Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Σισίνης Γεώργιος (1769 – 1831)


 

Γεώργιος Σισίνης, έργο του Χρόνη Μπότσογλου, λάδι σε μουσαμά. Συλλογή Έργων Τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Γεννήθηκε στη Γαστούνη της Ηλείας το 1769 και καταγόταν από πλούσια και ιστορική οικογένεια. Ήταν γιος του Χρύσανθου Σισίνη, προεστού με εμπορική δραστηριότητα, ο οποίος είχε σπουδάσει ιατρική στην Ιταλία. Λέγεται μάλιστα ότι είχε μελετήσει και τον Principe του Nicolo Machiavelli. Μητέρα του ήταν η Γαλλίδα Βικτωρία, και αδέλφια του οι Νικόλαος, Πέτρος και Μιχαήλ, γιατροί, οι οποίοι  πέθαναν πριν την επανάσταση. Η αδελφή του ήταν σύζυγος του  Σωτήρη Χαραλάμπη.  Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία τον Οκτώβριο του 1819. Είχε παντρευτεί την Υακίνθη Σταθακοπούλου, γιοι του ήταν ο Μιχαήλ και ο Χρύσανθος.

Ανυπότακτη φύση και θυελλώδης χαρακτήρας, πολεμούσε με ιδιαίτερη βιαιότητα, ενώ αγαπούσε τις διασκεδάσεις και την επίδειξη του πλούτου που είχε συγκεντρώσει. Κατά τον Άγγλο στρατιωτικό και φιλέλληνα Stanhope, ζούσε με τη χλιδή και την πολυτέλεια που θα άρμοζε σε υψηλόβαθμο Οθωμανό αξιωματούχο. Υπήρξε, ωστόσο, από τους πρωτεργάτες της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, βοηθώντας μάλιστα οικονομικά τον Αγώνα. Ύψωσε στην Ήλιδα το 1821 μια από τις πρώτες ελληνικές σημαίες της Επανάστασης, εκείνη που είχε σχεδιάσει ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, και συνέβαλε αποφασιστικά στην πολιορκία της Πάτρας από τους Έλληνες.

Σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης παρέμεινε ο πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης της επαρχίας του. Συμμετοχή στην Επανάσταση είχαν επίσης οι δυο γιοι του, Χρύσανθος και Μιχαήλ. Το 1824, κατά το δεύτερο εμφύλιο πόλεμο, όταν μισθωμένοι από τον Κωλέττη Ρουμελιώτες οπλαρχηγοί καταδίωκαν Πελοποννήσιους, τον συνέλαβαν – μαζί με τον γιο του Χρύσανθο – και τον παρέδωσαν στους Υδραίους, οι οποίοι τον περιόρισαν σε μοναστήρι.

Στον Φωτάκο διαβάζουμε:

Γεώργιος Σισίνης. Επίσημος δια την παλαιὰν κα ευγενή καταγωγήν του, και περίφημος δια την πολιτικήν του δύναμιν κατά την επαρχίαν της Γαστούνης. Υπηρέτησε την πατρίδα στρατιωτικώς και πολιτικώς βοηθούμενος και από τους δύω υιούς του Χρύσανθον και Μιχαλάκην. Ήτον ένας εκ των αρχόντων και προκρίτων της Πελοποννήσου. Υπήρξε πρόεδρος των Εθνοσυνελεύσεων και πληρεξούσιος. Επὶ δε του Καποδιστρίου προέδρευσε της Συνελεύσεως και της Γερουσίας. Εφυλακίσθη εις Ύδραν με τον Θ. Κολοκοτρώνην επὶ  της  Κυβερνήσεως του Γ. Κουντουργιώτη.

 

Γεώργιος Σισίνης - Πρόκριτος από τη Γαστούνη, φιλικός και πρωτεργάτης της Επανάστασης του 1821 στην Πελοπόννησο. Lithography by Karl Krazeisen (1794-1878).

 

Χρύσανθος Σισίνης. Υιός του ειρημένου Γ. Σισίνη. Στρατηγὸς άριστος. Αι εκδουλεύσεις του είναι πασίγνωστοι. Επολέμησεν εις Λάλα κατὰ την πολιορκίαν των Πατρών, και εις το Μεσολόγγιον. Μάλιστα δε υπήγε με σώμα στρατιωτών προς βοήθειαν των αδελφών μας Αθηναίων αρχηγούντος του Γ. Καραϊσκάκη. Εφυλακίσθη εις Ύδραν μετά του Κολοκοτρώνη και λοιπών.

Μιχαλάκης Σισίνης. Και ούτος υιός του Γ. Σισίνη και αδελφός του προειρημένου. Υπήρξεν επίσης και αυτὸς στρατιωτικὸς, ευρεθεὶς ες πολλὰς μάχας, απεδείχθη γενναίος. Επὶ δε της εισβολής του Ιμβραὴμ εις Γαστούνην αιχμαλωτίσθη υπὸ των Αράβων μετὰ του περιφήμου Διονυσίου Διάκου και άλλων εις το Χλουμούτσι δι᾿ έλλειψιν τροφών.

Ως μέλος της ομάδας Πελοποννησίων προκρίτων υπό τον Κανέλλο Δεληγιάννη, προσχώρησε στο «γαλλικό» κόμμα, ενώ υπήρξε μέλος της δωδεκαμελούς Διοικητικής Επιτροπής, η οποία συστάθηκε τον Απρίλιο του 1826, μετά την πτώση του Μεσολογγίου.

Διετέλεσε πληρεξούσιος στην Γ’ και την Δ’ Εθνοσυνέλευση, ενώ εξελέγη πρόεδρος της Γ’ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας (19 Μαρτίου – 5 Μαΐου 1827), στο πλαίσιο των εργασιών της οποίας ψηφίστηκε το τρίτο από τα συντάγματα της επαναστατικής περιόδου. Εξελέγη, επίσης, πρόεδρος και της Δ’ Εθνοσυνέλευσης, που συνήλθε επί Ιωάννη Καποδίστρια στο αρχαίο θέατρο του Άργους (11 Ιουλίου – 6 Αυγούστου 1829) και ενέκρινε την ίδρυση Γερουσίας στη θέση του Πανελληνίου.

Υποστήριξε τον Καποδίστρια που τον διόρισε γερουσιαστή τον Ιούλιο του 1829. Μάλιστα ανέλαβε και την προεδρία της Γερουσίας από τις 12 Σεπτεμβρίου 1829 έως τον Ιούνιο του 1830. Όταν προσχώρησε στην αντιπολίτευση ενάντια στον Καποδίστρια, ο Κυβερνήτης τον αντικατέστησε στη θέση του προέδρου της Γερουσίας με το Δημήτριο Τσαμαδό. Πέθανε στη Γαστούνη στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831, την ίδια μέρα με τον Καποδίστρια. Λίγο πριν από το θάνατό του, όταν πληροφορήθηκε τη δολοφονία του Κυβερνήτη, εξέφρασε τη θλίψη του χαρακτηρίζοντας το γεγονός «κακόν και ολέθριον». Όπως πράγματι αποδείχθηκε πως ήταν.  

 

Πηγές


  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη, « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Αναστάσιος Ν. Γούδας, «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», Τόμος  7, Πολιτικοί άνδρες, Εν Αθήναις, 1875.

Read Full Post »

Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά


  

Το παρελθόν της Μονής Καρακαλά, σημαδεμένο πολλές φορές από τη μοίρα της κακοτυχίας, αγωνιστικό, σκοτεινό και ανήσυχο, φωτίζεται μόνο τους δυο τελευταίους αιώνες. Άγνωστος ο χρόνος της ίδρυσής της και αναποκάλυπτα τα συμβάντα της ζωής της Μονής ως το τέλος της 18ης εκατονταετίας. Η σύγχρονη ανοιχτόκαρδη θωριά της, ως φανερώνεται τώρα ειρηνική, δεν ευκολύνει τη φαντασία να γυρίσει πίσω, σε φοβισμένους χρόνους, σε δύσκολους καιρούς του τόπου.

Η Μονή, στη λησμονιά της μικρής της ρεματιάς, κρατάει ωστόσο μια συνομιλία με το μακρινό αμνημόνευτο χρόνο, καθώς αθώρητη κι’ από συνεχόμενους λόφους κυκλωμένη ζει μέσα στη μοναχιασμένη της γαλήνη. Έτσι που δεν παραδόθηκε στην επικοινωνία του παρόντος, κοντά σε κάποια «εθνική οδό» και μπορεί ακόμη ν’ αφουγκραστεί τη σιωπή.

 

Το Μοναστήρι του Καρακαλά – Ντιάνα Αντωνακάτου

 

Δεκατρία χιλιόμετρα μακριά από το Ναύπλιο, έξη από το πιο κοντινό χωριό, τον Άγιο Αδριανό, στα πρόβουνα του Αραχναίου, η Μονή Καρακαλά έχει ακόμη το προνόμιο της περισυλλογής όσο καμμιά άλλη σε λειτουργία μονή στην Αργολίδα. Κλεισμένη η ζωή μέσα στον περίγυρό της, οι έξοδοι στο αγροτικό περιβάλλον γύρω αδιατάραχτες, ο δρόμος που φέρνει τα μηνύματα απ’ έξω ένας: τελειώνει εμπρός στα παράθυρα του δεσποτικού, στην κύρια είσοδό της. Τα μάτια των κελλιών του βορρά και του νότου, ανοιγμένα πάνω στα γειτονικά υψώματα και στις φυλλωσιές της ρεματιάς, δεν έχουν φυγή.

Μόνο προς τη δύση αναδιπλώνονται χαρωπά σαν κεντημένες ποδιές τα μικρά λοφάκια, ως κάτω στο άνοιγμα του κάμπου – στο φόντο τ’ Ανάπλι και η θάλασσα. Όσες μορφές κι’ αν πήρε η Μονή, το ίδιο τούτο άνοιγμα θα έδινε η θύρα στην ψυχή κι’ ανάλλαχτος ο πίνακας του ερημικού τοπίου θα γέμιζε γαλήνη τη ματιά του μοναχού – ποιος ξέρει από πόσους αιώνες πίσω. Ο απόμονος τόπος στηρίζει την παράδοση, που τοποθετεί σε αρχαιότατη εποχή την ίδρυση του Μοναστηριού.

Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά. Μονή Ξεροκαστέλι. Η δεύτερη ονομασία, μόνο στα γραφτά, ξεχάστηκε ίσως. Οι ντόπιοι από χρόνια λένε: «πάμε μέχρι του Καρακαλά», εννοώντας μόνο το Μοναστήρι. «Καρακαλάς» είναι όνομα περιοχής, τοπωνύμιο που προϋπήρχε και προστέθηκε δίπλα στον Άγιο Δημήτριο; Ή μήπως είναι όνομα ουσιαστικό, που έχει σχέση με την κτήση και την ίδρυσή της; Ή πάλι είναι όνομα κάποιου άρχοντα της Ναυπλίας, Βυζαντινού ή Φράγκου;

Η πιο παραδεκτή από τους παλιότερους ιστορικούς ερμηνεία συνδέεται λογικά με τη δεύτερη ονομασία «Ξηροκαστέλιον», όπως διαβάζεται σε σιγίλλια. Ξεροκαστέλι λέγαν φαίνεται οι ντόπιοι κάποιο φράγκικο πύργο κοντά στη Μονή. Στα τούρκικα η λέξη μεταφρασμένη είναι «Κουρουκαλέ». Η παραφθορά της τούρκικης ονομασίας, λένε, έδωσε το «Καρακαλά». [i]  Υπάρχει βέβαια και η Μονή Καρακάλου στον Άθω. Αλλά και βυζαντινό επίθετο Καράκαλος – από το λατινικό Caracallum-i ή Caracalla-ae που σημαίνει είδος χλαίνης, ποδήρης εσθήτα με χειρίδες, αλλά και μαύρο κάλυμμα κεφαλής, κουκούλα. [ii]

Υπάρχει ακόμη στην περιοχή Ναυπλίας οικογένεια Καρακάλου (κλάδος ομώνυμης οικογένειας από τη Δημητσάνα), που βγήκαν πατριάρχες από τους κόλπους της. Υποστηρίζεται ότι το όνομα της οικογένειας αυτής έχει σχέση και με τις δυο μονές Άθω και Ναυπλίας. [iii]

Δεν πρέπει, να παραληφθεί και κάτι άλλο σημαντικό: σ’ ενετικό έγγραφο του 1542 9ης Νοέμβρη, καταγράφονται τα ονόματα: της D. Caracala και της Katherina Caracala – αρχόντισσες, πιθανόν και οι δυο στην περιοχή Ναυπλίου. Πιστεύουμε ότι το όνομά τους είναι αμεσότερα συγγενικό με τη Μονή. [iv] Πιθανόν να υπάρχουν κι’ άλλες πηγές ερμηνείας, που δεν συναντήσαμε.

Όσα γνωρίζουμε για τη Μονή Καρακαλά με ιστορικά στοιχεία αρχίζουν από το 1710, ημερομηνία ανακαίνισης της Μονής. Το 1798 στο σιγίλλιο του Γρηγορίου του Ε’ αναγράφεται:[v]

 

«Εν τη μονή του Αγ. Δημητρίου τη επιλεγόμενη Καρακαλά της επαρχίας Αργολίδος υπάρχει έγγραφον επί μεμβράνης εν ω αναγρά­φονται πάντα τα της μονής προνόμια, περιγράφεται δε υπό της εν Ναυπλίω «Ανεξαρτησίας» (φύλλον 9 Μαρτίου 1878). Η μεμβράνη αύτη, μήκους 0,75 και πλάτους 0,52 φέρει κάτωθεν δια κυανών κλωστών εκ μετάξης ανηρτημένον το μολυβδόβουλον αφ’ ενός μεν εικονίζον την Θεοτόκον φέρουσαν εις τας εγκάλας της τον Ιησούν Χριστόν βρέφος, φέρον δ’ αφ’ ετέρου την επιγραφήν – Γρηγόριος ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρ­χης. Το έγγραφον έχει τον αυτόν τίτλον επί κεφαλής, αναφέρει δε ότι πατριαρχικόν σιγιλλιώδες γράμμα του αοιδίμου εν πατριάρχαις Γαβριήλ, πιστοποιεί ότι το μοναστήριον τούτο, όπερ Ξεροκαστέλι επωνομάσθη, προ αμνημονεύτων χρόνων σταυροπηγιακή αξία… και ότι τα αρχαία αυτού σιγιλλιώδη γράμματα απόλω…… επί τη επισυμβάση τότε εκεί ανωμαλία… χαρακτηρίζει δε το μοναστήριον τούτο ο πατριάρχης – ημέτερον, σταυροπηγιακόν, αδιάλυτον, ακαταπάτητον και όλως ανενόχλητον διότι το δικαίωμα του μνημονεύειν του πατριαρχικού ονόματος: τον δε ηγούμενον φέρειν μανδύαν και πατερίτσαν κατά τας εορτασίμους ημέρας επ’ εκκλησίας, κηρύσ­σει αυτό απηλλαγμένον πάσης εξαρχικής έξω…»[vi]

 

[ Κοινή αντίληψη όλων, όσων ασχολήθηκαν με τη μονή, είναι ότι δεν υπάρχουν στοιχεία, διότι η μονή « κατεστράφη επί Τουρκοκρατίας και επί Γερμανών» στηρίζοντας προφανώς την άποψή τους σε αχρονολόγητο χειρόγραφο των Αρχείων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, σύμφωνα με το οποίο « ουδέν στοιχείον υπάρχει περί της μονής Αγίου Δημητρίου Καρακαλά» για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.

…Η μονογραφία του Ανδρέα Μιχαλόπουλου για τη μονή έχει τη μορφή λογοτεχνικής περιγραφής, χωρίς επιστημονική κατοχύρωση, διότι εγράφη, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρει « σε μια περίπου εβδομάδα». Η πληροφορία επίσης των Ντιάνας Αντωνακάτου- Τάκη Μαύρου, ότι δεν υπάρχουν στοιχεία για τη μονή πριν από το 1710, είναι αστήρικτη. Προφανώς δεν είχαν την ευκαιρία οι εν λόγω συγγραφείς να ερευνήσουν τις βενετικές καθώς επίσης τις μεταγενέστερες ελληνικές πηγές που αναφέρονται στην παλαιότητα και στο ιστορικό της μονής. Γι΄ αυτούς τους παραπάνω  λόγους που μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι μέχρι τώρα δεν είχε γραφεί κάποια ολοκληρωμένη και με ιστορικές απαιτήσεις μονογραφία για τη μονή, θεωρήσαμε σκόπιμο να ασχοληθούμε βαθύτερα με το θέμα αυτό, εκμεταλλευόμενοι όλο το υπάρχον δημοσιευμένο και το ανέκδοτο υλικό.  Από την εισαγωγή της Μαρίας- Ελευθερίας Γ. Γιατράκου, στην διατριβή της επί διδακτορία και υπό τον τίτλο: Η Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά ή Ξηροκαστελλίου, 1998.]

Η μορφή η αρχιτεκτονική, που διατήρησε η Μονή ως το τέλος του 18ου αιώνα, χάθηκε κατά μέγα μέρος στις αρχές του 19ου, όταν καταστράφηκε από πυρκαγιά. Μέρος από τα διασωμένα υλικά της χρησιμοποιήθηκαν την ίδια περίπου εποχή, στην ανέγερση τεμένους οθωμανικού – τεκέ: το Βουλευτικόν κατόπιν του Ναυπλίου. Το καθολικό ξαναχτίστηκε το 1871 και τμηματικά έγινε η ανέγερση και η επιδιόρθωση των άλλων τμημάτων του σημερινού συγκροτήματος της Μονής, γύρω και πάνω σε ό,τι είχε απομείνει από τα αρχαιότερα.

Το παλιό τμήμα, που είχε πολεμίστρες στο βορινό εξωτερικό περίβολο και είχε γλυτώσει όλες τις καταστροφές ως κι’ αυτή την ανατίναξη των Γερμανών το 1943, εξαφανίστηκε με την ανύψωση των νέων βορινών κελλιών. Ενώ τα νότια χτίρια, με τη γραφική μορφή τους, τις καμάρες, τα χαγιάτια τους τα χαμηλά, ακόμη κρατούν μια ισορροπία με το ναό, που μοιάζει να μην αναπνέει καλά, περισφιγμένος από κελλιά, σκάλες και τοίχους.

 

Παραθύρι.

 

Γιατί χαρακτηριστικό του Καρακαλά είναι αυτή η συμπύκνωση εσωτερικά των χτισμάτων, που κλείνουν σε στενό παραλληλόγραμμο το αίθριο. Έτσι στη μέση ο ναός, σα να αγωνίζεται να ελευθερωθεί, σε χαμηλότερο επίπεδο θεμελιωμένος, ανυψώνοντας έναν τρούλλο ογκώδη και βαρύ. Γνωρίζουμε ότι ο αρχιτεκτονικός χαρακτήρας του Κα­ρακαλά είταν φρουριακός. Αναφέρεται σε κατάσταση των Γ.Α.Κ. του 1833 ότι η «Οικοδομή περιέχουσα εικοσιπέντε δωμάτια είναι οχυρή». Ένα μεγάλο συγκρότημα, αν προστεθούν και οι βοηθητικοί χώροι, σε μορφή οχυρού, που μπορούσε να αμυνθεί, αν χρειαζόταν.

Περνώντας το διαβατικό (5μ. μήκος), έχουμε αριστερά μας αίθουσες υποδοχής και δεξιά τα πρώτα παρεκκλήσια: της Παναγίας της Πορταΐτισσας, του Αγ. Νεκταρίου. (Η Μονή έχει πέντε: της Αγίας Παρασκευής, της Αγ. Ειρήνης Χρυσοβαλάντου, του Οσίου Εφραίμ, της Παναγίας της Πορταΐτισσας και του Αγίου Νεκταρίου). Στην έξοδο το αίθριο με τα πολλά του επίπεδα και την κλειστή του όψη. Φροντισμένο, χωρίς φορτώματα διακοσμητικά, μαρτυρεί ωστόσο τη γυναικεία παρουσία κι’ επιμέλεια.

 

Ανάσταση στη Μονή Καρακαλά (λεπτομέρεια) – Ντιάνα Αντωνακάτου

 

Αριστερά και σ’ όλο το μήκος της βόριας πλευράς διώροφο το νέο συγκρότημα ξενώνων και κελλιών (του 1972), προβάλλεται ξαφνικά με έμφαση, σε κοντινό σημείο φυγής και με αναγκαστικά μεγάλη προοπτική κλίση. Πολυά­ριθμα τοξωτά ανοίγματα του «ηλιακού» κάτω, και τοξωτές τζαμαρίες πάνω, συγκλίνουν με τις οριζόντιές τους απότομα, λόγω του περιορισμένου χώρου που έχει το μάτι να κοιτάξει. Έτσι τονίζεται μια αρχιτεκτονική – μίμηση χτιρίων μεγάλων μοναστηριακών συγκροτημάτων.

Απέναντι στη νότια πλευρά του αίθριου τα παλιότερα χτίρια που αναφέραμε. Μια διώροφη σειρά κελλιά, που συνεχίζουν ως τη ΝΔ γωνία της Μονής κι’ έρχονται και ενώνονται με το δεσποτικό στη δύση. Προς την ανατολή πλησιάζουν μια σειρά βοηθητικών χώρων και μαγειρείων. Εκεί και το παρεκκλήσι της Αγ. Παρασκευής, καθώς και ή ανατολική έξοδος της Μονής, που φέρνει προς τη ρεματιά. Απ’ έξω από την ανατολική πλευρά, οι αγροτικές εγκαταστάσεις (κοτέτσια κ.ά.)

Στο κέντρο του αίθριου το καθολικό, δεκατρία σκαλιά πιο χαμηλά από το επίπεδο του διαβατικού, έχει διαστάσεις 19X8 μ. περίπου μαζί με το νάρθηκα. Το σχήμα του είναι εγγεγραμμένου σταυρού με οκτάπλευρο τρούλλο. Ο νάρθη­κάς του προς Δυτικά ανοιχτός, πλαισιώνει με τις διπλές του τοξωτές τζαμένιες πόρτες την είσοδο του ναού. Κεραμικός διάκοσμος περιτρέχει την καμπύλη των τόξων και ψηλά, πάνω από τις πόρτες, ένα κυκλικό άνοιγμα κι’ αυτό διακοσμητικό, κατευθύνει τη ματιά σε προέκταση προς το τρίλοβο βουβό καμπαναριό. (Οι καμπάνες τρεις, είναι κρεμασμένες, μαζί με το σήμαντρο, στον τοίχο του νάρθηκα, στο ύψος του χεριού που θα τις σημάνει). Κάτω από το κυκλικό άνοιγμα και τη διακοσμητική ευθεία, εντοιχισμένες δυο πλάκες σε διαδοχή: στην επάνω (0,60X1,20) αναγράφεται:

 

Ο ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΟΥΤΟΣ ΝΑΟΣ

ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ ΗΓΟΥΜΕΝΕΥΟΝΤΟΣ ΤΟΥ

ΠΑΝΟΣΙΩΤΑΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΜΠΕΒΑΡΔΟΥ

ΑΒΔΙΜΠΕΪΤΟΥ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΟΝΤΩΝ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΖΑΜΙΛΑ ΚΑΙ ANANIA ΒΕΝΕΤΗ ΧΕΛΙΩΤΩΝ

ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΟΥ ΠΑΝΙΕΡΩΤΑΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΔΑΝΙΗΛ ΠΕΤΡΟΥΛΑ

ΕΝ ΜΗΝΙ ΜΑΪΩ ΑΩΟΑ (=1871)

Στην κάτω (0,15X0,20) σημειώνεται:

Ο ΝΑΟΣ ΩΔΕ ΔΙΑ ΓΡΑΜ

ΜΑΤΙ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΔΡΟΣΙΝΟΥ ΟΙΚΟΔΟΜΕΙΤΑΙ

 

Στο εσωτερικό του νάρθηκα εικόνες του Αγ. Δημητρίου. Ο οκτάπλευρος τρούλλος στρογγυλός στο εσωτερικό, στηρίζεται σε τέσσερα τόξα. Οι οκτώ φωτιστικές του θυρίδες προσθέτουν στον καλό φωτισμό του ναού, που του προσφέρουν δυο παράθυρα: στο βόριο και στο νότιο τύμπανο των τόξων καθένα. Και η θύρα εισόδου με το τοξωτό ανακουφιστικό της άνοιγμα στο υπέρθυρο.

 

Τμήμα του καθολικού και η εντοιχισμένη πλάκα.

 

Ο ναός έχει αγιογραφηθεί από τον Χ. Βούλγαρη. Έχει ακόμη μερικές φορητές εικόνες του Αγίου Δημητρίου – 18ου – 19ου αι. Μια του 1828 εικόνα της Παναγίας, που είναι αφιερωμένη στη Μονή από τον ηγούμενο «Πεβάρδο». Το καλοδουλεμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο βοηθεί στη διακόσμηση του ναού.

Στη γιορτή του Αγίου, στις μεγάλες γιορτές των Χριστουγέννων, το Πάσχα, στις παρακλήσεις του Δεκαπενταύγουστου, η εκκλησία αυτή αναδίνει μια συγκρατημένη κατανυκτικότητα, μια ευωδιά τρυφερής φροντίδας μαζί με το άρωμα των λουλουδιών, του λιβανιού, του ασβέστη.

Κι’ εκείνη η μικρή εστία θερμότητας γύρω από το Ψαλτήρι, οι καλόγριες της Μονής με τις συγκινημένες απλές φωνές τους, σαν ενωμένη ικεσία ενός αδύναμου παθητικού συνόλου, κεντρώνει τα ψυχρά σχήματα, τις άχαρες γραμμές της αρχιτεκτονικής, σ’ ένα κύκλο επικοινωνίας.

Στην ίδια θέση υπήρχε ο παλιός ναός, που κάηκε. Τίποτε δεν έμεινε να θυμίζει τη μορφή του. Τον φέρνει ωστόσο ο νους, με τη βυζαντινή λιτότητά του, χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς στολίδια, αυστηρό. Ξωμάχοι οι καλόγεροί του. Άλλων καιρών καταφύγιο. Άλλη η ζωή, οι φόβοι της… στο φως του κεριού οι ελπίδες της.

Πίσω πολύ δεν μας φωτίζει η ιστορία. Πριν από το 1710, τίποτε. Μόνο πως υπήρχε «αρχαιότατη», λέει η παράδοση. Ύστερα κάηκε. Τις πέτρες της πήρε ένας πασάς να ομορφήνει μ’ αυτές το μεγαλόπρεπο τεκέ του – πράξη που μαρτυράει την αξία της μορφής του παλιού μοναστηριού.

Είκοσι χρόνια κατόπιν, αν και πρόσφατα καμένο, το Μοναστήρι ξαναζωντανεύει: έχει 80 μοναχούς κι’ άλλες το ζώνουν πυρκαγιές. Ο ηγούμενός του, Διονύσιος Σουρίλος, το 1821, ξεσηκώνει τα χωριά γύρω, ψυχώνει το Χέλι, το Κοφίνι, βάζει φωτιά στην καρδιά των ανθρώπων τους και ο ίδιος δίνεται περισσότερο στον πόλεμο και λιγότερο στην ειρήνη της ψυχής του.

Όσοι σώθηκαν από τη μάχη του Πέτα, μας πληροφορεί ο Φωτάκος [vii] και έγιναν ο πυρήνας του τακτικού στρατού, τοποθετήθηκαν στη Μονή Αγίου Δημητρίου για να πάρουν μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου. Μαζί τους και ο ηγούμενος Σουρίλος ή Σουρίλας με τους καλογέρους του. Στο περιοδικό Λακωνικά[viii] αναγράφονται τούτα: «Πολλοί των μοναχών ήσαν πρώην κλέφται ή αντήλασσαν κατά τας περιστάσεις τα δύο επαγγέλματα..

 Νά ρίχνη μες’ στο θυμιατό μπαρούτι για λιβάνι

να του θυμάη τον πόλεμο, τα περασμένα νειάτα…»

Άλλα και στα νεότερα χρόνια πάλι φωτιές ζώνουν το Μοναστήρι. Βοήθαγε και η απόμονή του θέση, βοήθαγε και το ψυχωμένο φρόνημα των «κατοίκων» του. Κατηγορήθηκε από τους Γερμανούς πως «εχθρευόταν» τον εχθρό και συνεργαζόταν με τους αντάρτες. Για τιμωρία του καίνε και ανατινάζουν, από τη βόρια πλευρά του, εννέα κελλιά. Μαζί του παίρνουν ό,τι είχε και δεν είχε. Αυτά το 1943. Και στις φοβερές αυτές ώρες της γερμανικής κατοχής και στου εμφύλιου πόλεμου τα πάθη, βασανίζεται ο ηγούμενος του Καρακαλά. Να αποκαλύψει τι ξέρει για τους αντάρτες της περιοχής: δεμένο σε μια συκιά τον δέρνουν μέχρι αίματος. Για το μαρτύριο τούτο βεβαίωσε αυτόπτης μάρτυρας, στρατιώτης των ταγμάτων ασφαλείας. Η συκιά έξω από την ανατολική θύρα υπήρχε, ως λίγα χρόνια πριν.

 

Εσωτερικό της Μονής

 

Η Μονή, από το βασιλικό διάταγμα του Όθωνα δηλαδή από το 1834, αλλάζει πολλές φορές μορφή. Πότε αυτοδιοίκητη, πότε συγχωνευμένη. Οι μοναχοί της όλο και λιγοστεύουν. Το 1834 αριθμούνται πέντε. Το 1855, το 1860, το 1877 έχει σταθερά οκτώ. Το 1882 της μένουν πέντε, ενώ το 1919 μόνο τέσσερις, αριθμός που αναγκάζει τον ηγούμενο Θεόφιλο Ιωάννου να παραιτηθεί και η Καρακαλά να διευθύνεται από την Ταλαντίου.

Διαδοχικά: το 1934/10.12, έχοντας πέντε μοναχούς γίνεται έδρα, μετά τη συγχώνευσή της με την Ταλαντίου. Σ’ αυτές τις δυο συγχωνεύονται το 1936/7.12 οι Μονές Αγνούντος και Ταξιαρχών, με έδρα πάλι του Καρακαλά. Ενώ το 1939, η έδρα μετατοπίσθηκε στην Ταξιαρχών, όπου και άνηκε η Μονή Αγ. Δημητρίου. Έτσι κι’ έπεσε στην παρακμή. Το 1942/15.12 όμως γίνεται ανασύστασή της και μετόχι της η Μονή Ταλαντίου. Το τελειωτικό κτύπημα, που δέχτηκε σαν ανδρώα μονή, είταν τα επεισόδια με τη γερμανική κατοχή.

Από το 1955 εποπτεύουν το Μοναστήρι τέσσερις μοναχές και από το 1962 γίνεται γυναικείο. Με ηγουμένη τώρα τη Συγκλητική και τις μοναχές: Νεκταρία, Μακαρία, Παρασκευή, Χριστοφόρα, Ακακία, Μαριάμ, Διονυσία, Συγκλητική, Παταπία και Μαρία, βρίσκεται σε άνθηση και διαρκή ανοικοδόμηση.

Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο Τάκης Μαύρος και η Ντιάνα Αντωνακάτου, επισκέφτηκαν την Ιερά Μονή το 1974. Σήμερα, Ηγουμένη της Μονής είναι η Ακακία Χειλαδάκη. Ο αριθμός των γυναικών – μοναχών ανέρχεται στις εννέα  (9).

Κι’ εδώ, όπως σε κάθε γυναικεία μονή, το φαινόμενο της «ανοικοδομήσεως» – με τα καλά και τα κακά γνωρίσματά του – οφείλεται στη δημιουργική διάθεση των γυναικών, στην επιμονή και στην αντοχή τους, ως να φτάσουν στο συντελεσμένο έργο: τη σύγχρονη μορφή του μοναστηριού τους, όπως αυτές τη θέλουν.

Το 1834, σύμφωνα με έγγραφο του Μητροπολίτου Αργο­λίδος Κυρίλλου Δεληγιαννοπούλου, το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου εις Ξηροκαστέλι έχει: 3500 στρέμματα γης, 25 στρεμ. αμπέλια, 10000 στρεμ. ακαλλιέργητη γη, 2000 ελαιόδεντρα, 423 αιγοπρόβατα, 150 κυψέλες μελισσιών, 37 χοντρά ζώα, 8 ασημένια και 34 χάλκινα σκεύη, 2,5 οκ. ασήμι, 15 υπηρέτες και 7 ορφανά.

Στον ίδιο περίπου χρόνο διαφορετική είναι η καταγραφή των περιουσιακών του σε κατάσταση του Δημοσίου:[ix] Πατέρες 5, υπηρέτες 6, Καλλιεργήσιμη γη στρεμ. 800, Αμπελώνες στρεμ. 16, ελαιόδεντρα 1000, Κήποι 1, Ελαιοτριβεία 1, Μύλοι 1, Αιγοπρόβατα 400, Νομαδικά 65, Βόες Γεωργικοί 8, Ζώα φορτηγά 6, Μελίσσια 100, Μετόχια 2, Χαλκός 50 οκ. Ετήσιον εισόδημα 8000 δρχ. Η Οικοδομή περιέχουσα εικοσιπέντε δωμάτια είναι οχυρά, ο κήπος περιέχει έως 30 δένδρα κάρπιμα.

Φαίνεται ότι έχει μεγάλη περιουσία. Το πιο ανεβασμένο εισόδημα και τα περισσότερα δωμάτια απ’ όλα τα μοναστήρια της Αργολίδας. Τα σύνορα των κτημάτων της απλώνονται σε μεγάλη ακτίνα.[x] Μέσα σε σχετικό έγγραφο (υπάρχουν 282 έγγραφα στο φάκελλό της) τα σύνορά της ορίζονται έτσι:

 

« Οι κάτοικοι των πέριξ της μονής προσκληθέντες υπό του καθηγουμένου Κου Διονυσίου Μπεβάρδου μαρτυρούμεν ότι η όλη περιφέρεια της μονής περατούται από μεν Δυσμών εκ του μέρους της Τιρυνθίδος υπό του μακρού λιθαρίου υπό του δημοσίου δρόμου, υπό του χαρακώματος του Θεοδωροπούλου τα καταλύματα, το όρος του προφήτου ηλιού και του αγίου Ιωάννου και τον μελισσάν. από δε της μεσημβρίας από το μέρος της Ασύνης, υπό του κεφαλαρίου εις το Γκωλινάρι και μαυροβουνές. από δε ανατολικών εκ του μέρους της λύσσης υπό των κορών, υπό της Γέφυρας της Καλογραίας υπό του χαλκοκάστρου, του μπρούτζου τα καλύβια και το όρος του φωνίσκου και των ερήμων. από δε βορρά εκ του μέρους αραχναίου υπό της εύμορφης σπυλιάς υπό του αραχναίου όρους της ασφακαράχνης του πετριτού και της Θαστζας. εκ μέρους της Μηδρίας υπό του αραχναίου σταυροδρομίου του μαριανού δημοσίου δρόμου ερχόμενοι εκ του μακρολιθαρίου.   Μάρτιος 1836 Υπογραφές ».

 

Το 1974 οι μοναχές έχουν ένα μικρό υφαντήριο, λίγα κεντήματα, ασήμαντη κτηματική περιουσία, κανένα υπηρέτη και κανένα ορφανό στην πλάτη τους. Με λίγα δέντρα και οικιακά ζώα ενός μικρού νοικοκυριού, ζουν με πολύ φροντισμένο το Μοναστήρι τους και ένα μεγάλο νέο χτίριο – κελλιά, ξενώνες, εργαστήρια – στο ενεργητικό τους. Έξω από τον περίβολο – 30X90 οι διαστάσεις του – η ερημιά της ακατοίκητης εξοχής. Την ταράζει μόνο το ανέβασμα από καιρό σε καιρό των προσκυνητών του Αγίου Δημητρίου – ξεχωριστά τον αγαπούν Ναυπλιείς και Αργείοι. Στα δυτικά, πάνω σ’ ένα λόφο, το Κοιμητήρι της Μονής χωρίς εκκλησιά, δίχως έμφαση, χωρίς ανυπομονησία, σα να κυττάζει κατά το καχεκτικό κυπαρισσάκι της εισόδου του Καρακαλά.

Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος

Διατηρήθηκε η ορθογραφία των συγγραφέων.  

 

Υποσημειώσεις


[i]   Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία, Αθήναι 1950, σ. 27.

[ii] Φαίδωνος Ι.Φ. Κουκουλέ, Βυζαν­τινά τινα παρωνύμια, «Επιστημονική Επετηρίδα» (1953-1954), σ. 89) και του ίδιου, Διορθωτικά και Ερμηνευτικά εις Βασίλειον Τάξιν, ΕΕΒΣ 18, (1949), σ. 113.

[iii] Σπυρ. Π. Λάμπρου, Σύμμικτα, «Νέος Ελληνομνήμων», 8, [1911], σ. 236 και Τάσου Αθ. Γριτσοπούλου, Η Αρχιεπισκοπή Δημητσάνης και Αργυροκάστρου, Ε Ε Β Σ», έτος Κ’, σ. 228.

[iv] Κ. Ν. Σάθα, Documenta Stratiotas Illustrantia, «Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας», 8, Paris 1886, σ. 366.

[v] Τάσου Αθ. Γριτσοπούλου, Γρηγόριος ο Ε’, ο Πατρι­άρχης του Έθνους, ΔΙΕΕ, 14, (1960), σ. 216.

[vi] Ανέκδοτον μολυ­βδόβουλον του Γρηγορίου του Ε’ (Μάρτιος 1798) Παρνασσός τομ. Β, 1878, σελ. 237—240.

[vii] Φ. Φωτάκος, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1899, τομ. 1ος, σ. 430.

[viii] Φιλ. Ζαννέτου, Ο Ζαχαρί­ας Μπαρμπιτσιώτης, «Λακωνικά», (1932), σ. 124.

[ix]  Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά – Σύμμικτα, Φακ. 213, Κατάστιχος Πίναξ [1833], Ναυπλία 2.

Read Full Post »

Ο Συνταγματικός Έλλην – Η εφημερίδα της Ναυπλιακής Επανάστασης (1862)

 

 


 

Την 5η Φεβρουαρίου 1862 κυκλοφόρησε στο Ναύπλιο το πρώτο φύλλο της εφημερίδας Ο ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝ, με υπότιτλο ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ. Τυπωνόταν στο τυπογραφείο του Κ. Ιωαννίδη και είχε συντάκτη τον Θεόδωρο Φλογαΐτη.

Κάτω από τον υπότιτλο φιγουράριζε ένα περίτεχνο έμβλημα. Μια αρχαιοπρεπής γυναικεία μορφή κάθεται μεγαλόπρεπα πάνω σ’ ένα όρθιο αρχαίο κίονα και κρατάει στο προτεταμένο δεξί χέρι της ξίφος. Ο κίονας φέρει στο κέντρο του έναν τεράστιο οφθαλμό που «τα πανθ’ ορά» και στέφεται με πλούσιους κλάδους δάφνης, ενώ τον τέμνει διαγωνίως ένα τεράστιο σπαθί. Το μήνυμα είναι ευδιάκριτο: Δοξασμένα όπλα και Δικαιοσύνη που επαγρυπνεί για να τα χρησιμοποιεί, όταν χρειάζεται. Οι συνειρμοί ευκολότεροι: Ο αγώνας του Ναυπλίου είναι κατά της αδικίας.

 

Στο διάστημα από 5 Φεβρουαρίου έως 9 Μαρτίου 1862 κυκλοφόρησαν 17 τεύχη και 1 παράρτημα. Η εφημερίδα, άγνωστο γιατί, έπαψε να κυκλοφορεί από την 10η Μαρτίου έως την 8η Απριλίου, που παραδόθηκε η πόλη. Ήταν ένα μικρό έντυπο, τετρασέλιδο κατά βάση, τελάλης των αρχών της Επανάστασης και ανελέητος κατήγορος του συστήματος της φαυλοκρατίας. Υπήρξε δηλαδή ο ΣΥΝΤΑΓΜΑ­ΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝ το ιδεολογικό όργανο των επαναστατών, που είχαν ανάγκη να προπαγανδίσουν τις ιδέες τους στα ευρύτερα στρώματα, να κοινοποιήσουν τους σκοπούς τους έξω από το Ναύπλιο, να τονώσουν το φρόνημα των αγωνιστών πριν, αλλά και μετά τις φονικές μάχες.

Βέβαια η μικρή αυτή εφημερίδα των 24Χ19 εκ. δημοσίευε κάθε είδηση που αφορούσε την επανάσταση και την εξέλιξή της. Τα πρώτα όμως φύλλα καλύπτονται από ανακοινώσεις της Επιτροπής Ασφαλείας, ψηφίσματα δήμων της περιοχής, πληροφορίες για την εξέγερση κι άλλων πόλεων και λοιπές συναφείς ειδήσεις. Σε κεντρική θέση βέβαια δημοσιεύεται το μανιφέστο της Επιτροπής. Στα επόμενα φύλλα πυκνώνουν οι ειδήσεις για εξεγέρσεις στην υπόλοιπη Ελλάδα, αν και ποτέ ο συντάκτης δεν είναι κατηγορηματικός.

Ιδιαίτερη θέση έχουν ασφαλώς οι ειδήσεις για τις μάχες: την έκβασή τους, τους νεκρούς, τους τραυματίες και την ανοίκεια τακτική του στρατηγού Χαν να ποτίζει στους στρατιώτες του με ρακή πριν τη μάχη, ακόμα και παρά τη θέλησή τους. Οι νεκροί και τραυματίες αξιωματικοί και υπαξιωματικοί αναφέρονται με τα ονόματά τους και κάποτε και ο επικήδειός τους, όταν εκφωνείται από λαμπρούς ρήτορες, όπως ο πρωτοδίκης Π. Μαυρομιχάλης.

Πάνω απ’ όλα όμως ο ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝ διασαλπίζει τις αρχές της Επανάστασης και με πύρινα άρθρα των συντακτών του, κυρίως του Φλογαΐτη και του Δημητριάδη, στηλιτεύει αμείλικτα «το μιαιφόνον και κακούργον σύστημα» και εμψυχώνει τους αγωνιστές. Το ύφος ήταν αυστηρό, ο τόνος υψηλός και η γλώσσα κομψευόμενη καθαρεύουσα έως αρχαΐζουσα.

 

 

Ο Συνταγματικός Έλλην

 

 

Οι αναφορές της εφημερί­δας στην 25 Μαρτίου 1821, τη γαλλική επανάσταση και φυσικά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 είναι αποκαλυπτικές της ιδεολογίας που έθρεψε το κίνημα του Ναυπλίου. Ιδεολογίας εθνικής και δημοκρατικής που έρχεται από την παράδοση των Εθνοσυνελεύσεων του ’21 και την πολιτική σκέψη που κληροδότησε η γαλλική επανάσταση. Δύσκολα κρύβονταν τα αντιοθωνικά και αντιβασιλικά φρονήματα των επαναστατών, αν και δεν τοποθετήθηκαν απροκάλυπτα κατά του θεσμού της βασιλείας. Πως θα ήταν δυνατόν εξάλλου, αφού από τη μία, επί σειρά ετών, στηλίτευαν τον Όθωνα για τις παραβιάσεις του Συντάγματος και από την άλλη υπήρχε ο φόβος παρέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων;

Έντεχνα όμως και υπαινικτικά δηλώνονται οι πεποιθήσεις τους, τόσο «εις τας τρεις εθνοσωτηρίους αρχάς» της επαναστάσεως, που δημοσιεύονται στο 2ο φύλλο, όσο και σε άρθρα της εφημερίδας.

Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα: «Ο όρκος τον οποίο δίδει πας Έλλην άμα γεννώμενος, είναι Ζήτω η Πίστις, η Πατρίς, η ελευθερία. Πας άλλος όρκος (εννοεί προφανώς Ζήτω ο Βασιλεύς) είναι βεβιασμένος, αθέμιτος και κατά συνέπειαν άκυρος!»

Στα τελευταία φύλλα, όταν οι εξελίξεις στο πεδίο της μάχης είναι άσχημες για τους επαναστάτες, η εφημερίδα διαδηλώνει ανοιχτά μόνο κατά της Κυβερνήσεως (Υπουργείον λεγόταν τότε) και κατά του συστήματος της φαυλοκρατίας, της αδικίας και της διαφθοράς και ζητά από τον Όθωνα πιστή εφαρμογή του Συντάγματος.

Άξια επισημάνσεως είναι η περιγραφή, στο φύλλο της 23ης Φεβρουαρίου, της καύσεως της λαιμητόμου στο Ναύπλιο και της διαδήλωσης των πολιτών κατά της θανατικής ποινής.

Ο λαός την εσπέραν της Δευτέρας έκαυσε την λαιμητόμον εν πομπή δείξας το προς την θανατικήν ποινήν μίσος του έπραξε. Πράξιν αξίαν του ΙΘ’ αιώνος. Ο δε ενθουσιώδης ρήτωρ κ. Πέτρος Μαυρομιχάλης εξεφώνησε τον επόμενον λόγον.

 

«Χαίρετε και πάλιν Έλληνες!!

 Σήμερον είνε η Αγία και καθαρά Δευτέρα, η πρώτη ημέρα της Μεγάλης τεσσαρακοστής. Σήμερον καθαρίζεται το Ελληνικόν Έθνος από το λείψανον της βαρβαρότητος από το αποτρόπαιον μίασμα, από την λαιμητόμον.  Σήμερον συλλογίζονται οι επίβουλοι σύμβουλοι του στέμματος, ότι το πυρ το οποίον έκοπτε τας κεφαλάς των κακούργων ους ώθουν ούτοι εις εγκλήματα δια της μυσαράς πολιτικής των, δια του ιδίου πυρός καταναλίσκεται. Όθεν ας συγγχαρώμεν εαυτούς δια την κλητήν ημέραν της 1 Φεβρουαρίου καθ’ ήν Συ ω γενναία φρουρά έφερες, σεις υπαξιωματικοί και στρατιώται του εθνικού στρατού της Ναυπλίας δια των επαραμίλλων γενναιοφρόνων αισθημάτων σας επροκαλέσατε, την αυταπάρνησιν φέροντες εις το μέτωπόν σας ως σύμβολον του κινήματος. Ας καύσωμεν όθεν ομοθυμαδόν το αποτρόπαιον μίασμα της βαρβαρότητος, την λαιμητόμον και μετ’ αυτής συγκαύσωμεν και το εθνοκτόνον υπόμνημα το υβριστικόν του αγώνος.

( Εντεύθεν ο ρήτωρ πρώτος έβαλε πυρ εις το υπόμνημα όπερ εναπέθεσαν επί της λαιμητόμου ήτις μετ’ αυτού ενεπρήσθη, η κόνις των οποίων εύρισκεν άσυλον επί του εν Τιρύνθει εστρατοπεδευμένου εθνικού στρατού.)

Εν κατακλείδι, η εφημερίδα αυτή υπήρξε ο αμείλικτος κατήγορος του πολιτικού συστήματος και ο διαπρύσιος κήρυκας των αρχών της Ναυπλιακής Επανάστα­σης, η οποία αναρρίπισε τις άσβεστες ελπίδες της ελληνικής κοινωνίας για δημοκρατία, αξιοκρατία και εθνική αξιοπρέπεια. Η εφημερίδα κυκλοφόρησε πάλι, την 10η Νοεμβρίου 1862 και για περισσότερα από 20 χρόνια.

 

Γιώργος Αναστασόπουλος

[Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από την εισαγωγή του Γιώργου Αναστασόπουλου, για την ανατύπωση της εφημερίδας, «Ο Συνταγματικός Έλλην», από τη μη κερδοσκοπική εταιρεία «Απόπειρα»].  

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Φλογαΐτης  Ν. Θεόδωρος (Ναύπλιο 1840 ή 1848 – Αθήνα 1905)


 

Φλογαΐτης Θεόδωρος

Νομομαθής πολιτικός και δημοσιογράφος. Ο πατέρας του Νικόλαος Φλογαΐτης ζούσε στην Οδησσό, ήταν νομομαθής, γλωσσομαθής, μέλος της Φιλικής Εταιρείας και αγωνιστής του ’21. Επί Καποδίστρια υπηρέτησε ως πρόεδρος των πρωτοδικών και Αρεοπαγίτης μέχρι το 1844. Κατόπιν έγινε πρόεδρος των εφετών στο Ναύπλιο έως το 1862. Ο Θεόδωρος Φλογαΐτης γεννήθηκε στο Ναύπλιο κι εκεί πέρασε τα νεανικά του χρόνια. «Δεν είχε ακόμα ενηλικιωθεί όταν αγωνιζόταν με τ’ όπλο στο χέρι και με την πέννα από τις στήλες του «Συνταγματικού Έλληνα» όπου διερμήνευε τις αρχές της επανάστασης του 1862.

Κατά την πολιορκία του Ναυπλίου από τις κυβερνητικές δυνάμεις, γράφει η Ιστορία του Ελλ. Έθνους, το ηθικό των επαναστατών ήταν ακμαίο. Πολύ συντελούσαν σ’ αυτό τα άρθρα που δημοσιεύονταν στην εφημερίδα «Συνταγματικός Έλλην» που είχε διευθυντή τον Θ. Φλογαΐτη, καθώς και οι φλογεροί λόγοι του πρωτοδίκη Π. Μαυρομιχάλη, που παρακινούσαν το λαό να συνεχίσει την άμυνα με όλη του τη δύναμη.

Μετά την μεταπολίτευση πήρε πτυχίο Νομικής και για ένα χρονικό διάστημα ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου στην Χαλκίδα. Έγινε υφηγητής του Συνταγματικού Δικαίου και ήρθε κι εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, αλλά πολιτεύονταν στη Χαλκίδα. Το 1879 εξελέγη βουλευτής Χαλκίδας. Ήταν πολιτικός αντίπαλος του Κουμουνδούρου. Το 1890 εξελέγη βουλευτής Ευβοίας.

Ο Φλογαΐτης αρθρογραφούσε. Με την πέννα του υπερασπίζονταν την ελευθερία του «προσώπου», της θρησκευτικής συνείδησης και του πολιτικού φρονήματος. Σ’ άλλο άρθρο του που το έγραψε τον Αύγουστο του 1900, αλλά δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του στην Ποι­κίλη Στοά του 1912 (σελ. 143-5) γράφει για «Το καθήκον της Ελληνικής Πολιτείας προς τας εργατικάς τάξεις».

Επί Τρικούπη εξελέγη μέλος της επί του προϋπολογισμού επιτροπής. Ο Φλογαΐτης «δια πολυφύλλου εκθέσε­ως κατεδείκνυε το βάραθρον προς ο εφερόμεθα, προϊδών και προϊπών την επικειμένην χρεωκοπίαν». Προταθεί για καθηγητής Πανεπιστημίου αλλά αυτός προτίμησε την δημοσιογραφία.

Έργα του: «Δικαστικός νόμος της Ελλάδος», «Οδηγός δημοσίων και δημοτικών υπαλλήλων» (1890), «Ναυτικόν Δίκαιον» (1893), «Πολιτική Δικονομία» (1894), «Εγχειρίδιον Συνταγματικού Δικαίου» (1895), «Λεξικόν της Νομικής» (1900). Πέθανε στην Αθήνα το 1905.

  

Πηγές 


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», τρίτη έκδοση, Αθήνα, χχ.
  • Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου, «Εθνικόν Ημερολόγιον του έτους 1910», Εν Αθήναις, 1910.
  • Μαρίνου Βρετού, « Εθνικόν ημερολόγιον», Εν Αθήναις, 1866.

 

Σχετικά θέματα: 

Read Full Post »

Ορλάνδος Ιωάννης (1770; – 1852)
   

Ορλάνδος Ιωάννης, έργο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Συλλογή Έργων Τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

 

Ο Ιωάννης Ορλάνδος* καταγόταν από πλούσια οικογένεια του Κρανιδίου, η οποία εγκαταστάθηκε τον 18ο αιώνα στις Σπέτσες.

 Γεννήθηκε στις Σπέτσες γύρω στο 1770 και πέθανε στην Ύδρα το 1852. Στην Ύδρα που είχε εγκατασταθεί από το 1811 παντρεύτηκε την αδελφή του Γεώργιου και του Λάζαρου Κουντουριώτη, Υδραίων προεστών και πλοιοκτητών. Και ο ίδιος όμως υπήρξε σημαντικός πλοιοκτήτης πριν από την Επανάσταση. Μάλιστα με την έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα έθεσε τα πλοία του στην υπηρεσία της επαναστατικής διοίκησης.

 

Διετέλεσε πληρεξούσιος της Ύδρας στην Α’ Εθνοσυνέλευση και μέλος της δωδεκαμελούς Επιτροπής που επεξεργάστηκε το κείμενο του πρώτου συντάγματος. Κατείχε τη θέση του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού από τις 14 Ιανουαρίου έως τον Απρίλιο του 1823. Στις 26 Απριλίου και αφού ο Λάζαρος Κουντουριώτης αρνήθηκε το αξίωμα, εκλέχθηκε πρόεδρος του Βουλευτικού. Ένα μήνα αργότερα, στις 22 Μαΐου 1823, απογοητευμένος από τις πολιτικές εξελίξεις και διαβλέποντας τον επερχόμενο εμφύλιο πόλεμο, παραιτήθηκε από τη θέση του προέδρου του Βουλευτικού. Οι πολιτικοί του αντίπαλοι ήδη τον είχαν κατηγορήσει για φατριαστικό πνεύμα, εξαιτίας της υποστήριξης που παρείχε στους Κουντουριώτες.

Τον Ιούνιο του 1823 ορίστηκε μέλος τριμελούς επιτροπής – με τους Ανδρέα Λουριώτη, έμπιστο του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, και  Ιωάννη Ζαΐμη, εκπρόσωπο των Μωραϊτών για τη διαπραγμάτευση της λήψης δανείου για την ενίσχυση του αγώνα στο Λονδίνο. Πριν αναχωρήσει για τη βρετανική πρωτεύουσα, σε επιστολή του διακήρυσσε την ανάγκη ενότητας και αποφυγής εμφύλιων συγκρούσεων.

Επίσης, στις αρχές Νοεμβρίου του 1823 επισκέφθηκε το λόρδο Βύρωνα στην Κεφαλονιά. Τον Ιανουάριο του 1824, μαζί με τον Ανδρέα Λουριώτη άνθρωπο του Μαυροκορδάτου, ήταν οι εκπρόσωποι της Ελλάδας που άρχισαν τις διαπραγματεύσεις και τελικά συνήψαν το πρώτο αγγλικό δάνειο** κατά τη διάρκεια της Επανάστασης ύψους 800.000 λιρών στερλινών.

 

«Το δάνειον των γραικών ετελείωσε προς 59 τα % από εν ρισπετάμπιλε οσπίτιον… Ας γνωρίζουν οι γραικοί την χάριν εις το Κομιτάτον και κάτ΄ εξοχήν εις τον ακούραστον Bowring. Είνε δε σύμφωνον το Κομιτάτον με τους Δεπουτάτους να σταλώσι τα χρήματα εις τον Λόρδ Byron και τον Colonel Stanhope δια να βαστάξουν αυτοί εις την θέλησιν της Βουλής προς ωφέλειαν του Γένους, χωρίς να τα οικειοποιηθούν οι κλέπται». Από επιστολή του Α. Μ. Αντωνόπουλου προς το Δ. Ρώμα, 17 Φεβρουαρίου 1824. (βλ. αρχείο Ρώμα σελ. 227-228)

 

Στο Λονδίνο έτυχε επίσημης υποδοχής, ενώ συνάντησε ακόμη και τον Άγγλο υπουργό Εξωτερικών George Canning. Συμμετείχε και στην αντιπροσωπεία που διαπραγματεύτηκε, το 1825, και το δεύτερο δάνειο*** ύψους 2.000.000 λιρών στερλινών από την Αγγλία. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1825 εξακολουθώντας να εκπροσωπεί τους Υδραίους στις Εθνοσυνελεύσεις.

Ο Ορλάνδος ανήκε στο «αγγλικό» κόμμα, κρίνοντας ως πλέον πρόσφορη και αποτελεσματική την υποστήριξη της Αγγλίας για την ελληνική υπόθεση. Στήριζε την προτίμησή του αυτή και στη φιλελεύθερη πολιτική παράδοση της χώρας εκείνης, αλλά και στην επωφελή για τους Έλληνες υπεροχή της στη θάλασσα. Αργότερα εντάχθηκε στην αντικαποδιστριακή παράταξη, διατυπώνοντας μάλιστα την άποψη ότι θα προτιμούσε η Ελλάδα να μετατραπεί σε αγγλικό προτεκτοράτο από το να ανεχθεί τον απολυταρχισμό του Καποδίστρια. Έτσι, μετείχε στις αντικαποδιστριακές στάσεις της Ύδρας το καλοκαίρι του 1831.

Εκ των υστέρων, και στο πλαίσιο της αναζήτησης «αποδιοπομπαίων τράγων» για την τύχη των δανείων της περιόδου της Επανάστασης, κατηγορήθηκε μαζί με το Λουριώτη για κακοδιαχείριση. Αρχικά απαλλάχθηκαν από τις κατηγορίες, αλλά το 1835 το Ελεγκτικό Συνέδριο τους κήρυξε υπευθύνους για απώλεια μέρους των χρημάτων του δανείου και «αλληλεγγύως χρεώστες του Δημοσίου» για ποσό 28.769 λιρών στερλινών. Το 1839 εξέδωσε μαζί με το Λουριώτη την απολογία τους σε ογκώδες δίτομο έργο, το οποίο αργότερα αποκήρυξε.

  

Υποσημειώσεις

 

* Το όνομα Ορλάνδος είναι εξελληνισμένο εκ του Ιταλικού Ορλάντο (Orlando) που και αυτό προέρχεται με μικρή παράφραση από το γαλλικό Ρολάνδο (Ρολάντ) με το οποίο φερόταν στους μεσαιωνικούς θρύλους και ποιήματα κάποιος ανεψιός του Καρλομάγνου (Ποίημα του Ρολάνδου κ.ά.). Επί τη βάσει των θρύλων αυτών ο Ιταλός ποιητής Λοντοβίκο Αριόστο έγραψε τον Μαινόμενο Ορλάνδο.  

** Στις 26 Ιανουαρίου 1824, ο Ιωάννης Ορλάνδος και ο Ανδρέας Λουριώτης έφθασαν στην αγγλική πρωτεύουσα και ύστερα από έντονες διαπραγματεύσεις, στις οποίες πήραν μέρος και μέλη του Φιλελληνικού Κομιτάτου, συνομολόγησαν ένα δάνειο 800.000 λιρών με τον οίκο Λόφναν (9 Φεβρουαρίου 1824). Το δάνειο είχε τόκο 5%, προμήθεια 3%, ασφάλιστρα 1,5% και περίοδο αποπληρωμής 36 χρόνια. Ως εγγύηση για την αποπληρωμή του δανείου τέθηκαν από ελληνικής πλευράς τα δημόσια κτήματα και όλα τα δημόσια έσοδα. Όμως, το ποσό που έφθασε στην επαναστατική διοίκηση ήταν μόλις 298.000 λίρες, αφού το παραχωρούμενο δάνειο είχε οριστεί στο 59% του ονομαστικού (472.000 λίρες) και από αυτό παρακρατήθηκαν 80.000 ως προκαταβολή τόκων δύο ετών, 16.000 για χρεολύσια, 2.000 ως προμήθεια και άλλες δαπάνες.

*** Στα 1825 ανακλήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση ο Ι. Ζαΐμης και στη θέση του στάλθηκε ο Γ. Σπανιολάκης. Το δεύτερο δάνειο ανέλαβε ο τραπεζιτικός οίκος των αδελφών Ρικάρδο με ονομαστικό κεφάλαιο 2.000.000 λιρών (26 Ιανουαρίου 1825). Τη διαπραγματευτική ομάδα αποτελούσαν και πάλι οι Λουριώτης και Ορλάνδος. Όπως και στο πρώτο δάνειο, το καθαρό ποσό περιορίστηκε στις 816.000 λίρες, αφού το παραχωρούμενο δάνειο είχε οριστεί στο 55% του ονομαστικού (1.100.000) και από αυτό παρακρατήθηκαν 284.000 λίρες για προκαταβολή τόκων δύο ετών, χρεολύσια, προμήθεια και άλλες δαπάνες.

Τη διαχείριση του δεύτερου δανείου ανέλαβαν οι άγγλοι τραπεζίτες και τα μέλη του Φιλελληνικού Κομιτάτου, παραγκωνίζοντας τους έλληνες εκπροσώπους. Από το δάνειο διατέθηκαν: 212.000 λίρες για την αναχρηματοδότηση του πρώτου δανείου, 77.000 για την αγορά όπλων και πυροβόλων, από τα οποία λίγα έφθασαν στην Ελλάδα, 160.000 για την παραγγελία 6 ατμοκίνητων πλοίων, από τα οποία μόνο τρία έφθασαν στην Ελλάδα («Καρτερία», «Επιχείρηση», «Ερμής») και 155.000 για τη ναυπήγηση δύο φρεγατών σε ναυπηγεία της Νέας Υόρκης, από τις οποίες μόνο η μία («Ελλάς») ήλθε στην Ελλάδα, ενώ η δεύτερη πουλήθηκε για να χρηματοδοτηθεί η πρώτη. Τελικά, στην Ελλάδα έφθασε μόνο το ποσό των 232.558 στερλινών. Επί Βαυαροκρατίας, ο Υπουργός Οικονομικών Γεώργιος Σπανιολάκης κατηγόρησε τους δύο διαπραγματευτές ότι ιδιοποιήθηκαν χρήματα από τις αγοροπωλησίες μετοχών των δανείων και επιπλέον τον Ορλάνδο ότι παρακράτησε ποσό 5.900 λιρών από τα δύο δάνεια. Μάλιστα, το Ελεγκτικό Συνέδριο προχώρησε σε προσημείωση των περιουσιακών τους στοιχείων.

 

Πηγές

  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
  • Ανδρέας Μιχ. Ανδρεάδης, «Ιστορία των εθνικών δανείων», Εν Αθήναις :Τυπογραφείον «Εστία»,1904.
  • Ορλάνδος Ιωάννης, Συλλογή επιστολών από το αρχείο Χατζή Πανανού Θεοδοσίου, Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο ( Ε.Λ.Ι.Α.).
  • Γρηγόρης Ι. Ζώρζος, «Revolution 1821 Economics: Greek Modern Economic History», Εκδοτικός Οίκος: CreateSpace, 2009. 

Read Full Post »

Η Διοίκηση του Άργους (Τοπική Αυτοδιοίκηση) του 19ου αιώνα


 

Γενικά

 

Στη ρωμαϊκή και στη βυζαντινή περίοδο, το Άργος διοικητικά ανήκε στην επαρχία της Αχαΐας, της διοίκησης του Ανατολικού Ιλλυρικού με πρωτεύουσα την Κόρινθο. Το 1210 το Άργος κατέλαβαν οι σταυροφόροι και απ’ το 1246-1261 ανήκε στο δουκάτο των Αθηνών, ενώ το 1397, όπως και το 1463 το κατέλαβαν οι τούρκοι.

Η Πελοπόννησος επί τουρκοκρατίας, αποτελούσε ιδιαίτερη μεγάλη διοικητική περιφέρεια (Βιλαέτι), με πρωτεύουσα αρχικά το Ναύπλιο και από το 1770 την Τριπολιτσά. Είχε επίσης δύο Υποδιοικήσεις (Σαντζάκια), το του Μορέως και του Μυστρά και 24 Επαρχίες (Καδηλίκια) με 2.000 κώμες και κωμοπόλεις, με 8 σημαντικότερες, μια εκ των οποίων ήταν το Άργος.

Το Άργος είναι μια απ’ τις αρχαιότερες πόλεις της Ευρώπης, αλλά και του κόσμου, αφού κτίστηκε γύρω στο 1856 π.Χ. Πολυάριθμα λαμπρά μνημεία του Άργους περιγράφει ο Παυσανίας, ενώ η αρχαιολογική σκαπάνη στην περιοχή του Άργους, φέρνει στο φως συνεχώς, όλο και νεώτερα ευρήματα της αρχαιότητας. Σήμερα ο Δήμος Άργους του Νομού Αργολίδος, έχει 29.505 μόνιμους κατοίκους (ΕΣΥΕ, 2003, απογραφή 2001).

 

Άργος. Η πλατεία του Αγίου Πέτρου και το κάστρο της Λάρισας, όπως φαίνονται από το Δημαρχείο του Άργους, περ. 1907.

 

 

Στοιχεία διοίκησης του κράτους

  

Η Διοίκηση του κράτους, διακρίνεται σε κεντρική και περιφερειακή και η τελευταία στην οριζόντια οργάνωση εκφράζεται σε νομούς ή περιφέρειες, οι οποίες έχουν κάθετη οργάνωση. Τα διοικητικά όργανα, κρατικά, δημοτικά, κοινοτικά και λοιπών δημοσίων οργανισμών, έχουν επίσης ιεραρχική κάθετη οργάνωση.

Τα πρόσωπα της κεντρικής διοικήσεως είναι αιρετά (πολιτικά) και διορισμένα (δημόσιοι υπάλληλοι). Η άσκηση διοικητικών αρμοδιοτήτων, από αποκεντρωμένες διοικητικές μονάδες (νομικά πρόσωπα) εκτός των κεντρικών κρατικών υπηρεσιών, με ίδια όργανα, δικό τους προσωπικό, ασκούν δοτή δευτερογενή δημόσια εξουσία και συνιστούν την Αυτοδιοίκηση, όπως είναι οι Δήμοι και οι Κοινότητες.

Οι οργανισμοί της αυτοδιοικήσεως είναι φορείς αρμοδιοτήτων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, με ίδιον προϋπολογισμό, ιδία περιουσία και υπαλλήλους και εφόσον διοικούν τοπικές υποθέσεις μιας ορισμένης εδαφικής περιοχής, καλούνται σήμερα, Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (ΟΤΑ) και εκλέγονται ελεύθερα απ’ τους πολίτες της περιοχής αυτής.

Η τοπική αυτοδιοίκηση είναι Α’ και Β’ βαθμού. Η Α’ βαθμού, αρχίζει απ’ τον Καποδίστρια και αργότερα με το Βασ. Διάταγμα 1833 με τους δήμους (αντί των κοινοτήτων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας) και κατά τα έτη 1863 με την έλευση του Γεωργίου του Α’, και διάκριση δήμων και κοινοτήτων 1912, αλλά και  με το Ν.2533/1997. Η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, η οι ΟΤΑ Β’ βαθμού συστήθηκαν με τους Νόμους 2218 και 2240 του 1994, για τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση (με όργανα τον Νομάρχη, το Νομαρχιακό Συμβούλιο και τις Νομαρχιακές Επιτροπές), με ένα νομό ή μια νομαρχία, ή διευρυμένες με περισσότερους νομούς ή νομαρχίες (Νομαρχιακά Διαμερίσματα).

Η τοπική αυτοδιοίκηση αποσκοπεί στην προαγωγή των τοπικών συμφερόντων και στην ικανοποίηση των αναγκών των κατοίκων των περιφερειών, αλλά και την καλλίτερη διοίκηση και αρμονία στις σχέσεις διοίκησης και πολιτών.

Η χώρα μας σήμερα διαιρείται σε 13 διοικητικές περιφέρειες, με προϊστάμενο διορισμένο Περιφερειάρχη, που εκφράζει την κυβέρνηση και με εκλεγμένο Περιφερειακό Συμβούλιο.*  

* Το άρθρο έχει γραφτεί το 2004 και αναφέρεται στη δομή της διοίκησης πριν την ψήφιση και εφαρμογή του « Καλλικράτειου» νόμου περί συνένωσης Δήμων και Νομαρχιών, με εκλεγμένο Περιφερειάρχη, Αντιπεριφερειάρχες  και εκλεγμένο Περιφερειακό Συμβούλιο.

 

Διοίκηση Πελοποννήσου – Άργους 19ου αιώνα

 

Με τον αγώνα της εθνεγερσίας του 1821, το 1822 ελευθερώνεται η Πελοπόννησος και σχηματίζεται την 1.1.1822, με την Α’ Εθνική Συνέλευση, η πρώτη Διοίκηση της Ελλάδος.

Το Άργος, λόγω της θέσεώς του, έπαιξε πολύ σπουδαίο ρόλο στην επανάσταση του 1821, ο Δημήτριος Υψηλάντης αυτό επέλεξε για το συνέδριό του των επαναστατών (στο αρχαίο θέατρο), ενώ στο τέλος του ίδιου έτους, άρχισε η Α’ Εθνοσυνέλευση και για ένα διάστημα το Άργος, έγινε και έδρα της Κυβερνήσεως.

Είναι δε γνωστό ότι το Άργος, είχε και πολλές και συχνές τραγωδίες, μέχρι το πέρας της επαναστάσεως. Σαν έφτασε ο Καποδίστριας στο Άργος, έγινε η Δ’ Εθνοσυνέλευση (1829), αλλά και η Ε’ μετά τη δολοφονία του. Στο έτος 1825 ο Ιμπραήμ καταλαμβάνει πάλι μέρη της Πελοποννήσου και την Αργολίδα μέχρι το 1827, ενώ στα έτη 1825 – 26 καταστρέφει το Άργος. Με τη Βασιλεία του Όθωνος, με Βασιλικό Διάταγμα του 1833 (Κυβερνητική Διαίρεση), η χώρα διαιρείται σε 10 Νομούς, ή Μερίδες και 47 κύκλους, ή επαρχίες. Την Ανώτατη διοίκηση είχε ο Νομάρχης, με το Νομαρχιακό Συμβούλιο, εκλεγόμενο απ’ τους κατοίκους του νομού και τον Έπαρχο σε κάθε επαρχία, υπαγόμενο στον Νομάρχη και το Επαρχιακό Συμβούλιο.

 

Τοπική Αυτοδιοίκηση του Άργους 19ου αιώνα

 

Το Άργος στον 19ο αιώνα, συνιστούσε την ομώνυμη Επαρχία, αλλά και ομώνυμο Δήμο του Άργους, ενώ μαζί με πέντε ακόμη επαρχίες: Ναυπλίας, Κορινθίας, Σικυωνίας, Ύδρας, Ερμιονίδος και Τροιζηνίας, αποτελούσαν τον Νομό Αργολίδος και Κορινθίας.

Το καλοκαίρι του 1821 οι Τούρκοι εγκατέλειψαν το Άργος και γίνεται προσωρινά έδρα της Γερουσίας της Πελοποννήσου, ενώ το 1822 καταλήφθηκε απ’ τους τούρκους και πάλι, με τον Δράμαλη, μέχρι την καταστροφή του στα Δερβενάκια και απ’ τον Ιμπραήμ το 1825, που το έκαψε, ενώ το 1827 το Άργος έγινε θέατρο εμφυλίων συγκρούσεων, που έπαψαν με τον ερχομό του Καποδίστρια το 1828 και την εκεί σύγκληση της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως τον Ιούνιο του 1829, ενώ μετά τη δολοφονία του, έγινε στο Άργος όπως προαναφέραμε και η Ε’ Εθνοσυνέλευση.

Με το Διάταγμα της 19 Ιουνίου 1836, το Ελληνικό Βασίλειο διαιρείται σε 30 Διοικήσεις και 18 Υποδιοικήσεις, οπότε δημιουργείται η Διοίκηση της Αργολίδος, με τρεις επαρχίες: του Άργους, της Τροιζηνίας και Ερμιονίδος, και του Ναυπλίου. Κάθε Διοικήσεως προΐσταται ένας διορισμένος Διοικητής, ο οποίος υπάγεται σε Υπουργείο του Κράτους.

Σε κάθε Διοικητή υπάγονται 18 διορισμένοι Υποδιοικητές. Με το νόμο 27.12. 1833, « περί συστάσεως δήμων», το Ελληνικό βασίλειο διαιρείται σε Δήμους και κοινότητες και το Άργος αποτελεί ένα σημαντικό Δήμο. Με τη διαίρεση του κράτους το 1833, ιδρύθηκε και η Επαρχία του Άργους, που ανήκε στον νομό Αργολίδος και Κορινθίας και είχε τους δήμους : Άργους, Αλέας, Λιμνών, Γενεσίου, Μυσίας, Λυρκείας, Οινόης, Ορνεών, Ιναχείας, Θορνακίου, Κηλώσσης, Τημενίου, Υσιών, Μυκηνών και Γυμνού, οι παλαιοί αυτοί δήμοι το 1912 έγιναν κοινότητες.

Με τον νόμο 27.12.1833, κάθε χωριό με 300 κατοίκους, μπορεί να σχηματίζει ένα δήμο, με δημοτική αρχή και κάθε υπήκοος του κράτους και η οικογένειά του είναι μέλη του δήμου. Δήμοι με 10.000 κ. και άνω είναι πρώτης τάξεως, με τουλάχιστον 2.000 κ. δευτέρας τάξεως και κάτω των 2.000 κ. τρίτης τάξεως.

Κάθε δήμος έχει δική του δημοτική αρχή, η οποία εκλέγεται απ’ τους δημότες και συνίσταται για δήμους α’ τάξεως, από τον Δήμαρχο με 4- 6 Παρέδρους και 16/μελές Δημοτικό Συμβούλιο, για δήμους β’ τάξεως από Δήμαρχο με 2- 4 Παρέδρους και 12/μελές Συμβούλιο και για δήμους γ’ τάξεως, Δήμαρχο, ένα Πάρεδρο και 6/μελές Συμβούλιο.

Το Άργος το 1837, ήταν Δήμος β’ τάξεως (περίπου 6.000 κ. ) και είχε ένα Δήμαρχο, 2- 4 Παρέδρους και 12/μελές Δημοτικό Συμβούλιο. Ο Δήμαρχος Άργους, ήταν η πρώτη εκτελεστική Αρχή του Δήμου, ενεργούσε και διεκπεραίωνε τις διοικητικές υποθέσεις, δεν είχε όμως ποινική εξουσία σε αστυνομικές παραβάσεις, ούτε δικαστική σε αμφισβητούμενες διοικητικές υποθέσεις. Ο Δήμος και οι διοικητικές του αρχές, υπάγονταν στον Έπαρχο ή Διοικητή, οι οποίοι επιτηρούσαν τη διοίκηση του Δημάρχου και του δημοτικού Συμβουλίου και έδιναν εντολές, για την εκτέλεση των νόμων.

Ο Δήμος είχε δική του δημοτική περιουσία, που εθεωρείτο ιδιοκτησία της ολομέλειας των δημοτών. Τα Επαρχιακά Συμβούλια συστήθηκαν τον Ιαν. του έτους 1837, σε κάθε επαρχία με ελεύθερες εκλογές των δήμων βάσει του Β.Δ. 18/30 Δεκ.1836. Ο αριθμός των μελών κάθε Επαρχιακού Συμβουλίου προσδιοριζόταν, απ’ τον αριθμό των δήμων της επαρχίας και την τάξη τους, με ελάχιστο αριθμό τους σε 12. Έτσι οι Δήμοι α’ τάξεως έστελναν 3 απεσταλμένους στο Επαρχιακό Συμβούλιο, οι β’ τάξεως 2 και οι γ’ τάξεως 1.

Το Άργος ήταν επαρχία β’ τάξεως και είχε δύο απεσταλμένους στο Επαρχιακό Συμβούλιο. Τα Επαρχιακά Συμβούλια απέβλεπαν στην τάξη των οικονομικών του κράτους και στη διοίκηση των επαρχιών, για τακτικότερη συμβολή στη διεύθυνση με επιτόπιο γνώση και πείρα. Η Διοίκηση της Αργολίδος είχε 24 δήμους και η Υποδιοίκηση Ερμιονίδος και Τροιζηνίας 6 δήμους.

Το 1845 οι Διοικήσεις καταργούνται και η Πελοπόννησος διαιρείται και πάλι σε νομούς, όπως προηγούμενα, τότε γίνεται ενιαίος ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας, το 1899 γίνεται μόνον νομός Αργολίδος, το 1909 ο νομός γίνεται πάλι ενιαίος Αργολίδος και Κορινθίας, όπως και το 1845. Το 1851 η Αργολίδα είχε 3 επαρχίες: του Άργους, του Ναυπλίου και της Ερμιονίδος μαζί με τις Σπέτσες, ενώ στην επαρχία του Άργους, με πρωτεύουσα το Άργος, ο Δήμος Άργους, περιελάμβανε και 7 χωριά. Το 1940 πρωτεύουσα του νομού ήταν το Άργος, ενώ απ’ το 1949 γίνεται πάλι μόνον νομός Αργολίδος, με πρωτεύουσα το Ναύπλιο, ενώ το Άργος είναι σημαντικός δήμος και αυτό ισχύει μέχρι και σήμερα.

 

Κωνσταντίνος Ι. Ρηγόπουλος

Δρ. Διοίκησης επιχειρήσεων, Δρ. Θεολογίας, Δρ. Θαλάσσιας Βιολογίας.

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Βιβλιογραφία

1. Βάλβη Αδριανού, Γεωγραφία- Κυβερνητικὴ Διαίρεσις Ελληνικού Βασιλείου (1833,

1836, 1837). Τομ. 3ος, Βιέννη, έκδοση Μπένκο, 1839.

2. Μεγάλη Γεωγραφία Άτλας της Ελλάδος. Αθήνα, Π. Δημητράκου, 1958.

3. Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Γιοβάνη. Γιοβάνη, Αθήνα, Γιοβάνη, 1980.

4. Εγκυκλοπαίδεια Δομή. Αθήνα, Δομή, 1976.

5. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα. Αθήνα, Πάπυρος, 1991.

6. Παπαρρηγοπούλου, Κ., Ιστορία Ελληνικού Έθνους, επιμ. Π. Καρολίδου, τόμ.

9ος. Αθήνα, Νίκας χ.χ.

7. Κοκκίνου, Δ., Ιστορία Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα, Μέλισσα, 1958.

8. Τρικούπη, Σπ., Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. 4ος. Αθήνα, Δημιουργία, 1996.

9. UNESCO, Ιστορία της Ανθρωπότητας, Αθήνα, Ελληνική Παιδεία, 1963.

10. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, Άργος 1963.

11. Νόμοι Τοπικής Αυτοδιοίκησης, (Β.Δ. 1833, 1836, 1863), ψήφισμα Περὶ Δήμων και

Δημαιρεσιών, Ν. 2533/1997, 2218/1994, 2240/1994. ΦΕΚ Αθήνα.

12. Το Σύνταγμα της Ελλάδος (1844, 1927, 1952, 1975, 1986). Αθήνα 1989.

 Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Μαυροκορδάτος Αλέξανδρος (Κωνσταντινούπολη 1791- Αίγινα 1865)



 

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Πρόεδρος Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας. Λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο, Αύγουστος 1826.

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος υπήρξε μια από τις σημαντικότερες πολιτικές προσωπικότητες της Επανάστασης. Ο ηγετικός του ρόλος τον οδήγησε, αναπόφευκτα, σε ρήξεις με άτομα και ομάδες, επιδίωξε την υποστήριξη της Αγγλίας για τη λύση του Ελληνικού ζητήματος. Η σύγκρουση του αργότερα με τον Ιωάννη Καποδίστρια του εξασφάλισε, ίσως, τους πιο φανατικούς του αντιπάλους.

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας Φαναριωτών, μέλη της οποίας είχαν χρηματίσει κορυφαίοι αξιωματούχοι της οθωμανικής διοίκησης (διερμηνείς και ηγεμόνες των παραδουνάβιων περιοχών). Γεννήθηκε το 1791 και, ως γιος του λόγιου αξιωματούχου στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες Νικόλαου Μαυροκορδάτου και της Σμαράγδας Καρατζά, έλαβε αξιόλογη μόρφωση, κατάλληλη για την ανάληψη δημόσιων αξιωμάτων. Εκτός από τα Ελληνικά του, που το επίπεδό τους ήταν υψηλό, χειριζόταν καλά τα γαλλικά, τα ιταλικά, τα τούρκικα και αραβικά. Εργάστηκε ως γραμματέας του θείου του, ηγεμόνα της Βλαχίας, Ιωάννη Καρατζά. Θα ακολουθήσει τον θείο του που θα καταφύγει στην Ευρώπη, για να αποφύγει τις συνέπειες από κατηγορίες που διατύπωσαν στην Πύλη αντίπαλοί του.  Για έξη μήνες θα παραμείνει στη Γενεύη, μαζί με την οικογένεια Καρατζά. Το 1819 θα καταλήξει στην Πίζα, οπού θα εγκατασταθεί και ο Καρατζάς, και γρήγορα θα ενταχθεί στο περιβάλλον τού εκεί επίσης εγκατεστημένου μητροπολίτη Ιγνατίου. Την ίδια χρονιά μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία.

Παρακολούθησε, κατά δική του μαρτυρία, μαθήματα οχυρωματικής στη Γενεύη από το στρατηγό Dufour, που θα του χρησιμεύσουν αργότερα για την άμυνα του Μεσολογίου, και ίσως κάποια άλλα μαθήματα στην Πίζα. Διάβαζε πολύ, ιδιαίτερα για την ευρωπαϊκή πολιτική.

Μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης, σε ηλικία 30 ετών, έφτασε στο Μεσολόγγι, τον Ιούλιο του 1821, συνοδευόμενος από ομογενείς και φιλέλληνες. Αν και δεν διέθετε χρήματα, κατάφερε γρήγορα με τις ικανότητές του να αναδειχθεί σε φυσιογνωμία πανελλήνιας εμβέλειας. Διαδραμάτισε σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης πρωταγωνιστικό ρόλο στην ελληνική πολιτική ζωή, ενώ σημαίνοντες ξένοι παράγοντες τον θεωρούσαν ως το «μόνο άξιο λόγου πολιτικό».

Στο Μεσολόγγι ανέλαβε από τον Υψηλάντη τη διοικητική οργάνωση της Στερεάς Ελλάδας συστήνοντας το τοπικό πολίτευμα της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος. Μαζί με τον επίσης Φαναριώτη πολιτικό Θεόδωρο Νέγρη πρωταγωνίστησε στη σύνταξη της λεπτομερέστερης Νομικής Διατάξεως της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος. Εξαρχής οι στόχοι του ήταν ξεκάθαροι: η επέκταση της Επανάστασης, η οργάνωση και πολιτική ενοποίηση των εξεγερμένων τόπων και η συγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας στο πλαίσιο μιας ενιαίας κεντρικής «Εθνικής Διοίκησης».

Στη σύγκληση της Α’ Εθνοσυνέλευσης στο Άργος, το Δεκέμβριο του 1821, αναδείχθηκε πρόεδρός της και πρόεδρος της επιτροπής που συνέταξε το πρώτο Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος. Οι πολιτικές αρχές του πολιτεύματος αυτού φανέρωναν τους σαφείς φιλελεύθερους και δημοκρατικούς ιδεολογικούς και πολιτικούς του προσανατολισμούς.

« Είχε ωραίο κεφάλι, μεγάλο σε αναλογία με το σώμα του. Και μεγάλωνε περισσότερο με τα ανάκατα ριγμένα μαύρα μαλλιά και τις πλούσιες φαβορίτες. Τα παχειά φρύδια και το μεγάλο μουστάκι έδιναν μια άγρια, ρωμαντική έκφραση στα χαρακτηριστικά του. Έδειχνε ευφυής, οξυδερκής και φιλόδοξος άνθρωπος. Τα μεγάλα ασιατικά μάτια του, όλο φωτιά και εξυπνάδα, φανέρωναν καλοσύνη. Το βλέμμα του, ωστόσο, δεν αποκάλυπτε ευθύτητα. Είχε κάτι σαν αναποφασιστικότητα και ταραγμένη συστολή που τον εμπόδιζε να κοιτάξει κάποιον κατά πρόσωπο. Ήταν κοντός και με εμφάνιση διόλου επιβλητική, μεγάλο ελάττωμα στα μάτια ενός ημιπολιτισμένου λαού. Δεν έδινε μεγάλη σημασία στην ενδυμασία. Έτσι, ακόμα και οι ξένοι πρόσεξαν τη μειονεκτική αντίθεση ανάμεσα στην απλή ευρωπαϊκή φορεσιά και τον ταξιδιωτικό μανδύα του, και τις μεγαλόπρεπες και κατακόσμητες στολές των καπεταναίων.» (Millingen 1831)

Με την ιδιότητα του προέδρου της Α’ Εθνοσυνέλευσης (20 Δεκεμβρίου 1821 -15 Ιανουαρίου 1822) υπέγραψε την περίφημη Διακήρυξη της 15ης Ιανουαρίου 1822 για την «ανεξαρτησία του έθνους των Ελλήνων» από τον οθωμανικό ζυγό. Με το τέλος της Εθνοσυνέλευσης εκλέχθηκε διαδοχικά πρόεδρος και γραμματέας του Εκτελεστικού σώματος, στην πρώτη περίοδό του έως το 1823. Στη συνέχεια και παρά τις διαμαρτυρίες των στρατιωτικών αρχηγών Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Κανέλλου Δεληγιάννη, εκλέχθηκε πρόεδρος του Βουλευτικού σώματος για σύντομο χρονικό διάστημα (12-14 Ιουλίου 1823).

Ο Μαυροκορδάτος δραστηριοποιήθηκε και στρατιωτικά κατά την Επανάσταση επιχειρώντας, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, να συμβάλει στη δημιουργία τακτικού στρατού. Του αποδόθηκε η ευθύνη για την καταστροφή στη μάχη του Πέτα, στην Ήπειρο (4 Ιουλίου 1822). Ήταν, ωστόσο, αυτός που πρωτοστάτησε στην οργάνωση της άμυνας του Μεσολογγίου, η οποία αποδείχθηκε σωτήρια κατά την πρώτη πολιορκία της πόλης.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ο Μαυροκορδάτος υπερασπίζεται με επιτυχία την πόλη του Μεσολογγίου.

Στη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους, το 1823, ήταν επικεφαλής της παράταξης των πολιτικών καταφέρνοντας και πάλι να κυριαρχήσει γενικότερα. Η εκλογή του στη θέση του προέδρου του Βουλευτικού, ενώ ήταν αρχιγραμματέας του Εκτελεστικού, τον Ιούλιο του 1823, προκάλεσε πολιτική θύελλα και ιδιαίτερα τις έντονες διαμαρτυρίες των Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Κανέλλου Δεληγιάννη. Έτσι αναγκάστηκε να αποσυρθεί στη Δυτική Ελλάδα και να αφοσιωθεί στην οργάνωση τακτικού στρατού, την περίοδο που στην Πελοπόννησο μαίνονταν οι εμφύλιοι πόλεμοι.

Επιστρέφοντας στην Πελοπόννησο το Φεβρουάριο του 1825 ανέλαβε τις θέσεις του γραμματέα του Εκτελεστικού και στη συνέχεια εκείνη του γραμματέα επί των Εξωτερικών. Η Επανάσταση, ύστερα από επιτυχείς προσπάθειες και πρωτοβουλίες του Μαυροκορδάτου, είχε ήδη τύχει μιας οιονεί διεθνούς αναγνώρισης με την εξασφάλιση των δυο δανείων από το κέντρο της διεθνούς χρηματαγοράς, στο Λονδίνο.

Συνέβαλε, επίσης, ουσιαστικά στην καλλιέργεια της συμπάθειας προς την επαναστατημένη Ελλάδα από τους ευρωπαϊκούς φιλελεύθερους κύκλους, υπογραμμίζοντας την ηρωική διάσταση της Επανάστασης και το ανάλογο πνεύμα που τη χαρακτήριζε. Ενώ στο εσωτερικό μέτωπο ο συσχετισμός των πολεμικών επιχειρήσεων εξακολούθησε να χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, ο Μαυροκορδάτος συνέλαβε την ιδέα της αξιοποίησης του ευνοϊκού για τους Έλληνες κλίματος στην Ευρώπη.

Γενικότερα, πρωταγωνίστησε στην εισαγωγή του ανανεωτικού ή εκσυγχρονιστικού ρεύματος σκέψης στις συνθήκες της εποχής, γεγονός που επέδρασε καθοριστικά στην αρχική διαμόρφωση των δημόσιων θεσμών του αναδυόμενου νεοελληνικού κράτους. Θεωρήθηκε ηγέτης του «αγγλικού» κόμματος, εκτιμώντας ότι η Αγγλία, λόγω των συμφερόντων της στην Ανατολή και προκειμένου να εξισορροπήσει τη ρωσική επιρροή στην περιοχή, θα μπορούσε να αποβεί στρατηγικός σύμμαχος της Ελλάδας.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Πρόεδρος του Εκτελεστικού της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1830.

Θεωρούσε, επίσης, ότι το φιλελεύθερο πρότυπο πολιτικής οργάνωσης στην Αγγλία αντιπροσώπευε το καλύτερο συγκριτικά παράδειγμα για τις μελλοντικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Στο πνεύμα αυτό και με την ιδιότητά του ως αρχηγού του «αγγλικού» κόμματος ζήτησε με επιστολή του στον υπουργό Εξωτερικών της Αγγλίας George Canning να αντισταθεί στο Ρωσικό σχέδιο για τη δημιουργία τριών αυτόνομων ηγεμονιών στην επαναστατημένη Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι θα ήταν προς το συμφέρον της Αγγλίας και της Ευρώπης η ίδρυση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Συνέβαλε καθοριστικά στη λήψη του πρώτου αγγλικού δανείου, ενώ οι απόψεις και οι συνακόλουθες ενέργειές του προκάλεσαν τις κατάλληλες ζυμώσεις ώστε να υπάρξει η κατάληξη με την υπογραφή της Ιουλιανής Συνθήκης του Λονδίνου (6 Ιουλίου 1827). Η πολιτική του δράση συνεχίστηκε και μετά την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια, οπότε ανέλαβε και υπουργικά καθήκοντα. Αποσύρθηκε από την κυβέρνηση το 1830 και αναδείχθηκε ηγέτης της αντιπολίτευσης, συμπορευόμενος με τους Υδραίους.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια (Σεπτέμβριος 1831), εντάχθηκε στη συνταγματική παράταξη του Ιωάννη Κωλέττη και αποτέλεσε μέλος της Διοικητικής Επιτροπής που κυβέρνησε τη χώρα έως την άφιξη του Όθωνα. Σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της απολυταρχικής περιόδου της βασιλείας του Όθωνα παρέμεινε εκτός Ελλάδας ως πρεσβευτής (Λονδίνο, Μόναχο και Παρίσι), στο πλαίσιο της προληπτικής πρακτικής της Αντιβασιλείας για τιμητική αποστρατεία διακεκριμένων Ελλήνων πολιτικών στο εξωτερικό με την ανάθεση σε αυτούς πρεσβευτικών καθηκόντων.

Ο βασιλιάς Όθωνας του ανέθεσε πρωθυπουργικά καθήκοντα το 1841, το 1844 και το 1854, δίχως όμως να τον εμπιστεύεται ουσιαστικά, οδηγώντας τον έτσι σε παραίτηση. Στο διάστημα που ακολούθησε ανέλαβε διάφορα κυβερνητικά αξιώματα, ενώ συνέβαλε και στη διαμόρφωση του κλίματος που οδήγησε στην έξωση του Όθωνα.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, έργο του Γεωργίου Συρίγου, λάδι σε μουσαμά, Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, έργο του Γεωργίου Συρίγου, λάδι σε μουσαμά, Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Στο τέλος της σταδιοδρομίας του εξελέγη πληρεξούσιος Ευρυτανίας στην Εθνοσυνέλευση του 1862 και διετέλεσε πρόεδρος της επιτροπής σύνταξης του νέου συντάγματος. Τυφλός και κατάκοιτος, δεν πήρε ενεργό μέρος στις εργασίες της Επιτροπής, διατήρησε όμως το ενδιαφέρον του για τα κοινά καθώς και την πνευματική του διαύγεια έως το θάνατό του, το 1865.

 Ουσιαστικά τα περισσότερα από τα 10 τελευταία χρόνια της ζωής του είχε παραμείνει ανενεργός πολιτικά, αποτραβηγμένος στην εξοχική του κατοικία στην Αίγινα, όπου και πέθανε σε ηλικία 74 ετών. Η αδερφή του, Αικατερίνη, είχε παντρευτεί το Σπυρίδωνα Τρικούπη. Ήταν παντρεμένος με την Χαρίκλεια Αργυροπούλου και είχε αποκτήσει 6 παιδιά, από τα οποία τα 4 πέθαναν σε μικρή ηλικία. Από τα παιδιά του διακρίθηκε  ο Νικόλαος Μαυροκορδάτος (πολιτικός και διπλωμάτης).

Η πολιτική του δεξιοτεχνία όσο και η ροπή του προς τους περίπλοκους συμβιβασμούς τον κατέστησε πολιτικά αμφιλεγόμενο πρόσωπο. Αν και δεν απέφυγε την άμεση εμπλοκή και την ενεργό ανάμειξή του στους οξείς πολιτικούς ανταγωνισμούς και τις αντιπαραθέσεις κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, αλλά και ύστερα από αυτήν, η εν γένει παρουσία και η συμβολή του στη θεμελίωση και την εμπέδωση πολιτικών θεσμών στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος και στη διαμόρφωση νεωτερικής πολιτικής κουλτούρας υπήρξε σημαντική.

Ιδιαίτερα συνέβαλε στην καθιέρωση ενός εκσυγχρονισμένου και αρκετά προοδευτικού, για τα δεδομένα της εποχής, συνταγματικού και θεσμικού πλαισίου οργάνωσης της πολιτικής ζωής στη χώρα, μολονότι η δυσαρμονία αυτού του πλαισίου με την ελληνική κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα προκάλεσε έντονες αντιθέσεις.

Πηγή



  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.

Read Full Post »

Νοταράς Πανούτσος  (1740 ή 1752 – 1849)


 

Πανούτσος Νοταράς. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Μέλος της γνωστής οικογένειας* δημογερόντων της Κορινθίας, οι οποίοι υπήρξαν σημαντικοί οικονομικοί και διοικητικοί παράγοντες του τόπου. Ορισμένοι πρωταγωνίστησαν το 1770 στην εξέγερση των Ορλωφικών. Ο Πανούτσος Νοταράς γεννήθηκε στα Τρίκαλα Κορινθίας το 1752, κατά την πιθανότερη εκδοχή, ή το 1740. Ήταν γιος του προκρίτου Σπυρίδωνα Νοταρά, ενός από τους πιο καλλιεργημένους προεστούς της περιόδου του 18ου και του 19ου αιώνα.

Δάσκαλός του ήταν ο Μεσολογγίτης λόγιος Γρηγόριος Καρβούνης. Λόγοι υγείας δεν του επέτρεψαν να σπουδάσει στην Ιταλία. Διέθετε ωστόσο πλουσιότατη βιβλιοθήκη και αξιόλογη κλασική παιδεία. Νέος ακόμη ο Πανούτσος Νοταράς πρωταγωνίστησε στα Ορλωφικά και αργότερα, το 1818, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Στις δεκαετίες πριν από την Επανάσταση, οι Νοταράδες περιλαμβάνονταν στις έξι πιο ισχυρές οικογένειες της Πελοποννήσου που νέμονταν σημαντικά διοικητικά αξιώματα κατά τρόπο κατ’ ουσία κληρονομικό.

 

« Η οικογένεια των Νοταραίων είναι μία εκ των επισημοτέρων της Πελοποννήσου, δια την παλαιότητα και την λαμπρότητα της καταγωγής της. Ο δε Πανούτσος υπήρξε πάντοτε πληρεξούσιος και Πρόεδρος των Εθνοσυνελεύσεων». Φωτάκος

 

Με την έκρηξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, το Μάρτιο του 1821, ο Νοταράς ήταν από τους προεστούς που εξέφρασαν επιφυλάξεις για την έναρξη του Αγώνα στη δεδομένη χρονική στιγμή. Περίπου ένα μήνα πριν, σε συγκέντρωση προεστών, είχε διατυπώσει την άποψη ότι οι Έλληνες ήταν ακόμα ανέτοιμοι για ένα τέτοιο εγχείρημα, προκαλώντας την οργή του Παπαφλέσσα που ήταν παρών.

Με την έναρξη του Αγώνα και ιδίως μετά την άφιξη του Δημήτριου Υψηλάντη στην Πελοπόννησο (Ιούνιος 1821) και τη σύσκεψη στα Βέρβαινα, όπου το κλίμα ήταν ιδιαίτερα εχθρικό για τους προκρίτους, ο Νοταράς ήρε τις επιφυλάξεις του στηρίζοντας ενεργά την υπόθεση της εθνικής απελευθέρωσης. Συμπαρέσυρε μάλιστα και άλλους διστακτικούς προεστούς να συμμετάσχουν στην Επανάσταση. Στο μεταξύ, τον Απρίλιο του 1821, οι Οθωμανοί είχαν εκτελέσει τον αδελφό του Ανδρικό.

Κατά την Α’ Εθνοσυνέλευση, που συνήλθε στην Επίδαυρο το Δεκέμβριο του 1821, εξελέγη πληρεξούσιος και μετείχε στη δωδεκαμελή επιτροπή σύνταξης του πρώτου συντάγματος. [ Οι εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης άρχισαν στο Άργος στο ναό του Αϊ – Γιάννη το Δεκέμβριο 1821 και συνεχίστηκαν στην Πιάδα – Νέα Επίδαυρο ]. Διετέλεσε μέλος του Εκτελεστικού της επαναστατικής διοίκησης και ανέλαβε τη διεύθυνση των οικονομικών υποθέσεων από τον Ιανουάριο του 1822 έως τον Απρίλιο του 1823. Κατά τη θητεία του στο αξίωμα αυτό υπέγραψε έντοκα γραμμάτια, που αποτέλεσαν ένα πρώτο είδος ελληνικού χαρτονομίσματος.

Κατά τη λεγόμενη τρίτη βουλευτική περίοδο (11 Οκτωβρίου 1824 – 6 Απριλίου 1826) εκλέχθηκε επίσημα πρόεδρος του Βουλευτικού, το οποίο έδρευε στο Ναύπλιο και έπαιζε σκιώδη και δευτερεύοντα ρόλο.

Αν και αρχικά είχε αντιταχθεί στον ανιψιό του Ιωάννη Νοταρά και είχε προσεγγίσει την παράταξη των στρατιωτικών και τον Κολοκοτρώνη, τελικά συμμετείχε στον εμφύλιο πόλεμο στο πλευρό της παράταξης του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου ενάντια στην παράταξη των στρατιωτικών. Ο ανιψιός του Ιωάννης πολιόρκησε τους οπλαρχηγούς που είχαν κλειστεί στο κάστρο του Ακροκορίνθου, όμως εκείνος ήταν που κατάφερε να το καταλάβει το Μάρτιο του 1824.

Επέδειξε, ωστόσο, μετριοπάθεια και διαλλακτικότητα, όπως προκύπτει και από έγγραφα που έστειλε ως πρόεδρος του Βουλευτικού στο Εκτελεστικό το 1824 και το 1825, επιδιώκοντας να παρεμποδίσει τη θέσπιση μέτρων ενάντια στους αντιπάλους και προτείνοντας μέτρα για τον τερματισμό του εμφυλίου ή την αμνήστευση των εμπλεκομένων σε αυτόν.

 

«Με χαράν μεγάλην παρατηρεί κάθε αληθής και τίμιος πατριώτης την εκλογήν του κυρίου Πανούτζου Νοταρά, εις τον βαθμόν του προέδρου του Βουλευτικού Σώματος των Ελλήνων. Τούτον τον σεβάσμιον γέροντα, αν και ημείς ονομάσωμεν νέον Αριστείδην, βεβαίως δεν σφάλλομεν. Άμποτε το πνεύμα του, ο ζήλος του και η προς την δικαιοσύνην αφοσίωσίς του, να ήναι πάντοτε τα μόνα αισθήματα και των συνυπουργών του, και να φρονώσιν, ότι η ελευθερία και ανεξαρτησία πηγάζουσιν από μόνην την αδελφικήν ένωσιν. Κατά δυστυχίαν όμως τα συστατικά της Βουλής μας στοιχεία είναι διηρημένα. Αλλά τι τάχα χρειάζεται δια να ενωθώσι πάλιν; όχι άλλο βέβαια, παρά μια ειλικρινείς θέλησις, και ένας κοινός ζήλος. Ο κύριος Νοταράς εις τον λόγον του τον κατά την έναρξιν της Γ’ περιόδου, ζητεί από τους κυρίους παραστάτας τας σύμβουλάς των. Μόνη αύτη η ευγενής μετριοφροσύνη του είναι ικανή να απόδειξη τον έντιμον χαρακτήρα τούτου του αξιοπρεπούς ανδρός, όστις εκ πρώτης αρχής τούτου του ενδόξου αγώνος μας μέχρι της παρούσης ημέρας, δεν έλειψε ποτέ από του να συνεισφέρη το κατά δύναμιν εις την κοινήν ευδαιμονίαν και την των πραγμάτων βελτίωσιν….» .. [ Ναύπλιον τη 8 Νοεμβρίου 1824, Ελληνικά Χρονικά, αρ.91]

 

Όταν, ύστερα από καθυστερήσεις αρκετών μηνών, πραγματοποιήθηκε η έναρξη των εργασιών της Γ’ Εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο με συμμετοχή 127 αντιπροσώπων, τον Απρίλιο του 1826, ο Νοταράς ήταν ακόμη πρόεδρος του Βουλευτικού. Στη συνέχεια εξελέγη για δεύτερη φορά πρόεδρος Εθνοσυνέλευσης, για ένα σύντομο χρονικό διάστημα μόλις 10 ημερών (6-16 Απρι­λίου) μέχρι τη διακοπή της. Λίγους μήνες αργότερα καθαιρέθηκε από το αξίωμα, επειδή είχε υποστηρίξει τον ανιψιό του Ιωάννη σε τοπικές ταραχές. Ωστόσο, η καθαίρεση αυτή δεν τον εμπόδισε να προσφέρει ένα σεβαστό ποσό (10.0000 γρόσια) από την προσωπική του περιουσία για να ενισχύσει την Επανάσταση, που βρισκόταν σε κρίσιμη φάση.

Η Γ’ Εθνοσυνέλευση διέκοψε τις εργασίες της 10 μέρες μετά την έναρξή τους, εξαιτίας της πτώσης της πόλης του Μεσολογγίου. Στο διάστημα αυτό, εκλέχθηκε πρόεδρος της επιτροπής η οποία λειτουργούσε ως σύνδεσμος της Εθνοσυνέλευσης με το Εκτελεστικό (την κυβέρνηση). Με την ιδιότητα του προέδρου αυτής της επιτροπής εξέδωσε από την Αίγινα προκήρυξη στις 16 Μαρτίου 1827, με την οποία καλούσε τους πληρεξουσίους της Εθνοσυνέλευσης να συνέλθουν στην Τροιζήνα προκειμένου να ολοκληρώσουν τις εργασίες της. Στη συνέχεια αποσύρθηκε από τα κοινά για δύο χρόνια.

Την περίοδο της διακυβέρνησης του Ιωάννη Καποδίστρια, και ειδικότερα στις 27 Νοεμβρίου 1829, ορίστηκε ως πρώτος πρόεδρος του Εφετείου Ναυπλίου. Ο Καποδίστριας τον είχε ορίσει επίσης μέλος του συμβουλευτικού του οργάνου, του Πανελληνίου, υπεύθυνο για οικονομικά θέματα, χωρίς όμως να απασχοληθεί ενεργά σε αυτό.

Στην Ε’ Εθνοσυνέλευση, που συγκλήθηκε στο Άργος και στην Πρόνοια του Ναυπλίου (11 Ιουνίου – 20 Αυγούστου 1832), μετά την παραίτηση του Αυγου­στίνου Καποδίστρια από τη θέση του «προέδρου της ελληνικής κυβερνήσεως», ο Νοταράς συμπαρατασσόμενος με τον Ιωάννη Κωλέττη εκλέχθηκε παμψηφεί πρόεδρος.

Η Εθνοσυνέλευση αυτή, που ονομάστηκε «κατά συνέχεια Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις», σύμφωνα με το Β’ Ψήφισμα της 27ης Ιουλίου 1832, αποδέχθηκε την απόφαση της Διάσκεψης του Λονδίνου για την επιλογή του Βαυαρού πρίγκιπα Όθωνα ως βασιλιά της Ελλάδας. Ο Πανούτσος Νοταράς διαδραμάτισε τότε πρωταγωνιστικό ρόλο, παρεμβαίνοντας δυναμικά και υποστηρίζοντας τη βούληση της πλειοψηφίας μπροστά στους 21 πληρεξούσιους της Εθνοσυνέλευσης αλλά και στους αντιπρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Συγκεκριμένα, πρότεινε τη διεξαγωγή συζήτησης για ένα σχέδιο συντάγματος που θα υποβαλόταν προς έγκριση στον Όθωνα. Τελικά, η Εθνοσυνέλευση διέκοψε τις εργασίες της μέσα σε κλίμα αντιπαραθέσεων. Ουσιαστικά είχε πλέον εγκαθιδρυθεί μοναρχικό πολίτευμα κατά το πρότυπο της Γαλλικής Παλινόρθωσης και η αρχική πολιτική επιδίωξη της Επανάστασης για φιλελεύθερη πολιτεία, συνταγματικά οργανωμένη, περνούσε στο περιθώριο.

Κατά την Α’ εν Αθήναις Εθνοσυνέλευση (8 Νοεμβρίου 1843 – 18 Μαρτί­ου 1844), που συγκλήθηκε μετά την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και την αλλαγή του πολιτεύματος που ακολούθησε, ο Νοταράς εξελέγη πρόεδρος, προσωρινός στις 8 Νοεμβρίου 1843 και οριστικός λίγες μέρες αργότερα, στις 19 Νοεμβρίου. Στην εκλογή του συνέβαλε καθοριστικά ο σεβασμός που ενέπνεε η ηλικία του, αφού όλοι τον θεωρούσαν «Νέστορα των Ελλήνων πολιτικών». Ήταν 91 ετών, ενώ κατά άλλους υπερέβαινε τα 103 ή 109 έτη. Στην πραγματικότητα, έπαιξε το ρόλο ενός κατά κάποιον τρόπο «επιτίμου προέδρου», εφόσον τα προεδρικά του καθήκοντα τα άσκησαν οι κατά πολύ νεότεροί του αντιπρόεδροι Ανδρέας Μεταξάς, Αλέξανδρος Μαυρο­κορδάτος, Ιωάννης Κωλέττης και Ανδρέας Λόντος.

Αυτή η διευθέτηση κατοχυρώθηκε και επίσημα με την ανάγνωση σχετικού εγγράφου του αμέσως μετά την εκλογή του στη θέση του προέδρου. Με αυτό ανακοίνωνε στην Εθνοσυνέλευση ότι διατηρούσε μεν την τιμητική θέση του προέδρου, όμως την άσκηση των καθηκόντων του την παραχωρούσε στους αντιπροέδρους. Το 1849 ο Νοταράς πέθανε σε βαθύ γήρας, στα Τρίκαλα Κορινθίας, όπου είχε αποσυρθεί έχοντας εν τω μεταξύ εκδώσει την αυτοβιογραφία του το 1846.

  

Υποσημείωση


* Νοταρά Οικογένεια. Μεγάλη ιστορική πελοποννησιακή οικογένεια με δράση κυρίως στην Κορινθία. Απέκτησαν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας μεγάλη οικονομική και διοικητική δύναμη. Ισόβιοι δημογέροντες στην επαρχία τους, καθοριστικοί παράγοντες της οικονομικής και κοινωνικής ζωής του τόπου συμμετείχαν ενεργά στις εθνικοπολιτικές επιδιώξεις των συμπατριωτών τους. Η οικογένεια εξέθρεψε στους κόλπους της αγίους της Ορθοδοξίας (Αγ. Γεράσιμος, Αγ. Μακάριος), λόγιους, κληρικούς και ιεράρχες, αγωνιστές, φιλικούς, πολιτικούς και στρατιωτικούς που έδρασαν στην ελληνική εξέγερση του 1770 (Ορλωφικά), στην προεπαναστατική περίοδο, στον Αγώνα και στα πρώτα χρόνια του ελληνικού βασιλείου. Ο Πανούτσος Νοταράς (Τρίκαλα Κορινθίας) ήταν από τα περισσότερο αναπτυγμένα πνευματικά και οικονομικά μέλη της οικογένειας. Πρωταγωνιστής στα Ορλωφικά, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1818. Είχε επιφυλάξεις για την έναρξη του ένοπλου αγώνα το 1821 που τις απέβαλε όταν είδε τη ραγδαία εξάπλωσή του. Προσχώρησε στις επαναστατικές διαδικασίες με την άφιξη του Δ. Υψηλάντη και η παρουσία του επηρέασε θετικά και άλλους Πελοποννήσιους κοτζαμπάσηδες. Εκλέχθηκε πληρεξούσιος της Α Εθνοσυνέλευσης και μέλος της Επιτροπής σύνταξης του πρώτου Συντάγματος. Υπήρξε έντιμος και αφιλοκερδής σε όλα τα αξιώματα στα οποία υπηρέτησε. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου ήταν διαλλακτικός και μετριοπαθής και περιορίστηκε σε νουθεσίες και προτροπές προς τους αντιπάλους προσπαθώντας να τους συνδιαλλάξει. Παρουσιάστηκε για τελευταία φορά στο πολιτικό προσκήνιο μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου και εκλέχθηκε πρόεδρος της πρώτης Βουλής του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Ο Παναγιώτης Νοταράς (Τρίκαλα Κορινθίας, 1803 – Αθήνα, 1879) πήρε μέρος στην πολιορκία και την άλωση του Ακροκορίνθου, πολέμησε εναντίον του Δράμαλη και στη μάχη της ‘Aμπλιανης οπότε του δόθηκε και ο βαθμός του αντιστράτηγου. Ο Ιωάννης (Γιαννάκης) Νοταράς (Τρίκαλα Κορινθίας, 1805 – Ανάλατος Αττικής, 1827) γνωστός και ως «αρχοντόπουλο» διακρινόταν για τα πνευματικά του προσόντα, την ομορφιά και τη γενναιότητά του. Συμμετείχε στην πολιορκία του Ακροκορίνθου και στην αναχαίτιση της στρατιάς του Δράμαλη. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου γνώρισε διώξεις από το Γκούρα και φυλακίστηκε στην Ύδρα. Πολέμησε εναντίον του Ιμπραήμ, στην Καστέλλα υπό το Γκόρντον και σκοτώθηκε στην καταστρεπτική μάχη του Αναλάτου στις 24 Απριλίου 1827.

 

Πηγές


  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
  • Δήμητρα Κουκίου – Μητροπούλου, «ADAM FRIEDEL / Προσωπογραφίες Αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης», Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 2007.
  • Ιστότοπος Βουλής των Ελλήνων, http://www.parliament.gr/1821

Read Full Post »

Φίνλεϋ Γεώργιος – Finlay George  (1799-1875)


 

Φίνλεϋ Γεώργιος - Finlay George (1799-1875)

Βρετανός ιστορικός Σκωτικής καταγωγής. Γεννήθηκε στο Φάβερσαμ του Κεντ και σπούδασε νομικά στη Γλασκόβη. Το 1821 μετέβη στο Γκέτινγκεν προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του. Τον Νοέμβριο του 1823, επηρεασμένος από τους αγώνες των Ελλήνων για την ανεξαρτησία τους, εγκατέλειψε τις σπουδές του και ήρθε να πολεμήσει για την ανεξαρτησία της Ελλάδας.  Αποβιβάστηκε αρχικά στην Κεφαλονιά όπου τον υποδέχτηκε ο Λόρδος Βύρων κι αργότερα πήγε στον Πύργο. Εκεί παρέμεινε για 14 μήνες και αφιερώθηκε στην εκμάθηση της γλώσσας και της ιστορίας, γνωρίζοντας παράλληλα τις αρχαιότητες.    Λόγω ενός επίμονου και υψηλού πυρετού αναγκάστηκε να περάσει τον χειμώνα του 1824 και την άνοιξη του 1825 στη Ρώμη, τη Νάπολη και την Σικελία. Μετά την αποθεραπεία του μετέβη στο Εδιμβούργο, όπου έλαβε και το πτυχίο του στα νομικά.

Όμως, ο Γεώργιος Φίνλεϋ είχε κάνει τις επιλογές του. Είχε αποφασίσει να ζήσει στην Ελλάδα. Επέστρεψε λοιπόν στην Αθήνα, όπου έμεινε μόνιμα μέχρι τον θάνατό του. Μετά την απελευθέρωση, αγόρασε μια έκταση στην Αττική και προσπάθησε να καλλιεργήσει την γη. Τα γεωργικά συστήματα όμως που εισήγαγε από την Ευρώπη, δεν έφεραν τα αποτελέσματα που προσδοκούσε. Έκτοτε ασχολήθηκε αποκλειστικά στη συγγραφή ιστορικών έργων, ενώ από το 1864 μέχρι το 1870, εργάστηκε ως ανταποκριτής των Τimes του Λονδίνου. Το 1854 το πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, του απένειμε τιμητική διδακτορική διάκριση. Πέθανε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου του 1875.

Συνέγραψε πολλά ιστορικά έργα:

  • 1836. Το Ελληνικό Βασίλειο και το Ελληνικό Έθνος.
  • 1836. Δοκίμιο στις τραπεζικές αρχές, εφαρμοστέες υπό του Ελληνικού κράτους.
  • 1844. Η Ελλάδα υπό τους Ρωμαίους.
  • 1847. On the Site of the Holy Sepulchre με σχέδιο της Ιερουσαλήμ.
  • 1854. Ιστορία των Βυζαντινών και Ελληνικών Αυτοκρατοριών από το 716 έως το 1453.
  • 1856. Ιστορία της Ελλάδος υπό την Οθωμανική και Βενετική κυριαρχία.
  • 1861. Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης.

Το πιο γνωστό έργο του είναι η δίτομη «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», με κεφάλαια μη πλήρως επεξεργασμένα, μέχρι της βασιλείας του Γεωργίου του Α’. Είναι ένα βιβλίο γραμμένο με γλαφυρότητα που περιέχει πρωτογενείς πηγές και προσωπικά βιώματα του συγγραφέα, αφού ο ίδιος ήταν παρών στα γεγονότα. Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γνώση θεμάτων και προσώπων, αλλά ενίοτε και εμπάθεια και δεν αποφεύγει την πολιτική.

Άφησε αναμνήσεις και καλές και κακές, προσ­έφερε πολύτιμες υπηρεσίες, αλλά και έβλαψε με την εμπάθεια και την παροιμιώδη φιλοχρηματία του, η οποία τον έφερε κατ’ επανάληψη σε αντιδικία με το Ελληνικό Δημόσιο.

Ο εκδότης Γιάννης Βλαχογιάννης, ανέθεσε στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη – όταν αυτός βρισκόταν σε απόλυτη πενία – την μετάφραση της Ιστορίας του Φίνλεϋ. Ο Παπαδιαμάντης εργάστηκε με συνέπεια και φιλότιμο, παρά την έλλειψη στοιχειώδους βοήθειας – ούτε λεξικό της Αγγλικής δεν διέθετε – και παρά τις προσωπικές του αντιρρήσεις και διαφωνίες για τα κείμενα του συγγραφέα. 

Όταν το 1908 ολοκλήρωσε την μετάφραση, ο Γιάννης Βλαχογιάννης μολονότι τα οικονομικά του ήταν πενιχρά, πλήρωσε τον Κοσμοκαλόγερο αλλά μη έχοντας τα χρήματα για την έκδοση του βιβλίου, το έκλεισε στο συρτάρι του με την προσδοκία της βελτίωσης των οικονομικών του.

Εκατό χρόνια έμεινε ξεχασμένο το βιβλίο. Μέχρι που το 2008 το  ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, πήρε την απόφαση να το ανασύρει από την λήθη και να το προσφέρει στους Έλληνες.

Ως δείγμα γραφής της υπέροχης γλώσσας του Παπαδιαμάντη, του βάθους και του πλούτου της λησμονημένης καθαρεύουσας του, παραθέτουμε την παρακάτω παράγραφο, που αναφέρεται στην θρυλική κλεφτουριά.

« Οι Έλληνες καθιστώσιν ήρωας και ημιθέους τους αρχικλέπτας των. Τα κατορθώματα του Ζαχαριά και του Κολοκοτρώνη, καίτοι εξυμνηθέντα εις στίχους χωρίς ποίησιν και εις κομπορρήμονα πεζογραφίαν, ήσαν μόνον πράξεις ληστών και προβατοκλεπτών. Έζων συνήθως αναλώμασι των πτωχών Χριστιανών χωρικών και σπανίως ερριψοκινδύνευον να ενεδρεύσωσι πλούσιον προύχοντα Έλληνα, ακόμη δε σπανιώτερον να ληστεύσωσιν Τούρκον αγάν. Το άσμα του Ζαχαριά εκθειάζει την καταστροφήν Ελληνικών χωρίων, την λήστευσιν Ελλήνων ιερέων, την ατίμωσιν Ελληνίδων, τον φόνον Ελληνόπαιδος και τα λύτρα άλλου. Ο Δόδουελ μνημονεύει την προθυμίαν μεθ’ ής οι Έλληνες αγρόται ηνούντο προς καταδίωξιν της συμμορίας του Κολοκοτρώνη και μεθ’ ής οι Έλληνες επίσκοποι αφώριζον τους κλέπτας».

Λόγω τέτοιων σχολίων και παρατηρήσεων οι Έλληνες δεν ενέκριναν την Ιστορία του Φίνλεϋ. Περισσότερο όμως πικράθηκε ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης που για λόγους επιβίωσης αναγκάστηκε να την μεταφράσει με απόλυτο σεβασμό στο πρωτότυπο κείμενο, παραδίδοντας στους Έλληνες έναν αληθινό θησαυρό. Αυτός, που θεωρείται ως «η κιβωτός της πιο συντηρητικής ελληνορθόδοξης αντίληψης των καιρών του».  

 

Πηγές


  • Επτά Ημέρες, Καθημερινή, «Ο Φιλελληνισμός στην ευρωπαϊκή Λογοτεχνία», Κυριακή 17 Μαρτίου 2002.
  • Encyclopaedia Britannica, έκδοση 1911.
  • Σπύρος Β. Μαρκεζίνης, «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964»,  τόμος 1ος , Πάπυρος, Αθήνα, 1966.

Read Full Post »

Μαυρομιχάλης Πετρόμπεης  (1765 ή 1773 – 1848)


Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Μπέης της Μάνης. Πρόεδρος του Εκτελεστικού της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας το 1822. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1830.

 

Γόνος γνωστής οικογένειας προεστών της Μάνης, όπου γεννήθηκε το 1765 ή, κατά άλλη εκδοχή, το 1773. Είχε θυελλώδη χαρακτήρα, ενώ υπήρξε η ισχυρότερη προσωπικότητα των Μαυρομιχαλαίων κατά την επαναστατική περίοδο και ηγετική μορφή της Πελοποννήσου, πρωταγωνιστής πολιτικών και στρατιωτικών γεγονότων της Επανάστασης, όπως και της μετέπειτα πολιτικής ζωής.

Μετά το 1800, όταν πέθανε ο πατέρας του, κατάφερε να κατευνάσει τις οξύτατες αντιπαραθέσεις που σπάρασσαν τους κόλπους της οικογένειας. Όταν οι Γάλλοι κατέλαβαν τα Επτάνησα μετά τη Συνθήκη του Τίλσιτ (1807), ο Μαυρομιχάλης, πιστεύοντας ότι είχαν διαμορφωθεί ευνοϊκές συνθήκες για την απελευθέρωση της Πελοποννήσου, επιδίωξε, σε συνεργασία με το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, να προκαλέσει το ενδιαφέρον τους για την προετοιμασία και την οργάνωση απελευθερωτικού κινήματος.

Οι αντιθέσεις, που δημιουργήθηκαν στη Μάνη μεταξύ των ισχυρών οικογενειών της περιοχής κατά την τελευταία προεπαναστατική δεκαετία, προσέφεραν στο Μαυρομιχάλη την ευκαιρία να ασχοληθεί ενεργότερα με τα δημόσια πράγματα. Παντρεύτηκε την Άννα Μπενάκη, αδελφή του προεστού της Καλαμάτας Παναγιώτη Μπενάκη. Παιδιά του ήταν οι: Ηλίας, Αναστάσιος, Γεώργιος, Ιωάννης, και Δημήτρης Μαυρομιχάλης.

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ξυλογραφία.

Το 1815 ανέλαβε το αξίωμα του διοικητή (ή μπέη) της Μάνης, το οποίο είχε θεσμοθετηθεί από τους Οθωμανούς μετά τον τερματισμό των Ορλωφικών το 1774. Η επιρροή του, όχι μόνο στους Έλληνες αλλά και στους Οθωμανούς, υπήρξε ισχυρή. Ήδη πριν από την Επανάσταση ο Μαυρομιχάλης είχε δώσει δείγματα των ηγετικών του ικανοτήτων. Αν και διστακτικός αρχικά, μυήθηκε το 1818 στη Φιλική Εταιρεία και στις 17 Μαρτίου 1821 κήρυξε την Επανάσταση στην Αρεόπολη της Μάνης.

Στις 23 Μαρτίου, επικεφαλής 2.000 ανδρών, κατέλαβε την Καλαμάτα. Στις 25 Μαρτίου συνέστησε με άλλους 12 προεστούς τη Μεσσηνιακή Γερουσία – την πρώτη διοικητική οργάνωση των επαναστατημένων Ελλήνων – η οποία έστειλε την επαναστατική της προκήρυξη στις αυλές της Ευρώπης. Προκήρυξη επίσης απηύθυνε ο Μαυρομιχάλης ως πρόεδρος της Μεσσηνιακής Γερουσίας και προς τους Αμερικανούς, η οποία με τη φροντίδα του Αδαμάντιου Κοραή, μεταφρασμένη στην αγγλική γλώσσα, στάλθηκε στο φιλέλληνα καθηγητή του Χάρβαρντ Edward Everett και δημοσιεύτηκε στις αμερικανι­κές εφημερίδες.

 

«Παχύσαρκος, αργοκίνητος, καλοστεκούμενος. Δεν φαίνεται προσανατολισμένος σε ορισμένη τάξη ή πολιτική ιδεολογία. Στην επιστήμη της γαστρονομίας, όμως, είχε σημειώσει μεγάλες προόδους: Λένε πως είναι πρόθυμος να δεχτεί διακυβέρνηση οποιασδήποτε μορφής, αρκεί να του εξασφαλίσει πλούτη, ησυχία, καλοπέραση και ασφάλεια. Μια από τις φιλοδοξίες που του αποδίδονταν ήταν και η εισαγωγή της γαλλικής κουζίνας στη Μάνη.» [Waddington 1825]

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, λιθογραφία.

Δύο μήνες αργότερα, το τελευταίο δεκαήμερο του Μαΐου του 1821, συ­νήλθαν στη Μονή Καλτεζών, στα σύνορα Λακωνίας και Αρκαδίας, ηγετικές προσωπικότητες της Πελοποννήσου και ίδρυσαν την Πελοποννησιακή Γερουσία. Στη συνέλευση αυτή πρόεδρος εξελέγη ο Μαυρομιχάλης. Στη διάρκεια της Επανάστασης κατέλαβε σημαντικά αξιώματα. Στην Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (Δεκέμβριος 1821) ορίστηκε αντιπρόεδρος του Βουλευτικού σώματος. Υπήρξε πρόεδρος της Β’ Εθνοσυνέλευσης του Άστρους (30 Μαρτίου – 18 Απριλίου 1823) και αμέσως μετά, έως το Δεκέμβριο του ίδιου έτους, πρόεδρος του Εκτελεστικού της διοικήσεως της υπό διαμόρφωση πολιτείας.

Αξιόλογη υπήρξε η στρατιωτική δράση του Πετρόμπεη. Πήρε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, στις επιχειρήσεις για την απόκρουση του Δράμα­λη το καλοκαίρι του 1822 και στην άλωση του κάστρου του Άργους. Μετείχε, επίσης, το Νοέμβριο του 1822 στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου. Στους εμφύλιους πολέμους δεν έλαβε μέρος. Αντίθετα, προσπάθησε να συμφιλιώσει τους αντιμαχομένους.

 

« Ο Μαυρομιχάλης που αντικαθιστούσε τον Υψηλάντη, είχε κατατρομοκρατηθεί από την επιδημία που έπληττε την πόλη και ζούσε περιχαρακωμένος μακριά από το στρατόπεδο. Πήγαινα κάθε μέρα για ενημέρωση. Αλλά αυτός ο νωθρός άνθρωπος δεν μιλούσε για τίποτα άλλο εκτός από την υγεία του. Ήταν ανήσυχος και δυσαρεστημένος, μ’ όλο που υπήρξε από τους πιο ωφελημένους από τα λάφυρα της Τριπολιτσάς. Δυο καμήλες και είκοσι μουλάρια έστειλε με συνοδεία στη Μάνη, φορτωμένα με την ανταμοιβή της εμπιστοσύνης των Τούρκων στο πρόσωπο του και της προστασίας που τους πρόσφερε.» [Raybaud 1824]

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ο τελευταίος Μπέης της Μάνης, και βασικός εκφραστής της αντίληψης για τοπική αυτονομία των απελευθερωμένων περιοχών της Ελλάδας (ιδιαίτερα της Μάνης) σε αντίθεση με το όραμα του Καποδίστρια που επιθυμούσε τη δημιουργία ενός ομογενοποιημένου εθνικού κράτους.

Πορτρέτο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη (1765 ή 1773 -1848). Υδατογραφία σε φίλντισι, διαστάσεις 16 x 12 εκ. Έργο του Χένρι Τζον Τζορτζ Χέρμπερτ (Henry John George Herbert 1800 -1849).

Κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο το 1825 ο Πετρόμπεης, μολονότι ήταν βαθύτατα θλιμμένος από το θάνατο των γιων και του αδελφού του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη σε πολεμικές επιχειρήσεις, οργάνωσε την άμυνα της Μάνης και απέτρεψε την κατάληψη της από τους Αιγυπτίους.

Στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827) αποδέχτηκε την εκλογή του Καποδίστρια ως κυβερνήτη της Ελλάδας και μετά την άφιξη του τελευταίου διορίστηκε πρόεδρος ενός τμήματος του Πανελληνίου, του συμβουλευτικού σώματος που συνέστησε ο Καποδίστριας το 1828.

Η συμμετοχή του Πετρό­μπεη στα δύο σώματα που ίδρυσε ο Καποδίστριας και γενικότερα οι φιλικές σχέσεις των Μαυρομιχαλαίων μαζί του δεν κράτησαν πολύ. Αυτό συνέβη εξαιτίας της επίμονης προσπάθειας του Καποδίστρια να περιορίσει την κυριαρχία των Μαυρομιχαλαίων στη Μάνη και να ενισχύσει την κεντρική διοίκηση του νεοσύστατου κράτους, που βρισκόταν τότε στη φάση της οργάνωσης του σχεδόν εξ’ υπαρχής. Για τους λόγους αυτούς, το 1830, ο αδελφός του Τζαννής οργάνωσε εξέγερση εναντίον του Καποδίστρια. Ο Πετρόμπεης υποχρεώθηκε να παραμείνει στο Ναύπλιο, ουσιαστικά κρατούμενος, ενώ αργότερα φυλακίστηκε και ο αδελφός του.

Οι φυλακίσεις και προπαντός η αυστηρή στάση του Καποδίστρια απέναντι στους Μαυρομιχαλαίους όξυναν στο έπακρο την μεταξύ τους αντιπαράθεση, οδηγώντας τελικά στη δολοφονία του Καποδίστρια από τον αδελφό του Πετρόμπεη Κωνσταντίνο και το γιο του Γεώργιο στις 27 Σεπτεμβρίου 1831.

Έξι μήνες μετά το φόνο του Κυβερνήτη, πράξη που φέρεται να κατέκρινε ο Πετρόμπεης, με τη μεσολάβηση του Friedrich Thiersch (Ειρηναίου Θειρσίου)*, ο Αυγουστίνος Καποδίστριας διέταξε την αποφυλάκιση του Πετρόμπεη. Στη συνέχεια προ­σπάθησε να μεσολαβήσει μεταξύ των κυβερνητικών και των αντικαποδιστριακών για την αποτροπή ένοπλης σύγκρουσης.

Μετά την άφιξη του Όθωνα, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης με το Γεώργιο Κουντουριώτη και τον Ανδρέα Ζαΐμη διορίστηκαν αντιπρόεδροι του Συμ­βουλίου της Επικρατείας. Αργότερα εντάχθηκε στις τάξεις των «συνταγματικών» και – μετά την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και τη μεταπολίτευ­ση που ακολούθησε – έλαβε το αξίωμα του γερουσιαστή.

Πέθανε, σε μεγάλη ηλικία, στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 1848. Παρά την τραγική κατάληξη της ρήξης του με τον Καποδίστρια που προκάλεσε έντονες επικρίσεις, ο Μαυρομιχάλης θεωρήθηκε ως ένας από τους ιστορικούς πρωταγωνιστές της Επανάστασης.

Υποσημείωση


 

* Ο Ειρηναίος Θείρσιος (1784- 1860) Γερμανός φιλέλληνας και ουμανιστής φιλόλογος, ο οποίος ονομάστηκε «Praeceptor Bavariae» (Διδάσκαλος της Βαυαρίας) και «Πατέρας της ουμανιστικής εκπαίδευσης» στην Βαυαρία. Ήταν ένθερμος φιλέλληνας, και από το 1812 εργάστηκε για να βοηθήσει την ανάπτυξη της παιδείας των ακόμα υπόδουλων Ελλήνων, ενώ στο σπίτι του είχε εγκαταστήσει ιδιαίτερη σχολή για νέους Έλληνες. Έπειτα, στα χρόνια της Ελληνικής επανάστασης του 1821 ενήργησε μέσα από τους φιλελληνικούς συλλόγους για την συλλογή οικονομικών ενισχύσεων για την Ελλάδα.

Ήρθε στην Ελλάδα το 1831, και επιδόθηκε με αρχαιολογικές μελέτες. Το 1851 συνέστησε επιτροπή για την επανόρθωση και μελέτη του Ερεχθείου που είχε καταστραφεί από τις μάχες με τις πολιορκίες της Αθήνας. Επέστρεψε στην Βαυαρία και τιμήθηκε από την πατρίδα του. Απεβίωσε στο Μόναχο στις 25 Φεβρουαρίου 1860.

Πηγές


  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
  • Δήμητρα Κουκίου – Μητροπούλου, «ADAM FRIEDEL / Προσωπογραφίες Αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης», Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 2007.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »