Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού’

Έκρηξη της Επανάστασης του 1821 στο Άργος


 

Ο Ελληνισμός παρέμεινε υπό την τουρκική δουλεία τετρακόσια χρόνια, κατά τα οποία οι Έλληνες υπέστησαν πολλά δεινοπαθήματα και νόμιζε κανείς ότι η Ελλάδα έσβησε για πάντα. Οι ενέργειες όμως της Φιλικής Εταιρείας, το Κίνημα του Υψηλάντη και τα άλλα επαναστατικά κινήματα προπαρασκεύασαν την μεγάλη Επανάσταση του 1821. Η Φιλική Εταιρεία, ιδρυθείσα το 1814, προόδευσε πολύ περισσότερο στην Πελοπόννησο όπου δεν πίεζε η σιδηρά χείρα του δεσποτισμού.

Στις  αρχές του 1820 συνήλθαν στην Τρίπολη πολλοί πρόκριτοι της Πελοποννήσου μυημένοι στα μυστικά της Εταιρείας για κοινές υποθέσεις. Επίτροπος της αρχής ή γενικός Έφορος διορίσθηκε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, πρίγκιπας, στρατηγός και υπασπιστής του αυτοκράτορα, ο οποίος είχε και την γενική αρχηγία της Εταιρείας. Τον Νοέμβριο του 1820 εστάλη στην Πελοπόννησο ο Χουρσίτ – Πασάς για να εκτιμήσει την πολιτική κατάσταση του τόπου αλλά αυτός δεν έδωσε μεγάλη προσοχή. Μετά από λίγο του ανατέθηκε η αρχιστρατηγία της εκστρατείας κατά του Αλή και εστάλη στην Πελοπόννησο ο Κισσέ Μεχμέτ – Πασάς, ο οποίος συνακολούθησε τον Χουρσίτ.

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Το Άργος επαναστάτησε μεταξύ των πρώτων πόλεων της Ελ­λάδας. Στο Άργος η επανάσταση ήταν δυσχερής, γιατί το Άργος εί­ναι πεδινό και τα πλησίον φρούρια του Ναυπλίου κατείχαν οι Τούρκοι. Οι προεστοί όμως του Άργους προέτρεπαν τον λαό σε επανάσταση.

Όταν το απόγευμα της 23ης Μαρτίου 1821, ημέρα Τετάρτη, έπεσε τυχαία στην επάνω αγορά του Άργους (επί της σημε­ρινής οδού Κορίνθου) μια πιστολιά από κάποιον Τούρκο, Χάϊντα ήταν το όνομά του, λέγεται ότι ήταν μεθυσμένος, οι Τούρκοι που βρίσκονταν στο Άργος, κυριεύτηκαν από πανικό και την επόμενη, 24ην Μαρτίου, μετέφεραν τις οικογένειες τους στο Ναύπλιο. Αυτοί  δε διημέρευσαν ένοπλοι στο Άργος και διανυκτέρευσαν στο Ναύπλιο. Για την ασφάλειά τους οι ευρισκόμενοι στο Άργος Τούρκοι αφού αντελήφθησαν ότι οι Αργείοι πρόκειται να επαναστατήσουν, προέβησαν εις το εξής σχέδιο: Ήλθαν στο Άργος από το Ναύπλιο, την 27ην Μαρτίου, 150 ιππείς ένοπλοι Τούρκοι και αφού άνοιξαν δύο μα­γαζιά Αργείων και τα λεηλάτησαν, είπαν να μεταφέρουν οι πρό­κριτοι Αργείοι τις οικογένειες τους στο Ναύπλιο. Οι πρόκριτοι ευχαρίστως δέχτηκαν να πράξουν τούτο την επόμενη ημέρα. Την νύκτα όμως, μετέφεραν τις οικογένειες τους στα γύρω χωριά και μοίρασαν όπλα σε όλη την επαρχία.

Σταματέλος Αντωνόπουλος με τη χαρακτηριστική ενδυμασία των προυχόντων. Φοράει τζουμπέ και στο κεφάλι σφαιροειδές κάλυμμα.

Το πρωί της 2ας Απριλίου 1821, μετέβη σώμα Αργείων ένοπλων με αρχηγό τον Σταματέλο Αντωνόπουλο και κατέλαβε το χωριό Δαλαμανάρα. Όταν  έφτασαν από το Ναύπλιο οι Τούρκοι είδαν εστραμμένα προς αυτούς τα τουφέ­κια και τους είπαν: «Πίσω αγάδες, Χριστιανοί και Τούρκοι δεν συζούν πλέον». Οι Τούρκοι αναγκάσθηκαν να γυρίσουν πίσω στο Ναύπλιο. Επανήλθαν τότε και οι Αργείοι πρόκριτοι στην πόλη και ύψωσαν λευκή σημαία επανάστασης.

Κατά το τέλος Μαρτίου 1821 ο Δημητσανίτης Νικ. Σπηλιωτόπουλος ήρθε στο Άργος, όπου μαζί με τον Παπαφλέσσα και τους προκρίτους συγκρότησαν επαναστατική τοπική διοίκηση με το όνομα Καγκελαρία και άρχισαν την πολιορκία του Ναυπλίου. Τό­σο ενθουσιώδης ήταν ο Νικ. Σπηλιωτόπουλος, ώστε κάθε ημέρα γύμναζε τους Αργείους  στα όπλα, χωρίς να διαθέτει καμιά γνώση τακτικής, όπως γράφει ο ιστορικός Σπηλιάδης.

Στο αρχείο του στρατηγού της Επανάστασης του 1821 Δημ. Τσώκρη βρέθηκε, σημείωμα το οποίο έχει ακριβώς ως εξής:

 

«Κατά το έτος 1821 Μαρτίου 23 ημέραν Τετράδη ώραν 3 μ.μ. έρριψεν ο Χάϊντας (ούτος ήτο Τούρκος) μίαν πιστόλαν εις την αγοράν και αμέσως εσκόρπισαν οι άνθρωποι. Έπειτα εβγήκαν έξω οι Οθωμανοί και τους εγύρισαν οπίσω λέγοντάς τους ότι δεν είναι τίποτε. Εις τας 24 του ιδίου άρχισαν οι Οθωμανοί να μεταφέρουν τα πράγματά των και τας φαμελίας των εις το Ναύπλιον, χωρίς να μείνη κανένας. Παρομοίως οι Έλληνες ανεχώρησαν εις τα περίχωρα. Μετά δύο ημέρας, εν μέρος ιππέων Οθωμανών εβγήκαν από το Ναύπλιον και ήλθον εις το Άργος και άνοιξαν δύο μαγαζιά του Χαραλάμπους Περρούκα και του Σταματέλου Αντωνοπούλου, και τα εγύμνωσαν. Έπειτα ανεχώρησαν δια Ναύπλιον.

 Μετά τρεις ημέρας ύστερον εβγήκαν από το Ναύπλιον έως 300 ιππείς και ήλθον εις Δαλαμανάραν και έστειλαν εις Άργος τον Χουσείναγα Γεσιρλή και εστάθη έξω εις τον Άγιον Βασίλειον και επροκάλεσε πέντε – έξ Αργείους δια να ομιλήση περί τα τρέχοντα. Αυτοί του είπαν ότι είναι έως τρεις χιλιάδες κλέπται και έχουν δεμένους όλους τους οικοκυραίους. Έπειτα τον ετουφέκισαν (σημ: επυροβόλησαν). Αυτός δε ανεχώρησε δια Δαλαμανάραν λέγων εις τους συντρόφους του ότι εις το Άργος είνε έως τρεις χιλιάδες κλέπται. Αυτοί δε επέστρεψαν δια Ναύπλιον, και έκτοτε πλέον δεν εβγήκαν και ούτω τους επολιορκήσαμεν».

Το σημείωμα αυτό είναι ιδιαιτέρως αξιόπιστο. Ο Φωτάκος γράφει στα απομνημονεύματά του ότι:

«Οι άρχοντες Άρχους, Ναυπλίου και Κάτω Ναχαγιέ, ήσαν αδύνατοι και μάλιστα οι Μπερουκαίοι, οίτινες κατά τας αρχάς της επαναστάσεως δειλά εσυλλοχίζοντο, νομίζοντες ότι η επανάστασις δεν θα ηυδοκίμει εξ εναντίας ο θεόδ. Βλάσσης ήτο πλούσιος και είχεν υιούς πολλούς, φύσει δε μαλακός είχε πολύν ενθουσιασμόν, αλλ’ ήτο άτολμος. Πρώτος όστις εσύστησε την καγκελλαρίαν του Άργους ήτο ο Σταματέλος Αντωνόπου­λος, ο οποίος μετά του Νικ. Σπηλιωτοπούλου και του Αθανασίου Καϋμένου ή Ασημακοπούλου εκίνησαν την επανάστασιν και ενωθέντες μετά των Αργείων και Ολυμποχωριτών εσχημάτισαν σώ­ματα στρατιωτών δια την πολιορκίαν του Ναυπλίου».

Δημήτριος Τσώκρης

Κατά μια άλλη πηγή, (Σταματίου Αντωνοπούλου, Σταματέλος Αντωνόπουλος, σελ. 38) την επανάσταση στο Άργος διοργάνωσε ο επιφανής Αργείος Σταματέλος Αντωνόπουλος. Την νύκτα της 23 – 24 Μαρτίου συνάθροισε 30 χωρικούς, τους οποίους είχε προμηθεύσει κρυφά με όπλα, και απέστειλε με την συνοδεία τους την οικογένειά του στο Σοφικό Κορινθίας, προκειμένου να την εξασφαλίσει στον εκεί ευρισκόμενο οχυρό πύργο του. Αυτός δε με άλλους οπλοφόρους περιήλθε διάφορα χω­ριά της Αργολίδας, για να εξεγείρει τους κατοίκους κατά των Τούρ­κων, και μάλιστα με κεντρικό σκοπό την πολιορκία του Ναυπλίου. Ο Μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου Γρηγόριος κατόρθωσε να μυήσει στη Φιλική Εταιρεία από όλους τους Έλληνες του Ναυ­πλίου, μόνον τον Ιωάννη Ιατρού, και τους αδελφούς Παπαλεξοπούλου, γιατί το Ναύπλιο ήταν τουρκικό κέντρο όπως είδαμε και πιο πάνω (στο Ναύπλιο υπήρχαν τότε 860 τουρκικές οικογένειες και 25 μόνον ελληνικές πτωχές ψαράδων, που κατοικούσαν στον ψαρομαχαλά). Στο Άργος μύησε τους Ιωάννη Περρούκα, Σταμ. Αντωνόπουλο και τους αδελφούς Βλάσση.

Επίσης ο Μητροπολίτης Γρηγόριος είχε μυήσει τον Ιερέα Γεώργιο Βελίνη στο Πλατανίτι, Θεοδόση Μπούσκο στο Τζαφέρ Αγά, τον Γεώργιο Κακάνη στο Χώνικα, τον αρχιδιάκονο του Αθανάσιο Σολιώτη και τον ιε­ρέα του Αχλαδοκάμπου παπα-Κωνσταντή. Μέλη της Φιλικής Εται­ρείας, ήσαν και άλλοι Αργείοι, όπως ο  Μι­χαήλ Κάββας, ο ιερεύς Νικόλαος Οικονόμου, ο Ευθύμιος Κάβρας, ο Παναγιώτης Πασχαλινόπουλος κ.ά.

Παπαρσένιος Κρέστας. Οπλαρχηγός του Κρανιδίου.

Σύμφωνα με τον Φραντζή (Επιτομή της Ιστορίας κλπ., τόμ. Β’, σελ. 101 κ.έ.) την 2αν Απριλίου στρατολογήθηκαν 600 περίπου Κρανιδιώτες, Καστρίτες και μερικοί από όλα τα χωριά του Κάτω Ναχαγιέ με επί κεφαλής τον Γκίκα Μπόταση από τις Σπέτσες, τον ατρόμητο παπα-Αρσένιο Κρανιδιώτη και τον Νικόλαο Σταματελόπουλο (αδελφό του Νικηταρά) και τοποθετήθηκαν στη θέση Κατσίγκρι και Άρια, συγκροτώντας δύναμη κρούσης για την  πολιορκία του Ναυπλίου.

Την ίδια ημέρα η τοπική διοίκηση του Άργους στρατολόγησε για την πολιορκία του Ναυπλίου 900 στρατιώτες από τους κα­τοίκους της πόλης και των χωριών της επαρχίας Άργους, εκ των οποίων πολλοί που δεν είχαν όπλα έφτιαξαν την στιγμή εκείνη λόγχες σιδερένιες στους  σιδηρουργούς, τις οποίες στερέωσαν σε μακριά ξύλα και ακολουθούσαν τους άλλους οπλοφόρους. Οι 900 Αρ­γείοι συνήλθαν στο Κατσίγκρι, συναντήθηκαν με τους Κρανιδιώτες και σχημάτισαν ένα σώμα, συνέχιζαν δε την πολιορκία, προσέχοντας κυρίως για πιθανή έξοδο των Οθωμανών από το Ναύπλιο.  Η διοίκηση του Άργους έστειλε ανθρώπους και έφερε από τις Σπέτσες πυρίτιδα, την οποίαν έφεραν μέσω Λεωνιδίου εντός τριών κιβωτίων.

Οι Τούρκοι του Ναυπλίου αποκλεισθέντες απεφά­σισαν να αποβιβασθούν με πλοιάρια στους Μύλους (4 Απριλίου) για να συλλέξουν τρόφιμα, αιγοπρόβατα, βόδια, αγελάδας κλπ. Η τοπική διοίκηση του Άργους υποψιάστηκε την απόβαση και έ­στειλε 203 οπλοφόρους να προκαταλάβουν τους Μύλους. Μόλις έφθασαν κοντά στους Μύλους οι Τούρκοι, έγινε μάχη μετά των 200 Αργείων, έφθασε δε και η Μπουμπουλίνα μετά του πλοίου της και άλλα τρία πλοία. Οι Τούρκοι αναγκάσθηκαν να επιστρέψουν στο Ναύπλιο χωρίς να μπορέσουν να συλλέξουν τρόφιμα, αλλά ούτε και το έδαφος των Μύλων να πατήσουν (7 Απριλίου). Επίσης οι Τούρ­κοι αποκρούσθηκαν και στο Κατσίγκρι.

Στις 10 Απριλίου συνέβη ατυχές για τους πολιορκητές του Ναυπλίου επεισόδιο. Κατά την προηγούμενη ημέρα μερι­κοί Τούρκοι με βάρκες μετέβησαν στους Αφεντικούς λεγόμενους Μύλους της Λέρνης για να παραλάβουν από τους υδρό­μυλους το αλεύρι της φρουράς Ναυπλίου, αλλά βλέποντας από μακριά Έλληνες στην ακτή δεν τόλμησαν καν να αποβιβαστούν και επέστρεψαν άπρακτοι στο φρούριο. Αυτό εξόργισε τους κορυφαίους των Τούρκων και την επόμενη, 10ην Απρι­λίου, ημέρα του Πάσχα, έκαναν επιθετική έξοδο με μεγάλη δύναμη στρατιωτών εναντίον των Ελλήνων που γιόρταζαν την μεγάλη γιορτή της χριστιανοσύνης και είχαν μεθύσει. Η τουρκική αυτή επιχείρηση πέτυχε. Οι Έλληνες διασκορπίσθηκαν και σκοτώθηκαν απ’ αυτούς 23, μεταξύ των οποίων και ο ηγούμενος της μονής Αυγού. Οι Τούρκοι συνέλαβαν αιχμάλωτο και τον Γ. Λεμπέση, από το Κρανίδι, τον οποίο σούβλισαν. Με αυτό τον τρόπον λύθηκε η πολιορκία του Ναυπλίου.

Αμέσως όμως τότε αποβιβάσθηκε στους Μύλους και ήρθε στο Άργος την Τετάρτη της Διακαινησίμου η Μπουμπουλίνα με τον γιο της Ιωάννη ή Γιάννο Γιάννουζα και τον Γκίκα Μπόταση. Έφεραν χρήματα, πολεμοφόδια και πολεμικό θάρρος. Η Μπουμπουλίνα ήταν έφιππη και οπλοφορούσε. Οι Αργείοι την υποδέχτηκαν σαν βασίλισσα. Αμέσως έγινε σύσκεψη των προκρίτων και οπλαρχηγών. Στην σύσκεψη αυτή η Μπουμπουλίνα και ο Μπότασης πρότειναν την επανάλη­ψη της πολιορκίας του Ναυπλίου με πιο συστηματικό τρόπο. Η γνώμη τους έγινε δεκτή και αποφασίστηκε να ανατεθεί η αρχηγία στον Στάϊκο Σταϊκόπουλο. Η στρατοπέδευση έγινε κοντά στο χωριό Κατσίγκρι. Εκεί υπήρχε παλαιός πύργος, ο οποίος μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως οχύρωμα εναντίον κάθε επιδρομής των Τούρκων του Ναυπλίου (Δ. Κοκκίνου, Η Ελληνική Επανάστασις, τόμ. Β’, σελ. 150 κ.έ.). Μετά το Πάσχα ήρθε στο Άργος, προερχόμενος από την Κων­σταντινούπολη, ο Τσώκρης και τότε συστήθηκε στρατόπεδο στον Αχλαδόκαμπο.

Στη συνέχεια ο Στάϊκος διαθέτοντας δύο μικρά κανό­νια κάμπου και 200 Έλληνες συνενώθηκε με 80 Αχλαδοκαμπίτες και κατέλαβε τον Αχλαδόκαμπο, για να αποκλείσει την μεταξύ της Τριπολιτσάς και του Ναυπλίου συγκοινωνία και να ματαιώσει την ενδεχόμενη αποστολή τουρκικής βοήθειας.

Ο Φωτάκος γράφει στα απομνημονεύματά του σχετικά με τις προετοιμασίες της Επανάστασης και τα εξής:

« Ο Νικ. Περρούκας από το Άργος έγραψε γράμμα και έλεγε να υπάγουν οι στρατιώται των δύο χωρίων Δουμενιά και Χαλκιάνικα εκεί, επειδή τα δύο χωρία αυτά ήσαν του Άργους, το δε Άργος τότε είχε χωρία ιδικά του εις άλλας επαρχίας, διότι όπου εκατοικούσεν ο Αγάς, όστις ώριζε το χωρίον, εις εκείνην την επαρχίαν και αυτό ανήκεν. Ο δε Περρούκας ως προεστώς του Άργους ήθε­λε να συγκεντρώση εκεί όλους τους στρατιώτας της επαρχίας.

Προ­τού δε οι στρατιώται των άνω χωρίων αναχωρήσουν, ήλθε γράμμα από τον Ανδρέαν Νοταράν προς τον Ναθαναήλ ηγούμενον του Μο­ναστηρίου Αγίου Γεωργίου, λέγων προς αυτόν να εμποδίση τους Χριστιανούς να μη κάνουν κανένα κίνημα κατά των Τούρκων, διότι ούτοι θα έβγουν, θα σκοτώσουν και θα αιχμαλωτίσουν τον κόσμον. Αλλ’ αυτοί δεν άκουσαν τον Νοταράν, αλλ’ εσυνάχθησαν όλοι και επήγαν εις τον Άγιον Γεώργιον της Κορίνθου όπου ηύραν τον Περρούκαν, όστις τους επήρε και τους ωδήγησε εις το Άργος».

Ομοίως ο Φωτάκος αναφέρει και τα εξής:

« Οι Τούρκοι του Ναυπλίου εβγήκαν τότε από το φρούριον και οι στρατιώται μαθόντες την έξοδόν των επήγαν και τους επολέμησαν και ύστερον κατά την επιστροφήν των εις το Άργος οι εναντίοι του Περρούκα και του Βλάσση ψευδώς διέδωκαν ότι οι Τούρκοι έρχονται από την Τριπολιτσάν και δια τον αιφνίδιον φόβον ο κόσμος ανεμοσκορπίσθη και τότε αμέσως κατά την γενομένην εκείνην ταραχήν διεδόθη εις τον όχλον ότι ο Περρούκας τους επρόδωσε, λέγοντες ότι αυτός έστειλε γράμμα εις τους Τούρκους κρυμμένον μέσα εις το ψωμί, και ότι τά­χα το γράμμα αυτό επιάστη και τοιουτοτρόπως ο κόσμος αγανά­κτησε και έκαμεν όρκον να τους καύση μέσα εις το σπίτι των.

Ταύτα μαθόντες οι Περρουκαίοι και ο Θ. Βλάσσης, οι οποίοι τότε ήσαν ενωμένοι, έφυγαν και επήγαν εις τον Άγιον Γεώργιον της Κορίνθου, όπου ο Περρούκας είχε και την οικογένειάν του. Έπειτα δε ήλθεν ο Παπαγιώργης και ο Αναγνώστης Γκελμπερής από του Κοσμά, διότι τότε τα λεγόμενα Ολυμποχώρια ανήκον και αυτά εις την επαρχίαν Άργους. Αφού δε οι στρατιώται ήλθαν από το στρατόπεδον του Ναυ­πλίου επήγαν και εζήτησαν από το κονσολάτον δύο συντρόφους του Πιερρούκα, τον Ιωάσαφ Οικονομόπουλον και τον Ανδρέαν Χάϊνταν Νικολόπουλον, Καλαβρυτινούς, τους οποίους εκράτουν διό­τι δεν εγράφησαν εις το κονσολάτον.

Τούτους απέλυσαν οι εναντίοι του Περρούκα, τον Ιωάσαφ Οικονομόπουλον και τον Ανδρέαν εις την πατρίδα των. Επειδή δε συνέβη η σύγχυσις αύτη, έκτοτε πλέον οι Χαλκιανίται και οι Δουμενίται εχωρίσθησαν από το Άργος και επήγαν εις την επαρχίαν των, τα Καλάβρυτα».

Μηνάς τινας μετά την σύστασιν της καγκελλαρίας (τοπικής επιτροπής διοικήσεως τα του πολέμου) του Άργους εγένετο ταραχώδης διαδήλωσις κατά μελών αυτής. Κατά την διαδήλωσιν ταύτην εζητείτο η αλλαγή των εφόρων (μελών) δια του Γεωργίου Αντωνοπούλου, υιού του Σταματέλου Αντωνοπούλου και του Θεοφανοπούλου.

Κατ’ αυτήν δε εκτυπήθη δια μαχαιρών και ξύλων ο εκ των μελών Ανδρίκος Τζώρτζης. Οι διαδηλωταί διεσκορπίσθησαν. Την 4ην Σεπτεμβρίου 1821 εζητήθη η αντικατάστασις των εφόρων (δια τα άτακτα και αχρεία φερσίματά των)».

Από αυτά όλα φαίνεται ότι τα μέλη της καγκελλαρίας δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες του κοινού. (Σταματίου Αντωνοπούλου, Σταματέλος Αντωνόπουλος, σελ. 40 – 42).

 

Πηγές


  • Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, « Η Επανάστασις εν Άργει», σελ.227-228. Αργολικόν Ημερολόγιον, εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις Συλλόγου των Αργείων του έτους 1910. Εν Αθήναις 1910.
  •  Σπυρίδωνος Τρικούπη, «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», Τόμος πρώτος σελ. 87-88, Εκδόσεις, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1993.

Read Full Post »

Ο Δράμαλης στο Άργος (1822) 


  

Ελεύθερη απόδοση κειμένου του Δ. Θ. Καμαρινού,

που έχει δημοσιευτεί στο Αργολικό Ημερολόγιο του έτους 1910.

 

Δράμαλης, ξυλογραφία του 1890.

1822. Ο Δράμαλης εισβάλει ορμητικά στο Άργος. Οι μάχες μαίνονται. Κάποιοι Αργείτες  βρίσκουν καταφύγιο στο κάστρο της Λάρισας και άλλοι στο μοναστήρι της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης. Της Πορτοκαλούσας.

Οι Τούρκοι καταφέρνουν να αιχμαλωτίσουν 500 περίπου 18χρονους αλλά και πιο μικρούς, που μπορούσαν όμως να σηκώσουν τουφέκια υπέρ της Πατρίδας και τους φυλακίζουν σε κάποια δωμάτια που υπήρχαν στη συνέχεια του προαυλίου του σχολείου Κυπαρίσση, την μετέπειτα κατοικία του Εφέτη Ν. Οικονόμου. Επί τρεις ημέρες οι Τούρκοι κάθε πρωί τους δίνουν ένα ξεροκόμματο ψωμί και λίγο νερό. Την τέταρτη οι πασάδες παίρνουν απόφαση να τους αποκεφαλίσουν, αποσιωπώντας – όπως αποδείχτηκε – την σκληρότατη απόφασή τους από τον Στρατάρχη Δράμαλη.

Ο Δράμαλης, κι εκείνο το πρωί – έτσι έκανε καθημερινά – βγήκε στο παράθυρό του, που γειτόνευε με τα κελιά της πρόχειρης φυλακής, να πιει τον καφέ του. Ακούει το σάλεμα των παιδιών, την ξερή κλαγγή των μαχαιρών και το άγριο κι απότομο άνοιγμα της πόρτας. Καταλαβαίνει τι γίνεται. Αγριεύει. Πριν προλάβει κάποιος από τους στρατιώτες να χρησιμοποιήσει την μαχαίρα του , ο Δράμαλης προβάλλει στην αυλή με τον καφέ στο χέρι.

– Όποιος τολμήσει να βάλει σπαθί σε παιδιού κεφάλι, θα χάσει πρώτα το δικό του, τους λέει με την βροντερή φωνή του.

Ύστερα συγκαλεί Συμβούλιο. Δίνει εντολή στους αξιωματικούς και τους στρατιώτες του να περιφέρουν τα παιδιά στους δρόμους και τους ληνούς της πόλης.

Οι Τούρκοι οδηγούν τα Ελληνόπουλα στην πόλη

ένθα έμενον άταφα και όζοντα πτώματα γονέων, και αδελφών, συγγενών και φίλων, άλλα μεν εστημένα όρθια εντός των ληνών και έχοντα παρά τους πόδας τας κεφαλάς, άλλα εις τους τοίχους όρθια επίσης και επί των τοίχων αι κεφαλαί με εξωρυγμένους τους οφθαλμούς, και άλλα ερριμένα το εν επί του άλλου εις το μέσον των οδών, τα πλείστα ακέφαλα…

Οι Τούρκοι αναγκάζουν τα παιδιά να πατούν πάνω στα πτώματα για να διαβούν τους δρόμους και τα σοκάκια της πόλης. Σκόπιμα. Θέλουν να προσβάλουν τους νεκρούς και να εκφοβίσουν τα παιδιά. Να επιδείξουν την ισχύ τους και να τα κάνουν να πιστέψουν, να υπακούσουν και έτσι ευκολότερα να σκύψουν το κεφάλι, στην Τουρκική εξουσία.

Εκείνο τον καιρό όμως, τα πηγάδια του Άργους ακόμη και ο ποταμός  Ερασίνος στερεύουν. Ο Κολοκοτρώνης με τους συντρόφους του καίει τα σπαρτά και τις θημωνιές της πεδιάδας. Η δίψα βασανίζει τα στρατεύματα του Δράμαλη. Εκείνος, βρίσκεται σε απόγνωση. Οι στρατιώτες του πεινούν και διψούν. Τα ζώα πεθαίνουν. Δίνει την  διαταγή. Εγκατάλειψη της πολιορκίας του μοναστηριού και του φρουρίου. Ένα μεγάλο δίλλημα τον βασανίζει. Κόρινθος ή Τρίπολη; Παίρνει την μοιραία απόφαση. Στην Κόρινθο.

Τα παιδιά σώζονται. Κανείς δεν νοιάζεται τώρα γι᾽ αυτά. Άλλα απασχολούν τους Τούρκους. Τα στρατεύματα παίρνουν το δρόμο για την Κόρινθο.  Στα Δερβενάκια, κοντά στον Άγιο-Σώστη υπέστησαν πανωλεθρίαν παρά του σώματος του Στρατηγού Κολοκοτρώνη.

Εδώ, θα πρέπει να αναφέρουμε και ένα γεγονός που συνέβη, κατά την πολιορκία του μοναστηριού.

Οι κλεισμένοι Αργείτες βασανίζονται κι αυτοί από την δίψα. Μερικοί πίνουν τα ούρα τους κι άλλοι μασούν σφαίρες για να σβήσουν την φουντωμένη δίψα τους. Η θεία πρόνοια όμως τους φροντίζει. Φαίνεται, ότι μεταξύ των Τούρκων υπάρχει κι ένας κρυπτοχριστιανός. Κάθε βράδυ – από το πίσω παραπόρτι της μονής – τους προμηθεύει νερό καθημερινά. Στην αρχή οι κλεισμένοι φοβούνται μήπως το νερό να είναι δηλητηριασμένο. Στο τέλος πείθονται και δέχονται την βοήθεια. Η λειψυδρία, το κάψιμο των σπαρτών και η έξυπνη κίνηση του Κολοκοτρώνη να ανάψει την νύχτα μεγάλες φωτιές στα γύρω βουνά του Άργους, αναγκάζουν τον Δράμαλη να εγκαταλείψει με το στράτευμα του  το Άργος και την Αργολική πεδιάδα.

  

Πηγή


  •  Δ. Θ. Καμαρινός, «Ο Δράμαλης εν Άργει και οι αιχμαλωτισθέντες 500 και πλέον νέοι», σελ.142-144. Αργολικόν Ημερολόγιον, εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις Συλλόγου των Αργείων του έτους 1910. Εν Αθήναις 1910.

Read Full Post »

Διβάνης Πέτρος

 

Γιατρός και δήμαρχος Άργους (1862-1865). Ήταν πεθερός του Σπήλιου Καλμούχου.

Για τον Πέτρο Διβάνη και το έργο του ως Δημάρχου δεν έχουμε πληροφορίες.

 

 

Read Full Post »

Καραγιάννης Χρήστος

 

Επιφανής δικηγόρος και διατελέσας Πρόεδρος της Κοινότητας Άργους*.

Διετέλεσε κοινοτάρχης την κοινοτική περίοδο 1917-1918 καθώς και κοινοτικός σύμβουλος κάποιες άλλες χρονιές και ήταν πιθανότατα βενιζελικός.

Για τον Καραγιάννη γνωρίζουμε ελάχιστα, γιατί δεν υπάρχουν εφημερίδες για την περίοδο 1914-1932, κατά την οποία βρισκόταν στην ακμή της δράσης του, ούτε άλλα δημοσιεύματα. Από συμβόλαια των αρχών του αιώνα στο Υποθηκοφυλακείο Άργους πληροφορούμαστε ότι ήταν δικηγόρος, ότι είχε τέσσερεις αδελφές και πως ο πατέρας τους Αναστάσιος είχε πεθάνει πριν από πολλά χρόνια.

 

Υποσημείωση

 

* Την περίοδο 1914-1925 το Άργος ήταν κοινότητα, επειδή ο πληθυσμός της πόλης ήταν κάτω των 10.000 κατοίκων (νόμος ΔΝΖ΄ του 1912).

 

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Read Full Post »

Καραμουτζάς Θεοδόσιος

 

Πλούσιος κτηματίας και καπετάνιος του 1821. Πολέμησε υπό τις διαταγές του Δημητρίου Τσώκρη και για τις υπηρεσίες του κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.* Επίσης, όπως προκύπτει από έγγραφα, διετέλεσε δήμαρχος Άργους το 1865.**

Η ιστορική οικογένεια Καραμουτζάδων έμενε στα Γεφύρια*** και η γειτονιά παλιότερα, και πριν το 1821, ονομαζόταν Καραμουτζά Μαχαλάς. Οι πληροφορίες μας για τον Καραμουτζά είναι λιγοστές. Αξίζει να σημειώσουμε ότι στο τμήμα χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης δεν υπάρχει ο φάκελός του, ο οποίος θα περιείχε στοιχεία. Αυτό δε σημαίνει πως δεν πολέμησε· είναι γνωστό ότι πολλοί αγωνιστές δεν έκαμαν αίτηση για την αναγνώριση των υπηρεσιών τους.

 

Υποσημειώσεις

 

* Ιστορία Ι. Ζεγκίνη, σ. 332.

** Βλ. περ. «Αναγέννηση», τχ 329, σ. 12.

***  Το όνομα Γεφύρια είναι μεταγενέστερο και οφείλεται σε γεφύρι που υπήρχε για τη διέλευση των πεζών.

 

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Read Full Post »

Ρούσσος Εμμανουήλ

 

Ρούσσος Εμμανουήλ

Γιατρός και δήμαρχος Άργους (1899-1903). Με την πολιτική ασχολήθηκε για πρώτη φορά ως υποψήφιος δήμαρχος το 1895. Τότε εκλέχτηκε για τελευταία φορά ο Σπ. Καλμούχος. Ο Ρούσσος το 1899 υποστηρίχτηκε από το Σωτήρη Δανόπουλο.

Από δημοσίευμα της εφ. «Αγαμέμνων» (φ. 137/18-9-1901) πληροφορούμαστε ότι ο Εμμ. Ρούσσος ανήγειρε νέα σφαγεία και μερίμνησε για την προέκταση της κεντρικής υπονόμου, για τη δενδροφύτευση των κεντρικότερων οδών και πλατειών και για τον καθαρισμό των παραποτάμων του Ερασίνου. Ήταν αδελφός του φαρμακοποιού και κοινοτάρχη Γεωργίου Ρούσσου.

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Read Full Post »

Κούζης Π. Δημήτριος (†1958)


 

Κούζης Π. Δημήτριος

Γιατρός, δήμαρχος Άργους, βουλευτής και γερουσιαστής. Ήταν ανιψιός του δημάρχου και βουλευτή Μιχ. Παπαλεξόπουλου. Αναδείχτηκε δήμαρχος στις εκλογές της 7ης Σεπτεμβρίου 1903 και παρέμεινε στο αξίωμα αυτό μέχρι το 1907. Το 1910 εκλέχτηκε βουλευτής με το κόμμα των Φιλελευθέρων του Ελ. Βενιζέλου στη Β’ Αναθεωρητική Βουλή και αργότερα γερουσιαστής (1929-1932).[1]

Ο Αναστάσιος Τσακόπουλος μας παρουσιάζει την προσωπικότητα του Δημητρίου  Κούζη με ιδιαίτερα κολακευτικά λόγια: «Ο ήδη γερουσιαστής, αναδειχθείς και βουλευτής κατά το 1910, ιατρός εκ των εγκριτωτέρων με πολιτικήν ου την τυχούσαν, έντιμος, ειλικρινής, φιλαλήθης χαρακτήρ, κρίσεως δε και σκέψεως βαθυτάτης, διαδεχθείς το κόμμα του θείου του αειμνήστου Μιχαήλ Παπαλεξοπούλου».

Ο Δημήτριος Κούζης έμεινε άγαμος.[2] Πέθανε πλήρης ημερών στην Αθήνα (3 Δεκεμβρίου 1958).

 

Υποσημειώσεις


[1] Β’ Αναθ. Βουλή: 28-11-1910 έως 20-12-1911.

Η Γερουσία ως θεσμός της Ελληνικής Πολιτείας, λειτούργησε σε δύο περιόδους:

α) 1844-1862 (περίοδος συνταγματικής μοναρχίας). Το 1844 αναδείχτηκαν 36 γερουσιαστές και μέχρι τέλους της περιόδου (1862) συνολικά 97.

β) 1929-1935. Η δύναμη της Γερουσίας την περίοδο αυτή αριθμούσε 120 γερουσιαστές, από τους οποίους: 92 εκλέγονταν από το Εκλογικό Σώμα. (Τρεις εκλέγονταν από την περιοχή της Αργολιδοκορινθίας). 18 εκλέγονταν από τις επαγγελματικές τάξεις μέσω των οργανώσεών τους και 10 εκλέγονταν από τη Βουλή και τη Γερουσία σε κοινή συνεδρίαση στην αρχή κάθε βουλευτικής περιόδου. Οι εκάστοτε εκλεγόμενοι ήταν πολιτικοί ή προσωπικότητες που είχαν διακριθεί στα γράμματα ή σε υψηλά αξιώματα του δημόσιου βίου (καθηγητές πανεπιστημίων, αρεοπαγίτες, στρατηγοί, διευθυντές υπουργείων κ.ά.). Στο αξίωμα αυτό αναδείχτηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια (1929-1935) συνολικά 183 γερουσιαστές, από τους οποίους 4 από την Αργολιδοκορινθία ως αιρετοί:

α. Ο σταφιδέμπορος Απόστολος Ζούζουλας (1875 – ) αγνώστου κόμματος.

β. Ο αξιωματικός Ιππικού Γεώργιος Καρπετόπουλος (1864-1929) του λαϊκού κόμματος.

γ. Ο γιατρός Δημήτριος Κούζης (1870- 1958 ) του κόμματος των Φιλελευθέρων.

δ. Ο δικηγόρος Αθανάσιος Χριστόπουλος (1881-) του κόμματος των Φιλελευθέρων. (Από τα Μητρώα Βουλευτών και Γερουσιαστών της Βουλής των Ελλήνων).

[2] Ο Δ. Κούζης είχε δύο αδελφές, την Κορίννα και τη Θέτιδα, οι οποίες επίσης έμειναν άγαμες. Ο αδελφός τους στρατηγός Ευάγγελος Κούζης απέκτησε δύο κόρες, την Πόπη και τη Λιλίκα. Η Λιλίκα παντρεύτηκε τον χημικό από τη Σκοτεινή Δημ. Καραμήτσο. Το ζεύγος Καραμήτσου απέκτησαν μία κόρη, τη Μαρίνα (Μάνια), η οποία παντρεύτηκε τον Ελβετό Μπερνάρ Κέσελρινγκ. Η κόρη τους Εύα Κέσελρινγκ είναι ηθοποιός και τραγουδίστρια. (Μαρτυρία Καίτης Προκοπίου).

 

Πηγή


  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη,  Άργος το πολυδίψιον, Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Read Full Post »

Καλμούχος Σπήλιος (†1906 ή 1907)


 

Καλμούχος Σπήλιος (†1906 ή 1907)

Γιατρός και επί σειρά ετών δήμαρχος Άργους. Πολιτευόταν από το 1857. Για πρώτη φορά εκλέχτηκε δήμαρχος το 1874 και συνολικά πέντε φορές, συμπληρώνοντας στο αξίωμα 19 συνολικά χρόνια.[1] Επίσης ήταν πληρεξούσιος Άργους στη δεύτερη Εθνοσυνέλευση Αθηνών (1862).

Ο Καλμούχος ήταν οπαδός του Χαρ. Τρικούπη και πολιτικός φίλος του Μιχ. Κωτσάκου, υποστηριζόταν όμως και από τον Γεώργιο Τσώκρη, αδελφό του Στρατηγού, και από τον βουλευτή Σωτήριο Δανόπουλο, τουλάχιστον κατά τις εκλογές του 1887. Ο Σπ. Καλμούχος, παρά την πολεμική που του εξαπολύουν οι εφημερίδες της εποχής του, ήταν γενικά αποδεκτός από τον πολιτικό κόσμο, γιατί ήταν ισχυρή προσωπικότητα και είχε να επιδείξει πολύ αξιόλογο και θετικό έργο από τη θέση του Δημάρχου. Γι’ αυτό είχε και ισχυρά λαϊκά ερείσματα. Ορθά παρατηρεί ο Δημ. Βαρδουνιώτης ότι «ο κ. Καλμούχος είναι μεγάλη πολιτική δύναμις» και ότι «είχε κατά την λήξασαν τετραετίαν αρίστην την υπ’ αυτού διαχείρισιν της δημοτικής αρχής».

Το 1899, που ήταν και πάλι υποψήφιος δήμαρχος «ο γηραιός πλέον πολιτικός», ηττήθηκε από το συνάδελφό του γιατρό Εμμ. Ρούσσο. Ο ίδιος ο Καλμούχος, ο οποίος μάλιστα την παραμονή των εκλογών δέχτηκε δολοφονική επίθεση έξω από το σπίτι του από αγνώστους, θα ομολογήσει με παράπονο ότι η αποτυχία του οφειλόταν στην εγκατάλειψη των μέχρι τότε πολιτικών του φίλων και υποστηρικτών.

Ο Σπήλιος Καλμούχος υπήρξε αναμφισβήτητα ο καλύτερος δήμαρχος Άργους. Επί της εποχής του έγιναν πολλά και σοβαρά έργα υποδομής και το Άργος έπαψε σιγά σιγά να μοιάζει περισσότερο με χωριό. Παρουσιάζεται δηλαδή για πρώτη φορά μια σοβαρή τάση για αστική συγκρότηση της πόλη.

Επί της εποχής του κτίστηκε η δημοτική αγορά (1889) και το κτίριο του πρώτου Γυμνασίου Άργους (Βασ. Σοφίας 2), όπου σήμερα στεγάζονται διάφορες υπηρεσίες του Δήμου. Αναμορφώθηκε, επίσης, το δημαρχείο με τα παρακείμενα κτίσματα, που είναι της καποδιστριακής περιόδου. Επίσης, φυτεύτηκαν δένδρα, έγινε μέριμνα για το φωτισμό της πόλης με φανούς,[2] κατασκευάστηκαν και επισκευάστηκαν δρόμοι μέσα και έξω από την πόλη, κατασκευάστηκαν οχετοί, καθαρίστηκε η κοίτη του Ερασίνου, συστάθηκαν και τελειοποιήθηκαν τα λουτρά του Αλμυρού,[3] κατασκευάστηκε δεξαμενή και διοχετεύτηκαν τα νερά του Ερασίνου[4] με σιδεροσωλήνες μέσα στην πόλη, έγινε απόφραξη των καταβοθρών της Στυμφαλίδας, για να εμπλουτίζονται τα νερά του Ερασίνου, επισκευάστηκαν διάφορα κεντρικά κτίσματα της πόλης, η οποία καλλωπίστηκε και νοικοκυρεύτηκε. Ακόμα και ουρητήρια[5] τοποθετήθηκαν σε διάφορα σημεία της πόλης.

 

Υποσημειώσεις


[1] Διετέλεσε Δήμαρχος τις περιόδους 1874-79, 1883-1891 και 1893-99.

[2] Πριν απ’ τον ηλεκτροφωτισμό, που έγινε επί Ανδρέα Καρατζά, η πόλη φωτιζόταν τη νύκτα  με φανούς πετρελαίου και αργότερα οινοπνεύματος.

[3] Ο Αλμυρός ήταν οι Μύλοι, όπου μετέβαιναν οι Αργείτες με το τρένο για τα θαλάσσια λουτρά τους. Ο πρώτος ατμοκίνητος τότε σιδηρόδρομος έκανε το παρθενικό του ταξίδι από Κόρινθο στο Άργος το 1885 (εφ. «Άργος», φ, 17/19-12-1885). Την ίδια εποχή περίπου κατασκευάζονται και οι γραμμές του Άργους-Ναυπλίου και Άργους – Μύλων – Τρίπολης.

[4] Το 1899, λόγω ανομβρίας, τα νερά της Στυμφαλίδας μειώθηκαν πολύ και ο Ερασίνος στο Κεφαλάρι στέρεψε. Ο Καλμούχος δαπάνησε τότε πολλά χρήματα για την απόφραξη των καταβοθρών της λίμνης με τη βοήθεια της κυβέρνησης Γ. Θεοτόκη και με τη μεσολάβηση του τότε βουλευτή Μιχ. Κωτσάκου (εφ. «Αγαμέμνων», φ. 140/14-2-1903).

[5] εφ. «Άργος», φ. 56/12-6-1888. Η εφημερίδα σημειώνει ότι τοποθετήθηκαν δεκαέξι ουρητήρια σε διάφορα μέρη της πόλης, «κομισθέντα εκ του εν Πειραιεί μηχανουργείου του κ. Βασιλειάδου».

 

Πηγή


  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, Άργος το πολυδίψιον, Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Read Full Post »

Πασχαλινόπουλος Μιχαήλ

 

Κτηματίας και δήμαρχος Άργους από το 1866 έως το 1870.

 

Από δημοσίευμα της εφ. «Αργολίς» πληροφορούμαστε ότι «διά της τιμίας συνετούς και πατριωτικής διοικήσεώς του δικαίως απολάβει της ευγνωμοσύνης των συμπολιτών του καθωραΐσας την πόλιν του Άργους διά της κατασκευής δρόμων, δημοσίων καταστημάτων, πλατειών και άλλων έργων κοινωφελών προς δόξαν παντοτεινήν και αγαθήν μνήμην του ονόματός του»

Η ίδια εφημερίδα μας πληροφορεί ότι ήταν εξάδελφος του Σπ. Καλμούχου, τον οποίο υποστήριξε στις εκλογές του 1874 και ότι η σύζυγός του Ελένη πέθανε σε νεαρή ηλικία, αφήνοντας πίσω της τρεις νεαρές κόρες.

 

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Read Full Post »

Τεκτονική Στοά Ναυπλίου  ( Μυστικές Εταιρείες )

 

Λίγοι ίσως γνωρίζουν ότι η πρώτη Τεκτονική Στοά στην ελεύθερη Ελλάδα, λειτούργησε στο Ναύπλιο. Μέχρι την δημοσίευση των σχετικών στοιχείων από την Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά το 1958,  θεωρείτο ότι η πρώτη Στοά με το χαρακτηριστικό όνομα  «Πανελλήνιον» λειτούργησε στην Αθήνα  το έτος 1863.

 

 

Από επιστολή του Ιωάννη Βαπτιστή Θεοτόκη κατοίκου Ναυπλίου, προς τον κόμη Διονύσιο Ρώμα* στην Ζάκυνθο, χρονολογημένη από 22 Μαΐου 1825, προκύπτει ότι  από τότε ξεκίνησαν οι διεργασίες για την ίδρυση Στοάς.

 

Στην επιστολή του γράφει:

 

 

Η σφραγίδα της Τεκτονικής Στοάς Ναυπλίου

Η σφραγίδα της Τεκτονικής Στοάς Ναυπλίου

Δια του αρχιμανδρίτου Ζένσου σας παρεκάλεσα να μοι αποστείλητε πάν ότι αναγκαιοί δια να φωτισθώμεν, δηλαδή όπως ιδρύσωμεν μίαν στοάν Μασονικήν ( LoggiaM.) το μόνον μέσον ίνα ενθουσιάσωμεν και προσελκύσωμεν πατριώτας τινάς επί τω σωτηρίω σκοπώ να υπερασπίζουσι τα δίκαια της ημετέρας πατρίδος κτλ. Πάν άλλο σύστημα θα ήτο επικίνδυνον και θα εδημιούργει μεταξύ ημών διαφωνίας, τόσον περί της διατάξεως του ιδρύματος, όσον και περί του αποδεκτέου κανονισμού˙ ενώ το σύστημα του Μ. από αιώνων καθιερωμένον, δεν απαιτεί πολλήν εργασίαν, όταν δε τεθή εις ενέργειαν δυνάμεθα να τω δώσωμεν άλλην μορφήν˙ αλλ᾽ εις ημάς τους ενταύθα έλαχεν ο κλήρος να είμεθα πάντη ακατάλληλοι όπως αναλάβωμέν τοιαύτα, ήτοι διδαχάς, κατηχήσας κτλ.

 

Καθιστώ υμίν γνωστό, ότι ο φίλος κ. Γερακάρης θα επανέλθη εις Πελοπόννησον. Καλόν θα ήτο λοιπόν αν δι᾽ αυτού μοί αποστέλλοντο εν τάξει πάντα τα αναγκαιούντα, όπως, ανοίξωμεν την Μασονική Στοάν, την οποίαν πλείστοι Αδελφοί τοσούτον ποθούσι».

 

Η επιστολή βρήκε απόλυτη ανταπόκριση. Με τον Γ. Γερακάρη εστάλησαν στο Ναύπλιο από την Ζάκυνθο όλα όσα χρειαζόντουσαν. Τυπικά, συμβολικά εργαλεία και άλλα χρειώδη. Τότε στην Ζάκυνθο βρισκόταν σε μεγάλη ακμή ο Μασονισμός, κάτω από την ηγεσία του κόμη Δ. Ρώμα.

 

Βέβαια, περισσότερες πληροφορίες για την δράση της Τεκτονικής Στοάς στο Ναύπλιο δεν έχουμε. Πάντως, γεγονός είναι ότι το 1826 λειτουργούσε κανονικά η Στοά.

 

Αυτό προκύπτει από ένα έγγραφο εισδοχής νέου μέλους στην Μασονική Στοά του Ναυπλίου, το οποίο γραμμένο στα Λατινικά, βεβαιώνει την εγγραφή του και προτρέπει όλες τις άλλες Στοές να αναγνωρίσουν την ιδιότητά του, να συνεργάζονται μαζί του και να του παρέχουν όποια βοήθεια ζητηθεί από αυτόν.  

 

 

Υποσημείωση

 

* Ο Διονύσιος Ρώμας, γιος του προξένου της Βενετίας στην Πελοπόννησο, Γεωργίου Κανδιάνου Ρώμα (1725-1796) και της Διαμαντίνας Καπνίση, γεννήθηκε το 1771. Σπούδασε νομικά στην Πάδοβα και όταν τελείωσε τις σπουδές του επέστρεψε στη Ζάκυνθο. Το 1794 ο Ρώμας διαδέχθηκε τον πατέρα του στη θέση του γενικού προξένου της Βενετίας στο Μοριά και στη Ρούμελη. Με αυτή την ιδιότητά του συνδέθηκε και καλλιέργησε σχέσεις με τους σημαντικότερους προκρίτους (Μαυρομιχάληδες, Ζαΐμηδες, Λόντους, Δεληγιάννηδες, Νοταράδες, Κρεββατάδες) και οπλαρχηγούς του τόπου. Από τους οπλαρχηγούς ξεχώρισε  τον Θ. Κολοκοτρώνη με τον οποίο συνδέθηκε με στενή φιλία.

 

 Το 1803  εκλέχθηκε μέλος της συντακτικής επιτροπής για τη ψήφιση του Επτανησιακού Συντάγματος και το 1806 διορίστηκε στη θέση του Πρύτανη Κερκύρας, από όπου διαχειρίστηκε με απαράμιλλη ευθύτητα τις εγχώριες υποθέσεις. Το 1809 εξελέγη γερουσιαστής και το 1810 ταξίδεψε ως αντιπρόσωπος των Ιονίων Νήσων, μαζί με τους Ε. Θεοτόκη, Μ. Μεταξά, Σπ. Κονδό και Στάμο Χαλικιόπουλο, στο Παρίσι  για να συγχαρεί τον Ναπολέοντα Α΄ για τη γέννηση του γιου του, βασιλιά της Ρώμης. Στη Γαλλία παρασημοφορήθηκε με το παράσημο της Λεγεώνος της Τιμής. Την άνοιξη του 1815 ο Ρώμας ως Μέγας Διδάσκαλος του τεκτονισμού ίδρυσε στη Ζάκυνθο Στοά με το όνομα “Αναγεννηθείς Φοίνιξ”. Το 1816 ήρθε σε σύγκρουση με τον άγγλο Ύπατο Αρμοστή Θ. Μαίτλαντ για την επιβολή απολυταρχικού καθεστώτος και έφυγε από την Κέρκυρα για τη Ζάκυνθο, όπου παρέμεινε και αφιερώθηκε  ολόψυχα σε πατριωτικά και πνευματικά έργα.

Διονύσιος Ρώμας

Διονύσιος Ρώμας

 


Τον Απρίλιο του 1819 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Αριστείδη Παπά. Το 1820 αγγλικό στρατιωτικό άγημα απέκλεισε το αρχοντικό του Ρώμα με σκοπό  την ανακάλυψη μυστικών πατριωτικών εγγράφων, ενώ ο Ρώμας δικαιολογήθηκε στον τοποτηρητή Ross,  τέκτονα χαμηλότερου βαθμού, ότι επρόκειτο για τεκτονικά έγγραφα και έτσι σταμάτησε κάθε ενέργεια. Παρ’ όλα αυτά για να αποφύγει την καταδίωξη των Άγγλων και τη φυλάκιση, ο Δ. Ρώμας  κατέφυγε στη Βενετία, όπου παρέμεινε για τέσσερα χρόνια. Επιστρέφοντας στη Ζάκυνθο ίδρυσε αμέσως την Επιτροπή Ζακύνθου με σκοπό την οικονομική και πολεμική ενίσχυση του Αγώνα. Το 1833 μετέβη στο Ναύπλιο για να υποδεχθεί τον Όθωνα, αλλά εκεί κατηγορήθηκε ότι συμμετείχε σε συνομωσία εναντίον του μαζί με τον Θ. Κολοκοτρώνη και τον Δ. Πλαπούτα , οι οποίοι και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Όταν αναθεωρήθηκε η δίκη (από τους Γ.Τερτσέτη, Γ.Πολυζωΐδη) και αποκαλύφθηκε η σκευωρία και η ανυπόστατη κατηγορία, οι τρεις άνδρες αθωώθηκαν πανηγυρικά. Ο Όθωνας τίμησε τον Ρώμα με το ανώτερο παράσημο του Ταξιάρχη του Σωτήρος και τον ονόμασε Σύμβουλο της Επικρατείας.
 

Ο Διονύσιος Ρώμας ήταν παντρεμένος με την Αδριάνα Σταυράκη Λοκατέλλι και είχε δύο γιούς: τον Γεώργιο Κανδιάνο (1796-1860) και τον Γεώργιο Δημήτριο (1805-1874). Πέθανε στη Ζάκυνθο, σε ηλικία 86 ετών, στις 26 Ιουλίου 1857. 

 

 

Πηγή                                                                  

 

  • Σταύρος Χ. Σκοπετέας, Φιλόλογος, Διευθυντής της Βιβλιοθήκης της Βουλής, «Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1958» σελ. 294 – 295, Αθήνα 1957.                                                      
  •  Τα βιογραφικά στοιχεία που αναφέρονται δανείστηκαν από τον ιστότοπο της Οικογένειας Ρώμα.

 

Τεκτονισμός (Συμβολή στην επανάσταση του΄21)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »