Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Ακύλας Μιχάλης (1900-1942)


 

Μιχάλης Ακύλας: Ο αργείτης ποιητής στο εκτελεστικό απόσπασμα των Γερμανιών.

Άρθρο του Δημήτρη Καρυάμη στην εφημερίδα «Τα Αργολικά», Αρ. φύλλου 206. Σάββατο 23 Ιουνίου 2012.

 

Μιχάλης Ακύλας

Ο Μιχάλης Ακύλας του Αντωνίου, ποιητής και διηγηματογράφος, γεννήθηκε στο Άργος το 1900 και εκτελέστηκε από τους Γερμανούς κατακτητές το καλοκαίρι του 1942. Σπούδασε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων από ηλικία 15 ετών. Αποφοίτησε το 1919 ως σημαιοφόρος και υπηρέτησε ως αξιωματικός στο Πολεμικό Ναυτικό και έλαβε μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις του στόλου κατά τα έτη 1920 – 1923. Το 1929 εκπαιδεύτηκε ως παρατηρητής αεροπόρος, και μετατάχθηκε στην Πολεμική Αεροπορία. Αποστρατεύτηκε αργότερα και ανεκλήθη ως έφεδρος επισμηναγός κατά το πόλεμο του 1940-1941 και υπηρέτησε με αξιόλογο δράση κατά των στρατευμάτων κατοχής.

Παράλληλα, ο Μιχάλης Ακύλας ασχολήθηκε με την ποίηση και τον πεζό λόγο, συνεργαζόμενος με λογοτεχνικά έντυπα, τυπώνοντας μόνο δύο βιβλία: Το 1934, το διήγημα «Οι τελευταίες μέρες του Ιούδα» και το 1935 τη συλλογή «Ποιήματα».

Την άνοιξη του 1942 συνελήφθη από τους Γερμανούς ενώ επιχειρούσε με άλλους 43 πατριώτες, αξιωματικούς και πολίτες, να διαφύγουν με δύο καΐκια στην Αίγυπτο. Κάποιος τους πρόδωσε… Λίγο μετά τον απόπλου από τον Πειραιά, γερμανικό περιπολικό συνέλαβε όλους τους επιβαίνοντες στα δυο καΐκια. Από την 1η Απριλίου 1942 βρέθηκαν φυλακισμένοι στις φυλακές Αβέρωφ και την 27η Μαΐου ειδοποιήθηκαν στη φυλακή ότι χαρακτηρίζονται ως όμηροι. Κάτι που σήμαινε ότι θα πλήρωναν με τη ζωή τους κάθε εκδήλωση σαμποτάζ εναντίον των Γερμανικών δυνάμεων.

Έπειτα από μια εβδομάδα με τον ισχυρισμό ότι είχε γίνει δολιοφθορά στη σιδηροδρομική γραμμή Λαρίσης κοντά στο Μενίδι, διατάχθηκε, χωρίς καμιά άλλη διαδικασία, η εκτέλεση 8 κρατούμενων ομήρων αξιωματικών για λόγους αντιποίνων και κατόπιν επιλογής μεταξύ των κρατουμένων. Ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Ακύλας. Το πρωί της 5ης Ιουνίου 1942, εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς στο σκοπευτήριο της Καισαριανής.

Ο Ακύλας αντίκρισε υπερήφανα το απόσπασμα, τραγουδώντας με τους υπόλοιπους αξιωματικούς τον Εθνικό Ύμνο και αναφωνώντας προ του τέλους «Ζήτω η Ελλάς»… Ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, με αφορμή τη φυλάκιση και την εκτέλεση των Ελλήνων αιχμαλώτων στην Καισαριανή, το 1946 έγραψε ένα αφήγημα στο περιοδικό «Γράμματα» με τον τίτλο «Η Δάφνη», το οποίο εξέδωσε και σε βιβλίο τη δεκαετία του ’60. Σε άρθρο του στην εφημερίδα «Ελευθερία» (27 Οκτωβρίου 1963) αναφέρεται στο περιστατικό και χαρακτηρίζει τον επισμηναγό Ακύλα «πνευματικότατο άνθρωπο».

Αναφέρεται και στην έγγραφη αναφορά προς τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό του ιερέα Αντ. Αντωνόπουλο που κοινώνησε τους μελλοθάνατους: «Προ της αναχωρήσεως εκάστης ομάδος (προς το απόσπασμα) οι μελλοθάνατοι μας ενηγκαλίζοντο καταφιλούντες τας χείρας μας και το μέτωπόν μας, ως επίσης και ημείς αυτούς, θέαμα προκαλέσαν σπαρακτικάς συγκινήσεις. Οι μελλοθάνατοι κατείχοντο από υπερχειλίζουσαν πίστιν και θερμότητα πατριωτισμού. Ιδιαιτέρως οφείλω να εξάρω την απόλυτον ψυχραιμίαν και απάθειαν αληθούς φιλοσόφου, του αντισυνταγματάρχου (;) Μιχ. Ακύλα, τελευταίως εκτελεσθέντος μετά του Δημ. Γιαγκουδάκη».

 

Ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιώργης Γιατρομανωλάκης γράφει για τον  Μιχάλη Ακύλα στην εφημερίδα «Το Βήμα», στις 2 Ιουνίου του 2018.

 

Μιχαήλ Ακύλας: ένας ωραίος έλληνας ήρωας και ποιητής

 

Τα χαράματα της 5ης Ιουνίου 1942 ο επισμηναγός και ποιητής Μιχαήλ Ακύλας εκτελέστηκε μαζί με επτά έλληνες αξιωματικούς στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Είχε συλληφθεί πριν από λίγους μήνες από τους Γερμανούς για την αντιστασιακή δράση του, οδηγήθηκε στις φυλακές Αβέρωφ και από εκεί στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Εκτός από την εθνική δράση του, ο Μιχαήλ Ακύλας ήταν και συγγραφέας. Το 1934 δημοσίευσε ένα διήγημα, «Οι τελευταίες ημέρες του Ιούδα», και το 1935 την ποιητική συλλογή «Ποιήματα», η οποία θαυμάστηκε πολύ.

Έως και λίγα χρόνια πριν γνωρίζαμε τις σχέσεις του Μιχαήλ Ακύλα με τον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο και τον Ηλία Βενέζη. Μάλιστα, ο τελευταίος σε επιστολή του στη «Νέα Εστία» (τ. 430, 15/5/1945) αναφέρεται στη θυσία του ήρωα-ποιητή και δικαιολογεί για ποιον λόγο δεν τόλμησε το 1943, όταν κυκλοφόρησε η «Αιολική Γη», να αφιερώσει όπως σκόπευε αυτό το βιβλίο στον νεκρό φίλο του. Ευρισκόταν, όπως λέει, και ο ίδιος στις φυλακές Αβέρωφ όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο και ο εκδότης του τον συμβούλευσε να μην επιβαρύνει τη θέση του με αυτή την αφιέρωση. Σήμερα η «Αιολική Γη» είναι αφιερωμένη «Στη μνήμη του φίλου μου Μιχάλη Ακύλα, αντισμήναρχου – ποιητή που πέθανε για την Ελλάδα από σφαίρες Γερμανών στα 1942».

 

Οι τελευταίες ημέρες του Ιούδα

 

Ωστόσο, από όσα ξέρουμε σήμερα, ο Μιχαήλ Ακύλας διατηρούσε στενές σχέσεις με τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Στη συλλογή «1934 / Προϊστορία / ή Καταγωγή» ο Εμπειρίκος του αφιερώνει ένα θριαμβευτικό ποίημα, το «Ιε παι», ενώ σε ένα άλλο ποίημά του, πάλι του 1933, «Το ζήτημα του υποκαμίσου», αφιερωμένο στον Νικόλαο Κάλας, διαβάζουμε «…κι αυτή τη γνώμη μου την δείχνει και η συμβουλή που σου ‘δωσα / στο εστιατόριο όπου φάγαμε μαζί με τον μεγάλο φίλο μου Μιχάλη…». Ιδού λοιπόν ένα τόσο ενδιαφέρον τρίο που μέχρι πρόσφατα το αγνοούσαμε.

Όμως ο Εμπειρίκος δεν μνημονεύει τον «μεγάλο φίλο του Μιχάλη» μόνο σε αυτά τα ποιήματα. Στην «Ενδοχώρα» υπάρχει ένα ακόμη ποίημα, το επιγραφόμενο «Βορειονατολική παλάμη» (1934), που αφιερώνεται στον Ακύλα. Και όχι μόνο. Το ανέκδοτο, πριν από λίγα χρόνια, πεζό κείμενο του Εμπειρίκου «Τα τεκταινόμενα», γραμμένο στις 22/2/1940, αφιερώνεται, εκ των υστέρων, «Στη μνήμη του Μιχάλη Ακύλα».

Το σημαντικότερο όμως κείμενο του Εμπειρίκου που αναφέρεται στον Μιχάλη Ακύλα είναι το ανέκδοτο εισέτι και προσεχώς εκδιδόμενο γραπτό «Der Sonderführer Nikolaus Schultz», που γράφεται στις 20/2/1946. Σε αυτό το εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο του Εμπειρίκου μαθαίνουμε τα έργα και τις ημέρες ενός εθνικοσοσιαλιστή αξιωματικού, του Nikolaus Schultz, ο οποίος έρχεται στην Ελλάδα ως κατακτητής και διαπράττει, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, σωρεία εγκλημάτων. Είναι εκείνος ο οποίος, σύμφωνα με το γραπτό του Εμπειρίκου, εκτελεί στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής τον ήρωα, φίλο και ποιητή Μιχάλη Ακύλα μαζί με τους επτά άλλους ήρωες. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η περιγραφή της σκηνής της εκτελέσεως του Ακύλα και των άλλων επτά στην Καισαριανή, όπως επίσης ο περιγραφόμενος θαυμασμός του γερμανού αξιωματικού μπροστά σε αυτούς τους ήρωες. Ο αιμοσταγής και εν ταυτώ φιλέλληνας (!) Γερμανός θαυμάζει τους μελλοθάνατους πατριώτες και λυπάται επειδή «απέθαναν τόσο ωραία που θάταν άξιοι να γίνουν στρατιώται της Wermacht»!

Ιδού λοιπόν πώς ένας ξεχασμένος ήρωάς μας (μαζί με τόσους άλλους, επανέρχεται στο φως χάρη στον φίλο του ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκο). Ιδού για άλλη μια φορά μπροστά μας η, έστω και πολύ καθυστερημένη, αγαθότητα της Ιστορίας. Ιδού και η πρώτη και η τελευταία στροφή αυτού του οιονεί «πολεμικού» ποιήματος «Ιε παι» που αφιερώνει ο ποιητής στον δημοκρατικό φίλο του Μιχάλη Ακύλα.

Πρόκειται για έναν, θα λέγαμε, παιάνα πολεμικής τάξεως, ή και πολιτικής, συνταγμένο από τον Εμπειρίκο, ο οποίος την εποχή αυτή (1933) είναι στραμμένος στα σοσιαλιστικά του οράματα. Δεν γνωρίζουμε τι συζητούσαν οι δύο ποιητές, αλλά το ποίημα μάλλον πολιτικής τάξεως μοιάζει να είναι. Διαφορετικά δεν δικαιολογείται αυτή η ελπίδα του Εμπειρίκου ότι ο «χαρμόσυνος αγώνας» του φίλου του κάποια ημέρα θα βοηθήσει ώστε να αναπτερωθεί η «σερνάμενη ζωή μας με τον παιάνα της Νίκης».

«Μεγαλόψυχε φίλε! / Αν μπόρεσης μιαν ημέρα με την δύναμη που έχεις / Και θεούς ν’ αναστήσης / – Με τον Διόνυσο και τον Απόλλωνα πριν απ’ όλους τους άλλους / (Ή και μόνον με αυτούς γιατί, ξέρεις, αρκούν αυτοί που αγαπάμε) / Μη ξεχάσης τον Πάνα. (…) Να τον έχης λοιπόν μαζί σου τον Πάνα / Κ’ έτσι / Οταν έρθη η ημέρα της αναπότρεπτης πάλης / Και θα δονούνται οι καρδιές, τα μπετόν και τα φύλλα / Θα σε βοηθήση, φίλε, μεγάλως κι αυτός, / Στον χαρμόσυνό σου αγώνα / Ν’ αναπτέρωσης εσύ την σερνάμενη ζωή μας / Με τον παιάνα της Νίκης. Αθήνα, 2/8/33».

 

Πηγές


  • Εφημερίδα «Τα Αργολικά», Αρ. φύλλου 206. Σάββατο 23 Ιουνίου 2012.
  • Εφημερίδα «Το Βήμα», 2 Ιουνίου 2018.

 

Άδραστος – ΚΗ’ Βασιλιάς του Άργους (1329 π.Χ.)


 

Βασιλιάς του Άργους, γιος του Ταλαού και της Λυσιμάχης, κόρης του Άβαντος. Αδελφοί του Αδράστου ήταν ο Παρθενοπαίος, ο Πρώναξ, ο Μηκιστεύς και ο Αριστόμαχος. Το όνομα Άδραστος προέρχεται από το στερητικό ἀ-(μη) και το ρήμα δράω (πράττω, κινούμαι, φεύγω), που σημαίνει τον ακλόνητο, τον ατρόμητο. Αδελφή του ήταν η Εριφύλη. Ο Ταλαός σκοτώθηκε από το συγγενή του Αμφιάραο και τότε ο Άδραστος κατέφυγε στον Πόλυθο κι έγινε βασιλιάς της Σικυώνας. Όταν όμως ο Αμφιάραος νυμφεύθηκε την Εριφύλη, την αδελφή του Αδράστου, οι δύο άνδρες συμφιλιώθηκαν, και ο Άδραστος έγινε βασιλιάς του Άργους. Από τη γυναίκα του, Αμφιθέα (κόρη του αδελφού του Πρώνακτα), ο Άδραστος είχε τρεις κόρες, τις Αργεία, Δηïπύλη και Αιγιάλεια, και δύο γιους, τον Κυάνιππο και τον Αιγιαλέα, ο οποίος συμβασίλευε στο Άργος με τον πατέρα του  Άδραστο.

 

Ο Άδραστος (όρθιος, πάνω αριστερά) σε παράσταση ετρουσκικού σφραγιδόλιθου του 5ου αιώνα π.Χ. Απεικονίζονται τέσσερις ακόμα στρατηγοί που πήραν μέρος στην εκστρατεία Επτά επί Θήβας: ο Παρθενοπαίος, ο Αμφιάραος, ο Πολυνείκης και ο Τυδέας (Κρατικό Μουσείο, Βερολίνο).

 

Ο Άδραστος είδε ένα όνειρο, πως η μία κόρη του θα ‘παίρνε για άνδρα της έναν αγριόχοιρο και η άλλη ένα λιοντάρι. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, την προφητεία αυτή του την έκανε το Μαντείο των Δελφών, όταν το ρώτησε ποιους συζύγους έπρεπε να δώσει στις κόρες του. Συλλογιζόταν τον παράξενο χρησμό – ή το παράξενο όνειρο – όταν ξαφνικά άκουσε κλαγγή όπλων στο προαύλιο του ανακτόρου του. Ήταν ο Πολυνείκης και ο Τυδέας, που είχαν ο πρώτος ένα λιοντάρι στην ασπίδα του, το έμβλημα των Θηβών, και ο δεύτερος έναν αγριόχοιρο, το έμβλημα της Καλυδώνος. Είχαν φύγει και οι δύο από τις πόλεις τους: Ο Πολυνείκης, γιος του Οιδίποδα, είχε εκδιωχθεί από τον συμβασιλέα αδελφό του, Ετεοκλή, και ο Τυδέας είχε σκοτώσει τον αδελφό του, Μελάνιππο, σε ένα κυνήγι, τάχα άθελά του, στην πραγματικότητα όμως επειδή υπήρχε μια προφητεία πως ο Μελάνιππος θα τον σκότωνε, και οι συμπατριώτες του τον έδιωξαν επειδή είχε «εκβιάσει» τη μοίρα.

Μόλις βρέθηκαν στην αυλή του Αδράστου, άρχισαν να φιλονικούν για τα πλούτη και τη δόξα των πόλεών τους, κι ο Άδραστος τελικά τους συμφιλίωσε. Καταλαβαίνοντας, λοιπόν, πως ο χρησμός αφορούσε αυτούς  – σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο Πολυνείκης φορούσε δορά λιονταριού κι ο Τυδέας δορά κάπρου – ο Άδραστος τους πάντρεψε με την Αργεία και τη Δηιπύλη, και υποσχέθηκε να τους αποκαταστήσει στους θρόνους τους. Πρώτα όμως θα βάδιζε εναντίον των Θηβών, που ήταν πιο κοντά.

 

Η διαμάχη μεταξύ του Τυδέα και Πολυνείκη κάτω από την πύλη του Άργους όπου κατέφυγαν, φιλονικούν για τα πλούτη και τη δόξα των πόλεών τους. Ο Άδραστος βασιλιάς του Άργους, προσπαθεί να τους χωρίσει, στην πόρτα εμφανίζονται οι κόρες του, που έμελλε να παντρευτούν τους δύο ήρωες πολεμιστές. Κρατήρας. Σικελία περ. 350 – 340 π.χ

 

Ο Αμφιάραος όχι μόνο αρνήθηκε να λάβει μέρος στην εκστρατεία αυτή – ήταν και μάγος, και ήξερε την έκβασή της – αλλά και κρύφτηκε σε ένα μέρος που το ήξερε μόνο η γυναίκα του, Εριφύλη. Ο Τυδέας συμβούλευσε τον Πολυνείκη να προσφέρει στην Εριφύλη το μαγικό περιδέραιο που είχε χαρίσει η Αφροδίτη στη γυναίκα του Κάδμου, Αρμονία, για το γάμο της (ο Κάδμος και η Αρμονία ήταν πρόγονοι του Πολυνείκη). Η Εριφύλη δέχτηκε το δώρο, απάτησε τον άνδρα της με τον Πολυνείκη και τον παρακάλεσε να πολεμήσει με τον Άδραστο.

 

Ο Πολυνείκης προσφέρει στην Εριφύλη το μαγικό περιδέραιο που είχε χαρίσει η Αφροδίτη στη γυναίκα του Κάδμου, Αρμονία. Ερυθρόμορφη οινοχόη περ. 450-440 π.Χ. Μουσείο του Λούβρου.

 

Ο Αμφιάραος υπάκουσε τη γυναίκα του, αλλά η μαντική του τέχνη τον έκανε να καταλάβει την απάτη, κι έβαλε τους γιους του να του ορκιστούν πως θα σκότωναν τη μητέρα τους αν δεν γύριζε από τον πόλεμο εναντίον των Θηβών. Εκτός από τον Αμφιάραο, τον Άδραστο, τον Τυδέα και τον Πολυνείκη, έλαβαν μέρος στην εκστρατεία ο Καπανεύς, ο Ιππομέδων και ο Παρθενοπαίος, γιος του Μελεόγρου και της Αταλάντης.

Από την εκστρατεία αυτή (Επτά επί Θήβας) διασώθηκε μόνο ο Άδραστος, χάρη στην ταχύτητα του αλόγου του, Αρίωνα, που του είχε χαρίσει ο Ηρακλής. Ο Άδραστος κατέφυγε τότε στην Αθήνα και παρακάλεσε τον Θησέα να τον βοηθήσει για να πάρει από τους Θηβαίους τα πτώματα των συμπολεμιστών του. Πραγματικό, ο Θησέας ηγήθηκε εκστρατείας εναντίον των Θηβών και κατόρθωσε να πάρει τους νεκρούς.

Ο Άδραστος, αισθανόμενος βαθιά ταπείνωση από την ήττα του, ξεσήκωσε μετά από δέκα χρόνια (1319 π.Χ.) τα παιδιά των σκοτωμένων ηγετών, τους λεγόμενους «Επιγόνους» και εκστράτευσε εκ νέου κατά των Θηβών. Τη φορά αυτή πέτυχε: οι Θηβαίοι νικήθηκαν, η πόλη τους κυριεύθηκε και καταστράφηκε. Η Εριφύλη είχε δωροδοκηθεί ξανά, παίρνοντας από τον Θέρσανδρο το χιτώνα της Αρμονίας, κι έπεισε το γιο της, Αλκμέωνα, να μετάσχει στον πόλεμο των Επιγόνων εναντίον των Θηβών. Εκείνος όμως αργότερα, υπακούοντας στην εντολή του πατέρα του, σκότωσε τη μητέρα του. Τέλος, οι Αργείοι ανέβασαν στον θρόνο της τον γιο του Πολυνείκη, τον Θέρσανδρο, και αποχώρησαν.

Ο μόνος που είχε σκοτωθεί, στη δεύτερη αυτή εκστρατεία, από την παράταξη των Αργείων ήταν ο γιος του Αδράστου, Αιγιαλεύς. Ήταν τόση η λύπη του γέρου πια βασιλιά για το θάνατο του γιου του, ώστε γυρίζοντας για το Άργος πέθανε στα Μέγαρα. Ο Απολλόδωρος αναφέρει πως τα ανάκτορα του Αδράστου σώζονταν στο Άργος ακόμη έως την εποχή του Παυσανία.

Ο Άδραστος τιμήθηκε πολύ στα Μέγαρα, στον Κολωνό της Αττικής και στη Σικυώνα ως ήρωας. Ιδιαίτερα στην τελευταία πόλη, τιμούσαν τα παθήματά του με γιορτές, θυσίες και ταφικούς χορούς ως την εποχή του Κλεισθένη. Το επεισόδιο όπου ο Άδραστος κατέφυγε ως ικέτης (με τις μητέρες και τα παιδιά των σκοτωμένων Αργείων) στους Αθηναίους, και συγκεκριμένα στο τότε βασιλικό ζεύγος, το Θησέα και την Αίθρα, ενέπνευσε τον Ευριπίδη να δημιουργήσει μία από τις γνωστότερες τραγωδίες του, τις «Ικέτιδες», που παραμένει και σήμερα ένα δυνατό κήρυγμα για την ειρήνη στον κόσμο.

 

Η Βασιλική οικογένεια του Αδράστου

 

Ο Άδραστος με την γυναίκα του Αμφιθέα απέκτησαν:

Α. Την Αργεία, σύζυγο του Πολυνείκη από την οποία γεννήθηκε ο Θέρσανδρος και ανήλθε στο θρόνο των Θηβών. Ο Θέρσανδρος ήταν ένα από τα κυριότερα πρόσωπα της εκστρατείας των Επιγόνων κατά της Θήβας. Ο Θέρσανδρος πήρε ως σύζυγό του την κόρη της Εριφύλης, τη Δημώνασσα, και μαζί απέκτησαν ένα γιο, τον Τισσαμενό.

Η Αργεία είχε κηδεύσει τον πεθερό της Οιδίποδα και είχε βοηθήσει την Αντιγόνη στην ταφή του Πολυνείκη. Ο Πολυνείκης επιτέθηκε στην πόλη των Θηβών με τους συμμάχους του «Επτά επί Θήβας» και σκοτώθηκε στη μάχη. Ο βασιλιάς Κρέοντας, διέταξε να παραμείνει άταφο το σώμα του Πολυνείκη. Η αδελφή του, Αντιγόνη, παράκουσε τη διαταγή και έθαψε τη σορό του αδελφού της. Ο μύθος αυτός παρουσιάζεται στην τραγωδία του Σοφοκλή «Αντιγόνη».

Β. Την Δηïπύλη, σύζυγο του Τυδέα, από την οποία γεννήθηκε ο Διομήδης βασιλιάς του Άργους.

Γ. Την Αιγιάλεια, σύζυγο και θεία του Διομήδη, γιατί ήταν αδελφή της μητέρας του. Ο Όμηρος χαρακτηρίζει την Αιγιάλεια συνετή – φρόνιμη, ανδρεία (Περίφρονα και Ιφθίμην) και λίαν φίλανδρη διακαώς ποθούσα τον απόντα σύζυγό της, ο οποίος είχε εκστρατεύσει κατά της Τροίας. Κατά τους Ομηρικούς συγγραφείς, η θεά Αφροδίτη μετά τον τραυματισμό της από το Διομήδη, προστατεύοντας τον Αινεία στη μάχη της Τροίας, είχε χολωθεί προς αυτόν και για εκδίκηση έσπρωξε τη σύζυγό του σε ερωτική μανία.  Μετά από αυτό η Αιγιάλεια λησμόνησε το σύζυγό της και σύναψε ερωτικές σχέσεις με πολλούς νέους του Άργους και τέλος με τον Κόμητα, γιο του Σθενέλου, τον οποίο ο Διομήδης απερχόμενος στην Τροία άφησε επίτροπο στο θρόνο του.

Ο Διομήδης. Ρωμαϊκό άγαλμα του 2ου ή 3ου αι. π.Χ., αντίγραφο ελληνικού του 5ου αι. που αποδίδεται στον Ναυσυκλή ή στον Κρεσίλα. Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Η Αιγιάλεια επιβουλεύτηκε ακόμα και τη ζωή του Διομήδη μόλις αυτός επανήλθε στο Άργος. Ο Διομήδης κατέφυγε ικέτης στο ιερό της Ήρας και από εκεί διέφυγε στην Ιταλία στους Δαυνίους. (Λυκόφρων 610 – Μίμνερμος 11,33). Εκεί ο βασιλιάς Δαύνιος (ή Δαύνος) του ζήτησε να συμμαχήσει μαζί του στον πόλεμο κατά των Μεσσαπίων με αντάλλαγμα γαίες και τον γάμο με την κόρη του. Μετά την νίκη τους, ο Διομήδης μοίρασε τη γη που του δόθηκε στους Δωριείς που ήταν μαζί του, ενώ από την κόρη του Δαύνιου απέκτησε δυο γιους, τον Διομήδη και τον Αμφίνομο. Όταν πέθανε, οι Δωριείς τον έθαψαν στο νησί Διομήδεια της Αδριατικής (το σημερινό Isole de Tremiti). Οι ίδιοι παρέμειναν εκεί καλλιεργώντας τη γη που τους απέδιδε πολλούς καρπούς, καθώς ήταν έμπειροι στη γεωργία.

Όταν πέθανε ο Δαύνιος, οι Ιλλυριοί επιβουλεύτηκαν την εύφορη γη και σκότωσαν όλους τους Δωριείς που εκείνη την ώρα τελούσαν θυσία στο νησί όπου είχε ταφεί ο Διομήδης. Όμως ο Δίας όρισε τα σώματά τους να εξαφανιστούν και οι ψυχές τους να μεταμορφωθούν σε πουλιά που πλησιάζουν τα ελληνικά πλοία, ενώ αποφεύγουν τα ιλλυρικά. Τα πουλιά αυτά ήταν γνωστά ως Διομήδειες όρνιθες.

Αυτή είναι η εκδοχή που παραδίδει ο Αντωνίνος Λιβεράλις. Σύμφωνα με άλλες πηγές, ο Δαύνιος δεν έδωσε στον Διομήδη ό,τι του είχε υποσχεθεί και ο Διομήδης καταράστηκε τη χώρα να μένει άκαρπη, αν οι καλλιεργητές δεν ήταν Αιτωλοί συμπατριώτες του. Στη συνέχεια, εξασφάλισε την κατοχή της χώρας αλλά ο Δαύνιος υπερισχύει τελικά και σκοτώνει τον Διομήδη, ενώ οι σύντροφοί του μεταμορφώθηκαν σε πουλιά, ήμερα στη συνάντησή τους με Έλληνες, άγρια απέναντι σε άλλους.

Η Αιγιάλεια πατρωνυμικά ονομάζεται και Αδραστίνη.

Δ. Τον Κυάνιππο.

Ε. Τον Αιγιαλέα, ο οποίος συμβασίλευε στο Άργος με τον πατέρα του  Άδραστο.

 

Πηγές


  • Άγγελος Χρ. Κλειώσης, «Αργείων Βασιλέων Μέλαθρον, Λυκαυγές – Λυκόφως», Αργειακά Γράμματα, 1976.
  • Λεξικό του Αρχαίου Κόσμου, τόμος Α’, Εκδόσεις Δομή, Αθήνα, 1979.
  • Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας – Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας (Διαδίκτυο)

 

Η αρχαία Οινόη της Αργολίδας*


 

Η αρχαία Οινόη ήταν μια μικρή αργείτικη πόλη, που έγινε γνωστή από τη νίκη στην περιοχή αυτή των Αθηναίων και Αργείων εναντίον των Λακεδαιμονίων το 460 π.Χ. Η σημαντική αυτή νίκη απεικονίσθηκε στην Ποικίλη Στοά των Αθηνών [1],  ενώ οι Αργείοι δεν παρέλειψαν να στείλουν στους Δελφούς γλυπτά αναθήματα. Η ακριβής θέση της δεν είναι επιβεβαιωμένη μέχρι σήμερα [2].

Ο Παυσανίας προσδιορίζει με σαφήνεια μόνο την περιοχή στην οποία πρέπει να αναζητηθεί [3]. Βαδίζοντας κανείς, λέει, από το Άργος προς τα δυτικά με κατεύθυνση αντίθετη προς το ρεύμα του Ξεριά, συναντούσε την Οινόη, όταν άρχιζε να ανηφορίζει προς τα υψώματα του Αρτεμισίου και νοτιότερα από τον άνω ρουν του Ινάχου. Στην  περιοχή αυτή, κοντά στο χωριό Μερκούρι και στη διασταύρωση προς το χωριό Μάζι (Αρία) στη θέση Αγριλόβουνο – Σπηλιά πάνω σε μικρό γήλοφο η αρχαιολόγος Ευαγγελία Δεϊλάκη επεσήμανε αρχαία οικοδομικά λείψανα και αρχιτεκτονικά κατάλοιπα. Συγκεκριμένα μια αναθηματική επιγραφή, που χρονολογείται στο β΄ μισό του 6ου αι. π.Χ. με αναφορά στη λατρεία της Αρτέμιδος, κεραμική αρχαϊκών και κλασικών χρόνων, έναν πολυγωνικό τοίχο υπόστηλης αίθουσας [4], θεμέλια κτηρίων και διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη, που αποτελούν αδιάψευστες μαρτυρίες για την ακμή της αρχαίας πόλης που εκτεινόταν στις ανατολικές υπώρειες του όρους Αρτεμίσιο.

 

Τμήμα χάρτη της Αργολιδοκορινθίας του Αντώνη Μηλιαράκη, 1886. «Η Οινόη, έκειτο επί της οδού της Κλίμακος καλουμένης νυν Σκάλας, της αγούσης εξ Άργους εις Μαντίνειαν. Αυτή αρχομένη από των πυλών του Άργους των προς τη Δειράδι, δηλαδή των βορείων, διήρχετο την κοίτην του Χαράδρου (Παυσ. 2 24,5 και 25.1). Η προς την Τεγέαν δε οδός εξήρχετο εκ των μεσημβρινών πυλών του Άργους». [Αντωνίου Μηλι-αράκη, «Γεωγραφία Πολιτική Νέα και Αρχαία του Νομού Αργολίδος και Κορινθίας», Εν Αθήναις, 1886].

 

Η πολίχνη της Οινόης εμφανίζεται στις πηγές της αρχαίας ιστορίας με μια μάχη ανάμεσα σε Αργείους  και Αθηναίους εναντίον των Σπαρτιατών, που έγινε στην περιοχή αυτή  [5]. Συγκεκριμένα , σύμφωνα με πληροφορίες του Παυσανία, δυνάμεις των Σπαρτιατών με αρχηγό το βασιλιά Πλείσταρχο, γιο του Λεωνίδα, το 460 π.Χ. κινήθηκαν εναντίον των Αργείων, πέρασαν τα σύνορα της Αρκαδίας και έφτασαν στην Οινόη, μεταξύ Μαντινείας και Άργους. Οι Αργείοι με τη βοήθεια Αθηναίων «επίκουρων», που έφτασαν έγκαιρα στην Αργολίδα, νίκησαν τους Σπαρτιάτες και έγιναν κύριοι του πεδίου της μάχης [6]. Η νίκη αυτή Αργείων και Αθηναίων εναντίον των Σπαρτιατών στην Οινόη θεωρήθηκε πολύ σπουδαία, γιατί  οδήγησε στην κατάρριψη του στρατιωτικού γοήτρου των Σπαρτιατών και της φήμης τους ως ακατανίκητης δύναμης εκείνη την περίοδο. Γι’ αυτό και οι Αθηναίοι ζωγράφισαν στην Ποικίλη Στοά [7] το στρατό τους παρατεταγμένο εναντίον των Σπαρτιατών στην Οινόη, [8]  ενώ οι Αργείοι για τη νίκη τους στη μάχη της Οινόης αφιέρωσαν πλούσια αναθήματα στο μαντείο των Δελφών [9].

Ίχνη αμαξήλατων αρχαίων οδών αναδεικνύουν την περιοχή της Οινόης σε οδικό και στρατηγικό κόμβο της βορειοδυτικής Αργολίδας. Οι γραπτές πηγές (Παυσανίας ΙΙ, 25,2) ταυτίζουν τα ευρήματα αυτά με την αρχαία Οινόη, πόλη που σύμφωνα με την παράδοση πήρε το όνομά της από το βασιλιά Οινέα.

Στην ελληνική μυθολογία ο Οινέας (Οινεύς) ήταν βασιλιάς της Καλυδώνας, αρχαίας πόλης της Αιτωλίας, που ήταν χτισμένη στη δυτική όχθη του Εύηνου ποταμού και τα ερείπιά της βρίσκονται σήμερα δυτικά του Ευηνοχωρίου, 11 περίπου χιλιόμετρα από τον Πατραϊκό κόλπο.

Ο Οινέας καταγόταν από τον Αιτωλό, που έδωσε το όνομά του στους Αιτωλούς, ή από τον Δευκαλίωνα, ο γιος του οποίου Ορεσθέας (= «ο άνθρωπος των βουνών») ήταν παππούς του Οινέα και εγκαταστάθηκε στην Αιτωλία ως πρώτος βασιλιάς της λίγο μετά τον κατακλυσμό του ∆ευκαλίωνα. Ο Ορεσθέας είχε μια σκύλα, που μια μέρα γέννησε ένα κομμάτι ξύλου, που ο Ορεσθέας το παράχωσε στο χώμα και απ’ αυτό φύτρωσε το πρώτο κλήμα φορτωμένο με σταφύλια [10]. Σε ανάμνηση αυτού του γεγονότος ο Ορεσθέας ονόμασε το γιο που απέκτησε Φύτιο (= «αυτός που φυτεύει»). Ο Φύτιος ήταν αυτός που διέδωσε την καλλιέργεια του αμπελιού και γιος του ήταν ο Οινέας, που το όνομά του προέρχεται από τη λέξη «οίνη», όπως αποκαλούσαν τότε οι Έλληνες την άµπελο.

 

Οινέας, Περίβοια, Άγριος, Διομήδης. Ποσειδωνιακή ερυθρόμορφη υδρία του Ζωγράφου του Πύθωνα, περίπου 360-320 π.Χ. Η παράσταση είναι εμπνευσμένη από το χαμένο έργο του Ευριπίδη «Οινέας». Ο Άγριος, αδελφός του Οινέα, είναι δεμένος πάνω σε βωμό. Κάτω από το βωμό εμφανίζεται Ερινύα. Ο Διομήδης, γιος του Τυδέα και εγγονός του Οινέα, προσφέρει στον Οινέα, που οδηγείται από την Περίβοια, σπαθί. Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο.

 

Σύμφωνα µε άλλο μύθο [11] ο Οινέας είχε ένα βοσκό που τον έλεγαν Στάφυλο. Ο βοσκός αυτός παρατήρησε πως µια από τις κατσίκες του κοπαδιού κάθε μέρα γινόταν παχύτερη και ήταν πάντα πιο ζωηρή από τα άλλα ζώα. Την παρακολούθησε και είδε ότι το ζώο έτρωγε κάποιους καρπούς που ο ίδιος δεν είχε ξαναδεί. Έφαγε και αυτός, τους βρήκε νόστιμους και μάζεψε μερικούς και τους πήγε στον κύριό του. Ο Οινέας έστυψε τον καρπό, ήπιε τον χυμό και… ξανάνιωσε! Από ευγνωμοσύνη στο βοσκό έδωσε στον καρπό το όνομα του παρατηρητικού δούλου του «σταφυλή» (Στάφυλος< σταφύλι) και στο χυμό το δικό του όνομα (Οινέας <οίνος) [12].

 

Ο Οινέας προσφέρει σταφύλια στο θεό Διόνυσο. Bloemaert, Cornells, χαρακτικό, περίπου 1635-1633. Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο.

 

Ο Οινέας πήρε για σύζυγο την κόρη του Θέστιου, την Αλθαία, και μαζί απέκτησαν πολλά παιδιά, μεταξύ των οποίων τους Τοξέα, Θυρέα, Κλύμενο και τον ήρωα Μελέαγρο, που λένε ότι τον απέκτησε με τον θεό Άρη. Διηγούνταν μάλιστα ότι στη γέννηση του Μελέαγρου παρουσιάστηκαν και οι τρεις μοίρες, για να πουν το μέλλον του. Η πρώτη Μοίρα, η Κλωθώ, της είπε ότι ο γιος της θα έχει γενναία ψυχή, η δεύτερη, η Λάχεσις, ότι θα είναι ανδρείος, ενώ η τρίτη, η Άτροπος, κοίταξε στη φωτιά ένα ξύλο που καιγόταν και ευχήθηκε να ζήσει μέχρι να καεί εντελώς το ξύλο. Η Αλθαία, έντρομη, άρπαξε το δαυλί, το έσβησε και το έκρυψε με μεγάλη προσοχή σε ένα κιβώτιο που μόνο αυτή ήξερε, για να διατηρήσει το παιδί της στη ζωή [13].

Όταν ο Μελέαγρος μεγάλωσε, πήρε μέρος στο κυνήγι του Καλυδώνιου Κάπρου, ενός φοβερού στο μέγεθος και στη δύναμη αγριογούρουνου, το οποίο έστειλε η θεά Άρτεμις για να τιμωρήσει τον βασιλιά της Καλυδώνας Οινέα, επειδή προσέφερε τους πρώτους ετήσιους καρπούς της χώρας προς όλους τους θεούς εκτός από την Άρτεμη. Ο Κάπρος που έστειλε η θεά, σκότωνε τους γεωργούς όταν πήγαιναν να σπείρουν και προκαλούσε καταστροφές στα υπάρχοντά τους. Τότε ο Μελέαγρος, για να απαλλάξει τη χώρα από το θηρίο, κάλεσε τους περισσότερους ήρωες της Ελλάδας και τους υποσχέθηκε ότι όποιος κατόρθωνε να το σκοτώσει θα έπαιρνε ως έπαθλο το τομάρι και το κεφάλι του θηρίου. Ανάμεσά τους ήταν και μια γυναίκα, η θρυλική Αταλάντη, που πρώτη κατάφερε να πετύχει με τα βέλη της το ζώο στο πίσω μέρος και να το τραυματίσει, και δεύτερος ο Αμφιάραος, που το πέτυχε στο μάτι. Έπειτα ο Μελέαγρος χτύπησε με το ακόντιό του το θηρίο στο πλευρό, το σκότωσε και χάρισε το δέρμα του στην Αταλάντη, που είχε πρώτη τραυματίσει το ζώο.

Η Άρτεμις όμως προκάλεσε διχόνοια μεταξύ αυτών που είχαν πάρει μέρος στο κυνήγι για το ποιος πράγματι είχε δικαίωμα στο τομάρι και το κεφάλι του ζώου. Οι γιοι του Θέστιου, επειδή δεν ανέχονταν να πάρει το βραβείο της ανδρείας μια γυναίκα, ενώ ήταν παρόντες άνδρες, της άρπαξαν το τομάρι, λέγοντας ότι τούς ανήκει. Ακολούθησε μάχη και σε αυτή ο Μελέαγρος σκότωσε τους θείους του (γιους του Θέστιου), τον Τοξέα και τον Πλέξιππο, αδελφούς της μητέρας του, η οποία τότε εξοργίσθηκε τόσο πολύ για τον φόνο των αδελφών της, που άρπαξε τον κρυμμένο δαυλό και τον έκαψε, με αποτέλεσμα να πεθάνει αμέσως και ο γιος της [14]. Αργότερα όμως η Αλθαία μετανόησε και αυτοκτόνησε.

 

Η Αλθαία καίει τη μοιραία δάδα και ο Μελέαγρος πεθαίνει. Baur, Johann Wilhelm, 1639. Όσοι τον θρήνησαν μεταμορφώνονται σε πουλιά. Σε δεύτερο επίπεδο ο Φιλήμων, η Βαυκίδα μεταμορφώνονται σε δέντρα.

 

Θάνατος του Μελέαγρου. Picart Benard, χαρακτικό, περίπου 1683-1710.

 

Θάνατος του Μελέαγρου. Ρωμαϊκό ανάγλυφο, περίπου 2ος αιώνας μ.Χ. Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

 

Η Αταλάντη θρηνεί τον Μελέαγρο. Batoni Pompeo, ελαιογραφία περίπου το 1743. The Galleria Nazionale d’Arte Antica, Palazzo Barberini.

 

Κόρη του Οινέα θεωρείται και η Δηιάνειρα, που λένε ότι η Αλθαία τη γέννησε με τον θεό Διόνυσο. Σύμφωνα πάλι µε τη Μυθολογία, ο θεός Διόνυσος σε μια από τις ατέλειωτες περιπλανήσεις του βρέθηκε στην Αιτωλία και φιλοξενήθηκε από τον Οινέα, βασιλιά της Καλυδώνας. Ευχαριστημένος ο θεός από την υποδοχή και τη φιλοξενία που βρήκε, παρέδωσε στον Οινέα το πρώτο κλήμα για να το φυτέψει, του έμαθε την τέχνη της καλλιέργειας της αμπέλου και, για να τον τιμήσει έδωσε το όνομά του στο χυμό των καρπών της. Έτσι από τον Οινέα το κρασί ονομάστηκε οίνος.

Στην πραγματικότητα ο Διόνυσος είχε βάλει στο μάτι τη βασίλισσα Αλθαία, σύζυγο του Οινέα. Ο Οινέας κατάλαβε την επιθυμία του θεού και έκανε τα στραβά μάτια, για να μην εμποδίσει αυτή την παράνομη σχέση. Προσποιήθηκε πως ήταν υποχρεωμένος να απουσιάσει για κάποια θυσία και άφησε το παράνομο ζευγάρι μόνο του. Διόνυσος και Αλθαία παραδόθηκαν στον έρωτά τους και από τις σχέση τους γεννήθηκε η Δηιάνειρα η μετέπειτα σύζυγος του Ηρακλή.

 

Ηρακλής, Δηιάνειρα, Οινέας, Αχελώος. Ερυθρόμορφος σικελικός καλυκωτός κρατήρας, περίπου μέσα 4ου αι. π.Χ. Αριστερά κάθεται η Δηιάνειρα κρατώντας τρεις φιάλες. Πίσω της στέκεται η θεραπαινίδα. Στο κέντρο ο Ηρακλής είναι στραμμένος προς τον Οινέα, τον πατέρα της Δηιάνειρας. Πάνω του εικονίζεται ο ποτάμιος θεός Αχελώος. Η Νίκη με το στεφάνι υποδηλώνει τη νίκη του Ηρακλή στη διεκδίκηση της Δηιάνειρας. Lipari, Museo Archeologico Eoliano.

 

Ο Ηρακλής μάχεται με τον Νέσσο. Αττικός μελανόμορφος αμφορέας της Ομάδας της Μήδειας, περίπου 530-520 π.Χ. Αριστερά η γυναικεία μορφή ταυτίζεται με τη Δηιάνειρα και δεξιά η ανδρική με τον Οινέα. The J. Paul Getty Museum.

 

Δώρο ευγνωμοσύνης του Διόνυσου προς τον Οινέα ήταν το αμπέλι και η διδασκαλία για τη σωστή καλλιέργεια και χρήση του μεθυστικού ποτού, του κρασιού [15], και το όνομά του σχετίζεται με τον οίνο (κρασί), αφού θεωρείται ότι έμαθε την τέχνη της οινοποιίας από τον ίδιο τον θεό Διόνυσο και την εισήγαγε στην Αιτωλία.

Διομήδης -Μουσείο του Λούβρου.

Μετά τον θάνατο της Αλθαίας, ο Οινέας παντρεύτηκε την Περίβοια, κόρη του βασιλιά Ιππόνοου, που ζούσε στις όχθες του Πείρου και αδερφή του Καπανέα, ενός από τους ήρωες των Επτά επί Θήβας [16] και την είχε πάρει σαν σκλάβα, όταν νίκησε τον Ιππόνοο και κυρίευσε την Ώλενο (στην Αιτωλία ή στην Αχαΐα). Φαίνεται όμως ότι την ερωτεύτηκε. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο πατέρας της την έστειλε στο βασιλιά της Καλυδώνας Οινέα με την εντολή να την σκοτώσει, επειδή αυτή έμεινε έγκυος από τον Άρη [17]. Εκείνος όμως, που πρόσφατα είχε χάσει τη σύζυγο και το γιο του, προτίμησε να την παντρευτεί. Από τον γάμο αυτό γεννήθηκε ο Τυδέας, πατέρας του ήρωα Διομήδη.

Ο Οινέας είχε αρκετά αδέλφια, ανάμεσα στα οποία και ο Άγριος [18]. Ο Άγριος είχε έξι παιδιά, ανάμεσά τους και τον χωλό Θερσίτη, που έμεινε στην ιστορία ως συνώνυμο της ασχήμιας, της αυθάδειας και της αμετροέπειας. Κάποτε ο Άγριος κατηγόρησε τον Τυδέα ότι δολοφόνησε στο κυνήγι τον θείο του και αδελφό του Άγριου, Αλκάθοο, και τα ανίψια του Άγριου. Με αυτή την αιτία οι γιοι του Αγρίου εισβάλουν στη Καλυδώνα και εκθρονίζουν από το θρόνο τον Οινέα, πατέρα του Τυδέα και καταλαμβάνουν την εξουσία. Ο Τυδέας εκδιώχθηκε από τον θείο του Άγριο και κατέφυγε στον βασιλιά του Άργους Άδραστο.

Όταν έφτασε στο Άργος, ο Άδραστος άκουσε φασαρία στον προθάλαμο του ανακτόρου του και βγήκε ανήσυχος να δει τι συνέβαινε. Βρέθηκε μπροστά σε δύο άνδρες που μάλωναν για το ποιος θα ζητήσει πρώτος τη φιλοξενία του. Ο ένας ήταν ο Πολυνείκης διωγμένος από τον αδελφό του Ετεοκλή από τη Θήβα, που ήθελε να τον βοηθήσει να ξαναγυρίσει στην πατρίδα του ως βασιλιάς, και ο άλλος ο Τυδέας, διωγμένος κι αυτός από τη δική του πατρίδα, την Καλυδώνα, για κάποιο φόνο που είχε διαπράξει κατά λάθος. Ο Πολυνείκης είχε μια ασπίδα με παράσταση λιονταριού, ενώ ο Τυδέας ασπίδα με παράσταση αγριόχοιρου. Ο Άδραστος τους χώρισε και δέχθηκε να φιλοξενήσει και τους δύο στο παλάτι του, γιατί θυμήθηκε πως κάποτε του είχε δοθεί ένας περίεργος χρησμός: να παντρέψει τις κόρες του με ένα λιοντάρι και με ένα αγριόχοιρο. Πίστεψε ότι αυτούς εννοούσε ο χρησμός και πάντρεψε τις δύο κόρες του, την Αργεία με τον Πολυνείκη και τη Διηπύλη με τον Τυδέα με τον οποίο έκανε τον Διομήδη [19].

Ο Τυδέας και ο Πολυνείκης στηριγμένοι στη δύναμη του πεθερού τους Άδραστου κατέστρωσαν σχέδιο να μπουν με στρατό πρώτα στη Θήβα κι έπειτα στην Καλυδώνα και να γίνει ο καθένας βασιλιάς στον τόπο του. Έτσι ξεκίνησε η περίφημη εκστρατεία των «Επτά επί Θήβας», στην οποία ο Τυδέας συμπαραστάθηκε στον Πολυνείκη στην προσπάθειά του να καταλάβει τον θρόνο της Θήβας από τον αδερφό του, Ετεοκλή και διακρίθηκε για το θάρρος του ως ένας από τους «Επτά επί Θήβας», αλλά τελικά σε κάποια μάχη τραυματίσθηκε θανάσιμα και δεν πρόφτασε να διεκδικήσει τη βασιλεία στη δική του χώρα, την Καλυδώνα.

Μετά το θάνατο του Τυδέα, ο γιος του Διομήδης παντρεύτηκε μια Αργεία, την Αιγιαλεία, και εγκαταστάθηκε στο Άργος. Ο Διομήδης έγινε μόνιμος πολίτης του Άργους, συνέχισε όμως την επαφή του με την Καλυδώνα, την πατρίδα του πατέρα του, την οποία διοικούσε ο παππούς του, ο Οινέας, και ήθελε να εκδικηθεί για την εξορία του πατέρα του από την Καλυδώνα. Κάποτε έμαθε ότι οι οικογενειακοί τους εχθροί με πρωταγωνιστή το γιο του Άγριου, το Θερσίτη, οργάνωσαν μια συνωμοσία με σκοπό την πτώση του βασιλιά, παραμέρισαν από την εξουσία τον παππού του Οινέα, τον κακοποίησαν και τον φυλάκισαν. Ο Διομήδης ένιωσε ντροπή να μην κάνει κάτι για τον άτυχο παππού του και ξεκίνησε για την Καλυδώνα. Μπήκε κρυφά στην πόλη, αιφνιδίασε τους εχθρούς του, σκότωσε τα ξαδέρφια του που είχαν σφετεριστεί τον θρόνο του βασιλιά Οινέα, πλην του Θερσίτη που κατάφερε να διαφύγει, και άφησε στο θρόνο του παππού του τον Ανδραίμονα, που είχε παντρευτεί μια κόρη του Οινέα. Φεύγοντας από την Καλυδώνα πήρε μαζί του τον γέρο και ανήμπορο παππού του Οινέα, για να τον φροντίσει στα γεράματά του.

Επιστρέφοντας στο Άργος από τα μέρη της Αρκαδίας, ο Θερσίτης, που είχε γλυτώσει από τα χέρια του Διομήδη και τους ακολουθούσε, κατάφερε να πετύχει και να σκοτώσει τον γέροντα Οινέα λίγο πριν φτάσουν στο Άργος [20]. Ο Διομήδης έθαψε τον παππού του στο μέρος που σκοτώθηκε και για να τον τιμήσει ίδρυσε μια μυθική πόλη στο σημείο εκείνο και την ονόμασε Οινόη από το όνομα του παππού του Οινέα [21].

 

Γενεαλογικός πίνακας

 

Αργότερα ο Διομήδης πήρε μέρος στην τρωική εκστρατεία και με την προστασία της Αθηνάς πέτυχε πολλά και θαυμαστά κατορθώματα. Ο Όμηρος μάλιστα τον παρουσιάζει ως τον γενναιότερο των Ελλήνων μετά τον Αχιλλέα. Με τον Οινέα σχετίζεται και το περίφημο επεισόδιο του Γλαύκου και Διομήδη, που περιγράφει στην Ιλιάδα ο Όμηρος [22].

Ο Γλαύκος και ο Διομήδης ανταλλάσσουν τον οπλισμό τους. Αττική πελίκη του «Ζωγράφου του Hasselmann», περ. 420 π.Χ.

Η μονομαχία Γλαύκου – Διομήδη είναι μία από τις 19 μονομαχίες που διαβάζουμε στην Ιλιάδα. Πριν και κατά την διεξαγωγή μιας μονομαχίας οι αντίπαλοι ανταλλάσσουν πολεμικές προκλήσεις και απειλές, για να εκφοβίσουν τον αντίπαλο. Στη μονομαχία αυτή ο Γλαύκος, γιος του Ιππόλοχου, που πολεμούσε με το μέρος των Τρώων στο πλευρό του εξαδέλφου του, του Σαρπηδόνα, βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Διομήδη. Πάνω στη μονομαχία ο Διομήδης ρώτησε το Γλαύκο ποιος είναι [23]. Ο Γλαύκος απάντησε ότι ήταν εγγονός του Βελλεροφόντη, που ο παππούς του Διομήδη Οινέας τον είχε κάποτε φιλοξενήσει στο ανάκτορό του και είχαν ανταλλάξει πολύτιμα δώρα.  Τότε Διομήδης έμπηξε το κοντάρι του στη γη και του είπε: «Μου είσαι φίλος πατρικός από παλιά, αλήθεια! Όπλα ας ανταλλάξουμε, όλοι αυτοί να ξέρουν πως μια φιλία πατρική ανάμεσά μας είναι». Οι απόγονοι των δύο ανδρών πήδησαν αμέσως από τα άλογα, έδωσαν τα χέρια και ορκίστηκαν φιλία. Αλλά ο Δίας σάλεψε τη σκέψη του Γλαύκου κι έδωσε στο Διομήδη όπλα χρυσά που άξιζαν εκατό κι εννιά βόδια, για να πάρει τα ορειχάλκινα όπλα του Διομήδη, που είχαν πολύ μικρότερη αξία.

Η αρχαία Οινόη, λοιπόν, βρίσκεται στις ανατολικές πλαγιές του Αρτεμισίου από την προϊστορική εποχή. Συνδέεται με την αρχαία μυθολογική παράδοση, με γεγονότα και πρόσωπα της Αιτωλίας και της Αργολίδας από την εποχή του Ηρακλή μέχρι τον τρωικό πόλεμο. Πρωταγωνιστής τους ο βασιλιάς Οινέας από στην Καλυδώνα της Αιτωλίας, που πέθανε στην Αργολίδα, τον έθαψαν στην περιοχή αυτή και της έδωσαν το όνομά του.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Παυσανίας, Αττικά, 15,1

[2] Παπαχατζής Νικόλαος, Παυσανία Κορινθιακά, σελ. 185.

[3] «προελθοῦσι δὲ αὐτόθεν διαβάντων ποταμὸν χείμαρρον Χάραδρον καλούμενον ἔστιν Οἰνόη, τὸ ὄνομα ἔχουσα, ὡς Ἀργεῖοί φασιν…» Παυσανία, Κορινθιακά, 25,2

[4] Αρχαιολογικό Δελτίο 26 (1971)

[5] Κοφινιώτης Ιωάννης, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών» Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008, σελ. 142.

[6] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών,  τόμος Γ1, σελ. 64

[7] Ποικίλη στοά ή Πεισιανάκτειος στην αρχαία Αθήνα. Ονομάστηκε έτσι από τα πολλά και πολύχρωμα θαυμάσια έργα τέχνης που φιλοξενούσε καθώς και από το όνομα του γαμπρού του Κίμωνος, Πεισιάνακτα.

[8] «αὕτη δὲ ἡ στοὰ πρῶτα μὲν Ἀθηναίους ἔχει τεταγμένους ἐν Οἰνόῃ τῆς Ἀργείας ἐναντία Λακεδαιμονίων», Παυσανίας, Αττικά, 15,1

[9] πλησίον δὲ τοῦ ἵππου καὶ ἄλλα ἀναθήματά ἐστιν Ἀργείων,… Ὑπατοδώρου καὶ Ἀριστογείτονός εἰσιν ἔργα, καὶ ἐποίησαν σφᾶς, ὡς αὐτοὶ Ἀργεῖοι λέγουσιν, ἀπὸ τῆς νίκης ἥντινα ἐν Οἰνόῃ τῇ Ἀργείᾳ αὐτοί τε καὶ Ἀθηναίων ἐπίκουροι Λακεδαιμονίους ἐνίκησαν. Παυσανίας, Φωκικά, Χ,10,3

[10] Παυσανία, Φωκικά, 10,38,1

[11] Κακριδής Ιωάννης, Ελληνική Μυθολογία, τόμος 3, σελ. 153

[12] Το όνομα του βασιλιά της Καλυδώνας έχει παγκοσμίως ταυτιστεί με τον οίνο (Οινεύς – Vin γαλλικά – Vinoι σπανικά – Wein γερμανικά – Wine αγγλικά, κρασί =κεκραμένος οίνος, δηλαδή ανακατεμένος με νερό).

[13] Κακριδής Ιωάννης, Ελληνική Μυθολογία, τόμος 3, σελ.153

[14] Κακριδής Ιωάννης, Ελληνική Μυθολογία, τόμος 3, σελ.154

[15] Καρλ Κερένυι, Η Μυθολογία των Ελλήνων, Εκδόσεις «Εστία», 1995, σελ. 359-367.

[16] Ησίοδου, Ηοίαι, απόσπ. 13

[17] «Ἀλθαίας δὲ ἀποθανούσης ἔγημεν Οἰνεὺς Περίβοιαν τὴν Ἱππονόου. ταύτην δὲ ὁ μὲν γράψας τὴν Θηβαΐδα πολεμηθείσης Ὠλένου λέγει λαβεῖν Οἰνέα γέρας, Ἡσίοδος δὲ ἐξ Ὠλένου τῆς Ἀχαΐας, ἐφθαρμένην ὑπὸ Ἱπποστράτου τοῦ Ἀμαρυγκέως, Ἱππόνουν τὸν πατέρα πέμψαι πρὸς Οἰνέα πόρρω τῆς Ἑλλάδος ὄντα, ἐντειλάμενον ἀποκτεῖναι». Απολλοδώρου, Βιβλιοθήκη, Α 8,4

[18] Ομήρου, Ιλιάδα, Ξ 117

[19] Κακριδής Ιωάννης, Ελληνική Μυθολογία, τόμος 3, σελ.158

[20] «Οἰνέα γὰρ τὸν βασιλεύσαντα ἐν Αἰτωλίᾳ λέγουσιν ὑπὸ τῶν Ἀγρίου παίδων ἐκβληθέντα τῆς ἀρχῆς παρὰ Διομήδην ἐς Ἄργος ἀφικέσθαι. ὁ δὲ τὰ μὲν ἄλλα ἐτιμώρησεν αὐτῷ στρατεύσας ἐς τὴν Καλυδωνίαν, παραμένειν δὲ οὐκ ἔφη οἱ δύνασθαι· συνακολουθεῖν δέ, εἰ βούλοιτο, ἐς Ἄργος ἐκεῖνον ἐκέλευεν. ἀφικόμενον δὲ τά τε ἄλλα ἐθεράπευεν, ὡς πατρὸς θεραπεύειν πατέρα εἰκὸς ἦν, καὶ ἀποθανόντα ἔθαψεν ἐνταῦθα. ἀπὸ τούτου μὲν Οἰνόη χωρίον ἐστὶν Ἀργείοις». Παυσανία, Κορινθιακά,25.3

[21] Κακριδής Ιωάννης, Ελληνική Μυθολογία, τόμος 3, σελ.158

[22] Ομήρου, Ιλιάδα, Ζ, 119-236

[23] «Ποιος είσαι, αρχοντογέννητε, απ’ τους θνητούς ανθρώπους; Δε σ’ είδα ως τώρα καν ποτέ σε μάχη που δοξάζει· μα όλους με το θάρρος σου τους έχεις ξεπεράσει, αφού το μακροΐσκιωτο κοντάρι μου αντέχεις». Ομήρου Ιλιάδα, Ζ, 123-126.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

*  Το έναυσμα για να γραφεί το παραπάνω άρθρο προέκυψε μετά από την επαφή μας με τον επιχειρηματία Γεώργιο Δαγρέ, κάτοικο της περιοχής (Μερκούρι), ο οποίος παράλληλα με τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες στο εξωτερικό, θέλησε να γνωστοποίηση και την ιστορία του τόπου απ’ όπου προέρχεται το προϊόν που εμπορεύεται.

 

Αφιέρωμα στην Αγγελική Γεωργιάδου (1953-2020)


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα»  ένα μικρό αφιέρωμα σε μια «άγνωστη» συμπολίτισσά μας,  ένα ήρεμο καθημερινό άνθρωπο, που έζησε απλά και αθόρυβα και με τον ίδιο τρόπο έφυγε από τη ζωή. Γράφει ο κ. Φώτης Γαλάνης, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Χριστιανικού Ομίλου «Η Αγία Αικατερίνη».

 

Αφιέρωμα στην Αγγελική Γεωργιάδου (1953-2020)

 

Αγγελική Γεωργιάδου

Μια σεμνή, αφανής, αποκομμένη, σ’ όλη της τη ζωή απ’ τον κοινωνικό ιστό της πόλης μας, το Άργος, αλλά και της γειτονιάς της έφυγε από κοντά μας αφήνοντας παρακαταθήκες ζωής.

Γόνος φτωχής αργείτικης οικογένειας, μοναχοπαίδι του μπάρμπα – Γιάννη του μπαλωματή, χωρίς στενούς συγγενείς, βίωνε λάθρα στο δικό της κόσμο με τα πολλά προβλήματα υγείας αλλά και τις οικονομικές της στερήσεις. Δεν ενοχλούσε κανένα. Έλυνε κατά το μέτρο των δυνατοτήτων της όλα τα προβλήματα. Ήταν αξιοπρεπής, δεν ασχολείτο με τα του κόσμου. Οι καθημερινές της μικροανάγκες την υποχρέωναν να κυκλοφορεί περιορισμένα στην πόλη ενώ την Κυριακή και τις μεγάλες εορτές εκκλησιαζόταν τακτικά στον Άγιο Πέτρο, την Ενορία της.

Οι σχέσεις της με τη γειτονιά ήταν άριστες, χωρίς να ενοχλεί κανέναν. Δε δεχόταν επισκέψεις αλλά ούτε και αυτή έκανε ανάλογες επισκέψεις. Κλεισμένη στον εαυτό της και στο σπιτάκι της  βίωνε σιωπηρά, αδιαμαρτύρητα, αγόγγυστα τα σοβαρά προβλήματα υγείας της και τη μοναξιά της. Τη διέκρινε η τάξη και η πλήρης οργάνωση του προγράμματος της ζωής της.

Όμως η μακροχρόνια φαρμακευτική της αγωγή, τα πολλά προβλήματα υγείας, που είχαν συσσωρευτεί, την κλόνισαν  και άρχισε να καταρρέει. Έχασε τη φωνή της ενώ αργά αλλά σταθερά δεν τη βοηθούσαν τα πόδια της και ήταν αδύνατον να αυτοεξυπηρετηθεί. Στο τέλος επικοινωνούσε γραπτώς μέχρι που και το χέρι της την εγκατέλειψε.

Έτσι έφθασε στο Γηροκομείο μας ως τρόφιμος τον Οκτώβριου του 2019. Η περιποίηση που δεχόταν καθημερινά, η αμέριστη αγάπη και φροντίδα του προσωπικού, την οδήγησαν στην απόφαση να δωρίσει το σπίτι της (μικρή μονοκατοικία) στο Γηροκομείο Άργους. Λόγω ραγδαίας επιδείνωσης της κατάστασης της έφυγε αθόρυβα όπως έζησε, στις 27-3-2020.

Εν μέσω κορονοϊού οδηγήθηκε στην τελευταία της κατοικία και πάλι μόνη, ενώ είχε φροντίσει να δωρίσει ένα οικόπεδο που είχε στον Ιερό Ναό, στο κοιμητήριο του οποίου ετάφη για να μνημονεύεται, αυτή και οι γονείς της,  όπως έγραφε στη διαθήκη της.

Ο Μεγάλος Θεός μας να σου ανταποδώσει όλα τα πνευματικά πλέον αγαθά έναντι των υλικών που στερήθηκες. Οι περιφρονήσεις της εδώ ζωής σου να είναι δόξα ουράνια και τέλος να σε αναπαύσει εις χώρα ζώντων  εκεί που ούτε λύπη ούτε στεναγμός υπάρχει.

Το Γηροκομείο μας, σε ευχαριστεί για τη δωρεά σου αυτή που αποβλέπει στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των τροφίμων του. Το Δ.Σ. του Χ.Φ.Ο. Άργους η «Αγία Αικατερίνη» που έχει και το Γηροκομείο Άργους με ομόφωνη απόφαση του ανακήρυξε την Αγγελική Γεωργιάδου Δωρήτρια του Γηροκομείου και η φωτογραφία της θα συμπληρώσει τη χορεία των Ευεργετών και Δωρητών του.

 

Φ. Γαλάνης

Μέλος του Δ.Σ

 

Ντεστάκου Τζένη


 

Ντεστάκου Τζένη

Η Τζένη Δ. Ντεστάκου γεννήθηκε στο Γύθειο Λακωνίας. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα ως εκπαιδευτικός στην Α/θμια Εκπαίδευση. Πτυχιούχος της Ραλλείου Παιδαγωγικής Ακαδημίας (Ρ.Π.Α.Π.) και του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης (Π.Τ.Δ.Ε.), του Πανεπιστημίου Αθηνών, μετεκπαιδεύτηκε στη Γενική Αγωγή στο Μαράσλειο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης (Μ.Δ.Δ.Ε.) και στην Αξιοποίηση των Νέων Τεχνολογιών στην Εκπαίδευση στο Εργαστήριο «Πληροφορική στην Εκπαίδευση» του Π.Τ.Δ.Ε. (Τομέας Μαθηματικών και Πληροφορικής). Είναι τελειόφοιτος του Παντείου Πανεπιστημίου.

Έχει δημοσιεύσει με τον εκπαιδευτικό Γιάννη Σπετσιώτη τα διηγήματα «Πορφύρες από την Ερμιόνη» και «Βιτόριζα» στη σειρά «Μύθοι και Αλήθειες 1, 2» και τα βιβλία «Η εκπαίδευση στην Ερμιόνη κατά την Καποδιστριακή και Οθωνική περίοδο (1829 – 1862)» /Α΄ και Β΄ Έκδοση και «Το ελληνικό σχολείο (Σχολαρχείον) Ερμιόνης (1890 – 1909)» με συμπληρωματικό τεύχος.

Αρθρογραφεί στο Ιστορικό-Λαογραφικό-Λογοτεχνικό περιοδικό «Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», ενώ παράλληλα δημοσιεύονται άρθρα της στους τοπικούς ιστότοπους. Είναι συνεργάτης, μαζί με τον Γιάννη Σπετσιώτη, της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης.

 

Πηγή


  • Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού – Βιβλιονετ.

Βρύσες – Πηγάδια – Στέρνες. Ο αγώνας για το νερό στην προβιομηχανική Αργοναυπλία


 

 Το νερό πολύτιμη πηγή ζωής

 

Από τα πολύ παλιά χρόνια ο άνθρωπος θεωρούσε τον εαυτό του αναπόσπαστο κομμάτι της φύσης. Σύμφωνα με τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους τέσσερα είναι τα βασικά στοιχεία της φύσης, που είναι απαραίτητα για την επιβίωση και τη βιολογική του συνέχεια του ανθρώπου, η φωτιά, ο αέρας, η γη  και το νερό. Η φωτιά μας προσφέρει θερμότητα και φως. Ο αέρας είναι απαραίτητος για την αναπνοή, στην οποία στηρίζουμε την ύπαρξή μας. Η γη στην καλλιεργήσιμη μορφή της αποτελεί το βασικό μέσο παραγωγής της τροφής, που είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της ζωής.

Το νερό στις θάλασσες, τις λίμνες, τα ποτάμια και τις πηγές είναι απαραίτητο για την υγεία, την οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική ευημερία, την πολιτιστική και τη θρησκευτική ζωή και αποτελεί ένα από τα πολυτιμότερα αγαθά στη ζωή. Το χρησιμοποιούν οι γεωργοί για να ποτίζουν τα χωράφια τους. Οι κτηνοτρόφοι κάνουν δίπλα στα ποτάμια ή στα ρέματα τις στάνες, για να ποτίζουν τα ζώα τους. Είναι το κύριο συστατικό του σώματός μας, καθώς το 60% του ανθρώπινου σώματος αποτελείται από νερό. Βοηθά στην μεταφορά, τη διάλυση και την απορρόφηση όλων των θρεπτικών συστατικών που λαμβάνει καθημερινά ο ανθρώπινος οργανισμός.  Χωρίς τροφή μπορούμε να αντέξουμε μέχρι και 6 εβδομάδες, όπως λένε οι ειδικοί. Χωρίς νερό όμως ο οργανισμός αντέχει μόνο λίγες μέρες και είναι ζήτημα αν μπορεί να φτάσει τη μία εβδομάδα ζωής. Δεν έχει σημασία ποιοι είμαστε, πού ζούμε, τι κάνουμε. Όλοι εξαρτιόμαστε απ’ το νερό. Το χρειαζόμαστε κάθε μέρα με πάρα πολλούς τρόπους, για να είμαστε υγιείς, για να παράγουμε την τροφή μας, για τις μεταφορές, την άρδευση και τη βιομηχανία. Το χρειάζονται τα ζώα και τα φυτά, για να αλλάζουν οι εποχές και τα χρώματα.

Η ιστορία του νερού συμβαδίζει με την ιστορία του ανθρώπου. Ο πρωτόγονος άνθρωπος φρόντιζε να ζει κοντά στις πηγές, τους ποταμούς και τις λίμνες. Οι πρώτες του μετακινήσεις συνδέονταν άμεσα με την αναζήτηση του νερού. Οι περισσότεροι πολιτισμοί γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν γύρω από το νερό. Στις ακτές της Μεσογείου εμφανίστηκαν οι σημαντικότεροι από αυτούς, όπως οι Μίνωες, οι Αρχαίοι Έλληνες, οι Φοίνικες, οι Αιγύπτιοι, οι Άραβες και οι Ρωμαίοι. Πολλοί μεγάλοι αρχαίοι πολιτισμοί άνθισαν κατά μήκος των μεγάλων ποταμών, όπως ο Αιγυπτιακός Πολιτισμός στην κοιλάδα του Νείλου, ο Ασσυριακός στη Μεσοποταμία, ο Κινεζικός στη κοιλάδα του Κίτρινου ποταμού, ο Ινδικός στη κοιλάδα του Γάγγη κ.λπ. Σε αυτούς τους πολιτισμούς από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα το νερό κατέχει ιδιαίτερα μεγάλη σημασία.

Το νερό είναι απαραίτητο συστατικό τόσο για τον ανθρώπινο οργανισμό όσο για τα ζώα και τα φυτά, γιατί απ’ αυτό εξαρτάται άμεσα η επιβίωσή τους. Οι δυο βασικές για τη ζωή χρήσεις του, δηλαδή η χρήση του από τους ανθρώπους και τα ζώα και η χρήση του για το πότισμα της γης, υπήρξαν καθοριστικές για την «κοινωνικοποίηση» του ανθρώπου. Ο άνθρωπος από τις πρώτες κοινωνίες μέχρι σήμερα εγκαταστάθηκε σε τόπους που το περιβάλλον του πρόσφερε αυτό το φυσικό αγαθό. Όσοι εγκαταστάθηκαν σε μέρη που υπήρχαν ποτάμια ή πηγές, οδήγησαν το νερό σε συγκεκριμένες θέσεις και εκεί έχτισαν βρύσες.  Όσοι εγκαταστάθηκαν στον κάμπο, άνοιξαν πηγάδια και το άντλησαν από τα υπόγεια ποτάμια. Και όσοι εγκαταστάθηκαν σε μέρη όμορφα, που δεν τους παρείχαν όμως νερό, έχτισαν στέρνες (δεξαμενές αποθήκευσης βρόχινου νερού). Για να προμηθεύονται δηλαδή και να χρησιμοποιούν ευκολότερα το νερό οι άνθρωποι, δημιουργούσαν κατασκευές με σκοπό τη λήψη, τη συγκέντρωση και τη φύλαξη του υπερπολύτιμου νερού.

 

Οι Bρύσες

 

Βρύση, κρήνη, κρουνός, βρυσούλα, κρυόβρυση, κρυοπηγή, κεφαλάρι, είναι μερικές από τις ονομασίες της παραδοσιακής κατασκευής ύδρευσης, που βρίσκουμε ακόμα και σήμερα σε πόλεις, αλλά κυρίως στα χωριά. Οι λέξεις αυτές είναι παλιές και συνδέονται με τις ρίζες της ελληνικής γλώσσας. Το όνομα «κρήνη», που είναι το αρχαιότερο, προέρχεται από τη ρίζα κρας του ιωνικού και επικού τύπου «κάρη – κάρητος» (αντί κάρα) = κεφάλι και με την έννοια αυτή δηλώνει το κεφαλό – βρυσο, το κεφαλάρι, το μέρος όπου έβγαινε πολύ νερό. Η νεότερη ονομασία «βρύση» προέρχεται από το ρήμα Βρύω = αναβλύζω και δηλώνει το μέρος όπου ρέει, αναβλύζει λίγο κατά κανόνα νερό. Φαίνεται πως αρχικά ονόμασαν έτσι τις πηγές, τις τοποθεσίες όπου έτρεχε λίγο ή πολύ νερό, συνήθως ένα απλό κοίλωμα σκαμμένο στο βράχο. Γρήγορα όμως στις θέσεις αυτές δημιουργήθηκε κάποιο κτίσμα για τη συγκέντρωση, φύλαξη, λήψη και διανομή του νερού της πηγής, που σιγά – σιγά απέκτησε ολοκληρωμένη μορφή με αρχιτεκτονική διάρθρωση και σχήμα ανάλογο με τη θέση του και την ποσότητα του νερού [1].

 

Η Κρήνη του Χασάν Πασά στο Ναύπλιο, τέλος 18ου αιώνα. (Thomas Hope ή Michel-François Préault).

 

Οι βρύσες – κρήνες είναι πολύ διαδεδομένες στην Ελλάδα από την αρχαιότητα. Στον Όμηρο βρίσκουμε αρκετές φορές τη λέξη «κρήνη» και τις πρώτες αναφορές για τις τοποθεσίες που βρίσκονταν και τις σχέσεις των ανθρώπων μ’ αυτές. Στην Ιλιάδα αναφέρει δυο συγκεκριμένες κρήνες του Άργους, τη Μεσσηίδα και την Υπέρεια [2], που η θέση τους δεν έχει εντοπιστεί ούτε από τη φιλολογική κριτική, ούτε από την αρχαιολογική έρευνα. Στην Οδύσσεια αναφέρει κρήνες που βρίσκονταν σε οικισμούς, στον κήπο, στο δρόμο και στην αυλή [3], από τις οποίες έπαιρναν νερό οι πολίτες. Γνωστές από την αρχαιότητα είναι η Εννεάκρουνος και η Κλεψύδρα στην Αθήνα, η Κασταλία στους Δελφούς, κ.ά.

Οι περισσότερες αρχαϊκές και κλασικές πόλεις είχαν τοπικές πηγές στο κέντρο τους και η πηγή πιθανότατα υπήρξε ένας βασικός λόγος ανάπτυξης μιας πόλης γύρω της. Ο Παυσανίας έγραφε ότι, για να μπορεί μια συγκέντρωση ανθρώπινων κατοικιών να ονομάζεται πόλη, πρέπει στο κέντρο της να διαθέτει μια κρήνη. Στην κλασική και την ελληνιστική εποχή κτίζονται κρήνες μέσα στις πόλεις, που εξυπηρετούν την ανάγκη άντλησης νερού, αλλά έχουν και ωραία αρχιτεκτονική μορφή. Ο παραδοσιακός τύπος των δημοσίων κρηνών μέχρι αυτή την εποχή ήταν ένας τοίχος με κρουνούς σε σχήμα λεοντοκεφαλής, απ’ όπου έτρεχαν τα νερά σε μία γούρνα και μπροστά μια κιονοστοιχία-πρόσοψη. Αργότερα δημιουργήθηκαν οι κρήνες-κτίρια, που διατηρούν αυτό το γενικό σχήμα, αλλά είναι διακοσμημένες με περισσότερα αρχιτεκτονικά στολίδια και μερικές φορές μπροστά στο κυρίως κτίσμα υπάρχει μία αυλή. Η κρήνη λοιπόν από τα αρχαία χρόνια γίνεται απαραίτητο λειτουργικό, αλλά και καλλιτεχνικό στοιχείο και συνδυάζεται με τις ανάγκες της καθημερινής ζωής.

Στη ρωμαϊκή εποχή υπερίσχυσε η δημόσια κρήνη με αποκλειστικά ωφελιμιστικό χαρακτήρα. Οι πόλεις εκείνης της εποχής ήταν σπαρμένες από απλές πέτρινες λεκάνες κατά μήκος των δρόμων και στα σταυροδρόμια, στις οποίες διοχετευόταν το νερό από ένα εκτεταμένο δίκτυο αγώνων. Την εποχή αυτή όμως οι μεγάλες και πυκνοκατοικημένες πόλεις που δημιουργήθηκαν απαιτούσαν όλο και περισσότερο νερό και υποχρέωναν τους αρχιτέκτονες να κατασκευάσουν μεγάλα υδραγωγεία, πολλά από τα οποία είναι περίφημα έργα τεχνικής, που διοχέτευαν νερό και έλυσαν με αξιοθαύμαστο τρόπο το πρόβλημα της ύδρευσης των μεγάλων πόλεων. Τα υδραγωγεία κατευθύνονταν προς τα κρηναία οικοδομήματα, που είναι γνωστά ως νυμφαία, γιατί στην αρχαιότητα οι ονομαστές πηγές έπαιρναν το όνομα της νύμφης που κατοικούσε εκεί.

Ο χριστιανισμός έδωσε στο νερό τη μορφή αγιάσματος και συνέδεσε την κρήνη με το ναό. Η χριστιανική κρήνη τοποθετείται μπροστά στο ναό και μερικές φορές μέσα στο νάρθηκα του ναού. Στο Βυζάντιο κυριαρχεί η «φιάλη», κρήνη στην αυλή των μοναστηριών, με διάκοσμο από τη χριστιανική παράδοση (σταυροί, χερουβείμ, κ.ά.) για να «προστατεύουν το νερό, την πηγή της ζωής, από τα κακά πνεύματα». Αλλά και πολλά από τα σπίτια, κυρίως τα παλάτια των αυτοκρατόρων και των αριστοκρατών, διέθεταν στις περίστυλες αυλές και στους κήπους κρήνες, μικρά σιντριβάνια και βρύσες. Στη βυζαντινή περίοδο οι κρήνες ήταν έργα κοινωφελούς χαρακτήρα, που εξυπηρετούσαν τις καθημερινές ανάγκες των κατοίκων κάθε πόλης για πόσιμο νερό.

Στην περίοδο της τουρκοκρατίας οι βρύσες, όπως άλλωστε όλα τα δημόσια έργα, κατασκευάζονται και διαμορφώνονται από τις τότε οθωμανικές αρχές. Πολλές  οθωμανικές βρύσες είναι μοναδικά έργα λαϊκής αρχιτεκτονικής και γλυπτικής. Σύμφωνα με το Κοράνι είναι θεάρεστη πράξη η κατασκευή μιας δημόσιας βρύσης για την εξυπηρέτηση των κατοίκων μιας συνοικίας ή των στρατοκόπων που περιδιάβαιναν για τις ασχολίες τους στις περιφέρειες των οικισμών. Χτισμένες συνήθως σε πλατείες, σε σταυροδρόμια, κοντά σε θρησκευτικά ιδρύματα (τζαμιά, τεκέδες, μεντρεσέδες, νεκροταφεία) ή σε κομβικά σημεία διακίνησης του πληθυσμού, έφεραν συνοδευτικές επιγραφές, που ανέφεραν πότε και από ποιόν ή σε ανάμνηση ποιού γεγονότος χτίστηκε η βρύση, κι ακόμη ευλογούσαν το Θείο και υμνούσαν το νερό ως πηγή ζωής. Ωστόσο, στις γειτονιές των Ελλήνων και στους ορεινούς οικισμούς οι κατασκευές αυτές είναι μέλημα της ελληνικής κοινότητας και της εκκλησίας. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι κοινόχρηστες βρύσες, που χτίζονταν στο κέντρο της κοινότητας, κοντά στην εκκλησία, ή πάνω στους μεγάλους εμπορικούς δρόμους.

Στη νεότερη εποχή ο άνθρωπος, προκειμένου να προμηθεύεται ευκολότερα το νερό, κατασκεύαζε βρύσες πετρόχτιστες, δείγματα της τοπικής λαϊκής αρχιτεκτονικής, που τις βρίσκουμε σε κάθε χωριό της ελληνικής επικράτειας. Οι βρύσες είχαν κυρίαρχη θέση στη ζωή κάθε χωριού και πόλης, γιατί εξασφάλιζαν ότι χρειάζεται μια κοινωνία για να ευημερήσει. Η βρύση της γειτονιάς ήταν η θέση προμήθειας νερού για όλες τις οικογένειες και τους περαστικούς. Εκεί πότιζαν και τα ζώα τους, έπιναν κι οι ίδιοι, ενώ τα παιδιά έπαιζαν τριγύρω της και έριχναν και μια σταλιά στο πρόσωπο τους ή έπλεναν τα πόδια τους, που ήταν λερωμένα από το παιγνίδι. Δεν ήταν απλώς κάτι απαραίτητο σ’ έναν οικισμό, ήταν ένα κεντρικό στοιχείο της οργάνωσης του δομημένου χώρου με σημαντικές κοινωνικές λειτουργίες (συνάξεις, συνευρέσεις, τέλεση εθίμων κ.λπ.), αλλά και με έντονη τη συμβολική διάσταση, κάτι που την καθιστά βασικό σύμβολο ταυτότητας [4]. Η βρύση, λοιπόν, από τα αρχαία χρόνια γίνεται απαραίτητο λειτουργικό, αλλά και καλλιτεχνικό στοιχείο των πόλεων και συνδυάζεται με τις ανάγκες τις καθημερινής ζωής.

 

Βρύσες του Άργους

 

Η πρώτη αναφορά για την ύπαρξη κοινόχρηστων κρηνών στην αρχαία πόλη του Άργους είναι οι δύο βρύσες, η Μεσσηίδα και την Υπέρεια, που αναφέρει ο Όμηρος και δεν έχει επιβεβαιωθεί η ύπαρξη και η ακριβής θέση τους. Στην αρχαία αγορά του Άργους αναφέρονται δύο ακόμα μνημειακές κρήνες. Η μία απ’ αυτές απεικονίζεται σε νομίσματα του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αντωνίνου Ευσεβούς (137-161 µ.Χ.) και πρέπει να καταστράφηκε ολοσχερώς κατά την επιδρομή των Σλάβων τον 6ο αιώνα µ.Χ. Η άλλη ήταν ένα τετράγωνο κτήριο µε μήκος πλευράς 6,35 µ. κτισμένο από οπτόπλινθους στα 150-200 µ.Χ.,  με επένδυση από μάρμαρο εξωτερικά και με µία μαρμάρινη δεξαμενή δίπλα του, που έμοιαζε µε τάφο, αλλά χρησίμευσε ως Νυμφαίο. Μία επιγραφή πάνω στο μάργαρο μαρτυρεί πως την αυτή κρήνη αφιέρωσε η οικογένεια των Τιβερίων Ιουλίων για τη διαιώνιση της μνήμης της. Ήταν κτισμένη πάνω στο δρόμο των αθλητικών αγώνων και, όταν η αγορά του Άργους έχασε το δημόσιο χαρακτήρα της στην ύστερη αρχαιότητα, η κρήνη μετατράπηκε σε κατοικία [5].

 

Οι Δαναΐδες (1906). Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαουζ (John William Waterhouse, 1849 – 1917).

 

Στα ρωμαϊκά χρόνια, όταν ο αυτοκράτορας Αδριανός επισκέφθηκε το Άργος το 124/5 μ.Χ., έκτισε μια μνημειακή κρήνη, τύπου «Νυμφαίου», στις ανατολικές υπώρειες του λόφου της Λάρισας, σε μικρή απόσταση από το αρχαίο Θέατρο, στο χώρο που οι ανασκαφείς ονόμασαν «Κριτήριο», καθώς εδώ ο βασιλιάς του Άργους Δαναός δίκασε την κόρη του Υπερμήστρα.

 

Το Κριτήριον του Άργους – Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης

 

Το Νυμφαίο αυτό αποτελείται από δυο δεξαμενές νερού σκαλισμένες στο βράχο. Το νερό έφτανε στο νυμφαίο με ένα υδραγωγείο μήκους 30 περίπου χιλιομέτρων, που ξεκινούσε από το χωριό Κεφαλόβρυσο (Πάνω Μπέλεσι) και περνώντας από τα χωριά Δούκα, Τζιρίστρα, Στέρνα, Σχοινοχώρι και Σταθέικα. Εισερχόταν στην κρήνη από ένα στόμιο στη βορειοδυτική πλευρά του νυμφαίου  και ένα άγαλμα του Αδριανού με τη μορφή του τοπικού ήρωα Διομήδη, που βρέθηκε το 1906 στη δυτική δεξαμενή και εκτίθεται στον αύλειο χώρο του αρχαιολογικού μουσείου του Άργους, άφηνε το νερό να τρέχει ως θεϊκό δώρο από την παλάμη του αριστερού του χεριού γεμίζοντας τη δυτική δεξαμενή. Στη συνέχεια το νερό περνούσε στην ανατολική δεξαμενή δημιουργώντας καταρράχτη, έβγαινε από τρία κενά του τοίχου της πρόσοψης και κατέληγε σε ένα μικρότερο υδραγωγείο, από το οποίο ξεκινούσε το κεντρικό δίκτυο υδροδότησης της πόλης, που τροφοδοτούσε και τις Θέρμες του Άργους [6].

 

To άγαλμα του Αδριανού με τη μορφή του τοπικού ήρωα Διομήδη, που βρέθηκε το 1906 στη δυτική δεξαμενή και εκτίθεται στον αύλειο χώρο του αρχαιολογικού μουσείου του Άργους.

 

Άργος, Ρωμαϊκά Λουτρά – The Roman Baths

 

Τους επόμενους αιώνες μέχρι την τουρκοκρατία δεν αναφέρονται βρύσες στο Άργος. Φαίνεται ότι οι κάτοικοι της πόλης για πολλούς αιώνες κάλυπταν τις ανάγκες ύδρευσης από ιδιόκτητα ή κοινόχρηστα πηγάδια. Άλλωστε ο ίδιος ο Όμηρος χαρακτηρίζει το Άργος ως «πολυδίψιο», γιατί από τότε μέχρι σήμερα δεν έχει τρεχούμενα νερά.

Από την περίοδο της τουρκοκρατίας συναντάμε στο Άργος 6 βρύσες, που αποτελούν μέχρι σήμερα χαρακτηριστικά στοιχεία της παλιάς πόλης του Άργους  και διασώζονται ως «διατηρητέα μνημεία». Βρίσκονται εκεί από μια εποχή, που οι πόλεις και τα χωριά δεν διέθεταν υδρευτικό δίκτυο, οπότε οι κρήνες στις γειτονιές εξυπηρετούσαν τον κόσμο στην προμήθεια νερού και στους δρόμους τους στρατοκόπους, που περιδιαβαίνουν για τις ασχολίες τους στις περιφέρειες των οικισμών.

Στους κεντρικούς δρόμους της πόλεις συναντάμε δύο όμοιες τριγωνικές βρύσες, που χτίστηκαν την περίοδο της τουρκοκρατίας. Βρίσκονται η μία στη γωνία των οδών Γούναρη και Πολυγένους και η άλλη στη γωνία των οδών Περρούκα και Θεοφανοπούλου. Είναι και οι δύο πέτρινες και σχηματίζουν στο γείσο τους ένα ισοσκελές τρίγωνο, που θυμίζει αέτωμα αρχαίου ναού. Πίσω τους είναι κτισμένα σύγχρονα κτίρια, αλλά αυτές σώθηκαν και προστατεύονται ως διατηρητέα μνημεία.

Στη διασταύρωση των οδών Θεάτρου, Τριπόλεως και Γούναρη, απέναντι από το αρχαίο θέατρο, βρίσκουμε αυτή την αχρονολόγητη, αλλά πολύ παλαιά βρύση, που οικοδομήθηκε  την περίοδο της τουρκοκρατίας και παρουσιάζει αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον. Μια επίπεδη ορθογώνια κατασκευή με πελεκητές πέτρες που απολήγει σε περίτεχνο γείσο, που στηρίζεται στις δύο παραστάδες της βρύσης. Ένας σιδερένιος κρουνός στο κέντρο έτρεχε μέχρι πρόσφατα νερό στη μεγάλη πέτρινη τετράγωνη γούρνα μπροστά της. Πίσω από τη βρύση υπάρχει μεγάλη τετράγωνη ανοιχτή δεξαμενή. Ο πέτρινος τοίχος δεξιά κι αριστερά της βρύσης που περικλείει την αυλή του σπιτιού που βρίσκεται πίσω της, μπορούσε να χρησιμεύει και για παγκάκι για τους περαστικούς που ζητούσαν δροσιά και ξεκούραση στη βρύση μιαν άλλη εποχή, όταν η άσφαλτος και τα καυσαέρια δεν υπήρχαν στο δρόμο μπροστά της. Παλαιότερα ήταν γνωστή ως βρύση του Καρμόγιαννη, από το όνομα του ιδιοκτήτη του καφενείου, που στεγαζόταν στο κτίριο που βρίσκεται πίσω της και σήμερα είναι ενταγμένο στον αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας αγοράς και ανήκει στην αρχαιολογική υπηρεσία.

 

Άργος, βρύση του Καρμόγιαννη – Στην είσοδο της πόλης από την Τρίπολη και απέναντι από το αρχαίο θέατρο βρίσκουμε αυτή την αχρονολόγητη αλλά πολύ παλαιά βρύση. Μια επίπεδη ορθογώνια κατασκευή με πελεκητές πέτρες που απολήγει σε περίτεχνο γείσο, με ένα σιδερένιο κρουνό στο κέντρο και μια μεγάλη πέτρινη τετράγωνη γούρνα κάτω. Πίσω από τη βρύση υπάρχει μεγάλη τετράγωνη ανοιχτή δεξαμενή. Ο πέτρινος τοίχος δεξιά κι αριστερά της βρύσης που περικλείει την αυλή του σπιτιού που βρίσκεται πίσω της, μπορούσε να χρησιμεύει και για παγκάκι για τους περαστικούς που ζητούσαν δροσιά και ξεκούραση στη βρύση μιαν άλλη εποχή, όταν η άσφαλτος και τα καυσαέρια δεν υπήρχαν στο δρόμο μπροστά της. (Πλάτος 1.60μ., ύψος 2,10μ.) Φωτογραφία του 1989.

 

Στο κέντρο του πρόσφατα διαμορφωμένου πάρκου απέναντι από την λαϊκή Αγορά του Άργους, βόρεια του δικαστικού μεγάρου και δυτικά του αρχαιολογικού μουσείου (πλατεία Δημητρίου Πλαπούτα), βρίσκουμε μια κομψή παλαιά κρήνη. Μια μικρή τετράγωνη μαρμάρινη στήλη ύψους 1 μέτρου με μια όμορφη λεοντοκεφαλή – κρουνό σε κάθε πλευρά της, απ’ όπου τρέχει συνέχεια το νερό [σήμερα στερείται του νερού] και πέφτει σε τέσσερις ημικυκλικές μαρμάρινες γούρνες ακουμπισμένες στο έδαφος, μια σε κάθε πλευρά της στήλης.

 

Η Κρήνη στην πλατεία δικαστηρίων στο Άργος (πλατεία Δημητρίου Πλαπούτα). Φωτογραφία του 1989. Σήμερα στερείται του νερού.

 

Η κρήνη όπως είναι σήμερα (7-1-2020).

 

Στην περιοχή της  Άκοβας, σε απόσταση περίπου 5 χιλιομέτρων από την πόλη του Άργους και στις ΒΔ υπώρειες της ακρόπολης Λάρισα, ο επισκέπτης μπορεί και σήμερα να δει τη ξακουστή και πολυτραγουδισμένη «βρύση της Άκοβας» σε μια καταπράσινη τοποθεσία γεμάτη πλατάνια. Το όνομα του οικισμού της Άκοβας συνδέεται με το υγρό στοιχείο, αφού, πιθανότατα, προέρχεται από τη λατινική λέξη aqua, που σημαίνει νερό, λόγω της ύπαρξης πολλών νερών στην περιοχή. Ιστορικά η  Άκοβα αποδεικνύει την εξέλιξη του  Άργους, αφού πιστεύεται ότι ο Βασιλιάς του Άργους Δαναός είχε διδάξει στους Αργείτες την τέχνη της διόρυξης φρεατίων, για να καλύπτουν τις καθημερινές τους ανάγκες. Ο βράχος δίπλα στο μεγάλο πλάτανο μοιάζει να παρακολουθεί τον επισκέπτη με τα «δύο μεγάλα του μάτια». Πρόκειται για κοιλότητες που χρησιμοποιούνταν παλιά ως φούρνοι κατά τη διάρκεια των πανηγυριών. Στη σκιά του πλατάνου δεκάδες γενιές Αργείων και διερχόμενων διασκέδασαν, ξεκουράστηκαν και δροσίστηκαν  τους καλοκαιρινούς μήνες από το πηγαίο νερό που αναβλύζει η βρύση.Μέχρι πρόσφατα εδώ τις Απόκριες και το καλοκαίρι πραγματοποιούνταν εκδηλώσεις.

 

Η βρύση της Άκοβας Άργους το 1910.

 

Στο 1ο χιλιόμετρο του δρόμου Άργους-Τρίπολης, πίσω από τη διασταύρωση του δρόμου προς το Κεφαλάρι, βλέπουμε την Ξηρόβρυση, μια ξεχασμένη παλιά βρύση κλεισμένη στο ιδιόρρυθμο «μουσείο» της. Είναι μια μικρή πέτρινη κατασκευή με αμμοχώρι με κομψή καμάρα και τετράγωνη γούρνα κάτω εγκαταλειμμένη, δίχως νερό, περιφραγμένη με σύρματα στη γωνιά του οικοπέδου και περικυκλωμένη με ξερόχορτα. Και όμως η ιστορία της είναι μεγάλη, έχει δώσει το όνομά της στην περιοχή, και αυτός είναι ο λόγος που τη σεβάστηκαν οι άνθρωποι, γλίτωσε τον αφανισμό και παραμένει σ’ αυτό το αφιλόξενο περιβάλλον για να θυμίζει μιαν άλλη εποχή.

 

Άργος, Ξηρόβρυση – Στο 1ο χιλιόμετρο του δρόμου Άργούς -Τρίπολης, πίσω από τη διασταύρωση του δρόμου προς το Κεφαλάρι, βλέπουμε αυτή την ξεχασμένη παλιά βρύση κλεισμένη στο ιδιόρρυθμο «μουσείο» της. Είναι μια μικρή πέτρινη κατασκευή με αμμοχώρι. με κομψή καμάρα και τετράγωνη γούρνα κάτω. Εγκαταλειμμένη, δίχως νερό, περιφραγμένη με σύρματα στη γωνιά του οικοπέδου και περικυκλωμένη με ξερόχορτα. Και όμως η ιστορία της είναι μεγάλη, έχει δώσει το όνομά της στην περιοχή, και αυτός είναι ο λόγος που τη σεβάστηκαν οι άνθρωποι, γλίτωσε τον αφανισμό και παραμένει σ’ αυτό το αφιλόξενο περιβάλλον για να θυμίζει μιαν άλλη εποχή. (Πλάτος 2,30μ.. ύψος 2.20μ.) Φωτογραφία του 1989.

 

Βρύσες του Ναυπλίου

 

 Στο Ναύπλιο λίγο καιρό πριν υπήρχαν δεκατέσσερις βρύσες. Σήμερα μερικές έχουν εξαφανιστεί μετά από κατεδαφίσεις σπιτιών ή μετά από άνοιγμα δρόμων. Όμως οι υπόλοιπες έχουν διατηρήσει δείγματα παλιάς αρχιτεκτονικής, βενετσιάνικης ή λαϊκής. Μια από αυτές με έντονη επίδραση από τη Β’ Ενετοκρατία βρίσκεται έξω από τα τείχη της πόλης στους πρόποδες του Παλαμηδίου αριστερά στον δρόμο προς την Αρβανιτιά. Φτιαγμένη από πωρόλιθο αυτή η ογκώδης τετράγωνη στήλη-κρήνη με ομοιόμορφες πέτρες με ευρύ τοξωτό άνοιγμα και κόγχη στο βάθος του, με κορνίζα στο μέσον και προεξοχή επάνω που κλείνει τους επάνω δόμους της. Μαρμάρινη στρογγυλή διακοσμητική πλάκα με χαραγμένη χρονολογία 1873 στο κέντρο σχεδόν της κύριας πλευράς της όπου υπάρχει και η βρύση απ’ όπου σήμερα τρέχει το νερό και πέφτει σε λίθινη γούρνα στο έδαφος. Μια όμορφη παρουσία που πρέπει, κανονικά να αποτελεί ένα από τα αξιοθέατα αυτής της πόλης, όπως άλλωστε και οι άλλες παλιές βρύσες που σώζονται [7].

 

Βρύση στο Ναύπλιο. Στο Ναύπλιο το 1989 υπήρχαν δεκατέσσερις βρύσες. Σήμερα μερικές έχουν εξαφανιστεί μετά από κατεδαφίσεις σπιτιών ή μετά από άνοιγμα δρόμων. Όμως οι υπόλοιπες έχουν διατηρήσει δείγματα παλιάς αρχιτεκτονικής βενετσιάνικης ή λαϊκής. Μια από αυτές με έντονη επίδραση από τη Β’ Ενετοκρατία βρίσκεται έξω από τα τείχη της πόλης στους πρόποόες του ΓΙαλαμηδίου αριστερά στον δρόμο προς την Αρβανιτιά. Φτιαγμένη από πωρόλιθο με ευρύ τοξωτό άνοιγμα και κόγχη στο βάθος του, με κορνίζα στο μέσον και προεξοχή επάνω που κλείνει τους επάνω δόμους της. Φωτογραφία του 1989.

 

Στη μικρή πλατεία του Αγίου Σπυρίδωνα με τα παλαιά σπίτια του 18ου και του 19ου αιώνα. Στην οδό Καποδιστρίου απέναντι από την είσοδο του ναού του Αγίου Σπυρίδωνα στον ιστορικό χώρο που βάφτηκε με το αίμα του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας βρίσκεται μια πολύ ωραία μικρή παμπάλαια τούρκικη κρήνη του 18ου αιώνα ενσωματωμένη σε τοίχο σπιτιού. Φτιαγμένη με πωρόλιθο, τοξωτή με σκαλότρυπα στο κέντρο της κόγχης της και τρύπα απ’ όπου έβγαινε το νερό, για να ποτίζονται τα άλογα. Σήμερα είναι αχρηστευμένη κι ίσως ξεχασμένη. Ευρύ τοξωτό άνοιγμα στηριγμένο σε χαμηλούς κίονες από πωρόλιθο, τρεις κάθετες διακοσμητικές ζώνες με εγχάρακτα – λαϊκές παραστάσεις, κυπαρίσσια και ρόδακες – και στη μεσαία κρουνός. Πάνω από τις διακοσμητικές ζώνες δυο θυρίδες και πάνω απ’ αυτές σε εντοιχισμένη πλάκα με επιγραφή στην οθωμανική γλώσσα με αραβική γραφή [8]. Η επιγραφή αναφέρει ότι ο Τούρκος αγάς Μαχμούτ έχτισε το 1734 με 1735 αυτή την όμορφη κρήνη για τα άλογα. Ας παρακολουθήσουμε τι γράφει: «Στους πιστούς Bektashis και στο ένατο τάγμα, Ο άξιος σύντροφος, ο χαρισματικός στο λόγο, Μαχμούντ’ Αγά. Ακολουθώντας το δρόμο του Θεού έκτισε αυτή την όμορφη κρήνη για τ’ άλογα. Και πρόσφερε το πιο καθάριο βάλσαμο στις δαμασμένες αρρώστιες».

 

Βρύση στην οδό Καποδιστρίου απέναντι από την είσοδο του ναού του Αγίου Σπυρίδωνα στον ιστορικό χώρο που βάφτηκε με το αίμα του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας. Ευρύ τοξωτό άνοιγμα στηριγμένο σε χαμηλούς κίονες από πωρόλιθο, τρεις κάθετες διακοσμητικές ζώνες με εγχάρακτα – λαϊκές παραστάσεις, κυπαρίσσια, ρόδακες – και στη μεσαία κρουνός απ’ όπου παλαιότερα θα έβγαινε το νερό για να ποτίζονται τα άλογα. Πάνω από τις διακοσμητικές ζώνες δυο θερίδες και πάνω απ’ αυτές σε εντοιχισμένη πλάκα αραβική επιγραφή.

 

Λίγο πιο δίπλα, απέναντι από την είσοδο του ναού, μπορεί κανείς να διακρίνει τα ίχνη ενός τούρκικου χαμάμ.

 

Μικρή κρήνη με αραβική επιγραφή, ενσωματωμένη οε τοίχο σπιτιού σε πάροδο της οδού Καποδιστρίου. Φτιαγμένη με πωρόλιθο, τοξωτή με σκαλότρυπα στο κέντρο της κόγχης της και τρύπα απ’ όπου έβγαινε το νερό πιο παλιά χαμηλότερα. Σήμερα είναι αχρηοτευμένη κι ίσως ξεχασμένη. Φωτογραφία του 1989.

 

Κρήνη Ναύπλιο. Στο δρόμο προς το Παλαμήδι υπάρχει αυτή η ογκώδης τετράγωνη στήλη-κρήνη φτιαγμένη με ομοιόμορφες πέτρες και με μαρμάρινη προεξοχή – γείσο στο επάνω μέρος. Μαρμάρινη στρογγυλή διακοσμητική πλάκα με χαραγμένη χρονολογία 1873 στο κέντρο σχεδόν της κύριας πλευράς της όπου υπάρχει και η βρύση απ’ όπου σήμερα τρέχει το νερό και πέφτει σε λίθινη γούρνα στο έδαφος. Φωτογραφία του 1989.

 

Η εντυπωσιακότερη παλιά βρύση του Ναυπλίου είναι η Οθωμανική κρήνη επί της οδού Σταϊκοπούλου μεταξύ των αριθμών 13-15, πίσω από το παλαιό Τζαμί της πλατείας Συντάγματος. Σκαλισμένη σε τοίχο από πωρόλιθο αυτή η όμορφη κρήνη πίσω από το τζαμί του Ναυπλίου, του επονομαζόμενου Τριανόν, μας μεταφέρει πίσω πολλά χρόνια στο παρελθόν. Πρόκειται για ανεξάρτητη εγκατάσταση, που μορφολογικά διαφέρει από τις υπόλοιπες κρήνες, αφού, αντί της τυπικής τοξωτής διάρθρωσης, εμφανίζει ελικοειδή διαμόρφωση, η οποία καταλήγει σε σπειροειδείς απολήξεις, επηρεασμένη ίσως από το ευρωπαϊκό μπαρόκ. Από τη μία οι απολήξεις καταλήγουν σε μικρά βάθρα στήριξης, ενώ στη στέψη υποστηρίζουν μικρό τοξωτό άνοιγμα. Χαρακτηριστικό στη σύνθεσή της οι διπλοί έλικες που πλαισιώνουν την εσωτερική της κόγχη, κατασκευαστική αντίληψη της Β’ Ενετοκρατίας, όπως γράφει η Ντιάνα Αντωνακάτου στο Λεύκωμά της για το Ναύπλιο. Στην κόγχη διακρίνεται ένας κρουνός σε μαρμάρινη πλάκα, η οποία φιλοξενεί διακοσμητικό, φυτικό μοτίβο και μικρό κείμενο σε αραβική διάλεκτο. Ακριβώς από πάνω εντοπίζεται καλαίσθητο μαρμάρινο κογχίδιο, χρήσιμο ίσως για την τοποθέτηση κάποιου κοινόχρηστου σκεύους, και ψηλότερα βρίσκεται η μαρμάρινη κτητορική επιγραφή, σε αραβική διάλεκτο, η οποία είναι από τις λίγες που έχουν μεταφραστεί και αναφέρει τα εξής:

 

«Για την αγάπη αυτών που έμειναν στην Karbala, έκτισε αυτήν την κρήνη.

Πιες για να σβήσεις τη δίψα σου, από τη γούρνα του Προφήτη του Θεού.

Μυριάδες ήρθαν εδώ με γνώση, και πρόσφεραν την ημερομηνία,

«Πιες δυο γουλιές απ’ το νερό του Kevser, από τον Σεϋντί Αβδουλλάχ»

’22 Αρχή του Ραβί Ι, 1180 (πρώτο ήμισυ του Αυγούστου, 1766).

 

Κρήνη Ναύπλιο. Σκαλισμένη σε τοίχο από πωρόλιθο αυτή η όμορφη κρήνη πίσω από το τζαμί του Ναυπλίου του επονομαζόμενου Τριανόν. Αρχή του Ραβί Ι’ 1180 (Πρώτο ήμιου Αύγουστου 1766). Φωτογραφία του 1989.

 

Βρύση στην πλατεία Αγγέλου Τερζάκη απέναντι σχεδόν από την προτομή του πνευματικού αυτού ανθρώπου του Ναυπλίου. Φτιαγμένη με πωρόλιθο κι ενσωματωμένη σε τοίχο σπιτιού. Τοξωτό άνοιγμα και στην κόγχη της βλέπουμε μαρμάρινη πλάκα με εγχάρακτα ξεθωριασμένα πια λαϊκά μοτίβα – ρόδακες – και λίγο πιο κάτω από το κέντρο της η σύγχρονη βρύση φυλακίζει το νερό που ακόμη υπάρχει και πέφτει σε μαρμάρινη λεκάνη στο έδαφος. Υπάρχει επιγραφή εντοιχισμένη. Φωτογραφία του 1989.

 

Και οι τρεις αυτές παραδοσιακές βρύσες του Ναυπλίου έχουν χαρακτηριστεί και προστατεύονται ως διατηρητέα μνημεία από το 1951 με την ΥΑ 99791/3277/24-10-1951, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 219/Β/31-10-1951.

Κρήνη – Αγία Μονή, Ναύπλιο. Αντιπροσωπευτικό έργο λαϊκής έμπνευσης των μετεπαναστατικών χρόνων.

Αντιπροσωπευτικό έργο λαϊκής έμπνευσης των μετεπαναστατικών χρόνων θεωρείται η  βρύση που βρίσκεται στον αύλειο χώρο της Αγίας Μονής στην Άρια, μόλις 3 χιλιόμετρα από το Ναύπλιο. Στο λόφο αυτό, πάνω από την Άρια, κατέληγαν τέσσερις μεγάλες πηγές νερού, με σημαντικότερη την ομώνυμη πηγή της Άριας και την πηγή του μοναστηριού της Αγίας Μονής που είναι αφιερωμένη στη Ζωοδόχο πηγή. Οι πηγές αυτές μέχρι και το 1960 αποτελούσαν την κύρια πηγή υδροδότησης της πόλης του Ναυπλίου. Πολλοί ιστορικοί – συγγραφείς πιστεύουν ότι η πηγή που βρίσκεται έξω από το περίβολο της μονής ταυτίζεται με την αρχαία Κάναθο πηγή, στην οποία λουζόταν η θεά Ήρα κάθε χρόνο για να αποκτήσει την παρθενιά της. Η Ντ. Αντωνακάτου στο λεύκωμα Ναύπλιο περιγράφει την κρήνη της Μονής Ζωοδόχου Πηγής ως εξής: «…ευρύ τοξωτό άνοιγμα αγκαλιάζει και προβάλλει την κεντρική σύνδεση που αναπτύσσεται σε τρεις δια- κοσμητικές οριζόντιες ζώνες με απλά λαϊκά γεωμετρικά μοτίβα -ζώα, φυτά δένδρα – ενώ στο κέντρο της μεσαίας, σε πλάκα, η χρονολογία 1836, επιστέφεται με άνθη. Κάτω από την τρίτη ζώνη το νερό τρέχει μέσα σε μια μονολιθική λεκάνη -παλιά ίσως  βαπτιστήριο. Για μερικούς η πηγή της Αγίας Μονής ταυτίστηκε με την αρχαία Κάναθο, όπου στα νερά της η Ήρα ξανάβρισκε την παρθενιά της. Λιγότερο πειστική παραμένει η άποψη άλλων ότι η Κάναθος βρισκόταν στις πηγές της Γλυκειάς του Ναυπλίου. Είναι φανερό πως αυτή η λαϊκή μορφή της θα αντικατέστησε προηγούμενη. Να ήταν μήπως μια βυζαντινή του 12ου αιώνα σύγχρονη με το χτίσιμο του ναού (1149) της Μονής; Μας είναι άγνωστο».

 

Βρύσες στα χωριά

 

Η θέση, στην οποία δημιουργήθηκε κάθε χωριό, δεν είναι τυχαία. Έχει να κάνει με την φυσική του οχύρωση και προστασία από κάθε εχθρική απειλή, αλλά κυρίως με την ύπαρξη νερού. Αυτό που απασχολούσε τους πρώτους κατοίκους κάθε χωριού ήταν η ύπαρξη νερού σε κοντινή απόσταση, γιατί γνώριζαν πόσο απαραίτητο είναι για την ζωή. Στα χρόνια τα παλιά και τους μακρινούς μ.Χ. αιώνες, όταν οι άνθρωποι ήθελαν να φύγουν από τον τόπο τους και να εγκατασταθούν κάπου αλλού, το πρώτο που τους απασχολούσε ήταν, αν το μέρος αυτό είχε άφθονα νερά, πηγές ακόμα και κάποιο διπλανό χείμαρρο. Ήξεραν πόσο αναγκαίο είναι το ευλογημένο νερό και ως πόσιμο και ως κινητήρια δύναμη των υδρόμυλων για το άλεσμα του σιταριού, αλλά και πόσο χρήσιμο για τις καθημερινές τους ανάγκες. Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι κάτοικοι κάθε χωριού ήταν η ύδρευση, τόσο για της ατομικές ανάγκες όσον και για τα ζώα τους μικρά και μεγάλα, που ιδιαιτέρα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες κατανάλωναν μεγάλες ποσότητες νερού. Κάθε χωριό είχε την δική του βρύση στην πλατεία που έτρεχε καθαρό νερό αλλά και πολλά πηγάδια που το καθένα πολλές φορές είχε την δική του ονομασία και θρυλική ιστορία.

Η βρύση όμως προϋποθέτει τρεχούμενο φυσικό νερό ή την ύπαρξη κάποιου τεχνικού έργου (υδραγωγείου) που την τροφοδοτεί. Τέτοιες πηγές κρυστάλλινες και βρύσες με νερά που ξεπηδάνε μέσα από την αιωνιότητα στολίζουν τις πλατείες πολλών χωριών στην ορεινή Αργολίδα. Δεν έχουν όμως όλα τα χωριά παραδοσιακές βρύσες. Χωριά με φυσικές πηγές, που τρέχουν άφθονο νερό, δεν είχαν ανάγκη την κεντρική βρύση. Τέτοια ήταν τα χωριά της ΒΔ Αργολίδας Τσιρίστρα, Δούκα Βρύση, Κεφαλόβρυσο, Γυμνό με άφθονο τρεχούμενο νερό από πηγές, που οι ντόπιοι το έπαιρναν για τα σπίτια τους από μικρούς πέτρινους συλλεκτικές με κρουνούς κατασκευασμένους στη διαδρομή του νερού. Το Κεφαλόβρυσο, που χρωστάει το όνομά του στην περίφημη πηγή με το άφθονο νερό δίπλα στο ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου, δεν είχε κεντρική βρύση. Λένε ότι τα νερά της πηγής ξεκινάνε από υπόγειες λίμνες και σπήλαια με σταλακτίτες και ορμητικά ξεχύνονται με τέτοια δύναμη, που χαλάνε από καιρό σε καιρό τη μεγάλη πλατεία του χωριού. Το νερό κυλούσε σε όλη τη διάρκεια του χρόνου ανάμεσα στο χωριό και στους εγκαταλελειμμένους πια κήπους και οι κάτοικοι ήταν εύκολο να το προμηθευτούν. Το Γυμνό, ορεινό χωριό που διατηρεί το χρώμα του με τα παλιά πέτρινα σπίτια του, είχε την παραδοσιακή του βρύση με άφθονο νερό στο πάνω άκρο του χωριού δίπλα στο παλιό βυζαντινό εκκλησάκι της Παναγίας, που ήταν και η μητρόπολη του χωριού μέχρι το 1934.

Σε απόσταση 60 χιλιομέτρων από το Άργος βρίσκεται το όμορφο χωριό Σκοτεινή χτισμένο σε υψόμετρο 650 μέτρα κάτω από τα πανύψηλα βουνά που χωρίζουν την Αργολίδα και την Κορινθία. H φυσική ομορφιά του περισσεύει και ο επισκέπτης εντυπωσιάζεται από την μεγαλοπρέπεια των ορεινών όγκων που περιβάλλουν το χωριό, την  πλούσια βλάστηση και τα πολλά νερά που πηγάζουν από διάφορες πηγές της περιοχής. Χαρακτηριστικό σημείο του χωριού είναι αυτό που βρίσκονται οι δυο πέτρινες βρύσες, που τρέχουν γάργαρο νερό όλο το χρόνο από τις πηγές της περιοχής.

 

Γούρνα βρύσης της Σκοτεινής.

 

Στο κέντρο του χωριού Αλέα μια πετρόχτιστη βρύση με δύο κρουνούς χωρίς νερό και επιγραφή που λέει: «ΔΩΡΕΑ ΧΡ. ΜΑΡΙΝΑΚΗ, ΒΑΣ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΥ, 1990». Λίγο πιο πάνω βρίσκεται το σχολείο, δωρεά του Ανδρέα Συγγρού, που σήμερα δε λειτουργεί. Η Αλέα, γνωστή στους παλαιότερους και ως Μπουγιάτι, 74χλμ συνολικά από το Άργος, είναι χτισμένη αμφιθεατρικά σε υψόμετρο 800 μέτρων στις πλαγιές του όρους Τραχύ ή αλλιώς Καρούμπαλο και αποτελεί έναν από τους  ορεινότερους οικισμούς της Αργολίδας.

Άλλο ορεινό χωριό της ΒΔ Αργολίδας με χαρακτηριστικό τα τρεχούμενα νερά, τις πέτρινες βρύσες και τις πηγές, που υπάρχουν σε κάθε γωνιά του, είναι η Φρουσιούνα. Στο κέντρο του χωριού συναντάμε μια πέτρινη βρύση με επιγραφή που γράφει ότι είναι αφιερωμένη στο Χαράλαμπο Πετρόπουλο, βαλκανιονίκη από την περιοχή. Από τους δύο κρουνούς της τρέχει γάργαρο νερό και ποτίζει τις καρυδιές, που εναλλάσσονται με τις αμυγδαλιές και τις συκιές, αλλά και τα άγρια πουρνάρια και τις γκορτσιές που φυτρώνουν στο βουνό.

 

Βρύση στη Φρουσιούνα.

 

Βρύσες παραδοσιακές ή νεότερες κατασκευές χτισμένες στο κέντρο του χωριού ή στο σημείο της μοναδικής πηγής, που τροφοδοτούσε την κοινότητα με νερό, συναντάμε μέχρι σήμερα στα ορεινά χωριά της δυτικής κυρίως Αργολίδας.  Η Καρυά, ένα χωριό με πηγές που τρέχουν νερό όλο το χρόνο, είχε μέχρι τη δεκαετία του 1960 μία βρύση για κάθε γειτονιά σε διάφορα σημεία του χωριού. Μία κεντρική βρύση ήταν στο προαύλιο του δημοτικού σχολείου, μία άλλη στην είσοδο του χωριού κάτω από την εκκλησία του Αϊ Γιάννη και δύο βρύσες στο στις κάτω γειτονιές του χωριού. Τις βρύσες αυτές τροφοδοτούσε μια πηγή δίπλα στο μοναστήρι της Παναγίας κοντά στα έλατα και με επίγεια ή υπόγεια αυλάκια – υδραγωγεία οδηγούσαν το νερό στις βρύσες για τις ανάγκες των ανθρώπων. Υπήρχαν επίσης δύο ακόμα βρύσες με πηγαίο νερό, μία στο πάνω μέρος του χωριού κοντά στους νερόμυλους και μία στην Ελιτσά, πάνω στο δρόμο που οδηγεί στο χωριό διακόσια περίπου μέτρα από την κεντρική πλατεία [9].Η κεντρική πέτρινη βρύση δίπλα στο παλιό δημοτικό σχολείο του χωριού είναι νεότερη κατασκευή στη θέση παλαιότερης παραδοσιακής βρύσης, που δυστυχώς καταστράφηκε.

Η βρύση στο Μπρακατσάκι.

Ονομαστή βρύση της περιοχής είναι το «Μπρακατσάκι», μια βρύση στα μέσα του χωματόδρομου Καρυάς προς Νεστάνη, περίπου 7 χλμ. δυτικά της Καρυάς, σε υψόμετρο  πάνω από 1.000 μέτρα, που τρέχει όλο το χρόνο κρυστάλλινο κρύο νερό. Η πηγή αυτή ήταν ονομαστή στους πιο παλιούς για το ιαματικό νερό της, πλούσιο σε θειάφι, που βγαίνει από την πλαγιά του βουνού περνώντας μέσα από κιτρινωπά θειούχα πετρώματα. Εδώ κατέληγαν από παλιά κάτοικοι από τις γύρω περιοχές για να πιουν το ιαματικό αυτό νερό, που γιάτρευε πολλές αρρώστιες. Ακόμα και σήμερα το αναζητούν πολλοί για θεραπεία από κάθε είδους πάθηση, όταν εξαντλήσουν τους γιατρούς και τα φάρμακα και γιατρειά δε βρουν. Μόνο που λένε ότι για να κάνει καλό πρέπει κανείς να το πιει επιτόπου και να μην το μεταφέρει στο σπίτι του, γιατί αλλοιώνεται και χάνει τη θεραπευτική του δύναμη. Στην πηγή τα τελευταία χρόνια χτίστηκε μια απλή πέτρινη βρύση, που τρέχει συνεχώς νερό από ένα μεταλλικό σωλήνα στο κέντρο της.

Μια από τις παλαιότερες και μοναδική στην αρχιτεκτονική της παραδοσιακή βρύση της ορεινής Αργολίδας βρίσκεται στον ορεινό οικισμό Βρούστι (υψόμ. 660 μ.) στις νότιες πλαγιές της βουνοσειράς Μπαχριάμι, 20 χλμ. δυτικά από το Άργος. Η παράδοση λέει ότι το Βρούστι δημιουργήθηκε από τρομοκρατημένους Έλληνες φυγάδες των Τούρκων, που τους περιμάζεψε ψηλά πάνω στο Αρτεμίσιο κάποιος πονόψυχος πασάς και τους έφτιαξε εδώ τα πρώτα σπίτια και την πέτρινη κρήνη, που σώζεται μέχρι σήμερα και είναι από τις πιο όμορφες της Πελοποννήσου. Πρόκειται για μια πέτρινη κατασκευή και είναι η μοναδική ναόσχημη βρύση με τρεις καμάρες που σώζεται στην Πελοπόννησο. Η μεσαία καμάρα είναι μεγαλύτερη σε πλάτος και ύψος από τις δύο πλαϊνές. Μια πέτρινη πελεκητή γούρνα σε κάθε καμάρα υποδέχεται το νερό και ανάμεσά τους υπάρχου μικρά πέτρινα παγκάκια. Στη δεξιά πλευρά της υπήρχαν παλαιότερα τρεις  σιδερένιοι κρουνοί, απ’ όπου έπαιρναν το νερό οι άνθρωποι, ενώ το νερό στις γούρνες ήταν προορισμένο για τα ζώα. Μπροστά από τη βρύση στο κέντρο της μικρής πλατείας υπάρχει ακόμα ο τεράστιος γέρικος πλάτανος, που σήμερα δίνει ιδιαίτερο χρώμα και την τελευταία πνοή ζωής στο ερημωμένο χωριό, ενώ παλαιότερα κάλυπτε τα κοπάδια γιδοπροβάτων, που κατέφευγαν στη σκιά του και ξεδιψούσαν στη βρύση τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού.

 

Βρύση στο Βρούστι Αργολίδας.

 

Παρόμοιας αρχιτεκτονικής δομής είναι και η πέτρινη βρύση στον κεντρικό δρόμο του χωριού Βελανιδιά στο τοπικό διαμέρισμα Κιβερίου, του πρώην Δήμου Λέρνας, 22 χλμ. από το Αργος, που άλλοτε την έλεγαν Ποταμιά. Από την παλιά πέτρινη βρύση σώζεται μια κάμαρα, που τρέχει και σήμερα καθαρό νερό για τους περαστικούς, αφού οι ντόπιοι υδρεύονται πλέον από το μόνιμο δίκτυο ύδρευσης. Το χτίσιμό της είναι πιο κακότεχνο και έχει δεχτεί μεταγενέστερη προσθήκη μιας τσιμεντένιας γούρνας μπροστά της και ενός μεταλλικού κρουνού – βρύση του εμπορίου – για την έξοδο του νερού. Στο κέντρο πάνω από τον κρουνό μια τετράγωνη εσοχή, στην οποία, πιθανότατα, υπήρχε παλαιότερα επιγραφή που δε σώθηκε. Τα σημάδια της φθοράς είναι φανερά στο σώμα της και η μόνη φροντίδα που έχει δεχτεί τα τελευταία χρόνια από τους ανθρώπους είναι το ασβέστωμα της επιφάνειάς της που προσθέτει στην καθαριότητα αλλά αφαιρεί από την αισθητική της.

 

Κρήνη, Βελανιδιά Αργολίδας.

 

Στη ΝΔ ορεινή Αργολίδα συναντάμε τρία χωριά με παράδοση στο υγρό στοιχείο, την Κρύα Βρύση και το Κρυονέρι στις πλαγιές του όρους Κτενιάς και το Τουρνίκι στην απέναντι πλαγιά του Αρτεμισίου με τη Νεραϊδόβρυση, την τελευταία πηγή μέχρι την κορυφή του βουνού. Η Κρύα Βρύση είναι χτισμένη στα 750 μέτρα στην πλαγιά του Χτενιά σχεδόν μία ώρα από την πόλη του Άργους. Το ενδιάμεσο χωριό Κρυονέρι ή Μπούγα, χτισμένο σε απόσταση 30 χιλιομέτρων δυτικά του Άργους και σε υψόμετρο 977 μέτρων στον αυχένα του όρους Χτενιάς, πήρε το όνομά του από μια πηγή με κρύο νερό. Ο δρόμος συνεχίζει προς το επόμενο και τελευταίο χωριό του Κτενιά, το Τουρνίκι, που βρίσκεται 2 χιλιόμετρα παραπέρα. Το Τουρνίκι το 1888 είχε 404 κατοίκους και γέμιζε κόσμο το δεκαπενταύγουστο. Γύρω από τη βρύση και την εκκλησία του χωριού μαζευόταν ολόκληρη η κοινότητα και τα γειτονικά χωριά με χορό, όργανα, τραγούδι και φαγοπότι. Σήμερα και τα χωριά αυτά έχουν εγκαταλειφθεί και κατοικούνται μόνο το καλοκαίρι από παραθεριστές.

 

Κρήνη στην Κρύα Βρύση, Δήμου Άργους – Μυκηνών. Αρχείο: Αργολική Βιβλιοθήκη. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

 

Χαρακτηριστικό σημείο της Κρύας βρύσης η πέτρινη βρύση στην πλατεία του χωριού, που τρέχει κρύο γάργαρο νερό χειμώνα καλοκαίρι. Το πυκνό δάσος που περιβάλλει το χωριό λειτουργεί ως ένα μοναδικό φυσικό μπαλκόνι απ’ όπου μπορεί κανείς να απολαύσει τη θέα του Αργολικού κάμπου. Πάνω από την Κρύα Βρύση στον Κτενιά βρίσκεται η Αρκουδόβρυση και στο απέναντι όρος, το Αρτεμίσιο, κοντά στο Τουρνίκιη Νεραϊδόβρυση.  Ένας από τους θρύλους της περιοχής αναφέρεται στη μονομαχία δύο στοιχειών,  του στοιχειού της Αρκουδόβρυσης και του στοιχειού της Νεραϊδόβρυσης. Το στοιχειό της Αρκουδόβρυσης προστάτευε την περιοχή της Κρύας Βρύσης και το στοιχειό της Νεραϊδόβρυσης το Τουρνίκι.

Ένας τσοπάνης από την Κρύα Βρύση έβοσκε στην περιοχή 40 αγελάδες και καθεμία είχε ένα μοσχαράκι. Το στοιχειό του χωριού έφαγε τα 39 μοσχάρια όμως μέρα με την ημέρα και άφησε μόνο ένα. Όταν ο βοσκός του παραπονέθηκε, το στοιχειό της Αρκουδόβρυσης του αποκάλυψε ένα σατανικό σχέδιο. Είχε σκοπό να νικήσει το στοιχειό της Νεραϊδόβρυσης και να γίνει ο απόλυτος κυρίαρχος της περιοχής: «Έφαγα τα υπόλοιπα μοσχαράκια, ώστε το μοναδικό που απέμεινε να πίνει το γάλα και των 40 αγελάδων, για να παχύνει πολύ. Όταν παχύνει θα το σφάξεις και με το ξύγκι του θα φτιάξεις μπαλάκια.  Εγώ και το στοιχειό της Νεραϊδόβρυσης θα μεταμορφωθούμε σε βουβάλια και θα παλέψουμε. Εγώ θα έχω λευκό χρώμα κι εκείνο μαύρο. Εσύ θα του πετάς τα μπαλάκια από το ξύγκι». Έτσι κι έγινε. Κατά τη μονομαχία ο βοσκός πέταγε τα μπαλάκια πάνω στο μαύρο βουβάλι και μόλις ακουμπούσαν το δέρμα του πετάγονταν φωτιές. Το στοιχειό της Νεραϊδόβρυσης εξολοθρεύθηκε και το στοιχειό της Αρκουδόβρυσης έγινε κυρίαρχος στην περιοχή ευεργετώντας την Κρύα Βρύση. Την ιστορία την αφηγούνταν οι Κρυοβρυσιώτες πριν από πολλά χρόνια, τότε που τα χωριά έσφυζαν από ζωή και οι κάτοικοί τους, όπως σε κάθε γειτονική πόλη ή χωριό, εξέφραζαν μεταξύ τους αντιπαλότητες.

 

Ο κοινωνικός ρόλος της κοινόχρηστης βρύσης

  

Η παραδοσιακή βρύση έχει συνδεθεί και με την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Δεν εξασφαλίζει μόνο την υδροδότηση της κοινότητας, αλλά αποτελεί και το κέντρο του οικισμού. Όλοι οι δρόμοι του χωριού είναι χαραγμένοι έτσι που οδηγούν στη δημόσια βρύση και κάθε δρομάκι στο βουνό ή στον κάμπο οδηγεί σε κάποια βρύση, που είναι θεμέλιο κάθε δραστηριότητας και παίζει πρωταρχικό ρόλο στη ζωή. Πολλές φορές η πηγή και η βρύση με το νερό ήταν το βασικό κριτήριο για τη θέση της δημιουργίας του οικισμού και η διαμόρφωσή του γινόταν έτσι ώστε να εξυπηρετείται από μια ή περισσότερες βρύσες. Η στενή σύνδεση του χώρου με τη βρύση φαίνεται και από το πλήθος των τοπωνυμιών που έχουν σχέση μ’ αυτή. Δεν υπάρχει περιοχή, πόλη ή χωριό, που να μην έχει δώσει σε κάποια τοποθεσία όνομα σχετικό με τη βρύση και το νερό.

Στενή είναι ακόμα η σύνδεση της βρύσης και με την οικονομία των παραδοσιακών αγροτικών οικισμών. Το νερό της δεν είναι απαραίτητα μόνο για να πίνουν οι άνθρωποι, αλλά και για να ποτίζουν οι γεωργοί τα ζώα τους και οι κτηνοτρόφοι τα κοπάδια τους. Για το πότισμα των ζώων κυρίως είχαν κατασκευαστεί οι μικρές πέτρινες γλυπτές γούρνες και ήταν τοποθετημένες σε κάθε βρύση σε ύψος που να εξυπηρετούνται τα ζώα, ενώ για το πότισμα των κοπαδιών υπήρχαν πολλές φορές μεγάλες κορύτες-ποτίστρες μπροστά ή δίπλα από τη βρύση. Ο τόπος όπου θα δημιουργήσει ο τσοπάνης τη στάνη, τη στρούγκα, το μαντρί του είναι τέτοιος, ώστε να υπάρχει εύκολη και γρήγορη πρόσβαση προς το νερό κάποιας βρύσης ή κάποιας πηγής για να ποτίζει το κοπάδι του.

Σε παλιότερους καιρούς η οικονομική και κοινωνική ζωή κυλούσε γύρω από τις κοινόχρηστες βρύσες. Το νερό της βρύσης όμως χρησιμοποιείται πολλές φορές και για αρδευτικούς σκοπούς και στηρίζει σε μεγάλο βαθμό τη σχετική οικονομική αυτάρκεια των παραδοσιακών αγροτικών οικισμών. Κοντά στη βρύση του χωριού κάθε οικογένεια δημιουργεί τον κήπο της, που της εξασφαλίζει τα απαραίτητα φρούτα και λαχανικά. Ο «επιστάτης των κρηνών» της αρχαιότητας επιβιώνει στη νεότερη εποχή με το «νεροκράτη», τον άνθρωπο δηλαδή που είναι αρμόδιος για τη διάθεση του νερού, τηρεί την προτεραιότητα και ρυθμίζει τη σειρά με την οποία θα χρησιμοποιήσουν οι χωριανοί το νερό της βρύσης για την άρδευση των κήπων τους.

Πέρα από τη σημασία της για την ανάπτυξη των οικισμών η βρύση κατέχει σημαντική θέση και στην κοινωνική ζωή του χωριού. Είναι τόπος συνάντησης κυρίως για τις γυναίκες και τους νέους, όπως είναι το καφενείο τόπος συνάντησης για τους άνδρες του χωριού. Οι νοικοκυρές πήγαιναν καθημερινά σχεδόν στη βρύση με τη στάμνα στο χέρι και έφευγαν με τη στάμνα στον ώμο. Άλλες γέμιζαν το ξύλινο βαρέλι τους με φρέσκο νερό, το φόρτωναν στην πλάτη τους και γύριζαν βιαστικές στο σπίτι. Οι τυχεροί που είχαν ζώα φόρτωναν τους τσίγκινους τενεκέδες και μετέφεραν νερό σε μεγαλύτερες ποσότητες. Περιμένοντας να γεμίσουν το σταμνί ή το βαρέλι με τη σειρά τους θα βρουν την ευκαιρία να «τα πουν» με τις συγχωριανές τους, να μάθουν τα νέα, να συζητήσουν το καθετί.

 

Κρανίδι, Ιούνιος 1955. Αρχείο: Στέφος Αλεξανδρίδης

 

 Άλλες μέρες πάλι θα κουβαλήσουν στη βρύση μαλλιά ή ρούχα για να πλύνουν και, καθώς κάνουν την μπουγάδα τους χτυπώντας την απαλά με το ξύλινο κόπανο, βρίσκουν την ευκαιρία για κάθε λογής συναντήσεις και κουβέντες. Μέχρι την δεκαετία του 60 περίπου στην βρύση πλένανε και τα προικιά της νύφης μέσα σ’ ένα ξεφάντωμα από τραγούδια και αστεία των κοριτσιών. Κάθε γυναίκα που θα καθίσει στο πεζούλι της βρύσης για να ξεκουραστεί απ’ το πλύσιμο ή το κουβάλημα της βαρέλας, γίνεται πυρήνας μιας πρόσκαιρης και εύθυμης συνήθως συντροφιάς, που η κουβέντα της συνοδεύει το χαρούμενο κελάρισμα του νερού της βρύσης. Άνδρες και γυναίκες, αγόρια και κορίτσια καβάλα στα γαϊδούρια, μουλάρια ή άλογα τους, τα οδηγούσαν στις βρύσες για να τα χορτάσουν νερό. Σφυρίγματα φωνές, γέλια και τραγούδια γέμιζαν την γύρω ατμόσφαιρα της βρύσης. Οι ερωτευμένοι δεν έχαναν την ευκαιρία να ανταλλάξουν κρυφές ματιές ενώ οι μεγαλύτερες κυρίες έβρισκαν χρόνο για κάποιο κουτσομπολιό.

Οι βρύσες που βρίσκονται στην πλατεία του χωριού είναι χώροι, όπου την άνοιξη και το καλοκαίρι συγκεντρώνονται τα παιδιά για τα παιχνίδια τους, αλλά και όλοι οι χωριανοί για να κάνουν γιορτές, πανηγύρια και άλλες εκδηλώσεις, που πολλές φορές δεν είναι τελείως άσχετες με τη βρύση και το νερό της. Για τους νέους η βρύση στάθηκε ορόσημο για την αγάπη και τον έρωτα. Είναι ο τόπος όπου τα παλικάρια μπορούν να δουν τις αγαπημένες τους. Όπως χαρούμενο και τραγουδιστό τρέχει το νεράκι της βρύσης, έτσι και οι νιές χαρούμενες θα πάνε στη βρύση, γιατί τις καρτερεί εκεί ο νιος σιγοτραγουδώντας. Εκεί πλέκονται έρωτες, εκεί η αγάπη φωλιάζει, ριζώνει και δε βγαίνει, όπως λέει το δημοτικό τραγούδι, όπου θα βρούμε πλήθος αναφορές στο ρόλο και στην κοινωνική λειτουργία της βρύσης, αναφορές που με όλη τη γραφικότητά τους αποκαλύπτουν και μας βοηθούν να αναπαραστήσουμε πτυχές της παραδοσιακής ζωής της προβιομηχανικής κοινωνίας. Η ποίηση και η λαϊκή ψυχή έχουν συνδεθεί τόσο πολύ με τη βρύση, που την έκαναν τραγούδι και την τραγούδησαν όπως της άξιζε.

Τέλος, οι βρύσες που βρίσκονται στους δρόμους φιλοξενούσαν τους διαβάτες, που στέκονταν εκεί για να φάνε και να ξεδιψάσουν. Δίπλα σ’ αυτές τις βρύσες έβρισκε κανείς τα σημάδια των περαστικών: ψίχουλα από ψωμί και τυρί, κουκούτσια από ελιές, λίγα κρεμυδόφυλλα, γνωρίσματα της φτώχειας, αλλά και απομεινάρια και αποφάγια από άλλα πλουσιότερα τρόφιμα, που άφησαν άλλοι που πέρασαν και είχαν τον τρόπο τους να φάνε κάτι καλύτερο. Εκείνο που δεν ξέρει κανείς είναι ποιος έφαγε με περισσότερη όρεξη, εκείνος με τα πλούσια εδέσματα ή εκείνος με το ψωμοτύρι [10]; Εκτός από την ομορφιά που χαρίζουν στο χώρο και το καθαρό νερό στους διαβάτες, οι βρύσες αυτές είχαν και έχουν και έντονο ανθρωπολογικό ενδιαφέρον.

 

Εγκατάλειψη και αναβίωση

 

Χώρος συνάντησης και αναψυχής η βρύση, χώρος ψυχαγωγίας και τελετών, γραφική και με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική, χτισμένη στις πιο ειδυλλιακές τοποθεσίες και με τα καλύτερα πετρομάρμαρα της περιοχής, καμάρι του πελεκητή και του χωριού στολίδι, δεν μπόρεσε να αντέξει στην επέλαση του πολιτισμού και στο σύγχρονο τρόπο ζωής, όπως διαμορφώθηκε κυρίως μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τη «χαριστική βολή» στην παραδοσιακή βρύση έδωσαν από τη δεκαετία του 1950 και μετά η μετανάστευση, η ανάπτυξη και η διάδοση της τεχνικής.

Στην περίοδο αυτή χιλιάδες πληθυσμού, που προέρχονταν κυρίως από τον «παραδοσιακό» κόσμο, μεταναστεύουν στο εξωτερικό, ενώ πολλοί περισσότεροι μετακινήθηκαν από τα χωριά στις πόλεις των κάμπων και στην πρωτεύουσα, η οποία άρχισε από τότε να μεταμορφώνεται στο σημερινό τέρας των 3.500.000 σχεδόν κατοίκων. Η ύπαιθρος εγκαταλείπεται, ερημώνεται και ερειπώνεται. Η βρύση του χωριού χάνει μαζί με τους ανθρώπους και τη ζωντάνια της και καταντάει ένα γραφικό «απολίθωμα». Παράλληλα με την ανάπτυξη της τεχνικής αρχίζουν να δημιουργούνται τα κεντρικά δίκτυα ύδρευσης των οικισμών και οι υδραυλικές εγκαταστάσεις σε κάθε σπίτι, σε κάθε χώρο ανθρώπινης δραστηριότητας. Οι άνθρωποι δεν είναι πια υποχρεωμένοι να κουβαλούν το νερό στο σπίτι, εξασφαλίζουν καλύτερες συνθήκες ατομικής υγιεινής μέσα στο σπίτι τους και η βρύση χάνει την πρακτική της αξία και σημασία, κάποτε μάλιστα και το νερό της, που διοχετεύτηκε στα κεντρικά δίκτυα ύδρευσης.

Όταν στις πόλεις και τα χωριά πλήθυναν τα αυτοκίνητα που χρειάζονται άνετους δρόμους και χώρους για να κυκλοφορήσουν, θυσιάστηκαν βρύσες σε δρόμους και πλατείες, γιατί ήταν άχρηστες στους εποχούμενους διαβάτες και τους εμπόδιζαν κιόλας. Έμειναν μόνον όσες βρίσκονταν σε θέσεις που δεν εμπόδιζαν τους ανθρώπους κι όσες έτυχαν την προστασία κάποιων ατόμων ή φορέων ευαίσθητων στην παράδοση και στα αρχιτεκτονικά μνημεία. Οι άνθρωποι της καταναλωτικής εποχής έχουν ωφελιμιστική νοοτροπία και «πρακτικό» πνεύμα, δε δείχνουν ευαισθησία για πράγματα ξεπερασμένα και «άχρηστα» του παρελθόντος. Πολλές απ’ αυτές είναι αυθεντικές, αλλά ερειπωμένες.

Άλλες επισκευάστηκαν ή ανακατασκευάστηκαν χωρίς τις πιο πολλές φορές να διατηρήσουν το χρώμα και την αρχική τους ομορφιά. Τα τελευταία χρόνια σε μερικά χωριά κατασκευάζονται από ιδιώτες, συλλόγους και κοινότητες βρύσες με παραδοσιακό στυλ σε μια προσπάθεια για τουριστική κυρίως αξιοποίηση και ανάπτυξη του τόπου τους. Δεν έχουν όμως την καλλιτεχνία και την ομορφιά των αυθεντικών παραδοσιακών κρηνών. Χρησιμοποιούνται τα καινούρια φτηνά υλικά, η κατασκευή τους είναι πρόχειρη και εύκολη. Δεν υπάρχουν άλλωστε και οι παλιοί τεχνίτες. Στα μαστοροχώρια του Μοριά σήμερα θα συναντήσει κανείς ελάχιστους τεχνίτες. Το μπουλούκι δεν υπάρχει πια. Ο πρωτομάστορας έγινε εργολάβος οικοδομικών εργασιών και οι μαστόροι, που ήταν συνεταίροι στο μπουλούκι, έγιναν μισθωτοί εργάτες, οικοδόμοι. Εντάχτηκαν δηλαδή στην κοινωνική πραγματικότητα της εποχής μας.

Η λαϊκή αρχιτεκτονική ανήκει σε άλλη εποχή, σε τρόπους παραγωγής και σε κοινωνική οργάνωση που έχουν ξεπεραστεί σήμερα. Τα έργα της όμως δεν έχουν χάσει την πολιτιστική τους αξία. Είναι μέρος του λαϊκού μας πολιτισμού, στοιχεία για την εθνική και την ιστορική μας αυτογνωσία και γι’ αυτό μπορούν ν’ αποτελέσουν πηγές έμπνευσης, μέσα βέβαια στις σημερινές συνθήκες ζωής. Δεν πρέπει να αφήνουμε το νερό να τρέχει από ερειπωμένες κρήνες και φρέατα, πλαισιωμένο από ακαλαίσθητα τσιμεντώματα και φτωχές, πρόχειρες παράγκες. Αξίζουν οι βρύσες που σώζονται μια «εθνολογική» μελέτη, μια φροντίδα εξωραϊσμού των πηγών, μια αναδρομή στην ιστορία τους, που θα ξανάδινε στο ουσιαστικό αυτό στοιχείο ζωής των ελληνικών αιώνων, το νερό, την αξιολόγηση που του πρέπει και τον αποφασιστικό ρόλο που θα παίζει πάντα για την αισιοδοξία μας. Η γνώση της λαϊκής αρχιτεκτονικής γενικά ίσως βοηθήσει να αναζητηθούν πιο ανθρώπινες λύσεις στα σημερινά οικιστικά και άλλα προβλήματα και ίσως η λαϊκή σοφία γυρίσει ξανά στις πόλεις μας[11].

 

Πηγάδια

 

 Σε περιοχές που δεν υπήρχαν φυσικές επίγειες πηγές ο πιο διαδεδομένος τρόπος εξεύρεσης νερού ήταν τα πηγάδια. Πηγάδια λέγονται βασικά οι αυτοτροφοδοτούμενες αποθήκες νερού. Δημιουργούνταν σε κάποιο μέρος, όπου κάτω από το έδαφος και σε λίγα μέτρα βάθος βρίσκεται νερό ή υπάρχει κάποιος υπόγειος δίαυλος νερού  (υπόγειο ποτάμι). Επινοήθηκαν την πρώτη και μέση εποχή του χαλκού (2500-1600 π.Χ) σε αρχαίους συνοικισμούς κτισμένους σε οχυρωμένες τοποθεσίες. Στην Αρχαία Ελλάδα το πηγάδι λεγόταν Φρέαρ και η λέξη πηγάδι είναι συνώνυμο της πηγής. Στην ελληνιστική κοινή η λέξη  πηγάδιον είναι υποκοριστικό της αρχαίας ελληνικής λέξης πηγή. Αποτελούσαν τις κύριες κατασκευές άντλησης και αποθήκευσης νερού στις περιπτώσεις που δεν εξασφαλιζόταν η μεταφορά του από κοντινή πηγή. Σε εποχές πολέμων, κοινωνικών αναταραχών και φυσικών καταστροφών τα πηγάδια βοήθησαν τον άνθρωπο, ενώ ήταν οι ζωοδότες για τους έγκλειστους μέσα στα κάστρα κατά τις πολιορκίες. Στο Σούλι την περίοδο της τουρκοκρατίας τα πηγάδια επάνω στο ξεροβούνι ξεδίψασαν τους Σουλιώτες και έδωσαν ζωή στην περιοχή.

 

Πηγάδι στο εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας στην Άκοβα Άργους. Φωτογραφία Τάσος Τσάγκος (8-6-2020).

 

Στην Αργολίδα τα πηγάδια είναι δεμένα με την ιστορία της. Η μυθολογική παράδοση αναφέρει ότι ο Δαναός έγινε βασιλιάς του Άργους, επειδή  ο ίδιος και οι κόρες του, που ήρθαν από την Αίγυπτο και γνώριζαν τις τεχνικές διαχείρισης των νερών του Νείλου, δίδαξαν στους κατοίκους του Άργους πώς να ανοίγουν πηγάδια για νερό και να ποτίζουν τις καλλιέργειες και μετέτρεψαν σε «ένυδρον» το «πολυδίψιον» Άργος.

Πηγάδια υπήρχαν συνήθως στις πεδινές περιοχές της Αργολίδας, όπου δεν υπήρχαν τρεχούμενα νερά, και σπάνια στα ορεινά χωριά, που είχαν πηγές και βρύσες.  Με το νερό των πηγαδιών αρδευόταν ο κάμπος, ενώ υπήρχαν και ιδιωτικά πηγάδια στις αυλές των σπιτιών για την ύδρευση κάθε νοικοκυριού. Ο αρχαίος γεωγράφος Στράβων αναφέρει ότι  η περιοχή γύρω από την πόλη του Άργους είναι χαμηλή και αυλακώνεται από ρεύματα υδάτων και  τροφοδοτείται άφθονα με νερό από τα πηγάδια, τα οποία συναντά κανείς σε κάθε βήμα και τα οποία είναι πολύ αβαθή [12]. Στην περιοχή έχει αποκαλυφθεί πλήθος από πηγάδια που μαρτυρούν πόσο σημαντικός ήταν ο ρόλος των φρεάτων στην τροφοδοσία με νερό.

Το αρχαιότερο πηγάδι της περιοχής πρέπει να είναι ένα μυκηναϊκό πηγάδι, που σώζεται ακόμη σήμερα στην περιοχή Επάνω Πηγάδι, δυτικά του θολωτού τάφου του Ατρέα, στην άκρη του ασφαλτωμένου αγροτικού δρόμου, που ξεκινάει από το κέντρο του σύγχρονου οικισμού των Μυκηνών, περνάει μέσα από τον ελαιώνα δυτικά της ακρόπολης των Μυκηνών και συνεχίζει ΒΑ για να καταλήξει στην Προσύμνη. Το πηγάδι βρίσκεται σε μια στροφή του δρόμου, είναι χτισμένο εσωτερικά με μεγάλες πέτρες κατά το μυκηναϊκό σύστημα δόμησης και το στόμιό του καλύπτεται από μια αγριοσυκιά, που με τις ρίζες της αντλεί νερό από το βάθος του πηγαδιού. Δεν φέρει καμία σήμανση ή επιγραφή που να δείχνει ότι είναι πανάρχαιο μνημείο, γιατί έχει την ατυχία να βρίσκεται έξω από το γνωστό αρχαιολογικό χώρο των Μυκηνών και να μην του δίνει κανείς ιδιαίτερη σημασία. Η ονομασία της περιοχής οφείλεται, πιθανότατα, στο πηγάδι αυτό, ενώ υπάρχει και η περιοχή Κάτω Πηγάδι νοτιότερα, όπου υπάρχει νεότερο πηγάδι. Βρίσκεται  στον ίδιο δρόμο  κοντά στο χωριό στο κέντρο ενός κυκλικού τσιμεντένιου περίγυρου με γούρνες στην περιφέρειά του για το πότισμα των ζώων και έχει καλυφθεί κι αυτό από μια αγριοσυκιά και αγριόχορτα φυτρωμένα στον περιβάλλοντα χώρο του.

Πληροφορίες για τα πηγάδια της Αργολίδας βρίσκουμε και την εποχή της Τουρκοκρατίας. Ο Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή, που επισκέφτηκε το Άργος το 1668, γράφει ότι είδε στην πόλη του Άργους πεντακόσια πηγάδια με το γλυκό νερό και πολλά αμπέλια και περιβόλια ολόγυρα και συμπληρώνει ότι το νερό και το κλίμα είναι καλά και σαράντα είδη κρασοστάφυλου αναφέρονται στα κατάστιχα της περιοχής [13].

Κατά την εκστρατεία του Δράμαλη στην πεδιάδα της Αργοναυπλίας το 1822 επικρατούσε μεγάλη λειψυδρία και ξηρασία. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έκαψε τα λίγα σπαρτά του κάμπου και διέταξε τους ντόπιους να πετάξουν μέσα στα πηγάδια τα διάφορα χαλκώματα, για να τα ξαναβρούν μετά την αποχώρηση του εχθρού. Το αποτέλεσμα ήταν  να δηλητηριασθούν τα νερά των πηγαδιών. Έτσι ο στρατός του Δράμαλη υποχρεώθηκε να ζήσει δυο εβδομάδες στο κάμπο του Άργους υποφέροντας από παντελή έλλειψη δυνατότητας ανεφοδιασμού, αφού οι Έλληνες είχαν κάψει τα πάντα στον Αργολικό κάμπο και τα πηγάδια είχαν στερέψει λόγω της ξηρασίας του καλοκαιριού [14].

Ο Αντώνης Μηλιαράκης, που περιέγραψε το Αργολικό πεδίο το 1888 αναφέρει ότι το Άργους υδρεύεται από την πηγή Ερασίνου του Κεφαλαρίου που φέρνει το νερό με κτιστό υδραγωγείο 5 χιλιόμετρων και από πηγάδια. [15] Στα χωρία του Άργους υπάρχουν λίγα δένδρα και κήποι που τους ποτίζουν με νερό από πηγάδια με βάθος 6-7 μέτρων στα χαμηλά τμήματα του κάμπου και 10-15 μέτρων στα πιο ορεινά.

Το 1936 στις πεδινές και ορεινές περιοχές του Αργολικού κάμπου υπήρχαν 2.904 πηγάδια άρδευσης, από τα οποία ενεργά ήταν τα 2.286, ενώ τα υπόλοιπα είχαν στερέψει ή έβγαζαν αλμυρό νερό. Τα περισσότερα ήταν στο Άργος και στα χωριά του κάμπου με καλλιεργήσιμες εκτάσεις και λιγότερα στην επαρχία Ναυπλίου και στα πιο ορεινά χωριά. Οι Αναγνωστόπουλος Ν. και Γάγαλης Γ. στο έργο τους «Η Αργολική Πεδιάς» καταγράφουν τα πηγάδια της Αργοναυπλίας, όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα[16].

 

Πηγάδια Αργοναυπλίας
Επαρχία Άργους Σύνολο Ενεργά Επαρχία Ναυπλίου Σύνολο Ενεργά
Άργος 407 307 Ναύπλιο  –
Ν. Κίος 130 110 Άρεια 65 55
Μύλοι 1 1 Άγ. Αδριανός 13 10
Κιβέρι 8 8 Κοφίνι (Ν. τίρυνθα) 100 75
Δαλαμανάρα 400 300 Αργολικό 120 100
Πασσιά (Ίναχος) 390 290 Μέρμπακα (Αγ. Τριάδα) 210 170
Χώνικα 150 120 Παναρίτι 9 9
Κουτσοπόδι 300 250 Ανυφί 180 135
Μυκήνες 10 10 Πουλακίδα 40 35
Φίχτια 6 6 Μάνεσι
Πυργέλα 125 100 Μιδέα
Λάλουκα 150 120
Κουρτάκι 90 75
ΣΥΝΟΛΟ 2.167 1.697 ΣΥΝΟΛΟ 737 589

 

Το βάθος των πηγαδιών έχει διπλασιαστεί από την εποχή που τα κατέγραψε ο Αντώνης Μηλιαράκης (1888), γιατί λόγω της υπεράντλησης των υπόγειων υδάτων κατέβαινε η στάθμη του υδροφόρου ορίζοντα, και διαφέρει από περιοχή σε περιοχή [17]. Τα πιο βαθιά πηγάδια ήταν στα Φίχτια (24-38 μέτρα), στις Μυκήνες (15-30 μ.), στην Πουλακίδα (15-28 μ.) και στο Άργος (10-31 μ.). Πιο ρηχά ήταν τα πηγάδια στους Μύλους (7,5 μ.), στην Πυργέλα (8-13 μ.), στο Λάλουκα (9-12 μ.), στο Κουρτάκι (9-13 μ.), στο Κιβέρι (4,5-9 μ.) και προπαντός στη Ν. Κίο, όπου εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τη Μ. Ασία το 1927 και μέσα σε 10 χρόνια άνοιξαν 130 πηγάδια με βάθος 1,5-3 μέτρων για τις ανάγκες του χωριού.

Τα επόμενα χρόνια και μέχρι τη δεκαετία του 1960 η στάθμη των υπόγειων υδάτων υποχώρησε και άρχισαν οι γεωτρήσεις σε βάθος 80-100 μέτρων αρχικά και πολύ μεγαλύτερο αργότερα. Στο Άργος, εκτός από τα ιδιωτικά πηγάδια που υπήρχαν στις αυλές των σπιτιών για ύδρευση και στα περιβόλια για άρδευση των καλλιεργειών, δημιουργήθηκαν και δημόσιας χρήσης πηγάδια, ένα στο κέντρο του νεοκλασικού κτιρίου της Δημοτικής Αγοράς και ένα στη δυτική πλευρά του υπαίθριου χώρου της λαϊκής αγοράς. Ένα ακόμα κοινόχρηστο πηγάδι ήταν το «Πηγάδι του Τούντα» στη διασταύρωση των δρόμων προς το Σχοινοχώρι και τα Σταθέϊκα μετά το αεροδρόμιο του Άργους και δίπλα στο πρώην συσκευαστήριο Παναγιωτόπουλου, όπου ξεδιψούσαν άνθρωποι και ζώα που κινούνταν προς το παζάρι του Άργους.

Το μεγάλο πηγάδι των Λιμνών. Απεικόνιση σε τηλεκάρτα, Νοέμβριος 2001.

Στο Μπερμπάτι (Προσύμνη) νερό προμηθεύονταν από το ποτάμι Αστερίωνα και από πηγάδια που υπήρχαν σε αρκετά μέρη του χωριού και σε αυλές κάποιων σπιτιών. Στις Λίμνες, ένα χωριό με πετρώδες έδαφος όπου οι κάτοικοι δημιούργησαν πολλές αναβαθμίδες, τα λεγάμενα πεζούλια, για καλλιέργεια, η έλλειψη νερού αποτελούσε πολύ μεγάλο πρόβλημα. Για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας δημιούργησαν ένα μεγάλο πηγάδι στην είσοδο του χωριού και άλλα μικρότερα σε γειτονικές περιοχές. Το μεγάλο πηγάδι των Λιμνών σώζεται μέχρι σήμερα και αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των παλαιότερων πηγαδιών. Έχει δημιουργηθεί μέσα σ’ έναν κυκλικό περίβολο πλακοστρωμένο και πλαισιωμένο με μεγάλες πέτρινες γούρνες, για να ποτίζουν τα ζώα, και με πλάκες, πάνω στις οποίες οι γυναίκες του χωριού έκαναν τη μπουγάδα τους ή έπλεναν τα χειμωνιάτικα σκεπάσματα. Οι κάτοικοι έπαιρναν νερό από το πηγάδι με κουβάδες, ξύλινα βαρέλια ή μεταλλικά δοχεία φορτωμένα στα ζώα.  Οι μεγάλες πέτρες στο στόμιο του πηγαδιού φέρουν βαθιές αυλακώσεις από τα σχοινιά των κουβάδων που σύρονταν πάνω τους καθώς ανέβαζαν το νερό με τα χέρια. Το καλοκαίρι οι ανάγκες για νερό ήταν μεγάλες και μπορεί να περίμεναν αρκετές ώρες τη σειρά τους για νερό. Πολλές φορές πήγαιναν από τις τρεις το πρωί, όλη την ημέρα ακόμα και τη νύχτα. Όταν το νερό λιγόστευε και η στάθμη του κατέβαινε, οι γυναίκες έπλεναν εκεί μόνο τις κουβέρτες, ενώ για μπουγάδα πήγαιναν σε άλλα πηγάδια έξω από το χωριό μέχρι το 1958, όταν δημιουργήθηκε δίκτυο κεντρικής ύδρευσης στο χωριό με βρύσες στα σπίτια.

Στο Ναύπλιο, στο πρώην βιομηχανικό συγκρότημα «ΑΝΘΟΣ», που βρισκόταν σε οικόπεδο επί της εθνικής οδού Ναυπλίου-Επιδαύρου, ανοίχτηκε πηγάδι στο κέντρο της εσωτερικής αυλής του κυρίου βιομηχανικού συγκροτήματος. Το νερό του χρησίμευε στη διαδικασία επεξεργασίας φρούτων και λαχανικών, που απαιτούσε μεγάλες ποσότητες. Στο Πολύγωνο, μια συνοικία κοντά στο στρατόπεδο, όπου σήμερα ορθώνονται πολυκατοικίες, ήταν παντού πέτρινα σπίτια απομακρυσμένα το ένα από το άλλο με τεράστιους κήπους με τριανταφυλλιές, γεράνια, γαρουφαλλιές, γιασεμιά και μικρούλες λεμονιές ή πορτοκαλιές και μπροστά ένα πηγάδι με μια καρυδιά ή μουριά. Στα συνοικισμό Ταμπάκικα του Ναυπλίου, όπου κατοικούσαν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και κατεργάζονταν δέρματα, υπήρχαν πέντε πηγάδια που έβγαζαν άφθονο  νερό και περιβόλια µε ελιές, αμπέλια, ροδιές, συκιές και κηπευτικά.

Στα Λευκάκια σώζονται μέχρι σήμερα το παλιό πηγάδι και η παλιά δεξαμενή, που τροφοδοτούσε το χωριό με νερό με έναν υπόγειο πήλινο αγωγό. Πολλά εγκαταλελειμμένα πηγάδια, που χρησιμοποιούνταν παλιά για ύδρευση και άρδευση, υπάρχουν ακόμα στην περιοχή μεταξύ Λευκακίων και Τσέλου Ασίνης  ανάμεσα σε οικισμούς και στα χωράφια. Κάποια έχουν νερό μέχρι σχεδόν λίγο κάτω από την επιφάνεια του εδάφους και άλλα δεν έχουν καθόλου. Κάποια από αυτά έχουν «βραχόλι» δηλαδή κτιστό τμήμα με πέτρες ή τούβλα πάνω απ’ την επιφάνεια του εδάφους, πολλά όμως δεν προεξέχουν από το έδαφος και καθώς βρίσκονται μέσα σε κτήματα αποτελούν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον αμέριμνο περιπατητή που δεν γνωρίζει την ύπαρξή τους. Σε πολλά από αυτά δίπλα από το «βραχόλι» υπάρχουν λαξευτές γούρνες για το πότισμα των ζώων. Τα περισσότερα όμως «βραχόλια» και οι γούρνες έχουν δυστυχώς λεηλατηθεί.

Στο δρόμο από την Ασίνη προς  Ίρια και Καρνεζαίικα πριν τη Βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Νικολάου συναντάμε το πηγάδι Αχαμνό με τρεις πανέμορφες πέτρινες γούρνες. Στο Τολό η βασική πηγή ύδρευσης βρισκόταν στην έπαυλη του Νασάν Πασά, πάνω από το χωριό, όπου κάποτε ξεκουράστηκαν και ξεδίψασαν οι στρατιώτες του Μοροζίνι, αλλά οι κάτοικοι του χωριού υδρεύονταν και από πηγάδια, που άνοιγε κάθε οικογένεια, για να εξασφαλίσει νερό για το σπίτι και τον κήπο που δημιουργούσε στην αυλή της [18].Υπήρχαν έως δέκα πηγάδια και το μισό χωριό έβγαζε με τον κουβά τέτοιο νερό, πηγαδίσιο, για να πίνουν οι άνθρωποι και να ποτίζουν τα ζωντανά τους [19].

Στο Γκέρμπεσι (Μιδέα) υπήρχαν τρία κοινόχρηστα πηγάδια για την κάλυψη των οικιακών αναγκών και πέντε ιδιωτικά, που ανοίχτηκαν μετά τον πόλεμο για άρδευση. Το ένα κοινόχρηστο πηγάδι βρισκόταν στη σημερινή πλατεία, μπροστά στο κοινοτικό γραφείο. Είχε βάθος 25 περίπου μ. και το εσωτερικό του ήταν κτισμένο με πέτρες και ασβεστοκονίαμα, για να μην γκρεμίζονται τα τοιχώματα. Το στόμιο του πηγαδιού προστατευόταν από υπέργεια τετράγωνη τσιμεντένια κατασκευή ύψους 0,80 μ. Το νερό ήταν λιγοστό και γλυφό και κάποια στιγμή το γέμισαν με πέτρες και πάνω του διαμόρφωσαν την πλατεία του χωριού.

Το δεύτερο πηγάδι βρισκόταν στο σταυροδρόμι μπροστά από το σπίτι του Μόσμη και στο νερό του οφείλεται η ζωή και η διάρκεια του οικισμού, αφού ήταν το σχεδόν μοναδικό μέσο ύδρευσης των κατοίκων. Το άνοιγμά του έγινε όταν δημιουργήθηκε ο οικισμός και οι παλαιότεροι έλεγαν πως το είχαν φτιάξει Τούρκοι. Είχε διάμετρο 2,5 μ. περίπου και βάθος γύρω στα 20 μ. Εσωτερικά ήταν χτισμένο με πέτρες για την προστασία των τοιχωμάτων, εξωτερικά προστατευόταν με περιμετρικό τοίχο από μεγάλες πέτρες, ενώ στα χείλη του υπήρχαν μεγάλες πέτρες πελεκημένες στις δύο όψεις, την επάνω και την εσωτερική προς το κέντρο του πηγαδιού, οι οποίες έφεραν συνεχείς παράλληλες εγκοπές σε βάθος τεσσάρων δαχτύλων περίπου, που είχαν δημιουργηθεί από την τριβή των σχοινιών των κουβάδων κατά την άντληση του νερού. Γύρω από το πηγάδι υπήρχαν πέτρινες γούρνες για το πότισμα των ζώων. Με την εντατική εκμετάλλευση του νερού ο υδροφόρος ορίζοντας κατέβηκε χαμηλά, το πηγάδι στέρεψε και από το 1961 το χωριό άρχισε να υδρεύεται από κοινοτική γεώτρηση. Το1980 η κοινοτική αρχή γέμισε το πηγάδι με τις πέτρες του και ισοπέδωσε το χώρο, για να μπορεί να παίρνει άνετα στροφή το λεωφορείο.

Το τρίτο πηγάδι ήταν στη «Φλιαμπουρίτσα», στο ρέμα δεξιά από την τελευταία στροφή του δρόμου προς το εκκλησάκι του Αϊ Γιαννιού και το χρησιμοποιούσαν για το πότισμά των προβάτων. Το εσωτερικό έχει επενδυθεί με πέτρες και οι παρειές του έχουν υψωθεί στους 80 πόντους με κτιστές πελεκητές πέτρες. Τα πέντε ιδιωτικά πηγάδια του χωριού ήταν στις αυλές των ιδιοκτητών τους και ο καθένας τα χρησιμοποιούσε για τις ανάγκες του σπιτιού του.

Στο Αραχναίο (Χέλι) η ύδρευση γινόταν από έξι κοινόχρηστα πηγάδια που υπήρχαν κοντά στο χωριό. Τρία από τα πηγάδια αυτά τα χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά για το πότισμα των μεγάλων ζώων, κυρίως μουλάρια που στο χωριό ήταν πάνω από πεντακόσια, ενώ τα  υπόλοιπα τρία χρησίμευαν για την ύδρευση των κατοίκων. Κάθε σπίτι μπορούσε να πάρει 1-2 βαρέλια νερό από 20-25 οκάδες το καθένα κάθε μέρα. Το χειμώνα γέμιζαν και το νερό ξεχείλιζε από το στόμιο. Το καλοκαίρι, όταν η στάθμη του νερού κατέβαινε, σφράγιζαν στο στόμιο και ο υδρονομέας του χωριού άφηνε ανοικτό ένα για την ύδρευση και ένα για το πότισμα των ζώων και επιτηρούσε συνέχεια τη χρήση τους. Στο τέλος του καλοκαιριού όλα αυτά τα πηγάδια στέρευαν τελείως και οι κάτοικοι κατέφευγαν στον Πηλιαρό, μια ώρα μακριά, όπου υπήρχε κοινόχρηστο πηγάδι, για να ποτίσουν τα ζώα τους και να γεμίσουν δύο βαρέλια νερό και να το φέρουν στο χωριό φορτωμένο στα μουλάρια. Οι πιο εύποροι κάτοικοι του χωριού από τα παλαιά χρόνια άνοιγαν δικά τους πηγάδια στις αυλές ή στα χωράφια τους για τις ανάγκες τους σε νερό. Τέτοια ιδιωτικά πηγάδια υπήρχαν δεκάδες διάσπαρτα μέσα και έξω από το χωριό. Αυτή ήταν η ύδρευση στο χωριό μέχρι το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ενώ η άρδευση εθεωρείτο στο χωριό πολυτέλεια και προνόμιο των κατοίκων του Αργολικού Κάμπου[20].

Το άνοιγμα ενός πηγαδιού είχε κόστος όσο το χτίσιμο ενός σπιτιού, γι’ αυτό και ο κόσμος έλεγε ότι τρία ήταν τα δύσκολα προβλήματα του χωρικού. Να χτίσει σπίτι, να ανοίξει πηγάδι και να παντρέψει κορίτσι. Το σκάψιμο και το χτίσιμο ενός πηγαδιού δεν ήταν μια απλή διαδικασία. Ήταν έργο κοπιαστικό και πολυδάπανο, μόνον οι εύποροι του χωριού μπορούσαν να το κάνουν και γι αυτή την εργασία υπήρχαν ειδικοί τεχνίτες, οι λεγόμενοι πηγαδάδες. Ένα συνεργείο πηγαδάδων είχε 5-6 εργάτες, 2-3 δούλευαν μέσα στο πηγάδι και οι υπόλοιποι τραβούσαν τα χώματα έξω από το πηγάδι [21]. Το κόστος κάθε πηγαδιού εξαρτιόταν από το βάθος του, τη διάμετρο, τη σκληρότητα του εδάφους, το είδος της εσωτερικής επένδυσης του πηγαδιού και τη συμμετοχή της οικογένειας του ιδιοκτήτη στις εργασίες, που μείωνε σημαντικά το κόστος. Προπολεμικά ένα ρηχό πηγάδι 10-12 μέτρων κόστιζε 18-20.000 δραχμές, όταν ένα καλό ποτιστικό χωράφι στον κάμπο είχε αξία 10.000 δραχμές το στρέμμα και το μεροκάματο ενός εργάτη της γης για σκάψιμο, κλάδεμα κ.λ.π. ήταν 40-50 δραχμές[22].

Το άνοιγμα πηγαδιού γινόταν σε μέρος, όπου εκτιμούσαν ότι σε λίγα μέτρα βάθος κάτω από το έδαφος βρίσκεται νερό ή υπάρχει κάποιος υπόγειος δίαυλος νερού  (υπόγειο ποτάμι). Πηγάδια έχτιζαν συνήθως κοντά σε ρεματιές που υποδήλωναν την ύπαρξη νερού, ενώ ως σημάδι αξιολογούσαν την ύπαρξη και άλλων πηγαδιών στην περιοχή. Ένδειξη νερού ήταν οι μικρές γούβες ή γούρνες νερού, η χλωρή βλάστηση κατά τους καλοκαιρινούς μήνες ή σημεία με διάφορα υδρόφιλα φυτά, όπως πλάτανος, ιτιά, λεύκα, βούρλο, νεράγκαθο, καλάμια, κ.λ.π. Οι παλιοί πηγαδάδες χρησιμοποιούσαν διάφορες μεθόδους για ν’ εντοπίσουν το άβαθο κοίτασμα του νερού. Κάρφωναν  π.χ. βαθιά στο έδαφος ένα μυτερό σίδερο και πάνω του τοποθετούσαν ένα μεγάλο κογχύλι. Το βράδυ, όταν έπεφτε ο αέρας και υπήρχε ηρεμία, ο πηγαδάς έβαζε το αυτί του στο κογχύλι και, αν υπήρχε υπόγειο ποτάμι σε βάθος μέχρι τα 10-15 μέτρα, ακούγονταν καθαρά ο θόρυβος του νερού. Όταν ο πηγαδάς  ήταν σίγουρος για την ανεύρεση νερού, ξεκινούσε τις εργασίες για το σκάψιμο του πηγαδιού. Εάν δεν εύρισκε νερό, ο ιδιοκτήτης δεν είχε υποχρέωση να τον πληρώσει και οι κόποι του πήγαιναν χαμένοι.

Στο σημείο που επέλεγαν έσκαβαν αρχικά με κασμά και φτυάρι ένα ρηχό κυκλικό λάκκο με διάμετρο δύο έως τρία περίπου μέτρα. Υπολόγιζαν ότι το πάχος των λιθαριών που θα έχτιζαν γύρω-γύρω στο πηγάδι θα καταλάμβανε πενήντα πόντους περίπου, ώστε να μείνει το ανάλογο κενό στο κέντρο, για να χωράει ο τενεκές με το μαγκάνι που ανεβάζει το νερό. Το σκάψιμο του πηγαδιού γινόταν με αξίνες, κασμάδες και φτυάρια, με τα οποία πετούσαν έξω το χώμα μέχρι να φτάσουν σε βάθος 2-2,5 μέτρα. Έπειτα τοποθετούσαν στο στόμιο του πηγαδιού ένα ξύλινο ή μεταλλικό μάγγανο, στο οποίο τύλιγαν σκοινί με ένα άγκιστρο στην άκρη, απ’ όπου κρεμούσαν ζεμπίλι ή κουβά. Οι εργάτες που έσκαβαν μέσα στο λάκκο φόρτωναν τα χώματα και τις πέτρες στον κουβά και οι άλλοι εργάτες πάνω τον τραβούσαν με το μαγκάνι και τον άδειαζαν. Η διαδικασία αυτή διαρκούσε μέχρι να βρουν «υγρασία», δηλαδή νερό, στα δέκα με δεκαπέντε μέτρα βάθος ή και περισσότερο, ανάλογα με την περιοχή.

Από τη στιγμή που έβρισκαν το νερό άρχιζαν το χτίσιμο εσωτερικά με ξηρολιθοδομή από κάτω μέχρι πάνω. Το κτίσιμο του πηγαδιού ήθελε ειδική τεχνική και έπρεπε να επιτρέπει την είσοδο του νερού, να φράζει τα τοιχώματα που παρασύρονταν στον πυθμένα και συγχρόνως να είναι καλαίσθητο. Η όλη κατασκευή ήταν ξερολιθιά, ώστε να μην εμποδίζει το νερό να περνάει από τα τοιχώματα. Τα άτομα μέσα στο πηγάδι κατέβαζαν με το μαγκάνι πέτρες, τις τοποθετούσαν κάθετα στην περίμετρο του λάκκου και «μπάζωναν» με χαλίκια ή με πέτρες μικρού μεγέθους (σόμπολα) το κενό προς τα τοιχώματα του πηγαδιού, ώστε περνώντας το νερό μέσω αυτών να φιλτράρεται και να είναι καθαρό. Όταν ο τοίχος στο πηγάδι άρχιζε να «ψηλώνει», έφτιαχναν μια κατασκευή σαν ξύλινο «πατάρι», πάνω στα οποία πατούσαν, για να συνεχίσουν να χτίζουν προς τα πάνω. Όταν έφθαναν στα 3-4 μέτρα από το πάνω μέρος του πηγαδιού, η λιθοδομή στένευε και κατέληγε σε μικρό κυκλικό στόμιο με διάμετρο 60-80 εκατοστά. Στο άνοιγμα του πηγαδιού και σε ύψος 80 περίπου εκατοστά από την επιφάνεια του εδάφους τοποθετούσαν το σύστημα άντλησης του νερού.

Η άντληση του νερού από το πηγάδι γινόταν με τρεις τρόπους. Ο κλασσικός τρόπος ήταν με τα χέρια και με τη βοήθεια ενός κουβά δεμένου σε σχοινί, τον οποίο κατέβαζαν στο πηγάδι και ανέβαζαν με μυϊκή δύναμη χωρίς τη βοήθεια κάποιου μηχανισμού. Με τον τρόπο αυτό αντλούσαν λίγο νερό από πηγάδια με μικρό βάθος.  Στα δημόσια πηγάδια ο καθένας αντλούσε νερό με το δικό του σχοινί και δεν χρησιμοποιούσαν καρούλια ή ανέμες.

Σε πηγάδια με μεγάλο σχετικά βάθος και για άντληση περισσότερου νερού χρησιμοποιούσαν χειροκίνητο μηχάνημα τοποθετημένο σταθερά στο στόμιο του πηγαδιού, το μαγκάνι, από το οποίο και το πηγάδι ονομάστηκε μαγγανοπήγαδο. Το μαγκάνι αποτελείται από έναν ξύλινο ή μεταλλικό κύλινδρο, που στηρίζεται στα άκρα του με δυο τριγωνικές βάσεις πάνω στο στόμιο του πηγαδιού. Γύρω από τον κύλινδρο περιτυλίγεται μακρύ σκοινί ή αλυσίδα, που η μια άκρη του είναι δεμένη σταθερά στον κύλινδρο και στην άλλη είναι δεμένος ένας κουβάς, που μπορεί να φτάσει ως τον πάτο του πηγαδιού. Στη μια άκρη του κυλίνδρου εξέχει μια χειρολαβή, με την οποία μπορεί να περιστρέψει κάποιος τον κύλινδρο. Όταν τη γυρίσει, ξετυλίγεται το σκοινί και κατεβάζει τον κουβά ως τη στάθμη του νερού. Πιάνει τότε το σκοινί με το ένα του χέρι και με μια επιδέξια απότομη κίνηση αναποδογυρίζει τον κουβά, για να βυθιστεί στο νερό και να γεμίσει. Γυρίζει κατόπιν αντίθετα τον κύλινδρο με τη λαβή και ανασύρει τον κουβά στην επιφάνεια γεμάτο με νερό, για να τον αδειάσει στο δοχείο ή τη γούρνα, που βρίσκεται δίπλα από το πηγάδι. Σήμερα βλέπουμε τα μαγγάνια στις αυλές χωριάτικων σπιτιών τοποθετημένα πάνω σε εικονικά συνήθως πηγάδια ως διακοσμητικά στοιχεία, που συμβολίζουν μια παράδοση δεμένη με τον ελληνικό χώρο, όπου το νερό είναι ένα στοιχείο πολύτιμο και δυσεύρετο[23].

 

Ιπποκίνητο μαγκάνι στο Τολό.

 

Η εξαγωγή περισσότερου νερού γινόταν με χειροκίνητες αντλίες (τρόμπες-τουλούμπες), που μπορούσαν να αντλήσουν νερό από μικρά σχετικά βάθη για τις ανάγκες πολλών νοικοκυριών σε χωριά και αγροκτήματα. Οι αντλίες αυτές αποτελούνταν από ένα συνήθως σιδερένιο σωλήνα μέσα στον οποίο κινούνταν ένα έμβολο με μορφή δίσκου και με μια ελαστική «φλάντζα» που έκανε στεγανή την επαφή του με τον κύλινδρο. Το έμβολο συνδεόταν με μια χειρολαβή που επέτρεπε την παλινδρομική κίνησή του. στη βάση του έμβολου υπήρχε μια βαλβίδα, που άνοιγε όταν το έμβολο κινούνταν προς τα πάνω και έκλεινε όταν εκινείτο προς τα κάτω. Όταν την ανύψωνε ο χειριστής του, το έμβολο κινείτο προς τα κάτω. Η βαλβίδα άνοιγε και επέτρεπε στον αέρα στην αρχή και στο νερό στη συνέχεια της λειτουργίας να ανέβει πάνω από το έμβολο. Όταν κατέβαζε τη χειρολαβή, το έμβολο κινείτο προς τα επάνω, η βαλβίδα έκλεινε και κάτω από το έμβολο δημιουργείτο κενό, που ανύψωνε το νερό από τον υδροφόρο ορίζοντα. Το νερό που είχε περάσει στο προηγούμενο στάδιο πάνω από το έμβολο κινείτο προς τα πάνω και έβγαινε από σωλήνα εξαγωγής στο πλάι της αντλίας – τουλούμπας. Ο κύκλος της αντλίας επαναλαμβάνεται προκαλώντας την παροχή του νερού.

 

Μηχανισμός μαγκανοπήγαδου.

 

Το  νερό για πότισμα των κήπων έβγαινε από το πηγάδι με την ανέμη, ένα σύστημα οδοντωτού υδραυλικού τροχού με μια σειρά από μεταλλικά δοχεία – κουβάδες, τις «κουτσούμπες», οι οποίοι ήταν δεμένοι σε ίσιες  αποστάσεις στο μεγάλο υδραυλικό τροχό, που αποτελούσε το τύμπανο του μάγγανου. Για την εξαγωγή μεγάλων ποσοτήτων νερού από βαθύτερα πηγάδια για άρδευση χρησιμοποιούσαν ιπποκίνητα και αργότερα μηχανοκίνητα μαγκάνια με κουτσούμπες. Αυτό το μαγκάνι ήταν ένας πολύπλοκος μεταλλικός μηχανισμός με τρία βασικά μέρη: (i) το τύμπανο, (ii) τα γρανάζια και (iii) τους κουβάδες. Το τύμπανο, βασικό στοιχείο του μαγγανιού, ήταν τοποθετημένο σταθερά πάνω από το πηγάδι και το αποτελούσαν δύο παράλληλοι μεταλλικοί δίσκοι συνδεδεμένοι μεταξύ τους με έναν μεταλλικό κώνο με μεταλλικά πτερύγια (φτερά) στην περίμετρό του. Τα γρανάζια του μαγκανιού ήταν δύο. Το πρώτο γρανάζι ήταν τοποθετημένο οριζόντια, δίπλα στο τύμπανο, και στην κορυφή του υπήρχε ένα σταθερό ξύλινο κοντάρι 3-4 μέτρων. Το κάθετο γρανάζι ήταν παράλληλο προς τους δίσκους στις πλευρές του τύμπανου. Ο μηχανισμός, τέλος, περιλάμβανε και μια σειρά από μικρούς μεταλλικούς κουβάδες («κουτσιούπες»), οι οποίοι συνδέονταν μεταξύ τους σε μία κλειστή αλυσίδα, που στερεωνόταν γύρω από το τύμπανο και τμήμα της κρεμόταν μέσα στο πηγάδι.

Για να τεθεί το τύμπανο σε περιστροφή, ήταν απαραίτητη η χρήση ενός ζώου, που ήταν δεμένο με τριχιές από τη λαιμαριά του στο ξύλινο δοκάρι, που ήταν περασμένο στην κορφή του μαγκανιού. Το συμπαθές τετράποδο (γαϊδούρι, μουλάρι ή άλογο) με τα μάτια κλεισμένα στο πλάι με παρωπίδες, για να μη ζαλίζεται, γύριζε αργά – αργά και σταθερά γύρω από το πηγάδι σέρνοντας το κοντάρι και αναγκάζοντας το οριζόντιο γρανάζι να γυρίσει. Καθώς το ζώο γύριζε το ξύλο και έβαζε σε κίνηση τον κάθετο σιδερένιο άξονα, που γύριζε το οριζόντιο γρανάζι, αυτό γύριζε το κάθετο γρανάζι κι εκείνο έβαζε με τη σειρά του σε κίνηση το κυκλικό σύστημα με τους μεταλλικούς κουβάδες, που έφτανε ο καθένας στον πάτο του πηγαδιού, γέμιζε με νερό, έφτανε ύστερα επάνω, άδειαζε το νερό σε μια τσιμεντένια δεξαμενή κι από κει μέσα από τα αυλάκια, τους «ποτιστάδες», το νερό έπαιρνε το δρόμο του για τα δέντρα και τα κηπευτικά. Αργότερα η άντληση του νερού με μαγγανοπήγαδο γινόταν  και με μηχανικά μέσα, είτε με πετρελαιομηχανή είτε με ηλεκτρισμό.

 

Πηγάδι με μαγκάνι.

 

Στα πηγάδια πολλές φορές αναπτύχθηκαν έρωτες, έγιναν προξενιά, μάλωσαν άνθρωποι, έγιναν φονικά, έγιναν συμφωνίες, κουμπαριές, γνωριμίες και πραγματοποιήθηκαν πολλά γλέντια. Μετά τη βιομηχανοποίηση και την εξέλιξη όμως τα πηγάδια πέρασαν στην πλήρη εγκατάλειψη και την λησμονιά του χρόνου. Αρχικά αντικαταστάθηκαν με τις κοινοτικές ή δημοτικές βρύσες, που κι αυτές με την σειρά τους εγκαταλείφθηκαν, διότι ήρθε η ύδρευση κάθε σπιτιού από κεντρικό δίκτυο, που έκανε πιο άνετη τη διαβίωση και συνέβαλε στην υγιεινή του ανθρώπου, κατέστρεψε όμως τον υδροφόρο ορίζοντα και έσβησε την ομορφιά μιας άλλης εποχής. Όσοι  έτυχε να κρατήσουν πηγάδι το χρησιμοποιούν μόνο για διακόσμηση στον κήπο ή στην αυλή τους. Άλλοι καταφεύγουν σε καταστήματα πώλησης οικοδομικών υλικών, όπου πωλούνται απομιμήσεις πηγαδιών με την ανέμη, που διακοσμούν τις αυλές των νεόπλουτων Ελλήνων. Πολλά εγκαταλελειμμένα πηγάδια όμως έγιναν η αιτία να χαθούν άνθρωποι που δεν βρέθηκαν ποτέ και έτσι βγήκε η φράση «άνοιξε η γη και τον κατάπιε». Η πολιτεία, για να περιορίσει αυτούς τους κινδύνους, υποχρεώνει να σκεπάζουν τα υπαίθρια πηγάδια και να τοποθετούν την ανάλογη προειδοποιητική σήμανση.

 

Στέρνες

 

Σε περιοχές όπου η έλλειψη πηγών έκανε την ανεύρεση νερού δύσκολη και σε άγονες ημιορεινές κυρίως περιοχές χωρίς εκμεταλλεύσιμο υδροφόρο ορίζοντα, ο άνθρωπος επινόησε τρόπους για τη συλλογή, συγκέντρωση και αποθήκευση νερού της βροχής για αρδευτικούς σκοπούς, για ανθρώπινη χρήση και για την κτηνοτροφία. Το νερό της βροχής ήταν το πολύτιμο αγαθό που έπρεπε να αποταμιεύουν και με λαϊκή σοφία κατασκεύασαν μεγάλες υπόγειες δεξαμενές νερού, τις «στέρνες», στις οποίες το μάζευαν, ώστε να το έχουν για να ξεδιψάσουν, να φροντίσουν την υγιεινή και την καθαριότητα στα σπίτια τους και να ποτίσουν τους κήπους τους. Η λέξη «στέρνα» είναι μεσαιωνική και προέρχεται από τη λατινική λέξη cisterna (=είδος χτιστής δεξαμενής για την συλλογή και αποθήκευση υγρών, ιδίως βρόχινου νερού μέσα στο έδαφος), η οποία περιλαμβάνει την αρχαία ελληνική λέξη  κίστη (= κιβώτιο). Ίσως προήλθε από την κατά λέξη απόδοση«κι η στέρνα» (cista<cisterna<κιστέρνα).

Η στέρνα ήταν μια τεχνητή υπόγεια κοιλότητα για αποθήκευση νερού. Στους αρχαίους πολιτισμούς η συλλογή βρόχινου νερού ήταν συνηθισμένη πρακτική για την εξασφάλιση νερού για όλες τις χρήσεις. Από την Κρήτη ως τη Βόρεια Αίγυπτο και την Ιορδανία από την Εποχή του Χαλκού (2200-1200 π.Χ.) η τοπική σοφία οδήγησε τους ανθρώπους να φτιάξουν στέρνες, για να συλλέγουν το βρόχινο νερό για την κάλυψη των αναγκών κατά την ξηρή περίοδο του χρόνου. Η αποθήκευση νερού για μεγαλύτερες περιόδους ξηρασίας έγινε δυνατή στην εποχή του Σιδήρου (1200-600 π.Χ.), όταν εφευρέθηκε ο πηλός με τη μίξη τοπικά διαθέσιμων εδαφικών υλικών.

Η χρήση των δεξαμενών ήταν αρκετά συχνή στον Ελλαδικό χώρο από την Μινωϊκή και Μυκηναϊκή εποχή. Στη Μινωική Κρήτη (περίπου 3.200-1.100 π.Χ.), χρησιμοποιούσαν δεξαμενές για τη συλλογή και την αποθήκευση του νερού της βροχής. Στους κλασικούς και στους ελληνιστικούς χρόνους χρησιμοποιούσαν υπόγειους στεγανούς κτιστούς ή ορυκτούς χώρους βάθους 2,00-3,00 m, που αποτελούσαν τους αποδέκτες των νερών της βροχής με τη βοήθεια οριζόντιων και κάθετων αγωγών προσαρμοσμένων στις στέγες. Στην αρχαία Ρώμη οι κατοικίες περιλάμβαναν δεξαμενές κάτω από πλακόστρωτες αυλές για τη συλλογή του νερού της βροχής, στις οποίες κατέληγαν και τα υδραγωγεία κάθε πόλης. Στην Ελλάδα ως τα μέσα του εικοστού αιώνα το ένα τρίτο των νοικοκυριών των κοινοτήτων σε αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές διέθεταν υπόγειες υδατοδεξαμενές.

Οι στέρνες διαφέρουν από τα πηγάδια, που σκάβονταν για την άντληση των φυσικών υπόγειων νερών. Οι στέρνες ήταν ζωτικής σημασίας στις ορεινές κυρίως περιοχές, επειδή τα πηγάδια και οι φυσικές πηγές σπάνιζαν στα ορεινά και, όπου υπήρχαν, συνήθως στέρευαν προς το τέλος του καλοκαιριού. Οι άνθρωποι έπρεπε να βρουν τρόπους να συλλέγουν και να συγκρατούν το νερό της βροχής ή την απορροή των πηγών. Έτσι έσκαβαν κάτω από το έδαφος στέρνες για τη συλλογή νερού, που επέτρεπε να σχηματίζονται χωριά ακόμη και σε μέρη όπου τα αποθέματα νερού ήταν ελάχιστα. Ήταν το μόνο μέσο για τη διατήρηση επαρκούς αποθέματος νερού.

Οι πιο παλιές στέρνες ήταν λαξευμένες, πελεκητές με το σφυρί και το καλέμι σε συμπαγή και χωρίς ρωγμές βράχο, που έχει την ιδιότητα να μην απορροφά το νερό. Φυσικά σπήλαια διαμορφώνονταν ή επεκτείνονταν για να χρησιμεύσουν ως στέρνες και χρησιμοποιούσαν υποστυλώματα από φυσικό πέτρωμα για να βαστάζουν την οροφή. Ήταν ο μόνος τρόπος να περιορίσουν τη διαρροή του νερού, μέχρι να ανακαλύψουν τρόπους  να στεγανοποιούν τα εσωτερικά τοιχώματα με κάποιο επίχρισμα.

Η αρχαιότερη στέρνα της περιοχής είναι η υπόγεια δεξαμενή νερού στη βορειοανατολική γωνία της Μυκηναϊκής ακρόπολης, που εξασφάλιζε πόσιμο νερό για τους κατοίκους σε ενδεχόμενη πολιορκία και υπάρχει μέχρι σήμερα. Το νερό ερχόταν από την Περσεία [24] πηγή, που βρίσκεται 360 μ. ΒΑ από την ακρόπολη και από τα προϊστορικά χρόνια ως τις μέρες μας υδροδοτεί το χωριό των Μυκηνών. Οι Μυκηναίοι μετέφεραν το νερό με πήλινους αγωγούς ως την ακρόπολη και από ένα άνοιγμα στον βράχο έφτανε στη δεξαμενή, η οποία αρχικά ήταν έξω από το τείχος. Το 13ο αι. π.Χ. έγινε ανάπτυξη του περιβόλου και η δεξαμενή εντάχθηκε μέσα στην τειχισμένη πόλη των Μυκηνών. Για να φτάσουμε σ’ αυτή κατεβαίνουμε 90 τουλάχιστον σκαλοπάτια λαξευμένα στον φυσικό βράχο σε 3 επίπεδα. Η είσοδός της είναι μέσα στην ακρόπολη, διαπερνά το βόρειο τείχος και καταλήγει έξω από την ακρόπολη σε βάθος 18 μέτρων. Η τετράπλευρη σκεπαστή δεξαμενή έχει βάθος 5 μέτρα και στην οροφή της ένα φρεάτιο, όπου κατέληγε ο υπόγειος αγωγός από τις πηγές, με αραιά τοποθετημένους λίθους που λειτουργούσαν σαν φίλτρα. Η κατασκευή της αποτελεί ένα από τα πιο εντυπωσιακά επιτεύγματα της μυκηναϊκής τεχνικής ύδρευσης[25].

 

Η είσοδος της υπόγειας δεξαμενής Μυκηνών.

 

Παρόμοιες κατασκευές ύδρευσης συναντάμε στις ακροπόλεις της Μιδέας και της Τίρυνθας. Στην ακρόπολη της Μιδέας μια σήραγγα ανοιγμένη στο δυτικό σκέλος του τείχους οδηγούσε σε υπόγεια πηγή νερού, ενώ στο κάτω τμήμα της ακρόπολης της Τίρυνθας υπάρχουν κρυφές σήραγγες που οδηγούσαν με ασφάλεια σε υπόγειες δεξαμενές με νερό. Αλλά και στις νεότερες ακροπόλεις (κάστρα) συστήματα καναλιών οδηγούσαν τα νερά της βροχής σε υπόγειες δεξαμενές, ώστε οι έγκλειστοι σε περίοδο πολιορκίας να έχουν νερό. Στον εξωτερικό περίβολο του κάστρου Άργους σώζεται υπόγεια στέρνα, ενώ στο Παλαμήδι του Ναυπλίου και την Ακροναυπλία υπήρχαν τεχνητές δεξαμενές των ενετικών χρόνων για τη συλλογή του νερού της βροχής[26].

Στους επόμενους αιώνες τέτοιες στέρνες σκαλισμένες σε βράχο βρίσκουμε σε γραφικά ερημοκλήσια χτισμένα σε βράχους. Χαρακτηριστική είναι η στέρνα της Αγια – Ρουσαλής Βρουστίου, ένα μικρό ερημοκλήσι στην κορυφογραμμή μιας χαράδρας ψηλά πάνω από τη Χούνη και ορατό και από το δρόμο Άργους – Καρυάς. Είναι χτισμένο μέσα σε μια μεγάλη σπηλιά με απόκρημνο βράχο από πάνω της, που σκεπάζει ολόκληρο το εκκλησάκι και αφήνει επιπλέον ένα μεγάλο εσωτερικό προαύλιο. Στο εσωτερικό του οχυρού, στη δεξιά πλευρά λίγο μετά την είσοδο, υπάρχει στέρνα σκαλισμένη στο βράχο με πέτρινο στόμιο, γύρω από το οποίο έχει κτιστεί πέτρινος αναβαθμός, που σχηματίζει  μια μεγάλη κυκλική επίπεδη επιφάνεια στρωμένη με τσιμέντο.  Το στόμιο της στέρνας κλείνει με σιδερένιο καπάκι και πάνω  του υπάρχει ο κλασικός μεταλλικός κουβάς με το σκοινί για την άντληση του νερού, που αναβλύζει μέσα από το βράχο πεντακάθαρο και δροσερό. Αυτό το νερό έπιναν οι προσκυνητές και οι επισκέπτες, αλλά και με αυτό το νερό πότιζαν οι τσοπαναραίοι τα γίδια τους, που έβοσκαν στην πλαγιά γύρω από το ξωκλήσι.

 

Η στέρνα με το πέτρινο στόμιο στην Αγία Ρουσαλή Βρουστίου.

 

Πολλά χωριά της περιοχής χτισμένα σε άνυδρες τοποθεσίες, όπως τα Σταθέικα, η Στέρνα, το Αραχναίο κ.α., έφτιαχναν στέρνες για συλλογή του νερού της βροχής για τις ανάγκες τους. Το χωριό Στέρνα μάλιστα πήρε τ’ όνομά του από τις πολλές στέρνες που κατασκεύαζαν οι κάτοικοί του στις αυλές ή σε κοινοτικούς χώρους και συγκέντρωναν τα βρόχινα νερά το χειμώνα [27]. Η περιοχή ήταν άνυδρη μ’ ένα πηγάδι νερού για τις ανάγκες του χωριού, όπου οι κάτοικοι πήγαιναν από τη νύχτα με τα ζώα τους, για να πάρουν λίγο νερό που δεν επαρκούσε για όλους και θόλωνε από την υπερβολική άντληση. Οι Χελιώτες, για να αντιμετωπίσουν ην έλλειψη νερού, κατασκεύαζαν στα σπίτια τους δεξαμενές που το χειμώνα τις γέμιζαν με βρόχινο νερό. Όταν το βρόχινο νερό αυτό τελείωνε τους καλοκαιρινούς μήνες, έφερναν νερό με βυτιοφόρο αυτοκίνητα από τα πηγάδια του κάμπου και ξαναγέμιζαν τις δεξαμενές τους.

Το βρόχινο νερό είναι μαλακό με πολύ μικρές συγκεντρώσεις αλάτων και αυτό το κάνει άριστο στη μαγειρική, ειδικά τα όσπρια βράζουν πολύ ευκολότερα και γρηγορότερα, στο πλύσιμο των ρούχων, επειδή το σαπούνι διαλύεται ευκολότερα, δίνει στιλπνότητα και μετάξινη υφή στα μαλλιά, αλλά δεν είναι πόσιμο. Για να διατηρούν το νερό σε καλύτερη ποιότητα και για να γίνει πόσιμο, ασβέστωναν τις στέρνες μια φορά το χρόνο. Κρεμούσαν άσβεστο ασβέστη μέσα σε χοντρό πανί μέσα στο νερού και ο ασβέστης έλιωνε βράζοντας. Μετά έβγαζαν το πανί με τα υπολείμματα του ασβέστη, άφηναν το νερό να ηρεμήσει και να κατακάτσουν στον πυθμένα ό,τι στερεά υπήρχαν μέσα σ’ αυτό και μετά το νερό ήταν πόσιμο! Άλλοι έριχναν ασβέστη σε πάνινο κομπόδεμα κοντά στην επιφάνεια του νερού, ώστε να διαλύεται σίγα σιγά με την κίνηση των επιφανειακών υδάτων. Κάποιοι έριχναν χέλια μέσα στη στέρνα, για να τρώνε τα νερομάμουνα και να μην πιάνουν βρύα τα τοιχώματα της στέρνας, κάτι που κατάφερναν τα χέλια άθελά τους αναδεύοντας τα νερά με την κίνηση του σώματός τους. Επιπλέον τα χέλια ήταν και δείκτες καθαρότητας, αφού, αν υπήρχε το παραμικρό πρόβλημα με το νερό, αυτά πέθαιναν.

Σε ορεινές περιοχές έφτιαχναν στέρνες στα χωράφια, γιατί ήταν απαραίτητες για το πότισμα των κοπαδιών τους καλοκαιρινούς μήνες. Έσκαβαν στο χώμα σε βάθος 3-5 μέτρων και δημιουργούσαν μια αποθήκη νερού. Το μέγεθος κάθε στέρνας ήταν συνάρτηση του διαθέσιμου χώρου και η χωρητικότητα ξεκινούσε από 15-20 κυβικά νερού και έφτανε στα 50-60  κυβικά. Αυτού του είδους οι στέρνες έχουν συνήθως σχήμα αχλαδιού με στενό στόμιο και σταδιακά διευρυνόμενα τοιχώματα έως τον πυθμένα, δηλαδή ήταν πλατύτερες στη βάση και στένευαν στην κορυφή. Στις δεξαμενές αυτές μεγάλη σημασία είχε η θέση. Διάλεγαν εδάφη κατηφορικά, συγκέντρωναν το νερό της βροχής δημιουργώντας κάποια χαντάκια στο κτήμα και το οδηγούσαν μέσω ενός κεντρικού αγωγού στην υπόγεια δεξαμενή. Απαραίτητα στο κεντρικό χαντάκι τοποθετούσαν μικροφραγμούς στην διαδρομή, ώστε να ανακόπτεται η ταχύτητα κίνησης και να συγκρατούνται τα φερτά υλικά, αλλιώς το νερό θα ήταν βρώμικο πολύ και η δεξαμενή σταδιακά θα μπαζωνόταν.

Εσωτερικά οι στέρνες αυτές επενδύονταν με πλίθους ή πέτρες και έπειτα σοβατίζονταν με κάποιο επίχρισμα, ώστε να αποκτήσουν συμπαγή τοιχώματα. Παλιά χρησιμοποιούσαν πέτρα με συνδετικό υλικό τριμμένο κεραμίδι («κουρασάνι») ή ασβέστη και αργότερα τσιμεντοκονίαμα, για να στεγανοποιήσουν τα τοιχώματα, ενώ αργότερα όλες γίνονταν από τσιμέντο. Με αυτό τον τρόπο, η στέρνα αποκτούσε λεία και αδιαπέραστη υφή εσωτερικά. Στο στόμιο της στέρνας με διάμετρο συνήθως 60 ως 80 εκ. έβαζαν καπάκι, που προστάτευε το νερό από μόλυνση, εμπόδιζε την πτώση ανθρώπων ή ζώων, συνέβαλλε να διατηρείται το νερό κρύο και μείωνε τις απώλειες λόγω εξάτμισης. Επιπλέον σε στέρνες υπεδάφους το βρόχινο νερό καλό είναι να φυλάσσεται σε δροσερό και σκοτεινό μέρος.

Στον Αργολικό κάμπο μέχρι τη δεκαετία του 1960 έφτιαχναν στέρνες στις ταράτσες, στα υπόγεια ή στις αυλές των σπιτιών. Οι στέρνες στις αυλές ήταν υπόγειες, σκαμμένες στο έδαφος σε βάθος 3-4 μέτρα και σοβαντισμένες με τσιμεντοκονία γύρω – γύρω για στεγανοποίηση. Τις γέμιζαν από παρακείμενα πηγάδια και γεωτρήσεις με νερό που χρησιμοποιούσαν για τις ανάγκες του σπιτιού. Στις ταράτσες και τα υπόγεια έκαναν τετράγωνες αποθήκες νερού στεγανοποιημένες εσωτερικά με τσιμεντοκονία. Ήταν συνήθως κλειστές, για να μην εξατμίζεται το νερό το καλοκαίρι και να μη λερώνονται από τα πουλιά και τα φύλλα που έφερνε ο άνεμος. Οι περισσότερες χωρούσαν περίπου 25 κυβικά νερό, αφού και τα σπίτια τότε δεν κατανάλωναν περισσότερο νερό για τις καθημερινές ανάγκες. Για να τις γεμίσουν τοποθετούσαν υδρορροές στις ταράτσες και τις στέγες για να μαζεύουν το νερό της βροχής, που έπεφτε στη στέγη και μέσω της υδρορροής κατέληγε στη στέρνα. Πριν την είσοδό του ήταν απαραίτητο το πρώτο φιλτράρισμα στο σωλήνα καθόδου ή στο έδαφος, ενώ στην είσοδό της στέρνας τοποθετούσαν ένα φίλτρο (σίτα/πλέγμα),που συγκρατούσε φύλλα, πετραδάκια, σκουπίδια, λάσπη κ.ά. Σε κάθε περίπτωση ο νοικοκύρης επιθεωρούσε τουλάχιστον μία φορά το χρόνο τη στέρνα του, ενώ  κάθε 3-4 χρόνια την άδειαζε και την καθάριζε. Έμπαινε μέσα με σκάλα ή δεμένος με σχοινιά, έτριβε τα τοιχώματα με βούρτσες και μάζευε όλα τα φερτά υλικά από τον πυθμένα.

Κρυμμένοι θησαυροί είναι οι στέρνες, χτισμένες στα υπόγεια των σπιτιών, μισοθαμμένες στα χωράφια ή αθέατες από τον επισκέπτη στα άγονα βουνά. Κάθε πηγάδι επίσης αποτυπώνει πρακτικά τη λαϊκή σοφία και κουβαλά ασφαλώς τη δική του ιστορία. Η χρησιμοποίηση του νερού για τις ξηρές περιόδους του χρόνου ήταν ένα διαχρονικό όπλο στη μάχη για την επιβίωση μέχρι τη διάδοση των δικτύων ύδρευσης που έφεραν το πολύτιμο αγαθό του νερού σε κάθε σπίτι. Με τον ερχομό των γεωτρήσεων και την εμφάνιση του τρεχούμενο νερού στα σπίτια τη δεκαετία του 70 το νερό έπαψε να τρέχει γύρω από τις βρύσες. Οι ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου σε νερό δεν μπορούν πια να καλυφθούν από τα παραδοσιακά έργα υδροδότησης, όπως είναι οι στέρνες, οι βρύσες ή τα πηγάδια. Οι περισσότερες αποτελούν πια ελληνικό παρελθόν, όπως παρελθόν αποτελούν και τα ζωοκίνητα μαγγάνια ή οι αντλίες για την άντληση νερού. Οι επιστήμονες ωστόσο τονίζουν ότι στο πλαίσιο αναβάθμισης της ποιότητας ζωής και της προστασίας του περιβάλλοντος κάποιες παλιές πρακτικές συλλογής και τροφοδότησης με νερό θα μπορούσαν να επαναλειτουργήσουν και να συμβάλλουν στην εξοικονόμηση και την ορθολογική αξιοποίηση του νερού, που αλόγιστα σπαταλά ο σύγχρονος άνθρωπος. Έχει ειπωθεί άλλωστε ότι «οι μελλοντικοί πόλεμοι θα γίνονται για το νερό».

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μπαρδάκος Λευτέρης – Τότσικας Αλέξης, Παραδοσιακές Κρήνες Πελοποννήσου, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1989.

[2] Στο Άργος  θα υφαίνεις έπειτα στον αργαλειό μιας ξένης, και από τη Μεσσηΐδα ή την Υπερεία θα κουβαλάς νερό χωρίς να θέλεις. [Ομήρου Ιλιάδα, Ζ 456-458]

[3] Αράδα κρήνες τέσσερις η μια στο πλάι της άλλης, κι αλλού η καθεμιά ξέχυνε το γάργαρο νερό της. [Ομήρου Οδύσσεια, ε 70-71]

[4] Μιχάλης Γ. Μερακλής, Ελληνική λαογραφία. Κοινωνική συγκρότηση, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1984, σελ. 41-2.

[5] Ευαγγελίδης Βασίλειος, «Η αγορά των Πόλεων της Ελλάδας από τη Ρωμαϊκή κατάκτηση ως τον 3ο αι. μ.Χ.», διδακτορική διατριβή, εκδ. UNIVERSITY STUDIO PRESS 2010, σελ. 159 κ.ε.

[6] Μπανάκα Άννα, «Οι Μύθοι του νερού στην Αργολίδα», argolikivivliothiki.gr

[7] Αντωνακάτου Ντ., Ναύπλιο, 1988, σελ. 205.

[8] Το οθωμανικό τουρκικό αλφάβητο (οθωμανικά τουρκικά) είναι μια εκδοχή του περσοαραβικού αλφάβητου, που χρησιμοποιήθηκε στη γραφή των οθωμανικών τουρκικών μέχρι το 1928, όταν αντικαταστάθηκε από το λατινικό σύγχρονο τουρκικό αλφάβητο μετά την ορθογραφική μεταρρύθμιση του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ.

[9] Καραμούντζος Σπύρος, Λόγια Καρυάς, Αθήνα 2007, σελ.126-127.

[10] Μπαρδάκος Λευτέρης – Τότσικας Αλέξης, Κρήνες, εκδ. Οδυσσέας Αθήνα 1989, σελ. 71 κ.ε.

[11] Μπαρδάκος Λευτέρης – Τότσικας Αλέξης, Κρήνες, εκδ. Οδυσσέας Αθήνα 1989, σελ. 77 κ.ε.

[12] Στράβων, Γεωγραφικά 8.6.

[13] Τσελεμπή Εβλιγιά, Οδοιπορικό στην Ελλάδα 1668-1671, εκδ. Εκάτη, Αθήνα 2010.

[14] Κόκκινου Διονύσιου, Η ελληνική Επανάστασις, εκδ. Μέλισσα 1974, τόμος 2ος,σελ.572.

[15] «Η πόλις του Άργους υδρεύεται εκ φρεάτων και εκ της πηγής Ερασίνου του Κεφαλαρίου απεχούσης της πόλεως 5 χιλιόμετρα και διοχετευομένου του ύδατος δια κτιστού υδραγωγείου»Μηλιαράκης Αντώνης, Γεωγραφία Πολιτική Αργολίδος και Κορινθίας, εν Αθήναις 1888 σελ. 40.

[16] Αναγνωστόπουλος Ν. – Γάγαλης Γ., Η Αργολική Πεδιάς, Αθήναι 1938, σελ. 140.

[17] Κουμαδωράκης Οδυσσέας, Στα Χνάρια του Χθες, εκδ. Εκ προοιμίου, Άργος 2010, σελ. 66.

[18] Τότσικας Αλέξης, Ασίνη – Μινώα – Τολό, Άργος 2017, σελ. 131.

[19] Κοτίτσας, Ιωάννης, Ιστορία Τολόν – Μινώα, εκδ.Φύλλα, Τρίπολη 2001, σελ.91.

[20] Μπιμπής Ι. Παναγιώτης, Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους, Άργος 2002.

[21] Αναγνωστόπουλος Ν. – Γάγαλης Γ., Η Αργολική Πεδιάς, Αθήναι 1938, σελ. 101-102.

[22] Κουμαδωράκης Οδυσσέας, Στα Χνάρια του Χθες, εκδ. Εκ προοιμίου, Άργος 2010, σελ. 66.

[23] ΤότσικαςΑλέξης, Ελληνική λαϊκή κληρονομιά, Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου, Εκδόσεις Αρμός, 2008, σελ. 146.

[24]«Μυκηνῶν δὲ ἐν τοῖς ἐρειπίοις κρήνη τέ ἐστι καλουμένη Περσεία [Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, Κορινθιακά, ΙΙ, 16.6]

[25] Άλκηστις Παπαδημητρίου, Μυκήνες, έκδ. Κοινωφελές Ίδρυμα Ιωάννη Σ. Λάτση, 2015, σελ. 278.

[26]«Εν τω Παλαμηδίω και τη Ακροναυπλία γίνεται χρήσις ύδατος δεξαμενών τεχνητών ενετικών χρόνων, εν αις συλλέγεται το όμβριον ύδωρ». Μηλιαρακης Αντώνης, Γεωγραφία Πολιτική Αργολίδος και Κορινθίας, Αθήνα 1888, σελ. 73.

[27] Σεραφείμ Κώστας, Λαογραφικά της Αργολίδος, Αθήνα 1981, σελ. 360.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος – Ένας διπλωμάτης στον Μεσοπόλεμο και στο Έπος του᾽40 – Pωξάνη  Δ. Aργυροπούλου


 

Διαβάσαμε και σας προτείνουμε το νέο βιβλίο της κυρίας Pωξάνης Aργυροπούλου, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Καλλιγράφος».

 

Ο Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος (φωτογραφία Δήμου Πατρίδη).

Η Αργεία στην καταγωγή Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου είναι Ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Έχει δημοσιεύσει βιβλία, μελέτες και άρθρα με κύριο άξονα την ιστορία της νεοελληνικής και ευρωπαϊκής φιλοσοφίας από τον δέκατο όγδοο έως τον εικοστό αιώνα με έμφαση στον Διαφωτισμό και το κίνημα του ρομαντισμού. Οι έρευνές της την οδήγησαν επίσης στην κριτική έκδοση ανέκδοτων φιλοσοφικών έργων αυτής της περιόδου.

Συνεχίζοντας το έργο της, αυτή τη φορά μας δίνει ένα ακόμη  βιβλίο της, το οποίο τιτλοφορείται «Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος – Ένας διπλωμάτης στον Μεσοπόλεμο και στο Έπος του ’40», όπου και επιχειρείται η σκιαγράφηση της προσωπικότητας του διπλωμάτη πάτερα της Δημητρίου  Αργυρόπουλου, αυτόπτη μάρτυρα των γεγονότων που συγκλόνισαν την Ελλάδα και γενικότερα την Ευρώπη στα ταραγμένα χρόνια του Μεσοπολέμου.

Το βιβλίο προϊόν και αυτό υποδειγματικής επιστημονικής έρευνας, κάτι  που χαρακτηρίζει τη συγγραφέα, προσφέρει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να σχηματίσει μια ζωντανή και αντικειμενική εικόνα για τη μεσοπολεμική Ελλάδα, για τα γεγονότα και τους πρωταγωνιστές τους, που αποκαλύπτονται στις πλούσιες και ιδιαίτερα διαφωτιστικές υποσημειώσεις του.

 

Στο πρόλογο του βιβλίου σημειώνει η συγγραφέας:  

 

Ολοκληρώνοντας τη σταδιοδρομία τους, αρκετοί διπλωμάτες επιδίδονται στην καταγραφή των προσωπικών τους εμπειριών. Ο πατέρας μου, Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος, αυτόπτης μάρτυρας γεγονότων που συγκλόνισαν την Ελλάδα και γενικότερα την Ευρώπη στα ταραγμένα χρόνια του Μεσοπολέμου, δεν μας άφησε ένα παρόμοιο έργο.

Ωστόσο, στο βιβλίο αυτό επιχειρείται η σκιαγράφηση της προσωπικότητάς του και της μακρόχρονης πορείας του, εντάσσοντας τα βιώματά του εντός της περιρρέουσας ατμόσφαιρας της εποχής με αναφορές σε πρόσωπα και πράγματα που συνδέονται με τη δική του δράση. Μέσα από την αναδρομή αυτή στο παρελθόν, ανασυντίθεται η ατμόσφαιρα στα διαδοχικά περιβάλλοντα στα οποία έζησε, ξεκινώντας από τον τόπο καταγωγής του, το Άργος.

 

Άργος. Το βόρειο τμήμα της πλατείας του Αγίου Πέτρου και η αρχή της Βασ. Κωνσταντίνου.Το πρώτο κτίριο δεξιά κατεδαφίστηκε και παραχώρησε τη θέση του σε πολυκατοικία. Το επόμενο κτίσμα ήταν το ξενοδοχείο «Αγαμέμνων». Αριστερά της οδού, το πρώτο κτίσμα ήταν το γραφικό «Γιαλί Καφενέ», που κατεδαφίστηκε το 1958, για να παραχωρήσει τη θέση του σε άλλη μία πολυκατοικία. (Φώτο του 1939;).

 

Στην ενδιαφέρουσα διαδρομή του βίωσε στο Παρίσι τις έντονες πολιτικές και πολιτιστικές ζυμώσεις της δεκαετίας του ᾽20, στην Κωνσταντινούπολη τα δεινά του μικρασιατικού ελληνισμού και τη συρρίκνωση της ιδεολογίας της Μεγάλης Ιδέας. Ακόμη γνώρισε την ελπιδοφόρο θεμελίωση της Κοινωνίας των Εθνών στη Γενεύη, την ακμή του αιγυπτιακού ελληνισμού, τον τραγικό επίλογο παραδοσιακών εστιών του ελληνισμού στα Βαλκάνια (Αργυρόκαστρο, Άγιοι Σαράντα, Αδριανούπολη, Φιλιππούπολη), την επέλαση ενός απάνθρωπου ολοκληρωτισμού στην Ευρώπη, και, τέλος, την ιταλική επίθεση κατά της χώρας του.

 

«Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος – Ένας διπλωμάτης στον Μεσοπόλεμο και στο Έπος του᾽40»

 

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα περιστατικά της δραστηριότητάς του στην Αλβανία την παραμονή της ιταλικής επίθεσης.  Κάτω από σοβαρές αντιξοότητες, χρημάτισε γενικός πρόξενος στα Τίρανα παρέχοντας μία πραγματική εθνική υπηρεσία. Παρακολουθώντας συνεχώς τις μυστικές κινήσεις Αλβανών και Ιταλών, διαδραμάτισε κομβικό ρόλο τηρώντας ενήμερη την κυβέρνηση μέχρι και της τελευταίας λεπτομέρειας σχετικά με την ημερομηνία της επικείμενης ιταλικής εισβολής και τη σύνθεση και διάταξη των ιταλικών μονάδων κατά μήκος της ελληνοαλβανικής μεθορίου.

Οι πολύτιμες αυτές πληροφορίες υπήρξαν καθοριστικές για την προετοιμασία του ελληνικού στρατού και την έγκαιρη απώθηση του εχθρού σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η σημασία της συμβολής αυτής αμέσως αναγνωρίσθηκε από το Γενικό Επιτελείο Στρατού τον Δεκέμβριο του 1940 με την απονομή του Μεταλλίου Εξαιρέτων Πράξεων.

 

Ο Δημήτριος Αργυρόπουλος στην αλβανική ύπαιθρο.

 

Κατά τα κατοχικά χρόνια παραιτήθηκε από την ενεργό δράση και παρέμεινε στην Αθήνα. Προήχθη τον Ιούνιο του 1944 σε διευθυντή Α´ από την εξόριστη κυβέρνηση εθνικής ενότητας Γεωργίου Παπανδρέου στο Κάιρο, ενώ το 1945 σε πρεσβευτή. Μετά την Απελευθέρωση διετέλεσε διευθυντής του διπλωματικού γραφείου του υπουργού Εξωτερικών και έλαβε μέρος στην Α´ Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στο Λονδίνο. Υπήρξε πρέσβης στο Ρίο Ιανέιρο και στη Βέρνη.

 

Με την ομάδα του Λυκείου των Ελληνίδων στο Αμβούργο το 1936.

 

Παρόλη την πολιτική αστάθεια και το ακραίο κλίμα που χαρακτηρίζουν τη μεσοπολεμική ελληνική κοινωνία, ο Δημήτριος Αργυρόπουλος υπήρξε ένθερμος θιασώτης της πολιτικής του Ελευθερίου Βενιζέλου. Γαλουχήθηκε με την προοπτική του μεγαλοϊδεατικού οράματος, έχοντας βαθειά επίγνωση των δυσκολιών του ελληνικού κράτους να ανταποκριθεί σε αυτό.

Ιδιαίτερη σημασία προσέδιδε στα επίμαχα θέματα που πήγαζαν από τις περιπεπλεγμένες σχέσεις των αναδυομένων βαλκανικών κρατών, με επίκεντρο το ακανθώδες θέμα των μειονοτήτων και την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών. Είχε βαθύτατη συναίσθηση της συμμετοχής του σε ιστορικής σημασίας γεγονότα και η αίσθηση της Ιστορίας, που γνώριζε να μεταλαμπαδεύει ως εμπειρία και ως πνευματική ενασχόληση, είχε κεντρίσει την παιδική μου περιέργεια για τον Μεσοπόλεμο και τον Πόλεμο του ’40. Οι προσωπικές του αφηγήσεις με βοήθησαν να αποκτήσω μία πρώτη εικόνα της κρίσιμης αυτής εποχής με τις περίπλοκες ιδεολογικές ζυμώσεις και τις εθνικιστικές συγκρούσεις.

Επίσης έναυσμα στην προσπάθεια μου αυτή αποτέλεσε ένα ιδιόχειρό του κείμενο με τίτλο «28η Οκτωβρίου 1940. Ἀναμνήσεις ἡρωϊκῆς ἐποχῆς». Το κείμενο αυτό, που παρατίθεται στο Παράρτημα του βιβλίου, καλύπτει την διαμονή του στην Αλβανία το 1925 και το χρονικό διάστημα 1939-1940· αποτελεί κεφάλαιο ενός βιβλίου που είχε προγραμματίσει σχετικά με τις ελληνοαλβανικές σχέσεις. Οι προφορικές του εξιστορήσεις και τα έγγραφα που σώζονται στο ιδιωτικό του αρχείο εμπλουτίζονται από τεκμηριωμένη έρευνα. Πλαισιώνονται από απομνημονεύματα, ημερολόγια, αφηγήσεις, μονογραφίες, άρθρα και ανέκδοτο φωτογραφικό υλικό προερχόμενο κυρίως από το αρχείο του, καθόσον η φωτογραφία από νωρίς τράβηξε την προσοχή του.

 

Η υπηρεσιακή ταυτότητα του Δημ. Αργυροπούλου στην ΚτΕ.

 

Τον Δημήτριο Αργυρόπουλο διέκρινε θάρρος στις πεποιθήσεις του και σταθερή αφοσίωση στους ελεύθερους θεσμούς. Από τις θέσεις οι οποίες του ανατέθηκαν, εργάσθηκε με αυταπάρνηση, αποφασιστικότητα, αξιοπρέπεια και αξιομνημόνευτη παρρησία ακολουθώντας τις επιταγές του εθνικού συμφέροντος. Τα διάφορα παιχνίδια εξουσίας ουσιαστικά δεν τον ενδιέφεραν. Ανυστερόβουλος, υπερασπιζόταν με ειλικρίνεια τις απόψεις του, πολλές φορές με προσωπικό κόστος. Προκειμένου ν’ αποφεύγεται η διαιώνιση των εθνικών ζητημάτων με μόνη λύση, όπως έλεγε, να παραπέμπονται στις καλένδες, συνειδητή του επιδίωξη συνιστούσε η πραγμάτωση αντιλήψεων ρεαλιστικών με γνώμονα το εφικτό.

Πρόκρινε πάντοτε τη μετριοπάθεια και για την καλύτερη αντίληψη της συνθετότητας των προβλημάτων, έδειχνε κατανόηση για τη θέση του άλλου, «οφείλουμε να ακούμε και τις δύο πλευρές», έλεγε συχνά.

Άνθρωπος γενναιόδωρος αγαπούσε τη ζωή και ήξερε να την ομορφαίνει. H προοπτική να γνωρίσει καινούργιους τόπους του φαινόταν ιδιαίτερα ελκυστική. Ακαταπόνητος ταξιδιώτης, χαριτολογώντας είχε κάποτε πει, πως οι διπλωμάτες οφείλουν να έχουν έτοιμες τις αποσκευές τους για μια καινούργια αναχώρηση. Έφυγε από κοντά μας για το τελευταίο του ταξίδι την Τρίτη 1η Φεβρουαρίου 1972 στην Αθήνα στα ογδόντα του χρόνια. Όσοι ευτύχησαν να γνωρίσουν αυτόν τον ξεχωριστό άνθρωπο εμπνέονται από το παράδειγμά του και με απέραντη ευγνωμοσύνη αναπολούν τη φυσιογνωμία του.

 

Δημήτριος  Αργυρόπουλος

 

O Δημήτριος  Αργυρόπουλος γεννήθηκε στο Άργος το 1892 και έζησε εδώ τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Ήταν το τελευταίο από τα παιδιά του Παναγιώτη Βασιλείου Αργυρόπουλου, ενός εύπορου εμπόρου σιτηρών και κτηματία με καταγωγή από τη Τρίπολη, και της Αργείας συζύγου του Ελένης, το γένος Γκότση. H πατρική του κατοικία βρισκόταν στο κέντρο της πόλης, σε έναν παράδρομο της οδού Κορίνθου κοντά στην κεντρική πλατεία του Αγίου Πέτρου.

Στο αγρόκτημά τους στον δημόσιο δρόμο προς τους Μύλους καλλιεργείτο κυρίως η σταφίδα, η παραγωγή και η διακίνηση της οποίας έπαιζε κυρίαρχο ρόλο στην τοπική κοινωνία από τον καιρό της βενετικής κυριαρχίας. Ξεχωριστή θέση κρατούσε στις παιδικές του αναμνήσεις η γιορτή του τρύγου που γινόταν κάθε Σεπτέμβρη. Ωστόσο, το αγρόκτημα αυτό κατέληξε στην εκποίησή του, που συνδέεται με το σταφιδικό ζήτημα στην Πελοπόννησο το 1910, όταν η σταφιδοπαραγωγή βρισκόταν εκτεθειμένη σε κινδύνους ποικίλης φύσεως.

Τα παιδικά του χρόνια σημαδεύτηκαν από την απώλεια του πατέρα του. Ο Παναγιώτης Αργυρόπουλος ανήκε στους πολίτες του Άργους που μερίμνησαν για την ανάπτυξη του τόπου. Συγκαταλεγόταν στα ιδρυτικά μέλη του Συλλόγου «Ο Δαναός» που ιδρύθηκε το 1894 με στόχο την ηθική μόρφωση του λαού. Η ιδέα αυτή άρχισε να υλοποιείται με πρωτοβουλία του σχολάρχη Άργους ιερέα Χρήστου Παπαοικονόμου, όταν εκατό κάτοικοι της πόλης «εκ των καλλιτέρων» διακρινόμενοι «εν τοις γράμμασι, τας επιστήμαις, τη βιομηχανία και τω εμπόριο», προσυπογράφουν ιδρυτικό σχέδιο καλώντας τους Αργείους να συμμετάσχουν στις εργασίες για την σύσταση του.

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Ανάδοχος του μικρού Δημητρίου, στον οποίο έδωσε το δικό του όνομα, ήταν ο διακεκριμένος νομικός και λογοτέχνης Δημήτριος Βαρδουνιώτης, προσωπικός φίλος του πατέρα του, εκδότης εφημερίδων και ακάματος μελετητής της αργειακής ιστορίας. Η μορφή του δέσποζε στην πνευματική ζωή της πόλης και ήταν τόσο ταυτισμένη με το Άργος, ώστε ο Δημήτριος Καμπούρογλου, πρόεδρος της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας στην Αθήνα, έλεγε ότι ο Βαρδουνιώτης υπενθυμίζει το Άργος και το Άργος τον Βαρδουνιώτη.

Από εκείνα που θυμόταν ο Αργυρόπουλος από την παιδική του ηλικία ήταν η Πύλη της Ξηράς στο Ναύπλιο. Ακόμη ζωηρή εντύπωση του είχε προκαλέσει η φυσιογνωμία ενός μελαγχολικού άνδρα που μόνος του περιπλανιόταν στους δρόμους του Άργους. Ήταν ο Εμμανουήλ Καλλέργης, γιός του στρατηγού Δημητρίου Καλλέργη και της όμορφης Σοφίας Ρέντη.

Ο άλλοτε λαμπρός αυτός αξιωματικός με σπουδές στην περίφημη στρατιωτική σχολή του Σαιν-Σιρ (Saint-Cyr), ευγενικός πάντοτε και προσηνής, έμενε στο πατρικό του αρχοντικό, ένα νεοκλασικό καποδιστριακό κτήριο που έχει σήμερα μετατραπεί στο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης.

 

Η Αναστασία και ο Χαρίλαος Β. Μαυράκης – (Aρχείο Ελένης Ε. Μουσταΐρα).

 

Τα διαστήματα που παρέμενε στην Αθήνα, επισκεπτόταν στη γενέτειρά του την κατά δώδεκα έτη μεγαλύτερή του αγαπημένη αδελφή Αναστασία, σύζυγο του βιομηχάνου Χαριλάου Μαυράκη και τα πέντε τους παιδιά: την Αννίκα η οποία παρέμεινε πολλά χρόνια στο Chicago με τον σύζυγό της Γεώργιο Ντούλα, καθηγητή της γεωπονίας, τον Βασίλη, νυμφευμένο με την Ευγενία Χαραλαμποπούλου, που συνέχισε με επιτυχία τις οικογενειακές επιχειρήσεις, τη Λέλα Θεοδώρου – Παπαδημητρίου, ευπροσήγορη οικοδέσποινα στο ωραίο της κτήμα έξω από το Ναύπλιο, τον Πάνο που σπούδασε νομικά και συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση, βρίσκοντας το 1944 τραγικό θάνατο, και τη Μαρία Ευαγγέλου Μουσταΐρα, δραστήρια πρόεδρο του Λυκείου Ελληνίδων Άργους.

 

Ο Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος στον βράχο της Ακρόπολης με τον Πάνο, τη Λέλα και τη Μαρία Μαυράκη.

 

Όταν συνταξιοδοτήθηκε, παρακολουθούσε τη ζωή της ιδιαίτερης πατρίδας του και έδειχνε πάντοτε ενδιαφέρον για τις νυκτερινές σχολές του «Δαναού», στον οποίο δωρήθηκαν βιβλία από τη βιβλιοθήκη του. Ψήφιζε εκεί με τη σύζυγό του και αρθρογραφούσε στο «Αργειακόν Βήμα». Διατήρησε επαφή με παλαιούς Αργείους, όπως τον εκπαιδευτικό και ιστοριοδίφη Τάσο Τσακόπουλο, τον έμπορο και λογοτέχνη Σπύρο Παναγιωτόπουλο, τον Δημήτριο Φικιώτη, γενικό διευθυντή στο Υπουργείο Κοινωνικής Προνοίας, γιό του δικηγόρου, βουλευτή και προέδρου του «Δαναού» Αγαμέμνονα Φικιώτη.

Μετά τη μαθητεία του στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση στο Άργος, στο Ναύπλιο και στην Αθήνα όπου πάντοτε αρίστευε, ο Δημ. Αργυρόπουλος σπούδασε με υποτροφία στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Για να ικανοποιήσει την καλλιτεχνική του κλίση εγγράφεται παράλληλα στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου εξοικειώνεται με το έργο αξιόλογων ζωγράφων που δίδασκαν στη Σχολή, όπως είναι ο Σπύρος Βικάτος, ο Δημήτριος Γερανιώτης, ο Γεώργιος Ροϊλός και ο Γεώργιος Ιακωβίδης καθώς και γενικότερα με την ελληνική καλλιτεχνική κίνηση, την οποία, έκτοτε, δεν έπαυσε με ενδιαφέρον να παρακολουθεί.

 

Η σύζυγος του Δημητρίου Αργυρόπουλου, Μυρώ Μιχ. Παλαιολόγου με παραδοσιακή ελληνική φορεσιά. Γυναίκα σπάνιας ομορφιάς, εξελέγη Μις Αθήναι το 1932.

 

Nεώτατος επιδόθηκε στη δημοσιογραφία και, προετοιμαζόμενος για τις εξετάσεις  του Υπουργείου των Εξωτερικών, υπήρξε συντάκτης της εφημερίδας «Εστία» των Αθηνών, που ανήκε τότε στη βενιζελική παράταξη.

Εισάγεται το 1918 στο Υπουργείο Εξωτερικών. Λόγω της διπλωματικής ιδιότητάς του, η ζωή του χαρακτηριζόταν από συνεχείς μετακινήσεις, γνώρισε τον ελληνισμό της διασποράς στην ακμή του αλλά και στις τελευταίες του αναλαμπές.

Νέτα την αποκατάσταση των ελληνοαλβανικών σχέσεων στάλθηκε το 1925 στην Αλβανία για την εγκατάσταση των ελληνικών Προξενείων στο Αργυρόκαστρο και  Αγίους Σαράντα και τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους απετέλεσε μέλος της μόνιμης ελληνικής αντιπροσωπείας στη Κοινωνία των Εθνών στη Γενεύη.

Τοποθετείται μέλος της Υπάτης Αρμοστείας στη Κωνσταντινούπολη,  γραμματέας πρεσβείας στο Παρίσι, στη Βέρνη, υποπρόξενος στη Λυών, στη Μασσαλία, πρόξενος στην Αδριανούπολη, στη Φιλιππούπολη, στην Αλεξάνδρεια, στο Ζαγαζίκ, στο Πορτ-Σάϊδ της Αιγύπτου,  γενικός πρόξενος στο Αμβούργο και σύμβουλος πρεσβείας στη Βαρσοβία.

Toν Σεπτέμβριο 1939,  αναλαμβάνει καθήκοντα  γενικού προξένου στα Τίρανα  όπου παρέμεινε  έως  τις 4 Νοεμβρίου 1940, μιαν εβδομάδα μετά τη κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στα Τίρανα, ο Δημήτριος Αργυρόπουλος, με κίνδυνο της ζωής του, είχε αναπτύξει ένα δίκτυο συλλογής πληροφοριών τηρώντας ενήμερη την ελληνική Κυβέρνηση  μέχρι και της τελευταίας λεπτομέρειας για την επικείμενη εισβολή της φασιστικής Ιταλίας, με αποτέλεσμα η ημερομηνία της επίθεσης κατά της Ελλάδος να ήταν ήδη γνωστή. Για τη δράση του αυτή τιμήθηκε στις 31 Μαρτίου 1945, όταν υπουργός Στρατιωτικών ήταν ο Νικόλαος Πλαστήρας, με το Μετάλλειο Εξαιρέτων Πράξεων «διά τας πολυτίμους υπηρεσίας ας προσέφερεν εις την πατρίδα».

Κατά το διάστημα της ιταλικής και γερμανικής κατοχής παραιτείται από το Υπουργείο Εξωτερικών, στο οποίο ανακλήθηκε το 1944. Το 1945, προάγεται σε πρέσβη και το 1946, συμμετείχε στη πρώτη συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) στο Λονδίνο. Την ίδια χρόνια διορίζεται πρέσβης της Ελλάδος στο Ρίο Ιανέιρο, όπου παρέμεινε ως το 1951.

 

Οικογενειακές στιγμές στην Petropolis. Με τη σύζυγό του Μυρώ Παλαιολόγου και την κόρη τους Ρωξάνη.

 

Ως Διευθυντής υποθέσεων Εκκλησιών και Απόδημου Ελληνισμού στο Υπουργείο Εξωτερικών συμμετέχει το 1953 στις διαπραγματεύσεις με την ιταλική κυβέρνηση για την  ίδρυση του Ελληνικού Ινστιτούτου Bυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας.

Tο 1954, τοποθετείται πρέσβης στη Βέρνη. Τον Ιούλιο του 1955 μετέχει της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Πρώτη Διεθνή Διάσκεψη για τις ειρηνικές εφαρμογές της ατομικής ενέργειας που οργάνωσε στη Γενεύη ο διάσημος νομπελίστας φυσικός Νιλς Μπορ (Ν. Bohr).

 

Ο Δημήτριος Αργυρόπουλος με την σύζυγό του Μυρώ στον κήπο της Πρεσβείας στη Βέρνη το 1955.

 

Τιμήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του τάγματος του Φοίνικος, με τους Μεγαλόσταυρους Βραζιλίας και Αιθιοπίας,  με τον ανώτερο ταξιάρχη Ιταλίας, καθώς και με άλλα παράσημα. Έφερε τον τίτλο του πρέσβη επί τιμή.

Πέθανε στην Αθήνα το 1972. Ήταν παντρεμένος από το 1941 με τη Μυρώ  Παλαιολόγου, κόρη τους είναι η συγγραφέας του βιβλίου που παρουσιάσαμε,  Ρωξάνη Αργυροπούλου, ιστορικός και ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών  του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.

 

«Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος – Ένας διπλωμάτης

στον Μεσοπόλεμο και στο Έπος του᾽40»

 Pωξάνη  Δ. Aργυροπούλου

Αθήνα, εκδόσεις «Καλλιγράφος», 2020
Σελίδες: 216, με α/μ εικόνες
Διαστάσεις: 17 x 24 εκ.
ISBN: 978-960-9568-73-9

 

Τάσος Τσάγκος

Γενικός Γραμματέας Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης

 

Τα επαναστατικά γεγονότα του 1821 στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες όπως τα είδε ένας Ρουμάνος αγωνιστής – (Απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του loan Solomon) | Κωνσταντίνος Κ. Χατζόπουλος, Βαλκανικά Σύμμεικτα Τόμος 1ος Θεσσαλονίκη 1981.


 

Η δημοσίευση «απομνημονευμάτων» και «Ενθυμήσεων» Ρουμάνων αγωνιστών σχετικά με τα Επαναστατικά γεγονότα του 1821 στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες παρατηρείται, όπως είναι γνωστό, κυρίως μέσα στην εβδόμη και όγδοη δεκαετία του 19ουαι., όταν για πρώτη φορά οι ρουμάνοι ιστορικοί με επικεφαλής τον C. A. Aricescu έστρεφαν το ενδιαφέρον τους στα γεγονότα του 1821. Αν και τα απομνημονεύματα αυτά των Ρουμάνων αγωνιστών είναι αναμφισβήτητα επηρεασμένα από τη μετά το Επαναστατικό Έτος 1821 εξέλιξη των έλληνο-ρουμανικών σχέσεων, παρόλα αυτά δεν παύουν να αποτελούν μια αξιόλογη πηγή για την καλύτερη γνώση των επαναστατικών γεγονότων του 1821 στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, που, αναμφίβολα, παρουσιάζουν μέχρι και σήμερα ορισμένα προβλήματα ερμηνείας.

Ξεκινώντας απ’ αυτή τη διαπίστωση κι από το ότι τα απομνημονεύματα αυτά είναι σήμερα δυσεύρετα και, επιπλέον, γραμμένα σε μια γλώσσα οπωσδήποτε όχι διεθνή, όπως η ρουμανική – πολλά μάλιστα άπ’ αυτά τα απομνημονεύματα είναι γραμμένα με την παλαιορουμανική γραφή (κυριλλική) – , κρίναμε σκόπιμο, στη παρούσα εργασία, να δώσουμε σε σχολιασμένη Ελληνική μετάφραση μέρος των «απομνημονευμάτων» ενός από τους σημαντικότερους ρουμάνους αγωνιστές, του loan Solomon, που έδρασε στην Επανάσταση του 1821 επικεφαλής των ρουμανικών Επαναστατικών δυνάμεων της Oltenia (Μικρής Βλαχίας).

 

Ioan Solomon

Ioan Solomon, λιθογραφία. Έργο του Ρουμάνου ζωγράφου Constantin Lecca.

 

Ο «απομνημονευματογράφος», ο loan Solomon γεννήθηκε στα 1793 στο χωριό Pleșoiu της Επαρχίας Dolj της Oltenia και πέθανε στα 1865 στο Βουκουρέστι [1]. Προερχόταν από οικογένεια στρατιωτικών της εποχής και, άπ’ όσα γνωρίζουμε, οι κοντινοί του πρόγονοι ήταν όλοι καπετάνιοι παντούρων.

Κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου 1806-1812 πήρε μέρος στα Εθελοντικά σώματα των Ρουμάνων παντούρων που αγωνίζονταν στο πλευρό των Ρώσων [2]. Συγκεκριμένα από το 1809 και μετά υπηρέτησε ως καπετάνιος μικρού σώματος εθελοντών, αντικαθιστώντας τον μεγαλύτερο αδελφό του που είχε σκοτωθεί, και ανδραγάθησε σε πολλές μάχες δεχόμενος και τρία τραύματα [3].

Χάρη στη συμμετοχή του στο πλευρό των Ρώσων κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο, αμέσως μετά την ανάρρηση στο θρόνο της Βλαχίας του Ιωάννη Καρατζά (1812), ο Ρώσος πρόξενος του Βουκουρεστίου σύστησε τον loan Solomon στον νέο ηγεμόνα που του ανάθεσε τη διοίκηση της καπετανίας (Potera) [4] της· κωμόπολης Prodilâ της επαρχίας Dolj, με κύριο καθήκον την τήρηση της τάξης και την καταδίωξη των ληστών [5].

Εξαιτίας των επιτυχιών που σημείωσε στην καταπολέμηση των διάφορων ληστοσυμμοριών που λυμαίνονταν την Βλαχία εκείνη την εποχή και ιδιαίτερα χάρη στη διάλυση κατά το 1815 μιας ληστοσυμμορίας με μεγάλη δράση, ονομάστηκε από τον Ιωάννη Καρατζά Polcovnic (συνταγματάρχης) και του δόθηκε το περίφημο για την εποχή εκείνη «καφτάνι», δηλωτικό του αξιώματός του [6]. Τον αμέσως επόμενο χρόνο ο Ηγεμόνας, χάρη και πάλι στις λαμπρές επιτυχίες του στην καταστολή της ληστείας, τον ονόμασε biv-clucer (τίτλος βογιάρου κατώτερης τάξης) [7]. Στα 1819 ο νέος ηγεμόνας της Βλαχίας ‘Αλέξανδρος Σούτσος ονόμασε τον loan Solomon sluger (τίτλος κατώτερου αξιωματούχου της ηγεμονικής Αυλής) και λίγο αργότερα cîrc-serdar (διοικητής σώματος ιππικού) των πέντε επαρχιών της Oltenia [8].

Η δράση του κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο 1806-1812 ως καπετάνιου σώματος παντούρων που βρίσκονταν κάτω από την ηγεσία του Tudor Vladimirescu [Θεόδωρο Βλαδιμηρέσκου], η όλη δράση του από την λήξη του παραπάνω πολέμου μέχρι το 1821 και, κυρίως, η θέση του ως επικεφαλής όλων των ένοπλων σωμάτων της Oltenia, έπαιξαν αναμφισβήτητα σημαντικό ρόλο για τον καθορισμό της θέσης του απέναντι στην επαναστατική κινητοποίηση του λαού της Βλαχίας κατά το 1821.

 

Θεόδωρος Βλαδιμηρέσκου (Tudor Vladimirescu), έργο του Ρουμάνου ζωγράφου, Theodor Aman (1831-1891) και το σχετικό γραμματόσημο που εκδόθηκε το 1971.

 

Ο loan Solomon προσχώρησε στο επαναστατικό κίνημα ευθύς εξ αρχής και ο Tudor Vladimirescu του ανάθεσε, όπως θα δούμε, την διοίκηση των επαναστατικών δυνάμεων της Oltenia [9]. Μετά την εισβολή των οθωμανικών δυνάμεων στα Ρουμανικά Πριγκηπάτα, ο Solomon, επικεφαλής των επαναστατικών σωμάτων που είχε κάτω από τις διαταγές του, επιχείρησε να υποχωρήσει προς τα αυστριακά σύνορα, καθ’ οδόν όμως αναγκάστηκε να συγκρουστεί με ισχυρό σώμα του οθωμανικού στρατού κοντά στο Zâvideni, όπου νικήθηκε [10]. Λίγο αργότερα, μετά τη διάλυση του σώματός του, κατέφυγε με άλλους πενήντα άντρες στην Αύστρία [11], όπου και παρέμεινε μέχρι τον Αύγουστο του 1826. Τότε επέστρεψε στην Βλαχία, όπου ο νέας ηγεμόνας Γρηγόριος Γκίκας τον αποκατέστησε αναθέτοντάς ταυ και πάλι τη διοίκηση της καπετανίας της Prodilã [12].

Στα 1828 με την είσοδο των ρωσικών στρατιών στα Πριγκηπάτα ο I. Solomon μπαίνει και πάλι στην υπηρεσία της Ρωσίας και αναλαμβάνει να σχηματίσει σώμα Ρουμάνων εθελοντών πάνω στα πρότυπα των σωμάτων που είχαν πάρει μέρος στον πόλεμο του 1806-1812. Σε στενή συνεργασία με τους βογιάρους του Βουκουρεστίου και τον Ρώσο στρατηγό-διοικητή των Πριγκιπάτων, κατάφερε σε σύντομο χρονικό διάστημα να σχηματίσει στην Oltenia σώμα 3.500 ανδρών, που εξοπλίστηκε με ρωσικά όπλα και τάχθηκε στο πλευρό των ρωσικών δυνάμεων που αγωνίζονταν στη γραμμή του Δούναβη [13].

Η διήγηση των συμβάντων του ρωσοτουρκικού πολέμου 1828-1829 καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της «βιογραφίας» του I. Solomon (σελ. 23-44). Τελειώνοντας την αφήγησή του ο βιογράφος, για λόγους που θα εξηγηθούν λίγο παρακάτω, παραθέτει αναλυτικά όλα τα παράσημα και τις εύφημες μνείες που πήρε κατά τη διάρκεια του παραπάνω πολέμου και, ταυτόχρονα, κάνει λόγο για τα «ανδραγαθήματα» και τα «έργα» του σ’ αυτό τον πόλεμο.

Στα 1830, μετά την συνθήκη της Αδριανούπολης, βάσει των προνομίων αυτονομίας που πέτυχαν τα δύο Ρουμανικά Πριγκηπάτα, αποφασίστηκε η ίδρυση τακτικοί στρατού και στην Βλαχία. Τότε ο I. Solomon ονομάστηκε συνταγματάρχης (Polcovnic η Colonel) με τη ρητή υποχρέωση να προβεί σε άμεση στρατολογία για το σχηματισμό ενός συντάγματος 1.000 περίπου ανδρών από τους νεώτερους παντούρους που είχαν πάρει μέρος στον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828-1829. Μετά το σχηματισμό του συντάγματος η διοίκηση ανατέθηκε στον I. Solomon που τη διατήρησε 22 ολόκληρα χρόνια χωρίς διακοπή [14].

Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1848 στην Βλαχία ο Solomon, σε συνεργασία με τον συνταγματάρχη I. Odobescu και τον ταγματάρχη Lăcusteanu τάχθηκαν εναντίον της επανάστασης, οργάνωσαν μάλιστα και πραξικόπημα, που απέτυχε όμως, εξαιτίας της βίαιης αντίδρασης του εξεγερμένου λαού [15]. Οι δύο συνταγματάρχες συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν με διαταγή της επαναστατικής κυβέρνησης και σχεδόν αμέσως παραπέμφθηκαν σε δίκη [16]. Παρόλη όμως την καταδικαστική απόφαση της ανακριτικής επιτροπής (οι πραξικοπηματίες εξέπεσαν του βαθμού τους και διατάχτηκε η ποινική δίωξή τους) τελικά πέτυχαν, με τη μεσολάβηση του Μητροπολίτη Ούγγρο-Βλαχίας Νεόφυτου, να απαλλαχτούν από τις κατηγορίες και μάλιστα με προκήρυξή τους «προς το λαό» δήλωσαν ότι «προσχωρούν» στην Επανάσταση [17].

Παρόλη όμως τη σπουδαιότητα των γεγονότων του 1848, ο loan Solomon στη βιογραφία του απέφυγε με επιμέλεια να θίξει οτιδήποτε σχετικά με τη δράση του κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, περνώντας από την διήγηση των συμβάντων του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1828-1829 κατευθείαν στα γεγονότα του πολέμου της Κριμαίας (1853).

Η αποσιώπηση των γεγονότων του 1848 από τον I. Solomon είναι βέβαια ευνόητη. Ανήκοντας στην παράταξη εκείνων που αντιτάθηκαν στην ’Επανάσταση ήταν φυσικό να επιδιώξει να αποσιωπήσει γεγονότα που αμαύρωναν τη φήμη του ως αγωνιστή. Πέρα όμως απ’ αυτό, με την αποσιώπηση της αντεπαναστατικής του δράσης ο I. Solomon προσπάθησε κατά κάποιο τρόπο να «αποκαταστήσει» τη φήμη του απέναντι στον στρατηγό G. Magheru που είχε πρωταγωνιστήσει στην ‘Επανάσταση του 1848 ως διοικητής των ημιτακτικών επαναστατικών δυνάμεων [18]. Η προσπάθεια «αποκατάστασης» της φήμης του γίνεται φανερή στον επίλογο της βιογραφίας του (σελ. 47-50), όπου μας πληροφορεί ότι τα απομνημονεύματά του γράφτηκαν κυρίως ως απάντηση στο έργα του Ρουμάνου ιστορικού August Treboniu Laurian [19], που, ανήκοντας στη δημοκρατική παράταξη και θέλοντας να εξυψώσει τον στρατηγό G. Magheru, από τη μια μεριά έδωσε Ιδιαίτερη έμφαση στο ρόλο που διαδραμάτισε ο τελευταίος κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου 1828-1829 και, από την άλλη, υποβάθμισε το ρόλο του I. Solomon, θέτοντάς τον μάλιστα σε δεύτερη και τρίτη μοίρα [20].

 

Παντούροι στρατιώτες και χωρικοί στο Βουκουρέστι. Σχέδιο του Michel Bouquet, 1841.

 

Ο I. Solomon, μετά τα επαναστατικά γεγονότα του 1848, ανέλαβε και πάλι τη διοίκηση του 3ου συντάγματος και τη διατήρησε μέχρι τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1853. Αμέσως κατόπιν εγκατέλειψε την ενεργό δράση και αποτραβηγμένος, πέθανε τελικά στο Βουκουρέστι, όπως ήδη αναφέρθηκε, στα 1865.

«Τα απομνημονεύματα». Η πρώτη και μοναδική έκδοση της «βιογραφίας» του I. Solomon έγινε στη Κραγιόβα της Ρουμανίας τον Ιούνιο του 1862, στο τυπογραφείο των I. Samitca και I. Moise, σε σχήμα 8ο και με τον τίτλο: Biografia vietii polcovnicului loan Solomon, istorisită de sine Insusi si scrisa de P. Georgescu (Βιογραφία της ζωής του συνταγματάρχη loan Solomon, υπαγορευμένη από τον ίδιο και γραμμένη από τον Ρ. Georgescu). Το όλο έργο αποτελείται από την προμετωπίδα και μια προσφώνηση προς τους αναγνώστες χωρίς αρίθμηση και πενήντα (50) σελίδες κανονικά αριθμημένες με αραβικούς αριθμούς. Το αλφάβητο που χρησιμοποιήθηκε είναι το λεγόμενο μικτό, δηλαδή κυριλλικά και λατινικά στοιχεία ανακατεμένα, φαινόμενο που εξηγείται αν ληφθεί υπόψη ότι η εποχή έκδοσης του έργου συνέπεσε με τη «μεταβατική» λεγόμενη εποχή του ρουμάνικου αλφάβητου, όταν δηλαδή αυτό από καθαρά κυριλλικό άρχισε να μεταβάλλεται σε λατινικό για να καταλήξει κατά τη δεκαετία του 1870 σε καθαρά λατινικό.

Σχετικά με την ιστορική άξια της «βιογραφίας» του I. Solomon, πιστεύουμε πως το τμήμα της που αναφέρεται στα γεγονότα του επαναστατικοί έτους 1821 στα Ρουμανικά Πριγκηπάτα (σελ. 13-23), αποτελεί αναμφισβήτητα μια αξιόλογη πηγή, και, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, κρίναμε σκόπιμο να το μεταφράσουμε, πιστεύοντας πως η παρουσίαση στην Ελληνική γλώσσα των «απομνημονευμάτων» ενός Ρουμάνου αγωνιστή του 1821, που έδρασε μάλιστα ως επικεφαλής των ρουμάνικων Επαναστατικών δυνάμεων της Oltenia, θα αποτελούσε μια μικρή, άλλα θετική συμβολή στην ελληνική ιστοριογραφία που είναι αφιερωμένη στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 στα Ρουμανικά Πριγκηπάτα.

 

Βιογραφία του πολκόβνικου (συνταγματάρχη) loan Solomon, υπαγορευμένη από τον ίδιο και γραμμένη από τον Ρ. Georgescu, Craiova, 1862 (απόσπασμα).

 

Γιωργάκης Ολύμπιος (1772-1821)

/σ. 13/ Τον ‘Ιανουάριο του 1821 βγαίνοντας ο σλουτζέρης Tudor Vladimirescu με τριανταέξι αρναούτες, Έλληνες και Σέρβους, από το Βουκουρέστι, πέρασαν τον Όλτο και πηγαίνοντας στο Gorj στο μοναστήρι Tismana εξέδωσαν μια μικρή προκήρυξη στη χώρα, προς το γένος και προς όλους τους καπετάνιους που έφεραν όπλα, λέγοντας: να ξεσηκωθούν μικροί και μεγάλοι Ενάντια στα «φίδια» και τα «τέρατα» που έπιναν το αίμα μας τόσα χρόνια, καθώς επίσης και ενάντια ατούς Έλληνες [21], κι έτσι  εξεγέρθηκαν όλοι Εκείνοι οι πέντε νομοί (σ.μ. της Oltenia), και άρχισαν οι αρναούτες, Έλληνες και Σέρβοι, να λεηλατούν βογιάρους και Εμπόρους, καθώς και /14/ Εκκλησίες, και νάσου και μου έρχεται ξαφνικά διαταγή από τους βογιάρους του Ντιβανιού του Βουκουρεστίου, δώδεκα στον αριθμό, και μαζί διαταγή από τον Μητροπολίτη, για να βαδίσω ενάντιά τους και να τους χτυπήσω και να τους συλλάβω σαν αποστάτες που ήταν και για περισσότερη ενθάρρυνση μου έστειλαν μια γούνα σαν εκ μέρους της Χώρας (σ.μ.- της Βλαχίας) με τις υπογραφές των παραπάνω δώδεκα βογιάρων και του Μητροπολίτη, κι εγώ τότε βάδισα εναντίον τους και συναπαντώντας στο χωριό Cioroiu και στο Bailești, Sirbești και Romanești ένα Stan μπουλούκμπαση, το μπουλούκμπαση Iova και το μπουλούκμπαση Stancu, ανθρώπους του καπετάν Γιωργάκη (σ.μ.- Ολύμπιου), Έλληνες, και χτυπώντας τους αιφνιδιαστικά έπιασα ζωντανούς και τους τρεις καπετάνιους· εκείνοι είχαν τετρακόσιους περίπου άνδρες κι εγώ περίπου εξακόσιους.

Την τρίτη μέρα παίρνω ξάφνου ένα προσωπικό γράμμα από τον σλουτζέρη Tudor Vladimirescu στο όποιο μου έγραφε ότι εκείνους που καταπιάνονταν με την λεηλασία να τους συλλαμβάνω και να τους χτυπώ και, για καλύτερη πληροφόρησή μου, να επιστρέψω στην Craiova, διότι έγραφε αυτός στον καπετάν Γιωργάκη να συνεννοηθεί μαζί μου προφορικά σχετικά με όλο το μυστικό (σ.μ.- της αποστασίας)· και ήρθα λοιπόν μέχρι το χωριό Βοcobãtu κι αιδώ, ακούγοντας ότι o Γιωργάκης μαζί με τον Φαρμάκη, τον δελήμπαση Μιχάλη και τον Gencea μπήκαν στην Craiova, έγραφα κατά την διάρκεια της νύχτας στον Γιωργάκη ότι το πρωί έρχομαι στην Craiova.

Το πρωί όταν /15/ έφτασα κοντά στην Craiova βρέθηκα ξαφνικά μπροστά σ’ αυτούς τους καπετάνιους με όλους τους αρναούτες τους στα άκρα της Craiova, τοποθετημένοι όλοι σε παράταξη μάχης και μου έστειλε μπροστά ο καπετάν Γιωργάκης ένα καπετάνιο για να μου πει να σταματήσω τους παντούρους και τα κατάνια μου στον τόπο που βρίσκονται, και να βγω μόνος εγώ στον ανοιχτό κάμπο κι εκείνος, πάλι μόνος, να βγει από τον δικό τους στρατό να μιλήσουμε μόνον οι δυό μας· (σ.μ. – κι αυτό) επειδή εγώ είχα τότε μαζί μου και μερικούς Τούρκους του Μπεσλή-αγά· έτσι λοιπόν κι έκαμα κι αφού φιληθήκαμε, μου έδωσε μιαν επιστολή πάλι εκ μέρους του σλουτζέρη Tudor, που με συμβούλευε να έχω εμπιστοσύνη σ’ όλα τα λόγια του Γιωργάκη και με όρκο μου είπε (σ.μ.- ο Γιωργάκης) ότι δεν εξεγέρθηκαν ούτε ενάντια στους βογιάρους, ούτε ενάντια στους εμπόρους.

Αλλά μόνο για το νόμο, να γλυτώσουμε απ’ ότι ήμασταν μέχρι τότε· ταυτόχρονα έβγαλε και μια μικρή εικόνα από τον λαιμό του κι ορκιστήκαμε κι οι δυό στη μέση του κάμπου ότι θα είμαστε αδέλφια μέχρι και την τελευταία σταγόνα του αίματός μας. Μετά απ’ αυτό και οι δυό διατάξαμε τους στρατιώτες μας και ενώθηκαν συναμεταξύ τους κι άρχισαν να φιλιούνται και μπήκαμε στην Craiova όλοι μαζί σε παρέλαση.

Τη δεύτερη μέρα μπήκαμε στην Αγία Επισκοπή μαζί με όλους τους καπετάνιους κι ορκιστήκαμε όλοι, αναγγέλλοντας και στον σλουτζέρη Tudor στη μονή Motru [22] ότι γινήκαμε όλοι μαζί ένα σώμα στρατού. Έτσι λοιπόν ο σλουτζέρης Tudor έφυγε μέσα από τα χωριά κατευθείαν στην Slatina και, μετά από τέσσερεις μέρες, έφυγα κι εγώ μα/16/ζι με τον καπετάν Γεωργάκη, τον Φαρμάκη, τον δελήμπαση Μιχάλη και τον Gencea επίσης στη Slatina, που συναντηθήκαμε όλοι μας με τον σλουτζέρη Tudor, και κάνοντας στρατιωτικό συμβούλιο[23], με όρισαν εμένα με τους στρατιώτες μου να βαδίσω, όπως θα μπορέσω, μέρα και νύχτα για να επιστρέψω στην Craiova, δίνοντάς μου και εκατό περίπου Σέρβους και Αρναούτες και λέγοντάς μου να παρακολουθώ όλα τα τουρκικά στρατιωτικά οχυρά πάνω στο Δούναβη, να μη περάσουν οι Τούρκοι στη Χώρα κι ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα θα μου ξαναστείλουν στρατό, πυρομαχικά και χρήματα, επειδή εκείνοι θα τραβήξουν όλοι μαζί για το Βουκουρέστι· και καθώς καθόμασταν στο τραπέζι όλοι μαζί, προτού φύγω εγώ, ήρθε από το Βουκουρέστι ένας έμπορος και μεταξύ άλλων είπε κι αυτό: ότι ήρθε ο Υψηλάντης στο Βουκουρέστι· κι ο Tudor ακούγοντας αυτή την είδηση είπε με το ίδιο του το στόμα ότι είναι πολύ ωμός (σ.μ.- ο Υψηλάντης) και για τι πράγμα ήρθε· όλοι οι άλλοι αγάδες σιώπησαν.

 

Η Μονή των Τριών Ιεραρχών στο Ιάσιο, σε χαρακτικό του α’ μισού του 19ου αιώνα.Εδώ στις 24 Φεβρουαρίου 1821, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης κήρυξε την έναρξη της επανάστασης.

 

Την άλλη μέρα εγώ επέστρεψα στην Craiova με όλους τους στρατιώτες μου και καταλαμβάνοντας το μοναστήρι Jitianul, έκαμα μετερίζια σ’ όλες τις πλευρές, τάφρο στο έδαφος, αφήνοντας στην πόλη της Craiova μόνο μερικά καραούλια, όπου πήγαινα κι εγώ κάθε μέρα δυό ή τρεις φορές. Στις 15 Μαρτίου (σ.μ. – π.ημ.) περίπου βρέθηκα ξαφνικά με μια προκήρυξη του Δερβίς – πασά του Βιδινιού, που συνοδευόταν από μια προκήρυξη εκ μέρους του Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης (πριν τον θανατώσουν τον Πατριάρχη) και μια άλλη προκήρυξη /17/ εκ μέρους του καϊμακάμη (σ.μ.- της Craiova) Σαμουρκάση, που τον είχε στείλει η Υψηλή Πύλη σαν αντιπρόσωπο του Ηγεμόνα [24], για να μπει με στρατεύματα στη Χώρα.

 

Γερμανική γκραβούρα που αναπαριστά τις συγκρούσεις Επαναστατών και Τούρκων στο Βουκουρέστι.

 

Ο Πατριάρχης μας ορμήνευε (σ.μ.- απειλώντας) με ανάθεμα κι ο καϊμακάμης με προγραφή, παρόμοια κι ο Δερβίς-πασας, μας συμβούλευε να καταθέσουμε τα όπλα και να μεταμελήσουμε, να γίνουμε υπήκοοι του αληθινού Κυριάρχη μας· διότι διαφορετικά θα μπουν τα στρατεύματα στη χώρα και θα μας υποτάξουν με τα όπλα.

Όλα αυτά χωρίς καθυστέρηση τα έκανα γνωστά με το τακτικό ταχυδρομείο στον σλουτζέρη Tudor στο Βουκουρέστι· εκείνος μου απάντησε να τους υποσχεθώ ότι θα παραδοθούμε λιγάκι αργότερα, αλλά αυτό να μη το κάνω ποτέ· κι αν δω ότι τα οθωμανικά στρατεύματα έρχονται καταπάνω μου να αποτραβηχτώ στα ορεινά μοναστήρια. Μετά απ’ αυτό νάσου ξαφνικά μετά τρεις μέρες ο Medelnicer (σ.μ.- τίτλος βογιάρου κατώτερης τάξης) loan Puroineanu, που βρισκόταν στο Βιδίνι κοντά στον καϊμακάμη Σαμαυρκάση, έρχεται κατευθείαν στην Craiova σε μένα, μ’ επιστολές τόσο εκ μέρους του καϊμακάμη, όσο και εκ μέρους του Δερβίς-πασά, συνοδευόμενος από δύο Τούρκους αγάδες, διαβεβαιώνοντάς με, τόσο με όρκους όσο και γραπτώς, ότι αν θα παραδοθώ με όλους τους στρατιώτες μου, αφού η Πύλη θα μου δώσει έναν από τους ανώτερους βαθμούς, στην συνέχεια θα είμαστε και ελεύθεροι με όλα μας τα όπλα.

Εγώ του απάντησα να συνεννοηθούν με τον σλουτζέρη Tudor Vladimirescu, επειδή τον όρκο /18/ που έδωσα σ’ εκείνον δεν μπορώ να τον χαλάσω μέχρι το τέλος της ζωής μου, κι έτσι επέστρεψε ο Puroineanu στο Βιδίνι, μαζί με τους δύο αγάδες που είχαν έρθει (σ.μ.- μαζί του).

Την έβδομη μέρα μετά το Πάσχα μας ήρθε ξεκάθαρη είδηση ότι τον Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης τον κρέμασαν ανήμερα το Πάσχα· ακούγοντας το αυτό οι καπετάνιοι και οι παντούροι μου άναψαν τότε ακόμη χειρότερα, για να μείνουν μαζί μου για την δικαιοσύνη (σ.μ.- για εκδίκηση). Εγώ κατάλαβα ότι οι Τούρκοι από το Αντά-Καλέ, από την Κλάντοβα, από το Βιδίνι, από την Λουμπαλάνκα, από την Ράχοβα και από την Νικόπολη, αυτά όλα τα φρούρια (σ.μ.- οι φρουρές) βγήκαν στη χώρα και έρχονται ενάντιά μου, επειδή εγώ ήμουν ο μόνος καπετάνιος σ’ αυτές τις πέντε επαρχίες (σ.μ.- της Oltenia).

 

Ιάσιο, λιθογραφία του 1830.

 

Ακούγοντας ότι στην Orevita στο Mehedinti (σ.μ.- επαρχία της Oltenia) μπήκε μια αμάδα Τούρκων από το νησί (σ.μ.- το Αντά-Καλέ) με ληστρικές διαθέσεις, και ληστεύουν κυρίως τα σπίτια των παντούρων, πετσοκόβοντας και τους γονείς τους, αμέσως τότε έστειλα εκεί τον καπετάνιο Vasile Bustean με διακόσιους παντούρους και, χτυπώντας τους Τούρκους αιφνιδιαστικά κατά τη διάρκεια της νύχτας στο χωριό Bucura, σκότωσαν μερικούς από τους Τούρκους, ενώ οι ίδιοι που γλύτωσαν κατέφυγαν στο μοναστήρι του Jitianu με τους παντούρους τους, έχοντας χάσει στη μάχη μόνο τέσσερεις.

Μετά από πέντε μέρες πήρα ξεκάθαρη είδηση ότι το τουρκικό στρατόπεδο έφτασε στο χωριό Cioroiul, απόσταση τριών ταχυδρομείων [25] από την Craiova, και ότι έρχονται εναντίον μου. Τότε εγώ, από την μια μεριά /19/ ειδοποίησα αμέσως με ταχυδρόμο τον σλουτζέρη Tudor και τον καπετάν-Γιωργάκη, αναφέροντάς τους ότι εγώ εγκατέλειψα την Craiova και αποτραβιέμαι στο μοναστήρι Cozia, αν δεν μου στείλουν στρατιωτική δύναμη και την απάντηση να μου την στείλουν στο Rlmnicul Vilcea· και, από την άλλη μεριά, αναχώρησα μ’ ολόκληρο το σώμα των παντούρων μαζί μου στο παραπάνω μοναστήρι.

Πορτραίτου του Αλέξανδρου Υψηλάντη με στολή ουσάρου, 1810.

Οι Τούρκοι, καθώς άκουσαν γι’ αυτό από διάφορους κατασκόπους, ήρθαν αμέσως στη Craiova· εγώ πάλι πήρα το δρόμο προς το Otetelis για να βγω πιο γρήγορα στο Δραγατσάνι. Οι Τούρκοι φτάνοντας στην Craiova και καταλαβαίνοντας την αναχώρησή μου, πήραν κατευθείαν τον δρόμο του ταχυδρομείου για να βγουν μπροστά μου· εγώ όμως έφθασα πριν απ’ αυτούς στο Δραγατσάνι κι ενώ σταθήκαμε να πιάσουμε εκεί θέσεις, νάσου ξαφνικά κι έρχονται σε μένα μερικοί μικροί έμποροι και μου λένε ότι τους ήρθε διαταγή από τον Κεχαγιά-μπέη να μαγειρέψουν μεσημεριανό φαγητό για τους Τούρκους, γιατί σε λίγο θα βρίσκονται εδώ· και με παρακάλεσαν οι έμποροι να μη τους κάνω ζημιά και να αποτραβηχτώ από την πόλη τους πιο γρήγορα πριν έρθουν οι Τούρκοι, γιατί άλλοις θα τους βρει η φωτιά και το σπαθί· έτσι λοιπόν, μια και τους λυπήθηκα, τους άκουσα και αποτραβήχτηκα στο χωριό Zavideni σε απόσταση μισού ταχυδρομείου από το Δραγατσάνι· μόλις βγήκα εγώ αμέσως μπήκαν οι Τούρκοι κι αφού γευμάτισαν, αναχώρησαν γρήγορα το κατόπι μας και μας πρόφτασαν εκεί στο Zavideni, όπου βρισκόμασταν μέσα σ’ ένα περιβόλι με δαμάσκηνα./20/.

Αν παρατασσόμασταν όμως εκεί όπου βρισκόμασταν, μπορούσαμε να τους νικήσουμε τους Τούρκους χωρίς μεγάλη ζημιά δική μας, άλλα η ορμή της νεολαίας και η παλληκαριά των παντούρων εκείνης της εποχής, μας έσπρωξε στο φιλόδοξο σχέδιο να βγούμε μόνοι στο ανοιχτό πεδίο μπροστά από τους Τούρκους στη σκηνή του πολέμου, την στιγμή που οι Τούρκοι ήταν ένα σύνολο τριών χιλιάδων άντρων έχοντας και κανόνια· ενώ εγώ βρισκόμουν μόνο με οκτακόσιους παντούρους χωρίς ούτε ένα κανόνι.

Οι Τούρκοι όμως δεν έριξαν ούτε μια κανονιά ενάντιά μας, άλλα επιτόπου μας περικύκλωσαν απ’ όλες τις πλευρές και μας έβαλαν στη μέση. Εμείς βλέποντας αυτό το τρομερό θέαμα χάσαμε τις ελπίδες μας να γλυτώσουμε την ζωή μας, με τα σπαθιά όμως και τα γιαταγάνια στα χέρια καταφέραμε να ανοίγουμε δρόμο ανάμεσά τους και πήγαμε πάλι στη θέση μας στο περιβόλι με τα δαμάσκηνα, όσοι βέβαια γλυτώσαμε μια και διακόσιοι παντούροι έμειναν στον τόπο νεκροί [26]. Κι από δω την νύχτα αποτραβηχτήκαμε στην πόλη Rimnic κι εκεί βρήκα μια Επιστολή εκ μέρους του Tudor στην οποία μου έγραφε ότι, αμέσως μόλις θα πάρω την επιστολή του, να σηκωθώ με όλους τους παντούρους μου και να πάω κοντά του στο χωριό Golesti (σ.μ.- κοντά στο Pitesti), επειδή όλοι οι παντούροι που ήταν μαζί μου ήταν οι παλιότεροι και οι καλύτεροι· μου έγραφε και ότι, στη Μονή Cozia ν’ αφήσω εκατό παντούρους να φροντίζουν τα εφόδια που βρίσκονταν εκεί και όσοι Σέρβοι και Έλληνες βρίσκονταν στα μοναστήρια (σ.μ.- της Oltenia) όλους να τους διώξουμε και να μείνουν μόνο παντούροι [27].

 

Χάρτης της πορείας του Vladimirescu και του Υψηλάντη στο Βουκουρέστι.

 

Δύο ώρες αργότερα /21/ νάσου ξαφνικά ένας ταχυδρόμος αρναούτης με προσωπικό γράμμα από τον Πρίγκηπα Υψηλάντη και από τον καπετάν Γιωργάκη, όπου, γράφοντάς μου πολλούς επαίνους για τη μάχη που έδωσα με τους Τούρκους, μου έγραφαν και το έξης: ότι ο Tudor Vladimirescu είναι κάτω από την κρίση τους, γιατί έπιασαν όλη την αλληλογραφία που είχε με τους Τούρκους για να μας πουλήσει σ’ αυτούς. Εμείς τότε απομείναμε στην πιο μεγάλη στεναχώρια, όταν μάλιστα ακούσαμε μετά τρεις μέρες κι αυτό: ότι τον Tudor, αφού τον πήγαν στην Târgoviște, τον έσφαξαν.

 

Ρουμανικό τραπεζογραμμάτιο του 1966, με τη μορφή του Tudor Vladimirescu (Θεόδωρος Βλαδιμηρέσκου).

 

Καλώντας τότε όλους τους καπετάνιους κοντά μου συσκεφθήκαμε τι να κάνουμε, επειδή μου έγραφε ο Υψηλάντης ότι έρχεται κι αυτός ενάντια στους Τούρκους του Δραγατσανίου, μ’ αυτούς που χτυπήθηκα εγώ, και να τους βγω μπροστά μ’ όλους τους στρατιώτες μου· σ’ αυτό όμως μου απάντησαν όλοι οι καπετάνιοι μου ότι αυτοί δεν μπορούν να πάνε σε βοήθεια του Υψηλάντη, επειδή οι οικογένειες τους και τα παιδιά τους βρίσκονται μέσα στη χώρα και ίσως τους σκλαβώσουν οι Τούρκοι και (σ.μ.- γι’ αυτό) θέλουν να γυρίσουν πίσω μέσα από τα δάση, όπως θα μπορέσουν· με ορμήνευσαν και μένα (επειδή υπήρχανε ανάμεσα στους καπετάνιους μου μερικοί πιο ηλικιωμένοι από μένα) να περάσω στην Αυστρία, μέχρις ότου δούμε αν θα έρθουν οι Ρώσοι, όπως παινεύονταν εκείνοι (σ.μ.-οι φιλικοί), η όχι.

Εγώ, όντας τότε και βαριά άρρωστος, έφυγα στην Αυστρία με πενήντα παλληκάρια και, αφού φτάσαμε στα σύνορα, μπήκαμε στην Αυστρία με αλλαγμένο το όνομα, άλλα ανακαλύπτοντας οι Γερμανοί ποιος είμαι εγώ /22/ με έβαλαν υπό κράτηση στη πόλη Hațeg κι από κει με μετέφεραν σ’ ένα μικρό φρούριο, για την ακρίβεια στη Deva, κι από κει με μετέφεραν στο φρούριο Arad, πάντοτε υπό κράτηση, και, χάρη στην αλληλογραφία που είχα με τους βογιάρους που βρίσκονταν εκεί, στο Sibiu και Brașon, επανέκτησα την ελευθερία μου.

 

«Ο Ιερός Λόχος μάχεται για την απελευθέρωση της Ελλάδος», έγχρωμη λιθογραφία. Συλλογή Χαρακτικών ΕΙΜ. Στις 7 Ιουνίου του 1821, ο Ιερός Λόχος ήρθε αντιμέτωπος με ισχυρές οθωμανικές δυνάμεις στο Δραγατσάνι. Εκεί, ο στρατός του Υψηλάντη καταστράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά. Ο ίδιος επιχείρησε να διαφύγει, αλλά οι αυστριακές αρχές τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στη φυλακή.

 

Ο Υψηλάντης πραγματικά ήρθε στο Δραγατσάνι το κατόπι μου, με όλες τις δυνάμεις που διέθετε και χτυπήθηκαν με τους ίδιους εκείνους Τούρκους (σ.μ.- μ’ εκείνους που χτυπήθηκα στο Zavideni) στα περίχωρα του Δραγατσανίου, στο χωριό Calina, και τον χτύπησαν πολύ άσχημα οι Τούρκοι, περισσότερο απ’ ότι εμένα, επειδή εγώ είχα μια μικρή δύναμη στρατιωτών, ενώ μαζί μ’ εκείνον (σ.μ.-τον Υψηλάντη) ήταν όλοι οι καπετάνιοι και πάνω από είκοσι χιλιάδες στρατιώτες [28]. Όταν βρισκόμουν στο φρούριο του Arad, νάσου ξαφνικά και φέρνουν τον Υψηλάντη με συνοδεία, άλλα δεν μπορέσαμε να μιλήσουμε μεταξύ μας γιατί δεν ήμασταν ελεύθεροι [29].

Στην Αυστρία έμεινα περίπου έξι χρόνια και στα 1826, τον Αύγουστο, ήρθα στη Βλαχία μαζί με το ρωσικό προξενείο, κατευθείαν στο Βουκουρέστι, όπου παρουσιάστηκα στον ηγεμόνα Γρηγόριο Γκίκα, που, αφοί με επέπληξε, με συμβούλεψε να μην έχουμε πια επαναστατικές ιδέες και διαθέσεις· την ίδια πάντα μέρα μου έδωσαν πάλι κάτω από τις διαταγές μου την καπετανία του στρατιωτικού σώματος της Prodilâ και μου υποσχέθηκαν ότι σε μικρό χρονικό διάστημα θα με κάνουν circ-serdar στους πέντε νομούς (σ.μ.- της Oltenia), επειδή τότε, έλεγαν, ήταν circ- serdar ο στόλνικος (σ.μ.- τίτλος βογιάρου κατώτερης τάξης) Dinu Bilteanu κι επειδή είναι γέρος να τον oρμη/23/νέψουν να παραιτηθεί· και ήταν αληθινή αυτή η υπόσχεση γιατί τον Ιανουάριο του 1827 μ’ έκαναν κιόλας circ-serdar, δίνοντάς μου κάτω από τις διαταγές μου ένα σώμα παντούρων που ονομάζονταν Predâti της επαρχίας Gorj και την καπετανία των Amârâzi του Dolj, και την καπετανία του Gidiciul του Dolj και την καπετανία της Prodilâ, που ανέφερα πιο πάνω [30].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Dicționar enciclopedic român (Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό της Ρουμανίας), τόμος 4ος, Βουκουρέστι, 1966, σ. 450.

[2] Σχετικά με τη δράση των Εθελοντικών σωμάτων των παντούρων στην Βλαχία κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1806-1812 βλέπε Panaitescu, Ρ. Ρ. , Corespondenţă lui Constantin Ipsillanti cu guvernul rusesc (η αλληλογραφία του Κωνσταντίνου Υψηλάντη με την Ρωσική Κυβέρνηση) (1806-1810), Βουκουρέστι, 1933· Bodin, D., Insemnari cu privire la Tudor Vladimirescu in razboiul ruso-turc din 1806-1812 (σημειώσεις αναφορικά με τον Θεόδωρο Βλαδιμιρέσκου στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1806-1812), στο » Revista istorică română «, vol VIII (1938)· Neacșu, 1, Oastea pandurilor condusà de Tudor Vladimirescu in ràscoala din 1821, (ο στρατός των Παντούρων κάτω από την ηγεσία του Θ. Βλαδιμιρέσκου κατά την διάρκεια της εξέγερσης του 1821), στο Studii si referate privind istoria Romaniei», partea a II-a (1954), σ.σ. 1006-1007· Istoria Romaniei, vol. Ill, București, 1964, σ.σ. 608-611· Otetea, A., Tudor Vladimirescu și revolutia din 1821 (ο Θ. Βλαδιμιρέσκου και η Επανάσταση του 1821), Βουκουρέστι 1971, σ.σ. 140-143. Berindei, D.- T.Mutscu, Aspecte militare ale miscärii revolucionare din 1821, (Στρατιωτικές απόψεις του επαναστατικού κινήματος του 1821), Βουκουρέστι, 1973, σ. 28-33· Stan, A. Renaşterea armatei naţionale, (Η αναγέννηση του εθνικού Στράτου), Craiova, 1979, σσ. 101-145.

[3] Solomon, I., Biografia vieţii polcovnicului…, Craiova, 1862, σ.σ. 1-2.

[4] Η λέξη «potera», βουλγαρικής προέλευσης, σήμαινε το μικρό ένοπλο σώμα συνήθως αρναούτηδων, που είχε την αποστολή να καταδιώκει τους διάφορους ληστές και χαïντούκους, που εμφανίζονταν κατά καιρούς σε διάφορες περιοχές των δυο Ρουμανικών Πριγκηπάτων. Οι άντρες που σχημάτιζαν αυτά τα ένοπλα σώματα ονομάζονταν συνήθως «Catane», λέξη Ουγγρικής προέλευσης που σημαίνει «στρατιώτης», η «panduri», λέξη άγνωστης μέχρι σήμερα προέλευσης, που σήμαινε γενικά «ένοπλος» (βλ. D. Berin- dei – T. Mutascu, o.π., σσ. 20-21 σημ. 3 και Ηλία Φωτεινό, Οι άθλοι της εν Βλαχία Ελληνικής ’Επαναστάσεως το 1821 έτος, Λειψία (Βουκουρέστι), 1846 σ. 10 σημ. ζ), ή, τέλος «poterasi», λέξη προερχόμενη από την «potera». Την λέξη αυτή χρησιμοποίησε και ο Ι. Φιλήμων αναφερόμενος στην προσπάθεια του ηγεμόνα της Μολδαβίας Μιχαήλ Σούτσου να στρατολογήσει, στις παραμονές του 1821, μια δύναμη 3.000 περίπου άντρων με την πρόφαση του σχηματισμού των «ποτέρων» για την καταδίωξη των ληστών, σχέδιο όμως ποΥ τελικά απέτυχε (βλ. Δοκίμιο Ιστορικό περί της Ελληνικής ’Επαναστάσεως, Αθήναι, 1859, τομ. I, σ.σ. 2700305).

[5] Solomon, I., Biografia…., σ.σ. 5-6.

[6] Στο ίδιο, σ.σ. 7-8.

[7] Στο ίδιο, σ. 9.

[8] Στο ίδιο, σ.σ. 12-13· τον I. Solomon αναφέρει σαν Κιρκ-σερδάρη και ο Ηλίας Φωτεινός (οπ.π., σ.19).

[9] Solomon, I., Biografia …, σ.16.

[10] οπ.π., σ.σ. 19-20· περιγραφή της μάχης βλ. και στον Ηλία Φωτεινό (οπ.π. σ.151).

[11] Solomon, I., Biografia…, σσ. 21-22· Neacşu, I., Lista eu numele pandurilor şi câpeteniilor lor care au participât la räscoala sub conducerea lui Tudor Vladimirescu (Components lor sociala completata cu date biografice) si un extras statistic nominal cu componenta sociala a 116 câpetenii de panduri (Κατάλογος με τα ονόματα των παντούρων και των καπετάνιων τους που συμμετείχαν στην εξέγερση κάτω από την ηγεσία του Τ. Vladimirescu (η κοινωνική τους σύνθεση συμπληρωμένη με βιογραφικά στοιχεία) κι ένα απόσπασμα ονομαστικής στατιστικής με την κοινωνική σύνθεση 116 καπετάνιων παντούρων), στο «Studii şi materiale de istorie moderna», vol. I (1957), σ. 435· Stan, A., οπ.π., σ. 209.

[12] Solomon, I., Biografia…, σ. 22.

[13] οπ.π., σ. 24.

[14] οπ.π., σσ. 44-45· Stan, Α., οπ.π., σ. 256.

[15] Panait, Ioana şi P.I., Participarea maselor populäre din Bucureşti la înfrîngerea comploturilor reacτiunii din iunie 1848 (Η συμμετοχή των λαϊκών μαζών του Βουκουρεστίου στη συντριβή των αντιδραστικών συνωμοσιών του ’Ιουνίου 1848), στο «Studii, revista de istorie», vol. XIII (1960), nr. 6, σσ. 83-92· Platon, Gh., Masele in revolirtia de la 1848 (Οι μάζες στην επανάσταση του 1848), στον τόμο «Revoluția Română de la 1848 in Tarile Române», Bucureşti, 1974, Σς. 114· Cazanisteanu,C. , Probleme militare In revolutia Romana de la 1848 (Στρατιωτικό προβλήματα στην Ρουμανική επανάσταση του 1848), στον παραπάνω τόμο, σ.134 βλ. επίσης,  Anul 1848 in Principatele Romane. Acte şi documente (To έτος 1848 στα Ρουμανικά Πριγκηπάτα. Πράξεις και έγγραφα), Βουκουρέστι, 1902, τομ. I, σ.σ. 689-690, 700-703, τομ. II, σσ.31-35,96-99.

[16] Anul 1848…, τομ. II, σσ. 122-128 (όπου η απολογία του I. Solomon) και σσ.132-133 (η απόφαση της ανακριτικής επιτροπής).

[17] Anul 1848…, τομ. II, σ.186.

[18] οπ.π., τομ.II, σ.13

[19] Ο August Treboniu Laurian έγραψε, ανάμεσα στ’ λλα, το έργο Istoria Romanilor (Ιστορία των Ρουμάνων), Ιάσι, 1853, στο όποιο αναφέρεται κι ο loan Solomon στη Βιογραφία του (το έργο αυτό προβλεπόταν οκτάτομο, τελικά όμως δημοσιεύτηκαν μόνο οι τρεις πρώτοι τόμοι του). Σχετικά με τον Α.Τ. Laurian, που θεωρείται ένας από τους αξιολογότερους εκπροσώπους της ρουμάνικης γενιάς του 1848, καθώς κι ένας από τους επιφανές λόγιους του ρουμάνικου διαφωτισμού του 19ου αι. Βλέπε D. Macrea, Contribuții la istoria lingvisticii și filologiei românești (Συμβολή στην ιστορία της ρουμάνικης γλωσσολογίας και φιλολογίας), Βουκουρέστι, 1978, σσ. 55-73 και Enciclopedia istoriografiei româneşt (Εγκυκλοπαίδεια της Ρουμανικής Ιστοριογραφίας), Βουκουρέστι, 1978, σσ. 177-178.

[20] Solomon, I., Biografia…, σσ. 47-48.

[21] Ολόκληρο το κείμενο της προκήρυξης στο Documente privind istoria României: Răscoala din 1821, τομ. I, Bucuresti, 1960, σσ. 207-208· μετάφραση στην ελληνική μας δίνει ο Ηλίας Φωτεινός (οπ. π., σσ.7-9)· πρέπει να σημειωθεί πάντως εδώ, πως στην προκήρυξη της TismanaPadeş δεν γίνεται λόγος για «εξέγερση εναντίον των Ελλήνων», όπως μας πληροφορεί ο I. Solomon επηρεασμένος από την μετά το 1821 εξέλιξη των πραγμάτων στις δυο Παραδουνάβιες Ηγεμονίες· κριτική της παραπάνω προκήρυξης 3λ. A. Otetea, Tudor Vladimirescu si revolutia. ..·, σσ. 203-207 (ο Ρουμάνος Ιστορικός είναι ο πρώτος που απέδειξε πως η προκήρυξη τέθηκε σε κυκλοφορία από τη μονή της Tismana και όχι από το χωριό Pades, όπως γενικά πιστευόταν)· κριτική επίσης Βλ. στον D. Berindei, L’Annee revolutionnaire 1821 dans les Pays roumaines, Bucarest, 1971, σ.σ. 115-118.

[22] Οι επαναστατικές δυνάμεις κάτω από την ηγεσία του Τ. Vladimirescu έδρασαν στην Ολτένια κατά τον ακόλουθο τρόπο: αφοί κατέλαβαν αρχικά τα κυριότερα μοναστήρια της περιοχής (Tişmana, Strehaia, Motru κ.ά.) και τα μετέβαλαν σε ισχυρά οχυρά, εφοδιάζοντάς τα με τρόφιμα και πυρομαχικά και επανδρώνοντάς τα με ισχυρές φρουρές, στην συνέχεια στρατοπέδευσαν στο χωριό Țînțăreni, που το μετέτρεψαν σε κέντρο συγκέντρωσης και εκπαίδευσης των Επαναστατών (βλ. I. Neacşu, Oastea pandurilor…, σσ. 1019-1020· D. Berindei-T.Mutaşcu, όπ.π., σσ. 53, 60’· A. Otetea, Tudor Vladimirescu şi revolutia…, σσ. 17-18).

[23] Για το στρατιωτικό συμβούλιο των ηγετών των Επαναστατικών σωμάτων της Ολτένιας στην κωμόπολη Slatina, καθώς και γιά τις αποφάσεις που πάρθηκαν εκεί, βλ. κυρίως I. Neaşcu, Oastea pandurilor…, σσ. 1024-1028· D. Berindei-T. Mutaşcu, οπ.π., σσ. 81-84.

[24] Μετά τον θάνατο του Αλ. Σούτσου, η Πύλη, όπως είναι γνωστό, ονόμασε σα νέο ηγεμόνα της Ρουμανικής Χώρας τον Σκαρλάτο Καλλιμάχη , που εξαιτίας των γεγονότων δεν μπόρεσε να έλθει στο Βουκουρέστι και τελικά εξέπεσε του αξιώματος του και στη θέση του ονομάσθηκε ηγεμόνας ο Γρηγόριος Γκίκας, (Αύγουστος 1822), που θεωρείται ο πρώτος μετά τους Φαναριώτες ηγεμόνας ρουμανικής καταγωγής. Ο Σαμουρκάσης που αναφέρει ο I. Solomon στη Βιογραφία του σαν καϊμακάμη της Κραγιόβας είναι ο ποστέλνικος Ιωάννης Σαμουρκάσης για τον όποιο πληροφορίες μας δίνει και πάλι ο  Ηλίας Φωτεινός (όπ.π., σ. 150).

[25] Εδώ η λέξη «ταχυδρομείο» σαν μονάδα μέτρησης αποστάσεων ίση με 20 περίπου χιλιόμετρα.

[26] Περιγραφή της μάχης στον Ηλία Φωτεινό (όπ.π., σ. 151).

[27] Η Επιστολή αυτή του Τ. Vladimirescu προς τον I. Solomon δυστυχώς δεν έχει βρεθεί μέχρι σήμερα. Παρόλα αυτά από τις πληροφορίες που μας δίνει ο I. Solomon μπορούμε να σχηματίσουμε μία αρκετά ικανοποιητική εικόνα για το περιεχόμενό της. Κι αν κοντά σ’ αυτό προσθέσουμε και το γεγονός ότι η επιστολή αυτή γράφτηκε λίγο πριν ή λίγο μετά (μάλλον) την συνάντηση της 18ης Μάιου 1821 (π.ημ.) στο χωριό Goleşti τοϋ Τ. Vladimirescu με τον Γ. Ολύμπιο, κατά την όποια αποφασίστηκε για μια ακόμη φορά η συνεργασία των Επαναστατικών δυνάμεων που καθοδηγούνταν από τον Αλ. Υψηλάντη και τον Τ. Vladimirescu, η επιστολή του τελευταίου προς τον I. Solomon απόκτα μια ιδιαίτερη σημασία. Η σημασία της έγκειται στο ότι, ενώ ο Τ. Vladimirescu είχε ήδη προβεί σε συμφωνία με τους ηγέτες του Επαναστατικού στρατού που καθοδηγούνταν από τον Αλ. Υψηλάντη, ταυτόχρονα διέταζε τον I. Solomon, από τη μια μεριά, να «απομακρύνει» όλους τους Έλληνες και Σέρβους αγωνιστές από τα οχυρωμένα μοναστήρια της Ολτένιας και να εμπιστευτεί την φύλαξή τους μόνο σε Ρουμάνους παντούρους και, από την άλλη, να σπεύσει με τον κύριο όγκο των δυνάμεων που είχε κάτω από τις διαταγές του στο Goleşti, για να ενισχύσει το κύριο σώμα των Επαναστατικών δυνάμεων, που καθοδηγούσε ο ίδιος και που βρίσκονταν καθ’ οδόν προς την Ολτένια. Και τα δύο αυτά στοιχεία όμως δείχνουν σαφέστατα, τουλάχιστον έλλειψη εμπιστοσύνης του αρχηγού των Επαναστατικών σωμάτων των παντούρων προς τον Αλ. Υψηλάντη και τις επαναστατικές δυνάμεις που βρίσκονταν κάτω από τις διαταγές του. Το γεγονός αυτό δεν διέφυγε της προσοχής των Ρουμάνων ιστορικών της περιόδου, που ερμήνευσαν όμως την επιστολή αυτή ο καθένας κατά διαφορετικό τρόπο, οι περισσότεροι πάντως προσπαθώντας κυρίως να δικαιολογήσουν την έλλειψη εμπιστοσύνης του Τ. Vladimirescu προς τον Αλ. Υψηλάντη (βλ. C.D. Aricescu, Istoria revoluțiunii române de la 1821 (Ιστορία της Ρουμανικής Επανάστασης του 1821), Craiova, 1874, σ. 238 σημείωση 3-Α. Otetea, Tudor Vladimirescu si miscarea eterista in Tarile Romane, (Ο Θ. Βλαδιμιρέσκου και το κίνημα τΗς Φιλικής Εταιρίας στις Ρουμανικές Χώρες), Βουκουρέστι,1945 σ. 293· του ίδιου, Tudor Vladimirescu si revolutia…, σσ. 416-417 D. Berindei-T.Mutascu, οπ.π., σσ.147-148 (οί συγγραφείς υποστηρίζουν πώς η Επιστολή στάλθηκε πριν την συνάντηση Τ. Vladimirescu-Ολύμπιου, χωρίς όμως το γεγονός αυτό, κατά την γνώμη μας, να αλλάζει και πολύ τις προθέσεις του πρώτου· M. Radu, Tudor Vladimirescu si revolutia din Jara Romaneasca (ο Θ. Βλαδιμιρέσκου και η Επανάσταση της Ρουμανικής Χώρας), Κραγιόβα, 1978, σσ.441-442.

[28] Ο I. Solomon, μη όντας αυτόπτης μάρτυρας στην μάχη του Δραγατσανίου, ανεβάζει τις δυνάμεις που βρίσκονταν κάτω από τις διαταγές του Αλ. Υψηλάντη στον υπερβολικό αριθμό των 20.000 άντρων, επηρεασμένος αναμφισβήτητα από δύο άλλους Ρουμάνους απομνημονευματογράφους, που έγραψαν πριν απ’ αυτόν σχετικά με τα γεγονότα του 1821 στα δυο Πριγκηπάτα. Πιο συγκεκριμένα, ο Μ. Cioranu («υπασπιστής» του Τ. Vladimirescu) στα απομνημονεύματά του αναφέρει πως ο Αλ. Υψηλάντης διέθετε στο Δραγατσάνι μια δύναμη 16.000 περίπου άντρων (βλ. Μ. Cioranu, Revolutia lui Tudor Vladimirescu (Η επανάσταση του Θ. Βλαδιμιρέσκου), επανεκδίδει Ν. Iorga, Izvoarele contemporane asupra mişcarii lui Tudor Vladimirescu (σύγχρονες πηγές για το κίνημα Θ. Βλαδιμιρέσκου), Βουκουρέστι, 1921, σ.306), ενώ ο Chiriac Popescu μας δίνει τον αριθμό των 20.000 άντρων (βλ. Ch. Popescu, Memoriu despre mişcarea lui Tudor Vladimirescu (Ενθυμήματα σχετικά με το κίνημα του Θ. Βλαδιμιρέσκου), επανεκδίδει Ν. Iorga, όπ.π., σ. 212).

[29] Σχετικά με την διέλευση του Αλ. Υψηλάντη και της μικρής συνοδείας του από την (τότε) μεθοριακή κωμόπολη Arad της Τρανσυλβανίας, βλ. Π. Ενεπεκίδη, Αλέξανδρος Υψηλάντης. Η αιχμαλωσία του εις την Αυστρίαν (1821-182Θ), Αθήναι, 1969, σσ. 14-15.

[30] Οι περίεργες ονομασίες που μας δίνει εδώ ο I. Solomon, δεν είναι παρά τα ειδικά ονόματα που έφεραν τα διάφορα σώματα των παντούρων ανάλογα με την επαρχία που είχαν έδρα.

 

Κωνσταντίνος Κ. Χατζόπουλος

Ομότιμος Καθηγητής Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού. Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας – Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

Τα επαναστατικά γεγονότα του 1821 στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες όπως τα είδε ένας Ρουμάνος αγωνιστής – (Απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του loan Solomon) | Κωνσταντίνος Κ. Χατζόπουλος, Βαλκανικά Σύμμεικτα Τόμος 1ος Θεσσαλονίκη 1981. σ. 306.

 

* Το κείμενο αποδόθηκε στο μονοτονικό, διατηρήθηκε όμως η ορθογραφία της συγγραφέως.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

Η λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων «Διδύμου» την εικοσαετία 1838 -1858  &  1859-1879 | Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου


 

Με το υπ. αρ.11737/16 Απριλίου 1837 έγγραφο τού «επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Γραμματέα» διορίζεται, ως δημοδιδάσκαλος, στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμου ο Κωνσταντίνος Πιπινόπουλος από τη Χαλκίδα.

Γεώργιος Γλαράκης (1789-1855). Γεννήθηκε στη Xίο και σπούδασε ιατρική στη Γοττίγγη και τη Bιέννη. Αναμίχτηκε στον Αγώνα και διετέλεσε πληρεξούσιος στις Εθνοσυνελεύσεις, υπουργός Nαυτικών, Eξωτερικών, Eσωτερικών, και Παιδείας. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Δύο, σχεδόν, χρόνια αργότερα ο Υποδιοικητής Σπετσών και Ερμιονίδος στέλνει την υπ’ αριθμ. 37/8 Φεβρουαρίου 1839 αναφορά του προς τη Γραμματεία «Περί διαγωγής του δημοδιδασκάλου του Διδύμου». Ο Γραμματέας (Υπουργός), Γεώργιος Γλαράκης, επιστρέφει την αναφορά του στον Διοικητή Αργολίδας με την εντολή να λάβει σαφείς και ακριβείς πληροφορίες για τη διαγωγή του δημοδιδασκάλου και να αναφέρει σχετικά. Στις 26 Αυγούστου 1839 ο Διοικητής Αργολίδας ενημερώνει για τις ενέργειές του λέγοντας ότι η αναφορά του Υποδιοικητή Σπετσών «Περί καλής διαγωγής του δημοδιδασκάλου» δημιουργεί ορισμένες αμφιβολίες και την υπόνοια ότι ο Υποδιοικητής έχει επηρεασθεί από την αναφορά του Ειρηνοδίκη.

Γεγονός είναι ότι τα κομματικά πάθη τροφοδότησαν και μεγένθυναν τις όποιες κατηγορίες. Έβλαψαν, όμως, και την τοπική κοινωνία με αποτέλεσμα από τους εβδομήντα (70) μαθητές που φοιτούσαν στο Σχολείο, να παραμείνουν είκοσι (20) και στις εξετάσεις να εμφανιστούν μόνο τέσσερις (4) μαθητές. Μετά από έντονες διαμαρτυρίες και αλλεπάλληλες αναφορές του Υποδιοικητή Σπετσών, του Δημάρχου Ερμιόνης και των κατοίκων του Διδύμου ο Γραμματέας μετέθεσε τον δημοδιδάσκαλο Κωνσταντίνο Πιπινόπουλο στη Δρυόπη Τροιζηνίας, ενώ με το από 20 Απριλίου 1843 έγγραφό του ενημέρωνε για τη μετάθεση του ανωτέρω δημοδιδασκάλου τον Υποδιοικητή Σπετσών και Ερμιονίδας.

Με το πέρας των ως άνω γεγονότων στο Σχολείο διορίστηκε, ως δημοδιδάσκαλος, ο Κωνσταντίνος Δημητριάδης από τις Μυκήνες. [1] Ωστόσο ο διορισμός του στο Δίδυμο κατόπιν των όσων είχαν συμβεί, δεν ήταν γι’ αυτόν ιδιαίτερα ευχάριστος. Μετά από έναν χρόνο παραμονής του στο χωριό, στις 16 Νοεμβρίου 1844, αιτήθηκε από τον Γραμματέα μετάθεση στην ιδιαίτερή του πατρίδα. Πιστεύουμε πως η αίτηση μετάθεσης του Κωνσταντίνου Δημητριάδη δεν ικανοποιήθηκε άμεσα και ότι παρέμεινε στο Δίδυμο για μια τετραετία, περίπου, μέχρι το 1848. Τότε πήρε μετάθεση για την Ελευσίνα (1848) και κατόπιν για την πατρίδα του, τις Μυκήνες, όπου παρέμεινε μόνο 6 μήνες, γιατί με το υπ’ αριθμ.13187/28 Δεκεμβρίου 1849 έγγραφο του Γραμματέα μετατέθηκε στην Πυργέλα Αργολίδας (1849). [2] Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Πυργέλα ζήτησε, με αναφορά του, άδεια σύστασης ιδιωτικού σχολείου στο Άργος, η οποία και του χορηγήθηκε. Στη συνέχεια υπηρέτησε στον Αχλαδόκαμπο (1851) και την Επίδαυρο (1852). Ως εκ τούτου το Σχολείο του Διδύμου παρέμεινε τουλάχιστον για 2 ή 3 χρόνια κλειστό. Αυτό αποτυπώνεται και στον στατιστικό πίνακα «των κατά το 1849 Δημοτικών Σχολείων του Κράτους» που υποβλήθηκε στον Υπουργό το 1850, όπου Δημοτικό Σχολείο Διδύμου δεν εμφανίζεται. [3]

Με την υπ’ αρ. 4324/15 Ιουνίου 1849 αναφορά του προς το Υπουργείο «επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως» ο Νομάρχης Αργολίδας ζητεί τον διορισμό δημοδιδασκάλου στο Σχολείο του Διδύμου. Είχε προηγηθεί και η αναφορά των κατοίκων του χωριού προς τον Έπαρχο Σπετσών και Ερμιονίδος, όπου σημειώνεται ότι με την έλλειψη δημοδιδασκάλου βλάπτεται ανεπανόρθωτα η νεολαία του χωριού, ενώ το διδακτήριο το οποίο είχε παραχωρηθεί από τον Κυβερνήτη για την πολυετή στέγαση του Σχολείου, βρίσκεται σε άθλια κατάσταση. Επίσης στην αναφορά του προς το Υπουργείο ο Νομάρχης Αργολίδας σημείωνε ότι, σύμφωνα με τα όσα ο Έπαρχος αναφέρει σε αυτόν, οι κάτοικοι του Διδύμου είχαν φροντίσει να προμηθευτούν και τα απαραίτητα βιβλία για τις ανάγκες του Σχολείου. Στο Σχολείο, όμως, καθώς φαίνεται, δημοδιδάσκαλος δεν διορίστηκε.

Με την υπ’ αριθμ. 2751/10 Μαΐου 1850 αναφορά του προς το Υπουργείο ο Νομάρχης Αργολίδας αναφέρει ότι ζήτησε από τον Δήμαρχο Ερμιόνης Ιωάννη Γ. Οικονόμου τον διορισμό του δημοδιδασκάλου Κωνσταντίνου Πιπινόπουλου, προσώπου αποδεκτού από τους κατοίκους του Διδύμου. Προσκάλεσε, μάλιστα, τον Δήμαρχο να πληρώσει τον δημοδιδάσκαλο από το Δημοτικό Ταμείο, αλλά αυτός αρνήθηκε κατηγορώντας τον δημοδιδάσκαλο ως «ραδιούργο». Αλλά και η απόφαση της εφορευτικής επιτροπής «ουδόλως διαφέρει εκείνης του Δημάρχου», αφού ήταν «υποκινούμενη» από εκείνον.

Ακολούθησαν δύο ακόμα αναφορές του Νομάρχη Αργολίδας, η υπ’ αριθμ. 3210/17 Μαΐου 1850 και η υπ’ αριθμ. 4376/22 Ιουνίου 1850 προς το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως για το ίδιο θέμα, αλλά λύση, σύμφωνα με τα έγγραφα που μελετήσαμε, δεν δόθηκε. [4]

Κοκκώνης Π. Ιωάννης (1795 Καστρί Κυνουρίας -1864). Το 1836 διορίστηκε διευθυντής του Διδασκαλείου και επιθεωρητής των διδακτικών ιδρυμάτων της Πελοποννήσου.

Με την εκλογή νέας Δημοτικής Αρχής και επί Δημαρχίας Δημητρίου Νικολάου ο Κωνσταντίνος Πιπινόπουλος επανήλθε στη θέση του, καθώς οι αντιστάσεις είχαν πλέον καμφθεί. Υπογράφει, ως δημοδιδάσκαλος Διδύμου, δυο αναφορές (την από 1 Οκτωβρίου 1850 και την από 19 Δεκεμβρίου 1851), αιτούμενος απλήρωτους μισθούς παρελθόντων μηνών. Στο Σχολείο του Διδύμου φαίνεται να παραμένει καθ’ όλη τη διάρκεια της 10/ετίας του 1950.

Να σημειώσουμε ότι με το υπ’ αριθμ. 651/21 Ιουνίου 1851 έγγραφό του ο Γενικός Επιθεωρητής των Δημοτικών Σχολείων Πελοποννήσου Ιωάννης Κοκκώνης ζήτησε τον αριθμό, το είδος και το κόστος των βιβλίων της βιβλιοθήκης του Σχολείου του Διδύμου. Υποβλήθηκε η παρακάτω ανυπόγραφη κατάσταση με το συνολικό κόστος των βιβλίων να ανέρχεται στις 46,60 δραχμές. Για την ιστορία αναφέρουμε ότι τα βιβλία αυτά ήσαν τα εξής:

 

 

Τέλος ο Γενικός Επιθεωρητής ζήτησε από τον Έπαρχο Σπετσών να διατάξει «τα δέοντα προς ασφαλή αποστολή των εισηγμένων βιβλίων» απαντώντας στο υπ’ αρ. 151/3 Μαΐου 1851 έγγραφό του.

 

 

Η λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Διδύμων την εικοσαετία

1859-1879

 

 

Εισαγωγικά

 

Όπως είναι γνωστό με το Β.Δ. της 24ης -12-1841 έγινε συγχώνευση των Δήμων Ερμιόνης και Διδύμου σε έναν Δήμο με την ονομασία «Δήμος Ερμιόνης». Έτσι το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμου, για μια 15/ετία, ήταν το 2ο Δημοτικό Σχολείο του Δήμου Ερμιόνης. Με νέο Β.Δ. στις 20 Αυγούστου 1866 «Περί διαιρέσεως του Δήμου Ερμιόνης…», που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 60/29-8-1866, ο ενιαίος Δήμος διασπάστηκε εκ νέου σε δυο Δήμους ήτοι Ερμιόνης και Διδύμων.

 

Στοιχεία της λειτουργίας του Σχολείου

 

Το σχολικό έτος 1859-1860, σύμφωνα με τον τριμηνιαίο έλεγχο (1860) της 1ης τριμηνίας, το Σχολείο Διδύμων είχε τον Ιανουάριο πενήντα πέντε (55) μαθητές, τον Φεβρουάριο πενήντα πέντε (55) και τον Μάρτιο πενήντα πέντε (55). Λειτούργησε σε κλάσεις, ενώ υπήρχε και συνδιδακτικό τμήμα, όπου φοιτούσαν δέκα (10) μαθητές. Οι μαθητές του σχολείου «φιλοτιμούνται εις την μάθησιν» είναι «εύτακτοι και ευπηθείς» και διδάσκονται Γραφή, Ανάγνωση, Αριθμητική και Χριστιανική διδασκαλία.

Δημοδιδάσκαλος του Σχολείου ήταν ο Κωνσταντίνος Πιπινόπουλος, Γ΄ τάξεως, απόφοιτος του Β΄ Διδασκαλείου Αθηνών και ο μισθός του ανερχόταν στις εξήντα (60) δραχμές μηνιαίως. Το διδακτήριο, ενώ βρισκόταν σε καλή γενικά κατάσταση, παρουσίαζε και πολλές ελλείψεις. Σύμφωνα με την έκθεση της επιθεωρητικής επιτροπής, που την υπογράφει ο πάρεδρος Α. Αντωνόπουλος και τα μέλη της παπα-Δημήτριος Μπάρδης και Αναγνώστης Αντ. Αντωνόπουλος, δεν υπάρχει το γραφείο της έδρας του διδασκάλου, λείπουν οι σανιδοπίνακες και τα παράθυρα χρειάζονται επισκευή. Ο αριθμός των μαθητών κάθε χρόνο αυξάνεται, ενώ ο διδάσκαλος εκτελεί με ευσυνειδησία τα καθήκοντά του. Για τους ανωτέρω λόγους η επιθεωρητική επιτροπή παρακαλεί τον Δήμαρχο Ερμιόνης Ιωάννη Γ. Οικονόμου, να φροντίσει για την ευπρέπεια του περιβάλλοντα χώρου του Σχολείου.

 

Διτάξιο Δημοτικό Σχολείο Διδύμων Αργολίδας, 1900. Δημοσιεύεται στο: Καλαφάτη, Ελένη, «Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1821-1929), Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα, 1988.

 

Το επόμενο σχολικό έτος 1860-1861, το Σχολείο είχε κατά τι λιγότερους μαθητές. Έτσι, σύμφωνα με τον τριμηνιαίο έλεγχο της 2ης τριμηνίας (1861), τον Απρίλιο ενεγράφησαν πενήντα (50) μαθητές, τον Μάιο πενήντα (50) και τον Ιούνιο σαράντα (40). Δημοδιδάσκαλος του Σχολείου παρέμεινε ο ίδιος, με μηνιαίο μισθό ογδόντα (80) δραχμές, ενώ τα υπόλοιπα στοιχεία της λειτουργίας του Σχολείου παρέμειναν αμετάβλητα. Το τριμηνιαίο δελτίο έχει ημερομηνία 1 Ιουλίου 1861.

Κατά το σχολικό έτος 1861-1862 το Σχολείο λειτούργησε κανονικά σύμφωνα με την έκθεση της επιθεωρητικής επιτροπής, οι ελλείψεις, ωστόσο, παραμένουν. Οι εγγραφέντες μαθητές για την 3η τριμηνία (1862), σύμφωνα με τον τριμηνιαίο έλεγχο, είναι για τον Ιούλιο σαράντα (40), τον Αύγουστο σαράντα (40) και τον Σεπτέμβριο σαράντα (40). Δημοδιδάσκαλος και πάλι ο Κωνσταντίνος Πιπινόπουλος.

Το σχολικό έτος 1864-1865 ο αριθμός των μαθητών αυξήθηκε κατά δέκα (10) και ανέρχονταν κατά τη 2η τριμηνία (1865) σε πενήντα πέντε (55) τον Απρίλιο, πενήντα πέντε (55) τον Μάιο και πενήντα οκτώ (58) τον Ιούνιο.

Η σχολική χρονιά 1865-1866 είναι η τελευταία που το Σχολείο υπαγόταν στον Δήμο Ερμιόνης και είχε τότε σαράντα πέντε (45) μαθητές (τριάντα πέντε -35- αγόρια και δέκα -10- κορίτσια). Δημοδιδάσκαλος ήταν ο Δημήτριος Παπασωτηρίου, Γ’ τάξεως, απόφοιτος του Β΄ Διδασκαλείου Αθηνών. [6] Για το σχολικό έτος 1868-1869 στον τριμηνιαίο έλεγχο της 2ης τριμηνίας (Απρίλιος – Ιούνιος) με ημερομηνία υποβολής την 17η Ιουλίου 1869, δεν αναγράφεται ο αριθμός των μαθητών, ενώ δημοδιδάσκαλος παραμένει ο Δημήτριος Παπασωτηρίου.

Στην 4η τριμηνία (1870) του σχολικού έτους 1870-1871 ενεγράφησαν τον Οκτώβριο οκτώ (8) μαθητές, τον Νοέμβριο δέκα (10) και τον Δεκέμβριο δέκα τρεις (13) σύμφωνα με τον τριμηνιαίο έλεγχο. Δημοδιδάσκαλος είναι ο Δημήτριος Παπασωτηρίου και ο μηνιαίος μισθός του εξήντα (60) δραχμές. Το διδακτήριο και το υλικό του Σχολείου βρίσκονται σε μέτρια κατάσταση. Φανερά μειωμένος είναι ο αριθμός των εγγραφών με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς (Δ΄ τριμηνία), για άγνωστους λόγους.

Ως σημαντικό γεγονός για το σχολικό έτος 1875-1876 καταγράφεται η συνεδρίαση της 16ης Φεβρουαρίου 1876 του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Διδύμων για την ίδρυση Δημοτικού Σχολείου Θηλέων, έναν μήνα μετά το σχετικό έγγραφο της 16ης Ιανουαρίου 1876 του Υπουργού Γεωργίου Ιωαν. Μίληση. Ωστόσο πληροφορίες για τη λειτουργία του Σχολείου τα επόμενα πέντε χρόνια δεν εντοπίσαμε.

Το σχολικό έτος 1876-1877 ενεγράφησαν στο Σχολείο εξήντα επτά (67) μαθητές, φοίτησαν εξήντα (60), εξετάσθηκαν πενήντα δύο (52), απολύθηκαν δύο (2) και αρίστευσαν δέκα τρεις (13), σύμφωνα με τον «Γενικό Έλεγχο» του Σχολείου που κλείνει με ημερομηνία 21 Αυγούστου 1877 και τον υπογράφει ο δημοδιδάσκαλος Δημήτριος Παπασωτηρίου. Την εξεταστική επιτροπή αποτελούσαν ο ιερέας Ιωάννης Παπαδημητρίου και ο Κωνσταντίνος Πιπινόπουλος.

Το μεθεπόμενο σχολικό έτος 1878-1879 φοίτησαν πενήντα οκτώ (58) μαθητές, εξετάσθηκαν πενήντα (50), απολύθηκαν δύο (2) και αρίστευσαν οκτώ (8), σύμφωνα με τον «Γενικό Έλεγχο» του Σχολείου που κλείνει με ημερομηνία 29 Ιουλίου 1879 και υπογράφεται από τον δημοδιδάσκαλο Δημήτριο Παπασωτηρίου. Στην εξεταστική επιτροπή συμμετείχε ο ιερέας Αντώνης Ιωάν. Αντωνόπουλος.

 

Γενικές παρατηρήσεις

  • Ο αριθμός των μαθητών που φοιτούσαν στο Σχολείο ήταν κατώτερος του στόχου του 10% που είχε θέσει το Υπουργείο επί του συνολικού πληθυσμού. Τότε ο πληθυσμός του Διδύμου αριθμούσε τους εννιακοσίους (900) κατοίκους.
  • Τα κορίτσια που φοιτούσαν στο Σχολείο ήταν περίπου το ¼ των αγοριών, όπως άλλωστε συνέβαινε σχεδόν σε ολόκληρη την Ελλάδα.
  • Το Σχολείο στεγαζόταν στο «παραχωρηθέν εθνικόν οσπίτιον κείμενον εν τω χωρίω» από τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.

 

Κωνσταντίνος Πιπινόπουλος

Ο Κωνσταντίνος Πιπινόπουλος με καταγωγή από τη Χαλκίδα διορίστηκε το 1837 στο Δίδυμο, όπου και παντρεύτηκε. Η κόρη του, Σταματίνα, παντρεύτηκε κάποιον Δραπανιώτη. Ο γιος τους, Δημήτριος, υιοθετήθηκε από τον παππού του – από μητέρα- και έφερε το επίθετό του (Πιπινόπουλος). Σπούδασε Νομικά και δικηγορούσε στη Λάρισα. Η κόρη του, Μαρίκα, παντρεύτηκε τον Γεώργιο Σωτηρίου, καθηγητή Θεολογίας και Ακαδημαϊκό, από τις Σπέτσες.

Δημήτριος Παπασωτηρίου

Ο Δημήτριος Παπασωτηρίου καταγόμενος από την Τροιζήνα, διορίστηκε στα Δίδυμα, παντρεύτηκε την κόρη του Γεωργίου Αντωνόπουλου και παρέμεινε στα Δίδυμα, όπου δίδαξε για πολλά χρόνια. Ο τιμώμενος δημοδιδάσκαλος είναι προπάππος του Διδυμιώτη διδασκάλου Δημητρίου Σερέτη.[7]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Α΄, «Διδύμου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων», Φακ. 1532-1533.

[2] Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Παύσεις Μεταθέσεις…», Φακ. 132.

[3] Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Οργανισμός λειτουργίας…», Φακ. 133.

[4] Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Κατάσταση των εκπαιδευτηρίων», Φακ. 175.

[5] Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Βιβλιοθήκαι των Δημοτικών Σχολείων», Φακ. 171.

[6] Περισσότερα στοιχεία για τη λειτουργία του Σχολείου για το έτος 1865-1866 δημοσιεύονται στο υπό έκδοση βιβλίο μας «Τα Δημοτικά Σχολεία του Δήμου Ερμιόνης, 1863-1899».

[7] Τις πληροφορίες για τους δύο δημοδιδασκάλους έδωσε ο πολυμαθέστατος, αγαπητός φίλος και εκλεκτός Νομικός-Δικηγόρος Κύριος Δημήτριος Αντωνόπουλος. Φαίνεται πως την 20/ετία αυτή (1859-1879) δύο μόνο δημοδιδάσκαλοι δίδαξαν στο Σχολείο: Ο Κωνσταντίνος Πιπινόπουλος (1859-1864) και ο Δημήτριος Παπασωτηρίου (1865-1879).

 

Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

 

«Αναμνήσεις του Ερνστ Τσίλλερ» – Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη


 

Νέες Εκδόσεις

Προτάσεις βιβλίων από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

 

Οι «Αναμνήσεις του Ερνστ Τσίλλερ»  στη γερμανική γλώσσα δεν μπορούν να θεωρηθούν πλέον χαμένες. Η ιστορικός τέχνης Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη καλύπτει το ερευνητικό κενό με τούτη τη μοναδική, δίγλωσση – εικονογραφημένη με σπάνιο υλικό- έκδοση.

Ο αυτοβιογραφικός λόγος του Τσίλλερ, μια συναρπαστική εναλλαγή αποκάλυψης και απόκρυψης, δείχνει πως η συνάντηση του αρχιτέκτονα με την Ελλάδα του Γεωργίου Α’ και του Τρικούπη, παρά το πικρό του τέλος, υπήρξε γόνιμη και αμοιβαία επωφελής.

 

Ερνέστος Τσίλλερ (1837-1923)

Το ταξίδι της ζωής τον οδήγησε στην ακμή μιας επαγγελματικής σταδιοδρομίας, εντυπωσιακής σε έκταση και ποιότητα. Του χάρισε ευμάρεια και κοινωνική αναγνώριση, οικογενειακή ευτυχία. Τα έργα του, λαμπρά οικοδομήματα, κόσμησαν την πρωτεύουσα και άλλες ανεπτυγμένες πόλεις της Ελλάδας του 19ου αιώνα (Πειραιάς, Πάτρα, Ζάκυνθος, Σύρος, Πύργος, Άργος, Αίγιο, Τρίπολη, Κέρκυρα, Θεσσαλονίκη). Έζησε ως «αθηναίος» ευυπόληπτος αστός, παρ’ όλο που η καταγωγή του ήταν από επαρχιακή πόλη της Γερμανίας κοντά στη Δρέσδη. Εκεί, στον οικισμό του Ράντεμποϊλ, είχε τις ρίζες της η πολυμελής οικογένεια Τσίλλερ των τεχνουργών, εργολάβων και αρχιτεκτόνων.

Αρχιτέκτων και ο ίδιος, ήταν η μοίρα του να έρθει το 1861 στην τότε ακμάζουσα Αθήνα – την τελευταία πρωτεύουσα που ιδρύθηκε στην Ευρώπη. Πλην όμως το ταξίδι αυτό – που θα ονειρεύονταν να το ζήσουν πολλοί ομότεχνοί του – έλαβε θλιβερό τέλος, καθώς στο τέρμα του τον έφερε στην απραξία και στην ένδεια. Τον οδήγησε βήμα-βήμα – όπως τώρα μαθαίνουμε – στην οριστική χρεοκοπία. Τελικά, ο θάνατος έμελλε να τον βρει – όπως επίσης τώρα μαθαίνουμε – στο Πτωχοκομείο!

Πρόκειται για τον πιο γνωστό στον τόπο μας αρχιτέκτονα του όψιμου 19ου αιώνα, τον Ερνστ Τσίλλερ (1837-1923), τις ιδιόγραφες Αναμνήσεις του οποίου πραγματεύεται στο νέο της βιβλίο η δρ ιστορικός της Τέχνης Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη. Ευνόητο είναι ότι στις αυτοβιογραφικές σημειώσεις του μόνο νύξεις έχουμε. Για την παρακμή του γραφείου του, τη σχετιζόμενη με γεωπολιτικές αναταραχές, και την οικονομική κρίση σημειώνει: «Είχα το ατελιέ μου έρημο και άδειο και μεγάλες αναδουλειές – μετά την εθνική χρεοκοπία (1893) ήταν σαν ακρωτηριασμένο».

 

Η αναζήτηση ενός πρωτοτύπου

 

Αυτά θα μας ήταν αδιάφορα (αν όχι άχρηστα) αν μελετούσαμε τον Τσίλλερ μέσα από την αντικειμενική θεώρηση ενός βιβλίου ιστορίας της αρχιτεκτονικής. Όμως, οι ιδιόχειρες σημειώσεις πάνω σε γεγονότα της πολυκύμαντης σταδιοδρομίας του μεταδίδουν την ύλη της ιστορίας με διαφορετική «ένταση», με ένα διαφορετικό μήκος κύματος. Είναι αυτό που μεταγγίζει άμεσα τις πηγαίες αντιδράσεις, τις νωπές εντυπώσεις και αυθόρμητες κρίσεις του αυτοβιογραφούμενου.

Φαντάζουν «ανέκφραστες» και μονοδιάστατες οι έως τώρα γνώσεις γύρω από την ανέγερση εμβληματικών κτιρίων της Αθήνας, της Ακαδημίας, της Βιβλιοθήκης, του Ζαππείου, του Δημοτικού και του Εθνικού Θεάτρου, του Παλατιού του Διαδόχου. Βέβαια, είχαμε ιστορικές λεπτομέρειες και κριτικές αναλύσεις, έλειπε όμως η αφηγηματική επένδυση με το ολοζώντανο σκηνικό κοινωνικών και πολιτισμικών διεργασιών, οι δραστικές παρεμβάσεις του ανθρώπινου παράγοντα. Το πολυδιάστατο ρεπερτόριο ενεργειών και δράσεων που φωτίζει τη μοίρα των αρχιτεκτονημάτων μέσα στον ιστορικό χρόνο και χώρο αναδεικνύεται με έμφαση διαβάζοντας το συναρπαστικό χρονικό των Αναμνήσεων.

 

«Αναμνήσεις του Ερνστ Τσίλλερ» – Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη

 

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: το αυθεντικό γερμανικό χειρόγραφο, γραμμένο σε ένα κοινό τετράδιο, ήταν (και εξακολουθεί να είναι) εξαφανισμένο εδώ και τρεις τουλάχιστον δεκαετίες. Ορισμένοι πολύ παλαιότεροι μελετητές είχαν πάντως όψιν τους μια μεταφορά του στα ελληνικά από την κόρη Ιωσηφίνα Δήμα-Τσίλλερ. Βρέθηκε στα Γενικά Αρχεία του Κράτους περί το 1990 για να καταλήξει σε μια συνοπτική και συγχρόνους περιεκτική σε σχόλια έκδοση από την αρχιτέκτονα καθηγήτρια Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη και την ερευνήτρια αρχαιολόγο Αριστέα Παπανικολάου – Κρίστενσεν.

Αρχοντικό Κωνσταντόπουλου στο Άργος. Έργο του Γερμανού αρχιτέκτονα Τσίλλερ.

Για χρόνια αποτέλεσε η εργασία αυτή «κείμενο αναφοράς» – όπως άλλωστε επισημαίνει η Κασιμάτη. Από την άλλη, η τελευταία – ως επιμελήτρια Χαρακτικών & Σχεδίων της Εθνικής Πινακοθήκης – είχε αναντίρρητα μια ουσιαστική εξοικείωση με το έργο του αρχιτέκτονα μέσα από το περίφημο «Αρχείο Τσίλλερ», με περιεχόμενο πάνω από 500 καταγεγραμμένους τίτλους σχεδίων. Κορύφωση των μελετών της ήταν η υλοποίηση της αρτιότερης έως σήμερα έκθεσης για τον Ερνστ Τσίλλερ και της επιμέλειας του συνοδευτικού ογκώδους καταλόγου (Εθνική Πινακοθήκη, 2009-10). Και το κυριότερο: μέσα στο αρχείο καλλιτεχνών που φυλάσσεται στο Μουσείο ανακάλυψε εντελώς αναπάντεχα το από πολλού χρόνου περιζήτητο γερμανικό χειρόγραφο των Αναμνήσεων, διασωσμένο έστω σε μορφή φωτοαντιγράφου!

Η συγγραφέας, έχοντας επίγνωση της διασφάλισης της εγκυρότητας του ιστορικού τεκμηρίου, αποφάσισε να προσφέρει μια παράλληλη ροή των κειμένων, τόσο στην πρωτογενή γερμανική γλώσσα όσο και στην ακριβή δική της μεταγλώττιση. Κάτι κοπιώδες και φυσικά δαπανηρό. Ωστόσο, εκτός της εγγυημένης βαρύτητας και αξιοπιστίας, η συγκεκριμένη επιλογή προσφέρει το «άνοιγμα» του περιεχομένου σε ένα υπερτοπικό κοινό ενδιαφερομένων – κάτι που έχει τη σημασία του εξαιτίας της προβολής των δημιουργικών δράσεων του αυτοβιογραφούμενου πάνω στο ανεπτυγμένο κατά τον 19ο αιώνα πεδίο ώσμωσης μεταξύ ελληνικού και ευρωπαϊκού πολιτισμού. Του τελευταίου, επικεντρωμένου στον γερμανόφωνο χώρο.

 

Ζωή και έργο

 

Και είναι πράγματι οι δράσεις αυτές που ξεκινούν από ένα αισιόδοξο μοτίβο σεναρίου ζωής. Την απόδραση του νεαρού Ερνστ από τις ρίζες των γονιών του και τις αποδοτικές σπουδές στην Πολυτεχνική Σχολή και στην Ακαδημία Τεχνών στην επιβλητική Δρέσδη.

Τη μοναδική τύχη του να προσληφθεί στο γραφείο του διασημότερου αρχιτέκτονα της Βιέννης Θεόφιλου Χάνσεν, και εκείνος ως μέντοράς του, να δώσει στον ταλαντούχο μαθητή το απρόσμενο χρίσμα: την εφαρμογή των περίφημων σχεδίων του για την Αθήνα, δηλαδή του κτιρίου της Ακαδημίας και αργότερα του Ζαππείου και της Βιβλιοθήκης. Τα είχαμε δει το 2014 στην, από κάθε άποψη πρωτότυπη, έκθεση «“Ελληνική Αναγέννηση”: Η αρχιτεκτονική του Θεόφιλου Χάνσεν» (επιμ. Γ. Α. Πανέτσος – Μ. Ζ. Κασιμάτη).

 

Μελέτη για το Δημοτικό Θέατρο Αθηνών. Προοπτικό σχέδιο στην τότε πλατεία Λουδοβίκου, σήμερα πλατεία Εθνικής Αντίστασης, 1882. Κατεδαφίστηκε το 1939.

 

Δεν έχουν τέλος οι αφηγήσεις του παρατηρητικού Σάξονα, του νεόφερτου στην Αθήνα της ανοικοδόμησης και της ανερχόμενης αστικής τάξης. Οι συναντήσεις του με εθνικούς ευεργέτες, πρωθυπουργούς και πληθώρα νέων πελατών φτάνουν μέχρι την υψηλή στάθμη των γαλαζοαίματων. Και φυσικά, υπό τη «σκιά» του Παρθενώνα, φουντώνει το πάθος του για την έρευνα των ιστορικών μνημείων, ενώ προκύπτει και ένας μάλλον φαιδρός ανταγωνισμός με τους εδώ διάσημους αρχαιολόγους συμπατριώτες του, εξαιρουμένου φυσικά του ιδανικού εργοδότη και ανασκαφέα της Τροίας και των Μυκηνών Ερρίκου Σλήμαν.

Το ιδιωτικό του παλάτι στην οδό Πανεπιστημίου 12 – θα ζήλευαν οι αρχιτέκτονες – μάγοι της Βιτσέντσας και της Βενετίας (Παλάντιο, Σανσοβίνο) – χάρισε στον Τσίλλερ την υπερτοπική του φήμη. Ξεπέρασε με το κτίριο αυτό τα όρια του όψιμου κλασικισμού συνθέτοντας με δεξιοτεχνία το κράμα των μορφών της «Ελληνικής Αναγέννησης», στα πρότυπα που του εμφύσησε μέσα από τη βιεννέζικη δημιουργία του ο Χάνσεν. Όλα αυτά αναδεικνύονται στα περίφημα (ολοσέλιδα) σχέδια μεγάρων, τα οποία – με την εξαιρετική πολύχρωμη εκτύπωσή τους – μιλούν όσο χίλιες λέξεις. Αναφέρονται επιπλέον μαρτυρίες τρίτων και επιστολές, δράσεις συγγενών, εκτενείς πληροφορίες σε αναλυτικά σχόλια. Ιδιαίτερο βάρος έχει στο παράρτημα η επιστημονική συμβολή της αρχιτέκτονος καθηγήτριας Ελένης Φεσσά- Εμμανουήλ με τις καίριες τομές ιστορικού περιεχομένου και άλλες επιμέρους εμβαθύνσεις πάνω σε ρυθμολογικά και αισθητικά ζητήματα. Αυτά που δεν παύουν να προκαλούν όσους ερευνούν τα αρχιτεκτονικά φαινόμενα και τις συναφείς προς αυτά πολιτισμικές διακυμάνσεις κατά τον 19ο αιώνα.

 

«Αναμνήσεις του Ερνστ Τσίλλερ» – Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη

Επίμετρο: Ελένη Φέσσα-Εμμανουήλ
Μεταγραφή χειρογράφου, μετάφραση, γενικός συντονισμός: Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη
Μεταφράσεις στα γερμανικά: Doris Staikos, Klaus-Valtin Eickstedt, Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη
Αθήνα, Peak Publishing, 2020 (Φεβρουάριος)
Δίγλωσση έκδοση (ελληνικά / γερμανικά)
Σελίδες: 250, με έγχρωμες και α/μ εικόνες
Διαστάσεις: 20,5 x 26,5 εκ.
ISBN χαρτόδετου: 978-618-80427-8-0

 

Μάνος Μπίρης

Ομότιμος καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου

Το Βήμα «Βιβλία», Κυριακή 7 Ιουνίου 2020.