Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Επανάσταση 21’

Ο εορτασμός της 100/ετηρίδας της Εθνικής Παλιγγενεσίας στο Κρανίδι και την  Ερμιόνη | Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου


 

Ιστορικά στοιχεία

 

Σπυρίδων Λάμπρος (1851-1919). Υπουργός Εκκλησιαστικών και Δημόσιας Εκπαίδευσης και ιστορικός, διετέλεσε πρωθυπουργός της Ελλάδας (27 Σεπτεμβρίου 1916 – 21 Απριλίου 1917). Τσιγκογραφία, «Νέα Ελλάς», 2 (1896) σ. 345.

Ο πρώτος που εισηγήθηκε το θέμα του μεγαλοπρεπούς εορτασμού της 100/ετηρίδας της Ελληνικής Επανάστασης ήταν ο Σπύρος Λάμπρου το 1899. Όταν το 1916 ανέλαβε Υπουργός Παιδείας σύστησε Επιτροπή για την προετοιμασία του εορτασμού του 1821. Ωστόσο, οι δύσκολες περιστάσεις εκείνων των χρόνων δεν επέτρεψαν τη λειτουργία της. Το θέμα επανήλθε δύο χρόνια αργότερα και τότε η Βουλή ομόφωνα «ψήφισε τον Νόμο 1375/1 Απριλίου 1918 που προέβλεπε λαμπρό εορτασμό καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους 1921.

Με το Β.Δ. της 11ης Μαΐου 1918 συστάθηκε η Κεντρική Επιτροπή του εορτασμού. Πρόεδρός της ανέλαβε ο Θεμιστοκλής Σοφούλης, Πρόεδρος της Βουλής, Αντιπρόεδροι ο Μητροπολίτης Αθηνών Μελέτιος, ο Παύλος Κουντουριώτης, Αντιναύαρχος και Υπουργός των Ναυτικών και ο Παναγιώτης Δαγκλής, Αντιστράτηγος και Γενικός Αρχηγός του Στρατού. Ως μέλη της Επιτροπής τοποθετήθηκαν πέντε βουλευτές, τέσσερις πρώην υπουργοί, ένας πρώην βουλευτής, τέσσερις καθηγητές Πανεπιστημίου, ο δημοσιογράφος Άδωνις Κύρου και ο λογογράφος Ιωάννης Δαμβέργης.

Θεμιστοκλής Σοφούλης (1860-1949). Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, υφηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, πρωθυπουργός της Ελλάδας.

Για τις ανάγκες του εορτασμού, με το ίδιο Β.Δ., συστάθηκαν, μεταξύ των άλλων, είκοσι ειδικές επιτροπές. Ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος ανέλαβε Πρόεδρος της «Επιτροπής Μεγάλου Μνημείου», ενώ ο Εμμανουήλ Ρέπουλης Πρόεδρος της «Επιτροπής πνευματικών αγωνισμάτων». Η παραπάνω Επιτροπή καταργήθηκε μετά την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του Δεκεμβρίου του 1920. Την επόμενη χρονιά καταρτίστηκε νέα πολυμελής Επιτροπή με επίτιμο Πρόεδρο τον διάδοχο Γεώργιο και Πρόεδρο τον πρίγκιπα Νικόλαο, σύμφωνα με το Β.Δ. της 20ης Φεβρουαρίου 1921.

Η Μικρασιατική εκστρατεία δεν επέτρεψε να πραγματοποιηθούν οι εκδηλώσεις του εορτασμού, όπως είχε προβλεφθεί. Στις 17 Μαρτίου 1921 συστάθηκε Εκτελεστική Επιτροπή η οποία, μεταξύ άλλων, καθόρισε ιωβηλαίο το έτος 1930. Έτσι στο διάστημα που θα μεσολαβούσε η Κεντρική Επιτροπή θα μπορούσε να προετοιμάσει τις όποιες εκδηλώσεις.

Η Μικρασιατική καταστροφή και τα τραγικά γεγονότα που ακολούθησαν, όπως ήταν φυσικό, δεν επέτρεψαν να γίνουν οι εορταστικές εκδηλώσεις, χωρίς όμως και να ματαιωθούν οριστικά. Στις 28 Δεκεμβρίου 1928 με Π.Δ. ανασυστάθηκε η Κεντρική Επιτροπή εορτασμού. Πρόεδρος ανέλαβε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης, πρώην Πρωθυπουργός και Αντιπρόεδροι ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος και ο Πρόεδρος της Βουλής Ιωάννης Τσιριμώκος. Στην Κεντρική Επιτροπή συμμετείχαν τριάντα οκτώ μέλη, προσωπικότητες των Γραμμάτων και των Τεχνών. Με το Π.Δ. της 22ας Αυγούστου του 1829 συστάθηκαν δέκα πέντε ειδικές επιτροπές, οι οποίες αποτελούνταν από οκτώ έως είκοσι εννέα επιτροπές που ανέλαβαν ισάριθμες δράσεις του εορτασμού.

 

Ο εορτασμός της 100/ετηρίδας στο Κρανίδι

 

Στις 29 Σεπτεμβρίου 1930 ημέρα Δευτέρα τελέσθηκε με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια αλλά και συγκίνηση ο εορτασμός της 100/ετηρίδας στο Κρανίδι. Πρόεδρος της Κοινότητας ήταν τότε ο Εμμανουήλ Σκλαβούνος, ενώ Πρόεδρος της Επιτροπής εορτασμού ανέλαβε ο Ιωάννης Κοκκίνης, Πρόεδρος του Συνδέσμου Κρανιδιωτών «Ο Προφήτης Ελισσαίος». Μέλη της Επιτροπής ήσαν οι Γεώργιος Παρασκευόπουλος, Θεόδωρος Χαρακόπουλος, Δημήτριος Μπαστούνης και Άγγελος Στυλιάτης.

Σύμφωνα με το πρόγραμμα των εορταστικών εκδηλώσεων στις 28 Σεπτεμβρίου 1930 ημέρα Κυριακή θα αναχωρούσε από τον Πειραιά το ατμόπλοιο «Ιωάννα» κατευθείαν για το Πόρτο Χέλι. Όσοι Κρανιδιώτες επιθυμούσαν μπορούσαν να ταξιδεύσουν δωρεάν, για να παρακολουθήσουν και να τιμήσουν με την παρουσία τους τις εκδηλώσεις.

 

Ο εορτασμός της 100/ετηρίδας στο Κρανίδι

 

Την επομένη, 29 Σεπτεμβρίου 1930, αναχώρησε από το Φάληρο για το Πόρτο Χέλι το αντιτορπιλικό «ΛΕΩΝ», στο οποίο επέβαιναν οι επίσημοι. Στην είσοδο του Ιερού Ναού της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, τους έγινε η καθιερωμένη υποδοχή και ακολούθησε δοξολογία. Τον πανηγυρικό εκφώνησε ο ομότιμος καθηγητής της Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Ιωάννης Μεσολωράς.

Στη συνέχεια εψάλη επιμνημόσυνη δέηση, έγιναν τα αποκαλυπτήρια του Ηρώου των πεσόντων και κατάθεση των στεφάνων. Ακολούθησε δεξίωση των επισήμων στο Κοινοτικό κατάστημα και στις 1:00 μ.μ. γεύμα «εις την πλατείαν του Αγίου Χαραλάμπους υπό σκιάδαν» προς τιμή των επισήμων και των καλεσμένων. Το γεύμα περιλάμβανε ορεκτικά Κοιλάδας, μπαρμπούνια Πορτοχελίου, τυρόπιττα Διδύμων, κοτόπουλα Φούρνων, δίπλες Κρανιδίου, φρούτα Ερμιόνης και ρετσινάτο απ’ τα Φλάμπουρα. Την κυβέρνηση εκπροσώπησε ο Ερμιονίτης Υπουργός Οικονομικών Βασίλειος Δεληγιάννης.[1]

Στις 15 Οκτωβρίου 1930 η Επιτροπή των εκδηλώσεων συνέταξε τον οικονομικό απολογισμό του εορτασμού. Τα έσοδα ήσαν 91.554 δραχμές, τα έξοδα 131.443,30 δραχμές, ενώ το «έλλειμμα» ανερχόταν στις 39.894,70 δραχμές. Για να καλυφθεί το έλλειμμα η Επιτροπή απευθυνόμενη «προς τους απανταχού εκ της επαρχίας καταγομένους», σημείωνε στο κάτω μέρος της 4ης σελίδας του εντύπου απολογισμού «να συνεισφέρουν τον οβολόν των».

Επίσης με το από 20 Νοεμβρίου 1930 έγγραφό της ενημέρωνε την Κεντρική Επιτροπή ότι με τους εράνους που έκαμε μεταξύ των Κρανιδιωτών δεν κατάφερε να καλύψει τα έξοδα της ανέγερσης του μνημείου και της διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου. Ως εκ τούτου ζητούσε από την Κεντρική Επιτροπή των εκδηλώσεων 15.000 δραχμές, ενώ τις 25.000 δραχμές που υπολείπονταν «θέλομεν εξεύρει αλλαχόθεν». Πάντως από τα σχετικά έγγραφα (έντυπο απολογισμού προς Κ.Ε.) διαπιστώνεται ότι τα μέλη της Επιτροπής εκδηλώσεων Κρανιδίου «έβαλαν βαθιά το χέρι στην τσέπη τους» για τον επετειακό εορτασμό.

 

Ο εορτασμός της 100/ετηρίδας στην Ερμιόνη

 

Με ιδιαίτερη λαμπρότητα αλλά και σεμνότητα η Ερμιόνη απέδωσε τον φόρο τιμής και ευγνωμοσύνης σ’ εκείνους που με τη θυσία τους κράτησαν ζωντανό το δέντρο της λευτεριάς.[2]

Με το υπ’ αριθμ. 3/9 Μαρτίου 1930 ψήφισμά του το Κοινοτικό Συμβούλιο της Ερμιόνης που το αποτελούσαν ο Απόστολος Παπαβασιλείου ως Πρόεδρος, ο Αντώνιος Τσαούσης ως Αντιπρόεδρος και τα μέλη Γεώργιος Φραγκούλης, Δημήτριος Παναγιώτου, Σπύρος Γκάτσος, Δημήτριος Μερτύρης, Εμμανουήλ Σκούρτης και Ιωσήφ Μερτύρης αποφάσιζε η Ερμιόνη, ως ιστορική πόλη, να μετέχει του εορτασμού της 100/ετηρίδας.

 

Ο εορτασμός της 100/ετηρίδας στην Ερμιόνη

 

Πρότεινε δε να κατασκευαστούν, με δαπάνες της Κοινότητας, δύο αναμνηστικές πλάκες της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης «εκ Πεντελισίου μαρμάρου» με τα σχετικά επιγράμματα και να εντοιχιστούν η μία στην (ανατολική) πρόσοψη του Ι.Ν. των Ταξιαρχών, όπου ορκίστηκαν οι πληρεξούσιοι της Συνέλευσης και η άλλη στη (βορεινή) πρόσοψη της οικίας κληρονόμων Κοσμά Δ. Οικονόμου, όπου συνήλθε η Γ΄ Εθνοσυνέλευση. Η πίστωση που καταγράφηκε στον κοινοτικό προϋπολογισμό για την αξία της κατασκευής ανερχόταν στις 20.000 δραχμές. Τα αποκαλυπτήρια των δύο μαρμάρινων επιγραφών θα γίνονταν την ημέρα του εορτασμού της 100/ετηρίδας που πρότειναν να είναι η 8η Νοεμβρίου, ημέρα που πανηγυρίζει ο ιστορικός Ι.Ν. των Ταξιαρχών.

Κατόπιν αυτών με την από 20 Μαρτίου 1930 αναφορά του προς την Κεντρική Επιτροπή του εορτασμού της 100/ετηρίδας ο Πρόεδρος της Κοινότητας Απόστολος Παπαβασιλείου παρακαλεί να συμπεριληφθεί η Ερμιόνη στο πρόγραμμα των εκδηλώσεων, οι οποίες θα διεξαχθούν όπως ακριβώς περιγράφονται στο ψήφισμα του Κοινοτικού Συμβουλίου, το οποίο και τους κοινοποιεί.

Επίσης αναφέρει ότι όλοι οι επίσημοι θα τύχουν «αξιοπρεπούς υποδοχής». Για τον σκοπό αυτό με δεύτερο έγγραφό του την ίδια ημερομηνία, 20 Μαρτίου 1930, ζήτησε τη μεσολάβηση του αρχηγού της Αντιπολίτευσης Παναγή Τσαλδάρη στην Κεντρική Επιτροπή, για να συμπεριληφθεί η Ερμιόνη στο πρόγραμμα του εορτασμού της 100/ετηρίδας.

Ζήτησε επίσης και τη μεσολάβηση του Πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος έστειλε το έγγραφο απευθείας στην Κ.Ε. του εορτασμού ζητώντας ενημέρωση. Ενώ γίνονταν οι παραπάνω διεργασίες και καθώς αναφέρει ο Ιωάννης Ηρ. Μάλλωσης στο βιβλίο του «Η εν Ερμιόνη Γ΄ Εθνοσυνέλευσις», η Κοινοτική αρχή Ερμιόνης αποφάσισε «να υψώση εις την κεντρικήν πλατείαν της πόλεως εις την του λιμένος εκ λευκού Πεντελησίου μαρμάρου Ηρώον» για εκείνους τους συμπολίτες μας που έπεσαν στους ένδοξους πολέμους 1912-1913 και να χαράξει επ’ αυτού τα ονόματά τους με χρυσά γράμματα.

Όταν η Κ.Ε. απάντησε θετικά στις προτάσεις της Κοινοτικής Αρχής ξεκίνησαν οι προετοιμασίες. Πρόεδρος της τοπικής επιτροπής του εορτασμού ορίστηκε ο πρώην δήμαρχος Ερμιόνης Κωνσταντίνος Κυρ. Γκολεμάς ο οποίος εκπροσωπούσε και τον δήμαρχο Άργους. Παράλληλα εκλέχτηκε 25μελής επιτροπή αποτελούμενη από ευυπόληπτα μέλη της ερμιονίτικης κοινωνίας, για να βοηθήσει στην οργάνωση του τοπικού εορτασμού.

Οι εορτές της 100/ετηρίδας διεξήχθησαν το Σάββατο 8 Νοεμβρίου 1930 με περισσή μεγαλοπρέπεια και τη συμμετοχή πλήθους κόσμου σύμφωνα με το πρόγραμμα, αντίγραφο του οποίου βρίσκεται στο αρχείο μας. Το Υπουργείο των Ναυτικών εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 95/10530/7 Νοεμβρίου 1930 διαταγή του σύμφωνα με την οποία: «Δι’ ατμοπλοίου «Ιωάννα» διερχομένου αύριον Σάββατον εκ Πόρου αποστείλατε εις Ερμιόνη μουσικήν Πόρου όπως παραστή εις τα εκεί εορτάς της 100/ετηρίδας.

Επιπροσθέτως από την Κ.Ε. ο Ιωάννης Δαμβέργης έστειλε το υπ’ αριθμ. 2235/7-11-1930 τηλεγράφημα προς τον Πρόεδρο της Επιτροπής εορτασμού της 100/ετηρίδας Κωνσταντίνο Γκολεμά γνωρίζοντάς του ότι:

«Πολεμικόν φέρον επισήμους αποπλεύσει δεκάτην πρωϊνήν Σάββατον. Κ.Ε. 100/ετηρίδας αντιπροσωπεύσει Στρατηγός Πετρίδης, καταθέσει στέφανον, αναμνηστικήν πλάκα οικία, Γ΄ Εθνοσυνελεύσεως.

 

Πρόγραμμα Εορτών

 

Α΄

Ώρα 8:00 π.μ. αναχώρηση από τον Πειραιά του ατμόπλοιου της γραμμής «Ιωάννα», για να μεταβούν στην Ερμιόνη οι προσκεκλημένοι και όσοι επιθυμούν να παρευρίσκονται στις εορτές.

Ώρα 10:00 π.μ. αναχώρηση από το Ν. Φάληρο πολεμικού του Στόλου για να μεταβούν στην Ερμιόνη οι επίσημοι.

Β΄

Ώρα 2:00 μ.μ. άφιξη των επισήμων και των προσκαλεσμένων στην Ερμιόνη.

Γ΄

Προσφώνηση του Προέδρου της Κοινότητας, μετάβαση στον Ι.Ν. των Ταξιαρχών, Δοξολογία χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Ύδρας κ. Προκοπίου και αποκαλυπτήρια των δύο επιγραφών.

Δ΄

Επιμνημόσυνη δέηση στο Ηρώον, αποκαλυπτήρια του Ηρώου και κατάθεση στεφάνου.

Ε΄

Μετάβαση στα Μαντράκια και αποκάλυψη της αναμνηστικής μαρμάρινης επιγραφής που εντοιχίστηκε στο σπίτι των Μητσαίων από τον εγγονό τους στρατηγό Σταμάτη Αντ. Μήτσα. Δεξίωση των επισήμων. Λήξη των εορτών.

Την Κεντρική Επιτροπή 100/ετηρίδας εκπροσώπησε ο υποστράτηγος Ιωάννης Πετρίδης, τη δε Κυβέρνηση ο Ερμιονίτης Υφυπουργός Οικονομικών Βασίλειος Δεληγιάννης.

 

Υποσημειώσεις


[1] Λεπτομερής περιγραφή των εκδηλώσεων υπάρχει στο βιβλίο του Γ. Π. Παρασκευόπουλου: «Ακτίνες και Νέφη», Αθήνα 1932.

[2] Ο εορτασμός της 100/ετηρίδας περιγράφεται στο βιβλίο του Ιωάννη Ηρ. Μάλλωση: «Η εν Ερμιόνη Γ΄ Εθνοσυνέλευσις», Αθήναι 1930.

 

Πηγή


Γ.Α.Κ. «Αρχείο Ιωάννη Δαμβέργη»

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης Τζένη Δ. Ντεστάκου

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η Ηώς (1830-1831)


 

Σύγγραμμα περιοδικόν ασχολούμενον περί την φιλολογίαν, φιλοσοφίαν, περί τας επιστήμας, τέχνας, γεωργίαν, εμπόριον κ.λπ. Ναύπλιο, 1 Φεβρ. 1830 – 25 Απρ. 1831, αρ. τχ. 1-17, με διακοπές. Εκδότης: Εμ. Αντωνιάδης.

Κάτω από τον τίτλο τα ακόλουθα: «Εκδίδεται άπαξ της εβδομάδος. Τιμάται κατ’ έτος Φοίνικες 25, καθ’ εξαμηνίαν Φοίνικες 12½. Εν Ναυπλίω 1 Φεβρουάριου 1830». Μότο: «Πενίαν και ατιμίαν αφαιρείται η παιδεία». Παρά το γεγονός ότι σε κάθε τεύχος ο εκδότης δηλώνει ότι το περιοδικό είναι εβδομαδιαίο, η Ηώς κυκλοφορούσε άρρυθμα: (αρ. τχ. 1, 1 Φεβρ. 1830· αρ. τχ. 2, 15 Φεβρ. 1830· αρ. τχ. 3, 1 Μαρτ. 1830· αρ. τχ. 4, 15 Μαρτ. 1830· αρ. τχ. 5, 25 Μαρτ. 1830· αρ. τχ. 6, 3 Απρ. 1830· αρ. τχ. 7/8, 3 [18] Απρ. 1830. Σε κανονικό εβδομαδιαίο ρυθμό (από το τχ. 9, 23 Αυγ. 1830 έως και το τχ. 15, 4 Οκτ. 1830). Τα δύο τελευταία τεύχη, αρ. 16 και 17 εκυκλοφόρησαν στις 18 και 25 Απρ. 1831, αντιστοίχως και έχουν την ένδειξη «Έτος Β’». Οκτασέλιδη, διαστάσεων 20×14 εκ. Σελιδαρίθμηση: έως και το διπλό τχ. 7/8 της 3ης [18ης] Απρ. 1830, σελιδαρίθμηση κατά τεύχος. Από το τχ. 9 (23 Αυγ. 1830) έως το τχ. 17 (25 Απρ. 1831) σελιδαρίθμηση ενιαία, με τελευταία τη σελίδα 72. Ένας από τους υπάρχοντες τόμους αποτελείται από 17 τεύχη (αρ. τχ. 1-17), συσταχωμένα, ενώ στο χάρτινο εξωτερικό περίβλημα σημειώνονται τα ακόλουθα: «Η Ηώς. Σύγγραμμα περιοδικόν. Εκδιδόμενον εν Ναυπλία κατά το 1830 έτος. Παρά του Κ. Εμ. Αντωνιάδου». Συνδρομές: ετήσια 25 φοίνικες, εξαμηνιαία 12½ φοίνικες. Τυπογραφείο: Εμμ. Αντωνιάδου.

Αντωνιάδης Εμμανουήλ (1791-1863). Δημοσιεύεται στο «Εθνικόν Ημερολόγιον Βρετού», τ. 5, No 1 (1865).

Είναι το πρώτο περιοδικό που εκδόθηκε σε ελεύθερη ελληνική πόλη και αποτελεί μία από τις πρώτες προσπάθειες να αναβιώσει ο περιοδικός Τύπος στην Ελλάδα. Ο Εμ. Αντωνιάδης έχοντας επίγνωση της αξίας και της δύναμης του Τύπου και της τυπογραφίας έφερε και εγκατέστησε στο Ναύπλιο ιδιόκτητο τυπογραφείο στο οποίο από τον Φεβρουάριο 1830 τύπωνε την Ηώ. Στο πρώτο φύλλο ο εκδότης δημοσιεύει δύο σύντομα κείμενα (είναι πολύ πιθανό ότι εκυκλοφόρησαν και αυτοτελώς). Το πρώτο με χρονολογία 1 Φεβρουαρίου 1830 το τιτλοφορεί «Είδησις», και το υπογράφει «ο πολίτης Εμ. Αντωνιάδης». Το δεύτερο χρονολογημένο 4 Φεβρουαρίου 1830, το απευθύνει «Προς τους Λογίους».

Τα δύο αυτά κείμενα απηχούν αφενός τις απόψεις του ως προς την αποστολή και τη σημασία του Τύπου για τη διαμόρφωση υγιούς πολιτικού, κοινωνικού, και πνευματικού βίου και αφετέρου διαγράφουν τα πλαίσια μέσα στα οποία ο εκδότης προτίθεται να κινηθεί για να επιτύχει στο έργο του. Και τα δύο κείμενα βρίσκονται μέσα στο κλίμα του διαφωτισμού, όπως είχε αναπτυχθεί και διαμορφωθεί τις δύο δεκαετίες που προηγήθηκαν από την Επανάσταση: Στην πρόσκλησή του εξάλλου προς όλους τους λογίους, για να συνεργασθούν, επισημαίνει τους λόγους για τους οποίους επεχείρησε την έκδοση της Ηούς: «Ο λόγος είναι περί της ηθικής βελτιώσεως του έθνους», καθώς και για την υποχρέωση των λογίων να συντελέσουν στην πραγματοποίησή του, «σεις δε ως λόγιοι και Διδάσκαλοι, χρεωστείτε παρά πάντας τους άλλους να συντρέξετε εις τον σκοπόν».

Στο ίδιο κείμενο εκφράζει την απόλυτη πίστη και αφοσίωσή του στην συνταγματική τάξη που δημιουργεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την καλή λειτουργία του πολιτεύματος: «αν […] η ελευθερία του τύπου είναι εν εκ των ιερωτέρων δικαιωμάτων του πολίτου Έλληνος, των πασιφανώς διακηρυχθέντων και καθιερωθέντων ενώπιον θεού και ανθρώπων, τα οποία δικαιώματα του πολίτου ως πρώτη και ιερωτέρα βάσις των πολιτικών μας θεσμών, σέβονται καθ’ όλην την έκτασιν των και Κυβερνούντες και Κυβερνώμενοι». Τελευταία και χαρακτηριστική φράση του τελευταίου άρθρου που εδημοσίευσε η Ηώς (αρ. τχ. 17, σ. 72): «Η ευνομία φέρει και την ησυχίαν». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η δίωξη της Εφημερίδας «Ο Απόλλων»


 

Το καλοκαίρι του 1830 ο Αναστάσιος Πολυζωίδης επέστρεψε στην Ελλάδα, υστέρα από συμπληρωματικές σπουδές δύο χρόνων περίπου στο εξωτερικό. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης είχε διαδραματίσει δευτερεύοντα ρόλο, τώρα όμως ένοιωθε αρκετά ικανός για ουσιαστικότερη παρουσία στο ελεύθερο πια κράτος. Η πολιτική κατάσταση στο μεταξύ είχε αλλάξει: το σύνταγμα της Τροιζήνας, στη σύνταξη του όποιου και ο ίδιος συνέβαλε, είχε ανασταλεί και όλη η εξουσία βρισκόταν στα χέρια του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.

Αναστάσιος Πολυζωίδης

Ο Πολυζωίδης, σαν φιλελεύθερος, ανήκε ιδεολογικά στην αντιπολίτευση. Παρόλα αυτά θέλησε να υπηρετήσει κάτω από τις διαταγές του Κυβερνήτη, τον όποιο σεβόταν και ευγνωμονούσε για τη χρηματική ενίσχυση των σπουδών του. Στην αρχή προσπάθησε να καταλάβει υπεύθυνη θέση στον κρατικό μηχανισμό, αλλά οι ελπίδες του διαψεύστηκαν. Οι θέσεις που του πρόσφερε η Κυβέρνηση έθιγαν, κατά τη γνώμη του, τη φιλοτιμία του και, το σπουδαιότερο, δεν του παρείχαν την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει γόνιμα όσα έμαθε σπουδάζοντας τόσα χρόνια. Η πεποίθηση ότι σαν πνευματικός άνθρωπος είχε υψηλότερη αποστολή τον ώθησε στην απόρριψή τους. Συγχρόνως άλλη απογοήτευση περίμενε τον νεαρό διανοούμενο: η επιθυμία του να εκδώσει μετάφραση της Πολιτικής Οικονομίας του Ιωσήφ Δροζίου δεν έγινε ευνοϊκά δεχτή από τον Κυβερνήτη, ο όποιος θεώρησε τους Έλληνες ανώριμους ακόμη για να ωφεληθούν από το έργο αυτό. Η δημοσιογραφία πρόβαλε τότε στον Πολυζωίδη σαν το μόνο μέσο αξιόλογης προσφοράς στους συμπολίτες του. Στην απόφασή του αυτή θα παρακινήθηκε ασφαλώς από τους αντιπολιτευόμενους την Κυβέρνηση φίλους του και ιδιαίτερα από τον παλιό του προστάτη Αλ. Μαυροκορδάτο. Οι τελευταίοι επιθυμούσαν να καλύψουν το κενό που άφησε, ύστερα από τη δίωξή της, η ανεξάρτητη εφημερίδα «Η Ηώς» του Εμμ. Άντωνιάδη.

Ο Πολυζωίδης γνωστοποίησε την έκδοση της εφημερίδας του «Ο Απόλλων» με την προκήρυξη της 13 Δεκεμβρίου 1830. Σ’ αυτή τόνιζε την ιερή αποστολή του τύπου: ότι είναι φύλακας όλων των ελευθεριών και ότι συμβάλλει ουσιαστικά στο φωτισμό του έθνους. Υποσχέθηκε την καταχώριση ειδήσεων από το εξωτερικό και διακήρυξε την αμετάτρεπτη απόφασή του να υπηρετήσει, μέσα στα όρια του νόμου και χωρίς καμιά παρέκκλιση η συγκατάβαση, την αλήθεια και τη δικαιοσύνη.

Τα πρώτα αντίτυπα της προκήρυξης στάλθηκαν στον Γραμματέα της Δημόσιας Παιδείας Ν. Χρυσόγελο για να παραδοθούν στον Κυβερνήτη, ο όποιος ετοιμαζόταν τότε να αναχωρήσει από το Ναύπλιο. Η ενέργεια αυτή δεν σήμαινε αίτηση επίσημης άδειας για την έκδοση, αλλά αποτελούσε απλή γνωστοποίηση και πρόσκληση συνδρομής.

Ο Πολυζωίδης γνώριζε καλά ότι σύμφωνα με τις αρχές των επαναστατικών Εθνοσυνελεύσεων, οι όποιες αποτέλεσαν τις συνταγματικές βάσεις της Κυβέρνησης Ιω. Καποδίστρια και τις όποιες αναγνώρισε χωρίς τροποποιήσεις η Δ’ Εθνοσυνέλευση του Άργους (1829), ο εκδότης ενός εντύπου δεν υπέκειτο σε κανένα περιορισμό παρά μόνο στην τήρηση των έξης όρων: να σεβαστή τη χριστιανική θρησκεία και τις αρχές της ηθικής· να αποφύγει κάθε προσωπική ύβρη και συκοφαντία. Κατά συνέπεια η άδεια ήταν περιττή και αν τυχόν η Κυβέρνηση διεκδικούσε το δικαίωμα συγκατάθεσης ή άρνησης στην έκδοση μιας εφημερίδας, θα ενεργούσε αντίθετα προς τη συνταγματική διάταξη που όριζε τον τύπο ανεξάρτητο. Εξ άλλου είχε ήδη εκδοθεί η «Ηώς» χωρίς να χρειαστεί κυβερνητική άδεια. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο Απόλλων: Εφημερίς της Ύδρας –  Το αντιπολιτευτικό όργανο των συνταγματικών κατά του Καποδίστρια


 

Η εφημερίδα «Ο Απόλλων» εκδιδόταν από τις 11 Μαρτίου ως τις 9 Οκτωβρίου 1831, από τον Αναστάσιο Πολυζωίδη (1802-1873), πολιτικό φίλο του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και ένθερμο υποστηρικτή των δημοκρατικών και συνταγματικών θεωριών της Ιουλιανής Επανάστασης του 1830 στη Γαλλία. Πρόκειται για τον μετέπειτα δικαστικό, που δίκασε τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη το 1834 και αρνήθηκε να επικυρώσει τη θανατική του καταδίκη, με αποτέλεσμα να υποστεί διώξεις και ο ίδιος. Η εφημερίδα του Πολυζωίδη εξελίχθηκε σε αδιάλλακτο αντιπολιτευτικό όργανο, που προπαγάνδιζε ανοιχτά την εξέγερση κατά του Κυβερνήτη.

 

Ο Απόλλων Εφημερίς της Ύδρας, πολιτική και φιλολογική. Ύδρα, 11 Μαρτ. 1831 – 7 Οκτ. 1831, αρ. φ. 1 – 60. Ιδρυτής – εκδότης: Αναστάσιος Πολυζωίδης. Μότο: «Ούτε εκ του Κόσμου τον Ήλιον ούτε εκ της Ομιλίας αρτέον την Παρρησίαν» (Πλούταρχος). Από το φ. 6 (28 Μαρτ. 1831) προστίθεται το σύνθημα «Εθν. Συνέλευσις! Σύνταγμα!», το οποίο γίνεται στο φ. 46 (15 Αυγ. 1831) «Ελεύθερ’ Εκλογαί! Σύνταγμα!». Δισεβδομαδιαία (Τετάρτη και Σάββατο), τετρασέλιδη, δίστηλη, διαστάσεων 32×22 εκ. Ετήσια συνδρομή, 36 φοίνικες, κατά τετραμηνία 12 φοίνικες. Από το φ. 40 αναγράφεται η ετήσια συνδρομή σε τάλληρα, έξι και δύο αντίστοιχα. Είχε ως βάση της κυκλοφορίας της τους συνδρομητές. Ο εκδότης, που μιλά για τον «μέγαν αριθμόν των συνδρομητών μας», εξέδωσε δύο προκηρύξεις (Ναύπλιο, 19 Δεκ. 1830 και Ύδρα, 6 Μαρτίου 1831) και παραρτήματα όταν το απαιτούσε η ύλη (αρ. φ. 15, 29 Απρ. 183Τ αρ. φ. 24, 30 Μαΐου 1831· αρ. φ. 31, 24 Ιουν. 1831· αρ. φ. 42, 1 Αυγ. 1831· αρ. φ. 44-45, 12 Αυγ. 1831· αρ. φ. 48-49, 26 Αυγ. 1831· αρ. φ. 59, 30 Σεπτ. 1831). Διέθετε ιδιόκτητο τυπογραφείο όπως φαίνεται από την είδηση στο φ. 20-21 (20 Μαΐου 1831): «εξ αιτίας τίνος επισκευής, της οποίας έλαβεν εν τω μεταξύ χρείαν το ατελές πιεστήριόν μας […] ηναγκάσθημεν ν’ αναβάλωμεν το φύλλον του Σαββάτου, και να συνάψωμεν αυτό με το σημερινόν».

Αναστάσιος Πολυζωίδης

Πρόκειται για πολιτική, αντιπολιτευτική εφημερίδα, την πρώτη στην ιστορία του ελληνικού Τύπου. Το πρώτο φύλλο της, σύμφωνα με την προκήρυξη της 19ης Δεκεμβρίου 1830, θα κυκλοφορούσε στο Ναύπλιο την 1η Ιανουάριου 1831. Η απόφαση να απαγορευθεί η κυκλοφορία του Απόλλωνα και να κατασχεθεί το πρώτο φύλλο από την αστυνομία έγινε κατά παράβαση των ψηφισμάτων της Δ’ Εθνοσυνέλευσης του Άργους (1829), που όριζε τον Τύπο ανεξάρτητο και την έκδοση εντύπου χωρίς να χρειάζεται κυβερνητική άδεια.

Στις 6 Μαρτίου 1831 ο Αναστάσιος Πολυζωίδης με νέα προκήρυξη γνωστοποίησε την επανέκδοση του Απόλλωνα στην Ύδρα με την υποστήριξη της οικογένειας Κουντουριώτη. Από το πρώτο φύλλο ο εκδότης έθεσε το ζήτημα της ελευθεροτυπίας, αναφερόμενος με σειρά άρθρων του στην παρεμπόδιση της έκδοσης και κυκλοφορίας του φύλλου στο Ναύπλιο, καυτηριάζοντας τα ανελεύθερα μέτρα του Καποδίστρια.

Η αντιπολίτευση εκμεταλλεύτηκε την παραβίαση των συνταγματικών διατάξεων, εγκολπώθηκε την υπόθεση και πρόβαλε τον Απόλλωνα ως σύμβολο της διωκόμενης πολιτικής ελευθερίας. Η εξασφάλιση της έκδοσης της εφημερίδας αποτελούσε επιδίωξη της αντιπολίτευσης εφόσον θα κάλυπτε το κενό που άφησε, ύστερα από τη δίωξη της, η εφ. Ηώς (1830) του Εμμανουήλ Αντωνιάδη. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Γαζής Άνθιμος (Βυζίτσα, 1758 – Ερμούπολη, 1828)


 

Προσωπογραφία του Άνθιμου Γαζή. Ελαιογραφία σε μουσαμά του Αυγούστου Πικαρέλλη. Συλλογή προσωπογραφιών Εθνικού Ιστορικού Μουσείου.

Κληρικός, λόγιος, εκδότης, μεταφραστής, απόστολος της Φιλικής Εταιρείας και αγωνιστής. Το οικογενειακό του όνομα ήταν Αναστάσιος Γκάαζαλης. Γεννημένος στη Βυζίτσα, μικρό χωριό κοντά στις Μηλιές του Πηλίου, είναι μαζί με τον Δανιήλ Φιλιππίδη και τον εξάδελφό του Γρηγόριο Κωνσταντά, ιδρυτές της Μηλεωτικής Σχολής.

Εργάσθηκε επίμονα για την προαγωγή της παιδείας του έθνους και για την εθνική απελευθέρωση. Έλαβε τις πρώτες εγκύκλιες σπουδές στην πατρίδα του και ακολούθησε μαθήματα σε γνωστά σχολεία του ελληνισμού. Χειροτονήθηκε διάκονος το 1774. Στην Κωνσταντινούπολη έλαβε το αξίωμα του αρχιμανδρίτη και μετονομάστηκε σε Άνθιμος. Το έτος 1796 έφθασε στη Βιέννη όπου υπηρέτησε ως εφημέριος του ναού του Αγίου Γεωργίου έως το 1817 όταν, μυημένος ήδη στην Φιλική Εταιρεία, ταξίδεψε στις Παρίστριες Ηγεμονίες με σκοπό την διάδοση και την επίτευξη των στόχων της Εταιρείας. Με την έκρηξη της Επανάστασης ανέλαβε έντονη δράση, συμμετέχοντας στην εξέγερση της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Μαγνησίας.

Στην αυστριακή πρωτεύουσα ο Γαζής ανέπτυξε πολλές δραστηριότητες, μη περιοριζόμενος στα εκκλησιαστικά του καθήκοντα ασχολήθηκε συγχρόνως με εκδοτικές εργασίες ως υπεύθυνος επιμελητής ελληνικών επιστημονικών βιβλίων μεταξύ των οποίων μεταφράσεις του Δανιήλ Φιλιππίδη (Condillac, Λογική 1801· Lalande, Αστρονομία, 1803). Το έτος 1799 μεταφράζει και εκδίδει το βιβλίο του Benjamin Martin, Γραμματική των Φιλοσοφικών Επιστημών.

Στην πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα εκδίδει γεωγραφικούς χάρτες, γεωγραφικά βιβλία (Γεωγραφία του μητροπολίτη Μελετίου, 1807) και βάζει σε εφαρμογή το σχέδιό του για την έκδοση του Ελληνικού Λεξικού (τ. Α’: 1809, τ. Β’: 1812, τ. Τ’: 1816).

 

Παγκόσμιος χάρτης του Άνθιμου Γαζή (1800). Αντίτυπο της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας.Ο σπάνιος παγκόσμιος χάρτης του Γαζή χρηματοδοτήθηκε «χάριν των φιλομαθών» από τον ελληνικής παιδείας λόγιο Γεώργιο Γολέσκου (Iordache Golescu), γιο του «ενδοξοτάτου άρχοντος μεγάλου Βορνίκου Ραδουκάνου Γολέσκου» (όπως αναγράφεται στο χάρτη) και πρεσβύτερο αδελφό του γνωστού διαφωτιστή Κωνσταντίνου Γολέσκου (Dinicu Golescu). Στο κάτω δεξιά μέρος του χάρτη απεικονίζεται η εικόνα του Αλέξανδρου Μουρούζη, του φαναριώτη ηγεμόνα της Βλαχίας εκείνη την εποχή. Αντίτυπο εκτίθεται και στην Κοβεντάρειο Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης.

 

Στην αυστριακή πρωτεύουσα ανέπτυξε δεσμούς με ξένους λογίους (Villoison, Barbié du Bocage, B.J. Kopitar, F.K. Alter, Fr. Thiersch), επιτυγχάνοντας, χάρη στις επαφές του, τη δημοσίευση επιδόσεων και επιτευγμάτων ελληνικών σε φιλολογικά περιοδικά και εφημερίδες της Αυστρίας και Γαλλίας.

Σημαντικές στάθηκαν και οι πολιτικές του δραστηριότητες ιδίως την εποχή του Συνεδρίου της Βιέννης (1814). Οι στενές σχέσεις του με τον μητροπολίτη πρώην Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο και τον Ιωάννη Καποδίστρια, υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας, τον κατέστησαν ύποπτο στην μυστική αυστριακή αστυνομία που έκτοτε τον παρακολουθούσε.

Τον Ιανουάριο 1811, εκδίδει στη Βιέννη, το πρώτο ελληνικό περιοδικό γενικής παιδείας Ερμής ο Λόγιος. Η έκδοση πραγματοποιήθηκε με την συμπαράσταση και την οικονομική χορηγία του μητροπολίτη Ιγνατίου και της «Φιλολογικής Εταιρείας» του Βουκουρεστίου, σε μια προσπάθεια ενίσχυσης και ανανέωσης των ελληνικών πνευματικών επιδόσεων. Την ανάγκη για τη δημιουργία ελληνικού φιλολογικού περιοδικού είχε επισημάνει νωρίτερα ο Αδαμάντιος Κοραής, υποδεικνύοντας τον Άνθιμο Γαζή ως τον πλέον κατάλληλο να το διευθύνει.

Ο Άνθιμος Γαζής παρέμεινε εκδότης του περιοδικού στα πρώτα, δύσκολα χρόνια (1811-1815). Συγκέντρωσε αξιόλογο αριθμό συνεργατών, με στόχο την παρουσίαση θεμάτων σχετικά με την γλώσσα και την φιλολογία, την αρχαιολογία, την ελληνική μυθολογία, τις επιστήμες, την βιβλιοπαραγωγή, ελληνική και ξένη. Η συμβολή του στην έκδοση του Λόγιου Ερμή στάθηκε αποφασιστική, ιδίως χάρη στην επιμονή που έδειξε στην πρώτη περίοδο για την επιβίωσή του. Έτσι το περιοδικό συνέχισε να εκδίδεται και μετά την αναχώρηση του από την Βιέννη, με την ευθύνη του Θεόκλητου Φαρμακίδη και του Κωνσταντίνου Κοκκινάκη (1816-1821).

Τον πολυκύμαντο βίο του τελείωσε στην Ερμούπολη, τον Νοέμβριο 1828, ταλαιπωρημένος και παραμερισμένος Διδάσκαλος στην Τήνο, μετά το πέρας του Πολέμου της Ανεξαρτησίας, δεν βρήκε την συμπαράσταση την οποία επερίμενε. Απέθανε «εν εσχάτη πενία και ελεεινότητι», σύμφωνα με τον βιογράφο του Αδ. Κοραή. Δ. Θερειανό (Αδ. Κοραής, υπό Δ. Θερειανού, τ. Β’, 1890, σ. 296).

 

Εργογραφία

 

  • Γραμματική των φιλοσοφικών επιστημών του Μπεντζαμίν Μαρτέν, Βιέννη, 1799
  • Άτλας περιέχων καθολικούς γεωγραφικούς πίνακας της υδρογείου σφαίρας, Βιέννη, 1800
  • Carte de la Grece ή Πιναξ Γεωγραφικός της Ελλάδος, 1800
  • Πίναξ Γεωγραφικός της Ευρώπης, 1807
  • Πίναξ γεωγραφικός της Ασίας, 1807
  • Πίναξ γεωγραφικός της Αμερικής, 1807
  • Πίναξ γεωγραφικός της Αφρικής, 1807
  • Ελληνική Βιβλιοθήκη, Βενετία, 1807
  • Λεξικόν Ελληνικόν, Α΄ τόμος, Βενετία, 1809
  • Λεξικόν Ελληνικόν, Β΄ τόμος, 1812
  • Μαγνησία, 1814
  • Λεξικόν Ελληνικόν, Γ΄ τόμος, 1816

Επίσης, ο Άνθιμος Γαζής επιμελήθηκε την έκδοση των παρακάτω έργων:

  • Αδολεσχία Φιλόθεος του Ευγένιου Βούλγαρη, Βιέννη, 1801
  • Εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγ. Πνεύματος, του ενός Θεού, Βιέννη, 1801
  • Λογική του Κοντιγιάκ σε μετάφραση Δ.Φιλιππίδη, Βιέννη, 1801
  • Εγχειρίδιον συμβουλευτικόν περί φυλακής των πέντε αισθήσεων του Νικόδημου Αγιορείτου, Βιέννη, 1801
  • Χημική Φιλοσοφία του Φουρκρουά σε μετάφραση Ηλιάδη Θεοδόσιου Βιέννη, 1802
  • Επιτομή Αστρονομίας του Λαλάνδ σε μετάφραση Δανιήλ Φιλιππίδη, Βιέννη, 1802
  • Σύνοψις των κωνικών τομών Γουίδωνος του Γρανδή σε μετάφραση του Γερμανού Σπαρμιώτη, Βιέννη, 1802
  • Ακολουθία των μαρτύρων Μανουήλ, Σαβέλ και Ισμαήλ, Βιέννη, 1803
  • Αναλυτική πραγματεία των κωνικών τομών του Καϊλλέ, σε μετάφραση Κωνσταντίνου Κούμα, Βιέννη, 1803
  • Γεωγραφία του Νικ. Θεοτόκη, Βιέννη, 1804
  • Ιστορία Καρόλου του ΙΒ΄ Βασιλέως της Σουηδίας του Βολταίρου σε μετάφραση του Κ.Τζιγαρά, Βιέννη, 1806
  • Γεωγραφία του Μελετίου Μήτρου, Βενετία, 1807.

 

Βιβλιογραφία


  • Αικατερίνη Κουμαριανού, «Άνθιμου Γαξή “Λεξικόν Ελληνικόν”. Η ιστορία μιας λεξικογραφικής προσπάθειας». Ο Ερανιστής, τ. Β’, τχ. 9/10 (1964), 163-186 και σε ανάτυπο·
  • Αλληλογραφία (1794-1819) Δανιήλ Φιλιππίδης – Barbie du Bocage – Άνθιμος Γαξής, έκδοση-σχόλια Αικατερίνη Κουμαριανού, πρόλογος Κ.Θ. Δημαράς, Αθήνα. ΟΜΕΔ, 1966.
  • Πολύχρονης Κ. Ενεπεκίδης, Κοραής – Κούμας – Αν. Γαξής … ελληνικός τύπος και τυπογραφεία της Βιέννης, 1790-1821. Έρευναι εις ευρωπαϊκά αρχεία και χειρογράφους συλλογάς, Αθήνα, Εστία, 1967.
  • Ι. Μ. Χατξηφώτης. Άνθιμος Γαξής, 1758-1828. Νέα θεώρηση της ζωής και του έργου του με επιλογή κειμένων του και δεκαέξι πίνακες, Αθήνα, Εστία, 1969.
  • Οι τρεις Μηλιώτες διδάσκαλοι του γένους, Ανθ. Γαξής – Γρηγ. Κωνσταντάς, Δαν. Φιλιπίδης: βίοι παράλληλοι – πτυχές της ζωής και του έργου τους. Πρακτικά του Α’ Πανελληνίου Συνεδρίου 30 Σεπτ. – 1 Οκτ. 2000, επιμ. Κώστας Λιάπης, Βόλος 2000.

 

Αικατερίνη Κουμαριανού (1919-2012)

Ιστορικός, ομοτ. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Σορβόννης.

Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, «Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου 1784-1974», τόμος Α΄, Αθήνα, 2008

 

Read Full Post »

Οθωμανικές αφηγήσεις για την Ελληνική Επανάσταση: Από τον Γιουσούφ Μπέη στον Αχμέτ Τζεβντέτ Πασά | Σοφία Λαΐου – Μαρίνος Σαρηγιάννης


 

Προτάσεις βιβλίων από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

 

«Η αρχή των κινημάτων [των Ρωμιών] ήταν στα μέσα του μήνα Τζεμαζιουλέβελ του έτους 1236, που είναι το έτος 1820 από τη γέννηση  του Χριστού. Στο διάστημα αυτό, εγώ ο αμαθής και αδύναμος από κάθε άποψη, Αχμέτ Πασά- ζαντέ Μιρ Γιουσούφ ο Μοραΐτης, όντας ιππέας της Υψηλής Πύλης, στάλθηκα από την Υψηλή Πρωτεύουσα για να ρυθμίσω κάποιες φοροεκμισθώσεις, και με την ευκαιρία πήγα να επισκεφτώ τους δικούς μου στην πόλη και γενέτειρά μας, το κάστρο του Ναυπλίου. Διέμεινα εκεί κάποιο διάστημα για τις ταπεινές δουλειές μου και εκεί ήμουν, όταν το εν λόγω μιλλέτι ξεκίνησε την ανυποταξία του».

Έτσι ξεκινά η αφήγηση του Γιουσούφ Μπέη, αξιωματούχου της Υψηλής Πύλης και αυτόπτη μάρτυρα των γεγονότων της Πελοποννήσου. Ο Οθωμανός αξιωματούχος που εγκλωβίστηκε στο Ναύπλιο κατά την έναρξη της Επανάστασης και παρέμεινε εκεί ώς την παράδοση του κάστρου (Νοέμβριος 1822), ήταν γιος του γεννημένου στο Ναύπλιο διοικητή του πασαλικιού του Μοριά Αχμέτ πασά Σαλλάμπας και μητέρα του υπήρξε μια Ελληνίδα που αιχμαλωτίστηκε κατά τα Ορλωφικά. Ο ίδιος μιλούσε ελληνικά και είχε κοινωνικές επαφές με Έλληνες. Μετά την απελευθέρωσή του κατέγραψε τις μαρτυρίες του, και το κείμενο παρέμεινε αδημοσίευτο.

 

Οθωμανικές αφηγήσεις για την Ελληνική Επανάσταση… Στο εξώφυλλο, «Μερική άποψη του Ναυπλίου και το Παλαμήδι», αγνώστου, υδατογραφία.

 

Οι «Οθωμανικές αφηγήσεις για την Ελληνική Επανάσταση: Από τον Γιουσούφ Μπέη στον Αχμέτ Τζεβντέτ Πασά» είναι ένα από τα τρία πρώτα βιβλία της επιστημονικής σειράς «Ιστορική Βιβλιοθήκη 1821» – σε επιμέλεια της Μαρίας Χριστίνας Χατζηιωάννου, διευθύντριας ερευνών και διευθύντριας του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (ΕΙΕ). Παρουσιάζει για πρώτη φορά την πρόσληψη της Επανάστασης από την οθωμανική πολιτική ελίτ. Έτσι, στην ακαδημαϊκή συζήτηση για την Ελληνική Επανάσταση από την οποία σε μεγάλο βαθμό απουσίαζε η οθωμανική πλευρά, προστίθεται μια ολοκληρωμένη πλέον ιστορική εργασία. Αυτό το έργο, όπως και ολόκληρη η σειρά, εντάσσεται στο ερευνητικό και εκδοτικό πρόγραμμα που αφορά επιμέρους και λιγότερο γνωστές από την υπάρχουσα βιβλιογραφία όψεις της Επανάστασης του 1821. Υλοποιείται με τη στήριξη του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το «Κρυφό Σχολειό» και η ρητορική της εικόνας – Γιάννης Παπαθεοδώρου


 

Ο μύθος εξαφανίζεται, μένει όμως, πολύ πιο δόλιο, το μυθικό.

Ρολάν Μπαρτ, Μυθολογίες

Ένα «εθνικό σύμβολο»

 

«Χάσαμε το Κρυφό Σχολειό» έγραφε με μεγάλα γράμματα το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Καθημερινή, στις 14 Δεκεμβρίου 1993. [1] Το «Κρυφό Σχολειό», το περίφημο έργο του Νικολάου Γύζη, είχε αγοραστεί από ανώνυμο συλλέκτη κατά τη διάρκεια της πρώτης δημοπρασίας του οίκου Christie’s, έναντι της τιμής των 170 εκατ. δρχ. Το πλαφόν που είχε ορίσει η ελληνική Πολιτεία για να μπορέσει να προσθέσει το έργο στην Εθνική Πινακοθήκη ήταν 80 εκατ. δρχ. Τα αλλεπάλληλα «χτυπήματα», ωστόσο, εκτόξευσαν την τιμή σε δυσθεώρητα ύψη, καθιστώντας τον Γύζη (αλλά και τον συγκεκριμένο πίνακα) πρώτο στο ιδιότυπο χρηματιστήριο αξιών των έργων τέχνης.

Η πολιτεία αμήχανη προσπάθησε να δικαιολογήσει την αδυναμία της να αποκτήσει ένα τόσο σημαντικό πίνακα με «εθνικό θέμα», ενώ παράλληλα οι φήμες για τον «ανώνυμο αγοραστή» φούντωναν. Ποιος ήταν εκείνος που τολμούσε να πάρει το «Κρυφό Σχολειό» μακριά από τους φυσικούς και αυτονόητους ιδιοκτήτες του; Σε ποια ιδιωτική συλλογή θα κατέληγε ένα έργο που φλόγισε τον νου και την καρδιά των Ελλήνων για περίπου εκατό χρόνια; Στην ειδησεογραφία των ημερών εκείνων μπορεί κανείς να διακρίνει ότι το αίσθημα της απώλειας συνοδεύεται από μια κριτική για την ίδια την αναποτελεσματικότητα του κράτους. Το «Κρυφό Σχολειό», αίφνης γινόταν αφορμή για να εκφραστεί η δυσαρέσκεια απέναντι σε θεσμούς όπως η Πινακοθήκη αλλά και το ΥΠΠΟ, που δεν μπόρεσαν να κρατήσουν το έργο στην Ελλάδα.

Ευτυχώς η «εθνική» αγωνία δεν κράτησε πολύ. Λίγες μέρες αργότερα, ο μεγαλοεργολάβος κατασκευαστικών έργων κ. Πρόδρομος Εμφιετζόγλου, σε συγκέντρωση οικονομικών συντακτών, αποκάλυψε ότι αυτός ήταν ο αγοραστής του πίνακα. «Το Κρυφό Σχολειό», δήλωνε ο Π.Ε., «θα το έπαιρνα ακόμα και αν έπρεπε να ξεπουλήσω ό,τι είχα και δεν είχα. Θα θυμίσει, σε πάρα πολλούς αυτό που έχουν ξεχάσει. Ότι πάνω από τα ταπεινά, υπάρχουν ιδανικά για τα οποία πολέμησαν περήφανα οι πατέρες μας. Αυτή η περηφάνια μάς λείπει». [2] Ο κάτοχος του πίνακα διευκρίνισε επίσης πως δεν θα τον δωρίσει στην Εθνική Πινακοθήκη αλλά θα δανείζει το έργο, όποτε του ζητείται, «για να το δουν όλοι, από τη Μακεδονία και τη Θράκη μέχρι την άλλη άκρη της Ελλάδας». Πράγματι, λίγο καιρό αργότερα, ο πίνακας παρουσιάστηκε στην έκθεση «Το παιδί στη Νεοελληνική Τέχνη, 19ος-20ός αιώνας», στην Εθνική Πινακοθήκη. Αποτέλεσε την «ατραξιόν» της έκθεσης και συγκέντρωσε το ενδιαφέρον της εικαστικής κριτικής αλλά και της δημοσιογραφίας. Δεν χρειάζεται να σημειωθεί, βέβαια, η υψηλή επισκεψιμότητα της έκθεσης από σχολεία και συλλόγους, ανά την Ελλάδα. Το «Κρυφό Σχολειό» είχε επιτέλους «επαναπατριστεί», κατοχυρώνοντας, δίπλα στην υψηλή αγοραστική του αξία, τη συμβολική του υπεραξία στη δημόσια σφαίρα.

 

Η μάχη των συμβόλων

 

Λίγο καιρό μετά τον πρώτο δημοσιογραφικό θόρυβο για το «Κρυφό Σχολειό», ο Αλέξης Πολίτης δημοσίευε στην Αυγή της 25ης Μαρτίου 1994 ένα μικρό άρθρο με τίτλο «Φεγγαράκι μου λαμπρό…». [3] Εκεί επιχειρούσε να εντοπίσει τα ίχνη της πρώτης φάσης του μύθου του Κρυφού Σχολειού, εστιάζοντας παράλληλα «στην κατανόηση των μηχανισμών που τον τροφοδότησαν». Τρία χρόνια αργότερα, το 1997, το βιβλίο του Αλκή Αγγέλου, Το χρονικό ενός μύθου [4] άνοιγε ξανά τη συζήτηση για την ύπαρξη – ορθότερα, για τη μη ύπαρξη – του Κρυφού Σχολειού στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας, προκαλώντας πλήθος αντιδράσεων· και δεν αναφέρομαι μόνο στα επικριτικά άρθρα και φυλλάδια, για τον «αρνητή». Το θέμα της αμφισβήτησης του Κρυφού Σχολειού απασχόλησε ακόμη και την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία, σε συνεδρίασή της (7-10 Ιουλίου 1998), αποφάσισε να εκδοθεί ειδική πραγματεία, που όχι μόνο θα αναιρούσε τις ενστάσεις των ιστορικών και των φιλολόγων, αλλά θα συνεισέφερε στην έρευνα με νέα ισχυρά τεκμήρια για την ύπαρξη του Κρυφού Σχολειού. Και πράγματι, λίγο καιρό αργότερα, εκδόθηκε από την Αποστολική Διακονία φυλλάδιο (και όχι βιβλίο) με τίτλο Το Κρυφό Σχολειό: Μύθος ή πραγματικότητα; Αθήνα 1999. [5]

 

Νικόλαος Γύζης, «Σχολείον κρυπτόν», Λάδι σε ξύλο, 1885-86. Ιδιωτική συλλογή.

 

Δεν είναι της ώρας να σχολιάσουμε τα επιχειρήματα αυτής της βιβλιογραφίας. [6] Τα περισσότερα, άλλωστε, επαναλαμβάνουν κοινούς τόπους της «επινοημένης παράδοσης», γνώριμες στρεβλώσεις της ιστορικής και φιλολογικής μεθοδολογίας, επικίνδυνες μεταβάσεις από την περιοχή της επιστημονικής δεοντολογίας στις ανάγκες της εθνικής σκοπιμότητας. [7] Αυτό που με ενδιαφέρει, για την ώρα, είναι να επιστρέψω στην καταστατική σημασία που έχει το ποίημα «Το Κρυφό Σχολειό» του Ιωάννη Πολέμη (1899), καθώς και η ταυτόχρονη δημοσίευσή του μαζί με τον πίνακα του Γύζη στο περιοδικό Εθνική Αγωγή. Εκκινώντας από μια παρατήρηση του Αλέξη Πολίτη, που νομίζω πως δεν προσέχτηκε τόσο πολύ στον καιρό της, θα επιχειρήσω να εξετάσω τη λειτουργία της σύνδεσης του ποιήματος με τον πίνακα. Πρόκειται για ένα «δίπτυχο που αλληλοσχολιάζεται και αλληλοσυμπληρώνεται», σημείωνε σχετικά ο Πολίτης στο άρθρο του· ένα δίπτυχο που «ακτινοβόλησε σ’ ολόκληρον τον εκπαιδευτικό κόσμο, που έκανε κάθε ελληνική καρδιά να ριγήσει από τα πάθη των προγόνων – αλλά κι από το πείσμα – τους να αντισταθούν. Η αξία των γραμμάτων, κεντρικό μοτίβο της ιδεολογικής υπεροχής των Ελλήνων, ολοκλήρωσε τον πρώτο της κύκλο».[8]

Βασική αφετηρία της εργασίας μου είναι ότι τόσο το ποίημα του Πολέμη όσο και ο πίνακας του Γύζη δεν πρέπει να εξετάζονται βέβαια ως τεκμήρια για την ύπαρξη ή μη του «Κρυφού Σχολειού», αλλά ως υλικά μιας πολιτισμικής κατασκευής και ως καλλιτεχνικές μορφές κοινωνικής διευθέτησης και διαχείρισης της ιστορίας και της κουλτούρας. Ειδικά ετούτη την τελευταία παράμετρο την θεωρώ σημαντική, ακριβώς γιατί συνδέει τη φιλολογία με ένα ορισμένο είδος πολιτισμικής ανάλυσης, την οποία με τον δικό του τρόπο υπηρέτησε πρακτικά ο Αλέξης Πολίτης στη μακρόχρονη ενασχόλησή του με τους μύθους και τα στερεότυπα του Νέου Ελληνισμού.

Ξαναδιαβάζοντας, σήμερα, είκοσι χρόνια μετά το άρθρο του για το Κρυφό Σχολειό, την ανάλυση του Αλέξη Πολίτη για το «Φεγγαράκι μου λαμπρό», ο ερευνητής μπορεί να διευρύνει τα ερωτήματα που άρρητα ενυπάρχουν στο άρθρο. Θα μπορούσα να τα συνοψίσω ως εξής: πώς μελετάει ένας φιλόλογος φαινόμενα «ειδολογικού υβριδισμού» σε ό,τι αφορά την παραγωγή πολιτισμικών νοημάτων (π.χ. «το δίπτυχο» ποιήματος και πίνακα); Πώς αντιμετωπίζει την πρόκληση να ασχοληθεί με ρητορικές επιτελέσεις που προϋποθέτουν τη διαπλοκή και τη μείξη διαφορετικών πολιτισμικών αντικειμένων, ειδών και καθιερωμένων ιεραρχιών (υψηλό/χαμηλό); Και τέλος, πώς μελετάει κανείς σήμερα το «μυθολογικό κενό» της νεοελληνικής πολιτισμικής συνείδησης, με μια πολιτική εγρήγορση που δεν θυσιάζει ωστόσο τις επιστημονικές της αξιώσεις;

Η παρούσα εργασία αποτελεί περισσότερο μια δοκιμή αναστοχασμού γύρω από αυτά τα ερωτήματα· δοκιμή που φέρει τα ίχνη της θητείας στον λόγο του Αλέξη Πολίτη. Για πολλούς από εμάς τους νεότερους φιλολόγους, η ιστορική του ματιά και ο καθαρός του λόγος στάθηκαν ισχυρά αντίβαρα τόσο απέναντι στην «έκρηξη της θεωρίας» όσο και απέναντι στον ιμπρεσιονισμό της «παραδοσιακής» φιλολογίας. Κάπου εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ’90, άλλωστε, δίπλα στη «μάχη των εθνικών συμβόλων», μια άλλη παράλληλη μάχη διεξαγόταν στα αμφιθέατρα, στις ταβέρνες και στα μπαράκια. Η «εισαγωγή της θεωρίας» – για να χρησιμοποιήσω μια μάλλον άκομψη έκφραση εκείνης της εποχής – στις νεοελληνικές φιλολογικές και ιστορικές σπουδές δημιουργούσε αναπόφευκτες συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις, που αδικούσαν συχνά τα ίδια τα επιχειρήματα. Οι σχετικές εργασίες του Αλέξη Πολίτη, ιδίως αυτές που περιλαμβάνονται τώρα στο βιβλίο του Το μυθολογικό κενό, υπερασπίζονταν ένα μοντέλο έρευνας, το οποίο διαφοροποιούνταν από την άκριτη υποδοχή της θεωρίας, [9] διεκδικώντας ταυτόχρονα έναν άλλο δρόμο για τη διεπιστημονική σύνδεση της φιλολογίας με την ιστορία και την ανθρωπολογία. Από τη σημερινή σκοπιά, θα μπορούσε κανείς να πει πως ο Αλέξης Πολίτης «έφτανε» έτσι από τα δικά του μονοπάτια σε εξίσου θεωρητικές ζητήσεις, που είχαν απασχολήσει μόνο περιθωριακά ώς τότε τη νεοελληνική φιλολογία.

Επιλέγοντας σήμερα, σε μια εποχή «μετά τη θεωρία», να επισκεφτώ εκ νέου το θέμα του «Κρυφού Σχολειού», θα ήθελα επομένως να σχολιάσω και αυτά τα μονοπάτια του Αλέξη Πολίτη: τις «νεοελληνικές μυθοπλασίες». [10] Αν με τον όρο αυτόν εννοούμε μια ορισμένη πολιτισμική συνθήκη, στην οποία ο μύθος υποκαθιστά και ταυτόχρονα ανακαθορίζει τη νεοελληνική ιστορική πραγματικότητα, τότε η ίδια η διαδικασία της μυθοποίησης προβάλλεται όχι ως παρένθετο αλλά ως υποχρεωτικό ερευνητικό έδαφος για τη γνώση του αντικειμένου. Και είναι ακριβώς αυτό το είδος των ερευνητικών ερωτημάτων που υποχρεώνουν τον φιλόλογο να συναντηθεί με τα εργαλεία της πολιτισμικής ιστορίας, για να κατανοήσει τους περίπλοκους τρόπους με τους οποίους η λογοτεχνία συμμετέχει στην ευρύτερη «πολιτισμική ποιητική».[11]

Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τα ζητήματα των ιδεολογικών χρήσεων[12] του Εικοσιένα, καταλαβαίνουμε πως η λογοτεχνία έπαιξε καταστατικό ρόλο στην καθιέρωση, την εδραίωση και τη διάχυση του μύθου του Κρυφού Σχολειού, τόσο μέσα από τις μυθοπλαστικές εκδοχές εξιστόρησης του Εικοσιένα όσο και μέσα από τις θεσμικές χρήσεις των σχετικών κειμένων (π.χ. Το «Κρυφό Σχολειό» του Ιωάννη Πολέμη στην εκπαίδευση). Με άλλα λόγια, η μελέτη των «νεοελληνικών μυθοπλασιών» εντάσσεται οργανικά μέσα στο σύγχρονο πεδίο έρευνας του εθνοσυμβολισμού,[13] και μπορεί να τροφοδοτήσει τις νεότερες εργασίες με ένα γόνιμο πεδίο προβληματισμού.

Αναμφισβήτητα, το «Κρυφό Σχολειό» – εννοώ τον πίνακα του Νικολάου Γύζη, συνοδευμένο βέβαια από το γνωστό ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, αποτελεί ίσως την πιο χαρακτηριστική στιγμή των «νεοελληνικών μυθοπλασιών». Δεν είναι μόνο η στιγμή της κατοχύρωσης του σχετικού μύθου·[14] είναι η στιγμή της επινόησης ενός νέου τρόπου κυκλοφορίας του μύθου: με λόγο και εικόνα. Στο πλαίσιο του νεοελληνικού εθνοσυμβολισμού ίσως να μην υπάρχει κανένα άλλο έργο τέχνης που να συναγωνίζεται την αίγλη αυτού του δίπτυχου·[15] τις χρήσεις και τις καταχρήσεις της πολιτισμικής του σημασίας, τις αντιπαραθέσεις γύρω από την τεκμηριωτική του αξία, τον απόηχό του στη σύγχρονη νεοελληνική κουλτούρα. Στο άρθρο μου αυτό, λοιπόν, επιχειρώ να «ξαναδιαβάσω» το συγκεκριμένο δίπτυχο, εξετάζοντας ταυτόχρονα την καταστατική στιγμή του μύθου.

 

Ο ζωγράφος και ο ποιητής

 

Ας ξεκινήσουμε, όμως, από μερικά γνωστά πραγματολογικά δεδομένα. Ο πίνακας του Νικολάου Γύζη, που είναι σήμερα γνωστός ως «Το Κρυφό Σχολειό», εκτέθηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα το 1888. Στην αφετηρία της ενασχόλησης του ζωγράφου, η σύλληψη του «κρυφού σχολειού» συνυπάρχει με τη βεβαιότητα της απαγόρευσης των σχολείων στην περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας. Συγκεκριμένα, σε επιστολή προς τον πεθερό του, κατά την περίοδο της δημιουργίας του πίνακα (24.1.1886), ο Γύζης περιγράφει τις προθέσεις του ως εξής: «Διά του υπογείου, της κλειστής θύρας και παραθύρου και διά του ωπλισμένου νέου, εσκέφθην να παραστήσω την εποχήν εκείνην της Ελλάδος, ότε επί Τουρκοκρατίας ήσαν αυστηρώς απηγορευμένα τα σχολεία και μόνον εν κρυπτώ ελειτούργουν». Και συνεχίζει: «ηθέλησα να παραστήσω μυστηριώδη πράξιν εις σκοτεινόν υπόγειον μόνον διά μιας ακτίνος ηλίου εισερχόμενης εντός».[16] Ξέρουμε βέβαια πως οι προθέσεις των δημιουργών δεν είναι δεσμευτικές για την πρόσληψη του έργου τους. Πόσο μάλλον όταν το έργο προσφέρεται για ποικίλες ιδεολογικές χρήσεις. Ο πίνακας με τον αρχικό τίτλο Σχολείον κρυπτόν ολοκληρώνεται πάντως τους αμέσως επόμενους μήνες, και ο Γύζης τον στέλνει με φωτογραφία στον φίλο του Νικηφόρο Λύτρα.

Όταν αργότερα το έργο εκτέθηκε στην Αθήνα δεν φαίνεται να έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στο πλατύ κοινό. Η λαϊκή διάδοση του μύθου μέσα από το «Φεγγαράκι μου λαμπρό» έβρισκε πάντως ένα αξιοσημείωτο συμπλήρωμα, που δημιουργούσε την ψευδαίσθηση της αληθοφάνειας μέσω του ηθογραφικού ρεαλισμού.

Ο προσεκτικός βιογράφος του Γύζη Μαρίνος Καλλιγάς, αφού εντάξει το έργο στη γενική κατηγορία της ηθογραφίας – η σχολή του Μονάχου ήταν γνωστή ανάμεσα σε άλλα και για τις οριενταλιστικές ηθογραφίες της – σημειώνει πως, σε μια σειρά έργων του Γύζη αυτής της περιόδου, η θεματογραφία της ελληνικής παράδοσης αναδύει μια «παλαιότητα», που εδώ βέβαια δεν είναι άλλη από την αναπαράσταση της προεπαναστατικής περιόδου. «Όλοι οι Έλληνες, εξάλλου», γράφει ο Καλλιγάς, «θα αναγνώριζαν ως γνήσια την απεικόνιση του “Κρυφού Σχολειού”, ενώ βέβαια κανείς δεν θα είχε δει ποτέ μια τέτοια σκηνή στην πραγματικότητα». [17] Το σίγουρο είναι ένα: «η εικονογράφηση του θέματος του Κρυφού Σχολειού, από έναν αναγνωρισμένο μάλιστα ζωγράφο, δεν μπορεί να έμενε χωρίς επιπτώσεις στην εξέλιξη του μύθου για το Κρυφό Σχολειό, όπως αυτός έχει διαμορφωθεί στα τέλη του αιώνα».[18]

Το 1899, ο Ιωάννης Πολέμης, εμπνεόμενος από τον πίνακα του Γύζη, δημοσίευσε στο περιοδικό Εθνική Αγωγή  το ποίημά του «Το Κρυφό Σχολειό», που μεταγενέστερα γνώρισε ιδιαίτερη επιτυχία ιδίως μέσα στον χώρο των νεοελληνικών αναγνωσμάτων της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Ο τίτλος του ποιήματος αντικατέστησε τον αρχικό τίτλο του έργου του Γύζη, κατοχυρώνοντας, επιπλέον και εφεξής, την κοινή πρακτική τιτλοφόρησης τόσο για τον πίνακα όσο και για το ποίημα. Ήδη με τον πρώτο στίχο, ο προσεκτικός αναγνώστης μπορεί να καταλάβει τις διαφορές:

 

Απ’ έξω μαυροφόρ’ απελπισιά,

πικρής σκλαβιάς χειροπιαστό σκοτάδι

 

Ας σημειώσουμε πρόχειρα τις μετατοπίσεις. Η «ακτίνα του ήλιου» (Γύζης) έγινε «χειροπιαστό σκοτάδι» (Πολέμης), η καθαρεύουσα (Σχολείον κρυπτόν) έγινε δημοτική (Το Κρυφό Σχολειό), και κυρίως, η τεχνική παρουσίασης του ποιήματος και του πίνακα απέκτησε πλέον ενιαίο και συνδυαστικό χαρακτήρα. [19] Όπως είναι γνωστό, το ποίημα του Πολέμη εκδόθηκε μαζί με την τσιγκογραφία του Γύζη, στο πρωτοσέλιδο του περιοδικού Εθνική Αγωγή που εξέδιδε ο Γεώργιος Δροσίνης, την πρωτοχρονιά του 1899. Αν δεν κάνω λάθος, πρόκειται για το πρώτο νεοελληνικό ποίημα που εκδίδεται όχι απλώς με αφορμή την εικαστική απεικόνιση του μύθου αλλά ως ερμηνεία του ίδιου του πίνακα. Κι είναι, επίσης, η πρώτη φορά που ο νεοελληνικός πολιτισμικός εθνικισμός γνωρίζει ένα σημαντικό εκσυγχρονισμό σε ό,τι αφορά υλικά του μύθου του Κρυφού Σχολειού. Από το δημώδες παιδικό τραγούδι «Φεγγαράκι μου λαμπρό» έχουμε περάσει στο λόγιο δίπτυχο που «αλληλοσχολιάζεται και αλληλοσυμπληρώνεται», όπως παρατηρεί ο Πολίτης, κερδίζοντας, μέσω της «δημοτικιστικής θερμότητας», μεγάλη αποδοχή στον νου και στην καρδιά των δασκάλων και των μαθητών. «Ο μύθος απέκτησε πια στην αυγή του δικού μας αιώνα σχεδόν, και ονομασία, ή ίσως απλά την κατοχύρωσε».[20]

 

«Κρυφό Σχολειό», ο πίνακας του Νικολάου Γύζη και το ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, πρωτοσέλιδο στο περιοδικό του Γ. Δροσίνη «Εθνική Αγωγή», 1η Ιανουαρίου 1899.

 

Θα ήταν καλό πριν προχωρήσουμε, να γνωρίσουμε τη θέση των προσώπων «σε καιρό και σε τόπο». Ο Πολέμης είχε επιστρέφει από το Παρίσι, στα τέλη του 1890, και περιφερόταν σε πνευματιστικές συγκεντρώσεις της Αθήνας ως το απόλυτο «υπνωτιστικό υποκείμενο». [21] Ο ποιητής, πέφτοντας σε κατάσταση ύπνωσης ζωγράφιζε ιχνογραφήματα και, σύμφωνα με τον παριστάμενο νευρολόγο Σίμωνα Αποστολίδη, οι σφυγμοί του έφταναν από τους 80 στους 140, ανάλογα με την ένταση του καλέσματος των πνευμάτων: του Βούδα, της Σαπφούς, του Γκαίτε και του Ουγκώ, τα οποία του υπαγόρευαν και ποιήματα. (Μερικά από αυτά, μάλιστα, δημοσιεύτηκαν ως «ντοκουμέντα» υπνωτιστικής εναίσθησης στο Άστυ). Ο Πολέμης πίστευε στον πνευματισμό και τον αποκρυφισμό, στον οποίο είχε μυηθεί όταν σπούδαζε στη Γερμανία.

 

Ιωάννης Πολέμης (1862-1924), δημοσιεύεται στο «Ημερολόγιον Σκόκου», 1889.

 

Στους λογοτεχνικούς κύκλους της Αθήνας λειτουργούσε σαν ένα αυθεντικό μέντιουμ, με ικανότητες τηλαισθησίας, διόρασης και αυτόματης καταγραφής ποιημάτων σε διάφορες γλώσσες. (Η Σαπφώ του τα υπαγόρευε στα αρχαία ελληνικά και ο Ουγκώ – κατά έναν παράδοξο τρόπο – του υπαγόρευε ποιήματα στα νέα ελληνικά). [22] Σε ό,τι αφορά τα λογοτεχνικά του ενδιαφέροντα, είχε διαφοροποιηθεί από τον λόγιο και κάποτε «σκοτεινό» Παλαμά, υιοθετώντας μια ποίηση με ρομαντικές αφετηρίες, έντονο διδακτισμό, ονειροπόλα διάθεση και εύκολα νοήματα.[23]

Ο Γύζης είχε ήδη γίνει καθηγητής στην περίφημη σχολή του Μονάχου και, εκτός από τις ηθογραφικές παραστάσεις του, τα έργα του είχαν ήδη έντονο και συμβολιστικό χαρακτήρα. Επηρεασμένος κι αυτός από το πνευματικό κλίμα των Γερμανών νεορομαντικών είχε στραφεί στον μυστικιστικό συμβολισμό, που μάλλον δεν άρεσε στο ευρύ αθηναϊκό κοινό. Είναι σχεδόν βέβαιο πως στην ίδια όψιμη περίοδο έχει στραφεί στον θεοσοφισμό και γι’ αυτό η ζωγραφική του υποβάλλει έντονα την εξίσωση αισθητικής και θρησκείας. Παρ’ όλα αυτά, ο Γύζης ήταν ένας «ζωγράφος για πολλούς» κι ένας «καλλιτέχνης για λίγους».[24]

 

Νικόλαος Γύζης, περιοδικό «Εστία», τ. 470, 1885.

 

Οι αλληγορικές μορφές και τα αλλόκοτα πλάσματα που είχε κατά καιρούς εκθέσει στην πρωτεύουσα δεν ήταν μόνο «δύσκολα» για το πλατύ κοινό αλλά ίσως και προκλητικά. Ένα μόνο παράδειγμα. Όταν το 1899 εκθέτει τη «Δόξα των Ψαρών» στην Καλλιτεχνική Έκθεση Αθηνών, εμπνευσμένη από το ομώνυμο ποίημα του Σολωμού, κάποιοι θα μιλήσουν για έργο «παράτολμον υψιπέτιδος φαντασίας». «Μου την είπαν ζουρλοκαμπέρω», γράφει ο Γύζης χολωμένος από το Μόναχο, απειλώντας να την κάψει. «Η Δόξα του», θα γράψει ο Μποέμ, «μας φαίνεται ως ποίημα λουστραρισμένον αγαθού στιχοπλόκου συγκινούντος τας απλοϊκάς αισθήσεις». Η «Δόξα δεν εννοήθη» σημείωνε σχετικά ο Ξενόπουλος, προσπαθώντας να διαφοροποιηθεί από τους απλοϊκούς θεατές και τους βλοσυρούς κριτικούς, για να διασώσει τον Γύζη.[25]

Ας συνοψίσουμε με ένα πρόχειρο πρώτο συμπέρασμα. Η ποίηση του Πολέμη και η ζωγραφική του Γύζη ήταν ώς τότε, δηλαδή στη συγχρονία του τέλους του 19ου αιώνα, αρκετά συμβατές με τις προσδοκίες και τις διανοητικές ροπές των αποκρυφιστών νεορομαντικών. Σπεύδω, ωστόσο, να προλάβω το διαφαινόμενο ερώτημα: θα μπορούσε άραγε να είναι το «Κρυφό Σχολειό» ένας αποκρυφιστικός πίνακας; Ας μην προτρέχουμε. Η «μυστηριώδης πράξη» που ήθελε να ζωγραφίσει ο Γύζης και πήρε το όνομα «Κρυφό Σχολειό» από τους στίχους του Πολέμη δεν είναι απαραίτητο να παραπέμπει σε κάποιο αποκρυφιστικό κώδικα. Τους δύο καλλιτέχνες τους ένωνε, βέβαια (όπως και τους περισσότερους νεορομαντικούς του τέλους του 19ου αιώνα), η κοινή πεποίθηση για τη «συμπολιτεία του ωραίου»: μια οργανική αντίληψη για τη συνολική αρμονία της τέχνης, στην οποία ποίηση, μουσική και ζωγραφική αποτελούσαν τα κοινά, συμπληρωματικά και ενιαία μέσα μιας συναισθητικής εμπειρίας. [26]  Οι παραλληλισμοί μεταξύ ποίησης και ζωγραφικής δεν ήταν απλώς νόμιμοι αλλά ίσως και επιβεβλημένοι. Ο Γύζης, στα τελευταία του χρόνια, δήλωνε πως αν άλλαζε τέχνη, θα ’θελε να γίνει ποιητής και ο Πολέμης έγραφε ήδη επικαιρικά ποιήματα εμπνευσμένα από λευκώματα και επίκαιρες σκηνές της καθημερινότητας.

Περισσότερο όμως από τον Γύζη ο Πολέμης είχε προσαρμοστεί στις αναγνωστικές προσδοκίες των πιο πλατιών στρωμάτων. Είχε, όπως ήδη ειπώθηκε, εγκαίρως διαφοροποιηθεί από τον Παλαμά (1893) κατηγορώντας τον για στίχους «αδικαιολογήτως ασαφείς» [27] και είχε προσαρμόσει την ποίησή του στα γούστα του ευρύτερου κοινού. «Αυτή η αντίληψη φαίνεται να καθορίζει ολόκληρο το έργο του: η διάθεση να ανταποκριθεί σε προσδοκίες, να διερμηνεύσει αισθήματα, να νουθετήσει σύμφωνα με τις καθιερωμένες κοινωνικές προδιαγραφές».[28] Και βέβαια η αντίληψη δεν ήταν άσχετη από την επαγγελματική του θέση μέσα στο νεοσύστατο λογοτεχνικό πεδίο. «Ο κ. Πολέμης ανήκει εις την αρτιπαγή εκείνην εν Αθήναις σχολήν των δημοσιογράφων-ποιητών», θα γράψει ο Νιρβάνας για την πρώτη του ποιητική συλλογή (τους Χειμωνανθούς), το 1888.[29]

 

Στον απόηχο του ’97

 

Νομίζω, επομένως, πως αλλού πρέπει να αναζητήσουμε τον μίτο που ένωσε τον πίνακα με το ποίημα, σφραγίζοντας ανεξίτηλα το φαντασιακό του Εικοσιένα στη νεότερη ελληνική πολιτισμική συνείδηση. Περισσότερο από τον νεορομαντικό αποκρυφισμό, άλλωστε, τους δύο καλλιτέχνες τους ένωνε η πατριδολατρία, καθώς και η ανάδυση μιας νέας καλλιτεχνικής συνείδησης που σφραγιζόταν από τη ματαίωση των συλλογικών ελπίδων. [30] Αυτή οδήγησε άλλωστε και τον Γεώργιο Δροσίνη να συμπεριλάβει τον πίνακα και το ποίημα στο πρωτοσέλιδο του περιοδικού του. Αξίζει να μείνουμε λίγο στα ιστορικά συμφραζόμενα της παρουσίασης του «διπτύχου». Ας μην ξεχνάμε πως το περιοδικό Εθνική Αγωγή εκδίδεται στον απόηχο της ταπεινωτικής ήττας του 1897, και, χωρίς να έχει άμεση σχέση με τα εκπαιδευτικά νομοσχέδια του Ευταξία (1899), «που συνδέουν τον πόλεμο με τις αλλαγές στην εκπαίδευση», στα επιχειρήματα της έκδοσής του μπορεί κανείς να διακρίνει τις νέες προτεραιότητες της παιδείας. Παραθέτω:

Αλλ’ ό,τι εγένετο πολύ υπολείπεται εκείνου, το οποίον ώφειλε να γείνη, τούτο δε κατέδειξε και η τελευταία εκ του πολέμου συμφορά, η αποκαλύψασα ως κυριωτάτην αφορμήν του ολέθρου την έλλειψιν εθνικής αγωγής. Τα σοφά ταύτα διδάγματα, κυρωθέντα δυστυχώς και υπό των τελευταίων παθημάτων ημών επιβάλλουσιν ως ιεράν υποχρέωσιν ουχί μόνον εις την επίσημον του Κράτους Αρχήν, αλλ’ εις πάντα δυνάμενον οπωσδήποτε να συμπράξη εις το μέγα έργον της εθνικής αγωγής, επείγουσαν και σοβαράν την μέριμναν, ταχείαν και αποτελεσματικήν την ενέργειαν. Προς τον Οίκον, προς το Σχολείον, προς την Κοινωνίαν, προς τους τρεις τούτους μεγάλους εθνικούς παράγοντας ας στραφή η όλη ημών προσοχή.[31]

Είναι φανερό πως βρισκόμαστε στην περιοχή της εθνικής παιδαγωγίας. Στην ίδια σκοπιμότητα εγγράφεται και η κοινή δημοσίευση του ποιήματος μαζί με τον πίνακα, που συν τοις άλλοις αντλούν τη θεματολογία τους από ένα εντέλει «εκπαιδευτικό θέμα».

Ο Γύζης ήταν ήδη συνδρομητής της Εθνικής Αγωγής και ο Πολέμης τακτικός συνεργάτης της. Έτσι, όταν ο Δροσίνης παρήγγειλε στον Γύζη να του στείλει το Σχολείον Κρυπτόν σε τσιγκογραφική αναπαραγωγή, ο ζωγράφος συμφώνησε αμέσως, αν και πιθανώς να γνώριζε πως η ασπρόμαυρη εκδοχή του πίνακα αδικούσε καταφανώς το αρχικό έργο. Δεν ξέρουμε αν ο Γύζης ήταν ενήμερος για το ποίημα του Πολέμη, ή αν ο Δροσίνης απευθύνθηκε ξεχωριστά στον καθένα. Το σίγουρο όμως είναι πως ο Πολέμης ήταν ο πλέον ταιριαστός από τη Νέα Αθηναϊκή Σχολή για να γράψει ένα τέτοιο ποίημα. Η πατριδολατρική του στάση ήταν αναμφισβήτητη, η θρησκευτικότητα των ποιημάτων του αναγνωρίσιμη, οι εθνικοί θρύλοι πανταχού παρόντες και ο διδακτισμός του (κυρίως με απεύθυνση στο πλατύ κοινό) ήταν έντονος. Τόσο ο ζωγράφος όσο και ο ποιητής συμφωνούσαν επιπλέον και. σε τούτο: κάθε απόπειρα αναμόρφωσης της κοινωνίας περνούσε πλέον υποχρεωτικά από την παιδεία και την «εθνική αγωγή». Κάθε άλλο λοιπόν παρά τυχαία συνάντηση ήταν αυτή που έγινε στο πρωτοσέλιδο εκείνης της Πρωτοχρονιάς του 1899.

 

Κάτωθι εικόνος Γύζη

 

Νικόλαος Γύζης (Σκλαβοχώρι Τήνου, 1842 – Μόναχο, 1901).

Στο περιοδικό Εθνική Αγωγή, κάτω από τον πίνακα του Γύζη υπάρχει ο τίτλος «Το Κρυφό Σχολειό», ακολουθεί ο μεσότιτλος «Εικών Ν. Γύζη» και έπεται το ποίημα του Πολέμη. Είναι σαν ο πίνακας και το ποίημα να μοιράζονται τον ίδιο τίτλο, ή μάλλον σα να ήταν το ποίημα προέκταση του πίνακα. Αυτό φαίνεται άλλωστε και από τη «γεωμετρία» της σελίδας. Ένα χρόνο μετά, στην έκδοση του ποιήματος (συλλογή Αλάβαστρα, 1900), ο τίτλος θα εντείνει αυτήν την ακολουθία της εικόνας και του λόγου, έστω και μετωνυμικά – δηλαδή διά της απουσίας. Ο τίτλος θα παραμείνει βέβαια ο ίδιος («Το Κρυφό Σχολειό»), και αμέσως μετά – ελλείψει εικονογράφησης – ο συγγραφέας θα σημειώσει ανάμεσα σε αγκύλες: [«κάτωθι εικόνος Γύζη»]. Ας προσέξουμε τόσο το «κάτωθι» όσο και τη γενική αναφορά στην «εικόνα» του Γύζη, για να διαπιστώσουμε μια διπλή κίνηση οικειοποίησης του πίνακα, τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τον τίτλο. Είναι μάλλον βέβαιο ότι ο Πολέμης «ξαναγράφει» τον πίνακα, χαρίζοντάς του πλέον μια νέα ερμηνεία, που ήδη φαίνεται από τον νέο τίτλο. Αν ήθελε να κρατήσει τον αρχικό τίτλο του πίνακα θα το είχε κάνει. Αρκεί να συγκρίνουμε τις επιλογές του, με βάση μια αντίστοιχη συγγραφική στρατηγική, εφαρμοσμένη σε άλλο πίνακα του Γύζη: «Το παραμύθι της Γιαγιάς», στη συλλογή Το παλιό βιολί, 1909. Εκεί το παρακειμενικό σχόλιο είναι σαφώς διαφορετικό. «Κάτω από την συνώνυμον εικόνα του Γύζη», γράφει ο Πολέμης, μέσα σε αγκύλες. Γνωρίζει, λοιπόν, πολύ καλά πότε η εικόνα είναι συνώνυμη και πότε όχι.

Στο «Κρυφό Σχολειό», επομένως, οι προτεραιότητες ήταν διαφορετικές. Το δίπτυχο εικόνας και κειμένου δεν δημιουργούσε απλώς νέες συνδηλώσεις αλλά έφτιαχνε νέες μορφικές σχέσεις για την παραγωγή του νοήματος. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για μια μοναδική περίπτωση «νεοελληνικής μυθοπλασίας», όπου η ποίηση «συναντήθηκε» με τη ζωγραφική μέσα από έναν κοινό ορίζοντα νοοτροπιακής ταύτισης. «Ο Πολέμης, δηλαδή», γράφει ο Αλκής Αγγέλου, «ως γνήσιος τυπικός εκπρόσωπος του αστικού ρομαντισμού ελκύσθηκε από τον πίνακα του ζωγράφου, ακριβώς επειδή διέκρινε στον πίνακα τα στοιχεία εκείνα που τροφοδοτούσαν τη δική του έμπνευση». [32] Και η «έμπνευση» του Πολέμη δεν μπορεί παρά να ανταποκρίνεται στη «νοητικότητα του μέσου αναγνώστη» της εποχής· οι περίφημοι «μέσοι όροι», όπως θα έλεγε ο Κ. Θ. Δημαράς, κατασκευάζουν, και στην περίπτωση αυτή, το ευνοϊκό περιβάλλον αλλά και τις κατάλληλες δεκτικότητες για την κυκλοφορία του μύθου μέσα από το δίπτυχο εικόνας και λόγου.

Σε αυτό το σημείο, το ερώτημα που προκύπτει είναι εύλογο. Πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε το συγκεκριμένο δίπτυχο ως πυρήνα της «εικονολογίας» του «Κρυφού Σχολειού»; Αν το «Κρυφό Σχολειό» είναι μια ιστορία με λόγια και εικόνες, τότε μάλλον μια απλοϊκή φιλολογική προσέγγιση που θα έδινε έμφαση στην έμπνευση του ποιητή από τον πίνακα του ζωγράφου, θα αδικούσε και το κείμενο και την εικόνα. Είναι προφανές πως βρισκόμαστε μπροστά σε μια μάλλον πιο πολύπλοκη στρατηγική, και αυτήν καλούμαστε να μελετήσουμε με τα αντίστοιχα διανοητικά εργαλεία.

 

Στοιχεία για μια θεωρία της ανάγνωσης των εικόνων

 

Παρόλο που η χρήση της εικόνας ως ιστορικού τεκμηρίου έχει μπολιάσει εδώ και χρόνια την πολιτισμική ιστορία, [33] για τους ιστορικούς της λογοτεχνίας και των ιδεών η στροφή προς τη μελέτη της εικόνας, ή ακριβέστερα, προς τη μελέτη των οπτικών αφηγήσεων, αποτελεί ένα μάλλον πρόσφατο ερευνητικό πεδίο. Η ιδέα, πάντως, για μια «ανάγνωση των εικόνων» είναι αρκετά παλιά στις λογοτεχνικές σπουδές, ήδη από τότε που ο Ρολάν Μπαρτ στις Μυθολογίες [34] του πρότεινε τη δική του «εικονογραφική μέθοδο» για τη μελέτη του μύθου και των στερεοτύπων. Στον Μπαρτ, άλλωστε, χρωστάμε και την ανάλυση για τη «ρητορική της εικόνας»: την ανάλυση, δηλαδή, μιας ειδικής και παραπληρωματικής σχέσης μεταξύ εικονικών και λεκτικών σημείων, στην οποία τόσο ο λόγος όσο και η εικόνα αποτελούν αποσπάσματα μιας κοινής αφήγησης, μιας ενιαίας ρητορικής στρατηγικής, «ενός γενικότερου “συντάγματος”», [35] με συνδηλώσεις που παράγονται από το πεδίο της ιδεολογίας και αναπαράγουν σημαίνουσες όψεις της ιδεολογίας.[36]

Από τη δεκαετία του ’80 και έπειτα, στους όμορους χώρους της θεωρίας της λογοτεχνίας, της ιστορίας της τέχνης αλλά και των «σπουδών του πολιτισμού της εικόνας» (visual culture studies), έγινε ολοένα και περισσότερο φανερό πως η συνύπαρξη και αλληλεπίδραση μεταξύ οπτικών και κειμενικών μορφών αναπαράστασης αποτελεί συστατικό στοιχείο των πολιτισμικών τεχνολογιών της νεωτερικότητας. Η πειθαρχία του βλέμματος σε συνδυασμό με την οργάνωση της γραφής λειτούργησαν καθοριστικά στη διαμόρφωση της νεωτερικής ιδεολογίας και κουλτούρας, επηρεάζοντας τα ίδια τα κοινωνικά υποκείμενα σε ό,τι αφορά την εικόνα του εαυτού τους αλλά και του κόσμου. Κανείς δεν μπορεί, σήμερα, να φανταστεί τον 19ο αιώνα χωρίς την έννοια της «εθνικής ζωγραφικής» ούτε τον 20ό αιώνα χωρίς την ανάδυση αυτού που ο Γκι Ντεμπόρ ονόμασε «κοινωνία του θεάματος». Τα τελευταία χρόνια, εγκαινιάζοντας τη λεγάμενη «εικονιστική στροφή» (pictorial turn), οι θεωρητικοί της λογοτεχνίας και οι ιστορικοί της τέχνης έχουν προεκτείνει αυτή την προσέγγιση, καλλιεργώντας πλέον το πεδίο της πολιτισμικής «εικονολογίας» [37] ως τον κατεξοχήν χώρο μεθοδολογικού προβληματισμού αλλά και διεπιστημονικής συνάντησης [38] για τη μελέτη των «εικονο/κειμένων», διευρύνοντας, παράλληλα, και το πεδίο των συγκριτικών σπουδών.

Σε αυτή τη νέα «διαγραμματολογία», [39] σύμφωνα με την εύστοχη έκφραση του W. J. Τ. Mitchell, η εικόνα και ο λόγος μελετώνται ως ένας υβριδικός τρόπος παραγωγής συμβολικού νοήματος, που εντάσσει τους αντιληπτικούς καταναγκασμούς της όρασης μέσα σε έναν συγκεκριμένο διηγητικό ορίζοντα, οδηγώντας τον θεατή/αναγνώστη σε συχνά χειραγωγούμενα, και πάντως ιδεολογικά προσανατολισμένα ερμηνευτικά εγχειρήματα. Εξειδικεύοντας αυτή την προβληματική, η «οπτική ρητορική» [40] ανέδειξε τη σημασία και τη συμβολική αξία των «οπτικών αφηγήσεων», ιδίως εκείνων που εγγράφονται οργανικά, και πολύπλοκους τρόπους στην «τέχνη της πειθούς»: στην εμπρόθετη, δηλαδή, δημιουργία, παρουσίαση, έκθεση και χρήση μιας εικόνας ή ενός «εικονοκειμένου», προκειμένου να επηρεαστούν οι αντιλήψεις, οι ιδέες αλλά και συμπεριφορές του κοινού, στη δημόσια σφαίρα.

 

«Το Κρυφό Σχολειό»: ένα εικονοκείμενο;

 

Μετά από αυτές τις σύντομες θεωρητικές επεξηγήσεις επιστρέφω ξανά στο κύριο θέμα μου, διευκρινίζοντας ότι στην ανάλυσή μου ο πίνακας του Γύζη και το ποίημα του Πολέμη δεν νοούνται πλέον ως αυτόνομα καλλιτεχνικά είδη (ποίηση και ζωγραφική) αλλά ως ένα ενιαίο πολιτισμικό εικονοκείμενο. (Αυτή άλλωστε δεν είναι μόνο δική μου επιλογή αλλά και επιλογή του Γεωργίου Δροσίνη, που καταχώρισε με αυτόν τον τρόπο το «Κρυφό Σχολειό» στο πρωτοσέλιδο της πρωτοχρονιάτικης Εθνικής Αγωγής). Αν είναι έτσι, αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η «ρητορική της εικόνας»: ο τρόπος, δηλαδή, που υποτάσσονται οι φυσικοί καταναγκασμοί της όρασης σε έναν συγκεκριμένο τύπο ερμηνείας και αποκωδικοποίησης των σημασιών της εικόνας. Το συνοδευτικό κείμενο, με άλλα λόγια, «οδηγεί τον αναγνώστη ανάμεσα στα σημαινόμενα της εικόνας, τον κάνει να αποφεύγει ορισμένα από αυτά και να δέχεται άλλα». [41] Το ποίημα του Πολέμη λειτουργεί, με άλλα λόγια, σαν ένας «κατανομέας νοημάτων», που μέσα από μια παραπληρωματική ποιητική αφήγηση κατασκευάζει μια επιλεγμένη έννοια «κρυφού σχολειού» και της αποδίδει συγκεκριμένες ιδιότητες.

Αν θέλαμε να ορίσουμε αυτούς τους ερμηνευτικούς κόμβους του ποιήματος που κατοχυρώνουν την αναδιηγητική αξία αναμετάδοσης των σημασιών του πίνακα, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τρεις ρητορικούς τόπους. Αναμφισβήτητα, η έννοια της «σκλαβιάς» είναι αυτή που κατέχει τη δεσπόζουσα σημασία. Ήδη από την πρώτη στροφή, η «πικρή σκλαβιά», το «φοβισμένο φως του καντηλιού» και τα «σκλαβόπουλα» σηματοδοτούν μια ορισμένη αντίληψη για τα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας. Το κρυφό σχολειό δεν είναι μόνον ο τόπος μιας παράνομης εκπαιδευτικής διαδικασίας, αλλά και ο τόπος που «κατοικεί του σκλάβου η αλυσόδετη πατρίδα» (β’ στροφή). «Εκεί η ψυχή πιότερο αγροικά/τον πόνο της σκλαβιάς της», μες «τη σιγαλιά που δένει στο λαιμό πνιγμού θηλειά». Η πύκνωση της έννοιας – μιας έννοιας, ας σημειωθεί, δύσκολα απεικονίσιμης σε έναν τέτοιο πίνακα – δεν μεταφράζει μόνο επί το «θυμικότερο» και το «δημοτικότερο» την αρχική σύλληψη του Γύζη για το «Σχολείον κρυπτόν». Στην πραγματικότητα, επιτείνει μια αρκετά διαδεδομένη αντίληψη για το ίδιο το σχήμα της οθωμανικής κυριαρχίας ως, ήδη και πάντα, «σκλαβιάς». Δε χρειάζεται νομίζω να θυμίσω πως η έννοια της «σκλαβιάς» θα ακουγόταν μάλλον φορτισμένα μετά την ταπεινωτική ήττα του ’97 και το ανολοκλήρωτο (αλλά πάντως ακόμη γοητευτικό) πρόγραμμα της Μεγάλης Ιδέας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τοποθετείται και ο δεύτερος ερμηνευτικός κόμβος, που σχετίζεται άμεσα με την αξία των γραμμάτων και το αγαθό της μόρφωσης. Εδώ ο Πολέμης δεν πρωτοτυπεί, βέβαια. Ακόμα και το «Φεγγαράκι μου λαμπρό» τόνιζε αυτή την αξία, χωρίς απαραίτητα να τη συνδέει με οποιοδήποτε εθνικο-απελευθερωτικό ή άλλο πρόταγμα. Η διαφορά με το ποίημα του Πολέμη είναι πως εδώ η ίδια η παιδευτική πράξη έχει αποκτήσει μυστικιστικό περιεχόμενο. Ο παπαδάσκαλος μιλάει με «λόγια μαγικά» και «προφητικά», μέσα σε τρεμάμενα κεριά, όνειρα, ψαλμούς και μελωδίες «ενός κόσμου άλλου». Τα βιβλία είναι μάλλον προσχηματικός διάκοσμος: η άφθαρτη γνώση που μεταφέρουν δείχνει τα πανάρχαια μεγαλεία. Η διδασκαλία έχει κι αυτή αντικατασταθεί από τη μυστικιστική μέθεξη («ανατριχιάζει ακούοντας καθείς»). Η ψυχή – και όχι ο νους – «βλέπει τι έχασε, τι έχει, τι της πρέπει».

Φτάνουμε, έτσι, στο τρίτο ερμηνευτικό κλειδί: τα εθνικά πεπρωμένα, και βέβαια το αίτημα της ελευθερίας, έτσι όπως επιτακτικά ακούγεται στο τελευταίο τρίστιχο: «Η λευθεριά/σαν της αυγής το φεγγοβόλο αστέρι/της νύχτας το ξημέρωμα θα φέρη». Το μοτίβο, ασφαλώς, δεν μας ξενίζει. Αμφιβάλλω αν υπάρχει κάποιο ποίημα της λεγόμενης πατριωτικής ποίησης που να μην υποβάλλει άμεσα ή έμμεσα κάποια ιδέα ποθητής απελευθέρωσης, συνδέοντας το Εικοσιένα με τις μελλοντικές πολεμικές επιχειρήσεις του έθνους. Η προφητική φωνή του παπαδάσκαλου θα ήταν οπωσδήποτε μια παρηγορητική λύση σε μια εποχή που η εθνική αναδίπλωση, σε στρατιωτικό και διπλωματικό επίπεδο, ήταν επιβεβλημένη.

Άφησα ασχολίαστο ένα σημείο του ποιήματος που είναι ίσως και το πιο προφανές: την ανάδυση της θρησκευτικότητας ως κρίσιμου διαμεσολαβητή, από την αρχή ώς το τέλος, των επιμέρους νοημάτων που «προβάλλονται» στον πίνακα. Δεν είναι μόνον η φιγούρα του παπαδάσκαλου που επικυρώνει αυτόν τον κρίκο. Είναι βέβαια η «εκκλησιά που παίρνει κάθε βράδυ την όψι του σχολειού», αλλά και «το φως του καντηλιού», η «εικόνα του Χριστού ψηλά, που εβούβανε τα στόματα των πλάνων», ο ψαλμός που «ακούγεται βαθύς» κλπ.

Μίλησα παραπάνω για προβολή νοημάτων στον πίνακα· έτσι κι αλλιώς η «ρητορική της εικόνας» έχει ασταθή, ασυνεχή και πάντως «προσθετικό» χαρακτήρα. Πουθενά, π.χ., στον πίνακα του Γύζη δεν υπάρχει ένδειξη ότι ο χώρος είναι εκκλησία, πουθενά δεν υπάρχει εικόνα του Χριστού, πουθενά δεν υπάρχει καντήλι, και βέβαια πουθενά δεν απεικονίζεται κάποιος που ψέλνει. Ας θυμηθούμε και πάλι πώς περιγράφει ο ίδιος ο Γύζης τη «σκηνογραφία» του πίνακα: «Διά του υπογείου, της κλειστής θύρας και παραθύρου και διά του ωπλισμένου νέου, εσκέφθην να παραστήσω την εποχήν εκείνην της Ελλάδος, ότε επί Τουρκοκρατίας ήσαν αυστηρώς απηγορευμένα τα σχολεία και μόνον εν κρύπτω ελειτούργουν».

Δεν μας ενδιαφέρουν, ωστόσο, οι αρχικές προθέσεις του ζωγράφου για να τις αντιπαραβάλλουμε στις υστερόχρονες αλλοιώσεις τους από τον ποιητή. Σημασία έχει ότι ο Πολέμης «είδε» στον πίνακα και την εκκλησία και το καντήλι και την εικόνα του Χριστού· και «άκουσε» την ψαλμωδία. Αυτή είναι, άλλωστε, και η κατεξοχήν λειτουργία ενός εικονοκειμένου. Αναλαμβάνει να μετατρέψει τα σημεία ενός συστήματος σε ένα νέο σύστημα συμπαραδήλωσης, δημιουργώντας έτσι μια νέα πληροφοριακή δομή. Σε αυτή τη νέα δομή το ποίημα αποκτά την αξία μιας υποκατάστασης/συμπλήρωσης του ίδιου του πίνακα μέσα από μια σειρά καθορισμένων μεταφορών. Το «Κρυφό Σχολειό» ως ενιαίο εικονοκείμενο έχει πολύ περισσότερα λεξιλόγια και υποκώδικες από όσα έχει ξεχωριστά ο πίνακας και το ποίημα.

 

Μια «αντιπνευματική κοινωνία»;

 

Ελπίζω να είναι φανερό πως οι μεταφορές αυτές δεν προέρχονται μόνον από την ποιητική ιδιόλεκτο του Πολέμη, αλλά και από τους κοινούς τόπους της εποχής του και της συγκυρίας μέσα στην οποία γράφτηκε το ποίημα. «Μήπως ο κ. Πολέμης», αναρωτιόταν στα 1918 ο Ρήγας Γκόλφης, «για την ώρα έγινε η πνευματική ανάγκη της κοινωνίας μας;».[42]

 

Ιωάννης Πολέμης, ελαιογραφία του Γ. Ν. Ροϊλού.

 

Πράγματι, ας θυμηθούμε κι εδώ τις κρίσιμες παρατηρήσεις του Κ. Θ. Δημαρά για την εποχή. Η κοινωνία του Πολέμη «δεν ήταν η κοινωνία που βγήκε από το ’97 αλλά η κοινωνία που το προκάλεσε και το δέχθηκε».[43] Ήταν η κοινωνία που τίμησε τον Παράσχο και αγάπησε τον Πολέμη, ακριβώς γιατί της εξασφάλιζε ένα καταφύγιο στην παράδοση, και στις ηθικές αξίες της φυλής, χωρίς καινούργια προβλήματα, «αναζητήσεις και αγωνίες». «Άνθρωποι που αγαπούσαν να αποκοιμίζονται με λόγια»,[44] γράφει ο Δημαράς, για να χαρακτηρίσει με τον δικό του τρόπο την οριοθέτηση των αναγνωστικών προσδοκιών και την «αντιπνευματική κοινωνία» της εποχής. Το εύκολο γούστο, οι κοινοί τόποι, οι εύληπτοι τρόποι, ο κραυγαλέος διδακτισμός, οι δραματοποιημένες επαναλήψεις του εθνικού αφηγήματος και οι μεγαλοϊδεατικές φαντασιώσεις ήταν αρκετές για να θρέψουν τις λογοτεχνικές προτιμήσεις ενός νέου κοινού, που εκπαιδευόταν καθημερινά μέσα από τον εφήμερο λόγο των εφημερίδων και των περιοδικών, προσανατολισμένο προς την εθνική παιδαγωγία. Δεν θα ήταν υπερβολή νομίζω να υποστηρίξει κανείς πως το Κρυφό Σχολειό – αυτό το «Κρυφό Σχολειό», του 1899 – είναι, σε πρώτη φάση, μια «παραλογοτεχνική» κατασκευή που απέκτησε, με τον καιρό, αυτόνομη παιδευτική αξία μέσα στα σχολικά εγχειρίδια.

Μπορούμε να αποτιμήσουμε και ποσοτικά τα αποτελέσματα τούτης της «ευχάριστης διδασκαλίας» στη «μακρά διάρκεια». Μέχρι και το 1976, το ποίημα του Πολέμη για το Κρυφό Σχολειό ήταν το πιο συχνά ανθολογημένο ποίημα ολόκληρης της νεοελληνικής ποίησης στα Νεοελληνικά Αναγνώσματα,[45] στη σύνταξη των οποίων είχε άλλωστε παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο και ο ίδιος ο ποιητής ήδη από τη δεκαετία του 1910. Ξεπερνάει στις επανεκδόσεις ακόμα και το άλλο περίφημο ποίημά του, με τον τίτλο «Τι είναι η πατρίδα μας». Ας μη βιαστούμε, ωστόσο, να κατατάξουμε τον Πολέμη στους «σχολικούς ποιητές». Το σωστό ερώτημα είναι να δούμε τι επέτρεψε στον Πολέμη να εξελιχθεί σε «σχολικό ποιητή», αφού πρώτα είχε ανταποκριθεί στον ορίζοντα προσδοκίας του μεγάλου κοινού της εποχής του. Εντελώς ενδεικτικά αναφέρω το σταδιακό πέρασμά του από τα νεωτεριστικά λογοτεχνικά έντυπα στα οικογενειακά περιοδικά ποικίλης ύλης, και βέβαια την άμεση απόκρισή του στη «δομή της αίσθησης» της κοινωνίας, μετά το ’97.

Ο λόγος στον Καραντώνη, που, με τη δική του πάντα οπτική γωνία, μας εξηγεί τα αιτούμενα των, κατά βάση, συντηρητικών νοοτροπιών.

 

Ο Πολέμης ένοιωθε την ανάγκη να εξυπηρετήσει με τον τρόπο του, τα γενικώτερα παιδευτικά ιδανικά της μετά το 1897 Ελλάδας: την τόνωση του πατριωτικού συναισθήματος, τη διδασκαλία της πολεμικής αρετής, την υποστήριξη των αξιών που λέγονται τιμή, συνέπεια, αξιοπρέπεια, φιλότιμο, ταπεινοφροσύνη, τη μεγάλη χριστιανική αρετή της καλοσύνης, και την αγάπη στην ελληνική φύση, παρουσιασμένη μέσα από την απλή ζωή του λαού. […] Ακόμα και την αγάπη την τραγούδησε περιτυλιγμένη σε πέπλους ελληνικής αιδούς, απαλλαγμένη από κάθε χυδαιότητα και προκλητικό αισθησιασμό, ντροπαλή συνεσταλμένη, μια αγάπη που της αρέσουν περισσότερο οι εκκλησίες, που της αρέσουν τα στεφανώματα, παρά τα κρυφά και πονηρά μέρη της αντικοινωνικής ενοχής.[46]

 

Θα άξιζε μια εκτενέστερη μελέτη για την «κοινωνιολογία του φιλολογικού γούστου» προκειμένου να καταλάβουμε τη θέση του Πολέμη μέσα στο λογοτεχνικό πεδίο του καιρού του και την κατοπινή του ενσωμάτωση στην εκπαίδευση. Όμως, εδώ, δεν μάς απασχολεί αυτό το θέμα. Παρακολουθήσαμε απλώς την ιδρυτική πράξη ενός λογοτεχνικού μύθου που διαχειρίστηκε έναν άλλο, ευρύτερο «εθνικό μύθο». Τη σημασία της ιδρυτικής στιγμής αυτής μπορούμε να την διαπιστώσουμε άμεσα, στα συγχρονικά της τεκμήρια.

Αμέσως μετά τον θάνατο του Γύζη, ο Κίμων Μιχαηλίδης γράφει στα Παναθήναια (1901) μια εκτενή νεκρολογία στην οποία παρουσιάζει και ερμηνεύει τα κύρια έργα του Γύζη. Δεν είναι τυχαίο ότι κι εκεί το ποίημα του Πολέμη προτείνεται ως «κυριολεκτική» ερμηνεία του πίνακα. Ένας πρώτος κύκλος μνημείωσης του έργου διά του ποιήματος μόλις είχε ανοίξει, δημιουργώντας μια πολιτισμική «συνήχηση», που έφτασε ώς τις μέρες μας. Λίγο αργότερα, ο ίδιος ο Παλαμάς στο ποίημά του για τον Γύζη θα ακολουθήσει κι αυτός το δρόμο που είχε ανοίξει ο Πολέμης: αναφερόμενος στα έργα του ζωγράφου, θα βρει μια καλή αφορμή για να συστοιχίσει ποιητικά τη θεματολογία με την ηθική αξία και τα ιδανικά της φυλής. Για άλλη μια φορά ο «εθνοσυμβολισμός» έβρισκε νέες ρητορικές επιτελέσεις για να μεταφέρει τα ιδεολογικά του προτάγματα στο πεδίο της τέχνης.

Ας μείνουμε λίγο ακόμη στο γύρισμα του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Στα 1910, ο Πολέμης εξέδωσε μια σημαντική ανθολογία με τον τίτλο Λύρα. Ανθολογία της νεωτέρας ελληνικής ποιήσεως. Είναι σαφέστατα η ώρα της εσωτερικής σύγκρουσης μέσα στο λογοτεχνικό πεδίο ανάμεσα στους «παλιούς» και στους «νέους». Εκεί ανάμεσα σε άλλους παρουσιάζει και τον νέο ποιητή, τον Γιάννη Βλαχογιάννη. Δεν μπορώ να αποφύγω τον πειρασμό να μην υπενθυμίσω την ιστορική ειρωνεία που κρύβεται πίσω από αυτήν τη χειρονομία. Ο ίδιος ο Πολέμης ήταν ο πρώτος ανθολόγος του σημαντικότερου αρνητή του μύθου του Κρυφού Σχολείου. Πολλά χρόνια αργότερα, ο γέρος πια Γιάννης Βλαχογιάννης, ο σημαντικότερος ίσως ιστοριοδίφης του Εικοσιένα, έγραφε στο περιοδικό Νέα Εστία:

 

Ανάμεσα σ’ όσες διατριβές έτυχε να διαβάσω γραμμένες από παιδαγωγικούς άντρες ή γυναίκες, δεν είδα καμιάν ιστορική μαρτυρία, που να βεβαιώνη την ύπαρξη κρυφού σκολειού, όμως ούτ’ εγώ μέσα στον αμέτρητο σωρό ανέκδοτου υλικού για της σκλαβιάς τα σκολειά, που έχω συναγμένο, δεν απάντησα τίποτε που να κάνη λόγο για το σκολειό έξω από το τραγούδι. […]. Όλο αυτό το φανταχτερό και κούφιο και χωρίς θεμέλιο χτίσμα πέφτει σε μια στιγμή σωρός μ’ ένα λόγο μοναχά: Ποτέ ο Τούρκος, ο αγράμματος δε μπόδισε το Χριστιανό γράμματα να μαθαίνη, και μονάχα πολύ σπάνια έμπαινε στη μέση να χωρίζη τους δασκάλους άμα πιάνονταν από τα μαλλιά και γίνονταν σκάνταλο με τα μεγάλα τους σκολειά.[47]

 

Ο Πολέμης δεν ζούσε πια. Χάρη στην ποίησή του όμως το Κρυφό Σχολειό εξακολούθησε να ζει στα σχολικά αναγνώσματα, στις εθνικές επετείους, στους πανηγυρικούς λόγους, στο διαδίκτυο και κυρίως στις συνειδήσεις των Νεοελλήνων, που ακόμη και σήμερα πιστεύουν πως το Κρυφό Σχολειό είναι πρωτίστως ένα εθνικό θέμα.

 

Το μυθολογικό κενό

 

«Κάθε μυθολογική θεώρηση ενός ζητήματος δημιουργεί στο μυαλό μας ένα κενό: στη θέση της γνώσης έρχεται να εισχωρήσει ένα ασαφές μόρφωμα που την αντικαθιστά», σημειώνει ο Αλέξης Πολίτης. [48] Τι σημαίνει ακριβώς ετούτη η έννοια του «κενού» την ώρα της μελέτης ενός πολιτισμικού φαινομένου; Αν θέλουμε κατ’ αρχάς να ιστορικοποιούμε τα ερωτήματά μας, θα πρέπει να αντιστοιχίσουμε την οπτική γωνία του Αλέξη Πολίτη με άλλες περιπτώσεις της μεταδημαρικής παράδοσης που επέμειναν στην κριτική της «εθνικής ρητορείας».

Σημειώνω πρόχειρα: την «αποσχηματοποίηση» (Αλκής Αγγέλου), την κριτική στη «δικανική ιστορία» (Σπύρος Ασδραχάς), «τις ιδεολογικές χρήσεις της ιστορίας» (Φίλιππος Ηλιού). Θα μας πήγαινε μακριά ετούτη η συζήτηση για τον τρόπο εργασίας του νεοελληνιστή απέναντι στην «εθνωφελή» λειτουργία της επιστήμης. Αρκούμαι μόνο στο να σημειώσω ότι το «απέναντι» έχει κυριολεκτικά πολιτική σημασία, αφού αυτή η γενιά έδωσε τη μάχη της «απομυθοποίησης», έχοντας στον νου της τόσο την παραμορφωμένη πρόσληψη της ιστορικής πραγματικότητας όσο και τους κινδύνους μιας εξίσου ιδεολογικοποιημένης επιστήμης. Πάνε είκοσι χρόνια από τότε που ο Αλέξης Πολίτης πρότεινε τον χώρο των «Νεοελληνικών Μυθοπλασιών» ως προνομιακό πεδίο για μια πολιτική παρέμβαση των νεοελληνιστών στο πεδίο της λογοτεχνίας και της κουλτούρας. Η απόπειρα αξίζει να έχει τη δική της συνέχεια από τους συνομιλητές και μαθητές του.

Για την ώρα ας μείνουμε στο «πρώτο σκαλί»: το Κρυφό Σχολειό. Αποκομμένο από οποιονδήποτε ερευνητικό και επιστημονικό έλεγχο, το Κρυφό Σχολειό απέκτησε μια νέα, δεύτερη ζωή μέσα στη νεοελληνική κουλτούρα, σε σημείο μάλιστα, που το ίδιο το ποίημα και ο πίνακας έφτασαν να θεωρούνται αυθεντική και αδιαμεσολάβητη πηγή για την ιστορία. «Την πραγματικότητα δεν την αποδομεί η λήθη, την αποδομεί ο μύθος», διαπίστωνε με άλλη αφορμή ο Αλέξης Πολίτης. [49] Δεν έχει κανείς παρά να «σερφάρει» σε μερικές συναφείς σελίδες του διαδικτύου για να διαπιστώσει πως ο πίνακας του Γύζη και το ποίημα του Πολέμη αναφέρονται ακόμη ως τεκμήρια για την ύπαρξη του Κρυφού Σχολειού. Στον αντίποδα αυτής της χρήσης το Κρυφό Σχολειό επιβιώνει ακόμη και στις πιο παρωδιακές εκφορές του ως ισχυρό διακείμενο της νεοελληνικής αντικουλτούρας (εικ. 3). Το εντυπωσιακό, σε αυτή την περίπτωση, δεν είναι τα ανθεκτικά υλικά του μύθου αλλά η δύναμη του μυθικού, έτσι όπως το περιέγραφε ο Ρολάν Μπαρτ στις δικές του Μυθολογίες: «ο μύθος εξαφανίζεται, μένει όμως, πολύ πιο δόλιο, το μυθικό». Το μυθικό είναι πλέον εκείνο που εκδιπλώνεται μπροστά μας, πριμοδοτώντας διαρκώς τον οικείο, τον γνωστό μας, τον τετριμμένο· τον μπανάλ εθνικισμό που μας περιβάλλει. Αυτό το τόσο δικό μας «μυθολογικό κενό».

 

Υποσημειώσεις


[1] http://www.kathimerini.gr/4dcg/_w_articles_kathuseful_1_28/12/2011_1286717

[2] http://imenos.blogspot.gr/2009/03/hellenicrevenge.html

[3] Το άρθρο είναι τώρα ενταγμένο στη συλλογή δοκιμίων του Αλέξη Πολίτη, Το μυθολογικό κενό. Δοκίμια για την ιστορία, τη φιλολογία, την ανθρωπολογία και άλλα, Αθήνα 2000, σ. 25-39.

[4] Βλ. Άλκης Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός μύθου, Αθήνα 1997.

[5] Η έκδοση έγινε με την ευθύνη και επιμέλεια της Επιτροπής Εθνικής Κληρονομιάς της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών». Βλ. http://www.antibaro.gr/node/85G

[6] Τελευταία βιβλιογραφική κατάθεση σε αυτή την κατεύθυνση είναι το βιβλίο του Γιώργου Κεκαυμένου, Κρυφό Σχολειό. Το χρονικό μιας ιστορίας, Αθήνα 2012.

[7] Στην κατεύθυνση αυτή, βλ. τη διεισδυτική ανάλυση του Παναγιώτη Στάθη, «Ιστορική κουλτούρα και κατασκευασμένη μνήμη. Τα κρυφά σχολειά», στον συλλογικό τόμο Μύθοι και Ιδεολογήματα στη σύγχρονη Ελλάδα, Αθήνα 2005, σ. 225-243.

[8] Βλ. Πολίτης, Το μυθολογικό κενό, ό.π., σ. 39.

[9] Βλ. π.χ. το άρθρο του «για τη μυθοποίηση του οριενταλισμού» στις εργασίες του Edward Said, Το μυθολογικό κενό, ό.π., σ. 116. Ας καταγραφεί και εδώ η παλιά μου διαφωνία με αυτό το άρθρο. Το βιβλίο του Said, κλασικό πλέον στις λογοτεχνικές σπουδές, υπερβαίνει κατά πολύ την κατηγορία για «ενοχοποίηση» της Δύσης.

[10] Υπενθυμίζω πως το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου Το μυθολογικό κενό φέρει τον τίτλο «Νεοελληνικές μυθοπλασίες». Υπενθυμίζω επίσης πως πάλι με αφορμή το θέμα του Κρυφού Σχολειού, ο Αλκής Αγγέλου προτείνει τη μεθοδολογική μετατόπιση της έρευνας από «τον χώρο της ιστορικής έρευνας στην περιοχή των συμβόλων που διαμορφώνουν την ιστορική συνείδηση», ονομάζοντας συμβατικά το πεδίο αυτό «Νεοελληνική Μυθολογία». Βλ. Α. Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό, ό.π., σ. 70.

[11] Βλ. ενδεικτικά, Peter Burke, Τι είναι πολιτισμική ιστορία;, μτφρ. Σπύρος Σηφάκης, Αθήνα 2009.

[12] Για την έννοια των ιδεολογικών χρήσεων ως μηχανισμού πρόληψης, ανακατασκευής και εμπρόθετης αλλοίωσης του παρελθόντος, προκειμένου να εξυπηρετηθούν μεταγενέστερες ανάγκες και σκοπιμότητες, βλ. Φίλιππος Ηλιού, Ιδεολογικές χρήσεις τον κοραϊσμού στον 20ό αιώνα, Αθήνα 2003 (α’ εκδ. 1989, από τις εκδόσεις Ο Πολίτης), σ. 22.

[13] Η ερμηνευτική της «εθνοσυμβολικής προσέγγισης» εισάγεται στις μελέτες του έθνους και του εθνικισμού από τον Anthony D, Smith, και αφορά τη μελέτη της χρήσης των εθνικών μύθων, των μνημονικών ιχνών, των συμβόλων και των κληρονομημένων παραδόσεων, που διαμορφώνουν μέσα από την αίσθηση του ζωντανού και βιωμένου παρελθόντος την εθνική ταυτότητα. Βλ. ενδεικτικά Anthony Smith, Myths and Memories of the Nation, Oxford University Press 1999, ιδίως σ. 9-18. Για μια συνθετική και κριτική ανάλυση της «εθνοσυμβολικής προσέγγισης», βλ. Montserrat Guibernau -John Hutchinson (επιμ.), History and National Destiny: Ethnosymbolism and its Critics, Οξφόρδη 2004. Στη σχετικά πρόσφατη βιβλιογραφία για τον ρόλο της τέχνης στις εθνοσυμβολικές πρακτικές, σημαντική συμβολή αποτελεί ο συλλογικός τόμος Athena S. Leoussi – Steven Grosby (επιμ.), Nationalism and Ethnosymbolism: History, Culture and Ethnicity on the formation of nations, Εδιμβούργο 2006, σ. 55-98. Για την αξιοποίηση αυτής της προσέγγισης στη μελέτη της εθνορομαντικής ποίησης, βλ. Γιάννης Παπαθεοδώρου, Ρομαντικά Πεπρωμένα. Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης ως «εθνικός ποιητής», Αθήνα 2009.

[14] Βλ. Πολίτης, Το μυθολογικό κενό, ό.π., σ. 39.

[15] Για τη λειτουργία της ζωγραφικής ως «εθνικής τέχνης» στο πλαίσιο του «εθνοσυμβολισμού», βλ. Athina S. Leoussi, «The ethno-cultural roots of national art», στον συλλογικό τόμο M. Guibernau – J. Hutchinson (επιμ.), History and National Destiny, ό.π., σ. 143-159.

[16] Βλ. Επιστολαί τον Νικολάου Γύζη  (επιμ. Γεωργίου Δροσίνη και Λάμπρου Κορόμηλά), Αθήνα 1953, σ. 139. Βλ. και Πολίτης, Το μυθολογικό κενό, ό.π., σ. 35.

[17] Βλ. Μαρίνος Καλλιγάς, Νικόλας Γύζης. Η ζωή και το έργο του, Αθήνα ²1995, σ. 112 (η υπογράμμιση δική μου).

[18] Βλ. Α. Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό, ό.π., σ. 58.

[19] Οι παλαιότεροι μαθητές – και πάντως σίγουρα οι συμμαθητές μου – θυμούνται ακόμη τους τοίχους των αιθουσών των ελληνικών σχολείων να διακοσμούνται από τη σχετική αναπαραγωγή του πίνακα του Γύζη. Κατά την ώρα της ανάγνωσης του ποιήματος, η «κορνίζα» ήταν η αυτονόητη απόδειξη για την «αλήθεια» των στίχων. Σύμφωνα, ωστόσο, με προφορική μαρτυρία του Τριαντάφυλλου Σκλαβενίτη, στη μεταπολεμική Λευκάδα η ένδεια του σχολικού «εποπτικού υλικού» δεν επέτρεπε τέτοιες ταυτίσεις. Το ποίημα αρκούσε από μόνο του για να    πετύχει την απαραίτητη θερμοκρασία της «εθνικής συγκίνησης». Δεν πρόλαβα σε αυτή τη φάση της έρευνας να εξακριβώσω πότε αρχίζει η πολλαπλασιαστική αναπαραγωγή του πίνακα του Γύζη με στόχο τη διακόσμηση των σχολικών αιθουσών.

[20] Βλ. Πολίτης, Το μυθολογικό κενό, ό.π., σ. 39.

[21] Βλ. Ευγένιος Δ. Ματθιόπουλος, Η τέχνη πτεροφυεί εν οδύνη. Η πρόσληψη τον νεορομαντισμού στο πεδίο της ιδεολογίας, της θεωρίας της τέχνης και της τεχνοκριτικής στην Ελλάδα, Αθήνα 2005, σ. 206.

[22] Βλ. Ματθιόπουλος, ό.π., σ. 207.

[23] Βλ. σχετικά την αναλυτική και «ακριβοδίκαιη» εισαγωγή της Έρης Σταυροπούλου στην ανθολογία Ιωάννης Πολέμης. Επιλογή Ποιημάτων, εισαγωγή, ανθολόγηση, επιμέλεια Έρη Σταυροπούλου, Αθήνα 2005, σ. 13-59.

[24] Βλ. Ματθιόπουλος, ό.π., σ. 537.

[25] Ό.π., σ. 537-541. Αντλώ όλες τις πληροφορίες από το οικείο κεφάλαιο του Ματθιόπουλου στο οποίο γίνεται λόγος για την υποδοχή του έργου του Γύζη στην Ελλάδα. Για μια άλλη προσέγγιση με έμφαση στην εικαστική ανάλυση, βλ. Νέλλη Μισιρλή, Γύζης, Αθήνα 1996.

[26] Βλ. τις καίριες επισημάνσεις του Ματθιόπουλου, Η τέχνη πτεροφυεί εν οδύνη, ό.π., σ. 354-358.

[27] Βλ. Έρη Σταυροπούλου, Ιωάννης Πολέμης, ό.π., σ. 25.

[28] Ό.π., σ. 25.

[29] Ό.π., σ. 29.

[30] Βλ. Αγγέλα Καστρινάκη, «Ο ποιητής είν’ ο μεγάλος πατριώτης!», στον συλλογικό τόμο Ο πόλεμος τον 1897. Διήμερο με την ευκαιρία των 100 χρόνων (4 και 5 Δεκεμβρίου 1997), Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1999, σ. 193-204.

[31] Βλ. Αλέξης Δημαράς, «Ο πόλεμος του 1897 και τα εκπαιδευτικά», στο Ο πόλεμος του 1897, ό.π., σ. 139. Ειδικότερα για το περιοδικό Εθνική Αγωγή, βλ. Κ. Π. Δεμερτζής, Το περιοδικό «Εθνική Αγωγή» του Γ. Δροσίνη. Βιβλιογραφική παρουσίαση, Αθήνα χ.χ.

[32] Βλ. Α. Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό, ό.π., σ. 62.

[33] Βλ. ενδεικτικά Peter Burke, Αυτοψία. Οι χρήσεις των εικόνων ως ιστορικών μαρτυριών, μτφρ. Αντρέας Π. Ανδρέου, Αθήνα 2003.

[34] Βλ. Ρολάν Μπαρτ, Μυθολογίες. Μάθημα, μτφρ. Καίτη Χατζή δήμου – Ιουλιέττα Ράλλη, επιμ. μτφρ. Γιάννης Κρητικός, Αθήνα 1973.

[35] Βλ. Μπαρτ, Εικόνα – μουσική – κείμενο, μτφρ. Γιώργος Σπανός, πρόλ. Γιώργος Βέλτσος, Αθήνα 1988, σ. 49.

[36] Γράφει σχετικά ο Μπαρτ: «Ο κοινός αυτός χώρος των σημαινομένων συμπαραδήλωσης είναι ο χώρος της ιδεολογίας, η οποία δεν θα μπορούσε παρά να είναι μοναδική για μια δεδομένη κοινωνία και ιστορία, όποια κι αν είναι τα σημαίνοντα συμπαραδήλωσης στα οποία προσφεύγει»: ό.π., σ. 56.

[37] Για την έννοια της «εικονολογίας», βλ. την κλασική μελέτη του W. J. Τ. Mitchell, Iconology: Image, text, ideology, Σικάγο 1986, σ. 1- 46.

[38] Βλ. W. J. Τ. Mitchell, «Interdisciplinarity and Visual Culture», Art Bulletin, 70, τχ. 4 (1995), 540-544. Του ίδιου, «Showing seeing: a critique of visual culture», Journal of Visual Culture, Ι,τχ. 2 (2002), 165-181.

[39] Βλ. W. J. T. Mitchell, «Diagrammatology», Critical Inquiry, 7, τχ. 3 (άνοιξη 1981), 622-633.

[40] Για την προσέγγιση αυτή, βλ. Charles A. Hill – Marguerite Helmes, Defining Visual Rhetorics, Λονδίνο 2004, σ. 1-24. Ειδικότερα για τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να αποτελεί μια οπτική αφήγηση αντικείμενο της Ρητορικής, αλλά και για τη θεωρητική πρόκληση των οπτικών συμβόλων, βλ. το άρθρο της Sonja Κ. Foss, «Framing the Study of Visual Rhetoric: Toward a transformation of Rhetorical Theory», στον ίδιο τόμο, σ. 303-313.

[41] Βλ. Μπαρτ, Εικόνα – μουσική – κείμενο, ό.π., σ. 48.

[42] Βλ. Σταυροπούλου, Ιωάννης Πολέμης, ό.π., σ. 37.

[43] Βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Από τις πρώτες ρίζες ώς την εποχή μας, Αθήνα 1985, σ. 407.

[44] Ό.π.

[45] Βλ. Χρυσάνθη Κουμπάρου-Χανιώτη, Τα Νεοελληνικά Αναγνώσματα στη Μέση Εκπαίδευση. Συγγραφείς και ανθολογημένα κείμενα, Αθήνα 2003, σ. 141.

[46] Βλ. Σταυροπούλου, Ιωάννης Πολέμης, ό.π., σ. 41.

[47] Γ. Βλαχογιάννης, «Το κρυφό σκολειό», Νέα Εστία, 38, τχ. 436 (1945), 678, 679.

[48] Το μυθολογικό κενό, ό.π., σ. 211.

[49] Ό.π., σ. 17.

 

*Γιάννης Παπαθεοδώρου

Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών, «Λόγος και χρόνος στη νεοελληνική λογοτεχνία (18ος – 19ος αι.)». Ρέθυμνο 12-14 Απριλίου 2013. Πρακτικά συνεδρίου προς τιμήν του Αλέξη Πολίτη. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2015.

Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη. 

*Ο Γιάννης Παπαθεοδώρου είναι επίκουρος καθηγητής νεοελληνικής φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

  

Διαβάστε ακόμη:

  

 

Read Full Post »

Η ατελέσφορη αναζήτηση του χαρισματικού ηγέτη της Ελληνικής Επανάστασης: Η Φιλική Εταιρεία, οι αυτόχθονες αρχηγοί και οι συσχετισμοί δυνάμεων – Ελπίδα Κ. Βόγλη


 

Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) – Έργο του Σπυρίδωνος Προσαλέντη, Πολεμικό Μουσείο, Αθήνα.

Τον Ιούνιο του 1821 ο πληρεξούσιος της Ανωτάτης Αρχής της Εταιρείας, πρίγκηπας Δημήτριος Υψηλάντης, υπήρξε ο πρώτος άνδρας που έγινε δεκτός στην υπό τα όπλα Ελλάδα με τιμές αρχηγού, σωτήρα και λυτρωτή. Χρειάστηκε, βέβαια, να παραμείνει αρκετές ώρες στο πλοίο που τον μετέφερε από την Τεργέστη στην Ύδρα, μέχρι να προετοιμαστεί η τελετή της υποδοχής. Αλλά η στιγμή που εμφανίστηκε ενώπιον των Υδραίων και των άλλων νησιωτών που είχαν συγκεντρωθεί στο λιμάνι υπήρξε από κάθε άποψη εντυπωσιακή. Μόλις εξήλθε από το πλοίο, οι απλοί νησιώτες εστίασαν την προσοχή τους στην εντυπωσιακή στολή του, παρόμοια της οποίας δεν είχαν δει ποτέ άλλοτε, και επίσης στο χρυσό σπαθί, που ίσως δεν γνώριζαν ότι είχε χαρίσει στον πατέρα του κάποιος σουλτάνος, αλλά προφανώς όλοι πίστευαν ότι με αυτό θα κατατροπώσει τώρα τους εχθρούς. Μικρά και μεγάλα καράβια, αγκυροβολημένα στο λιμάνι, ύψωσαν τις σημαίες τους, «αδιάκοπος ήρξατο τηλεβολισμός παρά πάντων», και παντού ακούγονταν επευφημίες. Οι εκκλησιαστικοί, με τα επίσημα ενδύματά τους, προσέδιδαν επισημότητα στην τελετή, στην προετοιμασία της οποίας είχαν πρωτοστατήσει, όπως ήταν φυσικό, οι κατά παράδοση τοπικοί πολιτικοί, και κυρίως οι ισχυρότεροι όλων, οι Κουντουριώτηδες. [1] Λίγες μέρες αργότερα ο Υψηλάντης αποθεώθηκε στην Πελοπόννησο, όπου αυτήν τη φορά, με τη συναίνεση των πελοποννησίων πολιτικών και στρατιωτικών, είχε την ευκαιρία, έστω γι’ αυτές τις λίγες ώρες της υποδοχής του, να διεκδικήσει όχι μόνο μερίδιο στη διαχείριση των κοινών υποθέσεων και τη λήψη των αποφάσεων, αλλά και τον υπέρτατο ρόλο του εθνάρχη, όπως τον είχαν πλάσει οι προφητείες και οι παρηγορητικές θεωρίες του μεσσιανισμού.

Η παρατήρηση του Ιωάννη Φιλήμονα, του θερμότερου υμνητή των Υψηλάντηδων και της Εταιρείας, ότι καθ’ όλη τη διάρκεια του Αγώνα καμία άλλη τελετή υποδοχής πολιτικού ηγέτη δεν υπήρξε τόσο σημαντική από συμβολική άποψη, παρουσιάζεται πράγματι αρκετά πειστική. Τις προϋποθέσεις είχαν προετοιμάσει οι απεσταλμένοι της Εταιρείας οι οποίοι, με τη στήριξη κυρίως των αυτοχθόνων στρατιωτικών, είχαν διαδώσει στα στρατόπεδα της Πελοποννήσου τη φήμη ότι σε αυτήν την επανάσταση υπήρχε αρχηγός, και μάλιστα Έλληνας του εξωτερικού. Αρκετά εύκολα μάλλον κατάφεραν να εντυπωσιάσουν τους πολλούς, τους απλούς στρατιώτες και τον λαό, για τους οποίους η ύπαρξη της Εταιρείας αποτελούσε πρόσφατη αποκάλυψη. Ο επίδοξος ηγεμών καταγόταν από ένδοξη και πλούσια ελληνική οικογένεια, που ήταν λογικό να παράγει ηγέτες του έθνους αλλά και να διατηρεί ισχυρούς ξένους φίλους σε καίριες θέσεις.[2]

Το γεγονός, επίσης, ότι ο νέος ηγέτης ερχόταν από το εξωτερικό για να πραγματοποιήσει το εθνικό όνειρο που, όπως είχε αποδειχθεί, ήταν αδύνατο να επιτευχθεί με τις δυνάμεις και την πρωτοβουλία των παραδοσιακών τοπικών ηγετών, είναι πιθανό να ενίσχυε ακόμη περισσότερο την εικόνα του ως λυτρωτή και πατριώτη. Τέλος, ο Δημήτριος Υψηλάντης δεν είχε αναλάβει ρόλους στο παλαιό καθεστώς των υπό τα όπλα κοινωνιών και έτσι απαλλασσόταν από ευθύνες, δυσαρέσκειες, τοπικές συγκρούσεις, αντιπαλότητες ή αντιπάθειες.[3]

Αλλά δεν διαθέτουμε στοιχεία που να αποκαλύπτουν τις πολιτικές αντιλήψεις των «πολλών» πριν το 1821 ή αμέσως μετά την έναρξη των εχθροπραξιών. Ακόμη και αν στη συντριπτική πλειονότητά τους πείστηκαν ότι, αντίθετα από τους προγόνους τους, συμμετείχαν τώρα σε μια οργανωμένη επανάσταση, είναι εξαιρετικά δύσκολο να υποθέσουμε με ποιους τρόπους ερμήνευαν τα γεγονότα. Οι αντιλήψεις των «πολλών» είναι αδύνατον να ανιχνευθούν παρά μόνο μέσω λογικών υποθέσεων που μπορούν να στηριχθούν σε όσες περιγραφές της συμπεριφοράς, και σπανιότερα των προσδοκιών τους, έκριναν σκόπιμο να παρέχουν στον μεταγενέστερο ιστορικό οι «λίγοι» απομνημονευματογράφοι ή ιστοριογράφοι των γεγονότων της επαναστατικής δεκαετίας.

Αντιθέτως, υπάρχουν πολλές πληροφορίες για τις απόψεις, τις προτιμήσεις ή τις πρωτοβουλίες των «λίγων», αυτών που συνήθως λαμβάνουν τις καίριες αποφάσεις. Αλλά και πάλι πρόκειται για αντιλήψεις που οι ίδιοι φρόντισαν να καταγράψουν, μετά τα γεγονότα, για να τονίσουν τον ρόλο τους, είτε για εκείνες που πρόβαλαν εξ ονόματος τους οι ομοϊδεάτες συνεργάτες και οπαδοί τους και άλλοτε οι ανταγωνιστές και εχθροί τους που θέλησαν να διασώσουν με τον δικό τους τρόπο την «αλήθεια». Άλλοτε, τέλος, διαθέτουμε τις απόψεις που ενσωμάτωσαν στις ερμηνείες τους οι πρώτοι ιστοριογράφοι του Αγώνα, που επίσης συμμετείχαν στα γεγονότα και αποπειράθηκαν να καταθέσουν τη δική τους «αλήθεια».

Είναι φανερό, λοιπόν, ότι οι σωζόμενες μαρτυρίες της εποχής φανερώνουν εκ των υστέρων κατασκευασμένες «αλήθειες», που αλληλοσυμπληρώνονται, ή συγκρούονται και αλληλοαναιρούνται, και αποτυπώνουν εναργώς τον προφορικό χαρακτήρα της επαναστατικής κοινωνίας, παρά το γεγονός ότι συνήθως προβάλλονται για να στηρίξουν τον εξής συχνά επαναλαμβανόμενο κανόνα: ότι κάθε επανάσταση χρειάζεται την πολιτική ηγεσία που αναλαμβάνει την ευθύνη τόσο για την πλήρωση του κενού εξουσίας που προκάλεσε η έναρξή της, όσο και για την αποτελεσματική διεξαγωγή της. Κατά την εξέλιξη όμως μιας επανάστασης, ακόμη κι αν αποδεχθούμε έναν διαχρονικό ορισμό της επανάστασης, δεν υπάρχουν κανόνες, όπως εξηγεί ο Τσαρλς Τίλι. [4] Με άλλα λόγια, το σημαντικότερο πρόβλημα του ιστορικού που αναζητά τους προτεινόμενους και ενίοτε συγκρουόμενους «μηχανισμούς μεταβολής» – αυτούς που διαμορφώνονται σταδιακά και εκείνους που, τελικά, επικρατούν στο πλαίσιο μιας επανάστασης – είναι η υποχρέωσή του να απομονώσει τις προθέσεις, τα κίνητρα ή τις προτιμήσεις των προσώπων που πρωταγωνίστησαν στα γεγονότα και να απομακρύνει τόσο τις μεταγενέστερες πολιτικές, ιδεολογικές ή άλλες επιρροές, όσο και τους ενδεχόμενους κανόνες που είθισται να παράγονται εκ των υστέρων στις μετεπαναστατικές κοινωνίες.

Αυτοί προκύπτουν ως απόρροια της έντονης επιθυμίας των μετεπαναστατικών κοινωνιών να μελετήσουν τι συνέβη στο πρόσφατο παρελθόν τους, να επιλέξουν τι πρέπει να διασώσουν στη συλλογική τους μνήμη και τι να διαγράψουν και, εν κατακλείδι, να επαναπροσδιορίσουν μετά την εμπειρία της επαναστατικής ρήξης τη σχέση τους με τον χρόνο. Το πώς θα έπρεπε να έχουν γίνει τα πράγματα διαφέρει από το πώς έγιναν, αλλά το σπουδαιότερο ερώτημα είναι το πώς θα πρέπει να γίνονται στο εξής. Η απάντηση του τελευταίου ερωτήματος συνήθως αναγκάζει απομνημονευματογράφους και ιστοριογράφους να επινοήσουν τρόπους ή και να αναζητήσουν κανόνες, συγκρίνοντας τη δική τους εμπειρία με εκείνες άλλων επαναστάσεων ή πολιτειακών μεταβολών.

Το πρώτο ζήτημα, λοιπόν, που εξετάζεται στο άρθρο αυτό είναι αν πράγματι υπήρξε ομοφωνία ή ίσως κάποια άτυπη συμφωνία στο αρχικό στάδιο για την αναγνώριση του αρχηγού της Εταιρείας ως ηγέτη του κινήματος. Χωρίς αμφιβολία, οι προαναφερόμενες περιγραφές του εθνικού πανηγυρισμού κατά την υποδοχή του δεν αρκούν για την απάντηση του ερωτήματος. Για την εξέταση των διεργασιών μέσα από τις οποίες διαμορφώθηκαν οι «μηχανισμοί» μετάβασης της ελληνικής κοινωνίας από το παλαιό στο νέο καθεστώς είναι απαραίτητο να λάβουμε υπόψη μας ότι η περίπλοκη διαδικασία συγκρότησης της ελληνικής εξουσίας ήταν αποτέλεσμα της συνάντησης, για πρώτη φορά στις υπό τα όπλα επαρχίες αυτοχθόνων, ετεροχθόνων από οθωμανικές επαρχίες, Φιλικών και άλλων Ελλήνων της διασποράς, κάποιοι από τους οποίους επιζήτησαν ηγετικούς ρόλους ως εκπρόσωποι ομάδων ή έχοντας ήδη διασφαλίσει την υποστήριξη δεδομένων ομάδων.

Διερευνώνται επίσης, στον βαθμό που είναι δυνατό, οι προθέσεις και τα κίνητρα των ανδρών που αποδέχθηκαν ή απέρριψαν τη σύνδεσή τους με τους Φιλικούς πριν από την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων, προκειμένου να φανεί αν πράγματι η διαμορφούμενη σχέση τους με την Εταιρεία αποδείκνυε και τη στάση τους στο ενδεχόμενο μιας επαναστατικής κινητοποίησης, είτε την προθυμία ή απροθυμία τους να πειθαρχήσουν στις εντολές και την εξουσία του «αρχηγού» της.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, Σχέδιο εκ του φυσικού του Louis Letronne.
Λιθογραφία του Institut Lithographie της Βιέννης, 1829

Άραγε η ύπαρξη της Εταιρείας και η στρατολόγηση νέων μελών μετά το 1818 αποδείκνυαν τον σχεδιασμό  μιας επανάστασης, όπως τονίζεται σε τμήμα της μετεπαναστατικής ιστοριογραφίας; Πώς εξηγείται επίσης το γεγονός ότι όχι μόνον η αποδοχή του ηγετικού ρόλου του Δημήτριου Υψηλάντη αποδείχθηκε προσωρινή, αλλά ακόμη και μετά τη σύγκληση των δύο πρώτων εθνοσυνελεύσεων, ή και την εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια ως κυβερνήτη, το αίτημα ή το παράπονο ότι η Ελληνική Επανάσταση δεν είχε αναδείξει τον «πολυπόθητο» ηγέτη της εξακολούθησε να επαναλαμβάνεται από διάφορες πλευρές; Θα πρέπει, τέλος, να διευκρινιστεί εδώ ότι η έννοια της ομάδας χρησιμοποιείται με φειδώ, κυρίως με γνώμονα τη γεωγραφική προέλευση και, συνεπώς, τις κοινές πολιτικές και κοινωνικές εμπειρίες που, ως έναν βαθμό, συνέδεαν κάποιους από τους επαναστάτες, παρά με βάση τις ιδεολογικές προτιμήσεις ή προθέσεις τους που, όπως αποδεικνύεται, δεν μπορούν να θεωρηθούν συλλογικές σε κανένα στάδιο της προετοιμασίας ή της εξέλιξης του πολέμου.

Τον Αύγουστο του 1818 ο Παναγιώτης Παπαγεωργίου ή Αναγνωσταράς ξεκίνησε το έργο της στρατολόγησης νέων Φιλικών στην Ύδρα. Αλλά όταν ο Γεώργιος Κουντουριώτης αξίωσε γραπτές εγγυήσεις για τον ηγετικό ρόλο του Καποδίστρια στην Εταιρεία, προκειμένου να αποδεχθεί τη μύησή του,[5] δεν είναι βέβαιο ότι προσπαθούσε να εξακριβώσει την αλήθεια ή τους μύθους του μυστηρίου των Φιλικών. Είναι πολύ πιθανό ότι αυτό που αναζητούσε τότε ήταν μια αφορμή για να δικαιολογήσει την άρνησή του να συνδεθεί με την Εταιρεία. Ένας έμπειρος υδραίος πολιτικός, το νησί του οποίου είχε επωφεληθεί από την υπαγωγή του στην Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων πολέμων, προφανώς θα γνώριζε ότι, ακόμη και αν πράγματι ο Καποδίστριας ήταν ηγέτης της Εταιρείας, ήταν μάλλον απίθανο να είχε εφοδιάσει με γραπτές αποδείξεις έναν απεσταλμένο του που ταξίδευε σε διάφορες περιοχές του οθωμανοκρατούμενου χώρου. Εξάλλου, ο Καποδίστριας υπηρετούσε τη δεδομένη στιγμή στη ρωσική κυβέρνηση, ώστε οποιαδήποτε απερίσκεπτη κίνησή του θα τον εξέθετε ανεπανόρθωτα απέναντι στον Τσάρο.

Αν υποτεθεί ότι γενικότερα οι Έλληνες του οθωμανοκρατούμενου χώρου εύχονταν να κρύβεται πίσω από την Εταιρεία η Ρωσία, οι Υδραίοι είχαν πολλούς λόγους να μην ενθουσιάζονται. Άλλωστε, η ναυτιλιακή και εμπορική ανάπτυξη του νησιού τους μετά τα Ορλωφικά δεν ήταν αποτέλεσμα μόνον των ευνοϊκών όρων που είχαν περιληφθεί στη γνωστή συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή, αλλά κυρίως της απόφασής τους να προτιμήσουν την ουδετερότητα παρά την εμπλοκή τους σε εκείνο τον πόλεμο, κατά τη διάρκεια του οποίου συνέχισαν με αμείωτους ρυθμούς τις εμπορικές δράστηριότητές τους ενώ, μετά το τέλος του, παρακολούθησαν ως απλοί θεατές τις καταστροφές και τα οθωμανικά αντίποινα που υπέστησαν τα λιμάνια και τα εμπορικά κέντρα της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας, όπως και τα περισσότερα από τα άλλα νησιά του Αιγαίου πελάγους.

Οι Πελοποννήσιοι που αναζήτησαν ασφαλές καταφύγιο στην ουδέτερη Ύδρα προσέφεραν ένα έτοιμο ανθρώπινο δυναμικό για την επάνδρωση των πλοίων της αλλά και την ανάπτυξη των ναυπηγείων της. Οι εξελίξεις ήταν αλληλένδετες: η εντυπωσιακή αύξηση των υδραιϊκών πλοίων, που έκτοτε ήταν μεγαλύτερης χωρητικότητας και σύγχρονων προδιαγραφών, προορισμένα να καλύπτουν ταξίδια μεγάλων αποστάσεων, και η συσσώρευση εμπορικών κεφαλαίων είχαν ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της θέσης του νησιού στο διαμετακομιστικό εμπόριο της Μεσογείου. Υπό αυτές τις συνθήκες οι Υδραίοι, όπως και μερικοί άλλοι έλληνες πλοιοκτήτες, κατάφεραν να αναδειχθούν στους κυριότερους μεσολαβητές του «κρυφού» εμπορίου της Μεσογείου κατά τον αποκλεισμό των βρετανικών προϊόντων από τη Γαλλία του Ναπολέοντα, στο πλαίσιο του λεγόμενου «ηπειρωτικού συστήματος», μετά το 1806.[6]

Γιατί λοιπόν οι Υδραίοι ή οι άλλοι νησιώτες συνιδιοκτήτες πλοίων, των οποίων οι κοινές προτεραιότητες (δηλαδή το εμπορικό κέρδος και η αποσόβηση του κινδύνου οικονομικής καταστροφής) δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις της αγαστής συνεργασίας τους και τους ενθάρρυναν να αναζητούν την προστασία ή και την υπηκοότητα ξένων δυνάμεων, να διακινδυνεύσουν τη σύνδεσή τους με μια μυστική οργάνωση, σε μια εποχή μάλιστα που η Ευρώπη καταδίκαζε απερίφραστα κάθε οργάνωση αυτής της μορφής; Τον Δεκέμβριο του 1820 οι Υδραίοι προφασίστηκαν σε απεσταλμένο της Εταιρείας ότι δεν θα εμπλέκονταν στους κύκλους καμιάς μυστικής οργάνωσης που οραματιζόταν εξεγέρσεις, μέχρις ότου καταστρεφόταν ολοσχερώς ο οθωμανικός στόλος.[7]

Όπως φαίνεται, ήταν απόλυτα ειλικρινείς τόσο ως προς το φανερό επιχείρημά τους, ότι δηλαδή δεν προτίθεντο να θέσουν σε κίνδυνο τον εμπορικό στόλο τους, όσο και ως προς εκείνο που υπαινίσσονταν: ότι δηλαδή δεν εμπιστεύονταν μια μυστική συνωμοτική εταιρεία, αλλά και ότι δεν εντυπωσιάζονταν από τις μεγαλόστομες διακηρύξεις που διένειμε όλο και συχνότερα ο πρόσφατα αναγνωρισμένος αρχηγός της, Αλέξανδρος Υψηλάντης. Δεν αποκλείεται, άλλωστε, να επιθυμούσαν και πάλι την ουδετερότητα του νησιού σε περίπτωση μιας εξέγερσης που κανείς δεν γνώριζε πόσο θα διέφερε από εκείνη των Ορλωφικών. Δεν είναι τυχαίο ότι παρόμοια στάση με αυτήν του Κουντουριώτη κράτησαν και οι άλλοι εύποροι πλοιοκτήτες και πρόκριτοι όχι μόνο στην Ύδρα αλλά επίσης στις Σπέτσες και τα Ψαρά, ενώ πρόθυμοι να μυηθούν αποδείχθηκαν μόνον ορισμένοι από τους μικρομεσαίους εμπόρους των τριών νησιών.

Στα νησιά του Αιγαίου πελάγους, συγκεκριμένα στη Χίο και την Πάτμο, μυήθηκαν μόλις έξι άνδρες, αλλά οι μετανάστες από αυτά τα νησιά έδειξαν μεγαλύτερη προθυμία, όταν οι κατηχητές της Εταιρείας τους πλησίασαν στους τόπους κατοικίας και δραστηριοποίησής τους. Εξίσου περιορισμένη ήταν η επιτυχία των Αποστόλων της Εταιρείας στους εμπορικούς κύκλους των πόλεων της Μακεδονίας ή και της Μικρός Ασίας, παρότι και πάλι αρκετοί από τους αυτόχθονες κατοίκους τους, που είχαν μεταναστεύσει σε άλλους τόπους, παρουσιάζονταν αρκετά πιο πρόθυμοι να συνδεθούν με την οργάνωση. Μπορεί λοιπόν να υποτεθεί ότι η Εταιρεία είχε αποτύχει να επεκτείνει τις στρατολογήσεις της στους ευπορότερους κύκλους των νησιών και των εμπορικών κέντρων του οθωμανοκρατούμενου χώρου, όπως δεν είχε καταφέρει νωρίτερα να πείσει τους πλουσιότερους και πιο επιτυχημένους από τους έμπορους της διασποράς.

Αντιθέτως, όμως, σημαντικές επιτυχίες σημείωσαν οι κατηχητές της στην Πελοπόννησο. Οι τρεις από τους τέσσερις προεστούς και δημογέροντες, που μετά το 1818 αναδείχθηκαν στη δεύτερη πιο πολυάριθμη «επαγγελματική» ομάδα των Φιλικών, δήλωναν ως τόπο καταγωγής και δραστηριοποίησής τους την Πελοπόννησο. Εξίσου σημαντική ήταν η αντιπροσώπευση των πελοποννήσιων «εκκλησιαστών ηγετών» (με αυτή την ιδιότητα καταγράφονταν στους καταλόγους της Εταιρείας), της τρίτης δηλαδή μεγαλύτερης «επαγγελματικής» ομάδας των Φιλικών.[8]

Ο Σπυρίδων Τρικούπης ήταν ο μοναδικός από τους μετέπειτα ιστοριογράφους της Επανάστασης που προσπάθησε να εξηγήσει γιατί αρκετοί Πελοποννήσιοι που κατείχαν εξουσία, αξιώματα, επιρροή ή και περιουσίες με τη συναίνεση της οθωμανικής διοίκησης φάνηκαν πρόθυμοι να συνδεθούν με μια μυστική οργάνωση, τις στρατηγικές τακτικές και τους στόχους της οποίας αγνοούσαν. Από τις πληροφορίες που συνέλεξε από αυτόπτες μάρτυρες των γεγονότων, πείστηκε ότι εξαιρετικά αποκαλυπτική ήταν η τελετή μύησης του Παλαιών Πατρών Γερμανού. Ο φιλόδοξος ιερέας που, όπως τον περιέγραφαν οι σύγχρονοί του, αναζητούσε ευκαιρίες για να ενισχύσει τη θέση του στην τοπική κοινωνία, δεν έδωσε απαραίτητα μεγάλη προσοχή στις υποσχέσεις του κατηχητή του. Αντίθετα, όμως, από κάποιους ισχυρούς προεστούς της Πάτρας, οι οποίοι λίγο νωρίτερα είχαν διώξει τον ίδιο κατηχητή, απειλώντας τον ότι θα τον καταδώσουν στις οθωμανικές αρχές, ο Γερμανός δέχθηκε να μυηθεί, επειδή συσχέτισε μια επιστολή που είχε λάβει νωρίτερα από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο με την προσπάθεια της Εταιρείας να αποκτήσει μέλη στον οθωμανοκρατούμενο χώρο.

 

Γερμανός, ο Αρχιεπίσκοπος Παλαιών Πατρών. Λιθογραφία, A. Friedel. Λονδίνο, Ιανουάριος 1826.

 

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα όσα μετέφεραν στον Τρικούπη οι συνομιλητές του μετά τα γεγονότα, ο Γερμανός είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι «οι σημαντικώτεροι και οι συνετώτεροι του έθνους ήσαν μέλη της Εταιρίας». [9] Βέβαια, ο ίδιος στα απομνημονεύματά του δεν ανέφερε ότι η απόφασή του επηρεάστηκε από τη μύηση επιφανών Ελλήνων της διασποράς, αλλά τόνιζε ότι η Εταιρεία είχε μυήσει «άπαντας σχεδόν τους προκρίτους και αρίστους των Ελλήνων», [10] κυρίως στην Πελοπόννησο. Είναι απίθανο όμως να επέλεξε τη μύησή του μόνον προσωρινά, προκειμένου να κερδίσει χρόνο και να εξετάσει ποια οφέλη θα μπορούσε ενδεχομένως να αποκομίσει;

Δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ένας Φιλικός ήταν αδύνατο να θεωρεί προσωρινή ή ακόμη και ασήμαντη απόφαση τη μύησή του. Ακόμη και ο ίδιος ο Μαυροκορδάτος είχε αποδεχθεί τη σύνδεσή του με την Εταιρεία, αλλά δεν έγινε ποτέ ενεργό μέλος, ενώ ο Νέγρης που, όπως αναφέρεται, αξίωσε και την ανάληψη υψηλού αξιώματος στους κόλπους της, στη συνέχεια έπαψε να ασχολείται με τις υποθέσεις της.[11] Εξάλλου, η ιδιότητα του μέλους της Εταιρείας δεν συνεπαγόταν απαραίτητα δεσμεύσεις ή σαφείς υποχρεώσεις. Ακόμη και από τους ισχυρότερους και ευπορότερους προκρίτους που αποδέχθηκαν τη σύνδεσή τους με την Εταιρεία, ελάχιστοι κατέβαλαν χρήματα στο ταμείο της – όπως προσδοκούσαν, δηλαδή, οι ηγέτες της. Ο Γερμανός, μάλιστα, τονίζει στην αφήγησή του ότι αυτός είχε προτρέψει τους πελοποννήσιους ηγέτες να κρατήσουν τα χρήματά τους για τις ανάγκες του τόπου τους.[12] Υπάρχουν επίσης πληροφορίες ότι ήταν τελικά η Εταιρεία που έστειλε χρήματα στον ισχυρό Μανιάτη Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη για να τον πείσει πως η οργάνωση είχε ισχυρά ερείσματα και εξασφαλισμένη χρηματοδότηση για την προετοιμασία και τη διεξαγωγή ενός κινήματος και έτσι να πετύχει την υποστήριξη της Μάνης.[13]

 

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ο τελευταίος Μπέης της Μάνης, και βασικός εκφραστής της αντίληψης για τοπική αυτονομία των απελευθερωμένων περιοχών της Ελλάδας (ιδιαίτερα της Μάνης) σε αντίθεση με το όραμα του Καποδίστρια που επιθυμούσε τη δημιουργία ενός ομογενοποιημένου εθνικού κράτους.

Πορτρέτο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη (1765 ή 1773 -1848). Υδατογραφία σε φίλντισι, διαστάσεις 16 x 12 εκ. Έργο του Χένρι Τζον Τζορτζ Χέρμπερτ (Henry John George Herbert 1800 -1849).

 

Η περίπτωση της μύησης του Μαυρομιχάλη παρουσιάζει, και για άλλους λόγους, ενδιαφέρον. Παρά τις αρχικές αμφιβολίες του, ο ισχυρός άνδρας της Μάνης αποδέχθηκε τη σύνδεσή του με την Εταιρεία, έλαβε διαβεβαιώσεις και χρήματα, αλλά, όπως φαίνεται, με την επίκληση του επιχειρήματος ότι δεν πείστηκε από τις υποσχέσεις των εκπροσώπων της, θεώρησε σκόπιμο να διαπραγματευτεί απευθείας με αρχηγούς.

Στις αρχές, λοιπόν, του 1820 έστειλε με δικό του άνθρωπο στην Πετρούπουλη επιστολή στον Καποδίστρια και, κατ’ άλλη εκδοχή, μια δεύτερη επιστολή στον ίδιο τον Τσάρο. Επομένως, ένας Φιλικός δεν ήταν απίθανο να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες που αποδείκνυαν την αμφισβήτησή του προς την Εταιρεία ή ήταν καταδικαστέες από την ηγεσία της. Ωστόσο, ο απεσταλμένος του δολοφονήθηκε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες στο ταξίδι της επιστροφής και πριν ενεχειρίσει στον ίδιο απαντητικές επιστολές. [14] Περιέργως ο Μαυρομιχάλης δεν αντέδρασε. Δεν υπάρχουν πληροφορίες που να τον παρουσιάζουν να ζητά εξηγήσεις ή να απειλεί ότι θα απομακρυνθεί από την Εταιρεία, όπως θα ήταν αναμενόμενο. Οι προθέσεις του στην περίπτωση αυτή είναι μάλλον αδύνατο να διερευνηθούν. Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι ο κανονισμός της Εταιρείας δεν είχε προβλέψει ούτε το ενδεχόμενο παραίτησης, ούτε τη διαδικασία διαγραφής κάποιου μέλους, σε όποιο παράπτωμα κι αν υπέπιπτε.

Από την άλλη πλευρά, όμως, γιατί η Εταιρεία έδωσε τόσο μεγάλη έμφαση στην εξασφάλιση της υποστήριξης του Μαυρομιχάλη; Πόσο πιθανό είναι να φιλοδοξούσε να παρακινήσει μέσω της Μάνης τη μύηση πολλών άλλων πολιτικά και οικονομικά ισχυρών προεστών της Πελοποννήσου; Είναι αδύνατο επίσης να εξακριβωθεί σε ποιον βαθμό ήταν πιθανό να τηρείται η μυστικότητα των επιτυχημένων μυήσεων της Εταιρείας ή ποιες τυχόν εντυπώσεις για το έργο της ήταν δυνατό να διαδίδονται στους κόλπους των ήδη μυημένων προεστών και δημογερόντων, που ως γνωστό συνεργάζονταν σε τακτά διαστήματα μεταξύ τους υπό τις εντολές ακόμη της οθωμανικής διοίκησης. Μέσω ποιων μηχανισμών άραγε ο Γερμανός γνώριζε την ταυτότητα των προεστών που είχαν ήδη μυηθεί στην Εταιρεία, ώστε να τους δίνει συμβουλές για την οργάνωσή τους σε τοπικό επίπεδο και οι ίδιοι να συμμετέχουν στις αρχές του 1820 σε μια πρώτη μυστική συνάντηση στην Τριπολιτσά; [15] Και, τέλος, σε ποιους κύκλους διαδίδονταν οι φήμες για τον ηγετικό ρόλο του Καποδίστρια ή την υποστήριξη της Εταιρείας από την Ρωσία, που είχαν φτάσει μέχρι και την Αυλή του Αλή Τεπενλή των Ιωαννίνων;

Αυτό πάντως που μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο είναι πως η φήμη της ρωσικής υποστήριξης, σε συνδυασμό με τις ειδήσεις που είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν για την επικείμενη σύγκρουση του Αλή Πασά με την Πύλη, επηρέασαν καθοριστικά τη στάση των πελοποννησίων πολιτικών και εκκλησιαστικών ηγετών απέναντι στην Εταιρεία. Συγκεκριμένα, οι μυήσεις νέων μελών στην Πελοπόννησο πολλαπλασιάστηκαν μετά την άνοιξη του 1819, όταν άλλες φήμες παρουσίαζαν την επίσκεψη τότε του Καποδίστρια στη γενέτειρά του, την Κέρκυρα, ως απόδειξη της ανάμειξής του στα σχέδια των Φιλικών.[16]

Φυσικά, τη δεδομένη στιγμή το ενδεχόμενο εξέγερσης ή πολέμου ήταν απίθανο και προφανώς απευκταίο για τους περισσότερους. Σε περίπτωση όμως αναταραχής, η παρέμβαση μιας ξένης δύναμης που θα προωθούσε κάποια μεταβολή, προσφέροντας έτσι ευκαιρίες στους προνοητικότερους, ήταν πάντοτε πιθανή. Ως αποτέλεσμα, ακόμη και η έγκαιρη πρόβλεψη μιας αλλαγής που θα μπορούσε να ανατρέψει τον συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των πελοποννήσιων προεστών ήταν μάλλον αρκετή για να εξάρει τον ανταγωνισμό τους. [17] Παραμένει άγνωστο, ωστόσο, τι ακριβώς γνώριζαν οι προεστοί για τα σχέδια του Αλή Πασά, που την ίδια εποχή επιχείρησε να προσεγγίσει στην Κέρκυρα τον Καποδίστρια διά του Ιωάννη Παπαρρηγόπουλου, του διερμηνέα του προξένου της Ρωσίας στην Πάτρα, προκειμένου να διερευνήσει τις προθέσεις του Τσάρου απέναντι σε ένα ενδεχόμενο ελληνικό κίνημα που θα ήταν πιθανό να συνδεθεί με τον αγώνα του ίδιου εναντίον της Πύλης.[18]

Δυσερμήνευτος είναι και ο ρόλος του Παπαρρηγόπουλου που, πέρα από τις ισχυρές διασυνδέσεις στη Ρωσία, διατηρούσε στενές επαφές τόσο με τον Αλή Πασά όσο και με τους πελοποννήσιους προεστούς. Αμφότεροι τον θεωρούσαν άνθρωπο εμπιστοσύνης και οι τελευταίοι που, όπως ισχυρίζονταν, γνώριζαν τις σχέσεις του με τον ισχυρό πασά των Ιωαννίνων, «τόσην έδοσαν (sic) πίστιν εις τον χαρακτήρα του ανδρός», ώστε κατά τη συνέλευσή τους στην Τριπολιτσά του ανέθεσαν την αποστολή να συνομιλήσει εξ ονόματος τους με την Ανωτάτη Αρχή και του ενεχείρισαν ακόμη και άγραφα φύλλα με τις υπογραφές τους, προκειμένου να συμπληρώσει ο ίδιος τα απαραίτητα στοιχεία σχετικά με τα δίκτυα της Εταιρείας στην Πελοπόννησο, όταν θα έφτανε στον προορισμό του.[19]

Πορτραίτου του Αλέξανδρου Υψηλάντη με στολή ουσάρου, 1810.

Η αποστολή του Παπαρρηγόπουλου υπήρξε η πρώτη σημαντική κινητοποίηση των Φιλικών προεστών της Πελοποννήσου. Ενθαρρυμένοι προφανώς από την επικείμενη ενδο-οθωμανική σύρραξη αποφάσισαν να παρακάμψουν τους Απόστολους της Εταιρείας και να διαπραγματευτούν επί ίσοις όροις την εξέλιξη των πραγμάτων με τον ηγέτη της, την ταυτότητα του οποίου ακόμη δεν γνώριζαν. Αναφέρεται μάλιστα ότι εξουσιοδότησαν τον απεσταλμένο τους να υποβάλει τα αιτήματά τους, τα οποία τελικά δέχθηκε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης: τη συγκρότηση δηλαδή μιας πελοποννησιακής εφορίας, απαρτιζόμενης από τους ίδιους και εξουσιοδοτημένης να ασκεί απόλυτο έλεγχο στις κινήσεις της Εταιρείας στην Πελοπόννησο και να διαχειρίζεται το ταμείο της.[20] Την ίδια στιγμή, όμως, με δεύτερο απεσταλμένο τους επεδίωξαν να διευρύνουν τους εξωτερικούς συμμάχους τους, προσεγγίζοντας αυτήν τη φορά τον Μητροπολίτη Ιγνάτιο, προφανώς για να διασταυρώσουν τις πληροφορίες τους και ίσως για να διερευνήσουν τις προθέσεις των Ελλήνων της διασποράς.[21] Από την άποψη αυτή η συνάντησή τους στην Τριπολιτσά μπορεί να θεωρηθεί η πρώτη ουσιαστική προσπάθεια άμεσης συνεργασίας τους, προκειμένου να αξιοποιήσουν το πλεονέκτημα της μύησής τους και να επωφεληθούν από απρόοπτες πιθανές εξελίξεις.

Η δεύτερη και τελευταία πρωτοβουλία τους πριν από την έναρξη των κατά τόπους μαχών ήταν η συνάντησή τους στη Βοστίτσα τον Ιανουάριο του 1821. Στη συνάντηση αυτή δεν έλειψαν οι αντιπαραθέσεις, αφού οι προεστοί θεώρησαν άνευ σημασίας τις «οδηγίες» εξέγερσης που τους έστειλε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης μέσω του εκπροσώπου του Γρηγορίου Δικαίου, του γνωστού Παπαφλέσσα. Προφανώς οι ίδιοι δεν θεωρούσαν πως χρειάζονταν υποδείξεις για τη διαχείριση των πολιτικών υποθέσεων του τόπου τους, αλλά αποδείξεις ότι είχε προηγηθεί η αποτελεσματική προετοιμασία της εξέγερσης, ότι υπήρχαν εξωτερικοί χρηματοδότες και υποστηρικτές που θα παρενέβαιναν υπέρ της υπόθεσής τους σε περίπτωση που αποτολμούσαν μια κινητοποίηση και, τέλος, ότι είχε σχεδιαστεί κάποιο πρόγραμμα για την επιδιωκόμενη μεταβολή στις ιδιαίτερες πατρίδες τους. Αναφέρεται μάλιστα ότι στη συνάντηση αυτή ο Σωτήρης Χαραλάμπης περιέγραψε με τον εξής ξεκάθαρο τρόπο στον Παπαφλέσσα τις ανησυχίες των πελοποννησίων προεστών: «Ο ραγιάς ευθύς αφού πάρει τα όπλα, δεν θα μας ακούη και δεν θα μας σέβεται και θα πέσωμεν εις τα χέρια εκείνου», όπως του είπε δείχνοντας τον αδελφό του, Νικήτα, «ο οποίος προ ολίγου δεν ημπορούσε να κρατήση το περούνι να φάγη».[22]

Ούτε ο Παπαφλέσσας προσβλήθηκε από το υποτιμητικό σχόλιο κατά του αδελφού του, ούτε όμως κάποιος από τους προεστούς πείστηκε από τις υποσχέσεις του ότι είχε ήδη μεταφερθεί στην Ύδρα επαρκής ποσότητα πολεμικού υλικού για τη διεξαγωγή του πολέμου ή ότι υπήρχε πολιτικό σχέδιο της Εταιρείας, το οποίο προέβλεπε τη διατήρηση της τοπικής αυτοδιοίκησης του οθωμανικού συστήματος και, αυτομάτως, την ενίσχυση της δύναμης των ίδιων μέσω της ανάθεσης της ανώτερης μόνο πολιτικής εξουσίας σε έλληνα ανώτατο άρχοντα – δηλαδή στον αρχηγό της Φιλικής Εταιρείας. Στο τέλος «ηγανάκτισε η συνέλευσις» εναντίον του Παπαφλέσσα, «τον επέπληξεν αυστηρώς και τον εφοβέρισεν ότι θα τον εφυλάκιζεν, αν δεν έπαυεν ερεθίζων τα πνεύματα, διαδίδων τόσω ψευδείς φήμαις (sic) και ριψοκινδυνεύουν την ύπαρξιν του έθνους». Κατά τη λήξη της, οι προεστοί αποφάσισαν να μην λάβουν καμία πρωτοβουλία μέχρι την άφιξη του πληρεξουσίου της Εταιρείας, αλλά να στείλουν εκ νέου έμπιστο άνθρωπό τους, αφενός στη Ρωσία για να διερευνήσουν τις προθέσεις του Τσάρου και, αφετέρου, στην Πίζα για να λάβουν τις συμβουλές του Μητροπολίτη Ιγνάτιου,[23] ο οποίος ήδη παρουσιαζόταν, όπως και μερικοί άλλοι από τους μετριοπαθείς «φωτισμένους» Έλληνες της διασποράς, ως εναλλακτικός, ισχυρός και αντίθετος προς την Εταιρεία εξωτερικός σύμμαχος. Ακόμη και ο Ιωάννης Φιλήμων παραδεχόταν ότι κανείς δεν μπορούσε να αμφισβητήσει «την πολλήν επί της ενάρξεως του αγώνος χρησιμότητα του Ιγνατίου εν τη Ευρώπη», όχι μόνον γιατί «ο ιεράρχης ούτος είχε νουν φυσικόν, μελέτην ικανήν των του κόσμου και σχέσεις διαφόρους μετά πολιτικών και πεπαιδευμένων», αλλά κυρίως χάρη στη φήμη «ην έχαιρεν, ως θεωρούμενος […] εν υπολήψει παρά της ρωσσικής (sic) αυτοκρατορίας».

Σύμφωνα με την αρκετά απλοϊκή ερμηνεία του Φιλήμονα, ο ισχυρός Μητροπολίτης στράφηκε νωρίς ενάντια στην Εταιρεία και μάλιστα κατηγόρησε προσωπικά τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, διότι εκείνος δεν τον ρώτησε «περί της ενάρξεως, ή μη, του κινήματος», και επίσης επειδή μετά την άφιξη του Δημήτριου Υψηλάντη στην Ύδρα, ο ίδιος θεωρούσε πια «αδύνατον […] ‘την γενικήν πρόσκλησιν εαυτού’». Κατά τον Φιλήμονα, άλλωστε, η Εταιρεία αποτελούσε εκ των προτέρων τη «νόμιμη κυβέρνηση» της υπό τα όπλα Ελλάδας, ώστε όλοι οι αυτόχθονες ή οι άνδρες της διασποράς που στράφηκαν εναντίον των αδελφών Υψηλάντη επιθυμούσαν να αναδειχθούν οι ίδιοι σε ηγέτες.[24]

 

Όταν ο Δημήτριος Υψηλάντης συνάντησε τους αυτόχθονες κατά παράδοση Πολιτικούς

 

Ένας επτανήσιος «αρχηγός» και Φιλικός, όπως ο Κωνσταντίνος Μεταξάς, παραδεχόταν ότι μετά τις πρώτες μάχες υπήρχε ενθουσιασμός για τον ηγετικό ρόλο του Υψηλάντη, κυρίως επειδή η ύπαρξη ενός «αφέντη» ασκούσε ακαταμάχητη γοητεία τόσο στους έλληνες πολεμιστές όσο και στους εχθρούς τους στα πεδία των μαχών. Ήδη ο ίδιος μαζί με άλλους αρχηγούς των πρώτων στρατοπέδων χρησιμοποιούσαν την υπογραφή ενός Υψηλάντη, πριν από την άφιξη ακόμη του Δημήτριου στην Ύδρα, για να προσδίδουν «μεγαλειτέραν (sic) σπουδαιότητα» στις πολεμικές επιχειρήσεις τους.[25] Με βάση την ερμηνεία του, επομένως, η ύπαρξη μιας κεντρικής ηγεσίας αποτελούσε ανάγκη για την εκπροσώπηση του κινήματος απέναντι στους εχθρούς ή και γενικότερα ίσως στις ευρωπαϊκές αυλές· όχι απαραίτητα όμως και για τη διαχείριση των επαναστατικών υποθέσεων, αφού οι παραδοσιακοί αρχηγοί της Πελοποννήσου διοικούσαν τον τόπο όπως ακριβώς και στο παρελθόν. Με την κατάλυση δηλαδή της οθωμανικής διοίκησης είχε μεν καταστραφεί «όλη η δημόσια υπηρεσία», αλλά διά «της επιρροής των προκρίτων των επαρχιών ανεπληρούντο τα ελλείποντα […] η ευταξία διετηρείτο εν ταις επαρχίαις, τα συμφέροντα των πολιτών δεν έπασχαν και η υπηρεσία ενηργείτο».[26]

 

Κωνσταντίνος Μεταξάς (1793 – 1870). Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Σαν να μην υπήρξε ποτέ ουσιαστικό κενό εξουσίας, αφού με την έναρξη των εχθροπραξιών ανατράπηκαν μόνον οι οθωμανικές αρχές, όπως προσέθετε ο Γερμανός, οι Έλληνες κατά παράδοση αρχηγοί θεώρησαν ότι ανέλαβαν αυτοδικαίως τις αρμοδιότητές τους, όπως και την ηγεσία των πρώτων πολεμικών επιχειρήσεων. Αυτό συνέβη, για παράδειγμα, κατά την πολιορκία της Πάτρας, της οποίας οι αρχηγοί ενημέρωσαν άλλους κατά τόπους ισχυρούς, όπως τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και τον Κανέλλο Δεληγιάννη.

Στη συνέχεια οι ίδιοι, προεστοί και εκκλησιαστικοί ηγέτες, μεταξύ των οποίων και ο Γερμανός, «εσχημα- τίσθησαν και εις επαναστατικόν διευθυντήριον», το Αχαϊκό Διευθυντήριο. Υπό την προεδρία του Μαυρομιχάλη συστήθηκε η Μεσσηνιακή Γερουσία και γύρω από τον Δεληγιάννη η Εφορεία της Καρύταινας.[27] Τις επόμενες μέρες σε όλες σχεδόν τις υπό τα όπλα επαρχίες συστάθηκαν με παρόμοιο τρόπο τοπικές αρχές, γερουσίες, δημογεροντίες, εφορείες, διευθυντήρια ή καγκελαρίες, όπως ονόμασαν τις περισσότερες από αυτές οι ιδρυτές τους. Απαρτιζόμενες συνήθως από τρία ή πέντε μέλη, οι νέες διοικήσεις διαχειρίζονταν με αρκετή επιτυχία τις στρατιωτικές και οικονομικές υποθέσεις στις μικρές περιφέρειες της δικαιοδοσίας τους. Οι ηγέτες τους, αυτόχθονες στη συντριπτική πλειονότητά τους, είχαν απόλυτη επίγνωση των παραγωγικών πηγών και του προϊσχύσαντος φορολογικού συστήματος και, όντας εξοικειωμένοι με τις νοοτροπίες των συντοπιτών τους, κατόρθωναν να φέρνουν σε πέρας το σπουδαιότερο έργο τους: να συγκεντρώνουν δηλαδή «τα διά τας στρατολογίας αναγκαιούντα».[28]

Το επόμενο βήμα ήταν ο διορισμός στρατιωτικών αρχηγών. Τότε όμως εκδηλώθηκε η πρώτη σοβαρή αντιπαράθεση μεταξύ των κατά παράδοση τοπικών πολιτικών και των εκπροσώπων της Εταιρείας. Στην ουσία επρόκειτο για μια σύγκρουση μεταξύ Φιλικών αφού, όπως φάνηκε, αρκετοί από τους γηγενείς πολιτικούς ήταν ήδη μέλη της Εταιρείας. Πρωταγωνιστής αναδείχθηκε στην περίπτωση αυτή ο Παπαφλέσσας, που αντέδρασε έντονα όταν η Εφορεία της Καρύταινας διόρισε με εντολή του ισχυρότερου πολιτικού της, του Δεληγιάννη, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη αρχιστράτηγο των δυνάμεών της.[29]

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

 

Η αξίωση να διατηρεί η Εταιρεία το αποκλειστικό δικαίωμα στην απονομή στρατιωτικών αξιωμάτων δεν κατέλυε μόνον την προεπαναστατική συνήθεια των προεστών να διαθέτουν και να συντηρούν ένοπλα σώματα, αλλά στην ουσία προμήνυε την πλήρη αποδυνάμωσή τους: εάν δηλαδή χρηματοδοτούσαν τα στρατόπεδα αλλά δεν ασκούσαν επιρροή στους οπλαρχηγούς, δεν θα ήλεγχαν ούτε τους στρατιώτες. Έτσι, αφού ήταν αδύνατο πια να διακόψουν τη χρηματοδότηση, στην ουσία θα δημιουργούσαν οι ίδιοι τις προϋποθέσεις για την εδραίωση ενός νέου συστήματος που θα επέφερε την απόλυτη εξάρτησή τους από τους αρχηγούς των ενόπλων, όσο και από τους νεοφερμένους πολιτικούς που πλέον θα ήλεγχαν τους τελευταίους. Αν μάλιστα η αντίδραση του Παπαφλέσσα θεωρηθεί ενδεικτική των προθέσεων του Υψηλάντη, μπορεί να υποστηριχθεί ότι ήδη από τα τέλη του Απριλίου διαφαινόταν ο κίνδυνος της αμφισβήτησης των τοπικών αρχών που είχαν ήδη ιδρύσει οι αυτόχθονες πολιτικοί στις περισσότερες υπό τα όπλα επαρχίες, από ανάγκη για τη διαχείριση του πολέμου αλλά και για τη διασφάλιση της συνέχειας του παραδοσιακού συσχετισμού δυνάμεων. Από την άποψη αυτή η κυριότερη διαφωνία πελοποννησίων προεστών και Φιλικών εστιαζόταν, πριν ακόμη φτάσει στην Ύδρα ο Δημήτριος Υψηλάντης, στις μεταβολές που θα επέφερε η Επανάσταση στο υφιστάμενο έως τότε διοικητικό σύστημα των υπό τα όπλα επαρχιών.

Προφανώς έτσι εξηγείται γιατί τόσο οι προεστοί όσο και ο Υψηλάντης άρχισαν να προετοιμάζονται για τη συνάντησή τους αρκετές μέρες νωρίτερα. Από τις 9 Μαΐου 1821 οι προεστοί του Μιστρά προσκαλούσαν εξ ονόματος του Μαυρομιχάλη πελοποννήσιους, υδραίους και σπετσιώτες άρχοντες σε γενική συνέλευση, επικαλούμενοι την ανάγκη «να έμβη η υπόθεσις εις ένα διαφορετικόν δρόμον», αφού στην Πελοπόννησο «τα πράγματα δεν υπάγουν καλά από την αναρχίαν και ακαταστασίαν του γένους».[30] Με τους όρους αναρχία ή ακαταστασία περιέγραφαν προφανώς την απροθυμία πολλών χωρικών να επανδρώσουν τα στρατόπεδα της Επανάστασης. Αυτό ήταν τουλάχιστο ένα βολικό επιχείρημα για να δικαιολογήσουν την αναγκαιότητα μιας γενικής συνέλευσης αυτοχθόνων και τη συγκρότηση με τη λήξη των εργασιών (26 Μαΐου) της Γερουσίας, που επρόκειτο να παρουσιαστεί στον Υψηλάντη ως η ισχυρή και νόμιμη «κυβέρνηση» της υπό τα όπλα Ελλάδας. Αυτή η συνέλευση, όμως και η νεοσυσταθείσα διοικητική αρχή, παρέμειναν προληπτικές κινήσεις αποκλειστικά των Πελοποννησίων, αφού οι νησιώτες αρνήθηκαν να συμμετάσχουν, κατανοώντας ότι η πρόσκλησή τους είχε στόχο την επίτευξη μιας αυτοχθονικής συμμαχίας, την οποία οι ίδιοι δεν χρειάζονταν τη δεδομένη στιγμή.[31] Έτσι και η αντιπαράθεση με τη Φιλική Εταιρεία παρέμεινε πελοποννησιακή υπόθεση.

Φυσικά δεν διενεργήθηκαν εκλογές ούτε για την ανάδειξη των αντιπρόσωπων των επαρχιών της Πελοποννήσου σε αυτήν τη συνέλευση, ούτε για την επιλογή των μελών της Γερουσίας, τα οποία παρουσιάστηκαν ως προσωρινοί μεν αλλά συνάμα ως απόλυτοι άρχοντες, που θα αποφάσιζαν «καθ’ οποίον τρόπον η θεία Πρόνοια τους φωτίσει», και χωρίς κανείς να μπορεί να αμφισβητήσει τις πράξεις τους ή να παρακούσει τις διαταγές τους.[32] Ούτε ο Υψηλάντης όμως προκήρυξε εκλογές για τη συγκρότηση των νησιωτικών «εφορειών», που ίδρυσε αμέσως μετά την άφιξή του στην Ύδρα, αφού προηγουμένως κατήργησε τις τοπικές διοικητικές αρχές που είχαν συσταθεί εν αγνοία του. Βέβαια, ακολουθώντας τις παραδοσιακές πρακτικές, όρισε ως εφόρους τους παλαιούς άρχοντες, αλλά τώρα όλα τα διοικητικά σώματα υπάγονταν απευθείας στην Εταιρεία: συγκεκριμένα στους δύο πληρεξουσίους του Υψηλάντη που στελέχωσαν την ανώτερη Αρχή των νησιών, τη Γενική Επιτροπή. Παρά το γεγονός ότι το νέο σύστημα άλλαζε μόνο το όνομα των προηγούμενων επαναστατικών αρχών, είναι φανερό ότι μετέβαλε ριζικά τον υφιστάμενο συσχετισμό δυνάμεων. Η παραχώρηση επίσης προνομίων στην Ύδρα, τις Σπέτσες και τα Ψαρά[33] ήταν ένα ευφυές τέχνασμα με στόχο την εξασφάλιση της υποστήριξής τους σε περίπτωση εσωτερικής αντιπαράθεσης – την οποία, κατά μια πληροφορία, ήδη σχεδίαζαν οι σύμβουλοι του Υψηλάντη. Αναφέρεται, δηλαδή, ότι λίγες ώρες μετά την τελετή της υποδοχής του στο Άργος οι άνθρωποί του αποκάλυψαν στον Μεταξά την πρόθεσή τους να συγκρουστούν με τους πελοποννήσιους προεστούς, «διότι ούτοι κακάς λαβόντες έξεις επί Τουρκοκρατίας, πλήρεις δε παθών και αλαζονείας, ήθελον επιφέρει μεγάλα προσκόμματα εις την πρόοδον της Επαναστάσεως», και ζήτησαν την υποστήριξη των Επτανησίων.[34]

Επιβεβαιώνοντας το σχέδιό τους, ο Υψηλάντης αξίωσε άμεσα τη διάλυση του «αριστοκρατικού» και, κατά άλλη εκδοχή, «ολιγαρχικού» οργανισμού της Πελοποννησιακής Γερουσίας και την υποκατάστασή του από ένα δημοκρατικότερο σύστημα, απαρτιζόμενο από «εφορείες», «υπο-εφορείες» και μια «βουλή» υπό την προεδρία του ίδιου, που θα αποτελούσε το ανώτερο σώμα στη θέση της Γερουσίας.

Όπως αποδεικνύεται, οι όροι της πολιτικής έκφρασης «δημοκρατικός» ή «φιλελεύθερος», «συντηρητικός» ή «ολιγαρχικός» προσλαμβάνουν το ειδικό περιεχόμενό τους ανάλογα με τις συνθήκες της κοινωνίας στην οποία χρησιμοποιούνται. Έτσι, στον «οργανισμό» που σχεδίασαν οι «ολιγαρχικοί» προεστοί εξ ονόματος του «λαού» αλλά στην ουσία ερήμην του, προέβλεπαν τη διενέργεια εκλογών για την ανάδειξη των εφόρων, αφού θεωρούσαν ότι ήταν σε θέση να ελέγχουν, όπως και στο παρελθόν, τις ψήφους των «πολλών». Παράλληλα επέμειναν στη διατήρηση της «απολυταρχικής» Γερουσίας, προβαίνοντας ακόμη και στη φαινομενικά «φιλελεύθερη» χειρονομία να παραχωρήσουν τον τίτλο του προέδρου της στον Υψηλάντη, που ούτως ή άλλως θα ήταν αδύνατο να ελέγχει ένα σώμα απαρτιζόμενο από ισχυρούς προεστούς.

Στον δεύτερο κύκλο της αντιπαράθεσής τους όμως στη Ζαράκοβα, αμφότεροι λησμόνησαν τη βούληση των «πολλών» και διαπραγματεύτηκαν σχεδόν αποκλειστικά το ζήτημα της Γερουσίας. Ο νέος «οργανισμός», που προτάθηκε από τους αυτόχθονες αλλά αυτή τη φορά συντάχθηκε από τον Μαυροκορδάτο και τον Νέγρη – παρότι και πάλι δεν εφαρμόστηκε -, αποτέλεσε όπως φαίνεται το πρότυπο του «μηχανισμού μεταβολής» στην ελληνική περίπτωση: τη σύσταση δηλαδή μιας «διοίκησης» που θα απαρτιζόταν από πολλά ανώτερα σώματα, που προφανώς δεν θα διέθεταν ίση πολιτική δύναμη και επιρροή, αλλά έτσι θα δημιουργούνταν πολλά φαινομενικά «υψηλά» αξιώματα προς διανομή, με σκοπό την ικανοποίηση όσο το δυνατό περισσότερων διεκδικητών της εξουσίας.[35]

Πολύ συχνά οι επαναστάσεις, όσο ρηξικέλευθες κι αν είναι οι μεταβολές που διακηρύσσουν, δεν απομακρύνονται μονομιάς από τις δομές ή τις πρακτικές του παλαιού καθεστώτος που ανατρέπουν. Το συγκεντρωτικό σύστημα που προσπάθησε να προωθήσει ο Υψηλάντης μέσω των Φιλικών τους οποίους εμπιστευόταν, αλλά και εναντίον πολλών άλλων μελών της Εταιρείας, κυρίως αυτοχθόνων, ήταν καταφανώς διαφορετικό από το προκάτοχο σύστημα των υπό τα όπλα επαρχιών, είτε ο ίδιος επιθυμούσε και ενέκρινε μια μεταβολή που θα συνέπιπτε με την «αποκατάσταση» της εξουσίας της ηγεμονικής οικογένειας που εκπροσωπούσε, είτε όχι. Στη μετεπαναστατική ιστοριογραφία υποστηρίζεται ότι, εξαιτίας των περιορισμένων ηγετικών ικανοτήτων του, έχασε την ευκαιρία το καλοκαίρι του 1821, όταν δηλαδή διέθετε την υποστήριξη των στρατιωτικών και διά αυτών, κατά μια εκδοχή, και του «λαού», και έτσι χρεώθηκε την πρώτη και καθοριστική «ήττα» του απέναντι στους «ολιγαρχικούς» προεστούς, οι οποίοι επιθυμούσαν τη διατήρηση ενός συστήματος που δεν διέφερε ριζικά από το παλαιό. Στην πραγματικότητα όμως στο στάδιο αυτό δεν υπήρξαν ούτε «νικητές» ούτε «ηττημένοι».

 

Αντί Επιλόγου

 

Κατά κοινή παραδοχή, η Εταιρεία προσέφερε για πρώτη φορά πριν το 1821 ένα «φαντασιακό τόπο» συνάντησης μικρών τμημάτων, όχι απαραίτητα αντιπροσωπευτικών, από όλες τις ελληνικές ομάδες. Όπως ήδη φάνηκε, συνένωσε εμπόρους και άλλους επαγγελματίες από τις διάφορες κοινότητες της διασποράς αλλά και από τη Μακεδονία, τις ακτές της Μικράς Ασίας και άλλες οθωμανοκρατούμενες περιοχές που δεν συμμετείχαν αργότερα στον πόλεμο. Με την Εταιρεία συνδέθηκαν επίσης αυτόχθονες, κατά παράδοση πολιτικοί, γαιοκτήμονες και φοροεισπράκτορες ή πλοιοκτήτες και έμποροι, εκκλησιαστικοί και στρατιωτικοί ηγέτες από τις ηπειρωτικές και νησιωτικές κοινωνίες της μετέπειτα υπό τα όπλα Ελλάδας καθώς επίσης και Επτανήσιοι.

Στους κόλπους αυτού του μικρόκοσμου δεν έλειψαν οι διαφωνίες και οι αντιπαραθέσεις, που συνεχίστηκαν και κορυφώθηκαν μετά την έναρξη του πολέμου. Σχεδόν εξ αρχής, όμως, ήταν φανερό πως οι απαντήσεις των εκπροσώπων των διάφορων ομάδων στα ερωτήματα ποια ήταν η κατάλληλη ηγεσία του Αγώνα και ποια η ιδεατή μορφή της υπό συγκρότηση κεντρικής διοίκησης  ήταν αλληλένδετες. Ως αποτέλεσμα, η διεκδίκηση της εξουσίας δεν φανέρωνε μόνον τη φιλοδοξία έκαστου άνδρα για τον ρόλο του στη διαχείριση των κοινών, αλλά μετέφερε στην ελληνική πολιτική σκηνή ιδέες και θεωρίες σχετικά με τη διαδικασία πολιτειακής συγκρότησης που είχαν διαμορφωθεί με βάση διαφορετικές πολιτικές και κοινωνικές εμπειρίες, και οι οποίες ήταν λογικό να μεταβάλλονται και να αναπροσαρμόζονται ανάλογα με τις εκάστοτε εξελίξεις του πολέμου και του παράλληλου διπλωματικού αγώνα.

Η περίπλοκη διαδικασία, επομένως, συγκρότησης ηγεσίας και πολιτείας στην περίπτωση της Ελληνικής Επανάστασης αποτυπώνει τη σταδιακή μετάβαση από ένα μη δυτικό καθεστώς – που είχε αναδείξει για την επιβίωση του και μια ελληνική ηγεσία υπαγόμενη στην οθωμανική (και τώρα εχθρική)-, ενώ παράλληλα είχε ευνοήσει τη δημιουργία μιας απομονωμένης από τις εσωτερικές εξελίξεις του και ισχυρής αριθμητικά διασποράς. Στους κόλπους της τελευταίας, που αναπτύχθηκε σε δυτικού τύπου καθεστώτα, αναδείχθηκαν τόσο ο επαναστατικός συνασπισμός της Εταιρείας όσο και άλλοι προβαλλόμενοι ηγέτες. Η συνάντηση όλων αυτών των ελληνικών ηγετικών ομάδων στις υπό τα όπλα επαρχίες μπορεί να θεωρηθεί η κορυφαία στιγμή για τη σταδιακή μετατόπιση από τα επαναστατικά αιτήματα που στρέφονταν ενάντια στα προβλήματα του παλαιού καθεστώτος, στην εθνικιστική ιδεολογία που συνήθως παράγουν οι επαναστάσεις[36] και ενισχύουν οι μετεπαναστατικές ιστοριογραφίες. Και είναι γεγονός ότι οι επαναστάσεις προκαλούν μετά το τέλος τους, σε όλες σχεδόν τις ομάδες μιας κοινωνίας, εντυπωσιακά έντονο ενδιαφέρον για την ιστορία· πρωτίστως τη σύγχρονη ιστορία.

Αλλά «όστις γράφει την Ιστορίαν των συγχρόνων του, δυσκόλως δύναται να ήναι ελεύθερος από συμπάθειας και αντιπάθειας αισθήματα», όπως παραδεχόταν στον πρόλογο του δοκιμίου του για τη Φιλική Εταιρεία ο Φιλήμων. Ο ίδιος εξηγούσε ότι η μεροληψία είναι το αναπόδραστο αποτέλεσμα των διαφορετικών τρόπων «του συλλογίζεσθαι», αλλά και του γεγονότος ότι κάθε άνθρωπος «λαμβάνει πολλάκις οδηγόν την πρόληψιν», ώστε επιδιώκει να μεταμορφώσει σε συλλογική μνήμη εκείνες τις περασμένες στιγμές που θεωρεί ένδοξες, γιατί έτσι αντιλαμβάνεται την προσωπική του ευθύνη τόσο απέναντι στο παρελθόν, του οποίου τις «ζημιές» επιθυμεί να αποκαταστήσει, όσο και απέναντι στο παρόν, που επιθυμεί να προφυλάξει από μελλοντικές «ζημιές».[37]

Προσφέροντας με την παραδοχή αυτή ένα εξαίρετο δείγμα συγχρονικής κατανόησης των «τάξεων του χρόνου», δηλαδή των συνειδητών ή ασύνειδων επιταγών «των καιρών» όσον αφορά τις αδιαπραγμάτευτες σχέσεις μιας κοινωνίας με τον χρόνο,[38] ο Φιλήμων αποκαλύπτει εκ των προτέρων στον μεταγενέστερο ιστορικό τις δεσμεύσεις του και έτσι τις «αδυναμίες» των ιστορικών έργων που του προσφέρει. Ίσως γι’ αυτό επεδίωκε τον εμπλουτισμό τους με παραρτήματα εγγράφων. Για να ενισχύσει δηλαδή την «αλήθεια» των σκέψεων και ερμηνειών του, αν και σε τελευταία ανάλυση θεωρούσε πως ήταν αυταπόδεικτη: «ομιλούσι τα πράγματα, ουδεμίαν έχοντα ανάγκην συνηγορίας και υποστηρίξεως».[39]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. τη διεξοδικότερη περιγραφή της τελετής υποδοχής στην Ύδρα στο Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. 3, Αθήνα 1860, σ. 389-391 και 462.

[2] Προς απογοήτευση ίσως κάποιων στενών συνεργατών του, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ήταν εξ αρχής αποφασισμένος να επιλέξει μεταξύ των αδελφών του τον άνδρα που θα μετέβαινε ως πληρεξούσιός του στην Πελοπόννησο. Βλ. Ιωάννης Φιλήμων, ό.π., σ. 384-385 και 388-389.

[3] Στα απομνημονεύματα διάφορων αγωνιστών εντοπίζονται αρκετές αντιφατικές περιγραφές της υποδοχής του Υψηλάντη στο Άργος. Κατά μια εκδοχή, μόνο μερικοί Επτανήσιοι ήταν επιφυλακτικοί. Βλ. σχετικά Κωνσταντίνος Μεταξάς, «Ιστορικά Απομνημονεύματα εκ της Ελληνικής Επαναστάσεως», Εμμανουήλ Γ. Πρωτοψάλτης (επιμ.), Απομνημονεύματα Αγωνιστών του 21, Αθήνα, οίκος Γ. Τσουκαλά, 1957» σ· 33· Γενικότερα για την υποδοχή του Υψηλάντη βλ. Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836, Αθήνα 1846, σ. 74-75. Φώτιος Χρυσανθόπουλος [Φωτάκος], Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1858, σ. 82-83· Νικόλαος Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα δια να χρησιμεύσωσην εις την Νέαν Ιστορίαν της Ελλάδος, τόμ. 1, Αθήνα 1851, σ. 206-207. Περιγραφές της υποδοχής του σώζονται και σε ιστορίες που συνέγραψαν ευρωπαίοι παρατηρητές των εξελίξεων· βλ. ενδεικτικά Samuel G. Howe, An I lislorical Sketch of the Greek Revolution, Νέα Υόρκη 1828, σ. 28-30. Ωστόσο, η αναλυτικότερη αφήγηση της αποθέωσής του περιλαμβάνεται στο I. Φιλήμων, ό.π., σ. 396-399.

[4] Charles Tilly, Οι ευρωπαϊκές επαναστάσεις, 1492-1992, μτφρ. Κώστας Θεολόγου, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 1998, σ. 443.

[5] Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας, Ναύπλιο 1834, σ. 201-202.

[6] Αναλυτικότερα για την Ύδρα, βλ. Ελπίδα Κ. Βόγλη, Έργα και ημέραι ελληνικών οικογενειών, 1750-1940, Αθήνα, ΕΛΙΑ, 2005, σ· 23-29 (βλ. στο ίδιο αναλυτικότερη βιβλιογραφία).

[7] Τη μαρτυρία αυτή μετέφερε στον Αλέξανδρο Υψηλάντη ο τότε απεσταλμένος της Εταιρείας στην Ύδρα, Χριστόφορος Περραιβός· βλ. την επιστολή του, με ημ. 15 Δεκεμβρίου 1820, στο Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. 1, Αθήνα 1859, σ. 120 και 318.

[8] George Demetrios Frangos, The Philike Etaireia, 1814-1821: A Social and Historical Analysis, διδακτορική διατριβή, Faculty of Political Sciences, Columbia University, 1971, o. 140-165,167-171, 185-192 και 289-291.

[9] Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. 1, Λονδίνο ²1860, σ. 316-316 Με παρόμοιο τρόπο περιγράφει και ο Ιωάννης Φιλήμων στην εισαγωγή της πρώτης έκδοσης των απομνημονευμάτων του Παλαιών Πατρών Γερμανού την απόφαση του να μυηθεί στην Εταιρεία αλλά καταλήγει στην εξύμνηση του πατριωτισμού και της προνοητικότητα του αρχιμανδρίτη· βλ. Παλαιών Πατρών Γερμανός, Υπομνήματα περί της Επαναστάσεως της Ελλάδος από το 1820 μέχρι τον 1823, Αθήνα 1837, σ. δ’-στ’.

[10] Στο ίδιο, σ. 8.

[11] Ο Νέγρης διαφώνησε με την τακτική της Εταιρείας και συγκεκριμένα επέκρινε τους Αποστόλους της· βλ. σχετικά Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας, Ναύπλιο 1834, ο. 12-13 και 140-152 (όπου δημοσιεύει το σχετικό υπόμνημα του Νέγρη, με ημ. 12 Απριλίου 1819) και G. Frangos, ό.π., σ. 123-127.

[12] Π. Π. Γερμανός, ό.π., σ. 4-5.

[13] Αναλυτικότερα για τη μύηση του Μαυρομιχάλη, G. Frangos, ό.π., σ. 144-158.

[14] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας, Ναύπλιο 1834» σ. 262-267· G. Frangos, ό.π., σ. 157.

[15] Η συνάντηση αυτή μνημονεύεται από αρκετούς απομνημονευματογράφους και ιστοριογράφους των γεγονότων· βλ. ενδεικτικά Π. Π. Γερμανός, ό.π., σ. 4-5, Σ. Τρικούπης, ό.π., σ. 14.

[16] G. Frangos, ό.π., σ. 163.

[17] Για τους ρόλους, τις αρμοδιότητες αλλά και τους ανταγωνισμούς των Πελοποννησίων προεστών, βλ. John Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), τόμ. 1, Αθήνα, ΜΙΕΤ, 1985, σ. 35-39 και Στέφανος Π. Παπαγεωργίου, Από το γένος στο έθνος. Η θεμελίωση τον ελληνικού κράτους, 1821-1862, Αθήνα, Παπαζήση, 2004, σ. 60-68.

[18] Για τις προσπάθειες του Αλή Πασά να προσεγγίσει την Εταιρεία και τον Καποδίστρια, βλ. Douglas Dakin, Ο Αγώνας των Ελλήνων για την Ανεξαρτησία, 1821-1833, μτφρ. Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου, Αθήνα, ΜΙΕΤ, 1989, σ. 72-81.

[19] Αναλυτικότερα για τη σχέση του Παπαρρηγόπουλου με τους πελοποννησίους προεστούς, βλ. την εισαγωγή του Φιλήμονα στο Π. Π. Γερμανός, ό.π., σ. ιστ’ κ.ε.

[20] Βλ. αναλυτικότερα τα αιτήματά τους, I. Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας, Ναύπλιο 1834, σ. 336-345, όπου παρατίθεται και η απάντηση του Αλέξανδρου Υψηλάντη· Σ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Λονδίνο ²1860, τόμ. 1, σ. 16.

[21] Π. Π. Γερμανός, Υπομνήματα περί της Επαναστάσεως της Ελλάδος από το 1820 μέχρι τον 1823, Αθήνα 1837, σ. 12.

[22] Φωτάκος, Βίος του Παπαφλέσσα, Αθήνα 1868, σ. 21.

[23] Τα παραθέματα από την αναλυτικότερη περιγραφή της συνάντησης στη Βοστίτσα, Σπυρίδων Τρικούπης, ό.π., σ. 27-31.

[24] Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. 4, Αθήνα 1860, σ. 346.

[25] Κωνσταντίνος Μεταξάς, «Ιστορικά Απομνημονεύματα εκ της Ελληνικής Επαναστάσεως», Εμμανουήλ Γ. Πρωτοψάλτης (επιμ.), Απομνημονεύματα Αγωνιστών του 21, Αθήνα, οίκος Γ. Τσουκαλά, 1957, σ. 26.

[26] Σ. Τρικούπης, ό.π., σ. 301.

[27] Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. 3, Αθήνα 1860, σ. 22.

[28] Για την αναλυτική περιγραφή του τρόπου είσπραξης φόρων, βλ. Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος, αρχομένη από τον έτους 1715 και λήγουσα το 1835, τόμ. 2, Αθήνα 1839, σ. 241-242.

[29] Για το περιστατικό αυτό βλ. Ν. Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα διά να χρησιμεύσωσιν εις την Νέαν Ιστορίαν της Ελλάδος, ό.π., σ. 122.

[30] Βλ. σχετικά επιστολή τους με ημερομηνία 9 Μαΐου 1821, δημοσιευμένη από το Αρχείο της Εθνικής Βιβλιοθήκης στο Δημήτριος Α. Πετρακάκος, Κοινοβουλευτική Ιστορία της Ελλάδος, τόμ. 1, Αθήνα 1935» σ· 251· Πρβλ. την περιγραφή της συνέλευσης στο Ν. Σπηλιάδης, ό.π., σ. 143-145.

[31] Νικηφόρος Διαμαντούρος, Οι απαρχές της συγκρότησης σύγχρονου κράτους στην Ελλάδα, 1821-1828, μτφρ. Κ. Κουρεμένος, Αθήνα, ΜΙΕΤ, 2002, σ. 111-112.

[32] Ανδρέας Ζ. Μάμουκας, Τα κατά την Αναγέννησιν της Ελλάδος, ήτοι Συλλογή των περί την Αναγεννόμενην Ελλάδα συνταχθέντων πολιτευμάτων, νόμων και άλλων επισήμων πράξεων, από του 1821 μέχρι τέλους του 1832, τόμ. 1, Πειραιάς 1839, σ. 3-5.

[33] Γεώργιος Δ. Δημακόπουλος, Η διοικητική οργάνωσις κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν, 1821-1827. Συμβολή εις την ιστορίαν της ελληνικής διοικήσεως, Αθήνα 1966, σ. 39-61.

[34] Κ. Μεταξάς, ό.π., σ. 33-34.

[35] Για τη σύνοδο και τον οργανισμό της Ζαράκοβας, βλ. Γ. Δ. Δημακόπουλος, ό.π., σ. 55-59 (όπου παρατίθεται και αναλυτικότερη βιβλιογραφία).

[36] Charles Tilly, Οι ευρωπαϊκές επαναστάσεις, 1492-1992, μτφρ. Κώστας Θεολόγου, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 1998, σ. 443.

[37] Φιλήμων, Δοκίμισν ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας, Αθήνα 1834, σ. ιστ’-κ’.

[38] Για τον ορισμό των «τάξεων του χρόνου», την ευρύτητα των «παραδειγμάτων» και τη γενικότερη σημασία τους, βλ. François  Hartog, Καθεστώτα ιστορικότητας. Παροντισμός και εμπειρίες του χρόνου, μτφρ. Δημήτρης Κουσουρής, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2014.

[39] Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. 3, Αθήνα 1860, σ. κδ’. Βλ. στο ίδιο περισσότερες πληροφορίες για το «αρχείο» της Φιλικής Εταιρείας, στο οποίο στήριξε το σχετικό Δοκίμιό του το 1834 και το οποίο συνέχισε να συγκεντρώνει μέχρι την έκδοση του Δοκιμίου του για την Ελληνική Επανάσταση · βλ. στον πρόλογο του τελευταίου, τόμ. 1, σ. ιστ’ -κδ’.

 

Ελπίδα Βόγλη

 Αναπληρώτρια Καθηγήτρια

Νεότερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας

του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης

Η Φιλική Εταιρεία: Επαναστατική δράση και μυστικές Εταιρείες στη Νεότερη Ευρώπη, Αθήνα: εκδ. Ασίνη και Δήμος Σκουφά, Αθήνα 2017.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

«Ανώνυμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία» – Μια απόπειρα ερμηνείας | Βασίλης Κρεμμυδάς


 

Θα αντιγράψω πλήρη τον τίτλο του βιβλίου και την αφιέρωση και κατόπιν θα εξηγήσω γιατί αποφάσισα να ασχοληθώ με αυτό το κείμενο ή ποια είναι η ερευνητική εκκρεμότητα που με οδήγησε σε αυτή την απόφαση.

Ελληνική Νομαρχία, ήτοι Λόγος περί ελευθερίας, δι’ ού αναδεικνύεται πόσον είναι καληωτέρα η Νομαρχική διοίκησις από τας λοιπάς, ότι εις αυτήν μόνον φυλάττεται η Ελευθερία του ανθρώπου, τι εστί Ελευθερία, οπόσων μεγάλων κατορθωμάτων ήναι πρόξενος, ότι τάχιστα η Ελλάς πρέπει να συντρίψη τας αλύσσους της, ποίαι εστάθησαν αι αιτίαι οπού μέχρι της σήμερον την εφύλαξαν δούλην, και οποίαι είναι εκείναι οπού μέλλει να την ελευθερόσωσι.

Συντεθείς τε και Τύποις εκδωθείς ιδίοις αναλώμασι προς ωφέλειαν των Ελλήνων παρά Ανονίμου του Έλληνος, εν Ιταλία. 1806.

Αυτός είναι ο πλήρης τίτλος. Ακολουθεί, μετά από ένα προλογικό σημείωμα προς τον αναγνώστη, η αφιέρωση:

Εις τον τύμβον του Μεγάλου και Αειμνήτου Έλληνος Ρίγα του υπέρ της σωτηρίας της Ελλάδος εσφαγιασθέντος: χάριν ευγνωμοσύνης ο συγγραφεύς το Πονημάτιον τόδε ως δώρον ανατίθησι.

Εις ποίον άλλον έπρεπε να αναθέσω εγώ το παρόν μου πονημάτιον ώ αξιάγαστε Ήρως, παρά εις εσέ οπού εστάθης ο Πρόδρομος μιας ταχέας ελευθερόσεως της κοινής Πατρίδος μας Ελλάδος, και εθυσίασες την ζωήν σου δι’ αγάπην της; δέξαι το λοιπόν με το συνηθισμένον σου ελληνικόν ιλαρόν και καταδεκτικόν βλέμμα, και δέξαι το προς τούτοις ως αρραβώνα εκδικήσεως του λαμπρού αίματός σου κατά των τυράνων της Ελλάδος. Η δε Ελλάς άπασα θέλει δοξάσει δια παντός το αθάνατον όνομά σου, συναριθμούσα αυτό εις τον κατάλογον των Επαμινόντων, Λεονείδων, Θεμηστοκλέων και Θρασυβούλλων.[1]

 

Η «Ελληνική Νομαρχία» κυκλοφόρησε το 1806 στην Ιταλία από άγνωστο συγγραφέα. Καλούσε τους Έλληνες να εξεγερθούν κατά των Οθωμανών, προκειμένου να αποκαταστήσουν τη «νομαρχία», ένα πολίτευμα δηλαδή στο οποίο θα άρχουν οι νόμοι και όχι η αυθαιρεσία. Ταυτόχρονα σκιαγραφούσε την προεπαναστατική ελληνική κοινωνία και κατήγγελλε με ιδιαίτερη δριμύτητα όσους θεωρούσε υπεύθυνους για την αθλιότητα στην οποία είχε περιέλθει: τους προεστούς, τους Φαναριώτες και τους ιεράρχες.

 

Υπάρχει πράγματι επιστημονική – ερευνητική εκκρεμότητα αυτή τη στιγμή ώστε να ξαναθέσουμε ζήτημα «Ελληνικής Νομαρχίας»; Υπάρχει ζήτημα σε εκκρεμότητα, το οποίο περιγράφεται ως εξής: κατά τη δεκαετία του 1950, νεαρός φοιτητής η αφεντιά μου ακόμη, σε συζητήσεις αριστερών, κυρίως, επιστημονικών κύκλων πρωτάκουσα για την «Ελληνική Νομαρχία» ως το κατεξοχήν επαναστατικό κείμενο, με το επιχείρημα ότι καταγγέλλει τους προεστούς, τους πλούσιους κλπ. και τον ανώτερο κλήρο ως διεφθαρμένους, ανήθικους και εκμεταλλευτές του λαού – ό,τι δηλαδή ώφειλε να μισεί και να πολεμάει κάθε γνήσιος αριστερός εκείνη τη στιγμή.

Το επιχείρημα προέβαλε ο Κ. Θ. Δημαράς, στην πρώτη έκδοση της «Ιστορίας» του «της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» το 1949. [2] Στη δεκαετία του 1950, πολύ νωρίς, ο Γιάννης Κ. Κορδάτος άρχισε να δημοσιεύει, σε φυλλάδια αρχικά, και να κυκλοφορεί τη δική του «Ιστορία της νεότερης Ελλάδας». Εκεί, τονίζεται πολύ η μεταστροφή των υπόδουλων Ελλήνων προς τις δικές τους δυνάμεις, απογοητευμένων από τους Μεγάλους της Ευρώπης, ιδιαίτερα μετά τη γαλλορωσική συνθήκη ειρήνης του 1807. Πιστεύει μάλιστα ότι «ένας απ’ αυτούς που διέδωσε τη σωστή αυτή άποψη» ήταν ο Ανώνυμος της «Ελληνικής Νομαρχίας».[3]

Αν αποφάσισα να συντάξω αυτό το σημείωμα είναι γιατί, καθώς διάβασα, ίσως για δέκατη φορά, πρόσφατα το κείμενο της Ελληνικής Νομαρχίας, έχω οδηγηθεί στο εξής θλιβερό συμπέρασμα, που θα το διατυπώσω κάπως προκλητικά: από όσους έχουν γράψει για την Ελληνική Νομαρχία κανένας δεν την διάβασε· τουλάχιστον κανένας δεν την διάβασε προσεκτικά. Με μια εξαίρεση: Φίλιππος Ηλιού,[4] που μένει στο καταγγελτικό μέρος της κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας του υπόδουλου ελληνισμού ως στοιχείου νεωτερικότητας.

Οι υπόλοιπες παρατηρήσεις όσων έγραψαν, μηδέ του Κ. Θ. Δημαρά εξαιρουμένου, παραμένουν έωλες απέναντι στο ίδιο το κείμενο. Γιατί η Ελληνική Νομαρχία Ανωνύμου του Έλληνος δεν είναι ένα  ανατρεπτικό κείμενο, σε καμία περίπτωση επαναστατικό.

Ο Ανώνυμος της Ελληνικής Νομαρχίας [5] είναι θαυμαστής του Ρήγα, του αφιερώνει το βιβλίο του και τον θεωρεί ήρωα της ελευθερίας· χωρίς όμως να ασπάζεται το πολιτικό πρόγραμμά του,[6] μολονότι επιθυμεί η μέλλουσα «Ελλάς» να τον ταξινομήσει μαζί με τους ενδόξους «Επαμεινώνδας, Λυκούργους, Θεμιστοκλείς, Θρασυβούλους».

Ο Ανώνυμος θεωρεί ότι έχει έρθει η ώρα της ελευθερίας· ότι είναι επείγον μάλιστα ζήτημα: οι καιροί «βιάζουσιν» (σ. 247). Η ελευθερία γι’ αυτόν είναι ύψιστο αγαθό· ελευθερία, δηλαδή απαλλαγή από τον οθωμανικό ζυγό και συγκρότηση ελληνικού κράτους – η ελευθερία που φέρνει την ατομική ευτυχία.

Να δούμε όμως τι σημαίνουν όλα αυτά. Να δούμε σε ποιο πλαίσιο γίνονται οι προτάσεις του Ανώνυμου και ποιους τρόπους προτείνει για την πραγματοποίησή τους. Το 1806 που κυκλοφόρησε η «Ε.Ν.» στην Ιταλία, στον ευρωπαϊκό χώρο έχουν συμβεί κοσμογονικά γεγονότα. O Διαφωτισμός έχει εκπέμψει παντού τα μηνύματά του και η Γαλλική Επανάσταση έχει ανοίξει τα μάτια του κόσμου, θα πει αργότερα ο Θ. Κολοκοτρώνης· την ίδια ώρα ο Ναπολέων «περιφέρει» την Επανάσταση στην Ευρώπη και έξω απ’ αυτήν.

Εν τούτοις στο κείμενο που έγραψε ο Ανώνυμος δεν αντανακλάται τίποτε από την κοσμογονία. Θα δούμε αναλυτικά, αφού διαβάσουμε πώς περιγράφει ο ίδιος το σκοπό του: «Επροσπάθησα να σας αποδείξω πόσον εύκολος είναι η Επανόρθωσις της Ελλάδος: ο χαρακτήρ μας, η ποσότης μας, τα ήθη μας, το γήρας της Τυρανίας, το πλήθος των συνδρομιτών και η φυγή της αμαθείας, εστάθησαν τα αναντήρητα δικαιολογήματά μου. Εν ενί λόγω έδειξα του καθενός πού ευρίσκεται η ευτυχία του» (σ. 256).

Ο Ανώνυμος γνωρίζει το κήρυγμα του Διαφωτισμού και τα μηνύματα της Γαλλικής Επανάστασης. Δεν τα ασπάζεται· ούτε καν αναφέρεται στα γεγονότα αυτά. Θα τα ήθελε αλλιώτικα: δε θέλει ελευθερία και Δικαιώματα ως παράγωγα κοινωνικής ευδαιμονίας, προτιμάει την ελευθερία ως παράγωγο ατομικής ευτυχίας – ασφαλώς όχι Δικαιώματα· δε θέλει «ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη» που είναι το έμβλημα της Γαλλικής Επανάστασης, παρά θέλει «ομοιότητα» αντί για «ισότητα» που δεν είναι το ίδιο.

Μιλάει για επανάσταση και «επανόρθωση του γένους μας» με ίδιες δυνάμεις και για πατρίδα· η πατρίς» η δική του δεν είναι «la patrie» της Γαλλικής Επανάστασης – θα δούμε τι είναι. Από το κείμενο απουσιάζει εντελώς η οικονομία· αυτή η έκρηξη του εμπορίου και της ναυτιλίας των υπόδουλων Ελλήνων δεν έχει υπολογιστεί, μολονότι το 1803 μόλις είχε κυκλοφορήσει το Mémoire του Αδ. Κοραή που προβάλλει αυτήν ακριβώς την έκρηξη ως πολιτιστικό δεδομένο και μολονότι ο ίδιος είναι θαυμαστής του.[7]

Οι προτάσεις της «Ελληνικής Νομαρχίας» για την απελευθέρωση και το μέλλον των Ελλήνων είναι ενδιαφέρουσες.

Εξηγεί καταρχήν ο συντάκτης της γιατί προτιμάει την Νομαρχία ως πολίτευμα του αυριανού ελληνικού κράτους (σ. 24 κ.ε.): «η Νομαρχία, αδελφοί μου, ευρίσκεται τόσον εις την Δημοκρατίαν, καθώς και εις την Αριστοκρατίαν αι οποίαι εις άλλο δεν διαφέρουσι ειμή μόνον ότι η μεν Δημοκρατία κλίνει εις την Αναρχίαν, η δε Αριστοκρατία εις την Ολιγαρχίαν, η οποία πολλάκις είναι χειροτέρα και από την ιδίαν Τυρανίαν» (σ. 14). Και, τελικά, τι είναι ελευθερία; Στην Αναρχία ελεύθεροι είναι μόνον οι ισχυρότεροι, ένας μόνον στην Μοναρχία, κανένας στην Τυρανία και όλοι στη Νομαρχία (σ. 14-15).

Και πώς θα γίνει λοιπόν η Επανάσταση, η ίδρυση ελληνικού κράτους και κατ’ επέκταση η εφαρμογή στην πράξη μιας πολιτείας-νομαρχίας;· με ποιόν τρόπο. Ας μου επιτραπεί να σχηματοποιήσω – το κείμενο της «Ε.Ν.» δεν δίνει συγκεκριμένη εικόνα – χωρίς να παραποιήσω, ούτε στο ελάχιστο: Οι μορφωμένοι  και πλούσιοι Έλληνες των παροικιών να επιστρέψουν στην Ελλάδα, να απαντούν στους, προφανώς σκοταδιστικούς λόγους των ιεροκηρύκων και δημογερόντων στις συνελεύσεις· οι υπόδουλοι Έλληνες που θέλουν να είναι ελεύθεροι, θα πεισθούν από τους λόγους τους και θα πάρουν τα όπλα, που διαθέτουν δύο και τρία καθένας στο σπίτι του!

Θα κάνω εδώ ένα άλμα. Πρέπει να πούμε δυο λόγια γι’ αυτό που ο συντάκτης της «Ε.Ν.» θεωρεί αποτελέσματα της δουλείας, για το περιεχόμενο δηλαδή του βιβλίου. Πρέπει να τονίσουμε πρώτα ότι ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» είναι φανατικός υποστηρικτής της ελευθερίας, ως πηγής κάθε ευτυχίας – με προϋποθέσεις ασφαλώς. Γι’ αυτό κατηγορεί και καταγγέλλει την εκκλησιαστική και κοσμική εξουσία του υπόδουλου ελληνισμού ως υπεύθυνους για τη συντήρηση και διατήρηση της δουλείας και της εκμετάλλευσης των υπόδουλων από τον κατακτητή και απ’ αυτούς τους ίδιους.[8]

Μπορεί, παράλληλα, να προκύψει και κάτι άλλο: στις αρχές του 19ου αιώνα είχαν όλοι οι νεοέλληνες, υπόδουλοι και μη, συνειδητοποιήσει ότι η απελευθέρωση δεν έπρεπε να καθυστερήσει. Η περιγραφή των δεινών που υφίστανται οι υπόδουλοι γεωργοί, τεχνίτες, εμπορευόμενοι κλπ. δεν αποκλείεται να τονίζει αυτήν ακριβώς τη συνειδητοποίηση.

Πέραν απ’ αυτό όμως, ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» δεν παραλείπει να ψέξει και τους Έλληνες των παροικιών που, αφού πλούτισαν, έκαναν καλές σπουδές και είναι σε θέση να αντιληφθούν, να εκτιμήσουν καταστάσεις, δεν επιστρέφουν στην υπόδουλη πατρίδα να βοηθήσουν στην απελευθέρωσή της (σ. 199-200). Τους ψέγει ακόμη γιατί έχουν παντρευτεί με ξένες («αλλογενείς») γυναίκες, κάτι που το χαρακτηρίζει ως «εντροπήν ανυπόφορον» (σ. 202, 207).

Ας προσέξουμε και κάτι άλλο: «ας ευχαριστήσωμεν τον θεόν, οπού δεν εγεννήθημεν ένα αιώνα προτήτερα, αλλά εγεννήθημεν εις καιρόν επιτηδιότατον εις το να ελευθερόσωμεν την Πατρίδα μας» (σ. 251). Αλλά, αλοίμονο αν το γένος μας «κυριευθή από ετερογενές βασίλειον· τότε οι Έλληνες δεν θέλουν μείνει πλέον Έλληνες» (σ. 252). Αυτές οι φράσεις μιλούν για τις προσπάθειες των Ελλήνων να ελευθερωθούν με τη βοήθεια ξένης δύναμης – της Ρωσίας δηλαδή· και θεωρείται εδώ ότι η βοήθεια των ξένων ισοδυναμεί με μια άλλη υποδούλωση. Και εδώ εκφράζεται μια άλλη συνειδητοποίηση: στήριξη στις δικές μας δυνάμεις.[9]

Ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» είναι κάποιος, ένας Έλληνας της Τουρκοκρατίας, με ανεπτυγμένο πατριωτισμό, με πόνο για την απελευθέρωση της πατρίδας, την οποία μάλιστα θεωρεί «εύκολη» στη συγκεκριμένη συγκυρία της εποχής που έγραψε την «Ε.Ν.». Εν τούτοις τα «δικαιολογήματα» του Ανώνυμου δεν έχουν μεγάλη σχέση με τις πραγματικότητες του ελληνισμού, υπόδουλου και παροικιακού, της στιγμής που κυκλοφορούσε το βιβλίο του. Ο Ανώνυμος μοιάζει να μη θεωρεί ως «δικαιολόγημα» τις βαθιές αλλαγές που συντελούνταν στην υπόδουλη ελληνική κοινωνία, εξαιτίας της τεράστιας ανατροπής στις οικονομικές σχέσεις: εμπορική – ναυτιλιακή ανάπτυξη, νέα επαγγέλματα, πλούτος. Δεν έχουν περάσει, όπως είδαμε, παρά μόνον τρία χρόνια από τότε που ο Κοραής, τον οποίον ο Ανώνυμος φαίνεται να σέβεται, είχε προβάλει αυτήν ακριβώς την αλλαγή στις οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις, την τεράστια ανάπτυξη του εμπορίου και της ναυτιλίας των Ελλήνων, ως κύριο λόγο πολιτισμικής προόδου.

Ο Ανώνυμος μοιάζει να μην αποδέχεται τα μηνύματα του Διαφωτισμού, ούτε τα κηρύγματα της Γαλλικής Επανάστασης· γι’ αυτά τα δύο μέγιστα γεγονότα της νεώτερης Ιστορίας απουσιάζει οποιοσδήποτε λόγος. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι το κεντρικό σύνθημα της Γαλλικής Επανάστασης «liberté, égalité, fraternité» έχει στην πέννα του Ανώνυμου παραποιηθεί· η δεύτερη λέξη, η μόνη από τις τρεις που αναφέρεται, δεν έχει μεταφραστεί ως ισότητα, αλλά ως «ομοιότητα», που καθόλου δεν είναι το ίδιο.

Γενικότερα, ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» μοιάζει να είναι εκτός τόπου και χρόνου ως προς τις πραγματικότητες του υπόδουλου ελληνισμού: περί εταιρισμού, κύριο – και καίριο – χαρακτηριστικό κάθε οικονομικής δραστηριότητας, δε λέγεται ούτε λέξη. Η Επανάσταση δε χρειαζόταν, φαίνεται, ούτε οργάνωση, ούτε προετοιμασία – ο Ανώνυμος της «Ε.Ν.» δεν έχει ακούσει τίποτε για τεκτονικές στοές, ούτε για καρμποναρισμό· ούτε για εταιρεία του Ρήγα που ήταν θαυμαστής του και του έχει αφιερώσει το βιβλίο· ο Ανώνυμος μοιάζει να μη ζει στις πραγματικότητες του ελληνισμού, ούτε της Ευρώπης.

Γενικά, τον Ανώνυμο της «Ε.Ν.» περισσότερο ενδιαφέρουν κάποιες αόριστες, ίσως ουτοπικές ιδέες, παρά ο υλικός βίος που δε μπορεί να μη γνωρίζει ότι αυτός είναι που διαμορφώνει τις κοινωνικές σχέσεις. Γι’ αυτό ίσως δεν κάνει λόγο για οικονομική ανάπτυξη – η λέξη κοινωνία ως αναλυτικό εργαλείο απουσιάζει από το κείμενό του· ο λόγος είναι κυρίως για την ελευθερία που οδηγεί στην ατομική ευτυχία – ο Διαφωτισμός εξισώνει την ελευθερία με την κοινωνική ευδαιμονία.

Δεν κάνει ο Ανώνυμος ούτε λόγο για τα οργανωτικά μιας επανάστασης· ίσως, γιατί αυτό που τον καίει είναι το πολίτευμα του αυριανού ελληνικού κράτους περισσότερο: «…η διοίκησις οπού εγώ θέλω να την ονομάσω ΝΟΜΑΡΧΙΑΝ… είναι η μόνη πρόξενος της Αρετής, της Ομοιότητος και της Ελευθερίας.» (σ. 13).

Το πολίτευμα είναι αυτό που ενδιαφέρει τον Ανώνυμο συγγραφέα μας· αυτό είναι η Νομαρχία του. Όχι όμως οποιοδήποτε πολίτευμα, ούτε οποιαδήποτε «Νομαρχία». Ο Ανώνυμος έχει συγκεκριμένο πολίτευμα και συγκεκριμένη Νομοθεσία που προτείνει. Έχει πρότυπο έτοιμο για εφαρμογή:

Η ανατροφή των νέων είναι ο κυριότερος στοχασμός των Νομοδότων. Ο θαυμασιότερος και νουνεχέστερος Νομοδότης οπού μέχρι της σήμερον εφάνη εις τον κόσμον κατά πάντα τρόπον, εστάθη βέβαια ο μέγας Λυκούργος, ο οποίος δεν ηπατήθη να στοχασθή τους ανθρώπους, καθώς επρεπε να ήτον, αλλά γνωρίζωντάς τους οποίας λογής είναι, τούς αποκατέστησε όσον ήτον το δυνατόν καληοτέρους. Η Ανατροφή δια να ειπώ ούτως, είναι μία δευτέρα φύσις εις τον άνθρωπον (σ. 20-21).

Αυτό το πολίτευμα προκρίνει ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» στις αρχές του 19ου αιώνα: δε χωρεί αμφιβολία ότι η Γαλλική Επανάσταση, οι αλλεπάλληλες Συνελεύσεις, Γενικές και μη, η σύνταξη και έγκριση τόσων Συνταγμάτων έχουν απορριφθεί από το συγγραφέα μας ή οφείλονται σε πολιτεύματα που δεν είναι Νομαρχία.

Φανερό είναι επίσης ότι η Νομαρχία δε μπορεί να προβλέπει ούτε Γενικές Συνελεύσεις, ούτε εκλογές, ούτε κυβέρνηση, ούτε Βουλή – όλα όσα κατόπιν προέβλεψε η Επανάσταση.

Αυτό που προτείνει με άλλα λόγια για την ελεύθερη Ελλάδα δεν είναι παρά το πολίτευμα της Αρχαίας Σπάρτης, αυτό με τον Καιάδα και το Μέλανα Ζωμό που όσο και αν είναι μύθοι κάτι σημαίνουν· και αν ψάξουμε βαθύτερα, θα βρούμε ότι επί της ουσίας ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» προτείνει πολλά από τα αποτελέσματα που σε άλλα σημεία του βιβλίου έχει απορρίψει, εκτός της Δημοκρατίας.

Ο θαυμασμός του Ανωνύμου για την αρχαία Σπάρτη, για το Λεωνίδα, για την πολεμική τέχνη, την τακτική του πολέμου τον βρίσκουμε σε κάμποσα σημεία του κειμένου· και όλα όμως είναι «θαυμαστά αποτελέσματα των φοβερών Νόμων του Μεγάλου Λυκούργου» (σ. 37).

Ασφαλώς ο λόγος είναι για τους Μανιάτες, που ήταν οπλισμένοι, πολεμιστές, σκληροτράχηλοι, έτοιμοι να εξεγερθούν – μαζί με τους Σουλιώτες αποδεικνύουν ότι η Ελλάς γεννά ακόμη «Λεωνίδας και Θεμιστοκλείς» (σ. 43).

Η «Ελληνική Νομαρχία, ήτοι λόγος περί ελευθερίας… παρά Ανωνύμου του Έλληνος» είναι ένα βιβλίο με περιεχόμενο άκρως συντηρητικό και αντίθετο προς τα κοινωνικά αιτήματα της εποχής του τόσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και σε, στενότερο, ελληνικό.

Την ώρα που κυκλοφορούσε η «Ελληνική Νομαρχία» όλη η Ευρώπη – και όλος ο ελληνισμός – ζούσε μια κοσμογονία· διανοητική και κοινωνική, δηλαδή και πολιτική κοσμογονία: η Γαλλική Επανάσταση συγκλόνιζε τον κόσμο· οι ιδέες και τα κηρύγματα του Διαφωτισμού συζητούνταν και, όπου ήταν δυνατό, εφαρμόζονταν· ένας νέος όρος, Συνέλευση, κατοπινή Βουλή, ως μέθοδος διακυβέρνησης και κοινωνικών σχέσεων γενικευόταν· το ίδιο και ο όρος Σύνταγμα· μια νέα, τέλος, κοινωνική τάξη εμφανιζόταν παντού και διεκδικούσε με εξεγέρσεις και επαναστάσεις την εξουσία.

Αυτά και άλλα, οι προετοιμασίες, για παράδειγμα, από μυστικές, συνωμοτικές οργανώσεις κινημάτων, εξεγέρσεων, επαναστάσεων, η «Ελληνική Νομαρχία» ούτε τα θίγει ως ερωτήματα της εποχής, ούτε τα συζητάει – ούτε, φυσικά, τα προτείνει ως ενδεχόμενη, έστω, διαδικασία απελευθέρωσης από τον τουρκικό ζυγό και διακυβέρνησης του ελληνικού κράτους που θα προέκυπτε.

Ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» δεν μπορεί να μη γνώριζε και να μην έβλεπε όσα γίνονταν γύρω του – δεν τα πολεμάει, δεν τα καταδικάζει – τα αγνοεί και αναλύει τη δική του πρόταση για τη διακυβέρνηση, κυρίως γι’ αυτήν, του ελληνικού κράτους. Ασφαλώς κάνει εντύπωση που ο Ανώνυμος μας λέει πώς πρέπει να κυβερνηθεί το ελληνικό κράτος, αλλά πώς θα γίνει ελληνικό κράτος δεν τον απασχολεί. Ακόμη μεγαλύτερη βέβαια εντύπωση – και απορία – προκαλεί που παρακάμπτει πλήρως τα γεγονότα και το πνεύμα της εποχής του.

Η «Ελληνική Νομαρχία» δε μοιάζει με κανένα ανάλογο κείμενο της περιόδου από τη Γαλλική στην Ελληνική Επανάσταση· είναι ένα κείμενο που δύσκολα κατηγοριοποιείται· μόνον που δεν μπορεί να αποφύγει το χαρακτηρισμό του συντηρητικού και του εκτός τόπου και χρόνου· καμιά ανατρεπτικότητα δεν υπάρχει σ αυτό.

 

Υποσημειώσεις


[1] Χρησιμοποιώ την «φωτοτυπική επανέκδοση Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος», Αθήνα 1976, σ. 5-6.

[2] Αντιγράφω από την έβδομη έκδοση (Ίκαρος, 1983) το χαρακτηρισμό του βιβλίου (σ. 155): «Κι’ αυτό που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι μ’ όλον το λιβελλογραφικό χαρακτήρα του, το βιβλίο παρουσιάζει εξαίρετη ωριμότητα της σκέψης και της θεωρίας: παρέχει πολλές και χρήσιμες πληροφορίες, στατιστικές κ.ά. σχετικά με την Ελλάδα και τείνει να συστηματοποιήσει ένα πρόγραμμα για την ανύψωση και την απελευθέρωση του Γένους· φωτεινό βιβλίο, που παρά τις νεανικές του ατέλειες εκφράζει έναν προηγμένο βαθμό εθνικής συνείδησης και κοινωνικής παιδείας». Η πρώτη έκδοση είναι του 1948-1949 – λέγονται και εκεί αυτολεξεί τα ίδια.

[3] Γ. Κ. Κορδάτος, Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας, τόμος πρώτος (Τουρκοκρατία), Εκδόσεις «20ός αιώνας», σ. 501-502.

[4] Φ. Ηλιού, «Νεοελληνικός Διαφωτισμός· η νεωτερική πρόκληση», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τ. 2, Αθήνα 2003, σ. 19.

[5] Στο εξής «Ε.Ν.» για συντομία.

[6] Δεν επιθυμεί επανάσταση των χριστιανών της Βαλκανικής, αλλά των Ελλήνων· επιθυμεί ελληνικό κράτος – θα δούμε στα επόμενα. Όχι εθνικό κράτος, πάντως.

[7] «Ακροασθήτε τας συμβουλάς του νέου Ιπποκράτους, του εναρέτου φιλοσόφου Έλληνος, του εν Παρρησίοις, λέγω, κυρίου Κοραή» (σ. 196).

[8] Αυτές οι καταγγελίες και η υπεράσπιση των ταπεινών αγροτών, τεχνιτών, εμπορευόμενων κλπ. είναι που έκαναν τους διανοούμενους της Αριστεράς στη δεκαετία του 1950 να αναδείξουν την «Ε.Ν.» σε επαναστατικό κείμενο.

 [9] Το πλήρες σχετικό απόσπασμα: «Αλοίμονον λοιπόν εις το γένος μας αν κυριευθή από ετερογενές βασίλειον. Τότες οι Έλληνες δεν θέλουν μείνει πλέον Έλληνες, αλλά κατ’ ολίγον ολίγον, θέλουν διαφθαρεί τα ήθη των, και θέλομεν μείνει πάλιν δούλοι […] Μην σας πλανήσουν τα ταξήματα των επιτρόπων, και αποστόλων, των ξένων βασιλειών […] Μην στοχάζεσθε, ώ αδελφοί μου, ότι κανείς από αυτούς θέλει θυσιάσει και χρυσόν και στρατηώτας, δια να διώξη τον Ωθομανόν, και να μας αφήση έπειτα ελευθέρους. Ω, κάλλιον ένας σεισμός, ή ένας κατακλεισμός να μας αφανίση όλους τους Έλληνας, παρά να υποκείψωμεν πλέον εις ξένον σκήπτρον. Διατί ώ Έλληνες αγαπητοί μου να προσμείνωμεν να μας δανίση άλλος εκείνο οπού ημείς έχωμεν; Χίλλιας φοράς περισσότερον αίμα ήθελεν εκχυθή, αν ήθελεν εισέλθη ξένον σπαθί εις την Ελλάδα, παρά αν ηθέλαμεν ελευθερωθή μόνοι μας».

 

Βασίλης Κρεμμυδάς (1935-2017)

Ο Βασίλης Κρεμμυδάς ήταν ομότιμος καθηγητής του πανεπιστημίου των Αθηνών.

Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, «Μνήμων», τομ. 35, Αθήνα, 2016.

Read Full Post »

Ο «Γέρος του Μοριά»: Κτίζοντας μια πατρική φιγούρα του Έθνους – Δημήτρης Δημητρόπουλος


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Διαβάστε στο «Ελεύθερο Βήμα»  την ανακοίνωση του κου Δημήτρη Δημητρόπουλου, στην επιστημονική συνάντηση: «Η ματιά των άλλων» – Προσλήψεις προσώπων που σφράγισαν τρεις αιώνες (18ος – 20ος), με θέμα:

«Ο Γέρος του Μοριά»: Κτίζοντας μια πατρική φιγούρα του Έθνους»

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Τοιχογραφίες του Μεγάρου της Βουλής, αίθουσα των Τροπαίων, ανατολικός τοίχος.

Στο τέλος του 2008 ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γνώρισε αναπάντεχα μεγάλες δόξες, καθώς συμμετείχε – χωρίς να ερωτηθεί – σε διαγωνισμό που διεξήγαγε ο τηλεοπτικός σταθμός ΣΚΑΪ με θέμα την αναζήτηση του «μεγαλύτερου» Έλληνα από καταβολής «ελληνισμού». [1] Εκεί με το ατράνταχτο επιχείρημα ότι «έγινε κλέφτης για χάρη μας», αρίστευσε, εν αγνοία του, λαμβάνοντας 84.007 ψήφους, κατετάγη όμως τρίτος στον ευγενή αγώνα, καθώς τον ξεπέρασαν ο στρατηλάτης Μέγας Αλέξανδρος (121.011 ψήφοι) και ο γιατρός Γεώργιος Παπανικολάου (103.661 ψήφοι). Και μόνο η αναφορά των τριών πρωτευσάντων καθιστά προφανή την αφερεγγυότητα του όλου εγχειρήματος – το οποίο όμως έτυχε θερμής υποστήριξης και νομιμοποίησης από ακαδημαϊκούς ιστορικούς. Πέραν αυτού όμως, ανακύπτουν ουσιαστικά ερωτήματα, όπως: α) ποια είναι η διαδικασία που επιτρέπει από το πλήθος των προσώπων που έπαιξαν έναν ρόλο στα ιστορικά δρώμενα, κάποια από αυτά να αποκτήσουν γενική αποδοχή; και β) ποια είναι τα υλικά που επιτρέπουν να κτιστεί σταδιακά μια εθνικής εμβέλειας προσωπικότητα με υψηλό βαθμό αναγνώρισης και αποδοχής;

Αν κατασκευάζαμε ένα νοητό διάγραμμα της αποδοχής του Κολοκοτρώνη και της δημοτικότητάς του κατά τη διάρκεια της ζωής του, θα βρισκόμασταν μπροστά σε μια ενδιαφέρουσα κλιμάκωση. Από μισητός κλέφτης μέχρι τα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα, αποκτά κατόπιν αναγνώριση στο περιβάλλον της Φιλικής Εταιρείας και των ενόπλων που παρεπιδημούν στα Επτάνησα. Ακολούθως, στους πρώτους μήνες της Επανάστασης εδραιώνεται σταδιακά η φήμη του ως ικανού στρατιωτικού αρχηγού, η οποία απογειώνεται και απλώνεται σε όλη την Ευρώπη με την κατάληψη της Τρι­πολιτσάς και τη συντριβή του Δράμαλη το καλοκαίρι του 1822.

Η αποδοχή του γνωρίζει μετέπειτα κάμψη, όταν πρωταγωνιστεί στις εμφύλιες αντιπαραθέσεις των χρόνων της Επανάστασης. Από την εποχή αυτή και μέχρι την περίοδο της Αντιβασιλείας –με εξαίρεση τα πύρινα χρόνια του αγώνα κατά του Ιμπραήμ – ο Κολοκοτρώνης παύει να αποτελεί προσωπικότητα κοινής αποδοχής. Έχει βέβαια λαϊκό έρεισμα, στενούς φίλους και πιστούς οπαδούς, ταυτόχρονα όμως και φανατικούς, ορκισμένους εχθρούς, καθώς δρα ως ηγετική προσωπικότητα μιας από τις εκάστοτε αντιπαρατιθέμενες παρατάξεις: των στρατιωτικών, των ρωσόφιλων, των καποδιστριακών, των πολέμιων της βαυαρικής αντιβασιλείας. Η χορήγηση αμνηστίας από τον νεαρό Όθωνα, η εγκατάστασή του στην Αθήνα και η προσκόλλησή του στη βασιλική αυλή διευρύνουν το κοινό του, απαλύνουν τα παλαιά πάθη και σηματοδοτούν την πορεία ανόδου του στο εθνικό βάθρο. Η πάνδημη συμμετοχή στην κηδεία του, το Φεβρουάριο του 1843, το επιβεβαιώνει.

Ιδιαίτερο στοιχείο αποτελεί η φήμη του έξω από τον ελληνικό χώρο, η ταύτισή του, ουσιαστικά, με τον ένοπλο αγώνα και η γοητεία που ασκούσε ως ηγετική φυσιογνωμία της Επανάστασης, που έδωσαν πολλές, εξαιρετικά παραστατικές και γλαφυρές, αντιφατικές όμως και αντικρουόμενες περιγραφές. Φιλέλληνες και άλλοι, Ευρωπαίοι κυρίως, που επέλεξαν για ποικίλους λόγους να έρθουν στις εξεγερμένες περιοχές και εξέδωσαν τη μαρτυρία τους, ελκύονται από τον έλληνα πολέμαρχο και αφιερώνουν λίγα ή περισσότερα λόγια στην εμφάνιση, το χαρακτήρα, τα προτερήματα και τα ελαττώματα, τη συμπεριφορά ή τις ικανότητές του.[2]

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Λιθογραφία. Φανταστική απεικόνιση χαρακτηριστική της απήχησης του ήρωα στη Ρωσία. Εδώ αποδίδεται έφιππος σε ρωσική λαϊκή εικόνα (1830).

 

Ο Κολοκοτρώνης, έζησε ταυτισμένος με τα όπλα. Στα στερνά της ζωής του όμως, και κυρίως μετά το θάνατό του, υπήρξε ο ευνοημένος της πέννας. Ευτύχησε να έχει στον στενό κύκλο του συγγραφείς – αγωνιστές, τους αποκαλούμενους περιπαιχτικά από τους αντιπάλους του «κολοκοτρωνι­στές», που έδωσαν τον τόνο στη βιωματική αφήγηση του Αγώνα. Ο Ιωάννης Φιλήμων (1834 και 1859), ο Αμβρόσιος Φραντζής (1839), ο Νικόλαος Σπηλιάδης (1851), ο Φωτάκος (1858), ο Μιχαήλ Οικονόμου (1873) κ.ά., λίγα μόλις χρόνια μετά την περάτωση της Επανάστασης, υφαίνουν την εικονογραφία της· [3] και εδώ ο Κολοκοτρώνης πρωταγωνιστεί. Πρωταγωνιστεί όχι μόνο εξαιτίας του ρόλου του στην Επανάσταση, αλλά και χάρη στη ροπή που πήρε η γραπτή αφήγησή της.

Οι ηττημένοι στο πεδίο των πολιτικών συγκρούσεων οπλαρχηγοί, δικαιώνονται από την ελληνόγλωσση ιστοριογραφία του Αγώνα, η οποία, κατά μία ιδιότυπη συγκυρία, γράφεται είτε από αυτούς τους ίδιους είτε από ανθρώπους που ανήκουν στο κοντινό περιβάλλον τους. [4] Πράγματι αν σε όσους αναφέρθηκαν παραπάνω προστεθούν ο Νικ. Κασομούλης, ο Μακρυγιάννης, και όσοι έγραψαν με την πένα του Γεωργίου Τερτσέτη, [5] συγκροτείται ένα ογκώδες σώμα μαρτυριών δικαιωτικών των οπλαρχηγών.

Αντίθετα, οι πολιτικοί, οι διανοούμενοι που επικράτησαν στην εσωτερική αντιπαράθεση και επέβαλλαν τελικά το δικό τους σχεδιασμό στην Επανάσταση – με κάποιες λιγοστές εξαιρέσεις όπως του Σπ. Τρικούπη ή του Νικ. Δραγούμη– [6] δεν μετέχουν στη συγγραφή της ιστορίας της. Ο Ιωάννης Κωλέττης ή ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, για παράδειγμα, πλάθουν την ιστορία αλλά δεν τη συγγράφουν. [7] Μια προσπάθεια απάντησης έρχεται από την πλευρά των προκρίτων. Πρόσωπα όπως ο Κανέλλος Δεληγιάννης ή ο Παναγιώτης Παπατσώνης, πικραμένοι από την εξέλιξη που πήραν τα πράγματα και εξοργισμένοι απ’ όσα γράφονται ή αποσιωπούνται για την «τάξη των προκρίτων», γράφουν με πάθος για να ανασκευάσουν τις «ψευδοϊστορίες», τις «χαλιμάδες», οι οποίες, όπως καταγγέλλουν, σκοπό είχαν «να μηδενίσουν και να εξευτελίσουν τας εκδουλεύσεις και εξόχους θυσίας όλων των προκρίτων, προυχόντων και οικοκυραίων». [8] Βασικός στόχος τους ο Κολοκοτρώνης· δεν στάθηκαν όμως ικανοί ούτε να ανακόψουν το ρεύμα, [9] ούτε να αποκαθηλώσουν τον παλαιό τους κάπο.[10]

Ο Θ. Κολοκοτρώνης παρουσιάζει την ιδιαιτερότητα ότι έθεσε ο ίδιος τον θεμέλιο λίθο της μετέπειτα δικαίωσής του. Η αφήγηση του στον Γε­ώργιο Τερτσέτη, η οποία τυπώθηκε μετά το θάνατό του, το 1846, συντέ­λεσε καθοριστικά στην ανάδειξή του σε συστατική μορφή του ελληνικού έθνους. Ακόμη και ο μεγαλεπήβολος, πομπώδης αλλά και ιδιοφυής τίτλος του βιβλίου: Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836, προϊδέαζε τον αναγνώστη ότι βρισκόταν μπροστά σε κάτι διαφορετικό. Δεν ήταν απομνημόνευμα, δεν ήταν μαρτυρία, δεν ήταν καν μία ιστορία της ελληνικής επανάστασης, αλλά η αφήγηση των πεπραγμένων της εντός και εκτός συνόρων «ελληνικής φυλής» για διάστημα 66 χρόνων, από τα Ορλωφικά έως τα πρώτα χρόνια του Ελληνικού Βασιλείου.

Το βιβλίο, παρά τα προβλήματα που δημιουργούσε η προφορικότητα του λόγου του αφηγητή – συγγραφέα, θεωρήθηκε εθνική υποθήκη, γνώρισε μεγάλη διάδοση και πολλαπλές εκδόσεις· συνεχίζει άλλωστε να επανεκδίδεται με ποικίλους τρόπους μέχρι σήμερα. Ήδη όμως το 1851 ο συγγραφέας είχε νικήσει το κείμενό του. Στην επανέκδοση της αφήγησης προστίθεται χρωματιστό εξώφυλλο και ο τίτλος μεταμορφώνεται στο Ο Γέρων Κολο­κοτρώνης, μεταθέτοντας το κέντρο βάρους στο πρόσωπο του αφηγητή, ο οποίος κοσμείται πλέον και με το χάρισμα της γεροντικής σοφίας. Ο τίτλος αυτός συνάδει με το 34 σελίδων παράρτημα «Ρητά του Γέρου Κο­λοκοτρώνη», που δεν υπήρχε στην πρώτη έκδοση και περιλαμβάνει ιστορικά ανέκδοτα, ρήσεις ή γνωμικά που αποδίδονται στον Κολοκοτρώνη.

Ο εκδότης μάλιστα αισθάνεται την ανάγκη να εξηγήσει και την προσφώνηση «γέρος», που απαντά και σε άλλες μαρτυρίες των χρόνων της Επανάστασης. Δεν την αποδίδει λοιπόν στην προβεβηκυία ηλικία, αλλά ισχυρίζεται ότι: «η ονομασία γέρος του εγεννήθη, επειδή ήτο πολύξερος, έξυπνος, είχε πονηρίαις». Και συμπληρώνει: «Εις τα έθνη όπου η παιδεία δεν είναι εξαπλωμένη και η επιστήμη δεν φωτίζει τους νέους, οι γέροντες έχουν τα πρωτεία της γνώσεως· όποιος είδε προϊμώτερα τον ήλιο, έχει και πράξιν περισσότερη της ζωής».[11]

Επομένως, ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα, η πονηριά και η λαϊκή σοφία, η θυμοσοφία που δεν είναι επακόλουθο παιδείας αλλά εμπειρίας, προστίθενται στα υλικά που θα συγκροτήσουν το μετά θάνατον πορτρέτο της ιδρυτικής αυτής φυσιογνωμίας του νέου ελληνισμού. Ο Γεώργιος Τερ­τσέτης είναι βασικός εισηγητής αυτής της εικόνας, [12] η οποία τα χρόνια που ακολουθούν συνεχίζει να τροφοδοτείται με πλήθος «ανεκδότων» και περιστατικών που αποδίδονται στον Κολοκοτρώνη· μόνο ο Βλαχογιάννης ανθολογεί περί τα 140, από εφημερίδες και διηγήσεις του 19ου αιώνα. [13] Ο λόγος του Κολοκοτρώνη στους μαθητές του Ελληνικού Γυμνασίου στην Πνύκα που προδημοσιεύεται στην εφημερίδα Αιών στις 13 Νοεμβρίου 1838 και ακολούθως αναπαράγεται με διάφορους τρόπους, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο εκδότης του Αιώνα Ιωάννης Φιλήμων σημειώνει στο προοίμιο του λόγου ότι «εγγυώμεθα το ακριβές, καθόσον δυνάμεθα να ενθυμηθώμεν».

Είναι όμως εμφανής η επέμβαση της γραφίδας του και η απόδοση στον Κολοκοτρώνη μιας διήγησης της εθνικής ιστορίας κατάφορτης από όσα εδραιώθηκαν στα κατοπινά χρόνια ως κλασικά στερεότυπά της.

Δοξαστικές βιογραφίες χωρίς αξιώσεις εμπεριστατωμένης ιστορικής τεκμηρίωσης, [14] ποιήματα, «κολοκοτρωναίικα» τραγούδια, θεατρικά έργα, σχολικά και νεανικά αναγνώσματα, ιχνογραφούν την αναγνώριση του Κολοκοτρώνη που αυξανόταν με την πάροδο του 19ου αιώνα. [15] O Αναστάσιος Γούδας τον βιογραφεί στους Βίους Παράλληλους – καταγράφει μάλιστα και ένα μύθο που εκφώνησε στην Πνύκα στο συγκεντρωμένο πλήθος –, [16] ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος και ο Παύλος Καρολίδης επαινούν τις στρατιωτικές του ικανότητες.[17]

Η γραμμή που σηματοδότησε ο ίδιος με τη Διήγησή του στον Τερτσέ­τη, υιοθετείται ένθερμα: κατασκευάζεται μία γενεαλογία της «αντίστασης» ανυπότακτων Κολοκοτρωναίων που επί αιώνες πολεμούν τον Τούρκο· η κλέφτικη παράδοση αποκαθαίρεται από την πεμπτουσία της ύπαρξής της, την κλοπή· [18] αναδεικνύεται η νικηφόρα στρατιωτική ιδιοφυΐα του Θοδωράκη· η αγνή φιλοπατρία αναγορεύεται σε μοναδική κινητήρια δύναμη των πρά­ξεών του· οι σκληρές συγκρούσεις για την κατανομή των φορολογικών προσόδων, των λειών, των μισθών των στρατιωτών αποσύρονται πίσω από το παραβάν κ.λπ. Όλα κατατείνουν επομένως στη δημιουργία ενός άλλου Κολοκοτρώνη, μιας πατρικής φιγούρας έλληνα πατριώτη, συνετού μα και γενναίου, που μπορεί να λειτουργεί ως η προσωποποίηση του έθνους.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, σχέδιο Voutier. Δημοσιεύεται στο βιβλίο P.C.H.I. Pouqueville, “Histoire de la regeneration de la Greece’’, Παρίσι 1824.

Ο μεταλλαγμένος αυτός Κολοκοτρώνης αποτυπώνεται γλαφυρά στις απεικονίσεις του. Από τον κακομούτσουνο, αγριωπό Κολοκοτρώνη των πρώτων εκ του φυσικού σκίτσων, σταδιακά εξοικειωνόμαστε με έναν όμορφο λεβεντόγερο, στιβαρό στρατιωτικό που με περίσκεψη ατενίζει μπροστά καμαρωτός, ντυμένος συνήθως κάπως ιδιόρρυθμα: με το εντυπωσιακό γιλέκο μιας ασαφούς στρατιωτικής στολής, με φουστανέλα και μία κόκκινη περικεφαλαία, σήμα κατατεθέν του ήρωα. Η μακρά λευκή κόμη που χύνεται στους ώμους, σε συνδυασμό με την πάλλευκη ατσαλάκωτη φουστανέλα μπορεί να μην απεικονίζει ρεαλιστικά το πρόσωπο και να κατασκευάζει έναν εξιδανικευμένο τύπο μαχητή, κυριάρχησε όμως στην απεικόνισή του, καθώς αντιστοιχούσε στο νέο προφίλ του Γέρου του Μοριά.

 

Προσωπογραφία Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Karl Krazeisen, 1828.

 

Προσωπογραφία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ελαιογραφία σε μουσαμά, 1853. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

 

Ο Κολοκοτρώνης, λοιπόν, πορευόταν στην οδό της δόξας. Στον Μεσοπόλεμο όμως δέχεται ένα απρόσμενο πλήγμα, καθώς ξανάρχονται στην επιφάνεια παλαιές αντιθέσεις. Ο Γιάννης Βλαχογιάννης στη μελέτη του Κλέφτες του Μοριά, που εξέδωσε το 1935, σαλπίζει εναντίον των κλεφτών της Πελοποννήσου και ιδίως του πλέον ένδοξου από αυτούς, του Κολοκοτρώνη.

Το 1937 μάλιστα με τον λίβελο Ηθικά Ραπίσματα, που συγγράφει προς απάντηση του Σωκράτη Κουγέα, εκτραχύνει τη σύγκρουση. Ο Βλαχο­γιάννης με το θελκτικό αλλά και μπρούτο ύφος γραφής του, κάνει κάποιες εύστοχες επιμέρους παρατηρήσεις· συνολικά όμως συνιστά οπισθοδρόμηση στην ιστοριογραφική προσέγγιση, καθώς μετατοπίζει τη συζήτηση στην αναβίωση της παλαιάς αντιπαλότητας Ρουμελιωτών-Μοραϊτών, έκφανση της οποίας είναι και η διεκδίκηση της πρωτοκαθεδρίας του απελευθερωτικού αγώνα.

Έγραφε, έμπλεος οργής και ενθουσιασμού, στις πρώτες σελίδες της περί κλεφτών μελέτης του τα ακόλουθα που εικονογραφούν το πνεύμα και τις αντιλήψεις του ιδίου, αλλά και τα λογικά άλματα που απαιτεί η ιστοριογραφία του τύπου αυτού: «Ο Μοριάς, που έβγαλε τόσα παληκάρια και κατά τον Αγώνα και πρωτύτερα, πάντα ζήλευε μα και ζηλεύει – και τιμή του είναι γι’ αυτό – τη Ρουμελιώτικη παληκαριά, είδος Ελληνικού ιπποτισμού, που αιώνες αρματωλικής ζωής κληρονομικής – όχι Κλέφτικης μοναχά – την πλάσανε και την κάνανε τόσο όμορφη και τη στο­λίσανε με τόσες παραδόσεις και νόμους αυστηρούς, άγραφους. Μια παροιμία μοραΐτικη λέει: “Στη Ρούμελη είναι η λεβεντιά και στο Μοριά η γνώση”, και η παροιμία αυτή είναι η φυσική γνώμη του λαού του αληθινού, του Μοραΐτη, που είπε μιαν αλήθεια ιστορική».[19]

Η απάντηση των Πελοποννησίων λογίων – όχι μόνο άμεσα στον Βλα­χογιάννη αλλά συνολικά σε όσους αμφισβήτησαν την πρωτοκαθεδρία των Μοραϊτών και του πιο φημισμένου εκπροσώπου τους στον Αγώνα – υπήρξε πολυπρόσωπη αλλά ομόφωνη. Από τον Τάκη Κανδηλώρο στις αρχές του 20ού αιώνα, μέχρι τον Χρήστο Στασινόπουλο τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, τον Παν. Ζέπο, τον Τάκη Λάππα, τον Τάσο Γριτσόπουλο και τον κύκλο της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών και της περιοδικής έκδοσης Πελοποννησιακά ή της επετηρίδας Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, πελοποννήσιοι συγγραφείς και τοπικοί φορείς ανέδειξαν την προσωπικότητα του Κολοκοτρώνη, μέσα από μία προσέγγιση δικαιωτική και ηρωο­ποιητική.[20]

Ενδεικτική του πνεύματος αυτού είναι η αναλυτική εισαγωγή του Τάσου Γριτσόπουλου στην επανέκδοση, από την Εταιρεία Πελοπον­νησιακών Σπουδών, της Διήγησης των συμβάντων της ελληνικής φυλής. [21] Μεταφέρουμε ένα απόσπασμα, χαρακτηριστικό μιας ιστοριογραφικής αντίληψης, εμβαπτισμένης στο μύθο και ταυτοχρόνως παραγωγού μυθευμάτων: «Ομολογουμένως ο Κολοκοτρώνης υπήρξε για την αγωνιζομένην Ελλάδα δώρον του Θεού. Αλλ’ ως κύριον και βασικόν γνώρισμά του είχεν, ότι ήτον γνήσιον γέννημα του ελληνικού λαού. Εξ απαλών ονύχων ορφανός και κατατρεγμένος, εποτίσθη με όλες τις πίκρες της υποδούλου ζωής του έθνους του. Δεύτερον γνώρισμά του ήτο, ότι εκουβαλούσε μέσα του αγνήν και ανόθευτον την προτέραν παράδοσιν του εθνικού βίου και αύτη ελάμ­βανεν εκάστοτε λόγω της ευφυίας του μεγάλες διαστάσεις. Τρίτον ο ηγέτης αυτός κατά παραχώρησιν της φύσεως επύκνωνε την πίστιν και το όραμα της εθνικής ελευθερίας, δια την οποίαν ηγωνίσθη κατά την οικογενειακήν του παρακαταθήκην».[22]

 

Πορτρέτο Έλληνα αγωνιστή (ενδεχομένως του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη). Ελαιογραφία αγνώστου, 19ος αιώνας. Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα.

 

Η παραδοσιακή ιστοριογραφία λοιπόν αγκάλιασε τον Κολοκοτρώνη. Η συγγραφή μάλιστα της πολυσέλιδης, θελκτικής, μυθιστορηματικής βιογραφίας του ακαδημαϊκού Σπύρου Μελά, Ο Γέρος του Μωριά, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1931, [23] αλλά γνώρισε συνεχείς επανεκδόσεις ως ανάγνωσμα για ενήλικες και εφήβους, ξαναέπλασε με τα παλαιά υλικά τη μορφή του αγωνιστή, φέρνοντάς την στο επίκεντρο της αφήγησης του εθνικού κλέους. Ο πρωταγωνιστικός του ρόλος στις ένοπλες εσωτερικές συγκρούσεις της Επανάστασης θεωρήθηκε μεν σφάλμα, αλλά αποδόθηκε στην επικατάρατη, «δολερή» διχόνοια, που ταλανίζει τους Έλληνες και δεν τους αφήνει να μεγαλουργήσουν. Ο θάνατος μάλιστα του γιου του, Πάνου Κολοκοτρώνη, το Νοέμβριο του 1824, κατά τη διάρκεια του αποκαλού­μενου πρώτου εμφύλιου, θεωρήθηκε ως ένα είδος εξιλέωσης, αφού αυτός τουλάχιστον πλήρωσε πολύ σκληρά για τα λάθη του: έχασε τον γιο του.

Αντίθετα, περισσότερο κριτική υπήρξε η αντιμετώπιση άλλων «λαθών» του Γέρου του Μοριά, όπως για παράδειγμα εκείνων που σχετίζονται με την κλέφτικη ζωή του. Κάποια δυσάρεστα γεγονότα που σχετίζονται με αυτήν αφήνονται να ξεγλιστρήσουν στη λήθη. Το 1946, για παράδειγμα, ο Θάνος Βαγενάς, μελετητής της Πελοποννήσου, λάτρης ο ίδιος της κλεφτουριάς, του «ηρωικού αντάρτικου κινήματος των Κλεφτών του Μοριά» όπως την χαρακτηρίζει, εκδίδει στο περιθώριο της ιστοριογραφικής και εκδοτικής κίνησης της εποχής ένα ολιγοσέλιδο φυλλάδιο, θέλοντας, με βαριά καρδιά, να αποκαταστήσει την αλήθεια γύρω από ένα γεγονός που ένιωθε ότι το σκέπαζε πέπλο σιωπής. Ο τίτλος του φυλλαδίου ρητός: Ο Θ. Κολοκοτρώνης χάλασε τα Βέρβενα και αναφερόταν βέβαια στην καταστροφή του ομώνυμου αρ­καδικού χωριού το 1806, μετά την άρνηση των κατοίκων να συνδράμουν την κλέφτικη ομάδα του Κολοκοτρώνη. Το επεισόδιο δεν ήταν άγνωστο άλλωστε, αφού με λιτό και συγκλονιστικό τρόπο το διηγείται ο ίδιος Κολο­κοτρώνης. [24] Το πέπλο όμως που ήθελε ο Βαγενάς να σηκωθεί δεν σάλεψε.

Η πολυκύμαντη ζωή του Κολοκοτρώνη, ακόμη και οι αντιφάσεις του, προσφέρουν υλικό, όπου με την κατάλληλη λάξευση σμιλεύεται το εκάστοτε επιθυμητό μήνυμα. Για παράδειγμα, η δίωξή του από τους Βαυαρούς αντι­βασιλείς, η δίκη και η καταδίκη του σε θάνατο, διευκολύνει την ένταξή του στο αντιδυναστικό κίνημα, ενώ από την άλλη πλευρά η θετική στάση του Κολοκοτρώνη απέναντι στο θεσμό της βασιλείας, μετά την ανάρρηση του Όθωνα στο θρόνο, επιτρέπει την υιοθέτησή του και από τους βασιλόφρονες.

Η δίκη του όμως είναι εκείνη που κυρίως διευρύνει τις υποδοχές ενσωμά­τωσής του στα εθνικά στερεότυπα, διότι στις ιδιότητες του σοφού και γενναίου πατριώτη προστέθηκαν και άλλες, εξίσου δημοφιλείς: του αδικημένου και του κυνηγημένου από τους ξένους. Το επαναλαμβανόμενο στερεότυπο των ξένων ολετήρων, που επιβουλεύονται την πτωχή Ελλάδα και μισούν τα πιο άξια τέκνα της, βρήκε έτσι στην περίπτωση του Κολοκοτρώνη μια από τις πιο αναγνωρίσιμες εκφράσεις της. [25] Η διελκυστίνδα «λαός – εχθροί του λαού» συνταιριάστηκε με τη σταθερά «αδικημένοι Έλληνες – άδικοι και επίβουλοι ξένοι», η οποία βρήκε αρμονικά εφαρμογή στο πρόσωπο Κολοκοτρώνη, καθώς θεωρήθηκε ότι αποτύπωνε και τη δική του διαδρομή.

Ανάλογη τύχη, αμφίδρομης αποδοχής, είχε και η σχέση του με τους κοτζαμπάσηδες. Ο Κολοκοτρώνης είναι βέβαια ηγέτης των οπλαρχηγών και συνεπώς πολέμιος των κοτζαμπάσηδων, των εχθρών του λαού, των προδοτών της Επανάστασης, σύμφωνα με μια προσφιλή «προοδευτική» ανάγνωση του 1821. Στον Κολοκοτρώνη όμως, από την άλλη πλευρά, προσγράφε­ται ότι επεμβαίνει κατευναστικά και αποτρέπει την επαπειλούμενη σφαγή των προκρίτων, τον Ιούλιο του 1821, όταν οι εξεγερμένοι στο στρατόπεδο στα Βέρνενα απαιτούν «σκότωμα στους τυράννους». [26] Και εδώ τα δύο πρόσωπά του, συγκλίνουν σε αυτό του εθνικού ήρωα.

Ο Κολοκοτρώνης υιοθετήθηκε, λοιπόν, και από την Αριστερά. Η αριστερόστροφη – μη ακαδημαϊκής προέλευσης – ιστοριογραφία αποδέχτηκε τα χαρίσματα που του είχε αποδώσει η παραδοσιακή ιστοριογραφία. Κοντά σε αυτά όμως προστέθηκαν και ορισμένες άλλες παράμετροι. Μία από αυτές αφορά την πρόσληψη της ομάδας των «στρατιωτικών» ως της αυθεντικής έκφρασης των λαϊκών δυνάμεων. Ο «λαϊκός στρατός» και συνεπώς και ο ηγέτης του, ο Κολοκοτρώνης, μέσα από προφανείς αναγωγές στα καθέκαστα νεότερων χρόνων, προβλήθηκαν ως το αντίπαλο δέος των τουρ­κολατρών εκμεταλλευτών του λαού κοτζαμπάσηδων και των διεφθαρμένων πολιτικάντηδων Φαναριωτών. Η λαϊκή καταγωγή, η διαβίωση στα όρη και κυρίως η πρότερη κλέφτικη δράση του – που διαβάστηκε με ευκολία αντάρτικη – εγγράφεται άριστα στο επιθυμητό μοντέλο και προσφέρεται για προβολές σε συγκαιρινά γεγονότα.

Ό,τι συμβόλιζε λοιπόν ο Κολοκοτρώνης ταίριαζε απόλυτα στις προτεραιότητες των χρόνων της Αντίστασης. Ενδεικτικό της απήχησης είναι ότι πριν την ΕΠΟΝ, είχε ιδρυθεί «Ενιαία Παναρκαδική Οργάνωση Νέων “Ο Κολοκοτρώνης”». [27] Ιδιαίτερα αγαπητή, καθότι προσφερόμενη σε σύγχρονες αναγνώσεις, υπήρξε και η δράση του κατά του Ιμπραήμ και η σκληρή τιμωρία όσων είχαν «προσκυνήσει» την Υψηλή Πύλη. Το παράγγελμά του «φωτιά και τζεκούρι στους προσκυνημένους» ταίριαζε να ανασυρθεί από το πιθάρι της ιστορίας, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί στα τεκταινόμενα της Κατοχής για να δικαιώσει τη δράση του ΕΛΑΣ απέναντι στους συνεργάτες των κατακτητών. [28] Λίγα χρόνια μετά, το ίδιο έπραττε και ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας για όσους υποδείκνυε ως προδότες στην εμφύλια σύρραξη. [29] Και η altera pars όμως, ο Ευάγγελος Αβέρωφ, στο γνωστό ομώνυμο βιβλίο του, σημειώνει ότι: «Η επικρατέστερη πολεμική κραυγή του Δημοκρατικού Στρατού» ήταν «Φωτιά και τσεκούρι!», την οποία αντιπαραβάλει μάλιστα στο «Ελευθερία ή θάνατος», που κατ’ εκεί­νον διαλαλούσαν οι αντίπαλοί του.[30]

Στα χρόνια αυτά και κυρίως στην μετεμφυλιακή περίοδο των απη­νών διώξεων των ηττημένων, ένα επιπλέον δεδομένο ήρθε να ενισχύσει τη θετική πρόσληψη του Κολοκοτρώνη από τον κόσμο της Αριστεράς. Η αναγόρευσή του ως αρχηγού του «ρωσικού κόμματος», και η δίκη του για μυστικές επαφές με τη Ρωσική Αυτοκρατορία και αντικρατική δράση, ενεργοποίησε κατ’ αναλογία τα αντανακλαστικά απέναντι στην τοτινή Σοβιετική Ένωση με δύο τρόπους: είτε με την έννοια του φίλου των Ρώσων είτε και με την έννοια εκείνου που υφίσταται αδίκως διώξεις, ως φίλος των Ρώσων. Την γραμμή αυτή πρόβαλε και η ηγεσία του ΚΚΕ. Έτσι στην κυριακάτικη εκπομπή του, στις 8 Μαρτίου 1952, η «Φωνή της Αλήθειας» υποστηρίζει ότι η δίκη και η καταδίκη του Νίκου Μπελογιάν­νη «φέρει στη μνήμη του κάθε Έλληνα την πολύκροτη δίκη, στην οποία καταδικάστηκε σε θάνατο ο Γέρος του Μωρηά, η ψυχή και η καρδιά της Επανάστασης του ’21», και ακολούθως αναλύει τα κοινά στοιχεία των δύο δικών.[31]

Συγγραφείς προερχόμενοι από το χώρο της Αριστεράς που θήτευσαν σε μια δημοφιλή μορφή παιδαγωγού, στρατευμένης ιστοριογραφίας ή ιστορικής έμπνευσης λογοτεχνία, όπως ο Τάκης Σταματόπουλος, [32] ο Δημήτρης Φωτιάδης [33] ή ο Βασίλης Ρώτας, [34] με βιβλία τους, που γνώρισαν μεγάλη διάδοση, υπηρέτησαν την εικόνα του «γέρου του Μοριά» ως πρότυπο αγωνιστή.

Ορισμένοι άλλοι υπήρξαν πιο επιφυλακτικοί ή και επικριτικοί. Ο Γιάν­νης Κορδάτος, για παράδειγμα, προσάπτει στον Κολοκοτρώνη ότι «σαν από μηχανής θεός κατορθώνει να σώσει τους ολιγαρχικούς από τη λαϊκή οργή», αλλά και του αναγνωρίζει ότι «εσταμάτησε το ρεύμα συνθηκολογήσεως με τον εχθρό εφαρμόζοντας επανασταστικήν τρομοκρατίαν». [35] Ο Γιώργης Λαμπρινός επαινεί τη στρατηγική του τέχνη αλλά τον εγκαλεί γιατί «συμπεθέρεψε με τους Ντεληγιανναίους και τα φτιάχνει με τους προεστούς»· [36] μαζί του συμφωνεί ο Γιώργος Βαλέτας υποστηρίζοντας ότι «άσχημο αντιλαϊκό ρόλο έπαιξε με τους συμβιβασμούς του ο Κολοκοτρώ­νης».[37]

Κάποιοι άλλοι παίρνουν αποστάσεις από επιμέρους ενέργειές του, παρότι του αναγνωρίζουν αγαθές προθέσεις. Για παράδειγμα, μιλώντας για την είσοδό του στο Εκτελεστικό μετά τη Β΄ Εθνοσυνέλευση, ο Λεωνίδας Στρίγκος υποστηρίζει ότι «αντί να στηριχτεί στις λαϊκές μάζες καταφεύ­γει σε πολιτικούς συμβιβασμούς με σκοπό, όπως σκέφτεται, να διασπάσει τους κοτζαμπάσηδες», [38] ενώ ο Τάσος Βουρνάς θεωρεί ότι «ο Κολοκοτρώ­νης από τη μία συμβιβαστής στην πολιτική του κι από την άλλη πονηρός, νομίζοντας ότι μπορεί από τα μέσα να τους διαβρώσει, δέχεται [να πάρει τη θέση του αντιπροέδρου]».[39]

Ο Πέτρος Ρούσος [40] και ο Γιώργης Ζεύγος – πιο γνήσιοι εκφραστές της κομματικής ορθοδοξίας – του προσάπτουν συμβιβαστική τακτική απέναντι στους κοτζαμπάσηδες, ακόμη και αντιλαϊκό ρόλο· τον θεωρούν εντούτοις «μεγάλο πολέμαρχο», «αρχηγό της αγροτιάς», και του αναγνωρίζουν «ότι εφαρμόζει την ταχτική του κλεφτοπόλεμου και δε διστάζει να βάλει σε ενέργεια την επαναστατική τρομοκρατία». [41] Ακόμη άλλωστε και ο ίδιος ο Ν. Ζαχαριάδης φέρνει τους Κολοκοτρωναίους σαν υπόδειγμα εθνικών αγωνιστών.[42]

Σήμερα το διαδίκτυο είναι ένας ακόμη δείκτης της αποδοχής του Θ. Κολοκοτρώνη. Εκατοντάδες ηλεκτρονικές σελίδες είναι αφιερωμένες σε αυτόν, ανατροφοδοτώντας μια απλοϊκή, δοξαστική πρόσληψή του. Όπως είναι αναμενόμενο πολλές από τις ιστοσελίδες αυτές εδρεύουν στην Πελοπόννησο, ξεχωριστή θέση όμως του επιφυλάσσουν και ιστότοποι ακροδεξιού και εθνικιστικού περιεχομένου. Πέρα όμως από τον εικονικό κόσμο του διαδικτύου, η κοινή αποδοχή στο πρόσωπό του αποτυπώνεται και με πιο παραδοσιακούς τρόπους, όπως στην πληθώρα εκδηλώσεων και άλλων εκφράσεων τιμής, που εξακολουθούν ενάμισι αιώνα μετά το θάνατό του.

Διαφήμιση της Vespa, από το περιοδικό Η κοινή γνώμη και η Σφυγμομέτρησις. Μάρτιος, 1955, Περίοδος Β΄, αριθ. φύλλου 21, σ. 2.

Επίσημοι κρατικοί θεσμοί επέλεξαν να φιλοτεχνηθεί η μορφή του σε χαρτο­νομίσματα, νομίσματα και γραμματόσημα. Το πορτραίτο του κατέχει περίοπτη θέση ανάμεσα στους ήρωες του 1821 σε σχολικές αίθουσες, γιορτές, διαλέξεις, ομιλίες, ποικίλα έντυπα. Κινηματογραφικά ή θεατρικά έργα ή ακόμη και διαφημίσεις χρησιμοποίησαν τη μορφή του για να προβάλλουν επίκαιρα ποικίλου χαρακτήρα μηνύματα[43]. Ο θυμόσοφος γέρος με την περικεφαλαία έγινε αγαπημένη φιγούρα των σκιτσογράφων.

 

Ναύπλιο, ο Κολοκοτρώνης έφιππος. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

 

Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έδωσαν το όνομά του σε δρόμους και πλατείες· μόνο στην Αθήνα και στους όμορους Δήμους, μία πρόχειρη καταμέτρηση έδειξε ότι περίπου πενήντα δρόμοι και πέντε πλατείες φέ­ρουν το όνομά του. Διάφοροι φορείς θεώρησαν ότι έπρεπε ο ανδριάντας ή η προτομή του να κοσμούν δημόσιους χώρους. [44] Οι πλέον διάσημοι είναι οι δίδυμοι ορειχάλκινοι έφιπποι ανδριάντες, έργα του γλύπτη Λάζαρου Σώ­χου, που τοποθετήθηκαν το 1901 και 1904 αντιστοίχως σε κεντρικές πλα­τείες της Αθήνας και του Ναυπλίου. Πλήθος άλλοι ανδριάντες έχουν όμως τοποθετηθεί στην Τρίπολη, στα Δερβενάκια, στη Θεσσαλονίκη και αλλού. Το ίδιο συμβαίνει και με προτομές του που έχουν τοποθετηθεί σε γειτονιές της Αθήνας, συνιστώντας απτό μάρτυρα μιας εν υπνώσει ιστο­ρικής μνήμης .

 

Ο έφιππος Κολοκοτρώνης στην Τρίπολη

 

Ήταν όμως πραγματικά ο Κολοκοτρώνης αυτή η οικεία φιγούρα του «Γέρου του Μοριά»; Ή ακόμη, υπάρχει αποκλειστικά ένας Κολοκοτρώνης, αφού προσωπικότητες της δικής του εμβέλειας μετά την αποδημία τους «εις τας αιωνίους μονάς», ξεκινούν μια νέα ζωή στο μάταιο τούτο κόσμο, μια ζωή μέσα από τα μάτια και τα μυαλά των «άλλων», η οποία υφίσταται τις ρυτίδες που φέρνει ο χρόνος, εμπεριέχει όμως την ελπίδα της αναγέννησης, όταν τα γεγονότα και οι συγκυρίες το επιτρέψουν;

 

Υποσημειώσεις


[1] Ως συνοδευτικό, υποστηρικτικό υλικό για την παρουσίαση καθεμιάς από τις δέκα επικρατέστερες προσωπικότητες, ο τηλεοπτικός σταθμός είχε δημιουργήσει ένα ωριαίο ντοκιμαντέρ και ένα βιβλίο. Για τον Κολοκοτρώνη βλ. Βασιλική Μπιζά­κη, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, πρόλογος Θάνος Βερέμης, εισαγωγή Ιωάννης Κολιό­πουλος, Μεγάλοι Έλληνες, τ. 3, Αθήνα, ΣΚΑΪ Βιβλίο, 2009.

[2] Βλ. Maxime Raybaud, Mémoires sur la Grèce pour servir à l’histoire de la guerre de l’ Ιndépendance, accompagnés de plans topographiques, τ. Α΄, Παρίσι 1824, σ. 380-381· J. D. Elster, Το τάγμα των Φιλελλήνων, μετάφρ. Χρ. Οικονόμου, Αθήνα 2010, σ. 68-70· Γ. Ζώρας, Έκθεσις Ολλανδού προξένου περί των γεγονότων της ελληνικής επαναστάσεως κατά τα έτη 1821 και 1822 (ανακοίνωσις αγνώστου κειμένου), Αθήνα 1976, σ. 25-27 [α΄ έκδοση Παρνασσός 18 (1976), σ. 276-307]· Ζ. Μανζάρ, «Αναμνήσεις από τον Μοριά», μετάφρ. Γ. Τσουκαλάς, Απομνημονεύματα αγωνιστών του ’21, τ. 20, Αθήνα χ.χ., σ. 167-168· Φρ. Τιρς, Η Ελλάδα του Καποδίστρια, μετάφρ. Απ. Σπήλιος, τ. Α΄, Αθήνα, εκδ. Αφοί Τολίδη, χ.χ., σ. 176-179, 193-195· Γ. Φίνλεϋ, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, μετάφρ. Αλ. Παπαδιαμάντης, επιμ. Αγγ. Μαντάς, τ. Α΄, Αθήνα, Βουλή των Ελλήνων, 2008, σ. 417· Κυριακή Μαμώνη, «Χαρακτηρισμοί Πελοποννησίων και αρχηγών του Αγώνα στην Πελοπόννησο από τα κείμενα των Φιλελλήνων (1821-1829)», Πρακτικά του Α΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τ. Γ΄, Αθήνα 1976-1978, σ. 54-55· Απ. Βακαλόπουλος, Επίλεκτες βασικές ιστορικές πηγές της ελληνικής επαναστάσεως, τ. Β΄, Θεσσα­λονίκη 2000, σ. 406-407 (μαρτυρία του C. M. Schrebian).  Κάποιες μαρτυρίες Ελλήνων και ξένων της εποχής για τον Κολοκοτρώνη βλ. επίσης συγκεντρωμένες στο Δ. Δημητρόπουλος, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, στη σειρά: Οι ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας, αρ. 2, επιμ. Βασ. Παναγιωτόπουλος, Αθήνα, Τα Νέα, 2009, σ. 102-105.

[3] Ενδεικτικά: Ιω. Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας, Αθήνα 1834· Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, τ. 1-4, Αθήνα 1839· Φ. Χρυσανθόπουλος (Φωτάκος), Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1858· Ιω. Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. 1-4, Αθήνα 1859-1861· Μιχαήλ Οικονόμου, Ιστορικά της ελληνικής παλιγγενεσίας ή Ο ιερός των Ελλήνων αγών, Αθήνα 1873.

[4] Στο φιλικό προς τον Θ. Κολοκοτρώνη περιβάλλον εντάσσονται αρκετά απομνημονεύματα αγωνιστών που εκδόθηκαν είτε από τους ίδιους, ενώ ακόμη ήσαν εν ζωή, είτε μεταγενέστερα. Ενδεικτικά Στ. Ι. Στεφανόπουλος, Απομνημονεύματα τινά της Επαναστάσεως του 1821, Τρίπολη 1864· Αναγνώστης Κοντάκης, Απομνη­μονεύματα, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Απομνημονεύματα Αγωνιστών του ’21, τ. 11, Αθήνα, Γ. Τσουκαλάς, 1955· Θεόδωρος Ρηγόπουλος, Απομνημονεύματα από των αρχών της Επαναστάσεως μέχρι του έτους 1881, επιμ. Αθ. Φωτόπουλος, Αθήνα 1979. Στην ίδια γραμμή πλεύσης κινείται και η μαρτυρία του γιου του, Γενναίου [Γενναίος Θ. Κολοκοτρώνης, Απομνημονεύματα, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Αθήνα 1955 και του ίδιου, Απομνημονεύματα (χειρόγραφον δεύτερον 1821-1862), εισαγωγή Εμμ. Πρωτοψάλτης, Αθήνα, ΓΑΚ, 1961].

[5] Τα κείμενα των Μακρυγιάννη και Κασομούλη παρέμειναν ανέκδοτα μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα όταν τα εξέδωσε ο Γ. Βλαχογιάννης (Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, εισαγωγή Γ. Βλαχογιάννης, τ. Α΄-Β΄, Αθήνα, 1907· Νικ. Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, επιμ. Γ. Βλαχογιάννης, τ. Α΄-Γ΄, Αθήνα 1939-1942). Ο Γ. Τερτσέτης εξέδωσε την αφήγηση του Θ. Κολοκοτρώνη (Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836, Αθήνα 1846) και πολλά χρόνια μετά το θάνατό του εκδόθηκε και η αφήγηση του Νικηταρά (Ντίνος Κονόμος, Βίος Νικήτα Σταματελόπουλου ή Νικηταρά. Καταγραφή Γεωργίου Τερτσέτη εκ τεσσάρων νέων χειρογράφων, Αθήνα 1953).

[6] Σπ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Α΄-Δ΄, Λονδίνο 1853-1857· Ν. Δραγούμης, Ιστορικαί αναμνήσεις, τ. Α΄-Β΄, Αθήνα 1874. Ειδική περίπτωση αποτελεί ο Π. Π. Γερμανός, καθώς το απομνημόνευμά του συγγράφεται ενόσω διαρκεί ακόμη ο Αγώνας, ο θάνατος όμως του συγγραφέα, το 1826, δεν του επιτρέπει να γνωρίσει την τελική έκβαση της Επανάστασης. Το κείμενο εκδόθηκε πρώτη φορά το 1837 στην Αθήνα από τον Καλλίνικο Καστόρχη, Υπομνήματα περί της Επαναστάσεως της Ελλάδος από του 1820 μέχρι του 1823 και έκτοτε γνώρισε αρκετές επανεκδόσεις· σημειώνεται όμως ότι έχει αμφισβητηθεί η πατρότητα του κειμένου.

[7] Ο Αλ. Μαυροκορδάτος μαρτυρείται ότι συνέγραφε Ιστορία της Επαναστάσεως την οποία όμως δεν εξέδωσε ποτέ, βλ. Χρ. Λούκος, «Εισαγωγή», Το ανέκδοτο Ημερολόγιο του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου Μόναχο – Βερολίνο (1834-1837), Αθήνα, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων – Μουσείο Μπενάκη, 2011, σ. 10.

[8] Καν. Δεληγιάννης, Απομνημονεύματα, τ. Α΄, Απομνημονεύματα Αγωνιστών του ’21, τ. 16, Αθήνα, Γ. Τσουκαλάς, 1955 (α΄ έκδοση Αθήνα 1854), σ. 180-181. Το απομνημόνευμα του Παν. Παπατσώνη εκδόθηκε πολύ μετά το θάνατό του (Παν. Παπατσώνης, Απομνημονεύματα από των χρόνων της Τουρκοκρατίας μέχρι της Βασιλείας του Γεωργίου Α΄, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Αθήνα, ΓΑΚ, 1960).

[9] Διάσπαρτη είναι η σκληρή κριτική απέναντι στους Κολοκοτρωναίους στους οποίους αφιερώνονται πολλές σελίδες, βλ. ενδεικτικά Δεληγιάννης, Απομνημονεύματα, τ. Α΄, σ. 36-46, 123-124, 179-182, 194-196 κ.α.

[10] Η τάση αυτή της εκ των υστέρων δικαίωσης των ηττημένων παρουσιάζει νομίζω ενδιαφέρουσες αναλογίες με την περί τον Εμφύλιο ιστοριογραφία όπου, τριάντα χρόνια μετά την ήττα, βρέθηκε να κυριαρχεί ο λόγος όσων έχασαν τον πόλεμο. Ας αναλογιστούμε την «αγιοποίηση» του Α. Βελουχιώτη ή του Ν. Μπελογιάννη, για να αναφερθούμε σε δύο μόνο χαρακτηριστικές προσωπικότητες της Αριστεράς.

[11] [Θ. Κ. Κολοκοτρώνης], Ο Γέρων Κολοκοτρώνης, Αθήνα 1851, σ. 273.

[12] Πέραν του ίδιου του τρόπου έκδοσης της αφήγησης του Θ. Κολοκοτρώνη και ιδίως των επανεκδόσεων που ακολούθησαν, βλ. επίσης και άλλα κείμενα του Γ. Τερτσέτη, Εξακολούθησις των προλεγομένων εις τα υπομνήματα του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, Αθήνα 1852 και Ντ. Κονόμος, «Γεωργίου Τερτσέτη. Ανέκδοτη σκια­γραφία του Κολοκοτρώνη», Ελληνική Δημιουργία 6 (1950), σ. 571-573 (επανέκδοση στον τόμο Ντ. Κονόμος, Γεώργιος Τερτσέτης. Ανέκδοτα κείμενα, Αθήνα, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, 1959, σ. 105-110).

[13] Γ. Βλαχογιάννης, Ιστορική Ανθολογία, επανέκδ.-επιμ. Άλκης Αγγέλου, Αθή­να, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Εστία, 2000, σ. 526 κ.ε.

[14] Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα δημοσιεύονται μία σειρά τέτοιου τύπου κείμενα, βλ. ενδεικτικά: [Ανώνυμος], Ιστορία του Θ. Κολοκοτρώνη και του υιού του Γενναίου Κολοκοτρώνη, Αθήνα 1889· Επαμ. Κωτσονόπουλος, Λόγος πανηγυρικός εκφωνηθείς κατά τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντος του Στρατάρχου της Ελλάδος Θεοδώρου Κολοκοτρώνη τη 23-4-1901, Αθήνα 1901· Γ. Τσοκόπουλος, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Αθήνα 1904· Θεμ. Αποστόλου, Ιστορία του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη ενδόξου στρατηγού των Πελοποννησίων κατά την μεγάλην υπέρ της παλιγγενεσίας του ελληνικού έθνους επανάστασιν του 1821, Κωνσταντινούπολη 1909.

[15] Η παλαιότερη ίσως έκδοση κολοκοτρωναίικου τραγουδιού είναι το τρισέλιδο φυλλάδιο Το άσμα του Κολοκοτρώνη που εκδόθηκε το 1822 στο Παρίσι. Σχετικά τραγούδια συγκέντρωσε ο Κ. Ρωμαίος, «Τα τραγούδια των Κολοκοτρωναίων», Πελοποννησιακά 1 (1956), σ. 409-440 και 2 (1957), σ. 379-413. Για τα θεατρικά βλ. ενδεικτικά: Θ. Δ. Κληρονόμος, Αντ. Ι. Αντωνιάδης, Ο αρχιστράτηγος Κολοκο­τρώνης, ήτοι, Κολοκοτρώνης πολιορκητής της Τριπόλεως: δράμα εις πράξεις τέσσαρας, Αθήνα 1904.

[16] Α. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τ. Η΄, Αθήνα 1876, σ. 81-120 (ο μύθος στις σ. 104-105).

[17] Τις σχετικές κρίσεις συγκεντρώνει ο Τάσος Γριτσόπουλος, «Τα απομνημο­νεύματα», στο Θ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις, σ. 77-79.

[18] Βλ. σχετικά Αλέξης Πολίτης, Το Δημοτικό τραγούδι. Κλέφτικα, Αθήνα, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Ερμής, 1981, σ. ιβ΄- ιη΄.

[19] Γ. Βλαχογιάννης, Κλέφτες του Μοριά, επανέκδοση στη σειρά: Άπαντα των Νεοελλήνων Κλασσικών, αρ. 4, επιμ. Γ. Κουρνούτος, Αθήνα [1966] (α΄ έκδ. Αθήνα 1935), σ. 13.

[20] Βλ. Τ. Κανδηλώρος, Η δίκη του Κολοκοτρώνη και η επανάστασις της Πελοποννήσου, Αθήνα 1906· Χρ. Στασινόπουλος, Ο αληθινός Κολοκοτρώνης, ιστορική κριτική μελέτη, Αθήνα 1958· Τάκης Λάππας, Κολοκοτρώνης. Βιογραφία του στρατάρχη του Μοριά, Αθήνα 1967· Παν. Ζέπος, «Θεόδωρος Κολοκοτρώνης», Πε­λοποννησιακά 8 (1971), σ. 1-14. Τη σχετική βιβλιογραφία μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, συγκέντρωσε ο Θ. Βαγενάς, «Κολοκοτρωνική βιβλιογραφία», Χρονικά του Μοριά 3 (1954-1956), σ. 25-30.

[21] Τ. Γριτσόπουλος, «Τα απομνημονεύματα», στο Θ. Κολοκοτρώνης Διήγησις, σ. 1-112.

[22] Στο ίδιο, σ. 1-2.

[23] Σπ. Μελάς, Ο Γέρος του Μωριά: Βιογραφία, τ. Α΄-Β΄, Αθήνα, Σαλίβερος, 1931.

[24] Κολοκοτρώνης, Διήγησις, σ. 19. Βλ. σχετικά και Θ. Βαγενάς, Ο Θ. Κολοκο­τρώνης χάλασε τα Βέρβενα, Αθήνα 1946, σ. 1-28.

[25] Εκπομπή του παράνομου ραδιοφωνικού σταθμού του ΚΚΕ, «Φωνή της Αλήθειας», στις 24 Οκτωβρίου 1954, αναφερόμενη στη «ρετσινιά του κατασκόπου που φορτώνουν στους πατριώτες οι προδότες και οι προσκυνημένοι», μετέ­διδε κείμενο που αντλούσε επιχειρήματα από την πρόσφατη ελληνική ιστορία. Εκεί ειπώθηκε και το εξής: «Μήπως τον αθάνατο Γέρο του Μωριά που σάλπισε στεντόρεια “φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους” και διαφέντεψε την επανάσταση στην πιο κρίσιμή της ώρα και το γενναίο στρατηγό Πλαπούτα δεν τους στείλανε οι αγγλόδουλοι και βαυαροπροσκυνημένοι στο δικαστήριο για προδότες, δεν τους καταδικάσανε σε θάνατο και δεν σώθηκαν μόνο χάρη στην παλλαϊκή κατακραυγή και στην υπέροχη στάση τέτοιων τιμημένων δικαστών σαν τον Πολυζωΐδη και τον Τερτσέτη», Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ), Αρχείο Ραδιοφωνικού Σταθμού «Φωνή της Αλήθειας», Ειδικές Εκπο­μπές, 26, φ. 2.

[26] Φιλήμων, Δοκίμιον, τ. Δ΄, σ. 87-93· Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, τ. Α΄, σ. 213· Μένδελσον Βαρθόλδη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, μετάφρ. Ηλίας Οικονομόπουλος, Αθήνα 1894, σ. 350-351.

[27] Η πληροφορία αναφέρεται σε αχρονολόγητη – μεταπελευθερωτική όμως – 11σέλιδη έκθεση του Συμβουλίου Περιοχής Πελοποννήσου της ΕΠΟΝ προς το Κε­ντρικό Συμβούλιο της οργάνωσης, όπου γίνεται αναφορά στην ιστορία του αντιστα­σιακού κινήματος νέων στην περιοχή. ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΣ της ΕΠΟΝ, έγγρ. Α287, φ. 1.

[28] Βλ. για παράδειγμα κείμενο του Γρ. Φιδά, με τίτλο «Εφιάλτες» που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ξεκίνημα της Καλαμάτας τον Οκτώβριο του 1944, σ. 8-9, μετά δηλαδή από όσα είχαν διαδραματιστεί στις συγκρούσεις του ΕΛΑΣ με τα Τάγματα Ασφαλείας στην πρωτεύουσα της Μεσσηνίας και στον Μελιγαλά. Εκεί επαινείται ο Κολοκοτρώνης για την τακτική που εφάρμοσε κατά των προδοτών: «Όμως ο Κολοκοτρώνης μας έδωσε την πιο ταιριαστή λύση. Στους προδότες φωτιά και τσεκούρι. Η νεολαία και ο λαός τόνιωσε. Πριν ακόμα ξελεφτερωθεί ο τόπος μας το τσεκούρι άρχισε να καθαρίζει όσους ανάμεσά μας είχε λερώσει η προδοσία. Χιλιάδες ύπουλοι και φανεροί, φριχτοί και λαομίσητοι προδότες βρήκαν το θάνατο που τους άξιζε».

[29] Δημοσίευμα στην εφ. Ριζοσπάστης, 24 Νοεμβρίου 1946.

[30] Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας, «Φωτιά και τσεκούρι!», Ελλάς 1946-1949 και τα προηγηθέντα, β΄ έκδ., Αθήνα, Εστία, 1974, σ. 242.

[31] Βλ. ΑΣΚΙ, Αρχείο Ραδιοφωνικού Σταθμού «Φωνή της Αλήθειας», Ειδικές Εκπομπές, 26, φ. 1. Επίσης στις 24 Οκτωβρίου 1954 η «Φωνή της Αλήθειας», μετέδιδε τα εξής: «Όργανα των Σλάβων οι κομμουνιστές, πληρωμένοι με ρουσικά ρούβλια οι δημοτικιστές κι ο Κολοκοτρώνης ακόμα πράχτορας των Ρώσων. […] Κατηγορήθηκε μαζί με τον Πλαπούτα ότι “προδίδοντες την εθνικήν ανεξαρτησίαν υπέγραψαν και παρακίνησαν και άλλους να υπογράψουν παράκλησιν προς την Ρωσίαν επί σκοπώ καταργήσεως της Αντιβασιλείας κλπ.” Το ίδιο παληό παμπάλαιο τροπάρι ξανάρχισαν σήμερα αυτοί που προδίνουν και ξεπουλάν την Ελλάδα ενά­ντια στους πατριώτες αγωνιστές που πιάσανε». Βλ. ΑΣΚΙ, Αρχείο Ραδιοφωνικού Σταθμού «Φωνή της Αλήθειας», Ειδικές Εκπομπές, 26, φ. 2.

[32] Βλ. Τάκης Σταματόπουλος, Οι τουρκοπροσκυνημένοι και ο Κολοκοτρώνης, Αθήνα, εκδ. Κάλβος, χ.χ. και πολλαπλές αναφορές στο τετράτομο έργο του ιδίου Ο εσωτερικός αγώνας, τ. Α΄-Δ΄, β΄ έκδοση, Αθήνα, Κάλβος, 1975.

[33] Το αφήγημα του Δ. Φωτιάδη, Η δίκη του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα, εκδόθηκε το 1962 από τις εκδόσεις Κυψέλη και έκτοτε έχει γνωρίσει μέχρι σήμερα δεκάδες επανεκδόσεις.

[34] Ο Βασίλης Ρώτας υπήρξε συγγραφέας του θεατρικού έργου «Κολοκοτρώνης ή η νίλα του Δράμαλη» που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 8 (1955), σ. 129-144, 9 (1955), σ. 209-224, 10 (1955), σ. 305-320, 11 (1955), σ. 385-400, 12 (1955), σ. 493-503. Συνέγραψε επίσης τα κείμενα του πολύ δημοφι­λούς εικονογραφημένου εντύπου «Κολοκοτρώνης», που εκδόθηκε από στη σειρά των Κλασσικών Εικονογραφημένων των εκδόσεων Πεχλιβανίδη, σε εικονογράφηση Κ. Γραμματικόπουλου στα μέσα της δεκαετίας του 1950.

[35] Γ. Κορδάτος, Η κοινωνική σημασία της ελληνικής επαναστάσεως του 1821, Αθήνα 1977 (α΄ έκδ. Αθήνα 1924), σ. 187 και 177 αντιστοίχως.

[36] Γ. Λαμπρινός, Μορφές του Εικοσιένα, δ΄ έκδ., Αθήνα, Τοξότης, 1956, σ. 79-80.

[37] Γ. Βαλέτας, Το προδομένο Εικοσιένα, β΄ έκδ., Αθήνα, Φιλιππότη, 1979, σ. 47.

[38] Λ. Στρίγκος, Η Επανάσταση του Εικοσιένα, Αθήνα, Θεμέλιο, 1966, σ. 137- 138.

[39] Τ. Βουρνάς, Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας. Από την Επανάσταση του 1821 ως το κίνημα του Γουδί (1909), Αθήνα, Αφοί Τολίδη, χ.χ., σ. 127.

[40] Ο Π. Ρούσος, Ζητήματα της ιστορίας μας. Διαμόρφωση του Ελληνικού έθνους, Δοκίμια, χ.τ., Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, 1955, σ. 134-135, γράφει πως ο Κολοκοτρώνης ήταν ο πιο αντιπροσωπευτικός αρχηγός της αγροτιάς ή υποστηρίζει ότι η «άρχουσα τάξη φυλάκισε το μεγάλο πολέμαρχο της Επανάστα­σης (σ. 235).

[41] Βλ. Γ. Ζεύγος, Σύντομη μελέτη της νεοελληνικής ιστορίας, Μπούλκες 1948, σ. 53.

[42] Το παραθέτει ο Ζεύγος, στο ίδιο, σ. 53.

[43] Μία από τις πιο χαρακτηριστικές χρήσεις του Θ. Κολοκοτρώνη για τις ανάγκες μιας σύγχρονης θεατρικής παράστασης απαντά στο έργο του Ιάκ. Καμπα­νέλη «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» που ανέβηκε με μεγάλη επιτυχία από το θίασο Κ. Καζάκου και Τζένης Καρέζη τον Ιούνιο του 1973. Οι παραστάσεις διακόπηκαν τον Οκτώβριο του ίδιου έτους από το τότε δικτατορικό καθεστώς. Το ρόλο του Κολο­κοτρώνη ερμήνευε ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος.

[44] Μία μη συστηματική διερεύνηση – κυρίως μέσω διαδικτύου – έδειξε ότι αν­δριάντες ή προτομές του Κολοκοτρώνη υπάρχουν σε δημόσιους χώρους σε Δήμους της Αττικής όπως Αθήνα (Παλαιά Βουλή και Α΄ Νεκροταφείο), Χολαργό, Νέα Φιλα­δέλφεια, Χαϊδάρι, Παπάγου, Μαρούσι, Δάφνη.

 

Δημήτρης Δημητρόπουλος

 Διευθυντής Ερευνών – Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών – Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών/ΕΙΕ

 «Η ματιά των άλλων» – Προσλήψεις προσώπων που σφράγισαν τρεις αιώνες (18ος – 20ος). Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Αθήνα, 2012.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Older Posts »