Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Εκκλησιαστικά’

Αρσενοκοιτία, Μοιχεία και Παλλακεία στη Βυζαντινή Κοινωνία – δρ. Ειρήνη Άρτεμη, Phd, Post Doc Καθηγήτρια – Σύμβουλος στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του ΕΑΠ, «Σπουδές στην Ορθόδοξη θεολογία», Ακαδημαϊκή διδάσκουσα στο Israel Institute of Biblical Studies by Hebrew University of Jerusalem.


 

Η θρησκεία, ο Χριστιανισμός, άσκησε βαθύτατη επιρροή σε όλες τις εκφάνσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στους θεσμούς άσκησης εξουσίας, στην καθημερινή ζωή και στον τρόπο καλλιτεχνικής εκφράσεως των υπηκόων της. Η βυζαντινή αυτοκρατορία μπορεί να θεωρεί­ται μία χριστιανική αυτοκρατορία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πολλές φορές η ηθική των υπηκόων της από τα ανώτερα μέχρι τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα δεν ερχόταν σε σύγκρουση με την ηθική της χρι­στιανικής διδασκαλίας. Έτσι πολλές φορές μέσα από τις γραπτές πη­γές της εποχής γίνεται αναφορά για το φαινόμενο της παλλακείας, της μοιχείας αλλά και της αρσενοκοιτίας.

Αρχικά πρέπει να επισημανθεί ότι η «παλλακεία» θεωρούνταν η σταθερή συμβίωση και συγκατοίκηση ενός άνδρα και μίας γυναίκας, από την οποία όμως συμβίωση λείπει η γαμική διάθεση. Η παλλακεία ήταν ανεπίδεκτη κατηγορίας για πορ­νεία (stuprum) ή για μοιχεία (adulterium) κατά το βυζαντινό δίκαιο. Όσον αφορά στη μοιχεία ήταν αρχικά η ερωτική συνεύρεση έγγαμης ελεύθερης γυναίκας με άγαμο ή έγγαμο, ενώ αργότερα συμπεριελήφθη στο αδίκημα και η συνεύρεση έγγαμου άνδρα με άλλη ελεύθερη γυναί­κα εκτός της συζύγου του. Τέλος, σχετικά με την αρσενοκοιτία, η οποία χαρακτηριζόταν ως «οι νοσούντες την θήλειαν νόσον», «η των Σοδόμων ασθένεια ή Σοδομιτισμός, οι δ’ εις τούτο δουλεύοντες Σοδομίται ή Σοδομηνοί» υπήρχαν τόσο αναφορές σε νομικά όσο και σε εκκλησιαστικά κείμενα, την οποία καταδίκαζαν. Κατά τους Βυζαντινούς τα είδη της «αρσενοκοιτίας» ήταν τρία: το πρώτο και ελαφρύτερο ήταν «το παρ’ άλλων παθείν», το δεύτερο και βαρύτερο «το ποιήσαι εις έτερον» και το τρίτο και βαρύτατο «το παθείν παρ’ ετέρου και ποιήσαι εις έτε­ρον». Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος μιλάει για αρσενικοθήλυκους άντρες, που δεν είναι ούτε άντρες ούτε γυναίκες, αλλά άντρες για τις γυναίκες και γυναίκες για τους άνδρες.

Στην παρούσα εργασία θα μελετήσουμε ποια άποψη κυριαρχούσε στις διάφορες κοινωνικές τάξεις για τις παραπάνω διάφορες μορφές ερωτικών διαπροσωπικών σχέσεων και πώς εκείνες αντιμετωπίζονταν από την κοινωνία γενικότερα, το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο αλλά και την Εκκλησία. Πολλοί πατέρες της Εκκλησίας κάνουν αναφορά σε αυτά τα αμαρτήματα ως θανάσιμα πάθη και τα στηλιτεύουν παραδεχόμενοι ότι ως παγίδες του διαβόλου μπορούσαν να παγιδέψουν τον οποιοδή­ποτε δεν αντιστεκόταν σε αυτά και προβάλλουν την καλλιέργεια των χριστιανικών αρετών ως την πανοπλία εναντίον του πονηρού και των συγκεκριμένων παθών.

  1. Εισαγωγή

Στην εργασία αυτή θα αναφερθούμε συνοπτικά στη μοιχεία, αρσενοκοιτία και παλλακεία στη βυζαντινή κοινωνία μέσα από τα νομικά και πατερικά κείμενα, θέλοντας να δώσουμε μία γενική εικόνα για το τι επικρατούσε στη Βυζαντινή κοινωνία και πώς επηρεάστηκε από τη χριστιανική διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας. Η οικογένεια στο Ύστερο Ρωμαϊκό κράτος αποτελούσε μία χαλαρή ενότητα.

Στη ρωμαϊκή εποχή ο γάμος αποτελούσε μία κοινωνική σχέση – σύνδε­ση ενός άνδρα και μίας γυναίκας, που κατοχυρωνόταν από το νόμο, προκειμένου να ζήσουν μαζί και στην οποία εφαρμόζονταν κάποιοι ηθικοί κανόνες[1]. Η βάση, λοιπόν, του γάμου βρισκόταν στην affectio maritalis, τη γαμική επιθυμία, και στο honor matrimonii, πού προϋπέθε­ταν ένα σύστημα ηθικών υποχρεώσεων που έπρεπε να εφαρμόζεται[2]. Η έλλειψη γαμικής επιθυμίας οφείλεται στο γεγονός ότι δεν μπορούσε να συναφθεί γάμος εξαιτίας του ότι ο ένας από τους δύο συζύγους ήταν κοινωνικά κατώτερος ή οικονομικά. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα αντί για τη νομιμοποίηση της σχέσης μέσα από το νομικό και θεσμικό πλαίσιο του γάμου, να υφίσταται ο θεσμός της παλλακείας[3]. Ο γάμος που είχε γίνει σύμφωνα με όλες τις θετικές προϋποθέσεις – συγκατά­θεση pater familias[4], συναίνεση των μελών κ.α.- που απαιτούσε το Ius Civile[5], δηλαδή το Ρωμαϊκό Αστικό Δίκαιο – και σύμφωνα με το οποίο δεν συνέτρεχε κανένα κώλυμα, όπως αγχιστεία, μοιχεία, συγγένεια, προηγούμενος γάμος, ονομαζόταν από τους Ρωμαίους νόμιμος γάμος, iustae nuptiae, iustum matrimonium, legitimum matrimonium[6]. Κάθε άλλη μορφή γάμου θεωρούνταν iniustum matrimonium[7].

Στη βυζαντινή εποχή και κυρίως υπό την επίδραση του χριστιανι­σμού δημιουργείται σιγά – σιγά ο θρησκευτικός χαρακτήρας του γά­μου. Επιπλέον στα νομικά κείμενα του κράτους αλλάζει το νομικό πλαίσιο τόσο για τις εξωσυζυγικές σχέσεις, όσο για τη μεταχείριση των παλλακίδων αλλά και των δικαιωμάτων που έπρεπε να είχαν τα νόθα παιδιά. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας περιόδου της Ρωμα­ϊκής Αυτοκρατορίας που συμπίπτει σε ένα μέρος της με την εμφάνι­ση χρονικά της πρωτοβυζαντινής περιόδου και, ιδίως, στην εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, τα πράγματα αλλάζουν κοινωνικά και ηθικά απέναντι στο γεγονός της παλλακείας. Αυτό οφείλεται στη χριστιανική διδασκαλία και στην επιρροή που ασκούσε η Εκκλησία τόσο στους αυτοκράτορες όσο και στο λαό. Την περίοδο αυτή η νομοθεσία μάλλον διακρίνεται από αυστηρότητα απέναντι στο θεσμό της παλλακείας. Έτσι, δεν αναγνώριζε κληρονομικά δικαιώματα στην περιουσία του επιφανούς παλλακευόμενου υπέρ των εκτός γάμου τέκνων της και, πιθανότατα, ούτε υπέρ της παλλακής[8]. Οι αυτοκράτορες, όμως, που διαδέχθηκαν στο θρόνο τον Κωνσταντίνο άνοιξαν σταδιακά ρήγματα στην απαγόρευση αυτή, αναγνωρίζοντας στοιχειώδη πλην περιορισμέ­να κληρονομικά δικαιώματα[9].

Όσον αφορά στο ζήτημα της μοιχείας, θεωρείται μία από της με­γάλες αμαρτίες τόσο κατά τον Ιουδαϊκό νόμο και τις δέκα εντολές[10]. Σιγά- σιγά η διδασκαλία του Χριστού και του αποστόλου Παύλου σχε­τικά με το γάμο και την πίστη που πρέπει να έχουν οι σύζυγοι μεταξύ τους[11] γίνεται και συνείδηση σε ολόκληρη τη βυζαντινή κοινωνία και όχι μόνο στις μικρές ομάδες των Χριστιανών των δύο πρώτων αιώνων μ.Χ.

Τέλος, η αρσενοκοιτία ή σοδομισμός δεν ήταν αποδεκτά από τη χριστιανική βυζαντινή κοινωνία, αφού έρχονταν σε αντίθεση με το ήθος που κήρυσσε ο Χριστός και στο οποίο αναφέρεται κατηγορηματικά ο Παύλος στην προς Ρωμαίους Επιστολή «Ομοίως δε και οι άρσενες αφέντες την φυσικήν χρήσιν τής θηλείας έξεκαύθησαν έν τή ορέξει αύτων εις αλλήλους, άρσενες έν αρσεσι τήν ασχημοσύνην κατεργαζόμενοι και τήν αντιμισθίαν ην εδει τής πλάνης αύτων έν έαυτοις απολαμβάνοντες»[12]. Στην προς Κορινθίους Α’ [13] υπογραμμίζεται ότι όσοι εμμένουν στις παρακάτω πρακτικές «ούκ οιδατε ότι … βασιλείαν Θεού ού κληρονομήσουσι; μή πλανάσθε· ούτε πόρνοι ούτε ειδωλολάτραι ούτε μοιχοι ούτε μαλακοί ούτε άρσενοκοΐται».

 

  1. Η μοιχεία στη Βυζαντινή Κοινωνία και η αναφορά σε αυτήν στα πατερικά κείμενα

Στη βυζαντινή κοινωνία σύμφωνα με το νόμο, η μοιχεία αφορούσε την παράβαση της συζυγικής πίστης, μόνο όμως από την πλευράς της συζύγου[14]. Η μοιχεία κατά την περίοδο του Μ. Κωνσταντίνου τιμωρού­νταν με θάνατο[15]. Στον καιρό του Ιουστινιανού η μοιχαλίδα απαγορευ­όταν να ξαναπαντρευτεί, ενώ κίνδυνο να καταδικασθεί σε θάνατο είχε ο άντρας που διατηρούσε σχέσεις με παντρεμένη γυναίκα[16]. Η μοιχαλίδα πολλές φορές αναγκαζόταν να κλεισθεί σε μοναστήρι για μετάνοια[17]. Αν ο σύζυγος διατηρούσε εξώγαμη ή εξώγαμες σχέσεις με ελεύθερη άγαμη γυναίκα, η οποία ανήκε στην τάξη των εντίμων δεν διέπραττε μοιχεία αλλά πορνεία[18]. Αντίθετα, αν οι εξωσυζυγικές σχέσεις συνάπτονταν με γυναίκα που ήταν δούλη ή κατ’ επάγγελμα εταίρα, δεν υπήρχε κά­ποια τιμωρία, ούτε για το κράτος θεωρούνταν ανήθικη πράξη. Ο λόγος πιθανώς ήταν το γεγονός ότι η πορνεία μπορούσε να είναι πολύ προσοδοφόρα περιστασιακά και ως εκ τούτου ευεργετική για το κρατικό θησαυροφυλάκιο μέσω της φορολογίας. Έτσι η παράβαση της συζυγι­κής πίστης από τον άνδρα σύμφωνα με την παραπάνω προϋπόθεση, δεν τιμωρούνταν σύμφωνα με τη νομοθεσία στου Ιουστινιανού[19].

Γρηγόριος Ναζιανζηνός, έργο του Ιταλού ζωγράφου Francesco Bartolozzi, 19ος αι.

Η ελαστικότητα αυτή της νομοθεσίας σχετικά με τη διαφορετική αντιμετώπιση του μοιχού από εκείνην της μοιχαλίδας, δημιουργούσε την αντίδραση των Πατέρων της Εκκλησίας. Οι Πατέρες κατανοούν το άδικο της νομοθεσίας απέναντι στις γυναίκες και προσπαθούν με κάθε τρόπο να το στηλιτεύσουν. Χαρακτηριστικά ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός υπερασπίζεται τη γυναικεία φύση που υφίσταται αδικία από την νομοθεσία. Το πάθος του μάλιστα για να αποκαταστήσει αυτήν την αδικία, τον κάνει να την τονίσει αυτή ενώπιον του αυτοκράτορα του Μ. Θεοδοσίου[20]. Έτσι τονίζει ότι αρνείται να αποδεχτεί τη νομοθεσία που είναι κατά της γυναίκας, αφού οι νομοθέτες ήταν άνδρες[21]. Αυτό, όμως, υποστηρίζει ο Πατήρ, ότι έρχεται σε αντίθεση με όσα έπραξε ο Θεός κατά τη δημιουργία του άνδρα και της γυναίκας, που τους έπλα­σε και τους δύο από χώμα αλλά συγχρόνως «κατ’ εικόνα» και «καθ’ ομοίωσίν» Του[22]. Επιπλέον η νομοθεσία των ανθρώπων, που αδικούσε κατάφωρα τη γυναίκα έρχεται σε αντίθεση με τους νόμους του Θεού, ο οποίος πρόσταξε να τιμούνται και ο άνδρας και η γυναίκα το ίδιο, ως γονείς[23].

Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος καταδικάζει την κοινωνία που ήθελε τη γυναίκα πιστή και συγχωρούσε τον άνδρα που μοίχευε[24]. Στην ελαστι­κή αυτή ηθική των ανθρώπων, ο Γρηγόριος αντιπαραβάλει τη δίκαιη τιμωρία που υπέστησαν και οι δύο οι Πρωτόπλαστοι από το Θεό. Παράκουσαν την εντολή του Θεού, αμάρτησαν, τιμωρήθηκαν και οι δύο με την έξωσή τους από τον Παράδεισο και της στέρησης των αγαθών της αρχέγονου καταστάσεως. Αλλά ο Θεός και στους δύο έδωσε την ελπίδα της σωτηρίας με την έλευση του Θεανθρώπου[25], «Και τους δύο τους σώζει ο Χριστός με τα πάθη Του. Έγινε άνθρωπος για τον άνδρα; Το ίδιο και για τη γυναίκα… Λέγεται ότι προέρχεται (ο Χριστός) από το σπέρμα Δαβίδ. Νομίζεις ενδεχομένως ότι με αυτό τιμάται ο άντρας; Γεννάται όμως από την Παρθένο και αυτό είναι υπέρ των γυναικών»[26].

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος υπογραμμίζει ότι δεν πρέπει κάποιος να παντρεύεται μοιχαλίδα γυναίκα, γιατί και ο ίδιος διαπράττει αμαρτία «Έκέλευσα άπολελυμένην γυναίκα μή λαμβάνειν, είπών ότι μοιχεία το πράγμα έστι»[27]. Παράλληλα επικρίνει με δριμύτητα τον μοιχό σύζυγο ακόμα και αν η απιστία του έχει να κάνει με πόρνες και όχι με άλλου σύζυγο: «ούτω καί ο άνήρ, καν εις πάνδημον πόρνην, καν εις έτέραν γυναίκα άνδρα ούκ εχουσαν άμάρτοι, γυναίκα εχων, μοιχείας το πράγ­μα νενόμισται»[28]. Ο χρυσορρήμων Πατήρ τονίζει: «Την κληρωθείσαν εξ αρχής γυναίκα, ταύτην έχειν δια παντός»[29], «γιατί ο Θεός στον καθένα έδωσε γυναίκα (ως σύζυγο), έθεσε όρια στη φύση, την συνουσία με την μία εκείνη γυναίκα … γι’ αυτό η συζυγική απιστία – μοιχεία θεωρείται παράβαση και πλεονεξία και ληστεία»[30]. Σ’ αυτήν την περίπτωση η συζυγία καταντά, κατά τον Χρυσόστομο, «ναυάγιο». Απευθυνόμενος δε στον μοιχό, με αγανάκτηση τον ρωτά με έμφαση προκειμένου να τον συνετίσει: «Γιατί αδικείς την σύζυγο; γιατί προσβάλλεις το δικό σου μέλος; γιατί ντροπιάζεις την αξιοπρέπειά σου;»[31] Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος αν και είχε ακολουθήσει το μοναχικό βίο εξηγεί ότι μεγαλύτερη ηδονή δεν υπάρχει για κάποιο άνδρα από το να έχει γυναίκα – σύζυγο και παιδιά. Δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο πόσο ψηλά είχε το γάμο[32].

Σύμφωνα με τον δ’ κανόνα του Γρηγορίου Νύσσης[33] πορνεία είναι η άθεσμος ηδονή χωρίς να βλάπτεται τρίτος, ενώ η μοιχεία εμπεριέχει την άθεσμο ηδονή αλλά με επιβουλή και αδικία τρίτου που στη συγκε­κριμένη περίπτωση είναι ο σύζυγος. Αυτός είναι ο λόγος που ο επίσκοπος Νύσσης επιτιμά τον μοιχό διπλάσιο χρόνο από τον πόρνο θεωρώ­ντας με τον τρόπο αυτό τη μοιχεία ως ειδεχθέστερο έγκλημα. Μάλιστα ο ιερός Πατήρ θεωρεί ως μοιχεία οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη που μπορεί να έχει ένας έγγαμος άνδρας ή γυναίκα εκτός συζυγικής κλί­νης είτε πρόκειται για ζωοφθορία, για παιδεραστία, για τέλεση γάμου χωρίς λύση του ήδη υφιστάμενου[34]. Μεγάλη τιμωρία υφίσταται και κά­ποιος που γίνεται επίσκοπος έχοντας διαπράξει ο ίδιος ή συγκαλύψει για χρήματα τη μοιχεία της συζύγου του.

Στην νομοθεσία του Ιουστινιανού και συγκεκριμένα στον Πανδέ­κτη γίνεται αναφορά για την τιμωρία που υφίσταται όχι μόνο εκείνος που διαπράττει μοιχεία αλλά και η σύζυγος ή ο σύζυγος που σιωπούν έναντι της μοιχείας των νόμιμων συντρόφων τους λόγω χρημάτων που λαμβάνουν ως δωροδοκία[35]. Θεωρούνται και οι ίδιοι σύζυγοι ως μοιχοί, αφού αποκρύπτουν τη μοιχεία έναντι οικονομικών οφελών[36]. Επιπλέον, τιμωρία έπρεπε να υποστεί όποιος παντρευόταν γυναίκα που είχε κατηγορηθεί για μοιχεία[37]. Παράλληλα, αν ο συγκαλύψας τη μοιχεία ήταν στρατιωτικός έπρεπε να λαμβάνει άμεσα την αποστράτευσή του[38].

 

Ιουστινιανός

 

Στην Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο, την κοινώς ονομαζόμενη εν Τρούλω (692μ.Χ.) και συγκεκριμένα στον 98ο κανόνα της που ταυτίζει το γάμο με τον αρραβώνα και θεωρεί ότι μοιχός είναι όποιος παντρεύ­εται γυναίκα, η οποία ήταν αρραβωνιασμένη με άλλον άντρα, που βρί­σκεται ακόμη στη ζωή[39]. Φυσικά αυτό το συμπεριλαμβάνει και σε μία από τις Νεαρές του ο Αλέξιος ο Κομνηνός[40].

Στο νομοθετικό κείμενο «Εκλογή» των Ισαύρων, η αντικειμενική υπόσταση της πορνείας διευρύνεται και περιλαμβάνει κάθε εξώγαμη συνουσία του ανδρός, στον καταλογισμό της ποινής όμως διατηρείται ως βαρύτερη μορφή η πορνεία που διαπράττεται από έγγαμο άνδρα, τιμωρούμενη με δώδεκα ραβδισμούς, ενώ ο άγαμος τιμωρείται μόνον με έξι[41]. Εάν βέβαια η συναυτουργός του είναι έγγαμη, τότε υπάγεται και ο ίδιος στις διατάξεις περί μοιχείας. Με βάση με τη νομοθεσία του Λέοντα ΣΤ του Ισαύρου υπογραμμιζόταν ότι η μοιχεία κυρίως της γυ­ναίκας ντρόπιαζε το άνδρα της και ήταν αιτία διάλυσης της οικογενει­ακής εστίας της.

Στη Νεαρά 32 του Λέοντα ΣΤ’ τονίζεται με έμφαση: «ο δέ μιαρός της μοιχείας έργάτης πλείστων όσων άνέτρεψε βίους, άνδρός, παίδων, συγγενών άλλων, μία πληγή πάντας τη των γάμων άνατρέπων διασπαράξει»[42]. Στην ίδια Νεαρά του αυτοκράτορα Λέοντος υπογραμμίζεται: «Πρέπει να τιμωρούμε τη μοιχεία το ίδιο αυστηρά με την ανθρωποκτονία. Αυτό το έγκλημα κάποτε τιμωρούταν με θάνατο. Ύστερα έκριναν σκόπιμο να υποκαταστήσουν αυτή την ποινή με μιαν άλλη πιο μαλακή. Δίνοντας την προτίμησή μας στην τελευταία ποινή, αποφασίζουμε την αποκοπή της μύτης της μοιχού και του συνενόχου της». Η ίδια ποινή προβλέπεται για το σύζυγο, που αποδεικνύεται ότι απάτησε τη γυναίκα του. Αλλά υπάρχει μια διάκριση. Ο μοιχός σύζυ­γος θα τιμωρηθεί και αυτός με αποκοπή της μύτης του, αλλά η γυναίκα του θα εξακολουθήσει να συζεί μαζί του. Αντίθετα, αν τιμωρηθεί η γυ­ναίκα που απάτησε το σύζυγό της, με αποκοπή της μύτης, ο απατημένος σύζυγος μπορεί να τη διαπομπεύσει και τη διώξει. Στην τελευταία περίπτωση, η προίκα θα παραμείνει στον άντρα. Όσο για την άπιστη σύζυγο, που της έκοψαν τη μύτη, θα κλειστεί σ’ ένα μοναστήρι.

Εν κατακλείδι, στην πρώιμη βυζαντινή εποχή σχετικά με τη μοιχεία συνεχίστηκε να υφίσταται ο ρωμαϊκός πολιτειακός νόμος, ο οποίος κα­τηγορούσε τις γυναίκες ως μοιχαλίδες, οι οποίες αν και παντρεμένες, διατηρούσαν ερωτικές σχέσεις με ξένους άνδρες. Αντίθετα, οι νυμφευμένοι άνδρες μπορούσαν να διατηρούν ερωτικές σχέσεις με άλλες άγαμες γυναίκες, χωρίς να χαρακτηρίζονται μοιχοί. Οι Πατέρες της Εκκλησίας καταδίκασαν την ανεκτικότητα του νόμου και της κοινωνίας απέναντι στους άντρες σχετικά με τη μοιχεία, και τη σκληρότητα της κοινωνίας απέναντι στις γυναίκες για το ίδιο ζήτημα. Μάλιστα παρά τις επεμβάσεις των πατέρων της Εκκλησίας, η νομοθεσία της αυτοκρα­τορίας άλλαξε με βάση τη χριστιανική διδασκαλία αρκετούς αιώνες αργότερα[43].

 

  1. Η Παλλακεία στη Βυζαντινή κοινωνία

Στους Βυζαντινούς χρόνους συνηθιζόταν η παλλακεία. Ως παλλα­κεία ορίζονται διάφορες μορφές διαπροσωπικών διαρκών σχέσεων με­ταξύ των δύο φύλων, που όμως δε συνιστούν γάμο κάτι που οφείλεται συνήθως σε διαφορά κοινωνικής θέσης ή οικονομικής κατάστασης. Στο πλαίσιο του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ως παλλακεία ορίζεται η στα­θερή συμβίωση και συγκατοίκηση ενός άνδρα και μιας γυναίκας, από την οποία όμως συμβίωση λείπει η γαμική διάθεση. Η παλλακή, λοι­πόν, ήταν η «άγαμη γυναίκα, που είχε έναν μονιμότερο δεσμό μ’ έναν άγαμο άνδρα, χωρίς ο δεσμός της αυτός να αποτελεί νόμιμο γάμο»[44].

Πολλές φορές ο άνδρας έφερνε την παλλακή μέσα στο σπίτι, ισχυριζόμενος πως την έπαιρνε χάριν «παιδοποιίας». Παλλακίδες ήταν κατά κανόνα δούλες ή απελεύθερες, άσημες και φτωχές γυναίκες, καμιά φορά, όμως και ευγενείς. Πρόκειται για τον «άγαμο γάμο», όπως τον χαρακτήριζαν. Φαίνεται δε ότι, αν και η παλλακεία αφορούσε κυρίως στα μεσαία και κατώτερα στρώματα, το φαινόμενο δεν ήταν άγνωστο ούτε στην αριστοκρατία. Την εποχή του Ιουστινιανού, η νομοθεσία και με την ολοένα και αυξανόμενη επίδραση του Χριστιανισμού, ρύθμισε πολλά πράγματα σχετικά με την παλλακεία, όπως η νομιμοποίηση σε γάμο, η αναγνώριση των τέκνων χωρίς γάμου από σχέσης παλλακείας[45].

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι γενικότερα ως τον 6ο αιώνα, ενώ οι πα­τέρες της Εκκλησίας καταδίκαζαν την παλλακεία ως πορνεία και ως μοιχεία που μόλυνε το γάμο και εκείνους που ήταν μέτοχοι σε σχέση παλλακείας, η πολιτεία τήρησε διάφορες στάσεις. Ο Μ. Κωνσταντίνος αντιμετώπισε την παλλακεία με αυστηρό τρόπο, αφού ερχόταν σε αντί­θεση με τη χριστιανική διδασκαλία[46]. Έτσι, κατάργησε την παράνομη παλλακεία -2η και 3η συζυγία μέσα σε νόμιμο γάμο[47]. Τελείως, όμως, η παλλακεία καταργήθηκε από τους Μακεδόνες Αυτοκράτορες[48]. Η απα­γόρευση της παλλακείας από το Λέοντα ΣΤ’ με τη Νεαρά 91 υπήρξε καταλυτικός παράγοντας για ανύψωση του προσώπου της γυναίκας, τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο[49].

 

Ο Νικηφόρος Γρηγοράς ήταν Βυζαντινός ιστορικός συγγραφέας, λόγιος, θεολόγος, ρήτορας, μαθηματικός και αστρονόμος, πολέμιος θρησκευτικών αντιλήψεων του Μεσαίωνα

 

Στην ορθόδοξη αντίληψη, η παλλακή διαφέρει από την πόρνη μόνο στο ότι αμαρτάνει με ένα πρόσωπο ενώ η πόρνη με περισσότερα. Μά­λιστα παρά την απαγόρευση της παλλακείας από τη δυναστεία των Μακεδόνων, η παλλακεία συνέχιζε να υφίστατο όχι μόνο στα φτωχά κοινωνικά στρώματα αλλά και στα πιο υψηλά. Συγκεκριμένα, με παλ­λακή, την Ειρήνη Τραπεζουντία, συγκατοικούσε ο αυτοκράτορας της Τραπεζούντας Βασίλειος, ο Μέγας Κομνηνός, ο οποίος εγκατέλειψε γι’ αυτό τη γυναίκα του, την Ειρήνη Παλαιολογίνα[50], εξώγαμη κόρη του αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Ανδρόνικου Γ’ Παλαιολόγου. Η αντίδραση ήταν μεγάλη από τον Πατριάρχη Ιωάννη Καλέκα και το Νικηφόρο Γρηγορά (1295 – 1360), αλλά και την οργή του λαού της Τραπεζούντας[51]. Ο πατριάρχης Ιωάννης ΙΑ’ Καλέκας αντιδρώντας, διέταξε με έγγραφο του το μητροπολίτη Τραπεζούντας Γρηγόριο να διακόψει την παράνομη συμβίωση, χαρακτηρίζοντας μάλιστα την παλλακή ως μοιχαλίδα[52].

  1. Αρσενοκοιτία στη Βυζαντινή Κοινωνία

Οι άνθρωποι έχουν σώμα διακρινόμενο από τη φύση του σε άρσεν και θήλυ με αμετάβλητους τους γενετικούς χαρακτήρες του. Έτσι, από τα χρόνια ήδη της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, η ομοφυλοφιλία και κυρίως ο κιναιδισμός υπήρξε κάτι όχι μόνο απαγορευμένο αλλά και εντελώς έξω από την υγιή ανθρώπινη φύση. Ο χρυσορρήμων επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης Χρυσόστομος τονίζει ότι η ομοφυλοφιλία αποτελεί καταπάτηση του θείου νόμου και παράλληλα αποτελεί όνειδος και καταπάτηση της φύσης[53] και μάλιστα τη θεωρεί ως τη χειρότερη μορφή της πορνείας[54]. Συγκρίνοντας μάλιστα δύο βδελυρές πράξεις από την Παλαιά Διαθήκη, όπως την πιθανή ασέλγεια των Σοδομιτών στις παρθένες κόρες του Λωτ και στους φιλοξενούμενούς του άντρες, θεωρεί ότι η τυχόν ασέλγεια στους άνδρες είναι πιο ειδεχθές από το άλλο[55].

Ο ιερός Πατήρ επέκρινε τόσο την πορνεία «εί καί παράνομος, αλλά κατά φύσιν ή μίξις»[56], ενώ για την ομοφυλοφιλία τονίζει ότι είναι «καί παράνομος καί παρά φύσιν»[57] για το λόγο αυτό καταστράφηκαν τα Σόδομα και τα Γόμορρα λόγω των παρανόμων και ξένων προς τη φύση συνουσιών[58].

Δυστυχώς, η ύπαρξη ομοφυλοφιλίας στο χριστιανικό Βυζάντιο ήταν κάτι που δεν μπορεί κάποιος να το αρνηθεί. Ίσως η χαλαρότητα αυτή των ηθών κληροδοτήθηκε στο Βυζάντιο από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατο­ρία. Οι περισσότεροι όμως Βυζαντινοί μέσα από την επίδραση του Χριστιανισμού θεωρούσαν βδέλυγμα την ομοφυλοφιλία και την κατα­δίκαζαν απερίφραστα μαζί με την παιδεραστία. Η αρσενοκοιτία είχε τρεις διαφορετικές πλευρές: α. «το παρ’ άλλων παθείν», το οποίο ήταν απλά αισχρό. Το β. «το ποιήσαι εις έτερον», που ήταν αισχρότερο από το α. Και γ. «το παθείν παρ’ ετέρου και ποιήσαι εις έτερον», το οποίο ήταν το πιο άσχημο από όλα. Μάλιστα αυτούς που στηλιτεύει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος μιλάει για αρσενικοθήλυκους άντρες, που δεν ήταν ούτε άντρες ούτε γυναίκες, αλλά άντρες για τις γυναίκες και γυναίκες για τους άντρες.

Το 390 ένα διάταγμα του αυτοκράτορα Θεοδόσιου Α’ προέβλεπε τη θανατική ποινή για τον πειθαναγκασμό ή το εμπόριο ανδρών για πορ­νεία[59]. Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός με τη Νεαρά 141 καταδικάζει την ομοφυλοφιλία κάτι που κάνει και στη Νεαρά 77[60]. Μάλιστα θεωρεί ότι τόσο οι διάφορες ομοφυλοφιλικές τάσεις των ανδρών όσο και η μοιχεία οφείλουν να τιμωρούνται με θάνατο[61].

Ο Μαλάλας μάλιστα αναφέρει ότι την εποχή του αυτοκράτορα Ιου­στινιανού κάποιοι αρσενοκοιτούντες επίσκοποι απομακρύνθηκαν από τις επισκοπές τους[62]. Σε αυτούς ο αυτοκράτορας επέβαλε την τιμωρία της καυλοτομής. Την εποχή αυτή, παράλληλα με τη θανατική ποινή υπήρχε και η «καυλοτομή», η αποκοπή του ανδρικού μορίου, ώστε να μην υπάρχει κάποια πιθανότητα ο ενεργός ομοφυλόφιλος να μη διαφθείρει κάποιον άλλο άνδρα. Η επιβολή της καυλοτομής, η οποία συχνά λόγω αιμορραγίας προκαλούσε τον θάνατο[63].

Πολιτεία και Εκκλησία θεωρούσαν ότι οι σκληροί νόμοι θα ήταν απο­τρεπτικοί για τη σύναψη ομοφυλοφιλικών ερωτικών σχέσεων. Έτσι εξαιτίας του φόβου της διαπόμπευσης, της τιμωρίας, ακόμα και του θανάτου η ομοφυλοφιλία θα εξέλιπε. Ο αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας Κύριλλος στο λόγο του «Κατά εύνούχων» τονίζει ότι «οι καημένοι (αρσενοκοίτες) το ενεργούν αυτό, δηλαδή το να υφίστανται όσα ανήκουν στις γυναίκες, ενώ θέλουν να είναι άνδρες – εξ αιτίας της ακολασίας. Διότι διαφθείρουν τη θεόπλαστη και ανδροπρεπή μορφή μεταβάλλοντας τη φύση, όχι για τίποτε το χρήσιμο, παρά μόνο για την ασέλγεια, είτε με τη θέλησή τους πολλές φορές, είτε αναγκαζόμενοι από άλλους να το υπομείνουν αυτό. Ως φθορείς της φύσεως, και εχθροί του ανθρωπίνου γένους, γίνονται και σπίλοι της πολιτείας και προσβολή για τη ζωή· εκπορνευόμενοι σαν τις Μαινάδες χορεύουν άμετρα στα αίσχιστα πάθη»[64].

Ο κιναιδισμός κυριαρχούσε αδιάντροπα κατά τους πατέρες της Εκ­κλησίας στα υψηλά κοινωνικά στρώματα και οι κίναιδοι πολλές φο­ρές προσπαθούσαν να είναι γυναίκες με τους άντρες ενώ παράλληλα δημιουργούσαν σαρκικές σχέσεις και με τις γυναίκες[65]. Επίσης, ήταν καταδικαστέα, γιατί ως σαρκικό πάθος εκμαύλιζε και την ψυχή. Τέλος, πάθη όπως η ομοφυλοφιλία προάγουν την ιδέα της στείρας ηδονής που δεν οδηγεί πουθενά, άρα απομακρύνει τον άνθρωπο από την επιδίωξη του αγαθού γι αυτό και είναι απορριπτέα.

 

Συμπεράσματα

 

Μέσα από τη νομοθεσία των βυζαντινών αυτοκρατόρων αντλούμε πληροφορίες για τα ηθικά και κοινωνικά ατοπήματα των Βυζαντινών που αφορούσαν θέματα της γενετήσιας ηθικής. Χαρακτηριστικοί για τα θέματα αυτά υπήρξαν οι νόμοι του Ιουστινιανού, των Ισαύρων και συγκεκριμένα η Εκλογή και τέλος η Μακεδονική δυναστεία.

Μία από τις σοβαρότερες ηθικά, κοινωνικά και χριστιανικά γενετή­σιες πράξεις υπήρξε η μοιχεία. Μάλιστα αποτελούσε ένα από τα τρία θανάσιμα αμαρτήματα κατά τη χριστιανική διδασκαλία, τα άλλα δύο ήταν η άρνηση της πίστεως και ο φόνος. Η μοιχεία τιμωρούνταν με ρινότμηση και διαπόμπευση, αν και αρχικά στους μοιχούς επιβάλλονταν ο θάνατος. Φυσικά, μέσα από τα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας φαίνεται ότι οι νόμοι ήταν αυστηροί για τις μοιχαλίδες όχι όμως και για τους μοιχούς[66].

Παράλληλα, συνέχισε να υφίσταται στο χριστιανικό Βυζάντιο ο άγα­μος γάμος, δηλαδή η παλλακεία. Αυτή έδινε τη δυνατότητα στον άνδρα να έχει πέρα από τη νόμιμη σύζυγο, επίσημη ερωμένη. Και σε αυτό η Εκκλησία αντιτάχθηκε, χωρίς όμως να κατορθώσει να εξαλείψει το φαινόμενο αυτό από την κοινωνία.

Αισχρότερο, όμως, φαινόμενα σχετικά με τις σαρκικές επαφές ήταν η αρσενοκοιτία. Η παρά φύση ερωτικές σχέσεις των ανδρών μεταξύ τους ήταν η αιτία καταστροφής των Σοδόμων και Γομμόρων. Ο οι­κουμενικός Ιεράρχης Μ. Βασίλειος το 370 μ.Χ. με τις κανονικές του επιστολές και τον 7ο ιερό του κανόνα επικυρωθέντα από τον 2ο κανό­να της ΣΤ’ Οικουμενικής Συνόδου διακηρύσσει: «Άρρενοφθόροι και ζωοφθόροι και φονεϊς και φαρμακοι και μοιχοι και ειδωλολάτραι της αύτης καταδίκης εισιν ήξιωμένοι, ώστε ον έχεις έπι των άλλων τύπον και έπι τούτων φύλαξον…». Κατά συνέπεια η αρσενοκοιτία υπήρξε για την Εκκλησία η παρά την φύση ανατροπή της ανθρώπινης οντολο­γίας καί φυσιολογίας και ο πλήρης ευτελισμός της έννοιας άνθρωπος πού στην ελληνική γλώσσα σύγκειται από το επίρρημα άνω καί το ρήμα θρώσκω πού σημαίνει άνω βλέπω, άνω φέρομαι, εξαιτίας του ότι δημιουργηθήκαμε με την προοπτική να γίνουμε ισόθεοι.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Α. P. Kazdan, «Η Βυζαντινή οικογένεια και τα προβλήματά της», Μνήμων, 12 (1989), (195-209), σ. 196, http://dx.doi.org/10.12681/mnimon.414.

[2]  Αυτόθι.

[3] Στο πλαίσιο του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου ως παλλακεία ορίζεται η σταθερή συμβίωση και συγκατοίκηση ενός άνδρα και μιας γυναίκας, από την οποία, όμως, συμ­βίωση λείπει η γαμική διάθεση (affectio maritalis).

[4]  B. Severy, Augustus and the family at the birth of the Roman Empire, Routledge, New York 2003, p. 9-10. T. Parkin & A. Pomeroy, Roman Social History. A Sourcebook, Routledge, New York 2007, p. 72-80.

[5] H. J. Wolff, Roman Law. An Historical Introduction, Red Rivers Books, University of Oklahoma Press, 1951, p. 61-70. G. Moussourakis, Roman Law and the Origins of the Civil Law Tradition, Springer International Publishing, Switzerland 2015, p. 27, references 1 & 2, DOI 10.1007/978-3-319-12268-7.

[6] M. Jonaitis & E. Kosaite-Cypiene, «Conception of roman marriage: historical experience in the context of national family policy concept», Jurisprudencija/Jurisprudence of Mykolo Romerio universitetas, 2. 116 (2009), p. 295-316. ISSN 1392-6195 (print).

[7]    B. Rawson, «Spurii and the Roman View of Illegitimacy», The Australian National University: Antichthon 23 (1989), p. 10-41.

[8]  Κ. Harper, Slavery in the Late Roman Mediterranean, Ad 275-425: an Economic, Social, and Institutional Study, Cambridge University Press, Cambridge 2011, p. 443.

[9]  Με βάση το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, Naturales liberi, αποκαλούνταν ως φυσικά τέκνα τα οποία προέρχονται από παλλακευτική σχέση. Με βάση αρχικά το ρωμαϊκό και πρώιμο βυζαντινό δίκαιο τη μόνη κατηγορία εκτός γάμου κατιόντων, που είχαν δικαίωμα να νομιμοποιηθούν, δηλαδή να εξισωθούν ως προς τη νομική τους αντιμετώ­πιση με τα γνήσια τέκνα. Δ. Χ. Γκόφας, «Παλλακεία και Νομιμοποίηση», στο Ιστορία και Εισηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου Β’, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1989, σ. 128-129.

[10]  Μέσα στις δέκα εντολές υπάρχει η ρητή έβδομη εντολή «Ού Μοιχεύσεις» (Μαρκ. 3, 19). Το ρήμα Μοιχεύω σημαίνει ότι επιβουλεύομαι την τιμή μιας παντρεμέ­νης γυναίκας και παρεμβαίνω ως τρίτος στο μέσο ενός ανδρόγυνου για να ατιμάσω τη γυναίκα, που ανήκει σε άλλον. Βέβαια, ως ο Κύριος σημειώνει στο Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον, (3, 11-12), μοιχός θεωρείται και ο άντρας και όχι μόνο η γυναίκα (μοιχαλίς), ο/η οποίος/α χωρίζει τον άντρα της/τη γυναίκα του, για να έλθει σε γάμο με άλλην/ον, γιατί στα μάτια του Θεού, άντρας και γυναίκα είναι ίσοι και συνεπώς ότι είναι άτιμο και εξευτελιστικό για τη γυναίκα, είναι άτιμο και εξευτελιστικό και για τον άντρα. Στην εντολή «Ού Μοιχεύσεις» περιλαμβάνεται κάθε πράξη, κάθε συμπεριφορά που προσβάλλει και κηλιδώνει την αγνότητα του σώματος και την καθαρότητα της καρδιάς του ανθρώπου. Άλλωστε, ο ίδιος ο Κύριος, στην επί του Όρους ομιλία του, κατεδίκασε ως αμαρτία και αυτήν ακόμα την εσωτερική αισχρά και σαρκική επιθυμία ως ρίζα του κακού λέγοντας ότι «πας ό βλεπων γυναίκα προς το έπιθυμήσαι αύτήν ήδη έμοίχευσεν αύτήν έν τη καρδία αύτοό» (Ματθ. 5, 28).

[11] Στην Καινή Διαθήκη ο γάμος θεωρείται ιερός και δεν είναι τυχαίο ότι ο Χριστός ποιεί το πρώτο του θαύμα στο γάμο της Κανά. Έτσι λοιπόν ο Σωτήρας ανήγαγε το γάμο σε Μυστήριο στην Καινή Διαθήκη και με την παρουσία του στο γάμο της Κανά, και με όσα είπε ως προς το αδιάλυτο του γάμου προς τους φαρισαίους που τον πεί­ραζαν. Τι είπε τότε; «Ούκ άνέγνωτε ότι ό ποιήσας άπ’ αρχής αρσεν και θήλυ έποίησεν αύτοος και εϊπεν, ενεκεν τούτου καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα αύτοό… Και πρόσθεσε ο Χριστός προς τους φαρισαίους· «ώστε ούκέτι είσι δύο, άλλα σάρξ μία. ο οόν ό Θεος συνέζευξεν, άνθρωπος μή χωριζέτω» (Ματθ. 19, 4-6). Και βέβαια ρητώς στην Καινή Διαθήκη ονομάζεται ο γάμος μυστήριο και παραβάλλεται από τον απόστολο Παύλο προς τη μυστική ένωση του Νυμφίου Χριστού προς τη νύμφη Εκκλησία, για να καταδείξει την αγάπη που πρέπει να έχει ο άνδρας προς τη γυναίκα. Και προσθέτει· «το μυστήριον τοότο μέγα έστίν, έγω δε λέγω είς Χριστόν και είς τήν έκκλησίαν» (Εφ. 5, 32), δηλαδή εικόνα και ομοίωση της μυστικής ένωσης του Χριστού με την Εκκλη­σία ήταν η τέλεια ένωση του άνδρα και της γυναίκας, στην αρχή της δημιουργίας, με ιερό δεσμό και εκείνη, όπως με μυστηριώδη έννοια και αυτή. Πάλι δηλαδή αποδίδει ιερότητα μυστική και στο γάμο ο απόστολος Παύλος με την παραπάνω παρομοίωση που κάνει.

[12] Ρωμ. 1, 27.

[13] Α’Κορ. 6, 9.

[14] J. Beaucamp, Le statut de la femme a Byzance (4e-7e siecle). I. le droit imperial, Travaux et memoires du Centre de recherche d’ histoire et civilisation de Byzance, College de France. Venographies, 5, Paris 1990, p. 139-140.

[15] Justinii Codex 9.9.28.

[16] J. A. Evans, The Emperor Justinian and the Byzantine Empire, Greenwood Press, London 2005, p. 28.

[17] Αυτόθι.

[18] Σπ. Τρωιάνος, «Έρως και Νόμος στο Βυζάντιο», Σπ. Τρωιάνος (επιμ.), Έγκλημα και Τιμωρία στο Βυζάντιο, Αθήνα 1997, σ. 181.

[19] Όπ.π.

[20] Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Λόγος 37, PG 36, 281- 308.

[21] Αυτόθι, PG 36, 289AB: «’Άνδρες ήσαν οί νομοθετοόντες, δια τοότο κατά γυναι­κών ή νομοθεσία».

[22] Αυτόθι, PG 36, 289C: «Εις ποιητής άνδρος καί γυναικος, εις χοός άμφότεροι, είκών μία, νόμος εις, θάνατος εις, άνάστασις μία».

[23] Αυτόθι, PG 36, 289BC: «Θεος δε ούχ οότως· άλλά, Τίμα τον πατέρα σου καί τήν μητέρα σου, ήτις εστίν εντολή πρώτη, ίνα εό σοι γένηται, εν επαγγελίαις κειμένη. Καί, Ό κακολογών πατέρα ή μητέρα, θανάτω τελευτάτω. ‘Ομοίως καί το άγαθον ετίμησε, καί το κακον εκόλασεν.».

[24] Αυτόθι, PG 36, 289AB: «Το ερώτημα, ο ερώτησας, τοότο σωφροσύνην τιμάν μοι δοκεί, καί άπόκρισιν άπαιτείν φιλάνθρωπον· σωφροσύνην, περί ήν ορώ τούς πολλούς κακώς διακειμένους, καί τον νόμον αυτών ανισον, καί άνώμαλον. Τί δήποτε γάρ, το μεν θήλυ εκόλασαν, το δε αρρεν επέτρεψαν; Καί γυνή μεν κακώς βουλευσαμένη περί κοίτην άνδρος μοιχαται, καί πικρά εντεόθεν τά τών νόμων επιτίμια· άνήρ δε καταπορνεύων γυναικος, άνεύθυνος; Ου δέχομαι ταύτην τήν νομοθεσίαν, ουκ επαινώ τήν συνήθειαν».

[25] Αυτόθι, PG 36, 289C.

[26] Αυτόθι, PG 36, 289CD.

[27]  Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις τό Γυνή δέδεται νόμω, έφ’ όσον χρόνον ζή ο άνήρ αύτης· έάν δε κοιμηθή, έλευθέρα έστϊν ώ θέλει γαμηθηναι, μόνον έν Κυρίω. Μακαριωτέρα δέ έστιν, έάν οΰτω μείντ\, PG 51, 221D.

[28] Αυτόθι, PG 51, 222Α.

[29] Αυτόθι, PG 51, 219D-220A.

[30] Του ιδίου, Εις Θεσσαλονικεΐς Α, ομιλία. Ε’, PG 62, 424C: «Μή ύπερβαίνειν· καί γαρ έκάστω ο Θεος άπένειμε γυναίκα, καί δρους εθηκε τη φύσει, τήν μίξιν έκείνην τήν προς τήν μίαν. Ώστε ή προς τήν έτέραν παράβασίς έστι καί ληστεία καί πλεονεξία· μάλλον δε πάσης ληστείας χαλεπωτέρα. Ού γαρ οότως άλγοόμεν, των χρημάτων ήμίν έκφορουμένων, ώς τοό γάμου διορυττομένου».

[31] Του ιδίου, Εις ΜΓ Ψαλμό, PG 55, 182AB: «Τί τον γάμον υβρίζεις; τί την εύνήν αδικείς; τί το μέλος το σον επηρεάζεις; τί τήν δόξαν σου καταισχύνεις; Έκκοψον το πάθος, ανελε τας τρυφάς. Τρυφή και μέθη πηγαι πορνείας». Συναφώς, του ιδίου, Εις τόν Γάμον, PG 51, 213D-215A: «Διότι η γυναίκα σου δεν ήλθε σε σένα για να ατιμάζε­ται, δεν εγκατέλειψε πατέρα και μητέρα και όλο το σπίτι της για να προσβάλλεται … Την πήρες συνοδοιπόρο και σύντροφο της ζωής και ελεύθερη και ισότιμη. Πώς λοιπόν δεν είναι παράλογο να δείχνεις κάθε ενδιαφέρον, όταν παίρνεις την προίκα, χωρίς να αφήνεις να ελαττωθεί καθόλου, ενώ αυτό που είναι πιο πολύτιμο από όλη την προίκα, δηλ. τη σωφροσύνη [=σωματική αυτοσυγκράτηση] και τη σεμνότητα και το δικό σου σώμα, που είναι δικό της κτήμα, να το διαφθείρεις και να το μολύνεις; Εάν ελαττώσεις την προίκα, δίνεις λόγο στην πεθερό σου, εάν όμως μειώσεις τη σωφροσύνη θα δώσεις λόγο στο Θεό, ο οποίος εισήγαγε το γάμο και σου παρέδωσε τη γυναίκα».

[32] Του ιδίου, Εις το κατά Ματθαίον, ’Ομιλία ΛΖ’, PG 57, 428A.

[33]  Γ. Ράλλης & Μ. Ποτλής, Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων των τε Αγίων και πανευφήμων Αποστόλων, και των Ιερών και Οικουμενικών και τοπικών Συνόδων, και των κατά μέρος Αγίων Πατέρων, τ. Δ’, Αθήνησιν 1854, σ. 308.

[34]  Αυτόθι, κανόνες 9 και 76 του Μ. Βασιλείου, τ.4 σ. 132, 225.

[35] Digesta 48.5.34. Βασιλικά 60.37.33.

[36]  Digesta 48.5.9. Βασιλικά 60.37.10. Αυτόθι 60.37.52. Justinii Codex 9.9.10.

[37]  Digesta 25.7.1 §2-3. Βασιλικά 60.37.1.

[38] Digesta 48.5.12. Βασιλικά 60.37.13.

[39] Γ. Ράλλης & Μ. Ποτλής, Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων των τε Αγίων και πανευφήμων Αποστόλων, και των Ιερών και Οικουμενικών και τοπικών Συνόδων, και των κατά μέρος Αγίων Πατέρων, τ. Β’, Αθήνησιν 1854, σ. 538-539: «Ό έτέρω μνηστευθεϊσαν γυναίκα, ετι τοό μνηστευσαμένου ζωντος, προς γάμου κοινω­νίαν αγόμενος, τω της μοιχείας ύποκείσθω εγκλήματι». Στο σημείο αυτό φαίνεται η επίδραση της Εκκλησίας που για εκείνην υπήρχε η ιερολογία του μυστηρίου της μνη­στείας. Η Εκκλησία συνδέει το μυστήριο του γάμου με τη μνηστεία, αφού η τελευταία αποτελεί την υπόσχεση για το γάμο. Για την Εκκλησία αλλά και για την Πολιτεία ο θεσμός της μνηστείας σκοπό είχε την καλύτερη προετοιμασία των μελλόνυμφων για το γάμο τους. Βλ. Ε. Κουνουγέρη -Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, Α’, Θεσσαλο- νίκη-Αθήνα 1998, σ. 33.

[40]  Γ. Ράλλης & Μ. Ποτλής, Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων των τε Αγίων και πανευφήμων Αποστόλων, και των Ιερών και Οικουμενικών και τοπικών Συνόδων, και των κατά μέρος Αγίων Πατέρων, τ. Β’, Αθήνησιν 1854, σ. 540-541.

[41]  Εκλογή Ισαύρων: 17, 19-20: «Ό εχων γυναϊκα καί πορνεύων, τυπτέσθω πρός

σωφρονισμόν άλλακτά δώδεκα, κάντε πλούσιός εστί κάντε πένης. Ό μή εχων γυναίκα καί πορνεύων, τυπτέσθω άλλακτά εξ».

[42]  T. Κιουσοπούλου, Ρ. Μπενβενίστε, «Γαμήλιες στρατηγικές και «παρεκκλίσεις» στον οικογενειακό βίο: βυζάντιο και μεσαιωνική δύση», (1989), (σ. 255-278) σ. 273, https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/mnimon/artide/viewFile/8102/8028.pdf Ανακτήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου 2017. P. Noailles-A. Dain, Les Novelles de Lion VI le Sage, Παρίσι 1944.

[43] Κ. Ράλλη, Ποινικόν Δίκαιον της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, εκδόσεις Πουρναρά, Αθήνα 1985 σ. 243.

[44] Π. Ι. Ακανθόπουλος, Κώδικας Ιερών Κανόνων και Εκκλησιαστικής Νομοθεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 3η έκδ., Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 686.

[45] A.W. Hunter, A Systematic and Historical Exposition of Roman Law in the Order of a Code, Sweet & Maxwell, London 1803, p. 201.

[46] Δ. Χ. Γκόφας, «Παλλακεία και Νομιμοποίηση», στο Ιστορία και Εισηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου Β’, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1989, σ. 128-129.

[47] Αυτόθι.

[48] Π. Σμάγα, Ο θεσμός της υιοθεσίας στο βυζαντινό δίκαιο, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 13.

[49] Κ. Νικολάου, Η γυναίκα στη μέση βυζαντινή εποχή. Κοινωνικά πρότυπα και καθημερινός βίος στα αγιολογικά κείμενα, Αθήνα 2005, σ. 81. Συγκεκριμένα στη Νεαρά 91 σημειώνεται ότι «ο νόμος επιτρέπει σε αδιάντροπους ανθρώπους να διατη­ρούν επαίσχυντες σχέσεις με παλλακίδες. Επομένως, προσπαθώντας να διορθώσει το λάθος του προηγούμενου νομοθέτη επέβαλε στον παρόντα νόμο σιγή, δηλαδή παύει να ισχύει. Στη συνέχεια, απαγορεύει σύμφωνα με τις εντολές που αρμόζουν στους Χρι­στιανούς, την παλλακεία ως ένα είδος προσβολής απέναντι στην πίστη, αλλά ακόμη και της ίδιας της φύσης»… «Ήδη από το προοίμιο της διατάξεως τονίζει την αδιαφορία των προηγούμενων αυτοκρατόρων για το θέμα αυτό. Επίσης, αναφέρει πως υπήρξε νόμος (Πανδέκτης 25.7.1-5, ο οποίος επέτρεπε να διατηρούν όσοι θέλουν σχέσεις με παλλακίδες. Αυτό, όμως, λέει πως πρόσβαλε το πολίτευμα. Έτσι, κατήργησε το νόμο, απαγορεύοντας τέτοιου είδους πράξεις. Στη συνέχεια, αναφερόμενος στην Αγία Γραφή (Παροιμίαι 5,15. «πίνε όδατα από σων αγγείων και από σων φρεάτων πηγής), τονίζει πως αν κάτι δεν είναι δικό σου δεν πρέπει να το ζητάς. Αν, όμως, δεν έχει κάτι δικό σου, δεν απαγορεύεται η διεκδίκηση του. Στο τέλος, μάλιστα, κάνει τη διαπίστωση πως δεν είναι τόσο δύσκολο να βρει κανείς σύζυγο. Βλέπουμε ότι ο Λέων θεωρούσε πως η παλλακεία ήταν μορφή πορνείας, όμως, παρόλα αυτά δεν επέβαλε τις ποινές που προβλέπονταν στις πόρνες.», Ζ. Πολυλογίδου, Οι Εκκλησιαστικές Μεταρρυθμί­σεις του Λέοντος Στ’ Σοφού (886-912) μέσα από τις Νεαρές του. Παρουσίαση και ανάλυση αυτών, μ.δ., Κομοτηνή 2015-2016, σ. 55, 91-92.

[50] W. Miller, Trebizond. The Last Greek Empire, London 1926, p. 46.

[51] Π. Βουγιουκλάκη, «Ειρήνη Παλαιολογίνα (Αυτοκράτειρα)», 2002, Εγκυκλο­παίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=4164>.

[52] Αυτόθι.

[53] Ιωάννης Χρυσόστομος, Ερμηνεία εις την προς Ρωμαίους Επιστολήν, Δ’, PG 60, 418B.

[54] Αυτόθι, PG 60, 419C.

[55] Του ιδίου, Εις την Γένεσιν, ΜΓ’, PG 54, 400-401.

[56] Του ιδίου, Ερμηνεία εις την προς Ρωμαίους Επιστολήν, Δ, PG 60, 419-420.

[57] Αυτόθι.

[58] Γεν. 18, 20. Του ιδίου, Εις την Γένεσιν, ΜΓ’, PG 54, 400-401. Αυτόθι, ΜΒ’, PG 54, 388-389.

[59] Codex.Theodosianus, 9.7.6.

[60] D. Sh. Bailey, Homosexuality and the Western Christian Tradition, Longmans, Green, London 1955, p. 73-75.

[61]  Institutiones, 4.18.4

[62] Ιωάννης Μαλάλας, Χρονογραφία, Λόγος ΙΗ’, XVIII, Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, vol. 14, Bonnae 1731, p. 456.

[63]  Αυτόθι.

[64]  Κύριλλος Αλεξανδρείας, Λόγος στηλιτευτικός κατά ευνούχων, ΙΘ, PG 77, 1108ΑΒ.

[65] Αυτόθι, ΙΘ, PG 77, 1108C: «Είναι λοιπόν δυνατόν νά δεϊ κανείς γεματα τά σπί­τια των μεγιστάνων από τέτοια τερατόμορφα πρόσωπα, πού φοροόν χρυσα περιλαίμια στόν τράχηλο, καί νά έχουν φύση μέν αρσενική, αλλά όψη θηλυκή, καί νά βαδίζουν θηλυπρεπως καί νά όμιλοόν ασελγώς. Όπως τά πορνίδια, περιστρέφουν μέ απρέπεια τό κεφάλι από δώ κι από κεϊ καί γελοόν ακράτητα καί μέ αναίδεια, υποδηλώνοντας φανερή υποδούλωση στόν οίστρο. Έτσι, αφ’ ενός φθείρονται ώς γυναίκες, μαλακά κατακλινόμενοι καί εκθηλυνόμενοι μέ τούς ανδρες, αφ’ ετέρου δέ, κοιμώμενοι μέ τίς γυναίκες ώς φύλακες καί εικόνες σωφροσύνης δήθεν, αίσχροπραγοόν αναίσχυντα καί ασύστολα. Καί αύτοί λοιπόν, φθειρόμενοι μέ αύτόν τόν τρόπο από ανδρες βεβήλους καί ανοσίους, εκθηλύνονται καί καταμολύνονται μέσω τής παρά φύσιν ανοσιουργίας καί σιχαμάρας. Οί ϊδιοι δέ σάν λυσσασμένα σκυλιά καταμολύνουν καί καταβλάπτουν γυναικάρια ταλαίπωρα, «πού έχουν σωρούς από αμαρτίες», όπως έχει λεχθεί καί, τό χειρότερο καί πιό ελεεινό, εξ αιτίας αύτοό γίνονται αίτιοι καί πρόξενοι καί μέτοχοι τής απεράντου κολάσεως, καί εκείνοι πού φθείρουν καί εκείνοι πού φθείρονται».

[66] Μ. Καμπούρη – Βαμβούκου, «Ερωτισμός και Βυζάντιο», Περιοδικό «Αρχαιο­λογία», Τεύχ. 110, Μάρτιος 2009, σ. 26-36.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Καινή Διαθήκη, εκδόσεις Αποστολική Διακονίας, Αθήνα 2000.
  • Παλαιά Διαθήκη, μετάφραση εβδομήκοντα, εκδόσεις Αποστολική Δια­κονίας, Αθήνα 2000.
  • Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Λόγος 37, PG 36, 281- 308. Codex.Theodosianus
  • Digesta, https://sourcebooks.fordham.edu/halsall/sbook1c.asp Εκλογή Ισαύρων
  • Justinii Codex, https://sourcebooks.fordham.edu/halsall/sbook1c.asp Institutiones
  • Ιωάννης Μαλάλας, Χρονογραφία, Λόγος ΙΗ’, XVIII, Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, vol. 14, Bonnae 1731 Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις τό Γυνή δέδεται νόμω, έφ’ όσον χρόνον ζή ό άνηρ αυτής· έάν δε κοιμηθή, έλευθέρα έστιν ώ θέλει γαμηθήναι, μόνον έν Κυρίω. Μακαριωτέρα δέ έστιν, έάν οΰτω μείνη, PG 51, 217-225.
  • Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις την Γένεσιν, PG 54, 581-631.
  • Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις ΜΓ Ψαλμό, PG 55, 178-186.
  • Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις το κατά Ματθαίον, PG 57, 21-472. Ιωάννης Χρυσόστομος, Ερμηνεία εις την προς Ρωμαίους Επιστολήν, PG 60, 583-681.
  • Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις Θεσσαλονικείς Α, PG 62, 391-467. Κύριλλος Αλεξανδρείας, Λόγος στηλιτευτικός κατά ευνούχων, ΙΘ, PG 77, 1108-1109.
  • ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
  • Ακανθόπουλος, Π. Ι., Κώδικας Ιερών Κανόνων και Εκκλησιαστικής Νομοθεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 3η έκδ., Βάνιας, Θεσσα­λονίκη 2006.
  • Bailey, D. Sh. Homosexuality and the Western Christian Tradition, Longmans, Green, London 1955.
  • Beaucamp, J., Le statut de la femme a Byzance (4e-7e siecle). I. le droit imperial, Travaux et memoires du Centre de recherche d’ histoire et civilisation de Byzance, College de France. Venographies, 5, Paris 1990.
  • Βουγιουκλάκη, Π., «Ειρήνη Παλαιολογίνα (Αυτοκράτειρα)», 2002, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία, http://www.ehw. gr/l.aspx?id=4164
  • Γκόφας, Δ. Χ., «Παλλακεία και Νομιμοποίηση», στο Ιστορία και Ει­σηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου Β’, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1989, σ. 117-129.
  • Evans, J. A., The Emperor Justinian and the Byzantine Empire, Greenwood Press, London 2005.
  • Harper, Κ., Slavery in the Late Roman Mediterranean, Ad 275-425: an Economic, Social, and Institutional Study, Cambridge University Press, Cambridge 2011.
  • Jonaitis, M., Kosaite – Cypiene, E., «Conception of roman marriage: historical experience in the context of national family policy concept», Jurisprudencija/Jurisprudence of Mykolo Romerio universitetas, 2. 116 (2009), p. 295-316. ISSN 1392-6195 (print).
  • Hunter, A.W., A Systematic and Historical Exposition of Roman Law in the Order of a Code, Sweet & Maxwell, London 1803.
  • Καμπούρη – Βαμβούκου, Μ., «Ερωτισμός και Βυζάντιο», Περιοδικό «Αρχαιολογία», Τεύχ. 110, Μάρτιος 2009, σ. 26-36.
  • Kazdan, Α. P. «Η Βυζαντινή οικογένεια και τα προβλήματά της» Μνή- μων, 12 (1989), 195-209, http://dx.doi.org/10.12681/mnimon.414
  • Κιουσοπούλου, T, Μπενβενίστε, Ρ. «Γαμήλιες στρατηγικές και «πα­ρεκκλίσεις» στον οικογενειακό βίο: βυζάντιο και μεσαιωνική δύση», (1989), σ. 255 – 278: https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/ mnimon/article/viewFile/8102/8028.pdf Ανακτήθηκε στις 25 Δεκεμ­βρίου 2017.
  • Κουνουγέρη -Μανωλεδάκη, Ε., Οικογενειακό Δίκαιο, Α’, Θεσσαλονί- κη-Αθήνα 1998.
  • Miller, W., Trebizond. The Last Greek Empire, London 1926.
  • Moussourakis, G., Roman Law and the Origins of the Civil Law Tradition, Springer International Publishing, Switzerland 2015, p. 27, references 1 & 2, DOI 10.1007/978-3-319-12268-7
  • Νικολάου, Κ., Η γυναίκα στη μέση βυζαντινή εποχή. Κοινωνικά πρό­τυπα και καθημερινός βίος στα αγιολογικά κείμενα, Αθήνα 2005.
  • Noailles, P., Dain, A., Les Novelles de Leon VI le Sage, Παρίσι 1944.
  • Ράλλης, Γ., & Ποτλής, Μ.,Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων των τε Αγίων και πανευφήμων Αποστόλων, και των Ιερών και Οικουμενικών και τοπικών Συνόδων, και των κατά μέρος Αγίων Πατέρων, τ. Δ’, Αθήνησιν 1854.
  • Ράλλη, Κ., Ποινικόν Δίκαιον της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, εκδόσεις Πουρναρά, Αθήνα 1985.
  • Parkin, T., Pomeroy, Α., Roman Social History. A Sourcebook, Routledge, New York 2007.
  • Πολυλογίδου, Ζ., Οι Εκκλησιαστικές Μεταρρυθμίσεις του Λέοντος Στ’ Σοφού (886-912) μέσα από τις Νεαρές του. Παρουσίαση και ανά­λυση αυτών, μ.δ., Κομοτηνή 2015-2016.
  • Rawson, B., «Spurii and the Roman View of Illegitimacy», The Australian National University: Antichthon 23 (1989), p. 10-41.
  • Severy, B., Augustus and the family at the birth of the Roman Empire, Routledge, New York 2003.
  • Σμάγα, Π., Ο θεσμός της υιοθεσίας στο βυζαντινό δίκαιο, Θεσσαλο­νίκη 2007.
  • Τρωιάνος, Σπ., «Έρως και Νόμος στο Βυζάντιο», Σπ. Τρωιάνος (επιμ.), Έγκλημα και Τιμωρία στο Βυζάντιο, Αθήνα 1997.
  • Wolff, H. J., Reman Law. An Historical Introduction, Red Rivers Books, University of Oklahoma Press, 1951.

 

Ειρήνη Αρτέμη

Η Δρ. Ειρήνη Αρτέμη είναι πτυχιούχος θεολογίας και κλασικής φιλολογίας από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου ειδίκευσης και διδακτορικού στον κλάδο της Θεολογίας με εξειδίκευση στην Ιστορία δογμάτων, Πατρολογίας και Πατερικής Θεολογίας από το ίδιο Πανεπιστήμιο. Επίσης έχει αποκτήσει μεταδιδακτορικό στην αρχαία ελληνική και βυζαντινή φιλοσο­φία από το Πανεπιστήμιο Πατρών. Είναι ακαδημαϊκή διδάσκουσα από το 2013 έως σήμερα στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ. Τέλος από το 2014 έως σήμερα εργάζεται ως ΣΕΠ στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Σπουδές στην Ορθόδοξη Θεολο­γία» του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου.

  • Η εργασία αυτή παρουσιάστηκε στο 2o ετήσιο συνέδριο Βυζαντινών και Μεσαι­ωνικών Σπουδών στην Κύπρο, στη Λευκωσία, 12-14 Ιανουαρίου Δημοσιεύεται στο περιοδικό «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΦΑΡΟΣ», ΤΟΜΟΣ ΠΘ΄ 2018-2019. Αλεξάνδρεια, 2019.  
  • Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Κένωσις


 

Ο Ιησούς Χριστός κατά την Ενανθρώπησή Του αν και είχε όλα τα γνωρίσματα της θεότητος, δεν θεώρησε ωστόσο αρπαγμό το να είναι ομότιμος με τον Πατέρα, δεν θεώρησε δηλαδή τη θεϊκή ιδιότητα ένα λάφυρο ή προνόμιο που πρέπει αδιάκοπα να απολαμβάνει. Γι’ αυτό εκένωσε, δηλαδή άδειασε τον εαυτό του από όλα τα θεϊκά γνωρίσματα, απεκδύθηκε τη θεότητα, αποξενώθηκε τον θεϊκό χαρακτήρα του, και έλαβε μορφή δούλου. Ο Δημιουργός του κόσμου γεννιέται ως άνθρωπος στη Βηθλεέμ και μάλιστα ταπεινός, σε μια φάτνη.

 

Η θεία μεταφορά του Χριστού στο κοσμικό πλαίσιο (contextualization) εκφράζεται με θεολογικές έννοιες ως: ενσάρκωση, κένωση, Χριστολογική περιχώρηση, δημιουργία εκ μη όντων σε όντα, μεταμόρφωση της φθαρμένης φύσης σε θεραπευμένη, ολοκληρωμένη φύση.

 

«Destino» ή «Jesús en el desierto» («Το πεπρωμένο» ή «ο Ιησούς στην έρημο». Γλυπτό κατασκευασμένο από πηλό (τερακότα), έργο του Santiago Nuevo Peña (;)

 

Στην επέκταση του ανοίγματος της Τριαδικής περιχώρησης προς τη δημιουργία αναγνωρίζουμε τη δημιουργία ως κένωση του ευρύτερου περιβάλλοντος δηλαδή του θείου, στο μικρότερο, δηλαδή στον κόσμο. Στην τριάδα που εκτείνει τον εαυτό της στη δημιουργία, και στο δημιουργό Λόγο ο οποίος γεννιέται ως δημιούργημα [1] αναγνωρίζουμε την ενσάρκωση ως θείο κενωτικό «αγκάλιασμα»  της δημιουργίας  καθώς ο Λόγος εξαπλώνεται στην κτίση λόγω της σύνδεσης με όλους τους λόγους [2] ενώνοντάς τους στον εαυτό του (Εφ. 1.7-12, Κολ. 1.20).  Η τριάδα εν Χριστώ εκτείνει τον εαυτό της από θυσιαστική αγάπη προς τη δημιουργία σε άνοιγμα προς τη σάρκα. Η βιβλική θεμελίωση της κενωτικής τριάδας συναντάται στο εδάφιο Κολ. 2.9 «ἐν αὐτῷ [τω Χριστώ] κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς». Αποτελεί παλμό του οράματος για μεταμορφωμένο, κόσμο που ευδοκιμεί. Η κένωση αναφέρεται στην πορεία αδειάσματος του είναι. Ο Απόστολος Παύλος γράφει για το Χριστό:

 

ἐν ΧριστῷἸησοῦ, ὃς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, ἀλλ’ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ. (Φιλ. 2.5-11)

 

Ο Ιησούς μιλά στους μαθητές του για το συνεχή κατοπτρισμό αγάπης ο οποίος μεταφέρεται σταθερά από το αιώνιο περιβάλλον στο κοσμικό και ανθρώπινο.

 

καθὼς ἠγάπησέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ ἠγάπησα ὑμᾶς· μείνατε ἐν τῇ ἀγάπῃ τῇ ἐμῇ. ἐὰν τὰς ἐντολάς μου τηρήσητε, μενεῖτε ἐν τῇ ἀγάπῃ μου, καθὼς ἐγὼ τὰς ἐντολὰς τοῦ πατρός μου τετήρηκα καὶ μένω αὐτοῦ ἐν τῇ ἀγάπῃ. Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα ἡ χαρὰ ἡ ἐμὴ ἐν ὑμῖν μείνῃ καὶ ἡ χαρὰ ὑμῶν πληρωθῇ. αὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολὴ ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς. (Ιωάννης 15.9-12).

 

Το αιώνιο εννοείται ως το υπέρτατο πλαίσιο εντός του οποίου ζούμε, κινούμαστε και υπάρχουμε. Ο δημιουργός και αναδημιουργός είναι πηγή αγάπης και ανοίγματος προς τη δημιουργία εντός των γεγονότων αγάπης της δημιουργίας [3] και αναδημιουργίας, εμπειρίες θεμελιώδεις πάνω στις οποίες ο κόσμος σχηματίζεται και ανασχηματίζεται. Οι εμπειρίες αυτές οδηγούν πέρα από λογικές, εξελικτικές κατηγορίες. Καλούμαστε να ζήσουμε ζωή κενωτική για την ευημερία της δημιουργίας. Ο θείος Λόγος δεν ενσαρκώνεται μόνο στο σώμα ενός ανθρώπινου όντος αλλά σε όλη την ανθρωπότητα και σε όλη τη δημιουργία.

Η ιδέα αυτή βασίζεται στο δόγμα του κοσμικού Λόγου, ο οποίος ενυπάρχει στη δημιουργία την οποία ο Λόγος έφερε στην ύπαρξη και κατέληξε σε εκκλησιολογία η οποία ταύτισε την εκκλησία με συλλογικό ίδρυμα εντός της ιστορίας. Η εκκλησιολογία έγινε ιστορία. Αυτή η αντίληψη πρέπει να αντικατασταθεί με θεολογία η οποία επιβεβαιώνει ότι η οικονομία του θείου Λόγου δεν μπορεί να υποβαθμιστεί στην εμφάνισή Του στη μορφή του ιστορικού Ιησού Χριστού. Η εκκλησία δεν μπορεί να υποβαθμιστεί σε ορατή ιδρυματική μορφή. Η εσώτατη πραγματικότητα της ανθρωπότητας και της δημιουργίας, είναι  ο τόπος όπου το Χριστολογικό μυστήριο ατέλειωτα αποκαλύπτεται. Είναι ο τόπος της έκφρασης του Αγίου Πνεύματος το οποίο αποκαλύπτει στη δημιουργία την εσώτατη παρουσία του Λόγου. Οι Χριστιανοί είναι ανάγκη να επιβεβαιώνουμε αυτή την παρουσία και αυτό το μυστήριο στην ανθρωπότητα και σε όλη τη δημιουργία.

Η «κένωση» αναφέρεται σε πορεία αδειάσματος του εγώ μας. Τα τρία πρόσωπα της τριάδας ενωμένα σε αδιάκοπη αγαπητική περιχωρητική σχέση είναι επίσης ενωμένα σε θυσιαστική δράση προς την ανθρωπότητα και τη γη δια του Χριστού.[4] Η κοινωνία των προσώπων εντός της Τριάδας μεταφέρεται στη γη και σε όλες τις μορφές ζωής που αγωνίζονται για την επιβίωσή και την ανάπτυξή τους. Η σχεσιακή θεία παρουσία εισέρχεται στη δημιουργία ως κενωτική, θεραπευτική παρουσία και κοινωνία η οποία μας ελκύει σε κοινωνία με άλλες μορφές ζωής και με άλλους ανθρώπους οι οποίοι αναμένουν από εμάς σεβασμό και αγάπη. Η κενωτική πνευματικότητα της συγκατάβασης μπορεί να είναι αντίδοτο στην υπερκαταναλωτική κοινωνία. Όμως μια κενωτική πνευματικότητα μπορεί να οδηγήσει σε «σταύρωση ξανά» των ευπαθών όντων της γης και στην εγκατάλειψη των ανθρώπων που βιώνουν καταστάσεις δυστυχίας και πόνου.

Η θεία κένωση βρίσκει ξανά τη θέση της σε μια «κοινωνία αγάπης» που οδηγεί σε συγχώρεση και σε αφύπνιση φιλευσπλαχνίας και φροντίδας για όλους. Μια κενωτική πνευματικότητα βασίζεται σε «ευσπλαχνία, συμμετοχή, αλληλεγγύη» οι οποίες γίνονται αφετηρία για τελειοποίηση.

Άνδρες, γυναίκες είναι ανάγκη να αναπτύξουμε «πρότυπα φροντίδας και αμοιβαιότητας» αντικρούοντας δομές εξουσίας και θεολογίες οι οποίες επιδοκιμάζουν τον εξευτελισμό των άλλων. Η προσωπική, εθελούσια συμπλοκή κάθε ατόμου στον πόνο των άλλων γύρω μας είναι  διαμαρτυρία και μαρτυρία ελπίδας ενάντια στο κακό και τη διαφθορά που βιώνουμε. Πώς θα πλησιάσουμε τη θεραπευτική πηγή της θείας δύναμης, αν όχι με το άνοιγμά μας στη μεταμορφωτική δύναμη της αγάπης του Χριστού; Δημιουργώντας χώρο παραδιδόμαστε στη θεία δύναμη, εμπλεκόμαστε με το σταυρό και την ανάσταση, ριζώνουμε στο σώμα του Χριστού. Δημιουργώντας χώρο ασκούμε την ενδυναμωτική παρουσία του Θεού που δεν εξαναγκάζει. Η ανθρώπινη εκ Θεού ευαισθησία δεν ζητά άσκοπη δυστυχία ή αυταπάρνηση. Η κένωση δεν είναι άρνηση του εαυτού μας αλλά τόπος εν Θεώ μεταμόρφωσης.

 

Υποσημειώσεις


[1] Ιωάννου Δαμασκηνού: Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, Δ΄18, Κείμενο – Μετάφραση – Εισαγωγή – Σχόλια Νίκου Ματσούκα (Θεσσαλονίκη: Έκδοσις Π. Πουρνάρα, 1989), σελ.402,4,6. Louth, Andrew: Maximus the Confessor, The Early Church Fathers (London: Routledge, 1996).

[2] Clarke, Chris: Living in Connection Theory and practice of the new World-view (UK: Creation Spirituality Books, 2002), σελ.105, 177.

[3] Clarke, Living in Connection, σελ.235.

[4] Mary C. Grey, Sacred Longings: Ecofeminist theology and Globalization (London: SCM, 2003), σελ.72-74.

 

Ιωάννα Σαχινίδου

Η Ιωάννα Σαχινίδου ολοκλήρωσε γυμνασιακές σπουδές στο Pierce College.  Σπούδασε φυσιογνωσία στη Φυσικομαθηματική Σχολή, στο Φυσιογνωστικό τμήμα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.  Σπούδασε Περιφερειακή Ανάπτυξη στο Ινστιτούτο Περιφερειακής Αναπτύξεως (τμήμα μεταπτυχιακό) του Παντείου Πανεπιστημίου. Το 2013 ολοκλήρωσε διδακτορική διατριβή στη θεολογία (ecofeminist theology) στο Wales University, Trinity Saint David, Lampeter. Είναι Ιδρυτικό μέλος του ελληνικού τμήματος του Οικουμενικού Φόρουμ Ευρωπαίων Χριστιανών Γυναικών. Από το 1980 – 1993 ήταν Εκδότρια και υπεύθυνη σύμφωνα με τον Νόμο του παιδικού  χριστιανικού περιοδικού «Ουράνιο Τόξο».

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και η εικόνα που συνοδεύει το κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Στοιχεία φιλοκαλικής ποιμαντικής από τον Άγιο Μάξιμο Καυσοκαλύβη


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» μεταπτυχιακή φροντιστηριακή εργασία της Αργείας κας Θεοδώρας – Κωνσταντίνας Παπαδημητρίου με θέμα: «Στοιχεία φιλοκαλικής ποιμαντικής από τον Άγιο Μάξιμο Καυσοκαλύβη».

 

Στοιχεία φιλοκαλικής ποιμαντικής από τον Άγιο Μάξιμο Καυσοκαλύβη

 

Εισαγωγή – Η προέλευση του ησυχασμού – Η θέωση του Χριστιανού – Η ησυχαστική οδός (Ερημία και σιωπή – Ο ρόλος του πνευματικού πατέρα – Μετάνοια και ταπείνωση – Ακτημοσύνη – Άσκηση – Νηστείες – Αγρυπνίες – Σκληραγωγία) – Πνευματική Νήψη (Απάθεια – Καθαρότητα καρδιάς – Θεωρία – Θεοπτία – Νοερά προσευχή – Η διάκριση των σημείων της πλάνης και της χάριτος – Ιάσεις και θαύματα – Προφητικό χάρισμα – Προόραση – Θείες εμπειρίες) – Επίλογος – Βιβλιογραφία

 

  1. Πρόλογος

 

Η παρούσα φροντιστηριακή εργασία εκπονήθηκε κατά τη διάρκεια του β’ εξαμήνου του μεταπτυχιακού προγράμματος «Χριστιανική Αγωγή» και ειδικότερα στα πλαίσια του μαθήματος της Φιλοκαλικής Ποιμαντικής που διδάσκεται από την κ. Βαρβάρα Γιαννακοπούλου.

Μέσα από το γνωστικό αντικείμενο της Φιλοκαλικής Ποιμαντικής και την ένθερμη διδασκαλία της κ. Β. Γιαννακοπούλου συνειδητοποίησα τον γνήσιο σκοπό της σύγχρονης Ποιμαντικής. Ο οποίος είναι να οδηγεί τον σύγχρονο, κατατρεγμένο, συγχυσμένο, αγχώδη Ορθόδοξο Χριστιανό στο «καθ’ ομοίωση» με τον Πλάστη, δηλαδή στην πολυπόθητη Θέωση. Ακόμη κατανόησα την ουσιαστική και σωτηριώδη αξία του ησυχασμού ως ευθεία απάντηση στην αναζήτηση του σημερινού ανθρώπου και στη σύγχυση των πολλών κοσμοθεωριών και μυστικιστικών και αποκρυφιστικών συστημάτων.

Η οπτική μας θα εστιάσει στον Άγιο Μάξιμο Καυσοκαλύβη, ο οποίος ανήκει στους πατέρες της Φιλοκαλίας και στα ποιμαντικά στοιχεία του βίου και του έργου του. Πιο συγκεκριμένα θα δούμε την ποιμαντική διακονία του και πως κατάφερε ως πνευματικός ποιμένας να συνδέσει το ποίμνιο του με τον Αρχιποίμενα Ιησού Χριστό.

Θα ήθελα επίσης να εκφράσω τις ευχαριστίες μου στη διδάσκουσα κ. Β. Γιαννακοπούλου που μας εισήγαγε με τόση εν Χριστώ αγάπη και οικογενειακή θέρμη στον κόσμο της Φιλοκαλίας και άγγιξε της καρδιές μας.

  1. Εισαγωγή

 

Άγιος Μάξιμος Καυσοκαλύβης

Βασική πηγή του παρόντος πονήματος είναι η Φιλοκαλία, ως ανθολόγιο ή συλλογή πνευματικών κειμένων, γραμμένων στα ελληνικά ανάμεσα στον 4ο έως τον 14ο αιώνα. Φιλοκαλία σημαίνει αγάπη του κάλλους, αγάπη για κάθε ωραίο και καλό επομένως και για την πηγή κάθε ωραίου και καλού που είναι ο ζωοδότης Θεός. Ο ακριβής τίτλος του έργου αυτού είναι «Φιλοκαλία των αγίων Θεοφόρων πατέρων», όπου βλέπει κανείς πως ο νους καθαίρεται, φωτίζεται και τελειούται. Οι συγγραφείς της συλλογής αυτής ονομάζονται θεοφόροι πατέρες και νηπτικοί πατέρες.

Η αρχική δημοσίευση της Φιλοκαλίας και οι μετέπειτα μεταφράσεις της αποτέλεσαν ένα κίνημα πνευματικής ανανέωσης, αναγέννησης και διάδοσης του ησυχασμού. Ισχυρή επίδραση είχε στη Ρουμανία και τη Ρωσία. Ενδεικτικό θρησκευτικό κέντρο αποτέλεσε το 19ο αιώνα το μοναστήρι της Όπτινα απ’ όπου πέρασαν επίλεκτοι Ρώσοι διανοούμενοι όπως ο Ντοστογιέφσκι, ο Τολστόι κ.α. Αργότερα δε διαδόθηκε και στη Δύση όπου μελετήθηκε ως αυθεντικό έργο Ορθόδοξης πνευματικής παράδοσης.

Η μελέτη της Φιλοκαλίας σήμερα, αποτελεί κατά τη γνώμη μου μια επιστροφή στις ρίζες της Ορθοδοξίας. Ένα ταξίδι στα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας που τιμούν την Ιερά Παράδοση. Μία ματιά στην ιδεώδη κοινοτική ζωή και στην αδιάλειπτη προσευχή που διέδωσε άλλοτε ο Μέγας Βασίλειος και ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης. Μια προσέγγιση των μοναχών – ασκητών, που η ζωή τους ολόκληρη έχει γίνει προσευχή και που το πρόσωπο τους αντικατοπτρίζει ένα Φως φερμένο από αλλού. Ένα Φως που είναι η απέραντη Αγάπη.

«Η πνευματική διδασκαλία, όπου στηρίζεται η ζωή αυτών των μοναχών, ονομάζεται γενικά ησυχασμός. Η ησυχία πρέπει να εννοηθεί εδώ με πολλούς τρόπους. Και πρώτα πρώτα σημαίνει την υλική μόνωση κι σιωπή, που βοηθούν την κατάνυξη της ψυχής. Έπειτα σημαίνει την εσωτερική γαλήνη, που προκαλεί η νήψις. Η λέξη αυτή που σημαίνει την (πνευματική) εγκράτεια, δηλώνει την επαγρύπνηση πάνω στους λογισμούς, δηλαδή τις κακές υποβολές που τα πάθη γεννούν μέσα στην ψυχή και ευρύτερα, τον αποκλεισμό κάθε δραστηριότητας της φαντασίας και του εσωτερικού διαλόγου κατά την προσευχή. Τέλος εκφράζει την ειρήνη της ψυχής που συγκεντρώνεται στον εαυτό της με τη βοήθεια της γλυκύτητας που δοκιμάζει υπό την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος». [1]

Μελετώντας το ανεκτίμητο έργο «Η Περιπέτειες ενός προσκυνητή» εξερευνούμε την πνευματική παράδοση και παρατηρούμε πως ακόμα και οι στάσεις του σώματος είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τη μέθοδο πραγματοποίησης της προσευχής. Δηλαδή έχουμε μια αναπνευστική τεχνική της προσευχής σε συνδυασμό με την επανάληψη του Θείου ονόματος.

 

  1. Η προέλευση του ησυχασμού

 

«Ο πρώτος συγγραφέας που παρουσιάζεται στη Φιλοκαλία είναι ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας που ολόκληρη η Χριστιανική παράδοση ετίμησε ως τον ¨πατέρα των μοναχών¨… και μόνο το όνομα του Αντωνίου στη θέση αυτή έχει αξία συμβόλου». [2] Ο ίδιος αντιτάσσει το όπλο της αδιάλειπτης προσευχής έναντι του αόρατου πολέμου των πειρασμών και εφαρμόζοντας τον αναχωρητισμό, απομονώνεται και εδραιώνει την αντίληψη της πνευματικής ζωής που θα ακολουθήσουν αργότερα και οι υπόλοιποι θεοφόροι πατέρες.

Την ησυχαστική παράδοση συνέχισαν οι μοναχοί της ερήμου και οι Πατέρες της Εκκλησίας με γνώμονα την Αγία Γραφή και την Αποστολική παράδοση. Ανταποκρίθηκαν στις προκλήσεις των διαφόρων αιρέσεων, διαφύλαξαν ανόθευτο το δόγμα όπως επίσης περιφρούρησαν και το Χριστιανικό ποίμνιο. «Η διδασκαλία των πνευματικών δασκάλων της φιλοκαλικής παράδοσης, βασισμένη στο λόγο των προηγουμένων και ταυτόχρονα στην προσωπική τους πείρα, συνδεόταν οργανικά με τη μεγάλη θεολογία των Πατέρων της Εκκλησίας. Αυτοί μιλούσαν επίσης από την πείρα τους και τα χωρία τους με φιλοκαλικές απηχήσεις δεν λείπουν από τα θεολογικά τους έργα. Αν αυτά δεν περιλαμβάνονται στη Φιλοκαλία, το πνεύμα τους είναι παρόν παντού μέσα σ’ αυτήν, σαν μυστικό υφάδι που στηρίζει ολόκληρο το έργο».[3]

 

  1. Η θέωση του Χριστιανού

  

Η ησυχαστική πνευματικότητα είναι ουσιαστικά χριστιανική. Μελετώντας τη ζωή και τη διδασκαλία των αγίων «νηπτικών» βλέπουμε πως κατανοούσαν πλήρως την ανθρώπινη φύση τους, σωματική και πνευματική. «Διότι ο Θεός – Λόγος φωτίζει πάντα άνθρωπο (βλ. Ιω. 1,9) και σε κάθε ανθρώπινο νου δίδεται αυτό που ο άγιος Ιουστίνος (+165) αποκαλούσε ¨σπέρματα¨ του Λόγου». [4] Αυτή την ανοιχτή και ευμενή στάση, που παροτρύνει σε διάλογο, τη συναντάμε συχνά στους ησυχαστές που ζουν μια ευαγγελική ζωή. Η χριστιανική πίστη είναι για εκείνους το θεμέλιο της πνευματικής ζωής, που με εμπιστοσύνη και διαύγεια καρδιάς και πνεύματος γίνονται δέκτες της αποκαλύψεως του Κυρίου.

Γνωρίζουν «ότι ο τριαδικός Θεός, από αγάπη και για να τους κάμει μετόχους της χαράς Του, αποφάσισε να δημιουργήσει τον αόρατο κόσμο των αγγέλων και την ορατή οικουμένη με τον άνθρωπο ως βασιλέα και λειτουργό του… Δημιουργημένος με το σκοπό της θέωσης ο άνθρωπος, δεν είναι ωστόσο θείος από τη φύση του… Η αξία της ανθρώπινης ψυχής προέρχεται από το γεγονός πως είναι ικανή να θεωθεί… Η ψυχή είναι εικόνα του Θεού, διότι φέρει εγγεγραμμένη στο βάθος της την έννοια του καλού και μία έλξη για ότι είναι σύμφωνο με τον Θεό». [5] Η θέωση είναι ένα ελεύθερο δώρο του Θεού προς τον άνθρωπο που παρέχεται από την απέραντη αγάπη του Δημιουργού. Είναι δεδομένο πως ο άνθρωπος μπορεί να γίνει τέλειος και ολοκληρωμένος μόνο αν λάβει αυτό που ονομάζουν οι Πατέρες «δωρεά του Αγίου Πνεύματος», μετέχοντας έτσι στη Θεία φύση. Αυτός είναι και βασικός σκοπός της ποιμαντικής, να οδηγήσει τους ποιμενόμενους στο «καθ’ ομοίωση» με τον Πλάστη.

 

  1. Η ησυχαστική οδός

  

1. Ερημιά και σιωπή

  

Κατά τον ορθόδοξο Συναξαριστή ένας μοναχός χαρακτηρίζεται ησυχαστής, ερημίτης, αναχωρητής όταν ζει σε αυστηρή απομόνωση και αφοσιώνεται στην προσευχή και τη θεωρία. Προφανώς γι’ αυτό δεν είναι προσιτή και σε όλους. Οι μεγάλοι ησυχαστές βέβαια συμβούλευαν τους μαθητές τους να θέτουν ως θεμέλιο της πνευματικής τους προόδου, την υπακοή και την αδελφική αγάπη, μέσα στο πλαίσιο της κοινοβιακής ζωής.

 

2. Ο ρόλος του πνευματικού πατέρα

  

Οι ησυχαστές δάσκαλοι προτείνουν τη μεσολάβηση ενός πνευματικού πατέρα στον πνευματικό αγώνα κάθε πιστού. Ο μαθητής οφείλει στην πορεία να εξασκεί την υπακοή του στον πνευματικό πατέρα, σαν ιατρό της ψυχής, που έχει συμβολικά τη θέση του Χριστού. Στην περίπτωση του μοναχού σκοπός είναι να υποτάξει ολοκληρωτικά τη θέληση του στη Θεία θέληση, υπερπηδώντας το γιγάντιο εμπόδιο του εγωισμού.

 

3. Μετάνοια και ταπείνωση

 

«Διά της σταυρικής Θυσίας και Αναστάσεως του Μεγάλου Αρχιερέως και Αρχιποίμενος εδόθη και η χάρις της μετανοίας στον κόσμο». [6] Η συντριβή της καρδιάς είναι στενά συνδεδεμένη με την ταπείνωση. Από εκεί πηγάζει η πνευματική χαρά.

Προτού αρχίσει ο θεόφρων Άγιος την ασκητική ζωή ρώτησε τους ασκούμενους Αγίους Πατέρες ποια πολιτεία να διαλέξει. Εκείνοι τον συμβούλευσαν πρώτον να υποταχθεί σε ένα γέροντα και να γυμνασθεί. Έπρεπε με τα κατορθώματα της μακάριας υπομονής και ύστερα αφού βάλει καλό θεμέλιο την πέτρα του Χριστού την Θεία ταπείνωση, η οποία είναι η αρχή και η ρίζα των αρετών, να πάει και να αγωνιστεί μόνος του στην ησυχία. Τους άκουσε ο Άγιος και κάνοντας υπακοή υποτάχθηκε στον ηγούμενο του και συγκατοίκησε με τους λοιπούς αδελφούς.

Πρώτα δοκιμάστηκε στα κατώτερα διακονήματα, έπειτα τοποθετήθηκε να ψάλλει στο χορό της Εκκλησίας γιατί όταν ήταν νέος είχε μάθει μουσική. Καθώς έψαλλε έχυνε πολλά δάκρυα κατανύξεως και μετανοίας, ο μακάριος. Το ίδιο πάθαινε και με τα ιερά αναγνώσματα και ήταν όλος εκστατικός. Όλη καρδιά του ήταν αναμμένη από το Θείο πυρ και φλέγονταν τα σπλάγχνα του από τη Θεία Χάρη που κατοικούσε μέσα του.

Τα πρώτα χρόνια της ασκητικής ζωής του Αγίου Μάξιμου τον έλεγαν πλανημένο, τον αποστρέφονταν και τον έδιωχναν για να μη πλησιάσει κοντά τους. Αλλά ο ταπεινός και απλανής φωστήρας δέχτηκε με μεγάλη του χαρά να τον ονομάζουν πλανημένο και όχι άγιο. Υποκρινόταν πάντα πως είναι πλανημένος και όταν μιλούσε με άλλους έκανε πως είναι μωρός, για να αφανίσει με αυτόν τον τρόπο την υπερήφανη ανθρωπαρέσκεια, την οίηση και να καρποφορήσει την ταπεινοφροσύνη, η οποία φέρνει στον άνθρωπο τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό το λόγο δεν κατοικούσε σε έναν τόπο όπως οι άλλοι, αλλά ως πλανημένος μετακόμιζε από τόπο σε τόπο και όπου πήγαινε έφτιαχνε μικρή καλύβα από χόρτα, τόση ώστε να χωράει μόνο το πολύπαθο σώμα του. Μετά από λίγο την έκαιγε και πήγαινε σε άλλο μέρος και έφτιαχνε άλλη.

 

4. Ακτημοσύνη

 

Εφάρμοζε σε τέτοιο βαθμό την ακτημοσύνη, ώστε δεν απέκτησε ποτέ ούτε σκαλιστήρι, ούτε ντορβά, ούτε σκαμνί, ούτε τραπέζι, τσουκάλι ή αλεύρι, ή λάδι, ή κρασί ή ψωμί, ούτε κανένα άλλο από τα αναγκαία στη ζωή του ανθρώπου, αλλά περνούσε τη ζωή του σε ερήμους και άβατους τόπους. Έκαιγε την καλύβα του και έφευγε. Οι άλλοι όμως δε γνώριζαν τη Θεία Χάρη που τον σκέπαζε, την ελπίδα που τον δρόσιζε και την παντοτινή προσευχή που τον γλύκαινε.

 

5. Άσκηση – Νηστείες – Αγρυπνίες

  

Ο Άγιος Μάξιμος πήγαινε συχνά στον τότε Πατριάρχη Άγιο Αθανάσιο στην Κωνσταντινούπολη. Μάλιστα λόγω των γλυκύτατων λόγων του τον ονόμασε νέο Χρυσόστομο. Εκείνος προσπάθησε να τον βάλει στα κοινόβια που έφτιαξε στην Κωνσταντινούπολη. Ο Άγιος δεν ήθελε να αναχωρήσει από το ναό της Θεοτόκου εν Βλαχέρναις, όπου έμενε στα προαύλια. Εκεί με αγρυπνία και προσευχή αγωνιζόταν όλες τις νύχτες. Την ημέρα υποκρινόταν τον μωρό και φαινόταν στους ανθρώπους σαλός, ο κατά αλήθειαν σοφός, για να παραμένει ταπεινός.

Αργότερα  στο Άγιο Όρος ο Άγιος Μάξιμος υπέμεινε την πείνα και τη δίψα, τη γυμνότητα, τα κρύα, τους παγετούς του χειμώνα και τον καύσωνα του καλοκαιριού χωρίς να έχει σκέπη σπιτιού, χωρίς δεύτερο ένδυμα, χωρίς υποδήματα, χωρίς καμία υπόληψη. Σπάνια και από μεγάλη ανάγκη πήγαινε καμιά φορά σε κανένα αδελφό για να παρηγορήσει λίγο το σώμα του με ψωμί και αλάτι και με λίγο κρασί αν εύρισκε. Γι’ αυτό μπορούμε να πούμε ότι ο Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης ήταν «ως πετεινόν του ουρανού, ως άσαρκος εκατοικούσε εις εκείνη την έρημον». [7]

Κατά τον Θείο Παύλο, ο αείμνηστος Μάξιμος σταύρωσε τη σάρκα μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες. Είχε αγγελική διαγωγή, μεγάλη υπομονή, ολονύκτια στάση προσευχής, αένναα δάκρυα, αδιάκοπτη προσευχή, μετάνοια, ησυχία, πραότητα, ταπείνωση και έφτανε στο σημείο να χτυπά το κεφάλι του στο πετρώδες έδαφος ζητώντας συγχώρεση. Γι’ αυτό έγινε κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος σαν τον Πέτρο Αθωνίτη και τον Μέγα Αθανάσιο που ήθελε να μιμηθεί. Γι’ αυτό και ο νους του έφτανε σε θεωρία και έβλεπε αποκαλύψεις μυστηρίων. Όλοι οι γέροντες γνώριζαν ότι κατοικούσε μέσα του η Θεία Χάρη και τον έλεγαν τίμιο Μάξιμο και φωστήρα υπέλαμπρο.

 

7. Σκληραγωγία

 

Ο Γρηγόριος παρακάλεσε το Άγιο Μάξιμο να σταματήσει να καίει το κελί του και να συμμαζευτεί σε έναν τόπο καθώς έλεγε ο σοφός Ισαάκ ο Σύρος. Για να κάνει περισσότερο καρπό και να ωφελήσει και άλλους πολλούς, ως εμπειρότατος στην αρετή. Γιατί είχε φτάσει και στον Άγιο το γήρας και κόντευε ο θάνατος. Ο Γρηγόριος τον προέτρεψε να μεταδώσει το τάλαντο, δηλαδή το χάρισμα που έλαβε ο Άγιος από το Θεό και να διαδώσει το Θείο σπόρο της διδασκαλίας του στο λαό του Θεού, διά μέσου της κατοικίας του σε έναν τόπο. Αυτές τις συμβουλές του Θείου Γρηγορίου έμαθαν και οι άλλοι μεγάλοι γέροντες και συμφώνως τον συμβούλεψαν και αυτοί να καθήσει σε έναν τόπο. Βρήκε λοιπόν ο Άγιος Μάξιμος ένα σπήλαιο, έφτιαξε μια περίφραξη με κλαδιά και χορτάρια και το είχε για κελί του. Από δω και πέρα δε ξανά έκαψε την καλύβα του αλλά πέρασε εκεί την υπόλοιπη ζωή του με ακτημοσύνη και με υπεράνθρωπη άσκηση. Αργότερα έσκαψε και το μνήμα του κοντά στο κελί του, πήγαινε εκεί για την ακολουθία του Όρθρου και έκλαιγε ο Καυσοκαλύβης καθώς έψαλλε κάποια νεκρώσιμα εξαποστειλάρια που είχε φτιάξει ο ίδιος.

 

Άγιος Μάξιμος Καυσοκαλύβης

 

  1. Πνευματική Νήψη

  

1. Απάθεια – Καθαρότητα της καρδιάς

 

«Η όλη προσπάθεια της καταπολεμήσεως των παθών τείνει πάντοτε εις την δημιουργία της ψυχικής εκείνης καταστάσεως, η οποία καλείται απάθεια. Ο Νηπτικός οφείλει διά της αδιαλείπτου ασκητικής του προσπάθειας να φθάσει εις την κατάσταση εκείνη, καθ’ ην ουδέν πάθος πλέον θα είναι δυνατόν να εύρη τόπον εδραιώσεως εν τη ψυχή του». [8]

Ο Άγιος Μάξιμος παρουσίαζε γνωρίσματα άκρας απάθειας. Δεν ένιωθε ενόχληση κατά την ώρα της προσευχής από ότι και να συνέβαινε στον εξωτερικό κόσμο, η ψυχή του βρισκόταν σε ειρηνική κατάσταση και ήταν «δυσκίνητη προς την κακία», ήταν σε εγρήγορση ο νους και το σώμα του ακόμα και στον ύπνο, κάτι που μαρτυρούσε τη γνήσια ψυχική καθαρότητα του. Τα γνωρίσματα αυτά του χάρισαν διορατικότητα και προορατικότητα, που θα αναλύσουμε παρακάτω.

 

2. Θεωρία – Θεοπτία

  

Η εμφάνιση της Θεοτόκου στον Άγιο Μάξιμο στην κορυφή του Άθω

  

Την Κυριακή των Αγίων Πατέρων, που είναι μετά τη Θεία Ανάληψη εμφανίστηκε στον Άγιο η Θεοτόκος έχουσα αγκαλιά τον Κύριο και του είπε: «Ακολούθησε με πιστότατε Μάξιμε και ανέβα πάνω στον Άθω για να λάβεις τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, καθώς επιθυμείς». Βλέποντας δυο και τρεις φορές αυτή τη Θεία οπτασία, άφησε τη Μεγίστη Λαύρα και μετά από επτά ημέρες ανέβηκε στην κορυφή του Όρους το Σάββατο της Πεντηκοστής και πέρασε όλη τη νύχτα άγρυπνος.

Έμεινε εκεί μόνος τρία μερόνυχτα προσευχόμενος αδιαλείπτως στο Θεό και στη Θεοτόκο δια μέσου της νοεράς προσευχής. Εκεί δέχτηκε πειρασμούς, φαινόταν ότι γίνονταν βροντές και αστραπές, ότι γινόταν σεισμός και ξεκολλούσαν πέτρες από τα βουνά. Όλα αυτά ήταν φανταστικά μέσα στη νύχτα για να τον φοβίσουν οι δαίμονες. Την ημέρα άγριες φωνές ακούγονταν και ταραχές σαν να υπήρχε κοντά πλήθος ανθρώπων. Φαίνονταν πολλοί άσχημοι άνθρωποι να ανεβαίνουν στο Όρος, να ορμούν στον Άγιο με σφεντόνες και κοντάρια για να τον κατεβάσουν από την κορυφή γιατί δεν υπέφεραν οι κατάρατοι να κατοικήσει εκεί. [9]

Ο Άγιος Μάξιμος έχοντας τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος και με αδιάλειπτη νοερά προσευχή παρακαλούσε το Θεό και τη Θεοτόκο την ανάδοχο του και προστάτη. Τότε λοιπόν εμφανίστηκε σε αυτόν η Θεοτόκος με πολλή δόξα σα βασίλισσα, κρατώντας πάλι στα χέρια της τον Υιό της, το δημιουργό πάσης της Κτίσεως. Την αναγνώρισε ο Άγιος από το εξαίσιο και Θείο εκείνο φως που έλαμπε και φώτιζε τριγύρω όλα τα μέρη εκείνα, κατάλαβε ότι ήταν Θεία Οπτασία και αληθινή εμφάνεια της Θεοτόκου. Την δοξολόγησε με άρρητη χαρά και είπε: «Χαίρε και Χαριτωμένη, ο Κύριος με τα σου». Έπεσε, προσκύνησε τον Κύριο και την Κυρία Θεοτόκο και δέχτηκε την ευλογία του Κυρίου. Άκουσε από την Παναγία να του λέει να πάρει τη Χάρη κατά τον δαιμόνων, ως σεπτός αθλοφόρος και να κατοικήσει στους πρόποδες της κορυφής του Άθω, γιατί αυτό είναι το θέλημα του Υιού της, για να ανεβεί σε ύψος αρετής και να γίνει δάσκαλος και οδηγός σε πολλούς και να τους σώσει. Μετά από αυτά του δόθηκε άρτος ουράνιος για τροφή αφού ήταν τόσες μέρες νηστικός.

Ευθύς μόλις πήρε τον άρτο και τον έβαλε στο στόμα του, τον περικύκλωσε άνωθεν Θείο Φώς και ακούστηκε Αγγελικός ύμνος. Η Θεοτόκος ανέβηκε στα ουράνια και ήταν τόση η λάμψη και η ευωδία που έμεινε στην κορυφή του όρους, ώστε ο Άγιος έμεινε εκστατικός και δεν ήθελε να κατέβη και να στερηθεί την ευωδία εκείνη και τη λάμψη. Μετά από τρεις ημέρες κατέβηκε, σύμφωνα με την προσταγή της Θεοτόκου και πήγε στον Ναό της. Μετά από μέρες ανέβηκε πάλι στην κορυφή και ζητούσε με δάκρυα τη Θεία εμφάνιση της. Είδε μόνο φως και μύρισε την ίδια ευωδία γεμίζοντας από χαρά και ευφροσύνη άρρητη. Το ίδιο έγινε δύο και τρεις φορές αλλά τη Θεοτόκο δεν την είδε ξανά όπως την πρώτη φορά.

 

3. Η νοερά προσευχή

  

«Μέσο αυτοδιαποιμάνσεως του πνευματικού ποιμένος προς ένωση με τον Αρχιποίμενα και καρποφορία ποιμαντική είναι η νήψη και αδιάλειπτος προσευχή. Οι εξ Ονόματος του Αρχιποίμενος ασκούντες την ποιμαντορία καρποφορούν διά της μυστικής ενώσεως τους μετ’ Αυτού, μένοντες εν Αυτώ, ως το κλήμα εν τη αμπέλω, προσευχόμενοι και επικαλούμενοι, το όνομα Αυτού». [10] Την αδιάλειπτη προσευχή, πρώτος απ’ όλους, δίδαξε ο Ιησούς με το έξοχο παράδειγμα Του.

Όπως γνωρίζουμε οι ανθολόγοι των φιλοκαλικών κειμένων, όπως και ο Άγιος Μάξιμος ο Καψοκαλύβης, θέλησαν να τονίσουν την αξία της νοεράς προσευχής. Για το λόγο αυτό επιλέχτηκε το μέρος εκείνο του ασκητικότατου βίου του, που η Θεοτόκος του δώρισε το χάρισμα της αδιαλείπτου, αυτοκινήτου και δια Πνεύματος Αγίου, καρδιακής προσευχής. Συνεπώς μας δημιουργείται η εξής απορία: υπάρχει άραγε δυναμικότερη απόδειξη, για τη σημασία της προσευχής του Ιησού, από τη δωρεά της Θεοτόκου στον πιστό δούλο της Μάξιμο;

Ο ίδιος έλεγε πως παρόλο που ήταν μέσα σε πολλούς ανθρώπους, ήταν σαν να βρίσκεται μόνος στην έρημο και έκανε αδιαλείπτως νοερά προσευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον με», κινούμενη πάντοτε μέσα στην καρδιά του μαζί με το νου, κάτι που είναι σπάνιο και δυσκολοεύρετο. Από μικρό παιδί είχε το χάρισμα της προσευχής, με αρετή και ευλάβεια στην Υπεραγία Θεοτόκο.

Για να κατανοήσουμε αυτό το υπερφυσικό γεγονός, θα μελετήσουμε το διαφωτιστικό διάλογο του Αγίου Μάξιμου με το μεγάλο δάσκαλο της νοεράς προσευχής Άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη, έναν από τους ελάχιστους θεωρητικούς μοναχούς που επιδίδονταν στην νοερά προσευχή την εποχή εκείνη. Το παρακάτω κείμενο αποτελεί διαμάντι της Φιλοκαλίας που άφησε πνευματικό πλούτο και εκτεταμένη θεολογική γραμματεία για τη νοερά προσευχή.

 

Σύναξις Αγιορειτών Αγίων. Στο κέντρο ο Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης.

 

«Ανταμώνοντας ο Θείος Γρηγόριος ο Σιναΐτης τον Άγιο Μάξιμο κι συνομιλώντας με αυτόν, ανάμεσα στα άλλα του λέει και τούτο:

 

-Σε παρακαλώ, τιμιότατε πάτερ, να μου πεις, κρατάς τη νοερά προσευχή;

Και εκείνος χαμογέλασε λίγο και του λέει:

Δε θα σου κρύψω, τίμιε πάτερ, το θαύμα της Θεοτόκου που έγινε σ’ εμένα. Εγώ από τη νεότητα μου είχα πολλή πίστη στην Κυρία μου Θεοτόκο και την παρακαλούσα με δάκρυα να μου δώσει αυτή τη χάρη της νοεράς προσευχής. Μία μέρα πήγα στο ναό της, καθώς είχα συνήθεια, και την παρακαλούσα πάλη με άμετρη θερμότητα καρδιάς κι εκεί που ασπαζόμουν με πόθο την αγία της εικόνα, ευθύς αισθάνθηκα στο στήθος μου και στην καρδιά μου μια θερμότητα και φλόγα, η οποία ήρθε από την αγία εικόνα και δεν με έκαιγε αλλά με δρόσιζε και με γλύκαινε κι έφερνε στην ψυχή μου μεγάλη κατάνυξη. Από τότε πλέον, πάτερ, άρχισε η καρδιά μου να λέει από μέσα την προσευχή και ο νους μου να γλυκαίνεται στην ενθύμηση του Ιησού μου και της Θεοτόκου μου και να έχει πάντοτε την ενθύμηση τους. Και πλέον από εκείνο τον καιρό δεν έλειψε η προσευχή από την καρδιά μου συγχώρεσε με.

Και ο θείος Γρηγόριος του λέει:

-Πες μου, άγιε, καμία φορά όταν έλεγες την ευχή του ¨Κύριε Ιησού Χριστέ¨, σου συνέβη αλλοίωση θεϊκή ή έκσταση ή κανένας άλλος καρπός του Αγίου Πνεύματος;

Και ο θείος Μάξιμος του είπε:

Ω πάτερ, για τούτο πήγαινα σε έρημο τόπο και ποθούσα την ησυχία πάντοτε, για να απολαύσω περισσότερο τον καρπό της προσευχής, ο οποίος είναι μια αγάπη υπερβολική στο Θεό και μια αρπαγή του νου στον Κύριο.

Και ο Άγιος Γρηγόριος του λέει:

-Σε παρακαλώ, πάτερ, να μου πεις, τα έχεις αυτά που είπες;

Και ο θείος Μάξιμος χαμογέλασε πάλι και του λέει:

Δος μου να φάω και μην εξετάζεις την πλάνη μου.

Τότε του λέει ο θείος Γρηγόριος:

-Μακάρι να είχα κι εγώ την πλάνη σου, άγιε όμως σε παρακαλώ να μου πεις, εκείνη την ώρα που θα αρπαχθεί ο νους σου στο Θεό, τι βλέπει με τους νοερούς οφθαλμούς; Μπορεί τότε ο νους ν’ ανεβάσει μαζί με την καρδιά την προσευχή;

Και ο άγιος Μάξιμος του αποκρίθηκε:

Όχι δεν μπορεί, γιατί όταν έρθει η χάρη του Αγίου Πνεύματος στον άνθρωπο διά μέσου της προσευχής, τότε παύει πλέον η προσευχή, επειδή ο νους κυριεύεται όλος από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και δεν μπορεί να ενεργήσει τις δυνάμεις του, αλλά μένει αργός και υποτάσσεται μόνο στο Άγιο Πνεύμα και Αυτό τον πηγαίνει όπου θέλει, ή σε άυλο αέρα θείου φωτός ή σε άλλη ανεκδιήγητη θεωρία ή και συχνά σε συνομιλία θεϊκή. Και γενικά, καθώς θέλει ο Παράκλητος, το Άγιο Πνεύμα, έτσι παρηγορεί τους δούλους Του καθώς ταιριάζει στον καθένα, έτσι του δίνει τη χάρη του. Και τούτο που λέω μπορεί να το δει κανείς φανερά στους Προφήτες και Αποστόλους, οι οποίοι αξιώθηκαν να δουν τόσες θεωρίες και οι άνθρωποι τους περίπαιζαν και τους είχαν για πλανεμένους και μεθυσμένους. Και ο προφήτης Ησαϊας είδε τον Κύριο πάνω σε θρόνο υψηλό και ένδοξο και γύρω Του τα Σεραφείμ και ο πρωτομάρτυρας Στέφανος είδε τους ουρανούς ανοιγμένους και τον Ιησού στα δεξιά του Πατέρα κλπ.

Με τον ίδιο τρόπο τώρα οι δούλοι του Χριστού αξιώνονται να βλέπουν διάφορες θεωρίες, τις οποίες μερικοί δεν τις πιστεύουν, μήτε τις δέχονται με κανένα τρόπο για αληθινές, αλλά τις έχουν για πλάνη κι εκείνους που τις βλέπουν τους έχουν για πλανεμένους. Και σε τούτο θαυμάζω πολύ και απορώ, πως πωρώθηκαν οι άνθρωποι εκείνοι και σαν τυφλοί στην ψυχή, δεν πιστεύουν εκείνο που ο αψευδής Θεός με το στόμα του προφήτη Ιωήλ υποσχέθηκε να δώσει στους πιστούς λέγοντας ότι «θα χύσω από τη χάρη του Πνεύματος μου σε κάθε πιστό και στους δούλους μου και στις δούλες μου». Τη χάρη αυτή ο Κύριος μας την έδωσε και τη δίνει και τώρα και θα τη δίνει ως τη συντέλεια, κατά την υπόσχεση Του, σε όλους τους πιστούς δούλους Του. Όταν λοιπόν η χάρη αυτή του Αγίου Πνεύματος έρθει σε κανένα, δεν του δείχνει τα συνηθισμένα, μήτε τα αισθητά του κόσμου τούτου, αλλά εκείνα που δεν είδε ποτέ του μήτε τα φαντάστηκε και τότε ο νους του ανθρώπου εκείνου διδάσκεται από το Άγιο Πνεύμα μυστήρια υψηλά και απόκρυφα, τα οποία, κατά το θείο Παύλο, δεν μπορεί να τα δει μάτι ανθρώπου, μήτε νους ανθρώπου μπορεί να τα συλλογιστεί από μόνος του ποτέ. Και για να καταλάβεις πως τα βλέπει ο νους μας, στοχάσου αυτό που θα σου πω. Το κερί όταν είναι μακριά από τη φωτιά είναι στερεό και πιάνεται, όταν όμως το βάλεις στη φωτιά λιώνει κι εκεί μέσα στη φλόγα καίγεται και ανάβει και γίνεται όλο φως κι έτσι τελειώνει όλο μέσα στη φωτιά και δεν είναι δυνατό να μη λιώσει μέσα στη φωτιά και να μη γίνει σαν νερό. Έτσι κι ο νους του ανθρώπου, όταν είναι μόνος χωρίς να ενωθεί με το Θεό, εννοεί όσα αντιστοιχούν στη δύναμη του, όταν όμως πλησιάσει στο πυρ της Θεότητας και στο Άγιο Πνεύμα, τότε πλέον κυριεύεται ολωσδιόλου από εκείνο το θεϊκό φως και γίνεται όλος φως κι εκεί μέσα στη φλόγα του Παναγίου Πνεύματος ανάβει και λιώνει από τα θεία νοήματα και δεν είναι δυνατό εκεί μέσα στο πυρ της Θεότητας να εννοεί τα δικά του κι εκείνα που θέλει».[11]

 

4. Η διάκριση των σημείων της πλάνης και της χάριτος.

 

Τότε του λέει ο θείος Γρηγόριος:

-Είναι και άλλα, Καυσοκαλύβη μου, που να μοιάζουν με αυτά αλλά να είναι της πλάνης;

Και ο μέγας Μάξιμος του αποκρίθηκε:

-Άλλα είναι τα σημάδια της πλάνης κι άλλα της χάρης. Το πονηρό πνεύμα της πλάνης, όταν πλησιάσει στον άνθρωπο, του συγχίζει το νου και τον αγριεύει, κάνει την καρδιά σκληρή και τη σκοτίζει, προξενεί δειλία και φόβο και υπερηφάνεια, του αγριεύει τα μάτια, ταράζει το μυαλό, προκαλεί ανατριχίλα σε όλο το σώμα, του δείχνει κατά φαντασίαν στα μάτια φως όχι λαμπρό και καθαρό, αλλά κόκκινο, του κάνει το νου έξω φρενών και δαιμονιώδη, τον παρακινεί να λέει με το στόμα του λόγια άπρεπα και βλάσφημα κι εκείνος που βλέπει το πνεύμα αυτό της πλάνης, οργίζεται συχνά κι είναι γεμάτος από θυμό και διόλου δε γνωρίζει την ταπείνωση, μήτε το αληθινό πένθος και τα δάκρυα, αλλά πάντοτε καυχιέται για τα καλά του και κενοδοξεί και χωρίς συστολή και φόβο Θεού βρίσκεται παντοτινά μέσα στα πάθη. Και τελικά βγαίνει ολότελα από τα λογικά του και φτάνει σε τέλεια απώλεια. Από αυτή την πλάνη είθε να μας γλυτώσει ο Κύριος με τις ευχές σου.

Αλλά τα σημεία της χάρης είναι αυτά όταν πάει στον άνθρωπο η Χάρη του Παναγίου Πνεύματος, του συνάγει το νου και τον κάνει να είναι προσεκτικός και ταπεινός του φέρει την ενθύμηση του θανάτου και των αμαρτημάτων του και της μέλλουσας κρίσεως και της αιώνιας κολάσεως και του κάνει την ψυχή ευκολοκατάνυκτη, να κλαίει και να πενθεί κάνει και τα μάτια του ήμερα και γεμάτα δάκρυα και όσο πλησιάζει στον άνθρωπο, τόσο του ημερεύει την ψυχή και την παρηγορεί δια μέσου των αγίων παθών του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και της άπειρης φιλανθρωπίας Του. Και προξενεί στο νου υψηλές και αληθινές θεωρίες για την ακατανόητη δύναμη του Θεού, πως μ’ ένα λόγο έφερε τα πάντα από το μη ον στο είναι για την άπειρη Του δύναμη που συγκρατεί και κυβερνά τα πάντα κι έχει την πρόνοια όλων για το ακατανόητο της Αγίας Τριάδος και για το ανεξιχνίαστο πέλαγος της θείας ουσίας κλπ. Και όταν αρπαχθεί ο νους του ανθρώπου από εκείνο το θείο φως και φωτιστεί με το φωτισμό της θείας γνώσεως, γίνεται η καρδιά του γαλήνια και πραότατη και αναβρύζει τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος τη χαρά, την ειρήνη, τη μακροθυμία, την καλοσύνη, τη συμπάθεια, την αγάπη, την ταπείνωση κλπ. και απολαμβάνει η ψυχή του μια αγαλλίαση απερίγραπτη.

 

Ακούγοντας αυτά ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης έμεινε εκστατικός και θαύμαζε για εκείνα που του έλεγε ο θείος Μάξιμος, και  πλέον δεν τον ονόμαζε άνθρωπο αλλά επίγειο άγγελο». [12]

 

5. Ιάσεις και Θαύματα του Αγίου Μάξιμου του Καυσοκαλύβη

 

«Οι ιάσεις ψυχών και σωμάτων και τα ποικίλα θαύματα είναι μια μορφή της Αποκαλύψεως του Θεού στον κόσμο, είναι σημείο της παρουσίας και βασιλείας Του, το προανάκρουσμα του τελικού θριάμβου επί της φθοράς και του θανάτου. Διά τούτο το κήρυγμα της Βασιλείας του Ιησού συνωδεύετο από ιάσεις και θαύματα». [13]

Και μόνο με το λόγο του, ο Άγιος Μάξιμος, γιάτρευε πολλούς ανθρώπους, ακόμα και τα δαιμόνια έδιωχνε από τους δαιμονισμένους. Τους ζητούσε να απέχουν από τη μνησικακία, την αδικία, την επιορκία, τη μέθη και την πορνεία. Βασική συμβουλή του ήταν να νηστεύουν το κρέας, να δίνουν με όλη την καρδιά τους ελεημοσύνη, να μετανοούν και να μεταλαμβάνουν τα άχραντα Μυστήρια για να υγιαίνουν πάντοτε.

Ακόμα και κάποιο μοναχό Μερκούριο παρεκίνησε κάποτε να διώξει το δαιμόνιο από ένα δαιμονισμένο. Μπροστά στον Άγιο ο μοναχός θεράπευσε το δαιμονισμένο με το όνομα του Ιησού Χριστού.

Ο Άγιος Μάξιμος κάποτε συνάντησε στη στράτα του έναν υποτακτικό κάποιου γέροντος που έπασχε κακώς από δαιμόνιο. Του ζήτησε να κάνει τέλεια υπακοή στο γέροντα του, να απέχει από τυρί και κρασί και ότι θα θεραπευτεί στο όνομα του Ιησού Χριστού. Πραγματικά ως θαύμα ο υποτακτικός με τα λόγια αυτά θεραπεύτηκε.

Μια άλλη φορά ένας μοναχός ήθελε να ταξιδεύσει στην Κωνσταντινούπολη με ένα καΐκι. Ο Άγιος όμως δεν τον άφησε γνωρίζοντα τον κίνδυνο. Πραγματικά το καΐκι αυτό βυθίστηκε στη θάλασσα με όλους τους επιβάτες του.

Μία μέρα ήρθε το λιμάνι της Λαύρας ένα καΐκι και οι άνθρωποι του πήγαν να συναντήσουν τον Άγιο, όμως είχαν μαζί τους ένα δαιμονισμένο, που είχε το δαιμόνιο της αχορτασίας. Έτρωγε δηλαδή κάθε μέρα το φαγητό πέντε αντρών και πάλι δε χόρταινε. Οι συνοδοί του τον έριξαν στα πόδια του Αγίου και παρακαλούσαν να τον ελευθερώσει από το δαιμόνιο. Τότε ο Άγιος πήρε ένα παξιμάδι και το έδωσε στον πάσχοντα λέγοντας του: Στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού , τόσο να τρως, να χορταίνεις και να ειρηνεύεις. Από τότε ο πάσχων ελευθερώθηκε από το δαιμόνιο της αχορτασίας και δεν έτρωγε περισσότερο από την ποσότητα του παξιμαδιού εκείνου που του έδωσε ο Άγιος. Μάλιστα έγινε μοναχός και κάθησε κοντά στον Άγιο, πρόκοψε οδηγούμενος από τη Θεία Χάρη και έγινε άριστος μοναχός.

Για να αποκαλυφθεί πως η χάρη του Αγίου Πνεύματος μένει αχώριστη από το Θείο Λείψανο του Αγίου έχουν καταγραφεί συγκεκριμένα θαύματα. [14] Κάποιος μοναχός Διονύσιος Κοντοστέφανος, αφού έπασχε από σφοδρούς πόνους στο κεφάλι επί πολλές μέρες, προσέτρεξε στον τάφο του Αγίου και παρακαλώντας τον με μεγάλη πίστη και δάκρυα να του δώσει την υγεία του, αποκοιμήθηκε λίγο και ξυπνώντας από θαύμα βρέθηκε υγιής και δόξαζε τον Άγιο. Πήρε δε στα χέρια του και λίγο χώμα από τον τάφο του Αγίου και μύρο ανάβλυσε θαυμάσιο που γέμισε από άρρητη ευωδία τις αισθήσεις του. Ακόμα και ο Άγιος Νικόδημος, που είχε δει ο ίδιος τον Άγιο Μάξιμο να πετάει στον αέρα, ασθένησε βαριά και έφτασε ως το θάνατο. Τότε επικαλέστηκε με δάκρυα τον Άγιο Μάξιμο, ο οποίος του φανερώθηκε σε όνειρο, τον γιάτρεψε και έζησε δοξάζοντας το Θεό και τον Άγιο γιατί ήταν σχεδόν νεκρός και αναστήθηκε.

 

6. Προφητικό Χάρισμα – Προόραση

 

Όπως γνωρίζουμε η διόραση είναι η φυσική γνώση που είχε ο άνθρωπος από τη δημιουργία του, πριν όμως τα πάθη σκοτίσουν τον νου του. «Η προόραση όμως είναι υπέρ φύση γνώση, που κατά χάρη δίδεται στους άξιους». [15]

 Ο Άγιος Μάξιμος ήταν τόσο καταπλουτισμένος ο μακάριος από τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, ώστε και τα μακρά όντα έβλεπε σαν να ήταν πλησίον και τα άδηλα και μέλλοντα προεγνώριζε και προέλεγε σα να ήταν παρόντα.

Ένας μοναχός που ονομαζόταν Βαρλαάμ, ήταν υποτακτικός κάποιου γέροντα. Ο Άγιος Μάξιμος τον επέπληξε για τη σκληρότητα και την παρακοή που έδειχνε στο γέροντα του και του είπε από αυτά τα πταίσματα σου θα έχεις κακό τέλος, θα πεθάνεις από κρύο και παγετό, το οποίο έγινε και βγήκε αληθινή η προόραση του Αγίου.

Σε έναν άλλο μοναχό που ονομαζόταν Αθανάσιο, προείπε ο Άγιος ότι θα θανατωθεί από τους Ισμαηλίτες. Και αυτή η προφητεία εκπληρώθηκε τελικά.

Ακόμα και τον ερχομό των βασιλέων προεγνώριζε και έλεγε πως οι Ρωμαίοι θα έρθουν σε μένα για να ακούσουν προφητείες και να λάβουν πρόγνωση των μελλόντων και όχι για να ωφεληθούν. Πέρασε λίγος καιρός και ήρθε σε αυτόν ο Ιωάννης Κατακουζηνός και ο Ιωάννης ο Παλαιολόγος που ήταν βασιλεύοντες. Ο Άγιος προφήτευσε για αυτούς όλα εκείνα που έμελε να τους ακολουθήσουν, λέγοντας τους να υπομείνουν όλα τα επερχόμενα λυπηρά. Έπειτα τους δίδαξε πολλά ψυχωφελή και κατάλληλα πράγματα για βασιλείς. Όταν θα αναχωρούσαν είπε στον Κατακουζηνό ότι θα γίνει ηγούμενος σε μοναστήρι και στον Παλαιολόγο ότι η βασιλεία του θα είναι μακρά αλλά ασήμαντη και ότι θα του φέρει πολλές ταραχές. Μετά από αυτά τους αποχαιρέτησε λέγοντας «χαίρετε και υπάγετε εν ειρήνη». Πέρασε λίγος καιρός και έστειλε στην Κωνσταντινούπολη προς τον Κατακουζηνό ένα παξιμάδι, ένα κρεμμύδι και ένα σκόρδο. Με αυτά τα προμήνυε ότι θα γίνει μοναχός. Όπως και έγινε γιατί ύστερα από λίγο καιρό καταπιέστηκε από τον Παλαιολόγο και έγινε χωρίς να θέλει μοναχός. Έφαγε τότε το παξιμάδι, θυμήθηκε τον Άγιο και τον θαύμαζε. Ομοίως και ο Παλαιολόγος έβλεπε τα πράγματα να γίνονται όπως τα είχε προφητεύσει ο άγιος και τον θαύμαζε βαθιά.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης το περιστατικό κατά ο οποίο ο Πατριάρχης Κάλλιστος πηγαίνοντας με κληρικούς του στη Σερβία για την ένωση και την ειρήνη της Εκκλησίας, πέρασε από το Άγιο Όρος και πήγε στην καλύβα του Αγίου Μάξιμου για να τον δει. Ο Άγιος βγήκε να τον προϋπαντήσει και έλαβε την ευλογία του. Μετά τον ασπασμό έψαλλε το «Μακάριοι οι άμωμοι εν οδώ…» προμηνύοντας με αυτό το θάνατο και την ταφή τους. Πράγματι, πηγαίνοντας ο Πατριάρχης και οι κληρικοί του στη Σερβία, δηλητηριάστηκαν όλοι, πέθαναν και τάφηκαν στην εκκλησία των Σέρβων. Έτσι έλαβε τέλος η προφητεία του Αγίου γι’ αυτούς.

Άλλοτε πάλι πήγαν στον Άγιο δυο μοναχοί. Μετά τα συνομιλία τους, πήρε ένα παξιμάδι τους το έδωσε και τους είπε να πάνε το γρηγορότερο στο μοναστήρι του Δωρόθεου για να μη κινδυνέψουν στη στράτα τους από το χειμώνα. Εκείνοι παραξενεύτηκαν γιατί ήταν καιρό τρύγου και δε φαινόταν ούτε σύννεφο. Πριν όμως φτάσουν στο μοναστήρι του Δωρόθεου σηκώθηκε βίαιος άνεμος και έγινε φοβερή μεταβολή στον ουρανό. Ακολούθησε πλήθος από αστραπές, βροντές, χαλάζι, βροχή και σταμάτησε ο τρύγος γιατί εξαφάνισε τα ατρύγητα αμπέλια, διαλύοντας τα τελείως. Αφού τα είδαν όλα αυτά οι μοναχοί διακήρυτταν σε όλους την προφητεία του Αγίου.

Ένας μοναχός Λαυριώτης που λεγόταν Ιάκωβος, ήρθε τον Άγιο και του ζητούσε να του φτιάξει ένα γράμμα που θα τον βοηθούσε να βρει χρήματα για να τερματίσει τη σκλαβιά του αδερφού του. Ο Άγιος αφού αρχικά τον υπέμεινε, μετά του είπε αυστηρά να πάει να βγάλει τα εξήντα φλουριά του από τον τοίχο του πύργου που τα είχε κρυμμένα και να τα δώσει για να εξαγοράσει την ελευθερία του αδερφού του. Επίσης τον προειδοποίησε να μην είναι πλεονέκτης και ψεύτης. Ακούγοντας αυτά ο Ιάκωβος, ομολόγησε την αλήθεια, ζήτησε συγχώρεση από τον Άγιο για το τόλμημα του και το έλαβε.

 Ο Αρχιερέας Τραϊανουπόλεως ξεκίνησε μία φορά με το διάκονο του να πάει στον Άγιο. Θέλοντας να τον δοκιμάσει εάν αληθινά έχει το προορατικό χάρισμα, πήρε στο δρόμο το ράσο του διακόνου του και το φόρεσε αυτός. Τον αρχιερατικό μανδύα τον έδωσε στο διάκονο του και εκείνος τον φόρεσε. Έφτασε λοιπόν πρώτος ο αρχιερέας σα διάκονος και ζήτησε από τον Άγιο να τον ευλογήσει και αν θέλει να επιτρέψει στον αρχιερέα που τάχα περίμενε έξω να εισέλθει. Ο Άγιος Μάξιμος τότε του απάντησε ότι ήθελε να τον ευλογήσει γιατί εκείνος ήταν ο αληθινός αρχιερέας.

Κάποιος μοναχός Νικόδημος πήγε κάποτε στον όσιο χάριν ωφελείας. Τότε ο Άγιος του είπε ότι γρήγορα θα πεθάνει. Του αποκάλυψε τη μέρα της κοιμήσεως του και τα ονόματα εκείνων που θα παραβρίσκονταν στον ενταφιασμό του. Όταν έφτασε η μέρα εκείνη που είχε προβλέψει, την δεκάτη Τρίτη Ιανουαρίου, εκοιμήθει ο Άγιος, όντας ενενήντα πέντε χρονών και τάφηκε στο μνημείο που είχε σκάψει ο ίδιος κοντά στην καλύβα του. Ο ενταφιασμός του έγινε από εκείνους μόνο που είχε πει γιατί δεν ήθελε πλήθος λαού. Ακόμη άφησε εντολή να μη μεταθέσουν σε άλλο τόπο το λείψανο του.

 

7. Θείες εμπειρίες

  

Κάποιος ασκητής που ονομαζόταν Μεθόδιος πηγαίνοντας μια μέρα στον Άγιο, είδε Θείο Φως που έλαμπε τριγύρω του. Δεν τολμούσε να τον πλησιάσει μέχρι που τον πρόσταξε ο Άγιος να τον πλησιάσει.

Πολλοί έλεγαν επίσης ότι ο Άγιος δεχόταν ουράνιο άρτο, γιατί το χειμώνα πήγε επίσκεψη ο Γρηγόριος, που ήταν νοσοκόμος της Λαύρας, μαζί με έναν άλλο αδελφό και από το πολύ χιόνι ήταν σκεπασμένος ο τόπος και πατήματα ανθρώπων δε φαίνονταν πουθενά. Μετά από πολύ κόπο πήγαν στην καλύβα του Αγίου έχοντας μαζί τους ψωμί, κρασί κ.α. Καθώς όμως μπήκαν στην καλύβα του, είδαν ένα ζεστό και καθαρότατο ψωμί, που μοσκοβολούσε. Περιεργάστηκαν το χώρο για να βρουν ίχνη φωτιάς αλλά μη βρίσκοντας τίποτα έμειναν εκστατικοί θαυμάζοντας τον ουράνιο άρτο. Πέσανε στα πόδια του Αγίου ζητώντας να τους δώσει μέρος του άρτου. Ο Άγιος τους σπλαχνίστηκε και τους έσωσε τον μισό άρτο λέγοντας τους να το πάρουν, να το φάνε και να μην το πουν σε κανέναν όσο ζούσε. Αλλά και νερό πόσιμο και γλυκό του έδωσε, όπως αποκάλυψαν οι ίδιοι μετά το θάνατο του. Άλλοι αδελφοί είπαν ότι και το νερό της θάλασσας έκανε γλυκό και ήπιε αυτός, δίνοντας και σε εκείνους να πιούν.

Μια μέρα ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης μαζί με άλλον ένα μοναχό ξεκίνησαν από τη μονή του Βατοπεδίου και πήγαν στην καλύβα του Αγίου. Δεν τον βρήκαν εκεί και το έψαχναν τριγύρω. Ανεβαίνοντας πιο ψηλά ο Άγιος Νικόδημος τον είδε στη γούρνα του Αγελαρίου, περίπου δυο μίλια μακριά, που ο ενδιάμεσος δρόμος ήταν δύσβατος και πετρώδης. Ξαφνικά σαν από θαύμα βλέπει τον Άγιο Μάξιμο να υψώνεται από τη γη, πάνω ψηλά στον αέρα και σαν υπόπτερος αετός να πετά πάνω από το δάσος και τις μεγάλες πέτρες και ήρθε εκεί που ήταν ο Άγιος Νικόδημος. Εκείνος τρόμαξε, έπεσε στα πόδια του και τον υποδέχτηκε. Ο Άγιος Μάξιμος τον ρώτησε πόση ώρα περίμενε σε εκείνον τον τόπο, τον πήρε από το χέρι, τον οδήγησε στην καλύβα του, τον δίδαξε πολλά και τον συμβούλεψε να μην πει σε κανέναν αυτό που είχε δει όσο θα ζούσε ο Άγιος.

 

  1. Επίλογος

 

Η ιερά ιστορία της Εκκλησίας μας διδάσκει ότι η ακράδαντη πίστη στο Θεό, Θείες εντολές, οι Άγιες αρετές και άσβεστη ελπίδα για τη σωτηρία και τη Θέωση πλουτίζουν και διευκολύνουν τη δυσχερή πορεία της κατά Χριστό τελειώσεως.  Το απόσταγμα της εμπειρίας των θείων και ασκητών Πατέρων είναι ότι η πνευματική ζωή είναι ο ίδιος ο Χριστός, η ένωση του πιστού με τον Θεό είναι η ζωή, όπως ο χωρισμός του πιστού από το Θεό είναι ο θάνατος.

Το συγκεκριμένο πόνημα παρουσίασε τα ποιμαντικά στοιχεία του Αγίου Μάξιμου Καυσοκαλυβίτου, ο οποίος με την άγια ζωή του διαμόρφωσε μια πορεία πνευματικής ζωής. Συνετέλεσε στην εμπέδωση και τη διάδοση του μοναχικού ιδεώδους και διαφώτισε τον πιστό λαό εκ της θέσεως του απλού μοναχού – ασκητού. Εύχομαι το παράδειγμα του Αγίου να μας διδάξει, να μας φωτίσει και να μας οδηγήσει στην αυτοπραγμάτωση και την κατά Θεό σωτηρία.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Deseille Πλακίδας Αρχιμανδρίτης, Φιλοκαλία. Η νηπτική παράδοση της Ορθοδοξίας και η ακτινοβολία της στον κόσμο, μετάφραση από τα γαλλικά Άννα Κωστάκου-Μαρίνη, εκδ. Ακρίτας, Ν. Σμύρνη 1999, σελ. 13

[2] Στο ίδιο, σελ.19

[3] Στο ίδιο, σελ. 31

[4] Στο ίδιο, σελ. 83

[5] Στο ίδιο, σελ. 89-93

[6] Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Η θυσία του μεγάλου Αρχιερέως και Αρχιποίμενος ως προϋπόθεση και σκοπός της ποιμαντικής, Εκδ. Γεώργιος Α. Γκέλμπεσης, Αθήνα 2003, σελ. 18

[7] Νικόδημος ο Αγιορείτης Άγιος, Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης: Βίος, πολιτεία και θαύματα: ιερά ασματική και πανηγυρική ακολουθία, εκδ. Ι. Καλύβη Κοιμήσεως Θεοτόκου, Άγιον Όρος 1995, σελ.31

[8] Κορναράκης Ιωάννης, Στοιχεία νηπτικής ψυχολογίας, β’ έκδοση,  Αθήνα 2000, σελ. 45

[9] Νικόδημος ο Αγιορείτης Άγιος, Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης…, ό.π. σελ. 27

[10] Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Ποιμαντική κατά την Θεολογία και Πράξη των Αγίων (διδακτικές σημειώσεις), εκδ. Γεώργιος Α. Γκέλμπεσης, Αθήνα 2004, σελ.35

[11] Πέτρος Δαμασκηνός, Τόμος Πέμπτος, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μτφρ. Αντωνίου Γ. Γαλίτη, Εισαγωγή – Σχόλια Θεοκλήτου Μοναχού Διονυσιάτου, φιλ. Επιμέλεια Ιγνατίου Σακαλή, εκδ. «Το περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 310-312.

[12] Του ιδίου, σελ. 312-313.

[13] Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Ποιμαντική κατά την Θεολογία…, ό.π. σελ. 137

[14] Νικόδημος ο Αγιορείτης Άγιος, Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης…, ό.π.  σελ. 51

[15] Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Ποιμαντική κατά την Θεολογία…, ό.π. σελ.135-136

 

 

Βιβλιογραφία


 

  • Deseille Πλακίδας Αρχιμανδρίτης, Φιλοκαλία. Η νηπτική παράδοση της Ορθοδοξίας και η ακτινοβολία της στον κόσμο, μετάφραση από τα γαλλικά Άννα Κωστάκου-Μαρίνη, εκδ. Ακρίτας, Ν. Σμύρνη 1999.
  • Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Η θυσία του μεγάλου Αρχιερέως και Αρχιποίμενος ως προϋπόθεση και σκοπός της ποιμαντικής, Εκδ. Γεώργιος Α. Γκέλμπεσης, Αθήνα 2003.
  • Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Ποιμαντική κατά την Θεολογία και Πράξη των Αγίων (διδακτικές σημειώσεις), Εκδ. Γεώργιος Α. Γκέλμπεσης, Αθήνα 2004.
  •  Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Η πνευματική καθοδήγηση στην συνοπτική φιλοκαλία του Οσίου Πέτρου του Δαμασκηνού, Εκδ. Γεώργιος Α. Γκέλμπεσης, Αθήνα 2010.
  • Δαμασκηνός Πέτρος , Τόμος Πέμπτος, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μτφρ. Αντωνίου Γ. Γαλίτη, Εισαγωγή – Σχόλια Θεοκλήτου Μοναχού Διονυσιάτου, φιλ. Επιμέλεια Ιγνατίου Σακαλή, εκδ. «Το περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 1988.
  • Κορναράκης Ιωάννης, Στοιχεία νηπτικής ψυχολογίας, β’ έκδοση,  Αθήνα 2000.
  • Νικόδημος ο Αγιορείτης Άγιος, Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης: Βίος, πολιτεία και θαύματα: ιερά ασματική και πανηγυρική ακολουθία, εκδ. Ι. Καλύβη Κοιμήσεως Θεοτόκου, Άγιον Όρος 1995.
  • Σωτηρόπουλος Χαράλαμπος, Οι νηπτικοί πατέρες περί της κατά Χριστόν τελειώσεως του ανθρώπου, Αθήνα 1996.
  • Σωτηρόπουλος Χαράλαμπος, Νηπτικοί και Πατέρες των μέσων χρόνων, Αθήνα 2000.

 

Θεοδώρα – Κωνσταντίνα Παπαδημητρίου

*Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη

 

Read Full Post »

Κυριακή των Βαΐων, Η εις Ιερουσαλήμ είσοδος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Φιλοξενούμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» την κυρία Δέσπω Αθ. Λιάλιου, Ομότιμη Καθηγήτρια Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., θέμα της: «Η Κυριακή των Βαΐων, Η εις Ιερουσαλήμ είσοδος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού».

 

 

Α. Τα αυριανά Αναγνώσματα μας εισάγουν στην εορτή του Πάσχα. Καθ᾽ οδόν για τον εορτασμό του Πάσχα ο Χριστός πέρασε από τη Βηθανία, όπου τέλεσε την ανάσταση του φίλου του Λαζάρου (Ἰω. ια´, 1-45), κορυφώνοντας τις προς τους άλλους, ήτοι προς ημάς, θεοσημίες του, αποκαλυπτόμενος, δηλαδή, ως Θεός, όπως ομολογεί η Εκκλησία στο Απολυτίκιο του Σαββάτου του Λαζάρου αλλά και της Κυριακής των Βαΐων ενσωματώνοντάς το στο γ´ Αντίφωνο κατά το Κοινωνικό: «Τὴν κοινὴν Ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σοῦ Πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον, Χριστὲ ὁ Θεός…».

 

Β. 1. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα μας μεταφέρει σε ένα περιβάλλον πανανθρώπινης χαράς, που συνάδει με το περιεχόμενο της εορτής. Ενώ, δηλαδή, κατά την περίοδο των Κυριακών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής τα Αποστολικά Αναγνώσματα προήρχοντο από την Προς Εβραίους Επιστολή με μία αντιστοιχία προς τις θεοφάνειες της Παλαιάς Διαθήκης, και ιδίως τα γεγονότα από την έξοδο του Ισραήλ από την Αίγυπτο και μέχρι τη συγκρότησή τους με κέντρο την Ιερουσαλήμ, το Αποστολικό Ανάγνωσμα των Βαΐων αφορά σε όλους τους ανθρώπους. Δύο είναι τα κεντρικά σημεία του Αναγνώσματος, ότι ο Κύριος, ο Ιησούς Χριστός, είναι εγγύς και ότι είναι Θεός ειρήνης, Θεός, δηλαδή, που αίρει τις αντιθέσεις και τις συμβάσεις της ζωής, οδηγώντας τους ανθρώπους στην κοινή πορεία του ανακαινισμού εν Χριστώ και την κοινή Ανάσταση. Έτσι κι αλλιώς η Προς Φιλιππισίους είναι ένα ύμνος χαράς και ξεχειλίσματος της ευγνωμοσύνης για τη φιλάνθρωπη οικονομία και θεία συγκατάβαση του Ενανθρωπήσαντος Υιού και Λόγου του Θεού, που αποτέλεσε και το υπόβαθρο των διατυπώσεων του Συμβόλου της πίστεως «δι᾽ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν» και της καθόλου αναιρετκής κατά των αιρέσεων για το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός.

 

Κυριακή των Βαΐων – 1546 μ.Χ. – Mονή Σταυρονικήτα, Άγιον Όρος (Κρητική σχολή, Θεοφάνης ο Kρής).

2. Από την άλλη το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα μάς κρατά σε μία ιστορική πορεία και χρονολογική σειρά από την Παλαιά προς την Καινή Διαθήκη, προς την πορεία της Μεγάλης Εβδομάδος, που απαιτεί τη λειτουργία του ζεύγους προτύπωση και «πλήρωμα». O Xριστός, μετά την ανάσταση του Λαζάρου βρίσκεται στο οικογενειακό τραπέζι, όπου δικονεί η Μάρθα, ενώ η Μαρία, αδελφή κι αυτή του Λαζάρου, αλείφει τα πόδια του Χριστού με μύρο. Ο Ιωάννης καταγράφει το γεγονός, γιατί μας εισάγει στα γεγονότα των παθών του Χριστού με αναφορά στην προδοσία και την παράδοση από τον Ιούδα («ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι») και τον ενταφιασμό του («εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό»). Ωστόσο, το μεγαλύτερο τμήμα του Ευαγγελικού Αναγνώσματος καλύπτει το γεγονός της προσελεύσεως του ὄχλου στο σπίτι του Λαζάρου, για να δουν το Χριστό αλλά και τον τετραήμερο Λάζαρο, όπως επίσης το γεγονός της εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα.

Ο Ευαγγελιστής σημειώνει ότι: «καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν ᾿Ιησοῦν». Δεν πρόκειται για μια πίστη θεωρητική, σαν αυτά που ακούμε στις μέρες μας για ηθικές αξίες, αρχές και ιδανικά, αυτά είναι πράγματα ειδωλολατρικά, κι ας προβάλλονται και για πολύ ορθόδοξα, αλλά πρόκειται για την πίστη των απ᾽ αιώνος Αγίων, που είναι και ομολογία ότι ο Χριστός είναι ο ίδιος ο Θεός, αυτός που δημιούργησε τον άνθρωπο και τον ανακαίνισε, ο προαιώνιος Λόγος, ο αναμενόμενος βασιλεύς του Ισραήλ, γιατί δεν είναι άλλος ο αποκαλυπτόμενος Θεός των Προφητών και άλλος ο Ενανθρωπήσας. Εξάλλου, το γεγονός της ανάστασης του Λαζάρου είχε διαδοθεί και στα Ιεροσόλυμα, και οι άνθρωποι βγήκαν έξω να τον υποδεχθούν, αναγνωρίζοντας ότι πρόκειται για τον αναμενόμενο βασιλέα του Ισραήλ, τον καθήμενον πάνω σ᾽ ένα γαϊδουράκι, κατά την προφητεία του Ζαχαρία (Ἰω. 15: «μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου») και κράζοντες με τα λόγια του Ησαΐα «ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου». Είναι πολύ σημαντική αυτή η σύνδεση της Προφητικής μαρτυρίας με την πίστη της Εκκλησίας ως η ούσα Πεντηκοστή των Αγίων, γιατί μας παρέχει τη μαρτυρία για την ενότητα του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, αλλιώς ο Χριστός υπόκειται στο χρόνο, τον μεταβάλλουμε σ᾽ ένα κοινό άνθρωπο, μεγάλο μύστη και εμπνευστή, ένα επαναστάτη, όχι, όμως, ως το Ζώντα Θεό, τον ένα και τον αυτόν Προφητών και Αποστόλων, τον αεί ωσαύτως έχοντα.

 

3. Ο Ευαγγελιστής, μάλιστα, υπογραμμίζει ότι ούτε και οι Μαθητές μπόρεσαν τότε να τον «γνωρίσουν», να αναγνωρίσουν ούτε καν τη βαϊοφόρο είσοδο, δηλαδή, τότε περί ποίου επρόκειτο, τον αναγνώρισαν ως τον αναμενόμενο Κύριο των Προφητών μετά την Ανάληψή του «ὅτε ἐδοξάσθη», όπως σημειώνει ο Ιωάννης: «16 Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ᾽ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ ᾿Ιησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ᾽ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ». Οι Μαθητές, δηλαδή, αναγνώρισαν το Χριστό ως Θεό εν Αγίω Πνεύματι, όπως εν Αγίω Πνεύματι (Πνευματικῶς) αναγνωρίζει και ομολογεί το Χριστό ως Θεό ο κάθε χριστιανός, όπως σημειώνει ο Ιωάννης παρακάτω στα κεφ. ιδ´, 25-29:

 

«Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν παρ᾽ ὑμῖν μένων· ὁ δὲ   παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον ὃ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν. Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν· οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσιν, ἐγὼ δίδωμι ὑμῖν. μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία μηδὲ δειλιάτω. ἠκούσατε ὅτι ἐγὼ εἶπον ὑμῖν, ὑπάγω καὶ ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς· εἰ ἠγαπᾶτέ με, ἐχάρητε ἂν ὅτι εἶπον, πορεύομαι πρὸς τὸν πατέρα· ὅτι ὁ πατήρ μου μείζων μού ἐστι· καὶ νῦν εἴρηκα ὑμῖν πρὶν γενέσθαι, ἵνα ὅταν γένηται πιστεύσητε» και ιε´, 26-27: «ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ· καὶ ὑμεῖς δὲ μαρτυρεῖτε, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς μετ᾽ ἐμοῦ ἐστε».

Γι᾽ αυτό ο Άγ. Γρηγόριος ο Θελόγος λέγει στην παρ. 27 του Πέμπτου Θεολογικού Λόγου του ότι «ἦν τινὰ τῷ σωτῆρι καὶ εἰ πολλῶν ἐνεπίμπλαντο μαθημάτων, ἃ μὴ δύνασθαι τότε βασταχθῆναι τοῖς μαθηταῖς ἐλέγετο, δι᾽ ἃς εἶπον ἴσως αἰτίας, καὶ διὰ τοῦτο παρεκαλύπτετο· καὶ πάλιν πάντα διδαχθήσεσθαι ἡμᾶς ὑπὸ τοῦ πνεύματος ἐνδημήσαντος. τούτων ἓν εἶναι νομίζω καὶ αὐτὴν τοῦ πνεύματος τὴν θεότητα, τρανουμένην εἰς ὕστερον, ὡς τηνικαῦτα ὡρίμου καὶ χωρητῆς ἤδη τυγχανούσης τῆς γνώσεως, μετὰ τὴν τοῦ σωτῆρος ἀποκατάστασιν, οὐκέτι ἀπιστουμένου τῷ θαύματι».

 

4. Η αναφορά μάλιστα στη Σιών (Συναγωγή) θα έχει τη συνέχεια στη Μεγάλη Δευτέρα, όπου σημειώνεται ότι η συκή, από την οποία αναζητά καρπούς ο Χριστός και δεν βρίσκει, είναι προτύπωση του παλαιού Ισραήλ, που ενώ δέχτηκε τις θεοσημίες, απέρριψε το Χριστό ως τον αποκαλυφθέντα άσαρκο Λόγο στους Προφήτες, το Θεό των Πατέρων αυτών. Έτσι, λέγεται στο Συναξάριο της ημέρας: «Τὴν Συναγωγήν, συκῆν Χριστός, Ἑβραίων, Καρπῶν ἄμοιρον πνευματικῶν εἰκάζων, Ἀρᾷ ξηραίνει, ἧς φύγωμεν τὸ πάθος».

Εξάλλου οι κύριοι εκπρόσωποι της Σιών, οι Φαρισαίοι, που έχαναν τις δασκαλίστικες απολαβές τους, κάτι σαν τους σύγχρονους θεολόγους και τα παρεκκλησιαστικά δίκτυά τους, ήταν αυτοί που κινήθηκαν εναντίον όχι μόνο κατά του Χριστού αλλά και του Λαζάρου, θέλοντας να εξαφανίσουν από προσώπου γης και το Χριστό και τις θεοσημίες του, ιδίως το ζωντανό μάρτυρα Λάζαρο, για να σώσουν τις σοδιές τους και την καταδουλίευση των συνανθρώπων τους. Και η συνέχεια στα Ευαγγελικά Αναγνώσματα της Μεγάλης Δευτέρας με τα τρομερά Ουαί. Ο Χριστός προς κανένα άλλον δεν απηύθυνε Ουαί, παρά μόνο προς τους θεομπαίχτες Φαρισαίους.

 

Οσία Κασσιανή η Υμνογράφος. Αγιογραφία σε Ξύλο Αυγοτέμπερα. Έργο της αγιογράφου Αγγελικής Τσέλιου.

Γ. Η παρούσα ενότητα γεγονότων κλείνει με τη Μεγάλη Τρίτη το εσπέρας με το Τροπάριο της Κασσιανής: Κατά τη Μ. Δευτέρα και Μ. Τρίτη τον πρωταγωνιστικό ρόλο τον έχουν οι γυναίκες, ήδη από το Σάββατο του Λαζάρου, γιατί πορευόμαστε προς τα πάθη, τη Σταύρωση και την Ανάσταση, όπου το βάρος της μαρτυρίας το φέρουν γυναίκες, αφού οι άνδρες, που καρτερούσαν τιμές και δόξες κι εξουσία, είχαν εξαφανισθεί. (Ο ένας τον πρόδωσε για τους  παράδες, ο άλλος έκανε πως δεν τον γνώριζε, κι οι ψαράδες επέστρεψαν και πάλι στις βαρκούλες τους, που για τρία σχεδόν χρόνια κόντευαν να σαπίσουν στην παραλία της Τιβεριάδος… Περπάτησε Αναστάς πάνω στα κύματα, για να τους ξαναμαζέψει στα Ιεροσόλυμα και να αρχίσουν να ξανασκέφτονται, τι έζησαν μαζί του, «καθὼς εἶπον ὑμᾶς»). Έτσι είναι πάντα οι άνδρες, λίγο βραδυκίνητοι και «υπολογιστές», χρειάζονται εξουσία για παρακίνηση…

Ασφαλώς, πρέπει πάντα να λογαριάζουμε ότι η Αποστολική Κοινότητα, η Αποστολική Εκκλησία, ζούσε σε μία ενότητα την παρουσία του Θεού ως Θεοφάνεια απαρχής κόσμου και μυσταγωγούμενη με τη ζωή των θεοπτών Πατριαρχών και Προφητών και Αποστόλων, με τον τρόπο ζωής και μαρτυρίας τους, ακόμη και καταγραφής, περί του Θεού των Πατέρων αυτών Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ, οράται τον Ιησού ως τον Κύριο της Δόξης του Ησαΐα, τον «παλαιό των ημερών».

Όραση είναι ακόμη και η θεωτική εμπειρία, η οποία αναγράφεται και ως θεωρία, ιδίως στην ησυχαστική παράδοση! Γι᾽ αυτό η Αποστολική Εκκλησία «από μέσα» ανανεώνει τη Συναγωγή (και αναδύεται ως ιδιαίτερη κοινότητα με τη βαπτισματική ομολογία), που έτσι κι αλλιώς είχε πάψει μετά την ολική καταστροφή της Ιερουσαλήμ να διατηρεί την ιουδαϊκή αποκλειστικότητα, τόσο που ακόμη και κάποιοι Έλληνες (Έλληνας αυτή την εποχή σήμαινε εθνικός, ειδωλολάτρης κατά την παράδοση του δωδεκάθεου) είχαν γίνει ως προσήλυτοι Ιουδαίοι. Κάποιοι, μάλιστα, απ᾽ αυτούς βρέθηκαν στα Ιεροσόλυμα, όπως καταγράφεται στη σημερινή Ευαγγελική περικοπή της Μ. Τρίτης το εσπέρας:

 

Ἰω. ιβ´, 20-23: «Ἦσαν δέ τινες Ἕλληνες ἐκ τῶν ἀναβαινόντων ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ. οὗτοι οὖν προσῆλθον Φιλίππῳ τῷ ἀπὸ Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, θέλομεν τὸν Ἰησοῦν ἰδεῖν. ἔρχεται Φίλιππος καὶ λέγει τῷ Ἀνδρέᾳ, καὶ πάλιν Ἀνδρέας καὶ Φίλιππος καὶ λέγουσι τῷ Ἰησοῦ· ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπεκρίνατο αὐτοῖς λέγων· Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου».

[Σημειώνω εδώ εν παρενθέσει ότι οι Εβραίοι, που για δυο χιλιάδες χρόνια σκορπίστηκαν σ᾽ όλο τον κόσμο, συγκροτήθηκαν σε κοινότητες, έζησαν ως Διασπορά, αλλά επιβίωσαν, γιατί δεν κράτησαν την ιουδαϊκότητα ως αποκλειστικότητα, αντίθετα ανοίχτηκαν στις τοπικές κοινωνίες και προσπάθησαν να τις εντάξουν στη Συναγωγή ως προσήλυτους, γι᾽ αυτό κι αυξήθηκαν σ᾽ όλο τον κόσμο, κρατώντας ως γλώσσα της Συναγωγής τα Εβραϊκά. Κρατώντας τα Εβραϊκά ως γλώσσα της Συναγωγής, διασώθηκαν ως κοινότητες μέσα στην ιστορία δύο χιλιάδων χρόνων, γιατί ένας λαός χάνεται, όταν χάσει τη λαλιά του… Αυτό και για τις Ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού, ή των Ορθοδόξων γενικώς!].

 

Κυριακή των Βαΐων – Τοιχογραφία στο Κυριακό της Σκήτης Καυσοκαλυβίων. 18ος αιώνας μ.Χ.

 

Επανέρχομαι στο θέμα της παρουσίας των γυναικών από το Σάββατο του Λαζάρου επεκτείνοντάς το μέχρι την Κυριακή των Μυροφόρων, οι οποίες διακονούν στο μυστήριο των Αγίων Παθών και της Ανάστασης, στο μυστήριο της Θείας Ενανθρωπήσεως και της προς ημάς Θείας Φιλανθρωπίας, με παρούσα εξαιρέτως την Παναγία κάτω από το Σταυρωμένο Χριστό.

Σήμερα με τις επιρροές από τον Προτεσταντικό κόσμο και πρωτογενή αιτία τη διάρθρωση των βιομηχανικών και μεταβιομηχανικών κοινωνιών έχει αναδυθεί όλη η συζήτηση περί του αγώνα του γυναικείου φύλου, και λέγονται οι ατέλειωτες ανοησίες από θεολόγους, μεταφέροντες στην Εκκλησία προβλήματα στα οποία η Εκκλησία ουδέποτα είχε επιθέσει βάρη στους ανθρώπους και στα μέλη της. Είναι, λοιπόν, εξαιρετική η παρουσία των γυναικών στο μυστήριο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους, πρώτα πρώτα με την Παναγία, ο δε Χριστός αδιακρίτως προσεγγίζει όλες τις γυναίκες. Και γιατί αδιακρίτως; Ο Χριστός αποκαλύπτεται πρώτα στη Συναγωγή, όπου την ιουδαϊκότητα δεν την παρέχει ο άνδρας, αλλά η γυναίκα, αυτό μέχρι σήμερα. Εβραίος δεν είναι ο γιος Εβραίου, αλλά ο γιος Εβραίας μάνας, ανεξάρτητα αν είναι Εβραία εκ φυλετικής καταγωγής ή προσήλυτη, παραμένοντας διαχρονικά ισχυρότατος ο θεσμός και ο ρόλος της Συναγωγής στη Διασπορά μεταξύ των εθνών. Είτε κοσμικά το δούμε, είτε θρησκευτικά, τα παιδιά είναι της μάνας όχι του πατέρα, ό,τι είναι η μάνα, αυτό είναι και τα παιδιά, την οικογένεια την συγκροτεί η μάνα, αυτή εντάσσει τα παιδιά στην κοινωνία… Κι ο Χριστός ως Θεός δεν κάνει διακρίσεις στις γυναίκες του Ισραήλ, όλες είναι εν δυνάμει μάνες… Ακόμη κι ο Ιούδας δεν κατακρίνει την πόρνη, κατακρίνει το Χριστό, γιατί δέχθηκε να σπαταληθεί το μύρο, αντί να πουληθεί και να αρπάξει τον παρά ως φιλάργυρος και ζηλόφθονος, έχοντας στο έπακρο, δηλαδή, τα χαρακτηριστικά των απελέκητων ανδρών, χρήμα και εξουσία.

Η πόρνη προσέρχεται στον Υιό της Παρθένου (αυτή είναι η φρασεολογία των σημερινών ύμνων της Εκκλησίας, «μή με τὴν πόρνην ἀποῤῥίψῃς, ὁ τεχθεὶς ἐκ Παρθένου»), καταθέτοντας όχι μόνο τη μετάνοια αλλά αναγνωρίζοντάς τον, σε αντίθεση με τον Ιούδα, ως τον αναμενόμενο Υιό του Θεού Πατρός. Αυτό σημαίνει η φράση «ὁ τεχθεὶς ἐκ Παρθένου». Ουσιαστικά πρόκειται για αποδοχή του κηρύγματος του Χριστού περί μετανοίας. Έτσι άρχιζε το κήρυγμα ο Ιωάννης Πρόδρομος, με τα ίδια λόγια άρχισε το κήρυγμα ο Χριστός, που είναι ευθεία προσφυγή στο κήρυγμα της μετανοίας των Προφητών, μήπως και τον «ἀναγνωρίσουν»…

Την ίδια γραμμή αποδίδει το Τροπάριο της Κασσιανής, που έχει υποστεί μία γλυκανάλατη και ανούσια ηθικιστική ανάλυση. Ουδέποτε οι Πατέρες, που ενέταξαν το γεγονός και το Τροπάριο στη Μεγάλη Εβδομάδα, θα ασχολούνταν με την ψυχοπάθεια των ηθικολογούντων καθαρών, αυτούς τους είχε «τακτοποιήσει» καταλλήλως η Εκκλησία ήδη με τους κανόνες της Α´Οικουμενικής Συνόδου. Εδώ η μετάνοια είναι αποδοχή του αποκαλυπτόμενου Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, σε μία ενότητα πίστεως και αγιότητος Προφητών και Αποστόλων. Γι᾽ αυτό το κύριο θέμα δεν είναι η μετάνοια ως ατομική πράξη, αλλά αποδοχή και ανάληψη διακονίας στο μυστήριο της Θείας Οικονομίας, στο Μυστήριο της Εκκλησίας, σύνταξη με τη μαρτυρία των Αγίων Προφητών και Αποστόλων.

Η φρασεολογία του Τροπαρίου είναι χαρακτηριστική:

 

«Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή, τὴν σὴν αἰσθομένη Θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν, ὀδυρομένη μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει. Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι, ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας, ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος, ἔρως τῆς ἁμαρτίας. Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων, ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ· κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας, ὁ κλίνας τοὺς οὐρανούς, τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει· καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν, τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις, ὧν ἐν τῷ Παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη. Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους, τίς ἐξιχνιάσει ψυχοσῶστα Σωτήρ μου; Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος».

Το κέντρο βάρους του Τροπαρίου δεν είναι η κατάσταση της γυναικός, έτσι κι αλλιώς ο Χριστός καλεί τους πάντες μας σε μετάνοια, όμως η γυνή της Ευαγγελικής περικοπής προστρέχει στο Χριστό ως το Θεό και αφήνεται στο έλεός του, αναγνωρίζει, δηλαδή, ότι η σωτηρία της είναι δώρο του Θεού και όχι καμιά κατάκτηση και έπαθλο δικό της, γιατί έκανε τη χάρη στο Χριστό (ή στους ανθρώπους) μετανοώντας. Το Τροπάριο λέγει: «τὴν σὴν αἰσθομένη Θεότητα», φθάνει με τη μετάνοιά της στην κατάσταση της διακρίσεως των πνευμάτων, όπως σε ανάλογη περίπτωση στο Περί κατασκευής του ανθρώπου λέγει ο Άγ. Γρηγόριος Νύσσης: «Τὸ μὲν γὰρ διακρίνειν ἐπιστημόνως τὸ καλὸν ἐκ τοῦ κακοῦ, τελειοτέρας ἕξεως εἶναί φησιν ὁ Ἀπόστολος καὶ γεγυμνασμένων αἰσθητηρίων (Ἑβρ. 5, 14), διὸ καὶ πρόσταγμα ποιεῖται πάντα δοκιμάζειν καὶ τοῦ πνευματικοῦ τὸ διακρίνειν ἴδιον εἶναί φησιν», βλέπει το Φως το αληθινό και εναποθέτει το είναι της στο Δημιουργό της: «ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ», τον αναγνωρίζει ως τον Ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο: «ὁ κλίνας τοὺς οὐρανούς, τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει», με αναφορά, μάλιστα, στην προπατορική αποστασία και απομάκρυνση εκ των ποδών του Θεού της Εύας, κυριευθείσης από το φόβο, εις αντικατάσταση της αγάπης του πλάσματος προς το δότη των ευεργεσιών:«καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν, τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις, ὧν ἐν τῷ Παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη».

Η παραπεσούσα, λοιπόν, ομολογώντας το Χριστό ως Θεό κατά προφητικό χάρισμα ορά πνευματικώς ήδη τα Άγια Πάθη και αναλαμβάνει δια του μυρισμού να διακονήσει ως μυροφόρος: «μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν»!

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα:

 

Φιλιπ. δ´, 4-9:«Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε· πάλιν ἐρῶ, χαίρετε. 5 τὸ ἐπιεικὲς ὑμῶν γνωσθήτω πᾶσιν ἀνθρώποις. ὁ Κύριος ἐγγύς. 6 μηδὲν μεριμνᾶτε, ἀλλ᾽ ἐν παντὶ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει μετὰ εὐχαριστίας τὰ αἰτήματα ὑμῶν γνωριζέσθω πρὸς τὸν Θεόν. 7 καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν φρουρήσει τὰς καρδίας ὑμῶν καὶ τὰ νοήματα ὑμῶν ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ. 8 Τὸ λοιπόν, ἀδελφοί, ὅσα ἐστὶν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετὴ καὶ εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε· 9 ἃ καὶ ἐμάθετε καὶ παρελάβετε καὶ ἠκούσατε καὶ εἴδετε ἐν ἐμοί, ταῦτα πράσσετε· καὶ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης ἔσται μεθ᾽ ὑμῶν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα:

 

Ἰω. ιβ´, 1-18: «1. Ὁ οὖν ᾿Ιησοῦς πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα ἦλθεν εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 2 ἐποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ. 3 ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ ᾿Ιησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου. 4 λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ᾿Ιούδας Σίμωνος ᾿Ισκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι· 5 διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς; 6 εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ’ ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν. 7 εἶπεν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς· ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. 8 τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ᾽ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε. 9 ῎Εγνω οὖν ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστι, καὶ ἦλθον οὐ διὰ τὸν ᾿Ιησοῦν μόνον, ἀλλ᾽ ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 10 ἐβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν, 11 ὅτι πολλοὶ δι᾽ αὐτὸν ὑπῆγον τῶν ᾿Ιουδαίων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν ᾿Ιησοῦν. 12 Τῇ ἐπαύριον ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀκούσαντες ὅτι ἔρχεται ᾿Ιησοῦς εἰς ῾Ιεροσόλυμα, 13 ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἔκραζον· ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ ᾿Ισραήλ. 14 εὑρὼν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ᾽ αὐτό, καθώς ἐστι γεγραμμένον· 15 μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου. 16 Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ᾽ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ ᾿Ιησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ᾽ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ. 17 ᾿Εμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ᾽ αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν. 18 διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον. 19 οἱ οὖν Φαρισαῖοι εἶπον πρὸς ἑαυτούς· θεωρεῖτε ὅτι οὐκ ὠφελεῖτε οὐδέν; ἴδε ὁ κόσμος ὀπίσω αὐτοῦ ἀπῆλθεν».

 

Δέσπω Αθ. Λιάλιου,

Ομότιμη Καθηγήτρια Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

 

Read Full Post »

Η ποίηση για τα Πάθη και την Ανάσταση του Κυρίου


 

Ο λαός το ονόμασε Πάσχα, Πασχαλιά ή Λαμπρή. Η λέξη Πάσχα υπήρχε από τα αρχαία χρόνια και δήλωνε τον αέναο κινούμενο κύκλο της ανθρώπινης ζωής και της φύσης, της νίκης της ζωής επί του θανάτου, του ερχομού του «Ανώτατου Αγαθού», δηλαδή της γεμάτης λαμπρό φως άνοιξης. Αργότερα ο χριστιανισμός ονόμασε Πάσχα, τα πάθη του θεανθρώπου Ιησού Χριστού, το θυσιαστικό θάνατο και την εκ νεκρών ανάστασή του. Στην Ελλάδα, το Πάσχα έθρεψε την έμπνευση των ποιητών χαρίζοντάς μας αριστουργηματικούς ύμνους, μοιρολόγια και ποιήματα.

 

Ο φιλόλογος – λυκειάρχης κ. Ηρακλής Ψάλτης επιμελήθηκε μία συλλογή ποιημάτων ανά τους αιώνες που έχει ως επίκεντρό της τα Πάθη και την Ανάσταση του Σωτήρος Χριστού, τα οποία σας παρουσιάζουμε παρακάτω.

 

Επιτάφιος Θρήνος

Ω γλυκύ μου έαρ,
γλυκότατόν μου τέκνον,
πού έδυσου το κάλλος;
Η δάμαλις τον μόσχον,
εν ξύλω κρεμασθέντα,
ηλάλαζεν ορώσα.
Ω φως των οφθαλμών μου,
γλυκύτατόν μου τέκνον,
πώς τάφω νυν καλύπτη;

Οι ύμνοι του Πάσχα ξεκινούν την Μεγάλη βδομάδα με αποκορύφωμα το Μεγάλο Σάββατο της Αναστάσεως.  Ο επιτάφιος θρήνος που ψάλλεται τη Μεγάλη Παρασκευή είναι γνωστός και ως «Eγκώμια». Ο δημιουργός των εγκωμίων δεν έχει βρεθεί αν και όλοι οι μελετητές εικάζουν πως η συγγραφή του ποιήματος έγινε στα πρώτα χρόνια της δυναστείας των Παλαιολόγων (1258-1453).

 

Η ζωή εν τάφω  

Η ζωή εν τάφω
κατετέθης, Χριστέ,
και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο,
συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σήν.

Η ζωή πως θνήσκεις;
πώς και τάφω οικείς;
του θανάτου το βασίλειον λύεις δε
και του Άδου τους νεκρούς εξανιστάς.

Μεγαλύνομέν σε,
Ιησού Βασιλεύ,
και τιμώμεν την ταφήν και τα πάθη σου,
δι’ ων έσωσας ημάς εκ της φθοράς.

 

Η «σταύρωση» του Χριστού, οι θρήνοι της Παναγίας και η Ανάσταση του Θεανθρώπου ενέπνευσαν πολλούς ποιητές. Τον εθνικό ποιητή Διονύσιο Σολωμό, πολλούς ποιητές της γενιάς του ’30, της προπολεμικής και της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς.

 

Η Ανάσταση του Χριστού, τοιχογραφία του Μανουήλ Πανσέληνου περί το 1300, Πρωτάτο Αγίου Όρους.

 

Νίκος Καρούζος, «Άσμα μικρό»

Από τη Συλλογή: Τα πάθη της ποίησης

 

Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
Είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως
είχε πονέσει.
Και τώρα χάθηκε…
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο.

 

Κωστής Παλαμάς, «Γιορτές» (1904)

Από τη Συλλογή:  Ασάλευτη ζωή

 

Η νύχτα των Παθών, αγία Παρασκευή μεγάλη,

θυμάσαι; Οι κράχτες βροντεροί του δρόμου και χουγιάζουν

«Ώρα, ώρα για την εκκλησιά!» Τα σήμαντρα σωπαίναν,

μήπως ταράξουν του Ιησού τον ύπνο ολογυρμένου

στων επιτάφιων τα χρυσά τα σάβανα που οι βιόλες

χλωμές και τα τριαντάφυλλα τα κοκκινοπλουμίζαν.

Θυμάσαι; Η νύχτα των Παθών μα και τ’ Απρίλη η νύχτα

της χώρας όλα, νόμιζες, να βουβαθούν γυρεύαν

θρήσκα και κατανυχτικά, τη σιγαλιά να κάμουν

μια προσφορά ευλαβική προς του Κυρίου τα Πάθη.

Και μοναχά δε σώπαινε στο περιβόλι μέσα

με τη δικούλα του εκκλησιά, με τη λατρεία δική του,

πιστός και ιερουργός Θεού ψηλότερου απ’ όλους,

τ’ αηδόνι. Η νύχτα των Παθών, μα και τ’ Απρίλη η νύχτα.

Διάπλατες πέρα οι εκκλησιές ολόφωτες και φτάναν

απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα στα σπίτια μας οι θρήνοι

σεμνοί κι αντιθρηνούσανε στου χριστιανού τα χείλη:

«Ζωή εν τάφω… Έαρ γλυκύ… Γλυκύτατόν μου τέκνον..»

Μπρος στην πεζούλα του σπιτιού, της γειτονιάς μελίσσι

κι εμείς, αγόρια αγίνωτα κι αστάλωτες παιδούλες,

ο ύπνος δε μας έπαιρνε, προσμέναμε την ώρα

της εκκλησιάς…

   

Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Μαγδαληνή» (1950)

Από τη Συλλογή: Εποχή των ισχνών αγελάδων

 

Τον ξεχώρισα μόλις τον είδα, ήμουνα τακτική στα κηρύγματά του,
πούλησα κι ένα κτηματάκι της θειας μου για να τον ακολουθήσω.
Όμως όταν πια όλα τα ξόδεψα, αποφάσισα να πουλήσω και το κορμί μου,
στην αρχή στους ανθρώπους των καραβανιών, κατόπι στους τελώνες∙
κοιμήθηκα με σκληροτράχηλους Ρωμαίους κι οι Φαρισαίοι δε μου είναι άγνωστοι.
Κι όμως μέσα σ’ αυτά δεν ξεχνούσα τα μάτια του.
Μήνες για χάρη του έτρεχα απ’ το Ναό στο λιμάνι
κι απ’ την πόλη στο Όρος των Ελαιών.

Κύριε μυροπώλη, κάντε μου, σας παρακαλώ, μια μικρή έκπτωση.
Για ένα βάζο αλάβαστρου δε φτάνουν οι οικονομίες μου.
Κι όμως πρέπει να αποχτήσω αυτό το μύρο με τα σαράντα αρώματα.

Μ’ αυτό το μύρο θ’ αλείψω τα πόδια του,
μ’ αυτά τα μαλλιά θα σφουγγίσω τα πόδια του,
μ’ αυτά τα χείλη, τα πόδια του τα εξαίσια κι άχραντα θα φιλήσω.
Ξέρω, είναι πολύ αυτό το μύρο για τη μετάνοια,
ωστόσο για τον έρωτα είναι λίγο.
Κι αν μια μέρα ασπαστώ το χριστιανισμό, θα είναι για την αγάπη του∙
κι αν μαρτυρήσω γι’ Αυτόν, θα ‘ναι η αγάπη του που θα μ’ εμπνέει.
Γιατί, κύριε, ο έρωτας μού ανάβει την πίστη κι η αγάπη τη μετάνοια
κι ίσως μείνει αιώνια τ’ όνομά μου σα σύμβολο
εκείνων που σώθηκαν και λυτρώθηκαν «ότι ηγάπησαν πολύ».

 

 Κική Δημουλά:  «Γραμματείς και πρεσβύτεροι αιώνες» (1998)

Από τη Συλλογή: Ενὸς λεπτού μαζί

 

«Ιδού η μικροτάτη Παρασκευή πάλι

σε βαφή Μεγάλης βουτηγμένη.

Μέτωπο αιμάτινο σου πλέκουν τ’ ακανθώδη έθιμα

και επί τον ιματισμόν σου έβαλαν κλήρο

η νηστεία ο Μπαχ τα βαρελότα και η μέθοδος

να φτάνει με καρφιά στα άκρα του ο πόνος.

Τι κι αν εσχίσθη το καταπέτασμα των χαμομηλιών

τι κι αν χρωμάτων στρατιαί εξεπλήττοντο

σταύρωσον σταύρωσον αλαλάζουν

τα κρεοπωλεία οι ψησταριές κι οι φούρνοι.

Δε μ’ άκουσες.

Άφησες ανύμφευτη την κόμη της Μαγδαληνής

και σπατάλησες το σπάνιο Νυμφίο άρωμά σου

για να κάνεις τεστ αληθείας στην αγάπη, στον πλησίον.

Σου φώναζα να τους αφήσεις όπως είναι

όπως τους παραλάβαμε από την υπαρξιακή παράδοση

όπως περιγράφτηκαν από στόμα σε στόμα

από πικρό ποτήριον σε πικρότερο. Δε γλίτωσε

σταυρώθηκε όποιος διανοήθηκε να τους επαληθεύσει.

Προσκυνώ το οικείον προσφιλές μου σφάλμα σου.

Εν συντριβή περιστρέφω τη σούβλα

αδημονώντας σε αμνέ μας».

 

Ζωή Καρέλλη, «Πριν την Ανάσταση» (1951)

Από τη Συλλογή: Της μοναξιάς και της έπαρσης                                                 

 

Ίσως να ήταν περί το μεσονύχτι,
πριν ή μετά, δεν ξέρω, ξύπνησα
στο σκοτάδι όμως, θαρρείς,
δεν ανοίγουν τα μάτια.   Τι ώρα πηγαίναμε στην εκκλησία τότε;
Κάποτε δεν κοιμόμασταν, περιμένοντας,
ή μας έπιανε ύπνος ελαφρύς
και ξυπνούσαμε καλοδιάθετοι,
με τις πρώτες καμπάνες.   Χρόνια τώρα, δεν Είναι δυνατόν,
τίποτα να πηγαίνω στην εκκλησία.
Χάνεται μέσα μου η σημασία της,
ώσπου πια καθόλου… μην απομένει
απ’ την εύχαρη του ανθρώπου ηλικία;
Πόσο είχα παρακαλέσει, ώσπου έπαψα.
Ανάσταση περίμενα απ’ τις φτωχές μου
αισθήσεις, του σώματος. Αν όχι τίποτ’ άλλο,
τώρα, που δεν πιστεύω, γνωρίζω
την αμαρτία μου.
Πόσο ήταν ωραία, τότε…
Στεκόμασταν στον αυλόγυρο,
γεμάτον κόσμο ελεύθερο. Γελούσαν,
μιλούσαν οι άνθρωποι.
Η ορθοδοξία
αφήνει ακέριο το πνεύμα της προσφοράς.
Ελεύθερα να προσέλθω σε σένα, Κύριε.
Οι άνθρωποι φαίνονταν ξεκούραστοι,
την γιορτή περιμένοντας, το αύριο
νάρθει της χαρούμενης μέρας,
έλαμπε το βλέμμα, το πρόσωπο.

Με πνίγει τούτο το σκοτάδι.
Δεν θέλω ν’ ανάψω το μέτριο φως.
Θα μου στερήσει τα ενθύμια που βλέπω,
τα πράγματα ορίζοντας γύρω μου.
Πώς περιμέναμε την Ανάσταση!
Δίχως αμφιβολία έρχονταν η Λαμπρή,
«Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν λαοί».
Άνοιγαν οι πύλες, η πομπή προχωρούσε
με ψαλμούς κι’ εξαπτέρυγα, άστραφταν
τα πολύτιμα, άναβαν μυριάδες τα κεριά
των χριστιανών, φλόγες πίστης,
σημείο χαράς.
Μιαν μικρήν εικόνα της Ανάστασης
είχε η ενορία μας. Σπρωχνόμασταν
για ν’ ασπαστούμε, οχλαγωγή. Γελούσαν
χαρούμενοι οι πιστοί, στα χέρια
κόκκιν’ αυγά, άναβαν βεγγαλικά
κι’ οι μεγαλείτεροι σαν τα παιδιά.   «Ουκ έστιν ώδε αλλ’ ηγέρθη».
Μένω ξαπλωμένος, δεν ανάβω το φως,
δεν περιμένω τίποτα.
Δεν πάω με τους άλλους να μοιραστώ
την πλάνη της χαράς.
Χαρά δεν υπάρχει;   Υπάρχει πάντα η ανάσταση,
όχι ορισμένη και πιθανή,
υπάρχει απίθανη περίλαμπρη δόξα,
η φωτεινή έκσταση, δεν μπορούν
δίχως αυτήν οι άνθρωποι,
που περιμένουν σε νηστεία και προσευχή.   «Ουκ έστιν ώδε αλλ’ ηγέρθη».
Ακόμα δεν ήρθε η ώρα, φαίνεται.
Δεν ακούω τους χαρμόσυνους ήχους.
Πόσο ακόμα και τότε, σαν η καταστροφή
της άρνησης, η αμφιβολία είχεν αρχίσει,
με συγκινούσε βαθιά η χαρά
πάνδημη του κόσμου συμμετοχή, στην γιορτή.   «Χριστός ανέστη». Ύμνος κι’ οι κρότοι
των όπλων κι’ όλες οι καμπάνες μαζί,
σ’ όλην την πόλη κι’ οι άνθρωποι
όλοι μαζί είχαν την ίδια χαρά,
τέλειωνε η προσφορά της προσπάθειας,
τους πένθους, της συλλοής.   Κοιτάζω το παρελθόν.
Δεν σ’ αρνιέμαι, Κύριε, της αγάπης,
της ανάστασης ένδοξης του ανθρώπου.
Πολλή με σκεπάζει αμαρτία της γνώσης,
όμως θα περιμένω μιαν αρχή της αγάπης
ξανά, που δίνεται παρηγοριά
της θλιμμένης επίμονης σκέψης.   Αρχή, χαραυγή,
«ήν δε όρθρου βαθέος…»
Να πιστέψουμε στην ημέρα της ζωής.
Ελπίδες, αναμνήσεις δεν αρκούν
οι κόποι. Η σκέψη θολώνει
το κόκκινο της θυσίας αίμα.   Πρέπει το σώμα να σηκωθεί,
να πάει με τους άλλους μαζί, να χαρεί
την γιορτή, την απλή χαρά,
να δεχτεί την πλούσια συμμετοχή,
να παραδεχτεί τη χαρά προσιτή.
Ανάσταση να χαρεί, λευτεριά
ύστερ’ απ’ το πλήθος του πόνου,
πίστη, την αγάπη του ανθρώπου.

 

Ανάσταση (1715-16), έργο του Ιταλού ζωγράφου Sebastiano Ricci. Dulwich Picture Gallery.

 

Διονύσιος Σολωμός, «Η ημέρα της Λαμπρής» (1829)

Από τη Συλλογή:  Ο Λάμπρος

 

«Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε

της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,

σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε

τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη

και από κει κινημένο αργοφυσούσε

τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι,

που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:

Γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.

 

Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,

όλοι, μικροί – μεγάλοι, ετοιμαστήτε

μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες

με το φως της χαράς συμαζωχτήτε

ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες

ομπροστά στους Αγίους και φιληθήτε!

Φιληθήτε γλυκά, χείλη με χείλη,

πέστε Χριστός ανέστη, εχθροί και φίλοι!

 

Οδυσσέας Ελύτης  Κυριακή (Πάσχα) 26 (1984)

Από τη Συλλογή: Ημερολόγιου ενός αθέατου Απριλίου

 

Καθαρή διάφανη μέρα. Φαίνεται ο άνεμος που ακινητεί

με τη μορφή βουνού κει κατά τα δυτικά.

Κι η θάλασσα με τα φτερά διπλωμένα, πολύ χαμηλά,

κάτω από το παράθυρο.

Σου ’ρχεται να πετάξεις ψηλά κι από κει να μοιράσεις δωρεάν

την ψυχή σου. Ύστερα να κατεβείς και, θαρραλέα, να καταλάβεις

τη θέση στον τάφο που σου ανήκει.

 

Γιάννης Βαρβέρης, «Εσπερινός της Αγάπης» (2009)  

Από τη Συλλογή: Ο άνθρωπος μόνος

 

Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.
Σταθμός Πελοποννήσου
κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.
Είμαστε γέροι πια κι οι δυο
κι εγώ αφού γράφω ποιήματα
πιο γέρος.
Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας;
Μέσα σε μια βδομάδα
δεν απόμεινε κανείς.
Ήταν Μεγάλη βέβαια
γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις-
θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί;
Έτσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
θα ‘πρεπε κάπως να ‘χαμε κι εμείς χωρέσει.
Όμως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.
Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε
σ’ ένα παγκάκι
αθάνατοι
καθώς νυχτώνει;

 

Γιάννης Ρίτσος,  «Εαρινή Συμφωνία» (1938)

(Απόσπασμα)

 

«Άκου τα σήμαντρα

των εξοχικών εκκλησιών.

Φτάνουν από πολύ μακριά

από πολύ βαθιά.

Απ’ τα χείλη των παιδιών

απ’ την άγνοια των χελιδονιών

απ’ τις άσπρες αυλές της Κυριακής

απ’ τ’ αγιοκλήματα και τους περιστεριώνες

των ταπεινών σπιτιών.

Άκου τα σήμαντρα

των εαρινών εκκλησιών.

Είναι οι εκκλησίες

που δε γνώρισαν τη σταύρωση

και την ανάσταση.

Γνώρισαν μόνο τις εικόνες

του Δωδεκαετούς

που ‘χε μια μάνα τρυφερή

που τον περίμενε τα βράδια στο κατώφλι

έναν πατέρα ειρηνικό που ευώδιαζε χωράφι

που ‘χε στα μάτια του το μήνυμα

της επερχόμενης Μαγδαληνής.

Χριστέ μου

τι θα ‘τανε η πορεία σου

δίχως τη σμύρνα και το νάρδο

στα σκονισμένα πόδια σου;».

 

Τάσος Λειβαδίτης, «Ανάσταση» (1972)

Από τη Συλλογή: Νυχτερινός επισκέπτης

 

«Δε σ’ ακολουθώ πια» φώναξα, μα εκείνος μ’ έσπρωξε, το αμάξι κατρακύλησε μες στη νύχτα, πού πηγαίναμε; στις γωνιές, με μεγάλα κάτωχρα πρόσωπα, στέκανε οι Σιωπηλοί, μόλις προφταίναμε να παραμερίσουμε για να μη μας γκρεμίσουν, κι οι οργανοπαίχτες που ακολουθούσαν, μισομεθυσμένοι, με την ψυχή τους απροστάτευτη απ’ τη βροχή, φορούσαν κάτι σταχτιά, στραπατσαρισμένα καπέλα, απ’ αυτά που βρίσκονται στον ουρανό, μαζί με τα παιδιά και τους σαστισμένους, κι αυτό το κάθαρμα ο άμαξας προσπαθούσε να κρύψει μ’ ένα σάλι το βρόμικο μούτρο του, ενώ εγώ ήξερα πως ήταν εκείνος ο αλήτης, που μια νύχτα αρνήθηκα να πιω ένα ποτήρι μαζί του, έπρεπε να ξεφύγω, γλίστρησα κρυφά και νοίκιασα ένα δωμάτιο σ’ ένα απόμερο ξενοδοχείο, μα όπως εκείνη τη νύχτα με μαστίγωνε η πόρνη, κι άκουγα τη θεία εκμυστήρευση, ήρθε και γονάτισε δίπλα μου, τότε τον ακολούθησα, κι όπως βαδίζαμε, είδαμε άυπνο και χλωμό τον Σίμωνα τον Κυρηναίο, «πλαγιάζω στον τάφο και τρέμω, πως κάθε τόσο θα με ξανασηκώσουν» είπε λυπημένος, γιατί αν χρειάζονταν κάποιον να βοηθήσει για το σταυρό, πάλι αυτόν θα συναντούσαν στο δρόμο.

 

Επιμέλεια : Ηρακλής Ψάλτης

 

Το Πάσχα είναι η γιορτή της αγάπης, της ελπίδας, της συμφιλίωσης με κοινωνικές προεκτάσεις. Ας πάψουν, λοιπόν, οι κοινωνικές διακρίσεις, οι έχθρες, τα μίση και ο πόλεμος. Ειρήνη στις καρδιές των ανθρώπων. Ας προσπαθήσουμε να λεγόμαστε άνθρωποι με τη βαθύτερη σημασία της λέξης. Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

 

Read Full Post »

Η ιστορία του ημερολογιακού καθορισμού του Πάσχα – © Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρας


 

Πάσχα, Ανάσταση, Λαμπρή: Θεωρείται η μεγα­λύτερη γιορτή του Χριστιανισμού. Ο ημερολο­γιακός καθορισμός τον Πάσχα, φαινομενικά ένα καθαρά αστρονομικό θέμα (άρα και τυπι­κό ζήτημα), έχει αναμφισβήτητα αποκτήσει μια έντονα πολιτικοποιημένη, θεολογική, μέχρι και δογματική χροιά. Μια συναρπαστική περιδιάβαση στο χρονικό, τις έριδες και τις αντιπαλότητες δύο σχεδόν χιλιετιών ανάμεσα στην ίδια την Εκκλησία. 

 

Η λέξη «Πάσχα» προέρχεται από το εβραϊκό פֶּסַח (Pesah) και σημαίνει διάβαση, πέρασμα, εις ανάμνηση της σωτηρίας των Εβραίων από το πέρασμα του τιμωρού Αγγέλου του θανάτου, της διάβασής τους από την Ερυθρά Θάλασσα, της απελευθέρωσής τους από την αιγυπτιακή αιχμα­λωσία και δουλεία, και της άφιξής τους στη γη της Επαγγελίας, τη Χαναάν (Έξοδος 12:1-18). Το γε­γονός αυτό φαίνεται να συνέβηκε μια νύχτα του μήνα Νισάν με πανσέληνο, γι’ αυτό και θεσπίστη­κε από το Μωυσή με εντολή Θεού να εορτάζεται τη 14η ημέρα του μήνα Νισάν (Λευιτικόν 23:1-8, Αριθμοί 9:1-5). Η σταθερότητα της ημερομηνίας του Νομικού Πάσχα ή Φάσκα οφείλεται στο γεγο­νός ότι το εβραϊκό ημερολόγιο, όντας σεληνιακό, εξασφαλίζει πως η μέρα αυτή βρίσκεται στο μέσο ενός μήνα, άρα είναι και πανσέληνος· σύμφωνα δε με τους ιουδαϊκούς κανόνες, το εβραϊκό Πάσχα εορτάζεται μόνο ημέρα Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο και Κυριακή.

Το χριστιανικό Πάσχα συνδέθηκε εξ αρχής με το εβραϊκό, αφού στα συνοπτικά Ευαγγέλια ανα­φέρεται πως ο Μυστικός Δείπνος τελέστηκε την πρώτη ημέρα των αζύμων (Ματθαίος 26:17-19, Μάρκος 14:12-16, Λουκάς 22:7-15). Η ημερομη­νία της Σταύρωσης είναι αόριστη: ενώ οι Συνοπτι­κοί αναφέρουν την Παρασκευή, 15 Νισάν (Ματ­θαίος 27:62, Μάρκος 15:42, Λουκάς 23:53-54), ο Ιωάννης αναφέρει τις 14 Νισάν, επίσης Παρα­σκευή, επομένως πριν σφαχτεί το αρνί του Πάσχα (Ιωάννης 13:1, 13:29, 18:28, 19:14, 19:42). Γνω­ρίζουμε, πάντως, ότι η Ανάσταση συνέβη ημέρα Κυριακή, πάρα πολύ πρωί (Ματθαίος 28:1, Μάρ­κος 16:2, Λουκάς 24:1, Ιωάννης 20:1), οπωσ­δήποτε μετά την πανσέληνο. Δεν είμαστε βέβαιοι ούτε και για το έτος το οποίο διαδραματίστηκαν τα γεγονότα του Θείου Πάθους, το πιθανότερο είναι όμως να έλαβαν χώρα τον Απρίλιο του 30 μ.Χ. ή του 33 μ.Χ., αφού τα έτη εκείνα το Πάσχα εορτά­στηκε το Σάββατο [1].

 

Η Ανάσταση του Χριστού, τοιχογραφία του Μανουήλ Πανσέληνου περί το 1300, Πρωτάτο Αγίου Όρους.

 

Οι πρώτοι Χριστιανοί ήσαν, φυσικά, Εβραί­οι και, ως τέτοιοι, γιόρταζαν το Πάσχα το καινόν επί τές του σωτηρίου Πάσχα εορτές στις 14 Νισάν, ανεξαρτήτως ημέρας. Οι ιουδαΐζοντες Χριστιανοί στην Παλαιστίνη, την Αντιόχεια και τη Μικρά Ασία επέλεγαν την ημέρα αυτή για να τονίσουν τη Σταύρωση και το Πάθος, το γεγονός ότι ο Ιησούς προσφέρθηκε συμβολικά σαν άλλο πρόβατο επί σφαγή, γι’ αυτό και πάντοτε μιλούσαν για το Πά­σχα το Σταυρώσιμον.

Από την άλλη, οι ελληνίζοντες Χριστιανοί της Αλεξάνδρειας και των άλλων εθνών γιόρταζαν το Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την εαρινή ισημερία, τονίζοντας την Ανάσταση του Κυρίου, γι’ αυτό άλλωστε και μιλούσαν για το Πάσχα το Αναστάσιμον.

Ανάμεσα σε άλλα, ο Επίσκοπος Ευσέβιος ο Καισαρεύς (263-339) και ο Επίσκοπος Λουγδούνου (Λυών) και Άγιος Ειρηναίος (130-202) αναφέρο­νται στη διένεξη που ταλάνιζε τη νεαρή Εκκλησία (ανάμεσα σε τεσσαρεσκαιδεκατίτες και σε πεντεκαιδεκίτες), ήδη από τα χρόνια του Πάπα Σίξτου Α’ (115-125). Είναι δε χαρακτηριστικό το παράδειγμα του Άγιου Πολύκαρπου, Επίσκοπου της Σμύρνης, ο οποίος επισκέφθηκε τη Ρώμη στα 157/158, αλλά δεν έγινε κατορθωτό να πειστεί από τον Πάπα Ανί­κητο για την ορθότητα του εορτασμού του Πάσχα μόνο ημέρα Κυριακή, εντούτοις αποχώρησε εν ει­ρήνη.

Το ζήτημα κατά πόσον είναι ορθό να εορτάζεται το Πάσχα σε ημέρα άλλη της Κυριακής διακανο­νίστηκε με τη Σύνοδο της Αρελάτης [(Arles) 314], όπου διακηρύχθηκε πως έπρεπε να εορτάζεται ημέρα Κυριακή, uno die et uno tempore per omnem orbem (μιαν ημέρα και μιαν εποχή για όλο τον κό­σμο), έτσι οι Μικρασιάτες αναγκάστηκαν να υπα­κούσουν, αφού ο Πάπας Βίκτωρ Α’ (189-199) τους είχε αποκόψει ως αιρετικούς [2]. Μεταξύ της απόφα­σης αυτής και της Α’ Οικουμενικής Συνόδου (325), προέκυψε ένα άλλο ζήτημα, όχι λιγότερο σημα­ντικό: η ημέρα εορτασμού του Πάσχα έπρεπε να είναι Κυριακή, αλλά ποια Κυριακή ακριβώς; Μια σοβαρή διαφωνία είχε προκύψει μεταξύ των Χρι­στιανών Μεσοποταμίας, Κιλικίας και Συρίας, και των Χριστιανών του υπόλοιπου κόσμου.

 

Εικόνα της Αναστάσεως, από τη Μονή Σταυρονικήτα Αγίου Όρους, Θεοφάνους του Κρητός.

 

Το Πατριαρχείο της Αντιόχειας ήταν εξαρτημένο από το εβραϊκό ημερολόγιο για τον υπολογισμό του Πάσχα, ενώ οι Σύροι πάντοτε γιόρταζαν την πρώτη Κυριακή μετά το εβραϊκό Πάσχα· επιπλέ­ον, μερικοί Επίσκοποι στη Γαλατία είχαν ορίσει τη Σταύρωση του Χριστού στις 25 Μαρτίου και την Ανάστασή Του στις 27 Μαρτίου, ενώ οι Μοντανιστές στη Φρυγία τηρούσαν το Πάσχα την Κυρια­κή κατά ή μετά τις 6 Απριλίου. Από την άλλη, οι Αλεξανδρινοί και η υπόλοιπη Ρωμαϊκή Αυτοκρα­τορία υπολόγιζαν το Πάσχα από μόνοι τους, ανε­ξάρτητα από το εβραϊκό, με αποτέλεσμα την ασυ­νεννοησία και ασυμφωνία. Σ’ αυτό φαίνεται να ευθύνονται έμμεσα και οι ίδιοι οι Εβραίοι, καθώς – κατά τα γραφόμενα του Αγίου και Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Α’ του Μεγάλου (272-337) – προφα­νώς είχαν γίνει αμελείς [3] του νομου που όριζε οτι η 14η ημέρα του Νισάν δεν πρέπει να προηγείται της εαρινής ισημερίας, με αποτέλεσμα – μερικές φορές – να εορτάζονταν δύο Πάσχα ανάμεσα σε δύο εαρινές ισημερίες. Οι Αλεξανδρινοί και οι Ρωμαίοι, από την άλλη, θεωρούσαν πως το Πάσχα πρέπει να εορτάζεται την πρώτη Κυριακή, αμέσως μετά την εαρινή ισημερία.

Δυστυχώς δεν σώζεται το πρωτότυπο κείμενο των όρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια της Βιθυνίας για τον καθορισμό του Πάσχα, γνωρίζουμε ωστόσο από τα γραφόμενα του Αγίου και Μεγάλου Αθανασίου (Επιστολή περί της εν Νίκαια Συνόδου) και του Αγίου Επιφανίου (Πανάριον), Επισκόπου της Σαλαμίνας, ότι αποφασίστηκαν τα εξής:

  • Το Πάσχα πρέπει να εορτάζεται την πρώτη Κυρια­κή μετά από την πανσέληνο που θα συμβεί κατά την ημέρα της εαρινής ισημερίας ή αμέσως μετά από αυτήν.
  • Εάν η πανσέληνος συμβεί ημέρα Κυριακή, τότε το Πάσχα θα εορτάζεται την επόμενη Κυριακή (δηλα­δή θα έπεται της 14ης ημέρας του μήνα Νισάν).

Ο καθορισμός, που έγινε αστρονομικά και όχι ημερολογιακά (καθ’ υπόδειξη του Επισκόπου Χωνών Αιγύπτου, Αχιλλέα Τάτιου), γράφτηκε σε όρους (και όχι κανόνες) για να μην επιδέχεται αλλαγής. Ο δεύτερος όρος βασιζόταν στον α’ κανόνα της Συνόδου της Άγκυρας (314), εξασφαλίζοντας ότι το χριστιανικό Πάσχα δεν θα συνέπιπτε με το εβραϊ­κό (και δεν θα βασιζόταν σ’ αυτό), επαναλήφθηκε δε με τον α’ κανόνα της Συνόδου της Αντιόχειας (341) [4]. Από επιστολή του Αγίου και Πάπα Λέοντος Α’ του Μεγάλου προς τον Αυτοκράτορα Μαρκιανό (456), πληροφορούμαστε πως είχε αποφασιστεί να ληφθεί πρόνοια όπως οι Θεόφιλος και Κύριλλος Ά, Πατριάρχες Αλεξάνδρειας – πόλη στην οποία άκμα­ζαν η αστρονομία και οι επιστήμες – μεριμνήσουν για τον επακριβή υπολογισμό του Πάσχα και τον διαβιβάσουν στον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο, κάτι που έγινε γύρω στο 440 στη βάση πινάκων που είχε συντάξει λίγα χρόνια πριν ο μοναχός Αννιανός ο Αλεξανδρεύς.

Εντούτοις, λόγω γεωγραφικών και άλλων πα­ρεκκλίσεων, δεν συμφωνούσαν όλοι ως προς την ακριβή ημέρα τις εαρινής ισημερίας. Η Ρώμη αρ­χικά υπολόγιζε τους σεληνιακούς κύκλους με τον 112ετή κύκλο του Αγίου Ιππόλυτου, Επισκόπου Ρώμης (γύρω στο 200), τον οποίο αντικατέστη­σε στα τέλη του 3ου αιώνα με άλλον που εφηύρε ο Αυγουστάλιος διάρκειας 84 ετών και το 457 με τον 532ετή κύκλο του Βικτώριου της Ακουιτανίας, τοποθετώντας την ισημερία στις 25 Μαρτίου, κάτι το οποίο η Αλεξάνδρεια θεωρούσε ανακριβές, αφού από το 277 – μετά από προτροπή του πολυμαθέστατου αστρονόμου και Επισκόπου Λαοδικείας Ανατόλιου – χρησιμοποιούσε το 19ετή κύκλο του Μέτωνα, που ταύτιζε την εαρινή ισημερία με την 21η Μαρτίου. Όπως μας πληροφορεί ο Άγιος Αυ­γουστίνος Αυρήλιος (387), το αλεξανδρινό Πάσχα έπεφτε μεταξύ 22 Μαρτίου και 25 Απριλίου, ενώ το Πάσχα στη Ρώμη εορταζόταν μεταξύ 25 Μαρτίου και 21 Απριλίου.

 

Ανάσταση (1715-16), έργο του Ιταλού ζωγράφου Sebastiano Ricci. Dulwich Picture Gallery.

 

Ο αρχαίος αστρονόμος Μέτων (432 π.Χ.) υπο­λόγισε πως για κάθε 19 τροπικά έτη έχουμε 235 συνοδικούς μήνες της σελήνης [5]· η ανακάλυψη έκαμε τεράστια εντύπωση στους Αθηναίους, οι οποίοι και αποφάσισαν να γράψουν χρυσοις γράμμασιν, σε όλα τα δημόσια κτίρια, τον αριθμό που φανε­ρώνει την τάξη του κάθε έτους στον κύκλο του, ο οποίος όμως είχε ένα σφάλμα περίπου 0,086 ημε­ρών (2 ώρες 4 λεπτά) ανά 19ετία. Δεδομένου του σφάλματος αυτού, οι τελικοί πασχάλιοι πίνακες (computus) που συνέταξε το 525 ο Σκύθης Αββάς Διονύσιος ο Μικρός είχαν ήδη μια απόκλιση 4-5 ημερών, αν και ο κύκλος που υιοθέτησε η μία και αδιαίρετη Εκκλησία ήταν ουσιαστικά ένας συμβι­βασμός ανάμεσα σε υπολογισμούς Ρώμης και Αλεξάνδρειας. Ο Διονύσιος ήταν επίσης ο πρώτος που συνέλαβε την ιδέα αρίθμησης των ετών με βάση τη Γέννηση του Χριστού, ταυτίζοντας το 754 AUC (Ab Urbe Condita – Από Κτίσεως Ρώμης) με το έτος 1 (η έννοια του μηδενός δεν έφθασε στην Ευρώ­πη παρά τον 11ο αιώνα από τους Μαυριτανούς της Ισπανίας).

Στην Ανατολή το ζήτημα δεν διακανονίστηκε παρά μέχρι τον 6ο αιώνα, αφού ακόμη υπήρχαν τεταρτοκαιδεκίτες στη Συρία. Παρόμοιας υφής ζήτημα δημιουργήθηκε στη Βρετανία, όταν το 597 ο ιεραπόστολος, Αρχιεπίσκοπος και Άγιος Αυγουστίνος βρήκε τους εκεί Κέλτες να χρησιμοποιούν τον παλιό 84ετή κύκλο που η ίδια η Ρώμη είχε εγκαταλείψει. Αν και δεν ήταν τεταρτοκαιδεκίτες (αφού γιόρταζαν το Πάσχα ημέρα Κυριακή), φαίνεται πως πήραν το σύστημα αυτό από τους Μικρασιάτες, τηρώντας την παράδοση του Αγίου Ιωάννη. Το ζήτημα, τυπικά, έκλεισε με την ιρλανδική Σύ­νοδο του Mag Lene (631) και τη βρετανική Σύνο­δο του Whitby (664), με απόφαση να υιοθετηθεί ο 532ετής κύκλος που χρησιμοποιούσαν οι Γαλάτες και οι Φράγκοι ήδη από τον 5ο αιώνα, η οποία όμως δεν εφαρμόστηκε πλήρως μέχρι το 729.

Χαρακτηριστικά, ο θεολόγος Βέδας ο Αιδέσιμος (Historia ecclesiastica gentis Anglorum, 731) αναφέρει ότι συχνά στη Νορθάμπρια ενώ ο κελτοχριστιανός Βα­σιλιάς Oswiu (642-670) αρταινόταν για το Πάσχα, η ρωμαιοχριστιανή Βασίλισσα Eanfled νήστευε ακόμη για την Κυριακή των Βαΐων. Δεν ήταν παρά στα χρόνια του Καρλομάγνου (771-814) όταν όλοι πλέον υιοθέτησαν τους πασχάλιους πίνακες.

 

Βέδας ο Αιδέσιμος (Baeda ή Bede Venerabilis, Γουιρμάουθ, Σάντερλαντ 672; – Τζάροου 735 μ.Χ.). Άγγλος λόγιος και θεολόγος, άγιος της Αγγλικανικής Εκκλησίας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους λογίους του Μεσαίωνα και θεμελιωτής του αγγλοσαξονικού χριστιανικού πολιτισμού. Έργο του James Doyle Penrose (1902), με τίτλο «Ο Σεβάσμιος Βέδας μεταφράζοντας το Ευαγγέλιο του Ιωάννη στο κρεβάτι του». Royal Academy Summer Exhibition.

 

Από τον 9ο μέχρι και το 15ο αιώνα, ανεξαρτή­τως δογματικών ή πολιτικών διαφορών, το Πάσχα εορταζόταν από τους Χριστιανούς την ίδια ημέρα. Εντούτοις, ήταν απλώς ζήτημα χρόνου να δημιουργηθεί πρόβλημα, αφού το ιουλιανό ημερολόγιο που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό του Πάσχα – ήταν εξ αρχής ανακριβές: επηρεασμένος από την εκστρατεία του στην Αίγυπτο, ο Ιούλιος Καίσαρας θέσπισε το ηλιακό ιουλιανό ημερολόγιο το 45 π.Χ., με τη βοήθεια του Αλεξανδρινού αστρο­νόμου Σωσιγένη, για να αντιμετωπιστεί η ημερο­λογιακή αταξία που επικρατούσε με το 355 ημερών σεληνιακό ημερολόγιο του Νουμά [6]. Για να ξεκινήσει σωστά, προστέθηκαν 90 ημέρες στο έτος 708 AUC (46 π.Χ.), το οποίο – με διάρκεια 445 ημερών έμεινε γνωστό ως annus confusionis (έτος σύγ­χυσης). Ο Ιούλιος Καίσαρας, ως pontifex maximus (αρχιερέας), κατακρίθηκε έντονα γι’ αυτή του την ενέργεια: χαρακτηριστικά, ο Κικέρωνας έλεγε πως ο παλιός του πολιτικός αντίπαλος δεν ήταν ικανοποιημένος που κυβερνούσε τον κόσμο, αλλά ήθελε να κυβερνήσει και τα άστρα.

Υπολογίστηκε πως το έτος είχε διάρκεια 365,25 ημερών και επί των ημερών του Αύγουστου Καίσαρα (8 π.Χ.) διαμορφώθηκε σε 365 ημέρες για τρία χρόνια και μια εμβόλιμη μέρα τον τέταρτο χρόνο, η δις έκτη προ των καλένδων του Μαρτίου (bis sextus, αφού τη μετρούσαν δύο φορές) [7]. Ωστόσο, υπήρχε μια διαφορά περίπου 0,0078 ημερών (11 λεπτά και 14 δευτερόλεπτα), η οποία σε βάθος χρόνου έγινε ιδιαίτερα αισθητή σε σχέση με την εαρινή ισημερία: την εποχή του Χριστού συνέβαινε στις 23 Μαρτίου, το 325 στις 20/21 Μαρτίου, το 730 στις 18/19 Μαρτίου, το 1250 στις 13/14 Μαρτί­ου και το 1582 στις 10/11 Μαρτίου, προσκρούοντας έτσι στον πρώτο όρο της Συνόδου.

Ο πρώτος [8] που υπολόγισε το σφάλμα ήταν ο Βρετανός Φραγκισκανός μοναχός Ρογήρος Βάκων το 1267 (Opus Maius), αλλά ο αιφνίδιος θάνατος του Πάπα Κλήμη Δ’ τον επόμενο χρόνο πάγωσε την όποια πρωτοβουλία. Στο Βυζάντιο, η πρώτη νύξη για μεταρρύθμιση έγινε το 1324 από τον αστρο­λόγο Νικηφόρο Γρηγορά προς τον Αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β’ Παλαιολόγο· όπως και οι μετέπειτα προτάσεις του μοναχού Ισαάκ Αργυρού και του κανονολόγου Ματθαίου Βλάσταρη (1371), καθώς και του φιλόσοφου Γεώργιου Πλήθωνα Γεμιστού (1450), προσέκρουσε σε άγονο έδαφος από το φόβο σχίσματος. Στη Ρώμη, την Αβινιόν και το Παρίσι, ωστόσο, επικρατούσε θετική αντιμετώπιση, όπως δείχνουν και οι μεταρρυθμίσεις που προωθούσαν σύνοδοι και διάφοροι Πάπες και Γάλλοι Βασιλείς.

 

Άγαλμα του Βρετανού Φραγκισκανού μοναχού Ρότζερ Μπέικον (1220-1292) γνωστού στην Ελλάδα με το όνομα Ρογήρος Βάκων, στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Φωτογραφία του Michael Reeve.

 

Χριστόφορος Κλάβιος (1538-1612). Ιησουίτης Γερμανός μαθηματικός και αστρονόμος, που τροποποίησε την πρόταση για το νέο Γρηγοριανό ημερολόγιο μετά τον θάνατο του βασικού δημιουργού του, του Α. Λίλιο.

Μετά την εκλογή του Πάπα Γρηγορίου ΙΓ’ το 1572, ο οποίος είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το θέμα, ο Καλαβρός αστρονόμος Αλοΐσιος Λίλιο και ο Βαυαρός Ιησουίτης μαθηματικός Χριστόφο­ρος Κλάβιος υπέβαλαν πρόταση μεταρρύθμισης, η οποία έτυχε επεξεργασίας μεταξύ 1576-1580 από ειδική επιτροπή. Με παπική βούλλα (Inter Gravissimas, 24/02/1582), την Παρασκευή 4η Οκτωβρίου ακολούθησε η 15η Οκτωβρίου. Οι αμα­θείς χωρικοί, νομίζοντας πως τους έκλεψαν ημέ­ρες, ζητούσαν αμοιβή για τις «χαμένες» μέρες ερ­γασίας, ενώ άλλοι ζητούσαν τις μέρες τους πίσω. Το έδικτο αυτό μετατόπισε την ισημερία από τις 11 στις 21 Μαρτίου, ενώ για το Πάσχα ο χρυσός μετώνειος αριθμός αντικαταστάθηκε από την επακτή με σφάλμα περίπου μίας ημέρας ανά 20.000 χρόνια.

Η αλλαγή τέθηκε σε ισχύ άμεσα σε Ισπανία, Πορτογαλία, Πολωνολιθουανική Κοινοπολιτεία [9] και ολόκληρη σχεδόν την Ιταλία (πλην της Τοσκάνης, όπου η αλλαγή υιοθετήθηκε το 1750/1751), και λίγο αργότερα στη Γαλλία [10] και τη Σαβοΐα (1582), τις Νότιες Κάτω Χώρες (Βέλγιο και Λουξεμβούργο) (1582/1583), την Αυστρία και τα καθολικά καντόνια της Ελβετίας (1583), τα καθολικά κρατίδια της Γερμανίας (1583-1585), τη Βοημία, τη Μοράβια και τη Σιλεσία (1584), την Ουγγαρία (1587) και την Τρανσυλβανία (1590).

Ωστόσο, το νέο αυτό ημερολόγιο αρχικά δεν υιοθέτησαν ούτε οι Διαμαρτυρόμενοι, ούτε οι Ορθόδοξοι, κυρίως λόγω αμφισβήτησης και μίσους προς τον Πάπα, αλλά και διότι το εβραϊκό Πάσχα εορταζόταν πλέον στις 15 Νισάν (30 Μαρτίου με 27 Απριλίου – παλαιότερα μεταξύ 3 Απριλίου και 1 Μαΐου), με αποτέλεσμα να παραβιάζεται το πνεύμα του δεύτερου όρου της Α’ Οικουμενικής Συνόδου [11].

Σταδιακά, μέχρι το 18ο αιώνα, υιοθε­τήθηκε και από τους Προτεστάντες [π.χ. Πρωσσία (1610), Αλσατία (1648), Στρασβούργο (1682), προτεσταντικά κρατίδια Γερμανίας και Δανία/ Νορβηγία/Ισλανδία (1700), προτεσταντική Ελβε­τία και Ολλανδία (1700/1701), Ηνωμένο Βασίλειο (1752), Σουηδία/Φινλανδία (1753)11 [12], Λωρραίνη (1760), Γκριζόν (1811) κτλ], για οικονομικούς και διπλωματικούς λόγους [13]. Ωστόσο, οι γρηγοριανοί πασχάλιοι πίνακες δεν υιοθετήθηκαν παρά μετα­ξύ 1753-1845.

Στις ορθόδοξες χώρες, όμως, ο περίπλοκος υπολογισμός του Πάσχα δεν επέτρεπε την υιοθέτηση του γρηγοριανού ημερολογίου, το οποίο ωστόσο έγινε αποδεκτό ως πολιτικό, μεταξύ 1916-1923 [14]. Το Μάιο του 1923 ο Οικουμενικός Πατριάρχης Μελέτιος Δ’ συγκάλεσε Πανορθόδοξο Συνέδριο [15], όπου αποφασίστηκε η αλλαγή του ημερολογίου, με μέρα εφαρμογής την 1/14 Οκτωβρίου 1923. Εντούτοις, μόνο οι Εκκλησίες της Ελλάδας και της Ρουμανίας υλοποίησαν την απόφαση, αφού η Εκκλησία της Κύπρου θεώρησε το θέμα ανώριμο, οι Εκκλησίες Ρωσσίας και Σερβίας αποφάσισαν παραμονή στο ιουλιανό, τα Πατριαρχεία Αλεξάν­δρειας και Αντιόχειας δεν δέχθηκαν την απόφαση, ενώ το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων θεώρησε ότι η αλλαγή του ημερολογίου επέφερε και αλλαγή του πασχαλίου.

Την οριστική λύση έδωσε ένα χρόνο μετά ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος Ζ’, με πρόταση αποδοχής του γρηγοριανού ημερο­λογίου και υπολογισμό του Πάσχα βάσει του ιουλιανού και ημέρα αλλαγής τις 10/23 Μαρ­τίου 1924. Έτσι, οι Ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες [16] – με εξαίρεση τα Πατριαρχεία Ιε­ροσολύμων, Ρωσίας, Σερβίας και Γεωργίας, τις Εκκλησίες Πολωνίας και Ουκρανίας, την Αρ­χιεπισκοπή του Σινά και το Άγιο Όρος – έχουν υιοθετήσει το αναθεωρημένο ιουλιανό ημερο­λόγιο (διάρκειας 365,2422222222… ημερών) [17], το οποίο – μέχρι και το 2799 – τους επιτρέπει να συνεορτάζουν τα Χριστούγεννα με τις Δυτικές Εκκλησίες, αλλά το Πάσχα με τις λοιπές Ορθόδοξες, για να αποφευχθεί το σχίσμα λόγω παράβασης των όρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου.

Μιλουτίν Μιλάνκοβιτς (1879 – 1958). Σέρβος μαθηματικός, αστρονόμος, κλιματολόγος, γεωφυσικός. Ο Μιλάνκοβιτς ασχολήθηκε με το ημερολογιακό ζήτημα και δημιούργησε ένα νέο ημερολόγιο για τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, το «Αναθεωρημένο Ιουλιανό Ημερολόγιο», που είναι σχεδόν ταυτόσημο με το Γρηγοριανό Ημερολόγιο, αλλά ακριβέστερο…

Εκτός από τις πιο πάνω Εκκλησίες, το ημερολόγιο του Σέρβου αστρονόμου Milutin Milankovic (Μιλουτίν Μιλάνκοβιτς) δεν υιοθέτησαν και οι σχισματικοί Παλαιοημερολογίτες, που αυτοαποκαλούνται Γνήσιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί (ΓΟΧ). Οι ΓΟΧ πρεσβεύουν ότι η αλλαγή του ημερολογίου είναι παράτυπη, παραβιάζει τις Συνόδους, καταπατά τις «πατρώες παραδόσεις», αναστατώνει την αρμονία και την ισορροπία του λειτουργικού έτους[18], συνιστά αναγνώριση του Πάπα, υπο­κινείται από τη Μασωνία και τις σκοτεινές δυ­νάμεις, θεωρούν δε πως το ιουλιανό ημερολόγιο είναι δοσμένο από το Θεό (!), αδιαφορώντας για το ότι θεσπίστηκε από έναν ειδωλολάτρη Ρωμαίο Αυτοκράτορα.

Ωστόσο, η όποια ημερομηνιακή διαφορά ανάμεσα στο Ορθόδοξο και το Δυτικό Πά­σχα οφείλεται σε διαφορετικό τρόπο υπο­λογισμού του και όχι σε δογματικά αίτια. Οι Δυτικοί (Ρωμαιοκαθολικοί, Ουνίτες, Αγγλικα­νοί, Προτεστάντες) τηρούν τον πρώτο όρο της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, όχι όμως και το δεύ­τερο (στην ουσία δεν αθετούν το γράμμα, αλλά το πνεύμα του όρου), αφού πολλές φορές εορτά­ζουν το Πάσχα πριν ή μαζί με το Φάσκα, ενώ οι Ορθόδοξοι (βυζαντινού, σλαβικού και καυκάσιου ρυθμού) τηρούν απαρεγκλίτως το δεύτερο όρο της Συνόδου, συχνά αθετώντας τον πρώτο, λόγω κυρίως του σφάλματος 5 ημερών από τη χρήση του μετωνικού κύκλου. Μαζί με τους Ελληνορ­θόδοξους εορτάζουν οι Κύπριοι Μαρωνίτες και Λατίνοι και οι Έλληνες Αρμένιοι και Καθολικοί, ενώ μαζί με τους Διαμαρτυρόμενους οι Φινλανδοί και Εσθονοί Ορθόδοξοι.

Όσον αφορά τις Παλαιές Ανατολικές Εκκλησί­ες (Προχαλκηδόνιοι), οι Αιθίοπες, οι Ερυθραίοι και οι Κόπτες υπολογίζουν το Πάσχα με βάση το ιουλι­ανό ημερολόγιο, ενώ οι Αρμένιοι (πλην του Αρμε­νικού Πατριαρχείου της Ιερουσαλήμ), οι Ιακωβίτες (Σύροι) και η Ινδική Εκκλησία στο Μαλαμπάρ της Ινδίας με βάση το γρηγοριανό ημερολόγιο από το 1923, 1953 και 1956, αντίστοιχα. Οι Ασσύριοι (Χαλδαίοι), γνωστοί και ως Νεστοριανοί, χρησιμοποιούν το γρηγοριανό ημερολόγιο από το 1964.

Ο υπολογισμός της ημερομηνίας του Πάσχα είναι ένα σύνθετο μαθηματικό θέμα, αν και ουσιαστικά απαιτεί τις 4 πράξεις της αριθμητικής (αλγόριθμος Γκάους [19]). Εάν η εαρινή πανσέληνος συμβεί μεταξύ 21-30 Μαρτίου δεν θεωρείται πασχαλινή από τους Ορθόδοξους, οι οποίοι περιμένουν την επόμενη πανσέληνο, με αποτέλεσμα να εορτάζουν το Πάσχα 4 μέχρι και 6 εβδομάδες μετά τους Δυτικούς. Εάν η πανσέληνος συμβεί από τις 30 Μαρτίου και μετά, θεωρείται πασχαλινή από όλους, κι έτσι το Δυτικό Πάσχα συμπίπτει ή εορτάζεται μια εβδομάδα πριν (αφού ιουλιανή 22 Μαρτίου = γρηγοριανή 4 Απριλίου).

Για να έχουμε Κοινό Πάσχα, θα πρέπει η γρηγοριανή και ιουλιανή πανσέληνος να συμβούν από την Κυριακή μέχρι και την Τρίτη της ίδιας εβδομάδας, κάτι που θα λάβει χώρα για τελευταία φορά τον Απρίλη του 2698. Οι ημερομηνίες του Δυτικού Πάσχα κυμαίνονται μεταξύ 22 Μαρτίου και 25 Απριλίου, ενώ οι αντίστοιχες Ορθόδοξες είναι 4 Απριλίου με 8 Μαΐου [20]. Πιο κάτω, δίνεται πίνακας για τα προηγούμενα και τα επόμενα έτη:

Έτος Δυτικό

Πάσχα

Ορθόδοξο

Πάσχα

Έτος Δυτικό

Πάσχα

Ορθόδοξο

Πάσχα

Έτος Δυτικό

Πάσχα

Ορθόδοξο

Πάσχα

2008 23 Μαρτίου 27 Απριλίου 2013 31 Μαρτίου 5 Μαΐου 2018 1η Απριλίου 8 Απριλίου
2009 12 Απριλίου 19 Απριλίου 2014 20 Απριλίου 2019 21 Απριλίου 28 Απριλίου
2010 4 Απριλίου 2015 5 Απριλίου 12 Απριλίου 2020 12 Απριλίου 19 Απριλίου
2011 24 Απριλίου 2016 27 Μαρτίου 1η Μαΐου 2021 4 Απριλίου 2 Μαΐου
2012 8 Απριλίου 15 Απριλίου 2017 16 Απριλίου 2022 17 Απριλίου 24 Απριλίου

Η σημασία του Πάσχα για την Εκκλησία δεν είναι μόνο συμβολική (αφού μας υπενθυμίζει το Θείο Πάθος, τη Σταύρωση και την Ανάσταση του Ιησού Χριστού), αλλά και ουσιαστική, καθώς με βάση το Πάσχα καθορίζεται το σύνολο των κινη­τών εορτών, ως εξής:

 

Α) Τριώδιο:

  • Κυριακές [του Τελώνη και του Φαρισαίου (10 Κυριακές πριν το Πάσχα), του Ασώτου Υιού (-9), της Απόκρεω (-8) και της Τυροφάγου (-7)].
  • Άλλες ημέρες [Τσικνοπέμπτη (Πέμπτη πριν την Κυριακή της Απόκρεω) και Ψυχο­σάββατο Α’ (Σάββατο πριν την Κυριακή της Απόκρεω)].

Β) Μεγάλη, Σαρακοστή

  1. Κυριακές [της Ορθοδοξίας (-6), του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (-5), της Σταυροπρο­σκύνησης (-4), του Αγίου Ιωάννου της Κλίμα- κος (-3), της Οσιας Μαρίας της Αιγυπτίας (-2) και των Βαΐων (-1)].
  2. Άλλες ημέρες [Καθαρή Δευτέρα (μετά την Κυριακή της Τυρινής), του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος (Σάββατο πριν την Κυριακή της Ορθοδοξίας), του Μεγάλου Κανόνος (Πέμπτη μετά την Κυριακή του Ιωάννου της Κλίμακος), του Ακάθιστου Ύμνου (Σάββατο πριν την Κυ­ριακή της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας) και Σάββατο του Λαζάρου (πριν την Κυριακή των Βαΐων ή της Ελιάς)].

Γ) Μεγάλη και Αγία Εβδομάδα: η εβδομάδα που προηγείται του Πάσχα.

Δ) Εβδομάδα της Διακαινησίμου: η εβδομάδα που έπεται του Πάσχα.

Ε) Πεντηκοστάριο:

  1. Κυριακές [του Θωμά (1 Κυριακή μετά το Πάσχα), των Μυροφόρων (+2), του Παράλυτου (+3), της Σαμαρείτιδας (+4), του Τυφλού (+5), των Αγίων 318 πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου (+6), της Πεντηκοστής (+7) και των Αγίων Πάντων (+8)].
  2. Άλλες ημέρες [της Ζωοδόχου Πηγής (Παρα­σκευή μετά το Πάσχα), της Μεσοπεντηκοστής (Τετάρτη μετά την Κυριακή του Παράλυτου), της Απόδοσης του Πάσχα (Τετάρτη μετά τηνΚυριακή του Τυφλού), της Αναλήψεως (η επο­μένη της Αποδόσεως), Ψυχοσάββατο Β’ (πριν την Κυριακή της Πεντηκοστής) και του Αγίου Πνεύματος ή του Κατακλυσμού (Δευτέρα μετά την Κυριακή της Πεντηκοστής)].

Στ) Άλλες εορτές:

Αν το Πάσχα συμβεί ανήμερα ή μετά τις 23 Απρι­λίου, η γιορτή του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου εορτάζεται τη Δευτέρα του Πάσχα και του Αποστόλου Μάρκου την Τρίτη του Πάσχα (Λαμπροτρίτη), μαζί με τους Αγίους Ραφαήλ, Νικόλαο και Ειρήνη της Μυτιλήνης.

 

Ασπασμός του Πάσχα (1850). Έργο του Tadeusz Gorecki (1825-1868). Μουσείο San Petesburgo, Málaga.

 

Το διορθωμένο ιουλιανό ημερολόγιο δεν εί­ναι τέλειο: έχει σφάλμα 2,81 sec/έτος, ωστόσο εί­ναι ακριβέστερο από το γρηγοριανό [σφάλμα 1 μέρας/3323 χρόνια (26,81 sec/έτος] και πολύ πιο ακριβές από το ιουλιανό [σφάλμα 1 ημέρας/128 χρόνια (674,81 sec/έτος), το οποίο σε βάθος χρόνου μετατοπίζει την ισημερία. Αν οι Ορθόδοξοι εξακο­λουθήσουν να υπολογίζουν το Πάσχα με το παλαιό ημερολόγιο μέχρι το έτος 14.000, τότε η εαρινή πανσέληνος θα συμβεί στις 2 Ιουλίου (!), με καθυ­στέρηση 103 ημερών, το Πάσχα θα εορταστεί την 23 Ιουλίου και ο Μάρτης δεν θα είναι πλέον μέρος της Σαρακοστής.

Τα ημερολόγια είναι ανθρώπινες επινοήσεις και, ως τέτοια, δεν διεκδικούν το αλάθητο, θα ήταν δε παράλογο να υποστηρίζουμε πως ο Θεός και οι Άγιοι ακολουθούν οποιοδήποτε ημερολόγιο!!! Μπορεί τα ουράνια φαινόμενα να μην πειθαρχούν σε κανέναν, ωστόσο οι ουρανοί εορτάζουν και αγάλλονται κάθε ημέρα και ώρα, αφού δεν περιορί­ζονται ούτε και εξαντλούνται από τους δικούς μας εορτασμούς. Όπως είπε και ο Χριστός: «άπόδοτε συν τά Καίσαρος Καίσαρι κα’ι τά τοϋ Θεοϋ τω Θεω» (Ματθαίος 22:21, Μάρκος 12:17, Λουκάς 20:25). Καλή Ανάσταση!

Επιπλέον υλικό: David Ewing Duncan (1998): Καλαντάρι – η ιστορία του ημερολογίου δια μέσου των αιώνων. Αθήνα: Εκδόσεις Ενάλιος και Ιωάννης Φάκας (2014): Πάσχα των Ορθοδόξων, Πάσχα των Ρωμαιοκαθολικών και Πάσχα των Ιου­δαίων – υπολογισμός με βάση την αστρονομία και μια εισήγηση για διόρθωση. Λευκωσία.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Η ασάφεια αναφορικά με το ακριβές έτος του Θείου Πάθους προέκυψε επειδή οι πρώτοι Χριστιανοί δεν ενδιαφέ­ρονταν για τη σωστή χρονολόγηση των γεγονότων, για τον απλούστατο λόγο ότι οι Απόστολοι και οι αρχικοί οπαδοί του Χριστού πίστευαν ακράδαντα στη σύντομη επιστροφή του Μεσσία, με αποτέλεσμα γι’ αυτούς ο χρόνος να μην έχει ιδιαίτερη σημασία.

[2] Φαίνεται, ωστόσο, ότι ο Άγιος Ειρηναίος μεσολάβησε στην άρση του σχετικού αφορισμού, θυμίζοντας στον Πάπα Βίκτωρα την ανοχή του προκατόχου του, Ανίκητου.

[3] Αυτό πρέπει να οφείλεται κυρίως στην καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους το 70 μ.Χ. και τη Διασπορά των Εβραίων, οι οποίοι πλέον χρησιμοποιούσαν τα κατά τόπους ειδωλολατρικά ημερολόγια για να καθορίσουν το Πάσχα τους, κάτι που φαίνεται και από τους πασχάλιους πίνακες που συντάχθηκαν στη Σύνοδο της Σαρδικής (343).

[4] Στη Νίκαια θεσπίστηκε και ο Ζ’ Αποστολικός Κανόνας, ο οποίος απαγορεύει την τέλεση του Πάσχα «προ της εαρινής ισημερίας μετά Ιουδαίων» για να καταπολεμήσει τους Πρωτοπασχίτες, που γιόρταζαν το Πάσχα με τους Εβραίους και βασίζονταν σε αυτούς για τον υπολογισμό του (οι οποίοι τοποθετούσαν την εαρινή ισημερία στις 27 Μαρτίου). Ωστόσο, μερικοί Πρωτοπασχίτες επέμεναν μέχρι και τα τέλη του 4ου αιώνα, όπως βλέπουμε από κηρύγ­ματα του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου.

[5] Τροπικό έτος είναι το διάστημα ανάμεσα σε δύο διαδοχικές διαβάσεις του Ήλιου από το ίδιο σημείο αναφοράς και της συμπλήρωσης του κύκλου των εποχών [365,24218966978 μέσες ηλιακές ημέρες το 2000 (365 ημέρες, 5 ώρες, 48 λεπτά και 45,19 δευτερόλεπτα), με μείωση περίπου 0,531670176 δευτερόλεπτα ανά αιώνα], ενώ συνοδικός μήνας είναι το διάστημα ανάμεσα σε δύο διαδοχικές φάσεις της Σελήνης [29,5305888531 μέσες ηλιακές ημέρες το 2000 (29 ημέρες, 12 ώρες, 44 λεπτά και 2,88 δευτερόλεπτα), με αύξηση περίπου 18,680544 χιλιοστοδευτερόλεπτα ανά αιώνα].

[6] Αρχικά η Ρώμη χρησιμοποιούσε το σεληνιακό ημερολόγιο του Ρωμύλου, διάρκειας 10 μηνών ή 304 ημερών. Γύρω στο 713 π.Χ. και για να προσεγγίσει το ηλιακό έτος, ο Ρωμαίος Βασιλιάς, Νουμάς Πομπίλιος, πρόσθεσε ακόμη δύο μήνες (Ιανουάριος, Φεβρουάριος).

[7] Ο Φεβρουάριος ήταν αφιερωμένος στους νεκρούς και κατά τη διάρκειά του οι Ρωμαίοι έπρεπε να κάνουν τον ηθικό απολογισμό τους και να αφιερώνονται στη μετάνοια και την εξιλέωση (Februare). Από φόβο προς τους χθόνιους θε­ούς και για αποφυγή της ασέβειας στη μνήμη των νεκρών, δεν αριθμούσαν την εμβόλιμη ημέρα και έτσι την μετρού­σαν διπλά, στις 24 Φεβρουαρίου.

[8] Προηγουμένως και άλλοι είχαν υποψιαστεί ή/και υπολογίσει ότι υπήρχε σφάλμα, όπως οι Κλαύδιος Πτολεμαίος, Αιδέσιμος Βέδας, Νότκερ ο Τραυλός, Χέρμαν ο Χωλός, Ρενιέ του Παντερμπόρν, Κόνραντ του Στρασβούργου, Ρόμπερτ Γκρόστεστ και Ιωάννης ντε Σακρομπόσκο, κανένας εκ των οποίων όμως δεν εισακούστηκε έγκαιρα, λόγω και του σκοταδισμού που επικρατούσε στην Ευρώπη.

 [9] Μεταξύ 1721-1915 στα ρωσσοκρατούμενα τμήματα των Βαλτικών χωρών βρισκόταν σε χρήση το ιουλιανό ημερολό­γιο. Η Λεττονία και η Λιθουανία το υιοθέτησαν το 1915 (κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής), ενώ η Εσθονία το 1918.

[10] Με την αλλαγή του ημερολογίου στη Γαλλία, εδραιώθηκε και η αλλαγή που είχε επιβάλει το 1564 ο Κάρολος Θ’ η πρωτοχρονιά να εορτάζεται την 1η Ιανουαρίου αντί της 1ης Απριλίου. Έκτοτε, οι αστοί κορόιδευαν τους αντιδρα­στικούς που γιόρταζαν με τον παλιό τρόπο, στέλλοντάς τους δώρα και προσκλήσεις για ανύπαρκτες γιορτές, τον πρόδρομο των πρωταπριλιάτικων ψεμάτων.

[11] Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας Β’ ο Τρανός συγκάλεσε τρία Πανορθόδοξα Συνέ­δρια (1583, 1587 και 1593), όπου με σιγίλλια και εγκυκλίους το «νέον καλενδάριον» αναθεματίστηκε και καταδικά­στηκε ως αντικανονικό. Το γρηγοριανό ημερολόγιο αναθεματίστηκε εκ νέου από πατριαρχικό σιγίλλιο (1756) και με εγκύκλιο (1848).

[12] Η εφαρμογή του νέου ημερολογίου στη Σουηδία (και τη Φινλανδία, που μέχρι το 1809 αποτελούσε τμήμα της Σουη­δίας και μετά της Ρωσίας) υπήρξε επεισοδιακή: μεταξύ 1700-1712 ήταν μία μέρα μπροστά από το ιουλιανό ημερολό­γιο, το 1712 επανήλθε στο ιουλιανό (με ένα Φεβρουάριο 30 ημερών), ενώ μεταξύ 1740-1844 το Πάσχα υπολογιζόταν αστρονομικά.

[13] Για τους ίδιους λόγους υιοθετήθηκε και από μη χριστιανικές χώρες (Ιαπωνία: 1873, Αίγυπτος: 1875, Θαϋλάνδη:1889, Κορέα:1895, Αλβανία και Κίνα:1912, Οθωμανική Αυτοκρατορία:1917, Περσία:1925, Σοβιετική Ένωση:1922, Τουρκία:1927 κτλ). Το γρηγοριανό ημερολόγιο εφαρμόστηκε ταυτόχρονα και στις υπερπόντιες ευρωπαϊκές κτήσεις και αποικίες.

[14]Το Μαυροβούνιο και η Βουλγαρία το υιοθέτησαν το 1916, η Ρωσία το 1918 [γι’ αυτό και η επέτειος της Οκτωβριανής Επανάστασης εορτάζεται στις 7/11], η Ρουμανία και η Γιουγκοσλαβία το 1919, ενώ η Ελλάδα μόλις το 1923 (οπότε ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου και η επέτειος της Επανάστασης του 1821 γιορτάστηκαν ξεχωριστά, επισπεύδοντας τη μετέπειτα υιοθέτηση του κοσμικού ημερολογίου).

[15] Στο Συνέδριο αρνήθηκαν να συμμετάσχουν τα Πατριαρχεία Αλεξάνδρειας, Αντιόχειας και Ιεροσολύμων, δεν προ­σκλήθηκε η Εκκλησία της Βουλγαρίας (λόγω σχίσματος με την Κωνσταντινούπολη) και δεν συμμετείχε το Πατριαρ­χείο Μόσχας (λόγω σοβιετικών αναταραχών). Του Συνεδρίου είχαν προηγηθεί εγκύκλιοι του Οικουμενικού Πατριάρ­χη Ιωακείμ Γ’ (12/06/1902 και 12/05/1904) προς τις λοιπές Ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, ζητώντας την άποψή τους αναφορικά με πιθανή τροποποίηση του ιουλιανού ημερολογίου.

[16] Τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας και Αντιοχείας το υιοθέτησαν το 1928, ενώ το Πατριαρχείο της Βουλγαρίας το 1968.

17 Η διάρκεια του είναι 365 218/900 ημέρες (αντίθετα με το γρηγοριανό που έχει διάρκεια 365 97/400 ή 365,2425 ημέ­ρες)· όσον αφορά τα επαιώνια έτη, μόνο αυτά που διαιρούνται με το 900 και αφήνουν υπόλοιπο 2xx ή 6xx θεωρού­νται δίσεκτα. Μια αξιοσημείωτη διαφορά των δύο ημερολογίων είναι ότι στο γρηγοριανό όλα τα επαιώνια έτη που δι­αιρούνται με το 400 θεωρούνται δίσεκτα: έτσι, το έτος 2800 θεωρείται δίσεκτο μόνο από το γρηγοριανό ημερολόγιο. Στο ιουλιανό όλα τα έτη που διαιρούνται με το 4 είναι δίσεκτα.

[18] Στην πολεμική τους κατά του νέου ημερολογίου προβάλλουν και τις εξής κριτικές: α) η εορτή της α’ και β’ εύρεσης της κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου (24 Φεβρουαρίου) μπορεί να πέσει κατά την περίοδο της νηστείας, β) η εορτή των εν Σεβαστεία Αγίων Σαράντα Μαρτύρων (9 Μαρτίου) πέφτει κατά την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής, γ) η εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου (25 Μαρτίου) πέφτει πάντοτε πριν το Πάσχα, ενώ στο ιουλιανό ημερολόγιο υπάρχει περίπτωση να πέφτει την ημέρα του Πάσχα (οπότε και ονομάζεται Κύριον Πάσχα) και δ) η νηστεία της εορτής των Αγίων Αποστόλων επιδεικνύει τη μεγαλύτερη αδυναμία του νέου ημερολογίου σε συνδυασμό με το ιουλιανό πασχάλιο: ξεκινά τη Δευτέρα μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων και καταλήγει στις 29 Ιουνίου, καθώς το νέο ημερολόγιο είναι 13 ημέρες μπροστά από το παλαιό, η νηστεία αυτή είναι 13 ημέρες μικρότερη και, αναλόγως της ημερομηνίας του Πάσχα, μπορεί να ξεκινήσει στις 31 Μαΐου ή, κάποιες χρονιές, να μην τελεστεί καθόλου.

[19] Ο αλγόριθμος αυτός εφευρέθηκε από το μεγάλο Γερμανό μαθηματικό Carl Friedrich, Gauss το 1800 και τελειοποιήθηκε το 1816 και ισχύει και για τα δύο ημερολόγια. Υπάρχουν, βέβαια, και άλλοι αλγόριθμοι για τον υπολογισμό της ημερομηνίας του Πάσχα

[20] Στο γρηγοριανό ημερολόγιο η συχνότερη ημερομηνία του Πάσχα είναι η 19η Απριλίου (3,87%), ενώ η σπανιότερη η 22η Μαρτίου (0,48%), με βάση τον επαναλαμβανόμενο κύκλο των 5.700.000 ετών (ο κύκλος του Μέτωνα επαναλαμ­βάνεται κάθε 532 χρόνια). Με βάση πίνακες του Πάσχα (1583-3000), υπάρχει 19,12% πιθανότητα Κοινού Πάσχα, 49,26% το Ορθόδοξο Πάσχα να ακολουθεί το Δυτικό κατά μία εβδομάδα, 0,14% δύο εβδομάδες, 1,91% τέσσερις εβδομάδες.

 

Αλέξανδρος – Μιχαήλ Χατζηλύρας

Ερευνητής, Μελετητής, Συγγραφέας

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ενατενίσεις», Περιοδική Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Κύκκου και Τηλλυρίας (Κύπρος) το 2015.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

 

Read Full Post »

Τα σήμαντρα και οι καμπάνες


 

Κάθε χριστιανική εκκλησία έχει το καμπαναριό και την καμπάνα της. Απαραίτητο και αναπόσπαστο τμήμα της λατρείας. Ναός χωρίς καμπάνα είναι κάτι πολύ σπάνιο. Ακόμα και κάποια απομακρυσμένα εξωκλήσια έρημα και εγκαταλελειμμένα στις κορυφές των βουνών έχουν μια μικρή καμπάνα, που χτυπάει πότε – πότε, ακόμα και από τον αέρα. Η εισαγωγή της καμπάνας στη χριστιανική ζωή και λατρεία δεν έγινε από τα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού.

 

Καμπαναριό στο Παναρίτι Αργολίδας. Δημοσιεύεται στο: «Η Αργολίδα που φεύγει», Γ. Αντωνίου, Εκδόσεις «Εκ Προοιμίου», Άργος, 2008.

 

Οι Χριστιανοί στα πρώτα χρόνια της νέας θρησκείας δεν είχαν ναούς και βωμούς.  Η διάδοση και η δράση του Χριστιανισμού γινόταν με μυστικούς τρόπους και πολλές φορές οδηγούσε σε διωγμούς τόσο από τους Εβραίους όσο και από τους Ρωμαίους ως τις αρχές του 4ου αιώνα, που ο χριστιανισμός νομιμοποιήθηκε και έγινε επίσημη θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.  Οι πρώτοι χριστιανοί στους  χρόνους των διωγμών συγκεντρώνονταν για τη λατρεία τους από τους ονομαζόμενους «θεοδρόμους» ή «λαοσυνάκτες», οι οποίοι γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι, καμιά φορά και με κίνδυνο της ζωής τους, και ειδοποιούσαν τους χριστιανούς για τον τόπο και την ώρα της λατρείας τους. Άλλες φορές ο ίδιος ο ιερουργός στο τέλος μιας σύναξης ενημέρωνε τους πιστούς για την επόμενη σύναξή τους.

 

Τα σήμαντρα

 

Μετά τους διωγμούς, άγνωστο πότε ακριβώς, μπήκαν σε χρήση σε ναούς και μοναστήρια τα σήμαντρα. Από τον 2ο και 3ο μ.Χ. αιώνα πολλοί χριστιανοί, διωγμένοι από τους εχθρούς του χριστιανισμού, έφευγαν από τις πόλεις και τα χωριά, πήγαιναν και έστηναν καλύβες στην έρημο, μακριά από τον κόσμο, και ζούσαν αυστηρή ζωή αφιερωμένη στο Θεό μακριά ο ένας από τον άλλον. Ήταν οι πρώτοι μοναχοί. Ειδοποιούνταν για να μαζευτούν και να λατρέψουν το Θεό από κοινού με κάτι ξύλα, που τα χτυπούσαν με έναν ιδιαίτερο τρόπο, όπως γίνεται ακόμα και σήμερα στα μοναστήρια. Όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος με το Διάταγμα των Μεδιολάνων το 313 μ.Χ. θέσπισε την ανεξιθρησκία στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, σταμάτησαν οι διωγμοί των χριστιανών. Με  το τέλος των διωγμών οι χριστιανοί μπορούσαν πλέον να ειδοποιούνται με επισημότητα. Ο πρώτος τρόπος  ειδοποίησης ήταν τα σήμαντρα, που είχαν καθιερώσει οι πρώτοι μοναχοί.

Μοναχός με φορητό ξύλινο σήμαντρο.

Τα σήμαντρα είναι ιδιόφωνα μουσικά όργανα, που ανήκουν στην κατηγορία των κρουστών,  που χρησιμοποιήθηκαν σε διάφορες παραλλαγές και διαδόθηκαν σε όλα τα ορθόδοξα χριστιανικά μοναστήρια του κόσμου. Τα πρώτα που παρουσιάσθηκαν στα μοναστήρια ήταν ξύλινα ή σιδερένια και ονομάζονταν «αγιοσίδερα». Σε πολλές περιπτώσεις αναφέρονται από συγγραφείς της εποχής του Βυζαντίου με τις ονομασίες χειροσήμαντρο, μεγασήμαντρο και αγιοσιδηρούν. Το ξύλινο σήμαντρο ονομάζεται και τάλαντο. Το τάλαντο ή χειροσήμαντρο είναι μια ελαφριά μακρόστενη καλά πλανισμένη σανίδα με μήκος περί τα 2- 3μ., πλάτος περί τα 10 εκ., και πάχος 5 εκ., που στις άκρες μπορεί να έχει τρείς ή πέντε οπές. Οι τρεις οπές συμβολίζουν τον τριαδικό θεό, ενώ οι πέντε οπές σε σχήμα σταυρού συμβολίζουν τις ανθρώπινες αισθήσεις που πρέπει να είναι σε εγρήγορση. Το μικρό ξύλινο χειροσήμαντρο ήταν φορητό. Το κρατούσαν οι περιφερόμενοι μοναχοί στο ένα χέρι και το χτυπούσαν ρυθμικά με ξύλινο σφυρί, τον κόπανο, με το άλλο χέρι. Συνήθως τα κατασκεύαζαν από ξύλο φλαμουριάς, καρυδιάς και κυρίως από σφεντάμι ή οξιά, γιατί τα ξύλα αυτά δίνουν καλύτερο ήχο. Σύμφωνα με την παράδοση το «τάλαντο» το χρησιμοποίησε πρώτος ο Νώε, για να μαζέψει τα ζώα και τα πτηνά στην Κιβωτό λίγο πριν από τον κατακλυσμό. Έτσι σήμερα η κρούση του συμβολίζει το κάλεσμα των πιστών στην «κιβωτό της σωτηρίας», που είναι η Εκκλησία, για να σωθούν από τον κατακλυσμό της αμαρτίας.

Το μεγασήμαντρο είναι μεγαλύτερο σήμαντρο που φτάνει σε μήκος και τα τέσσερα μέτρα και ονομάζεται «κόπανος». Είναι μια κρεμαστή χοντρή μακρόστενη σανίδα, που έχει και αυτή στις άκρες τρεις ή πέντε οπές, που συμβολίζουν αντίστοιχα τον τριαδικό θεό και τις πέντε ανθρώπινες αισθήσεις. Το χτυπούσαν με αυξομειούμενη δύναμη με έναν κόπανο κατασκευασμένο από το ίδιο υλικό, ώστε να παράγει διαφορετικούς ήχους με κάποιο είδος ρυθμού. Ο ήχος συμβολίζει την παρουσία του θεού στη γη και το κήρυγμα της παραβολής του τάλαντου, που έδωσε ο θεός και πρέπει να αξιοποιήσει ο άνθρωπος. Το μεγασήμαντρο και το τάλαντο με την πάροδο των χρόνων αποτέλεσαν χαρακτηριστικά σύμβολα της μοναστικής ζωής στις μονές του Αγίου Όρους. Χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα για τη σύναξη των μοναχών, αλλά και για να προμηνύσουν τη χαρά ή τη λύπη μέσα στο κατανυκτικό κλίμα πνευματικής ηρεμίας και αφοσίωσης της ιερής πολιτείας.

 

Μεγασήμαντρο στην Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας. Το μεγασήμαντρο ή κόπανος εδώ και αιώνες κρούεται ρυθμικά για να αφυπνίσει τους μοναχούς ή να τους συνάξει για την τέλεση των ιερών τους καθηκόντων. Ο ήχος του συμβολίζει την διδασκαλία την Καινής Διαθήκης, την παρουσία του ενανθρωπήσαντος Θεού στην γη και το κήρυγμά Του, καθώς και το δοθέν τάλαντο, το οποίο πρέπει να αξιοποιήσει ο άνθρωπος, σύμφωνα με την παραβολή των ταλάντων.

 

Το αγιοσίδερο είναι  ένα τεμάχιο από σίδερο και σπανιότερα από ορείχαλκο, συνήθως σε αρκετά μικρότερο μέγεθος από το ξύλινο, που το χτυπούσαν ρυθμικά με μια σφύρα ή κόπανο κατασκευασμένο από το ίδιο υλικό. Με τον ήχο του, που μπορεί να θεωρηθεί πρόδρομος της καμπάνας, συμβολίζει και υπενθυμίζει την σάλπιγγα του αγγέλου, που θα ακουστεί στη δευτέρα παρουσία και τη φωνή του θεού, που θα αποδώσει τη δίκαιη κρίση σε κάθε άνθρωπο. Το μεγασήμαντρο και το αγιοσίδερο τα κρεμούσαν οριζόντια με δυο σχοινιά ή αλυσίδες από κάποιο δένδρο ή δίπλα στην είσοδο του ναού και τα χτυπούσαν σε διάφορα σημεία, για να παράγουν αρμονικούς ήχους. Στα μοναστήρια συνήθως το ξύλινο σήμαντρο χτυπά για την ακολουθία του όρθρου και το μεταλλικό για την ακολουθία της θείας λειτουργίας.

 

Μεγάλο ξύλινο σήμαντρο

 

Τα σήμαντρα παραμένουν και σήμερα σε χρήση μαζί με τις καμπάνες και χτυπούν σε ορισμένο χρόνο, όπως ορίζει η τάξη κάθε μοναστηριού. Η ζωή των μοναχών στα μοναστήρια και οι δραστηριότητες των χιλιάδων επισκεπτών τους καθορίζονται από το χτύπημα αυτής της ξύλινης ή σιδερένιας πλάκας. Εδώ και αιώνες χτυπούν ρυθμικά με μεταλλικό ή ξύλινο σφυρί σε πολλά μοναστήρια και χρησιμοποιούνται για να αφυπνίσουν τους μοναχούς ή να τους συνάξουν για την τέλεση των ιερών καθηκόντων τους. Η εικόνα ενός μοναχού, που χτυπάει το σήμαντρο και καλεί τους πιστούς στο μοναστήρι να συμμετάσχουν στα ιερά καθήκοντα, εκφράζει έναν από τους πιο απλούς και αγνούς συμβολισμούς της σχέσης που υπάρχει ανάμεσα στον άνθρωπο και το Θεό. Για πολλούς τα σήμαντρα αποτέλεσαν τα πρώτα μουσικά όργανα της βυζαντινής παράδοσης, αν και η χρήση τους περιορίζεται αποκλειστικά για θρησκευτικούς σκοπούς.

Καμπάνες στην ορθόδοξη ανατολή δεν υπήρχαν, είναι όμως γνωστές από την αρχαιότητα. Οι πρώτες αναφορές στη χρήση της καμπάνας έρχονται από την Κίνα, όπου ήταν γνωστή πολύ πριν από το 1.000 π.Χ. Υπάρχουν στοιχεία για χρήση καμπανών στην αρχαία Βαβυλωνία και Αίγυπτο, ενώ σημαντικό ρόλο έπαιξαν και συνεχίσουν να παίζουν στον ινδικό πολιτισμό.

 

Ασιατική καμπάνα.

 

Οι Εβραίοι στα ενδύματα των αρχιερέων τους είχαν χρυσά κουδουνάκια. Στην Παλαιά Διαθήκη ο Θεός  δίνει εντολή στο Μωυσή να κατασκευάσει στολή με καμπανάκια για τον αρχιερέα Ααρών, για να ιερουργήσει στη σκηνή του Μαρτυρίου:  «Με την ίδια μορφή θα κατασκευάσεις χρυσά ομοιώματα μικρών καρπών ροδιάς και ανάμεσά τους κωδωνίσκους χρυσούς κυκλικά στον υποδύτη. Σε κάθε χρυσό ομοίωμα καρπού και άνθους ροδιάς στο κάτω τμήμα και ολόγυρα στον υποδύτη θα αντιστοιχεί και ένας χρυσούς κώδων. Και θα ακούγεται ο ήχος των κωδώνων, όταν ο Ααρών εισέρχεται, για να λειτουργήσει στον άγιο χώρο ενώπιον του Κυρίου, και όταν εξέρχεται».  [τὸ αὐτὸ εἶδος ροΐσκους χρυσοῦς καὶ κώδωνας ἀναμέσον τούτων περικύκλῳ· παρὰ ροΐσκον χρυσοῦν κώδωνα καὶ ἄνθινον ἐπὶ τοῦ λώματος τοῦ ὑποδύτου κύκλῳ. καὶ ἔσται Ἀαρὼν ἐν τῷ λειτουργεῖν ἀκουστὴ ἡ φωνὴ αὐτοῦ, εἰσιόντι εἰς τὸ ἅγιον ἔναντι Κυρίου καὶ ἐξιόντι.] [Παλαιά Διαθήκη, «Έξοδος» κεφ. 28]. Στους λαούς της Μεσογείου από την αρχαία εποχή αναφέρεται η χρήση τεμαχίων μετάλλου, δηλαδή τα γνωστά σήμαντρα, τα οποία χτυπούσαν με μεταλλική ή ξύλινη ράβδο στις διάφορες τελετές και συναθροίσεις με σκοπό τη συγκέντρωση του λαού.

 

Οι καμπάνες στη Δύση

 

Η λέξη «καμπάνα» προέρχεται από την Καμπανία, περιοχή της νοτιοδυτικής Ιταλίας, όπου υπήρχε παραγωγή ονομαστού χαλκού από τον οποίο κατασκευάσθηκαν οι πρώτες καμπάνες. Είναι κρουστό ηχητικό όργανο με σχήμα αναποδογυρισμένου κυπέλλου φτιαγμένο συνήθως από μπρούτζο. Ένα κοίλο ακουστικό αντηχείο που κατατάσσεται στα ιδιόφωνα μουσικά όργανα. Ο ήχος του προέρχεται από το χτύπημα της εξωτερικής ή της εσωτερικής επιφάνειάς του. Το αντικείμενο που χρησιμεύει για το  χτύπημα μπορεί να είναι το γλωσσίδι, που κρέμεται μέσα στην καμπάνα, ένα σφαιρίδιο έγκλειστο στο εσωτερικό του σώματος σε μικρές καμπάνες ή μια ξεχωριστή σφύρα ή σφυρί, που χτυπάει την εξωτερική επιφάνεια της καμπάνας.

Οι πιο παλιές καμπάνες ήταν χονδροειδείς κατασκευές από μεταλλικές πλάκες συναρμολογημένες με σφυρηλατημένα καρφιά, όπως οι σημερινοί λέβητες. Αργότερα επικράτησε η κατασκευή τους από χυτό ορείχαλκο άριστης ποιότητας (περίπου 80% χαλκό και 20% κασσίτερο). Η αναλογία των μετάλλων και το πάχος της καμπάνας καθορίζουν τον ήχο της, ο οποίος είναι πάντα σε βυζαντινές νότες. Η άποψη ότι ίχνη από άλλα μέταλλα δίνουν στον ήχο της ειδικούς τόνους και ότι ειδικά με την προσθήκη αργύρου η καμπάνα αποκτά καλύτερο ήχο, δεν είναι επιβεβαιωμένη. Ίσως με τον τρόπο αυτό οι χύτες εκμεταλλεύονταν τους πιστούς, οι οποίοι προσέφεραν αργυρά σκεύη και κοσμήματα για την κατασκευή τους. Οι νεότερες καμπάνες κατασκευάζονται με τη μέθοδο της μεταλλοχύτευσης και υπάρχουν διάφορα μεγέθη, από μικρές διακοσμητικές καμπάνες έως καμπάνες με 5 μέτρα ύψος, οι οποίες ζυγίζουν αρκετούς τόνους. Το μέταλλο πρέπει να ριχτεί στο καλούπι όσο είναι ακόμα ρευστό σε θερμοκρασία 1.200 βαθμών κελσίου. Θα χρειαστεί να μείνει μία ημέρα στο καλούπι, για να στεγνώσει, και στη συνέχεια να τροχιστεί και να γυαλιστεί ώστε να ολοκληρωθεί όλη η διαδικασία. Αν στο τέλος δοκιμαστεί και δεν έχει τον σωστό τόνο και τη σωστή νότα, καταστρέφεται και ξαναφτιάχνεται από την αρχή.

Η δημόσια χρήση της καμπάνας χρονολογείται από το μεσαίωνα, ενώ η πρώτη καταγεγραμμένη χρήση της για την πρόσκληση του λαού στη δημόσια λατρεία εμφανίζεται στη δύση τον 5 αιώνα μ. Χ. Συγκεκριμένα το 409 μ.Χ. ο πάπας Σαβινιανός, όταν ήταν επίσκοπος Ρώμης στις αρχές του 7ου αιώνα, καθιέρωσε τη χρήση της καμπάνας και εκτός Καμπανίας και οι καμπάνες διαδόθηκαν σε όλες τις εκκλησίες της δύσης. Το 15ο αιώνα κάποιοι μοναχοί της καθολικής εκκλησίας από το τάγμα των Καπουτσίνων εισήγαγαν το λεγόμενο «βάπτισμα των κωδώνων» πριν τις ανεβάσουν στο κωδωνοστάσιο για την αποτροπή κάθε βασκανίας. Από τότε επικράτησε η συνήθεια οι Λατίνοι ιερείς να βαπτίζουν τις καμπάνες με αγιασμένο νερό, έλαιο και άλας, να δίνουν σε καθεμιά όνομα αγίου και να τις στολίζουν με επιγραφές και άλλες διακοσμήσεις.

 

Η καμπάνα στην ορθόδοξη εκκλησία

 

Στην ορθόδοξη εκκλησία οι καμπάνες εισάγονται από τη Δύση τον 9ο αιώνα. Το 824 μ.Χ. οι Άραβες υποδούλωσαν την Κρήτη, που αποτελούσε «θέμα» της βυζαντινής αυτοκρατορίας, και στα μέσα του 9ου μ. Χ. αι. απειλούσαν με σφοδρές επιδρομές τη Δαλματία. Ο δόγης της Βενετίας Ούρσος Πατρικιανός επιτέθηκε κατά των Αράβων, τους νίκησε και κατάφερε να απαλλάξει τους Βυζαντινούς από τον κίνδυνο των επιδρομών τους. Όπως αναφέρεται από τους βυζαντινούς χρονογράφους, ο τότε αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μιχαήλ Γ΄ ο Πορφυρογέννητος, περιχαρής για την κατατρόπωση των Αράβων στη Δαλματία από τους Ενετούς και τον δούκα της Βενετίας Ούρσο, απένειμε στον δόγη το τιμητικό αξίωμα  του Πρωτοσπαθάριου του Βυζαντινού Θρόνου. Ο Ούρσος τότε σε ένδειξη ευγνωμοσύνης χάρισε στον αυτοκράτορα δώδεκα μεγάλες καμπάνες, τις οποίες οι βυζαντινοί έβλεπαν για πρώτη φορά. Οι καμπάνες αυτές κρεμάστηκαν σε ιδιαίτερο πύργο μπροστά στον νάρθηκα του ναού της Αγίας του Θεού Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη το 865 μ.Χ., πολύ μετά το κτίσιμο της Αγίας Σοφίας. Αγαπήθηκαν μάλιστα τόσο πολύ από το λαό, ώστε γρήγορα η χρήση τους γενικεύθηκε, εξαπλώθηκαν προοδευτικά σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, στην ανατολική εκκλησία και στην ορθόδοξη  Ρωσία και από τον 9ο αιώνα συγκαταλέγονται στα ιερά σκεύη της εκκλησίας.

Οι καμπάνες αυτές της Αγίας Σοφίας χτυπούσαν για 600 περίπου χρόνια. Όταν όμως το 1453 μ.Χ. η Πόλη έπεσε, σταμάτησαν να χτυπούν και οι καμπάνες. Τις ξεκρέμασε ο κατακτητής, τις έλιωσε και τις έκανε κανόνια και βόλια. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας η χρήση της καμπάνας απαγορεύθηκε, διότι κατά τους θεολόγους του Κορανίου η καμπάνα «είναι το μυστικό όργανο του διαβόλου»  και ο ήχος της ταράζει τον ύπνο των νεκρών μουσουλμάνων! Στα φοβερά εκείνα χρόνια οι σκλαβωμένοι χριστιανοί ειδοποιούνταν πάλι με μυστικό τρόπο. Παρουσιάστηκαν ξανά οι θεοδρόμοι, που τώρα ονομάζονταν «κράχτες», και τις φοβερές εκείνες νύχτες της τουρκοκρατίας έτρεχαν με κίνδυνο της ζωής τους να ειδοποιήσουν τους χριστιανούς του σκλαβωμένου γένους των Ελλήνων, για να εκκλησιαστούν και να μάθουν γράμματα. Στους ενοριακούς ναούς στα χρόνια της τουρκοκρατίας επανήλθε το σήμαντρο, λόγω της ανάγκης των πιστών να συγκεντρώνονται και να εκκλησιάζονται χωρίς κωδωνοκρουσίες.

Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης συνδέθηκε με τις καμπάνες στο γνωστό ιστορικό δημοτικό τραγούδι «της Αγιά-Σοφιάς», που αποτελεί  έναν  από τους πιο διαδεδομένους και συγκλονιστικούς θρήνους:

 

«Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,

σημαίνει κι η Αγιά-Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,

με τετρακόσια σήμαντρα κι εξήντα δυο καμπάνες,

κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος».

 

Οι Τούρκοι κατακτητές απαγόρευσαν τις καμπάνες σε όλα τα χριστιανικά μέρη κατά τους χρόνους της σκλαβιάς, εκτός από το Άγιο Όρος, μερικά νησιά και τα Ιωάννινα, όπου ο Σουλτάνος Μουράτ ο Β΄ παραχώρησε προνόμια στους κατοίκους των 46 χωριών του Ζαγορίου της Ηπείρου, μεταξύ των οποίων ήταν η αυτοδιοίκηση και η λειτουργία μερικών εκκλησιών. Τα προνόμια αυτά έγιναν σεβαστά και κατά τη διάρκεια της διοίκησης των Ιωαννίνων από τον Αλή Πασά. Οι εκκλησίες αυτές διατηρούσαν και καμπαναριά και τα χρησιμοποιούσαν ελεύθερα. Η αυτονομία αυτή ήταν που προστάτεψε και διατήρησε τις μοναδικής αρχιτεκτονικής εκκλησίες και τα υπέροχα μοναστήρια της περιόδου εκείνης μέχρι τις μέρες μας.

 

H σημασία των χτυπημάτων

 

Όταν ελευθερώθηκαν οι Έλληνες, οι καμπάνες επανήλθαν στα κωδωνοστάσια των εκκλησιών, άρχισαν να χτυπούν ξανά θριαμβευτικά και κυριάρχησαν στις πολυπληθείς πλέον πόλεις ως το δυνατότερο σε εμβέλεια μέσο πρόσκλησης των πιστών στους ιερούς ναούς. Στα χωριά ήταν το κύριο μέσο ειδοποίησης όχι μόνο για τα θρησκευτικά καθήκοντα, αλλά και για κάθε σημαντικό γεγονός που απασχολούσε την τοπική κοινότητα.

Οι καμπάνες των εκκλησιών χρησιμοποιούνται κυρίως για εκκλησιαστικούς λόγους, για να σημάνουν την έναρξη κάποιας τακτικής ιερής ακολουθίας, όπως ο εσπερινός, ο όρθρος, η ιερά αγρυπνία κ.λ.π. Την παραμονή και την κυρία ημέρα μιας μεγάλης εορτής οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα, όπως χαρμόσυνα χτυπούν, όταν εορτάζει ο άγιος της ενορίας, όταν ψάλλεται η δοξολογία ή όταν επισκέπτεται την ενορία ο Επίσκοπος, για να χοροστατήσει στη λειτουργία.

 

Άγιοι Απόστολοι Ναυπλίου. Δημοσιεύεται στο: «Η Αργολίδα που φεύγει», Γ. Αντωνίου, Εκδόσεις «Εκ Προοιμίου», Άργος, 2008.

 

Στη διάρκεια της θείας λειτουργίας έχουμε τρεις κωδωνοκρουσίες. Μία στην αρχή του όρθρου, μία στο μέσον του όρθρου αμέσως μετά την ανάγνωση του συναξαρίου και προ των καταβασιών, και η «τρίτη» λεγόμενη «καμπάνα» κατά τη δοξολογία. Υπάρχουν και κάποιοι σταθεροί «κώδικες» κωδονοκρουσιών με μικρές παραλλαγές από περιοχή σε περιοχή και από ενορία σε ενορία. Έτσι, όταν γίνεται ο εσπερινός και την άλλη μέρα δεν πρόκειται να γίνει θεία λειτουργία ή τα πρωινά που ψάλλεται ο όρθρος χωρίς θεία λειτουργία, χτυπά μόνο η μία από τις καμπάνες, το λεγόμενο «μονοκάμπανο». Όταν όμως γίνεται ο εσπερινός και την άλλη μέρα ξημερώνει γιορτή και θα γίνει θεία λειτουργία, χτυπούν τουλάχιστο οι δύο από τις τρεις καμπάνες του ναού, το λεγόμενο «διπλοκάμπανο», σε πιο έντονο και χαρούμενο ρυθμό, για να «ειδοποιήσουν» με έμφαση τους πιστούς ότι αύριο ο ναός θα «λειτουργήσει». Ανήμερα του Πάσχα επιτρεπόταν να χτυπήσει όποιος και όποτε θέλει τις καμπάνες λόγω του χαρμόσυνου γεγονότος. Αυτή την ημέρα τα παιδιά μπορούσαν να δοκιμάσουν να μιμηθούν το χτύπημα της καμπάνας από τους μεγάλους. Το ίδιο επιτρεπόταν και τα Χριστούγεννα, αλλά το κρύο της εποχής συνήθως αποθάρρυνε τους επίδοξους κωδωνοκρούστες. Το χτύπημα της καμπάνας πάντως απαγορεύεται σε ώρες κοινής ησυχίας.

Οι καμπάνες όμως σημαίνουν και για κοσμικά γεγονότα, όπως για να εορταστούν εθνικές επέτειοι ή για τη σύγκληση κοινοτικών αρχών, για έκτακτα περιστατικά, όπως η φωτιά, η αναγγελία ενός θανάτου, οι φυσικές καταστροφές, ο ερχομός κάποιου σημαντικού προσώπου στην περιοχή, η επίτευξη της ειρήνης μετά από έναν πόλεμο κ.λ.π. Διαφορετικά χτυπούσαν στις χαρές και διαφορετικά στις λύπες. Όταν η καμπάνα χτυπούσε λίγες φορές, σήμαινε χαρούμενες ειδήσεις στο χωριό. Τα δυο χτυπήματα σήμαιναν τη γέννηση κοριτσιού. Όταν η καμπάνα χτυπούσε τρεις φορές, είχε γεννηθεί αγόρι. Συνήθως τότε ο πατέρας του νεογέννητου – ειδικά αν ήταν το πρώτο του παιδί – ανέβαινε στο δώμα του σπιτιού του και έριχνε τρεις τουφεκιές, γιατί πίστευε ότι ο ήχος της καμπάνας δεν ήταν τόσο δυνατός για να ακουστεί η χαρά του.

Όταν η καμπάνα χτυπούσε πολλές φορές, οι ειδήσεις δεν ήταν για καλό. Το μονότονο, αργό και λυπητερό νταν…νταν… νταν…, που επαναλαμβάνεται πέντε ή έξι φορές, ήταν για να αναγγείλει κάποιο θάνατο σε ολόκληρο το χωριό και καλούσε τους πιστούς σε συμμετοχή και συμπαράσταση. Ο συνεχής πένθιμος ήχος έφθανε στις γύρω λαγκαδιές και στα καταράχια, για να μεταφέρει σε όλους το λυπητερό γεγονός. Όλοι οι ενορίτες ξαφνιασμένοι έβγαιναν στα παράθυρα και στις αυλές, παρατούσαν τα χωράφια τους και έτρεχαν σε εκείνον που χτύπησε την καμπάνα, για να μάθουν τι έγινε. Λίγα  λεπτά αργότερα ολόκληρο το χωριό, με πρώτες τις γυναίκες, βρίσκονταν στο πλευρό εκείνου που έχασε τον άνθρωπό του. Χτυπούσαν όμως και για το σχολείο, για το κατηχητικό, για έκτακτες περιπτώσεις, για να καλέσουν τους κατοίκους σε συγκέντρωση, όταν  γινόταν κάποια κηδεία κ.α. Γενικότερα οι καμπάνες από την εμφάνισή τους είναι άρρηκτα δεμένες με την ορθοδοξία και τον ελληνισμό.

 

Ιστορικές καμπάνες

 

Τεράστιες καμπάνες κατασκευάζονταν στη Ρωσία μέχρι το 1917, οπότε με την επικράτηση της οκτωβριανής επανάστασης όλες οι καμπάνες των ναών αφαιρέθηκαν και μεταβλήθηκαν σε μέταλλα. Χαρακτηριστική του μεγέθους και της ποιότητας κατασκευής είναι η «Καμπάνα του Τσάρου», που βρίσκεται στο Κρεμλίνο της Μόσχας («Κρέμλιν» στη ρωσική γλώσσα σημαίνει κάστρο). Ένα επιβλητικό μπρούτζινο έργο που είχε ονομασθεί «Βασιλεύς των κωδώνων» και  η χύτευσή της  διήρκεσε πάνω από ένα χρόνο. Άρχισε το έτος 1733, ολοκληρώθηκε στις 25 Νοεμβρίου 1735 και τοποθετήθηκε στο καμπαναριό αμέσως μόλις ολοκληρώθηκαν τα ανάγλυφά της. Έχει ύψος 6,14 μέτρων, διάμετρο 6,60 μέτρα και βάρος πάνω από 200 τόνους. Δύο χρόνια αργότερα, στη διάρκεια μιας πυρκαγιάς στο Κρεμλίνο, η καμπάνα έσπασε καθώς κρύωσε απότομα από το πολύ νερό της κατάσβεσης και έτσι δεν ήχησε ποτέ. Το κομμάτι που έσπασε διασώζεται μέχρι σήμερα και ζυγίζει 11,5 τόνους. Το 1836 η «Καμπάνα του Τσάρου» τοποθετήθηκε σε ανάβαθρο κοντά στο καμπαναριό «Ιωάννης ο Μέγας» στην πλατεία Ιβανόφσκαγια, όπου δεσπόζει ένα κωδωνοστάσιο του 1600 με ύψος 81 μέτρα, και εκτίθεται μέχρι σήμερα ως τουριστικό αξιοθέατο.

 

Η Καμπάνα του Τσάρου, φωτογραφία του 1860. Μόσχα.

 

Η Καμπάνα του Αγίου Πέτρου του καθεδρικού ναού της Κολωνίας. Κατασκευάστηκε το έτος 1923 από τον Χάινριχ Ούλριχ στα Χυτήρια Κωδώνων της Απόλντα και αναρτήθηκε στο νότιο καμπαναριό. Ζυγίζει 24 τόνους και έχει γλωσίδιο που ζυγίζει 600 κιλά. Είναι η παγκοσμίως μεγαλύτερη καμπάνα του είδους της.

 

Η καμπάνα της Μονής Αγίου Παντελεήμονος. Η Μονή Αγίου Παντελεήμονος στον, Άθω είναι γνωστότερη ως Ρωσικό Μοναστήρι. Φωτ. Κώστας Ασίμης.

 

Μεγαλύτερη των Βαλκανίων θεωρείται η καμπάνα του ρωσικού μοναστηριού του Αγίου Παντελεήμονα στο Άγιο Όρος, που βρίσκεται στον πρώτο όροφο του καμπαναριού πάνω από την Τράπεζα. Το βάρος της είναι 13 τόνοι, η διάμετρος της 2,70 μ., η περιφέρειά της 8.71 μ., απαιτούνται δύο μοναχοί για να την κτυπήσουν και ακούγεται σε όλη τη νοτιοδυτική ακτή του Αγίου Όρους και στη γειτονική χερσόνησο της Σιθωνίας. Στον ίδιο όροφο υπάρχουν τρεις ακόμα καμπάνες βάρους 3 τόνων η κάθε μία. Στον δεύτερο όροφο υπάρχουν αρκετές καμπάνες μικρότερες συνδεδεμένες με το ρολόι του καμπαναριού και οι ρυθμικές κωδωνοκρουσίες τους δημιουργούν μια ιδιαίτερα εντυπωσιακή αρμονία. Η μεγαλύτερη καμπάνα του κόσμου σήμερα βρίσκεται στην Κολωνία της Γερμανίας. Οι Κολωνέζοι την αποκαλούν Ντίκερ Πίτερ (Dicker Pitter), δηλαδή «Χοντρός Πέτρος» στα ελληνικά. Κατασκευάστηκε το 1923 και αναρτήθηκε στο νότιο καμπαναριό του καθεδρικού ναού του Αγίου Πέτρου της Κολωνίας. Ζυγίζει 24 τόνους και έχει γλωσσίδι που ζυγίζει 600 κιλά.

 

Τα καμπαναριά στον ελλαδικό χώρο

 

Από την εποχή των σημάντρων και μετέπειτα των πρώτων καμπανών προέκυψε η ανάγκη μόνιμης  σταθερής κατασκευής, όπου θα ήταν δυνατόν να αναρτηθούν. Τα παλαιότερα σήμαντρα κρέμονταν σε οποιοδήποτε σημείο περιμετρικά του ναού. Η   ανάγκη όμως να ακούγεται ο ήχος τους μακριά οδήγησε στη σκέψη να χρησιμοποιήσουν τους υπάρχοντες πλησιέστερους στους ναούς πύργους ή να κατασκευάσουν ειδικά ψηλά οικοδομήματα. Έτσι δημιουργήθηκε το καμπαναριό (< καμπάνα + αίρω = σηκώνω) ή κωδωνοτάσιο (<κώδων + ίστημι = στέκομαι), ένας μικρός πύργος, στην οροφή του οποίου είναι κρεμασμένη μία ή περισσότερες καμπάνες. Σιγά – σιγά το οικοδόμημα που στηρίζει της καμπάνες έγινε απαραίτητο στοιχείο της ναοδομίας. Αρχικά το καμπαναριό αποτέλεσε συνέχεια των αμυντικών ρωμαϊκών πύργων. Με την πάροδο των αιώνων όμως απέκτησε διαφορετική λειτουργική και καλλιτεχνική σημασία. Οι κομψές οξυκόρυφες απολήξεις του έγιναν το αρχιτεκτονικό συμπλήρωμα του ναού και προσέθεσαν ένα στοιχείο με έντονο θριαμβικό και συμβολικό χαρακτήρα.

 

Το ιστορικό καμπαναριό του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού Αγίας Φωτεινής. Το καμπαναριό έχει κτισθεί μπροστά από το Ναό Αγίας Φωτεινής της Νέας Σμύρνης και είναι αντίγραφο εκείνου της Σμύρνης στα παράλια της Μικράς Ασίας. Φωτογραφία: π. Αναστάσιος Σαλπάτας.

 

Από επιγραφές προκύπτει ότι η χρήση των πύργων – κωδωνοστασίων αρχίζει στο Βυζάντιο τον 11ο αιώνα. Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204 και η ίδρυση των φραγκικών κρατών στην ηπειρωτική Ελλάδα και στα νησιά θεωρείται αποφασιστικής σημασίας για την αποδοχή από την ορθόδοξη εκκλησία του καμπαναριού ως απαραίτητου στοιχείου του ναού. Πριν από τη φραγκική κατάκτηση οι πύργοι κατασκευάζονταν στις διάφορες μονές για άμυνα και παρατήρηση. Το στοιχείο που μετέφεραν οι Φράγκοι στην Ελλάδα και έγινε αποδεκτό από την εκκλησία είναι η καμπάνα, η οποία αντικατέστησε τα παραδοσιακά ξύλινα ή μεταλλικά σήμαντρα που χρησιμοποιούνταν ως τότε.

Η μακρόχρονη παραμονή των Φράγκων στην Ελλάδα συντέλεσε στη γενίκευση της χρήσης του καμπαναριού και στη γέννηση μορφών επηρεασμένων από τη Δύση. Η επίσημη και η λαϊκή αρχιτεκτονική, όμως, με τη φαντασία και την άμιλλα των αρχιτεκτόνων δημιούργησαν πλήθος πρωτότυπων και αξιόλογων καμπαναριών με ποικιλία σχεδίων και συνδυασμών.

 

Ο Καθεδρικός Ιερός Ναός Αγίου Πέτρου Άργους, με το παλιό καμπαναριό. Στη βόρεια πλευρά υπήρχε η επιγραφή: «έργον Φραντζέσκου Λυρίτη 1868». Όμως, από καταιγίδα, στις 27 Αυγούστου του 1947, σείστηκε, έγινε επικίνδυνο και κατεδαφίστηκε το 1950. Τότε δημιουργήθηκαν στην πρόσοψη του ναού τα δύο κωδωνοστάσια, που υπάρχουν μέχρι σήμερα. Η πληροφορία προέρχεται από την ανακοίνωση του Αρχιμανδρίτη Καλλινίκου Κορομπόκη, σημερινού Μητροπολίτη Άρτης, στο Ά Συνεδρίο Αργειακών Σπουδών, το Νοέμβριο του 2004, με τίτλο «Η Εκκλησία του Άργους τον 19ον αιώνα – Γενική θεώρηση».

 

Το καμπαναριό ή κωδωνοστάσιο είναι μια αρχιτεκτονική κατασκευή σε σχήμα πύργου. Συγκεκριμένο σημείο για την ανέγερση των κωδωνοστασίων σε σχέση με το ναό δεν υπήρχε. Ούτε κανόνας για το πού έπρεπε να τοποθετηθούν. Η  συνήθης θέση πάντως του καμπαναριού είναι στην πορεία της εισόδου των πιστών στην εκκλησία. Άλλοτε είναι ενσωματωμένο στο ναό και άλλοτε ξεχωριστό κτίσμα, φτιαγμένο από πέτρα, μάρμαρο και σπανιότερα από σίδηρο.  Τα αρχιτεκτονικά του χαρακτηριστικά είναι διαλεγμένα κατά τέτοιο τρόπο ώστε να συμβαδίζει με τον γενικό αρχιτεκτονικό ρυθμό του κτιρίου, στο οποίο υπάγεται, αλλά και να ενισχύει τον ήχο της καμπάνας και να τον μεταφέρει όσο το δυνατό μακρύτερα. Η μορφή του ποικίλει ανάλογα με την κουλτούρα του αρχιτέκτονα και των κατασκευαστών και το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο (πέτρινο, ξύλινο, μαρμάρινο, σιδερένιο ή τσιμεντένιο).

Τα καμπαναριά διαιρούνται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, τα πυργοειδή ή πυργωτά, που τα ονομάζουν και βενετσιάνικα, και τα απλά καμπαναριά, που ονομάζονται φράγκικα. Σε σχέση με το ναό μπορούν να διακριθούν σε ανεξάρτητα ή συνεχόμενα με αυτόν κτίσματα. Τα πυργωτά είναι μεμονωμένα τετράγωνα κυρίως οικοδομήματα τοποθετημένα σε μικρή απόσταση  από το ναό, κοντά στο ιερό βήμα, στο μέσον του προστώου του ναού ή εφαπτόμενα στις μακριές γωνίες ή στις πλευρές του ναού, αλλά σε αρμονική σύνθεση με το ναό. Έχουν βαριά όψη με χοντρούς τοίχους και συνήθως τρεις ή τέσσερεις ορόφους. Σε κάθε όροφο ανοίγονται μικρά παράθυρα για το φωτισμό και αερισμό του εσωτερικού, που σε περίπτωση εχθρικών επιδρομών χρησίμευαν ως πολεμίστρες. Τα απλά καμπαναριά συνδέονται άμεσα με το ναό και στηρίζονται στη στέγη του, πάνω στο προστώο ή στο νάρθηκα ή στη θέση του τρούλου του ναού. Ανεξάρτητα ή ενσωματωμένα στο περίγραμμα της εκκλησίας,  έχουν διάτρητα τοιχώματα και αποτελούν έργα τέχνης. Έχουν κτισθεί με ντόπια λαξευτή πέτρα και δίνουν μια αίσθηση μεγαλοπρέπειας και επιβλητικότητας.

Τα πιο αξιόλογα καμπαναριά στην Ελλάδα είναι εκείνα των ναών του Μιστρά, ιδιαίτερα του Αφεντικού και της Παντάνασσας με τρεις ορόφους καθέτως, κεραμοπλαστικά κοσμήματα στις όψεις τους και επάλληλα παράθυρα. Αξιόλογες μορφές βυζαντινών καμπαναριών συναντώνται στις μονές Βατοπεδίου και Πρωτάτου στο Άγιον Όρος. Η Αναγέννηση και το μπαρόκ επηρέασαν περισσότερο τις ελληνικές περιοχές που είχαν άμεση εξάρτηση από τη Δύση, όπως τα Επτάνησα, η Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου. Η επίδραση των δυτικών μορφών στην αρχιτεκτονική τους διαμόρφωση είναι φανερή στη Ζάκυνθο, στην Κεφαλονιά, στα Κύθηρα και στην Κέρκυρα. Ανάλογα πυργοειδή καμπαναριά συναντώνται και σε άλλες ελληνικές περιοχές, όπως η Ύδρα, οι Σπέτσες, η Τήνος, τα Δωδεκάνησα και η Κρήτη.

 

Το καμπαναριό του Ιερού Ναού Τιμίου Προδρόμου Άργους, περίπου το 1949. Ένα από τα παλαιότερα σωζόμενα καμπαναριά του Άργους. Κατασκευάστηκε το 1853 με δημοτική δαπάνη επί δημαρχίας Κωνσταντίνου Βώκου.

 

Τα ψηλότερα καμπαναριά της Ελλάδος βρίσκονται στην Ζάκυνθο, στον ιερό ναό του Αγίου Διονυσίου με ύψος 40 περίπου μέτρων και με πυραμοειδή κορυφή, στην Αίγινα στον ιερό ναό του Αγίου Νεκταρίου με ύψος 42 μέτρα, στην Κατερίνη στον ιερό ναό της Αγίας Άννας, και το επιβλητικό καμπαναριό στον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννη στο Άργος που είναι και ένα από τα παλαιότερα σωζόμενα, αφού κατασκευάστηκε το 1853 με δημοτική δαπάνη επί δημαρχίας Κωνσταντίνου Βώκου, και αποτελείται από ένα κατώτερο κτιστό τμήμα, που χρησίμευε ως βάση για το ανώτερο μαρμάρινο τμήμα των τριών ορόφων κατασκευασμένο με λαξευτά μαρμάρινα αρθρωτά μέλη.

 

Πηγές


 

  • Αραβαντινός Σπ. Π., «Ιστορία Αλή Πασά του Τεπελενλή», εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 2004.
  • Καντιώτου Αυγουστίνου, «Ορθόδοξος Ναός», Αθήνα 1992.
  • Κουρής Σπυρίδων, «Σεισμική Συμπεριφορά Πυργωτών Κατασκευών στην Κέρκυρα», διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη, 2010.
  • Λοΐζα Μολέσκη, «Τα Ιερά Σκεύη και Άμφια και οι Λειτουργικοί Συμβολισμοί τους», διπλωματική εργασία, Θεσσαλονίκη 2007.
  • Μπάρλα Χαρίκλεια, «Μορφή και εξέλιξις των βυζαντινών κωδωνοστασίων», Αθήναι 1959.
  • Πολίτης Νικόλαος, «Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού Λαού», εκδ. Εκάτη, 2005.
  • «Συμβουλή τριών επισκόπων προς τον πάπα Ιούλιον τον Τρίτον», εκ του τυπογραφείου Ανδρέου Κορομηλά, εν Αθήναις 1836.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Read Full Post »

Older Posts »