Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Επανάσταση 21’

Αδριανός Ι. Μήτσας – Ο Γενάρχης της ένδοξης οικογένειας των Μητσαίων – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

Η οικογένεια των Μητσαίων, σύμφωνα με την παράδοση, έλκει τη μακρινή καταγωγή της από την ιστορική Χειμάρρα της Βορείου Ηπείρου. Οι πρόγονοί τους λέγεται πως πήραν μέρος στη μεγάλη ναυμαχία της Ναυπάκτου, στις 7 Οκτωβρίου 1571. Εκεί, αντιμέτωποι βρέθηκαν ο ενωμένος στόλος των Ισπανών, Βενετών κ.λπ. με τον Τουρκικό στόλο ενισχυμένο με αλγερινά πλοία. Η περίφημη ναυμαχία έληξε με τη νίκη των συμμαχικών δυνάμεων και έτσι αναχαιτίστηκε ο επεκτατισμός των Οθωμανών στην Ευρώπη. Στη συνέχεια οι Μητσαίοι μετακινήθηκαν στην Πελοπόννησο, κάποιοι έφτασαν στην Ερμιονίδα και εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Ερμιόνη, απασχολούμενοι, κατά τα προεπαναστατικά χρόνια, με τη ναυτιλία, το εμπόριο αλλά και την πειρατεία.

Το επώνυμο της οικογένειας, «Μήτζας» αρχικά και κατόπιν «Μήτσας», φαίνεται να προέρχεται από τη λέξη «μίντζα», το εργαλείο, δηλαδή, με το οποίο άναβαν το μπουρλότο. Ίσως κάποιος από τους προγόνους τους να ήταν τρανός μπουρλοτιέρης. Έτσι, με τα χρόνια, φαίνεται ότι το παρατσούκλι έγινε επίθετο. [1]

Πατριάρχης της οικογένειας ήταν ο αυστηρός και θαρραλέος καραβοκύρης Αδριανός Ι. Μήτσας. Ένας πανέξυπνος και δραστήριος άνθρωπος, που άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στον τόπο μας, το τελευταίο τέταρτο του 18ου έως τις αρχές του 19ου αιώνα. Στη μικρή κοινωνία της Ερμιόνης, ο καπετάν Αδριανός έζησε σαν άρχοντας απολαμβάνοντας πλουσιοπάροχα τιμές και ευρύτατη αναγνώριση. Παντρεμένος με την Κρανιδιώτισσα αρχοντοπούλα Θεοδότη ή Θεοδώρα (;) της γνωστής εύπορης οικογένειας Σαρρή, απέκτησαν δυο γιους, τον Γιάννη και τον Σταμάτη, μετέπειτα οπλαρχηγούς και καπεταναίους της Ελληνικής Επανάστασης.

Ο καπετάν Αδριανός αναζητούσε συχνά και αξιοποιούσε τις νέες επαγγελματικές ευκαιρίες, νόμιμες και παράνομες, που του παρείχαν οι καιροί, θέλοντας να επεκτείνει και να προστατέψει την επιχειρηματική και εμπορική του δράση, που έφτανε μέχρι τη θαλάσσια πειρατεία, Έτσι έχτισε τον γνωστό ανεμόμυλο στην ανατολική άκρη της πόλης, στο «μάτι των ανέμων», λίγα μέτρα πάνω από τη θάλασσα.

Ο «Μύλος του Μπιστιού», όπως συνηθίσαμε να τον λέμε, είναι ένα επιβλητικό απομονωμένο οικοδόμημα χτισμένο τη δεκαετία 1780-1790. Έχει σχήμα κυλινδρικό με χοντρό τοίχωμα και δίνει την εντύπωση ενός ισχυρού προμαχώνα. Η πρόσβαση στον Μύλο από στεριά και θάλασσα δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση για τους παντός είδους σφετεριστές, πειρατές και ληστές αλλά και τους «περίεργους», καθώς απολάμβανε μιας φυσικής όσο και «μυστικής» προστασίας. Από τη μια οι απόκρημνοι ρυτιδωμένοι πέτρινοι όγκοι επάνω ακριβώς από τις ακτές του Ερμιονικού κόλπου έκαναν την αναρρίχηση αρκετά δύσκολη. Εμπόδιζαν τους επίδοξους και ανεπιθύμητους «επισκέπτες» να σκαρφαλώσουν και να φτάσουν στον Μύλο, καθώς θα γίνονταν εύκολα αντιληπτοί από τους φύλακες και βίαια θα απωθούνταν.

 

Ο Μύλος του Μπιστιού.

 

Από την άλλη, λίγα μέτρα παρακάτω, ανάμεσα σε απότομα βράχια, βρισκόταν το κρησφύγετο της τρομερής Βιτόριζας, στοιχειό της Ερμιόνης, που παραμόνευε καρτερικά τους «αδιάκριτους και απερίσκεπτους επισκέπτες», γιατί τρεφόταν αποκλειστικά με ανθρώπινο κρέας. Ποιος θα τολμούσε, λοιπόν, να πλησιάσει σ’ εκείνο το μέρος ιδιαίτερα τη νύχτα;

Μετά τον θάνατο του Αδριανού Μήτσα και του γιου του καπετάν Γιάννη, όπως έχει ειπωθεί, ο Μύλος περιήλθε στην κατοχή της κόρης του δεύτερου, Θεοδώρας, μετέπειτα συζύγου του Δημήτρη Νικολάου, ο οποίος διετέλεσε και Δήμαρχος Ερμιόνης.

Την ίδια περίπου εποχή με τον Μύλο του Μπιστιού (πριν από το 1770 υποστηρίζουν ορισμένοι) ο καπετάν Αδριανός έκτισε στα Μαντράκια τον περιώνυμο «Πύργο του Κουλέ», από την αρβανίτικη λέξη «κούλια», που θα πει αμυντικός πύργος. [2]

Μια πραγματική αετοφωλιά σκαρφαλωμένη πάνω στη βραχώδη πλαγιά, απροστάτευτη από τον νοτιά και τη σοροκάδα. Ένας Πύργος ιερός και μυστηριώδης, περιχαρακωμένος, λιτός και απρόσιτος, που έμελλε να κλείσει μέσα του κομμάτια της νεότερης ιστορίας του τόπου μας και της Ελλάδας.

Πρόκειται για ένα απροσπέλαστο κτίσμα δίπατο [3] με υπόγειο σκοτεινό. Κάθε όροφος ήταν ένας ενιαίος χώρος 29 τετραγωνικών μέτρων, με εσωτερική ξύλινη σκάλα, τον καταρράχτη με την καταπακτή του που διευκόλυνε την επικοινωνία. Στο μεγάλο δωμάτιο του πρώτου ορόφου υπήρχε τζάκι χαμηλό για πολλές χρήσεις, κυρίως για την κατασκευή της πυρίτιδας (μπαρουτιού) και άλλων εκρηκτικών και πολεμικών υλών. Δυο παράθυρα στον επάνω όροφο κι ένα στον κάτω, κοιτούν τον νοτιά. Ένα ακόμα τοξωτό παράθυρο φτιαγμένο με πέτρα που υπήρχε δυτικά στον επάνω όροφο, καθώς δείχνουν τα σημάδια, είναι  κλεισμένο από παλιά.

Ο Πύργος επικοινωνούσε με την κύρια κατοικία που βρισκόταν ακριβώς από κάτω, με τρία πέτρινα σκαλιά και πορτάκι, που οδηγούσε στη μικρή βραχώδη αυλή του σπιτιού. Μπροστά από το σπίτι απλωνόταν το πέτρινο μαντράκι των Μητσαίων, που διευκόλυνε την ασφαλή προσάραξη των πλοίων και εξυπηρετούσε τα πληρώματα στην αποβίβαση και τη μεταφορά των εμπορευμάτων.

Η εντοιχισμένη πλάκα (1830) στο σπίτι της οικογένειας Δ. Τουτουντζή.

Σ’ αυτό το καστρόσπιτο που μοιάζει με απόρθητο φρούριο, με πολεμίστρες και κρυψώνες, ο καπετάν Μήτσας στέγαζε την οικογένειά του, καθώς φημολογείται, για να είναι ασφαλής και προστατευμένη, όταν αυτός απουσίαζε στα πολύμηνα μακρινά ταξίδια του από την Οδησσό μέχρι τη Μασσαλία! Στον ίδιο χώρο οι Μητσαίοι φύλαγαν τρόφιμα και πολεμοφόδια, απαραίτητα σε αποκλεισμούς και ένοπλες συρράξεις, αλλά και άλλα πολύτιμα αντικείμενα.

Σήμερα υπάρχει μόνο ο Πύργος ανακαινισμένος, [4] με μπαλκόνι με ξύλινη περίφραξη κι ένα μεταγενέστερο σύγχρονο ξέχωρο χτίσμα στα βορειοανατολικά του, καθώς το σπίτι κάηκε από τους Γερμανούς στις 6 Απριλίου του 1944, την εβδομάδα του Λαζάρου, [5] έτσι χάθηκε «διά παντός» ένα ιστορικό χτίσμα της ιδιαίτερης πατρίδας μας. Απέμεινε η εντοιχισμένη, αναμνηστική πλάκα με επιγραφή να «συντηρεί» την ύπαρξή του…

Στη θέση του λίγα μέτρα προς το εσωτερικό του δρόμου βρίσκεται η καλαίσθητη οικία του Δημήτρη και της Μαρίκας Τουτουντζή που αποπνέει την παράδοση και την ιστορία του τόπου μας.

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Είναι συχνό το φαινόμενο της μετατροπής του γράμματος (ζ) σε (σ) και η αποβολή του προηγούμενου συμφώνου (ν). Το Μήντζας, λοιπόν, έγινε Μήτζας και κατόπιν Μήτσας. Τη μεταβολή του (ν) τζ σε τσ την παρατηρούμε και σε άλλα ερμιονίτικα επίθετα. Έτσι το Καντζογιώργης της παλαιάς γραφής γίνεται Κατσογιώργης, το Σπετζιώτης – Σπετσιώτης κλπ.

[2] Τις πληροφορίες και τις φωτογραφίες του Πύργου μάς παραχώρησαν με προθυμία ο Δημήτρης και η Μαρίκα Τουτουντζή.

[3] Η σύζυγος του Θόδωρου Κανέλλη, Λέλα, έλεγε πως ο πύργος είχε και τρίτο πάτωμα. (Πληροφορία κας Ανθούλας Λαζαρίδου – Δουρούκου).

[4] Ιδιοκτησία της Έλενας Τουτουντζή – Κουμάντου δώρο του παππού της Θόδωρου Κανέλλη.

[5] Παλαιότερα στο ίδιο σπίτι έμενε η οικογένεια του Θεοδώρου Κανέλλη, πατέρα της Μαρίκας, καθώς ο παππούς της, Βασίλης Κανέλλης, είχε αγοράσει αρχικά τον Πύργο και στη συνέχεια το σπίτι. Στον πρώτο όροφο του πύργου είχε μείνει και ο Γκίκας Βρεττός, αδελφός του παππού μου Γιάννη, από τη μητέρα μου, με τη γυναίκα του Ελένη, αδελφή του Βασίλη Κανέλλη.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

 

Read Full Post »

Στην Ερμιόνη παρουσιάζεται το ιστορικό δράμα «Νικόλαος Γαλάτης» του Σπύρου Ευαγγελάτου


 

Το Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Ερμιόνης και ο Θεατρικός Όμιλος Ερμιονίδας παρουσιάζουν το ιστορικό δράμα του Σπύρου Ευαγγελάτου «Νικόλαος Γαλάτης» σε διασκευή Τίνας Αντωνοπούλου και σκηνοθεσία Δημήτρη Σίδερη, το Σάββατο 23 Μαρτίου 2019 στο Πνευματικό Κέντρο Ερμιόνης. Συμμετέχει το Γυμνάσιο και το Λύκειο Ερμιόνης.

Η εκδήλωση γίνεται στο πλαίσιο των επετειακών εκδηλώσεων για τη Γ’ Εθνοσυνέλευση  (1827) στην Ερμιόνη.

Σπύρος Α. Ευαγγελάτος

O σκηνοθέτης Σπύρος Α. Ευαγγελάτος (1940-2017) υπήρξε ένας από τους  σημαντικότερους σκηνοθέτες του Ελληνικού θεάτρου, πανεπιστημιακός δάσκαλος και Ακαδημαϊκός. Σπουδαίος δημιουργός, με πλήθος σκηνοθεσίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Διετέλεσε Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος  (1977-1980).

Συνεργάστηκε με το ΚΘΒΕ για πρώτη φορά το 1964, με τη διπλή ιδιότητα του θεατρικού συγγραφέα και σκηνοθέτη, παρουσιάζοντας το ιστορικό δράμα «Νικόλαος Γαλάτης», με την οποία το ΚΘΒΕ συμμετείχε στις εκδηλώσεις για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου.

 

Νικόλαος Γαλάτης

Φιλική Εταιρεία

Ο Νικόλαος Γαλάτης γεννήθηκε το 1792 στην Ιθάκη. Στη Φιλική Εταιρεία τον μύησε στις 7 Ιουλίου 1816 στην Οδησσό ο Σκουφάς, λίγο μετά την ίδρυσή της. Τον Σκουφά, στην κυριολεξία, τον κατέκτησε ο Γαλάτης με την ευφυΐα του.

Ο Τσακάλωφ, φέρεται ως κατηγορών τον Γαλάτη, ότι ζητούσε χρήματα από την Εταιρεία, άλλως θα τους πρόδιδε στην Πύλη. Λέγεται, επίσης, ότι ο Γαλάτης ήθελε να του δώσουν το Ταμείο και τα Αρχεία της Εταιρείας, για να είναι αυτός το «Κέντρον». Και τότε κατά τον Πατριαρχέα, οι Φιλικοί γνωμοδότησαν για το θάνατό του.

Αυτός που εξετέλεσε, κατ’ εντολήν των Φιλικών, τον Γαλάτη, ήταν ο Παναγιώτης Δημητρακόπουλος, ο οποίος είχε υπηρετήσει στα στρατιωτικά σώματα των ξένων στα Επτάνησα. Επειδή δεν μπορούσαν να τον σκοτώσουν στην Πόλη, χάλκευσαν, το 1819, μια αποστολή στο Μοριά, όταν ο Γαλάτης ήλθε με τον υπηρέτη του, όπου τον σκότωσε ο Δημητρακόπουλος, που ήξερε από όπλα. Ο φόνος έγινε στην Ερμιονίδα. Ο Τσακάλωφ που παρευρίσκετο, φυγαδεύτηκε πρώτα στη Μονεμβασιά και από εκεί στη Μάνη και Ιταλία…

Σάββατο 23 Μαρτίου 2019 και ώρα 8:00 μ.μ. Πνευματικό Κέντρο Ερμιόνης (Συγγρού).

Η παράσταση Θα επαναληφθεί τη Δευτέρα 25 Μαρτίου 2019 την ίδια ώρα και στον ίδιο χώρο.

Συνδιοργάνωση: Δήμος Ερμιονίδας

Σχετικά θέματα:

 

 

 

Read Full Post »

Η «αξιολόγηση» των παραστατών αρχιερέων της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης (Ερμιόνη – Τροιζήνα) – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

Είναι γνωστό πως στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση «κατ’ επανάληψη» της Ερμιόνης συμμετείχαν οι παρακάτω πέντε αρχιερείς:

Θεοδώρητος Βρεσθένης (1787-1843). Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Αγωνιστής της επανάστασης του 1821 και πολιτικό πρόσωπο των πρώτων ελεύθερων χρόνων του νέου ελληνικού κράτους.

Κορίνθου Κύριλλος, Τριπόλεως Δανιήλ, Ρέοντος Διονύσιος, Βρεσθένης Θεοδώρητος και Ανδρούσης Ιωσήφ [1]. Στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας με τους παραπάνω αρχιερείς συμμετείχε ως πληρεξούσιος και ο επιχώριος Μητροπολίτης ο Δαμαλών Ιωνάς.

Κατάσταση του έτους 1834 που εντοπίσαμε στα Γ.Α.Κ. περιέχει, μεταξύ άλλων πληροφοριών, σύντομα «βιογραφικά» σημειώματα των αρχιερέων εκείνων καθώς και ορισμένα στοιχεία «αξιολόγησης» της προσωπικότητάς τους.

 

Μητροπολίται

  1. Κορίνθου Κύριλλος, Πελοποννήσιος, επροβιβάσθη από επίσκοπος Μαλτσίνης τω 1819 ηλικίας 65 ετών. Αμαθής και διαγωγής αρχιερατικής.
  2. Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος Βυζάντιος, χειροτονηθείς τω 1813 ηλικίας 50 ετών, πεπαιδευμένος και διαγωγής ανεπιλήπτου.

Επίσκοποι

  1. Ανδρούσης Ιωσήφ, Πελοποννήσιος, χειροτονηθείς τω 1806, ηλικίας 64 ετών, πεπαιδευμένος και εναρέτου βίου.
  2. Βρεσθένης Θεοδώρητος, Πελοποννήσιος, χειροτονηθείς τω 1818, ηλικίας 45 ετών απαίδευτος.
  3. Δαμαλών Ιωνάς, Πελοποννήσιος, χειροτονηθείς τω 1803 ηλικίας 65 ετών, ημιμαθής, διαγωγής αμέμπτου.
  4. Καρύστου Νεόφυτος, Κάρυστος, προβιβασθείς ηλικίας 48 ετών, αμαθής, διαγωγής αποδεδειγμένης ανεπιλήπτου. Ο Νεόφυτος υπογράφει και το τελευταίο κοινό πρακτικό των συνεδριάσεων (Ερμιόνης – Τροιζήνας).

Εν Τροιζήνι την 5ην Μαΐου 1827

Για τον Τριπόλεως και Αμυκλών Μητροπολίτη Δανιήλ ο οποίος το 1819 αντικατέστησε στη Μητρόπολη αυτή «τον δια σκευωρίας των εντοπίων εκδιωχθέντα Μητροπολίτην Διονύσιον», άλλα στοιχεία δεν έχουν καταγραφεί.

Τέλος, νομίζω, είναι σκόπιμο να υπογραμμίσω και τα εξής:

Οι παραπάνω επτά Ιεράρχες αλλά και οι υπόλοιποι σαράντα πέντε, που συμπεριλαμβάνονται στην κατάσταση (σύνολο πενήντα δύο), εκείνων των χρόνων, μπορεί ορισμένοι να μην ήξεραν γράμματα ήσαν όμως όλοι τους «διαγωγής αποδεδειγμένης ανεπιλήπτου». Αυτό ας το κρατήσουμε!

 

Υποσημέιωση


 

[1] Ο Γιάννης Αγγ. Ησαΐας στο βιβλίο του «Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση, κατ’ επανάληψη, στην Ερμιόνη…» αναφέρει (σελ.173) ότι μεταξύ των παραστατών αρχιερέων ήταν και ο Καρύστου Νεόφυτος.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

 

Read Full Post »

Σταμάτης Αδριανού Μήτσας –  «Η ιστορική και έντονα συγκινησιακή του ομιλία από το βήμα της Βουλής των Ελλήνων»


 

Σταμάτης Μήτσας: ζωγραφική σε ξύλο, έργο του Γιάννη Διαμαντάκη.

Με αφορμή την επέτειο των 145 χρόνων από τον θάνατο του Ερμιονίτη Ήρωα της επανάστασης του 1821 και στη συνέχεια Συνταγματάρχη της φάλαγγας και βουλευτή της επαρχίας Ερμιονίδος καπετάν Σταμάτη Αδριανού Μήτσα (1800 – 27 Φεβρουαρίου 1874), δημοσιεύουμε «το ακόλουθο σύντομον μεν αλλ’ εκφραστικότατον λογίδριον» δείγμα ήθους, θάρρους και παρρησίας του άνδρα! Καθώς νομίζουμε πως τα σχόλια περιττεύουν, μένουμε στα όσα αναφέρονται στο εν λόγω δημοσίευμα.

«Η ιστορία διεφύλαξε την ομιλίαν του χωρικού του Δουνάβεως επί των Αυτοκρατόρων της Ρώμης. Του ατρομήτου Μίτσα η συνηγορία υπέρ του Κολοκοτρώνη σύντομoς μεν αλλ’ εκφραστική έχει τύπους καλλονής υψίστους. Την 15 Δεκεμβρίου προκειμένης της εκλογής Καρυταίνης παρέστη εις το βήμα της Βουλής ο Ταγματάρχης Μίτσας, Βουλευτής Ερμιονίδος, ανήρ αναστήματος μεσαίου, έχων στέρνα πλατύτατα, μύστακας πηχηαίους, βλέμμα βλοσυρόν και πλήρες ζωής, κόμην μακράν, ως των ηρώων της Ιλιάδος και φέρων τα ενδύματα του πολέμου, την φουστανέλαν και το φέσιον· εξήγαγε το κάλυμμα της κεφαλής, εζήτησε πρώτος τον λόγον· είπεν ότι ολίγα ομιλήσει περί της αποκλείσεως του Κολοκοτρώνου από της Βουλής· και έπειτα είπε ταύτα:

Κύριοι! Εγώ και τους Δελιγιαναίους γνωρίζω, και γέρους και νέους, και εις τον Πλαπούτα και τον Κολοκοτρώνην έχω μεγάλο σέβας. Πέρσι όμως θυμάστε ότι μας έφεραν ένα νομοσχέδιον δια το κριθάρι των ίππων μερικών αγωνιστών. Τότε ήλθεν εις τον ύπνο μου ο Γέρος της Πελοποννήσου με πλήθος αγωνιστάς σκοτωμένους και λαβωμένους, και μου είπε:

  • Γιατί δεν μας δίδετε κ’ εμάς το ταΐνι μας; Γιατί μας λησμονήσετε τόσω γλήγορα;
  • Τι φταίμ’ εμείς, αρχηγέ; Αυτός που τα μοιράζει φταίει.
  • Αμ’ πούθεν είν’ αυτός;
  • Να, ένας Φράγκος, πού ξέρω ’γω.

Τότε μ’ εκύτταξε λυπημένος, και εθύμωσε κ’ έφυγε. Τώρα φοβούμαι πάλι μην έλθη και μ’ ερωτήση:

  • Εδώ κάνετε Βουλή δια την Πατρίδα· πώς δεν βλέπω και κανέναν από τη φάρα μας; Πρώτα επροφασίζουσουν ότι ο υπουργός ήτο ξένος· τώρα πού είναι ο Μιαούλης, ο Μπότσαρης, ο Ζαΐμης, ο Κουντουριώτης, ο συναγωνιστής Ρήγας και άλλοι, γιατί δεν βλέπω και κανένα Κολοκοτρώνη μαζί σας;

Λέγω να του αποκριθώ ότι δεν έχει ψήφους στον τόπο του. Όμως φοβούμαι μη μου ειπή:

  • Αμ’ πως εις το Βαλτέτσι είχαμε ψήφους για θάνατο ή ζωή· Στην Πάτρα είχαμε όταν τσακίσαμε τον Κακλαμάν-Πασσά, κ’ εφώναξαν οι Τούρκοι: «Ραι, Κολοκοτρώνη!» Πώς στο χαλασμό του Δράμαλη με 32.000 Τουρκιά είχαμε ψήφους· εις του Μπραϊμη είχαμε, και τώρα δεν έχομε;

Τι να του αποκριθώ τότε, Κύριοι; Στο κίνημα του 1854 άμα εφθάσαμε στον Αρμυρό, αμέσως οι Τούρκοι για τον Κολοκοτρώνη μ’ ερώτησαν, και ένας-ένας μου έλεγε:

  • Ήλθε κανένας από τη φάρα του;
  • Σας λέγω λοιπόν, ότι δεν μας κάμει τιμήν να μην ήναι στη Βουλή και κανένας Κολοκοτρώνης, και όπως θέλετε κάμετε.

 

Τα δάκρυα συνώδευσαν την ειλικρινή ταύτην και Ομηρικήν ομιλίαν του γέροντος τούτου στρατιώτου, αναμνησθέντος της εποχής του αγώνος. Η Βουλή συνεκινήθη σύμπασα!»

Σημ. Ο δεύτερος Βουλευτής Ερμιονίδας σ’ εκείνη τη βουλευτική περίοδο ήταν ο Ανδρέας Ζέρβας από το Κρανίδι.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

Read Full Post »

Ο Βρεσθένης Θεοδώρητος και η δράση του στο Κρανίδι και την Ερμιόνη – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

Θεοδώρητος Βρεσθένης (1787-1843). Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Αγωνιστής της επανάστασης του 1821 και πολιτικό πρόσωπο των πρώτων ελεύθερων χρόνων του νέου ελληνικού κράτους.

Μια από τις ηγετικές μορφές ιερωμένων αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, που ανέλαβαν υψηλές «πολιτικές» θέσεις, ήταν και ο Επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος, «κατά κόσμον» Θωμάς Κωστάκης ή Βελέντζας.

Γεννήθηκε  το 1787 στη Νεμνίτσα, το σημερινό Μεθύδριο, ορεινό χωριό της Γορτυνίας κοντά στη Βυτίνα και ήταν γιος του κοινοτικού προεστού Βασιλείου Κωτσάκη και της Αικατερίνης. [1] Σπούδασε στην περίφημη Σχολή της Δημητσάνας, από την οποία προήλθαν εβδομήντα Γορτύνιοι αρχιερείς! Το 1813 σε ηλικία 26 χρόνων διαδέχθηκε στον επισκοπικό θρόνο των Βρεσθένων [2] τον θείο του (από πατέρα) Θεοδώρητο Α΄, ενώ το 1819 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία.

Με την κήρυξη της επανάστασης στις 25 Μαρτίου του 1821, ο Θεοδώρητος, ο πρωταθλητής του αγώνα της ανεξαρτησίας, όπως τον αποκαλούσαν, πρωτοστάτησε στην ίδρυση του στρατοπέδου των Βερβαίνων, ενώ τον ακολούθησαν πολλοί Βρεσθενίτες και άλλοι  Έλληνες.

Πήρε μέρος στις μάχες στο Βαλτέτσι, στα Βέρβαινα, στα Δολιανά και έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην άλωση της Τριπολιτσάς. Λίγο πριν από τη μεγάλη μάχη στο Βαλτέτσι, ο Κολοκοτρώνης έγραφε στον επίσκοπο Βρεσθένης: «Καπετάν Δεσπότη, φύλαξε τη θέση σου και μετ’ ολίγον έρχομαι και εγώ εις το Βαλτέτσι μ’ αρκετά στρατεύματα».

Και πράγματι ο ηρωικός επίσκοπος, που αντί για ράσα φορούσε την ένδοξη φουστανέλα, κράτησε τη θέση του με 150 παλληκάρια! Κατά την άλωση του Παλαμηδίου, στις 30 Νοεμβρίου 1822, ο Θεοδώρητος βρισκόταν στο Ναύπλιο κρατούμενος, μαζί με άλλους, από τον Ιούνιο του ιδίου έτους. Όταν άρχισαν να πέφτουν οι σφαίρες από το φρούριο στα σπίτια, οι Τούρκοι – κάτοικοι του Ναυπλίου κυριευμένοι από τον φόβο, πήγαν στο σπίτι του επισκόπου, για να ζητήσουν τη βοήθειά του. Εκείνος προσποιούμενος ότι μόλις είχε ξυπνήσει, τους ρώτησε με απορία τι συμβαίνει. Αυτοί τον πληροφόρησαν για την άλωση του Παλαμηδίου από τους Έλληνες λέγοντάς του: – Άγιε Δέσποτα, από τον Θεό και στα χέρια σου!

Λέγεται πως τις προηγούμενες ημέρες τον είχαν επισκεφθεί ξανά, προκειμένου να μεσολαβήσει στον Κολοκοτρώνη για να διαπραγματευτούν μαζί του και στη συνέχεια να παραδώσουν το κάστρο.

Ο Eπίσκοπος Θεοδώρητος αναμείχθηκε και στις πολιτικές εξελίξεις του αγώνα. Στις 26 Μαΐου 1821 ορίστηκε Πρόεδρος της Πελοποννησιακής Γερουσίας που συστήθηκε στις Καλτεζ(ι)ές, χωριό της επαρχίας Μαντινείας. Στη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους Κυνουρίας στις 30 Μαρτίου 1823, εκλέχθηκε Αντιπρόεδρός της και στη συνέχεια χρημάτισε Αντιπρόεδρος του Βουλευτικού Σώματος. Ουσιαστικά, όμως, ασκούσε καθήκοντα Προέδρου, αφού ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, που εκλέχθηκε στη θέση αυτή, παραιτήθηκε και ο Ιωάννης Ορλάνδος, που τον αντικατέστησε, αναχώρησε για την Αγγλία.

 

Η εγκατάστασή του στο Κρανίδι

 

Στις 30 Νοεμβρίου 1823 μετά από σφοδρές λογομαχίες και αντιθέσεις μελών του Εκτελεστικού και του Βουλευτικού, ο Επίσκοπος Θεοδώρητος, επικεφαλής του Βουλευτικού, με αρκετούς βουλευτές φίλους του Μαυροκορδάτου, εγκαταλείπουν το Άργος, όπου ήταν η έδρα του Σώματος και μεταβαίνουν στο Κρανίδι, μεταφέροντας εκεί την έδρα του Βουλευτικού και παίρνοντας μαζί τους τη σφραγίδα και τ’ αρχεία του.

Από τη νέα έδρα του Βουλευτικού, στις 3 Δεκεμβρίου 1823, εκδόθηκε η με αρ. 519 διακήρυξη «Προς άπαντας τους Έλληνας» υπογεγραμμένη από τον Αντιπρόεδρο του Σώματος Βρεσθένης Θεοδώρητο, στην οποία ο Επίσκοπος δικαιολογώντας την απόφασή του μεταξύ άλλων αναφέρει: «…εις αποφυγήν ενδεχομένων αταξιών, μετέβη (το Βουλευτικό) εις Κρανίδιον εμπόδισεν τα ατοπήματα, εγλίτωσεν τους αρπαχθέντας νόμους και αρχεία του… και ήρχισε τας εργασίας του εν ησυχία εδώ εις Κρανίδιον εν τω μέσω των καλών και ευπειθών πατριωτών· ειδοποιεί λοιπόν τον λαόν προς ησυχίαν του και ευχαριστεί αυτόν  δια την προθυμίαν, τον ζήλον του και την προς τους νόμους εμπιστοσύνην του, όπου έδειξεν εις τούτο το απερίσκεπτο συμβάν…». Και καταλήγει «ότι θέλει διακηρύξει καθαρά τους αιτίους, τα αίτια, τους τρόπους και σκοπούς αυτών, δια να γνωρίσωσι σαφώς και όσοι αδικούνται και όσοι απατώνται».

 Μία εβδομάδα μετά, στις 10 Δεκεμβρίου, παρ’ όλο που το Βουλευτικό δεν είχε «την νόμιμη απαρτία», αποστέλλεται έγγραφο, υπογεγραμμένο από τον Θεοδώρητο, στον Λάζαρο Κουντουριώτη στην Ύδρα, όπου του προτείνεται να αναλάβει την προεδρία του νέου Εκτελεστικού, καθώς το παλαιό δεν αναγνωριζόταν και είχε ολοκληρωτικά αντικατασταθεί. [3]

Αυτός αρνήθηκε, καθώς για λόγους υγείας και «άλλας αιτίας» δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από την Ύδρα, υποδεικνύοντας, ταυτόχρονα, για την προεδρία του Εκτελεστικoύ τον αδελφό του, Γεώργιο Κουντουριώτη.

Πράγματι στη συνεδρίαση της 21ης Δεκεμβρίου 1823 το Βουλευτικό Σώμα εξέλεξε και διόρισε Πρόεδρο «Νομοτελεστικής Δυνάμεως του Ελληνικού Έθνους» τον Γεώργιο Κουντουριώτη. Στο έγγραφο με ημερομηνία 3 Ιανουαρίου 1824 και υπογραφή του Θεοδώρητου μεταξύ άλλων αναφέρεται: «…προσκαλείσθε και σήμερον, όπως ελθόντες εν τω Βουλευτηρίω δώσητε κατά τον οργανικόν νόμον, τον όρκον της εμποσύνης ενώπιον Θεού και του Έθνους».

Ήδη την προηγούμενη ημέρα, την 2α Ιανουαρίου 1824, ο Γεώργιος Κουντουριώτης είχε αναχωρήσει από την Ύδρα για να μεταβεί στην Ερμιόνη, στο Μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων. Από εκεί με γράμμα ενημερώνει τον αδελφό του Λάζαρο στην Ύδρα για τα όσα συζητήθηκαν στο Βουλευτικό στο Κρανίδι, όπως του τα μετέφεραν οι απεσταλμένοι του Σώματος. Μια ώρα μετά τη δύση του ήλιου στις 3 Ιανουαρίου, όπως το έγγραφο του Βουλευτικού όριζε, ο Γεώργιος Κουντουριώτης έφθανε στο Κρανίδι, όπου του επιφυλάχθηκε θερμή υποδοχή από τους Βουλευτές.

Την επόμενη ημέρα ορκίσθηκε στο «Βουλευτήριον» νέος Πρόεδρος του Εκτελεστικού ο Γεώργιος Κουντουριώτης. Στη συνέχεια πήγαν όλοι στην εκκλησία, δεν αναφέρεται ο ναός, όπου έδωσαν τον όρκο τα νέα μέλη του Εκτελεστικού, μετά την προσφώνηση του Αντιπροέδρου του Βουλευτικού Θεοδώρητου. Παραθέτουμε την προσφώνηση από σωζόμενο σχετικό έγγραφο των Γ.Α.Κ.

 

«Λογίδριον του Βρεσθένης εις την σύστασιν του Εκτελεστικού»

 

Κύριοι,

Το Βουλευτικόν Σώμα δυνάμει της δοθείσης αυτώ εξουσίας παρ’ όλου του Έθνους, δια του οργανικού νόμου σας εξελέξατο Μέλη της Νομοτελεστικής δυνάμεως και σας επροσκάλεσεν εις τούτον τον υψηλόν βαθμόν.

Εγώ, ως (αντιπρόεδρος) του σώματος τούτου δύο τινά χρεωστώ να πράξω. Πρώτον, να συγχαρώ τας εκλαμπρότητάς σας μετά του αξιοπρεπεστάστου Κυρίου Προέδρου, ότι η Πατρίς σας ανοίγη νέον στάδιον δια να δείξετε την προς αυτήν καλήν σας διάθεσιν ζήλον και δεύτερον να συγχαρώ τη πατρίδι, ότι αξίως εκλέξασα αξίους πως θα διοικηθή δια της θείας χάριτος, ήτις; διοικεί και ποδηγετεί επί το βέλτιστον του Ελληνικού έθνους πράγματα

Ο αντιπρόεδρος

+ Βρεσθένης Θεοδώρητος

 

Στις 6 Ιανουαρίου το Βουλευτικό Σώμα παρέδωσε στον Γ. Κουντουριώτη στο Κρανίδι το επίσημο έγγραφο της «παμψηφεί» εκλογής του ως Προέδρου του Εκτελεστικού ευχόμενο «την ουράνιον ευλογίαν, συγχαίρων υμίν και τη πατρίδι».

Το σπουδαίο αυτό έγγραφο που δείχνει την εμπιστοσύνη του Βουλευτικού στο πρόσωπο του Γεωργίου Κουντουριώτη έχει την υπογραφή του Θεοδώρητου και συνοδεύεται με έκθεση της 9/μελούς Επιτροπής, όπου κηρύσσεται έκπτωτος του αξιώματος ο Πρόεδρος του Εκτελεστικού Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Ακολούθησαν δραματικές εξελίξεις μεταξύ των αντιμαχομένων παρατάξεων, που έφθασαν στα πρόθυρα του εμφυλίου σπαραγμού! Αλλεπάλληλες διαπραγματεύσεις χωρίς αποτέλεσμα και γράμματα, εκατέρωθεν, με λόγια «βαριά» χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Προσωπικότητες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν αποστασιοποιήθηκαν, ενώ αγωνιστές σπιλώνονταν ή ατιμάζονταν. Επικρατούσε χάος!

Στις 29 Φεβρουαρίου 1824 το Ναύπλιο ορίζεται και πάλι «δια νόμου» ως έδρα της Διοίκησης. Στις 6 Μαρτίου 1824 αποχωρεί το Βουλευτικό και το «νέο» Εκτελεστικό από το Κρανίδι με προορισμό το Ναύπλιο.

Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω έγγραφο, το τελευταίο από το Κρανίδι.

Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος

Το Εκτελεστικόν Σώμα

Η Διοίκησις δια την ευκολοτέραν διάδοσιν των διαταγών της αίτινες αποβλέπουσιν εις την ευταξίαν και ασφάλειαν της Πατρίδος μεταβαίνει εις Ναύπλιον. Όθεν…

 

Εν Κρανιδίω τη 6η Μαρτίου 1824
Υπογραφές
Γ. Κουντουριώτης Γ. Γ.
Παν. Μπότασης Π. Ρόδιος
Ιωαν. Κωλέτης
Αναγν. Σπηλιωτάκης
Νίκος Λόντος

 

Ωστόσο, θεωρούμε, ότι εκτός από τους πολιτικούς λόγους που ίσως να υπαγόρευαν τη μεταφορά της έδρας της Διοίκησης από το Κρανίδι στο Ναύπλιο, καταλυτικό ρόλο έπαιξε και η εμφάνιση θανατηφόρας επιδημίας στην Ερμιόνη. Με το υπ’αρ.10 Περίοδος Β’ έγγραφό του το Υπουργείο της Αστυνομίας, εν Κρανιδίω τη 12 Φεβρουαρίου 1824 προς το Βουλευτικό Σώμα αναφέρει τα εξής:

«εξ αναφοράς του εδώ αστυνόμου με μεγάλη λύπην πληροφορείται το Υπουργείον ότι εις την Ερμιόνην (Καστρί) επιπολάζει νόσος θανατηφόρος και μεταδοτική ήτις κατά την περιγραφήν των συμπτωμάτων τα οποία την συνοδεύουν, φαίνεται ότι είναι πανώλης ή άλλη τις συγγενούς της πανώλους. Το Υπουργείον κατά χρέος έλαβεν τα δυνατά προφυλακτικά μέτρα. Μόλον τούτο, επειδή η απαιτούμενη εντελής προφύλαξις είναι αδύνατος και επομένως είναι ενδεχόμενον και εδώ (Κρανίδι) να διαδοθεί το μίασμα και να μεταδοθεί το κακόν και εις τα υποκείμενα (μέλη) της Διοικήσεως και εκ τούτου να κινδυνεύσουν τα συμφέροντα του Έθνους, δια τούτο είναι ανάγκη μεγάλη να γίνη; όσον τάχιστα σκέψις και απόφασις περί μεταβάσεως εντεύθεν της Δοικήσεως την οποίαν μετάβασιν και άλλοι πολλοί γνωστοί εις το Βουλευτικό Σώμα λόγοι διαμηνύουν; αναγκαιοτάτην. Περί τούτου αναφέρομεν και εις το Εκτελεστικόν Σώμα. Περιμένομεν την όσον τάχιστα περί τούτου απάντησίν σας».

Το έγγραφο υπογράφει ο «επί των Εσωτερικών και προσωρινώς της Αστυνομίας» Υπουργός Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας), ενώ το συνέταξε ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Γεώργιος Γλαράκης. [4]

 

 

Ο Θεοδώρητος στο Άργος και το Ναύπλιο

 

 

Ο επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος, ξυλογραφία. Δημοσιεύεται στο: Γούδας Αναστάσιος, Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, Αθήνα, τομ. Α΄, σελ. 131.

Στις 27 Απριλίου 1824 ο Θεοδώρητος υπογράφει από το Άργος, ως Αντιπρόεδρος του Βουλευτικού, την απόφασή του Σώματος για την ορθή διαχείριση των χρημάτων του δανείου, που είχε συναφθεί. Το έγγραφο αυτό ήταν επικυρωμένο από τον Πρόεδρο του Εκτελεστικού Γεώργιο Κουντουριώτη. Τον επόμενο μήνα στις 3 Μαΐου  με γράμμα του από το Άργος διαμηνύει προς τους ημετέρους «ότι ο Κολοκοτρώνης και Κολιόπουλος ετοιμάζονται να κινηθούν κατά Τριπολιτσάς… και ότι τα εν Τριπολιτζά στρατεύματά μας και οι ίδιοι οι κάτοικοι στρατιώται στερούνται πολεμοφοδίων».

Στις 6 Ιουνίου 1824 γίνεται η μεταφορά της Διοίκησης και των Υπουργείων (Εκτελεστικού) στο Ναύπλιο, όπου από τις 14 Ιουνίου επαναλαμβάνονται και οι εργασίες του Βουλευτικού.

Στις 19 Ιουνίου ο Βρεσθένης με επιστολή του από το Άργος προς τον Πρόεδρο (Γ. Κ.) και Αντιπρόεδρο (Π. Μπόταση) του Εκτελεστικού παρακαλεί να του δοθούν τα οφειλόμενα χρήματα  «επειδή τα έξοδά μου υπέρογκα εισί και αλλαχόθεν δεν δύναμαι να εξοικονομηθώ».

Στις 2 Ιουλίου ο Θεοδώρητος υπογράφει από το Ναύπλιο το έγγραφο με το οποίο ανακοινώνεται στο Εκτελεστικό Σώμα «ότι ανεγνώσθη εν τω Βουλευτηρίω το προβούλευμα του Σώματος υπ’ αριθμ. 2395 περί αμνηστίας…», ενώ στις 4 Αυγούστου το Βουλευτικό με νέο έγγραφο προς τον Γ.Κ. εκφράζει την αντίθεσή του για το «παράδοξον ύφος» εγγράφου, το οποίο δεν συνάδει με «τας περιστάσεις της κινδυνευούσης πατρίδος».

Ιδιαίτερα ανθρώπινο το τελευταίο γράμμα του Θεοδώρητου προς τον Αναγνώστη Σπηλιωτάκη. [5] Σ’ αυτό με ημερομηνία 16 Δεκεμβρίου από τη Βαμβακού [6] έγραφε ότι γνώριζε για την ασθένειά του αλλά και ο ίδιος είναι άρρωστος. «Έχω έως τώρα τέσσαρα ξανακυλήματα και είμαι εις άκραν αδυναμίαν και αν δυναμώσω ημπορώ να έλθω εις τα χρέη μου». Τελειώνοντας παρακαλεί τον Αναγνώστη Σπηλιωτάκη να τον ενημερώσει για την υγεία του «και τα πράγματα της πατρίδος».

Με το τέλος των εμφυλίων πολέμων ο Θεοδώρητος, που ως τότε πρωταγωνιστούσε στα πολιτικά πράγματα, άρχισε να περιθωριοποιείται. Ασκούσε, πλέον, μόνο τα καθήκοντά του ως πληρεξούσιος στις Εθνοσυνελεύσεις, καθώς και τις εκκλησιαστικές του υποχρεώσεις ως επίσκοπος Βρεσθένης.

 

Ο Θεοδώρητος στην Ερμιόνη

 

Όπως είναι γνωστό από τον Νοέμβριο του 1826 ο Κολοκοτρώνης με τους σημαντικότερους πληρεξουσίους βρισκόταν στην Ερμιόνη, την οποία είχε επιλέξει ως τον «ιδανικόν» τόπο, για να συνεχιστούν οι εργασίες της Γ’ Εθνοσυνέλευσης. Μεταξύ των πληρεξουσίων ήταν και ο Βρεσθένης Θεοδώρητος, ο οποίος μάλιστα ανέπτυξε σημαντική δράση, ιδιαίτερα κατά την προετοιμασία της Συνέλευσης, ενώ είχαν ήδη αποκατασταθεί οι σχέσεις του με τον Κολοκοτρώνη. Έτσι, στις 28 Δεκεμβρίου του 1826, ο Θ. από την Ερμιόνη υπογράφει πρώτος με άλλους δεκατρείς πληρεξουσίους το έγγραφο με το οποίο ζητούνται 1.000 γρόσια δανεικά από τον στρατηγό Δημήτριο Τσώκρη, προκειμένου να καλυφθούν τα έξοδα της φρουράς της Εθνοσυνέλευσης. Αυτά θα επιστρέφονταν στον Τσώκρη από εθνικούς πόρους μετά τη σύσταση της Συνέλευσης και εφόσον δεν καταστεί δυνατόν, θα πληρώνονταν «αναλογικά» από τα μέλη της Εθνοσυνέλευσης.

Με τον στρατηγό Τσώκρη ο Βρεσθένης αντάλλαξε δύο ακόμα επιστολές που αφορούσαν τη φρουραρχία της Εθνοσυνέλευσης.

Με την από 27 Ιανουαρίου 1827 πρώτη επιστολή, γενομένων των προκαταρκτικών συνεδριάσεων, ζητούσε από τον Τσώκρη, να βοηθήσει στη φρουραρχία της Εθνοσυνέλευσης, αναλαμβάνοντας ως φρούραρχος «αντιπρόσωπος» του Νικηταρά, καθώς αυτός βρισκόταν σε «ανάρρωση» στη Μονή των Αγίων Αναργύρων.

Με την από  31ης Ιανουαρίου δεύτερη επιστολή διευκρινίζει στον Τσώκρη τις θέσεις του Νικηταρά στο γράμμα που είχε λάβει από εκείνον, σχετικά με την προσωρινή ανάληψη των καθηκόντων ως αρχηγού της φρουράς της Ερμιόνης και οι οποίες παρερμηνεύτηκαν, όπως φαίνεται, από τον Τσώκρη. Κατά τις κύριες συνεδριάσεις της Εθνοσυνέλευσης στην Ερμιόνη δυο ήσαν οι σπουδαιότερες παρεμβάσεις του Θεοδώρητου συμμετέχοντας στην ομάδα των αρχιερέων αποτελούμενη από τους: Μητροπολίτες Κορίνθου Κύριλλο, Τριπόλεως Δανιήλ, Ρέοντος Διονύσιο και Επισκόπους Ανδρούσης Ιωσήφ και τον ίδιο.

α) Στις 24 Φεβρουαρίου 1827 κατά τη διάρκεια της Η΄ Συνεδρίασης «ανεγνώσθη αναφορά» των παραπάνω αρχιερέων «αξιούντων να προσκληθώσι και άλλοι τοιαύτοι άξιοι», για την σύνταξη σχεδίου τήρησης των εκκλησιαστικών κανόνων. [7]

β) Στις 7 Μαρτίου ο Θεοδώρητος μαζί με άλλους τρεις αρχιερείς (Κορίνθου Κύριλλο, Ρέοντος Διονύσιο και Δαμαλών Ιωνά) απέστειλαν από τον Δαμαλά έγγραφο στην Εθνοσυνέλευση, ενώ αυτή ακόμη συνεδρίαζε στην Ερμιόνη, στο οποίο μεταξύ άλλων αιτούνταν:

Τη σύσταση Αρχιερατικής Επιτροπής για τη φροντίδα και τη δημιουργία σχολείων, την επίβλεψη της προόδου των ήδη ιδρυθέντων και τη συνεργασία με τους εφόρους της Παιδείας, όταν διορισθούν από το κράτος.

 

Ο χαρακτήρας του Θεοδώρητου

 

Σε σχετικό με την αξιολόγηση ιεραρχών του αγώνα του 1821 έγγραφο των Γ.Α.Κ. ο Θεοδώρητος αναφέρεται ως «απαίδευτος». Θεωρώ πως ο χαρακτηρισμός αυτός αφορούσε το μορφωτικό του επίπεδο (σπουδές), αλλά και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνούμε πως ως Ιεράρχης δραστηριοποιήθηκε υπέρ της Παιδείας στα όρια της Επισκοπής του, σύστησε το «Βρεσθένειον» και το «Βαμβακώον» Ελληνικό Σχολείο και μερίμνησε για τη στελέχωσή τους με αξιόλογους διδασκάλους.

Αναμφισβήτητα, ο Θεοδώρητος ήταν φλογερός και γενναίος πατριώτης, οξύνους και εύστροφος, που πρωταγωνίστησε όμως στις εμφύλιες διενέξεις. Συνδύαζε την τραχύτητα και την τόλμη, τη φιλοδοξία και την αποφασιστικότητα, την έντονη νοσταλγία για τη λευτεριά της πατρίδας. Άνθρωπος αδέσμευτος, ζωντανός, που η φωνή του είχε ψυχή και πάνω της ακούμπησε πολλές φορές το αγωνιζόμενο έθνος.

Τα τελευταία του χρόνια

 

Το 1837 ο Θεοδώρητος εκλέχτηκε μέλος της Ιεράς Συνόδου «εις την οποίαν διέπρεψεν επί τέσσερα έτη».

Το 1842 τον μετέθεσαν από την Επισκοπή του, η οποία από το 1833 είχε μετονομαστεί σε επισκοπή Σελασίας και στη συνέχεια καταργήθηκε, σε άλλη επισκοπή, χωρίς να ερωτηθεί. Ο παραγκωνισμένος, ήδη, Θεοδώρητος αρνήθηκε και τότε «αποβάλλεται πάσης αλλά και απ’ αυτής της συνοδικής θέσεως περί της οποίας κανείς λόγος δεν επρόκειτο, και παραδίδεται η μεν επισκοπή Αχαΐας (όπου είχε τοποθετηθεί) εις τον επίσκοπον Αιγιαλείας η δε συνοδική θέσις εις τον πρώην Δαμαλών. Και διατί όλα ταύτα; Διότι επικαλούμενος τους κανόνας της Εκκλησίας, εζήτει την αποκατάστασιν αυτού εις την πρώτην του επισκοπήν από της οποίας άκων μετετέθη και διετείνετο στηρίζων «των επισκόπων το αμετάθετον». Αδικαιολόγητη ωστόσο είναι και η απομπομπή του από την Ιερά Σύνοδο και αντικατάστασή του με ένα πρώην επίσκοπο».

Ο πρώην Σελασίας Θεοδώρητος πέθανε πάμπτωχος στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 1843 σε ηλικία 56 ετών. Μια βδομάδα νωρίτερα, το Σάββατο του Λαζάρου, είχε τελέσει την τελευταία του λειτουργία. Η νεκρώσιμη ακολουθία εψάλη στον ναό της Αγίας Ειρήνης της οδού Αιόλου. Το πρόγραμμα της όλης τελετής (επίσημοι, εκπρόσωποι πολιτείας και εκκλησίας κ.λπ.) διασώθηκε σε χειρόγραφο, όπου διαφαίνεται πως του αποδόθηκαν εξαιρετικές τιμές.

Τον επιτάφιο λόγο στον αοίδιμο Επίσκοπο Θεοδώρητο εκφώνησε ο αιδεσιμότατος πρεσβύτερος Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, αρχίζοντας ως εξής: «Απέκειτο και τούτο Αρχιερεύ όσιε και φερώνυμε Θεοδώρητε, απέκειτο και τούτο εις την Αγιωτάτην Εκκλησίαν της Ελλάδος η σκυθρωποτάτη και πρόωρός σου στέρησις απέκειτο και τούτο εις την ευκλεά σου Πατρίδα την Πελοπόννησον και εις πάσαν την Ελληνικήν γην, ο πικρός και οξύτατος θάνατος ενός των ζηλωτών της ευσεβείας ποιμένων και πρώτων υπέρ της Πατρίδος αγωνιστών…». Ο εκλιπών ετάφη στη Μονή των Ασωμάτων (Πετράκη).

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Στη Νεμνίτσα, γύρω στα 1850, είχε εγκατασταθεί μαζί με άλλους φιλέλληνες ο Αυστριακός Φέλιτς, προπάππος του δασκάλου Μιχαλάκη Παπαβασιλείου. Το επίθετο της οικογένειας άλλαξε από τον παππού του Βασίλη που ήταν παπάς, όπως ο ίδιος γράφει.

[2] Χωριό της Λακωνίας.

[3] Αυτό και μόνο ισοδυναμούσε με κήρυξη εμφυλίου πολέμου, αφού υπήρχε άλλο Εκτελεστικό που είχε εκλεγεί στη Β΄ Εθνοσυνέλευση. Οι κάτοικοι του Κάτω Ναχαγέ (επαρχία Ερμιονίδας) τάχθηκαν με τον Κουντουριώτη, που εκπροσωπούσε «τους ομόγλωσσους» γείτονές τους Υδραίους. Πάντως η απορία παραμένει, γιατί ο Βρεσθένης τάχθηκε με τους Νησιώτες και όχι με τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους Πελοποννησίους.

[4] Γ.Α.Κ., Κ47,Β. φ.V, αρ.62

[5] Ο Αναγνώστης Σπηλιωτάκης ήταν πολιτικός από τον Μυστρά. Διορίστηκε μέλος του Εκτελεστικού Σώματος το 1824 στη θέση του Ανδρέα Ζαΐμη.

[6] Ορεινό χωριό της Λακωνίας στη Δυτική Πλαγιά του Πάρνωνα. Οι κάτοικοι του πρωτοστάτησαν στην Επανάσταση του 1821.

[7] Στη συνέχεια κατά την ΙΓ’ συνεδρίαση της 3ης Μαρτίου επιδόθηκε στους παραπάνω αρχιερείς το υπ’ αριθμ. 47 έγγραφο – πρόσκληση σύνταξης σχεδίου για τα θέματα της εκκλησίας και υποβολής του στην Εθνοσυνέλευση.

 

Βιβλιογραφία


 

Π η γ έ ς

  1. Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον 1791-1878. Έκδοσις Μ΄ ευθύνη Τ. Γριτσόπουλου – Κων. Κοτσώνη – Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Αθήναι 1994.
  2. Γενικά Αρχεία του Κράτους. Αρχείο Βλαχογιάννη – Αρχείο Μακρυγιάννη
  3. Ιστορικόν Αρχείον Ύδρας. – Αρχεία Λαζάρου και Γεωργίου Κουντουριώτου 1821-1832.

Β ι β λ ί α – Ά ρ θ ρ α

  1. Γούδας Αναστάσιος, «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», Αθήνα, 1869 τ.Α΄
  2. Ησαΐας Ιωάννης, «Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση «κατ’ επανάληψη» στην Ερμιόνη και οι ιστορικές πτυχές της», Αθήνα, 2017.
  3. Κόκκινος Διονύσιος, «Η Ελληνική Επανάστασις», τόμος Δ΄, Αθήναι, 1968.
  4. Οικονόμος (ου) Κωνσταντίνος ο εξ Οικονόμων, «Λόγος Επιτάφιος εις τον αοίδημον επίσκοπον Σελλασίας Θεοδώρητον», Αθήνα, 1843.
  5. Σπηλιώτης Ευστάθιος Μητροπολίτης Μονεμβασίας και Σπάρτης, «Απόπειρα σκιαγραφήσεως του Βρεσθένης Θεοδωρήτου», Πελοποννησιακά, Παράρτημα 13, Αθήνα, 1987-1988.
  6. Σπετσιώτης Μ. Γιάννης – Ντεστάκου Δ. Τζένη, «Θέματα Θρησκείας και Παιδείας στην Γ’ Εθνοσυνέλευση (Ερμιόνη – Τροιζήνα)», Περιοδικό «Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», τ. 22, Μάρτιος 2018.
  7. Στασινόπουλος Χρίστος, «Λεξικό της Ελληνικής Επανάστασης του 1821», Αθήνα α.χ.

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

Read Full Post »

Τι διάβαζε ο Κολοκοτρώνης; © Δημήτρης Δημητρόπουλος, Διευθυντής Ερευνών – Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών – Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών/ΕΙΕ


 

[…] Αφηγούμενος ο Κολοκοτρώνης το 1836 στον Γεώργιο Τερτσέτη τα του προ της επαναστάσεως βίου του λέγει και τα εξής: «Εις τον καιρό της νεότητος οπού ημπορούσα να μάθω κάτι τί, σχολεία, ακαδημίαι δεν υπήρχαν μόλις ήσαν μερικά σχολεία, εις τα όποια εμάθαιναν να γράφουν και να διαβάζουν. Οι παλαιοί κοτζαμπάσηδες οπού ήσαν οι πρώτιστοι του τόπου, μόλις ήξευραν να γράφουν το όνομά τους· το μεγαλύτερο μέρος των αρχιερέων δεν ήξευρε παρά εκκλησιαστικά κατά πράξιν, κανένας όμως δεν είχε μάθησι, το ψαλτήρι, το κτωήχι, ο μηναϊος, άλλαι προφητείαι, ήσαν τα βιβλία οπού ανέγνωσα» [1].

Προσωπογραφία Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Karl Krazeisen, 1828.

Καταρχήν λοιπόν η νεανική παιδεία στην Πελοπόννησο. Κάποιος που ανήκε σε πολύκλαδη οικογένεια, σε «μεγάλο σόι» που τα μέλη του εναλλάξ δούλευαν ως κά­ποι σε προεστούς της Πελοποννήσου ή διαβιούσαν ως ορεσίβιοι κλέφτες, λέει ότι διαβάζει: τον «Οκτώηχο», το «Ψαλτήριο» και τα «Μηναία», εκκλησιαστικά λειτουργικά βιβλία δηλαδή που σημείωναν μεγάλη κυκλοφορία και πολλαπλές εκδόσεις. Τα δύο πρώτα αποτελούσαν ταυτόχρονα και τα βασικά διδακτικά εγχειρίδια που έφερναν σε επαφή τους μαθητές με τα γράμματα [2]. Λέει ότι διάβαζε επίσης και «προφητείες», φυλλάδες δηλαδή σαν τον Αγαθάγγελο που γνώριζε μεγάλη διάδοση [3], γιατί, όπως έγραφε ο Φωτάκος στο δικό του απομνημόνευμα, «τροφή και πα­ρηγοριάν έβλεπαν εις αυτόν οι Έλληνες» [4], ή όπως προσφυώς επισημαίνει ο I. Φιλήμων: «το πλήθος τούτου [του έθνους] εχειραγωγείτο ωφελίμως από τας οπτασίας του Αγαθάγγελου πιστεύον δογματικώς την μέλλουσαν μεταβολήν της τύχης του»[5].

Τότε όμως ο Κολοκοτρώνης ήταν ακόμη νιός και κλέφτης. Όταν πάει κυνηγημένος στα Επτάνησα τα πράγματα αλλάζουν. Εντάσσεται στον αγγλικό στρατό και γνωρίζει έναν άλλο κόσμο, που του ήταν τελείως άγνωστος. Στην Ζάκυνθο επίσης, την 1η Δεκεμβρίου 1818, μυείται στη Φιλική Εταιρεία, γίνεται δηλαδή δραστήριο μέλος μιας μυστικής οργάνωσης πού οραματίζεται, σχεδιάζει και ετοιμάζει μια επανάσταση. Μεταμορφώνεται συνεπώς σε νεωτερικό επαναστάτη – με το πέρασμά του μάλιστα στην Πελοπόννησο θα λέγαμε – με μια γερή δόση αναχρονισμού – γίνεται επαγγελματίας επαναστάτης. Διηγείται λοιπόν για τα τοτινά, νέα, διαβάσματά του: «Δεν είναι παρά αφού επήγα στη Ζάκυνθο οπού εύρηκα την Ιστορία τής Ελλάδος εις την άπλο-ελληνικήν τα βιβλία οπού εδιάβαζα συχνά ήτον η ιστορία της Ελλάδος, η ιστορία του Αριστομένη και Γοργώ και η Ιστορία του Σκεντέρμπεη» [6].

Να σημειώσουμε καταρχήν το χρόνο που χρησιμοποιεί ο Κολοκοτρώνης. Τα βιβλία δεν τα «διάβασε», τα «διάβαζε συχνά». Σημαίνει αυτό άραγε τα διάβαζε τμηματικά; Τα διάβαζε κατ’ επανάληψη: Και τα δύο: Ο χρόνος πάντως που επιλέγει δεν είναι αθώος, γιατί δηλώνει την υφιστάμενη σχέση του αναγνώστη με το ανάγνωσμα.

Τι είναι όμως αυτά τα βιβλία; Η βιβλιογραφία που οραματίστηκε ο Φίλιππος Ηλιού, ο  πρώτος τόμος και ο δεύτερος τον όποιο γιορτάζουμε εδώ σήμερα, μας επιτρέπουν να τα εντοπίσουμε. Η πολύτιμη «Ανέμη» που δημιούργησε ο Αλέξης Πολίτης επιτρέπει και να τα αποκτήσουμε σε ηλεκτρονική μορφή με ένα κλικ τού ποντικιού. Ας δούμε με μια γρήγορη ματιά περί τίνος πρόκειται. Και τα τρία βι­βλία είναι μεταφράσεις:

Το πρώτο, Η ιστορία συνοπτική της Ελλάδος, συντάχθηκε, όπως δηλώνεται στη σελίδα τίτλου, αρχικά στα αγγλικά, και κατόπιν μεταφράστηκε στα γερμανι­κά, από τα όποια το απέδωσε στα ελληνικά ο δάσκαλος στη Βιέννη Βασίλειος Παπαευθυμίου [7]. Τυπώθηκε στη Βιέννη το 1807, μάλιστα με δύο τραβήγματα ώστε να υπάρχουν στην εκάστοτε σελίδα τίτλου αφιερώσεις, στην Αδελφότητα των εντο­πίων Γραικών και σε εκείνην των εντοπίων Ρωμαιοβλάχων [8]. Πρόκειται για ένα σχολικό εγχειρίδιο συνταγμένο με μορφή ερωταπαντήσεων, σχετικών με τη γεω­γραφία, την ιστορία και τη θρησκεία της αρχαίας Ελλάδας, καθώς και ένα τμήμα γενικών ερωτήσεων περί των σύγχρονων τεχνών και επιστημών.

Το δεύτερο, το Αριστομένης και Γοργώς, είναι μυθιστόρημα του πολυγραφότατου και πολυδιαβασμένου γερμανού μυθογράφου Αύγουστου Λαφονταίν [9]. Ή δράση του τοποθετείται στην αρχαία Ελλάδα, στα χρόνια των πολέμων ανάμεσα στους Σπαρτιάτες και τους Μεσσήνιους. Εκδόθηκε σε δύο τόμους στη Μόσχα το 1820 από τον πηλιορίτη Νικόλαο Β. Γκούστη [10], σε μετάφραση από τα γερμανικά του Γεωργίου Λασσάνη [11], του κοζανίτη λόγιου, δάσκαλου και ένθερμου Φιλικού που χρησιμοποίησε το θέατρο και την πρόζα ως μέσο αφύπνισης, συνδέθηκε στε­νά με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, αγωνίστηκε μαζί του στη Μολδοβλαχία και τον ακλούθησε στη φυλάκιση και στις άλλες περιπέτειές του, ενώ μετά τον θάνατό του ήρθε να πολεμήσει στην Ελλάδα [12].

Το τρίτο είναι η Επιτομή της Ιστορίας Γεώργιου του Καστριώτου του επονομασθέντος Σκεντέρμπεη, που εκδόθηκε το 1812 στη Μόσχα [13]. Μεταφραστής και συγγραφέας δεν δηλώνονται, έχει υποστηριχτεί όμως βάσιμα ότι πρόκειται για συνοπτική απόδοση του έργου του γάλλου Ιησουίτη Ρ. Duponcet, Histoire de Scandaberg Roy d’Albanie, που είχε εκδοθεί στο Παρίσι, τω 1709 [14]. Στο τέλος τις έκδο­σης υπάρχει ενσωματωμένος και κατάλογος των διατελεσάντων σουλτάνων μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα, τον οποίο συνέταξε ο Ευγένιος Βούλγαρης [15].

Σύμφωνα με τα δικά του τουλάχιστον λεγόμενα, τα αναγνώσματα του Κολοκοτρώνη είναι κείμενα που λόγιοι της εποχής, δάσκαλοι κυρίως, επέλεξαν να με­ταφράσουν από το ξενόγλωσσο πρωτότυπο στα ελληνικά για εκπαιδευτικούς ή μάλλον ευρύτερα παιδευτικούς σκοπούς. Περιεχόμενό τους ο αρχαιοελληνικός κόσμος, όπως γίνεται κατανοητός από τις πιο στοιχειώδεις γνώσεις της εποχής και τη μυθοπλαστική του αφήγηση· επίσης ένας αλβανός ηγεμόνας που αντιστέκεται με ηρωισμό και επιτυχία στην οθωμανική επέλαση στα μέσα του 15ου αιώνα. Ένα ερώτημα που γεννιέται είναι: πυροδοτούν τα βιβλία αυτά την εθνική αφύπνιση; Ή ακόμη επαρκούν τα αναγνώσματα αυτά για τον εξοπλισμό ενός ανθρώπου στρατευμένου στο όραμα μιας επανάστασης; Φτάνουν για τη σκευή του επανα­στάτη; Τί είδους γνωστικά ερεθίσματα προσφέρουν; Που είναι ο Ρήγας, ο Κοραής, η Ελληνική Νομαρχία, ο Περραιβός έστω, τόσοι και τόσα άλλα; Οι άνθρωποι της πράξης σαν τον Κολοκοτρώνη, οι οπλαρχηγοί της Επανάστασης, σε ποιό βαθμό κοινωνούσαν με το έργο των λογιών, των στρατευμένων στην εθνική υπόθεση λο­γιών;

Τεκμηριωμένη απάντηση φυσικά δεν έχω να δώσω, παλαιότεροι και σύγχρονοι ιστορικοί, καλοί γνώστες της πνευματικής κίνησης στα προεπαναστατικά χρόνια έχουν εντρυφήσει σε θέματα όπως αυτά. Για τις ανάγκες της σημερινής συζήτησης μόνο, μια σκέψη. Δεν νομίζω ότι υπάρχει προδιαγεγραμμένος συντονισμός του βηματισμού των διανοουμένων με τους αποδέκτες των διανοημάτων τους· ακόμη και με τους πιο ιδανικούς αποδέκτες των μηνυμάτων τους. Οι διανοούμενοι μέσα από πνευματικές διαδικασίες – άγνωστης ταχύτητας και απροσδιόριστης αποτελεσματικότητας – διαμορφώνουν μια εν δυνάμει κατάσταση, πότε όμως και υπό ποιές προϋποθέσεις αυτή η κατάσταση είναι ικανή να γεννήσει κάτι νέο, κάτι άλλο, είναι εν πολλοίς άγνωστο. «Καιρός του σπείρειν καιρός του θερίζειν» που λέει και ο ποιητής [16], δεν υπάρχει εντούτοις ευθεία αντιστοιχία στο εκπεμπόμενο σύνθημα και την υλοποίησή του. Δεν αρκεί να φωνάξουν κάποιοι πάρτε τα όπλα, ώστε οι μάζες να σπεύσουν να ακολουθήσουν. Οι πρόσφατες εμπειρίες, στην Ελλάδα και αλλού στον κόσμο, νομίζω, το καταδεικνύουν.

Αναγκαία προϋπόθεση όμως είναι η συγκρότηση ενός μύθου, ενός μεγάλου αφηγήματος ποταμού, ο όποιος θα τροφοδοτείται από ποικίλα ποτάμια, μικρά ποταμάκια και ρυάκια που θα συγκλίνουν στην κοίτη του. Στην περίπτωση της Επανάστασης του 1821, το ποτάμι αυτό που πότισε και γονιμοποίησε τη χέρσα σκέψη νομίζω ότι ήταν η ελληνική αρχαιότητα, ο αρχαίος ελληνικός κόσμος. Η εργογραφία των λογιών, οι μεταφραστικές πρωτοβουλίες με κορυφαία του Α. Κοραή, αλλά και οι ποικίλες όψεις του φαινομένου στους θεσμούς, στην κοινωνική ζωή, στην καθημερινότητα το δείχνουν [17]. Για να ξαναγυρίσουμε όμως στον Κολοκοτρώνη, από τα τρία βιβλία που μνημονεύει, τα δύο πρώτα εντάσσονται καλά σε αυτή τη χορεία. Στο μυθιστόρημα του Λαφονταίν μάλιστα ο κλασικός κόσμος απο­τελεί το πλαίσιο για να αναδεχθεί η αγάπη για την πατρίδα που τρέφει ο νεαρός ήρωας, ως το υπέρτατο αγαθό [18]. Το τρίτο βιβλίο, με έντονο και αυτό το μυθικό στοιχείο – αφού αναπλάθει τη ζωή ενός στρατηλάτη που μάχεται με τους Τούρ­κους – ακούμπα πιο πολύ στις δικές του προσωπικές προτεραιότητες. Σε ένα από τα ανέκδοτα που του αποδίδει ο Τερτσέτης αποκαλύπτει μιά όψη του πράγματος: «Ανέγνωσα, έλεγε, τον βίον του Σκεντέρμπεη, εσυλλογούμουν τα έργα του, δεν εκλεισθεί ποτέ εις την Κρόγια» [19], αναφερόμενος στη στρατηγική επιλογή του Γε­ωργίου Καστριώτη να συγκεντρώσει τις στρατιωτικές του δυνάμεις στην οχυρή Κρούγια και να καταστήσει την πολιορκημένη πόλη στα 1466-1467, κέντρο της άμυνάς του απέναντι στα οθωμανικά στρατεύματα που οδηγούσε ο Μεχμέτ Β’: [20].

Ο Κολοκοτρώνης λοιπόν μορφώνει γνώμη μέσα από μύθους, διαβάζει ευχάριστα και διδακτικά κείμενα που ανήκουν σε ένα πνευματικό περιβάλλον που διαμόρφωσαν λόγιοι της εποχής του. Στον δικό του όμως κώδικα άξιων – όπως πιθανότατα και στων όμοιων του- υπάρχει ένα όριο στην ανάγνωση, γιατί η μελέτη και η γνώση δεν είναι αυτοσκοπός, είναι εργαλείο για τη δράση. Αν το πούμε σχηματικά, θα λέγαμε: δεν διαβάζουμε για να μάθουμε, μαθαίνουμε για να πολεμήσουμε.

Ο Τερτσέτης διηγείται μια μικρή ιστορία από τη Ζάκυνθο, που περιγράφει με εξαιρετικό τρόπο τη σχέση αυτή και το σημείο που τίθεται το όριο: «επήγε, ο τότε Μαγιόρος Κολοκοτρώνης προς χαιρετισμόν του αξιοτίμου διδασκάλου Νικολάου Καλύβα[21], εκάθιζε και ακροάζετο την παράδοσιν. Τι είναι τούτα, λέγει με μιας, πού διδάσκεις τα παιδιά τώρα, – τούτο να τα φώτισης – και εχύθη με γελούμενον πρόσωπο να σχίση ένα Βόλφιον, ϊν φόλιο, μεγάλο βιβλίο[22], να δείξει πως φτιάνουν τα φυσέκια. Ο διδάσκαλος, διά να σώση τον Γερμανόν φιλόσοφον, έπεσε με τα στήθη του εις το in folio. Τα παιδιά εγελούσαν και εκείνα, ως είδαν πιασμένους καθηγητήν και γέρο Κολοκοτρώνην, ο ένας να φυλάξη το βιβλίον του, ο άλλος να το κάμη φυσέκια. Ο ιατρός Καλύβας ήτον θερμός εταιριστής και οι κίνδυνοι του in folio τον χειμώνα του έτους 1820»[23].

Η χρονολογία έχει τη δική της σημασία. Χειμώνας του 1820, όταν πλέον πλησιάζει το πλήρωμα του χρόνου, η προσχεδιασμένη ώρα της εξέγερσης και συνεπώς οι προτεραιότητες έχουν αλλάξει άρδην.

Άν η ανάγνωση, η παιδεία γενικότερα, αποτελούν το υπόβαθρο, υπάρχει λοιπόν και ένα άλλο δρομολόγιο που οδηγεί τον Κολοκοτρώνη στην Επανάσταση: είναι ή βιωμένη εμπειρία, τα γεγονότα και οι αλλαγές που σηματοδοτούν αυτά, στον δικό του μικρό τόπο, όπως και στη γνωστή σε αυτόν οικουμένη. Ξαναπιάνουμε την αφήγησή του εκεί που την αφήσαμε στην αρχή και κλείνουμε: «Η Γαλ­λική Επανάστασις και ο Ναπολέων έκαμε, κατά την γνώμην μου, να άνοιξη τα μάτια του κόσμου. Προτήτερα τα έθνη δεν εγνωρίζοντο, τους βασιλείς τους ενό- μιζαν ως θεούς της γης, και ό,τι και αν έκαμναν το έλεγαν: καλά καμωμένο»[24].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Θ. Κ. Κολοκοτρώνης. Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836, Επιμέλεια: Τ. Γριτσόπουλος, φωτομηχ. ανατύπωση, Αθήνα 1981 (α’ έκδ. Αθήνα 1846), σ. 48-49.

[2] Φ. Ηλιού, «Το ελληνικό βιβλίο στα χρόνια της ακμής του Νεοελληνικού Διαφωτισμού», Ιστορίες του ελληνικού βιβλίου, Εκδοτική φροντίδα: Άννα Ματθαίου – Στρ. Μπουρνάζος – Πό- πη Πολέμη. Ηράκλειο 2005, σ. 59-62- του ιδίου, «Οκτωήχια και μέτρηση της βιβλιοπαραγωγής», ο.π., σ. 583-585 – Πόπη Πολέμη (επιμέλεια, με τη συνεργασία της Αναστασίας Μυλωνοπούλου και της Ειρήνης Ριζάκη), Φίλιππου Ηλιού Κατάλοιπα. Ελληνική Βιβλιογραφία τον 19ον αιώνα, τ. Β’, 1819-1832,  Αθήνα 2011, σ. κστ’-κζ’.

[3] Αλέξης Πολίτης, «Η προσγραφόμενη στο Ρήγα πρώτη έκδοση του Αγαθάγγελου», π. Ο Ερανιστής, τ. 7,1969, σ. 175-177- Μ. Hatzopoulos, «Ancientprophecies, modern predictions»: My­ths and symbols of Greek nationalism, δακτ. διδ. διατρ., University of London 2005, σ. 36-39.

[4] Φώτιος Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα περί τής Ελληνικής Έπαναστάσεως, Έκδοση: Στ. Ανδρόπουλος, τ. 1, Αθήνα 1899, σ. 35.

[5] Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας, Ναύπλιο 1834, σ. 217.

[6] Θ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις, δ.π., σ. 48-49.

[7] Ο Βασίλειος Παπαευθυμίου συστήνεται στην σελίδα τίτλου ως: «εκ του Κωστάντζικου της Μακεδονίας» (σήμερα Αυγερινός του Βοΐου Κοζάνης). Είναι συγγραφέας διδακτικών εγχει­ριδίων (Αλφαβητάριον Απλοελληνικόν, Βιέννη 1807. Φεραυγής Γραμματική, Βιέννη 1811, Στοι­χεία της ελληνικής γλώσσης, τ. 1-3, Βιέννη 1812, Στοιχεία της ελληνικής ήτοι Ανθολογία Ποιητι­κή, Βιέννη 1813) και μεταφραστής (Σύνοψις όλων των ελευθέρων τεχνών και επιστημών. Βιέννη 1819) βλ. αντιστοίχως Φ. Ηλιού, Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ου αιώνα, τ. Α’, 1801-1818, Αθή­να 1997, σ. 202-203, 317, 345-346, 375-376 και Πόπη Πολέμη (έπιμ.), Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ου αιώνα, τ. Β’, δ.π., σ. 58-59. Μνεία του μεταξύ των λογιών της τουρκοκρατίας βλ. Ανδρέας Παπαδόπουλος – Βρετός, Νεοελληνική Φιλολογία, τ. Β’, Αθήνα 1857, σ. 315.

[8] Ιστορία συνοπτική της Ελλάδος, Διηρημένη εις τέσσαρα μέρη… Συνδεθείσα μεν αγγλιστί υπότινος Ανωνύμου εις χρήσιν των Σχολείων της Λόνδρας, μεταφρασθείσα δε επ’ αυτώ τούτω εις την Γερμανικήν, και εξ αυτής μετενεχθείσα εις την απλοελληνικήν ημών διάλεκτον παρά Βα­σιλείου Π. Ευθυμίου, Βιέννη 1807, βλ. Φ. Ηλιού, Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ον αιώνα, τ. Α’, δ.π., σ. 213-215.

[9] Αριστομένης και Γοργώς Πόνημα Αύγουστου Λαφονταίνου. Εκ του Γερμανικού μετα- φρασθέν παρά Γ.[εωργίου] Λ[ασσάνη]. Κ’ έκδοθέν υπό Νικολάου Β. Γκούστη του εκ Μακρηνί- τσης του Πηλείου όρους, τ. 1-2, Μόσχα 1820, βλ. Πόπη Πολέμη (έπιμ.), Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ου αιώνα, τ. Β’, δ.π., σ. 70-71.

[10] Ο Νικόλαος Β. Γκούστης (ή Γούστης) το 1820 είχε εκδώσει στη Μόσχα και άλλο ένα κεί­μενο του Γ. Λασσάνη με τον τίτλο Ελλάς, που αποτελούσε πρόλογο στην τραγωδία του Αρμό­διος και Αριστογείτων. Τον επόμενο χρόνο εξέδωσε στη Μόσχα επίσης το κείμενο: Επιτάφιος λόγος εις τον αείμνηστον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Γρήγοριον, που είχε εκφωνήσει ο Κωνσταντίνος Οικονόμος. Ήταν επιστάτης για τη συλλογή της συνδρομής του Λόγιου Έρμη στη Μόσχα, ενώ το Φεβρουάριο του 1821 ανακοινώνει τη σύσταση βιβλιοπωλείου στην Οδησσό που θα λειτουργεί υπό την επιστασία του Γεωργίου Γαλάτη – την αναγγελία βλ. Πόπη Πολέμη, με τη συνεργασία της ’Αννας Ματθαίου και της Ειρήνης Ριζάκη, Διά του γένους τον φωτισμόν. Αγγελίες προεπαναστατικών εντύπων (1734-1821) από τα κατάλοιπα του Φίλιππου Ηλιού, Αθήνα 2008, σ. 440,479.502.

[11] Παρότι ο μεταφραστής αναγράφεται στη σελίδα τίτλου με τα αρχικά του Γ. Λ., έχει ταυ­τιστεί με ασφάλεια με τον Γεώργιο Λασσάνη. Το όνομά του άλλωστε δημοσιεύεται και στην αναγ­γελία έκδοσης του έργου πού δημοσιεύτηκε στον Ερμή το Λόγιο, την 1 Δεκεμβρίου 1819- την αναγγελία βλ. Πόπη Πολέμη, Διά τον γένους τον φωτισμόν, ό.π., σ. 441.

[12] Για τον Γ. Λασσάνη βλ. πρόχειρα Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, Τρία ανέκδοτα ιστορικά δοκίμια του φιλικού Γεωργίου Λασσάνη, Θεσσαλονίκη, Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών, 1973, σ. 11-34· Βάλτερ Πούχνερ. «Εισαγωγή», στο Γεωργίου Λασσάνη, Τα Θεατρικά, Αθήνα 2002, σ. 11 κ.ε.

[13] Επιτομή της Ιστορίας Γεωργίου του Καστριώτου του επονομασθέντος Σκεντέρμπεη, με- μεταφρασθείσα εκ του γαλλικού μετά προσθήκης του γενεαλογικού καταλόγου των Οθωμανών Σουλτάνων σνερανισθέντος παρά του σοφωτάτου Αρχιεπισκόπου Ευγενίου του Βουλγάρεως, Μόσχα 1812. βλ. Φ. Ηλιού, Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ον αιώνα, τ. Λ’, ό.π., σ. 331-332.

[14] Βλ. σχετικά Τίτος Γιοχάλας, Ο Γεώργιος Καστριώτης – Σκεντέρμπεης στα νεοελληνικά γράμματα, Αθήνα 1994, ιδίως σ. 21-39, όπου και αναλυτική αναφορά στην προέλευση του έργου και στους πιθανούς μεταφραστές του.

[15] Επιτομή της Ιστορίας Γεωργίου του Καστριώτου, ό.π., σ. 293-348.

[16] Γιώργος Σεφέρης. Ημερολόγιο Καταστρώματος Β’, Αθήνα 1945, ποίημα «Τελευταίος Σταθμός».

[17] Ενδεικτικά από την πρόσφατη βιβλιογραφία για τη χρήση των αρχαιοελληνικών συμ­βόλων βλ. Λουκία Δρούλια, «Η θεά Αθηνά, θεότητα έμβλημα του νέου ελληνισμού», Επιστημονικό Συμπόσιο: Οι χρήσεις της αρχαιότητας από το νεότερο ελληνισμό, Αθήνα 2002, σ. 221- 240.

[18] Για την υπόθεση του έργου και την επιλογή του από τον Γ. Λασσάνη, βλ. Αριάδνη Cama- riano-Cioran, «Ο επιφανής Φιλικός Γεώργιος Λασσάνης», Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 21,1965, σ. 139.

[19] Θ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις, ό.π., «Ρητά του Γέρου Κολοκοτρώνη», σ. 276.

[20] Για τα γεγονότα βλ. ενδεικτικά: Fan S. Noli, Scanderbeg, Μετάφραση από τα αλβανικά: Α1. Laporta, Η. Myrto, Lecce 1993, σ. 142-148· Th. Stavrides, The Sultan of Vezirs. The life and times of the Ottoman Grand Vezir Mahmud Pasha Angelovic (1453-1474), Leiden 2001, σ. 162-164.

[21] Βιογραφικά του Ζακυνθού ιατροφιλόσοφου, δασκάλου και Φιλικού Νικολάου Καλύ­βα, βλ. Ντίνος Κονόμος, Ζακυνθινοί Φιλικοί, Αθήνα 1966. σ. 42-44.

[22] Ο Ιερώνυμος Βόλφιος (Hieronymus Wolf), γερμανός φιλόλογος και ανθρωπιστής που έζησε τον 16ο αιώνα, θεωρείται ο ιδρυτής της βυζαντινής φιλολογίας. Μετέφρασε και εξέδωσε αρχαίους ρήτορες, Ισοκράτη και Δημοσθένη· ορισμένες από τις εκδόσεις αυτές ήταν in folio, μεγάλου μεγέθους (σχήμα 2ο), σε κάποια από τις όποιες αναφέρεται και το περιστατικό που διασώζει ο Γ. Τερτσέτης. Στη βιβλιογραφία του Φ. Ηλιού (ό.π., τ. Α’), αναφέρονται τρεις ελληνικές εκδόσεις με έργα Αττικών ρητόρων (1812.48, σ. 338,1813.38 σ. 368 και 1816.47 σ. 462), στις όποιες περιλαμβάνονται μεταφρασμένα κείμενα του Η. Wolf, ως εισαγωγές σε Λόγους – τα βιβλία αυτά είναι όμως 8ου σχήματος.

[23] Θ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις, «Προλεγόμενα» Γεωργίου Τερτσέτη, σ. λγ’. Το επεισόδιο επισημαίνει ο Αλκής Αγγέλου στη μελέτη του Οι λόγιοι και ο Αγώνας, Αθήνα 1971, σ. 15-16, ως χαρακτηριστικό της μεταβαλλόμενης σχέσης που είχε τα χρόνια αυτά «η πέννα» και «το πάλα».

[24] Θ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις, ό.π.. σ. 49.

 

Δημήτρης Δημητρόπουλος

Διευθυντής Ερευνών

Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών

Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών/ΕΙΕ

«Τα Ιστορικά», τόμος 29ος, τεύχος 56, Ιούνιος, 2012.

* Το κείμενο αποδόθηκε στο μονοτονικό, διατηρήθηκε όμως η ορθογραφία του συγγραφέως.

 

Read Full Post »

«Ο Εξωλέστατος» – Οδυσσέας Κουμαδωράκης


 

Το ιστορικό μυθιστόρημα «Ο Εξωλέστατος», του Εκπαιδευτικού και συγγραφέα από τη Σαρακήνα Χανίων, Οδυσσέα Κουμαδωράκη, εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 1999, από τις  Εκδόσεις Δωρικός.

«Ο Εξωλέστατος» αναφέρεται  στην ζωή και τη δράση ενός αγνώστου για πολλούς αγωνιστή του 1821, του Υδραίου Αντώνη Οικονόμου, τον οποίο δολοφόνησαν  οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου και της Ύδρας στον ποταμό Χάραδρο του Άργους, γνωστότερο ως Ξεριά. Μνημείο του Αντώνη Οικονόμου βρίσκεται στη γέφυρα του Ξεριά Άργους.

 

Ο Εξωλέστατος

 

Ο Οικονόμου μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον μπουρλοτιέρη των ψυχών Παπαφλέσσα στην Κωνσταντινούπολη. Όταν επανήλθε στην πατρίδα του, φλογισμένος και μεθυσμένος από την ιδέα της επανάστα­σης, ξεσήκωσε το λαό της Ύδρας, παρά τη θέληση των προκρίτων, οι οποίοι έμεναν αδρανείς. Οι πρόκριτοι, οι ισχυροί εφοπλιστές της εποχής, οι οποίοι είχαν συσσωρεύ­σει αμύθητα πλούτη στα αρχοντικά τους και διοικούσαν το νησί ολιγαρχικά, δεν τον συγχώρησαν ποτέ. Αναγκάστηκαν, όμως, να αποδεχτούν το κίνημα του δημο­φιλή και ισχυρού τότε Οικονόμου, αλλά κάποια στιγμή τον ανέτρεψαν και τον εξόρισαν σε μοναστήρι της ορεινής Αχαίας, από όπου εκείνος δραπέτευσε, για να καταλήξει στη μονή Αγίου Γεωργίου Φενεού της ορεινής Κορινθίας.

Όταν άρχισαν οι εργασίες της A‘ Εθνοσυνέλευσης στο Άργος, ο Οικονόμου εγκαταλείπει τη μονή και με λίγους συντρόφους του κατευθύνεται προς το Άργος. Και τότε οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου και της Ύδρας αποφασίζουν να τον δολοφονήσουν.

Πέρα από την  περιπετειώδη και μυθιστορηματική βιο­γραφία του Άντώνη Οικονόμου, στο βιβλίο, παρακολουθούμε τις μεθοδεύσεις των προκρίτων να διατηρήσουν τα προνόμιά τους και να κυβερνήσουν ολιγαρχικά, καθώς επίσης και τη σύγκρουσή τους με τον αγνό και ανιδιοτελή Δημήτριο Υψηλάντη.

Αν και βασικός στόχος της μυθιστορίας είναι η ζωή και η δράση ενός συγκεκριμένου αγωνιστή, εντούτοις υπάρχει η αίσθηση ότι ο μέγας σηκωμός τώρα αρχίζει με όλο το πάθος και το γνωστό ενθουσιασμό.

Ο αναγνώστης μεταφέρεται στο κλίμα της εποχής, ζει την αγωνία, το πείσμα και τον ενθουσιασμό, μετέχει στην ιδιωτική και δημόσια ζωή και γνωρίζει λεπτομέρειες από τον τρόπο του πολέμου μέχρι τη διοίκηση των μοναστηριών και την απόκτηση των τεράστιων περιουσιών τους.

Το βιβλίο αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα και βασίστηκε κυρίως σε επίσημα έγγραφα και σε μαρτυρίες των αγωνιστών, καθώς και σε εξειδικευμένες μελέτες, και αποκαλύπτει ορισμένες πτυχές της εποχής εκείνης, άγνω­στες ή ελάχιστα γνωστές για πολλούς από εμάς. Γι’ αυτό και ο χρόνος συγγραφής τον ήταν ιδιαίτερα μεγάλος.

 

«Ο Εξωλέστατος» Οδυσσέας Κουμαδωράκης

Σελίδες 352, σχήμα 14Χ20 – ISBN 978 9602 7940 43

Εκδόσεις Δωρικός, Αθήνα, Οκτώβρης, 1999.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Older Posts »