Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού’

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: «Αντιμετωπίζοντας το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού».


 

Ο Σύλλογος Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ» και ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων του Μπουσουλοπούλειου 1ου Γυμνασίου Άργους, συνδιοργανώνουν  ομιλία, την  Κυριακή  22  Απριλίου   2018  και ώρα 7.30 μ.μ.  στην αίθουσα  διαλέξεων  του  Συλλόγου, Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος, με ομιλήτρια την κ. Πωλίνα Φλεβάρη, Αστυνόμο Β΄- Ψυχολόγο και θέμα: «Αντιμετωπίζοντας το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού».

Θα προβληθούν σχετικές διαφάνειες και θα ακολουθήσει συζήτηση.

 

Πωλίνα Φλεβάρη

 

Η Πωλίνα Φλεβάρη είναι ψυχολόγος, απόφοιτη του Παντείου Πανεπιστημίου και σύμβουλος επαγγελματικού προσανατολισμού. Η μεταπτυχιακή της ειδίκευση είναι στην Υγειονομική Πολιτική και την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση.

Έχει εκπαιδευθεί στην Πανεπιστημιακή Κλινική του Αιγινήτειου Νοσοκομείου στη γνωσιακή ψυχοθεραπεία, ενώ η επιστημονική της δραστηριότητα περιλαμβάνει μεταξύ των άλλων, συνεντεύξεις και ομιλίες σε επιστημονικά συνέδρια και ημερίδες.

Τα τελευταία χρόνια ασχολείται ενεργά με την εκπαίδευση και τη διδασκαλία, ενώ το καλοκαίρι πρόκειται να δημοσιευθεί η έρευνά της σε βιβλίο που θα διδάσκεται στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου.

Τέλος, από το 2006, οπότε και αποφοίτησε από τη Σχολή Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας, υπηρετεί στο Σώμα ως Αξιωματικός  ήδη με τον βαθμό Αστυνόμου Β΄.

 

Read Full Post »

Φανατισμός, δογματισμός, συγκρότηση ταυτότητας – Μια προσέγγιση στο λόγο των σχολικών εγχειριδίων – Χριστίνα Κουλούρη, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, τόμ. 18, Αθήνα, 1996.


 

Στις αρχές του αιώνα μας, σε κάποιο μονοτάξιο δημοτικό σχολείο του ελληνικού κράτους, ο μικρός μαθητής απηύθυνε την έξης ερώτηση στο δάσκαλό του: «Δάσκαλε κατά μας ήσανε οι Ρωμαίοι ή κατά τούς Τούρκους;». Πέρα από την αφέλεια και την έλλειψη γνώσεων που αποκαλύπτει η απορία του μαθητή, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εικόνα που έχει για το παρελθόν και την ιστορία τής Ελλάδας υπακούει σε μια μανιχαϊκή διάκριση ανάμεσα σε εμάς και τούς άλλους, τούς εχθρούς δηλαδή, πού ενσαρκώνονται εκείνη την εποχή ακόμη κατεξοχήν από τούς Τούρκους.

Ωστόσο, κατά πόσο η απλοϊκή διχαστική εικόνα του κόσμου – όπως στην περίπτωση του μικρού μαθητή – ενέχει στοιχεία φανατισμού είναι ένα ζήτημα πού χρήζει προκαταρκτικά κάποιων μεθοδολογικών και εννοιολογικών διασαφηνίσεων. Παρατηρείται, πράγματι, σε πολλές θεωρητικές και εμπειρικές προσεγγίσεις μια σύγχυση στην ορολογία πού χρησιμοποιείται αλλά και μια γενικευτική τάση έτσι ώστε να ενταχθούν στην ιδία αναλυτική κατηγορία φαινόμενα πού διαφέρουν ουσιωδώς μεταξύ τους. Στην περίπτωση του φανατισμού, πολλές παρανοήσεις προκύπτουν από τη σύγχυση των ορίων πού διακρίνουν συγκεκριμένες διαβαθμίσεις στη διαδικασία συγκρότησης τής ταυτότητας ατόμων ή ομάδων -από την απλή πίστη ή πεποίθηση στο δογματισμό και, στη συνέχεια, στο φανατισμό. Η μελέτη του λόγου των σχολικών εγχειριδίων είναι δυνατό να αποκαλύψει τα διαφορετικά αυτά στάδια τα οποία έχουμε την τάση να τα συμφύρουμε, ανάλογα μάλιστα με την ιδεολογική σκοπιά από την οποία ασκούμε κριτική. Η επιλογή του συγκεκριμένου παραδείγματος προς ανάλυση σημαίνει επίσης ότι θα πρέπει να συνυπολογίσουμε εξαρχής τα βασικά, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του είδους του αναλυόμενου λόγου, τα όποια αποτελούν συνάρτηση της φυσιογνωμίας των παραγωγών και των καταναλωτών του.

Αναγνωστικό του Ο.Ε.Σ.Β. του 1954 για την Ε’ τάξη του δημοτικού. Γ. Καλαματιανός, Θ. Γιαννόπουλος, Δ. Δούκας, Δ. Δεληπέτρος, Ν. Κοντόπουλος. Το αναγνωστικό αυτό επανεκδόθηκε το 1971, επί δικτατορίας.

Πριν προχωρήσουμε στην ανάλυση του περιεχομένου των σχολικών εγχειριδίων με κριτήριο το φανατισμό, είναι ίσως σκόπιμο να αναφέρουμε ότι σε κάποιες περιόδους της ελληνικής ιστορίας τα σχολικά εγχειρίδια υπήρξαν τα ίδια αντικείμενο φανατικής αντιμετώπισης. Παρουσιάστηκαν, λόγω του περιεχομένου τους, ως απειλή για το έθνος, για τη θρησκεία, για την οικογένεια, και η αντιμετώπισή τους υπήρξε αντίστοιχη του κινδύνου πού εκπροσωπούσαν: κάηκαν. Η φανατική πράξη της δια πυράς καταστροφής κάποιων βιβλίων είναι, όπως γνωρίζουμε, μια χειρονομία με διαχρονικό συμβολισμό. Στην περίπτωση της απόφασης, το 1920, να καταστραφούν τα βιβλία πού συντάχθηκαν σύμφωνα με τις αρχές του εκπαιδευτικού δημοτικισμού, βρισκόμαστε στο κέντρο μιας ιδεολογικής και πολιτικής διαμάχης στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας, που πήρε τη μορφή του πραγματικού Διχασμού. Τα σχολικά βιβλία υπήρξαν μία από τις παραμέτρους αυτής της διαμάχης, όπου ο φανατισμός σφράγισε το λόγο και τις πράξεις των αντίπαλων μερίδων. Και κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν, εξάλλου, εξαιτίας της σημασίας που αποδόθηκε στον κοινωνικό και ιδεολογικό ρόλο του σχολικού θεσμού, τα σχολικά εγχειρίδια υπήρξαν συχνά αντικείμενο κριτικής και ιδεολογικής διεκδίκησης από όπου δεν έλειψαν οι φανατικές όψεις.

Για τη μελέτη του περιεχομένου των σχολικών εγχειριδίων, επέλεξα να διερευνήσω μια μακρά χρονική περίοδο, από τον 19ο αιώνα – στην ουσία από το 1880 και εξής – έως τα πρόσφατα χρόνια, δηλαδή τη Μεταπολίτευση. Χρησιμοποίησα ένα δείγμα εγχειριδίων, εντελώς τυχαίο, κυρίως του δημοτικού σχολείου και κατεξοχήν αναγνωστικά και βιβλία ιστορίας. Η επιλογή κατευθύνθηκε πάντως από τη μέριμνα να περιληφθούν βιβλία από όλες τις περιόδους πού μπορεί να διακρίνει κάποιος στο εσωτερικό αυτού του μεγάλου ερευνητικού αναπτύγματος και μάλιστα από εποχές κρίσεων, εθνικών και πολιτικών, όταν φαίνεται πώς παρατηρούνται κατά κανόνα εντονότερες και πυκνότερες εκδηλώσεις φανατισμού.

Τα σχολικά βιβλία βεβαίως δεν επιθυμούν να είναι φανατικά. Το σχολικό εγχειρίδιο, προορισμένο να μεταδώσει στις νεότερες γενεές το σύνολο των βασικών γνώσεων και τις κυρίαρχες για την εκάστοτε εποχή αξίες, υιοθετεί ένα λόγο «αντικειμενικό» και ουδέτερο πού επιβεβαιώνει το κύρος του ως vulgata της γνώσης. Από την άλλη μεριά όμως, το γεγονός ότι στην Ελλάδα το σχολικό εγχειρίδιο υπήρξε κατά κανόνα κρατικό μονοπώλιο προσέφερε στις κοινωνικές και πολιτικές ομάδες πού έλεγχαν κάθε φορά την κεντρική εξουσία μια μοναδική ευκαιρία αποτελεσματικής προπαγάνδας. Με την κρατική έγκριση, οι συγγραφείς των εγχειριδίων μπορούσαν συνεπώς να μεταδώσουν θετικές ή αρνητικές εικόνες, να ορίσουν εχθρούς και φίλους, να καλέσουν σε συναισθηματική ταύτιση τους μαθητές, μέσω ενός λόγου όχι πλέον ουδέτερου άλλα συγκινησιακά φορτισμένου. Σε παρόμοιες αποστροφές, όπου κυριαρχεί το συγκινησιακό στοιχείο, είναι δυνατό να ανιχνεύσουμε εκδηλώσεις φανατισμού.

Οι εκδηλώσεις αυτές θα πρέπει πάντως να αναλυθούν με βάση κάποιους πρωταρχικούς ορισμούς, εφόσον δηλαδή διευκρινίσουμε τί διακρίνει τη φανατική στάση και συμπεριφορά. Είναι άλλωστε δύσκολο να αποφύγουμε την αξιολογική κρίση απέναντι σε παρόμοιες στάσεις, δεδομένου ότι ο ορισμός του φανατισμού γίνεται πάντα σε σχέση με κάποιον «κανόνα», μια «κανονικότητα» από την οποία παρατηρείται απόκλιση. Πότε κάποιος διαβαίνει το κατώφλι της «κανονικότητας» για να χαρακτηρισθεί ως φανατικός είναι ένα ερώτημα το οποίο δύσκολα απαντάται, δεδομένης και της πρωτεϊκής φυσιογνωμίας του φανατισμού.

Θα επιδιώξω ωστόσο να καθορίσω κάποια γενικά χαρακτηριστικά τα όποια, εφόσον ανευρεθούν σε ένα κείμενο, μπορούν να εκλαμβάνονται ως ενδείξεις φανατικής στάσης, θα μπορούσαμε πράγματι να ορίσουμε το φανατισμό ως «μια πνευματική κατάσταση, μια νοοτροπία που συναποτελείται από μισαλλοδοξία, μίσος, επιθετικότητα απέναντι στον υποτιθέμενο εχθρό, καθώς και δικαιολογίες γι’ αυτή την επιθετικότητα στο όνομα μιας ιδέας πού κατέστη σημαντικότερη από κάθε άλλη, και από κάθε άλλον – φίλους, οικογένεια, ή όποιον άλλο θα μπορούσαμε να αγαπάμε». Ο φανατισμός περιέχει την «απόλυτη, αποκλειστική, παθιασμένη, ζηλόφθονη και τυφλή προσκόλληση στο αντικείμενο της λατρείας, μαζί με την απώθηση για οτιδήποτε είναι είτε ξένο είτε αντίθετο προς αυτό το αντικείμενο».

Στην περίπτωση των σχολικών εγχειριδίων έχουμε να κάνουμε με μία από τις όψεις του φανατισμού, αυτή πού θα ορίζαμε με μια φράση «εθνικιστικό φανατισμό». Αυτή η μορφή φανατισμού σχετίζεται με τη λατρεία της πατρίδας και ονομάζεται συνήθως σωβινισμός. Ο σωβινισμός θεωρείται η «πιο ακραία, η πιο παράλογη, ή πιο επικίνδυνη μορφή» του εθνικισμού. Πρόκειται για ένα «στενό και φιλέκδικο πάθος για την πατρίδα, γεμάτο από φιλοπόλεμη διάθεση απέναντι σε κάθε τι ξένο». Στην περίπτωση του σωβινισμού, σύμφωνα με τον ορισμό που δώσαμε προηγουμένως για το φανατισμό, αντικείμενο λατρείας είναι η πατρίδα ή το έθνος και στο όνομα της εθνικής ιδέας δικαιολογείται όχι μόνο η έλλειψη ανοχής ή η έμμεση απόρριψη του «άλλου» αλλά και η επιθετικότητα απέναντι στον υποτιθέμενο εχθρό η οποία είναι δυνατό να εκφράζεται ακόμη και με πράξεις βίας. Το έθνος ενσαρκώνει τη μοναδική αλήθεια, εκείνη πού επιτρέπει τη μανιχαϊκή διάκριση σε καλό και σε κακό και την επακόλουθη έως αναγκαία κατασκευή των εχθρών. Οι εχθροί αυτοί εμφανίζονται να απειλούν την ύπαρξη του έθνους και την ασφάλεια της πατρίδας, έτσι πού να θεωρείται απόλυτα δικαιολογημένη η ξενόφοβη βία.

Η απειλή για το έθνος δεν προέρχεται πάντα από τον εθνικό «άλλο», παρόλο που αυτό αποτελεί τον κανόνα. Η απειλή μπορεί να είναι εσωτερική, να προέρχεται δηλαδή από τους κόλπους του ίδιου έθνους και να αποδίδεται στον κοινωνικό και πολιτικό «άλλο». Αυτό, στην ελληνική περίπτωση, είναι ιδιαιτέρως προφανές κατά τη μετεμφυλιακή περίοδο και με κορύφωση την εποχή της δικτατορίας.

Η επιθετικότητα, το μίσος και ο θυμός απέναντι στον εκάστοτε «άλλο» συνδυάζονται συχνά, στο πλαίσιο της φανατικής ιδεολογίας, με την παθολογική διόγκωση της συλλογικής αυτο-εικόνας και τις μεγαλομανείς επιδιώξεις. Πρόκειται για επιδιώξεις πού οι φανατικοί φορείς τους επιθυμούν να τις πραγματοποιήσουν έξω από τα όρια της πραγματικότητας, την οποία πραγματικότητα επιπλέον τις περισσότερες φορές αγνοούν ή παραβλέπουν. Οι αλυτρωτικές ιδεολογίες, όπως κάποιες εκφάνσεις της Μεγάλης Ιδέας για παράδειγμα, εγκλείουν παρόμοιες μεγάλο μανιακές πτυχές. Αυτές οι φανατικές, μεγαλομανιακές, ιδέες είναι – σε αναλογία με τον όρισμα που δίνει ο Freud για τα δόγματα – «ψευδαισθήσεις, πού εκπληρώνουν τις πιο παλιές, τις πιο ισχυρές και τις πιο επείγουσες επιθυμίες της ανθρωπότητας. Το μυστικό της ισχύος τους βρίσκεται στην ισχύ αυτών των επιθυμιών».

Η μελέτη των σχολικών εγχειριδίων μπορεί να αποκαλύψει πολλές από τις φανατικές πτυχές της κυρίαρχης ιδεολογίας: την επιθετικότητα και την ενθάρρυνση πράξεων βίας απέναντι στον «άλλο», τη μεγαλομανιακή προβολή του εθνικού «εγώ», τη μανιχαϊκή αντίληψη της πραγματικότητας, την ανάδειξη του έθνους σε απόλυτη και υπερβατική αξία και σε αντικείμενο λατρείας. Η ανεύρεση παρόμοιων στοιχείων σε σχολικά κείμενα αποκτά πρόσθετη σημασία αν αναλογισθούμε ότι διαβάζονται από το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού  – ιδιαίτερα όσα ανήκουν στην υποχρεωτική εκπαίδευση – κι επομένως η εμβέλειά τους είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη οποιουδήποτε προπαγανδιστικού κειμένου…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της μελέτης της κυρίας Χριστίνας Κουλούρη  πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Φανατισμός, δογματισμός, συγκρότηση ταυτότητας – Μια προσέγγιση στο λόγο των σχολικών εγχειριδίων.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ο «χρηστός πολιτευτής» Φίλιππος Π. Βάρβογλης © Σοφία Μπελόκα, Δρ. Ιστορίας


 

Μετά το 1862 και τη μεταβολή του πολιτικού τοπίου στο ελληνικό κράτος, την κατάρτιση του νέου συντάγματος καθώς και του νέου εκλογικού νόμου, διαμορφώθηκαν διαφορετικές συνθήκες θεσμικής οργάνωσης, νέοι όροι λειτουργίας στην πολιτική ζωή του τόπου και στο πεδίο του διευρυμένου πλέον κοινοβουλευτικού θεσμού, στη βάση σύνθετων, διεθνών συσχετισμών ισχύος και πιεστικών εσωτερικών θεμάτων. Στο πλαίσιο μεταβολής του ελληνικού πολιτικού συστήματος και του κύριου αντιπροσωπευτικού οργάνου του, νέα πρόσωπα αναδείχθηκαν στην εσωτερική πολιτική ζωή. Σε μια από τις σημαντικές περιοχές της ενδοχώρας, την Αρκαδία, πολιτευτές που εξέφραζαν μια νέα δυναμική αναδείχθηκαν σε σημαντικούς παράγοντες, με επιρροή που ξεπερνούσε τα όρια της ιδιαίτερης πατρίδας τους.

 

Φίλιππος Βάρβογλης (1835-1907), τσιγκογραφία. Πηγή: Πανδέκτης.

Ο Φίλιππος Βάρβογλης γεννήθηκε το 1835 στην Τρίπολη Αρκαδίας και σπούδασε νομικά [1]. Προερχόταν από επιφανή και δημοφιλή οικογένεια της πόλης, μέλη της οποίας έλαβαν ενεργά μέρος στον αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας καθώς και στον πολιτικό βίο του τόπου, εκπροσωπώντας επανειλημμένα την περιοχή τους. Ο πατέρας του, Παναγιώτης Βάρβογλης [2], γεννήθηκε το 1799 στην Τρίπολη. Σπούδασε νομικά, μαθηματικά και ιατρική. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και με την έναρξη της ελληνικής επανάστασης δραστηριοποιήθηκε έντονα, διαδραματίζοντας σημαντικό ρόλο στην προπαρασκευή, στην οργάνωση των επιχειρήσεων στην επαρχία της Τρίπολης. Κατά την καποδιστριακή περίοδο του προσφέρθηκαν σημαντικές θέσεις. Κατά την πρώιμη οθωνική περίοδο σταδιοδρόμησε στον δικαστικό κλάδο. Στη συνέχεια στράφηκε στη δικηγορία αλλά και στην πολιτική. Αναδείχθηκε επανειλημμένα βουλευτής της περιφέρειάς του. Διετέλεσε επίσης υπουργός σε πολλά κυβερνητικά σχήματα της οθωνικής εποχής. Απεβίωσε το 1870. Ο παππούς του Φιλίππου, Γεώργιος Βάρβογλης [3], προερχόταν από εύπορη οικογένεια εμπόρων. Μέλη της είχαν εγκατασταθεί στην Τρίπολη από την προεπαναστατική περίοδο και έλαβαν ενεργά μέρος στην ελληνική επανάσταση του 1821. Ο Γεώργιος εγκαταστάθηκε επίσης στην αρκαδική πρωτεύουσα, όπου αναδείχθηκε προεστός και βεκίλης. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και στο πλαίσιο της προπαρασκευής του αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας δραστηριοποιήθηκε έντονα στην επαρχία της Τρίπολης. Συνελήφθη και φυλακίστηκε από τις οθωμανικές αρχές μαζί με άλλους αρχιερείς και προύχοντες. Κατόρθωσε να διαφύγει και στη συνέχεια διαδραμάτισε σημαντικό οργανωτικό, διοικητικό, πολιτικό ρόλο (τόσο στο πλαίσιο των ευρύτερων, κρίσιμων εξελίξεων όσο και σε επίπεδο αντιπροσώπευσης των κατοίκων της επαρχίας του) έως τον θάνατό του (το 1826). Εξαιρετικά δημοφιλής φαίνεται ότι υπήρξε και ο εγγονός του, Φίλιππος Βάρβογλης. Είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη των συμπολιτών του στην αστική κοινότητα της Τρίπολης. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά σε σύγχρονη της εποχής πηγή που αποτυπώνει την πορεία του «Η πόρτα της οικίας του Φιλίππου Βάρβογλη είναι ανοικτή εις πάντας˙ οι αδικούμενοι ευρίσκουσιν εκεί νόμιμον προστασίαν και παραμυθίαν, ουδείς δε ποτέ επένθησεν εξ αιτίας του» [4].

Η δημοτικότητά του αποδείχθηκε και στο πλαίσιο της μακράς πολιτικής σταδιοδρομίας του. Ειδικότερα, από το 1865 έως τον θάνατό του αναδείχθηκε δώδεκα φορές βουλευτής της εκλογικής περιφέρειας της Τρίπολης, της επαρχίας Μαντινείας, συχνότητα που αντανακλά την εμπιστοσύνη, την υποστήριξη των κατοίκων της ιδιαίτερης πατρίδας του αλλά και της ευρύτερης επαρχίας, της αρκαδικής περιοχής προς το πρόσωπό του. Ειδικότερα, υπηρέτησε κατά την τέταρτη κοινοβουλευτική περίοδο (26 Φεβρουαρίου 1872-29 Νοεμβρίου 1872), κατά την πέμπτη (27 Ιανουαρίου 1873-26 Απριλίου 1874), την έβδομη (18 Ιουλίου 1875-17 Ιουλίου 1879), την ένατη (20 Δεκεμβρίου 1881-11 Φεβρουαρίου 1885), κατά τη δέκατη περίοδο (7 Απριλίου 1885-6 Νοεμβρίου 1886), την ενδέκατη (4 Ιανουαρίου 1887-17 Αυγούστου 1890), τη δωδέκατη (14 Οκτωβρίου 1890-12 Μαρτίου 1892), τη δέκατη τρίτη (3 Μαΐου 1892-20 Φεβρουαρίου 1895), τη δέκατη τέταρτη (16 Απριλίου 1895-9 Δεκεμβρίου 1898), τη δέκατη πέμπτη (7 Φεβρουαρίου 1899-19 Σεπτεμβρίου 1902), τη δέκατη έβδομη (20 Φεβρουαρίου 1905-1 Φεβρουαρίου 1906) και τη δέκατη όγδοη (από τις 26 Μαρτίου 1906 έως τον θάνατό του) [5].

Σχετικά με τον πολιτικό προσανατολισμό και την κομματική ένταξή του [6] κατά τη μακρά πορεία του εκτιμάται ότι, ως βουλευτής, αρχικά ακολούθησε τον Δημήτριο Βούλγαρη. Μετά τον θάνατο του τελευταίου εντάχθηκε στην πολιτική μερίδα του Θεόδωρου Π. Δηλιγιάννη [7], ο οποίος φαίνεται ότι τον εκτιμούσε ιδιαίτερα. Ο Φίλιππος συμπορευόταν σταθερά με τον Γορτύνιο πολιτικό, ως ένας από τους παλαιότερους φίλους και υποστηρικτές του. Η παρουσία του, η δραστηριότητά του αναφορικά με την εκπροσώπηση των κατοίκων της επαρχίας του, της εκλογικής περιφέρειας της Τρίπολης, αποτιμάται θετικά από την κοινότητα, από την τοπική κοινή γνώμη. Σύμφωνα με καταγραφές της εποχής [8], ο Φίλιππος εκτιμάται ότι φρόντισε ιδιαίτερα για την ίδρυση δημοτικών σχολείων αρρένων στην επαρχία. Ενίσχυσε επίσης τη σύσταση σχολείων θηλέων σε πολλούς δήμους της περιφέρειάς του, της επαρχίας Μαντινείας. Ενθάρρυνε επίσης και την ίδρυση σχολείων μέσης εκπαίδευσης στην ίδια περιοχή. Επιπλέον, δραστηριοποιήθηκε δυναμικά στο πεδίο της πραγματοποίησης υποδομών σημασίας. Συνέβαλε στην αναβάθμιση του οδικού δικτύου, στην υλοποίηση εγγειοβελτιωτικών έργων, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες σε επίπεδο καλλιεργειών και ορθολογικής διαχείρισης των πόρων στην περιοχή. Ενδιαφέρθηκε ακόμα για τη μείωση της επαχθούς φορολογίας που έπληττε την παραγωγή της επαρχίας και ανέκοπτε την αναπτυξιακή πορεία, τη δυναμική της.

Επισημάνεται ότι ο Φίλιππος Βάρβογλης διαδραμάτισε υπολογίσιμο ρόλο στο κοινοβουλευτικό πεδίο της εποχής υπηρετώντας και σε άλλη θέση. Η βουλή αποτέλεσε βασικό θεσμό της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και ειδικά μετά το 1862 απέκτησε ενισχυμένο ρόλο στον πολιτικό βίο του τόπου. Ο ρόλος του προεδρείου του σώματος υπήρξε σημαντικός αναφορικά με θέματα που σχετίζονταν με την οργάνωση του διαλόγου, τη διευθέτηση των προς συζήτηση θεμάτων. Στην επιλογή του επικεφαλής, του προέδρου της βουλής, συνήθως βάρυνε η πρόταση του κόμματος που διέθετε την πλειοψηφία. Το προεδρείο του κοινοβουλευτικού σώματος απαρτιζόταν από τον πρόεδρο και άλλα μέλη, τους αντιπροέδρους, τους γραμματείς. Σύμφωνα με το πλαίσιο οργάνωσης  και λειτουργίας της βουλής (όπως καθοριζόταν από το άρθρο 74 του συντάγματος του 1864), κατά την έναρξη κάθε βουλευτικής περιόδου  η  βουλή προχωρούσε στην εκλογή των προσώπων, των βουλευτών που θα συγκροτούσαν το προεδρείο της [9]. Το προεδρείο διηύθυνε τις εργασίες του σώματος και η θητεία των μελών του διαρκούσε όσο και η βουλευτική σύνοδος.

Ο Φίλιππος Βάρβογλης αναδείχθηκε επανειλημμένα γραμματέας του προεδρείου της βουλής. Επισημαίνεται ότι κατόρθωσε να εκλεγεί σε αυτή τη θέση στο πλαίσιο μιας εξαιρετικά ρευστής περιόδου εσωτερικής, εξωτερικής πολιτικής αστάθειας και διάχυτης έντασης. Ο Φίλιππος ουσιαστικά επιδόθηκε στην πολιτική από το 1872. Επισημαίνεται ότι η περίοδος βασιλείας του Γεωργίου Α΄ εγκαινιάζει μια νέα εποχή για την πραγματικότητα και την πορεία του ελληνικού κράτους. Ειδικά μετά το 1864, κατά την πρώτη περίοδο εφαρμογής του νέου συντάγματος, η εσωτερική πολιτική ζωή προσδιορίζεται κυρίως από διακριτές μεταβολές, ενδιαφέρουσες πρωτοβουλίες και ποικίλες μεταρρυθμίσεις σε επίπεδο κατανομής και διαχείρισης της εξουσίας, από νέες συσπειρώσεις, νέες παρουσίες, από τις παρεμβάσεις του μονάρχη και των ισχυρών δυνάμεων της εποχής [10]. Η προσαρμογή στις νέες συνθήκες δεν υπήρξε εύκολη. Η πολιτική ένταση, η αστάθεια που χαρακτήρισε την πορεία του ελληνικού κράτους κατά το εν λόγω χρονικό ανάπτυγμα, κορυφώθηκε από το 1871, με ζητήματα που σχετίζονταν με τη συνταγματική νομιμότητα, τη συμμετοχή, τη λειτουργία των αντιπροσωπευτικών θεσμών να κυριαρχούν, στο πλαίσιο ιδιαίτερων κοινωνικών, οικονομικών, πολιτισμικών, ιδεολογικών μετασχηματισμών.

Σε αυτό το πλαίσιο, κατά το 1872 και υπό το κυβερνητικό σχήμα με επικεφαλής τον Δημήτριο Βούλγαρη, πρόεδρος της βουλής αναδείχθηκε ο Σπυρίδων Μήλιος [11]. Αν και το εν λόγω σχήμα εδραζόταν σε ισχυρή πλειοψηφία, λόγω παρεμβάσεων του μονάρχη, παραιτήθηκε τον Ιούλιο του  ίδιου έτους. Νέες εκλογές προκηρύχθηκαν από τη νέα κυβέρνηση για το 1873. Ο Φίλιππος εκλέχθηκε για πρώτη φορά γραμματέας του προεδρείου της βουλής στις 11 Μαΐου 1873 [12], όταν επικεφαλής της κυβέρνησης τέθηκε ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης και πρόεδρος της βουλής ορίστηκε ο Ιωάννης Ν. Δελιγιάννης [13]. Ακολούθησε η εναλλαγή ποικίλων, βραχύβιων κυβερνητικών σχημάτων στην εξουσία. Η ανάθεση του σχηματισμού κυβέρνησης στον Χαρίλαο Τρικούπη κατά το 1875 οδήγησε στην ανανέωση του κοινοβουλευτικού σώματος. Τη δεύτερη φορά που ο Φίλιππος εκλέχθηκε γραμματέας του προεδρείου (στις 9 Οκτωβρίου 1875) [14], ως επικεφαλής του σώματος υπηρετούσε ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, κοινός υποψήφιος της αντιπολίτευσης [15]. Στο διάδοχο κυβερνητικό σχήμα με τον τελευταίο πλέον στη θέση του πρωθυπουργού, ο Φίλιππος εκλέχθηκε για τρίτη φορά γραμματέας της βουλής (στις 5 Οκτωβρίου 1876) [16], υπό την προεδρία του Θρασύβουλου Ζαΐμη [17]. Η τοποθέτησή του σε αυτή τη θέση, στο πλαίσιο αλλεπάλληλων κυβερνητικών σχημάτων, καταδεικνύει τη δημοτικότητά του και την εμπιστοσύνη που είχε καλλιεργηθεί προς το πρόσωπό του, εκ μέρους του ευρύτερου πολιτικού κόσμου του τόπου. Σημειώνεται ότι και πριν τη διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών του 1895, ο Φίλιππος προτάθηκε από τον αρχηγό του «εθνικού κόμματος» Θεόδωρο Δηλιγιάννη ως υποψήφιος πρόεδρος της βουλής [18].

Ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης εξέφρασε την εμπιστοσύνη του προς τον παλαιό φίλο και υποστηρικτή  του και στο πλαίσιο της μεγάλης νίκης του κατά το 1895. Πρόκειται για μια εποχή [19] κατά την οποία κορυφώνονται οι ποικίλες προσπάθειες που προσανατολίζονταν προς τη μεταβολή της εσωτερικής, θεσμικής, πολιτικής, δημοσιονομικής πραγματικότητας, στη βάση περιορισμένων υλικών δυνατοτήτων, κυριαρχίας του δικομματισμού και των συνθετών συνθηκών που άρχισαν να επικρατούν στα Βαλκάνια, στην Ευρώπη. Αξίζει να σημειωθεί ότι το «εθνικό κόμμα» του Θεόδωρου Δηλιγιάννη εξέφραζε εν πολλοίς πιο συντηρητικές, μετριοπαθείς θέσεις σχετικά με την ανασυγκρότηση του κράτους και τις επιλογές σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής [20]. Ο Θεόδωρος αναδείχθηκε θριαμβευτικά νικητής της μεγάλης εκλογικής αναμέτρησης σε επίπεδο βουλευτικών εκλογών, που διεξήχθη στις 16 Απριλίου 1895. Στο νέο κυβερνητικό σχήμα ο ίδιος (εκτός από την πρωθυπουργία) διατήρησε και το υπουργείο των οικονομικών. Στη θέση του υπουργού δικαιοσύνης [21] τοποθετήθηκε ο Φίλιππος Βάρβογλης, τρίτος εκπρόσωπος της οικογένειας που κατέλαβε το εν λόγω αξίωμα. Οι κάτοικοι της Τρίπολης φαίνεται ότι υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό την είδηση. Ο τοπικός τύπος πανηγυρίζει για την ανάληψη του υπουργείου δικαιοσύνης από τον βουλευτή Μαντινείας Φίλιππο Βάρβογλη. Εκτιμάται ότι ο αρχηγός του «εθνικού κόμματος» στράφηκε προς υποστηρικτές του, που δεν ήταν απλώς ικανοί κοινοβουλευτικοί ρήτορες. Επέλεξε προσωπικότητες που παρέμεναν πιστές σε παραδοσιακές αρχές και αξίες, άνδρες αφοσιωμένους στους κατοίκους των επαρχιών που αντιπροσώπευαν. Αναφορικά με την εκλογή του Φ. Βάρβογλη σημειώνεται χαρακτηριστικά ότι ο Θ. Δηλιγιάννης «ειδικώς δε προκειμένου περί του υπουργείου της Δικαιοσύνης εξέλεξεν εκ των φίλων του εκείνον, ον φίλοι και εχθροί απ’ αυτού του βήματος του κοινοβουλίου ανακηρύττουσιν ως χαρακτήρα εντιμότατον και χρηστότατον, και του οποίου το πολιτικόν στάδιον διακρίνουσι η ακεραιότης, η ειλικρίνεια και το μειλίχιον ηνωμένου μετά του αυστηρού» [22]. Τον διορισμό του σε αυτή τη θέση χαιρετίζουν και δημοσιεύματα του αθηναϊκού τύπου. Σημειώνεται ότι ύστερα από τον παππού του (Γεώργιο) και τον πατέρα του (Παναγιώτη), υπήρξε το τρίτο μέλος της οικογένειας Βάρβογλη που υπηρέτησε σε αυτή τη σημαντική θέση. Ο επικεφαλής της κυβέρνησης ενδιαφέρθηκε να προσανατολιστεί προς μια μετριοπαθή πολιτική, τόσο σε εσωτερικό όσο και σε εξωτερικό επίπεδο, δίνοντας έμφαση σε εκκρεμή ζητήματα εθνικής σημασίας, κυρίως πολιτικού και οικονομικού χαρακτήρα. Ωστόσο, συνθήκες όπως η τεταμένη ατμόσφαιρα και η σύνθετη πραγματικότητα που επικρατούσε στο πεδίο διευθέτησης του ανατολικού ζητήματος, ουσιαστικά τον υποχρέωσαν να εμπλακεί σε πολεμικές επιχειρήσεις [23] με την οθωμανικό κράτος κατά το 1897. Η έκβαση του εν λόγω εγχειρήματος οδήγησε (ύστερα από βασιλική παρέμβαση) στην αντικατάσταση του κυβερνητικού σχήματος, κατά τον Απρίλιο του ίδιου έτους. Στις 18 Απριλίου 1897 ο Φίλιππος Βάρβογλης παραιτήθηκε από τη θέση του υπουργού δικαιοσύνης [24].

Ο Φίλιππος Π. Βάρβογλης απεβίωσε το 1907 στην Αθήνα [25], σε ηλικία εβδομήντα δύο ετών. Υπήρξε γόνος μιας από τις επιφανείς οικογένειες της Τρίπολης, ανέπτυξε δυναμική δραστηριότητα στον πολιτικό βίο της χώρας κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Συνέβαλε τόσο στη διευθέτηση ζητημάτων ευρύτερης σημασίας όσο και στη βελτίωση των όρων διαβίωσης στην κοινότητα της αρκαδικής πρωτεύουσας και της ευρύτερης περιοχής της, που αντιμετώπιζε ποικίλες δυσχέρειες και επί μακρόν τον όριζε εκπρόσωπό της, μέλος της εθνικής αντιπροσωπείας. Καθώς αναδείχθηκε ένας από τους πιο δημοφιλείς πολιτευτές της περιοχής του, εκλέχθηκε δώδεκα φορές βουλευτής της εκλογικής περιφέρειας της Τρίπολης, υπηρέτησε τρεις φορές ως γραμματέας του προεδρείου της βουλής και ανέλαβε καθήκοντα ως υπουργός δικαιοσύνης, παραμένοντας επί μακρόν ένας από τους έμπιστους υποστηρικτές του Θεόδωρου Δηλιγιάννη. Σε μια εποχή κρίσιμων εξελίξεων και μετασχηματισμών, έξαρσης των κομματικών παθών και διάχυτης πολιτικής έντασης, επαινέθηκε για τον μετριοπαθή και ακέραιο χαρακτήρα του.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν, τόμος Ε΄, έκδοσις της εγκυκλοπαιδικής επιθεωρήσεως «ΗΛΙΟΣ», Αθήνα, χ. χ., σ. 555˙ Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica, τόμος 13ος, Αθήνα 1994, σ. 293˙ Παύλου Δρανδάκη, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 16ος, έκδοσις δευτέρα, χ. χ, χ. τ., σ. 685˙ Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 5 (8 Μαρτίου 1895)

[2] Σοφία Μπελόκα, Η  πόλη της Τρίπολης 1828-1862: Διοικητική, δημογραφική, πολιτική, κοινωνική και οικονομική εξέλιξη, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Διδακτορική διατριβή, Αθήνα 2017, σ. 281-283, 294-296.

[3] Σοφία Μπελόκα, ό. π., σ. 281, υποσημείωση 6.

[4] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 5 (8 Μαρτίου 1895)

[5] Μητρώο Πληρεξουσίων, Γερουσιαστών και Βουλευτών 1822-1935, Βουλή των Ελλήνων, Διεύθυνση Διοικητικού, Τμήμα Μητρώου Βουλευτών, Αθήνα 1986, σ. 94-95.

[6] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 19 (9 Ιουνίου 1895)

[7] Ο Θεόδωρος Π. Δηλιγιάννης υπήρξε ένας από τους πρωταγωνιστές της ελληνικής πολιτικής ζωής κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα. Προερχόταν από επιφανή αρκαδική οικογένεια προκρίτων, μέλη της οποίας έλαβαν ενεργά μέρος στον αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας. Σπούδασε νομικά και έως το τέλος της οθωνικής εποχής υπηρέτησε σε διοικητικές θέσεις. Κατά την περίοδο βασιλείας του Γεωργίου Α΄ ανέπτυξε δυναμική δραστηριότητα στο πολιτικό πεδίο. Αναδείχθηκε επανειλημμένα βουλευτής, υπουργός, πρωθυπουργός, υπηρετώντας σε κρίσιμες περιόδους για την κατοπινή εξέλιξη του τόπου. Βλ. Αντώνης Μακρυδημήτρης, Οι υπουργοί των εξωτερικών της Ελλάδας 1829-2000, Αθήνα 2000, σ. 54-55.

[8] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 19 (9 Ιουνίου 1895)

[9] Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, φ, 48 (17 Νοεμβρίου 1864)

[10] Βλ. ενδεικτικά, Γεώργιος Δερτιλής, Ιστορία του ελληνικού κράτους 1830-1920, έκτη αναθεωρημένη και συμπληρωμένη έκδοση, τόμος Α΄, Αθήνα 2010, σ. 419-423˙ Γρηγόριος Δαφνής, «Η περίοδος βασιλείας του Γεωργίου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Αθήνα 1977, σ. 237-252˙ Νίκη Μαρωνίτη, «Η εποχή του Γεωργίου Α΄. Πολιτική ανανέωση και αλυτρωτισμός», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 5ος, Τα χρόνια της σταθερότητας, 1871-1909. Η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του ελληνισμού, Αθήνα 2003, σ. 9-36˙ Λίνα Λούβη, «Το ελληνικό κράτος 1833-1871. Το πολιτικό πλαίσιο των πρώτων βηματισμών», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 4ος, Το ελληνικό κράτος 1833-1871. Η εθνική εστία και ο ελληνισμός της οθωμανικής αυτοκρατορίας, Αθήνα 2003, σ. 25-26.

[11] Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον κοινοβουλευτισμό και τη δημοκρατία, επιστημονική επιμέλεια Αντώνης Μακρυδημήτρης, Αθήνα 2009, σ. 191.

[12] Αλκιβιάδης Προβατάς, Πολιτική ιστορία της Ελλάδος από 1821-1980: Νομοθετικά και εκτελεστικά σώματα, Αθήνα 1980, σ. 155.

[13] Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008, ό. π., σ. 191.

[14] Αλκιβιάδης Προβατάς, ό. π., σ. 155.

[15] Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008, ό. π., σ. 191-192.

[16] Αλκιβιάδης Προβατάς, ό. π., σ. 155.

[17] Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008, ό. π., σ. 193.

[18] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 19 (9 Ιουνίου 1895)

[19] Βλ. ενδεικτικά Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, «Πολιτική των κυβερνήσεων και προβλήματα από το 1881 ως το 1895», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΔ΄, Νεώτερος ελληνισμός από το 1881 έως το 1913, Αθήνα 1977, σ. 39-56.

[20] Βλ. Νίκη Μαρωνίτη, ό. π., σ. 21-24.

[21] Τρύφωνος Ευαγγελίδου, Τα μετά τον Όθωνα ήτοι ιστορία της μεσοβασιλείας και της βασιλείας Γεωργίου του Α΄(1862-1898), Αθήνα 1898, σ. 98-99˙ Αλκιβιάδης Προβατάς, ό. π., σ. 359-360.

[22]  Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 19 (9 Ιουνίου 1895).

[23] Βλ. εκτενέστερα Νίκη Μαρωνίτη, ό. π., σ. 26-32.

[24] Αλκιβιάδης Προβατάς, ό. π., σ. 361.

[25] Μητρώο Πληρεξουσίων, Γερουσιαστών και Βουλευτών 1822-1935, ό. π., σ. 96.

 

Σοφία Μπελόκα

Δρ. Ιστορίας

 

Δυνατότητα ανάγνωσης του κειμένου σε μορφή pdf, στον σύνδεσμο: Ο «χρηστός πολιτευτής» Φίλιππος Π. Βάρβογλης

Read Full Post »

Τα Αρχαία Θέατρα της Αργολίδας © Μαρία Μικεδάκη, Λέκτορας Αρχαίου Θεάτρου, Τμήμα Θεατρικών Σπουδών Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.


 

Αρχαία θέατρα του Άργους: Το «Θέατρο της Αγοράς», το μεγάλο θέατρο του Άργους,  το θέατρο με τα ευθύγραμμα εδώλια, το ρωμαϊκό ωδείο του Άργους, τo θέατρο στο ιερό του Απόλλωνα Πυθίου ή Δειραδιώτη.

 Αρχαία θέατρα της Επιδαύρου: Το μικρό θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου, το ελληνιστικό θέατρο του Ασκληπιείου της Επιδαύρου, το ρωμαϊκό ωδείο του Ασκληπιείου της Επιδαύρου.

Το ελληνιστικό θέατρο των Μυκηνών.

 

Η αρχαιολογική σκαπάνη έχει φέρει στο φως εννέα αρχαία θέατρα στο νομό Αργολίδας. Πέντε από αυτά έχουν αποκαλυφθεί στο Άργος, τρία στην Επίδαυρο και ένα στις Μυκήνες. Αν εξαιρέσει κανείς τα δύο μικρά θέατρα του Άργους (το «Θέατρο της Αγοράς» και το θέατρο στο ιερό του Απόλλωνα Πυθίου) που προορίζονταν για συγκεντρώσεις θρησκευτικού και πολιτικού χαρακτήρα ή για λατρευτικούς σκοπούς, τα υπόλοιπα επτά θέατρα φιλοξενούσαν πρωτίστως μουσικούς αγώνες. Οι αγώνες αυτοί συνήθως περιλάμβαναν αγώνες ποίησης, οργανικής μουσικής, άσματος, χορού και δράματος. Εντάσσονταν, δε, στο πλαίσιο συγκεκριμένων εορτών που διοργάνωναν οι πιστοί προς τιμήν των θεών τους. Στις Μυκήνες ο τιμώμενος θεός ήταν ο Διόνυσος, στην Επίδαυρο ο Ασκληπιός και ο Διόνυσος, ενώ στο Άργος η Ήρα, ο Δίας και αργότερα οι θεοποιημένοι ρωμαίοι αυτοκράτορες.

 

Το τιμητικό θεωρείο στο μεγάλο θέατρο του Άργους από νοτιοδυτικά (φωτογραφία: Μ. Μικεδάκη / Copyright © Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας – Ελληνικό Υπουργείο Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων / Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων.

 

Πολλές από τις δραματικές παραστάσεις που παρουσιάζονταν στα θέατρα της Αργολίδας ήταν επαναλήψεις έργων των μεγάλων τραγικών, που είχαν εμπνευστεί τις υποθέσεις τους από μύθους που είχαν «γεννηθεί» στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Αρκεί να θυμηθεί κανείς το μύθο των Δαναΐδων, του Ορέστη και της Ηλέκτρας που εκτυλίσσεται στο Άργος, τη σπουδαιότερη από τις αργολικές πόλεις. Επιπλέον, μυθικά πρόσωπα της Αργολίδας γίνονται dramatis personae σε αρκετές – σωζόμενες ή μη – τραγωδίες. Ενδεικτικά αναφέρεται ο Περσέας στην Ανδρομέδα του Ευριπίδη, ο Ηρακλής στον Ηρακλή μαινόμενο του ιδίου τραγικού, ο Ναύπλιος (ο Νεώτερος) μαζί με τον γιο του Παλαμήδη στο έργο του Σοφοκλή Ναύπλιος Πυρκαεύς, o Ίναχος (βασιλιάς του Άργους) στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή, o Ευρυσθέας (έτερος βασιλιάς του Άργους) στους Ηρακλείδες του Ευριπίδη και, τέλος, ο Προίτος (βασιλιάς της Τίρυνθας) στη Σθενέβοια του Ευριπίδη.

 

Το θέατρο του Ασκληπιείου της Επιδαύρου από βόρεια. Φώτο: Διάζωμα.

 

Η μουσική, με την αξεπέραστη ψυχαγωγική της δύναμη, κατείχε ιδιαίτερη θέση στο αρχαίο ελληνικό θέατρο. Από αυτή την άποψη θα πρέπει κανείς να εξάρει τη μεγάλη συνεισφορά του Άργους στην εξέλιξη της μουσικής των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (ΙΙΙ, 131, 3), οι κάτοικοι του Άργους είχαν τα πρωτεία από όλους τους Έλληνες στη μουσική. Ονομαστοί για την τέχνη τους ήταν οι Αργείοι μουσικοί Αριστόνικος (7ος αι. π.Χ.) και Σακάδας (τέλη 7ου – αρχές 6ου αι. π.Χ.) που καθιέρωσαν την κιθάρα και τον αυλό αντίστοιχα ως αυτόνομα σολιστικά όργανα στους μουσικούς αγώνες, χωρίς τη συνοδεία άσματος, ο Ιέραξ (7ος αι. π.Χ.) που επινόησε τρία είδη συνθέσεων για αυλούς (τον ιεράκειον νόμον, το ιεράκειον μέλος και την ενδρομήν), καθώς και η ποιήτρια και μουσικός Τελέσιλλα (τέλη 6ου – αρχές 5ου αι. π.Χ.), η οποία έγινε γνωστή τόσο για τα λυρικά της ποιήματα όσο και για το ηρωικό της θάρρος που απέτρεψε την κατάληψη της πόλης της από τους Σπαρτιάτες. Από το Άργος κατάγονταν, εξάλλου, ο Ιοφώντας και ο Τιμοκράτης που συνέθεταν τα λυρικά μέρη των δραμάτων του Ευριπίδη (Γένος Ευριπίδου και Βίος, 16-17 [έκδ. CUF]). Στα ονόματα αυτά θα πρέπει, τέλος, να προστεθεί και εκείνο του Λάσου από την Ερμιόνη Αργολίδας (6ος αι. π.Χ.) που ήταν ποιητής διθυράμβων, ανακαινιστής της διθυραμβικής μουσικής και περίφημος μαθητής του Σακάδα…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της μελέτης της κυρίας Μαρίας Μικεδάκη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Τα αρχαία θέατρα της Αργολίδας

 

 Σχετικά θέματα:  

 

Read Full Post »

1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Πρακτικά διημερίδας 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Εκδόθηκε ο τόμος των Πρακτικών της διημερίδας με θέμα: «1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις», που πραγματοποιήθηκε στο Άργος στην αίθουσα Τέχνης και Πολιτισμού «Μέγας Αλέξανδρος» στις 7 και 8 Νοεμβρίου 2015, από τον Σύνδεσμο Φιλολόγων Αργολίδας και τον Δήμο Άργους Μυκηνών.

[…] Οι εισηγήσεις καταξιωμένων Πανεπιστημιακών Δασκάλων και των Ειδι­κών Επιστημόνων, που περιέχει η έκδοση, καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων που γεννά η ιστορική, κοινωνιολογική και πολιτική μελέτη του Εθνικού Διχασμού, με πρώτο αυτό καθεαυτό τον εμφύλιο χαρακτήρα του και την πολυπλοκότητα της αλ­ληλουχίας των αντίστοιχων γεγονότων.

Μέσα σε αυτά εντάσσουν και τη δράση ορι­σμένων άλλων παραγόντων και πολιτικών προσώπων, η σημασία της δράσης των οποίων έχει υποτιμηθεί. Ασχολούνται, με τον πυρήνα του εθνικού διχασμού ως εσωτερικού προβλήματος που δεν είναι άλλος από την πολιτειακή εκτροπή και τις αντισυνταγματικές πρακτικές. Εξετάζουν τα γεγονότα σε σχέση με τα νέα δεδομένα στο διεθνές πλαίσιο και τις προσπάθειες αναπροσανατολισμού της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Δεν παραλείπεται επίσης η διερεύνηση ορισμένων τοπικών περιπτώσεων, αρκετά ενδεικτικών της επέκτασης του εθνικού διχασμού στην περιφέρεια. Σε αυτές οπωσδήποτε συγκαταλέγεται και η περιοχή της Αργολίδας. Διερευνάται, επιπλέον, η απήχηση των γεγονότων στην Εκκλησία, στον πνευματικό κόσμο της χώρας, και στην καλλιτεχνική ζωή, ενώ αναλύεται και μία πολύ χαρακτηριστική «εικόνα» της Ευρώ­πης, διαμορφούμενη από την ελληνική κοινή γνώμη μέσω του Τύπου της εποχής. Παρουσιάζονται οι προεκτάσεις και οι βαθύτερες συνέπειες του Εθνι­κού Διχασμού στην πολιτική και την κοινωνία του Μεσοπολέμου, αλλά και μεταγενέ­στερα. Επιχειρείται, τέλος, η αξιολόγηση της αντιμετώπισης τραυματικών εθνικών γεγονότων, όπως αυτά του Εθνικού Διχασμού, από τη σύγχρονη σχολική Ιστορία. (Από την Εισαγωγή στη θεματική της Διημερίδας – Δημήτριος Κ. Γιαννακόπουλος).

 

Περιέχονται οι εισηγήσεις:

  • Χαιρετισμός Προέδρου Κ.Ε.Δ.Α.Μ. Πέτρου Διολίτση.
  • Χαιρετισμός Προέδρου Σ.Φ.Α. Νικόλαου Μπουμπάρη.
  • Εισαγωγή στη θεματική της Διημερίδας – Δημήτριος Κ. Γιαννακόπουλος.
  • Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και ένας εμφύλιος που ονομάστηκε «Διχασμός» – Γ. Β. Δερτιλής.
  • Από την παράδοση του οχυρού Ρούπελ στην κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης. Μια περιπτωσιολογική ανάλυση των αιτίων του Εθνικού Διχασμού – Διονύσιος Τσιριγώτης.
  • «Αυτός ο προδότης δεν έπρεπε να επιζήσει από την απόπειρα της 21η,! Ιουνίου», Αντιβενιζελισμός & γερμανική προπαγάνδα στην Ελλάδα του Εθνικού Διχασμού – Στρατής Δορδανάς.
  • Η περιπέτεια του Εθνικού Διχασμού και η στάση του πνευματικού κόσμου της εποχής – Βασίλης Τσιλιμίγκρας
  • Στοιχεία για δύο εκδηλώσεις του Εθνικού Διχασμού στο Αργος: Το «ανάθεμα» και η εξορία του Δ. Βαρδουνιώτη – Βασίλης Δωροβίνης.
  • Εθνικός Διχασμός 1915-1917. Η «προσχώρηση» των Κυκλάδων. Εντάσεις και διευθετήσεις – Κώστας Δανούσης.
  • Η Ήπειρος κατά τον A ‘ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ιταλική κατοχή, 1917 – Ελευθερία Κ. Μαντά.
  • Οι “ελάσσονες” πολιτικές ηγεσίες στο κράσπεδο της εμφύλιας διαμάχης. Η περίπτωση του Αλέξανδρου θρ. Ζαΐμη – Νίκη Μαρωνίτη.
  • Οι επιπτώσεις του Εθνικού Διχασμού στον Μεσοπόλεμο – Άλκης Ρήγος.
  • Διασπάσεις και μεταλλάξεις του βενιζελικού χώρου τη δεκαετία του ’40. Η περίπτωση της Μακεδονίας – Τάσος Χατζηαναστασίου.
  • Οι συνταγματικές διαστάσεις του A’ Εθνικού Διχασμού – Σπύρος Βλαχόπουλος.
  • Εθνικός Διχασμός και διεθνές περιβάλλον – Ευάνθης Χατζηβασιλείου
  • Όψεις της Ευρώπης στον ελληνικό Διχασμό – Λίνα Λούβη.
  • Ο αντίκτυπος του Εθνικού Διχασμού (1915-1917) στην περιφέρεια. Η περίπτωση της Αργολίδας – Καλποδήμου Καλλιόπη, Κόνδης Γεώργιος.
  • Γυναίκες ηθοποιοί στην πολιτική σκηνή την περίοδο του Εθνικού Διχασμού – Γεωργοπούλου Βαρβάρα.
  • Ο Εθνικός Διχασμός και ο Μεγάλος Πόλεμος. Η σχολική ιστορία και η προσέγγιση των γεγονότων στη σκιά των παθογενειών της ελληνικής ιστορικής εκπαίδευσης – Βασιλική Σακκά.

 

Έκδοση:

Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας – Δήμος Άργους Μυκηνών – Κ.Ε.Δ.Α-Μ, Άργος, 2018.

 

1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό

 

Παρουσίαση των πρακτικών της Διημερίδας για τον Εθνικό Διχασμό – Βασίλης Τσιλιμίγκρας

 

[…] Το βιβλίο που παρουσιάζεται σήμερα αποτελεί τα πρακτικά μιας διημερίδας στο οποίο περιέχονται εισηγήσεις που είναι αποτέλεσμα  ερευνών και ερμηνευτικών σχημάτων για ένα σημαντικό γεγονός της νεότερης ιστορίας μας, όπως αυτό του Εθνικού Διχασμού.

Ο Εθνικός Διχασμός υπήρξε ένας ακήρυκτος εμφύλιος  πόλεμος που δεν άρχισε ξαφνικά το 1915 και δεν έληξε το 1917. Αντίθετα, αποτελεί μια κορύφωση της ενδοαστικής σύγκρουσης του κοινωνικού χώρου που επεκτάθηκε σε όλα τα επίπεδα και επηρεάστηκε ή και καθορίστηκε από το διεθνή παράγοντα σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη στιγμή για τη χώρα μας αλλά και την παγκόσμια κοινότητα. Δηλαδή μετά τη νικηφόρα έκβαση των Βαλκανικών πολέμων, στη διάρκεια των οποίων η Ελλάδα υλοποίησε μέρος της αλυτρωτικής της πολιτικής και κατέστησε τη χώρα καθοριστικό παίκτη της Βαλκανικής σκακιέρας, και ταυτόχρονα λίγο μετά την έναρξη του  Μεγάλου πολέμου που έμελλε να διαλύσει τις υπάρχουσες αυτοκρατορίες αλλά και να αποτελέσει το γόνιμο υπόστρωμα για τη συνέχιση της δεύτερης φάσης της ενδοευρωπαϊκής και παγκόσμιας σύγκρουσης που θα αρχίσει το 1939 με την έναρξη του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Επομένως είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η μελέτη της ελληνικής και διεθνούς κατάστασης την κρίσιμη αυτή στιγμή, ώστε να συντελέσει στην καλύτερη κατανόηση αλλά και την απόδειξη ότι ο Εθνικός Διχασμός προσδιόρισε τις μετέπειτα εξελίξεις και ανέδειξε τις μεγάλες εσωτερικές δυσκολίες στην αναχαίτιση του πολιτικού πάθους της ελληνικής κοινωνίας που συμβολιζόταν στα πρόσωπα δύο ισχυρών προσωπικοτήτων, του πρωθυπουργού Βενιζέλου και του Βασιλιά Κωνσταντίνου οι οποίοι έκφραζαν αντίστοιχα  την προσπάθεια εκσυγχρονισμού των αστικών στρωμάτων  και το συντηρητισμό του υπόλοιπου κοινωνικού σώματος.

Ελευθέριος Βενιζέλος (Ποικίλη Στοά)

Η συμμέτοχή στη διημερίδα διακεκριμένων επιστημόνων εξασφάλισε και την ποιότητα των εισηγήσεων αλλά και του διαλόγου που προέκυψε καθώς και της ενδεχόμενης συζήτησης που θα προκύψει μετά την έκδοση των πρακτικών. Η προσπάθεια επιστημονικής προσέγγισης ενός τόσο φορτισμένου κοινωνικά και πολιτικά γεγονότος συνεπικουρούμενη από την επιστημονική νηφαλιότητα των εισηγητών, μακριά από φανατισμούς και ιδεοληψίες και με την καθαρότητα της ματιάς που εξασφαλίζει η απόσταση ενός αιώνα, κατοχυρώνει την μεγάλη αξία των εισηγήσεων και βοηθά στην κατανόηση μιας περιόδου ιδιαίτερα πολύπλοκης και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.

Η νεότερη Ελλάδα έχοντας από τη συγκρότησή της την εκούσια ή ακούσια άγρυπνη παρακολούθηση και τον έλεγχο των Μεγάλων Δυνάμεων που συντέλεσαν στην ανεξαρτησία της, βρέθηκε να πιέζεται από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις να προσχωρήσει είτε στην Αντάντ είτε στις Κεντρικές Δυνάμεις. Αυτή ακριβώς η πίεση συνδυαζόμενη και με τα πολιτικο – κοινωνικά πάθη και τον ανταγωνισμό σε επίπεδο πολιτικής κυριαρχίας μεταξύ των δύο βασικών πόλων εξουσίας και με το λαό να λειτουργεί ως φερέφωνο των αντίστοιχων πολιτικών φανατικών αντιπαραθέσεων, έφτασε στο σημείο να εκφραστεί και με τη διάσπαση της χώρας σε δύο κράτη. Ταυτόχρονα αποτυπωνόταν και στην αμφιταλάντευση για την τελική επιλογή συμμάχων. Αυτή η ασταθής, αβέβαιη και αντιφατική πολιτική στάση επέτρεπε και στις ξένες δυνάμεις να παρεμβαίνουν αποφασιστικά και να καταλύουν την εθνική ανεξαρτησία εξυπηρετώντας ευρύτερους στόχους των αντίπαλων ευρωπαϊκών στρατοπέδων.

Στην καθημερινότητα ο φανατισμός, που έφτανε στη χρήση κάθε πρόσφορου μέσου για την εξόντωση του αντιπάλου και από τις δύο πλευρές, καθιστούσε τους πολίτες αθύρματα της πολιτικής αντιπαράθεσης δημιουργώντας ρήγματα στην εθνική συνοχή τα οποία θα φτάσουν και μέχρι τη μεταπολίτευση. Με τις λίγες αυτές παρατηρήσεις θα προχωρήσω στην πολύ συνοπτική παρουσίαση των εισηγήσεων με δεδομένο το εύρος της θεματολογίας, την ποιότητα και τον περιορισμένο χρόνο και θα ήθελα να ζητήσω την κατανόηση των εισηγητών για πιθανές παραλείψεις.

 Ο κ. Δημήτρης Γιαννακόπουλος, Διδάκτωρ και Σχολικός Σύμβουλος, στην εισαγωγική του ομιλία έθεσε το πλαίσιο της θεματικής της διημερίδας και επεσήμανε βασικά χαρακτηριστικά αυτής της μεγάλης εθνικής κρίσης. Τόνισε ότι δε θα ήταν υπερβολικό να λεχθεί ότι η κρίση του Εθνικού Διχασμού σηματοδότησε τη γένεση του πολιτικού συστήματος στη μετεμφυλιακή Ελλάδα μέχρι να σταθεροποιηθεί σε πιο σύγχρονες μορφές κομματικής κουλτούρας και πρακτικής και αναφέρθηκε στη συμβολή του ΣΦΑ, του Δήμου, των εισηγητών και του κυρίου Ευάνθη Χατζηβασιλείου στη διοργάνωση της διημερίδας.

Ο Γ. Δερτιλής, Directeur d’ Etudes, Καθηγητής ομότιμο μέλος του Centre des Recherces Historiques, με τη εισήγησή του «Ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος και ένας εμφύλιος που ονομάστηκε διχασμός» επιδιώκει να αναδείξει ότι στον Διχασμό οδήγησαν κυρίως εξωγενή αιτιακά πλέγματα, τα πολιτικά και οικονομικά διακυβεύματα του Α΄παγκοσμίου πολέμου και οι αντίστοιχες μεταβολές του γεωπολιτικού περιβάλλοντος της Ελλάδας πριν και μετά τον πόλεμο. Ο λεγόμενος Διχασμός ήταν στην ουσία ένας εμφύλιος με εννεάχρονη διάρκεια, μαζικούς διωγμούς, πολιτικές δολοφονίες και εκτελέσεις με χιλιάδες τραυματίες και νεκρούς και μετά το 1922 οδήγησε σε τέσσερις δικτατορίες και δεκατέσσερα στρατιωτικά κινήματα.

Ο κ. Διονύσιος Τσιριγώτης, επίκουρος καθηγητής στο πανεπιστήμιο Πειραιώς, με τη εισήγησή του «Από την παράδοση του οχυρού Ρούπελ στην κυβέρνηση της Εθνικής Άμυνας. Μια περιπτωσιολογική ανάλυση των αιτίων του εθνικού διχασμού», επισημαίνει την πολυπλοκότητα του εθνικού διχασμού και επιχειρεί την εξέταση – ερμηνεία των αξονικών αιτίων του μέσα από μια σε βάθος περιπτωσιολογική ανάλυση τα περιόδου 1914-1917 τόσο στο ενδοκρατικό κοινωνικο – πολιτικό και στρατηγικό επίπεδο όσο και στο διακρατικό επίπεδο του διεθνούς συστήματος  συνεξετάζοντας τρία αλληλσυνυφαινόμενα επίπεδα ανάλυσης, το ατομικό,ενδοκρατικό και διακρατικό. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο διχασμός αντικατροπτίζεται σε δύο αλληλοδιαπλεκόμενες διστάσεις, την εσωτερική και την εξωτερική, και εκφράζει την εγγενή διάσταση μεταξύ του αστικοφιλελεύθερου εξωελλαδικού ελληνισμού με την ελλαδική προεστική τάξη.

Ο κ. Στρατής Δορδανάς, επίκουρος καθηγητής στο πανεπιστήμιο Μακεδονίας, με την εισήγησή του «Αυτός ο προδότης δεν έπρεπε να επιζήσει από την απόπειρα της 21ης Ιουνίου», Αντιβενιζελισμός και γερμανική προπαγάνδα στην Ελλάδα του Εθνικού Διχασμού» ασχολείται με τους γερμανόφιλους παράγοντες στην Ελλάδα (πολιτικούς, στρατιωτικούς, ιδιώτες) και το ρόλο της γερμανικής πρεσβείας στην προπαγάνδα με σκοπό το όφελος της  Γερμανίας. Καταλήγει στην άποψη ότι το νέο φιλόδοξο εγχείρημα του χιλιόχρονου Ραϊχ αποδείχθηκε θνησιγενές και ασύλληπτα εγκληματογενοκτονικό και η γερμανόφιλη κληρονομιά των δύο παγκοσμίων πολέμων περιορίστηκε αναγκαστικά σε προσωπικά βιώματα των δρώντων υποκειμένων, μακριά από τα καταφανώς εχθρικά πλέον φώτα του δημόσιου χώρου.

Ο Βασίλης Τσιλιμίγκρας με τη εισήγησή του «Η περιπέτεια του Εθνικού Διχασμού και η στάση του πνευματικού κόσμου της εποχής» επιχειρεί να παρουσιάσει και να ερμηνεύσει το ρόλο των διανοουμένων στην περίοδο του Διχασμού. Καταλήγει στο συμπέρασμα πως οι Έλληνες προοδευτικοί διανοούμενοι αποδέχονται και επεξεργάζονται τα νέα μηνύματα της κοινωνίας, στην πλειοψηφία τους ελπίζουν στον αστικό εκσυγχρονισμό του Βενιζέλου και εργάζονται γι’αυτό ως αναγκαία προϋπόθεση  για το άλμα προς το σοσιαλισμό. Υπάρχουν επίσης και αυτοί που βυθισμένοι στο βυζαντινό συντηρητισμό και εχθροί της νεοτερικότητας θα αμυνθούν φανατικά στην εξέλιξη.

Ο κ. Β. Δωροβίνης, δικηγόρος, πολιτικός επιστήμονας και ιστορικός, με την εισήγησή του « Στοιχεία για δύο εκδηλώσεις του Εθνικού Διχασμού στο  Άργος: το ανάθεμα και η εξορία του Βαρδουνιώτη» αναφέρεται στο ανάθεμα του Βενιζέλου στο Άργος με τη συμμετοχή και των μαθητών του Γυμνασίου Άργους και στην εξορία του Δ. Βαρδουνιώτη, δικηγόρου και ιστορικού του νεότερου Άργους από τους Βενιζελικούς. Επίσης αναφέρεται και σε άλλα γεγονότα παλαιότερα και πιο σύγχρονα (1977- στρατώνες του Άργους) που,  κατά την άποψή του,  αποτελούν εκδηλώσεις φατριαστικού πνεύματος που επιδεικνύουν συντεθειμένες  φατρίες. Πρόκειται για δείγματα εμπάθειας, μισαλλοδοξίας και φανατισμού, και πρέπει να ενταχθούν σε σταθερότερο κοινωνικό υπόβαθρο που δεν έχει εκλείψει μέχρι σήμερα ούτε από τη χώρα ούτε από το Άργος. Την εισήγηση συνοδεύει φωτογραφικό υλικό.

Ο κ. Κώστας Δανούσης, ιστορικός ερευνητής, συγγραφέας  μέσα από την εισήγησή του « Εθνικός Διχασμός 1915-1917. Η προσχώρηση των Κυκλάδων. Εντάσεις και διευθετήσεις» προβάλλει την ανθρωπολογική διάσταση των πραγμάτων στην περιοχή του Αρχιπελάγους των Κυκλάδων, περιοχή ανάμεσα στον κόσμο της παλαιάς Ελλάδας και του Ανατολικού τόξου (Κρήτη, νησιά ανατολικού Αιγαίου και Μακεδονία). Καταγράφει και αναλύει τη στάση διαφόρων νησιών στον Εθνικό Διχασμό καθώς και το πρόβλημα της επιστράτευσης και του επισιτισμού. Τέλος επισημαίνει την επίδραση των γεγονότων και της μικρασιατικής καταστροφής  στη μεταστροφή των Κυκλαδιτών και την απαξίωση των βενιζελικών υποφηφίων σε σχέση με τα εκλογικά αποτελέσματα της 31ης Μαΐου του 1915.

Η κ. Ελευθερία Μαντά, λέκτορας της νεότερης ιστορίας στο ΑΠΘ, έχει ως θέμα την Ήπειρο στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο και την Ιταλική κατοχή το1917. Παρουσιάζει αναλυτικά την προσωρινή κατάλυση της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας της Ηπείρου από τους Ιταλούς, γεγονός όχι και τόσο ευρύτερα γνωστό. Εκθέτει την κατάσταση που επικρατούσε στην Ήπειρο και την περιοχή της Αλβανίας, την τακτική των Ιταλών και των Αλβανών, τη στάση των δυνάμεων της Αντάντ και των ελλήνων πολιτικών απέναντι στην Ιταλική επιθετικότητα και την επέκταση στον ηπειρωτικό χώρο. Η κυριαρχία των Ιταλών, με εξαίρεση το τρίγωνο Πωγωνίου (Νοέμβρης1919), έληξε στο τέλος Σεπτεμβρίου του 1917 και αφού η Ελλάδα είχε εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ.

Η κ. Νίκη Μαρωνίτη, Επίκουρη καθηγήτρια στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, με την εισήγησή της «Οι ελάσσονες πολιτικές ηγεσίες στο κράσπεδο της εμφύλιας διαμάχης. Η περίπτωση του Αλέξανδρου Θρ. Ζαΐμη» επιδιώκει να ερμηνεύσει και να εντάξει στον ευρύτερο επιστημονικό προβληματισμό τη χρήση του όρου εθνικός διχασμός αναφέροντας ότι, περιοδολογώντας τον εθνικό διχασμό μεταξύ του 1915-1917, δεν πρόκειται για μια βραχεία ελληνική στιγμή μείζονος σημασίας που εξαντλείται στην επικράτηση ενός από τους δύο αντιπάλους αλλά ότι η έκταση και το βίωμα αυτού του πολυπρισματικού φαινομένου, που κατ’ ευφημισμό αποκαλούμε εθνικό διχασμό, μπορεί να εξετασθεί με ασφάλεια μόνο μέσα στη μέση διάρκεια του 1890-1936.Ασχολείται επίσης με την περίπτωση του Ανδρέα Ζαϊμη, ενός ελάσσονος πολιτικού, μείγμα επαγγελματία και ερασιτέχνη πολιτικού, ο οποίος αποφεύγοντας τις ιστορικές επιταχύνσεις κινείται ομαλά, με αργούς και σταθερούς βηματισμούς. Ακολουθούσε τη μεσότητα η οποία δεν εξαντλούνταν σε μια δεοντολογική ηθική  επιταγή αλλά αποτελούσε ένα πολιτικό, τεχνοκρατικό και μάχιμο μοντέλο προσωρινής κυβερνησιμότητας διαμορφώνοντας γύρω από το πρόσωπό του τη συναίνεση(τρεις κυβερνήσεις μεταξύ 1915-1917).

Ο κ. Άλκης Ρήγος, ομότιμος καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ασχολείται με τις επιπτώσεις του εθνικού διχασμού στον μεσοπόλεμο. Διατυπώνει την άποψη πως συνέπεια του πρώτου εμφυλίου, δηλαδή του Εθνικού διχασμού, και του δεύτερου εμφυλίου, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1940, είναι η αδυναμία ύπαρξης στον κοινωνικό μηχανισμό ταξικών αποκρυσταλλώσεων και δημιουργίας μιας εθνικής αστικής τάξης. Το γεγονός αυτό οδηγεί σε μια κυρίαρχη φαινομενικά υπερπολιτικοποίηση μεγάλων λόγων, που είναι στην ουσία απολιτικοποίηση, που αντιλαμβάνεται την πολιτική πράξη όχι ως έκφραση κοινωνικοπολιτισμικών  διεργασιών αλλά ως ατομικό άθλημα χαρισματικών ή μη προσώπων. Διερευνά επίσης τις συνέπειες αυτής της κατάστασης και καταλήγει στην άποψη πως  οι κυρίαρχες ομάδες  της αστικής τάξης χάνουν σειρά πολιτικών δικαιωμάτων χωρίς να χάσουν το βασικό δικαίωμα αυτής και όλων των πολιτικών μορφωμάτων που είναι η συνέχιση της ιδιοποίησης της παραγόμενης υπεραξίας.

Ο κ. Τάσος Χατζηαναστασίου, Δρ Ιστορίας, στην εισήγησή του «Διασπάσεις και μεταλλάξεις του βενιζελικού χώρου στη δεκαετία του 40. Η περίπτωση της Μακεδονίας» εξετάζει τη μεταστροφή των Μπαφραλήδων Ποντίων από την υποστήριξη του Βενιζέλου, την 1η Μαρτίου1935, στην υποδοχή φιλοβασιλικών αξιωματικών για την αντιμετώπιση του ΕΛΑΣ, τον Αύγουστο του 1944. Αποδεικνύει ότι αυτή η πολιτική συμπεριφορά των Τουρκόφωνων Ποντίων αφορά όλη τη Μακεδονία, γεγονός που εξηγείται από τα διαμορφωμένα ήδη αντικομμουνιστικά ανακλαστικά, τα οποία, αντί να ξεπεραστούν στο πλαίσιο μιας πανεθνικής απελευθερωτικής προσπάθειας, θα πολλαπλασιαστούν και θα οδηγήσουν σε φονικότατη σύγκρουση.

Ο κ. Σπύρος Βλαχόπουλος, καθηγητής στη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ασχολείται με τις συνταγματικές διαστάσεις του πρώτου εθνικού διχασμού και ιδιαίτερα με τις αρμοδιότητες του Βασιλιά σε σχέση με τη διάλυση της Βουλής. Συμπεραίνει ότι οι μεγάλες ιστορικές και θεσμικές μεταβολές, συμπεριλαμβανομένων και των συνταγματικών, σχεδόν ποτέ δε συντελούνται στιγμιαία και αυτόματα καθώς και ότι η κατανόηση και ερμηνεία του ισχύοντος συνταγματικού κειμένου είναι αδύνατη χωρίς τη γνώση της συνταγματικής ιστορίας.

Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου, καθηγητής στο ΕΚΠΑ, στην εισήγησή του με τίτλο «Εθνικός Διχασμός και διεθνές περιβάλλον» εξετάζει την επιρροή της διεθνούς συγκυρίας που επέτεινε δραματικά την εσωτερική ελληνική σύγκρουση και συνέβαλε καθοριστικά, ώστε αυτή να λάβει παροξυσμικά χαρακτηριστικά που οδήγησαν στον Εθνικό διχασμό. Η Ελλάδα από πλευράς διεθνών σχέσεων έπρεπε να ανταποκριθεί σε   δυσανάλογες υποχρεώσεις σε σχέση με τις δυνατότητες της. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη σύγκρουση μεταξύ αμυντικών και επιθετικών στρατηγικών που διαμορφώθηκαν. Η σύγκρουση αυτή πήρε τις διαστάσεις διλήμματος ζωής και θανάτου. Επισημαίνει επίσης το συνταγματικό πρόβλημα του ποιος κυβερνά, ο Λαός ή ο Βασιλιάς καθώς και την αρχή του salus populi suprema lex που επικαλέστηκαν και οι δυο παρατάξεις, που οδήγησε σε συγκρούσεις και μεγάλης έκτασης αντιπαραθέσεις. Έτσι το κεντρικό υπαρξιακό πρόβλημα της επιβίωσης  μεγάλων τμημάτων του Ελληνισμού προκύπτει με τρόπο παροξυσμικά πιεστικό. Η υπέρβαση αυτής της διχαστικής κατάστασης που προέκυψε θα απαιτούσε πολύ χρόνο και τεράστιες προσπάθειες στο μέλλον.

Η κ. Λίνα Λούβη, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο τμήμα πολιτικής επιστήμης και ιστορίας στο Πάντειο πανεπιστήμιο,  ασχολήθηκε στην εισήγησή της με τις όψεις της Ευρώπης στον Ελληνικό διχασμό. Μέσα από διερεύνηση κυρίως του τύπου της εποχής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στις βαθύτατες κοι νωνικές και πολιτικές διαιρέσεις που ήρθαν στην επιφάνεια μέσα από τον Εθνικό διχασμό, η Ευρώπη έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο, αφού χρησιμοποιήθηκε, από την πλευρά των συντηρητικών, ως φόβητρο για την απόρριψη της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του σοσιαλισμού, ενώ από την πλευρά της Αντάντ και των Βενιζελικών ως φόβητρο χρησιμοποιήθηκαν και οι βάρβαρες Κεντρικές Δυνάμεις που απειλούσαν τον πολιτισμό, τη δημοκρατία και τις πανανθρώπινες αξίες . Το ερώτημα Ανατολή ή Δύση καθόρισε την πολιτική ιδεολογία έως και τον 20ο αιώνα.

Η κ. Καλποδήμου Καλλιόπη, φιλόλογος, θεατρολόγος εκπαιδευτικός και ο κ. Κόνδης Γεώργιος, δρ Κοινωνιολογίας, στην εισήγησή τους «Ο αντίκτυπος του Εθνικού Διχασμού (1915-1917) στην περιφέρεια. Η περίπτωση της Αργολίδας»  παρουσιάζουν μέσα από τοπικές εφημερίδες κυρίως αλλά και έγγραφα, απομνημονεύματα και φωτογραφίες , την υποδοχή του Εθνικού Διχασμού στην Πελοπόννησο με πυρήνα την Αργολίδα. Προσδιορίζουν τις συνιστώσες της σύγκρουσης και επιχειρούν την ερμηνεία των αιτίων, των κινήτρων και των συνεπειών αυτού του εμφυλίου. Με πληθώρα πληροφοριών παρουσιάζονται όλα τα γεγονότα της περιόδου στις βασικές πόλεις της Πελοποννήσου καθώς και οι συνέπειές τους που ήταν ιδιαίτερα δραματικές. Επιλογικά τονίζουν ότι ο εθνικός διχασμός υπήρξε ιστορικά ευαίσθητη εθνική στιγμή που κυοφόρησε συνθήκες  και ωδίνες μετασχηματισμού και αλλαγής.

Η κ. Γεωργοπούλου Βαρβάρα, επίκουρη καθηγήτρια στο  Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, με την εισήγησή της «Γυναίκες ηθοποιοί στην πολιτική της περιόδου του Εθνικού Διχασμού» εξετάζει τις συνέπειες του Εθνικού διχασμού στην Τέχνη και μάλιστα στο Θέατρο. Μέσα από τη διερεύνηση της θεατρικής  δραστηριότητας της Μαρίκας Κοτοπούλη με τη φιλοβασιλική της τοποθέτηση και της Κυβέλης που υποστήριζε τον Βενιζέλο, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Τέχνη, ξεχνώντας τον ανώτερο σκοπό της και την ανθρωπιστική της αποστολή, συχνά χρησιμεύει ως όργανο σκοτεινών πολιτικών επιδιώξεων που την αμαυρώνουν. Είναι τότε που τα αισθητικά και καλλιτεχνικά κριτήρια παύουν να υπάρχουν ενώ η ιδεολογία αντικαθίσταται από ευτελείς στόχους.

Στην τελευταία εισήγηση, που περιλαμβάνει ο τόμος αυτός, η κ. Βασιλική Σακκά, δρ Ιστορίας και Σχολικός Σύμβουλος, εξετάζει την υποδοχή του Εθνικού Διχασμού στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στα βιβλία Ιστορίας από το τέλος της δεκαετίας του  1930  και εξής. Επιβεβαιώνει ότι το πολιτικό κλίμα κάθε εποχής και ο ιδεολογικός προσανατολισμός των συγγραφικών ομάδων προσδιορίζουν και τις αντίστοιχες προσεγγίσεις του γεγονότος. Μέχρι τη μεταπολίτευση προβάλλεται το μιλιταριστικό γερμανικό πνεύμα και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος με την ουδετερότητα που προτείνει, ενώ οι βενιζελικές θέσεις εξισορροπούνται με τα οφέλη που αποκομίζει η χώρα. Στη μεταπολίτευση υπάρχει μεταβολή υπέρ του Βενιζέλου λόγω της ερευνητικής ιστοριογραφικής έκρηξης με απουσία όμως ολιστικών προσεγγίσεων και τολμηρών διερευνητικών προτάσεων διδασκαλίας της Ιστορίας.

Ολοκληρώνοντας τη σύντομη αυτή παρουσίαση των πρακτικών,  αφού σας  ευχαριστήσω θερμά για την παρουσία σας  και την υπομονή σας και αφού ζητήσω εκ νέου την  κατανόηση των εισηγητών για οποιαδήποτε παράλειψη, την ευθύνη για την οποία αναλαμβάνω πλήρως, θα ήθελα να κάνω δύο παρατηρήσεις. Πρώτον, να επισημάνω, για μια ακόμη φορά, το υψηλότατο επίπεδο των εισηγήσεων και από πλευράς περιεχομένου αλλά και από πλευράς βιβλιογραφικής τεκμηρίωσης. Δεύτερον,  το βιβλίο αυτό μπορεί να αποτελέσει πέρα από ντοκουμέντο για τον εθνικό Διχασμό, αφετηρία και βάση για προβληματισμό και δημοκρατικό διάλογο για την πορεία της νεοελληνικής κοινωνίας καθώς και για τον κίνδυνο που υπάρχει από τον άκριτο διχαστικό λόγο.

Βασίλης Τσιλιμίγκρας

Άργος 3 Μαρτίου 2018

Read Full Post »

Οι νέοι χαλκοί ενεπίγραφοι πίνακες από το Άργος – Δρ. Άλκηστη Παπαδημητρίου


 

Κατά τις εργασίες διάνοιξης υπογείου σε οικόπεδο ιδιοκτησίας Ευαγγέλου Σ. Σμυρναίου στην οδό Κορίνθου 48 στο Άργος, εντοπίστηκαν αρχαιότητες, οι οποίες κατόπιν αιτήσεως του ιδιοκτήτη ερευνήθηκαν με αυτοχρηματοδότηση. Λόγω του υφισταμένου κτίσματος και της μεγάλης στενότητας του χώρου, οι ανασκαφικές εργασίες έγιναν τμηματικά και διήρκεσαν 72 ημέρες, από τις 3-10- 2000 έως τις 12-9-2001.

Αμέσως μετά την εύρεση των πρώτων πινάκων, η κ. Ελισάβετ Σπαθάρη, τότε Διευθύντρια της Δ’ Εφορείας Προϊστορικών Αρχαιοτήτων, και εγώ συνειδητοποιήσαμε ότι είχαμε την υποχρέωση να ακουμπήσουμε τα σπουδαία αυτά ευρήματα στα χέρια του πλέον ειδικού. Ο κ. Χαράλαμπος Κριτζάς, Διευθυντής του Επιγραφικού Μουσείου, που είχε και στο παρελθόν μελετήσει παρόμοια ευρήματα από το Άργος, ανέλαβε τη μελέτη αλλά και την ευθύνη της συντήρησης των ευπαθών δέλτων. [1] Στόχος μας είναι, μετά τη συντήρησή τους, τα πολύτιμα ευρήματα να επιστρέφουν στην πόλη του Άργους. [2]

Το οικόπεδο Σμυρναίου βρίσκεται στην οδό Κορίνθου 48, στη σιταραγορά του Άργους, έχει επίμηκες σχήμα, προσανατολισμό Α-Δ και διαστάσεις 6.00X12.50 μ. Οι πρώτες αρχαιολογικές ενδείξεις εμφανίστηκαν σε βάθος 1.80 έως 1.85 από το οδόστρωμα της Κορίνθου (εικόνα 1). Κατά μήκος της νότιας παρειάς του οικοπέδου εντοπίστηκε ένας τοίχος από αδρά λαξευμένους πωρολιθικούς δόμους που εδράζονταν σε υπόστρωμα από κροκάλες. Ο προσανατολισμός του ήταν ανατολικά – δυτικά, το μέγιστο σωζόμενο μήκος τους 9 μ. και το πλάτος 70 εκατοστά. Στο ανατολικό τμήμα του οικοπέδου και στο ίδιο βάθος, όμοιας κατασκευής τοίχος με πλάτος 50 εκατοστά και προσανατολισμό βόρεια – νότια συνέβαλε στον προηγούμενο. Κατά μήκος της βόρειας παρειάς εντοπίστηκε σειρά αδρά κατεργασμένων ασβεστόλιθων και αργόλιθων με προσανατολισμό ανατολικά-δυτικά που σώζονται σε μήκος 7 μ. περίπου και ταυτίζονται με έναν άλλο τοίχο. Σε διάφορα σημεία, βόρεια και νότια αυτών των τοίχων, από βάθος 1.85μ. έως 2.15μ., παρατηρήθηκαν συγκεντρώσεις αδρά κατεργασμένων ασβεστόλιθων και πωρόλιθων. Στο δυτικό τμήμα του οικοπέδου, σε βάθος 2,32μ. διατηρήθηκε τμήμα εστίας ελλειψοειδούς σχήματος, διαστάσεων 1.30Χ0.70μ., με προσανατολισμό ανατολικά-δυτικά. Αμέσως νοτιοανατολικά αυτών βρέθηκαν ακέραια ή θραυσμένα πήλινα καλούπια. Το στρώμα αυτό περιείχε άφθονη στάχτη και κομμάτια καμένου πηλού και είχε ιδιαίτερα σκληρή σύσταση.

 

Εικόνα 1: Ανασκαφικό σχέδιο οικοπέδου Σμυρναίου. Οι λίθινες θήκες, τα θεμέλια του κτιρίου και η εστία.

 

Κατά μήκος του κεντρικού άξονα του οικοπέδου εντοπίστηκαν ασβεστολιθικές πλάκες μεγάλων διαστάσεων και πάχους (2.00X1.00X0.30 μ), οι οποίες κάλυπταν λίθινα σκεύη, που ήταν αδρά λαξευμένα εξωτερικά, ενώ η άνω επιφάνεια και το εσωτερικό τους ήταν ιδιαίτερα επιμελημένα. Η θήκη 1 ήταν σχεδόν τετράπλευρη και δεν περιείχε ευρήματα, ενώ η κάλυψή της είχε προσανατολισμό βόρεια-νότια. Μία ακόμη λίθινη θήκη, ακριβώς ανατολικά της θήκης 1, δεν ερευνήθηκε διότι βρισκόταν εξ ολοκλήρου στα όρια της όμορης προς τα ανατολικά ιδιοκτησίας Δελή, ο οποίος και δεν συναίνεσε στην έρευνά της. Η δεύτερη θήκη που ερευνήθηκε ήταν η τρίτη από ανατολικά και έφερε κάλυψη με προσανατολισμό ανατολικά-δυτικά. Μετά την απομάκρυνση της καλυπτήριας πλάκας, διαπιστώσαμε ότι στο εσωτερικό της κιβωτού είχε αποτεθεί μεγάλος αριθμός ενεπίγραφων πινάκων (εικόνα 2). Συνολικά η θήκη περιείχε 60 τουλάχιστον χάλκινους και 2 μολύβδινους ενεπίγραφους πίνακες. Ο ένας μολύβδινος πίνακας είχε μάλιστα τυλιχτεί, δίνοντας αρχικά την εντύπωση ενός καταδέσμου. Η αφαίρεση των πινάκων που αποδείχτηκε ιδιαίτερα επίπονη, αφού αυτές είχαν με την πάροδο του χρόνου καμπυλώσει και εφάπτονταν στα τοιχώματα της θήκης, έγινε με μεγάλη επιτυχία από το συντηρητή της Δ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων κ. Φώτη Δημάκη. Η θήκη 3, τέταρτη από ανατολικά, είχε παρόμοια κάλυψη και προσανατολισμό ανατολικά-δυτικά. Στο εσωτερικό της δεν περιείχε ευρήματα. Η θήκη 4 ήταν δεύτερη από ανατολικά. Είχε εντοπιστεί ήδη κατά τις εργασίες αποκάλυψης των δύο πρώτων, αλλά ερευνήθηκε αργότερα, γιατί εν τω μεταξύ κρίθηκε απαραίτητη η αντιστήριξη της όμορης προς τα ανατολικά ιδιοκτησίας. Η κάλυψή της ήταν παρόμοια σε όγκο με τις προηγούμενες και είχε προσανατολισμό ανατολικά-δυτικά. Στο εσωτερικό της θήκης βρέθηκε ένας μόνο ενεπίγραφος πίνακας σε σχήμα ποδός (εικόνα 2).

 

Εικόνα 2. Η λίθινη θήκη 2 με τους χάλκινους ενεπίγραφους πίνακες.

 

Δυτικά των λίθινων θηκών και σε χαμηλότερο επίπεδο, σε βάθος 2.50 μ., εντοπίστηκε μία ακόμη καλυπτήρια πλάκα παρόμοιων διαστάσεων και προσανατολισμού (εικόνα 3). Μετά την ανάσυρσή της διαπιστώσαμε ότι αυτή κάλυπτε, αντί για μία λίθινη θήκη, δύο αγγεία (εικόνες 4-5).

 

Εικόνα 3. Ανασκαφικό σχέδιο οικοπέδου Σμυρναίου. Το πήλινο και το χάλκινο αγγείο με τις ενεπίγραφες πινακίδες, τα πέντε πήλινα αγγεία, οι γεωμετρικοί τάφοι και το δάπεδο.

 

Εικόνα 4: Η ανάσυρση της πλάκας που κάλυπτε το πήλινο και το χάλκινο αγγείο με τις ενεπίγραφες πινακίδες.

 

Το ένα αγγείο ήταν πήλινο και το άλλο χάλκινο. Και τα δύο είχαν υποστεί φθορές από το βάρος της ογκώδους κάλυψης. Στο πήλινο αγγείο, που είχε το σχήμα κωδωνόσχημου κρατήρα χωρίς βάση, εντοπίστηκαν 55 περίπου χαλκοί πίνακες, οι οποίοι είχαν τοποθετηθεί κατά τον ίδιο περίπου τρόπο με τους πίνακες της θήκης 2 γύρω στα τοιχώματα του αγγείου (εικόνα 5).

Στο εσωτερικό του χάλκινου αγγείου, που ήταν ένας σφυρήλατος λέβης διαμ. 80 εκατοστών περίπου και ανάλογου ύψους, εντοπίστηκαν καταρχήν τρία χάλκινα αγγεία: μία τριφυλλόσχημη οινοχόη και δύο φιάλες. Κάτω από τα αγγεία βρέθηκαν και εδώ χάλκινοι πίνακες σε πολύ κακή κατάσταση διατήρησης. Φαίνεται ότι ένα μέρος από τις πινακίδες που είχαν τοποθετηθεί εδώ αφαιρέθηκε κάποια στιγμή με τρόπο που προξένησε φθορές σε όσες παρέμειναν στη θέση τους. Λόγω της κακής κατάστασης διατήρησης δεν επιχειρήθηκε η αφαίρεσή τους στο χώρο της ανασκαφής, αλλά τα ευρήματα, αφού στερεώθηκαν στο εσωτερικό του λέβητα, μεταφέρθηκαν μαζί με αυτόν στο Μουσείο του Άργους. Υπεύθυνος για την αφαίρεση των πινακίδων, τη στερέωση και τη μεταφορά του λέβητα αλλά και του πήλινου αγγείου, που πραγματοποιήθηκαν χωρίς να προκληθεί καμία φθορά, ήταν ο συντηρητής Βασίλης Κοντός (εικόνα 5).

 

Εικόνα 5: Το πήλινο και το χάλκινο αγγείο με τις ενεπίγραφες πινακίδες.

 

Στο ανατολικό τμήμα του οικοπέδου, κατά μήκος της νότιας παρειάς και μισό μέτρο περίπου βαθύτερα από τον τοίχο με τους πωρόλιθους, εντοπίστηκαν σε βάθος από 2,80 έως 3,60 μ. πέντε (5) πήλινα αγγεία. Τα αγγεία αυτά είχαν τοποθετηθεί όρθια, έφεραν όλα κάλυψη (τα τέσσερα από πήλινες επίπεδες κεραμίδες και το πέμπτο από ασβεστολιθική λεπτή πλάκα) και ήταν κενά (εικόνα 6).

 

Εικόνα 6: Τα πέντε πήλινα αγγεία της νότιας παρειάς.

 

Η ποιότητα της κατασκευής τους ήταν εξαιρετικά καλή. Ήταν όλα τροχήλατα, τα τέσσερα εξ αυτών κλειστού, ενώ το πέμπτο ανοικτού σχήματος, πανομοιότυπο με αυτό που βρέθηκε κάτω από την καλυπτήρια πλάκα 5, δίπλα στο χάλκινο αγγείο. Βόρεια από τα αγγεία της νότιας παρειάς και σε ελαφρά βαθύτερο επίπεδο από τις καλύψεις τους, υπήρχε δάπεδο από κροκάλες μικρού μεγέθους, ιδιαίτερα επιμελημένης κατασκευής και με ισχυρή συνοχή. Το δάπεδο αυτό εντοπίστηκε σε όλο το χώρο που ερευνήσαμε, χωρίς να βρεθούν τα όριά του σε καμία πλευρά του οικοπέδου. Εκτός από τα πήλινα αγγεία της νότιας παρειάς, περιέβαλε και τα αγγεία κάτω από την κάλυψη 5. Παρουσίαζε κλίση της τάξεως των 15 εκατοστών περίπου από τα δυτικά προς τα ανατολικά. Η κάτω επιφάνειά του εντοπίστηκε σε βάθος 2.90μ. και το συνολικό του πάχος ήταν 10 εκατοστά. Κατά το ανατολικό άκρο του οικοπέδου, αμέσως ανατολικά της θήκης 2, η σύσταση του δαπέδου μεταβαλλόταν σταδιακά και χωρίς απότομη διαφοροποίηση, παίρνοντας τη μορφή λεπτών βοτσάλων σε μέγεθος χαλικιού. Η θήκη 2 το είχε παραβιάσει ελαφρά κατά την τοποθέτησή της.

Στο νότιο και δυτικό τμήμα του οικοπέδου εντοπίστηκαν δύο τάφοι των γεωμετρικών χρόνων, των οποίων οι καλύψεις βρίσκονταν σε βαθύτερο επίπεδο από το δάπεδο (2.82-3.10 μ.). Οι τάφοι, ένας κτιστός κιβωτιόσχημος και ένας λάκκος με ασβεστολιθική κάλυψη, είχαν προσανατολισμό Α-Δ και ήταν πλούσια κτερισμένοι με κεραμεική, καθώς και μεταλλικά αντικείμενα: σιδερένιες περόνες και χάλκινα δαχτυλίδια. Κατά τη μαρτυρία της κεραμεικής, και οι δύο τάφοι χρονολογούνται στη μέση γεωμετρική εποχή (850-750 π.Χ.) (εικόνα 7).

 

Εικόνα 7: Τα αγγεία του τάφου των γεωμετρικών χρόνων.

 

Από την αναλυτική περιγραφή των ανασκαφικών ευρημάτων γίνεται σαφές ότι αυτά αποτελούν δύο ενότητες με σημαντική υψομετρική διαφορά μεταξύ τους. Για την καλύτερη κατανόηση του ευρήματος σχεδιάσαμε μία τομή κατά τον ανατολικό-δυτικό άξονα του οικοπέδου (εικόνα 8), στην οποία προβάλλονται αφενός τα ευρήματα του κεντρικού άξονα αυτού, αφετέρου δε αυτά της νότιας παρειάς.

 

Εικόνα 8: Τομή κατά τον Α-Δ άξονα του οικοπέδου με τα ανασκαφικά ευρήματα.

 

Εδώ παρατηρούμε ότι ο τοίχος της νότιας παρειάς βρίσκεται στο ίδιο σχεδόν επίπεδο με τις καλύψεις των τεσσάρων λίθινων θηκών, οι οποίες εδράζονται ένα περίπου μέτρο βαθύτερα είτε απευθείας πάνω στο βοτσαλωτό δάπεδο (θήκη 3 και 4), είτε σε χώμα λίγο ψηλότερα από αυτό (θήκη 1), ενώ σε μία περίπτωση η θήκη 2 το έχει παραβιάσει ελαφρά. Το ίδιο το βοτσαλωτό δάπεδο που καλύπτει όλη την επιφάνεια – την επιφάνεια του χώρου που ερευνήσαμε – βρίσκεται σε επίπεδο 2,71 έως 2,85 και παρουσιάζει ελαφρά κλίση προς τα ανατολικά. Σε δύο σημεία έχει εμφανώς παραβιαστεί, για να τοποθετηθούν εκεί αφενός τα δύο αγγεία κάτω από την καλυπτήρια πλάκα 5, αφετέρου δε τα 6 αγγεία της νότιας παρειάς. Οι καλύψεις των γεωμετρικών τάφων, αντίθετα, βρίσκονται περίπου στο ίδιο ή σε ελαφρά χαμηλότερο επίπεδο από το βοτσαλωτό δάπεδο.

Ας ρίξουμε, όμως, μια ματιά στην οριζόντια και κάθετη στρωματογραφία του οικοπέδου, καθώς και στα κινητά ευρήματα των στρωμάτων. Σε βάθος 2,90 έως 3,00 εντοπίζεται το φυσικό προσχωσιγενές γεωλογικό υπόβαθρο που δεν περιέχει αρχαιολογικά ευρήματα. Ακολουθεί στρώμα καστανού χώματος, πάχους 10 εκατοστών περίπου, που περιέχει κεραμεική των ύστερων μεσοελλαδικών χρόνων (1700-1600 π.Χ.). Πάνω από το βοτσαλωτό δάπεδο εντοπίζεται στο δυτικό τμήμα του οικοπέδου χώμα καστανό, σχετικά σκληρό, μέχρι την επιφάνεια του 1.50 μ. περίπου. Στο ανατολικό τμήμα του οικοπέδου το χώμα έχει έντονες προσμίξεις λεπτού χαλικιού. Το στρώμα αυτό φαίνεται να κατέστρεψε εν μέρει την κάλυψη και το χείλος των 6 κενών αγγείων της νότιας παρειάς. Η κεραμεική που προήλθε και από τα δύο αυτά στρώματα αποτελείται κατά 90% από γεωμετρικά όστρακα τροχήλατα και χειροποίητα, ενώ σε ποσοστό 10% περιέχει όστρακα των ύστερων μεσοελλαδικών χρόνων, καθώς και των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων μέχρι περίπου τις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. Εκτός αυτών, μέσα στα στρώματα βρέθηκε και μικρός αριθμός ειδωλίων της αρχαϊκής εποχής, διάσπαρτα, τα οποία δε συσχετίζονται με ασφάλεια με κάποια από τα ακίνητα ευρήματα. Στα κινητά ευρήματα ανήκουν δύο μόνο χάλκινα νομίσματα, εξαιρετικά φθαρμένα, που δεν είναι δυνατόν να χρονολογηθούν. Πάνω από τα δύο αυτά στρώματα, το καθαρό καστανό και το χαλικωτό, παρατηρήθηκε σε σημεία που δεν είχαν παραβιαστεί από το σύγχρονο κτίσμα ένα στρώμα από πιο χοντρό χαλίκι, το οποίο εν μέρει καλύπτει τα δύο υποκείμενα και εν μέρει εισχωρεί στο δυτικό τμήμα του οικοπέδου μέσα στο καστανό, έχοντας καταστρέψει και ένα τμήμα του νότιου τοίχου. Το στρώμα αυτό περιέχει ελάχιστα όστρακα, πολύ φθαρμένα (κυλισμένα).

Ας δούμε τώρα πώς χρησιμοποιήθηκε ο χώρος διαχρονικά.

Όπως βεβαιώνει το στρώμα κάτω από το βοτσαλωτό δάπεδο, ο χώρος κατοικήθηκε για πρώτη φορά στους τελευταίους μεσοελλαδικούς χρόνους. Το επίπεδο χρήσης βρισκόταν τότε 3.00 περίπου μέτρα βαθύτερα από σήμερα. Η μεσοελλαδική κατοίκηση δεν διέσωσε εδώ αρχιτεκτονικά λείψανα. Στους μέσους γεωμετρικούς χρόνους κατασκευάστηκε ένα δάπεδο εξαιρετικά επιμελημένης κατασκευής, το οποίο περιέβαλε δύο τουλάχιστον τάφους της ίδιας εποχής, πλούσια κτερισμένους. Τόσο η δαπανηρή κατασκευή του δαπέδου όσο και το περιεχόμενο των τάφων υποδεικνύουν πως ο χώρος είχε δεσμευτεί για ταφική χρήση, πιθανόν από μία διακεκριμένη οικογένεια της ανώτερης κοινωνικής τάξης.

Αρκετά μετά ο χώρος χρησιμοποιήθηκε για τον εγκιβωτισμό μέσα στο γεωμετρικό δάπεδο δύο αγγείων, στα οποία τοποθετήθηκαν ενεπίγραφοι πίνακες και καλύφτηκαν με την τεράστια ασβεστολιθική πλάκα. Εξάλλου, λίγο ανατολικότερα 6 τουλάχιστον αγγεία τοποθετήθηκαν κατά τον ίδιο τρόπο στο σταθερό φυσικό υπόβαθρο, που μαζί με το συμπαγές δάπεδο βοηθούσε τα αγγεία αυτά να σταθούν όρθια. Η τοποθέτηση των δύο συνόλων έγινε στην ίδια χρονική στιγμή, όπως βεβαιώνει η όμοια στάθμη εύρεσης αλλά και η τεράστια ομοιότητα του πήλινου αγγείου κάτω από την κάλυψη 5 με το ένα από τα αγγεία της νότιας παρειάς. Τα αγγεία αυτά, κλειστά και ανοικτά, είναι, όσο γνωρίζω τουλάχιστον, άγνωστα στο κεραμεικό ρεπερτόριο του Άργους. Προσεγγίζουν με το σχήμα και την κεραμεική κατηγορία τους τα αγγεία των αρχών του 4ου αιώνα π.Χ. Ίσως να αποτέλεσαν μία ειδική παραγγελία, που θα ανταποκρινόταν στις ανάγκες της χρήσης τους.

Όπως βεβαιώνει το εύρημα, η κάλυψη 5 ανασύρθηκε μία τουλάχιστον φορά μετά την τοποθέτηση χάλκινων πινάκων μέσα στα αγγεία, συγκεκριμένα όταν αφαιρέθηκαν με βιαστικό ή βίαιο τρόπο ορισμένες από αυτές του χάλκινου λέβητα και εναποτέθηκαν εκεί οι δύο φιάλες και η πρόχους, σκεύη τα οποία χρησιμοποιούνταν στην αρχαιότητα για τελετουργίες.

Στη συνέχεια μία πλημμύρα του ποταμού απόθεσε στο χώρο προσχώσεις πάνω από 1 μ. και ανέβασε το επίπεδο χρήσης από τα 2,60 ή 2,70 στο 1,50 μ. τουλάχιστον από τη σημερινή επιφάνεια του εδάφους. Σ’ αυτή τη φυσική καταστροφή οφείλονται και τα δύο στρώματα που περιγράψαμε πιο πριν και τα οποία αποτελούν τυπικές αποθέσεις ποταμού, δηλαδή σχετικά καθαρή λάσπη και χαλίκι. Προφανώς, αμέσως μετά την πλημμύρα τοποθετήθηκαν μέσα στο στρώμα που δημιουργήθηκε οι 5 λίθινες θήκες. Μέσα στο ίδιο στρώμα, ίσως όχι τυχαία, αμέσως δυτικά του χώρου της κάλυψης 5, κατασκευάστηκε μία εστία.

Τα πήλινα καλούπια που βρέθηκαν πεταμένα στα νότια της εστίας μπορούν να δώσουν μια ιδέα για τη χρήση της. Τα καλούπια αυτά έχουν τετράπλευρο σχήμα και μια σχετικά αβαθή εσοχή στη μία επιφάνειά τους, της οποίας το σχήμα θυμίζει έντονα τους χάλκινους πίνακες. Η εστία και τα καλούπια βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο με τις καλύψεις των θηκών αλλά και με τους τοίχους και τους λιθοσωρούς και πρέπει να είναι σύγχρονα με αυτά και πάντως μεταγενέστερα από την πλημμύρα. Όπως βεβαιώνει η κεραμεική και οι στρωματογραφικές παρατηρήσεις, η πλημμύρα αυτή έγινε σίγουρα μετά τη γεωμετρική εποχή, αλλά και μετά την τοποθέτηση και χρήση των δύο αγγείων, του πήλινου και του χάλκινου κάτω από την κάλυψη 5. Την ακριβή χρονική στιγμή, που μπορεί να τοποθετείται και στον 4ο αιώνα π.Χ., θα μας υποδείξει η μελέτη των ενεπίγραφων πινάκων από τα αγγεία αυτά.

Η αφθονία της γεωμετρικής κεραμεικής υποδηλώνει ότι γύρω από τους τάφους θα υπήρχαν οικίες που διαλύθηκαν ολοσχερώς από την πλημμύρα. Ο μικρός αριθμός οστράκων από τις μεταγενέστερες περιόδους σημαίνει πιθανόν ότι μετά τη γεωμετρική εποχή, δηλαδή από τον 7ο αιώνα π.Χ. και μετά, ο χώρος δε χρησιμοποιήθηκε ξανά για κατοίκηση και ενταφιασμούς. Τα λιγοστά ειδώλια ίσως δίνουν μια ιδέα για τη νέα χρήση στην αρχαϊκή εποχή.

Από τα στοιχεία που αναλύθηκαν μέχρι εδώ, πιστεύω πως γίνεται σαφές ότι ο χώρος χρησιμοποιήθηκε στην αρχαιότητα καταρχήν για κατοίκηση στη μεσοελλαδική εποχή, μετά για ταφές και κατοίκηση στη γεωμετρική εποχή και τέλος για τη φύλαξη των χάλκινων ενεπίγραφων πινάκων μέσα σε σκεύη προορισμένα για τη χρήση αυτή. Το ερώτημα που ανακύπτει αυτόματα είναι απλό αλλά καθοριστικό. Πού φυλάσσονταν αυτές οι κιβωτοί με τα πολύτιμα δημόσιου χαρακτήρα ντοκουμέντα;

 

Εικόνα 9: Ανασκαφικό σχέδιο κάτοψης του οικοπέδου Σμυρναίου με το περίγραμμα του κτιρίου, στο οποίο φυλάσσονταν οι χάλκινοι ενεπίγραφοι πίνακες.

 

Αν επιστρέψουμε στο σχέδιο της κάτοψης του ανώτερου επιπέδου ευρημάτων μπορούμε να κάνουμε ορισμένες ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις. Ερμηνεύσαμε ήδη ως τοίχους τα κατάλοιπα της νότιας και της βόρειας παρειάς, καθώς και το εγκάρσιο τμήμα στα ανατολικά. Οι θήκες και η εστία αλλά και η καλυπτήρια πλάκα 5 βρίσκονται σε έναν ενιαίο άξονα, που είναι παράλληλος με το νότιο τοίχο και απέχει περίπου 2,5 μέτρα από αυτόν. Οι υπόλοιποι λιθοσωροί αλλά και οι πώρινες πλάκες εσωτερικά των δύο αξόνων σχετίζονται τοπογραφικά με τη θέση των θηκών αλλά και της καλυπτήριας πλάκας 5. Η εντύπωση που δημιουργείται από το επιχρωματισμένο σχέδιο είναι ότι ο χώρος φύλαξης των σκευών αλλά και της εστίας οριοθετείται με μία απλή κατασκευή. Δύο μακρούς τοίχους μέγιστου σωζόμενου μήκους 9 μ. και έναν εγκάρσιο που έχουν υποστεί φθορές από την πλημμύρα. Παρά την απλή κατασκευή μπορούμε να δούμε στα σπαράγματα αυτά, που απέμειναν από τη θεμελίωση, το περίγραμμα ενός κτιρίου, που ίσως είχε είσοδο από τα ανατολικά και κατέληγε σε παραστάδες. Τη μορφή ενός templum in antis είχαν βέβαια και οι θησαυροί που αφιερώθηκαν στα μεγάλα πανελλήνια ιερά και για τα οποία ο Παυσανίας μας βεβαιώνει ότι χρησίμευαν για τη φύλαξη πολύτιμων αφιερωμάτων, που δεν στήνονταν στην ύπαιθρο, για να μη φθαρούν ή να μην κλαπούν. Μέσα στο κτίριο αυτό πιστεύω ότι μπορούμε να αναγνωρίσουμε στα κατάλοιπα των λιθοσωρών υποστρώματα κατασκευών, που χρησίμευαν για τη σηματοδότηση της θέσης των θηκών, που και εδώ θα ήταν θαμμένες, αφήνοντας να προεξέχει η καλυπτήρια πλάκα. Η εστία της δυτικής παρειάς, που αποτελεί το μόνο ασφαλές στοιχείο για τον υπολογισμό του επιπέδου βάδισης αυτής της φάσης, βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με την άνω επιφάνεια των θηκών και συνηγορεί στην άποψη αυτή.

Οι δύο λιθοσωροί στο εσωτερικό του βόρειου και του νότιου τοίχου αντίστοιχα ίσως μπορούν να θεωρηθούν και ως υποστρώματα για αντηρίδες των τοίχων ή έκκεντρες ενισχύσεις της στέγης, αν και το μικρό άνοιγμα του κτιρίου δεν απαιτεί κιονοστοιχία για τη στήριξή της.

Και φτάνουμε βεβαίως στο τελικό ερώτημα: πού θα βρισκόταν το κτίριο αυτό σε σχέση με τον αστικό ιστό της κλασικής εποχής και τους δημόσιους και λατρευτικούς χώρους της πόλης;

Η θέση του οικοπέδου βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση, 900 περίπου μέτρα βορειοανατολικά του θεάτρου και της αγοράς, σε μία περιοχή που δεν έχει δώσει ιδιαίτερα αρχαιολογικά ευρήματα και παραδοσιακά τοποθετείται εκτός των τειχών της πόλης. Τα νέα ανασκαφικά ευρήματα ίσως μπορούν να ρίξουν λίγο φως στο μείζον πρόβλημα της πορείας του τείχους, κυρίως στη βόρεια πλευρά της πόλης. Θέλω να τονίσω πως αν οι ενεπίγραφοι πίνακες φυλάσσονταν σε ένα κτίριο ή έστω σε έναν περίβολο που- όπως υποδηλώνουν τα ευρήματα- βρισκόταν στην ευρύτερη σφαίρα ενός ιερού, το ιερό αυτό δεν είναι δυνατόν να βρισκόταν σε μία έρημη, ακατοίκητη και απομονωμένη περιοχή, έξω από τα τείχη της πόλης. Ο προσανατολισμός των τάφων στο οικόπεδο που ερευνήσαμε αλλά και των θηκών, της καλυπτήριας πλάκας 5, των πήλινων αγγείων και του κτιρίου υποδηλώνει την ύπαρξη μιας οδικής αρτηρίας με κατεύθυνση ανατολικά – δυτικά. Από άλλες ανασκαφές, εξάλλου, γνωρίζουμε πως κατά μήκος της οδού Κο­ρίνθου υπήρχε και μία οδική αρτηρία με κατεύθυνση βόρεια-νότια. Ίσως κάπου στα νοτιοδυτικά του χώρου που ερευνήσαμε να συνέβαλε στην προηγούμενη, δημιουργώντας μία διασταύρωση. Αν εδώ υπήρχε πράγματι στον 4ο αιώνα ένα ιερό, στο οποίο φυλάσσονταν αυτά τα πολύτιμα κρατικά δεδομένα, είναι πολύ δύσκολο να το φανταστούμε έξω από τα τείχη. Ίσως η μελλοντική ανασκαφική έρευνα δώσει περισσότερα στοιχεία για την επίλυση του προβλήματος.

 

Εικόνα 10: Το επιστημονικό και εργατοτεχνικό προσωπικό της ανασκαφής του οικοπέδου Σμυρναίου.

 

Η διακοπή της χρήσης του χώρου για τη φύλαξη των πινακίδων πρέπει να τοποθετηθεί μετά τον 4ο αιώνα π.Χ., γεγονός που βεβαιώνεται από την απουσία μεταγενέστερων κινητών ευρημάτων. Για κάποιο λόγο, που δεν προκύπτει από τα ανασκαφικά ευρήματα, οι θήκες έπαψαν να χρησιμοποιούνται ως κιβωτοί απόθεσης των πολύτιμων δέλτων και κατά περίεργο τρόπο ένας μεγάλος αριθμός από αυτές παρέμεινε φυλαγμένος εκεί μέχρι τις μέρες μας. Ίσως κάποιες πολιτικές ανακατατάξεις να είχαν ως αποτέλεσμα την κατάργηση του συστήματος διαφάνειας της διαχείρισης δημοσίων χρημάτων, οπότε δε θα ήταν πια απαραίτητη η τήρηση αυτών των αρχείων με τις συναλλαγές.

Το γεγονός ότι ο Παυσανίας δε μνημονεύει ένα ιερό που να μπορεί τοπογραφικά να ταυτιστεί με το οικόπεδο που ερευνήσαμε, οφείλεται μάλλον στο ότι αυτό δεν υπήρχε πια το 2ο αιώνα μ.Χ., όταν εκείνος επισκέφτηκε το Άργος, γεγονός που μπορεί να συνδέεται με τη δεύτερη καταστροφική πλημμύρα που κατέστρεψε το κτίριο, στο οποίο φυλάσσονταν οι ενεπίγραφοι πίνακες.

Σε κάθε περίπτωση οι πολυάριθμοι χαλκοί πίνακες και τα κείμενα που διέσωσαν ως εμάς θα δώσουν περισσότερες απαντήσεις από τη μελέτη των ανασκαφικών δεδομένων.

Στη διάρκεια της ανασκαφής στο οικόπεδο Σμυρναίου, μια μεγάλη ομάδα με συνεργάτες [3] όλων των ειδικοτήτων (εικόνα 10), μοιραστήκαμε κάτω από φοβερά αντίξοες συνθήκες την αγωνία για την τεκμηρίωση και τη σωτηρία ενός μοναδικού ευρήματος, αυτής της αυθεντικής αρχαίας γραπτής πηγής. Θέλω να μοιραστώ μαζί τους τη χαρά και την ευθύνη και να τους ευχαριστήσω όλους θερμά.

 

Υποσημειώσεις


[1] Για το σκοπό αυτό τα ευρήματα μεταφέρονται σταδιακό και συντηρούνται από τον πεπειραμένο συντηρητή κ. Αναστάσιο Μαγνήσαλη υπό την εποπτεία του κ. Κριτζά στο Επιγραφικό Μουσείο.

[2] Στην προσπάθεια αυτή αρωγός μας είναι ο Δήμαρχος του Άργους κ. Δημήτριος Πλατής και σύσσωμο το Δημοτικό Συμβούλιο, που πρόσφατα έλαβε ομόφωνη απόφαση παραχώρησης της ανατολικής πτέρυγας των Στρατώνων Καποδίστρια για τη δημιουργία του νέου επιγραφικού μουσείου της πόλης, όπου οι χάλκινες δέλτοι θα αποτελέσουν το κορυφαίο έκθεμα.

[3] Τα ανασκαφικά ημερολόγια τήρησαν με υποδειγματική ακρίβεια οι αρχαιολόγοι Αναστασία Κρέκα και Θανάσης Ρούσσης, την ευθύνη της αφαίρεσης των δελτών είχαν οι συντηρητές Φώτης Δημάκης και Βασίλης Κοντός, τα ανασκαφικά σχέδια εκπόνησαν οι σχεδιάστριες Μαρία Καλλίρη και Καλλιόπη Νικολακοπούλου, ενώ η ψηφιακή τους επεξεργασία έγινε από την αρχαιολόγο Δρα Μαρίνα Θωμάτου. Το έργο του συντονισμού των ανασκαφικών εργασιών έφερε σε πέρας με επιτυχία ο οξυδερκής αρχιτεχνίτης ανασκαφών Δημήτρης Χασάπης. Ο αρχιτεχνίτης Χρήστος Σπηλιόπουλος επικεφαλής των ειδικευμένων τεχνιτών του έργου της Τίρυνθας ανέλαβε τα επίπονο έργο της ανάσυρσης των λίθινων καλύψεων με τη συνδρομή των ανυψωτικών μηχανημάτων του Γιώργου Γεωργόπουλου. Την ανασκαφική ομάδα απετέλεσαν οι Ηλίας Καπλατζής, Γιώργος Μούκιος, Νίκος Κούσουλας, Τάσος Κόλλιας, Κώστας Λύκος, Γιώργος Βασιλείου και Γιώργος Βελλίνης. Την ευθύνη της νυκτερινής φύλαξης είχαν οι αρχαιοφύλακες του Μουσείου Άργους με επικεφαλής τον Νίκο Ψυχάρη και τη συνδρομή του Αστυνομικού Τμήματος Άργους. Η οδός Κορίνθου απέκτησε ένα νέο κτίριο και η ιστορία του Άργους πλουτίστηκε με αυθεντικές πληροφορίες θεωρώ υποχρέωσή μου να ευχαριστήσω την Όλγα και το Βαγγέλη Σμυρναίο για τη γενναιόδωρη συμβολή τους στο έργο μας.

 

Δρ. Άλκηστης Παπαδημητρίου

Αρχαιολόγος

Αργειακή Γη, Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, τεύχος 2, Δεκέμβριος, 2004.

Σχετικά θέματα:

Οι χαλκοί ενεπίγραφοι πίνακες του Άργους – Χαράλαμπος Β. Κριτζάς, Επίτιμος Διευθυντής του Επιγραφικού Μουσείου και τέως Επιμελητής Αρχαιοτήτων Αργολίδος.

 

Read Full Post »

Παπαδημητρίου Άλκηστις


  

Άλκηστις Παπαδημητρίου

Η δρ. Άλκηστις Παπαδημητρίου γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι αρχαιολόγος, Διευθύντρια της Εφορείας Αρχαιοτήτων Αργολίδας και συγγραφέας. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές Κλασικής Αρχαιολογίας, Προϊστορικής Αρχαιολογίας και Αρχαίας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Albert – Ludwig του Freiburg της Γερμανίας, όπου εκπόνησε τη διδακτορική της διατριβή με τίτλο: «Die früheisenzeitliche bemalte Keramik aus Tiryns» (Η γραπτή κεραμεική της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου από την Τίρυνθα). Υπήρξε υπότροφος της Γερμανικής Υπηρεσίας Ακαδημαϊκών Ανταλλαγών (DAAD) και του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου. Ως φοιτήτρια συμμετείχε σε πανεπιστημιακές ανασκαφές στη Βασιλική Ιεράπετρας στην Κρήτη, στη Γρόττα Νάξου και στο ιερό του Απόλλωνος Μαλεάτα στην Επίδαυρο.

Μετά την απόκτηση του διδακτορικού της τίτλου διετέλεσε επί σειρά ετών (1987-1991) επιστημονική συνεργάτης στις ανασκαφές του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στην Τίρυνθα υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Klaus Kilian.

Από το 1991 έως σήμερα υπηρετεί στη Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού. Ως «μάχιμη αρχαιολόγος» έχει διενεργήσει μεγάλο αριθμό σωστικών ανασκαφών στο Άργος, την Τίρυνθα και την Ερμιόνη (ο αριθμός των ανασκαφών ανέρχεται στις 320 και συνεχώς αυξάνεται).

Πέρα από το πλούσιο ανασκαφικό της έργο, η Άλκηστις Παπαδημητρίου έχει να επιδείξει έντονη δραστηριότητα στο χώρο της Μουσειολογίας και της ανάδειξης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Συγκεκριμένα:

  • Υλοποίησε το πρόγραμμα απογραφής και ταξινόμησης των αποθηκών του Αρχαιολογικού Μουσείου του Άργους.
  • Συμμετείχε στην ομάδα εργασίας για την έκθεση του νέου Αρχαιολογικού Μουσείου Μυκηνών.
  • Ήταν υπεύθυνη για την υποβολή φακέλου ένταξης των Μυκηνών και της Τίρυνθας στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Unesco. Επίσης, υπήρξε επικεφαλής του προγράμματος αποκατάστασης και ανάδειξης του αρχαιολογικού χώρου της Τίρυνθας που χρηματοδοτήθηκε από το Β΄ και Γ΄ΚΠΣ.
  • Κατά τα έτη 2003-2004 ήταν επιβλέπουσα του έργου «στερέωση-αποκατάσταση του αρχαίου θεάτρου Άργους», ενώ από το 2004 έως το 2009 ήταν υπεύθυνη για τις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις που διοργανώνονταν στο συγκεκριμένο θέατρο σε συνεργασία με το Δήμο του Άργους.

Για τη σημαντική προσφορά και το πολυετές έργο της στον τομέα της προστασίας και ανάδειξης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, η δρ. Α. Παπαδημητρίου τιμήθηκε με βραβείο από το Δήμο Άργους και τη Νομαρχία Αργολίδας κατά τα έτη 2003 και 2004 αντίστοιχα. Στις 8 Μαρτίου 2018, Ημέρα της Γυναίκας, τιμήθηκε από το Δήμο Ναυπλιέων για το αρχαιολογικό και ανασκαφικό της έργο, και την προσφορά της στον πολιτισμό.

Η Α. Παπαδημητρίου είναι αντεπιστέλλον μέλος του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου και τακτικό μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής Μυκηνών, του Τοπικού Συμβουλίου Μνημείων Πελοποννήσου, του Εθνικού Συμβουλίου Μουσείων, καθώς και του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου. Στο διάστημα 2005-2011 διετέλεσε ταμίας, αντιπρόεδρος και γενική γραμματέας του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων.

 

Εργογραφία

Η δρ. Α. Παπαδημητρίου έχει να επιδείξει ένα εκτενές συγγραφικό και επιστημονικό έργο στην ελληνική, αγγλική και γερμανική γλώσσα.

 

Βιβλία

  • «Μυκήνες», Εκδόσεις Ιδρύματος Λάτση, Ο κύκλος των Μουσείων, Αθήνα 2015.
  • Π. Πάντος, Α. Παπαδημητρίου, Α. Κόσσυβα, «Οι Αρχαιολόγοι στην Ελλάδα: Συλλογή πληροφοριών για την Αγορά Εργασίας και Περιγραφή του Επαγγέλματος 2007-2008», Αθήνα 2008.
  • «Τουριστικός οδηγός του Δήμου της Νέας Τίρυνθας», Αργολίδα 2005.
  • «Τίρυνς. Ιστορικός και Αρχαιολογικός οδηγός», Αθήνα 2000.
  • «Die früheisenzeitliche bemalte Keramik aus Tiryns» (Διδακτορική Διατριβή Πανεπιστημίου του Freiburg 1987).

 

Άρθρα (επιλεκτικά)

  • Maran, A. Papadimitriou & U. Thaler, “Palatial wall paintings from Tiryns. New finds and new perspectives” στο: A.-L. Schallin & I. Tournavitou (επιμ.), Mycenaeans up to date.The archaeology of the north-eastern Peloponnese – current concepts and new directions, Stockholm 2015, 99-116.
  • «Στερέωση, συντήρηση, ανάδειξη της Κάτω Ακρόπολης της Τίρυνθας» στο: Το Παρόν και το Μέλλον των Μνημείων μας. Πολιτιστική Κληρονομιά και Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης. Η προσφορά της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας στην κοινωνία των πολιτών: 5ο συνέδριο, Θεσσαλονίκη 2007, 308-309.
  • «Αρχαιολογικά ευρήματα από την Ερμιόνη», Ναύδετο 4, 2007, 92-95.
  • J. Maran – A. Papadimitriou, «Forschungen im Stadtgebiet von Tiryns 1999-2002», Archäologischer Anzeiger 2006, 97-169.
  • «The Early Iron Age in the Argolid: Some new aspects» στο: S. Deger-Jalkotzy – I. Lemos (επιμ.), Ancient Greece: From the Mycenaean Palaces to the Age of Homer, Edinburgh 2006, 531-547.
  • «Υπομυκηναϊκή και πρωτογεωμετρική κεραμεική στο Άργος» και «Οργάνωση αποθηκών Μουσείου Αργους» στο: Α΄ Αρχαιολογική Σύνοδος Νότιας και Δυτικής Ελλάδος: Πάτρα 9-12 Ιουνίου 1996. Πρακτικά. Αθήνα 2006, 281-288, 349-354.
  • «Οι νέοι χαλκοί ενεπίγραφοι πίνακες από το Αργος» στο: Αργειακή γη. Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αργους, Αργος 2004, 37-51.
  • «Οι υπομυκηναϊκοί και πρωτογεωμετρικοί τάφοι της Τίρυνθας. Ανάλυση και ερμηνεία», στο Α.Γ. Βλαχόπουλος (επιμ.), Αργοναύτης. Τιμητικός τόμος για τον Καθηγητή Χρίστο Γ. Ντούμα από τους μαθητές του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1980-2000), Αθήνα 2003, 713-727.
  • Τα λήμματα «Το νέο αρχαιολογικό μουσείο Μυκηνών» και «Τίρυνθα» στο: Ελλάδα, Προϊστορικά και Κλασικά μνημεία. Παγκόσμια Πολιτιστική Κληρονομιά, Αθήνα 2002, 16 και 176-191.
  • «Η οικιστική εξέλιξη της Τίρυνθας μετά τη μυκηναϊκή εποχή. Τα αρχαιολογικά ευρήματα και η ιστορική τους ερμηνεία», στο: Αργος και Αργολίδα, τοπογραφία και πολεοδομία. Πρακτικά διεθνούς συνεδρίου Αθήνα-Αργος 28/4-1/5/1990 (εκδ. A. Pariente & G. Touchais, 1998, 117-130.
  • Μια πρώιμη χάλκινη φωκική κοπή» στο: Ευ. Κυπραίου (επιμ.), Χαρακτήρ: Αφιέρωμα στη Μαντώ Οικονομίδου, Αθήνα 1996, 225-230.
  • «Bericht zur früheisenzeitlichen Keramik aus der Unterburg von Tiryns», Archäologischer Anzeiger 1982, 227-243.

 

Πηγή


  • Μαρία Μικεδάκη, Επίκουρη Καθηγήτρια Αρχαίου Θεάτρου, «Άλκηστις Παπαδημητρίου: Η Συγγραφέας πίσω από την Αρχαιολόγο», Συμπόσιο για τους συγγραφείς της Αργολίδας,  Ναύπλιο, 2016.

Read Full Post »

Ο αμφιλεγόμενος Φιλικός Νικόλαος Γαλάτης και η εκτέλεσή του


 

Ένας από τούς σημαντικότερους και πιο δραστήριους Φι­λικούς, αλλά και μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, υπήρξε ο Ιθακήσιος Νικόλαος Γαλάτης, γόνος αρχοντικής οικογένειας και με ξεχωριστή παιδεία, γεννημένος το 1790-1794. Σύμφωνα με έγγραφα, αγγλικά και ρωσικά, του 1816-1817, αλλά και προσωπική του κατάθεση στις αγγλικές Αρχές της Επτανήσου, πριν φύγει για την Οδησσό (1816), έρχεται στην Αθήνα, όπου και γίνεται μέλος της Φιλομούσου Εταιρείας, υπηρετεί στην επτανησιακή εθνοφρουρά, και γνωρίζοντας καλά γαλλικά και ιταλικά, υπηρετεί για ενάμιση περίπου χρόνο, ως γραμματικός του Αλή Πασά. [1]

Ο Ν. Γαλάτης φθάνει στην Οδησσό στα 1816 κι αμέσως έρχεται σε επικοινωνία με τους πρωταγωνιστές της ίδρυσης της Φιλικής Εταιρείας. «Κατ’ ε­κείνην δε την εποχήν (δηλ. 1816) -λέει ο Εμμα­νουήλ Ξάνθος- ήλθεν εις Οδησσόν κάποιος Νικό­λαος Γαλάτης, όστις εκαυχάτο ότι ήταν συγγενής του Κόμητος Καποδίστρια, και ότι διά υποθέσεις σημαντικάς, είχε σκοπόν να απέλθη εις Πετρούπολιν προς αντάμωσίν του. Ο Σκουφάς, άγρυπνος παρατηρητής όλων των ομογενών, επρόσεξε και εις αυτόν, και φιλιωθείς μετ’ αυτού εστοχάσθη να τον εισάξη εις την Εταιρείαν και τω όντι, κατηχηθείς και μαθών την Αρχήν, υπεσχέθη μεγάλα πράγματα· ο Σκουφάς λοιπόν τον εφοδίασε με έξοδα και συστατικά εις τους εν Μόσχα Τοακάλωφ, Κομιζόπουλον και άλλους φίλους, οίτινες τον υπεδέχθησαν με πολλήν περιποίησιν και τον εσύστησαν εις τον Πρίγκηπα Αλέξανδρον Μαυροκορδάτον τον Φυραρήν και τον οποίον κατήχησεν εις την Εταιρίαν, της οποίας εδέχθη με μεγάλον ενθουσιασμόν το μυ­στήριον. Έφθασεν εκεί, αλλά με την κακήν και άφρονα διαγωγήν του ηνάγκασε την Διοίκησιν να τον αποπέμψη εκτός των συνόρων, και ούτος απήλθεν εις Μολδαυΐαν, όπου ευρισκόμενος κατεχράτο του μυστηρίου της Εταιρίας προς όφελος και ευχαρίστησιν των παθών του» [2].

Φιλική Εταιρεία

Ο Φιλικός Γεώργιος Λεβέντης, που μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Ν. Γαλάτη, κατά την παραμονή του στη Μολδαβία, τον κατηγορεί για τυχοδιωκτισμό, γράφοντας στα απομνημονεύματά του:

«Του πολυθρύλητου Γαλάτου ο βίος είναι λίαν περίεργος και τυχοδιωκτικός. Πρώτον μετέβη αυτός εις Οδησσόν περί τα τέλη του 1816, φορών άγγλου στρατιώτου στολήν· διά της σπανιάς ευφυΐας του και της περί το λέγειν δεινότητας εφείλκυσε πολλούς προς εαυτόν και ταχέως εγένετο φίλος των εκεί μελών της αρχής, Νικολάου Σκουφά, Εμμανουήλ Ξάνθου και Αθανασίου Ταακάλωφ. Οι αγαθοί εκείνοι άνδρες, πιστεύσαντες εις τους λήρους του Γαλάτου, ανεκοίνωσαν αυτώ το μέγα μυστήριον και συμπερέλαβον αυτόν ως μέλος της αρχής, ελπίζοντες ότι θα συνετέλει εις του μεγάλου επιχειρήματος την αισίαν έκβασιν. Εν Πετρουπόλει εξετραχηλίσθη εις τοσαύτα πλημμελήματα, ώστε η ρωσική κυβέρνησις, ει και ανακαλύψασα τα κατά την εταιρίαν εκ των συλληφθέντων εγγράφων του, ηρκέσθη μόνον ίνα αποπέμψη αυτόν εκ Ρωσίας, τον συνέστησε δε πάνυ γενναίως και φιλανθρώπως προς την εν Μολδαβία αρχήν, υπολαβούσα τας περί εταιρίας ιδέας του ως κενά πλάσματα νεανικής φαντασίας. Καθ’ υπερβολήν άσωτος ων, συνεχώς περιέπιπτεν εις αξιοποίνους και επίφοβους παρε­κτροπής, ο δε φιλογενής Λεβέντης αξίωσε εφιλοτιμήθη και εσπούδασεν ίνα προλάβη ή επανορθώ­ση τας αδικοπραγίας και την απληστίαν του, δαπανήσας εν άλω πλείονας των 40.000 ολλ. φλωρίων χάριν της Φιλικής Εταιρίας, ης τα συμφέροντα εξετίθει και εζημίου ο Γαλάτης» .[3]

Ο Ν. Γαλάτης κατά τη μετάβασή του στην Πετρούπολη, στα 1817, είτε με εντολή της Αρχής ή από δική του πρωτοβουλία, θα συναντήσει τον Ιωάννη Καποδίστρια και θα του προτείνει να αναλάβει την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας, πράγμα που ο Καποδίστριας θα αρνηθεί. Αφηγείται για τη συνάντηση αυτή ο Καποδίστριας.

«Ο Γαλάτης ήλθε λοιπόν εις Πετρούπολιν και παρουσιάσθη εις εμέ. Έφερε την στολήν της Ιονίου Εθνοφυλακής και ετιτλοφορείτο κόμις! Η εμφάνισίς του, οι τρόποι του και οι πρώτοι του λόγοι μοι έ­καμαν κατ’ αρχάς να νομίσω ότι ο νέος ούτος ήτο τυχοδιώκτης. Εν τούτοις αι εξηγήσεις ας εφαίνετο επειγόμενος να μοι δώση με ήγαγον να μεταβάλω γνώμην. Τον άφησα να ομιλήση και τότε ενόησα ότι επρόκειτο περί πράγματος σοβαρωτέρου. Πράγματι ο Γαλάτης ήτο απεσταλμένος μυστικής εταιρείας αποτελουμένης αποκλειστικώς εξ Ελλήνων οι οποίοι εσχεδίαζον να ελευθερώσουν διά γενικής εξεγέρσεως την πατρίδα των εκ του τουρκικού ζυγού. Ο Γαλάτης ήρχετο να μοι προτείνη να γίνω αρχηγός της εταιρείας ταύτης και να διευθύνω συνεπώς τας ενεργείας της. Μοι προέτεινε να μοι αναγνώση τας οδηγίας και πάντα τα έγγραφα ων ή­το κομιστής». [4]

Ο Γαλάτης, που τον παρακολουθούσε η ρωσική Αστυνομία, θα συλληφθεί τότε και θα υποχρεωθεί να καταφύγει στη Μολδαβία. «Η ανάκρισις και τα έγγραφα, άτινα εκόμιζεν ο Γαλάτης, απεκάλυπταν τα σχέδια της μυστικής εταιρείας», γράφει ο Καποδίστριας. [5] Το γεγονός φανερώνει τουλάχιστον επιπολαιότητα από μέρους του Γαλάτη, που φαίνεται πως ενεργούσε χωρίς τις απαραίτητες προφυλάξεις και με κάποιον επικίνδυνο παρορμητισμό.

«Ο Γαλάτης, γενόμενος Εταίρος, – λέει ο Ιωάννης Φιλήμων – έδειξεν απαραδειγμάτιστον ενθουσια­σμόν, τον οποίον υπεστήριζε το παρρησιαστικόν και τολμηρόν πνεύμα του. Υπέσχετο ως κατορθωτό όχι μόνον τα δύσκολα, αλλά και τα φύσει ακατόρθωτα». [6]

Αυτή η αυτοπεποίθηση και ο ενθουσιασμός θα τον οδηγήσουν σε απερισκεψίες και ακρότητες, τις οποίες επισημαίνει και ο Φιλήμων, γράφοντας:

«Τα πάθη εκείνα, όσα γεννώνται από την μεταξύ των δυνάμεων και των επιθυμιών ανισότητα, σύρουσι τον άνθρωπον εις τας μεγαλιτέρας παραδρομάς και ατοπίας. Τοιούτος δείκνυται ο Γαλάτης εις την εποχήν αυτήν (δηλαδή κατά την παραμονή του στην Πετρούπολη). Επιρρεπής και εις το καλόν και εις τον κακόν επίσης, κενόδοξος και αχαλίνωτος από το ορμητικόν του πνεύμα, δεν αφήκε τίποτε, απ’ όσα εδύναντο να ριψοκινδυνεύσωσι βεβαίως την υπόληψιν και ύπαρξιν της αρτιπαγούς Εταιρίας! Εκτίνει, όπου υπάγει, τους προσηλύτους· κατηχεί τον γηραιόν ηγεμόνα Α. Μαυροκορδάτον (τον Φυραρήν) και πολλούς μεγαλεμπόρους, και εμπνέει σέβας ενταυτώ και έκπληξιν εις όλους». [7]

Εκτός από τον Α. Μαυροκορδάτο, κατά τον Τ. Κανδηλώρο, ο Γαλάτης θα κατηχήσει στη Μόσχα τον Νικόλαο Πατσιμάδη, τον Κωνσταντίνο Πεντεδέκα και τον Μάνθο Ριζάρη. «Και οι τέσσερες ούτοι, εκ των επιφανεστέρων εν Μόσχα Ελλήνων, υπήρξαν και εκ των δραστηριωτέρων μελών της Φιλικής Εταιρίας, επομένως οφείλεται εθνική ευγνωμοσύνη εις τον Γαλάτην, διότι πρώτος αυτός διέσπασεν εν Μό­σχα τους πάγους του Βορρά, κατηχήσας σπουδαία και πανελληνίου φήμης πρόσωπα», λέει ο Τ. Κανδηλώρος. Για να ολοκληρώσει: «Δεν είχεν όμως ο Γαλάτης μόνον δυστυχώς δραστηριότητα. Είχε και ικανήν πονηριάν μετέχων των αρετών και των κακιών του παλαιού Αλκιβιάδου». [8]

Η αναγκαστική φυγή του από την Πετρούπολη και η εγκατάστασή του στη Μολδαβία θα ταυτισθούν με τις υποψίες που άρχισαν να έχουν κορυφαία μέλη της Φιλικής για πιθανότητα να προδώσει μυστικά της Αρχής, από απερισκεψία ή φιλοχρηματία. Ο ίδιος πάντως συνεχίζει τις κατηχήσεις, χωρίς όμως να παίρνει και τα απαραίτητα μέτρα προφύλαξης.

Απίθανος πρέπει να θεωρηθεί ο ισχυρισμός του Αμβροσίου Φραντζή ότι ο Γαλάτης, τον οποίον χαρακτηρίζει «ασήμαντον νέον και άσωτον υπέρ το δέον», αλλά που είχε «μεγάλην εμπειρίαν και επιτηδειότητα», κατά τη σύντομη παραμονή του στην Κωνσταντινούπολη, στα 1818, «διά να δίδη φό­βον εις τούς εφόρους υπήγαινε συχνάκις εις τον Χαλέτ εφέντην (πρόεδρον όντα του οθωμανικού υπουργικού συμβουλίου)». [9]

Η απώλεια κάποιων εγγράφων, η αθρόα εγγραφή μελών στη Μολδαβία, παρά την εντολή της Αρχής να είναι περιορισμένη και ιδιαίτερα μυστική, και που μερικοί πίστευαν ότι γινόταν για την είσπραξη συνδρομών, οι συχνά απερίσκεπτες κινήσεις του και εξομολογήσεις του ανησύχησαν τούς κορυφαίους της Φιλικής, ότι πιθανόν ο Γαλάτης, με την όλη συμπεριφορά του, μπορούσε να προξενήσει ολέθρια αποτελέσματα στους στόχους της Φιλικής Εταιρείας. Ο Θ. Νέγρης, με γράμμα του από το Ιά­σιο (12 Απριλίου 1819), προς την Αρχή, επισημαίνει τη γενικότερα επιζήμια αποστολή «του μισογενούς τέραιος», καθώς αποκαλεί τον Γαλάτη, κατά τη δίχρονη παραμονή του εκεί. [10]

 

Η εκτέλεση

 

Ο θάνατος του Σκουφά, στα 1818, επιταχύνει τις εξελίξεις για την τύχη του Γαλάτη. Έτσι, στα μέσα του 1819, αποφασίζεται η εκτέλεσή του, με τη συγκατάθεση του Τσακάλωφ, του Ξάνθου, του Π. Αναγνωστόπουλου και πιθανώς και του Π. Σέκερη. Ο Γαλάτης παγιδεύεται από τον Τσακάλωφ, με την πρόταση ότι οι ανάγκες της Εταιρείας, ύστερα από έγγραφα οπλαρχηγών του Μοριά, επιβάλλουν τη μετάβαση του ίδιου και ορισμένων άλλων, ανάμεσά τους και ο Γαλάτης, στη Μάνη. Ήθελαν να τον δολοφονήσουν στην Ελλάδα και όχι στη Μολδαβία ή στην Κωνσταντινούπολη, γεγονός που μπορούσε να προκαλέσει μεγαλύτερη αναταραχή στους κόλπους της Εταιρείας. Τη συνέχεια της δραματικής πορείας προς το θάνατο, μας περιγράφει ο Ξάνθος:

«Εν ω δε ο Ξάνθος ήτο εις το Πήλιον όρος, είχε επιστρέψει ο Πεντεδέκας από την Βλαχίαν μετά του ρηθέντος Γαλάτη· τούτον οι εκεί (δηλαδή στην Κωνσταντινούπολη) Τσακάλωφ, Αναγνωστόπουλος και Σέκερης υπεδέχθησαν φιλικώς και επεριποιούντο με καλόν τρόπον, αλλ’ αυτός κακοήθης ων, ωφελείτο από την περίστασιν των τρεχόντων πραγμάτων, διά να ενοχλή όσους εγνώρισεν αδελφούς της Εταιρίας, βιάζων αυτούς να του δίδωσι χρήματα επί τη απειλή προδοσίας. Εκείνοι δε φοβούμενοι, και δικαίως, τω έδιδον μεν, αλλ’ εταράττοντο διά την τοιαύτην φρικτήν κακοήθειαν και πολλά παράπονα κατ’ αυτού εγίνοντο, ώστε ο Τσακάλωφ και ο Δημητρακόπουλος (ο επιστρέψας εκ της Μάνης με γράμματα του ηγεμόνος Πέτρου Μαυρομιχάλη προς την Αρχήν) τον κατέπεισαν να επιβιβασθή με αυτούς διά την Μάνην, ως και έγινε. Φθάσαντες δε εις Ύδραν και εκείδεν μεταβαίνοντες διά τας Σπέτσας και μη υποφέροντες αφ’ ενός την κακίαν και διαφθοράν του, προβλέποντες δε αφ’ εφενός οι εταιρισταί, και το τόσον μεγά δυσκατόρθωτον έργον προχωρήσαν επί τοσούτον κατ’ ευχήν, δυνάμενον ευκόλως να ματαιωθή, μη φυλαττωμένης της απαιτουμένης εχεμυθίας, δύο κακών προκειμένων, απεφάσισαν υπέρ της σωτηρίας των πολλών, να θυσιάσωσιν ένα, και τω όντι τον εφόνευσαν εις την Ερμιόνην (Καστρί), όπου προς επίσκεψιν τινών ερειπίων είχαν υπάγει- αυτοί δε κατέφυγον εις την Μάνην». [11]

Ο Ξάνθος προσπαθεί να αποποιηθεί την ευθύνη για την εκτέλεση του Γαλάτη και λέει ότι ο φόνος αποφασίστηκε στην Ερμιόνη, ενώ είναι, από διάφορες πηγές, γνωστό πως η εκτέλεση είχε προαποφασισθεί στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Ιωάννης Φιλήμων, αναφερόμενος στην εκτέλεση του Γαλάτη, το Νοέμβριο του 1819, γράφει.

«Αυτός (ο Τσακάλωφ) και ο Γαλάτης βηματίζονται εις παραλληλόγραμμον. Έφθασαν εις εν κοίλωμα, όπου ο Δημητρακόπουλος ειδοποιεί τον πρώτον, ότι είναι η ώρα. Ο Τσακάλωφ εντεύθεν δεν προοδεύει, υποκρινόμενος ότι παρατηρεί τι. Ο Δημητρακόπουλος λαμβάνει την θέσιν του και πυροβολεί τον Γαλάτην. Αυτός και πληγωμένος αποσύρει το ξίφος, και ορμά κατά μέτωπον προς τον φονέα του, όστις τον πυροβολεί εκ δευτέρου εις το στήθος και τον θανατώνει. [12]

Ο Γαλάτης έζησεν ως 1/4 της ώρας. Κατά τας τε­λευταίας ταύτας στιγμάς του εφώναξε δακρυρροών:«Αχ! Μ’ εφάγατε! Τι σας έκαμα;». Ο Δημητρακόπουλος συντρίβεται και περιχέεται από δάκρυα. Πλησιάσας δε τον ψυχορραγούντα, λέγει· «Ω, δυστυχή άνθρωπε. Τα δάκρυά μου είναι μάρτυς της καρδίας μου, ότι σ’ ελυπούμην· αλλά πώς άλλως ήτο δυνατόν να γλυτώσωμεν από την ανοικονόμητον κακίαν σου;».

Ο αδελφός του Αλέξανδρου Υψηλάντη, ο Νικόλαος, χαρακτηρίζει τον Γαλάτη «επικίνδυνο», υπογραμμίζει «την ξεδιάντροπη επιδειξιομανία του», αλλά δεν δικαιολογεί το φόνο του. Σημειώνει, αναφερόμενος στο θάνατό του:

«Καθώς αγωνιζόταν ν’ αγκαλιάσει το δέντρο, το μοναδικό μάρτυρα που θα μαρτυρήσει μετά το θά­νατό του την αθωότητά του, την πίστη του και το ζήλο του για την πατρίδα, ένα τρομπόνι ρίχτηκε στην πλάτη του από ένα φίλο. Είναι αυτό το ίδιο δέντρο που, με τα πυκνά και σκοτεινά κλαριά του, σκεπάζει τώρα τη στάχτη του και που στον αυλακωμένο από τον κεραυνό κορμό του αρκετοί από τους συμπολίτες του πρότειναν, αντί επιταφίου, να χαραχτούν τα τελευταία λόγια που πρόφερε παραδίνοντας το πνεύμα: Τι σας έκαμα;» [13]

Ο Φιλέλληνας, ιστορικός και επικεφαλής του μικτού τάγματος στην πολιορκία της Τρίπολης, Τόμας Γκόρντον. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία.

 

Ο Τόμας Γκόρντον (Thomas Gordon) αποδίδει ευθύνες για τη δολοφονία και στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, που έγινε Φιλικός στις αρχές του 1820 και αργότερα Γενικός Επίτροπος της Φιλικής Εταιρείας, λέγοντας:

«Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο φόνος αυτός οργανώθηκε από τους κυριότερους Φιλικούς, και δεν έλειψαν εκείνοι που τον απέδωσαν στον Υψηλάντη, επειδή, σύμφωνα με τη δική τους εκδοχή, έβλεπε στο πρόσωπο του Γαλάτη έναν αντίζηλο που του αμφισβητούσε το προβάδισμα, και με τον οποίο είχε κιόλας μαλλώσει σχετικά με τη διάθεση των αποθεμάτων της Εταιρείας». [14]

Την κατηγορία ότι ο Αλ. Υψηλάντης γνώριζε για τις δολοφονίες Φιλικών, όπως αυτή του Γαλάτη, αλλά και του Καμαρινού και του Ιπατρου, υποστηρίζει και ο Φίνλεϊ, διευκρινίζοντας πως «οι μυστικές εταιρείες υποθάλπουν συνήθως και καλλιεργούν εσωτερικές ραδιουργίες». [15]

Ο Ν. Γαλάτης, τον οποίο ο Σπυρίδων Τρικούπης χαρακτηρίζει «νέον πνευματώδη, αλλ’ άσωτον και κομπαστήν» [16], πλήρωσε με τη ζωή του τον παρορμητισμό, την απερισκεψία του και τη φιλοχρηματία του, που επισημαίνουν συνεργάτες του και ιστορικοί. Σε μια εποχή τόσο ταραγμένη, γίνονται και υπερβολές και οι αιτίες που οδηγούν σε χαρακτηρισμούς, όπως αυτή του Γαλάτη ως «προδότη», συνδέουν τη διαύγεια, με το ημίφως και τη σκιά. Η δολοφονία έγινε, όπως έχει τονισθεί, για να μην διακινδυνεύσουν πρόσωπα, αλλά και η ίδια η πορεία προς την εξέγερση. Είναι εκείνο που χαρακτηριστικά σημείωσε ο Ξάνθος: «Αποφάσισαν (δηλ. βασικά στελέχη της Φιλικής) υπέρ της σωτηρίας των πολλών να θυσιάσωσιν ένα». [17]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Οδυσσέας Δημητρακόπουλος, «Προεταιριστικές δραστηριότητες του Φιλικού Νικολάου Γαλάτη», Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών, Ε (1974-1975), σ. 366-370.

[2] Εμμανουήλ Ξάνθος, «Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρίας», έκδοσις δευτέρα, Αθήνα 1939, σ. 32-33.

[3] Τάσος Βουρνάς, «Φιλική Εταιρία», Αθήνα (1982), σ. 269-270.

[4] Αυτοβιογραφία Ιωάννου Καποδίστρια, εισαγωγή-μετάφρασις- σχόλια Μιχαήλ Λάσκαρι, δευτέρα έκδοσις, Αθήναι 1968, σ. 82- 83.

[5] Αυτοβιογραφία Ιωάννου Καποδίστρια, σ. 86.

[6] Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας, εν Μανωλία 1834, σ. 182.

[7] Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί Φιλικής Εταιρίας, σ. 183.

[8] Τάκης X. Κανδηλώρος, Η Φιλικής Εταιρία, 1814-1821, εν Αθήναις 1926, σ. 127.

[9] Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, τόμος πρώτος, εν Αθήναις 1839, σ.78.

[10] Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τομ. Α’, Αθήναι 1859, σ. 141.

[11] Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 37-38.

[12] Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί Φιλικής Εταιρίας, σ. 229-230.

[13] Απομνημονεύματα του Πρίγκηπος Νικολάου Υψηλάντη, μετάφραση-προλεγόμενα και σχόλια Ελευθέριος Μωραιτίνης- Πατριαρχέας, Αθήνα 1986, σ. 119-121.

[14] Thomas Gordon, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Βιβλίο Α’, τόμος 1, μετάφραση Φρίξος Βράχας, Αθήνα χ.χ., σ. 16.

[15] Γεώργιος Φίνλεϋ, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Α’, μετάφραση Αλίκη Γεωργούλη, θεώρηση Ελένης Γαρίδη, επιμέλεια-συμπληρώσεις – σχολιασμός Τάσος Βουρνάς, Αθήνα χ.χ., σ. 165.

[16] Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, έκδοσις εκατονταετηρίδος μετά προλόγου Κωστή Παλαμά, τόμος Α’, Αθήναι 1926, σ, 16.

[17] Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 38. Για το Ν. Γαλάτη, βλ. και, Ε. Γ. Πρωτοψάλτης, Η Φιλική Εταιρεία, Αθήναι 1964, σ. 36-37.

 

Δημήτρης Σταμέλος

Ιστορικός – Λογοτέχνης

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Άγνωστες πτυχές της μυστικής οργάνωσης», τεύχος 48, 14 Σεπτεμβρίου 2000.

Read Full Post »

Οι χορηγίες στην υπηρεσία πολιτικών επιδιώξεων των ελληνιστικών βασιλείων. Η επιγραφή McCabe, Didyma 13. © Γεωργία Κ. Κατσαγάνη, Δρ. Κλασικής Φιλολογίας


 

Οι χορηγίες στην υπηρεσία πολιτικών επιδιώξεων των ελληνιστικών βασιλείων.

Η επιγραφή McCabe, Didyma 13

 

Ψήφισμα για τη διανομή τροφίμων στα γενέθλια του Ευμένη (Β΄); περ. 159/8 π.Χ.: McCabe, Didyma 13.

 

Η επιγραφή McCabe, Didyma 13

 

 Απόδοση στη Νεοελληνική

 

 . . .την έκτη του μηνός Ληναιώνος από τα έσοδα των χρημάτων που έχουν αναφερθεί προηγουμένως. Να αποφασίσει η βουλή να εκλεγούν στην εκκλησία δύο άνδρες και αυτοί που θα εκλεγούν να προνοήσουν να αγοραστεί αρκετή ποσότητα σιταριού ή να μισθωθεί η παροχή ικανής ποσότητας σιταριού έτσι ώστε να μοιραστούν σε κάθε πολίτη έξι ημίεκτα, την 6η του μηνός Ληναιώνος την ημέρα δηλ. που γεννήθηκε ο βασιλεύς Ευμένης, και να γίνει η θυσία και η συνεστίαση, αφού διευκρινιστούν τα σχετικά με τις πομπές και τις θυσίες και τον οπλισμό των εφήβων και όλα τα άλλα που έχουν οριστεί από τον στεφανηφορικό νόμο και από τον κανονισμό περί ιερωσύνης.

Επίσης, στη συνέχεια να εκλέξουν κατά τη 12η του μηνός Ταυρεώνος αυτούς που θα αγοράσουν τα σιτηρά ή που θα μισθώσουν την παροχή της απαραίτητης ποσότητας. Για να τύχουν της πρέπουσας διαχείρισης όσα αποφασίστηκαν παραπάνω, οι άνδρες που είχαν οριστεί για την κατασκευή του Γυμνασίου Ειρηνίας γιος του Ειρηνίου και Ζώπυρος γιος του Ασκληπιοδώρου πρέπει, κατά τον μήνα Αρτεμισιώνα του τρέχοντος έτους να καταβάλουν τριάντα τάλαντα από τα οφειλόμενα εμπορικά δάνεια, σε αυτούς που θα εκλεγούν τραπεζίτες της δημόσιας τράπεζας, κατά τη χρονιά μετά τα δύο έτη που στεφανηφόρος ήταν ο θεός και τα οποία ακολούθησαν το έτος του Μενεκράτη. Από τους τόκους αυτού οι τραπεζίτες θα έπρεπε να αποδώσουν στα αιρετά μέλη της επιτροπής τα απαραίτητα για την αγορά σιταριού ποσά και όταν θα λήξει η θητεία τους να παραδώσουν στους μετά από αυτούς τραπεζίτες.[1] . . . επαρκή συμβόλαια και να ζητήσουν οι εκλεγμένοι να γίνει αμέσως η  αγορά του σίτου ή η μίσθωση (της αγοράς) και να καταγραφεί στους  λογαριασμούς (της πόλης).

Για να τηρούνται τα αποφασισμένα και να διαφυλάσσεται η ανάμνηση του βασιλέως στο μέλλον, να λάβουν γνώση για το ψήφισμα του δήμου και ο βασιλεύς Άτταλος  και ο Αθήναιος και ο γιος του Ευμένη Άτταλος και να μην επιτρέπεται σε κανέναν ούτε να πει ούτε να αναγνωρίσει εκ των υστέρων ούτε να προσθέσει ούτε να σημειώσει ούτε να θέσει σε ψηφοφορία ότι πρέπει να μεταβιβαστούν τα χρήματα σε κάτι άλλο και να μην υπάρχει η δυνατότητα παρέμβασης σε αυτά που έχουν καταχωριστεί στο ψήφισμα. Εάν όμως κάποιος πράξει κάτι αντίθετο με οποιονδήποτε τρόπο, το γραφέν να είναι άκυρο, και αυτός που έπραξε κάτι από τα απαγορευμένα να πληρώσει 2.000 στατήρες ιερούς στον Απόλλωνα Διδυμαίο. Και το ψήφισμα αυτό να αναγραφεί σε στήλη λιθίνη και να στηθεί στο ιερό του Διδυμαίου Απόλλωνος μπροστά από τον ναό.

Στους Ελληνιστικούς χρόνους το μοτίβο της τιμής του βασιλέως είναι ευρέως διαδεδομένο και καθίσταται κίνητρο για την καθιέρωση αγώνων, κοινωνικών εκδηλώσεων, οικονομικής ενίσχυσης των πολιτών και εφοδιασμό τους με βασικά είδη διατροφής [2].

Ευμένης Β΄ της Περγάμου (πιθανολογείται). Ηγεμόνας του ελληνιστικού βασιλείου της Περγάμου στη Μικρά Ασία, μέλος της Δυναστείας των Ατταλιδών. Naples National Archaeological Museum.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εξετάζεται η διαδικασία απονομής τιμών στον Ευμένη Β΄, ηγεμόνα του Περγάμου και μέλος της δυναστείας των Ατταλιδών, κατά την ημερομηνία των γενεθλίων του, η συμβολή του στην ανέγερση του Γυμνασίου της Μιλήτου, καθώς και ο ρόλος των τραπεζών στην οικονομική ζωή των πόλεων των Ελληνιστικών χρόνων. Τέλος, διερευνάται και η ύπαρξη και άλλων χορηγιών του Ευμένη Β΄, ο σκοπός τους και ο τρόπος υλοποίησής τους.

Βάση της διερεύνησης της απονομής τιμών στον Ευμένη αποτελεί η επιγραφή Didyma 13 που βρέθηκε στα Δίδυμα της Μ. Ασίας αναφέρεται σε ψήφισμα της βουλής της Μιλήτου και ψηφίστηκε λίγο μετά το 159 π.Χ. Το συγκεκριμένο ψήφισμα παρέχει αρκετές πληροφορίες αλλά παρουσιάζει και αρκετά προβλήματα, σχετικά με τη διάθεση των χρημάτων της χορηγίας του Ευμένη και με την παρέμβαση σε αυτά της επιτροπής που ήταν επιφορτισμένη με την ανέγερση του Γυμνασίου της Μιλήτου [3].

Με βάση το ψήφισμα, αποστέλλεται από τη Μίλητο στον Ευμένη εκ νέου [4] ο Ειρηνίας Ειρηνίου [5], ο οποίος επηρέασε τόσο τον Ευμένη, ώστε ο τελευταίος να προβεί στην αύξηση του ποσού της χορηγίας προς την πόλη της Μιλήτου, καθώς και να αναλάβει ο ίδιος τα έξοδα που σχετίζονταν με τον εορτασμό των γενεθλίων του (στ. 9-12).

Η εορτή έπρεπε να λάβει χώρα στις έξι του μηνός Ληναιώνος [6] και η πόλη θα την χρηματοδοτούσε «από τα έσοδα των προαναφερομένων κεφαλαίων» [—Λη]ναινος τι κτηι π [τς πρ]οσ[δου] [τς κ τν ερ]ημνων χρημτων. (στ. 2-3) [7]. Δεν γνωρίζουμε το χρηματικό ποσό των κεφαλαίων, η μνεία όμως των εσόδων που απέφεραν, δείχνει ότι οι Μιλήσιοι τα είχαν τοποθετήσει, πιθανώς, σε δημόσια τράπεζα, σύμφωνα με τις οδηγίες του βασιλέως. Αυτή η τοποθέτηση ήταν εκ των πραγμάτων επιβεβλημένη για μακροπρόθεσμες δαπάνες [8].

Για την απονομή της τιμής στον Ευμένη, τη 12η του μηνός Ταυρεώνος [9] η  βουλή έπρεπε να εκλέξει δύο άνδρες που θα αναλάμβαναν την οργάνωση της λατρείας, τις θυσίες και τη δημόσια συνεστίαση [10] (στ. 10-15). Οι Μιλήσιοι αποφάσισαν να αυξήσουν τη λαμπρότητα της εορτής, προσθέτοντας τη διανομή έξι ημιέκτων του μεδίμνου σίτου (περίπου 26 κιλά) σε κάθε πολίτη. Επιπλέον, οι εκλεγμένοι άνδρες θα οργάνωναν και τα σχετικά με την πομπή από οπλισμένους εφήβους, και όλα τα άλλα όπως ορίζονταν από τον νόμο των στεφανηφόρων [11] και από τον κατάλογο των ιερέων (στ. 3-10).

Η επιτροπή των δύο αυτών ανδρών που ήταν επιφορτισμένη με την αγορά των δημητριακών θα ανανεωνόταν στο εξής κάθε χρόνο, στις 12 του μηνός Ταυρεώνος (στ. 15-19). Στο ψήφισμα αναφερόταν και ο εξής όρος «και προκειμένου οι προαναφερθείσες δωρεές να λάβουν την κατάλληλη διαχείριση, πρέπει οι πολίτες που επιλέχθηκαν για την ανέγερση του Γυμνασίου ο Ειρηνίας [12], ο γιος του Ειρηνίου και ο Ζώπυρος, ο γιος του Ασκληπιόδωρου, να πάρουν από την τράπεζα τριάντα τάλαντα από τα ανεξόφλητα από τους εμπόρους εμπορικά δάνεια, κατά τον μήνα Αρτεμισιώνα [13] εκείνου του έτους, με τη συναίνεση των εκλεγμένων τραπεζιτών της δημόσιας τράπεζας, για τον χρόνο που θα ακολουθήσει τη δεύτερη επωνυμία του θεού μετά τον Μενεκράτη· με αυτό το εισόδημα, οι τραπεζίτες θα πρέπει να παράσχουν στους αιρετούς πολίτες τα χρήματα για την αγορά των σιτηρών, και όταν λήξει η θητεία τους στο αξίωμα, θα πρέπει να παραδώσουν τα χρήματα στους επόμενους τραπεζίτες…» (στ. 19-31) [14].

Το δεύτερο σημαντικό θέμα, είναι αυτό που σχετίζεται με την κατασκευή του Γυμνασίου από την πόλη. Η πόλη, όπως εικάζεται από τη μελέτη του ψηφίσματος, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή δεν διέθετε τα χρήματα για να πληρώσει τους κατασκευαστές του Γυμνασίου. Ο μοναδικός τρόπος επίλυσης του προβλήματος φαίνεται ότι ήταν η χρησιμοποίηση των χρημάτων που είχε δανείσει στους εμπόρους. Η προθεσμία αποπληρωμής όμως των ποσών αυτών ήταν ο μήνας Αρτεμισιών. Επειδή, η λήξη της προθεσμίας αποπληρωμής των δανείων από τους εμπόρους ήταν ακόμη μακρινή και η πόλη επειγόταν να πληρώσει τους λογαριασμούς των κατασκευαστών, η δωρεά του βασιλέως ήρθε την πιο κατάλληλη στιγμή. Έτσι, η Μίλητος αντί να κάνει αμέσως έντοκη τοποθέτηση ολόκληρου του ποσού που δώρισε ο Ευμένης, προκειμένου να τελεστεί η ετήσια εορτή, πήρε, πιθανόν με τη συναίνεση του βασιλέως, ένα μικρό ποσό για να οργανώσει την εορτή για τα γενέθλιά του, ενώ τα υπόλοιπα τα χρησιμοποίησε για να πληρώσει τους πιστωτές από τους οποίους είχε δανειστεί χρήματα για την ανέγερση του Γυμνασίου [15].

Ένα άλλο σημαντικό θέμα στην παρούσα επιγραφή αποτελεί ο όρος εμπορικά δάνεια· πιθανότατα γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι ο Ειρηνίας και ο Ζώπυρος είχαν πάρει εντολή να δανείσουν το διαθέσιμο κεφάλαιο, στο σύνολο ή εν μέρει, σε εμπόρους, οι οποίοι το χρησιμοποιούσαν για τις επιχειρήσεις τους, στοιχείο που μοναδική μαρτυρία ανάμεσα στις σωζόμενες μαρτυρίες. Σίγουρα η επιγραφική έχει διασώσει και άλλες μαρτυρίες δανείων που χορηγήθηκαν σε ιδιώτες από τα δημόσια ή τα ιερά ταμεία. Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις, επρόκειτο για πολύ ιδιαίτερες επιχειρήσεις, τα κεφάλαια των οποίων αποτελούσαν συχνότατα δωρεές ευεργετών· επιπλέον, αυτά τα χρήματα παρέμεναν επ’ αόριστον αδιάθετα, έτσι ώστε να αποδίδουν τακτικά τόκους που χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά για έναν ορισμένο σκοπό [16].

Σύμφωνα με τους μελετητές επρόκειτο, μάλλον, για δάνεια που είχαν δοθεί σε εμπόρους από μέρους της δημόσιας τράπεζας [17]. Μπορούμε λοιπόν να εικάσουμε ότι στις πόλεις που υπήρχε δημόσια τράπεζα, αυτή ήταν επιφορτισμένη με τη διαχείριση του κρατικού χρήματος· αυτή η ερμηνεία ωστόσο δεν εξηγεί, στην περίπτωση του κειμένου μας, τον λόγο για τον οποίο αυτά τα εμπορικά δάνεια αποπληρώθηκαν στην επιτροπή που ήταν αρμόδια για το Γυμνάσιο. Από την άλλη, η προθεσμία αποπληρωμής αυτών των εμπορικν δανείων ήταν ο μήνας Αρτεμισιών, δηλαδή το τέλος σχεδόν του χρόνου (στ. 22-23), ενώ τα ναυτικά δάνεια [18] έπρεπε να αποπληρωθούν μετά την επιστροφή από το ταξίδι, δηλαδή κατά τη διάρκεια της ναυτικής περιόδου και όχι κατά το τέλος του χειμώνα [19].

Μπορούμε λοιπόν να ανασυνθέσουμε τα στοιχεία ως εξής: Από τη μια πλευρά, η άφιξη και η πώληση των προϊόντων που υποσχέθηκε ο Ευμένης χρειάστηκαν κάποιο χρόνο. Από την άλλη, η ανέγερση του Γυμνασίου δεν ξεκίνησε άμεσα και προφανώς επεκτάθηκε σε βάθος αρκετών ετών. Κατά συνέπεια, στον βαθμό που τα έσοδα των πωλήσεων έμπαιναν στο δημόσιο ταμείο, οι επίτροποι μπόρεσαν να τα δανείσουν βραχυπρόθεσμα, π.χ. σε ετήσια βάση, και έπειτα να τα αποσύρουν από την κυκλοφορία στον βαθμό που τους ήταν απαραίτητα να τα χρησιμοποιήσουν σε κάποιες εργασίες τους. Είναι δύσκολο να αξιολογήσουμε το κέρδος αυτών των επιχειρήσεων, λόγω του ότι αγνοούμε το ύψος των προς δανεισμό ποσών, καθώς και τον αριθμό και τη διάρκεια των συναλλαγών. Είναι ωστόσο πιθανόν οι Μιλήσιοι να είχαν αποταμιεύσει σημαντικά κέρδη, τα οποία πιθανώς τους επέτρεψαν να αφήσουν το κεφάλαιο άθικτο, ώστε να το χρησιμοποιήσουν εξ ολοκλήρου για τις εργασίες και να χρησιμοποιήσουν μόνο τους τόκους, προκειμένου να δημιουργήσουν ένα καινούργιο κεφάλαιο[20].

Αυτό όμως δεν αποτελούσε παρά μία προσωρινή διάθεση των χρημάτων· η δωρεά του βασιλέως δεν μπορεί να εκτραπεί του σκοπού της, που δεν είναι άλλος από τη χρηματοδότηση του εορτασμού των γενεθλίων του. Επομένως, η πόλη, πιθανόν, με τη συγκατάθεση του βασιλέως, είχε παραδώσει αυτά τα χρήματα στα μέλη της επιτροπής που είχαν επιφορτιστεί με την ανέγερση του Γυμνασίου, προκειμένου να πληρωθούν οι κατασκευαστές. Είναι ευνόητος, λοιπόν, ο λόγος για τον οποίο τα μέλη της επιτροπής έπρεπε να καταβάλουν τριάντα τάλαντα σε αποζημιώσεις προς τη δημόσια τράπεζα. Υπήρχε δηλαδή ένα αρχικό κεφάλαιο το οποίο, προς στιγμήν είχε εκτραπεί του αρχικού σκοπού του [21]. Αυτός ο δανεισμός έγινε πιθανότατα από τη δημόσια τράπεζα της Μιλήτου [22].

Μετά από κάποιους ακρωτηριασμένους στίχους, διαβάζουμε ότι η επιτροπή που ήταν υπεύθυνη για τα δημητριακά έπρεπε «να προβεί άμεσα (;) στην αγορά των δημητριακών και να τα εγγράψει στον λογαριασμό»: π̣[οιε]̣ν [δ ․․c.7․․ εθς τν] καταγ̣ο[ρασμν] | [ τ]ν μσθω[σιν το στου κα] γγρ<φ>εσθαι ες τ[ν] [λ]γον. (στ. 34-36). Οι παραπάνω όροι είχαν ως σκοπό την προστασία του νέου κεφαλαίου από κάθε είδους παρεκτροπή. Για να τηρούνται όλες οι παραπάνω αποφάσεις και για να διαφυλάσσεται η ανάμνηση του βασιλέως στο μέλλον, έπρεπε να λάβουν γνώση για το ψήφισμα του δήμου και ο βασιλεύς Άτταλος (ο αδελφός του Ευμένη) και ο Αθήναιος (ο μικρότερος αδελφός του) και ο Άτταλος (Άτταλος ο Γ΄), ο γιος του Ευμένη και να μην υπάρχει καμία δυνατότητα παρέμβασης σε αυτά που έχουν καταχωριστεί στο ψήφισμα. Εάν όμως παρά ταύτα κάποιος παρέμβει με κάποιο τρόπο, το ψήφισμα να είναι άκυρο [23], ενώ αυτός που παρενέβη σε κάτι από τα αποφασισμένα να πληρώσει 2.000 στατήρες ιερούς στον Απόλλωνα Διδυμαίο. Σε συμπλήρωση στην επιγραφή, διαβάζουμε την απόφαση να χαραχθεί το ψήφισμα πάνω σε πέτρινη στήλη και να τοποθετηθεί η τελευταία στο Ιερό των Διδύμων. Έτσι δικαιολογείται η ανακάλυψη της παρούσας επιγραφής στα Δίδυμα.

Τέλος, ένα άλλο θέμα που τίθεται είναι ο ρόλος της δημόσιας τράπεζας. Ένα κύριο χαρακτηριστικό που διέκρινε τη δημόσια τράπεζα από τις αντίστοιχες ιδιωτικές ήταν η φύση των καταθέσεων [24]. Από τους Ελληνιστικούς χρόνους και μετά υπάρχουν μαρτυρίες ότι αρκετές πόλεις διέθεταν δημόσια τράπεζα: η Αθήνα, η Κως, η Δήλος, η Τήνος, η Χίος, το Ίλιον, η Λάμψακος, η Μίλητος και, πιθανότατα, και άλλες. Από τους ρωμαϊκούς χρόνους και έπειτα, υπάρχουν μαρτυρίες για μερικές επιπλέον πόλεις, όπως π.χ. το Πέργαμον και η Ρόδος. Καταρχάς, οι μελετητές τείνουν να συμπεριλαμβάνουν στις δημόσιες τράπεζες και μερικές ιδιωτικές [25], οι οποίες έχαιραν ενός χρηματοπιστωτικού μονοπωλίου στα όρια της πόλης τους. Η πόλις του Βυζαντίου, για παράδειγμα, αποδεδειγμένα αποφάσισε κάποια στιγμή να πουλήσει το δικαίωμα της ανταλλαγής νομισμάτων σε αποκλειστικά και μόνο ένα ιδιωτικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα (Αριστοτέλης Οκ. ΙΙ 1346b24-26 τν τε νομισμάτων τν καταλλαγν πέδοντο μι τραπέζ). Για να εξεύρουν κεφάλαια για τα θησαυροφυλάκιά τους, οι πόλεις συνήθως κατέφευγαν, εκτός από την πρόσκληση για εθελούσιες δωρεές χρημάτων (πιδόσεις), στον δημόσιο δανεισμό [26] και στη φορολογία.

H κάθε δημόσια τράπεζα διαχειριζόταν τέσσερα είδη λογαριασμών: Τον λογαριασμό της πόλης όπου είχε την έδρα της η τράπεζα, τους λογαριασμούς διαφόρων κρατικών αξιωματούχων, τους λογαριασμούς των διαφόρων ιδρυμάτων και τον λογαριασμό του Ιερού κάποιου θεού. Οι μαρτυρίες που πιστοποιούν την ύπαρξη και τις εργασίες του συνόλου αυτών των λογαριασμών συνήθως προσκομίζονται για να υποστηρίξουν την άποψη ότι η δημόσια τράπεζα εργαζόταν μόνο για έναν πελάτη, το Κράτος [27].

Επίσης, η δημόσια τράπεζα δεν εμπλεκόταν ποτέ σε ανταλλαγή νομισμάτων και δεν δεχόταν καταθέσεις σε ιδιωτικά νομίσματα, αν και σε μερικές περιπτώσεις η διάκριση μεταξύ «ιδιωτικών» και «μη ιδιωτικών» καταθέσεων φαίνεται ότι είναι λιγότερο χρήσιμη έως και χωρίς νόημα. Υπάρχουν κάποιες μαρτυρίες που αποδεικνύουν ότι οι δημόσιες τράπεζες όντως εργάζονταν με τις ιδιωτικές καταθέσεις, αλλά και υπήρχαν χάρη σε αυτές [28].

 

Άλλες χορηγίες του Ευμένη

 

Ο Ευμένης ακολούθησε σε όλη τη διάρκεια της βασιλείας του φιλολαϊκή πολιτική προς τις ελληνικές πόλεις της Μ. Ασίας και όχι μόνο, παρόλο που κάποιες από αυτές δεν τον συμπαθούσαν.

Μία από τις πόλεις που ευεργετήθηκαν ιδιαίτερα από τον Ευμένη ήταν η Μίλητος. Με βάση την επιγραφή McCabe, Miletos 45, στις αρχές της δεκαετίας του 160 π.Χ. οι Μιλήσιοι σχεδίαζαν την ανέγερση ενός Γυμνασίου και γι’ αυτό απέστειλαν τον Ειρηνία, γνωστό σε εμάς από το προηγούμενο ψήφισμα, στον Ευμένη, προκειμένου να ζητήσουν τη συνδρομή του. Κατόπιν τούτου, ο Ευμένης επέλεξε να τους στείλει, όχι μόνο την απαραίτητη για τις εργασίες ξυλεία αλλά και 160.000 μεδίμνους σίτου ή αλεύρου (αντιστοιχούν σε 6.000-7.000 τόνους), το οποίο, προφανώς, θα έπρεπε να πουλήσουν για να αποκτήσουν μετρητά χρήματα. Σίγουρα είναι δύσκολο να γνωρίζουμε την τιμή του σίτου εκείνη την εποχή στη συγκεκριμένη περιοχή, λόγω του ότι οι συγκρίσεις ήταν σπάνιες.

Επίσης, από τον Πολύβιο [29] γίνεται γνωστό ότι το 161/160 π.Χ., ο βασιλεύς Ευμένης ο Β΄ βοήθησε τους Ροδίους να ιδρύσουν ένα πλούσιο ίδρυμα, το οποίο είχε ως μοναδικό σκοπό τη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης των παιδιών. Ο Ευμένης δώρισε 280.000 μεδίμνους δημητριακών (περ. 14.000 τόνους) προς πώληση. Τα κέρδη από την πώληση θα έπρεπε στη συνέχεια να τα τοποθετήσουν με τόκο και από αυτόν τον τόκο, οι Ρόδιοι θα πλήρωναν τους μισθούς των παιδευτν και των διδασκάλων των παιδιών. Το προς δανεισμό κεφάλαιο αυτού του ιδρύματος και μόνο υπολογίζεται μεταξύ 1,6 και 2,8 εκατομμύρια δραχμές. Δεν σώζονται λεπτομέρειες σχετικά με την διοικητική μηχανορραφία με την οποία οι Ροδίτες διαχειρίζονταν αυτό το δανειστικό σχήμα. Εφόσον δεν μαρτυρείται η ύπαρξη Ροδιακής δημόσιας τράπεζας κατά τη συγκεκριμένη εποχή, θα πρέπει να εικάσουμε ότι, όπως και στους Δελφούς, το σχήμα αυτό διαχειρίζονταν οι υπάρχοντες πολιτειακοί θεσμοί [30].

 

 Συμπεράσματα

 

Από τη σύντομη ανάλυση της διαδικασίας με την οποία χρησιμοποιήθηκε η τραπεζική πίστη στο ελληνιστικό βασίλειο του Περγάμου, συμπεραίνουμε ότι το μοτίβο της τιμής των βασιλέων είναι ευρέως διαδεδομένο κατά την Ελληνιστική εποχή και λαμβάνει ιδιαίτερες μορφές. Η χορηγία του Ευμένη, βάσει  της επιγραφής McCabe, Didyma 13 γίνεται με σκοπό την κάλυψη των εξόδων του εορτασμού των γενεθλίων του. Τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή χρήματα από τη χορηγία διατίθενται και για την αποπληρωμή των πιστωτών που ανήγειραν το Γυμνάσιο, επειδή τα εμπορικά δάνεια από τους ναυτικούς δεν είχαν αποπληρωθεί. Σε όλη αυτή τη διαδικασία σημαντικό ρόλο φαίνεται να έπαιξε η δημόσια τράπεζα της Μιλήτου. Από τη μελέτη και άλλων επιγραφών προκύπτει ότι ο Ευμένης είχε προβεί και άλλες φορές σε χορηγίες, προκειμένου να επηρεάζει την πολιτική κατάσταση και άλλων ελληνιστικών κρατών.

Από ό,τι φαίνεται τον δεσποτικό χαρακτήρα του Ελληνιστικού βασιλείου, κατ’ επίφαση υπηρετούσαν λαοφιλείς οικονομικές χορηγίες των ηγεμόνων προς τον λαό. Αυτές όμως στην ουσία υποστηρίζονταν από την ανθηρή χρηματοοικονομική κατάσταση της Μ. Ασίας, μέσω της λειτουργίας πιστωτικών ιδρυμάτων δημόσιου χαρακτήρα.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Bogaert 1968, σσ. 259-260.

[2] Laum 1914, σ. 42.

[3] Στη Μίλητο χτίστηκε στις αρχές του 2ου αι. π.Χ. με χρηματοδότηση κάποιου Ευδαίμονος ένα Γυμνάσιο στην Αγορά της πόλης, ενώ λίγες μόλις δεκαετίες αργότερα ο ηγεμόνας του Περγάμου Ευμένης Β΄ δώρισε στην ίδια πόλη δημητριακά και ξυλεία, προκειμένου να συγκεντρωθούν τα χρήματα (βλ. παρακάτω σ. 7 επιγραφή McCabe, Miletos 45) για την κατασκευή ενός δεύτερου Γυμνασίου. Η αρχική αρχιτεκτονική μορφή του Γυμνασίου δε μας είναι γνωστή, αφού το οικοδόμημα μετασκευάστηκε στη Ρωμαϊκή εποχή. Σήμερα τα ερείπιά του έχουν εν μέρει αποκαλυφθεί. Αξίζει να αναφερθούμε στο μνημειακό ιωνικό πρόπυλο, που οδηγούσε από το Γυμνάσιο στο Στάδιο, στο οποίο ήταν χαραγμένο και το τιμητικό ψήφισμα των κατοίκων της Μιλήτου προς τον Ευμένη Β΄. Η ανέγερση του Γυμνασίου και του Σταδίου φαίνεται ότι εντάσσεται σε ένα ευρύτερο οικοδομικό πρόγραμμα που πραγματοποιήθηκε κατά τους Ελληνιστικά χρόνους, με σκοπό την κάλυψη των αναγκών της πόλης, και απέβλεπε στην εξυπηρέτηση αθλητικών, θρησκευτικών και γενικότερα εορταστικών εκδηλώσεων. Πιθανότατα, κατά τη διάρκεια της τέλεσης μεγάλων εορτών, απλοί πολίτες και επισκέπτες της Μιλήτου, ιερείς και αθλητές συγκεντρώνονταν στο Γυμνάσιο και σχημάτιζαν πομπή, η οποία περνούσε μέσα από το Πρόπυλο για να καταλήξει στο Στάδιο.

[4] Είχε αποσταλεί και μερικά χρόνια ενωρίτερα, όπως γίνεται γνωστό από το ψήφισμα McCabe, Miletos 45.

[5] Μετά την τιμωρία της Ρόδου από τη Ρώμη για την επαμφοτερίζουσα στάση της, κατά τη διάρκεια του Γ΄ Μακεδονικού πολέμου, η Μίλητος περιήλθε στον έλεγχο των Ατταλιδών. Ο Ειρηνίας γιος του Ειρηνίου, Μιλήσιος πρέσβης στην αυλή των Ατταλιδών, εργάστηκε προκειμένου και οι δύο πλευρές να ωφεληθούν από τη σχέση αυτή: ο Ευμένης Β΄ έδρασε ως ευεργέτης της πόλης, η οποία με τη σειρά της του απέδωσε τιμές ακόμα και μετά θάνατον. http://www.ehw.gr/asiaminor/forms/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaId=5354 (προσπελάστηκε 25/5/2017).

[6] Ο Ληναιών αντιστοιχεί στον αττικό μήνα Γαμηλιώνα (16 Ιανουαρίου – 15 Φεβρουαρίου του Γρηγοριανού ημερολογίου).

[7] Migeotte 2012, σ. 118.

[8] Migeotte 2012, σ. 118.

[9] Ο Ταυρεών αντιστοιχεί στον αττικό μήνα Μουνιχιώνα (16 Απριλίου – 15 Μαΐου του Γρηγοριανού ημερολογίου).

[10] Migeotte 2012, σ. 119.

[11] Στεφανηφόρος ονομαζόταν ο επώνυμος άρχοντας της Μιλήτου, κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους, http://asiaminor.ehw.gr/forms/fLemmaBody.aspx?lemmaId=5354 (προσπελάστηκε 25/5/2017).

[12] Για τιμές που αποδόθηκαν στον Ειρηνία τον γιο του Ειρηνίου βλ. ψήφισμα του δήμου των Μιλησίων; 167/140 BC: *IDidyma 142.

[13] Ο Αρτεμισιών αντιστοιχεί στον αττικό μήνα Ελαφηβολιώνα (16 Μαρτίου – 15 Απριλίου του Γρηγοριανού ημερολογίου).

[14] Bogaert 1968, σσ. 259-260.

[15] Derenne 1930, σ. 243 και Bogaert 1968, σσ. 259-260.

[16] Migeotte 2012, σ. 120.

[17] Bogaert 1968, σσ. 260.

[18] Για τις παρακαταθήκες, τη φύλαξη δηλαδή χρημάτων, πολύτιμων αντικειμένων κ.ά., οι ιερές τράπεζες δεν εισέπρατταν «φύλακτρα», αλλά και δεν έδιναν τόκο για τις βραχυπρόθεσμες καταθέσεις. Για καταθέσεις μεγάλης διάρκειας είναι γνωστό π.χ. ότι στην Αθήνα του 4ου αιώνα. π.Χ. το επιτόκιο ήταν γύρω στο 10%. Ρόλο τραπεζών και μάλιστα ανταγωνιστικό αυτού των ιδιωτικών τραπεζών έπαιζαν και τα Ιερά. Όσον αφορά στις ιδιωτικές τράπεζες, κατά κανόνα τα επιτόκια ήταν πολύ υψηλότερα αυτών των Ιερών ενώ στα λεγόμενα ναυτοδάνεια, τα επιτόκια έφταναν ακόμη και στο 100% όταν, σε περίπτωση απώλειας του πλοίου μαζί με το φορτίο του, ο δανειστής δεν είχε καμία αξίωση από τον δανειζόμενο, http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=112003 (προσπελάστηκε 25/5/2017).

[19] Bogaert 1968, σσ. 260-261.

[20] Migeotte 2012, σ. 120.

[21] Bogaert 1968, σ. 260.

[22] Οι πρώτες ενδείξεις για τη δραστηριοποίηση τραπεζών στην αρχαία Ελλάδα ανάγονται στον 6ο αι. π.Χ. Ο κυρίαρχος θεσμός της πόλης-κράτους είχε ως αποτέλεσμα την ύπαρξη μεγάλου αριθμού ανεξάρτητων κρατών, πολλά από τα οποία έκοβαν δικά τους νομίσματα, ποικίλης πραγματικής, ονομαστικής και εμπορικής αξίας. Η κυκλοφορία τόσο πολλών και ανόμοιων ως προς την αξία τους νομισμάτων, δυσκόλευε εξαιρετικά τις διάφορες εμπορικές συναλλαγές και έκανε την παρουσία του αργυραμοιβού απαραίτητη, http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=112003.

[23] Οι Ατταλίδες φρόντιζαν να θεσπίζουν νόμους που δεν επιδέχονταν μεταβολές. Έτσι δημιουργούσαν ένα σταθερό θεσμικό πλαίσιο, το οποίο διασφάλιζε την εξουσία τους.

[24] Από πολύ νωρίς, πιθανότατα από τον 6ο αι. π.Χ., ορισμένοι ιδιώτες συνήθιζαν να καταθέτουν σε διάφορα ιερά ποσά για φύλαξη. Το φαινόμενο αυτό γνώριζε ιδιαίτερη έξαρση κυρίως σε περιόδους αναταραχών και πολεμικών συρράξεων. Η ιερότητα και το απαραβίαστο των ορίων των ιερών ήταν σεβαστά από όλους και επομένως τα χρήματα αυτά είχαν τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια. Έτσι σιγά σιγά στα ιερά συσσωρεύονταν σημαντικά ποσά. Η ενέργεια αυτή, σε συνδυασμό και με την παροχή εκ μέρους των ιερών, εντόκων δανείων σε όσους είχαν ανάγκη από «ρευστό», δημιούργησε τις πρώτες τράπεζες. Πολύ γρήγορα και τα ιερά υποχρεώθηκαν στην καθιέρωση τόκων για τις καταθέσεις αλλά σε σχέση με τις ιδιωτικές τράπεζες βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση, http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=112003.

[25] Σταδιακά, οι ιδιωτικές τράπεζες απέκτησαν αρκετά μεγάλη δύναμη, ώστε να μπορούν να καλύψουν τις δανειακές ανάγκες ολόκληρων πόλεων. Επειδή στην αρχαία Ελλάδα, οι πόλεις αποταμίευαν, κατά κανόνα, χρήματα κατά τις περιόδους ειρήνης, οι περιπτώσεις που χρειάζονταν δάνεια ήταν, κυρίως, στις περιόδους πολέμων. Αυτό, όμως, είχε ως αποτέλεσμα οι ιδιωτικές τράπεζες να αυξάνουν τον κύκλο εργασιών του σε περιόδους πολέμου και γι’ αυτές οι πόλεμοι να αποτελούν πηγή πλούτου. Επιπλέον, μπορούσαν να επηρεάσουν την έκβαση πολέμων ανάλογα ποιον από τους αντιπάλους θα επέλεγαν να δανειοδοτήσουν και με ποιο κόστος.

[26] Gabrielsen 2008, σ. 124.

[27] Gabrielsen 2008, σ. 117.

[28] Gabrielsen 2008, σ. 116.

[29] Πολύβιος ΧΧΧΙ 31, 1-3.

[30] Gabrielsen 2008, σ. 120.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Bogaert 1968, Banques et Banquiers dans les Cités Grecques, Leyde: A.W. Sijthoff.
  • Chaniotis 2003, The divinity of Hellenistic Rulers, A. Erskine, A companion to the Hellenistic World, Blacwell, Oxford, σσ. 431-445.
  • Direnne 1930, “Note sur une inscription de MiletBCH τ. 54 (1930), σσ. 241-244.
  • Gabrielsen 2008, “The Public Banks of Hellenistic Cities”, PISTOI DIA TÈN TECHNÈN: Bankers, Loans and Archives in the Ancient World, Studies in Honour of R. Bogaert, K. Verboven, K. Vandorpe & V. Chankowski (ed.), Peeters, σσ. 115-130.
  • Laum 1914, Stiftungen in der griechischen und römischen Antike: ein Beitrag zur antiken Kulturgeschichte, Druck und Verlag von B.G. Teubner, Leipzig.
  • Migeotte 2012, Les dons du roi Eumène et les emporika daneia de la cité, R. Descat, STEPHANÈPHOROS, De l’économie antique à l’Asie Mineure, σσ. 117-123.
  • E. Samuel 1972, Greek and Roman Chronology. Calendars and Years in Classical Antiquity, München.

 

Γεωργία Κ. Κατσαγάνη

Δρ. Κλασικής Φιλολογίας

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Όταν οι Έλληνες «δια των Δικών τους δυνάμεων» άνοιξαν το Ανατολικό Ζήτημα


 

 

Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ένα επίκαιρο άρθρο του Δρ. Στέλιου Αλειφαντή, διευθυντή του Κέντρου Ανάλυσης Διεθνών Συγκρούσεων με θέμα:

Όταν οι Έλληνες «δια των Δικών τους δυνάμεων» άνοιξαν το Ανατολικό Ζήτημα.

 

 

Πλησιάζοντας σε μια ακόμη επέτειο της Εθνεγερσίας του 1821 θα διαβάσουμε, ακούσουμε και δούμε έναν καταιγισμό απόψεων για το ’21, οι περισσότερες από αυτές εστιάζοντας στην σύγκρουση αντιλήψεων που διαπερνούν την σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα, παρά στα τότε ιστορικά συμβάντα για την εξαγωγή διδαγμάτων.

Κυρίαρχη ανάμεσα σ’ αυτές η άποψη ότι «μετά την αρχική επιτυχία, η Επανάσταση βρέθηκε σε αδιέξοδο» αντανακλά μια ριζωμένη πεποίθηση, παρά μια από τις πολλές ιστορικές ερμηνείες για την σημασία ιστορικών γεγονότων ή παραγόντων, στο εσωτερικό πολιτικό, στρατιωτικό και διεθνές επίπεδο. Μια άποψη που καταλήγει στο γνωστό ιδεολόγημα ότι «χωρίς την ξένη επέμβαση η ελληνική εξέγερση θα ήταν καταδικασμένη».

Ο Νικολάκης Μητρόπουλος υψώνει τη σημαία με το σταυρό στα Σάλωνα, την ημέρα του Πάσχα του 1821.

Εξετάζοντας από διεθνολογική άποψη την Επανάσταση του 1821 και αφήνοντας κατά μέρος τις γνωστές… «γεωπολιτικές» / «γεωστρατηγικές» απόψεις που δεν μας οδηγούν στην ουσία της διεθνολογικής ανάλυσης του κρίσιμου ερωτήματος «γιατί πέτυχε η Επανάσταση του ’21», μπορούμε τεκμηριωμένα να επισημάνουμε ότι η Επανάσταση δεν βρέθηκε σε αδιέξοδο, επειδή ήδη είχε επιτύχει με την στρατιωτική επικράτηση της την περίοδο 1821-1823 να αποτελέσει Διεθνές Ζήτημα. Με απλά λόγια, το Ελληνικό ζήτημα έγινε εφικτό να αποτελέσει ένα πρόβλημα «Ειρήνης ή Πολέμου» του διεθνούς ανταγωνισμού και ειδικότερα του κυρίαρχου αγγλο-ρωσικού ανταγωνισμού της εποχής της Παλινόρθωσης μετά το Συνέδριο της Βιέννης (1815).

Την υπαρκτή αυτή δυνατότητα του Ελληνικού Ζητήματος είχε έγκαιρα υποστηρίξει ο Ι. Καποδίστριας διαβλέποντας ότι εφόσον οι Έλληνες «δια των Δικών τους δυνάμεων» εξεγερθούν αναπόφευκτα θα ανοίξουν de facto το Ανατολικό Ζήτημα, επί του οποίου συγκρούονταν οι Μ. Δυνάμεις της εποχής και το οποίο δεν συζητήθηκε στο Συνέδριο της Βιέννης επειδή, όπως το Πολωνικό απείλησε να τινάξει στον αέρα τους εδαφικούς διακανονισμούς της Βιέννης, πολύ περισσότερο το Ανατολικό Ζήτημα (δηλαδή ο έλεγχος των Στενών του Βοσπόρου) κινδύνευε να οδηγήσει σε πολεμική ρήξη τις Μ. Δυνάμεις.

Ο Ι. Καποδίστριας, αφού συστηματικά πρότεινε ως Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας αλλά μάταια ανέμενε τον τσάρο Αλέξανδρος Α’ να λάβει την σχετική πρωτοβουλία στο πλαίσιο των ρωσο-οθωμανικών σχέσεων, κατέληξε ήδη από το 1816 και πλέον από το 1819 συνέτεινε σταθερά στην προετοιμασία της ανάληψης της πρωτοβουλίας από τους Έλληνες «δια των Δικών τους δυνάμεω». Κι όταν έφτασε η ώρα του ’21, ο Ι. Καποδίστριας, από εκείνη πλέον την θέση, ηγήθηκε της ρωσικής διπλωματικής δράσης για να εξασφαλίσει την διεθνοποίηση του ελληνικού ζητήματος, που δεν είχε καταφέρει να πράξει, ως ανερχόμενος διπλωμάτης, στην Βιέννη  του 1815.

Το ποιοτικό στοιχείο της κατάστασης βρίσκεται ΑΚΡΙΒΩΣ στο γεγονός ότι: η ελληνική εξέγερση, με τις στρατιωτικές επιτυχίες, της αναδιάταξε τις διεθνείς ισορροπίες στο Ανατολικό ζήτημα, που η ίδια de facto «άνοιξε» διάπλατα, καθιστώντας την ρωσική παρέμβαση «αναπόφευκτη».

Αυτό σημαίνει ότι:

– ενώ το κέντρο βαρύτητας της Ελληνικής εξέγερσης είναι στην στρατιωτική επιτυχία της σε βάρος της Πύλης,

– ο αντικειμενικός σκοπός της Ελληνικής εξέγερσης βρίσκεται στην διεθνοποίηση του Ελληνικού ζητήματος.

Κι αν κανένα αποτέλεσμα δεν είναι εκ των προτέρων προδιαγεγραμμένο για την ελληνική εξέγερση, τόσο η δυνατότητα στρατιωτικής επιτυχίας, όσο και η δυνατότητα διεθνοποίησης του Ελληνικού ζητήματος εδράζονται (πάντα φυσικά ως δυνατότητες στο πλαίσιο υπολογισμού του ρίσκου) στην ανάλυση της κατάστασης τόσο των στρατιωτικών συσχετισμών, όσο και της συγκυρίας του διεθνούς (αγγλο-ρωσικού) ανταγωνισμού.

Κι αν στο πρώτο η εμπειρία, το φρόνημα και οι πολιτικές επιδιώξεις των αδούλωτων οπλαρχηγών έπαιξαν ρόλο, στο δεύτερο η πολιτική ευφυΐα και η διπλωματική δράση του Ι. Καποδίστρια έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Τον ενορχηστρωτή της επαναστατικής προετοιμασίας, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έπαιξε η έγκαιρη δημιουργία της Εταιρείας των Φιλικών στα 1814, που από μόνη της «μαρτυρά» την προ-επαναστατική ανάδειξη αυτών των δυνατοτήτων και την βαθιά πεποίθηση στις «δικές μας δυνάμεις».

Τρεις, επομένως, διακριτές διαστάσεις φορέων της ελληνικής εξέγερσης συμπλέκονται διαλεκτικά διαμορφώνοντας το ενιαίο «ιστορικό υποκείμενο» της εθνεγερσίας του 1821.

Από αυτήν, την καθοριστική άποψη των διεθνών διαδικασιών που επέβαλε η στρατιωτική επικράτηση της Επανάστασης του 1821, δύσκολα μπορεί κανείς να θεωρήσει την ύπαρξη ενός … «αδιεξόδου» του 1821 και η περίφημη «Ναυμαχία Ναβαρίνου», η «ναυαρχίδα» της άποψης ότι ο … «ξένος παράγοντας έσωσε το 1821», αξιολογείται στο επίπεδο που ιστορικά ανήκει, δηλαδή ως επιλογή «χειρισμού» του ανταγωνισμού των Μ. Δυνάμεων στο Ανατολικό ζήτημα, που επέβαλε στο προσκήνιο των διεθνών εξελίξεων η Επανάσταση του 1821. Γιατί τελικά το κριτήριο της «πράξης» είναι που επιβεβαιώνει ή όχι «σχεδιασμούς» ή «πρωθύστερες» ερμηνείες καθώς η «πράξη» είναι εκείνη που δημιουργεί τις νέες πολιτικές πραγματικότητες.

 

Στέλιος Αλειφαντής

 

 * Ο Δρ. Στέλιος Αλειφαντής είναι συγγραφέας πέντε βιβλίων και 70 δημοσιεύσεων, ενώ έχει συμμετάσχει σε αρκετές συλλογικές ακαδημαϊκές εκδόσεις. Το συγγραφικό έργο του καλύπτει ζητήματα που αφορούν την Διεθνή Πολιτική, την Περιφερειακή ασφάλεια, την Ελληνική Εξωτερική Πολιτική & Άμυνα, την Μελέτη Περιοχών (Area Studies), καθώς και την Διαχείριση Κρίσεων και την Επίλυση Συγκρούσεων.

Από το 1989 μέχρι σήμερα έχει διδάξει μαθήματα Διεθνών Σχέσεων και Διαχείριση Κρίσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο ως Λέκτορας και Επίκουρος Καθηγητής, ενώ στο Αιγαίο Πανεπιστήμιο ως Επίκουρος Καθηγητής και Πανεπιστήμιο Πειραιά ως Αναπληρωτής Καθηγητής (Π.Δ. 407/80).

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »