαρτύρησε, ενώ ο βιογράφος του τον παρουσιάζει αρχικώς στο Κουσάντασι (Αλικαρνασσό) και αφηγείται παράδοξη περίπτωση συμφωνημένης μονομαχίας του με άπιστο Φραντσέσκο. Από την άσκηση εμπειρικής Ιατρικής ήταν πασίγνωστος και σεβαστός με την αγαθότητα και ευσέβεια του. Κάποια στιγμή ο Αγγελής μετεπήδησε στην θρησκεία των Αγαρηνών και τούτο μετέβαλε άρδην την ζωή του, του δημιούργησε πλέγμα με τόνους δραματικούς, μέχρις ότου τον οδήγησε στο μαρτύριο. Είναι χαρακτηριστική η αφήγηση του βιογράφου του, ο όποιος τον μεταφέρει κατ’ επανάληψιν προ του τάφου του πρώην Κορίνθου Μακαρίου. Έτυπτε την κεφαλή, έκλαιε πικρά και είχε συλλάβει σχέδιο μαρτυρίου, για να λυτρωθεί τόσον από την προδοσία της πίστεως, όσο και από το καθημερινό μαρτύριο της δοκιμασίας του προσωπικού του δράματος.

Η σκηνή της αποτομής της τιμίας κεφαλής του Αγγελή περιγράφεται με ζωηρά χρώματα. Τελικώς ο νεκρός ερρίφθη στην θάλασσα. Ο Αγγελής δια της συγκινήσεως των πιστών ανεκηρύχθη άγιος. Ακολουθία του συνέθεσε ο γνωστός ιερομόναχος Νικηφόρος ο Χίος. Σχετικώς βλ. Νέον Λειμωνάριον, εν Αθήναις 1873. σσ. 437-457.

Άγιος Αγγελής ο Νεομάρτυρας, ο Αργείος

Στο Νέον Λειμωνάριον, σσ. 491-492, δημοσιεύεται «Μαρτύριον των άγιων ένδοξων Τριών Ανωνύμων Νεομαρτύρων των υπέρ Χριστού μαρτυρησάντων κατά την Αιτωλίαν εν τη πολιτεία τη κοινώς λεγομένη Βραχώρι». Ο βιογράφος δηλώνει ευθύς αμέσως στην αφήγησή του ότι οι τρεις ανώνυμοι Νεομάρτυρες ήσαν «γέννημα της Πελοποννήσου, διέτριβον δε χάριν πραγματείας εις τα μέρη των Ιωαννίνων», έμαθαν Αλβανικά και το έτος 1786 αποφάσισαν να επιστρέψουν στην πατρίδα των. Έφθασαν στο Βραχώρι και για ν’ αποφύγουν στην άκρη της πόλεως τα εισπραττόμενα χαράτσια, υποκρίθηκαν πως ήσαν Τούρκοι, αναγνωρίσθηκαν όμως εντός της πόλεως, σύρθηκαν στους δρόμους, εδέροντο οδηγούμενοι στον κριτή και φυλακίστηκαν και επί πολλές ημέρες νηστικοί και βασανιζόμενοι τελικώς εδέχθησαν τον θάνατον , με τον στέφανων του μαρτυρίου.

Το χρονικό της θανατώσεως των Τριών ανωνύμων Πελοποννησίων στο Βραχώρι εξέδωσε με σχόλια από τον ύπ’ αριθ. 70 χειρόγραφο κώδικα της συλλογής της Βιβλιοθήκης της Βουλής ο Μητροπολίτης Κορίνθου Παντελεήμων Καρανικόλας, «Τρεις ανώνυμοι μάρτυρες Πελοποννήσιοι κατά το έτος 1786», Πρακτικά του Α’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τ. Γ’, εν Αθήναις 1976-78, σσ. 157-163.

Ένας ακόμη Πελοποννήσιος Νεομάρτυς, Παναγιώτης το όνομα ευρέθη από παιδική ηλικία στην Μαγνησία Μ. Ασίας δούλος σημαίνοντος Τούρκου, τον όποιον ακολούθησε στην Δαμασκό. Κακός σύνδουλος τον κατηγόρησε για σοβαρό παράπτωμα, κατεδικάσθη και επιέζετο ν’ αλλαξοπιστήσει, αρνούμενος όμως, αν και εβασανίζετο και διεκήρυσσε την πίστη του στον Χριστό, αγρίως εσφάγη, σε ηλικία μόλις 25 ετών, την 5 Απριλίου 1820 στα Ιεροσόλυμα. Το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων εξαγόρασε το λείψανο του Παναγιώτη και του απένειμε τιμές άγιου. Ο Νεομάρτυρας Παναγιώτης δεν ήταν εξωμότης, ήταν ομολογητής και υπερασπιστής της Πίστεως. Συναξάρι υπό ανωνύμου για τον Πελοποννήσιον Νεομάρτυρα Παναγιώτη από γραπτή παράδοση μοναχού Αγιοταφίτου δημοσιεύεται στον τ. 29 (1988), σσ. 41-43 του περιοδικού ’Ορθόδοξος Φιλόθεος Μαρτυρία.

Ουδέν περί Νικολάου από Ψάρι Κορινθίας και περί Ρωμανού από Διμινίτζα Λακεδαίμονος, αμφοτέρων με μαρτύριο στην Κωνσταντινούπολη, το 1554 του πρώτου, το 1695 του δευτέρου.

 

Υποσημείωση


 

[1] Κόλιας Βυτινιώτης, (τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.). Αρματολός και κλέφτης από τη Βυτίνα. Σε δημοτικά άσματα αναφέρεται ως εκπρόσωπος της παλικαριάς και σύγχρονος του Μαντά από το Αρκουδόρεμα, του Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη, του Μπότσικα Κολοκοτρώνη και άλλων αρματολών της Πελοποννήσου. Όταν η Πύλη αποφάσισε να εξοντώσει τους αρματολούς και κλέφτες, έπεσαν από τους πρώτους ο Πετιμεζάς, ο Γιαννιάς και ο Μαντάς. Κατά μία εκδοχή, ο Β. πιάστηκε στο χωριό Βρωμοσέλλα, όπου ένας δωροδοκημένος βοσκός, ο Γεωργάκης Στασινός, τον χτύπησε στον αυχένα και τον ζάλισε. Τον έδεσαν τότε και τον πήγαν στην Τρίπολη, όπου αφού τον βασάνισαν, τον δολοφόνησαν. Ο δεσπότης Αμυκλών έθαψε το ακέφαλο πτώμα του στο ξωκλήσι του Αγίου Αθανασίου. Ο προδότης, κατά την ίδια εκδοχή, εξισλαμίστηκε και ονομάστηκε Μουσταφά Τσολάκης.

 

Τάσος Γριτσόπουλος (1911-2008)

Δρος Φιλ.

Πρόεδρος της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών

 

Πρακτικά Διορθόδοξου Επιστημονικού Συνεδρίου «Κωνσταντίνος ο Υδραίος – Νεομάρτυρες Προάγγελοι της Αναστάσεως του Γένους», Ύδρα 10-14 Νοεμβρίου 2000. Ύδρα, 2007.

* Το κείμενο αποδόθηκε στο μονοτονικό. Οι  επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Ακύλας Μιχάλης (1900-1942)


 

Μιχάλης Ακύλας: Ο αργείτης ποιητής στο εκτελεστικό απόσπασμα των Γερμανιών.

Άρθρο του Δημήτρη Καρυάμη στην εφημερίδα «Τα Αργολικά», Αρ. φύλλου 206. Σάββατο 23 Ιουνίου 2012.

 

Μιχάλης Ακύλας

Ο Μιχάλης Ακύλας του Αντωνίου, ποιητής και διηγηματογράφος, γεννήθηκε στο Άργος το 1900 και εκτελέστηκε από τους Γερμανούς κατακτητές το καλοκαίρι του 1942. Σπούδασε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων από ηλικία 15 ετών. Αποφοίτησε το 1919 ως σημαιοφόρος και υπηρέτησε ως αξιωματικός στο Πολεμικό Ναυτικό και έλαβε μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις του στόλου κατά τα έτη 1920 – 1923. Το 1929 εκπαιδεύτηκε ως παρατηρητής αεροπόρος, και μετατάχθηκε στην Πολεμική Αεροπορία. Αποστρατεύτηκε αργότερα και ανεκλήθη ως έφεδρος επισμηναγός κατά το πόλεμο του 1940-1941 και υπηρέτησε με αξιόλογο δράση κατά των στρατευμάτων κατοχής.

Παράλληλα, ο Μιχάλης Ακύλας ασχολήθηκε με την ποίηση και τον πεζό λόγο, συνεργαζόμενος με λογοτεχνικά έντυπα, τυπώνοντας μόνο δύο βιβλία: Το 1934, το διήγημα «Οι τελευταίες μέρες του Ιούδα» και το 1935 τη συλλογή «Ποιήματα».

Την άνοιξη του 1942 συνελήφθη από τους Γερμανούς ενώ επιχειρούσε με άλλους 43 πατριώτες, αξιωματικούς και πολίτες, να διαφύγουν με δύο καΐκια στην Αίγυπτο. Κάποιος τους πρόδωσε… Λίγο μετά τον απόπλου από τον Πειραιά, γερμανικό περιπολικό συνέλαβε όλους τους επιβαίνοντες στα δυο καΐκια. Από την 1η Απριλίου 1942 βρέθηκαν φυλακισμένοι στις φυλακές Αβέρωφ και την 27η Μαΐου ειδοποιήθηκαν στη φυλακή ότι χαρακτηρίζονται ως όμηροι. Κάτι που σήμαινε ότι θα πλήρωναν με τη ζωή τους κάθε εκδήλωση σαμποτάζ εναντίον των Γερμανικών δυνάμεων.

Έπειτα από μια εβδομάδα με τον ισχυρισμό ότι είχε γίνει δολιοφθορά στη σιδηροδρομική γραμμή Λαρίσης κοντά στο Μενίδι, διατάχθηκε, χωρίς καμιά άλλη διαδικασία, η εκτέλεση 8 κρατούμενων ομήρων αξιωματικών για λόγους αντιποίνων και κατόπιν επιλογής μεταξύ των κρατουμένων. Ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Ακύλας. Το πρωί της 5ης Ιουνίου 1942, εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς στο σκοπευτήριο της Καισαριανής.

Ο Ακύλας αντίκρισε υπερήφανα το απόσπασμα, τραγουδώντας με τους υπόλοιπους αξιωματικούς τον Εθνικό Ύμνο και αναφωνώντας προ του τέλους «Ζήτω η Ελλάς»… Ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, με αφορμή τη φυλάκιση και την εκτέλεση των Ελλήνων αιχμαλώτων στην Καισαριανή, το 1946 έγραψε ένα αφήγημα στο περιοδικό «Γράμματα» με τον τίτλο «Η Δάφνη», το οποίο εξέδωσε και σε βιβλίο τη δεκαετία του ’60. Σε άρθρο του στην εφημερίδα «Ελευθερία» (27 Οκτωβρίου 1963) αναφέρεται στο περιστατικό και χαρακτηρίζει τον επισμηναγό Ακύλα «πνευματικότατο άνθρωπο».

Αναφέρεται και στην έγγραφη αναφορά προς τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό του ιερέα Αντ. Αντωνόπουλο που κοινώνησε τους μελλοθάνατους: «Προ της αναχωρήσεως εκάστης ομάδος (προς το απόσπασμα) οι μελλοθάνατοι μας ενηγκαλίζοντο καταφιλούντες τας χείρας μας και το μέτωπόν μας, ως επίσης και ημείς αυτούς, θέαμα προκαλέσαν σπαρακτικάς συγκινήσεις. Οι μελλοθάνατοι κατείχοντο από υπερχειλίζουσαν πίστιν και θερμότητα πατριωτισμού. Ιδιαιτέρως οφείλω να εξάρω την απόλυτον ψυχραιμίαν και απάθειαν αληθούς φιλοσόφου, του αντισυνταγματάρχου (;) Μιχ. Ακύλα, τελευταίως εκτελεσθέντος μετά του Δημ. Γιαγκουδάκη».

 

Ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιώργης Γιατρομανωλάκης γράφει για τον  Μιχάλη Ακύλα στην εφημερίδα «Το Βήμα», στις 2 Ιουνίου του 2018.

 

Μιχαήλ Ακύλας: ένας ωραίος έλληνας ήρωας και ποιητής

 

Τα χαράματα της 5ης Ιουνίου 1942 ο επισμηναγός και ποιητής Μιχαήλ Ακύλας εκτελέστηκε μαζί με επτά έλληνες αξιωματικούς στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Είχε συλληφθεί πριν από λίγους μήνες από τους Γερμανούς για την αντιστασιακή δράση του, οδηγήθηκε στις φυλακές Αβέρωφ και από εκεί στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Εκτός από την εθνική δράση του, ο Μιχαήλ Ακύλας ήταν και συγγραφέας. Το 1934 δημοσίευσε ένα διήγημα, «Οι τελευταίες ημέρες του Ιούδα», και το 1935 την ποιητική συλλογή «Ποιήματα», η οποία θαυμάστηκε πολύ.

Έως και λίγα χρόνια πριν γνωρίζαμε τις σχέσεις του Μιχαήλ Ακύλα με τον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο και τον Ηλία Βενέζη. Μάλιστα, ο τελευταίος σε επιστολή του στη «Νέα Εστία» (τ. 430, 15/5/1945) αναφέρεται στη θυσία του ήρωα-ποιητή και δικαιολογεί για ποιον λόγο δεν τόλμησε το 1943, όταν κυκλοφόρησε η «Αιολική Γη», να αφιερώσει όπως σκόπευε αυτό το βιβλίο στον νεκρό φίλο του. Ευρισκόταν, όπως λέει, και ο ίδιος στις φυλακές Αβέρωφ όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο και ο εκδότης του τον συμβούλευσε να μην επιβαρύνει τη θέση του με αυτή την αφιέρωση. Σήμερα η «Αιολική Γη» είναι αφιερωμένη «Στη μνήμη του φίλου μου Μιχάλη Ακύλα, αντισμήναρχου – ποιητή που πέθανε για την Ελλάδα από σφαίρες Γερμανών στα 1942».

 

Οι τελευταίες ημέρες του Ιούδα

 

Ωστόσο, από όσα ξέρουμε σήμερα, ο Μιχαήλ Ακύλας διατηρούσε στενές σχέσεις με τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Στη συλλογή «1934 / Προϊστορία / ή Καταγωγή» ο Εμπειρίκος του αφιερώνει ένα θριαμβευτικό ποίημα, το «Ιε παι», ενώ σε ένα άλλο ποίημά του, πάλι του 1933, «Το ζήτημα του υποκαμίσου», αφιερωμένο στον Νικόλαο Κάλας, διαβάζουμε «…κι αυτή τη γνώμη μου την δείχνει και η συμβουλή που σου ‘δωσα / στο εστιατόριο όπου φάγαμε μαζί με τον μεγάλο φίλο μου Μιχάλη…». Ιδού λοιπόν ένα τόσο ενδιαφέρον τρίο που μέχρι πρόσφατα το αγνοούσαμε.

Όμως ο Εμπειρίκος δεν μνημονεύει τον «μεγάλο φίλο του Μιχάλη» μόνο σε αυτά τα ποιήματα. Στην «Ενδοχώρα» υπάρχει ένα ακόμη ποίημα, το επιγραφόμενο «Βορειονατολική παλάμη» (1934), που αφιερώνεται στον Ακύλα. Και όχι μόνο. Το ανέκδοτο, πριν από λίγα χρόνια, πεζό κείμενο του Εμπειρίκου «Τα τεκταινόμενα», γραμμένο στις 22/2/1940, αφιερώνεται, εκ των υστέρων, «Στη μνήμη του Μιχάλη Ακύλα».

Το σημαντικότερο όμως κείμενο του Εμπειρίκου που αναφέρεται στον Μιχάλη Ακύλα είναι το ανέκδοτο εισέτι και προσεχώς εκδιδόμενο γραπτό «Der Sonderführer Nikolaus Schultz», που γράφεται στις 20/2/1946. Σε αυτό το εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο του Εμπειρίκου μαθαίνουμε τα έργα και τις ημέρες ενός εθνικοσοσιαλιστή αξιωματικού, του Nikolaus Schultz, ο οποίος έρχεται στην Ελλάδα ως κατακτητής και διαπράττει, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, σωρεία εγκλημάτων. Είναι εκείνος ο οποίος, σύμφωνα με το γραπτό του Εμπειρίκου, εκτελεί στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής τον ήρωα, φίλο και ποιητή Μιχάλη Ακύλα μαζί με τους επτά άλλους ήρωες. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η περιγραφή της σκηνής της εκτελέσεως του Ακύλα και των άλλων επτά στην Καισαριανή, όπως επίσης ο περιγραφόμενος θαυμασμός του γερμανού αξιωματικού μπροστά σε αυτούς τους ήρωες. Ο αιμοσταγής και εν ταυτώ φιλέλληνας (!) Γερμανός θαυμάζει τους μελλοθάνατους πατριώτες και λυπάται επειδή «απέθαναν τόσο ωραία που θάταν άξιοι να γίνουν στρατιώται της Wermacht»!

Ιδού λοιπόν πώς ένας ξεχασμένος ήρωάς μας (μαζί με τόσους άλλους, επανέρχεται στο φως χάρη στον φίλο του ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκο). Ιδού για άλλη μια φορά μπροστά μας η, έστω και πολύ καθυστερημένη, αγαθότητα της Ιστορίας. Ιδού και η πρώτη και η τελευταία στροφή αυτού του οιονεί «πολεμικού» ποιήματος «Ιε παι» που αφιερώνει ο ποιητής στον δημοκρατικό φίλο του Μιχάλη Ακύλα.

Πρόκειται για έναν, θα λέγαμε, παιάνα πολεμικής τάξεως, ή και πολιτικής, συνταγμένο από τον Εμπειρίκο, ο οποίος την εποχή αυτή (1933) είναι στραμμένος στα σοσιαλιστικά του οράματα. Δεν γνωρίζουμε τι συζητούσαν οι δύο ποιητές, αλλά το ποίημα μάλλον πολιτικής τάξεως μοιάζει να είναι. Διαφορετικά δεν δικαιολογείται αυτή η ελπίδα του Εμπειρίκου ότι ο «χαρμόσυνος αγώνας» του φίλου του κάποια ημέρα θα βοηθήσει ώστε να αναπτερωθεί η «σερνάμενη ζωή μας με τον παιάνα της Νίκης».

«Μεγαλόψυχε φίλε! / Αν μπόρεσης μιαν ημέρα με την δύναμη που έχεις / Και θεούς ν’ αναστήσης / – Με τον Διόνυσο και τον Απόλλωνα πριν απ’ όλους τους άλλους / (Ή και μόνον με αυτούς γιατί, ξέρεις, αρκούν αυτοί που αγαπάμε) / Μη ξεχάσης τον Πάνα. (…) Να τον έχης λοιπόν μαζί σου τον Πάνα / Κ’ έτσι / Οταν έρθη η ημέρα της αναπότρεπτης πάλης / Και θα δονούνται οι καρδιές, τα μπετόν και τα φύλλα / Θα σε βοηθήση, φίλε, μεγάλως κι αυτός, / Στον χαρμόσυνό σου αγώνα / Ν’ αναπτέρωσης εσύ την σερνάμενη ζωή μας / Με τον παιάνα της Νίκης. Αθήνα, 2/8/33».

 

Πηγές


  • Εφημερίδα «Τα Αργολικά», Αρ. φύλλου 206. Σάββατο 23 Ιουνίου 2012.
  • Εφημερίδα «Το Βήμα», 2 Ιουνίου 2018.

 

Άδραστος – ΚΗ’ Βασιλιάς του Άργους (1329 π.Χ.)


 

Βασιλιάς του Άργους, γιος του Ταλαού και της Λυσιμάχης, κόρης του Άβαντος. Αδελφοί του Αδράστου ήταν ο Παρθενοπαίος, ο Πρώναξ, ο Μηκιστεύς και ο Αριστόμαχος. Το όνομα Άδραστος προέρχεται από το στερητικό ἀ-(μη) και το ρήμα δράω (πράττω, κινούμαι, φεύγω), που σημαίνει τον ακλόνητο, τον ατρόμητο. Αδελφή του ήταν η Εριφύλη. Ο Ταλαός σκοτώθηκε από το συγγενή του Αμφιάραο και τότε ο Άδραστος κατέφυγε στον Πόλυθο κι έγινε βασιλιάς της Σικυώνας. Όταν όμως ο Αμφιάραος νυμφεύθηκε την Εριφύλη, την αδελφή του Αδράστου, οι δύο άνδρες συμφιλιώθηκαν, και ο Άδραστος έγινε βασιλιάς του Άργους. Από τη γυναίκα του, Αμφιθέα (κόρη του αδελφού του Πρώνακτα), ο Άδραστος είχε τρεις κόρες, τις Αργεία, Δηïπύλη και Αιγιάλεια, και δύο γιους, τον Κυάνιππο και τον Αιγιαλέα, ο οποίος συμβασίλευε στο Άργος με τον πατέρα του  Άδραστο.

 

Ο Άδραστος (όρθιος, πάνω αριστερά) σε παράσταση ετρουσκικού σφραγιδόλιθου του 5ου αιώνα π.Χ. Απεικονίζονται τέσσερις ακόμα στρατηγοί που πήραν μέρος στην εκστρατεία Επτά επί Θήβας: ο Παρθενοπαίος, ο Αμφιάραος, ο Πολυνείκης και ο Τυδέας (Κρατικό Μουσείο, Βερολίνο).

 

Ο Άδραστος είδε ένα όνειρο, πως η μία κόρη του θα ‘παίρνε για άνδρα της έναν αγριόχοιρο και η άλλη ένα λιοντάρι. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, την προφητεία αυτή του την έκανε το Μαντείο των Δελφών, όταν το ρώτησε ποιους συζύγους έπρεπε να δώσει στις κόρες του. Συλλογιζόταν τον παράξενο χρησμό – ή το παράξενο όνειρο – όταν ξαφνικά άκουσε κλαγγή όπλων στο προαύλιο του ανακτόρου του. Ήταν ο Πολυνείκης και ο Τυδέας, που είχαν ο πρώτος ένα λιοντάρι στην ασπίδα του, το έμβλημα των Θηβών, και ο δεύτερος έναν αγριόχοιρο, το έμβλημα της Καλυδώνος. Είχαν φύγει και οι δύο από τις πόλεις τους: Ο Πολυνείκης, γιος του Οιδίποδα, είχε εκδιωχθεί από τον συμβασιλέα αδελφό του, Ετεοκλή, και ο Τυδέας είχε σκοτώσει τον αδελφό του, Μελάνιππο, σε ένα κυνήγι, τάχα άθελά του, στην πραγματικότητα όμως επειδή υπήρχε μια προφητεία πως ο Μελάνιππος θα τον σκότωνε, και οι συμπατριώτες του τον έδιωξαν επειδή είχε «εκβιάσει» τη μοίρα.

Μόλις βρέθηκαν στην αυλή του Αδράστου, άρχισαν να φιλονικούν για τα πλούτη και τη δόξα των πόλεών τους, κι ο Άδραστος τελικά τους συμφιλίωσε. Καταλαβαίνοντας, λοιπόν, πως ο χρησμός αφορούσε αυτούς  – σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο Πολυνείκης φορούσε δορά λιονταριού κι ο Τυδέας δορά κάπρου – ο Άδραστος τους πάντρεψε με την Αργεία και τη Δηιπύλη, και υποσχέθηκε να τους αποκαταστήσει στους θρόνους τους. Πρώτα όμως θα βάδιζε εναντίον των Θηβών, που ήταν πιο κοντά.

 

Η διαμάχη μεταξύ του Τυδέα και Πολυνείκη κάτω από την πύλη του Άργους όπου κατέφυγαν, φιλονικούν για τα πλούτη και τη δόξα των πόλεών τους. Ο Άδραστος βασιλιάς του Άργους, προσπαθεί να τους χωρίσει, στην πόρτα εμφανίζονται οι κόρες του, που έμελλε να παντρευτούν τους δύο ήρωες πολεμιστές. Κρατήρας. Σικελία περ. 350 – 340 π.χ

 

Ο Αμφιάραος όχι μόνο αρνήθηκε να λάβει μέρος στην εκστρατεία αυτή – ήταν και μάγος, και ήξερε την έκβασή της – αλλά και κρύφτηκε σε ένα μέρος που το ήξερε μόνο η γυναίκα του, Εριφύλη. Ο Τυδέας συμβούλευσε τον Πολυνείκη να προσφέρει στην Εριφύλη το μαγικό περιδέραιο που είχε χαρίσει η Αφροδίτη στη γυναίκα του Κάδμου, Αρμονία, για το γάμο της (ο Κάδμος και η Αρμονία ήταν πρόγονοι του Πολυνείκη). Η Εριφύλη δέχτηκε το δώρο, απάτησε τον άνδρα της με τον Πολυνείκη και τον παρακάλεσε να πολεμήσει με τον Άδραστο.

 

Ο Πολυνείκης προσφέρει στην Εριφύλη το μαγικό περιδέραιο που είχε χαρίσει η Αφροδίτη στη γυναίκα του Κάδμου, Αρμονία. Ερυθρόμορφη οινοχόη περ. 450-440 π.Χ. Μουσείο του Λούβρου.

 

Ο Αμφιάραος υπάκουσε τη γυναίκα του, αλλά η μαντική του τέχνη τον έκανε να καταλάβει την απάτη, κι έβαλε τους γιους του να του ορκιστούν πως θα σκότωναν τη μητέρα τους αν δεν γύριζε από τον πόλεμο εναντίον των Θηβών. Εκτός από τον Αμφιάραο, τον Άδραστο, τον Τυδέα και τον Πολυνείκη, έλαβαν μέρος στην εκστρατεία ο Καπανεύς, ο Ιππομέδων και ο Παρθενοπαίος, γιος του Μελεόγρου και της Αταλάντης.

Από την εκστρατεία αυτή (Επτά επί Θήβας) διασώθηκε μόνο ο Άδραστος, χάρη στην ταχύτητα του αλόγου του, Αρίωνα, που του είχε χαρίσει ο Ηρακλής. Ο Άδραστος κατέφυγε τότε στην Αθήνα και παρακάλεσε τον Θησέα να τον βοηθήσει για να πάρει από τους Θηβαίους τα πτώματα των συμπολεμιστών του. Πραγματικό, ο Θησέας ηγήθηκε εκστρατείας εναντίον των Θηβών και κατόρθωσε να πάρει τους νεκρούς.

Ο Άδραστος, αισθανόμενος βαθιά ταπείνωση από την ήττα του, ξεσήκωσε μετά από δέκα χρόνια (1319 π.Χ.) τα παιδιά των σκοτωμένων ηγετών, τους λεγόμενους «Επιγόνους» και εκστράτευσε εκ νέου κατά των Θηβών. Τη φορά αυτή πέτυχε: οι Θηβαίοι νικήθηκαν, η πόλη τους κυριεύθηκε και καταστράφηκε. Η Εριφύλη είχε δωροδοκηθεί ξανά, παίρνοντας από τον Θέρσανδρο το χιτώνα της Αρμονίας, κι έπεισε το γιο της, Αλκμέωνα, να μετάσχει στον πόλεμο των Επιγόνων εναντίον των Θηβών. Εκείνος όμως αργότερα, υπακούοντας στην εντολή του πατέρα του, σκότωσε τη μητέρα του. Τέλος, οι Αργείοι ανέβασαν στον θρόνο της τον γιο του Πολυνείκη, τον Θέρσανδρο, και αποχώρησαν.

Ο μόνος που είχε σκοτωθεί, στη δεύτερη αυτή εκστρατεία, από την παράταξη των Αργείων ήταν ο γιος του Αδράστου, Αιγιαλεύς. Ήταν τόση η λύπη του γέρου πια βασιλιά για το θάνατο του γιου του, ώστε γυρίζοντας για το Άργος πέθανε στα Μέγαρα. Ο Απολλόδωρος αναφέρει πως τα ανάκτορα του Αδράστου σώζονταν στο Άργος ακόμη έως την εποχή του Παυσανία.

Ο Άδραστος τιμήθηκε πολύ στα Μέγαρα, στον Κολωνό της Αττικής και στη Σικυώνα ως ήρωας. Ιδιαίτερα στην τελευταία πόλη, τιμούσαν τα παθήματά του με γιορτές, θυσίες και ταφικούς χορούς ως την εποχή του Κλεισθένη. Το επεισόδιο όπου ο Άδραστος κατέφυγε ως ικέτης (με τις μητέρες και τα παιδιά των σκοτωμένων Αργείων) στους Αθηναίους, και συγκεκριμένα στο τότε βασιλικό ζεύγος, το Θησέα και την Αίθρα, ενέπνευσε τον Ευριπίδη να δημιουργήσει μία από τις γνωστότερες τραγωδίες του, τις «Ικέτιδες», που παραμένει και σήμερα ένα δυνατό κήρυγμα για την ειρήνη στον κόσμο.

 

Η Βασιλική οικογένεια του Αδράστου

 

Ο Άδραστος με την γυναίκα του Αμφιθέα απέκτησαν:

Α. Την Αργεία, σύζυγο του Πολυνείκη από την οποία γεννήθηκε ο Θέρσανδρος και ανήλθε στο θρόνο των Θηβών. Ο Θέρσανδρος ήταν ένα από τα κυριότερα πρόσωπα της εκστρατείας των Επιγόνων κατά της Θήβας. Ο Θέρσανδρος πήρε ως σύζυγό του την κόρη της Εριφύλης, τη Δημώνασσα, και μαζί απέκτησαν ένα γιο, τον Τισσαμενό.

Η Αργεία είχε κηδεύσει τον πεθερό της Οιδίποδα και είχε βοηθήσει την Αντιγόνη στην ταφή του Πολυνείκη. Ο Πολυνείκης επιτέθηκε στην πόλη των Θηβών με τους συμμάχους του «Επτά επί Θήβας» και σκοτώθηκε στη μάχη. Ο βασιλιάς Κρέοντας, διέταξε να παραμείνει άταφο το σώμα του Πολυνείκη. Η αδελφή του, Αντιγόνη, παράκουσε τη διαταγή και έθαψε τη σορό του αδελφού της. Ο μύθος αυτός παρουσιάζεται στην τραγωδία του Σοφοκλή «Αντιγόνη».

Β. Την Δηïπύλη, σύζυγο του Τυδέα, από την οποία γεννήθηκε ο Διομήδης βασιλιάς του Άργους.

Γ. Την Αιγιάλεια, σύζυγο και θεία του Διομήδη, γιατί ήταν αδελφή της μητέρας του. Ο Όμηρος χαρακτηρίζει την Αιγιάλεια συνετή – φρόνιμη, ανδρεία (Περίφρονα και Ιφθίμην) και λίαν φίλανδρη διακαώς ποθούσα τον απόντα σύζυγό της, ο οποίος είχε εκστρατεύσει κατά της Τροίας. Κατά τους Ομηρικούς συγγραφείς, η θεά Αφροδίτη μετά τον τραυματισμό της από το Διομήδη, προστατεύοντας τον Αινεία στη μάχη της Τροίας, είχε χολωθεί προς αυτόν και για εκδίκηση έσπρωξε τη σύζυγό του σε ερωτική μανία.  Μετά από αυτό η Αιγιάλεια λησμόνησε το σύζυγό της και σύναψε ερωτικές σχέσεις με πολλούς νέους του Άργους και τέλος με τον Κόμητα, γιο του Σθενέλου, τον οποίο ο Διομήδης απερχόμενος στην Τροία άφησε επίτροπο στο θρόνο του.

Ο Διομήδης. Ρωμαϊκό άγαλμα του 2ου ή 3ου αι. π.Χ., αντίγραφο ελληνικού του 5ου αι. που αποδίδεται στον Ναυσυκλή ή στον Κρεσίλα. Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Η Αιγιάλεια επιβουλεύτηκε ακόμα και τη ζωή του Διομήδη μόλις αυτός επανήλθε στο Άργος. Ο Διομήδης κατέφυγε ικέτης στο ιερό της Ήρας και από εκεί διέφυγε στην Ιταλία στους Δαυνίους. (Λυκόφρων 610 – Μίμνερμος 11,33). Εκεί ο βασιλιάς Δαύνιος (ή Δαύνος) του ζήτησε να συμμαχήσει μαζί του στον πόλεμο κατά των Μεσσαπίων με αντάλλαγμα γαίες και τον γάμο με την κόρη του. Μετά την νίκη τους, ο Διομήδης μοίρασε τη γη που του δόθηκε στους Δωριείς που ήταν μαζί του, ενώ από την κόρη του Δαύνιου απέκτησε δυο γιους, τον Διομήδη και τον Αμφίνομο. Όταν πέθανε, οι Δωριείς τον έθαψαν στο νησί Διομήδεια της Αδριατικής (το σημερινό Isole de Tremiti). Οι ίδιοι παρέμειναν εκεί καλλιεργώντας τη γη που τους απέδιδε πολλούς καρπούς, καθώς ήταν έμπειροι στη γεωργία.

Όταν πέθανε ο Δαύνιος, οι Ιλλυριοί επιβουλεύτηκαν την εύφορη γη και σκότωσαν όλους τους Δωριείς που εκείνη την ώρα τελούσαν θυσία στο νησί όπου είχε ταφεί ο Διομήδης. Όμως ο Δίας όρισε τα σώματά τους να εξαφανιστούν και οι ψυχές τους να μεταμορφωθούν σε πουλιά που πλησιάζουν τα ελληνικά πλοία, ενώ αποφεύγουν τα ιλλυρικά. Τα πουλιά αυτά ήταν γνωστά ως Διομήδειες όρνιθες.

Αυτή είναι η εκδοχή που παραδίδει ο Αντωνίνος Λιβεράλις. Σύμφωνα με άλλες πηγές, ο Δαύνιος δεν έδωσε στον Διομήδη ό,τι του είχε υποσχεθεί και ο Διομήδης καταράστηκε τη χώρα να μένει άκαρπη, αν οι καλλιεργητές δεν ήταν Αιτωλοί συμπατριώτες του. Στη συνέχεια, εξασφάλισε την κατοχή της χώρας αλλά ο Δαύνιος υπερισχύει τελικά και σκοτώνει τον Διομήδη, ενώ οι σύντροφοί του μεταμορφώθηκαν σε πουλιά, ήμερα στη συνάντησή τους με Έλληνες, άγρια απέναντι σε άλλους.

Η Αιγιάλεια πατρωνυμικά ονομάζεται και Αδραστίνη.

Δ. Τον Κυάνιππο.

Ε. Τον Αιγιαλέα, ο οποίος συμβασίλευε στο Άργος με τον πατέρα του  Άδραστο.

 

Πηγές


  • Άγγελος Χρ. Κλειώσης, «Αργείων Βασιλέων Μέλαθρον, Λυκαυγές – Λυκόφως», Αργειακά Γράμματα, 1976.
  • Λεξικό του Αρχαίου Κόσμου, τόμος Α’, Εκδόσεις Δομή, Αθήνα, 1979.
  • Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας – Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας (Διαδίκτυο)

 

Η αρχαία Οινόη της Αργολίδας*


 

Η αρχαία Οινόη ήταν μια μικρή αργείτικη πόλη, που έγινε γνωστή από τη νίκη στην περιοχή αυτή των Αθηναίων και Αργείων εναντίον των Λακεδαιμονίων το 460 π.Χ. Η σημαντική αυτή νίκη απεικονίσθηκε στην Ποικίλη Στοά των Αθηνών [1],  ενώ οι Αργείοι δεν παρέλειψαν να στείλουν στους Δελφούς γλυπτά αναθήματα. Η ακριβής θέση της δεν είναι επιβεβαιωμένη μέχρι σήμερα [2].

Ο Παυσανίας προσδιορίζει με σαφήνεια μόνο την περιοχή στην οποία πρέπει να αναζητηθεί [3]. Βαδίζοντας κανείς, λέει, από το Άργος προς τα δυτικά με κατεύθυνση αντίθετη προς το ρεύμα του Ξεριά, συναντούσε την Οινόη, όταν άρχιζε να ανηφορίζει προς τα υψώματα του Αρτεμισίου και νοτιότερα από τον άνω ρουν του Ινάχου. Στην  περιοχή αυτή, κοντά στο χωριό Μερκούρι και στη διασταύρωση προς το χωριό Μάζι (Αρία) στη θέση Αγριλόβουνο – Σπηλιά πάνω σε μικρό γήλοφο η αρχαιολόγος Ευαγγελία Δεϊλάκη επεσήμανε αρχαία οικοδομικά λείψανα και αρχιτεκτονικά κατάλοιπα. Συγκεκριμένα μια αναθηματική επιγραφή, που χρονολογείται στο β΄ μισό του 6ου αι. π.Χ. με αναφορά στη λατρεία της Αρτέμιδος, κεραμική αρχαϊκών και κλασικών χρόνων, έναν πολυγωνικό τοίχο υπόστηλης αίθουσας [4], θεμέλια κτηρίων και διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη, που αποτελούν αδιάψευστες μαρτυρίες για την ακμή της αρχαίας πόλης που εκτεινόταν στις ανατολικές υπώρειες του όρους Αρτεμίσιο.

 

Τμήμα χάρτη της Αργολιδοκορινθίας του Αντώνη Μηλιαράκη, 1886. «Η Οινόη, έκειτο επί της οδού της Κλίμακος καλουμένης νυν Σκάλας, της αγούσης εξ Άργους εις Μαντίνειαν. Αυτή αρχομένη από των πυλών του Άργους των προς τη Δειράδι, δηλαδή των βορείων, διήρχετο την κοίτην του Χαράδρου (Παυσ. 2 24,5 και 25.1). Η προς την Τεγέαν δε οδός εξήρχετο εκ των μεσημβρινών πυλών του Άργους». [Αντωνίου Μηλι-αράκη, «Γεωγραφία Πολιτική Νέα και Αρχαία του Νομού Αργολίδος και Κορινθίας», Εν Αθήναις, 1886].

 

Η πολίχνη της Οινόης εμφανίζεται στις πηγές της αρχαίας ιστορίας με μια μάχη ανάμεσα σε Αργείους  και Αθηναίους εναντίον των Σπαρτιατών, που έγινε στην περιοχή αυτή  [5]. Συγκεκριμένα , σύμφωνα με πληροφορίες του Παυσανία, δυνάμεις των Σπαρτιατών με αρχηγό το βασιλιά Πλείσταρχο, γιο του Λεωνίδα, το 460 π.Χ. κινήθηκαν εναντίον των Αργείων, πέρασαν τα σύνορα της Αρκαδίας και έφτασαν στην Οινόη, μεταξύ Μαντινείας και Άργους. Οι Αργείοι με τη βοήθεια Αθηναίων «επίκουρων», που έφτασαν έγκαιρα στην Αργολίδα, νίκησαν τους Σπαρτιάτες και έγιναν κύριοι του πεδίου της μάχης [6]. Η νίκη αυτή Αργείων και Αθηναίων εναντίον των Σπαρτιατών στην Οινόη θεωρήθηκε πολύ σπουδαία, γιατί  οδήγησε στην κατάρριψη του στρατιωτικού γοήτρου των Σπαρτιατών και της φήμης τους ως ακατανίκητης δύναμης εκείνη την περίοδο. Γι’ αυτό και οι Αθηναίοι ζωγράφισαν στην Ποικίλη Στοά [7] το στρατό τους παρατεταγμένο εναντίον των Σπαρτιατών στην Οινόη, [8]  ενώ οι Αργείοι για τη νίκη τους στη μάχη της Οινόης αφιέρωσαν πλούσια αναθήματα στο μαντείο των Δελφών [9].

Ίχνη αμαξήλατων αρχαίων οδών αναδεικνύουν την περιοχή της Οινόης σε οδικό και στρατηγικό κόμβο της βορειοδυτικής Αργολίδας. Οι γραπτές πηγές (Παυσανίας ΙΙ, 25,2) ταυτίζουν τα ευρήματα αυτά με την αρχαία Οινόη, πόλη που σύμφωνα με την παράδοση πήρε το όνομά της από το βασιλιά Οινέα.

Στην ελληνική μυθολογία ο Οινέας (Οινεύς) ήταν βασιλιάς της Καλυδώνας, αρχαίας πόλης της Αιτωλίας, που ήταν χτισμένη στη δυτική όχθη του Εύηνου ποταμού και τα ερείπιά της βρίσκονται σήμερα δυτικά του Ευηνοχωρίου, 11 περίπου χιλιόμετρα από τον Πατραϊκό κόλπο.

Ο Οινέας καταγόταν από τον Αιτωλό, που έδωσε το όνομά του στους Αιτωλούς, ή από τον Δευκαλίωνα, ο γιος του οποίου Ορεσθέας (= «ο άνθρωπος των βουνών») ήταν παππούς του Οινέα και εγκαταστάθηκε στην Αιτωλία ως πρώτος βασιλιάς της λίγο μετά τον κατακλυσμό του ∆ευκαλίωνα. Ο Ορεσθέας είχε μια σκύλα, που μια μέρα γέννησε ένα κομμάτι ξύλου, που ο Ορεσθέας το παράχωσε στο χώμα και απ’ αυτό φύτρωσε το πρώτο κλήμα φορτωμένο με σταφύλια [10]. Σε ανάμνηση αυτού του γεγονότος ο Ορεσθέας ονόμασε το γιο που απέκτησε Φύτιο (= «αυτός που φυτεύει»). Ο Φύτιος ήταν αυτός που διέδωσε την καλλιέργεια του αμπελιού και γιος του ήταν ο Οινέας, που το όνομά του προέρχεται από τη λέξη «οίνη», όπως αποκαλούσαν τότε οι Έλληνες την άµπελο.

 

Οινέας, Περίβοια, Άγριος, Διομήδης. Ποσειδωνιακή ερυθρόμορφη υδρία του Ζωγράφου του Πύθωνα, περίπου 360-320 π.Χ. Η παράσταση είναι εμπνευσμένη από το χαμένο έργο του Ευριπίδη «Οινέας». Ο Άγριος, αδελφός του Οινέα, είναι δεμένος πάνω σε βωμό. Κάτω από το βωμό εμφανίζεται Ερινύα. Ο Διομήδης, γιος του Τυδέα και εγγονός του Οινέα, προσφέρει στον Οινέα, που οδηγείται από την Περίβοια, σπαθί. Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο.

 

Σύμφωνα µε άλλο μύθο [11] ο Οινέας είχε ένα βοσκό που τον έλεγαν Στάφυλο. Ο βοσκός αυτός παρατήρησε πως µια από τις κατσίκες του κοπαδιού κάθε μέρα γινόταν παχύτερη και ήταν πάντα πιο ζωηρή από τα άλλα ζώα. Την παρακολούθησε και είδε ότι το ζώο έτρωγε κάποιους καρπούς που ο ίδιος δεν είχε ξαναδεί. Έφαγε και αυτός, τους βρήκε νόστιμους και μάζεψε μερικούς και τους πήγε στον κύριό του. Ο Οινέας έστυψε τον καρπό, ήπιε τον χυμό και… ξανάνιωσε! Από ευγνωμοσύνη στο βοσκό έδωσε στον καρπό το όνομα του παρατηρητικού δούλου του «σταφυλή» (Στάφυλος< σταφύλι) και στο χυμό το δικό του όνομα (Οινέας <οίνος) [12].

 

Ο Οινέας προσφέρει σταφύλια στο θεό Διόνυσο. Bloemaert, Cornells, χαρακτικό, περίπου 1635-1633. Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο.

 

Ο Οινέας πήρε για σύζυγο την κόρη του Θέστιου, την Αλθαία, και μαζί απέκτησαν πολλά παιδιά, μεταξύ των οποίων τους Τοξέα, Θυρέα, Κλύμενο και τον ήρωα Μελέαγρο, που λένε ότι τον απέκτησε με τον θεό Άρη. Διηγούνταν μάλιστα ότι στη γέννηση του Μελέαγρου παρουσιάστηκαν και οι τρεις μοίρες, για να πουν το μέλλον του. Η πρώτη Μοίρα, η Κλωθώ, της είπε ότι ο γιος της θα έχει γενναία ψυχή, η δεύτερη, η Λάχεσις, ότι θα είναι ανδρείος, ενώ η τρίτη, η Άτροπος, κοίταξε στη φωτιά ένα ξύλο που καιγόταν και ευχήθηκε να ζήσει μέχρι να καεί εντελώς το ξύλο. Η Αλθαία, έντρομη, άρπαξε το δαυλί, το έσβησε και το έκρυψε με μεγάλη προσοχή σε ένα κιβώτιο που μόνο αυτή ήξερε, για να διατηρήσει το παιδί της στη ζωή [13].

Όταν ο Μελέαγρος μεγάλωσε, πήρε μέρος στο κυνήγι του Καλυδώνιου Κάπρου, ενός φοβερού στο μέγεθος και στη δύναμη αγριογούρουνου, το οποίο έστειλε η θεά Άρτεμις για να τιμωρήσει τον βασιλιά της Καλυδώνας Οινέα, επειδή προσέφερε τους πρώτους ετήσιους καρπούς της χώρας προς όλους τους θεούς εκτός από την Άρτεμη. Ο Κάπρος που έστειλε η θεά, σκότωνε τους γεωργούς όταν πήγαιναν να σπείρουν και προκαλούσε καταστροφές στα υπάρχοντά τους. Τότε ο Μελέαγρος, για να απαλλάξει τη χώρα από το θηρίο, κάλεσε τους περισσότερους ήρωες της Ελλάδας και τους υποσχέθηκε ότι όποιος κατόρθωνε να το σκοτώσει θα έπαιρνε ως έπαθλο το τομάρι και το κεφάλι του θηρίου. Ανάμεσά τους ήταν και μια γυναίκα, η θρυλική Αταλάντη, που πρώτη κατάφερε να πετύχει με τα βέλη της το ζώο στο πίσω μέρος και να το τραυματίσει, και δεύτερος ο Αμφιάραος, που το πέτυχε στο μάτι. Έπειτα ο Μελέαγρος χτύπησε με το ακόντιό του το θηρίο στο πλευρό, το σκότωσε και χάρισε το δέρμα του στην Αταλάντη, που είχε πρώτη τραυματίσει το ζώο.

Η Άρτεμις όμως προκάλεσε διχόνοια μεταξύ αυτών που είχαν πάρει μέρος στο κυνήγι για το ποιος πράγματι είχε δικαίωμα στο τομάρι και το κεφάλι του ζώου. Οι γιοι του Θέστιου, επειδή δεν ανέχονταν να πάρει το βραβείο της ανδρείας μια γυναίκα, ενώ ήταν παρόντες άνδρες, της άρπαξαν το τομάρι, λέγοντας ότι τούς ανήκει. Ακολούθησε μάχη και σε αυτή ο Μελέαγρος σκότωσε τους θείους του (γιους του Θέστιου), τον Τοξέα και τον Πλέξιππο, αδελφούς της μητέρας του, η οποία τότε εξοργίσθηκε τόσο πολύ για τον φόνο των αδελφών της, που άρπαξε τον κρυμμένο δαυλό και τον έκαψε, με αποτέλεσμα να πεθάνει αμέσως και ο γιος της [14]. Αργότερα όμως η Αλθαία μετανόησε και αυτοκτόνησε.

 

Η Αλθαία καίει τη μοιραία δάδα και ο Μελέαγρος πεθαίνει. Baur, Johann Wilhelm, 1639. Όσοι τον θρήνησαν μεταμορφώνονται σε πουλιά. Σε δεύτερο επίπεδο ο Φιλήμων, η Βαυκίδα μεταμορφώνονται σε δέντρα.

 

Θάνατος του Μελέαγρου. Picart Benard, χαρακτικό, περίπου 1683-1710.

 

Θάνατος του Μελέαγρου. Ρωμαϊκό ανάγλυφο, περίπου 2ος αιώνας μ.Χ. Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

 

Η Αταλάντη θρηνεί τον Μελέαγρο. Batoni Pompeo, ελαιογραφία περίπου το 1743. The Galleria Nazionale d’Arte Antica, Palazzo Barberini.

 

Κόρη του Οινέα θεωρείται και η Δηιάνειρα, που λένε ότι η Αλθαία τη γέννησε με τον θεό Διόνυσο. Σύμφωνα πάλι µε τη Μυθολογία, ο θεός Διόνυσος σε μια από τις ατέλειωτες περιπλανήσεις του βρέθηκε στην Αιτωλία και φιλοξενήθηκε από τον Οινέα, βασιλιά της Καλυδώνας. Ευχαριστημένος ο θεός από την υποδοχή και τη φιλοξενία που βρήκε, παρέδωσε στον Οινέα το πρώτο κλήμα για να το φυτέψει, του έμαθε την τέχνη της καλλιέργειας της αμπέλου και, για να τον τιμήσει έδωσε το όνομά του στο χυμό των καρπών της. Έτσι από τον Οινέα το κρασί ονομάστηκε οίνος.

Στην πραγματικότητα ο Διόνυσος είχε βάλει στο μάτι τη βασίλισσα Αλθαία, σύζυγο του Οινέα. Ο Οινέας κατάλαβε την επιθυμία του θεού και έκανε τα στραβά μάτια, για να μην εμποδίσει αυτή την παράνομη σχέση. Προσποιήθηκε πως ήταν υποχρεωμένος να απουσιάσει για κάποια θυσία και άφησε το παράνομο ζευγάρι μόνο του. Διόνυσος και Αλθαία παραδόθηκαν στον έρωτά τους και από τις σχέση τους γεννήθηκε η Δηιάνειρα η μετέπειτα σύζυγος του Ηρακλή.

 

Ηρακλής, Δηιάνειρα, Οινέας, Αχελώος. Ερυθρόμορφος σικελικός καλυκωτός κρατήρας, περίπου μέσα 4ου αι. π.Χ. Αριστερά κάθεται η Δηιάνειρα κρατώντας τρεις φιάλες. Πίσω της στέκεται η θεραπαινίδα. Στο κέντρο ο Ηρακλής είναι στραμμένος προς τον Οινέα, τον πατέρα της Δηιάνειρας. Πάνω του εικονίζεται ο ποτάμιος θεός Αχελώος. Η Νίκη με το στεφάνι υποδηλώνει τη νίκη του Ηρακλή στη διεκδίκηση της Δηιάνειρας. Lipari, Museo Archeologico Eoliano.

 

Ο Ηρακλής μάχεται με τον Νέσσο. Αττικός μελανόμορφος αμφορέας της Ομάδας της Μήδειας, περίπου 530-520 π.Χ. Αριστερά η γυναικεία μορφή ταυτίζεται με τη Δηιάνειρα και δεξιά η ανδρική με τον Οινέα. The J. Paul Getty Museum.

 

Δώρο ευγνωμοσύνης του Διόνυσου προς τον Οινέα ήταν το αμπέλι και η διδασκαλία για τη σωστή καλλιέργεια και χρήση του μεθυστικού ποτού, του κρασιού [15], και το όνομά του σχετίζεται με τον οίνο (κρασί), αφού θεωρείται ότι έμαθε την τέχνη της οινοποιίας από τον ίδιο τον θεό Διόνυσο και την εισήγαγε στην Αιτωλία.

Διομήδης -Μουσείο του Λούβρου.

Μετά τον θάνατο της Αλθαίας, ο Οινέας παντρεύτηκε την Περίβοια, κόρη του βασιλιά Ιππόνοου, που ζούσε στις όχθες του Πείρου και αδερφή του Καπανέα, ενός από τους ήρωες των Επτά επί Θήβας [16] και την είχε πάρει σαν σκλάβα, όταν νίκησε τον Ιππόνοο και κυρίευσε την Ώλενο (στην Αιτωλία ή στην Αχαΐα). Φαίνεται όμως ότι την ερωτεύτηκε. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο πατέρας της την έστειλε στο βασιλιά της Καλυδώνας Οινέα με την εντολή να την σκοτώσει, επειδή αυτή έμεινε έγκυος από τον Άρη [17]. Εκείνος όμως, που πρόσφατα είχε χάσει τη σύζυγο και το γιο του, προτίμησε να την παντρευτεί. Από τον γάμο αυτό γεννήθηκε ο Τυδέας, πατέρας του ήρωα Διομήδη.

Ο Οινέας είχε αρκετά αδέλφια, ανάμεσα στα οποία και ο Άγριος [18]. Ο Άγριος είχε έξι παιδιά, ανάμεσά τους και τον χωλό Θερσίτη, που έμεινε στην ιστορία ως συνώνυμο της ασχήμιας, της αυθάδειας και της αμετροέπειας. Κάποτε ο Άγριος κατηγόρησε τον Τυδέα ότι δολοφόνησε στο κυνήγι τον θείο του και αδελφό του Άγριου, Αλκάθοο, και τα ανίψια του Άγριου. Με αυτή την αιτία οι γιοι του Αγρίου εισβάλουν στη Καλυδώνα και εκθρονίζουν από το θρόνο τον Οινέα, πατέρα του Τυδέα και καταλαμβάνουν την εξουσία. Ο Τυδέας εκδιώχθηκε από τον θείο του Άγριο και κατέφυγε στον βασιλιά του Άργους Άδραστο.

Όταν έφτασε στο Άργος, ο Άδραστος άκουσε φασαρία στον προθάλαμο του ανακτόρου του και βγήκε ανήσυχος να δει τι συνέβαινε. Βρέθηκε μπροστά σε δύο άνδρες που μάλωναν για το ποιος θα ζητήσει πρώτος τη φιλοξενία του. Ο ένας ήταν ο Πολυνείκης διωγμένος από τον αδελφό του Ετεοκλή από τη Θήβα, που ήθελε να τον βοηθήσει να ξαναγυρίσει στην πατρίδα του ως βασιλιάς, και ο άλλος ο Τυδέας, διωγμένος κι αυτός από τη δική του πατρίδα, την Καλυδώνα, για κάποιο φόνο που είχε διαπράξει κατά λάθος. Ο Πολυνείκης είχε μια ασπίδα με παράσταση λιονταριού, ενώ ο Τυδέας ασπίδα με παράσταση αγριόχοιρου. Ο Άδραστος τους χώρισε και δέχθηκε να φιλοξενήσει και τους δύο στο παλάτι του, γιατί θυμήθηκε πως κάποτε του είχε δοθεί ένας περίεργος χρησμός: να παντρέψει τις κόρες του με ένα λιοντάρι και με ένα αγριόχοιρο. Πίστεψε ότι αυτούς εννοούσε ο χρησμός και πάντρεψε τις δύο κόρες του, την Αργεία με τον Πολυνείκη και τη Διηπύλη με τον Τυδέα με τον οποίο έκανε τον Διομήδη [19].

Ο Τυδέας και ο Πολυνείκης στηριγμένοι στη δύναμη του πεθερού τους Άδραστου κατέστρωσαν σχέδιο να μπουν με στρατό πρώτα στη Θήβα κι έπειτα στην Καλυδώνα και να γίνει ο καθένας βασιλιάς στον τόπο του. Έτσι ξεκίνησε η περίφημη εκστρατεία των «Επτά επί Θήβας», στην οποία ο Τυδέας συμπαραστάθηκε στον Πολυνείκη στην προσπάθειά του να καταλάβει τον θρόνο της Θήβας από τον αδερφό του, Ετεοκλή και διακρίθηκε για το θάρρος του ως ένας από τους «Επτά επί Θήβας», αλλά τελικά σε κάποια μάχη τραυματίσθηκε θανάσιμα και δεν πρόφτασε να διεκδικήσει τη βασιλεία στη δική του χώρα, την Καλυδώνα.

Μετά το θάνατο του Τυδέα, ο γιος του Διομήδης παντρεύτηκε μια Αργεία, την Αιγιαλεία, και εγκαταστάθηκε στο Άργος. Ο Διομήδης έγινε μόνιμος πολίτης του Άργους, συνέχισε όμως την επαφή του με την Καλυδώνα, την πατρίδα του πατέρα του, την οποία διοικούσε ο παππούς του, ο Οινέας, και ήθελε να εκδικηθεί για την εξορία του πατέρα του από την Καλυδώνα. Κάποτε έμαθε ότι οι οικογενειακοί τους εχθροί με πρωταγωνιστή το γιο του Άγριου, το Θερσίτη, οργάνωσαν μια συνωμοσία με σκοπό την πτώση του βασιλιά, παραμέρισαν από την εξουσία τον παππού του Οινέα, τον κακοποίησαν και τον φυλάκισαν. Ο Διομήδης ένιωσε ντροπή να μην κάνει κάτι για τον άτυχο παππού του και ξεκίνησε για την Καλυδώνα. Μπήκε κρυφά στην πόλη, αιφνιδίασε τους εχθρούς του, σκότωσε τα ξαδέρφια του που είχαν σφετεριστεί τον θρόνο του βασιλιά Οινέα, πλην του Θερσίτη που κατάφερε να διαφύγει, και άφησε στο θρόνο του παππού του τον Ανδραίμονα, που είχε παντρευτεί μια κόρη του Οινέα. Φεύγοντας από την Καλυδώνα πήρε μαζί του τον γέρο και ανήμπορο παππού του Οινέα, για να τον φροντίσει στα γεράματά του.

Επιστρέφοντας στο Άργος από τα μέρη της Αρκαδίας, ο Θερσίτης, που είχε γλυτώσει από τα χέρια του Διομήδη και τους ακολουθούσε, κατάφερε να πετύχει και να σκοτώσει τον γέροντα Οινέα λίγο πριν φτάσουν στο Άργος [20]. Ο Διομήδης έθαψε τον παππού του στο μέρος που σκοτώθηκε και για να τον τιμήσει ίδρυσε μια μυθική πόλη στο σημείο εκείνο και την ονόμασε Οινόη από το όνομα του παππού του Οινέα [21].

 

Γενεαλογικός πίνακας

 

Αργότερα ο Διομήδης πήρε μέρος στην τρωική εκστρατεία και με την προστασία της Αθηνάς πέτυχε πολλά και θαυμαστά κατορθώματα. Ο Όμηρος μάλιστα τον παρουσιάζει ως τον γενναιότερο των Ελλήνων μετά τον Αχιλλέα. Με τον Οινέα σχετίζεται και το περίφημο επεισόδιο του Γλαύκου και Διομήδη, που περιγράφει στην Ιλιάδα ο Όμηρος [22].

Ο Γλαύκος και ο Διομήδης ανταλλάσσουν τον οπλισμό τους. Αττική πελίκη του «Ζωγράφου του Hasselmann», περ. 420 π.Χ.

Η μονομαχία Γλαύκου – Διομήδη είναι μία από τις 19 μονομαχίες που διαβάζουμε στην Ιλιάδα. Πριν και κατά την διεξαγωγή μιας μονομαχίας οι αντίπαλοι ανταλλάσσουν πολεμικές προκλήσεις και απειλές, για να εκφοβίσουν τον αντίπαλο. Στη μονομαχία αυτή ο Γλαύκος, γιος του Ιππόλοχου, που πολεμούσε με το μέρος των Τρώων στο πλευρό του εξαδέλφου του, του Σαρπηδόνα, βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Διομήδη. Πάνω στη μονομαχία ο Διομήδης ρώτησε το Γλαύκο ποιος είναι [23]. Ο Γλαύκος απάντησε ότι ήταν εγγονός του Βελλεροφόντη, που ο παππούς του Διομήδη Οινέας τον είχε κάποτε φιλοξενήσει στο ανάκτορό του και είχαν ανταλλάξει πολύτιμα δώρα.  Τότε Διομήδης έμπηξε το κοντάρι του στη γη και του είπε: «Μου είσαι φίλος πατρικός από παλιά, αλήθεια! Όπλα ας ανταλλάξουμε, όλοι αυτοί να ξέρουν πως μια φιλία πατρική ανάμεσά μας είναι». Οι απόγονοι των δύο ανδρών πήδησαν αμέσως από τα άλογα, έδωσαν τα χέρια και ορκίστηκαν φιλία. Αλλά ο Δίας σάλεψε τη σκέψη του Γλαύκου κι έδωσε στο Διομήδη όπλα χρυσά που άξιζαν εκατό κι εννιά βόδια, για να πάρει τα ορειχάλκινα όπλα του Διομήδη, που είχαν πολύ μικρότερη αξία.

Η αρχαία Οινόη, λοιπόν, βρίσκεται στις ανατολικές πλαγιές του Αρτεμισίου από την προϊστορική εποχή. Συνδέεται με την αρχαία μυθολογική παράδοση, με γεγονότα και πρόσωπα της Αιτωλίας και της Αργολίδας από την εποχή του Ηρακλή μέχρι τον τρωικό πόλεμο. Πρωταγωνιστής τους ο βασιλιάς Οινέας από στην Καλυδώνα της Αιτωλίας, που πέθανε στην Αργολίδα, τον έθαψαν στην περιοχή αυτή και της έδωσαν το όνομά του.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Παυσανίας, Αττικά, 15,1

[2] Παπαχατζής Νικόλαος, Παυσανία Κορινθιακά, σελ. 185.

[3] «προελθοῦσι δὲ αὐτόθεν διαβάντων ποταμὸν χείμαρρον Χάραδρον καλούμενον ἔστιν Οἰνόη, τὸ ὄνομα ἔχουσα, ὡς Ἀργεῖοί φασιν…» Παυσανία, Κορινθιακά, 25,2

[4] Αρχαιολογικό Δελτίο 26 (1971)

[5] Κοφινιώτης Ιωάννης, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών» Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008, σελ. 142.

[6] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών,  τόμος Γ1, σελ. 64

[7] Ποικίλη στοά ή Πεισιανάκτειος στην αρχαία Αθήνα. Ονομάστηκε έτσι από τα πολλά και πολύχρωμα θαυμάσια έργα τέχνης που φιλοξενούσε καθώς και από το όνομα του γαμπρού του Κίμωνος, Πεισιάνακτα.

[8] «αὕτη δὲ ἡ στοὰ πρῶτα μὲν Ἀθηναίους ἔχει τεταγμένους ἐν Οἰνόῃ τῆς Ἀργείας ἐναντία Λακεδαιμονίων», Παυσανίας, Αττικά, 15,1

[9] πλησίον δὲ τοῦ ἵππου καὶ ἄλλα ἀναθήματά ἐστιν Ἀργείων,… Ὑπατοδώρου καὶ Ἀριστογείτονός εἰσιν ἔργα, καὶ ἐποίησαν σφᾶς, ὡς αὐτοὶ Ἀργεῖοι λέγουσιν, ἀπὸ τῆς νίκης ἥντινα ἐν Οἰνόῃ τῇ Ἀργείᾳ αὐτοί τε καὶ Ἀθηναίων ἐπίκουροι Λακεδαιμονίους ἐνίκησαν. Παυσανίας, Φωκικά, Χ,10,3

[10] Παυσανία, Φωκικά, 10,38,1

[11] Κακριδής Ιωάννης, Ελληνική Μυθολογία, τόμος 3, σελ. 153

[12] Το όνομα του βασιλιά της Καλυδώνας έχει παγκοσμίως ταυτιστεί με τον οίνο (Οινεύς – Vin γαλλικά – Vinoι σπανικά – Wein γερμανικά – Wine αγγλικά, κρασί =κεκραμένος οίνος, δηλαδή ανακατεμένος με νερό).

[13] Κακριδής Ιωάννης, Ελληνική Μυθολογία, τόμος 3, σελ.153

[14] Κακριδής Ιωάννης, Ελληνική Μυθολογία, τόμος 3, σελ.154

[15] Καρλ Κερένυι, Η Μυθολογία των Ελλήνων, Εκδόσεις «Εστία», 1995, σελ. 359-367.

[16] Ησίοδου, Ηοίαι, απόσπ. 13

[17] «Ἀλθαίας δὲ ἀποθανούσης ἔγημεν Οἰνεὺς Περίβοιαν τὴν Ἱππονόου. ταύτην δὲ ὁ μὲν γράψας τὴν Θηβαΐδα πολεμηθείσης Ὠλένου λέγει λαβεῖν Οἰνέα γέρας, Ἡσίοδος δὲ ἐξ Ὠλένου τῆς Ἀχαΐας, ἐφθαρμένην ὑπὸ Ἱπποστράτου τοῦ Ἀμαρυγκέως, Ἱππόνουν τὸν πατέρα πέμψαι πρὸς Οἰνέα πόρρω τῆς Ἑλλάδος ὄντα, ἐντειλάμενον ἀποκτεῖναι». Απολλοδώρου, Βιβλιοθήκη, Α 8,4

[18] Ομήρου, Ιλιάδα, Ξ 117

[19] Κακριδής Ιωάννης, Ελληνική Μυθολογία, τόμος 3, σελ.158

[20] «Οἰνέα γὰρ τὸν βασιλεύσαντα ἐν Αἰτωλίᾳ λέγουσιν ὑπὸ τῶν Ἀγρίου παίδων ἐκβληθέντα τῆς ἀρχῆς παρὰ Διομήδην ἐς Ἄργος ἀφικέσθαι. ὁ δὲ τὰ μὲν ἄλλα ἐτιμώρησεν αὐτῷ στρατεύσας ἐς τὴν Καλυδωνίαν, παραμένειν δὲ οὐκ ἔφη οἱ δύνασθαι· συνακολουθεῖν δέ, εἰ βούλοιτο, ἐς Ἄργος ἐκεῖνον ἐκέλευεν. ἀφικόμενον δὲ τά τε ἄλλα ἐθεράπευεν, ὡς πατρὸς θεραπεύειν πατέρα εἰκὸς ἦν, καὶ ἀποθανόντα ἔθαψεν ἐνταῦθα. ἀπὸ τούτου μὲν Οἰνόη χωρίον ἐστὶν Ἀργείοις». Παυσανία, Κορινθιακά,25.3

[21] Κακριδής Ιωάννης, Ελληνική Μυθολογία, τόμος 3, σελ.158

[22] Ομήρου, Ιλιάδα, Ζ, 119-236

[23] «Ποιος είσαι, αρχοντογέννητε, απ’ τους θνητούς ανθρώπους; Δε σ’ είδα ως τώρα καν ποτέ σε μάχη που δοξάζει· μα όλους με το θάρρος σου τους έχεις ξεπεράσει, αφού το μακροΐσκιωτο κοντάρι μου αντέχεις». Ομήρου Ιλιάδα, Ζ, 123-126.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

*  Το έναυσμα για να γραφεί το παραπάνω άρθρο προέκυψε μετά από την επαφή μας με τον επιχειρηματία Γεώργιο Δαγρέ, κάτοικο της περιοχής (Μερκούρι), ο οποίος παράλληλα με τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες στο εξωτερικό, θέλησε να γνωστοποίηση και την ιστορία του τόπου απ’ όπου προέρχεται το προϊόν που εμπορεύεται.

 

Αφιέρωμα στην Αγγελική Γεωργιάδου (1953-2020)


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα»  ένα μικρό αφιέρωμα σε μια «άγνωστη» συμπολίτισσά μας,  ένα ήρεμο καθημερινό άνθρωπο, που έζησε απλά και αθόρυβα και με τον ίδιο τρόπο έφυγε από τη ζωή. Γράφει ο κ. Φώτης Γαλάνης, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Χριστιανικού Ομίλου «Η Αγία Αικατερίνη».

 

Αφιέρωμα στην Αγγελική Γεωργιάδου (1953-2020)

 

Αγγελική Γεωργιάδου

Μια σεμνή, αφανής, αποκομμένη, σ’ όλη της τη ζωή απ’ τον κοινωνικό ιστό της πόλης μας, το Άργος, αλλά και της γειτονιάς της έφυγε από κοντά μας αφήνοντας παρακαταθήκες ζωής.

Γόνος φτωχής αργείτικης οικογένειας, μοναχοπαίδι του μπάρμπα – Γιάννη του μπαλωματή, χωρίς στενούς συγγενείς, βίωνε λάθρα στο δικό της κόσμο με τα πολλά προβλήματα υγείας αλλά και τις οικονομικές της στερήσεις. Δεν ενοχλούσε κανένα. Έλυνε κατά το μέτρο των δυνατοτήτων της όλα τα προβλήματα. Ήταν αξιοπρεπής, δεν ασχολείτο με τα του κόσμου. Οι καθημερινές της μικροανάγκες την υποχρέωναν να κυκλοφορεί περιορισμένα στην πόλη ενώ την Κυριακή και τις μεγάλες εορτές εκκλησιαζόταν τακτικά στον Άγιο Πέτρο, την Ενορία της.

Οι σχέσεις της με τη γειτονιά ήταν άριστες, χωρίς να ενοχλεί κανέναν. Δε δεχόταν επισκέψεις αλλά ούτε και αυτή έκανε ανάλογες επισκέψεις. Κλεισμένη στον εαυτό της και στο σπιτάκι της  βίωνε σιωπηρά, αδιαμαρτύρητα, αγόγγυστα τα σοβαρά προβλήματα υγείας της και τη μοναξιά της. Τη διέκρινε η τάξη και η πλήρης οργάνωση του προγράμματος της ζωής της.

Όμως η μακροχρόνια φαρμακευτική της αγωγή, τα πολλά προβλήματα υγείας, που είχαν συσσωρευτεί, την κλόνισαν  και άρχισε να καταρρέει. Έχασε τη φωνή της ενώ αργά αλλά σταθερά δεν τη βοηθούσαν τα πόδια της και ήταν αδύνατον να αυτοεξυπηρετηθεί. Στο τέλος επικοινωνούσε γραπτώς μέχρι που και το χέρι της την εγκατέλειψε.

Έτσι έφθασε στο Γηροκομείο μας ως τρόφιμος τον Οκτώβριου του 2019. Η περιποίηση που δεχόταν καθημερινά, η αμέριστη αγάπη και φροντίδα του προσωπικού, την οδήγησαν στην απόφαση να δωρίσει το σπίτι της (μικρή μονοκατοικία) στο Γηροκομείο Άργους. Λόγω ραγδαίας επιδείνωσης της κατάστασης της έφυγε αθόρυβα όπως έζησε, στις 27-3-2020.

Εν μέσω κορονοϊού οδηγήθηκε στην τελευταία της κατοικία και πάλι μόνη, ενώ είχε φροντίσει να δωρίσει ένα οικόπεδο που είχε στον Ιερό Ναό, στο κοιμητήριο του οποίου ετάφη για να μνημονεύεται, αυτή και οι γονείς της,  όπως έγραφε στη διαθήκη της.

Ο Μεγάλος Θεός μας να σου ανταποδώσει όλα τα πνευματικά πλέον αγαθά έναντι των υλικών που στερήθηκες. Οι περιφρονήσεις της εδώ ζωής σου να είναι δόξα ουράνια και τέλος να σε αναπαύσει εις χώρα ζώντων  εκεί που ούτε λύπη ούτε στεναγμός υπάρχει.

Το Γηροκομείο μας, σε ευχαριστεί για τη δωρεά σου αυτή που αποβλέπει στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των τροφίμων του. Το Δ.Σ. του Χ.Φ.Ο. Άργους η «Αγία Αικατερίνη» που έχει και το Γηροκομείο Άργους με ομόφωνη απόφαση του ανακήρυξε την Αγγελική Γεωργιάδου Δωρήτρια του Γηροκομείου και η φωτογραφία της θα συμπληρώσει τη χορεία των Ευεργετών και Δωρητών του.

 

Φ. Γαλάνης

Μέλος του Δ.Σ