Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Εμμανουήλ Ξάνθος’

Αναγνωστόπουλος Παναγιώτης (1790-1854)


 

Αναγνωστόπουλος Παναγιώτης (1790-1854)

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ένας από τους σημαντικότερους Φιλικούς, ηγετικό στέλεχος και συναρχηγός της Εταιρείας σε ορισμένες φάσεις της διαδρομής της, γεννήθηκε στην Ανδρίτσαινα της σημερινής επαρχίας Ολυμπίας το 1790, όπου έζησε έως και τα δεκαπέντε χρόνια του. Σύμφωνα με τον Αγησίλαο Τσέλαλη, πατέρας του ήταν ο Αναγνώστης Μυλωνάς ή Ρόδιος και μητέρα του η Μαρίτσα από το γένος των Χριστακαίων. [1]

Όπως είναι εύλογο, τα πρώτα γράμματά του έμαθε στη γεννέτειρά του και κατά τούτο μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά με τους άλλους πρωτεργάτες της Φιλικής Εταιρείας, εξαιρούμενου βέβαια του Αθανασίου Τσακάλωφ που έλαβε καλύτερη μόρφωση.

Το 1808 η οικογένεια του Αναγνωστόπουλου εγκατέλειψε την Ανδρίτσαινα και εγκαταστάθηκε στη Σμύρνη και στη συνέχεια ο Παναγιώτης από την πρωτεύουσα της Ιωνίας θα βρεθεί στην Οδησσό, γραμματικός στην εμπορική εταιρεία του Αθανασίου Σέκερη, στην οποία ανέπτυξε σημαντική δραστηριότητα, πάντα όμως μέσα στο πεδίο δράσης του γραμματικού ενός μεγάλου εμπορικού οίκου.

Οι τρεις ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας μετά από το φθινόπωρο του 1814 θα αναχωρήσουν από την Οδησσό προς διάφορες κατευθύνσεις, δηλαδή ο Σκουφάς και ο Τσακάλωφ θα κινήσουν για τη Μόσχα και ο Ξάνθος για την Κωνσταντινούπολη, καθώς διάφορες πιεστικές υποχρεώσεις τους αναγκάζουν να ασχοληθούν παράλληλα με τα της Εταιρείας και με τις προσωπικές υποθέσεις τους.

Από τους τρεις πρωτεργάτες ωστόσο ο Νικόλαος Σκουφάς στις αρχές του 1816 θα επανέλθει στην Οδησσό και μάλιστα θα βρεθεί κοντά στην εμπορική επιχείρηση του Αθανασίου Σέκερη, στην οποία εργαζόταν ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος. Κατά συνέπεια η μύηση των Σέκερη και Αναγνωστόπουλου στη Φιλική Εταιρεία από τον Νικόλαο Σκουφά το 1816 είχε τον χαρακτήρα μιας αναμενόμενης  εξέλιξης, η οποία, όμως, όπως  εκ των πραγμάτων αποδείχτηκε, αποτέλεσε μια σημαντική επιτυχία που καταγράφεται στο ενεργητικό του Σκουφά. Περαιτέρω, ωστόσο, η ένταξη του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου στη Φιλική Εταιρεία δεν υπήρξε μια απλή μύηση ενός πατριώτη στην Εταιρεία, καθώς εφεξής αυτός θα αποκτήσει όλα τα χαρακτηριστικά που αποδίδονται στους πρωτεργάτες της Εταιρείας, επειδή θα αναδειχθεί σε έναν από τους πρωταγωνιστές της συνωμοτικής δράσης και θα ανέλθει γρήγορα στα ηγετικά κλιμάκια της Οργάνωσης.

Την επόμενη χρονιά (1817) ο Αθανάσιος Τσακάλωφ θα αναχωρήσει για την Κωνσταντινούπολη, όπου ξέρουμε ότι βρισκόταν από καιρό ο Ξάνθος, ενώ ο Σκουφάς  και ο Αναγνωστόπουλος θα παραμείνουν πολύ κοντά ο ένας στον άλλο, δρώντας κυρίως στην Οδησσό και στον κοντινό χώρο των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών. Ξέρουμε από τα στοιχεία του βίου και της δράσης του Νικ. Σκουφά την άφιξη στην Οδησσό των τριών οπλαρχηγών Αναγνώστη Παπαγεωργίου (Αναγνωσταρά), Ηλία Χρυσοσπάθη και Παναγιώτη Δημητρόπουλου που είχαν πάρει το δρόμο για την Πετρούπολη διεκδικώντας χρήματα για παλαιότερες υπηρεσίες τους προς τον ρωσικό στρατό. Από αυτούς ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος φέρεται να μύησε στη Φιλική Εταιρεία τον Αναγνωσταρά στις 25 Οκτωβρίου 1817. Εφεξής ο Αναγνωστόπουλος θα αναλάβει διάφορες αποστολές στην περιοχή της Βεσσαραβίας, ενώ θα βρεθεί στο Κισνόβι και αργότερα στο Ιάσιο για συνεννοήσεις με έναν άλλο σημαντικό Φιλικό, τον Γεώργιο Λεβέντη.

Το άγαλμα του Νικόλαου Σκουφά στην πλατεία του Κομποτίου Άρτας. (Λεπτομέρεια)

Όπως  γνωρίζουμε εξάλλου την εποχή αυτή την πρωτοβουλία στα πράγματα της Εταιρείας έχει ο Νικ. Σκουφάς, ο οποίος μετά τη θανάτωση του Καραγιώργη, τον οποίο οι Φιλικοί είχαν αποφασίσει να βοηθήσουν να επιστρέψει στη Σερβία προσβλέποντας σε ένα μελλοντικό συντονισμό των επαναστατικών κινημάτων που θα ξεσπούσαν στην Ελλάδα και στη Σερβία, αποφασίζει τη μετεγκατάσταση της έδρας της Εταιρείας στην Κωνσταντινούπολη, όπου ήδη βρίσκεται εγκατεστημένος ο Ξάνθος από καιρό, ενώ ο Τσακάλωφ έχει καταφθάσει το φθινόπωρο (από τον Οκτώβριο ή τον Δεκέμβριο) του 1817.

Έτσι, λοιπόν, στις αρχές Απριλίου 1818 ο Νικόλαος Σκουφάς θα φθάσει, και αυτός, στην Κωνσταντινούπολη φέρνοντας μαζί του και άλλα ηγετικά στελέχη της Φιλικής Εταιρείας, όπως τον Χριστόδουλο Λουριώτη και βέβαια τον σύντροφό του από την παραμονή στην Οδησσό Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο. Κατά συνέπεια την άνοιξη του 1818, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, όλος ο ηγετικός πυρήνα της Εταιρείας θα βρεθεί στην πρωτεύουσα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Εκεί, μετά από πολύ λίγο χρονικό διάστημα (31 Ιουλίου 1818) η Φιλική Εταιρεία θα θρηνήσει τον πρόωρο θάνατο του Νικόλαου Σκουφά και εφεξής τον ηγετικό πυρήνα της θα αποτελέσουν οι δύο εναπομείναντες από τους ιδρυτές της και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, τους οποίους θα ενισχύει στο έργο τους συνεχώς ο πατριωτισμός και η οικονομική επιφάνεια ενός άλλου Σέκερη, του Παναγιώτη, ο οποίος έχει την έδρα των επιχειρήσεών του στην Κωνσταντινούπολη.

Με την αλλαγή που επέρχεται στον ηγετικό πυρήνα της Φιλικής Εταιρείας το 1818 θα συνδεθούν διάφορες μετεπαναστατικές διενέξεις σχετικά με την ένταξη και τη θέση του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου, για τις οποίες θα αναφερθούμε και στο τέλος του παρόντος βιογραφικού. Σε αυτό συνέβαλε και η δυσνόητη για μας, δεύτερη κατήχηση στην Εταιρεία – όπως αναφέρουν διάφορες πληροφορίες – του Ξάνθου από τον Σκουφά τη χρονιά αυτή στη Κωνσταντινούπολη. Το γεγονός αυτό ίσως έχει την ερμηνεία του στην απουσία του Ξάνθου από τη Μόσχα, όταν συντάχθηκε ο κανονισμός της μυστικής οργάνωσης, καθώς και το τυπικό των ορκωμοσιών και κατά συνέπεια ο Ξάνθος τυπικά δεν είχε δεθεί με τον όρκο των Φιλικών. Πάντως, τότε ο Αναγνωστόπουλος θα λάβει τα συνωμοτικά αρχικά AI ενώ ο Ξάνθος τα αντίστοιχα Α Θ αντί του Α Δ που είχε στην αρχή και εν συνεχεία ο Σκουφάς είχε δώσει στον Γαλάτη. Εξάλλου, στις επιτυχίες του Αναγνωστόπουλου καταγράφεται η κατήχηση στην Εταιρεία αυτή την περίοδο και του Παναγιώτη Σέκερη (έλαβε τα συνωμοτικά αρχικά A Κ), πράξη αποφασιστικής σημασίας, επειδή ο τελευταίος, όπως γνωρίζουμε από πολλές πηγές, θα ενισχύσει με τα κεφάλαιά του ποικιλοτρόπως τη Φιλική Εταιρεία, δηλαδή τα μέλη της στις διάφορες αποστολές τους. Πολλά μάλιστα από τα χρηματικά ποσά που κατέβαλε ο Σέκερης καταχωρίστηκαν και στα οικονομικά κατάστιχα της Εταιρείας. Όπως και να έχουν τα πράγματα και όποιες ερμηνείες και αν τους δοθούν σχετικά με την ηγετική θέση του Εμμανουήλ Ξάνθου και του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου, ο τελευταίος θα αναδειχθεί σε έναν από τους πρωτεργάτες της ετοιμασίας του ελληνικού επαναστατικού κινήματος που θα ξεσπάσει μετά από λίγα χρόνια.

Τον Οκτώβριο (και τον Νοέμβριο) του 1818 ο Αναγνωστόπουλος βρίσκεται ακόμα στην Κωνσταντινούπολη, όπως είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε από δύο επιστολές που στέλνει από την Ύδρα ο Αναγνωσταράς, ζητώντας οικονομική ενίσχυση για τους σκοπούς της Εταιρείας.[2] Τελικά Ξάνθος και Αναγνωστόπουλος θα αναχωρήσουν από την Πόλη τον Φεβρουάριο του 1819 με γαλαξειδιώτικο καράβι και θα κατευθυνθούν προς τις γνώριμες σ’ αυτούς περιοχές των Ηγεμονιών.

Στην πορεία τους αυτή έφθασαν στο Γαλάτσι, όπου συνάντησαν άλλα επιφανή στελέχη της Εταιρείας (Δημ. Θέμελη, Στέργιο Πρασσά, Θεόδωρο Νέγρη, Γεώργιο Λεβέντη κ.ά.). Στις αρχές Μαρτίου 1819 οι δρόμοι του Ξάνθου και του Αναγνωστόπουλου χώρισαν, καθώς ο Ξάνθος, όπως γνωρίζουμε, έχει αναλάβει τη σοβαρή αποστολή να κατευθυνθεί προς την Πετρούπολη και να προσπαθήσει να πείσει τον Ιωάννη Καποδίστρια να αναλάβει την ηγεσία της Φιλικής Εταιρείας.

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος στην περιοχή των Ηγεμονιών θα αναπτύξει σοβαρή δραστηριότητα και θα συστήσει στο Γαλάτσι την πρώτη Εφορεία της Φιλικής Εταιρείας, οργανωτική πράξη που στη συνέχεια θα επαναληφθεί και σε διάφορες άλλες πόλεις για να αντιμετωπισθεί με συστηματικό τρόπο ο μεγάλος αριθμός των μυημένων Φιλικών. Οι εφορείες, λοιπόν, κατέγραφαν τα μέλη της κάθε περιοχής, συγκέντρωναν χρηματικές ενίσχυσες και γενικώς επόπτευαν τη συμπεριφορά και δράση των μελών τους. Ο Ιω. Φιλήμονας παραδίδει μάλιστα στο Δοκίμιόν του ότι ο Αναγνωστόπουλος υπήρξε εκείνος που εκπόνησε τον ειδικό κανονισμό σύστασής τους.[3]

 

Όψη της Οδησσού το 1820. Λιθογραφία. Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο της Οδησσού.

 

Ωστόσο, κατά τη συγκρότηση των Εφορειών, ο Αναγνωστόπουλος, όπως παραδίδεται, ήλθε σε σύγκρουση με επιφανείς Φιλικούς, όπως λ.χ. με τον Θεόδωρο Νέγρη. Σχετικά με το ζήτημα αυτό από το Γαλάτσι ο Αναγνωστόπουλος θα γράψει στις 26 Μαρτίου 1819 μία επιστολή προς τον Εμμ. Ξάνθο που βρίσκεται στο Τομάροβο – καθ’ οδόν προς την Πετρούπολη – στην οποία αναφέρεται σε διάφορες δυσκολίες που συναντά και από την οποία επιπλέον κερδίζουμε ένα ψευδώνυμό του: Π. Αθανασιάδης. Σε νέα επιστολή του και πάλι προς τον Ξάνθο (Τομάροβο), γραμμένη στις 28 Απριλίου 1819, ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος (ως Αθανάσιος Ιωάννου), αναφέρεται στις διενέξεις που προκάλεσε η σύσταση της Εφορείας στο Ιάσιο, όπου σημειώθηκε σοβαρή αντιπαράθεση Θεόδωρου Νέγρη και Παναγ. Αναγνοστοπούλου.[4] Με την επιστολή αυτή διασταυρώνονται έτσι οι σχετικές πληροφορίες που αναφέρει πρώτος ο Φιλήμονας. [5] Σε σύγκρουση εξάλλου, που ήδη έχει αρχίσει από τις μέρες της Κωνσταντινούπολης, είχε έλθει ο Αναγνωστόπουλος και με ένα άλλο σημαντικό στέλεχος της Εταιρείας, τον Κωνσταντίνο Πεντεδέκα, που αυτόν τον καιρό βρισκόταν και αυτός στη Μολδοβλαχία.

Τον ίδιο καιρό προτάθηκε από τον Αναγνωστόπουλο – πράγμα που αναφέρει και στην τελευταία επιστολή που μνημονεύσαμε – η ίδρυση ενός κεντρικού σχολείου στην Πελοπόννησο. Το πράγμα παρουσιάζεται ως βούληση της Φιλικής Εταιρείας, η οποία πιθανώς σκόπευε με την κίνηση αυτή να καλύψει τη συγκέντρωση χρημάτων με το πρόσχημα ακριβώς την ίδρυση του σχολείου αυτού. Γνωρίζουμε αρχικά πως η ίδρυση της σχολής αυτής  ανατέθηκε στον Θεόδωρο Νέγρη – ίσως και για να παύσει η δυσαρέσκειά του εναντίον του Παναγ. Αναγνωστόπουλου εξαιτίας της σύνθεσης της Εφορείας του Ιασίου – και για τον σκοπό αυτό ο Nέγρης θα συνεργαστεί με γνωστούς λόγιους της εποχής, όπως ο Βενιαμίν Λέσβιος, ο Στέφανος Δούγκας και ο Δανιήλ Φιλιππίδης. Η πληροφορία για την ίδρυση του σχολείου αυτού διασταυρώνεται και από γράμμα του Παναγ. Σέκερη προς τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο της 15ns Ιουλίου 1819, [6] όπου ο  Σέκερης αναφέρεται στα γράμματα του Οικουμενικού Πατριάρχη που απαιτούνται για την υλοποίηση ίδρυσης της σχολής και απαιτεί ο Αναγνωστόπουλος. Την έκδοσή τους εμπόδισε η πανώλη και η απουσία του Πατριάρχη από την Κωνσταντινούπολη, όμως «Θεού βοηθούντος, θέλει λάβει καλήν έκβασιν η αιτησίς σας και έστω» (τώρα γνωρίζουμε ότι την 1η Αυγούστου τα πατριαρχικά γράμματα ήταν έτοιμα). [7]

Από το Ιάσιο ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος στις 7 Μαΐου 1819 θα απευθύνει μια νέα εκτενή επιστολή προς τον Εμμ. Ξάνθο, ο οποίος εξακολουθεί να παραμένει στο Τομάροβο. [8] Από την επιστολή αυτή γίνονται και πάλι φανερές οι διενέξεις μεταξύ των μελών της Εταιρείας, στις οποίες ο Αναγνωστόπουλος αναμφίβολα πρωταγωνιστεί. Με δριμύτητα καταφέρεται εναντίον κάποιων Φιλικών, τους οποίους δεν κατονομάζει βέβαια, αλλά είναι πολύ πιθανόν ότι πρόκειται για τους Κωνσταντίνο Πεντεδέκα και Θεόδωρο Νέγρη, τους οποίους στολίζει με διάφορα απαξιωτικά επίθετα (αχρείος, μαύρος, λυσσιασμένο σκυλί κ.ά.). Στην ίδια επιστολή γίνεται λόγος και για τον Αθανάσιο Τσακάλωφ, ο οποίος μετά τη δολοφονία του Νικ. Γαλάτη βρίσκεται στη Μάνη μαζί με τον Παναγιώτη Δημητρόπουλο.

Ωστόσο, η δολοφονία του Γαλάτη και οι περιπλοκές που αυτή προξένησε δεν άφησαν ανεπηρέαστο ούτε τον Αναγνωστόπουλο, μολονότι αυτός δεν φαίνεται να είχε κάποια ανάμειξη σε αυτήν.

 

Ο ιερομόναχος Ευστάθιος, αδελφός του Γαλάτη,

απειλούσε να εκδικηθεί τον θάνατο του

αδελφού του, προβαίνοντας σε διάφορες

δολοφονίες Φιλικών, με το χέρι του αποσταλέντος

από αυτόν Ανδρέα Σφαέλου

 

Σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες ο Αναγνωστόπουλος θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει το Ιάσιο, επειδή ειδοποιήθηκε από τον Δημ. Θέμελη ότι κινδυνεύει η ζωή του, καθώς ο ιερομόναχος Ευστάθιος, αδελφός του Γαλάτη, απειλούσε να εκδικηθεί τον θάνατο του αδελφού του, προβαίνοντας σε διάφορες δολοφονίες Φιλικών, με το χέρι του αποσταλέντος  από αυτόν Ανδρέα Σφαέλου, παρά τις προσπάθειες του Νέγρη να αποσοβήσει τον κίνδυνο και να απομακρύνει από την περιοχή των Ηγεμονιών τον Σφαέλο. Τελικά αυτό πραγματοποιήθηκε και με τη βοήθεια του Θέμελη, ο οποίος αναφέρει ότι εκτός από τις παραινέσεις του προσέφεραν και 200 γρόσια. [9]

Τελευταία γνωστή επιστολή του Αναγνωστόπουλου (ως Αντώνιος και Αναστάσιος Ιωάννου) από το Ιάσιο είναι εκείνη της 24ns Μαΐου 1819, από την οποία έχουμε σημαντική πληροφόρηση για τα πράγματα της Εταιρείας. [10] Στην ίδια επιστολή εμφανίζεται και το όνομα του Κεφαλονίτη Ανδρέα Σφαέλου, που αναφέραμε παραπάνω, και ο οποίος χαρακτηρίζεται από τον ανδριτσάνο Φιλικό «από εκείνους οπού πίνουν το αίμα με το ποτήρι». Στον κίνδυνο που διέτρεξε ο Αναγνωστόπουλος αναφέρεται εξάλλου και ο Δημήτριος Θέμελης σε επιστολή του προς τον Εμμ. Ξάνθο της ιδίας εποχής (7 Ιουνίου) που του έστειλε από το Γαλάτσι στο Ρένι. Στο γράμμα αυτό ο Θέμελης αναφέρεται σαφέστατα σ’ αυτά τα επικίνδυνα για τις τύχες της Εταιρείας γεγονότα: («ο φίλος [=Αναγνωστόπουλος] εμίσεψεν από εκεί διά Βουκουρέστιον εις την πρώτην του τρέχοντος») και στην οποία υπαινίσσεται ότι πρέπει να αναληφθεί απόπειρα δολοφονία εναντίον του Σφαέλου. [11]

Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας). Έργο του Διονυσίου Τσόκου, Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Από το Ιάσιο ο Αναγνωστόπουλος θα βρεθεί στο Βουκουρέστι όπου θα συναντήσει τον Γρηγόριο Δικαίο και τον Κωνσταντίνο Πεντεδέκα. Αλλά και στην πρωτεύουσα τα Βλαχίας η κατάσταση δεν είναι καλή και τα πνεύματα των Φιλικών που βρίσκονται εκεί είναι ιδιαίτερα οξυμμένα. Έτσι ο Λεβέντης συμβουλεύει τον Αναγνωστόπουλο να συστήσουν και εκεί Εφορεία, προκειμένου να τεθεί η όλη κατάσταση κάτω από κάποιο σοβαρό έλεγχο. Την ίδια εποχή φέρεται ότι ο Αναγνωστόπουλος έκανε γνωστή στον Λεβέντη την Αρχή της Εταιρείας, πράγμα που προξένησε τον ενθουσιασμό του τελευταίου, ο οποίος έγινε μέλος της Αρχής με τα αρχικά Α Λ και εφεξής θα συνεισφέρει μεγάλα ποσά για την επιτυχία των σκοπών της. Ο Φιλήμων αναφέρει επιπρόσθετα ότι ακριβώς την ίδια εποχή στο Βουκουρέστι ο Αναγνωστόπουλος δέχθηκε σοβαρές πιέσεις από τον Γρηγόριο Δικαίο, που απαιτούσε να πληροφορηθεί εκτενέστερα τα σχετικά με τη Φιλική Εταιρεία και ότι αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να καταστήσει τον αρχιμανδρίτη μέλος της Αρχής με τα στοιχεία Α Μ και το ψευδώνυμο Αρμόδιος.

Στις 21 Ιουλίου 1819 ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος, όπως μας πληροφορεί άλλη επιστολή του Δημ. Θέμελη, βρίσκεται ακόμα στο Βουκουρέστι. Αλλά και στις 4 Αύγουστου εξακολουθεί να παραμένει εκεί, ενώ από γράμμα της 11ης Αυγούστου και πάλι του Δημ. Θέμελη προς τον Εμμ. Ξάνθο, μαθαίνουμε ότι εκ μέρους του Αναγνωστόπουλου υπάρχει κάποια διάθεση κινητικότητας, καθώς ο τελευταίος κοινοποίησε στον Θέμελη να τον περιμένει «οπού να απέλθωμεν μαζύ εις Γαλάτζι και από εκεί είναι διά τα ενδώτερα μέρη…».[12] Πράγματι, στο Γαλάτζι ο Αναγνωστόπουλος εντοπίζεται στις 14 Οκτωβρίου 1819, όπως αναφέρει σε επιστολή του ο Φιλικός Ευάγγελος Μαντζαράκης, ενώ άλλη επιστολή τον θέλει την ίδια μέρα στο Ρένι. Τούτο επειδή τον καιρό αυτό έχει ξεσπάσει επιδημία πανώλης, οι καραντίνες δεν διεξάγονται κανονικά και κατά συνέπεια οι μετακινήσεις είναι δύσκολες και απαιτούν μεγάλους χρόνους.

Σε όλο αυτό το διάστημα είναι γεγονός διαπιστωμένο μέσα από πυκνές αναφορές σε διάφορες επιστολές ότι ο Ξάνθος και ο Αναγνωστόπουλος βρίσκονται σε στενή επαφή, ο ένας γνωρίζει τις κινήσεις του άλλου, ενώ σε καμιά περίπτωση δεν εμφανίζεται η παραμικρή νύξη δυσαρέσκειας και ανταγωνισμού. Το αντίθετο. Βέβαια οι κινήσεις του Αναγνωστόπουλου είναι πάντα ηγετικές. Είναι μέλος της Ανώτατης Αρχής και αυτό φαίνεται από την όλη δράση του και βέβαια από τις εντάσεις που γύρω από αυτόν δημιουργούνται, καθώς ακριβως από την ηγετική συμπεριφορά του έρχεται σε συχνές προστριβές με άλλα υψηλόβαθμα στελέχη της Εταιρείας που δρουν στην περιοχή των Ηγεμονιών. Κάποια στιγμή ο Παναγ. Σέκερης σε γράμμα του προς τον Αναγνωστόπουλο της 1ης  Αυγούστου 1819 και δεδομένου ότι ο Ξάνθος εξακολουθεί να χρονοτριβεί και να μην αναχωρεί για την Πετρούπολη, υπαινίσσεται αντιθέσεις μεταξύ των δύο ανδρών αλλά η πληροφορία δεν διασταυρώνεται.[13] Ωστόσο, τα γραφόμενα εκ μέρους του Σέκερη είναι πολύ χαρακτηριστικά και νομίζω ότι αξίζει να τα αναφέρουμε:

«από τον Μανόλην έλαβα γράμμα διά θαλάσσης. Μου γράφει ότι ήτον έτοιμος να μισεύση· άμποτε να είναι αληθινόν. Παραπονείται ότι δεν έλαβε γράμμα μου ειμή μόνον ένα εις τόσον διάστημα καιρού. Διατί να μην του στείλεις τα γράμματά μου, αγνοώ την αιτίαν και άρχισα να υποθέτω ότι ίσως  και με τούτον έχετε τίποτα κρυολογήματα και είθε να είμαι απατημένος».

Όπως και να έχουν τα πράγματα είναι πάντως γεγονός ότι ο Αναγνωστόπουλος επιδεικνύει κάποιες στιγμές συμπεριφορά που είναι δυνατόν να θίξει πρόσωπα, και μάλιστα αυτά προς τα οποία παρουσιάζεται κάποια δυσχέρεια στις σχέσεις του. Σε μια τέτοια περίπτωση ο καλός και συνετός Παναγιώτης Σέκερης που, εκτός από την αμέριστη οικονομική στήριξη προς την Φιλική Εταιρεία, προσπαθεί να συμβιβάζει τα πράγματα και να ισορροπεί καταστάσεις, γράφει (13 Αυγούστου 1819) προς τον Αναγνωστόπουλο, ανάμεσα στα άλλα, τα παρακάτω: «Την γραφήν σου διά τον Χρυσοσπάθην ούτε την έδωσα ούτε την δίδω αφού δεν είναι διά δόσιμον και αν θέλεις στείλε άλλην καλήν, όχι με παρόμοιον δεσποτικόν ύφος. Ο άνθρωπος δεν μου φαίνεται κακοήθης, ούτε φατριαστής είναι. Εις τας ομιλίας του δεν ευρίσκω ασχημάδαν, ούτε εις τα καμώματά του σφάλμα θανάσιμον και είναι ανάγκη να βαστούν οι δυνατοί τα ασθενήματα των αδυνάτων και να μην προπαιρνόμεθα από τον θυμόν».

Η περιπλάνηση του Αναγνωστόπουλου σε διάφορες πόλεις των Ηγεμονιών συνεχίζεται και όπως είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, θα βρεθεί στο Γαλάτσι (11 Οκτωβρίου 1819) όπου θα συναντήσει προβλήματα από το κλείσιμο των συνόρων εξαιτίας της πανώλης αλλά θα διαπιστώσει ότι τα πράγματα της Εταιρείας πάνε πολύ καλά και συγχρόνος, αναμφίβολα χρησιμοποιώντας συνθηματική γλώσσα, ενημερώνει τον Ξάνθο για πολλά ζητήματα.[14] Σε μια άλλη επιστολή του στενού συνεργάτη του Ξάνθου Μ. Φωκιανού προς τον Ξάνθο, της 13ns Δεκεμβρίου 1819 από το Ισμαήλι, ο Φωκιανός αναφέρει τα σχετικά με το σχολείο: «ο Θέμελης και ο Παναγιωτάκης [= Αναγνωστόπουλος] ήλθον προ πολλού εδώ… διά να τους δεχθούν εδώ εις καραντίναν τζερές δεν εστάθη, αλλ’ ούτε εις Ρένη, οι φίλοι όλοι επήγαν εις χαιρετισμόν τους, και εγώ η υπόθεσις οπού εστάθη ο ερχομός τους εδώ ήτον ως είπον οι ίδιοι, ότι είχεν ο Παναγ. τοιαύτας διαταγάς από το μέρος οπού δίδονται, διά να διορίση εδώ επιτρόπους του σχολείου μας, ως και εις άλλα μέρη, οπού αυτοί να αγροικούνται με το απαρθενεύον μέρος, και αυτοί να δέχονται τον τυχόντα, κρίνοντάς  τον άξιον και όσοι εσκορπισμένοι ευρίσκονται εις το καθ’ ένα να μαζωχθώσιν…».

 

Ο Αναγνωστόπουλος στη γραμμή

των πρόσφατων αντιθέσεων καταφέρεται

εναντίον του Κωνσταντίνου Πεντεδέκα,

του Θεόδωρου Νέγρη, εναντίον των οποίων

χρησιμοποιεί αρκετά βαριές εκφράσεις

(κενός, κομήτης, αχρείος, ασυνείδητος,

αλιτήριος, φιλοτάραχος, σκανδαλοποιός κ.ά.).

 

Παρακολουθώντας από κοντά τις κινήσεις του Αναγνωστόπουλου, έχουμε τη δυνατότητα με βάση τις υπάρχουσες πηγές, να τον εντοπίσουμε στις 16,17, 23 Ιανουάριου 1820 στο Γαλάτζι, στο Ισμαήλι και στο Ρένι. [15] Στις τελευταίες σελίδες της προηγούμενης παραπομπής υπάρχει εκτενέστατη επιστολή του Παναγ. Αναγνωστόπουλου (ως Ανδρέας Ιωακείμ) προς τον Εμμ. Ξάνθο της 24ns Ιανουάριου 1820 από την καραντίνα του Ρένι, στην οποία αναφέρονται αναλυτικά στοιχεία για την εσωτερική κατάσταση της Φιλικής Εταιρείας και κάποιες  αντιθέσεις μεταξύ των μελών της. Ο Αναγνωστόπουλος στη γραμμή των πρόσφατων αντιθέσεων καταφέρεται εναντίον του Κωνσταντίνου Πεντεδέκα, του Θεόδωρου Νέγρη, εναντίον των οποίων χρησιμοποιεί αρκετά βαριές εκφράσεις (κενός, κομήτης, αχρείος, ασυνείδητος, αλιτήριος, φιλοτάραχος, σκανδαλοποιός κ.ά.). Είναι πολύ δύσκολο να ανασυγκροτήσει κάνεις το ακριβές πλέγμα των σχέσεων που κυριαρχούν ανάμεσα στα μέλη της Εταιρεία και ειδικότερα αυτών που δραστηριοποιούνται στην περιοχή των Ηγεμονιών εκείνη ακριβώς την περίοδο και λίγο πριν αναλάβει ο Αλέξανδρος Υψηλάντης την αρχηγία της. Το πράγμα πάντως είναι πολύ ενδιαφέρον, επειδή και το πρόσφατα εκδοθέν Αρχείο Ξάνθου πιστεύω ότι προσφέρει πολλά νέα στοιχεία· όμως, παράλληλα, ανακύπτουν και κάποιες δυσκολίες επειδή η συνθηματική γραφή που χρησιμοποιούν τα μέλη της Εταιρείας απαιτεί μεγάλη προσοχή για την αποκρυπτογράφησή της αλλά και επειδή η Εταιρεία έχει πολλαπλασιαστεί σε μεγάλο βαθμό και οι σχέσεις των μελών της διευρύνονται προς πολλές κατευθύνσεις.

Συνεχίζοντας, όσο γίνεται από πιο κοντά, την παρακολούθηση της πορείας του Παναγ. Αναγνωστόπουλου μαθαίνουμε από επιστολή του Μ. Φωκιανού προς τον Εμμ. Ξάνθο της 14ns Φεβρουάριου 1820 ότι ο Αναγνωστόπουλος παρέμεινε επί 25 μέρες στην καραντίνα στο Ρένι και ότι στις 6 Φεβρουάριου αναχώρησε «δι’ αναγκαίας υποθέσεις του οπίσω».

 

Σφραγίδα της Εφορείας της Φιλικής Εταιρείας στην Κωνσταντινούπολη.Τα γράμματα αντιστοιχούν στα αρχικά της Εταιρείας (ΦΕ) και στα αρχικά του επωνύμου των τριών Εφόρων, Κουμπάρη (Κ), Σπ. Μαύρου (Μ) και Ιωάν. Μπάρμπη (Μ).

 

Βρισκόμαστε πια κοντά στον χρόνο που ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος θα εγκαταλείψει την περιοχή των Ηγεμονιών, όπου ανέπτυξε, όπως είχαμε την ευκαιρία θα παρακολουθήσουμε, σημαντική δράση και θα κινήσει για την Πίζα της Ιταλίας, όπου βρίσκεται κιόλας για άλλους λόγους ο Αθανάσιος Τσακάλωφ. Μια επιστολή του Αναγνωστόπουλου (με το ψευδώνυμο «Ιωακήμ Αρχιμανδρίτης» προς τον Αντώνιο Κομιζόπουλο, Μόσχα) γραμμένη στις 11 Φεβρουάριου 1820, κρίνουμε σκόπιμο να την παραθέσουμε αυτούσια, επειδή επισημαίνει σοβαρά προβλήματα που έχουν παρουσιαστεί και υπαινίσσεται την επικείμενη αναχώρησή του.

Κύριε.

Διά της παρούσης μου σας λέγω τα ακόλουθα· ειδοποιηθείς από φίλον, ότι ο φιλάνθρωπος [=τσάρος] επεριφρόνησε το πράγμα και ωργίσθη κατά του Α.Θ. [= Ξάνθος] και Α.Ι. [= Αναγνωστόπουλος] μαθών αυτήν την απεφκεταίαν είδησιν, χωρίς τινός αναβολής ανεχώρησα εκείθεν όπου με την προλαβούσαν σας έλεγα ότι ευρισκόμην. Το διά πού δεν λέγω, διότι ούτε εγώ ηξεύρω, όπου όμως αποκατασταθώ θέλω σας γράψει· να μη μου γράψετε πλέον, διότι δεν ηξεύρετε διά ποιον μέρος. Aν η παρουσία του Ξάνθου ανατρέψη τα πράγματα, το οποίον τούτο ανυπομόνως προσμένω να ακούσω, θέλετε δώσει την είδησιν εις τον Λεβέντην, παρ’ ου ειδοποιούμαι καγώ.

Τι σκοπεύει να πράξει ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος δεν είναι φανερό, ούτε αυτός θέλει άλλωστε να το φανερώσει στο γράμμα του. Ένα άλλο όμως σημαντικό στέλεχος της Εταιρείας ο Νικόλαος Πατζιμάδης, την 1η Απριλίου σε επιστολή του από τη Μόσχα προς τον Εμμ. Ξάνθο που ενεργεί για τους γνωστούς λόγους στη Πετρούπολη, κρίνει ότι ο πελοποννήσιος Φιλικός «όταν τα πράγματα λάβωσιν αυτού κατα την επιθυμίαν μας καλόν τέλος και επιστέψετε εδώ τότε πρέπει να ελθή εδώ και ο Ιωάννης [= Αναγνωστόπουλος] όπου οι τέσσαροι να συνθέσωμεν καλά και μόνιμα συμφωνητικά…».[16] Τα ίχνη του έχει χάσει από τον Φεβρουάριο κι ο Ευάγγελος Μαντζαράκης, όπως γράφει στο Ξάνθο στις 27 Απριλίου 1820 από το Ισμαήλι: την τελευταία φορά που και αυτός τον εντόπισε ήταν ο Φεβρουάριος, όταν βρισκόταν στο λοιμοκαθαρτήριο στο Ρένι, ενώ και ο Aντώνιος Κομιζόπουλος γράφοντας στις 13 Μαΐου 1820 από τη Μόσχα στον Ξάνθο (Πετρούπολη) αγνοεί «που εκαταστάθη ο Ιωαννίδης».[17]

Η ασάφεια για τις κινήσεις του Παναγιώτη Αναγνωστοπούλου πάντως αρκετά γρήγορα θα διαλυθεί καθώς, όπως ξέρουμε, θα ακολουθήσει για διαφορετικούς λόγους τα βήματα του Αθανάσιου Τσακάλωφ και θα βρεθεί την άνοιξη του 1820 στην Πίζα της Ιταλίας, στο γνωστό περιβάλλον όπου ξεχωρίζουν ο Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, ο Ιωάννης Κρατζάς.

 

Σύμβολα αφιερώσεως και καθιερώσεως μελών της Φιλικής Εταιρείας.Δημοσιεύεται στο Γ. Τσούλιος – Τ. Χατζής (ετημ.), Ιστορικόν Λεύκωμα της ΕλληνικήςΕπαναστάσεως τ. Α’, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, 1970, σ. 34.

 

Από τις υπάρχουσες πηγές δεν γίνεται φανερό γιατί ο Αναγνωστόπουλο εγκατέλειψε το περιβάλλον των Ηγεμονιών, όπου αυτή την εποχή – όπως και στη γειτονική Ρωσία, αλλά και στην κοντινή Κωνσταντινούπολη – παιζόταν το σημαντικότερο παιχνίδι της Φιλικής Εταιρείας, ενώ στην Πίζα ο ρόλος του εκ των πραγμάτων είναι λίγο αποδυναμωμένος. Πολλά από τα σημαντικά στελέχη της Εταιρείας στις μεταξύ τους επιστολές υπαινίσσονται ή και ομολογούν ανοικτά αντιθέσεις και διενέξεις μεταξύ των Φιλικών των Ηγεμονιών, στις οποίες ο Αναγνωστόπουλος ασφαλώς είναι έντονα ανακατεμένος. Αλλά πέραν τούτου ουδέν.

Ωστόσο, ο Α. Λεονάρδος (=Γ. Λεβέντης) σε γράμμα του της 19ns Μαΐου 1820 από το Βουκουρέστι προς τον Εμμ. Ξάνθο (Πετρούπολη) φαίνεται να ξεκαθαρίζει κάπως τα πράγματα περιγράφοντας μια ζοφερή κατάσταση που είχε δημιουργηθεί εναντίον του Αναγνωστόπουλου. Συγκεκριμένα θα γράψει: «αν ήσουν ενταύθα, δεν ήθελες απορεί διά την αποδημίαν του Α. Ιωαννίδου [= Π. Αναγνωστοπούλου] τόσος αναβρασμός ήτον καθ’ αυτού, ώστε αν ο Λαρσάκης [= Γ. Λεβέντης] δεν επρολάμβανε να τον διευθύνη προς την Ιταλίαν, όπου ευρίσκεται ήδη, ήτον επόμενον αφεύκτως να ακολουθήση τι άτοπον. Και τώρα να επιστρέψη, ως γράφει ο Α. Θανασίου [= Ξάνθος] εις Βεσσαραβίαν, θα προξενηθώσι ταραχαί, όθεν εγώ εγκρίνω να μείνη εκεί όπου ευρίσκεται κατά το παρόν άχρις ου λάβουν το αίσιον τέλος τα ημέτερα πράγματα…». Λίγες γραμμές παρακάτω στην ίδια επιστολή ο αποστολέας θα αναφερθεί ονομαστικά στον νέο τόπο διαμονής του Αναγνωστόπουλου αλλά και πάλι είναι ξεκάθαρος ότι πρέπει να παραμείνει εκεί: «Ο Iωαννίδης [= Αναγνωστόπουλος] ως έμαθον σήμερον έφθασεν εις Πίζαν, όθεν γράψατέ τον, πλην με πολλήν προσοχήν, και περικλείσατε το γράμμα προς τον διδάσκαλον, εγώ δεν του στέλλω κανένα από τα γράμματά σας, διότι δεν τολμώ διά της Αυστρίας να τα στείλλω, μην τον συμβουλεύετε όμως να έλθη προς αυτά τα μέρη, διότι δεν είναι καιρός. σας γράφω εγώ πότε πρέπει να γίνη τούτο».

Τέλος, για τα ίδια επεισόδια μας δίνει μια εικόνα και ο έμπιστος του Εμμ. Ξάνθου Μιχαήλ Φωκιανός, γράφοντας του στις 29 Μαΐου 1820 από το Ισμαήλι: «ο Θέμελης ήλθεν ως έμαθον και είδον και γραφήν του, εις Γαλάτζι αυτός γράφει προς τον εδώ κύριον Καλαματιανόν εις απόκρισιν οπού τον ερώτησεν πού ευρίσκεται ο κυρ Παναγ. Αναγν. και τον λέγει ούτος πως εις τας 10 Φεβρουαρίου από Γαλάτζι είχεν μισεύσει προς το Βουκουρέστι με έναν άλλον φίλον οπού ήλθεν και τον αντάμωσεν λεγόμενον Κανέλον Ζαφειρόπουλον… λέγει πως δεν ηξεύρει πού επήγαν, του γράφει μάλιστα μεθ’ όρκου. Του λέγει ακόμα πως και το εμπορικόν τους ήτον τεταραγμένον και ες ακαταστασίαν εξ αιτίας των καταχρήσεων των κομισιονέρων, και ότι τα πάντα θέλει τα πληροφορηθεί από τον κυρ Τζούνην…».

Αυτά τα σημαντικά, λοιπόν, για τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο, με τη δράση του οποίου στις Ηγεμονίες συνδέονται διάφορα «ατοπήματα», τα οποία τον ανάγκασαν, και με την παρότρυνση του Γεωργίου Λεβέντη, να αφήσει την κυρίως περιοχή δράσης του και να μετακομίσει στην Πίζα, όπου, σύμφωνα με την επιστολή της 19ns Μαΐου 1820 που αναφέραμε μόλις παραπάνω, έφθασε στις 19 Μαΐου 1820. (Σε μια επιστολή του ο Μ. Φωκιανός ιχνογραφεί την πορεία του ταξιδιού του Παναγ. Αναγνωστόπουλου ως εξήδ: Ρένι-Βουκουρέστι – Θεσσαλονίκη – Ύδρα – Λιβόρνο – Πίζα).

 

«Σχέδιον για την παντιέραν της Εταιρείας της Επαναστάσεως» με σύμβολα «εφοδιαστικού ποιμένος» της Φιλικής Εταιρείας. Το σχεδίασμα προέρχεται από τον Δημήτριο Γουδή, ο οποίος πρώτος ύψωσε στο πλοίο του τη σημαία της Ελευθερίας στις Σπέτσες το 1821 (2 Απριλίου). Ι. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν, Σημαίες ελευθερίας, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1996, σ. 20.

 

Ο Αναγνωστόπουλος, πολύ πιθανόν, την πρώτη επιστολή που θα γράψει από την Ιταλία θα την απευθύνει, όπως σχεδόν ήταν αναμενόμενο, στον Γεώργιο Λεβέντη, όπως ο τελευταίος αναφέρει σε επιστολή του της 8ns Ιουνίου 1820 προς τον Εμμ. Ξάνθο.[18] Στην ίδια επιστολή ο Λεβέντης επιμένει και πάλι ότι ο Αναγνωστόπουλος δεν πρέπει να επιστρέψει με κανένα τρόπο στις Ηγεμονίες αλλά ούτε στην Κωνσταντινούπολη, αλλά «κάλιον να περάση εις τα ενδότερα της Ρωσίαςs». Όπως λοιπόν διαγράφονται τα πράγματα και με βάση τη πυκνή πληροφόρησή μας για τα γεγονότα αυτά, ο Αναγνωστόπουλος υποχρεώνεται να απομακρυνθεί στην Πίζα εξαιτίας των σφοδρών αντιθέσεων και περιπλοκών που προξένησε στις Ηγεμονίες και οι οποίες ελπίζουν όλοι ότι θα διαλύσει η εκλογή μιας σημαντικής προσωπικότητας στη θέση του αρχηγού της Φιλικής Εταιρείας.

Για τον λίγο σχετικά καιρό που θα περάσει ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος στην Πίζα δεν έχουμε πολλές πληροφορίες. Πάντως όπως και να έχουν τα πράγματα, είναι ευνόητο να βρίσκεται πολύ κοντά στον Αθανάσιο Τσακάλωφ και λίγο – πολύ οι πράξεις τους αυτή την περίοδο να ταυτίζονται. Μαζί, άλλωστε, θα πάρουν το δρόμο και πάλι προς τις  Ηγεμονίες μετά τις ραγδαίες  εξελίξεις που εν τω μεταξύ έλαβαν χώρα στο «μέτωπο» της Πετρούπολης, όπου ενεργούσε ο Εμμ. Ξάνθος, δηλαδή την άρνηση του Ιωάννη Καποδίστρια να τεθεί επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας αλλά, αντίθετα, την αποδοχή του Αλέξανδρου Υψηλάντη να κατευθύνει ως αρχηγός της Εταιρείας τον αγώνα.

Έτσι, μετά τις αποφασιστικές συσκέψεις που έλαβαν χώρα στο Ισμαήλιο στις αρχές Οκτωβρίου 1820 και τις σοβαρές και κρίσιμες αποφάσεις της Εταιρείας για την ανάληψη του ένοπλου αγώνα, ο Τσακάλωφ και ο Αναγνωστόπουλος θα λάβουν εντολή να κινηθούν και αυτοί εκ νέου προς την περιοχή των Ηγεμονιών. Ωστόσο, οι προηγούμενες αντιθέσεις και τα επεισόδια στα οποία είχε εμπλακεί ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος ακόμα ρίχνουν τη σκιάτους. Το πράγμα αυτό έρχεται να υπενθυμίσει μια επιστολή του Γεωργίου Λεβέντη της 1ης  Νοεμβρίου 1820 από το Βουκουρέστι, ο οποίος απευθυνόμενος προς τον Εμμ. Ξάνθο που βρίσκεται στο Κισνόβι, μετά την επιστροφή του από την Πετρούπολη και μετά από τις συσκέψεις στο Ισμαήλιο, σημειώνει: «…περί της όσον ούπω αφίξεως των κυρίων Α. Βασιλείου [= Αθ. Τσακάλωφ] και Ιωαννίδου [= Αναγνωστόπουλος], προς τον δεύτερον να γράψητε να έλθη αμέσως εκεί διά να μην προξενήση εις τα ενταύθα μέρη ταραχήν ο ερχομός του».[19]

Οι δύο Φιλικοί, Τσακάλωφ και Αναγνωστόπουλος, θα αρχίσουν το ταξίδι της επιστροφής και στην πορεία τους αυτή θα βρεθούν και στη Βιέννη, όπου, όπως γνωρίζουμε, ο Τσακάλωφ θα ασθενήσει σοβαρά, ενώ ο Γρηγόριος Δικαίος τους περιμένει με αδημονία, μαζί βέβαια με τον Αλ. Υψηλάντη, στην Πελοπόννησο.

Πορτραίτο του Εμμανουήλ Ξάνθου. Χρωμολιθογραφία από το περιοδικό «Νέος Αριστοφάνης».

 

Ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος στις 15 Ιανουάριου 1821 θα γράψει από το Βουκουρέστι, όπου βρίσκεται και πάλι, μια επιστολή προς τον Εμμ. Ξάνθο που βρίσκεται στο Κισνόβι, με τον οποίο έρχεται και πάλι σε απευθείας επαφή και στην οποία κάνει μια επισκόπηση των πραγμάτων.[20] Σε αυτή λοιπόν γίνεται νύξη και για το ταξίδι της Ιταλίας: «Το αν εφοβήθημεν διό και ετραβήχθημεν επ την άκρην του κόσμου, ή το παρ’ ημών ζητούμενον άλλο ήτον, απαιτεί και τούτο ωσαύτως προσωπικήν εντάμωσιν». Στη συνέχεια αναφέρεται στο ταξίδι της επιστροφής τους, την άγνοια που είχε για την εξέλιξη της αποστολής του Ξάνθου, την ασθένεια του Τσακάλωφ στη Βιέννη, τη συνάντησή του με τον Γεώργιο Λεβέντη, από τον οποίο πληροφορήθηκε τα όσα συνέβησαν στην Πετρούπολη. Ακόμη στην ίδια επιστολή αναφέρει και κάποιες συζητήσεις που κυκλοφορούν στο Βουκουρέστι σχετικά με μελλοντικές επαναστατικές κινήσεις στη Βουλγαρία και τη Σερβία σε σχέση με το «μελλούμενον πανηγύρι», ενώ στην επιστολή του εμφανίζεται πλέον και ο Καλός [= Αλέξανδρος Υψηλάντης] πράγμα που σημαίνει ότι έχει και αυτός ευθυγραμμιστεί προς τις εξελίξεςι στην κορυφή της Φιλικής Εταιρείας. Ωστόσο, όλα αυτά επιβάλλουν συνάντηση των δύο Φιλικών, όπως σαφέστατα το διατυπώνει: «έχω ανάγκην διά να σας ανταμώσω».

Μετά από ένα μήνα ακριβώς νέα επιστολή του Αναγνωστόπουλου (Ιάσι) προς τον Ξάνθο (Ισμαήλιο), στην οποία αναφέρει και πάλι δυσαρέσκειες και επιπρόσθετα τονίζει ότι είναι απαραίτητη η προσωπική του συνάντηση με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη· για τον σκοπό αυτό έχει κιόλας γράψει προς τον πρίγκιπα για να του υποδείξει ο τελευταίος τον τρόπο με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί αυτή η επαφή. Υποδεικνύει ότι σε αυτή τη συνάντηση είναι καλό να παρευρίσκεται και ο Ξάνθος, όμως δεν ξέρει σε ποιο σημείο είναι οι σχέσεις τους, αναφέροντας χαρακτηριστικά: «Μη παραξενεύεσαι φίλε, διότι σε ερωτώ, ηξεύρεις την παροιμίαν, όποιος εκάη εις τον χυλόν φυσά και το γιαούρτι. Εδώ ευρίσκονται μεγάλαι δυσαρέσκειαι μεταξύ των εμπόρων, αι οποίαι απαιτούν ταχείαν την διόρθωσίν των. Ο ερχομός του Ιωαννίδη [= Αναγνωστόπουλου] τόσον εδώ, καθώς και εις Βουκουρέστιον επροξένησε μόνος του την ατομικήν του αθώωσιν, διότι δεν ευρέθη κανένας να ειπή ότι τον έδωσέ τι και έμειναν κατεντροπιασμένοι».

Η εντύπωση που σχηματίζει

ο ηγέτης της Φιλικής Εταιρείας

από τη συνάντηση με τον

Παναγ. Αναγνωστόπουλο

δεν είναι καθόλου καλή

 

Την 21η Φεβρουαρίου ο Αναγνωστόπουλος βρίσκεται στο Κισνόβι, όπου βρίσκεται και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης. Αυτό αναφέρει σε επιστολή του ο ίδιος Αλ. Υψηλάντης προς τον Εμμ. Ξάνθο, όμως η εντύπωση που σχηματίζει ο ηγέτης της Φιλικής Εταιρείας από τη συνάντηση με τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο δεν είναι καθόλου καλή.[21] Aς την παρακολουθήσουμε, όπως αποτυπώνεται από το χέρι του Υψηλάντη: «ο Αναγνωστόπουλος έφθασεν εδώ με ένα ιατρόν, μοι γράφουν από Βουκουρέστι και από Γιάσι ότι ήλθεν να με επισκεφθή. εγώ δεν το πιστεύω επειδή και είναι Γραικός, πλην η φυσιονομία του είναι πολλά αχρεία. Δεν τον απέδειξα τίποτε. Άρχησε να λέγη και κατά σου πολλά ότι εσείς οι δύω, δεν ηξεύρω ποιον άλλον εννοεί, πταίετε και τα εξής. Τα λόγια του είναι πολλά περδευμένα. Δεν με άρεσε παντελώς. Έχει ένα ιατρόν μαζή του, κοίταξε αν αρρωστήσης να μη πάρnς ιατρικά από αυτόν».

Δυσαρέσκειες, αντιπαλότητες, διενέξεις, αντιπάθειες ήταν αναμφίβολα φυσικό να δημιουργούνται μεταξύ των μελών της Εταιρείας. Πιθανόν στο βάθος να υπάρχουν σοβαροί λόγοι, πιθανόν να οφείλονται και σε αιτίες της στιγμής. Κάποιες φαίνεται να διευθετούνται γρήγορα, κάποιες θα επανεμφανιστούν και μετεπαναστατικά. Ορισμένα στοιχεία ανατρέπονται γρήγορα, πολύ γρήγορα, όπως λ.χ. η άποψη του Αλ. Υψηλάντη για τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο. Πράγματι, μετά από πέντε μέρες (26 Φεβρουάριου 1821) ο πρίγκιπας θα γράψει και πάλι στον Ξάνθο από το Ιάσιο, όμως θα σημειώσει τώρα στο γράμμα του: «ως σοι έγραφον ότι δεν επίστευσα τον Αναγνωστόπουλον αρκετά βδελυρόν διά να κάμη εν τοιούτον έργον, πλην μοι το έγραψαν από Βουκουρέστι…» και λίγο παρακάτω στο ίδιο γράμμα: «Ο Αναγνωστόπουλος, προς ον δεν έχω καιρόν να γράψω (επειδή και τέσσαρας ώρας  το ημερονύκτιον δεν κοιμούμαι από το πλήθος των γραψιμάτων, διαταγών και οργανισμών), ας ήναι ήσυχος δι’ όσα μοι έγραψαν, εγώ ούτε τα επίστευσα· πρέπει όμως να υπάγη εις Κωνσταντινούπολιν να βιάση την πυρκαϊάν, αυτά και όσα άλλα ημπορέσει, να καιρός πρόσφορος διά να απόδειξη ο καθ’ εις τι ημπορεί να κάμη».

Είναι φανερό από τη συγκεκαλυμμένη αλληλογραφία που εξακολουθεί να διατηρείται μεταξύ των Φιλικών ότι ο Αναγνωστόπουλος έχει μάλλον διαμορφώσει μία διαφορετική άποψη για την έναρξη των επαναστατικών δραστηριοτήτων. Ίσως η παραμονή στην Πίζα και η επαφή με την ομάδα των Ελλήνων που δρουν στην ιταλική πόλη να έπαιξε κάποιο ρόλο, ίσως οι τόσες διενέξεις με άλλα σημαντικά στελέχη της Εταιρείας να υπαινίσσονται και κάποιες διαφορές απόψεων σε κρίσιμα ζητήματα δράσης. Πάντως, από το γράμμα του Αλέξ. Υψηλάντη γίνεται φανερό ότι κάποιοι έγραψαν κατά του Αναγνωστόπουλου κάτι σοβαρό, το οποίο αυτός δεν τολμά να το πιστέψει, όμως, παράλληλα έχει και την τάση να τον απομακρύνει από την περιοχή της άμεσης δράσης του, δηλαδή από τις Ηγεμονίες, όπου εντος ολίγου θα ηχήσουν τα επαναστατικά όπλα.

Στα γεγονότα αυτά θα αναφερθεί πολύ αργότερα (20 Ιανουάριου 1847) και ο ίδιος ο Αναγνωστόπουλος, όταν θα ξεσπάσει η αντιδικία με τον Ξάνθο για τον ρόλο του καθενός στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας, σύμφωνα με υπόμνημά του που υπάρχει στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος (ΕΒΕ, αρ. 9136) και μέρος του έχει δημοσιεύσει στη βιογραφία του για τον Αναγνωστόπουλο, το 1933, ο Αγ. Τσέλαλης.[22] Σύμφωνα με το υπόμνημα αυτό πρέπει να είχε συνταχθεί ένα σχέδιο δράσης από τους Φιλικούς του Βουκουρεστίου, το οποίο προέβλεπε αναβολή των επαναστατικών πολεμικών ενεργειών για λίγους μήνες και μετάθεση του κέντρου βάρους από τις Ηγεμονίες στην Πελοπόννησο. Τα γράμματα με το σχέδιο αυτό στάλθηκαν στον Αλέξ. Υψηλάντη και έτσι, όταν ο Αναγνωστόπουλος θα συναντήσει μετά από αίτησή του τον Υψηλάντη στο Κισνόβι, θα βρει, όπως γράφει, «άλλον Υψηλάντην, παρά εκείνον, όστις μοι έγραφε… επαρατήρησα αυτόν όλως ηλλοιωμένον και περιοριζόμενον μόνο εις τινας βιασμένας περιποιήσεις».

Ο Αναγνωστόπουλος, όπως ο ίδιος γράφει, θα επιχειρήσει να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από όλα αυτά και θα βρει ότι «μία συμμορία εν Ιασίω, έχουσα επί κεφαλής τον Ζαπάντην… έγραψε προς αυτόν [Υψηλάντην] ότι ο Αναγνωστόπουλος μετά του Τσακάλωφ συνφωνήσαντες και μετά του εν Ιταλία πρίγκηπος Καρατζά όπως αυτόν αναδείξωσιν αρχηγόν, ήτον ο σκοπός των να δηλητηριασθή ο Υψηλάντης και οι εκτελεσταί του ανοσιουργήματος τούτου είναι ως φαίνεται αυτός ο ίδιος».

Όπως και να έχουν τα πράγματα γίνεται, πιστεύω, προφανές ότι υπάρχει διάσταση απόψεων για τον τόπο και τον χρόνο έναρξης της πολεμικής επαναστατικής δράσης. Άλλωστε, εκτός από τις διαφορετικές απόψεις, τούτο καταφαίνεται κυρίως από τον διαφορετικό τρόπο υλοποίησης  των αποφάσεων των συσκέψεων στο Ισμαήλιο και των διακηρύξεων που τις ακολούθησαν, επειδή οι πράξεις των πρωταγωνιστών άλλοτε είναι σύμφωνες και άλλοτε δεν είναι σύμφωνες με το πνεύμα των διακηρύξεων αυτών.

Παρακολουθώντας από κοντά τις πληροφορίες που αποδεσμεύουν τα έγγραφα θα σταθούμε σε μια επιστολή της 2ας  Μαρτίου 1821 που γράφει ο Γ. Καντακουζινός από το Τίργο Φορμόσι προς τους Ξάνθο και Αναγνωστόπουλο.[23] Ο αποστολέας καλεί τους δύο πρωτοφιλικούς να μεριμνήσουν ώστε οι «νέοι Έλληνες» που συγκλίνουν από παντού στις Ηγεμονίες να φθάσουν στα μέρη που πρέπει «εφοδιαζόμενοι με τα συνήθη φορέματα μαύρα, έχοντες καθ’ ένας όσα ημπορεί άρματα και να μας προφθάσουν το ογληγορώτερον εις Φωξάνι». Προφανώς οι νέοι που συρρέουν είναι όσοι θα συγκροτούσαν τον Ιερό Λόχο.

Είναι φανερό, λοιπόν, ότι παρά τις αντιρρήσεις  και τις διαφορετικές απόψεις ο Αναγνωστόπουλος δεν κάνει πίσω την κρίσιμη στιγμή και θα αναλάβει τις ευθύνες που του αναλογούν στο μέτωπο της Βλαχίας, πράγμα που διαφαίνεται και από επιστολή του προς τον Εμμ. Ξάνθο από το Κισνόβι της 9ns Μαρτίου 1821, στην οποία δεν γίνεται άλλος λόγος παρά μόνο για τις κινήσεις του Υψηλάντη και τις αρμοδιότητες του Ξάνθου και τις δικές του, για τις αποστολές γραμμάτων στη Ρωσία, με άλλα λόγια συμμετέχει σε μια κατάσταση κινητικότητας και δράσης, στην οποία ο ρόλος του Αλέξ. Υψηλάντη είναι βέβαια πρωταρχικός.[24] Στη γραμμή αυτή είναι χαρακτηριστική και πάλι μία επιστολή του ίδιου του Αναγνωστόπουλου προς τον Ξάνθο (Κισνόβι) της 26ns Απριλίου 1821 από το Τζερναούτζι τns Μπουκοβίνας. Η επιστολή αυτή, δημοσιευμένη ήδη στα Απομνημονεύματα του Ξάνθου εμφανίζει τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο να βρίσκεται δίπλα στον Αλέξανδρο, να στέλνει μέσω του Ξάνθου χαιρετισμούς στη μητέρα του πρίγκιπα που δεν πρέπει ανησυχεί για τον γιο της, δηλαδή φανερώνει έναν Αναγνωστόπουλο δεξί χέρι του Αλέξανδρου Υψηλάντη.[25]

 

Εκποιούν κοσμήματα της

οικογένειας Υψηλάντη,

για να συγκεντρώνουν χρήματα

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης, Εθνικό Ημερολόγιο Βρεττού, Παρίσι (1862).

Εφεξής οι πληροφορίες μας για τη δράση του Αναγνωστόπουλου στην περιοχή των Ηγεμονιών είναι ελάχιστες και δεν μας διαφωτίζουν για την περαιτέρω συμμετοχή στο κίνημα του Υψηλάντη. Αντίθετα, υπάρχουν πληροφορίες ότι ο Αναγνωστόπουλος μόλις πληροφορήθηκε την έναρξη των εχθροπραξιών στην Πελοπόννησο έπεισε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη να επιτρέψει την αναχώρηση του αδελφού του Δημητρίου για την Πελοπόννησο, όπου η παρουσία θεωρείται υψίστης σημασίας για την επιτυχία του αγώνα. Δημήτριος Υψηλάντης και Παναγ. Αναγνωστόπουλος σε αναζήτηση χρηματικών ενισχύσεων έφθασαν μαζί στην Οδησσό, σπουδαία βάση της Φιλικής Εταιρείας, όπου φαίνονται να εκποιούν κοσμήματα της οικογένειας Υψηλάντη, να συγκεντρώνουν χρήματα και από εκεί να κατευθύνονται στο Κισνόβι, να προμηθεύονται πλαστά διαβατήρια για να περάσουν την πάντα επικίνδυνη, για πολλούς λόγους, περιοχή της Αυστρίας και κατόπιν να φθάνουν στην Τεργέστη.

Νέες προσπάθειες για τη συλλογή ενισχύσεων, σύντομη παραμονή στην Τεργέστη και από εκεί με πλοίο στην Ύδρα όπου φθάνουν στις 8 Ιουνίου 1821. Στο ταξίδι αυτό ο Αναγνωστόπουλος θα ταξιδέψει ως δήθεν έμπορος, εφοδιασμένος με ρωσικό και γερμανικό διαβατήριο, συνοδευόμενος από τους δύο «υπηρέτες» του, τον Αθανάσιο Στοστοπόπουλο (Δημ. Υψηλάντης) και Νικόλαο Βλάση (Σουβατζόγλου). Τις ίδιες μέρες ο Αλέξανδρος  Υψηλάντης υφίσταται την καταστροφική ήττα στο Δραγατσάνι.[26]

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ένας από τους πρωτοφιλικούς βρίσκεται πλέον μέσα στην καρδιά των επαναστατικών εξελίξεων, βρίσκεται στην επαναστατημένη καρδιά του αγώνα, στην Πελοπόννησο. Όπως είναι φυσικό – άλλωστε αρμόζει απόλυτα στον ηγετικό χαρακτήρα του – θα λάβει μέρος σε πολλές κινήσεις που αποσκοπούν στην εδραίωση και στην επιτυχία του αγώνα: συσκέψεις, μετακινήσεις, διαβουλεύσεις, διαμάχες, μάχες. Στοιχεία για τη συμμετοχή του σε διάφορα επαναστατικά γεγονότα θα εκθέσει ο ίδιος σε αναφορά του στον Όθωνα.[27] Σύμφωνα με αυτή παραβρέθηκε στην πολιορκία και την άλωση της Τριπολιτσάς, στην εκστρατεία των Τρικόρφων, στην πολιορκία και την τελική έφοδο εναντίον του Ναυπλίου, στην πολιορκία και παράδοση του Ακροκορίνθου, στην εκστρατεία εναντίον της Λαμίας και της Φθιώτιδα, στη μάχη του Άργους και την καταστροφή του Δράμαλη, στη μάχη στα Βέρβενα εναντίον του Ιμπραήμ, στοιχεία τα οποία βεβαιώνει και ο Δημήτριος Υψηλάντης με δική του αναφορά (Τροιζήνα, 4 Μαρτίου 1828).[28]

 

Μάχη Δερβενακίων, έργο του Νέστορα Λ. Βαρβέρη, 1899. Δημαρχείο Κρανιδίου.Δημοσιεύεται στο Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών, Ζωγράφοι-Γλυπτές-Χαράκτες, 16ος-20ος αιώνας, τ. Α’, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, 2000, σ. 142.

 

Το 1826 έλαβε μέρος στη Γ’ Εθνοσυνέλευση, στην οποία αντιτάχθηκε έντονα στο ψήφισμα που επιζητούσε την αγγλική προστασία. Αντίθετα, ο ίδιος συμφωνεί με τον Υψηλάντη, τον Νικηταρά και τον Γ. Καραϊσκάκη να αναχωρήσει για την Πετρούπολη και να ζητήσει την προστασία της Ρωσίας. Αναχωρεί, λοιπόν, για την Κωνσταντινούπολη και παρουσιάζεται στον ρώσο πρέσβη, ο οποίος τον απέτρεψε από την περαιτέρω συνέχιση του ταξιδιού προς την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Ανέλαβε όμως ο τελευταίος να διαβιβάσει τα αιτήματα των επαναστατών προς τον τσάρο και έδωσε στον Αναγνωστόπουλο υποσχέσεις για τη ρωσική συνδρομή. Έτσι ο ανδριτσάνος Φιλικός και αγωνιστής επέστρεψε πάλι στην καρδιά του αγώνα.

 

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος

κατά τη διάρκεια της

καποδιστριακής περιόδου διορίστηκε

έκτακτος επίτροπος της Ηλείας

 

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος κατά τη διάρκεια της καποδιστριακής περιόδου διορίστηκε έκτακτος επίτροπος της Ηλείας (1829-1831), μετά όμως από τη δολοφονία του Κυβερνήτη παραιτήθηκε και ιδιώτευσε για ένα διάστημα. Στη συνέχεια ο πρώτος βασιλιάς της Ελλάδας τον διόρισε διοικητή της Εύβοιας με διάταγμα της 23ns Ιουνίου 1838· λίγο ενωρίτερα, τον Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου είχε τιμηθεί με τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος «διά τας εκδουλεύσεις του», ενώ τον Απρίλιο του ίδιου έτους του απονεμήθηκε το Νομισματόσημον «δι’ ανταμειβήν των κατά τον υπέρ ανεξαρτησία πόλεμον εκδουλεύσεων του».

Εν συνεχεία θα υπηρετήσει σε διάφορες δημόσιες θέσεις και συγκεκριμένα ως διοικητής της Σπάρτης, Σύρου και Θήρας. Υπηρετώντας στην Εύβοια θα γίνει στόχος δολοφονικής απόπειρας, ενώ θα βρεθεί μπλεγμένος σε διάφορες ίντριγκες που είχαν ως στόχο τον Νικόλαο Κριεζώτη, με αποτέλεσμα να φθάσουν στον Όθωνα κατηγορίες εναντίον του, για τις οποίες φρόνησε να τον ενημερώσει ο φίλος του Αινιάν. Για όλα αυτά θα φροντίσει να συντάξει απολογητικό υπόμνημα, με το οποίο δηλώνει την πίστη και αφοσίωσή του στο πρόσωπο του βασιλιά.

Μετά τις υπηρεσίες που προσέφερε στη διοίκηση των περιφερειών αυτών διορίστηκε στις 12 Οκτωβρίου 1843 με βασιλικό διάταγμα Σύμβουλος της Επικράτειας, ενώ το 1845 θα διορισθεί νομάρχης Λακωνίας, αργότερα νομάρχης επίσης Αργολιδοκορινθίας και Μεσσηνίας και μετά από όλα αυτά, σε ηλικία περίπου 60 ετών θα εγκατασταθεί στην νεοσύστατη πρωτεύουσα του ελληνικού βασιλείου, την Αθήνα.

Ο κύκλος της ζωής του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου θα κλείσει άδοξα, αφού θα προσβληθεί από την επιδημία της χολέρας που έπληξε την περιοχή της Αττικής και την οποία είχαν μεταφέρει τα αγγλογαλλικά στρατεύματα που έφθασαν ως συνέπεια των δραματικών γεγονότων του Κριμαϊκού πολέμου. Θα πεθάνει στις 15 Νοεμβρίου 1854.

Όπως έχουμε αναφέρει ήδη ο Εμμανουήλ Ξάνθος και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος θα αποτελέσουν τους ήρωες ενός αξιομνημόνευτου μετεπαναστατικού επεισοδίου, σχετικά με τη θέση και τη συμβολή ενός εκάστου στην ίδρυση και την μετέπειτα δράση της Φιλικής Εταιρείας, του οποίου οι συνέπειες έφθασαν και έως τις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, εννοείται πάντα σε ιστοριογραφικό επίπεδο.

Γνωρίζουμε δηλαδή ότι ο Ιωάννης Φιλήμων δημοσιεύοντας το Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας το 1834, πολύ πιθανόν υπό την αφηγηματική επίδραση του Παναγιώτη Αναγνωστοπούλου, μειώνει δραματικά τη συμβολή του πάτμιου Εμμανουήλ Ξάνθου στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας. Αντίθετα, τονίζει ότι υπάρχουν κατηγορίες εναντίον του Πάτμιου ότι καταχράστηκε χρήματα της Φιλικής Εταιρείας και ότι υπήρξε υπεύθυνος για τον πρόωρο θάνατο του Νικόλαου Σκουφά το 1818 στην Κωνσταντινούπολη. Γνωρίζουμε επίσης ότι λόγω των κατηγοριών αυτών ο Εμμανουήλ Ξάνθος και επιζητώντας να τις αποσείσει συνέγραψε το 1837 την Απολογία του, η οποία περιήλθε πριν ακόμα εκδοθεί σε γνώση του Φιλήμονα, γεγονός που τον ανάγκασε να αποκαταστήσει τα πράγματα σχετικά με τη δράση και το ρόλο του Εμμανουήλ Ξάνθου, γράφοντας σχετικό άρθρο στην εφημερίδα Αιών ης 19ης Μαρτίου 1839.

Είναι επίσης γνωστό ότι αργότερα (1845) ο Ξάνθος θα δημοσιεύσει και Απομνημονεύματά του, στα οποία συγκεντρώνει και δημοσιεύει σημαντικά έγραφα για τη δράση τη δική του αλλά και άλλων προσώπων που πλαισίωσαν την Φιλική Εταιρεία, πάντα βέβαια επιζητώντας να αποσείσει τις εναντίον του κατηγορίες, οι οποίες εκπορεύονται κυρίως εκ μέρους του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου. Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια δημοσιεύτηκαν αρκετές αρχειακές συλλογές προσώπων που συμμετείχαν από κοντά στην προετοιμασία του αγώνα, με αποτέλεσμα να είμαστε σε θέση να δούμε τα πράγματα καλύτερα, καθώς τα σχετικά τεκμήρια έχουν πολλαπλασιαστεί.

 

Σημαία με τα σύμβολα της Φιλικής Εταιρείας. Τη σημαία έφερε το υπό τον Πιέρρο Γρηγοράκη- Τζανετάκη σώμα της Ανατολικής Μάνης κατά την πολιορκία και την άλωση της Μονεμβασίας, το 1821. Ι. Κ. Μαζαράκης- Αινιάν, Σημαίες ελευθερίας Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, 1996, σ. 12.

 

Επανερχόμενοι στη διένεξη μεταξύ Ξάνθου και Αναγνωστόπουλου πρέπει να έχουμε κατά νου ότι το χρονικό πλαίσιο αναφοράς τοποθετείται στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, όταν τα όπλα έχουν μόλις σιγάσει και διεξάγεται ένας πρώτος απολογισμός της συνεισφοράς προσώπων και τόπων ακόμα και με προφανείς ιδιοτελείς σκοπούς. Η συγγραφή πολλών βιβλίων τοπικής ιστορίας ακριβώς την περίοδο αυτή αλλά και αργότερα, καθώς το φαινόμενο συνεχίζεται, είναι χαρακτηριστική εκδήλωση της διεκδίκησης από τους ενδιαφερομένους μεγάλου ποσοστού συμμετοχής στην απελευθέρωση των ελληνικών τόπων και τη συγκρότηση του νεότερου ελληνικού κράτους.

Είναι βέβαια γεγονός ότι η ηγετική προσωπικότητα του Παναγ. Αναγνωστόπουλου και η σημαντική δράση του ως ανωτάτου στελέχους της Φιλικής Εταιρείας του έδιναν το έναυσμα να προωθήσει τον εαυτό του ως το απώτατο σημείο των ιδρυτών της, καθώς μάλιστα ορισμένες συμπτώσεις ή και εκ των υστέρων κατασκευές διευκόλυναν τον σκοπό του. Έτσι μόλις εκδηλώθηκε η αντίδραση του Εμμ. Ξάνθου και η αναγνώριση του λάθους εκ μέρους του Φιλήμονα, δηλαδή η δημοσίευση του άρθρου στον Αιώνα που αναγνώρισε το ρόλο και τη δράση του πάτμιου αγωνιστή, δεν έμεινε άπραγος. Μετά την αναδίπλωση του Φιλήμονα θα συντάξει τον ίδιο χρόνο (1839) ένα υπόμνημα με τις δικές του απόψεις, το οποίο τιτλοφόρησε «Γενικοί παρατηρήσεις», και το παρέδωσε στον Φιλήμονα για να το δημοσιεύσει, πράγμα που ο τελευταίος δεν έκανε, ίσως γιατί θέλησε να μη συμβάλει στην περαιτέρω συνέχιση της άχαρης αυτής διένεξης.

Στην ίδια γραμμή ο Αναγνωστόπουλος προσπαθεί να εμπλέξει στη διαμάχη και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ, όταν ο τελευταίος έχει πλέον καταφύγει και ζει στη Μόσχα, γράφοντάς του μια επιστολή στις 8 Δεκεμβρίου 1845, όπου ανάμεσα στα άλλα θα αναφέρει: «Ιδού τα νέα: Ο κ. Ξάνθος εξέδωκεν έν, ως ο ίδιος το ωνόμασεν Ιστορικόν υπόμνημα της Φιλικής Εταιρείας. Λέγει δε ότι αυτός κατά το 1813 μεταβάς από Κωσταντινούπολιν εις Πρέβεζαν και εκείθεν εις Οδησσόν, όπου ευρών τον Σκουφάν, πρώτον τον ενέπνευσεν, καθώς και υμάς δεύτερον, τον περί ελευθερίας Σκοπόν και ότι καθ’ ο μασσών (κτίστης) έκαμε το σχέδιον της Εταιρείας. Συμφωνήσαντες δε και υμείς μετ’ αυτού, εκάματε το Σύστημα αυτής. Τοιαύτα και πολλά άλλα κακοήθη ψεύδη εκήρυξεν, ενώ ζώσιν εισέτι εξ από τα πρωτενεργά μέλη, τα οποία γνωρίζουν ότι αυτός εκατηχήθη κατά το 1818…».

Φυσικά στο κείμενό του ο Αναγνωστόπουλος καταφερόταν εναντίον του Ξάνθου, αμφισβητώντας τον πατριωτισμό του και κατηγορώντας τον για ατασθαλίες ες βάρος των οικονομικών της Εταιρείας. Εξάλλου και παρά την αναμφισβήτητη παρουσία του Ξάνθου στην Οδησσό το 1814 και τη συμμετοχή του στις πρώτες σκέψεις και πράξεις που οδήγησαν στη σύσταση της Εταιρείας, ο Αναγνωστόπουλος αμφισβητεί τη συμμετοχή του Ξάνθου και επωφελούμενος από τη μετέπειτα παρουσία και αδράνεια του Πάτμιου στην Κωνσταντινούπολη επιμένει ότι ο Ξάνθος έγινε μέλος της Εταιρείας το 1817 και ότι η μοναδική του συμβολή υπήρξε η αποστολή του στην Πετρούπολη για να πείσει τον Καποδίστρια να αναλάβει την αρχηγία της Φιλικές Εταιρείας και η μετά την άρνηση του τελευταίου επιτυχία του να καταστήσει αρχηγό της τον Αλέξανδρο Υψηλάντη.

 

Ελευθερία ή Θάνατος, ξυλογραφία του Τάσσου.

 

Όπως έχουμε αναφέρει, η αντιδικία Ξάνθου – Αναγνωστόπουλου θα εξελιχθεί σε ένα από τα σοβαρά επεισόδια για ένα είδος ιστοριογραφίας που ακριβώς θεωρεί ως έργο της να πάρει το μέρος του ενός  ή του άλλου. Μπορούμε λοιπόν στην εξέλιξη της διαμάχης αυτής να αναφέρουμε ότι παίρνουν το μέρος του ενός ή του άλλου ο Φιλήμων, ο Σπυρίδων Τρικούπης, ο Πρόκες φον Όστεν, ο Αμβρόσιος Φραντζής, ο Νικ. Σπηλιάδης, ο Αναστ. Γού0as, ο Τάκης Κανδηλώρος, ο Διον. Κόκκινος, ο Αγησ. Τσέλαλης, ο Τάσος Γριτσόπουλος, για να αναφέρουμε ορισμένα μόνο ονόματα.

Πέρα από αυτά όμως και εν σχέσει προς τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο γεγονός είναι ότι τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν απολύτως θετικά. Παρά την αναγνώρισή του ως ενός από τα πρώτα και σημαντικότερα μέλη της Φιλικής Εταιρείας, η δημόσια ιστορία ποτέ δεν ξέφυγε από το γνωστό σχήμα της ιδρυτικής τριάδας Ξάνθος, Τσακάλωφ, Σκουφάς. Έτσι οι υποστηρικτές του Αναγνωστόπουλου θα επιχειρήσουν να μετατρέψουν τουλάχιστον την τριάδα σε τετράδα προσθέτοντας βέβαια τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο ως τέταρτο ιδρυτικό μέλος.

Είναι πολύ ενδιαφέρουσα στη γραμμή αυτή η εκδήλωση που έλαβε χώρα με την ευκαιρία της συμπλήρωσή των 145 ετών από τον θάνατο του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου. Συγκεκριμένα στο αμφιθέατρο του Υπουργείου Εξωτερικών στις 23 Μαρτίου 2000 η Πανηλειακή Συνομοσπονδία και ο Δήμος Ανδρίτσαινας οργάνωσαν ημερίδα για την αποκατάσταση του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου στην ιδρυτική τετράδα της Φιλικής Εταιρείας. Με την παραπάνω ευκαιρία ο Δήμος Ανδρίτσαινας θα εκδώσει και σχετικό φυλλάδιο με όλα τα στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της άποψης αυτής: Φιλήμων, Ιστορία του Πρόκες Φον Όστεν, χειρόγραφο 9142 της Εθνικής Βιβλιοθήκης – επιστολή του Ξάνθου προς τη Βουλή στις 15.12.1843, Ημερολόγιον του Αγώνος (1814-1830).

Τώρα πια τα πνεύματα έχουν ηρεμήσει και είναι πιο εύκολο αντί για έριδες και διαμάχες, η πρώτη ηγετική τριάδα να μετατραπεί σε τετράδα ώστε η διεύρυνση να αποκαταστήσει την ιστορική «αδικία».

 

Υποσημειώσεις


[1] Αγ. Α. Τσέλαλης, Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, σ. 13.

[2] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ.31-34

[3] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν, σ. 37-38.

[4] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 50-52.

[5] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν, σ. 239-242.

[6] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 43.

[7] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 46-48-51.

[8] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 57-60.

[9] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 105.

[10] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 71-74.

[11] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 91-93.

[12] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 135.

[13] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 47.

[14] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 203-204.

[15] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 7-8-12-14-21.

[16] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 80-83..

[17] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 106.

[18] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 203-204.

[19] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 208.

[20] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 128-130 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 35-37.

[21] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 142-143 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 103.

[22] Αγ. Α. Τσέλαλης, Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, σ. 52-57.

[23] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 155 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 131.

[24] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου,  σ. 143-144.

[25] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου,  σ. 203-204.

[26] Δ. Γκίνης, Ο Δημήτριος Υψηλάντης, σ. 187-189.

[27] Αγ. Α. Τσέλαλης, Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, σ. 65-66.

[28] Εθνική Βιβλιοθήκη, αρ. 4768.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αγησίλαος Α. Τσέλαλης, Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος ο Φιλικός, Αθήνα 1933, β’ έκδ. 1998.
  • Δημ. Γκίνης, «Ο Δημήτρη Υψηλάντης κατεβαίνει στην Ελλάδα», π. Ο Ερανιστής 2,  (1964), σ. 187-189.
  • Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναυπλία 1834.
  • Αρχείο Εμμανουήλ Ξανθού, Πρόλογος-Ιστορικά Φιλικής Εταιρείας: Ι. Κ. Μαζαράκης-Αινιάν, εισαγωγή: Τρισεύγενη Τούμπανη-Δάλλα, τ. 1-3, Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1997, 2000, 2002.
  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845.
  • Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία. Αρχείον Π. Σέκερη, Αθήνα 1967.
  • Ε. Γ. Πρωτοψάλτης, Η Φιλική Εταιρεία. Αναμνηστικόν τεύχος επί τη 150ετηρίδα,Αθήνα 1964.
  • Αναστ. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τόμ. Ε’, Αθήνα 1872.

 

Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης

Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών

Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών

Ιστορική Βιβλιοθήκη, οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας  «Οι Φιλικοί», Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

 

Read Full Post »

Τσακάλωφ Αθανάσιος (1788- 1851)


 

Αθανάσιος Τσακάλωφ

Ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, ένας από τους τρεις ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας – ο νεότερος – γεννήθηκε το 1788 στα Ιωάννινα. Σχετικά με το επώνυμο του πατέρα του και βέβαια το δικό του υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Συμφωνά με μία από αυτές πατέρας του Νικηφόρος  Τεκελής, δερματέμπορος, από τον Τύρναβο της Θεσσαλίας, εγκαταστάθηκε νέος στα Ιωάννινα, σημαντικό εμπορικό κέντρο της εποχής, όπου παντρεύτηκε τη Βασιλική Γώζου, κόρη από αρχοντική οικογένεια της πόλης (παραδίδεται ότι το σπίτι τους ήταν στη γιαννιώτικη συνοικία του Αρχιμανδρίου).[1] Ο γιός τους λοιπόν, Αθανάσιος ήταν παιδί του Νικηφόρου ή Φόρου Τεκελή. Μια άλλη εκδοχή παραδίδει ότι υπήρξε μοναχοπαίδι και το επώνυμο της οικογένειας του ήταν Τσάκαλος κατά συνέπεια από το Τσάκαλος στο Τσακάλωφ η απόσταση ήταν ελάχιστη, καθώς μάλιστα ο νεαρός Αθανάσιος βρέθηκε στην ανάγκη να αναχωρήσει για τη Ρωσία – και συγκεκριμένα τη Μόσχα -, όπου ο πατέρας του εμπορεύεται γουναρικά.[2]

Ο Αθανάσιος υπήρξε ο μόνος από τους τρεις πρωτεργάτες της Φιλικής Εταιρείας που έμαθε καλά γράμματα καθώς φοίτησε στη Μαρουτσαία σχολή της ηπειρωτικής πρωτεύουσας και θεωρείται πιθανόν να είχε δάσκαλο τον σημαντικό λόγιο της εποχής Αθανάσιο Ψαλίδα. Στη νεανική του ζωή αναφέρονται, χωρίς ακριβή χρονολογική και πραγματολογική πλαισίωση, διάφορα επεισόδια, τα οποία πάντως πρέπει να τοποθετηθούν στην πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα. Συγκεκριμένα, συμφωνά με μαρτυρία του Σπ. Αραβαντινού, φέρεται ότι υπήρξε θύμα απαγωγής από τον γιο του Αλή πασά, Μουχτάρ πασά, από τα χέρια και τις ορέξεις του οποίου σώθηκε χάρις στη διάθεση ικανού ποσού χρημάτων αλλά και χάρις στη μεσολάβηση του ζαγορίτη, ισχυρού κοινοτικού άρχοντα, Αλέξη Νούτσου.[3] Μετά από αυτά όμως η οικογένεια του, όπως ήταν αναμενόμενο, τον φυγάδευσε στη Μόσχα, όπου ήδη βρισκόταν, όπως είπαμε, ο πατέρας του ως καλοστεκούμενος έμπορος γουναρικών.

Ο νεαρός Αθανάσιος συνέχισε της σπουδές του στη Μόσχα, ενώ εκεί πρέπει να άλλαξε το επώνυμο του σε Τσακάλωφ, παίρνοντας ίσως τη γλωσσική μορφή που χρησιμοποιούσε ο πατέρας του. Αργότερα τον βρίσκουμε φοιτητή στο Παρίσι, όπου σπούδασε φυσικές επιστήμες. Πότε ακριβώς έγιναν όλα αυτά και πάλι δεν είναι χρονολογικά προσδιορισμένο· πάντως, είναι βέβαιο ότι το 1809 βρίσκεται στο Παρίσι, επειδή γνωρίζουμε ότι συμμετείχε στην ίδρυση της πολιτικο-φιλανθρωπικής εταιρείας με την ονομασία «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον». Η ενέργεια αυτή του Τσακάλωφ – όπως άλλωστε και η μύηση του Ξάνθου στον τεκτονισμό – αποτελεί σημαντικό στοιχείο για τις μετέπειτα εξελίξεις που θα οδηγήσουν στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας. Και τούτο επειδή το «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον» έχει συνάφεια με τον γαλλικό τεκτονισμό, ενώ δεν πρέπει να λησμονούμε ότι τα μέλη του έφεραν δακτυλίδι με τα αρχικά ΦΕΔΑ (= Φιλίας Ελληνικός Δεσμός Άλυτος), το οποίο, όπως έχει ήδη παρατηρηθεί, «παραπέμπει βέβαια στη μεταγενέστερη χρήση της λέξης φιλία, φιλικός,  από την τελική οργάνωση: Εταιρεία των Φίλων/Φιλική Εταιρεία».[4]

Περισσότερες πληροφορίες για τη διαμονή και τον χρόνο παραμονής του Τσακάλωφ στη γαλλική πρωτεύουσα δεν γνωρίζουμε, γνωρίζουμε όμως – χωρίς να είναι γνωστά τα ακριβή αίτια της επανόδου του – ότι το 1814 βρίσκεται στην Οδησσό της Ρωσίας, όπου θα συναντηθεί με τους δύο άλλους πρωτεργάτες της ίδρυσης της Φιλικής Εταιρείας.

Οι τρείς Έλληνες πατριώτες, πιθανότατα το καλοκαίρι του 1814, ίδρυσαν τη Φιλική Εταιρεία, στην ίδρυση της οποίας οι τεκτονικές γνώσεις του Ξανθού, η επαφή του Τσακάλωφ με ανάλογες κινήσεις στο Παρίσι και ο ενθουσιασμός του Σκουφά ενήργησαν συμπληρωματικά για τη σημαντική για τον ελληνισμό ανάδειξη και δράση της συνωμοτικής αυτής οργάνωσης, που ανέλαβε να προετοιμάσει και οδηγήσει τους Έλληνες προς την εθνική χειραφέτηση, χωρίς αναφορές στη βοήθεια κάποιας μεγάλης δύναμης αλλά με γνώση της ευρωπαϊκής πολιτικο-στρατιωτικής πραγματικότητας και πίστη στις γηγενείς ελληνικές δυνατότητες.

 

Η Εταιρεία ανέλαβε να προετοιμάσει και

οδηγήσει τους Έλληνες προς την εθνική

χειραφέτηση, χωρίς αναφορές στη βοήθεια

κάποιας μεγάλης δύναμης

αλλά με γνώση της ευρωπαϊκής

πολιτικο – στρατιωτικής

πραγματικότητας και πίστη

στις γηγενείς ελληνικές δυνατότητες.

 

Είναι γεγονός ότι ένα είδος ιστοριογραφίας απασχολήθηκε πολύ με το να εντοπίσει ποιος από τους τρείς Έλληνες πατριώτες είχε πρώτος την ιδέα της ίδρυσης της Φιλικής Εταιρείας, πράγμα, βέβαια, που συνδέεται και με της μετεπαναστικές αλλά και πολύ πιο πρόσφατες τοπικές φιλοδοξίες να αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος τόπος, από τον οποίο προήλθε ο πρωτεργάτης της ίδρυσης, διαθέτει κάποια χαρακτηριστικά που δεν διαθέτουν οι άλλοι και βέβαια απαιτεί και ανάλογα οφέλη. Στον αντίποδα της προσέγγισης αυτής, η οποία άλλωστε καμιά σημασία ιδιαίτερη δεν έχει, βρίσκουμε εδώ την ευκαιρία να παραθέσουμε την οξυδερκή παρατήρηση του Βασίλη Παναγιωτόπουλου που επισημαίνει τούτα τα σημαντικά, κατά τη γνώμη μας:

 

«Τα βιογραφικά των τριών ιδρυτών έχουν ξεχωριστό ενδιαφέρον, όχι βέβαια γιατί φανερώνουν μεγάλες προσωπικές σταδιοδρομίες αλλά ακριβώς για το αντίθετο: γιατί δείχνουν ότι η ιδέα της εθνικής απελευθέρωσης είχε γίνει οικεία σε κοινωνικά στρώματα μεσαίας οικονομικής εμβέλειας και κοινωνικού κύρους, τα οποία αποδείχθηκε μάλιστα ότι ήταν τα καταλληλότερα να ξεκινήσουν και να οργανώσουν μια εθνική επανάσταση. Πράγματι, το γεγονός ότι οι πρώτοι Φιλικοί δεν σχετίζονταν με τον ισχυρότερο τότε κρατικό-διοικητικό μηχανισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δεν ήσαν δηλαδή στελέχη των εκκλησιαστικών ή των κοινοτικών θεσμών των ορθοδόξων, ο δε προσωπικός τους πλούτος, κυρίως για όσους ζούσαν στη διασπορά, δεν ήταν τόσος ώστε να τους δημιουργεί αξεπέραστες αναστολές, αποδείχθηκε ότι λειτούργησαν ως πλεονεκτήματα για την επαναστατική τους ενεργητικότητα».[5]

Οι τρείς, λοιπόν, Έλληνες ιδρύουν τη Φιλική Εταιρεία και στο πλαίσιο της συνωμοτικής δράσης τους ο Αθανάσιος Τσακάλωφ έλαβε τα αρχικά Α Β, ο Σκουφάς τα αρχικά Α Γ και ο Ξάνθος τα Α Δ, αργότερα Α Θ. Στο αμέσως επόμενο διάστημα από την ίδρυση της Εταιρείας οι τρείς  άνδρες δεν έπραξαν κάτι το σημαντικό. Ο Σκουφάς και ο Ξάνθος είχαν άμεσες και πιεστικές βιοποριστικές ανάγκες, ενώ ο Αθανάσιος Τσακάλωφ δεν γνωρίζουμε να ασκεί κάποιο επάγγελμα και φαίνεται πολύ πιθανό ότι ο πατέρας του, όντας εύπορος γουνέμπορος στη Μόσχα, πρέπει να φροντίζει και για τη συντήρηση του γιου του, που εξακολουθεί στη γραμμή των μακροχρόνιων σπουδών να μην ασχολείται με τίποτα το συγκεκριμένο. Πάντως τον Οκτώβριο του 1814 ο Τσακάλωφ συνοδεύει τον Σκουφά στο ταξίδι της Μόσχας, που γι’ αυτόν αποτελεί, άλλωστε, επιστροφή κοντά στην οικογένεια του, ενώ ο Ξάνθος από την Οδησσό όπου βρισκόταν θα κινήσει για την Κωνσταντινούπολη τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, όπου βρίσκεται η οικογένεια του. Έτσι ο Σκουφάς και ο Τσακάλωφ θα βρεθούν μαζί στη Μόσχα, όπου στην ουσία δεν ασκούν καμιά επαγγελματική δραστηριότητα – αφού, όπως γνωρίζουμε, τότε ακριβώς και ο Σκουφάς ανέστειλε κάθε ενασχόληση του με το εμπόριο – αλλά αρχίζουν να εντείνουν τη δράση τους ως Φιλικοί.

Με άλλα λόγια εδώ τελειοποίησαν το τυπικό της κατήχησης των μελών, που είχαν οι τρείς τους πρωτοσχεδιάσει στην Οδησσό, και οριστικοποίησαν το όνομα της Εταιρεία. Εδώ εξάλλου έκαναν και την πρώτη κατήχηση, με τη μύηση στους σκοπούς της του σπουδαστή στο Παρίσι Γεωργίου Σέκερη, νεότερου αδελφού των μεγαλεμπόρων Παναγιώτη και Αθανασίου Σέκερη, εγκατεστημένων στην Κωνσταντινούπολη και στην Οδησσό αντίστοιχα.

Σφραγίδα της μυστικής Αρχής της Εταιρείας. Τα γράμματα αντιστοιχούν στα αρχικά των κύριων ονομάτων των Αρχηγών της Εταιρείας, στα οποία προτάσσεται του Καποδίστρια: Ι: Ιωάννης Καποδίστριας, Α: Άνθιμος Γαζής, Α: Αθανάσιος Τσακάλωφ, Π: Παναγιώτης Σέκερης, Ν: Νικόλαος Σκουφάς, Ε: Εμμανουήλ Ξάνθος, Π: Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, Α: Αντώνιος Κομιζόπουλος, Α: Αθανάσιος Σέκερης. Το γράμμα Ε αντιστοιχεί στη λέξη Ελλάς.

Εφεξής η δράση της Εταιρείας περιστρέφεται κυρίως γύρω από τις ενέργειες, τις πρωτοβουλίες και τη δράση του Νικ. Σκουφά και του Εμμ. Ξάνθου. Αντίθετα, το όνομα του Τσακάλωφ δεν παρουσιάζεται πολύ συχνά, αναδεικνύοντας μία φυσιογνωμία πολύ χαμηλών τόνων, σύνεσης και ίσως συγκρατημένα διστακτικότητας. Όπως και να έχουν τα πράγματα, το 1816 ο Σκουφάς από τη Μόσχα θα επιστρέψει στην Οδησσό και από τα ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας θα παραμείνει στη ρωσική πρωτεύουσα μόνο ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, αλλά συντροφιά με ένα άλλο σημαντικό στέλεχος που είχε εν τω μεταξύ κατηχηθεί, τον μεγαλέμπορο Αντώνιο Κομιζόπουλο από τη Φιλιππούπολη, που είχε πάρει και τα αρχικά Α Ε.

Οι δυό τους έλαβαν μέρος στο επεισόδιο του Νικ. Γαλάτη, όταν ο τελευταίος έφθασε στη Μόσχα, κατευθυνόμενος προς την Πετρούπολη για τη συνάντηση με τον Ιω. Καποδίστρια. Εξάλλου, οι δύο Φιλικοί υποδέχθηκαν στη Μόσχα και τους γνωστούς μας οπλαρχηγούς Ι. Φαρμάκη, Ηλία Χρυσοσπάθη, Παναγιώτη Δημητρόπουλο καθώς και τον Αναγνώστη Παπαγεωργίου (Αναγνωσταρά), που εν τω μεταξύ κατηχημένοι από τον Σκουφά στην Οδησσό κατευθύνονταν και αυτοί προς την Πετρούπολη για να διεκδικήσουν τις αμοιβές τους για τις υπηρεσίες που είχαν προσφέρει στον ρωσικό στρατό και εν συνεχεία να αναδειχθούν σε δραστήρια στελέχη της Εταιρείας.

Τον Αθανάσιο Τσακάλωφ ακολούθως θα τον συναντήσουμε και πάλι στην Οδησσό στις αρχές Ιουλίου 1817, όπου τον κάλεσε ο Νικόλαος Σκουφάς για να συσκεφθούν για το μέλλον της Φιλικής Εταιρείας. Στη σύσκεψη αυτή φαίνεται ότι κρίθηκε το μέλλον της Εταιρείας, καθώς ο Σκουφάς διαπίστωσε ότι το έως τότε έργο ήταν πενιχρό, ότι έπρεπε η έδρα της Εταιρείας να μεταφερθεί σε τουρκικό έδαφος και να αρχίσουν συστηματικές κατηχήσεις και γενικά καλύτερη οργάνωση του αγώνα. Όπως αναφέρει ο Εμμ. Ξάνθος στα Απομνημονεύματά του ο Τσακάλωφ αντέδρασε στα σχέδια αυτά του Σκουφά και μάλιστα έφθασε στο σημείο να ζητήσει ακόμα και την αναστολή της δράσης τους ή καλύτερα να σταματήσουν τις μυήσεις και να διερευνήσουν πως είναι τα πράγματα στη Ρούμελη και στον Μοριά. Ωστόσο, παράλληλα, συμφωνούσε ότι έπρεπε βασικά στελέχη της Εταιρείας να μετακινηθούν προς την Κωνσταντινούπολη για τον καλύτερο συντονισμό της δράσης τους.

Στην εξέλιξη των πραγμάτων ο Τσακάλωφ θα εγκαταλείψει την Οδησσό και θα κατευθυνθεί προς την Κωνσταντινούπολη, όπου θα φθάσει τον Οκτώβριο ή τον Δεκέμβριο του 1817 και θα επανασυνδεθεί με τον Εμμ. Ξάνθο, ο οποίος, όπως γνωρίζουμε βρισκόταν ήδη εκεί από καιρό μαζί με την οικογένεια του. Παραδίδεται μάλιστα η πληροφορία, ότι φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Σκουφά. Μαζί με τον Τσακάλωφ θα ταξιδεύσουν ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος και ο Χριστόδουλος Λουριώτης, ενώ τον Απρίλιο του επομένου έτους (1818) θα φθάσει και ο Νικόλαος Σκουφάς, και έτσι όλος σχεδόν ο ηγετικός πυρήνας της Φιλικής Εταιρείας θα βρεθεί στην πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ο Ξάνθος, ο μόνος από τους τρείς ιδρυτές της Εταιρείας που άφησε γραπτά κατάλοιπα, μας παραδίδει ότι στον Τσακάλωφ, ως ειδήμονα της ρωσικής γλώσσας, έγινε αρχικά η πρόταση να μεταβεί στην Πετρούπολη και να προσπαθήσει αυτός να πείσει τον Ιωάννη Καποδίστρια να αναλάβει την ηγεσία της Εταιρείας αλλά ο, κατά τον Φιλήμονα, «εχέμυθος, σκεπτικός πάντοτε και πάσαν επίδειξιν αποφεύγων» Τσακάλωφ αρνήθηκε, με αποτέλεσμα να ακολουθήσουν οι διαδοχικές άκαρπες προσπάθειες του Νικ. Γαλάτη και του Εμμ. Ξάνθου. Ο Τσακάλωφ, εξάλλου, πάντα κατά τη μαρτυρία του Ξάνθου, δεν δέχθηκε να μεταβεί ούτε στις Μηλιές για να συναντήσει τον Άνθιμο Γαζή και να λάβει το συστατικό γράμμα, με το οποίο ήταν απαραίτητο να εφοδιασθεί όποιος θα έπαιρνε το δρόμο για την Πετρούπολη με τη δικαιολογία ότι «…προλαβόντως ων εκεί παρετηρήθη από τους τα σκαλώματα εκείνων των μερών Αρβανίτες του Αλή πασά φυλάττοντας».

Πιθανώς στην αναφορά αυτή γίνεται υπόμνηση κάποιου παλαιού ταξιδιού του Τσακάλωφ στη Θεσσαλία.[6]

Παρά τα γραφόμενα του Ξάνθου για την άρνηση του Τσακάλωφ να κινήσει για το Πήλιο και τον Άνθιμο Γαζή είναι διαπιστωμένο ότι τελικά μετά την άφιξη του στην Κωνσταντινούπολη και τις συσκέψεις με τα άλλα μέλη της Φιλικής Εταιρείας που είναι ευνόητο ότι έλαβαν χώρα, ο Τσακάλωφ την άνοιξη του 1818 θα ταξιδέψει στο Πήλιο και συγκεκριμένα στις Μηλιές, όπου θα συναντήσει τον Άνθιμο Γαζή και θα ανταλλάξουν ιδέες για τη Φιλική Εταιρεία. Από εκεί ο Τσακάλωφ πήρε το δρόμο για τη Σμύρνη και μάλιστα από τα μέρη αυτά θα γράψει προς τον Εμμ. Ξανθό τέσσερες επιστολές.[7] Από τις  επιστολές αυτές αντλούμε αρκετά στοιχεία για τις κινήσεις του καθώς και το όνομα του Δημητρίου Μαργαρίτη, στο σπίτι του οποίου ο Τσακάλωφ διέμεινε στο διάστημα της παραμονής του στην πρωτεύουσα της Ιωνίας.

Λίγες μέρες πριν από τον θάνατο του Νικολάου Σκουφά (31 Ιουλίου 1818) ο Αθανάσιος Τσακάλωφ θα επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη και θα παραστεί στην οδυνηρή στιγμή του οριστικού αποχαιρετισμού του ενός από τους τρείς πρωταγωνιστές της Οδησσού του 1814. Εφεξής τον ηγετικό πυρήνα της Εταιρείας θα αποτελέσουν οι Εμμανουήλ Ξάνθος, Αθανάσιος Τσακάλωφ και Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, τους οποίους βέβαια θα συνδράμει με κάθε τρόπο ο Παναγιώτης Σέκερης.

Αθανάσιος Τσακάλωφ, Νικόλαος Σκουφάς, Εμμανουήλ Ξάνθος. Οι ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας. Οδησσός, 1814. Ως ημέρα της ιδρύσεως της Φ. Ε. Καθιερώθηκε η 14η Σεπτεμβρίου. Ξυλογραφία, έργο Βάσου Φαληρέα, 1970. Συλλογή χαρακτικών ΕΙΜ.

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε ότι είναι πολύ ενδιαφέροντα τα στοιχεία τα οποία καταχωρίζονται σε κατάστιχο του Π. Σέκερη, στο οποίο καταγράφονται, ανάμεσα στα άλλα, και τα ποσά που ο φιλογενής έμπορος καταβάλλει σε διάφορους Φιλικούς, ανάμεσα τους βέβαια και ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, για τον οποίο υπάρχουν αρκετές καταχωρίσεις για τα έτη 1818 και 1819, δηλαδή ακόμη και όταν αυτός βρίσκεται πλέον στην Πίζα.[8]

Όπως έχει παρατηρηθεί από την άνοιξη έως το φθινόπωρο (Σεπτέμβριος) του 1818 παρατηρείται μία υποπερίοδος αξιόλογης δράσης της Εταιρείας.[9] Σημειώσαμε ήδη τα ταξίδια του Τσακάλωφ στο Πήλιο και τη Σμύρνη, τη μύηση του Παναγιώτη Σέκερη στην Κωνσταντινούπολη και έχουμε αναφέρει την οργάνωση του συστήματος των «αποστόλων» και τις περιοδείες τους σε πολλά σημεία του ελλαδικού χώρου για την καλύτερη οργάνωση και τον συντονισμό της δράσης της Φιλικής Εταιρείας. Στη γραμμή αυτή επίσης θα αναληφθεί και η προσπάθεια να πεισθεί να αναλάβει την ηγεσία της Εταιρείας ο Ιωάννης Καποδίστριας, προσπάθεια που είχε ως κύριο εκφραστή της τον Εμμανουήλ Ξάνθο. Γνωρίζουμε όμως ότι πριν από την προσπάθεια αυτή είχε προηγηθεί εκείνη του Νικόλαου Γαλάτη το 1816.

Ωστόσο, η περίπτωση του Νικόλαου Γαλάτη, με τις ανεξήγητες, για τα περισσότερα μέλη της  Εταιρείας, πράξεις του έχει φθάσει σε οριακό σημείο, καθώς βρισκόταν ιδεολογικά και πρακτικά έξω από τον οργανωτικό σχεδιασμό των επικεφαλής της Εταιρείας. Ο Γαλάτης φανταζόταν την Εταιρεία, όπως παρατηρεί και πάλι ο Βασ. Παναγιωτόπουλος, ως μια πολιτιστική Εταιρεία, όπως η «Φιλόμουσος Εταιρεία» των Αθηνών ή τη Βιέννης,  η δράση της οποίας θα προετοίμαζε την πολιτική αλλαγή, που θα πραγματοποιούνταν όμως με τη βοήθεια των όπλων μιας μεγάλης ευρωπαϊκής δύναμης.[10]

Είχαμε την ευκαιρία να επισημάνουμε και σε άλλο σημείο ότι αυτό το σχήμα ήταν πλέον έξω από την πολιτική και τα σχέδια της Φιλικής Εταιρείας και κατά συνέπεια ήταν αναμενόμενο, μετά από την πρόσκληση του Γαλάτη το 1818 στην Κωνσταντινούπολη και την κατανόηση των αντιλήψεων του, αυτός να θεωρηθεί πολύ επικίνδυνος για την Εταιρεία σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που να αποφασισθεί ο θάνατός του.

Στην υλοποίηση του σχεδίου της φυσικής εξόντωσης του Νικ. Γαλάτη ο Αθανάσιος Τσακάλωφ φαίνεται ότι έπαιξε καθοριστικό ρόλο, όπως  καταδεικνύει η εξέλιξη των πραγμάτων. Συγκεκριμένα, με το πρόσχημα των αποστολών σε διάφορα μέρη του ελληνικού χώρου που ανέλαβαν διάφορα στελέχη της Εταιρείας, ο Γαλάτης θα πεισθεί να ακολουθήσει τον Τσακάλωφ στο συνωμοτικό ταξίδι προς τα μέρη της Πελοποννήσου και ειδικότερα στο ταξίδι προς τη Μάνη.

Πράγματι, το συγκεκριμένο ταξίδι θα αρχίσει στις αρχές του Δεκεμβρίου 1818 – διαθέτουμε δύο επιστολές του Παναγ. Σέκερη, της 5ns και 7ns Δεκεμβρίου 1818 αντίστοιχα,[11] από τις οποίες εμφαίνεται ότι ο Τσακάλωφ έχει κιόλας αναχωρήσει από την Πόλη – και για τον Γαλάτη θα έχει την οριστική κατάληξή του στις αρχές Φεβρουαρίου 1819 στην Ερμιονίδα, όπου θα δολοφονηθεί από τον επίσης συμμέτοχο στο ταξίδι αυτό Παναγιώτη Δημητρόπουλο.

Λεπτομερές για τη δολοφονία του Γαλάτη παραδίδονται αρκετές, με τις οποίες επιχειρείται να γίνει ακριβής παράσταση του γεγονότος: πως χτυπήθηκε ο Γαλάτης, πως προσπάθησε να αντιδράσει, τι έκανε τη δεδομένη στιγμή ο Τσακάλωφ, πράγματα, άλλωστε, τα οποία είναι αναμενόμενα, όταν μάλιστα προσδιορίζουν ένα είδος εκκαθάρισης λογαριασμών στο εσωτερικό μιας συνωμοτικής οργάνωσης όπως η Φιλική Εταιρεία.

Πέρα όμως από όλα αυτά που συνέβησαν όπως συνέβησαν, το γεγονός είναι – και η δολοφονία του Γαλάτη το αποδεικνύει περίτρανα – ότι η Εταιρεία, όπως παρατηρεί και ο Βασ. Παναγιωτόπουλος, «κράτησε τον αρχικό αυστηρό της χαρακτήρα των μεγάλων πατριωτικών ιδανικών, που συνεχώς καλλιεργούσαν το πνεύμα της θυσίας και που στάθηκε απαραίτητο συστατικό της παράτολμα επαναστατικής εκτίναξης… ελευθεριότητες τύπου Γαλάτη δεν είχαν θέση στο σκληρό παιχνίδι της επαναστατικής συνωμοσίας».[12]

Από τα γράμματα του Παναγ. Σέκερη, που μόλις αναφέρθηκαν, φαίνεται η ιδιαίτερη εκτίμηση που τρέφει αυτός για τον Τσακάλωφ, καθώς και η σημασία που έχει για την επιτυχία των σκοπών της Φιλικής Εταιρείας («να δώσετε ακρόασιν εις τους λογισμους του… να τον φυλάξετε ως κόρην οφθαλμού»), ενώ η ανησυχία του Σέκερη για την τύχη του Τσακάλωφ κορυφώνεται σε δύο άλλες επιστολές του της ίδιας μέρας (10η Φεβρουαρίου 1819) προς τον Γκίκα Γκιώνη και τον Παναγιώτη Μπελλόπουλο αντίστοιχα, επειδή, όπως γράφει στην πρώτη, «Εκ φήμης εμάθαμεν ότι εδολοφονήθη ο Αθανάσιος Τσακάλωφ εις την αντίκρυ σας στερεάν. Μεγάλην λύπην επροξένησεν εις όλους τους ενταύθα ευρισκομένους… Άμποτες να μην είναι αληθινόν και να μας χαροποιήσετεν με πρώτον ότι είναι έξω κινδύνου».[13]

Πράγματι, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ δεν δολοφονήθηκε, αλλά αφού έλαβε μέρος στη δολοφονία του Γαλάτη συνεχίζει το ταξίδι της συνωμοτικής δράσης. Έχουμε κάποιες πληροφορίες ότι μετά το επεισόδιο Γαλάτη, βρέθηκε στις Σπέτσες, στην Ύδρα και αργότερα στη Μάνη, αλλά και στην Καλαμάτα, πριν πάρει τον δρόμο για την Ιταλία, και συγκεκριμένα την Πίζα, όπου θα βρεθεί την άνοιξη του 1819. Μάλιστα, όπως μας πληροφορεί άλλη επιστολή του Σέκερη της 14ης Μαρτίου 1819, ο ίδιος ο Τσακάλωφ έγραψε στον φίλο του, από τη Βενετία, δύο επιστολές στις 6 και 9 Φεβρουαρίου 1819 αντίστοιχα, οι οποίες για τον Σέκερη σηματοδοτούν παράλληλα και τη διάψευση της φημολογίας για τη δήθεν δολοφονία του Τσακάλωφ στην Πελοπόννησο.[14]

Η μετακίνηση αυτή του Τσακάλωφ σημειώνεται και σε επιστολή του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου (υπό το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωάννου), ο οποίος γράφοντας προς τον Εμμ. Ξάνθο από το Ιάσιο στις 7 Μαΐου 1819 σημειώνει: «… με λέγει [ο Παναγιώτης Σέκερης] ότι ο αβ [= Αθ. Τσακάλωφ] απέρασεν εις Τριέστιον και εκείθεν τον ετράβιξαν έως  τρεις [χιλιάδες] γρόσια ας και επλήρωσεν». Εξάλλου και ο ίδιος ο Εμμ. Ξάνθος στα Απομνημονεύματά του θεωρεί την απομάκρυνση του Τσακάλωφ επιβεβλημένη, λόγω ακριβώς της δολοφονίας του Νικ. Γαλάτη, και προς αυτή την κατεύθυνση πίεσε και ο ηγεμόνας της Μάvnς Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης «προς αποφυγήν ενδεχομένων κίνδυνων, ως εκ της   ανακαλύψεως ότι οι φονείς κατέφυγον εκεί και της μελετώμενης επαναστάσεως…».[15]

Μέσω Τεργέστης, λοιπόν, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ θα φθάσει στην Τοσκάνη και συγκεκριμένα στην Πίζα, όπου θα έλθει σε επαφή και θα μυήσει στην Εταιρεία σημαντικές προσωπικότητες, όπως τον Ιγνάτιο, μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τον Κωστάκη Καρατζά, γιο του ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας Ιωάννη Καρατζά.

Κάρτα μέλους της Φιλικής Εταιρείας.

Στο σημείο αυτό, ο Νικόλαος Υψηλάντης αναφέρει στα Απομνημονεύματά του που ακολουθεί και ο Ιω. Φιλήμονας στο Δοκίμιό του για τη Φιλική Εταιρεία, ότι ο Τσακάλωφ διέλυσε μια άλλη Εταιρεία που είχε ιδρύσει ο γνωστός Φιλικός και μετέπειτα αγωνιστής Ηλίας Χρυσοσπάθης.[16] Η πληροφορία αυτή, παρά τις λεπτομερές που παραθέτει ο Υψηλάντης, δεν διασταυρώνεται από καμιά άλλη πηγή, ενώ και η εν γένει δράση του Χρυσοσπάθη δεν φαίνεται να την αιτιολογεί.

Ο Αθανάσιος Τσακάλωφ παρέμεινε στην Ιταλία σχεδόν επί δύο χρόνια, αλλά δεν έχουμε πληροφορία ότι έπραξε κάτι το σημαντικό. Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι έκανε κάποιες περιοδείες στις ιταλικές πόλεις, όπως π.χ. στο κοντινό στην Πίζα Λιβόρνο, όπου τον βρίσκουμε στις 19 Ιουλίου 1819 να δανείζεται 100 ισπανικά τάλληρα, υπογράφοντα τη σχετική απόδειξη σε βάρος τού πάντα πρόθυμου να ενισχύσει το έργο της Φιλικής Εταιρείας Παναγιώτη Σέκερη, υπογράφοντας μάλιστα με το πρώτο όνομα του Αθανάσιος Φόρου.[17]

Στις 13 Αυγούστου του ίδιου έτους ο Τσακάλωφ θα λάβει επιστολή του Παναγ. Σέκερη, με την οποία αυτός τον ενημέρωσε για τις κινήσεις των άλλων συντρόφων (Εμμ. Ξάνθου, Παναγ. Αναγνωστόπουλου: ο πρώτος ετοιμαζόταν για το ταξίδι της Πετρούπολης και τη συνάντηση με τον Καποδίστρια, ο άλλος δρούσε στη Μολδοβλαχία), βεβαιώνοντας, με τον τρόπο αυτό, ότι τα ανώτατα στελέχη της Εταιρείας διασκορπισμένα σε διάφορα σημεία ενεργούσαν υπέρ των σκοπών της Εταιρείας ανεξάρτητα, αλλά με βάση ένα κεντρικό σχεδιασμό. Στο ίδιο γράμμα είναι ενδεικτική της συνεισφοράς του Παναγ. Σέκερη η παρότρυνση του στον Αθανάσιο Τσακάλωφ: «Κάμε του λόγου σου κουράγιο και οικονομία, διατί μέχρι της ώρας ταύτης άλλον ένα Σέκερην δεν απήντησα. Θυμήσου πόσα εβγήκαν από εμένα και κρίνε αν είμαι εις κατάστασιν να ανθέξω». Φυσικά και η οικονομική κατάσταση του Τσακάλωφ δεν είναι καθόλου καλή, γι’ αυτό και πάλι ο καλός Σέκερης είναι έτοιμος, όπως του γράφει, να του στείλει 1000 γρόσια: «Ο Μαρτάκης [=Τσακάλωφ] καταταλανίζεται διά την υστέρησιν των αναγκαίων, του οποίου σου είπα πως του έγραψα να μου τραβήξη ή να του εμβάσω γρόσια χίλια».[18]

Οι επόμενες, αποσπασματικές οπωσδήποτε, πληροφορίες που έχουμε για τον Τσακάλωφ είναι ένα γράμμα του πατέρα του της 12ns Σεπτεμβρίου 1819, ο οποίος γράφει προς τον Ξάνθο, καθώς αυτός ετοιμάζεται να κινήσει προς τη Μόσχα κατευθυνόμενος προς την Πετρούπολη, ενώ από μία άλλη επιστολή του Αντώνιου Κομιζόπουλου της 7ns Οκτωβρίου 1819, πάλι προς τον Ξάνθο, κερδίζουμε ένα από τα ψευδώνυμα του Τσακάλωφ (Αναστάσιος Βασιλείου) αλλά και την πληροφορία ότι δεν έχει ειδήσεις του από την Ιταλία. Μία ακόμη σημαντική επιστολή του Παναγιώτη Σέκερη αποστέλλεται προς τον Αθανάσιο Τσακάλωφ στις 12 Δεκεμβρίου 1819 με προορισμό το Λιβόρνο.[19] Στην τελευταία επιστολή του ο Σέκερης αναφέρει ότι ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος, χωρίς να «ήτο δίκαιον» βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη, ενώ αναφέρεται και σε μια ολόκληρη σειρά πληροφοριών σχετικά με τις κινήσεις διαφόρων προσώπων της Φιλικής Εταιρείας, πληροφορούμαστε έτσι ότι ο Αθαν. Τσακάλωφ υπήρξε ο ενδιάμεσος ώστε να γνωρίσει ο Παναγ. Σέκερης τον Αλ. Μαυροκορδάτο, προς τον οποίο απευθύνει και δύο επιστολές του.

 

Ο Αντώνιος Κομιζόπουλος

είναι εκείνος που

βρίσκεται πιο κοντά

στον Τσακάλωφ, αφού σε

κάθε επιστολή του

θα αναφερθεί

σε εκείνον ανησυχώντας

για τη σιωπή του

είτε ενδιαφερόμενος

για τις πράξει και

τις σκέψεις του

ως στελέχους

της Ανωτάτης Αρχής

 

Πολύ γρήγορα (Απρίλιος 1820) εξάλλου θα φθάσει στην Πίζα από τις Ηγεμονίες και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος και κατά συνέπεια δύο από τα ηγετικά στελέχη της Εταιρείας θα βρεθούν μαζί για ένα διάστημα. Για τη δράση τους στον κύκλο των σημαντικών Ελλήνων της Πίζας δεν είναι γνωστά πολλά πράγματα, ενώ ο Φιλήμων τους φέρει να είναι αντίθετοι στην ανάληψη της αρχηγίας της Εταιρείας από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη.[20] Όπως και έχουν τα πράγματα  όμως, είναι γεγονός ότι παραμένοντας στην Ιταλία βρίσκονται κάπως μακριά από το κέντρο των εξελίξεων που αυτή την εποχή σημειώνονται στη Ρωσία, αρχικά με την πρόταση στον Καποδίστρια και την άρνηση του να αναλάβει την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας, και την αποδοχή εν συνεχεία από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη της αρχηγίας.

Ωστόσο, παρατηρώντας λίγο πιο προσεκτικά τα γραπτά του Εμμ. Ξάνθου αποκομίζουμε τη βεβαιότητα ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο υπάρχει μια συνεχής επικοινωνία μεταξύ των ανωτάτων στελεχών της Εταιρείας. Προς αυτή την κατεύθυνση είναι αποκαλυπτικές δύο επιστολές των πρωταγωνιστών: η μία είναι του Παναγιώτη Σέκερη από την Κωνσταντινούπολη προς τον Εμμ. Ξάνθο, από την οποία κερδίζουμε και ένα ακόμη ψευδώνυμο του Τσακάλωφ (Μαρτάκης) αλλά και τη σπουδαία πληροφορία ότι ο Ξάνθος αλληλογραφεί με τον Τσακάλωφ μέσω του Σέκερη.[21]

Αλέξανδρος Υψηλάντης, Εθνικό Ημερολόγιο Βρεττού, Παρίσι (1862).

Την άλλη επιστολή υπογράφει ο Αντώνιος Κομιζόπουλος στις 12 Μαρτίου 1820 από τη Μόσχα και την απευθύνει και (Απρίλιος 1820) πάλι προς τον Ξάνθο που δίνει μάχη στην Πετρούπολη, αναζητώντας επίμονα τον επόμενο αρχηγό της Εταιρείας. Αλλά ο ίδιος ο Κομιζόπουλος αποστέλλει από τη Μόσχα και άλλη επιστολή μετά από τρεις μήνες ( 15 Μαρτίου 1820) και πάλι προς τον Ξάνθο,[22]  από την οποία πληροφορούμαστε ένα ακόμα ψευδώνυμο του Τσακάλωφ (Αγγελής Βοστηνλής) αλλά και πιο σημαντικά πράγματα: δηλαδή ότι ο Τσακάλωφ δεν έβλεπε με καλό μάτι την ανάληψη της αρχηγίας της Εταιρείας από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη: «…από την απόκρισιν οπού μας λέγεται ότι τους έκαμεν ο Ευεργετικός [Ιω. Καποδίστριας], συμπερένωμεν την κρυότητά του, όμως όλον δεν απελπιζώμεθα εις το να συνενεύση, μ’ όλον τούτο σας λέγωμεν, αν εις  όλην την αυτού διατριβήν ας ιδήται ότι αδύνατον να στέρξη να συνεργίση και μήτε ελπίς μένει, τότε αδελφέ άφευκτα πρέπει να έρθεις εδώ, διά να ομηλήσωμεν και σκευθώμεν τι πρέπει να ακολουθήσωμεν, ότι η αποφασίς μας είναι στερεά να μην παρατιθώμεν από τα δίκαιά μας». Γενικά μπορούμε να επισημάνουμε ότι ο Αντώνιος Κομιζόπουλος είναι εκείνος που βρίσκεται πιο κοντά στον Τσακάλωφ, αφού σε κάθε επιστολή του θα αναφερθεί σε εκείνον είτε ως παραλήπτη κάποιας επιστολής του είτε ανησυχώντας για τη σιωπή του είτε ενδιαφερόμενος για τις πράξεις  και τις σκέψεις του ως στελέχους της Ανωτάτης Αρχής.[23]  Άλλωστε αυτό το ομολογεί και  ο ίδιος σε επιστολή του της 1ης Απριλίου 1820 προς τον Ξάνθο που βρίσκεται στην Πετρούπολη: «αδελφέ… τη αλήθεια σε λέγω, ότι ο Μαρτάκης [Αθ. Τσακάλωφ] και συ είσαι ο πλέον πλησίον μου…».[24]

Όπως έχουμε αναφέρει κιόλας, δεν γνωρίζουμε πολλές λεπτομέρειες για τη δράση του Αθανάσιου Τσακάλωφ στην Ιταλία και συγκεκριμένα στην Πίζα. Ωστόσο, με την έκδοση του Αρχείου Ξάνθου από την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια, κάποια νέα στοιχεία ήλθαν στην επιφάνεια. Έτσι από επιστολή και πάλι του Αντ. Κομιζόπουλου της 15ns Απριλίου 1820 από τη Μόσχα προς τον Εμμ. Ξάνθο, έχουμε την ευκαιρία να πληροφορηθούμε τα παρακάτω στοιχεία για τη δράση του Τσακάλωφ: «Η στενή φιλία την οποία έχετε με τους αυτού ελθόντες άρχοντες με ευφραίνει, και μάλλον, ότι αυτοί είναι μέλη της εταιρείας, φαίνεται ο Μαρτάκns έκαμε πολλάς καλάς σπεκουλάτζαις, πλην άπορον πώς δεν γράφει το περί των έργων του…».[25]

Τον Μάιο του 1820, όπως γνωρίζουμε και πάλι από γράμματα προς τον Ξανθό (από αυτά κερδίζουμε επιπλέον και άλλα δυο ψευδώνυμα του Τσακάλωφ, «Βασιλίδης» και «Α. P.»), ο Τσακάλωφ βρίσκεται ακόμα στην Ιταλία και έχει έλθει σε επαφή με τον Γεώργιο Σταύρου (Βιέννη) και τον Μοσπινιώτη του Λιβόρνου αλλά γενικά δεν έχει αποκαταστήσει στενή επαφή με τους συντρόφους της Ανατολής.[26] Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι σε τρεις επιστολές που στέλνει ο Αντώνιος Κομιζόπουλος τον Μάιο και τον Ιούνιο, όταν φθάσει στο σημείο να κάνει λόγο για τον Μαρτάκη [= Αθ. Τσακάλωφ] σημειώνει πανομοιότυπα: «από τον Μαρτάκην ούτε φωνή ούτε ακρόασις».

Ωστόσο, μόλις τα γεγονότα οδηγούν προς περισσότερο αποφασιστικές ενέργειες και στην ουσία μετά την ανάληψη της αρχηγίας της Φιλικής Εταιρείας από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο Αθαν. Τσακάλωφ και ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος θα ειδοποιηθούν να μετακινηθούν προς τις Ηγεμονίες. Είναι η εποχή (αρχές Οκτωβρίου 1820) που έλαβαν χώρα οι αποφασιστικές συσκέψεις στο Ισμαήλιο της Βεσσαραβίας, που θα οδηγήσουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, και παρά την αρχική σύγχυση που επικράτησε, στην έναρξη της Επανάστασης. Μετά από τις συσκέψεις αυτές ο Ξάνθος θα ειδοποιήσει τον Αναγνωστόπουλο και τον Τσακάλωφ να κινηθούν προς το Κισνόβι. Ωστόσο, από τους δύο πρωταγωνιστές ο πρώτος θα καταφέρει να φθάσει μόνο στο Βουκουρέστι στα τέλη του Δεκεμβρίου 1820, ενώ ο Τσακάλωφ δεν θα μπορέσει να φθάσει ούτε στην πρωτεύουσα της Βλαχίας, επειδή, σύμφωνα με κάποιες πηγές, αρρώστησε άσχημα και αναγκάστηκε να παραμείνει για πολλές μέρες στη Βιέννη.[27]

Οι πηγές που αναφέραμε λίγο πριν δεν είναι παρά μία εκτενής επιστολή της 15 Ιανουαρίου 1821 που γράφει ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος από το Βουκουρέστι προς τον Εμμ. Ξάνθο που βρισκόταν τότε στο Κισνόβι. Στην επιστολή αυτή ο Αναγνωστόπουλος, αναφερόμενος και στον Τσακάλωφ, παραθέτει τα σχετικά με την κοινή διαμονή τους στην Ιταλία και για την έλλειψη πληροφόρησης που είχαν σχετικά με τις εξελίξεις των πραγμάτων της Εταιρείας («Το διατί να ευρισκώμεθα εις τοσούτον σκότος, των από το μέρος σας πραγμάτων, τούτο απαιτεί προσωπικήν εντάμωσιν… και… τέλος πάντων μένοντες διά πολύν καιρόν αμφίβολοι, εκρίναμεν αναγκαιότερον να ακολουθήσωμεν, παρά να μείνωμεν εκεί»).

Η πληροφορία αυτή έρχεται να διασταυρωθεί με το «από τον Μαρτάκην ούτε φωνή ούτε ακρόασις» του Αντώνιου Κομιζόπουλου, πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι δύο σύντροφοι της Ιταλίας είχαν μείνει λίγο στο περιθώριο των εξελίξεων, ενώ ακόμη και την απόφαση της επιστροφής του στο επίκεντρο των κρίσιμων γεγονότων ο Αναγνωστόπουλος την παρουσιάζει ως αποτέλεσμα της δικής τους πρωτοβουλίας και όχι σαν εντολή του Ξάνθου να κινηθούν προς τις Ηγεμονίες.

Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας (1765–1828). Λιθογραφία, Lassinus Carolus, Σεβαστιανός Κιάμπη, Il Sogno di Scipione, Πίζα 1816

Μία άλλη εκδοχή για το ίδιο γεγονός έχουμε από μεταγενέστερη επιστολή του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, ο οποίος γράφοντας από το Μεσολόγγι τον Οκτώβριο του 1821 προς τον ευρισκόμενο πλέον στην Πελοπόννησο για τις ανάγκες του αγώνα Δημήτριο Υψηλάντη αναφέρει ότι ο ίδιος και ο Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας πήραν την απόφαση και έστειλαν με έξοδα τους τον Αναγνωστόπουλο και τον Τσακάλωφ από την Πίζα στο Κισνόβι για να προλάβουν το κίνημα του Αλέξανδρου Υψηλάντη.[28] Σύμφωνα με τον Μαυροκορδάτο οι δύο Φιλικοί είχαν την εντολή να συναντήσουν τον Καποδίστρια που βρισκόταν τότε στην Αυστρία για τις ανάγκες της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής – περαιτέρω ο Μαυροκορδάτος αναφέρει ότι ο Τσακάλωφ κατάφερε να συναντήσει τον Καποδίστρια, ο οποίος του κοινοποίησε ότι δεν γνώριζε τίποτα για τις κινήσεις του Αλ. Υψηλάντη και ότι είχε τη βεβαιότητα ότι ο τελευταίος δεν θα ξεκινούσε καμιά στρατιωτική κίνηση. Στη γραμμή της ιδίας πληροφόρησης από τα γραπτά του Μαυροκορδάτου, ο Τσακάλωφ φέρεται να μεταβίβασε τις πληροφορίες αυτές στον ίδιο και βέβαια στον Ιγνάτιο Ουγγροβλαχίας, που ενίσχυσαν τη γνώμη τους για την ασύνετη πολιτική της οικογένειας Υψηλάντη.

Από την τελευταία επιστολή του Αναγνωστόπουλου προς τον Ξάνθο, που αναφέραμε, στην οποία μας πληροφορεί για την αρρώστια του Τσακάλωφ, μαθαίνουμε επιπλέον ότι ο Αναγνωστόπουλος δεν θέλησε να τον εγκαταλείψει σε αυτή την κατάσταση μόνο του στο Βουκουρέστι, γι’ αυτό καθυστέρησαν και οι δύο να φθάσουν, ενώ παράλληλα αναφέρει ότι εν τω μεταξύ έλαβε νεότερε8 ειδήσεις από τον Τσακάλωφ, ότι είχε γίνει καλά και ότι θα κινούσε προς συνάντηση τους.

Μιλήσαμε λίγο πιο πάνω για σύγχυση και βρίσκουμε την ευκαιρία να αναφερθούμε και πάλι σ’ αυτήν παρακολουθώντας από όσο γίνεται πιο κοντά τις κινήσεις του Αθανασίου Τσακάλωφ. Πράγματι, γνωρίζουμε ότι, μολονότι στις συσκέψεις του Ισμαηλίου είχε αποφασισθεί να ξεκινήσει ο αγώνας από την Πελοπόννησο, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης θα αλλάξει γνώμη και κατεύθυνση και θα συγκρουστεί με τις τουρκικές δυνάμεις στο Δραγατσάνι. Τους διαφορετικούς προσανατολισμούς δείχνει και μία επιστολή του Παπαφλέσσα προς τον Εμμ. Ξάνθο της 12ns Νοεμβρίου 1820, όταν ο Γρηγόριος Δικαίος αναφέρει ότι έχει ειδοποιήσει και περιμένει στην Πελοπόννησο, προφανώς για τις ανάγκες του επικείμενου επαναστατικού αγώνα, ανάμεσα στους φίλους και τον Τσακάλωφ: «…ευρίσκομαι εις ανησυχίαν, σήμερον γράφω προς τους φίλους Ιωανήδην και Μαρτάκην, να έλθουν και αυτοί εις τα 2» [Ιωάννιδης είναι ένα από τα συνωμοτικά ψευδώνυμα του Παναγ. Αναγνωστόπουλου, για τον Μαρτάκη μιλήσαμε, ενώ με τον αριθμό 2 στη γλώσσα των Φιλικών δηλώνεται η Πελοπόννησος].

Στον απόηχο των πληροφοριών που προέρχονται από την παραπάνω επιστολή του Μαυροκορδάτου φαίνεται ότι αρχικά επικράτησε μια ψυχρότητα στις σχέσεις Αθαν. Τσακάλωφ και Αλέξ. Υψηλάντη, όταν ο ηπειρώτης Φιλικός θα βρεθεί κοντά στα γεγονότα των Ηγεμονιών. Ο Αλέξανδρος έχει σαφείς ενδείξεις ότι ο Τσακάλωφ βρίσκεται μέσα στο πλαίσιο της αντιυψηλαντικής κίνησης που εκδηλώνεται από τα ελληνικά στοιχεία της Πίζας, προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά και με σαφή διάθεση να επικρατήσει πλέον ομόνοια μεταξύ του Τζούνη και των δύο Φιλικών και όχι μεταξύ Υψηλάντη και Πίζας, μας οδηγεί και μια άλλη επιστολή των ίδιων πάνω-κάτω κρίσιμων ημερών.

Συγκεκριμένα διαθέτουμε την επιστολή που έγραψε από το Κισνόβι στις 21 Ιανουαρίου 1821 ο Νικόλαος Υψηλάντη προς τον Εμμ. Ξάνθο, όπου γίνεται η εξής αναφορά: «Ο Τζακάλοφ και ο Αναγνωστόπουλος έφθασαν προ ημερών εις Βουκουρέστιον και επληροφορήθημεν ότι έρχονται προς αντάμωσίν μας· πλην ο αυτάδελφός μου [Αλέξανδpos Υψηλάντης] ων εις άκρον ευχαριστημέvos από τον Τζούνην και προς ησυχίαν αυτού, διά παλαιάς εχθροπαθείας, σας παρακαλεί να γράψητε προς αυτούς τους δύω, ότι εις το εξής τα παρελθόντα πρέπει να λησμονηθώσι, και να μη αποδεικνύωσι το παραμικρόν πάθος».[29]

Εφεξής οι πηγές για τη δράση του Αθανασίου Τσακάλωφ τουλάχιστον κατά το μέρος που αφορά στα δραματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στις Ηγεμονίες με την κορύφωση της καταστροφής του υψηλαντικού στρατεύματος στο Δραγατσάνι, είναι ελάχιστες. Με βάση αυτές  δηλαδή τον Γούδα και τον Φιλήμονα, γνωρίζουμε ότι ο Τσακάλωφ έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση του Αλέξανδρου Υψηλάντη και τοποθετήθηκε ως υπασπιστής του Ιερού Λόχου. Με την ιδιότητα αυτή φέρεται να έλαβε μέρος στη μάχη του Δραγατσανίου (αρχές Ιουνίου 1821), όπου κινδύνευσε να σκοτωθεί.

Μετά τη διάλυση του επαναστατικού κινήματος των Ηγεμονιών ο Τσακάλωφ, όπως και αρκετοί άλλοι, θα πάρει τον δρόμο που οδηγεί προς το κυρίως θέατρο των επιχειρήσεων, την Πελοπόννησο. Από επιστολή του Εμμανουήλ Ξάνθου γραμμένη από την Ανκόνα στις 10 Οκτωβρίου, έχουμε την πληροφορία ότι ο Τσακάλωφ αναχώρησε από τη Βλαχία και ευρίσκεται στην Πίζα, αλλά περαιτέρω ο Ξάνθος  αγνοεί τις μελλοντικές προθέσεις του ηπειρώτη Φιλικού. Μια άλλη επιστολή, και πάλι του Εμμ. Ξάνθου, γραμμένη από την Πίζα ένα

μήνα αργότερα (25 Νοεμβρίου 1821), όπου και ο ίδιος ο πάτμιος Φιλικός φθάνει κατευθυνόμεvoς προς την Πελοπόννησο, μας δίνει και πάλι κάποιες πληροφορίες για τον Τσακάλωφ που αξίζει να τις αναδημοσιεύσουμε αυτολεξεί, καθώς μας φανερώνουν ανάγλυφα, και αυτή την κρίσιμη στιγμή, τις διάφορες τάσεις που συνέχουν τα μέλη της Φιλικής  Εταιρείας. Γράφει λοιπόν ο Ξάνθος:

 

«αδελφέ, στοχάσου ότι όλοι οι νομιζόμενοι αδελφοί και φίλοι μας αποστάτησαν, και υπάγουν εναντίον των Υψηλάντιδών σου, και όσων είναι εις αυτούς φίλοι, και πρώτος είναι ο Τζακάλωφ, όστις ενώθη με τον Καρατζάν, και λέγει τα άπηρα κατά του Καλού [=Αλέξανδρος Υψηλάντης] εν ω έλαβεν εις Βλαχίαν παρ’ εκείνου, απείρους αποδείξεις φιλίας και οικιότητος. Αυτός ο άνθρωπος εστάθη πάντοτε χωρίς χαρακτήρα και ηθικήν».[30]

Εάν οι πληροφορίες του Ξάνθου βρίσκονται κοντά στην πραγματικότητα γίνεται φανερό ότι και μετά την αποτυχία των Ηγεμονιών και την καταστροφή του υψηλαντικού στρατού, ο Τσακάλωφ βρίσκεται πάντοτε μέσα στο κλίμα της Πίζας, το οποίο είχε σαφώς αντιυψηλαντικά χαρακτηριστικά. Όμως οι διαθέσεις υποτάσσονται στις κρίσιμες ανάγκες της επαναστατικής δράσης και έτσι στις αρχές του 1822, απ’ όσο γνωρίζουμε, ο Τσακάλωφ, όπως άλλωστε και ο Ξάνθος, θα φθάσει στην επαναστατημένη Πελοπόννησο και θα τεθεί στη διάθεση ενός άλλου Υψηλάντη, του Δημητρίου.

Από τα Απομνημονεύματα του Ξάνθου έρχεται η επόμενη πληροφορία για τον Τσακάλωφ, καθώς οι δυο πρωτεργάτες της ίδρυσης της Φιλικής Εταιρείας μετά από τις τόσες περιπέτειες που έζησαν προετοιμάζοντας το έργο των όπλων, θα διοριστούν από το Υπουργείο Εσωτερικών (υπουργός τότε ο Γρηγόριος Δικαίος – Παπαφλέσσας) στις 26 Ιουνίου 1823 μαζί και με τον Γιαννάκη Κολοκοτρώνη ως μέλη μιας επιτροπής που εντέλλεται να κρίνει «τα αναίσχυντα κινήματα τινών αναιδών και κακοηθών καπεταναίων».

Η ίδια εντολή θα δοθεί στα τρία μέλη της Επιτροπής και από το Υπουργείο του Πολέμου την επομένη, 27 Ιουνίου 1823. Έτσι οι δύο συνεργάτες θα βρεθούν και πάλι να εργάζονται για έναν κοινό σκοπό, έστω και μικρότερης εμβέλειας καθώς υποδηλώνει τις εμφύλιες διαμάχες εκείνης της περιόδου.

Εφεξής οι πληροφορίες μας για τον Αθανάσιο Τσακάλωφ είναι σχεδόν μηδαμινές – ειδικότερα για το διάστημα 1824-1828 -, γεγονός το οποίο ασφαλώς δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι ο Ηπειρώτης Φιλικός δεν ανέλαβε ηγετικές θέσεις στη νέα πολιτική κατάσταση που διαμορφώθηκε στον ελληνικό χώρο, όπως εξάλλου και ο άλλος σύντροφός  του, Εμμ. Ξάνθος, ο οποίος, θα πάρει και πάλι τον δρόμο επιστροφής στην οικεία σ’ αυτόν περιοχή των Ηγεμονιών. Πάντως, με την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια ο Τσακάλωφ ενεργοποιείται και διορίζεται από τη νέα πολιτική κατάσταση στις 8 Μαΐου 1828 Γραμματέας του γενικού Φροντιστηρίου (Υπουργείο των Στρατιωτικών) που έχει έδρα την Αίγινα, και μηνιαίο μισθό 300 γρόσια, θέση στην οποία θα τον συναντήσουμε και το επόμενο έτος. Η πληροφορία αυτή διασταυρώνεται και από τις αναμνήσεις του Κουτσαλέξη, ο οποίος αναφέρει ότι ο συμπατριώτης του Τσακάλωφ τον πίεζε να καταταγεί στη Σχολή Ευελπίδων, της οποίας τη σύσταση ετοίμαζε, ενώ εργαζόταν στο Γενικό Φροντιστήριο.[31] Γνωρίζουμε εξάλλου ότι ο Τσακάλωφ θα οριστεί πληρεξούσιος της Ηπείρου στη Δ’ Εθνική Συνέλευση στο Άργος (11 Ιουλίου – 6 Αυγούστου 1829) μαζί με τον Χριστόδουλο Κλωνάρη, τον Ιωάννη Γενοβέλη και τον Κυριάκο Τασίκα, η οποία ψήφισε το Προσωρινό πολίτευμα της Ελλάδας. Με την ίδια ιδιότητα θα εκπροσωπήσει και πάλι την πατρίδα του, την Ήπειρο, και στην επόμενη Εθνική Συνέλευση (5 Δεκεμβρίου 1831-16 Μαρτίου 1832).

Μια άλλη πληροφορία που μας παραδίδει ο Αραβαντινός θέλει τον Τσακάλωφ την ίδια εποχή να καλεί στην Αθήνα τον εξ αδελφής ανεψιό του Γεώργιο Θεοχάρη για να σπουδάσει στη Σχολή Ευελπίδων, ενώ ο Γούδας θέλει τον Αθανάσιο Τσακάλωφ να επισκέπτεται γύρω στα 1829 την πατρίδα του Γιάννινα, όπου με πόνο ψυχής διαπίστωσε ότι η παλιά ανθούσα πόλη βρισκόταν σε κακή κατάσταση.

Πληροφορίες αδιασταύρωτες αλλά ενδεικτικές, νομίζω, της συμμετοχής του Τσακάλωφ στα πολιτικά πράγματα της εποχής, της εποχής όμως του Καποδίστρια, γεγονός που έχει τη σημασία του· και τούτο επειδή φαίνεται ότι με τη δολοφονία του Καποδίστρια τελειώνει και η ενεργός συμμετοχή του ηπειρώτη πρωτοφιλικού στα ελληνικά πράγματα, επειδή γύρω στον Μάιο του 1832 θα εγκαταλείψει και αυτός την Ελλάδα και θα πάρει το δρόμο για έναν άλλο χώρο, οικείο βέβαια σ’ αυτόν, όπως είναι η Ρωσία. Τότε, λοιπόν, και ενώ βρίσκεται και πάλι στην Οδησσό των πρώτων επαναστατικών σκιρτημάτων, θα συναντήσει τον παλιό παραγιό του Ξανθού, τον Μανόλη, και θα μάθει για την κατάσταση του παλιού συντρόφου του. Θα πληροφορηθεί δηλαδή ότι ο Ξάνθος βρίσκεται στο Βουκουρέστι και θα του γράψει μία επιστολή με ημερομηνία 8 Αυγούστου 1832, την οποία ο παραλήπτης διέσωσε, όπως έχει διασώσει και άλλο πολύτιμο υλικό. Από την επιστολή αυτή αναδημοσιεύουμε το παρακάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα:

Αγαπητέ φίλε,

Ύστερα από τόσων χρόνων σιωπήν μεταξύ μας μαθών πού ευρίσκεσαι σοι γράφω. Κατά τύχην προχθές εντάμωσα τον μίαν φοράν δούλον σου Μανώλη, όστις μοι είπεν… Σοί στέλλω λοιπόν το παρόν σύντομον διά να λάβω απόκρισιν, και να σε γράψω πλέον εκτεταμένως και να ειπώμεν τα πάθη μας αμοιβαίως. Αναμφίβολως θα ήσαι περίεργος να μάθης τα κατ’ εμέ, σοι λέγω εις  ολίγα λόγια ότι το Πάσχα ανεχώρησα από Ναύπλιον διά την Πόλιν και από εκεί εδώ. Πως ανεχώρησα και διά πού και ο ίδιος αγνοώ· έφυγα χωρίς  να ηξεύρω πού υπάγω· μίαν φοράν από Τριέστι σοι έγραφα εις Αγκώνα κάποιες προβλέψεις μου περί της μέλλουσης καταστάσεως της Ελλάδος – δι’ ολίγον καιρόν ενόμισα ότι τότε είχα απατηθή, αλλ’ όχι· η δύναμη των πραγμάτων είναι πάντοτε αυτή· γράψε με απ’ ευθείας εδώ εις όνομά μου,

Ο αδελφός

Αθανάσιος Τσακάλωφ.[32]

Όπως παρατηρούμε, ο Τσακάλωφ φανερά πικραμένος και δυσαρεστημένος για τα ελληνικά πράγματα κάνει λόγο για μια παλαιότερη, σίγουρα του φθινοπώρου 1821, επιστολή του από την Τεργέστη προς τον Ξάνθο, που βρισκόταν τότε στην Ανκόνα καθ’ οδόν προς την Ελλάδα, όπου, όπως γράφει, του έκανε διάφορες προβλέψεις για τα μέλλοντα να ακολουθήσουν. Προφανώς η επιστολή αυτή, η τόσο ενδιαφέρουσα πρέπει να χάθηκε, επειδή ο πολύ προσεκτικός στη συγκέντρωση των εγγράφων του Ξάνθος θα την είχε εκδόσει είτε στα Απομνημονεύματά του είτε θα είχε βρεθεί στα κατάλοιπα του που συνθέτουν τους τρεις τόμους του Αρχείου του.

Ο ίδιος ο Ξάνθος, σχολιάζοντας το γράμμα αυτό στα Απομνημονεύματά του, αμέσως κάτω από την έκδοσή του, θα μας δώσει και περαιτέρω πληροφορίες για τον παλιό φίλο και συνεργάτη. Σύμφωνα με τις πληροφορίες αυτές ο Τσακάλωφ φέρεται να φοβήθηκε μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια για κακές εξελίξεις γι’ αυτό πήρε τον δρόμο της επιστροφής και θα βρεθεί και πάλι στη Μόσχα, κοντά στον παλιό φίλο, συνεργάτη και δραστήριο Φιλικό Αντώνιο Κομιζόπουλο. Άλλωστε, πέρα από όλα αυτά, με τη ρωσική πόλη τον συνέδεαν και οι παλιές εμπορικές δραστηριότητες του πατέρα του. Ο Ξάνθος στην ίδια επιστολή βρίσκει την ευκαιρία να επισημάνει τη δυσαρέσκεια τη δική του, του Τσακάλωφ, του Κομιζόπουλου και να καταφερθεί εναντίον του Φιλήμονα, ο οποίος από όλους τους Φιλικούς ανέδειξε πρωταγωνιστή τον Αναγνωστόπουλο.

Στη Μόσχα λοιπόν θα περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο ηπειρώτης πρωτοφιλικός Αθανάσιος Τσακάλωφ. Μάλιστα υπάρχει και η πληροφορία ότι εκεί παντρεύτηκε και απέκτησε τρία παιδιά. Μία από τις ασφαλείς πληροφορίες της μοσχοβίτικης ζωής του Αθαν. Τσακάλωφ που έχουμε από την αλληλογραφία των Ζωσιμάδων, τον φέρει στα 1842 να πιέζεται να αναλάβει τις υποχρεώσεις καταβολής πατρικών χρεών· το γεγονός ότι κατέβαλε σε κάποιον οφειλέτη του πατέρα του, καταρρίπτει – σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των άλλων – τον ισχυρισμό του ότι δεν κληρονόμησε τίποτε από τον πατέρα του.[33]

Τελευταία πληροφορία για τον Αθανάσιο Τσακάλωφ είναι εκείνη του έτους 1845, όταν θα τον συναντήσουμε ως μέλος της τριμελούς επιτροπής που ανέλαβε να εκτελέσει τη διαθήκη του συντοπίτη του Νικόλαου Ζωσιμά. Πέθανε στη Μόσχα το 1851.

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Αν. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τ. Ε’.

[2] Α.Π. Κουτσαλέξης, Διαφέροντα και περίεργα, σ. 223.

[3] Στο ίδιο, σ. 223-224.

[4] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 11.

[5] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 13-14.

[6] Τ. ΑΘ. Γριτσόπουλος, Φιλικά Κείμενα, σ. 68.

[7] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 8, 10-14.

[8] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 16 κ. εξ.

[9] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 20.

[10] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 20.

[11] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 27-28.

[12] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 22.

[13] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 29-30.

[14] Στο ίδιο, σ. 31.

[15] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 38.

[16] Ν. Υψηλάντης, Απομνημονεύματα, σ. 131 κ. εξ. και Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. 1, σ. 40.

[17] Αναστ. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τ. Ε’, σ. 103.

[18] Σέκερης προς Αναγνωστόπουλο, επιστολή της 1 Νοεμβρίου 1819 στο Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 52.

[19] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 55-56.

[20] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν, σ. 273.

[21] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 38.

[22] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 65-67.

[23] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 68-69-71-73-77-79.

[24] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 87.

[25] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 93-94.

[26] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 103, 106, 122, 127,164,208.

[27] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 35.

[28] Εμμ. Γ. Πρωτοψάλτης, Φιλική Εταιρεία, σ. 21.

[29] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 43.

[30] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 296.

[31] Α. Π. Κουτσαλέξης, Διαφέροντα, σ. 224-225.

[32] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 196.

[33] Φ. Σαγκούνης, Ανέκδοτος Αλληλογραφία. Ζ’, σ. 65-66 και τ. Η’, σ. 11.

 

Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης

Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών

Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών

Ιστορική Βιβλιοθήκη, οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας  «Οι Φιλικοί», Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αρχείο Εμμανουήλ Ξανθού, Πρόλογος-Ιστορικά Φιλικής Εταιρείας: Ι. Κ. Μαζαράκης-Αινιάν, εισαγωγή: Τρισεύγενη Τούμπανη-Δάλλα, τ. 1-3, Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1997, 2000, 2002.
  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845.
  • Α. Π. Κουτσαλέξης, Διαφέροντα και περίεργα τινά ιστορήματα, Απομνημονεύματα Αγωνιστών του 21, εκλογή Γ. Τσουκαλάς, επιμέλεια Εμμ. Γ. Πρωτοψάλτη, τόμ. 8, Αθήνα χ.χ., σ. 209-278.
  • Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία. Αρχείον Π. Σέκερη, Αθήνα 1967.
  • Στέφανος Μπέττης, «Αθανάσιος Ν. Τσακάλωφ. Ο πρώτος της Εταιρείας των Φιλικών», Ηπειρωτική Εστία, τ. 13, τχ 152 (Δεκέμβριος 1964), σ. 913-938.
  • Φ. Σαγκούνης, «Ανέκδοτος Αλληλογραφία των Ζωσιμάδων της Κοινότητος Ιωαννίνων και των επιτρόπων των και άλλα έγγραφα εκ του αρχείου Φίλιου», Ηπειρωτικά Χρονικά, 7 (1932), σ. 1-66 και 8 (1933), σ. 3-83.
  • Γεώργιος Δ. Φράγκος «Φιλική Εταιρεία», Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΓ, Αθήνα 1975, σ. 424-432.
  • Ε. Γ. Πρωτοψάλτης, Η Φιλική Εταιρεία. Αναμνηστικόν τεύχος επί τη 150ετηρίδα,Αθήνα 1964.
  • Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία. Αρχείον Π. Σέκερη, Αθήνα 1967.
  • Αναστ. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τόμ. Ε’, Αθήνα 1872.

 

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Ο Κων. Παπαρρηγόπουλος αφηγείται τα πρώτα βήματα της Φιλικής Εταιρείας – Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας


  

Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος αφηγείται τα πρώτα βήματα της Φιλικής Εταιρείας (Κων. Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του 1930», τ. ΣΤ’, επιμέλεια Π. Καρολίδης Αθήνα 1932, σ. 5-9).

 

Η εν έτει 1821 αρξαμένη επανάστασις υπήρξεν ομολογουμένως το καθολικώτερον όλων των κατά της οσμανικής κυριαρχίας επαναστατικών κινημάτων όσα εν τω προηγουμένω βιβλίω ιστορήσαμεν. Τούτο δε ου μόνον ένεκα της προαχθείσης διά του χρόνου υλικής και ηθικής του έθνους δυνάμεως αλλά και διότι πρότερον ουδεμία εγένετο γενική συνεννόησις και σύμπραξις. Οι αρματολοί και οι κλέφται είχον ελαχίστην σχέσιν προς τα μεγάλα ορμητήρια του εθνικού στόλου· ουδ’ υπήρχεν αποχρώσα η τε μεταξύ των ηπειρωτικών και των ναυτικών εστιών του αστικού βίου κοινωνία, και η μεταξύ των εντός του Ισθμού και των εκτός αυτού μέχρι του Ολύμπου και των Κεραυνίων ορέων, και μέχρι του Αξιού κοινοτήτων. Εν γένει δε προς τας κοινότητας δεν διετέλουν ως επί το πλείστον ευμενώς οι αρηίφιλοι των ορέων άνδρες.

Το άγαλμα του Νικόλαου Σκουφά στην πλατεία του Κομποτίου Άρτας. (Λεπτομέρεια)

Η μεν πνευματική επίδοσις εγένετο μείζων εκτός της κυρίως Ελλάδος ή εντός, ο δε μάχιμος λαός υπήρχεν εντός μάλλον ή εκτός, ώστε και κατά τούτο συνέβαινεν ανωμαλία τις περί τας αμοιβαίας προαιρέσεις. Οι εν Κωνσταντινουπόλει εδρεύοντες πολιτικοί άνδρες επείχον μεν, ένεκα της παρά τη Υψηλή Πύλη θέσεως αυτών, υπερέχουσάν τίνα εν τω έθνει τάξιν αλλά, ένεκα αυτής δη ταύτης της ιδιαζούσης αυτών θέσεως, δυσκόλως ηδύναντο να αναλάβωσι την πρωτοβουλίαν επαναστατικού κινήματος. Έτι ολιγώτερον πρόσφορος προς τούτο ήτο η μόνη αληθώς πανελλήνιος αρχή, ήτοι το οικουμενικόν πατριαρχείον. Εντεύθεν, όσον δεξιώς και αν διωκούντο αι κοινότητες ημών, όσον και αν επολλαπλασιάσθησαν οι πόροι, όσον τολμηρότεροι και αν απέβαινον οι ορείται και οι ναύται, όσην επίδοσιν και αν ελάμβανεν η παιδεία, επειδή πάντα ταύτα ήσαν ασυνάρτητα προς άλληλα, ουδέν ήττον ασυνάρτητα εγένοντο και όλα τα επαναστατικά κινήματα. Νυν μεν εκινείτο μόνη η Πελοπόννησος, νυν δε μόνη η Στερεά, νυν δε μόναι τίνες των νήσων, ώστε αι μερικαί αύται εκρήξεις ευχερώς εσβεννύοντο. Ίνα υπάρξη πιθανότης επιτυχίας έπρεπε να συναρμολογηθώσι πάσαι εκείναι του έθνους αι δυνάμεις και να υπαχθώσιν εις πειθαρχίαν τινά και γενικήν διεύθυνσιν. Τούτο δε επεχείρησεν η εταιρεία των Φιλικών, ήτις αληθώς ειπείν δύναται να λογισθή ως η πρώτη απόπειρα η γενομένη επί τω σκοπώ του να συγκροτηθή γενική τις κυβέρνησις του πρότερον κατακερματισμένου έθνους.

Πολλοί μεταγενέστεροι ιστορικοί, γράφοντες εις χρόνους καθ’ ους κάλλιστα εγνώσθη πώς προέκυψεν εις μέσον και εκ τίνων απηρτίσθη η εταιρεία, και αναλογιζόμενοι το μέγεθος του έργου όπερ ανέλαβεν, ωμίλησαν μετά οίκτου τινός και περιφρονήσεως περί αυτής.

Τω όντι τω 1814, εν Οδησσώ, τρεις άνθρωποι, ο Σκουφάς, ο Τσακάλωφ και ο Ξάνθος, άνθρωποι έντιμοι αλλ’ ακατονόμαστοι, απεφάσισαν να κινήσωσιν εις επανάστασιν το έθνος και επί τούτω να συστήσωσιν εταιρείαν μυστικήν σκοπούσαν να καθυποβάλη υπό το κράτος αυτής απάσας του έθνους τας τάξεις, κλήρον, φαναριώτας, προεστώτας, ναυβάτας, αρματολούς, κλέφτας, λογίους, εμπόρους, γεωργούς. Μετά παρέλευσιν δε ετών εξ, ήτοι εν αρχή του 1820, εν αυταίς ταις παραμοναίς της εκρήξεως, οι κινούντες την εταιρείαν, καίτοι συμποσωθέντες εις οκτώ, ουδένα έτι είχον συμπαραλάβει μέτοχον της υπέρτατης αυτών ενεργείας επιφανή του έθνους άνδρα· διότι, αποθανόντος εν τω μεταξύ του Σκουφά, ήσαν οι κινούντες, παρεκτός των δύο άλλων αρχικών ιδρυτών, ο Άνθιμος Γαζής, ο Παναγιώτης Α. Αναγνωστόπουλος, ο Παναγιώτης Σέκερης, ο Νικόλαος Ν. Πατσιμάδης, ο Γεώργιος Λεβέντης και ο Α. Κομιζόπουλος. Και όμως οι άνθρωποι αυτοί επέτυχον του σκοπού, προ πάντων μεν διότι ανταπεκρίνοντο εις τας προαιρέσεις του έθνους αλλά προσέτι διότι επολιτεύθησαν εις τρόπον μαρτυρούντα ότι δεν ήσαν άμοιροι επιτηδειότητος.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Λιθογραφία του Giovani Boggi, 1826.

Το έθνος ήθελε βεβαίως την επανάστασιν, επόθει όμως αυτήν επί τω όρω ότι θέλει έχει ισχυρόν τίνα επίκουρον. Μόνη δε η Ρωσία ελογίζετο τότε ως πιθανή επίκουρος. Οι ιδρυταί της εταιρείας δεν απετάθησαν εξ αρχής προς αυτήν, και έπραξαν κατά τούτο συνετώς, διότι, όπως μετ’ ολίγον θέλει εξηγηθή, η Ρωσία ήθελεν αποδοκιμάσει τα ενεργούμενα και ματαιώσει αυτά εκ πρώτης αφετηρίας. Αλλ’ οι ιδρυταί της εταιρείας επενόησαν να παραστήσωσιν εαυτούς ως επιτρόπους αφανούς τίνος Αρχής, περί ης ουδόλως εξηγούντο, αφήνοντες μόνον να υπονοήται ότι η Αρχή αύτη ήτο ουδείς άλλος η αυτός ο παντοδύναμος της Ρωσίας αυτοκράτωρ. Το δ’ έθνος έπαθεν ό,τι πάσχουσι πάντες οι θερμώς τι επιθυμούντες, επίστευσεν ευχερώς εις το μυστηριώδες εκείνο ίνδαλμα. Εντός ολίγων ενιαυτών η εταιρεία εξέτεινε τους πλοκάμους αυτής καθ’ άπασαν την Ανατολήν από των παριστρίων Ηγεμονιών μέχρι της Μάνης και από των Ιονίων νήσων μέχρι των παραλίων της Μικράς Ασίας εσύστησεν απανταχού εφορείας εκλεγομένας υπό των εταίρων και ενεργούσας μεν αυτοτελώς, διατελούσας δε εις συνεχή ανταπόκρισιν μετά της υπέρτατης Αρχής· και επί τέλους περιέλαβε συνεργούς τους εγκριτωτάτους του έθνους άνδρας, τον πατριάρχην Γρηγόριον, πολλούς ιεράρχας, τους Υψηλάντας, τον Αλέξανδρον Μαυροκορδάτον, τον Πέτρον Μαυρομιχάλην και τον Μιχαήλ Σούτσον.

Είναι αληθές ότι εις την δραστηρίαν ταύτην ενέργειαν ανεμίχθησαν, όπως συνήθως συμβαίνει, ουκ ολίγα άτοπα. Πολλοί εξεμεταλλεύθησαν το ιερόν έργον επί αργυρολογία, άλλοι εζήτουν υπέρογκους χρηματικάς χορηγίας και άλλοι επολιτεύοντο επί τοσούτον απερισκέπτως ώστε διεκινδύνευον την τύχην ολοκλήρου του επιχειρήματος. Αλλ’ η εταιρεία δεν εδίστασε να προβή ως προς τινάς εις τα έσχατα, διενεργήσασα τον φόνον του Νικολάου Γαλάτου και βραδύτερον του Καμαρινού. Και εν τω μεταξύ προέβαινεν επιμόνως προς τον σκοπόν αυτής. Μη αρκουμένη εις τον μέγαν σύνδεσμον ον αδιαλείπτως επεδίωκε, μηδέ εις την ευτυχή σύμπτωσιν των στασιαστικών βουλευμάτων του Αλή πασά κατά της Υ. Πύλης, επεζήτησε φυσικωτέρους εντός του κράτους συμμάχους· εσκέφθη ορθώς ότι συμφέρει να επιτυχή την σύμπραξιν των Σέρβων, οίτινες κτησάμενοι σχετικήν τίνα αυτονομίαν επόθουν την συμπλήρωσιν της ανεξαρτησίας αυτών και η περί τούτου διαπραγμάτευσις διεξήχθη υπό του εταίρου Γεωργίου Λεβέντη, κατορθώσαντος να πείση τον επιφανέστατον των αγωνιστών της χώρας εκείνης Καρά-Γεώργην, εξόριστον τότε όντα εν Βεσσαραβία, να μεταβή εις την πατρίδα αυτού και αναλαβών την αρχήν να συνεργήση εις τον μελετώμενον γενικόν αγώνα.

Ο Καρά-Γεώργης απήλθε τωόντι επί τούτω εις Σερβίαν, αλλ’ εδολοφονήθη υπό του κατέχοντος τα πράγματα αυτής Μιλόση, η δε Σερβία προαιρουμένη και τότε, όπως πάντοτε βραδύτερον, να ωφελήται εκ των δυσχερειών της οσμανικής κυβερνήσεως, ίνα αυξάνη τα πλεονεκτήματα αυτής δι’ όσον ενδέχεται μικρότερων ιδίων θυσιών, επέμεινεν εις την τήρησιν της ουδετερότητος. Απέτυχε λοιπόν η απόπειρα αύτη της εταιρείας, όσω συνετή και αν ήτο.

Ουδέ αρχήν δ’ εκτελέσεως έλαβεν έτερον αυτής σχέδιον, το να διενεργήση εν αυτή τη Κωνσταντινουπόλει την τε πυρπόλησιν του οσμανικού στόλου και την του σουλτάνου σύλληψιν, όπερ είναι εν των βουλευμάτων εκείνων τα οποία ευδοκιμήσαντα μεν εξυμνούνται ως ηρωικά, μη ευοδωθέντα δε καταδικάζονται ως παράφρονα.

Αλλά περί την διεξαγωγήν του αρχικού αυτής σκοπού η εταιρεία ανέδειξε συνήθως πρακτικώτερον πνεύμα. Προϊόντος του χρόνου, η κοινή γνώμη ήρχισε να απαιτή την αποκάλυψιν της Αρχής εκείνης επ’ ονόματι και κατ’ εντολήν της οποίας ηξίου η εταιρεία ότι ενεργεί, και όσω πολυπληθέστεροι και επισημότεροι εγίνοντο οι εταίροι τόσω επιμονωτέρα απέβαινεν η περί τούτου απαίτησις, ώστε τω 1818 οι ιδρυταί εννόησαν την αναπόδραστον ανάγκην του να επιστεγάσωσι το ακέφαλον αυτών οικοδόμημα αναβιβάζοντες εις την κορυφήν αυτού άνδρα ικανόν να παράσχη τα πιστά εις το έθνος.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

Δύο ήσαν κατ’ εκείνου του χρόνου οι Έλληνες οίτινες ως εκ των προσωπικών αυτών σχέσεων προς τον αυτοκράτορα Αλέξανδρον και του αξιώματος όπερ κατείχον παρ’ αυτώ ηδύναντο να κρατύνωσι την πρότερον αμυδρώς πως επικρατούσαν ελπίδα ότι το κίνημα ενεργείται εν γνώσει της Ρωσίας και επί τω σκοπώ του να υποστηριχθή υπ’ αυτής άμα εκραγέν. Ο κερκυραίος Ιωάννης Καποδίστριας ήτο μεν υπουργός του ισχυρού μονάρχου της Άρκτου και μέγα εκτήσατο εν Ευρώπη όνομα επί διπλωματική ικανότητι από της εν Βιέννη συνόδου και μετέπειτα, αλλότριος όμως ων των πολεμικών έργων δεν εφαίνετο πρόσφορος να αναλάβη την ηγεμονίαν αγώνος όστις έμελλε κατ’ αρχάς τουλάχιστον να διεξαχθή εν τοις πεδίοις της μάχης μάλλον ή εν τοις διαβουλίοις των διεθνών διαπραγματεύσεων. Ο δε Αλέξανδρος Υψηλάντης, ο πρεσβύτερος των πέντε υιών του Κωνσταντίνου εκείνου Υψηλάντου, του οποίου ελάβομεν ήδη αφορμήν να αναφέρωμεν την εις Ρωσίαν αποδημίαν (Κεφ. Η’ βιβλ. ΙΔ’ του Ε’ τόμου), ήτο υπασπιστής του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου, κομψός, ευτράπελος και φέρων επί του σώματος το δείγμα της προσωπικής αυτού ανδρείας, διότι είχεν αποβάλει εις τους μεγάλους κατά Ναπολέοντος πολέμους τον δεξιόν βραχίονα· ώστε το ευλογώτερον εφαίνετο ν’ αποταθώσιν εις αυτόν προ πάντων, τόσω μάλλον όσω δεν ήτο έτι γνωστή η μικρά αυτού στρατηγική και πολιτική αξία. Ουδέν ήττον, είτε διότι τινές των ιδρυτών εγίνωσκον έκτοτε κάλλιον τα κατ’ αυτόν είτε διότι ομολογουμένως ο Καποδίστριας ίσχυε πολύ μάλλον εις το πνεύμα του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου, απεφασίσθη να προταθή η αρχή εις τον πολυμήχανον υπουργόν, και μόνον εν αποτυχία να στραφώσι προς τον λαμπρόν υπασπιστήν. Επετράπη δε η εντολή αύτη εις τον Εμμανουήλ Ξάνθον.

Ο Ξάνθος δεν έφθασεν εις Πετρούπολιν ειμή κατά Φεβρουάριον του 1820, φέρων προς τοις άλλοις συστατικήν προς τον Καποδίστριαν επιστολήν του αρχαίου αυτού γνωρίμου Ανθίμου Γαζή, όντος τότε, ως προείπομεν, ενός των 8 κινούντων την μηχανήν της Φιλικής εταιρείας. Εν τω μεταξύ ο Καποδίστριας είχε λάβει αφορμήν να εκφέρη την περί των ενεργούμενων γνώμην αυτού, δημοσία τε προς τους ομογενείς και κατ’ ιδίαν προς δύο εγκρίτους του έθνους άνδρας· ο μεν, διά φυλλαδίου συστήσαντος την εν ειρήνη βελτίωσιν της τύχης της πατρίδος, το δε διά της απαντήσεως ην έδωκε προς τον Βαρδαλάχον και τον Νέγρην, τους ζητήσαντας οίκοθεν να φωτισθώσι τι φρονούσιν ο τε αυτοκράτωρ και αυτός περί της παρασκευαζόμενης μεγάλης εθνικής κινήσεως.

Εις αμφότερους είχεν αποκριθή ότι ο αυτοκράτωρ ουδέν γινώσκει περί της εταιρείας, αυτός δε αποκρούει πάσαν εις ταύτην μετοχήν και εξορκίζει τους γράφοντας να αποτρέψωσι διά παντός τρόπου τους Έλληνας από των ολέθριων τούτων βουλευμάτων. Και την γνώμην αυτού ταύτην δεν εφαίνοντο επιτήδειαι να τροπολογήσωσιν ούτε αι κατ’ εκείνο του χρόνου ατομικαί του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου διαθέσεις ούτε η εντύπωσις ην είχε προξενήσει εις αυτόν η προ μικρού τότε εκραγείσα εν Ισπανία στρατιωτική κατά του Φερδινάνδου Ζ’ επανάστασις. Μετά τους μακρούς και εναγώνιους πολέμους τους επαγαγόντας την πτώσιν του Ναπολέοντος και την παλινόρθωσιν των αρχαίων της Ευρώπης καθεστώτων ο αυτοκράτωρ Αλέξανδρος ουδέν άλλο επόθει ή την ασφαλή των καθεστώτων τούτων συντήρησιν, η δε από της Ισπανίας αρξαμένη διατάραξις είχεν εμβάλει εις ανησυχίαν αυτόν. Καθ’ ην στιγμήν λοιπόν ο Καποδίστριας, ως υπουργός της Ρωσίας, εβουλεύετο μετά των υπουργών των συμμάχων δυνάμεων πως να αποτρέψωσι την από δυσμών απειλουμένην καταιγίδα ήτο φυσικόν να μη θεώρηση εύλογον να προτείνη εις τον αυτοκράτορα την προστασίαν ετέρας απ’ ανατολών καταιγίδος, αλλά μάλλον να εμμείνη εις τας αρχικάς αυτού δοξασίας.

Εν τούτοις ου μόνον δεν απήντησεν εις τον Ξάνθον τοσούτον αποτόμως όσον εις τον Βαρδαλάχον και εις τον Νέγρην αλλά και διηυκόλυνεν εν μέρει την εκτέλεσιν της εντολής του απεσταλμένου της εταιρείας. Απεποιήθη μεν διαρρήδην την προσενεχθείσαν αυτώ αρχήν, προσέθηκεν όμως· «εάν εγώ δεν ημπορώ τώρα, οι διευθύνοντες την εταιρείαν δύνανται, αν γνωρίζωσι, να μεταχειρισθώσιν άλλα μέσα, και εύχομαι να τοις βοηθήση ο Θεός διά την επιτυχίαν του σκοπού των». Και, ότε ο Ξάνθος ετράπη προς τον Υψηλάντην, ο δε Υψηλάντης ηθέλησε, πριν ή αποφασίση τι, να συνεννοηθή μετά του Καποδιστρίου, ούτος ενίσχυσε μάλλον αυτόν ή απέτρεψεν. Επί τέλους δ’ ερωτήσαντος του στρατηγού «θέλει άραγε η Ρωσία είναι εναντία ή θέλει βοηθήσει, αν όχι διά του στρατού αυτής, τουλάχιστον δι’ υλικών μέσων;», ο Καποδίστριας απήντησεν «αρκεί η εμφάνισις ολίγων χιλιάδων επαναστατών κατά την Ελλάδα, όπως η Ρωσία συνδράμη εκ των ενόντων».

Ο Υψηλάντης εξέφρασε τότε την επιθυμίαν του να συνδιαλεχθή μετά του αυτοκράτορος περί του πράγματος, αλλ’ ο Καποδίστριας απέτρεψεν αυτόν παρατηρήσας, ότι ο αυτοκράτωρ ήτο τοσούτον προκατειλημμένος κατά πάσης οιασδήποτε μεταβολής των καθεστώτων, έστω και των της Ανατολής καθεστώτων, ώστε ήθελεν ακούσει δυσμενώς τα ενεργούμενα. Προσέθηκε μεν επί τέλους ότι, εάν συνταχθή υπόμνημα περί της καταστάσεως των πραγμάτων, υπόσχεται να το υποβάλη επ’ ευκαιρίας εις τον αυτοκράτορα, κατόπιν όμως ουδέ το παρασκευασθέν υπόμνημα κατέστησε γνωστόν εις τον Αλέξανδρον, βεβαιώσας τον Υψηλάντην ότι ειδώς κάλλιστα τας παρούσας του αυτοκράτορος διαθέσεις δεν τολμά να θέση υπ’ όψιν του τοιαύτας προτάσεις. Ο δε Υψηλάντης, βλέπων ότι εν τούτοις ο υπουργός δεν απέτρεπεν αυτόν από του να αναλάβη την αρχηγίαν και περιελθών εξ όσων ήκουσεν εις το συμπέρασμα ότι ο αυτοκράτωρ κατ’ ουδένα μεν λόγον ήθελε να κινήση τα πράγματα, κινηθέντα όμως άπαξ έμελλε να τα υποστήριξη, απεφάσισεν οριστικώς να δεχθή την προσενεχθείσαν αυτώ εντολήν, και περί τα τέλη Απριλίου 1820 ανηγορεύθη γενικός επίτροπος της Αρχής.

 

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας (1820)

  

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας (1820) (Εμμ. Ξάνθος, «Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας», Αθήνα 1845,

σ. 23-25,49-50).

 

Μετά τούτο ο Ξάνθος ανεχώρησε κατά τας αρχάς του Ιανουαρίου του 1820, διά την Πετρούπολιν’ άμα φθάσας επαρουσιάσθη μετά δύο ημέρας εις τον Κόμητα Ιωάννην Καποδίστριαν, εις τον οποίον εγχειρίσας το γράμμα του Ανθίμου Γαζή, εφανέρωσεν όλον το σύστημα της Εταιρίας, τους Αρχηγούς της, τον πολλαπλασιασμόν των μελών της, την έκτασιν αυτής και όσα άλλα εστοχάσθη αναγκαία, και επί τέλους ότι ζητούν αυτόν να διευθύνη ως Αρχηγός την κίνησην του Έθνους απ’ ευθείας ή διά σχεδίου τινός καταλλήλου, ειδοποιών τους επισημότερους των ομογενών εκ των κατηχηθέντων περί του καταλληλότερου τρόπου της ενάρξεως του πολέμου· αλλ’ ο Καποδίστριας δεν εδέχθη, λέγων, ότι υπουργός ων του Αυτοκράτορος δεν ηδύνατο, και άλλα πολλά, ο Ξάνθος τω επανέλαβεν, ότι οι Έλληνες είναι αδύνατον να μένουν εις το εξής τυραννούμενοι και ότι η επανάστασις ήτον άφευκτος, και διά τούτο εν ω έχουσιν ανάγκην Αρχηγού δεν είναι δίκαιον ως Έλλην και εν υπολήψει παρ’ αυτοίς και πολλοίς άλλοις, να μείνη αδιάφορος και άλλα πολλά’ αλλ’ εκείνος επανέλαβεν ότι δεν ημπορεί να μεθέξη διά τους ανωτέρω λόγους και ότι αν οι Αρχηγοί γνωρίζουν άλλα μέσα προς κατόρθωσιν του σκοπού των, ας τα μεταχειρισθώσιν, και ηύχετο να τους βοηθήση ο θεός· ταύτα ηκολούθησαν εις δύο ιδιαιτέρας συνεντεύξεις.

Αλέξανδρος Υψηλάντης, λιθογραφία, Εκ του πολυχρωμολιθογραφείου Ι. Δ. Νεράντζη, Λειψία.

Απελπισθείς λοιπόν ο Ξάνθος από τον Κόμητα, στοχασθείς δε ότι διά να κατορθωθή ο σκοπός της επαναστάσεως με καλήν έκβασιν, ήτον αφεύκτως αναγκαίος να φανή εις το έθνος εις των σημαντικών προς ενθάρρυσιν αυτού έστρεψε τον στοχασμόν του εις άλλο υποκείμενον λαμπρόν ως τον Καποδίστριαν, επιτηδειότερον δε τούτου, τον Πρίγκιπα Αλέξανδρον Υψηλάντην, στρατηγόν και υπασπιστήν του Αυτοκράτορος, και εν υπολήψει και ευνοία παρ’ αυτώ· επήγε λοιπόν εις επίσκεψίν του, ο Πρίγκηψ Τορίς, τον υπεδέχθη ευμενώς και με πολλήν ευγένειαν, τον ηρώτησεν πόθεν είναι και διά ποίας υποθέσεις ήλθεν εις Πετρούπολιν. Ο Ξάνθος απήντησε με πολλήν προσοχήν ειπών, ότι είναι από μίαν νήσον, την Πάτμον, και ότι δι’ εμπορικάς υποθέσεις ήλθεν εκεί από την Κωνσταντινούπολη και άλλα τοιαύτα. Ο Πρίγκηψ τον ηρώτησε πώς απερνούν οι ομογενείς εις εκείνα τα μέρη, και αν η Τουρκική Κυβέρνησις επιβαρύνει τον ζυγόν της τυραννίας και εκεί, καθώς και εις τα άλλα μέρη, και τα τοιαύτα ειπόντος του Ξάνθου, ότι πανταχού οι Τούρκοι τυραννούν τους δυστυχείς Έλληνας, και ότι κατήντησεν η τυραννία ανυπόφορος· ο Πρίγκηψ με αθυμίαν ψυχικήν είπε.

Διατί και οι Έλληνες δεν προσπαθούν να ενεργήσουν ώστε, αν να ελευθερωθούν από τον ζυγόν δεν δύνανται, τουλάχιστον να τον ελαφρώσουν; Τότε ο Ξάνθος αποκριθείς είπε με πολλήν παθητικότητα: Πρίγκηψ’ με ποία μέσα και με ποίους οδηγούς να ενεργήσωσιν οι δυστυχείς Έλληνες την βελτίωσιν της πολιτικής των καταστάσεως; Αυτοί έμειναν εγκαταλελειμμένοι απ’ εκείνους, οίτινες ηδύναντο να τους οδηγήσωσι· διότι όλοι οι καλοί ομογενείς καταφεύγουν εις ξένους τόπους, και αφήνουν τους ομογενείς των ορφανούς. Ιδού ο Κόμης Καποδίστριας υπηρετεί την Ρωσίαν, ο μακαρίτης πατήρ σας κατέφυγεν εδώ, και ο Καρατζάς εις την Ιταλίαν, υμείς ο ίδιος υπηρετούντες την Ρωσίαν εχάσατε υπέρ αυτής την δεξιάν χείρα σας κι άλλοι ίσοι καλοί καταφεύγοντες εις την Χριστιανικήν Ευρώπην, μένουν εκεί χωρίς ίσως να φροντίζουν διά τους δυστυχείς αδελφούς των.

Ο Πρίγκηψ εις ταύτα απαντών είπεν· αν εγώ εγνώριζον, ότι οι ομογενείς μου είχον ανάγκην από εμέ, και εστοχάζοντο ότι ηδυνάμην να συντελέσω εις την ευδαιμονίαν των, σοι λέγω εντίμως, ότι ήθελον μετά προθυμίας κάμω κάθε θυσίαν, ακόμη και την κατάστασίν μου και τον εαυτόν μου υπέρ αυτών. Τότε εγερθείς ο Ξάνθος με συγκίνησιν ψυχής είπε: Δος μοι, Πρίγκηψ, την χείρα σας εις βεβαίωσιν των όσων εκφράσθητε. Ο Πρίγκηψ με κάποιον θαυμασμόν εμβλέψας εις τον Ξάνθον τω έδωκε την χείρα· τότε αυτός είπεν, ότι εις την Πετρούπολη δεν ήλθεν διά υποθέσεις εμπορικάς, αλλά δι’ άλλην σημαντικωτάτην αιτίαν, και ότι αύριον θέλει τω την αποκάλυψη.

Ο Πρίγκηψ ανυπομόνως εζήτησε τότε να μάθη, αλλ’ ο Ξάνθος τον παρεκάλεσε να λάβη υπομονήν μέχρις της αύριον, και ούτως ετελείωσεν η πρώτη συνέντευξις. Την επιούσαν ο Ξάνθος επήγεν εις αυτόν, τω εφανέρωσε τα πάντα, και εκείνος μετά προθυμίας και ενθουσιασμού εδέχθη να αφιερωθή εις την υπηρεσίαν των ομογενών με πάσαν θυσίαν του, και δους εις τον Ξάνθον ένορκον και έγγραφον ομολογίαν περί της πίστεως και αφοσιώσεώς του (την οποίαν ο Ξάνθος έστειλεν εις τους εν Μόσχα συναδέλφους του Πατζιμάδην και Κομιζόπουλον, παρ’ οις και ευρίσκεται) ανεδέχθη τον τίτλον του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής, έλαβε δε και το όνομα Καλός, και τα στοιχεία διά να υπογράφηται: Α. Ρ. και ούτως εκατορθώθη δι’ αυτού ο σκοπός της Εταιρίας.

 

Πηγή


  • Ιστορική Βιβλιοθήκη, «Οι Φιλικοί», Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

 

Read Full Post »

Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρίας υπό Εμμανουήλ Ξάνθου. Αθήναι Εκ του Τυπογραφείου Α. Γκαρπολά, 1845.


 

Τα «Απομνημονεύματα περί φιλικής Εταιρείας» του Εμμανουήλ Ξάνθου τυπώθηκαν το 1845, όταν ο μεγάλος Φιλικός, έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στα όρια της οικονομικής εξαθλίωσης, σε ένα χαμόσπιτο στην οδό Νικοδήμου 27. Πέθανε στις 28 Νοεμβρίου 1852, λίγες ώρες μετά το βαρύτατο τραυματισμό του από πτώση στις σκάλες της Βουλής, όπου είχε παρακολουθήσει ως απλός πολίτης μια συνεδρίαση. Το Ελληνικό Κράτος τού απέδωσε κατά την κηδεία τιμές στρατηγού.

 

Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρίας υπό Εμμανουήλ Ξάνθου…

 

Το 1834 ο Ιωάννης Φιλήμων στο έργο του Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας,  γράφοντας  με βάση κυρίως τις προφορικές αφηγήσεις του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου κατηγόρησε τον Ξάνθο για κακή διαχείριση των χρημάτων της Φιλικής Εταιρείας. Άλλωστε, υπήρχε πάντα μεταξύ Ξάνθου και Αναγνωστόπουλου ανοικτή η διαμάχη για το ποιός υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Συγκεκριμένα, ο Ξάνθος υποστήριζε ότι ανήκει στην πρώτη τριάδα της Εταιρείας, ενώ για τον Αναγνωστόπουλο υποστήριζε ότι κατηχήθηκε πολύ αργότερα από εκείνον, δηλαδή το 1817. Αντίθετα, ο Αναγνωστόπουλος υποστήριζε ότι ο ίδιος είχε κατηχηθεί από το 1814, ενώ ο Ξάνθος αργότερα από αυτόν στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι η αρχική καλή σχέση και συνεργασία μεταξύ των δύο ανδρών, κατά τα πρώτα αποφασιστικά βήματα της Εταιρείας, όπως είδαμε, θα μεταβληθεί σε ανοιχτή έχθρα.

Έτσι ο Εμμανουήλ Ξάνθος βρίσκεται στην ανάγκη να επιστρέψει το 1837 στην Ελλάδα και το ίδιο έτος να συγγράφει πρώτα το «Υπόμνημα». Το απολογητικό αυτό κείμενο προκειμένου να ανασκευάσει όσα έγραψε εναντίον του ο Φιλήμων. Στο «Υπόμνημα» αυτό, που αποτελεί οιονεί απολογία του, γίνεται συνεχής αναφορά στα κεφάλαια του Δοκιμίου τον Φιλήμονα, προκειμένου να αντικρούσει τα γραφόμενά του.

Μολονότι, το κείμενο της Απολογίας (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, χφ. 2212) δεν δημοσιεύτηκε στον καιρό του αλλά πολύ αργότερα, το 1931, φαίνεται ότι ο Ιωάννης Φιλήμων πληροφορήθηκε το περιεχόμενό της, επειδή το 1839 κιόλας αρθρογραφώντας στην εφημερίδα Αιών, αποκαθιστά την προσωπικότητα του Ξάνθου, παραδεχόμενος ότι «υπέπεσεν εξ αγνοίας εις παραδρομάς τινας, ως προς το πρόσωπον του Ξάνθου ιδιαιτέρως». Μάλιστα αξίζει να επισημάνουμε εδώ ότι ακόμη και το Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, που θα εκδώσει ο I. Φιλήμων το 1845, ουσιαστικά αποτελεί μία ανασκευή του Δοκι­μίου του περί της Φιλικής Εταιρείας, στην οποία ασφαλώς και η διένεξη Ξάνθου – Αναγνωστόπουλου συνέβαλε αρκετά.

Ωστόσο, και παρά την αναγνώριση του λάθους εκ μέρους του Φιλήμονος, ο Εμμανουήλ Ξάνθος θα προχωρήσει στη σύνταξη και έκδοση των Απομνημονευμάτων του το 1845, στα οποία μετά από μια σύντομη έκθεσή του για τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν από τη σύσταση της Φιλικής Εταιρείας, προβαίνει, παράλληλα, στην έκδοση των γραπτών αποδείξεων για τους ισχυρισμούς του, δηλαδή παραθέτει 168 έγγραφα, τα οποία αποτελούν πρωτογενές υλικό για την ιστορία της Εταιρείας και τη δράση του ίδιου αλλά και πολλών από τα πρώτα μέλη της, που έδρασαν κυρίως στις Ηγεμονίες και στη Ρωσία.

Με άλλα λόγια ο Εμμ. Ξάνθος τήρησε την υπόσχεση που είχε δώσει τόσο κατά τη σύνταξη της «Εκθέσεως» του όσο και κατά τη σύνταξη του Υπομνήματος ότι πρόκειται να παρουσιάσει τις γραπτές πηγές τις οποίες επικαλείται. Έτσι κατά κάποιο τρόπο απαντά και στην πρόκληση του Ιωάννη Φιλήμονα, ο οποίος στην πρώτη έκδοση του Δοκιμίον πε­ρί της Φιλικής Εταιρείας, εκφράζοντας τις αμφιβολίες του για την «Έκθεση» του Ξάνθου, τον καλούσε να δημοσιεύσει τα έγγραφα που κατέχει: «…καθίσταται τοιουτοτρόπως επι­θυμητή η εκπλήρωσή της υποσχέσεώς του. Eις το έργον τούτο δύναται μεγάλως να ευκολυνθή διά των αποτεταμιευμένων εις αυ­τόν εγγράφων της Εταιρείας και των οποίων ημπορεί να έχη ιδεών περί αυτής πλέον κα­θαρών παρά τας οποίας έγραψε».

 

Για την ανάγνωση του βιβλίου του πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο:Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρίας υπό Εμμανουήλ Ξάνθου

 

Read Full Post »

Μέθοδος προσέγγισης και κατήχησης μελών της Φιλικής Εταιρείας


 

  Η ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας το καλοκαίρι του 1814 στην Οδησσό της Νότιας Ρωσίας, ασφαλώς αποτελεί τη σπουδαιότερη πολιτική ενέργεια του τουρκοκρατούμενου ελληνισμού. Η διαπίστωση αυτή αιτιολογείται αρχικά από το γεγονός ότι η οργάνωση αυτή πέτυχε να θέσει με ρηξικέλευθο τρόπο το ζήτημα της εθνικής χειραφέτησης των Ελλήνων, το οποίο το διαπραγματεύθηκε ως ελληνικό κυρίως πρόβλημα και όχι ως μέρος των δραστηριοτήτων κάποιας ευρωπαϊκής δύναμης· και βέβαια από το γεγονός ότι κατάφερε να οδηγήσει τα πράγματα στην ένοπλη ρήξη, δηλαδή να δράσει με τέτοιο συνωμοτικό τρόπο ώστε η έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης να καταστεί περίπου αναπότρεπτη.

Οι ηγετικές φυσιογνωμίες της Φιλικής Εταιρείας, πέρα από στοιχεία της συνωμοτικότητας που είναι βέβαιο ότι δανείστηκαν από συναφείς ευρωπαϊκές οργανώσεις και μάλιστα τεκτονικές, και ένα βαρυφορτωμένο τυπικό προσηλυτισμού, δεν επεξεργάστηκαν περίπλοκες ιδεολογικές θέσεις ούτε διατύπωσαν συνταγματικές επιταγές που θα εφαρμόζονταν σε ένα μελλοντικό ελληνικό κράτος. Όμως, ως καλοί γνώστες μιας παλαιότερης ανεκπλήρωτης, επαναστατικής προσδοκίας και βέβαια της σύγχρονης τους ευρωπαϊκής πολιτικής πραγματικότητας, συλλαμβάνουν και θέτουν σε άμεση εφαρμογή την αυτοδύναμη οργάνωση των εθνικών δυνάμεων με τις αναγκαίες φυσικά συμμαχίες και προσαρμογές…

 

 Διδασκαλία – Κατήχηση – Ιεραρχία

 

Η διδασκαλία της Εταιρείας, που σώθηκε σε πολλά αντίγραφα, αποτελείται από πέντε μέρη. Στο πρώτο μέρος περιλαμβάνεται η διδασκαλία της μυήσεως στο μυστικό της Εταιρείας. Στο μέρος αυτό υπάγεται ο «πρώτος όρκος», η «εξομολόγησις» και η αποκάλυψη του σκοπού. Στο δεύτερο μέρος περιλαμβάνεται η διαδικασία του Μεγάλου Όρκου, η οποία αποτελεί το πιο εντυπωσιακό μέρος της Διδασκαλίας. Στο τρίτο μέρος περιλαμβάνεται η ερμηνεία και οι οδηγίες περί συντάξεως του αφιερωτικού γράμματος, με τα σημεία αφιερώσεως και καθιερώσεως. Μετά την κατήχησή του ο νεοκατηχούμενος, εφόσον είχε τις προϋποθέσεις να προχωρήσει στην επόμενη βαθμίδα (κυρίως όσον αφορά τη γνώση ανάγνωσης και γραφής), έδινε τον μεγάλο όρκο και καθιερωνόταν ως «ιερέας».

 

Αθανάσιος Τσακάλωφ, Νικόλαος Σκουφάς, Εμμανουήλ Ξάνθος. Οι ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας. Οδησσός, 1814. Ως ημέρα της ιδρύσεως της Φ. Ε. Καθιερώθηκε η 14η Σεπτεμβρίου. Ξυλογραφία, έργο Βάσου Φαληρέα, 1970. Συλλογή χαρακτικών ΕΙΜ.

 

Στην ιεραρχία της Εταιρείας καθιερώθηκαν αρχικώς τέσσερις βαθμοί, ενώ αργότερα οι βαθμοί έγιναν επτά: 1) Αδελφοποιητοί ή Βλάμηδες, 2) Συστημένοι, 3) Ιερείς, 4) Ποιμένες, 5) Αρχιποιμένες, 6) Αφιερωμένοι και 7) Αρχηγοί Αφιερωμένων. Οι δύο πρώτοι βαθμοί στην Εταιρεία ήταν οι κατώτεροι και αφορούσαν τα μέλη, ενώ από τον τρίτο βαθμό και μετά ήταν τα στελέχη. Στον πρώτο βαθμό κατατάσσονταν τα αγράμματα μέλη. Οι κατηχούντες ρωτούσαν πριν απ’ όλα τους κατηχουμένους αν μπορούσαν να αντέξουν το μυστικό με κίνδυνο της ζωής τους, «καθόσον αυτά που επρόκειτο να μάθη αφορούν την τύχην του ίδιου του έθνους»…

 

Παρακάτω, από το βιβλίο του Εμμανουήλ Γ. Πρωτοψάλτη «Η Φιλική Εταιρεία, Αναμνηστικόν τεύχος επί τη 150 επετηρίδι», το οποίο εκδόθηκε στην Αθήνα από την Ακαδημία Αθηνών το 1964, αντιγράφουμε τη «Μέθοδο προσέγγισης και κατήχησης μελών της Φιλικής Εταιρείας», σ. 245-249.

 

Μέρος Α

 

Αφού γνωρίσης ένα Γραικόν, ότι είναι βέβαιος και θερμός εραστής της πατρίδος και καλός άνθρωπος· ότι δεν είναι μέλος εις καμμίαν άλλην εταιρείαν μυστικήν, οποία και αν είναι· ότι επιθυμεί να κατηχηθή εις την Εταιρείαν μας όχι από απλήν περιέργειαν, αλλ’ από καθαρόν πατριωτισμόν, τότε του δίδεις την υπόσχεσιν, ότι θέλεις τον δεχθή εις την Εταιρείαν· και πρώτον τον κάμνεις αδελφοποιτόν με το Ευαγγέλιον.

Βον. Μετά δύο ή τρεις ημέρας τον πηγαίνεις εις ένα ιερέα λέγοντας του, ότι θέλεις να όρκισης τον παρόντα άνθρωπον, αν ίσως εκείνα τα οποία υπόσχεται και λέγει διά μίαν γνωστήν υπόθεσιν είναι αληθινά. Έπειτα κατά μέρος (διά να μην ακούση ο ιερεύς) του λέγεις τον όρκον και αυτός τον επαναλαμβάνει τρεις φορές φωνή χαμηλοτέρα, έπειτα τον ερωτάς δυνατώτερα, διά να ακούση και ο ιερεύς, ο οποίος λέγει εις τον ορκιζόμενον: αυτά τα οποία είπες εις τον φίλον σου είναι αληθινά; Αυτός θέλει αποκριθή: ναι, είναι και θέλουν είσθαι αληθινά· και διά την ασφάλειάν των ορκίζομαι εις το Ευαγγέλιον· και τότε τον βάζεις και κάμνει τον όρκον κατά τον εκκλησιαστικόν νόμον.

Εις τους έξω της Γραικίας ευρισκομένους είναι συγχωρημένον να γένη αυτός ο όρκος και εις ιερέα τίμιον της Δυτικής Εκκλησίας, αν ίσως δεν είναι ιερεύς ορθόδοξος.

Γον. Ύστερα από τον όρκον, τον παίρνεις εις απόκρυφον μέρος και του κάμνεις την διωρισμένην εξομολόγησιν με ακρίβειαν:

Αον του λέγεις, αν είναι αρκετά δυνατός να βαστάξη το μυστικόν με τον κίνδυνον της ζωής του, διότι αυτά τα οποία μέλλει να μάθη, είναι πράγματα ιερά και αξιοσέβαστα εις τας φιλογενείς καρδίας, και από τα οποία κρέμαται η τύχη του ιδίου έθνους, και ότι αφ’ ου έμβη εις ταύτην την Εταιρείαν, πρέπει να λάβη τον θάνατον προ οφθαλμών, τον θάνατον μ’ όλα τα σκληρά βάσανα του και κατά περίστασιν ημπορεί να φονεύση ένα παραβάτην της Εταιρείας, ας είναι και ο πλησιέστερος συγγενής του.

Δον. Τέλος πάντων να στοχασθή ότι όλοι οι άλλοι δεσμοί και υποχρεώσεις, οπού έχει εις τον κόσμον είναι πλέον ουδέν έμπροσθεν του δεσμού της Εταιρείας· και αν ίσως δεν αισθάνεται αρκετήν δύναμιν και απόφασιν εις τον εαυτόν του, να παραιτηθή από του να γένη μέλος της Εταιρείας.

Εον. Του εξηγείς τον σκοπόν σου, λέγοντας, ότι αύριον θέλετε ανταμωθή διά να του ειπής μερικά ακόμη και να μην αλησμονήση να προμηθευθή με ένα μικρόν κίτρινον κεράκι. Την αυτήν ημέραν τον ερωτάς και αυτάς τας εξής εννέα ερωτήσεις:

α. Πώς ζης και πόθεν ο πόρος της ζωής σου;

β. Τι συγγενείς έχεις; ποίου επαγγέλματος και ποίας καταστάσεως;

γ. Εσυγχίσθης ποτέ με κανέναν ή συγγενή, ή φίλον, ή άλλον τινά;

δ. Εφιλιώθης με αυτούς και διά ποίαν αιτίαν και το εν και το άλλο;

ε. Είσαι υπανδρευμένος; έχεις κλίσιν να υπανδρευθής;

στ. Έχεις έρωτα; είχες ποτέ σου; απέρασε; και από τι καιρόν;

ζ. Σε ακολουθεί καμμία μεγάλη ζημία, ή μεταβολή καταστάσεως;

η. Είσαι ευχαριστημένος εις το επάγγελμα σου και τι επιθυμείς περισσότερον;

θ. Έχεις κανένα φίλον πιστόν και ποίος είναι;

Τέλος, πώς έχεις σκοπόν εις το εξής να ζήσης;

 

«Ο όρκος του Φιλικού». Πίνακας του Επτανήσιου ζωγράφου Διονυσίου Τσόκου (1849), που αποδίδει σε κατανυκτική ατμόσφαιρα την κορυφαία στιγμή της μύησης στην Εταιρεία, δηλ. του όρκου πάνω στο Ευαγγέλιο, και παριστάνει, κατά την παράδοση, την ορκωμοσία στην Ζάκυνθο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Μέρος Β

 

Μετά μίαν ή δύο ημέρας εν καιρώ νυκτός σιωπώντας πηγαίνετε εις ασφαλές μέρος· και πρώτον βάζεις επάνω εις μίαν τράπεζαν μίαν εικόνα, επάνω της οποίας αφήνει ο κατηχούμενος το κεράκι του. Αυτό το κεράκι σημαίνει την θυσίαν της εκατόμβης, οπού έκαστος χρεωστεί εις την υπέρ πατρίδος καλήν προειδοποίησιν. Αυτό το κεράκι είναι ο μόνος μάρτυς, τον οποίον η δυστυχισμένη πατρίς μας δίδει διά την υπόσχεσιν της ελευθερίας της, και ζητούσα παρά των ιδίων της τέκνων παραμυθίαν της σκλαβιάς της.

Και τούτου γενομένου του λέγεις, αν ίσως δεν στοχάζεσαι τον εαυτόν σου αρκετά δυνατόν, διά να ακολουθήση το μυστήριον, έχει ακόμη καιρόν να στοχασθή και να παραιτηθή του δεσμού, εις τον οποίον ήδη εμβαίνει, διότι μόνος ο θάνατος ημπορεί να τον ελευθέρωση, η δε μετέπειτα μεταμέλεια του είναι ασυγχώρητος.

Μετά ταύτα γονατίζει με το δεξί μόνον γόνυ κοντά εις την τράπεζαν και κάμνει τρεις φορές το σημείον του σταυρού· είτα του δίδεις και ασπάζεται με κατάνυξιν την εικόνα και βάνοντας το δεξί του χέρι επάνω εις αυτήν ανοικτόν, ανάπτει το κεράκι του, σβήνων κάθε άλλο φως.

Τότε, έχοντος εκείνου το κερί αναμμένον εις το αριστερόν του χέρι, του λέγεις: αδελφέ, αυτό το κεράκι είναι ο μόνος μάρτυς, τον οποίον η δυστυχισμένη πατρίς μας δίδει δεσμόν εις τον όρκον της ελευθερίας μας· και κάμνοντες ομού πάλιν τον σταυρόν τρις, συ μεν αναγιγνώσκεις τους όρκους και αυτός εξακολουθεί μ’ όλον το ανήκον σέβας εις την ιερότητα και μεγαλειότητα του πράγματος.

Τελειωθέντων των ειρημένων, βάζεις το δεξιόν σου χέρι επάνω εις τον αριστερόν ωμόν του και με το αριστερόν σηκώνεις την εικόνα, την οποίαν και αυτός βαστά ωσαύτως με την δεξιάν του και εκφωνείς τα ακόλουθα: Ενώπιον του  αοράτου και πανταχού παρόντος αληθινού Θεού, του μόνου αυτοδίκαιου και εκδικούντος τους παραβάτας και πονηρούς κατά τους κανόνας της Φιλικής Εταιρείας, και με την δύναμιν την οποίαν έδωκαν οι Μεγάλοι Ιερείς των Ελευσίνιων, καθιερώ τον δείνα…, εκ πατρίδος δείνα…, ετών τοσούτων…, επαγγέλματος… και τον δέχομαι διά μέλος, ως και εγώ εδέχθην εις την Εταιρείαν των Φιλικών.

Μετά την παρούσαν καθιέρωσιν σβήνεται το κεράκι και τον παραγγέλλεις να το φυλάττη καλώς, επειδή αυτό έχει πάντοτε μαζί του μάρτυρα των μεθ’ όρκου υποσχέσεων του.

Και τούτου γενομένου άρχεται εκφωνών τους εξής όρκους:

 

Οι όρκοι:

 

Ενώπιον του αληθινού Θεού, του δικαίου και πανταχού παρόντος, ορκίζομαι αυτοθελήτως, ότι θέλω μείνει πιστός εις την Εταιρείαν κατά πάντα και διά πάντα, δεν θέλω φανερώσει το παραμικρόν από τα σημεία ή λόγους της, μήτε θέλω δώσει να καταλάβη τινάς ποτέ, ότι εγώ ηξεύρω τι περί τούτων, μήτε συγγενής μου, μήτε πνευματικός μου, μήτε φίλος μου.

Ορκίζομαι, ότι εις το εξής δεν θέλω έμβη εις καμμίαν άλλην εταιρείαν, οποία και αν είναι, μήτε εις κανένα δεσμόν υποχρεωτικόν, αλλά μάλιστα ό,τι δήποτε δεσμόν ήθελον έχει εις τον κόσμον, και τον πλέον μέγιστον, θέλω τον μετρά μηδέν ως προς την Εταιρείαν.

Ορκίζομαι, ότι θέλω θρέφει εις την καρδίαν μου αδιάλλακτον μίσος εναντίον των τυράννων της πατρίδος και των οπαδών τους και ομοφρονούντων. Θέλω ενεργεί πάντα τρόπον προς βλάβην τους, όταν η περίστασις συγχώρηση τον εξολοθρευμόν τους. Ορκίζομαι, ότι ποτέ δεν θέλω μεταχειρισθή βίαν εις (το) να συγχωρηθώ με ένα συναδελφόν, αλλά θέλω προσέχει με την μεγαλυτέραν επιμέλειαν, διά να μην λανθασθώ και ύστερον ακολουθήσει τι εναντίον.

Ορκίζομαι, ότι όπου ευρεθώ με συνάδελφον, θέλω τον συμβοηθεί και συντρέχει με όλην την δύναμιν και κατάστασίν μου· θέλω προσφέρει εις αυτόν σέβας και υπακοήν, αν είναι μεγαλύτερος εις τον βαθμόν· και αν αυτός ήτον πρότερος εχθρός μου, τόσον περισσότερον θέλω τον αγαπά, όσον η έχθρα μας ήτον μεγαλύτερα.

Ορκίζομαι ότι, καθώς εγώ εδέχθην εις την Εταιρείαν, ούτω και εγώ θέλει δέχομαι αδελφόν, θέλω μεταχειρίζομαι κάθε τρόπον και άργητα έως να τον γνωρίσω, ότι είναι Έλλην αληθινός και θερμός υπερασπιστής της δυστυχούς πατρίδος, ενάρετος και καλός άνθρωπος, άξιος να φυλάττη το μυστικόν και να το κατηχή εις άλλον.

Ορκίζομαι, ότι κατ’ ουδένα τρόπον δεν θέλω ωφεληθή από τα μετρητά της κάσσας της Εταιρείας, αλλά θέλω τα στοχάζομαι ως πράγματα ιερά και αναγκαίον ενέχυρον εις όλον το ταλαίπωρον έθνος μας, καθώς και τα λαμβανόμενα και στελλόμενα γράμματα.

Ορκίζομαι, ότι δεν θέλω ερωτήσει τινά Φιλικόν, διά να μάθω ποίος τον εδέχθη εις την Εταιρείαν, μήτε εγώ θέλω φανερώσει τον δέξαντά με· και αν γνωρίσω το σημείον εις το εφοδιαστικόν τινός, θέλω προσποιηθή ότι δεν το εγνώρισα.

Ορκίζομαι, ότι θέλω προσέχει πάντοτε εις την διάνοιάν μου και διαγωγήν μου να είμαι ευσεβής, ενάρετος, ευλαβής εις την θρησκείαν μου, χωρίς να καταφρονώ φανερά τας ξένας, θέλω δίδει πάντοτε το καλόν παράδειγμα, θέλω βοηθεί, συμβουλεύει, συντρέχει τον ασθενή, δυστυχή και αδύνατον ομογενή· θέλω σέβομαι την διοίκησιν, τα έθιμα, τα κριτήρια, τους μετόχους της διοικήσεως του τόπου, εις τον οποίον διατρίβω.

Τέλος πάντων, ορκίζομαι εις το ιερόν όνομα σου, ω ιερά και αθλία πατρίς· ορκίζομαι εις τας πολυχρονίους βασάνους σου, ορκίζομαι εις τα πικρά δάκρυα των αιχμαλώτων και καταδίκων κατοίκων σου, τα οποία τόσους αιώνας κατά στιγμήν υποφέρουν τα ταλαίπωρα τέκνα σου, ότι αφιερούμαι όλος εις εσέ, ότι εις το εξής συ θέλεις είσαι η αιτία και ο σκοπός των διαλογισμών μου, το όνομα σου οδηγός των πράξεων μου και η εδική σου ευτυχία η ανταμοιβή των κόπων μου. Η θεία δικαιοσύνη ας εξάντληση επάνω εις την κεφαλήν μου όλους τους κεραυνούς της δικαιοκρισίας της, το όνομα μου, οι κατά διαδοχήν κληρονόμοι μου ας είναι εις αποστροφήν, και το υποκείμενόν μου το αντικείμενον της κατάρας και του αναθέματος των ομογενών μου. Και αν ίσως αλησμονώ μίαν στιγμήν τας δυστυχίας σου και δεν εκπληρώ το χρέος μου, ο θάνατος ας είναι η άφευκτος τιμωρία και ανταμοιβή του αμαρτήματος μου, διά να μην μολύνω την αγιότητα της ιεράς Εταιρείας σου με την συμμετοχήν μου.

 

Ο όρκος των Φιλικών, έργο του Νικόλαου Τυπάλδου – Ξυδιά. Συλλογή Κουτλίδη. Δημοσιεύεται στο «Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών, Ζωγράφοι – Γλύπτες – Χαράκτες 16oς-20óς αιώνας», τ. Γ’, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, 2000, σ. 328.

 

Όρκος μέγας

 

Ορκίζομαι εις το όνομα της αληθείας και δικαιοσύνης.

Ορκίζομαι εις το όνομα της γλυκύτατης και πεφιλημένης μου μητρός πατρίδος.

Ορκίζομαι τέλος πάντων εις το όνομα (Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος) του Υπέρτατου Όντος του ενός και μόνου αληθινού θεού, ότι υποφέρων τα πλέον σκληρά βάσανα και με θυσίαν της ιδίας μου ζωής, θέλω φυλάξει μυστικόν καθ’ όλην την δύναμιν της λέξεως το μυστήριον, το οποίον μοι γίνεται γνωστόν κατά τον εξής τρόπον:

Ο σκοπός

 

Η Εταιρεία συνίσταται από καθ’ αυτό Γραικούς φιλοπάτριδας και ονομάζεται Εταιρεία των Φιλικών.

Ο σκοπός αυτών είναι η καλυτέρευσις του ιδίου έθνους και, αν ο Θεός το συγχώρηση, η ελευθερία των.

Μετά την συνήθη εξομολόγησιν και κατήχησιν ο ωρκωμένος προσήλυτος ας ονομάζεται Ιερεύς των Φιλικών.

 

Πηγή


  • Ιστορική Βιβλιοθήκη, οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας  «Οι Φιλικοί», Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

Ο αμφιλεγόμενος Φιλικός Νικόλαος Γαλάτης και η εκτέλεσή του

Ένα ανέκδοτο υπόμνημα του Νικολάου Σκούφου προς τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια

Η ανάθεση της αρχηγίας της Φιλικής Εταιρείας. Ιωάννης Καποδίστριας και Αλέξανδρος Υψηλάντης

Φιλική Εταιρεία – Οι Πρωτεργάτες

 

Read Full Post »

Φιλική Εταιρεία – Οι Πρωτεργάτες


 

Η ποικιλόμορφη εναλλαγή της ιστορικής μοίρας των Επτανήσων, όπου οι δυνάμεις κατοχής (Βενετία, Γαλλία, Τουρκία – Ρωσία, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία) απέδειξαν ότι δεν ενδιαφέρονταν και τόσο για την απελευθέρωση των Ελλήνων, στάθηκε αφορμή για να αντιληφθούν οι επί τέσσερις αιώνες σκλάβοι των Τούρκων, ότι, για να απελευθερωθούν, πρέπει να βασιστούν στις δικές τους δυνάμεις. Μετά τη συντριβή του Μ. Ναπολέοντα το 1812 στη Μόσχα και τον περιορισμό του στη νήσο Έλβα, ακολούθησε η μείωση της γαλλικής δύναμης στην Ευρώπη και η σύγκληση το 1814 του Συνεδρίου της Βιέννης. Εκεί, φάνηκε ότι όλοι ενδιαφέρονταν για τη διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και συνεπώς οι Έλληνες δεν είχαν καμία ελπίδα να βοηθηθούν από τα ευρωπαϊκά κράτη. Ο Νικόλαος Σκουφάς στην Οδησσό, αισθανόμενος αυτή την πολιτική κατάσταση, ίδρυσε, λίγο πριν από το Συνέδριο της Βιέννης, το καλοκαίρι του 1814, τη Φιλική Εταιρεία. 

 

Η Οδησσός της Φιλικής Εταιρείας

  

Οι Έλληνες, όσοι σκέπτονταν τον απελευθερωτικό αγώνα, στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν χωρισμένοι σε δυο στρατόπεδα: σε αυτούς που πίστευαν ότι «ήλθε το πλήρωμα του χρόνου» και έπρεπε να γινόταν η Επανάσταση και σε εκείνους που υποστήριζαν ότι ήταν ακόμη νωρίς και, συνεπώς, χωρίς παιδεία και υποδομή, αυτή δεν θα μπορούσε να ευδοκιμήσει. Η Φιλική Εταιρεία ως μυστική και επαναστατική οργάνωση, φρόντιζε να μην έχει έγγραφα ή να τα εξαφανίζει. Γι’ αυτό και «κατάλογοι πλήρεις των μελών της Εταιρείας δεν διεσώθησαν, ατυχώς».

Οι Έλληνες της Ρωσίας έζησαν στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα κάτω από την επίσημη πολιτική της Προστασίας. Αλλά σε αυτή την προστασία πρέπει να προσθέσουμε και την ιδιαίτερη συμπάθεια του ρωσικού λαού προς τους σκλαβωμένους ορθόδοξους της Βαλκανικής Χερσονήσου. Η ελληνική κοινότητα της Οδησσού το 19ο αιώνα ήταν από τις πιο ανθούσες, με εκκλησίες, εκπαιδευτήρια, σωματεία, λέσχες, κλπ. Οι Έλληνες της Οδησσού ήταν πολλοί, μεταξύ των αλλοδαπών εμπόρων της πόλεως. Μάλλον το δυναμικό των Ελλήνων εμπόρων της Οδησσού θα έδωσε την ονομασία «Ελληνική πόλις».

 

Η Οδησσός, χαλκογραφία στο «Εθνικόν Ημερολόγιον» Μαρ. Βρετού 1861-1862.

 

Το 1808 η Οδησσός είχε 12.500 κατοίκους και το 1814, 25.000 κατοίκους. Από τις αρχές του 19ο αιώνα, η πόλη απέκτησε πολυεθνικό χαρακτήρα. Εκεί ζούσαν (κατά σειρά) Ρώσοι, Εβραίοι, Ουκρανοί, Πολωνοί, Γερμανοί, Ιταλοί, Έλληνες, Τάταροι κ.ά. Άλλωστε, γενικός διοικητής της περιοχής, από το 1803 έως το 1815, ήταν ο Γάλλος Αρμάνδος – Εμμανουήλ Ντε Πλεσίς (De Plessis), δούκας Ντε Ρισελιέ (De Richelieu) και το 1815 τον διαδέχθηκε πάλι ο Γάλλος Α. Φ. Ντε Λανζερόν (A .F. De Langeron).

Εξάλλου, υποστηρίχθηκε ότι μεγάλη επίδραση στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας στην Οδησσό είχε το γεγονός των νικηφόρων ροσω-τουρκικών πολέμων του τέλους του 18ο αιώνα, ιδίως των ετών 1768-1774 και 1781-1791. Είναι γεγονός ότι η Φιλική Εταιρεία (στην προετοιμασία της Επαναστάσεως του 1821) επέδρασε στη διαμόρφωση της κοσμοθεωρίας των Ρώσων Δεκεμβριστών.

Τέλος εκεί έζησαν αργότερα και οι επαναστάτες Ρώσοι Δεκεμβριστές Π. Ι. Ποστέλ (Ρ. Ι. Postel), Σ. Ι. Μουράβεφ Αποστόλ (S. I. Murav’ev Apοstol) και Μ. Ι. Μουράβεφ Αποστόλ (Μ. Ι. Murav’ev Apοstol) και ακόμη εκεί εξορίστηκε ο Α. Σ. Πούσκιν (A.S. Puskin). Τέλος, αργότερα ο Α. Σ. Πούσκιν, εμπνευ­σμένος από τον αγώνα του ελληνικού λαού, έγραψε ότι η Ελλάδα είναι «χώρα ηρώων και θεών».

 

Οι τρεις πρώτοι πρωτεργάτες

 

Νικόλαος Σκουφάς

Ο Νικόλαος Σκουφάς (1778-1818) ήταν μικροέμπορος και υπάλληλος. Δεν περισώθηκε ούτε το αληθινό όνομά του. Είχε στην Άρτα μικρό εμπορι­κό κατάστημα, όπου έραβε σκούφους, από όπου και το όνομά του. Γεννήθηκε στο Κομπότι της Άρτας το 1778 και πέθανε φτωχός στην Κωνσταντινούπολη, το 1818. Δυνατός χαρακτήρας, με απεριόριστη θέληση, έφθασε στην Οδησσό (1813) όπου ασχολήθηκε με το μικρεμπόριο και εργαζόταν ως υπάλληλος. Εκεί συνδέθηκε φιλικά με τους Τσακάλωφ και Ξάνθο και ίδρυσαν στην Οδησσό, στις 14 Σεπτεμβρίου 1814, τη Φιλική Εταιρεία, με «σκοπόν αμετάτρεπτον την ελευθέρωσιν της πατρίδος». Μετά τη σύσταση τη Φιλικής Εταιρείας, πήγε με αισιοδοξία στη Μό­σχα (τέλη Ιουλίου – αρχές Αυγούστου του 1814), με σκοπό να μυήσει τους εκεί Έλληνες μεγαλέμπο­ρους. Συνάντησε περιφρόνηση, δυσπιστία και χλευασμούς. Δεν απογοητεύτηκε, όμως, ο άσημος Ηπειρώτης ούτε από τους χλευασμούς των Ελλή­νων εμπόρων της Μόσχας, ούτε από την πτώχευσή του και αφοσιώθηκε στο έργο της Εταιρείας, θεώ­ρησε την πτώχευσή του ως «θεία Ευλογία». Το Δεκέμβριο του 1814  μύησε τον Γεώργιο Σέκερη, πρόσωπο κύρους στον Ελληνισμό της Ρωσίας. 

Παρά την απογοήτευση του Τσακάλωφ, ο Σκουφάς επέμενε στους στόχους της Εταιρείας και έπεισε τους συναγωνιστές του για τη μεταφορά της έδρας στην Κωνσταντινούπολη, η οποία αποτελούσε εμπορικό κέντρο για τους Έλληνες ομογενείς της Ανατολής. Ο Σκουφάς, διαβλέποντας πως η Πελοπόννησος ήταν κατάλληλη για την προετοιμασία και την έναρξη ακόμη της Επανάστασης, έπεισε τους Τσακάλωφ και Ξάνθο να εντάξουν στην Εταιρεία τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο από την Ανδρίτσαινα και να προγραμματίσουν ταξίδι στην Πελοπόννησο. Πλην, όμως, ο Σκουφάς πέθανε αιφνιδίως στις 31 Ιουλίου 1818, αφήνοντας τεράστιο κενό στη δράση της Εταιρείας, καθώς ήταν «άνθρωπος με πολύν ευαισθησίαν και πατριωτισμόν» – ψυχή ουσιαστικά της Εταιρείας.

Εμμανουήλ Ξάνθος, ξυλογραφία του 19ου αι.

Ο Εμμανουήλ Ξάνθος (1772-1852) γεννήθηκε στην Πάτμο και πέθανε στην Αθήνα. Ιδρυτικό μέ­λος της Φιλικής Εταιρείας και ο μόνος ο οποίος έ­γραψε Απομνημονεύματα, που πρωτοεκδόθηκαν το 1845, δηλαδή 30 περίπου χρόνια μετά τα γεγο­νότα. Μικροέμπορος και υπάλληλος με ανήσυχο πνεύμα και μεγάλη δραστηριότητα. Μυήθηκε στην Εταιρεία των Ελευθέρων Τεκτόνων, στη Λευκά­δα, από το φίλο του Παναγιώτη Καραγιάννη και αργότερα «συνέλαβεν αμέσως την ιδέαν ότι ηδύνατο να ενεργηθεί μια φυσική εταιρεία, κατά τους κανόνες ταύτης της των ελευθέρων Τεκτόνων, βάσιν έ­χουσα την ένωσιν όλων των εν Ελλάδι και εις τα άλλα μέρη ευρισκομένων…».

Το 1814 στην Οδησσό, με τον Νι­κόλαο Σκουφά και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ ίδρυ­σαν τη Φιλική Εταιρεία. Αυτός, το 1819, πρότεινε στην Πετρούπολη την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας στον I. Καποδίστρια, αλλά είναι γνωστό ότι ο τελευταίος αρνήθηκε. Τότε, ο Ξάνθος απευθύνθηκε στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο οποίος και αναγορεύτηκε Γενικός Επίτροπος της Αρχής, δηλαδή αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας.

Το 1827 ο Ξάνθος εγκατέλειψε την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι «λησμονηθείς τοσούτον, ώστε να θεωρείται εν Ελλάδι αποθανών». Στη Ρουμανία, έζησε για δέκα χρόνια σχεδόν ξεχασμένος.   Αλλά το 1834, η δημοσίευση κατηγοριών από τον Π. Αναγνωστόπουλο, ότι ο Εμμανουήλ Ξάνθος σκόρπισε αλόγιστα τα χρήματα της Εθνικής Κάσας κατά τον Αγώνα, επανέφερε τον τελευταίο στην Ελλάδα, το 1837, όπου έγραψε, απολογητικώς, τα «Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας» (εκδόθηκαν το 1845). Του απενεμήθη ο Χρυσός Σταυρός τους Σωτήρος και ένα τιμητικό επίδομα, το οποίο ουδέποτε έλαβε. Έζησε πάμφτωχος και ξεχασμένος στην οδό Νικόδημου 27, ο Φιλήμων ανασκεύασε τις κατηγορίες εναντίον του και, ζώντας σε πλήρη ένδεια, δυστυχισμένος και μόνος, πέθανε στις 28 Νοεμβρίου 1852, γλιστρώντας από τα σκαλιά της Βουλής. Κηδεύτηκε με τιμές στρατηγού. Νεότερες αρχειακές έρευνες στη Ρω­σία «διορθώνουν» ορισμένα σημεία των Απομνημονευμάτων του Εμμανουήλ Ξάνθου διότι, όπως αναφέραμε, αυτά γράφτηκαν απολογητικώς και περίπου 30 χρόνια μετά τα γεγονότα.

Αθανάσιος Τσακάλωφ

Ο Αθανάσιος Τσακάλογλου και στη συνέχεια Τσακάλωφ (περ. 1788 – 1851) υπήρξε ο νεότερος της «τρόικας» και ο πιο δραστήριος. Ο πατέρας του, Νικηφόρος Τεκελής, ήταν έμπορος από τον Τύρναβο και η μητέρα του, κόρη αρχοντικής γιαννιώτικης οικογένειας. Γεννή­θηκε στα Γιάννενα και πέθανε στη Μόσχα. Για να γλιτώσει από τον Αλή Πασά διέφυγε στη Μόσχα, όπου ήδη είχε εγκατασταθεί ο πατέρας του.   Σπούδασε στη Μαρουτσαία Σχολή των Ιωαννίνων, κοντά στον Αθανάσιο Ψαλίδα και τον Κοσμά Μπαλάνο και συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι. Εκεί συμμετείχε στην πατριωτική εταιρεία «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον».  

Το 1813 επέστρεψε στη Οδησσό, οπότε και συνδέθηκε φιλικά με τους Ξάνθο και Σκουφά, ιδρύοντας τη Φιλική Εταιρεία. Μετέβη στη Σμύρνη και, μετά το θάνατο του Σκουφά, το 1818, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Ανήσυχος για την πορεία της Εταιρείας, ταξίδεψε ο ίδιος στην Πελοπόννησο και μετά τη δολοφονία του ύποπτου μέλους της Εταιρείας, Γαλάτη, στην Ερμιόνη Αργολίδας, έφυγε για την Ιταλία. Εκεί μύησε τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, το μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο και τον ηγεμόνα Κωστάκη Καρατζά.

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση, διορίστηκε από τον Υψηλάντη υπασπιστής του Ιερού Λόχου, τραυματίστηκε στο Δραγατσάνι. Αργότερα, επί Καποδίστρια, υπηρέτησε ως υπάλληλος του Γενικού Φροντιστηρίου και ήταν πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση του Άργους. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια εγκαταστάθηκε στη Μόσχα, όπου πέθανε το 1851.

 

Τα πρώτα μέλη-βοηθοί των πρωταγωνιστών

 

Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ξυλογραφία του Τάσσου.

Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος (1790-1854).

Ο όγδοος κατά σειρά εκλογής εκ των 16 μελών της Αρχής. Μυήθηκε στην Εταιρεία μάλλον στις αρχές του 1816. Γεννήθηκε στην Ανδρίτσαινα της Ολυμπίας γύρω στο 1790 και πέθανε στην Αθήνα το 1854. Στην Οδησσό ήταν υπάλληλος του εμπό­ρου Αθανασίου Σέκερη. Τον Απρίλιο του 1818, μα­ζί με τον Σκουφά και τον Λουριώτη πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου γνώρισε τον Ξάνθο. Με­τά το θάνατο του Σκουφά (Ιούλιος 1818), από τον Αύ­γουστο του 1818, ο Αναγνωστόπουλος ανέλαβε να επισκεφθεί, όπως και άλλοι Απόστολοι, όλα τα σημεία του Ελληνισμού.

Το Φεβρουάριο του 1819 πήγε στις παραδουνά­βιες ηγεμονίες για θέματα της Εταιρείας. Εκεί προσέλαβε στην Αρχή τον Γ. Λεβέντη και τον Γρ. Δικαίο. Δεν προσέλαβε όμως τον Θ. Νέγρη και αυτό προκάλεσε δυσαρέσκεια. Αργότερα, ήλθε στην Ελλάδα με τον Δημήτριο Υψηλάντη. Πολέ­μησε στον Αγώνα σε πολλές μάχες και μετά την α­πελευθέρωση ανέλαβε διάφορες διοικητικές θέ­σεις.

Η διαμάχη του με τον Ξάνθο, για το ποιος μυήθηκε πρώτος στην Εταιρεία και τι προσέφερε στον Αγώνα, προκάλεσε πολλές δημοσιογραφικές συζητήσεις από το 1834 και μετά. Ο πρώτος Φιλικός που μυήθηκε από τον Σκουφά ήταν, το Δεκέμβριο του 1814, στη Μόσχα, ο σπουδαστής Γεώργιος Σέκερης (αδελφός των μεγαλε­μπόρων στην Κωνσταντινούπολη, Παναγιώτη και Αθανασίου Σέκερη, οι οποίοι μυήθηκαν αργότερα).

Γιωργάκης Ολύμπιος (1772-1821)

Ο ίδιος ο Σκουφάς στα τέλη του 1815 μύησε στη Μό­σχα τον Αντώνιο Κομιζόπουλο (συγγενή του Γρηγορίου Ιω. Μαρασλή). Στις αρχές του 1816, στην Οδησσό, ο Σκουφάς, όπως αναφέραμε, μύησε τον Αθανάσιο Σέκερη και τον υπάλληλο του τελευταί­ου, Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο. Το 1816 τελικά δέχτηκε να μυηθεί ο Άνθιμος Γαζής. Το 1817, ο Γεωργάκης Ολύμπιος, διερχόμενος από το Ιάσιο, συνάντησε εκεί τον ήδη μυημένο Γε­ώργιο Λεβέντη. Το 1817, από τους τρεις οπλαρχη­γούς που πήγαν στην Οδησσό, ο Σκουφάς μύησε ε­κεί τον Ηλία Χρυσοσπάθη και ο Αναγνωστόπουλος τον Αναγνώστη Αναγνωσταρά και τον Παναγιώτη Δημητρόπουλο.

Στη γνωστή σφραγίδα (Εμ. Ξάνθος, Απομνημο­νεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845, σ. 11) της Φιλικής Εταιρείας, σε αχρονολόγητη ε­πιστολή προς τον πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόφι­λο, αναφέρονται με τη σειρά οι:

 

I: Ιωάννης Καποδίστριας

Α: Άνθιμος Γαζής

Α: Αθανάσιος Τσακάλωφ

Π: Παναγιώτης Σέκερης

Ν: Νικόλαος Σκουφάς

Ε: Εμμανουήλ Ξάνθος

Π: Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος

Α: Αντώνιος Κομιζόπουλος

Α: Αθανάσιος Σέκερης

*Ε: Ελλάς

 

Βασικές λεπτομέρειες ύστερα από αρχειακές έρευνες στη Ρωσία

 

Ποιος είχε την ιδέα της ίδρυσης; Ο Ξάνθος έγρα­ψε ότι αυτός παρακίνησε τον Σκουφά, αλλά είναι βέβαιο ότι «ο Σκουφάς πρώτος διέγραψε επί χάρ­του σχεδόν περί Εταιρείας», όπως ο ίδιος ο Ξάνθος βεβαιώνει. Γενικά, το 1814 με 1818 η Φιλική Εταιρεία εξα­πλώθηκε με προσοχή και με αργούς ρυθμούς. Στις αρχές του 1817, η Φιλική Εταιρεία αριθμούσε μόλις 20 μέλη, αλλά ο Γαλάτης κατέθεσε στην Αστυνο­μία της Πετρουπόλεως ότι η οργάνωση είχε μέλη σε όλη την Ελλάδα και σε άλλες χώρες και ότι τα μέλη της είναι χιλιάδες!

 

Το σπίτι της οδού Κράσνη (πάροδος Ν. 18) στην Οδησσό, όπου ιδρύθηκε η Φιλική Εταιρεία.

 

Ο Ξάνθος βρισκόταν στην Οδησσό από το 1810. Το 1812 πήγε στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί στην Ήπειρο. Επέστρεψε στη Οδησσό το Νοέμβριο του 1813, από όπου αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη το Δεκέμβριο του 1814. Τα Κρατικά Αρχεία της Οδησσού μαρτυρούν ότι ο Ξάνθος ήταν το 1814 στην Οδησσό και συνεπώς καταρρίπτονται όσα, αργότερα, καταμαρτυρεί ο Π. Αναγνωστόπου­λος κατά του Ξάνθου, ότι ο τελευταίος δεν ήταν το 1814 στην Οδησσό.

Στην Κωνσταντινούπολη, ο Ξαν­θός έγινε το 1818 επικεφαλής της Εταιρείας. Στις ικανότητες του Ξάνθου ανήκει το ότι ο Αλεξ. Υψη­λάντης ανέλαβε την καθοδήγηση της Εταιρείας. Ο Εμμανουήλ Ξάνθος ήταν στην Οδησσό πριν από το Νοέμβριο του 1814, ο Νικόλα­ος Σκουφάς πριν από τον Ιούνιο του 1814 και ο Αθανάσιος Τσακάλωφ πριν από τον Απρίλιο του 1814. Δεν υπάρχει ημερομη­νία ιδρύσεως της Φιλικής Εταιρείας. Πάντως, χρόνος παραμονής και των τριών ιδρυτών στην Οδησσό φαί­νεται ο Ιούνιος του 1814 (τουλάχιστον των δύο Σκου­φά – Τσακάλωφ από τους τρεις). Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι τον Ιούνιο του 1814 τέθηκαν οι βάσεις της ίδρυσης της Φιλικής Εταιρείας.

Που γινόταν η ορκωμοσία: Ο Κωνσταντίνος Κ. Παπουλίδης υποστήριξε ότι η ορκωμοσία στην Οδησσό γινόταν στο ναό της Αγίας Τριάδος της Οδησσού, γι’ αυτό και ονομαζόταν «ο ναός των Φι­λικών».

 

«Ο όρκος του Φιλικού». Πίνακας του Επτανήσιου ζωγράφου Διονυσίου Τσόκου (1849), που αποδίδει σε κατανυκτική ατμόσφαιρα την κορυφαία στιγμή της μύησης στην Εταιρεία, δηλ. του όρκου πάνω στο Ευαγγέλιο, και παριστάνει, κατά την παράδοση, την ορκωμοσία στην Ζάκυνθο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Άλλωστε, έχουμε και έγγραφη μαρτυρία ορκωμοσίας μέσα σε ναό της Ζακύνθου (στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου των Λατίνων). Πρβλ. και την ελαιογραφία του Διονυσίου Τσόκου «Ο όρκος του Φιλικού», από το 1849, όπου ορκίζεται ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης από τον ιερομόναχο Άνθιμο Αργυρόπουλο, παρουσία του Αναγνωσταρά, στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου της Ζακύνθου, την 1η Δεκεμβρίου 1818.

 

Κυριάκος Κ. Παπουλίδης

Διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας του

Πανεπιστημίου Paris IV (Σορβόνη)

 

Βασική Βιβλιογραφία

  • I. Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναύπλιο 1834.
  • Σακελλάριος Γ. Σακελλαρίου, Φιλική Εταιρεία, Οδησσός, 1909.
  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, «Απομνημονεύματα αγωνιστών του ’21», τόμ. 9, Αθήνα 1959.
  • Gr. Ars, Tajno obscestvo Filiki Eterija, Μόσχα, 1965. Ελληνική μετάφραση: Σεραφείμ Παπαδημητρίου, Η μυστική οργάνωση «Φιλική Εταιρεία», Αθήνα 1966.
  • Gr. L. Ars, Eteristskoe dvizenie ν Rossii, Μόσχα 1970.
  • E.Π. Πρωτοψάλτης, Η Φιλική Εταιρεία (Αναμνηστικόν τεύχος επί τη 150ετηρίδι), Αθήνα (Ακαδημία Αθηνών) 1974.
  • Gr. L. Ars, I. Kapodistrija i greceskoe nacional noosvoboditel’noe dvizenie 1809-1822 gg., Μόσχα 1976.
  • Gr.L. Ars – Gr. M. Pjatigorskij, «Nekotorye voprosy istorii Filiki Eterii ν svete novyh dannyh sovetskih arhivov», στο συλλογικό έργο Balkanskie Issledovanija, τόμ. 11, Μόσχα 1989, σσ. 24-42.
  • Κωνσταντίνος Κ. Παπουλίδης, Οι Έλληνες της Οδησσού, Θεσσαλονίκη (Αφοί Κυριακίδη) 1999. 

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Φιλική Εταιρεία / Άγνωστες πτυχές της μυστικής οργάνωσης », τεύχος 48, 14 Σεπτεμβρίου 2000.

 

  

Read Full Post »