Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Επανάσταση 21’

«[…] να νομίζωμεν εμαυτούς απηλπισμένους, χωρίς να βλέπωμεν διόρθωσιν τινά προς οικονομίαν». Φόβος για την αναπότρεπτη εξέγερση, Φεβρουάριος 1821 – Βαγγέλης Σαράφης στο: «Φόβοι και ελπίδες στα νεότερα χρόνια»,  Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών – Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα, 2017.


 

Τον Φεβρουάριο του 1821 όλα έμοιαζαν έτοιμα για την εξέγερση. Ο «υπόκωφος ήχος της επανάστασης» δυνάμωνε και η έκρηξή της δεν θα αργούσε·[1] «η Πελοπόννησος όλη υπόκωφα εσείετο», θα γράψει αργότερα στα απομνημονεύματά του ο Φωτάκος.[2] Μέσα σε αυτό το κλίμα οι προσδοκίες των ανθρώπων καλλιεργούνταν· «ό,τι άκουαν οι Έλληνες περί της ελευθερίας το επίστευαν και εφαρμόσθη η κοινή παροιμία να μου λέγης ό,τι αγαπώ και το πιστεύω».[3] Παράλληλα, όμως, αυτή η αίσθηση του αναπότρεπτου ενίσχυε και το αίσθημα φόβου σε όσους αμφισβητούσαν την επιτυχία του εγχειρήματος.[4]

Με το παρόν άρθρο θα επιχειρηθεί να εντοπιστεί, μέσα από μία περίπτωση, το αίσθημα φόβου, να συνδεθεί με τα αίτια που το γεννούσαν και, κυρίως, να συσχετισθεί με τη δράση των υποκειμένων· να ειδωθεί δηλαδή σε σχέση με τους σχεδιασμούς, τις επιλογές και τις πράξεις συγκεκριμένων ανθρώπων μέσα σε αυτή την ταραγμένη περίοδο. Βάση της μελέτης αποτελεί μία επιστολή, που βρίσκεται στο αρχείο της οικογένειας των ισχυρών προεστών του Άργους, Περούκα, το οποίο απόκειται στο Αρχείο Ιστορικών Εγγράφων της Ιστορικής Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος.[5] Η επιστολή αυτή – ανυπόγραφη, αχρονολόγητη και κρυπτογραφική – εντοπίστηκε, αποκρυπτογραφήθηκε και εκδόθηκε στο περιοδικό Πελοποννησιακά (1986) από τον ιστορικό Αθανάσιο Φωτόπουλο.[6]

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Πριν προχωρήσουμε στο περιεχόμενο της επιστολής, θα επιχειρήσουμε να προσδιορίσουμε τον χρόνο σύνταξής της και κυρίως τον συντάκτη και τον παραλήπτη. Στη σχολιασμένη έκδοσή της έχει υποστηριχθεί πως έχει συνταχθεί στα μέσα Φεβρουαρίου του 1821, λίγο πριν από την πρόσκληση που απηύθυνε ο οθωμανός καϊμακάμης προς τους χριστιανούς προεστούς και αρχιερείς της Πελοποννήσου να συγκεντρωθούν στην Τριπολιτσά.[7] Ενδεχομένως θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε την ημερομηνία σύνταξής της λίγες ημέρες αργότερα, μετά από την κοινοποίηση της πρόσκλησης· «Τι λοιπόν να κάμωσιν και αυτοί δεν ηξεύρουσι· σημείον αυτό προφανές ότι είναι ζαλισμένοι και πάσχουσι με διαφόρους τρόπους να βάλωσι τους προεστώτας εις Τριπολιτζάν». Η παραπάνω φράση υποδηλώνει τη γνώση από τον συντάκτη της πρόσκλησης, ενώ γνώριζε και τις προηγούμενες διαβουλεύσεις των Οθωμανών.[8] Το αίσθημα φόβου εύλογα θα είχε ενταθεί μπροστά στην κινητοποίηση της οθωμανικής διοίκησης.

Όσον αφορά στον αποδέκτη της επιστολής, ο εκδότης της έχει σωστά υποστηρίξει πως ήταν ο Δημήτριος Περούκας, καθώς ο τόπος αποστολής ήταν η Κωνσταντινούπολη. Ο Δημήτριος Περούκας ήταν απεσταλμένος στην Κωνσταντινούπολη ως βεκίλης του βιλαετιού Άργους από το 1812 κ.ε.[9] Στις αρχές του 1821 διέφυγε από την Κωνσταντινούπολη,[10] ένα χρόνο περίπου αργότερα βρισκόταν στην Πίζα,[11] ενώ το 1824 τον εντοπίζουμε στη Ζάκυνθο, από όπου μετέβη στην Κέρκυρα και από εκεί στην Αγκώνα και τη Γενεύη.[12] Στην επαναστατημένη Πελοπόννησο, στην πόλη του Άργους, επέστρεψε στα 1826.[13] Έκτοτε φύλασσε εκεί το οικογενειακό αρχείο – μαζί με το προσωπικό του – έως τα 1851, οπότε και δολοφονήθηκε στην πατρική του οικία.[14]

Σχετικά με τον αποστολέα της επιστολής δεν μπορούμε παρά μόνο να διατυπώσουμε εικασίες. Χωρία της επιστολής υποδεικνύουν κάποια χαρακτηριστικά του συντάκτη – «Κατά τας 25 Δεκεμβρίου σας έγραφον εκτεταμένως μέσον Άργους – κατά τας 11 Ιανουάριου κατ’ ευθείαν απ’ εδώ […] κατά τας 12 ιδίου μέσον Τριπολιτσάς […] έλειπον εις Βοστίτζαν […] απέρασεν [ο Παπαφλέσσας] εις Άργος, Κόρινθον και ήλθεν εις Καλάβρυτα». Ο συντάκτης, λοιπόν, φαίνεται να είχε συχνή επικοινωνία με τον Δημήτριο Περούκα, ενώ ταυτόχρονα μετακινείτο μεταξύ Άργους, Τριπολιτσάς, Καλαβρύτων και Βοστίτσας. Άτομα που συγκέντρωναν τέτοια χαρακτηριστικά θα μπορούσαν να είναι πρόσωπα του στενού οικογενειακού κύκλου, όπως ο προεστός Κερπινής, Δημητράκης Ζαΐμης, γαμβρός και συνεργάτης των αδελφών Περούκα[15] ή ο Χαραλάμπης Περούκας, ο νεότερος από την τελευταία γενιά της οικογένειας,[16] ο οποίος κατοικούσε μόνιμα στην Πάτρα από το 1816, όπου είχε ιδρύσει εμπορικό πρακτορείο, ενώ παράλληλα διηύθυνε και εμπορικό κατάστημα στο Άργος, αναλαμβάνοντας πιθανότατα τη λειτουργία του πατρικού καταστήματος.[17] Επίσης, φαίνεται πως είχε οικονομικές δοσοληψίες στη Βοστίτσα.[18]

Μία φράση της επιστολής περιπλέκει κάπως τον προσδιορισμό του προσώπου του συντάκτη· «Εγώ απεσταλμένος διά να εξακολουθήσω τας διαταγάς σας […] και αγκαλά διότι βλέπων το ανοικονόμητον του Άργους απερνώ εις τα εκείσε διά να βαστάξω την αλληλογραφίαν των Υδροπετζιωτών». Είναι πιθανό ο συντάκτης της επιστολής να ήταν κάποιος έμπιστος γραμματικός. Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο αποστολέας εντοπίζεται στον στενό κύκλο της οικογένειας.

Η επιστολή αποτελεί ένα είδος έγγραφης αναφοράς – ενημέρωσης του βεκίλη Δημητρίου Περούκα. Ο συντάκτης της είναι γνώστης των πολιτικών πραγμάτων στην Πελοπόννησο, καθώς και όσων συνέβαιναν στην Ήπειρο. Αναφέρεται στην άφιξη του αρχιμανδρίτη Γρηγορίου Δικαίου στην Πελοπόννησο, παραθέτει το δρομολόγιό του έως τη Βοστίτσα (Σπέτσες – Άργος – Κόρινθος – Καλάβρυτα), γνωρίζει όσα συνέβησαν στη συνέλευση της Βοστίτσας και μας πληροφορεί για τις προσπάθειες ορισμένων προεστών να προχωρήσουν σε στρατολόγηση ανδρών. Ακόμη πληροφορεί τον Περούκα για τα σχέδια αποχώρησης κάποιων προεστών και αρχιερέων από την Πελοπόννησο, όταν θα ξέσπαγε η εξέγερση. Κυρίως, όμως, αποδίδει, σε ορισμένα σημεία αρκετά γλαφυρά, το κλίμα έντασης που επικρατούσε ένα μήνα πριν από την Επανάσταση.

Ας δούμε τα σημεία ένα- ένα. Κατ’ αρχήν ας σημειωθεί ότι γνώριζε αρκετά σχετικά με τη συνέλευση. Αναφέρεται στα πρόσωπα που συμμετείχαν: ο Παλαιών Πατρών, ο Χριστιανουπόλεως και Κερνίτζης, ο Σωτήριος Χαραλάμπης, ο Ασημάκης Ζαΐμης και οι λοιποί Καλαβρυτινοί προεστοί.[19] Η γνώση αυτή μπορεί να μας υποψιάσει πως και ο ίδιος ανήκε στη Φιλική Εταιρεία· ενισχύεται έτσι η υπόθεση πως συντάκτης ήταν ο Δημητράκης Ζαΐμης ή ο Χαραλάμπης Περούκας, μέλη κι οι δύο της εταιρείας.[20] Γνωρίζει ακόμη για τις αμφιβολίες που εκφράστηκαν σχετικά με τη δυνατότητα των Πελοποννησίων να προσχωρήσουν στην επανάσταση, καθώς επίσης και για το συμπέρασμα της συνέλευσης· «απεδείχθησαν πραγματικαί αι αδυναμίαι του Μορέως και είδον προφανέστατα το σφάλμα το οποίον έκαμον [τη στρατολόγηση], αλλά παρακαίρως…».[21]

Δεν παραλείπει να σχολιάσει τη δράση του Γρηγόριου Δικαίου και ορισμένων προεστών, οι οποίοι κατά τη γνώμη του δρούσαν επιπόλαια και βιαστικά· «ο κυρ- Ανδρέας Ζαΐμης και Σωτήριος Θεοχαρόπουλος, αφού έλαβον ειδήσεις μερικάς από αυτόν [τον Δικαίο], χωρίς να κρίνωσι τα πράγματα είτε αλόγω φιλοτιμία παρακινηθέντες, δεν περιέμενον να ακούσωσι τας γνώμας των μεγαλυτέρων, αλλά απέστειλον εις όλα τα μέρη του Μορέως ζητούντες να καταγράφωσι ανθρώπους κοινοποιούντες το μυστήριον και φιλοτιμηθέντες όποιος να κάμη περισσοτέρους» και «αυτοί από το μέρος των Καλαβρύτων, ο Λόντος από την Βοστίτζαν και ο Κανέλλος από την Καρύταιναν, ακρίτως εναγκαλισθέντες τας διαταγάς Δικαίου, εκίνησαν την στρατολογίαν, ήτις έφερε αυτών την ήδη διατρέχουσαν κατάστασιν ενταύθα». Το μένος του, όμως, κατευθύνεται κυρίως στον Δικαίο, καθώς θεωρείται ο κύριος υπαίτιος γι’ αυτήν την κατάσταση· «Και ανάθεμα τον Δικαίον οπoύ ήλθεν ενταύθα, διότι εκείνου ελλείποντος τα πράγματα ήθελε οικονομηθώσι κάλλιστα».

Πέρα από τα ανωτέρω, μέσα από δύο χωρία αποδίδεται το γενικότερο κλίμα στην Πελοπόννησο στις αρχές του 1821· «Τι το όφελος όμως αδελφέ, οπού η στρατολογία την οποίαν εζήτησαν να κάμωσι οι προρρηθέντες εκίνησε τα πνεύματα των μικρών εις την αποστασίαν και δεν μένει ελπίς να ησυχάσωμεν· μάλιστα οπού τώρα έπεσον όλα εις ακοάς των Τούρκων και έλαβον υπονοίας μεγάλας […] Το κακόν όμως είναι προπαντός οπού τα μικρά παιδία φωνάζουσι εις τα σοκάκια την αποστασίαν και πλέον οι Τούρκοι επήραν μέτρα».

Η περιγραφή είναι σαφής: το μυστικό είχε σχεδόν αποκαλυφθεί· η εξέγερση ή η προληπτική αντίδραση της οθωμανικής διοίκησης εμφανίζονταν αναπότρεπτες πια. Το αναπότρεπτο δημιουργεί ένα αίσθημα φόβου στον επιστολογράφο ή, για να μείνουμε κοντά στα γραφόμενά του, τον οδηγεί σε απελπισία· «και δεν μένει ελπίς να ησυχάσωμεν […] Αυταί λοιπόν αι υπόνοιαι αναγκάζουσι ημάς να νομίζωμεν εμαυτούς απηλπισμένους, χωρίς να βλέπωμεν διόρθωσιν τινά προς οικονομίαν […] καθώς τα πράγματα κατήντησαν είναι αδύνατον διά να ελπίσωμεν ζωήν».

Μπροστά στις αναπότρεπτες εξελίξεις ο επιστολογράφος περιγράφει ένα σχέδιο σωτηρίας. Αρχικά περιλάμβανε την αποχώρηση των προεστών και των αρχιερέων από την Πελοπόννησο και τη μετάβασή τους στην Ύδρα ή στις Σπέτσες. Ύστερα θα έστελναν αναφορές στον σουλτάνο, παρουσιάζοντας την κακή κατάσταση των ραγιάδων της Πελοποννήσου, ενώ ταυτόχρονα θα αιτούνταν άδεια να κατοικήσουν σε συγκεκριμένο τόπο, τον οποίο εκείνος θα τους υποδείκνυε και, όταν τα πράγματα θα ήταν έτοιμα, θα προωθούσαν την εξέγερση. Το σχέδιο αυτό μας είναι γνωστό κι ο ίδιος ο συντάκτης το αποδίδει στον Παλαιών Πατρών Γερμανό.[22]

Στη συνέχεια θα επιχειρηθεί να συσχετισθεί το ρητό αίσθημα φόβου με τη δράση της οικογένειας Περούκα κατά τους πρώτους επαναστατικούς μήνες. Πριν, ωστόσο, θα αναφερθώ σε ένα μικρό επεισόδιο, που χρονολογείται τον Δεκέμβριο του 1820, το οποίο, κατά τη γνώμη μου, έχει κάποια σημασία, καθώς αναδεικνύει τη γενικότερη στάση των Περούκα αυτήν την περίοδο. Αμέσως μετά την άφιξή του στην Πελοπόννησο, ο Δικαίος είχε συνάντηση με μέλη της Φιλικής Εταιρείας στο Άργος, τον προεστό Ιωάννη Περούκα και τον επίσκοπο Ναυπλίας και Άργους Γρηγόριο. Η συνάντηση έγινε σε πολύ άσχημο κλίμα και ο Δικαίος αναχώρησε από το Άργος· «αμυδρώς πως εννόησεν επιβουλήν ομιλών μετά των αδερφών Περουκαίων», σχολίαζε αργότερα ο Φωτάκος στη βιογραφία του Παπαφλέσσα.[23]

Ας μεταφερθούμε στον Μάρτιο του 1821. Ο τρόπος με τον οποίο εξερράγη η επανάσταση στην πόλη του Άργους, καθώς και τα όσα συνέβησαν τους πρώτους μήνες στην περιοχή, επιβεβαιώνουν τη μη ενεργό συμμετοχή της οικογένειας στην επαναστατική προπαρασκευή. Μολονότι τον Μάρτιο του 1821 στην Πελοπόννησο υπήρχε ένας επαναστατικός μηχανισμός σε ετοιμότητα, ο οποίος εκτός των άλλων μαρτυρείται και από τη σχεδόν ταυτόχρονη έκρηξη της επανάστασης σε πολλά σημεία,[24] η έκρηξη της εξέγερσης στο Άργος περιγράφεται μάλλον ως τυχαία. Με βάση ανώνυμη μαρτυρία πληροφορούμαστε ότι στις 23 Μαρτίου ακούστηκαν πυροβολισμοί στην αγορά του Άργους, οι οποίοι είχαν ριφθεί από κάποιον μεθυσμένο Οθωμανό. Αυτό το τυχαίο γεγονός ήταν αρκετό για να τρομοκρατήσει τους Οθωμανούς της πόλης και να αποσυρθούν στο κάστρο του Ναυπλίου. Όταν στις 27 Μαρτίου επέστρεφαν, για να μεταφέρουν τις οικογένειες των χριστιανών προεστών στο Ναύπλιο με πρόσχημα την ασφάλειά τους, αντιμετώπισαν ένοπλους στη Δαλαμανάρα.[25] Παρά τον ανεκδοτολογικό χαρακτήρα της μαρτυρίας, αναδεικνύεται η αναντιστοιχία με την ετοιμότητα για εξέγερση, όπως αυτή παρατηρείται σε άλλες περιοχές.

Σταματέλος Αντωνόπουλος με τη χαρακτηριστική ενδυμασία των προυχόντων. Φοράει τζουμπέ και στο κεφάλι σφαιροειδές κάλυμμα.

Όταν ξέσπασε η επανάσταση, ο Ιωάννης Περούκας βρισκόταν στην Τριπολιτσά συμμορφούμενος με την πρόσκληση του καϊμακάμη. Στη θέση του προεστού τον υποκαθιστούσε ο γηραιός πατέρας του και πρώην προεστός Νικόλαος.[26] Η στάση του Νικόλαου και του συμπέθερού του, Θεοδωράκη Βλάση,[27] κατά τις πρώτες ημέρες της Επανάστασης, έδωσε τη δυνατότητα σε τοπικούς αντίπαλους της οικογένειας να την υπονομεύσουν. Ηγετικές φυσιογνωμίες αναδείχθηκαν οι Σταματέλος Αντωνόπουλος,[28] Νικόλαος Σπηλιωτόπουλος και Αθ. Καϋμένος ή Ασημακόπουλος. Τις πρώτες εβδομάδες της Επανάστασης συγκροτήθηκαν σε διάφορα μέρη της Πελοποννήσου οιονεί διοικητικά όργανα με στόχο την αντιμετώπιση της νέας πραγματικότητας, την εξυπηρέτηση αναγκών που το καθεστώς πολέμου επέβαλλε: τον εφοδιασμό, τη στρατολόγηση, το συντονισμό δράσης, τη διεύθυνση των ενόπλων.[29]

 Στο Άργος συγκροτήθηκαν δύο τέτοια, ανταγωνιστικά μεταξύ τους, διοικητικά όργανα. Οι αντίπαλοι των Περούκα ίδρυσαν το «κονσολάτο του Άργους» με στόχο να αναλάβουν τη διεύθυνση των επαναστατών· ήταν εξάλλου εκείνοι που οδήγησαν τους πρώτους ενόπλους στη θέση Δαλαμανάρα στις 27 Μαρτίου. Οι Περούκας και Βλάσης, σε μία προσπάθεια να αντιδράσουν, ίδρυσαν την «καγκελαρία του Άργους».[30] Παράλληλα, προσπάθησαν να καλέσουν ενόπλους από χωριά της περιοχής των Καλαβρύτων,[31] για να αντιμετωπίσουν το κονσολάτο. Η οικογένεια, ωστόσο, απομακρύνθηκε από την πόλη μετά τις κατηγορίες των μελών του κονσολάτου για προδοτική στάση.[32] Η οικογένεια Περούκα, τελικά, κατόρθωσε να επανακάμψει τον Ιούνιο του 1821, όταν ο Χαραλάμπης διορίστηκε τοπικός έφορος από την Πελοποννησιακή Γερουσία με την υποστήριξη των Σπετσιωτών προεστών.[33]

Η στάση των Περούκα – Βλάση έχει ήδη επιχειρηθεί να ερμηνευθεί από τον Φωτάκο: πίστευαν πως η Επανάσταση δεν θα ευδοκιμούσε.[34] Η πεποίθηση αυτή ένα μήνα πριν από την έκρηξη διατυπώνεται στην επιστολή, εξηγώντας την απελπισία του συντάκτη: «Το να κινηθώμεν, βλέπομεν την αδυναμίαν μας, οπού ούτε κανένα τουφέκι δεν έχομεν».

Τι είναι, όμως, αυτό που διαμορφώνει αυτήν την πεποίθηση και προκαλεί τον συνακόλουθο φόβο στους αδελφούς Περούκα; Τι είναι εκείνο που πραγματικά φοβούνται; Στο σημείο αυτό θα διατυπώσω μία υπόθεση προς διερεύνηση. Γνωρίζουμε ήδη πως οι Περούκα είχαν αποκτήσει ισχύ μετά την εκτέλεση του Ιωάννη Δεληγιάννη (1816), όταν το πλήγμα στην ηγετική αυτή οικογένεια έδωσε τη δυνατότητα να αναμορφωθούν οι συμμαχίες μεταξύ των προεστών. Μία τέτοια συμμαχία ήταν των Περούκα – Χαραλάμπη – Φωτήλα, στην οποία φαίνεται να πρόσκειντο και οι Ανδρέας Νοταράς και Παναγιώτης Κρεββατάς.[35]

Υπό διερεύνηση μένει το πότε και εάν διερράγη η συμμαχία μεταξύ των Περούκα και των Χαραλάμπη – · πάντως η αναφορά στην επιστολή στους Καλαβρυτινούς προεστούς ως ενιαία ομάδα («Αυτοί από το μέρος των Καλαβρύτων…») υποδεικνύει πως πρέπει να ερευνηθεί αυτό το ενδεχόμενο.[36]

Η ισχυροποίηση της οικογένειας μετά το 1816 προϋπέθετε στενότερη σύνδεση με τους οθωμανούς αγιάνηδες.[37] Πράγματι οι Περούκα είχαν ενταχθεί στο δίκτυο του πανίσχυρου Κιαμήλ μπέη, ένα δίκτυο συγκροτημένο στη βάση του συστήματος υπάλληλων εκμισθώσεων των φορολογικών προσόδων (iltizam).[38] Ας σημειωθεί εδώ πως από την επεξεργασία των χρεωστικών ομολογιών του βιλαετιού Άργους έχουν αναδειχθεί οι σχέσεις συνεργασίας με τον Αλή μπέη του Άργους, στενό και ισχυρό φίλο του Κιαμήλ μπέη, και με τον υιό του Νουμάν μπέη, αλλά και με συγγενείς του Κιαμήλ: τους Ζουλφικάρ μπέη, Ιζέτ μπέη και Ισούφ μπέη.[39] Οι Οθωμανοί αυτοί παρείχαν πιστώσεις στο «κοινό» του βιλαετιού Άργους, και, παράλληλα, οι αδελφοί Περούκα υπεκμίσθωναν τις φορολογικές προσόδους και δάνειζαν τα λοιπά χωριά του βιλαετιού. Η οικονομική αυτή σχέση εμφανίζεται και στο πολιτικό πεδίο. Ο Κιαμήλ μπέης στα 1818 είχε στείλει απεσταλμένο στην Υψηλή Πύλη με σκοπό την απομάκρυνση των υιών Δεληγιάννη από την Κωνσταντινούπολη. Τελικώς, επετεύχθη η ανάκληση των δύο εκ των τριών ύστερα από τη συνεργασία με τους Δημήτριο Περούκα και Θάνο Κανακάρη.[40]

Η θέση τους μέσα στο δίκτυο έως ένα βαθμό εξηγεί την πεποίθηση για την αποτυχία και κυρίως τον φόβο τους μπροστά σε αυτό που έβλεπαν να έρχεται. Η ισχυρή τους θέση βρισκόταν σε εξάρτηση με την ισχύ του δικτύου του Κιαμήλ. Η ενδεχόμενη ανατροπή του θα αμφισβητούσε τη δυνατότητα επιρροής τους. Ακόμη κι αν αποτύγχανε η εξέγερση, η θέση τους στο δίκτυο του Κιαμήλ θα ετίθετο πάλι σε αμφισβήτηση.[41] Η εμπειρία των Ορλωφικών και της καταστροφής πολλών οικογενειών προεστών δεν ήταν μακρινή.[42] Γι’ αυτό τον λόγο προέκριναν ως λύση τη φυγή· έτσι οι ίδιοι θα εμφανίζονταν πιστοί στην οθωμανική εξουσία και μετά την κατάπνιξη της εξέγερσης, την οποία θεωρούσαν βέβαιη, θα μπορούσαν να διεκδικήσουν ξανά τη θέση τους.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Η γνωστή φράση του Victor Hugo, που έχει χρησιμοποιηθεί επιλογικά από τον Eric J. Hobsbawm, αποδίδει ικανοποιητικά το κλίμα στην Πελοπόννησο την τελευταία προεπαναστατική περίοδο, Eric J. Hobsbawm, Η Εποχή των Επαναστάσεων, 1789-1848, μτφρ. Μαριέττα Οικονομοπούλου, Αθήνα, Μ.Ι.Ε.Τ., 62008, σ. 431· μία γλαφυρή και, νομίζω, αξιόπιστη περιγραφή αυτού του κλίματος βλ. στο Φώτιος Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1858, σ. 7-13.

[2] Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα, 1858, σ. 7.

[3] Στο ίδιο, σ. 9.

[4] Ο Φωτάκος πάλι: «Παντού έβλεπες κίνησιν και συνάμα φόβον και χαράν διά το άρχισμα της επαναστάσεως», στο ίδιο, σ. 14.

[5] Το Αρχείο Περούκα δυστυχώς είναι μερικώς ταξινομημένο και καταλογογραφημένο, βλ. σχετικές με το αρχείο πληροφορίες στο Ηλ. Γιαννικόπουλος, «Το Αρχείο Περρούκα του Άργους», Πρακτικά του Γ΄ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιο 18-20 Φεβρουαρίου 2005), Αθήνα, 2006, σ. 333-350· βλ. ακόμη Ευτυχία Λιάτα, Αργεία γη: Από το τεριτόριο στο βιλαέτι (τέλη 17ου-αρχές 19ου αι.), Αθήνα, ΚΝΕ/ΕΙΕ, 2003, σ. 69-70.

[6] Για τις ανάγκες του παρόντος κειμένου χρησιμοποιήθηκε η έκδοση της αποκρυπτογραφημένης επιστολής χωρίς αντιπαραβολή με το κρυπτογραφικό πρωτότυπο, βλ.  Αθ. Θ. Φωτόπουλος, «Τα πολιτικά της Πελοποννήσου στις παραμονές του Αγώνα: (ανέκδοτη επιστολή του Αρχείου Περούκα)», Πελοποννησιακά 16 (1985-1986), σ. 579-589· για τις κρυπτογραφικές επιστολές του αρχείου της οικογένειας βλ. ακόμη Αναστασία Κυρκίνη- Κούτουλα, Η Οθωμανική διοίκηση στην Ελλάδα: Η περίπτωση της Πελοποννήσου, (1715-1821), Αθήνα, Αρσενίδης, 1996, σ. 213.

[7] Η πρόσκληση προς τους χριστιανούς προεστούς εστάλη γύρω στα μέσα του Φεβρουαρίου, βλ. Διον. Α. Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, τ. 1, Αθήνα, Μέλισσα, 51967, σ. 172· Απ. Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού. Η μεγάλη Ελληνική Επανάσταση (1821- 1829), τ. 5, Θεσσαλονίκη, χ.ε., 1980, σ. 326· βλ. τη μαρτυρία του απομνημονευματογράφου Φωτάκου στο Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα, 1858, σ. 14· πρβλ. τη μαρτυρία του Κανέλλου Δεληγιάννη, Απομνημονεύματα, στη σειρά Εμμ. Πρωτοψάλτης (επιμ.), Απομνημονεύματα Αγωνιστών του ’21, τ. 16, Αθήνα, Γ. Τσουκαλάς, 1957, σ. 117-118.

[8] «Προ ημερών οι εν Τριπολιτζά έκαμον διαφόρους συνελεύσεις», Φωτόπουλος, «Πολιτικά της Πελοποννήσου», σ. 585.

[9] Αθ. Θ. Φωτόπουλος, Οι Κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη Δεύτερη Τουρκοκρατία (1715-1821), Αθήνα, Ηρόδοτος, 2005, σ. 73. Πληροφορίες σχετικά με τον Δημήτριο Περούκα βλ. στο Γιαννικόπουλος, «Αρχείο Περρούκα», σ. 335· βλ. και Λιάτα, Αργεία γη, σ. 54.

[10] Οι Δημήτριος Περούκας και Θάνος Κανακάρης για κάποιο διάστημα κρύβονταν μέχρι την τελική διαφυγή τους από την οθωμανική πρωτεύουσα, Δεληγιάννης, Απομνημονεύματα, σ. 134· έπειτα φαίνεται πως μετέβησαν στην Πελοπόννησο, βλ. ειδικότερα για τον Θάνο Κανακάρη στο Αναστ. Ν. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι των επί της Αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, τ. 6, Αθήνα 1874, σ. 315· βλ. και την υπ’ αριθ. 1821/40 επιστολή του Φωκιανού προς τον Εμμανουήλ Ξάνθο (14 Μαΐου 1821 από Ισμαήλιο), όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται: «του Μωραίως το πάρσιμον από τους εδικούς μας εστάθη άμα όπου έφθασεν εκεί ο Περούκας και κάποιος άλλος Θάνος» στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. 3, Αθήνα, ΙΕΕΕ, 2002, σ. 228, αν και η πληροφορία δεν είναι απόλυτα αξιόπιστη, καθώς είναι έμμεση: ο Φωκιανός φαίνεται πως έλαβε τη σχετική πληροφόρηση από κάποιον Νάζο, ο οποίος έφτασε στο Ισμαήλιο από την Κωνσταντινούπολη την 1η Μαΐου.

[11] Εμμ. Πρωτοψάλτης (επιμ.), Ιγνάτιος μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας (1766-1828), τ. 4, τχ. 2: Αλληλογραφία, Πολιτικά Υπομνήματα, Λόγοι, Σημειώματα περί Ιγνατίου, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών, 1961, σ. 141· Εμμ. Πρωτοψάλτης (επιμ.), Ιστορικόν Αρχείον Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου: έγγραφα των ετών 1803-1822, τ. 5, τχ. 1, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών, 1963, σ. 134.

[12] Για την εμπλοκή του Δημητρίου Περούκα στην υπόθεση του πρώτου εθνικού δανείου και τη δράση του σε πόλεις εκτός της επαναστατημένης χώρας, βλ. Αναστ. Δ. Λιγνάδης, «Το πρώτον δάνειον της Ανεξαρτησίας», αδημ. διδ. διατριβή, Αθήνα, ΕΚΠΑ, 1970, σ. 29-30 και σ. 243-246· βλ. και Δέσποινα Κατηφόρη, «Η Επανάσταση κατά το 1824: Τα πολιτικά γεγονότα ως τον Ιούνιο», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 12, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 326, όπου τονίζεται η σχέση του με το κόμμα του Κολοκοτρώνη.

[13] Γιαννικόπουλος, «Αρχείο Περρούκα», σ. 335· η πληροφορία όμως δεν τεκμηριώνεται. Βλ. και Αμβρ. Φραντζής, Η επιτομή της ιστορίας της αναγεννημένης Ελλάδος: Αρχομένη από του έτους 1715 και λήγουσα το 1837, Αθήνα 1839, σ. 107, όπου αναφέρει πως ο Δημ. Περούκας βρισκόταν σε ευρωπαϊκές χώρες έως τα 1828· ο Λιγνάδης αναφέρει πως ο Περούκας το 1823 βρισκόταν στην Πελοπόννησο, Λιγνάδης, «Το πρώτον δάνειον της Ανεξαρτησίας», σ. 106.

[14] Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, Η καταστροφή του Δράμαλη: ιστορική μελέτη, Τρίπολη, χ.ε., 1913, σ. 259.

[15] Ο Δημητράκης Ζαΐμης είχε νυμφευτεί την Ευδοκία Περούκα, Φωτόπουλος, Κοτζαμπάσηδες, σ. 152.

[16] Από την τριάδα των υιών του Νικολή Περούκα – Ιωάννη, Δημητρίου και Χαραλάμπη- γνωρίζουμε την ακριβή ηλικία μόνο του Χαραλάμπη, καθώς αυτή αναγράφεται στον κατάλογο των μελών της Φιλικής Εταιρείας: στα 1819 ήταν 26 ετών Βαλ. Γ. Μέξας, Οι Φιλικοί: κατάλογος των μελών της Φιλικής Εταιρείας εκ του αρχείου Σέκερη, Αθήνα, χ.ε., 1937, σ. 66.

[17] Martha Pylia, «Les notables moreotes, fin du XVIIe – debut du XIXe siecle fonc- tions et comportements», αδημ. διδ. διατριβή, Lille, Atelier national de Reproduction des Theses, 2003, o. 228· Γιαννικόπουλος, «Αρχείο Περρούκα», σ. 335. Σε έγγραφο ανώνυμου συντάκτη αναφέρεται πως κατά τις ημέρες της έκρηξης της Επανάστασης λεηλατήθηκαν δύο καταστήματα στην πόλη του Άργους από τους Οθωμανούς, από τα οποία το ένα ανήκε στον Χαραλάμπη Περούκα, βλ. έγγρ. υπ’ αριθ. 559 στο Τάσος Γριτσόπουλος και Κ. Λ. Κοτσώνης (επιμ.), «Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον (1791-1878)», Πελοποννησιακά 20 (1993- 1994), σ. 473· το ίδιο έγγραφο είχε δημοσιευτεί αυτοτελώς στις αρχές του 20ού αι., βλ. Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, «Η επανάστασις εν Άργει», Αργειακόν Ημερολόγιον 1 (1910), σ. 227-228.

[18] Στέφ. Δραγούμης (επιμ.), Ιστορικόν Αρχείον του στρατηγού Ανδρέα Λόντου (1789-1847), τ. 1: (1789-1823), Αθήνα 1914, σ. 37.

[19] Μία συστηματική προσπάθεια εξακρίβωσης όσων έλαβαν μέρος στη συνέλευση βλ. στο Τάσος Γριτσόπουλος, «Η εις Βοστίτζαν μυστική συνέλευσις των Πελοποννησίων ηγετών (26-29 Ιαν. 1821)», Μνημοσύνη 4 (1972-1974), σ. 36· ακόμη αναφέρεται μόνο από τον Ιω. Φιλήμονα πως συμμετείχε και ο Χαραλάμπης Περούκας, βλ. Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας, Ναύπλιο 1834, σ. 355, πληροφορία που πρέπει να θεωρηθεί αβάσιμη, καθώς οπωσδήποτε θα αναφερόταν στην επιστολή· βλ. και Φραντζής, Επιτομή ιστορίας, τ. 1, σ. 95, όπου διαψεύδει ρητά την παρουσία του Χαραλάμπη Περούκα στη συνέλευση.

[20] Μυήθηκαν την ίδια μέρα, την 20ή Δεκεμβρίου 1819, από τον ίδιο απόστολο, τον Ιωάννη Παπαρρηγόπουλο, Μέξας, Φιλικοί, σ. 66· ας σημειωθεί εδώ πως ο παραλήπτης της επιστολής Δημήτριος Περούκας δεν ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ενώ ο επίσης βεκίλης Θάνος Κανακάρης μυήθηκε μόλις την 5η Φεβρουαρίου 1821, δηλαδή περίπου ένα μήνα πριν την τελική διαφυγή του από την οθωμανική πρωτεύουσα και ενώ ήταν ήδη φυγάς.

[21] Βλ. ακόμη στο Γερμανός μητροπολίτης Παλαιών Πατρών, Απομνημονεύματα: επιγραφόμενα απομνημονεύματα τινά της κατά του τυράννου των Ελλήνων οπλοφορίας, και τινών πολιτικών συμβεβηκότων εν Πελοποννήσω κατά την πρώτην της διοικήσεως περίοδον, Δημ. Γρ. Καμπούρογλου (επιμ.), Αθήνα,³  1900, σ. 24, όπου καταγράφονται οι ίδιες σκέψεις για το εγχείρημα της Επανάστασης. Τις ίδιες ανησυχίες σχετικά με τις ελλείψεις σε εφόδια είχε εκφράσει και ο Ιωάννης Ορλάνδος σε συζήτησή του με τον Οθωμανό Mîr Yusuf el-Moravî (Οκτώβριος 1822), βλ. Σοφία Λαΐου, «Η Ελληνική Επανάσταση στην Πελοπόννησο σύμφωνα με την περιγραφή ενός ντόπιου οθωμανού λογίου», Πέτρ. Πιζάνιας (επιμ.), Η Ελληνική Επανάσταση του 1821: ένα ευρωπαϊκό γεγονός, Αθήνα, Κέδρος, 32009, 314.

[22] Γερμανός, Απομνημονεύματα, σ. 25· Φωτόπουλος, «Πολιτικά της Πελοποννήσου» όπου το χωρίο: «αφού λοιπόν αυτά χθες και σήμερον μετά του Δέσποτα εσκέφθημεν», ο Φωτόπουλος λανθασμένα καταλαβαίνει πως πρόκειται για συνεννοήσεις με τον μητροπολίτη Ναυπλίας και Άργους Γρηγόριο· βλ. ακόμη στο Λαΐου, «Η Επανάσταση στην Πελοπόννησο», σ. 314, αντίστοιχους σχεδιασμούς των Υδραίων για διαφυγή προς ευρωπαϊκές χώρες, κατά τη μαρτυρία του Ορλάνδου.

[23] Φώτιος Χρυσανθόπουλος, Βίος του παπά Φλέσα, Αθήνα 1858, σ. 13· Κόκκινος, Ελληνική Επανάστασις, τ. 1, σ. 165, όπου θεωρείται πως ο Ιωάννης Περούκας δρούσε κατόπιν συνεννόησης με τους υπόλοιπους προεστούς της Πελοποννήσου, χωρίς ωστόσο τεκμηρίωση.

[24] Βασ. Παναγιωτόπουλος, «Η έναρξη του Αγώνα της Ανεξαρτησίας στην Πελοπόννησο. Μία ημερολογιακή προσέγγιση», τ. 3, Πρακτικά του Στ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών. Τρίπολις 24-29 Σεπτεμβρίου 2000, Αθήνα, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, 2001, σ. 449-461.

[25] Έγγρ. υπ’ αριθ. 559, Γριτσόπουλος και Κοτσώνης, «Αργολικό Αρχείο», σ. 473.

[26] Ιω. Ερν. Ζεγκίνης, Το Άργος διά μέσου των αιώνων, Θεσσαλονίκη, Αφοί Νικολόπουλου, 1948, σ. 135· Έφη Αλλαμανή, «Έναρξη της Επαναστάσεως στην Ελλάδα. Εξάπλωση και τοπική επικράτησή της», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 12, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 81.

[27]  Η οικογένεια Βλάση είλκε την καταγωγή της από την Κοτίτσα Λακωνίας, η οποία καταστράφηκε ολοσχερώς την περίοδο των Ορλωφικών, και επομένως η μετάβαση της οικογένειας στο Άργος χρονολογείται μετά τα 1770, βλ. Φωτόπουλος, Κοτζαμπάσηδες, σ. 100.

[28] Για τον Σταματέλο Αντωνόπουλο έχει εκδοθεί μία βιογραφία από τον εγγονό του, βλ. Σταμ. Αντωνόπουλος, Σταματέλος Σπηλ. Αντωνόπουλος: βιογραφούμενος υπό του εγγονού αυτού, Αθήνα 1918, η οποία, παρά τον εξωραϊσμό του οικογενειακού παρελθόντος και την ηρωοποίηση του προγόνου, προσφέρει χρήσιμες πληροφορίες για την περίοδο.

[29] Γεωργ. Δ. Δημακόπουλος, «Η διοικητική οργάνωσις κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν, 1821-1827: Συμβολή εις την ιστορίαν της ελληνικής διοικήσεως», αδημ. διδ. διατριβή, Αθήνα, Πάντειος, 1966, σ. 39-44· βλ. και την ανάλυση του Gunnar Hering σχετικά με τις νέες πραγματικότητες και τις συνέπειές τους, που ο πόλεμος είχε επιβάλει, G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, μτφρ. Θόδωρος Παρασκευόπουλος, τ. 1, Αθήνα, ΜΙΕΤ, 2004, σ. 70-72.

[30] Γενικά για τα γεγονότα του Μαρτίου στο Άργος βλ. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 5, σ. 353· βλ. και Ζεγκίνης, Άργος, σ. 134-136.

[31] Πρόκειται για ενόπλους των χωριών Χαλκιάνικα και Δουμενά, Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Στ. Ανδρόπουλος (επιμ.), Αθήνα 1899, σ. 71. Για τα όρια του βιλαετιού Άργους και την ένταξη σε αυτό συγκροτημάτων που απείχαν σημαντικά βλ. κυρίως Λιάτα, Αργεία γη, σ. 29-33· βλ. ακόμη Όλγα Καραγεώργου – Κουρτζή, «Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη Β.Α. Πελοπόννησο στην εικοσαετία 1800- 1820 (με βάση το αρχείο της οικογένειας Περούκα)», αδημ. διδ. διατριβή, Αθήνα, ΕΚΠΑ, 2000, σ. 2-3· βλ. και Μιχ. Β. Σακελλαρίου, Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν Τουρκοκρατίαν (1715-1821), Αθήνα, Ερμής, 2009, σ. 101, υποσημείωση 4· τα χωριά αυτά μετά την Επανάσταση ανήκαν στον οικείο δήμο τους, Νωνάκριδος και Κερπινής αντίστοιχα βλ. Γεώργ. Παπανδρέου, Καλαβρυτινή Επετηρίς: ήτοι πραγματεία περί της ιστορικής των Καλαβρύτων επαρχίας, Αθήνα 1906, σ. 240 και 304.

[32] Ζεγκίνης, Άργος, 136· βλ. και Λαΐου, «Η Επανάσταση στην Πελοπόννησο», σ. 312, όπου η αναφορά του οθωμανού λογίου Mîr Yusuf el-Moravî, ο οποίος κατοικούσε στην πόλη του Ναυπλίου κατά τα πρώτα δύο έτη της Επανάστασης, σε χριστιανούς του Άργους που «δεν ξέχασαν τα δίκαια του ψωμιού και αλατιού» και σε άλλους που διοργάνωσαν κρυφά την εξέγερση, ενισχύει την άποψη πως οι Περούκα δεν είχαν μετάσχει στην επαναστατική προετοιμασία. Βλ. ακόμη την επιστολή ανωνύμου (2 Μαΐου 1821), η οποία αναφέρει την πληροφορία πως «Ένας κάποιος Περούκκας, πάρα πολύ πλούσιος, δε σκέφτηκε τίποτα άλλο, παρά πώς να γλυτώσει τους θησαυρούς του», Γεώργ. Λάιος, Ανέκδοτες επιστολές και έγγραφα του 1821: ιστορικά δοκουμέντα από τα αυστριακά αρχεία, Αθήνα, Δίφρος, 1958, σ. 104.

[33] Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 5, σ. 353· Γιαννικόπουλος, «Αρχείο Περρούκα», σ. 335. Από την ίδια την επιστολή φαίνεται πως υπήρχαν σχέσεις με τα νησιά Ύδρα και Σπέτσες: «διά να βαστάξω την αλληλογραφίαν των Υδροπετζιωτών».

[34] Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα, 1899, σ. 449.

[35] Η ισχυροποίηση της οικογένειας και η συγκρότηση συμμαχίας κυρίως με τον Σωτήριο Χαραλάμπη έχει ήδη υπογραμμιστεί, βλ. στο Τάκης Α. Σταματόπουλος, Ο εσωτερικός αγώνας: πριν και κατά την επανάσταση του 1821, Αθήνα, Κάλβος, 31979, σ. 136-137· βλ. και στο Τάσος Γριτσόπουλος, «Διαμάχη των κομμάτων Πελοποννήσου διά τον δραγομάνον Θεοδόσιον το 1820», Πελοποννησιακά 10 (1974), σ. 165-171, όπου έχει επισημανθεί η προσπάθεια υπονόμευσης της οικογένειας Δεληγιάννη από τους Περούκα. Μία πληρέστερη ανασύσταση των προεστωτικών ανταγωνισμών γι’ αυτήν την περίοδο βλ. στο Dem. Stamatopoulos, «Constantinople in the Peloponnese: the case of the Dragoman of the Morea Georgios Wallerianos and some aspects of the revolutionary process», Ant. Anastasopoulos και Elias Kolovos (επιμ.), The Ottoman Rule and the Balkans, 1760-1850: Conflict, Transformation, Adaptation. Proceedings of an international conference held in Rethymno, Greece, 13-14 December 2003, Ρέθυμνο, University of Crete-Department of History and Archaeology, 2007, σ. 149-165, όπου πειστικά υποστηρίζεται πως από το 1816 κ.ε. οι προεστωτικοί ανταγωνισμοί σχετικά με τον διορισμό Δραγομάνου του Μορέως οδήγησαν σε μικρότερες ή μεγαλύτερες νίκες των Περούκα.

[36] Μία ένδειξη: τον Σεπτέμβριο του 1820 στην επαρχία Καλαβρύτων υπογράφηκε συνυποσχετικό ομόνοιας μεταξύ των προεστών Σωτήριου Χαραλάμπη, Ανδρέα Ζαΐμη, Δημητράκη Ζαΐμη, Ασημάκη Φωτήλα, Γιάννη Παπαδόπουλου και Σωτήριου Θεοχάρη, βλ. στο Ντίνος Κονόμος, «Ανέκδοτα κείμενα (1816-1820) (από το αρχείο του Σωτήρη Χαραλάμπη)», Πελοποννησιακά 6 (1963-1968), σ. 203· βλ. ακόμη Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 5, σ. 315.

[37] Για τις καλές σχέσεις του Κιαμήλ μπέη με την οικογένεια Περούκα βλ. κυρίως: Σταματόπουλος, Εσωτερικός αγώνας, τ. 1, 139· και Γριτσόπουλος, «Διαμάχη», σ. 166. Ακόμη,

Κυρκίνη – Κούτουλα, Οθωμανική Διοίκηση, σ. 157-158· Stamatopoulos, «Constantinople in the Peloponnese», σ. 152.

[38] Ενδεικτικά ανάλογα παραδείγματα: Κατερίνα Γαρδίκα, «Δανεισμός και φορολογία στα χωριά της Καρύταινας, 1817-1821», Δελτίο του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού 1 (1998), σ. 67-79· Δημ. Παπασταματίου, «Οικονομικοκοινωνικοί μηχανισμοί και το προυχοντικό φαινόμενο στην οθωμανική Πελοπόννησο του 18ου αιώνα: η περίπτωση του Παναγιώτη Μπενάκη», αδημ. διδ. διατριβή, Θεσσαλονίκη, ΑΠΘ, 2009, κυρίως σ. 129-159· βλ. και σχόλια για τις οικονομικές δραστηριότητες του Παναγιώτη Παπατσώνη στο Σπ. Ι. Ασδραχάς, Βίωση και καταγραφή του οικονομικού: η μαρτυρία της απομνημόνευσης, Αθήνα, ΚΝΕ/ΕΙΕ, 2007, σ. 149-151.

[39] Ευ. Σαράφης, «Κοινοτικός δανεισμός στην προεπαναστατική Πελοπόννησο: η περίπτωση του βιλαετιού Άργους, 1810-1820», μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία, Αθήνα, ΕΚΠΑ, 2015, σ. 61-64.

[40] Φωτόπουλος, Κοτζαμπάσηδες, σ. 83· Martha Pylia, «Conflits politiques et comportements des primats chrétiens en Morée, avant la guerre de l’indépendance», Ant. Anastasopoulos και Elias Kolovos (επιμ.), The Ottoman Rule and the Balkans, σ. 145.

[41] Την αρνητική στάση των Περούκα, όπως και των Νοταρά, απέναντι στην εξέγερση έχει συσχετίσει ήδη ο Απ. Βακαλόπουλος με τον Κιαμήλ, Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 5, σ. 313.

[42] Σακελλαρίου, Δευτέρα Τουρκοκρατία, σ. 229· John C. Alexander, Brigadange and Public Order in the Morea, 1685-1806, Αθήνα, χ.ε., 1985, σ. 52.

 

Βαγγέλης Σαράφης

 «Φόβοι και ελπίδες στα νεότερα χρόνια»,  Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών – Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα, 2017.

 * Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Ο Κων. Παπαρρηγόπουλος αφηγείται τα πρώτα βήματα της Φιλικής Εταιρείας – Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας


  

Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος αφηγείται τα πρώτα βήματα της Φιλικής Εταιρείας (Κων. Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του 1930», τ. ΣΤ’, επιμέλεια Π. Καρολίδης Αθήνα 1932, σ. 5-9).

 

Η εν έτει 1821 αρξαμένη επανάστασις υπήρξεν ομολογουμένως το καθολικώτερον όλων των κατά της οσμανικής κυριαρχίας επαναστατικών κινημάτων όσα εν τω προηγουμένω βιβλίω ιστορήσαμεν. Τούτο δε ου μόνον ένεκα της προαχθείσης διά του χρόνου υλικής και ηθικής του έθνους δυνάμεως αλλά και διότι πρότερον ουδεμία εγένετο γενική συνεννόησις και σύμπραξις. Οι αρματολοί και οι κλέφται είχον ελαχίστην σχέσιν προς τα μεγάλα ορμητήρια του εθνικού στόλου· ουδ’ υπήρχεν αποχρώσα η τε μεταξύ των ηπειρωτικών και των ναυτικών εστιών του αστικού βίου κοινωνία, και η μεταξύ των εντός του Ισθμού και των εκτός αυτού μέχρι του Ολύμπου και των Κεραυνίων ορέων, και μέχρι του Αξιού κοινοτήτων. Εν γένει δε προς τας κοινότητας δεν διετέλουν ως επί το πλείστον ευμενώς οι αρηίφιλοι των ορέων άνδρες.

Το άγαλμα του Νικόλαου Σκουφά στην πλατεία του Κομποτίου Άρτας. (Λεπτομέρεια)

Η μεν πνευματική επίδοσις εγένετο μείζων εκτός της κυρίως Ελλάδος ή εντός, ο δε μάχιμος λαός υπήρχεν εντός μάλλον ή εκτός, ώστε και κατά τούτο συνέβαινεν ανωμαλία τις περί τας αμοιβαίας προαιρέσεις. Οι εν Κωνσταντινουπόλει εδρεύοντες πολιτικοί άνδρες επείχον μεν, ένεκα της παρά τη Υψηλή Πύλη θέσεως αυτών, υπερέχουσάν τίνα εν τω έθνει τάξιν αλλά, ένεκα αυτής δη ταύτης της ιδιαζούσης αυτών θέσεως, δυσκόλως ηδύναντο να αναλάβωσι την πρωτοβουλίαν επαναστατικού κινήματος. Έτι ολιγώτερον πρόσφορος προς τούτο ήτο η μόνη αληθώς πανελλήνιος αρχή, ήτοι το οικουμενικόν πατριαρχείον. Εντεύθεν, όσον δεξιώς και αν διωκούντο αι κοινότητες ημών, όσον και αν επολλαπλασιάσθησαν οι πόροι, όσον τολμηρότεροι και αν απέβαινον οι ορείται και οι ναύται, όσην επίδοσιν και αν ελάμβανεν η παιδεία, επειδή πάντα ταύτα ήσαν ασυνάρτητα προς άλληλα, ουδέν ήττον ασυνάρτητα εγένοντο και όλα τα επαναστατικά κινήματα. Νυν μεν εκινείτο μόνη η Πελοπόννησος, νυν δε μόνη η Στερεά, νυν δε μόναι τίνες των νήσων, ώστε αι μερικαί αύται εκρήξεις ευχερώς εσβεννύοντο. Ίνα υπάρξη πιθανότης επιτυχίας έπρεπε να συναρμολογηθώσι πάσαι εκείναι του έθνους αι δυνάμεις και να υπαχθώσιν εις πειθαρχίαν τινά και γενικήν διεύθυνσιν. Τούτο δε επεχείρησεν η εταιρεία των Φιλικών, ήτις αληθώς ειπείν δύναται να λογισθή ως η πρώτη απόπειρα η γενομένη επί τω σκοπώ του να συγκροτηθή γενική τις κυβέρνησις του πρότερον κατακερματισμένου έθνους.

Πολλοί μεταγενέστεροι ιστορικοί, γράφοντες εις χρόνους καθ’ ους κάλλιστα εγνώσθη πώς προέκυψεν εις μέσον και εκ τίνων απηρτίσθη η εταιρεία, και αναλογιζόμενοι το μέγεθος του έργου όπερ ανέλαβεν, ωμίλησαν μετά οίκτου τινός και περιφρονήσεως περί αυτής.

Τω όντι τω 1814, εν Οδησσώ, τρεις άνθρωποι, ο Σκουφάς, ο Τσακάλωφ και ο Ξάνθος, άνθρωποι έντιμοι αλλ’ ακατονόμαστοι, απεφάσισαν να κινήσωσιν εις επανάστασιν το έθνος και επί τούτω να συστήσωσιν εταιρείαν μυστικήν σκοπούσαν να καθυποβάλη υπό το κράτος αυτής απάσας του έθνους τας τάξεις, κλήρον, φαναριώτας, προεστώτας, ναυβάτας, αρματολούς, κλέφτας, λογίους, εμπόρους, γεωργούς. Μετά παρέλευσιν δε ετών εξ, ήτοι εν αρχή του 1820, εν αυταίς ταις παραμοναίς της εκρήξεως, οι κινούντες την εταιρείαν, καίτοι συμποσωθέντες εις οκτώ, ουδένα έτι είχον συμπαραλάβει μέτοχον της υπέρτατης αυτών ενεργείας επιφανή του έθνους άνδρα· διότι, αποθανόντος εν τω μεταξύ του Σκουφά, ήσαν οι κινούντες, παρεκτός των δύο άλλων αρχικών ιδρυτών, ο Άνθιμος Γαζής, ο Παναγιώτης Α. Αναγνωστόπουλος, ο Παναγιώτης Σέκερης, ο Νικόλαος Ν. Πατσιμάδης, ο Γεώργιος Λεβέντης και ο Α. Κομιζόπουλος. Και όμως οι άνθρωποι αυτοί επέτυχον του σκοπού, προ πάντων μεν διότι ανταπεκρίνοντο εις τας προαιρέσεις του έθνους αλλά προσέτι διότι επολιτεύθησαν εις τρόπον μαρτυρούντα ότι δεν ήσαν άμοιροι επιτηδειότητος.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Λιθογραφία του Giovani Boggi, 1826.

Το έθνος ήθελε βεβαίως την επανάστασιν, επόθει όμως αυτήν επί τω όρω ότι θέλει έχει ισχυρόν τίνα επίκουρον. Μόνη δε η Ρωσία ελογίζετο τότε ως πιθανή επίκουρος. Οι ιδρυταί της εταιρείας δεν απετάθησαν εξ αρχής προς αυτήν, και έπραξαν κατά τούτο συνετώς, διότι, όπως μετ’ ολίγον θέλει εξηγηθή, η Ρωσία ήθελεν αποδοκιμάσει τα ενεργούμενα και ματαιώσει αυτά εκ πρώτης αφετηρίας. Αλλ’ οι ιδρυταί της εταιρείας επενόησαν να παραστήσωσιν εαυτούς ως επιτρόπους αφανούς τίνος Αρχής, περί ης ουδόλως εξηγούντο, αφήνοντες μόνον να υπονοήται ότι η Αρχή αύτη ήτο ουδείς άλλος η αυτός ο παντοδύναμος της Ρωσίας αυτοκράτωρ. Το δ’ έθνος έπαθεν ό,τι πάσχουσι πάντες οι θερμώς τι επιθυμούντες, επίστευσεν ευχερώς εις το μυστηριώδες εκείνο ίνδαλμα. Εντός ολίγων ενιαυτών η εταιρεία εξέτεινε τους πλοκάμους αυτής καθ’ άπασαν την Ανατολήν από των παριστρίων Ηγεμονιών μέχρι της Μάνης και από των Ιονίων νήσων μέχρι των παραλίων της Μικράς Ασίας εσύστησεν απανταχού εφορείας εκλεγομένας υπό των εταίρων και ενεργούσας μεν αυτοτελώς, διατελούσας δε εις συνεχή ανταπόκρισιν μετά της υπέρτατης Αρχής· και επί τέλους περιέλαβε συνεργούς τους εγκριτωτάτους του έθνους άνδρας, τον πατριάρχην Γρηγόριον, πολλούς ιεράρχας, τους Υψηλάντας, τον Αλέξανδρον Μαυροκορδάτον, τον Πέτρον Μαυρομιχάλην και τον Μιχαήλ Σούτσον.

Είναι αληθές ότι εις την δραστηρίαν ταύτην ενέργειαν ανεμίχθησαν, όπως συνήθως συμβαίνει, ουκ ολίγα άτοπα. Πολλοί εξεμεταλλεύθησαν το ιερόν έργον επί αργυρολογία, άλλοι εζήτουν υπέρογκους χρηματικάς χορηγίας και άλλοι επολιτεύοντο επί τοσούτον απερισκέπτως ώστε διεκινδύνευον την τύχην ολοκλήρου του επιχειρήματος. Αλλ’ η εταιρεία δεν εδίστασε να προβή ως προς τινάς εις τα έσχατα, διενεργήσασα τον φόνον του Νικολάου Γαλάτου και βραδύτερον του Καμαρινού. Και εν τω μεταξύ προέβαινεν επιμόνως προς τον σκοπόν αυτής. Μη αρκουμένη εις τον μέγαν σύνδεσμον ον αδιαλείπτως επεδίωκε, μηδέ εις την ευτυχή σύμπτωσιν των στασιαστικών βουλευμάτων του Αλή πασά κατά της Υ. Πύλης, επεζήτησε φυσικωτέρους εντός του κράτους συμμάχους· εσκέφθη ορθώς ότι συμφέρει να επιτυχή την σύμπραξιν των Σέρβων, οίτινες κτησάμενοι σχετικήν τίνα αυτονομίαν επόθουν την συμπλήρωσιν της ανεξαρτησίας αυτών και η περί τούτου διαπραγμάτευσις διεξήχθη υπό του εταίρου Γεωργίου Λεβέντη, κατορθώσαντος να πείση τον επιφανέστατον των αγωνιστών της χώρας εκείνης Καρά-Γεώργην, εξόριστον τότε όντα εν Βεσσαραβία, να μεταβή εις την πατρίδα αυτού και αναλαβών την αρχήν να συνεργήση εις τον μελετώμενον γενικόν αγώνα.

Ο Καρά-Γεώργης απήλθε τωόντι επί τούτω εις Σερβίαν, αλλ’ εδολοφονήθη υπό του κατέχοντος τα πράγματα αυτής Μιλόση, η δε Σερβία προαιρουμένη και τότε, όπως πάντοτε βραδύτερον, να ωφελήται εκ των δυσχερειών της οσμανικής κυβερνήσεως, ίνα αυξάνη τα πλεονεκτήματα αυτής δι’ όσον ενδέχεται μικρότερων ιδίων θυσιών, επέμεινεν εις την τήρησιν της ουδετερότητος. Απέτυχε λοιπόν η απόπειρα αύτη της εταιρείας, όσω συνετή και αν ήτο.

Ουδέ αρχήν δ’ εκτελέσεως έλαβεν έτερον αυτής σχέδιον, το να διενεργήση εν αυτή τη Κωνσταντινουπόλει την τε πυρπόλησιν του οσμανικού στόλου και την του σουλτάνου σύλληψιν, όπερ είναι εν των βουλευμάτων εκείνων τα οποία ευδοκιμήσαντα μεν εξυμνούνται ως ηρωικά, μη ευοδωθέντα δε καταδικάζονται ως παράφρονα.

Αλλά περί την διεξαγωγήν του αρχικού αυτής σκοπού η εταιρεία ανέδειξε συνήθως πρακτικώτερον πνεύμα. Προϊόντος του χρόνου, η κοινή γνώμη ήρχισε να απαιτή την αποκάλυψιν της Αρχής εκείνης επ’ ονόματι και κατ’ εντολήν της οποίας ηξίου η εταιρεία ότι ενεργεί, και όσω πολυπληθέστεροι και επισημότεροι εγίνοντο οι εταίροι τόσω επιμονωτέρα απέβαινεν η περί τούτου απαίτησις, ώστε τω 1818 οι ιδρυταί εννόησαν την αναπόδραστον ανάγκην του να επιστεγάσωσι το ακέφαλον αυτών οικοδόμημα αναβιβάζοντες εις την κορυφήν αυτού άνδρα ικανόν να παράσχη τα πιστά εις το έθνος.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

Δύο ήσαν κατ’ εκείνου του χρόνου οι Έλληνες οίτινες ως εκ των προσωπικών αυτών σχέσεων προς τον αυτοκράτορα Αλέξανδρον και του αξιώματος όπερ κατείχον παρ’ αυτώ ηδύναντο να κρατύνωσι την πρότερον αμυδρώς πως επικρατούσαν ελπίδα ότι το κίνημα ενεργείται εν γνώσει της Ρωσίας και επί τω σκοπώ του να υποστηριχθή υπ’ αυτής άμα εκραγέν. Ο κερκυραίος Ιωάννης Καποδίστριας ήτο μεν υπουργός του ισχυρού μονάρχου της Άρκτου και μέγα εκτήσατο εν Ευρώπη όνομα επί διπλωματική ικανότητι από της εν Βιέννη συνόδου και μετέπειτα, αλλότριος όμως ων των πολεμικών έργων δεν εφαίνετο πρόσφορος να αναλάβη την ηγεμονίαν αγώνος όστις έμελλε κατ’ αρχάς τουλάχιστον να διεξαχθή εν τοις πεδίοις της μάχης μάλλον ή εν τοις διαβουλίοις των διεθνών διαπραγματεύσεων. Ο δε Αλέξανδρος Υψηλάντης, ο πρεσβύτερος των πέντε υιών του Κωνσταντίνου εκείνου Υψηλάντου, του οποίου ελάβομεν ήδη αφορμήν να αναφέρωμεν την εις Ρωσίαν αποδημίαν (Κεφ. Η’ βιβλ. ΙΔ’ του Ε’ τόμου), ήτο υπασπιστής του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου, κομψός, ευτράπελος και φέρων επί του σώματος το δείγμα της προσωπικής αυτού ανδρείας, διότι είχεν αποβάλει εις τους μεγάλους κατά Ναπολέοντος πολέμους τον δεξιόν βραχίονα· ώστε το ευλογώτερον εφαίνετο ν’ αποταθώσιν εις αυτόν προ πάντων, τόσω μάλλον όσω δεν ήτο έτι γνωστή η μικρά αυτού στρατηγική και πολιτική αξία. Ουδέν ήττον, είτε διότι τινές των ιδρυτών εγίνωσκον έκτοτε κάλλιον τα κατ’ αυτόν είτε διότι ομολογουμένως ο Καποδίστριας ίσχυε πολύ μάλλον εις το πνεύμα του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου, απεφασίσθη να προταθή η αρχή εις τον πολυμήχανον υπουργόν, και μόνον εν αποτυχία να στραφώσι προς τον λαμπρόν υπασπιστήν. Επετράπη δε η εντολή αύτη εις τον Εμμανουήλ Ξάνθον.

Ο Ξάνθος δεν έφθασεν εις Πετρούπολιν ειμή κατά Φεβρουάριον του 1820, φέρων προς τοις άλλοις συστατικήν προς τον Καποδίστριαν επιστολήν του αρχαίου αυτού γνωρίμου Ανθίμου Γαζή, όντος τότε, ως προείπομεν, ενός των 8 κινούντων την μηχανήν της Φιλικής εταιρείας. Εν τω μεταξύ ο Καποδίστριας είχε λάβει αφορμήν να εκφέρη την περί των ενεργούμενων γνώμην αυτού, δημοσία τε προς τους ομογενείς και κατ’ ιδίαν προς δύο εγκρίτους του έθνους άνδρας· ο μεν, διά φυλλαδίου συστήσαντος την εν ειρήνη βελτίωσιν της τύχης της πατρίδος, το δε διά της απαντήσεως ην έδωκε προς τον Βαρδαλάχον και τον Νέγρην, τους ζητήσαντας οίκοθεν να φωτισθώσι τι φρονούσιν ο τε αυτοκράτωρ και αυτός περί της παρασκευαζόμενης μεγάλης εθνικής κινήσεως.

Εις αμφότερους είχεν αποκριθή ότι ο αυτοκράτωρ ουδέν γινώσκει περί της εταιρείας, αυτός δε αποκρούει πάσαν εις ταύτην μετοχήν και εξορκίζει τους γράφοντας να αποτρέψωσι διά παντός τρόπου τους Έλληνας από των ολέθριων τούτων βουλευμάτων. Και την γνώμην αυτού ταύτην δεν εφαίνοντο επιτήδειαι να τροπολογήσωσιν ούτε αι κατ’ εκείνο του χρόνου ατομικαί του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου διαθέσεις ούτε η εντύπωσις ην είχε προξενήσει εις αυτόν η προ μικρού τότε εκραγείσα εν Ισπανία στρατιωτική κατά του Φερδινάνδου Ζ’ επανάστασις. Μετά τους μακρούς και εναγώνιους πολέμους τους επαγαγόντας την πτώσιν του Ναπολέοντος και την παλινόρθωσιν των αρχαίων της Ευρώπης καθεστώτων ο αυτοκράτωρ Αλέξανδρος ουδέν άλλο επόθει ή την ασφαλή των καθεστώτων τούτων συντήρησιν, η δε από της Ισπανίας αρξαμένη διατάραξις είχεν εμβάλει εις ανησυχίαν αυτόν. Καθ’ ην στιγμήν λοιπόν ο Καποδίστριας, ως υπουργός της Ρωσίας, εβουλεύετο μετά των υπουργών των συμμάχων δυνάμεων πως να αποτρέψωσι την από δυσμών απειλουμένην καταιγίδα ήτο φυσικόν να μη θεώρηση εύλογον να προτείνη εις τον αυτοκράτορα την προστασίαν ετέρας απ’ ανατολών καταιγίδος, αλλά μάλλον να εμμείνη εις τας αρχικάς αυτού δοξασίας.

Εν τούτοις ου μόνον δεν απήντησεν εις τον Ξάνθον τοσούτον αποτόμως όσον εις τον Βαρδαλάχον και εις τον Νέγρην αλλά και διηυκόλυνεν εν μέρει την εκτέλεσιν της εντολής του απεσταλμένου της εταιρείας. Απεποιήθη μεν διαρρήδην την προσενεχθείσαν αυτώ αρχήν, προσέθηκεν όμως· «εάν εγώ δεν ημπορώ τώρα, οι διευθύνοντες την εταιρείαν δύνανται, αν γνωρίζωσι, να μεταχειρισθώσιν άλλα μέσα, και εύχομαι να τοις βοηθήση ο Θεός διά την επιτυχίαν του σκοπού των». Και, ότε ο Ξάνθος ετράπη προς τον Υψηλάντην, ο δε Υψηλάντης ηθέλησε, πριν ή αποφασίση τι, να συνεννοηθή μετά του Καποδιστρίου, ούτος ενίσχυσε μάλλον αυτόν ή απέτρεψεν. Επί τέλους δ’ ερωτήσαντος του στρατηγού «θέλει άραγε η Ρωσία είναι εναντία ή θέλει βοηθήσει, αν όχι διά του στρατού αυτής, τουλάχιστον δι’ υλικών μέσων;», ο Καποδίστριας απήντησεν «αρκεί η εμφάνισις ολίγων χιλιάδων επαναστατών κατά την Ελλάδα, όπως η Ρωσία συνδράμη εκ των ενόντων».

Ο Υψηλάντης εξέφρασε τότε την επιθυμίαν του να συνδιαλεχθή μετά του αυτοκράτορος περί του πράγματος, αλλ’ ο Καποδίστριας απέτρεψεν αυτόν παρατηρήσας, ότι ο αυτοκράτωρ ήτο τοσούτον προκατειλημμένος κατά πάσης οιασδήποτε μεταβολής των καθεστώτων, έστω και των της Ανατολής καθεστώτων, ώστε ήθελεν ακούσει δυσμενώς τα ενεργούμενα. Προσέθηκε μεν επί τέλους ότι, εάν συνταχθή υπόμνημα περί της καταστάσεως των πραγμάτων, υπόσχεται να το υποβάλη επ’ ευκαιρίας εις τον αυτοκράτορα, κατόπιν όμως ουδέ το παρασκευασθέν υπόμνημα κατέστησε γνωστόν εις τον Αλέξανδρον, βεβαιώσας τον Υψηλάντην ότι ειδώς κάλλιστα τας παρούσας του αυτοκράτορος διαθέσεις δεν τολμά να θέση υπ’ όψιν του τοιαύτας προτάσεις. Ο δε Υψηλάντης, βλέπων ότι εν τούτοις ο υπουργός δεν απέτρεπεν αυτόν από του να αναλάβη την αρχηγίαν και περιελθών εξ όσων ήκουσεν εις το συμπέρασμα ότι ο αυτοκράτωρ κατ’ ουδένα μεν λόγον ήθελε να κινήση τα πράγματα, κινηθέντα όμως άπαξ έμελλε να τα υποστήριξη, απεφάσισεν οριστικώς να δεχθή την προσενεχθείσαν αυτώ εντολήν, και περί τα τέλη Απριλίου 1820 ανηγορεύθη γενικός επίτροπος της Αρχής.

 

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας (1820)

  

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας (1820) (Εμμ. Ξάνθος, «Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας», Αθήνα 1845,

σ. 23-25,49-50).

 

Μετά τούτο ο Ξάνθος ανεχώρησε κατά τας αρχάς του Ιανουαρίου του 1820, διά την Πετρούπολιν’ άμα φθάσας επαρουσιάσθη μετά δύο ημέρας εις τον Κόμητα Ιωάννην Καποδίστριαν, εις τον οποίον εγχειρίσας το γράμμα του Ανθίμου Γαζή, εφανέρωσεν όλον το σύστημα της Εταιρίας, τους Αρχηγούς της, τον πολλαπλασιασμόν των μελών της, την έκτασιν αυτής και όσα άλλα εστοχάσθη αναγκαία, και επί τέλους ότι ζητούν αυτόν να διευθύνη ως Αρχηγός την κίνησην του Έθνους απ’ ευθείας ή διά σχεδίου τινός καταλλήλου, ειδοποιών τους επισημότερους των ομογενών εκ των κατηχηθέντων περί του καταλληλότερου τρόπου της ενάρξεως του πολέμου· αλλ’ ο Καποδίστριας δεν εδέχθη, λέγων, ότι υπουργός ων του Αυτοκράτορος δεν ηδύνατο, και άλλα πολλά, ο Ξάνθος τω επανέλαβεν, ότι οι Έλληνες είναι αδύνατον να μένουν εις το εξής τυραννούμενοι και ότι η επανάστασις ήτον άφευκτος, και διά τούτο εν ω έχουσιν ανάγκην Αρχηγού δεν είναι δίκαιον ως Έλλην και εν υπολήψει παρ’ αυτοίς και πολλοίς άλλοις, να μείνη αδιάφορος και άλλα πολλά’ αλλ’ εκείνος επανέλαβεν ότι δεν ημπορεί να μεθέξη διά τους ανωτέρω λόγους και ότι αν οι Αρχηγοί γνωρίζουν άλλα μέσα προς κατόρθωσιν του σκοπού των, ας τα μεταχειρισθώσιν, και ηύχετο να τους βοηθήση ο θεός· ταύτα ηκολούθησαν εις δύο ιδιαιτέρας συνεντεύξεις.

Αλέξανδρος Υψηλάντης, λιθογραφία, Εκ του πολυχρωμολιθογραφείου Ι. Δ. Νεράντζη, Λειψία.

Απελπισθείς λοιπόν ο Ξάνθος από τον Κόμητα, στοχασθείς δε ότι διά να κατορθωθή ο σκοπός της επαναστάσεως με καλήν έκβασιν, ήτον αφεύκτως αναγκαίος να φανή εις το έθνος εις των σημαντικών προς ενθάρρυσιν αυτού έστρεψε τον στοχασμόν του εις άλλο υποκείμενον λαμπρόν ως τον Καποδίστριαν, επιτηδειότερον δε τούτου, τον Πρίγκιπα Αλέξανδρον Υψηλάντην, στρατηγόν και υπασπιστήν του Αυτοκράτορος, και εν υπολήψει και ευνοία παρ’ αυτώ· επήγε λοιπόν εις επίσκεψίν του, ο Πρίγκηψ Τορίς, τον υπεδέχθη ευμενώς και με πολλήν ευγένειαν, τον ηρώτησεν πόθεν είναι και διά ποίας υποθέσεις ήλθεν εις Πετρούπολιν. Ο Ξάνθος απήντησε με πολλήν προσοχήν ειπών, ότι είναι από μίαν νήσον, την Πάτμον, και ότι δι’ εμπορικάς υποθέσεις ήλθεν εκεί από την Κωνσταντινούπολη και άλλα τοιαύτα. Ο Πρίγκηψ τον ηρώτησε πώς απερνούν οι ομογενείς εις εκείνα τα μέρη, και αν η Τουρκική Κυβέρνησις επιβαρύνει τον ζυγόν της τυραννίας και εκεί, καθώς και εις τα άλλα μέρη, και τα τοιαύτα ειπόντος του Ξάνθου, ότι πανταχού οι Τούρκοι τυραννούν τους δυστυχείς Έλληνας, και ότι κατήντησεν η τυραννία ανυπόφορος· ο Πρίγκηψ με αθυμίαν ψυχικήν είπε.

Διατί και οι Έλληνες δεν προσπαθούν να ενεργήσουν ώστε, αν να ελευθερωθούν από τον ζυγόν δεν δύνανται, τουλάχιστον να τον ελαφρώσουν; Τότε ο Ξάνθος αποκριθείς είπε με πολλήν παθητικότητα: Πρίγκηψ’ με ποία μέσα και με ποίους οδηγούς να ενεργήσωσιν οι δυστυχείς Έλληνες την βελτίωσιν της πολιτικής των καταστάσεως; Αυτοί έμειναν εγκαταλελειμμένοι απ’ εκείνους, οίτινες ηδύναντο να τους οδηγήσωσι· διότι όλοι οι καλοί ομογενείς καταφεύγουν εις ξένους τόπους, και αφήνουν τους ομογενείς των ορφανούς. Ιδού ο Κόμης Καποδίστριας υπηρετεί την Ρωσίαν, ο μακαρίτης πατήρ σας κατέφυγεν εδώ, και ο Καρατζάς εις την Ιταλίαν, υμείς ο ίδιος υπηρετούντες την Ρωσίαν εχάσατε υπέρ αυτής την δεξιάν χείρα σας κι άλλοι ίσοι καλοί καταφεύγοντες εις την Χριστιανικήν Ευρώπην, μένουν εκεί χωρίς ίσως να φροντίζουν διά τους δυστυχείς αδελφούς των.

Ο Πρίγκηψ εις ταύτα απαντών είπεν· αν εγώ εγνώριζον, ότι οι ομογενείς μου είχον ανάγκην από εμέ, και εστοχάζοντο ότι ηδυνάμην να συντελέσω εις την ευδαιμονίαν των, σοι λέγω εντίμως, ότι ήθελον μετά προθυμίας κάμω κάθε θυσίαν, ακόμη και την κατάστασίν μου και τον εαυτόν μου υπέρ αυτών. Τότε εγερθείς ο Ξάνθος με συγκίνησιν ψυχής είπε: Δος μοι, Πρίγκηψ, την χείρα σας εις βεβαίωσιν των όσων εκφράσθητε. Ο Πρίγκηψ με κάποιον θαυμασμόν εμβλέψας εις τον Ξάνθον τω έδωκε την χείρα· τότε αυτός είπεν, ότι εις την Πετρούπολη δεν ήλθεν διά υποθέσεις εμπορικάς, αλλά δι’ άλλην σημαντικωτάτην αιτίαν, και ότι αύριον θέλει τω την αποκάλυψη.

Ο Πρίγκηψ ανυπομόνως εζήτησε τότε να μάθη, αλλ’ ο Ξάνθος τον παρεκάλεσε να λάβη υπομονήν μέχρις της αύριον, και ούτως ετελείωσεν η πρώτη συνέντευξις. Την επιούσαν ο Ξάνθος επήγεν εις αυτόν, τω εφανέρωσε τα πάντα, και εκείνος μετά προθυμίας και ενθουσιασμού εδέχθη να αφιερωθή εις την υπηρεσίαν των ομογενών με πάσαν θυσίαν του, και δους εις τον Ξάνθον ένορκον και έγγραφον ομολογίαν περί της πίστεως και αφοσιώσεώς του (την οποίαν ο Ξάνθος έστειλεν εις τους εν Μόσχα συναδέλφους του Πατζιμάδην και Κομιζόπουλον, παρ’ οις και ευρίσκεται) ανεδέχθη τον τίτλον του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής, έλαβε δε και το όνομα Καλός, και τα στοιχεία διά να υπογράφηται: Α. Ρ. και ούτως εκατορθώθη δι’ αυτού ο σκοπός της Εταιρίας.

 

Πηγή


  • Ιστορική Βιβλιοθήκη, «Οι Φιλικοί», Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

 

Read Full Post »

Τη γλώσσα μας τη φτιάχνουμε ελληνική


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Αναδημοσιεύουμε  σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ένα επίκαιρο άρθρο του κ. Παντελή Μπουκάλα, από την εφημερίδα Καθημερινή με τίτλο:

«Τη γλώσσα μας τη φτιάχνουμε ελληνική». 

Ο Παντελής Μπουκάλας (1957) είναι ποιητής, αρθρογράφος, συγγραφέας, μεταφραστής και δημοσιογράφος. Από το 1990 ως και σήμερα αρθρογραφεί στην εφημερίδα Καθημερινή.

 

Μουντή η φετινή εθνική επέτειος, η τελευταία πριν από τα εμβληματικά διακόσια χρόνια της Επανάστασης. Μια 25η Μαρτίου απρόθυμη να ευαγγελιστεί οτιδήποτε. Τόσο κλειστή άνοιξη, με την κατάθλιψη να απειλεί να γίνει πάνδημη, δεν θα την ξεχάσουμε ποτέ. Ας επιμείνουμε ωστόσο, προς παραμυθία, στο τότε, στο ’21. Που κι αυτό, άλλωστε, απείλησε να το ξαποστείλει στον οριστικό χειμώνα, προτού καρπίσει, η εμφυλιοπολεμική κατάθλιψη.

Το τελευταίο μου σεργιάνι στα παλαιοβιβλιοπωλεία, πριν κλείσουν κι αυτά, ξανάφερε στα χέρια μου ένα βιβλίο που το ’χα διαβάσει μια φορά κι έναν καιρό, είχα μάθει από αυτό, αλλά τα ίχνη εκείνης της πρώτης έκδοσής του, εν έτει 1971, τα είχα χάσει από χρόνια. Στον τίτλο του βιβλίου συστεγάζονται δύο από τα πάθη μου: «Η γλώσσα και το Εικοσιένα». Υπότιτλος: «Λογιώτατοι, φαναριώτες, κοτζαμπάσηδες, τίτλοι, αξιώματα και προσαγορεύσεις». Συγγραφέας ο Κυριάκος Σιμόπουλος, το συνολικό έργο του οποίου (ανάμεσά τους και η πολύτομη προσφορά του για τους ξένους περιηγητές στη Ελλάδα και τη συγχρονική στάση των ξένων απέναντι στην Επανάσταση) ανατυπώθηκε από τις εκδόσεις «Στάχυ».

Διπλή, τι άλλο, η γλώσσα του ’21. Χονδρικά, η γλώσσα των πολεμιστών και η γλώσσα των πολιτικών. Των αγράμματων, που μιλούσαν όπως σκέφτονταν και με τις λέξεις που χρησιμοποιούσαν για να συνεννοηθούν μεταξύ τους, στα απλά και στα μεγάλα, και των σπουδαγμένων, που ήθελαν να φορέσουν χλαμύδα και στα λεγόμενα των καπεταναίων. Χαρακτηριστικό είναι το εξής επεισόδιο, στην περιγραφή του Σιμόπουλου:

«Ο Κολοκοτρώνης είχε πολλές φορές αγανακτήσει από τα πομπώδη και φλύαρα κείμενα των γραμματικών του. Κάποτε, λένε, περνώντας με τ’ ασκέρι του νύχτα κοντά στο μοναστήρι της Βελανιδιάς, πρόσταξε το γραμματικό του να γράψει ένα μήνυμα προς τον ηγούμενο για μερικά τουλουμοτύρια που χρειαζόταν το στράτευμα. Ο λογιώτατος γέμισε δυο κατεβατά. Με τα πανωγράμματα, τους τίτλους και τις δασκαλικές περιττολογίες. «– Ακόμα μωρέ;» τον ρώτησε ο Κολοκοτρώνης, βλέποντάς τον να πασχίζει, ιδροκοπώντας κάτω από το λύχνο. Κι όταν είδε τα κατορθώματα του γραμματικού έφριξε. Κόβει ένα κομμάτι χαρτί, μισή παλάμη, και γράφει ο ίδιος το λακωνικό μήνυμα, τρεις λέξεις όλες κι όλες, στο μοναστήρι: “Γούμενε τυρί Κολοκοτρώνης”. Και το ’στειλε μ’ ένα φτεροπόδαρο παλικαρόπουλο».

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Από τις επιφανέστερες και πλέον θρυλικές φυσιογνωμίες, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το σκίτσο του ολοκληρώθηκε στη Δαμάλα (Τροιζήνα) 14 Μαΐου 1827. Είναι αναμφισβήτητα το γνωστότερο πορτρέτο του Γέρου του Μωριά. Πλήθος Ελλήνων καλλιτεχνών το χρησιμοποίησαν στη συνέχεια ως πρότυπο φιλοτεχνώντας αφίσες, αφισέτες ή εικονογραφήσεις κειμένων σχετικών με την Επανάσταση.

 

Οι πολεμιστές – ο λαός – δεν είχαν λόγο καθημερινό και λόγο επίσημο, λερό και καθαρό, αυθόρμητο και επεξεργασμένο. Και στις κουβέντες τους χρησιμοποιούσαν φυσικά πολλές ξένες λέξεις, αρβανίτικες, τούρκικες, ενετικές, κατά την καταγωγή τού καθενός. Οι αιώνες της τουρκοκρατίας και της φραγκοκρατίας, καθώς και οι σχέσεις (ειρηνικές ή εμπόλεμες) με Αλβανούς/Αρβανίτες, είχαν αφήσει ευδιάκριτα ίχνη στη νεοελληνική, που προκαλούσαν την αποστροφή των λογίων, όπως βλέπουμε και στον «καθαρισμό» δημοτικών τραγουδιών.

Το φετινό ημερολόγιο της Εταιρείας Συγγραφέων, με θέμα «Λογοτεχνία και Επανάσταση», είναι αφιερωμένο στο 1821. Στη μικρή μου συμβολή εκεί δοκίμασα, αντιστρέφοντας τη λογική του γνωστού «μανιφέστου» του Ξενοφώντα Ζολώτα, να γράψω μια «προκήρυξη» με λέξεις που δεν «μας δόθηκαν» ελληνικές, αλλά ξένες που έγιναν ελληνικές. Τις άντλησα από απομνημονεύματα αγωνιστών και από δημοτικά τραγούδια, κυρίως κλέφτικα (το «βρας» αναπαράγεται βέβαια από τον «Μπολιβάρ» του Νίκου Εγγονόπουλου· «το βροντοφώνησαν οι ναυμάχοι του 21 κι’ ο αείμνηστος κι’ ένδοξος ναύαρχος Κουντουριώτης στη ναυμαχία της Έλλης» σημειώνει ο ποιητής). Αρκετές από αυτές ξεχάστηκαν πια –  όταν έλειψαν και τα πράγματα που ονομάτιζαν, είδη όπλων λ.χ. ή καραβιών. Άλλες συνεχίζουμε να τις χρησιμοποιούμε απολύτως βέβαιοι για την ιθαγένειά τους, την ελληνικότητά τους.

Ιδού η εσκεμμένα τραβηγμένη «προκήρυξη»:

«Στ’ άρματα, λεβέντες. Με τα λάβαρά σας, ασλάνια. Με τα φλάμπουρά σας, σαΐνια μου. Χουγιάξτε το ορέ. Ρίξτε τις μπαταριές σας σε κάθε μαχαλά. Ν’ ακούσει κάθε φαμελιά, κάθε κονάκι, κάθε οντάς. Να συναχτούν τ’ ασκέρια. Τα μπουλούκια. Οι ταϊφάδες. Σ’ όλα τα βιλαέτια, σ’ όλους τους καζάδες. Όχι χουζούρι πια. Όχι νταραβέρια με μουρτάτες. Νισάφι οι τεμενάδες κι οι ριτζάδες. Πόσο θα γκιζεράμε στα βουνά και στα ρουμάνια, κι ως πότε θα νταγιαντούμε και θα μπεζερίζουμε. Ως πότε πια κιουλέδες των χαραμήδων. Να κινήσουν στο σεφέρι τους τα φουσάτα όλα. Να μάθει η κονιαριά, να μάθει η Πόρτα, το Ντοβλέτι, το Ντιβάνι κι ο σουλτάνος, αγάδες, ντερβισάδες και χοτζάδες να το μάθουν, κατήδες και τσοχανταραίοι, μπουλουκμπασήσες και πασάδες, βοεβόδες και βαλήδες, τατάρηδες, μπαϊρακτάρηδες και νιζάμηδες, οι ντουβλετήδες όλοι: Κάλλιο στη χάψη να μας μπουζουριάσουν, στο μπουντρούμι, κάλλιο στη φούρκα του τζελέπη ή και στη σούβλα του, παρά να μαγαρίζονται στα χαρέμια οι γυναίκες μας, παρά ν’ αρπάζουν τα κουτσούβελά μας απ’ τη σαρμανίτσα. Κουμάντο πια θα κάνει το μιλέτι μας. Τα μπουγιουρντιά τους κι οι μουρασελέδες τους, των σκυλιών μας.

»Τα καριοφίλια σας, ασίκηδές μου. Και το κουράγιο σας. Τα ντουφέκια σας. Τις μπιστόλες σας, καπεταναίοι. Τα κουμπούρια. Τα γιαταγάνια. Πάλες και παλάσκες. Και χαντζάρια. Και το χαρμπί του ο πασαένας. Το διμισκί σπαθί του. Και το λάζο του. Και τους σουγιάδες. Τρομπόνια. Μιλιόνια. Την μπαρούτη. Τα κουρσούμια. Τα φουσέκια σας στους ντεστέδες τους. Τα κανόνια, να κρεμάσουμε τα κλειδιά μας στην μπούκα τους. Τις μπόμπες. Τα φιτίλια. Τα τόπια. “Τα φυτίλια αναμμένα στα χέρια, / τα τόπια δεξιά. Βρας! / Βρας, αλβανιστί φωτιά”.

»Τη φουστανέλα. Τον ντουλαμά. Το σελάχι. Τη φέρμελη. Τα τσαρούχια. Το φέσι με τη φούντα του. Το πόσι, να σκεπάζει τον τσαμπά. Τα τσαπράζια. Καπότες κι αντεριά. Και τις μπότσες με το ρακί. Και τις μποτίλιες το κρασί, τις νταμιντζάνες. Και το τάσι, να ’χουμε στο ορδί να πίνουμε και στα γιατάκια μας. Και τους ζουρνάδες. Πίπιζες και ταμπουράδες. Νταούλια, τουμπελέκια και μπουζούκια. Ούτι και νέι και λιογκάρι. Λαούτο, κίτελι και μπαγλαμά.

»Στο φαρί σας. Στο άτι σας, μπάλιο ή ρούσο. Στα χάμουρα το νου σας. Και στη σέλα. Στο μπρίκι. Στη γαβάρα. Στη γαλιότα. Στο τσαμπέκο. Στην κορβέτα. Στη φρεγάτα. Στο μπουρλοτιέρικο. Να πάει το αίμα ώς τα μπούνια. Στο καραούλι. Στην ντάπια. Στο μετερίζι. Στις βίγλες. Στα κάστρα. Στα καστέλια. Στους γουλάδες. Στα δερβένια. Στη βάρδια μας.

»Ανοίξτε όλοι το πουγκί σας. Τον μπεζαχτά σας. Ο,τι ρουμπιέδες κι ό,τι τάλιρα, ό,τι μαχμουτιέδες και τζοβαϊρικά και γρόσια, όσα καζαντίσατε, για την πατρίδα. Για τους λουφέδες των παλικαριών. Για τον ζαϊρέ και το μεϊντάτι μας.

»Γιουρούσι. Γιούργια. Ρεσάλτο. Τέρμα οι κιοτήδες, τα τσιράκια και τα τουρκοκόπελα. Η λευτεριά το ντέρτι μας και το μεράκι μας. Και το κιβούρι μας μόνος σεβντάς και μόνο κασαβέτι μας. “Να ’ναι μακρύ, να ’ναι πλατύ, για δυο, για τρεις νομάτους. / Να στέκω ορθός” – ».

 

Παντελής Μπουκάλας

Εφημερίδα «Καθημερινή», 22 Μαρτίου 2020.

Ο Παντελής Μπουκάλας (1957) είναι ποιητής, αρθρογράφος, συγγραφέας, μεταφραστής και δημοσιογράφος. Από το 1990 ως και σήμερα αρθρογραφεί στην εφημερίδα Καθημερινή.

 

Read Full Post »

Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρίας υπό Εμμανουήλ Ξάνθου. Αθήναι Εκ του Τυπογραφείου Α. Γκαρπολά, 1845.


 

Τα «Απομνημονεύματα περί φιλικής Εταιρείας» του Εμμανουήλ Ξάνθου τυπώθηκαν το 1845, όταν ο μεγάλος Φιλικός, έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στα όρια της οικονομικής εξαθλίωσης, σε ένα χαμόσπιτο στην οδό Νικοδήμου 27. Πέθανε στις 28 Νοεμβρίου 1852, λίγες ώρες μετά το βαρύτατο τραυματισμό του από πτώση στις σκάλες της Βουλής, όπου είχε παρακολουθήσει ως απλός πολίτης μια συνεδρίαση. Το Ελληνικό Κράτος τού απέδωσε κατά την κηδεία τιμές στρατηγού.

 

Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρίας υπό Εμμανουήλ Ξάνθου…

 

Το 1834 ο Ιωάννης Φιλήμων στο έργο του Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας,  γράφοντας  με βάση κυρίως τις προφορικές αφηγήσεις του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου κατηγόρησε τον Ξάνθο για κακή διαχείριση των χρημάτων της Φιλικής Εταιρείας. Άλλωστε, υπήρχε πάντα μεταξύ Ξάνθου και Αναγνωστόπουλου ανοικτή η διαμάχη για το ποιός υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Συγκεκριμένα, ο Ξάνθος υποστήριζε ότι ανήκει στην πρώτη τριάδα της Εταιρείας, ενώ για τον Αναγνωστόπουλο υποστήριζε ότι κατηχήθηκε πολύ αργότερα από εκείνον, δηλαδή το 1817. Αντίθετα, ο Αναγνωστόπουλος υποστήριζε ότι ο ίδιος είχε κατηχηθεί από το 1814, ενώ ο Ξάνθος αργότερα από αυτόν στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι η αρχική καλή σχέση και συνεργασία μεταξύ των δύο ανδρών, κατά τα πρώτα αποφασιστικά βήματα της Εταιρείας, όπως είδαμε, θα μεταβληθεί σε ανοιχτή έχθρα.

Έτσι ο Εμμανουήλ Ξάνθος βρίσκεται στην ανάγκη να επιστρέψει το 1837 στην Ελλάδα και το ίδιο έτος να συγγράφει πρώτα το «Υπόμνημα». Το απολογητικό αυτό κείμενο προκειμένου να ανασκευάσει όσα έγραψε εναντίον του ο Φιλήμων. Στο «Υπόμνημα» αυτό, που αποτελεί οιονεί απολογία του, γίνεται συνεχής αναφορά στα κεφάλαια του Δοκιμίου τον Φιλήμονα, προκειμένου να αντικρούσει τα γραφόμενά του.

Μολονότι, το κείμενο της Απολογίας (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, χφ. 2212) δεν δημοσιεύτηκε στον καιρό του αλλά πολύ αργότερα, το 1931, φαίνεται ότι ο Ιωάννης Φιλήμων πληροφορήθηκε το περιεχόμενό της, επειδή το 1839 κιόλας αρθρογραφώντας στην εφημερίδα Αιών, αποκαθιστά την προσωπικότητα του Ξάνθου, παραδεχόμενος ότι «υπέπεσεν εξ αγνοίας εις παραδρομάς τινας, ως προς το πρόσωπον του Ξάνθου ιδιαιτέρως». Μάλιστα αξίζει να επισημάνουμε εδώ ότι ακόμη και το Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, που θα εκδώσει ο I. Φιλήμων το 1845, ουσιαστικά αποτελεί μία ανασκευή του Δοκι­μίου του περί της Φιλικής Εταιρείας, στην οποία ασφαλώς και η διένεξη Ξάνθου – Αναγνωστόπουλου συνέβαλε αρκετά.

Ωστόσο, και παρά την αναγνώριση του λάθους εκ μέρους του Φιλήμονος, ο Εμμανουήλ Ξάνθος θα προχωρήσει στη σύνταξη και έκδοση των Απομνημονευμάτων του το 1845, στα οποία μετά από μια σύντομη έκθεσή του για τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν από τη σύσταση της Φιλικής Εταιρείας, προβαίνει, παράλληλα, στην έκδοση των γραπτών αποδείξεων για τους ισχυρισμούς του, δηλαδή παραθέτει 168 έγγραφα, τα οποία αποτελούν πρωτογενές υλικό για την ιστορία της Εταιρείας και τη δράση του ίδιου αλλά και πολλών από τα πρώτα μέλη της, που έδρασαν κυρίως στις Ηγεμονίες και στη Ρωσία.

Με άλλα λόγια ο Εμμ. Ξάνθος τήρησε την υπόσχεση που είχε δώσει τόσο κατά τη σύνταξη της «Εκθέσεως» του όσο και κατά τη σύνταξη του Υπομνήματος ότι πρόκειται να παρουσιάσει τις γραπτές πηγές τις οποίες επικαλείται. Έτσι κατά κάποιο τρόπο απαντά και στην πρόκληση του Ιωάννη Φιλήμονα, ο οποίος στην πρώτη έκδοση του Δοκιμίον πε­ρί της Φιλικής Εταιρείας, εκφράζοντας τις αμφιβολίες του για την «Έκθεση» του Ξάνθου, τον καλούσε να δημοσιεύσει τα έγγραφα που κατέχει: «…καθίσταται τοιουτοτρόπως επι­θυμητή η εκπλήρωσή της υποσχέσεώς του. Eις το έργον τούτο δύναται μεγάλως να ευκολυνθή διά των αποτεταμιευμένων εις αυ­τόν εγγράφων της Εταιρείας και των οποίων ημπορεί να έχη ιδεών περί αυτής πλέον κα­θαρών παρά τας οποίας έγραψε».

 

Για την ανάγνωση του βιβλίου του πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο:Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρίας υπό Εμμανουήλ Ξάνθου

 

Read Full Post »

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης αφηγείται την υποδοχή του Παπαφλέσσα στην Πελοπόννησο


 

 Ο Κανέλλος  Δεληγιάννης αφηγείται την υποδοχή του Παπαφλέσσα στην Πελοπόννησο ως «απόστολου» της Φιλικής Εταιρείας κατά τις παραμονές της Επανάστασης (Κανέλλος Δεληγιάννης, Απομνημονεύματα, τ. Α’, Απομνημονεύματα Αγωνιστών του 21, αρ. 16, εκδ. Γ. Τσουκαλάς, Αθήνα 1955 , α’ έκδοση Αθήνα 1854, σ. 107-115).

 

Κατά τα τέλη Δεκεμβρίου είχομεν προειδοποιηθή από την εν Κωνσταντινουπόλει εφορίαν της Εταιρίας, ότι έφθασεν ένας Γρηγόριος Δικαίος καλόγηρος και αρχιμανδρίτης (φυγάς προ χρόνων από την Πελοπόννησον) με οδηγίας (ως είπεν εκεί) από τον Υψηλάντην και από την Υπερτάτην εκείνην Αρχήν.

Κανέλλος Δεληγιάννης, ελαιογραφία.

Αλλ’ άνθρωπος παράτολμος και ως εκ των παραφορών του εξεφράζετο απροκαλύπτως και αδιακρίτως προς πάντας, ως μαινόμενος κατά της τουρκικής δυναστείας, και όλα τα ανύπαρκτα μυστήρια της Εταιρίας. Και φοβηθέντες άπαντες τας ανοησίας αυτού του απελπισμένου καλογήρου, μετεχειρίσθησαν διάφορα μέσα, δώσαντες προς αυτόν και εν μέρος χρημάτων τον εξωστράκισαν εκείθεν, εξαποστέλλοντες αυτόν εις τας νήσους και εις την Πελοπόννησον να διοργανίση δήθεν τα της επαναστάσεως, ιδίως όμως να λειψή από εκεί, να μην ρίψη εις πάρωρον κίνδυνον τους ομογενείς. Ο Παναγιώτης Σιέκερης έγραφεν ιδίως προς ημάς, ότι «να σταθήτε πολύ προσεκτικοί από τον Παπαφλέσιαν, διότι είναι άνθρωπος μάταιος, αλαζών και επικίνδυνος. Να μην σας απατήση με τας κομπορρημοσύνας του και σας ρίψη εις κανέν απροσδόκητον λάθος και γίνη κανέν παράκαιρον κίνημα και καταστραφώμεν, αλλά να προσπαθήσετε να τον οικονομήσετε με τρόπους φρόνιμους και ηπίους, να σταθή εις κανέν μέρος προφυλαγμένος ώστε να ωρίμαση το πράγμα, και κατόπιν σας ειδοποιούμεν και φωτίζεσθε δι’ άλλου απεσταλμένου».

Ο Παπαφλέσιας έφθασεν εις Ύδραν κατά τας αρχάς Ιανουαρίου, διεκοίνωσεν εις τους προκρίτους τας προφορικάς παραγγελίας, ας είχεν από τον Υψηλάντην, είχε δε και εν γράμμα από αυτόν προς τους αδελφούς Τουμπάζηδες προτρεπτικόν, να ομιλήσουν προς τους λοιπούς συναδέλφους των και προκρίτους της Ύδρας, να λάβουν ενεργητικόν μέρος εις τον αγώνα και να φροντίσουν διά την ετοιμασίαν των αναγκαίων, να καταθέσουν ποσότητας χρημάτων και άλλα τοιούτα. Αλλ’ εις τοιούτου αγνώστου και αγύρτου λόγους και προτροπάς ήτον δυνατόν να δώσωσι πίστιν οι πρόκριτοι της Ύδρας; Μ’ όλα ταύτα τον απέπεμψαν εκείθεν με ήπιον και φρόνιμον τρόπον, και απήλθεν εις τας Σπέτζας. Αλλ’ οι Τομπάζηδες έγραψαν προς τον αδελφόν μου Θεοδωράκην και οι Μπουντούρηδες προς τον Ζαΐμην, ότι οι Πελοποννήσιοι πρέπει να σταθούν πολλά προσεκτικοί και να μην δίδουν πίστιν εις τοιούτων αγυρτών λόγους και υποσχέσεις, αλλά να φροντίσουν να τον περιορίσουν εις κανέν απόκεντρον μέρος.

Φθάσας αυτός εις Σπέτσας και όντες οι πρόκριτοι προδιαθεμένοι τον εδέχθησαν μεν με περισσοτέρας περιποιήσεις, αλλά δεν του έδωκαν ουδεμίαν υπόσχεσιν, ειπόντες προς αυτόν ότι «ύπαγε εις την Πελοπόννησον να κάμης τρόπον με πολλήν φρόνησιν και μυστικότητα να αντάμωσης τους Δεληγιανναίους, τον Ζαΐμην, τον Σ. Χαραλάμπην, τον Παπατσώνην, τον Κρεββατάν, τον Περούκαν, τον Λόντον και τον Σισίνην, να ομιλήσης με μόνους αυτούς και να συμφωνήσετε και ημείς και οι Υδραίοι συνυπακουόμεθα με αυτούς και ακολουθούμεν μαζί παν ό,τι το συμφέρον της πατρίδος υπαγορεύει». Έγραψαν δε προς ημάς αμέσως δι’ επίτηδες απεσταλμένου, ότι να στείλωμεν ένα φρόνιμον και πιστόν μας άνθρωπον να εξηγηθούν προφορικώς (καθότι δεν ήτον δυνατόν να γράψουν τα τοιαύτα) διά να τρέξωμεν συμφώνως εις το στάδιον της ετοιμασίας. Συνυπακουσμένοι δε υπάρχοντες όλοι οί προύχοντες και αρχιερείς εις Τρίπολιν, εστείλαμεν εκ συμφώνου άπαντες τον Παναγιώτην Αρβάλην να ακούση τας προτάσεις του Παπαφλέσια, να ομιλήση δε και των προκρίτων των Σπετσών, να προσπαθήσουν με φρόνιμον τρόπον να περιστείλουν τας παραφοράς του, όσον είναι δυνατόν, χωρίς να του υποσχεθούν ή να τον απελπίσουν. Φθάσας δε ο Αρβάλης εκεί και ομιλήσας πολλά μετά των προκρίτων και του Φλέσια έμειναν σύμφωνοι ότι ο Παπαφλέσιας ν’ απέλθη, εις την μονήν των Ταξιαρχών εις Βοστίτσαν, ως πατριαρχικός δήθεν έξαρχος, να μένη εκεί μεχρισότου απέλθουν εκεί και τινές των αρχιερέων και προυχόντων να ομιλήσουν διά τα περί της αποστολής του, καθότι είπε προς τον Αρβάλην, ότι είχεν εντολήν προφορικήν από τον Υψηλάντην να κοινοποίηση μυστηριώδη τινά αντικείμενα εις τρεις αρχιερείς και εις τρεις εκ των προυχόντων της Πελοποννήσου και ούτοι να ειδοποιήσουν τους λοιπούς αρχιερείς και προύχοντας, να θέσουν τας βάσεις της ετοιμασίας της Επαναστάσεως και την εποχήν. Και ο μεν Αρβάλης ανεχώρησε και έφθασεν εις Τριπολιτσάν και μας διεβεβαίωσε περί των άνω ειρημένων.

Προσωπογραφία του Χουρσίτ Πασά. Εκδ. Adam Friedel, Λιθ. Bouvier. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Αναχωρήσαντος, ως είρηται, του Χουρσίτ πασιά και λαβόντες μικράν τινά ησυχίαν συνήχθησαν άπαντες εις την οικίαν μας και πολλού λόγου γενομένου υπέρ και κατά του αντικειμένου, ενεκρίθη και απεφασίσθη να απέλθουν εις Βοστίτσαν, να χωρίσουν δήθεν τα όρια των κτημάτων των διαμαχομένων μοναστηριών Ταξιαρχών και Μεγάλου Σπηλαίου, τρεις αρχιερείς, ο Παλαιών Πατρών, ο Κερνίτζης και ο Χριστιανουπόλεως και από τους προύχοντας ο Ζαΐμης, ο Σωτήρης Χαραλάμπης και ο Φωτήλας, να λάβουν μεθ’ εαυτών και τον Αρβάλην, ο οποίος είχεν ενθουσιασθή υπέρ το δέον εκ της κουφονοίας του από τας κομπορρημοσύνας και αγυρτίας του Παπαφλέσια, και ήτον ασύμφορον να διαμένη πλέον εις Τριπολιτσάν από το παράφορον του τρόπου του. Υπεχρέωσαν και ημάς να στείλωμεν ένα των αδελφών μας, να ευρίσκεται παρών εις όλας τας εξηγήσεις, ώστε, ό,τι ήθελεν αποφασισθή να είναι με την συγκατάθεσίν μας, έχοντες και την συγκατάθεσιν του Παπατσώνη και λοιπών Μεσσηνίων.

Ο δε Παπαφλέσιας αναχωρήσας εκ Σπετσών παρηγγέλθη από τους προκρίτους αυστηρώς, ότι να μαζώξη την γλώσσαν του, να περιορισθή, και με πολλήν φρόνησιν και σιωπήν, να απέλθη εις το Αίγιον, χωρίς να εμπιστεύεται εις τον τυχόντα και εκφράζεται τοιαύτα ληρήματα, καθότι άνευ της αποφάσεως των προυχόντων και αρχιερέων της Πελοποννήσου, ουδείς άλλος δύναται να κίνηση αυτόν τον κολοσσαίον μοχλόν και ότι της υποθετομένης αυτής Αρχής και του Υψηλάντη τα ανούσια σχέδια με ξηρούς λόγους ημείς οι νησιώται και οι Πελοποννήσιοι δεν έχομεν ανάγκην να τα ακούσωμεν, να εκθέσωμεν μόνοι μας τον εαυτόν μας και την πατρίδα μας εις την πασσέταν καθώς και εις τους 1769 το επάθαμεν και κατεστράφη ο τόπος αυτός· και ότι να σταθή πολύ προσεκτικός, καθότι χάνεται.

Αναχωρήσας δε εκείθεν έφθασεν εις το Άργος και ανταμωθείς μετά του Μητροπολίτου Ναυπλίου [Καλαμαράς Γρηγόριος] ήρχισε να εκφράζεται και προς αυτόν τους αυτούς παραλογισμούς. Αλλ’ ο αρχιερεύς ούτος ων προκαταλελημμένος διά όσα ο Παπαφλέσιας εξεφράσθη εις τας νήσους, θυμωθείς τον επέπληξεν αυστηρώς, λέξας προς αυτόν, ότι να μην απατηθή και ομιλήση εις κανένα άλλον περί τοιούτου αντικειμένου, διότι αυτός ο ίδιος τον παραδίδει εις την εξουσίαν και φονεύεται ανηλεώς, διά να μην απολεσθή ολόκληρον το έθνος ένεκα της αφροσύνης του, και άλλας πολλάς απειλάς τον έκαμεν, ώστε φοβηθείς συνεστάλη, υποσχεθείς, ότι θέλει ακολουθήσει κατά τας συμβουλάς του.

Συνοδεύσας αυτόν ο φρόνιμος ούτος αρχιερεύς με οικείους του τον διεύθυνεν εις Καλάβρυτα συστημένον προς τον Χαραλάμπην και Ζαίμην· αλλά διαμενόντων αυτών ως τότε εις Τρίπολιν, ηναγκάσθη και απήλθεν εις Πάτρας προς αντάμωσιν του Αρχιερέως και του Παπαδιαμαντοπούλου, να δυνηθή να τους προδιάθεση και πείση, αλλ’ εύρε και αυτούς με το αυτό φρόνημα.

Αναχωρήσαντος δε του Χουρσίτ πασιά ανεχώρησαν και οι προύχοντες άπαντες διά τας επαρχίας των και φθάσαντες εις Καλάβρυτα οι άνω ειρημένοι έγραψαν του Π. Πατρών και συμπαραλαβών τον Παπαφλέσιαν ευρέθηκαν άπαντες εις ρητήν ημέραν εις την μονήν των Ταξιαρχών την 23 Ιανουαρίου 1821, ότε την αυτήν στιγμήν είχε φθάσει εκεί και ο αδελφός μας Πανάγος Δεληγιάννης.

Συνελθόντες εις διάσκεψιν τους διεκοίνωσεν ο Παπαφλέσιας όσα και εις την Ύδραν και Σπέτσας ληρήματα εξεφράσθη προτρέπων και συμβουλεύων αυτούς, ότι να φανή το πρώτον σημείον της Επαναστάσεως εις την Πελοπόννησον και να υποθέσουν οι Τούρκοι, ότι γίνεται κατά προτροπήν του Αλή πασιά προς αντιπερισπασμόν και ανακούφισίν του, και κατόπιν εις την Μάνην, ως τόπον μη κατοικούμενον από Τούρκους· ώστε, εάν δεν επιτυχή της Πελοποννήσου η επανάστασις να καταφύγουν οι προύχοντες εις την Μάνην ή εις τας Νήσους, να διασωθούν, και να γράψουν εις Κωνσταντινούπολη, εις την Πύλην, ότι μη υποφέροντες τους βαρείς φόρους και τα αδικήματα των κρατούντων ανεχώρησαν και ότι απέρχονται εις Κωνσταντινούπολη να παρουσιάσουν και προφορικώς τα δίκαια παράπονα των. Με τούτο να δώσουν δήθεν μάκρος του καιρού, ώστε να έλθη το έαρ, να φθάση και ο Υψηλάντης διά της Βουλγαρίας εις Μακεδονίαν με πολλά στρατεύματα και τότε θα αναγκασθή η Ρωσία να κήρυξη τον πόλεμον της Τουρκίας, και οι Τούρκοι της Πελοποννήσου τότε δεν θέλουν τολμήσει να καταστρέψουν τους Χριστιανούς.

Αυτά και άλλα τοιαύτα ληρήματα, ανοησίας και παραλογισμούς εξεφράσθη ο Παπαφλέσιας, ώστε εγνώρισαν άπαντες το παράφορον αυτού του απονενοημένου καλογήρου και τας αγυρτίας του και συσκεφθέντες απεφάσισαν, ότι να τον παραλαβή ο Ζαΐμης να τον διευθύνη προς ημάς (καθότι ο Πανάγος Δεληγιάννης δεν εδέχθη να συνοδοιπορήση μ’ αυτόν διά πολλάς υπόνοιας, αλλ’ έγνωμοδότησε να έλθη έπειτα), ημείς δε προς τον Δημ. Παπατσώνην και αυτός διά του Μητροπολίτου Μονεμβασίας εις τον Πετρόμπεην, Μούρτζινον και Γ. Καπετανάκην και Ηλίαν Χρυσοσπάθην να τον περιορίσουν εις εν απόκεντρον μέρος, να μένη εκεί αγνώριστος και προφυλαγμένος, μεχρισότου σκεφθούν ωριμώτερον και κοινοποιήσουν τα πρακτικά της συνελεύσεως εκείνης εις απαντάς τους προύχοντας και προκρίτους, και τότε να φροντίσουν ποιον δρόμον ν’ ακολουθήσουν. Έμειναν όμως σύμφωνοι, ότι εάν προσκληθούν εις Τριπολιτσάν να μεταχειρισθούν πάντα τρόπον αναβολής επί διαφόροις προφάσεσιν έως τέλη Απριλίου, να ωρίμαση έτι μάλλον το πράγμα, να ετοιμασθώσιν άπαντες προς επιτυχίαν και αν βιασθώσιν από την εξουσίαν να υπάγουν εν μέρος εξ αυτών, οι άλλοι να μένουν έξω να διοργανίσουν.

Ο Ζαΐμης λοιπόν παρέλαβε τον καλόγηρον αυτόν, τον έφερεν εις την οικίαν του, τον εσυνόδευσε εκείθεν με πέντε πιστούς υπηρέτας του να τον προσέχουν εις τον δρόμον, να μην εκτίθεται εις τον τυχόντα μ’ εκείνας τας βωμολοχίας του και ειδοποιηθούν οι Τούρκοι και τον συλλάβουν και ξεσκεπασθή παράκαιρα το πράγμα. Διατρέξαντες νυχθημερόν έφθασαν εις την εν Λαγκαδίοις οικίαν μας περί το μεσονύκτιον της 2 Φεβρουαρίου. Ο Ζαΐμης μας έγραφεν, ότι, «σας διευθύνω τον καλόγηρον και τον αδελφόν κυρ-Πανάγον πληροφορείσθε τα εις την μονήν των Ταξιαρχών λεχθέντα και αποφασισθέντα και ούτως απαιτούν αι περιστάσεις να ακολουθήσετε προς το παρόν και υμείς και ο Παπατσώνης, προς τον οποίον να στείλετε ειδήμονα πιστόν άνθρωπόν σας να τον πληροφόρηση προφορικώς, αυτός δε με τον ίδιον τρόπον να ειδοποίηση τον Μονεμβασίας και δι’ αυτού να ειδοποιηθούν ο Μαυρομιχάλης, Μούρτζινος, Χρυσοσπάθης και ο Επίσκοπος Μοθώνης Γρηγόριος. Τον καλόγερον να τον περιποιηθήτε μεν, αλλά να μην τον εξηγηθήτε διά τους σκοπούς και τα σχέδια μας, χωρίς όμως και να τον απελπίσετε. Να παραγγείλετε των ανθρώπων σας να μην τον αφήσουν και ομιλήση καθ’ οδόν με κανένα, διότι είναι Τούρκοι πολλοί εις αυτά τα μέρη και διατρέχομεν κίνδυνον, αλλά να λέγουν όθεν απεράσουν, ότι είναι Πατριαρχιακός Έξαρχος και απέρχεται εις την μονήν του Βουλκάνου διά εκκλησιαστικάς υποθέσεις».

Φθάσας λοιπόν εις την οικίαν μας, χωρίς να τον ερωτήσωμεν, ή να τον είπωμέν τι, ήρχισε να επαινή την οικογένειάν μας, ότι, όθεν απέρασε του την παρέστησαν όλοι ως πρωτίστην της Πελοποννήσου, ως πλουσίαν, φιλοπάτριδα κ.τ.λ. και ακολούθως να διηγήται τα πρακτικά της συνελεύσεως των Ταξιαρχών, κατηγορών τους αρχιερείς και τους προύχοντας, ως δειλούς και άνανδρους, και επαίνων μόνος τον Ζαΐμην, λέγων ότι αυτοί είναι διά ασκηταί και μόνος ο Ζαΐμης είναι δι’ επανάστασιν άξιος αν και άλλας τινάς κομπορρημοσύνας ηθέλησε να μας πωλήση διά να μας εξιππάση ή να μας φιλοτίμηση να υποθέσωμεν, ότι αυτός είναι εκείνος όστις δύναται να κινήση την επανάστασιν και να την διευθύνη.

Αφού ετελείωσε την ομιλίαν του χωρίς να τον διακόψωμεν, τον ερωτήσαμεν οι ευρεθέντες εκεί πέντε αδελφοί, Ανάστος, Κανέλλος, Δημητράκης, Κωνσταντάκης και Πανάγος, να μας εξηγηθή εν λεπτομέρεια, ποίας βεβαιότητας έχει, ότι η Ρωσία έχει απόφασιν να κινήση τον πόλεμον κατά της Τουρκίας! Πόσαι και πού είναι αι χρηματικαί συνεισφοραί και τα βοηθήματα των ομογενών συναγμένα! Πού και πόσα όπλα και πολεμοεφόδια είναι συναγμένα και αποτεταμιευμένα! Πόσα στρατεύματα έχει προδιατεθειμένα και ετοιμασμένα ο Υψηλάντης! Και ποία είναι η Υπέρτατη αυτή Αρχή και πόθεν έλαβεν αυτήν τήν δύναμιν! Και δι’ άλλα τινά αντικείμενα, διά τα οποία αυτά είχομεν πληροφορίας από τον Παπαρρηγόπουλον, από τον Ηλίαν Χρυσοσπάθην, από τον Γιάννην Γκούστην, από τον Ευμορφόπουλον και από διαφόρους άλλους ελθόντας πρότερον προς ημάς με γράμματα του Υψηλάντη και με τινάς οδηγίας της επιτροπής της Εταιρίας εκείνης. Και μας απήντησεν ότι δεν του ήτον συγχωρημένον από την Υπερτάτην Αρχήν να κοινοποίηση εις άλλους αυτά τα μυστήρια. Τότε τον έβάλαμεν εμπρός και τον είπομεν άπειρα και όσα αυτός δεν εγνώριζε και έμεινεν εμβρόντητος και αναπολόγητος και δεν ήξευρε τι να μας απάντηση.

Τον είπομεν ότι «ημείς με τους εδικούς σου λόγους και με του Υψηλάντη τα ονειροπολήματα, και με τας ξηράς και ανύπαρκτους υποσχέσεις δεν είμεθα ανόητοι, μήτε απελπισμένοι να καταστρέψωμεν την πατρίδα μας, μήτε πλανήται, ωσάν εσάς, και αν αποφασίσωμεν να κάμωμεν την επανάστασιν, θα σκεφθώμεν σοβαρώς και θα την κάμωμεν ημείς, χωρίς τας εδικάς σας ανύπαρκτους υποσχέσεις, και σε συμβουλεύομεν να υπάγης εις εν απόκεντρον μοναστήρι να ησυχάσης κρυμμένος διά να μη σε μάθουν οι Τούρκοι και σε συλλάβουν, καθώς το έπαθαν και άλλοι και τότε και συ θα χαθής, και άλλοι πολλοί θα πάθουν». Και άλλα πολλά τον είπομεν, ώστε έμεινεν αναπολόγητος. Επί τέλους τον λέγομεν, ότι «ημείς, αν δεν είχομεν τον σκοπόν και το αίσθημα της ελευθερίας της πατρίδος μας εσυλλαμβάναμεν και εσένα και τόσους άλλους αποστόλους και σας παρεδίδομεν εις την εξουσίαν και εβραβευόμεθα επαξίως. Αλλά μήτε πάλιν περιμένομεν από σας, (οπού δεν έχετε εν δένδρον να σας κρεμάσουν, μήτε τίποτε), να μας οδηγήσητε, επειδή και ημείς έχομεν πολυμελείς οικογενείας, πλούτη, μεγάλας ιδιοκτησίας και πάσαν ευδαιμονίαν και δεν αποφασίζομεν να κρεμάσωμεν την τύχην της πατρίδος, των οικογενειών και συγγενών μας με απερισκεψίαν εις τας εδικάς σας παραφοράς και ανοησίας, αλλά να υπάγης να ησυχάσης να διαφυλαχθής, και όταν κάμωμεν την απόφασιν μετά των άλλων προκρίτων, τότε σε ειδοποιούμεν και εξέρχεσαι και συ και άλλοι να φανήτε συντελεστικοί εις τον γενικόν σκοπόν».

Παπαφλέσσας. Το σχέδιο φιλοτεχνήθηκε στο Παρίσι έπειτα από επιθυμία του Κωνσταντίνου Γιάγκου Φλέσσα (καπετάνιου) νομικού και βουλευτή Μεσσηνίας, εγγονό του Νικήτα Φλέσσα, για να κατασκευαστεί η προτομή του.

Απελπισθείς επί τέλους μας λέγει ότι να τον οικονομήσωμεν από έξοδα, καθότι δεν του έμεινε παράς. Του εδώσαμεν πεντακόσια τάλληρα, γρ. 3.000, και τους ίππους μας με πέντε εκ των πιστότερων υπηρετών μας και τον υπήγον εις δύο νύκτας και τον επαράδωκαν εις τους Παπατσώνηδες, τους οποίους ειδοποιήσαμεν δι’ ενός νοήμονος και πιστού των απεσταλμένου προφορικώς όλα τ’ ανωτέρω διετρέξαντα και τους εγράψαμεν να τον εξασφαλίσουν εις το αποκεντρότερον μοναστήριον, χωρίς να τον βλέπη κανένας, καθότι αν μαθευθή εις Τριπολιτσάν διατρέχει μεγάλον κίνδυνον και αυτός και ημείς. Όθεν δώσαντες και αυτοί προς αυτόν δύο χιλιάδας γρόσια διά έξοδα τον έστειλαν εις το εν Αλαγωνία (πισινά χωρία) μονύδριον, απόκεντρον, λεγόμενον Σιδηρόπορταν, όπου εύρεν εκεί και τον Νικήταν Κεφάλαν προ πολλού κεκρυμμένον και έμειναν εκεί χωρίς να τους ηξεύρη κανένας παρά μόνον οι συγγενείς των και εξήλθον την 22 Μαρτίου, ότε εδόθη το σημείον της επαναστάσεως από τους προύχοντας εις την Καρύταιναν, Καλάβρυτα και εις τα λοιπά μέρη. Είναι δε γελοιωδέστατον να γράφουν τινές ψευδοϊστοριογράφοι ότι ο Παπαφλέσιας υπεξέκαυσε τον κρατήρα της Επαναστάσεως εις την Πελοπόννησον εις τοιούτον τρόπον, ώστε δεν ήτον πλέον δυνατόν να κατευνασθή ή περισταλή και ότι και από το μοναστήρι της Σιδηρόπορτας ακόμη ενεργούσε κ.τ.λ. Όσον και ανόητος υποτεθή τις δεν δύναται να πιστεύση ότι ένας τοιούτος ασήμαντος και αγύρτης παλιοκαλόγηρος περιελθών με φρίκην και τρόμον εν μέρος της Πελοποννήσου αγνώριστος ως ψευδοέξαρχος και συνοδευόμενος από ανθρώπους των προυχόντων, ανταμωθείς εις Καλάβρυτα με μόνον ένα Νικολάκην Σολιώτην, άνθρωπον τρίτης τάξεως, υπηρέτην του Σωτήρη Χαραλάμπη, αν ήτον δυνατόν να κατορθώση ένα τοιούτον κολοσσαίον σκοπόν και να κινήση αυτός ή άλλοι όμοιοι του τους Πελοποννησίους εις τοιαύτην απελπιστικήν επανάστασιν.

Κατά την αυτήν εποχήν, ελθών ο Σπυρίδων Σπηλιωτόπουλος εκ Δημητσάνης (εμπορευόμενος προ χρόνων μετά του αδελφού του Νικολάου εις Ύδραν) εταίροι και οι δύο και ενθουσιασμένοι διά την απελευθέρωσιν της πατρίδος, παρακινημένοι δε και από τους Τομπάζηδες και άλλους διά να κατασκευάσωσι βαρουτόμυλους εις Δημητσάναν να ευρέθη αρκετή βαρούτη διά τον μελετώμενον σκοπόν, ηθέλησε μόνος του να κάμη αυτήν την επιχείρησιν, αλλά νέος ων και μη έχων επιρροήν και τοσαύτας σχέσεις εις την πατρίδα του και επειδή ο τότε προκριτώτερος και δυνατώτερος της πόλεως διά της επιρροής και του πλούτου ήτον ο Αθανάσιος Αντωνόπουλος, αδελφός του Ιωσήφ Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης, όστις εφονεύθη από τον Σουλτάνον εις Κωνσταντινούπολη μετά του αοιδίμου Πατριάρχου Γρηγορίου, του Δέρκων, Εφέσου και άλλων αρχιερέων, και γαμβρός επ’ αδελφή των Δεληγιανναίων και εταίρος, ωμίλησε με αυτόν εξαιτούμενος την συνδρομήν και προστασίαν του. Αλλ’ αυτός βλέπων το επιχείρημα σοβαρόν και επικίνδυνον, το διεκοίνωσεν εις ημάς τους πέντε αδελφούς, ότι, αν λαμβάνωμεν και ημείς μέρος, λαμβάνει και αυτός.

Ημείς το διεκοινώσαμεν εις τον εν Τριπόλει διαμένοντα αδελφόν μας Θεοδωράκην, ως αναγκαιότατον μεν αλλ’ επικίνδυνον, και αυτός το παρεδέχθη ευχαρίστως και, συνυπακουσθείς μετά του Παπααλέξη μας απήντησεν, ότι να το δεχθώμεν και όσον το συντομώτερον να το βάλωμεν εις ενέργειαν μ’ όσην δυνάμεθα προσοχήν και μυστικότητα. Και ούτως, εσυμφωνήσαμεν και καταθέσας τα ήμισιν έξοδα ο Αθανάσιος ο γαμβρός μας Αντωνόπουλος, τα δ’ άλλα ήμισυν οι Σπηλιωτόπουλοι, το όλον πεντήκοντα ως έγγιστα χιλιάδας γρόσια προκαταβολήν διά την μεταποίησιν των μύλων και διά την αγοράν ύλης και εντός ολίγων ημερών ετελείωσεν η μηχανή και ήρχισε και έβγανεν βαρούτην αρκετήν.

Αλλ’ ένας Δημητσανίτης κακόβουλος, Κώστας Τζιανής λεγόμενος, κινούμενος ένεκα επιτόπιων πόθων κατά του προεστώτου Αντωνοπούλου, υπήγε και το ανήγγειλεν μυστικώς ως προδοσίαν εις τον Δραγομάνον Σταυράκην Ιωβίκην, εχθρόν του χριστιανισμού· αυτός δε ευρών τοιούτον προς αυτόν επιχείρημα επιθυμητόν και αρμοδίαν την περίστασιν διά να καταστρέψη τον Θεοδωράκην και τον Παπααλέξην, προεστώτας γενικούς της Πελοποννήσου, μη συνάδοντας με τους σκοπούς του, επρόδωσεν αμέσως μυστικώς εις τον Καϊμακάμην την υπόθεσιν, ότι οι Δεληγιάννηδες με τον Αντωνόπουλον κατασκευάζουν μπαρούτην εις Δημητσάναν, διά να κάμουν την Επανάστασιν. Τούτο μαθόντες οι ειρημένοι από ένα Τούρκον πιστόν φίλον τους, νομίσαντα αυτόν ότι ήτον συκοφαντία, αμέσως διά τίνος πιστού επίτηδες απεσταλμένου μας ειδοποίησε διά την προδοσίαν και λαβόντες την είδησιν ταύτην, την αυτήν στιγμήν εβάλαμεν τους ανάλογους μαστόρους και εργάτας νυχθημέρως και κατέστρεψαν την μηχανήν της βαρούτης, ώστε δεν εφαίνετο ουδέν σημείον και συγχρόνως τους αντακαταστήσαμεν αλευρομύλους, και ήρχισαν και άλεθον, ως πρότερον.

Ο Καϊμακάμης εδιόρισεν ευθύς ένα εκ των επισημότερων υπαλλήλων του μουμπασίρην και απήλθεν εις Καρύταιναν με διαταγήν αυστηράν και συμπαραλαβών τον βοεβόδαν, τον καδήν και τον πελούκμπασην έφθασαν την τρίτην ημέραν εις την Δημητσάναν δια να κάμουν αυστηράς έρευνας και ανακρίσεις και να αναφέρουν. Είχομεν δε υπάγη προ μιας ημέρας εκεί και εγώ μετά του αδελφού μου Πανάγου (γνωρίζοντος την τουρκικήν διάλεκτον) και προδιεθέσαμεν τα πάντα.

Φθάσαντες δε αυτούς και ανταμωθέντες τους εξηγήθημεν ότι η μήνυσις αύτη είναι ψευδής και ανύπαρκτος και ο μηνυτής την έκαμεν ένεκα επιτόπιων παθών και από πνεύμα φατριασμού και εκδικήσεων, έχων πάθος προς τον προεστόν Αθ. Αντωνόπουλον και Σπ. Σπηλιωτόπουλον, ευρών αρμοδίαν περίστασιν ένεκα των σπερμολογιών των ψευδαποστόλων του Αλήπασια διά να τους αφανίση, και άλλα πολλά τους είπομεν και τους επείσαμεν ότι είναι συκοφαντία. Και τον μεν μηνυτήν ηπείλησαν άπαντες οι πολίται, ότι, αν παρουσιασθή εις τους απεσταλμένους της εξουσίας, έχουν απόφασιν να τον καύσουν μ’ όλην την οικογένειάν του και έγινεν άφαντος. Ο δε Σπηλιωτόπουλος εκρύβη διά τίνα καιρόν.

Επροσκάλεσαν τέλος πάντων όλους τους προκρίτους και οικοκυραίους και τους εξέτασαν και όλοι ανεξαιρέτως ωμολόγησαν, ότι τοιούτου είδους βαρουτόμυλοι δεν υπήρξαν και ότι η ομολογία του μηνυτού ήτον από πάθος, αυτόχρημα συκοφαντία. Ο διοικητής, ο δικαστής, ο μουμπασίρης και ο πολιτάρχης ήτον φίλοι μας και εδικοί μας και είχον απεριόριστον εμπιστοσύνην εις την οικογένειάν μας. Τους ωμιλήσαμεν μυστικως, ότι αυτά είναι ραδιουργίαι του Κιαμίλμπεη και του Σιεχναντζίπ εφένδη και του Δραγομάνου και των λοιπών εχθρών μας επιχείρημα οίτινες προσπαθούσι παντοιοτρόπως και διά τοιούτων συκοφαντιών να μας καταντήσουν υπόπτους εις την εξουσίαν με το να βλέπουν την πίστιν και αφοσίωσίν μας προς αυτήν, διά να μας απομακρύνουν, ώστε να δυνηθούν να μας βλάψουν, και άλλα πολλά· τους υπεσχέθημεν κάμποσα ωφελήματα και ούτως μας έδωκαν τον λόγον της τιμής των, ότι θέλουν ακολουθήση όπως ημείς θέλομεν και τους ομιλήσωμεν. Αυτοί δε ωμίλησαν και του μουμπασίρη μυστικώς, ότι θα ωφεληθή από ημάς αρκετά και θα ευχαριστηθή και τον έπεισαν, και ούτως απήλθομεν εις τους βαρουτομύλους υπέρ τους τριακόσιους Τούρκοι και Χριστιανοί διά να γίνη η αυτοψία.

Έκαμαν μερικάς έρευνας και παρατηρήσεις, αλλ’ ημείς διά παντοίων απαντήσεων τους τας εματαιώναμεν και επί τέλους επείσθησαν ότι δεν υπήρξαν βαρουτόμυλοι και απελθόντες εκείθεν εις την Καρύταιναν, ειδοποιήσαντες ημείς τα πρακτικά μας εις τον Θεοδωράκην και Παπααλέξην διά να γνωρίζουν, έκαμαν και οι Τούρκοι την έκθεσίν τους (ιλάμι) κατά την τότε τάξιν της υπηρεσίας, ότι δεν εύρον ουδέν ίχνος εγκλήματος και ότι όλα ήτον συκοφαντία.

 

Πηγή


  • Ιστορική Βιβλιοθήκη, οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας  «Οι Φιλικοί», Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

 

Read Full Post »

Μέθοδος προσέγγισης και κατήχησης μελών της Φιλικής Εταιρείας


 

  Η ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας το καλοκαίρι του 1814 στην Οδησσό της Νότιας Ρωσίας, ασφαλώς αποτελεί τη σπουδαιότερη πολιτική ενέργεια του τουρκοκρατούμενου ελληνισμού. Η διαπίστωση αυτή αιτιολογείται αρχικά από το γεγονός ότι η οργάνωση αυτή πέτυχε να θέσει με ρηξικέλευθο τρόπο το ζήτημα της εθνικής χειραφέτησης των Ελλήνων, το οποίο το διαπραγματεύθηκε ως ελληνικό κυρίως πρόβλημα και όχι ως μέρος των δραστηριοτήτων κάποιας ευρωπαϊκής δύναμης· και βέβαια από το γεγονός ότι κατάφερε να οδηγήσει τα πράγματα στην ένοπλη ρήξη, δηλαδή να δράσει με τέτοιο συνωμοτικό τρόπο ώστε η έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης να καταστεί περίπου αναπότρεπτη.

Οι ηγετικές φυσιογνωμίες της Φιλικής Εταιρείας, πέρα από στοιχεία της συνωμοτικότητας που είναι βέβαιο ότι δανείστηκαν από συναφείς ευρωπαϊκές οργανώσεις και μάλιστα τεκτονικές, και ένα βαρυφορτωμένο τυπικό προσηλυτισμού, δεν επεξεργάστηκαν περίπλοκες ιδεολογικές θέσεις ούτε διατύπωσαν συνταγματικές επιταγές που θα εφαρμόζονταν σε ένα μελλοντικό ελληνικό κράτος. Όμως, ως καλοί γνώστες μιας παλαιότερης ανεκπλήρωτης, επαναστατικής προσδοκίας και βέβαια της σύγχρονης τους ευρωπαϊκής πολιτικής πραγματικότητας, συλλαμβάνουν και θέτουν σε άμεση εφαρμογή την αυτοδύναμη οργάνωση των εθνικών δυνάμεων με τις αναγκαίες φυσικά συμμαχίες και προσαρμογές…

 

 Διδασκαλία – Κατήχηση – Ιεραρχία

 

Η διδασκαλία της Εταιρείας, που σώθηκε σε πολλά αντίγραφα, αποτελείται από πέντε μέρη. Στο πρώτο μέρος περιλαμβάνεται η διδασκαλία της μυήσεως στο μυστικό της Εταιρείας. Στο μέρος αυτό υπάγεται ο «πρώτος όρκος», η «εξομολόγησις» και η αποκάλυψη του σκοπού. Στο δεύτερο μέρος περιλαμβάνεται η διαδικασία του Μεγάλου Όρκου, η οποία αποτελεί το πιο εντυπωσιακό μέρος της Διδασκαλίας. Στο τρίτο μέρος περιλαμβάνεται η ερμηνεία και οι οδηγίες περί συντάξεως του αφιερωτικού γράμματος, με τα σημεία αφιερώσεως και καθιερώσεως. Μετά την κατήχησή του ο νεοκατηχούμενος, εφόσον είχε τις προϋποθέσεις να προχωρήσει στην επόμενη βαθμίδα (κυρίως όσον αφορά τη γνώση ανάγνωσης και γραφής), έδινε τον μεγάλο όρκο και καθιερωνόταν ως «ιερέας».

 

Αθανάσιος Τσακάλωφ, Νικόλαος Σκουφάς, Εμμανουήλ Ξάνθος. Οι ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας. Οδησσός, 1814. Ως ημέρα της ιδρύσεως της Φ. Ε. Καθιερώθηκε η 14η Σεπτεμβρίου. Ξυλογραφία, έργο Βάσου Φαληρέα, 1970. Συλλογή χαρακτικών ΕΙΜ.

 

Στην ιεραρχία της Εταιρείας καθιερώθηκαν αρχικώς τέσσερις βαθμοί, ενώ αργότερα οι βαθμοί έγιναν επτά: 1) Αδελφοποιητοί ή Βλάμηδες, 2) Συστημένοι, 3) Ιερείς, 4) Ποιμένες, 5) Αρχιποιμένες, 6) Αφιερωμένοι και 7) Αρχηγοί Αφιερωμένων. Οι δύο πρώτοι βαθμοί στην Εταιρεία ήταν οι κατώτεροι και αφορούσαν τα μέλη, ενώ από τον τρίτο βαθμό και μετά ήταν τα στελέχη. Στον πρώτο βαθμό κατατάσσονταν τα αγράμματα μέλη. Οι κατηχούντες ρωτούσαν πριν απ’ όλα τους κατηχουμένους αν μπορούσαν να αντέξουν το μυστικό με κίνδυνο της ζωής τους, «καθόσον αυτά που επρόκειτο να μάθη αφορούν την τύχην του ίδιου του έθνους»…

 

Παρακάτω, από το βιβλίο του Εμμανουήλ Γ. Πρωτοψάλτη «Η Φιλική Εταιρεία, Αναμνηστικόν τεύχος επί τη 150 επετηρίδι», το οποίο εκδόθηκε στην Αθήνα από την Ακαδημία Αθηνών το 1964, αντιγράφουμε τη «Μέθοδο προσέγγισης και κατήχησης μελών της Φιλικής Εταιρείας», σ. 245-249.

 

Μέρος Α

 

Αφού γνωρίσης ένα Γραικόν, ότι είναι βέβαιος και θερμός εραστής της πατρίδος και καλός άνθρωπος· ότι δεν είναι μέλος εις καμμίαν άλλην εταιρείαν μυστικήν, οποία και αν είναι· ότι επιθυμεί να κατηχηθή εις την Εταιρείαν μας όχι από απλήν περιέργειαν, αλλ’ από καθαρόν πατριωτισμόν, τότε του δίδεις την υπόσχεσιν, ότι θέλεις τον δεχθή εις την Εταιρείαν· και πρώτον τον κάμνεις αδελφοποιτόν με το Ευαγγέλιον.

Βον. Μετά δύο ή τρεις ημέρας τον πηγαίνεις εις ένα ιερέα λέγοντας του, ότι θέλεις να όρκισης τον παρόντα άνθρωπον, αν ίσως εκείνα τα οποία υπόσχεται και λέγει διά μίαν γνωστήν υπόθεσιν είναι αληθινά. Έπειτα κατά μέρος (διά να μην ακούση ο ιερεύς) του λέγεις τον όρκον και αυτός τον επαναλαμβάνει τρεις φορές φωνή χαμηλοτέρα, έπειτα τον ερωτάς δυνατώτερα, διά να ακούση και ο ιερεύς, ο οποίος λέγει εις τον ορκιζόμενον: αυτά τα οποία είπες εις τον φίλον σου είναι αληθινά; Αυτός θέλει αποκριθή: ναι, είναι και θέλουν είσθαι αληθινά· και διά την ασφάλειάν των ορκίζομαι εις το Ευαγγέλιον· και τότε τον βάζεις και κάμνει τον όρκον κατά τον εκκλησιαστικόν νόμον.

Εις τους έξω της Γραικίας ευρισκομένους είναι συγχωρημένον να γένη αυτός ο όρκος και εις ιερέα τίμιον της Δυτικής Εκκλησίας, αν ίσως δεν είναι ιερεύς ορθόδοξος.

Γον. Ύστερα από τον όρκον, τον παίρνεις εις απόκρυφον μέρος και του κάμνεις την διωρισμένην εξομολόγησιν με ακρίβειαν:

Αον του λέγεις, αν είναι αρκετά δυνατός να βαστάξη το μυστικόν με τον κίνδυνον της ζωής του, διότι αυτά τα οποία μέλλει να μάθη, είναι πράγματα ιερά και αξιοσέβαστα εις τας φιλογενείς καρδίας, και από τα οποία κρέμαται η τύχη του ιδίου έθνους, και ότι αφ’ ου έμβη εις ταύτην την Εταιρείαν, πρέπει να λάβη τον θάνατον προ οφθαλμών, τον θάνατον μ’ όλα τα σκληρά βάσανα του και κατά περίστασιν ημπορεί να φονεύση ένα παραβάτην της Εταιρείας, ας είναι και ο πλησιέστερος συγγενής του.

Δον. Τέλος πάντων να στοχασθή ότι όλοι οι άλλοι δεσμοί και υποχρεώσεις, οπού έχει εις τον κόσμον είναι πλέον ουδέν έμπροσθεν του δεσμού της Εταιρείας· και αν ίσως δεν αισθάνεται αρκετήν δύναμιν και απόφασιν εις τον εαυτόν του, να παραιτηθή από του να γένη μέλος της Εταιρείας.

Εον. Του εξηγείς τον σκοπόν σου, λέγοντας, ότι αύριον θέλετε ανταμωθή διά να του ειπής μερικά ακόμη και να μην αλησμονήση να προμηθευθή με ένα μικρόν κίτρινον κεράκι. Την αυτήν ημέραν τον ερωτάς και αυτάς τας εξής εννέα ερωτήσεις:

α. Πώς ζης και πόθεν ο πόρος της ζωής σου;

β. Τι συγγενείς έχεις; ποίου επαγγέλματος και ποίας καταστάσεως;

γ. Εσυγχίσθης ποτέ με κανέναν ή συγγενή, ή φίλον, ή άλλον τινά;

δ. Εφιλιώθης με αυτούς και διά ποίαν αιτίαν και το εν και το άλλο;

ε. Είσαι υπανδρευμένος; έχεις κλίσιν να υπανδρευθής;

στ. Έχεις έρωτα; είχες ποτέ σου; απέρασε; και από τι καιρόν;

ζ. Σε ακολουθεί καμμία μεγάλη ζημία, ή μεταβολή καταστάσεως;

η. Είσαι ευχαριστημένος εις το επάγγελμα σου και τι επιθυμείς περισσότερον;

θ. Έχεις κανένα φίλον πιστόν και ποίος είναι;

Τέλος, πώς έχεις σκοπόν εις το εξής να ζήσης;

 

«Ο όρκος του Φιλικού». Πίνακας του Επτανήσιου ζωγράφου Διονυσίου Τσόκου (1849), που αποδίδει σε κατανυκτική ατμόσφαιρα την κορυφαία στιγμή της μύησης στην Εταιρεία, δηλ. του όρκου πάνω στο Ευαγγέλιο, και παριστάνει, κατά την παράδοση, την ορκωμοσία στην Ζάκυνθο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Μέρος Β

 

Μετά μίαν ή δύο ημέρας εν καιρώ νυκτός σιωπώντας πηγαίνετε εις ασφαλές μέρος· και πρώτον βάζεις επάνω εις μίαν τράπεζαν μίαν εικόνα, επάνω της οποίας αφήνει ο κατηχούμενος το κεράκι του. Αυτό το κεράκι σημαίνει την θυσίαν της εκατόμβης, οπού έκαστος χρεωστεί εις την υπέρ πατρίδος καλήν προειδοποίησιν. Αυτό το κεράκι είναι ο μόνος μάρτυς, τον οποίον η δυστυχισμένη πατρίς μας δίδει διά την υπόσχεσιν της ελευθερίας της, και ζητούσα παρά των ιδίων της τέκνων παραμυθίαν της σκλαβιάς της.

Και τούτου γενομένου του λέγεις, αν ίσως δεν στοχάζεσαι τον εαυτόν σου αρκετά δυνατόν, διά να ακολουθήση το μυστήριον, έχει ακόμη καιρόν να στοχασθή και να παραιτηθή του δεσμού, εις τον οποίον ήδη εμβαίνει, διότι μόνος ο θάνατος ημπορεί να τον ελευθέρωση, η δε μετέπειτα μεταμέλεια του είναι ασυγχώρητος.

Μετά ταύτα γονατίζει με το δεξί μόνον γόνυ κοντά εις την τράπεζαν και κάμνει τρεις φορές το σημείον του σταυρού· είτα του δίδεις και ασπάζεται με κατάνυξιν την εικόνα και βάνοντας το δεξί του χέρι επάνω εις αυτήν ανοικτόν, ανάπτει το κεράκι του, σβήνων κάθε άλλο φως.

Τότε, έχοντος εκείνου το κερί αναμμένον εις το αριστερόν του χέρι, του λέγεις: αδελφέ, αυτό το κεράκι είναι ο μόνος μάρτυς, τον οποίον η δυστυχισμένη πατρίς μας δίδει δεσμόν εις τον όρκον της ελευθερίας μας· και κάμνοντες ομού πάλιν τον σταυρόν τρις, συ μεν αναγιγνώσκεις τους όρκους και αυτός εξακολουθεί μ’ όλον το ανήκον σέβας εις την ιερότητα και μεγαλειότητα του πράγματος.

Τελειωθέντων των ειρημένων, βάζεις το δεξιόν σου χέρι επάνω εις τον αριστερόν ωμόν του και με το αριστερόν σηκώνεις την εικόνα, την οποίαν και αυτός βαστά ωσαύτως με την δεξιάν του και εκφωνείς τα ακόλουθα: Ενώπιον του  αοράτου και πανταχού παρόντος αληθινού Θεού, του μόνου αυτοδίκαιου και εκδικούντος τους παραβάτας και πονηρούς κατά τους κανόνας της Φιλικής Εταιρείας, και με την δύναμιν την οποίαν έδωκαν οι Μεγάλοι Ιερείς των Ελευσίνιων, καθιερώ τον δείνα…, εκ πατρίδος δείνα…, ετών τοσούτων…, επαγγέλματος… και τον δέχομαι διά μέλος, ως και εγώ εδέχθην εις την Εταιρείαν των Φιλικών.

Μετά την παρούσαν καθιέρωσιν σβήνεται το κεράκι και τον παραγγέλλεις να το φυλάττη καλώς, επειδή αυτό έχει πάντοτε μαζί του μάρτυρα των μεθ’ όρκου υποσχέσεων του.

Και τούτου γενομένου άρχεται εκφωνών τους εξής όρκους:

 

Οι όρκοι:

 

Ενώπιον του αληθινού Θεού, του δικαίου και πανταχού παρόντος, ορκίζομαι αυτοθελήτως, ότι θέλω μείνει πιστός εις την Εταιρείαν κατά πάντα και διά πάντα, δεν θέλω φανερώσει το παραμικρόν από τα σημεία ή λόγους της, μήτε θέλω δώσει να καταλάβη τινάς ποτέ, ότι εγώ ηξεύρω τι περί τούτων, μήτε συγγενής μου, μήτε πνευματικός μου, μήτε φίλος μου.

Ορκίζομαι, ότι εις το εξής δεν θέλω έμβη εις καμμίαν άλλην εταιρείαν, οποία και αν είναι, μήτε εις κανένα δεσμόν υποχρεωτικόν, αλλά μάλιστα ό,τι δήποτε δεσμόν ήθελον έχει εις τον κόσμον, και τον πλέον μέγιστον, θέλω τον μετρά μηδέν ως προς την Εταιρείαν.

Ορκίζομαι, ότι θέλω θρέφει εις την καρδίαν μου αδιάλλακτον μίσος εναντίον των τυράννων της πατρίδος και των οπαδών τους και ομοφρονούντων. Θέλω ενεργεί πάντα τρόπον προς βλάβην τους, όταν η περίστασις συγχώρηση τον εξολοθρευμόν τους. Ορκίζομαι, ότι ποτέ δεν θέλω μεταχειρισθή βίαν εις (το) να συγχωρηθώ με ένα συναδελφόν, αλλά θέλω προσέχει με την μεγαλυτέραν επιμέλειαν, διά να μην λανθασθώ και ύστερον ακολουθήσει τι εναντίον.

Ορκίζομαι, ότι όπου ευρεθώ με συνάδελφον, θέλω τον συμβοηθεί και συντρέχει με όλην την δύναμιν και κατάστασίν μου· θέλω προσφέρει εις αυτόν σέβας και υπακοήν, αν είναι μεγαλύτερος εις τον βαθμόν· και αν αυτός ήτον πρότερος εχθρός μου, τόσον περισσότερον θέλω τον αγαπά, όσον η έχθρα μας ήτον μεγαλύτερα.

Ορκίζομαι ότι, καθώς εγώ εδέχθην εις την Εταιρείαν, ούτω και εγώ θέλει δέχομαι αδελφόν, θέλω μεταχειρίζομαι κάθε τρόπον και άργητα έως να τον γνωρίσω, ότι είναι Έλλην αληθινός και θερμός υπερασπιστής της δυστυχούς πατρίδος, ενάρετος και καλός άνθρωπος, άξιος να φυλάττη το μυστικόν και να το κατηχή εις άλλον.

Ορκίζομαι, ότι κατ’ ουδένα τρόπον δεν θέλω ωφεληθή από τα μετρητά της κάσσας της Εταιρείας, αλλά θέλω τα στοχάζομαι ως πράγματα ιερά και αναγκαίον ενέχυρον εις όλον το ταλαίπωρον έθνος μας, καθώς και τα λαμβανόμενα και στελλόμενα γράμματα.

Ορκίζομαι, ότι δεν θέλω ερωτήσει τινά Φιλικόν, διά να μάθω ποίος τον εδέχθη εις την Εταιρείαν, μήτε εγώ θέλω φανερώσει τον δέξαντά με· και αν γνωρίσω το σημείον εις το εφοδιαστικόν τινός, θέλω προσποιηθή ότι δεν το εγνώρισα.

Ορκίζομαι, ότι θέλω προσέχει πάντοτε εις την διάνοιάν μου και διαγωγήν μου να είμαι ευσεβής, ενάρετος, ευλαβής εις την θρησκείαν μου, χωρίς να καταφρονώ φανερά τας ξένας, θέλω δίδει πάντοτε το καλόν παράδειγμα, θέλω βοηθεί, συμβουλεύει, συντρέχει τον ασθενή, δυστυχή και αδύνατον ομογενή· θέλω σέβομαι την διοίκησιν, τα έθιμα, τα κριτήρια, τους μετόχους της διοικήσεως του τόπου, εις τον οποίον διατρίβω.

Τέλος πάντων, ορκίζομαι εις το ιερόν όνομα σου, ω ιερά και αθλία πατρίς· ορκίζομαι εις τας πολυχρονίους βασάνους σου, ορκίζομαι εις τα πικρά δάκρυα των αιχμαλώτων και καταδίκων κατοίκων σου, τα οποία τόσους αιώνας κατά στιγμήν υποφέρουν τα ταλαίπωρα τέκνα σου, ότι αφιερούμαι όλος εις εσέ, ότι εις το εξής συ θέλεις είσαι η αιτία και ο σκοπός των διαλογισμών μου, το όνομα σου οδηγός των πράξεων μου και η εδική σου ευτυχία η ανταμοιβή των κόπων μου. Η θεία δικαιοσύνη ας εξάντληση επάνω εις την κεφαλήν μου όλους τους κεραυνούς της δικαιοκρισίας της, το όνομα μου, οι κατά διαδοχήν κληρονόμοι μου ας είναι εις αποστροφήν, και το υποκείμενόν μου το αντικείμενον της κατάρας και του αναθέματος των ομογενών μου. Και αν ίσως αλησμονώ μίαν στιγμήν τας δυστυχίας σου και δεν εκπληρώ το χρέος μου, ο θάνατος ας είναι η άφευκτος τιμωρία και ανταμοιβή του αμαρτήματος μου, διά να μην μολύνω την αγιότητα της ιεράς Εταιρείας σου με την συμμετοχήν μου.

 

Ο όρκος των Φιλικών, έργο του Νικόλαου Τυπάλδου – Ξυδιά. Συλλογή Κουτλίδη. Δημοσιεύεται στο «Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών, Ζωγράφοι – Γλύπτες – Χαράκτες 16oς-20óς αιώνας», τ. Γ’, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, 2000, σ. 328.

 

Όρκος μέγας

 

Ορκίζομαι εις το όνομα της αληθείας και δικαιοσύνης.

Ορκίζομαι εις το όνομα της γλυκύτατης και πεφιλημένης μου μητρός πατρίδος.

Ορκίζομαι τέλος πάντων εις το όνομα (Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος) του Υπέρτατου Όντος του ενός και μόνου αληθινού θεού, ότι υποφέρων τα πλέον σκληρά βάσανα και με θυσίαν της ιδίας μου ζωής, θέλω φυλάξει μυστικόν καθ’ όλην την δύναμιν της λέξεως το μυστήριον, το οποίον μοι γίνεται γνωστόν κατά τον εξής τρόπον:

Ο σκοπός

 

Η Εταιρεία συνίσταται από καθ’ αυτό Γραικούς φιλοπάτριδας και ονομάζεται Εταιρεία των Φιλικών.

Ο σκοπός αυτών είναι η καλυτέρευσις του ιδίου έθνους και, αν ο Θεός το συγχώρηση, η ελευθερία των.

Μετά την συνήθη εξομολόγησιν και κατήχησιν ο ωρκωμένος προσήλυτος ας ονομάζεται Ιερεύς των Φιλικών.

 

Πηγή


  • Ιστορική Βιβλιοθήκη, οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας  «Οι Φιλικοί», Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

Ο αμφιλεγόμενος Φιλικός Νικόλαος Γαλάτης και η εκτέλεσή του

Ένα ανέκδοτο υπόμνημα του Νικολάου Σκούφου προς τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια

Η ανάθεση της αρχηγίας της Φιλικής Εταιρείας. Ιωάννης Καποδίστριας και Αλέξανδρος Υψηλάντης

Φιλική Εταιρεία – Οι Πρωτεργάτες

 

Read Full Post »

Σκουφάς Νικόλαος (1779-1818)


 

Νικόλαος Σκουφάς

Ο Νικόλαος Σκουφάς, ένας από τους τρεις ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας  – μαζί με τον Εμμανουήλ Ξάνθο και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ – γεννήθηκε στο χωριό Κομπότι της Άρτας το 1779. Είναι εκείνος από τους ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας για τον οποίο γνωρίζουμε τα λιγότερα πράγματα και όπως συμβαίνει συχνά, ιδιαίτερα ασαφή είναι εκείνα που έχουν σχέση με τις πρώτες δεκαετίες της ζωής του· μάλιστα δεν μας είναι γνωστό ούτε καν το πραγματικό όνομά του.

Ο Αναστάσιος Γούδας αναφέρει ότι το όνομα του πατέρα του ήταν Κουμπάρος.[1] Για τα παιδικά του χρόνια δεν έχουμε σχεδόν καθόλου πληροφορίες, ενώ για τα μετέπειτα οι βιογράφοι του αναφέρουν ότι διατηρούσε εμπορικό κατάστημα στην πόλη της Άρτας, όπου εργαζόταν ως «σκουφάς», απ’ όπου βέβαια – όπως γινόταν πολύ συχνά στις εποχές αυτές – το επαγγελματικό προσωνύμιο υπερίσχυσε του πατρωνυμικού ονόματος. Είναι πολύ πιθανόν το επάγγελμά του να υποκρύπτει μια περίοδο μαθητείας, σύμφωνα με τη συντεχνιακή παράδοση της εποχής. Ωστόσο, όπως γίνεται κατανοητό, όλα αυτά δεν οδηγούν σε κάποιο ιδιαίτερο επίπεδο εγγραμματοσύνης, πέρα από τα βασικά γράμματα και την πρακτική τριβή με την αγορά της Άρτας.

Από την Άρτα θα τον συναντήσουμε, καθώς, κατά τα φαινόμενα, φαίνεται να ακο­λούθησε το μεταναστευτικό – εμπορικό ρεύ­μα της εποχής και βέβαια αυτό της ιδιαίτερης πατρίδας του, στην Οδησσό το 1813, χωρίς να είμαστε βέβαιοι για τον χρόνο της άφιξής του. Κάποια φήμη θέλει τον Νικόλαο Σκουφά να είναι θύμα διώξεων του Αλή πασά, πράγμα το οποίο δεν επιβεβαιώνεται από καμιά έγκυρη πηγή. Η ηπειρωτική καταγωγή του, δεδομένου ότι από τους άλλους δύο συνιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ ήταν Ηπειρώτης, ενώ και  ο Εμμανουήλ Ξάνθος υπήρξε οικείος και συ­νεργάστηκε με πολλούς Ηπειρώτες, υπο­βάλλει τη σκέψη ότι έπαιξε σημαντικό ρό­λο στην ανάληψη των πρωτοβουλιών που οδήγησαν στην ίδρυση της Εταιρείας. Ο πρόωρος θάνατός του από σοβαρό καρδιακό νόσημα στην Κωνσταντινούπολη στις 31 Ιου­λίου 1818 «είχε ως συνέπεια το όνομά του να μην αναμειχθεί στις μετεπαναστατικές διαμάχες για την απαρχή της Εταιρείας και τους ιδρυτές της αλλά και να μην προκόψουν στοι­χεία του βίου του, που θα ήταν χρήσιμα σε εμάς, για να κατανοήσουμε καλύτερα την προ­σωπικότητά του».[2]

 

Το άγαλμα του Νικόλαου Σκουφά στην πλατεία του Κομποτίου Άρτας. (Λεπτομέρεια)

 

Όπως είπαμε ο Νικόλαος Σκουφάς θα βρεθεί στην Οδησσό το 1813 και εκεί μαζί με τον Εμμανουήλ Ξάνθο και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ το καλοκαίρι του 1814 θα ιδρύσουν τη Φι­λική Εταιρεία, στη διεύθυνση της οποίας ο Σκουφάς θα λάβει το συνθηματικό ΑΓ. Γρήγορα, όμως, ο Σκουφάς, που ζει από την εργασία του, όπως άλλωστε και ο Ξάνθος, θα αφήσει την Οδησσό για να βρεθεί στη Μό­σχα -μαζί με τον Τσακάλωφ – για να ρυθμίσει ορισμένα χρέη του.

Νικόλαος Σκουφάς. Γραμματόσημα, έκδοση 12 Μαΐου 1979.

Πράγματι, ο Σκουφάς θα ρυθμίσει τα χρέη του, δηλαδή στην πραγματικότητα εφεξής θα παύσει να ασχολείται με το εμπόριο και θα αφοσιωθεί αποκλειστικά στην πραγμάτωση του έργου της Φιλικής Εταιρείας. Στο σημείο αυτό δεν πρέπει να περάσουν απαρατήρητες κάποιες παρατηρήσεις του Ιωάννη Φιλήμονα, ο οποίος αναφερόμενος στο πρόσωπο του Σκουφά σημειώνει ότι η αποτυχία του στο εμπόριο έγινε αιτία να θεωρείται από ορισμένους κύκλους Ελλήνων της Ρωσίας ωχ «αγύρτης», στη γραμμή της καχυποψίας για τους σκοπούς ενός προσώπου που απέτυχε επαγγελματικά και ευαγγελίζεται τη συνωμοτική δράση για την επιτυχία εθνικών σκοπών. Όπως και να έχουν τα πράγματα «ο απλούς αλλά με πολλήν ευαισθησίαν και πατριωτισμόν» Σκουφάς – πάλι κατά τον χαρακτηρισμό του Φιλήμονα -, εκεί στη Μόσχα, μαζί με τον άλλο Ηπειρώτη, τον Αθ. Τσακάλωφ, θα ασχοληθούν με την τελειοποίηση του τυπικού της κατήχησης μελών στις τάξεις της Εταιρείας και παράλληλα θα επιχειρήσουν τις πρώτες μυήσεις σ’ αυτήν σημαντικών Ελλήνων.

Έτσι ο Σκουφάς θα κατηχήσει τον πρώτο Φιλικό, Γεώργιο Σέκερη, νεότερο αδελφό του μεγαλέμπορου Παναγιώτη Σέκερη, στις 13 Δεκεμβρίου 1814. Στον Γεώργιο Σέκερη εν συνεχεία ο Σκουφάς θα αναθέσει την υπηρεσία να επισκεφθεί στη Βιέννη τον Άνθιμο Γαζή και να προσπαθήσει να ανιχνεύσει τις προθέσεις του, δηλαδή αν ο τελευταίος θα ήταν πρόθυμος να αναλάβει την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας. Στην περίπτωση που η απάντηση του Γαζή ήταν καταφατική, ο Σέκερης ήταν εντεταλμένος να τον παρακινήσει να με­ταβεί στη Μόσχα για να οργανωθεί η όλη επιχείρηση με τον καλύτερο τρόπο. Στην προσπάθεια προσεταιρισμού του Άνθιμου Γαζή διαφαίνεται η σαφής πρόθεση των ιδρυτών της Φιλικής Εταιρείας να τεθεί επικεφαλής του συνωμοτικού κινήματος και αργότερα του Αγώνα μια προσωπικότητα μεγάλου κύρους.

 

Ο Άνθιμος Γαζής αρνήθηκε να τεθεί

επικεφαλής της Εταιρείας αλλά

μυήθηκε σ’ αυτήν και αποτέλεσε

ένα από τα ηγετικά της στελέχη,

λαμβάνοντας τα κρυπτογραφικά

στοιχεία Α Ζ.

 

Έτσι μετά την άρνηση του Γαζή, θα ακολουθήσει η διπλή προσπάθεια προσεταιρισμού και ανάθεσης της αρχηγίας της Εταιρείας στον Ιωάννη Καποδίστρια (πρώτα από τον Νικόλαο Γαλάτη και ύστερα από τον Εμμ. Ξάνθο) και βέβαια η ανάθεση της αρχηγίας τελικά στον Αλέξανδρο Υψηλάντη  (1820). Όλα αυτά, βέβαια, υποδηλώνουν με σαφήνεια ότι οι ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας «φαίνεται να μην έχουν ακόμη αυτοπεποίθηση στις δικές τους δυνάμεις, μια αίσθηση απουσίας αρχηγού διαφαίνεται από τις πρώτες κιόλας κινήσεις τους,  η οποία προσδιόρισε και την κατοπινή ζωή της Εταιρείας…».[3]

Εκτός όμως από τον Γεώργιο Σέκερη που κατήχησε ο Σκουφάς, ο ηπειρώτης φιλικός είχε ακόμη μια μεγάλη επιτυχία στον τομέα αυτό αφού κατάφερε να μυήσει στη Φιλική Εταιρεία τον μεγαλέμπορο από τη Φιλιππούπολη Αντώνιο Κομιζόπουλο, ο οποίος ως τέταρτο μέλος εντάχθηκε με τα στοιχεία ΑΕ.

Όμως ο ζήλος και ο ενθουσιασμέ του Σκουφά εμποδίζονται από τη δυσπιστία που προκαλεί η αποτυχία του στο εμπόριο, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, και γι’ αυτό γρήγορα αναγκάζεται να αφήσει τη Μόσχα και να επιστρέψει στην Οδησσό, όπου τον βρίσκουμε στις αρχές του 1816· έχει αφήσει όμως πίσω του στη Μόσχα δύο από τα ιδρυτικά μέλη της  Εταιρείας, τον Αθανάσιο Τσακάλωφ και τον Αντώνιο Κομιζόπουλο, μέλη τα οποία είχαν σημαντική επιρροή στους κύκλους των Ελλήνων της Μόσχας.

Ο Νικόλαος Σκουφάς στην Οδησσό θα συνεχίσει το έργο της στρατολόγησης νέων μελών στις τάξεις της Εταιρείας, χωρίς, βέβαια, να μπορούμε να του αναγνωρίσουμε μεγάλες επιτυχίες. Πάντως, η μύηση από τον Σκουφά στην Οδησσό του μεγαλέμπορου Αθανάσιου Σέκερη (αδελφού του Γεωργίου και του Παναγιώτη) και του γραμματικού του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου, δεν ήταν μικρής σημασίας κατηχήσεις. Ιδιαίτερα ο δεύτερος έμελλε να καταστεί ηγετικό στέλεχος της Φιλικής Εταιρείας, «συναρχηγός, τουλάχιστον σε ορισμένες φάσεις της διαδρομής της».[4]

Άνθιμος Γαζής. Προσωπογραφία του Άνθιμου Γαζή από το εσώφυλλο του συγγράμματος «Λεξικόν της Ελληνικής Διαλέκτου», Άνθιμος Γαζής, Βενετία, 1809.

Εξάλλου ο Σκουφάς, την ίδια περίοδο, ενθουσιώδης και δραστήριος, θα καταφέρει να μυήσει και τον Άνθιμο Γαζή, ο οποίος βρέθηκε στην Οδησσό για τη συλλογή εράνων, προκειμένου να ιδρύσει σχολή στην πατρίδα του, τις Μηλιές του Πηλίου. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει ο Νικόλαος Σκουφάς προσέβλεπε στο πρόσωπο του Άνθιμου Γαζή, στον οποίο διέκρινε όλα τα προαπαιτούμενα προκειμένου αυτός να καταστεί αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας. Γι’ αυτό άλλωστε είχε αναθέσει στον Γεώργιο Σέκερη στη Μόσχα, όταν αυτός θα επέστρεφε στο Παρίσι, να επισκεφθεί τον Γαζή, που τότε βρισκόταν στη Βιέννη, και να προσπαθήσει να διερευνήσει το ενδεχόμενο μιας μελλοντικής πρότασης για ανάθεση της αρχηγίας της Εταιρείας στον λόγιο κληρικό. Ωστόσο, τώρα, τον Ιούνιο του 1816, ο Γαζής βρέθηκε ο ίδιος πρόσωπο με πρόσωπο με τον Σκουφά, καθώς έφτασε στην Οδησσό.

Ο εμπορικός οίκος του Αθανασίου Σέκερη πρέπει να υπήρξε το κοινό σημείο στο οποίο βρέθηκαν οι δυο άνδρες, δεδομένου ότι ο Σκουφάς διέμεινε στο σπίτι του Σέκερη, και όπου ο Γαζής ανέφερε στον Σκουφά ότι είχε λάβει από τον Γεώργιο Σέκερη το μήνυμα για την αρχηγία της Εταιρείας. Είναι γνωστό ότι ο Άνθιμος Γαζής αρνήθηκε να τεθεί επικεφαλής της Εταιρείας αλλά μυήθηκε σ’ αυτήν και αποτέλεσε ένα από τα ηγετικά της στελέχη, λαμβάνοντας τα κρυπτογραφικά στοιχεία Α Ζ.

Στην Οδησσό όμως έφθασε στις 7 Ιουλίου 1816 και ένα άλλο πρόσωπο, του οποίου η σύντομη δράση και ο τραγικός θάνατος θα αποτελούσαν ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά και δραματικά επεισόδια της Φιλικής Εταιρείας αλλά και ενδεικτικό των τάσεων που εκδηλώθηκαν κατά καιρούς στις τάξεις της. Πρόκειται για τον Ιθακήσιο Νικόλαο Γαλάτη, που δήλωνε συγγενής του Ιωάννη Καποδίστρια και προς επίσκεψη του οποίου στην Πετρούπολη ισχυριζόταν ότι ταξίδευε. «Στις συναναστροφές του δείχνει ένα πατριωτικό ενθουσιασμό, που έκανε τον Νικόλαο Σκουφά όχι μόνο να τον προσέξει αλλά να τον θεωρήσει ως το πρόσωπο που θα άλλαζε τις τύχες της Εταιρείας ».[5]  Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα από τα Απομνημονεύματα του Ξάνθου όπου ο πάτμιος πατριώτης περιγράφει με αδρότητα τα γεγονότα: «Κατ’ εκείνην δε την εποχήν ήλθεν εις Οδησσόν κάποιος Νικόλαος Γαλάτης, όστις εκαυχάτο ότι ήτον συγγενής του Κόμητος Καποδίστρια… Ο Σκουφάς, άγρυπνος παρατηρητής όλων των ομογενών, επρόσεξε και εις αυτόν, και φιλιωθείς μετ’ αυτού εστοχάσθη να τον εισάξη εις την Εταιρείαν και τω όντι, κατηχηθείς μαθών την Αρχήν υπεσχέθη μεγάλα πράγματα…».

Έτσι ο Σκουφάς, με τον ενθουσιασμό που διέκρινε και τις δικές του ενέργειες, όχι μόνο θα μυήσει τον Γαλάτη στις τάξεις  τις Εταιρείας  αλλά θα τον καταστήσει και μέλος της Υπέρτατης Αρχής,  με τα κρυπτογραφικά αρχικά ΑΔ, με άλλα λόγια του δίνει τη θέση του Εμμ. Ξάνθου, όταν ο τελευταίος δίνει την εντύπωση στον Σκουφά ότι μετά την κάθοδο του στην Κωνσταντινούπολη έχει πάρει τις αποστάσεις του από την Εταιρεία και έχει αδρανοποιηθεί. Παράλληλα ο Νικ. Σκουφάς στην αναζήτηση αρχηγού, μετά από την άρνηση του Άνθιμου Γαζή, θα αναθέσει στον Γαλάτη να βολιδοσκοπήσει τώρα τον Καποδίστρια. Κατά συνέπεια η ένταξη του Γαλάτη στον ηγετικό πυρήνα της Εταιρείας εκ μέρους του Σκουφά φαίνεται σαν πράξη επιβεβλημένη: ένα ανώτατο μέλος της Εταιρείας έπρεπε να προβεί και να προτείνει στον Καποδίστρια την αρχηγία και όχι ένα απλό μέλος: «Είναι η δεύτερη φορά που ο Σκουφάς  θα προσπαθήσει να αναδείξει αρχηγό μέσω απεσταλμένου».[6]

Γεώργιος Πέτροβιτς (Καραγεώργης). Ο αρχηγός την Σέρβων κατά την επανάσταση του 1804-1813 που τελικά κατεστάλη από τον Χουρσήτ πασά.

Ο Νικόλαος Γαλάτης, όπως άλλωστε αργότερα και ο Εμμανουήλ Ξάνθος, δεν θα καταφέρει να πείσει τον Ιωάννη Καποδίστρια να αναλάβει την αρχηγία της Εταιρείας, θα εξασφαλίσει όμως την ασφαλή φυγάδευση του από την Πετρούπολη προς την περιοχή των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών με ενέργειες του ίδιου του Καποδίστρια. Θα ακολουθήσει το πρώτο εξάμηνο του 1817 για τη ζωή και τη δράση της Εταιρεία το επεισόδιο Καραγιώργη, κατά το οποίο οι Φιλικοί αποφασίζουν να βοηθήσουν τον Καραγιώργη να επιστρέψει στη Σερβία, ώστε να συνδεθεί η μελλοντική επαναστατική δράση των Ελλήνων με μια παράλληλη των Σέρβων.

Ωστόσο, όπως  παρατηρεί ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος,[7]  μολονότι τα γεγονότα αυτά είναι γνωστά «αυτό που δεν προκύπτει επαρκώς είναι ο βαθμός επίσημα (έστω μυστικής) συμμετοχής των ρωσικών υπηρεσιών στο εγχείρημα και σε ποιο βαθμό η παρουσία στις ενέργειες αυτές Ελλήνων Φιλικών αντιστοιχεί προς το πρωτοβουλιακό επίπεδο της ¨Φιλικής συνωμοσίας¨ ή ανέρχεται στο επίπεδο μιας ευνοϊκής ρωσικής συμπλεύσης». Όπως  όμως και να έχουν τα πράγματα, και αυτή η πρώιμη προσπάθεια της Φιλικής Εταιρείας απέτυχε.

 

Ο όρκος των Φιλικών, έργο του Νικόλαου Τυπάλδου – Ξυδιά. Συλλογή Κουτλίδη. Δημοσιεύεται στο «Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών, Ζωγράφοι – Γλύπτες – Χαράκτες 16oς-20óς αιώνας», τ. Γ’, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, 2000, σ. 328.

 

Η επόμενη σοβαρή προσπάθεια της Εταιρείας είναι η συγκέντρωση των μελών της Υπέρτατης Αρχής στην Κωνσταντινούπολη. Η σχετική πρωτοβουλία φαίνεται ότι ανήκει και πάλι στον Νικόλαο Σκουφά, ο οποίος αποφασίζει τη μετακίνηση προς την καρδιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με προφανή σκοπό το κέντρο βάρους της Εταιρείας να βρίσκεται κοντά στο πεδίο διεξαγωγής της μελλοντικής επανάστασης. Ενόψει του σκοπού αυτού ο Σκουφάς θα καλέσει πρώτα τον Αθ. Τσακάλωφ από τη Μόσχα στην Οδησσό και, όταν ο τελευταίος θα φθάσει προς τα τέλη Ιουλίου 1817, θα σκεφθούν μαζί για το μέλλον και τα προβλήματα της Φιλικής Εταιρείας. Μαζί, λοιπόν θα αποφασίσουν να κινήσει ο Τσακάλωφ για την Κωνσταντινούπολη, όπου ήδη βρισκόταν και ο Εμμανουήλ Ξάνθος, χωρίς, ωστόσο, να πραγματοποιεί σοβαρό έργο.

Ο Αθανάσιος Τσακάλωφ έφθασε πράγματι στην Πόλη τον Οκτώβριο ή Δεκέμβριο του 1817, όπου θα τον ακολουθήσει και ο Σκουφάς, συνοδευόμενος από τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο και τον Χριστόδουλο Λουριώτη· όλοι μαζί θα φθάσουν στις αρχές Απριλίου 1818. Διαθέτουμε μία επιστολή του Αθανάσιου Σέκερη προς τον Εμμ. Ξάνθο της 4ns Απριλίου 1818 από την Οδησσό, με την οποία αυτός ειδοποιεί τον Ξάνθο για την επικείμενη άφιξη του Σκουφά στην πρωτεύουσα των Οθωμανών και του παρατηρεί: «…τον οποίον κάμνει τρόπον να τον ανταμώσω αμέσως μετά τον ερχομόν του».[8]

Πράγματι σε λίγες εβδομάδες όλος ο ηγετικός πυρήνας της Φιλικής Εταιρείας θα βρεθεί και πάλι, δηλαδή μετά την ίδρυση της Εταιρείας (1814), στον ίδιο χώρο, μολονότι, όπως τα πράγματα έχουν δείξει και θα δείξουν, οι δεσμοί μεταξύ των μελών της Εταιρείας είναι τόσο ισχυροί ώστε μπορούν να εκτελούν το έργο και την αποστολή τους ακόμα και όταν δεν βρίσκονται συγκεντρωμένοι όλοι μαζί στον ίδιο τόπο.

Ο Νικόλαος Σκουφάς όμως θα έχει και μια άλλη ιδέα: πρόκειται για τη χρησιμοποίηση ειδικών απεσταλμένων («Απόστολοι»), οι οποίοι θα είχαν ως αποστολή να περιοδεύουν στους ελληνικούς τόπους, όπου θα συνέλεγαν πληροφορίες, θα πραγματοποιούσαν επιτόπου μυήσει, θα ενημέρωναν την Υπέρτατη Αρχή. Το εγχείρημα αυτό όμως έχει τη μικρή προϊστορία του και χρονικά ανάγεται στον Νοέμβριο του 1817, όταν στην Οδησσό είχαν φθάσει τρεις πελοποννήσιοι στρατιωτικοί που είχαν υπηρετήσει στα Επτάνησα υπό τους Ρώσους.

Πρόκειται για τους Μανιάτες Ηλία Χρυσοσπάθη και Παναγιώτη Δημητρόπουλο καθώς και τον Αναγνώστη Παπαγεωργίου (Αναγνωσταρά) από το χωριό Άγριλο Λεονταρίου, που πραγματοποιούσαν ταξίδι προς την Πετρούπολη για να διεκδικήσουν ορισμένα χρήματα από τις προς τους Ρώσους υπηρεσίες τους. Εκεί λοιπόν στην Οδησσό τους είχε συναντήσει ο Νικ. Σκουφας και τους είχε μυήσει στη Φιλική Εταιρεία· εν συνεχεία οι τρεις στρατιωτικοί θα μεταβούν στη Μόσχα, όπου και πάλι θα βρεθούν μέσα σε θερμό πατριωτικό κλίμα, καθώς θα τους υποδεχθούν ο Κομιζόπουλος και οι άλλοι Φιλικοί του μοσχοβίτικου πυρήνα· μάλιστα εκεί θα συναντήσουν και τον Καποδίστρια και φαίνεται ότι σχημάτισαν την ιδέα ότι πίσω από όλες αυτές τις συνωμοτικές κινήσεις βρισκόταν ο υπουργός του τσάρου.

Στην επιστροφή τους λοιπόν από τη Ρωσία οι τρεις στρατιωτικοί βρέθηκαν στην Κωνσταντινούπολη όπου θα συναντήσουν ξανά τον γνώριμο τους Νικ. Σκουφά, που φιλοξενούσε ο Εμμανουήλ Ξάνθος στο σπίτι του. Αλλά στην Πόλη και μάλιστα στο σπίτι των Αινιάνων στα Θεραπεία – όπου κατέλυσαν οι Πελοποννήσιοι στρατιωτικοί – βρισκόταν κιόλας ο Παπαφλέσσας, μυημένος ήδη στα της Φιλικής Εταιρείας. Όλα λοιπόν συντελούσαν στη δημιουργία μιας έντονης επαναστατικής διάθεσης και γενικώς ενός κλίματος που εξήψε το πνεύμα των πρωτεργατών της Φιλικής Εταιρείας.

Εκεί ακριβώς μοιράστηκαν οι αποστολές για τον συντονισμό του έργου σε διάφορε ελληνικές περιοχές και επί τη βάσει του σχεδιασμού αυτού ο Αναγνωσταράς ανέλαβε την Ύδρα, τις Σπέτσες και μέρος της Πελοποννήσου, ο Ηλίας Χρυσοσπάθης και ο Παναγιώτης Δημητρόπουλος τη Μάνη και άλλοι άλλες περιοχές (λ.χ. ο Ασημάκης Κροκίδας την Ήπειρο και ειδικότερα τον ελληνικό κύκλο του Αλή πασά, ο Χριστόδουλος Λουριώτης την Πίζα και το Λιβόρνο), «για να συμπληρωθεί ο αριθμός των 12 του ευαγγελικού κύκλου, που από παρανόηση θεωρήθηκε ότι αντιγράφει η Φιλική Εταιρεία».[9]

Όμως ταυτόχρονα με όλα αυτά τα τόσο σημαντικά για τη μελλοντική επιτυχία του Αγώνα των Ελλήνων, η Φιλική Εταιρεία θα γνωρίσει ένα συντριπτικό πλήγμα: ο ενθουσιώδης και δραστήριος πατριώτης Νικόλαος Σκουφάς λίγο καιρό μετά την άφιξη του στην Κωνσταντινούπολη θα προσβληθεί από σοβαρό καρδιακό νόσημα.

Μια επιστολή του Αθανάσιου Τσακάλωφ προς τον Εμμ. Ξάνθο της 21.4.1818 από τη Σμύρνη αναφέρεται κιόλας στην ασθένεια του Σκουφά. Για την άφιξη του στην Πόλη αλλά και για την αρρώστια του φαίνεται ότι τον είχε ενημερώσει ο ίδιος  ο Ξάνθος («…εχάρην πρώτον μεγάλως και κυρίως διά το ευτυχές κατευώδιον του αγαπητού σου, μ’ όλον ότι μεγάλως « μ’ εδυσαρέστησεν η ασθένεια του…»).[10] Από το ίδιο γράμμα εξάλλου κερδίζουμε και μια ακόμη πληροφορία που έχει να κάνει με τον ενθουσιώδη και παρορμητικό χαρακτήρα του Σκουφά, που συναντά τις επιφυλάξεις του Τσακάλωφ, ο οποίος σημειώνει χαρακτηριστικά: «με κακοφαίνεται διά τον καλόν φίλον σου [Σκουφάς], ότι αι τόσαι εναντιότητες δεν τον έκαμαν ακόμη να σκέπτεται πλέον ησύχως, και να βλέπη καλλίτερα την αλήθειαν, και να διακρίνη μεταξύ τόσων πραγμάτων, τα οποία παρουσιάζονται με το σχήμα της».[11]

 

Το άγαλμα του Νικόλαου Σκουφά στην πλατεία του Κομποτίου Άρτας. Έργο του γλύπτη Βάσου Φαληρέα (1905 – 1979).

 

Ο Νικόλαος Σκουφάς κατοικούσε τότε στο Κουρού Τσεσμέ (Ξηρά Κρήνη), όπου τον φρόντιζε ο γιατρός Mόσxos – αργότερα μετοίκησε στο Αρναούτκιοϊ, κοντά στο σπίτι του Ξάνθου και εκεί τον παρακολουθούσε ο γιατρός Ισαυρίδης. Για τους γιατρούς αυτούς και τις πληρωμές προς αυτούς για όσα έκαναν για να ανακουφίσουν τον Σκουφά θα μιλήσει αργότερα στην Απολογία του[12] ο Ξάνθος, όταν βρέθηκε στην ανάγκη να αποδείξει ότι δεν ξόδευε προς ίδιο όφελος τα χρήματα της Εταιρείας.

Ωστόσο, ο «καλός» (κατά τον χαρακτηρισμό του Ξάνθου) Νικόλαος Σκουφάς μέσα σε τρεις μήνες θα πεθάνει (31 Ιουλίου 1818) και θα ταφεί στο κοιμητήριο του προαστίου αυτού της Κωνσταντινούπολης.

Ο Νικόλαος Σκουφάς είναι φανερό ότι δεν ήξερε πολλά γράμματα, άλλωστε δεν διαθέτουμε σχεδόν κανένα κείμενο γραμμένο από τα χέρια του. Έτσι μοιραία ό,τι γνωρίζουμε γι’ αυτόν και τη δράση του προέρχεται από έμμεση πληροφόρηση, από τις διηγήσεις των άλλων. Όλοι πάντως συμφωνούν ότι υπήρξε ένας δραστήριος πατριώτη και ίσως αυτός να συνέλαβε πρώτος στο μυαλό του την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας.

Ο Ιωάννης Φιλήμων θα βάλει στο στόμα του Σκουφά κατηγορίες εναντίον του Γαλάτη και του Ξάνθου, στοιχεία που δεν διασταυρώνονται από άλλες πηγές· άλλωστε και ο ίδιος ορισμένα από αυτά θα τα πάρει πίσω. Ωστόσο, από την αφήγηση του Φιλήμονα είναι σκόπιμο να επαναλάβουμε εδώ τα λόγια του για τον Νικόλαο Σκουφά, που δεν πρέπει να αφίστανται πολύ από την αλήθεια:

«Ο Σκούφας ήτον άνθρωπος αυστηράς ηθικής, με ευαίσθητον και αγαθήν καρδίαν, φιλάνθρωπος, Ευεργετικός και με μέγαν πατριωτισμόν. Ήτο μέτρια παιδείας, αλλά μεγάλης πείρας. Το όνομα Ελλάς εθεώρει ως το γλυκύτερον υποκείμενον των στοχασμών του. Ετίμα την αρετήν και τον ενάρετον άνθρωπον. Δεν εφρόνει ως  τοιούτον τον πολλά πεπαιδευμένον, αλλ’ ανωφελή εις την ανθρωπότητα και εις το Έθνος του· τον με ολιγώτερα φώτα, με νουν υγιή και ωφέλιμον. Δεν εχθρεύετο τους Τούρκους, αλλά την Διοίκησιν και την πολιτικήν των. Ήτον εχθρός αδιάλλακτος καθενός εν γένει μισέλληνος. Αστείος και ευάρεστος εις την ομιλίαν και τας ευθυμίας, ενθυμείτο πολύ την ευεργεσίαν, χωρίς να καταδέχηται εκδικούμενος την κακίαν του άλλου. Eις τον σκοπόν της Εταιρίας ενόμιζε χρήσιμα τα στρατηγήματα και τα επιτηδεύματα, ως είπαμεν· αλλ’ απετύγχανεν συχνά εις την εκτέλεσίν των. Τοιούτος ήτον ο πρωτεργάτης του ενδόξου σκοπού της Ελληνικής Παλιγγενεσίας αείμνηστος ΣΚΟΥΦΑΣ!!!».[13]

 

Υποσημειώσεις


[1] Αναστάσιος Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τ. Ε’, σ. 9.

[2] Β. Παναγιωτόπουλος,  Η Φιλική Εταιρεία, σ. 14.

[3] Β. Παναγιωτόπουλος,  Η Φιλική Εταιρεία, σ. 17.

[4] Β. Παναγιωτόπουλος,  Η Φιλική Εταιρεία, σ. 17.

[5] Β. Παναγιωτόπουλος,  Η Φιλική Εταιρεία, σ. 19.

[6] Β. Παναγιωτόπουλος,  Η Φιλική Εταιρεία, σ. 19.

[7] Β. Παναγιωτόπουλος,  Η Φιλική Εταιρεία, σ. 23.

[8] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 9.

[9] T. Κανδηλώρος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 189 και Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 24.

[10] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 13.

[11] Στο ίδιο.

[12] Τ. Αθ. Γριτσόπουλος, Φιλικά Κείμενα, σ. 49.

[13] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν, σ. 196-197

 

Βιβλιογραφία


  • Αρχείο Εμμανουήλ Ξανθού, Πρόλογος – Ιστορικά Φιλικής Εταιρείας: Ι. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν, εισαγωγή: Τρισεύγενη Τούμπανη – Δάλλα, τ. 1-3, Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1997, 2000, 2002.
  • Tάσος Αθ. Γριτσόπουλος, «Φιλικά Κείμενα. Εμμανουήλ Ν. Ξάνθου Απολογία, Παν. Αναγνωστοπούλου Παρατηρήσεις», π. Μνημοσύνη 7 (1978-1979), σ. 3-114.
  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845.
  • Βασίλης Παναγιωτοπουλος, «Η Φιλική Εταιρεία. Οργανωτικές προϋποθέσεις της εθνικής Επανάστασης», Ιστορία του Νέον Ελληνισμού 1770-2000, επιμέλεια Β. Παναγιωτόπουλος, τ. 3, Αθήνα, 2003, σ. 9-32.
  • Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναυπλία 1834.
  • Γεώργιος Δ. Φράγκος «Φιλική Εταιρεία», Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΓ, Αθήνα 1975, σ. 424-432.
  • Τάκης Κανδυλώρος, Η Φιλική Εταιρεία 1814-1821, Αθήνα 1926.
  • Αναστ. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τόμ. Ε’, Αθήνα 1872.

 

Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης

Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών

Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών

Ιστορική Βιβλιοθήκη, οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας  «Οι Φιλικοί», Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

.

Read Full Post »

Older Posts »