Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Παρουσίαση του βιβλίου «Τα Βαλκάνια στον Ψυχρό Πόλεμο», Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2020, στις 7 το απόγευμα, στον Πολυχώρο Πολιτισμού «Φουγάρο» 


 

Ευρισκόμενη ακριβώς πάνω στο τεκτονικό ρήγμα δύο ανταγωνιστικών ιδεολογικών και στρατιωτικών συμμαχιών του Ψυχρού Πολέμου, και διαποτισμένη από εθνική, πολιτισμική και θρησκευτική πολυμορφία, η περιοχή των Βαλκανίων προσφέρεται ιδιαιτέρως για τη μελέτη του Ψυχρού Πολέμου.

Το βιβλίο διερευνά αφενός τις ρίζες, την εξέλιξη και την επίδραση του ίδιου του Ψυχρού Πολέμου στα Βαλκάνια και αφετέρου το ειδικό βάρος των τοπικών συνθηκών και πιέσεων.

Δεκαέξι ιστορικοί, πολιτικοί επιστήμονες και καθηγητές διεθνών σχέσεων μελετούν μια σειρά σύνθετων θεμάτων που σπάνια συνυπάρχουν σε επίτομη έκδοση: τα Βαλκάνια και τη δημιουργία της παγκόσμιας τάξης κατά τον Ψυχρό Πόλεμο τις στρατιωτικές συμμαχίες στα Βαλκάνια τις άβολες σχέσεις των βαλκανικών κρατών με τις υπερδυνάμεις τα διλήμματα της περιοχής τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 και τη σχέση με την ΕΟΚ ζητήματα ταυτότητας, πολιτισμού και ιδεολογίας. Πρόκειται για μια ρηξικέλευθη συμβολή στη βιβλιογραφία του Ψυχρού Πολέμου καθότι οι συγγραφείς βασίζονται σε εκτεταμένη αρχειακή έρευνα, τόσο στα τοπικά όσο και στα αμερικανικά, τα πρώην σοβιετικά και τα δυτικοευρωπαϊκά αρχεία.

 

Τα Βαλκάνια στον Ψυχρό Πόλεμο

 

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν: η κ. Κωνσταντίνα Μπότσιου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας και Διεθνούς Πολιτικής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, διευθύντρια της σειράς «Σύγχρονη Ιστορία» και εκ των Επιμελητών του βιβλίου, ο κ. Μανόλης Κούμας Διδάκτωρ Ιστορίας ΕΚΠΑ, Διδάσκων του ΕΑΠ και ο κ. Τάσος Χατζηαναστασίου, Εκπαιδευτικός, Δρ. Ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Χαιρετισμό θα απευθύνει ο κ. Γιάννης Παπαδόπουλος, εκδότης. Συντονίζει ο κ. Νικόλαος Μπουμπάρης, Φιλόλογος – Ιστορικός.

 Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στη Γκαλερί του Πολυχώρου Πολιτισμού «Φουγάρο»,  τo Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2020 και ώρα 19:00, Ασκληπιού 98, Ναύπλιο.

Διοργάνωση: Πολυχώρος «Φουγάρο», Εκδόσεις Παπαδόπουλος, Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας.

«Τα Βαλκάνια στον Ψυχρό Πόλεμο», 526 σελίδες, είναι συλλογικό έργο, της  σειράς «Σύγχρονη Ιστορία», των εκδόσεων «Παπαδόπουλος», η οποία περιλαμβάνει έργα Ελλήνων και ξένων συγγραφέων για την ελληνική, ευρωπαϊκή και παγκόσμια ιστορία, με διεισδυτική και αδογμάτιστη ματιά. Οι αναζητήσεις του σήμερα συνδέονται με γεγονότα, ιδέες και δυναμικές του παρελθόντος. Η σειρά αναδεικνύει την Ιστορία ως ζωντανό κομμάτι των ταυτοτήτων και των αποφάσεων που συνοδεύουν τα βήματα μας στο παρόν και στο μέλλον.

 

Περιεχόμενα

Πρόλογος στην ελληνική έκδοση

Εισαγωγή


ΜΕΡΟΣ Ι. ΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ ΚΑΙ Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΡΟΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

  1. Η Ελλάδα και η γέννηση της πολιτικής της ανάσχεσης: Μια αμερικανική οπτική. – Γιάννης Ο. Ιατρίδης.
  1. Ο Στάλιν, η ρήξη με τη Γιουγκοσλαβία, και οι σοβιετικές και ανατολικοευρωπαϊκές προσπάθειες να ανακτηθεί ο έλεγχος, 1948-1953. -Μαρκ Κρέιμερ.
  1. Από περιφερειακή δύναμη σε παγκόσμιο παράγοντα: Η Γιουγκοσλαβία στις αρχές του Ψυχρού Πολέμου. -Σβέτοζαρ Ράγιακ.

ΜΕΡΟΣ II. ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΣΥΜΜΑΧΙΕΣ ΚΑΙ ΒΑΛΚΑΝΙΑ

  1. Το αίνιγμα ενός αιρετικού καθεστώτος: Η Γιουγκοσλαβία στην πολιτική ανάλυση του ΝΑΤΟ, 1951-1972. -Ευάνθης Χατζηβασιλείου.
  1. Ανάμεσα στον παγκόσμιο και τους περιφερειακούς Ψυχρούς Πολέμους: Η προσπάθεια της Τουρκίας να εναρμονίσει τις υποχρεώσεις ασφαλείας της τη δεκαετία του 1950. -Αϊσεγκιούλ Σεβέρ.
  1. Το Σύμφωνο της Βαρσοβίας στα Βαλκάνια: Η βουλγαρική σκοπιά. -Γιόρνταν Μπάεφ.

ΜΕΡΟΣ III. ΑΒΟΛΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΙΣ ΥΠΕΡΔΥΝΑΜΕΙΣ

  1. Η βαλκανική πρόκληση στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας, 1960-1964. – Λορίν Κραμπ.
  1. «Δεν μαλώναμε, δεν βριζόμασταν»: Το τίμημα της γιουγκοσλαβικής ανεξαρτησίας μετά τη σοβιετική επέμβαση στην Τσεχοσλοβακία. -Ίβο Μπάνατς.
  1. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, τα Βαλκάνια και η διεθνής ύφεση, 1963-1973. -Έφη Πενταλιού.


ΜΕΡΟΣ IV. ΒΑΛΚΑΝΙΚΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΤΙΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ ΤΟΥ 1970 ΚΑΙ ΤΟΥ 1980 ΚΑΙ Ο «ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΛΛΟΣ»: Η ΕΟΚ

  1. Η μοναδική εναλλακτική; Η ΕΟΚ, η Ελλάδα και η κρίση στη Νότια Ευρώπη τη δεκαετία του 1970. -Ειρήνη Καραμούζη.
  1.  Κάτω από τη σκιά της Σοβιετικής Ένωσης: Η ΕΟΚ, η Γιουγκοσλαβία και ο Ψυχρός Πόλεμος στη μακρά δεκαετία του 1970. -Μπενεντέτο Ζακάρια.
  1. Βαλκανικά διλήμματα τις δεκαετίες του 1970 και του 1980: Σημείο χωρίς επιστροφή; – Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου.

ΜΕΡΟΣ V. ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ, ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ, ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ

  1. Γιουγκοσλαβία: Η πολιτιστική και ιδεολογική επανάσταση του 1950. -Μίροσλαβ Πέρισιτς.
  1. Η σύντηξη περιφερειακών και ψυχροπολεμικών προβλημάτων: Το μακεδονικό τρίγωνο Ελλάδας, Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας, 1963-1980. -Σπυρίδων Σφέτας.
  1. Ξεπερνώντας τον Ψυχρό Πόλεμο: Η ΕΟΚ και η μεγάλη διαμάχη για τη δυτικοποίηση της Τουρκίας. – Μεχμέτ Ντοσεμετζί.

ΜΕΡΟΣ VI. ΕΠΙΜΕΤΡΟ

  1. Τα Βαλκάνια: Ένα ψυχροπολεμικό μυστήριο. -Οντ Άρνε Γουέσταντ.

 

Οι πολιτικές διαμάχες στο αρχαίο Άργος και ο σκυταλισμός του 370 π.Χ.


 

Η πολιτική ιστορία του Άργους ξεκινάει από τη γενιά του Ινάχου. Ο Ίναχος, σύμφωνα με την παράδοση, ήρθε στην περιοχή, που δεν ονομαζόταν ακόμα Άργος, από την Αίγυπτο το 1876 π.Χ. ως αρχηγός μιας μεγάλης ομάδας ποιμένων, όταν ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος μεταξύ ποιμένων και πεδινών της Αιγύπτου. Ο γιος του Φορωνέας κατέβασε τους ανθρώπους από τη Λάρισα του Άργους, το Παλαμήδι, τους λόφους των Μυκηνών και της Τίρυνθας και από τα σπήλαια των γύρω βουνών, όπου ζούσαν τρομαγμένοι από τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα και  δημιούργησε τον πρώτο οικισμό[1]. Οι κάτοικοι της περιοχής για να τιμήσουν τον ευεργέτη τους Ίναχο έδωσαν το όνομά του στον ποταμό.

 

Ο Φορωνέας ήταν ήρωας και ο γενάρχης των Πελασγών της Πελοποννήσου, και βασιλιάς του Άργους.

 

Κατά την πρώιμη Μυκηναϊκή περίοδο στο Άργος πήρε την εξουσία ένας καινούργιος λαός, οι Δαναοί, που προερχόταν από την Αίγυπτο και τη Φοινίκη. Σύμφωνα με τη μυθολογία ο Δαναός απόγονος της Ιούς, κόρης του Ίναχου, βασίλευσε στη Λιβύη και γέννησε πενήντα κόρες. Μετά το θάνατο του πατέρα του ήρθε σε ρήξη με τον αδελφό του Αίγυπτο για τα όρια των κρατών τους και την πατρική κληρονομιά και αποφάσισε να εγκαταλείψει το βασίλειό του και να ζητήσει καταφύγιο στην προγονική του κοιτίδα, το Άργος. Κατασκεύασε με συμβουλή της Αθηνάς ένα πλοίο με πενήντα κουπιά, πήρε τις κόρες του, τις Δαναΐδες, και ήρθε στα πάτρια εδάφη  στο Άργος,  την πατρίδα της προ-γιαγιάς του Ιούς [2].

Στο Άργος τότε βασίλευε ο Γελάνωρ, από τον οποίο ο Δαναός ζήτησε τη βασιλεία του Άργους ως νόμιμος διάδοχος του θρόνου, αφού ήταν απόγονος του Ίναχου. Ο Γελάνωρ αρνήθηκε και συμφώνησαν  να αποφασίσει ο λαός. Όταν συγκεντρώθηκε ο λαός, συνέβη κάτι περίεργο. Ένας λύκος  όρμησε σε μια αγέλη αγελάδων και σκότωσε τον αρχηγό ταύρο. Ο λαός ερμήνευσε ως θεϊκό σημάδι το γεγονός, παραλλήλισε το λύκο (εισβολέα)  με το Δαναό και τον ταύρο αρχηγό της αγέλης με το βασιλιά Γελάνωρα και αποφάσισαν να δώσουν τη Βασιλεία στο Δαναό. Με αυτό τον τρόπο ο Δαναός γίνεται βασιλιάς του Άργους και συνεχιστής της δυναστείας των Ιναχιδών [3]. Ο Δαναός βασίλευσε ως τα γεράματά του και δίδαξε στους Αργείους τα γράμματα, την καλλιέργεια των αγρών και την τέχνη να ανοίγουν πηγάδια και να ποτίζουν τις καλλιέργειες. Οι απόγονοί του βασίλευσαν στο Άργος κατά την υστεροελλαδική περίοδο (1600 – 1100 π.Χ.) και ανέδειξαν 27 συνολικά βασιλιάδες [4], που διαχειρίστηκαν την εξουσία.

Κατά τη διάρκεια του 13ου αιώνα π.Χ. οι Δωριείς με πιθανή αφετηρία τις περιοχές της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας μετακινήθηκαν νοτιότερα. Μια ομάδα με αρχηγό τον Τήμενο πέρασε από την Αρκαδία, κατέλαβε και οχύρωσε μια στρατηγική θέση κοντά στη Λέρνη, στην περιοχή που μέχρι σήμερα ονομάζεται Τημένιο [5], νίκησε το βασιλιά  Τισαμενό, κατέλαβε το Άργος και τις Μυκήνες και κατέλυσε τον Μυκηναϊκό πολιτισμό, καθώς οι Δωριείς διέθεταν όπλα από σίδηρο, που ήταν ανώτερα από τα χάλκινα των Μυκηναίων. Πρώτος βασιλιάς του Άργους μετά την κάθοδο των Δωριέων έγινε ο Τήμενος, ο οποίος ίδρυσε τη δυναστεία των Τημενιδών,[6] που βασίλευσε στο Άργος από το 1.100 ως το 550 π.Χ. Από εκείνη την περίοδο οι Αργείοι αποκαλούνταν πλέον Δωριείς.

Ο σημαντικότερος βασιλιάς της δυναστείας των Τημενιδών κατά την αρχαϊκή εποχή ήταν ο Φείδων, που διαδέχτηκε τον πατέρα του Αριστοδαμίδα. Ο Αριστοδαμίδας έκανε δυο σπουδαίους γιους, το Φείδωνα, βασιλιά του Άργους, και τον Κάρανο, που αναφέρεται ως ιδρυτής του οίκου των Μακεδόνων στις Αιγές και πρόγονος του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Το Άργος στα χρόνια του Φείδωνα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο ως κράτος, επέκτεινε την επιρροή του και αναδείχτηκε σε σημαντική δύναμη στην Πελοπόννησο. Επί των ημερών του η πόλη του Άργους έφτασε στο απόγειο της δύναμη της και έθεσε υπό την κατοχή της σχεδόν τη μισή Πελοπόννησο, την Αίγινα και τα Κύθηρα. Η πολιτική του Φείδωνα επικεντρώθηκε σε τρεις τομείς: την επέκταση της κυριαρχίας του Άργους στο μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου για την αντιμετώπιση της αγροτικής κρίσης, την υιοθέτηση της τακτικής της οπλιτικής φάλαγγας και την εφεύρεση και καθιέρωση του νομίσματος. Για να πετύχει τους στόχους του ο Φείδων συγκέντρωσε περισσότερες εξουσίες από όσες είχαν οι βασιλείς και από κληρονομικός βασιλιάς  εξελίχθηκε σε τύραννο.

Η αρχαϊκή εποχή (8ος – 5ος αι. π. Χ.) ήταν μια περίοδος παγίωσης της εξουσίας των πόλεων στην  προσπάθειά τους να θέσουν υπό τον έλεγχό τους ευρύτερες περιοχές, για να αντιμετωπίσουν την αύξηση του πληθυσμού σε συνδυασμό με την έλλειψη καλλιεργήσιμης γης. Στους πρώτους αιώνες της δωρικής εγκατάστασης το Άργος ήταν κυρίως μια μικρή κοινωνία, που βασιζόταν στην τοπική παραγωγή και το κυβερνούσε μια στρατιωτική αριστοκρατία. Στον 7ο  π.Χ. αιώνα ο Φείδων προσπάθησε να επεκτείνει την κυριαρχία του σε όλη τη βορειοανατολική Πελοπόννησο. Μεγάλος κίνδυνος για το Άργος ήταν η ισχυρή Σπάρτη, η οποία του αμφισβητούσε την ηγεμονία της Πελοποννήσου, γι’ αυτό και οι εντάσεις και οι συνοριακές διενέξεις ανάμεσα στο Άργος και τη Σπάρτη ήταν συχνές. Η περίοδος της βασιλείας του Φείδωνα είναι η εποχή της μεγάλης ανάπτυξης του Άργους, πριν από την ανάδειξη της Σπάρτης σε πρώτη δύναμη της Πελοποννήσου.

Θέατρο πολλών συγκρούσεων μεταξύ του Άργους και της Σπάρτης για πολλά χρόνια υπήρξε η Κυνουρία λόγω της σπουδαίας στρατηγικής της θέσης και της ευφορίας της. Η στενή παραθαλάσσια λωρίδα γης από το σημερινό Άστρος μέχρι το Λεωνίδιο αποτέλεσε «μήλο της έριδας» και αιτία αδιάλλακτης και αδιάκοπης εχθρότητας ανάμεσα στο Άργος και τη Σπάρτη. Στην περιοχή αυτή υπήρχαν τρεις αρχαίες πόλεις, η Θυρέα (8 χιλιόμετρα μακριά από το Άστρος πάνω από τον κεντρικό δρόμο Άστρους – Αγίου Πέτρου), η Ανθήλη (στην περιοχή του Αγίου Ανδρέα Κυνουρίας) και οι Πρασιές (σημερινό Λεωνίδιο). Η Θυρέα [7] ανήκε στο κράτος του Άργους, γιατί ήταν πόλη δωρική, όπως και η ευρύτερη περιοχή της σημερινής Κυνουρίας, που την ονόμαζαν Θυρεάτιδα. Το Άργος διεκδικούσε τη Θυρεάτιδα για λόγους πατριωτισμού και ασφάλειας, γιατί θα είχε τον εχθρό προ των πυλών του, αν τη κατελάμβαναν οι Σπαρτιάτες. Η Σπάρτη επιδίωκε με κάθε τρόπο να την κυριεύσει, γιατί αποτελούσε τα φυσικά όριά της στα βορειοανατολικά της σύνορα και δεν ένιωθε ασφαλής, αν η περιοχή αυτή βρισκόταν στα χέρια του γειτονικού κράτους [8].

Ξεκίνησε ένας μακροχρόνιος αιματηρός πόλεμος ανάμεσα στο Άργος και τη Σπάρτη. Πότε νικούσαν οι Αργείοι, πότε οι Σπαρτιάτες. Τα χρόνια περνούσαν, οι αντίπαλοι αιμορραγούσαν, αλλά αποφασιστική νίκη δεν είχε σημειωθεί και οι μάχες έκαναν και τους δυο αντιπάλους να εξασθενούν. Έτσι το 546 π.Χ. Αργείοι και Σπαρτιάτες συμφώνησαν να δώσουν τέλος στη διαμάχη τους με τριακόσιους εκλεκτούς οπλίτες από κάθε πλευρά σε μια μάχη που έμεινε γνωστή ως η «μάχη των 600 λογάδων». Ένα συγκλονιστικό ιστορικό γεγονός, που το αφηγείται ο Hρόδοτος [9]. Oι δύο στρατοί επέλεξαν από 300 διαλεκτούς άνδρες («λογάδες») και συμφώνησαν να πολεμήσουν μέχρις εσχάτων και οι νικητές να πάρουν οριστικά την επίδικη περιοχή. O υπόλοιπος στρατός των δύο αντιπάλων έφυγε, οι Σπαρτιάτες γύρισαν στη Σπάρτη και οι Αργείοι στο Άργος περιμένοντας τις εξελίξεις. Η καθοριστική μάχη ξεκίνησε νωρίς το πρωί, συνεχίστηκε όλη μέρα και, όταν νύχτωσε, στο «πεδίο της τιμής» επιζούσαν δυο Αργείοι, ο Χρόμιος και ο Αλκήνωρ, και ένας Σπαρτιάτης, ο Οθρυάδης.

Οι δυο Αργείοι πανηγύρισαν τη νίκη τους (δυο αυτοί, ένας ο εχθρός) και έσπευσαν στο Άργος να την αναγγείλουν. Ο Σπαρτιάτης παρέμεινε στον τόπο της μάχης και, παρόλο που ήταν τραυματίας, όλη νύχτα συγκέντρωσε τα όπλα των 298 νεκρών Αργείων, ύψωσε τρόπαιο πάνω στο οποίο έγραψε με το αίμα του «Λακεδαιμόνιοι κατ’ Αργείων» και ξεψύχησε δίπλα στους 299 νεκρούς συμπολεμιστές του. Όταν την άλλη μέρα ήρθαν οι δυο στρατοί, ο καθένας επέμενε για λογαριασμό του πως είναι αυτός ο νικητής. Επειδή όμως κανείς δεν είχε νικήσει, πολέμησαν ξανά, οι Σπαρτιάτες νίκησαν και κέρδισαν τη Θυρέα. Οι Αργείοι σε ένδειξη πένθους ξύρισαν τα κεφάλια τους και ορκίστηκαν να μην αφήσουν ξανά μακριά μαλλιά, μήτε οι γυναίκες τους να φορέσουν κοσμήματα χρυσά έως ότου επανακτηθεί η Θυρεάτις. Οι Σπαρτιάτες, αντίθετα, καθιέρωσαν από τότε τα πολύ μακριά μαλλιά σε ανάμνηση της μεγάλης νίκης τους επί των Αργείων. Η περιοχή της Θυρεάτιδας πέρασε οριστικά στην κατοχή των Σπαρτιατών, αν και οι Αργείοι ποτέ δεν παραιτήθηκαν από τη διεκδίκησή της. Από αυτό το γεγονός όμως ξεκινάει το μεγάλο μίσος ανάμεσα στη Σπάρτη και το Άργος.

Τελευταίος βασιλιάς της δυναστείας των Τημενιδών [10] ήταν ο Μέλτας, εγγονός του Φείδωνα. Κατά τη βασιλεία του οι Σπαρτιάτες επιτέθηκαν στους Τεγεάτες με σκοπό να κυριεύσουν την περιοχή αυτή της Αρκαδίας. Η Αρκαδία ήταν το προπύργιο του Άργους απέναντι στη σπαρτιατική επέκταση και, αν η Τεγέα υπέκυπτε στη Σπάρτη, το Άργος θα έμενε ακάλυπτο στα νοτιοδυτικά του σύνορα. Οι Αργείοι βοήθησαν τους Τεγεάτες λόγω της παλιάς τους φιλίας και συμμαχίας και για λόγους στρατηγικού συμφέροντος, απέκρουσαν τους Σπαρτιάτες και ανέκτησαν τα εδάφη της Αρκαδίας. Οι Αργείοι περίμεναν από το βασιλιά τους να τους μοιράσει τα αρκαδικά εδάφη που κατέλαβαν, ο Μέλτας όμως τα παρέδωσε στους Αρκάδες και τους αποκατέστησε στις εστίες τους. Ο  λαός του Άργους δυσαρεστήθηκε και τον καθαίρεσε γύρω στο 600 π.Χ. [11] Ο Μέλτας κατέφυγε στην Τεγέα και στους Αργείτες έμεινε η βασιλεία χωρίς βασιλιά!  Συμβουλεύτηκαν τότε το μαντείο των Δελφών για τον επόμενο βασιλιά και αυτό τους είπε ότι «τον επόμενο βασιλιά θα τους τον αποκαλύψει ένας αετός». Μετά από κάποιες μέρες ένας αετός πέταξε και κάθισε πάνω στο σπίτι κάποιου Αίγωνα [12]. Οι Αργείοι πίστεψαν ότι αυτόν τους υποδεικνύει ο θεός και έκαναν τον Αίγωνα βασιλιά τους [13]. Έτσι περί το 600 π. Χ. οι Αργείοι έβαλαν ουσιαστικά τέλος στον θεσμό της Βασιλείας και τα επόμενα χρόνια ο ανώτατος άρχοντας του Άργους εκλεγόταν και ασκούσε εξουσία έχοντας μόνο τον τίτλο του βασιλιά. [14]

Τελέσιλλα. Γκραβούρα από το βιβλίο του Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.

Το Άργος όμως παρέμενε εμπόδιο στα σχέδια της Σπάρτης και ο βασιλιάς της Σπάρτης Κλεομένης Α΄ το 494 π.Χ. αποφάσισε να τελειώνει οριστικά με τους Αργείτες. Επιβίβασε τους άνδρες του σε καράβια, έφτασε μέσω θαλάσσης στο Ναύπλιο και κατευθύνθηκε στην περιοχή της Σήπειας, ανάμεσα στο Ναύπλιο και την Τίρυνθα. Οι Αργείοι βγήκαν από την πόλη και στρατοπέδευσαν ακριβώς απέναντί του. Στη μάχη που ακολούθησε ο Κλεομένης νίκησε και εξόντωσε ακόμα και όσους ζήτησαν άσυλο στο ιερό άλσος της Σήπειας. Περίπου 5-6 χιλιάδες Αργείοι πέθαναν εκείνη την μέρα. Έπειτα οι Σπαρτιάτες κινήθηκαν για να καταλάβουν την ανοχύρωτη πόλη του Άργους. Αντίκρισαν όμως τις γυναίκες, τα παιδιά και τους δούλους του Άργους ξεσηκωμένους από την ποιήτρια Τελέσιλλα και έτοιμους να υπερασπιστούν την πόλη τους. Σύμφωνα με τον  Παυσανία [15], ο Κλεομένης μόλις είδε τη γυναικεία παράταξη υποχώρησε, γιατί κατάλαβε ότι μια νίκη απέναντι σε γυναίκες δεν θα του χάριζε δόξα, ενώ στο απίθανο ενδεχόμενο να χάσει τη μάχη η ντροπή για τον στρατό του θα ήταν τρομακτική. Η πόλη του  Άργους σώθηκε, αλλά μετά την ήττα αυτή έχασε από την επιρροή του τις Μυκήνες και την Τίρυνθα, που όλα αυτά τα χρόνια ήταν με το μέρος των Σπαρτιατών.

Ακολούθησαν οι περσικοί πόλεμοι (492-478 π.Χ.) στους οποίους το Άργος δεν πήρε μέρος. Όταν πληροφορήθηκαν ότι οι Έλληνες θα προσπαθήσουν να τους πάρουν συμμάχους εναντίον των Περσών, έστειλαν αντιπροσωπεία στους Δελφούς, για να ρωτήσουν τί ήταν καλύτερο να κάνουν, γιατί πρόσφατα σκοτώθηκαν 6.000 δικοί τους από τον Κλεομένη και φοβούνταν μήπως δεχτούν κι άλλο χτύπημα απ᾽ τον Πέρση και υποταχτούν στους Λακεδαιμονίους. Η Πυθία με χρησμό[16] τους συμβούλευσε να μείνουν ουδέτεροι.

Λένε επίσης ότι, πριν ξεκινήσει την εκστρατεία του ο Ξέρξης, τους είχε στείλει μήνυμα που έλεγε: «Άνδρες Αργείοι, ο βασιλιάς Ξέρξης λέει τα εξής: Εμείς πιστεύουμε ότι ο γενάρχης μας είναι ο Πέρσης, ο γιος του Περσέα, που τον απόχτησε από τη θυγατέρα του Κηφέα, την Ανδρομέδα. Σύμφωνα μ᾽ αυτά εμείς πρέπει να είμαστε απόγονοί σας. Δεν είναι σωστό, λοιπόν, ούτε εμείς να εκστρατεύουμε εναντίον των προγόνων μας, ούτε εσείς να ταχθείτε εναντίον μας βοηθώντας άλλους, αλλά να κάθεστε στη χώρα σας ζώντας ειρηνικά. Γιατί, αν τα πράματα έρθουν όπως τα εύχομαι, θα είστε οι πρώτοι στην εύνοιά μου[17]».

 

Περσέας (Μπενβενούτο Τσελίνι)

 

Έτσι, όταν Αθηναίοι και Σπαρτιάτες πρότειναν στους Αργείους να μπουν στην ελληνική συμμαχία, οι Αργείοι απάντησαν πως είναι πρόθυμοι να δεχτούν, αν συνομολογηθεί ειρήνη για 30 χρόνια με τους Σπαρτιάτες και αν μοιραστούν μ᾽ αυτούς την ηγεμονία όλης της συμμαχίας. Οι αγγελιοφόροι της Σπάρτης απάντησαν ότι θα μετέφεραν το αίτημα για τις συνθήκες στη συνέλευση του λαού, για την αρχηγία όμως είπαν, πως αυτοί έχουν δυο βασιλιάδες, ενώ οι Αργείοι έναν και τους είναι αδύνατο να καθαιρέσουν  τον ένα ή τον άλλο βασιλιά της Σπάρτης. Δεν υπάρχει όμως κανένα πρόβλημα να έχει και ο βασιλιάς του Άργους ψήφο ισότιμη με τους δυο δικούς τους [18].  Οι Αργείοι βρήκαν προσβλητικούς τους όρους και δεν ανέχτηκαν την πλεονεξία των Σπαρτιατών. Τελικά, λόγω του μίσους για την Σπάρτη προτίμησαν να εξουσιάζονται από τους βαρβάρους παρά να κάνουν κάποια υποχώρηση στους Λακεδαιμονίους!

Η σύγκρουση ανάμεσα στην Αθήνα και τη Σπάρτη μετά τους περσικούς πολέμους, στην προσπάθεια των Αθηναίων να δημιουργήσουν την Αθηναϊκή Συμμαχία και των Σπαρτιατών την Πελοποννησιακή Συμμαχία, προκάλεσε εμφύλιες διαμάχες και στο εσωτερικό πολλών ελληνικών πόλεων. Οι ολιγαρχικοί των ελληνικών πόλεων τάσσονταν με τη Σπάρτη, ενώ οι δημοκρατικοί με την Αθήνα. Παράλληλα, η Αθήνα επιδίωκε την εγκαθίδρυση δημοκρατικών καθεστώτων στις πόλεις που εξουσίαζε και η Σπάρτη αντίστοιχα υπέθαλπε ολιγαρχικά καθεστώτα στους δικούς της συμμάχους, για να παραμένουν πιστοί. Σ’ αυτές τις συνθήκες η αντιπαλότητα ανάμεσα στη Σπάρτη και το Άργος εξελίχθηκε σε εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα σε ολιγαρχικούς που συμπαθούσαν τη  Σπάρτη και δημοκρατικούς, οπαδούς των Αθηναίων. Το δωρικό Άργος λόγω της αντίθεσής του με τη Σπάρτη έκλινε περισσότερο προς τους Ίωνες της Αθήνας και λιγότερο προς τους Δωριείς της Πελοποννήσου.

Ο Θεμιστοκλής, ο κυριότερος συντελεστής της αποφασιστικής νίκης των Ελλήνων εναντίον των Περσών στη ναυμαχία της Σαλαμίνας του 480 π.Χ., μετά τον οστρακισμό του το 471 π.Χ.  κατέφυγε στο Άργος [19], όπου ενίσχυσε την δημοκρατική παράταξη της πόλης και διαμόρφωσε εχθρικό κλίμα προς την Σπάρτη. Το Άργος αποδυναμωμένο μετά την ήττα στη Σήπεια δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει την ισχυρότερη Σπάρτη και βρήκε στην Αθήνα το σύμμαχο που χρειαζόταν. Με ενέργειες του Θεμιστοκλή το Άργος έκανε με την Αθήνα συμμαχία, που επιδείνωσε τις σχέσεις Αθήνας –  Σπάρτης, και άλλαξε το πολίτευμά του από ολιγαρχικό σε δημοκρατικό [20]. Ο Θεμιστοκλής διώχθηκε από το Άργος πιθανότερα το 465 π.Χ. με ενέργειες των Σπαρτιατών. Η Σπάρτη εκστράτευσε κατά του Άργους, ηττήθηκε όμως από τις δυνάμεις Αργείων και Αθηναίων στην Οινόη λίγο έξω από το Άργος (460 π.Χ.), ενώ λίγο αργότερα Αργείοι και Αθηναίοι  πολέμησαν μαζί εναντίον των Σπαρτιατών στη μάχη της Τανάγρας (457 π.Χ.). Με την τριακονταετή ειρήνη του 446 π.Χ. το Άργος εξασφάλισε ειρήνη με την Σπάρτη, γεγονός που το εμπόδισε να εμπλακεί στον Πελοποννησιακό πόλεμο κατά την διάρκεια της πρώτης περιόδου. Στα 10 πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου οι Αργείοι δεν εκδηλώθηκαν υπέρ της Αθήνας ούτε υπέρ της Σπάρτης, αλλά ανέχθηκαν πολίτες τους να υπηρετούν ως μισθοφόροι είτε την Αθήνα είτε τη Σπάρτη.

Στις αρχές του 429 π.Χ. η Σπάρτη έκανε συμμαχία με τους Βοιωτούς και οι ολιγαρχικοί του Άργους με το πρόσχημα ότι η πόλη κινδύνευε να απομονωθεί διαπραγματεύονταν συμμαχία 50 ετών με τη Σπάρτη. Η Αθήνα όμως με πρωτοβουλία του Αλκιβιάδη κάλεσε πρέσβεις από το Άργος, έκλεισε συμμαχία 100 ετών με το Άργος και άρχισε κοινή δράση Αργείων και Αθηναίων, που κράτησε σε όλη την υπόλοιπη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου [21]. Από το 419 π.Χ. και μετά το δωρικό Άργος, λόγω της εχθρότητάς του με τη Σπάρτη, αποτέλεσε τον πιο πιστό σύμμαχο της Αθήνας [22]. Στο Άργος το 418 οι δημοκρατικοί επιτέθηκαν στους ολιγαρχικούς και τους νίκησαν, θανατώνοντας και εξορίζοντας ορισμένους απ’ αυτούς, πριν προλάβει η Σπάρτη να επέμβει και να τους προστατεύσει [23]. Το καλοκαίρι του 418 π.Χ. ο Άγις ξεκίνησε με 8.000 οπλίτες Σπαρτιάτες και από κάποιες πόλεις της Αρκαδίας εναντίον του Άργους. Οι Αργείοι και οι σύμμαχοί τους έσπευσαν να τον αντιμετωπίσουν και με 7.000 οπλίτες του έκλεισαν τις διόδους που οδηγούσαν προς την Μαντίνεια και το Άργος.  Η μάχη έγινε στον κάμπο της Μαντίνειας το 418 π.Χ. και έμεινε στην ιστορία ως η μεγαλύτερη μάχη μεταξύ οπλιτών του Πελοποννησιακού Πολέμου. Οι Σπαρτιάτες είχαν στο πλευρό τους  Τεγεάτες και κάποιους Αρκάδες οπλίτες, ενώ οι Αργείοι ενισχύθηκαν από τους Μαντινείς, κάποιους Αρκάδες και τους Αθηναίους. Η έκβαση της μάχης ήταν νικηφόρα για τους Σπαρτιάτες, που αύξησαν το κύρος τους και έδειξαν στους Πελοποννήσιους τι τους περιμένει σε περίπτωση αμφισβήτησης της Σπαρτιάτικης κυριαρχίας. Για το Άργος ήταν η ταφόπλακα στα σχέδιά του για επικράτηση.

Μετά τη μάχη οι ολιγαρχικοί στο Άργος, που είχαν φιλοσπαρτιατικά συναισθήματα, πήραν κεφάλι και συνθηκολόγησαν με την Σπάρτη. Το Άργος έφυγε από τον δημοκρατικό συνασπισμό και έκλεισε νέα συμμαχία με την Σπάρτη. Στη συνέχεια χίλιοι επίλεκτοι Αργείοι μαζί με ισάριθμους Σπαρτιάτες εκστράτευσαν κατά της Σικυώνας, όπου και εγκατέστησαν ολιγαρχία. Μετά από λίγο καιρό έκαναν το ίδιο και στο Άργος. Οι Αργείοι ολιγαρχικοί θανάτωσαν αρκετούς από τους ηγέτες των δημοκρατικών, κατέλυσαν τους νόμους και πήραν την δημόσια διοίκηση στα χέρια τους. Τον Αύγουστο του 417 π.Χ. όμως οι δημοκρατικοί εξεγέρθηκαν σκοτώνοντας και εξορίζοντας πολλούς από τους ολιγαρχικούς και αποκατέστησαν την δημοκρατία [24]. Έπειτα, ύστερα από συμβουλή του Αλκιβιάδη, με τη βοήθεια των Ηλείων έχτισαν μακρά τείχη που ένωναν την πόλη του Άργους με την θάλασσα, για να εξασφαλίσουν την εισαγωγή τροφίμων και τη βοήθεια αθηναϊκού στρατού σε περίπτωση που την πόλη τους περικύκλωναν οι Σπαρτιάτες. Για τη δημιουργία του τείχους εργάστηκαν όλοι οι Αργείοι με τις γυναίκες και τους  δούλους, ενώ βοήθησαν και χτίστες που ήρθαν από την Αθήνα [25]. Οι Σπαρτιάτες όμως κατεδάφισαν ότι είχαν χτίσει και κατέλαβαν τις Υσιές, που ανήκαν στους Αργείους. Οι Αργείοι αντέδρασαν και επιτέθηκαν στον Φλιούντα, όπου είχαν καταφύγει πολλοί από τους εξόριστους ολιγαρχικούς. Το 416 π.Χ. οι δημοκρατικοί Αργείοι μαζί με τον Αλκιβιάδη, που έφτασε στο Άργος με 20 πλοία [26],  συνέλαβαν 300 άντρες που ήταν ύποπτοι για συνεργασία με την Σπάρτη και τους σκόρπισαν ως ομήρους σε διάφορα νησιά του Αιγαίου, που εξουσίαζαν οι Αθηναίο, για να εξασφαλίσουν την ησυχία του δημοκρατικού κόμματος στο Άργος [27].

Το 415 π.Χ. οι Αργείοι συμμετείχαν με 500 οπλίτες στην Εκστρατεία των Αθηναίων στη Σικελία, για να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους στους Αθηναίους συμμάχους τους, και το μίσος τους στη Σπάρτη, αλλά και να ικανοποιήσουν τον Αλκιβιάδη, που τον αγαπούσαν γιατί τους είχε βοηθήσει σε δύσκολες στιγμές [28]. Μάλιστα διακρίθηκαν ιδιαίτερα στην πρώτη μάχη που έγινε στις Συρακούσες, όπου οι Αργείοι πρώτοι από όλους έτρεψαν τους αντιπάλους τους σε φυγή [29]. Μετά τη φυγή του Αλκιβιάδη το Άργος συνέχισε να τιμά τη συμμαχία με τους Αθηναίους. Αλλά και μετά τη συμφορά των Αθηναίων στη Σικελία, όταν άλλες πόλεις έπαιρναν αποστάσεις από την Αθηναϊκή Συμμαχία, οι  Αργείοι παρέμειναν πιστοί και βοήθησαν με 1500 οπλίτες τους Αθηναίους να επιβάλουν το κύρος τους στις πόλεις της Ιωνίας (412 π.Χ.) [30].

Το 404 π.Χ. πάντως αποτελεί σταθμό στην ιστορία του Άργους, γιατί η ήττα της Αθήνας έσβησε κάθε ελπίδα να ανακτήσουν την Κυνουρία και η πόλη να καταλάβει τη θέση που είχε στην Πελοπόννησο την εποχή του Φείδωνα. Το Άργος μετά τη νίκη της Σπάρτης στον Πελοποννησιακό πόλεμο έμεινε μόνο χωρίς συμμάχους, χωρίς βεβαιότητα και χωρίς βοηθούς [31].  Αλλά ποτέ δε φοβήθηκε τη Σπάρτη και, όταν στην Αθήνα εγκαταστάθηκαν οι «τριάκοντα τύραννοι», το Άργος έγινε καταφύγιο των διωγμένων δημοκρατικών, όταν άλλες πόλεις δεν τολμούσαν να τους δεχτούν, γιατί οι Σπαρτιάτες με ψήφισμα απειλούσαν με πρόστιμο όποιον δεχτεί Αθηναίους φυγάδες [32]. Ο πληθυσμός του Άργους εκείνη την εποχή ήταν ίσος με τον πληθυσμό της Αθήνας και τα οικονομικά του ήταν σε πολύ καλή κατάσταση [33]. Μπορεί να έχασε τρεις έως τέσσερες  χιλιάδες άνδρες σε μάχες του Πελοποννησιακού Πολέμου, αλλά παρέμενε μια πόλη με 15.000 περίπου κατοίκους και πολύ ισχυρό δημοκρατικό πολίτευμα [34]. Και, ενώ η παντοδύναμη Σπάρτη με τη νίκη της στον Πελοποννησιακό Πόλεμο επέβαλε ολιγαρχικά πολιτεύματα σε όλες τις πόλεις της Πελοποννήσου, το Άργος εξακολουθούσε να ζει με δημοκρατικό πολίτευμα. Είχε τόσο ισχυρό δημοκρατικό πολίτευμα, που οι ολιγαρχικοί, παρά τη νίκη της Σπάρτης στον Πελοποννησιακό πόλεμο, δεν τόλμησαν να κινηθούν για την κατάληψη της εξουσίας [35]. Όταν μάλιστα πρέσβεις από τη Σπάρτη ήρθαν στο Άργος και ζήτησαν να τους παραδώσουν σημαίνοντες δημοκρατικούς Αθηναίους, που είχαν καταφύγει εκεί, οι Αργείοι αρνήθηκαν και τους απείλησαν ότι, αν δεν αναχωρήσουν μέχρι τη δύση του ηλίου, θα τους μεταχειρίζονταν ως εχθρούς [36].

Τα επόμενα χρόνια το Άργος συμμετείχε σε αντισπαρτιατικό συνασπισμό στον Κορινθιακό πόλεμο που ξέσπασε το 395 π.Χ. Τότε οι Πέρσες δωροδόκησαν διάφορους ηγέτες στο Άργος, στην Κόρινθο και στη Θήβα με σκοπό να τους στρέψουν εναντίον της Σπάρτης. Στο Άργος οι αρχηγοί του λαού Κύλων και Σωδάμας με τους οπαδούς του πήραν περσικό χρυσάφι και συμμετείχαν στον αντισπαρτιατικό συνασπισμό μαζί με την Αθήνα, πόλεις της Βοιωτίας, την Εύβοια, τους Λοκρούς και άλλες πόλεις [37]. Το Άργος συμμετείχε στη μάχη του ποταμού Νεμέα το 394 π.Χ. με 7.000 οπλίτες και νίκησαν τους αντιπάλους που είχαν αντίκρυ τους, όπως όλοι οι σύμμαχοι τους με εξαίρεση τους Αθηναίους που ηττήθηκαν από τους Σπαρτιάτες και τελικά τη μάχη κέρδισαν οι Σπαρτιάτες και οι σύμμαχοί τους. Την ίδια χρονιά οι Αργείοι συμμετείχαν και στη μάχη της Κορώνειας, όπου ο αντισπαρτιατικός συνασπισμός ηττήθηκε ξανά και οι ίδιοι οι Αργείοι έχασαν από τους Σπαρτιάτες. Ο αντιλακωνικός συνασπισμός ηττήθηκε πολλές φορές και η Αργολίδα υπέστη πολλές εισβολές και λεηλασίες από τους Σπαρτιάτες. Μια απόπειρα όμως των αριστοκρατικών της Κορίνθου να συμμαχήσουν με τη Σπάρτη προκάλεσε αιφνιδιαστική επίθεση των Αργείων στην Κόρινθο το 393 π.Χ. και μετά από αιματηρές μάχες επέβαλαν σε συνεργασία με τους δημοκρατικούς της Κορίνθου την πολιτική ένωση της Κορίνθου με το Άργος (392 π.Χ.) και εγκατέστησαν φρουρά από το Άργος στην Κόρινθο [38].

Με τους πολέμους αυτούς οι Σπαρτιάτες είχαν χάσει την κυριαρχία τους στις πόλεις της Στερεάς Ελλάδας και στη θάλασσα μετά την ήττα τους στη ναυμαχία της Κνίδου το 394 π.Χ. Κατάλαβαν ότι κινδυνεύουν να χάσουν και την Πελοπόννησο, αν πολεμούν ταυτόχρονα εναντίον των Περσών και των συνασπισμένων εναντίον τους ελληνικών πόλεων και αποφάσισαν να αποσπάσουν τους Πέρσες από τη συμμαχία Αθηναίων, Θηβαίων και Αργείων. Έτσι προέκυψε η «Ανταλκίδειος ειρήνη» (387 π.Χ.) με την οποία οι Πέρσες κατοχύρωναν την κυριαρχία τους στις ελληνικές πόλεις της Μ. Ασίας και συμφωνούσαν οι ελληνικές πόλεις και τα νησιά να παραμείνουν αυτόνομες [39] με τη Σπάρτη ως εγγυήτρια δύναμη. Η Σπάρτη ανέλαβε να επιβάλλει την ειρήνη στην Ελλάδα, εγκατέστησε ολιγαρχικά καθεστώτα σε όλες τις πόλεις και τοποθέτησε και Σπαρτιατικές φρουρές.

Η συμφωνία αυτή δεν συνέφερε τους Αργείους, γιατί έπρεπε να εγκαταλείψουν την Κόρινθο και να αφήσουν το δημοκρατικό κόμμα της πόλης έρμαιο των ολιγαρχικών, και τους Θηβαίους που ήταν υποχρεωμένοι να παραιτηθούν από την ηγεμονία της Βοιωτίας. Το 382 π.Χ. μάλιστα οι Σπαρτιάτες κατέλαβαν την Καδμεία και παρέδωσαν την εξουσία στους τρεις ολιγαρχικούς, οι οποίοι εγκατέστησαν τυραννικό καθεστώς. Η εξουσία τους όμως διήρκεσε μόνο τρία χρόνια, καθώς ο Πελοπίδας οργάνωσε συνωμοσία, καθαίρεσε τους ολιγαρχικούς, επανέφερε το δημοκρατικό καθεστώς και οι Θηβαίοι ανέκτησαν την ηγεμονία της Βοιωτίας.

Το Άργος, βαριά τραυματισμένο από τους συνεχείς πολέμους και τις συχνές επιδρομές των Σπαρτιατών εναντίον του, αναγκάστηκε να αποσύρει τη φρουρά του με βαριά καρδιά από τον Ακροκόρινθο και να αφήσει την πόλη αυτή στα χέρια των ολιγαρχικών φίλων της Σπάρτης. Πολλοί δημοκρατικοί της Κορίνθου εγκατέλειψαν την πόλη τους και κατέφυγαν στο Άργος, όπου έβρισκαν καταφύγιο  δημοκρατικοί πολίτες και από άλλες πόλεις, όπως η Μαντινεία, ο Φλιούς και η Σικυώνα, γιατί οι Σπαρτιάτες μετά τη νίκη τους στον Κορινθιακό πόλεμο εγκαθιστούσαν ολιγαρχικά πολιτεύματα και καταπίεζαν ή έδιωχναν τους δημοκρατικούς πολίτες. Το Άργος κρατούσε σταθερά τη σημαία της δημοκρατίας στην Πελοπόννησο και παρείχε άσυλο, ασφάλεια και προστασία στους δημοκρατικούς πολίτες των γειτονικών πόλεων, οι οποίοι κατέφευγαν εκεί για να σωθούν από το κυνήγι των ολιγαρχικών, που επικρατούσαν στις πόλεις τους με την υποστήριξη των Σπαρτιατών, ή να προετοιμάσουν την επάνοδο στην πατρίδα τους με νέους αγώνες [40].

 

Σκυταλισμός

 

Το 371 π.Χ. οι Σπαρτιάτες έστειλαν ένα εκστρατευτικό σώμα στην Βοιωτία, αλλά έπαθαν πανωλεθρία στη μάχη των Λεύκτρων. Η νίκη των Θηβαίων στη μάχη των Λεύκτρων έκανε την κυριαρχία της Θήβας στον ελλαδικό χώρο αναμφισβήτητη και έδωσε στους άλλους Έλληνες το σύνθημα γενικής σχεδόν εξέγερσης εναντίον των Λακεδαιμονίων. Οι Αθηναίοι βλέποντας τη Σπάρτη ανίσχυρη θεώρησαν τον καιρό κατάλληλο να παρουσιαστούν αυτοί ως εκτελεστές της Ανταλκίδειας ειρήνης και υπερασπιστές της αυτονομίας των πόλεων και να συγκεντρώσουν γύρω τους τις ελληνικές πόλεις. Ενώ όμως οι αντιπρόσωποι των Ελλήνων συγκεντρώνονταν στην Αθήνα, η Πελοπόννησος αναστατωνόταν από στάσεις, η πιο άγρια και πιο αιματηρή με εκατοντάδες θύματα από τις οποίες έγινε στο Άργος [41].

Στο Άργος οι δημοκρατικοί βρήκαν ευκαιρία να απαλλαγούν από τους ολιγαρχικούς τώρα, που οι Σπαρτιάτες μετά την ήττα τους στα Λεύκτρα ήταν απίθανο να παρέμβουν και να βοηθήσουν τους ολιγαρχικούς του Άργους [42]. Μαζί με τους συγκεντρωμένους στο Άργος εξόριστους δημοκρατικούς από τις γειτονικές πόλεις, που έτρεφαν φοβερό μίσος κατά των ολιγαρχικών και της Σπάρτης, ξεσήκωναν το πλήθος εναντίον των πλούσιων και επιφανών ολιγαρχικών της πόλης που διέθεταν πλούτη και δόξα [43]. Οι τελευταίοι αντέδρασαν και, πριν τα πράγματα γίνουν ανεξέλεγκτα, επειδή οι δημαγωγίες των αντιπάλων τους είχαν ξεσηκώσει τον κόσμο, οργάνωσαν μια συνωμοσία με σκοπό να καταλύσουν τη δημοκρατία στο Άργος με τη βία [44]. Φαίνεται όμως ότι το μυστικό διέρρευσε και η συνωμοσία αποκαλύφτηκε πριν εκδηλωθεί. Πολλοί ολιγαρχικοί συνελήφθησαν και υποβάλλονταν σε βασανιστήρια, για να αποκαλύψουν τους πρωταγωνιστές και συνενόχους της συνωμοσίας. Κάποιοι από τους συλληφθέντες αυτοκτόνησαν φοβούμενοι τα βασανιστήρια, άλλοι πέθαναν από τα βασανιστήρια και από όλους όσους συνελήφθησαν τελικά ένας ομολόγησε στα βασανιστήρια, έλαβε ασυλία και  καταμαρτύρησε τριάντα από τους πιο επιφανείς πολίτες ως οργανωτές της συνωμοσίας. Ο δήμος, χωρίς να ελέγξει την αλήθεια των κατηγοριών, θανάτωσε τους κατηγορούμενους και δήμευσε την περιουσία τους [45].

Η υποψία ότι οι ολιγαρχικοί θα έφερναν ενισχύσεις από την Σπάρτη ήταν η αφορμή να γενικευτεί η λαϊκή εξέγερση. Υπήρχαν υποψίες και για πολλούς άλλους, που τις τροφοδοτούσαν οι δημαγωγοί με ψέματα και διαβολές, με αποτέλεσμα να εξαγριωθεί το πλήθος, να τους συλλάβει και να θανατώσει μέσα σε μια μέρα κτυπώντας με τα ρόπαλα και τα ξύλα 1.200 από τους κατηγορούμενους, που ήταν πολύ πλούσιοι [μεγαλόπλουτοι] [46] και επιφανείς πολίτες [47]. Τέτοιο αιματοκύλισμα σε μία πρωτοφανή έκρηξη βίας πουθενά αλλού στην Ελλάδα δεν συνέβη ποτέ, σημειώνει ο Διόδωρος [48].  Το πρωτοφανές αυτό γεγονός οι Έλληνες το αποκάλεσαν σκυταλισμό [49], όνομα που προήλθε από τον τρόπο με τον οποίο έγιναν οι φόνοι. Αυτός ο «νεωτερισμός», όπως τον αποκαλεί ο Διόδωρος, συνέβη για πρώτη φορά στο Άργος περί το 370 π. Χ. και ήταν στην ουσία ξυλοδαρμός μέχρι θανάτου με ρόπαλα και ξύλα [50].

Έτσι θανατώθηκαν περισσότεροι από χίλιοι διακόσιοι ισχυροί άνδρες από την οργή του λαού, δεν γλίτωσαν όμως ούτε οι δημαγωγοί, οι οποίοι τρομαγμένοι από το μέγεθος της συμφοράς και σε μια προσπάθεια να σταματήσουν τους μαζικούς φόνους από φόβο μήπως έρθει η σειρά τους και πέσουν και οι ίδιοι θύματα κάποιας απρόβλεπτης τροπής των πραγμάτων, πήραν πίσω τις κατηγορίες. Το αποτέλεσμα ήταν ο εξαγριωμένος λαός να θανατώσει και αυτούς. Ο όχλος υποψιάστηκε ότι οι δημαγωγοί τον εγκατέλειψαν, οργίστηκε ακόμη περισσότερο και σκότωσε επίσης με σκυταλισμό όλους τους δημαγωγούς, τους μέχρι πριν από λίγο αρχηγούς του, γιατί ο ψεύτης δημαγωγός έπρεπε να έχει την ίδια τύχη με τον ολιγαρχικό! Αυτοί λοιπόν, ωσάν κάποια θεότητα να εκδήλωσε εις βάρος τους τον θυμό της [51], βρήκαν την τιμωρία που τους έπρεπε, και ο λαός, αφού καταλάγιασε η οργή του, βρήκε ξανά τα λογικά του! Σύμφωνα με τον Πλούταρχο μάλιστα οι νεκροί από τη συγκεκριμένη βίαιη εξέγερση και το σκυταλισμό στο Άργος ήταν χίλιοι πεντακόσιοι [52], περισσότεροι ίσως από τους νεκρούς των μαχών με τον εχθρό, και ακόμα και οι Αθηναίοι, όταν πληροφορήθηκαν τα γεγονότα, τέλεσαν καθαρμό! Πρόκειται για ένα πολυσήμαντο και συνάμα άκρως διδακτικό ιστορικό επεισόδιο για κάθε κοινωνία σε περιόδους κρίσης που δείχνει ότι όταν ξεσπά η τυφλή βία, παύουν να υπάρχουν καλοί και κακοί, δίκαιοι και άδικοι.

 

Κριτήριο, το αρχαίο δικαστήριο του Άργους, ένα από τα αρχαιότερα του κόσμου. Πολλά από τα επεισόδια του σκυταλισμού έγιναν εκεί.

 

Έτσι η μακροχρόνια έχθρα και οι οδυνηροί πόλεμοι των Αργείων με τους Σπαρτιάτες δεν έβλαψαν μόνο την πόλη και την οικονομία τους, αλλά οδήγησαν και σε εσωτερικό διχασμό που κατέληξε σε μια από τις πολύνεκρες εμφύλιες συγκρούσεις της αρχαίας Ελλάδας. Είναι χαρακτηριστικά όσα σημειώνει ο Ισοκράτης μερικά χρόνια αργότερα (346 π.Χ.) για τους Αργείους και τη μακρόχρονη διαμάχη τους με τη Σπάρτη: «Για τους Αργείους τώρα σε άλλα ζητήματα θα δεις να βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με τους Σπαρτιάτες, σε άλλα πάλι σε χειρότερη από αυτούς: Από τότε δηλαδή που ίδρυσαν την πόλη τους βρίσκονται με τους γείτονες σε πόλεμο αδιάκοπο, ακριβώς σαν τους Σπαρτιάτες, με τη διαφορά μονάχα ότι οι Σπαρτιάτες πολεμούν με ασθενέστερους, ενώ οι Αργείοι μάχονται πάντα με ισχυρότερους. Και αυτό όλοι θα το παραδεχτούν πως είναι φοβερό κακό! Και τέτοια ατυχία τους βαραίνει στους πολέμους τους, ώστε κάθε χρόνο σχεδόν υποχρεώνονται να δουν τη χώρα τους να ερημώνεται, να καταστρέφεται μπροστά στα μάτια τους. Και το χειρότερο από όλα: Όταν οι εχθροί πάψουν για λίγο να τους κακοποιούν, οι ίδιοι εξοντώνουν τους πιο ένδοξους και τους πιο πλούσιους από τους συμπολίτες τους. Και αντλούν από την πράξη τους αυτή μια τέτοια ικανοποίηση, όση κανένας άλλος σκοτώνοντας και εχθρό δεν θα μπορούσε να τη νιώσει. Και η αιτία που τους έριξε σε τόσο ανώμαλη ζωή είναι ασφαλώς ο πόλεμος. Αυτόν αν καταλύσεις, όχι μονάχα αυτούς τους ίδιους θα απαλλάξεις από όλα αυτά, αλλά θα τους βοηθήσεις κιόλας να αντιμετωπίσουν με τρόπο πιο ορθό και τα άλλα τους προβλήματα [53]».

Από δημογραφική άποψη με το σκυταλισμό μειώθηκε σημαντικά το ανώτερο στρώμα της κοινωνίας του Άργους, αφού αφανίστηκε περί το 1/10 του πληθυσμού του, κυρίως οι επιφανέστεροι (υπολογίζεται ότι το Άργος τότε διέθετε περίπου 12.000 πολίτες – οπλίτες) [54] και επιπλέον οι Αργείοι έμειναν ουσιαστικά ακέφαλοι μετά το σκυταλισμό, από τον οποίο σκοτώθηκαν οι σημαντικότεροι ηγέτες της ολιγαρχικής αλλά και της δημοκρατικής παράταξης.

Οπωσδήποτε οι δημοκρατικοί επικράτησαν, μια νέα ηγεσία αναδύθηκε άμεσα και το Άργος βρέθηκε απέναντι από την Σπάρτη και την περίοδο της Θηβαϊκής ηγεμονίας καθώς συμμάχησε με τους Θηβαίους και το κοινό των Αρκάδων. Μετά την επικράτηση των Μακεδόνων στην Ελλάδα οι Αργείοι έγιναν στενοί σύμμαχοι τους. Οι Μακεδόνες τους ενίσχυαν, για να αποτελούν αντίπαλη δύναμη προς την Σπάρτη η οποία δεν είχε δεχτεί να ενταχθεί στην πανελλήνια συμμαχία. Μετά τη μάχη στη Χαιρώνεια (338 π.Χ.) δικαιώθηκαν για την επιλογή τους, αφού ο Φίλιππος Β΄ εισέβαλε στη Λακωνία, περιόρισε το κράτος της Σπάρτης στα αρχαία του σύνορα και απέδωσε τη Θυρεάτιδα στους Αργείους. Έτσι, στα ελληνιστικά χρόνια η Κυνουρία γνωρίζει νέα ακμή έχοντας περάσει στην επικράτεια του Άργους. Οι οικισμοί οχυρώνονται και γενικά υπάρχει έντονη δραστηριότητα και ζωή. Όμως από την ημέρα που ο Σπαρτιάτης Οθρυάδης αμφισβήτησε την έκβαση της μονομαχίας των τριακοσίων επίλεκτων συμπατριωτών με τους ισάριθμους αντίστοιχους του Άργους είχαν περάσει πάνω από τριακόσια χρόνια πόνου, αίματος και συμφορών.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Παυσανίου Κορινθιακά, XV,5, Εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου. «Φορωνεύς δε ο Ινάχου τους ανθρώπους συνήγαγε πρώτον ες κοινόν, σποράδας τέως και εφ’ εαυτών εκάστοτε οικούντας ˙και το χωρίον ες ο πρώτον ηθροίσθησαν άστυ ωνομάσθη Φορωνικόν».

[2] «…στασιασάντων δὲ αὐτῶν περὶ τῆς ἀρχῆς ὕστερον, Δαναὸς τοὺς Αἰγύπτου παῖδας δεδοικώς, ὑποθεμένης Ἀθηνᾶς αὐτῷ ναῦν κατεσκεύασε πρῶτος καὶ τὰς θυγατέρας ἐνθέμενος ἔφυγε…»…» ( Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη, Βιβλίο Β΄, κεφ. 1, παραγρ.4)

[3] «…ἀρχομένης δὲ ἡμέρας ἐς βοῶν ἀγέλην νεμομένην πρὸ τοῦ τείχους ἐσπίπτει λύκος, προσπεσὼν δὲ ἐμάχετο πρὸς ταῦρον ἡγεμόνα τῶν βοῶν. παρίσταται δὴ τοῖς Ἀργείοις τῷ μὲν Γελάνορα, Δαναὸν δὲ εἰκάσαι τῷ λύκῳ, ὅτι οὔτε τὸ θηρίον τοῦτό ἐστιν ἀνθρώποις σύντροφον οὔτε Δαναός σφισιν ἐς ἐκεῖνο τοῦ χρόνου. ἐπεὶ δὲ τὸν ταῦρον κατειργάσατο ὁ λύκος, διὰ τοῦτο ὁ Δαναὸς ἔσχε τὴν ἀρχήν…» ( Παυσανίου Κορινθιακά, κεφ. 19, παραγρ. 3)

[4] Οι βασιλείς της δυναστείας του Δαναού κατά σειρά είναι: Δαναός, Λυγκέας, Άβας,  Ακρίσιος,  Περσέας, Μεγαπένθης, Αναξαγόρας, Αλέκτωρ, Ίφις,  Σθένελος, Κυλαράβης, Βίας, Ταλαός, Πρώναξ, Άδραστος, Αιγιαλεύς, Διομήδης, Κυάνιππος, Μελάμπους, Μάντιος, Αντιφάτης, Οϊκλής, Αμφιάραος, Αλκμέων, Αμφίλοχος, Ορέστης, Τισαμενός (Κλειώση ‘Αγγ. ο.π. σελ. 30 κ.ε.)

[5] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τομ. Β, σελ. 18.

[6] Οι βασιλείς της δυναστείας των Τημενιδών ήταν: Τήμενος, Δηϊφόντης, Κείσος, Μήδων, Αριστοδαμίδας, Φείδων, Έρατος, Δαμοκρατίδας, Λεωκήδης, Μέλτας.

[7] Σήμερα από την πόλη έχουν μείνει ερείπια από τα μυκηναϊκά τείχη της, λείψανα κατοικιών, κατάλοιπα δεξαμενών, αρχαίο νεκροταφείο και στην θέση Ανεμόμυλος υπάρχουν ερείπια του ναού του Απόλλωνα. Όσα ευρήματα έχουν διασωθεί φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Άστρους

[8] Κοφινιώτης Ιωάννης, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών» Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008, ο.π. σελ. 233.

[9] … ἐνθαῦτα συνέβησαν ἐς λόγους συνελθόντες ὥστε τριηκοσίους ἑκατέρων μαχέσασθαι, ὁκότεροι δ᾽ ἂν περιγένωνται, τούτων εἶναι τὸν χῶρον• τὸ δὲ πλῆθος τοῦ στρατοῦ ἀπαλλάσσεσθαι ἑκάτερον ἐς τὴν ἑωυτοῦ μηδὲ παραμένειν ἀγωνιζομένων, τῶνδε εἵνεκεν ἵνα μὴ παρεόντων τῶν στρατοπέδων ὁρῶντες οἱ ἕτεροι ἑσσουμένους τοὺς σφετέρους ἀπαμύνοιεν.   συνθέμενοι ταῦτα ἀπαλλάσσοντο, λογάδες δὲ ἑκατέρων ὑπολειφθέντες συνέβαλον. μαχομένων δὲ σφέων καὶ γινομένων ἰσοπαλέων ὑπελείποντο ἐξ ἀνδρῶν ἑξακοσίων τρεῖς, Ἀργείων μὲν Ἀλκήνωρ τε καὶ Χρομίος, Λακεδαιμονίων δὲ Ὀθρυάδης. ὑπελείφθησαν δὲ οὗτοι νυκτὸς ἐπελθούσης. οἱ μὲν δὴ δύο τῶν Ἀργείων ὡς νενικηκότες ἔθεον ἐς τὸ Ἄργος, ὁ δὲ τῶν Λακεδαιμονίων Ὀθρυάδης σκυλεύσας τοὺς Ἀργείων νεκροὺς καὶ προσφορήσας τὰ ὅπλα πρὸς τὸ ἑωυτοῦ στρατόπεδον ἐν τῇ τάξι εἶχε ἑωυτόν. ἡμέρῃ δὲ δευτέρῃ παρῆσαν πυνθανόμενοι ἀμφότεροι. τέως μὲν δὴ αὐτοὶ ἑκάτεροι ἔφασαν νικᾶν, λέγοντες οἳ μὲν ὡς ἑωυτῶν πλεῦνες περιγεγόνασι, οἳ δὲ τοὺς μὲν ἀποφαίνοντες πεφευγότας, τὸν δὲ σφέτερον παραμείναντα καὶ σκυλεύσαντα τοὺς ἐκείνων νεκρούς. τέλος δὲ ἐκ τῆς ἔριδος συμπεσόντες ἐμάχοντο, πεσόντων δὲ καὶ ἀμφοτέρων πολλῶν ἐνίκων Λακεδαιμόνιοι. Ἀργεῖοι μέν νυν ἀπὸ τούτου τοῦ χρόνου κατακειράμενοι τὰς κεφαλάς, πρότερον ἐπάναγκες κομῶντες, ἐποιήσαντο νόμον τε καὶ κατάρην μὴ πρότερον θρέψειν κόμην Ἀργείων μηδένα, μηδὲ τὰς γυναῖκάς σφι χρυσοφορήσειν, πρὶν Θυρέας ἀνασώσωνται. Λακεδαιμόνιοι δὲ τὰ ἐναντία τούτων ἔθεντο νόμον. οὐ γὰρ κομῶντες πρὸ τούτου ἀπὸ τούτου κομᾶν. τὸν δὲ ἕνα λέγουσι τὸν περιλειφθέντα τῶν τριηκοσίων Ὀθρυάδην, αἰσχυνόμενον ἀπονοστέειν ἐς Σπάρτην τῶν οἱ συλλοχιτέων διεφθαρμένων, αὐτοῦ μιν ἐν τῇσι Θυρέῃσι καταχρήσασθαι ἑωυτόν. (Ηροδότου Ιστορίαι, 1,82)

[10] «Μέλταν δὲ τὸν Λακήδου δέκατον ἀπόγονον Μήδωνος τὸ παράπαν ἔπαυσεν ἀρχῆς καταγνοὺς ὁ δῆμος.» (Παυσανία, Κορινθιακά, 19,2)

[11] Κοφινιώτη Ιωάννη, ο.π. σελ. 231.

[12] Κοφινιώτη Ιωάννη, ο.π. σελ. 232.

[13] «βούλει μαθεῖν, πῶς βασιλεύουσιν ἄνθρωποι διὰ Τύχην; ἐξέλιπέ ποτ´ Ἀργείοις τὸ Ἡρακλειδῶν γένος, ἐξ οὗ βασιλεύεσθαι πάτριον ἦν αὐτοῖς· ζητοῦσι δὲ καὶ διαπυνθανομένοις ὁ θεὸς ἔχρησεν ἀετὸν δείξειν· καὶ μεθ´ ἡμέρας ὀλίγας ἀετὸς ὑπερφανεὶς καὶ κατάρας ἐπὶ τὴν Αἴγωνος οἰκίαν ἐκάθισε, καὶ βασιλεὺς ᾑρέθη Αἴγων». (Πλούταρχος, περί της ΑΑλεξάνδρου τύχης, Β, viii)

[14] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τόμος Β, σελ. 223.

[15] Παυσανία, Κορινθιακά, ΙΙ, 20, 8-10.

[16] «Σ᾽ εχθρεύονται οι γείτονες, μα οι θεοί, Αργείε, οι αθάνατοι, σε αγαπούν. Φυλάξου, μέσα κάθισε στα κάστρα σου, Κρατώντας το δόρυ στο δεξί σου. Φύλαγε το κεφάλι σου· γιατί η κεφαλή σου θα σώσει το κορμί σου.» [Ηροδότου Ιστορίαι, 7.148.3-4]

[17] [Ηροδότου Ιστορίαι, 7.150.3]

[18] Ηροδότου Ιστορίαι, 7.149.3

[19] ὁ μὲν οὖν Θεμιστοκλῆς τὸν προειρημένον τρόπον ἐξοστρακισθεὶς ἔφυγεν ἐκ τῆς πατρίδος εἰς Ἄργος [Διόδωρος Σικελιώτης ΙΑ’, 55]

[20] Μάρκελλου Θ. Μιτσού, Πολιτική Ιστορία του Άργους, Αθήναι 1945, σελ. 10.

[21] Μάρκελλου Θ. Μιτσού, ο.π. σελ. 11.

[22] Διχασμοί στην Ελληνική Αρχαιότητα, σελ. 15-16, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ, 2019.

[23] Διχασμοί στην Ελληνική Αρχαιότητα, σελ.31-32, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ, 2019.

[24] «περὶ δὲ τοὺς αὐτοὺς χρόνους ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀργείων οἱ κατ´ ἐκλογὴν κεκριμένοι τῶν πολιτῶν χίλιοι συνεφώνησαν, καὶ τὴν μὲν δημοκρατίαν ἔγνωσαν καταλύειν, ἀριστοκρατίαν δ´ ἐξ αὑτῶν καθιστάναι….. τὸ μὲν πρῶτον συλλαβόντες τοὺς δημαγωγεῖν εἰωθότας ἀπέκτειναν, τοὺς δ´ ἄλλους καταπληξάμενοι κατέλυσαν τοὺς νόμους καὶ δι´ ἑαυτῶν τὰ δημόσια διῴκουν. διακατασχόντες δὲ ταύτην τὴν πολιτείαν μῆνας ὀκτὼ κατελύθησαν, τοῦ δήμου συστάντος ἐπ´ αὐτούς· διὸ καὶ τούτων ἀναιρεθέντων ὁ δῆμος ἐκομίσατο τὴν δημοκρατίαν» [Διοδώρου, Ιστορική Βιβλιοθήκη, 12,80]

[25] ὁ δὲ δῆμος τῶν Ἀργείων ἐν τούτῳ φοβούμενος τοὺς Λακεδαιμονίους ……. καὶ νομίζων μέγιστον ἂν σφᾶς ὠφελῆσαι, τειχίζει μακρὰ τείχη ἐς θάλασσαν, ὅπως, ἢν τῆς γῆς εἴργωνται, ἡ κατὰ θάλασσαν σφᾶς μετὰ τῶν Ἀθηναίων ἐπαγωγὴ τῶν ἐπιτηδείων ὠφελῇ. ….. καὶ οἱ μὲν Ἀργεῖοι πανδημεί, καὶ αὐτοὶ καὶ γυναῖκες καὶ οἰκέται, ἐτείχιζον· καὶ ἐκ τῶν Ἀθηνῶν αὐτοῖς ἦλθον τέκτονες καὶ λιθουργοί. [Θουκυδίδη Ιστορία, 5, 62]

[26] Θουκυδίδη Ιστορία, 5.84

[27] Κοφινιώτου Ιωάννη, ο.π., σελ. 424.

[28] Κοφινιώτου Ιωάννη, ο.π. σελ. 427.

[29] Θουκυδίδη Ιστορία, 6.70

[30] Θουκυδίδη Ιστορία, 8, 25-27

[31] Κοφινιώτου Ιωάννη, ο.π. σελ. 432.

[32] Λακεδαιμόνιοι δὲ τὴν στάσιν τῶν Ἀθηναίων ὁρῶντες, οὐδέποτε ἰσχῦσαι βουλόμενοι τοὺς Ἀθηναίους, ἔχαιρον καὶ φανερὰν ἑαυτῶν ἐποίουν τὴν διάθεσιν· ἐψηφίσαντο γὰρ τοὺς Ἀθηναίων φυγάδας ἐξ ἁπάσης τῆς Ἑλλάδος ἀγωγίμους τοῖς τριάκοντα εἶναι, τὸν δὲ κωλύσαντα πέντε ταλάντοις ἔνοχον εἶναι. Δεινοῦ δ´ ὄντος τοῦ ψηφίσματος, αἱ μὲν ἄλλαι πόλεις καταπεπληγμέναι τὸ βάρος τῶν Σπαρτιατῶν ὑπήκουον, Ἀργεῖοι δὲ πρῶτοι, μισοῦντες μὲν τὴν Λακεδαιμονίων ὠμότητα, κατελεοῦντες δὲ τὰς τύχας τῶν ἀκληρούντων, ὑπεδέχοντο φιλανθρώπως τοὺς φυγάδας. [Διοδώρου, Ιστορική Βιβλιοθήκη, XIV, 6, 1.2]

[33] Λυσία, περί του μη καταλύσαι την πάτριον πολιτείαν Αθήνησι, 7.

[34] Κοφινιώτου Ιωάννη, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008, ο.π. σελ.434.

[35] Μάρκελλου Θ. Μιτσού, ο.π. σελ. 12.

[36] Μάρκελλου Θ. Μιτσού, ο.π. σελ. 14.

[37] Κοφινιώτου Ιωάννη, ο.π. σελ.435-437.

[38] Κοφινιώτου Ιωάννη, ο.π. σελ.437-441.

[39] ὁ μὲν Ἀνταλκίδας ἔλεγε πρὸς τὸν Τιρίβαζον ὅτι εἰρήνης δεόμενος ἥκοι τῇ πόλει πρὸς βασιλέα, καὶ ταύτης οἵασπερ βασιλεὺς ἐπεθύμει. τῶν τε γὰρ ἐν τῇ Ἀσίᾳ Ἑλληνίδων πόλεων Λακεδαιμονίους βασιλεῖ οὐκ ἀντιποιεῖσθαι, τάς τε νήσους ἁπάσας καὶ τὰς ἄλλας πόλεις ἀρκεῖν σφίσιν αὐτονόμους εἶναι. [Ξενοφώντος, Ελληνικά, 4,8,14]

[40] Κοφινιώτου Ιωάννη, ο.π. σελ.449-450.

[41] Ἅμα δὲ τούτοις πραττομένοις ἐν τῇ πόλει τῶν ᾿Αργείων ἐγένετο στάσις καὶ φόνος τοσοῦτος, ὅσος παρ’ ἑτέροις τῶν ῾Ελλήνων οὐδέποτε γεγονέναι μνημονεύεται. [Διόδωρος Σικελιώτης 15,3]

[42] Διχασμοί στην Ελληνική Αρχαιότητα, σελ. 149.

[43] Κοφινιώτου Ιωάννη, ο.π. σελ. 450.

[44] Τῆς πόλεως τῶν ᾿Αργείων δημοκρατουμένης καί τινων δημαγωγῶν παροξυνόντων τὸ πλῆθος κατὰ τῶν ταῖς ἐξουσίαις καὶ δόξαις ὑπερεχόντων, οἱ διαβαλλόμενοι συστάντες ἔγνωσαν καταλῦσαι τὸν δῆμον. [Διόδωρος Σικελιώτης 15,58,1]

[45] Βασανισθέντων δέ τινων ἐκ τῶν συνεργεῖν δοκούντων, οἱ μὲν ἄλλοι φοβηθέντες τὴν ἐκ τῶν βασάνων τιμωρίαν ἑαυτοὺς ἐκ τοῦ ζῆν μετέστησαν, ἑνὸς δ’ ἐν ταῖς βασάνοις ὁμολογήσαντος καὶ πίστιν λαβόντος, ὁ μὲν μηνυτὴς τριάκοντα τῶν ἐπιφανεστάτων κατηγόρησεν, ὁ δὲ δῆμος οὐκ ἐλέγξας ἀκριβῶς ἅπαντας τοὺς διαβληθέντας ἀπέκτεινε καὶ τὰς οὐσίας αὐτῶν ἐδήμευσεν. [Διόδωρος Σικελιώτης 15,58,3]

[46] Πολλῶν δὲ καὶ ἄλλων ἐν ὑποψίαις ὄντων, καὶ τῶν δημαγωγῶν ψευδέσι διαβολαῖς συνηγορούντων, ἐπὶ τοσοῦτον ἐξηγριώθη τὸ πλῆθος, ὥστε πάντων τῶν κατηγορουμένων, ὄντων πολλῶν (καὶ) μεγαλοπλούτων, καταγνῶναι θάνατον. . [Διόδωρος Σικελιώτης 15,58,4]

[47] Το βίαιο ξέσπασμα εναντίον των πλουσίων και ισχυρών της πόλης δείχνει ίσως ότι βαθύτερη αιτία της κοινωνικής έκρηξης ήταν τα πλήγματα που δέχτηκε η τότε αγροτική οικονομία και οι ασθενέστερες οικονομικά τάξεις που υφίσταντο τις σοβαρότερες αρνητικές επιπτώσεις.

[48] φόνος τοσοῦτος, ὅσος παρ’ ἑτέροις τῶν ῾Ελλήνων οὐδέποτε γεγονέναι μνημονεύεται. [Διόδωρος Σικελιώτης 15,57,3]

[49] Η λέξη σκυταλισμός, άγνωστη σχεδόν από άλλες πηγές, σημαίνει τον βίαιο και φρικτό θάνατο από χτυπήματα με μαγκούρες, το ραβδισμό με σκυτάλη, το ξυλοκόπημα ή ακόμη και τη θανάτωση με σκυτάλη, και καθιερώθηκε από τη μεγάλη λαϊκή εξέγερση στο Άργος το 370 π.Χ., όπου έγινε ευρεία χρήση σκυταλών, δηλαδή ροπάλων, ως φονικών μέσων εναντίον των στασιαστών.

Η σκυτάλη (αρχαία ελληνική σκύταλον = ραβδί) είναι μικρό κυλινδρικό ξύλο που χρησιμοποιείται σήμερα στο αγώνισμα της σκυταλοδρομίας. Στην αρχαία Σπάρτη σκυτάλη ονόμαζαν το κυλινδρικό ραβδί με κρυπτογραφημένο μήνυμα στο εσωτερικό του, που χρησιμοποιούσαν για μυστικές διαταγές. Η «Λακεδαιμονική σκυτάλη» (κρυπτεία σκυτάλη) θεωρείται ένα από τα αρχαιότερα συστήματα κρυπτογράφησης και είχε την έννοια της εντολής ή μηνύματος των Εφόρων. Μία σκυτάλη τυχαίων διαστάσεων κόβονταν στη μέση. Το ένα τμήμα το φύλαγαν οι έφοροι της Σπάρτης και το άλλο το έπαιρνε μαζί του ο εκάστοτε επικεφαλής του στρατεύματος. Όταν ένα από τα δύο μέρη ήθελε να επικοινωνήσει με το άλλο, τύλιγε μια μακρόστενη λουρίδα από ύφασμα ή περγαμηνή γύρω από το κομμάτι της σκυτάλης που είχε και πάνω έγραφε το μήνυμα που ήθελε με κάποιον προσυμφωνημένο τρόπο. Ο παραλήπτης τύλιγε πάλι τη λουρίδα με τον προσυμφωνημένο τρόπο και, αφού η σκυτάλη είχε την ίδια διάμετρο, τα γράμματα συνέπιπταν. Μετά χρησιμοποιούσαν τον συμφωνημένο τρόπο, που μπορεί να ήταν διάβασμα σε καθρέφτη ή αντιμετάθεση συλλαβών ή κάποιος άλλος τρόπος ανάγνωσης και αποκρυπτογραφούσαν το μήνυμα του κειμένου.

[50] ἐκλήθη δὲ ὁ νεωτερισμὸς οὗτος παρὰ τοῖς ῞Ελλησι σκυταλισμός, διὰ τὸν τρόπον τοῦ θανάτου ταύτης τυχὼν τῆς προσηγορίας. [Διοδώρου, Ιστορική Βιβλιοθήκη, 15, 3]

[51] Ἀναιρεθέντων δὲ τῶν δυνατῶν ἀνδρῶν πλειόνων ἢ χιλίων καὶ διακοσίων, καὶ τῶν δημαγωγῶν αὐτῶν ὁ δῆμος οὐκ ἐφείσατο. (4) Διὰ γὰρ τὸ μέγεθος τῆς συμφορᾶς οἱ μὲν δημαγωγοὶ φοβηθέντες μή τι παράλογον αὐτοῖς ἀπαντήσῃ, τῆς κατηγορίας ἀπέστησαν, οἱ δ’ ὄχλοι δόξαντες ὑπ’ αὐτῶν ἐγκαταλελεῖφθαι, καὶ διὰ τοῦτο παροξυνθέντες, ἅπαντας τοὺς δημαγωγοὺς ἀπέκτειναν. Οὗτοι μὲν οὖν, ὡσπερεί τινος νεμεσήσαντος δαιμονίου, τῆς ἁρμοζούσης τιμωρίας ἔτυχον, ὁ δὲ δῆμος παυσάμενος τῆς λύττης εἰς τὴν προϋπάρχουσαν ἔννοιαν ἀποκατέστη. [Διοδώρου, Ιστορική Βιβλιοθήκη, 15, 58, 3]

[52] τὸν δ´ ἐν Ἄργει πυθόμενοι σκυταλισμόν, ἐν ᾧ πεντακοσίους καὶ χιλίους ἀνῃρήκεσαν ἐξ αὑτῶν οἱ Ἀργεῖοι, περιενεγκεῖν καθάρσιον περὶ τὴν ἐκκλησίαν ἐκέλευσαν· [Πλουτάρχου, Ηθικά 814 β]

[53] Ισοκράτους, Φίλιππος, 51- 52.

[54] Διχασμοί στην Ελληνική Αρχαιότητα, σελ. 142.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Κωτσάκος Μιχαήλ (περ. 1845 – 1913)


 

Μιχαήλ Κωτσάκος – Δημοσιεύεται στην «Ποικίλη Στοά» 16 (1914) σ. 551.

Ο Μιχαήλ Κωτσάκος ήταν δικηγόρος και βουλευτής της επαρχίας Άργους. Καταγόταν από το Ναύπλιο, αλλά πολιτεύτηκε στην επαρχία Άργους, όπου και εκλέχτηκε δύο φορές βουλευτής, το 1892 με το κόμμα του Χαριλάου Τρικούπη, που αναδείχτηκε τότε πρώτο, και το 1899 με το κόμμα του Γ. Θεοτόκη, ο οποίος εξαγγέλλοντας ότι θα συνεχίσει την πολιτική του Χαρ. Τρικούπη, κέρδισε επίσης τις εκλογές. Η επιτυχία αυτή του Θεοτόκη ήταν αναμενόμενη, ύστερα από τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, την ήττα της ντροπής, που υπέστη η χώρα μας επί πρωθυπουργίας Θ. Δηλιγιάννη και Δημ. Ράλλη. Άλλη μια φορά που ήταν υποψήφιος ο Κωτσάκος, το 1885, δεν είχε εκλεγεί. Τότε αναδείχτηκε πρώτο το κόμμα του Θ. Δηλιγιάννη.

Ο τρικουπικός Μιχ. Κωτσάκος είχε ν’ αντιμετωπίσει σφοδρή πολεμική στο Άργος και για το λόγο ότι δεν ήταν Αργείος. Πολλά δημοσιεύματα στον τοπικό Τύπο αποπνέουν πολιτική εμπάθεια, που φανερώνουν εν μέρει την πολιτική εξαχρείωση της εποχής και δε μας βοηθούν να μορφώσουμε γνώμη για την προσωπικότητα του βιογραφούμενου [1].

Ο Κωτσάκος είχε χρηματίσει αντιπρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου Αθηνών [2]. Τα τελευταία χρόνια είχε αποσυρθεί από την πολιτική ζωή και ζούσε ήσυχα στην Αθήνα με τη γυναίκα του Ελένη, το γένος Δαμιανού. Πέθανε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 1913.

Παραθέτουμε νεκρολογία την οποία δημοσίευσε η εφημερίδα «Δαναΐς», φ. 43/18-7-1913.

 

Μιχαήλ Κωτσάκος

 

«Δεν ήτο βεβαίως χειμαρρώδους ευγλωττίας ανήρ, αλλ’ οι λόγοι του, οι πάντοτε μεμετρημένοι και συνετοί, στηριζόμενοι επί της ερεύνης της αληθείας και του δικαίου, ενεποίουν την δέουσαν εντύπωσιν και εν τοις Δικαστηρίοις και εν τω Κοινοβουλίω. Αναμιχθείς εις την πολιτικήν κατώρθωσεν εντός ολίγου να καταστή ο κυριώτερος πολιτικός παράγων της ιδιαιτέρας αυτού επαρχίας Άργους, επικρατήσας πάντων των παλαιοτέρων εν αυτή πολιτευτών, τινές των οποίων εκέκτηντο πατρόθεν πολιτικήν ισχύν ακαταγώνιστον θεωρουμένην. Ανήρ διαυγούς κρίσεως, λεπτών τρόπων, αξιοπρεπής συνεκράτει εαυτόν επί ανωτέρου τινός επιπέδου μη ενδίδων εις τας βιαίας απαιτήσεις αχαλιναγωγήτου, κραιπαλούσης οχλοκρατίας…».

 

Υποσημειώσεις


[1] Η Φιλοδηλιγιαννική εφημερίδα «Αγαμέμνων» του Ανάργ. Κ. Τημελή συχνά αναφέρεται στον κακό και επικίνδυνο Κωτσάκο και εκφράζεται πολύ επιτιμητικά (βλ. πολλά φύλλα 1893-1894). Τις παραμονές των εκλογών του 1895 εξαπολύει κατά μέτωπον επίθεση: «Μαυρίσατε Κωτσάκον». (φ. 119/14-4-1895).

[2] Βλ. εφ. «Δαναΐς», φ. 43/18-7-1913, σύντομη νεκρολογία.

 

Πηγή


 

 

Ας είναι η χρονιά που έρχεται

χρονιά πραγμάτωσης των ονείρων

και  των προσδοκιών σας!

 

 

Χρόνια Πολλά – Καλή Χρονιά !

 

Οι βασιλιάδες των χριστουγεννιάτικων παιχνιδιών! – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Ο Γιάννης Σπετσιώτης θυμάται και γράφει για τα δώρα των Χριστουγέννων στην Ερμιόνη.    

 

Αν κι έχουν περάσει πολλές δεκαετίες θέλω να μοιραστώ μαζί σας μια γλυκιά και τρυφερή ανάμνηση των παιδικών μου χρόνων. Όταν τις μέρες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς μάς έκαναν δώρα φούσκες και μπαλόνια, που στο μυαλό μας φάνταζαν σαν… οι βασιλιάδες όλων των παιχνιδιών!

Κυκλοφορούσαν πανηγυρικά μόνο στις γιορτές των Χριστουγέννων, σε τέσσερα χρώματα (κόκκινο, μπλε, πράσινο, κίτρινο), ενώ τις υπόλοιπες μέρες σπάνια τα έβλεπες. Κι αν μερικά παιδιά είχαν κάποια φυλαγμένα και τα «ξεφούρνιζαν» στη διάρκεια της χρονιάς για να εντυπωσιάσουν, κανείς δεν τους έδινε σημασία. Κατασκευασμένα από ελαστικό υλικό, φούσκες ονοματίζαμε τα μικρά, μπαλόνια τα μεγάλα, ήταν χωρισμένα σε δύο διακριτά μέρη. Τον λαιμό, όπως τον λέγαμε και τον …αεροφύλακα, τον ξεχωριστό χώρο  -σφαιρικό ή ωοειδή, όπου αποθηκευόταν ο αέρας.

 

Χριστουγεννιάτικα μπαλόνια.

 

Τα μπαλόνια, μόνο, ήταν διακοσμημένα με χριστουγεννιάτικες ζωγραφιές. Διπλές καμπάνες, κεράκια στολισμένα με γκι, αγγελάκια και φάτνες καθόριζαν το κόστος τους και αναδεικνύονταν, καθώς τα μπαλόνια μεγάλωναν γεμίζοντας με αέρα. Οι φούσκες, με κόστος δυο δεκάρες μόλις, χρειάζονταν μεγαλύτερη προσπάθεια και δύναμη για να …ανοίξουν σε σχέση με τα μπαλόνια και προκαλούσαν καμάρι και αυτοθαυμασμό στους κατόχους τους! Κάποιες φορές βέβαια το φούσκωμα παρουσίαζε τις δυσκολίες του: Με τη συνεχή προσπάθεια τα χείλη ερεθίζονταν και τα πνευμόνια «πρήζονταν», κατά την εκτίμηση των μεγαλυτέρων που φώναζαν κουνώντας νευρικά τα χέρια τους:

– Τι φυσάς έτσι, βρε!

– Θα σκάσεις! Άσε που θα σου φύγει και καμιά και θα μας πουμώσεις…

– Φέρ’ την εδώ! έλεγαν.

Κι ενώ το φούσκωμα των «ελαστικών αεροφυλάκων» γινόταν αργά – αργά, επιβλητικά, με δυναμισμό και μεγαλοπρέπεια, το ξεφούσκωμα ήταν σπιρτόζικο, γρήγορο, θορυβώδες και διασκεδαστικό. Συνοδευόταν από ένα περίεργο σφύριγμα που το δημιουργούσε η ανεξέλεγκτη έξοδος του αέρα. Αν μάλιστα οι φούσκες και τα μπαλόνια ξέφευγαν από τα χέρια των παιδιών και αιωρούνταν στον αέρα ή «κυκλοφορούσαν στους δρόμους», το θέαμα γινόταν εντυπωσιακό και επεισοδιακό, με τα παιδιά να τρέχουν του σκοτωμού για να τα πιάσουν.

 

Χριστούγεννα – Αθήνα, δεκαετία ’60. Μουσείο Μπενάκη, φωτογραφία: Δημήτρης Χαρισιάδης.

 

Στο τέλος της 10/ετίας του ’50 έκαναν την εμφάνισή τους στην Ερμιόνη μπαλόνια διαφόρων σχημάτων. Μπαλόνια μακρουλά (επιμήκη), μπαλόνια χωρισμένα σε μεγάλα διακριτά μέρη (φέτες), μπαλόνια με αυτιά (κουνελάκια), ενώ με τα χρόνια η ποικιλία σχημάτων, μεγεθών και χρωμάτων γινόταν πλουσιότερη.

Τι συνέβαινε, όμως, όταν εκείνα τα πολυαγαπημένα μας και μοναδικά παιχνίδια έσκαζαν (έσπαζαν) είτε από δικό μας φταίξιμο, είτε από τη ζήλεια κάποιων «φίλων», είτε ακόμα και για την «πλάκα» των μεγάλων; Τα μικρά παιδιά έβαζαν αμέσως τα κλάματα συχνά και από το «μπαμ» της …ολικής καταστροφής! Τα μεγαλύτερα, μετά από το αρχικό «σοκ» που συνόδευε το συννέφιασμα του προσώπου, συνέρχονταν και με …έμπνευση διασκέδαζαν την «απώλεια». Ένα – ένα κομμάτι, απ’ όσα είχαν απομείνει με τεντωμένη την επιφάνειά του, το βάζαμε στο στόμα και το ρουφούσαμε εισπνέοντας δυνατά. Κατόπιν με τη βοήθεια των δοντιών κι ένα γρήγορο στρίψιμο της ελαστικής επιφάνειας σχηματίζαμε μικρές φούσκες. Στη συνέχεια τις τρίβαμε στις παλάμες και προκαλούσαμε έναν ιδιαίτερο θόρυβο που εκνεύριζε τους μεγάλους φέρνοντας «ανατριχίλα».

– Σταμάτα βρε, δεν μπορώ πια να σ’ ακούω! Ανατριχιάζω!

Θυμάμαι ακόμη την περιέργεια που μας κατέκλυζε και τα γέλια που κάναμε στη θέαση κάποιων παιδιών, που περιέφεραν ως λάφυρο λευκοκίτρινες «φούσκες» από την ουροδόχο κύστη των ζώων!

Αργότερα στα χρόνια της εκπαιδευτικής μου δράσης, ανακάλυψα πως το «τσίμπημα» των φουσκωμένων μπαλονιών στη νηπιακή ηλικία, είναι μια χρήσιμη όσο και διασκεδαστική ψυχοκινητική άσκηση. Έτσι βελτιώνεται η λεπτή κινητικότητα και εξελίσσεται η γραφοκινητική ικανότητα των παιδιών, καθώς ενδυναμώνονται οι αντίστοιχοι μύες.

Φούσκες και μπαλόνια, λοιπόν, ήταν τότε τα παιχνίδια και τα δώρα μας. Μ’ αυτά στολίζαμε το χριστουγεννιάτικο δέντρο και αυτά σπεύδαμε να αγοράσουμε με το χαρτζιλίκι ή με τα χρήματα που μαζεύαμε απ’ τα κάλαντα.

Με αφορμή τις φετινές γιορτές του Δωδεκαήμερου «εμνήσθην ημερών αρχαίων», όπως λέγει και ο ψαλμωδός. Τότε που το φέγγος των εορτών, όπως ισχυρίζονται πάντα οι μεγαλύτεροι, στόχευε τις ψυχές των ανθρώπων, αφήνοντας ανεπηρέαστα τα σαρκικά τους μάτια. Έτσι μπορούσαν, με καθαρό νου να αντιλαμβάνονται το αληθινό νόημα της ζωής!

 

Χρόνια πολλά!

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

 

Κένωσις


 

Ο Ιησούς Χριστός κατά την Ενανθρώπησή Του αν και είχε όλα τα γνωρίσματα της θεότητος, δεν θεώρησε ωστόσο αρπαγμό το να είναι ομότιμος με τον Πατέρα, δεν θεώρησε δηλαδή τη θεϊκή ιδιότητα ένα λάφυρο ή προνόμιο που πρέπει αδιάκοπα να απολαμβάνει. Γι’ αυτό εκένωσε, δηλαδή άδειασε τον εαυτό του από όλα τα θεϊκά γνωρίσματα, απεκδύθηκε τη θεότητα, αποξενώθηκε τον θεϊκό χαρακτήρα του, και έλαβε μορφή δούλου. Ο Δημιουργός του κόσμου γεννιέται ως άνθρωπος στη Βηθλεέμ και μάλιστα ταπεινός, σε μια φάτνη.

 

Η θεία μεταφορά του Χριστού στο κοσμικό πλαίσιο (contextualization) εκφράζεται με θεολογικές έννοιες ως: ενσάρκωση, κένωση, Χριστολογική περιχώρηση, δημιουργία εκ μη όντων σε όντα, μεταμόρφωση της φθαρμένης φύσης σε θεραπευμένη, ολοκληρωμένη φύση.

 

«Destino» ή «Jesús en el desierto» («Το πεπρωμένο» ή «ο Ιησούς στην έρημο». Γλυπτό κατασκευασμένο από πηλό (τερακότα), έργο του Santiago Nuevo Peña (;)

 

Στην επέκταση του ανοίγματος της Τριαδικής περιχώρησης προς τη δημιουργία αναγνωρίζουμε τη δημιουργία ως κένωση του ευρύτερου περιβάλλοντος δηλαδή του θείου, στο μικρότερο, δηλαδή στον κόσμο. Στην τριάδα που εκτείνει τον εαυτό της στη δημιουργία, και στο δημιουργό Λόγο ο οποίος γεννιέται ως δημιούργημα [1] αναγνωρίζουμε την ενσάρκωση ως θείο κενωτικό «αγκάλιασμα»  της δημιουργίας  καθώς ο Λόγος εξαπλώνεται στην κτίση λόγω της σύνδεσης με όλους τους λόγους [2] ενώνοντάς τους στον εαυτό του (Εφ. 1.7-12, Κολ. 1.20).  Η τριάδα εν Χριστώ εκτείνει τον εαυτό της από θυσιαστική αγάπη προς τη δημιουργία σε άνοιγμα προς τη σάρκα. Η βιβλική θεμελίωση της κενωτικής τριάδας συναντάται στο εδάφιο Κολ. 2.9 «ἐν αὐτῷ [τω Χριστώ] κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς». Αποτελεί παλμό του οράματος για μεταμορφωμένο, κόσμο που ευδοκιμεί. Η κένωση αναφέρεται στην πορεία αδειάσματος του είναι. Ο Απόστολος Παύλος γράφει για το Χριστό:

 

ἐν ΧριστῷἸησοῦ, ὃς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, ἀλλ’ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ. (Φιλ. 2.5-11)

 

Ο Ιησούς μιλά στους μαθητές του για το συνεχή κατοπτρισμό αγάπης ο οποίος μεταφέρεται σταθερά από το αιώνιο περιβάλλον στο κοσμικό και ανθρώπινο.

 

καθὼς ἠγάπησέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ ἠγάπησα ὑμᾶς· μείνατε ἐν τῇ ἀγάπῃ τῇ ἐμῇ. ἐὰν τὰς ἐντολάς μου τηρήσητε, μενεῖτε ἐν τῇ ἀγάπῃ μου, καθὼς ἐγὼ τὰς ἐντολὰς τοῦ πατρός μου τετήρηκα καὶ μένω αὐτοῦ ἐν τῇ ἀγάπῃ. Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα ἡ χαρὰ ἡ ἐμὴ ἐν ὑμῖν μείνῃ καὶ ἡ χαρὰ ὑμῶν πληρωθῇ. αὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολὴ ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς. (Ιωάννης 15.9-12).

 

Το αιώνιο εννοείται ως το υπέρτατο πλαίσιο εντός του οποίου ζούμε, κινούμαστε και υπάρχουμε. Ο δημιουργός και αναδημιουργός είναι πηγή αγάπης και ανοίγματος προς τη δημιουργία εντός των γεγονότων αγάπης της δημιουργίας [3] και αναδημιουργίας, εμπειρίες θεμελιώδεις πάνω στις οποίες ο κόσμος σχηματίζεται και ανασχηματίζεται. Οι εμπειρίες αυτές οδηγούν πέρα από λογικές, εξελικτικές κατηγορίες. Καλούμαστε να ζήσουμε ζωή κενωτική για την ευημερία της δημιουργίας. Ο θείος Λόγος δεν ενσαρκώνεται μόνο στο σώμα ενός ανθρώπινου όντος αλλά σε όλη την ανθρωπότητα και σε όλη τη δημιουργία.

Η ιδέα αυτή βασίζεται στο δόγμα του κοσμικού Λόγου, ο οποίος ενυπάρχει στη δημιουργία την οποία ο Λόγος έφερε στην ύπαρξη και κατέληξε σε εκκλησιολογία η οποία ταύτισε την εκκλησία με συλλογικό ίδρυμα εντός της ιστορίας. Η εκκλησιολογία έγινε ιστορία. Αυτή η αντίληψη πρέπει να αντικατασταθεί με θεολογία η οποία επιβεβαιώνει ότι η οικονομία του θείου Λόγου δεν μπορεί να υποβαθμιστεί στην εμφάνισή Του στη μορφή του ιστορικού Ιησού Χριστού. Η εκκλησία δεν μπορεί να υποβαθμιστεί σε ορατή ιδρυματική μορφή. Η εσώτατη πραγματικότητα της ανθρωπότητας και της δημιουργίας, είναι  ο τόπος όπου το Χριστολογικό μυστήριο ατέλειωτα αποκαλύπτεται. Είναι ο τόπος της έκφρασης του Αγίου Πνεύματος το οποίο αποκαλύπτει στη δημιουργία την εσώτατη παρουσία του Λόγου. Οι Χριστιανοί είναι ανάγκη να επιβεβαιώνουμε αυτή την παρουσία και αυτό το μυστήριο στην ανθρωπότητα και σε όλη τη δημιουργία.

Η «κένωση» αναφέρεται σε πορεία αδειάσματος του εγώ μας. Τα τρία πρόσωπα της τριάδας ενωμένα σε αδιάκοπη αγαπητική περιχωρητική σχέση είναι επίσης ενωμένα σε θυσιαστική δράση προς την ανθρωπότητα και τη γη δια του Χριστού.[4] Η κοινωνία των προσώπων εντός της Τριάδας μεταφέρεται στη γη και σε όλες τις μορφές ζωής που αγωνίζονται για την επιβίωσή και την ανάπτυξή τους. Η σχεσιακή θεία παρουσία εισέρχεται στη δημιουργία ως κενωτική, θεραπευτική παρουσία και κοινωνία η οποία μας ελκύει σε κοινωνία με άλλες μορφές ζωής και με άλλους ανθρώπους οι οποίοι αναμένουν από εμάς σεβασμό και αγάπη. Η κενωτική πνευματικότητα της συγκατάβασης μπορεί να είναι αντίδοτο στην υπερκαταναλωτική κοινωνία. Όμως μια κενωτική πνευματικότητα μπορεί να οδηγήσει σε «σταύρωση ξανά» των ευπαθών όντων της γης και στην εγκατάλειψη των ανθρώπων που βιώνουν καταστάσεις δυστυχίας και πόνου.

Η θεία κένωση βρίσκει ξανά τη θέση της σε μια «κοινωνία αγάπης» που οδηγεί σε συγχώρεση και σε αφύπνιση φιλευσπλαχνίας και φροντίδας για όλους. Μια κενωτική πνευματικότητα βασίζεται σε «ευσπλαχνία, συμμετοχή, αλληλεγγύη» οι οποίες γίνονται αφετηρία για τελειοποίηση.

Άνδρες, γυναίκες είναι ανάγκη να αναπτύξουμε «πρότυπα φροντίδας και αμοιβαιότητας» αντικρούοντας δομές εξουσίας και θεολογίες οι οποίες επιδοκιμάζουν τον εξευτελισμό των άλλων. Η προσωπική, εθελούσια συμπλοκή κάθε ατόμου στον πόνο των άλλων γύρω μας είναι  διαμαρτυρία και μαρτυρία ελπίδας ενάντια στο κακό και τη διαφθορά που βιώνουμε. Πώς θα πλησιάσουμε τη θεραπευτική πηγή της θείας δύναμης, αν όχι με το άνοιγμά μας στη μεταμορφωτική δύναμη της αγάπης του Χριστού; Δημιουργώντας χώρο παραδιδόμαστε στη θεία δύναμη, εμπλεκόμαστε με το σταυρό και την ανάσταση, ριζώνουμε στο σώμα του Χριστού. Δημιουργώντας χώρο ασκούμε την ενδυναμωτική παρουσία του Θεού που δεν εξαναγκάζει. Η ανθρώπινη εκ Θεού ευαισθησία δεν ζητά άσκοπη δυστυχία ή αυταπάρνηση. Η κένωση δεν είναι άρνηση του εαυτού μας αλλά τόπος εν Θεώ μεταμόρφωσης.

 

Υποσημειώσεις


[1] Ιωάννου Δαμασκηνού: Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, Δ΄18, Κείμενο – Μετάφραση – Εισαγωγή – Σχόλια Νίκου Ματσούκα (Θεσσαλονίκη: Έκδοσις Π. Πουρνάρα, 1989), σελ.402,4,6. Louth, Andrew: Maximus the Confessor, The Early Church Fathers (London: Routledge, 1996).

[2] Clarke, Chris: Living in Connection Theory and practice of the new World-view (UK: Creation Spirituality Books, 2002), σελ.105, 177.

[3] Clarke, Living in Connection, σελ.235.

[4] Mary C. Grey, Sacred Longings: Ecofeminist theology and Globalization (London: SCM, 2003), σελ.72-74.

 

Ιωάννα Σαχινίδου

Η Ιωάννα Σαχινίδου ολοκλήρωσε γυμνασιακές σπουδές στο Pierce College.  Σπούδασε φυσιογνωσία στη Φυσικομαθηματική Σχολή, στο Φυσιογνωστικό τμήμα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.  Σπούδασε Περιφερειακή Ανάπτυξη στο Ινστιτούτο Περιφερειακής Αναπτύξεως (τμήμα μεταπτυχιακό) του Παντείου Πανεπιστημίου. Το 2013 ολοκλήρωσε διδακτορική διατριβή στη θεολογία (ecofeminist theology) στο Wales University, Trinity Saint David, Lampeter. Είναι Ιδρυτικό μέλος του ελληνικού τμήματος του Οικουμενικού Φόρουμ Ευρωπαίων Χριστιανών Γυναικών. Από το 1980 – 1993 ήταν Εκδότρια και υπεύθυνη σύμφωνα με τον Νόμο του παιδικού  χριστιανικού περιοδικού «Ουράνιο Τόξο».

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και η εικόνα που συνοδεύει το κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

«Αναζητώντας το Άστρο των Μάγων»


 

Ο Δήμος Ναυπλιέων και ο ΔΟΠΠΑΤ διοργανώνουν ένα χριστουγεννιάτικο ταξίδι στη λογοτεχνία και τη ζωγραφική με οδηγό την επιστήμη, αναζητώντας το φως του Άστρου των Μάγων. Μια διεπιστημονική προσπάθεια ερμηνείας ενός φαινομένου η οποία απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες.

Η εκδήλωση θα γίνει τη Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου στις 7 το απόγευμα, στην αίθουσα του Βουλευτικού στο Ναύπλιο.

 

Το Αστέρι της Βηθλεέμ (χαρακτικό), Αγγλική Σχολή, (19ος αιώνας).

 

Θα μιλήσουν:  

  • Στράτος Θεοδοσίου, ομότιμος καθηγητής αστροφυσικής ΕΚΠΑ, πρόεδρος Ε.Ε.Φ.
  • Αλεξάνδρα Δημακοπούλου, Δρ της Ecole des Hautes Etudes and Sciences Sociales, συντονίστριας εκπαιδευτικού έργου φιλολόγων του ΠΕΚΕΣ Πελοποννήσου.
  • Λαμπρινή Καρακούρτη – Ορφανοπούλου, ιστορικός τέχνης, επιμελήτρια της Εθνικής Πινακοθήκης (παράρτημα Ναυπλίου).

Συντονίζει ο Γεώργιος Κόνδης, κοινωνιολόγος, Τμήμα Παραστατικών και Ψηφιακών Τεχνών, Σχολή Καλών Τεχνών Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

Η εκδήλωση πραγματοποιείτε με τη συνεργασία του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) και της Ένωσης Ελλήνων Φυσικών.

 

Οι «δημοδιδασκάλισσαι» του Δημοτικού Σχολείου Θηλέων Κρανιδίου των ετών 1880 -1899 | Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου


 

Το Δημοτικό Σχολείο για κορίτσια (Παρθεναγωγείο) στο Κρανίδι συστάθηκε στα τέλη της 10/ετίας του 1850 με επικρατέστερη χρονολογία το έτος 1858. Στον πρώτο κατάλογο του σχολείου, έτους 1858 – 1859, φέρονται γραμμένες 181 μαθήτριες με πρώτη δημοδιδασκάλισσα τη Χ. Β. Βασιλοπούλου.

Το 1888, σύμφωνα με την έκθεση (1 Αυγούστου 1888) του Νομαρχιακού δημοδιδάσκαλου Θεοδώρου Μ. Λύρα, το σχολείο λειτουργούσε ως 2/τάξιο, φοιτούσαν σ’ αυτό 293 μαθήτριες και υπηρετούσαν οι δημοδιδασκάλισσες Φερενίκη Παπαδήμα, πρωτοβάθμια και διευθύντρια του σχολείου «διδάσκουσα εις τας δύο ανωτέρας τάξεις» και η Αδριανή Δέδε «διδάσκουσα εις τα δύο κατωτέρας τάξεις».

Το 1892, πέντε χρόνια αργότερα, όπως αναγράφεται στο «Μητρώον των εν Κράτει Δημοτικών Σχολείων», το σχολείο φαίνεται να έχει προαχθεί σε 3/τάξιο και διδάσκουν σ’ αυτό η Ελένη Γκιώνη, η Ιωάννα Οικονόμου και η Αδριανή Δέδε. Τέλος στο υπ’ αριθμ. Φ.Ε.Κ. 223/21 Δεκεμβρίου 1898 δημοσιεύεται «η προαγωγή εις πλήρες του εν Κρανιδίω Δημοτικού Σχολείου Θηλέων».

Στη συνέχεια αναφέρουμε ονόματα δημοδιδασκαλισσών που υπηρέτησαν στο Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι κάποιες απ’ αυτές ίσως να ήταν και ντόπιες που είχαν αλλεπάλληλους διορισμούς, μεταθέσεις και απολύσεις.

 

Ονόματα δημοδιδασκαλισσών

 

  • 1885 Αδριανή Δέδε

Δευτεροβάθμια. Μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου στο αντίστοιχο της Καρύστου Φ.Ε.Κ. 227/31 Αυγούστου 1885.

-1886 Διορισμός στο Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου «αντί της Καλομοίρας Πούλου μετατιθεμένης εις Κλημέντιον Κορινθίας». Φ.Ε.Κ. 185/15 Ιουλίου 1886, υπουργική πράξη 9103/15 ή 12 Ιουλίου 1886.

-1892 Μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου στο Δ’ Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Πειραιά, Φ.Ε.Κ. 315/3 Σεπτεμβρίου 1892, Μηνιαίες αποδοχές 110 δραχμές.

-1894 Διορισμός στην κενή θέση του 3/ταξίου Δημοτικού Σχολείου Θηλέων Κρανιδίου, Φ.Ε.Κ. 60/16 Μαρτίου 1894, υπουργική πράξη 4922/16 Μαρτίου 1894.

1895 Απόλυση από το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου με την υπ’ αρ. 14145/31 Αυγούστου 1895 υπουργική πράξη, Φ.Ε.Κ. 204/4 Σεπτεμβρίου 1895

  • 1888 Φερενίκη Παπαδήμα

Δευτεροβάθμια. Μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου «εις το εν Αγνάντοις» αντίστοιχο σχολείο Δήμου Άρτας, Φ.Ε.Κ. 270/21 Οκτωβρίου 1888, υπουργική πράξη 14352/25 Οκτωβρίου 1888. Στο σχολείο δεν παρουσιάστηκε και απολύθηκε τον Ιανουάριο του 1889. Το 1891 παίρνει μετάθεση από το Σχολείο Βρωμολίμνης Μεθάνων στο Β’ Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Μακρυνίτσας. Επιστρέφει στο Σχολείο της Βρωμολίμνης και με νέα μετάθεση υπηρετεί στο Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Σπετσών με την υπουργική πράξη 17892/7 Σεπτεμβρίου 1892 και Φ.Ε.Κ. 322/8 Σεπτεμβρίου 1892. Οι μηνιαίες αποδοχές είναι 110 δραχμές. Το 1893 απολύεται από το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Σπετσών «ως απόσχουσα αυτογνωμόνως των καθηκόντων της πλέον του μηνός κατά την αναφοράν του Δημάρχου» υπουργική πράξη 7930/25 Απριλίου 1893, Φ.Ε.Κ. 76/29 Απριλίου 1893. Το 1894 διορίζεται στο Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Ερμιόνης, υπουργική πράξη 10231/17 Ιουνίου 1894, Φ.Ε.Κ. 125/8 Ιουνίου 1894. Μετά όμως από δύο μήνες παίρνει μετάθεση για το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου, υπουργική πράξη 15539/31 Αυγούστου 1894, Φ.Ε.Κ. 195/31 Αυγούστου 1894. Μηνιαίες αποδοχές 120 δραχμές.

  • 1891 Ιωάννα Ν. Οικονόμου

Τριτοβάθμια. Διορισμός στο Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου.

  • 1892 Δέσποινα Οικονόμου

Πρωτοβάθμια. Διορισμός στο Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου. Κοινοποίηση της υπ’αρ.17087/10 Σεπτεμβρίου 1892 υπουργικής πράξης που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ 311/31 Αυγούστου 1892. Μηνιαίες αποδοχές 120 δραχμές.

-1893 Απόλυση από Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου, υπουργική πράξη 19905/9 Σεπτεμβρίου, Φ.Ε.Κ. 31 Αυγούστου και καθώς φαίνεται άμεσος διορισμός στην ίδια θέση με την υπ’αρ.21582/15 Σεπτεμβρίου 1893 υπ. πράξη.

-1894 Απόλυση από το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Ερμιόνης «δυνάμει του αρ.16 του Ν.ΒΠΕ (2085)» με την υπ’ αρ.15516/3 Σεπτεμβρίου 1894 υπουργική πράξη που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 195/31 Αυγούστου 1894.

-1895 Διορισμός στο Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου. Φ.Ε.Κ.4/15 Ιανουαρίου 1895, υπουργική πράξη 192/4 ή 10 Ιανουαρίου 1895. Πρωτοβάθμια «αντί της Φερενίκης Παπαδήμα αποσχούσης πλέον του μηνός των καθηκόντων της καθ’ α προκύπτει εκ της ιδίας απολογίας της (19 Φεβρουαρίου 1895). Τον διορισμό της είχε ζητήσει από τον αρμόδιο Υπουργό με ιδιαίτερο σημείωμα του και ο Γεώργιος Μίλησης γράφοντας: «όπως διορισθή εις το εν Κρανιδίω Σχολείον των Θηλέων η Δέσποινα Οικονόμου».

  • 1892 Ελένη Γκιώνη

Τριτοβάθμια. Μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου στο αντίστοιχο των Διδύμων. Κοινοποίηση της υπουργικής πράξης 17087/10 Σεπτεμβρίου 1892, Φ.Ε.Κ. 311/31 Αυγούστου 1892. Μηνιαίες αποδοχές 100 δραχμές.

  • 1892 Ελπίδα Πετρίδου

Διορισμός στο Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου. Μηνιαίος μισθός 110 δραχμές.

  • 1892 Μαρία Ξύδα

Διορισμός στο Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου. Μηνιαίος μισθός 110 δραχμές. Κοινοποίηση της υπουργικής πράξης 17087/10 Σεπτεμβρίου 1892 και Φ.Ε.Κ. 311/31 Αυγούστου 1892 (κοινή απόφαση).

  • 1893 Μαρία Α. Ξύδη

Δευτεροβάθμια. Μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου στο αντίστοιχο Κορίνθου με αίτησή της. Φ.Ε.Κ. 267/17 Δεκεμβρίου 1893. Μηνιαίες αποδοχές 110 δραχμές.

  • 1898 Αθανασία Χαλκιοπούλου

Του Δημοτικού Σχολείου Θηλέων Κρανιδίου, προαγωγή σε πρωτοβάθμια από το Εποπτικό Συμβούλιο σύμφωνα με την πράξη ΙΘ’παρ.4/30 Σεπτεμβρίου 1898. Φ.Ε.Κ. 234/3 Οκτωβρίου 1898. Ανάληψη υπηρεσίας στις 25 Σεπτεμβρίου 1895.

 

Υπηρέτριες

Να επισημάνουμε πως από το 1891 στο Σχολείο Θηλέων, όπως και στο αντίστοιχο των Αρρένων, είχαν προσληφθεί «υπηρέτριες» για να φροντίζουν την καθαριότητα και να χρησιμοποιούνται σε κάποιες άλλες βοηθητικές εργασίες. Αυτές ήσαν οι: Νικολέττα Δεικτά (27 Μαΐου 1891) και Γεωργία Καπογιάννη (1895).

 

Πηγή


  • Γενικά Αρχεία του Κράτους, Υ.Ε.Δ.Ε. Δ΄, Υλικό αταξινόμητο
  • Γ.Α.Κ. Νομού Αργολίδας

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: «Μήπως χάνω το έφηβο παιδί μου;»


 

O Σύλλογος Αργείων «O Δαναός» έχει την τιμή και την ευχαρίστηση να σας αναγγείλει, ότι  την Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2019  και ώρα 6.30  μ.μ.  στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου, Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος,  θα μιλήσει ο κ. Ευάγγελος Ρέντας, Επιστημονικός Υπεύθυνος «Ψυχοπαιδαγωγείν», Κλινικός και Συμβουλευτικός Ψυχοθεραπευτής, Master, Bachelor Ψυχολογίας, με θέμα:  «Μήπως χάνω το έφηβο παιδί μου;»

Συνδιοργάνωση:  Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων του Μπουσουλοπουλείου 1ου Γυμνασίου Άργους.

Θα προβληθούν σχετικές διαφάνειες και θα ακολουθήσει συζήτηση.

 

Ευάγγελος Ρέντας

 

Ευάγγελος Ρέντας

Γεννήθηκε στην Αθήνα και είναι μόνιμος κάτοικος Άργους. Σπούδασε Κοινωνικές Επιστήμες, Κλινική Κοινωνική Εργασία και Συμβουλευτική Ψυχολογία στο Newcastle της Αγγλίας. Εξειδικεύτηκε στις μεταπτυχιακές του σπουδές στην Οικογενειακή και Συστημική προσέγγιση της Ψυχοθεραπείας με κύριο στόχο τη θεραπεία και Συμβουλευτική παιδιών, ζευγαριών και οικογενειών, που είχαν διαγνωσθεί με ψυχολογικά και ψυχιατρικά προβλήματα.

Ερεύνησε τη μελέτη των πρώιμων σχέσεων μεταξύ των γονέων και των παιδιών τους, καθώς και τη δυναμική του οικογενειακού πλαισίου και τις κοινωνικές και προσωπικές τους ιστορίες, σχετικά με την ανάπτυξη δυσλειτουργικών μοτίβων, ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά. Επίσης την εμπειρία ψυχιάτρων, πάνω στην ψυχοπαθολογία της συνοχής των οικογενειακών δεσμών, σε διαγνωσμένους με σχιζοφρένεια ασθενείς, κάνοντας φανερή την παραδοξότητα και τη σύγχυση των «διπλών μηνυμάτων», που εκπέμπουν γονείς με ψυχοπαθολογία στα παιδιά τους.

Είναι Διοικητικό μέλος και Επιστημονικός Συνεργάτης του Προγράμματος «Μελέτη και Εκπαίδευση σε Ανθρώπινα Συστήματα Συμπεριφοράς», πρώην πρόγραμμα της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης, έχοντας εκπαιδευτεί και διδάξει πλέον τους μετεκπαιδευμένους Ψυχιάτρους, Ψυχολόγους και Κοινωνικούς Λειτουργούς στη Συστημική και Οικογενειακή Ψυχοθεραπεία.

Σήμερα συνεχίζει να δραστηριοποιείται ιδιωτικά στην περιοχή του Άργους με τη σύζυγό του λειτουργώντας υπό τη στέγη του «Ψυχοπαιδαγωγείν». Βρίσκεται στο ραδιόφωνο της Ι.Μ.Α. για 11η συνεχή χρονιά, έχοντας ταυτόχρονα στο βιογραφικό του ένα μεγάλο αριθμό εισηγήσεων και άρθρων.

«μικρο-Μέγα Κολοκοτρωνέικο» το νέο βιβλίο του Νίκου Πλατή


 

Στα ράφια των βιβλιοπωλείων βρίσκεται το νέο βιβλίο του Νίκου Πλατή με τίτλο «μικρο-Μέγα Κολοκοτρωνέικο», που εκδόθηκε από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων.

Το «Κολοκοτρωνέικο» είναι ένα λεξικογραφημένο ιστορικό δοκίμιο, 256 σελίδων, για το 1821. Είναι ένα εντελώς διαφορετικό βιβλίο για τον Κολοκοτρώνη στο οποίο ο συγγραφέας του, Νίκος Πλατής, αφηγείται συναρπαστικές ιστορίες από την περίοδο της Επανάστασης του 1821 με έναν τρόπο πρωτότυπο, βασισμένος σε ιστορικές αλήθειες.

Ο Νίκος Πλατής είναι ο συγγραφέας του περίφημου «Μαύρου λεξικού», του «Μπαχαρικού λεξικού», του «Αθωνικού λεξικού» και άλλων είκοσι περίπου βιβλίων. Γεννήθηκε στον Πειραιά το 1951, όπου ζει και εργάζεται.

 

Οι τέσσερις καπεταναίοι του Μοριά: Κολοκοτρώνης, Γιατράκος, Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, Νικηταράς (Les Quatre Premiers Capitaines de la Moree ο πρωτότυπος τίτλος): Σαν από το θέατρο σκιών θαρρείς βγαλμένοι (και ο Κολοκοτρώνης ντυμένος από πάνω μέχρι κάτω στα πορφυρά). από το PUAUX, Rene. Grece, Terre aimee des Dieux, Παρίσι [G. de Maleherbe], MCMXXXII.

 

Το συγγραφέα τον γνώρισα το 2011, όταν μου τηλεφώνησε και μου μίλησε για τις σκέψεις του, προκειμένου να υλοποίηση  τη συγγραφή ενός τέτοιου βιβλίου. Μετά από ένα μικρό χρονικό διάστημα συναντηθήκαμε στα γραφεία της Αργολικής Βιβλιοθήκης και έτσι από το Άργος, ξεκίνησε  να διαμορφώνετε η ιστορία του βιβλίου.

 

Το εξώφυλλο του βιβλίου, «μικρο-Μέγα Κολοκοτρωνέικο».

 

Το βιβλίο, λοιπόν, του Νίκου Πλατή με τίτλο «μικροΜέγα Κολοκοτρωνέικο», βασισμένο στις λέξεις, στις φράσεις και στις μνήμες που ανασύρει ο γέρος του Μοριά στα απομνημονεύματά του, είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι πραγματικά γεμάτο αποκαλυπτικές λεπτομέρειες και δεκάδες αυτοτελείς μικροϊστορίες, από την ιστορία αλλά και την προϊστορία της Επανάστασης του 1821 στον πυρήνα της, την Πελοπόννησο, αλλά και στα πέριξ, που στηρίζονται σε αξιόπιστες πηγές. Και είναι ένα βιβλίο που δεν το διαβάζει κανείς σελίδα σελίδα, με τη σειρά της αρίθμησης, αλλά κυκλικά, δηλαδή ο αναγνώστης μπορεί να ξεκινήσει το διάβασμα απ’ όποια σελίδα θελήσει, πηγαίνοντας μπρος – πίσω με τον τρόπο που θα επιλέξει.

Οι πηγές του είναι πολλές, αξιόπιστες και σημαντικές. Ωστόσο, αν πρέπει να επικεντρωθούμε σε μερικές, θα σταθούμε στις ιστορικές μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα της Επανάστασης του 1821.

Έχουμε τον Φωτάκο, τον Φώτιο Χρυσανθόπουλο, γραμματικό (αγιουτάντε) του Κολοκοτρώνη και συγγραφέα του περίφημου δίτομου  έργου «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», έχουμε τον Νικόλαο Κασομούλη, αλλά έχουμε και τον Μαξίμ Ρεμπό, έναν μηχανικό των κανονιών που μας άφησε φοβερές μαρτυρίες και σπαρταριστά ρεπορτάζ από την καθημερινότητα των πρώτων χρόνων της Επανάστασης. Όλα αυτά διασταυρώνονται με τα λόγια, τη σκέψη, τις φράσεις και τις μνήμες του Κολοκοτρώνη και βγάζουν ένα συμπέρασμα.

Προσωπογραφία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη (1814 ή 1819- 1878), λάδι σε μουσαμά, 29 x 22 εκ. Εθνική Πινακοθήκη. Εκτίθεται στη Σπάρτη, Κουμαντάρειος Πινακοθήκη.

«Ο Κολοκοτρώνης», λέει ο συγγραφέας, σε συνέντευξη του στο περιοδικό Lifo,  «ήταν  άνθρωπος δυναμικός και δραστήριος.  Ήταν στο επάγγελμα ληστοκλέφτης αρχικά, όπως και ο πατέρας του. Κατόπιν ζούσε επαγγελλόμενος τον κάπο, ένα είδος αρχισεκιουριτά της εποχής, επικεφαλής ενός ιδιωτικού στρατού που τον πλήρωναν οι προύχοντες προκειμένου να προστατέψουν την περιουσία τους, το βιος τους, τα πράγματά τους. Μετά δούλεψε ως μισθοφόρος. Ήταν ένας άνθρωπος των όπλων σε όλη του την προεπαναστατική ζωή. Ήταν 51ενος ετών όταν πέρασε στην Επανάσταση. Σίγουρα, βέβαια, ήταν ένας σπουδαίος στρατηγός του κλεφτοπολέμου και κατάφερε να χρησιμοποιήσει όλη την εμπειρία του που είχε αποκτήσει προς όφελος της Επανάστασης, γιατί ήξερε όλα τα κατατόπια, ήξερε το κάθε πέρασμα, ήξερε την κάθε κρυψώνα. Σε αντίθεση με τον Καραϊσκάκη, ο οποίος ήταν επικεφαλής των παλικαριών του, ο Κολοκοτρώνης δεν το έκανε ποτέ αυτό το πράγμα, ανέβαινε στα πιο ψηλά σημεία κι αγνάντευε τι θα γίνει, προσπαθούσε να καταλάβει από πού θα περάσει ο εχθρός για να τον κλείσει και να κάνει την ανάλογη κίνηση».

 

Και συνεχίζει, μιλώντας για το πώς ξεκίνησε να γράφει το Κολοκοτρωνέικο.

 

«Είχα την Διήγηση των συμβάντων της ελληνικής φυλής», λέει, δηλαδή, «τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη, από πολύ παλιά. Την είχα αγοράσει να τη διαβάσω από τη δεκαετία του ’70. Κάθε φορά, όμως, που προσπαθούσα να τη διαβάσω, στη δεύτερη – τρίτη σελίδα σταματούσα. Δεν καταλάβαινα τι έγραφε και θεωρούσα ότι έφταιγε η ανεπάρκειά μου, αυτά που έπρεπε να ξέρω αλλά δεν ήξερα. Στο μεταξύ, μεγάλωσα, εξελίχθηκα στην κατανόηση της άλλης ιστορίας, αλλά πάλι τον Κολοκοτρώνη δεν τον καταλάβαινα. Δεν ξεχωρίζεις στα απομνημονεύματά του την επαναστατική του ζωή από την προηγούμενη. Αναφέρεται σε περιστατικά, σε ονόματα, σε πράγματα που εάν δεν ξέρεις τι ακριβώς έγινε τότε και σ’ εκείνο το συγκεκριμένο γεωγραφικό τμήμα, δεν μπορείς να τον καταλάβεις εύκολα. Έχει, λοιπόν, μια σκηνή όπου τον καταδιώκουν οι Τούρκοι και με την ψυχή στο στόμα καταφέρνει κάποια στιγμή να γλιτώσει. Ο ανυποψίαστος αναγνώστης φαντάζεται έναν άνθρωπο ο οποίος πολεμάει τους Τούρκους σε όλη του τη ζωή. Όμως δεν είναι έτσι ακριβώς τα πράγματα. Ας πούμε, το γεγονός στο οποίο αναφέρεται είναι ένα περιστατικό που συνέβη στα 1806, όταν το Πατριαρχείο και η Υψηλή Πύλη αποφάσισαν την εξολόθρευση των ληστοκλεφτών. Τον λόγο που το έκαναν χρειάστηκαν κάποια χρόνια αναζητήσεων για να τον μάθω: γιατί ο Κολοκοτρώνης κι ένας φίλος του, ο καπετάν Γιώργας, απήγαγαν ένα πολύ σημαίνον πρόσωπο της εποχής, έναν πρωτοσύγκελο, τον πρωτοσύγκελο Ανδριανόπουλο, προεστό των Γαργαλιάνων και ισχυρό φίλο του Διοικητή της Πελοποννήσου Οσμάν Πασά, τον οποίο καταεξευτέλισαν. Αυτός ήταν μια σημαντική προσωπικότητα της εποχής, και ήταν αυτός που συνέλεγε τους φόρους στην Πελοπόννησο.  Όταν δόθηκαν τα λύτρα και γύρισε στο πατριαρχείο, κίνησε γη και ουρανό για να εκδικηθεί. Έτσι ξεπαστρεύτηκε η κλεφτουριά, από την μήνιν του πρωτοσύγκελου Ανδριανόπουλου».

 

Μια ακινητοποιημένη σκηνή στο παρελθόν του Ελληνισμού (δίκην φωτογραφικού ενσταντανέ: Ρωμιοί προύχοντες στα χρόνια του Κολοκοτρώνη, ενώ συνεδριάζουν. Συμβούλιο γενικών επιστατών (Council – Generaral of the epistates), σύμφωνα με τον επεξηγηματικό τίτλο του εκδότη της γκραβούρας. «Τουρκογέροντες» με όλα τα ντεσού (φέσια, οντάδες, λουλάδες, πέρσικες γενειάδες και φορέματα λουκ Δαρείου), κατά τη φωτογραφική μαρτυρία της εικόνας. Συλλογή του συγγραφέα.

 

Το Κολοκοτρωνέικο είναι ένα βιβλίο αναφοράς, όπου δίνεται η ευκαιρία στον αναγνώστη να μάθει πράγματα και θάματα, όσα πρέπει να ξέρει όποιος ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα και ουσιαστικότερα από αυτά τα στερεότυπα που λένε τα σχολικά εγχειρίδια. Αποτελείται από δεκάδες, εκατοντάδες μικροϊστορίες. Έχει καταπληκτική εικονογράφηση, με εικόνες που δίνουν την ευκαιρία στον αναγνώστη να αισθανθεί κάτι από την καθημερινότητα των ανθρώπων που ζούσαν τότε, εικόνες οι οποίες είναι φτιαγμένες από περιηγητές, από επαγγελματίες ζωγράφους ρεπόρτερ που ειδικεύονταν στην τοπιογραφία και στα ρεπορτάζ καθημερινότητας.

Έχουμε την ευκαιρία να δούμε τι ρούχα φορούσαν οι προγεννήτορές μας, να δούμε πηγαδάκια κουτσομπολιού, μια καθημερινότητα των προ-προ-προπαππούδων μας και των προ-προ-προγιαγιάδων μας.

 

Πορτραίτο του Μάρκου Μπότσαρη, ελαιογραφία σε μουσαμά, 1874. Έργο του Jean-Léon Gérôme (French, 1824-1904).

 

«Στην αρχή του βιβλίου υπάρχουν δύο διαφορετικές εικόνες του Κολοκοτρώνη χωρίς την περικεφαλαία, από ζωγράφους της εποχής. Δεν φορούσε περικεφαλαία όσο ζούσε. Γιατί και πότε του τη φόρεσαν; Και γιατί όλα τα γλυπτά τον δείχνουν με περικεφαλαία;

Αυτό έγινε μετά τον θάνατό του, στα 1884, όταν οι Ναυπλιώτες αποφάσισαν να τιμήσουν τον ήρωα και να φτιάξουν ένα γλυπτό. Το παρήγγειλαν σε έναν επιφανή Έλληνα γλύπτη, τον Λάζαρο Σώχο, ο οποίος ζούσε στο Παρίσι, και μετά τα σχετικά παζάρια πήρε ένα τεράστιο ποσό και ξεκίνησε η δουλειά.  Όταν είδαν ότι πάει να κάνει μια τυπική αρβανιτόφατσα με το ξυρισμένο κρανίο και την αλογοουρά, αντέδρασαν και του είπαν «κοίταξε να δεις, εμείς δεν θέλουμε έναν τέτοιον Κολοκοτρώνη» και τον υποχρέωσαν να του βάλει περικεφαλαία.

Ο δε γλύπτης έκανε ό,τι του ζήτησαν, αλλά άφησε ένα αποκαλυπτικό σημείωμα μέσα στην περικεφαλαία, που βρέθηκε και διαβάστηκε πολύ αργότερα, στις μέρες μας, όταν το γλυπτό πήγε για συντήρηση το 2002.

Ωστόσο, αυτή η εικόνα ήρθε κι έδεσε με το εν γένει λαϊκό αφήγημα, το ιστορικό αφήγημα του ’21, και είναι αυτή που έχει ο καθένας μας για τον Κολοκοτρώνη».

 

Ο Κολοκοτρώνης στην πραγματικότητα (και χωρίς περικεφαλαία): Κάπως έτσι ήταν ο Κολοκοτρώνης στα χρόνια της Επανάστασης. Έτσι τουλάχιστον τον απεικόνισαν οι δύο ζωγράφοι που τον γνώρισαν από κοντά: Adam Friedel (το έτος 1824) και ο Giovanni Bozzi (έναν χρόνο αργότερα, το 1825). Λιθογραφίες.

 

«Ένα άλλο σημείο που αναδεικνύει το βιβλίο είναι ο πραγματικός εμφύλιος που γινόταν προεπαναστατικά μεταξύ των Ελλήνων μισθοφόρων. Όλοι αυτοί οι οπλαρχηγοί, αρματολοί, κάποι και άλλοι, όταν δεν είχαν δουλειά, όταν δεν λήστευαν στα βουνά και δεν μάζευαν τους φόρους για λογαριασμό του σουλτάνου, δούλευαν στον στρατό των Βενετσιάνων, των Άγγλων, των Γάλλων, των Ρώσων, ως μισθοφόροι. Και ποιους πολεμούσαν; Μεταξύ τους πολεμούσαν! Ούτε αυτό είναι κάτι που έχει φωτιστεί, που έχει επισημανθεί».

Και η Επανάσταση από ποιους έγινε; «Αντίθετα με ό,τι πιστεύεται, η Οθωμανική Αυτοκρατορία μέχρι και τον 17ο αιώνα, που άρχισε να παρακμάζει, ήταν μία ιδιαίτερα ανεκτική αυτοκρατορία. Καθένας μπορούσε να πιστεύει σε όποιον θεό ήθελε, και επιπλέον δεν υπήρχε η έννοια του δουλοπάροικου. Την ίδια εποχή η Ευρώπη ζούσε τον μεσαίωνα, κι ο αγρότης πήγαινε μαζί με το αγρόκτημα. Αγόραζε κάποιος το αγρόκτημα και μαζί με αυτό έπαιρνε και το χωριό και τους κατοίκους. Φοβερό πράγμα! Επειδή όμως η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν μια αυτοκρατορία πολεμιστών, ζούσε από τις λείες, όταν αυτές σταμάτησαν, γιατί δεν μπορούσαν πια να νικούν, μετά τη Βιέννη π.χ., άρχισαν να αδειάζουν τα ταμεία. Έχοντας συνηθίσει σε έναν τρόπο ζωής τρυφηλό, ως εκ τούτου απίστευτα δαπανηρό, χρειάζονταν χρήματα. Έτσι, έκαναν αυτό που είχαν κάνει και οι Βυζαντινοί παλιότερα, όταν είχαν αρχίσει να παρακμάζουν: προπώλησαν τους φόρους, τους οποίους αγόρασαν οι τοπικοί πρόκριτοι, που έδιναν προκαταβολικά στην Υψηλή Πύλη, στον σουλτάνο, τα χρήματα που ήθελε, κι εκείνοι έπαιρναν το δικαίωμα να τα εισπράξουν μόνοι τους. Και τα εισέπρατταν με το παραπάνω. Άρχισαν, λοιπόν, να δυναμώνουν οι τοπικοί άρχοντες και σιγά σιγά αγόραζαν κι άλλη γη, κι άλλη γη, και με τον τρόπο τους και με το αδίστακτο της όρεξής τους έφεραν και στον ελλαδικό χώρο τον μεσαίωνα. Ξαφνικά μπορούσε ένας Ρωμιός γαιοκτήμονας να έχει στην ιδιοκτησία του και 100 ή και 200 χωριά, μεγάλα σαν σημερινές κωμοπόλεις. Τότε έγινε αβάσταχτη η ζωή και στην πραγματικότητα αυτή είναι η «βαριά τουρκιά» που περιγράφουν οι ιστορίες των σχολικών εγχειριδίων…»

 

Λέγεται πως ο Κεχαγιάμπεης έχασε τον πόλεμο για τα μάτια μιας χανούμισσας που γνώρισε στο χαμάμ της Τριπολιτζάς. Ομαδικό ζωγραφικό πορτρέτο διά χειρός Jean-Leon Gerome (1824-1904).

 

Για να πάρουμε μια γεύση από το «μικρο-Μέγα Κολοκοτρωνέικο», σας «μεταφέρω» δύο λήμματα του βιβλίο που αφορούν, στον τόπο μας, το Άργος και το Ναύπλιο.

 

Άργος


 

Άργος, το (Ιστ. Γεωγρ.): Πρωτεύουσα του ομώνυμου καζά. Η Λάρισα της Πελοποννήσου (από κλιματολογικής απόψεως)! Ζεστό μέρος. Πάνω στον κάμπο της Αργολίδας. Όταν το επισκέφθηκε ο Άγγλος αρχαιολόγος (και τοπογράφος) William Gell, στα 1801, αριθμούσε περί τις 4.000 ψυχές (μόνιμους κατοίκους), τα περισσότερα σπίτια του ήσαν μονώροφα και οι δρόμοι του ευθύγραμμοι: «Ανάμεσά τους πρόβαλλαν επιβλητικά οι κατοικίες των αρχόντων τριγυρισμένες από κήπους. […] Η πολιτεία αναπτυσσόταν σταθερά. Καινούργιες οικοδομές χτίζονταν με γοργό ρυθμό. Ελάχιστοι Τούρκοι ζούσαν στην πολιτεία. Ο ξένος μπορούσε να βρει κατάλυμα στο σπίτι του άρχοντα Βλασσόπουλου, πλούσιου εμπόρου, προστατευόμενου των Άγγλων. Υποδεχόταν τους ξένους με φιλοφροσύνη και συγκέντρωνε την εκτίμηση των συμπατριωτών του για τον ακέραιο χαρακτήρα του. Για να κυκλοφορήσει ο ξένος στην πόλη έπρεπε να συνοδεύεται από γενίτσαρο γιατί τα παιδιά ήταν πολύ ενοχλητικά».  (Ξεν. Ταξ., τ. Γι, σ. 122). Τα ίδια είδε κι έπαθε και ο Chateaubriand από το παιδομάνι στον Μυστρά ένα έτος αργότερα.

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Τσώκρης Δημήτριος (1796 – 1875)

Ιστορική πόλη το Άργος, η ιστορία του χάνεται στα αχανή βάθη της προϊστορίας και της μυ­θολογίας. Σημαντικός ο ιστορικός ρόλος του στο ’21: Εδώ ήταν οπλαρχηγός ο Τζόκρης. Απ’ εδώ ξεκίνησε η πρώτη Εθνο­συνέλευση (για να ολοκληρωθεί εντέλει στην Επίδαυρο): «[…] την 1η Δεκεμβρίου 1821 έγινε στο Άργος μια δήθεν εθνο­συνέλευση με εικοσιτέσσερα μέλη, που σχεδόν όλα ήταν προεστοί του Μοριά. Πρόεδρος της Συνέλευσης έγινε ο Υψηλάντης, αλλά αηδιασμένος με τις ραδι­ουργίες των μελών της έφυγε για την Κόρινθο, με σκοπό να οργανώσει την πολιορκία του κάστρου». (Ντέικιν, σ. 117)

Εδώ, στο Άργος, πρωτοσυναντήθηκε ο Κολοκοτρώνης με τον Μαυροκορδάτο, όπως διαβάζουμε στα απομνημονεύματα του πρώ­του: «Ο Μαυροκορδάτος, με τον υιόν τού Καρατζα, ηλθον εις την Πάτρα, εστάθηκαν εκεί μερικόν καιρό, επειτα ο Μαυροκορδάτος ήλθε και πρωτοανταμώσαμεν εΐς το Άργος. Αφού επεστρέψαμεν εις το Άργος, εμαζεύθησαν όλοι οι Άρχοντες και από διαφόρους επαρχίες και νησια της Ελλάδος». (Διήγ.)

Εδώ, σ’ αυτή την πόλη, στα 1820 κατοικούσαν περί τις 10.000 ψυχές (οι περισσότεροι Έλ­ληνες, αλλά και καμιά πεντακοσαριά Τούρκοι), μέχρι την έλευση του Κεχαγιά: «Τα ελληνικά σπίτια του Άργους, όλα μικρά και χαμηλά, είχαν γίνει στάχτη από τον Κεχαγιάμπεη. […] Τα τούρκικα σπίτια είχαν σωθεί όλα. Ήταν επιβλη­τικά, καλοχτισμένα, ευρύχωρα κι όλα απομονωμένα με ψηλούς τοίχους. Κάθε σπίτι είχε ένα ή περισσότερα πηγάδια, κήπο με ξυνά και παράσπιτα». (Σιμόπ.)

Εδώ, στα περίχωρα του Άργους, κατα­γράφεται μια καραμπινάτη ήττα των Γραικών, (ο λόγος για τη «μάχη» στον ξεροπόταμο Ξεριά, που σκοτώθηκαν (σφάχτηκαν) από το ιπ­πικό του Κεχαγιάμπεη πολλοί Αργίτες, Σπε­τσιώτες και Κρανιδιώτες επαναστατημένοι, αλλά και ο γιος της Μπουμπουλίνας, ο Γιάννης Γιάννουζας), που ξεκίνησε από τον πανικό ενός καλόγηρου και κατέληξε (τι περίερ­γο!) οξύ ανακουφιστικό συναίσθημα του προκρίτου Δεληγιάννη. [Σε μια λοξοδρομισμένη, κρυπτογραφημένη επιστολή του Νικολάου Δεληγιάννη, η οποία γράφτηκε από το στρατόπεδο και απευθυνόταν στον αδελφό του Κανέλλο, ήταν γραμμένα τα εξής: «Ηττήθημεν. Ας εχει δόξαν ο Θεός! Αλλως αν ένικωμεν ο Δήμος εγίνετο βασιλεύς»· το παρεγκώμιο «Δήμος» το συνήθιζαν στις κουβέντες τους οι Δεληγιανναίοι όταν μιλούσαν για τον Κολοκοτρώνη, «παρομοιάζοντάς τον με έναν συμπα­τριώτη τους αλήτη, που είχε το ίδιο όνομα»]. (Παπαγ.)

Εδώ, στο Άργος, βρισκόταν, όπως προείπαμε, και ο έτερος Υψηλάντης (ο Δημήτριος) όταν κατέφθασαν τα πικρά νέα από την παρίστρια (η ευρισκόμενη παρά τον Ίστρον «Δούναβη», παραδουνάβια ηγεμονία), που ξεσήκωσε ανέλπιδα ο συνεπώνυμος αδελφός του Αλέξανδρος: «Το Άργος ήταν κατάμεστο από στρατιώτες. Τραγούδια θορυβώδη ακούγονταν παντού. Βρήκε τον Υψηλάντη θλιμμένο και σκε­φτικό. Είχαν φθάσει τα τραγικά νέα από τη Βλαχία κι’ ανησυχούσε για τη δική του τύχη, την επιβολή και το κύρος του». (πρ. π.)

Εδώ, στο Άργος, και το καφε­νείο που μαρτυρεί ο Ρεμπό, αυτόπτης μάρτυρας ενός φρικαλέου επεισοδίου πα­ραδειγματισμού με την ιδιόχειρη… υπο­γραφή του Σταματελόπουλου: «Μια μέ­ρα, ενώ βρισκόταν  σε καφενείο του Άρ­γους, του έφεραν ένα στρατιώτη του, που είχε δημιουργήσει σκάνδαλα στην πόλη. Τον ανέκρινε μπροστά στον κόσμο και όταν βεβαιώθηκε για τις άνομες πράξεις του, άπλωσε, ήσυχα – ήσυχα, το αριστερό του χέρι, άδραξε το στρατιώτη από τα μαλλιά και με το δεξί, τραβώντας το γιαταγάνι από το σιλάχι, του έκοψε το κεφάλι μ’ ένα χτύπημα. Όλοι γύρω μαρ­μάρωσαν […]». (πρ. π.)

Ως εδώ ακούγονταν οι κανονιές της πολιορκίας του Αναπλιού, τα έντεκα χιλιόμετρα που χωρίζουν το Άργος από το Ναύπλιο δεν λειτούργησαν καθόλου ηχομονωτικά, με κάθε κανονιά που έπεφτε, οι Αργίτες έκαναν και μιαν ευχή (την ίδια πάντα).

Εδώ, στο αρχαίο θέατρο, έγινε η τέταρτη Εθνοσυνέλευση, ήταν παρών και ο Καποδίστριας (πώς θα μπορούσε άλλωστε να λείπει, αφού αυτός ήταν ο αρχηγός όλων).

 

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου του Άργους όπου διεξάγονταν οι εργασίες της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως. Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843

 

Εδώ, στο Άργος, άρχισε να γρά­φει τα απομνημονεύματά του ο «στρα­τηγός» Μακρυγιάννης· φρούραρχος της πόλης που ποτέ δεν συμπάθησε, με μια έκδηλη αντιπάθεια προς τους Αργείους (εδώ και το σπίτι του, ό,τι απέμεινε δη­λαδή: γκρεμίδια και μια τεράστια αγριο­συκιά για την ακρίβεια, η πόλη του Άρ­γους τον απέρριψε, όπως κι αυτός αυτή).

Δεν ξέρω γιατί ακριβώς, αλλά απ’ εδώ, από την πόλη του Άργους, ξεκίνησα το αναδρομικό ιστορικό ρεπορτάζ για το Κολοκοτρωνέικο. Ο Κολοκοτρώνης ανα­φέρεται σ’ αυτό (στο Άργος δηλαδή) κάμποσες φορές, εγώ στάθηκα σε τούτη δω την αναφορά του, που μαρτυρεί την παρουσία του Καραϊσκάκη και του Τζαβέλα, συνδυασμένη τρόπον τινά και με τις αργίτικες σταφίδες: «Άφηκα αντι­πρόσωπόν μου εις αύτο το στράτευμα τον Γεωργάκη Γιατράκο, και εγώ έπηρα 50 νομάτους και έπηγα εις το Άργος. Έκει εστειλα εις το Ναύπλιον και ήλθε εις το Άργος ο Καραϊσκάκης, Τζαβέλας και λοιποί. Ο Κώστας Μπότσαρης και μερικοί άλλοι τους κράτησε ο Ζαΐμης και τους εκαμε να μην έλθουν να ένωθοϋμεν τα στρατεύματα. Οι σταφίδες εκόντευαν να γενουν· ο Γιάννης και ο Παναγιώτης Νοταράδες άρχισαν να τρώγουνται». Βλ. λ. Οι Μανιάτες έγδυσαν το Άργος.

 

Ναύπλιο


 

Ναύπλιο, το (Ιστ. Γεωγρ.): Έτσι «γράφει» συνήθως το Ανάπλι, ο Κολοκοτρώνης στη Διήγησή του· η αλήθεια είναι πάντως πως «χρησιμοποιεί» και τις δύο λέξεις (Ναύπλιο και Ανάπλι) ταυτόχρονα στα απομνημονεύματά του, στην ίδια πρόταση μάλιστα ενίοτε: «Μου γράφουν από την  Τριπολιτζά να γυρίσω οπίσω, διότι η Πάτρα τελειώνει. “Να γυρίσεις οπίσω να πάμε στο Ναύπλιο”. Εγύρισα με τα στρατεύματα που είχα συνάξει. Πηγαινάμενος εις την Τριπολιτζά, εστείλαμε ένα γράμμα, να ιδούμε τι κάνουν εις το Ανάπλι». (Διήγ.)

 

karl krazeisen – Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

 

Όταν το επισκέφθηκε στα 1801 ο Άγγλος αρχαιολόγος William Gell, λειτουργούσαν στο Ναύπλιο δύο δημόσια λουτρά, για το ένα δε από αυτά μας δίνει και τη σχετική περιγραφή: «[…] Κι’ ενώ παθαίνεις δυνατή εφίδρωση ένας λουτράρης σε τρίβει και σε λούζει αν θέλεις. Ύστερα φέρνουν μια λεκάνη γεμάτη σαπουνάδα κι’ ο λουτράρης σε τρίβει με βούρτσα από κάποιο ανατολίτικο φυτό. Όταν τελειώσει αυτή η διαδικασία σ’ αφήνει μόνο μ’ ένα κύπελλο να ρίχνεις πάνω σου ζεστό ή κρύο νερό από τις δύο μαρμαρένιες γούρνες που βρίσκονται πλάι σου. Έπειτα χτυπάς παλαμάκια κι’ ο υπηρέτης σου φέρνει ένα καθαρό μπαμπακερό ρούχο που το δένεις στη μέση σου κι’ ένα τουρμπάνι για το κεφάλι.

Ύστερα σε οδηγεί ξανά στην πρώτη αίθουσα όπου ξαπλώνεις ανάμεσα στα σεντόνια και πίνεις καφέ ώσπου να στεγνώσεις. Μπορείς ν’ αφήσεις τα λεφτά σου στις τσέπες χωρίς φόβο. Στα λουτρά δεν γίνονται ποτέ κλοπές». (Ξεν. Ταξ., τ. Γ1, σ. 123)

 

Βρύση στο Ναύπλιο, Peter von Hess, λάδι σε ξύλο, 1839

 

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το επιτόπιο ρεπορτάζ του Henry Post, (για την ακρίβεια, η αναφορά του προς το φιλελληνικό Κομιτάτο της Βοστόνης), που «επισκέφθηκε» το Ναύπλιο στα μέσα Σεπτεμβρίου του 1827, επί των ημερών του μιαρού τυραννίσκου Γρίβα:

«Είδαμε μια σκηνή δυστυχίας και αθλιότητας που οι ευνοημένοι κάτοικοι της ευτυχισμένης χώρας μας δεν μπορούν να φαντασθούν. Εκατοντάδες εξαθλιωμένα πλάσματα, με λιμασμένη όψη και κουρελιασμένα ρούχα, είχαν κατασκηνώσει σε καλύβες από καλάμια και μας εκλιπαρούσαν, καθώς περνούσαμε ανάμεσά τους, με απλωμένα χέρια και ικευτικά βλέμματα, να λυπηθούμε την απελπιστική κατάστασή τους. Η συμπάθειά μου κορυφώθηκε όταν έμαθα ότι πολλοί απ’ αυτούς υπήρξαν από τους πλουσιότερους και πιο σεβαστούς Έλληνες, ότι εγκατέλειψαν την ερημωμένη γη τους και τα καμμένα σπίτια τους και τώρα αγωνίζονται να κρατηθούν στη ζωή με μέσα που θα συγκλόνιζαν κάθε ανθρώπινη ψυχή. […] Η πόλη, είπαν, υποφέρει πολύ από έλλειψη ψωμιού – οι στρατιώτες γογγύζουν και αρχίζουν τις αρπαγές και οι κάτοικοι φοβούνται μήπως από στιγμή σε στιγμή καταφθάσει άλλο μήνυμα του Γρίβα, όπως εκείνα που έχουν λάβει στο παρελθόν. “Γιατί συνήθιζε να επιβάλει στην πόλη αναγκαστική εισφορά κάθε φορά που αντιμετώπιζε εξάντληση των αποθεμάτων και να βομβαρδίζει σπίτια από το κάστρο αν δεν έσπευδαν οι κάτοικοι να ικανοποιήσουν τις αξιώσεις του” […]». (Σιμόπ., τ. 5, σ. 358-359). Συνών.: Νάπλι.

 

Το «μικρο-Μέγα Κολοκοτρωνέικο» μπορεί να αποτελέσει ένα θαυμάσιο δώρο, για τις γιορτινές μέρες που έρχονται. 

 

Τάσος Τσάγκος

Επιμελητής εκδόσεων

Γενικός Γραμματέας Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης