Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Επανάσταση 21’

Ρώσοι ναυτικοί στη μάχη του Ναυαρίνου – Γκριγκόρι Λ. Αρς


 

Πριν από 180 χρόνια, στις 8/20 Οκτωβρίου 1827, στα ελληνικά παράλια έλαβε χώρα μία φημισμένη ναυμαχία, η ναυμαχία του Ναυαρίνου, η οποία απετέλεσε όχι μόνο μία από τις σημαντικότερες ναυμαχίες της εποχής των ιστιοφόρων, αλλά και καθοριστική σελίδα στην ιστορία διεθνών σχέσεων της δεκαετίας του ’20 του 19ου αι., στην οποία δεσπόζουσα θέση κατείχε το Ελληνικό Ζήτημα.

Το Μάρτιο του 1821 στην Ελλάδα ξέσπασε εξέγερση ενάντια στον οθωμανικό ζυγό, που δέσποζε επί 400 χρόνια. Αρχικά τα αντιδραστικά καθεστώτα της Ευρώπης αντιμετώπισαν την προοπτική ανεξαρτησίας της Ελλάδος, που γεννιόταν μέσα στη φλόγα πολέμου, με απροκάλυπτη εχθρότητα. Η ευρύτερη, ωστόσο, κοινή γνώμη της Ευρώπης και της Αμερικής στήριξε την Ελληνική Επανάσταση. Σε πολλές χώρες αναπτύχθηκε έντονο φιλελληνικό κίνημα. Φιλέλληνες υπήρξαν ο Μπάϋρον, ο Γκαίτε, ο Πούσκιν, ο Ουγκώ και πολλές άλλες εξέχουσες προσωπικότητες του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η πίεση που άσκουσε η κοινή γνώμη, καθώς και η συνειδητοποίηση του αναπότρεπτου ως προς τις αλλαγές στη διεθνή σκηνή, που γέννησε ο αγώνας των Ελλήνων, οδήγησαν τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής να επιδιώκουν τη διπλωματική πλέον ρύθμιση του Ελληνικού Ζητήματος. Στις 6 Ιουλίου του 1827 οι εκπρόσωποι της Ρωσίας, της Αγγλίας και της Γαλλίας υπέγραψαν στο Λονδίνο Σύμβαση που προέβλεπε  τη διακοπή των εχθροπραξιών στην Ελλάδα και τη δημιουργία ενιαίου ελληνικού κράτους, υποτελούς στο Σουλτάνο. Κατόπιν επιμονής της Ρωσίας, η οποία είχε έρθει επανειλημμένα σε αντιπαράθεση και σύγκρουση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και η οποία τηρούσε και την πιο αποφασιστική στάση, στη Σύμβαση του Λονδίνου ενσωματώθηκε μυστικό άρθρο που προέβλεπε ότι, σε περίπτωση που ένα εκ των μερών δε συμμορφωθεί στους όρους ανακωχής και συμφιλίωσης (όπως προέβλεπε η Σύμβαση), τότε «οι Μεγάλες Δυνάμεις θα εφαρμόσουν από κοινού μέτρα για την εκπλήρωση της Σύμβασης». [1]

 

Η ναυμαχία του Ναβαρίνου. Ελαιογραφία, 1831, του Γάλλου ζωγράφου Λουί Αμπρουάζ Γκαρνερέ. (Ambroise Louis Garneray 1783-1857).

 

Αποτέλεσμα της ρήτρας αυτής υπήρξε η εμφάνιση στα ελληνική παράλια στις αρχές Οκτωβρίου 1827 της συμμαχικής άγγλο-ρώσο-γαλλικής ναυτικής μοίρας. Κατόπιν επιμονής του Ρώσου επιτετραμμένου στο Λονδίνο Χ.Α. Λήβεν, στις από κοινού οδηγίες προς τους τρεις συμμαχικούς ναυάρχους περιλήφθηκε το εξής σημαντικό εδάφιο: «Σε περίπτωση άρνησης εκ μέρους της Πύλης της διαμεσολάβησης και της εκεχειρίας σε διάστημα μηνός, οι μοίρες των τριών συμμαχικών Δυνάμεων θα πρέπει να πλησιάσουν τις ακτές της Ελλάδος και από κοινού να αναχαιτίσουν οποιαδήποτε βοήθεια, μέσω θαλάσσης, εκ μέρους τουρκοαιγυπτιακών στρατευμάτων, αποφεύγοντας, παράλληλα, συμμετοχή σε πολεμικές συρράξεις». [2] Ωστόσο η λήψη οποιωνδήποτε καταναγκαστικών μέτρων απέναντι στις τουρκικές δυνάμεις, στο έδαφος της Ελλάδος, χωρίς την προσφυγή σε πολεμική σύρραξη, απεδείχθη αδύνατη.

Η είδηση για τη Σύμβαση του Λονδίνου έγινε δεκτή στην Ελλάδα σε μια κρίσιμη για το λαό της στιγμή. Το 1824 ο Σουλτάνος Μαχμούτ ο Β΄ κατάφερε να προσελκύσει με το μέρος του, στις ένοπλες αντιπαραθέσεις του, τον υποτελή του πασά της Αιγύπτου Μωχάμεντ Αλή, ο οποίος διέθετε καλά εξοπλισμένο και εκπαιδευμένο, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, στρατό. Μετά από επίμονη ηρωική πάλη, στα χέρια του κατακτητή έπεσαν το Μεσολόγγι και η Ακρόπολη – σημαντικές βάσεις του ένοπλου αγώνα των εξεγερθέντων. Αναζωογονημένοι από αυτές τις στρατιωτικές επιτυχίες, η Υψηλή Πύλη απέρριψε την Ιουλιανή Σύμβαση του Λονδίνου.

Το φθινόπωρο του 1827 ο επικεφαλής του τουρκοαιγυπτιακού στόλου Ιμπραήμ πασάς προέβη στην προετοιμασία νέων πολεμικών συρράξεων, ώστε να καταπνίξει και τις τελευταίες εστίες αντίστασης των Ελλήνων στην ενδοχώρα και τις νήσους. Με αυτό το στόχο, στο Ναυαρίνο συγκεντρώθηκαν μεγάλες θαλάσσιες και χερσαίες στρατιωτικές δυνάμεις. Ο στρατός του Ιμπραήμ συνέχιζε ασύστολα να ξεκληρίζει το Μοριά, ενώ ο ίδιος ο Ιμπραήμ εξακολουθούσε να αγνοεί το τελεσίγραφο που του έστειλαν οι αρχηγοί των τριών συμμαχικών στόλων. Τότε οι τρεις σύμμαχοι αποφάσισαν να οδηγήσουν τις μοίρες τους στον κόλπο του Ναυαρίνου, ώστε με την παρουσία τους να ακινητοποιήσουν τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο και να εμποδίσουν τις εχθροπραξίες κατά των Ελλήνων. Αγκυροβολημένος στον κόλπο του Ναυαρίνου, άρτια προετοιμασμένος, ο στόλος του Σουλτάνου αποτελούσε μεγάλη στρατιωτική απειλή. Αποτελούνταν από τρεις ναυαρχίδες, είκοσι φρεγάτες και πάνω από σαράντα γαλέτες, βρίκια και μεταγωγικά, ενώ διέθετε πάνω από 2.000 πυροβόλα. Πέραν αυτού, ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος ήταν αγκυροβολημένος μέσα στον κόλπο σε σχήμα πετάλου, τα δύο άκρα του οποίου στηρίζονταν στα δύο πυροβολεία που βρίσκονταν το ένα στο φρούριο του Ναυαρίνου και το άλλο στο νότιο άκρο της νήσου Σφακτηρίας. Ο αγγλικός στόλος αποτελούνταν από τρεις ναυαρχίδες, τέσσερις φρεγάτες, μία γαλέτα και τρία βρίκια με 472 πυροβόλα. Αρχηγός του αγγλικού στόλου ήταν ο έμπειρος και αποφασιστικός θαλασσόλυκος και συμμαχητής του Νέλσωνα ναύαρχος Εδουάρδος Κόδριγκτων. Επικεφαλής της γαλλικής μοίρας, που αποτελείτο από τρεις ναυαρχίδες, δύο φρεγάτες, δύο γαλέτες με 362 πυροβόλα, ήταν ο αντιναύαρχος Ερρίκος Δεριγνύ.

Ο διοικητής του πλοίου Αζόφ, Μιχαήλ Πετρόβιτς Λάζαρεφ.

Ο ρωσικός στόλος αποτελούνταν από τέσσερις ναυαρχίδες [«Αζόφ», «Ιεζεκιήλ», «Αλέξανδρος Νέβσκι» με 74 κανόνια έκαστη και «Γκανγκούτ» με 84 κανόνια] και τέσσερις φρεγάτες: «Κωνσταντίνος», «Προβόρνι» (= επιδέξιος), «Κάστωρ», «Έλενα». Η ρωσική μοίρα διέθετε 466 πυροβόλα και 3764 άνδρες. Επικεφαλής της ρωσικής μοίρας η ναυαρχίδα «Αζόφ», όπου επέβαινε ο αντιναύαρχος Λογγίνος Χέϋδεν και η οποία κυβερνείτο από τον διακεκριμένο Ρώσο θαλασσοπόρο και επιστήμονα Μ. Π. Λάζαρεβ. Συνολικά η συμμαχική μοίρα αριθμούσε 26 πλοία: 10 ναυαρχίες, 10 φρεγάτες, 6 γαλέτες και βρίκια με 1300 πυροβόλα. Ο αρχηγός της αγγλικής μοίρας ναύαρχος Εδουάρδος Κόδριγκτον, ως ανώτερος ιεραρχικά, υπήρξε ο αρχηγός του συμμαχικού στόλου.

Η συμμαχική μοίρα ήταν αισθητά υποδεέστερη του τουρκοαιγυπτιακού στόλου ως προς τον αριθμό των κανονιών και των πλοίων, αλλά υπερίσχυε ως προς τη στρατιωτική εξάσκηση και την πειθαρχία. Η Αγγλία, η Ρωσία και η Γαλλία αποτελούσαν μεγάλες ναυτικές δυνάμεις, οι σημαίες των οποίων είχαν στεφανωθεί με νίκη σε πολλές ναυμαχίες.

Στους κόλπους των συμμαχικών ναυτών παρατηρούνταν έντονες φιλελληνικές διαθέσεις. Αυτό αφορούσε, κατά κύριο λόγο, τους Ρώσους ναυτικούς, δεδομένου ότι το ρωσικό και ελληνικό λαό συνέδεαν, κατά τη διάρκεια αιώνων, ισχυροί δεσμοί φιλίας. Κάτι τέτοιο πιστοποιούν και οι σημειώσεις του ανθυπολογαχού Αλεξάντρ Ρικατσέβ, που έλαβε μέρος στην εποποιία του Ναυαρίνου. Πριν τον απόπλου του ρωσικού στόλου από την Κρονστάνδη, όταν δεν ήταν ακόμη γνωστός ο προορισμός του, ο Ρικατσέβ έγραφε στο ημερολόγιό του: «Δεδομένου ότι ο καθένας επιθυμεί να βοηθά τους Έλληνες, καθίσταται κατανοητό το ότι περισσότερο απ΄ όλα ονειρευόμαστε τη Μεσόγειο. Κάτι τέτοιο θα ήταν η κορύφωση της ευτυχίας και όλη η νεολαία μας από την εποχή της εκστρατείας του Σενιάβιν, διαρκώς ονειρεύεται αυτή την καταπληκτική εκστρατεία». [3]

Στις 13.00 το μεσημέρι της 8ης/20ης Οκτωβρίου 1827 ο συμμαχικός στόλος, παραταγμένος σε δύο στήλες, – εκ δεξιών η αγγλική και η γαλλική μοίρα, εξ αριστερών η ρωσική – άρχισε να εισχωρεί στον κόλπο του Ναυαρίνου, για να αγκυροβολήσει απέναντι από τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο. Η εντολή του Κόδριγκτον,  που εδόθη αμέσως πριν την είσοδο των συμμάχων στον κόλπο, είχε ως εξής: «Κανένα κανόνι του συμμαχικού στόλου δε θα πρέπει να πυροβολήσει αν δεν δοθεί προηγουμένως σήμα, και κάτι τέτοιο μόνο σε περίπτωση που ανάψει πυρ από τον τουρκικό στόλο». [4] Και πράγματι, ένα τουρκικό μεταγωγικό άνοιξε πυρ εναντίον μιας λέμβου, στην οποία επέβαινε Άγγλος υποπλοίαρχος, απεσταλμένος του Άγγλου κυβερνήτη του πολεμικού «Ντάρτμουθ». Ο Άγγλος υποπλοίαρχος Φιτσρόυ και μερικοί ακόμη άνδρες της λέμβου πυροβολήθηκαν, με αποτέλεσμα τα αγγλικά και γαλλικά πλοία να ανταποδώσουν το πυρ. Οι μεμονωμένες τουφεκιές εξελίχθηκαν σε κανονιοβολισμούς και η μάχη γενικεύθηκε.

Η σύγκρουση διεξήχθη σε μικρές αποστάσεις και ξεχώρισε για το σκληρό και καταστροφικό χαρακτήρα της. Γύρω στα 100 πολεμικά πλοία με μερικές χιλιάδες πλήρωμα μάχονταν σε έναν ιδιαίτερα στενό, ουσιαστικά κλειστό, κόλπο. Σύμφωνα με την περιγραφή του συγχρόνου των γεγονότων αξιωματικού Βλαντίμιρ Μπρονέβσκι, «η μάχη, που διεξήχθη σε έναν τόσο περιορισμένο χώρο και σε ένα κλίμα, σχεδόν απελπισίας, δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική, παρά η πιο αιματηρή, ολέθρια και αποφασιστική. Οι δύο στόλοι, που μάχονταν σχεδόν σώμα με σώμα, μοιάζανε με δύο λυσσασμένου μονομάχους, που αναζητούσαν όχι ζωή και νίκη, παρά θάνατο ολέθριο, αλλά ένδοξο. Ούτε οι φίλοι ούτε οι εχθροί δεν μπορούσαν πλέον να ξεφύγουν από την απόλυτη τελική καταστροφή: η παραμικρή αποτυχία στην κίνηση ή στον πυροβολισμό θα συνοδεύονταν από βέβαιο θάνατο». [5]

Τα πυρά που εκτόξευαν τα ρωσικά πολεμικά πλοία ήταν εύστοχα και ισχυρά. Ιδιαίτερα εύστοχα και αποτελεσματικά λειτούργησαν οι πυροβολητές της ναυαρχίδας «Αζόφ». Μαχόμενοι, ταυτόχρονα, με πέντε εχθρικά πλοία, βούλιαξαν δύο μεγάλες φρεγάτες και γαλέτες, επέφεραν σοβαρές ζημιές σε εχθρική ναυαρχίδα με 80 κανόνια, που έπεσε στα αβαθή και εξερράγη. Επίσης, μεγάλες ζημιές υπέστη, η δικάταρτη φρεγάτα, στην οποία επέβαινε ο αρχηγός της τουρκικής μοίρας Ταχήρ.

Λογγίνος Χέυδεν (Логин Петрович Гейден, Λόγκιν Πετρόβιτς Γκέιντεν, 1772 – 1850). Ρώσος ναύαρχος, ολλανδικής καταγωγής. Διοικητής του ρωσικού στόλου στο Ναβαρίνο, παρέμεινε αρκετό χρόνο στην Ελλάδα συνεργαζόμενος με τον Κυβερνήτη Καποδίστρια. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Levilly.

Όλοι οι Ρώσοι ναυτικοί, από το ναύαρχο μέχρι το ναύτη, επέδειξαν στη μάχη γενναιότητα, πίστη στο υπηρεσιακό καθήκον, πολεμική μαεστρία. «Δε βρίσκω επαρκείς εκφράσεις  – έγγραφε ο Λογγίνος Χέϋδεν στην αναφορά της 12ης/24ης Οκτωβρίου 1827 προς τον Αυτοκράτορα Νικόλαο τον Α΄- για να περιγράψω στη Μεγαλειότητά σας την ανδρεία, την ευψυχία και το ζήλο των καπετάνιων, των αξιωματικών και των χαμηλότερων ιεραρχικά, που τους χαρακτήρισε κατά τη διάρκεια της αιματηρής αυτής μάχης. Μάχονταν ως λέοντες εναντίον ενός πολυάριθμου, ισχυρού και πείσμονα εχθρού». [6] Μεταξύ αυτών που ξεχώρισαν στη μάχη ήταν ο ανθυπολοχαγός Πάβελ Ναχίμωβ, ο αρχικελευστής Βλαντίμιρ Κορνίλωβ και ο δόκιμος Βλαντίμιρ Ιστόμιν. Για αυτούς τους ένδοξους Ρώσους ναυάρχους, ήρωες της άμυνας της Σεβαστούπολης (1854-1855), η μάχη του Ναυαρίνου απετέλεσε το βάπτισμα του πυρός.

Κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας, που διήρκησε τέσσερις ώρες περίπου, η ρωσική μοίρα εξολόθρευσε τη δεξιά πτέρυγα του τουρκοαιγυπτιακού στόλου. Με την ίδια επιτυχία μάχονταν εναντίον της αριστερής πτέρυγας του εχθρού η αγγλική και γαλλική μοίρα.

Τα πληρώματα του συμμαχικού στόλου λειτούργησαν στη μάχη σε πνεύμα αλληλεγγύης και ομοψυχίας και την κρίσιμη στιγμή παρείχαν ο ένας στον άλλο τη βοήθεια που χρειάζονταν. Παραδείγματα τέτοιας ομοψυχίας αναφέρει ο Λογγίνος Χέϋδεν στην αναφορά του στο Νικόλαο τον Α΄ της 13ης/25ης Νοεμβρίου 1827. Ο Λα-Μπρετονιέρ, κυβερνήτης του γαλλικού πλοίου «Μπρεσλάβλ», βλέποντας ότι η ναυαρχίδα «Αζόφ» βάλλεται από έντονα πυρά, αμέσως έκοψε το παλαμάρι του πλοίου του και κατέλαβε θέση μεταξύ του «Αζόφ» και του αγγλικού πλοίου «Αλβιών», δεχόμενος, κατ’ αυτόν τον τρόπο, μέρος των πυρών πάνω του. Από την πλευρά του το «Αζόφ», αν και ήταν περικυκλωμένο από εχθρικά πλοία, κατηύθυνε τα πυρά 14 πυροβόλων του εναντίον αιγυπτιακού πολεμικού πλοίου 80 κανονιών, από το οποίο βάλλονταν η αγγλική ναυαρχίδα «Ασία», με αποτέλεσμα σε σύντομο χρονικό διάστημα το εχθρικό πλοίο να ανατιναχθεί στον αέρα. [7] «Κανένας στόλος στον κόσμο – διατυπώνει στην αναφορά του μετά το πέρας της ναυμαχίας ο Κόδριγκτον – δεν επέδειξε σε τέτοιο βαθμό τέτοια απόλυτη ομοψυχία, τέτοια πλήρη ομοφωνία, με τις οποίες ήταν διαποτισμένες οι μοίρες των τριών συμμαχικών δυνάμεων σε μία τόσο αιματηρή μάχη». [8]

Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου έληξε με σχεδόν ολοκληρωτικό αφανισμό του στόλου του Σουλτάνου. Μερικά από τα καράβια τους, που απώλεσαν τη μαχητική τους ικανότητα, ήδη οι Τούρκοι τα ανατίναξαν την επόμενη ημέρα. Το αποτέλεσμα της ναυμαχίας ήταν από την απειλητική  αρμάδα του τουρκοαιγυπτιακού στόλου που αριθμούσε πάνω από 60 πλοία, άθικτη παρέμεινε μια φρεγάτα και δεκαπέντε πλοιάρια. Οι ανθρώπινες απώλειες των Τουρκοαιγυπτίων ανήλθαν σε 6 χιλ. νεκρούς και 4 χιλ. τραυματίες.

Οι απώλειες των συμμάχων ανέρχονταν σε 750 άτομα νεκρούς και τραυματίες [Άγγλοι – 74 νεκροί, 206 τραυματίες, Γάλλοι – 46 νεκροί, 128 τραυματίες, Ρώσοι – 59 νεκροί, 139 τραυματίες]. [9]

Ο συμμαχικές στόλος δεν έχασε ούτε ένα πλοίο, αλλά αρκετά πλοία, ιδίως οι ναυαρχίδες, είχαν υποστεί σημαντικές ζημιές. Από τα ρωσικά πολεμικά, ιδιαίτερες ζημιές υπέστη η ναυαρχίδα «Αζόφ», η οποία μετά τη μάχη αριθμούσε 153 οπές, εκ των οποίων επτά υποβρύχιες. Τα δε κατάρτια της είχαν χτυπηθεί τόσο πολύ, ώστε με δυσκολία το πλήρωμά της κατόρθωσε να ανεβάσει τα ιστία της.

Ο αντίκτυπος από την κανονιοβροντή στον κόλπο του Ναυαρίνου σύντομα διαδόθηκε σε Ελλάδα και σε ολόκληρη της Ευρώπη. Η είδηση για τη νίκη στο Ναυαρίνο ενέπνευσε κύμα χαράς και ανακούφισης σε Έλληνες και Φιλέλληνες. Η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη αναγνώρισε στο Ναυαρίνο το θρίαμβο του φιλελληνισμού.

Οι αντιδράσεις των κυβερνήσεων των συμμάχων ήταν ποικίλες. Στην Αγία Πετρούπολη εξολοκλήρου επικρότησαν τις ενέργειες του Χέυδεν ως συμβαδίζουσες με τη Σύμβαση του Λονδίνου και ανταποκρινόμενες στην εφαρμογή αυτής. Στο Λονδίνο θεωρήθηκε ότι ο Κόδριγκτον παραβίασε τις εντολές που είχε. Ο Άγγλος μονάρχης στο λόγο του της 29ης Ιανουαρίου 1828 χαρακτήρισε το Ναυαρίνο «ατυχές συμβάν» και εξέφρασε τη λύπη του για τη σύρραξη του βρετανικού στόλου με «τη ναυτική δύναμη του παλαιού συμμάχου». [10] Μετά από μερικούς μήνες ο Εδουάρδος Κόδριγκτον απομακρύνθηκε από το αξίωμά του.

Για την Υψηλή Πύλη και τη στρατιωτική ηγεσία της, το Ναυαρίνο απετέλεσε αναπάντεχο και δυνατό πλήγμα. Ο Ιμπραήμ, που υπολόγιζε σε καταστροφή του συμμαχικού στόλου στον κόλπο του Ναυαρίνου, εκφράστηκε με λύπη μετά τη Ναυμαχία ως εξής: «Ποιός μπορούσε να ξέρει ότι τα πλοία τους είναι σιδερένια, το δε πλήρωμά τους πραγματικοί διάβολοι». [11]

Η ναυμαχία του Ναυαρίνου απετέλεσε αξιοσημείωτο στρατιωτικό-πολιτικό γεγονός, που διαδραμάτισε θετικό ρόλο στην επιτυχή έκβαση του Αγώνα των Ελλήνων για Ανεξαρτησία. Κυριολεκτικά έσωσε τους Έλληνες από την απειλή του αφανισμού και τους επέτρεψε να επανακτήσουν τις δυνάμεις τους, για τους δε εχθρούς τους υπήρχε σημαντική στρατιωτική και πολιτική ήττα.

Στη βιβλιογραφία, ιδίως στη δυτικοευρωπαϊκή, υπάρχουν απόλυτες εκτιμήσεις για τη σημασία της ναυμαχίας του Ναυαρίνου. Ο Άγγλος ιστορικός Richard Clogg, στην εισαγωγή της ενδιαφέρουσα μονογραφίας του για τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, γράφει ότι «η συντριβή του αιγυπτιακού στόλου στο Ναυαρίνο τον Οκτώβριο του 1827 από τον ενωμένο άγγλο-ρώσο-γαλλικό στόλο σε τελική ανάλυση εξασφάλισε την επιτυχία του ελληνικού ζητήματος». [12]

Αναγνωρίζοντας τη γενναιότητα των πληρωμάτων της Αγγλίας, της Ρωσίας και της Γαλλίας, που πολέμησαν στο Ναυαρίνο, και τις επιτηδευμένες και αποφασιστικές ενέργειες των συμμαχικών ναυάρχων, εκτιμώ την ως άνω κρίση ως υπερβολή. Στην πραγματικότητα, ούτε από στρατιωτικής ούτε από πολιτικής άποψης, η ναυμαχία του Ναυαρίνου δε διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στην έκβαση του ελληνικού πολέμου για ανεξαρτησία. Από στρατιωτικής άποψης η ναυμαχία αναμφίβολα βελτίωσε τη θέση των Ελλήνων, αλλά και μετά από αυτή το μεγαλύτερο τμήμα της Ελλάδος εξακολουθούσε να παραμένει στα χέρια των τουρκοαιγυπτιακών δυνάμεων. Μόλις το φθινόπωρο του 1828, μετά την απόβαση γαλλικού εκστρατευτικού σώματος στο Μοριά, τα στρατεύματα των κατακτητών εγκατέλειψαν τη χερσόνησο της Πελοποννήσου. Η απόβαση, ωστόσο, του σώματος του Μαιζόν πραγματοποιήθηκε μετά την έναρξη του ρώσο-τουρκικού πολέμου των ετών 1828-1829 και υπήρξε άμεσο αποτέλεσμα αυτού.

Αξιοσημείωτο, εξάλλου, είναι να λαμβάνεται υπόψη ότι μετά το Ναυαρίνο και μέχρι την έναρξη του ρωσοτουρκικού πολέμου η Πύλη διέθετε αρκετές στρατιωτικές δυνάμεις ώστε να προβεί σε νέες προσπάθειες πλήρους κατάπνιξης της εξέγερσης των Ελλήνων. Και μετά το Ναυαρίνο η Πύλη αρνείτο να αναγνωρίσει στους Έλληνες οποιαδήποτε μορφή αυτονομίας. Ο Σουλτάνος ο Μαχμούτ ο Β΄ εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει τους Έλληνες αγωνιστές ως «εξεγερθέντες ραγιάδες». Το μοναδικό, στο οποίο συμφωνούσε ο Σουλτάνος, ήταν να παράσχει αμνηστία και άλλες «μεγαλοψυχίες», σε περίπτωση που οι Έλληνες καταθέσουν τα όπλα και ομολογήσουν την ενοχή τους. [13] Υπενθυμίζουμε ότι μέχρι τότε, τη δεκαετία του ΄20 του 19ου αι., η Πύλη υποχρεούτο, κατόπιν ήττας της σε πολέμους, να παραχωρεί στις Δυνάμεις κατεχόμενες από αυτή εκτάσεις, ουδέποτε, ωστόσο, μέχρι τότε είχε συμφωνήσει να αναγνωρίσει διεθνώς την αυτονομία ή ανεξαρτησία υπόδουλού της λαού. Τα μάθημα του Ναυαρίνου δε στάθηκε επαρκές για να σπάσει αυτό το ιδιάζον ψυχολογικό κατεστημένο, αυτό το εμπόδιο. Από τις Δυνάμεις που υπέγραψαν τη Σύμβαση του Λονδίνου απαιτούνταν νέες, ακόμη πιο αποφασιστικές ενέργειες. Η Αγγλία, ωστόσο, και η Γαλλία απέφευγαν τέτοιου είδους ενέργειες. Μόνο η Ρωσία εξακολουθούσε να καταλαμβάνει αποφασιστική στάση.

Τον Απρίλιο του 1828 ξεκίνησε νέος ρώσο-τουρκικός πόλεμος. Αν και το Ελληνικό Ζήτημα παρέμενε σημαντικό, αλλά δεν απετέλεσε το μοναδικό λόγο ξεσπάσματος του πολέμου, η νίκη της Ρωσίας στον πόλεμο επέφερε τη διπλωματική του διευθέτηση. Σύμφωνα με τη Συνθήκη Ειρήνης της Ανδριανούπολης της 2ης/14ης Σεπτεμβρίου 1829, η Πύλη υποχρεούνταν να αναγνωρίσει την αυτονομία της Ελλάδος, σε δε μισό χρόνο την ίδια την ανεξαρτησία της. «Με τον τρόπο αυτό – σύμφωνα με τον επιφανή Έλληνα ιστορικό Α. Βακαλόπουλο, – ο ρωσοτουρκικός πόλεμος, που δημιούργησε τέτοια ανησυχία στην πολιτική ατμόσφαιρα της Ευρώπης, έλυσε, σαν το σπαθί το γόρδιο δεσμό,  τις ατελείωτες διαπραγματεύσεις και υποκίνησε της απελευθέρωση της Ελλάδας». [14] Αυτή η διατύπωση δε μειώνει την ιστορική σημασία της ναυμαχίας του Ναυαρίνου, στην οποία ανήκει σημαίνων ρόλος στην υπόθεση της εθνικής ανεξαρτησίας της Ελλάδος. Ωστόσο, παρά το σημαντικό ρόλο της εξωτερικής βοήθειας, η απελευθέρωση αυτή υπήρξε πριν απ’  όλα έργο των ίδιων των Ελλήνων.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μάρτενς, Φ.Ο., Συλλογή συνθηκών και συμβάσεων, συναφθεισών μεταξύ Ρωσίας και ξένων Δυνάμεων, Αγία Πετρούπολη 1895, τ. ΧΙ, σ. 361.

[2] Η εξωτερική πολιτική της Ρωσίας κατά τον 19ο – αρχές του 20 ου αι., Μόσχα 1992, Σειρά ΙΙ, τ. VII (XV), σ. 153.

[3] Ρικατσέβ, Α.Π., Έτος εκστρατείας Ναυαρίνου. 1827 και 1828. Κρονστάνδη 1877, σ. 4.

[4] Στο ίδιο, σ. 58.

[5] Μπρονέβσκι Β., Η ναυμαχία του Ναυαρίνου της 8ης Οκτωβρίου 1827. Πολεμικό περιοδικό 1829. № 3, σ. 31.

[6] Λάζαρεβ, Μ.Π., Τεκμήρια, Μόσχα 1952, τ. 1, σ. 323.

[7] ΒΠΡ, Σειρά ΙΙ, τ. VII (XV).

[8] Αντριένκο, Β.Γ., Πριν και μετά το Ναυαρίνο, Μόσχα 2002, σ. 162.

[9] Ρικατσέβ, Α.Π., Έτος εκστρατείας Ναυαρίνου. 1827 και 1828. Κρονστάνδη 1877, σ. 295.

[10] Memoir of the life of Admiral Sir Edward Codrington. L., 1873. Vol. 2. P. 178-179.

[11] Ρικατσέβ, Α.Π., Έτος εκστρατείας Ναυαρίνου. 1827 και 1828. Κρονστάνδη 1877, σ. 75.

[12] Clogg R. The Movement for Greek Independence. 1770-1821. A collection of documents. London and Bastingstoke, 1976. P. XXIII.

[13] Νοβιτσέβ, Α.Ν., Ιστορία της Τουρκίας, Λένινγκραντ 1968, τ. ΙΙ, Μέρος Ι, σ. 159.

[14] Βακαλόπουλου Α., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Θεσσαλονίκη 1988, τ. Η΄, σ. 502.

 

Γκριγκόρι Λ. Αρς,

Διδάκτωρ Ιστορικών Επιστημών,

Ινστιτούτο Σλαβικών Σπουδών Ακαδημίας Επιστημών Ρωσικής Ομοσπονδίας 

 23 Οκτωβρίου 2007, Κρατική Βιβλιοθήκη της Ρωσίας, Επιστημονική ημερίδα με θέμα «Ναυαρίνο: 180 χρόνια από τη Ναυμαχία.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ο Βρετανικός τύπος για τη ναυμαχία του Ναβαρίνου – Δημήτρης Λουλές, «Μνήμων», τόμος 7ος (1979), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού.


 

«Λαμπρό επίτευγμα» ή «Αξιοθρήνητο γεγονός»; Οι Αναγνώστες των βρετανικών εφημερίδων είχαν να διαλέξουν ανάμεσα στους δύο αυτούς χαρακτηρισμούς, με τους οποίους ο τύπος της Μεγάλης Βρετανίας υποδέχτηκε την είδηση για τη ναυμαχία του Ναβαρίνου. Η Αντίφαση αυτή είναι ενδεικτική των ποικίλων πολιτικών και κοινωνικών αποκλίσεων των εφημερίδων της Βρετανίας, οι οποίες στο σύνολό τους αφιέρωσαν εκτεταμένα σχόλια για την ιστορική ναυμαχία της 8/20 Οκτώβρη 1827. Η ναυμαχία του Ναβαρίνου και η καταστροφή του ενωμένου τουρκοαιγυπτιακού στόλου ήταν η αναπόφευκτη συνέπεια της τριμερούς συνθήκης του Λονδίνου. Η συνθήκη αυτή, όπως είναι γνωστό, υπογράφτηκε στις 24 Ιούνη/ 6 Ιούλη 1827 από την ’Αγγλία, τη Ρωσία και τη Γαλλία, σαν πρώτο μέτρο μιας από κοινού επέμβασης στον ελληνοτουρκικό πόλεμο, ο οποίος – όπως δηλωνόταν στο κείμενο της συνθήκης – προκαλούσε «καθημερινά και νέα εμπόδια στο εμπόριο των ευρωπαϊκών κρατών». [1]

Στα τέλη της δεκαετίας του 1820 ο βρετανικός τόπος αριθμούσε ήδη πάνω από δύο αιώνες ζωής. Σε σύγκριση με τον τόπο της ηπειρωτικής Ευρώπης διατηρούσε κάποιο βαθμό Ανεξαρτησίας. Είναι άγνωστη η πραγματική του επιρροή στις λαϊκές μάζες, γιατί και το ποσοστό των εγγραμμάτων ήταν μικρό και, κυρίως, γιατί ήταν δυσανάλογα μεγάλη η τιμή των εφημερίδων [2].

 

Ναυμαχία του Ναβαρίνου. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία σε χάραξη του W. Heath. Λονδίνο, 1828.

 

Οι εφημερίδες της Βρετανίας – με ελάχιστες εξαιρέσεις – είχαν από την αρχή παρακολουθήσει με διαρκώς αυξανόμενο ενδιαφέρον την εξέλιξη της ελληνικής επανάστασης. Και αυτό σε αντίθεση με την επίσημη στάση της βρετανικής κυβέρνησης, η οποία ακολουθούσε πολιτική «ουδετερότητας». Οι εφημερίδες, ωστόσο, ακολούθησαν διαφορετικό δρόμο: Ανάλογα με, την τάξη ή την πολιτική που εκπροσωπούσε η κάθε μία, επιδοκίμασαν ή αποδοκίμασαν, και σπάνια έμειναν ουδέτερες στην ιδέα της ανακήρυξης ενός ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Το ενδιαφέρον του βρετανικού τύπου αποκορυφώθηκε αμέσως μετά την υπογραφή της συνθήκης του Λονδίνου και την κάθοδο στην Ανατολική Μεσόγειο του ενωμένου στόλου της Γαλλίας, Ρωσίας και Αγγλίας. Κύρια αποστολή του συμμαχικού στόλου ήταν, όπως δηλώθηκε, η εφαρμογή των άρθρων της συνθήκης – και, πριν απ’ όλα, η άμεση κατάπαυση των εχθροπραξιών -, αλλά «χωρίς την προσφυγή στη βία ή την απ’ ευθείας ανάμιξη του στόλου στον πόλεμο» [3].

Παρά το γεγονός ότι η βρετανική κυβέρνηση είχε ανεπίσημα προειδοποιηθεί ότι η ασάφεια των οδηγιών που είχαν δοθεί στους τρείς ναυάρχους (Codrington, de Rigny και Heyden) μπορούσε να οδηγήσει σε άμεση σύγκρουση με τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο, η είδηση της ναυμαχίας, που έφτασε στο βρετανικό Ναυαρχείο μετά από τρεις εβδομάδες περίπου [4], προκάλεσε κατάπληξη και αντιφατικά αισθήματα στην αγγλική κοινή γνώμη. Οι αντιδράσεις αυτές είχαν φυσικά την αντανάκλασή τους στις βρετανικές εφημερίδες. [5]

Η πρώτη και πρόχειρη αντίδραση ήταν ότι η ναυτική αυτή επιτυχία θα πρόσθετε και νέες δάφνες στα αγγλικά όπλα: «Ήταν μία περίλαμπρη νίκη, έγραφε στις 16/11/1827 η συντηρητική, άλλα με φιλελεύθερες τάσεις, Morning Post [6]. Όμως πιο κάτω πρόσθετε, εκφράζοντας τις ανησυχίες των Άγγλων εμπόρων και κεφαλαιούχων: «Οι Ρώσοι ήταν οι μόνοι που ωφελήθηκαν. Η ναυμαχία έγινε μετά από επίμονες συστάσεις του Ρώσου ναυάρχου προς το Βρετανό συνάδελφό του». Και συνεχίζοντας τόνιζε πως η Οθωμανική αυτοκρατορία έπρεπε να ταπεινωθεί, αλλά όχι και να καταστραφεί. Λίγο αργότερα, στις 19/11/1827, η εφημερίδα συμβούλευε τους συμμάχους να προβούν σε «συλλογική κατάληψη» της Κύπρου, σαν μέσο εξαναγκασμού του σουλτάνου να αποδεχτεί τη συνθήκη του Λονδίνου. Σε γενικές γραμμές η Morning Post, εκπροσωπώντας και την παράταξη που κατεχόταν από ρωσοφοβία, έκρινε τη ναυμαχία αρνητικά. Η επόμενη αρθρογραφία της ακλούθησε την επίσημη κυβερνητική αντίδραση, Ιδιαίτερα όταν τις τελευταίες ήμερες του Νοέμβρη διέρρευσε η φήμη ότι ο ναύαρχος Codrington είχε πέσει στην δυσμένεια της κυβέρνησης και του βασιλιά.

Αντίθετα οι Times[7] έδειξαν στην αρχή αξιοσημείωτη επιφυλακτικότητα και χαρακτήρισαν τη ναυμαχία σαν ένα γεγονός που έπρεπε να το δει κανείς με «ανάμεικτα αισθήματα θαυμασμού αλλά και λύπης», ιδιαίτερα για τις απώλειες που προκάλεσε στο συμμαχικό στόλο. [8] Η ίδια εφημερίδα σε κύριο άρθρο της στις 12/11/1827 ισχυρίστηκε ότι ένα θετικό αποτέλεσμα της ναυμαχίας θα ήταν η αποθάρρυνση του σουλτάνου να αντιδράσει στην εφαρμογή της συνθήκης του Λονδίνου, γιατί αν ο πόλεμος γενικευόταν μόνο η Ρωσία θα είχε να ωφεληθεί. Ωστόσο, αντίθετες πληροφορίες από την Κωνσταντινούπολη διαψεύδουν τις ελπίδες της εφημερίδας: «Η οθωμανική κυβέρνηση», έγραφε στις 13/12/1827, «που πληροφορήθηκε από τα κανόνια του Ναβαρίνου ότι η ειρήνη έπρεπε ν’ αρχίσει με πόλεμο, φαίνεται πως μάλλον θα διαλέξει τον πόλεμο παρά την ειρήνη». Στο μεταξύ, και σε αντίθεση με την Morning Post, τόνιζε πως η ναυμαχία αυτή καθ’ αυτή ήταν «τυχαίο γεγονός» [9] και όχι το αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας των τριών συμμαχικών κυβερνήσεων ή των ναυάρχων. «Είμαστε απόλυτα πεπεισμένοι», ισχυριζόταν ο ανώνυμος αρθρογράφος των Times, «ότι η ναυμαχία προκλήθηκε από τυχαίες αιτίες και από την πλήρη έλλειψη πειθαρχίας ανάμεσα στα πληρώματα του οθωμανικού στόλου. Στην περίπτωση αυτή, μετά από το αυστηρό όσο και χρήσιμο μάθημα που δόθηκε στους Τούρκους, η βρετανική κυβέρνηση δεν θα πρέπει να σταματήσει τις διαπραγματεύσεις». «Δεν αποκλείεται μάλιστα», κατέληγε το άρθρο, «να παρηγορηθεί η οθωμανική κυβέρνηση για την καταστροφή του στόλου της από το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος του απαρτιζόταν από αιγυπτιακά πλοία», υπονοώντας προφανώς τη μόνιμη απειλή αποσκίρτησης και ανεξαρτητοποίησης του πασά της Αίγυπτου από την οθωμανική αυτοκρατορία.

Sir Edward Codrington. Ο ναύαρχος του Βρετανικού στόλου Έντουαρντ Κόδριγκτον, ήρωας της ναυμαχίας του Τραφάλγκαρ και της ναυμαχίας του Ναβαρίνου. Λιθογραφία, δημοσιεύεται στο βιβλίο, «The royal navy, a history from the earliest times to the present (1897)» σελ. 148.

Οι Times δεν παρέλειψαν να υπερασπιστούν την όλη δράση του Codrington: «Ο ένδοξος ναύαρχος», έγραφαν στις 14/11/1827, «έκανε αυτό που έπρεπε για να επιβάλει τα άρθρα της συνθήκης που προέβλεπαν το τέλος των εχθροπραξιών. Να εισέρθει δηλαδή στον κόλπο του Ναβαρίνου, μια και αυτός ήταν ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος να ελέγξει τις κινήσεις του τουρκοαιγυπτιακού στόλου». Τέλος στο ίδιο άρθρο διατυπώθηκε η άποψη ότι η ναυμαχία ίσως αποβεί προς όφελος της Τουρκίας, μια και ήταν το μόνο γεγονός που μπορούσε να συγκρατήσει τη Ρωσία από μια άμεση εισβολή στα οθωμανικά εδάφη.

Ο «ακραιφνής συντηρητικός» Courrier [10] χαρακτήρισε με τη σειρά του τη ναυμαχία σαν «ένδοξο επίτευγμα όλων εκείνων που ενδιαφέρονταν για την προστασία του αθώου ελληνικού πληθυσμού» και δικαιολόγησε απόλυτα την χρησιμότητά της, χωρίς όμως να εμβαθύνει στα γεγονότα και τις συνέπειές τους. Σε κύριο άρθρο στις 17/11/1827 ο Courrier έδειξε ιδιαίτερη επιθετικότητα στα σχόλια του γαλλικού τύπου. Οι γαλλικές εφημερίδες κατηγορούσαν την Αγγλία ότι μόνη εκείνη θα είχε να ωφεληθεί από τη ναυμαχία, γι’ αυτό και είχε χρησιμοποιήσει τις χώρες αυτές που πολέμησαν για το δικό της αποκλειστικά όφελος. [11] Μαζί με τους Times, ο Counter υπερασπίζεται το ναύαρχο Codrington και παραθέτει λεπτομερείς πληροφορίες για τη δύναμη και τις απώλειες των εμπολέμων. Οι απώλειες των συμμάχων, έγραφε στις 10/11/1827, ήταν πολύ κατώτερες από τις εχθρικές, παρ’ όλο που θα έπρεπε να αναμένεται το αντίθετο, λόγω της αριθμητικής υπεροχής των ’Οθωμανών και του πείσματος των εμπολέμων. Και κατέληγε: «Η ναυμαχία του Ναβαρίνου ήταν η αρχή και όχι το τέλος των συνεπειών της συνθήκης του Λονδίνου. Αλλά η Ελλάδα έχει σωθεί» [12].

Ανάλογη στάση με τον Courrier κράτησε και η ανεξάρτητη εφημερίδα Aviss Birmingham Advertiser. Αλλά στις 19/11/1827 πρόσθετε ότι, στα περιθώρια των πανηγυρισμών, επιτροπή από Άγγλους εμπόρους της Ανατολικής Μεσογείου συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό Coderich και του ζήτησε να πάρει μέτρα για τον περιορισμό της πειρατείας στο Αιγαίο[13].

Το φιλελεύθερο περιοδικό Observer [14] σε άρθρο του στις 11/11/1827 σημείωνε ότι η ναυμαχία του Ναβαρίνου ήταν μια από τις σπάνιες περιπτώσεις συλλογικής δράσης, που έγινε αποκλειστικά και μόνο «για λόγους δικαιοσύνης και ανθρωπισμού». Διατηρεί βέβαια μια επιφυλακτικότητα στην κρίση του για τη ναυμαχία, άλλα υπογραμμίζει την ανάγκη να ληφθούν μέτρα για την αποφυγή αιματηρών αντεκδικήσεων από τους Τούρκους. Ο Observer παρουσίασε επίσης και χάρτη με τεχνικές επεξηγήσεις για τον τρόπο διεξαγωγής της ναυμαχίας, τονίζοντας τη ναυτική ανικανότητα των Τούρκων. Σχετικά με τις απώλειες των συμμάχων – χωρίς να αναφέρεται σε αριθμούς – υπολογίζει πως θα πρέπει να ήταν βαρύτερες για τον ρωσικό στόλο. Τέλος δεν παραλείπει να εκφράσει τις ανησυχίες του για τις πολιτικές συνέπειες που θα έχει για την Ελλάδα η ναυμαχία: «Δυστυχώς», έγραφε στις 18/11/1827, «αυτό που η βρετανική κυβέρνηση επιθυμεί δεν είναι η ελευθερία άλλα η ανεξαρτησία της Ελλάδας» [15], και συνέχιζε: «Ένα πολίτευμα κατασκευασμένο από Άγγλους Τόρρηδες, Γάλλους εξτρεμιστές και Ρώσους απολυταρχικούς δύσκολα μπορεί να υποθέσει κανείς ότι θα διακρίνεται για το φιλελευθερισμό του. Η Ελλάδα θα είναι ανεξάρτητη αλλά όχι ελεύθερη. Ωστόσο, θα περιέχει τα σπέρματα μιας ελευθερίας, από τα οποία η πραγματική ελευθερία θα ακτινοβολήσει σε όλα τα γειτονικά έθνη».

Εντελώς αρνητική ήταν η αντίδραση του ακραίου συντηρητικού περιοδικού John Bull, που τότε συμπλήρωνε μόλις επτά χρόνια ζωής. Κατά το περιοδικό η ναυμαχία ήταν μια «αξιοθρήνητη νίκη, που θα βοηθήσει τα επεκτατικά σχέδια των Ρώσων». Αν ο τσάρος, έγραφε στις 11/11/1827, εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη, τότε θα απειληθεί όλο το αποικιοκρατικό συγκρότημα της Αγγλίας στην Ινδική χερσόνησο. Η ναυμαχία του Ναβαρίνου, κατέληγε το περιοδικό, αποτελεί την διάψευση των δήθεν φιλειρηνικών διαθέσεων των Τόρρηδων απέναντι στους παλιούς μας φίλους και συμμάχους – το σουλτάνο και τον Αιγύπτιο πασά.

Λογγίνος Χέυδεν (Логин Петрович Гейден, Λόγκιν Πετρόβιτς Γκέιντεν, 1772 – 1850). Ρώσος ναύαρχος, ολλανδικής καταγωγής. Διοικητής του ρωσικού στόλου στο Ναβαρίνο, παρέμεινε αρκετό χρόνο στην Ελλάδα συνεργαζόμενος με τον Κυβερνήτη Καποδίστρια. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Levilly.

Η κριτική του John Bull ήταν οξύτατη για κυβερνητικό έντυπο. Στις 18/11/1827, σε μακροσκελές κύριο άρθρο του, το συντηρητικό περιοδικό επανέρχεται στις ίδιες κατηγορίες. Επιχειρώντας μία ιστορική αναδρομή στα γεγονότα ισχυρίζεται ότι η υπογραφή της συνθήκης του Λονδίνου σήμαινε «ούτε λίγο ούτε πολύ πόλεμο ενάντια και στους δυο εμπόλεμους   -Έλληνες και Τούρκους – παρ’ όλο που φανερά ο πόλεμος αποκηρυσσόταν και οι εμπόλεμοι είχαν κληθεί να απόσχουν από κάθε πολιτική ενέργεια. Ωστόσο, αν και η συνθήκη υπογράφτηκε για να καταπολεμηθεί η πειρατεία στο Αιγαίο, τίποτα δεν έγινε προς αυτή την κατεύθυνση [16]. Έτσι το μόνο αποτέλεσμα της ναυμαχίας, συνέχιζε ο John Bull, θα είναι να δούμε μια ελληνική δύναμη εγκατεστημένη στη Μεσόγειο, κάτω από την προστασία της Ρωσίας, αντίθετη στην πολιτική και τα συμφέροντα της Μεγάλης Βρετανίας. Και αυτό, γιατί η συνθήκη στα φανερά άρθρα της καθόριζε τις τρεις μεγάλες δυνάμεις σαν μεσολαβητές, στο μυστικό της όμως άρθρο τους έθεσε στη θέση των εμπολέμων».

Εύλογη ήταν η ανησυχία των κύκλων τους οποίους εξέφραζε ο John Bull για τις πολιτικές και οικονομικές συνέπειες που θα είχε η αναπόφευκτη πλέον μετατροπή του status quo στην Ανατολική Μεσόγειο. Το εμπορικό κεφάλαιο της Αγγλίας, το οποίο από τον περασμένο αιώνα είχε αναγκαστεί να δεχθεί τους Έλληνες σαν μόνιμους ανταγωνιστές, φοβόταν τώρα τον πλήρη παραγκωνισμό του από τη νευραλγική αυτή περιοχή, η οποία – και για στρατιωτικούς ακόμα λόγους – έπρεπε να είναι κάτω από τον διακριτικό έλεγχο της Βρετανίας. Ο John Bull δε δίστασε να χαρακτηρίσει ανόητους τους δημοσιογράφους που πανηγύριζαν για το αποτέλεσμα της ναυμαχίας. Κατέκρινε επίσης και την όλη δραστηριότητα των τριών ναυάρχων τονίζοντας: «Με ποιό δικαίωμα εμπόδισαν τούς Τούρκους στρατιωτικούς αρχηγούς να πολεμήσουν ενάντια στους εχθρούς του κυρίου τους; Και γιατί δεν τούς προειδοποίησαν ότι θα έμπαιναν στον κόλπο του Ναβαρίνου με εχθρικούς σκοπούς; Όποια και να είναι τώρα η αντίδραση των Τούρκων, θα είναι δικαιολογημένη». Και το συντηρητικό περιοδικό κατέληγε: «Η εγκαθίδρυση μιας νέας ναυτικής δύναμης στη Μεσόγειο, που θα συνδέεται με τα συμφέροντα και το πολιτικό σύστημα της Ρωσίας, δεν μας είναι ευπρόσδεκτη, ούτε μπορεί να είναι ευπρόσδεκτη και στη Γαλλία. Οι δυο αυτές δυνάμεις θα πρέπει να αναθεωρήσουν την πολιτική τους και – στην προσπάθειά τους να ειρηνεύσουν τον κόσμο – θα πρέπει επίσης να αποφύγουν να προκαλέσουν τη Ρωσία, η οποία χρειάζεται μόνο τη βοήθεια μιας ναυτικής δύναμης μέσα στη Μεσόγειο, για να γίνει παντοδύναμη στη Νοτιοανατολική Ευρώπη». Τέλος στις 25/11/1827 ο John Bull δημοσίευσε την πληροφορία ότι ο Sir John Gore, ανώτατο στέλεχος του βρετανικού Ναυαρχείου, στάλθηκε από την κυβέρνηση για να ζητήσει επί τόπου διευκρινίσεις από τον Codrington [17].

Ο Ανρί ντε Ρινί, γνωστός στην Ελλάδα ως Δεριγνύ (Marie Henri Daniel Gauthier, comte de Rigny, 1782 – 1835). Κατά την Επανάσταση υπηρετούσε στα ελληνικά ύδατα και βοήθησε, όσο μπορούσε πάσχοντες Έλληνες. Κατά την ναυμαχία του Ναβαρίνου ηγείτο του γαλλικού στόλου. Αργότερα, διετέλεσε υπουργός Ναυτικών και Εξωτερικών.

Με το νομικό θέμα της εισόδου του συμμαχικού στόλου στον κόλπο του Ναβαρίνου [18] ασχολήθηκε κριτικά και ό Globe, ανεξάρτητη απογευματινή εφημερίδα του Λονδίνου με φιλελεύθερες αρχές: «Η είσοδος στο Ναβαρίνο», έγραφε στις 13/11/1827, «δεν θα χρειαζόταν δικαιολόγηση, δε γινόταν για να ζητηθεί η συνηθισμένη προστασία και βοήθεια που ζητούν ξένα πλοία σε φιλικό λιμάνι. Έτσι, η ύπαρξη, τουλάχιστον επίσημα, φιλικών σχέσεων ανάμεσα στους συμμάχους ναυάρχους και τον Ιμπραήμ πασά, δεν ταυτίζεται με το γεγονός ότι η είσοδος του ενωμένου στόλου έγινε σε τάξη μάχης, ούτε αποτελεί δικαιολογία ότι αυτό έγινε για εκφοβισμό. Αντίθετα πιστεύουμε ότι αυτό ακριβώς το γεγονός αποτελεί το πιο δυσάρεστο και από την επίσημη αναφορά των τριών ναυάρχων οι Τούρκοι κτύπησαν πρώτοι, αφού όμως ο συμμαχικός στόλος είχε εισέλθει στον κόλπο του Ναβαρίνου σε τάξη μάχης, όπως διαφαίνεται από την ίδια την έκθεση». Καταλήγοντας ο Globe αναφέρει την πληροφορία ότι οι σύμμαχοι ναύαρχοι είχαν υπογράψει και σχετικό πρωτόκολλο, που καθόριζε τον τρόπο εισόδου στο Ναβαρίνο, σε τρόπο ώστε να είχαν τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο στη διάθεσή τους, είτε να τον αιχμαλωτίσουν, είτε ακόμη και να τον καταστρέψουν, αν ο Ιμπραήμ πασάς έδειχνε αδιαλλαξία. Αξιοσημείωτη είναι η άποψη αυτή της εφημερίδας, ότι η καταστροφή του οθωμανικού στόλου αντιμετωπιζόταν σαν έσχατο μέτρο από τους τρεις ναυάρχους, σε αντίθεση με τους Times που ισχυρίζονταν ότι επρόκειτο για «τυχαίο γεγονός».

Στους ισχυρισμούς του Globe απάντησε την επόμενη ημέρα η φιλελεύθερη εφημερίδα του Λονδίνου Morning Chronicle [19], τονίζοντας πως βασικός όρος της συνθήκης ήταν η επιβολή άμεσης ανακωχής ανάμεσα στους εμπολέμους. Συνεπώς, εφ’ όσον οι Οθωμανοί αθέτησαν την υπόσχεση που είχαν δώσει ότι θα σταματούσαν τις εχθροπραξίες, το μόνο πρακτικό μέσο επιβολής της ανακωχής που είχε απομείνει στους ναυάρχους ήταν η είσοδος του συμμαχικού στόλου στον κόλπο του Ναβαρί­νου. «Φυσικά», συνέχιζε η Morning Chronicle, «στις κανονικές συνθήκες μεσολάβησης δεν περιλαμβάνεται ο καταναγκασμός των εμπολέμων σε ανακωχή.

Αλλά ο ελληνοτουρκικός πόλεμος είναι ειδική περίπτωση. Η συνθήκη του Λονδίνου υπογράφηκε κυρίως για να προστατευτούν ζωτικά οικονομικά συμφέροντα των ευρωπαϊκών κρατών. Αν έχουν γίνει μέχρι τώρα διάφορες συνθήκες με την Τουρκία, αυτό δεν σημαίνει πως έχει πάψει να είναι κράτος βαρβάρων. Πόλεμος της Τουρκίας με την Αυστρία ή τη Ρωσία δεν θα παρενοχλούσε τα συμφέροντα των ουδετέρων χωρών, άλλα αυτό δεν συνέβη στον ελληνοτουρκικό πόλεμο. Συνεπώς τα ουδέτερα κράτη έπρεπε να αυτοπροστατευθούν» [20]. Και η εφημερίδα κατέληγε: «Η ναυμαχία ήταν φυσική συνέπεια της συνθήκης του Λονδίνου και, παίρνοντας υπ’ όψη την αδιαλλαξία των Τούρκων, δεν υπήρχε άλλη διέξοδος στους τρεις ναυάρχους από το να επιβάλουν την ανακωχή με κάθε μέσο. Αν η συνθήκη ήταν δικαιολογήσιμη τότε και τα αναπόφευκτα αποτελέσματά της είναι επίσης δικαιολογήσιμα. Η εφαρμογή της συνθήκης προϋποθέτει την ανάγκη του εκφοβισμού. Παρά το γεγονός ότι οι Τούρκοι είναι φίλοι μας, προτιμήσαμε να τους μεταχειριστούμε σαν φίλους που χρειάζονται κάποια αυστηρότητα για να μάθουν να συμπεριφέρονται με ευπρέπεια. Έτσι, αν έγινε κάπου κάποιο σφάλμα, αυτό δεν αφορά τους ναυάρχους, αλλά τις συμμαχικές κυβερνήσεις που δεν τους έδωσαν σαφείς οδηγίες, καθώς και την τουρκική κυβέρνηση, η οποία δεν υπολόγισε σοβαρά τη σταθερή απόφαση των συμμαχικών κυβερνήσεων να θέσουν τέρμα στον πόλεμο».

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Morning Chronicle ήταν μια από τις λίγες εφημερίδες που είχαν ανεπιφύλακτα ταχθεί με την ελληνική πλευρά από την αρχή της επανάστασης, φτάνοντας στο σημείο να υποστηρίζει ότι οι Τούρκοι έπρεπε να εκδιωχθούν από την Ευρώπη. Η ναυμαχία του Ναβα­ρίνου, πίστευε η Morning Chronicle, ήταν η δικαίωση της φιλελληνικής πολιτικής πού έπρεπε από την αρχή να είχε ακολουθήσει η Μεγάλη Βρετανία. «Μόνο όσοι είναι γνώστες του ναυτικού πολέμου», έγραφε στις 12/11/1827, «μπορούν να καταλάβουν το μέγεθος του κινδύνου που αντιμετώπισαν οι γενναίοι μας ναύτες και τις αρετές που έδειξαν στην εκτέλεση του δύσκολου έργου τους. Οι σύμμαχοι ενήργησαν με θαυμαστή σύμπνοια εκεί όπου η παραμικρή έλλειψη πειθαρχίας και προθυμίας θα μπορούσε να προκαλέσει το χειρότερο. Εφ’ όσον οι Τούρκοι παραμένουν στην Ευρώπη, δεν υπάρχει ελπίδα για την Ανατολή. Θα έπρεπε από καιρό να είχαν εκδιωχθεί απ’ εκεί, αν δεν υπήρχε η δυσκολία τού πως θα διατεθούν οι πολύτιμες περιοχές που κατέχουν. Αλλά φαίνεται πως πλησιάζει σύντομα η στιγμή που η αναβλητικότητα δεν θα είναι πια δυνατή. Τότε οι μεγάλες δυνάμεις θα χρειαστεί να αποφασίσουν μια για πάντα για το μέλλον της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αν οι Τούρκοι προβούν στο μεταξύ σε αντεκδικήσεις κατά των αόπλων συμπατριωτών μας, οι οποίοι χάριν του εμπορίου τυχαίνει να κατοικούν στην Τουρκία, αυτό θα προκαλέσει σκληρή αλλά δίκαιη ανταπόδοση από την πλευρά μας. Πραγματικά, είναι αδύνατο να πιστέψει κανείς, ότι οι μεγάλες δυνάμεις – που έχουν ήδη φθάσει μέχρις εδώ – δεν θα προχωρήσουν περισσότερο μετά από παρόμοια προσβολή».

Σε ξεχωριστή στήλη η Morning Chronicle δημοσίευσε εκτεταμένες ανταποκρίσεις από το Παρίσι, όπου «όλες οι καρδιές» είναι γεμάτες από χαρά, εκτός από τις καρδιές των υπουργών[21]. Η γαλλική κοινή γνώμη, σημείωνε η ίδια εφημερίδα, είναι πεπεισμένη ότι η ναυμαχία του Ναβα­ρίνου υπήρξε καταστροφική για την πολιτική του Μέττερνιχ.

Η επίσης φιλελεύθερη Morning Advertiser [22] που – όπως και η Morning Chronicle – είχε κρατήσει φιλελληνική στάση από την αρχή της επανάστασης, χαιρέτησε τη ναυμαχία του Ναβαρίνο σαν «ένδοξο επίτευγμα», παρά τις σοβαρές απώλειες που προκάλεσε στο συμμαχικό στόλο. Και συνέχιζε: «Ο Ιμπραήμ πασάς δίκαια τιμωρήθηκε, διότι φάνηκε άπιστος, αθετώντας την υπόσχεση που είχε δώσει, δε θα σταματούσε αμέσως τις εχθροπραξίες». Η Morning Advertiser επιτέθηκε με δριμύτητα στους επικριτές της ναυμαχίας, και ιδιαίτερα στον John Bull, τονίζοντας ότι «τα τουρκοαιγυπτιακά τέρατα ουδέποτε υπήρξαν αληθινοί σύμμαχοι της Μεγάλης Βρετανίας».

Τέλος η Sun, φύλλο με κεντρώα απόκλιση, δικαιολογώντας τη ναυμαχία – «που λάμπρυνε τα αγγλικά ναυτικά χρονικά» – έγραφε στις 13/11/1827 ότι εφ’ όσον τα διπλωματικά μέσα είχαν εξαπλωθεί χωρίς αποτέλεσμα, οι μεγάλες δυνάμεις είχαν αποφασίσει να επιβάλουν την ανακωχή de facto, έστω και με χρήση βίας. Αν και μετά απ’ αυτό ο σουλτάνος αρνηθεί να συμμορφωθεί – τόνιζε η εφημερίδα, δείχνοντας και αξιοσημείωτη διορατικότητα – τότε μια στρατιωτική επέμβαση της Ρωσίας θα πρέπει να θεωρείται αναπόφευκτη».

Η είδηση για την ναυμαχία του Ναβαρίνου έφτασε με μικρή καθυστέρηση και στην ’Ιρλανδία, όπου οι πολιτικές και θρησκεύθηκες μικροεξεγέρσεις ήταν καθημερινό φαινόμενο. «Η ναυμαχία του Ναβαρίνου είναι το σπουδαιότερο στρατιωτικό γεγονός μετά τη μάχη του Βατερλώ» έγραφε στις 14/11/1827 η κεντρώα ρωμαιοκαθολική Dublin Evening Post [23]. Και αφού έδινε ορισμένες τεχνικές λεπτομέρειες για τη ναυμαχία συνέχιζε: «Ποιές θα είναι τώρα οι πολιτικές συνέπειες; Είναι βέβαιο πως μια μεγάλη κρίση περιμένει την Ευρώπη. Αλλά δεν μας διαφεύγει η πιθανότητα ότι οι ίδιες δυνάμεις, που μόλις τώρα πολέμησαν σαν σύμμαχοι, μπορεί πολύ σύντομα να βρεθούν αντιμέτωπες διαφωνώντας για το μέλλον της Τουρκίας. Οι καθολικοί της Ιρλανδίας», κατέληγε η εφημερίδα, «μπορούν να πάρουν θάρρος από παρόμοιο ενδεχόμενο: Η Αγγλία δεν μπορεί να αναλάβει πόλεμο, εφ’ όσον η Ιρλανδία δεν είναι χειραφετημένη».

Τα δημοσιεύματα του βρετανικού τύπου – που το σύνολό του έδωσε μεγάλη δημοσιότητα στην είδηση – δεν μετέβαλαν την επίσημη πολιτική της βρετανικής κυβέρνησης. Την αρχική έκπληξη ακλούθησε αποδοκιμασία, αποκορύφωμα της οποίας υπήρξε η άμεση ανάκληση και αποστράτευση του Codrington. Παράλληλα ο Άγγλος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη ακλουθούσε πολιτική κατευνασμού τού σουλτάνου, ενώ στους κυβερνητικούς κύκλους συζητούσαν το ενδεχόμενο αποζημίωσης για την καταστροφή του οθωμανικού στόλου [24]. Ωστόσο τίποτε δεν μπορούσε να σταματήσει τη ροή των γεγονότων. Η επίμονη άρνηση του σουλτάνου να δεχθεί την συνθήκη του Λονδίνου οδήγησε σε έναν ακόμη ρωσοτουρκικό πόλεμο. Χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν δυο χρόνια από, την ιστορική ναυμαχία για να υπογράψουν οι Τούρκοι στις 14/9/1829 στην Αδριανούπολη, κάτω από την απειλή των ρωσικών όπλων, την αναγνώριση της ύπαρξης του ελληνικού κράτους.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. Times 17/7/1827, σ. 2.

[2] 7 πέννες, όταν η λίρα είχε πάνω από δεκαπέντε φορές την αξία της σημερινής, οι αγγλικές εφημερίδες τότε ήταν τετρασέλιδες, σε σχήμα κάπως μικρότερο από το σημερινό. Την πρώτη σελίδα κάλυπταν κατά κανόνα οι μικρές αγγελίες, ενώ η διεθνής ειδησεογραφία κατελάμβανε το μισό μιας από τις εσωτερικές σελίδες. Ο κανόνας αυτός είχε και τις εξαιρέσεις του. Η ειδησεογραφία για τη ναυμαχία του Ναβαρίνου σε πολλές περιπτώσεις ξεπέρασε τον χώρο τής μιας σελίδας.

[3] Βλ. το κείμενο της συνθήκης του Λονδίνου στους Times 17/7/1827, σ. 2. «The armistice to be enforced but force to be avoided». Ωστόσο οι οδηγίες που δόθηκαν στους τρεις ναυάρχους τους άφηναν κάποιο βαθμό πρωτοβουλίας, με τη δικαιολογία ότι δεν μπορούσαν να προβλέψουν όλα τα ενδεχόμενα.

[4] Οι διεθνείς ειδήσεις μεταδίδονταν, είτε από το δίκτυο των ανταποκριτών, είτε από τις ξένες, γαλλικές κυρίως, εφημερίδες. Η χρήση του τηλεγράφου – ιδιαίτερα του οπτικού μέσω Dover – Calais – ήταν περιορισμένη.

[5] Τα στοιχεία που ακλουθούν προέρχονται από επτά ημερήσιες εφημερίδες του Λονδίνου, δύο επαρχιακές και δύο περιοδικά. Τα έντυπα αυτά αντιστοιχούν στο 70% – 80% των εκδόσεων του βρετανικού τόπου. (Βλ. Charles Mitchell, Newspaper Press Directory (G. B.), Λονδίνο 1857).

[6] Η M. P. υποστήριζε πολιτικά την ομάδα του λόρδου Palmerston και κοινωνικά την τάξη της αριστοκρατίας. Είχε επίσης τη φήμη του καλλίτερα πληροφορημένου εντύπου για τα διεθνή γεγονότα, χωρίς να υπολογίζει τις δαπάνες.

[7] Η εφημερίδα αυτή – συντηρητική στην επίσημη γραμμή της, αλλά με κάποιο βαθμό ανεξαρτησίας από πολιτικές παρατάξεις – ιδρύθηκε το 1783. Διακρινόταν για την αυθεντική της πληροφόρηση σε νομικά και κοινοβουλευτικά θέματα και προπαγάνδιζε τη θρησκευτική ελευθερία και την ελευθερία του εμπορίου.

[8] Την ίδια μέρα (11/11/1827), και σύμφωνα με την επίσημη έκθεση του Codrington, οι Times ανακοίνωσαν σε ξεχωριστή στήλη τις απώλειες των συμμάχων: 75 νεκροί και 197 τραυματίες Άγγλοι και 43 νεκροί και 144 τραυματίες Γάλλοι. Οι απώλειες της ρωσικής μοίρας δεν αναφέρθηκαν, αλλά υπολογιζόταν ότι ξεπερνούσαν τις αγγλικές.

[9] Την ίδια ερμηνεία προσπάθησε να δώσει και το επίσημο κράτος. Στο λόγο του θρόνου, τον Ιανουάριο 1828, ο Άγγλος βασιλιάς αναφέρθηκε στην ναυμαχία σαν «αδόκητο γεγονός» (untoward event).

[10] O Courrier ήταν η εφημερίδα του «νόμου και της τάξης». Ενάντια σε κάθε τι αντικυβερνητικό, βρισκόταν σε μόνιμη διαμάχη με την φιλελεύθερη Morning Chro­nicle. Ωστόσο, στα κρίσιμα προβλήματα απέφευγε κατά κανόνα, να πάρει θέση.

[11] Φυσικά οι εκτιμήσεις των γαλλικών εφημερίδων ήταν εντελώς λανθασμένες.

[12] Ο Courrier δημοσιεύει και τα παράσημα που δόθηκαν στους νικητές: Ο Γάλλος βασιλιάς προήγαγε τον de Rigny σε αντιναύαρχο και παρασημοφόρησε τους Codrington και Heyden με τον μεγαλόσταυρο του τάγματος του Αγίου Λουδοβίκου. Ανάλογες τιμές έδωσε και ο τσάρος Νικόλαος Α’ καθώς και ο Άγγλος βασιλιάς, αλλά ο τελευταίος εντελώς απρόθυμα (βλ. και Observer 9/12/1827).

[13] Αυτό τούτο το γεγονός της ναυμαχίας δημιούργησε μεγάλη αναταραχή στο χρηματιστήριο αξιών του Λονδίνου. Όλες σχεδόν οι εφημερίδες ανέφεραν πτώση μετοχών σε εμπορικές εταιρείες της Ανατολικής Μεσογείου. Είναι αξιοσημείωτο ότι παρά την ευνοϊκή τροπή των πραγμάτων οι μετοχές των δύο ελληνικών δανείων δεν επηρεάστηκαν παρά ελάχιστα.

[14] Η πρώτη έκδοση του περιοδικού χρονολογείται από το 1792. Υποστηρίζει τους Ούϊγους, και απευθύνεται στη μέση και την ανώτερη κοινωνική τάξη. Κυρίως πολιτικό περιοδικό, διακρινόταν για την σωστή ενημέρωση του και σε καλλιτεχνικά και οικονομικά θέματα.

[15] Η πρόβλεψη του περιοδικού επρόκειτο σύντομα να επαληθευθεί. Μόνο που και η ανεξαρτησία της Ελλάδας ήταν, για πολλά χρόνια, εικονική.

[16] Οι κατηγορίες του John Bull ήταν βάσιμες. Η ιερατεία στο Αιγαίο παρουσίασε την μεγαλύτερή της ανάπτυξη αμέσως μετά την ιστορική ναυμαχία. (Για την πειρατεία στα χρόνια αυτά βλ. Δέσποινα Θεμελή-Κατηφόρη, Η δίωξις της πειρατείας και το θαλάσσιον Δικαστήριον κατά την πρώτην Καποδιστριακήν περί­οδον 1828 – 1829, Αθήνα 1973). Ωστόσο, οι ευθύνες γι’ αυτό δεν θα πρέπει να αναζητηθούν μόνο ανάμεσα στους Έλληνες πλοιοκτήτες, στους οποίους είχαν δοθεί από την τότε ελληνική κυβέρνηση ημινόμιμες άδειες καταδρομών, αλλά στις συνθήκες που επικρατούσαν.

17] Ο Sir John Gore, που κατά σύμπτωση ήταν φίλος του Codrington, πράγματι στάλθηκε από το βρετανικό Ναυαρχείο, ενώ από το Υπουργείο Εξωτερικών στάλθηκε άλλος αξιωματούχος για τον ίδιο σκοπό. (Βλ. Memoirs of the Life ot Sir E.Codrington, τ.2, Λονδίνο 1873, σ. 115-16). Οι εξηγήσεις που έδωσε ο ναύαρχος δεν θεωρήθηκαν ικανοποιητικές και η νέα κυβέρνηση αποφάσισε να τον ανακαλέσει τον Ιούνιο του 1828.

[18] Στις 18/10/27 οι τρείς ναύαρχοι υπόγραψαν πρωτόκολλο όπου αναλάμβαναν την υποχρέωση να μπουν στο Ναβαρίνο, αλλά με αποκλειστικό σκοπό να επιβάλουν την κατάπαυση των εχθροπραξιών στον Ιμπραήμ πασά «μόνο με την παρουσία του συμμαχικού στόλου». (Memoirs of Sir. Ε. C., ό.π., σ. 62).

[19] Η εφημερίδα αυτή – από τις πιο παλιές – ιδρύθηκε το 1770 και ήταν περισσότερο φιλελεύθερη παρά συντηρητική. Επηρεαζόταν από τους Ουϊγους άλλα ήταν ανεξάρτητη στην κριτική της. Προπαγάνδιζε την ποιοτική βελτίωση σε όλους τους τομείς της κρατικής πρόνοιας και ιδιαίτερα στην εκπαίδευση.

[20] Η άποψη αυτή ήταν ταυτόσημη με την επίσημη δικαιολογία που προέβαλαν οι τρεις δυνάμεις για να δικαιολογήσουν την επέμβασή τους στον ελληνοτουρκικό πόλεμο.

[21] Η συντηρητική κυβέρνηση της Γαλλίας, πέρα από τον ενθουσιασμό της για το νέο απρόσμενο γόητρο που απέκτησαν τα γαλλικά όπλα, ανησύχησε για μια ενδεχόμενη ανατροπή της ισορροπίας δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο. Μια επιρροή της Ρωσίας στο νέο κράτος μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο οικονομικά και στρατιωτικά συμφέροντα της Γαλλίας και το «άνοιγμά» της στον Μεχμέτ πασά της Αιγύπτου.

[22] Η εφημερίδα αυτή εκπροσωπούσε την τάξη των μικρεμπόρων και μικροεπιχειρηματιών και επίσημα δεν υποστήριζε καμιά πολιτική μερίδα. Απευθυνόταν στις πλατιές μάζες και προπαγάνδιζε την ελευθερία του εμπορίου και την κατάργηση της θανατικής ποινής.

[23] Αν και ρωμαιοκαθολική, η εφημερίδα αυτή ήταν υπέρ της ανεξιθρησκίας. Προπαγάνδιζε επίσης την ελευθερία στις οικονομικές συναλλαγές, αλλά όταν δεν ερχόταν σε αντίθεση με το συμφέρον του κράτους.

[24] Βλ. John Bull, 17/11/1827.

 

Δημήτρης Λουλές

«Μνήμων», τόμος 7ος (1979), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού.

Read Full Post »

Η δολοφονία της Μπουμπουλίνας – Σπέτσες 22 Μαΐου 1825


 

Ο γιος της, Γεώργιος Γιάννουζας, απήγαγε την Ευγενία Κούτση. Οι γονείς αντιδρούν, ζητούν εκδίκηση. Αντί του απαγωγέα πυροβολούν τη μητέρα του. Ο δράστης συλλαμβάνεται αλλά δίκη δεν έγινε ποτέ.

 

Δύο άγρια φονικά συνέβησαν στις Σπέτσες, κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Οι φόνοι απλών ανθρώπων στο ηρωικό και πολυάνθρωπο νησί (8.000 οι κάτοικοί του), ιδιαίτερα κατά τα χρόνια της Επανάστασης, όπου τα ήθη είχαν εξαχρειωθεί, ήταν συνηθισμένο φαινόμενο, όπως μας πληροφορεί και ο Δημ. Βικέλας διά στόματος του Λουκή Λάρα (ψευδώνυμο πραγματικού, «υποκρυπτόμενου», πρόσφυγα από τη Χίο), ήρωα του ομώνυμου μυθιστορήματός του. «Τις εσκέπτετο περί αστυνομίας, τις περί δικαστηρίων τότε; Απέναντι τοσαύτης αιματοχυσίας και της ζωής η αξία είχεν εκπέσει εις την κοινήν εκτίμησιν. Μίαν ημέραν εφονεύθη ενώπιόν μου εις την αγοράν εις Ραγουζαίος κατά συνέπειαν λογομαχίας μετά των αγοραστών του ως προς την εκλογήν σαρδελλών, τας οποίας επώλει». (σελ. 106, στις Εκδόσεις Γαλαξία, 1962). Εδώ όμως πρόκειται για τη θανάτωση δύο επώνυμων ανθρώπων, μιας γυναίκας και ενός άντρα, της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας και του Ανάργυρου Λεμπέση, που είχαν διαπρέψει στα χρόνια του εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα.

 

Η δολοφονία της Μπουμπουλίνας

 

Τα αίτια της δολοφονίας της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας είναι ξεκαθαρισμένα. Για την καταγωγή, τον χαρακτήρα της, τη συζυγική και οικογενειακή ζωή της, την επαναστατική δράση της και τον θάνα­τό της, δες το σχετικό μελέτημά μας «Ιστορία Εικονογραφημένη», τεύχ. 308. Και τα ξεκαθάρισε για λογαριασμό μας όχι μονάχα η ζωντανή, διά στόματος, παράδοση του νησιού, αλλά και η αξιόπιστη βιογράφος της Μπουμπουλίνας Σωτηρία Αλιμπέρτη στο βιβλίο της Αι Ηρωίδες της Ελληνικής Επαναστάσεως.

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Ο γιος της Γεώργιος, από τον πρώτο γάμο της με τον Σπετσιώτη καραβοκύρη Δημ. Γιάννουζα, αγαπούσε την Ευγενία (ή Ευγενική), την πιο νέα από τις κόρες του καραβοκύρη και πρόκριτου του νησιού Χριστόδουλου I. Κούτση. Την αγαπούσε και ήθελε να την παντρευτεί. Αλλά και η Ευγενία, παρά το γεγονός ότι ήταν μνηστευμένη (η εκδοχή ότι είχε μνηστευθεί τον Παν. Χατζηγιάννη Μέξη δεν πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι ο εικοσιπεντάχρονος τότε Παναγιώτης ήταν περιζήτητος γαμπρός), δεν έμενε ασυγκίνητη μπροστά στη λεβεντιά του τρια­ντάχρονου γιου της Μπουμπουλί­νας. Οι γονείς όμως της Ευγενίας δεν συγκατένευαν στον γάμο της κόρης τους με τον Γεώργιο Δημ. Γιάννουζα. Είχαν δώσει αλλού τον λόγο τους. Η σθεναρή αντίδραση των γονιών ανάγκασε τους δυο ερωτευμένους νέους να κλεφτούν και να καταφύγουν στην απέναντι πελοποννησιακή ακτή (Κόστα) και όχι στο σπίτι της Κουνουπίτσας, κληρονομιά της ηρωίδας από τον πρώτο άντρα της, όπως πίστευαν οι Κουτσαίοι.

Προτού προχωρήσουμε στα της δολοφονίας, ας διευκρινίσουμε τις συγγενικές σχέσεις της Μπουμπουλίνας με τις πολύκλαδες οικογένειες των Κούτσηδων και των Μέξηδων. Κατ’ αρχήν η ηρωίδα είχε συμπεθεριάσει με την οικογένεια Γ. Κούτση. Η κόρη της από τον γάμο της με τον Δημ. Μπούμπουλη, Σκεύω, είχε παντρευτεί τον Νικόλαο Γεωργάκη I. Κούτση, ανιψιό του Χριστόδουλου I. Κούτση. Αλλά και ένας από τους ετεροθαλείς αδελφούς της [η μητέρα της Μπουμπουλίνας Σκεύω, χήρα του Υδραίου Σταυριανού Πινότση, είχε παντρευτεί, σε δεύτερο γάμο (1776), τον Σπετσιώτη πλοίαρχο Δημ. Λαζάρου ή Ορλώφ και είχε αποκτήσει απ’ αυτόν έξι γιους, τον Αντώνιο, τον Μανώλη, τον Θεοδόσιο (ή Θεόδωρο), τον Νικόλαο, τον Γεώργιο και τον Αθανάσιο, και δύο κόρες, τη Μαρία (ή Μάρω) και την Ελένη, σύζυγο Γ. Λάμπρου], ο Μανώλης Δ. Ορλώφ, επονομαζόμενος Κακομανώλης, είχε παντρευτεί την αδελφή της Ευγενίας Δέσποινα.

Η συγγένειά της τώρα με τον Χατζηγιάννη Μέξη και την πολύτεκνη οικογένειά του. Η κόρη της, από τον πρώτο γάμο της, Μάρω, είχε παντρευτεί τον Νικόλαο Χατζηγιάννη Μέξη, μετέπειτα γερουσιαστή, και η ετεροθαλής αδελφή της Μάρω θα παντρευτεί αρκετά χρόνια μετά τον άδοξο θάνατό της τον τριτότοκο γιο του Χατζηγιάννη Μέξη τον Παναγιώτη (1800-1885). Ας σημειωθεί ακόμη ότι ο ανιψιός του Χριστόδουλου I. Κούτση Ιωάν­νης Γεωργάκη I. Κούτση είχε νυμφευθεί την κόρη του Χατζηγιάννη Μέξη Αικατερίνη.

Ας αναφερθεί τέλος ότι οι σχέσεις της Μπουμπουλίνας με την οικογένεια Γεωργάκη I. Κούτση ήσαν φιλικότατες, με εκείνη του Χριστόδουλου I. Κούτση μάλλον καλές ως την ημέρα της απαγωγής, όπου τα συναισθήματά τους άλλαξαν ριζικά, και με τον «κρουσκ» (δηλ. συμπέθερο) Χατζηγιάννη Μέξη άριστες. Η πολυπράγμων μάλιστα ηρωίδα συχνά τον πίεζε να συμβάλει με τα αξιώματά του στην εκδίωξη από το νησί της άλλης οικονομικά ισχυρής οικογένειας των Σπετσών, των Μποτασαίων («Ιστορία Εικονογραφημένη», τεύχ. 339-Σεπτέμβριος 1996).

 

Στόχος ο απαγωγέας, αλλά…

 

Ο βασικός βέβαια λόγος που κίνησε την οικογένεια Χριστ. I. Κού­τση κατά της Μπουμπουλίνας ήταν κοινωνικός και ηθικός, με την πιο στενή όμως έννοια της λέξης. Η τιμή της οικογένειας είχε τρωθεί. Η απαγωγή μιας κόρης και μάλιστα μνηστευμένης ή, έστω, λογοδοσμένης, ήταν βαρύ για την εποχή εκείνη κοινωνικό και ηθικό παράπτωμα και έπρεπε να τιμωρηθεί. Οι Κούτσηδες και οι περί αυτούς, όταν ξεκίνησαν να πάνε στο σπίτι της Μπουμπουλίνας ήταν αποφασισμένοι, όχι μονάχα να πάρουν πίσω την Ευγενία αλλά και να τιμωρήσουν τον δράστη της απαγωγής. Αντ’ αυτού βρέθηκε στον δρόμο τους η μητέρα του, για την οποία πίστευαν ακράδαντα, επειδή ήξεραν τον χαρακτήρα της, ότι αυτή κρυβόταν πίσω από την απαγωγή, η οποία ωστόσο, κατά τον Χατζηαναργύρου, είχε γίνει «εν αγνοία αυτής και των συγγενών του». Παράλληλα ήθελαν να κάνουν επίδειξη οικογενειακής ισχύος. Δεν ξεκίνησε μονάχα ο «πληγωμένος» πατέρας αλλά ολόκληρη η οικογενειακή «αρμάδα», ο ίδιος ο Χριστόδουλος I. Κούτσης, οι γιοι του Ιωάννης και Δημήτριος, ο γαμβρός του Εμμ. Δημ. Λαζά­ρου (κατ’ άλλους γαμβρός του Χριστ. I. Κούτση ήταν ο Θεοδόσης) και άλλοι «πολλοί άνθρωποί τους οπλοφορούντες», κατά τη Σωτηρία Αλιμπέρτη. Είχε προηγηθεί συγγενικός όρκος ότι ο δράστης της απαγωγής έπρεπε να τιμωρηθεί.

Η Μπουμπουλίνα τον Μάιο του 1825 δεν βρισκόταν στο υψηλότερο σημείο της δημοτικότητάς της. Η «Μεγάλη Κυρά» του 1821-1822 τώρα ήταν μια συκοφαντημένη από τους πολιτικούς αντιπάλους του συμπέθερού της Θεόδωρου Κολοκοτρώνη γυναίκα, είχε χάσει στον εμφύλιο του 1824-25 το μεγάλο της στήριγμα, τον άντρα της κόρης της Ελένης Πάνο Θ. Κολοκοτρώνη που ήταν φρούραρχος του Ναυπλίου, και είχε επιστρέφει στο νησί πικραμένη και αποκαρδιωμένη. Και σ’ αυτά όλα θα πρέπει να προστεθεί και το γενικότερο κλίμα αποθάρρυνσης, αβεβαιότητας και αναταραχής που επικρατούσε στο νησί, ο μικροπανικός από τον οποίο είχαν καταλειφθεί οι κάτοικοί του, εξαιτίας και της εμφάνισης του πολυκάραβου αιγυπτιακού στόλου και της απόβασης πολυάριθμου αιγυπτιακού στρατού στη Νότια Πελοπόννησο κ.λπ. Πάντως, το βασικό ενδόσιμο για τον φόνο, ο οποίος δεν ήταν προγραμματισμένος, παρέμενε η οργή από τη βαριά προσβολή που είχε υποστεί η οικογένεια Χριστ. I. Κούτση μετά την απαγωγή.

Είναι δειλινό προς νύκτα της 22ας Μαΐου του 1825. Οι Κουτσαίοι κινούν από την περιοχή της Ευαγγελίστριας που είναι το σπίτι τους προς την περιοχή του Αγίου Αντωνίου (σημερινή Τάπια) που βρίσκεται το κυρίως σπίτι της Μπουμπουλίνας (κληρονομιά από τον δεύτερο άντρα της, τον Δημ. Μπούμπουλη), διαπιστώνουν ότι δεν είναι εκεί, απόδειξη ότι δεν αισθάνεται ένοχη για την απαγωγή, δεν κρύβεται στο πιο ασφαλές σπίτι της Τάπιας και δεν αλλάζει τις συνήθειές της να επισκέπτεται το «εξοχικό» της. Έπειτα, ανυπόμονοι και οργισμένοι, οδεύουν προς το σπίτι της Κουνουπίτσας (περιοχή Σταυρού). Με το φτάσιμο έχει πέσει κιόλας το πρώτο σκοτάδι. Συγγενείς και υποστατικοί περικυκλώνουν το σπίτι με τους μεγάλους κήπους και τις υψηλές πέτρινες μάντρες για να μην το σκάσει το ζεύγος των απαχθέντων. Κάποιοι μπαίνουν στον βορινό κήπο βρίσκοντας κατά πάσα πιθανότητα την πόρτα ξεκλείδωτη (η Μπουμπου­λίνα ήταν θαρραλέα, ανδρόφρων γυναίκα, δεν συνήθιζε να κλειδαμπαρώνεται και μάλιστα με το λυκόφως), ή την παραβιάζουν. Πρώτος την καλεί ο ετεροθαλής αδελφός της, προσφωνώντας την με το μικρό της όνομα «Βασκαρίνα! Βασκαρίνα!» (οι Σπετσιώτες το Λασκαρίνα το πρόφεραν Βα­σκαρίνα). Αυτή, ακούγοντας το κάλεσμα και τη γενικότερη οχλοβοή, ενοχλημένη προφανώς, εγκαταλείπει το καθιστικό ή την κουζίνα, όπου πιθανότατα βρισκόταν την ώρα εκείνη, διασχίζει τις δυο κρεβατοκάμαρες και φτάνει ως το ακραίο αριστερό παράθυρο της βορινής πλευράς που λόγω της ανοιξιάτικης ζέστης πρέπει να ήταν ανοιχτό. Ο τοίχος κάτω από το παράθυρο είναι παχύς, όπως όλων των παλιών σπετσιώτικων σπιτιών, και αναγκάζεται να σκύψει λίγο, για να βλέπει και να ακούει καλύτερα, στηρίζοντας τα χέρια της στο περβάζι. Ο ετεροθαλής αδελφός της και οι Κουτσαίοι της ζητούν να τους παραδώσει τους απαχθέντες. Εκείνη τους απαντάει με τραχύ ύφος και σε αψιά γλώσσα, χρησιμοποιώντας ένα μίγμα ελληνικής και αρβανίτικης ντοπιολαλιάς. Η Μπουμπουλίνα δεν μιλούσε με ευφράδεια τα αρβανίτικα, γιατί δεν ήταν η μητρική της γλώσσα, αφού, όπως απέδειξαν νεώτερες έρευνες από τον ερευνητή της ιστορίας των Κοκκίνηδων κ. Αντώ­νιο Κοκκίνη, ούτε οι Κοκκίνηδες ούτε οι Πινότσηδες ήταν αλβανικής καταγωγής – ό,τι γνώριζε, το είχε μάθει κοντά στον πρώτο άντρα της και συναναστρεφόμενη τους αρβανιτόφωνους κατοίκους του νησιού. Τους είπε ότι ο Γιώργος με την Ευγενία δεν κρύβονται στο σπίτι. Της ζητούν εξηγήσεις, της επιρρίπτουν ευθύνες. Εκείνη θυμώνει – είναι γνωστό το πόσο οξύθυμη ήταν – σχεδόν τους υβρίζει. Σίγουρα τους ειρωνεύεται. Η παράδοση διέσωσε δύο φράσεις της που είναι πολύ πιθανό να βγήκαν από το στόμα της. Η πρώτη: «Σας τα ’λεγα εγώ και έπρεπε να μ’ ακούσετε, νάνι γιεμ κρουσκ, δηλ. τώρα είμαστε συμπέθεροι». Και η άλλη η πιο ενοχοποιητική: «Αστ ι ντούαμε, εδέ αστ εντρέκεμι, νάνι τσι ντούε κα μένα», δηλαδή «έτσι το θέλαμε, έτσι το φτιάξαμε, τώρα τι θέλεις από μένα» (το τελευταίο ειπώθηκε προς τον αδελφό της). Με τα λόγια της η Μπουμπουλίνα επιβεβαιώνει τις υποψίες τους. Είναι ηθική αυτουργός στο «έγκλημα» της απαγωγής.

 

Μια πιστολιά στο μάτι

 

Όσο κρατάει ο μικρός διάλογος με τον ετεροθαλή αδελφό της, αυτοί που μπήκαν στην αυλή έχουν πλησιάσει κάτω από το μισοφωτισμένο παράθυρο. Φωνασκούν, διαμαρτύρονται. Και κάποιος σηκώνει την πιστόλα του και πυροβολεί. Η ηρωίδα, έτσι ευτραφής καθώς είναι και μαντιλοφορούσα, δίνει εύκολο στόχο. Μια κουμπουριά μονάχα, δεν χρειάστηκε δεύτερη. Το φονικό βόλι την «πήρε» πάνω από την κόγχη του δεξιού ματιού, σε μια φορά από τα κάτω προς τα άνω, και έθραυσε τα οστά του κρανίου (είναι ευδιάκριτη η οπή του δημιούργησε η μπάλα, και οι βαθιές ραγισματιές στο σημείο εκείνο). Το τραύμα δεν φαίνεται να ήταν διαμπερές (οι περισσότεροι απ’ όσους καταπιάστηκαν με τη δολοφονία λένε πως το φονικό βόλι σφηνώθηκε στο κεφάλι της Μπουμπουλίνας). Η τρύπα που επιδεικνυόταν από τους Καστριώτηδες, τελευταίους κληρονόμους του σπιτιού και προτελευταίους ιδιοκτήτες, ότι τάχα έγινε από το βόλι, δεν είναι παρά μια στρογγυλή και απόλυτα συμμετρική τρύπα που έχει δημιουργηθεί από το πέσιμο του ρόζου του ξύλουּ τέτοιες στρογγυλές και ισομεγέθεις τρύπες υπάρχουν και σε άλλα σημεία του ταβανιού που παραμένει το αυθεντικό. Η Μπουμπουλίνα γέρνει προς τα πίσω. Τρέχει μια γυναίκα του σπιτιού και την υποβαστάζει. Η ηρωίδα όμως είναι νεκρή, σωριάζεται στο πάτωμα. Πεθαίνει μ’ έναν τόσο άδοξο θάνατο. Εκείνη που αψήφησε τα εχθρικά βόλια, τους μύδρους και τις κανονιές στην πολιορκία του Ναυπλίου, χάνεται από βόλι σπετσιώτικο.

Αυτή, καθώς πιστεύουμε, είναι η αυθεντικότερη εκδοχή, αναφορικά με τις συνθήκες, κάτω από τις οπαίες δολοφονήθηκε η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Ωστόσο υπάρχουν και άλλες εκδοχές λιγότερο πειστικές. Εκδοχή δεύτερη: πυροβολήθηκε με τρομπόνι, εμπροσθογεμές κι αυτό, αγχέμαχο όπλο, με κάννη πολύ μεγαλύτερου διαμετρήματος από εκείνο της πιστόλας, που ρίχνει πολλά σφαιρίδια διασκορπιζόμενα. Στα δώδεκα μέτρα η διασπορά του τρομπονιού είναι 50-90 εκ. Αν η Μπουμπουλίνα είχε βληθεί με τρομπόνι, θα είχε πληγωθεί και στο στήθος και ίχνη της βολής θα υπήρχαν στο από μαλτεζόπλακες περβάζι του παραθύρου. Εκδοχή τρίτη, εντελώς αναξιόπιστη: Πυροβολήθηκε έξω από τη μάντρα του σπιτιού, στην είσοδο ή στην ταράτσα κάποιου γειτονικού σπιτιού, με καριοφίλι βραχύκαννο ή τρομπόνι. Πέρα από το γεγονός ότι το πλησιέστερο σπίτι απέχει 20-25 μ., πρέπει να σκεφθεί κανείς ότι οι Κουτσαίοι δεν είχαν καριοφίλια μαζί τους, δεν πήγαιναν για μάχη, το δε τρομπόνι έχει πολύ μικρό βεληνεκές και πολύ μεγάλη διασπορά, όπως ήδη αναφέρθηκε. Αναφορικά με το πόσοι πυροβολισμοί έπεσαν, υπάρχουν άλλες δύο εκδοχές.

 

 

Οι φονιάδες

 

Οι «γενναίοι παλικαράδες» κι ανάμεσά τους και ο φονιάς, σκορπίζουν μέσα στο σκοτάδι και φεύγουν σιωπηλοί. Η είδηση διαδίδεται αστραπιαία σ’ ολόκληρο το νησί. Την άλλη μέρα τη θάβουν σε οικογενειακό τάφο στον ιδιόκτητο ναό του Αι – Γιάννη (περιοχή Κουνουπίτσας). Οι κόρες της, οι γαμπροί της, τ’ αγόρια της, ο Νικόλαος και ο Ιωάννης, οι συγγενείς της, λαός πολύς. Είναι αυτονόητο ότι ο γιος της Γιώργος Γιάννουζας και η Ευγενία Χριστ. Κούτση δεν παρευρέθησαν στην κηδεία. Οι δυο νέοι στεφανώθηκαν κάμποσο καιρό μετά κι έζησαν, καθ’ όλες τις ενδείξεις, μαζί ως το τέλος της ζωής τους.

Στο μεταξύ «εκείνος που έκανε το κακό» λούφαξε, κρύφτηκε στην ανωνυμία του και στο σκοτεινό λαγούμι των τύψεων – αν είχε τύψεις -, γιατί το ξαναγράφουμε, εκείνο τον καιρό των πολιτικών παθών, η Μπουμπουλίνα, αν και ηρωίδα, αν και αρχόντισσα με μεγάλη προσφορά στον Αγώνα, αν και μάνα νεκρού ήρωα (Γιάννης Γιάννουζας, μάχη του Ξεριά Άργους, Απρίλιος 1821), δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής. Ποιος, λοιπόν, σκότωσε τη Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα; Από την επομένη κιόλας του φονικού άρχισε μια ατέρμονη εικοτολογία που τροφοδοτήθηκε και από τα Απομνημονεύματα των Φιλελλή­νων αγωνιστών του 1821, η οποία κρατάει ως τις μέρες μας. Οι υπόνοιες του απρόσωπου λαού και σιωπηλού παρατηρητή των δρωμένων, εστράφησαν σε τρία πρόσωπα. Στον πατέρα της Ευγενίας Χριστόδουλο I. Κούτση, στον γιο του Ιωάννη, πλοίαρχο του οικογενειακού πλοίου Ηρακλής, και στον ετεροθαλή αδελφό της Μπουμπουλίνας Εμμανουήλ Δημ. Λαζάρου, σκληροτράχηλο πλοιοκτήτη και αγωνιστή του κατά θάλασσαν αγώνα, που είχε μάλιστα συνεργαστεί με την αδελφή του στην πολιορκία του Ναυπλίου και της Μονεμβάσιας.

Ο Χριστόδουλος I. Κούτσης, τη μέρα του φονικού, ήταν άνθρωπος κάποιας ηλικίας, συνομήλικος σχεδόν της Μπουμπουλίνας, αποδεδειγμένα συνετός και συγκρατημένος, αφού οι ίδιοι οι πρόκριτοι των Σπετσών του είχαν αναθέσει υψηλά αξιώματα, δύσκολα επομένως μπορούμε να τον φανταστούμε να σηκώνει τη βαριά πιστόλα του και να πυροβολεί κατά της συμπεθέρας. Εξάλλου ως σκιά μονάχα πλανήθηκε πάνω στο νησί η υποψία ότι αυτός σκότωσε την ηρωίδα.

Η οικογένεια της δολοφονηθείσης έστρεψε τις υποψίες της και την οργή της κατά του Ιωάννη Χριστ. Κούτση, αδελφού της Ευγενίας, δραστήριου καπετάνιου και ναυμάχου (τις μέρες εκείνες βρισκόταν στο νησί, γιατί ο στόλος των Σπετσών αδρανούσε, μπορεί όμως και εξαιτίας του προβλήματος με την αδελφή του). Οι δυο μάλιστα γιοι της Μπουμπουλίνας από τον Δημ. Μπούμπουλη, ο Νικόλαος και ο ανήλικος Ιωάννης, επιτροπευόμενος από τον Χρήστο Τζίμα ή Τσά­ντα, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας και την προσπάθεια ορ­γάνωσής του σε ευνομούμενο Κράτος (Κυβερνήτης ο φιλοσπετσιώτης Ιωάννης Καποδίστριας) κατέφυγαν στη Δικαιοσύνη και στηριζόμενοι στο 16ο ψήφισμα της Δ’ Εθνικής Ελληνικής Συνέλευσης, κατήγγειλαν γραπτώς τον Ιωάννη Χριστ. Κούτση ως δολοφόνο της μητέρας τους. «Οι υποσημειούμενοι εκ Σπετσών Νι­κόλαος Δ. Μπούμπουλης και ο επίτροπος του μικρού Ιωάννη Μπούμπουλη Χρήστος Τζίμας «Τσάντας», έχοντας διαφοράν με­τά τίνος Ιωάννου Χριστοδούλου Κούτζη, όστις κακία φερόμενος εθανάτωσε την Μητέρα μας ονόματι Λασκαρίνα Μπούμπουλη. Φονεύς αποδεδειγμένος τοις πάσι, και έκτης ανοσιουργίας αυτού υποφέραμεν και υποφέρομεν μέ­χρι τούδε ζημίας αισθαντικάς… Εν Ναυπλίω τη 24 Ιανουαρίου 1830» (Γενικά Αρχεία Κράτους, Υπουργείο Δικαίου, φάκ. 52).

 

Ο Ιωάννης Κούτσης συλλαμβάνεται

 

Πράγματι ο Ιωάννης Χριστ. Κούτσης που βρισκόταν τυχαία στο Ναύπλιο (ή είχε μεταβεί σ’ αυτό προκειμένου να αντιμετωπίσει την ως άνω κατηγορία), συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Τρεις μέρες αργότερα (27 Ιαν. 1830) στέλνει αναφορά προς τον Καποδίστρια, με την οποία διαμαρτύρεται για την προφυλάκισή του από την αστυνομία Ναυπλίου ύστερα από διαταγή της ειρηνοδικίας, χωρίς να προηγηθεί δίκη. «Εξοχώτατε! Δεν έπρεπε τάχα και χωρίς της φυλακής να με δοθή η κατηγορία διά να απαντήσω και ούτω να φυλακισθώ; Δεν έπρεπε τάχα κατά το ψήφισμα της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως να θεωρηθή τούτο είτε από επιτροπή, είτε επιτοπίως διά να προτείνω κι εγώ τα ασύγκριτα δικαιολογήματά μου…» (ΓΑΚ, στον ίδιο φάκελο 52).

 Την ίδια μέρα ο φερόμενος ως δολοφόνος της Μπουμπουλίνας Ιωάννης Χριστ. Κούτσης, στέλνει και αναφορά προς τη Γραμματεία της Δικαιοσύνης, τονίζοντας μεταξύ άλλων και τα εξής:

«Σεβαστή του Δικαίου Γραμματεία! Είναι γνωστοί προς την Κυβέρνησιν οι πολύπονοι και πολυκίνδυνοι της οικίας μου αγώνες. Δι’ ο παρακαλώ την Σ. ταύτην Γραμματείαν να διατάξη την ενταύθα ειρηνοδικίαν, να δεθχή έναν αξιόχρεον περί εμού εγγυητήν, ελευθερώνουσά με της φυλακής. Και μ’ όλον ότι αγνοώ όλως διόλου την ψευδή ταύτην κα­τηγορίαν, μ’ όλον τούτο, δέχομαι να κριθώ μετά των προλεχθέντων Μπουμπουλέων Ιωάννου και Νικο­λάου… Εάν όμως ισχυρογνωμονούντες επιμένωσιν από παλαιό πάθη κινούμενοι, και συκοφαντούσι με ζητούντες να κριθώμεν επί κριτηρίων, παρακαλώ να μας παραπέμψη εις το Πρωτόκλητον των Δυτικών Σποράδων, το οποίον είναι το τμήμα μας» (ΓΑΚ, Υπουργείο Δικαίου, φάκ. 52).

 

Η έρευνα στα ΓΑΚ έγινε από τον συγγραφέα του βιβλίου Μπουμπουλίνα κ. Μανουήλ Τοσούλα. Η έρευνα δυστυχώς σταματάει στο σημείο αυτό. Επομένως δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν έγινε κάποια δίκη κι αν αθωώθηκε ή καταδικάστηκε ως δολοφόνος της Μπουμπουλίνας ο Ιωάννης Χριστ. Κούτσης. Πιθανολογούμε πάντως ότι εξαιτίας των δίσεκτων χρόνων που ακολούθησαν τη δολοφονία του Καποδίστρια (Σεπτ. 1831) και της διάλυσης του καποδιστριακού Κράτους, η υπόθεση «θάφτηκε» ή αφέθηκε να ξεχαστεί. Πάντως, το 1834, βρίσκεται ελεύθερος στις Σπέτσες και συνυπογράφει με τον

θείο του Γεωργάκη I. Κούτση το υπ’ αριθ. 1033/8-6-1834 έγγραφο της Μνημονίας (=Συμβολαιογραφείου) της νήσου Τηπαρήνου (=Σπετσών») ως εκπρόσωπος του «γέροντος» πατρός Χριστόδουλου I. Κούτση, που έχει σχέση με τη συνιδιοκτησία του πλοίου «Σαραμώνης» κατά το ένα τέταρτο.

 

Δίκη που δεν έγινε

 

Οπωσδήποτε ο Ιωάννης Χριστ. Κούτσης (ο μεγαλύτερος αδελφός της Ευγενίας, οι άλλοι δύο ήταν ανήλικοι), συγκεντρώνει τις περισσότερες υποψίες όλων εκείνων που καταπιάστηκαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο με τη θλιβερή τούτη ιστορία. Η αξιόπιστη Σωτη­ρία Αλιμπέρτη, εντούτοις, περιορίζεται σε γενικότητες και αποφεύγει να επικεντρώσει την προσοχή της σε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο: «…επηκολούθησεν σφοδρά λογομαχία μεταξύ αυτής, του αδελφού της και των Κουτσαίων εις εξ αυτών επυροβόλησεν την Μπουμπουλίναν, η δε σφαίρα εύρεν αυτήν εις το μέτωπον και την άφησεν άπνουν» (η Αλιμπέρτη εδώ αντιγράφει σχεδόν κατά λέξη τον Χατζηαναργύρου. Παραδόξως οι κατ’ εξοχήν ιστορικοί του νησιού, ο Ανάργυ­ρος Ανδρ. Χατζηαναργύρου, συγγενής των Κούτσηδων εξ αγχιστείας, και ο Αναστάσιος Κων. Ορλάνδος, από τους οποίους αντλεί πολλά στοιχεία η Σωτ. Αλιμπέρτη στη βιογράφηση της ηρωίδας, θέλοντας προφανώς να υπερκεράσουν μια δυσάρεστη ιστορία που δεν τιμούσε καθόλου το νησί, δεν αναφέρονται παρά γενικά και κάπως αόριστα στα της δολοφονίας και, ενώ γνωρίζουν τον δολοφόνο της Μπουμπουλί­νας, τον αποκρύπτουν με τη σιωπή τους. Ο Χατζηαναργύρου μάλιστα διστάζει να αποκαλύψει και το όνομα της οικογένειας των Κούτσηδων, εξαιτίας της συγγένειάς του προς αυτούς. Άθελά του ωστόσο «φωτογραφίζει» τον δράστη για κάποιον ο οποίος μπορεί να διαβάζει και κάτω από τις αράδες των βιβλίων. «Το τόλμημα τούτο, όλως ασύνηθες παρά τοις νησιώταις τον καιρόν εκείνον, επίκρανεν τους αδελφούς της νεάνιδος και εζήτησαν ικανοποίησιν παρά του δράστου…».

Κάποιες υπόνοιες εστρέφοντο και εναντίον του ετεροθαλούς αδελφού της Μπουμπουλίνας Μα­νώλη (η Κακομανώλη) Δημ. Λαζά­ρου, σύγγαμβρου του Γεωργίου Γιάννουζα. Στηρίχτηκαν σε πληροφορίες δήθεν εμπιστευτικές που έδωσε η Μαριγώ Ορλώφ, «μια γριούλα που ο παππούς της ήταν αδελφός της Μπουμπουλί­νας», οι οποίες πήραν τη μορφή της προφορικής παράδοσης ανάμεσα στους Σπετσιώτες και τις οποίες «αξιοποίησε» αργότερα ο ιστορικός Αγγελομάτης στο μελέτημά του «Ιστορικά κτίρια της Ελλάδος».

Συμπέρασμα τελικό της δικής μας έρευνας: Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα δολοφονήθηκε ενωρίς το βράδυ της 22ας Μαΐου 1825 στο σπίτι της Κουνουπίτσας (κληρονομιά από Δημ. Γιάννουζα). Πυροβολήθηκε με πιστόλα από τη βορινή αυλή του κήπου του σπιτιού, όταν προσκληθείσα και προκληθείσα από τον ετεροθαλή αδελφό της και γαμπρό των Κού­τσηδων Μανώλη Δημ. Ορλώφ να δώσει εξηγήσεις για την απαγωγή της κόρης του Χριστ. I Κούτση Ευγενίας από τον γιο της Γεώργιο Γιάννουζα, πρόβαλε στο ακραίο αριστερό παράθυρο της βορινής πλευράς του σπιτιού. Τη μοιραία πιστολιά έριξε, πιθανότατα, ο αδελφός της Ευγενίας, ηρωικός παρά ταύτα πλοίαρχος και ναυμάχος, Ιωάννης Χριστ. Κούτσης.

 

Γιώργος Σταματίου

Ιστορικός ερευνητής, Εκπαιδευτικός, Συγγραφέας,

Μελετητής του έργου του Νίκου Καζαντζάκη.

«Η δολοφονία της Μπουμπουλίνας», Ιστορία Εικονογραφημένη, τεύχος 367, Ιανουάριος 1999, σελ. 30-37.

Read Full Post »

Κούτσης Γ. Ιωάννης (1797-1860)


 

Κούτσης Ιωάννης (1797-1860)

Ο Ιωάννης Κούτσης γεννήθηκε στις Σπέτσες, το 1797 και ήταν μέλος σημαντικής ναυτικής οικογένειας του νησιού. Ο πατέρας του, Γεώργιος, ασχολούμενος με ναυτιλιακές επιχειρήσεις είχε αποκτήσει αρκετά μικρά εμπορικά πλοία από τα λεγόμενα «λατινάδικα». Σ’ αυτά, από το 1808 και μέχρι την έναρξη του αγώνα, προστέθηκαν και άλλα πλοία μεγαλύτερα, όπως ο «Θεμιστοκλής», ένα από τα καλύτερα πλοία κατά την εποχή εκείνη, το τριίστιο «Ηρακλής» και οι ημιολίες «Ασπασία» και «Σαλαμώνη», όλα τους άριστα εξοπλισμένα και με κυβερνήτες μέλη της οικογένειας Κούτση, που όλα έλαβαν μέρος στις διάφορες ναυτικές επιχειρήσεις και ναυμαχίες καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα.

Ο Ιωάννης Κούτσης, που κυβερνούσε το πλοίο του «Θεμιστοκλής», με υποπλοίαρχο τον αδελφό του Κοσμά, διακρίθηκε για τη μαχητικότητά του σ’ όλες τις ναυτικές επιχειρήσεις και ιδιαίτερα απέσπασε το θαυμασμό όλων κατά τη ναυμαχία των Πατρών. Σ’ αυτήν, την πρώτη «εκ παρατάξεως» ναυμαχία των αντιπάλων ναυτικών δυνάμεων, που έγινε με μια φοβερή κακοκαιρία και θαλασσοταραχή, το καράβι του «Ο Θεμιστοκλής» με κυβερνήτη τον ίδιο ήταν μεταξύ των πρώτων I5 καραβιών του τρινήσιου στόλου, που με επί κεφαλής το Μιαούλη άρχισαν το σκληρό αγώνα. Ο Κούτσης, στη ναυμαχία αυτή, επιτέθηκε σε μία τούρκικη φρεγάτα και για να τη βυθίσει ζύγωσε τόσο κοντά, με αποτέλεσμα να κτυπηθεί ο «Θεμιστοκλής» στ’ άρμενα και στα πλευρά, οπότε τα νερά άρχισαν να μπαίνουν με ορμή στο καράβι. O Σπετσιώτης καπετάνιος, παρά τις σοβαρές ζημιές του καραβιού του, δεν εννοούσε να αποσυρθεί από τον αγώνα προτιμούσε να βουλιάξει, παρά να αποσυρθεί από τη μάχη. Και πραγματικά, ο Κούτσης εξακολουθούσε να μάχεται με πείσμα μέχρις ότου φθάσανε κοντά του και άλλα ελληνικά καράβια και ανακουφίστηκε λίγο από τα πυροβόλα της εχθρικής φρεγάδας. Και όταν πια έφτασε στο έσχατο αυτό σημείο του κινδύνου να βυθιστεί, τότε μόνο πλάγιασε το καράβι του και πήγε στο Μεσολόγγι, όπου και το επισκεύασε πρόχειρα.

Ο Γιάννης Κούτσης έλαβε ακόμη μέρος στη μεγάλη ναυμαχία των Σπετσών στις 8 Σεπτέμβριοι 1822, όπου από τη θέση κοντά στο ακρωτήρι του Αγίου Αιμιλιανού, έφραζε με το πυροβολικό του καραβιού του την είσοδο του μεταξύ Σπετσών και Κόστας στενού, βοηθούμενος κατά την ημέρα εκείνη της Παναγίας και από το κανονιοστάσιο που βρισκόταν ανάμεσα στο φάρο και τους μύλους. Kαι μετά τη λήξη του αγώνα ο Κούτσης δεν λησμόνησε ποτέ τη μέρα εκείνη. Η οικογένειά του για να τιμήσει την Παναγία, για το θαύμα που έκανε την ημέρα της γιορτής της και σώθηκε το νησί, έκτισε στο χώρο του ισχυρού αυτού κανονιοστασίου την εκκλησία τη Παναγίας, αφιερωμένη στο Γενέσιο της Θεοτόκου. Η εκκλησία αυτή η οποία στην αρχή λεγόταν Παναγία του Κεφάλα και εννοούσαν το Γιάννη Κούτση με το μεγάλο κεφάλι, αργότερα πήρε το όνομα Παναγία της Αρμάτας, σε ανάμνηση το μεγάλου ιστορικού γεγονότος.

Τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του τα πέρασε στις Σπέτσες ασχολούμενος με ναυτιλιακές εργασίες και πέθανε εκεί, το 1860.Ο τάφος της οικογένειάς του βρίσκεται κοντά στην εκκλησία της Παναγίας της Αρμάτας, πάνω στο χώρο του μεγάλου κανονιοστασίου.

 

Πηγή


  • Ηλίας Ν. Γαλέττας – Μαρίκα Β. Μπουζουμπάρδη, «Σπέτσες, Ιστορία Λαογραφία», τόμος Ά, έκδοση, Ένωση Σπετσιωτών, 2004.

Read Full Post »

Υψηλάντης Δημήτριος (1793-1832)  – Προσωπογραφίες


 

Προσωπογραφίες:Υψηλάντης Δημήτριος (1793-1832)

 

Από τις αγνότερες μορφές του 1821, πολιτικός και στρατάρχης στην επαναστατημένη Ελλάδα. Ο Δημήτριος Υψηλάντης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και καταγόταν από τη μεγάλη φαναριώτικη οικογένεια των Υψηλαντών. Έκανε στρατιωτικές σπουδές στη Γαλλία, υπηρέτησε στο Ρωσικό στρατό και έλαβε μέρος στους Ναπολεόντιους πολέμους. Έγινε φιλικός το 1818. Μετά το ξέσπασμα της επανάστασης στη Μολδοβλαχία, κατέβηκε στην Ελλάδα ως εκπρόσωπος του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής, δηλαδή του αδελφού του Αλεξάνδρου. Υπάρχει πόλη των ΗΠΑ  αφιερωμένη στο όνομά του. Είναι η πόλη Ypsilanti, Michigan, όπου υπάρχει και σχετική προτομή-μνημείο. Ο Δημήτριος Υψηλάντης είχε συνδεθεί συναισθηματικά με τη μεγάλη ηρωίδα του ’21, τη Μαντώ Μαυρογένους. 

 

Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) – Έργο του Σπυρίδωνος Προσαλέντη, Πολεμικό Μουσείο, Αθήνα.

 

Δημήτριος Υψηλάντης. Ο Υψηλάντης υπερασπίζεται ανδρείως την πόλιν Άργος. Peter Von Hess.

 

[…] «Μπήκα στην κατοικία του Υψηλάντη, μια καλύβα από ξερολιθιά, εννιά τετραγωνικά, από μια είσοδο τόσο χαμηλή, που έπρεπε να σκύψει κανείς σχεδόν ως το χώμα. Βρήκα τον Υψηλάντη καθισμένο σε κάτι σανίδες σκεπασμένες με ένα κιλίμι. Ήταν το κρεβάτι του. Χρυσές επωμίδες συνταγματάρχη, μαύρη στολή, μαύρος σκούφος στολισμένος με ασημένια πλάκα όπου ήταν χαραγμένη η φράση «Ελευθερία ή Θάνατος» κάτω από μια νεκροκεφαλή και δύο κόκαλα χιαστί. Μας δέχτηκε με την ψυχρή αμηχανία, που θα παρατήρησαν, όλοι όσοι τον γνώρισαν. Δεν ήταν υπεροψία αλλά το δυσάρεστο αποτέλεσμα μιας φυσικής συστολής. Σ’ αυτό είχε σίγουρα συντελέσει η συνείδηση των σωματικών του μειονεκτημάτων και ένα πολύ αισθητό ελάττωμα στην προφορά. Πραγματικά, η μοίρα αρνήθηκε στον πρίγκιπα Υψηλάντη τις φυσικές χάρες, το καλό παρουσιαστικό, δώρο πολύτιμο στα μάτια του πλήθους. Ανάστημα ούτε πέντε πόδια, κορμί και μέλη εύθραυστα, κεφάλι φαλακρό. Όλα αυτά δίνουν την εντύπωση ηλικιωμένου ανθρώπου. Και είναι μόλις 30 χρονών. Ωστόσο, παρά την καχεκτική του διάπλαση δεχόταν με θαυμαστή αντοχή τις ταλαιπωρίες της πολεμικής ζωής. Η ευψυχία του δυνάμωνε το κορμί και δεν μπορείς να του αρνηθείς το θάρρος και τις αρετές που ξεχωρίζουν έναν άνθρωπο στον ιδιωτικό του βίο. Μιλάει πολλές γλώσσες και κυρίως γαλλικά. Αλλά το βάρος των ευθυνών που έχει αναλάβει, ή καλύτερα που του ανέθεσε ο αδερφός του, ξεπερνάει τις δυνάμεις του. Δεν είχε ούτε την τέχνη να μεταχειρίζεται και να κυβερνάει ανθρώπους ούτε τη θέρμη της επικοινωνίας που συναρπάζει το πλήθος, χαρίσματα τόσο απαραίτητα για μια επανάσταση. Η μεγάλη καλοκαγαθία του εκφυλιζόταν σε αδυναμία».

Maxime Raybaud  (Μαξίμ Ρεμπώ), «Memoires sur la Grece pour servir a l’histoire de la guerre de l’Independance, accompagnes de plans topographiques» Paris, 1824-25, vol. 1-2.

 

Δημήτριος Υψηλάντης. Σχέδιο Adam Friedel. Λιθογραφία. Λονδίνο, Νοέμβριος,1824.

 

Δημήτριος Υψηλάντης. Σχέδιο Adam Friedel. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Λονδίνο – Παρίσι, Ιανουάριος, 1827.

 

Υπογραφή του Δημητρίου Υψηλάντη.

 

[…] «Υπέρμαχος της Συνταγματικής ελευθερίας εμπνεόταν σε κάθε πράξη από τον πιο αγνό πατριωτισμό. Δεν είχε, ωστόσο, την αποφασιστικότητα και τον πνευματικό εξοπλισμό που χρειαζόταν ένας ηγέτης για να κρατήσει το πηδάλιο σε δύσκολες στιγμές. Από την πρώτη στιγμή προσπάθησε να καταπολεμήσει το σύστημα της λεηλασίας που είχαν υιοθετήσει οι καπεταναίοι και οι προεστοί αλλά δεν είχε ούτε τη σταθερότητα, ούτε τη δύναμη για να εφαρμόσει αυστηρά μέτρα, έτσι που ο φόβος, να δώσει εκείνο που δεν μπορούσε να πετύχει η τιμή. Γι’ αυτό ακριβώς οι περισσότεροι προεστοί ήταν εχθροί του. Αξιαγάπητος και γενναιόψυχος βοηθούσε κάθε πάσχοντα με αποτέλεσμα να απομείνει χωρίς πόρους και να βρεθεί σε αδυναμία να πραγματοποιήσει εκείνο που επιθυμούσε. Μ’  όλο που ήταν 30 χρονών έδειχνε 50. Είναι λιτοδίαιτος και μιλάει πολύ καλά γαλλικά».

Frans Nils Aschling, «Försök till Grekiska Revolutionens historia, enligt anteckningar gjorde pa stallet» [Δοκίμιο ιστορίας της ελληνικής επαναστάσεως, με βάση σημειώσεις που κρατήθηκαν επί τόπου], Στοκχόλμη, 1824.

Read Full Post »

Θερμησιώτης Ηλίας (1788-1871) – Πλοιοκτήτης, Φιλικός, Ναυτικός της Επανάστασης και αξιωματικός του Ναυτικού της οθωνικής περιόδου.


 

Θερμησιώτης Ηλίας (1788-1870), ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Ο Ηλίας Θερμησιώτης γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1788 από γονείς μέτοικους από τη Θερμησία της Ερμιονίδας, εξού και το επίθετο Θερμη­σιώτης. Το προεπιθετικό του είναι άγνωστο. Ο Ηλίας, γνώστης της ναυτικής τέχνης από μικρός, έμαθε γράμματα, ασχολήθηκε με το εμπόριο και πολύ νέος έγινε πλοίαρχος. Σύντομα απέκτησε ιδιόκτητο πλοίο, το βρίκι «Αχιλλεύς», που λίγο αργότερα το μετέτρεψε σε πολεμικό για τις ανάγκες της Επανάστασης και το κυβερνούσε ο ίδιος. Επίσης, είχε συμμετοχή σε δύο καράβια ως συνιδιοκτήτης με τη Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Λόγω αυτής της συνεργασίας, του ηθικού του χαρακτήρα και της τιμιότητας που τον διέκρινε, κλήθηκε να παίξει διαιτητικό ρόλο στις οικονομικές κληρονομικές διαφορές που είχε η Μπου­μπουλίνα με τα προγόνια της Γιάννη και Παντελή, γιους του Δημητρίου Χατζηπαντελή Γιάννουζα. Επειδή δεν υπήρχαν τότε ελληνικά δικαστήρια η υπόθεση έφτασε στο Πατριαρχείο Κωνσταντινου­πόλεως και ο Γρηγόριος ο Ε’ ανέλαβε να τη ρυθμίσει.

To 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία μαζί με τους Νικόλαο Μπόταση, Ρήγα Κρανιδιώτη και Γιώργο Πάνου και στις 3 Απριλίου του 1821 συμμετείχε στην κήρυξη της επανάστασης στο νησί των Σπετσών μαζί με άλλους πρόκριτους μυημένους στη Φιλική Εταιρεία.

Κατά τον αγώνα πρόσφερε μεγάλα χρηματικά ποσά για την ευόδωση της Επανάστασης. Πρωταγωνίστησε σε ηλικία 24 χρόνων στην πολιορκία της Μονεμβασιάς και, μετά την κατάληψη του Φρουρίου το 1824, διορίστηκε, από το Εκτελεστικό Σώμα, φρούραρχος του Κάστρου της Μονεμβασιάς και στρατιωτικός διοικητής της περιοχής που κάλυπτε το φρούριο. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του εκεί, διέθεσε σεβαστά χρηματικά ποσά από την περιουσία του.

Σημαντική και συνεχής υπήρξε και η συμμετοχή του στους ναυτικούς αγώνες της περιόδου, και συγκεκριμένα – πέραν του ναυτικού αποκλεισμού της Μονεμβασιάς- πήρε μέρος ως καπετάνιος του ιδιόκτητου πλοίου του Αχλλεύς σε ολες σχεδόν τις ναυμαχίες και επιχειρήσεις που συμμετείχε η σπετσιώτικη μοίρα κατά την περίοδο 1821-1826) καταγράφοντας μία εντυπωσιακή πολεμική παρουσία 64 ημερών στη θάλασσα:

  • Στην καταδρομική επιχείρηση που οδήγησε στην αιχμαλωσία δύο οθωμανικών πλοίων μεταξύ Μήλου και Κιμώλου (11 Απρίλιου 1821).
  • Στην επιχείρηση του Κατακώλου – Κάβο Πάπα (Σεπτέμβριος 1821).
  • Στη αμφίρροπη ναυμαχία των Παλαιών Πατρών (20 Φεβρουαρίου 1822) με τον στόλο του Ισμαήλ Πασά Γιβραλταρ.
  • Στις επιχειρήσεις του «τρινήσιου» στόλου υπό τον Ανδρέα Μιαούλη στη Χίο (τέλη Απριλίου 1822).
  • Στις επιχειρήσεις του Ναυπλίου (Ιούνιος 1822).
  • Στη ναυμαχία στο Χέλι (απέναντι από τις Σπέτσες μεταξύ του «τρινήσιου» στόλου αναντίον του Καπετάν Καρά Μεχμέτ Πασά (7 Σεπτεμβρίου 1822).
  • Στις καταδρομικές επιχειρήσεις στην περιοχή του Αγίου Όρους (Αύγουστος 1823).
  • Στη νικηφόρα για τους επαναστάτες ναυμαχία της Σάμου (5 Αυγούστου 1824) μεταξύ των ναυτικών μοιρών της Ύδρας και των Σπετσών εναντίον του οθωμανικού στόλου υπό τον Καπουντάν Χοσρέφ Πασά.
  • Στη νικηφόρα για τους επαναστάτες ναυμαχία του Γέροντα (29 Αυγούστου 1824) μεταξύ των ναυτικών μοιρών της Ύδρας και των Σπετσών εναντίον του οθωμανικού στόλου υπό τον Καπουντάν Χοσρέφ Πασά.
  • Στις επιχειρήσεις στη Μεθώνη και Κορώνη (Μάρτιος – Ιούνιος 1825).
  • Στις επιχειρήαεις στην Κρήτη, Μεθώνη, Κορώνη, Νεόκαστρο (Ιούλιος – Αύγουστος 1825).
  • Στις επιχειρήσεις στο Νότιο Αιγαίο (Σεπτέμβριος -Οκτώβριος 1825).
  • Στις επιχειρήσεις των Παλαιών Πατρών (Δεκέμβριος -Ιανουάριος 1826).
  • Στις επιχειρήσεις της Σάμου (Αϋγουστος 1826).

Στη διάρκεια των εμφυλίων συγκρούσεων ο Θερμησιώτης συντάχθηκε όπως και οι περισσότεροι νησιώτες με την πλευρά των Κυβερνητικών της φατρίας Κουντουριώτη, η οποία άλλωστε του εμπιστεύτηκε τη φρουραρχία του κάστρου της Μονεμβασιάς. Κατά την καποδιστριακή περιόδο δεν είχε καμία δραστηριότητα ούτε ανέλαβε κάποιο ναυτικό αξίωμα. Πολιτικά συντάχθηκε με την καποδιστριακή αντιπολίτευση. Η αντιπολιτευτική στάση του έναντι του καθεστώτος είχε ως συνέπεια να του δοθεί το χαμηλό – σε σχέση με την προσφορά του – δίπλωμα του αξιωματικού της Ε’ τάξεως, αν και για την οικονομική του προσφορά του αναγνωρίστηκε οφειλή 150.000 γροσίων.

Κατά την επόμενη οθωνική περίοδο επανήλθε και έλαβε τον υψηλό βαθμό του πλοιάρχου καθώς και μία θέση στην σημαντική επιτροπή με αρμοδιότητα να αξιολογήσει « τας υπηρεσίας και την ικανότητα ενός εκάστου των ναυτικών, όσοι κατά τον ένδοξον υπέρ της ελευθερίας αγώνα έλαβον μέρος». Στην επιτροπή συμμετείχαν – πέραν του Ηλία Θερμησιώτη- ο Ανδρέας Μιαούλης, ως πρόεδρος, και οι Γ. Σαχτούρης, Γ. Ανδρούτζου, Ν.Α. Αποστόλης, Κ. Κανάρης και Α. Γ. Κριεζής. Από έγγραφα του αρχείου του διαπιστώνεται ότι ο Ηλίας Θερμησιώτης παρέμεινε καθόλη της διάρκεια της οθωνικής βασιλείας μέλος της Επιτροπής Εκδουλεύσεων παρά τις διάφορες αποχωρήσεις και τοποθετήσεις μελών της.

Τα άλλα δύο παιδιά της οικογένειας Θερμη­σιώτη, οι δύο μικρότεροι αδελφοί του Ηλία, ο Νικόλαος και ο Πέτρος σε νεαρή ηλικία σκοτώθηκαν πολεμώντας ο πρώτος στη μάχη της Άμφισσας και ο δεύτερος στη μάχη της Βέργας. Στο δελτίο της Εθνολογικής Εταιρίας, ο Νικόλαος και ο Πέτρος Θερμησιώτης αναφέρονται ως γιοι του Ηλία. Δεν είναι όμως ακριβές τούτο, όπως άλλωστε όλοι οι παλιοί το γνωρίζουν στις Σπέτσες. Τούτο ακόμη φαίνεται και από το γεγονός ότι ήταν απίθανο ο Ηλίας να είχε τόσο μεγάλους γιους και να πολεμούν μάλιστα, αφού ο ίδιος ήταν την εποχή εκείνη 24 χρόνων. Ο Ηλίας Θερμησιώτης είναι γνωστό ότι είχε δύο παιδιά, τον Ανδρέα και το Γεώργιο. Ο πρώτος γεννήθηκε το 1830 και χάθηκε πολύ αργότερα, νέος στη Μαύρη θάλασσα, όταν το καράβι του που καπετάνευε και ήταν ιδιοκτησία του, σ’ ένα από τα ταξίδια του Οδησσό – Ισπανία, με φορτίο σταριού, βούλιαξε αύτανδρο. Ο δεύτερος γιος του, ο Γεώργιος, γεννήθηκε το 1833 και πέθανε το 1929 σε βαθύ γήρας. Κατατάχτηκε στις τάξεις του Πολεμικού Ναυτικού «κατ’ επιλογή», σαν γιος ναυμάχου και έφτασε στο βαθμό του ναυάρχου πολεμώντας σ’ όλες τις θαλάσσιες πολεμικές επιχειρήσεις της τότε εποχής.

Η προσφορά του στην πατρίδα είναι ανυπολόγιστη. Στο Ιστορικό Μουσείο, σε μια αίθουσα, υπάρχει το πορτραίτο του μαζί με το σπαθί του, το ντουφέκι του και το καριοφίλι του.

Τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του τα έζησε στις Σπέτσες, όπου και πέθανε το 1871. Ο τάφος του βρίσκεται στο κοιμητήριο των Αγίων Πάντων και πάνω στην πλάκα, που σκεπάζει το μεγάλο αγωνιστή και πατριώτη, έχουν χαραχθεί τούτα τα λόγια:

«Ο πολλά μοχθήσας και δαπανήσας

εν τω Ιερώ της Ελλάδος Αγώνα.

Γεννηθείς τω 1788 απεβίωσε τω 1870*».

* θάνατος του Ηλία Θερμησιώτη, σύμφωνα με τη ληξιαρχική πράξη αποβιώσεως (βιβλίο θανάτων Δήμου Σπετσών) επήλθε στις 10.7.1871 και όχι το 1870, όπως εκ λάθους, έχει αναγραφεί επί του τάφου του (βλ. και εφημερίδα «Αλήθεια» φ. 1427/22.7.1871 (ανακοίνωση θανάτου) και εφημερίδα «Ερμούπολις» φ. 345/24.7.1871 ( επικήδειος λόγος του Επάρχου Σπετσών Λεωνίδα Παπανικολάου).

Πηγές


  • Κέντρο Έρευνας Νεότερης Ιστορίας,  Παπαγεωργίου Στέφανος.
  • Ηλίας Ν. Γαλέττας – Μαρίκα Β. Μπουζουμπάρδη, «Σπέτσες, Ιστορία Λαογραφία», τόμος Ά, έκδοση, Ένωση Σπετσιωτών, 2004.
  • Ένωση Σπετσιωτών.

Read Full Post »

Οικογένεια Διομήδη-Κυριακού και τα μέλη της που έλαβαν μέρος στην Ελληνική Επανάσταση του 1821


 

Διομήδης – Κυριακός ή Κυριακού

Επώνυμο αρχοντικής οικογένειας των Σπετσών, που περιλαμβάνεται μεταξύ εκείνων που ήλθαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν στο νησί από τη Βόρειο Ήπειρο, κατά το 16ο και 17ο αιώνα, εξαιτίας των Μουσουλμανικών διώξεων.

Από την αρχή της Ελληνικής Επανάστασης πρόσφεραν σημαντικές υπηρεσίες στο αγωνιζόμενο γένος και όλα τα μέλη της οικογένειας διακρίθηκαν κατά την περίοδο του αγώνα προσφέροντας την περιουσία και τα καράβια τους. Στο αρχικό επώνυμο της οικογένειας Κυριακός ή Κυριακού αργότερα, κατά την περίοδο της Επανάστασης, προστέθηκε, κατά τη συνήθεια της εποχής εκείνης, και το όνομα του ομηρικού ήρωα Διομήδη από θαυμασμό προς την αρχαία Ελλάδα και τη μεγάλη επιθυμία για την αναβίωση των κλασικών σπουδών.

Από τα κυριότερα μέλη της οικογένειας Διομήδη – Κυριακού είναι:

Αναστάσιος Κυριακός (1758-1831)

Γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1758 και πέθανε το 1831. Χρημάτισε από τους πρώτους πρόκριτους του νησιού. Από πολύ νέος επιδόθηκε στη ναυτιλία και με το χρόνο απέκτησε ιστιοφόρα πλοία με τα οποία, ως καραβοκύρης, άσκησε ναυτικό εμπόριο στη Μεσόγειο. Όταν ήρθε η ώρα του μεγάλου ξεσηκωμού αρμάτωσε και προσέφερε για τον αγώνα το καράβι του «Πελεκάνος» γιατί ο ίδιος ήταν γέρος πια και δεν μπορούσε να μπαρκάρει. Μ’ αυτό το πλοίο είχε μεταφέρει από το Τριέστι στην Ελλάδα τον Ρήγα Βελεστινλή.

Παντρεύτηκε την Ελένη, ένα από τα κορίτσια του Νικολάου – Μπότσαρη, και απέκτησε μαζί της επτά παιδιά: τρία αγόρια, τον Γιάννη, τον Νικολό και τον Γκίκα και τέσσερα κορίτσια, τη Χρυσούλα, την Κατερίνα, τη Βγενή και τη Μάρω. Η Μάρω παντρεύτηκε τον Γιάννη Μπούκουρη και είχε κόρη της την Ελένη, σύζυγο του Ιταλού ζωγράφου Αλταμούρα και
μητέρα του μεγάλου Σπετσιώτη θαλασσογράφου, Γιάννη Αλταμούρα.

Ιωάννης Διομήδης – Κυριακός (1790-1825)

Ιωάννης Διομήδης – Κυριακός (1790-1825). Με τον «Αχιλλέα» του έλαβε μέρος σε όλες τις ναυμαχίες του ελληνικού στόλου επικεφαλής σπετσιώτικης μοίρας. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

Γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1790 και ήταν ο πρωτότοκος γιος του Αναστασίου Κυριακού. Από μικρός ασχολήθηκε με τη θάλασσα και έγινε ένας από τους μεγάλους καραβοκύρηδες. Κατηχήθηκε από τους πρώτους στη Φιλική Εταιρία και όταν ξέσπασε η Επανάσταση μπήκε με ενθουσιασμό στον αγώνα. Αντιναύαρχος των Σπετσών, σ’ όλη την περίοδο του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνα, εξόπλισε τέλεια, με δικά του χρήματα, το ιδιόκτητο πλοίο του «Αχιλλεύς» που χρησιμοποιούσε, σαν Ναυαρχίδα και έλαβε μέρος σ’ όλες τις εκστρατείες του ελληνικού στόλου, επικεφαλής της σπετσιώτικης μοίρας, αγωνιζόμενος πάντοτε με αυτοθυσία και θάρρος στην πρώτη γραμμή, μαζί με τους άλλους Σπετσιώτες πλοιάρχους.

Διακρινόταν για τη σύνεσή του, γι’ αυτό και όλοι όσοι έπαιρναν μέρος μαζί του στα πολεμικά συμβούλια του στόλου, πρόσεχαν τη γνώμη του και σχεδόν πάντοτε την ακολουθούσαν. Ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα στο Αιγαίο και συντέλεσε προ πάντων, μαζί με άλλους Σπετσιώτες, στο να ξεσηκώσει την Επανάσταση στην Τήνο, στη Χίο, στη Λέσβο και τη Θεσσαλία. Κατά τη μακρόχρονη παραμονή του στο Βόλο και βρισκόμενος πάντα σε επαφή με τους οπλαρχηγούς Περραιβό, Γαζή, Κωνσταντά και Μπασδέκη, ξεσήκωσε τους θεσσαλούς και αφού έβγαλε από το καράβι του τα πυροβόλα του στην ξηρά, πολιόρκησε με αυτά το τουρκικό φρούριο.

Στην αρχή ακόμη της Επανάστασης κοντά στη Σάμο, μαζί με άλλους Σπετσιώτες, επιτέθηκε ενα­ντίον εννέα τουρκικών πλοίων και τα στρίμωξε κατά τέτοιο τρόπο, με την τόλμη και το πυροβολικό του, ώστε ανάγκασε τους Τούρκους να εγκαταλείψουν τα πλοία τους και να αποβιβαστούν στη στεριά. Τον ίδιο χρόνο έλαβε μέρος και σ’ όλες τις επιχειρήσεις του ελληνικού στόλου στον Κορινθιακό κόλπο και στην Πρέβεζα. Κατά το δεύτερο και τρίτο έτος, της Επανάστασης, αγωνίζεται στα Ψαρά, τη Χίο, τη Δυτική Ελλάδα και αλλού. Όλη του η ανδρεία εκδη­λώθηκε το 1824, στις εκστρατείες κατά της Σάμου, όταν ο ελληνικός στόλος πέτυχε εξαιρετικές νίκες εναντίον του ενωμένου τουρκοαιγυπτιακού στόλου καθώς και στη ναυμαχία του Γέροντα, στις 29 Αυγούστου 1824. Στις ναυμαχίες αυτές ο Ιωάννης Διομήδης-Κυριακός συνόδευσε με το καράβι του και υποστήριξε τον Κανάρη όταν έκαψε την τουρκική ναυαρχίδα, και τον Βατικιώτη όταν πυρπόλησε αιγυ­πτιακό βρίκι. Ο ναύαρχος των Σπετσών Γ. Ανδρούτσος στην έκθεσή του με ημερομηνία 26 Αυγούστου 1824 προς τους προκρίτους του νησιού αναφέρει ότι: «εγώ δε επαινώ όλους μεν… όσοι έκαμαν το χρέος των, εξαιρέτως δε επαινώ τον γενναιότατον υποναύαρχον Ιωάννην Αναστασίου Κυριακού».

Η δράση του γενναίου Σπετσιώτη συνεχίστηκε και το 1825, ιδίως στη ναυμαχία του Καφηρέα στις 20 Μαΐου, που έγινε εκεί με συμβουλή του για να κατανικηθεί ο πολύ μεγαλύτερος αλλά δυσκίνητος εχθρικός στόλος, στον οποίο προξένησε μεγάλες καταστροφές. Τον Ιωάννη Διομήδη – Κυριακό, όμως, δεν άφησε ασυγκίνητο και τα δράμα των πολιορκημένων κατοίκων του Μεσολογγίου. Αυθόρμητα παρουσιάστηκε στις αρχές και ζήτησε να πάει στο Μεσολόγγι για να εφοδιάσει τους πολιορκημένους με τρόφιμα και πολεμοφόδια. Και πραγματικά κατόρθωσε, στις 23 Ιουλίου 1825, να ξεφορτώσει στο λιμάνι της πόλης άφθονα τρόφιμα και πολεμικό υλικό, παρόλο που ο εχθρός αδιάκοπα έβαλε εναντίον του. Εκεί, αρρώστησε από θέρμες και εξαιτίας της μεγάλης κόπωσής του από την επικίνδυνη ναυτική επιχείρηση, αναγκάστηκε να γυρίσει στις Σπέ­τσες, όπου και πέθανε στις 17 Σεπτεμβρίου 1825. Τάφηκε στο κοιμητήριο της Αγίας Άννας, όπου βρίσκεται ο τάφος της οικογένειας.

Νικόλαος Διομήδης – Κυριακός

Γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1792 και είναι ο δεύτερος γιος του Αναστασίου Κυριακού. Από πολύ νέος ασχολήθηκε με το ναυτικό επάγγελμα και με τα ταξίδια που έκανε απέκτησε περιουσία και έγινε και αυτός καραβοκύρης. Πήρε γυναίκα του την κόρη του Ιωάννη Ορλάνδου.

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση έτρεξε και αυτός όπως και τα άλλα μέλη της οικογένειάς του να πάρει μέρος στον αγώνα και διέθεσε το ιδιόκτητο καράβι του «Κλειώ» αφού προηγουμένως με δικά του χρήματα το εξόπλισε για το σκοπό αυτό. Έλαβε μέρος, μαζί με τον αδελφό του Γιάννη Διομήδη- Κυριακό, σ’ όλες τις εκστρατείες του ελληνικού στόλου στο Αιγαίο, στον Κορινθιακό Κόλπο και τη Δυτική Ελλάδα. Μαζί του πάντοτε είχε και τον αδελφό του Γκίκα, που ήταν ο τρίτος γιος του Αναστάση Κυριακού και παππούς του Αλεξάνδρου Διομήδη, μεγάλου οικονομολόγου, Ακαδημαϊκού και Πρωθυπουργού της Ελλάδος. Μετά τη λήξη του αγώνα, έζησε για πολλά χρόνια στις Σπέτσες, όπου και πέθανε.

Αναγνώστης Διομήδης – Κυριακός

Γεννήθηκε στις Σπέτσες και ήταν εξάδελφος με τους Ιωάννη, Νικόλαο και Γκίκα Διομήδη-Κυριακό. Υπήρξε από τους τολμηρότερους πλοιάρχους κατά την περίοδο του αγώνα. Από την πρώτη στιγμή που ξέσπασε η Επανάσταση εξόπλισε το ιδιόκτητο καράβι του «Τιμολέων» και έλαβε μέρος κατά τον πρώτο χρόνο του αγώνα στον αποκλεισμό της Μονεμβασίας και κατά τα επόμενα χρόνια στις ναυμαχίες των Ψαρών, της Σάμου, του Κορινθιακού κόλπου και της Πρέβεζας. Στη ναυμαχία της Σάμου διέπρεψε κατά του αιγυπτιακού στάλου, όπως αναφέρει στην έκθεσή του προς τους προκρίτους του νησιού, ο ναύαρχος των Σπετσών Γ. Ανδρούτσος.

Κατά τη ναυμαχία του Καφηρέα, στις 20 Μαΐου 1825, συνέλαβε με τον Αθανάσιο Πάνου πέντε κατάφορτα εχθρικά πλοία και τα μετέφερε στις Σπέτσες. Όταν το 1825 χρειάστηκε να αποσταλούν στην πολιορκημένη πόλη του Μεσολογγίου πολεμοφόδια και ο ναύαρχος των Σπετσών Γ. Ανδρούτσος κάλεσε τους πλοιάρχους σε συμβούλιο για να τους ρωτήσει ποιος ήθελε να παραλάβει τις σφαίρες, και να τις παραδώσει στους πολιορκημένους, ο Αναγνώστης Διομήδης – Κυριακός προσφέρθηκε να εκτελέσει αυτός την επικίνδυνη αποστολή. Και κατόρθωσε, πραγματικά, με την τόλμη και την επιδεξιότητά του, να παραδώσει τα πολεμοφόδια στον τόπο του προορισμού τους και να ενισχύσει με τον τρόπο αυτό και να ενθαρρύνει τους ήρωες του Μεσολογγίου. Κατά το έτος 1826 έλαβε μέρος στην προ της Μυτιλήνης ναυμαχία και το 1827 στην εκστρατεία του ελληνικού στόλου κατά της Αλεξάνδρειας με αρχηγό τον Κόχραν.

Ο χρόνος του θανάτου του δεν είναι γνωστός. Έζησε όμως αρκετά χρόνια μετά τη λήξη του αγώνα στις Σπέτσες και οι συμπολίτες του τον τιμούσαν όχι μόνο ως έναν από τους γενναιότερους πλοιάρχους αλλά και ως άνδρα ενάρετο, παράδειγμα δίκαιου και χρηστού πολίτη.

Πηγή


  • Ηλίας Ν. Γαλέττας – Μαρίκα Β. Μπουζουμπάρδη, «Σπέτσες, Ιστορία Λαογραφία», τόμος Ά, έκδοση, Ένωση Σπετσιωτών, 2004.

Read Full Post »

Older Posts »