Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος’

Η Συμβολή της Ασίνης στη μάχη της 27ης Απριλίου 1941


 

«Το Καστράκι»

Την Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2019 στις 18:30 στο Δημοτικό σχολείο της Ασίνης θα γίνει παρουσίαση της έρευνας για τα γεγονότα και την συμπλοκή των Συμμαχικών Δυνάμεων με τους εισβολείς την 27η Απριλίου 1941 στην περιοχή μας.

Μετά από την εκδήλωση που πραγματοποίησε το σωματείο μας πριν από ενάμιση χρόνο για την συμβολή των ANZAC στην Ελλάδα, άρχισε η έρευνα για να βρούμε όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία, που να έχουν σχέση με την συμβολή της Ασίνης στη μάχη της 27ης Απριλίου 1941.

Στο σημείο που έχει φτάσει η έρευνα μπορούν να προκύψουν ικανά συμπεράσματα για την εξέλιξη των γεγονότων, στην τελευταία μάχη που έγινε στο τότε Νομό Αργολιδοκορινθίας, που μαζί με την μάχη της Καλαμάτας, οριοθέτησαν την έναρξη της Γερμανικής κατοχής στη χερσαία Ελλάδα.

Θα παρουσιαστούν συνεντεύξεις από εννέα άτομα που έζησαν τις στιγμές της μάχης.

 

Σύμμαχοι, αιχμάλωτοι των Γερμανών, στο προαύλιο του Γυμνασίου Ναυπλίου το Μάιο του 1941.

 

Μέρος της 5η τεθωρακισμένης μεραρχίας των Γερμανών που είχε σκοπό να εμποδίσει την εκκένωση των Συμμαχικών στρατευμάτων από την περιοχή του Ναυπλίου και του Τολού, έφτασε στα Λευκάκια, μπήκε στην Ασίνη, όπου συνάντησε την σθεναρή αντίσταση από 130 στρατιώτες των Συμμαχικών Δυνάμεων, κάτω από τις εντολές δύο ηρωικών αξιωματικών.

Μετά από ολιγόωρη μάχη στον κεντρικό δρόμο της Ασίνης, αλλά με πολλές δεκάδες θυμάτων, συμφωνήθηκε με τον Ταγματάρχη Hosier των Συμμαχικών Δυνάμεων η παράδοση στους Γερμανούς, των εκατοντάδων που έμειναν πίσω.

 

Πρόγραμμα εκδήλωσης:

 

  • Επιμνημόσυνη δέηση.
  • Εισαγωγή στο χρονικό των ημερών.
  • Παρουσίαση συνεντεύξεων εννέα ατόμων που έζησαν την μάχη σε όλο μήκος της Ασίνης στις 27  Απριλίου 141.
  • Παρουσίαση στοιχείων που επιβεβαιώνουν τις μαρτυρίες τους, για την ύπαρξη μάχης στην Ασίνη με 200 περίπου θύματα.
  • Παρουσίαση λίστας θυμάτων με Άγγλους, Αυστραλούς και έναν Κύπριο.
  • Διάλογος με τους ενδιαφερομένους.
  • Επίλογος με προτάσεις από το σωματείο μας.

Διοργάνωση: «Το Καστράκι» Λαογραφικός Χορευτικός Όμιλος Ασίνης & Αγίας Παρασκευής – Δήμος Ναυπλιέων – Δ.Ο.Π.Π.Α.Τ.

 

Read Full Post »

Γερμανική Κατοχή και Γερμανικές Εκκαθαριστικές Επιχειρήσεις στην Αργολίδα – © Χρίστος Ιωάν. Κώνστας


 

Το κείμενο που ακολουθεί αποτέλεσε ομιλία του γράφοντα σε οργάνωση γιορτής μνήμης των Μιδεατών που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους ταγματασφαλίτες το 1944 και δημοσιεύεται με μικρές προσαρμοστικές  παρεμβάσεις και προσθήκη βιβλιογραφικών παραπομπών. Η γιορτή έγινε στις 8 Ιουνίου 2014 στο εκκλησάκι του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου στο Γκέρμπεσι, όπου έχει ανεγερθεί στήλη ιστορικής μνήμης.

 

Όλα άρχισαν στις 28 του Οκτώβρη του 1940, όταν η τότε φασιστική Ιταλία αξίωσε με ιταμό τρόπο να υποδουλώσει τη χώρα των Ελλήνων. Έλαβε όμως από τον ελληνικό λαό απρόσμενη απάντησηž εκείνο το ηχηρό ΟΧΙ σήμαινε την απόφαση των Ελλήνων να συνεχίσουν να ζουν ελεύθεροι και κυνήγησαν τον εισβολέα. Μπροστά όμως στον κίνδυνο του διασυρμού της Ιταλίας και συνακόλουθα και της φασιστικής ιδεολογίας η επίσης φασιστική Γερμανία, εταίρος και σύμμαχος της Ιταλίας, κήρυξε τον πόλεμο κατά της Ελλάδας στις  6 Απριλίου 1941 και με την άριστα οργανωμένη πολεμική της μηχανή έσπασε τις Ελληνικές αμυντικές γραμμές και στις 27 Απριλίου 1941 ο Γερμανικός στρατός μπήκε νικητής στην πρωτεύουσα της χώρας μας και η σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό από την ίδια ημέρα κυμάτιζε στον ιερό βράχο της ακρόπολης. Οι Γερμανοί κατέλαβαν το Άργος τις απογευματινές ώρες της 27 Απριλίου μετά από διήμερο αεροπορικό βομβαρδισμό στις 26 και 27 Απριλίου και το Ναύπλιο στις 28 Απριλίου. Έτσι άρχισε η καταθλιπτική περίοδος της  στρατιωτικής κατοχής της πατρίδας μας από τους Γερμανούς που διήρκεσε τριάμισι χρόνια περίπου.

Εν τω μεταξύ από τις 23 Απριλίου 1941 ο βασιλιάς με την κυβέρνηση Τσουδερού είχαν εγκαταλείψει τη χώρα και είχαν καταφύγει στην Αίγυπτο, ενώ στις 30 Απριλίου οι Γερμανοί είχαν διορίσει κυβέρνηση πρόθυμη να εκτελεί τις εντολές τους υπό τον στρατηγό Τσολάκογλου.

Οι Γερμανικές δυνάμεις εκτός από το Άργος και το Ναύπλιο εγκαταστάθηκαν και στα γύρω χωριܞ μοίρα πυροβολικού στην Πυργέλα, στρατιωτικό άγημα στη Δαλαμανάρα στο εργοστάσιο του ΚΥΚΝΟΥ και τεθωρακισμένα στην Αγία Τριάδα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έδειξαν για το αεροδρόμιο στο Άργος, που το οργάνωσαν  και το χρησιμοποίησαν για την από αέρος κατάληψη της Κρήτης.

Μετά από μερικές ημέρες ήρθαν στο Άργος και Ιταλικά στρατιωτικά αγήματα, που εγκαταστάθηκαν στους γνωστούς μας στρατώνες αλλά και σε άλλα κτήρια.  Οι Ιταλοί ανέλαβαν τη φρούρηση των παράκτιων περιοχών της Αργολίδας, όπου εγκατέστησαν ιδίως μετά τις διαδόσεις για συμμαχική απόβαση αντιαεροπορικές βάσεις και επάκτιο πυροβόλοž στους Μύλους κατασκεύασαν αντιαρματική τάφρο και οργάνωσαν την περιοχή με συρματοπλέγματហ παράλληλα συνέδεσαν με τηλεφωνικά καλώδια τους Μύλους με το αεροδρόμιο, για να ειδοποιούν εγκαίρως για τυχόν εναέρια συμμαχική προσβολή του αεροδρομίου [1].  Τη νύχτα της 20ής προς την 21η Μαḯου Έλληνες πατριώτες με εντολή του συμμαχικού στρατηγείου κατέστρεψαν σε τρία σημεία στον Ξεριά του Άργους τα τηλεφωνικά καλώδια και διέκοψαν την επικοινωνία με το αεροδρόμιο, με αποτέλεσμα τις μεταμεσονύχτιες ώρες της ίδιας νύχτας συμμαχικά αεροπλάνα να βομβαρδίσουν το αεροδρόμιο και να καταστρέψουν στο έδαφος τα Γερμανικά αεροπλάνα και τις αποθήκες υλικών και καυσίμων [2] .

Στις 20 Μαḯου άρχισε η από αέρος κατάληψη της Κρήτης από τους Γερμανούς. Οι μονάδες της Κοινοπολιτείας που βρίσκονταν στο νησί και η καθολική συμμετοχή του κρητικού λαού στην αντίσταση κατά των εισβολέων καθυστέρησαν την κατάληψη του νησιού για δώδεκα ημέρες, ενώ ο επίσημος απολογισμός των απωλειών των δυνάμεων του άξονα ήσαν 6.000 νεκροί, τραυματίες και αγνοούμενοι, και από τα 500 αεροπλάνα που πήραν μέρος στην επιχείρηση τους έμειναν μόνο 185 [3].

Ο Γερμανικός στρατός μπαίνοντας στην Ελλάδα δε μετέφερε επί τόπου  τις επισιτιστικές του υπηρεσίες ούτε τρόφιμα για τη σίτιση των στρατιωτών οι οποίοι έπρεπε πλέον να σιτίζονται σε βάρος των Ελλήνων από την εγχώρια παραγωγή. Έτσι, άρχισε η απαλλοτρίωση και συστηματική λεηλασία του εθνικού μας πλούτου. Το Μάη του 41 ολόκληρη η παραγωγή ορυχείων είχε κλειστεί για τη Γερμανία σε μακροπρόθεσμη βάση.  Ό,τι  βρέθηκε στις ελληνικές αποθήκες κατασχέθηκε και είτε μεταφέρθηκε στη Γερμανία είτε πέρασε στον έλεγχο των Γερμανώνž κατασχέθηκαν  επίσης όλα τα αποθέματα σταφίδας, σύκων, ρυζιού, ελαιολάδου, σταριού και άλλων τροφίμων. Αποτέλεσμα της πολιτικής αυτής ήταν να σημειωθεί απότομη πτώση της βιομηχανικής παραγωγής, αφού τις πρώτες ύλες είχαν αρπάξει οι κατακτητές και μείωση της αγροτικής και κτηνοτροφικής παραγωγής από τον πρώτο χρόνο της κατοχής. Η έλλειψη βασικών μέσων σίτισης άρχισε να γίνεται αισθητή, και από το χειμώνα του 41 ο ελληνικός λαός κυρίως οι κάτοικοι των αστικών κέντρων βρίσκονται σε κατάσταση λιμού. Υπολογίζεται ότι 300.000 Έλληνες έχασαν τη ζωή τους από πείνα [4].

 

Ότι απέμεινε από το σπίτι του Δημητρίου Αδρ. Ξύδη, που πυρπόλησαν οι Γερμανοί στις 12 Ιουνίου 1944.

 

Στο ληξιαρχείο Ναυπλίου υπάρχουν καταγεγραμμένοι 124 θάνατοι από πείνα κατά το διάστημα από 29-11-1941 μέχρι τον Οκτώβρη του 44 [5]. Ο πληθωρισμός είναι πια ανεξέλεγκτος. Σε ένα χρόνο από τον Ιούνιο του 41 έως τον Ιούνιο του 42 η τιμή του ψωμιού είχε ανέβει από τις 70 δραχμές στις 2.350, δηλαδή 33 φορές επάνω,  το σαπούνι από τις 65 δραχμές στις 3.100  και τα ξερά φασόλια από τις 90 στις 2.900.

Επειδή το χαρτονόμισμα έχανε την αξία του λόγω του πληθωρισμού και η μεταφορά νέων χαρτονομισμάτων από την Αθήνα ήταν και δύσκολη και επικίνδυνη γιατί οι Γερμανοί περίμεναν έξω από τα λιθογραφεία και άρπαζαν νωπά ακόμη τα τραπεζογραμμάτια, η Τράπεζα της Ελλάδας  για να αντιμετωπίσει την κατάσταση χορήγησε την άδεια στην τοπική Οικονομική Επιτροπή Ναυπλίου να σφραγίζει τραπεζογραμμάτια με νέες πολλή μεγαλύτερες τιμές. Για να πάρουμε μια  γενική έννοια του ύψους του πληθωρισμού σημειώνουμε ότι τον Σεπτέμβριο του 44 τραπεζογραμμάτια των 5.000 δραχμών τα επεσήμανε η επιτροπή για να κυκλοφορήσουν με ονομαστική αξία 500.000.000 δραχμών [6].

Το νόμισμα έπαψε πλέον να αποτελεί μέσο πληρωμής και οι συναλλαγές γίνονταν με τον αρχέγονο τρόπο της ανταλλαγής. Έρχονταν οι Λιγουριάτες στο χωριό και αντάλλασαν μία οκά λάδι με μία οκά σιτάρι. Ο κόσμος των πόλεων μετέφερε στα χωριά τα πράγματα του νοικοκυριού του και τα αντάλλασαν με τρόφιμα. Το Μάη που θερίζαμε τα γεννήματα γυναίκες με τα παιδιά τους εμφανίστηκαν στα χωράφια και ακολουθούσαν τους θεριστές  μαζεύοντας τα σκόρπια στάχια σταριού που ξέφευγαν από τα «χειρόβολα», ήσαν οι περίφημες «σταχομαζώχτρες». Στο χωριό μας (Μιδέα) λίγοι πείνασαν, αλλά κανένας δεν πέθανε από ασιτίហεκτός από τις συνηθισμένες παραγωγές σπείραμε ρεβίθια και φακές και κάθε σπίτι αύξησε τον αριθμό των οικόσιτων προβάτων και κατσικιών. Φάρμακα δεν υπήρχαν και η αντιμετώπιση των ασθενειών γινόταν με ιδιοσκευάσματα, όταν ήταν μπορετό. Γεμίσαμε ψώρα, που αντιμετωπίσαμε με αλοιφή από θειάφι και λάδι, ενώ η ελονοσία μας τάραξεž ακόμη θυμάμαι τα ρίγη όταν ανέβαινε ο πυρετός. Σχετικά με τις άλλες επικίνδυνες ασθένειες αν ήσουν τυχερός μπορούσες να σωθείς. Εδώ θα πρέπει να μνημονεύσουμε την προσφορά του γιατρού Βασιλείου, που έτρεχε όπου τον καλούσαν.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 ιδρύεται η κορυφαία απελευθερωτική οργάνωση, το Εθνικό  Απελευθερωτικό Μέτωπο (Ε.Α.Μ.). Το πρακτικό ίδρυσης υπόγραψαν το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας, η Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας και το Αγροτικό Κόμματος Ελλάδας [7]. Το ΕΑΜ απλώθηκε πολύ γρήγορα σε ολόκληρη την Ελλάδα και συνέβαλε αποφασιστικά τόσο στην επιβίωση του ελληνικού λαού σε όλη τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής όσο και στην απελευθέρωση της χώρας από τον ξενικό ζυγό. Αργότερα στις αρχές Ιανουαρίου του 1942 ιδρύθηκε το στρατιωτικό σκέλος του ΕΑΜ, ο Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός, ο Ε.Λ.Α.Σ. Σχετικά με τη συγκρότηση του ΕΑΜ στην Αργολίδα συναντούμε δύο παράλληλες κινήσεις που συνέπεσαν χρονικܞ τέλη Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου του ᾽41 ο Βασίλης Λάσκας από το Λουτράκι επισκέφθηκε τους αδελφούς Τσετσέκου Σπύρο, Κώστα και Βαγγέλη από τα Φίχτια και συζήτησαν για την ανάγκη και τις δυνατότητες δημιουργίας οργανώσεων του ΕΑΜ στην Αργολίδα [8], ενώ ο Πάνος Λιλής από το Γκέρμπεσι αναφέρει πως είχε συνάντηση για τον ίδιο σκοπό στις αρχές του Δεκέμβρη με τον Μήτσο Δεμοίρο από το Ανυφί και Μιχάλη Μεϊδάνη από το Μάνεση και  εκπρόσωπο του ΕΑΜ [9]. Πολύ γρήγορα δημιουργήθηκαν οργανώσεις του ΕΑΜ στις πόλεις και σε όλα τα χωριά της Αργολίδας.

Το καλοκαίρι του 1943 οι Γερμανοί έκαναν διάφορα έργα άμυνας και προστασίας των εγκαταστάσεων και του οπλισμού τους στο αεροδρόμιο του Άργους και στα χωριά που ήσαν εγκατεστημένοι, όπως στην Πυργέλα, στην Ν. Κίο, στην Αγ. Τριάδα και αλλού. Για την εκτέλεση των έργων  με απόφαση του Νομάρχη είχε καθοριστεί ένας αριθμός εργατών για κάθε χωριό που έπρεπε να πηγαίνει στα έργα κάθε μέρα. Το χωριό μας (Μιδέα) έπρεπε να στέλνει κάθε μέρα 17 εργάτες. Η οργάνωση του ΕΑΜ του χωριού πήρε εντολή να σαμποτάρει την αποστολή εργατών. Αντιπροσωπία επισκέφθηκε το Νομαρχούντα Διευθυντή της Νομαρχίας Γεωργιάδη και του είπε να μη στείλει αυτοκίνητο στη Μιδέα γιατί οι άνδρες έχουν προσβληθεί από ψώρα και σταφυλόκοκκο. Μετά από απειλές του Νομάρχη και εμμονή των χωριανών μας η Νομαρχία συμφώνησε και έστειλε το νομίατρο στο χωριό, ο οποίος στην έκθεσή του βεβαίωνε πως οι κάτοικοι κατά ποσοστό 70% έχουν προσβληθεί από ψώρα και έτσι απαλλάχτηκαν από την υποχρέωση της αναγκαστικής εργασίας [10].  Όμως οι Γερμανοί συχνά πυκνά περνούσαν από τα χωριά και όποιον άνδρα εύρισκαν τον έπιαναν και τον οδηγούσαν στα έργα. Το αυτοκίνητο που μάζευε εργάτες το είχαν ονοματίσει «Μπόγια» και με το άκουσμα «έρχεται ο Μπόγιας» όλοι οι άνδρες εξαφανίζονταν. Η οργάνωση του ΕΑΜ  για να προλάβει τυχόν ατυχήματα από επίσκεψη των Γερμανών στο χωριό είχε τοποθετήσει μόνιμο παρατηρητήριο στο Παλιόκαστρο που ήλεγχε  το δρόμο  πρόσβασης των Γερμανών στο χωριό και με το χωνί ειδοποιούσε για την κίνηση Γερμανών. Την υπόθεση αυτή είχαν αναλάβει νεολαίοι  που εκ περιτροπής εκτελούσαν  υπηρεσία παρατηρητηρίου. Οι νεώτεροι ίσως να έχετε ακούσει για το θρυλικό χωνί. Χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά της φωνής σε μεγαλύτερες αποστάσεις  και κυρίως για την εκφώνηση ειδήσεων, ανακοινώσεων, συνθημάτων κλπ.

Στις 9 Ιανουαρίου 1944 οι Γερμανοί έκαναν μπλόκο στο Γκέρμπεσι (Μιδέα)ž συνέλαβαν όλους του άντρες άνω των 14 ετών και τους συγκέντρωσαν στο ρέμμα στο  χώρο που σήμερα βρίσκεται η παιδική χαρά. Ανάμεσά τους ήσαν και μερικοί ξένοι, στελέχη αντιστασιακών οργανώσεων. Οι Γερμανοί επέτρεψαν στους τσοπάνηδες να βγάλουν τα πρόβατά τους έξω από το χωριό, για να βοσκήσουν και μαζί με τους πραγματικούς τσοπάνηδες βγήκαν από τον κλοιό και μερικοί ξένοι. Έκαναν έρευνα σε όλα τα σπίτια του χωριού, αλλά ευτυχώς δεν βρήκαν τίποτα παρά το γεγονός πως στο σπίτι του Μελέτη Βλάχου ήταν εγκατεστημένο το τυπογραφείο της αντίστασης και σε πολλά σπίτια υπήρχε πολεμικό υλικό.  Συνέλαβαν 82 περίπου άνδρες και τους οδήγησαν στο αεροδρόμιο του Άργους. Τους χρησιμοποίησαν για την εκτέλεση έργων στο αεροδρόμιο. Κοιμόντουσαν σε ξύλινες αποθήκες που από παντού έβαζαν αέρα και από την πρώτη μέρα γέμισαν ψείρεςž ο χειμώνας ήταν πολύ σκληρός και δυο φορές κατά τη διάρκεια της κράτησής τους χιόνισε. Επέτρεψαν ευτυχώς στις οικογένειές τους να τους πηγαίνουν φαγητό και κάθε μέρα καραβάνι από γαϊδουράκια ξεκίναγαν για το αεροδρόμιο του Άργους. Μεταξύ των κρατουμένων ήσαν και δύο αντάρτες καθώς και πολλά στελέχη της αντίστασης γνωστά στους κρατούμενους. Τυχόν διεξαγωγή ανακρίσεων θα αποκάλυπτε γεγονότα, που θα είχαν άμεση επίπτωση στη ζωή των κρατουμένων αλλά και στο ίδιο το χωριό. Αποφασίστηκε να παρέμβει στρατιωτικά το 6ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ για την απελευθέρωση των κρατουμένων και ορίστηκε ημέρα διεξαγωγής της επιχείρησης η 22 Ιανουαρίου 1944, ημέρα Σάββατο απόγευμα, που οι Γερμανοί κατέβαιναν στο Άργος για αναψυχή. Ευτυχώς οι Γερμανοί τους άφησαν ελεύθερους  νωρίτερα και αποφεύχθηκαν οι συνέπειες μιας τέτοιας επιχείρησης [11].

Κατά τη διάρκεια του πολέμου και τη διεύρυνση του μετώπου όλος ο Γερμανικός ανδρικός πληθυσμός υπηρετούσε στο στρατό. Έτσι, η Γερμανική βιομηχανία, ιδιαίτερα μετά την απαγόρευση από τον Χίτλερ να εργάζονται οι γυναίκες στα εργοστάσια, δεν είχε εργάτες για να  κινήσουν τα εργοστάσια. Για την κάλυψη των κενών η Γερμανική προπαγάνδα ίδρυσε υπηρεσίες προσέλκυσης εργατών σε διάφορες πόλεις της κατεχόμενης Ευρώπης και στη Θεσσαλονίκη τον Ιανουάριο του 1942. Οι Έλληνες  όμως παρά την πείνα γύρισαν την πλάτη στους Γερμανούς και μόνο 15-20 άτομα ανταποκρίθηκαν. Στις αρχές του 1943 κυκλοφόρησαν φήμες πως οι Γερμανοί σκόπευαν να καταφύγουν σε πολιτική επιστράτευση ελλήνων, για να τους στείλουν εργάτες  στη Γερμανίហτο ΕΑΜ όμως οργάνωσε διαδηλώσεις και απεργίες που συγκλόνισαν την Αθήνα και υποχρέωσαν το πρωθυπουργό Λογοθετόπουλο να διαψεύσει την πληροφορία και η επιστράτευση ματαιώθηκε. Γενικά μπορούμε να πούμε πως οι Έλληνες δεν ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα των Γερμανών, αφού στα τέλη του 1943 από τα 5.400.000 αλλοδαπών εργατών, που εργάζονταν στη Γερμανία, μόνο 11. 000 ήσαν Έλληνες [12].

Στις 9 Ιουνίου του 1944 Γερμανικές δυνάμεις ενισχυμένες με άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας κύκλωσαν τα χωριά Γκέρμπεσι, Δένδρα, Μάνεσι, Ντούσια και Μπάρδι. Στο χωριό μας (Γκέρμπεσι = Μιδέα) συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους στο ρέμα, εκεί που βρίσκεται τώρα η παιδική χαρά και Γερμανός αξιωματικός άρχισε να εκφωνεί από κατάλογο ονόματα Γκερμπεσιωτών, ανδρών και γυναικών. Βρέθηκαν παρόντες ο Ιωάννης Δημ. Λιλής και 10 κοπέλες. Τους οδήγησαν στην Ακροναυπλία και στη συνέχεια στο στρατόπεδο της Κορίνθου και μετά στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Τον Λιλή και 5 κοπέλες τους άφησαν ελεύθερους [13], με τη μεσολάβηση κάποιων παραγόντων, τις άλλες πέντε όμως τις φόρτωσαν στο τραίνο και μέσω Γιουγκοσλαβίας της μετέφεραν στη Γερμανία. Εκεί τις οδήγησαν σε διάφορα εργοστάσια και τις υποχρέωσαν να εργάζονται για το Γ΄ Ράιχ. Μετά την κατάρρευση του Ναζισμού τις απελευθέρωσαν  οι Αμερικανοί την 1 Απριλίου 1945, οι οποίοι τις μετέφεραν στο Μπάρι και τις επιβίβασαν σε πλοίο για την Πάτρα. Εκεί τις παρέλαβε ο Ερυθρός Σταυρός [14]. Επέστρεψαν στην Ελλάδα και οι πέντε, οι οποίες ήσαν:

1) Γεώργα Αικατερίνη του Γεωργίου,

2) Κορίλη Γιαννούλα του Ευαγγέλου,

3) Λέκκα Αναστασία του Γεωργίου,

4) Παπαγεωργοπούλου Αικατερίνη του Αναστασίου,

5) Φρίμη Αικατερίνη του Γεωργίου,

Έπιασαν επίσης ομήρους και από τα άλλα γειτονικά χωριά: από το Μπάρδι 1, από του Μάνεσι 4 και από τα Δένδρα 4 [15].

Το 1944 και ιδιαίτερα μετά την ανάληψη της αρχηγίας του ΕΛΑΣ Πελοποννήσου από τον Άρη Βελουχιώτη οι στρατιωτικές ενέργειες κατά των Γερμανών και των συνεργατών τους,  των Ταγμάτων Ασφαλείας, είχαν ενταθεί. Για την αντιμετώπιση της κατάστασης ο στρατηγός Φέλμυ, διοικητής του 68ου Σώματος στρατού με έδρα την Αθήνα κήρυξε στις 19 Μαḯου 1944 την Πελοπόννησο εμπόλεμη ζώνη και διόρισε τον στρατηγό Λε Σουίρ διοικητή της άμυνας της Πελοποννήσου. Ο Φέλμυ με διακήρυξη όρισε τους όρους διαβίωσης και συμπεριφοράς των κατοίκων της Πελοποννήσου [16].

Σχετικά διαβάζουμε:

  • Απαγόρευση της κυκλοφορίας από τις 6 το απόγευμα μέχρι τις 6.00 το πρωί της επόμενης.
  • Κατά τη χρονική αυτή περίοδο κάθε πολίτης που θα απαντάται στο δρόμο να εκτελείται επί τόπου.
  • Όλα τα καφενεία, εστιατόρια και ταβέρνες κλπ θα κλείσουν.
  • Κάθε συνάθροιση πέραν των πέντε ατόμων ή συγκεντρώσεις, ακόμη και οι λαϊκές αγοράς, σε ανοικτούς χώρους και σε κτήρια απαγορεύονται.
  • Κάθε επικοινωνία με ταχυδρομείο, τηλέγραφο ή τηλέτυπο απαγορεύεται στον άμαχο πληθυσμό.
  • Η χρήση μέσων συγκοινωνίας όπως τραίνων, φορτηγών ή οχημάτων με ρόδες συμπεριλαμβανομένων και των ποδηλάτων στην Πελοπόννησο απαγορεύεται στον άμαχο πληθυσμό.
  • Απεριόριστη ελευθερία κίνησης ισχύει μόνο μέσα στις κατοικημένες περιοχές.
  • Εκτός κατοικημένων περιοχών επιτρέπεται η κυκλοφορία μόνο σε  δρόμους και χαραγμένα μονοπάτια, ενώ εξαιρούνται τα ορεινά  εδάφη.
  • Στις ορεινές περιοχές απαγορεύεται και η συγκοινωνία από χωριό σε χωριό.
  • Κινήσεις σε ακατοίκητες περιοχές και εκτός των επιτρεπόμενων δρόμων θα εμποδίζονται αμέσως και θα ανοίγεται πυρ και χωρίς προειδοποίηση.
  • Όλα τα διαταχθέντα μέτρα θα πρέπει να εφαρμοστούν με απόλυτη σκληρότητα και αυστηρότητα.

Αποφάσισε επίσης:

Να τοποθετηθούν  για λόγους ασφαλείας «μπροστά από της ατμομηχανές, βαγόνια, το καθένα με 15-20 ομήρους». Ο Ελληνικός λαός ονόμασε τα βαγόνια αυτά «κλούβες» και σκοπό είχαν αποτρέψουν την προσβολή των τραίνων από τον ΕΛΑΣ, αφού σε περίπτωση υπονόμευσης των γραμμών του τραίνου  θα σκοτώνονταν πρώτοι οι Έλληνες που βρίσκονταν στις κλούβες, τις οποίες οι Γερμανοί είχαν υπονομεύσει με εκρηκτικά, ενώ σε περίπτωση προσβολής του τραίνου από αντάρτες θα εκτελούσουν επί τόπου τους ομήρους ως αντίποινα. Στην κλούβα σκοτώθηκε ο Βαγγέλης Κορίλης από τα Δένδρα, όταν οι Γερμανοί για αντίποινα  ανατίναξαν την κλούβα στο σταθμό της Κορίνθου. Στην κλούβα είχαν επίσης φορτωθεί και ο Θωμάς Δημητρίου Λιλής από το Γκέρμπεσι καθώς και οι Κωνσταντίνος Σιατερλής, Χρήστος Ξύδης και Παναγιώτης Παναγής από την Πουλακίδα, που ευτυχώς, επέζησαν.

Τέλος, η Γερμανική διοίκηση αποφάσισε τη διεξαγωγή εκτεταμένων στρατιωτικών επιχειρήσεων σ΄ όλη την Πελοπόννησο. Μία από αυτές με την κωδική ονομασία «Κοράκι» αφορούσε την Αργολίδα. Στη επιχείρηση έλαβαν μέρος 4 μάχιμες ομάδες  υπό την διοίκηση του Συνταγματάρχη Βάλτερ  Μπαρτ  και σκοπό  είχε «την εξόντωση των ομάδων του ΕΛΑΣ στην περιοχή Κορίνθου – Άργους, στο νοτιοανατολικό άκρο της Αργολίδας, στην περιοχή Επιδαύρου – Ισθμίων και στα νησιά γύρω από τις Σπέτσες». Πριν ξεκινήσει η επιχείρηση ο Μπαρτ μετά από εντολή του Λε Σουίρ εξέδωσε υπόμνημα με τον τίτλο «συμπεριφορά κατά τη διάρκεια της επιχείρησης», που περιείχε εντολές που παραβίαζαν κατάφωρα τους κανόνες του διεθνούς δικαίου. Από τις εντολές προς τους στρατιώτες σημειώνουμε μόνο ότι «Γερμανοί στρατιώτες με πολιτικά θα πρέπει να εξουδετερώνουν αθόρυβα κάθε άνδρα που συναντούν στα βουνά, η εκτέλεση αποδεδειγμένα κομμουνιστών μπορεί να γίνει σε οποιονδήποτε αριθμό, όμηροι μπορεί να συλλαμβάνονται όταν θεωρείται αναγκαίο, στην περίπτωση που ο πληθυσμός προσπαθεί να διαφύγει τη στιγμή της προσέγγισης της μονάδας, τότε θα πυροβολούνται οι άνδρες κλπ» [17]-[18]. Κυριολεκτικά σάρωσαν την περιοχή μας, κάθε βράχος και κάθε λόχμη ερευνήθηκαν, μάλιστα οι Έλληνες συνεργάτες τους ταγματασφαλίτες καλούσαν τους κρυμμένους να βγουν, «Σε βλέπω», τους φώναζαν, «έβγα και θα σωθείς», έτσι λέγεται πως σκότωσαν το Θανάση Αναστασίου Παπαγεωργόπουλο και τον Γεώργιο Αναστ. Λέκκα. Όσους βρήκαν έξω από το χωριό τους σκότωσαν, ακόμη και την 8χρονη Μαρίνα Γεωργίου Παπαγεωργόπουλου και τον 15χρονο Δημήτριο Σπύρου Γεώργα σκότωσαν. Επίσης έκαψαν τα σπίτια του Δημητρίου Ξύδη και του Ιωάννη Ράφτη.

Κατά τον χρόνο των επιχειρήσεων βρισκόταν στην Αργολίδα το 3ο τάγμα του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ.  Η διοίκηση του τάγματος απέφυγε με ελιγμούς και υποχωρήσεις τη σύγκρουση με τους Γερμανούς και μόνο στο Κολιάκι μια ομάδα του αντάλλαξε πυροβολισμούς με την   εμπροσθοφυλακή των Γερμανών για να καθυστερήσει την προέλασή τους. Τη νύχτα 31ης  Μαḯου προς την 1η Ιουνίου ολόκληρο το τάγμα και οι περιφερειακές οργανώσεις του ΕΑΜ διαπεραιώθηκαν στη Σαμπατική,  στην παραλία του Άστρους με πλοιάρια του ΕΛΑΝ και άλλα μέσα που διέθεσαν οι νησιώτες.

Η επιχείρηση «Κοράκι» ολοκληρώθηκε στις 9 Ιουνίου 1944 με την κατάληψη των Σπετσών. Στις Σπέτσες μετά από προδοσία ντόπιων συνελήφθη ο Γεώργιος Δημητρίου Λέκκας, ο γνωστός μας με το αγωνιστικό  ψευδώνυμο «καπετάν Λευτεριάς», που ήταν επικεφαλής στρατιωτικής ομάδας του ΕΛΑΣ και από τους δημιουργούς του ΕΛΑΝ ΑργοΣαρωνικού. Τον κρέμασαν στις 12 Ιουνίου μαζί με άλλους αντάρτες στο Λιμάνι των Σπετσών από τις σιδεροκαλώνες, αφού προηγήθηκε άγριος βασανισμός [19]. Το τέλος το Λευτεριά περιγράφει ο Άγγλος Τζων Φάουλς στο μυθιστόρημά του «Ο Μάγος»ž χρειάζονται πολύ γερά νεύρα για να αντέξει κανείς την περιγραφή των βασανιστηρίων [20].

Σύμφωνα με επίσημες Γερμανικές εκθέσεις  οι Γερμανοί σκότωσαν στην επιχείρηση «Κοράκι» 235 Έλληνες. Το γεγονός αυτό συνδυαζόμενο με το γεγονός πως οι Γερμανοί δεν συγκρούστηκαν με τους αντάρτες και ότι εκτέλεσαν ενόπλους μόνο την ολιγάριθμη ομάδα του Λευτεριά δείχνει την εξαιρετική σκληρότητα με την οποία διεξήχθη η επιχείρηση, αφού όλοι οι υπόλοιποι εκτελεσμένοι ήσαν άοπλοι [21].

Έφτασε όμως το τέλος τους. Η ανθρωπότητα δεν επέτρεψε στο γένος των Αρίων να μεταβάλλουν τους ανθρώπους σε υποζύγια. Οι Γερμανοί  εγκατέλειψαν το Άργος στις 14 Σεπτεμβρίου και την ίδια ημέρα και το Ναύπλιο, αφού κατέστρεψαν το λιμάνι. Από την πρωτεύουσα έφυγαν στις 12 Οκτωβρίου 1944.

Η ποθητή ημέρα της λευτεριά είχε φτάσει.

 

Ακολουθεί κατάλογος των Μιδεατών που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς ή άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας:

 

1) Βλάχος Μελέτης του Γεωργίου, ετών 43, στη θέση Κιάφα Μπάρκλια στις 25 Μάη 1944.

2) Γεώργας Αθανάσιος του Δημητρίου, ετών 75, στη θέση «Τρία Ρέμματα» στις  26 Μάη 1944.

3) Γεώργας Αναστάσιος του Ιωάννου, ετών 18, στη θέση «Σκλιέκα» στον παλιό δρόμο προς τον Αϊ Γιάννη της Κρλιας στις 25 Μάη 1944.

4) Γεώργας Γεώργιος του Κωνσταντίνου, ετών 50, στο Μπάρδι κοντά στην εκκλησία στις 25 Μάη του 1944.

5) Γεώργας Δημήτριος του Γεωργίου, ετών 49, στις 24 Μάη του 1944 στη θέση «Ψωριάρη (Τούρλια)», όπου έβοσκε τα πρόβατα.

6) Γεώργας Δημήτριος του Θωμά, ετών 56,  στη θέση «Σκλιέκα» στον παλιό δρόμο προς τον Αϊ Γιάννη της Κρλιας στις 25 Μάη 1944.

7) Γεώργας Δημήτριος του Σπυρίδωνος, ετών 15,  στις 27 Μάη 1944, στη θέση «Πριόνια» κοντά στα μαντριά του Κράμπα.

8) Γεώργας Ιωάννης του Θωμά, ετών 49,  στη θέση «Σκλιέκα» στον παλιό δρόμο προς τον Αϊ Γιάννη της Κρλιας στις 25 Μάη του 1944.

9) Δήμας Ιωάννης του Γεωργίου, ετών 18, τον εκτέλεσαν Ταγματασφαλίτες το πρώτο 10ήμερο του Ιουνίου 1944 κοντά στα Πυργιώτικα.

10) Δήμας Χρήστος του Γεωργίου, ετών 57,  στη θέση «Βέντρα» της περιοχής Κιάφα Μοναστήρι.

11) Κορίλης Ιωάννης του Δημητρίου, ετών 19, τον συνέλαβαν οι Γερμανοί κατά την  διάρκεια των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων και τον μετέφεραν στο στρατόπεδο της Κορίνθου, όπου τον εκτέλεσαν στα κυπαρίσσια του Νέγρη ίσως το πρώτο 15νθήμερο του Ιουνίου 1944.

12) Κορίλης Χρήστος του Ιωάννη, ετών 20,  έξω από το χωριό στη θέση «Ατζιαλί» την Ιη Ιουνίου 1944.

13) Λέκκας Γεώργιος του Αναστασίου, ετών 54,  στις 26 Μάη 1944 στο φαράγγι του Καραμπαμπά.

14) Λέκκας Γεώργιος του Δημητρίου (Καπετάν Λευτεριάς), ετών 30, τον κρέμασαν οι Γερμανοί με άλλους εφτά και μετά από άγριο βασανισμό στη Ντάπια των Σπετσών στις 12 Ιουνίου 1944.

15) Λέκκας Παναγιώτης του Λεωνίδα, ετών 47,  στη θέση «Βέντρα» της περιοχής Κιάφα Μοναστήρι στις 27 Μάη 1944.

16) Λιλής Μιχαήλ του Δημητρίου, ετών 36, σκοτώθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου στο Πολύγωνο σε σύγκρουση με ομάδα Ταγματασφαλιτών του Ναυπλίου.

17) Λιλής Δημήτριος του Ηλία, ετών 61, στις 24 Μάη του 1944 στη θέση «Ψωριάρης» (Τούρλια).

18) Λιλής Παναγιώτης του Βασιλείου, ετών 31, στις 27 Μάη 1944 στην περιφέρεια των Λιμνών.

19) Ξύδης Παναγιώτης του Ανδριανού, ετών 20, τον εκτέλεσαν άνδρες των ταγμάτων ασφαλείας στις 30 Αυγούστου 1944 στο Ναύπλιο.

20) Παπαγεωργόπουλος Αθανάσιος του Αναστασίου, ετών 21, στις 27 Μάη του 1944 στη «Γκιώνα» Λιμνών.

21) Παπαγεωργόπουλος Γεώργιος του Αναστασίου, ετών 45, στις 27 Μάη του 1944 στη θέση «Γκιόναλι» της Τραπεζώνας.

22) Παπαγεωργόπουλος Θεοδόσιος του Δημητρίου, ετών 24, στις 27 Μάη 1944.

23) Παπαγεωργόπουλος Κωνσταντίνος του Ιωάννη, ετών 43.  στις 27 Μάη 1944 στην Τραπεζώνα θέση «Γκιόναλι».

24) Παπαγεωργόπουλος Παναγιώτης του Σπυρίδωνος, ετών 22, στο Γκέρμπεσι στις 12 Ιουνίου 1944 με τυφεκισμό μετά από άγριο ξυλοδαρμό, γιατί παραβίασε το ωράριο απαγόρευσης της κυκλοφορίας.

25) Παπαγεωργοπούλου Γεωργία συζ. Γεωργίου, ετών 33, στις 26 Μάη 1944 στο μαντρί του Κράμπα στα πριόνια, μαζί με την οχτάχρονη θυγατέρα της Μαρίνα.

26) Παπαγεωργοπούλου Μαρίνα του Γεωργίου, ετών 8, στις 26 Μάη 1944 στο μαντρί του Κράμπα, στα πριόνια, μαζί με τη μητέρα της.

27) Παπαγεωργοπούλου Σοφία του Σπυρίδωνος, ετών 25, στο Γκέρμπεσι στις 25 Μάη 1944.

28) Υψηλάντης Δημήτριος του Γεωργίου, ετών 54, στο Γκέρμπεσι στις 12 Ιουνίου 1944.

 

Στη στήλη ιστορικής μνήμης στο εκκλησάκι του Αϊ Γιάννη καταγράφονται ως εκτελεσμένοι από τους Γερμανούς εκτός από τους αναφερόμενους ανωτέρω Γκερμπεσιώτες και οι επόμενοι:

 

Αργυρόπουλος Αγγελής του Σπύρου, ετών 26 από το Ροϊνό Αρκαδίας στις 31-5-1944.

Αργυρόπουλος Πέτρος του Σπύρου,  ετών 37 από το Ροϊνό Αρκαδίας στις 31-5-1944.

Βλάχος Ι. Παναγιώτης, ετών 53 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Διαλιάτσης Λ. Γεώργιος, ετών 21 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Διαλιάτσης Γ. Λεωνίδας, ετών 46 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Κακούρος Δ. Γεώργιος, ετών 29 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Κακούρος Μ. Ιωάννης, ετών 27 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Κυμπούρης Γ. Δημήτριος, ετών 77 από Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Παναγής Δ. Αναστάσιος, ετών 40 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Κ. Δανούση: 50 χρόνια από την απελευθέρωση του Άργους από τους Γερμανούς, περιοδικό «Αναγέννηση» τεύχος 321, Σεπτέμβρης 1994 και ανάρτηση στην argolikivivliothiki.gr/ «Οι Γερμανοί στην Αργολίδα».

[2] Επιστολή Ν. Σαββέα προς την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 20-05-1985.

[3] Χ. Φ. Μάγερ: «Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα», σελ 38, ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ, Αθήνα 2010.

[4] M.Mazower: «Στην Ελλάδα του Χίτλερ», σελ. 67 και αναλυτικά για τον λιμό στην Ελλάδα από τη σελ 49 επ. Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ.

[5] Ν. Γ. Σαββάκη: «Θύματα Ιταλικής-Γερμανικής κατοχής περιόδου 1941-1945 περιφερείας Δήμου Ναυπλίου», Ναυπλιακά Ανάλεκτα V (2004), σελ.331.

[6] Θ. Δ. Πανταζόπουλου: «Η ταμειακή στενότης στο Ναύπλιον κατά την κατοχή και η έκδοσις τοπικού νομίσματος», Ναύπλιον 1945 και Αθήνα 1963.

[7] Λευτέρη Αποστόλου: «Το ξεκίνημα του ΕΑΜ», έκδοση «Ενωμένη Εθνική Αντίσταση 1941-1944», Αθήνα 1982, σελ. 62.

[8] Π. Μούτουλα: «Πελοπόννησος 1940-45», σελ.210, εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2004.

[9] Έγγραφη μαρτυρία του Πάνου Λιλή, που βρίσκεται στο αρχείο μου.

[10] Έγγραφη μαρτυρία του Πάνου Λιλή, που βρίσκεται στο αρχείο μου.

[11] Προσωπική μαρτυρία, έγγραφη μαρτυρία του Πάνου Λιλή, που βρίσκεται στο αρχείο μου, Γ. Λιλή «Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΓΟΛΙΔΑ», ΣΕΛ. 23, ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ, Άργος 1980.

[12] M. Mazower: «Στην Ελλάδα του Χίτλερ», σελ 103, Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, Αθήνα 1994.

[13] Οι κοπέλες, που είχαν συλλάβει οι Γερμανοί και τις άφησαν ελεύθερες, ήσαν οι επόμενες: Μαρίνα Δημ. Λιλή, Μαρίνα Ευθ. Παπαγεωργόπουλου, Σπυρούλα Ιωάν. Δήμα, Αικατερίνη Ιωάν. Ράπτη, Αικατερίνη Αναστασίου Λιλή.

[14] Προφορική μαρτυρία στον γράφοντα της όμηρης Κατίνας Γεώργα-Κονδύλη.

[15] Δενδριώτες: Γεώργιος Ιωάν. Κιμπούρης, Ιωάννης Δημητρίου Δουβίκας, Δημήτριος Ιωάννου Ουλής. Μανεσιώτες: Σωτήριος Δημητρίου Καραμάνος, Αναστάσιος Καραμάνος, Σωτήριος Ιωάννου Καραμάνος, Παναγιώτα Χρήστου Καραμάνου. Μπαρδαίοι: Ιωάννης Ευαγγέλου Κακούροςž όλοι επέστρεψαν εκτός από τον Δημήτριο Ουλή, που σκοτώθηκε πολεμώντας τους Γερμανούς με τους παρτιζάνους του Τίτο στη Γιουγκοσλαβία.

[16] Χ. Φ. Μάγερ: «Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα», σελ. 554-555, Βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ, Αθήνα 2010.

[17] .Χ. Φ. Μάγερ: όπ. αν. σελ.555-564.

[18] Κάποια Κυριακή, πριν την έναρξη των επιχειρήσεων και μετά τη λειτουργία τρεις Γερμανοί συνοδευόμενοι από τον Γεώργιο Τόμπρα από το Μέρμπακα, τον οποίο οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν ως διερμηνέα, ήρθαν στο χωριό. Ο ένας Γερμανός έμεινε έξω και οι δύο άλλοι με τον διερμηνέα μπήκαν μέσα στην εκκλησίហο αξιωματικός με τον διερμηνέα ανέβηκαν στο σκαλί μπροστά από την Ωραία Πύλη. Ο Γ. Τόμπρας, μεταφράζοντας όσα ο Γερμανός έλεγε, ανακοίνωσε μεταξύ άλλων ότι οι Γερμανοί σύντομα θα άρχιζαν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην περιοχή, ότι όποιον εύρισκαν έξω από το χωριό θα τον σκότωναν, ότι όποιος έμενε στο σπίτι μέσα στο χωριό δεν είχε τίποτα να φοβηθεί, ότι είχε επιβληθεί απαγόρευση της κυκλοφορίας από τις 6 το απόγευμα μέχρι τις 6 το πρωί της επόμενης ημέρας και άλλα πολλά.

[19] Για την διαπεραίωση των ανταρτών του ΕΛΑΣ από την Κοιλάδα στο Άστρος και τη σύλληψη και τον απαγχονισμό του Λευτεριά βλ. συνέντευξη του Παναγιώτη Καραμπίνα (Καπετάν Τζαβέλλα) μέλους της ομάδας του ΕΛΑΝ Αργοσαρωνικού από το Φοινίκι της Θεσπρωτίας στον Τάκη Μαύρο, εφημερίδα ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ αρ.φ. 170/ 18-04-1984.

[20] John Fowls: «The Magus», σελ. 503 επ., Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, Αθήνα 1997.

[21] Χ. Φ. Μάγερ:  όπ. αν. σελ. 563.

 

Χρίστος Ιωάν. Κώνστας

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ο επισιτισμός του Ναυπλίου κατά το Α’  έτος της πείνας 1941- 1942 – © Θεόδωρος Δ. Γιαννακόπουλος, Ναυπλιακά Ανάλεκτα IV (2000).


 

[…] Το Ναύπλιο, κέντρο μιας αρκετά πλουτοπαραγωγικής περιφερείας, έπρεπε να υποφέρη επισιτιστικώς ελάχιστα. Ο γύρωθεν γεωργικός χώρος ήτο ικανός, εφ’ όσον υπήρχε καλή προαίρεσι και διάθεσι εκ μέρους των παραγωγών, να διαθρέψη, άνευ αισθητής ελαττώσεως των ορίων της παραγωγής, τους κατοίκους τους πόλεως, οι οποίοι ήσαν κυρίως εργάτες, μικροεπαγγελματίες και δημόσιοι υπάλληλοι. Ατυχώς ούτε τέτοια προαίρεσι ούτε κοινωνική αλληλεγγύη υπήρξε, και άρχισαν τα προβλήματα στερήσεων και αισχροκερδείας, η οποία έκτοτε ωνομάσθη κοινώς «μαύρη αγορά», δηλ. οι τιμές των αγαθών έβαινον σταθερώς προς τα ύψη, χωρίς οποιοδήποτε μέτρο κρίσεως και συγκρίσεως, και οι τέτοιοι έμποροι, πρωτοεμφανισθέντες, ελέγοντο «μαυραγορίτες». Ενεθύμιζαν τους «τιμιοπώλας», δηλ. όσους πουλούσαν ακριβά κατά την αρχαιότητα και συνεπώς τους αισχροκερδείς, τους οποίους ανέφερε και ασφαλώς εκωμωδούσε ο αρχαίος Αθηναίος κωμωδιογράφος Φρύνιχος (2ο ήμισυ του 5ου π.Χ. αι.), ή εκείνους τους «τιμιουλκούντας», που έσυραν προς τα ύψη τις τιμές των προϊόντων και μάλιστα των σιτηρών κατά τις σιτοδείες τόσο στην αρχαία Αίγυπτο, όσο και στη ρωμαιοκρατία, γι’ αυτό και «δημοκατάρατοι» εχαρακτηρίζοντο. Πολύ σοφώς και ως γνήσιος οικονομολόγος ο πολυμαθής εκ Πατρών επίσκοπος Καισαρείας (901-932) Αρέθας υποδεικνύει ότι το γεγονός του «τον σίτον τιμιουλκείσθαι», δηλ. της διογκώσεως της τιμής των σιτηρών, είναι «δείγμα λιμού», τον οποίον και έχει προκαλέσει.

 

Ειδικό δελτίο διανομής τσιγάρων. Κατά την Κατοχή οργίαζε η μαύρη αγορά των τσιγάρων. Κυκλοφορούσαν μόνο κάτι φτηνά τσιγάρα σε κούτες, «στούκας» τα είχαν παρονομάσει, βαριά, πού κατέστρεφαν πνεύμονες, και, μόνον οι θεριακλήδες λυσσούσαν να τα βρουν. Και για την προμήθεια τους είχε εφαρμοστή ειδικό δελτίο διανομής. Στο Ναύπλιο τυπώθηκαν τον Αύγουστο «ατομικά δελτία καπνιστού», δεν υπήρχε μάλιστα κατάλληλο χαρτί εκτυπώσεως και ο μακαρίτης Κων. Αποστολόπουλος, πατέρας του αξέχαστου Θύμιου, ο όποιος είχε προπολεμικά συνεταιρική με τον αδελφό του βιοτεχνία σιγαρέτων, παρεχώρησε παλαιό, της πρώτης περιόδου της δραστηριότητας των, αχρησιμοποίητα κουτιά, τα όποια τυπώθηκαν στην πίσω λευκή πλευρά.

 

Οι απαιτήσεις των παραγωγών εστερούντο λογικής, πολλοί των οποίων επίστεψαν, ότι ήρθε γι’ αυτούς η μεγάλη ευκαιρία, για να ικανοποιήσουν όλες τις ελλείψεις και στερήσεις των σε «πολυτελή» είδη επιπλώσεως και ενδύσεως και για ν’ αυξήσουν γενικώς την περιουσία τους. Το αθέμιτο της τέτοιας συμπεριφοράς των και μάλιστα προς γνωστούς και συνεπαρχιώτες δεν τους ενδιέφερε. Το πνεύμα του Αλβανικού μετώπου της ομοψυχίας και της αλληλεγγύης μονομιάς εξέλειπε. Ο ατομικός και οικογενειακός εγωισμός και η συντήρησι, αλλά και ο πλουτισμός εκυριάρχησε σχεδόν απόλυτα και καμμία νόμιμη η παράνομη οργάνωσι δεν ετάχθη, εξ αρχής, ανοικτά με τα προγράμματά της ή τις ένέργειές της κατά της τέτοιας συμπεριφοράς, ούτε εξετράπη προκαταβολικώς σε τιμωρία των παραγωγών εκείνων που ανελέητα εξεμεταλλεύοντο μαυραγοριτικώς τον πεινώντα πληθυσμό. Ενώ «βορά» της αδηφαγίας αρκετών γεωργών είχε πέσει ο αστικός πληθυσμός, οι ίδιοι σαν εξίσωσι ίσως και αυτοπεριορισμό και χαλιναγώγησι άρχισαν να υφίστανται μια μάστιγα που ενεφανίσθη τότε και που έδρα στην ύπαιθρο: κάποιοι Έλληνες έμποροι του ποδαριού και των περιστάσεων μαυραγορίτες, συνεργαζόμενοι με μερικούς Ιταλούς καραμπινιέρους και διερμηνείς των Ιταλικών και Γερμανικών υπηρεσιών, έφθαναν στα χωριά με φορτηγά και αφαιρούσαν με βίαιο τρόπο ή εξαγόραζαν σε χαμηλότατες τιμές, προπολεμικές μερικές φορές, ό,τι ήθελαν και εύρισκαν, κυρίως λάδι, σιτηρά, τυριά, εσπεριδοειδή και ό,τι άλλο φαγώσιμο και εμπορεύσιμο, κάνοντας αυθαίρετες έρευνες, εκβιάζοντας και απειλώντας…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Θεόδωρου Γιαννακόπουλου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο επισιτισμός του Ναυπλίου κατά το Α_ έτος της πείνας 1941- 1942

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Χρήστος Κων. Αίσωπος ή «Τζίτζης»


 

Χρήστος Αίσωπος

Χρήστος Αίσωπος

Τον φώναζαν «Τζίτζη» γιατί από μικρός, ήταν μικροσκοπικός. Ονομαζόταν Χρήστος Αίσωπος. Είχε γεννηθεί στο Λυγουριό Αργολίδας το 1908 και ήταν το πρώτο από τα πέντε παιδιά του Κωνσταντίνου («Αναγνώστη») Αισώπου και της Βασιλικής (το γένος Γ. Δουράνου). Είχε εργαστεί ως μηχανικός του Πολεμικού και του Εμπορικού Ναυτικού. Στην κατοχή, επειδή ήταν οργανωμένος στο ΕΑΜ και βρέθηκαν στο σπίτι του στο Λυγουριό δύο βιβλία Μαρξιστικού περιεχομένου, βασανίστηκε και εκτελέστηκε από τα Γερμανικά στρατεύματα την 1η Ιουνίου 1944.

Κατά τον χρόνο της εκτέλεσής του, ο πατέρας του δεν υπήρχε· είχε πεθάνει από το 1941. Η μητέρα του Βασιλική, η «θεία Αναγνώσταινα», ήταν 60 ετών. Ο αδελφός του ο Παντελής ήταν 34 ετών, παντρεμένος και με δύο παιδιά. Η μεγάλη αδελφή του, η Ευγενία, 31 ετών, παντρεμένη με τον Κωνσταντίνο Φ. Τυροβολά. Η μικρή, η Αγγελική ήταν 28 ετών και ο Γιώργος ο «Κουτσός» 25 ετών.

Ο «Τζίτζης» από μικρός ήταν επαγγελματίας ναυτικός. Για μεγάλο διάστημα είχε υπηρετήσει στο Πολεμικό πλοίο «ΑΕΤΟΣ» με τον βαθμό του υποκελευστή. Στον πόλεμο του ’40 βρέθηκε να δουλεύει ως μηχανικός σε ένα εμπορικό πλοίο το οποίο το 1941 βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς έξω από το λιμάνι του Πειραιά και βυθίστηκε. Ο «Τζίτζης» πρόλαβε να πέσει στη θάλασσα και κολυμπώντας βγήκε στην κοντινή Σαλαμίνα. Κάποιοι θυμούνται και μας διηγήθηκαν πως έφτασε στο Λυγουριό ξυπόλητος και ρακένδυτος.

Η απασχόληση του στο χωριό τα χρόνια της κατοχής ήταν ένα περιβολάκι που διατηρούσε η οικογένειά του στη θέση «Κρανιά». Όλοι έχουν να λένε πως ήταν ένας ευφυής, φιλήσυχος και μελετηρός άνθρωπος. Δεν έκρυβε στις λιγοστές κουβέντες του την πίστη του στην δημοκρατία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Ήταν από τους πρώτους που συμμετείχαν στην οργάνωση του ΕΑΜ που δημιουργήθηκε στο Λυγουριό.

Πρωτοστάτες του σχηματισμού και της δράσης της Οργάνωσης ήταν τρία αδέλφια από το Άργος, εργολάβοι, ονομαζόμενοι «Ζαρογιανναίοι». Ο Κώστας, ο μεγαλύτερος, ήταν απολυμένος τμηματάρχης του Υπουργείου Δημοσίων Έργων επί Μεταξά και έδινε παρουσία κάθε μήνα στην Αστυνομία. Αυτός ήταν και ο πιο ένθερμος υποστηρικτής της Μαρξιστικής-κομμουνιστικής ιδεολογίας. Ο Νίκος, ο δεύτερος, ήταν πολιτικός μηχανικός. Ο Πέτρος, ο μικρότερος, είχε πλείστες καλλιτεχνικές ανησυχίες (ηθοποιός, ερασιτέχνης μουσικός,…) και ήταν παροιμιώδης γλεντζές και γυναικοκατακτητής στο προπολεμικό Λυγουριό.

Πριν ακόμη από τον πόλεμο οι «Ζαρογιανναίοι» είχαν πάρει την εργολαβία κατασκευής του δρόμου Λυγουριού-Παλαιάς Επιδαύρου με επιστάτη το Λυγουριάτη Θανάση Χρόνη. Ο Κώστας ο Ζαρόγιαννης, που συνήθως επέβλεπε τα έργα και το προσωπικό, δεν ξεχνούσε την ιδεολογία του ακόμα και εν ώρα εργασίας. Όλοι θυμούνται πως κάθε πρωί, κατά τις 10, «υποχρέωνε» τους εργαζόμενους σε διάλειμμα, για καφέ και συζήτηση. Εκεί, με το κύρος του ιδεολογικά ενημερωμένου στελέχους, ανέλυε τις κοινωνικές αδικίες, την «εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο», το δίκιο και τα δικαιώματα των εργαζομένων. Ένας απροσδόκητος εργοδότης…

Τα χρόνια της κατοχής – και ιδιαίτερα το καλοκαίρι του 1942 – τόποι συνάντησης των μελών του ΕΑΜ και πεδίο διαφώτισης και προπαγάνδας ήταν τα δεκάδες περιβολάκια των Λυγουριάτικων οικογενειών. Τα περισσότερα δημιουργήθηκαν λόγω της πείνας και της κατοχής σε κάθε τόπο που υπήρχε λίγο νεράκι… Στη «Νάπα», στο «Γερό» (Ιερό), στο «Μπουλμέτι», στα «Κρανιά», στου «Τζερέκου» και αλλού.

Μια προπολεμική φωτογραφία: Στη μέση ο Πέτρος Ζαρόγιαννης, αριστερά ο Χρήστος Αίσωπος και δεξιά ο Γιάννης Ν. Καψάλης.

Μια προπολεμική φωτογραφία: Στη μέση ο Πέτρος Ζαρόγιαννης, αριστερά ο Χρήστος Αίσωπος και δεξιά ο Γιάννης Ν. Καψάλης.

Εκεί πηγαινοέρχονταν τα μεσημέρια πότε ο Κώστας και πότε ο Πέτρος ο Ζαρόγιαννης μ’ ένα ποδήλατο, όταν ξαπόσταιναν οι περιβολάρηδες για «μια μπουκιά ψωμί». Εκεί άνοιγε η κουβέντα και φούντωνε ο διάλογος. Εκεί όλοι μιλούσαν και άκουγαν για την πορεία του πολέμου – Ελ Αλαμέιν, Στάλινγκραντ – για την Αντίσταση και την Ελευθερία, την Κοινωνική Δικαιοσύνη και τη Δημοκρατία. Εκεί όλοι μιλούσαν και συμφωνούσαν για την παραδειγματική τιμωρία που περίμενε μετά την απελευθέρωση τους δοσίλογους, τους μαυραγορίτες και τους κάθε λογής συνεργάτες των στρατευμάτων κατοχής. Η Οργάνωση του ΕΑΜ σε πλήρη ανάπτυξη. Διαφώτιση, προπαγάνδα και στρατολόγηση νέων μελών. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι νέες και οι νέοι που ανταποκρίθηκαν.

Παράλληλα όμως με τη διαφωτιστική – προπαγανδιστική δουλειά της Οργάνωσης, λίγους μήνες πριν από τη σύλληψη του «Τζίτζη», στην περιοχή του Λυγουριού, συνέβη ένα σημαντικό γεγονός, που διαμόρφωσε συνθήκες πολέμου. Το γερμανικό φυλάκιο στο «Γερό» (Ιερό Ασκληπιείου) χτυπήθηκε από αντάρτες του ΕΛΑΣ, ανήμερα την Κυριακή της τελευταίας Αποκριάς, την 1η Μαρτίου 1944. Το Λυγουριό εκείνη την ημέρα είχε διπλή γιορτή, από τη μια την παραδοσιακή τελευταία Αποκριά και από την άλλη την πρόσφατη αποχώρηση των Γερμανών από το χωριό τους. (Οι Ιταλοί είχαν φύγει από την προηγούμενη χρονιά).

Οι κατακτητές άφησαν στην περιοχή μόνο μία φρουρά, στο φυλάκιο του Ασκληπιείου, που βρισκόταν βορειοανατολικά του αρχαιολογικού χώρου και λίγο πριν από το εκκλησάκι της Αγίας Άννας. Το φυλάκιο ήταν μια εγκατάσταση λίγων δωματίων, που περιστοιχιζόταν από πέτρινα ορύγματα και που είχε κατασκευαστεί από τους Γερμανούς με υποχρεωτική εργασία Λυγουριατών. Εκεί είχαν εγκαταστήσει γεννήτρια, ασύρματο, τηλέφωνο και μαγειρείο. Οι εγκαταστάσεις του φυλακίου καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Γερμανούς με εκρηκτικά όταν αποχώρησαν οριστικά από τον τόπο μας το καλοκαίρι του 1944.

Στην ολιγομελή φρουρά του φυλακίου υπηρετούσε κι ένας πανύψηλος καλοκάγαθος Γερμανοπολωνός στρατιώτης, ονόματι Ρίχελ. Αυτός, λόγω της μακροχρόνιας παραμονής του στον τόπο μας και των συνθηκών της κατοχής που διαμορφώθηκαν, είχε συμπονέσει τους φτωχούς χωριάτες και ιδιαίτερα τα στερημένα παιδιά των αγροτοκτηνοτρόφων της περιοχής. Δεν ήταν λίγες οι φορές, τον καιρό της πείνας, που τους έδινε κάτι να φάνε. Ο Χρήστος Γ. Σαρρής – επτάχρονο παιδάκι τότε – θυμάται πως από τα χέρια του Ρίχελ πήρε και έφαγε την πρώτη σοκολάτα της ζωής του. Εδώ αξίζει να αναφερθεί πως σε αυτό το φυλάκιο υπηρετούσε επίσης και ο δεκαοχτάχρονος τότε Γερμανός στρατιώτης ονόματι Άϊντς. Αυτός τελικά επέζησε του πολέμου και το 1979 επισκέφτηκε τον τόπο μας και βαθύτατα συγκινημένος (κλαίγοντας) προσκύνησε τα ερείπια του φυλακίου. Τέλος, μάγειρας του φυλακίου ήταν ο 35χρονος γερμανός στρατιώτης ονόματι Αρτούρ, ο γηραιότερος της φρουράς, αλκοολικός και πασίγνωστος στους ντόπιους, που δεν τον «χόρταιναν» κρασί.

Την ημέρα της τελευταίας Αποκριάς, που εξιστορούμε, είχε κατέβει και ο Ρίχελ στο Λυγουριό. Ήθελε να παρακολουθήσει τις εορταστικές εκδηλώσεις των χωρικών, ίσως όμως ήθελε και να τους αποχαιρετήσει· όλοι ήξεραν ότι οι Γερμανοί «χάνουν τον πόλεμο» και ότι σύντομα θα οπισθοχωρούσαν. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που τον υποδέχτηκαν και τον κέρασαν.

Εκείνες τις ώρες της διασκέδασης, λίγο πριν από το μεσημέρι, στην περιοχή του αρχαίου θεάτρου, μια μικρή ομάδα ανταρτών του ΕΛΑΣ, προερχόμενη από την περιοχή της Κορίνθου, υπό τον καπετάν «Χάρο» κατά κόσμον Παπαρρήγα (μετέπειτα πεθερό της μέχρι πρότινος Γραμματέως του Κ.Κ.Ε.) περικύκλωσαν από απόσταση το γερμανικό φυλάκιο. Έστησαν ένα πολυβόλο στη θέση «Χαρανί», πλησίον του Μαλεάτα και όρθωσαν πρόχειρες πολεμίστρες με «λιανοντούφεκα» ανατολικά από το στανοτόπι του Βασίλη Σαρρή («Ξαλιά»).

Πριν εκδηλώσουν την επίθεση, «υποχρέωσαν» δύο Λυγουριάτες που βρήκαν στην περιοχή, τον Δημήτρη Μιχ. Γιαννούλη και τον Παναγιώτη Ιω. Γκοβάτση, να κόψουν με χειροπρίονα δύο τηλεγραφόξυλα και με αυτά να καταστρέψουν την τηλεφωνική σύνδεση του φυλακίου. Στη συνέχεια, έριξαν μερικές ριπές με το πολυβόλο και κάποιες βολές με τα τουφέκια εναντίον των γερμανικών εγκαταστάσεων. Όταν όμως δέχτηκαν τη σφοδρή αντεπίθεση των Γερμανών, αποσύρθηκαν προς νότο με κατεύθυνση την Ερμιονίδα, που ήταν ο προορισμός τους. Απώλειες ή τραυματισμοί δεν υπήρξαν για καμιά από τις δύο πλευρές. Η «επιχείρηση» αυτή των ανταρτών εναντίον του γερμανικού φυλακίου πιθανότατα δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα επιπόλαιο περιστατικό, αυθόρμητο και απροσχεδίαστο, που παρ’ ολίγον να κάψει στην κυριολεξία το Λυγουριό και να πυροδοτήσει την γερμανική εκδικητικότητα.

Οι Γερμανοί, όταν διαπίστωσαν την καταστροφή της τηλεφωνικής γραμμής, χρησιμοποίησαν τον ασύρματο και ειδοποίησαν την Κεντρική Διοίκηση στο Ναύπλιον ζητώντας ενισχύσεις, οι οποίες και δεν άργησαν να έρθουν. Πρώτα-πρώτα έφτασαν από τον Σαρωνικό δύο πολεμικά υδροπλάνα, που διέγραψαν μία κυκλική επιθετική περιπολία πάνω από την περιοχή.

Οι κάτοικοι του Λυγουριού με το πρώτο βουητό των υδροπλάνων και τις απανωτές ριπές των πολυβόλων, που γάζωναν τους γύρω λόφους, διέκοψαν απότομα την αποκριάτικη διασκέδαση. Επικράτησε πανδαιμόνιο. Με ιδιαίτερη σπουδή οι τρομοκρατημένοι χωρικοί ετοίμασαν τη φυγή τους στην ύπαιθρο. Γέμισαν τις γούρνες με νερό και τάισαν τα πουλερικά και τα ζωντανά του σπιτιού. Βύζαξαν τα αρνιά και τα κατσίκια και τα έκλεισαν στους στάβλους. Δεν ήξεραν πότε θα γυρίσουν. Έριξαν στα καπούλια και στα σαμάρια των ζώων λίγες κουβέρτες, μερικές αλλαξιές, ένα καρβέλι ψωμί και κάποια λιγοστά εφόδια. Τα μωρά βρήκαν καταφύγιο στην αγκαλιά της μάνας και τα μεγαλύτερα παιδιά κρατώντας σφιχτά το χέρι του πατέρα βγήκαν από το χωριό και όλες οι οικογένειες σκόρπισαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Μόνο λίγοι γέροι έμειναν πίσω καρτερώντας τον πιθανό κίνδυνο παρά τη σίγουρη ταλαιπωρία της «εξόδου».

Οι περισσότερες οικογένειες αναζήτησαν την προστασία τους στα περιβόλια τους και στα κοντινά ξωκλήσια. Ο Αη Γιώργης, η Αγία Μαρίνα, ο Άγιος Αθανάσιος και ο Άγιος Μερκούριος μετατράπηκαν σε πραγματικά καταφύγια πίστης και ελπίδας. Τα γυναικόπαιδα είχαν την προτεραιότητα στην προστασία. Ορισμένοι νέοι και οι πιο τολμηροί σκαρφάλωναν με προφυλάξεις σε ψηλούς βράχους και αγνάντευαν το χωριό που σε λίγο – κατά τις φήμες – θα καιγόταν. Ευτυχώς το κακό δεν έγινε. Πολλοί ισχυρίζονται πως αυτό οφείλεται στην πεισματική και πειστική παρέμβαση του στρατιώτη Ρίχελ που έπεισε τους ανωτέρους του πως οι αντάρτες που «χτύπησαν» το φυλάκιο ήταν φερτοί και δεν είχαν καμία σχέση με τους φιλήσυχους Λυγουριάτες.

Εν τω μεταξύ κατέφθασαν στο έρημο χωριό από το Ναύπλιον δύο τεθωρακισμένα καμιόνια με πάνοπλους στρατιώτες. Παράλληλα τα υδροπλάνα συνέχιζαν τις εκκωφαντικές περιπολίες τους και «γάζωναν» με τις ριπές τους τα γύρω υψώματα.

Αθώο θύμα της αεροπορικής αυτής επίθεσης υπήρξε η άτυχη Χριστίνα, σύζυγος του Περίανδρου Σκοτώρη, 30 ετών και μητέρα ενός εξάχρονου αγοριού, του Κώστα. Έπεσε νεκρή πηγαίνοντας στην περιοχή «Μόνουκα» από μια αεροπορική ριπή πλησίον του Λυγουριάτικου νεκροταφείου, πριν προλάβει να κρυφτεί στα δέντρα του περιβόλου. Η επτάχρονη τότε Φωτούλα Μιχ. Ξυπολιά θυμάται πως το άψυχο σώμα της μεταφέρθηκε στο χωριό με το γαϊδουράκι του πατέρα της Παναγιώτη Ν. Δεληγιάννη.

Την από αέρος γερμανική επίθεση δέχτηκε και η Κατερίνα, σύζυγος Γεωργίου Περ. Καψάλη, στην περιοχή του Αη Γιώργη, όταν πήγαινε με το γάιδαρό της να προφυλαχτεί, κρατώντας στην αγκαλιά της τον τετράχρονο γιο της Περικλή. Όταν είδε από μακριά τ’ αεροπλάνα και συνειδητοποίησε τον κίνδυνο, πρόλαβε να κατέβει από το ζώο και με τον μικρό Περικλή στην αγκαλιά της κρύφτηκαν στους παρακείμενους θάμνους. Οι φονικές ριπές του αεροπλάνου τελικά σκότωσαν μόνο το άτυχο ζώο.

Στον απόηχο του «χτυπήματος» του φυλακίου, ένα άλλο αιματηρό επεισόδιο συνέβη στη θέση «Χάνι» του γειτονικού Αδαμίου. Συγκεκριμένα, στα πλαίσια του κυνηγητού που εξαπέλυσαν κατά των ανταρτών, οι Γερμανοί έστειλαν και ένα απόσπασμα προς την κατεύθυνση της φυγής τους. Αυτό το απόσπασμα, αφού παρέκαμψε τη θέση «Κολώνες» του Ιερού, βγήκε αγνάντι στην Αδαμιώτικη περιοχή «Χάνι», λίγο μετά το «Σέλκι». Σε αυτή την επιχείρηση οι Γερμανοί δεν συνάντησαν πουθενά αντάρτες και στράφηκαν στους άμαχους. Για τους ένοπλους κατακτητές, ό,τι εκινείτο ήταν στόχος.

Έτσι τα πυρά των Γερμανών σκότωσαν τον γέροντα Παναγιώτη Καραφωτιά, που όταν τους είδε έτρεξε να κρυφτεί στο βουνό, αλλά δεν πρόλαβε. Στη συνέχεια, τραυμάτισαν σοβαρά στα πόδια την εντεκάχρονη τότε Ιωάννα (Γιαννούλα) Χρ. Παπαδόγιαννη, μετέπειτα σύζυγο Γεωργίου Κ. Καραφωτιά, που εκινείτο στην αυλή του σπιτιού της. Όταν πλησίασαν οι εξαγριωμένοι Γερμανοί, πυρπόλησαν και το σπίτι του Παπαδόγιαννη γιατί το θεώρησαν κρησφύγετο των διερχόμενων ανταρτών. Αυτή την εξήγηση έδωσε στους τρομοκρατημένους παθόντες ο Έλληνας χωροφύλακας και διερμηνέας των κατακτητών ονόματι Κρεμπενιός, που τότε υπηρετούσε στο Σταθμό του Λυγουριού.

Ο Χρήστος Κ. Αίσωπος στην αρχή της θητείας του στο Ναύσταθμο.

Ο Χρήστος Κ. Αίσωπος στην αρχή της θητείας του στο Ναύσταθμο.

Το περιβολάκι της οικογένειας του «Τζίτζη» βρισκόταν στη θέση «Κρανιά», νοτιοανατολικά του χωριού. Από εκεί ο Χρήστος, έχοντας δίπλα του την απέραντη κρυψώνα του βουνού, ζούσε σαν καταζητούμενος των Γερμανών και των ντόπιων συνεργατών τους, παρότι δεν είχε κατηγορηθεί ή διαπράξει κανένα έγκλημα πέραν της προσήλωσής του στη Μαρξιστική θεωρία. Έτσι, όπως κάθε τόσο, πιθανότατα, την Κυριακή 29 Μαΐου 1944, ξεκίνησε από το περιβόλι του, με κάθε προφύλαξη, να φτάσει στο πατρικό του σπίτι για προμήθειες. Πολύ πριν πλησιάσει, κάποιοι άλλοι περιβολάρηδες τον ειδοποίησαν: «Πρόσεχε» του είπαν «το χωριό σήμερα είναι γεμάτο από Γερμανούς και Ταγματασφαλίτες….». Αυτός τους αγνόησε… Το είχε ξανακάνει… Όταν όμως μπήκε στο σπίτι του, «μπουκάρισαν» ξωπίσω του οι κρυμμένοι ένοπλοι διώκτες του και τον συνέλαβαν.

Έψαξαν σε κάθε γωνιά του σπιτιού για όπλα ή κάποιο άλλο ενοχοποιητικό στοιχείο. Δεν βρήκαν τίποτα, παρά μόνο δυο βιβλία – κομμουνιστικά είπαν – κρυμμένα στην αποθήκη με τα κάρβουνα. Με τα «ενοχοποιητικά» αυτά ευρήματα – τα Μαρξιστικά βιβλία – οι δεσμώτες του τον οδήγησαν στα κρατητήρια της Αστυνομίας του Λυγουριού για ανάκριση.

Εκεί για τρεις ημέρες και τρεις νύχτες τον βασάνισαν φριχτά, προκειμένου να του αποσπάσουν πληροφορίες για κρυψώνες όπλων και ονόματα ανταρτών. Εκείνες τις ημέρες και τις νύχτες στη γειτονιά της Αστυνομίας δεν κοιμήθηκε κανένας από τα βογγητά του άτυχου κρατούμενου. Ο Χρήστος φαίνεται πως άντεξε, γιατί δεν ακολούθησαν άλλες συλλήψεις. Το μόνο που μπορεί να αναφερθεί, χωρίς να συσχετισθεί, είναι πως εκείνες τις ημέρες, με τη σύλληψη του «Τζίτζη», είχαμε και τις ανακρίσεις από τους Γερμανούς του εφημέριου παπα -Γρηγόρη Πετρουλά, που λίγο έλειψε να τον εκτελέσουν κι αυτόν – τελικά τη γλίτωσε αλλά του απαγορεύτηκε να επανέλθει στην ενορία του στο Λυγουριό.

Ο Πετρουλάς είχε κατηγορηθεί για αντιγερμανική προπαγάνδα «από άμβωνος» και για μια φωτογραφία που έφτασε στα χέρια των κατακτητών από ντόπιους «καλοθελητές» στην οποία ο ιερέας απεικονιζόταν με αρμάδες «χιαστί» εν μέσω ανταρτών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Απόλυτα σαφής είναι η αναφορά του με ημερομηνία 11 Ιουλίου 1944 προς τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Αργολίδος, που γράφει επί λέξει: «Λαμβάνω την τιμήν ευσεβάστως ν’ αναφέρω Υμίν, ότι η Γερμανική Αστυνομική αρχή μου απαγόρευσε να επανέλθω εις την οργανικήν μου θέσιν εν Λυγουρίοις, καθότιν ευρίσκει λόγους σοβαρούς προς τούτο… Ασπάζομαι την δεξιάν σας. Το πνευματικόν σας τέκνο Γρ. Πετρουλάς». (Πηγή: Αρχείο Ιεράς Μητρόπολης Αργολίδας).

Ύστερα από τρία μερόνυχτα φρικτών βασανιστηρίων ο «Τζίτζης» βρισκόταν σε άθλια κατάσταση στα κρατητήρια της Αστυνομίας του Λυγουριού· αιμόφυρτος, νηστικός και κυρίως διψασμένος, δύσκολα στεκόταν στα πληγωμένα πόδια του. Αυτό διαπίστωσε όταν τον αντίκρισε από τον μικρό φωταγωγό της φυλακής του – και αυτό μαρτύρησε – η πρώτη του εξαδέλφη Μαριγώ, σύζυγος Δημητρίου Χρ. Μελλά ή «Μπόρη».

Αυτή και μόνο, με αξιοζήλευτο θάρρος και αυταπάρνηση, προσέγγισε τον χώρο του βασανιστηρίου του, χωρίς να γίνει αντιληπτή. Με απαράμιλλη ευρηματικότητα, ψυχραιμία και μυστικότητα, χρησιμοποίησε το ημιυπόγειο της διπλανής με το κρατητήριο χαμοκέλας, ιδιοκτησίας τότε Παντελή Γκοβάτση (σημερινή οικία Κων. Τζάνου) και πέρασε «σαν φίδι» στο σκοτεινό σοκάκι της Αστυνομίας. Έτσι προσέγγισε τη φυλακή του κρατούμενου εξαδέλφου της και του έδωσε μέσα από τα κάγκελα του φεγγίτη λίγη τροφή και κυρίως το πολύτιμο νερό, που τόσο είχε ανάγκη.

Ο Χρήστος Αίσωπος με την αδελφή του Ευγενία Τυροβολά που έμελλε να ζήσει το τραγικό τέλος του.

Ο Χρήστος Αίσωπος με την αδελφή του Ευγενία Τυροβολά που έμελλε να ζήσει το τραγικό τέλος του.

Σ’ αυτό το μικρό αλλά βασανιστικό διάστημα η αδελφή του Χρήστου, η Ευγενία Τυροβολά, με την συνδρομή του δικολάβου Κωνσταντίνου Αισώπου συμπλήρωσε μια «αίτηση χάριτος» και μάζεψε υπογραφές θετικές από όλο το χωριό. Υπέγραψαν πάρα πολλοί ομοϊδεάτες και αντίθετοι. Μέχρι και η Ελενίτσα, η χήρα του Χρηστάκη του Τόλια του γιατρού, που τον προηγούμενο χρόνο – το 1943 – είχε εκτελεστεί μαζί με τον Παλαιοεπιδαύριο Βάσο Φελιμέγκα από Λιμνιάτες αντάρτες στην Προσύμνη. Τόσο αγαπητός ήταν. Όταν όμως ο γιατρός ο «Καλέρης» (Κ. Καλαματιανός) είδε όλες αυτές τις υπογραφές, τη διαβεβαίωσε πως αυτό το πλήθος των υπογραφών, που έδειχνε πόσο αγαπητός ήταν στην τοπική κοινωνία, θα ήταν και ο σίγουρος θάνατός του. Την έπεισε να σκίσουν την αίτηση και να συντάξουν καινούργια. Δεν πρόλαβαν…

Οι Γερμανικές αρχές, αφού με την ανάκριση και τα βασανιστήρια δεν μπόρεσαν ν’ αποσπάσουν καμιά πληροφορία, πήραν την αποτρόπαια απόφαση: «Εις θάνατον…» – χωρίς φυσικά ο δυστυχής κρατούμενος να τύχει οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας και υπεράσπισης. Τέτοια χρόνια τέτοια λόγια. Έτσι το πρωί της 1ης Ιουνίου 1944, ημέρα Τετάρτη, οι πάνοπλοι Γερμανοί στρατιώτες οδήγησαν «σηκωτό» τον αιμόφυρτο και ανήμπορο Χρήστο έξω από το χωριό.

Μαρτυρίες για τη διαδρομή που ακολούθησαν δεν υπάρχουν. Όλοι οι χωριανοί είχαν κρυφτεί και κλειστεί στα σπίτια τους. Η θλιβερή κουστωδία, για να αποφύγει τον κεντρικό δρόμο, πρέπει να πήρε τη βορειοδυτική διαδρομή, από το προαύλιο της Αγίας Τριάδας προς τον «Πλάτανο». Από εκεί θα κατηφόρισαν προς το δρόμο της Επιδαύρου. Αμέσως μετά το σπίτι του Κώστα Καμπίτη («Μπόμπη»), μπήκαν στην αριστερή πλευρά της ασφάλτου, σε ένα χωράφι ιδιοκτησίας τότε Δημητρίου Γκάτζιου («Σπόγγου»), που σήμερα είναι χτισμένη η κατοικία του Παναγιώτη Φωτ. Χουντάλα. Εκεί στον ίσκιο μιας εύρωστης γκοριτσιάς σταμάτησαν. Χωρίς άλλη διαδικασία και καθυστέρηση ο επικεφαλής της Γερμανικής φρουράς έβγαλε το πιστόλι του και σημάδεψε τον «Τζίτζη» στο κούτελο. Η σφαίρα βγήκε από το πίσω μέρος της κεφαλής του, που άνοιξε σαν τσόφλι καρυδιού και σκόρπισαν τα μυαλά του στο χώμα. Η ώρα ήταν εννέα το πρωί και κάποια παιδιά παρακολούθησαν την εκτέλεση από μακριά. Οι εκτελεστές για πολλή ώρα απαγόρευσαν σε οποιονδήποτε να πλησιάσει το άψυχο σώμα εκτός… από τα σμήνη των μυγών, που λόγω της ζέστης δεν άργησαν να σκεπάσουν – στην κυριολεξία – τα χαίνοντα τραύματα του νεκρού. Φρίκη πραγματική.

Αυτή την αποτρόπαια εικόνα αντίκρισε, όταν έφυγαν οι Γερμανοί, και μας περιέγραψε ο δεκαπεντάχρονος τότε και «αυτόπτης» Αναστάσιος Δ. Μελλάς («Μπόρης»), γιός της Μαριγώς που προαναφέραμε. Όταν μαθεύτηκε το κακό στο χωριό, στο σπίτι του αδικοσκοτωμένου Χρήστου, βρίσκονταν μόνο η άμοιρη μητέρα του Βασιλική, η «θεια Αναγνώσταινα» και η μεγάλη αδελφή του Ευγενία Τυροβολά. Εκείνες μόνο έτρεξαν αλλόφρονες να τον θρηνήσουν και να τον παραλάβουν. Όλοι οι άλλοι του σπιτιού έλειπαν.

Η μικρή του αδελφή Αγγελική βρισκόταν κοντά στον αδελφό της το Γιώργη, σε νοσοκομείο της Αθήνας, όπου ο τελευταίος νοσηλευόταν ύστερα από τον ακρωτηριασμό του ενός ποδιού του. Αυτοί οι δύο το τραγικό γεγονός της εκτέλεσης του αδελφού τους το έμαθαν μετά από σαράντα μέρες, όταν επέστρεψαν στο σπίτι τους στο Λυγουριό. Ο άλλος αδελφός τους, ο Παντελής, ήταν κρατούμενος για πολιτικούς λόγους στις φυλακές της Ακροναυπλίας. Η γυναίκα του η «Βγενιά» για περισσότερη προστασία είχε μετακομίσει στο πατρικό της, στη Νέα Επίδαυρο, έχοντας μαζί της την τετράχρονη κόρη της και το νεογέννητο γιο της. Εκεί ειδοποιήθηκε για το κακό αυθημερόν, λαβαίνοντας από το Λυγουριό το θλιβερό μήνυμα του πένθους μέσα σε ένα ταγάρι που έκρυβε ένα μαύρο τσεμπέρι. Ώσπου να μάθει τα ακριβή γεγονότα «δεν ήξερε για ποιόν να θρηνήσει…». Αυτά τα διηγείται ακόμη η θεια «Βγενιά» παρά τα βαθιά της γεράματα.

«Η ακριβής περιγραφή του περιστατικού και των συνθηκών θανατώσεως του θύματος…» περιέχεται στη σχετική αγωγή που συνέταξε στις 23 Αυγούστου 1995 ο Ναυπλιώτης δικηγόρος Παν. Λαλούσης για την «Διεκδίκηση πολεμικών επανορθώσεων από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας». Αντιγράφουμε: «Η θανάτωση έγινε με όπλο από Γερμανούς στρατιώτες μέσα στο Λυγουριό πλησίον της οικίας Αναστ. Λιάτα («Τασέλου») την 1η Ιουνίου 1944 ημέραν Τετάρτην και ώραν 9 π.μ. αφού είχε υποστεί πολλά βασανιστήρια, για λόγους αντιθέσεώς του στη ναζιστική θεωρία. Μετά τη θανάτωση οι συγχωριανοί ειδοποίησαν την οικογένειάν του που τον έθαψε κατά τις 6 μ.μ. της ίδιας μέρας τοποθετημένο επάνω σε φύλλο ξύλινης πόρτας».

Η ληξιαρχική πράξη θανάτου, με αριθμό 7, παρελήφθη από την μητέρα του θύματος Βασιλική, στις 12 το μεσημέρι. Την υπογράφει ο τότε Ληξίαρχος και διορισμένος Πρόεδρος της Κοινότητας Βασ. Διδασκάλου («Μπιλ»). Διαβάζουμε: «την πρώτην του μηνός Ιουνίου 1944 ημέραν Τετάρτην… απεβίωσεν φονευθείς ο υιός της Χρήστος Κ. Αίσωπος… Ο θάνατος κατά την πιστοποίησιν του ιατρού Κων. Καλαματιανού επήλθεν εκ τραύματος δι’ όπλου». Στο περιθώριο του εγγράφου και με διαφορετικό γραφολογικό χαρακτήρα υπάρχει ετεροχρονισμένη η σημείωση: «Εφονεύθη παρά γερμανών».

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του «αυτόπτη» δεκαοχτάχρονου τότε Κώστα Π. Γκοβάτση («Μοίρα»), που βρέθηκε την ώρα της διακομιδής στην «Πάνω Πλατεία» του Λυγουριού, ο νεκρός είχε τοποθετηθεί επάνω σε μία ξύλινη σκάλα. Την ξύλινη πόρτα που αναφέρει η αγωγή του δικηγόρου δεν θυμάται να την είδε. Το πιθανότερο είναι ότι η πόρτα με τη σορό τοποθετήθηκε σκεπασμένη με σεντόνι επάνω στη σκάλα κι έτσι μεταφέρθηκε από τον τόπο της εκτέλεσης στο ιατρείο του Κων. Καλαματιανού για τη γνωμάτευση και από κει στο Νεκροταφείο.

Τη μακάβρια μεταφορά ανέλαβαν, εκ περιτροπής, κρατώντας την ξύλινη σκάλα από τις άκρες της, ο φανοποιός Πέτρος Σπανόπουλος («Πετράκης»), ο Στέλιος Κωστάκης («Πίκρας») και η αδελφή του νεκρού, Ευγενία· αυτή η τραγική λυγερόκορμη νέα γυναίκα, που εκείνη την ημέρα – μονάχη ουσιαστικά – αντιμετώπισε και διαχειρίστηκε με ιδιαίτερο πείσμα το αβάσταχτο πένθος και τον φαρμακερό πόνο, τον δικό της, της μάνας της και του σπιτιού τους ολόκληρου· αυτή που πρώτη το πρωί, στον τόπο της εκτέλεσης σκέπασε μ’ ένα σεντόνι το θλιβερό λείψανο του αδελφού της και τελευταία το βράδυ, με σφιγμένα τα δόντια, τον μετέφερε μέχρι το Νεκροταφείο· αυτή που βάσταξε και απομόνωσε με λεόντεια γενναιότητα τον ανεκδήλωτο θρήνο της, αδιαφορώντας για την παρουσία των μισητών εκτελεστών. Η Ευγενία Τυροβολά, μια υπερήφανη φυσιογνωμία, φερμένη και βγαλμένη από την τραγική «Αντιγόνη» του αρχαίου ποιητή.

Τέλος εκείνο που θυμάται και μας μετέφερε επίσης ο Κώστας Γκοβάτσης είναι πως η νεκρώσιμη συνοδεία των ελάχιστων συγγενών δεν ξεπερνούσε τα επτά με οκτώ άτομα. Οι άλλοι χωριανοί, απόλυτα τρομοκρατημένοι, είτε είχαν φύγει μακριά από το χωριό είτε είχαν κλειδωθεί στα σπίτια τους.

Η ταφή του άτυχου – και ξεχασμένου από κοινωνία και πολιτεία – Χρήστου Αίσωπου έγινε χωρίς παπά και νεκρώσιμη ακολουθία κατόπιν διαταγής των στρατευμάτων κατοχής. Έφυγε από αυτόν τον κόσμο, άδικα και απάνθρωπα.

Το επίσημο Γερμανικό κράτος ουδέποτε έδωσε λόγο συγγνώμης ή αποζημίωση. Σήμερα, 70 χρόνια από τότε – και επειδή οι ήρωες ζουν ανάμεσά μας όσο τους θυμόμαστε – κλείνουμε αυτό το σημείωμα και το δημοσιοποιούμε σαν ελάχιστο φόρο τιμής και μνήμης στον τραγικό συμπατριώτη μας και ήρωα, Χρήστο Κων. Αίσωπο.

 

Γιάννης Σαρρής (Δραγώνας)

Λυγουριό, Μάιος 2014


Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

O Ε.Λ.Α.Ν. (Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό) και η δράση του στην Ερμιονίδα


 

Σημαντικό ρόλο στον αγώνα της Αντίστασης κατά των Γερμανικών δυνάμεων Κατοχής, στην Πελοπόννησο, έπαιξε και μια ολιγάριθμη αλλά ιδιαίτερα μαχητική ομάδα καταδρομών που ανέπτυξε στην Ερμιονίδα το ΕΑΜ. Πρόκειται για το ΕΛΑΝ, το Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό.

Η ιστορία κάπως επαναλαμβάνεται. Στα ίδια νερά της Ερμιονίδας, πριν 180 χρόνια, ένας άλλος καταδρομέας, ο Λενιδιώτης Ανδρέας Τσακώνης, διαδραμάτισε τον ίδιο ρόλο. Παραμονεύοντας πίσω από τους κάβους της περιοχής, έκανε τη διαδρομή προβληματική σε κάθε τούρκικο καράβι που θα διακινδύνευε να μπει στα νερά του Αργολικού κόλπου. Τέτοια ήταν η δράση του, ώστε οι Τουρκικές αρχές ν’ ασχοληθούν μαζί του, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, γιατί η ιστορία, από όσα στοιχεία διασώθηκαν στο Αρχείο της Ύδρας (τόμ. 1, σ. 8081) δεν αναφέρει αν τελικά τον συνέλαβαν.

Ας δούμε, όμως, ποια ήταν η δράση αυτή του ΕΛΑΝ, έτσι όπως την διηγήθηκαν αυτοί που την έζησαν και επέζησαν.

Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Γερμανοί, για να μεταφέρουν τα εφόδια του στρατού τους στην Κρήτη, χρησιμοποιούσαν ελληνικά καΐκια, αρπαγμένα, επιταγμένα ή κατά κάποιον οποιονδήποτε τρόπο αναγκασμένα να εκτελέσουν τις διαταγές τους. Τα φόρτωναν σε κάποιο λιμάνι της Αττικής κι εκείνα, ξεκινώντας το απόγευμα και παραπλέοντας τις ακτές της Πελοποννήσου, προσπαθούσαν ταξιδεύοντας ολοταχώς τη νύχτα να βρίσκονται τα ξημερώματα σε κάποιο λιμάνι της Κρήτης. Το δρομολόγιο αυτό των καϊκιών περνούσε ανάμεσα στον Άη Γιώργη της Ύδρας και το νησάκι Δοκός.

Το 1943, ένας θαρραλέος και ριψοκίνδυνος γεωπόνος, ο Τάσος Κακαβούτης, Γραμματέας του ΕΑΜ Ερμιονίδας, συνέλαβε την ιδέα να οργανώσει μιαν ομάδα καταδρομών και να παρεμποδίσει αυτή τη μεταφορά εφοδίων προς τα στρατεύματα κατοχής της Κρήτης. Την οργάνωση της ομάδας αυτής του ΕΛΑΝ την είχαν αναλάβει και νωρίτερα μερικά παιδιά από την Ερμιόνη, αλλά μέχρι τότε δεν είχαν αναπτύξει καμία δράση. Τότε, στις αρχές του 1944, μια ολιγάριθμη ομάδα ανταρτών αποσπάται από το 6ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, που είχε την έδρα του στην περιοχή της Στυμφαλίας και στέλνεται στην Ερμιονίδα. Από τα μέλη αυτής της ομάδας δημιουργήθηκε ο βασικός πυρήνας του ΕΛΑΝ.

Ένα από τα μέλη της, ο Παναγιώτης Καραμπίνας από το Φοινίκι της Θεσπρωτίας, γνωστός με το ψευδώνυμο «καπετάν Τζαβέλας», που τον συναντήσαμε στο σπίτι του, στην Παραλία της Ακράτας, μας διηγείται:

«Εγώ, τότε, είχα καταταχτεί στο 6° Σύνταγμα του ΕΛΑΣ και μια μέρα, αρχές του 1944, πήραμε την εντολή να σχηματίσουμε μιαν ομάδα κρούσεως και να κατεβούμε στα Δίδυμα. Είμαστε επτά. Ο Γιώργος ο Λέκας, από το Γκέρμπεσι (Μιδέα) της Αργολίδας, γνωστός με το ψευδώνυμο καπετάν Λευτεριάς, ο Γιάννης Σκινάς ή Τίγρης από το Χαρβάτι (Μυκήνες), ο Τάσος Οικονόμου από τις Λίμνες, ο καπετάν Γιάννης Μοριάς και άλλα δύο παιδιά, που δεν θυμούμαι τα ονόματά τους.

Εκείνες τις ημέρες, θα ’ταν 15 ή 16 του Φλεβάρη 1944, δύο εγγλέζικα αεροπλάνα βομβάρδισαν μέσα στο λιμάνι των Σπετσών τον ¨Κέφαλο¨, ένα καράβι μιας Κακαμπουρίνας από τα Μέθανα, επιταγμένο από τους Γερμανούς και φορτωμένο άλευρα, και το βούλιαξαν. Αλλά, φεύγοντας μετά τον βομβαρδισμό, το ένα από τ’ αεροπλάνα χτύπησε στον φάρο, έχασε το ένα του φτερό και πέφτοντας στη θάλασσα, στη τοποθεσία ¨Γαρύφαλλου¨, βούλιαξε σε 18 οργιές νερό. Είχε πλήρωμα δύο αεροπόρους. Ο ένας πρόλαβε και γλύτωσε με το αλεξίπτωτο. Τον έκρυψε ένας ψαράς, ο Βαγγέλης Οικονόμου ή Παραπόλας, και τον φυγάδεψε κατόπιν στα Δίδυμα. Ο άλλος παρασύρθηκε με το σκάφος στον βυθό. Από τους Γερμανούς στρατιώτες, που αποτελούσαν την φρουρά του καραβιού, δυο σκοτώθηκαν, δυο άλλοι επιβιβάστηκαν σε κάποιο καΐκι και γύρισαν στον Πειραιά, δυο κατέφυγαν στο ξενοδοχείο του Καρδάση, στις Σπέτσες, και ο τελευταίος, εφτά ήσαν όλοι, ο Φριτς, μπήκε σε κάποιο περαστικό καΐκι και πήγε στο Ναύπλιο για να ειδοποιήσει για ό,τι είχε γίνει».

Μόλις φτάσαμε στα Δίδυμα, συνεχίζει την αφήγησή του ο Καπετάν Τζαβέλας, «θα ’ταν 15 ή 16 του Φλεβάρη, έρχεται ο Σμυρλής από τις Σπέτσες και μας είπε για τον βομβαρδισμό, το βυθισμένο αεροπλάνο, το καράβι, τους δυο Γερμανούς, που μένανε στο ξενοδοχείο. Μας είπε ακόμη και για τρία επιταγμένα καΐκια, που ήταν φορτωμένα στο λιμάνι. Αποφασίσαμε να πάμε να πιάσουμε τους Γερμανούς και τα καΐκια και να προσπαθήσουμε να διασώσουμε ό,τι μπορούσαμε από το μισοβυθισμένο καράβι και από το αεροπλάνο. Κατεβήκαμε στο Πόρτο Χέλι, πήραμε ένα καΐκι και περάσαμε στις Σπέτσες. Ο καπετάν Λευτεριάς, ο Σμυρλής κι εγώ. Πήγαμε στο σπίτι του Πασαμήτρου, όπου και μείναμε εκείνη τη βραδιά. Την άλλη μέρα, ο Παντελής Αρμένης, που είχε καφενείο στο Παλιό Λιμάνι και που αργότερα έγινε κουνιάδος μου, μας έφερε σ’ επαφή με τους ναύτες των τριών επιταγμένων καϊκιών, που πρόθυμα δέχτηκαν να μας βοηθήσουν να πάρουμε τα καΐκια. Πράγματι, το βράδυ, ανεβήκαμε στα τρία καΐκια και τα πήγαμε στην Κοιλάδα. Το ένα ήταν οργανωμένο και το αφήσαμε ελεύθερο. Μέσα στ’ άλλα δυο βρήκαμε 75 τηλέφωνα και 350 τσουβάλια με Χριστουγεννιάτικα δέματα για τους Γερμανούς της Κρήτης, γλυκά, τσιγάρα και άλλα τέτοια είδη. Χιλιάδες κουτιά μαρμελάδα, χοιρομέρια, και καμμιά δεκαριά κεφάλια παρμεζάνα, που το καθένα τους ζύγιζε 70-80 κιλά, και που μοιράστηκαν αργότερα στον πληθυσμό. Πολλά προωθήθηκαν για τη Γκούρα της Στυμφαλίας, όπου όπως είπαμε ήταν το Αρχηγείο του ΕΛΑΣ. Οι ναύτες των καϊκιών έμειναν στις τάξεις τού ΕΛΑΣ και μάλιστα δύο απ’ αυτά τα παιδιά κρεμάστηκαν αργότερα στις Σπέτσες.

Τα εφόδια αυτά τα μεταφέραμε από την Κοιλάδα στα Δίδυμα και τα παραδώσαμε στην Οργάνωση. Γυρίσαμε κατόπιν στις Σπέτσες και πήγαμε στον Αρμένη, ο οποίος μας υπέδειξε το ξενοδοχείο όπου έμεναν οι Γερμανοί. Είμαστε έξη. Ο καπετάν Λευτεριάς, ο Σμυρλής, ο Παναγιώτης ο Τρομάρας, ο Δημήτρης ο Κατεμής (Κανάρης), ο Γιάννης ο Σκινάς ή Τίγρης, κι εγώ. Μας είπαν σε ποιο δωμάτιο ήσαν οι Γερμανοί κι άκουγαν ράδιο. Ήταν και κάτι κοριτσόπουλα και χορεύανε. Μπήκαμε ξαφνικά μέσα φωνάζοντας Αλτ. Ο ένας από τους Γερμανούς έκανε μια προσπάθεια να πιάσει μια χειροβομβίδα, που είχε περασμένη στη μπότα του, αλλά ο Τρομάρας, με μια ριπή, τον πρόλαβε και τον σκότωσε. Είναι αλήθεια πως θέλαμε να τον πιάσουμε κι εκείνον ζωντανό, έτσι όμως που ήρθαν τα πράγματα δεν γινόταν αλλιώς. Πήραμε τον οπλισμό τους, είπαμε στους ανθρώπους του ξενοδοχείου να τυλίξουν τον νεκρό σ’ ένα σεντόνι και να τον φουντάρουν στα βαθειά και φύγαμε για τα Δίδυμα, παίρνοντας μαζί μας και τα δυο μυδράλια του καραβιού, που οι Γερμανοί είχαν αφαιρέσει από το μισοβυθισμένο καράβι και είχαν τοποθετήσει για φύλαξη στο καφενείο του Αρμένη.

Την άλλη μέρα, ο Γερμανός ο Φριτς, που είχε πάει στο Ναύπλιο και επέστρεφε στις Σπέτσες, πιάστηκε και οδηγήθηκε κι αυτός στα Δίδυμα».

Εδώ, πρέπει να κάνουμε μια μικρή παρέκκλιση στην αφήγηση του καπετάν Τζαβέλα. Το επεισόδιο αυτό είχε τις συνέπειές του. Ο δήμαρχος Σπετσών, ο Λεκός, κατά μίαν εκδοχή, θορυβημένος από τον φόνο των δυο Γερμανών και φοβούμενος τα αντίποινα που περίμεναν αυτόν και το νησί, πήγε στον Πειραιά, συνοδευόμενος από τον γιατρό τον Κόχυλα. Παρουσιάστηκαν στις Γερμανικές Αρχές και ανέφεραν τα γεγονότα, προσπαθώντας να πείσουν τους Γερμανούς ότι ο ντόπιος πληθυσμός ήταν αμέτοχος σ’ αυτό το επεισόδιο.

Οι Γερμανοί, έχοντας την πληροφορία ότι οι καταδρομείς είχαν τη βάση τους κάπου στην Ερμιονίδα, επάνδρωσαν δυο μεγάλα σιδερένια καΐκια και ανήμερα το Πάσχα του 1944, αποβιβάστηκαν στην Κοιλάδα. Δείρανε, σκοτώσανε, κάψανε κάτι σπίτια στην Ερμιόνη και φύγανε. Η ενέργεια αυτή των Γερμανών θεωρήθηκε ότι ήταν αποτέλεσμα της αναφοράς του Λεκού και του Κόχυλα και παρ’ όλο που ήσαν πρόσωπα αγαπητά σ’ όλους, εκτελέσθηκαν, μαζί με τον Διαμαντόπουλο τον αρχιτέκτονα και τον Κατραμάδο.

Τάσος Γεωργοπαπαδάκος (1911- 1987). Φιλόλογος και συγγραφέας. Κατά την διάρκεια της κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ στην Ύδρα. Εκτός των άλλων έγραψε και το: «Μνήμες από την Εθνική Αντίσταση - Η δράση του ΕΛΑΝ Αργολικού», Θεσσαλονίκη 1987. Αρχείο φωτογραφίας: Μιχάλης Ν. Γεωργοπαπαδάκος.

Τάσος Γεωργοπαπαδάκος (1911- 1987). Φιλόλογος και συγγραφέας. Κατά την διάρκεια της κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ στην Ύδρα. Εκτός των άλλων έγραψε και το: «Μνήμες από την Εθνική Αντίσταση – Η δράση του ΕΛΑΝ Αργολικού», Θεσσαλονίκη 1987. Αρχείο φωτογραφίας: Μιχάλης Ν. Γεωργοπαπαδάκος.

Από τότε, ο καπετάν Τζαβέλας και ο Τάσος Κακαβούτης οργάνωσαν συστηματικά το ΕΛΑΝ. Πήραν ένα καΐκι του Παντελή του Μπάμη, ένα τρεχαντήρι καμιά 30αριά τόνων, του βγάλανε το άλμπουρο για να μην διακρίνεται εύκολα από μακριά, βάλανε ένα μυδράλιο στην πλώρη και το προστατέψανε με τσουβάλια με χώμα. Παίρνανε πληροφορίες από τον Τάσο Παπαδάκο [Τάσος Γεωργοπαπαδάκος], που ήταν γραμματέας στη Μητρόπολη της Ύδρας και διερμηνέας των εκεί Γερμανών. Τους ειδοποιούσε με το τηλέφωνο πόσα καΐκια και πότε επρόκειτο να περάσουν, αν ήταν οπλισμένα κι αν είχαν συνοδεία από Γερμανούς. Στις επιχειρήσεις αυτές λάβαιναν μέρος συνήθως πέντε παιδιά. Ο Μήτσος ο Κρεμύδας, ο Βασίλης ο Λιώσης, ο Σταύρος Χατζησταύρος από το Κρανίδι, ο Παναγιώτης ο Τρομάρας κι ο καπετάν Τζαβέλας. Συνολικά πιάσανε 17-18 καΐκια, απ’ όπου πήρανε πολλά τρόφιμα. Μ’ αυτά, που τα προωθούσαν με ζώα στη Στυμφαλία, ενισχύθηκε σημαντικά ο αγώνας του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο.

 

Χάρτης των βασικών δρομολογίων υων επίτακτων σκαφων που εφοδίαζαν τις γερμανικές φρουρές την περίοδο 1943-1944. Παπαδόπουλου Α. Δημητρίου, ΕΛΑΝ, Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό 1943-1945, Πολεμικές Σελίδες. Τεύχος 14ο, Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2007, σελ. 35.

Χάρτης των βασικών δρομολογίων υων επίτακτων σκαφων που εφοδίαζαν τις γερμανικές φρουρές την περίοδο 1943-1944. Παπαδόπουλου Α. Δημητρίου, ΕΛΑΝ, Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό 1943-1945, Πολεμικές Σελίδες. Τεύχος 14ο, Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2007, σελ. 35.

 

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στη διήγηση τού καπετάν Τζαβέλα.

 

«Αφού παραδώσαμε τον οπλισμό των Γερμανών και τον αιχμάλωτο στα Δίδυμα, ξαναγυρίσαμε στις Σπέτσες, πήραμε δύτες, ανασύραμε το αεροπλάνο και του βγάλαμε τα πέντε μυδράλια πού είχε. Αυτά δούλευαν με ηλεκτρισμό, αλλά εμείς τα προωθήσαμε στο Τάγμα, όπου και τα μετέτρεψαν και τα έκαναν να δουλεύουν με σκαντάλη.

Εκείνες τις ημέρες, μας έφεραν την πληροφορία ότι στη Σκαμνιά, στη Σέριφο, είχε βουλιάξει ένα βαπόρι και ότι οι επτά Γερμανοί, που ήταν η φρουρά του, είχαν πάρει δύτες, έβγαζαν από το βαπόρι ό,τι μπορούσαν και το πούλαγαν. Αποφασίσαμε με τον Παντελή τον Αρμένη να πάμε να τους πιάσουμε.

Μπήκαμε σ’ ένα γερό καΐκι και πήγαμε στο Λειβάδι στη Σέριφο οι τρεις. Ο Παντελής ο Αρμένης, ο καπετάν Αντρέας, που ήταν καπετάνιος σ’ ένα από τα επιταγμένα καΐκια που είχαμε αράξει στην Κοιλάδα κι εγώ. Βάλαμε τα σήματα του Ερυθρού Σταυρού για να μη μας χτυπήσουν τα αεροπλάνα. Τα αυτόματα τα τυλίξαμε στα πανιά για να μη φαίνονται. Βγήκαμε στο Λειβάδι, το κεντρικό λιμάνι του νησιού, όπου και συνδεθήκαμε και μάθαμε για τους Γερμανούς στη Σκαμνιά. Μένανε σ’ ένα εκκλησάκι που το είχαν οχυρώσει κι επέβλεπαν από ψηλά το βαπόρι. Μάθαμε, ακόμη, ότι στο λιμάνι της Σέριφου ήταν αραγμένο ένα μεγάλο καΐκι του Γκόβερη, γνωστού τότε μεγαλοϊχθυέμπορου του Πειραιά, που αγόραζε ψάρια για τις ανάγκες του Γερμανικού Στρατού. Είχε και μια φρουρά από τρεις Γερμανούς. Τα πυρομαχικά μας δεν ήταν πολλά και δεν μας επέτρεπαν να επιτεθούμε εναντίον των Γερμανών της Σκαμνιάς. Έπειτα, ένας σύνδεσμος που στείλαμε να πάει να ιδεί και να ’ρθει να μας πει τι γινόταν, αργούσε να γυρίσει. Γι’ αυτό καταλήξαμε στην απόφαση να επιτεθούμε στο δεύτερο καΐκι, του Γκόβερη.

Φύγαμε με τα πόδια για το λιμάνι – δεν θυμάμαι πώς λεγόταν – όπου βρισκόταν το καΐκι, φορώντας πέδιλα και φανελάκια για να φαινόμαστε σαν ψαράδες. Τα πιστόλια τα περάσαμε στη ζώνη, μέσα από το παντελόνι. Όταν φτάσαμε στο λιμάνι, όπου ήταν το καΐκι του Γκόβερη, ήταν μεσημέρι. Είδαμε τους δυο από τους τρεις Γερμανούς να κοιμούνται στο προαύλιο ενός καφενείου, αλλά δεν βλέπαμε τον τρίτο κι αυτό μας έκανε να διστάσουμε να τους επιτεθούμε. Ώσπου να ιδούμε πού ήταν ο τρίτος Γερμανός, η ώρα πέρασε και οι δυο Γερμανοί ξύπνησαν και τότε είδαμε ότι ο τρίτος Γερμανός, ένας βαθμοφόρος, ήταν στην ταράτσα του σπιτιού και φύλαγε το καΐκι και τους συντρόφους του που κοιμόντουσαν. Πλησιάσαμε στο καΐκι και είπαμε στους ναύτες πως μάθαμε ότι αγοράζει ψάρια και ότι κι εμείς ψαράδες είμαστε, αλλά ότι το καΐκι μας έχει πάθει βλάβη στο Λειβάδι και τα ψάρια μας θα χαλάγανε και θα τα πετάγαμε. Μας ρώτησαν τι ψάρια ήταν και τι ζητάγαμε και τους απαντήσαμε ότι στη κατάσταση που είμαστε, ελάτε να τα δείτε και δώστε μας ό,τι θέλετε. Προσπαθούσαμε να τους φέρουμε στο καΐκι μας, όπου είχαμε τα αυτόματα. Είπανε ότι θα ’ρθούνε τ’ απόγεμα. Φύγαμε και γυρίσαμε στο Λειβάδι. Στο λιμάνι ήσαν κι άλλα καΐκια. Είπαμε σ’ ένα απ’ αυτά που ετοιμαζόταν να σαλπάρει να περιμένει και να φύγει μόλις ακούσει τη μηχανή του Γκόβερη να έρχεται, και στους άλλους στο λιμάνι να πουν ότι το καΐκι με τα ψάρια έφτιαξε τη μηχανή του και ¨Νάτο, έφυγε¨. Εμείς ανεβήκαμε με τα αυτόματα και κρυφτήκαμε πίσω από κάτι φραγκοσυκιές που ’σαν πάνω από το καΐκι μας και περιμέναμε.

Σε λίγο έφτασε το καΐκι του Γκόβερη με τους τρεις Γερμανούς. Ρώτησαν για το χαλασμένο καΐκι με τα ψάρια. Όταν τους είπαν ότι είχε φύγει, και πραγματικά είδαν ένα καΐκι ν’ απομακρύνεται, κι επειδή ο καιρός είχε αρχίσει να φρεσκάρει, αναγκάστηκαν να περάσουν τη νύχτα στο Λειβάδι και άραξαν δίπλα μας.

Σε λίγο άρχισε να νυχτώνει και μέσα στο μισοσκόταδο είδα τον έναν από τους Γερμανούς, τον βαθμοφόρο, να πηγαίνει να κοιμηθεί στην πρύμνη με τον μηχανικό, ενώ οι άλλοι δυο κατέβηκαν κάτω στην πλώρη, μαζί με τ’ άλλο πλήρωμα.

Αφήσαμε να περάσει η ώρα, να τους πάρει ο ύπνος καλά και σιγά-σιγά βγήκαμε από τις φραγκοσυκιές, ανεβήκαμε στο καΐκι μας και περάσαμε στου Γκόβερη. Εγώ πήγα κατ’ ευθείαν στην πρύμνη, όπου κοιμόταν ο Γερμανός, ενώ οι άλλοι πήγαν στο άνοιγμα της πλώρης. Σκούντησα με το αυτόματο τον Έλληνα μηχανικό, που με νόημα μου έδειξε πού κοιμόταν ο Γερμανός. Τον σκούντησα κι αυτόν και μόλις άνοιξε τα μάτια του και είδε το αυτόματο, είπε έντρομος: ¨Εν τάξει, εν τάξει¨, σηκώνοντας τα χέρια του πάνω από το κεφάλι του. Την ώρα πού γινόντουσαν αυτά, στην πλώρη ο Σμυρλής με τον Αρμένη προσπάθησαν να συλλάβουν τους δυο άλλους Γερμανούς, που κοιμόντουσαν κάτω. Οι Γερμανοί όμως αυτοί αντιστάθηκαν και άρχισαν να πυροβολούν. Είπαμε να τους ρίξουμε μια χειροβομβίδα, αλλά συλλογιστήκαμε το πλήρωμα που θα σκοτωνόταν κι εκείνο μαζί τους. Δέσαμε τότε τον Γερμανό στο κατάρτι και πλησίασα στο άνοιγμα της πλώρης. Το αυτόματό μου, ίσως γιατί τα πυρομαχικά είχαν υγρανθεί, παθαίνει εμπλοκή, και με το πιστόλι πια πυροβόλησα προς το μέρος που, στη λάμψη των πυροβολισμών, νόμιζα πως ήσαν οι Γερμανοί. Αποτέλεσμα ήταν να τραυματίσω τον έναν στο χέρι και τον άλλον στο πόδι. Σταμάτησαν κάθε αντίσταση, τους βγάλαμε έξω και τους δέσαμε τα τραύματά τους. Μετά, τους φέραμε στην Ερμιόνη, μαζί με το καΐκι του Γκόβερη και τους παραδώσαμε στην τοπική οργάνωση».

Αυτή ήταν η ιστορία, που διηγήθηκε ο Παναγιώτης Καραμπίνας, με το πιο απλό ύφος, χωρίς το παραμικρό ίχνος περηφάνιας, λες και διηγιόταν μια ασήμαντη ιστοριούλα. Κι όμως, αυτά τα επεισόδια, παρ’ όλο τον προσωπικό και τοπικό χαρακτήρα τους, πρέπει να σημειωθούν και να μείνουν στην Ιστορία, σαν φωτεινά παραδείγματα θάρρους.

 

Να ιδούμε όμως και τι απέγινε το τμήμα εκείνο του ΕΛΑΝ.

 

«Στις αρχές του καλοκαιριού τού 1944, οι Γερμανοί άρχισαν τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις», συνεχίζει ο καπετάν Τζαβέλας. «Ξεκίνησαν από την περιοχή του Ναυπλίου και χτενίζοντας κυριολεκτικά τη Ναυπλία έφτασαν και στην Ερμιονίδα. Ένα τμήμα του ΕΛΑΣ από το 6ο Σύνταγμα ήταν καταυλισμένο στην Πελεή, ένα χωριό κοντά στα Δίδυμα. Το τμήμα αυτό, πιεζόμενο από τις ανώτερες Γερμανικές δυνάμεις, κατεβαίνει ένα απόγεμα στην Κορακιά, επιβιβάζεται στα καΐκια που όπως είπαμε είχαμε πάρει πριν λίγες μέρες στο λιμάνι των Σπετσών και παρ’ όλο τον κίνδυνο να τους αντιληφθούν οι Γερμανοί καταφέραμε, κατά τη διάρκεια της νύχτας, να περάσουμε στη Σαμπατική της Κυνουρίας, παίρνοντας μαζί μας και την ¨Καταδίωξη¨, έτσι λέγαμε το σκάφος του Γκόβερη, γιατί είχε γερή μηχανή. Τους τραυματίες τους βγάλαμε στο Άστρος. Τα ένοπλα τμήματα μόλις πρόλαβαν να σκορπίσουν στους ελαιώνες της Σαμπατικής και του Λεωνιδίου, γιατί ξημερώνοντας ήρθαν τα αεροπλάνα. Μείναμε καμιά δεκαπενταριά μέρες στην Πλάκα. Τότε μας έκαναν οι Γερμανοί μιαν επίθεση με τορπιλακάτους και γι’ αυτό αναγκαστήκαμε να βουλιάξουμε την ¨Καταδίωξη¨, στον Άη Γιώργη, στα Πούληθρα.

Μαζί μας δεν ήρθαν όλοι, μερικοί έμειναν. Ένας απ’ αυτούς, ο Γιώργος ο Λέκας, ο καπετάν Λευτεριάς, κατέβηκε κι αυτός κάτω στην Κορακιά για να φύγει μαζί με τους άλλους, αλλά την τελευταία στιγμή λέει στον καπετάνιο του τμήματος εκείνου:

– Αποφάσισα να μείνω εδώ και να συνεχίσω από εδώ τον αγώνα.

– Είναι επικίνδυνο αυτό που κάνεις, του λέει ο καπετάνιος, αλλά δεν μπορώ να στο απαγορέψω. Έλα μαζί μας. Πού θα πας; Πού θα κρυφτείς;

– Έχω ανθρώπους να με κρύψουν στις Σπέτσες, είπε και πήδησε στη στεριά.

Έφυγε μέσα στο σκοτάδι, πηγαίνοντας να συναντήσει τον θάνατο. Αργότερα μάθαμε πως κατέφυγε στις Σπέτσες, στο σπίτι του Αρμένη. Στις Σπέτσες είχε καταφύγει ο Πανουργιάς και άλλοι. Αλλά τα πάθη είχαν εξαγριωθεί κι εκεί. Τον πρόδωσαν τον Λέκα, και αναγκάστηκε να πάει να κρυφτεί μέσα στη σπηλιά του ¨Μπεκίρη¨. Αλλά κι εκεί τον βρήκαν. Αντιστάθηκε όσο είχε πυρομαχικά. Ύστερα παραδόθηκε. Έπειτα από έναν άγριο ξυλοδαρμό, μισοζώντανο τον κρέμασαν μαζί μ’ οκτώ άλλους μπροστά στο Ποσειδώνιο, στη Ντάμπια. Αυτόν, τους τρεις Πασαμητραίους, Άγγελο, Γιώργο και τη γυναίκα του, τον Βασίλη Οικονόμου, τον Δημοσθένη Οικονόμου, και τον Μιχάλη Ευσταθίου, τον ταχυδρομικό Γιάννη Τσιρτσίκο, τον Θάνο τον Κοντοβράκη από το Κρανίδι. Εκείνες τις μέρες κρέμασαν και σκότωσαν κι άλλους στις Σπέτσες. Θυμάμαι τον Δημήτρη τον Φαφούτη, τον Κατσαβίδα, τον Κωσταρίδα, τον καπετάν Αντρέα, που ήταν καπετάνιος ενός από τα καΐκια που είχαμε πάρει, όπως είπαμε παραπάνω.

Γιώργος Σκούρτης  (καπετάν-Πανουργιάς). Αρχείο: Κυριακούλα Σκούρτη - Παπαθανασίου.

Γιώργος Σκούρτης (καπετάν-Πανουργιάς). Αρχείο: Κυριακούλα Σκούρτη – Παπαθανασίου.

Ο Πανουργιάς [Γιώργος Σκούρτης]  κρύφτηκε μέσα σ’ ένα άδειο μνημείο στο νεκροταφείο, αλλά έπειτα από 5-6 ημέρες τον ήβραν κι αυτόν και τον σκότωσαν. Δυο άλλους, τον Κακαβούτη και τον Φώτη τον Στρατάκο, τους περιέθαλψε ο τότε Δεσπότης της Ύδρας, αλλά τους πρόδωσαν. Τους μετέφεραν στο Κρανίδι και τους κρέμασαν στην πλατεία για παραδειγματισμό. Του Στρατάκου του είχαν σπάσει τη σπονδυλική στήλη και δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος, γι’ αυτό από το αυτοκίνητο που τους έφερε τον έσερναν μέχρι την κρεμάλα. Οι Γερμανοί παρακολουθούσαν τον απαγχονισμό χωρίς να παίρνουν μέρος. Περιορίστηκαν μόνο να βγάζουν φωτογραφίες.

«Εγώ, με τη γυναίκα μου την Κατίνα, άλλες τέσσερις γυναίκες και οχτώ άντρες», συνεχίζει ο καπετάν Τζαβέλας, «προσπαθήσαμε από το Λεωνίδιο να φτάσουμε στον Χελμό. Κάπου, όμως, κοντά στην Καρυά του Άργους μας πιάσανε. Μας πήγαν και μας φυλάκισαν στην Ακροναυπλία. Από εκεί ελευθερωθήκαμε όταν έφυγαν οι Γερμανοί. Εμείς, όμως, συνεχίσαμε τον αγώνα. Ξαναπήγα πάλι στην Ερμιόνη, βρήκα άλλα παιδιά, τον Χαρίλαο τον Λάμπουρα, έναν Γιάννη, έναν Χρήστο, και άλλους που δεν τους θυμούμαι πια. Πήραμε ένα καΐκι, του Νίκου του Γκλέζου κι αρχίσαμε να περιπολούμε ανάμεσα [στις] Σπέτσες, όπου είχαν συγκεντρωμένους τους άντρες των Ταγμάτων Ασφαλείας, και την Κορακιά. Στα Δεκεμβριανά καταφύγαμε στον Γέρακα της Λακωνίας. Από κει περάσαμε στο Άστρος, όπου και παραδώσαμε τον οπλισμό μας».

«Αυτή ήταν η δράση μου στο ΕΛΑΝ», συνεχίζει ο καπετάν Τζαβέλας. «Αυτά μπόρεσα να κάνω για την πατρίδα μου κι αυτά έκανα. Και γι’ αυτά που έδωσαν 17 χρόνια φυλακή».

Αυτή ήταν, με λίγα λόγια, η σύντομη δράση του ΕΛΑΝ. Λίγο κράτησε, 5-6 μήνες, αλλ’ όταν μια μέρα η ιστορία βάλει τα πράγματα στη θέση τους, το ΕΛΑΝ της Ερμιονίδας θα έχει να παρουσιάσει μερικές από τις ωραιότερες σελίδες της Ελληνικής Αντίστασης.

 

Τάκης Μαύρος

Read Full Post »

Οι γερμανικές αποζημιώσεις


 

Μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Γερμανία ως η κατ’ εξοχήν ηττημένη χώρα έφερε την υποχρέωση να καταβάλει επανορθώσεις στους νικητές, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν και η Ελλάδα. Στη Διάσκεψη των Επανορθώσεων του Παρισιού, το 1945, η οποία δεν ασχολήθηκε με το γενικότερο ζήτημα των γερμανικών επανορθώσεων αλλά περιορίστηκε μόνο στη διανομή των γερμανικών βιομηχανιών και των ενεργητικών εκτός Γερμανίας, η Ελλάδα έλαβε ποσοστό 7,05% επί των συγκεκριμένων αποδόσεων. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχούσε, σύμφωνα με τη Διασυμμαχική Επιτροπή Επανορθώσεων, μόλις σε 25 εκατ. δολάρια, τα οποία καταβλήθηκαν όχι σε χρήμα αλλά πρωτίστως σε μηχανολογικό εξοπλισμό που εν πολλοίς αποδείχθηκε ακατάλληλος για τη φύση της ελληνικής οικονομίας. Οι καταβολές αυτές προορίζονταν όμως κατά κύριο λόγο για την οικονομική ανασυγκρότηση του κράτους και όχι για την αποζημίωση των θυμάτων της τετράχρονης κατοχής.

Ιούνιος 1944. Η καταστροφή του Διστόμου από τους Γερμανούς κατακτητές, σε αντίποινα για την ανάπτυξη της Αντίστασης. Οι αποζημιώσεις που κατεβλήθησαν στα θύματα της Κατοχής ανήλθαν σε 115 εκατ. μάρκα.

Ιούνιος 1944. Η καταστροφή του Διστόμου από τους Γερμανούς κατακτητές, σε αντίποινα για την ανάπτυξη της Αντίστασης. Οι αποζημιώσεις που κατεβλήθησαν στα θύματα της Κατοχής ανήλθαν σε 115 εκατ. μάρκα.

Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες είχαν φροντίσει ήδη από νωρίς για την υποστήριξη και την αποκατάσταση των υπηκόων τους που είχαν πληγεί από τον πόλεμο, προχωρώντας στην καταβολή συντάξεων, επιδομάτων, οικονομικών ενισχύσεων, σε κάποιες περιπτώσεις προσφέροντας ακόμα και ταξίδια αναψυχής, προκειμένου να μπορέσουν τα θύματα να συνέλθουν από τις κακουχίες. Στην Ελλάδα αντίθετα δεν λήφθηκε καμία ουσιαστική μέριμνα. Όπως σημείωνε άλλωστε και το υπουργείο Οικονομικών, η δυνατότητα κρατικών παροχών καθίστατο πρακτικά ανέφικτη «λόγω της σοβαράς οικονομικής επιβαρύνσεως του δημοσίου, ην είναι φύσει αδύνατον τούτο να φέρει». Τα θύματα των αντιποίνων, των εκτελέσεων, των μεγάλων σφαγών είχαν αφεθεί συνεπώς χωρίς καμία κρατική φροντίδα. Το γεγονός αυτό ανάγκαζε πολλές από τις κοινότητες που είχαν υποστεί την ακραία βιαιότητα των γερμανικών στρατευμάτων, όπως τα Καλάβρυτα και η Κλεισούρα, να στρέφονται στη Γερμανία για βοήθεια, ζητώντας από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση την καταβολή αποζημιώσεων. Οι εκκλήσεις έπεφταν όμως στο κενό.

Την αντιμετώπιση αυτή οι Γερμανοί δεν την επιφύλασσαν φυσικά μόνο στους Έλληνες. Παρόμοιες απορριπτικές απαντήσεις λάμβαναν και όλες οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες που ζητούσαν, όχι μόνο σε επίπεδο συλλόγων θυμάτων αλλά και σε επίπεδο κυβερνήσεων, την καταβολή αποζημιώσεων στα θύματα. Οι αρχές στη Βόννη αφενός δεν ήθελαν να ανοίξουν την κερκόπορτα, αφού κατανοούσαν πως αν δέχονταν να καταβάλουν αποζημιώσεις σε μια χώρα ή σε μια κατηγορία θυμάτων θα ακολουθούσε πλημμυρίδα αντίστοιχων απαιτήσεων, τις οποίες δεν θα μπορούσαν πλέον να απορρίψουν. Αφετέρου προσπαθούσαν πάση θυσία να μην πλήξουν την προστατευτική ισχύ του περίφημου άρθρου 5 του Συμφώνου του Λονδίνου του 1953, σύμφωνα με το οποίο το ζήτημα της καταβολής των γερμανικών πολεμικών οφειλών αναβαλλόταν μέχρι την επανένωση των δύο Γερμανιών, αν και όποτε συνέβαινε αυτή, και την υπογραφή συνθήκης ειρήνης μεταξύ της ενιαίας Γερμανίας και των πρώην αντιπάλων της.

 

Συμμετοχή σε κοινό ευρωπαϊκό διάβημα προς τη Βόννη

 

Η αρνητική αυτή στάση που κρατούσε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΟΔΓ) στο αίτημα για την αποζημίωση των θυμάτων είχε δυσαρεστήσει έντονα τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, δεδομένου ότι η ΟΔΓ είχε ψηφίσει εσωτερικό νόμο για την αποζημίωση των Γερμανών πληγέντων, ο οποίος όμως απέκλειε από τις παροχές τούς αλλοδαπούς υπηκόους.

Μάιος 1941. Επίσκεψη ανωτάτων αξιωματικών του γερμανικού στρατού στην Ακρόπολη. (συλλογή Μ. Γ. Τσαγκάρη).

Μάιος 1941. Επίσκεψη ανωτάτων αξιωματικών του γερμανικού στρατού στην Ακρόπολη. (συλλογή Μ. Γ. Τσαγκάρη).

Στις αρχές του 1956 συναντήθηκαν στη Χάγη εκπρόσωποι των κυβερνήσεων της Γαλλίας, της Ολλανδίας, του Βελγίου και του Λουξεμβούργου, προκειμένου να εξετάσουν τη δυνατότητα διαβήματος προς τη γερμανική κυβέρνηση, με σκοπό να απαιτήσουν την καταβολή αποζημιώσεων και στα θύματα των υπόλοιπων ευρωπαϊκών κρατών. Στην πρωτοβουλία ανταποκρίθηκαν αμέσως θετικά η Δανία, η Νορβηγία και η Μεγάλη Βρετανία. Αντίθετα, η Ελλάδα εμφανίστηκε διστακτική, καθώς επίκειτο η επίσκεψη του Γερμανού προέδρου Τέοντορ Χόυς, και οι ελληνικές Αρχές θεωρούσαν τουλάχιστον άκομψο να προσχωρήσουν στην πρωτοβουλία τη δεδομένη στιγμή. Ύστερα όμως από τις έντονες πιέσεις της αντιπολίτευσης, της κοινής γνώμης, των υπόλοιπων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων αλλά και των συλλόγων θυμάτων, που κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Χόυς κατέκλυσαν τη γερμανική πρεσβεία στην Αθήνα με επιστολές, ζητώντας την καταβολή αποζημιώσεων, η κυβέρνηση Καραμανλή πείστηκε να συμμετάσχει στο κοινό ευρωπαϊκό διάβημα.

Η αρχική αντίδραση της ΟΔΓ στις αξιώσεις των Ευρωπαίων υπήρξε κάθετα αρνητική. Καθώς όμως οι πιέσεις συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση, οι Γερμανοί αξιωματούχοι συνειδητοποίησαν πως δεν ήταν πλέον εφικτό να κωφεύουν στο πανευρωπαϊκό αίτημα για την καταβολή αποζημιώσεων στα αλλοδαπά θύματα του Εθνικοσοσιαλισμού. Με ρηματική διακοίνωση που απέστειλε τον Δεκέμβριο του 1958 στις εμπλεκόμενες κυβερνήσεις, η Βόννη δέχθηκε να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις για την αποζημίωση των πληγέντων.

Οι ελληνικές απαιτήσεις, όπως διατυπώνονταν από τον υπουργό Εξωτερικών Ευάγγελο Αβέρωφ, ανέρχονταν αρχικά στα 200 εκατ. μάρκα, ένα ποσό όμως που απορρίφθηκε πάραυτα από τους Γερμανούς ως εξωπραγματικό. Μετά από επίπονες διαπραγματεύσεις και την απειλή της ελληνικής αντιπροσωπείας ότι η αποτυχία των συνομιλιών θα μπορούσε να βλάψει ανεπανόρθωτα τις διμερείς σχέσεις και κυρίως να αναχαιτίσει την απρόσκοπτη συνέχιση της φιλοδυτικής πορείας της χώρας, η Βόννη συμφώνησε στην καταβολή 115 εκατ. μάρκων, παρά τις αντιδράσεις του ομοσπονδιακού υπουργείου Οικονομικών, το οποίο θεωρούσε πως η ΟΔΓ υποχωρούσε στις υπερβολικές αξιώσεις των Ελλήνων. Είχε άλλωστε προηγηθεί η ψήφιση από το ελληνικό Κοινοβούλιο φωτογραφικού νόμου με τον οποίο αφηνόταν ελεύθερος ο Μαξιμίλιαν Μέρτεν, ο τελευταίος Γερμανός που κρατούνταν στις ελληνικές φυλακές για εγκλήματα πολέμου.

Στις συζητήσεις που διεξήχθησαν σε εξαιρετικά τεταμένο κλίμα στη Βουλή κατά την ψήφιση του νόμου αλλά και στα δημοσιεύματα του Τύπου κυριαρχούσε ένα μόνο αίτημα: μετά την τεράστια υποχώρηση που έκανε η Ελλάδα, με στόχο την περαιτέρω προώθηση των ελληνογερμανικών σχέσεων, η ΟΔΓ ήταν πλέον υποχρεωμένη να αποζημιώσει τα θύματα της Κατοχής.

 

Πώς μοιράστηκαν τα χρήματα στους δικαιούχους

 

Στις 18 Μαρτίου 1960 υπογράφηκε η «Σύμβασις μεταξύ του Βασιλείου της Ελλάδος και της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας περί παροχών υπέρ Ελλήνων υπηκόων θιγέντων υπό εθνικοσοσιαλιστικών μέτρων διώξεως». Η ΟΔΓ θα κατέβαλλε το ποσό των 115 εκατ. μάρκων «υπέρ των υπό εθνικοσοσιαλιστικών μέτρων διώξεως διά λόγους φυλής, θρησκείας ή κοσμοθεωρίας θιγέντων Ελλήνων υπηκόων». Η διανομή των χρημάτων πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 4178/1961, το οποίο, εκτός των άλλων, καθόριζε και το ύψος της αποζημίωσης που αντιστοιχούσε σε κάθε κατηγορία θυμάτων. Το ανώτατο ποσό αποζημίωσης που μπορούσε να επιδικαστεί ανερχόταν στις 70.000 δρχ. Τα θύματα κλήθηκαν να υποβάλουν αιτήσεις στα κατά τόπους πρωτοδικεία, τα οποία είχαν καταστεί αρμόδια για την απονομή των αποζημιώσεων. Τα 115 εκατ. μοιράστηκαν σε 96.876 δικαιούχους. Αντίθετα με τις εκατέρωθεν κατηγορίες πως το ποσό της αποζημίωσης το καρπώθηκαν οι υποστηρικτές της ΕΡΕ ή αποκλειστικά οι Εβραίοι, η έρευνα κατέδειξε ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει, αφού αποζημιώθηκαν εξίσου οι Εβραίοι όσο και οι χριστιανοί θύματα του Εθνικοσοσιαλισμού. Αποζημίωση καταβλήθηκε επίσης και στα θύματα σφαγών και αντιποίνων ανά την Ελλάδα.

Βόννη, Νοέμβριος 1958. Καραμανλής και Αντενάουερ υπογράφουν διμερές ελληνογερμανικό πρωτόκολλο συνεργασίας ενώ ο Ευ. Αβέρωφ παρακολουθεί. Στις διαπραγματεύσεις για τις γερμανικές αποζημιώσεις έγινε προσπάθεια να μη διαταραχτούν οι ελληνογερμανικές σχέσεις κυρίως για οικονομικούς, αλλά και για πολιτικούς λόγους. Αρχείο: Ίδρυμα «Κωνσταντίνος Κ. Καραμανλής».

Βόννη, Νοέμβριος 1958. Καραμανλής και Αντενάουερ υπογράφουν διμερές ελληνογερμανικό πρωτόκολλο συνεργασίας ενώ ο Ευ. Αβέρωφ παρακολουθεί. Στις διαπραγματεύσεις για τις γερμανικές αποζημιώσεις έγινε προσπάθεια να μη διαταραχτούν οι ελληνογερμανικές σχέσεις κυρίως για οικονομικούς, αλλά και για πολιτικούς λόγους. Αρχείο: Ίδρυμα «Κωνσταντίνος Κ. Καραμανλής».

Αν επιχειρήσουμε να συγκρίνουμε τα ποσά που έλαβαν οι δικαιούχοι στις διάφορες χώρες, θα διαπιστώσουμε μεγάλες ανομοιομορφίες. Υπήρξαν χώρες οι οποίες έλαβαν υψηλά ποσά σε σύγκριση με τον αριθμό των θυμάτων τους. Ενδεικτικά αναφέρουμε την περίπτωση της Νορβηγίας: το ποσό που έλαβε κάθε δικαιούχος αντιστοιχούσε εν πολλοίς με το ετήσιο εισόδημα ενός Νορβηγού εργάτη. Η Μεγάλη Βρετανία έλαβε 11 εκατ. μάρκα και, έχοντας υπερβάλει στον αριθμό των θυμάτων, αναζητούσε άτομα να διαθέσει το ποσό, προκειμένου να μην αναγκαστεί να επιστρέψει στη Γερμανία τα χρήματα που έμεναν αδιάθετα. Αποζημιώσεις, έστω και μικρές, έλαβαν ακόμα και χώρες που έμειναν ουδέτερες στον πόλεμο, όπως η Σουηδία και η Ελβετία, η οποία, μάλιστα, δεν θέλησε να συμμετάσχει από την αρχή στο διάβημα των ευρωπαϊκών κρατών, καθώς το θεωρούσε ασυμβίβαστο με την ουδετερότητα που είχε υιοθετήσει.

Αντίθετα, τα 115 εκατ. που καταβλήθηκαν στην Ελλάδα αποδείχθηκαν ανεπαρκή για να αποζημιωθούν ικανοποιητικά τα θύματα της ναζιστικής κατοχής. Η κυβέρνηση Καραμανλή, μη έχοντας καταφέρει να συγκεντρώσει συγκεκριμένα στοιχεία για τον αριθμό των θυμάτων και κατ’ επέκταση και των δικαιούχων, βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν αναπάντεχα μεγάλο αριθμό αιτήσεων, με συνέπεια οι ελληνικές αρχές να αναγκαστούν να περικόψουν τις αποζημιώσεις. Έτσι, στους δικαιούχους καταβλήθηκε μόλις το 55% της αποζημίωσης που τους είχαν επιδικάσει τα πρωτοδικεία. Στην πραγματικότητα, βέβαια, τα ποσά των αποζημιώσεων που έφτασαν τελικά στα χέρια των θυμάτων ήταν ακόμα μικρότερα, αφού το Ν.Δ. 4178 προέβλεπε την καταβολή αμοιβής ύψους 5% επί της επιδικασμένης αποζημίωσης στους δικηγόρους που χειρίστηκαν την απαραίτητη διαδικασία στα πρωτοδικεία.

 

Θύελλα αντιδράσεων από την περικοπή των κονδυλίων

 

Όπως ήταν επόμενο, η περικοπή προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, με τα θύματα να απαιτούν την εξ ολοκλήρου καταβολή της επιδικασμένης αποζημίωσης. Προκειμένου να αμβλύνουν τις αντιδράσεις, οι ελληνικές Αρχές εξέταζαν το ενδεχόμενο να καταβληθεί το υπόλοιπο της αποζημίωσης από τον κρατικό προϋπολογισμό, μια πρόταση όμως που δεν προχώρησε. Η περικοπή ήταν εν γνώσει και των Γερμανών αξιωματούχων, οι οποίοι παρακολουθούσαν γεμάτοι ανησυχία τις εξελίξεις, φοβούμενοι πως η ελληνική κυβέρνηση θα απευθυνόταν εκ νέου στην ΟΔΓ, ζητώντας επιπλέον χρήματα ώστε να καταστεί δυνατή η καταβολή ολόκληρων των επιδικασμένων αποζημιώσεων στους δικαιούχους. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη. Χρειάστηκε να περάσει πάνω από μία δεκαετία για να δοθεί το 1975, πάλι επί κυβέρνησης Καραμανλή, ένα επιπλέον 4% των χρημάτων.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, τα θύματα δεν έπαψαν να απευθύνονται στις ελληνικές Αρχές, ζητώντας την καταβολή και του υπόλοιπου ποσού της αποζημίωσης. Η πάγια απάντηση ήταν πως η έγερση εκ νέου απαιτήσεων θα μπορούσε να υλοποιηθεί μόνο μετά την επανένωση των δύο Γερμανιών και την υπογραφή συμφώνου ειρήνης με την ενιαία Γερμανία. Πράγματι, το 1990 η Γερμανία επανενώθηκε, χωρίς όμως να υπογραφεί κανένα σύμφωνο ειρήνης, προκειμένου το άρθρο 5 του Συμφώνου του Λονδίνου να συνεχίσει τυπικά να υφίσταται σε ισχύ, καθιστώντας έτσι αδύνατη οποιαδήποτε συζήτηση για την καταβολή των γερμανικών οφειλών. Οι Έλληνες πληγέντες της γερμανικής κατοχής κατέληξαν να λάβουν τυπικά το 59%, ουσιαστικά όμως μόλις το 54% της αποζημίωσης που τους επιδικάσθηκε.

 

Δέσποινα-Γεωργία Κωνσταντινάκου

Διδάκτωρ Νεότερης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας

και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

Εφημερίδα «Καθημερινή», Κυριακή 9 Αυγούστου 2015, επιμέλεια: Ευάνθης Χατζηβασιλείου.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »