Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Επανάσταση 21’

Τα επαναστατικά γεγονότα του 1821 στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες όπως τα είδε ένας Ρουμάνος αγωνιστής – (Απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του loan Solomon) | Κωνσταντίνος Κ. Χατζόπουλος, Βαλκανικά Σύμμεικτα Τόμος 1ος Θεσσαλονίκη 1981.


 

Η δημοσίευση «απομνημονευμάτων» και «Ενθυμήσεων» Ρουμάνων αγωνιστών σχετικά με τα Επαναστατικά γεγονότα του 1821 στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες παρατηρείται, όπως είναι γνωστό, κυρίως μέσα στην εβδόμη και όγδοη δεκαετία του 19ουαι., όταν για πρώτη φορά οι ρουμάνοι ιστορικοί με επικεφαλής τον C. A. Aricescu έστρεφαν το ενδιαφέρον τους στα γεγονότα του 1821. Αν και τα απομνημονεύματα αυτά των Ρουμάνων αγωνιστών είναι αναμφισβήτητα επηρεασμένα από τη μετά το Επαναστατικό Έτος 1821 εξέλιξη των έλληνο-ρουμανικών σχέσεων, παρόλα αυτά δεν παύουν να αποτελούν μια αξιόλογη πηγή για την καλύτερη γνώση των επαναστατικών γεγονότων του 1821 στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, που, αναμφίβολα, παρουσιάζουν μέχρι και σήμερα ορισμένα προβλήματα ερμηνείας.

Ξεκινώντας απ’ αυτή τη διαπίστωση κι από το ότι τα απομνημονεύματα αυτά είναι σήμερα δυσεύρετα και, επιπλέον, γραμμένα σε μια γλώσσα οπωσδήποτε όχι διεθνή, όπως η ρουμανική – πολλά μάλιστα άπ’ αυτά τα απομνημονεύματα είναι γραμμένα με την παλαιορουμανική γραφή (κυριλλική) – , κρίναμε σκόπιμο, στη παρούσα εργασία, να δώσουμε σε σχολιασμένη Ελληνική μετάφραση μέρος των «απομνημονευμάτων» ενός από τους σημαντικότερους ρουμάνους αγωνιστές, του loan Solomon, που έδρασε στην Επανάσταση του 1821 επικεφαλής των ρουμανικών Επαναστατικών δυνάμεων της Oltenia (Μικρής Βλαχίας).

 

Ioan Solomon

Ioan Solomon, λιθογραφία. Έργο του Ρουμάνου ζωγράφου Constantin Lecca.

 

Ο «απομνημονευματογράφος», ο loan Solomon γεννήθηκε στα 1793 στο χωριό Pleșoiu της Επαρχίας Dolj της Oltenia και πέθανε στα 1865 στο Βουκουρέστι [1]. Προερχόταν από οικογένεια στρατιωτικών της εποχής και, άπ’ όσα γνωρίζουμε, οι κοντινοί του πρόγονοι ήταν όλοι καπετάνιοι παντούρων.

Κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου 1806-1812 πήρε μέρος στα Εθελοντικά σώματα των Ρουμάνων παντούρων που αγωνίζονταν στο πλευρό των Ρώσων [2]. Συγκεκριμένα από το 1809 και μετά υπηρέτησε ως καπετάνιος μικρού σώματος εθελοντών, αντικαθιστώντας τον μεγαλύτερο αδελφό του που είχε σκοτωθεί, και ανδραγάθησε σε πολλές μάχες δεχόμενος και τρία τραύματα [3].

Χάρη στη συμμετοχή του στο πλευρό των Ρώσων κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο, αμέσως μετά την ανάρρηση στο θρόνο της Βλαχίας του Ιωάννη Καρατζά (1812), ο Ρώσος πρόξενος του Βουκουρεστίου σύστησε τον loan Solomon στον νέο ηγεμόνα που του ανάθεσε τη διοίκηση της καπετανίας (Potera) [4] της· κωμόπολης Prodilâ της επαρχίας Dolj, με κύριο καθήκον την τήρηση της τάξης και την καταδίωξη των ληστών [5].

Εξαιτίας των επιτυχιών που σημείωσε στην καταπολέμηση των διάφορων ληστοσυμμοριών που λυμαίνονταν την Βλαχία εκείνη την εποχή και ιδιαίτερα χάρη στη διάλυση κατά το 1815 μιας ληστοσυμμορίας με μεγάλη δράση, ονομάστηκε από τον Ιωάννη Καρατζά Polcovnic (συνταγματάρχης) και του δόθηκε το περίφημο για την εποχή εκείνη «καφτάνι», δηλωτικό του αξιώματός του [6]. Τον αμέσως επόμενο χρόνο ο Ηγεμόνας, χάρη και πάλι στις λαμπρές επιτυχίες του στην καταστολή της ληστείας, τον ονόμασε biv-clucer (τίτλος βογιάρου κατώτερης τάξης) [7]. Στα 1819 ο νέος ηγεμόνας της Βλαχίας ‘Αλέξανδρος Σούτσος ονόμασε τον loan Solomon sluger (τίτλος κατώτερου αξιωματούχου της ηγεμονικής Αυλής) και λίγο αργότερα cîrc-serdar (διοικητής σώματος ιππικού) των πέντε επαρχιών της Oltenia [8].

Η δράση του κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο 1806-1812 ως καπετάνιου σώματος παντούρων που βρίσκονταν κάτω από την ηγεσία του Tudor Vladimirescu [Θεόδωρο Βλαδιμηρέσκου], η όλη δράση του από την λήξη του παραπάνω πολέμου μέχρι το 1821 και, κυρίως, η θέση του ως επικεφαλής όλων των ένοπλων σωμάτων της Oltenia, έπαιξαν αναμφισβήτητα σημαντικό ρόλο για τον καθορισμό της θέσης του απέναντι στην επαναστατική κινητοποίηση του λαού της Βλαχίας κατά το 1821.

 

Θεόδωρος Βλαδιμηρέσκου (Tudor Vladimirescu), έργο του Ρουμάνου ζωγράφου, Theodor Aman (1831-1891) και το σχετικό γραμματόσημο που εκδόθηκε το 1971.

 

Ο loan Solomon προσχώρησε στο επαναστατικό κίνημα ευθύς εξ αρχής και ο Tudor Vladimirescu του ανάθεσε, όπως θα δούμε, την διοίκηση των επαναστατικών δυνάμεων της Oltenia [9]. Μετά την εισβολή των οθωμανικών δυνάμεων στα Ρουμανικά Πριγκηπάτα, ο Solomon, επικεφαλής των επαναστατικών σωμάτων που είχε κάτω από τις διαταγές του, επιχείρησε να υποχωρήσει προς τα αυστριακά σύνορα, καθ’ οδόν όμως αναγκάστηκε να συγκρουστεί με ισχυρό σώμα του οθωμανικού στρατού κοντά στο Zâvideni, όπου νικήθηκε [10]. Λίγο αργότερα, μετά τη διάλυση του σώματός του, κατέφυγε με άλλους πενήντα άντρες στην Αύστρία [11], όπου και παρέμεινε μέχρι τον Αύγουστο του 1826. Τότε επέστρεψε στην Βλαχία, όπου ο νέας ηγεμόνας Γρηγόριος Γκίκας τον αποκατέστησε αναθέτοντάς ταυ και πάλι τη διοίκηση της καπετανίας της Prodilã [12].

Στα 1828 με την είσοδο των ρωσικών στρατιών στα Πριγκηπάτα ο I. Solomon μπαίνει και πάλι στην υπηρεσία της Ρωσίας και αναλαμβάνει να σχηματίσει σώμα Ρουμάνων εθελοντών πάνω στα πρότυπα των σωμάτων που είχαν πάρει μέρος στον πόλεμο του 1806-1812. Σε στενή συνεργασία με τους βογιάρους του Βουκουρεστίου και τον Ρώσο στρατηγό-διοικητή των Πριγκιπάτων, κατάφερε σε σύντομο χρονικό διάστημα να σχηματίσει στην Oltenia σώμα 3.500 ανδρών, που εξοπλίστηκε με ρωσικά όπλα και τάχθηκε στο πλευρό των ρωσικών δυνάμεων που αγωνίζονταν στη γραμμή του Δούναβη [13].

Η διήγηση των συμβάντων του ρωσοτουρκικού πολέμου 1828-1829 καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της «βιογραφίας» του I. Solomon (σελ. 23-44). Τελειώνοντας την αφήγησή του ο βιογράφος, για λόγους που θα εξηγηθούν λίγο παρακάτω, παραθέτει αναλυτικά όλα τα παράσημα και τις εύφημες μνείες που πήρε κατά τη διάρκεια του παραπάνω πολέμου και, ταυτόχρονα, κάνει λόγο για τα «ανδραγαθήματα» και τα «έργα» του σ’ αυτό τον πόλεμο.

Στα 1830, μετά την συνθήκη της Αδριανούπολης, βάσει των προνομίων αυτονομίας που πέτυχαν τα δύο Ρουμανικά Πριγκηπάτα, αποφασίστηκε η ίδρυση τακτικοί στρατού και στην Βλαχία. Τότε ο I. Solomon ονομάστηκε συνταγματάρχης (Polcovnic η Colonel) με τη ρητή υποχρέωση να προβεί σε άμεση στρατολογία για το σχηματισμό ενός συντάγματος 1.000 περίπου ανδρών από τους νεώτερους παντούρους που είχαν πάρει μέρος στον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828-1829. Μετά το σχηματισμό του συντάγματος η διοίκηση ανατέθηκε στον I. Solomon που τη διατήρησε 22 ολόκληρα χρόνια χωρίς διακοπή [14].

Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1848 στην Βλαχία ο Solomon, σε συνεργασία με τον συνταγματάρχη I. Odobescu και τον ταγματάρχη Lăcusteanu τάχθηκαν εναντίον της επανάστασης, οργάνωσαν μάλιστα και πραξικόπημα, που απέτυχε όμως, εξαιτίας της βίαιης αντίδρασης του εξεγερμένου λαού [15]. Οι δύο συνταγματάρχες συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν με διαταγή της επαναστατικής κυβέρνησης και σχεδόν αμέσως παραπέμφθηκαν σε δίκη [16]. Παρόλη όμως την καταδικαστική απόφαση της ανακριτικής επιτροπής (οι πραξικοπηματίες εξέπεσαν του βαθμού τους και διατάχτηκε η ποινική δίωξή τους) τελικά πέτυχαν, με τη μεσολάβηση του Μητροπολίτη Ούγγρο-Βλαχίας Νεόφυτου, να απαλλαχτούν από τις κατηγορίες και μάλιστα με προκήρυξή τους «προς το λαό» δήλωσαν ότι «προσχωρούν» στην Επανάσταση [17].

Παρόλη όμως τη σπουδαιότητα των γεγονότων του 1848, ο loan Solomon στη βιογραφία του απέφυγε με επιμέλεια να θίξει οτιδήποτε σχετικά με τη δράση του κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, περνώντας από την διήγηση των συμβάντων του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1828-1829 κατευθείαν στα γεγονότα του πολέμου της Κριμαίας (1853).

Η αποσιώπηση των γεγονότων του 1848 από τον I. Solomon είναι βέβαια ευνόητη. Ανήκοντας στην παράταξη εκείνων που αντιτάθηκαν στην ’Επανάσταση ήταν φυσικό να επιδιώξει να αποσιωπήσει γεγονότα που αμαύρωναν τη φήμη του ως αγωνιστή. Πέρα όμως απ’ αυτό, με την αποσιώπηση της αντεπαναστατικής του δράσης ο I. Solomon προσπάθησε κατά κάποιο τρόπο να «αποκαταστήσει» τη φήμη του απέναντι στον στρατηγό G. Magheru που είχε πρωταγωνιστήσει στην ‘Επανάσταση του 1848 ως διοικητής των ημιτακτικών επαναστατικών δυνάμεων [18]. Η προσπάθεια «αποκατάστασης» της φήμης του γίνεται φανερή στον επίλογο της βιογραφίας του (σελ. 47-50), όπου μας πληροφορεί ότι τα απομνημονεύματά του γράφτηκαν κυρίως ως απάντηση στο έργα του Ρουμάνου ιστορικού August Treboniu Laurian [19], που, ανήκοντας στη δημοκρατική παράταξη και θέλοντας να εξυψώσει τον στρατηγό G. Magheru, από τη μια μεριά έδωσε Ιδιαίτερη έμφαση στο ρόλο που διαδραμάτισε ο τελευταίος κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου 1828-1829 και, από την άλλη, υποβάθμισε το ρόλο του I. Solomon, θέτοντάς τον μάλιστα σε δεύτερη και τρίτη μοίρα [20].

 

Παντούροι στρατιώτες και χωρικοί στο Βουκουρέστι. Σχέδιο του Michel Bouquet, 1841.

 

Ο I. Solomon, μετά τα επαναστατικά γεγονότα του 1848, ανέλαβε και πάλι τη διοίκηση του 3ου συντάγματος και τη διατήρησε μέχρι τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1853. Αμέσως κατόπιν εγκατέλειψε την ενεργό δράση και αποτραβηγμένος, πέθανε τελικά στο Βουκουρέστι, όπως ήδη αναφέρθηκε, στα 1865.

«Τα απομνημονεύματα». Η πρώτη και μοναδική έκδοση της «βιογραφίας» του I. Solomon έγινε στη Κραγιόβα της Ρουμανίας τον Ιούνιο του 1862, στο τυπογραφείο των I. Samitca και I. Moise, σε σχήμα 8ο και με τον τίτλο: Biografia vietii polcovnicului loan Solomon, istorisită de sine Insusi si scrisa de P. Georgescu (Βιογραφία της ζωής του συνταγματάρχη loan Solomon, υπαγορευμένη από τον ίδιο και γραμμένη από τον Ρ. Georgescu). Το όλο έργο αποτελείται από την προμετωπίδα και μια προσφώνηση προς τους αναγνώστες χωρίς αρίθμηση και πενήντα (50) σελίδες κανονικά αριθμημένες με αραβικούς αριθμούς. Το αλφάβητο που χρησιμοποιήθηκε είναι το λεγόμενο μικτό, δηλαδή κυριλλικά και λατινικά στοιχεία ανακατεμένα, φαινόμενο που εξηγείται αν ληφθεί υπόψη ότι η εποχή έκδοσης του έργου συνέπεσε με τη «μεταβατική» λεγόμενη εποχή του ρουμάνικου αλφάβητου, όταν δηλαδή αυτό από καθαρά κυριλλικό άρχισε να μεταβάλλεται σε λατινικό για να καταλήξει κατά τη δεκαετία του 1870 σε καθαρά λατινικό.

Σχετικά με την ιστορική άξια της «βιογραφίας» του I. Solomon, πιστεύουμε πως το τμήμα της που αναφέρεται στα γεγονότα του επαναστατικοί έτους 1821 στα Ρουμανικά Πριγκηπάτα (σελ. 13-23), αποτελεί αναμφισβήτητα μια αξιόλογη πηγή, και, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, κρίναμε σκόπιμο να το μεταφράσουμε, πιστεύοντας πως η παρουσίαση στην Ελληνική γλώσσα των «απομνημονευμάτων» ενός Ρουμάνου αγωνιστή του 1821, που έδρασε μάλιστα ως επικεφαλής των ρουμάνικων Επαναστατικών δυνάμεων της Oltenia, θα αποτελούσε μια μικρή, άλλα θετική συμβολή στην ελληνική ιστοριογραφία που είναι αφιερωμένη στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 στα Ρουμανικά Πριγκηπάτα.

 

Βιογραφία του πολκόβνικου (συνταγματάρχη) loan Solomon, υπαγορευμένη από τον ίδιο και γραμμένη από τον Ρ. Georgescu, Craiova, 1862 (απόσπασμα).

 

Γιωργάκης Ολύμπιος (1772-1821)

/σ. 13/ Τον ‘Ιανουάριο του 1821 βγαίνοντας ο σλουτζέρης Tudor Vladimirescu με τριανταέξι αρναούτες, Έλληνες και Σέρβους, από το Βουκουρέστι, πέρασαν τον Όλτο και πηγαίνοντας στο Gorj στο μοναστήρι Tismana εξέδωσαν μια μικρή προκήρυξη στη χώρα, προς το γένος και προς όλους τους καπετάνιους που έφεραν όπλα, λέγοντας: να ξεσηκωθούν μικροί και μεγάλοι Ενάντια στα «φίδια» και τα «τέρατα» που έπιναν το αίμα μας τόσα χρόνια, καθώς επίσης και ενάντια ατούς Έλληνες [21], κι έτσι  εξεγέρθηκαν όλοι Εκείνοι οι πέντε νομοί (σ.μ. της Oltenia), και άρχισαν οι αρναούτες, Έλληνες και Σέρβοι, να λεηλατούν βογιάρους και Εμπόρους, καθώς και /14/ Εκκλησίες, και νάσου και μου έρχεται ξαφνικά διαταγή από τους βογιάρους του Ντιβανιού του Βουκουρεστίου, δώδεκα στον αριθμό, και μαζί διαταγή από τον Μητροπολίτη, για να βαδίσω ενάντιά τους και να τους χτυπήσω και να τους συλλάβω σαν αποστάτες που ήταν και για περισσότερη ενθάρρυνση μου έστειλαν μια γούνα σαν εκ μέρους της Χώρας (σ.μ.- της Βλαχίας) με τις υπογραφές των παραπάνω δώδεκα βογιάρων και του Μητροπολίτη, κι εγώ τότε βάδισα εναντίον τους και συναπαντώντας στο χωριό Cioroiu και στο Bailești, Sirbești και Romanești ένα Stan μπουλούκμπαση, το μπουλούκμπαση Iova και το μπουλούκμπαση Stancu, ανθρώπους του καπετάν Γιωργάκη (σ.μ.- Ολύμπιου), Έλληνες, και χτυπώντας τους αιφνιδιαστικά έπιασα ζωντανούς και τους τρεις καπετάνιους· εκείνοι είχαν τετρακόσιους περίπου άνδρες κι εγώ περίπου εξακόσιους.

Την τρίτη μέρα παίρνω ξάφνου ένα προσωπικό γράμμα από τον σλουτζέρη Tudor Vladimirescu στο όποιο μου έγραφε ότι εκείνους που καταπιάνονταν με την λεηλασία να τους συλλαμβάνω και να τους χτυπώ και, για καλύτερη πληροφόρησή μου, να επιστρέψω στην Craiova, διότι έγραφε αυτός στον καπετάν Γιωργάκη να συνεννοηθεί μαζί μου προφορικά σχετικά με όλο το μυστικό (σ.μ.- της αποστασίας)· και ήρθα λοιπόν μέχρι το χωριό Βοcobãtu κι αιδώ, ακούγοντας ότι o Γιωργάκης μαζί με τον Φαρμάκη, τον δελήμπαση Μιχάλη και τον Gencea μπήκαν στην Craiova, έγραφα κατά την διάρκεια της νύχτας στον Γιωργάκη ότι το πρωί έρχομαι στην Craiova.

Το πρωί όταν /15/ έφτασα κοντά στην Craiova βρέθηκα ξαφνικά μπροστά σ’ αυτούς τους καπετάνιους με όλους τους αρναούτες τους στα άκρα της Craiova, τοποθετημένοι όλοι σε παράταξη μάχης και μου έστειλε μπροστά ο καπετάν Γιωργάκης ένα καπετάνιο για να μου πει να σταματήσω τους παντούρους και τα κατάνια μου στον τόπο που βρίσκονται, και να βγω μόνος εγώ στον ανοιχτό κάμπο κι εκείνος, πάλι μόνος, να βγει από τον δικό τους στρατό να μιλήσουμε μόνον οι δυό μας· (σ.μ. – κι αυτό) επειδή εγώ είχα τότε μαζί μου και μερικούς Τούρκους του Μπεσλή-αγά· έτσι λοιπόν κι έκαμα κι αφού φιληθήκαμε, μου έδωσε μιαν επιστολή πάλι εκ μέρους του σλουτζέρη Tudor, που με συμβούλευε να έχω εμπιστοσύνη σ’ όλα τα λόγια του Γιωργάκη και με όρκο μου είπε (σ.μ.- ο Γιωργάκης) ότι δεν εξεγέρθηκαν ούτε ενάντια στους βογιάρους, ούτε ενάντια στους εμπόρους.

Αλλά μόνο για το νόμο, να γλυτώσουμε απ’ ότι ήμασταν μέχρι τότε· ταυτόχρονα έβγαλε και μια μικρή εικόνα από τον λαιμό του κι ορκιστήκαμε κι οι δυό στη μέση του κάμπου ότι θα είμαστε αδέλφια μέχρι και την τελευταία σταγόνα του αίματός μας. Μετά απ’ αυτό και οι δυό διατάξαμε τους στρατιώτες μας και ενώθηκαν συναμεταξύ τους κι άρχισαν να φιλιούνται και μπήκαμε στην Craiova όλοι μαζί σε παρέλαση.

Τη δεύτερη μέρα μπήκαμε στην Αγία Επισκοπή μαζί με όλους τους καπετάνιους κι ορκιστήκαμε όλοι, αναγγέλλοντας και στον σλουτζέρη Tudor στη μονή Motru [22] ότι γινήκαμε όλοι μαζί ένα σώμα στρατού. Έτσι λοιπόν ο σλουτζέρης Tudor έφυγε μέσα από τα χωριά κατευθείαν στην Slatina και, μετά από τέσσερεις μέρες, έφυγα κι εγώ μα/16/ζι με τον καπετάν Γεωργάκη, τον Φαρμάκη, τον δελήμπαση Μιχάλη και τον Gencea επίσης στη Slatina, που συναντηθήκαμε όλοι μας με τον σλουτζέρη Tudor, και κάνοντας στρατιωτικό συμβούλιο[23], με όρισαν εμένα με τους στρατιώτες μου να βαδίσω, όπως θα μπορέσω, μέρα και νύχτα για να επιστρέψω στην Craiova, δίνοντάς μου και εκατό περίπου Σέρβους και Αρναούτες και λέγοντάς μου να παρακολουθώ όλα τα τουρκικά στρατιωτικά οχυρά πάνω στο Δούναβη, να μη περάσουν οι Τούρκοι στη Χώρα κι ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα θα μου ξαναστείλουν στρατό, πυρομαχικά και χρήματα, επειδή εκείνοι θα τραβήξουν όλοι μαζί για το Βουκουρέστι· και καθώς καθόμασταν στο τραπέζι όλοι μαζί, προτού φύγω εγώ, ήρθε από το Βουκουρέστι ένας έμπορος και μεταξύ άλλων είπε κι αυτό: ότι ήρθε ο Υψηλάντης στο Βουκουρέστι· κι ο Tudor ακούγοντας αυτή την είδηση είπε με το ίδιο του το στόμα ότι είναι πολύ ωμός (σ.μ.- ο Υψηλάντης) και για τι πράγμα ήρθε· όλοι οι άλλοι αγάδες σιώπησαν.

 

Η Μονή των Τριών Ιεραρχών στο Ιάσιο, σε χαρακτικό του α’ μισού του 19ου αιώνα.Εδώ στις 24 Φεβρουαρίου 1821, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης κήρυξε την έναρξη της επανάστασης.

 

Την άλλη μέρα εγώ επέστρεψα στην Craiova με όλους τους στρατιώτες μου και καταλαμβάνοντας το μοναστήρι Jitianul, έκαμα μετερίζια σ’ όλες τις πλευρές, τάφρο στο έδαφος, αφήνοντας στην πόλη της Craiova μόνο μερικά καραούλια, όπου πήγαινα κι εγώ κάθε μέρα δυό ή τρεις φορές. Στις 15 Μαρτίου (σ.μ. – π.ημ.) περίπου βρέθηκα ξαφνικά με μια προκήρυξη του Δερβίς – πασά του Βιδινιού, που συνοδευόταν από μια προκήρυξη εκ μέρους του Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης (πριν τον θανατώσουν τον Πατριάρχη) και μια άλλη προκήρυξη /17/ εκ μέρους του καϊμακάμη (σ.μ.- της Craiova) Σαμουρκάση, που τον είχε στείλει η Υψηλή Πύλη σαν αντιπρόσωπο του Ηγεμόνα [24], για να μπει με στρατεύματα στη Χώρα.

 

Γερμανική γκραβούρα που αναπαριστά τις συγκρούσεις Επαναστατών και Τούρκων στο Βουκουρέστι.

 

Ο Πατριάρχης μας ορμήνευε (σ.μ.- απειλώντας) με ανάθεμα κι ο καϊμακάμης με προγραφή, παρόμοια κι ο Δερβίς-πασας, μας συμβούλευε να καταθέσουμε τα όπλα και να μεταμελήσουμε, να γίνουμε υπήκοοι του αληθινού Κυριάρχη μας· διότι διαφορετικά θα μπουν τα στρατεύματα στη χώρα και θα μας υποτάξουν με τα όπλα.

Όλα αυτά χωρίς καθυστέρηση τα έκανα γνωστά με το τακτικό ταχυδρομείο στον σλουτζέρη Tudor στο Βουκουρέστι· εκείνος μου απάντησε να τους υποσχεθώ ότι θα παραδοθούμε λιγάκι αργότερα, αλλά αυτό να μη το κάνω ποτέ· κι αν δω ότι τα οθωμανικά στρατεύματα έρχονται καταπάνω μου να αποτραβηχτώ στα ορεινά μοναστήρια. Μετά απ’ αυτό νάσου ξαφνικά μετά τρεις μέρες ο Medelnicer (σ.μ.- τίτλος βογιάρου κατώτερης τάξης) loan Puroineanu, που βρισκόταν στο Βιδίνι κοντά στον καϊμακάμη Σαμαυρκάση, έρχεται κατευθείαν στην Craiova σε μένα, μ’ επιστολές τόσο εκ μέρους του καϊμακάμη, όσο και εκ μέρους του Δερβίς-πασά, συνοδευόμενος από δύο Τούρκους αγάδες, διαβεβαιώνοντάς με, τόσο με όρκους όσο και γραπτώς, ότι αν θα παραδοθώ με όλους τους στρατιώτες μου, αφού η Πύλη θα μου δώσει έναν από τους ανώτερους βαθμούς, στην συνέχεια θα είμαστε και ελεύθεροι με όλα μας τα όπλα.

Εγώ του απάντησα να συνεννοηθούν με τον σλουτζέρη Tudor Vladimirescu, επειδή τον όρκο /18/ που έδωσα σ’ εκείνον δεν μπορώ να τον χαλάσω μέχρι το τέλος της ζωής μου, κι έτσι επέστρεψε ο Puroineanu στο Βιδίνι, μαζί με τους δύο αγάδες που είχαν έρθει (σ.μ.- μαζί του).

Την έβδομη μέρα μετά το Πάσχα μας ήρθε ξεκάθαρη είδηση ότι τον Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης τον κρέμασαν ανήμερα το Πάσχα· ακούγοντας το αυτό οι καπετάνιοι και οι παντούροι μου άναψαν τότε ακόμη χειρότερα, για να μείνουν μαζί μου για την δικαιοσύνη (σ.μ.- για εκδίκηση). Εγώ κατάλαβα ότι οι Τούρκοι από το Αντά-Καλέ, από την Κλάντοβα, από το Βιδίνι, από την Λουμπαλάνκα, από την Ράχοβα και από την Νικόπολη, αυτά όλα τα φρούρια (σ.μ.- οι φρουρές) βγήκαν στη χώρα και έρχονται ενάντιά μου, επειδή εγώ ήμουν ο μόνος καπετάνιος σ’ αυτές τις πέντε επαρχίες (σ.μ.- της Oltenia).

 

Ιάσιο, λιθογραφία του 1830.

 

Ακούγοντας ότι στην Orevita στο Mehedinti (σ.μ.- επαρχία της Oltenia) μπήκε μια αμάδα Τούρκων από το νησί (σ.μ.- το Αντά-Καλέ) με ληστρικές διαθέσεις, και ληστεύουν κυρίως τα σπίτια των παντούρων, πετσοκόβοντας και τους γονείς τους, αμέσως τότε έστειλα εκεί τον καπετάνιο Vasile Bustean με διακόσιους παντούρους και, χτυπώντας τους Τούρκους αιφνιδιαστικά κατά τη διάρκεια της νύχτας στο χωριό Bucura, σκότωσαν μερικούς από τους Τούρκους, ενώ οι ίδιοι που γλύτωσαν κατέφυγαν στο μοναστήρι του Jitianu με τους παντούρους τους, έχοντας χάσει στη μάχη μόνο τέσσερεις.

Μετά από πέντε μέρες πήρα ξεκάθαρη είδηση ότι το τουρκικό στρατόπεδο έφτασε στο χωριό Cioroiul, απόσταση τριών ταχυδρομείων [25] από την Craiova, και ότι έρχονται εναντίον μου. Τότε εγώ, από την μια μεριά /19/ ειδοποίησα αμέσως με ταχυδρόμο τον σλουτζέρη Tudor και τον καπετάν-Γιωργάκη, αναφέροντάς τους ότι εγώ εγκατέλειψα την Craiova και αποτραβιέμαι στο μοναστήρι Cozia, αν δεν μου στείλουν στρατιωτική δύναμη και την απάντηση να μου την στείλουν στο Rlmnicul Vilcea· και, από την άλλη μεριά, αναχώρησα μ’ ολόκληρο το σώμα των παντούρων μαζί μου στο παραπάνω μοναστήρι.

Πορτραίτου του Αλέξανδρου Υψηλάντη με στολή ουσάρου, 1810.

Οι Τούρκοι, καθώς άκουσαν γι’ αυτό από διάφορους κατασκόπους, ήρθαν αμέσως στη Craiova· εγώ πάλι πήρα το δρόμο προς το Otetelis για να βγω πιο γρήγορα στο Δραγατσάνι. Οι Τούρκοι φτάνοντας στην Craiova και καταλαβαίνοντας την αναχώρησή μου, πήραν κατευθείαν τον δρόμο του ταχυδρομείου για να βγουν μπροστά μου· εγώ όμως έφθασα πριν απ’ αυτούς στο Δραγατσάνι κι ενώ σταθήκαμε να πιάσουμε εκεί θέσεις, νάσου ξαφνικά κι έρχονται σε μένα μερικοί μικροί έμποροι και μου λένε ότι τους ήρθε διαταγή από τον Κεχαγιά-μπέη να μαγειρέψουν μεσημεριανό φαγητό για τους Τούρκους, γιατί σε λίγο θα βρίσκονται εδώ· και με παρακάλεσαν οι έμποροι να μη τους κάνω ζημιά και να αποτραβηχτώ από την πόλη τους πιο γρήγορα πριν έρθουν οι Τούρκοι, γιατί άλλοις θα τους βρει η φωτιά και το σπαθί· έτσι λοιπόν, μια και τους λυπήθηκα, τους άκουσα και αποτραβήχτηκα στο χωριό Zavideni σε απόσταση μισού ταχυδρομείου από το Δραγατσάνι· μόλις βγήκα εγώ αμέσως μπήκαν οι Τούρκοι κι αφού γευμάτισαν, αναχώρησαν γρήγορα το κατόπι μας και μας πρόφτασαν εκεί στο Zavideni, όπου βρισκόμασταν μέσα σ’ ένα περιβόλι με δαμάσκηνα./20/.

Αν παρατασσόμασταν όμως εκεί όπου βρισκόμασταν, μπορούσαμε να τους νικήσουμε τους Τούρκους χωρίς μεγάλη ζημιά δική μας, άλλα η ορμή της νεολαίας και η παλληκαριά των παντούρων εκείνης της εποχής, μας έσπρωξε στο φιλόδοξο σχέδιο να βγούμε μόνοι στο ανοιχτό πεδίο μπροστά από τους Τούρκους στη σκηνή του πολέμου, την στιγμή που οι Τούρκοι ήταν ένα σύνολο τριών χιλιάδων άντρων έχοντας και κανόνια· ενώ εγώ βρισκόμουν μόνο με οκτακόσιους παντούρους χωρίς ούτε ένα κανόνι.

Οι Τούρκοι όμως δεν έριξαν ούτε μια κανονιά ενάντιά μας, άλλα επιτόπου μας περικύκλωσαν απ’ όλες τις πλευρές και μας έβαλαν στη μέση. Εμείς βλέποντας αυτό το τρομερό θέαμα χάσαμε τις ελπίδες μας να γλυτώσουμε την ζωή μας, με τα σπαθιά όμως και τα γιαταγάνια στα χέρια καταφέραμε να ανοίγουμε δρόμο ανάμεσά τους και πήγαμε πάλι στη θέση μας στο περιβόλι με τα δαμάσκηνα, όσοι βέβαια γλυτώσαμε μια και διακόσιοι παντούροι έμειναν στον τόπο νεκροί [26]. Κι από δω την νύχτα αποτραβηχτήκαμε στην πόλη Rimnic κι εκεί βρήκα μια Επιστολή εκ μέρους του Tudor στην οποία μου έγραφε ότι, αμέσως μόλις θα πάρω την επιστολή του, να σηκωθώ με όλους τους παντούρους μου και να πάω κοντά του στο χωριό Golesti (σ.μ.- κοντά στο Pitesti), επειδή όλοι οι παντούροι που ήταν μαζί μου ήταν οι παλιότεροι και οι καλύτεροι· μου έγραφε και ότι, στη Μονή Cozia ν’ αφήσω εκατό παντούρους να φροντίζουν τα εφόδια που βρίσκονταν εκεί και όσοι Σέρβοι και Έλληνες βρίσκονταν στα μοναστήρια (σ.μ.- της Oltenia) όλους να τους διώξουμε και να μείνουν μόνο παντούροι [27].

 

Χάρτης της πορείας του Vladimirescu και του Υψηλάντη στο Βουκουρέστι.

 

Δύο ώρες αργότερα /21/ νάσου ξαφνικά ένας ταχυδρόμος αρναούτης με προσωπικό γράμμα από τον Πρίγκηπα Υψηλάντη και από τον καπετάν Γιωργάκη, όπου, γράφοντάς μου πολλούς επαίνους για τη μάχη που έδωσα με τους Τούρκους, μου έγραφαν και το έξης: ότι ο Tudor Vladimirescu είναι κάτω από την κρίση τους, γιατί έπιασαν όλη την αλληλογραφία που είχε με τους Τούρκους για να μας πουλήσει σ’ αυτούς. Εμείς τότε απομείναμε στην πιο μεγάλη στεναχώρια, όταν μάλιστα ακούσαμε μετά τρεις μέρες κι αυτό: ότι τον Tudor, αφού τον πήγαν στην Târgoviște, τον έσφαξαν.

 

Ρουμανικό τραπεζογραμμάτιο του 1966, με τη μορφή του Tudor Vladimirescu (Θεόδωρος Βλαδιμηρέσκου).

 

Καλώντας τότε όλους τους καπετάνιους κοντά μου συσκεφθήκαμε τι να κάνουμε, επειδή μου έγραφε ο Υψηλάντης ότι έρχεται κι αυτός ενάντια στους Τούρκους του Δραγατσανίου, μ’ αυτούς που χτυπήθηκα εγώ, και να τους βγω μπροστά μ’ όλους τους στρατιώτες μου· σ’ αυτό όμως μου απάντησαν όλοι οι καπετάνιοι μου ότι αυτοί δεν μπορούν να πάνε σε βοήθεια του Υψηλάντη, επειδή οι οικογένειες τους και τα παιδιά τους βρίσκονται μέσα στη χώρα και ίσως τους σκλαβώσουν οι Τούρκοι και (σ.μ.- γι’ αυτό) θέλουν να γυρίσουν πίσω μέσα από τα δάση, όπως θα μπορέσουν· με ορμήνευσαν και μένα (επειδή υπήρχανε ανάμεσα στους καπετάνιους μου μερικοί πιο ηλικιωμένοι από μένα) να περάσω στην Αυστρία, μέχρις ότου δούμε αν θα έρθουν οι Ρώσοι, όπως παινεύονταν εκείνοι (σ.μ.-οι φιλικοί), η όχι.

Εγώ, όντας τότε και βαριά άρρωστος, έφυγα στην Αυστρία με πενήντα παλληκάρια και, αφού φτάσαμε στα σύνορα, μπήκαμε στην Αυστρία με αλλαγμένο το όνομα, άλλα ανακαλύπτοντας οι Γερμανοί ποιος είμαι εγώ /22/ με έβαλαν υπό κράτηση στη πόλη Hațeg κι από κει με μετέφεραν σ’ ένα μικρό φρούριο, για την ακρίβεια στη Deva, κι από κει με μετέφεραν στο φρούριο Arad, πάντοτε υπό κράτηση, και, χάρη στην αλληλογραφία που είχα με τους βογιάρους που βρίσκονταν εκεί, στο Sibiu και Brașon, επανέκτησα την ελευθερία μου.

 

«Ο Ιερός Λόχος μάχεται για την απελευθέρωση της Ελλάδος», έγχρωμη λιθογραφία. Συλλογή Χαρακτικών ΕΙΜ. Στις 7 Ιουνίου του 1821, ο Ιερός Λόχος ήρθε αντιμέτωπος με ισχυρές οθωμανικές δυνάμεις στο Δραγατσάνι. Εκεί, ο στρατός του Υψηλάντη καταστράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά. Ο ίδιος επιχείρησε να διαφύγει, αλλά οι αυστριακές αρχές τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στη φυλακή.

 

Ο Υψηλάντης πραγματικά ήρθε στο Δραγατσάνι το κατόπι μου, με όλες τις δυνάμεις που διέθετε και χτυπήθηκαν με τους ίδιους εκείνους Τούρκους (σ.μ.- μ’ εκείνους που χτυπήθηκα στο Zavideni) στα περίχωρα του Δραγατσανίου, στο χωριό Calina, και τον χτύπησαν πολύ άσχημα οι Τούρκοι, περισσότερο απ’ ότι εμένα, επειδή εγώ είχα μια μικρή δύναμη στρατιωτών, ενώ μαζί μ’ εκείνον (σ.μ.-τον Υψηλάντη) ήταν όλοι οι καπετάνιοι και πάνω από είκοσι χιλιάδες στρατιώτες [28]. Όταν βρισκόμουν στο φρούριο του Arad, νάσου ξαφνικά και φέρνουν τον Υψηλάντη με συνοδεία, άλλα δεν μπορέσαμε να μιλήσουμε μεταξύ μας γιατί δεν ήμασταν ελεύθεροι [29].

Στην Αυστρία έμεινα περίπου έξι χρόνια και στα 1826, τον Αύγουστο, ήρθα στη Βλαχία μαζί με το ρωσικό προξενείο, κατευθείαν στο Βουκουρέστι, όπου παρουσιάστηκα στον ηγεμόνα Γρηγόριο Γκίκα, που, αφοί με επέπληξε, με συμβούλεψε να μην έχουμε πια επαναστατικές ιδέες και διαθέσεις· την ίδια πάντα μέρα μου έδωσαν πάλι κάτω από τις διαταγές μου την καπετανία του στρατιωτικού σώματος της Prodilâ και μου υποσχέθηκαν ότι σε μικρό χρονικό διάστημα θα με κάνουν circ-serdar στους πέντε νομούς (σ.μ.- της Oltenia), επειδή τότε, έλεγαν, ήταν circ- serdar ο στόλνικος (σ.μ.- τίτλος βογιάρου κατώτερης τάξης) Dinu Bilteanu κι επειδή είναι γέρος να τον oρμη/23/νέψουν να παραιτηθεί· και ήταν αληθινή αυτή η υπόσχεση γιατί τον Ιανουάριο του 1827 μ’ έκαναν κιόλας circ-serdar, δίνοντάς μου κάτω από τις διαταγές μου ένα σώμα παντούρων που ονομάζονταν Predâti της επαρχίας Gorj και την καπετανία των Amârâzi του Dolj, και την καπετανία του Gidiciul του Dolj και την καπετανία της Prodilâ, που ανέφερα πιο πάνω [30].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Dicționar enciclopedic român (Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό της Ρουμανίας), τόμος 4ος, Βουκουρέστι, 1966, σ. 450.

[2] Σχετικά με τη δράση των Εθελοντικών σωμάτων των παντούρων στην Βλαχία κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1806-1812 βλέπε Panaitescu, Ρ. Ρ. , Corespondenţă lui Constantin Ipsillanti cu guvernul rusesc (η αλληλογραφία του Κωνσταντίνου Υψηλάντη με την Ρωσική Κυβέρνηση) (1806-1810), Βουκουρέστι, 1933· Bodin, D., Insemnari cu privire la Tudor Vladimirescu in razboiul ruso-turc din 1806-1812 (σημειώσεις αναφορικά με τον Θεόδωρο Βλαδιμιρέσκου στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1806-1812), στο » Revista istorică română «, vol VIII (1938)· Neacșu, 1, Oastea pandurilor condusà de Tudor Vladimirescu in ràscoala din 1821, (ο στρατός των Παντούρων κάτω από την ηγεσία του Θ. Βλαδιμιρέσκου κατά την διάρκεια της εξέγερσης του 1821), στο Studii si referate privind istoria Romaniei», partea a II-a (1954), σ.σ. 1006-1007· Istoria Romaniei, vol. Ill, București, 1964, σ.σ. 608-611· Otetea, A., Tudor Vladimirescu și revolutia din 1821 (ο Θ. Βλαδιμιρέσκου και η Επανάσταση του 1821), Βουκουρέστι 1971, σ.σ. 140-143. Berindei, D.- T.Mutscu, Aspecte militare ale miscärii revolucionare din 1821, (Στρατιωτικές απόψεις του επαναστατικού κινήματος του 1821), Βουκουρέστι, 1973, σ. 28-33· Stan, A. Renaşterea armatei naţionale, (Η αναγέννηση του εθνικού Στράτου), Craiova, 1979, σσ. 101-145.

[3] Solomon, I., Biografia vieţii polcovnicului…, Craiova, 1862, σ.σ. 1-2.

[4] Η λέξη «potera», βουλγαρικής προέλευσης, σήμαινε το μικρό ένοπλο σώμα συνήθως αρναούτηδων, που είχε την αποστολή να καταδιώκει τους διάφορους ληστές και χαïντούκους, που εμφανίζονταν κατά καιρούς σε διάφορες περιοχές των δυο Ρουμανικών Πριγκηπάτων. Οι άντρες που σχημάτιζαν αυτά τα ένοπλα σώματα ονομάζονταν συνήθως «Catane», λέξη Ουγγρικής προέλευσης που σημαίνει «στρατιώτης», η «panduri», λέξη άγνωστης μέχρι σήμερα προέλευσης, που σήμαινε γενικά «ένοπλος» (βλ. D. Berin- dei – T. Mutascu, o.π., σσ. 20-21 σημ. 3 και Ηλία Φωτεινό, Οι άθλοι της εν Βλαχία Ελληνικής ’Επαναστάσεως το 1821 έτος, Λειψία (Βουκουρέστι), 1846 σ. 10 σημ. ζ), ή, τέλος «poterasi», λέξη προερχόμενη από την «potera». Την λέξη αυτή χρησιμοποίησε και ο Ι. Φιλήμων αναφερόμενος στην προσπάθεια του ηγεμόνα της Μολδαβίας Μιχαήλ Σούτσου να στρατολογήσει, στις παραμονές του 1821, μια δύναμη 3.000 περίπου άντρων με την πρόφαση του σχηματισμού των «ποτέρων» για την καταδίωξη των ληστών, σχέδιο όμως ποΥ τελικά απέτυχε (βλ. Δοκίμιο Ιστορικό περί της Ελληνικής ’Επαναστάσεως, Αθήναι, 1859, τομ. I, σ.σ. 2700305).

[5] Solomon, I., Biografia…., σ.σ. 5-6.

[6] Στο ίδιο, σ.σ. 7-8.

[7] Στο ίδιο, σ. 9.

[8] Στο ίδιο, σ.σ. 12-13· τον I. Solomon αναφέρει σαν Κιρκ-σερδάρη και ο Ηλίας Φωτεινός (οπ.π., σ.19).

[9] Solomon, I., Biografia …, σ.16.

[10] οπ.π., σ.σ. 19-20· περιγραφή της μάχης βλ. και στον Ηλία Φωτεινό (οπ.π. σ.151).

[11] Solomon, I., Biografia…, σσ. 21-22· Neacşu, I., Lista eu numele pandurilor şi câpeteniilor lor care au participât la räscoala sub conducerea lui Tudor Vladimirescu (Components lor sociala completata cu date biografice) si un extras statistic nominal cu componenta sociala a 116 câpetenii de panduri (Κατάλογος με τα ονόματα των παντούρων και των καπετάνιων τους που συμμετείχαν στην εξέγερση κάτω από την ηγεσία του Τ. Vladimirescu (η κοινωνική τους σύνθεση συμπληρωμένη με βιογραφικά στοιχεία) κι ένα απόσπασμα ονομαστικής στατιστικής με την κοινωνική σύνθεση 116 καπετάνιων παντούρων), στο «Studii şi materiale de istorie moderna», vol. I (1957), σ. 435· Stan, A., οπ.π., σ. 209.

[12] Solomon, I., Biografia…, σ. 22.

[13] οπ.π., σ. 24.

[14] οπ.π., σσ. 44-45· Stan, Α., οπ.π., σ. 256.

[15] Panait, Ioana şi P.I., Participarea maselor populäre din Bucureşti la înfrîngerea comploturilor reacτiunii din iunie 1848 (Η συμμετοχή των λαϊκών μαζών του Βουκουρεστίου στη συντριβή των αντιδραστικών συνωμοσιών του ’Ιουνίου 1848), στο «Studii, revista de istorie», vol. XIII (1960), nr. 6, σσ. 83-92· Platon, Gh., Masele in revolirtia de la 1848 (Οι μάζες στην επανάσταση του 1848), στον τόμο «Revoluția Română de la 1848 in Tarile Române», Bucureşti, 1974, Σς. 114· Cazanisteanu,C. , Probleme militare In revolutia Romana de la 1848 (Στρατιωτικό προβλήματα στην Ρουμανική επανάσταση του 1848), στον παραπάνω τόμο, σ.134 βλ. επίσης,  Anul 1848 in Principatele Romane. Acte şi documente (To έτος 1848 στα Ρουμανικά Πριγκηπάτα. Πράξεις και έγγραφα), Βουκουρέστι, 1902, τομ. I, σ.σ. 689-690, 700-703, τομ. II, σσ.31-35,96-99.

[16] Anul 1848…, τομ. II, σσ. 122-128 (όπου η απολογία του I. Solomon) και σσ.132-133 (η απόφαση της ανακριτικής επιτροπής).

[17] Anul 1848…, τομ. II, σ.186.

[18] οπ.π., τομ.II, σ.13

[19] Ο August Treboniu Laurian έγραψε, ανάμεσα στ’ λλα, το έργο Istoria Romanilor (Ιστορία των Ρουμάνων), Ιάσι, 1853, στο όποιο αναφέρεται κι ο loan Solomon στη Βιογραφία του (το έργο αυτό προβλεπόταν οκτάτομο, τελικά όμως δημοσιεύτηκαν μόνο οι τρεις πρώτοι τόμοι του). Σχετικά με τον Α.Τ. Laurian, που θεωρείται ένας από τους αξιολογότερους εκπροσώπους της ρουμάνικης γενιάς του 1848, καθώς κι ένας από τους επιφανές λόγιους του ρουμάνικου διαφωτισμού του 19ου αι. Βλέπε D. Macrea, Contribuții la istoria lingvisticii și filologiei românești (Συμβολή στην ιστορία της ρουμάνικης γλωσσολογίας και φιλολογίας), Βουκουρέστι, 1978, σσ. 55-73 και Enciclopedia istoriografiei româneşt (Εγκυκλοπαίδεια της Ρουμανικής Ιστοριογραφίας), Βουκουρέστι, 1978, σσ. 177-178.

[20] Solomon, I., Biografia…, σσ. 47-48.

[21] Ολόκληρο το κείμενο της προκήρυξης στο Documente privind istoria României: Răscoala din 1821, τομ. I, Bucuresti, 1960, σσ. 207-208· μετάφραση στην ελληνική μας δίνει ο Ηλίας Φωτεινός (οπ. π., σσ.7-9)· πρέπει να σημειωθεί πάντως εδώ, πως στην προκήρυξη της TismanaPadeş δεν γίνεται λόγος για «εξέγερση εναντίον των Ελλήνων», όπως μας πληροφορεί ο I. Solomon επηρεασμένος από την μετά το 1821 εξέλιξη των πραγμάτων στις δυο Παραδουνάβιες Ηγεμονίες· κριτική της παραπάνω προκήρυξης 3λ. A. Otetea, Tudor Vladimirescu si revolutia. ..·, σσ. 203-207 (ο Ρουμάνος Ιστορικός είναι ο πρώτος που απέδειξε πως η προκήρυξη τέθηκε σε κυκλοφορία από τη μονή της Tismana και όχι από το χωριό Pades, όπως γενικά πιστευόταν)· κριτική επίσης Βλ. στον D. Berindei, L’Annee revolutionnaire 1821 dans les Pays roumaines, Bucarest, 1971, σ.σ. 115-118.

[22] Οι επαναστατικές δυνάμεις κάτω από την ηγεσία του Τ. Vladimirescu έδρασαν στην Ολτένια κατά τον ακόλουθο τρόπο: αφοί κατέλαβαν αρχικά τα κυριότερα μοναστήρια της περιοχής (Tişmana, Strehaia, Motru κ.ά.) και τα μετέβαλαν σε ισχυρά οχυρά, εφοδιάζοντάς τα με τρόφιμα και πυρομαχικά και επανδρώνοντάς τα με ισχυρές φρουρές, στην συνέχεια στρατοπέδευσαν στο χωριό Țînțăreni, που το μετέτρεψαν σε κέντρο συγκέντρωσης και εκπαίδευσης των Επαναστατών (βλ. I. Neacşu, Oastea pandurilor…, σσ. 1019-1020· D. Berindei-T.Mutaşcu, όπ.π., σσ. 53, 60’· A. Otetea, Tudor Vladimirescu şi revolutia…, σσ. 17-18).

[23] Για το στρατιωτικό συμβούλιο των ηγετών των Επαναστατικών σωμάτων της Ολτένιας στην κωμόπολη Slatina, καθώς και γιά τις αποφάσεις που πάρθηκαν εκεί, βλ. κυρίως I. Neaşcu, Oastea pandurilor…, σσ. 1024-1028· D. Berindei-T. Mutaşcu, οπ.π., σσ. 81-84.

[24] Μετά τον θάνατο του Αλ. Σούτσου, η Πύλη, όπως είναι γνωστό, ονόμασε σα νέο ηγεμόνα της Ρουμανικής Χώρας τον Σκαρλάτο Καλλιμάχη , που εξαιτίας των γεγονότων δεν μπόρεσε να έλθει στο Βουκουρέστι και τελικά εξέπεσε του αξιώματος του και στη θέση του ονομάσθηκε ηγεμόνας ο Γρηγόριος Γκίκας, (Αύγουστος 1822), που θεωρείται ο πρώτος μετά τους Φαναριώτες ηγεμόνας ρουμανικής καταγωγής. Ο Σαμουρκάσης που αναφέρει ο I. Solomon στη Βιογραφία του σαν καϊμακάμη της Κραγιόβας είναι ο ποστέλνικος Ιωάννης Σαμουρκάσης για τον όποιο πληροφορίες μας δίνει και πάλι ο  Ηλίας Φωτεινός (όπ.π., σ. 150).

[25] Εδώ η λέξη «ταχυδρομείο» σαν μονάδα μέτρησης αποστάσεων ίση με 20 περίπου χιλιόμετρα.

[26] Περιγραφή της μάχης στον Ηλία Φωτεινό (όπ.π., σ. 151).

[27] Η Επιστολή αυτή του Τ. Vladimirescu προς τον I. Solomon δυστυχώς δεν έχει βρεθεί μέχρι σήμερα. Παρόλα αυτά από τις πληροφορίες που μας δίνει ο I. Solomon μπορούμε να σχηματίσουμε μία αρκετά ικανοποιητική εικόνα για το περιεχόμενό της. Κι αν κοντά σ’ αυτό προσθέσουμε και το γεγονός ότι η επιστολή αυτή γράφτηκε λίγο πριν ή λίγο μετά (μάλλον) την συνάντηση της 18ης Μάιου 1821 (π.ημ.) στο χωριό Goleşti τοϋ Τ. Vladimirescu με τον Γ. Ολύμπιο, κατά την όποια αποφασίστηκε για μια ακόμη φορά η συνεργασία των Επαναστατικών δυνάμεων που καθοδηγούνταν από τον Αλ. Υψηλάντη και τον Τ. Vladimirescu, η επιστολή του τελευταίου προς τον I. Solomon απόκτα μια ιδιαίτερη σημασία. Η σημασία της έγκειται στο ότι, ενώ ο Τ. Vladimirescu είχε ήδη προβεί σε συμφωνία με τους ηγέτες του Επαναστατικού στρατού που καθοδηγούνταν από τον Αλ. Υψηλάντη, ταυτόχρονα διέταζε τον I. Solomon, από τη μια μεριά, να «απομακρύνει» όλους τους Έλληνες και Σέρβους αγωνιστές από τα οχυρωμένα μοναστήρια της Ολτένιας και να εμπιστευτεί την φύλαξή τους μόνο σε Ρουμάνους παντούρους και, από την άλλη, να σπεύσει με τον κύριο όγκο των δυνάμεων που είχε κάτω από τις διαταγές του στο Goleşti, για να ενισχύσει το κύριο σώμα των Επαναστατικών δυνάμεων, που καθοδηγούσε ο ίδιος και που βρίσκονταν καθ’ οδόν προς την Ολτένια. Και τα δύο αυτά στοιχεία όμως δείχνουν σαφέστατα, τουλάχιστον έλλειψη εμπιστοσύνης του αρχηγού των Επαναστατικών σωμάτων των παντούρων προς τον Αλ. Υψηλάντη και τις επαναστατικές δυνάμεις που βρίσκονταν κάτω από τις διαταγές του. Το γεγονός αυτό δεν διέφυγε της προσοχής των Ρουμάνων ιστορικών της περιόδου, που ερμήνευσαν όμως την επιστολή αυτή ο καθένας κατά διαφορετικό τρόπο, οι περισσότεροι πάντως προσπαθώντας κυρίως να δικαιολογήσουν την έλλειψη εμπιστοσύνης του Τ. Vladimirescu προς τον Αλ. Υψηλάντη (βλ. C.D. Aricescu, Istoria revoluțiunii române de la 1821 (Ιστορία της Ρουμανικής Επανάστασης του 1821), Craiova, 1874, σ. 238 σημείωση 3-Α. Otetea, Tudor Vladimirescu si miscarea eterista in Tarile Romane, (Ο Θ. Βλαδιμιρέσκου και το κίνημα τΗς Φιλικής Εταιρίας στις Ρουμανικές Χώρες), Βουκουρέστι,1945 σ. 293· του ίδιου, Tudor Vladimirescu si revolutia…, σσ. 416-417 D. Berindei-T.Mutascu, οπ.π., σσ.147-148 (οί συγγραφείς υποστηρίζουν πώς η Επιστολή στάλθηκε πριν την συνάντηση Τ. Vladimirescu-Ολύμπιου, χωρίς όμως το γεγονός αυτό, κατά την γνώμη μας, να αλλάζει και πολύ τις προθέσεις του πρώτου· M. Radu, Tudor Vladimirescu si revolutia din Jara Romaneasca (ο Θ. Βλαδιμιρέσκου και η Επανάσταση της Ρουμανικής Χώρας), Κραγιόβα, 1978, σσ.441-442.

[28] Ο I. Solomon, μη όντας αυτόπτης μάρτυρας στην μάχη του Δραγατσανίου, ανεβάζει τις δυνάμεις που βρίσκονταν κάτω από τις διαταγές του Αλ. Υψηλάντη στον υπερβολικό αριθμό των 20.000 άντρων, επηρεασμένος αναμφισβήτητα από δύο άλλους Ρουμάνους απομνημονευματογράφους, που έγραψαν πριν απ’ αυτόν σχετικά με τα γεγονότα του 1821 στα δυο Πριγκηπάτα. Πιο συγκεκριμένα, ο Μ. Cioranu («υπασπιστής» του Τ. Vladimirescu) στα απομνημονεύματά του αναφέρει πως ο Αλ. Υψηλάντης διέθετε στο Δραγατσάνι μια δύναμη 16.000 περίπου άντρων (βλ. Μ. Cioranu, Revolutia lui Tudor Vladimirescu (Η επανάσταση του Θ. Βλαδιμιρέσκου), επανεκδίδει Ν. Iorga, Izvoarele contemporane asupra mişcarii lui Tudor Vladimirescu (σύγχρονες πηγές για το κίνημα Θ. Βλαδιμιρέσκου), Βουκουρέστι, 1921, σ.306), ενώ ο Chiriac Popescu μας δίνει τον αριθμό των 20.000 άντρων (βλ. Ch. Popescu, Memoriu despre mişcarea lui Tudor Vladimirescu (Ενθυμήματα σχετικά με το κίνημα του Θ. Βλαδιμιρέσκου), επανεκδίδει Ν. Iorga, όπ.π., σ. 212).

[29] Σχετικά με την διέλευση του Αλ. Υψηλάντη και της μικρής συνοδείας του από την (τότε) μεθοριακή κωμόπολη Arad της Τρανσυλβανίας, βλ. Π. Ενεπεκίδη, Αλέξανδρος Υψηλάντης. Η αιχμαλωσία του εις την Αυστρίαν (1821-182Θ), Αθήναι, 1969, σσ. 14-15.

[30] Οι περίεργες ονομασίες που μας δίνει εδώ ο I. Solomon, δεν είναι παρά τα ειδικά ονόματα που έφεραν τα διάφορα σώματα των παντούρων ανάλογα με την επαρχία που είχαν έδρα.

 

Κωνσταντίνος Κ. Χατζόπουλος

Ομότιμος Καθηγητής Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού. Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας – Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

Τα επαναστατικά γεγονότα του 1821 στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες όπως τα είδε ένας Ρουμάνος αγωνιστής – (Απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του loan Solomon) | Κωνσταντίνος Κ. Χατζόπουλος, Βαλκανικά Σύμμεικτα Τόμος 1ος Θεσσαλονίκη 1981. σ. 306.

 

* Το κείμενο αποδόθηκε στο μονοτονικό, διατηρήθηκε όμως η ορθογραφία της συγγραφέως.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η αιχμαλωσία του Αλέξανδρου Υψηλάντη στην Αυστρία


 

Η Αιχμαλωσία του Αλέξανδρου Υψηλάντη στην Αυστρία μέσα από τα Αυτοκρατορικά και Βασιλικά Αρχεία της Αυστρίας που έφερε στο φως ο ιστορικός Peter Broucek και δημοσιεύονται στο Mitteilungen des Österreichischen Staαtsarchivs 17/18 Band / Herausgegeben von den Generaldirektoren 1964-1965, με τίτλο «Alexander Ypsilantis Gefangenschaft in Österreich».

Επιμέλεια και μετάφραση μελέτης από τα Γερμανικά Φώτης Βράκας.

 

 Εισαγωγή

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης, λιθογραφία, Εκ του πολυχρωμολιθογραφείου Ι. Δ. Νεράντζη, Λειψία.

Η δράση όλων των επαναστατών δε σταμάτησε αυτόματα με το τέλος της Ελληνικής επανάστασης στη Μολδοβλαχία. Και δη του αρχηγούς αυτής, του Αλέξανδρου Υψηλάντη καθώς και των αδερφών αυτού Γεώργιο, Νικόλαο και κάποιων άλλων συντρόφων. Υπάρχει σχετική μελέτη, την οποία επιμελήθηκε ο Βιεννέζος ιστορικός Peter Broucek μέσα από τα κρατικά αρχεία της Αυστρίας το 1965, όταν ήταν υπάλληλος της υπηρεσίας. Τη μεταφράζω εδώ από τα Γερμανικά.

Εστιάζει την προσοχή του στο πρόσωπο του Αλέξανδρου Υψηλάντη την περίοδο, που ο Υψηλάντης ήταν αιχμάλωτος στην Αυστρία. Μαθαίνουμε, πως ήταν η ζωή του Υψηλάντη μετά την ατυχή έκβαση της επανάστασης, ως την ημέρα που απεβίωσε. Τα ντοκουμέντα δείχνουν, πως η φυλάκιση του Υψηλάντη στην Αυστρία καθώς και η αποφυλάκισή του είναι έργο της ρωσικής πολιτικής, την οποία εκμεταλλεύτηκε ο χείριστος των κακόβουλων πολιτικών, ο Μέτερνιχ, για σκοπούς δικούς του καθώς και της Αυστριακής Μοναρχίας.

Ακόμη και σήμερα δεν γνωρίζουμε ακριβώς το σκοτεινό ρόλο της Ρωσίας πίσω από το κίνημα του Υψηλάντη. Αν όντως κρύβονταν η Ρωσία πίσω από την επανάσταση, όπως πολλές φορές κατηγορήθηκε από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, τότε η φυλάκιση του Υψηλάντη και η αποφυγή μιας δίκης, «έβγαζε λάδι» τον Τσάρο Αλέξανδρο. Η αποφυλάκιση του πάλι έρχεται, αφού έχει υπογραφεί η τριμερής Ιουλιανή Συνθήκη στο Λονδίνο και έτσι δεν παίζει πλέον κανένα ρόλο.

 

Αναφορά στον πρόλογο του Peter Broucek

 

Στον πρόλογο του ο Peter Broucek κάνει αναφορά στην επανάσταση και την επιτυχία της, στον Υψηλάντη, στην θέση που πήρε ο τσάρος Αλέξανδρος, στην πολιτική του Μέτερνιχ, στην αποτυχία του κινήματος στην Μολδοβλαχία και στη στάση της Αυστρίας απέναντι στους επαναστάτες μόλις πάτησαν αυστριακό έδαφος.

 

Πρόλογος

 

Μετά το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων και την ολοκληρωτική ήττα του Ναπολέοντα μια σειρά από επαναστάσεις και λαϊκές εξεγέρσεις συγκλόνισαν ολόκληρη την Ευρώπη. Η πιο σημαντική έως το 1830 είναι η ελληνική επανάσταση εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ήταν η πρώτη στην Ευρώπη, που παρότι έλαχε πολλών αντιθέσεων, σημείωσε επιτυχία. Η θέση την οποία είχε ο Μέτερνιχ υπέρ της γειτονικής Τουρκίας έχει συζητηθεί πολλές φορές. Είναι γνωστό, ότι ο Μέτερνιχ θεωρούσε, πως όλες οι επαναστάσεις είχαν μια κοινή πνευματική ρίζα και γι’ αυτό θα έπρεπε να καταπολεμηθούν. Έτσι λοιπόν και στην περίπτωση της Ελληνικής επανάστασης δεν έβλεπε τίποτα παραπέρα, παρά μόνο το έργο του κόμματος της αταξίας και ανομίας, όπως το ονόμαζε, το οποίο απέβλεπε στο να γκρεμιστούν τα θεμέλια της τάξης και έτσι να είναι απειλή για τους θρόνους των κοινωνικών δομών. Ήταν τόσο πιστός σε αυτή του τη θέση, που δεν του επέτρεπε, να βλέπει λίγο παραπέρα. Θεωρούσε, ότι η επανάσταση είναι έργο της Ρωσίας, η οποία ήθελε να ανατρέψει τα δεδομένα στα Βαλκάνια. Μόνο έτσι μπορούμε, να εννοήσουμε τη θέση του και την αντίθεσή του απέναντι στο έργο του Αλέξανδρου Υψηλάντη, ο οποίος εξάπλωσε την επανάσταση στα Βαλκάνια.

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης – Το πέρασμα του Προύθου. Ένας πίνακας με τα λάθη του. Φεβρουάριος 1821. Έναρξη της Επανάστασης. Στην ρομαντική απεικόνιση του Peter von Hess ο Βοεβόδας Μιχαήλ Σούτσος της Μολδαβίας υποδέχεται τον προερχόμενο από την Ρωσία αρχηγό της Επανάστασης Αλ. Υψηλάντη. Φορά στολή ιερολοχίτη. Ο σταυρός απουσιάζει στο σήμα του. Το χαμένο χέρι του είναι το αριστερό αντί για το δεξί. Η σημαία του είναι παραλλαγμένη και ο Φοίνικας δυσδιάκριτος.

 

Ο Υψηλάντης όντας γόνος, μιας ελληνικής φαναριώτικης οικογένειας, στρατηγός του ρωσικού στρατού και αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, όταν εισέβαλε στη Μολδαβία, πίστεψε αρχικά σε βοήθεια από το εξωτερικό και μάλιστα από τη Ρωσία. Πίστεψε στον ξεσηκωμό των Ελλήνων, αλλά και στον ξεσηκωμό στην Μολδαβία και τη Βλαχία. Τελικά όμως, όπως αποδείχθηκε, οι βλέψεις του δεν εκπληρώθηκαν. Η Ρωσία κράτησε αρνητική στάση απέναντί του, οι λαοί ένεκα της τακτικής του δεν τον ακολούθησαν.

Ήταν λοιπόν θέμα της Τουρκικής κυβέρνησης, σχετικά με το πότε θα έστελνε στρατό στην κοιλάδα του Δούναβη να τον κυκλώσει και να εξοντώσει τις δυνάμεις του.

Θεόδωρος Βλαδιμηρέσκου (Tudor Vladimirescu), έργο του Ρουμάνου ζωγράφου, Theodor Aman (1831-1891).

Η απορριπτική στάση του Τσάρου απέναντι στον πρώην υπασπιστή του και έμπιστο του σαν προπαρασκευαστή της ελληνικής επανάστασης ενισχύθηκε σε πρώτη γραμμή από τον Μέτερνιχ. Στο συνέδριο του Λάϊμπαχ, ο Μέτερνιχ διάβασε μια επιστολή του Υψηλάντη στον Τσάρο. Σε αυτή ο Υψηλάντης αποκαλεί την επανάσταση στην Ισπανία «συγγενή» με την Ελληνική. Άφησε εμμέσως λοιπόν στον τσάρο να εννοηθεί, πόσες επαναστάσεις θα μπορούσαν να ξεσπάσουν πολύ εύκολα και στη χώρα του τη Ρωσία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο τον ώθησε να στείλει μια επιστολή στον Υψηλάντη, που όχι μόνο τον απέλασε από τα στρατιωτικά του καθήκοντα, αλλά και του απαγόρευε να επιστρέψει στη Ρωσία.

Έτσι λοιπόν η μόνη δύναμη, στην οποία θα μπορούσε να καταφύγει ο Υψηλάντης, στην περίπτωση που δε θα τα κατάφερνε να φτάσει στην Ελλάδα ή να κρατηθεί στην κοιλάδα του Δούναβη, ήταν η Αυστρία. Τη φυγή προς την Αυστρία πρέπει, να την είχε σκεφτεί ξανά και ο ίδιος ο πρίγκιπας, όταν οι εκκλήσεις του προς το Ρώσο πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη απέβησαν άκαρπες. Ο ίδιος, καθώς και οι Τούρκοι στο Βουκουρέστι, είχαν έρθει σε ρήξη με τον αρχηγό των Ρουμάνων επαναστατών Θεόδωρο Βλαδιμηρέσκου και τους ατάκτους αυτού. Ο Υψηλάντης αναγκάστηκε να τραβηχθεί προς τα πίσω στα όρη της Ολτενίας (Banat) και να καταλάβει το πέρασμα στον Κόκκινο Πύργο στις 20.04.1821.

 

Το πέρασμα του Κόκκινου Πύργου (Roter Turm – Pass – Pasul Turnu Roșu) στα σύνορα Τρανσυλβανίας και Βλαχίας.

 

Η Περιπέτεια ξεκινά

 

Ο Υψηλάντης με τους συντρόφους του συνελήφθησαν από τις αυστριακές αρχές αφού διάβηκαν το πέρασμά τους από τον Κόκκινο Πύργο. Στη συνέχεια μεταφερόταν από πόλη σε πόλη με απόλυτη μυστικότητα και πλαστά ονόματα.

Με απόλυτη ασφάλεια και μυστικότητα προσπάθησαν οι αρχές να μεταφέρουν τον Έλληνα στο εσωτερικό της χώρας, πρώτα στο Orlat [Ρουμανία] και μετά στο Temesvar [Τιμισοάρα – Ρουμανία]. Με την πρόφαση, ότι θα έπρεπε να αναμείνουν νέες διαταγές από τη Βιέννη ο στρατάρχης Μπελεγκάρντε, τους μετέφερε στο Arad [Αράντ – Πόλη στη Ρουμανία].

O Αυστριακός στρατηγός Andreas von Schneller, διοικητής του Banat, είναι ο πρώτος επίσημος αξιωματούχος, που ήρθε σε επαφή με τον Υψηλάντη, στην ουσία αυτός που τον συνέλαβε.

Η νέα διαταγή, που έλαβε ο Μπελεγκάρντε από τον Μέτερνιχ, έλεγε, πως ο Υψηλάντης και οι συνοδοί του θα πρέπει να μεταφερθούν υπό αυστηρή μυστικότητα στην πόλη Munkács [Μουκάτσεβο – Ουκρανία] και θα πρέπει να κρατηθούν εκεί ως αιχμάλωτοι του κράτους και όχι ως εγκληματίες εναντίον του κράτους. Ο διοικητής του Banat στρατηγός Schneller ζήτησε από τον Υψηλάντη απόλυτη σιωπή για τον τόπο, στον οποίο βρισκόταν. Σε διαφορετική περίπτωση τον απείλησε με έκδοση στην Τουρκία. Στους τρεις αδερφούς εδωσαν το όνομα Βαρώνοι Schönwarth [Σένβαρτ]. Άλλαξαν επίσης και τα ονόματα των υπηρετών τους.

Μόλις ο Υψηλάντης έδωσε τις αντίστοιχες εγγυήσεις, που του είχαν απαιτηθεί, το ταξίδι συνεχίστηκε εκ νέου με απόλυτη μυστικότητα. Όμως παρόλα τα ληφθέντα μέτρα ασφαλείας ο στρατηγός του Banat στρατηγός Schneller, δήλωσε, όπως προκύπτει από τα κρατικά αρχεία, πως τελικά διέρρευσε προς τον κόσμο η ταυτότητα του Έλληνα. Όλοι ήταν ενημερωμένοι για την επανάσταση στην γειτονική Βλαχία. Ήταν επίσης ενήμεροι σχετικά με την απώλεια του ενός χεριού του Υψηλάντη πράγμα, που δυσχέραινε ακόμη περισσότερο το έργο των αρχών.

 

Η αναζήτηση

 

Το κίνημα του Υψηλάντη, το οποίο προφανώς δεν άφησε αδιάφορους τους ξένους λαούς, φαίνεται να είχε τραβήξει και την συμπάθεια πολλών που ενδιαφέρθηκαν για την τύχη αυτού.

Για την τύχη του Πρίγκιπα και των συνοδών του ενδιαφερόταν όχι μόνο η κοινή γνώμη στο εσωτερικό, αλλά και οι χώρες του εξωτερικού ενδιαφέρονταν. Στις 5 Ιουλίου του 1821 ο Μέτερνιχ ειδοποίησε για την Άφιξη του Υψηλάντη τους αυστριακούς διπλωμάτες στην Ρωσία και την Τουρκία.

Αμέσως μετά ο πρόξενος της Αυστρίας έλαβε διαταγή να πει, πως παρ’ όλα τα μέτρα που λήφθηκαν, ο Έλληνας κατάφερε να μπει σε αυστριακό έδαφος. Ο Αυτοκράτορας έκανε χρήση του άρθρου 18 της συμφωνίας του Βελιγραδίου του 1739. Σε αυτό το άρθρο προέβλεπε τη μη έκδοση ατόμων, που καταζητούνται για εσχάτη προδοσία, αλλά την κράτηση αυτών σε έναν σταθμό απομακρυσμένο από τα κοινά σύνορα. Ο υπό κράτηση Υψηλάντης βρίσκεται κάτω από αυστηρή επιτήρηση.

 

400 Ιερολοχίται, πρόδρομοι του ιερού αγώνος πίπτουσι περί το Δραγασάνιον.

 

Ο Αυστριακός στρατηγός Ignác (Ignaz) Gyulay Graf von Maros-Németh und Nádaska, διοικητής Βοημίας, ήταν υπεύθυνος για την διαμονή του Υψηλάντη στην Βοημία.

 

O Aυστριακός στρατάρχης Heinrich Joseph Johann Graf von Bellegarde αναμίχτηκε μετά από διαταγή του Μέτερνιχ και αυτός στην υπόθεση Υψηλάντη.

 

Η αντίδραση της Υψηλής Πύλης

 

Ήταν φυσικό και επόμενο η Υψηλή Πύλη να αναζητά τον Υψηλάντη. Επίσης ο σουλτάνος Μαχμούτ είχε κάθε λόγο, να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς με αυτόν, που τόλμησε να σηκώσει κεφάλι. Φυσικά οι πράκτορες του, θα τον έψαχναν παντού.

Οι Τούρκοι είχαν ήδη πληροφορηθεί μέσω του πρακτορείου της Craiova [Κραϊόβα είναι η 6η μεγαλύτερη πόλη της Ρουμανίας] για τη φυγή, την άφιξη και την παραμονή του Υψηλάντη στην Αυστρία, πολύ πριν φτάσει η δεύτερη εντολή στον αυστριακό πρόξενο στην Κωνσταντινούπολη Λίτσοβ.

 

O Sadik Efendi υπουργός εξωτερικών (Ρεΐς εφέντης) της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στον καιρό του Υψηλάντη.

 

Γνώριζαν, ότι η Αυστρία δέχτηκε τον «προδότη». Ο Ρεΐς Εφέντη διαμαρτυρήθηκε έντονα στον πρόξενο Λίτσοβ. Ο Λίτσοβ απάντησε, πως το μόνο, που γνώριζε είναι, ότι η πρόταση παραμονής του Υψηλάντη δεν έγινε δεκτή, πράγμα το οποίο αργότερα ανακάλεσε.

 

Γκριγκόρι Αλεξάντροβιτς Στρογκανοφ (Григорий Александрович Строганов) – Ρώσος πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης. Έργο της γαλλίδας ζωγράφου Élisabeth Louise Vigée Le Brun, Hermitage Museum.

 

Η πολιτική του Μέτερνιχ απέναντι στη Ρωσία

 

Σαφώς για τον Μέτερνιχ ο Υψηλάντης ή ο Έλληνας ή ο Πρίγκιπας, όπως τον αναφέρει πολλές φορές ανάλογα με την περίσταση ήταν ένας ενοχλητικός επισκέπτης, που αν ήθελε να μείνει πιστός στην Ιερή Συμμαχία, θα έπρεπε να παίξει το δικό του παιχνίδι.

Ο Μέτερνιχ έγραψε προς τη Ρωσία για την άφιξη του Έλληνα στην Αυστρία. Έστειλε μια σειρά από σημειώσεις προς τον Τσάρο για την επικινδυνότητα της επανάστασης στην Τουρκία. Ζήτησε από τον πρέσβη Lebzeltern, να μάθει από τον Τσάρο Αλέξανδρο τη γνώμη του για την τύχη του Υψηλάντη. Αρχικά ο Τσάρος άφησε να εννοηθεί, ότι ήταν σύμφωνος με τη γνώμη του Μέτερνιχ και ότι δεν επιθυμούσε την έκδοση του Υψηλάντη στην Τουρκία. Αυτό όμως δεν αρκούσε στον πρέσβη Lebzeltern. Έτσι ζήτησε επισταμένως, να συζητήσει το θέμα με τον πρωθυπουργό Nesselrode. Στην συζήτηση, που ακολούθησε ο πρέσβης Lebzeltern άφησε να εννοηθεί, πως η Αυστρία είναι διατεθειμένη, να κρατήσει τον Έλληνα φυλακισμένο στο Munkács. Από την άλλη πλευρά βέβαια θα έπρεπε κάποιος να τρίξει τα δόντια στην Τουρκία.

 

Karl Robert von Nesselrode, υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας στον καιρό της Ελληνικής Επανάστασης. Έργο του Γερμανού ζωγράφου Georg von Bothmann, Hermitage Museum.

 

Η Αυστρία πάνω στο θέμα αυτό ήθελε, να κρατήσει μια τίμια στάση. Δεν θα ήθελε όμως σε καμία περίπτωση να χαλάσει τους καλούς δεσμούς της με την Υψηλή Πύλη. Μιας όμως και η Αυστρία ήθελε να απεγκλωβιστεί από τη δέσμευσή της με το πρόσωπο του Υψηλάντη, ο Μέτερνιχ ευχαρίστως θα  ήθελε, να γνωρίσει τις προθέσεις του Τσάρου. Ο Nesselrode υποσχέθηκε, ότι θα διαβιβάσει στον Τσάρο, όλα όσα ειπώθηκαν. Είπε ακόμη στον πρέσβη Lebzeltern, πως ο Καποδίστριας έκανε πρόταση στον Τσάρο, να ζητήσει την έκδοση του Υψηλάντη στη Ρωσία προκειμένου να περάσει εκεί από δίκη. Αν όντως ο Καποδίστριας έκανε αυτή την πρόταση γιατί γνώριζε, ότι ο τσάρος δεν θα την αποδέχονταν, ο Nesselrode το άφησε στον αέρα. Στην συνέχεια ο Nesselrode αρνήθηκε τις θεωρίες σχετικά με τον Υψηλάντη, ότι αυτός βρίσκονταν πίσω από άλλα επαναστατικά κινήματα στα Βαλκάνια. Η αναμενόμενη απάντηση από τον Τσάρο Αλέξανδρο δεν έφτασε ποτέ, όπως αφήνουν να εννοηθεί κάποια έγγραφα του Μέτερνιχ. Μόνο ο πρόξενος Tatistschew ζήτησε από τον Μέτερνιχ, να κάνουν σαφές στον Υψηλάντη, ότι η Ρωσία δε θέλει να τον δει ελεύθερο. Ήταν μια φρούδα ελπίδα στα μάτια του Υψηλάντη. Για τα επόμενα δύο χρόνια το θέμα Υψηλάντη έσβησε από την διπλωματική επικοινωνία.

 

Rudolf von Lützow, πρόξενος της Αυστρίας στην Κωνσταντινούπολη την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης. Λιθογραφία από τον Josef Kriehuber, γύρω στο 1840.

 

Η αιχμαλωσία στον πύργο του Munkács

 

Είναι σαφές, ότι ο Υψηλάντης δεν ήταν για τους Αυστριακούς ένας απλός αιχμάλωτος. Αυτό καταφαίνεται στη συμπεριφορά τους απέναντι του. Όντας πρίγκιπες ο Υψηλάντης και οι αδερφοί του υπήρχε μια δυσχέρεια στη συμπεριφορά απέναντί τους. Από τη μία έπρεπε να κρατηθεί η αυστηρότητα της πολιτικής και από την άλλη τα κοινωνικά προσχήματα.

Ο Υψηλάντης παρέμενε στον Πύργο του Munkács [Μουκάτσεβο – Ουκρανία]. Σύντομα τα πράγματα έγιναν κάπως πιο άνετα και παρ’ όλη την αυστηρή περιφρούρηση που είχε, αντιμετώπιζε κάποια ήπια μεταχείριση. Στον αιχμάλωτο επιτράπηκε ο περίπατος στους χώρους του πύργου και σύντομα παρ’ όλες τις αμφιβολίες του Μπελεγκάρντε του επιτράπηκε, να διαβάζει την εφημερίδα Wiener Beobachter. Λάμβανε ιδιαίτερη τροφή. Ο Μέτερνιχ ο ίδιος του έστειλε 45 βιβλία. Οι Έλληνες όμως είχαν λίγα χρήματα μαζί τους. Παρακάλεσαν έτσι το Υπουργείο Εσωτερικών να στείλουν επιστολή στους συγγενείς τους προκειμένου, να ζητήσουν χρήματα.

 

O πύργος του Munkács το 1940, όπου κρατήθηκε ο Υψηλάντης.

 

Μεταξύ του 1821 και 1822 η πριγκίπισσα Υψηλάντη έστειλε δύο φορές χρήματα γύρω στα 4.000 φιορίνα. Μέχρι το τέλος του 1822 είχαν σχεδόν τελειώσει. Επιπλέον η πριγκίπισσα παρακάλεσε τον Μέτερνιχ, να μπορούσε, να έχει απεριόριστη αλληλογραφία με τους γιους της. Επιθυμία που ο Μέτερνιχ την έκανε δεχτή. Το 1822 η υγεία των κρατουμένων παρουσίαζε ήδη αρκετά προβλήματα. Ειδικότερα ο Αλέξανδρος, έπασχε από κράμπες στομάχου, πυρετό, αναπηρία του χεριού και γι’ αυτό οι γιατροί του συνέστησαν αλλαγή κλίματος. Θα έπρεπε να κάνει ιαματικά λουτρά και να απομακρυνθεί από το ελώδες κλίμα του

Munkács. Τα συμπτώματα αυτά ανέφερε ο αναπληρωτής διοικητής της Ουγγαρίας. Ο Μπελεγκάρντε τα ήλεγξε μέσω ενός υποστράτηγού του. Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας ήταν μια ατέλειωτη αλληλογραφία μεταξύ Μέτερνιχ, Μπελεγκάρντε και αρχιδούκα Φερδινάρδου. Τελικά ο Μέτερνιχ, έπεισε τον αυτοκράτορα, να μεταφερθούν οι κρατούμενοι σε έναν τόπο με πιο υγιές κλίμα, στην Theresienstadt.

 

Από το Munkács στην Theresienstadt

Η διαμονή και η γενικότερη προσαρμογή του Υψηλάντη στην Τheresienstadt/Franzenbrunen φαίνεται, να δημιούργησε προβλήματα στις αυστριακές αρχές κυρίως όταν αναγνωρίσθηκε από κάποιους.

 

Με αυστηρά μέτρα προστασίας τον Ιούνιο του 1823 μεταφέρθηκαν οι αδερφοί Υψηλάντη από το Munkács στην Theresienstadt. Βρέθηκαν εκεί υπό την εποπτεία του στρατηγού Chiesa. Σύντομα σε αναφορά του ο στρατηγός αναφέρει, πως μέλη του σώματος Wellington, αλλά και άλλοι επισκέπτες που βρίσκονταν εκεί για ανάρρωση, αναγνώρισαν στο Franzensbrunn τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Οι διαμαρτυρίες του πρίγκιπα άρχισαν εκ νέου. Ήθελε να συνομιλεί με ξένους, να απομακρυνθεί η φρουρά έξω από την πόρτα του και να βγαίνει περίπατο με συνοδεία ενός αξιωματικού. Μετά από πολλές εκκλήσεις το τελευταίο του εγκρίθηκε.

 

Τα ιαματικά λουτρά του Franzensbrun, όπου ο Υψηλάντης αναγνωρίστηκε από παλιούς αντιναπωλεώντειους συναγωνιστές του τάγματος Wellington.

 

Τα ιαματικά λουτρά του Franzensbrun.

 

Το χρηματικό κόστος των κρατουμένων

 

Πορτραίτου του Αλέξανδρου Υψηλάντη με στολή ουσάρου, 1810.

Η διαμονή του στα ιαματικά λουτρά, οι συνεχείς μετακινήσεις, οι απαιτήσεις του ίδιου του Υψηλάντη και των αδερφών του είχαν κόστος. Κάποια στιγμή τέθηκε το θέμα, με ποιο τρόπο θα καλυφθούν αυτά τα έξοδα συντήρησης. H Αυστρία προσπαθούσε με κάθε τρόπο να πιέσει τη Ρωσία να αναλάβει εξ’ ολοκλήρου το κόστος ή μέρος αυτού.

Μέχρι το Νοέμβρη του 1823 το κόστος κράτησης των αδερφών Υψηλάντη είχε ανέλθει στα 13.797 φιορίνια. Το θέμα απασχόλησε τόσο τη Βιέννη, όσο και την Πετρούπολη, καθώς το χρέος ήταν δυσβάσταχτο. Σε μια συνάντηση, που είχε ο Μέτερνιχ τον Οκτώβριο του 1823 στο Lemberg με το Ρώσο ομόλογό του, πρότεινε να δοθεί στον Έλληνα διαβατήριο, ώστε να μεταβεί στην Αμερική. Σε άλλη συζήτηση, που είχε ο Nesselrod με τον πρέσβη της Αυστρίας Lebzeltern, εξέφρασε την άποψη, πως αν ο Έλληνας φύγει στις Η.Π.Α. υπάρχει ο κίνδυνος να γίνει διάσημος, καθώς θα θεωρούνταν «θύμα της τυραννίας». Υπήρξε και η άποψη να μεταφερθεί ο κρατούμενος σε κάποια πόλη της Ιταλίας. Όμως ο Lebzeltern την απέρριψε με το αιτιολογικό, ότι οι ακτές είναι κοντά, οπότε και θα μπορούσε να δραπετεύσει.

Ελισάβετ Υψηλάντη, η μητέρα του Αλέξανδρου.

Τελικά ο Nesselrode πρότεινε στον Lebzeltern να εισπράξει τα χρήματα από την οικογένεια Υψηλάντη. Μάλιστα του υποσχέθηκε τη βοήθεια του στην είσπραξη αυτών. Η ίδια η πριγκίπισσα Υψηλάντη ήταν υπερχρεωμένη οπότε τα ποσά, που διέθετε, δεν ήταν αρκετά. Όταν τελικά η Αυστρία ενόχλησε απ’ ευθείας τον Τσάρο Αλέξανδρο γι’ αυτό το θέμα, εκείνος στάθηκε παντελώς αδιάφορος. Απάντησε, πως είναι σύμφωνος με όλες τις αποφάσεις της Βιέννης, εκτός από μια: να μη δοθεί άδεια στον Υψηλάντη να πάει στις Η.Π.Α., καθώς θα ήταν εύκολο, να επιστρέψει ξανά στην Ελλάδα. Ο Nesselrode επιπλέον συμβούλευσε τους Αυστριακούς, να ενισχύσουν την αστυνομική περιφρούρηση του Έλληνα στη Βοημία και να ελέγχουν την αλληλογραφία του. Ο Μέτερνιχ συμφώνησε με αυτές τις προτάσεις. Όμως, θα έπρεπε να λυθεί το θέμα με τα έξοδα κράτησης. Πρότεινε εκ νέου να αναλάβει η οικογένεια Υψηλάντη το κόστος των κρατουμένων. Εν τω μεταξύ ο διοικητής της Βοημίας στρατηγός Gyulai έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου στη Βιέννη, πως λόγω των εξόδων φύλαξης του Υψηλάντη υπήρχε έλλειψη σε στρατιωτικό υλικό. Έτσι ο Μέτερνιχ αναγκάστηκε να καλύψει τα έξοδα από τον προϋπολογισμό της δικής του υπηρεσίας. Από την άλλη πλευρά ο Nesselrode, παρότι η Αυστρία πίεζε, δεν ήθελε να πιέσει την πριγκίπισσα Υψηλάντη για πληρωμή. Άρχισε λοιπόν μια συνεχόμενη κυβερνητική διαμάχη. Η Αυστρία έθεσε το ερώτημα μήπως τελικά ο Υψηλάντης είχε πάρει κάποια διαταγή, για να ξεσηκώσει την επανάσταση. Εάν υπήρχαν κάποια αποδεικτικά έγγραφα, θα όφειλε η Ρωσία, να καλύψει όλα τα έξοδα. Ο Nasselrode απέκρουσε όλες τις αμφισβητήσεις.

 

Η περαιτέρω τύχη

 

Ο Καγκελάριος της Αυστρίας Klemens Wenzel Nepomuk Lothar, Prince von Metternich-Winneburg zu Beilstein, πιστός στα της Ιεράς Συμμαχίας και με ανθελληνική πολιτική, χρησιμοποίησε τον Υψηλάντη για τα παιχνίδια του με την Ρωσία. Museum of Military History, Vienna

Το 1826 φαίνεται, ότι τα πράγματα πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο. Η υγεία του αρχίζει και πάλι να κλονίζεται. Εν τω μεταξύ κάποιοι από τους συναγωνιστές του, ανακτούν την ελευθερία τους. Εν τω μεταξύ η τύχη του Έλληνα αλλάζει εις βάρος του. Κατ’ αρχάς ο σύντροφός του Wenzeslaus Hornowsky καταφέρνει να κερδίσει την ελευθερία του. Η επιθυμία του Υψηλάντη να μεταφερθεί για κούρα στην πόλη Teplitz δεν εκπληρώνεται. Τα έξοδα παραμονής του είχαν υπερβεί το αναμενόμενο κόστος. Στην πορεία τελικά περιορίστηκαν αρχικά στα 500 φιορίνια και αργότερα στα 300 φιορίνια. Όταν όμως τον Απρίλιο του 1826 οι γιατροί διέγνωσαν, ότι ο Υψηλάντης πάσχει από ρευματισμούς και ποδάγρα, συνέστησαν να μεταφερθεί στο Marienbad ή στο Pistyán για κούρα. Την πιθανότητα αυτής της διαμονής τη συζήτησαν ο Μέτερνιχ και ο διοικητής της Αστυνομίας Sedlnitzky. Τελικά ο Υψηλάντης με την συνοδεία ενός αξιωματικού μεταβιβάστηκε τον Αύγουστο του 1826 στο Pistyán για κούρα. Αμέσως λίγο μετά την επιστροφή του, άλλοι τρεις σύντροφοι του, οι Gerasimo Orffani, Constantin Kavaletopulos και ο Georg Lassaret κατάφεραν να ανακτήσουν την ελευθερία τους.

Εξακολουθούσε, να υπάρχει ακόμη η συμφωνία μεταξύ Ρωσίας και Αυστρίας, ώστε να μη δημιουργηθεί ανεξάρτητο Ελληνικό κράτος. Ο Μέτερνιχ επίσης είχε καταφέρει, να αποτρέψει την Ρωσία από μια επέμβαση στα Βαλκάνια. Αυτοί είναι κάποιοι από τους λόγους, που εξηγούν, γιατί κανένας δεν σκέφτονταν πια την απελευθέρωση του Υψηλάντη.

Δυστυχώς  κατάντησε, να είναι ένας αβοήθητος πολιτικός αιχμάλωτος, του οποίου η ύπαρξη ήταν ενοχλητική και για τις δύο χώρες. Υπήρχε ένας διάχυτος θυμός, που άρχιζε να αισθάνεται. Έτσι περνούσαν οι μέρες και οι μήνες με μια ζωή περιορισμένη σε στενό χώρο. Άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες έριδες μεταξύ των αδερφών. Ο Υψηλάντης άρχισε, να γίνεται μέθυσος. Η προσπάθειά του να επιδοθεί σε συγγραφικό έργο, προκειμένου, να αλλάξει λίγο την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει και την τροπή που οδηγούνταν η ζωή του, του δεν απέφερε καρπούς.

 

Το ενδιαφέρον του Πρώσου Βασιλιά

 

Στην Πρωσία ο βασιλιάς Friedrich Wilhelm III εξακολουθούσε με ένα άτυπο κοινοβούλιο (καμαρίλα), να κρατά ουδετερότητα προς όλους. Ο Υψηλάντης του ήταν γνωστός από τους ναπολεόντειους πολέμους. Κάποιοι συναγωνιστές του Υψηλάντη, που ήταν πλέον ελεύθεροι, προσπάθησαν μέσω της καμαρίλας, να κερδίσουν το ενδιαφέρον του Πρώσου βασιλιά Friedrich Wilhelm III, ώστε να αποκτήσει ο Υψηλάντης την ελευθερία του.

 

Ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γ’, βασιλιάς της Πρωσίας κατά τα έτη 1797-1840. Λιθογραφία, 1817.

 

O Αυστριακός πρόξενος κόμης Zichy, συζήτησε το θέμα Υψηλάντη με τον πρώσο
βασιλιά Friedrich Wilchelm III.

Στα 1827 άρχισε να ενδιαφέρεται ο βασιλιάς της Πρωσίας Friedrich Wilhelm III για την τύχη του Έλληνα. Ο Αυστριακός πρέσβης στην Πρωσία Zichy ζήτησε επίσημες πληροφορίες από το Μέτερνιχ. Εκείνος απάντησε, πως ο Έλληνας βρίσκεται φυλακισμένος στην Αυστρία κατ’ επιθυμία της Ρωσίας. Η Πετρούπολη έπρεπε, να αναλάβει την πρωτοβουλία για την ελευθερία του. Σε επόμενη επιστολή του ο Μέτερνιχ τονίζει, ότι δεν υπάρχει κάποιο σχέδιο, να εκδοθεί ο Έλληνας στην Τουρκία και ότι η Ρωσία δεν είχε απαντήσει ακόμη στις προτάσεις του, που είχε υποβάλει πριν ένα χρόνο. Ο δε Υψηλάντης απολαμβάνει καλή μεταχείριση.

Μετά από αυτά ο Friedrich Wilhelm III απάντησε στον Zichy, πως δεν υπήρχε λόγος να παρέμβει. Παρ’ όλα αυτά ο πρώτος σύντροφος του Υψηλάντη ο Ορφάνι έστειλε στις 14 Ιουλίου 1827 επιστολή στον βασιλιά της Πρωσίας, που του παρουσίαζε την άθλια οικονομική κατάσταση, που είχε περιέλθει ο Έλληνας, την κατεστραμμένη υγεία του και την έλλειψη ιατρικής περίθαλψης. Ο πρόξενος Zichy, έκανε πάλι χρήση των παραπάνω επιστολών του Μέτερνιχ.  Όντως, όπως δείχνουν τα ιατρικά αρχεία, η κατάσταση της υγείας του Υψηλάντη τον Ιούνιο το 1827 είχε χειροτερέψει ραγδαία. Πνευμονικό άσθμα, καταρράκτης, ποδάγρα και θρομβώσεις στα δύο πόδια συν την συνεχόμενη κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών. Η ανάρρωση ήταν αμφίβολη. Και πάλι ο Μέτρνιχ μετά από έκκληση του Υψηλάντη του επέτρεψε μια κούρα στο Pistyán. Αυτή τη φορά ασχολήθηκαν με το θέμα Υψηλάντη και ενόχλησαν τον Μέτερνιχ η κόμισσα Lulu von Thürheim και η αδερφή της πριγκίπισσα Konstantine Rasumofsky, οι οποίες διέθεσαν για την ανάρρωση του Υψηλάντη 800 φιορίνια.

 

Η κοινή γνώμη και οι πολιτικές εξελίξεις

 

Ο Τσάρος Νικόλαος

Όπως δείχνουν τα πράγματα, η κοινή γνώμη δεν είχε ξεχάσει τον Υψηλάντη. Τα πολιτικά γεγονότα όμως, είχαν πάρει άλλη τροπή. Μέσα σε αυτό το κλίμα ήταν φυσικό, να αλλάξει και η στάση του Μέτερνιχ απέναντι στο θέμα του Υψηλάντη. Η έκθεση του Μέτερνιχ προς τον Αυτοκράτορα, δείχνει έναν Μέτερνιχ, που, ότι και αν έκανε, το έκανε για το καλό της Αυστρίας.

Στο μεταξύ η διεθνής κοινή γνώμη αρχίζει πάλι να ενδιαφέρεται για την τύχη του Υψηλάντη. Μετά το θάνατο του Τσάρου Αλέξανδρου, ο νέος Τσάρος Νικόλαος ο Πρώτος σε συνάντηση με τον Άγγλο πρωθυπουργό Κάνιγκ αποφάσισαν στις 04.04.1826, να έχει η Ελλάδα ένα status υποτέλειας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Φυσικά οι Τούρκοι, δε δέχτηκαν την πρόταση των Μεγάλων Δυνάμεων. Έτσι οδηγηθήκαμε στις 24.10.1827 στην καταστροφή του Τουρκικού στόλου στο Ναβαρίνο.

 

Ο Τσάρος Νικόλαος ο πρώτος ήρθε σε επαφές με την Αυστρία και φρόντισε για την απελευθέρωση του Υψηλάντη. Λιθογραφία του Franz Krüger.

 

Στη Ρωσία αρχίζουν να θυμούνται πάλι, τον Ρώσο αξιωματικό, που πέρασε πρώτος στο Οθωμανικό έδαφος πολεμώντας. Έτσι ο Τσάρος επενέβη τώρα για την απελευθέρωση του Έλληνα και υποσχέθηκε να καλύψει τα μισά έξοδα της αιχμαλωσίας του.

Πάνω σε αυτό ο Μέτερνιχ έστειλε μια έκθεση στον Αυτοκράτορα με τίτλο «Η περίπτωση Υψηλάντη από αυστριακής πλευράς» στην οποία έγραφε: Ο Υψηλάντης, όταν προετοίμαζε την επανάσταση, κατοικούσε σε ρωσικό έδαφος. Ο Τσάρος έβλεπε τον πρίγκιπα, ως έναν εγκληματία και όργανο των σκοτεινών δυνάμεων. Η Αυστρία με τη σειρά της δεν επιθυμούσε, ούτε να τον παραδώσει στην εκδίκηση της Υψηλής Πύλης, ούτε να αισθανθεί την αυστηρότητα της ρωσικής δικαιοσύνης. Όμως δεν επιθυμούσε ούτε και να αφεθεί ελεύθερος. Γι’ αυτό το λόγο παρέμενε κρατούμενος στην Αυστρία. Αν πάλι θα θέλαμε να δούμε τον Υψηλάντη ως Ρώσο κρατούμενο, αυτό πάλι εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της Αυστρίας. Γιατί η Αυστρία είχε λόγους από τη μία να κρατάει ήρεμη την Υψηλή Πύλη και από την άλλη να δώσει τέλος στις ενέργειες του πρίγκιπα. Η Ρωσία όμως, νομικά δεν μπορούσε να εξαναγκαστεί, να αναλάβει τον πρίγκιπα, μιας και αυτή τον είχε διαγράψει οριστικά από τους στρατιωτικούς της καταλόγους. Άρα λοιπόν η Ρωσία, έπρεπε να αποδεχτεί την πρόταση της Αυστρίας, να αναλάβει στο μέλλον τα συνολικά έξοδα κράτησης – παραμονής του Έλληνα πρίγκιπα.

 

Η απελευθέρωση και το τέλος

 

Η μέρα της πολυπόθητης ελευθερίας έφτασε το Νοέμβρη του 1827. Όμως ήταν πλέον αργά για τον Υψηλάντη. Δύο μήνες αργότερα θα αφήσει την τελευταία του πνοή στο ξενοδοχείο «Zur goldenen Birne» της Βιέννης.

 

Το ξενοδοχείο «Zur goldenen Birne».

 

Ο Αυτοκράτορας της Αυστρίας Φραγκίσκος ο δεύτερος, ήταν αυτός που έδωσε την άδεια
απελευθέρωσης του Αλέξανδρου Υψηλάντη και των αδερφών του.

Ο Αυτοκράτορας Φραγκίσκος ο δεύτερος συμφώνησε για την απελευθέρωση του Υψηλάντη. Ο Έλληνας θα μπορούσε, να παραμείνει σε μια πόλη της Μοναρχίας της Αυστρίας. Του απαγορευόταν να εγκαταλείψει τη χώρα χωρίς την έγκριση του διοικητή της Αστυνομίας. Ο Υψηλάντης, του οποίου είχε επιτραπεί η μετάβασή του εκ νέου στο Teplitz για κούρα, εκδήλωσε την επιθυμία να εγκατασταθεί στη Βενετία. Ενάντια σε αυτή του την επιθυμία εκφράστηκε ο διοικητής της Αστυνομίας Sedlnitzky. Δήλωσε, πως στη Βενετία κατοικούν πολλοί Έλληνες και η θέση της πόλης στη θάλασσα, θα μπορούσε να ευνοήσει μια επικείμενη φυγή του προς την Ελλάδα. Ο Μέτερνιχ επέλεξε τη Βερόνα ή τη Βιτσέντζα. Τελικά αφού αποδέχτηκε τους όρους του Υπουργείου Εσωτερικών ο Υψηλάντης και οι σύντροφοι του ξεκίνησαν στις 28.11.1827 από την Τερεζίενσταντ και έφτασαν αρχές Ιανουαρίου στην Βιέννη.

 

Ο διοικητής Αστυνομίας της Αυστρίας Josef Graf Sedlnitzky Odrowąż von Choltitz,
ήταν ένας από αυτούς που επεξεργάζονταν το θέμα Υψηλάντη.

Σύμφωνα με την ιατρική διάγνωση ο Υψηλάντης στη διάρκεια της αιχμαλωσίας του, απέκτησε επιπλέον και ένα καρδιακό πρόβλημα.

Τελικά ο Υψηλάντης απεβίωσε στο πανδοχείο «Zur goldenen Birne» Landstraßer Hauptstraße 31 [σημαντικός εμπορικός δρόμος στη Βιέννη] στις 31 Ιανουαρίου 1828. Οι φροντίδες των συντρόφων του και των αδελφών Thürheim und Rasumofsky δεν κατάφεραν να τον κρατήσουν στη ζωή. Αρχικά ενταφιάσθηκε στο ανατολικό τμήμα του νεκροταφείου St. Marxer Friedhof [νεκροταφείο του Αγ. Μάρκου της Βιέννης], ενώ την 1 Αυγούστου του 1828 μεταφέρθηκε στο ελληνικό τμήμα του νεκροταφείου. Στις 18 Φεβρουαρίου του 1903 μεταφέρθηκε η σορός του στον οικογενειακό τάφο των Υψηλάντηδων στην Rappoltenkirchen της Αυστρίας… [H τελευταία μεταφορά του έγινε τον Αύγουστο του 1964, όταν τελικά μεταφέρθηκε στην εκκλησία των Αγ. Ταξιαρχών στο Πεδίον του Άρεως στην Αθήνα, 136 χρόνια μετά το θάνατό του].

 

Το ταφικό μνημείο του Αλέξανδρου Υψηλάντη στο Πεδίον του Άρεως. Έργο Λεωνίδα Δρόση, 1869.O Αλέξανδρος Υψηλάντης αποδίδεται νεκρός πάνω σε σαρκοφάγο με ανάγλυφες διακοσμήσεις. Αξιοσημείωτο, ωστόσο, είναι ότι η ταυτότητα του τιμώμενου προσώπου αμφισβητείται, αφού κατ’ άλλους είναι ο Δημήτριος Υψηλάντης. Στη σαρκοφάγο είναι χαραγμένο οικόσημο το οποίο φέρει τη μορφή του Φοίνικα που αναγεννιέται από τις στάχτες του, ένα σπαθί, μια σημαία και το πηλήκιο του Ιερού Λόχου. Στην ανατολική πρόσοψη της σαρκοφάγου υπάρχει η επιγραφή: «ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΥΨΗΛΑΝΤΗΣ ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΦΙΛΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ». Η πρώτη θέση του μνημείου ήταν στον κήπο του Πολυτεχνείου, αλλά οι προκληθείσες διαμαρτυρίες το έφεραν στη σημερινή του θέση, μπροστά από τον Ιερό Ναό των Ταξιαρχών στο Πεδίο του Άρεως. Το 1964, μάλιστα, έγινε ανακομιδή των οστών του Υψηλάντη τα οποία εναποτέθηκαν στο μνημείο. (Φωτογραφία και λεζάντα από τον ιστότοπο «Γλυπτά της Αθήνας». Φωτογράφος: Ηλίας Γεωργουλέας)

 

Επίλογος

 

Η κόμισσα Lulu von Thürheim και η αδερφή της Konstantine Rasumofsky θα είναι αυτές που θα παραβρεθούν τις τελευταίες στιγμές κοντά στον Υψηλάντη στο Ξενοδοχείο Zur goldenen Birne, όπου θα αυτοκτονήσει και ο σύζυγος της.

 Όπως και οι σύγχρονοι του επαναστάτες Federico Confalonieri και Silvio Pellico, οι οποίοι είχαν αποκτήσει μεγαλύτερη φήμη, έτσι και ο Υψηλάντης πέρασε αρκετά χρόνια από τη ζωή υπό την αυστριακή αιχμαλωσία. Η διαφορά με τους δύο προηγούμενους είναι, ότι ο Υψηλάντης δεν κρατήθηκε ως «εγκληματίας εναντίον του κράτους» (Staatsverbrecher), αλλά «ως αιχμάλωτος του κράτους», (Staatsgefangener) όπως είχε τονίσει αρκετές φορές ο Μέτερνιχ. Δεν μπορούσε να τιμωρηθεί για ενέργειες, που έθεταν σε κίνδυνο το ίδιο το κράτος, αλλά ήταν το θύμα της maximum εξωτερικής πολιτικής του Μέτερνιχ.

Από τη μία στο πρόσωπο του Υψηλάντη έβλεπε έναν τρόπο, που θα μπορούσε έμμεσα να πιέσει και να επηρεάσει τη Ρωσία σχετικά με τη στάση της στην Βαλκανική χερσόνησο. Από την άλλη πλευρά με τη δράση του ως επαναστάτης, ήταν ένα «αντικείμενο», που έφερνε αταξία σε όλη την Ευρώπη. Όφειλε να τον εξουδετερώσει, να τον εξαφανίσει. Όταν προέκυψαν οι νέες πολιτικές συνθήκες καθώς και η επιδείνωση της υγείας του.

 

Επιμέλεια – μετάφραση

Φώτης Βράκας

 

Εδώ η ανακοίνωση του ιστορικού  Peter Broucek στα Γερμανικά: Alexander Ypsilantis Gefangenschaft in Österreich  

 

Read Full Post »

Παλαιών Πατρών Γερμανός: Οδεύοντας προς το θρύλο – Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης


 

Με αφορμή την εκδοτική σειρά «Οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας», [1] ήλθαν και πάλι στο προσκήνιο, με μεγαλύτερη ίσως ένταση, ορισμένα από τα πρόσωπα που προετοίμασαν ή υπηρέτησαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το μεγαλύτερο γεγονός της ελληνικής ιστορίας, την Επανάσταση του 1821. Ανάμεσα στις προσωπικότητες αυτές μία από τις πιο ενδιαφέρουσες, μολονότι δεν έζησε όλη την διαδρομή της επαναστατικής δράσης και βέβαια την κορύφωσή της, δηλαδή την ίδρυση του ελληνικού κράτους (1830), είναι ο μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός (1771-1826) [2] και μάλιστα για λόγους τελείως διαφορετικούς από αυτούς που, κατά τρόπο πλέον γνωστό σε όλη την έκτασή του, μία ιστορική αφήγηση επιχείρησε και εν πολλοίς κατάφερε να αναδείξει.

Συγκεκριμένα, ο Π. Πατρών Γερμανός γίνεται πρόσωπο οικείο σχεδόν στο σύνολο του ελληνικού πληθυσμού από τα πρώτα μαθητικά του χρόνια στην ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, σχεδόν βεβαιότητα, που τον θέλει να ευλογεί τα όπλα του Αγώνα στην Αγία Λαύρα Καλαβρύτων την 25η Μαρτίου 1821, σε αντίθεση με την κατάθεση των πηγών που προσδιορίζουν με σαφήνεια ότι ο Γερμανός τη μέρα αυτή πρωταγωνιστούσε στα επαναστατικά γεγονότα που διαδραματίζονταν, όμως, στην έδρα της μητρόπολής του, την Πάτρα. [3] Και αν αυτό στα προηγούμενα χρόνια ήταν απλώς μια διαπίστωση μεταξύ ειδικών και λιγότερο ειδικών, που συχνά αποτυπωνόταν και ως γραπτή παραγωγή, τώρα πια στις μέρες μας αρκεί μια απλή πληκτρολόγηση στο διαδίκτυο για να διαπιστώσει κανείς ότι η διάσταση αυτή συνεχίζεται και τα πάθη εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμα, και βέβαια να εκφράζονται σε ένα άλλο ίσως επίπεδο.

Και όμως, ο Παλαιών Πατρών, ο οποίος βρέθηκε να είναι το κεντρικό πρόσωπο μιας αφήγησης την οποία φαίνεται να μην οργάνωσε ούτε καν στο αφετηριακό της μέρος, αποτελεί μια ενδιαφέρουσα προσωπικότητα για άλλους λόγους, όπως κιόλας αναφέραμε, οι οποίοι σπάνια συναριθμούνται στις πράξεις του. Σκέπτομαι λ.χ. την εμπλοκή του στα αμέσως προεπαναστατικά γεγονότα και κυρίως τη σύμπραξή του με την ομάδα προυχόντων που συνεργάστηκαν με τον Βελή πασά, όταν ο τελευταίος διορίστηκε στο πασαλίκιο του Μοριά (1806-1812), σύμπραξη που η δημοσίευση του Αρχείου Αλή πασά[4] ενισχύει αποφασιστικά. Και ακόμα σκέπτομαι τον σχεδόν διετή εγκλωβισμό του στην Αγκώνα της Ιταλίας[5] – όπου είχε αποσταλεί εκ μέρους των επαναστατημένων Ελλήνων για να προβάλλει το ελληνικό πρόβλημα – και την επιστολική δραστηριότητα που από την πόλη αυτή πραγματοποιεί προς δεκάδες πρόσωπα για την ευόδωση των σκοπών της Επανάστασης, στοιχεία που μαζί με άλλα αναμένουν ακόμα τον συστηματικό μελετητή.

 

Γερμανός, ο Αρχιεπίσκοπος Παλαιών Πατρών. Λιθογραφία, A. Friedel. Λονδίνο, Ιανουάριος 1826.

 

Ας είναι. Όποιος άτυχε να ξεφυλλίσει τις σελίδες της τελευταίας βιογραφικής απόπειρας για τον Γερμανό [6] θα διαπίστωσε ότι για τον Γερμανό και το ταλαιπωρημένο αφήγημα για την Αγία Λαύρα, την ευλογία των όπλων και το λάβαρό της, και κυρίως για τον προσδιορισμό της μυθοπλασίας [7] αυτής ως αφετηρία του Αγώνα, κάνουμε μια σύντομη αναφορά απλώς για να το προσπεράσουμε, επειδή πιστεύουμε ότι η συζήτηση αυτή δεν έχει νόημα να συνεχίζεται, τουλάχιστον στην πραγματολογική της εκδοχή.

Επειδή όμως, όπως καλά γνωρίζουμε, ιστορία είναι και οι μύθοι και τα μυθολογικά της κενά, ακόμα και η πλαστογράφησή της, η λίγο πιο συστηματική ματιά στα πράγματα που οργανώθηκαν γύρω από τον Γερμανό προσκομίζει, αν όχι άγνωστα, πάντως ενδιαφέροντα στοιχεία. Δηλαδή φαίνεται ότι στη γραμμή καθιέρωσης της μορφής του Γερμανού στην πρώτη – πρώτη γραμμή των ηρώων του Αγώνα, υπάρχουν ορισμένα παράπλευρα αλλά πολύ ενδεικτικά έως γοητευτικά, θα έλεγα, στην αφέλειά τους στοιχεία, τα οποία είναι σκόπιμο να επαναφέρουμε στο προσκήνιο, στο πλαίσιο του ωραίου θέματος «Με τα μάτια των άλλων», γύρω από το οποίο κινήθηκε η συζήτηση ενός από τους τελευταίους κύκλους παρουσιάσεων των Σεμιναρίων της Ερμούπολης.[8]

Και τούτο, επειδή μπορεί να υποστηριχθεί ότι η επίσημη καθιέρωση [9] της 25ης Μαρτίου ως ημέρα έκρηξης της Επανάστασης στη συνάφειά της με την Αγία Λαύρα και τον Γερμανό, και βέβαια με τον ισχυρό συμβολισμό που εκπέμπει η γιορτή του Ευαγγελισμού, αποτέλεσε πράξη τέτοιας εμβέλειας ώστε η επίκληση των άλλων στοιχείων πέραν, ίσως, μιας αρκετά διευρυμένης αναπαραγωγής βιβλιογραφικού τύπου με ό,τι αυτό συνεπάγεται, δεν κρίθηκε απαραίτητο να χρησιμοποιηθούν ως ενισχυτικά επιχειρήματα. Φυσικά συγκροτούσαν ένα εν δυνάμει καλό οπλοστάσιο, στο οποίο η προσφυγή ήταν εύκολη, αλλά έως ένα μεγάλο βαθμό αυτό μάλλον δεν πραγματοποιήθηκε ή τουλάχιστον παρέμεινε στενά περιορισμένο· ή μήπως τα πράγματα έγιναν αλλιώς και όλα αυτά τα παράπλευρα μυθοπλαστικά στοιχεία συνέβαλλαν ώστε να καθιερωθεί η ηρωική προσωπικότητα του Γερμανού και, κυρίως, να συνδεθεί με αυτόν το μεγάλο γεγονός της έκρηξης του Αγώνα;

 

Μαρμάρινη προτομή του Παλαιών Πατρών Γερμανού στο Πεδίον του Άρεως, η οποία κατασκευάστηκε το 1937. Δημιουργός της προτομής ήταν ο Γεώργιος Συννέφας ο οποίος γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα (1880-1941). Η μαρμάρινη προτομή παρουσιάζει τον Παλαιών Πατρών Γερμανό σε μεγάλη ηλικία, με πλούσια γενειάδα και μακριά μαλλιά. Στη δεξιά πλευρά της προτομής βρίσκεται η υπογραφή του γλύπτη: «ΓΕΩΡ. Ι. ΣΥΝΝΕΦΑΣ. Στην πρόσοψη του βάθρου αναγράφεται: «ΠΑΛΑΙΩΝ ΠΑΤΡΩΝ ΓΕΡΜΑΝΟΣ 1771-1826. Πρόκειται για ένα εκ των αγαλμάτων που «κοσμούν» τη «Λεωφόρο των Ηρώων» στο Πεδίον του Άρεως. Συγκεκριμένα, είναι γνωστό ότι από το 1918 ξεκίνησαν ενέργειες για την ανέγερση Πανελλήνιου Ηρώου στο Πεδίο του Άρεως. Τη δαπάνη θ’ αναλάμβανε η τότε κυβέρνηση και ο ελληνικός λαός (με έρανο)! Το μεγαλόπνοο όμως σχέδιο περιορίστηκε απλά στη δημιουργία μιας «λεωφόρου» από ήρωες. Γι’ αυτό, ο τότε αρμόδιος υπουργός απευθύνθηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών ώστε η τελευταία ν’ αναθέσει στους καλύτερους Έλληνες γλύπτες τη φιλοτέχνηση μαρμάρινων προτομών, σε ακαδημαϊκό, ρεαλιστικό ιδίωμα. Στις 25 Μάρτη 1937 έγιναν τ’ αποκαλυπτήρια προτομών σε σχηματοποιημένες βάσεις των 2 μέτρων που στην πρόσοψή τους γράφεται το όνομα, η ημερομηνία γέννησης και θανάτου του ήρωα. (Φώτο και λεζάντα από τον ιστότοπο «Γλυπτά της Αθήνας»).

 

Ας δούμε όμως περί τίνος πρόκειται, με άλλα λόγια ας δούμε ποια μυθοπλαστικά, υπερβολικά ή μη τεκμηριωμένα στοιχεία συνδέθηκαν με τον βίο και τη δράση του Γερμανού, από την παιδική του ηλικία ακόμα, με άλλα λόγια πώς παρουσιάζεται στα μάτια των άλλων, πώς προσλαμβάνεται η προσωπικότητα του μητροπολίτη Π. Πατρών.

Αρχικά, όπως συμβαίνει συχνά με τους απανταχού ήρωες, υπάρχει η θαυματουργική επιβίωση από τους κινδύνους των πρώτων χρόνων της ζωής, δηλαδή η σύνδεση της γέννησης και των πρώτων παιδικών χρόνων με ορισμένες εμφατικές εκδηλώσεις, που αποτελούν τα σημεία, [10] που προκαθορίζουν τις εξελίξεις.

Στην περίπτωση του Γερμανού ο κίνδυνος και η αποσόβησή του προέρχεται από ένα φίδι που απειλεί τη ζωή του νηπίου, υπό δύο εκδοχές:

α) στην πρώτη βρίσκεται με τον πατέρα του στα χωράφια, παιδί στην κούνια, όταν δέχεται την επίθεση μεγάλου φιδιού, το οποίο αρχικά το νήπιο καθηλώνει με τα χέρια του και παράλληλα με τις φωνές του ειδοποιεί τον πατέρα του που σπεύδει, αντικρίζει τα καθέκαστα και τρέχει για να αρπάξει το ψαλίδι ενός βοσκού που κούρευε τα πρόβατά του εκεί κοντά, και με αυτό να κόψει στα δυο, το ήδη εξουδετερωμένο από τον μικρό Γεώργιο (έπειτα Γερμανό) φίδι.[11]

β) στη δεύτερη εκδοχή, το γεγονός διαδραματίζεται στην αυλή του σπιτιού τους και η εξουδετέρωση γίνεται τώρα από τη μάνα, με τη συνεργία βέβαια και πάλι του νηπίου. Μόνο που στη δεύτερη αυτή περίπτωση το φίδι ήταν το στοιχειό του σπιτιού, γεγονός που εκτιμήθηκε ως κακός οιωνός, [12] χωρίς ωστόσο κάποια μελλοντική κακοτυχία να το επαληθεύσει, το αντίθετο μάλιστα. Φυσικά οι αναλογίες με το πασίγνωστο επεισόδιο που έχει ως επίκεντρο τον αρχαίο ήρωα Ηρακλή που εξουδετερώνει τα φίδια, χωρίς να αναφέρονται, είναι προφανείς.

Πέρα από αυτά όμως τα προδήλως μυθολογικά γεγονότα, ένα πραγματικό γεγονός, δηλαδή η ημερομηνία της γέννησής του, γίνεται ένα καλό αφετηριακό γεγονός θεοσημίας, πάνω στο οποίο εύκολα θα μπορούσε να συντονιστεί και η παρουσία του μητροπολίτη κατά την 25η Μαρτίου 1821 στην Αγία Λαύρα. Συγκεκριμένα, και εκκινώντας ανάποδα, όπως πολλές φορές για τα χρόνια αυτά τα χωρίς ληξιαρχεία, συμβαίνει, εκκινώντας δηλαδή από την ημερομηνία του θανάτου, που ξέρουμε ότι είναι η 30ή Μαΐου 1826, και με βάση διάφορες εκτιμήσεις ότι όταν πέθανε ο Γερμανός ήταν 56 χρονών, κάποιοι τοποθετούν την γέννησή του στο 1771 – άλλοι στα 1777 – και ειδικότερα στο μήνα Μάρτιο του έτους αυτού και ακόμη ειδικότερα στην 25η Μαρτίου, η οποία ήταν και Μ. Παρασκευή, [13] με τον προφανή και πάλι συμβολισμό της μέρας αυτής. Αλλά, επιπλέον, ο Αν. Γούδας [14] θα εντοπίσει και μια τρίτη 25η Μαρτίου, η οποία θα ταυτισθεί με την ημέρα της εκλογής του, το έτος 1806, στον μητροπολιτικό θρόνο της Πάτρας. Το τελευταίο ήταν άλλωστε και αρκετά πιο εύκολο να γίνει δεδομένου ότι στα Πρακτικά εκλογών του Οικουμενικού Πατριαρχείου όντως καταχωρίζεται η εκλογή αυτή ως πράξη, αλλά χωρίς να προσδιορίζεται η ακριβής ημέρα του Μαρτίου του 1806. [15]

 

Βρυζάκης Θεόδωρος, «Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογεί τη σημαία της Επανάστασης», Λάδι σε μουσαμά ,164 x 126 εκ., 1865, Εθνική Πινακοθήκη.
Ο ευσεβής και συγκινητικός θρύλος για την κήρυξη του Αγώνα στην Αγία Λαύρα στις 25 Μαρτίου 1821, εκφράζει βαθύτατα το πνεύμα του Αγώνα. Θρησκεία και Πατρίδα γυρεύουν τη λύτρωση, τη λευτεριά.

 

Ο Μανουήλ Γεδεών [16] προσδιορίζει ότι αυτό έγινε το πρώτο δεκαπενθήμερο του μήνα αυτού, την επομένη δηλαδή της μετάθεσης του πρώην μητροπολίτη Παλαιών Πατρών στη μητρόπολη Κυζίκου, παρέχοντας μάλιστα τις σχετικές πληροφορίες στον Δημήτριο Καμπούρογλου, ο οποίος όμως, αφού το σημειώσει, προτιμά, και αυτός, να ακολουθήσει τον ασφαλέστερο… δρόμο της σύμπλευσης με την θεοσημία. Με άλλα λόγια η μετακίνηση κατά λίγες μέρες δεν είναι δύσκολο πράγμα αλλά πολύ χαρακτηριστικό και ενισχυτικό της θεοσημίας, καθώς η εμφατική ημέρα της 25ης Μαρτίου, αποτελεί για τον Γερμανό εκδήλωση της θείας αποστολής από κάθε άποψη, καθώς σημαδεύει διαδοχικά τη ζωή του, αποτελώντας σημείο αναφοράς για σημαντικά γεγονότα (γέννηση, εκλογή του ως μητροπολίτης), τα οποία θα επιστέψει, λίγο αργότερα, ως φυσική συνέπεια, το μεγάλο γεγονός της 25ης Μαρτίου 1821.

Αλλά τα εμφατικά για τον Παλαιών Πατρών Γερμανό γεγονότα, που θα πλαισιώσουν την μυθοπλασία της Αγίας Λαύρας, έχουν και συνέχεια. Συγκεκριμένα, και το γεγονός της μύησής του στη Φιλική Εταιρεία θα αποκλίνει, και αυτό, από τη συνήθη διαδικασία. Οι περισσότεροι, βέβαια, από τους βιογράφους του, θα συνδέσουν τη μύηση αυτή με τον προβληματισμό που δημιούργησε, σε ανύποπτο χρόνο, στον Γερμανό μια φράση σε ένα γράμμα προς αυτόν, του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, όπου ο τελευταίος ανέφερε ότι ήλπιζε κάποια στιγμή να του φιλήσει το χέρι επ’ αγαθώ της Ελλάδος. [17] Ο προβληματισμός αυτός του Γερμανού, κατά τις πηγές, διαλύθηκε με την εμφάνιση του γνωστού φιλικού Αντώνη Πελοπίδα στην Πάτρα, στα τέλη του 1818. Ο τελευταίος επιχειρώντας να μυήσει τον γνωστό προύχοντα Ανδρέα Καλαμογδάρτη βρέθηκε σε δύσκολη θέση καθώς, κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, ο Καλαμογδάρτης πρόβαλε κάποιες αντιρρήσεις που οδήγησαν στη διακοπή της μύησής του. Τότε, και μπροστά στον κίνδυνο της ενδεχόμενης αποκάλυψης της συνωμοτικής δράσης των Φιλικών, η παρέμβαση μέσω της μάλλον εκτός προγράμματος, μύησης του Γερμανού, κρίθηκε απολύτως απαραίτητη, καθώς ο Καλαμογδάρτης ήταν γαμπρός του.

Αλλά και εδώ τα πράγματα δεν έγιναν με τον τρόπο των Φιλικών, ο Πελοπίδας όταν παρουσιάστηκε στον Γερμανό τον προσφώνησε με τα λόγια: «Παραστάτης Ελλήνων ήλθον προς σε τον ποιμένα των Πατρών», κατά τον Ιω. Φιλήμονα, [18] τον οποίο ο Αμβρόσιος Φραντζής στην Ιστορία του θα τροποποιήσει σε «Γραικών παραστάτης απεστάλην προς σε τον ποιμένα των Πατρών, κομίζων ευαγγέλια: μη με φοβού, σοφώτατε, τον μάλλον σε φοβούμενον, μη ευλαβού δέσποτα, τον σε σεπτώς ευλαβούμενον». [19] Φυσικά, η όλη ατμόσφαιρα ανακαλεί τον Ευαγγελισμό της Παναγίας, όπου στη θέση του αγγέλου στέκεται ο φιλικός Αντώνιος Πελοπίδας και στη θέση της Παναγίας ο Γερμανός, και βέβαια και πάλι η 25η Μαρτίου υποδηλώνεται καταφανώς. Ίσως, μάλιστα, να είναι η πρώτη φορά που επιχειρείται να δημιουργηθεί η συνάφεια του Γερμανού με την 25η Μαρτίου.

 

Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός υψώνει τη σημαία της Ανεξαρτησίας στα Καλάβρυτα, έργο του Ιταλού καλλιτέχνη Λουδοβίκου Λιπαρίνι, (Ludovico Lipparini, 1800-1856), λιθογραφία, μέσα 19ου αιώνα.

 

Εκτός από αυτά τα παράπλευρα, θα έλεγα, μοτίβα που μπορούν εύκολα να πλαισιώσουν και να ενισχύσουν το κεντρικό της Αγίας Λαύρας, υπάρχουν και λιγότερο σημαντικά, τα οποία συναντούμε μελετώντας τις βιογραφίες και άλλων προσώπων αυτής ή άλλων ιστορικών περιόδων και τα οποία αποτελούν τις συνηθισμένες υπερβολές και ανακρίβειες αυτού του είδους. Όσον αφορά λ.χ. την περίπτωσή μας αναφέρεται ότι: ο Γερμανός έμαθε καλά γράμματα και γαλλικά στο Άργος, το οποίο εγκατέλειψε με απροσδόκητο τρόπο, για να βρεθεί στη Σμύρνη, όπου κοντά στον μητροπολίτη αυτής της πόλης, συμπατριώτη του και αργότερα πατριάρχη, Γρηγόριο Ε’ απέκτησε γνώσεις ελληνικής και γαλλικής γραμματείας· ότι ο Γερμανός στάλθηκε με εξαρχική αποστολή γύρω στα 1800, δηλαδή πριν εκλεγεί μητροπολίτης Παλαιών Πατρών, στην Πελοπόννησο για να διενεργήσει έλεγχο στο προνομιακό καθεστώς των σταυροπηγιακών μοναστηριών της περιοχής, γεγονός στο οποίο οφείλεται η γρήγορη ανέλιξή του στον θρόνο της πελοποννησιακής μεγαλούπολης· ότι Γερμανός ακολούθησε τον Γρηγόριο Ε’ στο Άγιο Όρος, όπου αυτός εξορίστηκε μετά την πρώτη απομάκρυνσή του (1798) από τον οικουμενικό θρόνο, και μάλιστα ότι θέλησε να παραμείνει κοντά του υπηρετώντας τον, αλλά ο πρώην πατριάρχης τον απέτρεψε και του επέβαλε να επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη.

Παλαιών Πατρών Γερμανός, «ο Μητροπολίτης Γερμανός ευλογεί την σημαίαν της ελευθερίας».

Κοντά σε αυτά υπάρχουν όμως και κάποια, ήσσονος ενδεχομένως σημασίας, στοιχεία, τα οποία όμως αποτελούν καλή σερμαγιά για την πλαισίωση της προσωπικότητάς του. Αναφέρεται λ.χ. ότι ο Γερμανός το 1809, όταν η περιοχή της Αχαΐας μαστιζόταν από ανομβρία και αφού οι εκπρόσωποι των άλλων δογμάτων (Εβραίοι, μουσουλμάνοι) δεν κατάφεραν να προσελκύσουν τα σύννεφα, εκείνος, επικεφαλής της χριστιανικής λιτανείας, με τις δεήσεις του κατάφερε να φέρει την πολυπόθητη βροχή· [20] ή, όταν επανέκαμψε στην Πάτρα (1818), μετά την τουλάχιστον τριετή παραμονή του στην Κωνσταντινούπολη ως μέλος της πατριαρχικής συνόδου, έγινε δεκτός από παραληρούντα πλήθη χριστιανών, τα οποία πλαισίωναν Οθωμανοί επίσημοι, από τους οποίους εξάλλου είχαν σταλεί «πολλοί χρυσοστόλιστοι λαμπροί ίπποι… ευτυχής δ’ ελογίζετο ο ιπποκόμος εκείνος ούτινος τον ίππον ήθελε προτιμήσει ο μεγαλόδωρος Γερμανός». [21] Τέλος, αργότερα, το 1825, κατά την εξέλιξη των εμφυλίων συγκρούσεων στο Μοριά, ο Γερμανός ταλαιπωρήθηκε από τον Νικολέτο Σοφιανόπουλο – το απόσπασμά του ανήκε στις δυνάμεις του Γκούρα που λεηλατούσαν τον Μοριά – που τον συνέλαβε και τον φυλάκισε. Ο Σοφιανόπουλος λοιπόν, κατά την περιγραφή των γεγονότων, δέχθηκε την κατάρα του Γερμανού και «ω του θαύματος… ενώ έχαιρεν άκραν υγείαν, εξεκενώθη όλον του το αίμα από λυσεντερίαν και εντός τεσσάρων ημερών απέθανε. Το αιφνίδιον τούτο γεγονός έφερε τον Γκούραν και τους στρατιώτας εις συναίσθησήν και έπαυσαν να τον κακομεταχειρίζωνται, φοβούμενοι μήπως πάθουν τα αυτά και εκείνοι». [22]

Είναι βέβαιο ότι κάποια από αυτά που αναφέραμε είναι στοιχεία φανταστικά, κάποια άλλα δεν τεκμηριώνονται από τη διασταύρωση με τις πηγές ή μπορεί να κινούνται στην ασάφεια και στην υπερβολή, ωστόσο δημιουργούν ένα καλό κλίμα από το οποίο δεν υπήρξε δυνατόν ούτε ο Δημ. Καμπούρογλου που γράφει στα 1915-1916 χρησιμοποιώντας όλες τις πηγές, και με σαφή πρόθεση να παρακάμψει τις υπερβολές, να ξεφύγει: [23] αναφέρει δηλαδή με αναλυτικό τρόπο όλες τις πηγές και τις πληροφορίες τους, έστω και αν αυτές δεν είναι εξακριβωμένες, προσπαθεί να κινηθεί με τρόπο έξυπνο ανάμεσα στις υπερβολές και ασάφειες, αλλά δεν τοποθετείται κριτικά απέναντι τους. Βρισκόμαστε, άλλωστε, στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και κάποια πράγματα έχουν πάρει το δρόμο τους.

Ωστόσο, το θέμα παραμένει ανοικτό και ελκυστικό, επειδή με τη σύντομη αυτή αναφορά μας δεν είναι δυνατόν να παραθέσουμε όλο το εύρος της πληροφόρησης, να ανασυνθέσουμε δηλαδή όλο το εύρος της πορείας που ακολουθεί ένα στοιχείο μυθοπλαστικό και τον τρόπο με τον οποίο αυτό αναπαράγεται για να πλαισιώσει το πρόσωπο του Π. Πατρών Γερμανού με όλα τα απαραίτητα στοιχεία της θεοσημίας που προοιωνίζει την κορύφωση. Με άλλα λόγια, η ανάγκη μιας νέας προσέγγισης στη ζωή του Γερμανού και η μελέτη της μετάλλαξης κάποιων σημείων της σε στοιχεία μιας ισχυρής μυθοπλασίας που θα πλαισιώσει την κορυφαία ηρωική πράξη, είναι πρόδηλη και επιτακτική.

Πέρα από αυτά όμως, η πορεία του Γερμανού, δηλαδή η ηρωική αναγωγή, δεν υπήρξε δρόμος χωρίς εμπόδια, επειδή «τα μάτια των άλλων» κοίταξαν και με τον ανάποδο τρόπο. Με άλλα λόγια, η πορεία προς τον θρύλο συνάντησε και εμπόδια, η πρόσληψη του Γερμανού ως κεντρικού προσώπου της ελληνικής εξέγερσης, δηλαδή ως προσώπου που συνδέεται πρωτίστως με το αφετηριακό γεγονός της Λαύρας, αλλά και με άλλες πράξεις, δεν εμπεδώθηκε χωρίς αντιστάσεις. Ας παραθέσουμε ορισμένες.

 

Ο πατριωτικός όρκος των Ελλήνων κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία των R. Bettannier και Morton από ομώνυμο ζωγραφικό έργο του Γάλλου ζωγράφου, Alphonse de Neuville. Παρίσι, 1865.

 

Ο Ιωάννης Φιλήμων, προλογίζοντας μάλιστα την α’ έκδοση των Απομνημονευμάτων του Γερμανού, απορρίπτει την έναρξη της Επανάστασης την 25η Μαρτίου, [24] ταυτόχρονα όμως εγκωμιάζει τον Γερμανό ως πρωτεργάτη του Αγώνα αλλά με άμεση συμμετοχή στην εξέγερση της Πάτρας. Την ίδια ψύχραιμη ματιά θα ρίξει στα γεγονότα και ο Δημήτριος Αινιάν γράφοντας το 1854. [25] Ο Σπυρίδων Τρικούπης, αφού ομολογήσει ότι και ο ίδιος νεκρολογώντας τον Ανδρέα Ζαΐμη υποστήριξε τα σχετικά με την Αγία Λαύρα, ανασκευάζει στην Ιστορία του τα πράγματα, γράφοντας ότι «ψευδής είναι η εν Ελλάδι επικρατούσα ιδέα, ότι εν τη μονή της Αγίας Λαύρας ανυψώθη κατά πρώτον η σημαία της ελληνικής Επαναστάσεως». [26] Ο ίδιος θα επανέλθει με δριμύτητα για το ίδιο θέμα και άλλες φορές. Και αν ο γάλλος Πουκεβίλ έχει άμεση σχέση με πολλές από τις αβέβαιες έως αβάσιμες πληροφορίες για τον Π. Πατρών, οι οποίες όμως φαίνεται ότι αποτέλεσαν ένα ισχυρό πλαίσιο για την 25η Μαρτίου και τα συναφή, υπήρξαν πολλοί άλλοι ξένοι, επίσης λόγιοι, που έγραψαν αρνητικά για τον Γερμανό και τις ενέργειες του (Μίλλερ, Ζουριέν ντελα Γκραβιέρ, Γκόρντον). [27]

Παράλληλα, μια αντίδραση ισχυρή εναντίον του Γερμανού θα προέλθει από τα γραπτά άλλων απομνημονευματογράφων και πρωταγωνιστών του Αγώνα, όπως ο Φωτάκος, ο Αμβρόσιος Φραντζής που θα προσβάλλουν τα Απομνημονεύματα του Γερμανού ως ανακριβή. [28] Και αν αυτό μπορεί να θεωρηθεί φυσιολογικό, έως ένα βαθμό, για τα πρόσωπα που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έζησαν τα γεγονότα και τα αφηγούνται αργότερα εκτιμώντας τα διαφορετικά, οι κατηγορίες που εκπορεύτηκαν από τον Κανέλλο Δεληγιάννη προσέβαλλαν απευθείας το κύρος και την ηθική υπόσταση τον Γερμανού. Το σχετικό επεισόδιο, με στοιχεία που θα αποτελούσαν την ύλη ενός πολύ καλού αστυνομικού μυθιστορήματος, αποδίδουν στον Γερμανό την ηθική αυτουργία της εξόντωσης Τούρκων αιχμαλώτων με σκοπό την ιδιοποίηση των κοσμημάτων που αυτοί κατείχαν και είχαν εμπιστευθεί στον Γερμανό για να τους τα επιστρέφει υπό καλύτερες συνθήκες. Η όλη ιστορία θα εκτυλιχθεί σε αφήγημα που θα ακολουθήσει τον Γερμανό στην Ιταλία και θα συνδεθεί με τον θάνατό του και τις διενέξεις μεταξύ των συγγενών του. [29] Εξάλλου ο ίδιος ο Κανέλλος Δεληγιάννης αλλά και άλλοι θα αμφισβητήσουν ευθέως το κείμενο των Απομνημονευμάτων του Γερμανού, με τεκμηριωμένη, θα έλεγα, επιχειρηματολογία.

Δεν κρίνουμε σκόπιμο να επεκταθούμε περισσότερο στις πλέον πρόσφατες διενέξεις περί τον Γερμανό, την προσωπικότητά του και κυρίως την Λαύρα και την 25η Μαρτίου, που όλοι γνωρίζουμε. Ας μνημονεύσω μόνο τον Τάκη Σταματόπουλο, ο οποίος στο γνωστό αφήγημά του για τον Γερμανό, [30] δεν θα διστάσει να ισχυριστεί ότι πολλές πράξεις του Γερμανού είχαν την αφετηρία τους στα συμπλεγματικά παιδικά χρόνια του Γερμανού που οφείλονταν στην φοβερή δυσμορφία του, πράγμα που δεν επιβεβαιώνεται με κανένα τρόπο, αλλά δηλώνει, πιστεύουμε, ανάγλυφα την πορεία που μπορεί να πάρει η ιστορική προσέγγιση, όταν επιζητεί απλώς να κατασκευάσει ή να αναιρέσει έναν θρύλο.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Αναφέρομαι στη σειρά Ιστορική Βιβλιοθήκη: Οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας, επιστημονική επιμέλεια: Βασ. Παναγιωτόπουλος, Αθήνα. Τα Νέα. 2010.

[2] Η βιβλιογραφία για τον Γερμανό είναι εκτεταμένη και δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος να την παραθέσουμε εδώ· βλ. πάντως, την πρόσφατη βιογραφία του στο: Παν. Μιχαηλάρης – Βασ. Παναγιωτόπουλος. Κληρικοί στον Αγώνα, στη σειρά Οι Ιδρυτές, αρ. 15. Αθήνα 2010. σ. 11-44, όπου και η βασική βιβλιογραφία.

[3] Στο ίδιο, σ. 35-38.

[4] Βασ. Παναγιωτόπουλος, με τη συνεργασία των Δημ. Δημητρόπουλου, Παναγ. Μιχαηλάρη, Αρχείο Αλή πασά Συλλογής I. Χώτζη Γενναδείου Βιβλιοθήκης, τ. Α’ (1747-1808), Αθήνα, ΙΝΕ/ΕΙΕ, 2007, σ. 547, έγγρ. αρ. 295 και τ. Β’ (1809-1817), σ. 250-252, έγγρ. αρ. 589.

[5] Βλ. πρόχειρα, Μιχαηλάρης – Παναγιωτόπουλος, Κληρικοί, σ. 38-42.

[6] Στο ίδιο.

[7] Για το ζήτημα αυτό, για το οποίο έχουν γραφτεί πολλές σελίδες, παραπέμπουμε στο τελευταίο δημοσίευμα: Βασ. Κρεμμυδάς, «Μηχανισμοί παραγωγής ιστορικών μύθων», Μνήμων 18 (1996), σ. 9-21.

[8] Φυσικά αναφέρομαι στο Σεμινάριο του 2010, του οποίου οι εργασίες αποτελούν την ύλη του παρόντος δημοσιεύματος.

[9] Είναι γνωστό ότι η ημέρα αυτή καθιερώθηκε ως εθνική εορτή από τον Όθωνα το 1838, χωρίς αναφορά, όμως, στον Γερμανό και την Αγία Λαύρα· βλ. Χριστίνα Κουλούρη, Μύθοι και σύμβολα μιας εθνικής επετείου, Κομοτηνή, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 1995.

[10] Δημ. Γρ. Καμπούρογλου, «Μελέτη επί του βίου και της δράσεως του Παλαιών Πατρών Γερμανού 1771-1826», Αθηνά 27 (1915), σ. 209-272 και 28 (1916), σ. 205-251 (το πρώτο μέρος της μελέτης με ελαφρώς τροποποιημένο τίτλο δημοσιεύτηκε και αυτοτελώς το 1912)· εδώ η παραπομπή στην Αθηνά 27, σ. 213.

[11] Αναστ. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τ. Α’: Κλήρος Αθήνα 1869, σ. 51-52.

[12] Παραδίδεται από τον Γ. I. Παπούλα, στον πρόλογό του στην τρίτη έκδοση των Απομνημονευμάτων του Γερμανού, Αθήνα 1900, σ. 8· βλ. και Μητροπολίτου Παλ. Πατρών Γερμανού, Απομνημονεύματα, επιμ. Ιωάννα Γιανναροπούλου – Τάσος Γριτσόπουλος, Εκδόσεις της Δημοσίας Βιβλιοθήκης της Σχολής Δημητσάνης, αρ. 2, Αθήνα 1975, σ. 9 (η τελευταία αυτή έκδοση των Απομνημονευμάτων του Γερμανού είναι φωτομηχανική αναπαραγωγή της β’ έκδοσης του 1837, αλλά εκδίδονται χρήσιμα στοιχεία και από τις άλλες εκδόσεις, όπως λ.χ. ο πρόλογος του Γ. Παπούλα).

[13] Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, σ. 9Τ Τάκης Κανδηλώρος, Η Δημητσάνα. Ιστορική μονογραφία μετά βιογραφιών του Πατριάρχου και του Γερμανού, Αθήνα 1897, σ. 89.

[14] Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, σ. 100.

[15] Η μόνη έγκυρη πληροφορία για την εκλογή του Γερμανού ως μητροπολίτη είναι του Καλλίνικου Δεληκάνη, «Επισκοπικοί Κατάλογοι», Εκκλησιαστική Αλήθεια, έτος 28 (1908), σ. 245, ο οποίος αντιγράφοντας τη σχετική πράξη από τον κώδικα εκλογών, παραθέτει: «1806… Παλαιών Πατρών Γερμανού, (Πρωτοσ. Μητρ. Κυζίκου), Μαρτίω».

[16] Ο Μαν. Γεδεών, προσδιορίζει ότι αυτό έγινε την 14η ή 15η Μαρτίου, όταν καλείται να δώσει την σχετική πληροφόρηση στον Καμπούρογλου (σ. 229), αλλά ο τελευταίος δεν θα διστάσει ανεπιφύλακτα να αποδεχτεί ως ημέρα εκλογής την 25η Μαρτίου 1806 (σ. 230), αναφέροντας επί λέξει: «Ιδού λοιπόν ο Γερμανός Μητροπολίτης από της 25ης Μαρτίου (δεχόμεθα τούτο) του έτους 1806»; φυσικά η μετάθεση κατά δέκα ημέρες είναι εύκολο να γίνει – και μάλιστα αναιτιολόγητα – αφού κάλλιστα μπορεί να αιτιολογηθεί χ.χ. και ως τυπογραφικό σφάλμα.

[17] Τις σχετικές πληροφορίες διασώζουν ο Ιωάννης Φιλήμων, στα Προλεγόμενα της πρώτης και δεύτερης έκδοσης των Απομνημονευμάτων του Γερμανού (Αθήνα 1837), ο οποίος (σ. 41) θα υποστηρίξει ότι ο Γερμανός ήταν «άνθρωπος μάλλον της Ελλάδος απάσης, ή της Πελοποννήσου», και ο Σπυρ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, έκδ. β’, τ. Α’, Λονδίνο 1860, σ. 315-316.

[18] Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1834, σ. 206.

[19] Αμβρόσιος Φραντζής, Επίτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, τ. Δ’, Αθήνα 1841, σ. 92-93.

[20] Στέφ. Θωμόπουλος, Ιστορία της πόλεως Πατρών, Πάτρα 1950, σ. 585· Παναγ. Δ. Μιχαηλάρης, «Την γοητείαν του εστερέωσεν ωρισμένον γεγονός», εφ. Πελοπόννησος, 19 Νοεμβρίου 2011.

[21] Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, σ. 104-105.

[22] Βλ. τα σχετικά γεγονότα και την τεκμηρίωσή τους στον Καμπούρογλου, «Μελέτη», Αθηνά 28 (1916), σ. 238-239.

[23] Εκτιμούμε ότι η μελέτη του Καμπούρογλου (βλ. εδώ σημ. 10), μαζί με τη μικρή μελέτη (16 σ.) του Δημ. Αινιάνος, Γερμανός ο Παλαιών Πατρών, Αθήνα 1854, αποτελούν καλές βιογραφικές αποτιμήσεις του Γερμανού· σε αυτές ας προστεθεί και η εκτενής εισαγωγή (σ. III- CXLVI) του Τ. Γριτσόπουλου, στη φωτομηχανική επανέκδοση των Απομνημονευμάτων του Γερμανού (βλ. εδώ σημ. 12).

[24] Βλ. τον πρόλογο του Φιλήμονος στο Γερμανού. Υπομνήματα περί της Επαναστάσεως της Ελλάδος, β’ έκδ., Αθήνα 1837. σ. κστ-κζ.

[25] Αινιάν, Γερμανός, σ. 11.

[26] Τρικούπης. Ιστορία, σ. 312.

[27] Βλ. Κρεμμυδάς. «Μηχανισμοί παραγωγής».

[28] Παν. Μιχαηλάρης. «Γερμανός μητροπολίτης Παλαιών Πατρών», στο Μιχαηλάρης -Παναγιωτόπουλος, Κληρικοί, σ. 25-27.

[29] Στο ίδιο, σ. 41- 42.

[30] Τάκης Αργ. Σταματόπουλος, Ο Π. Π. Γερμανός χωρίς θρύλο, Αθήνα. Κάλβος, 1974 (α’ έκδ. 1958).

 

Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης

Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών – Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών

«Η ματιά των άλλων» – Προσλήψεις προσώπων που σφράγισαν τρεις αιώνες (18ος – 20ος). Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Αθήνα, 2012.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

  

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Οι ηρωίδες της Επανάστασης του 1821


 

Η Επανάσταση του  Εικοσιένα είναι μία κατ’ εξοχήν ηρωική εποχή, κατά την οποία οι «ραγιάδες» Έλληνες ξεσηκώνονται κατά του μακραίωνου οθω­μανικού ζυγού, αγωνίζονται σ’ έναν επτάχρονο πό­λεμο με άνισες δυνάμεις, από τον οποίο στο τέλος βγαίνουν νικητές με τις πολλές, βεβαίως, και γνω­στές απώλειες, υλικές και ηθικές. Η εποχή αυτή, μια εποχή ρήξης με το παρελθόν, καθώς και η όλη προεπαναστατική προετοιμασία με τους αγώνες των κλεφτών και των αρματολών, σφυρηλάτησε εκείνες τις γενιές για τις οποίες το ιδεώδες ήταν ο ήρωας που αντιστεκόταν στην καταπίεση και την αδικία σε βάρος του λαού. [1]

Μολονότι οι αγώνες αυτοί έχουν συνήθως ταυτι­στεί με την αξιοσύνη και τη γενναιότητα των ανδρών της εποχής, δεν έμειναν αμέτοχες και οι γυ­ναίκες – μάνες, κόρες, σύντροφοι – οι οποίες συχνά παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Άλλωστε μια ηρω­ική εποχή δεν γεννά μόνο γενναίους άνδρες, αλ­λά και γενναίες γυναίκες, οι οποίες ανατρέφονται από τους ίδιους γονείς και γαλουχούνται μέσα στις ίδιες συνθήκες. Εκτός λοιπόν από τις γυναίκες που μένουν πίσω και περιμένουν καρτερικά το γυ­ρισμό των ανδρών, τους οποίους εμψυχώνουν και ενθαρρύνουν, είναι κι εκείνες που αγωνίζονται δί­πλα τους, ισότιμα, αξίζοντας το ίδιο μερίδιο αν­δρείας. Είναι οι γυναίκες που αποφασίζουν να παί­ξουν ενεργητικό ρόλο, να βγουν κι αυτές στα βουνά για να πολεμήσουν τον εχθρό, όπως η «Διαμάντω» του ομώνυμου κλέφτικου τραγουδιού:

 

«Ποιος είδε ψάρι στο βουνό και θάλασσα σπαρ­μένη, / ποιος είδε κόρη όμορφη στα κλέφτικα ντυ­μένη; / Δώδεκα χρόνους έκανε αρματολός και κλέ­φτης, / κανείς δεν την εγνώρισε πως ήταν η Διαμάντω. / Μια μέρα και μιαν εορτή και μια λα­μπρήν ημέρα / βγήκαν να παίξουν το σπαθί, να ρίξουν το λιθάρι / κι όπως έπαιζαν το σπαθί, και ρίχναν το λιθάρι, / εκόπη το θηλύκι της κι εφάνη το βυζί της […]».

Τόσο λοιπόν στα προεπαναστατικά χρόνια όσο και στη διάρκεια του Εικοσιένα πολλές ήταν οι γυναίκες που με θάρρος και αυταπάρνηση αγωνίστηκαν και θυσίασαν ακόμη και τη ζωή τους για την πατρίδα, δίνοντας μαθήματα φιλοπατρίας και αγωνιστικότητας και τιμώντας το φύλο τους. Για όλες αυτές τις γυναίκες δεν μπορεί βεβαίως να γίνει ξεχωριστή μνεία στο αφιέρωμα αυτό, αλλά θα αναφερθούν ενδεικτικά ορισμένες, προκειμένου να αποδοθεί το μέγεθος της συμβολής τους στον αγώνα για την ανεξαρτησία.

Παροιμιώδης είναι η συμπεριφορά των Σουλιωτισσών [2] οι οποίες είχαν όλα τα χαρακτηριστικά των ανδρών συμπατριωτών τους. Μεγαλωμένες στο άγριο και άγονο περιβάλλον των χωριών του Σουλίου, μαθημένες στη σκληρή και κακοτράχαλη ζωή, λιτοδίαιτες, εξοικειωμένες με τον κίνδυνο, πολεμούν αρματωμένες τους Αλβανούς στρατιώτες του Αλή πασά και δεν διστάζουν, όταν χρειαστεί, να θυσιαστούν για την πατρίδα.

 

Σουλιώτισσες, ελαιογραφία του Γεώργιου Μηνιάτη (1823-1895), β’ ήμισυ του 19ου αι. Οι θαρραλέες γυναίκες, που πρωταγωνίστησαν στους αγώνες των Σουλιωτών, απεικονίζονται να βαστούν ντουφέκια και να μάχονται. Ο δημιουργός τονίζει το ηρωικό πνεύμα της εποχής με χαρακτηριστικό το υψηλό ήθος των προσώπων. Η σύνθεση και οι χρωματικές επιλογές του καλλιτέχνη παραπέμπουν στην περίοδο του Ρομαντισμού, με μακρινά παράλληλά του έργα, όπως η «Σφαγή της Χίου» του Ντελακρουά.

 

Οι Σουλιώτισσες διακρίνονται για τη φιλοπατρία τους και αγωνίζονται μέχρις εσχάτων αψηφώντας το θάνατο και δημιουργώντας διαχρονικά πρότυπα ηρωισμού και λεβεντιάς. Ο «Χορός του Ζαλόγγου» (παραμονές Χριστουγέννων του 1803) αποτελεί αιώνιο σύμβολο για τη γυναίκα που προτιμά το θάνατο από την ατίμωση και τη δυστυχία. Τη γυναίκα – ηρωίδα, που «της Ελευθερίας ο έρως» τη σπρώχνει να θυσιάσει τον εαυτό της και τα παιδιά της, να αποχαιρετήσει παντοτινά και με τόσο τραγικό τρόπο τη «γλυκιά ζωή» και τη «δύστυχη πατρίδα»: «Στη στεργιά δεν ζει το ψάρι / ούτ’ ανθός στην αμμουδιά / κ’ οι Σουλιώτισσες δεν ζούνε μέσ’ τη μαύρη τη σκλαβιά». Μια θυσία που έχει εμπνεύσει τόσο τη λογοτεχνία όσο και τις εικαστικές τέχνες.

 

Ary Scheffer, Les femmes souliotes (Οι Σουλιώτισσες), 1827. Μουσείο του Λούβρου.

 

Την ίδια χρονική στιγμή (Δεκέμβριος του 1803), η Δέσπω Σέχου-Μπότση, σύζυγος του Γιωργάκη Μπότση, κυνηγημένη από τους Τουρκαλβανούς μετά τη συνθηκολόγηση του Αλή πασά με τους Σουλιώτες, οχυρώθηκε με τις κόρες, τις νύφες και τα εγγόνια της στον πύργο του Δημουλά στη Ρηνιάσα και ύστερα από σθεναρή αντίσταση ανατίναξε τον πύργο για να μην παραδοθούν στον εχθρό.

Ο ηρωισμός της Δέσπως Μπότση, έχει απαθανατιστεί στο γνωστό δημοτικό τραγούδι:

 

Αχός βαρύς ακούεται, πολλά τουφέκια πέφτουν.

Μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι;

Ουδέ σε γάμο ρίχνονται ουδέ σε χαροκόπι.

η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ’ αγγόνια.

Αρβανιτιά την πλάκωσε στου Δημουλά τον πύργο:

«Γιώργαινα, ρίξε τ’ άρματα, δεν είναι εδώ το Σούλι.

εδώ είσαι σκλάβα του πασά, σκλάβα των Αρβανίτων».

«Το Σούλι κι αν προσκύνησε, κι αν τούρκεψεν η Κιάφα,

η Δέσπω αφέντες Λιάπηδες δεν έκαμε, δεν κάνει».

Δαυλί στο χέριν άρπαξε, κόρες και νύφες κράζει:

«Σκλάβες Τούρκων μη ζήσωμε, παιδιά μ’, μαζί μου ελάτε»,

και τα φυσέκια ανάψανε, κι όλοι φωτιά γενήκαν.

 

Η Μόσχω Τζαβέλα, σύζυγος του Λάμπρου, η Χάιδω Γιαννάκη Σέχου, η Δέσπω Σέχου-Μπότση, η Δέσπω Φώτου Τζαβέλα, η Ελένη Μπότσαρη, η Χρυσούλα Μπότσαρη και οι κόρες της Βασιλική και Αικατερίνη, αλλά και πολλές άλλες τίμησαν την πατρίδα με την ηρωική στάση τους στις κρίσιμες για το Σούλι εποχές του διωγμού του Αλή πασά, αλλά και στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης.

 

Σουλιώτισσες – Δημοσιεύεται στο: «Δημήτρης Φωτιάδης, Η Επανάσταση του 1821», εκδ. Μέλισσα 1971.

 

Στη διάρκεια της Επανάστασης οι γυναίκες – ανώνυμες και επώνυμες – ως άμαχος πληθυσμός γίνονται θύματα της θηριωδίας του κατακτητή και υφίστανται την εκδικητική μανία του. Ύστερα από κάθε καταστροφή ακολουθούν φοβερές λεηλασίες και αιχμαλωσίες. Οι σφαγές της Χίου το 1822 εμπνέουν το Γάλλο ζωγράφο Ντελακρουά, που στο γνωστό του πίνακα, που σήμερα φυλάσσεται στο Λούβρο, αποτυπώνει όλη τη φρίκη αυτής της τραγωδίας. Από τους 100.000 κατοίκους στο νησί έμειναν λιγότεροι από 2.000. [3] «Χιλιάδες γυναίκες, κορίτσια και αγόρια πουλιόνταν κάθε μέρα στο παζάρι. Πολλά απ’ αυτά τα δυστυχισμένα πλάσματα αυτοκτόνησαν κατά τη μεταφορά. Βλέπεις γυναίκες να μη δέχονται τροφή μ’ όλο που μαστιγώνονται, για να πεθάνουν από την πείνα», ανέφερε προς τη Levant Company ο Άγγλος πρόξενος στη Σμύρνη Φράνσις Ουέρι (Francis Werry). [4] Η ανηλεής αυτή καταστροφή, ένα από τα κορυφαία γεγονότα της Επανάστασης, σύντομα έγινε γνωστή στο εξωτερικό και εμψύχωσε το φιλελληνικό κίνημα που δημιουργήθηκε σε Ευρώπη και Αμερική. [5]

Η ίδια τύχη ανέμενε τα γυναικόπαιδα της Μακεδονίας, της Κρήτης, των Κυδωνιών, της Κάσου, των Ψαρών. Ανάμεσα στις Ψαριανές που κατάφεραν να σωθούν από το κύμα της τουρκικής θηριωδίας και μανίας ήταν η Δέσποινα Μανιάτη – Κανάρη, η αγαπημένη σύζυγος του πυρπολητή Κωνσταντή Κανάρη. Καθώς γνώριζε πολύ καλό κολύμπι, έπεσε στη θάλασσα μαζί με τα παιδιά της, ώσπου επιβιβάστηκε σε πλοίο και κατέφυγε με την οικογένειά της στην Αίγινα. Η Δέσποινα Κανάρη, πολύτιμη σύντροφος και συμπαραστάτης του γενναίου άντρα της, ήταν από τις ευγενικές γυναικείες φυσιογνωμίες του Εικοσιένα, που η παρουσία της πάντοτε είλκυε την προσοχή και το θαυμασμό των ξένων περιηγητών που επισκέπτονταν τότε την επαναστατημένη Ελλάδα. Ο Πέκιο, που την πρωτοσυνάντησε στο σπίτι τους στην Αίγινα, σημειώνει τις πρώτες του εντυπώσεις: «Ενώ μιλούσαμε με τον Κανάρη, η σύζυγός του, με μητρική στοργή, θήλαζε ένα μωρό τριών μηνών, ονομαζόμενο Λυκούργο. Η μητέρα είναι Ψαριανή, με ωραίο σώμα, σοβαρή, με πρόσωπο γεμάτο μετριοφροσύνη – σωστή Αθηνά».[6]

Αξιοθαύμαστο θάρρος έδειξαν και οι Μεσολογγίτισσες «ελεύθερες πολιορκημένες», οι οποίες σε όλη τη διάρκεια της μακράς πολιορκίας του προπύργιου της δυτικής Ελλάδας βοήθησαν με κάθε τρόπο στην άμυνα: μεταφορά υλικών για τα οχυρωματικά έργα, περίθαλψη των ασθενών και τραυματιών. Όταν αποφασίζεται η ηρωική έξοδος (10 Απριλίου 1826) μετά το φοβερό λιμό, ακολουθούν πολλές γυναίκες με αντρική ενδυμασία, κρατώντας από το ένα χέρι το σπαθί και από το άλλο το μωρό τους, ενώ οι άοπλες μπήκαν στη μέση της φάλαγγας μαζί με τα παιδιά τους. Αυτές οι γυναίκες είχαν την ίδια φρικτή τύχη όπως και οι άνδρες της Εξόδου κατά τη γνωστή φοβερή σύγχυση που επικράτησε, και όσες κατάφεραν να γυρίσουν στην πόλη αυτοκτόνησαν, σφαγιάστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν.

 

Σκηνή από τις τελευταίες στιγμές του Μεσολογγίου. Μεσολογγίτισσα έχει σκοτώσει το παιδί της, τον Τούρκο που αποπειράθηκε να τη βιάσει και ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει. Ελαιογραφία του François-Émile de Lansac, 1827. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.

 

Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους σώζονται μεταγενέστερες αναφορές προς τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια μερικών Μεσολογγιτισσών που είχαν στο μεταξύ απελευθερωθεί και ζητούσαν την κρατική πρόνοια, την οποία και έλαβαν. [7]

Ανάμεσα στις επώνυμες γυναικείες παρουσίες του Αγώνα, που το όνομά τους γρήγορα έγινε γνωστό στο εξωτερικό, είναι η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα (1776-1825) και η Μαντώ Μαυρογένους (1796/7-1840).

Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα σε ένα από τα λαϊκά φυλλάδια που κυκλοφορούσαν στη Ρωσία στη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης.

Πολλά έχουν γραφτεί για τη Σπετσιώτισσα Κυρά, την Καπετάνισσα του Εικοσιένα, [8] γι’ αυτή την αγέρωχη και αντικομφορμίστρια γυναίκα, που χάρη στις ικανότητάς της κατάφερε να επιβληθεί ανάμεσα στους άνδρες της εποχής της, να συμμετάσχει σε πολεμικά συμβούλια και να έχει ισότιμη γνώμη. Η Καπετάνισσα Μπουμπουλίνα ξέφευγε από τα γυναικεία πρότυπα της εποχής της: μεγαλωμένη στη θάλασσα, από νωρίς εκδήλωσε την αγάπη της για τα πλοία και τα ταξίδια. Η μυθιστορηματική ζωή της από τη γέννησή της ακόμη ήταν γεμάτη περιπέτειες που σφυρηλάτησαν το χαρακτήρα της, ένα χαρακτήρα ανεξάρτητο, δυναμικό, αγωνιστικό. Καπετάνισσα λοιπόν όχι μόνο στα πλοία, αλλά και στην ίδια της τη ζωή. Γεννήθηκε ορφανή από πατέρα, έμεινε δύο φορές χήρα και με μεγάλη περιουσία την οποία διαχειρίστηκε με πολλή ευστροφία και κατάφερε να την αυξήσει, γεύτηκε συχνά το φθόνο των συμπατριωτών της και γι’ αυτό αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες, τις οποίες πάντα ξεπερνούσε.

Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες προφορικές μαρτυρίες, το 1819 στην Κωνσταντινούπολη μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Μετά την έκρηξη της Επανάστασης, από τους πρώτους συμμετείχε ενεργά προσφέροντας χρήματα και πολεμοφόδια και διαθέτοντας τα πλοία της στην υπηρεσία του Αγώνα. Η μεγαλύτερη απώλεια ήταν ο θάνατος του πρωτότοκου γιου της (από τον πρώτο της γάμο) Γιάννου Γιάννουζα στα τέλη Απριλίου του 1821 σε μία συμπλοκή με τους Τούρκους έξω από το Άργος. Η Μπουμπουλίνα έλαβε μέρος με το πλοίο της «Αγαμέμνων» στην πολιορκία του Ναυπλίου και μετά την απελευθέρωσή του εγκαταστάθηκε εκεί σε οίκημα που της παραχώρησε η επαναστατική κυβέρνηση. Το Σεπτέμβριο του 1821 βρέθηκε στο στρατόπεδο του Κολοκοτρώνη στην Τρίπολη και μπήκε από τους πρώτους στην πόλη. Η εκεί συμπεριφορά της προξένησε σχόλια για αρπαγή κοσμημάτων από τις γυναίκες του χαρεμιού με υπόσχεση την ασφάλεια της ζωής τους. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι η «υπεράσπιση» ή η «καταδίκη» των βιογραφούμενων προσώπων δεν είναι έργο του ιστορικού, όπως επίσης θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η ιστορική βιογραφία δεν είναι βίοι αγίων. Δεν θα πρέπει όμως να λησμονούμε ότι οι λείες ήταν σύνηθες φαινόμενο της εποχής, καθώς επίσης ότι η Μπουμπουλίνα διέθεσε αυθόρμητα την τεράστια περιουσία της για την Επανάσταση.

Ο πρωταγωνιστικός της ρόλος δεν την άφησε αμέτοχη στις εμφύλιες διαμάχες, κατά τις οποίες υποστήριξε τους στρατιωτικούς και τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, με τον οποίο είχε συγγενέψει μετά το γάμο της κόρης της Ελένης Μπούμπουλη με τον Πάνο Κολοκοτρώνη. Το επιβλητικό παρουσιαστικό της και η συμπεριφορά της αποτέλεσαν πρότυπο για τις σύγχρονες Ευρωπαίες, το δε ντύσιμό της είχε γίνει μόδα (μόδα «a la Bobeline»).

Διονυσίου Τσόκου: Η Μαντώ Μαυρογένους. Σπουδή για τον πίνακα «Η Δολοφονία του Καποδίστρια» της Τεργέστης. Τέμπερα σε χαρτί, 0,33 Χ 0,21 μ. Μουσείο Μπενάκη.

Η Μαντώ Μαυρογένους [9] ως γυναίκα ήταν το αντίθετο της Μπουμπουλίνας: εύθραυστη ομορφιά, λεπτή και λυγερή κορμοστασιά, μεγαλωμένη στην Τεργέστη με ευρωπαϊκή ανατροφή και παιδεία. Στις παραμονές του Αγώνα βρισκόταν στην Τήνο με το θείο της Φιλικό κληρικό παπα-Μαύρο, από τον οποίο μυήθηκε στον Αγώνα και μαζί του πήγε στη Μύκονο αμέσως μετά την έκρηξη της Επανάστασης. Εκεί η νεαρή Μαντώ διέθεσε όλη την πατρική περιουσία στον απελευθερωτικό αγώνα, ενώ έλαβε και η ίδια μέρος σε πολλές επιχειρήσεις. Η φήμη της γρήγορα ξεπέρασε τα σύνορα του ελληνικού χώρου και από τη θέση αυτή η νεαρή Ελληνίδα απηύθυνε έκκληση βοήθειας στους Ευρωπαίους φιλέλληνες και κυρίως στις Αγγλίδες και Γαλλίδες. Η αφειδώλευτη και ανιδιοτελής προσφορά της για την ανεξαρτησία δεν είχε τη δέουσα απήχηση στους συγχρόνους της. Ο έρωτάς της με τον Δημήτριο Υψηλάντη προκάλεσε προφανώς το φθόνο οπαδών του νεαρού πρίγκιπα, και είχε αποτέλεσμα τη δόλια απομάκρυνσή της στη Μύκονο και τη συκοφάντησή της στον ίδιο. Η περιπέτεια αυτή πίκρανε αφάνταστα τη Μαντώ, η οποία έκτοτε έζησε στις Κυκλάδες, ζητώντας μάταια οικονομική ενίσχυση από το κράτος. Πέθανε πάμφτωχη, λησμονημένη και πικραμένη. Σε αντίθεση με τη δίκαιη όσο ζούσε πίκρα της, μετά το θάνατό της δικαιώθηκε και η προσφορά της στον Αγώνα τής προσδίδει περίοπτη θέση ανάμεσα στις ηρωίδες της Επανάστασης

Οι γυναίκες του Εικοσιένα με το απαράμιλλο θάρρος τους, την αξιοθαύμαστη γενναιότητα, τις περιπέτειες και τις θυσίες τους, ανήκουν στη χορεία των γυναικών που αποτελούν αξεπέραστα σύμβολα δυναμισμού και πατριωτισμού. Η ίδια τους η ζωή και οι ασυνήθιστες – για τον ομαλό βίο – εμπειρίες που βίωσαν τούς προσδίδουν το φωτοστέφανο της ηρωίδας. Οι ηρωίδες της Ελληνικής Επανάστασης αποτέλεσαν σημείο αναφοράς και ενέπνευσαν τις Ελληνίδες σε μεταγενέστερες εθνικά κρίσιμες περιόδους, όπως η Κατοχή και η Εθνική Αντίσταση.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ε. J. Hobsbawm, Η εποχή των Επαναστάσεων 1789-1848, Αθήνα (ΜΙΕΤ) 1990, σ. 190.

[2] Για τούς αγώνες και τη συμπεριφορά των Σουλιωτισσών βλ. Κούλα Ξηραδάκη, Γυναίκες του ’21. Προσφορές, ηρωισμοί και θυσίες, Αθήνα-Γιάννινα, Δωδώνη 1995, σ. 27-87.

[3] Για την καταστροφή της Χίου ενδεικτικά Βλ. Χιακόν Αρχείον, τ. 1, σ. 20 επ., Αρχείον Κοινότητος Ύδρας, τ. Η , σ. 74-76, Γ. θ. Ζώρας, «Η εν έτει 1822 καταστροφή της Χίου κατά άγνωστον περιγραφήν του Ολλανδού προξένου. (Μία ενδιαφέρουσα εξιστόρησης των τραγικών γεγονότων)», Παρνασσός, τ. ΙΕ’ (1973), σ. 607-641.

[4] Ξηραδάκη, ό.π., σ. 230.

[5] Σχετικά Βλ. I. Δ. Δημάκης, «Τα δραματικά γεγονότα της Χίου του 1822 διά μέσου των στηλών του γαλλικού Τύπου της εποχής», Χιακή Επιθεώρησις, τ. Β (1964), σ. 167-182, του ίδιου, «Μαρτυρίες για την τύχη μερικών ορφανών από τη Χίο που γλύτωσαν από τη σφαγή του 1822», Χιακή Επιθεώρησις, τ. Γ (1965), σ. 159-168.

[6] Ξηραδάκη, ό.π., σ. 249.

[7] «Ήδη δε απελευθερωθείσα έφθασεν εδώ γυμνή και τετραχηλισμένη», ό.π., σ. 145.

[8] Για την Μπουμπουλίνα Βλ. Σωτηρία Αλιμπέρτη, Αι ηρωίδες της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1933, Ξηραδάκη, ό.π., σ. 266-285, Φίλιππος Δεμεριζής – Μπούμπουλης, Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, Μουσείο Μπουμπουλίνας, Σπέτσες 2001, Χωσιές Μπαστιάς, Η Μπουμπουλίνα (μυθιστορία), Αθήνα 1946 (Εκδοτική Αθηνών 1995), Ελένη Κεκροπούλου, Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα (ιστορικό μυθιστόρημα), Νέα Σύνορα – Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 1993, Michel de Grece, Η Μπουμπουλίνα (μυθιστόρημα), εκδ. Φερενίκη, Αθήνα 1999.

[9] Για την Μπουμπουλίνα Βλ. Αλιμπέρτη, ό.π., Ξηραδάκη, ό.π., σ. 286-310.

 

Αννίτα Ν. Πρασσά

δρ Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, προϊσταμένη

Γενικών Αρχείων Κράτους Ν. Μαγνησίας

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Σελίδες από την Ιστορία της Γυναίκας», τεύχος 175, 6 Μαρτίου 2003.

Εικόνες και λεζάντες αυτών, από την Αργολική Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Οι προυχοντικές οικογένειες του Άργους (1715-1821)


  

Το παρακάτω κείμενο αναφέρεται στις προυχοντικές οικογένειες του Άργους κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία, βασισμένο στην έρευνα που πραγματοποίησε  ο Αθανάσιος Φωτόπουλος προκειμένου να αποτελέσει μέρος της διδακτορικής διατριβής του (1995) με τίτλο: «Οι Κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη δεύτερη τουρκοκρατία 1715-1821».

 Ας δούμε τη γράφει για τις προυχοντικές οικογένειες του Άργους (σελ. 53).

 

Αναντίρρητα, η παλαιότερη και σημαντικότερη προυχοντική οικογένεια του Άργους ήταν οι Περρουκαίοι [1]. Η επιρροή τους δεν περιοριζόταν στην πόλη και στην επαρχία του Άργους, άλλα είχε επεκταθεί και σε άλλα μέρη της Πελοποννήσου. Γενάρχης της είναι ο Γιαννάκης, ο οποίος ζούσε επί Βενετών ή και νωρίτερα [2]. Στα μέσα του ΙΗ’ αιώνα δρα ο γιος του Αποστολής. Γιος του τελευταίου ήταν ο Δημήτριος, τον οποίο διαδέχτηκαν οι τέσσερις γιοι του Νικόλαος [3], Γεωργαντάς, Σωτήριος [4] και Αποστόλης [5]. Η οικογένεια του Νικόλαου (†12.4.1822) κράτησε τα σκήπτρα της επαρχίας μέχρι την επανάσταση και κατ’ αυτήν. Ο ίδιος διατέλεσε βεκίλης στην Κωνσταντινούπολη, όπως και ο γιος του Δημήτριος. Από τους άλλους γιους του, ο Χαράλαμπος (†1822) διατηρούσε εμπορική εταιρεία στην Πάτρα και βρισκόταν σε ανταπόκριση με τον οικογενειακό εμπορικό οίκο του Άργους, ενώ ο Ιωάννης διατέλεσε προεστός Άργους τουλάχιστον μία δεκαετία πριν από την επανάσταση. Ο τελευταίος πέθανε αμέσως μετά την άλωση της Τριπολιτσάς εξαιτίας των κακουχιών, τις όποιες είχε υποστεί ως όμηρος [6].

 

Η Ακρόπολη του Άργους. Χαρακτικό, του Γάλλου αρχαιολόγου και αυτοδίδακτου ζωγράφου Αλεξάντρ Λενουάρ (1761-1839), π. 1810.

 

Σε επιγραφή του ναού των Αγίων Αδριανού και Ναταλίας, στο χωριό Κατσίγκρι [Άγιος Ανδριανός] του Ναυπλίου, αναφέρεται (1743) ότι αυτός «ιστορήθη δι’ εξόδου τού ενδοξοτάτου άρχοντος και δραγουμάνου του Μορέως κυρίω κύρ Θεοδώρου Καπελέτη εκ πόλεως Άργους», γιου του ποτέ Παπαδριανού, οικονόμου από την ίδια πόλη [7].

Μετά τα ορλωφικά εγκαθίσταται στο Άργος η οικογένεια Βλάση η Βλασόπουλου προερχόμενη από την Κοτίτσα της Λακωνίας. Γενάρχης της ήταν ο Χρήστος Βλασόπουλος, ο δε γιος του Θεοδωράκης κατέστη πλούσιος γαιοκτήμονας και προεστός, μέλος της Φιλικής Εταιρείας με τον γιο του Χρήστο [8].

Το 1783 (24 Απριλίου) [9] υπογράφονται σε έγγραφο οι προεστοί Άργους Δημ. Περρούκας και Αναστάσιος Κάβας.

Σε έγγραφο (13.7.1789) [10], ως προεστοί του βιλαετίου Άργους υπογράφονται οι ακόλουθοι: Γεώργιος Περρούκας, Νικολάκης Κάβας, Τζώρτζης Χρυσοχός, Θεοδωράκης Κεφαλάς, Γιάννης Ρούνης, Παναγιώτης Μίντης, Μήτρος Κατρισιώτης, Γιάννης του Νίκα, Γκίκας Μοίρας, Δημητράκης της Καλής, Ανδριανός Καρκατζέλης, Ιωάννης ιερεύς Σακελλάριος, παπα-Μιχάλης Οικονόμου, Αναστάσιος Κάβας.

Σε άλλο ανέκδοτο έγγραφο (1.4.1798), υπογράφονται οι εξής άρχοντες και λοιποί πρόκριτοι του Άργους [11]: Γεώργιος Περρούκας, Νικόλαος Περρούκας, Ιωάννης Νίκας, Γεώργος Συρίγος, Νικολής Παναγιώτου, Ιωαννάκης Μοθωναίος, Τζώρτζης Χρυσοχός, Θεοδωράκης Βλασόπουλος, Νικόλαος Σέκερης, Μήτρος Ντουσιμίνης, Αναστάσης Ντόκος, Ανδριανός του Αλεξαντρή, Πανάγος Τζότηρη, Παναγιώτης Πασχάλης, Βασίλης Ταρλής, Ηλ(ίας) Σταθόπουλος, Γιωργατζής Βώκος, Θεοδωράκης Κεφαλάς, Αναγνώστης παπα-Μιχαήλ, Τζέρτος Ιωαννούσης, Γιωργάκης Στασινόπουλος, Παναγιώτης Τζουλούφος, Γιώργος Ντοροβίνης, Γιάννος Χρυσοχός, Γιαννάκης Ιωαννούσης.

Προεπαναστατικά, προεστός του Άργους ήταν ο Θεόδωρος Μοθωνιός, που διατέλεσε και γραμματέας του τούρκου βοεβόδα Αλήμπεη [12]. Ως επίσημη οικογένεια αναφέρεται και αυτή του Παναγή Ιωαννούση [13], της οποίας μέλη ήταν ο Γεώργιος (1789) [14], ο Μιχαήλ (1791) [15], ο Τζέρτος και ο Γιαννάκης (1798). Ο Αναγνώστης Μπόνης ή Ιατρός [16], από το Μπουγιάτι [Αλέα], είχε εγκατασταθεί στο Άργος πολλά χρόνια πριν από την επανάσταση και ως «άρχων ιατρός» αναφέρεται σε έγγραφο (17.11.1818) του δραγομάνου του Μορέως Γεωργάκη Ουαλεριανού [17].

Στον Κάτω Ναχαγιέ (επαρχία Ερμιονίδος), προεστός ήταν ο καπετάν Αντώνης Νάκης, του οποίου ο γιος Ν. Νάκης ήταν γραμματικός του πασά των Τρικάλων (1816) και του καϊμακάμη του πασά της Πελοποννήσου (1818) [18].

Στην επαρχία Ναυπλίου δεν αναδείχτηκε «ουδείς προεστός επίσημος και με τας απαιτουμένας δυνάμεις», όπως και σε άλλες επαρχίες της Πελοποννήσου. Και τούτο, γιατί η πόλη – όπως και η επαρχία – του Ναυπλίου «εξουσιάζετο» από τους Οθωμανούς. Κάποιοι δημογέροντες υπήρχαν μόνο σε χωριά [19].

Στις πρώτες δεκαετίες του ΙΣΤ’ αιώνα, στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο, ζει η οικογένεια Ντενασή (Denassim ή De Nassin), μέλη της οποίας συμμετέχουν στην τοπική διοίκηση της πόλης [20]· και αργότερα (1705), ο φιλοβενετός σύνδικος Κοσμάς Καλαβρός [21].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Φραντζής, Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος τομ. Δ’, σελ. 107-108· Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, Η καταστροφή του Δράμαλη ο.π., σελ. 255-259. Λείπει μια μονογραφία για την οικογένεια Περρούκα.

[2] Το όνομά του αναφέρεται το έτος 1687.

[3] Υπογράφεται σε έγγραφο του έτους 1781: IEEE, αρ. 17160.

[4] Αυτόθι· επίσης, βλ. Τάκης X. Κανδηλώρος, Η Φιλική Εταιρεία, σελ. 288, οπού και κάποια γενεαλογικά στοιχεία.

[5] IEEE (Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος), αρ. 17160.

[6] Φωτάκος, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών…, σελ. 68. Επίσης, για την οικογένεια Περρούκα, βλ. τα εξής μελετήματα: Κων. Ν. Τριανταφύλλου, «Συμβολή στα περί οικογένειας Περρούκα Άργους-Πατρών», ΠΒ’ ΤΣΑργΣ, σελ. 157 κ.ε.· Ιωάννης Φ. Αθανασόπουλος, «Κληρονομικές διαφορές μελών της οικογένειας Περρούκα Πατρών αποκαλυπτόμενες από έγγραφα της ολλανδικής πρεσβείας Κωνσταντινουπόλεως», ΠΔ’ ΔΣΠΠ, τομ. Γ’, σελ. 177-196.

[7] Για την επιγραφή, βλ. Κωνστ. Γ. Ζησίου, Σύμμικτα, Αθήνα, 1892, σελ. 86· Αθανάσιος  Θ. Φωτόπουλος, «Συμπληρωματικά στα περί δραγομάνων του Μορέως», Journal of Oriental and African Studies 3-4 (1991-1992), σελ. 91- 92, όπου νεότερη έκδοση της επιγραφής.

[8] Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, ο.π., σελ. 259. Βλ. και το φυλλάδιο «Έκθεσις περί της του χωρίου Δυμηνίου υποθέσεως» [1840], σελ. 4, όπου η πληροφορία ότι ο Θ. Βλάσης ήταν συγγενής των Περρουκαίων.

[9] IEEE, αρ. 17170.

[10] IEEE, αρ. 17185.

[11] Εννοείται της επαρχίας Άργους· το έγγραφο στην IEEE, αρ. 17205· ονόματα και άλλων προεστών και ψήφον εχόντων ανδρών (1818), βλ. στο βιβλίο του Σταμ. Αναστ. Αντωνόπουλου, Σταματέλος Σπηλ. Αντωνόπουλος, Αθήνα, 1918, σελ. 21-22.

[12] Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, ο.π., σελ. 286.

[13] Φραντζής, τομ. Δ’, σελ. 108. Την 11.5.1818 υπογράφει δανειστικό έγγραφο ως επίτροπος του καζά Άργους: IEEE, αρ. 17354.

[14] IEEE, αρ. 17186.

[15] IEEE, αρ. 17189.

[16] Γιατί ήταν εμπειρικός ιατρός: Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, ο.π., σελ. 254.

[17] IEEE, αρ. 47447.

[18] Νικ. Κ. Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά, τομ. Α’, Αθήνα, 1940, σελ. 258, σημ. 3.

[19] Φραντζής, τομ. Δ’, σελ. 106.

[20] Για μέλη της, βλ. Λακωνικαί Σπουδαί  Γ’ (1977), σελ. 246, σημ. 7. Στα χρόνια του Βελή πασά, αναφέρεται Γεώργιος Δανεσής από τον Πραστό, έμπορος στην Κωνσταντινούπολη: Κοντάκης, σελ. 23.

[21] Μήτσας Οικονόμου, «Το προξενείο του Αρχιπελάγους στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο», Παρουσία Ζ’ (1991), σελ. 444-445, 470-473.

 

Αθανάσιος Θ. Φωτόπουλος

Ιστορικός – Πανεπιστήμιο Πατρών

«Οι Κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη δεύτερη τουρκοκρατία 1715-1821», Διδακτορική διατριβή, 1995.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Αναγνωστόπουλος Παναγιώτης (1790-1854)


 

Αναγνωστόπουλος Παναγιώτης (1790-1854)

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ένας από τους σημαντικότερους Φιλικούς, ηγετικό στέλεχος και συναρχηγός της Εταιρείας σε ορισμένες φάσεις της διαδρομής της, γεννήθηκε στην Ανδρίτσαινα της σημερινής επαρχίας Ολυμπίας το 1790, όπου έζησε έως και τα δεκαπέντε χρόνια του. Σύμφωνα με τον Αγησίλαο Τσέλαλη, πατέρας του ήταν ο Αναγνώστης Μυλωνάς ή Ρόδιος και μητέρα του η Μαρίτσα από το γένος των Χριστακαίων. [1]

Όπως είναι εύλογο, τα πρώτα γράμματά του έμαθε στη γεννέτειρά του και κατά τούτο μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά με τους άλλους πρωτεργάτες της Φιλικής Εταιρείας, εξαιρούμενου βέβαια του Αθανασίου Τσακάλωφ που έλαβε καλύτερη μόρφωση.

Το 1808 η οικογένεια του Αναγνωστόπουλου εγκατέλειψε την Ανδρίτσαινα και εγκαταστάθηκε στη Σμύρνη και στη συνέχεια ο Παναγιώτης από την πρωτεύουσα της Ιωνίας θα βρεθεί στην Οδησσό, γραμματικός στην εμπορική εταιρεία του Αθανασίου Σέκερη, στην οποία ανέπτυξε σημαντική δραστηριότητα, πάντα όμως μέσα στο πεδίο δράσης του γραμματικού ενός μεγάλου εμπορικού οίκου.

Οι τρεις ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας μετά από το φθινόπωρο του 1814 θα αναχωρήσουν από την Οδησσό προς διάφορες κατευθύνσεις, δηλαδή ο Σκουφάς και ο Τσακάλωφ θα κινήσουν για τη Μόσχα και ο Ξάνθος για την Κωνσταντινούπολη, καθώς διάφορες πιεστικές υποχρεώσεις τους αναγκάζουν να ασχοληθούν παράλληλα με τα της Εταιρείας και με τις προσωπικές υποθέσεις τους.

Από τους τρεις πρωτεργάτες ωστόσο ο Νικόλαος Σκουφάς στις αρχές του 1816 θα επανέλθει στην Οδησσό και μάλιστα θα βρεθεί κοντά στην εμπορική επιχείρηση του Αθανασίου Σέκερη, στην οποία εργαζόταν ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος. Κατά συνέπεια η μύηση των Σέκερη και Αναγνωστόπουλου στη Φιλική Εταιρεία από τον Νικόλαο Σκουφά το 1816 είχε τον χαρακτήρα μιας αναμενόμενης  εξέλιξης, η οποία, όμως, όπως  εκ των πραγμάτων αποδείχτηκε, αποτέλεσε μια σημαντική επιτυχία που καταγράφεται στο ενεργητικό του Σκουφά. Περαιτέρω, ωστόσο, η ένταξη του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου στη Φιλική Εταιρεία δεν υπήρξε μια απλή μύηση ενός πατριώτη στην Εταιρεία, καθώς εφεξής αυτός θα αποκτήσει όλα τα χαρακτηριστικά που αποδίδονται στους πρωτεργάτες της Εταιρείας, επειδή θα αναδειχθεί σε έναν από τους πρωταγωνιστές της συνωμοτικής δράσης και θα ανέλθει γρήγορα στα ηγετικά κλιμάκια της Οργάνωσης.

Την επόμενη χρονιά (1817) ο Αθανάσιος Τσακάλωφ θα αναχωρήσει για την Κωνσταντινούπολη, όπου ξέρουμε ότι βρισκόταν από καιρό ο Ξάνθος, ενώ ο Σκουφάς  και ο Αναγνωστόπουλος θα παραμείνουν πολύ κοντά ο ένας στον άλλο, δρώντας κυρίως στην Οδησσό και στον κοντινό χώρο των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών. Ξέρουμε από τα στοιχεία του βίου και της δράσης του Νικ. Σκουφά την άφιξη στην Οδησσό των τριών οπλαρχηγών Αναγνώστη Παπαγεωργίου (Αναγνωσταρά), Ηλία Χρυσοσπάθη και Παναγιώτη Δημητρόπουλου που είχαν πάρει το δρόμο για την Πετρούπολη διεκδικώντας χρήματα για παλαιότερες υπηρεσίες τους προς τον ρωσικό στρατό. Από αυτούς ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος φέρεται να μύησε στη Φιλική Εταιρεία τον Αναγνωσταρά στις 25 Οκτωβρίου 1817. Εφεξής ο Αναγνωστόπουλος θα αναλάβει διάφορες αποστολές στην περιοχή της Βεσσαραβίας, ενώ θα βρεθεί στο Κισνόβι και αργότερα στο Ιάσιο για συνεννοήσεις με έναν άλλο σημαντικό Φιλικό, τον Γεώργιο Λεβέντη.

Το άγαλμα του Νικόλαου Σκουφά στην πλατεία του Κομποτίου Άρτας. (Λεπτομέρεια)

Όπως  γνωρίζουμε εξάλλου την εποχή αυτή την πρωτοβουλία στα πράγματα της Εταιρείας έχει ο Νικ. Σκουφάς, ο οποίος μετά τη θανάτωση του Καραγιώργη, τον οποίο οι Φιλικοί είχαν αποφασίσει να βοηθήσουν να επιστρέψει στη Σερβία προσβλέποντας σε ένα μελλοντικό συντονισμό των επαναστατικών κινημάτων που θα ξεσπούσαν στην Ελλάδα και στη Σερβία, αποφασίζει τη μετεγκατάσταση της έδρας της Εταιρείας στην Κωνσταντινούπολη, όπου ήδη βρίσκεται εγκατεστημένος ο Ξάνθος από καιρό, ενώ ο Τσακάλωφ έχει καταφθάσει το φθινόπωρο (από τον Οκτώβριο ή τον Δεκέμβριο) του 1817.

Έτσι, λοιπόν, στις αρχές Απριλίου 1818 ο Νικόλαος Σκουφάς θα φθάσει, και αυτός, στην Κωνσταντινούπολη φέρνοντας μαζί του και άλλα ηγετικά στελέχη της Φιλικής Εταιρείας, όπως τον Χριστόδουλο Λουριώτη και βέβαια τον σύντροφό του από την παραμονή στην Οδησσό Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο. Κατά συνέπεια την άνοιξη του 1818, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, όλος ο ηγετικός πυρήνα της Εταιρείας θα βρεθεί στην πρωτεύουσα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Εκεί, μετά από πολύ λίγο χρονικό διάστημα (31 Ιουλίου 1818) η Φιλική Εταιρεία θα θρηνήσει τον πρόωρο θάνατο του Νικόλαου Σκουφά και εφεξής τον ηγετικό πυρήνα της θα αποτελέσουν οι δύο εναπομείναντες από τους ιδρυτές της και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, τους οποίους θα ενισχύει στο έργο τους συνεχώς ο πατριωτισμός και η οικονομική επιφάνεια ενός άλλου Σέκερη, του Παναγιώτη, ο οποίος έχει την έδρα των επιχειρήσεών του στην Κωνσταντινούπολη.

Με την αλλαγή που επέρχεται στον ηγετικό πυρήνα της Φιλικής Εταιρείας το 1818 θα συνδεθούν διάφορες μετεπαναστατικές διενέξεις σχετικά με την ένταξη και τη θέση του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου, για τις οποίες θα αναφερθούμε και στο τέλος του παρόντος βιογραφικού. Σε αυτό συνέβαλε και η δυσνόητη για μας, δεύτερη κατήχηση στην Εταιρεία – όπως αναφέρουν διάφορες πληροφορίες – του Ξάνθου από τον Σκουφά τη χρονιά αυτή στη Κωνσταντινούπολη. Το γεγονός αυτό ίσως έχει την ερμηνεία του στην απουσία του Ξάνθου από τη Μόσχα, όταν συντάχθηκε ο κανονισμός της μυστικής οργάνωσης, καθώς και το τυπικό των ορκωμοσιών και κατά συνέπεια ο Ξάνθος τυπικά δεν είχε δεθεί με τον όρκο των Φιλικών. Πάντως, τότε ο Αναγνωστόπουλος θα λάβει τα συνωμοτικά αρχικά AI ενώ ο Ξάνθος τα αντίστοιχα Α Θ αντί του Α Δ που είχε στην αρχή και εν συνεχεία ο Σκουφάς είχε δώσει στον Γαλάτη. Εξάλλου, στις επιτυχίες του Αναγνωστόπουλου καταγράφεται η κατήχηση στην Εταιρεία αυτή την περίοδο και του Παναγιώτη Σέκερη (έλαβε τα συνωμοτικά αρχικά A Κ), πράξη αποφασιστικής σημασίας, επειδή ο τελευταίος, όπως γνωρίζουμε από πολλές πηγές, θα ενισχύσει με τα κεφάλαιά του ποικιλοτρόπως τη Φιλική Εταιρεία, δηλαδή τα μέλη της στις διάφορες αποστολές τους. Πολλά μάλιστα από τα χρηματικά ποσά που κατέβαλε ο Σέκερης καταχωρίστηκαν και στα οικονομικά κατάστιχα της Εταιρείας. Όπως και να έχουν τα πράγματα και όποιες ερμηνείες και αν τους δοθούν σχετικά με την ηγετική θέση του Εμμανουήλ Ξάνθου και του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου, ο τελευταίος θα αναδειχθεί σε έναν από τους πρωτεργάτες της ετοιμασίας του ελληνικού επαναστατικού κινήματος που θα ξεσπάσει μετά από λίγα χρόνια.

Τον Οκτώβριο (και τον Νοέμβριο) του 1818 ο Αναγνωστόπουλος βρίσκεται ακόμα στην Κωνσταντινούπολη, όπως είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε από δύο επιστολές που στέλνει από την Ύδρα ο Αναγνωσταράς, ζητώντας οικονομική ενίσχυση για τους σκοπούς της Εταιρείας.[2] Τελικά Ξάνθος και Αναγνωστόπουλος θα αναχωρήσουν από την Πόλη τον Φεβρουάριο του 1819 με γαλαξειδιώτικο καράβι και θα κατευθυνθούν προς τις γνώριμες σ’ αυτούς περιοχές των Ηγεμονιών.

Στην πορεία τους αυτή έφθασαν στο Γαλάτσι, όπου συνάντησαν άλλα επιφανή στελέχη της Εταιρείας (Δημ. Θέμελη, Στέργιο Πρασσά, Θεόδωρο Νέγρη, Γεώργιο Λεβέντη κ.ά.). Στις αρχές Μαρτίου 1819 οι δρόμοι του Ξάνθου και του Αναγνωστόπουλου χώρισαν, καθώς ο Ξάνθος, όπως γνωρίζουμε, έχει αναλάβει τη σοβαρή αποστολή να κατευθυνθεί προς την Πετρούπολη και να προσπαθήσει να πείσει τον Ιωάννη Καποδίστρια να αναλάβει την ηγεσία της Φιλικής Εταιρείας.

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος στην περιοχή των Ηγεμονιών θα αναπτύξει σοβαρή δραστηριότητα και θα συστήσει στο Γαλάτσι την πρώτη Εφορεία της Φιλικής Εταιρείας, οργανωτική πράξη που στη συνέχεια θα επαναληφθεί και σε διάφορες άλλες πόλεις για να αντιμετωπισθεί με συστηματικό τρόπο ο μεγάλος αριθμός των μυημένων Φιλικών. Οι εφορείες, λοιπόν, κατέγραφαν τα μέλη της κάθε περιοχής, συγκέντρωναν χρηματικές ενίσχυσες και γενικώς επόπτευαν τη συμπεριφορά και δράση των μελών τους. Ο Ιω. Φιλήμονας παραδίδει μάλιστα στο Δοκίμιόν του ότι ο Αναγνωστόπουλος υπήρξε εκείνος που εκπόνησε τον ειδικό κανονισμό σύστασής τους.[3]

 

Όψη της Οδησσού το 1820. Λιθογραφία. Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο της Οδησσού.

 

Ωστόσο, κατά τη συγκρότηση των Εφορειών, ο Αναγνωστόπουλος, όπως παραδίδεται, ήλθε σε σύγκρουση με επιφανείς Φιλικούς, όπως λ.χ. με τον Θεόδωρο Νέγρη. Σχετικά με το ζήτημα αυτό από το Γαλάτσι ο Αναγνωστόπουλος θα γράψει στις 26 Μαρτίου 1819 μία επιστολή προς τον Εμμ. Ξάνθο που βρίσκεται στο Τομάροβο – καθ’ οδόν προς την Πετρούπολη – στην οποία αναφέρεται σε διάφορες δυσκολίες που συναντά και από την οποία επιπλέον κερδίζουμε ένα ψευδώνυμό του: Π. Αθανασιάδης. Σε νέα επιστολή του και πάλι προς τον Ξάνθο (Τομάροβο), γραμμένη στις 28 Απριλίου 1819, ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος (ως Αθανάσιος Ιωάννου), αναφέρεται στις διενέξεις που προκάλεσε η σύσταση της Εφορείας στο Ιάσιο, όπου σημειώθηκε σοβαρή αντιπαράθεση Θεόδωρου Νέγρη και Παναγ. Αναγνοστοπούλου.[4] Με την επιστολή αυτή διασταυρώνονται έτσι οι σχετικές πληροφορίες που αναφέρει πρώτος ο Φιλήμονας. [5] Σε σύγκρουση εξάλλου, που ήδη έχει αρχίσει από τις μέρες της Κωνσταντινούπολης, είχε έλθει ο Αναγνωστόπουλος και με ένα άλλο σημαντικό στέλεχος της Εταιρείας, τον Κωνσταντίνο Πεντεδέκα, που αυτόν τον καιρό βρισκόταν και αυτός στη Μολδοβλαχία.

Τον ίδιο καιρό προτάθηκε από τον Αναγνωστόπουλο – πράγμα που αναφέρει και στην τελευταία επιστολή που μνημονεύσαμε – η ίδρυση ενός κεντρικού σχολείου στην Πελοπόννησο. Το πράγμα παρουσιάζεται ως βούληση της Φιλικής Εταιρείας, η οποία πιθανώς σκόπευε με την κίνηση αυτή να καλύψει τη συγκέντρωση χρημάτων με το πρόσχημα ακριβώς την ίδρυση του σχολείου αυτού. Γνωρίζουμε αρχικά πως η ίδρυση της σχολής αυτής  ανατέθηκε στον Θεόδωρο Νέγρη – ίσως και για να παύσει η δυσαρέσκειά του εναντίον του Παναγ. Αναγνωστόπουλου εξαιτίας της σύνθεσης της Εφορείας του Ιασίου – και για τον σκοπό αυτό ο Nέγρης θα συνεργαστεί με γνωστούς λόγιους της εποχής, όπως ο Βενιαμίν Λέσβιος, ο Στέφανος Δούγκας και ο Δανιήλ Φιλιππίδης. Η πληροφορία για την ίδρυση του σχολείου αυτού διασταυρώνεται και από γράμμα του Παναγ. Σέκερη προς τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο της 15ns Ιουλίου 1819, [6] όπου ο  Σέκερης αναφέρεται στα γράμματα του Οικουμενικού Πατριάρχη που απαιτούνται για την υλοποίηση ίδρυσης της σχολής και απαιτεί ο Αναγνωστόπουλος. Την έκδοσή τους εμπόδισε η πανώλη και η απουσία του Πατριάρχη από την Κωνσταντινούπολη, όμως «Θεού βοηθούντος, θέλει λάβει καλήν έκβασιν η αιτησίς σας και έστω» (τώρα γνωρίζουμε ότι την 1η Αυγούστου τα πατριαρχικά γράμματα ήταν έτοιμα). [7]

Από το Ιάσιο ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος στις 7 Μαΐου 1819 θα απευθύνει μια νέα εκτενή επιστολή προς τον Εμμ. Ξάνθο, ο οποίος εξακολουθεί να παραμένει στο Τομάροβο. [8] Από την επιστολή αυτή γίνονται και πάλι φανερές οι διενέξεις μεταξύ των μελών της Εταιρείας, στις οποίες ο Αναγνωστόπουλος αναμφίβολα πρωταγωνιστεί. Με δριμύτητα καταφέρεται εναντίον κάποιων Φιλικών, τους οποίους δεν κατονομάζει βέβαια, αλλά είναι πολύ πιθανόν ότι πρόκειται για τους Κωνσταντίνο Πεντεδέκα και Θεόδωρο Νέγρη, τους οποίους στολίζει με διάφορα απαξιωτικά επίθετα (αχρείος, μαύρος, λυσσιασμένο σκυλί κ.ά.). Στην ίδια επιστολή γίνεται λόγος και για τον Αθανάσιο Τσακάλωφ, ο οποίος μετά τη δολοφονία του Νικ. Γαλάτη βρίσκεται στη Μάνη μαζί με τον Παναγιώτη Δημητρόπουλο.

Ωστόσο, η δολοφονία του Γαλάτη και οι περιπλοκές που αυτή προξένησε δεν άφησαν ανεπηρέαστο ούτε τον Αναγνωστόπουλο, μολονότι αυτός δεν φαίνεται να είχε κάποια ανάμειξη σε αυτήν.

 

Ο ιερομόναχος Ευστάθιος, αδελφός του Γαλάτη,

απειλούσε να εκδικηθεί τον θάνατο του

αδελφού του, προβαίνοντας σε διάφορες

δολοφονίες Φιλικών, με το χέρι του αποσταλέντος

από αυτόν Ανδρέα Σφαέλου

 

Σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες ο Αναγνωστόπουλος θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει το Ιάσιο, επειδή ειδοποιήθηκε από τον Δημ. Θέμελη ότι κινδυνεύει η ζωή του, καθώς ο ιερομόναχος Ευστάθιος, αδελφός του Γαλάτη, απειλούσε να εκδικηθεί τον θάνατο του αδελφού του, προβαίνοντας σε διάφορες δολοφονίες Φιλικών, με το χέρι του αποσταλέντος  από αυτόν Ανδρέα Σφαέλου, παρά τις προσπάθειες του Νέγρη να αποσοβήσει τον κίνδυνο και να απομακρύνει από την περιοχή των Ηγεμονιών τον Σφαέλο. Τελικά αυτό πραγματοποιήθηκε και με τη βοήθεια του Θέμελη, ο οποίος αναφέρει ότι εκτός από τις παραινέσεις του προσέφεραν και 200 γρόσια. [9]

Τελευταία γνωστή επιστολή του Αναγνωστόπουλου (ως Αντώνιος και Αναστάσιος Ιωάννου) από το Ιάσιο είναι εκείνη της 24ns Μαΐου 1819, από την οποία έχουμε σημαντική πληροφόρηση για τα πράγματα της Εταιρείας. [10] Στην ίδια επιστολή εμφανίζεται και το όνομα του Κεφαλονίτη Ανδρέα Σφαέλου, που αναφέραμε παραπάνω, και ο οποίος χαρακτηρίζεται από τον ανδριτσάνο Φιλικό «από εκείνους οπού πίνουν το αίμα με το ποτήρι». Στον κίνδυνο που διέτρεξε ο Αναγνωστόπουλος αναφέρεται εξάλλου και ο Δημήτριος Θέμελης σε επιστολή του προς τον Εμμ. Ξάνθο της ιδίας εποχής (7 Ιουνίου) που του έστειλε από το Γαλάτσι στο Ρένι. Στο γράμμα αυτό ο Θέμελης αναφέρεται σαφέστατα σ’ αυτά τα επικίνδυνα για τις τύχες της Εταιρείας γεγονότα: («ο φίλος [=Αναγνωστόπουλος] εμίσεψεν από εκεί διά Βουκουρέστιον εις την πρώτην του τρέχοντος») και στην οποία υπαινίσσεται ότι πρέπει να αναληφθεί απόπειρα δολοφονία εναντίον του Σφαέλου. [11]

Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας). Έργο του Διονυσίου Τσόκου, Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Από το Ιάσιο ο Αναγνωστόπουλος θα βρεθεί στο Βουκουρέστι όπου θα συναντήσει τον Γρηγόριο Δικαίο και τον Κωνσταντίνο Πεντεδέκα. Αλλά και στην πρωτεύουσα τα Βλαχίας η κατάσταση δεν είναι καλή και τα πνεύματα των Φιλικών που βρίσκονται εκεί είναι ιδιαίτερα οξυμμένα. Έτσι ο Λεβέντης συμβουλεύει τον Αναγνωστόπουλο να συστήσουν και εκεί Εφορεία, προκειμένου να τεθεί η όλη κατάσταση κάτω από κάποιο σοβαρό έλεγχο. Την ίδια εποχή φέρεται ότι ο Αναγνωστόπουλος έκανε γνωστή στον Λεβέντη την Αρχή της Εταιρείας, πράγμα που προξένησε τον ενθουσιασμό του τελευταίου, ο οποίος έγινε μέλος της Αρχής με τα αρχικά Α Λ και εφεξής θα συνεισφέρει μεγάλα ποσά για την επιτυχία των σκοπών της. Ο Φιλήμων αναφέρει επιπρόσθετα ότι ακριβώς την ίδια εποχή στο Βουκουρέστι ο Αναγνωστόπουλος δέχθηκε σοβαρές πιέσεις από τον Γρηγόριο Δικαίο, που απαιτούσε να πληροφορηθεί εκτενέστερα τα σχετικά με τη Φιλική Εταιρεία και ότι αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να καταστήσει τον αρχιμανδρίτη μέλος της Αρχής με τα στοιχεία Α Μ και το ψευδώνυμο Αρμόδιος.

Στις 21 Ιουλίου 1819 ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος, όπως μας πληροφορεί άλλη επιστολή του Δημ. Θέμελη, βρίσκεται ακόμα στο Βουκουρέστι. Αλλά και στις 4 Αύγουστου εξακολουθεί να παραμένει εκεί, ενώ από γράμμα της 11ης Αυγούστου και πάλι του Δημ. Θέμελη προς τον Εμμ. Ξάνθο, μαθαίνουμε ότι εκ μέρους του Αναγνωστόπουλου υπάρχει κάποια διάθεση κινητικότητας, καθώς ο τελευταίος κοινοποίησε στον Θέμελη να τον περιμένει «οπού να απέλθωμεν μαζύ εις Γαλάτζι και από εκεί είναι διά τα ενδώτερα μέρη…».[12] Πράγματι, στο Γαλάτζι ο Αναγνωστόπουλος εντοπίζεται στις 14 Οκτωβρίου 1819, όπως αναφέρει σε επιστολή του ο Φιλικός Ευάγγελος Μαντζαράκης, ενώ άλλη επιστολή τον θέλει την ίδια μέρα στο Ρένι. Τούτο επειδή τον καιρό αυτό έχει ξεσπάσει επιδημία πανώλης, οι καραντίνες δεν διεξάγονται κανονικά και κατά συνέπεια οι μετακινήσεις είναι δύσκολες και απαιτούν μεγάλους χρόνους.

Σε όλο αυτό το διάστημα είναι γεγονός διαπιστωμένο μέσα από πυκνές αναφορές σε διάφορες επιστολές ότι ο Ξάνθος και ο Αναγνωστόπουλος βρίσκονται σε στενή επαφή, ο ένας γνωρίζει τις κινήσεις του άλλου, ενώ σε καμιά περίπτωση δεν εμφανίζεται η παραμικρή νύξη δυσαρέσκειας και ανταγωνισμού. Το αντίθετο. Βέβαια οι κινήσεις του Αναγνωστόπουλου είναι πάντα ηγετικές. Είναι μέλος της Ανώτατης Αρχής και αυτό φαίνεται από την όλη δράση του και βέβαια από τις εντάσεις που γύρω από αυτόν δημιουργούνται, καθώς ακριβως από την ηγετική συμπεριφορά του έρχεται σε συχνές προστριβές με άλλα υψηλόβαθμα στελέχη της Εταιρείας που δρουν στην περιοχή των Ηγεμονιών. Κάποια στιγμή ο Παναγ. Σέκερης σε γράμμα του προς τον Αναγνωστόπουλο της 1ης  Αυγούστου 1819 και δεδομένου ότι ο Ξάνθος εξακολουθεί να χρονοτριβεί και να μην αναχωρεί για την Πετρούπολη, υπαινίσσεται αντιθέσεις μεταξύ των δύο ανδρών αλλά η πληροφορία δεν διασταυρώνεται.[13] Ωστόσο, τα γραφόμενα εκ μέρους του Σέκερη είναι πολύ χαρακτηριστικά και νομίζω ότι αξίζει να τα αναφέρουμε:

«από τον Μανόλην έλαβα γράμμα διά θαλάσσης. Μου γράφει ότι ήτον έτοιμος να μισεύση· άμποτε να είναι αληθινόν. Παραπονείται ότι δεν έλαβε γράμμα μου ειμή μόνον ένα εις τόσον διάστημα καιρού. Διατί να μην του στείλεις τα γράμματά μου, αγνοώ την αιτίαν και άρχισα να υποθέτω ότι ίσως  και με τούτον έχετε τίποτα κρυολογήματα και είθε να είμαι απατημένος».

Όπως και να έχουν τα πράγματα είναι πάντως γεγονός ότι ο Αναγνωστόπουλος επιδεικνύει κάποιες στιγμές συμπεριφορά που είναι δυνατόν να θίξει πρόσωπα, και μάλιστα αυτά προς τα οποία παρουσιάζεται κάποια δυσχέρεια στις σχέσεις του. Σε μια τέτοια περίπτωση ο καλός και συνετός Παναγιώτης Σέκερης που, εκτός από την αμέριστη οικονομική στήριξη προς την Φιλική Εταιρεία, προσπαθεί να συμβιβάζει τα πράγματα και να ισορροπεί καταστάσεις, γράφει (13 Αυγούστου 1819) προς τον Αναγνωστόπουλο, ανάμεσα στα άλλα, τα παρακάτω: «Την γραφήν σου διά τον Χρυσοσπάθην ούτε την έδωσα ούτε την δίδω αφού δεν είναι διά δόσιμον και αν θέλεις στείλε άλλην καλήν, όχι με παρόμοιον δεσποτικόν ύφος. Ο άνθρωπος δεν μου φαίνεται κακοήθης, ούτε φατριαστής είναι. Εις τας ομιλίας του δεν ευρίσκω ασχημάδαν, ούτε εις τα καμώματά του σφάλμα θανάσιμον και είναι ανάγκη να βαστούν οι δυνατοί τα ασθενήματα των αδυνάτων και να μην προπαιρνόμεθα από τον θυμόν».

Η περιπλάνηση του Αναγνωστόπουλου σε διάφορες πόλεις των Ηγεμονιών συνεχίζεται και όπως είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, θα βρεθεί στο Γαλάτσι (11 Οκτωβρίου 1819) όπου θα συναντήσει προβλήματα από το κλείσιμο των συνόρων εξαιτίας της πανώλης αλλά θα διαπιστώσει ότι τα πράγματα της Εταιρείας πάνε πολύ καλά και συγχρόνος, αναμφίβολα χρησιμοποιώντας συνθηματική γλώσσα, ενημερώνει τον Ξάνθο για πολλά ζητήματα.[14] Σε μια άλλη επιστολή του στενού συνεργάτη του Ξάνθου Μ. Φωκιανού προς τον Ξάνθο, της 13ns Δεκεμβρίου 1819 από το Ισμαήλι, ο Φωκιανός αναφέρει τα σχετικά με το σχολείο: «ο Θέμελης και ο Παναγιωτάκης [= Αναγνωστόπουλος] ήλθον προ πολλού εδώ… διά να τους δεχθούν εδώ εις καραντίναν τζερές δεν εστάθη, αλλ’ ούτε εις Ρένη, οι φίλοι όλοι επήγαν εις χαιρετισμόν τους, και εγώ η υπόθεσις οπού εστάθη ο ερχομός τους εδώ ήτον ως είπον οι ίδιοι, ότι είχεν ο Παναγ. τοιαύτας διαταγάς από το μέρος οπού δίδονται, διά να διορίση εδώ επιτρόπους του σχολείου μας, ως και εις άλλα μέρη, οπού αυτοί να αγροικούνται με το απαρθενεύον μέρος, και αυτοί να δέχονται τον τυχόντα, κρίνοντάς  τον άξιον και όσοι εσκορπισμένοι ευρίσκονται εις το καθ’ ένα να μαζωχθώσιν…».

 

Ο Αναγνωστόπουλος στη γραμμή

των πρόσφατων αντιθέσεων καταφέρεται

εναντίον του Κωνσταντίνου Πεντεδέκα,

του Θεόδωρου Νέγρη, εναντίον των οποίων

χρησιμοποιεί αρκετά βαριές εκφράσεις

(κενός, κομήτης, αχρείος, ασυνείδητος,

αλιτήριος, φιλοτάραχος, σκανδαλοποιός κ.ά.).

 

Παρακολουθώντας από κοντά τις κινήσεις του Αναγνωστόπουλου, έχουμε τη δυνατότητα με βάση τις υπάρχουσες πηγές, να τον εντοπίσουμε στις 16,17, 23 Ιανουάριου 1820 στο Γαλάτζι, στο Ισμαήλι και στο Ρένι. [15] Στις τελευταίες σελίδες της προηγούμενης παραπομπής υπάρχει εκτενέστατη επιστολή του Παναγ. Αναγνωστόπουλου (ως Ανδρέας Ιωακείμ) προς τον Εμμ. Ξάνθο της 24ns Ιανουάριου 1820 από την καραντίνα του Ρένι, στην οποία αναφέρονται αναλυτικά στοιχεία για την εσωτερική κατάσταση της Φιλικής Εταιρείας και κάποιες  αντιθέσεις μεταξύ των μελών της. Ο Αναγνωστόπουλος στη γραμμή των πρόσφατων αντιθέσεων καταφέρεται εναντίον του Κωνσταντίνου Πεντεδέκα, του Θεόδωρου Νέγρη, εναντίον των οποίων χρησιμοποιεί αρκετά βαριές εκφράσεις (κενός, κομήτης, αχρείος, ασυνείδητος, αλιτήριος, φιλοτάραχος, σκανδαλοποιός κ.ά.). Είναι πολύ δύσκολο να ανασυγκροτήσει κάνεις το ακριβές πλέγμα των σχέσεων που κυριαρχούν ανάμεσα στα μέλη της Εταιρεία και ειδικότερα αυτών που δραστηριοποιούνται στην περιοχή των Ηγεμονιών εκείνη ακριβώς την περίοδο και λίγο πριν αναλάβει ο Αλέξανδρος Υψηλάντης την αρχηγία της. Το πράγμα πάντως είναι πολύ ενδιαφέρον, επειδή και το πρόσφατα εκδοθέν Αρχείο Ξάνθου πιστεύω ότι προσφέρει πολλά νέα στοιχεία· όμως, παράλληλα, ανακύπτουν και κάποιες δυσκολίες επειδή η συνθηματική γραφή που χρησιμοποιούν τα μέλη της Εταιρείας απαιτεί μεγάλη προσοχή για την αποκρυπτογράφησή της αλλά και επειδή η Εταιρεία έχει πολλαπλασιαστεί σε μεγάλο βαθμό και οι σχέσεις των μελών της διευρύνονται προς πολλές κατευθύνσεις.

Συνεχίζοντας, όσο γίνεται από πιο κοντά, την παρακολούθηση της πορείας του Παναγ. Αναγνωστόπουλου μαθαίνουμε από επιστολή του Μ. Φωκιανού προς τον Εμμ. Ξάνθο της 14ns Φεβρουάριου 1820 ότι ο Αναγνωστόπουλος παρέμεινε επί 25 μέρες στην καραντίνα στο Ρένι και ότι στις 6 Φεβρουάριου αναχώρησε «δι’ αναγκαίας υποθέσεις του οπίσω».

 

Σφραγίδα της Εφορείας της Φιλικής Εταιρείας στην Κωνσταντινούπολη.Τα γράμματα αντιστοιχούν στα αρχικά της Εταιρείας (ΦΕ) και στα αρχικά του επωνύμου των τριών Εφόρων, Κουμπάρη (Κ), Σπ. Μαύρου (Μ) και Ιωάν. Μπάρμπη (Μ).

 

Βρισκόμαστε πια κοντά στον χρόνο που ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος θα εγκαταλείψει την περιοχή των Ηγεμονιών, όπου ανέπτυξε, όπως είχαμε την ευκαιρία θα παρακολουθήσουμε, σημαντική δράση και θα κινήσει για την Πίζα της Ιταλίας, όπου βρίσκεται κιόλας για άλλους λόγους ο Αθανάσιος Τσακάλωφ. Μια επιστολή του Αναγνωστόπουλου (με το ψευδώνυμο «Ιωακήμ Αρχιμανδρίτης» προς τον Αντώνιο Κομιζόπουλο, Μόσχα) γραμμένη στις 11 Φεβρουάριου 1820, κρίνουμε σκόπιμο να την παραθέσουμε αυτούσια, επειδή επισημαίνει σοβαρά προβλήματα που έχουν παρουσιαστεί και υπαινίσσεται την επικείμενη αναχώρησή του.

Κύριε.

Διά της παρούσης μου σας λέγω τα ακόλουθα· ειδοποιηθείς από φίλον, ότι ο φιλάνθρωπος [=τσάρος] επεριφρόνησε το πράγμα και ωργίσθη κατά του Α.Θ. [= Ξάνθος] και Α.Ι. [= Αναγνωστόπουλος] μαθών αυτήν την απεφκεταίαν είδησιν, χωρίς τινός αναβολής ανεχώρησα εκείθεν όπου με την προλαβούσαν σας έλεγα ότι ευρισκόμην. Το διά πού δεν λέγω, διότι ούτε εγώ ηξεύρω, όπου όμως αποκατασταθώ θέλω σας γράψει· να μη μου γράψετε πλέον, διότι δεν ηξεύρετε διά ποιον μέρος. Aν η παρουσία του Ξάνθου ανατρέψη τα πράγματα, το οποίον τούτο ανυπομόνως προσμένω να ακούσω, θέλετε δώσει την είδησιν εις τον Λεβέντην, παρ’ ου ειδοποιούμαι καγώ.

Τι σκοπεύει να πράξει ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος δεν είναι φανερό, ούτε αυτός θέλει άλλωστε να το φανερώσει στο γράμμα του. Ένα άλλο όμως σημαντικό στέλεχος της Εταιρείας ο Νικόλαος Πατζιμάδης, την 1η Απριλίου σε επιστολή του από τη Μόσχα προς τον Εμμ. Ξάνθο που ενεργεί για τους γνωστούς λόγους στη Πετρούπολη, κρίνει ότι ο πελοποννήσιος Φιλικός «όταν τα πράγματα λάβωσιν αυτού κατα την επιθυμίαν μας καλόν τέλος και επιστέψετε εδώ τότε πρέπει να ελθή εδώ και ο Ιωάννης [= Αναγνωστόπουλος] όπου οι τέσσαροι να συνθέσωμεν καλά και μόνιμα συμφωνητικά…».[16] Τα ίχνη του έχει χάσει από τον Φεβρουάριο κι ο Ευάγγελος Μαντζαράκης, όπως γράφει στο Ξάνθο στις 27 Απριλίου 1820 από το Ισμαήλι: την τελευταία φορά που και αυτός τον εντόπισε ήταν ο Φεβρουάριος, όταν βρισκόταν στο λοιμοκαθαρτήριο στο Ρένι, ενώ και ο Aντώνιος Κομιζόπουλος γράφοντας στις 13 Μαΐου 1820 από τη Μόσχα στον Ξάνθο (Πετρούπολη) αγνοεί «που εκαταστάθη ο Ιωαννίδης».[17]

Η ασάφεια για τις κινήσεις του Παναγιώτη Αναγνωστοπούλου πάντως αρκετά γρήγορα θα διαλυθεί καθώς, όπως ξέρουμε, θα ακολουθήσει για διαφορετικούς λόγους τα βήματα του Αθανάσιου Τσακάλωφ και θα βρεθεί την άνοιξη του 1820 στην Πίζα της Ιταλίας, στο γνωστό περιβάλλον όπου ξεχωρίζουν ο Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, ο Ιωάννης Κρατζάς.

 

Σύμβολα αφιερώσεως και καθιερώσεως μελών της Φιλικής Εταιρείας.Δημοσιεύεται στο Γ. Τσούλιος – Τ. Χατζής (ετημ.), Ιστορικόν Λεύκωμα της ΕλληνικήςΕπαναστάσεως τ. Α’, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, 1970, σ. 34.

 

Από τις υπάρχουσες πηγές δεν γίνεται φανερό γιατί ο Αναγνωστόπουλο εγκατέλειψε το περιβάλλον των Ηγεμονιών, όπου αυτή την εποχή – όπως και στη γειτονική Ρωσία, αλλά και στην κοντινή Κωνσταντινούπολη – παιζόταν το σημαντικότερο παιχνίδι της Φιλικής Εταιρείας, ενώ στην Πίζα ο ρόλος του εκ των πραγμάτων είναι λίγο αποδυναμωμένος. Πολλά από τα σημαντικά στελέχη της Εταιρείας στις μεταξύ τους επιστολές υπαινίσσονται ή και ομολογούν ανοικτά αντιθέσεις και διενέξεις μεταξύ των Φιλικών των Ηγεμονιών, στις οποίες ο Αναγνωστόπουλος ασφαλώς είναι έντονα ανακατεμένος. Αλλά πέραν τούτου ουδέν.

Ωστόσο, ο Α. Λεονάρδος (=Γ. Λεβέντης) σε γράμμα του της 19ns Μαΐου 1820 από το Βουκουρέστι προς τον Εμμ. Ξάνθο (Πετρούπολη) φαίνεται να ξεκαθαρίζει κάπως τα πράγματα περιγράφοντας μια ζοφερή κατάσταση που είχε δημιουργηθεί εναντίον του Αναγνωστόπουλου. Συγκεκριμένα θα γράψει: «αν ήσουν ενταύθα, δεν ήθελες απορεί διά την αποδημίαν του Α. Ιωαννίδου [= Π. Αναγνωστοπούλου] τόσος αναβρασμός ήτον καθ’ αυτού, ώστε αν ο Λαρσάκης [= Γ. Λεβέντης] δεν επρολάμβανε να τον διευθύνη προς την Ιταλίαν, όπου ευρίσκεται ήδη, ήτον επόμενον αφεύκτως να ακολουθήση τι άτοπον. Και τώρα να επιστρέψη, ως γράφει ο Α. Θανασίου [= Ξάνθος] εις Βεσσαραβίαν, θα προξενηθώσι ταραχαί, όθεν εγώ εγκρίνω να μείνη εκεί όπου ευρίσκεται κατά το παρόν άχρις ου λάβουν το αίσιον τέλος τα ημέτερα πράγματα…». Λίγες γραμμές παρακάτω στην ίδια επιστολή ο αποστολέας θα αναφερθεί ονομαστικά στον νέο τόπο διαμονής του Αναγνωστόπουλου αλλά και πάλι είναι ξεκάθαρος ότι πρέπει να παραμείνει εκεί: «Ο Iωαννίδης [= Αναγνωστόπουλος] ως έμαθον σήμερον έφθασεν εις Πίζαν, όθεν γράψατέ τον, πλην με πολλήν προσοχήν, και περικλείσατε το γράμμα προς τον διδάσκαλον, εγώ δεν του στέλλω κανένα από τα γράμματά σας, διότι δεν τολμώ διά της Αυστρίας να τα στείλλω, μην τον συμβουλεύετε όμως να έλθη προς αυτά τα μέρη, διότι δεν είναι καιρός. σας γράφω εγώ πότε πρέπει να γίνη τούτο».

Τέλος, για τα ίδια επεισόδια μας δίνει μια εικόνα και ο έμπιστος του Εμμ. Ξάνθου Μιχαήλ Φωκιανός, γράφοντας του στις 29 Μαΐου 1820 από το Ισμαήλι: «ο Θέμελης ήλθεν ως έμαθον και είδον και γραφήν του, εις Γαλάτζι αυτός γράφει προς τον εδώ κύριον Καλαματιανόν εις απόκρισιν οπού τον ερώτησεν πού ευρίσκεται ο κυρ Παναγ. Αναγν. και τον λέγει ούτος πως εις τας 10 Φεβρουαρίου από Γαλάτζι είχεν μισεύσει προς το Βουκουρέστι με έναν άλλον φίλον οπού ήλθεν και τον αντάμωσεν λεγόμενον Κανέλον Ζαφειρόπουλον… λέγει πως δεν ηξεύρει πού επήγαν, του γράφει μάλιστα μεθ’ όρκου. Του λέγει ακόμα πως και το εμπορικόν τους ήτον τεταραγμένον και ες ακαταστασίαν εξ αιτίας των καταχρήσεων των κομισιονέρων, και ότι τα πάντα θέλει τα πληροφορηθεί από τον κυρ Τζούνην…».

Αυτά τα σημαντικά, λοιπόν, για τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο, με τη δράση του οποίου στις Ηγεμονίες συνδέονται διάφορα «ατοπήματα», τα οποία τον ανάγκασαν, και με την παρότρυνση του Γεωργίου Λεβέντη, να αφήσει την κυρίως περιοχή δράσης του και να μετακομίσει στην Πίζα, όπου, σύμφωνα με την επιστολή της 19ns Μαΐου 1820 που αναφέραμε μόλις παραπάνω, έφθασε στις 19 Μαΐου 1820. (Σε μια επιστολή του ο Μ. Φωκιανός ιχνογραφεί την πορεία του ταξιδιού του Παναγ. Αναγνωστόπουλου ως εξήδ: Ρένι-Βουκουρέστι – Θεσσαλονίκη – Ύδρα – Λιβόρνο – Πίζα).

 

«Σχέδιον για την παντιέραν της Εταιρείας της Επαναστάσεως» με σύμβολα «εφοδιαστικού ποιμένος» της Φιλικής Εταιρείας. Το σχεδίασμα προέρχεται από τον Δημήτριο Γουδή, ο οποίος πρώτος ύψωσε στο πλοίο του τη σημαία της Ελευθερίας στις Σπέτσες το 1821 (2 Απριλίου). Ι. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν, Σημαίες ελευθερίας, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1996, σ. 20.

 

Ο Αναγνωστόπουλος, πολύ πιθανόν, την πρώτη επιστολή που θα γράψει από την Ιταλία θα την απευθύνει, όπως σχεδόν ήταν αναμενόμενο, στον Γεώργιο Λεβέντη, όπως ο τελευταίος αναφέρει σε επιστολή του της 8ns Ιουνίου 1820 προς τον Εμμ. Ξάνθο.[18] Στην ίδια επιστολή ο Λεβέντης επιμένει και πάλι ότι ο Αναγνωστόπουλος δεν πρέπει να επιστρέψει με κανένα τρόπο στις Ηγεμονίες αλλά ούτε στην Κωνσταντινούπολη, αλλά «κάλιον να περάση εις τα ενδότερα της Ρωσίαςs». Όπως λοιπόν διαγράφονται τα πράγματα και με βάση τη πυκνή πληροφόρησή μας για τα γεγονότα αυτά, ο Αναγνωστόπουλος υποχρεώνεται να απομακρυνθεί στην Πίζα εξαιτίας των σφοδρών αντιθέσεων και περιπλοκών που προξένησε στις Ηγεμονίες και οι οποίες ελπίζουν όλοι ότι θα διαλύσει η εκλογή μιας σημαντικής προσωπικότητας στη θέση του αρχηγού της Φιλικής Εταιρείας.

Για τον λίγο σχετικά καιρό που θα περάσει ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος στην Πίζα δεν έχουμε πολλές πληροφορίες. Πάντως όπως και να έχουν τα πράγματα, είναι ευνόητο να βρίσκεται πολύ κοντά στον Αθανάσιο Τσακάλωφ και λίγο – πολύ οι πράξεις τους αυτή την περίοδο να ταυτίζονται. Μαζί, άλλωστε, θα πάρουν το δρόμο και πάλι προς τις  Ηγεμονίες μετά τις ραγδαίες  εξελίξεις που εν τω μεταξύ έλαβαν χώρα στο «μέτωπο» της Πετρούπολης, όπου ενεργούσε ο Εμμ. Ξάνθος, δηλαδή την άρνηση του Ιωάννη Καποδίστρια να τεθεί επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας αλλά, αντίθετα, την αποδοχή του Αλέξανδρου Υψηλάντη να κατευθύνει ως αρχηγός της Εταιρείας τον αγώνα.

Έτσι, μετά τις αποφασιστικές συσκέψεις που έλαβαν χώρα στο Ισμαήλιο στις αρχές Οκτωβρίου 1820 και τις σοβαρές και κρίσιμες αποφάσεις της Εταιρείας για την ανάληψη του ένοπλου αγώνα, ο Τσακάλωφ και ο Αναγνωστόπουλος θα λάβουν εντολή να κινηθούν και αυτοί εκ νέου προς την περιοχή των Ηγεμονιών. Ωστόσο, οι προηγούμενες αντιθέσεις και τα επεισόδια στα οποία είχε εμπλακεί ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος ακόμα ρίχνουν τη σκιάτους. Το πράγμα αυτό έρχεται να υπενθυμίσει μια επιστολή του Γεωργίου Λεβέντη της 1ης  Νοεμβρίου 1820 από το Βουκουρέστι, ο οποίος απευθυνόμενος προς τον Εμμ. Ξάνθο που βρίσκεται στο Κισνόβι, μετά την επιστροφή του από την Πετρούπολη και μετά από τις συσκέψεις στο Ισμαήλιο, σημειώνει: «…περί της όσον ούπω αφίξεως των κυρίων Α. Βασιλείου [= Αθ. Τσακάλωφ] και Ιωαννίδου [= Αναγνωστόπουλος], προς τον δεύτερον να γράψητε να έλθη αμέσως εκεί διά να μην προξενήση εις τα ενταύθα μέρη ταραχήν ο ερχομός του».[19]

Οι δύο Φιλικοί, Τσακάλωφ και Αναγνωστόπουλος, θα αρχίσουν το ταξίδι της επιστροφής και στην πορεία τους αυτή θα βρεθούν και στη Βιέννη, όπου, όπως γνωρίζουμε, ο Τσακάλωφ θα ασθενήσει σοβαρά, ενώ ο Γρηγόριος Δικαίος τους περιμένει με αδημονία, μαζί βέβαια με τον Αλ. Υψηλάντη, στην Πελοπόννησο.

Πορτραίτο του Εμμανουήλ Ξάνθου. Χρωμολιθογραφία από το περιοδικό «Νέος Αριστοφάνης».

 

Ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος στις 15 Ιανουάριου 1821 θα γράψει από το Βουκουρέστι, όπου βρίσκεται και πάλι, μια επιστολή προς τον Εμμ. Ξάνθο που βρίσκεται στο Κισνόβι, με τον οποίο έρχεται και πάλι σε απευθείας επαφή και στην οποία κάνει μια επισκόπηση των πραγμάτων.[20] Σε αυτή λοιπόν γίνεται νύξη και για το ταξίδι της Ιταλίας: «Το αν εφοβήθημεν διό και ετραβήχθημεν επ την άκρην του κόσμου, ή το παρ’ ημών ζητούμενον άλλο ήτον, απαιτεί και τούτο ωσαύτως προσωπικήν εντάμωσιν». Στη συνέχεια αναφέρεται στο ταξίδι της επιστροφής τους, την άγνοια που είχε για την εξέλιξη της αποστολής του Ξάνθου, την ασθένεια του Τσακάλωφ στη Βιέννη, τη συνάντησή του με τον Γεώργιο Λεβέντη, από τον οποίο πληροφορήθηκε τα όσα συνέβησαν στην Πετρούπολη. Ακόμη στην ίδια επιστολή αναφέρει και κάποιες συζητήσεις που κυκλοφορούν στο Βουκουρέστι σχετικά με μελλοντικές επαναστατικές κινήσεις στη Βουλγαρία και τη Σερβία σε σχέση με το «μελλούμενον πανηγύρι», ενώ στην επιστολή του εμφανίζεται πλέον και ο Καλός [= Αλέξανδρος Υψηλάντης] πράγμα που σημαίνει ότι έχει και αυτός ευθυγραμμιστεί προς τις εξελίξεςι στην κορυφή της Φιλικής Εταιρείας. Ωστόσο, όλα αυτά επιβάλλουν συνάντηση των δύο Φιλικών, όπως σαφέστατα το διατυπώνει: «έχω ανάγκην διά να σας ανταμώσω».

Μετά από ένα μήνα ακριβώς νέα επιστολή του Αναγνωστόπουλου (Ιάσι) προς τον Ξάνθο (Ισμαήλιο), στην οποία αναφέρει και πάλι δυσαρέσκειες και επιπρόσθετα τονίζει ότι είναι απαραίτητη η προσωπική του συνάντηση με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη· για τον σκοπό αυτό έχει κιόλας γράψει προς τον πρίγκιπα για να του υποδείξει ο τελευταίος τον τρόπο με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί αυτή η επαφή. Υποδεικνύει ότι σε αυτή τη συνάντηση είναι καλό να παρευρίσκεται και ο Ξάνθος, όμως δεν ξέρει σε ποιο σημείο είναι οι σχέσεις τους, αναφέροντας χαρακτηριστικά: «Μη παραξενεύεσαι φίλε, διότι σε ερωτώ, ηξεύρεις την παροιμίαν, όποιος εκάη εις τον χυλόν φυσά και το γιαούρτι. Εδώ ευρίσκονται μεγάλαι δυσαρέσκειαι μεταξύ των εμπόρων, αι οποίαι απαιτούν ταχείαν την διόρθωσίν των. Ο ερχομός του Ιωαννίδη [= Αναγνωστόπουλου] τόσον εδώ, καθώς και εις Βουκουρέστιον επροξένησε μόνος του την ατομικήν του αθώωσιν, διότι δεν ευρέθη κανένας να ειπή ότι τον έδωσέ τι και έμειναν κατεντροπιασμένοι».

Η εντύπωση που σχηματίζει

ο ηγέτης της Φιλικής Εταιρείας

από τη συνάντηση με τον

Παναγ. Αναγνωστόπουλο

δεν είναι καθόλου καλή

 

Την 21η Φεβρουαρίου ο Αναγνωστόπουλος βρίσκεται στο Κισνόβι, όπου βρίσκεται και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης. Αυτό αναφέρει σε επιστολή του ο ίδιος Αλ. Υψηλάντης προς τον Εμμ. Ξάνθο, όμως η εντύπωση που σχηματίζει ο ηγέτης της Φιλικής Εταιρείας από τη συνάντηση με τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο δεν είναι καθόλου καλή.[21] Aς την παρακολουθήσουμε, όπως αποτυπώνεται από το χέρι του Υψηλάντη: «ο Αναγνωστόπουλος έφθασεν εδώ με ένα ιατρόν, μοι γράφουν από Βουκουρέστι και από Γιάσι ότι ήλθεν να με επισκεφθή. εγώ δεν το πιστεύω επειδή και είναι Γραικός, πλην η φυσιονομία του είναι πολλά αχρεία. Δεν τον απέδειξα τίποτε. Άρχησε να λέγη και κατά σου πολλά ότι εσείς οι δύω, δεν ηξεύρω ποιον άλλον εννοεί, πταίετε και τα εξής. Τα λόγια του είναι πολλά περδευμένα. Δεν με άρεσε παντελώς. Έχει ένα ιατρόν μαζή του, κοίταξε αν αρρωστήσης να μη πάρnς ιατρικά από αυτόν».

Δυσαρέσκειες, αντιπαλότητες, διενέξεις, αντιπάθειες ήταν αναμφίβολα φυσικό να δημιουργούνται μεταξύ των μελών της Εταιρείας. Πιθανόν στο βάθος να υπάρχουν σοβαροί λόγοι, πιθανόν να οφείλονται και σε αιτίες της στιγμής. Κάποιες φαίνεται να διευθετούνται γρήγορα, κάποιες θα επανεμφανιστούν και μετεπαναστατικά. Ορισμένα στοιχεία ανατρέπονται γρήγορα, πολύ γρήγορα, όπως λ.χ. η άποψη του Αλ. Υψηλάντη για τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο. Πράγματι, μετά από πέντε μέρες (26 Φεβρουάριου 1821) ο πρίγκιπας θα γράψει και πάλι στον Ξάνθο από το Ιάσιο, όμως θα σημειώσει τώρα στο γράμμα του: «ως σοι έγραφον ότι δεν επίστευσα τον Αναγνωστόπουλον αρκετά βδελυρόν διά να κάμη εν τοιούτον έργον, πλην μοι το έγραψαν από Βουκουρέστι…» και λίγο παρακάτω στο ίδιο γράμμα: «Ο Αναγνωστόπουλος, προς ον δεν έχω καιρόν να γράψω (επειδή και τέσσαρας ώρας  το ημερονύκτιον δεν κοιμούμαι από το πλήθος των γραψιμάτων, διαταγών και οργανισμών), ας ήναι ήσυχος δι’ όσα μοι έγραψαν, εγώ ούτε τα επίστευσα· πρέπει όμως να υπάγη εις Κωνσταντινούπολιν να βιάση την πυρκαϊάν, αυτά και όσα άλλα ημπορέσει, να καιρός πρόσφορος διά να απόδειξη ο καθ’ εις τι ημπορεί να κάμη».

Είναι φανερό από τη συγκεκαλυμμένη αλληλογραφία που εξακολουθεί να διατηρείται μεταξύ των Φιλικών ότι ο Αναγνωστόπουλος έχει μάλλον διαμορφώσει μία διαφορετική άποψη για την έναρξη των επαναστατικών δραστηριοτήτων. Ίσως η παραμονή στην Πίζα και η επαφή με την ομάδα των Ελλήνων που δρουν στην ιταλική πόλη να έπαιξε κάποιο ρόλο, ίσως οι τόσες διενέξεις με άλλα σημαντικά στελέχη της Εταιρείας να υπαινίσσονται και κάποιες διαφορές απόψεων σε κρίσιμα ζητήματα δράσης. Πάντως, από το γράμμα του Αλέξ. Υψηλάντη γίνεται φανερό ότι κάποιοι έγραψαν κατά του Αναγνωστόπουλου κάτι σοβαρό, το οποίο αυτός δεν τολμά να το πιστέψει, όμως, παράλληλα έχει και την τάση να τον απομακρύνει από την περιοχή της άμεσης δράσης του, δηλαδή από τις Ηγεμονίες, όπου εντος ολίγου θα ηχήσουν τα επαναστατικά όπλα.

Στα γεγονότα αυτά θα αναφερθεί πολύ αργότερα (20 Ιανουάριου 1847) και ο ίδιος ο Αναγνωστόπουλος, όταν θα ξεσπάσει η αντιδικία με τον Ξάνθο για τον ρόλο του καθενός στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας, σύμφωνα με υπόμνημά του που υπάρχει στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος (ΕΒΕ, αρ. 9136) και μέρος του έχει δημοσιεύσει στη βιογραφία του για τον Αναγνωστόπουλο, το 1933, ο Αγ. Τσέλαλης.[22] Σύμφωνα με το υπόμνημα αυτό πρέπει να είχε συνταχθεί ένα σχέδιο δράσης από τους Φιλικούς του Βουκουρεστίου, το οποίο προέβλεπε αναβολή των επαναστατικών πολεμικών ενεργειών για λίγους μήνες και μετάθεση του κέντρου βάρους από τις Ηγεμονίες στην Πελοπόννησο. Τα γράμματα με το σχέδιο αυτό στάλθηκαν στον Αλέξ. Υψηλάντη και έτσι, όταν ο Αναγνωστόπουλος θα συναντήσει μετά από αίτησή του τον Υψηλάντη στο Κισνόβι, θα βρει, όπως γράφει, «άλλον Υψηλάντην, παρά εκείνον, όστις μοι έγραφε… επαρατήρησα αυτόν όλως ηλλοιωμένον και περιοριζόμενον μόνο εις τινας βιασμένας περιποιήσεις».

Ο Αναγνωστόπουλος, όπως ο ίδιος γράφει, θα επιχειρήσει να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από όλα αυτά και θα βρει ότι «μία συμμορία εν Ιασίω, έχουσα επί κεφαλής τον Ζαπάντην… έγραψε προς αυτόν [Υψηλάντην] ότι ο Αναγνωστόπουλος μετά του Τσακάλωφ συνφωνήσαντες και μετά του εν Ιταλία πρίγκηπος Καρατζά όπως αυτόν αναδείξωσιν αρχηγόν, ήτον ο σκοπός των να δηλητηριασθή ο Υψηλάντης και οι εκτελεσταί του ανοσιουργήματος τούτου είναι ως φαίνεται αυτός ο ίδιος».

Όπως και να έχουν τα πράγματα γίνεται, πιστεύω, προφανές ότι υπάρχει διάσταση απόψεων για τον τόπο και τον χρόνο έναρξης της πολεμικής επαναστατικής δράσης. Άλλωστε, εκτός από τις διαφορετικές απόψεις, τούτο καταφαίνεται κυρίως από τον διαφορετικό τρόπο υλοποίησης  των αποφάσεων των συσκέψεων στο Ισμαήλιο και των διακηρύξεων που τις ακολούθησαν, επειδή οι πράξεις των πρωταγωνιστών άλλοτε είναι σύμφωνες και άλλοτε δεν είναι σύμφωνες με το πνεύμα των διακηρύξεων αυτών.

Παρακολουθώντας από κοντά τις πληροφορίες που αποδεσμεύουν τα έγγραφα θα σταθούμε σε μια επιστολή της 2ας  Μαρτίου 1821 που γράφει ο Γ. Καντακουζινός από το Τίργο Φορμόσι προς τους Ξάνθο και Αναγνωστόπουλο.[23] Ο αποστολέας καλεί τους δύο πρωτοφιλικούς να μεριμνήσουν ώστε οι «νέοι Έλληνες» που συγκλίνουν από παντού στις Ηγεμονίες να φθάσουν στα μέρη που πρέπει «εφοδιαζόμενοι με τα συνήθη φορέματα μαύρα, έχοντες καθ’ ένας όσα ημπορεί άρματα και να μας προφθάσουν το ογληγορώτερον εις Φωξάνι». Προφανώς οι νέοι που συρρέουν είναι όσοι θα συγκροτούσαν τον Ιερό Λόχο.

Είναι φανερό, λοιπόν, ότι παρά τις αντιρρήσεις  και τις διαφορετικές απόψεις ο Αναγνωστόπουλος δεν κάνει πίσω την κρίσιμη στιγμή και θα αναλάβει τις ευθύνες που του αναλογούν στο μέτωπο της Βλαχίας, πράγμα που διαφαίνεται και από επιστολή του προς τον Εμμ. Ξάνθο από το Κισνόβι της 9ns Μαρτίου 1821, στην οποία δεν γίνεται άλλος λόγος παρά μόνο για τις κινήσεις του Υψηλάντη και τις αρμοδιότητες του Ξάνθου και τις δικές του, για τις αποστολές γραμμάτων στη Ρωσία, με άλλα λόγια συμμετέχει σε μια κατάσταση κινητικότητας και δράσης, στην οποία ο ρόλος του Αλέξ. Υψηλάντη είναι βέβαια πρωταρχικός.[24] Στη γραμμή αυτή είναι χαρακτηριστική και πάλι μία επιστολή του ίδιου του Αναγνωστόπουλου προς τον Ξάνθο (Κισνόβι) της 26ns Απριλίου 1821 από το Τζερναούτζι τns Μπουκοβίνας. Η επιστολή αυτή, δημοσιευμένη ήδη στα Απομνημονεύματα του Ξάνθου εμφανίζει τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο να βρίσκεται δίπλα στον Αλέξανδρο, να στέλνει μέσω του Ξάνθου χαιρετισμούς στη μητέρα του πρίγκιπα που δεν πρέπει ανησυχεί για τον γιο της, δηλαδή φανερώνει έναν Αναγνωστόπουλο δεξί χέρι του Αλέξανδρου Υψηλάντη.[25]

 

Εκποιούν κοσμήματα της

οικογένειας Υψηλάντη,

για να συγκεντρώνουν χρήματα

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης, Εθνικό Ημερολόγιο Βρεττού, Παρίσι (1862).

Εφεξής οι πληροφορίες μας για τη δράση του Αναγνωστόπουλου στην περιοχή των Ηγεμονιών είναι ελάχιστες και δεν μας διαφωτίζουν για την περαιτέρω συμμετοχή στο κίνημα του Υψηλάντη. Αντίθετα, υπάρχουν πληροφορίες ότι ο Αναγνωστόπουλος μόλις πληροφορήθηκε την έναρξη των εχθροπραξιών στην Πελοπόννησο έπεισε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη να επιτρέψει την αναχώρηση του αδελφού του Δημητρίου για την Πελοπόννησο, όπου η παρουσία θεωρείται υψίστης σημασίας για την επιτυχία του αγώνα. Δημήτριος Υψηλάντης και Παναγ. Αναγνωστόπουλος σε αναζήτηση χρηματικών ενισχύσεων έφθασαν μαζί στην Οδησσό, σπουδαία βάση της Φιλικής Εταιρείας, όπου φαίνονται να εκποιούν κοσμήματα της οικογένειας Υψηλάντη, να συγκεντρώνουν χρήματα και από εκεί να κατευθύνονται στο Κισνόβι, να προμηθεύονται πλαστά διαβατήρια για να περάσουν την πάντα επικίνδυνη, για πολλούς λόγους, περιοχή της Αυστρίας και κατόπιν να φθάνουν στην Τεργέστη.

Νέες προσπάθειες για τη συλλογή ενισχύσεων, σύντομη παραμονή στην Τεργέστη και από εκεί με πλοίο στην Ύδρα όπου φθάνουν στις 8 Ιουνίου 1821. Στο ταξίδι αυτό ο Αναγνωστόπουλος θα ταξιδέψει ως δήθεν έμπορος, εφοδιασμένος με ρωσικό και γερμανικό διαβατήριο, συνοδευόμενος από τους δύο «υπηρέτες» του, τον Αθανάσιο Στοστοπόπουλο (Δημ. Υψηλάντης) και Νικόλαο Βλάση (Σουβατζόγλου). Τις ίδιες μέρες ο Αλέξανδρος  Υψηλάντης υφίσταται την καταστροφική ήττα στο Δραγατσάνι.[26]

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ένας από τους πρωτοφιλικούς βρίσκεται πλέον μέσα στην καρδιά των επαναστατικών εξελίξεων, βρίσκεται στην επαναστατημένη καρδιά του αγώνα, στην Πελοπόννησο. Όπως είναι φυσικό – άλλωστε αρμόζει απόλυτα στον ηγετικό χαρακτήρα του – θα λάβει μέρος σε πολλές κινήσεις που αποσκοπούν στην εδραίωση και στην επιτυχία του αγώνα: συσκέψεις, μετακινήσεις, διαβουλεύσεις, διαμάχες, μάχες. Στοιχεία για τη συμμετοχή του σε διάφορα επαναστατικά γεγονότα θα εκθέσει ο ίδιος σε αναφορά του στον Όθωνα.[27] Σύμφωνα με αυτή παραβρέθηκε στην πολιορκία και την άλωση της Τριπολιτσάς, στην εκστρατεία των Τρικόρφων, στην πολιορκία και την τελική έφοδο εναντίον του Ναυπλίου, στην πολιορκία και παράδοση του Ακροκορίνθου, στην εκστρατεία εναντίον της Λαμίας και της Φθιώτιδα, στη μάχη του Άργους και την καταστροφή του Δράμαλη, στη μάχη στα Βέρβενα εναντίον του Ιμπραήμ, στοιχεία τα οποία βεβαιώνει και ο Δημήτριος Υψηλάντης με δική του αναφορά (Τροιζήνα, 4 Μαρτίου 1828).[28]

 

Μάχη Δερβενακίων, έργο του Νέστορα Λ. Βαρβέρη, 1899. Δημαρχείο Κρανιδίου.Δημοσιεύεται στο Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών, Ζωγράφοι-Γλυπτές-Χαράκτες, 16ος-20ος αιώνας, τ. Α’, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, 2000, σ. 142.

 

Το 1826 έλαβε μέρος στη Γ’ Εθνοσυνέλευση, στην οποία αντιτάχθηκε έντονα στο ψήφισμα που επιζητούσε την αγγλική προστασία. Αντίθετα, ο ίδιος συμφωνεί με τον Υψηλάντη, τον Νικηταρά και τον Γ. Καραϊσκάκη να αναχωρήσει για την Πετρούπολη και να ζητήσει την προστασία της Ρωσίας. Αναχωρεί, λοιπόν, για την Κωνσταντινούπολη και παρουσιάζεται στον ρώσο πρέσβη, ο οποίος τον απέτρεψε από την περαιτέρω συνέχιση του ταξιδιού προς την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Ανέλαβε όμως ο τελευταίος να διαβιβάσει τα αιτήματα των επαναστατών προς τον τσάρο και έδωσε στον Αναγνωστόπουλο υποσχέσεις για τη ρωσική συνδρομή. Έτσι ο ανδριτσάνος Φιλικός και αγωνιστής επέστρεψε πάλι στην καρδιά του αγώνα.

 

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος

κατά τη διάρκεια της

καποδιστριακής περιόδου διορίστηκε

έκτακτος επίτροπος της Ηλείας

 

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος κατά τη διάρκεια της καποδιστριακής περιόδου διορίστηκε έκτακτος επίτροπος της Ηλείας (1829-1831), μετά όμως από τη δολοφονία του Κυβερνήτη παραιτήθηκε και ιδιώτευσε για ένα διάστημα. Στη συνέχεια ο πρώτος βασιλιάς της Ελλάδας τον διόρισε διοικητή της Εύβοιας με διάταγμα της 23ns Ιουνίου 1838· λίγο ενωρίτερα, τον Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου είχε τιμηθεί με τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος «διά τας εκδουλεύσεις του», ενώ τον Απρίλιο του ίδιου έτους του απονεμήθηκε το Νομισματόσημον «δι’ ανταμειβήν των κατά τον υπέρ ανεξαρτησία πόλεμον εκδουλεύσεων του».

Εν συνεχεία θα υπηρετήσει σε διάφορες δημόσιες θέσεις και συγκεκριμένα ως διοικητής της Σπάρτης, Σύρου και Θήρας. Υπηρετώντας στην Εύβοια θα γίνει στόχος δολοφονικής απόπειρας, ενώ θα βρεθεί μπλεγμένος σε διάφορες ίντριγκες που είχαν ως στόχο τον Νικόλαο Κριεζώτη, με αποτέλεσμα να φθάσουν στον Όθωνα κατηγορίες εναντίον του, για τις οποίες φρόνησε να τον ενημερώσει ο φίλος του Αινιάν. Για όλα αυτά θα φροντίσει να συντάξει απολογητικό υπόμνημα, με το οποίο δηλώνει την πίστη και αφοσίωσή του στο πρόσωπο του βασιλιά.

Μετά τις υπηρεσίες που προσέφερε στη διοίκηση των περιφερειών αυτών διορίστηκε στις 12 Οκτωβρίου 1843 με βασιλικό διάταγμα Σύμβουλος της Επικράτειας, ενώ το 1845 θα διορισθεί νομάρχης Λακωνίας, αργότερα νομάρχης επίσης Αργολιδοκορινθίας και Μεσσηνίας και μετά από όλα αυτά, σε ηλικία περίπου 60 ετών θα εγκατασταθεί στην νεοσύστατη πρωτεύουσα του ελληνικού βασιλείου, την Αθήνα.

Ο κύκλος της ζωής του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου θα κλείσει άδοξα, αφού θα προσβληθεί από την επιδημία της χολέρας που έπληξε την περιοχή της Αττικής και την οποία είχαν μεταφέρει τα αγγλογαλλικά στρατεύματα που έφθασαν ως συνέπεια των δραματικών γεγονότων του Κριμαϊκού πολέμου. Θα πεθάνει στις 15 Νοεμβρίου 1854.

Όπως έχουμε αναφέρει ήδη ο Εμμανουήλ Ξάνθος και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος θα αποτελέσουν τους ήρωες ενός αξιομνημόνευτου μετεπαναστατικού επεισοδίου, σχετικά με τη θέση και τη συμβολή ενός εκάστου στην ίδρυση και την μετέπειτα δράση της Φιλικής Εταιρείας, του οποίου οι συνέπειες έφθασαν και έως τις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, εννοείται πάντα σε ιστοριογραφικό επίπεδο.

Γνωρίζουμε δηλαδή ότι ο Ιωάννης Φιλήμων δημοσιεύοντας το Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας το 1834, πολύ πιθανόν υπό την αφηγηματική επίδραση του Παναγιώτη Αναγνωστοπούλου, μειώνει δραματικά τη συμβολή του πάτμιου Εμμανουήλ Ξάνθου στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας. Αντίθετα, τονίζει ότι υπάρχουν κατηγορίες εναντίον του Πάτμιου ότι καταχράστηκε χρήματα της Φιλικής Εταιρείας και ότι υπήρξε υπεύθυνος για τον πρόωρο θάνατο του Νικόλαου Σκουφά το 1818 στην Κωνσταντινούπολη. Γνωρίζουμε επίσης ότι λόγω των κατηγοριών αυτών ο Εμμανουήλ Ξάνθος και επιζητώντας να τις αποσείσει συνέγραψε το 1837 την Απολογία του, η οποία περιήλθε πριν ακόμα εκδοθεί σε γνώση του Φιλήμονα, γεγονός που τον ανάγκασε να αποκαταστήσει τα πράγματα σχετικά με τη δράση και το ρόλο του Εμμανουήλ Ξάνθου, γράφοντας σχετικό άρθρο στην εφημερίδα Αιών ης 19ης Μαρτίου 1839.

Είναι επίσης γνωστό ότι αργότερα (1845) ο Ξάνθος θα δημοσιεύσει και Απομνημονεύματά του, στα οποία συγκεντρώνει και δημοσιεύει σημαντικά έγραφα για τη δράση τη δική του αλλά και άλλων προσώπων που πλαισίωσαν την Φιλική Εταιρεία, πάντα βέβαια επιζητώντας να αποσείσει τις εναντίον του κατηγορίες, οι οποίες εκπορεύονται κυρίως εκ μέρους του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου. Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια δημοσιεύτηκαν αρκετές αρχειακές συλλογές προσώπων που συμμετείχαν από κοντά στην προετοιμασία του αγώνα, με αποτέλεσμα να είμαστε σε θέση να δούμε τα πράγματα καλύτερα, καθώς τα σχετικά τεκμήρια έχουν πολλαπλασιαστεί.

 

Σημαία με τα σύμβολα της Φιλικής Εταιρείας. Τη σημαία έφερε το υπό τον Πιέρρο Γρηγοράκη- Τζανετάκη σώμα της Ανατολικής Μάνης κατά την πολιορκία και την άλωση της Μονεμβασίας, το 1821. Ι. Κ. Μαζαράκης- Αινιάν, Σημαίες ελευθερίας Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, 1996, σ. 12.

 

Επανερχόμενοι στη διένεξη μεταξύ Ξάνθου και Αναγνωστόπουλου πρέπει να έχουμε κατά νου ότι το χρονικό πλαίσιο αναφοράς τοποθετείται στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, όταν τα όπλα έχουν μόλις σιγάσει και διεξάγεται ένας πρώτος απολογισμός της συνεισφοράς προσώπων και τόπων ακόμα και με προφανείς ιδιοτελείς σκοπούς. Η συγγραφή πολλών βιβλίων τοπικής ιστορίας ακριβώς την περίοδο αυτή αλλά και αργότερα, καθώς το φαινόμενο συνεχίζεται, είναι χαρακτηριστική εκδήλωση της διεκδίκησης από τους ενδιαφερομένους μεγάλου ποσοστού συμμετοχής στην απελευθέρωση των ελληνικών τόπων και τη συγκρότηση του νεότερου ελληνικού κράτους.

Είναι βέβαια γεγονός ότι η ηγετική προσωπικότητα του Παναγ. Αναγνωστόπουλου και η σημαντική δράση του ως ανωτάτου στελέχους της Φιλικής Εταιρείας του έδιναν το έναυσμα να προωθήσει τον εαυτό του ως το απώτατο σημείο των ιδρυτών της, καθώς μάλιστα ορισμένες συμπτώσεις ή και εκ των υστέρων κατασκευές διευκόλυναν τον σκοπό του. Έτσι μόλις εκδηλώθηκε η αντίδραση του Εμμ. Ξάνθου και η αναγνώριση του λάθους εκ μέρους του Φιλήμονα, δηλαδή η δημοσίευση του άρθρου στον Αιώνα που αναγνώρισε το ρόλο και τη δράση του πάτμιου αγωνιστή, δεν έμεινε άπραγος. Μετά την αναδίπλωση του Φιλήμονα θα συντάξει τον ίδιο χρόνο (1839) ένα υπόμνημα με τις δικές του απόψεις, το οποίο τιτλοφόρησε «Γενικοί παρατηρήσεις», και το παρέδωσε στον Φιλήμονα για να το δημοσιεύσει, πράγμα που ο τελευταίος δεν έκανε, ίσως γιατί θέλησε να μη συμβάλει στην περαιτέρω συνέχιση της άχαρης αυτής διένεξης.

Στην ίδια γραμμή ο Αναγνωστόπουλος προσπαθεί να εμπλέξει στη διαμάχη και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ, όταν ο τελευταίος έχει πλέον καταφύγει και ζει στη Μόσχα, γράφοντάς του μια επιστολή στις 8 Δεκεμβρίου 1845, όπου ανάμεσα στα άλλα θα αναφέρει: «Ιδού τα νέα: Ο κ. Ξάνθος εξέδωκεν έν, ως ο ίδιος το ωνόμασεν Ιστορικόν υπόμνημα της Φιλικής Εταιρείας. Λέγει δε ότι αυτός κατά το 1813 μεταβάς από Κωσταντινούπολιν εις Πρέβεζαν και εκείθεν εις Οδησσόν, όπου ευρών τον Σκουφάν, πρώτον τον ενέπνευσεν, καθώς και υμάς δεύτερον, τον περί ελευθερίας Σκοπόν και ότι καθ’ ο μασσών (κτίστης) έκαμε το σχέδιον της Εταιρείας. Συμφωνήσαντες δε και υμείς μετ’ αυτού, εκάματε το Σύστημα αυτής. Τοιαύτα και πολλά άλλα κακοήθη ψεύδη εκήρυξεν, ενώ ζώσιν εισέτι εξ από τα πρωτενεργά μέλη, τα οποία γνωρίζουν ότι αυτός εκατηχήθη κατά το 1818…».

Φυσικά στο κείμενό του ο Αναγνωστόπουλος καταφερόταν εναντίον του Ξάνθου, αμφισβητώντας τον πατριωτισμό του και κατηγορώντας τον για ατασθαλίες ες βάρος των οικονομικών της Εταιρείας. Εξάλλου και παρά την αναμφισβήτητη παρουσία του Ξάνθου στην Οδησσό το 1814 και τη συμμετοχή του στις πρώτες σκέψεις και πράξεις που οδήγησαν στη σύσταση της Εταιρείας, ο Αναγνωστόπουλος αμφισβητεί τη συμμετοχή του Ξάνθου και επωφελούμενος από τη μετέπειτα παρουσία και αδράνεια του Πάτμιου στην Κωνσταντινούπολη επιμένει ότι ο Ξάνθος έγινε μέλος της Εταιρείας το 1817 και ότι η μοναδική του συμβολή υπήρξε η αποστολή του στην Πετρούπολη για να πείσει τον Καποδίστρια να αναλάβει την αρχηγία της Φιλικές Εταιρείας και η μετά την άρνηση του τελευταίου επιτυχία του να καταστήσει αρχηγό της τον Αλέξανδρο Υψηλάντη.

 

Ελευθερία ή Θάνατος, ξυλογραφία του Τάσσου.

 

Όπως έχουμε αναφέρει, η αντιδικία Ξάνθου – Αναγνωστόπουλου θα εξελιχθεί σε ένα από τα σοβαρά επεισόδια για ένα είδος ιστοριογραφίας που ακριβώς θεωρεί ως έργο της να πάρει το μέρος του ενός  ή του άλλου. Μπορούμε λοιπόν στην εξέλιξη της διαμάχης αυτής να αναφέρουμε ότι παίρνουν το μέρος του ενός ή του άλλου ο Φιλήμων, ο Σπυρίδων Τρικούπης, ο Πρόκες φον Όστεν, ο Αμβρόσιος Φραντζής, ο Νικ. Σπηλιάδης, ο Αναστ. Γού0as, ο Τάκης Κανδηλώρος, ο Διον. Κόκκινος, ο Αγησ. Τσέλαλης, ο Τάσος Γριτσόπουλος, για να αναφέρουμε ορισμένα μόνο ονόματα.

Πέρα από αυτά όμως και εν σχέσει προς τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο γεγονός είναι ότι τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν απολύτως θετικά. Παρά την αναγνώρισή του ως ενός από τα πρώτα και σημαντικότερα μέλη της Φιλικής Εταιρείας, η δημόσια ιστορία ποτέ δεν ξέφυγε από το γνωστό σχήμα της ιδρυτικής τριάδας Ξάνθος, Τσακάλωφ, Σκουφάς. Έτσι οι υποστηρικτές του Αναγνωστόπουλου θα επιχειρήσουν να μετατρέψουν τουλάχιστον την τριάδα σε τετράδα προσθέτοντας βέβαια τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο ως τέταρτο ιδρυτικό μέλος.

Είναι πολύ ενδιαφέρουσα στη γραμμή αυτή η εκδήλωση που έλαβε χώρα με την ευκαιρία της συμπλήρωσή των 145 ετών από τον θάνατο του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου. Συγκεκριμένα στο αμφιθέατρο του Υπουργείου Εξωτερικών στις 23 Μαρτίου 2000 η Πανηλειακή Συνομοσπονδία και ο Δήμος Ανδρίτσαινας οργάνωσαν ημερίδα για την αποκατάσταση του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου στην ιδρυτική τετράδα της Φιλικής Εταιρείας. Με την παραπάνω ευκαιρία ο Δήμος Ανδρίτσαινας θα εκδώσει και σχετικό φυλλάδιο με όλα τα στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της άποψης αυτής: Φιλήμων, Ιστορία του Πρόκες Φον Όστεν, χειρόγραφο 9142 της Εθνικής Βιβλιοθήκης – επιστολή του Ξάνθου προς τη Βουλή στις 15.12.1843, Ημερολόγιον του Αγώνος (1814-1830).

Τώρα πια τα πνεύματα έχουν ηρεμήσει και είναι πιο εύκολο αντί για έριδες και διαμάχες, η πρώτη ηγετική τριάδα να μετατραπεί σε τετράδα ώστε η διεύρυνση να αποκαταστήσει την ιστορική «αδικία».

 

Υποσημειώσεις


[1] Αγ. Α. Τσέλαλης, Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, σ. 13.

[2] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ.31-34

[3] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν, σ. 37-38.

[4] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 50-52.

[5] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν, σ. 239-242.

[6] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 43.

[7] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 46-48-51.

[8] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 57-60.

[9] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 105.

[10] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 71-74.

[11] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 91-93.

[12] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 135.

[13] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 47.

[14] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 203-204.

[15] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 7-8-12-14-21.

[16] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 80-83..

[17] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 106.

[18] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 203-204.

[19] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 208.

[20] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 128-130 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 35-37.

[21] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 142-143 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 103.

[22] Αγ. Α. Τσέλαλης, Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, σ. 52-57.

[23] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 155 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 131.

[24] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου,  σ. 143-144.

[25] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου,  σ. 203-204.

[26] Δ. Γκίνης, Ο Δημήτριος Υψηλάντης, σ. 187-189.

[27] Αγ. Α. Τσέλαλης, Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, σ. 65-66.

[28] Εθνική Βιβλιοθήκη, αρ. 4768.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αγησίλαος Α. Τσέλαλης, Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος ο Φιλικός, Αθήνα 1933, β’ έκδ. 1998.
  • Δημ. Γκίνης, «Ο Δημήτρη Υψηλάντης κατεβαίνει στην Ελλάδα», π. Ο Ερανιστής 2,  (1964), σ. 187-189.
  • Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναυπλία 1834.
  • Αρχείο Εμμανουήλ Ξανθού, Πρόλογος-Ιστορικά Φιλικής Εταιρείας: Ι. Κ. Μαζαράκης-Αινιάν, εισαγωγή: Τρισεύγενη Τούμπανη-Δάλλα, τ. 1-3, Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1997, 2000, 2002.
  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845.
  • Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία. Αρχείον Π. Σέκερη, Αθήνα 1967.
  • Ε. Γ. Πρωτοψάλτης, Η Φιλική Εταιρεία. Αναμνηστικόν τεύχος επί τη 150ετηρίδα,Αθήνα 1964.
  • Αναστ. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τόμ. Ε’, Αθήνα 1872.

 

Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης

Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών

Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών

Ιστορική Βιβλιοθήκη, οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας  «Οι Φιλικοί», Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

 

Read Full Post »

H πολιορκία της Τριπολιτσάς


 

Στα μέσα Μαρτίου 1821, λίγες ημέρες αφ’ ότου έφτασε η είδηση της εισόδου του Αλέξανδρου Υψηλάντη στις Ηγεμονίες, οι κοινοτικοί άρχοντες της Πελοποννήσου, κοτζαμπάσηδες και αρχιερείς, καθώς και οι Μανιάτες αρχηγοί, δραστηριοποιήθηκαν για την κήρυξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο. Στηριγμένοι στο κύρος που διέθεταν και στον εξουσιαστικό έλεγχο που ασκούσαν στις κοινότητες, κινητοποίησαν τις επαρχίες και ανέλαβαν διεύθυνση των πολεμικών επιχειρήσεων. Συγκρότησαν δηλαδή σώματα ενόπλων, αποτελούμενα κατά βάση από τους κάπους που βρίσκονταν στην υπηρεσία τους, και προχώρησαν σε επιθετικές ενέργειες και κυρίως στην πολιορκία των οχυρών.

Δημήτριος Πλαπούτας, ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Ωστόσο, στις πρώτες σημαντικές στρατιωτικές επιτυχίες που έκριναν τη στερέωση της Επανάστασης, όπως ήταν οι μάχες στο Βαλτέτσι (12-13 Μαΐου) και τα Δολιανά και τα Βέρβαινα (18 Μαΐου), πρωταγωνίστησαν και διακρίθηκαν ως οπλαρχηγοί οι Πελοποννήσιοι ένοπλοι, παλιοί καπομπασήδες και κατά καιρούς κλέφτες. Τέτοιοι ήταν οι Πλαπουταίοι, οι Πετιμεζαίοι, ο Αναγνωσταράς, ο Σταματελόπουλος κ.ά., με προεξάρχουσα τη φυσιογνωμία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Η Επανάσταση παρείχε τη δυνατότητα στους ανθρώπους αυτούς, και ιδιαίτερα σε πολεμιστές του κύρους του Κολοκοτρώνη, να αναδειχθούν σε στρατιωτικούς ηγέτες με αυτόνομη πολιτική παρουσία και δύναμη και να διεκδικήσουν κυριαρχικά δικαιώματα στην επαναστατημένη Πελοπόννησο, πλάι στις παραδοσιακές εξουσιαστικές αυθεντίες του τόπου.

 

Οι νίκες στο Βαλτέτσι και τα Δολιανά

δημιούργησαν νέα δεδομένα

για την εξάπλωση της Επανάστασης

 

Οι νίκες στο Βαλτέτσι και τα Δολιανά δημιούργησαν νέα δεδομένα για την εξάπλωση της Επανάστασης. Από τη μια, έδειξαν ότι η Επανάσταση στην Πελοπόννησο μπορούσε να έχει θετικές προοπτικές, καθώς απέτυχε η προσπάθεια των Οθωμανών να την καταστείλουν εξορμώντας από την Τριπολιτσά, όπου είχε συγκεντρωθεί το κύριο μέρος των δυνάμεών τους, προς την περιφέρεια της Πελοποννήσου. Από την άλλη, έστρεψαν το βάρος των στρατιωτικών επιχειρήσεων των επαναστατών στην Τριπολιτσά. Έως την εποχή εκείνη η πολεμική δράση περιοριζόταν, εξαιτίας της επιμονής των κοτζαμπάσηδων, σε παράκτιες πόλεις και οχυρά, όχι όμως και στο ισχυρό διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο των Οθωμανών στην Πελοπόννησο. Ο Κολοκοτρώνης αντίθετα υποστήριξε τη σημασία που θα είχε η κατάληψη της Τριπολιτσάς για την ευόδωση της Επανάστασης και στις άλλες επαρχίες και οι στρατιωτικές του επιτυχίες στα μέσα Μαΐου τού επέτρεψαν να δοκιμάσει τις ιδέες του. Του έδωσαν την ευκαιρία να παρουσιαστεί ως πολεμικός ηγέτης και συνομιλητής των ισχυρών εξουσιαστικών ομάδων του τόπου, να «αμφισβητήσει» δηλαδή τη μονοπώληση της διεύθυνσης του πολέμου από τους κοινοτικούς άρχοντες.

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, λιθογραφία.

Βέβαια, ο Κολοκοτρώνης δεν είχε ακόμη τότε αποκτήσει σημαντικά στρατιωτικά αξιώματα, δεν είχε καν δικό του σώμα ενόπλων. Αρχιστράτηγος των όπλων της Πελοποννήσου είχε οριστεί, περίπου την ίδια εποχή, στην συνέλευση των Καλτεζών (Μάιος), ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ενώ από τα μέσα Ιουνίου ήταν ο Υψηλάντης που διεκδικούσε αυτή τη θέση. Ο Κολοκοτρώνης όμως ήταν εκείνος που είχε συλλάβει την ιδέα δημιουργίας στρατοπέδου γύρω από την Τριπολιτσά (αρχές Απριλίου 1821) και είχε αναλάβει να πραγματώσει με κάθε τρόπο αυτήν την ιδέα, ιδίως μετά την πρώτη αποτυχημένη μάχη στο Βαλτέτσι (24 Απριλίου). Η αυξανόμενη επιρροή του στις ορεινές επαρχίες της κεντρικής Πελοποννήσου ενισχύθηκε και από την αναγνώρισή του ως αρχιστράτηγου της Καρύταινας από τους κοτζαμπάσηδες της περιοχής, τους Δεληγιανναίους (28 Απριλίου).

Με τις νίκες του στα μέσα Μαΐου πέτυχε την προώθηση των ελληνικών θέσεων εγγύτερα στην Τριπολιτσά, συγκροτώντας ταυτόχρονα το πλέον οργανωμένο στρατόπεδο από όσα έως τότε είχαν συσταθεί στην Πελοπόννησο. Συγκεκριμένα, ενώ πριν από τις μάχες στο Βαλτέτσι και τα Δολιανά τα Ελληνικά στρατόπεδα γύρω από την Τριπολιτσά βρίσκονταν στα Τρίκορφα, στο Βαλτέτσι, στο Λεβίδι και στα Βέρβαινα, έως το πρώτο δεκαήμερο του Ιουνίου οι Ελληνικές θέσεις προωθήθηκαν, ύστερα από μικρές νικηφόρες συγκρούσεις, στους Αγίους Θεοδώρους, τον Άγιο Βλάση, στην Επάνω Χρέπα, στο Στενό και τις Ρίζες, ενώ δημιουργήθηκαν νέες οχυρές θέσεις στον Θάνα και την Αγία Παρασκευή.

Έκτοτε, η πολιορκία της Τριπολιτσάς έγινε περισσότερο ασφυκτική, ιδίως μετά και την άφιξη του Δημητρίου Υψηλάντη στα Τρίκορφα στις αρχές Ιουλίου, οπότε και καταλήφθηκαν εγγύτερες θέσεις προς την πόλη και το μεγαλύτερο μέρος των ενόπλων χωρίστηκε σε τέσσερα σώματα με επικεφαλής τους Κολοκοτρώνη, Αναγνωσταρά, Μαυρομιχάλη και Γιατράκο. Σημαντική, από επιχειρησιακής πλευράς, ήταν και η δημιουργία της περίφημης Γράνας (τάφρου) έξω από την Τριπολιτσά, ώστε να εμποδιστούν οι έξοδοι Οθωμανικών αποσπασμάτων για την προμήθεια εφοδίων, που κι αυτή ιδέα του Κολοκοτρώνη ήταν.

Η νίκη των Ελλήνων στη θέση αυτή (10 Αυγούστου 1821) ήταν αποφασιστικής σημασίας για την έκβαση της πολιορκίας, καθώς οι πολιορκημένοι ουσιαστικά αποκλείστηκαν μέσα στα τείχη. Από τότε άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για την κυρίευση της πόλης και κλιμακώθηκαν οι διαπραγματεύσεις, τόσο ανάμεσα στους πολιορκητές και τους πολιορκημένους, για τους όρους παράδοσης, όσο και μεταξύ των πολιορκητών, για τη διανομή των λαφύρων.

Ο Κολοκοτρώνης, από το στρατόπεδό του στα Τρίκορφα, που ήταν το κέντρο των πολεμικών επιχειρήσεων, διηύθυνε με τους ενόπλους του ουσιαστικά αυτός την πολιορκία, παρά το γεγονός ότι ήταν απλώς ο αρχηγός ενός από τα κύρια ένοπλα σώματα γύρω από την Τριπολιτσά και τυπικά βρισκόταν κι αυτός, όπως και οι άλλοι πολεμικοί αρχηγοί, υπό τις διαταγές του Υψηλάντη. Ενδεικτικό ακόμη του κύρους που απολάμβανε ήταν οι χωριστές διαπραγματεύσεις με την Αλβανική φρουρά της πόλης, η συμφωνία στην οποία κατέληξε (18 Σεπτεμβρίου) και, ιδίως, η τήρηση της συμφωνίας, δηλαδή η ασφαλής έξοδος μερικών χιλιάδων Αλβανών ενόπλων στις 23 Σεπτεμβρίου, δηλαδή την ημέρα της άλωσης  κι ενώ η πόλη βρισκόταν στο έλεος των πολιορκητών. [1]

 

Στις απαρχές της Επανάστασης

η στρατολόγηση γινόταν συχνά με τη βία,

ενώ οι αμαθείς στον πόλεμο και τη ζωή

του στρατοπέδου αγρότες το έσκαγαν

 

Νικήτας Φλέσσας, αδελφός του Παπαφλέσσα.

Στην διάρκεια των έξι και πλέον μηνών από την έναρξη της Επανάστασης και έως την άλωση της Τριπολιτσάς, πλάι στον Κολοκοτρώνη διακρίθηκαν στις πολεμικές επιχειρήσεις κι άλλοι οπλαρχηγοί της Πελοποννήσου, όπως οι συγγενείς του Κολοκοτρωναίοι και Πλαπουταίοι, ο επίσης συγγενής του Νικήτας Σταματελόπουλος, ο Παναγιώτης Κεφάλας, οι Γιατράκοι, οι Φλεσσαίοι, οι Πετμεζαίοι κ.ά. Οι περισσότεροι από αυτούς, που διεκδικούσαν νέους ρόλους στην Επανάσταση, ήταν άνθρωποι δικοί του, τον στήριζαν στις επιλογές του και συνέδεαν μαζί του την προσωπική τους παρουσία και δύναμη. Ταυτόχρονα, όπως και ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης, αντλούσαν το κύρος τους από τη δύναμη των όπλων που διηύθυναν, από τους ένοπλους Πελοποννήσιους που τους ακολουθούσαν.

Πραγματικά, για πρώτη φορά από την αρχή της Επανάστασης είχαν συγκεντρωθεί τόσο πολλοί, σχεδόν από όλες τις επαρχίες της Πελοποννήσου και ζούσαν πλέον κανονικά στα στρατόπεδα γύρω από την Τριπολιτσά. Ο Κολοκοτρώνης και οι οπλαρχηγοί είχαν κατορθώσει να κινητοποιήσουν τις επαρχίες και να τις εντάξουν στη λογική του πολέμου. Είχαν δηλαδή κατορθώσει να κινητοποιήσουν ανθρώπους μαθημένους μέχρι τότε να μην αφήνουν εύκολα τον τόπο τους, τα χωριά και τις κοινότητες στις οποίες ζούσαν, για να πάνε να πολεμήσουν αλλού.

Βέβαια, στις απαρχές της Επανάστασης η στρατολόγηση γινόταν συχνά με τη βία [2], ενώ οι αμαθείς στον πόλεμο και τη ζωή του στρατοπέδου αγρότες το έσκαγαν. Ωστόσο, οι νίκες στο Βαλτέτσι και τα Δολιανά μετέβαλαν την κατάσταση, δημιουργώντας στους ανθρώπους αυτούς νέες παραστάσεις όσον αφορά τις καινούργιες προοπτικές και τις δυνατότητες που έφερνε ο πόλεμος εναντίον των Οθωμανών, τους καλλιέργησαν λογής προσδοκίες που τους κινητοποιούσαν, τους έκαναν να ανταποκρίνονται θετικά στα κελεύσματα των οπλαρχηγών, να προσέρχονται και να παραμένουν στα στρατόπεδα, να παίρνουν μέρος άφοβα στις μάχες. Και δεν έχει τόση σημασία τι μπορεί να ήταν αυτό που αναγνώριζε ο καθένας μέσα από τη συμμετοχή του στην πολιορκία, τι ήταν δηλαδή αυτό που τον κινητοποιούσε (το επαναστατικό φρόνημα, η συμμετοχή στα λάφυρα, η εκδίκηση ή η απελπισία), όσο το γεγονός καθ` εαυτό της μαζικής κινητοποίησης και συμμετοχής στον πόλεμο. Το γεγονός ήταν ότι ο Κολοκοτρώνης και οι Πελοποννήσιοι οπλαρχηγοί έφτιαχναν τον καιρό εκείνο το στρατό της Επανάστασης, μετέτρεπαν τους χωρικούς σε πολεμιστές, οργάνωναν στρατιωτικά την κοινωνία της εποχής, την έκαναν να πιστεύει στον πόλεμο και να μπορεί να τον αναλάβει και τούτο ήταν σημαντικό από μόνο του. Κάπως έτσι, άλλωστε, δεν γίνεται με όλες τις επαναστάσεις;

Έτσι, από τον Απρίλιο του 1821, που άρχισε η πολιορκία της Τριπολιτσάς, μέχρι και το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, που κατελήφθη η πόλη, γεννήθηκε το «στρατιωτικό» της Επανάστασης. Τότε φάνηκε, δηλαδή, ότι η Επανάσταση είχε αρχίσει να γίνεται στρατιωτική υπόθεση, υπόθεση των στρατιωτικών και τούτο σε βάρος της Πελοποννησιακής Γερουσίας και των προυχοντικών οικογενειών που είχαν φτιάξει αυτόν τον θεσμό, είχαν αναλάβει από την αρχή οι ίδιοι τα της Επανάστασης και πίστευαν ότι με τον τρόπο αυτό θα έλεγχαν την εξουσία στη νέα κατάσταση. Για να το πούμε διαφορετικά: Στις νέες συνθήκες του πολέμου, όπου αξιοδοτούνταν τα όπλα και καταξιώνονταν οι φορείς τους, φτιαχνόταν μια νέα κοινωνικοπολιτική αυθεντία, ο Πελοποννήσιος στρατιωτικός αρχηγός, και μια νέα κοινωνικοπολιτική κατηγορία, το «στρατιωτικό» της Πελοποννήσου, με αποτέλεσμα να επαναπροσδιοριστούν έκτοτε οι σχέσεις δύναμης και εξουσίας στην επαναστατημένη Πελοπόννησο.

Η Πελοπόννησος, όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση, δεν είχε την εμπειρία του πολέμου. Ο γενικευμένος πόλεμος ήταν έξω από τη ζωή και τη μνήμη των ανθρώπων του τόπου: Είχε περάσει περισσότερο από αιώνας από τις επιχειρήσεις ανακατάληψης της Πελοποννήσου από τους Οθωμανούς (1715), ενώ ελάχιστοι είχαν ζήσει τις, μικρής άλλωστε κλίμακας, επιχειρήσεις των Ορλοφικών (1770). Οι Πελοποννήσιοι της εποχής λοιπόν δεν είχαν ποτέ τους πολεμήσει. Ακόμη περισσότερο, η πλειονότητα των ραγιάδων δεν ήξερε από όπλα, δεν κατείχε τέτοια και συνεπώς δεν γνώριζε τη χρήση τους.

 

Οι κάτοικοι ζούσαν τη ζωή τους

μακριά από τις ιδεολογικές διεργασίες

και τις προετοιμασίες της Φιλικής Εταιρείας

 

Μάλιστα, οι αγροτικοί πληθυσμοί αντιμετώπιζαν με δέος τις ένοπλες ομάδες των κάπων, οι οποίοι, στην υπηρεσία των ισχυρών κοινοτικών αρχόντων, περιφέρονταν στα χωριά για να επιβλέπουν τη διαδικασία είσπραξης των φόρων και απόδοσης των προσόδων, αλλά και για να κυνηγήσουν τους κλέφτες και τους κάθε λογής απείθαρχους. Με δέος, επίσης, οι ραγιάδες άκουγαν και διηγούνταν ιστορίες για τους κλέφτες και με φόβο τους αντιμετώπιζαν όσα χωριά βρίσκονταν στο χώρο των δραστηριοτήτων τους. Όλα τούτα, τα κλέφτικα και τα καπιλίκια, η ζωή και η ενασχόληση με τα όπλα γενικότερα, ήταν για τους λίγους, όχι για τους πολλούς. Τούτοι οι τελευταίοι γνώριζαν καλά ότι το παιχνίδι της εξουσίας ανάμεσα στους λογής ενόπλους, τις περισσότερες φορές κατέληγε σε βάρος τους και φρόντιζαν να μένουν μακριά από αυτό. Ταυτόχρονα, στην πλειονότητά τους οι κάτοικοι ζούσαν τη ζωή τους μακριά από τις ιδεολογικές διεργασίες και τις προετοιμασίες της Φιλικής Εταιρείας και το σχέδιο που εξυφαινόταν στους κόλπους της. Έτσι, και παρά την οπωσδήποτε επιτυχημένη προπαγάνδα των απεσταλμένων της Φιλικής Εταιρείας τον τελευταίο χρόνο πριν από την Επανάσταση, οι πολλοί όχι μόνο δεν ήταν προετοιμασμένοι να ζήσουν σε συνθήκες γενικευμένου πολέμου, αλλά και δεν είχαν καν διανοηθεί ότι κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατόν να συμβεί στους ίδιους και στον τόπο τους.

Η πραγματικότητα αυτή δέσμευε ασφαλώς το πώς και από ποιους θα ξεσπούσε η Επανάσταση. Έτσι, τους πρώτους μήνες του 1821, τους σχεδιασμούς και τις προετοιμασίες για τον πόλεμο τα είχαν αναλάβει και τα διαχειρίζονταν οι κοινοτικές ιεραρχίες. Οι προύχοντες του τόπου, με τους ενόπλους που είχαν τότε στην υπηρεσία τους, βάλθηκαν να οργανώσουν το «γενικό ξεσηκωμό». Έφτιαξαν έτσι «Οργανισμούς», «Γερουσίες», «Κονσολάτα» και «Εφορείες», με σκοπό να συλλέξουν πολεμικό υλικό και κυρίως να στρατολογήσουν, να συστήσουν στρατόπεδα, με άλλα λόγια να φτιάξουν το στρατό της Επανάστασης. Με την πειθώ ή με τη φοβέρα και την απειλή, μοιράζοντας πραγματοποιήσιμες ή και απατηλές, τις περισσότερες φορές, υποσχέσεις, οι τοπικές αρχηγεσίες επιδόθηκαν στο δύσκολο έργο να μάθουν την κοινωνία της εποχής να ζει σε συνθήκες πολέμου. Για να το πούμε αλλιώς: ηγήθηκαν μιας κίνησης που απέβλεπε στη «στρατιωτικοποίηση» της κοινωνίας.

 

Σχέδιο της πολιορκίας.

 

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση στην Πελοπόννησο, οι ένοπλοι του τόπου, παλιοί κάποι και κατά καιρούς κλέφτες, βρίσκονταν στην υπηρεσία των μεγάλων προυχοντικών οικογενειών που είχαν, όπως προαναφέρθηκε, την ευθύνη τής κατά τόπους οργάνωσης και της διεξαγωγής του πολέμου. Αυτοί οι Πελοποννήσιοι ένοπλοι, διαφορετικά από ό,τι συνέβαινε με τους αρματολούς της Ρούμελης, δεν αποτελούσαν κυριαρχική δύναμη στην Πελοπόννησο, οι επαρχίες της οποίας ελέγχονταν από τους κοτζαμπάσηδες.

Η Πελοπόννησος ήταν «χώρα», δηλαδή ήταν ένας πολιτικά και διοικητικά αυτόνομος και ενοποιημένος κοινωνικός χώρος, καλά οργανωμένος, με ισχυρούς πολιτικούς θεσμούς και ιεραρχίες, τις μεγάλες προυχοντικές οικογένειες, που είχαν πολιτική εμπειρία και οικονομική δύναμη, ασκούσαν εξουσίες και είχαν κύρος και επιρροή στις επαρχίες. Οι προύχοντες εισέπρατταν τις προσόδους των επαρχιών και με τα έσοδα που αποκόμιζαν προσλάμβαναν οπλαρχηγούς και συγκροτούσαν στρατιωτικά σώματα τα οποία έλεγχαν και μισθοδοτούσαν οι ίδιοι.

Οι οπλαρχηγοί αυτοί, μυημένοι αρκετοί στη Φιλική Εταιρεία, άνθρωποι με πολεμικές δεξιότητες, γνώστες του χώρου και των ανθρώπων του, είχαν λοιπόν τη δυνατότητα και βάλθηκαν εξαρχής, ενεργώντας στην υπηρεσία των προυχόντων, να κινητοποιήσουν, να προετοιμάσουν και να οργανώσουν τις κοινότητες για πόλεμο.

Ωστόσο, καθώς η παρουσία των οπλαρχηγών κρινόταν απαραίτητη, στις νέες συνθήκες του πολέμου, η θέση τους πολύ γρήγορα επρόκειτο να αναβαθμιστεί. Ήδη από τις απαρχές της Επανάστασης, έξω από τα πολιορκημένα κάστρα, στα στρατόπεδα των επαναστατών και στα πεδία των μαχών, νέες κοινωνικές σχέσεις άρχισαν να καλλιεργούνται ανάμεσα στους ανθρώπους των όπλων και στους στρατολογημένους αγροτικούς πληθυσμούς, σχέσεις που διέπονταν από τις αξίες και τις αρχές των νέων μορφών συλλογικής οργάνωσης και δράσης τις οποίες γεννούσαν οι έκτακτες συνθήκες και ανάγκες του πολέμου. Βέβαια, η σύσταση των πρώτων στρατοπέδων ακολουθεί αρχικά μορφές οργάνωσης που προσιδιάζουν σε μια κοινωνία οργανωμένη στη βάση των δεσμών συγγένειας και της τοπικότητας. «Οι Έλληνες εις την αρχήν της επαναστάσεως αυτομάτως εσυναθροίζοντο εις τα στρατόπεδα καθ’ ομάδας, οικογενείας, χωρία και κατ’ επαρχίας. (…) Κάθε χωρίον είχε ιδικόν του καπετάνιον, και δεν επαραχώρει εις κανένα άλλον την αρχηγία, ούτε οι γείτονές των ακολούθουν άλλον τινά. Τότε ως επί το πλείστον ήσαν ομάδες συγγενικαί».[3]

Αρχικά, μόνο στους Μανιάτες φαίνεται ότι παραχωρούνταν η αρχηγία, ωστόσο σιγά σιγά άρχισαν να αναγνωρίζονται όσοι διακρίνονταν στη μάχη. Στα στρατόπεδα και τα πεδία του πολέμου οι άνθρωποι μοιράζονταν δυνατές και πρωτόγνωρες εμπειρίες, μάθαιναν να αναμετριούνται με το φόβο και δοκίμαζαν τις αντοχές τους. Στους χώρους αυτούς, λοιπόν, άρχισαν να αναπτύσσονται ισχυροί δεσμοί αμοιβαιότητας και αλληλεγγύης ανάμεσά τους και οι άπειροι στον πόλεμο χωρικοί συνδέονταν με σχέσεις πίστης και αφοσίωσης προς τους εμπειροπόλεμους οπλαρχηγούς τους. Αυτοί οι τελευταίοι προσπαθούσαν, και σε ένα βαθμό το κατόρθωναν, με το καλό ή με το άγριο να μετατρέψουν τους φοβισμένους και απείθαρχους χωρικούς σε πολεμιστές:

«Ο Κολοκοτρώνης εις Χρυσοβίτσι είχε συνήθειαν κάθε δύο ημέρας να κατεβάζη τους στρατιώτας κάτω εις τον κάμπον, να βάλλη τους υπασπιστάς του να τους μετρούν, να τους ομιλή και να τους λέγη να κάμουν ανά δύο δύο διάφορα κινήματα με τα ντουφέκια των και πώς να φέρωνται, να τους εμψυχώνη, να τους κάμη να γνωρίζονται και να αγαπώνται και να πονούνται αναμεταξύ των όταν έβλεπεν ο ένας τον άλλον, μάλιστα έσταιναν όπως οι τακτικοί τα τουφέκια των όλα μαζί πυραμίδας, έπαιζαν, ωμιλούσαν, έριχναν τo λιθάρι, εχόρευαν επήδαγαν και έπειτα με μίαν φωνήν τους επανέφερε πάλιν εις τα άρματα».[4]

Στα στρατόπεδα, και ιδίως γύρω από την Τριπολιτσά μάθαιναν να πολεμούν, να μη διαλύονται μπροστά στις πρώτες δυσκολίες και, κυρίως, να υπακούουν τους σωματάρχες τους και να εκτελούν τις διαταγές τους. Ακόμη, μάθαιναν κανόνες και αρχές κοινωνικής συνύπαρξης εντελώς διαφορετικούς από αυτούς στους οποίους είχαν μάθει έως τότε να ζουν: η κατοχή και η καθημερινή χρήση των όπλων, οι νέοι αξιακοί κώδικες που συναρτώνται με αυτά, η πειθαρχία και ο καταμερισμός ρόλων και αρμοδιοτήτων μιας οιονεί στρατιωτικής ζωής, δηλαδή οι νέες ιεραρχίες που συστήνονταν και νομιμοποιούνταν πρωτίστως βάσει των πολεμικών δεξιοτήτων· όλα τούτα ήταν πράγματα που δεν αντλούσαν από την παράδοση των κοινοτικών θεσμών, ήταν πράγματα καινούργια, που άνοιγαν, με τη σειρά τους, νέες προοπτικές για τούς επαναστάτες και τους οπλαρχηγούς τους.

Οι Τούρκοι ήταν κλεισμένοι

στα κάστρα και οι κοινοτικοί θεσμοί

και εξουσίες, δεν λειτουργούσαν όπως παλιά,

είχαν αποσταθεροποιηθεί

 

Οι πολεμικές δεξιότητες, παραδείγματος χάριν, καθώς αναγνωρίζονταν ως οι μέγιστες αξίες στις νέες αυτές συνθήκες ζωής των ανθρώπων, καταξίωναν τους φορείς τους στις συνειδήσεις των υπολοίπων, και βεβαίως αποτελούσαν, μεταξύ άλλων, μέσον επίδειξης και εμπέδωσης ισχύος και επιβολής ανάμεσά τους. Στις συνθήκες του πολέμου, οι κανονικότητες των αγροτικών πληθυσμών είχαν διαταραχθεί, πολλοί από τους καταναγκασμούς της προηγούμενης ζωής τους εξέλιπαν πλέον και νέες μέριμνες και υποχρεώσεις τους είχαν αντικαταστήσει: οι Τούρκοι ήταν κλεισμένοι στα κάστρα και οι κοινοτικοί θεσμοί και εξουσίες, τώρα πια, μέσα στην αναστάτωση, τις νέες προτεραιότητες και τις ανάγκες που γεννούσε ο πόλεμος, δεν λειτουργούσαν όπως παλιά, είχαν αποσταθεροποιηθεί. Πολλοί λοιπόν ήταν αυτοί που εγκατέλειπαν τα σπίτια και τις οικογένειες τους για τα στρατόπεδα, που άφηναν πίσω το φοροεισπράκτορα και τα χρέη τους ακολουθώντας κάποιον οπλαρχηγό. Αρχικά, το έκαναν πιθανά από φόβο, γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς ή γιατί δεν είχαν και τίποτα να χάσουν και αναζητούσαν κάποιες νέες ευκαιρίες.

 

Πορτρέτο Έλληνα αγωνιστή (ενδεχομένως του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη). Ελαιογραφία αγνώστου, 19ος αιώνας. Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα.

 

Εκεί πάντως, στα στρατόπεδα, ένιωθαν κατά κάποιον τρόπο ελεύθεροι, και βέβαια ήταν οπλισμένοι, στην αρχή μόνο με μαχαίρια και αγροτικά εργαλεία και στη συνέχεια με τα όπλα των αντιπάλων τους, τα οποία κέρδιζαν στη μάχη, γεγονός που τους έδινε μια αίσθηση δύναμης, τους έκανε να έχουν μιαν άλλη εικόνα για τον εαυτό τους και για τον κόσμο γύρω τους. Οι φήμες πάλι, που οργίαζαν εκείνη την εποχή για τις μεγάλες περιουσίες των Τούρκων στις οχυρωμένες πόλεις και στα κάστρα, και ιδίως στην Τριπολιτσά, τους κινητοποιούσαν, όπως και η προπαγάνδα των Φιλικών για τη διανομή των χωραφιών που είχαν εγκαταλείψει οι Τούρκοι.

Η προσκόλληση σε κάποιο δυνατό οπλαρχηγό, ο οποίος θα μπορούσε να τους τα προσφέρει όλα τούτα, ήταν κίνητρο ζωής για τους ανθρώπους της εποχής, που τους έκανε να ακολουθούν πιστά τους αρχηγούς τους, να δένονται μαζί τους και να τους εμπιστεύονται τις τύχες τους. Κυρίως, όμως, οι οπλισμένοι χωρικοί, μπροστά στο φόβο του πολέμου, αναγνώριζαν στον οπλαρχηγό εκείνον που θα μπορούσε να αναλάβει την ευθύνη τους, να τους προστατέψει. Από τη στιγμή μάλιστα που εντατικοποιήθηκε η διαδικασία της στρατολόγησης και πολλοί χωρικοί ζούσαν πλέον ως πολεμιστές στα στρατόπεδα, όπως συνέβη από ένα σημείο κι έπειτα στην Τριπολιτσά, όλο και περισσότερο συνέδεαν τη ζωή τους και τη μοίρα τους με τους οπλαρχηγούς τους, τους οποίους άρχιζαν να αναγνωρίζουν πλέον ως νέους αρχηγούς τους, νέους προστάτες και ευεργέτες τους.

 

Με το άκουσμα της έλευσης του πρίγκιπα

από τη Ρωσία, ο ενθουσιασμός συνεπήρε

τους εξεγερμένους Χριστιανούς

 

Από την άλλη πλευρά, οι οπλαρχηγοί, που διαδραμάτιζαν πρωταγωνιστικό ρόλο στη στρατολόγηση και τις πολεμικές επιχειρήσεις, ενέπνεαν εμπιστοσύνη και προκαλούσαν το σεβασμό των ανθρώπων που οδηγούσαν στις μάχες, οι οποίοι αναγνώριζαν σ’ αυτούς το δεινό πολεμιστή, αυτόν που γνωρίζει να χειρίζεται τα όπλα και να δίνει λύσεις στις δύσκολες στιγμές, που δεν φοβάται τον εχθρό, μπορεί να κρατήσει τη θέση του απέναντι του και να τον αντιμετωπίσει ως ίσος προς ίσον.

Έτσι, οι οπλαρχηγοί δεν άργησαν να αποκτήσουν δύναμη, να αισθάνονται και οι ίδιοι δυνατοί στο «φυσικό» τους περιβάλλον που ήταν ο πόλεμος. Με άλλα λόγια, στους ανθρώπους αυτούς άρχισε να καλλιεργείται η αίσθηση ότι θα μπορούσαν να αποδεσμευτούν από τους παλιούς πάτρωνές τους, τους προύχοντες, και να διεκδικήσουν πλέον νέους, αυτόνομους ρόλους στην Επανάσταση.

Ας μην το ξεχνάμε. Ο πόλεμος, με τη μεγάλη κοινωνική σύγχυση και το κενό εξουσίας που είχε προκαλέσει στις επαρχίες της Πελοποννήσου, συνιστούσε μια ρευστή κατάσταση που κυοφορούσε αλλαγές στη ζωή, τις αντιλήψεις και τις σχέσεις των ανθρώπων. Οι άνθρωποι της εποχής είχαν αυτήν την αίσθηση της ανατροπής στη ζωή τους· το παλιό και το σταθερό, ότι κι αν σήμαινε για τον καθένα, δεν υφίστατο, προς το παρόν τουλάχιστον, και αυτό τους δημιουργούσε μεγάλη ανασφάλεια. Ο κόσμος, στον οποίο είχαν μάθει να αναγνωρίζουν και να αποδίδουν ρόλους στον εαυτό τους και τον άλλο, δεν ήταν, τώρα, ο ίδιος με πριν. Ακόμη και η αίσθηση που είχαν για το χρόνο οι άνθρωποι είχε αρχίσει να αλλάζει: από το μακρό, σχεδόν ακίνητο χρόνο και την κανονικότητα της ποιμενικής και αγροτικής ζωής, ζούσαν τώρα μέσα στη δίνη του πολέμου και του επαναστατικού πυρετού, όπου τα γεγονότα διαδέχονταν γρήγορα το ένα το άλλο, το ίδιο και τα συναισθήματα, οι εμπειρίες και οι προκλήσεις που καθημερινά είχαν να αντιμετωπίσουν. Είχαν λοιπόν οι άνθρωποι την αίσθηση του ρευστού παρόντος και του ασχημάτιστου όσο και αβέβαιου μέλλοντος, που τους έκανε να φοβούνται, αλλά και τους έδινε, ταυτόχρονα, μια πρωτόγνωρη αίσθηση δύναμης και ελευθερίας.

Στα στρατόπεδα των επαναστατών, λοιπόν, οι παλιές ιεραρχίες και οι καταναγκασμοί των κοινοτικών θεσμών έχαναν μεγάλο μέρος της ισχύος τους και νέες ξεπρόβαλλαν, οι στρατιωτικοί αρχηγοί, που πρωταγωνιστούσαν στον πόλεμο, προσεταιρίζονταν τις κοινότητες, αποκτούσαν τους «δικούς τους» ανθρώπους κι άρχισαν έτσι να διαμορφώνουν το δικό τους χώρο. Με άλλα λόγια, τους πρώτους μήνες της Επανάστασης, στα στρατόπεδα που βρίσκονταν έξω από τα πολιορκημένα κάστρα, συστήνονταν νέες σχέσεις εξουσίας, οι οποίες εγκαθιδρύονταν ως σχέσεις προστασίας ανάμεσα στον παλιό κάπο και κλέφτη, που διεκδικούσε να γίνει στρατιωτικός ηγέτης, και τις εξεγερμένες πλέον κοινότητες που μάθαιναν ένα νέο τρόπο ζωής· σχέσεις που, στις νέες αυτές συνθήκες, δεν διαμεσολαβούνταν αναγκαστικά από την παρουσία των προυχόντων, των παλιών αφεντάδων και των μεν και των δε, και εκ των πραγμάτων διαρρήγνυαν τους μακρόχρονους δεσμούς αυτών των τελευταίων με τους κοινοτικούς πληθυσμούς και έθεταν έτσι υπό αίρεση τις παραδοσιακές σχέσεις και θεσμούς εξουσίας. Κοντολογίς, η ένταξη των ανθρώπων του 1821 στις νέες μικροκοινωνίες και ιεραρχίες των στρατοπέδων είχε αποτέλεσμα τη διατάραξη μακραίωνων πολιτικών ισορροπιών, την άρση πολλαπλών δεσμεύσεων και εξαρτήσεων, βάσει των οποίων είχαν οργανωθεί και λειτουργούσαν μέχρι τότε οι κοινοτικοί δεσμοί στην Πελοπόννησο.

Οι δυναμικές αμφισβήτησης των σχέσεων εξουσίας που είχαν αρχίσει να διαφαίνονται μετά τις μάχες στο Βαλτέτσι και τα Δολιανά και τη συστηματοποίηση της πολιορκίας της Τριπολιτσάς από τον Θ. Κολοκοτρώνη, ενισχύθηκαν από την άφιξη στην Πελοπόννησο του Δημήτριου Υψηλάντη (21 Ιουνίου) και την απαίτησή του να αναλάβει, ως πληρεξούσιος του γενικού επιτρόπου της Αρχής, τη γενική διεύθυνση του Αγώνα.

Δημήτριος Υψηλάντης. Σχέδιο Adam Friedel. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Λονδίνο – Παρίσι, Ιανουάριος, 1827.

Με το άκουσμα της έλευσης του πρίγκιπα από τη Ρωσία, ο ενθουσιασμός συνεπήρε τους εξεγερμένους Χριστιανούς που πήραν δυναμικά το μέρος του στις πρώτες διαφωνίες με τους κοτζαμπάσηδες στα τέλη Ιουνίου (Βέρβαινα) και στις αρχές Ιουλίου (Ζαράκοβα). Ο Υψηλάντης έκανε λοιπόν ηγεμονική εμφάνιση στην Πελοπόννησο, παρουσιάστηκε ως ο «αρχηγός» των εξεγερμένων, διεκδίκησε για τον εαυτό του το ρόλο του ισχυρού και αναγνωρισμένου ηγέτη τους στην Επανάσταση και υιοθέτησε τα στρατιωτικά σχέδια του Κολοκοτρώνη για τη σημασία της πτώσης της Τριπολιτσάς.

Οι περισσότεροι από τους οπλαρχηγούς της Πελοποννήσου τάχθηκαν στο πλευρό του Υψηλάντη, του προσέφεραν, αρχικά τουλάχιστον, την υποστήριξη τους στις αντιδικίες του με τους προύχοντες και από την 1η Ιουλίου τον αναγνώρισαν ως αρχηγό της πολιορκίας της Τριπολιτσάς και από κοινού ανέλαβαν την οργάνωση της. Έκτοτε, ο Υψηλάντης μαζί με τον Κολοκοτρώνη και τους Πελοποννήσιους ενόπλους διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιορκία και την κυρίευση της πόλης, ήλεγχαν τα στρατεύματα και κατηύθυναν τις κινήσεις τους, αντιπροσώπευαν τους πολιορκητές στις συνομιλίες και διαπραγματεύσεις, με άλλα λόγια αναγνωρίζονταν πλέον ως στρατιωτικοί αρχηγοί. Ως τέτοιοι οι οπλαρχηγοί συμμετείχαν και στην κατανομή των λαφύρων, όταν έπεσε η πόλη, γεγονός που τους επέτρεψε να ισχυροποιήσουν ακόμη περισσότερο τη θέση τους στην Επανάσταση. Τα λάφυρα τους προσέφεραν τη δυνατότητα να στρατολογούν και να διαθέτουν δικούς τους ενόπλους, αφού θα μπορούσαν πλέον να τους μισθοδοτούν οι ίδιοι. Ακόμη περισσότερο, τώρα που είχαν φύγει οι Οθωμανοί και είχαν κλειστεί στα κάστρα, οι Πελοποννήσιοι ένοπλοι θα μπορούσαν, δια των ενόπλων τους και με τα λάφυρα που είχαν αποκομίσει, να ελέγχουν τις επαρχίες ιδιοποιούμενοι τις προσόδους και εισπράττοντας τους φόρους τους.

Γι’ αυτούς του ανθρώπους, όπως και για τους προύχοντες εξάλλου, το ζήτημα της εξουσίας στην Επανάσταση αφορούσε το ποιος θα ελέγχει τα όπλα και θα διαχειρίζεται τις κοινότητες ως προς την πολιτική και οικονομική οργάνωση και διεξαγωγή του πολέμου. Οι Πελοποννήσιοι ένοπλοι διαμόρφωναν έτσι, εκείνη την εποχή, τους υλικούς όρους ανάδειξης και αναπαραγωγής τους ως αυτόνομης στρατιωτική και πολιτικής δύναμης στην Επανάσταση.

Ήδη στην κεντρική ορεινή Πελοπόννησο είχαν προκληθεί σημαντικές ανακατατάξεις στις σχέσεις τοπικής δύναμης και εξουσίας ανάμεσα στους ανθρώπους των όπλων και τους προύχοντες. Ο Κολοκοτρώνης και οι συγγενείς του Πλαπουταίοι είχαν διαμορφώσει ζώνες επιρροής στην Καρύταινα και ασκούσαν τον έλεγχο σε σημαντικά τμήματα της επαρχίας, γεγονός το οποίο θα επέτρεπε στον πρώτο, λίγο μετά την άλωση της Τριπολιτσάς, να στρατολογήσει και να εκστρατεύσει στην Πάτρα επικεφαλής δικού του στρατιωτικού σώματος. Ο Κολοκοτρώνης είχε ισχυρές διασυνδέσεις στην εν λόγω επαρχία από την εποχή που ήταν καπόμπασης. Το ίδιο συνέβαινε και με τους συγγενείς του Πλαπουταίους, επίσης ισχυρούς καπομπασήδες της ίδιας επαρχίας, που ήλεγχαν από παλιά τα χωριά της Λιοδώρας. Τα ήδη δημιουργημένα αυτά δίκτυα σχέσεων ενεργοποιήθηκαν και ενδυναμώθηκαν στις νέες συνθήκες του πολέμου, με αποτέλεσμα να ανατραπούν παραδοσιακές ισορροπίες και να αρχίσουν να μεταστρέφονται οι τοπικοί συσχετισμοί δύναμης υπέρ των στρατιωτικών και σε βάρος της μεγάλης προυχοντικής οικογένειας των Δεληγιανναίων.

Όταν έπεσε η Τριπολιτσά (23 Σεπτεμβρίου), ο Κολοκοτρώνης μαζί με τους Πελοποννήσιους ενόπλους «πάτησε το πόδι του» στην πόλη ως θριαμβευτής και νέος κατακτητής. Και το γεγονός τούτο συμβόλιζε τη μεγάλη δύναμη που άρχιζαν πλέον να αποκτούν στην Επανάσταση οι παλιοί κάποι και κλέφτες της Πελοποννήσου.

Η Επανάσταση και ο πόλεμος έφτιαχναν τότε ένα νέο τύπο ηγέτη: τον Πελοποννήσιο ένοπλο, στον οποίο προσφερόταν η δυνατότητα να αποδεσμευτεί από την επιρροή των παλιών πατρώνων του, να καταξιωθεί μέσα από τη συμμετοχή και την προσφορά του στον πόλεμο, να αποκτήσει ιδιαίτερη κοινωνική παρουσία και πολιτικό βάρος και να διεκδικήσει έτσι ηγετικό ρόλο στην Επανάσταση ως στρατιωτικός αρχηγός.

 

Παναγιώτης Κεφάλας. Ο Κεφάλας σηκώνει τη σημαία της ελευθερίας στα τείχη της Τριπολιτσάς.

 

Άλωση Τριπολιτσάς – η εξέλιξη

 

23 Σεπτεμβρίου 1821 – (Παρασκευή) 9 π.μ. -10 π.μ.

Μάχες και εξόντωση της τουρκικής φρουράς στην τάπια της «Πόρτας τ’ Αναπλιού», από το Σώμα του Μανόλη Δούνια. Είσοδος των Ελλήνων και ύψωση της σημαίας τους πάνω από την Πόρτα, όπου κυμάτιζαν πριν οι ημισέληνοι.

10 π.μ. – απόγευμα

Σκληρές οδομαχίες στην πόλη της Τριπολιτσάς, με 300 Έλληνες πολεμιστές νεκρούς. Νωρίς το απόγευμα. Εκτέλεση Σωτηράκη Κουγιά, προεστού Τριπολιτσάς, και άλλων συνεργατών των Τούρκων, που ήσαν αντίθετοι στην Επανάσταση

4. μ.μ. (;)

Ανεπιτυχής απόπειρα πυρπόλησης των γραφείων του σεραγιού της Τριπολιτσάς – όπου στεγάζονταν τα αρχεία και άλλες υπηρεσίες – από τους ίδιους τους Τούρκους.

5.00 μ.μ. – 6.00 μ.μ.

Καύση των διαμερισμάτων (κονακίων) μόνο του σεραγιού από τους Έλληνες. Εκεί βρίσκονταν 300 Αλβανοί, που δεν δέχονταν να «συμβιβαστούν» με τους επαναστάτες.

Μεσάνυχτα

Ολοσχερής πυρπόληση και αποτέφρωση του σεραγιού (γραφείων, κονακίων, λοιπών εγκαταστάσεων) χωρίς να είναι γνωστός ο δράστης, Τούρκος (;) ή Έλληνας (;)

24 Σεπτεμβρίου 1821 (Σάββατο) Πρωί

Οι οδομαχίες συνεχίζονται. Σφαγή Ελλήνων συνεργατών-Τούρκων και Εβραίων.

Μεσημέρι (;)

Απομάκρυνση – έπειτα από συμφωνία με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη – περίπου 3.000 (;) Αλβανών που είχαν εισέλθει στην Τριπολιτσά πριν από την άλωση.

25 Σεπτεμβρίου 1821 (Κυριακή)

Συνέχεια σφαγών: συνολικά σφάζονται περί τους 10.000 ή και περισσότερους Τούρκους, Εβραίους, Έλληνες και Αλβανούς. Οι Έλληνες συνεργάτες είναι λιγοστοί, όπως και οι Αλβανοί. Οι εβραϊκές οικογένειες υπολογίζονται σε 50. Οι υπόλοιποι είναι Τούρκοι.

26 Σεπτεμβρίου 1821 (Δευτέρα)

Διαταγή παύσης σφαγών.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Πρβλ.: «…εγώ τους είπα “Εάν θέλετε να βαρέσετε τους Αρβανίταις, σκοτώσετε εμένα πρώτα, ειμή και είμαι ζωντανός όποιος πρωτορήξη εκείνονε πρωτοσκοτώνω πρώτα”. Κ’ εμβήκα μπροστά με τους σωματοφύλακάς μου… Εγώ έμεινα πιστός εις τον λόγον της τιμής μου», Θ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις Συμβάντων της Ελληνικής Φυλής, Αθήνα, εκδ. Τολίδη, χ.χ., σ. 165.

[2] Πρβλ. «Από εδώ ο Κολοκοτρώνης έστειλεν αμέσως τον Πάνον εις τα χωρία της Καρύταινας με γραπτή διαταγήν του να βγάλη όλους τους Καρυτινούς εις τα άρματα… Είχε δε την άδειαν ο Πάνος να σκοτώνη, να καίη τα σπίτια των και να δημεύη τα πράγματά των προς όφελος των στρατιωτών», Φωτάκος, Απομνημονεύματα Περί της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, τ. Α, εκδόσεις Βεργίνα, 1996, ο. 93.

[3] Ο.π., σ. 115

[4] Ο.π., σ. 130

 

Νίκος Ροτζώκος – Ιστορικός, Καθηγητής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Διονύσης Τζάκης – Ιστορικός, Καθηγητής Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου  

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η άλωση της Τριπολιτσάς», τεύχος 204, 25 Σεπτεμβρίου 2003.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Βαλτέτσι 1821 – Δοξασίες και ψυχολογία των πολεμιστών | Κώστας Ρωμαίος, Καθηγητής  Πανεπιστημίου – Ακαδημαϊκός


 

Ο Φώτιος Χρυσανθόπουλος, πασίγνωστος ιδίως με το βαπτιστικό του όνομα ως Φωτάκος, είναι γνωστό ότι από την αρχή της Επαναστάσεως του 1821 υπήρξε αφοσιωμένος υπασπιστής του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και ότι αρκετούς χρόνους, μετά το τέλος της Επαναστάσεως, συνέγραψε εκτενή Απομνημονεύματα που έχουν εκδοθεί σε δύο τόμους [1]. Εκείνο όμως, που δεν είναι ευρύτερα γνωστό, είναι ότι ο Φωτάκος, ακριβώς επειδή ασχολείται πολύ συχνά με πολλές και μικρές λεπτομέρειες για πρόσωπα και γεγονότα του πολέμου, αναδεικνύεται – παράλληλα με την εξαίρετη ιστορική άξια των Απομνημονευμάτων του – και ως μία αξιόλογη λαογραφική πηγή. Γενικά για τον λαϊκό πολιτισμό της εποχής του 1821, τόσο τον σχετικό με τον υλικό βίο όσο και με τον κοινωνικό και ιδιαίτερα τον πνευματικό βίο του λαού, ο Φωτάκος γίνεται με το βιβλίο του πολύτιμος.

 

Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος. Προτομή στο χωριό Μαγουλιανά.

 

Από το πλούσιο υλικό των πληροφοριών του Φωτάκου, έχω διαλέξει να ασχοληθώ μόνο με το στρατόπεδο που συνεστήθη στο Βαλτέτσι, για να οργανωθεί αποτελεσματικότερα η πολιορκία της Τριπολιτσάς. Τα χρονικά όρια των γεγονότων εκείνων περιορίζονται μεταξύ της 16 Απριλίου και της 13 Μαΐου 1821. Άλλα και πάλι, από το ποικίλο υλικό των πληροφοριών του Φωτάκου διάλεξα να εξετάσω τώρα μόνο τρία περιστατικά, με τα όποια δεν έχω ύπ’ όψη μου να έχει ασχοληθεί έως σήμερα άλλος ερευνητής της ελληνικής λαογραφίας.

Αναφέρονται τα τρία αυτά προβλήματα στα έξης περιστατικά: 1) Στο ότι οι Μανιάτες στο Βαλτέτσι με κανένα τρόπο δεν ήθελαν να μετρηθούν, και ας επρόκειτο για διαταγή του Κολοκοτρώνη. 2) Στο ότι οι Έλληνες στρατιώτες, μόλις αντίκρισαν τα κατακρεουργημένα κορμιά των συναδέλφων τους, που είχαν πριν από λίγη ώρα σφαγή από τους Τούρκους, έστεκαν κίτρινοι από τον φόβο τους και δεν τολμούσαν να τα εγγίσουν και να τα θάψουν. Και 3) στο ότι μπροστά από το στρατιωτικό τμήμα του Κολοκοτρώνη, που ξεκίνησε από το Χρυσοβίτσι και έσπευδε στη μάχη, ξεπετάχτηκαν ξαφνικά τρεις λαγοί, που όμως τους έπιασαν ζωντανούς.

A

Η καταμέτρηση του στρατού στο Βαλτέτσι

 

Τον Απρίλιο του 1821 ο Κολοκοτρώνης προσπαθεί να οργάνωση στρατόπεδο στο Βαλτέτσι, ώστε να αρχίσει στενότερη την πολιορκία της Τριπολιτσάς. Ο Φωτάκος και πολλοί άλλοι ξεκίνησαν στις 16 Απριλίου από το Διάσελο της Αλωνίσταινας, όπου είχαν στρατόπεδο, και επήγαν στο Βαλτέτσι.

Στις 23 Απριλίου άρχισε εκεί μια συστηματική καταμέτρηση όλων όσοι ήσαν παρόντες. Σκοπός γι’ αυτό το μέτρημα ήταν να εξακριβωθεί ο ακριβής αριθμός των στρατιωτών, για να οργανωθεί αντίστοιχα καλύτερος ο επισιτισμός τους. Ξαφνικά όμως σ’ αύτη την καταμέτρηση αρνήθηκαν να πάρουν μέρος οι Μανιάτες, κυρίως οι απλοί στρατιώτες. Τελικά όμως αναγκάσθηκαν να υποχωρήσουν και να δεχθούν την καταμέτρηση, επειδή αλλιώς ο Κολοκοτρώνης δεν επρόκειτο να τους συμπεριλάβει στον κατάλογο των δικαιούχων για τροφοδοσία. Η σχετική μαρτυρία του Φωτάκου έχει ως έξης: «Την περασμένην ημέραν (δηλαδή την πριν από τη μάχη και τη διάλυση του στρατοπέδου, η οποία έγινε στις 24 Απριλίου) εμετρήθημεν όλοι οι ευρεθέντες εκεί και ήμεθα υπέρ τας δύο ήμισυ χιλιάδες στρατιώται. Εις αυτήν μάλιστα την καταμέτρηοιν έναντιωθησαν οι άπλοι Μανιαται στρατιώται και δεν ήθελαν να μετρηθούν, διότι το είχαν κακόν, άλλ’ εβιάσθηοαν να δεχθούν την καταμέτρησιν, διότι δεν ήθελεν ο Κολοκοτρώνης να τους δώση τροφήν (ταΐνι)»[2].

Την επομένη ημέρα μετά την καταμέτρηση, επετέθησαν εναντίον του ελληνικού στρατοπέδου στο Βαλτέτσι περίπου 9 χιλιάδες Τούρκοι, πεζικό και ιππικό, που βγήκαν από την Τριπολιτσά. Οι Τούρκοι κυρίευαν το χωριό Βαλτέτσι και οι Έλληνες απωθήθηκαν βορεινά, προς το δρόμο που οδηγούσε στο μικρό χωριό Αραχαμίτες που βρίσκεται κοντά στην σημερινή Ασέα.

Μαυρομιχάλης Κωνσταντίνος, ελαιογραφία, Ελένη Προσαλέντη, 1899, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Εκεί στο δρόμο, έξω από το Βαλτέτσι και βορεινά του χωριού, σταμάτησαν οι Καπεταναίοι και πολέμησαν μόνοι τους, αναγκάζοντας έτσι τους Τούρκους να μην προχωρήσουν πιο πέρα. Αν δεν είχαν επιχειρήσει αύτη την αντίδραση οι Καπεταναίοι, υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να πιάσουν οι Τούρκοι αιχμάλωτο τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, τον αρχηγό των Μανιατών. Εξ άλλου από την πλευρά τους οι Μανιάτες, που δείλιασαν και δεν έμειναν να πολεμήσουν (όπως ήξεραν και μπορούσαν να πολεμούν), γόγγυζαν εναντίον του Κολοκοτρώνη, λέγοντας ότι εκείνος έφταιγε που τους ανάγκασε να μετρηθούν, και για τούτο οι Τούρκοι τους έκαμαν μάγια και εκείνοι δείλιασαν και δεν σταμάτησαν να πολεμήσουν.

Η σχετική μαρτυρία του Φωτάκου έχει ως έξης: «Την άλλην ημέραν (24 Απριλίου) μετά την καταμέτρησιν… ήρθαν οι Τούρκοι της Τριπολιτσάς έως 9 χιλιάδες πεζοί και καβαλαραϊοι και αφού μας εκυνήγησαν, εγόγγυσαν κατά του Κολοκοτρώνη οι Μανιάται και έλεγαν ότι εξ αιτίας όπου εμετρήθησαν τους εμάγευσαν οι Τούρκοι και ως εκ τούτον εδειλίασαν και δεν εστάθησαν εις τον πόλεμον. Οι Τούρκοι μας επήραν το χωρίον Βαλτέτσι και μας έσπρωξαν κατά το βορεινόν μέρος σιμά τον χωριού, όπου είναι ο δρόμος των Αραχαμιτών εκεί επολέμησαν μόνοι των οι μεγάλοι Καπεταναΐοι και τους εσταμάτησαν άλλως επίαναν ζωντανόν τον Κυριακούλην»[3].

Η συμπεριφορά των Μανιατών είναι φυσικό να μας φαίνεται τουλάχιστον περίεργη. Επιβάλλεται όμως να την προσέξουμε πιο πολύ και να αναζητήσουμε να την ερμηνεύσουμε.

Είναι γνωστό ότι ακόμη και σήμερα οι Έλληνες βοσκοί, σε όλη σχεδόν την Ελλάδα, αποφεύγουν να μετρούν τα πρόβατα ή τα γίδια της στάνης τους, και κυρίως αποφεύγουν συστηματικά να ανακοινώνουν σε άλλους τον ακριβή αριθμό των ζώων τους. «Το έχουν για κακό», όπως γράφει και ο Φωτάκος για τους Μανιάτες. Για τούτο, οσάκις κάποιος τρίτος, ανίδεος από την ψυχολογία των βοσκών, ερώτηση κάποιον τσοπάνη πόσα είναι τα πρόβατά του, εκείνος αποφεύγει να αναφέρει αριθμό. Συνηθισμένη απάντηση του είναι: «Δεν ξέρω» η αλλιώς: «Πόσα είναι; Όσα είναι».

Πιστεύουν οι βοσκοί ότι, αν μετρήσουν τα ζώα της στάνης τους, τότε αυτά κινδυνεύουν να υποστούν άμεση καταστροφή. Είναι γνωστή η φράση: «Από τα μετρημένα τρώει ο λύκος». Πρόκειται αρχικά για ένα ποιμενικό γνωμικό ολοκληρωτικής λαϊκής αποδοχής, που γρήγορα έπειτα έγινε πανελλήνια παροιμία. Η άποψη, που υποστηρίζεται μ’ αυτό το γνωμικό, μπορεί να διατυπωθεί: Αν δεν μετρήσεις τα ζώα της στάνης σου, αυτά όχι μόνο δεν κινδυνεύουν άλλα και θα πληθύνονται συνεχώς. Αν όμως τα μετράς, εκείνα κινδυνεύουν άμεσα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι και σήμερα ακόμη, υπάρχει ανάλογη δοξασία ανάμεσα και στους χαρτοπαίκτες. Εάν ένας κερδίζει και το παιγνίδι συνεχίζεται, δεν εννοεί με κανένα τρόπο να μετρήσει πόσα κερδίζει, γιατί πιστεύει – και πιστεύουν και οι άλλοι – ότι όσο δεν τα μετράει, τόσο η ευνοϊκή τύχη θα εξακολουθεί και τα κέρδη θα αυξάνονται και θα πληθύνονται, ενώ αν κάμει το μεγάλο λάθος να τα μετρήσει, από εκεί και πέρα η καλή τύχη σταματάει και η χασούρα αρχίζει να κυριαρχεί. Και τότε, τα μετρημένα δεν τα τρώει μόνο ο λύκος, άλλα και τα ενθυλακώνει ο αντίπαλος χαρτοπαίκτης.

Ακόμη και σχετικά με τα παιδιά μίας οικογένειας, παλαιότερα δεν ήθελαν οι γονείς να ανακοινώνουν σε άγνωστους και τρίτους, πόσα είναι. «Πόσα παιδιά έχεις; – Όσα έχει δώσει ο Θεός!» απαντούσαν.

Ζεύγος ποιμένων στην Αρκαδία, C. Delort, D΄ Apres M. H. Belle, 1879.

Πίσω από αυτά τα έθιμα κρύβεται η λαϊκή δοξασία ότι καταμετρώντας κάποιο πλήθος, το περιχαρακώνεις, το εξουσιάζεις και το κάνεις ευπαθέστερο. Γι’ αυτό αν θέλεις να παραμένει εκείνο ισχυρό, (οτιδήποτε είναι που χρειάζεται προστασία, αύξηση και μεγάλωμα, όπως είναι ζώα, παιδιά, χρήματα, καρποφόρα δέντρα), οφείλεις να αποφεύγεις την καταμέτρηση τους [4]. Ούτε πρέπει να ανακοινώνεις σε άλλους τον ακριβή αριθμό των πραγμάτων που έχεις. Εκείνος που θα πληροφορηθεί τον ακριβή αριθμό των ζώων μίας στάνης, είναι σα να έχει γίνει ο μαγικός κάτοχος της στάνης. ’Εάν δηλαδή ακουστή ο αριθμός των ζώων της στάνης, τούτο ισοδυναμεί ως να έχει κοινολογηθεί ήδη το σπουδαίο μυστικό και ως να έχει μάθει τούτο ακόμη και ο λύκος, στον οποίο άλλωστε είναι γνωστό ότι του απεδίδοντο δαιμονικές ιδιότητες. ’Ακόμη και για τα παιδιά της οικογένειας, ο αριθμός τους έπρεπε να παραμένει μυστικός για τους ξένους, επειδή και εκείνοι, γινόμενοι κάτοχοι του αριθμού, είναι σα να αποκτούν αντίστοιχα τη δυνατότητα να βλάψουν. Ποικίλη μαγική ενέργεια στο μέλλον θα είναι πολύ εύκολο να κατευθύνεται εναντίον του συγκεκριμένου εκείνου αριθμού.

Συγκεντρωμένοι συνεπώς για πρώτη φορά οι Μανιάτες στις 23 Απριλίου του 1821 στο στρατόπεδο του Βαλτετσίου, – στην πρώτη τους πολεμική έξοδο από τη Μάνη και πριν καλά-καλά συμπληρωθεί μήνας από την επίσημη κήρυξη της Επαναστάσεως – μετέφεραν μαζί τους έντονες όλες τις δοξασίες τους, που μάλιστα γίνονταν ισχυρότερες μπροστά στο αβέβαιο του πολεμικού κινδύνου. Είναι για τούτο δικαιολογημένοι, διότι δεν ήθελαν να μετρηθούν πριν από τη μάχη. Αν δέχονταν, θα ήταν σα να παραχωρούν στους αντιπάλους τους -προκαταβολικά και εθελοντικά – τη δύναμη της μαγικής εξόντωσής τους.

Οι Μανιάτες συνεπώς, πιστεύοντας ακράδαντα ότι έχουν γίνει υποκείμενο ισχυρής μαγείας, υπέστησαν αυθυποβολή. Οι εμπειροπόλεμοι στρατιώτες της Μάνης, ξαφνικά έγιναν απόλεμοι. Και για να αποφύγουν μια μάχη που εκ των προτέρων πίστευαν ότι θα τους αποβεί μοιραία, προχώρησαν στον μόνο τρόπο σωτηρίας που τους απέμενε, στο να φύγουν κυνηγημένοι για να σωθούν. Στη φυγή τους μάλιστα ξέχασαν και τον γενναίο αρχηγό τους, τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, ο οποίος ήταν φυσικό να οπισθοχωρεί ακούσια και τελευταίος, και παρά λίγο να συλληφθεί αιχμάλωτος. Καθώς πήγαινε ουραγός, θα είχε σίγουρα αιχμαλωτισθεί, εάν οι άλλοι «μεγάλοι Καπεταναίοι» – όπως τους ονομάζει ο Φωτάκος – δεν σταματούσαν και δεν πολεμούσαν μόνοι τους Τούρκους, σώζοντας τον Κυριακούλη.

Πιστεύω ότι τώρα μπορούμε να εξηγήσουμε ικανοποιητικά την συμπεριφορά των Μανιατών στο Βαλτέτσι. Έχοντας ριζωμένη στον ψυχικό τους κόσμο την πεποίθηση ότι έπειτα από τη δημόσια καταμέτρησή τους ένας μεγάλος κίνδυνος τους απειλεί, επίστεψαν ότι στους επιτιθέμενους Τούρκους της επομένης ημέρας πολύ σωστά «αναγνωρίζουν» τους ανθρώπους που τους έκαναν μάγια και τώρα έρχονται να αποτελειώσουν με φόνο το αποτέλεσμα της μαγικής ενέργειας που είχε προηγηθεί. Το κείμενο του Φωτάκου ευθυγραμμίζεται με όλα αυτά και αποδίδει με ακρίβεια την ομαδική ψυχολογία. Ιδού: «Εγόγγυσαν κατά του Κολοκοτρώνη οι Μανιάται και έλεγαν ότι εξ αιτίας όπου εμετρήθησαν τους εμάγευσαν οι Τούρκοι και ως εκ τούτου εδειλίασαν και δεν εστάθησαν εις τον πόλεμον»[5].

 

Β

Τα κατακρεουργημένα κορμιά στο Βαλτέτσι

 

Αφού οι Τούρκοι έφυγαν, μετά την επίθεση και τη σφαγή που έκαμαν, ξαναγύρισαν έπειτα στο Βαλτέτσι και οι Έλληνες. Το θέαμα όμως που αντίκρισαν τότε ήταν φρικιαστικό. Βρήκαν να έχουν κατακρεουργηθεί οι Έλληνες εκείνοι, όσοι έμειναν και πολέμησαν και στη συνέχεια δεν πρόλαβαν να φύγουν. Κανένας από τους ερχόμενους – και ανάμεσά τους φυσικά και ο Φωτάκος – δεν είχε το θάρρος να ζυγώσει κοντά στους σκοτωμένους. Κατακίτρινοι όλοι τους από τον φόβο, έστεκαν και κοίταζαν. Τότε ο Κολοκοτρώνης για να τους δώσει θάρρος, επήγε ο ίδιος και άρχισε να μαζεύει τα σκόρπια κομμάτια των σκοτωμένων. Τα έπαιρνε, τα φιλούσε και έλεγε στους γύρω του στρατιώτες ότι αυτοί, που σκοτώθηκαν μ’ αυτό τον άγριο τρόπο, είναι πραγματικοί άγιοι και ότι θα πάνε στον παράδεισο, γιατί είναι μάρτυρες που εμαρτύρησαν για τον Χριστιανισμό. Μονάχα τότε, έπειτα από όλα αυτά, επήραν θάρρος – ο Φωτάκος και οι άλλοι τρομαγμένοι – και επλησίασαν και έθαψαν τους νεκρούς.

Το σχετικό κείμενο, που μας έχει παραδώσει για το περιστατικό ο Φωτάκος, έχει ως εξής: «Αφού εγλυτώσαμεν από τον πόλεμον και επέστρεψα – μεν εις το χωριό Βαλτέτσι, ήβραμεν τους σκοτωμένους χριστιανούς και δεν εζυγώναμεν κανένας μας εις αυτούς κοντά. Εκιτρινίσαμεν από τον φόβον μας διότι πρώτην φοράν είδαμεν ανθρώπους σκοτωμένους. Ο δε Κολοκοτρώνης δια να μας ενθαρρήνη, εμάζωνε τα κομμάτια του καθενός νεκρού, τα εφίλει και έλεγεν εις τους τριγύρω στρατιώτας ότι αυτοί είναι άγιοι και ότι θα υπάγουν εις τον παράδεισον ωσάν μάρτυρες, και τότε εζυγώσαμεν και τους εθάψαμεν»[6].

Ανάλογο επεισόδιο συνέβη και αργότερα, πάλι κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Τριπολιτσάς. Το περιστατικό συνέβη στον Άγιο Σώστη, ένα από τα χωριά στον κάμπο της Τεγέας, ασφαλώς το πιο κατάλληλο για οχύρωση, επειδή βρίσκεται πάνω σε χωμάτινο λόφο και αγναντεύει τον κάμπο και το δρόμο για τη γειτονική Τριπολιτσά.

Ο Κολοκοτρώνης είχε δώσει διαταγή στον Φωτάκο, να πάει και να ζυγώσει στο χωριό, τον Άγιο Σώστη. Πριν ξεκινήσει όμως ο Φωτάκος, ο Κολοκοτρώνης του έδωσε και άλλες σπουδαίες οδηγίες που ήσαν το αποτέλεσμα της Κολοκοτρωναίϊκης μακροχρόνιας πείρας στον τομέα της κλεφτουριάς. Γράφει σχετικά ο Φωτάκος: «Έπειτα με ωδήγησε, πως να πλησιάσω τον Άγιον Σωστήν. Να υπάγω δηλαδή τριγύρω ξέμακρα, να μη με τρώγη το βόλι εύκολα. – Πρόσεξε, μου είπεν ακόμη, τα πουλάκια τα μικρά, όταν τα σηκώνης ή οηκώνωνται μοναχά τους, εάν περνούν επάνω από το χωριό και τα ιδής να κάθωνται μέσα εις το χωριό άφοβα, τότε δεν είναι μέσα Τούρκοι και πήγαινε άφοβα ει δε και τα βλέπεις, άμα φθάσουν εις το χωρίον και γυρίζουν πίσω φοβισμένα και κάμουν (ε)λιγμούς ξαφνιασμένους, τότε είναι μέσα Τούρκοι και μην πας»[7].

Ο Φωτάκος ακολούθησε με προσοχή τις συμβουλές του Κολοκοτρώνη και έπειτα μπήκε στο χωριό τρέχοντας με το άλογό του από τη βορεινή πλευρά του χωρίου προς τη μεσημβρινή. Εκεί, στο νότιο μέρος του Αγίου Σώστη, είδε την εκκλησία του χωριού και την πόρτα της ανοιχτή. Ο Φωτάκος πλησίασε και κοίταξε στο εσωτερικό της εκκλησίας: «Έσκυψα και είδα την εκκλησίαν γεμάτην από πτώματα κοψοκέφαλα. Εφοβήθηκα πολύ και εγύρισα οπίσω εις τον αρχηγόν, ο όποιος ήρχετο με τους στρατιώτας, δια να πιάσουν το χωρίον και να κάμουν όλην την νύκτα ταμπούρια»[8].

Ο Κολοκοτρώνης ερώτησε τον Φωτάκο, γιατί έχει γίνει κίτρινος από τον φόβο του και εκείνος διηγήθηκε όσα είδε. Στη συνέχεια ο Κολοκοτρώνης εκάλεσε τους καπεταναίους και τους ρώτησε, τι πτώματα ήσαν εκείνα μέσα στην εκκλησία. Εκείνοι του είπαν ότι δεν έθαψαν τους σκοτωμένους. «Τότε (ο Κολοκοτρώνης) έδιαλεξεν ανθρώπους συνηθισμένους να μη φοβούνται τους νεκρούς (διότι τότε ο φόβος ήτο πολύς εις τους Έλληνας, επειδή ήσαν ασυνήθιστοι να πιάνουν και να θάφτουν πτώματα) και τους έστειλε και έκαμαν ένα μεγάλον λάκκον και τους έρριξεν όλους μέσα»[9].

Ανακατωμένες είναι οι δικαιολογίες που φέρνει ο Φωτάκος. Ωστόσο ο φόβος των Ελλήνων στρατιωτών στο Βαλτέτσι δεν οφείλεται απλώς στο ότι πρώτη φορά εκείνοι έβλεπαν ανθρώπους σκοτωμένους. Ούτε και κιτρίνισαν άπ’ αυτή την αιτία, δηλαδή διότι δεν είχαν συνηθίσει να βλέπουν σκοτωμένους. Εξ άλλου, στον Άγιο Σώστη της Τεγέας ο φόβος δεν προερχόταν απλώς γιατί είδαν μέσα στην εκκλησία τα κορμιά να είναι κοψοκέφαλα. Αν ήσαν μόνο αυτοί οι λόγοι, ασφαλώς έπειτα από τον πρώτο φόβο οι Έλληνες στρατιώτες θα ζύγωναν και θα έθαβαν τους νεκρούς.

Αλλά τότε, ποιός είναι ο βαθύτερος – και ο άγνωστος – λόγος για τον οποίο όλοι τους, Φωτάκος και λοιποί, έστεκαν κατακίτρινοι και ασάλευτοι, μην τολμώντας να πλησιάσουν και να έγγισουν τα πτώματα;

Πριν απαντήσω στο ερώτημα, προτείνω να γνωρίσουμε, τι ακριβώς πιστεύει, ακόμη και σήμερα, ο πολύς λαός ως προς τους πιθανούς κινδύνους που απειλούν καθέναν που θα πιάσει με τα χέρια του κάποιον νεκρό. Πιστεύουν λοιπόν ότι το λιγότερο που έχει να πάθη, είναι ότι θα τρέμουν τα χέρια του ή θα μένουν μουδιασμένα ή πιασμένα. Αυτό σημαίνει ότι τα χέρια που θα αγγίξουν το πτώμα, θα αχρηστευθούν προσωρινά από κάποιο νευρικό κλονισμό που θα πάθουν, ή από την ακινησία του αίματος και το βαρύ μούδιασμα.

Αναφέρω δύο παραδείγματα που μου είναι γνωστά από τη Θράκη: 1) Στον Σκοπό της Θράκης οι γυναίκες που έπαιρναν μέρος στο άλλαγμα του νεκρού, συνήθιζαν να κόβουν από το σάβανο ένα μικρό τετράγωνο κομμάτι που το έραβαν έπειτα πάνω στο εσωτερικό ποκάμισό τους, και το έκαναν αυτό «για να μην τρέμουν τα χέρια τους» [10]. 2) Στο Σαμακόβι της Ανατολικής Θράκης «οι νεκροθάφτες, φεύγοντας από το σπίτι του πεθαμένου, παίρνουν μια λωρίδα πανί και το κρύβουν κάπου, έξω στην αυλή τους. Έπειτα από σαράντα ημέρες το παίρνουν πάλι, το πλένουν και το βάζουν για μπάλωμα σ’ ένα ρούχο τους, για να μην πιαστούν τα χέρια τους»  [11].

Διαπιστώνομε ότι και στις δύο πιο πάνω περιπτώσεις εκείνος που θα πιάσει τον νεκρό, είτε για να τον αλλάξει, είτε για να τον θάψει, κινδυνεύει να ίδει τα δύο χέρια του να τρέμουν ή να είναι πιασμένα και αχρηστευμένα και αυτό να γίνεται για αρκετόν καιρό. Φυσικά, όλα αυτά συμβαίνουν στις πιο αθώες περιπτώσεις, όταν δηλαδή ο θάνατος είναι φυσιολογικός και γίνεται μέσα στο σπίτι, και όταν οι γειτόνισσες σπεύδουν πρόθυμα για να περιποιηθούν τον προσφιλή νεκρό και οι νεκροθάφτες του χωριού να βοηθήσουν για την ταφή.

Στην περίπτωση όμως των βιαιοθανάτων, που τα κορμιά τους κατακρεουργήθηκαν από αιμοσταγείς φονιάδες, είναι πολύ φυσικό ότι η εκδικητική αντίδραση του νεκρού θα είναι πολύ ισχυρότερη και χειρότερη, και ότι θα κατευθύνεται αδιακρίτως εναντίον καθενός που θα τολμήσει να πιάσει τα διαμελισμένα κομμάτια του αδικοσκοτωμένου νεκρού. Καθένας που θα πιάσει τα ματωμένα κομμάτια, θα βάψη και αυτός τα χέρια του στο αδικοχυμένο αίμα. Θα γίνει συνεπώς συνένοχος στον φόνο και συνεκδοχικά συμμέτοχος στην εκδίκηση και την τιμωρία που θα προκαλέσει ο νεκρός.

Το μίασμα συνεπώς και ο πανίσχυρος φόβος από το μίασμα, ήσαν οι λόγοι που είχαν κάμει στο Βαλτέτσι και τον Φωτάκο και τους άλλους Έλληνες, να σταθούν περίτρομοι, κατακίτρινοι και αποσβολωμένοι, ευθύς ως αντίκρισαν τα κομματιασμένα κορμιά των συστρατιωτών τους. Ούτε και θα μετέβαλλαν ποτέ εκείνοι αύτη τη στάση τους, εάν δεν παρενέβαινε ο Κολοκοτρώνης, αυτός ο συχνός «από μηχανής θεός» για πάρα πολλά προβλήματα, μικρά και μεγάλα, που συνεχώς παρουσιάζονταν σε όλη την μακροχρόνια διάρκεια του πολέμου της Ανεξαρτησίας.

Εζύγωσε λοιπόν τότε ο Κολοκοτρώνης και όχι μόνο έπιανε και εμάζευε ο ίδιος τα σκόρπια κομμάτια από τα διαμελισμένα κορμιά, άλλα και – αντιπαραθέτοντας σκόπιμα, στους δήθεν μιασμένους και εκδικητικούς νεκρούς, την αγιότητα των τωρινών νεκρών – έλεγε στους στρατιώτες του ότι οι νεκροί εκείνοι δεν είναι βλαπτικοί και μιασμένοι, άλλ’ ότι είναι πραγματικοί Άγιοι, και θα πάνε σίγουρα στον παράδεισο, γιατί είναι ισάξιοι με τους Μάρτυρες του Χριστιανισμού.

Και για να αποδείξει έμπρακτα ο Κολοκοτρώνης ότι επρόκειτο για Αγίους και για λείψανα Αγίων, εφιλούσε με ευλάβεια το κάθε κομμάτι που εμάζευε. Το εφιλούσε με ευλάβεια, που ήταν όμοια με εκείνην, όταν φιλούμε τα ιερά λείψανα κάποιου Αγίου.

Γ

Οι τρεις λαγοί, πριν από τη μάχη στο Βαλτέτσι

 

Αρκετές ημέρες πριν από τη μάχη, ο Κολοκοτρώνης πηγαινοερχόταν κάθε ημέρα ανάμεσα στο Χρυσοβίτσι, το Βαλτέτσι και την Πιάνα. Οι ενδιάμεσες αποστάσεις σ’ αυτά τα τρία χωριά είναι αρκετά μεγάλες, αλλά ο οργανωτικός Κολοκοτρώνης εννοούσε να έχει κάθε ημέρα προσωπική αντίληψη για το κάθε πρόβλημα: «Αφού ήλθαν τα στρατεύματα, εις Βαλτέτσι, τότε ο Κολοκοτρώνης δια πολλάς ημέρας επήγαινε και ήρχετο εις Βαλτέτσι την αυγήν από εκεί το μεσημέρι πάλιν εις Χρυσοβίτσι και το εσπέρας εκείθεν εις Πιάνα. Ταύτα ήσαν αδύνατον να μη γίνουν κάθε ημέραν, μολονότι το διάστημα ήτο όχι ολίγον»[12].

Το αξιοσημείωτο όμως είναι ότι ακριβώς μέσα σε εκείνο το καθημερινό πέρα – δώθε βρήκε τον Κολοκοτρώνη και η είδηση, ότι επί τέλους οι Τούρκοι της Τριπολιτσάς ξεκίνησαν πανστρατιά, με σκοπό να συντρίψουν ολοσχερώς όλους τους Έλληνες που είχαν συγκεντρωθεί στο Βαλτέτσι. Ο Φωτάκος γράφει σχετικά: «Ο δε Κολοκοτρώνης εξακολουθούσε να πηγαινοέρχεται και να βλέπη και τας τρεις θέσεις… του Χρυσοβιτσιού, της Πιάνας και του Βαλτετσιού, και τα πάντα ήσαν έτοιμα… Τέλος πάντων ήλθεν η ώρα να δοξασθούν και να ελευθερωθούν οι Έλληνες με του Θεού την βοήθειαν. Οι Τούρκοι εβγήκαν από την Τριπολιτσάν όλοι υπέρ τας δώδεκα χιλιάδας πεζοί και καβαλαραΐοι… Ο Κολοκοτρώνης εις το Χρυσοβίτσι τότε ευρισκόμενος, άμα είδε τους καπνούς[13], ότι οι Τούρκοι πηγαίνουν εις το Βαλτέτσι, αμέσως έστειλε τον Θεοδόσην Καρδαράν καβαλάρην με μίαν σημαίαν να έβγη εις την ράχιν του Βαλτετσιού δια να τον βλέπουν οι κλεισμένοι εις το Βαλτέτσι, ότι τους πηγαίνομεν βοήθειαν. Έπειτα διέταξε τους στρατιώτας να τον ακολουθήσουν»[14]. Και πιο κάτω ο Φωτάκος συνεχίζει: «Αφού ο πόλεμος άρχισεν εις τα καλά, έφθασεν ο Κολοκοτρώνης με τους Χρυσοβιτσιώτας και άλλους κοντά 700 και επήρε τις πλάτες των Τούρκων»[15].

 

Ναύπλιο, ο Κολοκοτρώνης έφιππος (λεπτομέρεια). Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

 

Ανάμεσα, όμως σε εκείνες τις κρίσιμες στιγμές, – ενώ η μεγάλη μάχη είχε αρχίσει και ενώ ο Κολοκοτρώνης πήγαινε, εσπευσμένα, για το Βαλτέτσι, – ιδού ότι στο δρόμο του ξεπετάχτηκαν μπροστά από το στρατιωτικό τμήμα τρεις λαγοί. Ψυχολογικά, το ασήμαντο τούτο για σήμερα περιστατικό ήταν για τότε ότι χειρότερο θα μπορούσε να φαντασθεί κανείς για εκείνες τις ώρες. Γενικά, εάν ένας λαγός παρουσιαζόταν είτε στο στρατόπεδο είτε σε ώρες κρίσιμες για πολεμική δράση, και ιδίως εάν ο λαγός έκοβε τον δρόμο προσπερνώντας κάθετα, τότε όλοι πίστευαν ότι τούτο ήταν προάγγελος για βέβαιη καταστροφή. Το νόημα όμως του οιωνού εκείνου πίστευαν ότι θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά, αρκούσε οι στρατιώτες να ήσαν ικανοί να σκοτώσουν τον απροσδόκητο τετράποδο επισκέπτη τους, ή προπάντων να καταφέρουν να τον πιάσουν ζωντανό. Το τελευταίο τούτο εθεωρείτο και ως το σπουδαιότερο. Και τότε η ελπίδα για επικείμενη και βέβαιη νίκη άλλαζε και γινόταν πεποίθηση.

Ο Φωτάκος, περιγράφοντας το περιστατικό, έχει φροντίσει να προσθέσει και τις δικές του παρατηρήσεις σχετικά με την δοξασία. Το κείμενό του έχει ως εξής: «Όταν ο πόλεμος άρχισεν εις το Βαλτέτσι και ο Κολοκοτρώνης με τούς Χρυσοβιτσιώτας ήρχετο εκεί, οι στρατιώται του εις τον δρόμον έπιασαν λαγούς ζωντανούς· επειδή δε οι Έλληνες εκ προλήψεως εθεώρουν τον λαγόν, τον οποίον απαντούσαν καθ’ οδόν ως κακόν σημείον, ο Κολοκοτρώνης είπε τότε εις τους στρατιώτας δια να τους δώση θάρρος· «καλόν σημείον, στρατιώται, έτσι θα πιάσωμεν και ημείς ζωντανούς τους Τούρκους»[16].

Παραλλαγή, ως προς την αφήγηση του αυτού επεισοδίου, συναντούμε στα Απομνημονεύματα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, όπως ο Γέρος του Μόρια αφηγήθηκε το ίδιο περιστατικό στον Γεώργιο Τερτσέτη: «Όταν εκίνησα διά να υπάγω εις το Βαλτέτσι, εις τον δρόμο εβγήκαν τρεις λαγοί και τους επιάσαν ζωντανούς οι Έλληνες. Τότε τους είπα, ότι: «Η νίκη, παιδιά, είναι δική μας». Είχαν πρόληψη οι Έλληνες, όταν έβλεπαν λαγούς και επερνούσαν από το στρατόπεδο και δεν τους εσκότωναν ή δεν τους επίαναν, η καρδιά των Ελλήνων εκρύωνε, ότι θα χάσουν τον πόλεμο»[17].

Προτού προχωρήσω στις οποιεσδήποτε παρατηρήσεις μου, θα προτιμούσα να παραθέσω αμέσως τώρα το κείμενο από τρεις άλλες παρόμοιες μαρτυρίες, που προέρχονται από την νεώτερη προφορική παράδοση.

Η πρώτη προέρχεται από την καταγραφή μίας ρουμελιώτικης παραδόσεως που την άκουσε ο Ανδρέας Καρκαβίτσας. Ο τελευταίος την ανακοίνωσε στον Γιάννη Βλαχογιάννη, ο όποιος και τη δημοσιεύει το έτος 1927: «Στη Γραβιά, πριν μπούνε και κλειστούν οι Έλληνες στό Χάνι, πετάχτηκε λαγός από τα γύρωθε σπαρτά. Ο Ανδρούτσος φώναξε: – Μη χαλάτε τα φουσέκια σας». Έβαλε το λαγό στο κυνήγι και τον έπιασε ζωντανό, λένε»[18].

Στο Ζαγόρι της Ηπείρου έχουν την ακόλουθη δοξασία, σύμφωνα με όσα γράφει στην Λαογραφία το έτος 1921 ο καταγόμενος από εκεί και μετέπειτα καθηγητής της Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Γεώργιος Αναγνωστόπουλος: «Άμα πας πουθενά και προσπεράσει λαγός, δε βρίσκεις καλά και μ’ ευκολία για ότι δουλειά πας»[19].

Τέλος η φιλόπονη και ευσυνείδητη λογία της Θράκης Ελπινίκη Σαραντή-Σταμούλη, γνωστή ιδιαίτερα για τις λαμπρές πληροφορίες εθίμων και δοξασιών της Θράκης που έχει δημοσιεύσει, γράφει το 1951 στη Λαογραφία:  «Σαν ο λαγός τους έκοφτε το δρόμο, δεν το ’χαν σε καλό, προπάντων όσοι πήγαιναν για το στρατό»[20].

Έχω τη γνώμη ότι τώρα είναι η πιο κατάλληλη στιγμή για να συγκρίνω τις πληροφορίες και να προσθέσω μερικές παρατηρήσεις που θα ήθελα να κάμω.

  1. Πρώτα-πρώτα, η πιο αδύναμη μαρτυρία από όλες τις πιο πάνω είναι αύτη που ο Γιάννης Βλαχογιάννης την έχει δημοσιεύσει στην «Ιστορική Ανθολογία». Γίνεται φανερό ότι ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, που άκουσε τη σχετική ρουμελιώτικη διήγηση, θαύμασε προπάντων τη λεβεντιά του Οδυσσέα Ανδρούτσου και ιδίως τη θρυλική ταχύτητά του στο τρέξιμο. Θαυμάζοντας όμως αυτά, δεν πρόσεξε και δεν ρώτησε να μάθη περισσότερα για τη λαϊκή δοξασία, που κρύβεται πίσω από την ιστορία. Όπως η παράδοση έχει διασωθεί, φαίνεται απλώς σαν ένα περιστατικό που δείχνει την ωκυποδία του θρυλικού στο τρέξιμο Οδυσσέα. Στο μεταξύ όμως η παράδοση – μ’ αύτη τη μορφή της – έχει χάσει όλο το δραματικό στοιχείο της, που επικεντρώνεται στο ότι, την ώρα που οι γενναίοι αλλά ολίγοι πορεύονται για το απροστάτευτο Χάνι, ένας λαγός ξεπετιέται μπροστά τους, για να τους προειδοποιήσει ότι εκεί που πάνε τους περιμένει ο θάνατος. Μονάχα επειδή ο Οδυσσέας κατάφερε και έπιασε ζωντανό εκείνο τον λαγό, μονάχα τότε όλοι τους έγιναν σίγουροι, και ότι θα ταπεινώσουν την επόμενη ήμερα τον πολυάριθμο τουρκικό στρατό, και ότι οι ίδιοι τελικά θα ξεφύγουν, με εκείνο το νυκτερινό άλλα δυναμικό γιουρούσι τους την μεθεπόμενη νύχτα.
  2. Αντίθετα όμως με τη διήγηση για τον Ανδρούτσο και το Χάνι της Γραβιάς, οι άλλες πληροφορίες είναι πολύ καλές. Πρόκειται για τις δύο για το Βαλτέτσι και για τις άλλες δύο, τις σχετικές με τη νεώτερη ζωή στο Ζαγόρι της Ηπείρου και στη Θράκη. Αξίζει λοιπόν να απομονώσουμε – και να τονίσουμε – τα σπουδαιότερα στοιχεία τους.

Και πρώτα-πρώτα, από όσα υποστηρίζουν οι δύο νεοελληνικές μαρτυρίες, η πληρέστερη μορφή της δοξασίας δεν ολοκληρώνεται απλώς με την παρουσία ενός λαγού στο δρόμο, άλλα κυρίως με το να προσπεράσει κάποιος λαγός κάθετα, μπροστά από τον δρόμο σου: «Άμα πας πουθενά και προσπεράσει λαγός» τονίζεται στο Ζαγόρι. «Σαν ο λαγός τους έκοφτε το δρόμο», επιμένουν και στη Θράκη.

Η αναποδιά πάντως, που προκαλείται με την εμφάνιση του λαγού, είναι γενική και ισχύει για τον οποιοδήποτε σκοπό που επιδιώκεται με την πορεία. Κυρίως όμως η απροσδόκητη εμφάνιση κάποιου λαγού συνδέεται αμεσότερα με τους κινδύνους που σχετίζονται με το στρατό και τον πόλεμο, διότι εκεί άλλωστε δεσπόζει το αβέβαιο του μέλλοντος. Σ’ αυτό το σημείο συμφωνούν μεταξύ τους, τόσο η μαρτυρία της Θράκης, όσο και οι δύο σχετικές με το Βαλτέτσι, ιδίως όμως η παραλλαγή που την διηγείται ο ίδιος δ Κολοκοτρώνης. «Σαν ο λαγός τους έκοψε το δρόμο, δεν το ’χαν σε καλό, και προπάντων όσοι πήγαιναν για το στρατό» (Θράκη). «Οι Έλληνες, όταν έβλεπαν λαγούς και επερνούσαν από το στρατόπεδο[21] και δεν τους εσκότωναν ή δεν τους έπιαναν, η καρδιά των Ελλήνων εκρύωνε, ότι θα χάσουν τον πόλεμο» (Κολοκοτρώνης, Απομνημονεύματα).

 

Δ

 

Ως προς τον ρόλο τώρα του λαγού, και τη σημασία της ξαφνικής παρουσίας του, δεν έχω αμφιβολία ότι ως αρχική αφετηρία στις δοξασίες πρέπει να έχει υπάρξει η δαιμονική και κυρίως η χθόνια ιδιότητα, που από παλαιότατους χρόνους και από αρκετούς ευρωπαϊκούς λαούς έχουν αποδοθεί στον λαγό. Γι’ αυτό τον λόγο ο λαγός – ιδίως στα ευρωπαϊκά έθιμα του θερισμού – έχει πολύτιμες μαγικές ιδιότητες. Εάν έξαφνα στο τέλος του θερισμού ξεφύγει κάποιος λαγός, που σ’ αύτη την περίπτωση συμβολίζει τον πλουτοδότη δαίμονα του σίτου, τότε πιστεύουν ότι η καρποφορία του μεγάλου χωραφιού θα μεταβληθεί σε ασήμαντη για το επόμενο έτος. Εάν όμως οι θεριστές του αγρού, κόβοντας τα τελευταία δράγματα (τις τελευταίες «χεριές») από τα στάχια, θα τύχη να συλλάβουν κάποιον αληθινό λαγό, η έστω εάν απομιμηθούν ότι τάχα τον έπιασαν – φωνάζοντας θριαμβευτικά «να, ο λαγός» και τρέχοντας «τον πιάνουν» – τότε και η καλή εσοδεία του αγρού εκείνου πιστεύουν ότι θα είναι απόλυτα εξασφαλισμένη και για την επόμενη χρονιά. Η ευετηρία που συνυπάρχει με τον λαγό, δαίμονα του σίτου, παραμένει στο χωράφι, όπου και ανήκει.

Συνοψίζω συνεπώς τις σκέψεις μου γύρω από το βαθύτερο νόημα, που – σε πολλούς ευρωπαϊκούς λαούς, άλλα και στην Ελλάδα – βρίσκεται πίσω από τα έθιμα του θερισμού: Η εμφάνιση του λαγού φέρνει μαζί της την ευγονία της γης και την ευτυχία στον αγρότη, άλλα στη συνέχεια η φυγή και εξαφάνισή του σε ξένους αγρούς προκαλεί αντίστοιχα την καχεξία του χωραφιού στο άμεσο μέλλον. Αντίθετα, εάν κατορθωθεί η σύλληψη του λαγού ζωντανού, ή έστω «η εικονική μιμητική σύλληψή του» μέσα στις φάσεις του θεριστικού «δρωμένου», τότε τούτο συμβολίζει ότι και η μελλοντική επιτυχία στην παραγωγή του χωραφιού θα είναι σίγουρη.

Δεν χρειάζεται λοιπόν παρά μόνο τα ίδια νοήματα και τους συμβολισμούς να τους μεταφέρουμε και στο χώρο του πολέμου και να παραδεχτούμε ότι και εκεί συμβαίνουν πράγματα πανομοιότυπα. Η εμφάνιση δηλαδή και στη συνέχεια η φυγή ενός λαγού μπροστά από τους στρατιώτες, σημαίνει καταστροφή τους. Αντίθετα η σύλληψη του ζωντανού, σημαίνει μεγαλειώδη θρίαμβο κατά την επόμενη μάχη.

Ο Κολοκοτρώνης συνεπώς δεν είχε άδικο, όταν βλέποντας ότι οι στρατιώτες του έπιασαν ζωντανούς τους τρεις λαγούς τους είπε ότι η νίκη στο Βαλτέτσι είναι σίγουρη: «Εις τον δρόμο (για το Βαλτέτσι, όπου έσπευδαν) εβγήκαν τρεις λαγοί και τους έπιασαν ζωντανούς οι Έλληνες. Τότε τους είπα, ότι «η νίκη, παιδιά, είναι δική μας».

Σιγά-σιγά όμως το παλαιότατο και βαθύτερο νόημα, ως προς την εμφάνιση και τη φυγή ή τη σύλληψη ζωντανού του λαγού, που ήταν ο δαίμων του σίτου και πάροχος αγροτικής ευημερίας, ήταν φυσικό με τα χρόνια να ξεχασθεί.

Τι απέμενε λοιπόν έκτοτε; Απέμενε να παρεμβληθεί η λύση της ομοιοπαθητικής αναλογίας. Το παλαιό δηλαδή έθιμο επέζησε, το αίμα όμως που ανανεώνει τη ζωή του έχει αλλάξει ιδιότητες και αιτιολογία.

Στη νέα αύτη φάση, με την οποία επιβιώνει σήμερα η παλιά δοξασία, υπόκειται το ακόλουθο σκεπτικό. Ερώτηση: Συμβαίνει ένας λαγός να παρουσιάζεται ξαφνικά μπροστά σου και προσπερνώντας να σου κόβει το δρόμο, την ώρα που πηγαίνεις για κάτι σπουδαίο; Αν αυτό συμβαίνει, τότε με αύτη την εμφάνισή του είναι σα να προειδοποιεί και να σου λέγει: «Όπως εγώ τρέχω πανικόβλητος για να σωθώ, έτσι και εσύ αυτού που πας θα τρέχεις το ίδιο πανικόβλητος για να σωθείς». Εάν λοιπόν ο λαγός τελικά ξεφύγει, τότε τούτο σημαίνει μεγάλη ζημιά η μεγάλο κίνδυνο. Εάν όμως θα καταφέρουν να τον πιάσουν ζωντανό – όπως και στα μιμητικά δρώμενα του θερισμού – τότε τα πράγματα αλλάζουν, γιατί εκείνος που θα τρέχει σε λίγο, κυριολεκτικά πανικόβλητος, θα είναι ο νικημένος αντίπαλός σου.

Στα έθιμα τοκετού, κάθε φορά που θα έρθει μέσα στο σπίτι της επιτόκου κάποια γειτόνισσα, αντί του καθημερινού και κανονικού χαιρετισμού συνηθίζεται να λέει ως πρώτη λέξη την ακόλουθη ευχή: «Χέλια!» Μπορεί αλλιώς να ειπεί και ως έξης: (Όπως γλιστράει το χέλι, έτσι να γλιστρήσει και το παιδί». Σ’ αύτη τη φράση αναγνωρίζουμε τον τρόπο που γίνεται η σύνθεση της ομοιοπαθητικής ευχής. Η ευχή δηλαδή που εκφωνείται απαρτίζεται από δύο ισόποσα, ισότιμα και αλληλοεπηρεαζόμενα τμήματα, που συνδέονται και εξομοιώνονται μεταξύ τους με τους δύο εναρκτήριους συνδέσμους «όπως… έτσι…».

Ακριβώς όμως παρόμοια αμοιβαία εξομοίωση έχει συμβεί και στη σύντομη προσφώνηση του Κολοκοτρώνη προς τους στρατιώτες του, αμέσως μετά τη σύλληψη των τριών λαγών. Ο Φωτάκος βέβαια αναφέρει μόνο το δεύτερο τμήμα, γράφοντας: «Καλόν σημείον, στρατιώται, έτσι θά πιάσωμεν και ημείς ζωντανούς τους Τούρκους». Δεν υπαρχή φυσικά καμιά αμφιβολία, ότι και ο Κολοκοτρώνης είναι δυνατόν να είπε ακριβώς έτσι, δηλαδή να παρέλειψε το πρώτο τμήμα ως ευκολονόητο. ‘Ωστόσο η κανονική και πλήρης διατύπωση της ομοιοπαθητικής μορφής πρέπει να είχε ως έξης: «Καλόν σημείον, παιδιά [22], όπως επιάσατε ζωντανούς τους λαγούς, έτσι θα πιάσωμεν και ημείς ζωντανούς τους Τούρκους». Με αυτή τη διατύπωση η ομοιοπαθητική έκφραση έχει πάρει την τέλεια μορφή της.

Τελικά η παλαιά ιδιότητα του λαγού, που φέρει μαζί του τον δαίμονα του σίτου και την ευημερία, έχει πλέον ξεχασθεί. Η νέα όμως δικαιολογία που ξεφύτρωσε, στηριγμένη ειδικά πάνω στην ομοιοπαθητική διαδικασία, ζει και βασιλεύει. Ημπορεί μάλιστα να δίνη τέτοια φτερά στα πόδια και τέτοιο κουράγιο στις καρδιές των πολεμιστών του Βαλτετσίου, ώστε πολύ σύντομα το περιεχόμενο της ομοιοπαθητικής προμαντείας θα γίνει πραγματικότητα. Περιγράφεται μάλιστα από τον Φωτάκο εκείνη η νέα πραγματικότητα με δύο διαφορετικές ενότητες, πρώτα με τα όσα έγιναν στο Βαλτέτσι, και δεύτερο με όσα διαδραματίσθηκαν μέσα στην Τριπολιτσά.

Ως προς το Βαλτέτσι, οι Τούρκοι «έφυγαν και άφηκαν σκοτωμένους γεμάτες τις ράχες δεξιά και αριστερά, καθώς πάει η ρεματιά εις την Τριπολιτσάν» [23]. Ως προς δε τους ολοφυρμούς στην Τριπολιτσά, ο Φωτάκος γράφει: «Τούτο δε μόνον εμείς γνωρίζομεν, ότι ολονυκτίς εκουβάλαγαν πληγωμένους μέσα εις την Τριπολιτσάν θρήνος και κλαυθμός πολύς εγίνετο μέσα εις την πόλιν, και δεν ήτο κανένα σπίτι χωρίς μοιρολόγια και κλαύματα. Αι γυναίκες των, τα παιδία των και όλη η Τουρκιά της Τριπολιτσάς έτρεχαν εις τους δρόμους, ως μας είπαν ύστερα οι κλεισμένοι μέσα Έλληνες, και ερωτούσαν και εφώναζαν ο καθένας τους δικούς των, αν τους είδαν ζωντανούς ή σκοτωμένους, και αν έρχωνται, ή τι έγιναν. Εκεί έβλεπε τις τας γυναίκας των Τούρκων να κορωνυχιάζουν τα μάγουλα των με τα νύχια των και να τραβούνε τα μαλλιά των, τα δε παιδιά να φωνάζουν και να γυρεύουν τους πατέρας των. Τοιαύτη ήτο η θέα της Τριπολιτσάς εις το έμβασμα των Τούρκων των τσακισμένων εις το Βαλτέτσι» [24].

 

Ε

  

Έχω υποστηρίξει, αμέσως από την αρχή της μελέτης μου, ότι ο Φωτάκος, «ακριβώς επειδή ασχολείται πολύ συχνά με πολλές και μικρές λεπτομέρειες για πρόσωπα και γεγονότα του πολέμου, αναδεικνύεται… ως μία αξιόλογη λαογραφική πηγή» για την εποχή εκείνη. Νομίζω ότι τα τρία μικρά προβλήματα που εξέτασα πιο πάνω, σχετικά με το ελληνικό στρατόπεδο και τη μάχη στο Βαλτέτσι, είναι ικανά να αποδείξουν αύτη την αλήθεια.

Το αποτέλεσμα στην πρώτη μεγάλη μάχη και τη νίκη των Ελλήνων εκερδήθη φυσικά από την στρατηγική ιδιοφυΐα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο ίδιος όμως ο στρατηγός γνώριζε πολύ κοίλα ότι πίσω από τα γεγονότα – και παράλληλα με αυτά – βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη και μία άλλη μορφή πολέμου, η σχετική με τη σύγκρουση των δοξασιών. Αν ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης δεν είχε προβλέψει τι οδυνηρές συνέπειες θα είχε για όλο το στρατόπεδο «το μέτρημα» των Μανιατών – που παρά λίγο να είχε στοιχίσει την αιχμαλωσία στον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, τον «Μεγαλομούστακον» της Μάνης -, ωστόσο ο Γέρος του Μόρια παρενέβη σωτήρια στις δύο άλλες και σημαντικές περιπτώσεις: α) Δυνάμωσε την ψυχική αντοχή των στρατιωτών του, ως προς τη θέα των κατακρεουργημένων κορμιών και τους βοήθησε να απαλλαγούν από τον ισχυρό φόβο του μιάσματος. Και β) στη συνέχεια, στερέωσε την πίστη των στρατιωτών του για σίγουρη νίκη, και αυτό έγινε κατά τις κρίσιμες στιγμές, όταν ξεπετάχτηκαν οι τρεις λαγοί, σύμβολα  – όπως και οι Δελφικοί χρησμοί – δισυπόστατα από σημασιολογική άποψη. Σύμβολα δηλαδή επαίσχυντης φυγής, εάν δεν συλληφθούν, άλλα και σύμβολα θριάμβου, εάν οι λαγοί θα συλληφθούν.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Φωτίου Χρυσανθοπούλου η Φωτάκου, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθηνήσι 1858. Φωτοτυπική επανέκδοση, – με επιμέλεια, εισαγωγή και ευρετήριο από τον κ. Τάσον Αθ. Γριτσόπουλον -, έχει γίνει από την Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών (Αθήναι 1974). Σ’ αύτη την τελευταία έκδοση παραπέμπω κάθε τόσο, πιο κάτω.

[2] Φωτάκος Α, σελ. 121.

[3] Φωτάκος Α, σελ. 122.

[4] Σε ανέκδοτους ιατροσοφικούς κώδικες των περασμένων αιώνων η ερευνήτρια αυτών των κωδίκων Αγλαΐα Παπασπυροπούλου, διδάκτωρ Λαογραφίας, με πληροφορεί ότι λέγεται συχνά: «βάλε αμέτρητο» άπ’ αυτό το βοτάνι η το άλλο. Αν το μετρήσεις, νομίζω ότι εκείνο χάνει τη θεραπευτική του δύναμη.

[5] Φωτάκος Α, σελ. 122.

[6] Φωτάκος Α, σελ. 126.

[7] Φωτάκος Α, σελ. 218.

[8] Φωτάκος Α, σελ. 218.

[9] Φωτάκος Α, σελ. 218-219.

[10] Επετηρίς Λαογραφικού Αρχείου, τομ. 2 (1940) σελ. 173.

[11] Έπετ. Λαογρ. Αρχ. 2, 187.

[12] «Οι καπεταναίοι όσοι βαστούσαν την Επάνω Χρέπαν, φρόντιζαν πάντοτε να βάλλουν καπνούς εις την κορυφή δια να ειδοποιείται ο κόσμος και τα στρατόπεδα, ότι βγήκαν οι Τούρκοι» (Φωτάκος Α, σελ. 150).

[13] Από τους καπνούς στην Επάνω Χρέπα του Μαινάλου οι Έλληνες εμάθαιναν όχι μόνο ότι εβγήκαν Τούρκοι από την Τριπολιτσά, αλλά και προς τα που κατευθύνονται. Αυτά τα εμάθαιναν από ορισμένα σημάδια. «Το σημείον ήτο το ακόλουθον όταν οι Τούρκοι έβγαιναν να υπάγουν δια το Ναύπλιον, έβαλλαν εις την κορυφήν του βουνού της Επάνω Χρέπας ένα καπνόν, αν επήγαιναν δια το Λεβίδι τρεις, και δια το Βαλτέτσι τέσσερας και ούτω καθ’ εξής. Εδώ δια πρώτην φοράν μετεχειρίσθησαν οι Έλληνες τους καπνούς δια να γνωρίζουν που πηγαίνουν οι Τούρκοι. Αφού έβλεπαν τους καπνούς ετουφέκιζαν από ράχιν εις ράχιν και στρατιώται και τσοπάνηδες όπου ευρίσκοντο και διεδίδετο από τον έναν εις τον άλλον η είδησις της εξόδου των Τούρκων εις όλην σχεδόν την Πελοπόννησον και ούτως εφύλαττον τας οικογένειας των και τα ζώα των από τους Τούρκους» (Φωτάκος Α, σελ. 140-141).

[14] Φωτάκος Α, σελ. 150-151.

[15] Φωτάκος Α, σελ. 153.

[16] Φωτάκος Α, σελ. 161.

[17] Θ. Κ. Κολοκοτρώνη, Διήγησις συμβάντων της Έλλην. φυλής, φωτομηχανική επανέκδοση από την Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, με εισαγωγή, εύρετηριον, επιμέλεια Τάσου Γριτσόπουλου, Αθήναι 1981, σελ. 83.

[18] Γιάννη Βλαχογιάννη, Ιστορικοί Ανθολογία, 1927, σελ. 139, αρ. 264.

[19] Λαογραφία τομ. 8 (1921) σελ. 219, αρ. 18. Ο Γ. Αναγνωστόπουλος στο ρήμα προσπέραση δίνει την ερμηνεία (που είναι η σωστή) «διάσχιση τον δρόμον καθέτως και προ σού».

[20] Λαογραφία 13 (1951) σελ. 233, αρ. 196.

[21] Η έκφραση «από το στρατόπεδο» έχει εδώ τη σημασία, ότι οι λαγοί θα διέσχιζαν το στρατόπεδο. Τούτο ισοδυναμεί με την περίπτωση που ένας λαγός προσπερνάει κόβοντας κάθετα τον δρόμο.

[22] Η κλητική που χρησιμοποιεί ο Κολοκοτρώνης (στα Απομνημονεύματά του) είναι «παιδιά» και όχι «στρατιώται» που γράφει ο Φωτάκος.

[23] Φωτάκος Α, σελ. 160.

[24] Φωτάκος Α, σελ. 160.

 

Κώστας Ρωμαίος (1913 – 1992)

Καθηγητής  Πανεπιστημίου – Ακαδημαϊκός

«Πελοποννησιακά» (1985-1986) , τόμος 16. Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών.

* Το κείμενο αποδόθηκε στο μονοτονικό σύστημα.

 

Read Full Post »

Οι μάχες στην Αλαμάνα, τη Γραβιά και το Βαλτέτσι


 

Η Πύλη ανέθεσε την καταστολή της Επανάστασης στην Πελοπόννησο στο διοικητή της Χουρσίτ πασά, που βρισκόταν στα Γιάννενα εναντίον του Αλή πασά. Ο Χουρσίτ είχε αρχίσει να προετοιμάζεται νωρίτερα, αφού στην Τρίπολη είχε αφήσει το χαρέμι και τους θησαυρούς του. Παράλληλα ήθελε να διασκεδάσει την οργή του σουλτάνου, τον οποίο πριν από λίγο καιρό διαβεβαίωνε για την ησυχία των κατοίκων.

Στο μεταξύ είχε κηρυχθεί η Επανάσταση στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα. Οι οπλαρχηγοί της Πανουργιάς, Αθανάσιος Διάκος και Γιάννης Δυοβουνιώτης, έχοντας καταλάβει Σάλωνα (Άμφισσα), Λιβαδειά, Θήβα και Μπουδουνίτσα, ετοιμάζονταν να ξεσηκώσουν τους άλλους ντόπιους οπλαρχηγούς και να αποκλείσουν το δρόμο από Λιβαδειά προς Ζητούνι (Λαμία), αναχαιτίζοντας έτσι την εχθρική κάθοδο των Τούρκων προς τον Ισθμό. Στόχος, να διατηρηθεί και εξαπλωθεί η Επανάσταση.

 

Αθανάσιο Διάκος

Προσωπογραφία του Αθανασίου Διάκου. Λιθογραφία εκ των παλαιοτέρων εκδοτικών οίκων της Ελλάδος Δ. Π. Δημητράκου.

 

Ο Χουρσίτ ανέθεσε το έργο της καταστολής στον έμπιστό του Κιοσέ Μεχμέτ, τον οποίο διόρισε προσωρινό βαλή της Πελοποννήσου, και στον Αρβανίτη Ομέρ Βρυώνη (γόνο παλαιάς εξισλαμισθείσας χριστιανικής οικογένειας), παλαιό φίλο του Αλή πασά και πρόσφατα διορισμένο πασά του Βερατίου. Αν και ο Ομέρ Βρυώνης ήταν από τους ικανότερους στρατηγούς του τουρκικού στρατού, η αρχηγία της εκστρατείας ανατέθηκε στον Κιοσέ Μεχμέτ, γιατί η αποστασία του Αλή πασά είχε προξενήσει δυσπιστία προς τους Τουρκαλβανούς.

 

Η μάχη της Αλαμάνας (23 Απριλίου 1821)

 

Αθανάσιος Διάκος, «ο Διάκος οδηγεί τους Δερβενοχωρίτας εις την μάχην».

Η μεγάλη τουρκική δύναμη – 8.000 πεζοί και 800 ιππείς – έθετε σε μεγάλο κίνδυνο την Επανάσταση. Σε πολεμικό συμβούλιο στους Καμποτάδες, στις 20 Απριλίου, αποφασίστηκε η αντιμετώπιση του εχθρού στις στενές διαβάσεις των Θερμοπυλών, όπου δεν θα μπορούσαν να αναπτυχθούν όλες οι εχθρικές δυνάμεις. Η ελληνική δύναμη μόλις ανερχόταν στους 1.500 άνδρες: 600 Σαλωνίτες υπό τον Πανουργιά, 500 Λιβαδίτες υπό τον Διάκο και 400 από τα υπόλοιπα μέρη υπό τον Δυοβουνιώτη. Ο τελευταίος πρότεινε να παραμείνουν ενωμένοι στην ίδια θέση περιμένοντας τον εχθρό, αλλά υπερίσχυσε η άποψη του Διάκου να χωριστούν και να καταλάβουν τα τρία περάσματα. Έτσι, ο Πανουργιάς κατέλαβε το χωριό Μουσταφάμπεη (Ηράκλεια), όπου άφησε τους Παπανδρέα Κοκκοβιστιανό και Κομνά Τράκα, και τη Χαλκωμάτα (στο δρόμο των Σαλώνων), όπου παρέμεινε ο ίδιος με τον επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα. Ο Δυοβουνιώτης τη γέφυρα του Γοργοποτάμου και ο Διάκος της Αλαμάνας.

Στις 23 Απριλίου εμφανίστηκε ο εχθρικός στρατός. Μπροστά στην υπεροχή του εχθρού, ο Δυοβουνιώτης άφησε τον Γοργοπόταμο και οπισθοχώρησε προς την οχυρή θέση Δέμα, πιστεύοντας ότι το ανώμαλο έδαφος θα εμπόδιζε τους ιππείς του Ομέρ Βρυώνη, αλλά και από εκεί καταδιώχθηκε. Στη συνέχεια ο Ομέρ Βρυώνης στράφηκε προς το Μουσταφάμπεη, όπου όμως συνάντησε σθεναρή αντίσταση από τους άνδρες των Παπανδρέα Κοκκοβιστιανού και Κομνά Τράκα, που είχαν οχυρωθεί στα σπίτια του χωριού, στην εκκλησία και στο μύλο. Τότε έκρινε σκόπιμο να εγκαταλείψει το Μουσταφάμπεη και να στραφεί προς τη Χαλκωμάτα και την Αλαμάνα. Διαίρεσε το στράτευμά του σε τρία σώματα: το πρώτο εναντίον της Χαλκωμάτας και του Πανουργιά, το δεύτερο εναντίον του Διάκου στην Αλαμάνα και το τρίτο στα υψώματα για να προλάβει την υποχώρηση των Ελλήνων. Η ηρωική αντίσταση του Πανουργιά, που μαχόταν στην πρώτη γραμμή, γρήγορα κάμφθηκε και άρχισε η υποχώρηση, κατά την οποία σκοτώθηκαν πολλοί άνδρες, μεταξύ των οποίων και ο επίσκοπος Ησαΐας.

 

Η θυσία του Αθανάσιου Διάκου

σύντομα πέρασε στη σφαίρα

του θρύλου και έγινε σύμβολο του Αγώνα.

 

Η Μάχη της Αλαμάνας. Φανταστικός πίνακας του Αλέξανδρου Ησαΐα. Ο Αθανάσιος Διάκος επιτίθεται εναντίον των Τούρκων, ενώ ο επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας Παπαστάθης πέφτει τραυματισμένος.

 

Παράλληλα στην Αλαμάνα συνεχιζόταν η επίθεση των δυνάμεων του Ομέρ Βρυώνη, στις οποίες προστέθηκαν και αυτές του Κιοσέ Μεχμέτ. Ο Διάκος προτίμησε να παραμείνει και να αντισταθεί με κάθε θυσία. Διακόσιοι από τους πεντακόσιους άνδρες του βρίσκονταν στη γέφυρα υπό τους Μπακογιάννη και Καλύβα, τα πρωτοπαλίκαρά του. Οι δυο τους τότε μαζί με δύο στρατιώτες πέρασαν τη γέφυρα και οχυρώθηκαν σ’ ένα χάνι αντιστεκόμενοι στον εχθρό. Ο Διάκος ήταν στα Ποριά, σε απόσταση είκοσι λεπτών, αντιστεκόμενος στις εχθρικές επιθέσεις. Μολονότι ήταν ολοφάνερη η επικείμενη συντριβή, δεν υποχωρούσε παρά τις έντονες παρακλήσεις των συντρόφων του και ιδιαίτερα του παλαιού του φίλου Βασίλη Μπούσγου. Στο τέλος έμειναν γύρω του μόνο 48 παλικάρια. Σε κάποια στιγμή ο Διάκος σμετατοπίστηκε στα Μανδροστάματα της μονής της Δαμάστας, ταμπουρωμένος πίσω από τα βράχια και μόνο με δέκα άνδρες γύρω του. Η μάχη συνεχίστηκε στήθος με στήθος. Μετά τον τραυματισμό στο δεξί του ώμο, ο Διάκος συνέχισε κρατώντας με το αριστερό χέρι το σπασμένο σπαθί του. Επέμεινε μέχρι που έχασε όλους τους συντρόφους του (εκτός του Μπούσγου) και συνελήφθη ζωντανός. Ως απάντηση στην πρόταση των Βρυώνη και Μεχμέτ να συνεργαστεί, προτίμησε το θάνατο. Η θυσία του, στις πρώτες κιόλας εβδομάδες της Επανάστασης, σύντομα πέρασε στη σφαίρα του θρύλου και έγινε σύμβολο του Αγώνα. Στη συνείδηση του λαού ο τόπος και ο τρόπος του θανάτου του παρομοιάστηκαν με τον Λεωνίδα στις Θερμοπύλες.

 

Η μάχη της Γραβιάς (8 Μαΐου 1821)

 

Odysseas Androutsos (1788 or 1789-1825): Fighter of the Greek Revolution of 1821

Ανδρούτσος Οδυσσεύς, ξυλογραφία Rousseau H. «Εθνική Επιθεώρησις» (1870-1871) σελ. 325.

Μετά τη νίκη αυτή των Τούρκων, οι εξαντλημένες επαναστατικές δυνάμεις της Ανατολικής Ελλάδας είχαν χάσει το ηθικό τους, ενώ οι Τούρκοι ετοίμαζαν ανενόχλητοι την κάθοδο προς την Πελοπόννησο. Μία λάθος κίνηση όμως του Ομέρ Βρυώνη ανέτρεψε την κατάσταση.

Η σκέψη να προσεταιριστεί τον οπλαρχηγό Οδυσσέα Ανδρούτσο, ηγετική πολεμική μορφή με μεγάλη επιρροή στην περιοχή, καθυστέρησε την τουρκική προέλαση. Οι δύο άνδρες γνωρίζονταν από παλιά, αφού είχαν θητεύσει στην αυλή του Αλή πασά, αποκτώντας πολεμική εμπειρία και βιώνοντας τις ραδιουργίες και τη συνεχή καχυποψία. Ο Ανδρούτσος, ως ευνοούμενος του πασά των Ιωαννίνων, στον οποίο και όφειλε τη δύναμή του, είχε αποκτήσει το αρματολίκι της Λιβαδειάς (το σημαντικότερο της Ανατ. Ελλάδας), που συνόρευε με την Ήπειρο και τις ακτές του Ευβοϊκού κόλπου. Μετά την αποστασία του Αλή πασά είχε καταφύγει στα Επτάνησα, όπου το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Μετά την κήρυξη της Επανάστασης, πέρασε στην Πελοπόννησο και μετά στη Στερεά, σχεδιάζοντας την ένωση όλων των οπλαρχηγών της Ρούμελης. Η παρουσία του είχε ενθαρρύνει τους κατοίκους και τους υπόλοιπους οπλαρχηγούς.

Σ’ αυτόν λοιπόν τον άνδρα ο Ομέρ Βρυώνης στήριζε πολλές ελπίδες και ζήτησε συνεργασία με αντάλλαγμα την αρχιστρατηγία όλης της Ανατ. Ελλάδας. Πρότεινε συνάντηση στη Γραβιά (ανάμεσα στον Παρνασσό και την Γκιόνα, στο δρόμο από Μπράλο προς Σάλωνα), όπου ήδη βρισκόταν ο Ανδρούτσος με τους Σουλιώτη Χρήστο Κοσμά και Σπύρο Κατσικογιάννη. Μετά έφθασαν εκεί οι Πανουργιάς, Δυοβουνιώτης και Μπούσγος.

 

Προσωπογραφία του Οδυσσέα Ανδρούτσου, ελαιογραφία σε μουσαμά. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

 

Αγγελής Γοβιός ή Γοβγίνας (1780- 1822), οπλαρχηγός της Ελληνικής Επανάστασης, διακρίθηκε για την αναδιοργάνωση του Αγώνα στην Εύβοια.

Θεωρώντας σίγουρη την τουρκική κάθοδο στην Πελοπόννησο μέσω Σαλώνων και Γαλαξιδίου και όχι μέσω Ισθμού, αποφασίστηκε να αναχαιτίσουν την πορεία αυτή χωρίς καθυστέρηση. Η άποψη του Ανδρούτσου ήταν να οχυρωθούν όλες οι ελληνικές δυνάμεις στο χάνι. Ο Ομέρ Βρυώνης δεν θα μπορούσε να προφυλαχθεί από την κατά μέτωπο επίθεση εξαιτίας του επίπεδου εδάφους που δεν είχε φυσικά οχυρώματα. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο οι Πανουργιάς και Δυοβουνιώτης διαφώνησαν θεωρώντας το μικρό πλινθόκτιστο χάνι, που βρισκόταν σε ανοιχτό πεδίο, ακατάλληλη θέση για την άμυνα 1.300 Ελλήνων έναντι 9.000 Τούρκων. Αντιπρότειναν την κατάληψη των γειτονικών στενών, για να διευκολυνθεί τυχόν υποχώρηση. Επειδή ήταν όλοι αμετάπειστοι, ο Ανδρούτσος πρότεινε να καταλάβουν οι Πανουργιάς και Δυοβουντώτης τα αριστερά του δρόμου προς το Χλωμό και ο Κοσμάς τα δεξιά, στην κρήνη του Σύντσικα. Ο Ανδρούτσος ταμπουρώθηκε στο χάνι όπου εθελοντικά τον ακολούθησαν περίπου 120 άνδρες, μεταξύ των οποίων οι Γκούρας, Παπανδρέας Κοκκοβιστιανός, Κομνάς Τράκας, Αγγελής Γοβγίνας κ.ά.

 

Όταν ο Ανδρούτσος εγκατέλειψε

το χάνι της Γραβιάς  είχε χάσει

μόνο έξι συντρόφους του,

έναντι 300 Τούρκων νεκρών

 

Στις 8 Μαΐου εμφανίστηκε ο Ομέρ Βρυώνης. Διαίρεσε το στρατό του σε τρία τμήματα. Πρώτα επιτέθηκε στους Πανουργιά, Δυοβουνιώτη και Κοσμά, των οποίων η αντίσταση κάμφθηκε και σκόρπισαν στα γύρω ορεινά. Στη συνέχεια έμειναν οι υπερασπιστές στο χάνι. Μια τελευταία προσπάθεια προσεταιρισμού του Ανδρούτσου απέτυχε. Ακολούθησαν αλλεπάλληλες αναποτελεσματικές επιθέσεις στο χάνι. Μόνη λύση για τον Ομέρ Βρυώνη ήταν ο κανονιοβολισμός και ζήτησε κανόνια από το Ζητούνι. Ο Ανδρούτσος, μαντεύοντας τις προθέσεις του, τη νύχτα εγκατέλειψε το χάνι, έχοντας χάσει μόνο έξι συντρόφους έναντι 300 νεκρών και 200 τραυματιών Τούρκων.

 

Το κέρδος από τη στρατηγική

νίκη στη Γραβιά ήταν η καθυστέρηση

καθόδου των τουρκικών στρατευμάτων

στην Πελοπόννησο

 

Η στρατηγική αυτή νίκη ενίσχυσε το ηθικό των Ελλήνων και πτόησε την υπερβολική αυτοπεποίθηση του εχθρού. Πολύ σημαντικό κέρδος για την πορεία της Επανάστασης ήταν η αναβολή της εχθρικής καθόδου στην Πελοπόννησο, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η Επανάσταση στην Ανατολική Στερεά. Έτσι, λίγες μέρες αργότερα, οι Πελοποννήσιοι αντιμετώπισαν στο Βαλτέτσι μόνο τις δυνάμεις του Μουσταφά μπέη.

 

Η μάχη στο Βαλτέτσι (12- 13 Μαΐου 1821)

 

Αναγνωσταράς, «ο Αναγνωσταράς νικά τους Τούρκους στο Βαλτέτσι».

Στο μεταξύ, στην Πελοπόννησο η κατάσταση ήταν πολύ κρίσιμη. Τον Απρίλιο είχαν φθάσει οι δυνάμεις που είχε στείλει ο Χουρσίτ υπό τον Γιουσούφ πασά και τον κεχαγιάμπεη (υποδιοικητή) Μουσταφά. Ο τελευταίος στις 6 Μαΐου έμπαινε στην Τρίπολη με πολλούς αιχμαλώτους και λάφυρα, ενθαρρύνοντας τις τουρκικές δυνάμεις που ετοιμάζονταν να καταστείλουν την Επανάσταση. Οι προοπάθειές του για υποταγή των επαρχιών με αντάλλαγμα την αμνηστία των αρχιερέων και προκρίτων, που κρατούνταν στην Τρίπολη, απέτυχαν.

Οι Έλληνες άρχισαν να ενισχύουν την άμυνα γύρω από την πρωτεύουσα του Μοριά. Στρατηγικός νους της επιχείρησης ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, αρχιστράτηγος της Καρύταινας, που επισήμανε την καίρια θέση του Βαλτετσίου, το οποίο οχυρώθηκε. Παράλληλα ενισχύθηκαν τα στρατόπεδα στο Χρυσοβίτσι, την Πιάνα και το Λεβίδη. Η ελληνική δύναμη έφθανε μόλις στους 2.300 άνδρες με ανεπαρκή οπλισμό, ενώ ο κεχαγιάμπεης χρησιμοποίησε 12.000 άνδρες, χωρισμένους σε πέντε τάγματα. Η εφορεία της Καρύταινας (ως οργανωμένη πολεμική υπηρεσία, υπό την προεδρία του Κανέλλου Δεληγιάννη) μεριμνούσε για την τροφοδοσία και συντήρηση του στρατεύματος, ενώ ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης επέβλεπε καθημερινά τους άνδρες φροντίζοντας για την απαραίτητη συνοχή και μαχητικότητά τους. Όπως υπαγορεύει στα απομνημονεύματά του: «Εκοιμούμουν εις το Βαλτέτσι, εγευμάτιζα εις την Πιάνα και εδείπναγα εις το Χρυσοβιτσι και επεριφερόμουν στα τρία ορδιά».

 

Η μάχη του Βαλτετσίου

 

Ο αγωνιστής και Φιλικός Πέτρος Βορβιτσιώτης ο οποίος πήρε μέρος στη μάχη του Βαλτετσίου.

Τα ξημερώματα της 12ης Μαΐου ο κεχαγιάμπεης έστειλε εναντίον του Βαλτετσίου το πρώτο σώμα υπό τον Βαρδουνιώτη Ρουμπή, το οποίο επιτέθηκε κατά του προμαχώνα του Μητροπέτροβα και των Μεσσηνίων υπό τους Μαυρομιχαλαίους, που πρόβαλαν σθεναρή αντίσταση. Έπειτα από λίγο ο Κολοκοτρώνης από το Χρυσοβίτσι έσπευσε για αντιπερισπασμό βόρεια του Βαλτετσίου και ο Δημ. Πλαπούτας από την Πιάνα στα Β.Δ. Νέα σώματα έφθασαν από Τρίπολη για συμπαράσταση στον Ρουμπή, αλλά αποκρούστηκαν. Η απόπειρα του εχθρού να χρησιμοποιήσει τα κανόνια απέτυχε λόγω ακαταλληλότητας του εδάφους. Η μάχη συνεχίστηκε και τη νύχτα, ενώ ο Κολοκοτρώνης φρόντιζε για τις προμήθειες των στρατιωτών σε τρόφιμα και πολεμοφόδια. Η παρουσία του εμψύχωνε και ενθουσίαζε τους αγωνιστές. Τα μεσάνυχτα έφθασαν από τα Βέρβαινα στο Καλογεροδούνι νέες ενισχύσεις υπό τους Αντ. Μαυρομιχάλη, Πέτρο Βαρβιτσιώτη κ.ά., ενώ τα χαράματα νέα Βοήθεια με τους Παν. Γιατράκο, Αναγν. Κονδάκη και τον επίσκοπο Βρεσθένης. Μια νέα προσπάθεια του εχθρού να χρησιμοποιήσει το πυροβολικό απέτυχε. Ο Ρουμπής ήταν πια αποκλεισμένος. Τη δυσχερή θέση του επιδείνωσε η άφιξη από το Άργος της δύναμης 300 ανδρών που μετέφεραν μολύβι, με επικεφαλής τούς Νικηταρά, Κων. Μαυρομιχάλη, Γενναίο Κολοκοτρώνη κ.ά. Οι τελευταίοι μόλις αντελήφθησαν την εξέλιξη της μάχης, παρέλαβαν από τα Βέρβαινα ενισχύσεις και κατευθύνθηκαν στο Βαλτέτσι. Ο αποκλεισμός του Ρουμπή ήταν πλέον τόσο στενός και επίμονος, που ο κεχαγιάμπεης αναγκάστηκε να διατάξει οπισθοχώρηση, κατά την οποία οι πανικόβλητοι Τούρκοι εγκατέλειπαν και τα όπλα τους ακόμη. Έπειτα από 23 ώρες μάχης οι Τούρκοι είχαν 300 νεκρούς και 600 τραυματίες, ενώ οι Έλληνες 18 νεκρούς και 31 τραυματίες.

 

Ο γέρων Μητροπέτροβας, οπλαρχηγός Ανδρούσας και Λεονταρίου, που πολέμησε με σθένος στη μάχη του Βαλτετσίου.

 

Τόση ήταν η σημασία της νίκης, που ο Κολοκοτρώνης τη χαρακτήρισε «ευτυχία της Πατρίδος». Συνέβαλε στην εδραίωση της Επανάστασης στην Πελοπόννησο. Η περιοχή της Τρίπολης αποτελούσε νευραλγικό σημείο και πέρασμα προς Μεσσηνία και Μάνη, προπύργια της Επανάστασης. Εκεί ήταν η έδρα του Τούρκου διοικητή, στη Δημητσάνα υπήρχαν οι περίφημες μπαρουταποθήκες για τον πολεμικό εφοδιασμό των επαναστατών. Σε περίπτωση ήττας στο Βαλτέτσι, είναι αμφίβολο αν θα μπορούσαν οι ελληνικές δυνάμεις να ανασυνταχθούν. Από αυτή τη νίκη οι Έλληνες κέρδισαν αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία και συνειδητοποίησαν την ανάγκη συντονισμού και οργάνωσης των πολεμικών επιχειρήσεων.

Λίγες μέρες αργότερα, στις 18 Μαΐου, οι Τούρκοι επιχείρησαν νέα έξοδο, η οποία αποκρούσθηκε στα Δολιανά και Βέρβαινα. Ύστερα από τέσσερις μήνες οι Έλληνες έμπαιναν πλέον νικητές στην Τρίπολη.

 

Βιβλιογραφία


  • Κανέλλος Δεληγιάννης, Απομνημονεύματα, Αθήναι [1957], τ. Α’.
  • Στρατηγού Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, εισαγ.- σημ.: Γ. Βλαχογιάννης, έκδ. β, Αθήναι [1947].
  • Νικ. Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, Αθήναι 1851, τ. Α.
  • Θεόδ. Κολοκοτρώνης, Διήγηοις συμβάντων της Ελληνικής Φυλής, (φωτομ. επανέκδ.), εισαγ.-ευρετ.- επιμ.: Τ. Αθ. Γριτσόπουλος, Αθήναι 1981.
  • Σπυρ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1860, τ. Α.
  • Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1860, τ. Γ.
  • Φώτιος Χρυσανθακόπουλος (Φωτάκος), Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1899, τ. Α.

 

Αννίτα Ν. Πρασσά

δρ Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, προϊσταμένη

Γενικών Αρχείων Κράτους Ν. Μαγνησίας

 

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Οι μεγάλες μάχες του 1821», τεύχος 278, 24 Μαρτίου 2001.

Εικόνες και λεζάντες αυτών, από την Αργολική Βιβλιοθήκη.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Παπαφλέσσας Γρηγόριος Δικαίος (1786-1825)


 

Ένας από τους κορυφαίους πρωταγωνιστές της Φιλικής Εταιρείας και της Επανάστασης του 1821. Γεννήθηκε το 1786 στην Πολιανή της Μεσσηνίας. Στερνοπαίδι του Δημήτριου Δικαίου από τον δεύτερο γάμο του με την Κωνσταντίνα από το γένος των Ανδροναίων, πήρε το βαφτιστικό όνομα Γεώργιος. Ο Φωτάκος στη βιογραφία του Γρηγόριου Δικαίου αναφέρει ότι ο πατέρας του απέκτησε δεκαοκτώ παιδιά με την πρώτη γυναίκα του και δέκα με τη δεύτερη, από τα οποία ο Γεώργιος (Γρηγόριος) ήταν το τελευταίο. [1] Αν οι αριθμοί αυτοί δεν είναι «πατριωτικά» διογκωμένοι ίσως δεν είναι άσχετοι από τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του νεαρού Γεώργιου Δικαίου.

 

Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας). Έργο του Διονυσίου Τσόκου, Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Εξάλλου, σχετικά με την προέλευση του ονόματος Παπαφλέσσας πάλι ο Φωτάκος αναφέρει μία, τουλάχιστον περίεργη και μυθώδη, εκδοχή σύμφωνα με την οποία όλοι οι απόγονοι του Δημήτριου Δικαίου ονομάστηκαν Φλεσαίοι από τη λέξη Εφεσίους της γνωστής επιστολής του Αποστόλου Παύλου, η οποία δεν προφερόταν σωστά στην εκκλησία της Πολιανής αλλά εκφερόταν ως Εφλεσίους, για να μεταπέσει σε Φλεσίους και περαιτέρω σε Φλεσαίους και από εκεί να καταντήσει επώνυμο της οικογένειας των Δικαίων και οπωσδήποτε του Γρηγορίου Δικαίου. Δεν μπορεί να εξακριβωθεί βέβαια αν υποκρύπτεται κάποιο γεγονός πίσω από αυτές τις λεκτικές ακροβασίες, αλλά αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι ο Γεώργιος (Γρηγόριος) Δίκαιος θα γίνει τουλάχιστον τα ύστερα χρόνια γνωστότερος ως Παπαφλέσσας παρά ως Δίκαιος.

Σύμφωνα με τον βιογράφο του που μόλις μνημονεύσαμε, παιδί φέρεται ότι έμαθε τα πρώτα γράμματα κοντά σε κάποιον καλόγηρο, ενώ αργότερα παραδίδεται ότι ο εξάδελφος από τον πατέρα του Παναγιώτης, πρόκριτος της επαρχίας Λεονταρίου, όπου ανήκε και η Πολιανή, έστειλε τον μικρό Γεώργιο, μαζί με τα δικά του παιδιά, στην Ελληνική σχολή της Δημητσάνας, όπου είχε δάσκαλο πιθανόν τον λόγιο μοναχό Αγάπιο Αντωνόπουλο.

Αργότερα, το 1816, σύμφωνα με τους βιογράφους του, ο Γεώργιος Δίκαιος θα καρεί μοναχός στη μονή Βελανιδιάς, που βρίσκεται κοντά στην Καλαμάτα, και θα λάβει το μοναχικό όνομα Γρηγόριος, με το οποίο θα γίνει γνωστός· ωστόσο και πάλι εμφιλοχωρεί ένα πρόβλημα, δεδομένου ότι όσοι εμπλέκονταν με τον μοναχικό βίο το έκαναν πολύ νωρίτερα από την ηλικία των 30 ετών, που είναι το 1816 ο Δικαίος. Όπως και να έχουν τα πράγματα πάντως ο μοναχός Γρηγόριος στη συνέχεια ήρθε σε σύγκρουση με τον μητροπολίτη Μονεμβασίας, πράγμα που τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τη μονή Βελανιδιάς και να καταφύγει σε ένα άλλο μοναστήρι, και συγκεκριμένα στη μονή Ρεκίτσας, που βρίσκεται μεταξύ Μιστρά και Λεονταρίου.

Η συνέχεια της ενδιαφέρουσας αυτής εξιστόρησης θέλει τον νεαρό μοναχό Γρηγόριο Δικαίο να έρχεται σε σύγκρουση και με τον ισχυρό Τούρκο της περιοχής Λεονταρίου Χουσεΐν αγά, γνωστό και ως Σερντάρη, που κατείχε πολλά κτήματα κοντά σε εκείνα της μονής Ρεκίτσας, τα οποία επιζήτησε να αποσπάσει από αυτήν. Στις συνεχείς διενέξεις μεταξύ του Τούρκου τσιφλικά και της μονής ο δραστήριος μοναχός  Γρηγόριος Δικαίος φέρεται ότι θέλησε να υπερασπιστεί με κάθε τρόπο την περιουσία της μονής, ζήτησε μάλιστα και την παρέμβαση του πασά της Τριπολιτσάς.

Ακολουθούν διάφορα μυθιστορηματικά επεισόδια μεταξύ των ανθρώπων του αγά και της μονής που θα συνεπιφέρουν αναπόφευκτα και την καταδίωξη του Παπαφλέσσα, ο οποίος φαίνεται ότι πλέον δεν μπορεί να παραμείνει στην Πελοπόννησο. Έτσι θα αναγκαστεί το 1818 να περάσει πρώτα στη Ζάκυνθο και από εκεί να κατευθυνθεί στην Κωνσταντινούπολη, προκρίνοντας κατά τα φαινόμενα, ότι στην πρωτεύουσα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας θα υπήρχαν ευνοϊκότερες συνθήκες για την περαιτέρω ιερατική του πορεία, δεδομένου ότι θα βρισκόταν κοντά στο κέντρο των εξελίξεων της Ανατολικής Εκκλησίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

 

Παπαφλέσσας. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία. Adam Friedel.

 

Πράγματι, στην Κωνσταντινούπολη ο Γρη­γόριος Δικαίος θα γνωρίσει πολύ κόσμο, θα συναντήσει πατριώτες του, ανάμεσα στους οποίους ο τότε μητροπολίτης Δέρκων, θα έρθει σε επαφή με σημαντικά πρόσωπα, θα συνδεθεί με την οικογένεια του λόγιου κληρικού Ζαχαρία Αινιάντος και ακόμα ως εκκλησιαστικός θα γίνει αρχιμανδρίτης, πιθανώς αναζητώντας, πα­ράλληλα, την ευκαιρία για να εκλεγεί μητρο­πολίτης και να τεθεί έτσι επικεφαλής κάποιας επαρχίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως μας πληροφορεί ο Δημήτριος Αινιάν. Εί­ναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι ο Δίκαιος εί­χε στενές σχέσεις με τον τότε μητροπολίτη Δέρκων Γρηγόριο (καταγόταν από το χωριό Ζουμπάτα Αχαΐας), ο οποίος θα θανατωθεί μαζί με τους άλλους ιεράρχες ως πράξη αντιποίνων για την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης. Είναι μάλιστα πολύ πιθανόν ο Γρηγόριος Δέρκων να υπήρξε και μέλος της Φιλικής Εταιρείας.

Ωστόσο, οι επιδιώξεις του Γρηγόριου Δικαί­ου για ανώτερη εκκλησιαστική σταδιοδρομία φαίνεται να υποχωρούν δραματικά με τη μύη­σή του στη Φιλική Εταιρεία που θα γίνει από τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο [2] ή από τον Ανα­γνώστη Παπαγεωργίου-Αναγνωσταρά [3] στις 21 Ιουνίου 1818. Στον κατάλογο Φιλικών του Σέκερη η σχετική αναγραφή έχει καταχωριστεί ως εξής: «Γρηγόριος Δικαίος. Αρχιμανδρίτης και έξαρχος Πατριαρ­χικός. Χρόνων 32. Διά του Π. Παπαγεωργίου. 1818, Ιουνίου 21, Κωνσταντινούπολις. Τω Ηλία Δικαίω εις Πολιανήν. Γρ. 10». [4] Το συνωμοτικό όνομα που έλαβε ως μέ­λος της Εταιρείας ήταν Αρμόδιος, ενώ κατείχε και τα διακριτικά αρχικά Α Μ.

Σέκερης Παναγιώτης, Ελαιογραφία. Αθήνα, Πολεμικό Μουσείο.

Ο Γρηγόριος Δίκαιος θα ενστερνισθεί με θέρμη και ζήλο τους σκοπούς της Φιλικής Εται­ρείας και θα αναδειχθεί σε ένα από τα πιο δρα­στήρια μέλη της, σε έναν από τους πιο δρα­στήριους αποστόλους της. Το πρώτο πεδίο δράσης του υπήρξε βέβαια εκείνο της Κων­σταντινούπολης αλλά γρήγορα θα επεκτείνει τη δράση του και στην περιοχή των Ηγεμο­νιών, όπου, όπως έχουμε διαπιστώσει, τα πε­ρισσότερα από τα ανώτερα στελέχη της Εται­ρείας αλλά και ένα πλήθος από μεσαία και κα­τώτερα, θα δραστηριοποιηθούν τα χρόνια πριν από την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης. Σύμφωνα με τον κατάλογο Φιλικών του Παν. Σέκερη αλλά και του Ιωάννη Φιλήμονα, ο Γρη­γόριος φέρεται να μύησε την περίοδο 1818- 1819 τουλάχιστον τριάντα Φιλικούς, ανάμε­σα στους οποίους υπάρχουν και σημαντικά ονόματα (Καμαρηνός Κυριακός, Παναγιώτης Γιατράκος, Δημήτριος Θέμελης).

Πρέπει εξάλλου να επαναλάβουμε στο ση­μείο αυτό ότι ο Παπαφλέσσας βρίσκεται και δραστηριοποιείται στην Κωνσταντινούπολη κατά την περίοδο που όλη σχεδόν η ηγετική ομάδα της Εταιρείας έχει συγκεντρωθεί στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας· με άλλα λό­για βρισκόμαστε στο κρίσιμο διάστημα μετα­ξύ των ετών 1818 και 1820, όταν σημειώνε­ται «μια γενικευμένη ανάπτυξη κινήσεων, σχεδιασμών και άλλων ενεργειών, σε όλες τις χώ­ρες διαμονής των Ελλήνων. Οι περισσότεροι «απόστολοι» έχουν κινηθεί με επιτυχία, η Εφο­ρεία της Κωνσταντινούπολης με την ενεργό συμμετοχή του Π. Σέκερη λειτουργεί ικανο­ποιητικά, νέα μέ­λη της ηγετικής ομάδας όπως ο Γρηγόριος Δικαί­ος (Παπαφλέσ­σας) έχουν δώσει ένα νέο δυναμικό τόνο στην Εται­ρεία, η δε Πελοπόννησος έχει εμπλακεί ορι­στικά στην υπόθεση της εξέγερσης». [5]

Για να προσεγγίσουμε τα ανώτερα στελέχη της Εταιρείας με βάση, κυρίως, τις πληροφορίες από τα κείμενα που οι ίδιοι και οι συναγωνιστές τους μας παρέχουν και που εξακολουθούν να έρχονται στο φως, όπως λ.χ. το Αρχείο Ξάνθου, θα επιχειρήσουμε να παρακολουθήσουμε από κοντά τον Γρηγόριο Δικαίο, με απώτερο βέβαια σκοπό να γνωρίσουμε καλύτερα το πρόσωπο και τη δράση του πρώτα ως Φιλικού και αργό­τερα ως αγωνιστή της Επανάστασης, του οποίου μάλιστα τη δράση επισφράγισε και ο ηρωικός θάνατος στο Μανιάκι (1825).

Όπως αναφέραμε, ο Γρηγόριος Δικαίος κα­τά το πρώτο διάστημα της σταδιοδρομίας του ως Φιλικού ανέλαβε δράση στην περιοχή των Ηγεμονιών. Υπάρχουν μάλιστα πληροφορίες ότι τον διακατείχε τέτοιος ενθουσιασμός ώστε να προβαίνει στην κατήχηση νέων μελών στις τάξεις της Εταιρείας αδιακρίτως, χωρίς δηλα­δή να λαμβάνει τις δέουσες προφυλάξεις αλλά ούτε και να εγείρει επιφυλάξεις για το ποιόν των προσήλυτων. Ίσως κάτι τέτοιο ακριβώς να υπαινίσσεται η παρατήρηση του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου, ο οποίος κλείνοντας ένα γράμμα του προς τον Εμμανουήλ Ξάνθο της 26ης Μαρτίου 1819 επισημαίνει: «αύτη η ενόχλησις και η επαπειλουμένη τρικυμία σοι λέγω εν συντόμω ότι προήλθεν από την αδιαφορίαν του αναθεματι­σμένου παπά Γρηγορίου».[6]

Στον κατάλογο των μετακι­νήσεων του Δικαίου ανά τις Ηγεμονίες είναι βέβαια το Ιάσιο, όπως μας πληροφο­ρεί επιστολή του Παναγ. Αναγνωστόπουλου της 24ης Μαΐου 1819 προς τον Εμμ. Ξάνθο. [7] Από την επιστο­λή αυτή, ανέκδοτη έως πρό­σφατα, αναδημοσιεύουμε ένα μικρό απόσπασμα εν­δεικτικό των σχέσεων του Γρηγόριου Δικαίου με τα άλ­λα μέλη της Εταιρείας, από τα οποία ο επιστέλλων Αναγνωστόπουλος δεν φαίνεται να έχει και τις καλύτερες δια­θέσεις προς τον φλογερό αρ­χιμανδρίτη, μολονότι τους συνδέει η κοινή πελοποννησιακή καταγωγή:

 

«Ο παππά Γρηγόριος εις τας 17 τούτου εμίσεψεν διά Γαλάτζι, ολίγον συγχυσμένος μαζύ μου, εξ αιτίας οπού τον εσυμβούλευα να μην πιστεύη τινα, επειδή και αι κατ’ αυτόν καταλαλιαί προήλθον εκ τού­του διά την εις καθένα πίστην του. συγχυσμέ­νος εις τέτοιον τρόπον οπού ούτε έξοδα είχεν, ούτε ηξεύρω ποίος του έδωσεν, επειδή και δεν είχεν ούτε λεπτόν, προτού με είχε συστήση εις Ισμαήλ καλώς, και στοχάζομαι ότι δεν θέλει αναιρέσει εκείνο όπερ πρότερον είπεν, μ’ όλον τούτο μη λείψετε αυτού διά να του γράψητε, καμονόμενος ότι διότι εμάθατε πως ήλθεν του ζητείτε γράμμα μου, και καθώς σας αποκριθή οδηγήσθαι και τον προλαμβάνετε, καθ’ όποι­ον τρόπον στοχασθήτε εις το περί εμού…».

Εξάλλου για την επικείμενη, εν συνεχεία, με­τάβασή του στο Γαλάτζι, μας πληροφορεί και επιστολή του Δημήτριου Θέμελη προς τον Εμμ. Ξάνθο, γραμμένη στα τέλη Μαΐου 1819. [8] Μάλιστα από την επιστολή αυτή κερδίζουμε επιπλέον και το ψευδώνυμο «ιντερεσάτος» του Γρηγορίου Δικαίου. Όμως είχε φθάσει η 7η Ιουνίου και ο Δικαίος δεν είχε εμφανιστεί ακόμη στο Γαλάτζι, πράγμα που έχει προκαλέσει ανησυχίες ανάμεσα σε κάποια μέλη της Φιλικής Εταιρείας που τον περιμένουν για διαβουλεύσεις. Ενδεικτική της ανησυχίας αυτής είναι μία άλλη επιστολή του Δημήτριου Θέμελη προς τον Εμμ. Ξάνθο της 7ης Ιουνίου 1819 από το Γαλάτζι, όπου ο άρχων ισπράβνικος των Ηγεμονιών αναφέρει μεταξύ των άλλων: «ο Δίκαιος αφού εμίσεψεν από Ιάσιον εις τας 19 του απελθόντος κατά τας βεβαίας ειδήσεις έχω, μέχρι τουδε δεν ήλθεν εδώ, και, το τι έγινεν ευρίσκομαι εις μεγαλοτάτην απορίαν, φαίνεται ότι άλλαξεν τον δρόμον του οπού αντί να ερθή εδώ επήγεν εις άλλον μέρος, εις ποιον όμως αγνοώ – οι φίλοι από Ιάσιον τον έχουν ότι ευρίσκεται εδώ… δεν ημπορώ να καταλάβω, φίλτατέ μοι, αυτό το κίνημα του Δικαίου τι εννοεί… θέλω γράψη αύριον και εις τον εν Βουκουρέστι ακριβόν μας… φίλον, αν ήρχοντο ο διάβολος ο Δικαίος εδώ ήτον πολλά ωφέλιμον, διά τας γνωστάς αιτίας, επειδή ηξευρω πως να τον οικονομήσω…». [9]

Οι κινήσεις του  Γρηγορίου εν συνεχεία εντοπίζονται στην πρωτεύουσα της Βλαχίας, στο Βουκουρέστι, όπου μάλιστα αρρώστησε βαριά. Τις σχετικές πληροφορίες αντλούμε από επιστολή και πάλι του Δημήτριου Θέμελη προς τον Εμμ. Ξάνθο της 21ης Ιουλίου 1819: «χθες ελθών από Βουκουρέστι ο σιορ Στέργιος Πρασσάς μας διηγείται την δεινήν ασθένειαν του αγίου Αρχιμανδρίτου κυρίου Γρ. Δικαίου, με μεγάλην λύπην και άκρον μας κακοφανισμόν, ήτις τω επισυνέβη με το να εκοιμήθη υποκάτω μιας καρυδιάς εις εν ζεύκι [: γλέντι] οπού είχον φίλοι τινές εις ένα παχτζέν, όπου από αψηφισίας πλευριτωθείς έπεσε κλινήρης επιστρέψας αυτόν εις λοιμικήν νόσον, τον άφησε δε, ως μας λέγει, εις αθλίαν κατάστασιν και ο Θεός να τον βοηθήση».[10]

Η ίδια πληροφορία για την αρρώστια του Δικαίου διασταυρώνεται και από παράλληλή της που βρίσκουμε σε επιστολή του Π. Ρουμπινή προς τον Εμμ. Ξάνθο και φέρει χρονολογία 24 Ιουλίου 1819 αλλά και από αντίστοιχη της 28ης του ίδιου μήνα γραμμένη από τον Ευάγγελο Μαντζαράκη προς τον ίδιο αποδέκτη. Ο Γρηγόριος Δίκαιος φέρεται ασθενής και σε επιστολή της 4ης Αυγούστου 1819 του Π. Ρουμπινή προς τον Εμμ. Ξάνθο, μολονότι σε έγγραφο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, ο αρχιμανδρίτης φέρεται στις 3 Αυγούστου 1819 να αδελφοποιήθηκε με τον Ιωάννη Φαρμάκη και τον Γεώργιο Ολύμπιο.[11] Σύμφωνα με όλα τα δεδομένα η αδελφοποίηση αυτή έγινε όχι για συνωμοτικούς λόγους αλλά είχε τον χαρακτήρα προσωπικής συμφωνίας για αμοιβαία συνδρομή και συνεργασία.

Αυτά, λοιπόν, μας παραδίδουν για την κατάσταση του Δικαίου στο Βουκουρέστι οι επιστολές που μνημονεύσαμε παραπάνω. Ωστόσο, ο Ιω. Φιλήμονας (και ο Φωτάκος αργότερα) παραδίδει για τον Γρηγόριο Δικαίο και το γνωστό επεισόδιο στο Βουκουρέστι, όταν ο αρχιμανδρίτης θέλησε να πληροφορηθεί με δυναμικό τρόπο από τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο για την Υπέρτατη Αρχή, στην οποία διεκδίκησε και τελικά πέτυχε να συμμετάσχει και ο ίδιος. Τότε φαίνεται ότι απέκτησε το ψευδώνυμο Αρμόδιος και τα συνωμοτικά αρχικά Α Μ, που έχουμε ήδη αναφέρει. Ωστόσο, ο Γρηγόριος Δικαίος φαίνεται ότι διαθέτει γερή υγεία και έτσι αρκετά γρήγορα από μελλοθάνατος, όπως τον ήθελαν πολλοί αλληλογράφοι στα γράμματά τους, στις 4 Αυγούστου και κυρίως στις 11 Αυγούστου 1819 φέρεται ως υγιής σε επιστολή του Ευάγγελου Μαντζαράκη προς τον Εμμ. Ξάνθο, καθώς και σε άλλη επιστολή της ίδιας ημερομηνίας του Δημήτριου Θέμελη προς τον Εμμ. Ξάνθο, προς τον οποίο μάλιστα στέλνει και τους χαιρετισμούς του.[12]

Αναφέραμε παραπάνω ότι ο Γρηγόριος Δικαίος κατάφερε να γίνει και αυτός μέλος της Αρχής της Εταιρείας. Τότε ακριβώς έλαβε γνώση και των διεργασιών που γινόταν στα ανώτερα κλιμάκιά της και συγκεκριμένα την αποστολή του Εμμ. Ξάνθου στην Πετρούπολη στην προσπάθεια να πείσουν τον Ιωάννη Καποδίστρια να αναλάβει την αρχηγία της. Στη γραμμή αυτή, σύμφωνα με έγγραφο που βρέθηκε στο αρχείο Υψηλάντη, θα αποστείλει και ο Παπαφλέσσας στην Πετρούπολη τον Γεωργάκη Ολύμπιο και τον I. Φαρμάκη για να παρακαλέσει τον Καποδίστρια για τον ίδιο λόγο. Το σχετικό έγγραφο που αναφέραμε δεν πρέπει όμως να έφθασε ποτέ στα χέρια του υπουργού του τσάρου.

Ωστόσο, οι ενέργειές του στις Ηγεμονίες και η όλη δραστηριότητά του πρέπει να ανησύχησαν τις επιτόπιες αρχές. Έτσι ο Γιαννιώτης γιατρός Μιχαήλ Χρησταρής και άλλοι Φιλικοί, που κατάλαβαν ότι ο Δικαίος διέτρεχε σοβαρό κίνδυνο, τον ειδοποίησαν και του συνέστησαν να απομακρυνθεί γρήγορα από το επικίνδυνο περιβάλλον. Βέβαια, ο ίδιος πρόβαλλε ως δικαιολογία των ενεργειών του τη συγκέντρωση δωρεών για τη σύσταση του σχολείου που, οι Καλλιμάχης και Νέγρης ετοιμάζονταν να ιδρύσουν στην Πελοπόννησο, ενώ στην πραγματικότητα απώτερος σκοπός τους ήταν η συγκεκαλυμμένη συγκέντρωση χρημάτων για την ενίσχυση του έργου της Εταιρείας. Έτσι κατόρθωσε να πάρει διαβατήριο και να αναχωρήσει από το Βουκουρέστι.

Στη δράση του Γρηγόριου Δικαίου πρέπει εξάλλου να προστεθεί και η μεταστροφή του Ανδρέα Σφαέλου. Ο τελευταίος είχε σταλεί εκ μέρους του αδελφού του δολοφονηθέντος Νικολάου Γαλάτη, Ευσταθίου, προκειμένου να εξοντώσει ορισμένα υψηλά στελέχη της Εταιρείας ως εκδίκηση για το θάνατο του αδελφού του. Ο Σφαέλος στην περιπλάνησή του στις Ηγεμονίες φέρεται ότι επιχείρησε να έλθει σε επαφή με τον Δικαίο, ο οποίος τελικά θα κατορθώσει να τον μεταστρέψει από τους σκοπούς του και τον καταστήσει ενεργό στέλεχος της Εταιρείας – μάλιστα πολέμησε και σκοτώθηκε στη μάχη στο Σκουλένι τον Ιούνιο του 1821. Τη μεταστροφή αυτή του Σφαέλου υπαινίσσεται και σε επιστολή του προς τον Εμμ. Ξάνθο της 9ης Σεπτεμβρίου 1819 ο Δημήτριος Θέμελης, γράφοντας: «έχω εντελεστάτην πληροφορίαν ότι ανταμόθην [ο Σφαέλος] με τον Δικαίον… και φαίνεται από εν γράμμα το οποίον έστειλεν εδώ εις ένα του φίλον ο γνωστός… ότι έλαβεν άλλην μορφήν, καθησυχάσαντες αυτόν από του να ακροβατεί».[13]

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ο τελευταίος Μπέης της Μάνης, και βασικός εκφραστής της αντίληψης για τοπική αυτονομία των απελευθερωμένων περιοχών της Ελλάδας (ιδιαίτερα της Μάνης) σε αντίθεση με το όραμα του Καποδίστρια που επιθυμούσε τη δημιουργία ενός ομογενοποιημένου εθνικού κράτους.

Πορτρέτο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη (1765 ή 1773 -1848). Υδατογραφία σε φίλντισι, διαστάσεις 16 x 12 εκ. Έργο του Χένρι Τζον Τζορτζ Χέρμπερτ (Henry John George Herbert 1800 -1849).

Γνωρίζουμε ήδη ότι από το 1818, όταν αποφασίστηκε από τους ηγέτες της Φιλικής Εταιρείας η αναχώρηση αποστόλων – εθνεγερτών προς διάφορες περιοχές για την οργάνωση των επιτόπιων κλιμακίων της Εταιρείας, ο Καμαρηνός Κυριακός – ο οποίος, όπως έχουμε σημειώσει, μυήθηκε στην Εταιρεία από τον Παπαφλέσσα – είχε επιφορτισθεί με τη σημαντική αποστολή να μεταβεί στη Μάνη και να κατηχήσει τον Πετρόμπεη. Πράγματι, ο Κυριακός πέτυχε να φέρει σε πέρας την αποστολή του. Και όχι μόνο αυτό. Εκ μέρους του Πετρόμπεη και μέσω του Κυριακού θα εκδηλωθούν πρωταγωνιστικές ενέργειες καθώς ο τελευταίος στις αρχές του 1819 θα φθάσει στην Κωνσταντινούπολη ως κομιστής επιστολών του Πετρόμπεη προς τον Ιωάννη Καποδίστρια και τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, με τις οποίες θα τους ζητούσε οικονομική βοήθεια και στην ουσία θα τους έκανε πρόταση να τεθούν επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας και κατά συνέπεια του απελευθερωτικού αγώνα που ετοιμαζόταν. Με άλλα λόγια ο Πετρόμπεης μέσω του Κυριακού έχει πληροφορηθεί το παιχνίδι που παιζόταν στα ανώτερα κλιμάκια της Εταιρείας και πιθανότατα αποπειράθηκε να ενεργήσει ως παράλληλο όργανο ενός άλλου πρωταγωνιστικού κέντρου των μελλοντικών εξελίξεων. Είναι, μάλιστα, ενδεικτικό ότι ο Καμαρηνός Κυριακός θα φθάσει στην Πετρούπολη πριν από τον επίσημο απεσταλμένο της Φιλικής Εταιρείας Εμμ. Ξάνθο, γι’ αυτό και ο τελευταίος με επιστολή του προς τον Κυριακό της 1ης Ιανουάριου 1820 από τη Μόσχα, του συνιστά να τον περιμένει και να μην ενεργήσει από μόνος του αλλά να δείξει ότι είναι συνετός, όπως έχει δηλώσει γι’ αυτόν ο Δικαίος που γραπτώς τον είχε συστήσει στον Ξάνθο.[14]

Από το Αρχείο Ξάνθου, έχουμε δύο, έως πρόσφατα ανέκδοτες, επιστολές του Γρηγόριου Δικαίου προς τον Καμαρηνό Κυριακό.[15] Η πρώτη είναι γραμμένη από το Βουκουρέστι στις 13 Σεπτεμβρίου 1819 και σε αυτή ο Δικαίος ομολογεί ανοιχτά ότι άνοιξε μια επιστολή του Κυριακού προς τον Μιχαήλ Χρησταρή και διαπίστωσε την ανοησία του να κατηγορεί ανθρώπους και κυρίως ότι βεβαιώθηκε ότι Κυριακός δεν γνωρίζει καλά τα πράγματα: «τούτο το γράμμα σου μ’ εβεβαίωσε ότι εις έτι αεροβατείς, καθ’ ότι ηθέλησες να δείξης ότι ευρίσκεσαι εις μεγάλας υποθέσεις και ότι είσαι σημαντικόν υποκείμενον, και με τούτο δεν έκαμες άλλο τι, αλλά απέδειξες καθαρότατα την κουφότητα του νοός σου… Καμαρηνέ! σε παρακαλώ να φέρεσαι εις  όλας σου τας συναναστροφάς, συνομιλίας και κινήματα, με μεγάλην προσοχήν και πάντοτε να εξακολουθής τας νουθεσίας του Παναγιωτάκη [Αναγνωστόπουλου]…».

Στην επιστολή αυτή γίνεται φανερό ότι ο Δικαίος αντιμετωπίζει πλέον την όλη κατάσταση με τρόπο περισσότερο συγκρατημένο, καθώς οι πρώτες κινήσεις του στις Ηγεμονίες διακρίνονταν από υπέρμετρο ενθουσιασμό, και, κατά τις παρατηρήσεις των άλλων Φιλικών, εμπεριείχαν μεγάλο κίνδυνο να αποκαλυφθούν σημαντικά μυστικά της Εταιρείας. Με τον Καμαρηνό Κυριακό βέβαια γνωρίζεται από την συμπαραμονή τους στην Κωνσταντινούπολη λίγους μήνες νωρίτερα, και από τα γραφόμενά του φαίνεται ότι τρέφει για αυτόν μεγάλη συμπάθεια και αγάπη. Εις την Κωνσταντινούπολη, λοιπόν, ο Δικαίος αναφέρει στην ίδια επιστολή ότι ετοιμάζεται να ξεκινήσει την ίδια μέρα (13 Σεπτεμβρίου 1819) και παρακινεί τον Κυριακό να έλθει και αυτός εκεί για να συναντηθούν.

Πράγματι, ο Γρηγόριος Δικαίος θα βρεθεί στην Κωνσταντινούπολη με τον Καμαρηνό Κυριακό, σύμφωνα με επιστολή της 4ης Οκτωβρίου 1819. Η επιστολή είναι γραμμένη με το ίδιο επιτιμητικό ύφος, καθώς τον κατηγορεί ότι στην Κωνσταντινούπολη που βρέθηκε δεν συμπεριφέρθηκε με συνετό τρόπο αλλά απευθυνόταν στον ένα και στον άλλο και γύρευε χρήματα ενώ παράλληλα κοινοποιούσε τον σκοπό του ταξιδιού του: «Καμαρινέ! τα τοιαύτα κινήματα δεν είναι ανθρώπων μεγαλοφρονούντων οίτινες κινούνται να κάμουν κοινήν ωφέλειαν, αλλά χαμερπών, αχαρακτήριστων και μικρονόων· συ δεν έκαμες άλλο τίποτες εδώ, παρά να δόσης λαβήν εις τους υπεναντίους με τα φερσίματά σου να σατηρίζωσι το όνομά μας εις τας συναναστροφάς των… όθεν σε παρακαλώ… να διορθώσης το ελάττωμά σου διά της άκρας σιωπής, προσοχής και καλόν φερσιμον…». Στη συνέχεια του συνιστά να περιμένει και πάλι οδηγίες από τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο, τον οποίον του συνιστά να ακούει με προσοχή.

Πέρα από τη διαπίστωση των συμβουλών που δίνει ο Γρηγόριος Δικαίος στον Κυριακό, η προσεκτική ανάγνωση των δύο επιστολών και ειδικότερα της δεύτερης μας αφήνει να υποθέσουμε βάσιμα ότι ο αρχιμανδρίτης γνωρίζει για τις προθέσεις του Πετρόμπεη («γνωρίζω τι ημπορείς να δικαιολογηθής εις τούτο, ότι δηλαδή σε εβίασαν οι κάτω»), ενώ είναι διαπιστωμένο ότι υπάρχει ανοικτή επαφή μεταξύ Δικαίου και Πετρόμπεη, όπως άλλωστε ο Παπαφλέσσας αναφέρει και στην πρώτη και στη δεύτερη. Εξάλλου, η συνεχής υπόμνηση στον Καμαρηνό Κυριακό να ακολουθεί όσα του λέγει ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ίσως υποδηλώνει τον σχηματισμό μιας μικρής ομάδας Πελοποννησίων εντός της Φιλικής Εταιρείας, η οποία παρακολουθεί από κοντά τις εξελίξεις και έχει ένα συγκεκριμένο σχεδιασμό για το επικείμενο επαναστατικό κίνημα. Άλλωστε, μετά από λίγο ο Κυριακός Καμαρηνός θα χάσει τη ζωή του, αποτελώντας μαζί με τον Νικόλαο Γαλάτη το δεύτερο θύμα των εσωτερικών συγκρούσεων της Φιλικής Εταιρείας και η υπόνοια της παράκαμψης των μηχανισμών της Εταιρείας εκ μέρους του – έστω και ως οργάνου του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη – πρέπει να συνετέλεσε αποφασιστικά στην καταδίκη και εκτέλεσή του λίγο αργότερα.

Στην παραμονή και δράση του Γρηγόριου Δικαίου στην Κωνσταντινούπολη αναφέρεται και ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος σε επιστολή του από το Ρένι της 24ης Ιανουάριου 1820, προς τον Εμμ. Ξάνθο: ότι δηλαδή βρήκε τα πράγματα ο Δικαίος στην Κωνσταντινούπολη σε αταξία και «ο Αρμόδιος [= Δικαίος] τους μεν παραπονεμένους ησύχασε, τους δε κακόβουλους ανέτρεψεν ησύχως». Τα στοιχεία αυτά αποτελούν ακόμα μια ένδειξη ότι μεταξύ Αναγνωστόπουλου και Δικαίου έχει αναπτυχθεί μια οικειότητα και δεσμός, καθώς λίγο παρακάτω ο Αναγνωστόπουλος αναφερόμενος και πάλι στη δράση των κακοβούλων αναφέρει ότι ο ίδιος και ο Δικαίος «κινδυνεύουν να απαυδήσουν».

Μία εξαιρετικά εύστοχη περιγραφή του χαρακτήρα του Γρηγόριου Δικαίου, θεωρώ ότι κάνει ο Γεώργιος Λεβέντης σε γράμμα του από το Βουκουρέστι προς τον Εμμ. Ξάνθο (Πετρούπολη) της 19ης Μαΐου 1820.[16] Ο σεμνός αυτός αλλά δραστήριος Φιλικός θυμάται τη δράση του Αναγνωστόπουλου και του Δικαίου στις Ηγεμονίες και γράφει: «ο δεύτερος [Δικαίος] είναι καλός, πλην εις άκρον τολμηρός εις τα έγγραφά του, και ήθελε γένη ωφέλημον αν εκείθεν τον ελέγετε ότι έμαθον οι εκεί φίλοι το αχαλήνοτον θράσος του και ότι πρέπει να γένη μετριώτερος. με τούτο διορθώνεται διότι κατά τα άλλα είναι καλός, έχει ψυχήν γενναίαν, θάρρος ελληνικόν, και άλλα αναγκαία είς τον άνθρωπον προτερήματα, χωρίς όμως να τον δώσητε να καταλάβη ότι προέρχεται από εμέ διότι εγώ τον επίπληξα αρκετά».

Ο Γρηγόριος παραμένει αυτή την περίοδο, δηλαδή το 1820, στην Κωνσταντινούπολη, όπου η δράση του δεν φαίνεται χωρίς κινδύνους. Ο Αθανάσιος Σέκερης γράφοντας από την Οδησσό στον Εμμ. Ξάνθο στις 14 Αύγουστου 1820 που τώρα πια βρίσκεται στο Ισμαήλιο, έχοντας επιστρέψει από την Πετρούπολη όπου είχε πετύχει να αναλάβει την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, αναφέρεται στους κινδύνους αυτούς με σαφή τρόπο: «ο Αρμόδιος [Δικαίος] και ο Κάριμος [Παναγιώτης Σέκερης] κάθε στιγμήν ευρίσκονται είς κίνδυνον να γένωσι θύμα των τυράννων· δεν απελπίζονται όμως, αλλά φέρονται γενναίως και με όλην την δυνατήν προσοχήν, και αν τι απευκταίον συμβή εις αυτούς, εκπληρώνουν το προς την ιεράν πατρίδα χρέος των, και γίνονται παράδειγμα των λοιπών».

Ο Γρηγόριος Δικαίος θα εγκαταλείψει και πάλι την Κωνσταντινούπολη στις 23 Αυγούστου 1820 και μετά από 8 ημέρες, και συγκεκριμένα στις 31 Αυγούστου 1820, γνωρίζουμε τώρα ότι θα φθάσει και πάλι στο Βουκουρέστι και όντας ακόμα στην καραντίνα θα καλέσει τον Δημήτριο Καλαματιανό, αξιωματικό του ρωσικού στρατού, τον οποίο το 1818 ο Δικαίος είχε μυήσει στη Φιλική Εταιρεία, για να συζητήσουν.[17]

Ο Γεώργιος Λασσάνης στην επίσημη σφραγίδα του Δήμου Κοζάνης.

Ήδη έχουν δρομολογηθεί πλέον σοβαρές εξελίξεις, καθώς ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ως αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, είχε φθάσει στο Ισμαήλιο της Βεσσαραβίας τον Οκτώβριο του 1820 όπου θα συρρεύσουν πολλοί Φιλικοί (Ξάνθος, Περραιβός, Λασσάνης, Ήβος Ρήγας, Ευμορφόπουλος, Θέμελης, Ύπατρος, Μαντζαράκης, κ.ά.). Ανάμεσά τους βέβαια και ο Γρηγόριος Δικαίος, τον οποίο είχε ειδοποιήσει ο Παναγιώτης Σέκερης να σπεύσει στο Ισμαήλιο κατ’ εντολήν του ίδιου του Υψηλάντη.[18] Πράγματι, εκεί για πρώτη φορά ο Δικαίος θα γνωρίσει τον αρχηγό της Φιλικής Εταιρείας.

Στο Ισμαήλιο στις αρχές του Οκτωβρίου 1820 έλαβαν χώρα οι κρίσιμες συσκέψεις που θα οδηγήσουν στην έκρηξη του Αγώνα. Στις συσκέψεις αυτές είχε αποφασιστεί ότι ο αγώνας θα ξεσπούσε πρώτα στη Μάνη και σ’ αυτόν βέβαια η συμμετοχή του αρχηγού της Φιλικής Εταιρείας ήταν επιβεβλημένη. Κατόπιν τούτων όλοι ανέλαβαν να φέρουν σε πέρας κάποια κρίσιμη αποστολή και έτσι στον Δικαίο ανατέθηκε ο συντονισμός της δράσης στην Πελοπόννησο. Έτσι ο Γρηγόριος Δικαίος θα πάρει τον δρόμο από το Ισμαήλιο προς τη νότια Ελλάδα στις 28 Νοεμβρίου 1820. Στην πορεία του προς την Πελοπόννησο ο  Γρηγόριος Δικαίος θα περάσει και πάλι από την Κωνσταντινούπολη, όπου θα φθάσει στις 4 Νοεμβρίου 1820, και θα παραμείνει έως τις 12 του ίδιου μήνα.

Την άφιξή του θα κοινοποιήσει στον Ξάνθο με γράμμα του της 12ης Νοεμβρίου 1820 από την Κωνσταντινούπολη, όπου αναφέρει ότι συνάντησε μεγάλη προθυμία από τους Φιλικούς και όπου περιμένει τους Αθαν. Τσακάλωφ και Παναγ. Αναγνωστόπουλο, πλήρης αγωνιστικού φρονήματος ότι «ελπίζονται μεγάλα πράγματα προς εκτέλεσιν ιερού ημών σκοπού». Από την Πόλη, επίσης, ο Γρηγόριος θα απευθύνει στις 15 Νοεμβρίου 1820 επιστολή – γραμμένη σε πολλά σημεία με παραπλανητικές λέξεις – προς την Εφορεία της Φιλικής Εταιρείας στη Μόσχα, με την οποία ζητά άμεση αποστολή βοήθειας σε χρήματα και μπαρούτι, «ότι η περίστασης είναι πολλά κρισιμωτάτη και δεν επιδέχεται ουδέ την παραμικρόν αργοπορίαν».[19] Εκεί περιεβλήθη και με τον τίτλο του πατριαρχικού εξάρχου, ώστε να αποκτήσει μεγαλύτερο κύρος η επικείμενη αποστολή του στην Πελοπόννησο. Σε συνεννόηση κατόπιν με την Εφορεία της Φιλικής Εταιρείας στην Πόλη και τον Παναγιώτη Σέκερη ο Γρηγόριος Δικαίος αγοράζει ένα καράβι στο όνομα του Μυτιληνιού εμπόρου και δραστήριου Φιλικού Παλαιολόγου Λεμονή και με καπετάνιο τον Μανόλη Ψαριανό αρχίζουν το ταξίδι, μέσω Μυτιλήνης, Κυδωνιών, για την Πελοπόννησο.

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης – Το πέρασμα του Προύθου. Ένας πίνακας με τα λάθη του. Φεβρουάριος 1821. Έναρξη της Επανάστασης. Στην ρομαντική απεικόνιση του Peter von Hess ο Βοεβόδας Μιχαήλ Σούτσος της Μολδαβίας υποδέχεται τον προερχόμενο από την Ρωσία αρχηγό της Επανάστασης Αλ. Υψηλάντη. Φορά στολή ιερολοχίτη. Ο σταυρός απουσιάζει στο σήμα του. Το χαμένο χέρι του είναι το αριστερό αντί για το δεξί. Η σημαία του είναι παραλλαγμένη και ο Φοίνικας δυσδιάκριτος.

 

Ο Παναγ. Σέκερης κάνει και αυτός μνεία των γεγονότων αυτών σε μια επιστολή του της 12ης Δεκεμβρίου προς τον Αλ. Υψηλάντη.[20] Σύμφωνα με τον Σέκερη ο Δικαίος αναχώρησε με το καράβι στις 29 Νοεμβρίου 1820 από την Πόλη, ο ίδιος, όμως, όπως αναφέρει, μολονότι είχε λάβει σχετική εντολή του Υψηλάντη, δεν του παρέδωσε όλα τα απαραίτητα έγγραφα, επειδή ο Δικαίος «είναι καλός διοργανωτής αλλά περισσότερον από το πρέπον και ακόμη συνοδευμένος με ένα δεσποτικόν ύφος, το οποίον εδυσαρέστησε πολλούς». Ωστόσο, στην ίδια επιστολή ο Σέκερης αναφέρει ότι ο Δικαίος έλαβε 90.000 γρόσια (τις 15.000 έδωσε ο Σέκερης), ενώ οι έφοροι υποσχέθηκαν ότι θα του στείλουν και άλλα, μολονότι ο Παπαφλέσσας στους εφόρους της Πόλης δεν έκανε καλή εντύπωση: «τα ίχνη του Αρμοδίου δεν τους έκαμαν καλήν εντύπωσιν και είναι ανάγκη να τους γράψετε εγκαρδιώνοντας τους».

Παρά τα αρνητικά σχόλια του Σέκερη και τους δισταγμούς του το πλοίο αυτό θα φθάσει στην Ύδρα και στις Σπέτσες και αφού αποβιβάσει τον Παπαφλέσσα, με τυπικό ιδιοκτήτη τον Παλαιολόγο Λεμονή, έπρεπε εν συνεχεία να πλεύσει στην Τεργέστη για να παραλάβει, σύμφωνα με τις αποφάσεις του Ισμαηλίου, τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και να τον μεταφέρει στη Μάνη.[21] Πράγματι, το πλοίο θα φθάσει τον Δεκέμβριο του 1820 και μολονότι, όπως σημειώνει ο Βασ. Παναγιωτόπουλος, βρισκόμαστε μπροστά σε μια ακόμα οργανωτική επιτυχία της Φιλικής Εταιρείας, ο Αλ. Υψηλάντης δεν θα φθάσει ποτέ στην Τεργέστη, επειδή έχει αλλάξει το σχέδιο και κατευθύνεται βορειότερα, όπου θα εμπλακεί στις γνωστές πολεμικές περιπέτειες με κορύφωση την καταστροφή στο Δραγατσάνι.[22]

 

Το λιμάνι και η πόλη της Ύδρας τον 19ο αιώνα, σε χαλκογραφία του Barclay. Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο Ύδρας.

 

Με την ευκαιρία της απόπειρας συγγραφής της βιογραφίας αυτής και εν όψει των γεγονότων που αναφέρθηκαν λίγο πριν, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω και ένα απόσπασμα από επιστολή του Αλ. Υψηλάντη προς τον Εμμ. Ξάνθο, γραμμένη στις 4 Νοεμβρίου 1820 και γνωστή ήδη από την έκδοση των Απομνημονευμάτων Ξάνθου.[23] Στην επιστολή αυτή αναφέρει ο Υψηλάντης: «η ευγενεία σου δε γράψε παρευθύς και προς τον Περραιβόν και Δίκαιον, ως παραγγελμένος παρ’ εμού διά να μην εκτελέση τας υστερινάς διαταγάς μου, αλλά να εξακολουθήσωσιν ως ωμιλήσαμεν αυτού προσωπικώς»: τι υπονοεί εδώ ο Υψηλάντης; Υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα σε αυτά που γράφει και στην αλλαγή του σχεδίου που ο ίδιος αποφάσισε και πραγματοποίησε;

Η άφιξη του Γρηγόριου Δικαίου στην Ύδρα και στις Σπέτσες θα γίνει γνωστή στον Σέκερη από γράμμα του ίδιου του Δικαίου προς τον Σέκερη, που μνημονεύει το γεγονός σε άλλη επιστολή του της 3ης Ιανουάριου 1821.[24] Ο Γρηγόριος, όντας πλέον στην Πελοπόννησο, θα αντιμετωπίσει αρχικά πολύ δύσκολες καταστάσεις. Πρέπει να προετοιμάσει και να προπαγανδίσει την έναρξη του επαναστατικού αγώνα, να πείσει τους προκρίτους των νησιών και του Μοριά ότι επίκειται η άφιξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη και ότι αυτοί πρέπει να βοηθήσουν με όλες τις δυνάμεις τους. Ωστόσο, ο Υψηλάντης  βραδυπορεί, επειδή έχει αλλάξει προσανατολισμούς και ο Παπαφλέσσας δεν γνωρίζει τίποτε, δεν έχει ειδοποιηθεί για τις κινήσεις του και αυτό δυσκολεύει αφάνταστα τις ενέργειές του.

Ο Παναγιώτης Σέκερης, που έχει μείνει στην Κωνσταντινούπολη, φαίνεται ότι και αυτήν ακόμα την κρίσιμη στιγμή θυμάται τον εκρηκτικό χαρακτήρα του αρχιμανδρίτη και γι’ αυτό γράφοντάς του από την Πόλη στις 18 Ιανουάριου 1821 προσπαθεί να τον αποτρέψει από παράφορες ενέργειες και φιλονικίες: «Εγώ που τόσον σε ενθυμούμαι πάντοτε να σου λέγω μεθ’ ειλικρίνειαν το “τύψον μεν άκουσον δε”. Άφησε το δεσποτικόν ύφος. Γενού μετριώτερον ορμητικός… μην αγαπήσης ποτέ σχίσματα, τα οποία κατά την ιστορίαν έφεραν τον παντελή αφανισμόν εις την αναγεννηθησομένην Ελλάδα, οίον ο Πελοποννησιακός πόλεμος. Δεν είναι καιρόν φιλονικίας αλλά άμιλλας και κάμνε ό,τι διδάσκει… στοχάσου ότι έλαβες το ζύγι εις το χέρι, από το οποίον κρέμεται η αιώνιος δόξα ή (άπαγε της βλασφημίας) το αιώνιον όνειδος. Μη βιασθήτε να τρυγήσητε όμφακας [: αγουρίδεδ]…».[25] Ο ίδιος ο Σέκερης εξάλλου μετά από 11 ημέρες (7 Ιανουάριου) θα του γράψει με την ευκαιρία της αναχώρησης του Γεωργίου Πάνου και άλλο ένα μικρό γράμμα, όπου, ανάμεσα στα άλλα, θα του επαναλάβει: «Προσέξετε δι’ αγάπην Θεού να μην κάνετε κανένα λάθος, επειδή η περίσταση, είναι κρίσιμος και το λάθος (ο μη γένοιτο) καταντά αδιόρθωτον».[26]

Είναι φανερό ότι ο Παναγ. Σέκερης αυτή την περίοδο αποτελεί έναν από τους σπουδαιότερους κρίκους στην αλυσίδα της Φιλικής Εταιρείας. Τούτο άλλωστε γίνεται αντιληπτό από την προσεκτική μελέτη των εγγράφων που αποτελούν το αρχείο του.[27] Μάλιστα, ενώ γνωρίζουμε ότι το κρίσιμο αυτό διάστημα δεν υπάρχει ανοικτή επαφή μεταξύ του Αλ. Υψηλάντη και του Γρηγόριου Δικαίου, από επιστολή του Σέκερη προς τον Ξάνθο της 1ης Φεβρουαρίου 1821, ο Σέκερης προσπαθεί να φέρει σε επαφή του δύο βασικούς παράγοντες αυτής της περιόδου, Υψηλάντη και Παπαφλέσσα, μέσω του Ξάνθου, καλώντας τον τελευταίο να του εμπιστευτεί όποια γράμματα έχει για τον Δικαίο.[28] Από το ίδιο γράμμα πληροφορούμαστε ότι ο Σέκερης και η Εφορεία της Κωνσταντινούπολης, ενώ ο Παπαφλέσσας ετοιμαζόταν να αναχωρήσει για την Πελοπόννησο, δεν του εμπιστεύτηκαν «την βούλλαν και τα δοκιμάσματα [γράμματα] των συννέφων [μελών της Φιλικής Εταιρείας]», όσα βρίσκονταν στα χέρια του Σέκερη, εξαιτίας και πάλι του παρορμητικού χαρακτήρα του φλογερού αρχιμανδρίτη.

Εν τω μεταξύ στις 26 Ιανουάριου 1821 έλαβε χώρα στη Βοστίτσα (Αίγιο) μυστική συγκέντρωση των προκρίτων της βορειοδυτικής Πελοποννήσου, στην οποία βέβαια ήταν παρών και ο Γρηγόριος Δικαίος, ο οποίος παρουσίασε τα σχέδια και τις εντολές του Αλ. Υψηλάντη για την έναρξη του αγώνα. Ωστόσο, ο Παπαφλέσσας συνάντησε τη δυσπιστία, ακόμα και την έχθρα, ορισμένων, οι οποίοι πρόβαλαν μια σειρά λόγων, σύμφωνα με τους οποίους η επανάσταση έπρεπε να αναβληθεί για το μέλλον.

Ο Φωτάκος μας παραδίδει 11 κρίσιμα ερωτήματα που είχαν ετοιμάσει οι πρόκριτοι να θέσουν στον Παπαφλέσσα αναμένονταν να λάβουν τις αντίστοιχες απαντήσεις ώστε να καθορίσουν τη στάση τους.[29] Τα ερωτήματα αυτά περιελάμβαναν ακόμη και ερωτήσεις για το ποια ευρωπαϊκή δύναμη θα υποστήριζε την εξέγερση, τι θα γινόταν αν αποτύγχανε το κίνημα κ.λ.π. Φυσικά ο Γρηγόριος Δικαίος βρέθηκε σε δύσκολη θέση, επειδή ήταν αδύνατο να δοθούν απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα και, κατά τον Φωτάκο, «ο Αρχιμανδρίτης θυμωθείς τους εφοβέρισεν, ότι αν δεν συγκατανεύσουν να επαναστατήσουν, αυτός είναι διατεθειμένος από την Σεβ. Αρχήν… να μίσθωση 1000 Πισινοχωρίτας και Σαμπαζότας και άλλους τόσους Μανιάτας να κάμη την αρχήν την επαναστάσεως, και όποιον πιάσουν χωρίς όπλα οι Τούρκοι, ας τον θανατώσουν».

Η σύσκεψη της Βοστίτσας απέτυχε ολοκληρωτικά και μάλιστα ειπώθηκαν βαρειές κουβέντες – σύμφωνα με τη μαρτυρία του πρωτοσύγκελου Αμβροσίου Φραντζή που παραβρέθηκε στη σύσκεψη – από τον Παπαφλέσσα και τον μητροπολίτη Παλαιών Πατρών Γερμανό, ο οποίος, μαζί με τον προεστό των Καλαβρύτων Ανδρέα Ζαΐμη, ήταν αντίθετοι προς το προετοιμαζόμενο επαναστατικό κίνημα και προσωπικά εναντίον του Γρηγόριου Δικαίου. Φαίνεται μάλιστα ότι υπήρξε και πρόταση να συλληφθεί ο Παπαφλέσσας ή να περιορισθεί στη μεσσηνιακή μονή της Σιδηρόπορτας.

Έτσι ο Παπαφλέσσας βρίσκεται πλέον σε μεγάλη αδημονία και σε πολύ δύσκολη θέση, επειδή, ενώ διαδίδει την άμεση άφιξη του Αλ. Υψηλάντη, ο πρίγκιπας δεν εμφανίζεται. Γι’ αυτό στις 22 Φεβρουάριου 1821, την ημέρα που ο πρίγκιπας διάβαινε τον ποταμό Προύθο, θα γράψει εσπευσμένα προς τον Ξάνθο εκφράζονταν την απορία του για την καθυστέρηση της άφιξης του Υψηλάντη, αντίθετα προς όσα αυτός είχε υποσχεθεί ότι θα κάνει στις συσκέψεις του Ισμαηλίου και παρά τις δικές του φροντίδες και ετοιμασίες για την έναρξη του κινήματος.[30] Την ίδια ημέρα θα γράψει περίπου τα ίδια και προς τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο, απευθύνοντας την επιστολή του στο Βουκουρέστι.[31] Πέρα από αυτά ο Παπαφλέσσας φοβάται ότι υπάρχει άμεσος κίνδυνος να υποψιαστούν τις κινήσεις των μελών της Εταιρείας οι Τούρκοι και το όλο εγχείρημα να κινδυνεύσει. Την ίδια εξάλλου μέρα θα γράψει και τρίτη επιστολή, προς μη κατονομαζόμενους αποδέκτες («Εντιμώτατοι Κύριοι»), αλλά προφανών προς τα ανώτερα στελέχη της Εταιρείας εκτός Πελοποννήσου, αναφέροντας όλες τις ενέργειές του αλλά και τα όσα προσμένει με αγωνία να γίνουν από την ηγεσία της Φιλικής Εταιρείας. Το ενδιαφέρον είναι ότι και στα τρία γράμματα ο Δικαίος δεν αναφέρεται στη συνέλευση της Βοστίτσας, προφανώς μη θέλοντας να συντελέσει σε δισταγμούς και χρονοτριβές.

Ο Παναγ. Σέκερης όμως εξακολουθεί να γράφει στον Γρηγόριο Δικαίο και να τον συμβουλεύει, χωρίς φυσικά να έχει άμεση γνώση των πραγμάτων – ούτε άλλωστε ήταν δυνατόν να έχει καθώς η άφιξη της αλληλογραφίας από τη Μολδοβλαχία και κυρίως από την Πελοπόννησο απαιτούσε πολλές μέρες για να φθάσει – και να τον διαβεβαιώνει για τη φιλία του και την εμπιστοσύνη του. Είναι χαρακτηριστική μία αποστροφή στο γράμμα του Σέκερη της 24ης Φεβρουάριου 1821 προς τον Δίκαιο, όπου αναφέρονται τα προφητικά: «ο Αρμόδιος [Γρηγ. Δικαίος] τότε αποθανατιστεί το όνομά του με τον θάνατον και χύσιν του αίματος του, όταν το αίμα του χυθή, όταν και όπως, και όπου πρέπει», και θα εξακολουθήσει να του δίνει και πάλι συμβουλές και νουθεσίες ώστε να μη συμπεριφέρεται όπως παλαιότερα στη Βλαχία και Μολδαβία, όταν πολλοί καταφέρονταν εναντίον του Παπαφλέσσα για τις άστοχες ενέργειές του.[32]

Όμως, παρά τα γραφόμενα του συνετού Παναγ. Σέκερη για μετριοπάθεια, οι καιροί δεν απαιτούσαν τέτοιες «αρετές» αλλά έντονη δραστηριότητα, γι’ αυτό και Γρηγόριος Δικαίος, παρά την απογοήτευσή του για την ουσιαστική έλλειψη ανταπόκρισης εκ μέρους των προεστών της βορειοδυτικής Πελοποννήσου θα κινηθεί προς άλλες κατευθύνσεις. Από την Αχαΐα, δηλαδή, ο Γρηγόριος Δικαίος κινήθηκε προς τη Γορτυνία και συναντήθηκε στα Λαγκάδια με μέλη της οικογένειας των Δεληγιανναίων, τα οποία έδειξαν την ίδια αναβλητικότητα και δυσπιστία έναντι του Παπαφλέσσα, ενώ ταυτόχρονα του ζήτησαν αποδείξεις και εγγυήσεις για όσα αυτός διέδιδε, δηλαδή για την άφιξη στρατιωτών, πόλεμο εφοδίων κ.λπ.

Ο Παπαφλέσσας ωστόσο θα συνεχίσει τις επαφές του και μάλιστα συναντήθηκε με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Νικηταρά, ενώ ήρθε σε επαφή και με τις αρχές της Μάνης, όπου δρούσαν την εποχή αυτή ο Χριστόφορος Περραιβός και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Όπως παραθέτει ο Φωτάκος στον βίο του Παπαφλέσσα, υπήρξε σχέδιο για την εξόντωση του Παπαφλέσσα, το οποίο τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, επειδή ο αρχιμανδρίτης ήταν σε θέση να προβλέπει τις κινήσεις των αντιπάλων του.

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Λιθογραφία. Φανταστική απεικόνιση χαρακτηριστική της απήχησης του ήρωα στη Ρωσία. Εδώ αποδίδεται έφιππος σε ρωσική λαϊκή εικόνα (1830).

 

Όπως και να έχουν τα πράγματα είναι γεγονός ότι ο Παπαφλέσσας, μολονότι απογοητευμένος εξαιτίας της βραδυπορίας του Αλ. Υψηλάντη και της ανεξήγητης γι’ αυτόν καθυστέρησής του να βρεθεί στα μέρη την Πελοποννήσου, δεν έμεινε άπρακτος. Ωστόσο, υπάρχει στο Αρχείο του Ξάνθου μία επιστολή της 19ης Μαρτίου 1821, η οποία ως το 2002 παρέμεινε ανέκδοτη και, κατά τη γνώμη μας, είναι πολύ σημαντική για την εξέλιξη των πραγμάτων.[33] Η επιστολή αυτή δεν φέρει όνομα ούτε αποστολέα ούτε παραλήπτη· όπως όμως παρατηρεί και ο I. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν που τη σχολιάζει, από τα συμφραζόμενα φαίνεται ότι μάλλον πρόκειται για επιστολή του Εμμ. Ξάνθου προς τον Γρηγόριο Δικαίο.

Στο Αρχείο σώζεται το πρωτότυπο και δεν γνωρίζουμε αν αντίγραφό της έφθασε και στα χέρια του Παπαφλέσσα· έτσι μόνο υποθετικά μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το περιεχόμενό της αυτούσιο ή με κάποιο άλλο τρόπο έγινε γνωστό σ’ αυτόν. Όπως και να έχουν τα πράγματα ο Ξάνθος στο γράμμα αυτό προβαίνει σε μια αναλυτική παράθεση των όσων συμβαίνουν στις Ηγεμονίες: αναφέρεται λεπτομερώς στις κινήσεις του Υψηλάντη, στο σχέδιό του ώστε μετά τη συντριβή των Τούρκων στα βόρεια να κινηθεί επικεφαλής του στρατού και να φθάσει στον Όλυμπο της Θεσσαλίας και από εκεί στην Πελοπόννησο, για να συμπληρώσει και τούτο το σημαντικό: «[…] ός σας τόπος αν έμεινε χωρίς αρχηγόν τούτο δεν προήλθεν απ’ άλλο, ειμή διότι ο αρχιστράτηγος έχων όλην την πεποίθησιν εις τον πατριωτικόν ζήλον, εις την αγχίνοιαν και αξιότητα και δυνατά μέσα των αυτού αρχόντων σας εστοχάσθη ότι και χωρίς της παρουσίας του, είναι ικανοί να εκλέξουν μεταξύ των ένα αρχηγόν έως να έλθη ο ίδιος ή εις των αυταδέλφων του. Ο αγών και τα συμφέροντα είναι κοινά διά τούτο και αι ενέργειαι των αυτόθι αδελφών θέλουν γίνει ως τα επιθυμούμεν, άγετε λοιπόν και κινηθήτε συν Θεού και η θεία βοήθεια μεθ’ ημών έσται. Απόφασης χρειάζεται και όλα γίνονται με την απόφασιν και προθυμίαν. Αυτή είναι η θέλησις του Αρχηγού ημών…».

Πολύ σημαντικά όλα αυτά αν ήλθαν σε γνώση του Δικαίου, έστω και με καθυστέρηση, αφού το γράμμα είναι γραμμένο στις 19 Μαρτίου 1821 και σχεδόν τις ίδιες ημέρες ξεκινά και η επανάσταση στην Πελοπόννησο. Αλλά και μετά από μέρες να έγιναν γνωστά, πάλι ξεκαθάριζαν το τοπίο και έδιναν το σύνθημα για την επανάσταση και οπωσδήποτε κοινοποιούσαν ότι η αναμενόμενη από ώρα σε ώρα άφιξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί, όπως άλλωστε και δεν πραγματοποιήθηκε. Πολύ σύντομα όμως θα φθάσει στην Πελοπόννησο, μαζί με άλλα μέλη της Φιλικής Εταιρείας, «εις των αυταδέλφων του», όπως αναφέρεται στην επιστολή, ο Δημήτριος Υψηλάντης.

Εν τω μεταξύ τον Μάρτιο του 1821 είχε φθάσει στον Αρμυρό της Μάνης πλοίο φορτωμένο με πολεμοφόδια που έστελναν οι Φιλικοί της Σμύρνης και των Κυδωνιών, πράγμα για το οποίο άλλωστε είχε ενεργήσει ο Παπαφλέσσας κατά τη διέλευσή του από τις Κυδωνίες και σε λίγες μέρες η επανάσταση θα είναι γεγονός, καθώς Μανιάτες αγωνιστές με επικεφαλής τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, τον Κολοκοτρώνη, τον Παπαφλέσσα, τον Νικηταρά, τον Αναγνωσταρά θα εξορμήσουν προς τη Μεσσηνία και στις 23 Μαρτίου θα καταλάβουν την Καλαμάτα, η μικρή τουρκική φρουρά της οποίας θα παραδοθεί αμαχητί στους Έλληνες.

 

Καλαμάτα. Λιθογραφία του Α. St. Aulaire, 1835. Δημοσιεύεται στο Καλαμάτα, «Τόπος και Εικόνα», Καλαμάτα, εκδ. Δημοτική Επιχείρηση Πολιτιστικής Ανάπτυξης Καλαμάτας, 1996

 

Από την απελευθερωμένη Καλαμάτα ο Παπαφλέσσας, αφού οι πρώτες επαναστατικές κινήσεις ευοδώθηκαν, θα συνεχίσει ακάθεκτος, μετακινούμενος από περιοχή σε περιοχή, παροτρύνοντας τους κατοίκους να ξεσηκωθούν και βοηθώντας όπου υπήρχε ανάγκη. Έτσι θα κατευθυνθεί από την Καλαμάτα προς την Αρκαδία [Κυπαρισσία] και στη συνέχεια στην Ανδρίτσαινα, στην επαρχία Ολυμπίας, στην Καρύταινα. Από εκεί αναστροφή και άφιξη στο Άργος, όπου διευθέτησε ορισμένα ζητήματα του κινήματος και από εκεί στην Κόρινθο, προκειμένου, μαζί με άλλους Έλληνες, να αντιμετωπίσουν τις οθωμανικές δυνάμεις που έσπευδαν προς την ξεσηκωμένη Πελοπόννησο. Τα διάφορα επεισόδια της δράσης του την εποχή αυτή και στη συγκεκριμένη περιοχή αναφέρει με κάθε λεπτομέρεια ο πρώτος βιογράφος του Γρηγόριου Δικαίου, ο Φωτάκος. Συγκεκριμένα στην αφήγηση του Φωτάκου γίνεται λόγος για πυρπόληση των παλατιών του Κιαμίλ μπέη στην Κόρινθο, για να θεωρηθούν υπεύθυνοι όλοι οι κάτοικοι της περιοχής και να ανακοπεί η εγκατάλειψη του αγώνα· αναφέρεται η κατάληψη από τον Παπαφλέσσα πύργου στο Σοφικό Κορινθίας, όπου είχαν οχυρωθεί Έλληνες που δεν είχαν διάθεση να πολεμήσουν· τέλος, αναφέρεται το κλείσιμό του στο φρούριο του Άργους.

 

Το Άργος, τα πρώτα χρόνια μετά την επανάσταση. Εδώ εγκαταστάθηκε, το 1828, ο Μακρυγιάννης ως γενικός αρχηγός της εκτελεστικής δυνάμεως της Πελοποννήσου και έναν χρόνο αργότερα άρχισε να γράφει τα απομνημονεύματά του. (Λιθογραφία του H. Belle).

 

Στη συνέχεια ο Παπαφλέσσας θα βρεθεί και πάλι στην Καρύταινα και από εκεί θα σπεύσει στα Μεγάλα Δερβένια της Μεγαρίδας προκειμένου να ενισχύσει τους Έλληνες που συγκεντρώθηκαν εκεί τον Ιούλιο του 1821 για να αποκρούσουν την εισβολή των τουρκικών δυνάμεων, οι οποίες έχοντας επικεφαλής τον Ομέρ Βριόνη κατευθύνονταν προς την Πελοπόννησο. Εν τω μεταξύ θα φθάσει στην Πελοπόννησο αντί του Αλέξανδρου Υψηλάντη ο αδελφός του Δημήτριος και ο Γρηγόριος Δικαίος θα σπεύσει στη Βέρβενα για να τον συναντήσει.

Η αδιάκοπη κινητικότητα του συνεχίζεται χωρίς ανάπαυλα και στη συνέχειά της έχει να επιδείξει διέλευση από τα Τρίκορφα, τα Μεγάλα Δερβένια και την άφιξή του στην Τριπολιτσά, μετά την άλωση της πρωτεύουσας του πασαλικίου του Μοριά από τους Έλληνες, και στην Κόρινθο, όπου παραβρέθηκε στην άλωση του κάστρου του Ακροκορίνθου.

Τον Δεκέμβριο του 1821 ο Γρηγόριος Δίκαιος θα εκλεγεί μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας, η οποία είχε πρόεδρο τον Δημήτριο Υψηλάντη, και βέβαια θα λάβει ως πληρεξούσιος μέρος στις εργασίες της Α’ Εθνικής Συνέλευσης στην Επίδαυρο (20 Δεκεμβρίου 1821).

Ο Μαχμούτ πασάς της Λάρισας ή Δράμαλης, λιθογραφία του Boggi.

Βρισκόμαστε πια στο έτος 1822, όταν ενέσκηψε δεινός κίνδυνος για τους επαναστατημένους Έλληνες, καθώς έπρεπε να αντιμετωπίσουν την εισβολή των δυνάμεων του Δράμαλη. Και από αυτή τη σκληρή μάχη δεν θα απουσιάσει ο Γρηγόριος Δικαίος. Βρέθηκε λοιπόν στον Αχλαδόκαμπο και έλαβε μέρος στις συσκέψεις του Κολοκοτρώνη για την αντιμετώπιση του σοβαρού κινδύνου. Από τις συσκέψεις θα βρεθεί και στον πραγματικό πόλεμο και θα λάβει μέρος στις συγκρούσεις του Μαλανδρίνου και εν συνεχεία, μαζί με τον Δημ. Υψηλάντη, σ’ εκείνες που έλαβαν χώρα στο Αγιονόρι, στον Άγιο Σώστη και στην Περαχώρα τον Ιούλιο του 1822.

Η παρουσία του στα πολεμικά μέτωπα εναλλάσσεται με εκείνη των πολιτικών εξελίξεων και έτσι ο Παπαφλέσσας θα λάβει μέρος στη Β’ Εθνική Συνέλευση που συνήλθε στο Άστρος της Κυνουρίας (29 Μαρτίου – 18 Απριλίου 1823), ως πληρεξούσιος Πελοποννήσου. Όπως είναι γνωστό η Β’ Εθνική Συνέλευση είχε ως κύριο σκοπό την αναθεώρηση του Προσωρινού Πολιτεύματος που είχε καθιερώσει η Α’ Εθνική Συνέλευση την Επιδαύρου. Στην Επιτροπή που συγκροτήθηκε για τον σκοπό αυτό και πράγματι τροποποίησε το Πολίτευμα της Επιδαύρου θα λάβει μέρος ως μέλος και ο Γρηγόριος Δίκαιος (τα άλλα μέλη ήταν οι: επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ, Γεώργιος Καλαράς, Κωνσταντίνος Μεταξάς, Αναγνώστης Μοναρχίδης, Κ. Ζώτος, Γεώργιος Ψύλλας, Εμμανουήλ Αντωνιάδης και Θεόδωρος Νέγρης). Λίγο αργότερα, στις 27 Απριλίου 1823 διορίστηκε υπουργός Εσωτερικών και την 1η Ιουλίου 1823 υπουργός της Αστυνομίας στην κυβέρνηση Γ. Κουντουριώτη.

Ο Γρηγόριος Δίκαιος θα πρωταγωνιστήσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και στις εμφύλιες διαμάχες που ξέσπασαν την περίοδο αυτή μεταξύ των επαναστατημένων Ελλήνων ως αποτέλεσμα της διεκδίκησης και νομής της εξουσίας από διάφορες ομάδες που συνέθεταν: παλαιοί κοινοτικοί άρχοντες, άνθρωποι των όπλων, Πελοποννήσιοι, νησιώτες, Ρουμελιώτες, παλαιοί Φιλικοί κ.λπ. Όπως ήταν επόμενο ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης μετά την εξουδετέρωση του Δράμαλη αύξησε σημαντικά τη δύναμη και επιρροή του και έχοντας ως πολιτικό έρεισμα την Πελοποννησιακή Γερουσία και την υποστήριξη ισχυρών προυχόντων (Κρεββατάς, Δεληγιανναίοι, Μαυρομιχαλαίοι, Φωτήλας, Περούκας κ.ά.) θα βρεθεί σε αντιπαράθεση με την κεντρική εξουσία. Στην ουσία η Πελοποννησιακή Γερουσία ασκούσε έργο κεντρικής κυβέρνησης καθώς διέθετε πολλές εξουσίες και αρμοδιότητες (στρατολογία, μισθοδοσία, οργάνωση πολεμικών επιχειρήσεων, διαχείριση προσόδων κ.λπ.).

Όπως ήταν αναμενόμενο η πολιτική εξουσία, η οποία απέρρεε από τις ρυθμίσεις της Α’ Εθνικής Συνέλευσης της Επιδαύρου και κυρίως οι Υδραίοι και ο κύκλος του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, προσπάθησαν αρχικά να συνεννοηθούν με τους στρατιωτικούς και τους πελοποννήσιους προύχοντες, υποσχόμενοι αξιώματα αλλά και να τους απειλήσουν με απόσυρση από τον αγώνα. Η πρόταση των Υδραίων φάνηκε συμφέρουσα σε ορισμένους από τους πελοποννήσιους προύχοντες (Π. Μαυρομιχάλη, Παναγ. Κρεββατά, Αναγνώστη Δεληγιάννη) αλλά συνάντησε την αντίδραση των στρατιωτικών. Έτσι εκδηλώθηκε σφοδρή αντίδραση των Υδραίων, οι οποίοι κατήγγειλαν τους πάντες και επικαλούμενοι τη δεινή θέση στην οποία βρισκόταν η Επανάσταση κάλεσαν τους πελοποννήσιους πατριώτες να εγκαταλείψουν την ομάδα του Θ. Κολοκοτρώνη και να ενώσουν τις δυνάμεις τους με την εθνική διοίκηση.

Βρισκόμαστε πλέον στα τέλη του 1822 και η κεντρική εξουσία της εποχής βρίσκεται σε ευθεία αντιπαράθεση με τον Θ. Κολοκοτρώνη και τους οπαδούς του, και προκειμένου να τον αποδυναμώσει έτι περαιτέρω υπόσχεται τιμές και αξιώματα στους στρατιωτικούς και στους προύχοντες της Πελοποννησιακής Γερουσίας, με αποτέλεσμα να εγκαταλείψουν το στρατόπεδο του Κολοκοτρώνη ο Μαυρομιχάλης, ο Παναγ. Γιατράκος, ο Αναγνωσταράς, ο Βασ. Πετμεζάς.

Στην ολοένα και αυξανόμενη κλιμάκωση της αντιπαράθεσης ο Κολοκοτρώνης αρνήθηκε να παραδώσει στη διοίκηση το φρούριο του Ναυπλίου που είχε καταλάβει και κατείχε. Επιπλέον στις 18 Ιανουάριου όρισε ως τόπο της Εθνοσυνέλευσης το Ναύπλιο και κάλεσε τον φρούραρχο Δημ. Πλαπούτα να το παραδώσει. Τέτοιο πράγμα φυσικά δεν έγινε αποδεκτό και έτσι ορίσθηκε ως τόπος της Εθνοσυνέλευσης το Άστρος αλλά συγχρόνως ο Κολοκοτρώνης βρέθηκε σε δύσκολη θέση επειδή φάνηκε να ενεργεί αντεθνικά. Έτσι αγωνιστές οι οποίοι θα μπορούσαν στην ουσία να είναι με το μέρος του βρέθηκαν στο αντίπαλο στρατόπεδο, και, ανάμεσά τους και ο Γρηγόριος Δίκαιος. Στην ουσία δηλαδή έχουμε πλήρη διάσπαση την Πελοποννησιακής Γερουσίας.

 

Ναύπλιο, βορειοανατολική άποψη από την Πρόνοια. Δημοσιεύεται στο Στέλιος Α. Παπαδόπουλος (επιμ.), «Το Λεύκωμα Peytie», Αθήνα, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, 1971.

 

Θα ακολουθήσουν οι εργασίες της Β’ Εθνοσυνέλευσης και η εκλογή νέας εθνικής διοίκησης, στην οποία οι πελοποννήσιοι προύχοντες κατείχαν σημαντικές θέσεις με τους στρατιωτικούς να έχουν απολέσει σημαντικά ερείσματα αλλά να διατηρούν ισχυρές θέσεις στην Πελοπόννησο, όπως η Τρίπολη, το Ναύπλιο, η Κόρινθος. Στη συνεχή διαπλοκή των πραγμάτων και τις συνεχώς ανασυντασσόμενες συμμαχίες θα προσφερθεί η θέση του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού στον Θ. Κολοκοτρώνη και αυτός θα την αποδεχθεί (27 Μαΐου 1823).

Πολύ γρήγορα όμως ο Κολοκοτρώνης θα έλθει και πάλι σε σύγκρουση διεκδικώντας για λογαριασμό του συγγενούς του Αναγνώστη Δεληγιάννη τη θέση του προέδρου του Βουλευτικού, πράγμα που τον κατέστησε αντίπαλο με τον Αλ. Μαυροκορδάτο αλλά και με τους αδελφούς Κουντουριώτη που υποστήριζαν τον Μαυροκορδάτο. Αποτέλεσμα όλης αυτής της ανώμαλης κατάστασης ήταν να θεωρηθεί και πάλι ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης ενεργούσε σαν παλιός κλέφτης και στην ουσία ότι στρεφόταν εναντίον των νόμων και του Συντάγματος. Απαιτούνται πολλές σελίδες για να παρουσιαστούν με ικανοποιητικό τρόπο οι αντιθέσεις, οι δολοπλοκίες, οι συμμαχίες, οι αλλαγές στάσεων και γενικά η συνολική κατάσταση ρήξης που επικρατούσε στα μέσα του 1823 και βέβαια αυτό δεν μπορεί ούτε είναι θεμιτό να γίνει μέσα από το βιογραφικό σχήμα του Γρηγορίου Δικαίου που προσπαθούμε να παρουσιάσουμε στις σελίδες αυτές.

 

Σημαία των Σπετσών με σύμβολα της Φιλικής Εταιρείας και την επιγραφή ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ. Ι. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν, «Σημαίες ελευθερίας», Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος 1996.

 

Πάντως, τον Δεκέμβριο του 1823 οι δύο αντίπαλες παρατάξεις οδηγήθηκαν και πάλι σε ρήξη, όταν ανατράπηκε το Εκτελεστικό, που ελεγχόταν από τους Πελοποννησίους, από τα μέλη του Βουλευτικού που υποστήριζαν τον Μαυροκορδάτο και τους Υδραίους προύχοντες. Αποτέλεσμα αυτών υπήρξε η συγκρότηση ενός νέου Εκτελεστικού που είχε επικεφαλής τον Γ. Κουντουριώτη και έδρα το Κρανίδι. Στο Κρανίδι εγκαταστάθηκαν εξάλλου και τα μέλη του Βουλευτικού, όσα υποστήριζαν τη νέα κατάσταση, ενώ κηρύχτηκαν έκπτωτα όσα δεν πειθαρχούσαν.

Αποτέλεσμα, η διπλή εξουσία, καθώς ο αντίπαλος πόλος που είχε επικεφαλής τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και έδρα την Τρίπολη, δεν έδειχνε καμιά διάθεση να υποχωρήσει. Διάθεση συμβιβασμού όμως δεν έδειχνε και η άλλη παράταξη και κατά συνέπεια τα πράγματα όδευαν προς την ένοπλη σύγκρουση στις αρχές του 1824.

Στη γοργή εξέλιξη των γεγονότων που οδηγούσαν στη σύγκρουση κηρύχτηκε αποστάτης ο γιος του Κολοκοτρώνη Πάνος που κρατούσε το Ναύπλιο, υπακούοντας στις εντολές της παλιάς διοίκησης, η πόλη πολιορκήθηκε, ενώ άλλες δυνάμεις της νέας κατάστασης κινήθηκαν προς άλλα σημεία με απώτερο σκοπό να πλήξουν την Τρίπολη ώστε να διασπάσουν τις κύριες δυνάμεις των αντιπάλων της, που με επικεφαλής τους Θεόδωρο και Γενναίο Κολοκοτρώνη, τον Κανέλλο Δεληγιάννη και τον Νικηταρά βρίσκονταν γύρω από την πρωτεύουσα της Πελοποννήσου.

Εκεί λοιπόν θα βρεθεί και ο Γρηγόριος Δικαίος, όχι όμως – αυτός ο παλιός συνεργάτης των Κολοκοτρωναίων – ως σύμμαχός τους αλλά ως επικεφαλής ενός στρατιωτικού σώματος της νέας διοίκησης Κουντουριώτη, επιδιδόμενος σε μικροσυμπλοκές με τους αντιπάλους του και περιμένοντας ενισχύσεις που βρίσκονταν καθ’ οδόν προς την Τρίπολη. Προσωρινά η εμφύλια διαμάχη φάνηκε να εκτονώνεται τον Ιούλιο του 1824 όταν η νέα διοίκηση του Κουντουριώτη φάνηκε να επικρατεί, οι δυνάμεις της αποσύρθηκαν από την Τρίπολη, το Ναύπλιο είχε παραδοθεί, αμνηστία παραχωρήθηκε στους «στασιαστές» και φυσικά ο Γρηγόριος Δικαίος βρισκόταν με την πλευρά των «νικητών».

Ωστόσο, σχεδόν αμέσως το καλοκαίρι του ίδιου έτους (1824), τα πράγματα οδηγήθηκαν και πάλι σε αδιέξοδο που θα καταλήξει σε νέα εμφύλια σύγκρουση. Προηγουμένως είχαν προκηρυχθεί εκλογές για τις 3 Οκτωβρίου 1824 και οι αντίπαλοι θα επιδοθούν σε έντονη προεκλογική δραστηριότητα. Στην πολύπλοκη παρασκηνιακή δράση οι ισχυροί πρόκριτοι της Πελοποννήσου Ζαΐμης και Λόντος αλλάζουν στάση και από φίλοι της κυβέρνησης Κουντουριώτη θα γίνουν αντίπαλοί της. Το όλο κλίμα είναι εκρηκτικό αλλά οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν και θα επικρατήσουν οι Υδραίοι με τους συμμάχους τους, ο Γ. Κουντουριώτης θα παραμείνει πρόεδρος του Εκτελεστικού, ενώ είναι και πάλι εμφανής ο παραμερισμός των Πελοποννησίων, καθώς ο Ζαΐμης δεν κατόρθωσε να εκλεγεί πρόεδρος του Βουλευτικού. Έτσι Ζαΐμης και Λόντος, σε επαφή βέβαια με άλλους ισχυρούς προύχοντες, ετοιμάζονται να αναλάβουν στρατιωτική δράση και προσχηματικά απαιτούν τη σύγκληση Εθνοσυνέλευσης.

 

Η αφορμή για

την έναρξη της νέας

εμφύλιας σύγκρουσης

θα δοθεί όταν οι

κάτοικοι της Αρκαδίας

τον Οκτώβριο του

1824 αρνήθηκαν την

είσπραξη των

προσόδων

της επαρχίας τους

υπέρ της κυβέρνησης

Κουντουριώτη

 

Η αφορμή για την έναρξη της νέας εμφύλιας σύγκρουσης θα δοθεί όταν οι κάτοικοι της Αρκαδίας [Κυπαρισσίας] τον Οκτώβριο του 1824 αρνήθηκαν την είσπραξη των προσόδων της επαρχίας τους υπέρ της κυβέρνησης Κουντουριώτη. Το επεισόδιο αυτό χαρακτηρίστηκε ως ανταρσία κατά της κεντρικής εξουσίας, η οποία διέταξε τον υπουργό Εσωτερικών Γρηγόριο Δικαίο να κατευθυνθεί επικεφαλής ένοπλου τμήματος στην περιοχή αυτή και να καταστείλει την ανταρσία.

Προσωπογραφία του αγωνιστή Βάσου Μαυροβουνιώτη (1797-1847). Λάδι σε μουσαμά, έργο του Νικηφόρου Λύτρα, Μουσείο Μπενάκη.

Πράγματι, προς τα τέλη Οκτωβρίου 1824 ο Παπαφλέσσας θα φθάσει στη συγκεκριμένη περιοχή και θα απαιτήσει από τους τοπικούς άρχοντες να πειθαρχήσουν, δηλαδή να συγκεντρώσουν και να παραδώσουν στη διοίκηση τους φόρους. Όμως οι οπλαρχηγοί της περιοχής σε συνεννόηση με τον Κολοκοτρώνη, που ουσιαστικά είχε υπό τον έλεγχό του την περιοχή αυτή, αρνήθηκαν να υπακούσουν στις εντολές του Παπαφλέσσα και η κατάσταση, όπως ήταν αναμενόμενο, οδηγούσε σε ένοπλη αναμέτρηση. Για να βοηθήσουν τους τοπικούς οπλαρχηγούς έσπευσαν οι γιοι του Θ. Κολοκοτρώνη, Γενναίος και Πάνος, και αργότερα ο Κανέλλος Δεληγιάννης, ενώ ο Παπαφλέσσας έλαβε βοήθεια από κυβερνητικά στρατεύματα που είχαν επικεφαλής τον Βάσο Μαυροβουνιώτη και τον Διονύσιο Μούρτζινο. Η σύγκρουση στο χωριό Κωνσταντίνοι της Αρκαδίας κράτησε δύο ημέρες και υπερίσχυσαν οι Πελοποννήσιοι, δηλαδή οι κυβερνητικοί που διοικούσε ο Παπαφλέσσας διασκορπίστηκαν και ο ίδιος αναγκάστηκε να επιστρέψει ηττημένος στο Ναύπλιο. Έτσι λοιπόν άρχισε ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος, πιο σύντομος από τον πρώτο αλλά περισσότερο καταστροφικός και οπωσδήποτε πιο σκληρός.

Είναι γεγονός ότι ο Γρηγόριος Δικαίος, ο φλογερός Φιλικός, αυτός που τόσο κατηγορήθηκε από τους συντρόφους Φιλικούς ότι συνεπαρμένος από τον ενθουσιασμό του για την Εταιρεία και τον επικείμενο απελευθερωτικό αγώνα δεν συγκρατούσε τα λόγια του θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο την Εταιρεία, αυτός που πολλές φορές κινδύνευσε να πέσει στα χέρια των τουρκικών αρχών, ο ίδιος άνθρωπος βρέθηκε στο επίκεντρο των εμφυλίων διενέξεων, βρέθηκε στο σημείο να υπερασπίζεται μία πολιτική κατάσταση εναντίον μιαν άλλης, βρέθηκε να εκστρατεύει εναντίον άλλων Ελλήνων, να αντιμετωπίζει στρατιωτικά τους ακόλουθους του ίδιου του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Ρουμελιώτες και Σουλιώτες ένοπλοι να λεηλατούν την Πελοπόννησο, όταν ο απελευθερωτικός αγώνας απαιτούσε άμεση αντιμετώπιση των πραγματικών εχθρών.

Η δεινή θέση στην οποία βρέθηκε, η άχαρη συμμετοχή του στους εμφύλιους πολέμους έφεραν σε δύσκολη θέση και τον βιογράφο του Φωτάκο, ο οποίος επιχείρησε να δικαιολογήσει εκ των υστέρων την εμπλοκή του Παπαφλέσσα γράφοντας ότι ο Δικαίος «είχε μετανοήσει διά τας πρότερον πράξεις και ενεργείας του προς καταστροφήν των λεγομένων ανταρτών. Αλλ’ αν και ήτον υπουργός δεν εισηκούσθη, διότι ο Κουντουριώτης δεν ήθελε συγκατανεύση ποτέ ν’ απολυθούν κ.λπ. κ.λπ. Αφού λοιπόν ο Φλέσας απέτυχεν εις τας συμβουλάς του, αποφάσισε να εκστρατεύση ο ίδιος διάνα σώση τον τόπον…»· και ο Φωτάκος βέβαια δεν εννοεί τίποτε άλλο παρά τον άμεσο κίνδυνο για την Επανάσταση που αντιπροσώπευε η άφιξη των Αιγυπτίων του Ιμπραήμ πασά στην Πελοπόννησο.

Πράγματι, όπως γνωρίζουμε, η οθωμανική κυβέρνηση μετά από την άσχημη τροπή που έπαιρνε ο αγώνας των επαναστατημένων Ελλήνων γι’ αυτήν, συνήψε συμφωνία με τον Μοχάμετ Άλη της Αιγύπτου και έτσι από τις αρχές του 1825 ο γιος του τοπάρχη την Αιγύπτου, Ιμπραήμ πασάς, αποβιβάστηκε στην Πελοπόννησο ενεργώντας σε συνδυασμό με τις οθωμανικές δυνάμεις του Κιοσέ Μεχμέτ Κιουταχή πασά, ενώ τις επίγειες δυνάμεις συνέδραμαν και ναυτικές δυνάμεις την Πύλης και της Αιγύπτου.

 

Louis Duprè. Προσωπογραφία του Μωχάμετ Άλη, Αντιβασιλέα της Αιγύπτου. Λιθογραφία, Παρίσι, περίπου 1836.

 

Στην κρίσιμη αυτή περίοδο που εκδηλώνεται η σφοδρή τουρκοαιγυπτιακή αντεπίθεση στην Πελοπόννησο και τη Στερεά, οι Έλληνες αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα, τα οποία βέβαια είχαν προκαλέσει οι εμφύλιες συρράξεις. Μεγάλο μέρος του πρώτου αγγλικού δανείου είχε δαπανηθεί στις εμφύλιες συγκρούσεις, ενώ πολλοί οπλαρχηγοί κρατούνταν φυλακισμένοι από τους κυβερνητικούς του Κουντουριώτη, που φαινόταν να μην αντιλαμβάνεται το μέγεθος του κινδύνου. Παρά ταύτα κάποια στιγμή θα αποδοθεί αμνηστεία και θα αρχίσουν σιγά-σιγά να εκδηλώνονται κάποιες κινήσεις που αποσκοπούσαν στην αντιμετώπιση του ορατού όσο και άμεσου κινδύνου που αντιμετώπιζε η επανάσταση από τη συντονισμένη επίθεση των Τουρκοαιγυπτίων, όπως λ.χ. η συγκρότηση τακτικού στρατού, καθώς οι πολεμικές αναμετρήσεις ειδικότερα με τους Αιγυπτίους, άρχισαν να αλλάζουν μορφή και ασφαλώς απαιτούσαν τακτική αντιμετώπιση και όχι συγκρούσεις ατάκτων.

Ιμπραήμ Πασάς, Giovanni Boggi.

Εν τω μεταξύ, ο Ιμπραήμ πασάς είχε αποβιβαστεί χωρίς ενόχληση στη Μεθώνη και αφού έλαβε και νέες ενισχύσεις άρχισε να πολιορκεί και να καταλαμβάνει τα διάφορα φρούρια που κατείχαν οι επαναστάτες. Στις 7 Απριλίου 1825 οι Έλληνες θα ηττηθούν στο Κρεμμύδι της Μεσσηνίας. Στις 25 Απριλίου θα καταληφθεί από τους Αιγυπτίους, μετά από σφοδρή σύγκρουση, η Σφακτηρία όπου θα σκοτωθεί ο υπουργός πολέμου Αναγνωσταράς και ο ιταλός φιλέλληνας Σαντόρε Σανταρόζα. Στις 30 Απριλίου θα πέσει το Νεόκαστρο.

Αυτή την κρίσιμη στιγμή ο υπουργός Εσωτερικών Γρηγόριος Δικαίος αναλαμβάνει ο ίδιος να εμποδίσει την προέλαση του Ιμπραήμ πασά, μολονότι συνάντησε μεγάλη απροθυμία εκ μέρους των άλλων Ελλήνων οπλαρχηγών να συνταχθούν μαζί του. Σκοπός του Παπαφλέσσα, σύμφωνα με τον βιογράφο του Φωτάκο, ήταν να κατορθώσει να πετύχει 1-2 νίκες εναντίον του Ιμπραήμ και έτσι από θέση ισχύος να ζητήσει από τον Κουντουριώτη να δώσει αμνηστία, να απελευθερώσει τον Θ. Κολοκοτρώνη και ο ίδιος να εμφανιστεί κυρίαρχος της κατάστασης. Μάλιστα είχε αρχίσει να αλληλογραφεί με τους Ανδρέα Ζαΐμη και Ανδρέα Λόντο, που είχαν απελευθερωθεί και βρίσκονταν στην περιοχή των Καλαβρύτων.

Όπως και να έχουν τα πράγματα, ο Παπαφλέσσας προς τα τέλη Απριλίου αναχώρησε από το Ναύπλιο με κατεύθυνση την Τρίπολη. Εκεί έμεινε 3-4 μέρες και συγκέντρωσε διάφορους οπλαρχηγούς με περιορισμένες δυνάμεις. Στη συνέχεια κινήθηκε προς το Λεοντάρι όπου συγκέντρωσε και κάποια άλλα στρατεύματα. Στην πορεία του, όπως την περιγράφει ο Φωτάκος, περιλαμβάνονται ακόμα τα χωριά Λάκκοι, Φουρτζάλα, Άγιος Φλώρος, σημεία όπου θα συναντήσει λείψανα ελληνικών δυνάμεων που περιφέρονταν ηττημένες μετά από τις επιχειρήσεις του Ιμπραήμ στη Μεσσηνία. Περαιτέρω θα βρεθεί στο χωριό Δραήνα, όπου παρέμεινε 2 ημέρες και έλαβε διάφορα γράμματα από οπλαρχηγούς ότι θα τον συνδράμουν.

Τελικά ο Παπαφλέσσας θα βρεθεί στην περιοχή της Μεσσηνίας, όπου θα αποφασίσει να αντιμετωπίσει τα αιγυπτιακά στρατεύματα, τα οποία είχε εντοπίσει να κινούνται στην περιοχή. Οι στρατιώτες του επέλεξαν μια οχυρή θέση στην οποία έφτιαξαν τρία ταμπούρια. Στις 20 Μαΐου 1825 ο Παπαφλέσσας με 1.500 άνδρες, από τους οποίους τελικά θα παραμείνουν μαζί του 500 άνδρες με επικεφαλής τον οπλαρχηγό Παναγιώτη Κεφάλα, θα συγκρουστεί με τις δυνάμεις του Ιμπραήμ στο ορεινό χωριό Μανιάκι της Μεσσηνίας. Στη σφοδρή σύγκρουση που θα ακολουθήσει οι δυνάμεις του Παπαφλέσσα θα δεχτούν την επίθεση τριών χιλιάδων ιππέων και πεζών των Αιγυπτίων και θα συντριβούν, ενώ και ο ίδιος θα βρει τον θάνατο στο πεδίο της μάχης.

 

Το φίλημα. Σύνθεση που αποδίδει τη θρυλούμενη σκηνή του ασπασμού του νεκρού Παπαφλέσσα από τον Ιμπραήμ πασά, μετά την φιλόδοξη αλλά αποτυχημένη αναμέτρηση στο Μανιάκι. Ελαιογραφία του Α. Γεωργιάδη, 1960.

 

Τα διάφορα περιστατικά, πράξεις και διαλόγους μεταξύ των πρωταγωνιστών, του Παπαφλέσσα και των άλλων οπλαρχηγών, περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια ο Φωτάκος, από τον οποίο παραδίδεται το πασίγνωστο επεισόδιο κατά το οποίο ο Ιμπραήμ διέταξε να καθαρίσουν και να περιποιηθούν το νεκρό σώμα του Παπαφλέσσα, να θέσουν το κομμένο κεφάλι στη θέση του και αφού το παρατήρησε είπε στους αξιωματικούς του: «τω όντι αυτός ήτον ικανός και γενναίος άνθρωπος και καλλίτερον ήτον να επαθαίναμεν άλλην τόσην ζημίαν, αλλά να τον επιάναμεν ζωντανόν, διότι πολύ ήθελε μας  χρησιμεύση».

Εξάλλου, και ο Αμβρόσιος Φραντζής στη δική του Ιστορία  θα μεταφέρει διάφορες λεπτομέρειες, ανάμεσα στις οποίες, εκείνη του γνωστού επεισοδίου, όπου ο Ιμπραήμ ζήτησε και του έφεραν το κεφάλι του Παπαφλέσσα και «ελυπήθη διότι εφονεύθη εις τοιούτος γενναίος ανήρ…».[34]

Όπως είναι φυσικό το επεισόδιο του ηρωικού θανάτου του Γρηγορίου Δικαίου στο Μανιάκι της Μεσσηνίας στα χρόνια που θα ακολουθήσουν θα αποτελέσει – μαζί με άλλα βέβαια κατορθώματα των Ελλήνων – σημείο αναφοράς και συνεχούς αναπαραγωγής από πολλούς συγγραφείς, κυρίως παιδικών και σχολικών αναγνωσμάτων. Αρχίζοντας από το δημοτικό τραγούδι και συνεχίζοντας με το γνωστό διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη «Το Φίλημα» και το θεατρικό του Σπύρου Μελά, συναντούμε μεγάλη παραγωγή κειμένων που προορίζονται για παιδικά αναγνώσματα ή κείμενα για τις σχολικές εορτές, στα οποία ο θάνατος του Παπαφλέσσα αποτελεί κεντρικό μοτίβο. Στην ίδια γραμμή έχει εκδοθεί και στη σειρά «Κλασσικά Εικονογραφημένα» του εκδοτικού οίκου Ατλαντίς-Πεχλιβανίδη αντίστοιχο τεύχος με κείμενο της Σοφίας Μαυροειδή-Παπαδάκη.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Φωτάκος, Bίος του Παπαφλέσσα, σ. 1.

[2] Φωτάκος, Bίος του Παπαφλέσσα, σ. 7.

[3] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 110.

[4] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 110, αρ. 92.

[5] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 29.

[6] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 72-73.

[7] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 72-73.

[8] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 65.

[9] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 91-92.

[10] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 105-06.

[11] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, αρ. εγγρ. 7302 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 128.

[12] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 133.

[13] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 167.

[14] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 2-4.

[15] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 171-177.

[16] Στο ίδιο, τ. Β’, σ. 115. Η επιστολή είναι γνωστή και από την Απολογία και από τα Απομνημονεύματα του Ξάνθου.

[17] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 173.

[18] Στο ίδιο  σ. 178 και Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 66.

[19] Εμμ. Ξάνθου, Απομνημονεύματα, σ. 116 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ, σ. 53-55.

[20] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 73-74.

[21] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 249.

[22] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 31.

[23] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 206.

[24] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 79.

[25] Στο ίδιο, σ. 81-82.

[26] Στο ίδιο, σ. 82.

[27] Στο ίδιο, σ. 83-87.

[28] Στο ίδιο, σ. 84.

[29] Φωτάκος, Bίος του Παπαφλέσσα, σ. 16-17.

[30] Εμμ. Ξάνθου, Απομνημονεύματα, σ. 144-145 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ, σ. 108-110.

[31] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 107-107.

[32] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 89-90.

[33] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 152-156.

[34] Φωτάκος, Bίος του Παπαφλέσσα, σ. 69 και Αμβρ. Φραντζής, Ιστορία, τ. ‘Β, σ. 352.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αμβρ. Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, τ. Β’, Αθήνα 1839.
  • Φωτάκος, Bίος του Παπαφλέσσα, Αθήνα 1868 (φωτομηχανική ανατύπωση: Αθήνα 1986).
  • Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναυπλία 1834.
  • Bασίλης Βλ. Σφυρόερας, «Παπαφλέσσας», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμ. 8, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, χ.χ.
  • Τ. Λάππας, Παπαφλέσσας. Βιογραφία του ηρωικού Αρχιμανδρίτη, Αθήνα 1971.
  • Αναστ. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τόμ. Ε’, Αθήνα 1872.
  • Σόλων Γρηγοριάδης, Ο Παπαφλέσσας, Αθήνα 1982.
  • Αρχείο Εμμανουήλ Ξανθού, Πρόλογος – Ιστορικά Φιλικής Εταιρείας: Ι. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν, εισαγωγή: Τρισεύγενη Τούμπανη-Δάλλα, τ. 1-3, Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1997, 2000, 2002.
  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845.
  • Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία. Αρχείον Π. Σέκερη, Αθήνα 1967.
  • Γεώργιος Δ. Φράγκος «Φιλική Εταιρεία», Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΓ, Αθήνα 1975, σ. 424-432.
  • Ε. Γ. Πρωτοψάλτης, Η Φιλική Εταιρεία. Αναμνηστικόν τεύχος επί τη 150ετηρίδα,Αθήνα 1964.

 

Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης

Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών

Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών

Ιστορική Βιβλιοθήκη, οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας  «Οι Φιλικοί», Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

 

Read Full Post »

Older Posts »