Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Επανάσταση 21’

Φορολογικές και Οικονομικές πληροφορίες από το αρχείο Περρούκα – Σάββας Παρ. Σπέντζας, Ομότ. τακτικός Καθηγητής Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών, Σχολής Ευελπίδων. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

[…] Το Άργος όμως κατά την προσωπική μας εκτίμηση διαθέτει και ένα άλλο πολύτιμο στοιχείο, έναν άλλον πλούτο, που μέχρι σήμερα δεν έχει αξιοποιηθεί, όπως θα έπρεπε και συστηματικά. Ο πλούτος αυτός είναι γνωστός σε όλους μας. Είναι το Αρχείο της Οικογενείας Περρούκα, το οποίο φυσικά συνδέεται άμεσα με την πόλη του Άργους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αποτελεί ζήτημα τοπικού ενδιαφέροντος. Αντίθετα, αφορά και ενδιαφέρει, ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, την ελληνική επιστήμη και φυσικά τον κάθε Έλληνα ξεχωριστά, για την Ιστορία του, για την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.

Οι σοβαρότεροι ιστορικοί, μελετητές, ερευνητές και ιστοριοδίφες έχουν αναφερθεί στην «προυχοντική» αυτή οικογένεια «Περρούκα» και φυσικά στην προσφορά της όχι μόνο στην τοπική κοινωνία του Άργους, αλλά γενικότερα για την παρουσία της τόσο στην προετοιμασία και την στήριξη του απελευθερωτικού αγώνα του Εικοσιένα, όσο και στις θυσίες των μελών της, αφού άλλοι «Περρουκαίοι» η «Μπερουκαίοι» φυλακίσθηκαν, άλλοι πέθαναν και άλλοι δολοφονήθηκαν. Η πλούσια βιβλιογραφία πιστοποιεί το γεγονός.

 

Δείγμα εγγράφου από το αρχείο Περρούκα.
Αριθμ. Έγγραφου 17.246 (1)
Γέροντες του χωρίου Άλβαινας, Νικολό και Χρίστο, και επίλοιποι ραγιάδες του ιδίου χωρίου είητε υγιαίνοντες. Σας φανερώνομεν, ότι με το να έπεσε ζήτησις αναμεταξύ του καζά Άργους, και του καζά Αρκαδίας δια το χωρίον σας, ο μεν καζάς της Αρκαδίας εζήτει δια να πλερώνετε
δια τα τεκιαλίφια του {βιλα}ετίου και τα ματλουπάτια του Μωρέως, εις την Αρκαδίαν, ο δε καζάς του Άργους εγύρισε τα ίδια, και δια να παύση η τέτοια ζήτησις και λογοτριβή, ευρέθη εύλογον και από τους λοιπούς προεστώτας των άλλων καζάδων, όπου ευρέθησαν εδώ, και αποφασίσθη, όπου εις τον καζά της Αρκαδίας να δώσετε δια τον τρέχοντα χρόνον μόνο γρόσια εννιακόσια, και όχι άλλο τίποτα περισσότερον. Και εις τον καζά σας Άργος να δώσετε δια τον ίδιον τούτον χρόνον γρόσια δύω χιλιάδες τρακόσια όπου είναι παρακάτω γρόσια διακόσια πενήντα από την ποσότητα εκείνην, όπου με γράμμα των προεστώτων του βιλαετίου σας Άργους εσυμφωνήσατε…

 

Οι μελετητές του Άργους ιδιαίτερα της δεύτερης τουρκοκρατικής περιόδου αντλούν στοιχεία οπωσδήποτε ενδιαφέροντα από τις δραστηριότητες της οικογένειας «Περρούκα», αφού τα μέλη της είχαν πολλές και διάφορες ιδιότητες, τόσο στο Άργος, όσο και την Κωνσταντινούπολη, ενώ παράλληλα υπολογίζονταν και ως παράγοντες που οδήγησαν σε σύγκρουση με τους Τούρκους αψηφώντας τις συνέπειες οι οποίες ακολουθούσαν με αγριότητα είτε για την ίδια την ζωή τους, είτε για φορολογικές και τη γενικότερα οικονομικής φύσεως υποθέσεις. Γι’ αυτό οι αναφορές είναι πολλές και διάφορες.

Μικρότερη βέβαια δραστηριότητα παρουσιάζει ο κλάδος της ιδίας οικογένειας «Περρούκα» στην Πάτρα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει «ανυπαρξία», αφού οι δραστηριότητές της είναι υπαρκτές και «καταγεγραμμένες», όπως μάλιστα παρουσιάζονται στην εργασία του Ηλ. Γιαννικοπούλου με πληθώρα ειδήσεων.

Το γεγονός όμως ότι ήταν πραγματικά μία αξιόλογη οικογένεια δεν σημαίνει ότι αδιαφορούσε για τον οικονομικό παράγοντα, για τα χρήματα, αφού αναφέρονται ακόμα και αντιδικίες μεταξύ συγγενικών προσώπων και μάλιστα πολύχρονοι δικαστικοί αγώνες, όπως διαπίστωσε ο Ηλ. Γιαννικόπουλος, μετά από επισταμένη έρευνα, την οποία και παρουσίασε τελευταία στο Ζ’  Διεθνές Συνέδριο της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών (Πύργος – Αμαλιάδα 11-17/9/2005).

Ο Ν. Σπηλιάδης στο πολύτιμο έργο του με τίτλο Απομνημονεύματα ήτοι Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων, την έκδοση του οποίου επιμελήθηκε, ο προσφάτως βραβευθείς (2008) από την Ακαδημία Αθηνών ιστορικός Π. Φ. Χριστόπουλος, Καθηγητής του ιονίου Πανεπιστημίου, αναφέρεται τριάντα φορές και για διαφορετικές περιπτώσεις στην οικογένεια «Περρούκα» και φυσικά για όλα της τα μέλη και ειδικότερα στους τόμους Α, Β, Δ και Ε και για άλλες κατά καιρούς καταστάσεις.

Η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα του συγγραφέα αντανακλά φυσικά και στις αναφορές η υποσημειώσεις σχετικά με την οικογένεια Περρούκα ή τα μέλη της που κατά καιρούς σημειώνονται.

Ο Τ. Γριτσόπουλος (1910-2008)  στην εργασία του «Η εις Βοστίτζαν μυστική Συνέλευσις των Πελοποννησίων Ηγετών (26-29/1/1821)», αναφέρεται συχνά στην Οικογένεια «Περρούκα» για αρκετές, αλλά και διαφορετικές περιπτώσεις.

Θετική αναφορά βέβαια παραμένει για τον αναγνώστη η πληροφορία, ότι τόσο ο Ιωάννης, όσο και ο Χαράλαμπος είχαν μυηθεί και κατηχηθεί στην Φιλική Εταιρεία, ήσαν Φιλικοί. Ο Ιωάννης, προεστός του Άργους, μυήθηκε από τον Π. Αρβάλη στις 2/5/1819, ενώ ο Χαράλαμπος, έμπορος στην Πάτρα, μυήθηκε από τον Ι. Παπαρρηγόπουλο στις 20/5/1819. Για τον Δημήτριο όμως Περρούκα, Βικέλη, που κατοικούσε στην Κωνσταντινούπολη από αρκετά χρόνια, αμφισβητείται αν είχε μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία κάποτε και από ποιόν, αφού δεν αναφέρεται στον σχετικό κατάλογο του Παναγιώτη Σέκερη.

Για την κατήχηση και τη μύηση στη Φιλική Εταιρεία τόσο για τον Ιωάννη Περρούκα όσο και για τον Χαράλαμπο Περρούκα αναφέρονται στις εργασίες τους ο Βαλ. Μέξας και ο Ι. Μελετόπουλος. Αντίθετα, δεν αναφέρεται από τους συγγραφείς αυτούς κάτι σχετικό με τον Βικέλη, «Δημήτριο Περρούκα» και τη Φιλική Εταιρεία.

Ο Τ. Γριτσόπουλος περιγράφει με αρνητική τοποθέτηση για την οικογένεια «Περρούκα», όσα ελάμβαναν χώρα το 1819 αναφορικά με την πολιτική κατάσταση της εποχής εκείνης, όταν δηλαδή παρά το επίσημο «υποσχετικό» της 1-4-1816, μεταξύ των διαφόρων ισχυρών οικογενειών της Πελοποννήσου, παρουσιάσθηκε «υποτροπή» τότε, το 1819, όχι από τις γνωστές ισχυρές αντιμαχόμενες οικογένειες, δηλαδή εκείνες που υπέγραψαν το «υποσχετικό» αλλά από την εξ ίσου ισχυρή οικογένεια «Περρούκα»…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Φορολογικές και Οικονομικές πληροφορίες από το αρχείο Περρούκα

 

     Σχετικά θέματα:  

 

 

Read Full Post »

Στην Αργολίδα η πρώτη αγαθή Συνταγματική Μερίδα – Κωνσταντίνος Χρ. Τράκας, Επίτιμος Αντιπρόεδρος  Ελεγκτικού Συνεδρίου. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

Η Αργολική Χερσόνησος, του Μεγάλου Μυκηναϊκού Πολιτισμού, επέπρωτο να δικαιωθεί και με την ιστορική σύγκληση σ’ αυτή των αλληλοδιαδόχων Εθνικών Συνελεύσεων για την κατάρτιση και ψήφιση του πρώτου και των μετέπειτα ισχυσάντων Συνταγμάτων της αγωνιζομένης Ελλάδος για την ανεξαρτησία της.

Μετά από 400 χρόνια ταλαιπωρίας στα έλη της φρικώδους τουρκικής τυραννίας, αμέσως, στα πρώτα ελεύθερα ελληνικά εδάφη, άρχισε και συνεχίστηκε, μαζί με τον αγώνα της ανεξαρτησίας, και η προσπάθεια της ιδρύσεως τοπικών πολιτευμάτων μέχρι την ευλογημένη επέκταση της ανεξαρτησίας, σε όλα ή, έστω, τα περισσότερα ελληνικά εδάφη, και την σύσταση, από Εθνική Συνέλευση, της «Βουλής του Έθνους».

Πράγματι, τα τρία πρώτα τοπικά πολιτεύματα, ήτοι, ο Οργανισμός της Πελοποννησιακής Γερουσίας, ο Οργανισμός της Δυτικής Ελλάδος και η Νομική Διάταξη της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, μέχρι τον Νοέμβριο του 1821, προέβλεπαν την μελλοντική σύσταση «της Βουλής του Έθνους», στην οποία θα υπάγοντο και οι τρεις αυτές «Διοικήσεις», ως η Γερουσία της Πελοποννήσου, η Γερουσία της Δυτικής Ελλάδος και ο Άρειος Πάγος της Ανατολικής Ελλάδος.

Οι ονομασίες και η κοινή πρόβλεψη των τριών αυτών τοπικών πολιτευμάτων εξέφραζαν την ιστορική και εθνική ενότητα της Ελλάδος και των Ελλήνων.

 

Α. Το Σύνταγμα της Επιδαύρου

 

 

Το κοινό ιδανικό και όραμα των ανωτέρω τοπικών πολιτευμάτων «η Βουλή του Έθνους», από Εθνοσυνέλευση, οδήγησε τους «νομίμους παραστάτες», όπως απεκλήθησαν, ως οι νόμιμοι αντιπρόσωποι, της Πελοποννήσου, της Ανατολικής και Δυτικής Ελλάδος και μερικών νήσων, στην Επίδαυρο, οι οποίοι την 20η Δεκεμβρίου 1821 συνήλθαν σε Εθνική Συνέλευση. Η πρώτη αυτή Εθνική Συνέλευση, της Επιδαύρου, μετά από σχετικές διαβουλεύσεις και συζητήσεις, εψήφισε το Σύνταγμα της Επιδαύρου, της 1ης Ιανουαρίου 1822, το πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδος, αποκληθέν «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος κατά την εν Επιδαύρω Α΄ Εθνικήν Συνέλευσιν» ως το πρώτο πολίτευμα της όλης αγωνιζομένης Ελλάδος.

Του Συντάγματος της Επιδαύρου είχαν προηγηθεί Σχέδια Συνταγμάτων και Συντάγματα, όπως: Το συνταγματικό σχεδίασμα του Ρήγα Φερραίου- Βελεστινλή, με τον τίτλο «Νέα Πολιτική Διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης, της Μ. Ασίας, των Μεσογείων Νήσων και της Βλαχομπογδανίας, υπέρ των νόμων, ελευθερία, ισότης, αδελφότης και της πατρίδος». Τούτο συνέταξε λίγο πριν από τον μαρτυρικό θάνατό του, τον Ιούνιο του 1798, σε ηλικία, μόλις, 41 ετών. Ο φρικτός θάνατός του, από τους Τούρκους, τον ανέδειξε μεγάλο Εθνομάρτυρα και Πρωτομάρτυρα των απελευθερωτικών αγώνων.

Το πολίτευμα του Ρήγα ήτο δημοκρατία και απετέλει μίμηση των γαλλικών επαναστατικών Συνταγμάτων, κατά βάση  δε απετέλει μετάφραση του γαλλικού Συντάγματος του 1793.

Επακολούθησαν τα τρία Συντάγματα της Επτανήσου, των ετών 1800, 1803 και 1817.

Το πρώτο, επεβλήθη με την συνθήκη μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας.

Το δεύτερο, παρασκευάστηκε από επιτροπή του νομοθετικού σώματος των Ιονίων νήσων. Καθιέρωνε, λεπτομερώς, πολλά ατομικά δικαιώματα, κατά το πρότυπο των γαλλικών επαναστατικών διακηρύξεων, καθώς και την διάκριση  των εξουσιών. Ήτο δε, καταφανώς, επηρεασμένο από τις ιδέες της Γαλλικής Επαναστάσεως.

Το τρίτο, Σύνταγμα, καταρτίστηκε σ’ εκτέλεση της συνθήκης των Παρισίων, στις 5 Νοεμβρίου 1815. Με την συνθήκη αυτή, οι Ιόνιοι Νήσοι απετέλεσαν ίδιο Κράτος υπό «την άμεσον και αποκλειστικήν προστασίαν» της Αγγλίας.

Μετά την ανωτέρω σύντομη ιστορική σύνδεση επανερχόμαστε στο Σύνταγμα της Επιδαύρου, το οποίο επακολούθησε.

Η πρώτη Εθνική Συνέλευση των Ελλήνων, στην Επίδαυρο, ίδρυσε το πρώτο στην Ελλάδα ελεύθερο πολίτευμα, με προσφυγή στις αξίες και αρχές της Διακηρύξεως της Ανεξαρτησίας των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, του 1776 και, κυρίως, της γαλλικής Διακηρύξεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτου, του 1789 και των γαλλικών Συνταγμάτων του 1793 και του 1795. Οι αρχές δε αυτές των γαλλικών Συνταγμάτων διαρρέουν, όπως προαναφέρθηκε, και το συνταγματικό σχεδίασμα του Ρήγα και τα Συντάγματα της Επτανήσου.

Λεκτέον, για την ιστορική αλήθεια, ότι τα Σεβάσμια κείμενα των δύο αυτών κοσμοϊστορικών Διακηρύξεων, τα οποία, μαζί με την Magna Carta  Libertatum, του 1215 (της Αγγλίας), φυλάσσονται, ως παγκόσμια κειμήλια, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους των ΗΠΑ στην Ουάσιγκτον (στο Κέντρο το Αμερικανικό και εκατέρωθεν τα άλλα δύο), τα οποία επεσκέφθηκα, αποτελούν την δεξαμενή του Δικαίου της πολιτισμένης Ανθρωπότητας. Την πηγή όμως αποτελεί η Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, ιδίως, των κλασικών χρόνων, η οποία, μεταξύ άλλων αγαθών της ευγενούς φύσεως του Ανθρώπου, αναγορεύει σε ύψιστες αξίες την «αιδώ» και την «δίκη», ήτοι, την αξιοπρέπεια και την δικαιοσύνη (Πλάτων) και καθιερώνει την τριμερή διάκριση της κρατικής εξουσίας, σε νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική (Αριστοτέλης).

 

Μάγκνα Κάρτα Λιμπερτάτουμ (Μεγάλος Χάρτης των Ελευθεριών), είναι αγγλικός καταστατικός χάρτης, ο οποίος αρχικά εκδόθηκε το 1215. Η Μάγκνα Κάρτα θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά έγγραφα στην ιστορία της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου.

 

Το Σύνταγμα της Επιδαύρου προτάσσει την επίκληση της Αγίας και Αδιαιρέτου Τριάδος και εν συνεχεία την Διακήρυξη της Επιδαύρου, η οποία έλεγε: «Το Ελληνικόν Έθνος, το υπό την φρικώδη Οθωμανικήν δυναστείαν, μη δυνάμενον να φέρη τον βαρύτατον και απαραδειγμάτιστον ζυγόν της τυραννίας και αποσείσαν αυτόν με μεγάλας θυσίας, κηρύττει σήμερον δια των νομίμων παραστατών του εις Εθνικήν συνηγμένων Συνέλευσιν, ενώπιον Θεού και ανθρώπων, την Πολιτικήν αυτού Ύπαρξιν και Ανεξαρτησίαν».

Η επίκληση του Θεού αποτελεί και μίμηση του ιερού συνοδικού κανόνα, του Α΄ κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου του 691/692, που ορίζει: «Εκ Θεού τε άρχεσθαι και εις Θεόν αναπαύεσθαι….».

Η Διακήρυξη αποτελεί θρήνο και διαρκή υπόμνηση για τα δεινά των Ελλήνων της ελληνικής Πατρίδας, από την τουρκική τυραννία, αλλά και πίστη στο Θεό και λατρεία στην ελευθερία, την βγαλμένη από τα κόκαλα των Ελλήνων τα ιερά.

Σημειωτέον ότι όλα τα ισχύσαντα ελληνικά Συντάγματα προτάσσουν την επίκληση της Τριαδικής Θεότητος, από δε του 1844 και εφεξής, της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος, πλην του Συντάγματος του 1927.

Το πρώτο άρθρο ορίζει ότι «η επικρατούσα θρησκεία εις την ελληνικήν επικράτειαν είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, ανέχεται όμως η Διοίκησις της Ελλάδος πάσαν άλλην θρησκείαν και αι τελεταί και ιεροπραγίαι εκάστης αυτών εκτελούνται ακωλύτως».

Η Διοίκησις σύγκειται εκ δύο σωμάτων, Βουλευτικού και Εκτελεστικού. Τα δύο αυτά σώματα ισοσταθμίζονται με την αμοιβαίαν συνδρομήν των εις την κατασκευήν των νόμων…».

Το Δικαστικόν είναι ανεξάρτητον από τας άλλας δύο δυνάμεις, την Εκτελεστικήν και Βουλευτικήν.

Το προτελευταίο άρθρο ορίζει ότι «Οφείλει η Διοίκησις μετά την αποκατάστασιν των ελληνικών πραγμάτων να αντιβραβεύση όλους όσους συνεισέφερον και συνεισφέρουσιν άχρι τέλους εις θεραπείαν των χρηματικών χρειών της Ελλάδος και να ανταμείψη τους προφανώς υπέρ αυτής δυστυχήσαντας».

 

Β. Το Σύνταγμα του Άστρους

 (Νόμος της Επιδαύρου)

 

Το Σύνταγμα της Επιδαύρου αναθεωρήθηκε από την Β΄ Εθνοσυνέλευση, η οποία συνήλθε στο Άστρος την 29 Μαρτίου 1823. Η Εθνοσυνέλευση αυτή απεφάσισε «να διαφυλαχθώσιν αμετάτρεπτοι και αμετακίνητοι» όλες οι θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματος της Επιδαύρου «ως αποδεδειγμένως λαοσώοι»,  μετωνόμασε δε τούτο «Νόμο της Επιδαύρου». Μετερρύθμισε τις αρμοδιότητες της Εκτελεστικής Εξουσίας, τις αναφερόμενες στην κατάρτιση των νόμων, στη νομοθέτηση. Ώρισε ότι «τα σχέδια των νόμων προβάλλονται από το Βουλευτικόν εις το Εκτελεστικόν, και τανάπαλιν, αλλ’ όταν το Εκτελεστικόν αρνηθή την επικύρωσιν, αποδίδον εγγράφως τους λόγους της αρνήσεως, το Βουλευτικόν επιμείνει, προτείνον τους λόγους της επιμονής, και εκ δευτέρου αρνηθή το Εκτελεστικόν την επικύρωσιν, το Βουλευτικόν αναβάλλει δύο ολόκληρους μήνες την τρίτην πρότασιν και εις το τέλος των δύο τούτων μηνών, εάν προτείνει τον νόμον εκείνον εκ τρίτου εις το Εκτελεστικόν, αναγκαίως επικυρούται απ’ αυτό». Με την μεταρρύθμιση αυτή το απόλυτο veto του Εκτελεστικού μετετράπη σε αναβλητικό.

Την επομένη ημέρα, 30 Μαρτίου 1823, η Εθνοσυνέλευση του Άστρους κατάρτησε με ψήφισμα τις τοπικές Γερουσίες.

 

Ludwig Michael von Schwanthaler. Η Εθνική Συνέλευση στην Επίδαυρο. Απεικονίζεται η στιγμή της ορκωμοσίας των πληρεξουσίων μπροστά στο «Προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος» (1η Ιανουαρίου 1822). Τοιχογραφίες του Μεγάρου της Βουλής, αίθουσα των Υπασπιστών, βόρειος τοίχος.

 

Κατά τα λοιπά, το αναθεωρηθέν Σύνταγμα της Επιδαύρου, το οποίο ονομάσθηκε, εφεξής, «Νόμος της Επιδαύρου» διέλαβε διατάξεις οι οποίες προστατεύουν, για πρώτη φορά, «την ιδιοκτησία, την τιμή και την ασφάλεια», όχι μόνο, «εκάστου Έλληνος», όπως ώριζε το Σύνταγμα της Επιδαύρου, αλλά «και παντός ανθρώπου εντός της Επικρατείας ευρισκομένου», επίσης δε και την ελευθερία του τύπου, με τους ακολούθους τρεις όρους:

α. Να μη γίνεται λόγος κατά της χριστιανικής θρησκείας.

β. Να μην αντιβαίνουσιν εις τας κοινώς αποδεδειγμένας αρχάς της ηθικής.

γ. Να αποφεύγωσι πάσαν προσωπικήν ύβριν.

Σημειωτέον ότι οι τρεις αυτοί περιοριστικοί όροι του δικαιώματος της ελευθεροτυπίας ήσαν όροι υπέρ της χριστιανικής θρησκείας και υπέρ της ευπρεπείας.

Σημειωτέον, επίσης, ότι και οι τρεις αυτοί περιοριστικοί όροι διαφυλάσσονται και από το ισχύον Σύνταγμα. Ο πρώτος από το ταυτόσημο άρθρο 14 παρ. 3 περ. α΄ και ο δεύτερος και ο τρίτος από το άρθρο 5 παρ. 1.

Αξιοσημείωτες είναι επίσης και οι διατάξεις περί ευθύνης των μελών της Κυβερνήσεως και περί της αρμοδιότητος και συγκροτήσεως των δικαστηρίων. Διότι εκφράζουν την βούληση του πρωτο-δευτέρου Έλληνος συντακτικού νομοθέτου για την εγκαθίδρυση Δημοκρατικού Πολιτεύματος και Κράτους Δικαίου.

Το Σύνταγμα τούτο, εθέσπισε τον ακόλουθο όρκο των δημοσίων αξιωματούχων:

«Ορκίζομαι εις το άγιον όνομα της Τρισυποστάτου Θεότητος, και εις την γλυκυτάτην Πατρίδα, πρώτον μεν, ή να ελευθερωθή το Ελληνικόν Έθνος, ή με τα όπλα εις τας χείρας να αποθάνω χριστιανός και ελεύθερος. Έπειτα δέ, να υποτάσσωμαι μ’ όλην την πίστιν εις τον παρόντα Νόμον της Πατρίδος, ό,τι λογής αι δύο Εθνικαί Νομοδοτικαί Συνελεύσεις του αωκβ΄ και γ΄ παρέδωκαν εις το Ελληνικόν Έθνος».

Εννοεί τις Εθνοσυνελεύσεις της Επιδαύρου, του 1822,  και του Άστρους, του 1823.

Ο ιερός και εθνικός αυτός όρκος του δημοσίου αξιωματούχου αναδεικνύει τούτον και γενικώς τον Έλληνα πολίτη σε καλό και αγαθό πολίτη και πιστό του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας.

 

Γ. Το Σύνταγμα της Τροιζήνος

 

Το Σύνταγμα της Τροιζήνος είναι το τελειότερο από τα Συντάγματα της Επαναστάσεως, το οποίο εφήψισε η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνος, τον μήνα Μάιο του 1827.

Είναι εμπνευσμένο από τις δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες. Προξενεί εντύπωση και η νομοτεχνική υφή και δομή του και το πλούσιο δημοκρατικό και πατριωτικό περιεχόμενό του.

Για πρώτη φορά, με το άρθρο 5, διακηρύσσεται ότι «η κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος. πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού».

Η διάταξη επαναλαμβάνεται ταυτόσημη σε όλα τα ελληνικά συντάγματα, από του έτους 1864 και εφεξής.

Υπό τον τίτλο «Δημόσιο Δίκαιο των Ελλήνων» παρατίθεται ο πλήρης κατάλογος των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, επαναλαμβάνεται δε σε όλα τα μετέπειτα ελληνικά Συντάγματα, πλέον, εμπλουτισμένος και με κοινωνικά δικαιώματα, ιδιαιτέρως, στο ισχύον Σύνταγμα, του έτους 1975, αναθεωρηθέν κατά τα έτη 1986 και 2001.

Περαιτέρω, καθορίζεται η πλήρης διάκριση των τριών εξουσιών, στις οποίες «διαιρείται η κυριαρχία του Έθνους».

Ο Κυβερνήτης, ως ο αρχηγός του Κράτους, είχε μόνο αναβλητικό veto στην κύρωση των νόμων.

Ο Κυβερνήτης ήτο προσωπικώς «απαραβίαστος», δηλαδή, ανεύθυνος. Οι Υπουργοί, καλούμενοι Γραμματείς της Επικρατείας, ήσαν υπεύθυνοι και κατηγορούντο «έμπροσθεν της Βουλής δια προδοσίαν, κατάχρησιν δημοσίων χρημάτων και δι’ υπογραφήν των εις διάταγμα αντιβαίνον εις τους θεμελιώδεις νόμους» (άρθρο 131).

Δηλαδή, η συνταγματική διάταξη αυτή εθέσπιζε ιδιώνυμο έγκλημα των Υπουργών, της προσβολής της Πατρίδος, της Πολιτείας και της Δημοκρατίας.

Εν τέλει, καθορίζει τους όρκους, τον Ελληνικό, τον Βουλευτικό και του Κυβερνήτου, περίπου, ταυτοσήμους και με τον όρκο των δημοσίων αξιωματούχων του προηγουμένου Συντάγματος του  Άστρους, ως Νόμου της Επιδαύρου.

Ο όρκος του Προέδρου της Δημοκρατίας και των Βουλευτών επαναλαμβάνεται στα Ελληνικά Συντάγματα, μέχρι και το ισχύον Σύνταγμα.

Εν τούτοις, το τελειότερο αυτό Σύνταγμα της Επαναστάσεως ανεστάλει μετά από οκτώ (8) περίπου μήνες, κατά τα κατωτέρω.

 

Δ.  Η Δ΄ Εθνική Συνέλευση του Άργους

 

Ο Καποδίστριας αναλαμβάνοντας χρέη Κυβερνήτου, τον Ιανουάριο του 1828, εισηγήθηκε στην Βουλή την αναστολή της λειτουργίας του Συντάγματος της Τροιζήνος, επικαλούμενος, κυρίως, την διάρκεια του πολέμου της Πατρίδος υπέρ αυτής. Η Βουλή απεδέχθη, με ψήφισμά της, από 18 Ιανουαρίου 1828, την εισήγηση του Κυβερνήτου. Με το ψήφισμα  αυτό διελύθη η Βουλή και αντ’ αυτής συνεστήθη το «Πανελλήνιον». Ακολούθως, ο Καποδίστριας, με προκήρυξή του, από 20 Ιανουαρίου 1828, συνεκάλεσε Εθνική Συνέλευση, με την ονομασία Δ΄ Εθνική Συνέλευση, η οποία συνήλθε στο Άργος. Η Εθνική αυτή Συνέλευση, με ψήφισμά της, από 22 Ιανουαρίου  1829, επεκύρωσε το από 18 Ιανουαρίου 1828, ψήφισμα της, ήδη, διαλυθείσης Βουλής. Αντί του «Πανελληνίου», ιδρύθη η Γερουσία, Σώμα συμβουλευτικό, αποτελεσθέν από 27 μέλη εκλεγμένα από τον Κυβερνήτη.  Ο Κυβερνήτης με έκθεσή του προς την Εθνοσυνέλευση του Άργους, ετόνισε ότι η αναστολή του Συντάγματος θα είναι προσωρινή, μέχρις ότου «η τύχη της Ελλάδος αποφασισθή οριστικώς». Εν τω μεταξύ, η Εθνοσυνέλευση «πρέπει να προπαρασκευάζη την σύνταξιν σχεδίου θεμελιώδους νόμου». Η Εθνοσυνέλευση δε αυτή υπεσχέθη ότι «θέλει συμμορφωθή με τας αρχάς, τας οποίας παραδέχθησαν αι εν Επιδαύρω και εν Άστρει και εν Τροιζήνι Συνελεύσεις».

 

Ε.  Η Ε΄ Εθνική Συνέλευση

 

Στην εσωτερική αναταραχή που επακολούθησε μετά την δολοφονία του Καποδίστρια, στο Ναύπλιο, την 27 Σεπτεμβρίου 1831, συγκροτήθηκε η Ε΄ Εθνική Συνέλευση, η οποία συνήλθε κατ’ αρχάς στο Άργος, την 5 Δεκεμβρίου 1831, και ύστερα στο Ναύπλιο.

Η Συνέλευση αυτή εφήφισε, την 15 Μαρτίου 1832, νέο Σύνταγμα, αποκληθέν «ηγεμονικόν», «πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος».

Το Σύνταγμα αυτό καθιέρωνε την συνταγματική μοναρχία.

Το Σύνταγμα τούτο, του 1832, ουδέποτε εφαρμόστηκε. Ούτε αναγνωρίστηκε η νομιμότητα της συγκροτήσεως της Ε΄ Εθνοσυνελεύσεως.

 

Συμπέρασμα

 

Έτσι, η Αργολική γη, της ιεράς προστασίας της Ήρας, το πρότυπο της αγροτικής καλλιεργείας του βασιλέως του Άργους Δαναού, το Κέντρο του πολύφημου Μυκηναϊκού Πολιτισμού και το ιερό προσκύνημα των Αγίων Πέτρου και Θεοδοσίου, κατέστη και το φυτώριο των Συνταγμάτων της Ελλάδος και δι’ αυτών η προοπτική του όλου Δικαίου Της.

 

Κωνσταντίνος Χρ. Τράκας

Επίτιμος Αντιπρόεδρος  Ελεγκτικού Συνεδρίου

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Η καθαίρεση του Χαράλαμπου Περρούκα, ως αφορμή του εμφυλίου πολέμου. Νικόλαος Π. Σοϊλεντάκης, Δρ Νομικής – Πρόεδρος Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

Ι. Εισαγωγή

 

Χαρακτηριστικό γνώρισμα του Δικαίου είναι ότι δεν ανέχεται την ανεύθυνη άσκηση της εξουσίας. Από τον κανόνα αυτό δεν εξαιρείται ούτε ο ανεύθυνος ανώτατος άρχων· και για τις πράξεις η παραλείψεις του, κάποιος πάντοτε ευθύνεται. Οι υπουργοί υπέχουν ποινική [1] και αστική ευθύνη, εκ μόνου του συμπτωματικού γεγονότος, ότι σε δεδομένη στιγμή άσκησαν υπουργικά καθήκοντα.

 Η υπουργική ευθύνη καθιερώθηκε στην Ελλάδα, από το Προσωρινό Πολίτευμα της Επιδαύρου, το οποίο όριζε, ότι: Οι υπουργοί είναι υποκείμενοι εις ευθύνην καθώς και ο Γενικός Γραμματεύς του Εκτελεστικού:  α. Αν εναντίον τι πράξωσι της εθνικής ασφαλείας, της ιδιοκτησίας και της ατομικής ελευθερίας. β. Αν παραβώσι τούς καθεστώτας Νομους, υπογράφοντες η ενεργούντες διαταγήν του Εκτελεστικού, ασύμφωνον με αυτούς· γ. Αν υποπέσωσιν εις κατάχρησιν των δημοσίων χρημάτων, τα οποία εμπιστεύονται εις αυτούς.

Υποβαλλομένης κατηγορίας, κατά υπουργού, διοριζόταν εννεαμελής επιτροπή, η οποία εξέταζε τη βασιμότητά της. Στη συνέχεια η Βουλή, με την πλειοψηφία των 4/5 κήρυσσε τον κατηγορούμενο έκπτωτο του αξιώματός του και τον παρέπεμπε να δικασθεί στο Γενικόν της Ελλάδος Κριτήριον. Τα ίδια επανέλαβε το 1823 το Σύνταγμα της Β’ Εθνοσυνελεύσεως του Άστρους (ο Νόμος της Επιδαύρου).

Η ρύθμιση δεν ήταν ορθή, διότι μόλις εδίδετο άδεια καταδιώξεως, επιβαλλόταν και η ποινή. Και μάλιστα η αυστηρότατη ποινή της εκπτώσεως, προτού καταδικασθεί ο υπουργός. Και η έκπτωση, ως ποινή, επιβάρυνε τη θέση του στο δικαστήριο, αφού είναι η ατιμωτέρα ποινή για πολιτικό άνδρα.

 

ΙΙ. Έλληνες εναντίον Ελλήνων

 

Βάσει αυτών των διατάξεων,  παραπέμφθηκαν το φθινόπωρο του 1823, δύο Υπουργοί της Κυβερνήσεως· ο Χαράλαμπος Περρούκας και ο Ανδρέας Μεταξάς (1790-1860), καθώς και οι Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης (1770-1848) και Σωτήριος Χαραλάμπης (1760-1826), τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους.

 

Α. Η καθαίρεση του Χαράλαμπου Περρούκα

 

 «το ανομοθέτητον ως νομοθετημένον απεφάσισε».

 

Μετά  τις επιτυχίες των δύο πρώτων ετών κατά των Τούρκων, το κύρος των στρατιωτικών αυξήθηκε εις βάρος των πολιτικών. Εν τω μεταξύ, τα ποσά που είχαν συγκεντρωθεί είχαν δαπανηθεί για τον εφοδιασμό του στρατού. Η φορολογία της δεκάτης δεν απέδωσε, όπως και το αναγκαστικό δάνειο του Μαρτίου 1822. Συνεπεία όλων αυτών, άρχισε ο ανταγωνισμός μεταξύ των πολιτικών, που είχαν επικρατήσει στην Α’ Εθνοσυνέλευση, και των στρατιωτικών, που θεωρούσαν ότι είχαν παραγκωνισθεί, στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Τον Φεβρουάριο του 1823 συνέρχεται η Β’ Εθνική Συνέλευση στο Άστρος.

Η πρόταση της Συνελεύσεως, περί εκποιήσεως μέρους των εθνικών κτημάτων, δημιούργησε το σπέρμα του εμφύλιου πολέμου. Κατά το Σύνταγμα, το Βουλευτικό αποφάσιζε για δάνεια και για την εκποίηση των εθνικών κτημάτων «αναλόγου με την χρείαν».

Οι πρόκριτοι και οι κοτζαμπάσηδες, ως πλούσιοι, επεδίωκαν την εκποίηση, γιατί αποσκοπούσαν στην ιδιοποίηση των εθνικών κτημάτων, ενώ οι στρατιωτικοί, ως αγρότες στη συντριπτική τους πλειοψηφία, ζητούσαν τη διανομή των εθνικών γαιών. Από τη σύνθεση των δύο σωμάτων, ήταν φανερό ότι το μεν Εκτελεστικό εξέφραζε τούς στρατιωτικούς και την Πελοπόννησο, το δε Βουλευτικό τούς πολιτικούς και την Ύδρα, κεφαλή της ναυτικής δύναμης, η οποία ενίσχυε τούς πολιτικούς και απέβλεπε να εισέλθει στην κυβέρνηση.

Η αντιπαράθεση των δύο πολιτικών σωμάτων εντεινόταν, εν όψει της επικείμενης άφιξης του Λόρδου Βύρωνος, ως απεσταλμένου του φιλελληνικού κομιτάτου του Λονδίνου και του δανεισμού από την Αγγλία. Και τούτο, διότι όποιος ήλεγχε το Εκτελεστικό, θα ήταν και ο επίσημος συνομιλητής με τον Βύρωνα· αλλά και όταν εδίδετο το δάνειο θα ενισχυόταν από αυτό. Πληροφορημένος γι’ αυτά ο Διονύσιος Σολωμός, γράφοντας τον Ύμνο εις την Ελευθερία, εκλιπαρεί  τούς Έλληνες να επιδείξουν ομόνοια.

Ο Κολοκοτρώνης παραιτείται από την αντιπροεδρία του Εκτελεστικού στις 13 Οκτωβρίου 1823, και προσφέρεται να υπηρετήσει ως απλός στρατιώτης. Όμως, η παραίτησή του δεν δίδεται στη δημοσιότητα. Το Βουλευτικό, από τη Σαλαμίνα, όπου είχε καταφύγει για ασφάλεια, έρχεται στο Άργος, προσκαλώντας και το Εκτελεστικό να έλθει εδώ από το Ναύπλιο.

Στις 10 Νοεμβρίου, άρχισαν οι συνεδριάσεις του Βουλευτικού, με προδιαγεγραμμένο σχέδιο κατά του Εκτελεστικού. Μετά από δύο ημέρες, (12 Νοεμβρίου) συζητήθηκε το θέμα, για την προκήρυξη του υπουργού Οικονομικών Χαράλαμπου Περρούκα, περί μονοπωλίου του άλατος, και αποφασίσθηκε να κληθεί σε απολογία ο υπουργός.

Ο Χαράλαμπος Περρούκας (; -1824) καταγόταν από επιφανή οικογένεια του Άργους, η οποία το 1798 ίδρυσε το πρώτο σχολείο στην πόλη του. Ο ίδιος ήταν μεγαλέμπορος και διατηρούσε κατάστημα στην Πάτρα και στο Άργος. Με την κήρυξη της Επαναστάσεως, οι Τούρκοι κατέστρεψαν το εδώ κατάστημα του. Τον Ιούνιο του 1823, κατηγορήθηκε ότι δημιουργούσε φατρίες στο Άργος και εστάλη παραγγελία στο υπουργείο Εσωτερικών να τον συνετίσει.

Ο Περρούκας είχε εκδόσει προκήρυξη περί μονοπωλίου του άλατος, επειδή ήταν επείγουσα η ανάγκη να βρει χρήματα να πληρώσει τον Νικηταρά, για τα τρόφιμα που έστειλε στον Ανδρούτσο, όταν του ανατέθηκε η εκστρατεία στην Εύβοια. Εκδίδοντας την προκήρυξη, χωρίς την προηγούμενη απόφαση του Βουλευτικού, αυθαιρέτησε, και «το ανομοθέτητον ως νομοθετημένον απεφάσισε».

Το Βουλευτικό δεν ήταν διατεθειμένο να ψηφίζει εισηγήσεις των υπουργών, διότι νόμιζε, ότι, ψηφίζοντας τις προτάσεις των υπουργών, εξυπηρετούνταν το Εκτελεστικό, ακόμη και στην περίπτωση, που υπήρχε πραγματική ανάγκη. Εφ’ όσον η κυβέρνηση δεν ήλεγχε την Βουλή, μοιραία ήταν η σύγκρουση των δύο εξουσιών.

Στις 13 Νοεμβρίου συγκροτήθηκε η προβλεπόμενη από το Σύνταγμα του Άστρους, εννεαμελής επιτροπή και κλήθηκε στο Άργος ο  Περρούκας να απολογηθεί, διότι «παρενόμησε εκδούς προκήρυξιν περί μονοπωλίου άλατος, μη προηγουμένου νόμου». Εκείνος, με επιστολή του από το Ναύπλιο, δήλωσε ειρωνικά αδυναμία να μεταβεί, διότι μόλις είχε επιστρέψει από την Καρύταινα και «ευρισκόμενος από τον κόπον της οδοιπορίας ολίγον ανύμπορος ο δούλος σας, εμποδίσθην κατά το παρόν, έχων προ οφθαλμών μετ’ ολίγον να εκτελέσω το προσταττόμενον».

Το Βουλευτικό στις 24 Νοεμβρίου ενέκρινε ομοφώνως την πρόταση της Επιτροπής «καθ’ ην γίνεται υπεύθυνος και έκπτωτος του υπουργήματός του και ως απλούς πολίτης να κριθή οπού ανήκει». Με διακήρυξή του προς το Πανελλήνιον γνωστοποιεί σε κάθε Έλληνα ότι είναι ελεύθερος να αγοράζη και πωλή το τόσον αναγκαίον άλας εις τον λαόν.

 

 Β. Η παραπομπή του Ανδρέα Μεταξά και έντεκα βουλευτών

 

«πορευθείς όπου τα καθήκοντά του δεν τον διορίζουσι»

 

Μεταξάς Π. Ανδρέας

Εν τω μεταξύ, το Βουλευτικό παρέπεμψε το μέλος του Εκτελεστικού Ανδρέα Μεταξά, διότι «αφήσας δια μερικά πράγματα τα κοινά της πατρίδος … με την απουσίαν του ενέκρωσε τας εργασίας της Διοικήσεως». Η νέκρωση των εργασιών οφειλόταν στο ότι ο Μεταξάς, όπως και ο Περρούκας, είχε μεταβεί στην Καρύταινα μαζί με τον Κολοκοτρώνη για να αποτρέψουν τον εμφύλιο πόλεμο, που υπέβοσκε. Από την απουσία δε του Μεταξά απέμειναν μόνο δύο μέλη του Εκτελεστικού (ο Πετρόμπεης και ο Χαραλάμπης) και δεν υπήρχε απαρτία.

Το Βουλευτικό αγνόησε τις εξηγήσεις του Εκτελεστικού και συγκρότησε Επιτροπή, η οποία την ημέρα που καθαιρέθηκε ο Περρούκας, διαβίβασε αναφορά προς το Βουλευτικόν, κατά την οποία «…. εύρομεν διαπράξαντα τον κύριον Μεταξάν ουχί έγκλημα προσβάλλον τον νόμον, αλλ’ έγκλημα καθοσιώσεως, …. ανατρέπον τα θεμέλια του Οργανικού Νομου,….. γενόμενος ου μόνον παραβάτης, αλλά καθαιρέτης του νόμου, ώστε ουδέ απολογίαν επιδέχεται το αμάρτημα…».

Την επομένη (25 Νοεμβρίου), το Βουλευτικό κήρυξε έκπτωτο τον Μεταξά, με ψήφους έξι έναντι τριών, διότι «έπραξε έγκλημα καθοσιώσεως και εφάνη καθαιρέτης του οργανικού Νομου, και αφήσας τον χώρον απενέκρωσε τας εργασίας της Διοικήσεως και διέλυσε το Εκτελεστικόν Σώμα, πορευθείς όπου τα καθήκοντά του δεν τον διορίζουσι». Αντικαταστάτης του Μεταξά στο Εκτελεστικό «εξελέγη παμψηφεί» ο Κωλέττης. Η καταδικαστική απόφαση ήταν προειλημμένη, διότι προτού συγκροτηθούν οι επιτροπές για τις υποθέσεις Περρούκα και Μεταξά είχε κληθεί ο Κωλέττης να αντικαταστήσει τον Μεταξά.

Ταυτόχρονα με την παραπομπή του Μεταξά, το Βουλευτικό, με άλλο έγγραφό του παρέπεμψε και τούς βουλευτές, οι οποίοι «ως λιποτακτήσαντες και εναντίον της τάξεως μακράν του Βουλευτικού Σωματος καθήμενοι εν Ναυπλίω», δεν έρχονταν στο Άργος. Με μία ψήφο κατά, οι βουλευτές κηρύχθηκαν έκπτωτοι και αποφασίσθηκε να ζητηθεί από τις επαρχίες τους να στείλουν άλλους αντιπροσώπους.

 

 Γ. Ο Α’ Εμφύλιος Πόλεμος

 

Η καθαίρεση από το Βουλευτικό του Χαράλαμπου Περρούκα, με την κατηγορία της υπερβάσεως καθηκόντων, ήταν η αφορμή να ξεσπάσει ο Α’ Εμφύλιος Πόλεμος μεταξύ Εκτελεστικού και Βουλευτικού.

Δημήτριος Τσώκρης

Οι στρατιωτικοί υπερασπίζονται το Εκτελεστικό. Ο Κολοκοτρώνης διατάσσει τον γιο του Πάνο να διαλύσει το Βουλευτικό. Στις 26 Νοεμβρίου 1823, ο Πάνος Κολοκοτρώνης, ο Νικηταράς και ο Τσώκρης, μαζί με 200 στρατιώτες, έρχονται στο Άργος, κτυπούν τη φρουρά του Βουλευτικού και εισβάλλουν στην αίθουσα συνεδριάσεως. Ο Πάνος διαμαρτύρεται, γιατί το Βουλευτικό εμποδίζει το Εκτελεστικό να εκποιήσει εθνικά φθαρτά κτήματα του Ναυπλίου, για να πληρώσει τούς στρατιωτικούς, ενώ αντίθετα εκποιεί και πληρώνει τούς μισθούς των ναυτικών  της Ύδρας και Σπετσών. Λογομαχεί με τον Λόντο, εκτρέπονται σε ύβρεις και ο Πάνος μαζί με τούς συν αυτώ διαλύουν το Βουλευτικό, βιαιοπραγούν κατά των βουλευτών και λεηλατούν τα σπίτια τους. Ο Πάνος παίρνει μαζί του τα Αρχεία, τα οποία παραδίδει, με τη βοήθεια του Μακρυγιάννη, στον πολιτάρχη του Άργους Θ. Ζαχαρόπουλο, γυναικάδελφο του Νικηταρά.

Ο Κολοκοτρώνης τελικά υποχωρεί, αναγνωρίζει την κυβέρνηση Κουντουριώτη, η οποία, εν όψει των κινδύνων, του χορηγεί αμνηστία στις 28 Απριλίου 1824 και αποτρέπονται προσωρινά οι περαιτέρω εμφύλιες εχθροπραξίες.

Εν τω μεταξύ, συνήφθη το πρώτο αγγλικό δάνειο (800.000 λίρες) με εγγύηση τα εθνικά κτήματα. Δυστυχώς, μετά από λίγο θα επακολουθούσε ο Β’ Εμφύλιος Πόλεμος, με μήλον της έριδος τη διαχείριση του αγγλικού δανείου και αιτία την αντιζηλία μεταξύ Πελοποννησίων αφ’ ενός και Ρουμελιωτών και νησιωτών αφ’ ετέρου.

 

 Δ. Η καθαίρεση των Πετρόμπεη και Σωτ. Χαραλάμπη

 

Οι αποφάσεις του Βουλευτικού θεωρήθηκαν αυθαίρετες και άκυρες στο Ναύπλιο, εν όψει ότι δεν υπήρχε απαρτία. Το Βουλευτικό (εκτός των 10 βουλευτών που έμειναν με το Εκτελεστικό) κατέφυγε στις 3 Δεκεμβρίου στο Κρανίδι, για να έχει την προστασία της Ύδρας. Από εκεί, κατήργησε το Εκτελεστικό και διόρισε νέο Εκτελεστικό με πρόεδρο τον Γ. Κουντουριώτη. Δημιουργούνται δύο κυβερνήσεις· μία το Παλαιό Εκτελεστικό, η κυβέρνηση της Τριπολιτσάς και άλλη το Νέο Εκτελεστικό η κυβέρνηση του Κρανιδίου.

Το Βουλευτικό κατήγγειλε στον λαό τη βιαία διάλυσή του και τη κυβέρνηση της Τριπολιτσάς, διότι αδιαφορούσε «ως προς τα καθήκοντα του νόμου, οποιασδηποτούν και αν είησαν ποιότητος και βαθμού» και της επέρριψε την ευθύνη για τα γεγονότα του Άργους. Στη συνέχεια, όρισε Επιτροπή, για να δικάσει τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και τον Σωτήρη Χαραλάμπη. Η Επιτροπή υπέβαλε στις 19 Δεκεμβρίου 1823 το κατηγορητήριο, που περιελάμβανε δεκατρείς κατηγορίες. Μεταξύ αυτών ήταν ότι ενώ κηρύχθηκαν έκπτωτοι οι Περρούκας και Μεταξάς αυτοί εξακολουθούσαν να ασκούν τα καθήκοντά τους.

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης απηύθυνε έκκληση προς το Βουλευτικό, για συμβιβασμό, όπως και προς τον Καποδίστρια, προσκαλώντας τον να αναλάβει τα ηνία της Ελλάδος, αλλά ο τελευταίος, δεν θεώρησε σοβαρή την πρόταση, διότι προερχόταν μόνο από μία πολιτική μερίδα, που την αντιμαχόταν η άλλη.

Στις 5 Ιανουαρίου 1824, η Βουλή ομοφώνως κατεδίκασε αναπολόγητους και καθαίρεσε, τούς Πετρόμπεη και Χαραλάμπη, αφού προηγουμένως απέτυχε τελευταία μεσολαβητική προσπάθεια του Χρυσοσπάθη, απεσταλμένου Πετρόμπεη, για συμβιβασμό. Οι Κολοκοτρώνης, Μαυρομιχάλης, Χαραλάμπης και ο επίσκοπος Μεθώνης Γρηγόριος, ζήτησαν στις 21 Φεβρουαρίου πάλι, τη μεσολάβηση του Ανδρέα Ζαΐμη, για συμβιβασμό και ο Κωνσταντίνος Μεταξάς έκανε διάβημα για συνδιαλλαγή. Συναντήθηκε με τον Λάζαρο Κουντουριώτη στην Ύδρα και επανέλαβε πρόταση του Δημ. Υψηλάντη για συμβιβασμό. Πρότεινε να ανατεθεί η προεδρία του Βουλευτικού στον Πετρόμπεη, να αναγνωρισθεί ο Χαραλάμπης μέλος του Εκτελεστικού, να αμνηστευθούν όσοι ακολούθησαν τον Πετρόμπεη στην Τριπολιτσά και να επανέλθουν στο Βουλευτικό. Η κυβέρνηση του Κρανιδίου δεν έστερξε, διότι επεδίωκε τη διάλυση της κυβερνήσεως της Τριπολιτσάς. Έτσι άρχισε ο αποκλεισμός του Ναυπλίου τον Μάρτιο του 1824, για να συνεχισθεί ο εμφύλιος, με μια μικρή θερινή ανάπαυλα, επί δύο χρόνια. Όλη η Πελοπόννησος ταράσσεται από φονικές συμπλοκές. Ο εμφύλιος φουντώνει και θα λήξει με την πτώση του Μεσολογγίου μετά από δύο χρόνια.

Κι’ όμως! Το 1823, η Τουρκία βρισκόταν σε δυσχερή θέση, από αντικειμενικούς λόγους.  Είχε υποχρεωθεί να πολεμήσει κατά της Περσίας, στέλνοντας ισχυρή δύναμη στα σύνορα, ο πόλεμος κατά του Αλή πασά στην Ήπειρο είχε κάμψει την οικονομία της και μια πυρκαγιά στην Κωνσταντινούπολη είχε καταστρέψει αποθήκες πολεμικού υλικού. Ο υπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας Γ. Κάννιγκ (1770-1827) αναγνώρισε την εθνικοαπελευθερωτική φύση της Επαναστάσεως και οι Τούρκοι αποσύρθηκαν από τα φρούρια της Χαλκίδας και της Καρύστου, καθώς επίσης, μετά τον θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη στο Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου (8 Αυγ. 1823), απέτυχαν να καταλάβουν το Αιτωλικό. Αντί να εκμεταλλευθούμε τη δυσμενή θέση του Σουλτάνου, οδηγηθήκαμε στη διχόνοια και σε έναν υπερδιετή εμφύλιο πόλεμο. Ελάττωμα, που αφήνουμε να εκδηλωθεί σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές, όπως συνέβη αργότερα κατά τούς δύο Παγκοσμίους πολέμους, τον 20ο αιώνα. Τα αίτια της διχόνοιας θεωρείται ότι ήσαν κυρίως πολιτικά και δευτερευόντως κοινωνικά. Έχει σημειωθεί (Π.  Κανελλόπουλος), δυστυχώς, προσφυώς, ότι «Η Δοξα στην ελληνική ιστορία, δεν περπάτησε ποτέ μονάχη. Την παίρνει από πίσω, πάντοτε, αργά η γρήγορα, η διχόνοια, ο διχασμός».

 

Υποσημείωση


 

[1] βλ. εκτενέστερα Ευρ. Μπέσιλα-Βήκα,  Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των υπουργών στο Ελληνικό και Συγκριτικό Συνταγματικό δίκαιο, (διδ. δ.), 1985, Νικ. Σοϊλεντάκης, Υπουργοί στο Εδικό δικαστήριο (1821-2000), εκδ. Παπαζήση, 2005.

 

Νικόλαος Π. Σοϊλεντάκης,

Δρ Νομικής – Πρόεδρος Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων.

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Read Full Post »

Τα Συνταγματικά γεγονότα του Άργους 1821-1831. Ελισάβετ Μπέσιλα-Μακρίδη, Καθηγήτρια Τμήματος Δημοσίας Διοίκησης – Πάντειο Πανεπιστήμιο. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


  

Η συμβολή του Άργους για την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους απο την τουρκική κυριαρχία είναι ξεχωριστή, έξίσου όμως ξεχωριστή είναι η συμβολή του Άργους στη διαμόρφωση της πολιτικής και συνταγματικής ιστορίας της Ελλάδας.

Στον περιορισμένο χρόνο που έχω στη διάθεσή μου, ακροθιγώς μόνο θα αναφερθώ στα σημαντικότερα πολιτικά και συνταγματικά γεγονότα του Άργους λαμβάνοντας ύπόψη και τα θέματα των άλλων ομιλητών της ίδιας ένότητας.

Τα σημαντικότερα συνταγματικού κυρίως ενδιαφέροντος γεγονότα, θα μπορούσαμε να τα εστιάσουμε σε τρία που διαδραματίζονται από το 1821 έως το 1832.

1. Η Σύγκληση της Πελοποννησιακης Γερουσίας

 

Το πρώτο σημαντικό γεγονός είναι η σύγκληση στο Άργος της Πελοποννησιακής Συνελεύσεως το Νοέμβριο του 1821. Ήδη η συγκρότηση της Συνελεύσεως αύτη καθ’ εαυτή είχε προβλήματα, αφού ο Υψηλάντης επιθυμούσε τη συγκέντρωση αντιπροσώπων από όλες τις περιοχές της Ελλάδος με σκοπό τη συγκρότηση Εθνικής Συνελεύσεως, ενώ τελικά ύστερα από ενέργειες του Μαυροκορδάτου, πήρε τον χαρακτήρα Τοπικής Πελοποννησιακής Συνελεύσεως [1].  Αλλά έριδες δημιουργήθηκαν και ως προς τον τρόπο εκλογής των πληρεξουσίων, αφού η ρήξη μεταξύ Υψηλάντη και προκρίτων φαινόταν μάλλον οριστική, ενώ συγκεχυμένη παρουσιαζόταν η κατάσταση στις διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου και της Στερεάς για τον τρόπο εκλογής των αντιπροσώπων που θα μετείχαν στην Εθνική Συνέλευση.

Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) – Έργο του Σπυρίδωνος Προσαλέντη, Πολεμικό Μουσείο, Αθήνα.

Η Συνέλευση που ξεκίνησε τις έργασίες της την 1η Δεκεμβρίου του 1821 ονομάσθηκε «Πελοποννησιακή Γερουσία». Ως Πρόεδρό της όρισε τον Δημήτριο Υψηλάντη τιμητικά, αφού την επομένη της έναρξης των έργασιων έφυγε για την πολιορκία της Κορίνθου «βαρυνθείς τας αδιακόπους φατριατικας έριδας», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ιστορικός [2], συνοδευόμενος απο τον Κολοκοτρώνη, τον Μαυρομιχάλη, άλλους οπλαρχηγούς και τμήμα στρατού.

Την πρώτη ήμέρα των έργασιων της «Πελοποννησιακής Γερουσίας» ψηφίστηκε διακήρυξη με τον τίτλο «Προλεγόμενα», που ονομάστηκε έτσι, επειδή είχε προταχθεί στον «Οργανισμό της Πελοποννησιακής Γερουσίας», ο οποίος ψηφίστηκε στη συνέχεια.

Στη διακήρυξη αύτή που οι άντιφάσεις και οι εκούσιες ανακρίβειές της προκαλούν κατάπληξη, ένας σκοπος φαίνεται: να λησμονηθεί η συμβολή της οικογένειας Ύψηλάντη στον Αγώνα, να λησμονηθεί η Φιλική Εταιρεία, να αποδοθεί η έπανάσταση της Ελλάδος σε ειδικα γεγονότα, όπως οι σφαγές των έλληνικων πληθυσμών στην Τουρκία και η θανάτωση του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’, ένω αύτα δεν ήταν οι αιτίες αλλα τα αποτελέσματα της επανάστασης.

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, λιθογραφία.

Η Συνέλευση του Άργους ψήφισε τον «Οργανισμό της Πελοποννησιακής Γερουσίας», που ύπογράφηκε τελικα απο όλους τους πληρεξουσίους της Πελοποννήσου στις 27 Δεκεμβρίου 1821 και έχει τον τίτλο «Οργανισμος περί Προσωρινής Διοικήσεως». Τον ύπέγραψαν και ο Υψηλάντης και ο Κολοκοτρώνης και ο Πετρόμπεης, παρα τις βασικές τους έπιφυλάξεις στην αρχή και τη δυσαρέσκεια τους, βέβαιοι ίσως ότι η Συνέλευση της Έπιδαύρου, που είχε αρχίσει τις έργασίες της θα γινόταν το κυρίαρχο σωμα, που θα παραμέριζε και θα έπισκίαζε κάθε Τοπικο Οργανισμό.

Ο Οργανισμός φέρνει έντονη τη σφραγίδα του Μαυροκορδάτου και του Νέγρη, οι οποίοι χωρίς να συμμετέχουν στις συζητήσεις, είχαν αναλάβει τη φροντίδα της νομοθεσίας απο τον ίδιο τον Υψηλάντη.

Ο Οργανισμός αύτος διαιρείται σε τέσσερα κύρια κεφάλαια, το πρώτο απο τα οποία, αναφέρεται στον τρόπο έκλογής των εφόρων των χωριών, στα καθήκοντα και στα δικαιώματά τους. Το δεύτερο κεφάλαιο, ορίζει τα σχετικά με την έμμεση εκλογή των εφόρων των επαρχιών, τη θητεία και τα καθήκοντά τους. Στο τρίτο κεφάλαιο γίνεται λεπτομερώς λόγος για τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες της Πελοποννησιακής Γερουσίας, ενώ το τέταρτο κεφάλαιο ρυθμίζει στρατιωτικά ζητήματα και έχει τον υπότιτλο «Περί των στρατηγών και καπιτάνων». Οι στρατηγοί της Πελο ποννήσου θα εκλέγονται από τη Γερουσία. Κάθε επαρχία θα είχε τους καπετάνιους της που θα εξέλεγε η Γερουσία και θα ήταν υποχρεωμένοι στις εκστρατείες να ακολουθούν τον στρατηγό που θα τους όριζε η Γερουσία.

Τέλος, η εκλογή του αρχιστρατήγου, μόνο για την Πελοπόννησο, θα γινόταν από τη Γερουσία, τους στρατηγούς και τους καπετάνιους και την εκλογή τους θα επικύρωνε η Εθνική Βουλή. Ο αρχιστράτηγος δεν μπορούσε να εκστρατεύσει χωρίς την έγκριση της Γερουσίας και της Βουλής. Οι καπετάνιοι θα ήταν ύποχρεωμένοι στις εκστρατείες ν’ ακολουθούν τον στρατηγό που θα τους όριζε η Γερουσία.

Με τον Οργανισμό αυτόν, η επιβολή των προκρίτων ήταν απόλυτη και οι στρατιωτικοί υποτάσσονταν ουσιαστικά στη Γερουσία. Το ολιγαρχικό σύστημα της εξουσίας ήταν πλήρες, αφού πλήρης ήταν και η εκμηδένιση των καπετανάτων [3].

 

2. Η Σύγκληση της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως

 

Δεύτερο χρονολογικά σημαντικό συνταγματικό γεγονός στο Άργος ήταν η σύγκληση της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως, που παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον και για την οποία εκτενώς θα άναφερθεί άλλος ομιλητής.

Επιγραμματικά μόνο θα αναφερθώ σε ορισμένα χαρακτηριστικά της. Η Δ’ Εθνική Συνέλευση άρχισε τις εργασίες της στις 11 Ιουλίου του 1829 στο Αρχαίο Θέατρο του Άργους παρουσία και του Καποδίστρια, ο οποίος προέβη σε εκτενή απολογισμό των κυβερνητικών πεπραγμένων προς την Εθνοσυνέλευση, δικαιολογώντας τις πρωτοβουλίες του για την αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας.

Το σπουδαιότερο έργο της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως του Άργους υπήρξε η έγκριση 13 ψηφισμάτων, που αναφέρονται κυρίως στην οργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης του κράτους. Η Συνέλευση βέβαια δεν έκανε τίποτα παραπάνω από το να εγκρίνει τα σχέδια των ψηφισμάτων, και στα όποια θα αναφερθώ επιγραμματικά, αφού θα σας μιλήσουν γι’ αύτά αμέσως μετά, που είχαν συνταχθεί από τον ίδιο τον Καποδίστρια.

Η σφραγίδα της Τέταρτης Εθνοσυνέλευσης, Άργος, 1829.

Με το Α’ Ψήφισμα της 22ας Ιουλίου εγκρίθηκε η ως τότε εξωτερική πολιτική του Καποδίστρια και του δόθηκε η εξουσιοδότηση να συνεχίσει και στο μέλλον τις ενέργειές του στον τομέα των διαπραγματεύσεων με τις Μεγάλες Δυνάμεις, ενω με το Β’ Ψήφισμα της ίδιας ήμέρας στη θέση του «Πανελληνίου», που είχε αύτοδικαίως καταργηθεί, ιδρύθηκε η Γερουσία με 27 επίσης μέλη, που είχε γνωμοδοτικο μόνο χαρακτήρα, και καθορίστηκαν οι βάσεις της αναθεωρήσεως του Συντάγματος. Το Β’ Ψήφισμα εξουσιοδοτούσε ακόμη τον Κυβερνήτη να προχωρήσει στην οργάνωση της Γερουσίας και των υπουργείων, ενω άφηνε χωρίς άλλαγες τους κλάδους της εσωτερικής διοίκησης και της δικαιοσύνης έκτος από όσες τροποποιήσεις θα επέβαλλε η πείρα. Προβλέπονταν πάντως η ισοβιότητα των δικαστών. Το ίδιο ψήφισμα ανέθετε επίσης στην προσωρινή κυβέρνηση, σε συνεργασία με την Γερουσία, να προετοιμάσει τους θεμελιώδεις νόμους με βάση τις αποφάσεις των προηγουμένων τριων Εθνικών Συνελεύσεων (Επιδαύρου, Άστρους και Τροιζήνος). Το Γ’ Κεφάλαιο του Β’ Ψηφίσματος έβαζε τις βάσεις του «Λογιστικού και Ελεγκτικού Συμβουλίου», προδρόμου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που ήταν τριμελές και ανεξάρτητο από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Στις 26 Ιουλίου εγκρίθηκε το Γ’ και το Δ’ Ψήφισμα. Με το Γ’ Ψήφισμα προβλεπόταν ο έλεγχος όλων των λογαριασμων της Επιτροπής της Οικονομίας και του Γενικού Φροντιστηρίου, η μεταβίβαση εθνικών κτημάτων στην Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα, η αίτηση εγγυήσεως των Μεγάλων Δυνάμεων για τη σύναψη εξωτερικού δανείου 60.000.000 φράγκων, η απαλλαγή της χώρας από τα αγγλικά δάνεια του 1824 και 1825, η αναθεώρηση των φορολογικων διατάξεων, η απογραφή των εθνικών κτημάτων και άλλα. Το Δ’ Ψήφισμα πρόβλεπε την οργάνωση των ενόπλων δυνάμεων, στη στρατολογία και την τακτοποίηση διαφόρων αιτημάτων στρατιωτικων και ναυτικων.

Το Ε’ Ψήφισμα της 29ης Ιουλίου, πρόβλεπε τις οφειλόμενες αποζημιώσεις, τη σύσταση Κώδικα Δημοσίου Χρέους, στη διανομή 200.000 στρεμμάτων εθνικής γης (εκτος από σταφιδοκαλλιέργειες, άμπελωνες, ελαιώνες και δάση), αλλά με προσωρινούς τίτλους ως την οριστική τακτοποίηση του Ελληνικού ζητήματος και στην αγορά πλοίων των ναυτικών νησιών για τη συγκρότηση εθνικού στόλου.

Στις 30 Ιουλίου εγκρίθηκε το ΣΤ’ Ψήφισμα, που ρύθμιζε τον τρόπο εξόφλησης των χρεών των διαφόρων κοινοτήτων επί τουρκοκρατίας.

Πορτρέτο του Ιωάννη Καποδίστρια. Διαστ: 1,15×1,37μ. Μουσείο Καποδίστρια. Έργο φλαμανδού ζωγράφου που φιλοτεχνήθηκε στην Ελβετία περί τα 1814. Ο Καποδίστριας το έστειλε δώρο στον πατέρα του, Αντώνιο-Μαρία Καποδίστρια, στην Κέρκυρα.
Στο πορτρέτο ο Ιωάννης Καποδίστριας απεικονίζεται με επίσημη διπλωματική ενδυμασία, φέροντας στο δεξί πέτο το παράσημο του Μεγαλόσταυρου της Αγίας Άννης, στην ταινία που φέρει από τον αριστερό ώμο διαγώνια και καταλήγει δεξιά. Στον λαιμό του φέρει τον Σταυρό Β΄ τάξης του Τάγματος του Αγίου Βλαδιμήρου που του απονεμήθηκε από τον Αλέξανδρο Α΄ τον Ιούνιο του 1814, για την επιτυχία της διπλωματικής αποστολής του στην Ελβετία.

Το Ζ’ Ψήφισμα πρόβλεπε την κοπή εθνικού νομίσματος, ενω το Η’ Ψήφισμα που ψηφίστηκε την ίδια ημέρα (31 Ιουλίου) μεριμνούσε για τη μελλοντική ανέγερση στην έδρα της Κυβερνήσεως ναού προς τιμήν του Σωτήρος «για να αναπέμψη την ευγνωμοσύνη του (το Έθνος) προς τον Θεόν, όστις έδειξε τοσαύτα θαύματα δια την σωτηρίαν του». Το Η’ Ψήφισμα πρόβλεπε επίσης την αποστολή έκτακτης αντιπροσωπείας πρεσβείας στις αυλές της Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας και Βαυαρίας, προκειμένου να εκφράζουν την ευγνωμοσύνη του έθνους για την υποστήριξή τους, καθώς και την ανέγερση δυο μνημείων, ένος στο Ναβαρίνο για ανάμνηση της γνωστής ναυμαχίας, και του δεύτερου στο Πεταλίδι, όπου αποβιβάστηκαν οι Γάλλοι στρατιώτες του Μαιζώνος (Maison). Τέλος, στο ίδιο Ψήφισμα, προβλεπόταν η ίδρυση του Τάγματος του Σωτήρος και η ανέγερση μνημείου για τους φιλέλληνες.

Στις τελευταίες συνεδριάσεις της Συνελεύσεως εγκρίθηκε το Θ’ Ψήφισμα (1 Αυγούστου) έπειτα απο έγγραφη πρόταση του Κολοκοτρώνη που προέβλεπε για τον Καποδίστρια ετήσια επιχορήγηση 180.000 φοινίκων, τα οποία εκείνος αρνήθηκε όπως είχε κάνει και στο παρελθόν.

Στη συνεδρίαση της 2ας Αυγούστου εγκρίθηκαν τα Ι’-ΙΓ’ Ψηφίσματα. Το Γ απαγόρευε την εξαγωγή αρχαιοτήτων απο τη χώρα, το ΙΑ’ θέσπιζε μέτρα για την εξασφάλιση πόρων με σκοπο τη βελτίωση του κλήρου, του ορφανοτροφείου και της παιδείας, το ΙΒ’ πρόβλεπε τον τρόπο εκδικάσεως των ποινικών διαφορών των Ελλήνων, που ανέκυψαν κατά τα χρόνια της Επαναστάσεως «με πρώτιστον κανόνα την επιείκειαν» και τέλος το ΙΓ’ Ψήφισμα όριζε ότι: «Α’: Τα μέλη της ενεστώσης Εθνικής Συνελεύσεως θέλουν συγκροτήσει την ακόλουθον Δ’ Εθνικήν Συνέλευσιν θεωρουμένην ως συνέχειαν της παρούσης. Β’: Η Κυβέρνησις θέλει συγκαλέσει την Εθνικήν Συνέλευσιν τα συγκροτούντα την ενεστώσαν μέλη, άμα αποπερατώση τας περί την σύνταξιν του σχεδίου Θεμελιώδους Νόμου εργασίας της, ή όταν οι περιστάσεις του Γ’ άρθρου του Α’ Ψηφίσματος απαιτήσωσιν», όταν δηλαδή θα χρειαζόταν να επικυρωθούν απο «τας πληρεξουσίους συμφωνίας» του Κυβερνήτη με τις Δυνάμεις σχετικά με την εφαρμογή των όρων της Συνθήκης του Λονδίνου του Ιουλίου 1827 [4].

Η αποτελούμενη απο 27 μέλη Γερουσία, παρόλο που έφερε εξωτερικά το δημοκρατικο χρίσμα οργάνου που προερχόταν απο την Εθνική Συνέλευση, δεν ήταν στην ουσία παρά μία άλλη μορφή «του Πανελληνίου», αφού δεν είχε ούτε το δικαίωμα να εκλέγει τον Πρόεδρό της.

Με την έγκριση των 13 ψηφισμάτων απο την Δ’ Εθνοσυνέλευση του Άργους, νομιμοποιήθηκε και επίσημα η κατάλυση του «αντιπροσωπευτικού» συστήματος και των πολιτικών ελευθεριών και το πολίτευμα προσέλαβε προσωρινά μοναρχικο χαρακτήρα. Είναι αξιοσημείωτο ότι μετά την Εθνοσυνέλευση του Άργους, ο Καποδίστριας επέλεξε το σύστημα μίας καθαρής διοικητικής αποκέντρωσης αντί της τοπικής αύτοδιοίκησης. Παράλληλα επιχείρησε να οργανώσει και να ελέγξει τα δημόσια οικονομικά από το κέντρο [5].

Συμπερασματικά, στη Δ’ Εθνική Συνέλευση του Άργους, ο Καποδίστριας είχε πετύχει μία μεγάλη πολιτική νίκη, μία νίκη όμως που στάθηκε και η απαρχή της ανατροπής του, αφού στους μεγαλονοικοκυραίους της Ύδρας και τους κοτσαμπάσηδες που τον αντιπολιτεύονταν, είχαν προστεθεί και οι φιλελεύθεροι, που επιζητούσαν τη δημοκρατική νομιμότητα ως επιστέγασμα της εθνικής ελευθερίας. Το εγχείρημα του Καποδίστρια να οργανώσει κράτος με ισχυρή κεντρική εξουσία, που να στηρίζεται παράλληλα και στις υπάρχουσες ιστορικές καταβολές και εμπειρίες, ενώ εύρισκε μεγάλη άνταπόκριση στην ευρεία πλειοψηφία του λαού, προκαλούσε όλο και εντονότερες αντιδράσεις στην προυχοντική τάξη, η οποία έβλεπε τα προνόμιά της να περιορίζονται παράλληλα με την εξάλειψη της πολιτικής της επιρροής. Οι προσπάθειες του Καποδίστρια για την ανατροπή των οικονομικών και κοινωνικών βάσεων της πολιτικής ισχύος των κοτσαμπάσηδων σε τοπικο επίπεδο, συνετέλεσαν στην επίσπευση της δολοφονίας του.

 

3. Σύγκληση της Ε’ Εθνικής Συνελεύσεως

 

Αυγουστίνος Καποδίστριας

Το τρίτο σημαντικό συνταγματικό γεγονός στο Άργος, είναι η Ε’ Εθνική Συνέλευση, η όποία συγκλήθηκε από την «Διοικητική Επιτροπή» που ορισε η Γερουσία μετά το θάνατο του Καποδίστρια και μέλη της ήταν ο Αυγουστίνος Καποδίστριας (ως Πρόεδρος), ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Ιωάννης Κωλέττης. Οι εργασίες της άρχισαν στις 7 Δεκεμβρίου 1831 μέσα σε ταραγμένη ατμόσφαιρα στο ναο της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του Άργους, με Πρόεδρο το Δημήτριο Τσαμαδό. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στις αρχές Δεκεμβρίου του 1831, «το Άργος επαράσταινε μάλλον στρατόπεδον παρά τόπον Εθνικής Συνελεύσεως». Η Συνέλευση κατά τη Συνεδρίαση της 8ης Δεκεμβρίου, ονομάσθηκε Ε’ Εθνική των Ελλήνων Συνέλευση. Την ίδια ημέρα έγινε και η όριστική διάσπαση της «Διοικητικής Επιτροπής», όταν ανακήρυξε τον Αύγουστίνο Καποδίστρια «Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβερνήσεως», που ανέλαβε έτσι ως μονομελές όργανο την εξουσία. Η πράξη αυτή της Συνελεύσεως, ενόχλησε τον Κωλέττη και ουσιαστικά έφερε έριδες και διχασμό, αναστατώνοντας το Άργος. Στις 9 Δεκεμβρίου πολλοί κάτοικοι του Άργους προαισθανόμενοι ίσως το κακο που θα ακολουθούσε, άρχισαν να παίρνουν το δρόμο προς το Ναύπλιο. Το απόγευμα άρχισαν οι συγκρούσεις. Ο Κασομούλης, ο όποίος παρευρισκόταν στο Άργος, γράφει στα Απομνημονεύματά του: «Ούτε από την Τριπολιτσάν (ότε διεδόθη τω 1825 η είδηση της αφίξεως του Ιμβραήμ πασά) δεν έφευγεν ούτως ο κόσμος· από τον φόβον, άγεληδον τρέχοντες εις τας πεδιάδας παρίστανον το ελεεινότερον θέαμα. Πληρεξούσιοι με τα παπούτσια εις τα χέρια άλλος εδώθεν άλλος εκείθεν φεύγοντες και ούτοι, έως το εσπέρας δεν εμεινεν κανένας, έκτος των έμπολέμων» [6].

Η Ε’ Εθνική Συνέλευση από τις 15 Δεκεμβρίου συνέχισε τις συνεδριάσεις της στο Ναύπλιο και τελείωσε τις εργασίες της στις 15 Μαρτίου 1832. Το σπουδαιότερο έργο της υπήρξε η ψήφιση του «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος» γνωστού και ως «Ηγεμονικού η Βασιλικού της εν Άργει και Ναυπλίω Β’ Εθνικής Συνελεύσεως» που με τα 294 άρθρα του ήταν το μακροσκελέστερο των συνταγματικών κειμένων που ψηφίστηκε από το 1822 και ψήφισε ως πολίτευμα της χώρας ιδιόμορφη βασιλευομένη δημοκρατία. «Η Ελληνική Επικράτεια είναι Ηγεμονία διαδοχική Συνταγματική και Κοινοβουλευτική, ενεργουμένου του πολιτικού κράτους αντιπροσωπευτικώς ύπερ του Έθνους ύπο διαφόρων άρχών».

Τέσσερα είναι τα κύρια γνωρίσματα του Ηγεμονικού Συντάγματος:

α) Είναι το πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδος που καθιερώνει το θεσμο του κληρονομικού ανωτάτου άρχοντα. Ο «Ηγεμών» είναι πολιτικά ανεύθυνος και απαραβίαστος, ενώ εχει αρμοδιότητες ουσιαστικές και εκτεταμένες, συμμετέχει στην άσκηση της νομοθετικής εξουσίας και έχει το δικαίωμα διαλύσεως της Βουλής, θεσμος που έμφανίζεται για πρώτη φορά στην ελληνική συνταγματική τάξη.

β) Για πρώτη φορά στην Ελλάδα εισάγεται το σύστημα των δύο Βουλών: Η Γερουσία που τα μέλη της διορίζονται ισοβίως ύπο του Ηγεμόνος ασκεί από κοινού με την Βουλή των Αντιπροσώπων και τον Ηγεμόνα τη νομοθετική εξουσία.

γ) Καθιερώνει το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, αλλά και την τιμητική (βάσει περιουσιακών και εισοδηματικών προσόντων) έμμεση ψηφοφορία.

δ) Αναγνωρίζει τα ατομικά δικαιώματα που διασφαλίζονται και στα τρία δημοκρατικά συντάγματα του Αγώνα και για πρώτη φορά: το απαραβίαστο του ασύλου της κατοικίας. Προσδίδεται έτσι στο πολίτευμα της «συγκερασμένης» Συνταγματικής Μοναρχίας, όχι μόνο ο άντιπροσωπευτικος και ο κοινοβουλευτικος, αλλά και ο φιλελεύθερος χαρακτήρας [7].

Το Ηγεμονικό Σύνταγμα δεν εφαρμόσθηκε ποτέ, διότι μετά την άφιξη του Όθωνος σταμάτησε κάθε προσπάθεια ή υπόσχεση για συνταγματικό καθεστώς.

Στο Άργος συνήλθε επίσης τον Ιούνιο του 1832 και συνέχισε τις εργασίες της στην Πρόνοια, προάστιο του Ναυπλίου «Η κατά συνέχειαν Δ’ Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις» δηλαδή η νέα έκτη κατά σειρά από το 1821 Συνέλευση που εξανάγκασε σε παραίτηση τον Αύγουστίνο Καποδίστρια και αμφισβήτησε τη νομιμότητα της Ε’ Εθνικής Συνελεύσεως και η οποία διασώθηκε στη συλλογική μνήμη κυρίως για το ψήφισμά της (27 Ιουλίου 1832) με το οποίο «επικυρώθηκε» η υπό των τριων προστάτι δων δυνάμεων εκλογή του Βαυαρού πρίγκιπα Όθωνος ως «βασιλέως της Ελλάδος». Στις 10 Αυγούστου του 1832, η Συνέλευση διαλύθηκε βίαια από στοιχεία ελεγχόμενα από τις Μεγάλες Δυνάμεις.

«Κατ’ αυτόν τον άδοξον τρόπον» έληξεν η επαναστατική περίοδος της συνταγματικής μας ιστορίας. Μία περίοδος που αρχίζει με την «αποθέωση» του συνταγματισμού και τελειώνει με την ολική του έκλειψη [8].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. Ιστορία του Ελληνικού Ένθους, τομ. ΙΒ΄, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 198.

[2] Βλ. Ιστορία του Ελληνικού Ένθους, οπ.π., σ. 199.

[3] Βλ. Δ. Κόκκινου, Η Ελληνική Επανάστασις, τομ. Δ . Αθήνα, Μέλισσα, 1957, σ. 61.

[4] Βλ. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. ΙΒ. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 527-528.

[5] Βλ. Π. Πετρίδης, Σύγχρονη Ελληνική Πολιτική Ιστορία, τομ. Α , 1821-1862. Αθήνα, Γκοβόστης, 1994, σ. 104.

[6] Βλ. Γ. Αναστασιάδης, Πολιτική και Συνταγματική Ιστορία της Ελλάδος 1821-1941.

Θεσσαλονίκη, Σάκκουλα, 2001, σ. 29.

[7] Βλ. Γ. Αναστασιάδη, οπ.π., σ.30.

[8] Βλ. Γ. Αναστασιάδη, οπ.π., σ.30.

 

Ελισάβετ Μπέσιλα-Μακρίδη

Καθηγήτρια Τμήματος Δημοσίας Διοίκησης- Πάντειο Πανεπιστήμιο

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Το κοινωνικό κράτος στα Συντακτικά Κείμενα του Άργους και της ευρύτερης περιοχής του κατά την περίοδο 1821-1832. Γεώργιος Δημ. Μάρδας, Λέκτορας Πανεπιστήμιου Μακεδονίας Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών. Πρακτικά Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», 5-7 Νοεμβρίου 2004, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Άργος, 2009.  


 

Από την ψήφιση του Συντάγματος (01-01-1822), υπό της Πρώτης Γενικής Εθνικής Συνέλευσης, που συνήλθε στη Νέα Επίδαυρο (Πιάδα), μέχρι την επικύρωση της εκλογής του Όθωνα ως μονάρχη της Ελλάδας (27-07-1832) υπό  της Τετάρτης κατά συνέχεια Γενικής Εθνικής Συνέλευσης, [Η εν Προνοία κατ’επανάληψιν Δ’ Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις] που συνήλθε στο Ναύπλιο (Πρόνοια), συνήλθαν έξι Γενικές Εθνικές Συνελεύσεις και εψηφίσθησαν τέσσαρα πολιτειακά κείμενα (πολιτεύματα ή συντάγματα). Οι πέντε από τις ως άνω έξι Συνελεύσεις άρχισαν τις εργασίες τους από το Άργος.

 Η ιστορία της περιοχής του Άργους, ο πολιτισμός του, καθώς και η γεωγραφική του θέση έγιναν ο πόλος έλξης του επαναστατικού ελληνισμού για την πραγματοποίηση των Εθνικών Συνελεύσεων, που είχαν ως αποτέλεσμα την ολοκλήρωση τριών σημαντικών Συνταγμάτων, που αποτέλεσαν πηγές όσον αφορά στην κοινωνικο-οικονομική διάστασή τους για επόμενα ελληνικά και ξένα Συντάγματα.

 Τα τρία αυτά επαναστατικά Συντάγματα της ευρύτερης περιοχής του Άργους, μαζί με το Σύνταγμα του Άστρους (13-04-1823), αποτελούν τα πρώτα πολιτειακά ελληνικά κείμενα της νεότερης ελληνικής ιστορίας, που προβλέπουν τη διασφάλιση των κοινωνικών δικαιωμάτων των πολιτών και την ίδρυση του κοινωνικού κράτους δικαίου.

 

Α. Η έννοια και το περιεχόμενο του κοινωνικού κράτους

 

Η αρχή του κοινωνικού κράτους

 

Η αρχή του κοινωνικού κράτους μπορεί να αναγνωσθεί, έμμεσα, στο κείμενο του Συντάγματος του 1864 και ειδικότερα στη σχετική διάταξη, που αναγνωρίζει το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι. Αλλά και πριν από τη δημοσίευση του Συντάγματος αυτού, μπορεί να βρει κανείς στοιχεία και διατάξεις κοινωνικού χαρακτήρα σε διάφορα ελληνική πολιτειακά κείμενα. Η πρώτη ασφαλώς παρόμοια διάταξη είναι αυτή του Σχεδίου Συντάγματος του Ρήγα Βελεστινλή με τίτλο «Νέα Πολιτική Διοίκηση», γνωστού και ως «Πολίτευμα του Ρήγα». Το κείμενο αυτό, βέβαια, ήταν βαθειά επηρεασμένο από τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης. Χαρακτηριστική δε διάταξη του εν λόγω Σχεδίου, αναφορικά με τα κοινωνικά δικαιώματα, είναι αυτή του άρθρου 21: «αι δημόσιαι αναδρομαί και ανταμοιβαί είναι ιερόν χρέος της πατρίδος …».

Γενικότερα, το κράτος δικαίου είναι έννοια ιστορικο-πολιτική και δεν σημαίνει «κράτος δικαίου», αλλά παράβαση και περιορισμό, κυρίως, της εκτελεστικής λειτουργίας.

Το κράτος δικαίου, με την παραπάνω έννοια, θεωρείται εκείνο το σύστημα στο οποίο οι φορείς της κρατικής εξουσίας περιορίζονται από το νόμο, ως προς τις σχέσεις τους με τους διοικούμενους, των οποίων, κατ’ αυτό τον τρόπο, διασφαλίζεται αποτελεσματικώς τόσο η νομική θέση τους όσο και η ελευθερία τους. 1

Αρρήκτως συνδεδεμένη με την έννοια του κράτους δικαίου είναι και η αρχή της νομικής ισότητας. 2 Βασικό στοιχείο της νομικής ισότητας, της οποίας το καλύπτον αυτήν υπερσύνολο θεωρείται η κοινωνική ισότητα, είναι η αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου. Η μορφή αυτή της νομικής ισότητας ονομάζεται και ισότητα δικαιωμάτων. Υπάρχει όμως και η μορφή της ισότητας του νόμου, που καλείται και ισονομία ή ισότητα δικαίου. 3

 

Ludwig Michael von Schwanthaler. Η Εθνική Συνέλευση στην Επίδαυρο. Απεικονίζεται η στιγμή της ορκωμοσίας των πληρεξουσίων μπροστά στο «Προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος» (1η Ιανουαρίου 1822). Τοιχογραφίες του Μεγάρου της Βουλής, αίθουσα των Υπασπιστών, βόρειος τοίχος.

 

Η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου

 

Κατά το δέκατο ένατο αιώνα, η αμφισβήτηση της οριοθέτησης του νομικού και κοινωνικού περιεχομένου της ελευθερίας και της ισότητας οδήγησε στο συμπέρασμα, ότι η ουσιαστική άσκηση των δύο αυτών ατομικών δικαιωμάτων, προϋποθέτει την ύπαρξη του κοινωνικού κράτους δικαίου. Στη δικαιϊκή αυτή κρατική μορφή, το κράτος δεν είναι πλέον νυκτοφύλακας του φιλελευθερισμού, αλλά περιλαμβάνει ευρύ πεδίο δραστηριοτήτων με σκοπό να καταστήσει ουσιαστική την ισότιμη συμμετοχή όλων των πολιτών στην κοινωνική και οικονομική πολιτική.

Συνακολούθως, το νέο κοινωνικό κράτος ολοκληρώνεται με την αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου, που εστιάζεται στην πολιτική ισότητα των διοικουμένων, μέσω της επιδίωξης της κοινωνικής ισότητας. Σε τελευταία ανάλυση, η ως άνω αρχή κάνει αποδεκτή την ενότητα κράτους και κοινωνίας και αφήνει περιθώρια για μία όσο το δυνατόν μεγαλύτερη και ευρύτερη κοινωνικοποίηση της κρατικής εξουσίας. 4

Η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου αποκτά το πλήρες νοηματικό της περιεχόμενο, κατ’ αρχήν, μέσω της αλληλοτροφοδότησής της με τη δημοκρατική αρχή, αλλά και μέσω της εξομάλυνσης της σύγκρουσής της με τη δικαιοκρατική αρχή.

Έτσι, η αρχή του κοινωνικού κράτους λειτουργεί ως θεμέλιο για τη συναγωγή «κοινωνικών δικαιωμάτων», που δεν κατοχυρώνονται ρητά στο κείμενο του Συντάγματος. Όμως, ταυτοχρόνως, συμβάλλει και στην απόκρουση της παραδοσιακής προσέγγισης των κοινωνικών δικαιωμάτων ως ατελών ή λιποβαρών κανόνων.

Κατά την παραδοσιακή συσταλτική και εθνοκεντρική θέωρηση της Κοινωνικής Αρχή, είναι δεδομένη η αντίληψη, ότι η αρχή του κοινωνικού κράτους έχει ως αποκλειστικό αντικείμενο τις κρατικές παρεμβάσεις, που αποσκοπούν στην αναδιανομή του παραγόμενου κοινωνικού προϊόντος και την άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, μέσω παροχών σε είδος, σε χρήμα ή σε υπηρεσίες. Αυτή η προσέγγιση προσδίδει στην Αρχή του Κοινωνικού Κράτους μία εξαιρετικώς ισχνή κανονιστική σημασία και ένα περιοριστικό πεδίο αξιοποίησης στο πλαίσιο των σύγχρονων μεταβολών του πολιτειακού φαινομένου. 5

 

Κοινωνικά δικαιώματα και κοινωνικό κράτος δικαίου

 

Ο νομικός μοχλός λειτουργίας και ισορροπίας του κοινωνικού κράτους δικαίου είναι τα κοινωνικά δικαιώματα. Ως κοινωνικά δικαιώματα εννοούμε εκείνα με τα οποία αναγνωρίζονται στα άτομα ορισμένες εξουσίες, με σκοπό την απαλλαγή τους από την κοινωνική και οικονομική απαξίωση και την εξασφάλιση της ευημερίας τους. Παρατηρούμε, ότι τα κοινωνικά δικαιώματα συναρτώνται με το Κοινωνικό Κράτος Δικαίου. Πράγματι η θέσπιση και η υλοποίηση των κοινωνικών δικαιωμάτων συνδέεται με τη βασική αρχή της ισότητας, καθόσον αποβλέπει στην αποκατάσταση της διαταραχθείσας κοινωνικής ισότητας (ή ισότητας των ευκαιριών δράσης και απολαυών) των πολιτών. 6

Στις θεσμοθετημένες συνταγματικές διατάξεις υπάρχει πλήρης και εξαντλητική σύνδεση των κοινωνικών δικαιωμάτων με τις θετικοποιημένες συνταγματικές αξίες, όπως είναι η ανθρώπινη αξία, η δημοκρατική αρχή, η ισότητα και η κοινωνική αλληλεγγύη.

Το αγώγιμο των αξιώσεων είναι το μείζον πρόβλημα για την πλήρη εξομοίωση των κοινωνικών δικαιωμάτων προς τα ατομικά δικαιώματα, δηλαδή προβάλλεται, ερμηνευτικώς, ότι τα κοινωνικά δικαιώματα διαφοροποιούνται έντονα από την κατηγορία των ατομικών δικαιωμάτων, καθόσον τα πρώτα δεν έχουν νομική δεσμευτικότητα, ενώ τα δεύτερα εμφανίζουν το νομικό αυτό χαρακτηριστικό σε υψηλό βαθμό.

Ακόμη και όταν τα κοινωνικά δικαιώματα προβάλλουν ως εξαναγκαστοί κανόνες δικαίου, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν αγώγιμες αξιώσεις κατά του Δημοσίου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αφού τόσο το κανονιστικό περιεχόμενό τους είναι ασταθές και αβέβαιο, όσο και ο προσδιορισμός τους εξαρτάται από τη δοθείσα εξειδίκευση του κοινού νομοθέτη. 7

Β. Προλεγόμενα αναφορικώς με τα ελληνικά πολιτειακά κείμενα και το κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον, κατά την περίοδο 1821 – 1832

Η μελέτη και ανάλυση των συνταγματικών κειμένων μεταφράζεται σε αντίστοιχη εμβάθυνση της κρατικής εξουσίας. Είναι απαραίτητο δηλαδή να γνωρίζουμε την ιστορική πορεία της συγκρότησης και της άσκησης της κρατικής εξουσίας. Αυτό σημαίνει, ότι sine qua non προϋπόθεση για οποιαδήποτε σχετική έρευνα είναι η ύπαρξη κράτους.

Κατ’ αρχήν, η ύπαρξη του κράτους αρχίζει από της έκδοσης της σχετικής πράξης διεθνούς αναγνώρισης αυτού. Η ύπαρξη όμως του σύγχρονου ελληνικού κράτους πιστοποιείται από το γεγονός της δημιουργίας και επιβολής μίας νέας οργανωμένης εξουσίας με χαρακτηριστικά στοιχεία τον προσδιορισμένο εδαφικό χώρο της οθωμανικής αυτοκρατορίας, το αυτοδύναμο της εξουσίας και το ελληνικό στοιχείο του πληθυσμού. Συνακολούθως, η τεκμηριωμένη ερμηνεία των συνταγματικών θεσμών, της λειτουργίας τους και της εξελικτικής διαφοροποίησής τους, επιτυγχάνεται στο μέτρο, που η ιστορία των πολιτευμάτων συσχετίζεται με την εν γένει εθνική ιστορία και την κοινωνικοπολιτική εξέλιξη της χώρας.

Το Σύνταγμα δεν υιοθετεί μία αξιόλογη ουδέτερη τάξη, εφόσον οι αρχές, που τυποποιούνται σε αυτό, αντικατοπτρίζουν, όπως καταδεικνύεται από την πράξη, τις κυρίαρχες, κοινωνικώς, αντιλήψεις και συμβάλλουν στην αναπαραγωγή του κοινωνικού συστήματος. 8

Γ. Η κοινωνική, οικονομική και πολιτική κατάσταση της Ελλάδας κατά την προεπαναστατική και επαναστατική περίοδο. Οι πολιτειακές αντιλήψεις των Ελλήνων.

Πριν από το 1821, είχαν διαμορφωθεί τα τοπικά θεσμικά πρότυπα της τοπικής παράδοσης και του κοινωνικού δικαιϊκού συστήματος. Τα πρότυπα, αυτά, χωρίς αμφιβολία, δέχθηκαν την επίδραση της ξένης νομοθεσίας. Έτσι, τα τυπικά επαναστατικά πολιτεύματα προσαρμόσθησαν στις, κατά περιοχές, ελληνικές συνήθειες και ανάγκες και έλαβαν υπόψη τους το θεσμικό πλαίσιο, που ίσχυε κατά την προεπαναστατική περίοδο και που οπωσδήποτε είχε ολιγαρχικό χαρακτήρα.

Πορτραίτο του Ιωάννη Καποδίστρια, πριν το 1836, αποδίδεται στην Ελβετίδα ζωγράφο Amélie Munier-Romilly (1788 – 1875). Bibliothèque de Genève.

Είναι γεγονός, ότι καθ’ όλη τη διάρκεια των πολεμικών διενέξεων και ιδιαίτερα μετά τη δολοφονία των Ιωάννου Καποδίστρια (27-09-1831) και μέχρι την 14-04-1832, ότε και εκδόθηκε ψήφισμα της Γερουσίας για την τετάρτη κατά συνέχεια Εθνική των Ελλήνων Συνέλευση, στον ελληνικό χώρο επικρατούσε αναρχία, ληστείες στην ύπαιθρο και απειθαρχία των στρατιωτικών δυνάμεων προς την Κυβέρνηση.

Κατά τον Β. Φίλια, τα κυρίαρχα κοινωνικά τμήματα του ελληνισμού, που είχαν επικρατήσει στην προεπαναστατική εποχή, εξακολούθησαν και κατά τη διάρκεια της επανάσταση να ισχυροποιούν τη θέση τους σε νευραλγικούς τομείς, όπως ήταν η ναυτιλία και το εμπόριο.

Τους κοινωνικούς αυτούς συσχετισμούς θέλησε ο Κυβερνήτης Καποδίστριας να τους ανατρέψει, αφού προηγουμένως είχε προβεί σε μία πλήρη καταγραφή και αναλυτική διερεύνηση των αιτίων της κοινωνικής διαφορετικότητας και αυθαιρεσίας.

Η επιχειρηθείσα από τον Κυβερνήτη συγκρότηση ενιαίας διακυβέρνησης, δηλαδή συγκεντρωτικού κράτους, κατ’ αρχήν έδωσε τη δυνατότητα να ασκηθεί συντονισμένη νομοθετική κρατική πολιτική σε διάφορους τομείς (στρατιωτικό, οικονομικό, κοινωνικό). 9 Αλλά ήταν δύσκολο να υιοθετηθούν ουσιαστικές δομικές μεταβολές κοινωνικού χαρακτήρα. Και αυτό ήταν ιδιαίτερα επίπονο και περίπλοκο κατά τη δεύτερη περίοδο διακυβέρνησης του Καποδίστρια (1830 – 1831), κατά οποία η αντίδραση του κατεστημένου στα νέα πολιτικά οράματα ήταν οξεία και πολυσχιδής.

Και όπως καταγράφει ο Καθηγητής Νικόλαος Πανταζόπουλος, η αύξουσα δημοτικότητα του Καποδίστρια, η αποστροφή του προς τους Κοτσαμπάσηδες, τους οπλαρχηγούς και τους Φαναριώτες, καθώς και η προσπάθειά του να επιβάλει το Κράτος του Νόμου, συνετέλεσαν στη γέννηση μίας άγονης και εθνικώς επιζήμιας αντιπολίτευσης.

Πράγματι, στην επαναστατημένη Ελλάδα, η κοινωνική κατηγορία των προκρίτων, των αρχιερέων, των φιλικών, των οπλαρχηγών, των νεοφερμένων φαναριωτών και γενικότερα των Ελλήνων του εξωτερικού, στην προσπάθειά της να υπερασπίσει τη θέση της εν όψει της ανάγκης για πολιτειακή οργάνωση, ήλθε σε προστριβές, μερικές φορές με προσωπικό ή τοπικό χαρακτήρα, με τους υπερασπιστές του παλαιού κοινοτικού θεσμού, ο οποίος είχε συνηθίσει τους Έλληνες στην αντιμετώπιση των κοινών προβλημάτων τους με ένα σύστημα αντιπροσωπευτικό, στο οποίο είχαν δικαίωμα, κατά ένα τρόπο, να μετέχουν όλοι. 10

Δ. Συσχετίσεις και κριτική των ελληνικών επαναστατικών συνταγματικών κειμένων και των προτάσεων των γενικών εθνικών συνελεύσεων της Ελλάδας κατά την περίοδο 1821 – 1832. Νομικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά τους.

Είναι αυτονόητο, ότι, αμέσως μετά την ελληνική επανάσταση του 1821, άρχισε να επιδεινώνεται το ήδη κλονισμένο νομικό καθεστώς. Αυτή η νομική αβεβαιότητα, από τους πρώτους μήνες της επανάστασης, προκάλεσε την ανάγκη ρύθμισης του δημιουργηθέντος νομικού χάους. Τη διεκπεραίωση του επίπονου και πολυσχιδούς αυτού έργου την επωμίσθησαν δέκα έξι επαναστατικές συνελεύσεις και προσωρινές ή τακτικές Κυβερνήσεις.

Τα πολιτειακά κείμενα (πολιτεύματα), που συντάχθηκαν κατά τους πρώτους μήνες της ελληνικής Επανάστασης και ως την άφιξη του Ι. Καποδίστρια, ήταν οι Τοπικοί Οργανισμοί, με χαρακτήρα τοπικό και τα Γενικά Πολιτεύματα, που είχαν ευρύτερο χαρακτήρα, καθόσον αφορούσαν στην όλη επαναστατημένη και επαναστατικώς ελεύθερη πλέον χώρα. 11

 

Πολιτεύματα τοπικής ισχύος

 

Πριν ιδρυθεί, όμως, το νεότερο επαναστατικό ελληνικό κράτος και πριν από την ψήφιση του πρώτου γενικής ισχύος πολιτεύματος του αγωνιζόμενου έθνους, είχαμε τα εξής πολιτειακού χαρακτήρα κείμενα:

  • Τρία Συντάγματα των Ιονίων Νήσων με ολιγαρχική υφή. Ήταν αυτά των ετών 1800, 1803 και 1817. Το Σύνταγμα του 1803, μάλιστα, είχε εμφανώς επηρεασθεί από την αστική φιλελεύθερη ιδεολογία της Γαλλικής Επανάστασης.
  • Το «Στρατοπολιτικό Σύστημα» της Σάμου του έτους 1821.
  • Η Διακήρυξη της Μεσσηνιακής Γερουσίας στην Καλαμάτα, η σύσταση της οποίας έγινε την 25-03-1821. Η Διακήρυξη αυτή απευθύνθηκε προς τις τότε ευρωπαϊκές Αυλές και θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε ως την πρώτη προσπάθεια στοιχειώδους κρατικής οργάνωσης των απελευθερωμένων ελληνικών περιοχών. 12 Πάντως στη Τοπική Συνέλευση, που ενέκρινε την ως άνω Διακήρυξη, επικρατούσαν φεουδαρχικές αντιλήψεις και ταυτοχρόνως ένας άκρατος τοπικισμός.
  • Η Πράξις της Συνελεύσεως, η οποία συνήλθε στη Μονή Καλτελών την 26-05-1821.Ο νέος πολιτικός Οργανισμός ήταν προϊόν ολιγαρχικής αυθαιρεσίας και, κυρίως, εξέφραζε την ιδεολογία και τα συμφέροντα των προεστών. 13
  • Ο Γενικός Οργανισμός της Πελοποννήσου, ο οποίος συντάχθηκε στην Επίδαυρο τον Ιούλιο του 1821 και ψηφίσθηκε τον Αύγουστο του ίδιου έτους από τη Σύνοδο της Ζαράκωβας.
  • Ο Οργανισμός της Γερουσίας της Δυτικής Ελλάδος, το οποίο εψήφισε η Συνέλευσις της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος την 09-11-1821, που συνήλθε στο Μεσολόγγι. Στη Συνέλευση αυτή συμμετείχαν τριάντα τρεις αντιπρόσωποι υπό την προεδρία του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου. Ο εν λόγω Οργανισμός ήταν η βάση της περαιτέρω οργάνωσης της «προσωρινής Διοικήσεως».
  • Η Νομική Διάταξις της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος. Πρόκειται, ίσως, για το πιο σημαντικό, από πλευράς πληρότητας, τοπικό πολίτευμα, το οποίο ψηφίσθηκε την 15-11-1821 στα Σάλωνα (σημερινή Άμφισσα) από τη Συνέλευση εβδομήντα αντιπροσώπων.
  • Ο Οργανισμός της Πελοποννησιακής Γερουσίας, που υπογράφηκε στο Άργος και ψηφίσθηκε στη Νέα Επίδαυρο την 27-12-1821 από Συνέλευση είκοσι τεσσάρων προκρίτων, υπό την προεδρία του Δημητρίου Υψηλάντη. 14 Ο τελευταίος μάλιστα, όταν ήλθε στα Βέρβενα, μετά τη ψήφιση του Γενικού Οργανισμού της Πελοποννήσου (Αύγουστος 1821), εισηγήθηκε να θεσπισθεί νέος Γενικός Οργανισμός, ο οποίος θα αποτελούσε τον καταστατικό χάρτη της Πελοποννήσου.

Θα μπορούσαμε να κατατάξουμε στα εξεταζόμενα τοπικά πολιτεύματα και το Προσωρινό Πολίτευμα της Νήσου Κρήτης, που ψηφίσθηκε στους Αρμένους της Κρήτης και από τη Συνέλευση των Αρμένων, την 20-05-1822, δηλαδή λίγους μήνες μετά τη δημοσίευση του Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος την 01-01-1822.

Εκείνο που χαρακτηρίζει τα τοπικής ισχύος πολιτεύματα, με στενή ή ευρύτερη έννοια, είναι το γεγονός ότι εψηφίσθησαν από αντίστοιχες τοπικές Συνελεύσεις, των οποίων η σύνθεση αναφερόταν στους προεστούς, τους ανώτερους κληρικούς και τους οπλαρχηγούς. Ο αποκεντρωτισμός και η τοπική διοίκηση, με φιλελεύθερη βάση, ήταν στοιχεία, που φανέρωναν των τοπικό και προσωρινό χαρακτήρα των προτεινόμενων πολιτευμάτων, αλλά, ταυτοχρόνως, η μελλοντική θεσμική κατοχύρωση της Κεντρικής Διοίκησης ήταν η συνισταμένη όλων των ως άνω συντακτικών κειμένων.

Τελικώς, οι Τοπικοί Οργανισμοί της Πελοποννήσου, της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας και Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, διατηρήθησαν σε ισχύ μέχρι τον Απρίλιο του 1823, ημερομηνία κατά την οποία η Β΄ Εθνική Συνέλευση, η οποία είχε συνέλθει στο Άστρος την 29-03-1823, τους κατήργησε, για να υποκατασταθούν από τη γενική περιφερειακή οργάνωση του ενιαίου κράτους.

 

Β. Γενικά πολιτεύματα καθολικής ισχύος και οι σχετικές συνελεύσεις και διακηρύξεις τους κατά την περίοδο 1821- 1832.

 

 Το σύνταγμα της Επιδαύρου της 01-01-1822

 

Την 01-12-1821, όπως γράφουμε παραπάνω, συγκλήθηκε η νέα Εθνική Συνέλευση είκοσι τεσσάρων πελοποννησίων πληρεξουσίων στο Άργος. Η Συνέλευση αυτή άρχισε τις εργασίες της την 14-12-1821.

Επειδή όμως ήδη απελευθερώθηκε η Πελοπόννησος, τα νησιά του Αιγαίου, που ήταν πλησίον αυτής, καθώς και η Νότια Στερεά Ελλάδα, αλλά και εκ του γεγονότος ότι προκλήθηκε σχίσμα μεταξύ των νησιωτών και μωραϊτών, και ως εκ τούτου τα πνεύματα στο Άργος να είναι οξυμένα, έγινε δεκτή η πρόταση ώστε η νέα Συνέλευση να συγκληθεί, την 20-12-1821, στη Νέα Επίδαυρο (Πιάδα), πλησίον της Παλαιάς Επιδαύρου, με κύριο σκοπό την ψήφιση ενιαίου Πανελληνίου Οργανισμού. Οι εργασίες της Πρώτης Εθνικής Συνέλευσης άρχισαν την 22-12-1821. Τα μέλη της Συνέλευσης ήταν πενήντα εννέα παραστάτες (πληρεξούσιοι) των τριών ως άνω απελευθερωμένων περιοχών. Βεβαίως, οι συμμετέχοντες παραστάτες δεν εξελέγησαν αμέσως από το λαό βάσει εκλογικού νόμου· είχαν όμως ορισθεί σύμφωνα με ένα ενιαίο σύστημα από τοπικές Συνελεύσεις ή τοπικούς προκρίτους.

Η Πρώτη Εθνική Συνέλευση ανέθεσε σε δωδεκαμελή Επιτροπή τη σύνταξη κειμένου για τον «διοργανισμόν της Εθνικής Βουλής». Πράγματι, η εν λόγω Επιτροπή, την 01-01-1822, υπέβαλε το κείμενο του «Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος», δηλαδή το Σύνταγμα της Επιδαύρου. Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος θα γράψει αργότερα, την 29-08-1822, προς τον Δημήτριο Υψηλάντη: «Ως Έλλην πολίτης έχω τη γνώμη, ότι το πολίτευμα τούτο έχει και καλά  και κακά».

Την ίδια συμβολική ημερομηνία 01-01-1822, η Συνέλευση προέβαινε σε πανηγυρική Διακήρυξη της Εθνικής Ανεξαρτησίας, που δημοσιεύθηκε την 15-01-1822. Στην εν λόγω Διακήρυξη προβάλλεται ως σκοπός την Επανάστασης, που ήταν όχι μόνον, απλώς, η εθνική αποκατάσταση, αλλά και η εξασφάλιση των φυσικών δικαίων του ανθρώπου, ενώ παραλλήλως δικαιολογείται και αυτή η ίδια η επανάσταση. Ο πόθος των ελλήνων, για διοίκηση με νόμους δικαίου, για κατάργηση της δουλείας, για ισονομία πολιτών και για ίδρυση μίας ενιαίας έννομης και εθνικής Διοίκησης, ήταν έντονα εύγλωττος στις γραμμές του κειμένου της Διακήρυξης.

Νικόλαος Ν. Σαρίπολος, «Η πρώτη Εθνοσυνέλευσις και το πολίτευμα της Επιδαύρου του 1822», Αθήνα 1907. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων.

Το συνταγματικό κείμενο του Πολιτεύματος της Ελλάδος και ειδικότερα των δύο πρώτων τμημάτων αυτού έχει οπωσδήποτε επιδράσεις, αν όχι απομιμήσεις, τόσο από τις ιδέες της γαλλικής επανάστασης του 1789, όπως αυτές διατυπώνονται στη Γαλλική επαναστατική διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη, (άρθρα 1,6,13 και 17), καθώς και στα γαλλικά συντάγματα του 1793 και 1795, όσο και από το πνεύμα του Συντάγματος της 17-09-1787 των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

Το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος» θεωρείται και αντιαπολιταρχικό και φιλελεύθερο. Γενικώς, όμως, στη διατύπωση των 110 άρθρων του θα μπορούσε κανείς να διακρίνει μία προσεκτική συντηρητική γραφή για θέματα με αμφίσημο νόημα και αυτό για να μην έλθει σε άμεση σύγκρουση και συνακολούθως να μη προκαλέσει δυσφορία στις μεγάλες Αυλές των τότε «Προστάτιδων» δυνάμεων. 15

Η ισότητα νόμου ή ισονομία εμφανίζεται στο άρθρο 2 (παράγρ. β΄): «όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν, εισιν Έλληνες και απολαμβάνουσιν άνευ τινός διαφοράς όλων των πολιτικών δικαιωμάτων». Βεβαίως, τη δυνατότητα της απόλαυσης των πολιτικών δικαιωμάτων, χωρίς διάκριση, την έχουν μόνον αυτοί που πιστεύουν «εις Χριστόν».

Στα επόμενα άρθρα 3 (παραγρ. γ΄) και 4 (παραγρ. δ΄) διατυπώνεται η αρχή της ισότητας ενώπιον του Νόμου ή αλλοιώς της ισότητας δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα στο άρθρο 3 (παραγρ. γ΄) αναγράφεται: «όλοι οι Έλληνες εσίν όμοιοι ενώπιον των Νόμων άνευ τινός εξαιρέσεως ή βαθμού ή κλάσεως ή αξιώματος», ενώ στο άρθρο 4 (παραγρ. δ΄) επιτάσσεται: «όσοι έξωθεν ελθόντες κατοικήσωσιν ή παροικήσωσιν εις την Επικράτειαν της Ελλάδος, εισίν όμοιοι με τους αυτόχθονες κατοίκους ενώπιον των Νόμων».

Οι διατάξεις και των δύο αυτών άρθρων είναι πρωτοποριακές με χαρακτηριστικό στοιχείο την κοινωνική ευαισθησία. Ειδικότερα, το άρθρο 4 (παραγρ. δ΄), εισάγει μια πρωτόγνωρη και υποδειγματική δημοκρατική αρχή, που αφορά στην ισότητα των δικαιωμάτων. Απέναντι στο Νόμο είναι «όμοιοι» όλοι οι κάτοικοι ή πάροικοι στην Ελληνική Επικράτεια, χωρίς κριτήρια κοινωνικής διαφορετικότητας και μάλιστα ρατσισμού.

Το «ιερό χρέος», όπως εννοείται στο άρθρο 21 της Νέας Πολιτικής Διοίκησης του Ρήγα Βελεστινλή, επηρέασε, αρχικώς, το Σύνταγμα της Επιδαύρου [άρθρα 107 (παραγρ. ρ ζ΄) και 109 (παραγρ. ρ θ΄)] και αργότερα το Σύνταγμα του Άστρους [ (άρθρα 86 (παραγρ. π 5) και 90 (παραγρ. 3)], καθώς και το Σύνταγμα της Τροιζηνίας (άρθρα 147 και 148).

Έτσι, στο άρθρο 107 (παραγρ. ρζ΄) του Συντάγματος της Επιδαύρου ορίζεται: «Η Διοίκησις χρεωστεί παντοιοτροπίας να περιθάλψει τας χήρας και τα ορφανά των φαινομένων εις τον υπέρ Πατρίδος πόλεμον».

Επίσης, στο άρθρο 109 (παραγρ. ρθ΄) του ίδιου Συντάγματος αναφέρεται: «Οφείλει η Διοίκησις, μετά την αποκατάστασιν των Ελληνικών πραγμάτων να αντιβραβεύσει όλους όσοι συνεισέφερον, και συνεισφέρουσιν άχρι τέλους ες θεραπείαν των χρηματικών χρειών της Ελλάδος, και να ανταμείψη τους προφανώς υπέρ αυτής δυστυχήσαντας».

Στο ίδιο πνεύμα και με την ίδια φραστική διατύπωση επαναλαμβάνονται οι σχετικές διατάξεις και στα επόμενα Συντάγματα του Άστρους (1823) και της Τροιζήνας (1827).

Μάλιστα η διάταξη του άρθρου 109 / ρθ΄ του Συντάγματος της Επιδαύρου επαναλαμβάνεται σχεδόν η ίδια στο άρθρο 90 του Συντάγματος του Άστρους.

Εξάλλου, είναι γνωστή η αρχή στην οικονομική επιστήμη της διανομής του παραγομένου εισοδήματος 16 σε μία χώρα, κατά την οποία το ποσοστό της συμμετοχής του εργαζομένου και κατ’ επέκταση κάθε μονίμου κατοίκου εξαρτάται από διάφορα κριτήρια, τα οποία καθορίζονται με ένα θεσμικό πλαίσιο, που αντανακλά περαιτέρω την ιδεολογία, τη φιλοσοφία, τις κοινωνικές αντιλήψεις, τις θρησκευτικές δοξασίες και πολιτικές επιλογές των κυβερνώντων και γενικότερα της άρχουσας και ισχυρότερης κοινωνικής κατηγορίας.

Στην κατεύθυνση αυτή της δικαίας κατανομής του εισοδήματος, θετικώς και για πρώτη φορά, το Σύνταγμα της Επιδαύρου ορίζει στο άρθρο 8 (παραγρ. η΄): «Όλαι αι εισπράξεις πρέπει να διανέμωνται δικαίως εις όλας τα τάξεις και κλάσεις των κατοίκων, καθ’ όλην των έκτασιν της Ελληνικής Επικρατείας· καμμία δε είσπραξις δεν γίνεται άνευ προεκδοθέντος Νόμου».

Βεβαίως και στα επαναστατικά Συντάγματα του Άστρους [άρθρο 7 (παραγρ. ζ΄)] και της Τροιζήνας (άρθρο 10) γίνονται αναφορές στη διανομή του εγχώριου προϊόντος.

Στο μεν Σύνταγμα του Άστρους [άρθρο 7 (παραγρ. ζ΄)] οι «εισπράξεις» πρέπει να διανέμονται δικαίως και αναλόγως εις όλους τους κατοίκους της Επικρατείας …..». Ενώ στο Σύνταγμα της Τροιζήνας (άρθρο 10) διαβάζουμε: «Αι εισπράξεις διανέμνονται εις όλους τους κατοίκους της επικρατείας δικαίως και αναλόγως της περιουσίας εκάστου ….».

Το «πρέπει» στη δικαία διανομή του εισοδήματος, που διατυπώνεται στα Συντάγματα της Επιδαύρου και του Άστρους, εκφράζει τη μετριοπαθή και συντηρητική εικόνα των κοινωνικών δικαιωμάτων και επέκεινα της κατάστασης του κοινωνικού κράτους.

Αντιθέτως, η άμεση και επιτακτική σχετική διατύπωση στο Σύνταγμα της Τροιζήνας υπογραμμίζει τη δημοκρατικότερη και κοινωνικότερη βούληση των συντακτών του Συντάγματος αυτού.

Αυτή η ετεροβαρής εικόνα των κοινωνικών δικαιωμάτων, που αναφέρονται στα τρία ως άνω πρώτα επαναστατικά Συντάγματα, με τη μορφή της ισότητας των δικαιωμάτων, μετατοπίζεται στο Ηγεμονικό Σύνταγμα του 1832 (και μηδέποτε όμως εφαρμοσθέν) στο δικαίωμα να «αποκτώσιν οι έλληνες πολίται μέρος των υλικών και ηθικών αγαθών ….», (άρθρο 28). 17

Πρόκειται όμως, εδώ (στο άρθρο 28), για ένα δικαίωμα με αβέβαιη έκβαση, ως προς την κτήση και απόλαυση των υλικών και ηθικών αγαθών, καθόσον δεν προκύπτει στη σχετική διάταξη η ευθύνη, άρα και η υποχρέωση του Κράτους για να διασφαλίσει το συνταγματικό δικαίωμα του πολίτη, ώστε να απαιτήσει, τουλάχιστον, μία δικαία κατανομή του πλούτου και μάλιστα σε εκείνες τις περιπτώσεις, που, λόγω αναξιοπαθείας, βρίσκεται σε δύσκολη κοινωνικο-οικονομική κατάσταση. 18

Στα επόμενα Συντάγματα της Ελλάδας (από το Σύνταγμα του 1844 και εντεύθεν) σχετικώς με τη δικαία κατανομή του εισοδήματος, σε συνδυασμό και την ισότητα δικαιωμάτων, όπως αυτά τα δικαιώματα διασφαλίζονται στις διατάξεις των άρθρων 3 (παραγρ. γ΄) και 8 (παραγρ. η΄) του Συντάγματος της Επιδαύρου, παρατηρείται πανομοιότυπη διατύπωση ή με κάποιες παραλλαγές, που αφορά αφενός στην ισότητα ενώπιον του Νόμου και αφετέρου στην αρχή της αναλογικότητας ως προς τη συνεισφορά στα δημόσια βάρη. 19

Εμμέσως, στις ως άνω διατάξεις γίνεται αποδεκτή η δικαία συμμετοχή στο εθνικό εισόδημα των ελλήνων πολιτών. Σε αυτό δε το σημείο, επαφίεται πλέον στην κοινωνική φιλοσοφία, την κοινωνική ευαισθησία, αλλά και τη δικαιοκρατική αντίληψη των κυβερνώντων να καθορίζουν το ύψος και τον τρόπο της συμμετοχής των πολιτών στα δημόσια βάρη και συνακολούθως να διαμορφώνουν την εικόνα ενός κοινωνικού κράτους.

Είναι γεγονός, ότι το κοινωνικό πνεύμα του Συντάγματος της Βαϊμάρης συναντάται και στο ελληνικό Σύνταγμα του 1975 – 1986 – 2001 (άρθρα 25 και 106). Μετά την πρόσφατη αναθεώρηση του τελευταίου ελληνικού Συντάγματος, που πραγματοποιήθηκε με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου του 2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, τροποποιήθηκε, μεταξύ των άλλων και το άρθρο 25 και ιδιαίτερα η παράγραφος 1. Στο άρθρο αυτό, κατ’ αρχήν, εισάγεται ρητά η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου. Παραλλήλως δε ορίζεται, σαφώς, η υποχρέωση του κράτους για τη μετατροπή της θεωρητικής κοινωνικής πολιτικής σε πράξη υπέρ του πολίτη. 20

Περαιτέρω, σημαντική, επίσης, είναι διάταξη του άρθρου 6 (παραγρ. s΄) του Συντάγματος της Επιδαύρου : «όλοι οι Έλληνες, εις όλα τα αξιώματα και τιμάς, έχουσι το αυτό δικαίωμα· δοτήρ δε τούτων μόνη η αξιότης εκάστου». Στο σημείο αυτό του κειμένου εισάγεται το αξιολογικό κοινωνικό κριτήριο για την επιλογή των Ελλήνων για τιμές και αξιώματα, που οπωσδήποτε, τελικώς, η σωστή εφαρμογή του εν λόγω κριτηρίου συντελεί στην ισόρροπη κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

 

Το σύνταγμα της Τροιζήνος της 01-05-1827. Συσχέτιση και αναφορά στο σύνταγμα του Άστρους

 

Μετά την ψήφιση του Συντάγματος της Επιδαύρου, συνήλθε στο Άστρος Κυνουρίας (Αγιαννίτικα Καλύβια), από 29-03-1823 έως 18-04-1823, η Δεύτερη Εθνική Συνέλευση και η οποία αποφάσισε την αναθεώρηση του Συντάγματος.

Τελικώς, το δεύτερο επαναστατικό Σύνταγμα εψηφίσθη, την 13-04-1823, υπό το όνομα «Νόμος της Επιδαύρου», που είναι μια αναθεωρημένη μορφή του Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος.

Στο διάστημα πριν και κατά τη διάρκεια των εργασιών της Συνέλευσης ο αγώνας για τον έλεγχο της εξουσίας εντείνεται σε επικίνδυνο βαθμό. Στο παιχνίδι της εξουσίας προσβλέπουν τώρα και οι καπεταναίοι, αφού οι τελευταίοι απέκτησαν μεγάλη δύναμη. Μεταξύ των οπλαρχηγών και των προεστών υπήρχε, επί πλέον, έντονη διαμάχη. Παρόλο το δυσμενές κοινωνικό περιβάλλον, το νέο Σύνταγμα είχε αρκετά θετικά στοιχεία.

Σε επίπεδο κοινωνικής διάστασης, το εν λόγω Σύνταγμα διαφέρει από το προηγούμενο Επαναστατικό Σύνταγμα της Επιδαύρου σε δύο σημαντικά σημεία:

α. Εμφανίζει αξιόλογη πρόοδο, καθόσον απαγόρευσε ρητώς τη δουλεία ως θεσμό.

β. Θετικώς επεξέτεινε την προστασία ορισμένων ατομικών δικαιωμάτων και υπέρ των αλλοδαπών, που βρίσκονται στην Ελλάδα. 21

Προκειμένου, τελικώς, να αξιολογήσουμε, χωρίς σημαντικά σφάλματα, το κείμενο του Συντάγματος του Άστρους, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη και το γεγονός, ότι στην περίοδο από το δεύτερο εξάμηνο του 1823 έως και το 1826, πριν δηλαδή από τη Σύγκλιση της Τρίτης Εθνικής Συνέλευσης στην Τροιζήνα (19-03-1827), υπήρξαν αφενός έντονες αντιζηλίες μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών και αφετέρου εμφύλια διαμάχη μεταξύ Βουλευτικού και Εκτελεστικού, η οποία, ως γνωστόν, απέληξε σε εμφύλια σύρραξη. 22

Πανούτσος Νοταράς. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Έτσι, αφού εμφάνισε ύφεση η εμφύλια σύρραξη, μετά την πτώση του Μεσολογγίου, συνεκλήθη, την 06-04-1826, 23 στη Νέα Επίδαυρο η Τρίτη Εθνική Συνέλευση, με πρόεδρο τον Πανούτσο Νοταρά, της οποίας οι εργασίες συνεχίσθηκαν στην Τροιζήνα (Δαμαλά) την 19-03-1827. Μετά δε την αναστολή των εργασιών της Τρίτης Εθνικής Συνέλευσης στη Νέα Επίδαυρο, πάλι λόγω του εμφυλίου πολέμου, ασκήθηκαν πιέσεις των Άγγλων αξιωματούχων Τζώρτζ και Κόχραν στην ελληνική κυβέρνηση να συνέλθουν οι πληρεξούσιοι των Κομμάτων στην Τροιζήνα. 24

Την 26-04-1827 άρχισαν οι συζητήσεις για το Σύνταγμα και το οποίο, τελικώς, υποβλήθηκε για έγκριση και ψήφιση την 29-04-1827. Έτσι, την 01-05-1827, η Τρίτη Εθνική Συνέλευση εψήφισε το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος», αφού όρισε τριμελή «Αντικυβερνητική Επιτροπή» μέχρι την άφιξη του Κυβερνήτη Ιωάννου Καποδίστρια, τον οποίο είχε εκλέξει η ίδια η Συνέλευση με ψήφισμά της, την 03-04-1827, για επταετή θητεία. Αργότερα, την 08-01-1828, ο Ιωάννης Καποδίστριας φθάνει στο Ναύπλιο, για να μεταβεί, την 11-01-1828, στην Αίγινα, πρώτη πρωτεύουσα της ελεύθερης Ελλάδας. 25  Την 12-01-1828, η Αντικυβερνητική Επιτροπή παραδίδει ομαλώς στον Καποδίστρια την εξουσία. Το νέο επαναστατικό αυτό κείμενο αποτελείται από οκτώ κεφάλαια και ένα παράρτημα και αναπτύσσεται σε εκατόν πενήντα άρθρα.

Ο Καθηγητής Αριστόβουλος Μάνεσης γράφει, ότι το οριστικό Σύνταγμα της Τροιζήνας είναι το τελειότερο από όλα τα Συντάγματα της Επανάστασης, είναι αληθώς πρότυπο δημοκρατικού και φιλελεύθερου Συντάγματος και υπερβαίνει όλων των Ευρωπαϊκών Συνταγμάτων της εποχής του, ως προς την εφαρμογή των δημοκρατικών και φιλελεύθερων ιδεών. 26

Ειδικότερα, το Σύνταγμα της Τροιζήνας ήταν πληρέστερο από τα δύο προηγούμενα επαναστατικά Συντάγματα της Επιδαύρου και του Άστρους. Σε ικανοποιητικό βαθμό ανταποκρινόταν στις αρχές του αντιπροσωπευτικού συστήματος, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την τουρκοκρατία. Το Σύνταγμα αυτό ήταν αυστηρό και προοδευτικό, χωρίς να χρησιμοποιήσει αλλοδαπό συνταγματικό κείμενο ως πρότυπο, που όμως πιστά να αντέγραψε ή να προσάρμοσε. Η επίδραση του συνταγματικού κειμένου της Τροιζήνας είναι εμφανής στην κατάρτιση του βελγικού Συντάγματος του 1831, αλλά και στην τότε γαλλική συνταγματική σκέψη (1830).

Η πληρότητα της διάταξης του άρθρου 5 του Συντάγματος της Τροιζήνας είναι χαρακτηριστικό επιχείρημα, μεταξύ των άλλων, για να καταταχθεί το κείμενο αυτό μεταξύ των πιο αξιόλογων συνταγμάτων της τότε Ευρώπης. Συγκεκριμένα, το άρθρο αυτό ορίζει : «Η κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος· πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού». 27

Όμως, την 18-01-1828, με το ψήφισμα ΝΗ΄ της Βουλής αναστέλλεται, πραξικοπηματικός, η ισχύς των διατάξεων του Συντάγματος της Τροιζήνας. Επίσης, την ίδια ημερομηνία, προκηρύσσεται η σύγκλιση νέας Εθνικής Συνέλευσης, καθορίζεται η «Προσωρινή Διοίκηση της Επικρατείας» και αυτοδιαλύεται η Βουλή. Στη συνέχεια, με το Α΄ Ψήφισμα του Κυβερνήτη,  συγκροτείται εικοσιεπταμελές Γνωμοδοτικό Σώμα, το Πανελλήνιον και η νομοθετική εξουσία συγκεντρώνεται στα χέρια του Καποδίστρια, την οποία θα ασκούσε με τη βοήθεια του Πανελληνίου.

Σε προηγούμενο κεφάλαιο, αναλύθηκαν αρκετές κοινωνικού περιεχομένου, διατάξεις του Πολιτικού Συντάγματος της Τροιζήνας, σε συγκριτική συσχέτιση με παρόμοιες των υπολοίπων επαναστατικών συνταγμάτων αλλά και των επόμενων της περιόδου 1844 – 2001. Αναλυτικότερα και συμπληρωματικώς παραθέτουμε και τις επόμενες προτάσεις :

  • Στο άρθρο 7 κατοχυρώνεται η ισότητα δικαιωμάτων : «Όλοι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου». Ειδικότερα, στη διάταξη του άρθρου 9, η ισότητα δικαιωμάτων επεκτείνεται και στο εν λόγω Σύνταγμα, σε κάθε αλλοδαπό, που θα έλθει και θα κατοικήσει στην Ελληνική Επικράτεια.
  • Στο άρθρο 10 προβλέπεται δικαία διανομή του εθνικού εισοδήματος, ενώ στο άρθρο 20 κατοχυρώνεται το δικαίωμα των Ελλήνων να ιδρύουν καταστήματα φιλανθρωπίας και να εκλέγουν διδασκάλους για την εκπαίδευσή τους.
  • Καταργείται, επίσης, η δουλεία στην Ελληνική Επικράτεια (άρθρο 21). Η διάταξη αυτή, βεβαίως, ήλθε με καθυστέρηση σαράντα οκτώ ετών από τότε, που προβλέφθηκε παρόμοια στη Γαλλία (άρθρο 1 της από 26-08-1789 Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη). Μέτρα επιτακτικά προβλέπει το άρθρο 147, σχετικά με την προνοιακή πολιτική της Κυβέρνησης, όσον αφορά στην εξεύρεση σταθερών πόρων ζωής για τις χήρες και τα ορφανά. Στη διάταξη αυτή, για πρώτη φορά στην ιστορία των επαναστατικών ελληνικών συνταγμάτων, προτείνεται σοβαρά μία σταθερή και ενεργητική μορφή κοινωνικής πολιτικής. Και μέχρι σήμερα οι ανάλογες προνοιακές πολιτικές είχαν και έχουν αποσπασματικό και παθητικό χαρακτήρα.
  • Τέλος, στο άρθρο 148 του Συντάγματος του 1827, συμπληρώνεται η οφειλόμενη κοινωνική πολιτική της Κυβέρνησης για τους υπέρ της Ελλάδας προφανώς δυστηχήσαντες: «Η Κυβέρνηση χρεωστεί μετά την αποκατάστασιν των ελληνικών πραγμάτων να αντιβραβεύση ….. και να ανταμείψη τους προφανώς υπέρ αυτής δυστυχήσαντας». 28

Για την προαναφερθείσα αναστολή της ισχύος του Πολιτικού Συντάγματος της Τροιζήνας, με ψήφισμα της Βουλής, έγινε επίκληση των «δεινών της πατρίδος περιστάσεων». Βεβαίως, για τον Καθηγητή Αριστόβουλο Μάνεση, η αναστολή αυτή μεταφράζεται σε κατάλυση του Συντάγματος, δηλαδή σε πραξικόπημα. Με αυτό τον τρόπο, συνεχίζει ο Καθηγητής, ο Κυβερνήτης άσκησε την κρατική εξουσία ως δικτάτορας μέχρι της δολοφονίας του.

Από νομικής και κοινωνικής πλευράς επιβάλλεται να διερευνηθεί γιατί το προοδευτικό και πρωτοποριακό δημοκρατικό αυτό συνταγματικό κείμενο δεν ευοδώθηκε. Κατ’ αρχήν, πρακτικώς, η εφαρμογή του χρειαζόταν κατάλληλη υποδομή και η οποία δεν υπήρχε. Ειδικότερα, επί παραδείγματι, μπορεί να υποστηριχθεί το γεγονός, ότι η απονομή της δικαιοσύνης δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί ικανοποιητικώς, τόσο γιατί δεν υπήρχαν επαρκή δικαστήρια ή αυτά που υπήρχαν δεν λειτουργούσαν κανονικά, όσο και γιατί δεν είχε θεσμοθετηθεί αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών.

Επίσης, γίνεται δεκτό στη θεωρητική ανάλυση, αλλά και στην ουσιαστική προσέγγιση του θέματος, ότι η ιεράρχηση των αναγκών των ελλήνων για δημοκρατία και ελευθερία ερχόταν σε δεύτερο, ίσως, επίπεδο, αφού κυριαρχούσε η αδήριτη υπέρ – ανάγκη για την ίδια την επιτυχία της Επανάστασης. Και η επιτυχία αυτή θα στηριζόταν αποκλειστικά σε μία ισχυρή Κεντρική Εξουσία, και η οποία δεν υπήρχε. Διότι μόνο αυτή θα συντελούσε στην εδραίωση της Επανάστασης και μόνο αυτή θα διασφάλιζε την εφαρμογή του Συντάγματος.

 

Το ηγεμονικό σύνταγμα της 15-03-1832

 

Την 11-07-1829 αρχίζει τις εργασίες της στο Άργος, η Τετάρτη Εθνική Συνέλευση και της οποίας οι εργασίες έληξαν την 06-08-1829. Με το Β΄ ψήφισμά της (22-07-1829), η Εθνική Συνέλευση επικύρωσε την από 18-01-1829 ως άνω Πράξη της Βουλής για αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας και ταυτοχρόνως αντικατέστησε το Πανελλήνιο με τη Γερουσία και ανέθεσε στην Κυβέρνηση να συντάξει σχέδιο Συντάγματος. Αυτό βέβαια σημαίνει, ότι η Εθνική Συνέλευση έδωσε την έγκρισή της για την πολιτική του Καποδίστρια. Αλλά ο Κυβερνήτης δολοφονείται την 27-09-1831. Τη δολοφονία του Κυβερνήτη ακολούθησε μία ταραχώδης περίοδος εμφυλίου πολέμου και αναρχίας, που τελείωσε με την άφιξη στην Ελλάδα του Όθωνα (την 18-01-1833 έφθασε ο Όθων στην Ελλάδα, ενώ την 25-01-1833 αποβιβάσθηκε στο Ναύπλιο).

Αυγουστίνος Καποδίστριας

Την 05-12-1831, μέσα στο παραπάνω κοινωνικο-πολιτικό κλίμα, αρχίζει τις εργασίες της στο Άργος, η Πέμπτη Εθνική Συνέλευση, ενώ ο Αυγουστίνος Καποδίστριας αναλαμβάνει «Πρόεδρος της Ελληνικής Κυβέρνησης». Λόγω όμως των ταραχών, που άρχισαν να εμφανίζονται στο Άργος, η Συνέλευση συνέχισε τις εργασίες της πρώτα στο Ναύπλιο και μετά σε ένα προάστιο αυτού, που ονομαζόταν Πρόνοια.

Η Πέμπτη Εθνική Συνέλευση, αφού ανέθεσε τη «νομοτελεστική εξουσία» στον Αυγουστίνο Καποδίστρια, εψήφισε την 15-03-1832 το «Ηγεμονικόν» ή «Βασιλικόν» Σύνταγμα, το οποίο αποτελείτο από 294 άρθρα, επτά κεφάλαια, μία Προσθήκη και «Επισυναπτόμενα εις το Σύνταγμα». Ενώ το Σύνταγμα αυτό ουδέποτε ετέθη σε εφαρμογή, η Ε΄ Εθνική Συνέλευση αμφισβητήθηκε ως προς τη νομιμότητα της συγκρότησής της.

Εν τω μεταξύ, υπήρξαν δύο Κυβερνήσεις· μία στο Ναύπλιο και μία στην Περαχώρα. Ενώπιον αυτής της πολιτικής κατάστασης ο Αυγουστίνος Καποδίστριας αναγκάσθηκε να παραιτηθεί (28-03-1832). Έτσι, η Γερουσία εξέλεξε, τελικώς, επταμελή Επιτροπή, η οποία με τη σειρά της, συνεκάλεσε στο Άργος (28-03-1832) τη Τετάρτη κατά συνέχεια των Ελλήνων Συνέλευση. Η Συνέλευση 29 αυτή, μετέβη, την 14-07-1832, στο Ναύπλιο και κατόπιν στην Πρόνοια, για να κυρώσει με το από 27-07-1832, Δεύτερο Ψήφισμά της την εκλογή του Πρίγκηπος Όθωνος ως Μονάρχη του ελληνικού κράτους, του οποίου την εκλογή, βεβαίως, είχε αποφασίσει, την 07-05-1832, η συνελθούσα στο Λονδίνο Διάσκεψη των «προστάτιδων» μεγάλων Δυνάμεων. 30

Το Ηγεμονικό Σύνταγμα του 1832, επανέρχεται, πάλι, στο επίσημο δίκαιο, που είχαν αποδεχθεί οι προηγούμενες τρεις πρώτες επαναστατικές Συνελεύσεις, θεσπίζοντας, κατά κάποιο τρόπο την προσωρινότητα του ισχύοντος δικαίου έως ότου δημοσιευθούν οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 118 του ίδιου Συντάγματος Κώδικες (Πολιτικού, Εγκληματικού και Δικαστικού).

Το Σύνταγμα αυτό προέβλεπε, στο άρθρο 53, κληρονομικό ανώτατο άρχοντα: «Η Ελληνική Επικράτεια είναι Ηγεμονία διαδοχική, Συνταγματική και Κοινοβουλευτική, ενεργουμένου του πολιτικού Κράτους αντιπροσωπευτικώς υπέρ του Έθνους υπό διαφόρων Αρχών».

Ενώ το Σύνταγμα της Τροιζήνας (1827) ήταν πρότυπο για τα Συντάγματα της Γαλλίας (1830) και του Βελγίου (1831), 31 το Ηγεμονικό Σύνταγμα, αντιστρόφως, είχε ως πρότυπα τα δύο αυτά αλλοδαπά Συντάγματα. Αυτό σημαίνει, βεβαίως, ότι πιθανόν το Ηγεμονικό Σύνταγμα να δέχθηκε, εμμέσως, ορισμένες επιδράσεις, μέσω των εν λόγω αλλοδαπών συνταγματικών κειμένων, από το Σύνταγμα της Τροιζήνας. Γίνεται, επίσης, μία προσπάθεια στο κείμενο του Συντάγματος του 1832 να συνδυασθεί, στο μέτρο που μπορεί αυτό να εννοηθεί, ως συμβατό, με πολιτικούς και κοινωνικούς όρους, το μοναρχικό πολίτευμα με τις αρχές της δημοκρατίας και του φιλελευθερισμού.

Στο επίπεδο των διατάξεων του Ηγεμονικού Συντάγματος, με κοινωνικό χαρακτήρα, που να ανήκουν στο γνωστικό χώρο του συστήματος του κοινωνικού κράτους και έστω υποτυπωδώς στο πεδίο των κοινωνικών δικαιωμάτων, θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε τα επόμενα:

Στο Κεφάλαιο Β΄ και στην παράγραφο 4, εντοπίζονται έξι άρθρα με έντονο το στοιχείο της κοινωνικής πολιτικής, εντάσσοντας, θεωρητικώς, το περιεχόμενό της στον ευρύτερο επιστημονικό τομέα της Εφαρμοσμένης Κοινωνιολογίας. 32 Στο άρθρο 27 διασφαλίζεται, ρητώς, η ισότητα δικαιωμάτων. Πρέπει, όμως, εδώ να υπογραμμισθεί, ότι δεν υπάρχει άλλη μνεία σε διάταξη του εν λόγω Συντάγματος, που να αναγνωρίζει ισότητα δικαιωμάτων και στους αλλοδαπούς, που κατοικούν στην Ελλάδα, όπως αυτό γίνεται στα προηγούμενα επαναστατικά συντάγματα.

Ενώ, επίσης, τα προηγούμενα Συντάγματα αναφέρονται σε μία δίκαιη κατανομή του εθνικού πλούτου, το εν λόγω Σύνταγμα (άρθρο 28), θεωρητικά μόνον αναγνωρίζει το δικαίωμα στους Έλληνες για απόκτηση αγαθών, χωρίς, φυσικά, να προσδιορίζεται η δυνατότητα, ο τρόπος και η υποχρεωτικότητα της πολιτείας για δίκαια συμμετοχή στη διανομή του εισοδήματος.

Στο άρθρο 29, διασφαλίζεται το αξιολογικό κριτήριο για τη κατάληψη δημόσιας επαγγελματικής θέσης, επαναλαμβάνοντας σχετική διάταξη των προηγούμενων επαναστατικών Συνταγμάτων. Ωσαύτως, και η αρχή της αναλογικότητας στα δημόσια βάρη προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 30.

Όμως το άρθρο 31 συμπληρώνει το πεδίο εφαρμογής της συμμετοχής των κατοίκων της Επικρατείας στις εισπράξεις των εθνικών δικαιωμάτων: «Αι εισπράξεις των εθνικών δικαιωμάτων τάσσονται εις όλους τους κατοίκους της Επικρατείας ομοιοτρόπως, γινόμεναι δικαίως».

Τέλος, με άρτια και αυστηρώς νομική διατύπωση αρθρώνεται η κοινωνιολογική βούληση του συντακτικού νομοθέτη, στο άρθρο 36, προκειμένου, να καταργήσει, τελείως, την έννοια της ανθρώπινης δουλείας: «Εις την Ελληνικήν Επικράτειαν ούτε πωλείται ούτε αγοράζεται άνθρωπος· αργυρώνυτος δε, ή δούλος παντός γένους και πάσης θρησκείας, άμα πατήσει την Ελληνικήν γην, είναι ελεύθερος και από τον δεσπότην αυτού ακαταζήτητος».

 

Υποσημειώσεις


1 Η ρύθμιση της αρχής του Κράτους Δικαίου, δεν περιορίζεται μόνον στην τυπική μορφή (τυπικό Κράτος Δικαίου), δηλαδή στη διασφάλιση ορισμένης διαδικασίας, αλλά και στην αναζήτηση εγγυήσεων ουσιαστικής δικαιοσύνης (ουσιαστικό Κράτος Δικαίου). Βλ. Αθανάσιο Δερβέναγα, Σύγχρονοι προβληματισμοί πάνω στο ελληνικό Σύνταγμα, εκδ. Π. Σάκκουλα, Αθήνα 1981, σελ. 46.

2 Γενικά περί ισότητας και ιδιαίτερα για την κοινωνική ισότητα βλέπε Μάρδας Γ.Δ., Η κοινωνική δικαιοσύνη στον Αριστοτέλη και τη νεότερη εποχή, στα Πρακτικά του έκτου πανελληνίου Συνεδρίου της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Χαλκιδικής «Ο Αριστοτέλης και η σύγχρονη εποχή», Ιερισσός 2001, σελ. 239 – 249.

3 Σήμερα, η αρχή της ισότητας καθιερώνεται με το άρθρο 4 §§ 1,2,4 και 7 του Συντάγματος 1975 – 1986 – 2001, όπου, μεταξύ των άλλων αναγράφεται: «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου».

4 Δερβέναγας Αθαν., ό.π., σελίδες 108 – 109.

5 Κονιάδης Ξ., Η ρητή συνταγματοποίηση της αρχής του Κοινωνικού Κράτους και η σημασία της εν όψει της εμβάθνσης της ευρωπαϊκής ενοποίησης, στο έργο «Μελέτες Κοινωνικού δικαίου και κοινωνικής πολιτικής», Ε.Ε.Κ.Α., εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2002, σελ. 193.

6 Κονιάδης Ξ., ο.π., σ. 195.

7 Κατρούγκαλος Γ., Η αγωγιμότητα των θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων: μία ανασκόπηση των πρόσφατων διεθνών τάσεων, στο έργο «Μελέτες Κοινωνικού Δικαίου και Κοινωνικής Πολιτικής», εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2002, σελ. 155.

8 Αμίτσης Γ., Αρχές οργάνωσης και λειτουργίας του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2001, σελ. 57 – 62.

9 Βεβαίως και προς το τέλος του καλοκαιριού του 1821, σχεδόν όλος ο επαναστατημένος ελληνισμός προσέβλεπε με πίστη και αγωνία στη συγκρότηση ενιαίας κρατικής εξουσίας.

10 Βώρος Φ. Κ. και άλλοι, Θέματα νεότερης και σύγχρονης ιστορίας από τις πηγές, εκδ. Ο.Ε.Δ.Β., Αθήνα 1994, σελ. 87. Η εκλογή των αρχόντων (δημογερόντων ή διοικητών κοινοτήτων) γινόταν άμεσα ή έμμεσα μεταξύ αυτών που ανήκαν στην ανώτερη τάξη. Ενώ λοιπόν το δικαίωμα να εκλέγεσθαι δεν αφορούσε όλους τους κατοίκους, το δικαίωμα του εκλέγειν ανήκε σε όλους.

11 Πανταζόπουλος Ν., Από της «λογίας» παραδόσεως εις τον Αστικό Κώδικα, εκδόσεις Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1965, σελ. 89 και 128.

12 Μάνεσης Αριστ., Συνταγματικόν Δίκαιον (παραδόσεις), Θεσσαλονίκη, σελ. 142.

13 Κορδάτος Ι., Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, εκδόσεις 20ος αιώνας, Αθήνα 1957, σελ. 364.

14 Την 01-12-1821, συγκαλείται στο Άργος νέα Συνέλευση είκοσι τεσσάρων Πελοποννησίων πληρεξουσίων. Η Συνέλευση αυτή αποφασίζει τη σύσταση νέας τοπικής Αρχής της Πελοποννήσου, δηλαδή της Πελοποννησιακής Γερουσίας. Ο Οργανισμός αυτής της Αρχής θα επικυρωθεί, τον ίδιο μήνα (27-12-1827), στη Νέα Επίδαυρο.

15 Οι δυνάμεις αυτές ήταν συνέχεια της Ιεράς Συμμαχίας, που ιδρύθηκε την 26-09-1815, αμέσως μετά το Συνέδριο της Βιέννης (από 01-10-1814 έως 09-06-1815), όπου έλαβαν μέρος οι μεγάλες Δυνάμεις, που εσήκωσαν το βάρος των Ναπολεοντίων Πολέμων, καθώς και τα κράτη που εδεινοπάθησαν.

16 Σπένζος Σ.Π., Παραδόσεις εφαρμοσμένης πολιτικής οικονομίας, εκδόσεις Σ.Σ.Ε., έκδοση Γ΄, αναθεωρημένη 1985, ανατύπωση 1992, Αθήνα, σελ. 13 – 41.

17 Θωμόπουλος Ε.Γ., Περί των κοινωνικών δικαιωμάτων του ανθρώπου, Αθήναι 1973, σελ. 4 – 29.

18 Είναι σημαντικό να σημειωθεί, ότι το Ε΄ ψήφισμα της Επαναστατικής Εθνοσυνέλευσης του 1843 παρέπεμπε στις ως άνω διατάξεις των Συνταγμάτων της Επιδαύρου και του Άστρους ορίζοντας «ως πρώτιστον χρέος να ευρεθή σταθερός πόρος ζωής εις τας χήρας και τα ορφανά των υπέρ πατρίδος πεσόντων στρατιωτών».

19 Σχετικά βλέπε τα Συντάγματα: 1844 (άρθρο 3 § 1), 1864 (άρθρο 3 § 1), 1911 (άρθρο 3, εδαφ. 1), 1925 (άρθρο 5 § 1), 1927 (άρθρο 6 § 1), 1952 (άρθρο 3 § 1) και 1975 – 1986 – 2001 (άρθρο 4 §§ 1 και 5).

20 Αν και η εφαρμογή της αρχής του κοινωνικού κράτους εντοπίζεται χρονικά σε πολύ παλαιά χρόνια (επί βασιλείας Χαμουραμπί στη Βαβυλωνία), θεσμικά αναγνωρίζεται διεθνώς μόνον στα τελευταία χρόνια. Συγκεκριμένα, στην Ελλάδα μόνον στα Συντάγματα των ετών 1827, 1844 (εμμέσως) και 1927 γίνεται διατύπωση παρόμοιων κοινωνικών διατάξεων, ενώ στο ενισχύει σήμερα Σύνταγμα αναγνωρίζονται, πλέον, κοινωνικά δικαιώματα.

21 Μάνεσης Αριστοβ., ό.π., σελ. 151.

22 Η εμφύλια διαμάχη έληξε στα τέλη του 1824, με αποτέλεσμα το μεν Σύνταγμα του Άστρους να μην εφαρμοσθεί, η δε παρέμβαση των ξένων «προστάτιδων Δυνάμεων» να γίνεται πιο συστηματική στην πολιτική ζωή της Ελλάδας. Η ακολουθήσασα δε εμφύλια σύρραξη κάμφθηκε με την κατάληψη του Μεσολογγίου (16-04-1826) από τους Τουρκοαιγυπτίους. Στο διάστημα δε αυτό των εντάσεων (1825 – 1826), οι πολιτικές δυνάμεις, δημιούργησαν τρία κόμματα: το γαλλικό (Κώνης). Τα κόμματα αυτά θα κυριαρχούν στο πολιτικό γίγνεσθαι της Ελλάδας από τα πρώτα βήματα του ελεύθερου πολιτικού κράτους έως τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853 – 1856).

23 Προηγουμένως όμως, την 25-09-1825, η Κυβέρνηση είχε εκδώσει προκήρυξη για να συνέλθουν οι εκπρόσωποι, τα Χριστούγεννα, στο Άργος. Όμως, αργότερα, ορίσθηκαν τα Μέγαρα για τη Συνέλευση και τελικώς οι αντιπρόσωποι άρχισαν να συρρέουν στην Πιάδα (Νέα Επίδαυρο).

24 Τρικούπης Σπ., Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, εκδ. Γιοβάνη, Τ.Δ΄., Αθήνα 1968, σελ. 114 – 129. Η παρέμβαση αυτή, κατά τον συγγραφέα, είχε ως έρεισμα την προσπάθεια των άγγλων για αποκατάσταση της διασαλευθείσας ομόνοιας μεταξύ των Ελλήνων.

25 Για το διάστημα από 11-07-1829 έως 06-08-1829 ορίζεται το Άργος ως πρωτεύουσα της Ελλάδας, ενώ τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, το Ναύπλιο γίνεται η πρωτεύουσα της χώρας.

26 Μάνεσης Αριστ., ό.π., σελ. 151.

27 Παρόμοια σε πληρότητα διάταξη, για τα ελληνικά συνταγματικά δεδομένα, εμφανίζεται μετά εκατό έτη, στο Σύνταγμα του 1927 και συγκεκριμένα στο άρθρο 2, που ορίζει : «Το Ελληνικόν Κράτος είναι Δημοκρατία. Άπασαι οι εξουσίαι πηγάζουν από το Έθνος, υπάρχουν υπέρ αυτού και ασκούνται καθ’ ον τρόπον ορίζει το Σύνταγμα». Δηλαδή, η νέα διάταξη που εισαγάγει το Σύνταγμα του 1927, είναι αυτή που αναφέρεται στον τρόπο άσκησης της εξουσίας.

28 Μαυριά Κ. και Παντελή Α., Συνταγματικά κείμενα – Ελληνικά και ξένα, εκδ. Α.Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1990, σελ. 54.

29 Η Συνέλευση, επίσης, θέλησε να καταρτίσει «μοναρχικό» Σύνταγμα για τη «διασφάλιση των δικαιωμάτων και του θρόνου του λαού». Όμως την 10-08-1832 η Συνέλευση διαλύθηκε βιαίως από στρατιώτες και ιδιώτες.

30 Η Σύμβαση του Λονδίνου της 07-05-1832 όριζε, ότι η Ελλάδα θα είναι κράτος Μοναρχικό και ανεξάρτητο, με Μονάρχη τον Όθωνα, δευτερότοκο γιο του Βασιλέα της Βαυαρίας Λουδοβίκου. Αργότερα, την 30-08-1832 υπογράφεται στο Λονδίνο Πρωτόκολλο, με το οποίο οριστικοποιούνται τα σύνορα της Ελλάδας και ταυτόχρονα απορρίπτονται τα αιτήματα των Κρητικών και των Σαμίων για ένωση με την Ελλάδα.

31 Σαφώς επηρεασμένες είναι, μεταξύ των άλλων, οι διατάξεις των άρθρων  6, 13, 17 και 25.

32 Βεβαίως, αρκετές διατάξεις από τα άρθρα αυτά έχουν αναλυθεί σε προγενέστερο κεφάλαιο, που αναφέρεται στη συγκριτική διερεύνηση των τριών επαναστατικών Συνταγμάτων.

 

Γεώργιος Δημ. Μάρδας

Λέκτορας Πανεπιστήμιου Μακεδονίας

Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών

Πρακτικά Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», 5-7 Νοεμβρίου 2004, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Άργος, 2009. 

 

 Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Η Εκκλησία του Άργους τον 19ον αιώνα – Γενική θεώρηση. Υπό του Αρχιμανδρίτου Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη. Πρακτικά Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», 5-7 Νοεμβρίου 2004, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Άργος, 2009. 


 

Εισαγωγικά – Η Εκκλησία του Άργους εις τον απελευθερωτικό αγώνα – Περίοδος Εκκλησιαστικών Τοποτηρητών – Η εκκλησιαστική κατάσταση του Άργους επί Καποδίστρια (1828 –1831) – Αντίκτυπος εις το Άργος της εκκλησιαστικής πολιτικής του Όθωνος – Η Εκκλησία του Άργους μετά την, εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος – Συμπεράσματα

 

1. Εισαγωγικά

 

Ο 19ος αιώνας, συνδέεται με πρόσωπα και γεγονότα, εξόχως σημαντικά για την εκκλησιαστική ιστορία του Άργους. Την περίοδο αυτή, ως γνωστόν, έγινε ο υπό των Ελλήνων εθνικός αγώνας (1821 –1827) και η αποτίναξη της Τουρκικής κυριαρχίας, όπου εκκλησιαστικά πρόσωπα του Άργους, διεδραμάτισαν πρωτεύοντα ρόλο [1] και η Αργολίδα απετέλεσε την πρώτη ελεύθερη γωνία της Ελληνικής γης.

Εδώ κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, έλαβαν χώρα οι πολιτικές διεργασίες για τη συγκρότηση του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους. Σε ναούς του Άργους ορκίστηκαν οι πληρεξούσιοι της Α΄ (1821), της Δ΄ (1829), και της Ε΄ (1831) Εθνοσυνελεύσεως [2], ενώ στις εκλογές για την ανάδειξη των εκπροσώπων της Δ΄ Εθνοσυνελεύσεως του Άργους είχαν  σημαντικό ρόλο οι εφημέριοι των ενοριών [3]. Εις την Αργοναυπλία εφαρμόστηκε και ο ιδιάζων θεσμός της εκκλησιαστικής τοποτηρητείας.

Τον Ιανουάριο του 1823, το γειτονικό Ναύπλιο προσδιορίζεται ως η πρώτη Πρωτεύουσα του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους [4], όπου θα λαμβάνονταν καίριες αποφάσεις επί Κυβερνήτου Καποδίστρια και Βασιλέως Όθωνος και για τα εκκλησιαστικά ζητήματα. Εις το Ναύπλιο συνήλθαν και οι αρχιερείς, οι οποίοι, δια πρωτοκόλλου της 15ης Ιουλίου 1833, ανεκήρυξαν μονομερώς την ανεξαρτησία της εν Ελλάδι Εκκλησίας από του εν Κωσταντινουπόλει Οικουμενικού Πατριαρχείου, μετά του οποίου εις το εξής υφίσταται μόνο πνευματικός δεσμός [5].

Αφού λοιπόν, όλα αυτά είχαν ως επίκεντρο την Αργολίδα, μπορούμε να εννοήσουμε, πόσο σπουδαία είναι τα εκκλησιαστικά πρόσωπα και γεγονότα του Άργους της περιόδου εκείνης για την εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος. Είναι όμως απαραίτητο να διευκρινίσουμε, ότι ο διαχωρισμός της Εκκλησίας του Άργους απ’ αυτήν του Ναυπλίου, γίνεται μόνο προς εξυπηρέτηση των αναγκών του θέματος της παρούσης μελέτης. Διότι, το Άργος δεν αποτελεί χωριστή εκκλησιαστική περιφέρεια, αλλά υπήρχε πάντοτε ομού μετά του Ναυπλίου με τη γνωστή κοινωνική, πολιτική και εκκλησιαστική άμιλλα ή ενίοτε και αντιπαλότητα [6].

 

2. Η Εκκλησία του Άργους εις τον απελευθερωτικό αγώνα

 

α. Κληρικοί εις τον εθνικό αγώνα

 

Οι κληρικοί εις το Άργος έδωσαν δυναμικό παρόν κατά την εθνεγερσία για την αποτίναξη της Τουρκικής κυριαρχίας. Εξέχουσα μορφή απεδείχθη ο από το 1810 έως το 1821 μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου Γρηγόριος Καλαμαράς [7]. Μυήθηκε εις την Φιλικήν Εταιρείαν το 1819 υπό του ηγουμένου της μονής του Βράχου Κορινθίας, Δανιήλ Παμπούκη [8], αδελφού του διδασκάλου Νικηφόρου Παμπούκη. Είχε αλληλογραφία με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και μυστική επαναστατική δραστηριότητα. Την 5η Ιουνίου 1821 συνυπέγραψε το σωζόμενο στα αρχεία της ιστορικής και εθνολογικής εταιρείας «συνυποσχετικόν των Αρχιερέων της Πελοποννήσου», το οποίο αποτελεί ένορκη συμφωνία για κοινή συνεργασία των συνυπογραφόντων αρχιερέων υπέρ της πατρίδος. Ο Γρηγόριος Καλαμαράς κλήθηκε με άλλους προκρίτους και επισκόπους εις την Τρίπολη κατά τις παραμονές της εθνεγερσίας και κλείστηκε εις τις φυλακές, όπου και πέθανε απ’ τις κακουχίες στις 19 Σεπτεμβρίου 1821.

Κατά το διάστημα του αγώνα, πεθαίνει εις το Άργος συνεπεία τύφου, ο Έλους Άνθιμος, ο οποίος ετάφη στον ιερό ναό του Τιμίου Προδρόμου [9]. Ο αρχιμανδρίτης Νεόφυτος Βάμβας εμψυχώνοντας τους βουλευτές, που συσκέπτονταν εις το Άργος υπό τον Δημήτριον Υψηλάντην, του είπε: «έξελθε και εγώ κρατών τον σταυρόν προπορεύομαι κηρύττων: όστις είναι χριστιανός και πιστός Έλλην, ας ακολουθεί…» [10].

Εις την Φιλικήν Εταιρείαν, έχουν συνταχθεί με μεγάλη προσφορά εις τον αγώνα, ο αρχιδιάκονος του μητροπολίτου Ναυπλίου και Άργους Γρηγορίου, Αθανάσιος Σολιώτης [11] και ο εφημέριος Αχλαδοκάμπου παπά-Κωνσταντής [12]. Περί του Αθανασίου Σολιώτου παρατηρεί ο Φωτάκος ότι ενώ ο Γρηγόριος Καλαμαράς πέθανε στη φυλακή, «ο αρχιδιάκονος αυτού Αθανάσιος έμεινεν έξω και έκαμε θαύματα, διότι συνέδραμεν εξ ιδίων την πολιορκίαν του Ναυπλίου και με την προσωπικήν του ικανότητα ήταν εμπρός, ενθαρρύνων τους στρατιώτας» [13].

Παπαρσένιος Κρέστας. Οπλαρχηγός του Κρανιδίου.

Πρέπει να αναφερθεί και ο ηρωικός ηγούμενος της μονής Ζωοδόχου Πηγής Κοιλάδας Αρσένιος Κρέστας που γεννήθηκε το 1779 στο Κρανίδι έπεσε ηρωικά το 1822 στα Δερβενάκια, όπου και ετάφη δίπλα στο ναΐσκο του Αγίου Σώζοντος. Ο παπα-Αρσένης, την 25ην Απριλίου 1821, κατά την επιδρομή του Δράμαλη εις την Αργολίδα οχυρώθηκε στη μονή Κατακεκρυμμένης Άργους με πολλές οικογένειες και ελάχιστους αγωνιστές. Και αφού «αντεστάθησαν ευτυχώς τρείς ημέρας…ιδών ότι εξ αιτίας της δίψας αδύνατον ήτον οι έγκλειστοι να ανθέξωσι, τοις είπεν να δεχθώσι αυτάς (τις προτάσεις του Κεχαγιά) και ανοίξωσι τας πύλας την επαύριον. Αυτός δε θα εφρόντιζε περί της ιδίας ασφαλείας του. Τω όντι την νύκτα εξήλθε της μονής ξιφήρης, διέσχισε τους πέριξ εχθρούς και διεσώθη αβλαβής εις τους Μύλους» [14], αποσπώντας το θαυμασμό των συναγωνιστών του. Είναι γνωστός και για τη συμμετοχή του στην πολιορκία του Ναυπλίου. Στην κηδεία του ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είπε: «Η Ελλάδα μας έχασε έναν εξαίρετο πολεμιστή και έναν ενάρετο κληρικό» [15].

 

β. Συνδρομή της Εκκλησίας στη μόρφωση των υποδούλων

 

Η Εκκλησία του Άργους συνέβαλλε ποικιλοτρόπως εις την ανόρθωση του μορφωτικού επιπέδου των υποδούλων Ελλήνων. Το πρώτο Ελληνικό σχολείο στο Άργος συνεστήθη [16] στη μονή της Παναγίας Κατακεκρυμμένης, το 1798 με πρωτοβουλία των Περρουκαίων, σε συνεργασία με τον περιηγητή διδάσκαλο Χατζή Αγάπιο Παπαντωνόπουλο από τη Δημητσάνα. Το 1804 είχε πλήθος μαθητών. Εδώ εφοίτησε και ο επίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός, που ύψωσε το λάβαρο της επαναστάσεως του 1821. Σχολάρχης από το 1805 έως το 1821 σχεδόν αδιάκοπα ήταν ο Ησαΐας Καλαράς, απ’ το Αγιονόρι Νεμέας, τον οποίο αποκαλούσαν «σοφολογιώτατον διδάσκαλον». Πριν την επανάσταση, στην Κατακεκρυμμένη οι μοναχοί Ιερεμίας και Ραφαήλ εδίδασκαν τα παιδιά των γύρω χωριών. Το 1813 δίδαξε και ο Νικηφόρος Παμπούκης [17], απ’ τα Καλάβρυτα. Δεν είναι γνωστό το έτος κατά το οποίο μετεφέρθη το σχολείο απ’ τη μονή της Παναγίας εις την πόλη του Άργους.

Επίσης είναι γνωστόν, ότι από τις 10 Αυγούστου 1834 τα βιβλία της μονής Κατακεκρυμμένης, διανεμήθησαν σε διαφόρους δημοσίους φορείς [18].

 

γ. Xρηματικές προσφορές της Εκκλησίας εις τον αγώνα

 

Και χρηματικά ενίσχυσε τον εθνικό αγώνα η Εκκλησία του Άργους. Ο εκάστοτε μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους βαρυνόταν με ετήσια χρηματική υποχρέωση υπέρ της Μεγάλης του Γένους Σχολής. Η εισφορά αυτή από το 1771 ανήλθε σε εκατόν πενήντα γρόσια, αντί των έξι χιλιάδων άσπρων που καταβάλλονταν ετησίως από το έτος 1759 [19].

Κατ’ εφαρμογή του από 5ης Απριλίου 1822 νόμου «περί συνάξεως των χρυσών και αργυρών σκευών των Μοναστηρίων και Εκκλησιών» [20], η Διοίκηση προέβη στη δήμευση των χρυσών και αργυρών σκευών των ναών και μονών προκειμένου να θεραπεύσει τις τότε οικονομικές αντιξοότητες. Συγκεντρώθηκαν τότε 2400 λίτρες ή 800 οκάδες αργύρου, απ’ όπου θα κοβόταν νόμισμα και θα καλύπτονταν ποικίλες ανάγκες. Αλλά διασκορπίστηκαν και κλάπηκαν κατά την εισβολή του Δράμαλη από τη μονή της Κατακεκρυμμένης, όπου φυλασσόταν αυτός ο μικρός θησαυρός και όπου επρόκειτο να λειτουργήσει νομισματοκοπείο [21], το οποίο τελικώς δε λειτούργησε.

Οι ηρωικοί λοιπόν κληρικοί που πήραν μέρος εις τον αγώνα της Παλιγγενεσίας, η συνδρομή της Εκκλησίας στην ανύψωση του μορφωτικού επιπέδου των υποδούλων,  οι εκκλησιαστικές εισφορές προς οικονομική ενίσχυση του εθνικού αγώνα, το γεγονός ότι η Α΄ Εθνοσυνέλευση συνήλθε κατ’ αρχάς εις το ναό του Τιμίου Προδρόμου Άργους [22], καθώς και η ορκωμοσία εις το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άργους, των πληρεξουσίων της Δ΄ και Ε΄ Εθνοσυνελεύσεως, όλα αυτά δείχνουν τη σπουδαιότητα [23] της συνδρομής της Εκκλησίας του Άργους ως σημαντικού παράγοντος του απελευθερωτικού αγώνα και εις τη συγκρότηση του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους.

 

3. Περίοδος Εκκλησιαστικών Τοποτηρητών [24]

 

α. Ιστορική αναγκαιότητα του θεσμού της τοποτηρητείας

 

Με την έναρξη της Ελληνικής επαναστάσεως του 1821 το Άργος, καθώς και οι άλλες εκκλησιαστικές επαρχίες του Οικουμενικού Θρόνου, που βρίσκονταν εις τις εν εξεγέρσει περιοχές της Ελλάδας, αποκόπηκαν διοικητικά από το Πατριαρχείο. Αυτό σήμανε, εκτός των άλλων, απαγόρευση χειροτονιών, εις τις χηρεύουσες εκκλησιαστικές επαρχίες. Την άμεσο διά την συγκυρίαν λύση του προβλήματος, ανέλαβε η Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος δια της τοποθετήσεως τοποτηρητών εις τις χηρεύουσες επισκοπές. Προς τούτο χρησιμοποίησε τους σχολάζοντες ή εμπερίστατους αρχιερείς ή και τους πρωτοσυγκέλλους των οικείων επισκοπών [25], οι οποίοι ζητούσαν αποκατάσταση και θέση εκκλησιαστική εις τη νεοπαγή Ελληνική Επικράτεια, από ευσυνειδησία, αλλά και για να εξασφαλίζουν τα προς το ζην αναγκαία, όπως φαίνεται στο υπ. αριθ. 101/ 14 Μαΐου 1823  έγγραφο του Ανδρούσης Ιωσήφ, Υπουργού της Θρησκείας προς τον πρόεδρον του Εκτελεστικού, όπου διαβάζουμε: «εις έκαστον τμήμα να διορισθή εις αρχιερεύς και εις πεπαιδευμένος εκκλησιαστικός επίτροπος, εκ των οποίων ο μεν αρχιερεύς να ευλογή τον λαόν ιερουργών, όταν προσκαλήται, ίνα πορίζεται και τα προς το ζην, ο δε πεπαιδευμένος εκκλησιαστικός επίτροπος, όχι μόνον να βαστά κατάστιχον των εκκλησιαστικών δικαιωμάτων αναφερόμενος εις το Εθνικόν Ταμείον και να τρέφεται και αυτός, αλλά και να διδάσκη και τον λαόν ήθη χριστιανικά…» [26]. Είναι χαρακτηριστική η από 12 Μαΐου 1832 αίτηση του πρωτοσυγκέλλου Αθανασίου Σολιώτου, εκκλησιαστικού τοποτηρητού Ναυπλίου και Άργους, προς την «επί των Εκκλησιαστικών Γραμματείαν», όπου ζητώντας εκκλησιαστική αποκατάσταση, μεταξύ των άλλων γράφει: «προστρέχω δια της παρούσης μου αναφοράς εις το έλεος της σεβαστής κυβερνήσεως και παρακαλώ θερμώς να ευαρεστηθή να δώση ακρόασιν εις την ταπεινήν μου ικεσίαν και αν γνωρίση ως μήτηρ φιλόστοργος και προστάτις των αδικουμένων ότι έχω και εγώ κανένα μικρόν δικαίωμα, να με αξιώση της προστασίας της. Σεβαστή Κυβέρνησις δεν είναι δίκαιον τα γνήσια τέκνα της Ελλάδος, όπου ηγωνίσθησαν και έπαθον να λιμώττωσιν, οι δε ξένοι και μη έχοντες το παραμικρόν δικαίωμα να κατατρυφώσιν» [27].

 

β. Τριπολική εκκλησιαστική διοίκηση εις Άργος

 

Οι ιστορικές συνθήκες της εποχής διαμόρφωσαν ένα τριπολικό, νόθο σύστημα εκκλησιαστικής διοικήσεως εις την περιοχή του Άργους [28]. Υπήρχε δηλαδή ο πρώην Τριπόλεως Διονύσιος Παρδαλός ως περιοδευτής αρχιερεύς για τις χειροτονίες και τις λοιπές τελετουργικές ανάγκες, υπήρχε ταυτοχρόνως ο πρωτοσύγκελλος Αθανάσιος Σολιώτης ως επιστάτης των οικονομικών υποθέσεων και αμφότεροι  υπάγονταν ως «υπάλληλοι κλάδοι» εις το «ιερόν μινιστέριον της θρησκείας», όπως διαβάζουμε στο υπ. αριθ. 1102/ 17 Απριλίου 1825 έγγραφο [29] του Υπουργού της Θρησκείας προς τον πρώην Τριπόλεως Διονύσιον.

Σαφής είναι η σχετική απόφαση του Βουλευτικού Σώματος: «…ενεκρίθη πρώτον να διορισθώσι καθ’ όλας τας χηρευούσας επαρχίας αρχιερείς, εις το να εκπληρώσι τας αρχιερατικάς τελετάς· δεύτερον, να διορισθώσι και εις επιστάτης εις τας μητροπόλεις, όστις να κρατή κατάστιχον και καθαρόν λογαριασμόν όλων των εισοδημάτων, όπου θέλει συνάζονται» [30] με τη φροντίδα του.

 

γ. Κατάλογος εκκλησιαστικών τοποτηρητών Άργους

 

ΤΟΠΟΤΗΡΗΤΕΣ                              

Ο Πρώην Τριπόλεως Διονύσιος [31] (1824- 1829;)

Ο Πρώην Ηλιουπόλεως Άνθιμος [32] (1829-1832)

Ο Πρώην Μετρών Μελέτιος (1832- 1834)

ΕΠΙΣΤΑΤΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ

Πρωτοσύγκελλος Αθανάσιος Σολιώτης (1822-1824)

Ιεροδιδάσκαλος Νικηφόρος Παμπούκης (1824-1825)

Πρωτοσύγκελλος Αθανάσιος Σολιώτης (1825-1829)

 

δ. Δυσκολίες εις το έργο των εκκλησιαστικών τοποτηρητών

 

Οι κύριες δυσκολίες των εκκλησιαστικών τοποτηρητών ήταν η απείθεια των χριστιανών, κληρικών και λαϊκών και η μη καταβολή των αρχιερατικών δικαιωμάτων [33]. Στο υπ’ αριθ. 927/ 29 Αυγούστου 1823 έγγραφό του, ο Υπουργός της Θρησκείας, Ανδρούσης Ιωσήφ, γράφει μεταξύ των άλλων: «…οι άνθρωποι απεστάτησαν προ πάντων από τον Θεόν αυτών και δια ταύτα έφθασαν εις εσχάτην απείθειαν και ανευλάβειαν και εις εκκλησίας και εκκλησιαστικούς» [34].

Απ’ ότι φαίνεται κύριο αίτιο του φαινομένου αυτού ήταν η αχρηματία και η εμπερίστατος κατάσταση, εις την οποίαν ευρέθησαν ιερείς και χριστιανοί κατά τα έτη του αγώνα. Στην από 22 Ιουλίου 1823 αναφορά του προς τον Υπουργόν της Θρησκείας, σημειώνει ο Αθανάσιος Σολιώτης: «ότι από την μεγάλην ακαταστασίαν του τόπου και της φατρίας εκάστου των χωρίων και δια τα μέγιστα βάσανα οπού σχεδόν δοκιμάζουν όλοι ενταύθα εξαιτίας του περάσματος των στρατευμάτων, μήτε εις κανένα χωρίον επήγα, μήτε αρχιερατικόν δικαίωμα εζήτησα, καθότι δεν έχουν σκοπόν να δώσουν τίποτα…» [35].

 

4. Η εκκλησιαστική κατάσταση του Άργους επί Καποδίστρια (1828 –1831)

 

α. Οικονομική και μορφωτική ένδεια των κληρικών

 

Οι κληρικοί του Άργους, κατά την περίοδο (1827- 1831) της διακυβερνήσεως του Ιωάννου Καποδίστρια αντιμετώπιζαν, καθώς και όλοι οι Έλληνες,  οικονομική στενότητα και μορφωτική ένδεια, όπως πληροφορούμεθα από πηγές εκείνης της εποχής. Ο εκκλησιαστικός τοποτηρητής Άργους, πρώην Ηλιουπόλεως Άνθιμος, σε αναφορά του, με ημερομηνία 17 Φεβρουαρίου 1830, «προς τον ευγενέστατον Γραμματέα των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου εκπαιδεύσεως Κύριον Νικόλαον Χρυσόγελον», γράφει μεταξύ άλλων:

«Η κατά την επιθυμίαν της Σ(εβαστής) ημών Κυβερνήσεως διαγωγή του δυστυχούς Κλήρου ικανού δείται καιρού, Κύριε, καθώς και ικανός καιρός επέφερεν εις αυτόν την αμάθειαν, την κακοήθειαν και την άγνοιαν των καθηκόντων. Μ’ όλον τούτο πλείστοι των Ιερέων της παροικίας μου, εάν και δεν έφθασαν εισέτι να προσαρμοσθώσι καθ’ όλα εις τον ανήκοντα αυτών χαρακτήρα, τουλάχιστον όμως δίδουσι χρηστάς ελπίδας της εντός ολίγου προσαρμόσεώς των. Μ’ όλον ότι εμποδίζει την εις την προσάρμοσιν πρόοδόν των ο κατ’ ανάγκην τρόπος της οικονομίας της ζωής των, ως πρεσβύτεροι, και χρείαν πολλών έχοντες, ως οι λαϊκοί. Εισί δε και τινες των Ιερέων, οι οποίοι συνεγήρασαν τη κακοηθεία, εις τους οποίους ανίσχυρος ο λόγος και η διδασκαλία. Μ’ όλον ότι και αυτοί μετρώτατοι σήμερον των πρώτων αυτών καταχρήσεων, αλλ’ η μετρότης αυτών υπερβολή προς άλλους λογίζεται. Δίκαιον είναι να παύσωσι του ιερουργείν, και ως γέροντες, και ως τοιούτοι· αλλά και τούτο της τυραννικής εποχής αποτέλεσμα, το να έχωσι την Ιεροπραξίαν πόρον αναγκαιότατον της ζωής των.

Αύτη είναι, Κύριε, η κατάστασις του Κλήρου της παροικίας μου· προσθέτω δε εις τούτο την μικράν μου παρατήρησιν· ως προς εκείνα τα εν τη τυραννία, και επομένως εν τη αναρχία, μεγάλη μεταβολή σήμερον, και ήθελε γενή επαισθητή γενικώς, εάν ευρίσκετο εις αυτόν Παιδεία και Πόρος της ζωής έντιμος και ανήκων τω χαρακτήρι του….» [36].

Την 12ην Οκτωβρίου 1830, ο πρώην Ηλιουπόλεως Άνθιμος ζήτησε από τη «Γραμματείαν επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως» τη δωρεάν χορήγηση για τις ενορίες του Άργους εκκλησιαστικών βιβλίων, θεωρώντας κάτι τέτοιο: «τω όντι πατρικόν και φιλόστοργον αποτέλεσμα και προκαταρκτικόν των υπό δυστυχίαν, ως τα πολλά συμβαινουσών παρά του Κλήρου καταχρήσεων» [37]. Είναι ενδιαφέρον, ότι όπως πληροφόρησε απαντητικώς το Υπουργείο: «η Διοικητική Επιτροπή (της Ελλάδος) απεφάσισε να προμηθεύση από Τεργέστης τα αναγκαία δι’ όλας τας Εκκλησίας της Επικρατείας εν γένει (και ότι) εις τοιαύτην περίπτωσιν θέλει γένει φροντίς και διά τας Εκκλησίας του Άργους» [38].

Όσοι προβάλλουν την αμάθεια και οπισθοδρομικότητα των ιερωμένων της εποχής εκείνης, θα πρέπει να μη λησμονούν, ότι οι ιερείς ήταν ολιγογράμματοι εν μέσω αγραμμάτων. Οι κληρικοί αξιολογούμενοι με τα μέτρα της κοινωνίας όπου ζούσαν, ήταν φορείς συντηρητισμού, εν μέσω συντηρητικής πάντως κοινωνίας. Το κύρος τους μειώθηκε [39], κυρίως μεταξύ των ολίγων εγγραμμάτων και πληροφορημένων περί της γενικευμένης αμφισβήτησης, που επέφεραν οι ιδέες της Γαλλικής επανάστασης.

 

β. Ρόλος των κληρικών εις την Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους (1829)

 

Πάντως, οι κληρικοί διέθεταν ιερατική συνείδηση και ήταν παράγοντας κοινωνικής συνοχής και σταθερότητας. Γι’ αυτό οι εκλογές για την ανάδειξη των εκπροσώπων της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του Άργους (1829), έγιναν σε κάθε ενορία με διαφωτιστική ομιλία του εφημερίου, ο οποίος κοινοποιούσε και κατάλογο με τα ονόματα των υποψηφίων εκπροσώπων. Κατόπιν κάθε ψηφοφόρος ορκιζόταν στο Ευαγγέλιο, ότι θα ενεργήσει κατά συνείδηση και ψήφιζε [40]. Οι πληρεξούσιοι που προέκυψαν ορκίστηκαν εις το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άργους και η Δ΄ Εθνοσυνέλευση συνήλθε εις το αρχαίο θέατρο της πόλεως. Οι πληρεξούσιοι της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης ορκίστηκαν επίσης εις το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ενώ οι συνεδριάσεις έγιναν εις το υπό του Καποδίστρια ιδρυθέν, σημερινό Α΄ Δημοτικό Σχολείο Άργους [41], εις το κέντρο της πόλεως.

 

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου του Άργους όπου διεξάγονταν οι εργασίες της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως. Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

γ. Ο ναός του Τιμίου Προδρόμου Άργους

 

Η σημερινή εκκλησία του Τιμίου Προδρόμου Άργους άρχισε να κτίζεται μετά το 1822 και περατώθηκε περί το 1829. Για την αποπεράτωση, εκτός απ’ τους Αργείους προσέφερε χρηματικό βοήθημα και ο Ιωάννης Καποδίστριας. Διαβάζουμε σχετικά στο πρακτικό της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του Άργους: «ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΙΘ΄ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 3, 1829. Ανεγνώσθη έγγραφον της Α.Ε. του Κυβερνήτου της Ελλάδος Ιωάννου Καποδίστρια, προβάλλον να δοθή η άδεια εις την Κυβέρνησιν να δώση χρηματικά βοηθήματα εις την ανεγειρομένην εκκλησίαν της κοινότητος του Άργους, ως και εις την μερικήν επισκευήν του ναού της Παναγίας (το σημερινό νεκροταφείο)»[42]. Η χρηματική δωρεά κατ’ άλλους μεν 3000, κατ’ άλλους δε 20.000 φοίνικες, χορηγήθηκε, όπως επιβεβαιώνεται και από την αφιερωματική μαρμαρίνη επιγραφή επί της δυτικής πλευράς του εξωτερικού τοίχου του ναού. Εκεί διαβάζουμε:

«Η πόλις Αργείων

Τω Ιωάννη Αντ. Καποδίστρια

Ευνοίας ένεκεν τόδε τέμενος

ΑΩΚΘ΄ Μηνί Σεπτ.».

Ο εις την αυτήν θέσιν προηγούμενος ναός ήταν κατά την παράδοση ημιυπόγειος αφιερωμένος εις την αγίαν Παρασκευήν. Ο ήδη υπάρχων ναός του Τιμίου Προδρόμου, χρησίμευε και ως μητροπολιτικός μέχρι το 1865 [43], οπότε εκτίσθη ο ναός του πολιούχου Άργους Αγίου Πέτρου. Όσο χρόνο διετέλει μητροπολιτικός ναός ο του Προδρόμου, τελέστηκαν εδώ, όλες οι επίσημες τελετές και δοξολογίες για την έλευση, ορκωμοσία και ενηλικίωση των βασιλέων Όθωνος και Γεωργίου Α΄.

Ο ναός του Προδρόμου εχρησιμοποιείτο κατ’ εξαίρεσιν και ως νεκροταφείο των εφημερίων, ορισμένων επιτρόπων του ναού, προυχόντων και επιφανών Αργείων. Στον περίβολο του ναού ετάφησαν [44] ο επίσκοπος Έλους Άνθιμος, ο Δανός φιλέλλην ιατρός Jedassen ο οποίος τραυματίσθηκε εις τον Ξεριά κατά την εισβολή (24 Απριλίου 1821) του Κεχαγιάμπεη και πέθανε μετά από λίγες ημέρες, ο Βουτεμβέργιος φιλέλλην λοχαγός Κάρολος φον Λίνσιγκ του οποίου απεκόπησαν τα δύο πόδια από σφαίρα πυροβόλου κατά την έφοδο του Ναυπλίου (3-4 Δεκεμβρίου 1821) την οποία διηύθυνε ο Δημήτριος Υψηλάντης, ο Γερμανός φιλέλλην ιατρός Bolteman κατά το 1822, ο Αμερικανός φιλέλλην George Jarvis [45] , ο οποίος απέθανε, κατά τον Φωτάκον, εις το Άργος το 1828 από τις πληγές και τις κακουχίες του πολέμου και ετάφη εδώ, από το στρατηγό Δημήτριο Τσώκρη με εκκλησιαστικές και στρατιωτικές τιμές. Επίσης εδώ έχουν ταφεί ο στρατηγός Δημήτριος Τσώκρης και όλα τα αποβιώσαντα μέλη του ιστορικού οίκου του, η Ελένη Ανδρέου Καρατζά κόρη του στρατηγού, η οποία απεβίωσε την 21ην Οκτωβρίου 1916 και ο σύζυγός της Ανδρέας Ν. Καρατζάς εκ Πατρών ο οποίος πέθανε την 27ην Μαρτίου 1932, διατελέσας βουλευτής Άργους (1894 –1895 και 1899 -1903) και Δήμαρχος Αργείων (1907 –1914), εις τον οποίο μάλιστα, εκτός των άλλων οφείλεται ο ηλεκτροφωτισμός του Άργους. Σήμερα δείκνυται εις τη ΝΑ πλευράν του ναού, μαρμάρινο μνημείο με την εξής επιγραφή:

ΑΝΑΠΑΥΟΝΤΑΙ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΩΚΡΗΣ

ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ

ΜΑΡΙΓΩ ΣΥΖΥΓΟΣ ΤΟΥ

ΤΑ ΤΕΚΝΑ ΤΩΝ

ΠΗΝΕΛΟΠΗ

ΧΡΗΣΤΟΣ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

ΑΓΓΕΛΙΚΩ

Γ. ΚΑΡΑΤΖΑΣ

ΕΛΕΝΗ ΚΑΡΑΤΖΑ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

Στο ναό του Προδρόμου έχουν ταφεί και άλλοι. Εδώ μετεκομίσθησαν απ’ την Παλαιά Κόρινθο και τα οστά του επισκόπου Κυρίλλου Ροδοπούλου. Εις το ΒΔ μέρος του περιβόλου του ναού ετάφησαν, άνευ νεκρωσίμου ακολουθίας, μέσα σε λάκκο, οι μισοί σφαγέντες το 1833 απ’ τους Γάλλους, Αργείοι.

 

5. Αντίκτυπος εις το Άργος της εκκλησιαστικής πολιτικής του Όθωνος

 

Από της αφίξεως εις Ναύπλιον του Βασιλέως Όθωνος την 25ην Ιανουαρίου 1833, έχουμε εκ μέρους της Αντιβασιλείας ριζοσπαστική ρύθμιση των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Κατά την 15ην Ιουλίου 1833, υπογράφεται εις το Ναύπλιο το πρωτόκολλο για την ανεξαρτησία της Ελληνικής Εκκλησίας από του εν Κωσταντινουπόλει Οικουμενικού Πατριαρχείου, μετά του οποίου εις το εξής αναγνωρίζεται μόνο πνευματικός δεσμός [46]. Το πρωτόκολλο υπογράφει μαζί με άλλους αρχιερείς, υπό την ιδιότητα του εκκλησιαστικού τοποτηρητού Άργους, ο πρώην Μετρών Μελέτιος [47]. Αυτή η διακήρυξη περιεβλήθη και πολιτειακό κύρος με το, από 23 Ιουλίου/ 4 Αυγούστου 1833, Βασιλικό Διάταγμα της Αντιβασιλείας, του Όθωνος [48].

Με το από 16 Δεκεμβρίου 1833 Β.Δ. το Άργος καθώς και η επαρχία Άργους υπήχθησαν διοικητικώς υπό τη μητρόπολη Κορίνθου και όχι υπό τη μητρόπολη Αργολίδος [49]. Έχουμε δηλαδή, μητροπολίτες πλέον και όχι τοποτηρητές. Στο υπ’ αριθ. 820 της 17ης Φεβρουαρίου 1836 έγγραφό του  «προς τον Δήμαρχον Ναυπλίας», ο Νομάρχης Αργολίδος και Κορινθίας αναφέρει, ότι ορισμένοι δημόσιοι φορείς, προφανώς μη έχοντας προσαρμοσθεί στα νέα εκκλησιαστικά δεδομένα, επιγράφουν τα «έγγραφα αυτών “προς την Επισκοπήν” και όχι “προς τον Επίσκοπον” ενώ ο ενεργών είναι αυτός και όχι αφηρημένως η Επισκοπή». Εντέλλεται λοιπόν, του λοιπού να απευθύνονται τα έγγραφα προς τους εκκλησιαστικούς προϊσταμένους, με χρήση μάλιστα της τυπικής προσφωνήσεως Σεβασμιώτατον, «προς αποφυγήν παρατηρήσεων», όπως χαρακτηριστικά καταλήγει [50]. Βλέπουμε δηλαδή, ότι η κρατική διοίκηση  επιθυμεί τη δεοντολογία και διεφύλαττε το κύρος των αρχιερέων.

Η Σύνοδος εξάλλου, προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις καταχρήσεις, που δημιουργούσε η οικονομική ένδεια των κληρικών. Από έγγραφο της 7ης Οκτωβρίου 1835, που έστειλε ο Δήμαρχος Ναυπλίας προς τη Βασιλική Νομαρχία Αργολίδος και Κορινθίας πληροφορούμεθα, ότι με την υπ’ αριθ. 292-570/ 342 εγκύκλιο της 22ας Φεβρουαρίου 1834  «προς τους κατά την Επικράτειαν Σ(εβασμιωτάτους) Μητροπολίτας και Επισκόπους», η Ιερά Σύνοδος εθέσπισε:

«κατά δε τα τυχηρά έκαστος επίσκοπος να λαμβάνη μετά ευχαριστήσεως ό,τι και όσον προσφέρεται προς αυτόν αυτοπροαιρέτως παρά των χριστιανών, ο εστίν, έκαστος επίσκοπος να λαμβάνη διά λειτουργίαν, κηδείαν, μνημόσυνον, ευλογίαν γάμου, αγιασμόν, εγκαινιασμόν Ναού κτλ. ό,τι προσφέρεται προς αυτόν κατά προαίρεση, και δεν συγχωρήται εις αυτόν να ζητήση περισσότερον είτε κατ’ ευθείαν είτε εκ πλαγίου» [51].

Επίσης σε έγγραφο του «κατά την επισκοπήν Αργολίδος Μητροπολίτη» (Κυρίλλου Βογάσαρη) με χρονολόγηση 15 Απριλίου 1835, απευθυνόμενος αυτός «προς τους κατά την επισκοπήν Αργολίδος Αρχιερατικούς Επιτρόπους», ακολουθώντας την υπ’ αριθ. 2764/ 264 εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου, εντέλλεται να επιδειχθεί μεγίστη προσοχή, «ώστε να μη φορολογούνται οι Χριστιανοί παρά των μοναχών ή εφημερίων, εις τους οποίους ηθέλαμεν εμπιστευθή τα άγια ταύτα λείψανα, ούτε να περιφέρωνται από οικίας εις οικίαν, και από αγρού εις αγρόν χωρίς προηγουμένης ημών αδείας» [52]. Σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο, πρόκειται για τα προερχόμενα «εκ των διαλυθέντων Μοναστηρίων άγια λείψανα».

Ως γνωστόν, με το Βασιλικό Διάταγμα της 25ης Σεπτεμβρίου 1833 [53], διαλύθηκαν τετρακόσιες δέκα έξι μονές, που είχαν λιγότερους από έξι μοναχούς, τα δε ιερά τους κειμήλια και λοιπά τιμαλφή παραδόθηκαν «εις τας ανηκούσας Δημοτικάς αρχάς» [54].  Αυτό, είχε οξύνει τα πνεύματα και εις το Άργος. Γι’ αυτό άλλωστε, αλλά και λόγω των διοικητικών και οικονομικών προνομίων που απολάμβανε η πρωτεύουσα Ναύπλιο, ο Νομάρχης Αργολίδας και Κορινθίας για τα κοσμικά βιβλία της διαλυμένης μονής Κατακεκρυμμένης (κλασικοί συγγραφείς, λεξικά, σχολικά) γνωμοδότησε και παρεκάλεσε να μη φύγουν απ’ την πόλη, αλλά να δοθούν στο Δημοτικό Σχολείο Άργους «επί μετριωτάτη τιμή» [55], παρ’ ότι η «επί των Εκκλησιαστικών κτλ. Γραμματεία της Επικρατείας», προχώρησε τελικώς με γνώμονα τους δικούς της συνολικούς σχεδιασμούς [56].

Δια του από 16/ 28 Δεκεμβρίου 1841 Β.Δ. η μητρόπολη Κορίνθου – Άργους, καθώς και η μητρόπολη Αργολίδος συγχωνεύθηκαν σε μία, τη μητρόπολη Κορίνθου και Αργολίδος υπό τον μητροπολίτην Κύριλλον Βογάσαρην. Αποθανόντος του Κυρίλλου το 1842, με το από 18/ 30 Δεκεμβρίου 1842 Β.Δ. η επισκοπή Ύδρας συνεχωνεύθη εις την της Αργολίδος και Κορινθίας με τον τίτλο «επισκοπή Κορινθίας και Αργολίδος», υπό τον από Ύδρας Γεράσιμον Ράλλην (Σπανόν), αποθανόντα το 1843, οπότε η εκκλησιαστική διοίκηση περιέρχεται εις Γενικήν Εκκλησιαστικήν Επιτροπήν. Αυτές οι συγχωνεύσεις γίνονταν, διότι η Σύνοδος είχε ανακηρύξει μονομερώς το αυτοκέφαλο της Ελληνικής Εκκλησίας και δεν ήθελε να προβεί σε εκλογές αρχιερέων, έως ότου το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποδεχθεί αυτή την ενέργειά της, για να μη θεωρηθεί ως εντελώς αυθαιρετούσα.

 

6. Η Εκκλησία του Άργους, μετά την εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος

 

α. Η διαποίμανση της Εκκλησίας του Άργους

 

Την 29ην Ιουνίου 1850, ύστερα από διεργασίες [57], στην Κωνσταντινούπολη, μετά την απόλυση της θείας Λειτουργίας, συνήλθε η Πατριαρχική Σύνοδος στο Μεγάλο Συνοδικό του Πατριαρχείου και σε επίσημη ειδική τελετή ο Πατριάρχης Άνθιμος ο Δ΄, ως πρόεδρος της Συνόδου, μετά την εκφώνηση του Μεγάλου Αρχιδιακόνου «Πρόσχωμεν», «γεγονυία τη φωνή εις επήκοον πάντων ανέγνω τον ιερόν Συνοδικόν Τόμον [58] εν μεμβράναις αντιγεγραμμένονּ…και μετά την συμπλήρωσιν της αναγνώσεως, οι την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον συγκροτούντες… ήρξαντο υπογράφειν αυτόν κατά τάξιν» [59]. Έτσι περιγράφεται, εις τα Πρακτικά της εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου, η τελετή της εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανακήρυξης του αυτοκεφάλου εις την Εκκλησία της Ελλάδος.

Εν τω μεταξύ, η Ελληνική Πολιτεία ενδιαφερόταν για την πνευματική και ηθική αναβάθμιση των Ελλήνων, και θεωρούσε ότι η Εκκλησία ήταν κατάλληλος εις τούτο συντελεστής. Σε έγγραφο της 19ης Μαρτίου 1851 ο Υπουργός των Εκκλησιαστικών, ενημερώνει μέσω του Νομάρχη Αργολίδος και Κορινθίας τους Δημάρχους Ναυπλίας και Άργους, οτι «κατ’ αίτησιν ημών η ιερά σύνοδος του Βασιλείου διέταξε τον ιεροκήρυκα τον λαχόντα τον Δήμον του οποίου προΐστασθε, να μη διαμένη διαρκώς εις μίαν πόλιν της αποστολής του και προς ας παρά της ιεράς συνόδου έχη οδηγίας, περιοδεύει και κηρύττει τον λόγον του Θεού, ου μόνον εν ταις πόλεσι αλλά και εν ταις κώμαις και εν τοις χωρίοις» [60]. Και ο Νομάρχης παραγγέλλει προς τους Δημάρχους Ναυπλίας και Άργους να φροντίσουν «ώστε να δοθεί πάσα περιποίησις και συνδρομή εις τους κ(υρίους) ιεροκήρυκας, και ιδίως συνοδεία εθνοφυλακής κατά την από τόπου εις τόπον μετάβασίν των» [61].

Μετά την έκδοση του νόμου Σ΄ του 1852,  η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος καθόρισε τα όρια των μητροπόλεων και επλήρωσε όσες ήταν χηρεύουσες. Για τη μητρόπολη Αργολίδος, όρια καθορίστηκαν αυτά που ισχύουν μέχρι σήμερα και αρχιεπίσκοπος Αργολίδος, εις πλήρωσιν της από ετών χηρευούσης μητροπόλεως εκλέγεται ο εκ Καλαμών πρωτοσύγκελλος Μεσσηνίας Γεράσιμος Παγώνης ή Παγωνόπουλος [62] ο οποίος εθεμελίωσε και εγκαινίασε το σημερινό ναό του Αγίου Πέτρου Άργους.

Του Γερασίμου αποθανόντος εις το Ναύπλιον τον Απρίλιο του 1867, αναλαμβάνει τη διεύθυνση της μητροπόλεως τριμελής επιτροπή Ιερέων μέχρι τον Ιούλιο του ίδιου έτους οπότε εκλέγεται και χειροτονείται μητροπολίτης Αργολίδος ο ιεροκήρυξ Αττικής, Δανιήλ Πετρούλιας, ο οποίος ευλαβώς μετέβαλε, διαρρύθμισε και συμπλήρωσε την παλαιά Ιερά Ακολουθία του αγίου Πέτρου Άργους και δημιούργησε έτσι τη νέα, αυτή που ψάλλεται στις 3 Μαΐου κάθε χρόνο, ημέρα της μνήμης του Αγίου [63].

Το Νοέμβριο του 1872 απεβίωσε ο Αργολίδος Δανιήλ και η μητρόπολη διευθύνεται υπό τριμελούς Επιτροπής Ιερέων, μέχρι τον Αύγουστο του 1874, οπότε εκλέγεται και χειροτονείται μητροπολίτης Αργολίδος, ο ιεροκήρυξ Αρκαδίας Καλλίνικος Τερεζόπουλος, ο οποίος όμως απεβίωσε τον Οκτώβριο του 1875 [64].

Μετά το θάνατο του Καλλινίκου αναλαμβάνει τη διεύθυνση της μητροπόλεως και πάλι τριμελής Επιτροπή μέχρι το Μάρτιο του 1882, όταν εξελέγη Αργολίδος ο εφημέριος του μητροπολιτικού ναού Αθηνών και του ναού των βασιλικών ανακτόρων, Νίκανδρος Δελούκας, ο οποίος εποίμανε τη μητρόπολη Αργολίδος επί τριάντα έτη. Εκοιμήθη στο Ναύπλιο το 1912 και έχει ταφεί εις το κοιμητήριο της πόλεως Ναυπλίου, όπου επί του τάφου του έχει τεθεί μαρμάρινη προτομή του. Ο Αργολίδος Νίκανδρος μετά το θάνατό του κατέλειπε εις τους μητροπολιτικούς ναούς αγίου Γεωργίου Ναυπλίου και Αγίου Πέτρου Άργους από 25% αντιστοίχως, της κυριότητος του ιδιόκτητου μητροπολιτικού του οικήματος [65], δηλαδή του γνωστού εν Ναυπλίω ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία», το οποίο το Μάιο του 2001 εκποιήθηκε σε ιδιώτη.

 

β. Ο ναός του αγίου Πέτρου Άργους

 

Ο υπάρχων σήμερα ναός του αγίου Πέτρου [66] στην κεντρική πλατεία του Άργους, θεμελιώθηκε την 17ην Ιουλίου 1859, υπό του τότε μητροπολίτου Αργολίδος Γερασίμου Παγώνη, σε οικόπεδο που ανήκε εις την οικογένεια Περρούκα. Ο ναός εγκαινιάστηκε την 18ην Απριλίου 1865, επίσης υπό του Γερασίμου [67].

Μέχρι της ημέρας των εγκαινίων διατηρήθηκε και λειτουργούσε δίπλα εις τη νέα εκκλησία, ένας παλαιός ναός του αγίου Νικολάου. Ο τότε αρχιερεύς δια μιάς κλίμακος ανέβηκε εις τη νότιο πλευρά του ναΐσκου και αφού σχημάτισε το σημείο του Σταυρού αφαίρεσε απ’ τη στέγη τρία κεραμίδια και έτσι άρχισε η κατεδάφισή του. Κατεδαφίσθηκε ο παλαιός αυτός ναός του αγίου Νικολάου μέχρι τα θεμέλια χωρίς να εκσκαφούν αυτά [68].

Γι’ αυτό, αφιερώθηκε το βόρειο κλίτος του νέου αυτού ναού εις τον άγιο Νικόλαο, εις ανάμνησιν του προϋπάρξαντος ναΐσκου του αγίου Νικολάου. Το νότιο κλίτος είναι αφιερωμένο εις τον απόστολο Ανδρέα, είτε επειδή θεωρείται ως ο πρώτος κηρύξας εις το Άργος το Ευαγγέλιον, είτε κατ’ άλλην εκδοχήν εις μνημόσυνον του Ανδρέα Δ. Ζαΐμη, επιφανούς μέλους της οικογένειας Περρούκα, που εδώρησε την έκταση για το νέον αυτό ναό [69].

 

Ο Καθεδρικός Ιερός Ναός Αγίου Πέτρου πριν από το 1940

 

Το τέμπλο, φιλοτεχνήθηκε το 1889 υπό του τότε γνωστού καλλιτέχνου ξυλογλύπτου Ι. Μαγιάση. Μπροστά στο τέμπλο είναι τοποθετημένα δυο μεγάλα βαρειά ορειχάλκινα μανουάλια έργο του 1882, αφιέρωμα, όπως έχει χαραχθεί επάνω σε αυτά, των Αργείων που διέμεναν στην Κωνσταντινούπολη [70].

Εις το κωδωνοστάσιο της βορείου πλευράς υπήρχε επιγραφή: «έργον Φραντζέσκου Λυρίτη 1868». Όμως, από καταιγίδα, στις 27 Αυγούστου του 1947, σείστηκε, έγινε επικίνδυνο και κατεδαφίστηκε το 1950. Τότε δημιουργήθηκαν εις την πρόσοψη του ναού με μελέτη Γ. Νομικού [71] τα δύο κωδωνοστάσια, που υπάρχουν μέχρι σήμερα.

Χρήστος Παπαοικονόμος

Ο κατ’ έτος μεγαλοπρεπής και πανηγυρικός εορτασμός του πολιούχου Άργους, οφείλεται σε πρωτοβουλία του Χρήστου Παπαοικονόμου (1853-1926), καταγομένου από το Λεβίδι της Αρκαδίας, σχολάρχου τότε εν Άργει, Θεολόγου, ιερέως και μετέπειτα οικονόμου του μητροπολιτικού ναού των Αθηνών και ιδρυτού του εν Άργει συλλόγου Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ», συγγραφέως του βιβλίου «Ο πολιούχος του Άργους άγιος Πέτρος επίσκοπος Άργους ο θαυματουργός» και άλλων θρησκευτικών έργων. Με πρόταση του μακαριστού Χρήστου Παπαοικονόμου ενεγράφησαν εις το 39 άρθρο του εγκριθέντος στις 2 Δεκεμβρίου 1894 καταστατικού του Συλλόγου τα εξής: «Ο σύλλογος εορτάζει και πανηγυρίζει θρησκευτικώς δι’ ιεροτελεστίας, κανονιζομένης υπό του διοικητικού συμβουλίου, τη 3η Μαΐου παντός έτους, καθ’ ην εορτάζεται ο φρουρός και προστάτης των Αργείων άγιος Πέτρος, επίσκοπος Άργους. Η ιεροτελεστία γίνεται εν τω φερωνύμω του αγίου ναώ, προς καλλωπισμόν του οποίου θέλει μεριμνά ο Σύλλογος». Ο πρώτος μεγαλοπρεπής εορτασμός έγινε εις το Άργος την 3η Μαΐου 1895 και έκτοτε εξακολουθεί να εορτάζεται με λαμπρότητα, ενώ πριν το 1895, η εορτή δεν είχε τη σημερινή της μεγαλοπρέπεια ως κατ’ εξοχήν τοπική πανήγυρις του Άργους [72].

 

7.  Συμπεράσματα

 

Όπως διαπιστώσαμε, κατά το 19ο αιώνα καταγράφονται, σημαντικά ιστορικά γεγονότα, εις τα οποία συνέβαλε δυναμικά η Εκκλησία του Άργους, αλλά και επηρεάστηκε από αυτά.

Εις τον αγώνα για την αποτίναξη της Τουρκικής κυριαρχίας, η Εκκλησία του Άργους έδωσε δυναμικό παρόν, με εκκλησιαστικά πρόσωπα που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο, όπως ο εθνομάρτυρας Γρηγόριος Καλαμαράς, ο αγωνιστής της Κατακεκρυμμένης Αρσένιος Κρέστας και άλλοι, με ενίσχυση εκπαιδευτικών προσπαθειών για την πνευματική ανόρθωση των υποδούλων Ελλήνων, όπως το σχολείο της Κατακεκρυμμένης, με κατά καιρούς σημαντικές οικονομικές συνδρομές, και με την εκκλησιαστική παρουσία σε Εθνοσυνελεύσεις για τη συγκρότηση του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους.

Το ιδιότυπο καθεστώς των εκκλησιαστικών τοποτηρητών, απετέλεσε μια ιστορική αναγκαιότητα για τα δεδομένα της εποχής. Η έλλειψη επικοινωνίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, και η προϊούσα αδυναμία χειροτονιών εις τις χηρεύουσες μητροπόλεις, η πρόνοια για εμπερίστατους αρχιερείς, προερχόμενους από Τουρκοκρατούμενες περιοχές ή από τα παράλια της Μικράς Ασίας, και η οικονομική ένδεια κληρικών και λαϊκών είναι οι ιστορικές συνθήκες που δημιούργησαν το θεσμό της εκκλησιαστικής τοποτηρητείας, που ήταν ένα πολιτειακής πρωτοβουλίας, σύστημα νόθου εκκλησιαστικής διοικήσεως.

Η οικονομική και μορφωτική ένδεια των κληρικών και των λαϊκών δημιουργούσε μεγάλες δυσκολίες στην εκκλησιαστική πολιτική του Καποδίστρια. Πάντως οι εφημέριοι συμμετείχαν ενεργά στην εκλογή των πληρεξουσίων της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του Άργους, διότι αποτελούσαν παράγοντα κοινωνικής σταθερότητας στα πολυτάραχα εκείνα χρόνια. Διότι οι κληρικοί, παρ’ ότι ήταν ολιγογράμματοι, εν πολλοίς υπερείχαν, διότι ζούσαν εν μέσω αγραμμάτων. Τότε είναι που χτίζεται και ο ήδη υπάρχων ναός του τιμίου Προδρόμου Άργους με χρηματική ενίσχυση του Καποδίστρια.

Επί Όθωνος έχουμε ριζοσπαστική αντιμετώπιση των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Η μονομερώς υπό των εν Ελλάδι αρχιερέων ανακήρυξη του αυτοκεφάλου το έτος 1833, με συμμετοχή του εκκλησιαστικού τοποτηρητή Άργους, πρώην Μετρών Μελετίου, είχε ως συνέπεια τις διοικητικές υπαγωγές του Άργους σε διάφορες, κατά διαστήματα, εκκλησιαστικές γειτονικές περιφέρειες, προκειμένου να αποφευχθούν χειροτονίες μητροπολιτών, που θα επιδείνωναν το ήδη οξυμένο κλίμα μεταξύ της Ελληνικής Εκκλησίας με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Μετά την αναγνώριση, το έτος 1850, της Ελληνικής Εκκλησίας ως αυτοκεφάλου, εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, έχουμε καθορισμό των εκκλησιαστικών ορίων της μητροπόλεως Αργολίδος, όπως αυτά ισχύουν μέχρι σήμερα, καθώς και εκλογές και χειροτονία του μητροπολίτου Αργολίδος Γερασίμου και των διαδόχων του, ώστε η Εκκλησία του Άργους να επιτελεί πλέον την αποστολή της εν ομαλότητι. Το έτος 1865 εγκαινιάστηκε και ο σημερινός ναός του αγίου Πέτρου που κοσμεί την πλατεία του Άργους. Θα στέκεται έκτοτε σεμνά μεγαλοπρεπής στο κέντρο της πόλης και θα θυμίζει, ότι η Εκκλησία του Άργους το 19ο αιώνα, υπήρξε εις το κέντρο των ιστορικών εξελίξεων.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας από της συστάσεώς της μέχρι σήμερον, Τεύχος Α΄ (Διοίκησις), έκδ. Χριστ. Εστίας Άργους, 1957, σσ. 38-42.

[2] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, έκδοσις δευτέρα, Πύργος 1968, σσ. 226, 265, 268.

[3] Βλ. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821 –1832 (Αι Εθνικαί Συνελεύσεις), τόμος δεύτερος (Δ΄ εν Άργει Εθνική Συνέλευσις), Έκδοσις Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήναι 1973, σσ. 16 και επ.

[4] Βλ. Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, έκδοσις Δ΄, Ναύπλιον 2001, σ. 245.

[5] Αυτόθι, σσ. 315-316.

[6] Σχετική είναι η μελέτη του Παναγιώτου Α. Γιαννοπούλου, Η περιστασιακή Επισκοπή Ναυπλίου κατά τον Θ΄ και Ι΄ αιώνα, εις «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», τόμ. ΙΙΙ (1998), έκδ. Δήμου Ναυπλιέων, σσ. 20 –42.

[7] Περί αυτού βλέπε εκτενέστερα Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π., σσ. 38-40. Επίσης Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί της Αργολίδας στον αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας, έκδ. Πολεμικού Μουσείου Ναυπλίου 1994, σ. 4.

[8] Βλ. Βαλερίου Γ. Μέξα, Οι Φιλικοί (Κατάλογοι των μελών της Φιλικής Εταιρείας εκ του αρχείου Σέκερη), Αθήναι 1937, Νο 450, σ. 68.  Πρβλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π., σ. 38, όπου υποστηρίζεται η άποψις ότι εμυήθη εις την Φιλικήν Εταιρείαν υπό του ιεροδιδασκάλου Νικηφόρου Παμπούκη.

[9] Βλ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Αργολίδος Μητρόπολις, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 3, Αθήναι 1963, στ. 59.

[10] Βλ. Κωνσταντίνου Βοβολίνη, Η Εκκλησία εις τον αγώνα της Ελευθερίας (1453-1953), Αθήναι 1953, σ. 159.

[11] Εκτενέστερα περί αυτού βλέπε Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Αθανάσιος Σολιώτης (1784-1841), Εκκλησιαστικός Τοποτηρητής Ναυπλίου και Άργους», Πρακτικά Α΄ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Αθήναι 1979, σσ. 67-83.

[12] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας από της συστάσεώς της μέχρι σήμερον, Τεύχος Α΄ (Διοίκησις), έκδ. Χριστ. Εστίας Άργους, 1957, σ. 42.

[13] Βλ. Φ. Χρυσανθακοπούλου ή Φωτάκου, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, εν Αθήναις 1888, σ. 308.

[14] Βλ. Σπ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1925, τόμ. Α΄, σ. 159.

[15] Βλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί της Αργολίδας στον αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας, έκδ. Πολεμικού Μουσείου Ναυπλίου 1994, σ. 5.

[16] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος…, ό.π., σ. 299. Επίσης Ιωάννου Π. Χαβιαρλή, Η Παναγία η Κατακεκρυμμένη του Άργους, Άργος 1998, σσ. 41-43.

[17] Ειδήσεις περί αυτού βλέπε εις Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί…, ό.π., σσ. 2-3.

[18] Βλ. Τριανταφύλλου Ε. Σκλαβενίτη, Η σχολική βιβλιοθήκη του Γυμνασίου Ναυπλίου (1833-1935), έκδ. Δημοσίας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» και Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα 1995, σσ. 35 και επ., 258 και επ.

[19] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος…, ό.π., σ. 168.

[20] Βλ. Νόμον υπ’ αριθ. 9 της 5ης Απριλίου 1822, παρά Γ. Δημακοπούλου, Ο κώδιξ των Νόμων της Ελληνικής Επαναστάσεως 1822-1828. Η νομοθετική διαδικασία. Τα κείμενα των Νόμων, εν τη Επετηρίδι του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου της Ακαδημίας Αθηνών, τόμ. 10-11 (1963-64), Εν Αθήναις 1966, σσ. 75-77. Επίσης Κωνσταντίνου Πρεσβυτέρου και Οικονόμου του εξ Οικονόμων, Τα σωζόμενα Εκκλησιαστικά συγγράμματα, εκδιδόντος Σοφοκλέους Κ. του εξ Οικονόμων, τόμ. Β΄, Αθήνησι ΑΩΞΔ΄ [1864], σσ. 13-14.

[21] Βλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί…, ό.π., σ. 6.

[22] Εις το ναό του Τιμίου Προδρόμου Άργους συνήλθαν οι εικοσι έξι Παραστάτες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης, αλλά μετά την επισυμβάσαν δολοφονίαν του Προεστώτος της Ύδρας Αντώνη Οικονόμου, μετέβησαν για λόγους ασφαλείας εις την Επίδαυρο, όπου και ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της Εθνοσυνελεύσεως. (Βλέπε σχετικά Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος…, ό.π., σσ. 225 –230).

[23] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους…, ό.π., σ. 42.

[24] Η ενότητα αυτή αποτελεί συνεπτυγμένο τμήμα δημοσιευθησομένης προσεχώς εκτενέστερης μελέτης περί της εφαρμογής του θεσμού της τοποτηρητείας εις τη μητρόπολη Αργολίδος κατά την Εθνική Παλιγγενεσία (1821-1833).

[25] Βλ. Εμμανουήλ Ι. Κωνσταντινίδου, Ιωάννης Καποδίστριας και η εκκλησιαστική του πολιτική, Αθήναι 1991, σσ. 11 και επ.

[26] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Μάιος 1823), υποφ. «Γενικά, Διάφορα, Εκκλησιαστικά, Μοναστηριακά, Σχολικά».

[27] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 49 (Μάιος 1832), υποφ. «Εκκλησιαστικά».

[28] Βλ. Κων. Οικονόμου του εξ Οικονόμων, Τα σωζόμενα Εκκλησιαστικά…, ό.π., σσ. 14 κ.επ.

[29] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 8 (Απρίλιος 1825), υποφ. «Εκκλησιαστικά».

[30] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Αύγουστος 1823), υποφ. «Εκκλησιαστικά».

[31] Βλ. εκτενέστερα περί αυτού Σπυρίδωνος Δημ. Κοντογιάννη, Διονύσιος Παρδαλός ο από Ρέοντος και Πραστού (1812-1833) Μητροπολίτης Κυνουρίας (1833-1852), ΑΝΑΤΥΠΟΝ εκ του Περιοδικού «ΑΛΙΕΥΣ» της Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας τόμοι 1975 και 1976, Αθήναι 1977.

[32] Αποφασιστικός υπήρξε ο ρόλος του Ανθίμου κατά την πολύνεκρη σύγκρουση μεταξύ των ημετέρων και του εν Άργει στρατοπεδευμένου γαλλικού στρατεύματος κατά την 3ην Ιανουαρίου 1833. Συνετέλεσε εις την κατάπαυση της μάχης με ασφαλώς ολιγότερα θύματα απ’ όσα θα προέκυπταν άνευ της επεμβάσεώς του. Περί του  γεγονότος βλέπε την από 8 Ιανουαρίου 1833 αναφορά του Διοικητικού Τοποτητρητού Άργους προς την Γραμματείαν της Επικρατείας, εις «Εθνικήν Εφημερίδα», φύλλον 3 της 14ης Ιανουαρίου 1833, (έκδ. Νομ. Αττικής), σ. 9 Β.

[33] Βλ. Τάσου Αθ.  Γριτσοπούλου, Η υπό του Καποδίστρια διορισθείσα πενταμελής Εκκλησιαστική Επιτροπή και το έργον αυτής, «Εκκλησία», τόμ. Λ (1953), σ. 355, (έγγραφον 62).

[34] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Αύγουστος 1823).

[35] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Ιούλιος 1823).

[36] Βλ. Παντελεήμονος Καρανικόλα, Μητρ. Κορίνθου, Το Κρανίδι, Κόρινθος 1980, σ. 20. Επίσης Γεωργίου Αθ. Χώρα, Η Αγία Μονή Αρείας εν τη εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία Ναυπλίου και Άργους, Αθήναι 1975, σσ. 283.

[37] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 33 (Οκτώβριος 1830).

[38] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 33 (Οκτώβριος 1830).

[39] Βλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Προϋποθέσεις- παράγοντες και επιτεύγματα της κοινωνικής πολιτικής του Καποδίστρια (1828-1931), Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου: Ιωάννης Καποδίστριας 170 χρόνια μετά 1827-1997 (Ναύπλιο 26-28 Σεπτεμβρίου 1997), Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας, Ναύπλιο 1998, σ. 146.

[40] Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821 –1832 (Αι Εθνικαί Συνελεύσεις), τόμος δεύτερος (Δ΄ εν Άργει Εθνική Συνέλευσις), Έκδοσις Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήναι 1973, σσ. 16 και επ.

[41] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, Πύργος 19682, σσ. 265, 268.

[42] Βλ. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821 –1832 (Αι Εθνικαί Συνελεύσεις), τόμος δεύτερος (Δ΄ εν Άργει Εθνική Συνέλευσις), Έκδοσις Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήναι 1973, σσ. 140 –141.

[43] Βλ. Α. Τσακοπούλου, Ο Μητροπολιτικός Ναός Αγίου Πέτρου, εις εφημερίδα «Ασπίς» Άργους, Σεπτέμβριος 1949.

[44] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, ό.π., σ. 292. Επίσης Αναστασίου Τσακοπούλου, Συμβολαί εις την ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος, τεύχος Β΄, Αθήναι 1953, σσ. 38 –40.

[45] Σ’ αυτόν αναφέρεται ο Βασίλης Κ. Δωροβίνης εις την εργασία του με θέμα: «Τρεις Φιλέλληνες στην Αργολίδα», την οποία βλέπε εις «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», τόμ. ΙΙΙ (1998), έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, σσ. 154 και επ.

[46] Βλ. Η Εκκλησία της Ελλάδος, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 5, Αθήναι 1964, στ. 627 –628.

[47] Βλ. Κ. Οικονόμου, Τα σωζόμενα Εκκλησιαστικά …, ό.π., σ. 168.

[48] Βλ. Πρόδρομου Ι. Ακανθόπουλου, Κώδικας Ιερών Κανόνων και Εκκλησιαστικών Νόμων, Β΄ Έκδοση, Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1991, σσ. 735 και επ.

[49] Βλ. Βασιλείου Γ. Ατέση Μητροπολίτου πρ. Λήμνου, Επίτομος Επισκοπική Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος από του 1833 μέχρι σήμερον, τόμ. Α΄, Εν Αθήναις 1948, σ. 143.

[50] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ρ 37 (1836).

[51] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ρ 37 (1835).

[52] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ν 28 (1835).

[53] Βλ. Ανδρέου Μαμούκα, Τα Μοναστηριακά, εν Αθήναις 1859, σσ. 148-150.

[54] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, ΔΗΜ. 1.1/ Ν 28 (1835).

[55] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, φάκ. 230 αρ. 6, Εισόδια της Θεοτόκου ή Κατακεκρυμμένη.

[56] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, φάκ. 230 αρ. 8, Εισόδια της Θεοτόκου ή Κατακεκρυμμένη.

[57] Βλ. Εμμανουήλ Ι. Κωνσταντινίδου, Η ανακήρυξις του αυτοκεφάλου της εν Ελλάδι Εκκλησίας (1850) και η θέσις των Μητροπόλεων των “Νέων Χωρών” (1928), εν Αθήναις 1991, σσ. 13-16.

[58] Το κείμενο του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου του 1850 βλέπε αυτόθι, σσ. 74-79. Επίσης εις Πρόδρομου Ι. Ακανθόπουλου, Κώδικας Ιερών Κανόνων…, ό.π., σσ. 744-749.

[59] Βλ. Εμμανουήλ Ι. Κωνσταντινίδου, Η ανακήρυξις…,ό.π., σσ. 72-73.

[60] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ο (1851).

[61] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ο (1851).

[62] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π. σσ. 45-46. Πρβλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Ο εποικισμός του λιμένος Αρχαγγέλου Μονεμβασίας και η ιερατική οικογένεια Παγώνη, εις «Λακωνικαί Σπουδαί», τόμ. Ε΄, σσ. 118-142.

[63] Βλ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Δανιήλ ο Πετρούλιας, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 4, Αθήναι 1964, στ. 960.

[64] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π. σ. 46.

[65] Αυτόθι, σ. 47.

[66] Ο παλαιός ναός του αγίου Πέτρου ήταν κοντά εις το ήδη υπάρχον κτίριο του Συλλόγου Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ».

[67] Βλ. Αναστασίου Π. Τσακοπούλου, Συμβολαί εις την ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος, τεύχος Α΄, Αθήναι 1953, σσ. 7 κ.επ.

[68] Αυτόθι, σ. 13.

[69] Βλ. Ευαγγέλου Στασινοπούλου, Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους ο Θαυματουργός (855 –925), Αθήναι 19914, σσ. 47-48.

[70] Αυτόθι, σ. 51.

[71] Βλ. Αναστασίου Π. Τσακοπούλου, Συμβολαί εις την ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος, ό.π., σσ. 12-13. Επίσης Ευαγγέλου Στασινοπούλου, Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους…, ό.π., σ. 48.

[72] Βλ. Ευαγγέλου Στασινοπούλου, “Δαναός” και Άγιος Πέτρος, εις «ΔΑΝΑΟΣ» 1 [1894-1994: 100 χρόνια πνευματικής προσφοράς του Συλλόγου Αργείων “ο Δαναός”], εκδόσεις Συλλόγου Αργείων “ο Δαναός”, Άργος 1995, σσ. 11-12.

 

 

Αρχιμ. Καλλίνικος Δ. Κορομπόκης

Ιεροκήρυξ Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Τα Συντάγματα της Επανάστασης του 1821 – Αλέξανδρος Κόντος, Φιλόλογος, Δρ. Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Παρισίων. Πρακτικά Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδων, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», 5-7 Νοεμβρίου 2004, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Άργος, 2009. 


 

Συμπολίτισσες και συμπολίτες του Άργους. Δεν έχω την τιμή να είμαι πολίτης της πανάρχαιας και πανένδοξης πόλης σας, αλλά σαν πολίτης της κοινής και ενιαίας πατρίδας μας, της Ελλάδας, είμαστε όλοι συμπολίτες.

Εκδηλώσεις σαν κι αυτή είναι άξιες συγχαρητηρίων και ολόθερμης υποστήριξης από κάθε Έλληνα πολίτη που αισθάνεται έμπλεος από τα ελληνικά δημοκρατικά ιδεώδη. Εκδηλώσεις σαν κι αυτή μετριάζουν τον αθηναϊκό υπερσυγκεντρωτισμό και προάγουν τον ελληνικό πολυκεντρισμό. Με τον όρο «πολυκεντρισμός» εννοώ την αρχαία ελληνική συνήθεια να είναι κάθε πόλη ελληνική και ένα κέντρο παραγωγής πολιτισμού. Βέβαια κατά την αρχαία εποχή πολύ συχνά, όπως είναι γνωστό, οι τότε πόλεις έρχονταν σε εμφύλιες διαμάχες και μάλιστα σε πολεμικές αντιπαραθέσεις με κορυφαία αντιπαράθεση τον ολέθριο Πελοποννησιακό Πόλεμο, που στάθηκε και η αρχή του τέλους της  δημοκρατίας και της ελληνικής πολιτιστικής παραγωγής.

Ευτυχώς οι νεότεροι Έλληνες κατάλαβαν, όχι και τόσο εύκολα και όχι χωρίς εμφύλιες διαμάχες πάλι, πως, ενωμένοι και συνθέτοντας ένα ενιαίο διοικητικά κράτος, θα οργάνωναν πιο εποικοδομητικά τη ζωή του Ελληνικού Έθνους. Έτσι κάθε ελληνική περιοχή που κήρυσσε τον πόλεμο κατά του όποιου κατακτητή, Τούρκου ή Άγγλου ή Ιταλού, δε διεκδικούσε την ίδρυση ενός αυτόνομου ελληνικού κράτους αλλά την ένωση με τη μητέρα Ελλάδα. Αυτό όμως δε σημαίνει πως η πολιτιστική παραγωγή θα πρέπει να συγκεντρώνεται στην Αττική. Κάθε πόλη της Ελλάδας, κάθε χωριό θα πρέπει να καταβάλλει πάντα κάθε προσπάθεια να γίνει ένα κέντρο παραγωγής πολιτισμού με βάση τον πολυποίκιλο ελληνικό πολιτισμό. Και κάθε Ελληνίδα πολίτισσα και κάθε Έλληνας πολίτης, όσο μπορεί, θα πρέπει να ενισχύει αυτή την προσπάθεια, σ’ οποιοδήποτε μέρος της Ελλάδας κι αν γίνεται αυτή. Με βάση αυτό το σκεπτικό δέχθηκα την τιμή που μου κάνατε να με καλέσετε να μιλήσω στην πόλη σας και δηλώνω από αυτό το βήμα πως θα συμβάλλω πάντα στο νεοελληνικό πολιτιστικό πολυκεντρισμό. Μια και τον θεωρώ, εκτός από τα άλλα, και βάση της Δημοκρατίας.

 

Και τώρα στο κύριο θέμα μας: Τα Συντάγματα της Επανάστασης του ‘21.

           

Τα σπουδαιότερα νομικά κείμενα της σύγχρονης Ελλάδας είναι τα τρία Συντάγματα της Επανάστασης του ’21. Αυτά έγιναν στην Επίδαυρο, το Άστρος και την Τροιζήνα, δηλαδή στην ευρύτερη περιοχή του Άργους. Γι’ αυτό, αν πούμε πως το Άργος και η περιοχή του είναι το κέντρο, όπου ανασυστάθηκε η νομική σκέψη της σύγχρονης Ελλάδας, δε θα λαθεύαμε.

Για τα τρία Συντάγματα της Επανάστασης του ‘21, δεν έχουν γραφτεί λίγα. Όχι όμως τα αντάξιά τους. Καμιά κριτική δεν έχει ακόμα αποδώσει το μεγαλείο τους, τo  πρωτοποριακό τους πνεύμα, την επίμονη σχέση τους με την Ελληνική Αρχαιότητα. Γι’ αυτό στόχος αυτού του μικρού πονήματος είναι να λειτουργήσει σαν έναυσμα για μια τέτοια προσπάθεια.

Η σχέση των πολιτευμάτων που καθιερώνουν τα Συντάγματα της Επανάστασης του ’21 με τον τρέχοντα αγγλο-αμερικανο-γαλλικό Κοινοβουλευτισμό είναι επιφανειακή. Αντίθετα η σχέση τους με τα αρχαία ελληνικά πολιτεύματα είναι βαθύτερη. Τόσο ο Ρήγας όσο και όλος ο νεοελληνικός Διαφωτισμός ήταν βαθιά εμποτισμένοι από την αρχαία ελληνική γραμματεία. Πριν γίνει το Σύνταγμα της Επιδαύρου, υπήρξαν πολυάριθμα τοπικά συνταγματικά κείμενα φτιαγμένα στις αντίστοιχες επαναστατημένες περιοχές. Ο Κοραής στο Παρίσι ασχολείται με την έκδοση αρχαίων ελληνικών κειμένων ανάμεσα στα οποία είναι και τα Πολιτικά του Αριστοτέλη.

Η πολιτική σκέψη και πράξη των αρχαίων Ελλήνων αλλοιωμένες από τους Ρωμαίους επηρέασαν τα συνταγματικά κείμενα της Γαλλικής Επανάστασης (1789-1794), αλλά και τα αγγλοσαξονικά κείμενα από τη Magna Charta (1215 μ.Χ.) κι έπειτα μέχρι την Αμερικανική Επανάσταση (1774). Το ελληνικό πολίτευμα, η Δημοκρατία, ήταν το ζητούμενο όλων αυτών των κειμένων μέσα στον αγώνα τους, για να περιορίσουν τη Μοναρχία και τις αυθαιρεσίες της. Τελικά οι Δυτικοί μετά από έντονους και μακροχρόνιους αγώνες κατάφεραν να περιορίσουν σημαντικά τη Μοναρχία και να καταλήξουν στο κοινοβουλευτικό πολίτευμα, στον Κοινοβουλευτισμό. Είναι λοιπόν ο Κοινοβουλευτισμός περιορισμένη Μοναρχία, συρρικνωμένη Μοναρχία. Προεδρικός όμως (Η.Π.Α., Γαλλία, Κύπρος),  πρωθυπουργικός (Ελλάδα, Ιταλία, κ.ά.) ή βασιλευόμενος (Ισπανία, Ολλανδία, Μ. Βρετανία κ.ά.) ο Κοινοβουλευτισμός δεν παύει να έχει σαφή μοναρχικά στοιχεία. Ένα πρόσωπο, ο πρόεδρος, ο πρωθυπουργός ή ο βασιλιάς έχει δικαίωμα να διαλύσει τη Βουλή.

Κι επειδή ζούμε μέσα στον Κοινοβουλευτισμό, το πολιτικό μας ιδεομόρφωμα είναι κοινοβουλευτικό. Γι’ αυτό για να γίνει ο συσχετισμός ανάμεσα στα ελληνικά Συντάγματα του ’21 και την αρχαία ελληνική σκέψη και πράξη, θα πρέπει ο εκάστοτε μελετητής να γνωρίζει όχι μόνο πώς λειτούργησαν τα πολιτεύματα των αρχαίων ελληνικών πόλεων-κρατών αλλά και να απαρνηθεί το στενό, κατά βάση κοινοβουλευτικό, πολιτικό του ιδεομόρφωμα, για όσο χρόνο τουλάχιστο διεξάγει την έρευνά του. Και έτσι με πνεύμα ευρύτερο, δημοκρατικό, να προσεγγίσει τα Συντάγματα της Επανάστασης του ‘21. Όμως λόγοι τόσο αντικειμενικοί όσο και υποκειμενικοί μάς εμποδίζουν να γνωρίσουμε τα αρχαία ελληνικά πολιτεύματα. Κι αυτό μας εμποδίζει να μεταφερθούμε στο αρχαίο ελληνικό πολιτικό πνεύμα και να το κατανοήσουμε.

 

Ludwig Michael von Schwanthaler. Η Εθνική Συνέλευση στην Επίδαυρο. Απεικονίζεται η στιγμή της ορκωμοσίας των πληρεξουσίων μπροστά στο «Προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος» (1η Ιανουαρίου 1822). Τοιχογραφίες του Μεγάρου της Βουλής, αίθουσα των Υπασπιστών, βόρειος τοίχος.

 

Πιο συγκεκριμένα. Οι αντικειμενικές δυσκολίες για τη γνώση της πολιτικής πράξης και σκέψης των Αρχαίων Ελλήνων οφείλονται στην ελλιπή μας πληροφόρηση. Το κύριο αρχαιοελληνικό έργο που θα μπορούσε να μας πληροφορήσει για την πολιτική σκέψη και πράξη των Αρχαίων Ελλήνων είναι ένα χαμένο έργο του Αριστοτέλη. Αυτό περιλάμβανε 158 πολιτεύματα ελληνικών αλλά και μη ελληνικών πόλεων-κρατών. Ευτυχώς σχετικά πρόσφατα, το 1891, ανακαλύφτηκε το πρώτο αλλά και σημαντικότερο από αυτά τα 158 πολιτεύματα: η Αθηναίων Πολιτεία, το πολίτευμα των Αθηναίων. Είναι αλήθεια πως η κατεστραμμένη αρχή αυτού του κειμένου μας στερεί από αρκετές πληροφορίες, όμως άλλα αρχαιοελληνικά διασωσμένα κείμενα αναπληρώνουν μερικά αλλά αρκετά ικανοποιητικά αυτό το κενό.

Οι υποκειμενικές δυσκολίες για τη γνώση της πολιτικής πράξης και σκέψης των Αρχαίων Ελλήνων οφείλονται σε δύο λόγους. Πρώτο: πολλοί μελετητές, όταν μελετούν την πολιτική σκέψη του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη σχηματίζουν τη λαθεμένη εντύπωση ότι μελετούν τη σκέψη των Αρχαίων Ελλήνων. Δεύτερο: οι μελετητές, ζώντας και δρώντας στα σύγχρονα κοινοβουλευτικά, δηλαδή ολιγαρχικά, πολιτικά πλαίσια, έχουν τη λαθεμένη εντύπωση ότι ζουν και δρουν σε Δημοκρατία, επειδή συνηθίζει ο Κοινοβουλευτισμός, να σφετερίζεται το όνομα της Δημοκρατίας και να αυτοαποκαλείται «Δημοκρατία». Ο τρέχων Κοινοβουλευτισμός είναι μια ολιγαρχική πολιτειακή παραλλαγή. Και μάλιστα είναι συρρικνωμένη Μοναρχία, όπως ήδη έχει ειπωθεί. Αν ξυπνούσε ο Αριστοτέλης θα τον κατέτασσε σαφώς στα ολιγαρχικά πολιτεύματα από το γεγονός και μόνο ότι δε χρησιμοποιεί την κλήρωση για την ανάδειξη των βουλευτών αλλά την εκλογή. Γι’ αυτό άλλωστε και κατέτασσε και τη Σπάρτη στις ολιγαρχίες, γιατί, παρά την ομοιομορφία ένδυσης και σιτισμού, τα οποία κατά τον Αριστοτέλη θεωρούνταν  χαρακτηριστικά δημοκρατικά, η ανάδειξη των Εφόρων και των Γερουσιαστών γινόταν με εκλογή και όχι με κλήρωση (Αριστ. Πολ. Δ, 1294β 18-34). Όμως, παρ’ όλα αυτά, η αρχαιοελληνική Ολιγαρχία, δεν ήταν συρρικνωμένη Μοναρχία αλλά συρρικνωμένη Δημοκρατία.

Πιο συγκεκριμένα. Τα πολιτεύματα για τους Αρχαίους Έλληνες είναι μόνο τρία: Δημοκρατία, Ολιγαρχία, Μοναρχία. Όμως πριν φτάσουν οι Αρχαίοι Έλληνες στην τριττή διάκριση των πολιτευμάτων μίλησαν ουσιαστικά για δύο μόνο πολιτεύματα, την Τυραννία και την Ισοκρατία (Ηρόδ. Ε’ [Τερψιχόρη] 92). Από την τελευταία πηγάζουν η Δημοκρατία και η αρχαιοελληνική Ολιγαρχία. Έτσι, για να γίνουν κατανοητές οι αρχαιοελληνικές επιδράσεις στα Συντάγματα του ’21, θα δούμε συνοπτικά, σε πίνακα, τα χαρακτηριστικά των αρχαιοελληνικών ισοκρατικών πολιτευμάτων και την εξέλιξή τους σε Δημοκρατία και Ολιγαρχία.

Όμως ας μη μακρηγορούμε πια.

Nα επισημάνουμε πως στο εισαγωγικό σημείωμα του Συντάγματος της Επιδαύρου, υπάρχει η ρήση ότι οι Έλληνες ήσαν σκλαβωμένοι 22 αιώνες. Δηλαδή το Βυζάντιο για τους επαναστατημένους Έλληνες ήταν σκλαβιά, Ρωμαιοκρατία. Η Ελλάδα του ’21 θέλει να βλέπει τον εαυτό της σα συνέχεια της Αρχαίας Ελλάδας.

Με βάση αυτό το σκεπτικό:

Πρώτο. Οι Έλληνες, για τη σύνταξη του πολιτεύματός τους αναβλέπουν προς τα πολιτεύματα της Σπάρτης και της Αθήνας.

Δεύτερο. Και στα τρία Συντάγματα καθορίζεται η σφραγίδα της Διοίκησης (της Κυβέρνησης) να έχει τη θεά Αθηνά (Σύντ. Επιδαύρου, § ργ’, Σύντ. Άστρους § qε’, Σύντ. Τροιζήνας ).

Τρίτο. Στα δύο πρώτα Συντάγματα η αρίθμηση των άρθρων γίνεται με τον αρχαίο ελληνικό τρόπο, δηλαδή με τη χρήση του ιωνικού αλφαβήτου, ενώ στο Σύνταγμα της Τροιζήνας γίνεται χρήση και αραβικής και ελληνικής αρίθμησης. Ας σημειωθεί πως η ελληνική αρίθμηση χρησιμοποιείται και σήμερα στη νομολογία.

Τέταρτο. Αναγνωρίζεται η προτεραιότητα της Ανατολικής Ορθόδοξης Θρησκείας, αλλά καθιερώνεται η ανεξιθρησκία. Έτσι, ενώ στον Όρκο του β’ Συντάγματος (άρ. qθ’) τα μέλη της Διοίκησης, οι Κριτές και οι Υπουργοί ορκίζονται στην Τρισυπόστατη Θεότητα και τη γλυκύτατη Πατρίδα, στο γ’ Σύνταγμα  οι τρεις Όρκοι δίνονται γενικά στο Θεό και τους ανθρώπους (άρ. 132) ή τον Ύψιστο (άρ. 150). Κι ακόμα ενώ στο α’ Σύνταγμα καθιερώνεται Υπουργός Θρησκείας (§ κβ’), στο β’ Σύνταγμα μετονομάζεται γενικότερα σε Υπουργό Λατρείας (§ κε’) και στο γ’ Σύνταγμα, όπου οι Υπουργοί μετονομάζονται σε Γραμματείς, δεν υπάρχει αντίστοιχος Γραμματέας για το θρήσκευμα (άρ. 126). Ο Κλήρος βέβαια δεν «εμπεριπλέκεται» σε κανένα δημόσιο υπούργημα και δικαίωμα ψήφου έχουν μόνο οι Πρεσβύτεροι (άρ. 24).

Πέμπτο. Οι εκλογές στην Ελλάδα μέχρι και τις βουλευτικές του Νοεμβρίου του 1920 γίνονταν με σφαιρίδια. Με σφαιρίδια γίνονταν και οι κληρώσεις των βουλευτών, των δικαστών και όλων σχεδόν των άλλων αξιωματούχων στην Αρχαία Αθήνα.

Έκτο. Έχει επισημανθεί ότι στο εισαγωγικό σημείωμα του Συντάγματος της Επιδαύρου η βυζαντινή περίοδος δε θεωρείται ελεύθερη ελληνική αλλά σκλαβωμένη ελληνική. Γίνεται όμως αναφορά στους νόμους «των αειμνήστων Χριστιανών ημών Αυτοκρατόρων» κατά το α’ Σύντ. (§ qη’), στους νόμους «των ημετέρων αειμνήστων Χριστιανών Αυτοκρατόρων της Κωνσταντινουπόλεως» κατά το β’ Σύντ. (§ π’) και στους Βυζαντινούς νόμους κατά το γ’ Σύντ. (άρ. 142). Προφανώς οι Φαναριώτες από τη μεριά και το ιερατείο από την άλλη θέλησαν να προσανατολίσουν τη νέα Ελλάδα  με τη βυζαντινή-χριστιανική περίοδο της Ιστορίας. Έτσι η παρουσία της Ελληνικής Αρχαιότητας στη νέα Ελλάδα συμβαδίζει με την παρουσία του Βυζαντίου και δημιουργήθηκε ο όρος «Ελληνοχριστιανικός Πολιτισμός» και το Βυζάντιο θεωρήθηκε συνέχεια του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού.

Αδαμάντιος Κοραής, «Το Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος του 1822», Αθήνα 1949. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων.

Το Σύνταγμα της Επιδαύρου, γνωστό σαν «ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΝ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ EN ΕΠΙΔΑΥΡΩΙ Α’ ΕΘΝΙΚΗΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΝ», πρόσκειται περισσότερο προς το πολίτευμα της Σπάρτης και λιγότερο προς εκείνο της Αθήνας. Οι Έλληνες είναι «όμοιοι», μπροστά στους Νόμους, όπως «όμοιοι» χαρακτηρίζονταν και οι πολίτες της Σπάρτης. Υπάρχει η τριττή διάκριση των λειτουργιών της εξουσίας, κατά τη σύγχρονη Νομική Επιστήμη – ή τριών μορίων της πολιτείας, κατά τον Αριστοτέλη. Ας σημειωθεί πως οι συντάκτες των ελληνικών επαναστατικών Συνταγμάτων φαίνεται να είχαν κατά νου την αριστοτέλεια έκφραση «έστι δη τρία μόρια [τμήματα] των πολιτειών πασών…» (Πολιτικά, Δ, 1297β 35 – 1298α 8), γι’ αυτό δε μιλάνε για τρεις εξουσίες, μετάφραση του γαλλικού «trois pouvoirs» αλλά για τρία μόρια. Έτσι τα επίθετα που αφορούν τις τρεις εξουσίες ή λειτουργίες της εξουσίας είναι στο ουδέτερο γένος (Εκτελεστικό, Βουλευτικό, Δικαστικό) επειδή προφανώς υπονοείται το ουσιαστικό «μόριο», το οποίο το έχει εισαγάγει, όπως είδαμε ο Αριστοτέλης.

Ο διαχωρισμός της πολιτείας σε τρία μόρια είναι χαρακτηριστικό της ακραιφνούς Δημοκρατίας, γι’ αυτό και τον βρίσκουμε στην Αθήνα και σε όποια άλλη αρχαία ελληνική πόλη εφαρμοζόταν παρόμοιο πολίτευμα. Ο τριττός διαχωρισμός δεν υπήρχε στη Σπάρτη, το πολίτευμα της οποίας ήταν συρρικνωμένη Δημοκρατία ή «ισόνομη ολιγαρχία», κατά την έκφραση του Θουκυδίδη (Γ’, 62, 3). Ας έχουμε υπόψη μας ότι ο όρος «ισονομία» χρησιμοποιήθηκε στη θέση του όρου «δημοκρατία», πριν καθιερωθεί ο τελευταίος. Έτσι η «ισόνομη ολιγαρχία» σημαίνει το οξύμωρο «δημοκρατική ολιγαρχία»! Άλλωστε και στη συρρικνωμένη Δημοκρατία της Σπάρτης το ανώτατο πολιτειακό της όργανο ήταν η Απέλλα, η Νομοθετική, όπως ακριβώς η Εκκλησία του Δήμου στην Αθήνα.

Την προσέγγιση του Συντάγματος της Επιδαύρου προς το πολίτευμα της Σπάρτης θα τη βρούμε και αλλού. Ενώ δηλαδή το Σύνταγμα διατείνεται ρητά για ισοτιμία ανάμεσα στο Βουλευτικό (Νομοθετικό) και το Εκτελεστικό (Αρχικό, Διοικητικο-Εκτελεστικό) (§ ι’), τελικά το προβάδισμα, ελαφρό βέβαια, δίνεται στο Εκτελεστικό, όπως αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι οι αποφάσεις παίρνονται, κατά κανόνα, από το Εκτελεστικό. Αυτό οφείλεται στο ότι η ελλιπής πληροφόρηση για την Αρχαία Σπάρτη έδινε την εντύπωση πως οι Έφοροι στη Σπάρτη είχαν την πρωτοκαθεδρία. Και είναι αλήθεια ότι οι Έφοροι είχαν στα χέρια τους συγκεντρωμένες πολλές αρμοδιότητες οι οποίες στην Αθήνα ήταν διαμοιρασμένες στα τρία μόρια της πολιτείας. Σήμερα η πρωτοκαθεδρία των Εφόρων ή άλλων αξιωματούχων δε γίνεται δεκτή και έχει διαπιστωθεί πως η Απέλλα είχε ουσιαστικά την τελική απόφαση. Πραγματικά ο Αριστοτέλης λέει πως οι δύο βασιλιάδες αν ομογνωμονούσαν σε κάτι με όλους τους Γερουσιαστές αυτό ίσχυε, αν όχι, υπερίσχυε η απόφαση της Απέλλας (Πολ. Β, 1273α 5-9). Πρβλ. και τη ρήτρα του σπαρτιατικού πολιτεύματος «δήμῳ ἦμεν κράτος καὶ ἀγοράν» (Πλούταρχος, Λυκούργος, 6), όπου εκφράζεται η ίδια άποψη.

Το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος» σε αγγλική μετάφραση από τη δεύτερη έκδοση στην Κόρινθο, Λονδίνο 1823. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων.

Το προβάδισμα του Εκτελεστικού (του Αρχικού) το ξαναβρίσκουμε στις  §§ λδ’, λθ’ και εξάγεται και από τη σύγκριση των §§ ν’, νβ’ και νζ’. Βέβαια το προβάδισμα του Εκτελεστικού (του Αρχικού) είναι μικρό, αφού ήταν απαραίτητη η συγκατάθεση του Βουλευτικού (του Νομοθετικού) σε καίρια ζητήματα (§ μ’).

Το Εκτελεστικό (το Αρχικό) είναι 5μελές, όπως πέντε είναι και οι Έφοροι στη Σπάρτη.

 – Η θητεία των αρχόντων είναι ενιαύσια και έπρεπε οι επίδοξοι άρχοντες να έχουν κλείσει τα τριάντα (§ ιε’). Ενιαύσια ήταν και η θητεία στην Αρχαία Ελλάδα. Και στην Αθήνα, για να ασκήσει κανείς κάποιο αξίωμα, έπρεπε να έχει κλείσει τα τριάντα, ενώ στη Σπάρτη έπρεπε να έχει κλείσει τα σαράντα.

– Υπάρχει πρόνοια για δίκαιη διανομή του πλούτου (§ η’).

– Αναγγέλλεται νόμος για πολιτογράφηση ξένων (§ ε’).

– Καταργούνται τα βασανιστήρια και οι δημεύσεις (§ qθ΄).

Πρόκειται για θεσμούς με αρχαιοελληνική καταβολή.

– Αναγνωρίζονται οι τοπικές διοικήσεις (§§ qδ’, ρα’). Ας θυμηθούμε πως και η αρχαία Σπάρτη ευνοούσε την αυτόνομη παρουσία των ελληνικών πόλεων-κρατών και τη μη σύμπηξη συμμαχιών.

[ Σημείωση. Χρησιμοποιήθηκε το γράμμα q του χαλκιδικού αλφαβήτου, μια και το αντίστοιχο γράμμα του ιωνικού δεν υπάρχει στους συνήθεις ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Σαν αριθμός το ιωνικό γράμμα σημαίνει 90, έτσι το qθ’=99 και το qδ’=96].

 

Νικόλαος Ν. Σαρίπολος, «Η πρώτη Εθνοσυνέλευσις και το πολίτευμα της Επιδαύρου του 1822», Αθήνα 1907. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων.

 

Να δούμε το δεύτερο Σύνταγμα.

 

Ο πλήρης τίτλος του είναι: ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ HTOI ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΝ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ EN ΑΣΤΡΕΙ  Β’ ΕΘΝΙΚΗΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΝ. Απρίλιος 1823.

Το δεύτερο Σύνταγμα διατηρεί τις ελευθερίες που εισάγει το πρώτο και  στρέφει τον προσανατολισμό του σαφώς προς το αθηναϊκό πολίτευμα και γι’ αυτό αντικαθιστά τον όρο «όμοιοι», που αναπέμπει στη Σπάρτη, με τον όρο «ίσοι», που αναπέμπει στην Αθήνα. Οι Έλληνες δεν είναι πια «όμοιοι» αλλά «ίσοι» μπροστά στους Νόμους. Η «ισότητα» και η «ομοιότητα»  είναι έννοιες νομικές, αθηναϊκή και σπαρτιάτικη αντίστοιχα. Πρβλ. Αριστ. Πολ., Γ, 1279α 9-10.

Συνέπεια της ισότητας πια και όχι της ομοιότητας είναι η ρητή κατάργηση  της δουλείας. Να υπενθυμίσουμε ότι οι δούλοι στην Αθήνα δεν ήσαν, κατά κανόνα, Έλληνες, ενώ οι Είλωτες στη Σπάρτη ήσαν Έλληνες, Μεσσήνιοι, υποδουλωμένοι. Βέβαια η δουλεία καταργείται ρητά για κάθε ανθρώπινο ον στο Σύνταγμα του Άστρους (§ θ’). Οι Βρετανοί κατάργησαν τη δουλεία το 1832, οι Η.Π.Α., στα χαρτιά, το 1860 και οι Ρώσοι κατάργησαν τη δουλοπαροικία το 1861. Το άρθρο, που καταργεί τη δουλεία θα παραμείνει μέχρι και το Σύνταγμα των 17-11-1864 // 1-6-1911, άρθρο 13.

Εισάγεται η ελευθερία του τύπου (§ ζ’), που κι αυτή αναπέμπει στην αρχαία Αθήνα. Στην αρχαία Σπάρτη υπήρχε λογοκρισία. Παράδειγμα: Ο Αρχίλοχος και η ποίησή του δε γίνονταν δεκτοί στη Σπάρτη, επειδή σε ποίημά του δε θεωρεί  σπουδαίο πράγμα ότι πέταξε την ασπίδα του, για να σώσει τη ζωή του. Η πράξη του Αρχίλοχου αντέκειταν στο «Ή ΤΑΝ Η ΕΠΙ ΤΑΣ» των Σπαρτιατών. Οι Αθηναίοι ήταν πολύ πιο ανεκτικοί στην καλλιέργεια του λόγου και της τέχνης γενικότερα, αν και έγιναν και εκεί προσπάθειες με το ψήφισμα του Διοπείθη να εισαχθεί η λογοκρισία.

Γενικά τα δικαιώματα και οι ελευθερίες, που προτείνονται στο πρώτο και στο δεύτερο Σύνταγμα, επαναλαμβάνονται και ενισχύονται. Το Βουλευτικό (Νομοθετικό) έχει σαφώς το προβάδισμα, όπως είναι πιο προφανές αυτό στην Αρχαία Αθήνα (§§ ιζ’, λη’ μ’ μα’, οθ’, π’), όπου η Εκκλησία του Δήμου αποφάσιζε για όλα και  κυβερνούσε. Το Εκτελεστικό παραμένει 5μελές. Να επισημάνουμε πως και στην Αθήνα τα πολιτειακά όργανα ήσαν κατά κανόνα πολυπρόσωπα. Άλλωστε το πολυπρόσωπο των πολιτειακών οργάνων είναι ένα από τα χαρακτηριστικά του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Καταργούνται οι τοπικές διοικήσεις. Αυτό αναπέμπει στην ενωτική πολιτική της αρχαίας Αθήνας.

Εισάγεται ο όρος «βουλευτής» (§ λ’), παράλληλα με τον όρο «παραστάτης (§§ ιγ’, ιη’ και qζ’). Δεν υπήρχε στη Σπάρτη ο όρος «βουλευτής», υπήρχε στην Αθήνα. Στο Σύνταγμα της Επιδαύρου χρησιμοποιούνται οι όροι «πληρεξούσιος» (§ ια’) και «παραστάτης» (§ ιγ’).

Γίνεται πραγματικότητα η πολιτογράφηση ξένων. Καθορίζονται με ακρίβεια οι όροι: 5 χρόνια ενδήμησης, απόκτηση ακίνητης περιουσίας ή εκτέλεση ανδραγαθημάτων υπέρ της Ελλάδας και διαρκή άμεμπτη συμπεριφορά (§ ιβ’ α’ και β’). Κι αυτό αναπέμπει στην αρχαία Αθήνα, όπου η πολιτογράφηση ξένων αλλά και δούλων δεν ήταν σπάνια (Αριστ. Πολ. Γ, 1275β 37 και Αριστοφάνης, Βάτραχοι, 204 και Πλούταρχος, Σόλωνας, 24). Στην αρχαία Σπάρτη μόνο δύο άνθρωποι πολιτογραφήθηκαν, κατά τον Ηρόδοτο.

Προαναγγέλλεται η εγκαθίδρυση ορκωτών δικαστών (§ qστ’ [96]). Κι αυτό βέβαια αναπέμπει στην αθηναϊκή Ηλιαία.

Στην ενίσχυση του δημοκρατικού πνεύματος πρέπει να συγκαταλέξουμε και το ότι τόσο το Βουλευτικό όσο και οι Κριτές, οι δικαστές,  το Δικαστικό, ορκίζονται μπροστά στο κοινό (§ qθ’ [99]). Κι αυτό αναπέμπει στην αρχαία Αθήνα, αν σκεφθούμε πως οι νέοι πολίτες έλεγαν το γνωστό Όρκο των Εφήβων μπροστά στο κοινό (Αριστ. Αθηναίων Πολιτεία, 42, 4).

 

Αναστάσιος Πολυζωίδης, «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος και σχέδιον Οργανισμού των επαρχιών αυτής», Μεσολόγγι 1824. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων.

 

Να περάσουμε τώρα στο Σύνταγμα της Τροιζήνας.

Ο πλήρης τίτλος του είναι: ΠΟΛΙΤΙΚΟΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ EN ΤΡΟΙΖΗΝΙ Γ’ ΕΘΝΙΚΗΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΝ. Μάιος 1827. Το τρίτο Σύνταγμα κρατάει ό,τι προοδευτικό και φιλελεύθερο έχουν εισαγάγει τα άλλα δύο και κάνει ακόμα ευρύτερες τομές, που δείχνουν προς την αρχαία Αθήνα. Εισάγει ουσιαστικά το σύστημα της «Κυβερνώσας Βουλής» (Κεφ. ΣΤ’), πράγμα το οποίο αναπέμπει στην αρχαία Αθήνα, όπου η Εκκλησία του Δήμου ήταν ό,τι είναι η Βουλή στη σύγχρονη εποχή αλλά και, επί πλέον, κυβερνούσε, όντας το ανώτατο πολιτειακό όργανο, χωρίς κανείς να μπορεί να τη διαλύσει.

Καταργείται κάθε άλλος όρος για τα μέλη της Βουλής και εισάγεται ο όρος «Αντιπρόσωπος», επειδή προφανώς οι Έλληνες του ’21 ήξεραν και είχαν συνειδητοποιήσει τη θεσμική διαφορά τους με την αρχαία Αθήνα,

δηλαδή ανάμεσα στο κοινοβουλευτικό αντιπροσωπευτικό-ολιγαρχικό πολιτειακό σύστημα από τη μια μεριά και τη Δημοκρατία της Αρχαίας Αθήνας από την άλλη. Τα ίδια μπορούμε να πούμε για την κατάργηση του όρου «Υπουργός» των δύο πρώτων Συνταγμάτων· ο όρος αυτός παραπέμπει στην Αρχαία Ελλάδα (Ξεν. Κύρου Ανάβαση, Ε’, 8 15· κ. ά.). Για τούς ίδιους λόγους αντικαταστάθηκε με τον όρο «Γραμματεύς». Και οι δύο νέοι όροι του Συντάγματος της Τροιζήνας δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να μεταφράζουν τους αντίστοιχους γαλλικούς «représentant» και «secrétaire».

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι εισάγεται και η κλήρωση και η μη επανεκλογή των Αντιπροσώπων στην επόμενη βουλευτική περίοδο. Πιο συγκεκριμένα. Κάθε τρία χρόνια εκλέγονται 300 αντιπρόσωποι. Από αυτούς ενεργοποιούνται με κλήρωση 100 την πρώτη χρονιά και 100 τη δεύτερη. Οι υπόλοιποι 100 ενεργοποιούνται την τρίτη χρονιά. Κανείς τους δεν επανεκλέγεται κατά την επόμενη εκλογική περίοδο (αρ. αρ. 57-58). Οι Αντιπρόσωποι δεν πληρώνονταν, αν δεν παρευρίσκονταν στις συνεδριάσεις της Βουλής και πληρώνονταν το μισό, αν είχε λήξη η βουλευτική περίοδος (άρ. 64).

Οι θεσμοί αυτοί προσεγγίζουν τη δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας. Εκεί  η ανάδειξη των βουλευτών και γενικότερα το 99,14 % των αρχόντων ήσαν κληρωτοί, ενιαύσιοι και μη επαναλήψιμοι. Και, καθώς η πληρωμή τους γινόταν κάθε μέρα, όποτε απουσίαζαν δεν πληρώνονταν.

Καταργείται το 5μελές Εκτελεστικό και αντικαθίσταται από το μονομελές πολιτειακό όργανο, τον Κυβερνήτη, ο οποίος όμως υπόκειται στη Βουλή.

Δεν αναγνωρίζονται τίτλοι ευγενείας (άρ. 27) και δεν υπάρχουν οι εκφωνήσεις «Εκλαμπρότατε», «Εξοχότατε» κ.λπ. με εξαίρεση τη διατήρηση της  εκφώνησης «Εξοχότατε», που αφορά το πρόσωπο του Κυβερνήτη, όσο αυτός κυβερνά.

Υπάρχει ολόκληρο κεφάλαιο (Κεφ. Δ’) για την πολιτογράφηση ξένων. Η πολιτογράφηση γίνεται με λιγότερα χρόνια ενδήμησης (3 χρόνια) και γενικότερα είναι ευκολότερη.

Όμως ένα τέτοιο Σύνταγμα δε θα ήταν τόσο εύκολα αποδεκτό από τις Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης. Ένα Σύνταγμα τόσο φιλελεύθερο και τόσο κοντά στη Δημοκρατία, όπως τουλάχιστο την πραγματοποίησαν οι Αρχαίοι Έλληνες, θα ήταν βραδυφλεγής βόμβα στα θεμέλια της μοναρχικής Ευρώπης. Και θα ήταν πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να γίνει αποδεκτό ένα κράτος, όσο μικρό και ασήμαντο κι αν ήταν αυτό, με ένα Σύνταγμα τέτοιας φιλελεύθερης εμβέλειας. Παρ’ όλα αυτά οι συντάκτες του Συντάγματος και ο Ελληνικός Λαός έκαναν τις προσπάθειές τους για μια συνταγματική ανανέωση της Ευρώπης του 19ου αιώνα.

Η Γ’ Εθνοσυνέλευση με ψήφισμά της, στις 3 Απριλίου 1827, εξέλεξε σαν πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας τον Ιωάννη Καποδίστρια. Εκείνος ανέλαβε τα καθήκοντά του τον Ιανουάριο του 1828. Επειδή όμως ήταν αντίθετος στο Σύνταγμα της Τροιζήνας και τις δημοκρατικές του προδιαγραφές και πιο συγκεκριμένα δεν ανέχτηκε να υπόκειται στη Βουλή, πίεσε τους αντιπροσώπους να καταργήσουν το Σύνταγμα της Τροιζήνας. Έτσι στις 18 Ιανουαρίου 1828, με ψήφισμά της η Γ’ Εθνοσυνέλευση ανέστειλε τη λειτουργία του Συντάγματος και αυτοδιαλύθηκε. Του κάκου ο Θεόφιλος Καϊρης στην Ελλάδα και ο Αδαμάντιος Κοραής από το Παρίσι προσπαθούσαν να πείσουν τον Καποδίστρια να σεβαστεί τη Δημοκρατία. Ο Καποδίστριας στάθηκε ανένδοτα απολυταρχικός. Έτσι χάθηκε κάθε ευκαιρία να εισαχθεί στην Ευρώπη ένα φιλελεύθερο Σύνταγμα.

Και η Ελλάδα οδηγήθηκε στην Απόλυτη Μοναρχία του Όθωνα, που με την Επανάσταση της Γ’ Σεπτεμβρίου του 1843 και το Σύνταγμα του 1844 υποχρεώθηκε να γίνει Συνταγματική Μοναρχία και με την έξωση του Όθωνα το 1862 και τον ερχομό των Γλύξμπουργκ, το 1863, και το Σύνταγμα του 1864 έγινε Βασιλευόμενη Δημοκρατία. Τελικά οι Έλληνες με το δημοψήφισμα του 1974 κατάργησαν το θεσμό της Μοναρχίας.

[Σημείωση. Το οξύμωρο είναι ότι ουσιαστικά πρώτοι συντελεστές  της κατάργησης της Μοναρχίας ήταν οι κατά καιρούς δικτάτορες στρατιωτικοί. Το 1924 ο Θεόδωρος Πάγκαλος και ο Γεώργιος Κονδύλης σε συνεργασία με τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου κατάργησαν τη βασιλεία. Και ο Πάγκαλος και ο Κονδύλης ήσαν στρατιωτικοί και οι δύο και δικτάτορες, ο πρώτος από τον Ιούνιο 1925 – Αύγουστο 1926 και ο δεύτερος από τον Οκτώβριο 1935 – Ιανουάριο 1936. Οι δικτάτορες-στρατιωτικοί των ετών 1967-1974 κατάργησαν τη βασιλεία. Η κατάργηση επιβεβαιώθηκε με το δημοψήφισμα του Δεκεμβρίου του 1974].

Οι ευρωπαϊκές Δυνάμεις λοιπόν ήσαν σαφώς αντίθετες για τη δημιουργία μιας φιλελεύθερης νέας Ελλάδας, περισσότερο πιστής στα πολιτικά και δικαιοδοτικά νάματα της δικής της αρχαίας ιστορίας και λιγότερο υπάκουης στις ρωμαϊκές παραφθορές του Αττικού Δικαίου, που συνέθεταν το Ρωμαϊκό Δίκαιο. Έτσι εξακολουθούμε να ζούμε ακόμη και σήμερα στη σκιά του Ρωμαϊκού Δικαίου και του αιματοβαμμένου Κολοσσαίου και να έχουμε παραμελήσει ή και λησμονήσει το φως του Αττικού Δικαίου και του Αττικού θεάτρου, στο οποίο και η ένδειξη μόνο της βίας ήταν ανεπίτρεπτη.

 

Βιβλιογραφία


1) Αριστοτέλης: α) Πολιτικά,  β) Αθηναίων Πολιτεία.

2) Ηρόδοτος.

3) Αριστοφάνης, Βάτραχοι.

4) Πλούταρχος, Σόλωνας.

5) Τα Ελληνικά Συντάγματα 1822-1975/1986. Εκδ. «Στοχαστής». Αθήνα 1998. Στην έκδοση αυτή περιλαμβάνεται και Η συνταγματική ιστορία της Ελλάδος του Αλέξανδρου Σβώλου.

 

Αλέξανδρος Κόντος

Φιλόλογος, Δρ. Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Παρισίων

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

 Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Older Posts »