Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Εκκλησιαστικά’

Ο Ιησούς Χριστός ως ιστορικό πρόσωπο – Σχοινοχωρίτης Κωνσταντίνος – Ιστορικός, Αρχειονόμος – Βιλιοθηκονόμος, Υποψήφιος Διδάκτωρ.


 

Όταν λέμε «Ιστορικότητα του Ιησού», εννοούμε από τη μιά πλευρά τη μελέτη της ιστορικής πραγματικότητας προσώπων και γεγονότων, και από την άλλη την ανάλυση των διαθέσιμων ιστορικών στοιχείων για την εξακρίβωση ότι: (α). ο Ιησούς Χριστός υπήρξε ως ιστορική μορφή και (β). κάποια από τα μεγάλα ορόσημα της ζωής του, όπως αυτά περιγράφονται στα Ευαγγέλια, μπορούν να επιβεβαιωθούν ως ιστορικά γεγονότα.

Σήμερα, οι περισσότεροι σύγχρονοι μελετητές της αρχαιότητας συμφωνούν ότι ο Ιησούς Χριστός υπήρξε. Για τη γενική πορεία της ζωής του Ιησού δεν υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες. Υπάρχουν όμως ως προς την ιστορικότητα συγκεκριμένων γεγονότων, τα οποία περιγράφονται στις βιβλικές αναφορές για τον Ιησού. Τη συνολική αποδοχή συγκεντρώνουν μονάχα δύο γεγονότα: (α). ότι ο Ιησούς βαπτίστηκε από τον Ιωάννη Βαπτιστή και (β). ότι σταυρώθηκε με διαταγή του Ρωμαίου Επάρχου Πόντιου Πιλάτου.

Ο Ιησούς δεν ήταν εξ αρχής κάποιο σημαίνον ιστορικό πρόσωπο, αλλά ένας ηγέτης μιας ομάδας ανθρώπων που κατοικούσαν σε μία από τις μικρότερες και ασήμαντες επαρχίες και λόγω της ταπείνωσής του δε συγκέντρωσε πάνω του όσο ζούσε «δημοσιότητα». Όμως, την ιστορικότητα του Ιησού δεν την αμφισβητούν ούτε οι άθεοι.

Οι όποιες αμφιβολίες υπήρξαν ή υπάρχουν περί της ιστορικής υπάρξεως του Ιησού εμφανίστηκαν μετά τον 17ο αιώνα μ.Χ. Η αναζήτηση για το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού ξεκινά διακόσια χρόνια πριν, όταν στα τέλη του 18ου αιώνα μερικοί Ευρωπαίοι διαφωτιστές και διανοούμενοι άρχισαν να εφαρμόζουν τη φιλολογική και ιστορική κριτική στα βιβλία της Καινής Διαθήκης. Επομένως, εάν ο Ιησούς δεν υπήρξε σαν ιστορική προσωπικότητα, τότε τί συνέβη και το θυμήθηκαν μερικοί μετά από 17 αιώνες?

Κοιτίδα των αμφιβολιών αυτών και της αμφισβήτησης για την ιστορική ύπαρξη του Ιησού Χριστού φαίνεται ότι ήταν οι λιγοστές αναφορές – πληροφορίες ή ιστορικές πηγές που υπάρχουν περί του Ιησού. Θα δούμε στη συνέχεια ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει και καταρρίπτεται επιστημονικά και ιστορικά. Να σημειωθεί ότι υπάρχουν πολλά ιστορικά πρόσωπα, τα οποία έχουν σαφώς λιγότερες πηγές, όπως ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Σωκράτης που δεν άφησε ο ίδιος γραπτά έργα αλλά οι μαθητές του, ο Πυθαγόρας κ.α., και παρά ταύτα είναι εκτός αμφισβήτησης.

Αξίζει να σημειωθεί ιδιαιτέρως ότι το 70 μ.Χ. οι Ρωμαίοι εισέβαλαν και κατέστρεψαν την Ιερουσαλήμ και το μεγαλύτερο μέρος του Ισραήλ γενικότερα. Είναι πιθανόν πολλά από τα ιστορικά στοιχεία της ύπαρξης του Ιησού να καταστράφηκαν και επιπλέον πολλοί αυτόπτες μάρτυρες του Ιησού θα πρέπει να σκοτώθηκαν, με συνέπεια ο αριθμός των επιζώντων που θα μπορούσαν να ομολογήσουν για τον Ιησού να περιορίστηκε σημαντικά.

 

Χριστός Παντοκράτωρ. Εγκαυστική εικόνα από το πρώτο μισό του 6ου αιώνα, Μονή της Αγίας Αικατερίνης, Σινά.

 

Ιστορικές πηγές – Στοιχεία

 

Υπάρχει ένα πλήθος στοιχείων υπέρ της ιστορικής ύπαρξης του Ιησού Χριστού, τόσο στην κοσμική όσο και στην εκκλησιαστική ιστορία. Η Καινή Διαθήκη είναι η κύρια πηγή των αποδείξεων για την ύπαρξη του Ιησού Χριστού, αφού περιλαμβάνει εκατοντάδες αναφορές για το πρόσωπο του.

Όσον αφορά τα ιστορικά στοιχεία, έχουμε γραπτά κείμενα που συγγράφτηκαν εντός 200 χρόνων από τότε που έλαβαν χώρα τα ιστορικά γεγονότα που σχετίζονται με τη ζωή, τη δράση και το έργο του Ιησού Χριστού στην Ιουδαία και τη Γαλιλαία, τα οποία θεωρούνται ιδιαίτερα αξιόπιστα στοιχεία, όπως π.χ. οι περισσότερες από τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου που συγγράφτηκαν από τον ίδιο στα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ. (λιγότερο από 40 χρόνια μετά το θάνατο του Ιησού), τα τέσσερα ευαγγέλια των Μάρκου, Ματθαίου, Ιωάννη και Λουκά κ.α.

Ιστορικά όμως στοιχεία εντοπίζονται και σε διάφορα αρχαία συγγράμματα, τα οποία αποτελούν ισχυρή απόδειξη της ύπαρξης ενός άνδρα στο Ισραήλ με την επωνυμία «Ιησούς» κατά τις αρχές του 1ου αιώνα μ.Χ. Οι πηγές αυτές είναι οι εξής:

 

Πρώτη πηγή: Κορνήλιος Τάκιτος (Ρωμαίος ιστορικός, β΄ μισό του 1ου μ.Χ. – α΄ μισό του 2ου μ.Χ. αιώνα)

 

Πόπλιος Κορνήλιος Τάκιτος (56; – 120;) Από τους σημαντικότερους Λατίνους ιστορικούς. Στα δύο μεγάλα του έργα «Annales» (Χρονικά) και «Historiae», εξετάζει την ιστορία της Ρώμης από τον θάνατο του Αυγούστου (14 μ.Χ.) μέχρι τον θάνατο του Δομιτιανού (96 μ.Χ.).

Θεωρείται ένας από τους πιο αξιόπιστους ιστορικούς του αρχαίου κόσμου. Στο έργο του «Χρονικά» (Annales) αναφέρει για τους προληπτικούς «Χριστιανούς», που έλαβαν το όνομά τους από τον Christus (λατινική ονομασία του Χριστού), ο οποίος υπέφερε από τον Πόντιο Πιλάτο κατά τη βασιλεία του Τιβέριου (14 μ.Χ. – 37 μ.Χ.). Ο Τάκιτος έγραφε, όπως αναφέρει, έχοντας ως πηγή τα Ρωμαϊκά αρχεία, τα οποία όμως δεν σώζονται. Αναφέρει και τις ιδιαίτερες τιμωρίες που υπέβαλε ο Νέρων το 64 μ.Χ. στους Χριστιανούς, οι οποίοι όπως προσθέτει ήταν πολυάριθμοι, λόγω της μεγάλης πυρκαγιάς – πυρπόλησης της Ρώμης.

Ειδικότερα, γράφει ότι: «ο Νέρων υπέδειξε άλλους ως ενόχους και υπέβαλεν εις ιδιαιτέρας τιμωρίας εκείνους τους οποίους ο λαός μισώντας τους για τις ανομίες τους ωνόμαζε χριστιανούς. Εκείνος από τον οποίον προήλθε το όνομα είναι ο Χριστός, ο οποίος εθανατώθη επί της βασιλείας του Τιβέριου, όταν Επίτροπος ήτο ο Πόντιος Πιλάτος. Η προς καιρόν κατασταλείσα ολέθρια δεισιδαιμονία ανεφάνη πάλιν όχι μόνον εις την Ιουδαίαν, την εστίαν αυτού του κακού, αλλά και εις την Πόλιν (Ρώμην), όπου από παντού μαζεύονται και ακούονται όλα τα κακά και τα αισχρά (Annales, XV, 44)».

Από τη μαρτυρία αυτή του Κορνήλιου Τάκιτου προκύπτουν τα εξής στοιχεία: (α). Δίνεται συγκεκριμένος χρόνος και τόπος δράσεως, δηλαδή «επί Τιβερίου βασιλέως και διοικητού της Ιουδαίας Ποντίου Πιλάτου», (β). πιστοποιείται η ύπαρξη του Ιησού Χριστού και μιλάει για τον θάνατό του ως «κακοποιού» από τον Πιλάτο και (γ). μιλά για τον Ιησού με απλότητα χωρίς να φαίνεται ότι αμφισβητεί την ύπαρξή του.

Ο Κορνήλιος Τάκιτος, παρόλο που ήταν αντίθετος στον Χριστιανισμό, δεν αμφισβητεί ούτε ότι υπήρξε ο Χριστός ούτε ότι ο Χριστιανισμός εξαπλώθηκε παρά τους διωγμούς που υπέστη. Εάν είχε την οποιαδήποτε αμφιβολία, με κάποιο τρόπο θα κατάγραφε αυτήν στο έργο του.

 

Πόπλιος Κορνήλιος Τάκιτος. Αυστρία, Βιέννη, Κτήριο Αυστριακού Κοινοβουλίου.

 

Δεύτερη πηγή: Γάιος Σουητώνιος Τρανκίλλιος (Gaius Suetonius Tranquillus, Ρωμαίος ιστορικός, 67/77 – 141/168  μ.Χ.)

 

Ο Σουητώνιος, σύγχρονος του Τάκιτου, ήταν ένας σπουδαίος ιστορικός και αρχιγραμματέας του Ρωμαίου αυτοκράτορα Ανδριανού (76μ.Χ. – 138 μ.Χ.). Στο κυριότερο έργο του «Βίοι Καισάρων» (Vitae XII Caesarum) καταγράφει και τον βίο του αυτοκράτορα Κλαύδιου που βασίλεψε από το 41 μ.Χ έως το 54 μ.Χ., όπου αναφέρει στο κεφάλαιο XXV, 4 για το διάταγμα του αυτοκράτορα Κλαυδίου με το οποίο οι Ιουδαίοι της Ρώμης εξορίζονταν απ’ αυτήν: «Iudaeos impulsore Chresto assidue tumultuants Roma expulit». Δηλαδή: «Τους Ιουδαίους οι οποίοι τη υποκινήσει του Χριστού εδημιούργουν θόρυβον εις την Ρώμη τους  εξόρισε».

 

Γάιος Σουητώνιος Τράγκυλλος (περ. 69/75 – περ. 130). Λατίνος ιστορικός και λόγιος.

 

Στο σημείο αυτό χρειάζεται μια αναγκαία επεξήγηση προς αποφυγή παρερμηνειών και παρεξηγήσεων. Ο Χριστιανισμός είχε γίνει δεκτός πρώτα στις Ιουδαϊκές κοινότητες. Από τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου γνωρίζουμε ότι οι πρώτοι χριστιανοί ήταν Ιουδαίοι. Επομένως, υπήρχαν Ιουδαίοι χριστιανοί από τη μία και Ιουδαίοι πιστοί στο γράμμα του Μωσαϊκού νόμου από την άλλη. Είναι πιθανόν να σημειώθηκαν θερμά επεισόδια μεταξύ των δύο αυτών ομάδων, λόγω των δογματικών τους διαφορών, γι’ αυτό και εξορίστηκαν όλοι από τη Ρώμη. Για τη Ρώμη δεν υπήρχε κάποιος διαχωρισμός ή διάκριση σε Ιουδαίους και Χριστιανούς, αντίθετα χαρακτηρίζονταν όλοι ως Ιουδαίοι.

Το ερώτημα είναι πώς προέκυψε η εξορία αυτή από τη Ρώμη. Οι Χριστιανοί της Ρώμης κατηγορήθηκαν από ειδωλολάτρες και εβραίους για τον εμπρησμό της βιβλιοθήκης της Ρώμης που ήταν πλούσια και αξιόλογη, όπως της Αλεξάνδρειας. Η ίδια όμως η ιδεολογία ή το φρόνημα των πρωτοχριστιανών ήταν αντίθετη με τέτοιου είδους πράξεις.

Η απάντηση στο ερώτημα έγκειται στο γεγονός ότι η Ρώμη αντιδρούσε έντονα απέναντι σε μια θρησκεία που αμφισβητούσε την θεϊκότητα του αυτοκράτορά της και κατ’ επέκταση την εξουσία του, κυρίως με διωγμούς, συλλήψεις, φυλακίσεις, μαρτυρικά βασανιστήρια. Η Ρώμη είδε τους Χριστιανούς ως απειλή. Οι Χριστιανοί απειλούσαν τη Ρώμη μέσω της «Αποκάλυψης» και επιπλέον δεν δέχονταν να κάνουν θυσίες στους θεούς και δεν λάτρευαν την εικόνα του αυτοκράτορα.

Με βάση αυτά, ο Σουητώνιος στο Βίο του Κλαύδιου μιλάει για Χριστιανούς και δεν εννοεί τον ίδιο τον Χριστό, ο οποίος είχε θανατωθεί αρκετά χρόνια νωρίτερα. Πώς είναι δυνατόν ένας νεκρός να  «υποκινεί φασαρίες και θορύβους»?

Η μαρτυρία αυτή του Σουητώνιου για το διάταγμα του Κλαυδίου διασταυρώνεται ως ιστορικό γεγονός με τις «Πράξεις των Αποστόλων», αφού όταν ο Απόστολος Παύλος πήγε στην Κόρινθο βρήκε εκεί τους Ιουδαίους Ακύλα και Πρίσκιλλα που είχαν εξοριστεί από τη Ρώμη: «Μετά δέ ταύτα χωρισθείς ο Παύλος εκ των Αθηνών ήλθεν εις Κόρινθον και ευρών τινα Ιουδαίον ονόματι Ακύλαν, Ποντικόν τω γένει, προσφάτως εληλυθότα από της Ιταλίας, και Πρίσκιλλαν γυναίκα αυτού, δια το διατεταχέναι Κλαύδιον χωρίζεσθαι πάντας τους Ιουδαίους από τής Ρώμης, προήλθεν αυτοίς» (Πράξ. ιη’, 1-2).

Ο Σουητώνιος αναφέρεται και αυτός στις ειδικές τιμωρίες που υπέβαλε ο Νέρων τους Χριστιανούς της εποχής εκείνης.

 

Τρίτη πηγή: Ιώσηπος Φλάβιος ή Γιόσεφ μπεν Μαθιά (Ιουδαίος ιστορικός, 38 μ.Χ. – 100 μ.Χ.)

 

Ιώσηπος Φλάβιος ή Γιοσέφ μπεν Μαθιά, Εβραίος λόγιος, ιστορικός και αγιολόγος.

Είναι ο γνωστότερος Εβραίος λόγιος, ιστορικός και συγγραφέας. Ήταν Φαρισαίος και διατηρούσε στενούς δεσμούς με τις οικογένειες των αρχιερέων Άννα και Καϊάφα. Αυτό δείχνει ότι δεν ήταν διατεθειμένος να κινηθεί ευνοϊκά υπέρ του Χριστού.

Στο έργο του «Ιουδαϊκή Αρχαιολογία», όπου έγραψε στα Ελληνικά την Ιστορία των Ιουδαίων, αναφέρεται στον Ιάκωβο, «τον αδερφό του Ιησού, που ονομάστηκε Χριστός». Γράφει ειδικότερα ότι: «ο αρχιερέας Άνανος καθίζει συνέδριο κριτών και παραγαγών εις αυτόν τον αδελφόν Ιησού τον λεγόμενον Χριστόν (Ιάκωβος το όνομα αυτού) και τινας εταίρους, ως παρανομησάντων κατηγορίαν ποιησάμενος παρέδωσε λευθησομένους (για να λιθοβοληθούν)».

Σε άλλο απόσπασμα του έργου του (XVIII 3,3) γράφει: «Γίγνεται δε κατά τούτον τον χρόνον Ιησούς, σοφός ανήρ, ει γε άνδρα αυτόν λέγειν χρη. Ην γαρ παραδόξων έργων ποιητής, διδάσκαλος ανθρώπων των ηδονή ταληθή δεχομένων. Και πολλούς δέ και του Ελληνικού επηγάγετο, ο Χριστός ούτος ήν και αυτόν ενδείξει των πρώτων ανδρών, παρ’ ημίν, σταυρώ επιτετιμηκότος Πιλάτου,ουκ επαύσαντο οι το πρώτον αυτόν αγαπήσαντες, εφάνη γαρ αυτοίς τρίτην έχων ημέραν πάλιν ζων των θείων προφητών ταύτα τε και άλλα μύρια θαυμάσια περί αυτού ειρηκότων».

Με βάση το απόσπασμα αυτό, ο Ιώσηπος μαρτυρεί ότι την εποχή της ηγεμονίας του Πιλάτου εμφανίστηκε ο Ιησούς που ήταν άνδρας σοφός αν μπορεί να τον πει κανείς άνθρωπο!! Ο άνθρωπος αυτός έκανε παράδοξα έργα, δίδασκε στους ανθρώπους την αλήθεια και προσέλκυσε πολλούς Ιουδαίους και Εθνικούς. Ακόμη, μας πληροφορεί για τον τρόπο θανάτωσης του Ιησού, στον σταυρό. Τέλος, μας μαρτυρεί την ανάσταση του Κυρίου τρεις ημέρες μετά την Ταφή του.

Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μια σημαντικότατη μαρτυρία ιστορικού και μάλιστα Εβραίου, ο οποίος δεν είχε κανένα λόγο να υποστηρίξει την ιστορικότητα του Ιησού. Μήπως τελικά ο Χριστιανισμός είχε εξαπλωθεί σε βαθμό που ήταν πλέον αδύνατο κάποιος ιστορικός να αποσιωπήσει τα γεγονότα?

 

Τέταρτη πηγή: Σέξτος Ιούλιος ο Αφρικανός & Θάλλος

 

Ο Σέξτος Ιούλιος υπήρξε ιστορικός και εκκλησιαστικός συγγραφέας των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Είχε εγκατασταθεί στην Παλαιστίνη. Αναφέρει στο έργο του τον ιστορικό Θάλλο (1ος μ.Χ. αιώνα) που έγραψε την Ιστορία της Συρίας και μια αντιπαράθεσή τους σχετικά με την έκκλειψη του ηλίου που ακολούθησε τη Σταύρωση του Χριστού.

Για το γεγονός της ολικής εκκλείψεως του ηλίου ιδιαίτερα σημαντική είναι η φράση του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου. Ο Διονύσιος πριν γίνει χριστιανός και πρώτος επίσκοπος Αθηνών, ήταν δικαστής, μέλος του Αρείου Πάγου. Κατά το Συναξάριο, την ημέρα της σταύρωσης του Χριστού βρισκόταν στην Ηλιούπολη της Αιγύπτου με τον φιλόσοφο  Απολλοφάνη. Μόλις είδε τον σκοταδισμό του ηλίου, ανεφώνησε ότι «ή η φύσις αλλοιούται ή θεός πάσχει».

 

Πέμπτη πηγή: Πλίνιος Καικίλιος Σεκούνδος ή Πλίνιος ο Νεότερος (61 μ.Χ.-113 μ.Χ.)

 

Σύγχρονος του Τάκιτου και του Σουητώνιου. Ήταν Ρωμαίος αξιωματούχος, ποιητής, ρήτορας και φιλόσοφος.  Το 110 μ.Χ. στάλθηκε από τον αυτοκράτορα Τραϊανό στη Βιθυνία της Μικράς Ασίας ως Legatus Caesaris (πρέσβης του Καίσαρα). Το 112 μ.Χ. ο Πλίνιος έγραψε σε επιστολή του προς τον Τραϊανό : «Το μίασμα της δεισιδαιμονίας των Χριστιανών εκτείνεται όχι μόνο στις πόλεις αλλά και στους αγρούς και στα χωριά». Επιπρόσθετα αναφέρει (Επιστολή Χ,96) ότι «Οι Χριστιανοί συνηθίζουν να συνέρχονται μια τακτή ημέρα πριν την ανατολή του ήλιου, και να αναπέμπουν ύμνους στον Χριστό, σαν να μιλούν σε Θεό». Η τακτή αυτή ημέρα ήταν και είναι η Κυριακή.

Στη συνέχεια ανέκρινε προσωπικά πολλούς Χριστιανούς και συγκέντρωσε πολλές πληροφορίες για τη ζωή και την πίστη τους. Ο ίδιος ήθελε να προστατέψει την ειδωλολατρική θρησκεία και γι’ αυτό επικοινώνησε με τον αυτοκράτορα, προκειμένου να εμποδίσουν την εξάπλωση της νέας θρησκείας.

Είναι ξεκάθαρο ότι ο Πλίνιος δέχεται ότι ο Χριστός είναι ιστορικό πρόσωπο. Εάν είχε την υποψία ότι ήταν μυθικό πρόσωπο, τότε θα υποστήριζε ότι οι Χριστιανοί πιστεύουν σε έναν μύθο. Αναφέρεται στον Χριστό και όχι «σε κάποιον Χριστό», και ενοχλείται γιατί τον υμνούν «σαν Θεό».

 

Έκτη πηγή: Ταλμούδ (το ιερό βιβλίο των Εβραίων)

 

Το Ταλμούδ αποτελείται από τα βιβλία της Mishnah  και της Gemara. Η Mishnah (ο προφορικός νόμος) είναι η παράδοση των πρεσβυτέρων, ενώ η Gemara είναι σχόλια των Ραβίνων πάνω σε ότι περιέχει η Mishnah. Τα ιερά βιβλία των Εβραίων μιλούν με βεβαιότητα για την ύπαρξη του Ιησού Χριστού χωρίς όμως να παραδέχονται την θεότητά του. Προσπαθούν, όπως είναι φυσικό, να τον υποτιμήσουν. Έτσι γράφεται ότι «κατά την εσπέρα του Εβραϊκού Πάσχα κρέμασαν τον Ιησού από την Ναζαρέτ». Τονίζουν μάλιστα ότι ο Ιησούς ήταν καρπός πορνείας και έκανε θεραπείες που βασίζονταν σε μαγεία.

Στο ταλμούδ γίνεται λόγος περί των θαυμαστών ιάσεων επί ονόματος Ιησού Χριστού, τις οποίες πραγματοποίησε ο Ιάκωβος, τον οποίο γνώριζε ο ραβίνος Ελιέζερ (90 – 110 μ.Χ.). Γίνεται επίσης αναφορά στη σταύρωσή Του, μόνο που για χώρο της σταύρωσης αναφέρει την Λύδδη που βρίσκεται στα ΝΔ της Παλαιστίνης.

 

Έβδομη πηγή: J. Klausner (Εβραίος καθηγητής)

 

Αναφέρει ότι «ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ ήταν προδότης του Ισραήλ, ο οποίος ασκούσε μαγεία, περιφρονούσε τους λόγους της σοφίας, οδήγησε το λαό στην πλάνη και έλεγε ότι δεν ήρθε για να καταλύσει τον Μωσαϊκό νόμο αλλά να τον συμπληρώσει. Κρεμάστηκε την παραμονή του Πάσχα σαν αιρετικός και πλάνος του λαού. Οι μαθητές του έκαναν τα ίδια έργα στο όνομά του».

 

Όγδοη πηγή: Mara BarSerapion (Ασσύριος Στωϊκός φιλόσοφος)

 

Ο φιλόσοφος αυτός έζησε στη Ρωμαϊκή επαρχία της Συρίας κατά τον 2ο με 3ο αιώνα μ.Χ. περίπου και είναι γνωστός μόνο από ένα γράμμα του που έγραψε στα Συριακά προς το γιό του Σεραπίωνα. Στο γράμμα αυτό (73 μ.Χ.) συγκρίνει τους θανάτους του Σωκράτη, του Πυθαγόρα και του Ιησού, επιβεβαιώνοντας παράλληλα ότι ο Ιησούς ήταν ένας σοφός και ευσεβής άνδρας, ο οποίος θεωρούνταν από πολλούς Βασιλιάς του Ισραήλ, θανατώθηκε από τους Ιουδαίους και συνέχισε να ζει μέσω της διδασκαλίας των οπαδών Του.

Σε άλλο σημείο του γράμματος γράφει ότι: «οι Ιουδαίοι καταστραφέντες εκ της χώρας αυτών, διωχθέντες ζώσιν εν τη διασπορά, ο σοφός βασιλεύς όμως δεν απέθανε χάρις εις τους νόμους που έδωσε. Ένεκα της καταδίκης του σοφού βασιλέως αφαιρέθη από τους Ιουδαίους το Βασίλειον».

Ο μοναδικός «σοφός βασιλεύς» που καταδικάστηκε, πριν το 73 μ.Χ. όπου και γράφτηκε το εν λόγω γράμμα, ήταν ο Ιησούς Χριστός.

 

Ένατη πηγή: Λουκιανός ο Σαμοσατεύς (2ος αιώνας μ.Χ.)

 

Ήταν Έλληνας ρητοροδιδάσκαλος και σατιρικός συγγραφέας. Αναγνωρίζει ότι ο Χριστός λατρευόταν από τους Χριστιανούς, εισήγαγε νέες διδασκαλίες και σταυρώθηκε γι’ αυτό. Επιπλέον, αναφέρει ότι οι διδασκαλίες του Ιησού περιλαμβάνουν την αδελφότητα των πιστών, τη σημασία της μεταστροφής και την αναγκαιότητα της άρνησης άλλων θεών.

 

Λουκιανός ο Σαμοσατεύς (125 – 180 μ.Χ.) Ρητοροδιδάσκαλος και σατιρικός συγγραφέας. Γύρω στα σαράντα του χρόνια εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα, βιοποριζόμενος από τη σοφιστική, και ασχολήθηκε παράλληλα με τον σατιρικό διάλογο και την επικούρεια φιλοσοφία.

 

Δέκατη πηγή: Η περιγραφή του Ιησού Χριστού από τον διοικητή της Ιουδαίας Πούλβιο Λέντουλο

 

Πρόκειται για ένα γράμμα που βρέθηκε στη Βιβλιοθήκη των Λαζαριστών της Ρώμης, το οποίο έγραψε ο Πούλβιος Λέντουλος, διοικητής της Ιουδαίας, πριν από τον Πόντιο Πιλάτο και το έστειλε στον Ρωμαίο Αυτοκράτορα Τιβέριο και στο οποίο περιγράφεται η μορφή του Ιησού Χριστού. Το πρωτότυπο είναι γραμμένο στα λατινικά και βρίσκεται στη βιβλιοθήκη Cesarini στην Ρώμη.

 

«…Ήκουσα, ω Καίσαρ, ότι επιθυμείς να μάθης ότι σοί γράφω νυν περί ανθρώπου τινός λίαν εναρέτου καλουμένου ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ών ο λαός θεωρεί Προφήτην και οι μαθηταί του Θεόν, λέγοντες ότι είναι Υιός Θεού, πλάστου των ουρανών και της γης και παντός ό,τι εν αύτη ευρίσκεται και υπάρχει.

Τη αληθεία, ω Καίσαρ, ακούονται καθ’ εκάστην θαυμάσια πράγματα περί του Χριστού αυτού. Ανεγείρει νεκρούς και ιατρεύει ασθενείς δια μιας μόνης λέξεως. Είναι ανήρ αναστήματος μετρίου, καλός την όψιν και μεγαλοπρέπειαν περιβεβλημένος, ιδίως κατά το πρόσωπον, ώστε όσοι Τον ατενίζουν αναγκάζονται να Τον αγαπούν και να Τον φοβώνται.

Έχει την κόμην χρώματος καρύου ώριμου εξικνουμένην μέχρι των ώτων Του, εκείθεν δε μέχρι των ωμοπλατών Του καταντά γαιόχρους αλλά μάλλον στιλπνή, διχάζεται δ’ αυτή εν τω μέσω άνωθεν κατά το σύστημα των Ναζαρηνών. Το μέτωπόν Του είναι λείο και γαλήνιον, το πρόσωπόν Του άνευ ρυτίδος ή κηλίδος, η ρίς και τα χείλη Του κανονικώτατα. Το γένειόν Του είναι πυκνόν και του αυτού χρώματος της κόμης, δεν είναι δε μακρόν και διχάζεται εν τω μέσω. Το βλέμμα Του είναι σοβαρόν και εμποιούν φόβον, έχει δε δύναμιν ακτίνος ηλιακής.

Ουδείς δύναται να Τον παρατηρήση ατενώς. Όταν επιτιμά, φοβίζει. Όταν δε πράττη τούτο, κλαίει. Είναι αξιαγάπητος και χαριείς μετά σοβαρότητος. Λέγουσιν ότι ουδέπωτε ώφθη γελών, αλλά πλειστάκις κλαίων. Έχει ωραίας τας χείρας και τους βραχίονας. Εν τη συνομιλία ευαρέστει τους πάντας. Δυσκόλως όμως φαίνεται, όταν δε φανή που, είναι μετριόφρων και το ωραιότερον παράστημα του κόσμου. Είναι ωραίος ως την Μητέρα Του, ήτις έστιν η ωραιοτέρα γυνή, ήτις ποτέ εθεάθη εις τα μέρη ταύτα.

Εάν όμως η Ση μεγαλειότης, ω Καίσαρ, ποθή να ιδή Αυτόν ως μοι έγραφες άλλοτε, πληροφόρησόν με, διότι θα σοί Τον στείλω πάραυτα. Πάντες εν Ιερουσαλήμ θαυμάζουσιν την σοφίαν Του, και τι ουδέποτε εσπούδασε τι, και όμως είναι κάτοχος πάσης επιστήμης. Περιπατεί ανυπόδητος και ασκεπής την κεφαλήν. Πολλοί βλέποντες Αυτόν γελώσιν, αλλ’ όταν ευρίσκονται προ Αυτού τρέμουσιν και θαυμάζουσιν αυτόν.

Λέγουσιν ότι ουδέποτε άνθρωπος ως αυτός ενεφανίσθη εις τα μέρη ταύτα. Τη αληθεία ως μοι λέγουσιν οι Εβραίοι, ουδέποτε εδόθησαν συμβουλαί, ουδέποτε εκηρύχθη διδασκαλία ως η ιδική Του, πολλοί δε των Ιουδαίων θεωρούσιν αυτόν Θεόν. Άλλοι πάλιν μοι λέγουν ότι είναι εχθρός της Σης Μεγαλειότητος, ω Καίσαρ. Πολλαχώς με παρενοχλούσιν οι μοχθηροί αυτοί Εβραίοι. Λέγεται ότι αυτός ουδέποτε δυσαρέστησε τινά, αλλ’ ότι μάλλον εποίησε το αγαθόν. Όλοι όσοι εγνώρισαν Αυτόν λέγουσιν ότι ευεργετήθηκαν παρ’ Αυτού. Όμως εις την σην Μεγαλειότητα, ω Καίσαρ, εις την πρός σε υπακοήν, ειμί πρόθυμος. Ό,τι διατάξεις θέλει εκτελεσθή ».

Εν Ιερουσαλήμ Ινδικτίωνος ζ΄, Σελήνης ια΄

Της Σης Μεγαλειότητος πιστότατος και ευπειθέστατος

ΠΟΥΒΛΙΟΣ ΛΕΝΤΟΥΛΟΣ

Κυβερνήτης της Ιουδαίας

 

Μετάφραση

 

«….Μεγαλειότατε Καίσαρα,

Άκουσα ότι επιθυμείς να μάθεις αυτά που σου γράφω για κάποιον άνθρωπο που είναι πολύ ενάρετος και ονομάζεται Ιησούς Χριστός, τον οποίο ο Λαός θεωρούσε προφήτη, οι μαθητές Του όμως Τον θεωρούσαν Θεό κι έλεγαν ότι είναι Υιός του Θεού, Δημιουργός του ουρανού και της γης και όλων, και ότι βρίσκεται παντού. Είναι αλήθεια Καίσαρα ότι ακούγονται κάθε μέρα θαυμάσια πράγματα για τον άνθρωπο αυτό. Ανασταίνει νεκρούς και θεραπεύει αρρώστους, με μια Του λέξη.

Είναι άνδρας, μετρίου αναστήματος, όμορφος στην όψη και αρχοντικός, ιδιαίτερα το πρόσωπό Του, ώστε όσοι Τον κοιτούν, τους προκαλεί αγάπη και σεβασμό. Τα μαλλιά Του είναι μέχρι τα αφτιά Του και πίσω φτάνουν μέχρι τους ώμους, καστανά και λαμπερά, διαχωρίζονται κατά το έθιμο των Ναζωραίων. Το μέτωπό Του είναι καθαρό και γαλήνιο, το πρόσωπό Του χωρίς σημάδια και ρυτίδες.

Η μύτη και τα χείλη Του είναι κανονικότατα. Τα γένια Του είναι πυκνά, καστανά και μακριά, που χωρίζουν στη μέση. Το βλέμμα Του είναι σοβαρό και προκαλεί σεβασμό, είναι δε δυνατό σαν ακτίνατου ήλιου. Όταν είναι αυστηρός, κανείς δεν μπορεί να Τον ατενίσει και όταν μαλώνει κάποιον, κλαίει… Τα χέρια και τα μπράτσα Του είναι όμορφα. Όταν συνομιλεί, τους ικανοποιεί όλους. Δεν εμφανίζεται συχνά, αλλά όταν αυτό συμβαίνει είναι μετριόφρων και έχει το ωραιότερο παράστημα του κόσμου. Είναι ωραίος, όπως και η μητέρα Του, η οποία είναι η ωραιότερη γυναίκα από όσες ποτέ φάνηκαν στα μέρη αυτά.

Εάν όμως η Μεγαλειότητά σου Καίσαρα θέλει να Τον δεί, όπως μου είχες γράψει, πές το μου για να σου τον στείλω αμέσως. Αν και ποτέ δεν έκανε σπουδές, ξέρει όμως κάθε επιστήμη. Περπατάει ξυπόλητος και ασκεπής. Πολλοί σαν Τον βλέπουν γελάνε, αλλά όταν στέκονται μπροστά Του τρέμουν και Τον θαυμάζουν. Λένε ότι ποτέ ξανά δεν έχει εμφανιστεί στα μέρη αυτά άνθρωπος σαν κι Αυτόν.

Επίσης λένε οι Εβραίοι ότι ποτέ δεν δόθηκαν συμβουλές ούτε κηρύχθηκε διδασκαλία σαν τη δική Του, πολλοί δέ από τους Ιουδαίους Τον θεωρούν Θεό. Άλλοι πάλι λένε ότι είναι εχθρός του Καίσαρα. Λένε επίσης ότι Αυτός ποτέ δεν δυσαρέστησε κάποιον, αλλά αντίθετα πάντα έκανε το καλό. Όλοι όσοι Τον γνωρίζουν λένε ότι τους ευεργέτησε. Παρόλα αυτά Καίσαρα είμαι πρόθυμος να υπακούσω στην Μεγαλειότητά σου και ότι με διατάξεις θα το κάνω ».

Ιερουσαλήμ

Ινδικτίωνος 7, σελήνης 11

ΠΟΥΛΒΙΟΣ ΛΕΝΤΟΥΛΟΣ

Διοικητής της Ιουδαίας

Υπάρχουν όμως και άλλες πηγές που μας μαρτυρούν την ιστορική ύπαρξη του Ιησού Χριστού. Αυτές είναι τα αρχαιολογικά ευρήματα που έχουν βρεθεί.

 

Αρχαιολογικά ευρήματα

 

E. L. Sukenik

Eleazar Lipa Sukenik (1889 – 1953) Ισραηλινός αρχαιολόγος και καθηγητής στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ.

Καθηγητής του εβραϊκού πανεπιστημίου, ο οποίος το 1945 ανακάλυψε σε ανασκαφή κοντά στην Ιερουσαλήμ δύο τάφους, οι οποίοι περιείχαν από μια σκαλιστή επιγραφή. Τις επιγραφές αυτές αργότερα τις ονόμασε «το αρχαιότερο έγγραφο του Χριστιανισμού». Σύμφωνα με τους επιστήμονες, οι επιγραφές αυτές χαράχθηκαν περίπου το 50 μ.Χ. και είναι αρχαιότατες, δηλαδή 15 χρόνια μόνο από το θάνατο του Ιησού.

Η πρώτη επιγραφή περιλάμβανε μια προσευχή προς τον Ιησού Χριστό για βοήθεια, ενώ η δεύτερη επιγραφή ήταν μια ικεσία που απευθύνονταν πάλι στον Ιησού και ζητούσε την ανάσταση εκ νεκρών.

Πάπυροι Οξυρρύγχου

 

Οι πάπυροι αυτοί αποδεικνύουν την ιστορικότητα του Ιησού. Πρόκειται για μια συλλογή παπύρων οι οποίοι γράφτηκαν μέχρι το 140 μ.Χ. Ορισμένοι από αυτούς τους παπύρους αναφέρουν λόγια του Ιησού που θυμίζουν κατά πολύ το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο.

 

Τίμιος Σταυρός

 

Η ανακάλυψή του αποτελεί το αδιαμφισβήτητο τεκμήριο της υπάρξεως του Κυρίου μας. Είναι γνωστό, ότι για να ανακόψει τις επισκέψεις των χριστιανών ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Ανδριανός, έκτισε πάνω στον Γολγοθά το ναό της Αφροδίτης. Το 326 μ.Χ. η Αγία Ελένη γκρέμισε τον ναό και άρχισαν εργασίες για να βρεθεί το Τίμιο ξύλο. Τελικά βρέθηκαν και οι τρείς σταυροί, του Ιησού Χριστού και των δύο ληστών. Για να καταλάβουν ποιός ήταν ο σταυρός του Ιησού, έφεραν και τους τρείς σε μια ετοιμοθάνατη άρρωστη γυναίκα. Μόλις αυτή ακούμπησε τον Τίμιο Σταυρό έγινε αμέσως καλά.

Ο Τίμιος Σταυρός αποτελεί κειμήλιο της παγκόσμιας κληρονομιάς, αλλά και αδιάσειστο στοιχείο που αποδεικνύει όχι μόνο την ιστορική ύπαρξη του Ιησού αλλά και το ότι η χριστιανική πίστη είναι ζωντανή, αφού η Σταύρωση, τα Πάθη και η Ανάσταση του Κυρίου αποτελούν τους θεμέλιους λίθους του Χριστιανισμού.

 

Η επιγραφή Ι. Ν. Β. Ι

 

Την 1η Φεβρουαρίου 1492 σημειώθηκε στη Ρώμη μια συγκλονιστική ανακάλυψη. Κατά τη διάρκεια των εργασιών για την αποκατάσταση μιας τοιχογραφίας, βρέθηκε πίσω από αυτήν μια πέτρινη πλάκα με χαραγμένη την επιγραφή «TITULUS CRUCIS». Οι εργάτες κατά την αφαίρεση της πλάκας αυτής, ανακάλυψαν μία κόγχη εντός της οποίας υπήρχε ένα μολύβδινο κιβώτιο που είχε σφραγισθεί από τον Αρχιεπίσκοπο της Μπολόνια καρδινάλιο Γεράρδο, τον μετέπειτα Πάπα Φωτεινό Β΄ (1144-1145). Μέσα σε αυτό υπήρχε ένα τεμάχιο της εγχάρακτης πινακίδας από το Σταυρό του Ιησού. Το τεμάχιο ήταν από ξύλο καρυδιάς και είχε χαραγμένη σε τρείς σειρές μια επιγραφή. Στη δεύτερη σειρά έγραφε «ΝΑΖΑΡΕΝΟΥΣ Β(ΑΣΙΛΕΥΣ)» και στη τρίτη σειρά «ΝΑΖΑRINUS RΕ(Χ)».

Σύμφωνα με τον Ρουφίνο και τον Θεοδώρητο Κύρου, η αυτοκράτειρα Ελένη, αφού βρήκε το Σταυρό του Χριστού, αφαίρεσε δύο κομμάτια. Το πρώτο το έστειλε στο γιο της στην Κωνσταντινούπολη και το δεύτερο το πήρε μαζί της στη βασιλική της κατοικία στη Ρώμη. Το ότι δεν γίνεται ξεχωριστή αναφορά για την αφαίρεση του επίμαχου τεμαχίου από την επιγραφή του Σταυρού, αυτό συνέβη κατά πάσα πιθανότητα, επειδή Σταυρός και επιγραφή θεωρούνταν ως ένα πράγμα. Μετά το θάνατό της, κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 4ου αιώνα μ.Χ., η μεγαλύτερη αίθουσα του παλατιού της μετετράπη σε χριστιανικό ναό, ο οποίος έλαβε την ονομασία «Ιερουσαλήμ». Μάλιστα, ο επίσκοπος Μεδιολάνων (374-397 μ.Χ.) Αμβρόσιος αναφέρει την ύπαρξη του επίμαχου τεμαχίου στη Ρώμη.

Στην εκκλησία αυτή και πιο συγκεκριμένα στο παρεκκλήσιο της Αγίας Ελένης, τοποθετήθηκε το τεμάχιο από την επιγραφή της θανατικής καταδίκης του Ιησού. Οι ιερείς του ναού έκρυψαν το κομμάτι αυτό το 455 μ.Χ., φοβούμενοι πιθανή καταστροφή του από επιδρομές των Βησιγότθων. Το ίδιο τεμάχιο ξανακρύφτηκε, αυτή τη φορά για άγνωστο λόγο, το πρώτο μισό του 11ου αιώνα, από τον καρδινάλιο Γεράρδο και ανακαλύφθηκε κατά τύχη το 1492.

Από το 1520 έως το 1930, η επιγραφή παρέμεινε στο ναό του Αγίου Σταυρού (πρώην Ιερουσαλήμ). Το 1930 κτίστηκε δίπλα σ’ αυτόν ένα παρεκκλήσιο προς τιμήν της Αγίας Ελένης, και από τότε έως σήμερα η επιγραφή φυλάσσεται εκεί.

 

Βιβλία  με αναφορές στη σταύρωση του Χριστού

 

Νέα δεδομένα για τα τελευταία χρόνια του Χριστού πρόκειται να δουν το φως της δημοσιότητας μετά από ανακάλυψη 70 μεταλλικών εγχειριδίων με κρυπτογραφημένο υλικό για τη Σταύρωση Του, τα οποία βρέθηκαν σε σπηλιά της Ιορδανίας και αναμένεται ότι θα φέρουν στο φως άγνωστες πτυχές των πρώιμων χρόνων του Χριστιανισμού.

Το μέγεθος των σελίδων είναι παρόμοιο με πιστωτικής κάρτας και υπάρχουν χαραγμένες εικόνες και σύμβολα, που αναφέρονται στο Μεσσία και ειδικότερα στη Σταύρωση και την Ανάσταση Του. Τα εγχειρίδια είναι δεμένα με μεταλλικό σύρμα, ενώ κάποια από αυτά είναι σφραγισμένα.

Ο Βρετανός καθηγητής Αρχαιολογίας και Ιστορίας των Θρησκειών Ντέιβιντ Έλινγκτον ισχυρίζεται ότι «ίσως είναι η μεγαλύτερη ανακάλυψη στην ιστορία του Χριστιανισμού», ενώ ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Σέφιλντ, Φίλιπ Ντέιβις, υποστηρίζει ότι «ανάμεσα στα περιεχόμενα διακρίνονται εικόνες που δείχνουν τα τείχη μιας πόλης, ένα σταυρό και ένα τάφο. Είμαστε σχεδόν σίγουροι ότι πρόκειται για τα Ιεροσόλυμα και τη Σταύρωση του Χριστού».

Για να λυθεί το μυστήριο γύρω από το περιεχόμενο των εγχειριδίων χρειάζεται πρώτα να τα δώσει πίσω ένας Ισραηλινός, ο οποίος υποστηρίζει ότι είναι δικά του και της οικογένειάς του εδώ και εκατό χρόνια. Οι επιστήμονες ισχυρίζονται ότι οι αποκαλύψεις από τα βιβλία αυτά θα ξεπεράσουν αυτές των 900 χειρογράφων της Νεκρής Θάλασσας που βρέθηκαν το 1947.

 

Το πρώτο πορτραίτο που φτιάχτηκε με τον Ιησού Χριστό

 

Ερευνητές έφεραν στο φως και ένα πορτραίτο το οποίο απεικονίζει μια φιγούρα ιδιαίτερα γνωστή που παραπέμπει σε έναν γενειοφόρο νέο άνδρα με μακριά, σγουρά μαλλιά. Παρ’ όλα αυτά, αν και όντας θαμμένο για περίπου 2.000 χρόνια σε ένα σπήλαιο κοντά στον Ιορδάνη ποταμό, στο ιδιότυπο αυτό πορτραίτο εύκολα μπορεί να διακρίνει κάποιος και τα σημάδια που έχει αφήσει στο μεταλλικό φύλλο το ακάνθινο στεφάνι στο μέτωπο του άνδρα.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, το πορτραίτο αυτό είναι αποτυπωμένο επάνω σε ένα από τα συνολικά εβδομήντα λεπτά μεταλλικά φύλλα-κώδικες που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα και ήδη κάποιοι ερευνητές πιθανολογούν πως ίσως να πρόκειται για το παλαιότερο πορτρέτο του Ιησού Χριστού δηλαδή μια εικόνα που φιλοτέχνησε κάποιος σύγχρονος του που τον ήξερε!

Το μέγεθος του κώδικα είναι μικρότερο από μια πιστωτική κάρτα, ενώ εντυπωσιακό είναι και το γεγονός πως είναι σφραγισμένος από όλες τις πλευρές κι έχει μία τρισδιάστατη απεικόνιση του ανθρώπινου κεφαλιού τόσο στο μπροστινό όσο και στο πίσω μέρος του. Τέλος, εύκολα διακρίνει κανείς επάνω στον κώδικα και το δακτυλικό αποτύπωμα του άγνωστου δημιουργού του (βλέπε εφημερίδα «Δημοκρατία», Δευτέρα 4 Απριλίου 2011).

 

Επίλογος

 

Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία αποδεικνύεται και επιβεβαιώνεται επιστημονικά και ιστορικά η ιστορική ύπαρξη του Ιησού Χριστού. Ο Ιησούς Χριστός δεν είναι απλά ο ιστορικός ιδρυτής ενός θρησκευτικού κινήματος, αλλά κάποιος που το πρόσωπο και το έργο του υπήρξαν αντικείμενο φιλοσοφικής και θεολογικής σκέψης.

Ως ιστορικό πρόσωπο, δηλαδή ως πρόσωπο υπαρκτό, εξετάζεται ως ένα ανθρώπινο ον που έζησε σε έναν συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Καταδικάστηκε από τις ρωμαϊκές αρχές στην Ιουδαία με μαρτυρικό σταυρικό θάνατο, επειδή είχε ισχυριστεί πώς ήταν «Βασιλέας των Ιουδαίων», τίτλος που ουσιαστικά είχε πολιτικό περιεχόμενο.

Να σημειωθεί ότι την εποχή που έζησε ο Χριστός, η πολιτική εξουσία ασκούνταν από τον Ηρώδη Αντίπα (Γαλιλαία, Περαία), τον Πόντιο Πιλάτο (Ιουδαία, Σαμάρεια, Ιδουμαία) και τον Ιωσήφ Καϊάφα (αρχιερέας της Ιερουσαλήμ).

Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Μάρκο, ο Ιησούς Χριστός καταδικάστηκε επειδή διεκδικούσε δύο τίτλους (Μεσσίας και Υιός του Θεού). Το θέμα όμως των τίτλων αποτελούσε πρόφαση. Η άμεση αιτία της θανάτωσης του Ιησού ήταν η απειλή εναντίον του Ναού (Εβραϊκό ιερατείο).

 

Βιβλιογραφία


 

  • Καινή Διαθήκη (Ευαγγέλια κατά Μάρκον, κατά Ματθαίον, κατά Ιωάννη, κατά Λουκά).
  • Πράξεις των αποστόλων (ιη, 2).
  • Πλίνιος ο νεότερος, Επιστολή προς τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Τραϊανό Ανδριανό (Epist. X, XCVI).
  • Φλάβιος Ιώσηπος, Ιουδαϊκή αρχαιολογία, Άπαντα, τ. 14: Βιβλία ΙΖ, ΙΗ και  τ. 15: Βιβλία ΙΘ, Κ), Κάκτος, Αθήνα 1998.
  • The Complete Works of Takitus, New York, 1942.
  • Τάκιτος, Χρονικά, Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, τόμος Β΄, βιβλίο XV (38,44),  2012.
  • Γάιος Σουητώνιος, Οι βίοι των Καισάρων: Περί επιφανών ανδρών, Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1999.
  • Klausner, Jesus of Nazareth: His Life, Times and Teaching.
  • Εθνική Βρετανική Βιβλιοθήκη, αριθ. χειρογράφου BL Add. 14658 [ το χειρόγραφο αυτό αποτελεί τμήμα μιας ευρύτερης συλλογής περγαμηνών με κωδ. 14425, 14741 και βρέθηκε στο Συριακό μοναστήρι της Αιγύπτου].
  • Ε.Π. Σάντερς, Το Ιστορικό Πρόσωπο του Ιησού, εκδ. Φιλίστωρ.
  • Αρχιμ. Λεωνίδας Διαμαντόπουλος, Ιησούς Χριστός ως ιστορική προσωπικότης, ΕΚΔ. «Ο Σωτήρ», 1979.
  • F.F. Bruce, Η Ιστορικότητα του Ιησού Χριστού.
  • Κωνσταντίνος  Σ. Χατζηελευθερίου, Που βρίσκεται ο Σταυρός του Ιησού, περιοδικό απαγορευμένη ιστορία, τεύχος 3, σελ. 32.
  • Διαδικτυακός ιστότοπος : http://www.apologitis.com
  • Διαδικτυακός ιστότοπος : http://www.pentapostagma.gr
  • Διαδικτυακός ιστότοπος : http://pneymatiko.wordpress.com/

 

Σχοινοχωρίτης Κωνσταντίνος

Ιστορικός, Αρχειονόμος – Βιλιοθηκονόμος, Υποψήφιος Διδάκτωρ.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η πραγματική ιστορία για τον Άγιο Βασίλειο – Μύθοι και πραγματικότητα – Σχοινοχωρίτης Κωνσταντίνος – Ιστορικός, Αρχειονόμος – Βιλιοθηκονόμος, Υποψήφιος Διδάκτωρ.


 

Η παρούσα εργασία σκοπό έχει την ανάδειξη και παρουσίαση των πραγματικών ιστορικών στοιχείων που αφορούν το πρόσωπο του Μεγάλου Βασιλείου και τις διαφορές αυτού με άλλα «μυθικά πρόσωπα» της δυτικής παράδοσης.

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι η κάθε εποχή προσφέρει πάντοτε ερεθίσματα, στα οποία ανταποκρίνονται διάφορες ιστορικές μορφές, ποικίλου μεγέθους και σημασίας, καθώς επίσης θέτει και μια σειρά από ερωτήματα στα οποία απαντούν. Οι μεγάλες όμως μορφές υπερβαίνουν την εποχή τους, την διαμορφώνουν, την καθοδηγούν και κάποιες φορές την ανατρέπουν. Επιπλέον, ζουν μέσα σε αυτήν, αποδέχονται όσα τους προσφέρει αλλά και της προσφέρουν από τον πλούσιο εσωτερικό τους κόσμο.

Κάποιες φορές η εποχή δεν είναι έτοιμη, ενδεχομένως επειδή δεν είναι αρκετά ώριμη, να αξιοποιήσει όλα όσα της προσφέρουν ορισμένες μεγάλες μορφές, γι’ αυτό και επωφελείται από το έργο τους μεταγενέστερα. Σε αυτό τον κύκλο των μεγάλων ιστορικών μορφών ανήκει και ο Μέγας Βασίλειος της Καισαρείας, του οποίου η ζωή και η δράση δεν σημάδευσε μόνο την δική του εποχή, αλλά και τις επόμενες από αυτήν. Πόσοι όμως από εμάς γνωρίζουμε την πραγματική ιστορική ταυτότητα του Μεγάλου αυτού εκκλησιαστικού ανδρός?

Ειδικότερα, τις τελευταίες δεκαετίες όπου παρατηρείται η εισχώρηση στην Ελλάδα  μορφών, στοιχείων ή εθίμων δυτικής προελεύσεως και καταβολής, τα οποία έχουν οδηγήσει στην αλλοτρίωση συνειδήσεων και παραδόσεων. Κι αυτό συμβαίνει σήμερα σε ένα μεγάλο ποσοστό διότι ο Έλληνας λειτουργεί, εργάζεται και δημιουργεί ως μέλος μιας σύγχρονης τεχνολογικά ανεπτυγμένης αστικοβιομηχανικής κοινωνίας.

Μέσα σε μια τέτοια κοινωνία υλιστική, επιστρατεύθηκαν ήθη, έθιμα, παραδόσεις, ακόμα και Άγιοι της Ορθοδοξίας με σκοπό την προώθηση και την ικανοποίηση των υλικών αναγκών της. Από την άλλη, η έλλειψη υψηλών νοημάτων και αρχών οδήγησε στην αποξένωση του σύγχρονου Έλληνα από τον ίδιο του τον εαυτό και την ταύτισή του με την υλική αυτή πραγματικότητα.

Ο Άγιος Βασίλειος αποτελεί ένα κραυγαλέο παράδειγμα αλλοτρίωσης. Η εικόνα του σεμνού και ασκητικού Ιεράρχη που συνδέθηκε με την εορτή της Πρωτοχρονιάς αντικαταστάθηκε σιγά σιγά από τη πληθωρική μορφή του δυτικού Santa Claus όχι όμως για λόγους πνευματικούς, αλλά για εξυπηρέτηση υλικών – καταναλωτικών αναγκών και επιχειρηματικών συμφερόντων.

Μέσα από τη μελέτη αυτή θα επιχειρηθεί η διάκριση ανάμεσα στον Ορθόδοξο Μέγα Ιεράρχη Άγιο Βασίλειο και στις δυτικές απομιμήσεις ή παραλλαγές αυτού. Θα δούμε ότι η ιστορία του Αγίου Βασιλείου έχει υποστεί ουσιώδεις αλλαγές από την ορθόδοξη παράδοση. Ιδιαίτερα στην Ελλάδα, η μετατροπή της μορφής του Αγίου Βασιλείου στο βορειοευρωπαίο και βορειοαμερικανό Santa Claus φαίνεται πως πέρασε στην αστική κυρίως τάξη κατά τη δεκαετία του 1950 και 1960 από τους συγγενείς μετανάστες, οι οποίοι με τις ευχητήριες κάρτες τους εισήγαγαν και στην Ελλάδα τη νέα μορφή του Αϊ Βασίλη.

  1. Ο Μ έ γ α ς  Β α σ ί λ ε ι ο ς  [330 μ.Χ – 379 μ.Χ]

 

Άγιος Βασίλειος ο Μέγας

Ο Μέγας Βασίλειος ήταν ένας από τους Πατέρες και Αγίους της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Υπήρξε εξέχουσα εκκλησιαστική προσωπικότητα, σπουδαίος ιεράρχης και κορυφαίος θεολόγος. Γεννήθηκε στη Νεοκαισάρεια του Πόντου το 330 μ.Χ. από εύπορη οικογένεια χριστιανών και μεγάλωσε στην Καισαρεία της Καππαδοκίας. Οι σύγχρονοί του, ενώ ζούσε ακόμη, τον ονόμασαν «Μέγα», τόσο για την πίστη και τη σωφροσύνη του, όσο και για τη γενναιοδωρία του.

Ονομάστηκε από την Εκκλησία «Μέγας Οικουμενικός Διδάσκαλος» και «Ουρανοφάντωρ». Υπήρξε η μεγαλύτερη χριστιανική φυσιογνωμία μετά τον Μέγα Αθανάσιο. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Νανζιαζηνό υπήρξε «φίλος σοφώτατος, μεγαλόφρων και έξοχος εις παιδείαν». Ο άγιος Γρηγόριος αποκαλούσε τον Μέγα Βασίλειο ως «τον σπουδαιότερο άνθρωπο της εποχής του».

Ο Μέγας αυτός Ιεράρχης διέθετε μεγάλη παιδεία και ήταν προικισμένος με έξοχες πνευματικές και ηθικές αρετές. Υπήρξε πολύπλευρη προσωπικότητα, αμείλικτος διώκτης κάθε μορφής κοινωνικής αδικίας, υπερασπιστής των αδυνάτων, μέγας διδάσκαλος και θεσπέσιος ρήτορας, άμεμπτος άνθρωπος, αλλά και ένας ακατάβλητος αγωνιστής της πίστεως.

Αξιοποίησε το έπακρο και κατά τον καλύτερο τρόπο ότι διδάχθηκε κατά τους χρόνους της φοίτησής του στις ελληνικές φιλοσοφικές σχολές, υιοθετώντας ως οδηγό ζωής το Ευαγγέλιο του Χριστού. Με τον Μέγα Βασίλειο έγινε ο εκχριστιανισμός του Ελληνισμού και ο εξελληνισμός του Χριστιανισμού. Προήλθε η Ελληνοχριστιανική παιδεία, η οποία και αποτέλεσε τη βάση για την ανάπτυξη του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

 

Η οικογένειά του

 

Οσία Εμμελεία. Μητέρα δέκα τέκνων, ανάμεσά τους ο Άγιος Βασίλειος, ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο Άγιος Πέτρος Σεβαστείας, η Οσία Μακρίνα και ο Όσιος Ναυκράτιος. Η Εκκλησία την ανακήρυξε Αγία και τιμά τη μνήμη της κάθε χρόνο την 1η Ιανουαρίου και στις 30 Μαΐου. Τις ημέρες αυτές γιορτάζουν όσες φέρουν το όνομα Εμμέλεια.

Ο πατέρας του, ο Βασίλειος, ήταν δικηγόρος και δάσκαλος ρητορικής στον Πόντο, ενώ η μητέρα του Εμμέλεια ή Εμμελία [1] ήταν από τις πιο μορφωμένες και ενάρετες γυναίκες της εποχής. Οι γονείς του τον ανέθρεψαν με χριστιανικά ιδεώδη, ενώ φρόντισαν πολύ και για τη μόρφωσή του.

Ο αδελφός του Γρηγόριος ήταν επίσκοπος Νύσσης, ο αδελφός του Πέτρος επίσκοπος Σεβαστείας και ο αδελφός του Ναυκράτιος ασκήτευε στην έρημο του Πόντου και πέθανε σε ηλικία μόλις 27 χρόνων. Επιπλέον, οι αδελφές του ήταν όλες αφιερωμένες στο Θεό και μια από αυτές, η Αγία Μακρίνα, τον επηρέασε στη χριστιανική του πορεία.

 

Οι σπουδές του

 

Ο Μέγας Βασίλειος κατά το χρονικό διάστημα 341 – 343 μ.Χ έμαθε τα πρώτα του γράμματα στην Καισάρεια. Από εκεί, το 346 μ.Χ πήγε στην Κωνσταντινούπολη για ανώτερες σπουδές, όπου σπούδασε θεολογία και νομική από τον περίφημο εθνικό ρήτορα και σοφιστή Λιβάνιο. Τη χρονική περίοδο 347 – 350 μ.Χ μαθήτευσε πιθανόν κοντά στον ίδιο σοφιστή στη Νικομήδεια. Αργότερα, το χρονικό διάστημα 351 – 356 μ.Χ. συνέχισε τις σπουδές του στην Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών [2], όπου για πέντε χρόνια διδάχτηκε τη φιλοσοφία, τη ρητορική, την αστρονομία, την ιατρική, την φυσική, την φιλολογία, τη γεωμετρία και τα μαθηματικά.

Στην Αθήνα γνωρίστηκε καλά με τον ανιψιό του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου, τον Ιουλιανό, που αργότερα έγινε αυτοκράτορας. Επίσης, συνδέθηκε με βαθιά και ισόβια φιλία με τον συμφοιτητή του Γρηγόριο, που αργότερα έγινε επίσκοπος στη Ναζιανζό (μετέπειτα Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός).

 

Ο μοναχικός βίος και το συγγραφικό του έργο

 

Όταν επέστρεψε στην Καισαρεία, δίδαξε με επιτυχία τη ρητορική, όμως γρήγορα αποφάσισε να ασπασθεί το μοναχικό βίο. Επισκέφτηκε τα μεγάλα κέντρα του μοναχισμού στην Αίγυπτο, στη Μεσοποταμία, στην Παλαιστίνη και στην Κοίλη Συρία, για να γνωρίσει από κοντά τους ασκητές και να σπουδάσει το μοναχισμό, που του ασκούσε από πάντα μια ιδιαίτερη γοητεία.

Υπήρξε ένας μεγάλος μεταρρυθμιστής. Με συντροφιά το φίλο του Γρηγόριο Ναζιανζηνό, συνέταξαν ένα απάνθισμα από τα έργα του Ωριγένη, τη «Φιλοκαλία», και τους μοναχικούς κανόνες που αποτελούν τη βάση του ορθόδοξου μοναχισμού.

Η απαίτηση του λαού του τον έκαναν να διακόψει το μοναχικό βίο και να χειροτονηθεί πρεσβύτερος στην Καισαρεία της Καππαδοκίας. Στη μεγάλη πείνα του 368 κινητοποίησε τους πλούσιους να βοηθήσουν εκείνους, που είχαν ανάγκη και καθιέρωσε τη διανομή τροφίμων, ρούχων, χρημάτων και κάθε είδους βοήθειας σε φτωχές οικογένειες απόρων. Παράλληλα, ίδρυσε κοντά στην Καισαρεία μια ολόκληρη πόλη από φιλανθρωπικά ιδρύματα, γηροκομεία, νοσοκομεία, ξενοδοχεία και ορφανοτροφεία, που προς τιμήν του ονομάστηκε Βασιλειάδα.

 

Μέγας Βασίλειος

 

Το 370 μ.Χ διαδέχθηκε στον επισκοπικό θρόνο το μητροπολίτη Καισάρειας Ευσέβιο και αφιέρωσε όλη του τη ζωή στην αντιμετώπιση των σοβαρών προβλημάτων της Εκκλησίας και στη φροντίδα του ποιμνίου του. Φρόντιζε πάντα όσους είχαν την ανάγκη του. Προς ανακούφιση των δεινοπαθούντων μερίμνησε να χτιστούν νοσοκομεία, πτωχοκομεία, ορφανοτροφεία και γηροκομεία.

Ως επίσκοπος Καισαρείας αντιμετώπισε διάφορες αιρέσεις και δογμάτισε για τον Τριαδικό Θεό. Έγραψε δογματικά, ασκητικά, ηθικά, παιδαγωγικά έργα, καθώς και ομιλίες, κηρύγματα και επιστολές. Κήρυξε την ελληνοχριστιανική παιδεία, στηριζόμενη στον Απόστολο Παύλο και τον Πλάτωνα. Άσκησε δριμεία πολεμική εναντίον της αίρεσης του Αρειανισμού με λόγους και συγγράμματα. Συμπλήρωσε με ευχές τη Θεία Λειτουργία και διακρίθηκε για το ήθος, τη σοβαρότητα και την αξιοπρέπειά του, καθώς επίσης για την ευσέβεια, την καλοσύνη και την ανθρωπιά του και παρέμεινε μέχρι το τέλος ακλόνητος στις αρχές και στα πιστεύω του.

Οι πολλές κοινωνικές και εκκλησιαστικές φροντίδες επηρέασαν αρνητικά τον ασθενικό οργανισμό του ασκητικού αυτού Ιεράρχη, που εκδήλωσε οξεία νόσο των νεφρών. Άρρωστος βαριά ο Βασίλειος εγκατέλειψε τα εγκόσμια πάμπτωχος σε ηλικία 48 ετών στις 31 Δεκεμβρίου του 378, αφήνοντας πίσω μεγάλη θλίψη και γενικό πένθος στο λαό. Η ταφή του αγίου λειψάνου του έγινε την 1η Ιανουαρίου του 379 μ.Χ. στην Καισάρεια της Καππαδοκίας.

 Ο πρωτοχρονιάτικος εορτασμός της μνήμης του Ιεράρχη, μεταφέρθηκε από γενιά σε γενιά σε όλο τον Ορθόδοξο Ελληνισμό και το φιλανθρωπικό του έργο ενέπνευσε πράξεις αλληλεγγύης και αγάπης. Τη μνήμη του Αγίου ή Μεγάλου Βασιλείου τη γιορτάζουμε δύο φορές μέσα στον Ιανουάριο, την Πρωτοχρονιά και την 30η του μηνός με τους Τρεις Ιεράρχες.

  1. Ο Άγιος Βασίλειος της Ελληνικής Λαογραφίας και της Ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης

 

Μέχρι το έτος 732 μ.Χ. η Ελλάδα υπαγόταν εκκλησιαστικά στη Ρώμη και εόρταζε  την πρωτοχρονιά την 1η Ιανουαρίου, ενώ η Κωνσταντινούπολη εόρταζε την πρωτοχρονιά το Σεπτέμβριο. Έτσι δεν δυσκολεύτηκαν οι Έλληνες να δώσουν στη μνήμη του Μ. Βασιλείου πρωτοχρονιάτικο χαρακτήρα.

Μέχρι το 1922 στα χωριά της Καππαδοκίας το βράδυ της παραμονής ξεκινούσε πομπή που κατευθυνόταν στα σπήλαια, μακριά από τον οικισμό, όπου έλεγαν ότι ο Άγιος Βασίλειος είχε περάσει κάποτε από εκεί. Όσοι συμμετείχαν, κρατούσαν αναμμένες δάδες. Επικεφαλής της πομπής πήγαιναν οι ιερείς. Ακολουθούσαν τα μουσικά όργανα, οι νέοι του χωριού κρατώντας τουφέκια και οι νοικοκυρές που κουβαλούσαν  δίσκους και ταψιά με διάφορα φαγητά. Όταν έφθαναν στη σπηλιά κρεμούσαν σε ένα δέντρο τα φαγητά, πιστεύοντας ότι θα τα ευλογήσει ο Άγιος. Στη συνέχεια οι Ιερείς τελούσαν ολιγόλεπτη δέηση. Επέστρεφαν στο χωριό αργά τα μεσάνυχτα.

Ο Αϊ Βασίλης των Ελλήνων απέχει πολύ από το χοντρούλη και εύθυμο Santa Claus της Βόρειας Ευρώπης. Η παράδοση και οι γραπτές μαρτυρίες τον παρουσιάζουν αδύνατο, μελαχρινό, με μαύρα γένια και γελαστό πάντα. Σύμφωνα με την παράδοση αμέσως μετά τα Χριστούγεννα ξεκινούσε πεζός μ’ ένα ραβδί στο χέρι, απ’ όπου με θαυμαστό τρόπο βλάσταιναν ή ζωντάνευαν κλαδιά και πέρδικες -σύμβολα δώρων- και περνούσε από διάφορους τόπους. Δεν έφερνε στους ανθρώπους δώρα. Τα δώρα του ήταν περισσότερο συμβολικά: η ιερατική ευλογία του και η καλή τύχη.

Κατά τους χριστιανικούς χρόνους, οι εορταζόμενοι Άγιοι έγιναν προστάτες των αγρών, όπως οι Άγιοι Γεώργιος και Τρύφων, ή της κτηνοτροφίας (Άγιος Μόδεστος), και στη μνήμη τους γίνονται εκδηλώσεις – λιτανείες, αγώνες ιππασίας κ.α. Το ίδιο συμβαίνει και με την περίπτωση του Αγίου Βασιλείου που ως ζευγολάτης ή σπορέας πίστευαν ότι τριγυρίζει στους ελληνικούς αγρούς και συμμετέχει στο μόχθο των αγροτών.

Ο Μ. Βασίλειος είναι δημοφιλής στην ελληνική ύπαιθρο, γιατί όχι μόνο διότι συμμερίζεται το μόχθο και την ταλαιπωρία του αγρότη, αλλά και γιατί είναι πάντοτε κοντά του, τον διδάσκει και τον αγαπά. Οι αγρότες του ζητούν να ακουμπήσει το ραβδί του, όπως οι παλαιοί Ραψωδοί, και να τους πεί λόγους παραμυθίας. Χαρακτηριστική είναι και η χαλκογραφία που εικονίζει τον Άγιο ως «Οδοιπόρο» που περιφέρεται από χωριό σε χωριό, στηρίζεται στη ράβδο του φιλοσόφου και κρατάει τα παραδοσιακά εργαλεία της γραφής, δηλαδή «κάλαμο», «καλαμάριον – μελανοδοχείο», «χαρτία».

Ο Μηνάς Αλεξιάδης, καθηγητής λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, υποστηρίζει ότι ο Άγιος Βασίλειος είναι «κάτι ανάμεσα στον Μέγα Βασίλειο της Καισαρείας (έναν από τους Τρείς Ιεράρχες) και σε ένα πρόσωπο – σύμβολο του Ελληνισμού, που έφευγε από τα βάθη της Ασίας και έφτανε μέχρι την Πελοπόννησο και τη Μακεδονία, και από εκεί μέχρι την Κύπρο. Ο δικός μας Άγιος Βασίλης είναι πεζοπόρος, κρατά στα χέρια του ένα ραβδί, συζητά με όλους τους ανθρώπους στο δρόμο και εύχεται καλοτυχία και καλή χρονιά στον κόσμο. Δεν έχει σάκο, ούτε κοφίνι. Δε φέρνει δώρα, αλλά την καλοχρονιά. Η 1η Ιανουαρίου ήταν η ημέρα θανάτου του Μ. Βασιλείου και έτσι η ελληνική παράδοση θεώρησε ότι ο Άγιος Βασίλειος είναι εκείνος που φέρνει καλοτυχία και ευλογεί τη χρονιά».

Σύμφωνα με τον Δημήτριο Λουκάκο, καθηγητή της λαογραφίας, ο Άγιος Βασίλειος «ήταν ένας πρωτοχρονιάτικος Άγιος που ξεκινούσε από τα βάθη της Μικράς Ασίας και έφθανε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του Ελληνισμού. Δεν κρατούσε στην πλάτη του σακί με δώρα αλλά έφερνε στους ανθρώπους την καλή τύχη και την ευλογία του. Στο χέρι του κρατούσε ραβδί από το οποίο βλάσταιναν κλαδιά και πετούσαν πέρδικες, σύμβολα των δώρων που θα μπορούσε να μοιράζει στους ευνοούμενούς του».

Στην Ορθόδοξη χριστιανική παράδοση γενικά, ο Άγιος Βασίλειος ήταν μικρασιάτης, μελαχρινός, αδύνατος, γελαστός, με μαύρα γένια και σμιχτά φρύδια. Ήταν ντυμένος σαν βυζαντινός πεζοπόρος και φορούσε σκουφί στο κεφάλι και πέδιλα στα πόδια του.

  1. Ο Άγιος Βασίλειος στην παράδοση της Δύσεως και των λαών της Ευρώπης

 

Οι ρίζες της εορτής της Πρωτοχρονιάς, με την οποία έχει συνδεθεί και η μορφή του Αγίου Βασιλείου, εντοπίζονται κατά την εορτή του χειμερινού ηλιοστασίου που εορταζόταν από την προϊστορική εποχή από όλους σχεδόν τους λαούς της βορειοδυτικής Ευρώπης. Την ημέρα εκείνη οι άρχοντες κάθε τόπου συνήθιζαν να γιορτάζουν μαζί με τους υπηκόους τους στους δρόμους, προσφέροντας δώρα στα μικρά παιδιά, φυτεύοντας και στολίζοντας αειθαλή δένδρα και φτιάχνοντας στεφάνια από τα κλωνάρια τους.

Στις παραδόσεις των λαών της Ευρώπης υπάρχει παντού κάποιο μυθικό πρόσωπο (νεράϊδα, ξωτικό ή θεός) που κάποια συγκεκριμένη ημέρα του χρόνου και για κάποιον συγκεκριμένο λόγο μοιράζει δώρα στα μικρά παιδιά.

Ρωμαίοι

Την 25η Δεκεμβρίου γιόρταζαν τα Μπρουμάλεια (η λέξη υποδηλώνει την μικρότερη ημέρα του χρόνου, dies brevissima > brevma > bruma), όπου τιμούσαν την «ημέρα του αήττητου Ήλιου» (dies natalis invicti solis).

Κέλτες

Στην παράδοσή τους υπάρχει ο καλοκάγαθος γίγαντας Γκαργκάν, ο οποίος κουβαλούσε πάντα ένα τεράστιο καλάθι γεμάτο δώρα.

Ιταλία

Στην παράδοση των Ιταλών υπάρχει η Λα Μπεφάνα, η οποία μοίραζε δώρα στα παιδιά και αποκάλυπτε στις νέες και τους νέους μυστικά για το μελλοντικό τους γάμο. Αυτό το έκανε σαν τιμωρία επειδή αμέλησε να ακολουθήσει τους τρείς μάγους κατά την επίσκεψη αυτών στο νεογέννητο Χριστό.

Ρωσία

Στην παράδοση της προεπαναστατικής Ρωσίας υπάρχει η γριά Μπαμπούσκα, η οποία καταδικάστηκε να τριγυρνάει την ημέρα των Θεοφανίων και να μοιράζει δώρα στα παιδιά, επειδή έδωσε λάθος κατευθύνσεις για το δρόμο προς τη Βηθλεέμ.

Ολλανδία – Βέλγιο – Γερμανία

Στις χώρες αυτές το πρόσωπο του φορέα των δώρων έχει ταυτιστεί με την ιστορία του Αγίου Νικολάου, αρχιεπισκόπου Μύρων, ο οποίος φημιζόταν για τη γενναιοδωρία του. Ο Άγιος Νικόλαος ενέπνευσε την μυθική μορφή του Sinter Klaas, που τιμάται σε Βέλγιο, Ολλανδία και Γερμανία.

Κατά τον 12ο αιώνα Γαλλίδες καλόγριες μοίραζαν δώρα στη μνήμη του Αγίου Νικολάου στις 6 Δεκεμβρίου. Αυτή θεωρείται και η απαρχή του εθίμου στη δυτική κουλτούρα. Την ίδια εποχή γίνεται και η σύνδεση του Αγίου Νικολάου με την πληθωρική σκανδιναβική θεότητα Οντίν, ο οποίος διέθετε πλούσια γενειάδα και πετούσε καβάλα σε οκτάποδο άλογο.

 

  1. Ο Άγιος Νικόλαος στην ορθόδοξη παράδοση. Ο Saint Nicholas στην Ευρώπη.

 

Στην Ευρώπη, το πρόσωπο του φορέα δώρων έχει ταυτιστεί με την ιστορία του Αγίου Νικολάου, αρχιεπίσκοπου Μύρων, που φημιζόταν για τη γενναιοδωρία και τις καλές πράξεις του.

Σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση, ο Άγιος Νικόλαος γεννήθηκε το 280 μ.Χ. στα Πάταρα, μια παραθαλάσσια πόλη της Λυκίας, στη σημερινή Τουρκία, από ευσεβείς και πολύ πλούσιους γονείς. Ο Νικόλαος, όμως, τους έχασε σε ηλικία δεκατριών ετών εξαιτίας ενός λοιμού και έγινε κληρονόμος μιας μεγάλης περιουσίας, την οποία διέθεσε για να ανακουφίζει τους φτωχούς και όλους όσοι είχαν ανάγκη. Ο θείος του, που ήταν ιερέας, τον έβαλε σε μοναστήρι ώστε να γίνει και ο ίδιος ιερέας. Σε ένα ταξίδι του στα Ιεροσόλυμα, χειροτονήθηκε ιερέας και σε σύντομο χρονικό διάστημα έγινε επίσκοπος Μύρων (σημ. το Ντεμρέ της νότιας Τουρκίας), παρόλο που ήταν πολύ νέος. Ήταν γνωστός ως «το αγόρι επίσκοπος».

Την εποχή εκείνη, ο ρωμαίος αυτοκράτορας Διοκλητιανός εξέδωσε διάταγμα, που όριζε ότι όλοι οι υπήκοοι θα πρέπει να προσκυνούν τον αυτοκράτορα σαν θεό. Η άρνηση του Νικολάου, όπως και χιλιάδων άλλων χριστιανών να υπακούσουν στο διάταγμα, τους οδήγησε στη φυλακή. Ύστερα από δέκα χρόνια ο Νικόλαος και οι υπόλοιποι φυλακισμένοι ελευθερώθηκαν χάρη στον Μέγα Κωνσταντίνο, διάδοχο του Διοκλητιανού.

 

Άγιος Νικόλαος Αρχιεπίσκοπος Μύρων της Λυκίας – Β΄ μισό 17ου αιώνα. Αποκαλύφθηκε κάτω από νεώτερο στρώμα με παράσταση του αγίου Σπυρίδωνα. Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο.

 

Το 313 μ.Χ. ο Νικόλαος έγινε και πάλι επίσκοπος Μύρων και απέκτησε ιδιαίτερα καλή φήμη. Έφυγε από τη ζωή σε βαθύ γήρας το 330 ή 333/4 μ.Χ. Σύμφωνα με την Καθολική εκκλησία πέθανε στις 6 Δεκεμβρίου του 342 μ.Χ. Την 6η Δεκεμβρίου τιμάται η μνήμη του και από τις δύο εκκλησίες, Ανατολική Ορθόδοξη και Δυτική.

Πώς, όμως, ο επίσκοπος Μύρων έγινε ο Άγιος του Μπάρι; Πώς έγινε και ο θρύλος του προστάτη των ναυτικών εξελίχθηκε σ’ αυτόν που προσφέρει δώρα στα παιδιά; Πώς εμφανίστηκε στη δυτική Ευρώπη το έθιμο της ανταλλαγής και της προσφοράς δώρων στα παιδιά την ημέρα της μνήμης του Αγίου στις 6 Δεκεμβρίου;

Με το πέρασμα των χρόνων η φήμη του ως θαυματουργού αγίου εξαπλώθηκε στη δύση, ιδιαίτερα μεταξύ των ναυτικών. Το 1087 τρία ιταλικά εμπορικά πλοία από το Μπάρι, επέστρεφαν στην Ιταλία από την Αντιόχεια. Έκαναν στάση στη Μύρα, προσκύνησαν τον τάφο του Αγίου προστάτη των θαλασσινών, καθώς και το μέρος που έβγαινε το «Άγιο μύρο». Παρά τις αντιρρήσεις των ντόπιων χριστιανών, έσπασαν τη σαρκοφάγο του Αγίου και πήραν τα λείψανα με το πρόσχημα, ότι θα τα διαφυλάξουν από τους Σελτζούκους που διαφέντευαν την περιοχή.

Η πραγματική αιτία όμως έγκειται στο γεγονός ότι ο τάφος του Αγίου υπήρξε ανέκαθεν τόπος προσκυνήματος και η πόλη που τον φιλοξενούσε απολάμβανε πολλά οικονομικά οφέλη από τους προσκυνητές, που έρχονταν από διάφορα μέρη. Έτσι, με την πρώτη ευκαιρία οι Ιταλοί θέλησαν να κερδίσουν αυτά τα οφέλη.

Οι Ιταλοί ναυτικοί έφτασαν στο Μπάρι έχοντας φτιάξει μια ειδική θήκη για τα λείψανα του Αγίου. Η υποδοχή του λαού υπήρξε θερμή και έγινε μεγάλος εορτασμός, ενώ διαδόθηκαν φήμες ότι εκείνη την ημέρα θεραπεύτηκαν σαράντα επτά άνθρωποι και πολλοί άλλοι τις επόμενες ημέρες. Οι κάτοικοι του Μπάρι έχτισαν προς τιμήν του αγίου ένα μεγαλόπρεπο ναό, για να στεγάσουν το λείψανό του, ο οποίος κηρύχθηκε ιερός τόπος προσκυνήματος από τον πάπα Ουρβανό Β’. Πολύ σύντομα ο ναός έγινε ένα από τα σπουδαιότερα χριστιανικά κέντρα στη διάρκεια του μεσαίωνα. Ακόμα και σήμερα την ημέρα της εορτής του γίνεται μεγάλο θρησκευτικό πανηγύρι στο Μπάρι.

Μαζί όμως με τα λείψανα του Αγίου ήρθαν στη Δύση και οι θρύλοι που τον συνόδευαν. Ο θρύλος του Αγίου Νικολάου απέκτησε ιδιαίτερη φήμη και άρχισε να απεικονίζεται με λευκή γενειάδα, να πετάει στον ουρανό πάνω σε ένα λευκό άλογο.

Σύμφωνα με ένα γνωστό μύθο, ένας έμπορος στα Πάταρα έχασε την περιουσία του και δεν μπορούσε να ζήσει την οικογένειά του. Οι τρεις κόρες του, για να βγάλουν την οικογένεια από τη δύσκολη θέση, αποφάσισαν να ρίξουν κλήρο και όποια έβγαινε, θα γινόταν πόρνη για να μαζέψει χρήματα για την προίκα των άλλων δυο αδελφών της. Ο κλήρος έπεσε στη μεγαλύτερη.

Ο Άγιος Νικόλαος έμαθε την τραγική κατάσταση της οικογένειας και θέλησε να βοηθήσει. Έτσι, κατά τη διάρκεια της νύχτας για να μη γίνει αντιληπτός, έριξε χρυσό από την καμινάδα και αυτός προσγειώθηκε μέσα σε μια κάλτσα, που οι κόρες είχαν κρεμάσει στο τζάκι για να στεγνώσει. Έτσι, προέκυψε το έθιμο να μπαίνουν τα δώρα σε κάλτσες κρεμασμένες στο τζάκι. Επίσης, επειδή ο Άγιος Νικόλαος δώριζε στους ανθρώπους ό,τι είχαν ανάγκη, προέκυψε το έθιμο της ανταλλαγής δώρων την παραμονή της ημέρας του θανάτου του. Τα έθιμα αυτά γνώρισαν μεγάλη αποδοχή στη μεσαιωνική Ευρώπη, ιδιαίτερα στην Ιταλία, τη Γαλλία και την Ισπανία, όπου τα δώρα ήταν συνήθως χειμωνιάτικα φρούτα, καρύδια και γλυκά.

Στην ορθόδοξη παράδοση έγινε ο προστάτης των παιδιών και των ναυτικών. Επιπλέον, είναι ο προστάτης της Μόσχας και της γεωργίας στη Ρωσία, και του ναυτικού στην Ολλανδία. Στην Ολλανδία, τα χρόνια εκείνη ο Προτεσταντισμός απαγόρευε την αναγνώριση αγίων. Όμως ο Άγιος Νικόλαος επέζησε με το όνομα Sinter Klaas, ο οποίος την 6η Δεκεμβρίου παριστάνεται με ιερατική στολή και επισκοπική ράβδο να μοιράζει δώρα στα παιδιά.

Χρειάστηκε να περάσουν αιώνες για να μεταμορφωθεί η εικόνα του καλού επισκόπου σε αυτήν του Άη Βασίλη με τα κόκκινα. Με τα χρόνια ο Saint Nicholas μετατράπηκε σε Santa Claus και το έθιμο της ανταλλαγής δώρων συνδέθηκε σιγά, σιγά με τα Χριστούγεννα. Να σημειωθεί ότι κατά τον 19ο αιώνα ο Άγιος Νικόλαος θεωρήθηκε σε ολόκληρη περίπου την Ευρώπη το christkindlein δηλαδή ως το παιδί του Χριστού.

 

The Feast of Saint Nicholas

 

  1. Από τον Saint Nicholas στον Sinter Klaas

 

Κάρτα Αγίου Νικολάου. Αρχείο της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου στο North Walsham, Αγγλία.

Στα χρόνια της μεταρρύθμισης του προτεσταντισμού, η Καθολική εκκλησία βρισκόταν σε παρακμή. Ο Μαρτίνος Λούθηρος δε δεχόταν τη λατρεία των αγίων και θεωρούσε, ότι η γιορτή του Αγίου Νικολάου ήταν «παιδική και ψεύτικη», με αποτέλεσμα η φήμη του Αγίου να περιοριστεί σχεδόν σε όλη την Ευρώπη. Στις Κάτω Χώρες όμως και ιδίως στο Βέλγιο και στην Ολλανδία, ο Sinter Klaas (Saint Nicholas) εξακολουθούσε να λατρεύεται από τους προτεστάντες ως προστάτης των ναυτικών, των εμπόρων και των παιδιών.

Οι Ολλανδοί, που ήταν ναυτικός λαός, μετέφεραν τη φήμη του Αγίου Νικολάου από την Ιταλία και την Ισπανία στο Άμστερνταμ. Επηρεασμένοι από τη συμμαχία τους με τους Ισπανούς και συμμετέχοντας στις πανηγυρικές τους εκδηλώσεις για τη γιορτή του Αγίου Νικολάου, σύντομα τον συγχώνευσαν με ένα δικό τους παγανιστικό, πληθωρικό τοπικό ήρωα του χειμώνα, τον Wooden, που ήταν γερμανικής και σκανδιναβικής προέλευσης. Η θεότητα αυτή διέθετε πλούσια γενειάδα και πετούσε καβάλα σε οκτάποδο άλογο.

Η νέα μορφή του Αγίου Νικολάου για τους Ολλανδούς δεν είχε πια αυστηρή μαύρη γενειάδα, αλλά ολόλευκη και πολύ μεγάλη. Δεν έμοιαζε με τον αδύνατο, αυστηρό Επίσκοπο των Καθολικών. Αντίθετα, ερχόταν με πλοίο από την Ισπανία, είχε μαζί του ένα μαυριτανό βοηθό τον Zwart Piet (Μαύρο Πητ) και γύριζε τη χώρα καβάλα στο άσπρο άλογό του. Η φιγούρα του Sinter Klaas μπορεί ακόμη να γυρίζει στους δρόμους και τα κανάλια του Άμστερνταμ, όμως το ταξίδι του συνεχίστηκε στην Αμερική.

  1. Από τον Ολλανδό Sinter Klaas στον Αμερικανό Santa Claus

 

Το όνομα «Santa Claus» αποτελεί μια παράφραση του Ολλανδικού ονόματος «Sinter Klaas». Προέκυψε από το όνομα Claus (Klaas και Claus από το Nicholas ή Nicholaus).

Το έτος 1626 Ολλανδοί Καλβινιστές μεταναστεύοντας στην Αμερική, πήραν μαζί τους για φυλακτό και την εικόνα του Αγίου Νικολάου (Sinter Klaas). Το Νέο Άμστερνταμ, που αργότερα ονομάστηκε Νέα Υόρκη, ήταν ο επόμενος σταθμός του Αϊ Βασίλη. Στην Αμερική, ο Άγιος Βασίλειος αλλάζει μορφή και αποκτά αμερικάνικα χαρακτηριστικά.

Στην Αμερική για πολλά χρόνια, εξαιτίας της επικράτησης των αγγλικής καταγωγής μεταναστών, ο Sinter Klaas παρέμεινε στα αζήτητα, ώσπου το έτος 1773 επανεμφανίζεται. Το Δεκέμβριο του 1773 και του 1774, εφημερίδα της Νέας Υόρκης αναφέρει, ότι ομάδες ολλανδικών οικογενειών συγκεντρώθηκαν για να τιμήσουν την επέτειο του θανάτου του Αγίου Νικολάου.

 

Sinter Klaas ((Άγιος Νικόλαος)

 

Το 1804 ο John Pintard, μέλος της Ιστορικής Κοινότητας της Νέας Υόρκης (New York Historical Society), στην ετήσια συγκέντρωση του συλλόγου στην πόλη της Νέας Υόρκης, μοίρασε ξυλογραφίες με τη μορφή του Αγίου Νικολάου. Το φόντο της εικόνας περιλάμβανε οικείες εικόνες του Αγίου με έντονες τις αρχικές ορθόδοξες ρίζες της, αλλά και με ένα τζάκι δίπλα του που είχε κρεμασμένες πάνω του κάλτσες γεμάτες δώρα, παιχνίδια και φρούτα. Η εικόνα αυτή υπονοούσε την επίσκεψη του Αγίου στα σπίτια. Επί της εικόνας αναγραφόταν ρητά η εορτή στις 6 Δεκεμβρίου και το πραγματικό ελληνικό όνομα του Αγίου Νικολάου.

Thomas Nast (1840-1902)

Αυτός όμως που ανασκεύασε το θρύλο, φαίνεται ότι είναι ο Αμερικανός λαϊκός συγγραφέας Washington Irving. Το 1809, γράφοντας την ιστορία της Νέας Υόρκης για λογαριασμό του Ιστορικού Συλλόγου της Νέας Υόρκης, ανέφερε τον Άγιο Νικόλαο σαν τον προστάτη άγιο της Νέας Υόρκης. Εκεί ο Άγιος Νικόλαος εμφανίζεται ως πολεμικός προστάτης των Αμερικανών επαναστατών, σαν ένα αντίβαρο του Αγίου Γεωργίου, που ήταν ο προστάτης του αγγλικού στρατού. Ο Washington Irving δανείστηκε στοιχεία από την ολλανδική εκδοχή του Αγίου Νικολάου και τον περιέγραψε να έρχεται πάνω στο άλογό του την παραμονή της εορτής του και να μοιράζει δώρα.

Το έτος 1812 ο συγγραφέας Washington Irving αναθεώρησε το βιβλίο του και ο Άγιος Νικόλαος εμφανιζόταν μέσα σε ένα βαγόνι, το οποίο μπορούσε και πετούσε πάνω από τα δέντρα.

Το Δεκέμβριο του έτους 1823, ο προτεστάντης αστός καθηγητής Κλέμεντ Κλάρκ Μούρ έγραψε για τις τρείς κόρες του ένα χριστουγεννιάτικο παιδικό ποίημα με τίτλο «Η νύχτα του Άγιου Νικόλα» ή όπως έμεινε γνωστή «The Night before Christmas» (Η νύχτα πριν από τα Χριστούγεννα) και το δημοσίευσε σε μια εφημερίδα της Νέας Υόρκης. Στο ποίημα αυτό περιέγραφε τον Άγιο Νικόλαο σαν καλικάντζαρο που έμπαινε στα σπίτια από την καμινάδα και ταξίδευε με ένα ιπτάμενο έλκηθρο που το έσερναν οκτώ τάρανδοι: Ντάσερ, Ντάνσερ, Μπράνσερ, Βίξεν, Κόμετ, Κιούμπιντ, Ντόντερ και Μπλίτσεν. Έχοντας με αυτό τον τρόπο δανειστεί στοιχεία από τη φιγούρα του Irving, αλλά και από γερμανικούς και σκανδιναβικούς μύθου, η αμερικανική εκδοχή του Santa Claus και της δράσης του στη σημερινή παγκόσμια αποδοχή ήταν πια γεγονός.

Η ιστορία αυτή εικονογραφήθηκε το 1863 κατά τη διάρκεια του αμερικανικού Εμφυλίου από τον χιουμοριστικό πολιτικό καρτουνίστα Τόμας Νάστ, γερμανικής καταγωγής, ο οποίος εργαζόταν στο Harper’s Weekly, το μεγαλύτερο εικονογραφημένο περιοδικό της εποχής και του είχε ανατεθεί να απεικονίζει με αλληγορικές εικόνες τα δρώμενα του πολέμου. Μία από αυτές ήταν «Ο Άγιος Βασίλης στο στρατόπεδο», όπου παρουσιάστηκε για πρώτη φορά ο Άγιος με τα χαρακτηριστικά ενός ευτραφούς, ροδαλού άνδρα, στολισμένου από άστρα, ο οποίος μοίραζε δώρα σε ένα στρατόπεδο των Βορείων.

 

«Ο Άγιος Βασίλης στο στρατόπεδο», σχέδιο του Τόμας Νάστ για το εικονογραφημένο περιοδικό Harper’s Weekly, 1863.

 

Ο σκιτσογράφος Τόμας Νάστ δανείστηκε για τη δημιουργία του στοιχεία από γερμανική λαϊκή παράδοση των Χριστουγέννων, αλλά και την παραδοσιακή μορφή του πλανόδιου Γερμανού εμπόρου. Βασισμένος στην επιτυχία που γνώρισε το έργο του ο Ναστ συνέχισε να παράγει σχέδια του Άγιου Βασίλη κάθε Χριστούγεννα κατά την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου. Και η σύλληψή του έγινε αποδεκτή, γιατί έδωσε στην παραδοσιακή ασκητική, αυστηρή και αποστεωμένη εικόνα του Father Christmas μια άλλη διάσταση, που αντικατόπτριζε την αφθονία και την ευμάρεια της Αμερικανικής κοινωνίας εκείνης της εποχής.

 

Santa Claus. Σχέδιο του Τόμας Νάστ.

 

Santa Claus. Thomas Nast (1840-1902)

 

Μετά το τέλος του Αμερικανικού Εμφύλιου, κυκλοφόρησε η πιο γνωστή απεικόνιση του Αγίου, όπου παρουσιάζεται να διακοσμεί ένα έλατο, να φτιάχνει παιχνίδια, να διαβάζει παραμύθια στα παιδιά και να εξερευνά τον κόσμο με το τηλεσκόπιό του προς αναζήτηση σοφών παιδιών. Στη δημοφιλία του Άη Βασίλη συμμετοχή είχε και το παιδικό βιβλίο «The Life and Adventures of Santa Claus» που εκδόθηκε και κυκλοφόρησε το έτος 1902.

Ο Αμερικανός Άγιος Βασίλης δείχνει το όνειρο της τότε αμερικανικής κοινωνίας, η οποία στηριζόταν στην ευημερία, την καλοπέραση, την ευδαιμονία, την αγαθοσύνη και την μακροημέρευση του ανθρώπου. Απέρριπτε την ηθική που δίδασκε ο Χριστιανισμός. Δεν καταδίκαζε τους πλούσιους, ούτε απαιτούσε από αυτούς να δίνουν και στους φτωχούς, αντίθετα μοίραζε δώρα και στα πλούσια και στα φτωχά παιδιά χωρίς να ξεχωρίζει.

  1. Ο Santa Claus της Coca-Cola

 

Μέχρι τη δεκαετία του 1930 η στολή του Αϊ Βασίλη είχε τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Τι έγινε, όμως, και άλλαξε μορφή; Ποιος τον έκανε έτσι, όπως ακριβώς τον γνωρίζουμε σήμερα;

 

H πρώτη εταιρία που χρησιμοποίησε τον Άγιο Βασίλη  ήταν η εταιρία αναψυκτικών «white Rock Beverages» το έτος 1915 για να πουλήσει μεταλλικό νερό.  Η ίδια εταιρία τον ξαναχρησιμοποίησε το 1923 για να πουλήσει το αναψυκτικό τζίντζερ – έιλ. Αν και ο σκιτσογράφος Τόμας Νάστ φαντάστηκε πρώτος την εικόνα του Άϊ Βασίλη, η εταιρία Coca-Cola όμως αποτέλεσε την αφορμή για να γίνει η μορφή του τόσο δημοφιλής. Η  Coca-Cola δημιουργήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Όταν πρωτοδημιουργήθηκε, σκοπός της εταιρίας για το προϊόν ήταν να λανσαριστεί ως ένα προϊόν με θεραπευτικές ιδιότητες.

Haddon Sundblom (1899 -1976)

 

Κατά τη δεκαετία του 1930, οι πωλήσεις του προϊόντος είχαν πέσει αισθητά. Η εταιρία τότε αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τον Santa Claus στη χειμωνιάτικη διαφημιστική της εκστρατεία και ανέθεσε σε έναν άλλο Αμερικανό καλλιτέχνη, τον Haddon Sundblom (Χέιντον Σάντμπλομ), να τον σχεδιάσει. Εκείνος διάλεξε για τον Άγιο τα χρώματα του δημοφιλούς αναψυκτικού, για να σηματοδοτεί στους καταναλωτές το συσχετισμό του κόκκινου της Coca Cola και του Άη Βασίλη. Να σημειωθεί ότι μέχρι τότε ο Άγιος Βασίλης απεικονιζόταν με πράσινα ρούχα.

 H νέα εικόνα περιλάμβανε έναν λευκό άνδρα που φορούσε μαύρες μπότες, μακρύ κόκκινο σκουφί, κόκκινη στολή, είχε λευκή γενειάδα, άσπρη γούνα,  έλκηθρο και οκτώ τάρανδους, και έφερνε χαρά στην οικογένεια απλά με ένα μπουκάλι coca cola. Η Coca Cola  χρησιμοποίησε την εικόνα αυτή για να αυξήσει την κατανάλωσή της κατά την χειμερινή περίοδο μέσω των γνωστών της διαφημίσεων. Στη συνέχεια οι εφημερίδες αναπαρήγαγαν τον μύθο. Αυτή η εικόνα παραμένει μέχρι σήμερα.

  1. Σ υ μ π έ ρ α σ μ α

 

Είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι ο Άγιος Βασίλειος παραμένει μέχρι σήμερα ο αγαπημένος άγιος των παιδιών. Το διαχρονικό ερώτημα που υπάρχει και σχετίζεται με την ύπαρξή του, αφορά κυρίως τη σχέση του κοκκινοφορεμένου με την άσπρη γενειάδα παππού με την ελληνική χριστιανική παράδοση και λιγότερο με την προσφορά των δώρων.

Η σημερινή μορφή του Άϊ – Βασίλη αποτελεί μια διεθνή λαογραφική μορφή, η οποία διανέμει δώρα σε παιδιά και ενήλικους που υπήρξαν «καλοί» κατά τη διάρκεια του έτους. Δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ένα συνονθύλευμα διαφορετικών μύθων από διαφορετικές εποχές και περιοχές του κόσμου, το οποίο εξελίχθηκε μέσα στο χρόνο σύμφωνα με τις ανάγκες της κάθε εποχής. Σε κάθε περίπτωση ο σημερινός Άη Βασίλης είναι δημιούργημα του Αγγλοσαξονικού κόσμου και απηχεί την νοοτροπία του.

Ειδικότερα, για τους Αμερικάνους είναι ο Σάντα Κλάους (Άγιος Νικόλαος), για τους Αγγλοσάξωνες είναι ο father christmas, για τους Γάλλους είναι ο Πέρ Νοέλ, για τους Ολλανδούς είναι ο Σίντερ Κλάας, για τους Γερμανούς είναι ο Βάϊναχτσμαν, για τους Ιταλούς είναι ο Babbo Natale, για τους Κινέζους είναι ο Λάμ-Κουνγκ-Κουνγκ (ο καλός γερο-πατέρας) και για τους Ιάπωνες είναι ο Χοτέισο.

Για εμάς τους ελληνορθόδοξους ο Άγιος Βασίλειος, όπως παρουσιάζεται σήμερα, δεν υπήρξε ποτέ, αφού αποτελεί εφεύρεση της Coca Cola. Για εμάς τους Ορθόδοξους, ο Άγιος Βασίλειος είναι ο Μέγας Βασίλειος που έζησε στη Καππαδοκία και αφιέρωσε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του στη βοήθεια προς τον συνάνθρωπο.

Αποτελεί ουσιαστικά το σύμβολο της λιτότητας και της ασκητικής ζωής της Ορθοδοξίας. Είναι ένας ασκητής που ακολουθούσε τα χριστιανικά πρότυπα και ιδεώδη. Στα Κάλαντα της Πρωτοχρονιάς «βαστάει κόλλα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι», για να προσφέρει ως δώρο τη σταθερή και διαχρονική χαρά της γνώσης στο σπιτονοικοκύρη.

Στην παγκόσμια ιστορία θεωρείται ως ο εμπνευστής, αλλά και ο πρώτος δημιουργός της οργανωμένης φιλανθρωπίας.

 

Υποσημειώσεις


[1] Έμεινε στους αιώνες ως υπόδειγμα αρετής.

[2] Την εποχή εκείνη η Αθήνα υπήρξε η Μητρόπολη των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών.

 

Β ι β λ ι ο γ ρ α φ ί α  –  Π η γ έ ς


 

  • Γεωργίου Μέγα, Ελληνικαί εορταί και έθιμα της λαϊκής λατρείας, Αθήναι, 1957
  • Διαδικτυακός ιστότοπος  http://www.24grammata.com
  • Διαδικτυακός ιστότοπος  http://www.feleki.wordpress.com
  • Διαδικτυακός ιστότοπος  http://www.livannis.gr
  • Διαδικτυακός ιστότοπος  http://www.makeleio.gr
  • Διαδικτυακός ιστότοπος http://www.vita.gr
  • Διαδικτυακός ιστότοπος http://www.sigmalive.com
  • Διαδικτυακός ιστότοπος http://www.livanis.gr
  • Διαδικτυακός ιστότοπος el.wikipedia.org, λήμμα «Βασίλειος ο Μέγας»
  • Διαδικτυακός ιστότοπος LiveScience.com, άρθρο με τίτλο «The Delicate Matter of the Truth About Santa» (μτρφ. το λεπτό ζήτημα της Αλήθειας σχετικά με τον Άγιο Βασίλη)
  • Διαδικτυακός ιστότοπος  http://www.nomika–epilekta.gr
  • Διαδικτυακός ιστότοπος   users.sch.gr, άρθρο του Γιώργου Ιωαννίδη
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica, λήμμα «Βασίλειος ο Μέγας», τόμος 13, σελ. 350 – 352.
  • Ευάγγελος Πονηρός, Ελληνισμός και χριστιανισμός από την Καινή Διαθήκη έως και τον Μέγα Βασίλειο, Γεωργιάδης – Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Αθήνα, εκδ. 2010.
  • Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου, λήμμα «Βασίλειος ο Μέγας», τόμος 4  σελ. 209 – 210, εκδ. 1947.
  • Περιοδικό Ζενίθ  (zenithmag.wordpress.com)

 

Σχοινοχωρίτης Κωνσταντίνος

Ιστορικός, Αρχειονόμος – Βιλιοθηκονόμος, Υποψήφιος Διδάκτωρ.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Το περιβάλλον της δράσης του Ιησού – (Η Ιουδαία και η Γαλιλαία τον 1ο αιώνα μ.Χ.) – Δρ. Νίκος Παύλου, Θεολόγος – Ιστορικός


 

Η Παλαιστίνη του πρώτου μισού του 1ου αι. μ.Χ. είναι η περιοχή που άκουσε τη διδασκαλία του Ιησού Χριστού. Αφορμές για το κήρυγμά Του ήταν οι οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και θρησκευτικές συνθήκες που χαρακτήριζαν αυτή τη γωνία του μεσογειακού κόσμου. Η γνωριμία με την ιστορία της βοηθάει σημαντικά στην προσέγγιση της προσωπικότητας του Χριστού. Κυρίως οι ιδιαιτερότητες που παρουσίαζε η Γαλιλαία και η Ιουδαία – οι κατεξοχήν τόποι της δράσης του Ιησού – τον 1ο αιώνα, παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον γιατί η «συνάντηση» με αυτές βοηθάει στην πληρέστερη «ανακάλυψη» του Υιού του Ανθρώπου.

  1. Αρχέλαος και ρωμαίοι επίτροποι

Ιώσηπος Φλάβιος ή Γιοσέφ μπεν Μαθιά, Εβραίος λόγιος, ιστορικός και αγιολόγος.

Είναι γνωστό πως κυριότερη πηγή της ιστορίας της Ιουδαίας τον 1ο αι. π. Χ. – όπως άλλωστε και της υπόλοιπης Παλαιστίνης – είναι ο Φλάβιος Ιώσηπος. Ο στρατηγός με την αμφιλεγόμενη δράση δίνει στα έργα του αρκετές πληροφορίες για την περιοχή, με μία δόση υπερβολής είναι αλήθεια, και βοηθάει έτσι στην καλύτερη κατανόηση του πλαισίου της δράσης του Χριστού στην Ιουδαία. Κυρίως δύο έργα του ο «Ιουδαϊκός πόλεμος» και η «Ιουδαϊκή αρχαιολογία» είναι πολύτιμες πηγές για την ιστορία της και δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο η ρωμαϊκή διοίκηση ασκούσε την εξουσία της στις επαρχίες της αυτοκρατορίας, είτε μέσω των γηγενών φίλων της είτε μέσω των επιτρόπων που η ίδια έστελνε.

Όπως η υπόλοιπη Παλαιστίνη έτσι και η Ιουδαία, στις αρχές του 1ου αι. π.Χ. ανήκε στο πελατειακό σύστημα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Είναι μέρος της επικράτειας των «ανεξάρτητων» Ηρωδών, οι οποίοι φυσικά όχι μόνο δεν διανοούνταν να έχουν δική τους πολιτική αλλά έπρεπε να έχουν τη συγκατάθεση της Ρώμης για τις πράξεις τους και να είναι αρεστοί στον αυτοκράτορα ώστε να διατηρούν την εξουσία στην περιοχή.

Πιο αναλυτικά το 63 π.Χ. οι Ρωμαίοι εισέρχονται στην Ιερουσαλήμ και ο στρατηγός Πομπήιος βεβηλώνει τα Άγια των Αγίων του Ναού. Το πρόσχημα αυτής της εισβολής ήταν το κάλεσμα που τους απηύθυνε ο διεκδικητής της εξουσίας στη περιοχή Υρκανός Β΄ για να τον βοηθήσουν στον αγώνα του εναντίον του άλλου διεκδικητή, του αδελφού του Αριστόβουλου Β΄. Αυτοί με τη δύναμη των όπλων τους, διορίζουν τον Υρκανό εθνάρχη και αρχιερέα, ενώ το ιουδαϊκό κρατίδιο που είχε ιδρυθεί από τους Ασμοναίους βασιλιάδες γίνεται ρωμαϊκή κτίση που υπάγεται στον έπαρχο της Συρίας. Ουσιαστικά όμως η ρωμαϊκή κυριαρχία αρχίζει μετά την οριστική ήττα του Αριστόβουλου και του γιου του Αντίγονου από τις ρωμαϊκές λεγεώνες.

Αυτή την ταραγμένη εποχή αναδύεται το άστρο του Ιδουμαίου Αντίπατρου ή Αντίπα. Γίνεται «επιμελητής» των Ιουδαίων και του Υρκανού, βοηθάει τον Καίσαρα και αυτός για ανταμοιβή του απονέμει τον τίτλο του ρωμαίου πολίτη και του εθνάρχη, ενώ ο γιος του Ηρώδης γίνεται στρατηγός της Γαλιλαίας. Αργότερα με τη βοήθεια των ρωμαίων ο Ηρώδης – πρόκειται για τον γνωστό, στην εποχή του οποίου γεννήθηκε ο Χριστός – γίνεται ο ισχυρός άντρας της περιοχής, ιδρύει την τοπική δυναστεία των Ηρωδών και ο αυτοκράτορας του απονέμει τον τίτλο Rex socius et amicus populi Romani. Φαίνεται να διατηρούσε καλές σχέσεις με το κέντρο της εξουσίας και έτσι του συγχωρούνταν οι παρεκτροπές και οι βιαιότητές που απηχούνται και στα ευαγγελικά κείμενα. Γνωστή ήταν η μεγαλομανία του και τα πολλά κτίσματα που δημιουργούσε με αποκορύφωμα το Ναό των Ιεροσολύμων, που ήταν το κέντρο του ιουδαϊσμού στα χρόνια του Ιησού, αν και μέχρι την καταστροφή του στην επανάσταση του 60 μ.Χ. παρέμεινε ημιτελής. Χαρακτηριστική ήταν και η προσπάθειά του να οικειοποιηθεί μεσσιανικούς τίτλους για τον εαυτό του και τους διαδόχους του. Μάλιστα υπήρχε και ολόκληρη παράταξη, οι Ηρωδιανοί, που προπαγάνδιζαν, σύμφωνα με μία άποψη, αυτή τη θέση. Τα ευαγγέλια τους παρουσιάζουν να έρχονται σε σύγκρουση με τον Ιησού και να επιθυμούν, σε συνεργασία με τους Φαρισαίους να επιδιώκουν την παράδοση Του στους ρωμαίους.

Ηρώδης Α΄, βασιλιάς της Ιουδαίας από το 37 π.Χ. μέχρι το έτος 4 π.Χ.

Μετά το θάνατό του Ηρώδη ανοίγεται η τελευταία διαθήκη που είχε συντάξει, σύμφωνα με την οποία φανερώνεται η επιθυμία του να πάρει τη μερίδα του λέοντος από την επικράτειά του ο γιος του Αρχέλαος ο οποίος έτσι «βασιλεύς…απεδείκνυτο» ( Ιουδ. Πόλ. Ι 668).

Γίνεται δεκτή η διαθήκη από το στρατό και ο ρωμαιοθρεμένος Αρχέλαος φροντίζει για τη μεγαλοπρεπή ταφή του πατέρα του. Για να μπορέσει όμως να ασκήσει την εξουσία και να μη μείνει η διαθήκη κενός λόγος θα έπρεπε αυτή να επικυρωθεί από τη Ρώμη, η οποία έτσι θα έδειχνε πως τον θεωρεί άνθρωπό της στην Παλαιστίνη που θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντά της.

Πάντως δεν αποδέχεται την εξουσία όταν στρατιώτες του προσφέρουν το στέμμα στην Ιεριχώ. Είναι φανερό πως θα ήταν κίνηση χωρίς αντίκρισμα αν δεν είχε τη συγκατάθεση της αυτοκρατορίας. Ταυτόχρονα παρουσιάζονται και άλλοι διεκδικητές του κράτους του Ηρώδη και μεταξύ αυτών ο αδελφός του Αρχέλαου Αντίπας, που αισθάνεται παραγκωνισμένος. Φεύγει λοιπόν ο νόμιμος κληρονόμος γρήγορα για τη Ρώμη, εκεί πέφτει στα γόνατα του Αυγούστου και έτσι χορηγείται σ’ αυτόν η πολυπόθητη συγκατάθεση για την άσκηση της εξουσίας, όχι όμως όπως αυτός περίμενε. Του δίνεται λοιπόν μόνο το μισό βασίλειο, ο τίτλος του εθνάρχη και η υπόσχεση πως θα ονομαστεί βασιλιάς, αν βέβαια ικανοποιούσε τους ρωμαίους πάτρωνές του. Το υπόλοιπο πελατειακό κρατίδιο παραχωρείται στον Φίλιππο και τον Ηρώδη Αντίπα. Συγκεκριμένα οι Ρωμαίοι δίνουν στον Αρχέλαο (4 π.Χ. – 6 μ.Χ), προσδοκώντας να γίνει ο άνθρωπός τους, την Ιδουμαία, την Ιουδαία και τη Σαμάρεια, ο Φίλιππος παραλαμβάνει τη Βαταναία, την Τραχωνίτιδα και την Πανειάδα και ο Αντίπας την Περαία και τη Γαλιλαία με τον τίτλο του τετράρχη.

Ηρώδης Αρχέλαος. εθνάρχης της Ιουδαίας της Σαμάρειας και της Ιδουμαίας (4 π.Χ.-6). Γιος του Ηρώδη του Μεγάλου.

Ο Αρχέλαος δε φαίνεται να διαφέρει στη βιαιότητα του χαρακτήρα από τον πατέρα του, πράγμα που απηχείται και στο Ματθ. 2,22.Ταυτόχρονα προκαλεί το θρησκευτικό αίσθημα του λαού νυμφευόμενος τη γυναίκα του αδελφού του, διώκοντας ταυτόχρονα τη νόμιμη σύζυγό του. Εναντίον του δυσφορούν όχι μόνο οι Ιουδαίοι αλλά και οι Σαμαρείτες και εξαιτίας της συμπεριφοράς του καταφεύγουν στον Οκταβιανό. Αυτός βλέποντας να διαψεύδονται οι προσδοκίες του, πως δηλ. ο Αρχέλαος ήταν κατάλληλος για άνθρωπός του στην Παλαιστίνη, τον εξορίζει στη «Βιέννα , πόλιν της Γαλλίας» (Ιουδ. Πόλ. ΙΙ 111), μετά από εννιά χρόνια παραμονής του στην εξουσία ενώ δημεύει και την περιουσία του.

Η αυτοκρατορία αντιλαμβάνεται πως δεν υπάρχει άλλος ικανός αντικαταστάτης του Αρχέλαου που θα μπορούσε να γίνει ο «πελάτης» της – ο όρος με τη σημασία που είχε την ρωμαϊκή εποχή- στην Ιουδαία. Αναλαμβάνει λοιπόν η ίδια χωρίς ντόπιους μεσολαβητές την διοίκηση. Άλλωστε αυτό φαίνεται να ήταν τώρα στα σχέδιά της: μετά την επιβολή της Pax Romana, της ήταν άχρηστοι ηγεμονίσκοι που τελικά μόνο ενοχλητικοί ήταν, εφόσον με τη συμπεριφορά τους δεν ήταν ανεκτοί από τον ντόπιο πληθυσμό και δημιουργούσαν προβλήματα στην κεντρική εξουσία.

Η Ιουδαία λοιπόν μεταβάλλεται σε επαρχία του ρωμαϊκού κράτους. Στο εξής θα κυβερνάται από ρωμαίους επιτρόπους που θα υπάγονται στον ανθύπατο της Συρίας.

Πρώτος ρωμαίος έπαρχος διορίζεται ο Coponius (6-9). Μαζί μ’ αυτόν έρχεται στην Ιουδαία ο γνωστός από το ευαγγέλιο του Λουκά Publius Sulpicius Quirinius, που έχει διοριστεί έπαρχος της Συρίας (ο πλήρης τίτλος που του απονέμεται είναι δικαιοδότης του έθνους, απεσταλμένος και τιμητής των ουσιών) με ειδική αποστολή: να εκτιμήσει, δηλ. να κάνει εκκαθάριση της περιουσίας του Αρχέλαου η οποία πλέον αποτελεί κτήμα του ρωμαϊκού κράτους και να απογράψει τον ιουδαϊκό λαό.

Δε φαίνεται να υπάρχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον των επιτρόπων για την Ιουδαία. Προτιμούν για διαμονή τους την παραλιακή Καισάρεια, όπου διαμένουν σε κτίσμα του Ηρώδη, ενώ την Ιερουσαλήμ την επισκέπτονται μόνο στη γιορτή του Πάσχα προσπαθώντας να επιβάλλουν την τάξη ανάμεσα στους χιλιάδες ιουδαίους που επισκέπτονταν την ιερή πόλη.

Όμως αυτό δεν πρέπει να ήταν και τόσο εύκολο μιας και οι άνδρες των ρωμαϊκών φρουρών ήταν ολιγάριθμοι στην περιοχή. Η φρουρά της πόλης διέμενε στο φρούριο Αντωνία, που ήταν δίπλα στο ναό. Οι στρατιώτες απέφευγαν την επαφή με τους ιουδαίους και περνούσαν τον καιρό τους στο στρατόπεδο γνωρίζοντας πόσο επικίνδυνη ήταν μία συνάντηση με άτομα που θα μπορούσαν να αποδειχτούν Ζηλωτές ή Σικάριοι.

Όμως και στην υπόλοιπη Ιουδαία δεν υπήρχαν πολλοί Ρωμαίοι ικανοί να αποτρέψουν από μόνοι τους εξέγερση του ντόπιου πληθυσμού. Σε τέτοια περίπτωση, όπως είναι γνωστό, κινούνταν εναντίον των επαναστατών τα στρατεύματα της Συρίας και επανέφεραν το προηγούμενο status quo.

Αυτή η λειψανδρία που διέκρινε τις ρωμαϊκές φρουρές της Ιουδαίας την εποχή του Ιησού δημιουργούσε μία ιδιότυπη αυτοδιοίκηση της που δεν επιτρέπει να γίνεται λόγος για καταπίεση, με την κυριολεκτική έννοια του όρου, από τα όργανα της αυτοκρατορίας. Περισσότερα προβλήματα φαίνεται πως δημιουργούσε στη θεοκρατική ιουδαϊκή κοινωνία το χάσμα – κατεξοχήν πνευματικό – που δημιουργούνταν μεταξύ των υποβαθμισμένων θρησκευτικά στρωμάτων (τελώνες, am- haarez [1]) και των αυτοδιορισμένων θεματοφυλάκων των ιερών του ιουδαϊσμού (Φαρισαίοι κ. α.) παρά μεταξύ Ιουδαίων και Ρωμαίων.

Σ΄αυτό το σημείο είναι απαραίτητη μία διευκρίνιση: Αν γίνουν δεκτά τα παραπάνω, τότε για ποιους λόγους σημειώνονται οι εξεγέρσεις εναντίον του κατακτητή; Η απάντηση, νομίζουμε, πρέπει να αναζητηθεί στην ιδεολογία των ανώτερων, κυρίως τάξεων του πληθυσμού που χαρακτηρίζονταν από την προσήλωσή της στην θεοκρατία. Οι παρατάξεις με εθνικοθρησκευτικό προσανατολισμό (Φαρισαίοι , κ. α.) θεωρούσαν βλασφημία την κατάληψη της ιερής γης από τους Ρωμαίους και την καταβολή φόρου σ’ αυτούς. Ήταν αδύνατο, αυτοί οι πιστοί του αληθινού Θεού να αποδέχονταν τους «θνητούς δεσπότας» (Ιουδ. Πόλ. ΙΙ, 118), όπως υπογραμμίζει ο Ιώσηπος. Έτσι βασική θέση τους είναι η εκδίωξή τους. Με άλλα λόγια στην προκειμένη περίπτωση ο φόρος αποτελούσε αιτία εξέγερσης, και μάλιστα από τις πλέον βασικές, και όχι μόνο αφορμή. Πάντως οι κινήσεις τους δε φαίνεται να είχαν την καθολική επιδοκιμασία του πληθυσμού. Είναι γνωστό πως οι Ζηλωτές – οι κατεξοχήν εξεγερμένοι εναντίον της αυτοκρατορίας – αποτελούσαν τη ριζοσπαστική πτέρυγα του Φαρισαϊσμού. Πως λοιπόν θα συμπαρατάσσονταν μαζί τους, για παράδειγμα, οι am- haarez , που είχαν γνωρίσει την περιφρόνηση τους και υφίσταντο την πνευματική τους τρομοκρατία;

Θα μπορούσε λοιπόν κάποιος να μιλήσει για την εξής μορφή διακυβέρνησης της Ιουδαίας τα χρόνια του Χριστού μετά την ανάληψη της εξουσίας απευθείας, χωρίς πλέον προσχήματα από τη Ρώμη: Ανώτατη αρχή ήταν οι ρωμαίοι επίτροποι, που πράγματι είχαν σημαντικές αρμοδιότητες, όπως για παράδειγμα το jus gladii, δηλ. το δικαίωμα της επιβολής της θανατικής ποινής. Δε φαίνεται όμως να το χρησιμοποιούσαν συχνά γιατί ενδιαφέρονταν ν’ αποφύγουν την ένταση με τον ντόπιο πληθυσμό. Και οι Ιουδαίοι μπορούσαν πάντα να στείλουν αντιπροσωπείες στη Ρώμη διαμαρτυρόμενοι για τυχόν αυθαιρεσίες τους, αν και ο έπαρχος φρόντιζε να έχει καλυμμένα τα νώτα του κρατώντας ομήρους.

Δεν θα ήταν όμως υπερβολή αν τονίζονταν πως με την ανοχή της αυτοκρατορίας η περιοχή είχε μία ιδιότυπη μορφή – ας ονομαστεί έτσι – τοπικής αυτοδιοίκησης. Συγκεκριμένα όπως πληροφορεί ο Ιώσηπος στο τρίτο βιβλίο του Ιουδαϊκού πολέμου (στ 54- 58) η Ιουδαία ήταν χωρισμένη σε έντεκα κληρουχίες ή τοπαρχίες, της Ιερουσαλήμ, Γόφνας, Ακράβετας, Θάμνας, Λύδδας, Εμμαούς, Πέλλας, Ιδουμαίας, Ενγαδδαί, Ηρώδειου και Ιεριχώς. Σ’ αυτό το σύστημα προστέθηκαν η Ιάμνεια και η Ιόππη. Εδώ επικεφαλής με πραγματικές εξουσίες ήταν επιφανείς Ιουδαίοι (ιερείς κλπ). Ταυτόχρονα δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής η δύναμη που είχε το συλλογικό όργανο του Ιουδαϊσμού, το Μεγάλο Συνέδριο που συγκέντρωνε νομοθετικές, εκτελεστικές και δικαστικές εξουσίες καθώς και ο αρχιερέας.

Τα παραπάνω βέβαια σε καμία περίπτωση δεν έχουν σκοπό να υποβαθμίσουν το εύρος της ρωμαϊκής δύναμης και την αποφασιστικότητα που είχε για να επιβάλλει τις αποφάσεις της κάθε στιγμή. Τα ρωμαϊκά στρατεύματα που έδρευαν στη Συρία δεν είχαν ενδοιασμούς να εισβάλλουν στην Παλαιστίνη και να δείξουν ποιος είναι ο πραγματικός κυρίαρχος. Όμως για την αυτοκρατορία προείχε η διατήρηση εντός της επικράτειάς τους της «ειρήνης» που είχε επιβάλλει με την δύναμη των όπλων της καθώς και η γραμμή της να μην ανοίγει εσωτερικά μέτωπα, τη στιγμή που ακολουθούσε ιμπεριαλιστική πολιτική και ήθελε να επεκτείνει τις κτήσεις της ενώ θα έπρεπε ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει και τους εισβολείς στα βόρεια κυρίως σύνορά της. Δεν ήταν λοιπόν για το συμφέρον της να φανερώνει τον αυταρχισμό της σε περιοχές που θεωρούνταν θρησκευτικά ιδιόρρυθμες, όπως η Ιουδαία.

Ο Κωπώνιος, λοιπόν, μέλος της τάξης των ιππέων, γίνεται ο πρώτος ρωμαίος έπαρχος της Ιουδαίας (6-9 μ.Χ.). Δύο φαίνεται να είναι τα σημαντικά γεγονότα της επιτροπείας του: η προσπάθεια του Ιούδα του Γαλιλαίου να ξεσηκώσει τους συμπατριώτες του κατά της αυτοκρατορίας και η μόλυνση του Ναού από Σαμαρείτες κατά τη γιορτή του Πάσχα.

Είναι γνωστοί οι λόγοι της εξέγερσης του Ιούδα και των Ζηλωτών: Τους ήταν αδύνατο, όπως τονίστηκε και παραπάνω, να δεχτούν τη φορολογία που επέβαλλαν οι κατακτητές και έτσι να θεωρούν ανθρώπους ως κυρίαρχους της άγιας γης, η οποία, όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με την αντίληψή τους, ανήκε μόνο στο Θεό και επομένως μόνο σ’ Αυτόν, δηλ. στο Ναό Του θα έπρεπε να αποδίδεται ο φόρος. Ταυτόχρονα και η απογραφή που είχε διατάξει ο Κυρήνιος, συνδεόμενη και αυτή άμεσα με το ζήτημα του φόρου, δημιουργούσε προϋποθέσεις ώστε όλο και περισσότεροι Ιουδαίοι να πυκνώσουν τις τάξεις των επαναστατών.

Η μόλυνση του Ναού από τους Σαμαρείτες οφείλονταν στο βαθύ μίσος που χώριζε τις δύο περιοχές, την Ιουδαία και τη Σαμάρεια. Στη διάρκεια του εορτασμού του Πάσχα, μόλις άνοιξαν οι πυλώνες του ιερού, άνδρες Σαμαρείτες που είχαν εισχωρήσει κρυφά στην Ιερουσαλήμ, έριξαν κόκαλα στις στοές του Ναού και έτσι μίαναν και αυτόν και τη σημαντικότερη γιορτή του Ιουδαϊσμού.

Χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα άξια να μνημονευτούν, ήταν η διακυβέρνηση της Ιουδαίας από τους υπόλοιπους επιτρόπους μέχρι τον Πόντιο Πιλάτο. Ούτε όμως και οι ίδιοι φαίνεται να έκαναν κάτι σημαντικό, ώστε να αξίζουν μία ιδιαίτερη αναφορά, εκτός βεβαίως της μνείας του ονόματός τους. Με την παντελή απουσία τους από το ιστορικό γίγνεσθαι της περιοχής επιβεβαιώνουν αυτό που τονίστηκε προηγουμένως: η μη ανάμειξη της Ρώμης στα εσωτερικά του Ιουδαϊσμού, εκτός αν επρόκειτο για κάτι πολύ σοβαρό που διακύβευε τα συμφέροντά της, όπως για παράδειγμα η απόφαση κάποιου να αυτοανακηρυχτεί βασιλιάς και συνεπώς αντίπαλός της.

Αυτοί οι επίτροποι ήταν οι Μάρκος Αμβίβουλος (Marcus Ambibulus ή Ambivius, 9- 12 μ.Χ.), Άννιος Ρούφος (Annius Rufus, 12- 15 μ.Χ.), Ουαλέριος Γράτος (Valerius Gratus, 15- 26 μ.Χ.).

 

Ο επίτροπος της Ιουδαίας Πόντιος Πιλάτος

 

Πόντιος Πιλάτος (Pontius Pilate), πέμπτος επίτροπος της Ιουδαίας, υπηρέτησε υπό τον αυτοκράτορα Τιβέριο. Περισσότερο γνωστός επειδή το όνομά του συνδέθηκε με την δίκη και την σταύρωση του Ιησού Χριστού.

Στα χρόνια 26-36 π.Χ. η Iουδαία γνωρίζει τη διακυβέρνηση του Ποντίου Πιλάτου. Μία αμφιλεγόμενη προσωπικότητα [2] η οποία γνώρισε ακόμη και την αγιοποίηση από την Αιθιοπική εκκλησία. Πάντως οι πράξεις του στην Ιουδαία δε δικαιολογούν αυτή την ενέργεια. Αντίθετα οι πληροφορίες που περιέχονται γι αυτόν στα έργα του Ιώσηπου και του Φίλωνα δείχνουν έναν άνθρωπο που δε διστάζει να θυσιάσει ακόμη και ανθρώπινες ζωές προκειμένου να εξυπηρετήσει τα δικά του συμφέροντα καθώς και αυτά της εξουσίας που ήταν άνθρωπός της, ενώ αφήνουν και υπαινιγμούς για οικειοποίηση από μέρους του χρημάτων που δεν του ανήκαν.

Φαίνεται λοιπόν να είναι απόλυτα πιστός στην αρχή που τον έχει στείλει στην Ιουδαία χωρίς, όμως να διευκρινίζεται αν η αφοσίωσή του είναι ειλικρινής ή προέρχεται από ιδιοτέλεια και φόβο. Μάλιστα, όπως είναι γνωστό, παρακάμπτονται οι αντιστάσεις του και οδηγεί τον Ιησού στο σταυρό μόνο όταν απειλείται ότι θα καταγγελθεί στη Ρώμη ότι ελευθερώνει κάποιον που ισχυρίζονταν, σύμφωνα με τις καταγγελίες των Ιουδαίων, πως ήταν βασιλιάς και συνεπώς υποκινούσε σε επανάσταση το λαό της Παλαιστίνης. Δηλαδή η συμπεριφορά του υπαγορεύεται από τις πιθανές ευθύνες που θα επέρριπτε ο Τιβέριος σ’ αυτόν και από τις συνέπειες που θα δέχονταν αυτός για την απόφασή του.

Τα έργα του Πιλάτου στην Ιουδαία προκαλούσαν αρκετές φορές το θρησκευτικό αίσθημα του λαού. Προσπάθησε να κάνει αισθητή την παρουσία της ρωμαϊκής ισχύος, ανακατεύθηκε σε ιουδαϊκές θρησκευτικές υποθέσεις διαβλέποντας πως έκρυβαν σπέρματα εξέγερσης.

Πιο συγκεκριμένα μεταφέρει νύχτα στην Ιερουσαλήμ εικόνες του αυτοκράτορα, τις σημαίες, σύμβολα της εξουσίας. Αυτό προκαλεί μεγάλη ταραχή την άλλη ημέρα ανάμεσα στους ιουδαίους. Συγκεντρώνονται όλοι, γιατί ο νόμος απαγορεύει τα «δίκηλα» στην ιερή πόλη. Πηγαίνουν στην Καισάρεια και τον ικετεύουν να βγάλει τις εικόνες, σεβόμενος τις πάτριες αρχές. Ο Πιλάτος αρνείται και τότε αυτοί καθισμένοι γύρω από τον οίκο του περιμένουν πέντε ημέρες και πέντε νύχτες.

Στρατιώτες τους περικυκλώνουν και ο επίτροπος απειλεί πως θα τους σκοτώσει αν δεν αποδεχτούν τις εικόνες του Καίσαρα. Μάλιστα οι στρατιώτες για να κάνουν πιο πειστικά τα λόγια του βγάζουν τα ξίφη τους. Οι ιουδαίοι όμως, όλοι μαζί, γυμνώνουν τους αυχένες τους και φωνάζουν πως προτιμούν να χάσουν το κεφάλι τους παρά να παραβούν το νόμο. Τότε ο επίτροπος θαύμασε την προσκόλλησή τους στις πάτριες παραδόσεις και διατάζει να βγάλουν τα αυτοκρατορικά σύμβολα από την Ιερουσαλήμ και να τα φέρουν στην Καισάρεια. Εξαιτίας αυτού οι κατοπινοί ηγεμόνες δεν τόλμησαν στο εξής να κάνουν κάτι παρόμοιο.

Υπεύθυνος και άλλης όμως αναταραχής γίνεται ο Πιλάτος: Συγκεκριμένα θέλει να κατασκευάσει υδραγωγείο στα Ιεροσόλυμα μεταφέροντας ύδατα από ένα σημείο που απείχε από την πόλη 400 στάδια. Για το σκοπό αυτό θέλει να πάρει χρήματα από το ταμείο του Ναού, τον κορβωνά. Ξεσηκώνονται τότε οι ιουδαίοι και αρχίζουν να φωνάζουν εκδηλώνοντας έτσι τη δυσαρέσκειά τους για την προσπάθεια αφαίμαξης χρημάτων από το ιερό. Τότε αυτός τοποθετεί ανάμεσά τους ένοπλους στρατιώτες με πολιτική περιβολή, οι οποίοι αρχίζουν να χτυπούν το πλήθος με ξύλα, αφού προηγουμένως αυτός δίνει το σύνθημα από το βήμα του πραιτορίου. Πολλοί ιουδαίοι πληγώνονται και άλλοι χάνουν και τη ζωή τους αφού καταπατήθηκαν από τους πανικόβλητους συμπατριώτες τους. Οι υπόλοιποι βλέποντας τη συμφορά υποχωρούν.

Ο Πιλάτος όμως φανερώνει και πάλι το στυγνό πρόσωπο της εξουσίας του: Ψευδομεσσίας προσκαλεί το λαό να τον ακολουθήσει στο όρος Γαριζείν ισχυριζόμενος πως θα αποκαλύψει ιερά σκεύη που είχε κρύψει εκεί ο Μωϋσής. Πράγματι ανταποκρίνονται στο κάλεσμά του και με όπλα αρκετοί συγκεντρώνονται σε μία κωμόπολη ονόματι Τιραναθά. Ο Πιλάτος που υποψιάζεται – μάλλον όχι άδικα- εξέγερση φτάνει με τους στρατιώτες του και διαλύει βίαια τους συγκεντρωμένους σκοτώνοντας ταυτόχρονα τους επικεφαλής.

Με όλα τα παραπάνω συγκεντρώνει στο πρόσωπό του πολλές αντιπάθειες. Τον κατηγορούν και ανακαλείται στη Ρώμη. Έτσι τελειώνει μετά από δέκα χρόνια η επιτροπεία του σ’ αυτή την ταραγμένη γωνιά της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Χαρακτηριστική για τον Πιλάτο είναι η παρατήρηση του Φίλωνα στο έργο του «Πρεσβεία προς Γάϊον»: «την φύσιν ακαμπής και μετά του αυθάδους αμείλικτος» (ΧΧΧVΙΙΙ 301) δηλ. αλύγιστος, μίγμα ισχυρογνωμοσύνης και σκληρότητας. Βέβαια σ’ ένα έργο σαν αυτό του ιουδαίου φιλοσόφου που είχε σκοπό να κολακέψει τους αυτοκράτορες είναι φυσικό να υπερτονίζονται τα ελαττώματα των υφισταμένων τους, εκτελεστικών οργάνων, ώστε αυτοί να αποποιηθούν οποιαδήποτε ευθύνη για τις μελανές σελίδες της διακυβέρνησής τους. Πάντως η παραπάνω κρίση φαίνεται να είναι σωστή αν ληφθούν υπόψη τα γραφόμενα για τις ημέρες του στην Παλαιστίνη.

Πρωταγωνιστικός φαίνεται να είναι ο ρόλος του Πιλάτου στη δίκη του Ιησού. Βέβαια το συμπέρασμα που βγαίνει από τις σχετικές διηγήσεις είναι πως κατεξοχήν υπεύθυνοι για τη σταύρωση είναι οι Ιουδαίοι. Οι ρωμαίοι και ο επίτροπος φαίνονται να οδηγούνται από τις εξελίξεις και από την πίεση που ασκούν για καταδικαστική απόφαση οι άνθρωποι που καθοδηγούνται από τους θεωρούμενους εκπροσώπους του Θεού. Ουσιαστικά οι αφηγήσεις του Πάθους τονίζουν πως διεξάγεται ένας αγώνας ερήμην των κατακτητών που παραμένουν οι θεατές των δρώμενων μη μπορώντας να αρθρώσουν λόγο που να μπορεί να ανατρέψει μία προκαθορισμένη πορεία.

 

«Ιδού ο άνθρωπος», ο Πόντιος Πιλάτος παρουσιάζοντας τον Ιησού στον οργισμένο λαό της Ιερουσαλήμ, έργο του Αντόνιο Κισέρι.

 

Η στάση του Πιλάτου όταν ο Ιησούς οδηγείται ενώπιον του είναι από αδιάφορη μέχρι και συγκαταβατική – φιλική θα έλεγε κανείς – για το πρόσωπο του Κυρίου. Αν και δείχνει να έχει πειστεί για την αθωότητα του Χριστού δεν είναι όμως διατεθειμένος να αναλάβει την ευθύνη της απελευθέρωσής Του γιατί δε φαίνεται να τον ενδιαφέρει η λάμψη της αλήθειας (πρβλ. το ερώτημά του «τι εστίν αλήθεια;» Ιωαν. 18, 38) αλλά η υποταγή της στο προσωπικό του συμφέρον, που στη συγκεκριμένη περίπτωση είχε να κάνει με τη διάσωση της εξουσίας του η οποία κινδύνευε από τους ιουδαίους που απειλούσαν πως θα τον κατήγγειλαν στη Ρώμη αν ελευθέρωνε κάποιον που διακήρυττε πως είναι βασιλιάς δηλαδή αντίπαλος του Καίσαρα και της αυτοκρατορίας.

 

Γαλιλαία και Ηρώδης Αντίπας

 

Το μεγαλύτερο μέρος της δράσης του Ιησού, όπως διηγούνται κυρίως τα συνοπτικά ευαγγέλια, τοποθετείται στην Γαλιλαία. Σ’ αυτή την εύφορη και πολυάνθρωπη, όπως μαρτυρεί ο Ιώσηπος (Ιουδ. Πόλ. ΙΙΙ 42), περιοχή, διδάσκει με το κήρυγμα, τις παραβολές και τα θαύματα για τη Βασιλεία του Θεού.

Ηγέτης της Γαλιλαίας από το 4 π.Χ. ως το 39 μ. Χ είναι ο Ηρώδης Αντίπας. Η περιοχή του είχε δοθεί σύμφωνα με τη διαθήκη του πατέρα του Ηρώδη, και φυσικά με τη συγκατάθεση των Ρωμαίων. Ταυτόχρονα με την ίδια διαθήκη του δίδεται και η περιοχή της Περαίας και εισόδημα διακοσίων ταλάντων ( Ιώσηπος, Ιουδ. Πολ. ΙΙ 95).

Από τα ευαγγέλια γνωστός είναι κυρίως ο ρόλος που έπαιξε στη σύλληψη και τη θανάτωση του Ιωάννη του Βαπτιστή καθώς και η αφορμή για τα παραπάνω. (Ματθ. 14, 1 –12 και τα παράλληλα Μκ. 6, 14 –29, Λκ. 9, 7 – 9). Ωστόσο ο Ιώσηπος παρουσιάζει έναν διαφορετικό λόγο σύλληψης του Προδρόμου. Συγκεκριμένα θεωρεί πως ο Αντίπας τον φοβήθηκε γιατί προέτρεπε το λαό σε στάση εναντίον του. Πάντως εξαιτίας του γάμου του Αντίπα με την Ηρωδιάδα ο πατέρας της πρώτης του γυναίκας βασιλιάς της Πετραίας Αρέτας του κηρύσσει τον πόλεμο.

Εμφανίζεται στο ευαγγέλιο του Λουκά ζητώντας να γνωρίσει τον Ιησού (9,9), ενώ στην αφήγηση των γεγονότων του Πάθους από τον τρίτο ευαγγελιστή, ο Πιλάτος στέλνει τον Ιησού στον Ηρώδη, ο οποίος μάλιστα του υποβάλλει πολλές ερωτήσεις (23, 6 – 12).

Γνωστός είναι ακόμη ο χαρακτηρισμός του Κυρίου γι’ αυτόν («αλώπηξ» Λκ. 13, 12: είπατε τη αλώπεκι ταύτη). Ο χαρακτηρισμός φανερώνει σύμφωνα με τον καθηγητή Σ. Αγουρίδη [3] «το ταπεινό και χαμηλό επίπεδο του χαρακτήρα του, γιατί στην ιουδαϊκή γραμματεία το λιοντάρι είναι το αντίθετο της αλεπούς».

Τον Ηρώδη Αντίπα η Ρώμη τον αναγορεύει τετράρχη (ο τίτλος δίνονταν σε ηγεμονίσκους που κυβερνούσαν μικρές περιοχές υπό την κηδεμονία της αυτοκρατορίας) ο Μάρκος όμως του αποδίδει τον τίτλο του βασιλιά (6,14). Αν και είχε καλές σχέσεις με τα όργανα της αυτοκρατορίας φρόντιζε ταυτόχρονα να μην ερεθίζει τα θρησκευτικά αισθήματα των υπηκόων του. Έτσι ποτέ δεν έκοψε νόμισμα με τα ρωμαϊκά εμβλήματα,  ενώ από το ευαγγέλιο του Ματθαίου (17, 24) είναι γνωστό πως εισπράκτορες του φόρου για το Ναό περιόδευαν τη Γαλιλαία για να τον εισπράξουν.

Πιστός στην παράδοση των Ηρωδών ιδρύει στη Γαλιλαία την πόλη Τιβεριάδα και αναγκάζει πολλούς Γαλιλαίους με παροχές ή απειλές να την κατοικήσουν. Αυτοί την απέφευγαν γιατί στην περιοχή υπήρχε παλαιότερα νεκροταφείο. Παράλληλα στην Περαία ιδρύει την Ιουλία.

Η φιλοδοξία της Ηρωδιάδας σήμανε το τέλος της εξουσίας του. Τον έπεισε να ζητήσει από τη Ρώμη τον τίτλο του βασιλιά. Ο Καλιγούλας τότε του αφαιρεί την εξουσία και τον εξορίζει στο Λούγδουνο της Γαλλίας.

Τα πάντα λοιπόν στην Παλαιστίνη το πρώτο μισό του 1ου αι μ.Χ. στην Παλαιστίνη, εξαρτώνταν από την θέληση των Ρωμαίων. Οι τοπικοί ηγεμονίσκοι, οι «πελάτες της» στην περιοχή, προσπαθούσαν να κερδίσουν την εύνοια του αυτοκράτορα, ενώ οι επίτροποι της Ιουδαίας και της Σαμάρειας, υπάλληλοι της κοσμοκράτειρας, δεν έδειξαν τίποτα σπουδαίο ώστε να αξίζουν περισσότερο σχολιασμό από την ιστορία. Τα ονόματά τους και η δράση τους μνημονεύονται μόνο και μόνο γιατί συνδέθηκαν με το έργο του Κυρίου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Am – Haarez δηλ. άνθρωποι της γης. Επρόκειτο για ανάμεικτους πληθυσμούς από Σαμαρείτες, Αραμαίους, Φιλισταίους, Μεσοποτάμιους που αδιαφορούσαν για την τήρηση του Νόμου και ήταν προσκολλημένοι σε δεισιδαιμονίες και προλήψεις. Βλέπε και Ντ. Ροπς, 1988, σελ.178, Χρ. Βούλγαρη: «Εσκυλμένοι και ερριμένοι». Παρακμή και κατάπτωσις του Ιουδαϊσμού κατά τους χρόνους της Καινής Διαθήκης. Στην Επιστ. Επετηρίδα Θεολ. Σχολής Παν. Αθηνών, τόμος ΚΔ, εν Αθήναις 1979 –80, σελ.533 –34.

[2] Χαρακτηριστική είναι και η προσπάθεια της πρώτης εκκλησίας, όπως τουλάχιστο αντικατοπτρίζεται στα ευαγγελικά κείμενα, να αποσείσουν κάθε ευθύνη από τον Πιλάτο και τις ρωμαϊκές αρχές γενικότερα, για τη σταύρωση του Ιησού. Αποκλειστικά υπεύθυνες θεωρούνται οι ιουδαϊκές αρχές.

[3] Σ. Αγουρίδη 1980, σελ. 271.

 

Πηγές 


  • Καινή Διαθήκη, Το πρωτότυπο κείμενο με νεοελληνική δημοτική μετάφραση των καθηγητών Σ. Αγουρίδη, Π. Βασιλειάδη, Ι. Γαλάνη, Γ. Γαλίτη, Ι. Καραβιδόπουλου, Β. Στογιάννου, Αθήνα 1985.
  • Ιώσηπος: «Ιουδαϊκός Πόλεμος», εκδ. Loeb, 1989 (6η έκδοση).
  • Ιώσηπος: «Iουδαϊκή Αρχαιολογία» (κυρίως το βιβλίο ΧVIII) εκδ. Loeb, 1996 (5η έκδοση
  • Φίλων: Πρεσβεία προς Γάϊον, εκδ. Loeb, 1962.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία


  • Αγουρίδη Σ., «Ιστορία των χρόνων της Καινής Διαθήκης», Θεσσαλονίκη 1980.
  • Γαλίτη Γ., «Ιστορία εποχής της Καινής Διαθήκης, Θεσσαλονίκη», 1991 (4η έκδοση).
  • Ροπς Ντ., «Η καθημερινή ζωή στην Παλαιστίνη στους χρόνους του Χριστού», μετ. Έλλης Αγγέλου, Αθήνα 1988.
  • Σάντερς Ε. Π., «Το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού», μετάφραση Γιώργος Βλάχος, Αθήνα 1988.

 

Δρ. Νίκος Παύλου, Θεολόγος – Ιστορικός 

* Η παραπάνω εργασία πρωτοδημοσιεύτηκε στη φιλόξενη σελίδα του «ΜΙΚΡΟΥ ΑΠΟΠΛΟΥ» στην ενότητα «Άρθεα». Στην παρούσα μορφή της έχουν γίνει μικροδιορθώσεις.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η Εκκλησία του Άργους τον 19ον αιώνα – Γενική θεώρηση. Υπό του Αρχιμανδρίτου Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη. Πρακτικά Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», 5-7 Νοεμβρίου 2004, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Άργος, 2009. 


 

Εισαγωγικά – Η Εκκλησία του Άργους εις τον απελευθερωτικό αγώνα – Περίοδος Εκκλησιαστικών Τοποτηρητών – Η εκκλησιαστική κατάσταση του Άργους επί Καποδίστρια (1828 –1831) – Αντίκτυπος εις το Άργος της εκκλησιαστικής πολιτικής του Όθωνος – Η Εκκλησία του Άργους μετά την, εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος – Συμπεράσματα

 

1. Εισαγωγικά

 

Ο 19ος αιώνας, συνδέεται με πρόσωπα και γεγονότα, εξόχως σημαντικά για την εκκλησιαστική ιστορία του Άργους. Την περίοδο αυτή, ως γνωστόν, έγινε ο υπό των Ελλήνων εθνικός αγώνας (1821 –1827) και η αποτίναξη της Τουρκικής κυριαρχίας, όπου εκκλησιαστικά πρόσωπα του Άργους, διεδραμάτισαν πρωτεύοντα ρόλο [1] και η Αργολίδα απετέλεσε την πρώτη ελεύθερη γωνία της Ελληνικής γης.

Εδώ κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, έλαβαν χώρα οι πολιτικές διεργασίες για τη συγκρότηση του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους. Σε ναούς του Άργους ορκίστηκαν οι πληρεξούσιοι της Α΄ (1821), της Δ΄ (1829), και της Ε΄ (1831) Εθνοσυνελεύσεως [2], ενώ στις εκλογές για την ανάδειξη των εκπροσώπων της Δ΄ Εθνοσυνελεύσεως του Άργους είχαν  σημαντικό ρόλο οι εφημέριοι των ενοριών [3]. Εις την Αργοναυπλία εφαρμόστηκε και ο ιδιάζων θεσμός της εκκλησιαστικής τοποτηρητείας.

Τον Ιανουάριο του 1823, το γειτονικό Ναύπλιο προσδιορίζεται ως η πρώτη Πρωτεύουσα του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους [4], όπου θα λαμβάνονταν καίριες αποφάσεις επί Κυβερνήτου Καποδίστρια και Βασιλέως Όθωνος και για τα εκκλησιαστικά ζητήματα. Εις το Ναύπλιο συνήλθαν και οι αρχιερείς, οι οποίοι, δια πρωτοκόλλου της 15ης Ιουλίου 1833, ανεκήρυξαν μονομερώς την ανεξαρτησία της εν Ελλάδι Εκκλησίας από του εν Κωσταντινουπόλει Οικουμενικού Πατριαρχείου, μετά του οποίου εις το εξής υφίσταται μόνο πνευματικός δεσμός [5].

Αφού λοιπόν, όλα αυτά είχαν ως επίκεντρο την Αργολίδα, μπορούμε να εννοήσουμε, πόσο σπουδαία είναι τα εκκλησιαστικά πρόσωπα και γεγονότα του Άργους της περιόδου εκείνης για την εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος. Είναι όμως απαραίτητο να διευκρινίσουμε, ότι ο διαχωρισμός της Εκκλησίας του Άργους απ’ αυτήν του Ναυπλίου, γίνεται μόνο προς εξυπηρέτηση των αναγκών του θέματος της παρούσης μελέτης. Διότι, το Άργος δεν αποτελεί χωριστή εκκλησιαστική περιφέρεια, αλλά υπήρχε πάντοτε ομού μετά του Ναυπλίου με τη γνωστή κοινωνική, πολιτική και εκκλησιαστική άμιλλα ή ενίοτε και αντιπαλότητα [6].

 

2. Η Εκκλησία του Άργους εις τον απελευθερωτικό αγώνα

 

α. Κληρικοί εις τον εθνικό αγώνα

 

Οι κληρικοί εις το Άργος έδωσαν δυναμικό παρόν κατά την εθνεγερσία για την αποτίναξη της Τουρκικής κυριαρχίας. Εξέχουσα μορφή απεδείχθη ο από το 1810 έως το 1821 μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου Γρηγόριος Καλαμαράς [7]. Μυήθηκε εις την Φιλικήν Εταιρείαν το 1819 υπό του ηγουμένου της μονής του Βράχου Κορινθίας, Δανιήλ Παμπούκη [8], αδελφού του διδασκάλου Νικηφόρου Παμπούκη. Είχε αλληλογραφία με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και μυστική επαναστατική δραστηριότητα. Την 5η Ιουνίου 1821 συνυπέγραψε το σωζόμενο στα αρχεία της ιστορικής και εθνολογικής εταιρείας «συνυποσχετικόν των Αρχιερέων της Πελοποννήσου», το οποίο αποτελεί ένορκη συμφωνία για κοινή συνεργασία των συνυπογραφόντων αρχιερέων υπέρ της πατρίδος. Ο Γρηγόριος Καλαμαράς κλήθηκε με άλλους προκρίτους και επισκόπους εις την Τρίπολη κατά τις παραμονές της εθνεγερσίας και κλείστηκε εις τις φυλακές, όπου και πέθανε απ’ τις κακουχίες στις 19 Σεπτεμβρίου 1821.

Κατά το διάστημα του αγώνα, πεθαίνει εις το Άργος συνεπεία τύφου, ο Έλους Άνθιμος, ο οποίος ετάφη στον ιερό ναό του Τιμίου Προδρόμου [9]. Ο αρχιμανδρίτης Νεόφυτος Βάμβας εμψυχώνοντας τους βουλευτές, που συσκέπτονταν εις το Άργος υπό τον Δημήτριον Υψηλάντην, του είπε: «έξελθε και εγώ κρατών τον σταυρόν προπορεύομαι κηρύττων: όστις είναι χριστιανός και πιστός Έλλην, ας ακολουθεί…» [10].

Εις την Φιλικήν Εταιρείαν, έχουν συνταχθεί με μεγάλη προσφορά εις τον αγώνα, ο αρχιδιάκονος του μητροπολίτου Ναυπλίου και Άργους Γρηγορίου, Αθανάσιος Σολιώτης [11] και ο εφημέριος Αχλαδοκάμπου παπά-Κωνσταντής [12]. Περί του Αθανασίου Σολιώτου παρατηρεί ο Φωτάκος ότι ενώ ο Γρηγόριος Καλαμαράς πέθανε στη φυλακή, «ο αρχιδιάκονος αυτού Αθανάσιος έμεινεν έξω και έκαμε θαύματα, διότι συνέδραμεν εξ ιδίων την πολιορκίαν του Ναυπλίου και με την προσωπικήν του ικανότητα ήταν εμπρός, ενθαρρύνων τους στρατιώτας» [13].

Παπαρσένιος Κρέστας. Οπλαρχηγός του Κρανιδίου.

Πρέπει να αναφερθεί και ο ηρωικός ηγούμενος της μονής Ζωοδόχου Πηγής Κοιλάδας Αρσένιος Κρέστας που γεννήθηκε το 1779 στο Κρανίδι έπεσε ηρωικά το 1822 στα Δερβενάκια, όπου και ετάφη δίπλα στο ναΐσκο του Αγίου Σώζοντος. Ο παπα-Αρσένης, την 25ην Απριλίου 1821, κατά την επιδρομή του Δράμαλη εις την Αργολίδα οχυρώθηκε στη μονή Κατακεκρυμμένης Άργους με πολλές οικογένειες και ελάχιστους αγωνιστές. Και αφού «αντεστάθησαν ευτυχώς τρείς ημέρας…ιδών ότι εξ αιτίας της δίψας αδύνατον ήτον οι έγκλειστοι να ανθέξωσι, τοις είπεν να δεχθώσι αυτάς (τις προτάσεις του Κεχαγιά) και ανοίξωσι τας πύλας την επαύριον. Αυτός δε θα εφρόντιζε περί της ιδίας ασφαλείας του. Τω όντι την νύκτα εξήλθε της μονής ξιφήρης, διέσχισε τους πέριξ εχθρούς και διεσώθη αβλαβής εις τους Μύλους» [14], αποσπώντας το θαυμασμό των συναγωνιστών του. Είναι γνωστός και για τη συμμετοχή του στην πολιορκία του Ναυπλίου. Στην κηδεία του ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είπε: «Η Ελλάδα μας έχασε έναν εξαίρετο πολεμιστή και έναν ενάρετο κληρικό» [15].

 

β. Συνδρομή της Εκκλησίας στη μόρφωση των υποδούλων

 

Η Εκκλησία του Άργους συνέβαλλε ποικιλοτρόπως εις την ανόρθωση του μορφωτικού επιπέδου των υποδούλων Ελλήνων. Το πρώτο Ελληνικό σχολείο στο Άργος συνεστήθη [16] στη μονή της Παναγίας Κατακεκρυμμένης, το 1798 με πρωτοβουλία των Περρουκαίων, σε συνεργασία με τον περιηγητή διδάσκαλο Χατζή Αγάπιο Παπαντωνόπουλο από τη Δημητσάνα. Το 1804 είχε πλήθος μαθητών. Εδώ εφοίτησε και ο επίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός, που ύψωσε το λάβαρο της επαναστάσεως του 1821. Σχολάρχης από το 1805 έως το 1821 σχεδόν αδιάκοπα ήταν ο Ησαΐας Καλαράς, απ’ το Αγιονόρι Νεμέας, τον οποίο αποκαλούσαν «σοφολογιώτατον διδάσκαλον». Πριν την επανάσταση, στην Κατακεκρυμμένη οι μοναχοί Ιερεμίας και Ραφαήλ εδίδασκαν τα παιδιά των γύρω χωριών. Το 1813 δίδαξε και ο Νικηφόρος Παμπούκης [17], απ’ τα Καλάβρυτα. Δεν είναι γνωστό το έτος κατά το οποίο μετεφέρθη το σχολείο απ’ τη μονή της Παναγίας εις την πόλη του Άργους.

Επίσης είναι γνωστόν, ότι από τις 10 Αυγούστου 1834 τα βιβλία της μονής Κατακεκρυμμένης, διανεμήθησαν σε διαφόρους δημοσίους φορείς [18].

 

γ. Xρηματικές προσφορές της Εκκλησίας εις τον αγώνα

 

Και χρηματικά ενίσχυσε τον εθνικό αγώνα η Εκκλησία του Άργους. Ο εκάστοτε μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους βαρυνόταν με ετήσια χρηματική υποχρέωση υπέρ της Μεγάλης του Γένους Σχολής. Η εισφορά αυτή από το 1771 ανήλθε σε εκατόν πενήντα γρόσια, αντί των έξι χιλιάδων άσπρων που καταβάλλονταν ετησίως από το έτος 1759 [19].

Κατ’ εφαρμογή του από 5ης Απριλίου 1822 νόμου «περί συνάξεως των χρυσών και αργυρών σκευών των Μοναστηρίων και Εκκλησιών» [20], η Διοίκηση προέβη στη δήμευση των χρυσών και αργυρών σκευών των ναών και μονών προκειμένου να θεραπεύσει τις τότε οικονομικές αντιξοότητες. Συγκεντρώθηκαν τότε 2400 λίτρες ή 800 οκάδες αργύρου, απ’ όπου θα κοβόταν νόμισμα και θα καλύπτονταν ποικίλες ανάγκες. Αλλά διασκορπίστηκαν και κλάπηκαν κατά την εισβολή του Δράμαλη από τη μονή της Κατακεκρυμμένης, όπου φυλασσόταν αυτός ο μικρός θησαυρός και όπου επρόκειτο να λειτουργήσει νομισματοκοπείο [21], το οποίο τελικώς δε λειτούργησε.

Οι ηρωικοί λοιπόν κληρικοί που πήραν μέρος εις τον αγώνα της Παλιγγενεσίας, η συνδρομή της Εκκλησίας στην ανύψωση του μορφωτικού επιπέδου των υποδούλων,  οι εκκλησιαστικές εισφορές προς οικονομική ενίσχυση του εθνικού αγώνα, το γεγονός ότι η Α΄ Εθνοσυνέλευση συνήλθε κατ’ αρχάς εις το ναό του Τιμίου Προδρόμου Άργους [22], καθώς και η ορκωμοσία εις το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άργους, των πληρεξουσίων της Δ΄ και Ε΄ Εθνοσυνελεύσεως, όλα αυτά δείχνουν τη σπουδαιότητα [23] της συνδρομής της Εκκλησίας του Άργους ως σημαντικού παράγοντος του απελευθερωτικού αγώνα και εις τη συγκρότηση του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους.

 

3. Περίοδος Εκκλησιαστικών Τοποτηρητών [24]

 

α. Ιστορική αναγκαιότητα του θεσμού της τοποτηρητείας

 

Με την έναρξη της Ελληνικής επαναστάσεως του 1821 το Άργος, καθώς και οι άλλες εκκλησιαστικές επαρχίες του Οικουμενικού Θρόνου, που βρίσκονταν εις τις εν εξεγέρσει περιοχές της Ελλάδας, αποκόπηκαν διοικητικά από το Πατριαρχείο. Αυτό σήμανε, εκτός των άλλων, απαγόρευση χειροτονιών, εις τις χηρεύουσες εκκλησιαστικές επαρχίες. Την άμεσο διά την συγκυρίαν λύση του προβλήματος, ανέλαβε η Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος δια της τοποθετήσεως τοποτηρητών εις τις χηρεύουσες επισκοπές. Προς τούτο χρησιμοποίησε τους σχολάζοντες ή εμπερίστατους αρχιερείς ή και τους πρωτοσυγκέλλους των οικείων επισκοπών [25], οι οποίοι ζητούσαν αποκατάσταση και θέση εκκλησιαστική εις τη νεοπαγή Ελληνική Επικράτεια, από ευσυνειδησία, αλλά και για να εξασφαλίζουν τα προς το ζην αναγκαία, όπως φαίνεται στο υπ. αριθ. 101/ 14 Μαΐου 1823  έγγραφο του Ανδρούσης Ιωσήφ, Υπουργού της Θρησκείας προς τον πρόεδρον του Εκτελεστικού, όπου διαβάζουμε: «εις έκαστον τμήμα να διορισθή εις αρχιερεύς και εις πεπαιδευμένος εκκλησιαστικός επίτροπος, εκ των οποίων ο μεν αρχιερεύς να ευλογή τον λαόν ιερουργών, όταν προσκαλήται, ίνα πορίζεται και τα προς το ζην, ο δε πεπαιδευμένος εκκλησιαστικός επίτροπος, όχι μόνον να βαστά κατάστιχον των εκκλησιαστικών δικαιωμάτων αναφερόμενος εις το Εθνικόν Ταμείον και να τρέφεται και αυτός, αλλά και να διδάσκη και τον λαόν ήθη χριστιανικά…» [26]. Είναι χαρακτηριστική η από 12 Μαΐου 1832 αίτηση του πρωτοσυγκέλλου Αθανασίου Σολιώτου, εκκλησιαστικού τοποτηρητού Ναυπλίου και Άργους, προς την «επί των Εκκλησιαστικών Γραμματείαν», όπου ζητώντας εκκλησιαστική αποκατάσταση, μεταξύ των άλλων γράφει: «προστρέχω δια της παρούσης μου αναφοράς εις το έλεος της σεβαστής κυβερνήσεως και παρακαλώ θερμώς να ευαρεστηθή να δώση ακρόασιν εις την ταπεινήν μου ικεσίαν και αν γνωρίση ως μήτηρ φιλόστοργος και προστάτις των αδικουμένων ότι έχω και εγώ κανένα μικρόν δικαίωμα, να με αξιώση της προστασίας της. Σεβαστή Κυβέρνησις δεν είναι δίκαιον τα γνήσια τέκνα της Ελλάδος, όπου ηγωνίσθησαν και έπαθον να λιμώττωσιν, οι δε ξένοι και μη έχοντες το παραμικρόν δικαίωμα να κατατρυφώσιν» [27].

 

β. Τριπολική εκκλησιαστική διοίκηση εις Άργος

 

Οι ιστορικές συνθήκες της εποχής διαμόρφωσαν ένα τριπολικό, νόθο σύστημα εκκλησιαστικής διοικήσεως εις την περιοχή του Άργους [28]. Υπήρχε δηλαδή ο πρώην Τριπόλεως Διονύσιος Παρδαλός ως περιοδευτής αρχιερεύς για τις χειροτονίες και τις λοιπές τελετουργικές ανάγκες, υπήρχε ταυτοχρόνως ο πρωτοσύγκελλος Αθανάσιος Σολιώτης ως επιστάτης των οικονομικών υποθέσεων και αμφότεροι  υπάγονταν ως «υπάλληλοι κλάδοι» εις το «ιερόν μινιστέριον της θρησκείας», όπως διαβάζουμε στο υπ. αριθ. 1102/ 17 Απριλίου 1825 έγγραφο [29] του Υπουργού της Θρησκείας προς τον πρώην Τριπόλεως Διονύσιον.

Σαφής είναι η σχετική απόφαση του Βουλευτικού Σώματος: «…ενεκρίθη πρώτον να διορισθώσι καθ’ όλας τας χηρευούσας επαρχίας αρχιερείς, εις το να εκπληρώσι τας αρχιερατικάς τελετάς· δεύτερον, να διορισθώσι και εις επιστάτης εις τας μητροπόλεις, όστις να κρατή κατάστιχον και καθαρόν λογαριασμόν όλων των εισοδημάτων, όπου θέλει συνάζονται» [30] με τη φροντίδα του.

 

γ. Κατάλογος εκκλησιαστικών τοποτηρητών Άργους

 

ΤΟΠΟΤΗΡΗΤΕΣ                              

Ο Πρώην Τριπόλεως Διονύσιος [31] (1824- 1829;)

Ο Πρώην Ηλιουπόλεως Άνθιμος [32] (1829-1832)

Ο Πρώην Μετρών Μελέτιος (1832- 1834)

ΕΠΙΣΤΑΤΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ

Πρωτοσύγκελλος Αθανάσιος Σολιώτης (1822-1824)

Ιεροδιδάσκαλος Νικηφόρος Παμπούκης (1824-1825)

Πρωτοσύγκελλος Αθανάσιος Σολιώτης (1825-1829)

 

δ. Δυσκολίες εις το έργο των εκκλησιαστικών τοποτηρητών

 

Οι κύριες δυσκολίες των εκκλησιαστικών τοποτηρητών ήταν η απείθεια των χριστιανών, κληρικών και λαϊκών και η μη καταβολή των αρχιερατικών δικαιωμάτων [33]. Στο υπ’ αριθ. 927/ 29 Αυγούστου 1823 έγγραφό του, ο Υπουργός της Θρησκείας, Ανδρούσης Ιωσήφ, γράφει μεταξύ των άλλων: «…οι άνθρωποι απεστάτησαν προ πάντων από τον Θεόν αυτών και δια ταύτα έφθασαν εις εσχάτην απείθειαν και ανευλάβειαν και εις εκκλησίας και εκκλησιαστικούς» [34].

Απ’ ότι φαίνεται κύριο αίτιο του φαινομένου αυτού ήταν η αχρηματία και η εμπερίστατος κατάσταση, εις την οποίαν ευρέθησαν ιερείς και χριστιανοί κατά τα έτη του αγώνα. Στην από 22 Ιουλίου 1823 αναφορά του προς τον Υπουργόν της Θρησκείας, σημειώνει ο Αθανάσιος Σολιώτης: «ότι από την μεγάλην ακαταστασίαν του τόπου και της φατρίας εκάστου των χωρίων και δια τα μέγιστα βάσανα οπού σχεδόν δοκιμάζουν όλοι ενταύθα εξαιτίας του περάσματος των στρατευμάτων, μήτε εις κανένα χωρίον επήγα, μήτε αρχιερατικόν δικαίωμα εζήτησα, καθότι δεν έχουν σκοπόν να δώσουν τίποτα…» [35].

 

4. Η εκκλησιαστική κατάσταση του Άργους επί Καποδίστρια (1828 –1831)

 

α. Οικονομική και μορφωτική ένδεια των κληρικών

 

Οι κληρικοί του Άργους, κατά την περίοδο (1827- 1831) της διακυβερνήσεως του Ιωάννου Καποδίστρια αντιμετώπιζαν, καθώς και όλοι οι Έλληνες,  οικονομική στενότητα και μορφωτική ένδεια, όπως πληροφορούμεθα από πηγές εκείνης της εποχής. Ο εκκλησιαστικός τοποτηρητής Άργους, πρώην Ηλιουπόλεως Άνθιμος, σε αναφορά του, με ημερομηνία 17 Φεβρουαρίου 1830, «προς τον ευγενέστατον Γραμματέα των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου εκπαιδεύσεως Κύριον Νικόλαον Χρυσόγελον», γράφει μεταξύ άλλων:

«Η κατά την επιθυμίαν της Σ(εβαστής) ημών Κυβερνήσεως διαγωγή του δυστυχούς Κλήρου ικανού δείται καιρού, Κύριε, καθώς και ικανός καιρός επέφερεν εις αυτόν την αμάθειαν, την κακοήθειαν και την άγνοιαν των καθηκόντων. Μ’ όλον τούτο πλείστοι των Ιερέων της παροικίας μου, εάν και δεν έφθασαν εισέτι να προσαρμοσθώσι καθ’ όλα εις τον ανήκοντα αυτών χαρακτήρα, τουλάχιστον όμως δίδουσι χρηστάς ελπίδας της εντός ολίγου προσαρμόσεώς των. Μ’ όλον ότι εμποδίζει την εις την προσάρμοσιν πρόοδόν των ο κατ’ ανάγκην τρόπος της οικονομίας της ζωής των, ως πρεσβύτεροι, και χρείαν πολλών έχοντες, ως οι λαϊκοί. Εισί δε και τινες των Ιερέων, οι οποίοι συνεγήρασαν τη κακοηθεία, εις τους οποίους ανίσχυρος ο λόγος και η διδασκαλία. Μ’ όλον ότι και αυτοί μετρώτατοι σήμερον των πρώτων αυτών καταχρήσεων, αλλ’ η μετρότης αυτών υπερβολή προς άλλους λογίζεται. Δίκαιον είναι να παύσωσι του ιερουργείν, και ως γέροντες, και ως τοιούτοι· αλλά και τούτο της τυραννικής εποχής αποτέλεσμα, το να έχωσι την Ιεροπραξίαν πόρον αναγκαιότατον της ζωής των.

Αύτη είναι, Κύριε, η κατάστασις του Κλήρου της παροικίας μου· προσθέτω δε εις τούτο την μικράν μου παρατήρησιν· ως προς εκείνα τα εν τη τυραννία, και επομένως εν τη αναρχία, μεγάλη μεταβολή σήμερον, και ήθελε γενή επαισθητή γενικώς, εάν ευρίσκετο εις αυτόν Παιδεία και Πόρος της ζωής έντιμος και ανήκων τω χαρακτήρι του….» [36].

Την 12ην Οκτωβρίου 1830, ο πρώην Ηλιουπόλεως Άνθιμος ζήτησε από τη «Γραμματείαν επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως» τη δωρεάν χορήγηση για τις ενορίες του Άργους εκκλησιαστικών βιβλίων, θεωρώντας κάτι τέτοιο: «τω όντι πατρικόν και φιλόστοργον αποτέλεσμα και προκαταρκτικόν των υπό δυστυχίαν, ως τα πολλά συμβαινουσών παρά του Κλήρου καταχρήσεων» [37]. Είναι ενδιαφέρον, ότι όπως πληροφόρησε απαντητικώς το Υπουργείο: «η Διοικητική Επιτροπή (της Ελλάδος) απεφάσισε να προμηθεύση από Τεργέστης τα αναγκαία δι’ όλας τας Εκκλησίας της Επικρατείας εν γένει (και ότι) εις τοιαύτην περίπτωσιν θέλει γένει φροντίς και διά τας Εκκλησίας του Άργους» [38].

Όσοι προβάλλουν την αμάθεια και οπισθοδρομικότητα των ιερωμένων της εποχής εκείνης, θα πρέπει να μη λησμονούν, ότι οι ιερείς ήταν ολιγογράμματοι εν μέσω αγραμμάτων. Οι κληρικοί αξιολογούμενοι με τα μέτρα της κοινωνίας όπου ζούσαν, ήταν φορείς συντηρητισμού, εν μέσω συντηρητικής πάντως κοινωνίας. Το κύρος τους μειώθηκε [39], κυρίως μεταξύ των ολίγων εγγραμμάτων και πληροφορημένων περί της γενικευμένης αμφισβήτησης, που επέφεραν οι ιδέες της Γαλλικής επανάστασης.

 

β. Ρόλος των κληρικών εις την Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους (1829)

 

Πάντως, οι κληρικοί διέθεταν ιερατική συνείδηση και ήταν παράγοντας κοινωνικής συνοχής και σταθερότητας. Γι’ αυτό οι εκλογές για την ανάδειξη των εκπροσώπων της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του Άργους (1829), έγιναν σε κάθε ενορία με διαφωτιστική ομιλία του εφημερίου, ο οποίος κοινοποιούσε και κατάλογο με τα ονόματα των υποψηφίων εκπροσώπων. Κατόπιν κάθε ψηφοφόρος ορκιζόταν στο Ευαγγέλιο, ότι θα ενεργήσει κατά συνείδηση και ψήφιζε [40]. Οι πληρεξούσιοι που προέκυψαν ορκίστηκαν εις το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άργους και η Δ΄ Εθνοσυνέλευση συνήλθε εις το αρχαίο θέατρο της πόλεως. Οι πληρεξούσιοι της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης ορκίστηκαν επίσης εις το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ενώ οι συνεδριάσεις έγιναν εις το υπό του Καποδίστρια ιδρυθέν, σημερινό Α΄ Δημοτικό Σχολείο Άργους [41], εις το κέντρο της πόλεως.

 

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου του Άργους όπου διεξάγονταν οι εργασίες της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως. Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

γ. Ο ναός του Τιμίου Προδρόμου Άργους

 

Η σημερινή εκκλησία του Τιμίου Προδρόμου Άργους άρχισε να κτίζεται μετά το 1822 και περατώθηκε περί το 1829. Για την αποπεράτωση, εκτός απ’ τους Αργείους προσέφερε χρηματικό βοήθημα και ο Ιωάννης Καποδίστριας. Διαβάζουμε σχετικά στο πρακτικό της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του Άργους: «ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΙΘ΄ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 3, 1829. Ανεγνώσθη έγγραφον της Α.Ε. του Κυβερνήτου της Ελλάδος Ιωάννου Καποδίστρια, προβάλλον να δοθή η άδεια εις την Κυβέρνησιν να δώση χρηματικά βοηθήματα εις την ανεγειρομένην εκκλησίαν της κοινότητος του Άργους, ως και εις την μερικήν επισκευήν του ναού της Παναγίας (το σημερινό νεκροταφείο)»[42]. Η χρηματική δωρεά κατ’ άλλους μεν 3000, κατ’ άλλους δε 20.000 φοίνικες, χορηγήθηκε, όπως επιβεβαιώνεται και από την αφιερωματική μαρμαρίνη επιγραφή επί της δυτικής πλευράς του εξωτερικού τοίχου του ναού. Εκεί διαβάζουμε:

«Η πόλις Αργείων

Τω Ιωάννη Αντ. Καποδίστρια

Ευνοίας ένεκεν τόδε τέμενος

ΑΩΚΘ΄ Μηνί Σεπτ.».

Ο εις την αυτήν θέσιν προηγούμενος ναός ήταν κατά την παράδοση ημιυπόγειος αφιερωμένος εις την αγίαν Παρασκευήν. Ο ήδη υπάρχων ναός του Τιμίου Προδρόμου, χρησίμευε και ως μητροπολιτικός μέχρι το 1865 [43], οπότε εκτίσθη ο ναός του πολιούχου Άργους Αγίου Πέτρου. Όσο χρόνο διετέλει μητροπολιτικός ναός ο του Προδρόμου, τελέστηκαν εδώ, όλες οι επίσημες τελετές και δοξολογίες για την έλευση, ορκωμοσία και ενηλικίωση των βασιλέων Όθωνος και Γεωργίου Α΄.

Ο ναός του Προδρόμου εχρησιμοποιείτο κατ’ εξαίρεσιν και ως νεκροταφείο των εφημερίων, ορισμένων επιτρόπων του ναού, προυχόντων και επιφανών Αργείων. Στον περίβολο του ναού ετάφησαν [44] ο επίσκοπος Έλους Άνθιμος, ο Δανός φιλέλλην ιατρός Jedassen ο οποίος τραυματίσθηκε εις τον Ξεριά κατά την εισβολή (24 Απριλίου 1821) του Κεχαγιάμπεη και πέθανε μετά από λίγες ημέρες, ο Βουτεμβέργιος φιλέλλην λοχαγός Κάρολος φον Λίνσιγκ του οποίου απεκόπησαν τα δύο πόδια από σφαίρα πυροβόλου κατά την έφοδο του Ναυπλίου (3-4 Δεκεμβρίου 1821) την οποία διηύθυνε ο Δημήτριος Υψηλάντης, ο Γερμανός φιλέλλην ιατρός Bolteman κατά το 1822, ο Αμερικανός φιλέλλην George Jarvis [45] , ο οποίος απέθανε, κατά τον Φωτάκον, εις το Άργος το 1828 από τις πληγές και τις κακουχίες του πολέμου και ετάφη εδώ, από το στρατηγό Δημήτριο Τσώκρη με εκκλησιαστικές και στρατιωτικές τιμές. Επίσης εδώ έχουν ταφεί ο στρατηγός Δημήτριος Τσώκρης και όλα τα αποβιώσαντα μέλη του ιστορικού οίκου του, η Ελένη Ανδρέου Καρατζά κόρη του στρατηγού, η οποία απεβίωσε την 21ην Οκτωβρίου 1916 και ο σύζυγός της Ανδρέας Ν. Καρατζάς εκ Πατρών ο οποίος πέθανε την 27ην Μαρτίου 1932, διατελέσας βουλευτής Άργους (1894 –1895 και 1899 -1903) και Δήμαρχος Αργείων (1907 –1914), εις τον οποίο μάλιστα, εκτός των άλλων οφείλεται ο ηλεκτροφωτισμός του Άργους. Σήμερα δείκνυται εις τη ΝΑ πλευράν του ναού, μαρμάρινο μνημείο με την εξής επιγραφή:

ΑΝΑΠΑΥΟΝΤΑΙ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΩΚΡΗΣ

ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ

ΜΑΡΙΓΩ ΣΥΖΥΓΟΣ ΤΟΥ

ΤΑ ΤΕΚΝΑ ΤΩΝ

ΠΗΝΕΛΟΠΗ

ΧΡΗΣΤΟΣ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

ΑΓΓΕΛΙΚΩ

Γ. ΚΑΡΑΤΖΑΣ

ΕΛΕΝΗ ΚΑΡΑΤΖΑ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

Στο ναό του Προδρόμου έχουν ταφεί και άλλοι. Εδώ μετεκομίσθησαν απ’ την Παλαιά Κόρινθο και τα οστά του επισκόπου Κυρίλλου Ροδοπούλου. Εις το ΒΔ μέρος του περιβόλου του ναού ετάφησαν, άνευ νεκρωσίμου ακολουθίας, μέσα σε λάκκο, οι μισοί σφαγέντες το 1833 απ’ τους Γάλλους, Αργείοι.

 

5. Αντίκτυπος εις το Άργος της εκκλησιαστικής πολιτικής του Όθωνος

 

Από της αφίξεως εις Ναύπλιον του Βασιλέως Όθωνος την 25ην Ιανουαρίου 1833, έχουμε εκ μέρους της Αντιβασιλείας ριζοσπαστική ρύθμιση των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Κατά την 15ην Ιουλίου 1833, υπογράφεται εις το Ναύπλιο το πρωτόκολλο για την ανεξαρτησία της Ελληνικής Εκκλησίας από του εν Κωσταντινουπόλει Οικουμενικού Πατριαρχείου, μετά του οποίου εις το εξής αναγνωρίζεται μόνο πνευματικός δεσμός [46]. Το πρωτόκολλο υπογράφει μαζί με άλλους αρχιερείς, υπό την ιδιότητα του εκκλησιαστικού τοποτηρητού Άργους, ο πρώην Μετρών Μελέτιος [47]. Αυτή η διακήρυξη περιεβλήθη και πολιτειακό κύρος με το, από 23 Ιουλίου/ 4 Αυγούστου 1833, Βασιλικό Διάταγμα της Αντιβασιλείας, του Όθωνος [48].

Με το από 16 Δεκεμβρίου 1833 Β.Δ. το Άργος καθώς και η επαρχία Άργους υπήχθησαν διοικητικώς υπό τη μητρόπολη Κορίνθου και όχι υπό τη μητρόπολη Αργολίδος [49]. Έχουμε δηλαδή, μητροπολίτες πλέον και όχι τοποτηρητές. Στο υπ’ αριθ. 820 της 17ης Φεβρουαρίου 1836 έγγραφό του  «προς τον Δήμαρχον Ναυπλίας», ο Νομάρχης Αργολίδος και Κορινθίας αναφέρει, ότι ορισμένοι δημόσιοι φορείς, προφανώς μη έχοντας προσαρμοσθεί στα νέα εκκλησιαστικά δεδομένα, επιγράφουν τα «έγγραφα αυτών “προς την Επισκοπήν” και όχι “προς τον Επίσκοπον” ενώ ο ενεργών είναι αυτός και όχι αφηρημένως η Επισκοπή». Εντέλλεται λοιπόν, του λοιπού να απευθύνονται τα έγγραφα προς τους εκκλησιαστικούς προϊσταμένους, με χρήση μάλιστα της τυπικής προσφωνήσεως Σεβασμιώτατον, «προς αποφυγήν παρατηρήσεων», όπως χαρακτηριστικά καταλήγει [50]. Βλέπουμε δηλαδή, ότι η κρατική διοίκηση  επιθυμεί τη δεοντολογία και διεφύλαττε το κύρος των αρχιερέων.

Η Σύνοδος εξάλλου, προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις καταχρήσεις, που δημιουργούσε η οικονομική ένδεια των κληρικών. Από έγγραφο της 7ης Οκτωβρίου 1835, που έστειλε ο Δήμαρχος Ναυπλίας προς τη Βασιλική Νομαρχία Αργολίδος και Κορινθίας πληροφορούμεθα, ότι με την υπ’ αριθ. 292-570/ 342 εγκύκλιο της 22ας Φεβρουαρίου 1834  «προς τους κατά την Επικράτειαν Σ(εβασμιωτάτους) Μητροπολίτας και Επισκόπους», η Ιερά Σύνοδος εθέσπισε:

«κατά δε τα τυχηρά έκαστος επίσκοπος να λαμβάνη μετά ευχαριστήσεως ό,τι και όσον προσφέρεται προς αυτόν αυτοπροαιρέτως παρά των χριστιανών, ο εστίν, έκαστος επίσκοπος να λαμβάνη διά λειτουργίαν, κηδείαν, μνημόσυνον, ευλογίαν γάμου, αγιασμόν, εγκαινιασμόν Ναού κτλ. ό,τι προσφέρεται προς αυτόν κατά προαίρεση, και δεν συγχωρήται εις αυτόν να ζητήση περισσότερον είτε κατ’ ευθείαν είτε εκ πλαγίου» [51].

Επίσης σε έγγραφο του «κατά την επισκοπήν Αργολίδος Μητροπολίτη» (Κυρίλλου Βογάσαρη) με χρονολόγηση 15 Απριλίου 1835, απευθυνόμενος αυτός «προς τους κατά την επισκοπήν Αργολίδος Αρχιερατικούς Επιτρόπους», ακολουθώντας την υπ’ αριθ. 2764/ 264 εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου, εντέλλεται να επιδειχθεί μεγίστη προσοχή, «ώστε να μη φορολογούνται οι Χριστιανοί παρά των μοναχών ή εφημερίων, εις τους οποίους ηθέλαμεν εμπιστευθή τα άγια ταύτα λείψανα, ούτε να περιφέρωνται από οικίας εις οικίαν, και από αγρού εις αγρόν χωρίς προηγουμένης ημών αδείας» [52]. Σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο, πρόκειται για τα προερχόμενα «εκ των διαλυθέντων Μοναστηρίων άγια λείψανα».

Ως γνωστόν, με το Βασιλικό Διάταγμα της 25ης Σεπτεμβρίου 1833 [53], διαλύθηκαν τετρακόσιες δέκα έξι μονές, που είχαν λιγότερους από έξι μοναχούς, τα δε ιερά τους κειμήλια και λοιπά τιμαλφή παραδόθηκαν «εις τας ανηκούσας Δημοτικάς αρχάς» [54].  Αυτό, είχε οξύνει τα πνεύματα και εις το Άργος. Γι’ αυτό άλλωστε, αλλά και λόγω των διοικητικών και οικονομικών προνομίων που απολάμβανε η πρωτεύουσα Ναύπλιο, ο Νομάρχης Αργολίδας και Κορινθίας για τα κοσμικά βιβλία της διαλυμένης μονής Κατακεκρυμμένης (κλασικοί συγγραφείς, λεξικά, σχολικά) γνωμοδότησε και παρεκάλεσε να μη φύγουν απ’ την πόλη, αλλά να δοθούν στο Δημοτικό Σχολείο Άργους «επί μετριωτάτη τιμή» [55], παρ’ ότι η «επί των Εκκλησιαστικών κτλ. Γραμματεία της Επικρατείας», προχώρησε τελικώς με γνώμονα τους δικούς της συνολικούς σχεδιασμούς [56].

Δια του από 16/ 28 Δεκεμβρίου 1841 Β.Δ. η μητρόπολη Κορίνθου – Άργους, καθώς και η μητρόπολη Αργολίδος συγχωνεύθηκαν σε μία, τη μητρόπολη Κορίνθου και Αργολίδος υπό τον μητροπολίτην Κύριλλον Βογάσαρην. Αποθανόντος του Κυρίλλου το 1842, με το από 18/ 30 Δεκεμβρίου 1842 Β.Δ. η επισκοπή Ύδρας συνεχωνεύθη εις την της Αργολίδος και Κορινθίας με τον τίτλο «επισκοπή Κορινθίας και Αργολίδος», υπό τον από Ύδρας Γεράσιμον Ράλλην (Σπανόν), αποθανόντα το 1843, οπότε η εκκλησιαστική διοίκηση περιέρχεται εις Γενικήν Εκκλησιαστικήν Επιτροπήν. Αυτές οι συγχωνεύσεις γίνονταν, διότι η Σύνοδος είχε ανακηρύξει μονομερώς το αυτοκέφαλο της Ελληνικής Εκκλησίας και δεν ήθελε να προβεί σε εκλογές αρχιερέων, έως ότου το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποδεχθεί αυτή την ενέργειά της, για να μη θεωρηθεί ως εντελώς αυθαιρετούσα.

 

6. Η Εκκλησία του Άργους, μετά την εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος

 

α. Η διαποίμανση της Εκκλησίας του Άργους

 

Την 29ην Ιουνίου 1850, ύστερα από διεργασίες [57], στην Κωνσταντινούπολη, μετά την απόλυση της θείας Λειτουργίας, συνήλθε η Πατριαρχική Σύνοδος στο Μεγάλο Συνοδικό του Πατριαρχείου και σε επίσημη ειδική τελετή ο Πατριάρχης Άνθιμος ο Δ΄, ως πρόεδρος της Συνόδου, μετά την εκφώνηση του Μεγάλου Αρχιδιακόνου «Πρόσχωμεν», «γεγονυία τη φωνή εις επήκοον πάντων ανέγνω τον ιερόν Συνοδικόν Τόμον [58] εν μεμβράναις αντιγεγραμμένονּ…και μετά την συμπλήρωσιν της αναγνώσεως, οι την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον συγκροτούντες… ήρξαντο υπογράφειν αυτόν κατά τάξιν» [59]. Έτσι περιγράφεται, εις τα Πρακτικά της εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου, η τελετή της εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανακήρυξης του αυτοκεφάλου εις την Εκκλησία της Ελλάδος.

Εν τω μεταξύ, η Ελληνική Πολιτεία ενδιαφερόταν για την πνευματική και ηθική αναβάθμιση των Ελλήνων, και θεωρούσε ότι η Εκκλησία ήταν κατάλληλος εις τούτο συντελεστής. Σε έγγραφο της 19ης Μαρτίου 1851 ο Υπουργός των Εκκλησιαστικών, ενημερώνει μέσω του Νομάρχη Αργολίδος και Κορινθίας τους Δημάρχους Ναυπλίας και Άργους, οτι «κατ’ αίτησιν ημών η ιερά σύνοδος του Βασιλείου διέταξε τον ιεροκήρυκα τον λαχόντα τον Δήμον του οποίου προΐστασθε, να μη διαμένη διαρκώς εις μίαν πόλιν της αποστολής του και προς ας παρά της ιεράς συνόδου έχη οδηγίας, περιοδεύει και κηρύττει τον λόγον του Θεού, ου μόνον εν ταις πόλεσι αλλά και εν ταις κώμαις και εν τοις χωρίοις» [60]. Και ο Νομάρχης παραγγέλλει προς τους Δημάρχους Ναυπλίας και Άργους να φροντίσουν «ώστε να δοθεί πάσα περιποίησις και συνδρομή εις τους κ(υρίους) ιεροκήρυκας, και ιδίως συνοδεία εθνοφυλακής κατά την από τόπου εις τόπον μετάβασίν των» [61].

Μετά την έκδοση του νόμου Σ΄ του 1852,  η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος καθόρισε τα όρια των μητροπόλεων και επλήρωσε όσες ήταν χηρεύουσες. Για τη μητρόπολη Αργολίδος, όρια καθορίστηκαν αυτά που ισχύουν μέχρι σήμερα και αρχιεπίσκοπος Αργολίδος, εις πλήρωσιν της από ετών χηρευούσης μητροπόλεως εκλέγεται ο εκ Καλαμών πρωτοσύγκελλος Μεσσηνίας Γεράσιμος Παγώνης ή Παγωνόπουλος [62] ο οποίος εθεμελίωσε και εγκαινίασε το σημερινό ναό του Αγίου Πέτρου Άργους.

Του Γερασίμου αποθανόντος εις το Ναύπλιον τον Απρίλιο του 1867, αναλαμβάνει τη διεύθυνση της μητροπόλεως τριμελής επιτροπή Ιερέων μέχρι τον Ιούλιο του ίδιου έτους οπότε εκλέγεται και χειροτονείται μητροπολίτης Αργολίδος ο ιεροκήρυξ Αττικής, Δανιήλ Πετρούλιας, ο οποίος ευλαβώς μετέβαλε, διαρρύθμισε και συμπλήρωσε την παλαιά Ιερά Ακολουθία του αγίου Πέτρου Άργους και δημιούργησε έτσι τη νέα, αυτή που ψάλλεται στις 3 Μαΐου κάθε χρόνο, ημέρα της μνήμης του Αγίου [63].

Το Νοέμβριο του 1872 απεβίωσε ο Αργολίδος Δανιήλ και η μητρόπολη διευθύνεται υπό τριμελούς Επιτροπής Ιερέων, μέχρι τον Αύγουστο του 1874, οπότε εκλέγεται και χειροτονείται μητροπολίτης Αργολίδος, ο ιεροκήρυξ Αρκαδίας Καλλίνικος Τερεζόπουλος, ο οποίος όμως απεβίωσε τον Οκτώβριο του 1875 [64].

Μετά το θάνατο του Καλλινίκου αναλαμβάνει τη διεύθυνση της μητροπόλεως και πάλι τριμελής Επιτροπή μέχρι το Μάρτιο του 1882, όταν εξελέγη Αργολίδος ο εφημέριος του μητροπολιτικού ναού Αθηνών και του ναού των βασιλικών ανακτόρων, Νίκανδρος Δελούκας, ο οποίος εποίμανε τη μητρόπολη Αργολίδος επί τριάντα έτη. Εκοιμήθη στο Ναύπλιο το 1912 και έχει ταφεί εις το κοιμητήριο της πόλεως Ναυπλίου, όπου επί του τάφου του έχει τεθεί μαρμάρινη προτομή του. Ο Αργολίδος Νίκανδρος μετά το θάνατό του κατέλειπε εις τους μητροπολιτικούς ναούς αγίου Γεωργίου Ναυπλίου και Αγίου Πέτρου Άργους από 25% αντιστοίχως, της κυριότητος του ιδιόκτητου μητροπολιτικού του οικήματος [65], δηλαδή του γνωστού εν Ναυπλίω ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία», το οποίο το Μάιο του 2001 εκποιήθηκε σε ιδιώτη.

 

β. Ο ναός του αγίου Πέτρου Άργους

 

Ο υπάρχων σήμερα ναός του αγίου Πέτρου [66] στην κεντρική πλατεία του Άργους, θεμελιώθηκε την 17ην Ιουλίου 1859, υπό του τότε μητροπολίτου Αργολίδος Γερασίμου Παγώνη, σε οικόπεδο που ανήκε εις την οικογένεια Περρούκα. Ο ναός εγκαινιάστηκε την 18ην Απριλίου 1865, επίσης υπό του Γερασίμου [67].

Μέχρι της ημέρας των εγκαινίων διατηρήθηκε και λειτουργούσε δίπλα εις τη νέα εκκλησία, ένας παλαιός ναός του αγίου Νικολάου. Ο τότε αρχιερεύς δια μιάς κλίμακος ανέβηκε εις τη νότιο πλευρά του ναΐσκου και αφού σχημάτισε το σημείο του Σταυρού αφαίρεσε απ’ τη στέγη τρία κεραμίδια και έτσι άρχισε η κατεδάφισή του. Κατεδαφίσθηκε ο παλαιός αυτός ναός του αγίου Νικολάου μέχρι τα θεμέλια χωρίς να εκσκαφούν αυτά [68].

Γι’ αυτό, αφιερώθηκε το βόρειο κλίτος του νέου αυτού ναού εις τον άγιο Νικόλαο, εις ανάμνησιν του προϋπάρξαντος ναΐσκου του αγίου Νικολάου. Το νότιο κλίτος είναι αφιερωμένο εις τον απόστολο Ανδρέα, είτε επειδή θεωρείται ως ο πρώτος κηρύξας εις το Άργος το Ευαγγέλιον, είτε κατ’ άλλην εκδοχήν εις μνημόσυνον του Ανδρέα Δ. Ζαΐμη, επιφανούς μέλους της οικογένειας Περρούκα, που εδώρησε την έκταση για το νέον αυτό ναό [69].

 

Ο Καθεδρικός Ιερός Ναός Αγίου Πέτρου πριν από το 1940

 

Το τέμπλο, φιλοτεχνήθηκε το 1889 υπό του τότε γνωστού καλλιτέχνου ξυλογλύπτου Ι. Μαγιάση. Μπροστά στο τέμπλο είναι τοποθετημένα δυο μεγάλα βαρειά ορειχάλκινα μανουάλια έργο του 1882, αφιέρωμα, όπως έχει χαραχθεί επάνω σε αυτά, των Αργείων που διέμεναν στην Κωνσταντινούπολη [70].

Εις το κωδωνοστάσιο της βορείου πλευράς υπήρχε επιγραφή: «έργον Φραντζέσκου Λυρίτη 1868». Όμως, από καταιγίδα, στις 27 Αυγούστου του 1947, σείστηκε, έγινε επικίνδυνο και κατεδαφίστηκε το 1950. Τότε δημιουργήθηκαν εις την πρόσοψη του ναού με μελέτη Γ. Νομικού [71] τα δύο κωδωνοστάσια, που υπάρχουν μέχρι σήμερα.

Χρήστος Παπαοικονόμος

Ο κατ’ έτος μεγαλοπρεπής και πανηγυρικός εορτασμός του πολιούχου Άργους, οφείλεται σε πρωτοβουλία του Χρήστου Παπαοικονόμου (1853-1926), καταγομένου από το Λεβίδι της Αρκαδίας, σχολάρχου τότε εν Άργει, Θεολόγου, ιερέως και μετέπειτα οικονόμου του μητροπολιτικού ναού των Αθηνών και ιδρυτού του εν Άργει συλλόγου Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ», συγγραφέως του βιβλίου «Ο πολιούχος του Άργους άγιος Πέτρος επίσκοπος Άργους ο θαυματουργός» και άλλων θρησκευτικών έργων. Με πρόταση του μακαριστού Χρήστου Παπαοικονόμου ενεγράφησαν εις το 39 άρθρο του εγκριθέντος στις 2 Δεκεμβρίου 1894 καταστατικού του Συλλόγου τα εξής: «Ο σύλλογος εορτάζει και πανηγυρίζει θρησκευτικώς δι’ ιεροτελεστίας, κανονιζομένης υπό του διοικητικού συμβουλίου, τη 3η Μαΐου παντός έτους, καθ’ ην εορτάζεται ο φρουρός και προστάτης των Αργείων άγιος Πέτρος, επίσκοπος Άργους. Η ιεροτελεστία γίνεται εν τω φερωνύμω του αγίου ναώ, προς καλλωπισμόν του οποίου θέλει μεριμνά ο Σύλλογος». Ο πρώτος μεγαλοπρεπής εορτασμός έγινε εις το Άργος την 3η Μαΐου 1895 και έκτοτε εξακολουθεί να εορτάζεται με λαμπρότητα, ενώ πριν το 1895, η εορτή δεν είχε τη σημερινή της μεγαλοπρέπεια ως κατ’ εξοχήν τοπική πανήγυρις του Άργους [72].

 

7.  Συμπεράσματα

 

Όπως διαπιστώσαμε, κατά το 19ο αιώνα καταγράφονται, σημαντικά ιστορικά γεγονότα, εις τα οποία συνέβαλε δυναμικά η Εκκλησία του Άργους, αλλά και επηρεάστηκε από αυτά.

Εις τον αγώνα για την αποτίναξη της Τουρκικής κυριαρχίας, η Εκκλησία του Άργους έδωσε δυναμικό παρόν, με εκκλησιαστικά πρόσωπα που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο, όπως ο εθνομάρτυρας Γρηγόριος Καλαμαράς, ο αγωνιστής της Κατακεκρυμμένης Αρσένιος Κρέστας και άλλοι, με ενίσχυση εκπαιδευτικών προσπαθειών για την πνευματική ανόρθωση των υποδούλων Ελλήνων, όπως το σχολείο της Κατακεκρυμμένης, με κατά καιρούς σημαντικές οικονομικές συνδρομές, και με την εκκλησιαστική παρουσία σε Εθνοσυνελεύσεις για τη συγκρότηση του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους.

Το ιδιότυπο καθεστώς των εκκλησιαστικών τοποτηρητών, απετέλεσε μια ιστορική αναγκαιότητα για τα δεδομένα της εποχής. Η έλλειψη επικοινωνίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, και η προϊούσα αδυναμία χειροτονιών εις τις χηρεύουσες μητροπόλεις, η πρόνοια για εμπερίστατους αρχιερείς, προερχόμενους από Τουρκοκρατούμενες περιοχές ή από τα παράλια της Μικράς Ασίας, και η οικονομική ένδεια κληρικών και λαϊκών είναι οι ιστορικές συνθήκες που δημιούργησαν το θεσμό της εκκλησιαστικής τοποτηρητείας, που ήταν ένα πολιτειακής πρωτοβουλίας, σύστημα νόθου εκκλησιαστικής διοικήσεως.

Η οικονομική και μορφωτική ένδεια των κληρικών και των λαϊκών δημιουργούσε μεγάλες δυσκολίες στην εκκλησιαστική πολιτική του Καποδίστρια. Πάντως οι εφημέριοι συμμετείχαν ενεργά στην εκλογή των πληρεξουσίων της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του Άργους, διότι αποτελούσαν παράγοντα κοινωνικής σταθερότητας στα πολυτάραχα εκείνα χρόνια. Διότι οι κληρικοί, παρ’ ότι ήταν ολιγογράμματοι, εν πολλοίς υπερείχαν, διότι ζούσαν εν μέσω αγραμμάτων. Τότε είναι που χτίζεται και ο ήδη υπάρχων ναός του τιμίου Προδρόμου Άργους με χρηματική ενίσχυση του Καποδίστρια.

Επί Όθωνος έχουμε ριζοσπαστική αντιμετώπιση των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Η μονομερώς υπό των εν Ελλάδι αρχιερέων ανακήρυξη του αυτοκεφάλου το έτος 1833, με συμμετοχή του εκκλησιαστικού τοποτηρητή Άργους, πρώην Μετρών Μελετίου, είχε ως συνέπεια τις διοικητικές υπαγωγές του Άργους σε διάφορες, κατά διαστήματα, εκκλησιαστικές γειτονικές περιφέρειες, προκειμένου να αποφευχθούν χειροτονίες μητροπολιτών, που θα επιδείνωναν το ήδη οξυμένο κλίμα μεταξύ της Ελληνικής Εκκλησίας με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Μετά την αναγνώριση, το έτος 1850, της Ελληνικής Εκκλησίας ως αυτοκεφάλου, εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, έχουμε καθορισμό των εκκλησιαστικών ορίων της μητροπόλεως Αργολίδος, όπως αυτά ισχύουν μέχρι σήμερα, καθώς και εκλογές και χειροτονία του μητροπολίτου Αργολίδος Γερασίμου και των διαδόχων του, ώστε η Εκκλησία του Άργους να επιτελεί πλέον την αποστολή της εν ομαλότητι. Το έτος 1865 εγκαινιάστηκε και ο σημερινός ναός του αγίου Πέτρου που κοσμεί την πλατεία του Άργους. Θα στέκεται έκτοτε σεμνά μεγαλοπρεπής στο κέντρο της πόλης και θα θυμίζει, ότι η Εκκλησία του Άργους το 19ο αιώνα, υπήρξε εις το κέντρο των ιστορικών εξελίξεων.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας από της συστάσεώς της μέχρι σήμερον, Τεύχος Α΄ (Διοίκησις), έκδ. Χριστ. Εστίας Άργους, 1957, σσ. 38-42.

[2] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, έκδοσις δευτέρα, Πύργος 1968, σσ. 226, 265, 268.

[3] Βλ. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821 –1832 (Αι Εθνικαί Συνελεύσεις), τόμος δεύτερος (Δ΄ εν Άργει Εθνική Συνέλευσις), Έκδοσις Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήναι 1973, σσ. 16 και επ.

[4] Βλ. Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, έκδοσις Δ΄, Ναύπλιον 2001, σ. 245.

[5] Αυτόθι, σσ. 315-316.

[6] Σχετική είναι η μελέτη του Παναγιώτου Α. Γιαννοπούλου, Η περιστασιακή Επισκοπή Ναυπλίου κατά τον Θ΄ και Ι΄ αιώνα, εις «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», τόμ. ΙΙΙ (1998), έκδ. Δήμου Ναυπλιέων, σσ. 20 –42.

[7] Περί αυτού βλέπε εκτενέστερα Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π., σσ. 38-40. Επίσης Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί της Αργολίδας στον αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας, έκδ. Πολεμικού Μουσείου Ναυπλίου 1994, σ. 4.

[8] Βλ. Βαλερίου Γ. Μέξα, Οι Φιλικοί (Κατάλογοι των μελών της Φιλικής Εταιρείας εκ του αρχείου Σέκερη), Αθήναι 1937, Νο 450, σ. 68.  Πρβλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π., σ. 38, όπου υποστηρίζεται η άποψις ότι εμυήθη εις την Φιλικήν Εταιρείαν υπό του ιεροδιδασκάλου Νικηφόρου Παμπούκη.

[9] Βλ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Αργολίδος Μητρόπολις, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 3, Αθήναι 1963, στ. 59.

[10] Βλ. Κωνσταντίνου Βοβολίνη, Η Εκκλησία εις τον αγώνα της Ελευθερίας (1453-1953), Αθήναι 1953, σ. 159.

[11] Εκτενέστερα περί αυτού βλέπε Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Αθανάσιος Σολιώτης (1784-1841), Εκκλησιαστικός Τοποτηρητής Ναυπλίου και Άργους», Πρακτικά Α΄ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Αθήναι 1979, σσ. 67-83.

[12] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας από της συστάσεώς της μέχρι σήμερον, Τεύχος Α΄ (Διοίκησις), έκδ. Χριστ. Εστίας Άργους, 1957, σ. 42.

[13] Βλ. Φ. Χρυσανθακοπούλου ή Φωτάκου, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, εν Αθήναις 1888, σ. 308.

[14] Βλ. Σπ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1925, τόμ. Α΄, σ. 159.

[15] Βλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί της Αργολίδας στον αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας, έκδ. Πολεμικού Μουσείου Ναυπλίου 1994, σ. 5.

[16] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος…, ό.π., σ. 299. Επίσης Ιωάννου Π. Χαβιαρλή, Η Παναγία η Κατακεκρυμμένη του Άργους, Άργος 1998, σσ. 41-43.

[17] Ειδήσεις περί αυτού βλέπε εις Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί…, ό.π., σσ. 2-3.

[18] Βλ. Τριανταφύλλου Ε. Σκλαβενίτη, Η σχολική βιβλιοθήκη του Γυμνασίου Ναυπλίου (1833-1935), έκδ. Δημοσίας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» και Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα 1995, σσ. 35 και επ., 258 και επ.

[19] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος…, ό.π., σ. 168.

[20] Βλ. Νόμον υπ’ αριθ. 9 της 5ης Απριλίου 1822, παρά Γ. Δημακοπούλου, Ο κώδιξ των Νόμων της Ελληνικής Επαναστάσεως 1822-1828. Η νομοθετική διαδικασία. Τα κείμενα των Νόμων, εν τη Επετηρίδι του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου της Ακαδημίας Αθηνών, τόμ. 10-11 (1963-64), Εν Αθήναις 1966, σσ. 75-77. Επίσης Κωνσταντίνου Πρεσβυτέρου και Οικονόμου του εξ Οικονόμων, Τα σωζόμενα Εκκλησιαστικά συγγράμματα, εκδιδόντος Σοφοκλέους Κ. του εξ Οικονόμων, τόμ. Β΄, Αθήνησι ΑΩΞΔ΄ [1864], σσ. 13-14.

[21] Βλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί…, ό.π., σ. 6.

[22] Εις το ναό του Τιμίου Προδρόμου Άργους συνήλθαν οι εικοσι έξι Παραστάτες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης, αλλά μετά την επισυμβάσαν δολοφονίαν του Προεστώτος της Ύδρας Αντώνη Οικονόμου, μετέβησαν για λόγους ασφαλείας εις την Επίδαυρο, όπου και ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της Εθνοσυνελεύσεως. (Βλέπε σχετικά Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος…, ό.π., σσ. 225 –230).

[23] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους…, ό.π., σ. 42.

[24] Η ενότητα αυτή αποτελεί συνεπτυγμένο τμήμα δημοσιευθησομένης προσεχώς εκτενέστερης μελέτης περί της εφαρμογής του θεσμού της τοποτηρητείας εις τη μητρόπολη Αργολίδος κατά την Εθνική Παλιγγενεσία (1821-1833).

[25] Βλ. Εμμανουήλ Ι. Κωνσταντινίδου, Ιωάννης Καποδίστριας και η εκκλησιαστική του πολιτική, Αθήναι 1991, σσ. 11 και επ.

[26] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Μάιος 1823), υποφ. «Γενικά, Διάφορα, Εκκλησιαστικά, Μοναστηριακά, Σχολικά».

[27] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 49 (Μάιος 1832), υποφ. «Εκκλησιαστικά».

[28] Βλ. Κων. Οικονόμου του εξ Οικονόμων, Τα σωζόμενα Εκκλησιαστικά…, ό.π., σσ. 14 κ.επ.

[29] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 8 (Απρίλιος 1825), υποφ. «Εκκλησιαστικά».

[30] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Αύγουστος 1823), υποφ. «Εκκλησιαστικά».

[31] Βλ. εκτενέστερα περί αυτού Σπυρίδωνος Δημ. Κοντογιάννη, Διονύσιος Παρδαλός ο από Ρέοντος και Πραστού (1812-1833) Μητροπολίτης Κυνουρίας (1833-1852), ΑΝΑΤΥΠΟΝ εκ του Περιοδικού «ΑΛΙΕΥΣ» της Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας τόμοι 1975 και 1976, Αθήναι 1977.

[32] Αποφασιστικός υπήρξε ο ρόλος του Ανθίμου κατά την πολύνεκρη σύγκρουση μεταξύ των ημετέρων και του εν Άργει στρατοπεδευμένου γαλλικού στρατεύματος κατά την 3ην Ιανουαρίου 1833. Συνετέλεσε εις την κατάπαυση της μάχης με ασφαλώς ολιγότερα θύματα απ’ όσα θα προέκυπταν άνευ της επεμβάσεώς του. Περί του  γεγονότος βλέπε την από 8 Ιανουαρίου 1833 αναφορά του Διοικητικού Τοποτητρητού Άργους προς την Γραμματείαν της Επικρατείας, εις «Εθνικήν Εφημερίδα», φύλλον 3 της 14ης Ιανουαρίου 1833, (έκδ. Νομ. Αττικής), σ. 9 Β.

[33] Βλ. Τάσου Αθ.  Γριτσοπούλου, Η υπό του Καποδίστρια διορισθείσα πενταμελής Εκκλησιαστική Επιτροπή και το έργον αυτής, «Εκκλησία», τόμ. Λ (1953), σ. 355, (έγγραφον 62).

[34] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Αύγουστος 1823).

[35] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Ιούλιος 1823).

[36] Βλ. Παντελεήμονος Καρανικόλα, Μητρ. Κορίνθου, Το Κρανίδι, Κόρινθος 1980, σ. 20. Επίσης Γεωργίου Αθ. Χώρα, Η Αγία Μονή Αρείας εν τη εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία Ναυπλίου και Άργους, Αθήναι 1975, σσ. 283.

[37] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 33 (Οκτώβριος 1830).

[38] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 33 (Οκτώβριος 1830).

[39] Βλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Προϋποθέσεις- παράγοντες και επιτεύγματα της κοινωνικής πολιτικής του Καποδίστρια (1828-1931), Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου: Ιωάννης Καποδίστριας 170 χρόνια μετά 1827-1997 (Ναύπλιο 26-28 Σεπτεμβρίου 1997), Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας, Ναύπλιο 1998, σ. 146.

[40] Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821 –1832 (Αι Εθνικαί Συνελεύσεις), τόμος δεύτερος (Δ΄ εν Άργει Εθνική Συνέλευσις), Έκδοσις Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήναι 1973, σσ. 16 και επ.

[41] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, Πύργος 19682, σσ. 265, 268.

[42] Βλ. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821 –1832 (Αι Εθνικαί Συνελεύσεις), τόμος δεύτερος (Δ΄ εν Άργει Εθνική Συνέλευσις), Έκδοσις Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήναι 1973, σσ. 140 –141.

[43] Βλ. Α. Τσακοπούλου, Ο Μητροπολιτικός Ναός Αγίου Πέτρου, εις εφημερίδα «Ασπίς» Άργους, Σεπτέμβριος 1949.

[44] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, ό.π., σ. 292. Επίσης Αναστασίου Τσακοπούλου, Συμβολαί εις την ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος, τεύχος Β΄, Αθήναι 1953, σσ. 38 –40.

[45] Σ’ αυτόν αναφέρεται ο Βασίλης Κ. Δωροβίνης εις την εργασία του με θέμα: «Τρεις Φιλέλληνες στην Αργολίδα», την οποία βλέπε εις «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», τόμ. ΙΙΙ (1998), έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, σσ. 154 και επ.

[46] Βλ. Η Εκκλησία της Ελλάδος, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 5, Αθήναι 1964, στ. 627 –628.

[47] Βλ. Κ. Οικονόμου, Τα σωζόμενα Εκκλησιαστικά …, ό.π., σ. 168.

[48] Βλ. Πρόδρομου Ι. Ακανθόπουλου, Κώδικας Ιερών Κανόνων και Εκκλησιαστικών Νόμων, Β΄ Έκδοση, Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1991, σσ. 735 και επ.

[49] Βλ. Βασιλείου Γ. Ατέση Μητροπολίτου πρ. Λήμνου, Επίτομος Επισκοπική Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος από του 1833 μέχρι σήμερον, τόμ. Α΄, Εν Αθήναις 1948, σ. 143.

[50] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ρ 37 (1836).

[51] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ρ 37 (1835).

[52] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ν 28 (1835).

[53] Βλ. Ανδρέου Μαμούκα, Τα Μοναστηριακά, εν Αθήναις 1859, σσ. 148-150.

[54] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, ΔΗΜ. 1.1/ Ν 28 (1835).

[55] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, φάκ. 230 αρ. 6, Εισόδια της Θεοτόκου ή Κατακεκρυμμένη.

[56] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, φάκ. 230 αρ. 8, Εισόδια της Θεοτόκου ή Κατακεκρυμμένη.

[57] Βλ. Εμμανουήλ Ι. Κωνσταντινίδου, Η ανακήρυξις του αυτοκεφάλου της εν Ελλάδι Εκκλησίας (1850) και η θέσις των Μητροπόλεων των “Νέων Χωρών” (1928), εν Αθήναις 1991, σσ. 13-16.

[58] Το κείμενο του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου του 1850 βλέπε αυτόθι, σσ. 74-79. Επίσης εις Πρόδρομου Ι. Ακανθόπουλου, Κώδικας Ιερών Κανόνων…, ό.π., σσ. 744-749.

[59] Βλ. Εμμανουήλ Ι. Κωνσταντινίδου, Η ανακήρυξις…,ό.π., σσ. 72-73.

[60] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ο (1851).

[61] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ο (1851).

[62] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π. σσ. 45-46. Πρβλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Ο εποικισμός του λιμένος Αρχαγγέλου Μονεμβασίας και η ιερατική οικογένεια Παγώνη, εις «Λακωνικαί Σπουδαί», τόμ. Ε΄, σσ. 118-142.

[63] Βλ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Δανιήλ ο Πετρούλιας, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 4, Αθήναι 1964, στ. 960.

[64] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π. σ. 46.

[65] Αυτόθι, σ. 47.

[66] Ο παλαιός ναός του αγίου Πέτρου ήταν κοντά εις το ήδη υπάρχον κτίριο του Συλλόγου Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ».

[67] Βλ. Αναστασίου Π. Τσακοπούλου, Συμβολαί εις την ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος, τεύχος Α΄, Αθήναι 1953, σσ. 7 κ.επ.

[68] Αυτόθι, σ. 13.

[69] Βλ. Ευαγγέλου Στασινοπούλου, Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους ο Θαυματουργός (855 –925), Αθήναι 19914, σσ. 47-48.

[70] Αυτόθι, σ. 51.

[71] Βλ. Αναστασίου Π. Τσακοπούλου, Συμβολαί εις την ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος, ό.π., σσ. 12-13. Επίσης Ευαγγέλου Στασινοπούλου, Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους…, ό.π., σ. 48.

[72] Βλ. Ευαγγέλου Στασινοπούλου, “Δαναός” και Άγιος Πέτρος, εις «ΔΑΝΑΟΣ» 1 [1894-1994: 100 χρόνια πνευματικής προσφοράς του Συλλόγου Αργείων “ο Δαναός”], εκδόσεις Συλλόγου Αργείων “ο Δαναός”, Άργος 1995, σσ. 11-12.

 

 

Αρχιμ. Καλλίνικος Δ. Κορομπόκης

Ιεροκήρυξ Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Πρoστατευμένο: Συμβολαί εις την Ιστορία της Εκκλησίας Αργολίδος – Τεύχος Ε’. Αναστασίου Τσακόπουλου, Έκδοσις «Χρονικών του Μοριά», Αθήναι, 1955. Περιεχόμενα: α) Το Μονύδριον του Αγίου Νικολάου Ελληνικού Άργους β) Το Μονύδριον του Ιερομονάχου Θεοκλήτου «Η Γέννησις του Κ.Η.Ι. Χριστού» γ) Ο ναός του Αγίου Κωνσταντίνου Άργους δ) Ο ναΐσκος της Αγίας μεγαλομάρτυρος Μαρίνης ε) Ο βίος του νεομάρτυρος Αγγελή του Αργείου ζ) Προφήται – Σίβυλλαι – Το Μαντείον των Δελφών περί της ελεύσεως του Κ.Η.Ι.

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Older Posts »