Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Η πολιτική και κοινωνική δραστηριότητα του «εκ Μολάων επιφανούς πολιτικού ανδρός» Κωνσταντίνου Ν. Παπαμιχαλόπουλου – © Σοφία Μπελόκα, Δρ Ιστορίας


 

 

Κατά την περίοδο βασιλείας του Γεωργίου Α΄ στην πολιτική ζωή της χώρας άρχισαν να διακρίνονται νέες μορφές συλλογικής οργάνωσης και λειτουργίας, καθώς και κυρίαρχοι συνασπισμοί που διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις, στη βάση εύθραυστων ισορροπιών. Ένα πρόσθετο προσδιοριστικό στοιχείο της ελληνικής πραγματικότητας της εποχής συνδεόταν με την ανανέωση σε επίπεδο κοινωνικής οργάνωσης, αντιπροσώπευσης, σε επίπεδο διοίκησης και κρατικής, θεσμικής λειτουργίας. Σταδιακά και ειδικά κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα άρχισαν να αναδεικνύονται νέες συσπειρώσεις και νέα πρόσωπα που ανέπτυσσαν δυναμική δραστηριότητα, επιφέροντας υπολογίσιμες αλλαγές στο κοινωνικό, πολιτισμικό, πολιτικό πεδίο. Μεταξύ αυτών των νέων, δυναμικών, δραστήριων προσωπικοτήτων με την πολύπλευρη δράση συμπεριλαμβάνεται και ο πολιτικός Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος.

 

Στην ελληνική πραγματικότητα της εποχής και ειδικά από το 1864 έως το 1870, στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου και προβληματισμού βρέθηκαν θέματα όπως το πολιτειακό ζήτημα, η εκ νέου κατανομή της εξουσίας, η οριοθέτηση της λειτουργίας του θρόνου, οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί. Οι νέες, ανερχόμενες πολιτικές δυνάμεις που βαθμιαία άρχιζαν να εδραιώνονται στο εσωτερικό της χώρας, ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1870-1880, έδειχναν να προσανατολίζονται προς τα θεσμικά, πολιτικά πρότυπα των εκσυγχρονισμένων ευρωπαϊκών κρατών [1]. Παράλληλα, άρχιζαν να επικεντρώνονται σε συστηματικές προσπάθειες ανασυγκρότησης του κράτους, στον εξορθολογισμό της διοίκησης και της δημοσιονομικής λειτουργίας καθώς και στη χάραξη μιας εν πολλοίς ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής. Στο πλαίσιο βραχύβιων κυβερνητικών σχημάτων, ο μονάρχης επιδείκνυε μια ιδιαίτερη στάση επιχειρώντας να προσαρμοστεί στις συνθήκες αλλά και να τις προσαρμόσει στις επιδιώξεις του. Από το 1867 τα αδιέξοδα, τα σύνθετα προβλήματα και οι ποικίλες δυσχέρειες της κυβερνητικής πολιτικής οδήγησαν σε μια πολιτειακή κρίση που κορυφώθηκε κατά τα έτη 1874-1875, οδηγώντας σε αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις [2]. Από το 1875, συνθήκες όπως η διατύπωση της «αρχής της δεδηλωμένης», η σταδιακή όξυνση των σχέσεων στην προσπάθεια διευθέτησης του λεγόμενου «ανατολικού ζητήματος» και οι γενικότερες προκλήσεις που κλήθηκε να διαχειριστεί η κεντρική κυβερνητική αρχή σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, ενίσχυσαν τη συγκρότηση σταθερότερων κυβερνητικών σχημάτων. Από το 1881 έως το 1895 ο προσανατολισμός και οι πρακτικές των επικρατέστερων συνασπισμών προσδιορίζονταν από την εσωτερική πολιτική, κοινωνική, οικονομική πραγματικότητα και τις αυξημένες ανάγκες ανασυγκρότησης καθώς και από μια ιδιόμορφη εξωτερική πολιτική. Στο επίκεντρο του ανταγωνισμού τους βρέθηκε η αναπτυξιακή προοπτική της χώρας, ένα φιλόδοξο αναπτυξιακό πρόγραμμα υψηλού κόστους, απέναντι σε πιο μετριοπαθείς και συντηρητικούς σχεδιασμούς.

Οι πιέσεις σε επίπεδο εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής σταδιακά εντείνονταν, υποχρεώνοντας (ειδικά από τις αρχές της δεκαετίας του 1890) τόσο τον μονάρχη όσο και τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις του κράτους σε έναν επαναπροσδιορισμό της θέσης τους [3]. Ωστόσο, οι εσωτερικές δυσχέρειες και τα δυσεπίλυτα προβλήματα σε συνδυασμό με την κλιμάκωση του ανταγωνισμού των ισχυρότερων ευρωπαϊκών δυνάμεων οδήγησαν τη χώρα στην πολεμική εμπλοκή του 1897. Η αποτυχία σε επίπεδο πολεμικών επιχειρήσεων, το οικονομικό αδιέξοδο, οι ευρύτεροι μετασχηματισμοί ενίσχυσαν την αβεβαιότητα, τη διάσπαση των πολιτικών, κομματικών συσπειρώσεων, εγκαινιάζοντας μια μακρά περίοδο αστάθειας.

Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος. Φωτογραφία από τον διαδικτυακό τόπο «Η Μεγάλη Στοά της Ελλάδος».

Ο Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος (1852 ή 1854-1923) [4] καταγόταν από την επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς του νομού Λακωνίας. Σύμφωνα με μια αναφορά γεννήθηκε στους Μολάους Λακωνίας. Προερχόταν από πολυμελή και επιφανή οικογένεια πολιτικών της περιοχής. Ολοκλήρωσε τις βασικές σπουδές του στο Γυμνάσιο της Σπάρτης. Στη συνέχεια φοίτησε στη νομική σχολή του πανεπιστημίου της Αθήνας. Κατά τα έτη 1871-1872 καταγράφεται μεταξύ των εκεί σπουδαστών με πατρίδα τη Λακωνία [5]. Κατά τη διάρκεια των πανεπιστημιακών σπουδών του βοηθούσε τον πατέρα του Νικόλαο, ως συνεργάτης του στο πολιτικό έργο του. Αφού αναγορεύθηκε διδάκτωρ της νομικής μετέβη στη Γερμανία, όπου και παρέμεινε για διάστημα τριών ετών προκειμένου να ολοκληρώσει τη μετεκπαίδευσή του. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα επιδόθηκε στη δημοσιογραφική εργασία. Ύστερα από τον θάνατο του πατέρα του άρχισε να αναπτύσσει πιο δυναμική συμμετοχή στα κοινά.

Νικόλαος Παπαμιχαλόπουλος, ξυλογραφία. Δημοσιεύεται στο «Σκόκος Κωνσταντίνος, Εθνικόν Ημερολόγιον …, Αθήνα, 1889 σ. 388.

Το οικογενειακό περιβάλλον, η καταγωγή και ειδικά η πολιτική δραστηριότητα του πατέρα του, Νικόλαου Παπαμιχαλόπουλου, φαίνεται ότι επηρέασαν καθοριστικά και την πορεία του Κωνσταντίνου. Ο Νικόλαος [6] Παπαμιχαλόπουλος γεννήθηκε κατά το 1827 στην επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς του νομού Λακωνίας και απεβίωσε το 1888 στην Αθήνα. Αν και δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει πανεπιστημιακές σπουδές, ξεχώρισε από νεαρή ηλικία για τη συμμετοχή του στα κοινά, τη ρητορική δεινότητά του και πολιτεύθηκε με αξιοσημείωτη επιτυχία στην περιοχή του. Κατά τα τελευταία έτη της οθωνικής περιόδου αναδείχθηκε επανειλημμένα βουλευτής και εκτιμάται ότι ανέπτυξε μετριοπαθή, αντιοθωνική δράση. Κατά την κρίσιμη, μεταβατική εποχή που ακολούθησε, εκλέχθηκε μέλος της εθνοσυνέλευσης του 1862 και διετέλεσε πρόεδρός της. Κατά την περίοδο βασιλείας του Γεωργίου Α΄ εξακολουθούσε να εκλέγεται βουλευτής ενώ κατά το 1879 διετέλεσε και πρόεδρος της βουλής. Εκτός από τη δυναμική παρουσία του σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, εντυπωσιακή υπήρξε και η θητεία του σε υπουργικές θέσεις. Από το 1871 έως το 1886, στο πλαίσιο διαδοχικών κυβερνητικών σχημάτων, διετέλεσε οκτώ φορές επικεφαλής διαφορετικών υπουργείων, γεγονός που καταδεικνύει την εμπιστοσύνη του πολιτικού κόσμου της εποχής προς το πρόσωπό του. Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος συνεργάστηκε από νωρίς με τον πατέρα του. Καταγράφεται ότι, κατά το διάστημα που φοιτούσε στη νομική σχολή στην Αθήνα, δραστηριοποιήθηκε ως βοηθός του, λαμβάνοντας έτσι «τα πρώτα διδάγματα της ευθύτητος εν τη πολιτική και της αφοσιώσεως εις την υπηρεσίαν των δημοσίων πραγμάτων» [7].

Αναφορικά με τη γενικότερη πολιτική πορεία του Κωνσταντίνου, διαπιστώνεται ότι η δημοτικότητά του στην περιοχή καταγωγής του υπήρξε σημαντική. Μέσα από την πραγμάτευση και μελέτη των σχετικών διαθέσιμων καταγραφών, προκύπτει ότι από το 1865 έως το 1922 υπηρέτησε οκτώ φορές ως βουλευτής [8]. Κατά την ΙΑ΄ κοινοβουλευτική περίοδο (από τις 4 Ιανουαρίου 1887 έως τις 17 Αυγούστου 1890) ανέλαβε καθήκοντα από τις 3 Νοεμβρίου 1888, στη θέση του Νικόλαου Παπαμιχαλόπουλου. Επισημαίνεται ότι μετά τον θάνατο του πατέρα του (τον Αύγουστο του 1888) και στο πλαίσιο συμπληρωματικής βουλευτικής εκλογής που έλαβε χώρα, προτάθηκε και εκλέχθηκε βουλευτής του νομού Λακωνίας, αντιπολιτευόμενος «παρά την δριμείαν καταδίωξιν της τρικουπικής κυβερνήσεως» [9]. Στα τέλη Οκτωβρίου του 1888 τα πρακτικά της εν λόγω βουλευτικής εκλογής διαβιβάστηκαν στη βουλή. Σε συνεδρίαση που έλαβε χώρα στις 3 Νοεμβρίου 1888 το σώμα «παρεδέχθη, μη αντιλέξαντος ουδενός» ως έγκυρη τη συμπληρωματική εκλογή Λακωνίας. Νόμιμος βουλευτής αναδείχθηκε ο Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος, καθώς συγκέντρωσε το μεγαλύτερο ποσοστό ψήφων [10]. Τόσο κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου όσο και της επόμενης (από τις 14 Οκτωβρίου 1890 έως τις 12 Μαρτίου 1892) υπηρέτησε ως βουλευτής της εκλογικής περιφέρειας Λακωνίας. Από το 1892 έως το 1910 αναδείχθηκε τέσσερις φορές βουλευτής της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς του νομού Λακωνίας. Ειδικότερα, υπήρξε μέλος της εθνικής αντιπροσωπείας κατά τις ακόλουθες κοινοβουλευτικές περιόδους: από τις 3 Μαΐου 1892 έως τις 20 Φεβρουαρίου 1895, από τις 16 Απριλίου 1895 έως τις 9 Δεκεμβρίου 1898, από τις 7 Φεβρουαρίου 1899 έως τις 19 Σεπτεμβρίου 1902, από τις 26 Μαρτίου 1906 έως τις 25 Μαρτίου 1910. Στη συνέχεια εκλέχθηκε και πάλι βουλευτής Λακωνίας, υπηρετώντας δύο φορές (από τις 6 Δεκεμβρίου 1915 έως τις 30 Ιουνίου 1917 και  από την 1 Νοεμβρίου 1920 έως τις 21 Σεπτεμβρίου 1922). Συμπεραίνεται ότι η ενεργός πολιτική δράση του Κωνσταντίνου Παπαμιχαλόπουλου καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, καθώς από την ηλικία των τριάντα πέντε ετών έως τον θάνατό του εκλεγόταν συνεχώς βουλευτής. Διαπιστώνεται επίσης ότι η δημοτικότητά του υπήρξε μεγάλη στην επαρχία της Επιδαύρου Λιμηράς, στον τόπο καταγωγής του. Στο πλαίσιο μιας ενδιαφέρουσας αποτίμησης της πολιτικής πορείας του, κατά τη διάρκεια μιας κρίσιμης περιόδου (1895), στον τύπο της εποχής αναφέρεται σχετικά: «Ως βουλευτής ο κ. Παπαμιχαλόπουλος είναι γνωστός. Ευπρέπεια ύφους έκτακτος˙ γνώσις των ζητημάτων ακριβής και σαφής υπαγορεύουσα την έκφρασιν γνωμών πεφωτισμένων, προσκόλλησις και αφοσίωσις εις το καθήκον. Αι αγορεύσεις του περί στρατού [11] κατέστησαν αυτόν γνωστόν μεν ως μελετητήν των ζητημάτων και ρήτορα, ιδιαιτέρως δε προσφιλή εις τον στρατόν. Επί παντός ενδιαφέροντος εις τον τόπον ζητήματος έλαβε τον λόγον εν τη Βουλή, πάντοτε δε ηκούσθη η γνώμη του μετά προσοχής και εκτιμήσεως παρά των συναδέλφων του και του κοινού, και ετήρησε την δυνατήν δι’ Έλληνα πολιτευόμενον ανεξαρτησίαν φρονήματος» [12]. Ειδικά για την πορεία του στο πλαίσιο της μακράς κοινοβουλευτικής θητείας του σημειώνεται χαρακτηριστικά: «Τι δε παρέχει ο κ. Κ. Παπαμιχαλόπουλος εις τους συμπολίτας του παρ’ ων απολαμβάνει ουχί αγάπης πλέον αλλ’ αληθούς λατρείας, ελάβομεν άλλοτε αφορμήν να γράψωμεν, δυνάμεθα δε να συγκεφαλαιώσωμεν την οικογενειακήν και πολιτικήν εργασίαν του κ. Κ. Παπαμιχαλόπουλου εις ολίγας ταύτας λέξεις: Εργασία αδιάκοπος υπέρ των συμπολιτών του». Υπογραμμίζεται ότι ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα και για την ενίσχυση του εθνικού στόλου [13]. Ως βουλευτής εκτιμάται ότι για κάποιο χρονικό διάστημα συμπορεύθηκε με τον Λεωνίδα Δεληγεώργη (αδελφό του Επαμεινώνδα) [14]. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο της πολιτικής σταδιοδρομίας του, αν και προερχόταν από πολιτική οικογένεια με εδραιωμένη πολιτική ισχύ, φαίνεται ότι επέλεξε να ενταχθεί σε πιο ανεξάρτητα και προοδευτικά για την εποχή σχήματα. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι κατά το 1890 εκλέχθηκε βουλευτής του νομού Λακωνίας, ως μέλος ενός μικρού, ανεξάρτητου πολιτικού, κομματικού συνασπισμού [15]. Εκτός από τον προοδευτικό προσανατολισμό του, η πορεία του στην πολιτική ζωή του τόπου προσδιορίστηκε και από το οικογενειακό περιβάλλον του. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι κατά την προπαρασκευή της μεγάλης εκλογικής αναμέτρησης του 1895, ο Κωνσταντίνος δεν ήταν σίγουρος για τη συμμετοχή του. Στον τύπο της εποχής σημειώνεται ότι στο άκουσμα αυτής της είδησης «ηγέρθη κατά της ιδέας ταύτης αληθής επανάστασις» [16] καθώς η δημοτικότητά του στην περιοχή της Λακωνίας υπήρξε διαχρονικά σημαντική. Τελικά αποφάσισε να λάβει μέρος, δημιουργώντας ένα τοπικό συνδυασμό «μετά του αρχαίου συναγωνιστού του πατρός του κ. Πάϊκου Ρίτσου», αποδεχόμενος το αίτημα των κατοίκων της περιοχής του, κερδίζοντας την εκλογική νίκη. Επιπρόσθετα, το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του για την ανάπτυξη της βιομηχανίας, του εμπορίου και της σχετικής νομοθεσίας καταδεικνύεται και από σχετική αγόρευσή [17] του στη βουλή που έλαβε χώρα κατά το 1894.

Στο πολιτικό πεδίο, εκτός από τη μακρά κοινοβουλευτική θητεία του, ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος ανέλαβε και καθήκοντα υπουργού. Σε μια εσωτερική πολιτική κρίση που κορυφώθηκε κατά τον Φεβρουάριο του 1892, ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ αναζητώντας μια πιο ικανοποιητική σύνθεση στο κυβερνητικό σχήμα, ουσιαστικά προχώρησε στην αποπομπή της κυβέρνησης του Θεόδωρου Δηλιγιάννη. Δεδομένου ότι οι επιλογές του ήταν λίγες και τα περιθώρια συνεργασίας του με τις επικρατούσες πολιτικές δυνάμεις της εποχής περιορισμένα, ανέθεσε τον σχηματισμό κυβέρνησης στον Κωνσταντίνο Κωνσταντόπουλο που αποδέχθηκε την πρόταση. Το συγκεκριμένο, μεταβατικό, κυβερνητικό σχήμα ανέλαβε την εξουσία στις 14 Φεβρουαρίου 1892 και παρά τη βραχύβια πορεία του γνώρισε μεταβολές [18]. Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος τοποθετήθηκε στη θέση του υπουργού παιδείας και εκκλησιαστικών [19]. Στο πλαίσιο της υπουργικής θητείας [20] του εκτιμάται ότι διακρίθηκε, επιδεικνύοντας ξεχωριστές διοικητικές ικανότητες. Η μεταβατική κυβέρνηση που σχηματίστηκε ύστερα από την επεισοδιακή αποπομπή του Θεόδωρου Δηλιγιάννη προχώρησε στην προκήρυξη βουλευτικών εκλογών, οι οποίες διενεργήθηκαν στις αρχές Μαΐου του 1892.

Το ενδιαφέρον του Κωνσταντίνου για την εκπαίδευση, την ιστορία, τη γεωγραφία υπήρξε έντονο και εκφράστηκε και μετά το τέλος της υπουργικής θητείας του. Κατά το 1894 επιλέχθηκε ως μέλος μιας κριτικής επιτροπής που ασχολήθηκε με την αξιολόγηση διδακτικών εγχειριδίων γεωγραφίας, τα οποία προορίζονταν για τα δημοτικά σχολεία και τα γυμνάσια [21]. Στη βάση της εν λόγω διαγωνιστικής διαδικασίας και κρίσης των διδακτικών βιβλίων, κατά το ίδιο έτος δημοσιεύθηκαν σχετικές εκθέσεις του. Η διενέργεια του διαγωνισμού φαίνεται ότι προκάλεσε ορισμένες αντιδράσεις στο δημόσιο πεδίο. Την ίδια χρονιά δημοσιεύθηκε ένα πόνημα του Δημήτριου Παπαθεοδώρου, που απευθυνόταν προς το υπουργείο εκκλησιαστικών και δημοσίας εκπαιδεύσεως και στρεφόταν εναντίον των κριτών των διδακτικών εγχειριδίων της ιστορίας και της γεωγραφίας [22]. Ο προβληματισμός και ο έντονος δημόσιος διάλογος αναφορικά με τις διαδικασίες επιλογής και διάθεσης των διδακτικών βιβλίων απασχολούσε την κοινή γνώμη της εποχής ήδη από την οθωνική περίοδο [23].

Σημειώνεται ότι από τα τέλη του 1909 η έλευση του Ελευθέριου Βενιζέλου συνεισέφερε στην αποκατάσταση της ισορροπίας και στην προώθηση εθνικών θεμάτων σημασίας. Εξελίξεις όπως η ανάδυση και η εδραίωση του συνασπισμού του, η συνταγματική αναθεώρηση, ενθάρρυναν τη σταδιακή επικράτηση ανανεωμένων συσπειρώσεων που εξέφραζαν τις νέες πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές δυνάμεις [24]. Για άλλη μια φορά, η ανάγκη υλοποίησης βασικών στόχων της εσωτερικής και της εξωτερικής πολιτικής, οι επιμέρους ιδιαίτερες συνθήκες και οι ευρύτερες συγκυρίες υποχρέωσαν το ελληνικό κράτος να εμπλακεί σε πολεμικές προπαρασκευές και διεργασίες. Οι Βαλκανικοί πόλεμοι αποδείχθηκαν κερδοφόροι για το ελληνικό κράτος, εφόσον συνέβαλαν στη σημαντική επέκταση της επικράτειάς του. Ωστόσο, μετά το 1915 άρχισε να διαφαίνεται η προβληματική συνύπαρξη Ελευθέριου Βενιζέλου και βασιλιά Κωνσταντίνου [25]. Οι εξελίξεις οδήγησαν σε νέα κρίση, σε διαιρέσεις και αντιπαραθέσεις που δεν ευνόησαν τις κρίσιμες επιχειρήσεις και τη διευθέτηση σημαντικών θεμάτων σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, καταλήγοντας στη Μικρασιατική καταστροφή που εγκαινίασε μια νέα εποχή.

Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος κατέλαβε σημαντικές θέσεις και κρατικά αξιώματα και κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Συνεργάστηκε στενά με τον Ελευθέριο Βενιζέλο καθώς κατά τα έτη 1910-1911 υπηρέτησε ως νομάρχης Αττικοβοιωτίας [26]. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο κρίσιμων μετασχηματισμών στο πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, πολιτισμικό πεδίο κατά τις 8 Αυγούστου 1910 διεξήχθησαν οι πρώτες εκλογές για την ανάδειξη της πρώτης αναθεωρητικής βουλής [27]. Τα λεγόμενα παλαιά κόμματα διατήρησαν την πλειοψηφία. Ωστόσο, ο Ελευθέριος Βενιζέλος εκλέχθηκε πρώτος στην Αττικοβοιωτία, με υπολογίσιμο ποσοστό. Ανέλαβε την εξουσία στις 6 Οκτωβρίου 1910. Προκειμένου να εδραιώσει τη θέση του ενθάρρυνε τη διεξαγωγή νέων εκλογών που έλαβαν χώρα στις 18 Νοεμβρίου 1910. Οι Φιλελεύθεροι επικράτησαν, σηματοδοτώντας μεταξύ άλλων μια σημαντική ανανέωση του πολιτικού δυναμικού της χώρας. Το γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος διορίστηκε νομάρχης στην ίδια περιφέρεια επιρροής του Ελευθέριου Βενιζέλου καταδεικνύει τη συνεργασία, την εμπιστοσύνη που είχε καλλιεργηθεί μεταξύ των δύο ανδρών.

Σημειώνεται ότι μετά το 1899, στη βάση μιας ανασυγκρότησης της διοικητικής οργάνωσης και λειτουργίας της χώρας, η θέση του νομάρχη ενισχύθηκε σημαντικά [28]. Πλαισιωμένος και από άλλα στελέχη δεν αποτελούσε απλώς διοικητικό όργανο αλλά και εποπτικό μέσο για την κεντρική κυβερνητική αρχή. Επιπρόσθετα, ο Κωνσταντίνος διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο και στο έργο της στρατιωτικής προπαρασκευής κατά την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων. Καταγράφεται ότι πρωτοστάτησε στην «Πανελλήνια Ένωση» της Αμερικής κατά το 1912 [29]. Η αξιοσημείωτη μεταναστευτική κίνηση που παρατηρήθηκε κατά την περίοδο 1902-1922 προς το εξωτερικό προβλημάτισε την ελληνική κυβέρνηση της εποχής. Στο πλαίσιο ενίσχυσης της βενιζελικής παράταξης αλλά και υποστήριξης των εθελοντών που θα λάμβαναν μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις, οργανώθηκαν ποικίλες εκδηλώσεις, συλλογικότητες και συγκεντρώσεις. Στις ΗΠΑ η οργάνωση «Πανελλήνιος Ένωσις» [30] δραστηριοποιήθηκε έντονα ώστε η ομογένεια να ενισχύσει το πολεμικό εγχείρημα των ετών 1912-1913, καθώς η επιστράτευση συγκέντρωσε και πολλούς εθελοντές από το εξωτερικό.

Τονίζεται ότι κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, μετά το 1833 έως και τις τελευταίες δεκαετίες της περιόδου, η κοινωνική πραγματικότητα [31] στο ελληνικό κράτος προσδιορίστηκε από ορισμένα ευδιάκριτα στοιχεία. Η παραγωγική, οικονομική δυναμική εξακολουθούσε να εδράζεται εν πολλοίς στον πρωτογενή τομέα. Η πορεία της αστικοποίησης κατά τα δυτικά πρότυπα διαφοροποιήθηκε, ανάλογα με την επιμέρους μορφολογία και ιδιαιτερότητα των κυριότερων οικιστικών κέντρων. Η δημογραφική, πληθυσμιακή δυναμική και αύξηση, αισθητή ιδιαίτερα μετά το 1870, διαφοροποιήθηκε επίσης μεταξύ κέντρου και περιφέρειας. Οι ιδεολογικοί, πνευματικοί, πολιτισμικοί προσανατολισμοί σταδιακά άρχισαν να μεταβάλλονται υπό την επίδραση ποικίλων, τοπικών και ευρύτερων, τάσεων και ζητημάτων, όπως του φιλελευθερισμού, του εθνικισμού, της γλωσσικής ανασυγκρότησης, της θρησκευτικής οργάνωσης, των σχέσεων με την ελληνική αρχαιότητα και τη Δύση. Στη βάση των εν λόγω πολυσυνθέτων μετασχηματισμών, μια νέα κοινωνική ομάδα [32] δείχνει να αναδύεται, αποτελούμενη από πολίτες που προσδιορίζονται από ένα συγκεκριμένο, ανεπτυγμένο μορφωτικό υπόβαθρο καθώς και από μια διάθεση δυναμικής συμμετοχής στα κοινά και ειδικά στο πολιτικό πεδίο. Ο Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος αποτέλεσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας σημαντικής, πολυσχιδούς παρουσίας.

Το έντονο ενδιαφέρον του για τα κοινά και τη συμμετοχή στο δημόσιο βίο δεν εξαντλήθηκε στο πολιτικό πεδίο, καθώς ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα και σε άλλους τομείς. Πρωτοστάτησε στη σύσταση της Ελληνικής Γεωγραφικής Εταιρείας και διετέλεσε μέλος της κεντρικής επιτροπής της καθώς και πρόεδρός της [33]. Παράλληλα, λάμβανε ενεργά μέρος στις εργασίες της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος [34]. Επίσης, κατά το 1873 καταγράφεται ως τακτικό και ενεργό μέλος του αρχαιότερου πολιτιστικού συλλόγου της Αθήνας, του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» [35]. Ο Κωνσταντίνος υπήρξε φιλότεχνος, ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την καλλιέργεια των γραμμάτων και των τεχνών, γεγονός που καταδεικνύεται και μέσα από τη συμμετοχή του στην «εν Αθήναις Εταιρεία των Φιλοτέχνων». Κατά τα 1898, καταγράφεται ότι υπήρξε μέλος του νέου διοικητικού συμβουλίου του συλλόγου [36] που συστάθηκε με σκοπό την προστασία και την ανάδειξη των καλών τεχνών στη χώρα. Κατά το 1898 ο σύλλογος ουσιαστικά ανασυγκροτήθηκε και μετονομάστηκε σε εταιρεία [37]. Επισημαίνεται ότι κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα και ειδικά κατά το δεύτερο ήμισυ της περιόδου πολιτικά πρόσωπα κύρους πρωτοστατούσαν στη συγκρότηση ποικίλων συλλόγων πολιτιστικού, εκπαιδευτικού, κοινωνικού χαρακτήρα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι εργασίες, η πορεία και η εξέλιξη των εν λόγω συλλογικοτήτων προσδιορίζονταν καθοριστικά από τη συμμετοχή τους [38].

Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα και για την υποστήριξη της αθλητικής δραστηριότητας, λαμβάνοντας μέρος σε ένα από τα σημαντικότερα αθλητικά σωματεία της Αθήνας. Υπήρξε μέλος του Πανελλήνιου Γυμναστικού Συλλόγου από το 1893 και διετέλεσε πρόεδρός του επί σειρά ετών (1900-1912, 1914-1924) [39]. Επίσης, υπήρξε μέλος του «Ομίλου των Ποδηλατών» που έδρευε στην Αθήνα [40]. Επιπρόσθετα, έλαβε μέρος και στην επιτροπή «προς παρασκευή αθλητών» [41] των Ολυμπιακών Αγώνων που διεξήχθησαν κατά το 1896. Στις διαθέσιμες πηγές καταγράφεται επίσης και η ενασχόλησή του με θέματα προστασίας και ανάδειξης της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας [42]. Στα τέλη του 1901 στο πλαίσιο ανακαλύψεων γεωλογικού, αρχαιολογικού χαρακτήρα που έλαβαν χώρα στα όρια Γορτυνίας-Μεγαλόπολης, οι έρευνες πραγματοποιήθηκαν με τη συνδρομή του εν λόγω «επιφανούς και φιλομαθεστάτου πολιτευτού» [43].

Το ενδιαφέρον του για την ιστορία εκδηλώθηκε έντονα από τα τελευταία έτη των σπουδών του, μέσα από τη συγγραφή και έκδοση ποικίλων έργων. Κατά το 1873 η ιστορική πραγματεία του «Οδυσσεύς Ανδρούτσος», που αναγνώσθηκε στις 25 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός», εκδόθηκε από το τυπογραφείο του «Παρθενώνος». Πρόκειται για έργο που έτυχε καλής υποδοχής [44]. Ως τελειόφοιτος της νομικής συνέγραψε την ιστορική πραγματεία «Πολιορκία και άλωσις της Μονεμβασίας υπό των Ελλήνων τω 1821» που κυκλοφόρησε το 1874 στην Αθήνα και διατέθηκε από τον βιβλιοπώλη Β. Ν. Νάκη. Πρόκειται για έργο που το αφιέρωσε στη νεολαία της Ελλάδας. Στα προλεγόμενα της έκδοσης σημείωνε: «Αδελφή Νεότης, την σελίδαν ταύτην της λαμπράς ιστορίας Μεγάλης Πατρίδος αφιερών εις Σε, εύχομαι ίνα δυνηθώμεν και ημείς συνεχίζοντας το έργον των ημετέρων προγόνων, να διαπράξωμεν αντάξια εκείνων και ευτυχήσωμεν να ίδωμεν περαιούμενον το μέγα της Ελληνικής ενότητος σχέδιον» [45]. Την ίδια εποχή (1874) καταγράφεται ως εκδότης του ιστορικού διηγήματος «Έλλην πειρατής» του Στέφανου Ξένου, που κυκλοφόρησε από το τυπογραφείο των αδελφών Βαρβαρίγου. Τον Δεκέμβριο του 1880, στην Αθήνα, με την ιδιότητα του «διδάκτορος τα νομικά» ολοκλήρωσε το έργο του «Ο Άρειος Πάγος εν ταις αρχαίαις Αθήναις». Το πόνημά του επικεντρωνόταν στην πραγμάτευση ζητημάτων δικαιοσύνης στην αρχαία ελληνική ιστορία [46] και κυκλοφόρησε κατά το 1881 από το τυπογραφείο του «Παρνασσού».

Κατά το 1883 ο Κωνσταντίνος μετέβη στο Μόναχο, προκειμένου να μετεκπαιδευτεί. Με αφορμή την παραμονή στην περιοχή που τον εντυπωσίασε και  την επέτειο της πεντηκονταετηρίδας από την άφιξη του Όθωνα στην Ελλάδα, στις 25 Ιανουαρίου 1883 ολοκλήρωσε το έργο [47] του «Παρά του τάφου του Βασιλέως Όθωνος: εν δάκρυ ευγνωμοσύνης», που κυκλοφόρησε κατά το ίδιο έτος. Πρόκειται  για έργο που αφιέρωσε στον αδερφό του Αλέξανδρο.

Όπως αναφέρθηκε στα προηγούμενα, ο Κωνσταντίνος ανέπτυξε δυναμική δραστηριότητα στην κοινωνική, πολιτιστική ζωή, στο δημόσιο βίο της εποχής του. Κατά το 1893, ένα μακροσκελές σύγγραμμά του κυκλοφόρησε στην Αθήνα. Επρόκειτο για κείμενο που εκφώνησε στις αρχές του έτους, στην εταιρεία «Ελληνισμός» [48], με τον τίτλο «Οι χίλιοι Πλαταιείς εν Μαραθώνι». Με αφορμή τη δραστήρια συμμετοχή του στο έργο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδας, κατά το 1900 εκδόθηκε στην Αθήνα ένα κείμενο απολογιστικού χαρακτήρα με τίτλο «Έκθεσις περί της εν Άστρει πανηγυρικής αναστηλώσεως πλακός αναμνηστικής της Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως». Ο συντάκτης εξιστορούσε τα όσα συνέβησαν στο πλαίσιο της σχετικής εορτής στην οποία ο Κωνσταντίνος έλαβε μέρος ως αντιπρόσωπος της εταιρείας και μέλος της επιτροπής «επί της αναστηλώσεως μνημείου της Β΄ Εθνικής Συνέλευσης». Απευθυνόταν προς τον πρόεδρο της εταιρείας Ιωάννη Μ. Μπόταση [49]. Ο Κωνσταντίνος εξακολουθούσε να εκδηλώνει έντονο ενδιαφέρον για την ιστορία, την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας έως το τέλος της ζωής του. Κατά το 1919 δημοσιεύτηκε στην Αθήνα (από το τυπογραφείο Ι. Βάρτσου) η μονογραφία του «Το Βυζάντιον» που ολοκληρώθηκε κατά το ίδιο έτος. Κατά το 1920 κυκλοφόρησε επίσης στην Αθήνα, από το ίδιο τυπογραφείο, το έργο του «Η Κωνσταντινούπολις ελληνική επί 2.577 έτη».

Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος, «Περιήγησις εις τον Πόντον», 1903.

Ενδιαφέρθηκε επίσης για τη γεωγραφία και τις περιηγήσεις [50], στοιχείο που αναδεικνύεται μέσα από το συγγραφικό έργο του.  Αναφορικά με αυτή την κατηγορία πονημάτων του, κατά το 1882 δημοσιεύθηκε στην Αθήνα (εκ του τυπογραφείου του «Παρνασσού») το έργο του «Απ’ Αθηνών εις Βώλον. Εντυπώσεις». Επρόκειτο ουσιαστικά για μια ανατύπωση αποσπάσματος από τον έκτο τόμο του περιοδικού «Παρνασσός».  Κατά το ίδιο έτος δημοσιεύθηκε στην Αθήνα το περιηγητικό έργο του «Εις τον Αδριατικόν κόλπον: Σημειώσεις ταξιδιού». Το 1903 δημοσιεύθηκε στην Αθήνα το πόνημά του «Περιήγησις εις τον Πόντον» (εκ του τυπογραφείου «Κράτους»). Κατά το 1911 εκδόθηκε στην Αθήνα (από το τυπογραφείο «Εστία» και την Ελληνική Γεωγραφική Εταιρεία) το έργο «Αι ελληνικαί νήσοι» που συνέγραψε μαζί με τον Γ. Ι. Κρίτσα. Τέλος, κατά το 1919 κυκλοφόρησε στην Αθήνα (από το εθνικό τυπογραφείο) μια έκδοση που αναφερόταν στη σύσταση της Ελληνικής Γεωγραφικής Εταιρείας (Ελληνική Γεωγραφική Εταιρεία: Ιστορικόν σημείωμα, διασάφησις, επίκλησις, καταστατικόν).

Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος δεν επιδόθηκε μόνο στη συγγραφή ιστορικών μελετών αλλά και στη δημοσιογραφική εργασία. Μετά το 1883, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα ύστερα από την ολοκλήρωση της μετεκπαίδευσής του στο Μόναχο, ανέλαβε καθήκοντα συντάκτη και διευθυντή της «Επιθεωρήσεως» [51]. Η έκδοση διαμορφώθηκε με προτροπή του πατέρα του. Εκτιμάται ότι το έντυπο προσδιορίστηκε από μετριοπαθή λόγο, κόσμιο ύφος και σεβασμό προς τους πολιτικούς αντιπάλους, σε μία εποχή διάχυτης πολιτικής έντασης και αντιπαραθέσεων. Παράλληλα, αξίζει να σημειωθεί ότι κείμενά του δημοσιεύονταν σε ποικίλες περιοδικές εκδόσεις της εποχής. Ενδεικτικά αναφέρονται οι μελέτες του «Άρειος Πάγος, παρακμή και τέλος» (Παρνασσός, σύγγραμμα περιοδικόν, τ. Ε΄, Αθήνα 1881, σ. 50-60), «Άρειος Πάγος» (Εστία, αρ. 267, έτος ΣΤ΄, τ. 11ος, Αθήνα, 8 Φεβρουαρίου 1881). Δηλωτικό της στενής συνεργασίας που είχε αναπτύξει με τον πατέρα του Νικόλαο αλλά και του έντονου ενδιαφέροντός του για την επικαιρότητα της εποχής και τα κοινά είναι το έργο του «Εκ των ερειπίων της Χίου. Ημερολόγιον». Η έκδοση περιλάμβανε μία συγκεντρωτική ανατύπωση τριών εκ των οκτώ επιστολών του Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου που είχαν δημοσιευθεί στις εφημερίδες της εποχής, με αφορμή τον μεγάλο σεισμό που έπληξε το νησί της Χίου στις 22 Μαρτίου/3 Απριλίου 1881. Ο ίδιος έσπευσε στην περιοχή για να εκτιμήσει το μέγεθος της καταστροφής, να συνειδητοποιήσει τις ανάγκες των κατοίκων και να προχωρήσει στις σχετικές εισηγήσεις προς τον πατέρα του, ο οποίος εκείνη την εποχή υπηρετούσε ως υπουργός των εσωτερικών. Το πόνημα αφιερώθηκε σε όσους ήταν πρόθυμοι να συνδράμουν «υπέρ των εκ του σεισμού της Χίου θυμάτων» [52] και κυκλοφόρησε από το τυπογραφείο του «Εθνικού Πνεύματος».

Υπογραμμίζεται ότι ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος ενδιαφέρθηκε έντονα και για θρησκευτικά [53], γλωσσικά [54], πολιτισμικά ζητήματα. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα το γλωσσικό ζήτημα βρέθηκε στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου, εκφράζοντας ιδεολογικές, κοινωνικές, πολιτισμικές ανησυχίες, σχετικούς προβληματισμούς αλλά και μετασχηματισμούς της ελληνικής κοινωνίας της εποχής [55]. Χαρακτηριστική υπήρξε η αγόρευσή [56] του στη βουλή κατά το 1902, αναφορικά με το γλωσσικό ζήτημα και τις μεταφράσεις του Ευαγγελίου, με αφορμή τα «Ευαγγελικά» και τη σοβαρή πολιτική κρίση που εκδηλώθηκε και συνδέθηκε με τη μετάφραση της Καινής Διαθήκης. Κατά το 1906 δημοσιεύθηκε η μονογραφία του «Αι τρεις εικόνες της Παναγίας υπό του Αποστόλου Λουκά», η οποία ολοκληρώθηκε κατά το ίδιο έτος. Την ίδια χρονιά μερίμνησε για τη δημοσίευση του έργου «Ανάμνησις εκ της ερήμου του Σινά: απόσπασμα εκ του φιλολογικού και κοινωνικού ημερολογίου της δεσποινίδος Χατζηαράπη, του έτους 1906». Η μονογραφία που ολοκληρώθηκε κατά το ίδιο έτος κυκλοφόρησε στην Αθήνα από το τυπογραφείο του «Κράτους». Ύστερα από δύο χρόνια, κατά το 1908, κυκλοφόρησε στην Αθήνα μια έκδοσή του, ταξιδιωτικού περιεχομένου, με τίτλο «Πρόχειρος περιγραφή του όρους Σινά». Κατά το 1917 εκδόθηκε μια συλλογή με τίτλο «Ανέκδοτα έγγραφα και επιγραφαί της εν τω Όρει Σινά Μονής» (τυπογραφείο Π. Δ. Σακελλαρίου). Τέλος, σχεδόν δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του (κατά το 1932), με φροντίδα του Αρχιεπισκόπου Σινά Πορφυρίου Γ΄ δημοσιεύθηκε στην Αθήνα η έκδοσή του «Η μονή του όρους Σινά»,

Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος υπήρξε ένας διακεκριμένος πολιτικός της εποχής του. Συνεχίζοντας την πολιτική πορεία του πατέρα του, διακρίθηκε για την ευρυμάθεια, τη μετριοπάθεια, τη ρητορική δεινότητά του. Αντιπροσώπευσε επάξια και επανειλημμένα την ιδιαίτερη πατρίδα του στο κοινοβουλευτικό πεδίο, όπου κέρδισε τον σεβασμό, την εκτίμηση και τον θαυμασμό των συναδέλφων του. Παράλληλα, υπηρετώντας και σε άλλες σημαντικές θέσεις κατά τη διάρκεια κρίσιμων περιόδων για την κατοπινή πορεία και εξέλιξη του κράτους, προσέφερε σημαντικό έργο για την προώθηση θεμάτων εθνικής σημασίας. Η κοινωνική δραστηριότητά του υπήρξε έντονη καθώς έλαβε μέρος σε πληθώρα συλλογικοτήτων, συλλόγων, σωματείων της εποχής. Μέσα από τη συγγραφική, δημοσιογραφική εργασία του κληροδότησε ενδιαφέρουσες μελέτες και αξιόλογα συγγράμματα. Στο πλαίσιο της πολιτικής αλλά και της κοινωνικής δραστηριότητάς του επέδειξε ένα προοδευτικό, ανεξάρτητο πνεύμα, παραμένοντας αφοσιωμένος στην πρόοδο του εντός και εκτός των συνόρων ελληνισμού.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Νίκη Μαρωνίτη, «Η εποχή του Γεωργίου Α΄. Πολιτική ανανέωση και αλυτρωτισμός», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 5ος, Τα χρόνια της σταθερότητας, 1871-1909. Η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του Ελληνισμού, Αθήνα 2003, σ. 9-11.

[2] Ό. π., σ. 13-14.

[3] Ό. π., σ. 24-27.

[4] Β. Κ. Τσαγγάρης, Εθνικόν Λεύκωμα, Η Βουλή των Ελλήνων της ΙΗ΄ βουλευτικής περιόδου, Αθήνα 1908, σ. 81-82˙ Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)˙ «Ο Κ. Παπαμιχαλόπουλος εν Αμερική», Το Άστυ, τεύχος 44, Αθήνα 20 Ιουλίου 1886, σ. 7.

[5] Ευθύμιος Καστόρχης, Τα κατά την ΙΓ΄ Πρυτανείαν του Εθνικού Πανεπιστημίου, Αθήνα 1873, σ. 81.

[6] Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008, επιστημονική επιμέλεια Αντώνης Μακρυδημήτρης, Ίδρυμα της Βουλής για τον κοινοβουλευτισμό και τη δημοκρατία, Αθήνα 2009, σ. 256-258.

[7] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)

[8] Μητρώο πληρεξουσίων, Γερουσιαστών και Βουλευτών 1822-1935, Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα 1986, σ. 146-147, 262-263.

[9] Εφημερίδα «Τεγέα, φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)

[10] Πρακτικά των συνεδριάσεων της Βουλής της Γ΄ συνόδου της  ΙΑ΄ βουλευτικής περιόδου, Αθήνα 1888, σ. 25, 605, 271.

[11] Βλ. σχετικά Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Εγχειρίδιον βολής των πυροβόλων ερανισθέν προς χρήσιν των υπαξιωματικών του Πυροβολικού της ξηράς και της θαλάσσης, Αθήνα 1889˙ Αγόρευσις Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου Βουλευτού Επιδαύρου Λιμηράς περί στρατιωτικής αστυνομίας και στρατού εν γένει κατά την συνεδρίασιν της 4 Ιανουαρίου 1895, Αθήνα 1895.

[12] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)

[13] Βλ. σχετικά Εκθέσεις επί των Ναυτικών Νομοσχεδίων των υποβληθέντων εις την Βουλήν κατά την Β΄ Σύνοδον της ΙΔ΄ περιόδου και παρατηρήσεις περί του Πολεμικού και Εμπορικού Ναυτικού, υπό Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου, Βουλευτού Επιδαύρου Λιμηράς, Μέλους της Επιτροπής επί των Ναυτικών, Αθήνα 1896.

[14] Β. Κ. Τσαγγάρης, ό. π., σ. 82.

[15] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895).

[16] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)

[17] Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Αγόρευσις επί του σταφιδικού νομοσχεδίου κατά την συνεδρίασιν της 11 Φεβρουαρίου 1894, Αθήνα (χ. ε.) 1894.

[18] Σοφία Μπελόκα, Πολιτικά πρόσωπα της Αρκαδίας: Κωνσταντίνος Π. Κωνσταντόπουλος (1832-1910), Αθήνα 2018, σ. 40-41.

[19] Τρύφων Ευαγγελίδης, Τα μετά τον Όθωνα ήτοι ιστορία της μεσοβασιλείας και της βασιλείας Γεωργίου του Α΄(1862-1898), Αθήνα 1898, σ. 684˙ Κωνσταντίνος Τσουκαλάς-Κωνσταντίνος Βεργόπουλος, «Οι πολιτικές εξελίξεις από το 1881 ως το 1895», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΔ΄, Αθήνα 1977, σ. 14-39.

[20] Β. Κ. Τσαγγάρης, ό. π., σ. 82.

[21] Βλ. σχετικά Διαγωνισμός των διδακτικών βιβλίων, Εκθέσεις Κωνσταντίνου Ν. Παπαμιχαλόπουλου εισηγητού της ΣΤ΄ επιτροπείας επί των γεωγραφιών των δημοτικών σχολείων και της Β΄ τάξεως των γυμνασίων, Αθήνα 1894.

[22] Βλ. Δημήτριος Παπαθεοδώρου, Καταγγελία προς το υπουργείον των εκκλησιαστικών και της δημοσίας εκπαιδεύσεως κατά των κριτών των διδακτικών βιβλίων της ιστορίας και γεωγραφίας Σ. Π. Λάμπρου, Ν. Γ. Πολίτου και Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου, Αθήνα 1894.

[23] Σοφία Μπελόκα, Η πόλη της Τρίπολης 1828-1862: Διοικητική, δημογραφική, πολιτική, κοινωνική και οικονομική εξέλιξη, Διδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Αθήνα 2017, σ. 683-684.

[24] Γιώργος Μαυρογορδάτος, «Οι πολιτικές εξελίξεις. Από το Γουδί ως τη Μικρασιατική καταστροφή», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 6ος, Η εθνική ολοκλήρωση 1909-1922. Από το κίνημα στο Γουδί ως τη Μικρασιατική καταστροφή, Αθήνα 2003, σ. 9-11.

[25] Ό. π., σ. 18-30.

[26] Τρύφων Ευαγγελίδης, ό. π., σ. 312.

[27] Γιώργος Μαυρογορδάτος, ό. π., σ. 11-12˙ Ηλίας Νικολακόπουλος, «Οι εκλογές 1910-1920. Ελευθέριος Βενιζέλος: Από το θρίαμβο στην ήττα», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 6ος, Η εθνική ολοκλήρωση 1909-1922. Από το κίνημα στο Γουδί ως τη Μικρασιατική καταστροφή, Αθήνα 2003, σ. 31-32.

[28] Ήβη Μαυρομουστακάτου, «Πολιτικοί θεσμοί. Η οργάνωση της διοίκησης 1871-1909», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 5ος, Τα χρόνια της σταθερότητας, 1871-1909. Η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του Ελληνισμού, Αθήνα 2003, σ. 50.

[29] Τρύφων Ευαγγελίδης, ό. π., σ. 312.

[30] Αλέξανδρος Κιτροέφ, «Οι Έλληνες στις ΗΠΑ 1909-1922», Ιστορία του Νέο Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 6ος, Η εθνική ολοκλήρωση 1909-1922. Από το κίνημα στο Γουδί ως τη Μικρασιατική καταστροφή, Αθήνα 2003, σ. 324, 327-328.

[31] Βασίλης Φίλιας, «Κοινωνία», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός 1833-1881, Αθήνα 1977, σ. 448-454˙ Κωνσταντίνος Δημαράς, «Η κληρονομιά των περασμένων, οι νέες πραγματικότητες, οι νέες ανάγκες», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός 1833-1881, Αθήνα 1977, σ. 455-484.

[32] Κωνσταντίνος Δημαράς, ό. π., σ. 461-466.

[33] Ευαγγελία Γεωργιτσογιάννη, «Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος και η ανάπτυξη της γεωγραφίας στην Ελλάδα», Πρακτικά, 9ο Πανελλήνιο Γεωγραφικό Συνέδριο, Τμήμα Γεωγραφίας, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα, 4-6 Νοεμβρίου 2010 (www.gisc.gr, προσπελάσιμο: 29 Νοεμβρίου 2018), σ. 313-314.

[34] Βλ. ενδεικτικά, Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου και Κ. Ν. Ράδου, Έκθεσις περί της εν Άστρει αναστηλώσεως πλακός αναμνηστικής της Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1900.

[35] Βλ. Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Οδυσσεύς Ανδρούτσος, ιστορική πραγματεία αναγνωσθείσα εν τω Φιλολογικώ Συλλόγω «Παρνασσώ» τη 25η Φεβρουαρίου 1873, Αθήνα 1873.

[36] Καταστατικόν της εν Αθήναις Εταιρείας των Φιλοτέχνων, Αθήνα, 19 Σεπτεμβρίου 1898.

[37] Ό. π., σ. 234, 240.

[38] Ευθυμία Μαυρομιχάλη, «Οι καλλιτεχνικοί σύλλογοι και οι στόχοι τους (1880-1910)», Μνήμων, τόμος 23ος, Αθήνα 2001, σ, 221-267 και ειδικότερα σ. 230.

[39] Χριστίνα Κουλούρη, Αθλητισμός και όψεις της αστικής κοινωνικότητας. Γυμναστικά και αθλητικά σωματεία (1870-1922), Αθήνα 1997, σ. 248.

[39] Χριστίνα Κουλούρη, ό. π., σ. 218˙ Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Τα αναμνηστικά γραμματόσημα. Αγόρευσις εν τη Βουλή κατά την συνεδρίασιν της 15 Ιουλίου 1895, Αθήνα 1896.

[40] Καταστατικόν του Ομίλου των Ποδηλατών, τυπογραφείο Παρασκευά Λεώνη, Αθήνα 1891.

[41] Χριστίνα Κουλούρη, ό. π., σ. 218.

[42] Βλ. ενδεικτικά, Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου, Βουλευτού Επιδαύρου Λιμηράς, Αγόρευσις εν τη Βουλή κατά την Συνεδρίαν της 7 Φεβρουαρίου 1896 υπέρ του Π. Καββαδία, Γενικού Εφόρου Αρχαιοτήτων και Μουσείων εις απάντησιν του κ. Σπυρίδωνος Στάη, Αθήνα 1896.

[43] Τάκης Κανδηλώρος, Αρκαδική Επετηρίς, τεύχος πρώτο, Αθήνα 1903, σ. 155-156.

[44] Βλ. Αναστάσιος Γούδας, Βίοι παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, τόμος Η΄, Αθήνα 1876, σ. 126.

[45] Βλ. Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Πολιορκία και άλωσις της Μονεμβασίας υπό των Ελλήνων τω 1821, Αθήνα 1874, σ. 6-1.

[46] Βλ. Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Ο Άρειος Πάγος εν ταις αρχαίαις Αθήναις, Αθήνα, εκ του τυπογραφείου του «Παρνασσού», 1881, σ. 5-15. Ο συγγραφέας αφιέρωσε το έργο του στον Νικόλαο Ι. Δημαρά, υφηγητή του ρωμαϊκού δικαίου στο πανεπιστήμιο της Αθήνας.

[47] Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Παρά τον τάφον του βασιλέως Όθωνος. Εν δάκρυ ευγνωμοσύνης, τύποις Γ. Δρουγουλίνου, Λειψία 1883, σ. 5-6.

[48] Η εταιρεία ιδρύθηκε νόμιμα κατά τα 1892, εκφράζοντας τη δυσαρέσκεια ποικίλων κοινωνικοοικονομικών ομάδων της ελληνικής κοινωνίας της εποχής αναφορικά με κυβερνητικές, διοικητικές, δημοσιονομικές επιλογές και πρακτικές. Βλ. Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Ελληνική Ιστορία, Η συγκρότηση του ελληνικού κράτους 1821-1897 (http://www.ime.gr/chronos/12/gr/ 1833_1897/foreign_policy/language/04.html, προσπελάσιμο: 30 Νοεμβρίου 2018)˙ Κωνσταντίνος Βεργόπουλος, «Τα δύο κόμματα», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΔ΄, Νεώτερος Ελληνισμός από το 1881 ως τα 1913, σ. 36-37.

[49] Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου και Κ. Ν. Ράδου, Έκθεσις περί της εν Άστρει πανηγυρικής αναστηλώσεως πλακός αναμνηστικής της Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως, Αθήνα 1900, σ. 3-6.

[50] Ευαγγελία Γεωργιτσογιάννη, ό. π., σ. 316-317.

[51] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)

[52] Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Εκ των ερειπίων της Χίου. Ημερολόγιον, ανατύπωσις εκ της «Εφημερίδος», Αθήνα 1881, σ. 6-8.

[53] Σε ένα από τα δημοσιευμένα έργα του, στα προλεγόμενα τονίζεται «η βαθεία, η πεφωτισμένη, η ανυπόκριτος του συγγραφέως ευσέβεια» καθώς και η πολυμάθειά του, η ορθή κρίση του. Βλ. σχετικά Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Περιήγησις εις τον Πόντον, Αθήνα 1903, σ. 9-10.

[54] Κωνσταντίνος Κασίνης, «Η μετάφραση ως καταλύτης της δημιουργίας εθνικής φιλολογίας», Ο ελληνισμός στον 19ο αιώνα: Ιδεολογικές και αισθητικές αναζητήσεις, επιμέλεια Παντελής Βουτούρης-Γιώργος Γεωργής, Αθήνα 2006, σ. 156.

[55] Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου, «Ιδεολογικές διαδρομές. Πολιτική γλώσσα και κοινωνία 1871-1909», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 5ος, Τα χρόνια της σταθερότητας, 1871-1909. Η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του Ελληνισμού, Αθήνα 2003, σ. 179-186.

[56] Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Αγόρευσις εν τη βουλή κατά την συνεδρίασιν της 29 Ιανουαρίου 1902: περί μεταφράσεων του Ευαγγελίου και περί του γλωσσικού ζητήματος, (χ. τ., χ. ε.), 1902.

 

© Σοφία Μπελόκα, Δρ Ιστορίας

 Φεβρουάριος 2019

 * Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Σταμάτης Αδριανού Μήτσας –  «Η ιστορική και έντονα συγκινησιακή του ομιλία από το βήμα της Βουλής των Ελλήνων»


 

Σταμάτης Μήτσας: ζωγραφική σε ξύλο, έργο του Γιάννη Διαμαντάκη.

Με αφορμή την επέτειο των 145 χρόνων από τον θάνατο του Ερμιονίτη Ήρωα της επανάστασης του 1821 και στη συνέχεια Συνταγματάρχη της φάλαγγας και βουλευτή της επαρχίας Ερμιονίδος καπετάν Σταμάτη Αδριανού Μήτσα (1800 – 27 Φεβρουαρίου 1874), δημοσιεύουμε «το ακόλουθο σύντομον μεν αλλ’ εκφραστικότατον λογίδριον» δείγμα ήθους, θάρρους και παρρησίας του άνδρα! Καθώς νομίζουμε πως τα σχόλια περιττεύουν, μένουμε στα όσα αναφέρονται στο εν λόγω δημοσίευμα.

«Η ιστορία διεφύλαξε την ομιλίαν του χωρικού του Δουνάβεως επί των Αυτοκρατόρων της Ρώμης. Του ατρομήτου Μίτσα η συνηγορία υπέρ του Κολοκοτρώνη σύντομoς μεν αλλ’ εκφραστική έχει τύπους καλλονής υψίστους. Την 15 Δεκεμβρίου προκειμένης της εκλογής Καρυταίνης παρέστη εις το βήμα της Βουλής ο Ταγματάρχης Μίτσας, Βουλευτής Ερμιονίδος, ανήρ αναστήματος μεσαίου, έχων στέρνα πλατύτατα, μύστακας πηχηαίους, βλέμμα βλοσυρόν και πλήρες ζωής, κόμην μακράν, ως των ηρώων της Ιλιάδος και φέρων τα ενδύματα του πολέμου, την φουστανέλαν και το φέσιον· εξήγαγε το κάλυμμα της κεφαλής, εζήτησε πρώτος τον λόγον· είπεν ότι ολίγα ομιλήσει περί της αποκλείσεως του Κολοκοτρώνου από της Βουλής· και έπειτα είπε ταύτα:

Κύριοι! Εγώ και τους Δελιγιαναίους γνωρίζω, και γέρους και νέους, και εις τον Πλαπούτα και τον Κολοκοτρώνην έχω μεγάλο σέβας. Πέρσι όμως θυμάστε ότι μας έφεραν ένα νομοσχέδιον δια το κριθάρι των ίππων μερικών αγωνιστών. Τότε ήλθεν εις τον ύπνο μου ο Γέρος της Πελοποννήσου με πλήθος αγωνιστάς σκοτωμένους και λαβωμένους, και μου είπε:

  • Γιατί δεν μας δίδετε κ’ εμάς το ταΐνι μας; Γιατί μας λησμονήσετε τόσω γλήγορα;
  • Τι φταίμ’ εμείς, αρχηγέ; Αυτός που τα μοιράζει φταίει.
  • Αμ’ πούθεν είν’ αυτός;
  • Να, ένας Φράγκος, πού ξέρω ’γω.

Τότε μ’ εκύτταξε λυπημένος, και εθύμωσε κ’ έφυγε. Τώρα φοβούμαι πάλι μην έλθη και μ’ ερωτήση:

  • Εδώ κάνετε Βουλή δια την Πατρίδα· πώς δεν βλέπω και κανέναν από τη φάρα μας; Πρώτα επροφασίζουσουν ότι ο υπουργός ήτο ξένος· τώρα πού είναι ο Μιαούλης, ο Μπότσαρης, ο Ζαΐμης, ο Κουντουριώτης, ο συναγωνιστής Ρήγας και άλλοι, γιατί δεν βλέπω και κανένα Κολοκοτρώνη μαζί σας;

Λέγω να του αποκριθώ ότι δεν έχει ψήφους στον τόπο του. Όμως φοβούμαι μη μου ειπή:

  • Αμ’ πως εις το Βαλτέτσι είχαμε ψήφους για θάνατο ή ζωή· Στην Πάτρα είχαμε όταν τσακίσαμε τον Κακλαμάν-Πασσά, κ’ εφώναξαν οι Τούρκοι: «Ραι, Κολοκοτρώνη!» Πώς στο χαλασμό του Δράμαλη με 32.000 Τουρκιά είχαμε ψήφους· εις του Μπραϊμη είχαμε, και τώρα δεν έχομε;

Τι να του αποκριθώ τότε, Κύριοι; Στο κίνημα του 1854 άμα εφθάσαμε στον Αρμυρό, αμέσως οι Τούρκοι για τον Κολοκοτρώνη μ’ ερώτησαν, και ένας-ένας μου έλεγε:

  • Ήλθε κανένας από τη φάρα του;
  • Σας λέγω λοιπόν, ότι δεν μας κάμει τιμήν να μην ήναι στη Βουλή και κανένας Κολοκοτρώνης, και όπως θέλετε κάμετε.

 

Τα δάκρυα συνώδευσαν την ειλικρινή ταύτην και Ομηρικήν ομιλίαν του γέροντος τούτου στρατιώτου, αναμνησθέντος της εποχής του αγώνος. Η Βουλή συνεκινήθη σύμπασα!»

Σημ. Ο δεύτερος Βουλευτής Ερμιονίδας σ’ εκείνη τη βουλευτική περίοδο ήταν ο Ανδρέας Ζέρβας από το Κρανίδι.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

Τα δρώμενα της αποκριάς και οι ρίζες τους


 

Οι Απόκριες είναι μια γιορτινή περίοδος με μεγάλη ιστορία. Απόκριες ονομάζονται οι τρεις εβδομάδες πριν από την Καθαρά Δευτέρα, οπότε και αρχίζει η Μεγάλη Σαρακοστή, και ταυτίζονται με την περίοδο του Τριωδίου, μια κινητή περίοδο στην Ορθόδοξη Χριστιανική παράδοση, που αρχίζει την Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου και τελειώνει το Μ. Σάββατο. Τα δρώμενα της αποκριάς έχουν τις ρίζες τους στην αρχαία Ελλάδα και στη λατρεία του Διονύσου και σήμερα αποτελούν ένα ψηφιδωτό ιστορίας και λαογραφίας με ήθη και έθιμα σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. θεωρείται κατεξοχήν περίοδος εκτόνωσης, κατά την οποία οι άνθρωποι ξεφεύγουν από την καθημερινότητα και εξωτερικεύουν τα πάθη τους με τη βοήθεια της μεταμφίεσης.

Αποκριά σημαίνει την αποχή από το κρέας (από + κρέας), που προετοιμάζει τον άνθρωπο ψυχικά και σωματικά για την περίοδο του Πάσχα και την Ανάσταση. Στα λατινικά λέξη αντίστοιχη είναι το καρναβάλι, που προέρχεται το ιταλικό carnevale (<carnem: το κρέας και levare: αίρω, σηκώνω, αφαιρώ) και σχετίζεται σημασιολογικά με την αντίστοιχη ελληνική «αποκριά», καθώς και οι δύο σηματοδοτούν την αποχή από την κατανάλωση κρέατος. Άλλη εκδοχή θέλει τη λέξη καρναβάλι να προέρχεται από τις λέξεις carne (<κρέας) και vale (<γειά σου) και παραπέμπει στον αποχαιρετισμό του κρέατος από τις διατροφικές μας συνήθειες για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Και η αγγλική λέξη «carnival» προέρχεται από το λατινικό «carnem levare» ή «carnis levamen», που σημαίνει τη διακοπή της  κρεοφαγίας.

Κάποιοι συσχετίζουν τη λέξη «καρναβάλι» με τα Κάρνεια, γιορτή που γινόταν στην αρχαία Ελλάδα τον Αύγουστο – Σεπτέμβριο για το θεό Απόλλωνα τον Κάρνειο. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή καρναβάλι είναι ο βαλλισμός των κάρνων. Βαλλισμός είναι το χοροπήδημα  και κάρνος κατά τον λεξικογράφο Ησύχιο είναι το βόσκημα, το πρόβατον. Επομένως καρναβάλι είναι ο χορός των Σάτυρων που βαλλίζουν, δηλαδή χοροπηδάνε, μεταμφιεσμένοι σε βοσκήματα – τράγους.

 

Ιστορική  αναδρομή 

 

Την έννοια της αποκριάς την συναντάμε για πρώτη φορά στις πομπές που γίνονταν στην αρχαία Ελλάδα κατά τη διάρκεια των Ελευσίνιων Μυστηρίων. Σύμφωνα με τον ιδρυτικό μύθο των Ελευσινίων Μυστηρίων η θεά Δήμητρα αναζητώντας την κόρη της Περσεφόνη, που την είχε απαγάγει ο Πλούτων, θεός του κάτω κόσμου, έφτασε στην περιοχή της Ελευσίνας και φιλοξενήθηκε από τον βασιλιά Κελεό. Για να ανταποδώσει τη φιλοξενία η Δήμητρα, που συνδεόταν με τις καλλιέργειες και τη γονιμότητα της γης ως θεά της γεωργίας, δίδαξε και στους κατοίκους της Ελευσίνας την καλλιέργεια του σιταριού, διέταξε το βασιλιά να τη λατρεύουν στην Ελευσίνα και καθόρισε το χαρακτήρα των μυστηριακών τελετών προς τιμήν της με σεμνά όργια, που οδηγούσαν τους ανθρώπους σε ηθική ανύψωση, ευημερία και μακαριότητα. Τα Ελευσίνια μυστήρια από τα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. ήταν ιδιαιτέρως δημοφιλή, την κλασική εποχή απέκτησαν πανελλήνιο και στα ρωμαϊκά χρόνια παγκόσμιο χαρακτήρα. Εξ’ αιτίας της αυστηρής μυστικότητας δε γνωρίζουμε τι ακριβώς έκαναν κατά τη διάρκεια των τελετών, καθώς κανένας αρχαίος συγγραφέας δεν αναφέρει τίποτα σχετικό, αλλά οι ελευσίνιες τελετές μπορούν να θεωρηθούν  πρόγονοι του σημερινού καρναβαλιού.

Τα δρώμενα των αποκριών και του καρναβαλιού συνδέονται περισσότερο με τις παγανιστικές τελετουργίες των αρχαίων Ελλήνων στις γιορτές προς τιμή του Διονύσου, θεού του κρασιού και της ευθυμίας. Στην αρχαία Ελλάδα από το μεσοχείμωνο μέχρι την Άνοιξη γίνονταν προς τιμήν του Διόνυσου ή Βάκχου οι Διονυσιακές ή Βακχικές γιορτές. Οι οπαδοί του Διονύσου τις ημέρες των τελετουργιών  μεταμφιέζονταν φορώντας δέρματα ζώων, άλειφαν το πρόσωπό τους με τρυγία (κατακάθι του κρασιού) ή κάλυπταν το πρόσωπό τους με διάφορες μάσκες, για να παραμείνει άγνωστη η ταυτότητά τους, στεφανώνονταν με κισσό, το αειθαλές ιερό φυτό του Διόνυσου, και προσπαθούσαν να έχουν τη μορφή Σατύρων, που έμοιαζαν με τράγους. Στη διάρκεια των διονυσιακών γιορτών οι μαλλιαροί σάτυροι χορευτές μεταμφιεσμένοι σε «γάστρωνες» (κοιλαράδες), όπως τους βλέπουμε στις παραστάσεις των διαφόρων αρχαίων αγγείων, ξεχύνονταν στους δρόμους και επιδίδονταν στο χορό και στο ποτό με προκλητικές πράξεις και έντονη βωμολοχία. Τραγουδούσαν το «Διθύραμβο», χόρευαν πίνοντας κρασί και το κέφι έφτανε στο κατακόρυφο. Κύριο χαρακτηριστικό αυτών των τελετουργιών ήταν η «προκλητική» συμπεριφορά με τους συμμετέχοντες να επιδίδονται σε τολμηρές πράξεις και να εκφράζονται με βωμολοχίες. Οι «σάτυροι» έκρυβαν την αληθινή τους ταυτότητα πίσω από τις μάσκες και εξέφραζαν ελεύθερα τις κρυφές ερωτικές τους σκέψεις, όπως κάνουν και οι σημερινοί μασκαράδες τις αποκριές.

 

Ο Διόνυσος μεθυσμένος ανάμεσα στους Σάτυρους και της Μαινάδες, 150-200 π.Χ. – Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Νάπολη.

 

Μαρμάρινη ανάγλυφη πλάκα με βακχική παράσταση. Ο θεός Διόνυσος εικονίζεται μεθυσμένος και υποβασταζόμενος από Σάτυρο. Δεξιά και αριστερά πλαισιώνεται από άμπελο, φυτό προσφιλές στον θεό, και τρεις ερωτιδείς: ένας παίζει δίαυλο, ένας κόβει σταφύλια και ένας κάθεται σε αιλουροειδές. Αποθετήριο Αρχαιολογικού Μουσείου Χανίων.

 

Διόνυσος

Ο μεθυσμένος Σειληνός παιδαγωγός του Θεού Διονύσου υποβασταζόμενος από τους Σάτυρους, 1620, όπως τον φαντάστηκε και τον αποτύπωσε στον καμβά ο Φλαμανδός ζωγραφος, Anthony van Dyck (Άντονι φαν Ντάικ, 1591-1641), Τhe National Gallery, Λονδίνο.

 

Οι Ρωμαίοι μετέφεραν από τους Έλληνες τις γιορτές του καρναβαλιού στα «Σατουρνάλια», σημαντική γιορτή αφιερωμένη στο θεό Σατούρνους (Saturnus), που αντιστοιχεί στον ελληνικό θεό Κρόνο, γινόταν την περίοδο του χειμερινού ηλιοστασίου και κρατούσε μια βδομάδα (17 – 23 Δεκεμβρίου). Οι εορταστικές εκδηλώσεις των Σατουρναλίων ξεκινούσαν με θυσία μπροστά στο ναό του θεού Κρόνου, που για τους Ρωμαίους ήταν προστάτης της σποράς, ακολουθούσε κοινό γεύμα για όλους τους πολίτες με δημόσια δαπάνη και περιλάμβανε διάφορα έθιμα, όπως την ανταλλαγή μικρών δώρων και υπαίθριες αγορές. Το φαγοπότι και οι αμφιέσεις κυριαρχούσαν. Τις ημέρες της γιορτής επιτρέπονταν τα τυχερά παιχνίδια ακόμα και για τους δούλους, που δεν μπορούσαν να τιμωρηθούν και αντιμετώπιζαν με χλευασμό τους κυρίους τους. Γενικότερα οι ρόλοι ανάμεσα σε δούλους και ιδιοκτήτες αντιστρέφονταν, κάτι που οδηγούσε σε ξέφρενο γλέντι, άφθονη οινοποσία και ακολασίες. Γι’ αυτό το λόγο ο Χριστιανισμός ταύτισε τα «σατουρνάλια» με τα «όργια».

Κύριο στοιχείο των εορτών του Διόνυσου και των Σατουρναλίων είναι οι μεταμφιέσεις, ο χορός και τα χτυπήματα της γης με τα πόδια. Σκοπός των χορών-πηδημάτων και των μεταμφιέσεων ήταν να εξευμενίσουν τα βλαπτικά πνεύματα και να βοηθήσουν τη γη να βλαστήσει. Οι παράδοξοι χοροί των μεταμφιεσμένων και τα ποδήματά τους παρίσταναν την διέλευση των πνευμάτων της βλάστησης. Ήταν πράξεις της θρησκείας των πρωτόγονων γεωργών, οι οποίοι ζητούσαν με τρόπους μαγείας να ενισχύσουν τη βλάστηση και την καρποφορία της γης, που όλο τον χειμώνα βρίσκεται σε νάρκη, ενώ την Άνοιξη ανασταίνεται, μια και ανοίγει ο καιρός. Οι άνθρωποι χαίρονταν που έφευγε ο χειμώνας και καλωσόριζαν την Άνοιξη με χορούς και τραγούδια. Φορούσαν μάσκες από φλούδες δέντρων, δέρματα ζώων και κουδούνια, για να βοηθήσουν τη γη να ξυπνήσει από τη χειμερία νάρκη και να βγάλει καρπούς. Οι εορταστές που ντύνονταν με τραγοτόμαρα μιμούνταν τους τράγους, τις κατσίκες και τα πρόβατα. Τα ζώα αυτά ασκούσαν σημαντικό ρόλο στη ζωή του ανθρώπου, η αμφίεση σε ζώα- τράγους με κουδούνια και κυπριά αποτελούσε επίσημη πανηγυρική φορεσιά και οι πανηγυριστές παρίσταναν τον τράγο ως στοιχείο γονιμότητας και ευφορίας.

Οι περισσότερες από τις διονυσιακές γιορτές και τα έθιμα των αρχαίων Ελλήνων πέρασαν στο Βυζάντιο και έφτασαν μέχρι τα χρόνια μας. Κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής περιόδου οι αποκριές γιορτάζονταν στον Ιππόδρομο  και στις εκδηλώσεις που γίνονταν έπαιρναν μέρος οι πλούσιοι, αλλά και ο απλός λαός. Σ’ αυτό βοήθησε και η ανεξιθρησκία, που κατοχύρωσε ο Μ. Κωνσταντίνος με το διάταγμα των Μεδιολάνων (313 μ.Χ.) και η διάδοση των αρχαίων ειδωλολατρικών εθίμων με διατάγματα του αυτοκράτορα Ιουλιανού, ο οποίος τάχθηκε υπέρ της ειδωλολατρίας. Αργότερα όμως ο Θεοδόσιος και κυρίως ο Ιουστινιανός με σκληρά μέτρα και διατάγματα προσπάθησαν να καταπνίξουν τα ειδωλολατρικά έθιμα για την εδραίωση της ορθοδοξίας. Πολλά έργα τέχνης του αρχαίου πολιτισμού καταστράφηκαν και έκλεισε η ακαδημία του Πλάτωνα που λειτούργησε για 1.000 περίπου χρόνια.

 

Το Καρναβάλι στον Μεσαίωνα.

 

Στη μεσαιωνική Ευρώπη η μορφή που έχει σήμερα το καρναβάλι διαμορφώθηκε κατά τον μεσαίωνα, όπου οι γιορτές της αποκριάς και το καρναβάλι απέκτησαν ιδιότυπο χρώμα και εμπλουτίστηκαν από τοπικά έθιμα και παραδόσεις με κυρίαρχο γνώρισμα το άρμα του βασιλιά καρνάβαλου και τους χορούς των μεταμφιεσμένων. Αυτή η παράδοση εξαπλώθηκε και σε άλλα μέρη του κόσμου µέσω της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου και διαμορφώθηκε το καρναβάλι δυτικού τύπου με σερπαντίνες, παλιάτσους, τυποποιημένες μεταμφιέσεις, χορούς, πομπές με άρματα και άλλες παραστάσεις. Κατά τους νεότερους χρόνους τα έθιμα αυτά πέρασαν στις γιορτές των μασκοφόρων της Ρώμης, της Φλωρεντίας και της Βενετία, που φημίζεται για το καρναβάλι της.  Οι άνθρωποι ασπάστηκαν το χριστιανισμό και σταμάτησαν να λατρεύουν τους δώδεκα θεούς του Ολύμπου, αλλά οι συνήθειες και οι παγανιστικές πρακτικές έμειναν βαθιά ριζωμένες στο αίμα τους και δεν καταργήθηκαν τελείως. Έτσι η Αποκριά πήρε πάνδημο χαρακτήρα σε όλη την Ευρώπη και σε άλλους λαούς και μέχρι σήμερα οι άνθρωποι εξακολουθούν να μεταμφιέζονται και να ξεχύνονται μασκαρεμένοι στο δρόμο σε μια υπερεθνική γιορτή με κοινή καταγωγή και αφετηρία ανεξάρτητα από τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους γίνεται από τόπο σε τόπο.

 

Το καρναβάλι της Βενετίας φημίζεται για τις χαρακτηριστικές μάσκες του.

 

Οι αποκριές στον Χριστιανισμό

  

Οι αποκριάτικες ψυχαγωγικές εκδηλώσεις δεν έχουν καμιά σχέση με το χριστιανικό πνεύμα και το χριστιανικό εορτολόγιο. Η χριστιανική εκκλησία μάλιστα καταπολέμησε αυτά τα έθιμα ως «ειδωλολατρικά» κατάλοιπα, όπως χαρακτηρίζει κάθε προχριστιανική σκέψη. Όμως, παρ’ όλες τις διώξεις και απαγορεύσεις, ο χριστιανισμός δεν μπόρεσε να εξαλείψει και να καταργήσει τις λαϊκές αυτές εκδηλώσεις με τις πανάρχαιες ρίζες  και τελικά τις ανέχτηκε και τις προσάρμοσε στο εορτολόγιό του. Έτσι σε κάποιες περιπτώσεις βλέπουμε πως τα αρχαιοπρεπή αυτά έθιμα έχουν περάσει μέσα στο χριστιανικό ναό και παίρνουν την ευλογία του ιερέα για την έναρξη της τέλεσής τους.

Οι «Απόκριες» στη γλώσσα της Εκκλησίας ονομάζονται «Τριώδιο» και πήραν την ονομασία αυτή από το ομώνυμο εκκλησιαστικό βιβλίο, το Τριώδιο, το οποίο περιλαμβάνει τους ύμνους που ψάλλονται στις εκκλησίες κατά τη συγκεκριμένη περίοδο. Οι ύμνοι αυτοί έχουν τρεις ωδές σε αντίθεση με τους υπόλοιπους ύμνους της Εκκλησίας, που έχουν εννέα ωδές. Ωδές είναι ομάδες από τέσσερα ως πέντε ή περισσότερα τροπάρια, που ψάλλονται όλα με τον ίδιο τρόπο. Ξεκινά την πρώτη Κυριακή με το Ευαγγέλιο του «Τελώνη και Φαρισαίου», που προτρέπει τους Χριστιανούς να είναι ταπεινοί, όπως ο Τελώνης, και όχι υπερήφανοι, όπως ο Φαρισαίος. Τη δεύτερη Κυριακή γίνεται αναφορά στο Ευαγγέλιο του «Ασώτου Υιού», που διδάσκει την αξία της μετάνοιας και το μεγαλείο της συγχώρεσης. Η τρίτη Κυριακή της Απόκρεω, αναφέρεται στη Δευτέρα Παρουσία και στη χριστιανική αγάπη και είναι η τελευταία ημέρα που οι χριστιανοί επιτρέπεται να φάνε κρέας. Το Ευαγγέλιο της τέταρτης Κυριακής, της Τυροφάγου, αναφέρεται στην εξορία των πρωτόπλαστων από τον Παράδεισο και παροτρύνει τους πιστούς να νηστεύουν, να συγχωρούν όσους τους έχουν βλάψει και να διάγουν βίο ενάρετο.

Στην ορθόδοξη χριστιανική εκκλησία αποκριές ονομάζονται οι τρεις τελευταίες εβδομάδες πριν τη Μεγάλη Σαρακοστή. Από το 19ο αιώνα το καρναβάλι ξεκινά κάθε χρόνο την Κυριακή του Τελώνη και Φαρισαίου και λήγει την Κυριακή της Τυροφάγου. Η περίοδος αυτή χρονικά συμπίπτει με τη γιορτή των Μεγάλων Διονυσίων της ελληνικής αρχαιότητας που ήταν αφιερωμένες στο θεό Διόνυσο, θεό του κρασιού και του γλεντιού. Οι Απόκριες αποτελούν ουσιαστικά την εισαγωγή στην περίοδο της νηστείας και προετοιμασία για τη μεγάλη γιορτή του Πάσχα. Πριν τη Μεγάλη Σαρακοστή ο χριστιανός, που θα προετοιμαστεί και θα νηστεύει για την κορυφαία γιορτή της Ορθοδοξίας, αισθάνεται την ανάγκη να διασκεδάσει με κάθε είδους τρέλα. Το τέλος της Αποκριάς είναι η Καθαρά Δευτέρα, η πρώτη μέρα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που ονομάζεται Τεσσαρακοστή, γιατί μιμείται την 40ήμερη νηστεία που έκανε ο Χριστός, ενώ λέγεται και Μεγάλη, για να υπάρχει σαφής διαχωρισμός από τη νηστεία των Χριστουγέννων.

Η πρώτη εβδομάδα της αποκριάς λέγεται «προφωνή», επειδή τα παλιά χρόνια κάποιος ανέβαινε σ’ ένα ψηλό μέρος και προφωνούσε, διαλαλούσε δηλαδή ότι αρχίζουν οι Απόκριες και κάθε οικογένεια έπρεπε να φροντίσει για τις προμήθειές της. Η δεύτερη εβδομάδα λέγεται κρεατινή, επειδή έτρωγαν κρέας και δεν νήστευαν ούτε την Τετάρτη και την Παρασκευή. Η τρίτη εβδομάδα λέγεται «Τυρινή ή της Τυροφάγου», επειδή έτρωγαν γαλακτοκομικά προϊόντα, για να προετοιμαστούν σιγά σιγά για τη νηστεία της Σαρακοστής. Η αρχή του Τριωδίου γίνεται κυρίως αισθητή την Πέμπτη της Κρεατινής, τη λεγόμενη Τσικνοπέμπτη. Η Τσικνοπέμπτη βρίσκεται στο μέσο των τριών εβδομάδων του  Καρναβαλιού, είναι η Πέμπτη της δεύτερης εβδομάδας, της Κρεατινής. Την ημέρα αυτή ο κόσμος έψηνε κρέας στα κάρβουνα και από τον καπνό που λέγεται «τσίκνα» πήρε το όνομά της αυτή η Πέμπτη και λέγεται Τσικνοπέμπτη.  Έψηναν όλοι μαζί σ’ ένα σπίτι ή καθένας χωριστά στο δικό του και έπειτα μαζεύονταν με τα ψητά στα ταψιά στον τόπο της διασκέδασης. Ακόμα και ο πιο φτωχός «τσίκνιζε τη γωνιά του» και η τσίκνα του κρέατος που ψηνόταν μοσχοβολούσε στην ατμόσφαιρα «για το καλό». Στη Γορτυνία ο τελάλης φώναζε «όποιος δεν έχει θρεφτάρι, ν’ αγοράσει», ενώ στη Νάξο η σύσταση ήταν πιο τολμηρή «αν δεν έχεις ν’ αγοράσεις, κλέψε!»

Το Σάββατο της Κρεατινής και τα δύο επόμενα Σάββατα, αντίθετα με την Πέμπτη που είναι μέρα χαράς, είναι αφιερωμένα στη μνήμη των νεκρών (Ψυχοσάββατα). Σύμφωνα με την παράδοση οι συγγενείς επισκέπτονται τα μνήματα και μοιράζουν κόλλυβα. Πώς συμβιβάζονται οι νεκροί και τα πένθη με το γενικό εύθυμο και φαιδρό τόνο των αποκριάτικων εθίμων; Η ημέρα των ψυχών συνδέεται με τη γιορτή των λουλουδιών και της άνοιξης, αφού την άνοιξη (αρχές Μαρτίου), που γιορτάζεται η αποκριά με τα Ψυχοσάββατά της, οι αρχαίοι Αθηναίοι γιόρταζαν τα Ανθεστήρια, γιορτή με διπλή όψη, αφού ήταν γιορτή των λουλουδιών, του κρασιού και της αχαλίνωτης χαράς, αλλά και γιορτή των νεκρών και των ψυχών. Σύμφωνα με τις παγανιστικές αντιλήψεις οι νεκροί έπρεπε να εξευμενισθούν, για να δώσουν καρπό στη γη και να επιτρέψουν το ξεφάντωμα στους ζωντανούς.

Την εβδομάδα της «Τυρινής» ο κόσμος αποκρεύει, σταματά δηλαδή να τρώει κρέας. Το έθιμο σχετίζεται με τις συνθήκες ζωής στις παραδοσιακές κοινωνίες. Μέχρι την τσικνοπέμπτη το κρέας που έτρωγαν ήταν από τα τελευταία χοιρινά, που τα είχαν αναθρέψει με τα αποφάγια και τα φρούτα του καλοκαιριού. Το Πάσχα θα έτρωγαν τα αρνιά, που γεννήθηκαν το φθινόπωρο και θα ήταν κρίμα να τα σφάξουν σε εποχή που αυξάνονταν σε βάρος. Αντίθετα το έθιμο για όλη την περίοδο της σαρακοστής έχει σε ημερήσια διάταξη τη χορτόπιτα για το πρώτο Σάββατο της σαρακοστής (των Αγίων Θεοδώρων), τη σαραντόπιτα των Αγίων Σαράντα και φαγητά «από σαράντα είδη χόρτων και όσπρια». Όσο πλησιάζει η άνοιξη, τα χιόνια λιώνουν, η θερμοκρασία του περιβάλλοντος ανεβαίνει, τα φυτά αυξάνονται και υπάρχει μεγάλη αφθονία χόρτων στη φύση, που μπορούν και πρέπει οι άνθρωποι να τα καταναλώνουν.

Η Καθαρή Δευτέρα είναι η πρώτη μέρα της Μεγάλης Σαρακοστής, γι’ αυτό λέγεται και πρωτονήστιμη Δευτέρα και «αρχιδευτέρα». Λέγεται Καθαρή, επειδή από το πρωί της ημέρας αυτής σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας κάθε νοικοκυρά  καθάριζε με ζεστό σταχτόνερο τις κατσαρόλες και όλα τα χάλκινα σκεύη από τα λίπη της αποκριάς μέχρι ν’ αστράψουν και έβαφε άσπρα τα πεζοδρόμια. Σε άλλα μέρη της Ελλάδας την Καθαρά Δευτέρα «καθάριζαν» ό,τι απόμεινε από τα μη νηστίσιμα φαγητά της αποκριάς. Οι χριστιανοί ονόμασαν την μέρα αυτή «Καθαρά Δευτέρα», γιατί με την έναρξη της νηστείας θεωρούσαν ότι ξεκινούσε η «κάθαρση» του σώματος και του πνεύματος.  Οι μεγάλες Απόκριες συνδέονται με την τελευταία περίοδο κρεατοφαγίας και διασκέδασης, προτού αρχίσει η μεγάλη νηστεία της Σαρακοστής. Στο διάστημα αυτό και για επτά ολόκληρες εβδομάδες δε γίνονται ούτε γάμοι ούτε γλέντια, ούτε πανηγύρια. Έτσι οι Απόκριες είναι η ευχάριστη παρένθεση ανάμεσα στο Δωδεκαήμερο και τη Μεγάλη Σαρακοστή. Την Καθαρά Δευτέρα αρχίζει η ψυχική και σωματική προετοιμασία για το Πάσχα. Είναι η πρώτη μέρα της Σαρακοστής και ξεκινάει η νηστεία, που διαρκεί 40 ημέρες.

 

Δρώμενα της ελληνικής αποκριάς

  

Στην ιστορία του καρναβαλιού καταγράφονται δεκάδες εκδηλώσεις, που με τη μια ή με την άλλη μορφή ήταν και είναι παρούσες στις παραδόσεις όλων των λαών. Από τη βόρεια Ευρώπη μέχρι τη νότια Αμερική και από την Αφρική μέχρι την Ιαπωνία, παρόμοιες γιορτές μετρούσαν τις αλλαγές των εποχών με την ανάμειξη δοξασιών και πραγματικότητας, γήινων γιορτών και θρησκευτικής τελετουργίας. Κύριο χαρακτηριστικό των αρχαίων γιορτών ήταν η μεταμφίεση και η διασκέδαση. Η Εκκλησία μας προσπάθησε να σβήσει τα κατάλοιπα αυτών των ειδωλολατρικών εκδηλώσεων και καθιέρωσε την Αποκριά ως μια γιορτή προς το τέλος του χειμώνα με αποχή από το κρέας, που προετοιμάζει για τη νηστεία της Λαμπρής. Όμως αν και πέρασαν αιώνες, η Αποκριά κράτησε τον εύθυμο και γιορταστικό χαρακτήρα της. Παλιότερα για τους κατοίκους των χωριών ήταν μια χαρούμενη ανάπαυλα στη μονότονη, χειμωνιάτικη αγροτική και κτηνοτροφική ζωή και σήμαινε ατέλειωτο γλέντι, πολυφαγία, οινοποσία, μασκάρεμα, αστεία, αθυροστομία και γενικά κέφι και σάτιρα.

 

Αποκριά στην Αθήνα, 1878. Νικόλαος Γύζης.

 

«Το Καρναβάλι στην Αθήνα», 1892. Άλλο ένα έργο με θέμα της απόκριες του σημαντικού έλληνα ζωγράφου από το Σκλαβοχώρι της Τήνου, Νικολάου Γύζη (1842-1901).
Ο πίνακας εκτίθεται «Στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών». Ο διευθυντής του Μουσείου Στέφανος Καβαλλιεράκης αναφέρει: «Πρόκειται για ελαιογραφία σε μουσαμά που ολοκληρώθηκε το 1892… Στο εσωτερικό ενός φτωχικού σπιτιού, στα μέσα του 19ου αιώνα, μία οικογένεια καθισμένη γύρω από το τραπέζι, διασκεδάζει με το έθιμο των μασκαράδων όταν αυτοί εισβάλουν για να τρομάξουν τα παιδιά. Η σκηνή, λουσμένη σε ένα ζεστό φως που μπαίνει από το παράθυρο, ανακατεύεται με τη μυρωδιά του γαλακτομπούρεκου, τον καπνό απ’ το τσιγάρο και τις αγκαλιές των παιδιών. Οι αισθήσεις και τα συναισθήματα κυριαρχούν σε αυτό το αριστουργηματικό έργο που αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα καλύτερα του κορυφαίου Νικολάου Γύζη».
Το «Καρναβάλι» αγοράστηκε από την Κυβέρνηση της Βαυαρίας προς 12.000 μάρκα, ως δώρο για τη νέα Πινακοθήκη.

 

Στο αποκορύφωμα του γλεντιού και της κρασοκατάνυξης ξεκινούσε ο χορός και το «άσεμνο» τραγούδι. Κι έπειτα ντύνονταν όλοι μασκαράδες και ξεχύνονταν στους δρόμους. Μασκαράς ονομάζεται ο μεταμφιεσμένος κατά τις Απόκριες. Η λέξη προέρχεται απ’ την Ιταλική λέξη maska [μασκαράς < μάσκα] και σημαίνει προσωπιδοφόρος. Σήμερα τη λέξη αυτή τη χρησιμοποιούμε για να χαρακτηρίσουμε τους μεταμφιεσμένους είτε έχουν καλυμμένο το πρόσωπό τους με μάσκα είτε όχι. Η έννοια μασκαράς όλο τον άλλο χρόνο θεωρείται υποτιμητική και εκλαμβάνεται σαν βρισιά, αλλά  τις μέρες της αποκριάς θεωρείται κάτι το φυσιολογικό, το οποίο όλοι οφείλουμε να συμμεριστούμε. Το πνεύμα των ημερών επιβάλλει τα μασκαρέματα, το ξεφάντωμα και την κραιπάλη σε ένα είδος διονυσιακής ατμόσφαιρας, όπου τα κρασιά και το φαγοπότι είναι άφθονα για όλους. Οι μασκαράδες κυκλοφορούν στο δρόμο, μπαίνουν στα κέντρα, χορεύουν, πειράζονται και γλεντούν. Ο άνθρωπος φορώντας τη μάσκα και την αποκριάτικη  στολή αισθάνεται ότι παραμερίζει την προσωπικότητά του, την εικόνα του απέναντι στους άλλους ανθρώπους και το ρόλο του στην κοινωνία και νιώθει ότι έχει την ευκαιρία να αφήσει ελεύθερα κάποια ένστικτα και συμπεριφορές που δίσταζε υπό κανονικές συνθήκες να εκδηλώσει.

Παλιότερα χρησιμοποιούσαν διάφορα ονόματα κατά τόπους για τους μασκαράδες. Τους έλεγαν κουδουνάτους, γιανίτσαρους, κουκούγερους, μούσκουρους, κουμουζέλες, καρνάβαλους κ.ά. Βασικό γνώρισμα των μασκαράδων η μάσκα, που θεωρείται απόγονος των αρχαίων κωμικών και σατυρικών προσωπείων που φορούσαν οι ηθοποιοί, όταν έπαιξαν κωμωδίες και σατυρικά δράματα προς τιμήν του θεού Διονύσου. Οι μάσκες εκείνες ήταν πήλινες και όμοιες μεταξύ τους. Αργότερα οι Ρωμαίοι έφτιαξαν μάσκες που διέφεραν η μια από την άλλη και παρίσταναν διάφορους τύπους της κωμωδίας. Πολλούς αιώνες αργότερα στη βόρεια Ιταλία αναπτύχθηκε το θεατρικό είδος της Κομέντια ντελ άρτε, που εισήγαγε τύπους, όπως ο αρλεκίνος και η κολομπίνα, με τις ανάλογες μάσκες και ενδυμασίες, αλλά και μάσκες χρυσές με μορφές πουλιών.

 

Κομέντια ντελ άρτε είναι η ονομασία της λαϊκής ιταλικής αυτοσχεδιαστικής κωμωδίας η οποία ήταν δημοφιλής μεταξύ του 16ου και του 18ου αιώνα και έγινε σύντομα αγαπητή και έξω από τα σύνορα της Ιταλίας.

 

Η παραδοσιακή μάσκα ήταν από προβιά με τρύπα για τα μάτια και το στόμα ή από χοντρό μαύρο πανί ή από χαρτόνι. Άλλες φορές χρησιμοποιούσαν νεροκολόκυθο με κόκκινη πιπεριά για μύτη. Κάποτε αντικαθιστούσαν τη μάσκα με το μαύρισμα του προσώπου με φούμο και πρόσθεταν μια μεγάλη ψεύτικη γενειάδα και μουστάκι ζωγραφισμένο. Σήμερα οι μεταμφιέσεις διακρίνονται από μεγάλη ποικιλία, είναι τυποποιημένες και εμπορευματοποιημένες και οι μάσκες είναι συνήθως πλαστικές και πολλές φορές εικονίζουν πρόσωπα της επικαιρότητας, πολιτικούς ή πρόσωπα που απασχόλησαν με αρνητικό συνήθως τρόπο την κοινωνία στη διάρκεια του προηγούμενου χρόνου. Οι μασκαράδες σήμερα φορώντας την μάσκα δεν αναγνωρίζονται και νιώθουν απελευθερωμένοι από τον καθωσπρεπισμό και την σοβαροφάνειά τους, με αποτέλεσμα να λένε και να κάνουν πράγματα, που δε θα τολμούσαν να σκεφθούν χωρίς την μάσκα. Έτσι ευθυμούν και διασκεδάζουν ξεχνώντας για λίγο τις έγνοιες και τα προβλήματά τους. Σε μια κρίσιμη καμπή του χρόνου – στο πέρασμα από το χειμώνα στην άνοιξη – οι άνθρωποι προσπαθούσαν πίσω από τις μάσκες να αμφισβητήσουν τις αξίες και ιεραρχίες.

Στο παραδοσιακό καρναβάλι υπήρχαν συγκεκριμένες μεταμφιέσεις με τα διαθέσιμα μέσα και με πολλούς αυτοσχεδιασμούς: γαμπρός – νύφη – συμπεθεριό, γιατρός – νοσοκόμα – άρρωστος, παπάς, τσιγγάνα, αράπης. Οι μεταμφιέσεις είχαν να κάνουν με την αναπαράσταση παρωδίας γάμου που κατέληγε σε κηδεία με τον νεκρό γαμπρό την καίρια στιγμή ν’ ανασταίνεται. Ανάλογα με τον τόπο ή με το «σενάριο», τη νύφη και τον γαμπρό πλαισίωναν η γριά προξενήτρα, ο γέρο νουνός, ο γιατρός, ο τσιγγάνος, ο Εβραίος, ο Αρβανίτης, ο αράπης, ο διάβολος κ.λ.π. Μέσα στον χαμό κάποιοι «χωροφύλακες» έπιαναν έναν φυγόδικο και τον έσερναν στον δικαστή με την κατηγορία ότι «σκότωσε το γουρούνι του». Καταδικαζόταν σε θάνατο αλλά, λίγο πριν από την κρεμάλα, κατέφθανε η «βασιλική χάρη». Αλλού θέμα ήταν η κηδεία του τσιγκούνη, ο γύφτικος γάμος, η ληστεία του λόρδου ή το εργοστάσιο, όπου έμπαινες γέρος και έβγαινες νέος. Κοινό εργαλείο παντού ήταν ένα ομοίωμα φαλλού και κοινή κατάληξη όλων των παραλλαγών στα αποκριάτικα δρώμενα ήταν ο θάνατος και η ανάσταση του πρωταγωνιστή.

 

Απόκριες στο Άργος (1936) – Αρχείο: Βασίλη Τουφεξιάδη.

 

Ο Ελληνικός λαός αποκρεύει, δηλαδή παύει να τρώει κρέας, μετά το φαγητό της Κυριακής της δεύτερης εβδομάδας, της Κρεατινής. Αλλά η καθαυτό Αποκριά με τα πολλά έθιμα είναι η τελευταία Κυριακή της Τυροφάγου. Όταν φτάσει η Κυριακή αυτή, εντείνονται στο έπακρο η ευθυμία, οι μεταμφιέσεις και οι χοροί. Η ημέρα όλη περνά με την κίνηση των μασκαράδων, με τις επισκέψεις και τα πλούσια φαγοπότια, που είναι ομοιοπαθητικές προσπάθειες για την ευφορία της γης, όπως τονίζει ο λαογράφος Λουκάτος.  Όταν αρχίζει να νυχτώνει, τότε ανάβονται στις πλατείες των χωριών ή στα σταυροδρόμια των πόλεων φωτιές, για να κάψουν τον καρνάβαλο. Οι άνθρωποι, νέοι και γέροι, τραγουδούν και χορεύουν πηδώντας πάνω απ’ τις φωτιές «για το καλό», όπως λένε, αλλά και για να καούν οι ψύλλοι και κάθε κακό απομεινάρι του χειμώνα. Πιθανόν και η ονομασία Τριώδιο (τρεις οδοί-δρόμοι) να προήλθε ετυμολογικά και απ’ αυτές τις φωτιές στα τρίστρατα σταυροδρόμια.

Μια μορφή χορού είναι και το «γαϊτανάκι», ένα παραδοσιακό παιχνίδι για παιδιά με έναν ψηλό στύλο, από την κορυφή του οποίου κρέμονται λωρίδες υφάσματος διαφορετικών χρωμάτων. Κάθε παιδί πιάνεται από μια λωρίδα και γυρνούν γύρω-γύρω από το στύλο χορεύοντας και τραγουδώντας. Πιθανόν ο κυκλικός αυτός χορός να υποδηλώνει τον κύκλο της ζωής, από την χαρά στην λύπη, από τον χειμώνα στην άνοιξη, από τη ζωή στο θάνατο και το αντίθετο. Σε πολλές περιπτώσεις οι καρναβαλιστές χωρίζονταν σε δύο στρατόπεδα και συγκρούονταν μεταξύ τους, για να μην αφήσουν τόπο στους άλλους να περάσουν, αν το δρομάκι ήταν στενό και έπρεπε κάποια από τις ομάδες να παραμερίσει. Οι πέτρες με τα όπλα που μεταχειρίζονταν στις συγκρούσεις αυτές, αντικαταστάθηκαν στις μέρες μας με τον ακίνδυνο χαρτοπόλεμο που γίνεται με σερπαντίνες και κομφετί, ως ανάμνηση κι αναπαράσταση των τρομερών μαχών που γίνονταν  παλαιότερα στις γειτονιές.

 

Το ιδιαίτερο Βενετσιάνικο καρναβάλι στο Ναύπλιο. Φώτο: Μπουγιώτης Ευάγγελος.

 

Καρναβάλι 2017, Δήμος Άργους-Μυκηνών. Φώτο: Ταμπούρης.

 

Αργείτικο καρναβάλι, 2017. Η βασίλισσα του Αργείτικου καρναβαλιού,
η γνωστή χορεύτρια Αναστασία Γιούσεφ η οποία υποδέχτηκε τους καρναβαλιστές με τον δικό της ξεχωριστό τρόπο.

 

Ο εορτασμός του καρναβαλιού κλείνει την Καθαρά Δευτέρα με τα κούλουμα και το πέταγμα του χαρταετού. Με τον όρο «κούλουμα» εννοούμε την μαζική έξοδο του κόσμου στην ύπαιθρο και τον εορτασμό της Καθαράς Δευτέρας στη φύση. Σύμφωνα με τον πατέρα της ελληνικής λαογραφίας Νικόλαο Πολίτη η προέλευση της λέξης είναι λατινική από το «cumulus», που έχει τη σημασία του σωρού, αλλά σημαίνει και την αφθονία, το περίσσευμα, το πέρα, και τον επίλογο. Η γιορτή, λοιπόν, της Καθαράς Δευτέρας θεωρείται ο επίλογος των βακχικών εορτών της αποκριάς, οι οποίες αρχίζουν την Τσικνοπέμπτη και τελειώνουν την Καθαρά Δευτέρα. Απαραίτητο συμπλήρωμα της Καθαράς Δευτέρας αποτελεί το πέταγμα του χαρταετού με τα ποικίλα χρώματα και σχέδια από μικρούς και μεγάλους, πιθανόν για να πετάξουν μακριά κάθε έγνοια του χειμώνα, μια και μπαίνει η άνοιξη και όλα στη φύση είναι πιο χαρούμενα λόγω της ανθοφορίας και της βελτίωσης του καιρού.

Κανένας κανόνας όμως δεν απαγορεύει το κρασί την Καθαρά Δευτέρα, που με λίγες ελιές, ταραμά και φρέσκα κρεμμυδάκια και με το απόθεμα της ευτυχίας που διατηρείται από την προηγούμενη μέρα, αρκεί ώστε και η μέρα αυτή να μην υστερεί σε κέφι από τις άλλες ημέρες της Αποκριάς. Με τη διαφορά ότι αλλάζει η σκηνή και όλοι, οι μεγάλοι με τα νηστίσιμα φαγητά που έχουν ετοιμάσει και οι μικροί με τους χαρταετούς, πηγαίνουν στην εξοχή για να κάνουν τα κούλουμα. Την Καθαρά Δευτέρα τα προσωπεία αποσύρονται, για να δώσουν τη δυνατότητα για την καλλιέργεια αυτοσυνειδησίας και την εύρεση του προσώπου μέσα στο στάδιο της Σαρακοστής. Ένα στάδιο πνευματικής άσκησης που λήγει την Κυριακή των Βαΐων, για να ανοίξει η Μεγάλη Εβδομάδα που θα μας οδηγήσει στη Μεγάλη Πασχαλιά και την Ανάσταση.

 

Συμπεράσματα 

 

Το καρναβάλι σαν έθιμο και σαν εκδήλωση είναι ειδωλολατρικό, αλλά διατηρείται σήμερα σαν θεσμός και στις χριστιανικές χώρες και γιορτάζεται πανηγυρικά. Αυτό συμβαίνει για πολλούς λόγους: Πολιτιστικούς, με σκοπό την αναβίωση και τη διάσωση των τοπικών παραδόσεων και την διατήρηση της φυσιογνωμίας και της ταυτότητας κάθε τόπου.  Διαφημιστικούς και οικονομικούς με στόχο την ανάπτυξη του τουρισμού, την προσέλκυση του κόσμου, την προβολή και την ευρύτερη ανάπτυξη της περιοχής. Ψυχαγωγικούς με στόχο την αποφυγή της ρουτίνας, τη διασκέδαση και την εκτόνωση των πολυάσχολων ανθρώπων. Σε αρκετούς νομούς και γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας σώζονται έθιμα και παραδόσεις που μεταφέρονται αναλλοίωτα από γενιά σε γενιά μέχρι τις μέρες μας. Από την Κρήτη μέχρι τις Σέρρες, από τη Λέρο μέχρι την Ξάνθη και από την Κέρκυρα μέχρι την Λάρισα γνωστά ή άγνωστα αποκριάτικά έθιμα αναβιώνουν μέχρι σήμερα κρατώντας ζωντανή την ελληνική παράδοση. Τα αποκριάτικα έθιμα ανά την Ελλάδα, διονυσιακού χαρακτήρα και αρχαιοελληνικής προέλευσης με παγανιστικές επιρροές, έντονα σκωπτικά και με σατυρική διάθεση τις περισσότερες φορές, συνδέονται άλλοτε με την ιστορία και τους θρύλους κάθε περιοχής και άλλοτε αποτελούν απλώς μια αφορμή διαφυγής από την καθημερινότητα.

Τα τελευταία χρόνια γίνονται προσπάθειες να αναβιώσουν τα παραδοσιακά αποκριάτικα έθιμα σε πολλά μέρη της Ελλάδας. Πολύ γνωστό σε όλους είναι το περιβόητο πατρινό καρναβάλι, που έχει τις ρίζες του στις αρχές του 19ου αιώνα, της Πλάκας στην Αθήνα, της Θήβα με τον περίφημο «βλάχικο γάμο», της Κοζάνης με τους  φανούς της και τα υπαίθρια γλέντια γύρω από φωτιές σε διάφορες γειτονιές, αλλά και της Ξάνθης, της Καστοριάς, όπως επίσης και της Νάουσας με τους Γενίτσαρους και τις Μπούλες. Με την ίδια διάθεση γιορτάζεται σήμερα το καρναβάλι σε πολλά μέρη του κόσμου. Φημισμένα είναι το πολύ θεαματικό του Ρίου Ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας, το αριστοτεχνικό καρναβάλι της Βενετίας, της Νίκαιας και πολλά άλλα. Τα καρναβάλια παντού γίνονται με μασκαράδες, χορούς, γλέντια, σάτιρα και διάφορα ιδιαίτερα έθιμα σε κάθε μέρος και αποτελούν ευκαιρία για ξεφάντωμα, κρασί και χίλια δυο πειράγματα.

 

Πηγές


 

  • Λουκάτος Σ. Δημήτρης, Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία, Εκδόσεις Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1985.
  • Μάργαρης Σ. Νικόλαος, Λαογραφική οικολογία, εκδ. Φιλιππότη, 1991.
  • Μέγας Α. Γεώργιος, Ελληνικές Γιορτές και Έθιμα της Λαϊκής Λατρείας, εκδ. Εστία, 2012.
  • Flaceliere Robert, Ο Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος των Αρχαίων Ελλήνων, εκδ. Παπαδήμα, 1985.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Σχετικά θέματα:

 

Παρουσίαση του βιβλίου: «Ο σημαδεμένος Ερημίτης»


  

Ο σημαδεμένος Ερημίτης

Ένας γιατρός γράφει για βυζαντινούς ήρωες στο βιβλίο του «Ο σημαδεμένος Ερημίτης».

Το  Σάββατο 23  Φεβρουαρίου 2019  στις  6 το απόγευμα,   στην αίθουσα  εκδηλώσεων του Συλλόγου Αργείων  «Ο Δαναός», Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος, θα γίνει η παρουσίαση του νέου βιβλίου του συμπατριώτη μας ιατρού Γιώργου Νεοφώτιστου, με τίτλο: «Ο σημαδεμένος Ερημίτης».

Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο Αναστάσιος Σκλήρης, επίτιμος Ειδικός Πάρεδρος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου –  συνταξιούχος εκπαιδευτικός και ο συγγραφέας.

«Ήταν ο νεαρός Λεόντιος, γιατρός Ακτουάριος και αρχίατρος του μεγαλύτερου Νοσοκομείου του τότε κόσμου. Του Θεραπευτηρίου της Μονής Παντοκράτορα, της Κωνσταντινούπολης. Γιος πριγκίπισσας του Βυζαντίου και συγγενής των Παλαιολόγων, μεγάλωσε στα θαυμαστά ανάκτορα των Βλαχερνών.

Ήταν παιδικός φίλος του νεαρού Ανδρόνικου, εγγονού του Αυτοκράτορα Ανδρόνικου Παλαιολόγου του Β’. Φίλοι τους, γόνοι των ισχυρότερων οικογενειών του Βυζαντίου!… ζει ευτυχισμένος με την οικογένειά του στην Πόλη, μακριά από τις ίντριγκες των ανακτόρων μέχρι που… και ξαφνικά όλα αλλάζουν!

Ξεσπά ο εμφύλιος των δύο Παλαιολόγων και εκείνος, πιστός στον νεαρό φίλο του Ανδρόνικο, δέχεται την μήνη του παππού του και Αυτοκράτορα, Ανδρόνικου Παλαιολόγου Β’. Τα πάντα στη ζωή του Λεόντιου ανατρέπονται. Η ζωή του στη Βασιλεύουσα γίνεται πια προβληματική!

Η οικογένειά του διαλύεται και εκείνος, δραπετεύει κυνηγημένος από την Κωνσταντινούπολη. Μια απίστευτη περιπέτεια ξεκινά για αυτόν…».

 

Γιώργος Νεοφώτιστος


 

Γιώργος Νεοφώτιστος

Γεννήθηκε στο Άργος, μαθητής στο 1ο Δημοτικό σχολείο και στη συνέχεια στο Γυμνάσιο Αρρένων της πόλης, απ’ όπου όταν  απεφοίτησε, εισήχθη με εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κάτοχος του ιατρικού πτυχίου, υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο 401 Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών, ως έφεδρος ανθυπίατρος, στην παθολογική κλινική.

Συνέχισε για την  ειδικότητά του στον «Ευαγγελισμό», όπου τελείωσε  Ειδική Παθολογία & συνέχισε Νεφρολογία. Διορίστηκε διευθυντής στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο Ηρακλείου, όπου ίδρυσε και λειτούργησε  την πρώτη Μονάδα Τεχνητού  νεφρού  στη Κρήτη.

Στη συνέχεια έγινε εταίρος σε Γενική Κλινική στο Ηράκλειο, και διευθυντής της ιατρικής της υπηρεσίας. Κατά τη διάρκεια της εξάσκησης του επαγγέλματός του διετέλεσε: Πρόεδρος εξωνοσοκομειακών γιατρών Ηρακλείου, Καθηγητής Νοσηλευτικού τμήματος ΤΕΙ Ηρακλείου, Πρόεδρος ΕΠΣΗ & Διοικητής Υγειονομικής Περιφέρειας Κρήτης.

Έχει εκδώσει, ιατρικά εγχειρίδια (μεταξύ αυτών μια  Νοσολογία   και ένα ιατρικό βοήθημα, το «Εμείς και τα Μικρόβια») & στράφηκε στο ιστορικό μυθιστόρημα, όπου το πρώτο εξ αυτών με τίτλο «Στα βήματα του Ασκληπιού»  είχε πανελλήνια επιτυχημένη πορεία.

Το τελευταίο του συγγραφικό πόνημα «Ο Σημαδεμένος Ερημίτης» κυκλοφόρησε στις αρχές αυτού του χρόνου.  Είναι παντρεμένος με τη γιατρό Φυλλίτσα Νεοφώτιστου και έχει δυο κόρες.

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: «Το πέρασμα στην εμμηνόπαυση»


 

O Σύλλογος Αργείων «O Δαναός» έχει την τιμή και την ευχαρίστηση να σας αναγγείλει, ότι  την Κυριακή  24  Φεβρουαρίου  2019  και  ώρα  6.30  μ.μ.  στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου, Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος,  θα μιλήσει, η κ. Ιφιγένεια Μ.  Παπαδημητρίου, Μαιευτήρας – Γυναικολόγος, με θέμα:  «Το πέρασμα στην εμμηνόπαυση».

Θα προβληθούν σχετικές διαφάνειες και θα ακολουθήσει συζήτηση.

 

Ιφιγένεια Παπαδημητρίου


 

Γεννήθηκε στο Άργος. Αποφοίτησε από το 1ο Γενικό Λύκειο Άργους με Άριστα. Πέρασε 8η στην Ιατρική Σχολή Πατρών το 2001 από όπου και έλαβε πτυχίο Ιατρικής το 2007. Υπηρέτησε την θητεία της ως αγροτικός ιατρός στο Γ. Ν Αμαλιάδας. Εν συνεχεία έκανε 1 χρόνο Γενική Χειρουργική στο Γ. Ν Αιγίου.

 Έλαβε την ειδικότητά της ως Μαιευτήρας Γυναικολόγος στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ρίου Πατρών, όπου και εργάστηκε για 4 συναπτά έτη. Ταυτόχρονα παρέδιδε μαθήματα Ιατρικής στο Δημόσιο ΙΕΚ Πατρών ως καθηγήτρια.

Από τον Αύγουστο του 2018 ως και σήμερα, εργάζεται στο Γ. Ν Αργολίδας, Ν. Μ. Άργους, σε θέση επικουρικού ιατρού στην Μαιευτική Γυναικολογική κλινική.

 

Ο Βρεσθένης Θεοδώρητος και η δράση του στο Κρανίδι και την Ερμιόνη – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

Θεοδώρητος Βρεσθένης (1787-1843). Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Αγωνιστής της επανάστασης του 1821 και πολιτικό πρόσωπο των πρώτων ελεύθερων χρόνων του νέου ελληνικού κράτους.

Μια από τις ηγετικές μορφές ιερωμένων αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, που ανέλαβαν υψηλές «πολιτικές» θέσεις, ήταν και ο Επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος, «κατά κόσμον» Θωμάς Κωστάκης ή Βελέντζας.

Γεννήθηκε  το 1787 στη Νεμνίτσα, το σημερινό Μεθύδριο, ορεινό χωριό της Γορτυνίας κοντά στη Βυτίνα και ήταν γιος του κοινοτικού προεστού Βασιλείου Κωτσάκη και της Αικατερίνης. [1] Σπούδασε στην περίφημη Σχολή της Δημητσάνας, από την οποία προήλθαν εβδομήντα Γορτύνιοι αρχιερείς! Το 1813 σε ηλικία 26 χρόνων διαδέχθηκε στον επισκοπικό θρόνο των Βρεσθένων [2] τον θείο του (από πατέρα) Θεοδώρητο Α΄, ενώ το 1819 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία.

Με την κήρυξη της επανάστασης στις 25 Μαρτίου του 1821, ο Θεοδώρητος, ο πρωταθλητής του αγώνα της ανεξαρτησίας, όπως τον αποκαλούσαν, πρωτοστάτησε στην ίδρυση του στρατοπέδου των Βερβαίνων, ενώ τον ακολούθησαν πολλοί Βρεσθενίτες και άλλοι  Έλληνες.

Πήρε μέρος στις μάχες στο Βαλτέτσι, στα Βέρβαινα, στα Δολιανά και έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην άλωση της Τριπολιτσάς. Λίγο πριν από τη μεγάλη μάχη στο Βαλτέτσι, ο Κολοκοτρώνης έγραφε στον επίσκοπο Βρεσθένης: «Καπετάν Δεσπότη, φύλαξε τη θέση σου και μετ’ ολίγον έρχομαι και εγώ εις το Βαλτέτσι μ’ αρκετά στρατεύματα».

Και πράγματι ο ηρωικός επίσκοπος, που αντί για ράσα φορούσε την ένδοξη φουστανέλα, κράτησε τη θέση του με 150 παλληκάρια! Κατά την άλωση του Παλαμηδίου, στις 30 Νοεμβρίου 1822, ο Θεοδώρητος βρισκόταν στο Ναύπλιο κρατούμενος, μαζί με άλλους, από τον Ιούνιο του ιδίου έτους. Όταν άρχισαν να πέφτουν οι σφαίρες από το φρούριο στα σπίτια, οι Τούρκοι – κάτοικοι του Ναυπλίου κυριευμένοι από τον φόβο, πήγαν στο σπίτι του επισκόπου, για να ζητήσουν τη βοήθειά του. Εκείνος προσποιούμενος ότι μόλις είχε ξυπνήσει, τους ρώτησε με απορία τι συμβαίνει. Αυτοί τον πληροφόρησαν για την άλωση του Παλαμηδίου από τους Έλληνες λέγοντάς του: – Άγιε Δέσποτα, από τον Θεό και στα χέρια σου!

Λέγεται πως τις προηγούμενες ημέρες τον είχαν επισκεφθεί ξανά, προκειμένου να μεσολαβήσει στον Κολοκοτρώνη για να διαπραγματευτούν μαζί του και στη συνέχεια να παραδώσουν το κάστρο.

Ο Eπίσκοπος Θεοδώρητος αναμείχθηκε και στις πολιτικές εξελίξεις του αγώνα. Στις 26 Μαΐου 1821 ορίστηκε Πρόεδρος της Πελοποννησιακής Γερουσίας που συστήθηκε στις Καλτεζ(ι)ές, χωριό της επαρχίας Μαντινείας. Στη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους Κυνουρίας στις 30 Μαρτίου 1823, εκλέχθηκε Αντιπρόεδρός της και στη συνέχεια χρημάτισε Αντιπρόεδρος του Βουλευτικού Σώματος. Ουσιαστικά, όμως, ασκούσε καθήκοντα Προέδρου, αφού ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, που εκλέχθηκε στη θέση αυτή, παραιτήθηκε και ο Ιωάννης Ορλάνδος, που τον αντικατέστησε, αναχώρησε για την Αγγλία.

 

Η εγκατάστασή του στο Κρανίδι

 

Στις 30 Νοεμβρίου 1823 μετά από σφοδρές λογομαχίες και αντιθέσεις μελών του Εκτελεστικού και του Βουλευτικού, ο Επίσκοπος Θεοδώρητος, επικεφαλής του Βουλευτικού, με αρκετούς βουλευτές φίλους του Μαυροκορδάτου, εγκαταλείπουν το Άργος, όπου ήταν η έδρα του Σώματος και μεταβαίνουν στο Κρανίδι, μεταφέροντας εκεί την έδρα του Βουλευτικού και παίρνοντας μαζί τους τη σφραγίδα και τ’ αρχεία του.

Από τη νέα έδρα του Βουλευτικού, στις 3 Δεκεμβρίου 1823, εκδόθηκε η με αρ. 519 διακήρυξη «Προς άπαντας τους Έλληνας» υπογεγραμμένη από τον Αντιπρόεδρο του Σώματος Βρεσθένης Θεοδώρητο, στην οποία ο Επίσκοπος δικαιολογώντας την απόφασή του μεταξύ άλλων αναφέρει: «…εις αποφυγήν ενδεχομένων αταξιών, μετέβη (το Βουλευτικό) εις Κρανίδιον εμπόδισεν τα ατοπήματα, εγλίτωσεν τους αρπαχθέντας νόμους και αρχεία του… και ήρχισε τας εργασίας του εν ησυχία εδώ εις Κρανίδιον εν τω μέσω των καλών και ευπειθών πατριωτών· ειδοποιεί λοιπόν τον λαόν προς ησυχίαν του και ευχαριστεί αυτόν  δια την προθυμίαν, τον ζήλον του και την προς τους νόμους εμπιστοσύνην του, όπου έδειξεν εις τούτο το απερίσκεπτο συμβάν…». Και καταλήγει «ότι θέλει διακηρύξει καθαρά τους αιτίους, τα αίτια, τους τρόπους και σκοπούς αυτών, δια να γνωρίσωσι σαφώς και όσοι αδικούνται και όσοι απατώνται».

 Μία εβδομάδα μετά, στις 10 Δεκεμβρίου, παρ’ όλο που το Βουλευτικό δεν είχε «την νόμιμη απαρτία», αποστέλλεται έγγραφο, υπογεγραμμένο από τον Θεοδώρητο, στον Λάζαρο Κουντουριώτη στην Ύδρα, όπου του προτείνεται να αναλάβει την προεδρία του νέου Εκτελεστικού, καθώς το παλαιό δεν αναγνωριζόταν και είχε ολοκληρωτικά αντικατασταθεί. [3]

Αυτός αρνήθηκε, καθώς για λόγους υγείας και «άλλας αιτίας» δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από την Ύδρα, υποδεικνύοντας, ταυτόχρονα, για την προεδρία του Εκτελεστικoύ τον αδελφό του, Γεώργιο Κουντουριώτη.

Πράγματι στη συνεδρίαση της 21ης Δεκεμβρίου 1823 το Βουλευτικό Σώμα εξέλεξε και διόρισε Πρόεδρο «Νομοτελεστικής Δυνάμεως του Ελληνικού Έθνους» τον Γεώργιο Κουντουριώτη. Στο έγγραφο με ημερομηνία 3 Ιανουαρίου 1824 και υπογραφή του Θεοδώρητου μεταξύ άλλων αναφέρεται: «…προσκαλείσθε και σήμερον, όπως ελθόντες εν τω Βουλευτηρίω δώσητε κατά τον οργανικόν νόμον, τον όρκον της εμποσύνης ενώπιον Θεού και του Έθνους».

Ήδη την προηγούμενη ημέρα, την 2α Ιανουαρίου 1824, ο Γεώργιος Κουντουριώτης είχε αναχωρήσει από την Ύδρα για να μεταβεί στην Ερμιόνη, στο Μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων. Από εκεί με γράμμα ενημερώνει τον αδελφό του Λάζαρο στην Ύδρα για τα όσα συζητήθηκαν στο Βουλευτικό στο Κρανίδι, όπως του τα μετέφεραν οι απεσταλμένοι του Σώματος. Μια ώρα μετά τη δύση του ήλιου στις 3 Ιανουαρίου, όπως το έγγραφο του Βουλευτικού όριζε, ο Γεώργιος Κουντουριώτης έφθανε στο Κρανίδι, όπου του επιφυλάχθηκε θερμή υποδοχή από τους Βουλευτές.

Την επόμενη ημέρα ορκίσθηκε στο «Βουλευτήριον» νέος Πρόεδρος του Εκτελεστικού ο Γεώργιος Κουντουριώτης. Στη συνέχεια πήγαν όλοι στην εκκλησία, δεν αναφέρεται ο ναός, όπου έδωσαν τον όρκο τα νέα μέλη του Εκτελεστικού, μετά την προσφώνηση του Αντιπροέδρου του Βουλευτικού Θεοδώρητου. Παραθέτουμε την προσφώνηση από σωζόμενο σχετικό έγγραφο των Γ.Α.Κ.

 

«Λογίδριον του Βρεσθένης εις την σύστασιν του Εκτελεστικού»

 

Κύριοι,

Το Βουλευτικόν Σώμα δυνάμει της δοθείσης αυτώ εξουσίας παρ’ όλου του Έθνους, δια του οργανικού νόμου σας εξελέξατο Μέλη της Νομοτελεστικής δυνάμεως και σας επροσκάλεσεν εις τούτον τον υψηλόν βαθμόν.

Εγώ, ως (αντιπρόεδρος) του σώματος τούτου δύο τινά χρεωστώ να πράξω. Πρώτον, να συγχαρώ τας εκλαμπρότητάς σας μετά του αξιοπρεπεστάστου Κυρίου Προέδρου, ότι η Πατρίς σας ανοίγη νέον στάδιον δια να δείξετε την προς αυτήν καλήν σας διάθεσιν ζήλον και δεύτερον να συγχαρώ τη πατρίδι, ότι αξίως εκλέξασα αξίους πως θα διοικηθή δια της θείας χάριτος, ήτις; διοικεί και ποδηγετεί επί το βέλτιστον του Ελληνικού έθνους πράγματα

Ο αντιπρόεδρος

+ Βρεσθένης Θεοδώρητος

 

Στις 6 Ιανουαρίου το Βουλευτικό Σώμα παρέδωσε στον Γ. Κουντουριώτη στο Κρανίδι το επίσημο έγγραφο της «παμψηφεί» εκλογής του ως Προέδρου του Εκτελεστικού ευχόμενο «την ουράνιον ευλογίαν, συγχαίρων υμίν και τη πατρίδι».

Το σπουδαίο αυτό έγγραφο που δείχνει την εμπιστοσύνη του Βουλευτικού στο πρόσωπο του Γεωργίου Κουντουριώτη έχει την υπογραφή του Θεοδώρητου και συνοδεύεται με έκθεση της 9/μελούς Επιτροπής, όπου κηρύσσεται έκπτωτος του αξιώματος ο Πρόεδρος του Εκτελεστικού Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Ακολούθησαν δραματικές εξελίξεις μεταξύ των αντιμαχομένων παρατάξεων, που έφθασαν στα πρόθυρα του εμφυλίου σπαραγμού! Αλλεπάλληλες διαπραγματεύσεις χωρίς αποτέλεσμα και γράμματα, εκατέρωθεν, με λόγια «βαριά» χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Προσωπικότητες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν αποστασιοποιήθηκαν, ενώ αγωνιστές σπιλώνονταν ή ατιμάζονταν. Επικρατούσε χάος!

Στις 29 Φεβρουαρίου 1824 το Ναύπλιο ορίζεται και πάλι «δια νόμου» ως έδρα της Διοίκησης. Στις 6 Μαρτίου 1824 αποχωρεί το Βουλευτικό και το «νέο» Εκτελεστικό από το Κρανίδι με προορισμό το Ναύπλιο.

Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω έγγραφο, το τελευταίο από το Κρανίδι.

Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος

Το Εκτελεστικόν Σώμα

Η Διοίκησις δια την ευκολοτέραν διάδοσιν των διαταγών της αίτινες αποβλέπουσιν εις την ευταξίαν και ασφάλειαν της Πατρίδος μεταβαίνει εις Ναύπλιον. Όθεν…

 

Εν Κρανιδίω τη 6η Μαρτίου 1824
Υπογραφές
Γ. Κουντουριώτης Γ. Γ.
Παν. Μπότασης Π. Ρόδιος
Ιωαν. Κωλέτης
Αναγν. Σπηλιωτάκης
Νίκος Λόντος

 

Ωστόσο, θεωρούμε, ότι εκτός από τους πολιτικούς λόγους που ίσως να υπαγόρευαν τη μεταφορά της έδρας της Διοίκησης από το Κρανίδι στο Ναύπλιο, καταλυτικό ρόλο έπαιξε και η εμφάνιση θανατηφόρας επιδημίας στην Ερμιόνη. Με το υπ’αρ.10 Περίοδος Β’ έγγραφό του το Υπουργείο της Αστυνομίας, εν Κρανιδίω τη 12 Φεβρουαρίου 1824 προς το Βουλευτικό Σώμα αναφέρει τα εξής:

«εξ αναφοράς του εδώ αστυνόμου με μεγάλη λύπην πληροφορείται το Υπουργείον ότι εις την Ερμιόνην (Καστρί) επιπολάζει νόσος θανατηφόρος και μεταδοτική ήτις κατά την περιγραφήν των συμπτωμάτων τα οποία την συνοδεύουν, φαίνεται ότι είναι πανώλης ή άλλη τις συγγενούς της πανώλους. Το Υπουργείον κατά χρέος έλαβεν τα δυνατά προφυλακτικά μέτρα. Μόλον τούτο, επειδή η απαιτούμενη εντελής προφύλαξις είναι αδύνατος και επομένως είναι ενδεχόμενον και εδώ (Κρανίδι) να διαδοθεί το μίασμα και να μεταδοθεί το κακόν και εις τα υποκείμενα (μέλη) της Διοικήσεως και εκ τούτου να κινδυνεύσουν τα συμφέροντα του Έθνους, δια τούτο είναι ανάγκη μεγάλη να γίνη; όσον τάχιστα σκέψις και απόφασις περί μεταβάσεως εντεύθεν της Δοικήσεως την οποίαν μετάβασιν και άλλοι πολλοί γνωστοί εις το Βουλευτικό Σώμα λόγοι διαμηνύουν; αναγκαιοτάτην. Περί τούτου αναφέρομεν και εις το Εκτελεστικόν Σώμα. Περιμένομεν την όσον τάχιστα περί τούτου απάντησίν σας».

Το έγγραφο υπογράφει ο «επί των Εσωτερικών και προσωρινώς της Αστυνομίας» Υπουργός Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας), ενώ το συνέταξε ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Γεώργιος Γλαράκης. [4]

 

 

Ο Θεοδώρητος στο Άργος και το Ναύπλιο

 

 

Ο επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος, ξυλογραφία. Δημοσιεύεται στο: Γούδας Αναστάσιος, Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, Αθήνα, τομ. Α΄, σελ. 131.

Στις 27 Απριλίου 1824 ο Θεοδώρητος υπογράφει από το Άργος, ως Αντιπρόεδρος του Βουλευτικού, την απόφασή του Σώματος για την ορθή διαχείριση των χρημάτων του δανείου, που είχε συναφθεί. Το έγγραφο αυτό ήταν επικυρωμένο από τον Πρόεδρο του Εκτελεστικού Γεώργιο Κουντουριώτη. Τον επόμενο μήνα στις 3 Μαΐου  με γράμμα του από το Άργος διαμηνύει προς τους ημετέρους «ότι ο Κολοκοτρώνης και Κολιόπουλος ετοιμάζονται να κινηθούν κατά Τριπολιτσάς… και ότι τα εν Τριπολιτζά στρατεύματά μας και οι ίδιοι οι κάτοικοι στρατιώται στερούνται πολεμοφοδίων».

Στις 6 Ιουνίου 1824 γίνεται η μεταφορά της Διοίκησης και των Υπουργείων (Εκτελεστικού) στο Ναύπλιο, όπου από τις 14 Ιουνίου επαναλαμβάνονται και οι εργασίες του Βουλευτικού.

Στις 19 Ιουνίου ο Βρεσθένης με επιστολή του από το Άργος προς τον Πρόεδρο (Γ. Κ.) και Αντιπρόεδρο (Π. Μπόταση) του Εκτελεστικού παρακαλεί να του δοθούν τα οφειλόμενα χρήματα  «επειδή τα έξοδά μου υπέρογκα εισί και αλλαχόθεν δεν δύναμαι να εξοικονομηθώ».

Στις 2 Ιουλίου ο Θεοδώρητος υπογράφει από το Ναύπλιο το έγγραφο με το οποίο ανακοινώνεται στο Εκτελεστικό Σώμα «ότι ανεγνώσθη εν τω Βουλευτηρίω το προβούλευμα του Σώματος υπ’ αριθμ. 2395 περί αμνηστίας…», ενώ στις 4 Αυγούστου το Βουλευτικό με νέο έγγραφο προς τον Γ.Κ. εκφράζει την αντίθεσή του για το «παράδοξον ύφος» εγγράφου, το οποίο δεν συνάδει με «τας περιστάσεις της κινδυνευούσης πατρίδος».

Ιδιαίτερα ανθρώπινο το τελευταίο γράμμα του Θεοδώρητου προς τον Αναγνώστη Σπηλιωτάκη. [5] Σ’ αυτό με ημερομηνία 16 Δεκεμβρίου από τη Βαμβακού [6] έγραφε ότι γνώριζε για την ασθένειά του αλλά και ο ίδιος είναι άρρωστος. «Έχω έως τώρα τέσσαρα ξανακυλήματα και είμαι εις άκραν αδυναμίαν και αν δυναμώσω ημπορώ να έλθω εις τα χρέη μου». Τελειώνοντας παρακαλεί τον Αναγνώστη Σπηλιωτάκη να τον ενημερώσει για την υγεία του «και τα πράγματα της πατρίδος».

Με το τέλος των εμφυλίων πολέμων ο Θεοδώρητος, που ως τότε πρωταγωνιστούσε στα πολιτικά πράγματα, άρχισε να περιθωριοποιείται. Ασκούσε, πλέον, μόνο τα καθήκοντά του ως πληρεξούσιος στις Εθνοσυνελεύσεις, καθώς και τις εκκλησιαστικές του υποχρεώσεις ως επίσκοπος Βρεσθένης.

 

Ο Θεοδώρητος στην Ερμιόνη

 

Όπως είναι γνωστό από τον Νοέμβριο του 1826 ο Κολοκοτρώνης με τους σημαντικότερους πληρεξουσίους βρισκόταν στην Ερμιόνη, την οποία είχε επιλέξει ως τον «ιδανικόν» τόπο, για να συνεχιστούν οι εργασίες της Γ’ Εθνοσυνέλευσης. Μεταξύ των πληρεξουσίων ήταν και ο Βρεσθένης Θεοδώρητος, ο οποίος μάλιστα ανέπτυξε σημαντική δράση, ιδιαίτερα κατά την προετοιμασία της Συνέλευσης, ενώ είχαν ήδη αποκατασταθεί οι σχέσεις του με τον Κολοκοτρώνη. Έτσι, στις 28 Δεκεμβρίου του 1826, ο Θ. από την Ερμιόνη υπογράφει πρώτος με άλλους δεκατρείς πληρεξουσίους το έγγραφο με το οποίο ζητούνται 1.000 γρόσια δανεικά από τον στρατηγό Δημήτριο Τσώκρη, προκειμένου να καλυφθούν τα έξοδα της φρουράς της Εθνοσυνέλευσης. Αυτά θα επιστρέφονταν στον Τσώκρη από εθνικούς πόρους μετά τη σύσταση της Συνέλευσης και εφόσον δεν καταστεί δυνατόν, θα πληρώνονταν «αναλογικά» από τα μέλη της Εθνοσυνέλευσης.

Με τον στρατηγό Τσώκρη ο Βρεσθένης αντάλλαξε δύο ακόμα επιστολές που αφορούσαν τη φρουραρχία της Εθνοσυνέλευσης.

Με την από 27 Ιανουαρίου 1827 πρώτη επιστολή, γενομένων των προκαταρκτικών συνεδριάσεων, ζητούσε από τον Τσώκρη, να βοηθήσει στη φρουραρχία της Εθνοσυνέλευσης, αναλαμβάνοντας ως φρούραρχος «αντιπρόσωπος» του Νικηταρά, καθώς αυτός βρισκόταν σε «ανάρρωση» στη Μονή των Αγίων Αναργύρων.

Με την από  31ης Ιανουαρίου δεύτερη επιστολή διευκρινίζει στον Τσώκρη τις θέσεις του Νικηταρά στο γράμμα που είχε λάβει από εκείνον, σχετικά με την προσωρινή ανάληψη των καθηκόντων ως αρχηγού της φρουράς της Ερμιόνης και οι οποίες παρερμηνεύτηκαν, όπως φαίνεται, από τον Τσώκρη. Κατά τις κύριες συνεδριάσεις της Εθνοσυνέλευσης στην Ερμιόνη δυο ήσαν οι σπουδαιότερες παρεμβάσεις του Θεοδώρητου συμμετέχοντας στην ομάδα των αρχιερέων αποτελούμενη από τους: Μητροπολίτες Κορίνθου Κύριλλο, Τριπόλεως Δανιήλ, Ρέοντος Διονύσιο και Επισκόπους Ανδρούσης Ιωσήφ και τον ίδιο.

α) Στις 24 Φεβρουαρίου 1827 κατά τη διάρκεια της Η΄ Συνεδρίασης «ανεγνώσθη αναφορά» των παραπάνω αρχιερέων «αξιούντων να προσκληθώσι και άλλοι τοιαύτοι άξιοι», για την σύνταξη σχεδίου τήρησης των εκκλησιαστικών κανόνων. [7]

β) Στις 7 Μαρτίου ο Θεοδώρητος μαζί με άλλους τρεις αρχιερείς (Κορίνθου Κύριλλο, Ρέοντος Διονύσιο και Δαμαλών Ιωνά) απέστειλαν από τον Δαμαλά έγγραφο στην Εθνοσυνέλευση, ενώ αυτή ακόμη συνεδρίαζε στην Ερμιόνη, στο οποίο μεταξύ άλλων αιτούνταν:

Τη σύσταση Αρχιερατικής Επιτροπής για τη φροντίδα και τη δημιουργία σχολείων, την επίβλεψη της προόδου των ήδη ιδρυθέντων και τη συνεργασία με τους εφόρους της Παιδείας, όταν διορισθούν από το κράτος.

 

Ο χαρακτήρας του Θεοδώρητου

 

Σε σχετικό με την αξιολόγηση ιεραρχών του αγώνα του 1821 έγγραφο των Γ.Α.Κ. ο Θεοδώρητος αναφέρεται ως «απαίδευτος». Θεωρώ πως ο χαρακτηρισμός αυτός αφορούσε το μορφωτικό του επίπεδο (σπουδές), αλλά και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνούμε πως ως Ιεράρχης δραστηριοποιήθηκε υπέρ της Παιδείας στα όρια της Επισκοπής του, σύστησε το «Βρεσθένειον» και το «Βαμβακώον» Ελληνικό Σχολείο και μερίμνησε για τη στελέχωσή τους με αξιόλογους διδασκάλους.

Αναμφισβήτητα, ο Θεοδώρητος ήταν φλογερός και γενναίος πατριώτης, οξύνους και εύστροφος, που πρωταγωνίστησε όμως στις εμφύλιες διενέξεις. Συνδύαζε την τραχύτητα και την τόλμη, τη φιλοδοξία και την αποφασιστικότητα, την έντονη νοσταλγία για τη λευτεριά της πατρίδας. Άνθρωπος αδέσμευτος, ζωντανός, που η φωνή του είχε ψυχή και πάνω της ακούμπησε πολλές φορές το αγωνιζόμενο έθνος.

Τα τελευταία του χρόνια

 

Το 1837 ο Θεοδώρητος εκλέχτηκε μέλος της Ιεράς Συνόδου «εις την οποίαν διέπρεψεν επί τέσσερα έτη».

Το 1842 τον μετέθεσαν από την Επισκοπή του, η οποία από το 1833 είχε μετονομαστεί σε επισκοπή Σελασίας και στη συνέχεια καταργήθηκε, σε άλλη επισκοπή, χωρίς να ερωτηθεί. Ο παραγκωνισμένος, ήδη, Θεοδώρητος αρνήθηκε και τότε «αποβάλλεται πάσης αλλά και απ’ αυτής της συνοδικής θέσεως περί της οποίας κανείς λόγος δεν επρόκειτο, και παραδίδεται η μεν επισκοπή Αχαΐας (όπου είχε τοποθετηθεί) εις τον επίσκοπον Αιγιαλείας η δε συνοδική θέσις εις τον πρώην Δαμαλών. Και διατί όλα ταύτα; Διότι επικαλούμενος τους κανόνας της Εκκλησίας, εζήτει την αποκατάστασιν αυτού εις την πρώτην του επισκοπήν από της οποίας άκων μετετέθη και διετείνετο στηρίζων «των επισκόπων το αμετάθετον». Αδικαιολόγητη ωστόσο είναι και η απομπομπή του από την Ιερά Σύνοδο και αντικατάστασή του με ένα πρώην επίσκοπο».

Ο πρώην Σελασίας Θεοδώρητος πέθανε πάμπτωχος στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 1843 σε ηλικία 56 ετών. Μια βδομάδα νωρίτερα, το Σάββατο του Λαζάρου, είχε τελέσει την τελευταία του λειτουργία. Η νεκρώσιμη ακολουθία εψάλη στον ναό της Αγίας Ειρήνης της οδού Αιόλου. Το πρόγραμμα της όλης τελετής (επίσημοι, εκπρόσωποι πολιτείας και εκκλησίας κ.λπ.) διασώθηκε σε χειρόγραφο, όπου διαφαίνεται πως του αποδόθηκαν εξαιρετικές τιμές.

Τον επιτάφιο λόγο στον αοίδιμο Επίσκοπο Θεοδώρητο εκφώνησε ο αιδεσιμότατος πρεσβύτερος Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, αρχίζοντας ως εξής: «Απέκειτο και τούτο Αρχιερεύ όσιε και φερώνυμε Θεοδώρητε, απέκειτο και τούτο εις την Αγιωτάτην Εκκλησίαν της Ελλάδος η σκυθρωποτάτη και πρόωρός σου στέρησις απέκειτο και τούτο εις την ευκλεά σου Πατρίδα την Πελοπόννησον και εις πάσαν την Ελληνικήν γην, ο πικρός και οξύτατος θάνατος ενός των ζηλωτών της ευσεβείας ποιμένων και πρώτων υπέρ της Πατρίδος αγωνιστών…». Ο εκλιπών ετάφη στη Μονή των Ασωμάτων (Πετράκη).

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Στη Νεμνίτσα, γύρω στα 1850, είχε εγκατασταθεί μαζί με άλλους φιλέλληνες ο Αυστριακός Φέλιτς, προπάππος του δασκάλου Μιχαλάκη Παπαβασιλείου. Το επίθετο της οικογένειας άλλαξε από τον παππού του Βασίλη που ήταν παπάς, όπως ο ίδιος γράφει.

[2] Χωριό της Λακωνίας.

[3] Αυτό και μόνο ισοδυναμούσε με κήρυξη εμφυλίου πολέμου, αφού υπήρχε άλλο Εκτελεστικό που είχε εκλεγεί στη Β΄ Εθνοσυνέλευση. Οι κάτοικοι του Κάτω Ναχαγέ (επαρχία Ερμιονίδας) τάχθηκαν με τον Κουντουριώτη, που εκπροσωπούσε «τους ομόγλωσσους» γείτονές τους Υδραίους. Πάντως η απορία παραμένει, γιατί ο Βρεσθένης τάχθηκε με τους Νησιώτες και όχι με τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους Πελοποννησίους.

[4] Γ.Α.Κ., Κ47,Β. φ.V, αρ.62

[5] Ο Αναγνώστης Σπηλιωτάκης ήταν πολιτικός από τον Μυστρά. Διορίστηκε μέλος του Εκτελεστικού Σώματος το 1824 στη θέση του Ανδρέα Ζαΐμη.

[6] Ορεινό χωριό της Λακωνίας στη Δυτική Πλαγιά του Πάρνωνα. Οι κάτοικοι του πρωτοστάτησαν στην Επανάσταση του 1821.

[7] Στη συνέχεια κατά την ΙΓ’ συνεδρίαση της 3ης Μαρτίου επιδόθηκε στους παραπάνω αρχιερείς το υπ’ αριθμ. 47 έγγραφο – πρόσκληση σύνταξης σχεδίου για τα θέματα της εκκλησίας και υποβολής του στην Εθνοσυνέλευση.

 

Βιβλιογραφία


 

Π η γ έ ς

  1. Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον 1791-1878. Έκδοσις Μ΄ ευθύνη Τ. Γριτσόπουλου – Κων. Κοτσώνη – Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Αθήναι 1994.
  2. Γενικά Αρχεία του Κράτους. Αρχείο Βλαχογιάννη – Αρχείο Μακρυγιάννη
  3. Ιστορικόν Αρχείον Ύδρας. – Αρχεία Λαζάρου και Γεωργίου Κουντουριώτου 1821-1832.

Β ι β λ ί α – Ά ρ θ ρ α

  1. Γούδας Αναστάσιος, «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», Αθήνα, 1869 τ.Α΄
  2. Ησαΐας Ιωάννης, «Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση «κατ’ επανάληψη» στην Ερμιόνη και οι ιστορικές πτυχές της», Αθήνα, 2017.
  3. Κόκκινος Διονύσιος, «Η Ελληνική Επανάστασις», τόμος Δ΄, Αθήναι, 1968.
  4. Οικονόμος (ου) Κωνσταντίνος ο εξ Οικονόμων, «Λόγος Επιτάφιος εις τον αοίδημον επίσκοπον Σελλασίας Θεοδώρητον», Αθήνα, 1843.
  5. Σπηλιώτης Ευστάθιος Μητροπολίτης Μονεμβασίας και Σπάρτης, «Απόπειρα σκιαγραφήσεως του Βρεσθένης Θεοδωρήτου», Πελοποννησιακά, Παράρτημα 13, Αθήνα, 1987-1988.
  6. Σπετσιώτης Μ. Γιάννης – Ντεστάκου Δ. Τζένη, «Θέματα Θρησκείας και Παιδείας στην Γ’ Εθνοσυνέλευση (Ερμιόνη – Τροιζήνα)», Περιοδικό «Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», τ. 22, Μάρτιος 2018.
  7. Στασινόπουλος Χρίστος, «Λεξικό της Ελληνικής Επανάστασης του 1821», Αθήνα α.χ.

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

Παρουσίαση του βιβλίου «Οι πόλεις των Φιλικών», Σάββατο 23 Φεβρουαρίου στην Αίθουσα Τέχνης και Πολιτισμού Μέγας Αλέξανδρος, Άργος


 

Με την παρούσα έκδοση το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία παρουσιάζει στο ευρύ κοινό τα πρακτικά της ημερίδας που συνδιοργάνωσε με το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών τον Ιανουάριο του 2015, με θέμα «Οι πόλεις των Φιλικών: οι αστικές διαδρομές ενός επαναστατικού φαινομένου», με αφορμή την επέτειο των 200 χρόνων από την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας.

Η Φιλική Εταιρεία, στο ευρύτερο πλαίσιο της Ελληνικής Επανάστασης, συνιστά ένα ιστορικό παράδειγμα πολλαπλών προσλήψεων. Ο μυστικός χαρακτήρας της δομής και της οργάνωσής της είναι αναμενόμενο να περιορίζει τις μαρτυρίες που έχουν φτάσει στα χέρια μας. Αν και απομνημονεύματα, ημερολόγια, αρχεία των πρωταγωνιστών, ιδιωτικά αρχεία, ιστορικά μελετήματα, εμπλουτίζουν τις γνώσεις μας για το θέμα, πολύ συχνά προσωπικές αντιπαραθέσεις αλλά και αντιζηλίες κοινωνικές και πολιτικές μεταξύ των πρωταγωνιστών της οργάνωσης οδηγούν σε ερμηνείες και παρερμηνείες.

Μέσα από τις εισηγήσεις των πανεπιστημιακών και άλλων διακεκριμένων επιστημόνων επιδιώκεται η ανάδειξη της ιδιαιτερότητας και της σημασίας του κινήματος της Φιλικής Εταιρείας ως προαγγέλου της Επανάστασης, αλλά και η επαναπροσέγγιση της ιστορίας των κοινωνικών ομάδων που στήριξαν την Εταιρεία, μέσα και έξω από τα σύνορα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έμφαση δίνεται στα αστικά περιβάλλοντα που φιλοξένησαν τη δράση της Εταιρείας, τα οποία ήταν και περισσότερο ευαίσθητα απέναντι στις γενικότερες ευρωπαϊκές ανακατατάξεις και τις αναζητήσεις της εποχής…

 

Οι πόλεις των Φιλικών

 

Η έκδοση περιλαμβάνει τις ανακοινώσεις των:

Πασχάλη Μ. Κιτρομηλίδη, Ευρυδίκης Σιφναίου, Μαρίας Ευθυμίου, Δημητρίου Μ. Κοντογεώργη, Μαρίας Παπαθανασίου, Παναγιώτη Μιχαηλάρη, Δημήτρη Δημητρόπουλο, Διονύσης Τζάκη, Ελένης Αγγελομάτη – Τσουγκαράκη, Νάσιας Γιακωβάκη.

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν: η Όλγα Κατσιαρδή-Hering, Ομότιμη Καθηγήτρια του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ και Επιστημονική Επιμελήτρια του τόμου, η Μαρία Ευθυμίου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια του οικείου τμήματος και ο Νικόλαος Μπουμπάρης, Φιλόλογος-Ιστορικός.

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2019 και ώρα 18:30 στην Αίθουσα Τέχνης και Πολιτισμού Μέγας Αλέξανδρος, στο Άργος.

Διοργάνωση: Κοινωφελής Επιχείρηση Δήμου Άργους-Μυκηνών, Νεανική Βιβλιοθήκη Μπόνη, Βιβλιοπωλείο «Εκ Προοιμίου»,  Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας.

 

Περί της κατάταξης του Δήμου Ερμιόνης (1834 -1914) – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

O Δήμος Ερμιόνης σχηματίστηκε σύμφωνα με το Β.Δ. της 28ης Απριλίου – 10ης Μαΐου 1834 (Φ.Ε.Κ. 19/Α/20.5.1834) «Περί της οροθεσίας και της εις δήμους διαιρέσεως του Νομού Αργολίδος και Κορινθίας». Κατατάχθηκε στην Γ’ κατηγορία με πληθυσμό «χιλίους εβδομήκοντα εννέα (1.079) κατοίκους» και έδρα την Ερμιόνη. Ο δημότης του ονομάστηκε Ερμιονεύς. Στον Δήμο Ερμιόνης ανήκαν, επίσης, το Θερμήσι, το Πλέπι, η Σαμπάριζα, το Μετόχι και η Μονή των Αγίων Αναργύρων, ενώ η σφραγίδα του Δήμου ήταν κυκλική χωρίς έμβλημα.

«Κατά βιβλιάριον έντυπον φέρον ημερομηνίαν 28 Δεκεμβρίου 1836» και υπογραφή «του επί των Εσωτερικών Γραμματέως Δρόσου Μανσόλα κατά την Επικράτειαν Διοικήσεως Δήμοι εν όλω τετρακόσιοι εξήκοντα οκτώ (468). Ο ολικός ούτος των Δήμων αριθμός διηρήτο κατ’ Επαρχίας και Νομούς κατά τον επόμενον πίνακα και έφερον τα ονόματα, άτινα εισί σημειωμένα εν τη αρμοδία σελίδι». [1]

Ο Νομός Αργολίδος είχε πέντε (5) επαρχίες:

α) Ναυπλίας (9 δήμοι),

β) Άργους (15 δήμοι),

γ) Τροιζηνίας (4 δήμοι),

δ) Σπετσών και Ερμιονίδος (4 δήμοι) και

ε) Ύδρας (1 δήμος).

Σύνολο: τριάκοντα τρεις (33) δήμοι.

Με το Β.Δ. της 12ης Ιανουαρίου 1837 ο αριθμός των τετρακοσίων εξήντα οκτώ (468) δήμων της Ελλάδας περιορίστηκε σε διακοσίους εξήκοντα πέντε (265).

Τέσσερα χρόνια αργότερα με το Β.Δ. της 24ης Δεκεμβρίου 1841 (5 Ιανουαρίου 1842), το οποίο δεν δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, [2] τμήμα του Δήμου Διδύμων (Δίδυμο, Καρακάσι, Τσουκαλιά, Λουκαΐτι, Σαλάντι, Καψοσπίτι, η Μονή του Προδρόμου/Σταϋλια) συγχωνεύθηκε στον Δήμο Ερμιόνης, ενώ οι δήμοι του Νομού Αργολίδος μειώθηκαν από τριάντα τρεις (33) σε είκοσι οκτώ (28). [3]

Μετά τη συγχώνευση και την προσθήκη του νέου τμήματος, όπως ήταν φυσικό, ο πληθυσμός του νέου Δήμου αυξήθηκε. Σύμφωνα λοιπόν με τον νόμο, έπρεπε ο Δήμος να αλλάξει τάξη και να καταταγεί από την Γ΄ στη Β΄, καθώς υπερέβαινε τους δύο χιλιάδες (2.000) κατοίκους. Η νέα κατάταξη του δήμου, αν και δεν βρίσκεται πουθενά δημοσιευμένη, φαίνεται πως έγινε. Στο υπ’ αριθμ. 1486/10 Μαρτίου 1851 έγγραφο του Νομάρχη Αργολιδοκορινθίας Κωνσταντίνου Ράδου προς το Υπουργείο των Εσωτερικών, όπου αναφέρονται τα αποτελέσματα των εκλογών (1851), αναγράφεται η φράση «του άρτι προβιβασθέντος Δήμου Ερμιόνης». [4]

Με το Β.Δ. της 29ης Ιουλίου 1866 (εν Κερκύρα), Φ.Ε.Κ.60/29 Αυγούστου 1866 «Περί διαιρέσεως του δήμου Ερμιόνης εις δήμους Διδύμων και Ερμιόνης» ανασυστάθηκε ο Δήμος των Διδύμων και απέσπασε από τον Δήμο Ερμιόνης το τμήμα που είχε συγχωνευθεί σ’ αυτόν το 1841.  Έδρα του μεν Δήμου Διδύμων ορίστηκε η κωμόπολη Δίδυμοι του δε Δήμου Ερμιόνης η κωμόπολη Ερμιόνη (Καστρί), όπως αναφέρεται.

«Αμφότεροι δε κατατάσσονται εις την Γ΄ τάξιν ως έχοντες πληθυσμόν ο μεν δήμος Διδύμων ψυχών χιλίων ενενήκοντα έξη (1.096), ο δε της Ερμιόνης ψυχών χιλίων τετρακοσίων εξήκοντα πέντε (1.465).

Τέσσερα χρόνια αργότερα με το υπ’ αριθμ.480/15 Ιουλίου 1870 έγγραφό του «περί προβιβασμού του δήμου Ερμιόνης εις την Βα  τάξιν [5] προς τον Έπαρχον Σπετσών ο δήμαρχος Ερμιόνης Γεώργιος Καραγιάννης αναφέρει μεταξύ άλλων και τα εξής:

«Ο δήμος Ερμιόνης και μετά τον ανασχηματισμόν του δήμου Διδύμων έπρεπε να διατηρήση την δευτεροβάθμιον θέσιν του [6] ως έχων ψυχάς περισσοτέρας των δύο χιλιάδων (2.000). Απορούμεν πώς (έγινε;) το λάθος τούτο με τον πληθυσμόν» και αναφέρονται «εις το διάταγμα ψυχαί (δήθεν) χίλιαι τετρακόσιαι εξήκοντα πέντε (1.465) εξ ού βεβαίως και υπεβιβάσθη η τάξις του δήμου από την Βαν  εις την Γην  τάξιν».

Στη συνέχεια ζητεί άμεσα τον προβιβασμό του Δήμου στην επόμενη τάξη, αφού έχει δύο χιλιάδες έντεκα κατοίκους (2.011) και καλύπτει τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 του από 27 Δεκεμβρίου 1833 «περί συστάσεως των Δήμων» νόμου.

Στις 10 Ιανουαρίου 1871 και ενώ το θέμα δεν είχε προωθηθεί από τον Έπαρχο, ακολουθεί το υπ’ αριθμ. 9 έγγραφο του δημάρχου Ερμιόνης Γεωργίου Καραγιάννη προς το Υπουργείο Εσωτερικών για τον όσο το δυνατόν ταχύτερο προβιβασμό του Δήμου. Ο Δήμαρχος διαμαρτύρεται, μάλιστα, προς τον Υπουργό ότι ενώ έχει ενημερώσει τον Έπαρχο για την προαγωγή του Δήμου σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο, εν τούτοις μέχρι σήμερα δεν έχει προχωρήσει το θέμα και ούτε έχει λάβει κάποια απάντηση. Παρακαλεί δε τον Υπουργό να μεριμνήσει ώστε να αποκατασταθεί η αδικία, αφού ο δήμος πληροί όλες τις προϋποθέσεις του προβιβασμού του.

Στο ίδιο έγγραφο το οποίο φέρει αριθ. πρωτ. 2390/22 Ιανουαρίου 1871 (προς το Υπουργείο των Εσωτερικών) υπάρχουν τρεις διευκρινιστικές διαδοχικές σημειώσεις, μάλλον του Υπουργού, αναφερόμενες στον πληθυσμό του Δήμου Ερμιόνης κατά τις επίμαχες χρονολογίες (1861 και 1870).[7]

Με το Β.Δ. της 1ης Σεπτεμβρίου 1871 (Φ.Ε.Κ.6/1872) ο δήμος Ερμιόνης προβιβάζεται στη Βα τάξη «ως έχων πληθυσμόν δύο χιλιάδας εκατόν έντεκα (2.111) κατοίκους κατά τον επίσημον πίνακα του πληθυσμού των Δήμων του Κράτους δημοσιευθέντα εις το υπ’ αριθμ. 23 φύλλον της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως».[8]

Τρεις μήνες νωρίτερα με το Β.Δ. της 5ης Ιουνίου 1871 (Φ.Ε.Κ.47, σελ.331) είχε καθοριστεί και το έμβλημα της σφραγίδας του Δήμου, επιλεχθέν από τον αρχαιολόγο Π. Ευστρατιάδη. [9]  Η σφραγίδα είχε κυκλικό σχήμα, με «άνδρα άγοντα βουν» στο κέντρο και περιμετρικά τις λέξεις «Δήμος Ερμιόνης».

Η Ερμιόνη παρέμεινε ως Δήμος μέχρι το 1914, καθώς αναβλήθηκαν οι δημοτικές εκλογές του 1912 λόγω της κήρυξης των Βαλκανικών Πολέμων. Ήδη, είχε ψηφιστεί ο νέος νόμος ΔΝΖ΄(4057) της 14ης Φεβρουαρίου 1912 «Περί συστάσεως Δήμων και Κοινοτήτων».

Σύμφωνα λοιπόν με το Β.Δ. που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ.282/31 Αυγούστου 1912 §4 «Περί αναγνωρίσεως δήμων και κοινοτήτων εν τω Νομώ Αργολίδος και Κορινθίας» αναγνωρίστηκε η Ερμιόνη ως Κοινότητα «έχουσα υπέρ τους τριακοσίους (300) κατοίκους και σχολείον στοιχειώδους εκπαιδεύσεως».

Με το ίδιο Φ.Ε.Κ.§6 «Περί προσαρτήσεως εις τον δήμον και τας κοινότητας του νομού Αργολίδος και Κορινθίας συνοικισμών του νομού τούτου» προσαρτήθηκαν στην Κοινότητα Ερμιόνης «ο συνοικισμός Θερμησία (πρώην Δήμου Ερμιόνης) και η Μονή των Αγίων Αναργύρων (πρώην Δήμου Ερμιόνης)».

Αξιοσημείωτο είναι πως το ανωτέρω Β.Δ. φέρει την υπογραφή του Υπουργού των Εσωτερικών Εμμανουήλ Ρέπουλη από το Κρανίδι. Η Ερμιόνη ως Κοινότητα διατηρήθηκε μέχρι και το έτος 1994.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Γ.Α.Κ. Συλλογή Βλαχογιάννη, Καταλ. Ε΄, κυτ. 34, αρ. 928.

[2] Γ.Α.Κ. Οθωνικό αρχείο Υπουργείο Εσωτερικών, Φ.102.

[3] Γ.Α.Κ. Συλλογή Βλαχογιάννη, Καταλ. Ε΄, κυτ. 34 «Δήμοι Αργολιδοκορινθίας τεσσαράκοντα πέντε (45) (28 και 17)».

[4] Γ.Α.Κ. «Αρχείο Γραμματείας Εσωτερικών», Φακ. 1411 (Η φράση αυτή, κατά τη γνώμη μας, δεν θα μπορούσε να σημαίνει άλλο παρά «τον προβιβασμόν» του δήμου στην επόμενη τάξη, εκτός αν εννοούσε, πράγμα απίθανο, αποκλειστικά τη γεωγραφική του επέκταση).

[5] Γ.Α.Κ. «Υπουργείο Εσωτερικών», Φακ. 1596, Περίοδος Γεωργίου Α’.

[6] Η φράση του εγγράφου έπρεπε «να διατηρήση την δευτεροβάθμιον θέσιν του» νομίζω πως ενισχύει ακόμη περισσότερο την άποψή μας ότι ο Δήμος Ερμιόνης από το 1850 – 1866 ανήκε στη Β΄ τάξη.

[7] Γ.Α.Κ. «Υπουργείο Εσωτερικών», φακ.1596, Περίοδος Γεωργίου Α΄.

[8] Θεοδόσης Απ. Γκάτσος – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης: «Ποιος ήταν ο Δήμαρχος Ιωάννης Γεωργ. Οικονόμου;», Άρθρο στο περιοδικό «στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα» τεύχ. 22, Μάρτιος 2018.

[9] Αρχαιολογική Εταιρεία, αρχ. Π.Ε. αριθμ. Πρωτ. Γ.Ε. αρχαιοτήτων 943.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

 

Η ιστορία του θεσμού της προίκας


 

Ένας θεσμός με πανάρχαιες ρίζες, που διατηρήθηκε μέχρι και το τέλος του 20ου αιώνα, ήταν ο θεσμός της προίκας. Προίκα ονόμαζαν «όλα τα κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία, που έδινε η οικογένεια της νύφης ή και η ίδια η νύφη στο γαμπρό κατά το γάμο» (Μπαμπινιώτης). Κατά τον Αστικό Κώδικα προίκα ήταν «η υπό της γυναικός ή άλλου χάριν αυτής παρεχομένη εις τον άνδρα περιουσία προς ανακούφισιν των βαρών του γάμου». Η λέξη «προίκα» ετυμολογικά προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «προίξ» (<πρό + ἱκνέομαι / ἱκνοῦμαι<ἵκω = έρχομαι), και σημαίνει αυτό που έρχεται εκ των προτέρων, με την έννοια του δώρου που δινόταν πριν από το γάμο. Αλλού συναντάμε τη λέξη  «φερνή» για την περιουσία της νύφης που δινόταν στον γαμπρό με τον γάμο και αποτελούσε ανέκαθεν μια συνεισφορά στη δημιουργία του νέου σπιτικού.

Το θεσμό της προίκας τον συναντάμε στα ομηρικά έπη. Στην ομηρική εποχή γάμοι μεταξύ ευγενών γίνονται είτε με εξαγορά της νύφης (προσφορά δώρων, προίκα), είτε με αγώνες ανάμεσα σε ευγενείς με έπαθλο τη νύφη (αγώνες για την Ωραία Ελένη), είτε με αρπαγή γυναικών (ωραία Ελένη – Πάρης). Ο Όμηρος αναφέρει την προίκα ως «το κατά τους γάμους διδόμενον μερίδιον, προίξ ή φερνή» (lidell-Scott). Στα ομηρικά χρόνια όμως ο άνδρας συνήθως ήταν εκείνος που έδινε προίκα και σπανιότερα η γυναίκα κάποιες φορές. Στο Ι της Ιλιάδας ο Αγαμέμνονας τάζει στον Αχιλλέα μια από τις κόρες του για γυναίκα και μεγάλη προίκα, για να γυρίσει στη μάχη. Τονίζει μάλιστα ότι δε θέλει από τον Αχιλλέα τίποτε σαν προίκα (αδώρητος).

«Στο στερεό μου μέγαρο τρεις έχω θυγατέρες.

Από τις τρεις αδώρητα στο σπίτι του Πηλέως

ας φέρ’ ή την Χρυσόθεμιν ή και την Λαοδίκην

ή και την Ιφιάνασσαν και θα της δώσω δώρα

όσα κανείς στην κόρη του δεν έδωσε πατέρας».

(Ομήρου, Ιλιάδα, Ι, 144-148)

Στο Ζ της Ιλιάδας τονίζεται πως η γυναίκα εκτός από την ομορφιά της ήταν περιζήτητη νύφη, όταν είχε προίκα – «φερνή» και η Ανδρομάχη είναι «πολύφερνη» συμβία του Έκτορα.

«με ορμή εμπρός του πρόβαλε η ασύγκριτη Ανδρομάχη,

πολύδωρη συμβία του και κόρη του γενναίου Αετίωνος».

(Ομήρου, Ιλιάδα, Ζ 394-395)

Η Ιλιάδα αναφέρεται στην ηρωική εποχή του 12ου π.Χ. αιώνα. Τότε, για να θεωρηθεί ένα αρσενικό παιδί ότι ανδρώθηκε, έπρεπε να διακριθεί ως άνδρας ή ήρωας. Άνδρες ή ήρωες ήταν οι Ηρακλείδες, οι Αργοναύτες και οι πολεμιστές του Τρωικού πολέμου. Τρόποι για να δείξει επινοητικότητα και δύναμη και να διακριθεί ήταν το κυνήγι, το άθλημα, η γεωργία, η κτηνοτροφία, η τέχνη, η ανδρεία. Μετά τη διάκρισή τους τα αρσενικά παιδιά μπορούσαν να πάρουν μέρος στη δημόσια ζωή, να αποκτήσουν περιουσία, να δημιουργήσουν οικογένεια και να πολεμήσουν. Με τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτούσαν μπορούσαν να προσφέρουν δώρα στον πατέρα της νύφης (χρυσάφι, βόδια, πρόβατα, κτήματα, σκλάβες), ως απόδειξη της ανδρείας και της προκοπής τους. Σύμφωνα με τη μυθική παράδοση οι γαμπροί που πήγαν στον Τυνδάρεω, βασιλιά της Σπάρτης, να ζητήσουν σε γάμο την κόρη του Ελένη, του υποσχέθηκαν πολλά και πολύτιμα δώρα, «χρυσάφι, αγγεία και σκεύη, σκλάβες, βόδια, πρόβατα, κτήματα» κι εκείνος επέλεξε για σύζυγο της Ελένης τον Μενέλαο, που είχε διακριθεί ως ήρωας και είχε προσφέρει τα περισσότερα δώρα.

Στην Οδύσσεια, που αναφέρεται σε μεταγενέστερη εποχή από εκείνη της Ιλιάδας, βρίσκουμε δύο απόψεις για την προίκα, δηλαδή και προσφορά του γαμπρού προς τη νύφη, «Μα ακόμα πιο καλότυχος απ’ όλους είν’ εκείνος, που βγει στα δώρα νικητής και ταίρι του σε πάρει.» (Ομήρου, Οδύσσεια, ζ, 158-159) και προσφορά της νύφης προς το γαμπρό, «κι εκείνοι θα γνοιαστούν το γάμο της, θα φτιάξουν τα προικιά της  αρίφνητα, στη θυγατέρα τους την ακριβή ως ταιριάζει», (Ομήρου, Οδύσσεια, α, 277-278).

Βρισκόμαστε σε μεταβατική περίοδο που η προίκα με τη μορφή δώρων για την εξαγορά της νύφης μετατρέπεται σε αποζημίωση του συζύγου, που αναλαμβάνει τα βάρη της νέας οικογένειας, ενώ ελαφρύνει την οικογένεια της κόρης κατά ένα μέλος. Η υλική και πνευματική πρόοδος, που άρχισε από το τέλος της αρχαϊκής εποχής και κορυφώθηκε στις κοινωνίες της κλασσικής εποχής, οδήγησε σε κοινωνικές αλλαγές και στην νομοθετική καθιέρωση νέων οικογενειακών θεσμών. Ανάμεσα σ’ αυτούς και η θεσμοθέτηση της προίκας, που αρχίζει την εποχή του Σόλωνα. Ο νομοθέτης Σόλων τον 6οαιώνα π. Χ. με τη «Σεισάχθεια» όρισε ότι «η γυναίκα που παντρεύεται δεν παίρνει τίποτα άλλο μαζί της, παρά μόνο τρία φορέματα και μερικά οικιακά σκεύη». Έτσι κατάργησε το θεσμό των πλουσίων δώρων στους γάμους, γιατί προκαλούσε τον ανταγωνισμό και λειτουργούσε ως μηχανισμός μεταβίβασης και συγκέντρωσης περιουσίας και πλούτου στις πλούσιες οικογένειες.

Ο νομοθέτης πάντως έκρινε πως η γυναίκα έπρεπε να έχει ως προίκα τα απαραίτητα («ιμάτια τρία και σκεύη μικρού νομίσματος αξία»), για να μπορεί να έχει ελευθερία λόγου στο σπίτι της. «Νύφη άπροικος ούκ έχει παρρησίαν», [Menander, Comic., Sententiae e codicibus Byzantinis Γρ. 517] που σημαίνει νύφη χωρίς προίκα δεν έχει ελευθερία λόγου, επισημαίνει ο Μένανδρος, ενώ ο Ευριπίδης στην Ανδρομάχη λέει «ταῦτα δωρεῖται πατὴρ πολλοῖς σὺν ἕδνοις, ὥστ᾽ ἐλευθεροστομεῖν», δηλαδή αυτά μου χαρίζει ο πατέρας μαζί με πολλά άλλα γαμήλια δώρα, ώστε να μπορώ να μιλάω. (Ευριπίδη, Ανδρομάχη στ. 152-153). Στην Αρχαία Αθήνα και Σπάρτη ο γάμος επικυρωνόταν με τη συμφωνία του πατέρα της νύφης και του γαμπρού ενώπιον μαρτύρων. Η συμφωνία αυτή ονομαζόταν«εγγύη» και επρόκειτο για μια πολύ σημαντική νομική πράξη παρά το γεγονός ότι ήταν προφορική, αφού με την εγγύη οριζόταν η προίκα και παράλληλα η κυριότητα της κοπέλας περνούσε από τον πατέρα στον μνηστήρα.

Κατά την κλασσική εποχή (χρυσούς αιώνας) η προίκα περιλάμβανε ρουχισμό, οικιακά σκεύη, έπιπλα και χρήματα, τα οποία προσφέρονταν ως προίκα από τον πατέρα της νύφης στον γαμπρό. Δεν είχαν την έννοια των δώρων, αλλά την εκπλήρωση υποχρέωσης για συμμετοχή και συνεισφορά της νύφης και της οικογένειάς της στην αντιμετώπιση των βαρών της καινούριας οικογένειας. Στην πορεία του χρόνου η προίκα δέχτηκε πολλές κριτικές και αμφισβητήσεις, αλλά τηρήθηκε και από τους αμφισβητίες της, όταν ήρθε η ώρα. Ο Αριστοτέλης την χαρακτήρισε βαρβαρικό έθιμο, ενώ ο Πλάτωνας στην «Πολιτεία» είναι πολέμιος της προίκας και τη θεωρεί αντιδημοκρατική, γιατί συμβάλλει στην ένωση δύο μεγάλων περιουσιών και στη συγκέντρωση του πλούτου στα χέρια λίγων.

Στη Ρωμαϊκή εποχή η προίκα απέβλεπε στην ανακούφιση των βαρών του γάμου και αντιστοιχούσε στο κληρονομικό μερίδιο της γυναίκας στην πατρική περιουσία.  Όταν η γυναίκα έφευγε από την οικογένειά της και περνούσε στην οικογένεια του συζύγου της, έχανε τα κληρονομικά της δικαιώματα πάνω στη οικογενειακή περιουσία. Ως αντιστάθμισμα ο πατέρας της νύφης είχε υποχρέωση να δίνει ορισμένα περιουσιακά στοιχεία στον άνδρα της ως αποζημίωση. Στα πρώτα ρωμαϊκά χρόνια η προίκα ήταν απλώς ηθική υποχρέωση του γονιού ως αποζημίωση προς το γαμπρό που γίνεται ο κύριος της κόρης. Το 1Ο  μ.Χ. ο αυτοκράτορας Αύγουστος με νόμο υποχρέωνε τον πατέρα να προικίζει την κόρη του. Οι αυτοκράτορες Σεβήρος και Αντώνιος επέκτειναν την ισχύ του νόμου και στις επαρχίες της αυτοκρατορίας. Από τον 2ο αιώνα μ.Χ. αρχίζει να διαδίδεται και η σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου για την προίκα. Αυτή η υποχρεωτική προίκιση των γυναικών ίσχυσε και αργότερα στις ευρωπαϊκές χώρες που δέχτηκαν το ρωμαϊκό δίκαιο.

Η συνήθεια αυτή κράτησε σε όλη τη βυζαντινή περίοδο και συνεχίστηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Από τα πρώτα βυζαντινά χρόνια (5ος αι. µ.Χ.) συντάσσονταν και προικώα έγγραφα για τη σύσταση της προίκας, που ονομάζονταν προικοσύμφωνα (προικοχάρτια, αρραβωνοχάρτια). Στο Βυζάντιο η σύνταξη συμβολαίου για την προίκα της γυναίκας ήταν υποχρεωτική για την ανώτερη κοινωνική τάξη, τους εμπόρους, τους αξιωματούχους κλπ. Στα μεταβυζαντινά χρόνια η προίκα έγινε ένας θεσμός του άγραφου και εθιμικού δικαίου που ρίζωσε στους ανθρώπους.

Την περίοδο της Τουρκοκρατίας το έθιμο αποτελούσε κορυφαίο τμήμα της διαδικασίας του γάμου, αφού το μέγεθος και η ποιότητα της προίκας καθόριζε σε απόλυτο βαθμό τον «καλό γαμπρό». Από την περίοδο της τουρκοκρατίας, γύρω στα 1500 μ.Χ., μαρτυρούνται τα πρώτα συμβόλαια προίκας, τα λεγόμενα «προικοσύμφωνα», στα οποία μπορούμε να δούμε όλες τις κοινωνικές τάξεις και διαφορές. Τα πιο πλούσια προικοσύμφωνα περιέχουν σπίτια, χωράφια, ζώα κλπ., ενώ στα πιο φτωχικά αναφέρεται μόνο ρουχισμός, οικοσκευές, ίσως και καμιά… κότα! Τα έγγραφα αυτά συντάσσονταν από κληρικούς, ιερείς ή μοναχούς, που εφάρμοζαν το οικογενειακό δίκαιο στους υπόδουλους Έλληνες. Η σύνταξή τους γινόταν πάντα µε παρουσία μαρτύρων, που ήταν υποχρεωμένοι να υπογράψουν το προικοσύμφωνο.

 

Επιλέγοντας την προίκα. Έργο του Ρώσου Ζωγράφου Nikolay Bekryashev (1874 – 1939). Δημοσιεύεται στο ρωσικό εικονογραφημένο περιοδικό «Niva », τεύχος 10, 1911.

 

Το προικοσύμφωνο συντασσόταν πριν από τον γάμο και η προίκα παραδινόταν στον γαμπρό πριν από τη στέψη. Περιλάμβανε είδη ρουχισμού , έπιπλα, οικιακά σκεύη, κοσμήματα, ζώα (πρόβατα, βόδια), νομίσματα, αλλά και ακίνητα (σπίτια, αμπέλια, χωράφια, ελαιοκτήματα κ.τ.λ.), που περιγράφονταν µε κάθε λεπτομέρεια (θέση, έκταση, γείτονες κ.τ.λ.). Η κυριότητα των ακινήτων ανήκε στη σύζυγο και µόνο την επικαρπία είχε ο σύζυγος, που είχε την υποχρέωση να διαχειρίζεται καλά την προίκα της συζύγου και να φροντίζει για τη διατήρηση και την ακεραιότητά της. Δεν είχε το δικαίωμα να εκποιήσει ή να παραχωρήσει µε οποιονδήποτε τρόπο κάποιο από τα προικώα ακίνητα. Αν πέθαινε ο σύζυγος ή αν χώριζε το ανδρόγυνο, η προίκα έμενε στη γυναίκα ως ιδιοκτησία της. Αν πέθαινε η σύζυγος, ένα μέρος της προίκας κληρονομούσε ο σύζυγος και το μεγαλύτερο μέρος κληρονομούσαν τα παιδιά. Αν το αντρόγυνο δεν είχε αποχτήσει παιδιά, τότε η προίκα γύριζε στον προικοδότη, αν ζούσε, ή στους νόμιμους κληρονόμους του.

 

Η πρώτη σελίδα του προικοσυμφώνου του Δημήτριου Δεσμίνη και της Μαριώγκας Νυσταζοπούλου, περίπου το 1868. Είχε συνταχτεί στο Άργος, στο συμβολαιογραφείο του Δ. Κιτσόπουλου.

 

Ο θεσμός της προίκας με το πέρασμα των χρόνων καθιερώθηκε στα ελληνικά ήθη και έθιμα, διατηρήθηκε μέχρι και τον περασμένο αιώνα και αποτελούσε το άγος όλων των οικογενειών, που είχαν κορίτσια για γάμο. Παντρειά, χωρίς την καταβολή προίκας και μάλιστα προκαταβολικά σπανίως συνέβαινε και όση περισσότερη προίκα είχε μία κοπέλα τόσο πιο περιζήτητη νύφη ήταν. Πρακτικά ήταν αδύνατο μια φτωχή – ακόμα και όμορφη – κοπέλα να παντρευτεί το γιο του προύχοντα της περιοχής. Τις ελάχιστες φορές που συνέβαινε γάμος από έρωτα και χωρίς προίκα, η κοινωνία θεωρούσε δεδομένο ότι η νύφη «τύλιξε» τον γαμπρό. Συχνό ήταν και το φαινόμενο μια άσχημη ή μεγάλη για την εποχή γυναίκα με καλή προίκα να γίνει περιζήτητη νύφη και τότε ακουγόταν το κλασικό «τα λεφτά πηγαίνουν στα λεφτά». Το έθιμο της προίκας ουσιαστικά κάλυπτε μια κοινωνική αναγκαιότητα των παλαιότερων χρόνων, αφού η γυναίκα κλεισμένη στο σπίτι δεν αποτελούσε μέρος του εργατικού δυναμικού και δεν εισέφερε στο οικογενειακό εισόδημα.

Η προίκα της κόρης ήταν το κυριότερο μέλημά κάθε οικογένειας από την πιο πτωχή μέχρι και την πιο πλούσια. Ήταν μεγάλο θέμα για την οικογένεια του κοριτσιού και οι γονείς μοχθούσαν και στερούνταν τα πάντα, για να εξασφαλίσουν την προίκα της κόρης τους. Η ίδια η κοπέλα προσπαθούσε από την παιδική της ηλικία μέχρι τη στιγμή που θα τη ζητούσε κάποιος να συγκεντρώσει όση περισσότερη προίκα μπορούσε για να παντρευτεί. Κεντούσε τα χειροποίητα κεντήματα, έπλεκε, έραβε τα προικιά της και ύφαινε τα χαλιά που θα έπαιρνε μαζί της.  Η προίκα άλλωστε είχε και συμβολικό χαρακτήρα, καθώς με αυτή η γυναίκα έδειχνε τις ικανότητές της και την αξία της ως νοικοκυρά. Μία εβδομάδα πριν το γάμο οι φίλες της νύφης έπλεναν και σιδέρωναν την προίκα της, την άπλωναν στα δωμάτια του πατρικού της σπιτιού σε κοινή θέα, για να φανεί τι είχε ετοιμάσει η νύφη και γινόταν ο σχολιασμός από τις γυναίκες. Πόσα κεντήματα, πόσα σεντόνια, πόσες μαξιλαροθήκες, πόσα χαλιά είχε. Η προίκα κάθε κοπέλας γινόταν το επίκεντρο του θαυμασμού, ιδιαίτερα στις μικρές επαρχιακές κοινωνίες, και όσο μεγαλύτερη ήταν, τόσο περιζήτητη ήταν η νύφη.

Η προίκα έπρεπε να είναι ανάλογη με την περιουσία και την κοινωνική θέση του πατέρα της νύφης. Για τις φτωχές οικογένειες ήταν φορτίο δυσβάσταχτο, γι’ αυτό και η γέννηση του κοριτσιού συχνά θεωρούνταν συμφορά. Σε περιόδους φτώχειας οι γονείς έκαναν θυσίες και παραμελούσαν ακόμα και την υγεία τους, για να συγκεντρώσουν την προίκα και να παντρέψουν την κόρη τους. Στην  προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν την προίκα της κοπέλας, κάποιοι φτωχοί γονείς επινοούσαν και ιδιαίτερα ευρηματικούς τρόπους. Με τη γέννηση ενός κοριτσιού φύτευαν σ’ ένα χωράφι τους ορθόκλαδα δέντρα, που τα προόριζαν για προίκα της κόρης. Στη νότια Ελλάδα φύτευαν κυπαρίσσια, ενώ στη βόρεια Ελλάδα λεύκες. Οι κορμοί των δέντρων αυτών ήταν απαραίτητοι για τις στέγες των σπιτιών, για έπιπλα και άλλες χρήσεις και πουλιούνταν περίπου 1 λίρα ο ένας. Όταν το κορίτσι γινόταν 20 χρονών, τα δέντρα ήταν έτοιμα για υλοτόμηση. Έτσι, αν ένας πατέρας είχε φυτέψει 1.000 λεύκες, εξασφάλιζε 1.000 λίρες για την προίκα της κόρης του!

 

Μεταφορά της προίκας. Λιθογραφία από το γερμανικό περιοδικό Die Gartenlaube, 1876.

 

Στη δημιουργία της προίκας πάντως συμμετείχε όλη η οικογένεια. Τα αγόρια της οικογένειας έμπαιναν από νωρίς στον αγώνα της ζωής και δεν παντρεύονταν, αν δεν εξασφάλιζαν την προίκα της αδελφής τους και δεν την πάντρευαν. Στη νεοελληνική οικογένεια τα παιδιά παντρεύονταν κατά σειρά ηλικίας, αλλά οι θυγατέρες προηγούνταν και ακολουθούσαν τα αγόρια με σειρά ηλικίας. Ήταν ατιμωτικό για τον άντρα να παντρευτεί πρώτος και ν’ αφήσει αδελφή μεγαλύτερη ή μικρότερη ανύπαντρη. Αν δεν «αποκαθιστούσαν» τις αδελφές τους, δεν μπορούσαν να κάνουν τη δική τους οικογένεια. Κάποιες φορές πολλά παλικάρια έμεναν ανύπαντρα, γιατί δεν μπόρεσαν ν’ αποκαταστήσουν τις αδελφές τους που έπρεπε να παντρέψουν και να προικίσουν. Έτσι ο άντρας συχνά γινόταν θύμα της προίκας, όταν έμενε ανύπαντρος μέχρι να παντρέψει τις αδελφές του, όταν έπρεπε να δουλεύει σκυλίσια για να προικίσει μια αδελφή ή όταν η σύζυγος με τη μεγάλη προίκα του φερόταν υποτιμητικά και δεν καταδεχόταν να εργαστεί.

Η προίκα με τον καιρό εξελίχθηκε σε καρκίνωμα στους κόλπους της ελληνικής οικογένειας. Οι πλούσιοι γινόντουσαν πλουσιότεροι, καθώς προτιμούσαν να παντρεύονται μεταξύ τους για να μεγαλώνουν τις φατρίες τους. Γίνονταν γάμοι από οικονομικό συμφέρον, «παζάρια» και εκβιασμοί για το ύψος της προίκας, «αγορά» γαμπρού, ματαιώσεις γάμων, επειδή η προίκα ήταν μικρότερη από τα υπεσχημένα, διαζύγια, αν η οικογένεια της νύφης δεν έδινε αρκετά μετά το γάμο και κάποιες φτωχές κοπέλες έμεναν στο ράφι, γιατί δεν είχαν προίκα. Η οικογένεια δεινοπαθούσε για να ικανοποιήσει την ακόρεστη επιθυμία του γαμπρού για πλούτο. Συχνά οι απαιτήσεις πολλών γαμπρών για προίκα ήταν παράλογες και πιεστικές και πολλές φορές εκβίαζαν για να εισπράξουν το ποσό που ήθελαν. Ο γαμπρός έθετε τους όρους και, εάν ήταν συμφέρουσα η πρόταση, γινόταν δεκτή η συμφωνία του γάμου. Φυσικά, σε μειονεκτική θέση βρίσκονταν οι φτωχότερες οικογένειες που δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν στην κόρη τους ή τις κόρες τους μια μεγάλη προίκα για να τις αποκαταστήσουν με κίνδυνο τα κορίτσια να μείνουν …στο ράφι. Για αιώνες αμέτρητους δεν είχαν αξία τα φυσικά και επίκτητα προσόντα της νύφης (ομορφιά, ψυχική και πνευματική καλλιέργεια κτλ.), αλλά το πρώτο που εξεταζόταν ήταν η προίκα της. Η απροίκιστη ήταν κοινωνικά κατώτερη και δύσκολα βρισκόταν γαμπρός να τη ζητήσει σε γάμο.

Οι καταστάσεις αυτές είχαν την απήχησή τους στην ελληνική λογοτεχνία και στον κινηματογράφο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ταινία «Η τιμή της αγάπης» της Τόνιας Μαρκετάκη βασισμένη στο έργο του Κωνσταντίνου Θεοτόκη «Η τιμή και το χρήμα»: Ο γαμπρός κλέβει και διακορεύει την κοπέλα που είναι ερωτευμένη μαζί του, για να εκβιάσει τη μητέρα της να του δώσει σαν προίκα ό,τι έχει και δεν έχει. Εκείνη, φτωχή γυναίκα, αναγκάζεται να ενδώσει, αλλά η κοπέλα βρίσκει τη δύναμη να αρνηθεί αυτό τον αισχρό συμβιβασμό, κρατάει το παιδί που γεννήθηκε και πηγαίνει να δουλέψει σαν εργάτρια και ανύπαντρη μοναχική μητέρα. Πολλές υποθέσεις απασχόλησαν κατά καιρούς τον τύπο με επίδοξους γαμπρούς – απατεώνες και με φονικά λόγω μη διασφάλισης της προίκας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Αθηναίος Αρσέν Λουπέν –  ήρωας από το μυθιστόρημα «Αριστοκράτης Λωποδύτης» – που ροκάνιζε τις προίκες των κοριτσιών και μετά… «έστριβε δια του αρραβώνος». Εμφανιζόταν σε αγγελίες συνοικεσίων ως γαμπρός – λαχείο με πολλά πτυχία, καλή θέση σε μια μεγάλη εταιρεία και ακριβό αυτοκίνητο και έτσι κέρδιζε των ενδιαφέρον των επίδοξων θυμάτων του. Σε άλλα δημοσιεύματα παλιών εφημερίδων αναφέρονται περιστατικά φονικού σε ζευγάρια με τον άντρα να σκοτώνει τη γυναίκα του, επειδή η οικογένειά της δεν του έδωσε την προίκα που του είχαν υποσχεθεί.

Τον 20ο αιώνα, ιδιαίτερα μετά το 1950, ο θεσμός της προίκας πήρε εκρηκτικές διαστάσεις και έγινε σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα. Οι απελευθερωτικοί πόλεμοι (Βαλκανικοί πόλεμοι, εκστρατεία στη Μικρά Ασία), η κατοχή και ο εμφύλιος πόλεμος προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές στη χώρα, έφεραν μεγάλη δυστυχία και πολλές στερήσεις στις οικογένειες, που δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν την προίκα των κοριτσιών τους και άρχισαν να διαμαρτύρονται για το θεσμό της προίκας. Η επανάσταση κατά της προίκας όμως ξεκίνησε το 1955 από 17 κοινότητες της Ρούμελης, με πρωτοστάτη έναν ασπρομάλλη αγρότη, τον Κώστα Κίτσο, κοινοτάρχη στο χωριό Άγιος Γεώργιος – Νεοχωράκι Φθιώτιδας, που έστειλαν ένα υπόμνημα προς τη βασίλισσα Φρειδερίκη ικετεύοντάς την να αναλάβει πρωτοβουλία για την κατάργηση του αναχρονιστικού θεσμού «της προικός». Η ιδέα του υπομνήματος προήλθε από μια συζήτηση που είχε ο Κώστας Κίτσος με έναν συμπατριώτη του, πατέρα τριών κοριτσιών,  από το χωριό Λευκάδα. Είχε πάει στον κοινοτάρχη να τον συναντήσει για να ζητήσει τη βοήθειά του. «Άκου Κώστα. Ήρθε κάποιος για το κορίτσι μου και μου ζητάει προίκα και δεν έχω να του δώσω. Και από πάνω είναι και ξεβράκωτος, δεν αξίζει να του την δώσω. Και η κόρη μου είπε, πατέρα δεν με σκοτώνεις καλύτερα από το να πάρω αυτόν για άντρα μου; Τι να κάνω Κώστα μου;». Στον αγωνιώντα για την τύχη του κοριτσιού του αγρότη ο Κώστας Κίτσος είπε αυστηρά και ρητά  «πρέπει να τον διώξεις», οπότε και έλαβε από τον αγρότη την αποστομωτική απάντηση, «μια κουβέντα είναι αυτή, Κώστα….».

Το περιστατικό και οι κουβέντες του αγρότη συγκλόνισαν τον δραστήριο κοινοτάρχη Κώστα Κίτσο, που πήρε την πρωτοβουλία μαζί με άλλους 17 κοινοτάρχες της Δυτικής Φθιώτιδας να ζητήσει την απαλλαγή των οικογενειών από το δυσβάσταχτο βάρος της προίκας. Οι κοινοτάρχες των 17 χωριών της Δυτικής Φθιώτιδας, μεταξύ των οποίων και ο κοινοτάρχης του Δικάστρου Παναγιώτης Χαμπέρης, συνέταξαν, υπέγραψαν και απέστειλαν στη Βασίλισσα Φρειδερίκη ένα υπόμνημα, στο οποίο έγραφαν:

«Το μεγαλύτερο κοινωνικό πρόβλημα που παρουσιάζεται σήμερα εις την Ελλάδα είναι το της προικός των κοριτσιών. Το πρόβλημα δε αυτό, κατά την μεταπολεμική ιδίως περίοδο, εμφανίζεται υπό την οξυτέρα αυτού μορφήν. Η προιξ με νομισματική πλέον μονάδα την αγγλική λίραν, κατάντησε ο μεγαλύτερος εφιάλτης των εχουσών κορίτσια οικογενειών. Ως επί το πλείστον δεν λαμβάνεται υπόψιν η προσωπική αξία ενός κοριτσιού, αλλά το ποσόν των λιρών που διαθέτει και ο νέος θα ρωτήσει πρώτον τι χρηματικό ποσόν διαθέτει η κόρη και έπειτα θα ρωτήσει δια την κόρην. Δια τούτο πολλά κορίτσια αξιών μένουν στο περιθώριο της ζωής και γίνονται γεροντοκόρες και πεθαίνουν από μαρασμό, οι δε γονείς αυτών καταλαμβάνονται από απογοήτευση και απελπισία». Στο τέλος του υπομνήματος ικέτευαν τη βασίλισσα «να αναλάβει πρωτοβουλίες, για την κατάργησιν της προικός, θραύουσα ούτω τα δεσμά, των αλυσοδεμένων εκ ταύτης οικογενειών και μεταδίδουσα την χαράν, την ευτυχίαν και την ελπίδα εις αυτάς».

Οι κάτοικοι των χωριών της Ρούμελης ήταν πάμπτωχοι και κατήγγειλαν την αδιαφορία της πολιτείας που με τη στάση της ζημίωνε τους αδύναμους οικονομικά και βοηθούσε τους πλούσιους να γίνουν πλουσιότεροι. Φυσικά αυτή η καταγγελία προκάλεσε το ενδιαφέρον των εφημερίδων που κάλυψαν το γεγονός και έστειλαν απεσταλμένους στα συγκεκριμένα χωριά για να συναντήσουν τους εξεγερμένους χωρικούς.

 

Δημοσίευμα για την κατάργηση της προίκας.

 

Η εφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ» έστειλε στην Δυτική Φθιώτιδα δύο Δημοσιογράφους, τον Π. Καμβύση και τον K. Τριανταφυλλίδη, για να αναδείξουν την διαμαρτυρία. Η προίκα όμως εξακολούθησε να αποτελεί θεσμό και μάλιστα με οξύτερη μορφή, καθώς οι γαμπροί άρχισαν να ζητούν πλέον ως προίκα όχι ακίνητα (χωράφια ή σπίτια), αλλά χρήματα ή λίρες χρυσές Αγγλίας. Έτσι, πολλά κορίτσια, άξιες νοικοκυρές, που δεν είχαν προίκα, δεν είχαν χρήματα ή λίρες, έμεναν στο περιθώριο της ζωής, ως γεροντοκόρες, απελπισμένες και απογοητευμένες και πέθαναν από μαρασμό.

 

Η εφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ»

 

Παρά τις δημοσιογραφικές διαστάσεις που πήρε η διαμαρτυρία των κοινοταρχών, δεν είχε άμεσα αποτελέσματα. Η βασίλισσα Φρειδερίκη, αντί να μεριμνήσει για την κατάργηση της προίκας, έκανε επισκέψεις ανά την επικράτεια και μοίραζε «βιβλιάρια των απόρων κορασίδων» με συμβολική κατάθεση 1.000 δρχ., που θα έπαιρνε κάθε άπορη κοπέλα με την ενηλικίωσή της ως προικοδότηση.  Και ετοιμαζόταν για το γάμο της κόρης της πριγκίπισσας Σοφίας με το διάδοχο του ισπανικού θρόνου Χουάν Κάρλος.

Πράγματι στις 14 Μαΐου του 1962 η Αθήνα σημαιοστολισμένη ήταν έτοιμη γι’ αυτό τον παραμυθένιο γάμο. Μεταξύ των επίσημων καλεσμένων, που είδαν τη Σοφία να λάμπει μέσα στο νυφικό – «δαντελένιο όνειρο», ήταν 32 εν ενεργεία βασιλιάδες και πρίγκιπες και 109 έκπτωτοι εστεμμένοι ή πρίγκιπες. Η βασίλισσα Φρειδερίκη άσκησε φορτικές πιέσεις στον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή να καθορίσει μεγάλο ποσό από τον δημόσιο προϋπολογισμό για προίκα της κόρης της. Και στις 19 Φεβρουαρίου ο υπουργός Οικονομικών Σπυρίδων Θεοτόκης καταθέτει στη Βουλή νομοσχέδιο με το οποίο δίνεται προίκα στη Σοφία ύψους 9 εκατομμυρίων δρχ. (300.000 δολάρια) με απαλλαγή από κάθε φορολογία και με δυνατότητα να μετατραπεί σε συνάλλαγμα. Το νομοσχέδιο εγκρίθηκε δια βοής στις 16 Μαρτίου 1962, ενώ δαπανήθηκαν και 2.800.000 δραχμές για το «γάμο του αιώνα». Οι φοιτητές ζητούσαν αύξηση των κονδυλίων για ην παιδεία και διαδήλωναν στους δρόμους της Αθήνας φωνάζοντας «Προίκα στην παιδεία όχι στη Σοφία», αλλά ποιος τους άκουγε;

Σιγά-σιγά όμως όλη η Ελλάδα ξεσηκωνόταν κατά της προίκας. Τα πρώτα ουσιαστικά βήματα για την κατάργηση της προίκας έγιναν τον Ιούλιο του 1978 με τη σύσταση ειδικής νομοπαρασκευαστικής επιτροπής υπό τον ομότιμο καθηγητή της Νομικής Αθηνών Α. Γαζή, με σκοπό την κατάργηση των νόμων 1403-1404 του Αστικού Δικαίου, που αφορούσαν στην προίκα και αντιτίθεντο στις αρχές του Συντάγματος περί ίσων δικαιωμάτων των δύο φύλων. Η επιτροπή είπε «όχι στην προίκα» και ζήτησε την κατάργηση του θεσμού, αναφέροντας ότι οι γονείς δεν πρέπει να υποχρεούνται να δίνουν προίκα στα κορίτσια, αλλά να παρέχουν στα παιδιά τους  -αγόρια και κορίτσια – όλα τα απαραίτητα εφόδια για το νέο ξεκίνημα στο γάμο τους.

Μετά από πολύχρονες διαβουλεύσεις και συζητήσεις, το 1983 ψηφίστηκε η οριστική κατάργηση της προίκας με το νόμο 1329/83 που όριζε ότι και οι δύο σύζυγοι υποχρεώνονται να συμβάλλουν ανάλογα με τις δυνάμεις τους στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας στο πλαίσιο της ισότητας καταργώντας τη προίκα και εκσυγχρονίζοντας έτσι το οικογενειακό δίκαιο.

Συγκεκριμένα ο νόμος 1329/1983 ορίζει ότι: (i) «οι γονείς δεν υποχρεούνται να δίνουν προίκα στα κορίτσια, αλλά να παρέχουν στα παιδιά τους – αγόρια και κορίτσια – όλα τα απαραίτητα εφόδια για το νέο ξεκίνημα στο γάμο τους», (ii) «οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και (iii) «η συνεισφορά γίνεται με προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους», στα πλαίσια της ισότητας, κοινωνικής και επαγγελματικής, των δύο φύλων. Με την νομοθετική κατάργηση του θεσμού της Προίκας και την χειραφέτηση της γυναίκας (ισότητα των φύλων) ανέτειλε για τις οικογένειες και τα παιδιά τους ένα αισιόδοξο μέλλον, καθώς τα παιδιά (αγόρια και κορίτσια) μπορούν, ισόνομα, ισότιμα και ισάξια, να εκπληρώσουν τα όνειρά τους, να εργαστούν, να αποκτήσουν περιουσία, να παντρευτούν, «Οικεία βουλήσει» και «να συνεισφέρουν από κοινού, το καθένα, ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των βαρών της οικογενείας τους».

Μετά την κατάργηση της προίκας οι γονείς μπορούν, αν έχουν τη δυνατότητα, να στηρίζουν το νέο ζευγάρι στο ξεκίνημά του χωρίς αυτό να είναι υποχρεωτικό. Σήμερα αντί για προίκα έχει θεσμοθετηθεί η γονική παροχή στο τέκνο (άρρεν ή θήλυ) από οποιονδήποτε γονέα, για να ενισχυθούν οι νέοι στο ξεκίνημα και στη διατήρηση της οικογενειακής τους ζωής ή της επαγγελματικής τους δραστηριότητας. Προβλέπεται μάλιστα μειωμένη φορολογία (το 50% του φόρου) για περιουσιακές παροχές γονιών προς τα παιδιά τους, αγόρια και κορίτσια, μέχρι ένα ποσό που σήμερα είναι 90.000 ευρώ, αυτοτελώς για κάθε γονέα, όπως ορίζεται με το νόμο 1329 ΦΕΚ 25/18- 2-83, άρθρο 1509 του Αστικού Κώδικα.

Στην εποχή μας στις περισσότερες χώρες ο θεσμός της προίκας θεωρείται ότι είναι αναχρονιστικός και υποβαθμίζει τη γυναίκα. Η γυναίκα έχει εξισωθεί πλήρως με τον άνδρα και συνεισφέρουν από κοινού στο νέο σπιτικό που ανοίγουν με το γάμο. Ο θεσμός της προίκας για τις περισσότερες χώρες αποτελεί μια παρωχημένη αντίληψη, η οποία απλώς υπενθυμίζει τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής των ανθρώπων μια άλλης εποχής. Στο Δυτικό κόσμο οι γάμοι τελούνται με πρωτοβουλία των ίδιων των ανθρώπων, χωρίς την παρέμβαση των γονέων τους. Η γυναίκα παλιότερα αντιλαμβανόταν τον εαυτό της ως λιγότερο δυναμικό και αυτόνομο και ήταν υποχρεωμένη να παραμένει στο σπίτι και να μην εργάζεται, αλλά να ασχολείται με την ανατροφή των παιδιών και με «τα του σπιτιού». Οι προσωπικές της ανάγκες έμπαιναν σε δεύτερη μοίρα. Ο άντρας ήταν αυτός που είχε τη μεγαλύτερη ισχύ από οικονομική άποψη. Σήμερα η γυναίκα έχει εξισωθεί κοινωνικά με τον άνδρα, αντιμετωπίζεται ως ίση και έχει ακριβώς τα ίδια δικαιώματα. Είναι ενεργό μέλος της κοινωνίας και ενεργεί ως ένα αυτόνομο άτομο με δική του βούληση, το οποίο δεν είναι υπόλογο σε κανέναν. Η ίδια με τις αποφάσεις και τις πράξεις της διαμορφώνει τη ζωή της χωρίς να επεμβαίνουν σε αυτή παράγοντες, όπως οι γονείς της ή οι κοινωνικές αντιλήψεις.

Παράλληλα, η οικονομική κατάσταση των ανθρώπων έχει βελτιωθεί σε μεγάλο βαθμό τα τελευταία χρόνια. Κάθε άτομο με την ένταξη του στην κοινωνία απογαλακτίζεται σταδιακά και μεριμνά μόνο του για την επιβίωση του από σχετικά νεαρή ηλικία. Αποκτά  εργασία, γίνεται οικονομικά ανεξάρτητο και δεν χρειάζεται τη συνεισφορά άλλων στο νέο ξεκίνημα της ζωής του, όταν παντρεύεται. Το γεγονός αυτό συμβάλλει στην κατάργηση της προίκας, αφού σκοπός της ήταν να ενισχύσει οικονομικά τη νέα οικογένεια που θα δημιουργούνταν. Ως θεσμός η προίκα ήταν καταδικασμένος να εκλείψει, επειδή ο άνδρας έπαψε να αντιμετωπίζει με φόβο και δυσπιστία τον γάμο, γιατί δε σηκώνει μόνος του τα βάρη του οικογενειακού βίου.

Τα τελευταία χρόνια ο τύπος της άεργης γυναίκας, που δικαίωνε τη διατήρηση του αναχρονιστικού θεσμού της προίκας, έχει αλλάξει. Η γυναίκα πλέον εργάζεται, βγάζει τα δικά της χρήματα, παντρεύεται σε όλο και μεγαλύτερη ηλικία και δεν διστάζει να διεκδικήσει όσα θέλει. Προτεραιότητά της δεν αποτελεί πάντα η οικογένεια, αλλά η επαγγελματική καταξίωση και η οικονομική ανεξαρτησία. Το πρόβλημα της σύγχρονης γυναίκας είναι ότι καλείται να ανταποκριθεί σε πολλαπλούς ρόλους, όπως αυτόν της συζύγου, της μητέρας, της εργαζόμενης γυναίκας και της καλής νοικοκυράς. Στην προσπάθειά της να είναι «σωστή» σε όλα, όπως προστάζει η κοινωνία, συχνά πιέζεται, αγχώνεται, εξαντλείται και είναι ανάγκη να κρατάει τις λεπτές ισορροπίες που απαιτούνται ανάμεσα στις υποχρεώσεις της ως μητέρας και νοικοκυράς από τη μία και ως εργαζόμενης από την άλλη.

Αλέξης Τότσικας

 Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: «Εκσυγχρονισμός»  και «πρόοδος»: η ωμή απάτη


 

Χρήστος Γιανναράς

Στα πλαίσια του προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την  Κυριακή  17  Φεβρουαρίου 2019  και  ώρα 6.30  μ.μ.  στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος,  θα μιλήσει:

 

Ο κ. Χρήστος Γιανναράς

 Ομότιμος Καθηγητής Φιλοσοφίας

του Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών

με θέμα: «Εκσυγχρονισμός»  και «πρόοδος»: η ωμή απάτη.

Θα ακολουθήσει συζήτηση.

 

Χρήστος Γιανναράς

 

Ο Χρήστος Γιανναράς γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στα Πανεπιστήμια της Αθήνας, της Βόννης και της Σορβόννης (Παρίσι). Δίδαξε Φιλοσοφία, Πολιτιστική Διπλωματία και Συγκριτική Οντολογία σε πανεπιστήμια της Γαλλίας, της Ελβετίας, της Ελλάδας.

Επιφυλλιδογραφεί σε εφημερίδες παρεμβαίνοντας στην πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα.