Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Ορλάνδος Ιωάννης (1770; – 1852)
   

Ορλάνδος Ιωάννης, έργο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Συλλογή Έργων Τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

 

Ο Ιωάννης Ορλάνδος* καταγόταν από πλούσια οικογένεια του Κρανιδίου, η οποία εγκαταστάθηκε τον 18ο αιώνα στις Σπέτσες.

 Γεννήθηκε στις Σπέτσες γύρω στο 1770 και πέθανε στην Ύδρα το 1852. Στην Ύδρα που είχε εγκατασταθεί από το 1811 παντρεύτηκε την αδελφή του Γεώργιου και του Λάζαρου Κουντουριώτη, Υδραίων προεστών και πλοιοκτητών. Και ο ίδιος όμως υπήρξε σημαντικός πλοιοκτήτης πριν από την Επανάσταση. Μάλιστα με την έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα έθεσε τα πλοία του στην υπηρεσία της επαναστατικής διοίκησης.

 

Διετέλεσε πληρεξούσιος της Ύδρας στην Α’ Εθνοσυνέλευση και μέλος της δωδεκαμελούς Επιτροπής που επεξεργάστηκε το κείμενο του πρώτου συντάγματος. Κατείχε τη θέση του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού από τις 14 Ιανουαρίου έως τον Απρίλιο του 1823. Στις 26 Απριλίου και αφού ο Λάζαρος Κουντουριώτης αρνήθηκε το αξίωμα, εκλέχθηκε πρόεδρος του Βουλευτικού. Ένα μήνα αργότερα, στις 22 Μαΐου 1823, απογοητευμένος από τις πολιτικές εξελίξεις και διαβλέποντας τον επερχόμενο εμφύλιο πόλεμο, παραιτήθηκε από τη θέση του προέδρου του Βουλευτικού. Οι πολιτικοί του αντίπαλοι ήδη τον είχαν κατηγορήσει για φατριαστικό πνεύμα, εξαιτίας της υποστήριξης που παρείχε στους Κουντουριώτες.

Τον Ιούνιο του 1823 ορίστηκε μέλος τριμελούς επιτροπής – με τους Ανδρέα Λουριώτη, έμπιστο του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, και  Ιωάννη Ζαΐμη, εκπρόσωπο των Μωραϊτών για τη διαπραγμάτευση της λήψης δανείου για την ενίσχυση του αγώνα στο Λονδίνο. Πριν αναχωρήσει για τη βρετανική πρωτεύουσα, σε επιστολή του διακήρυσσε την ανάγκη ενότητας και αποφυγής εμφύλιων συγκρούσεων.

Επίσης, στις αρχές Νοεμβρίου του 1823 επισκέφθηκε το λόρδο Βύρωνα στην Κεφαλονιά. Τον Ιανουάριο του 1824, μαζί με τον Ανδρέα Λουριώτη άνθρωπο του Μαυροκορδάτου, ήταν οι εκπρόσωποι της Ελλάδας που άρχισαν τις διαπραγματεύσεις και τελικά συνήψαν το πρώτο αγγλικό δάνειο** κατά τη διάρκεια της Επανάστασης ύψους 800.000 λιρών στερλινών.

 

«Το δάνειον των γραικών ετελείωσε προς 59 τα % από εν ρισπετάμπιλε οσπίτιον… Ας γνωρίζουν οι γραικοί την χάριν εις το Κομιτάτον και κάτ΄ εξοχήν εις τον ακούραστον Bowring. Είνε δε σύμφωνον το Κομιτάτον με τους Δεπουτάτους να σταλώσι τα χρήματα εις τον Λόρδ Byron και τον Colonel Stanhope δια να βαστάξουν αυτοί εις την θέλησιν της Βουλής προς ωφέλειαν του Γένους, χωρίς να τα οικειοποιηθούν οι κλέπται». Από επιστολή του Α. Μ. Αντωνόπουλου προς το Δ. Ρώμα, 17 Φεβρουαρίου 1824. (βλ. αρχείο Ρώμα σελ. 227-228)

 

Στο Λονδίνο έτυχε επίσημης υποδοχής, ενώ συνάντησε ακόμη και τον Άγγλο υπουργό Εξωτερικών George Canning. Συμμετείχε και στην αντιπροσωπεία που διαπραγματεύτηκε, το 1825, και το δεύτερο δάνειο*** ύψους 2.000.000 λιρών στερλινών από την Αγγλία. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1825 εξακολουθώντας να εκπροσωπεί τους Υδραίους στις Εθνοσυνελεύσεις.

Ο Ορλάνδος ανήκε στο «αγγλικό» κόμμα, κρίνοντας ως πλέον πρόσφορη και αποτελεσματική την υποστήριξη της Αγγλίας για την ελληνική υπόθεση. Στήριζε την προτίμησή του αυτή και στη φιλελεύθερη πολιτική παράδοση της χώρας εκείνης, αλλά και στην επωφελή για τους Έλληνες υπεροχή της στη θάλασσα. Αργότερα εντάχθηκε στην αντικαποδιστριακή παράταξη, διατυπώνοντας μάλιστα την άποψη ότι θα προτιμούσε η Ελλάδα να μετατραπεί σε αγγλικό προτεκτοράτο από το να ανεχθεί τον απολυταρχισμό του Καποδίστρια. Έτσι, μετείχε στις αντικαποδιστριακές στάσεις της Ύδρας το καλοκαίρι του 1831.

Εκ των υστέρων, και στο πλαίσιο της αναζήτησης «αποδιοπομπαίων τράγων» για την τύχη των δανείων της περιόδου της Επανάστασης, κατηγορήθηκε μαζί με το Λουριώτη για κακοδιαχείριση. Αρχικά απαλλάχθηκαν από τις κατηγορίες, αλλά το 1835 το Ελεγκτικό Συνέδριο τους κήρυξε υπευθύνους για απώλεια μέρους των χρημάτων του δανείου και «αλληλεγγύως χρεώστες του Δημοσίου» για ποσό 28.769 λιρών στερλινών. Το 1839 εξέδωσε μαζί με το Λουριώτη την απολογία τους σε ογκώδες δίτομο έργο, το οποίο αργότερα αποκήρυξε.

  

Υποσημειώσεις

 

* Το όνομα Ορλάνδος είναι εξελληνισμένο εκ του Ιταλικού Ορλάντο (Orlando) που και αυτό προέρχεται με μικρή παράφραση από το γαλλικό Ρολάνδο (Ρολάντ) με το οποίο φερόταν στους μεσαιωνικούς θρύλους και ποιήματα κάποιος ανεψιός του Καρλομάγνου (Ποίημα του Ρολάνδου κ.ά.). Επί τη βάσει των θρύλων αυτών ο Ιταλός ποιητής Λοντοβίκο Αριόστο έγραψε τον Μαινόμενο Ορλάνδο.  

** Στις 26 Ιανουαρίου 1824, ο Ιωάννης Ορλάνδος και ο Ανδρέας Λουριώτης έφθασαν στην αγγλική πρωτεύουσα και ύστερα από έντονες διαπραγματεύσεις, στις οποίες πήραν μέρος και μέλη του Φιλελληνικού Κομιτάτου, συνομολόγησαν ένα δάνειο 800.000 λιρών με τον οίκο Λόφναν (9 Φεβρουαρίου 1824). Το δάνειο είχε τόκο 5%, προμήθεια 3%, ασφάλιστρα 1,5% και περίοδο αποπληρωμής 36 χρόνια. Ως εγγύηση για την αποπληρωμή του δανείου τέθηκαν από ελληνικής πλευράς τα δημόσια κτήματα και όλα τα δημόσια έσοδα. Όμως, το ποσό που έφθασε στην επαναστατική διοίκηση ήταν μόλις 298.000 λίρες, αφού το παραχωρούμενο δάνειο είχε οριστεί στο 59% του ονομαστικού (472.000 λίρες) και από αυτό παρακρατήθηκαν 80.000 ως προκαταβολή τόκων δύο ετών, 16.000 για χρεολύσια, 2.000 ως προμήθεια και άλλες δαπάνες.

*** Στα 1825 ανακλήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση ο Ι. Ζαΐμης και στη θέση του στάλθηκε ο Γ. Σπανιολάκης. Το δεύτερο δάνειο ανέλαβε ο τραπεζιτικός οίκος των αδελφών Ρικάρδο με ονομαστικό κεφάλαιο 2.000.000 λιρών (26 Ιανουαρίου 1825). Τη διαπραγματευτική ομάδα αποτελούσαν και πάλι οι Λουριώτης και Ορλάνδος. Όπως και στο πρώτο δάνειο, το καθαρό ποσό περιορίστηκε στις 816.000 λίρες, αφού το παραχωρούμενο δάνειο είχε οριστεί στο 55% του ονομαστικού (1.100.000) και από αυτό παρακρατήθηκαν 284.000 λίρες για προκαταβολή τόκων δύο ετών, χρεολύσια, προμήθεια και άλλες δαπάνες.

Τη διαχείριση του δεύτερου δανείου ανέλαβαν οι άγγλοι τραπεζίτες και τα μέλη του Φιλελληνικού Κομιτάτου, παραγκωνίζοντας τους έλληνες εκπροσώπους. Από το δάνειο διατέθηκαν: 212.000 λίρες για την αναχρηματοδότηση του πρώτου δανείου, 77.000 για την αγορά όπλων και πυροβόλων, από τα οποία λίγα έφθασαν στην Ελλάδα, 160.000 για την παραγγελία 6 ατμοκίνητων πλοίων, από τα οποία μόνο τρία έφθασαν στην Ελλάδα («Καρτερία», «Επιχείρηση», «Ερμής») και 155.000 για τη ναυπήγηση δύο φρεγατών σε ναυπηγεία της Νέας Υόρκης, από τις οποίες μόνο η μία («Ελλάς») ήλθε στην Ελλάδα, ενώ η δεύτερη πουλήθηκε για να χρηματοδοτηθεί η πρώτη. Τελικά, στην Ελλάδα έφθασε μόνο το ποσό των 232.558 στερλινών. Επί Βαυαροκρατίας, ο Υπουργός Οικονομικών Γεώργιος Σπανιολάκης κατηγόρησε τους δύο διαπραγματευτές ότι ιδιοποιήθηκαν χρήματα από τις αγοροπωλησίες μετοχών των δανείων και επιπλέον τον Ορλάνδο ότι παρακράτησε ποσό 5.900 λιρών από τα δύο δάνεια. Μάλιστα, το Ελεγκτικό Συνέδριο προχώρησε σε προσημείωση των περιουσιακών τους στοιχείων.

 

Πηγές

  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
  • Ανδρέας Μιχ. Ανδρεάδης, «Ιστορία των εθνικών δανείων», Εν Αθήναις :Τυπογραφείον «Εστία»,1904.
  • Ορλάνδος Ιωάννης, Συλλογή επιστολών από το αρχείο Χατζή Πανανού Θεοδοσίου, Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο ( Ε.Λ.Ι.Α.).
  • Γρηγόρης Ι. Ζώρζος, «Revolution 1821 Economics: Greek Modern Economic History», Εκδοτικός Οίκος: CreateSpace, 2009. 

Read Full Post »

Η Διοίκηση του Άργους (Τοπική Αυτοδιοίκηση) του 19ου αιώνα


 

Γενικά

 

Στη ρωμαϊκή και στη βυζαντινή περίοδο, το Άργος διοικητικά ανήκε στην επαρχία της Αχαΐας, της διοίκησης του Ανατολικού Ιλλυρικού με πρωτεύουσα την Κόρινθο. Το 1210 το Άργος κατέλαβαν οι σταυροφόροι και απ’ το 1246-1261 ανήκε στο δουκάτο των Αθηνών, ενώ το 1397, όπως και το 1463 το κατέλαβαν οι τούρκοι.

Η Πελοπόννησος επί τουρκοκρατίας, αποτελούσε ιδιαίτερη μεγάλη διοικητική περιφέρεια (Βιλαέτι), με πρωτεύουσα αρχικά το Ναύπλιο και από το 1770 την Τριπολιτσά. Είχε επίσης δύο Υποδιοικήσεις (Σαντζάκια), το του Μορέως και του Μυστρά και 24 Επαρχίες (Καδηλίκια) με 2.000 κώμες και κωμοπόλεις, με 8 σημαντικότερες, μια εκ των οποίων ήταν το Άργος.

Το Άργος είναι μια απ’ τις αρχαιότερες πόλεις της Ευρώπης, αλλά και του κόσμου, αφού κτίστηκε γύρω στο 1856 π.Χ. Πολυάριθμα λαμπρά μνημεία του Άργους περιγράφει ο Παυσανίας, ενώ η αρχαιολογική σκαπάνη στην περιοχή του Άργους, φέρνει στο φως συνεχώς, όλο και νεώτερα ευρήματα της αρχαιότητας. Σήμερα ο Δήμος Άργους του Νομού Αργολίδος, έχει 29.505 μόνιμους κατοίκους (ΕΣΥΕ, 2003, απογραφή 2001).

 

Άργος. Η πλατεία του Αγίου Πέτρου και το κάστρο της Λάρισας, όπως φαίνονται από το Δημαρχείο του Άργους, περ. 1907.

 

 

Στοιχεία διοίκησης του κράτους

  

Η Διοίκηση του κράτους, διακρίνεται σε κεντρική και περιφερειακή και η τελευταία στην οριζόντια οργάνωση εκφράζεται σε νομούς ή περιφέρειες, οι οποίες έχουν κάθετη οργάνωση. Τα διοικητικά όργανα, κρατικά, δημοτικά, κοινοτικά και λοιπών δημοσίων οργανισμών, έχουν επίσης ιεραρχική κάθετη οργάνωση.

Τα πρόσωπα της κεντρικής διοικήσεως είναι αιρετά (πολιτικά) και διορισμένα (δημόσιοι υπάλληλοι). Η άσκηση διοικητικών αρμοδιοτήτων, από αποκεντρωμένες διοικητικές μονάδες (νομικά πρόσωπα) εκτός των κεντρικών κρατικών υπηρεσιών, με ίδια όργανα, δικό τους προσωπικό, ασκούν δοτή δευτερογενή δημόσια εξουσία και συνιστούν την Αυτοδιοίκηση, όπως είναι οι Δήμοι και οι Κοινότητες.

Οι οργανισμοί της αυτοδιοικήσεως είναι φορείς αρμοδιοτήτων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, με ίδιον προϋπολογισμό, ιδία περιουσία και υπαλλήλους και εφόσον διοικούν τοπικές υποθέσεις μιας ορισμένης εδαφικής περιοχής, καλούνται σήμερα, Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (ΟΤΑ) και εκλέγονται ελεύθερα απ’ τους πολίτες της περιοχής αυτής.

Η τοπική αυτοδιοίκηση είναι Α’ και Β’ βαθμού. Η Α’ βαθμού, αρχίζει απ’ τον Καποδίστρια και αργότερα με το Βασ. Διάταγμα 1833 με τους δήμους (αντί των κοινοτήτων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας) και κατά τα έτη 1863 με την έλευση του Γεωργίου του Α’, και διάκριση δήμων και κοινοτήτων 1912, αλλά και  με το Ν.2533/1997. Η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, η οι ΟΤΑ Β’ βαθμού συστήθηκαν με τους Νόμους 2218 και 2240 του 1994, για τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση (με όργανα τον Νομάρχη, το Νομαρχιακό Συμβούλιο και τις Νομαρχιακές Επιτροπές), με ένα νομό ή μια νομαρχία, ή διευρυμένες με περισσότερους νομούς ή νομαρχίες (Νομαρχιακά Διαμερίσματα).

Η τοπική αυτοδιοίκηση αποσκοπεί στην προαγωγή των τοπικών συμφερόντων και στην ικανοποίηση των αναγκών των κατοίκων των περιφερειών, αλλά και την καλλίτερη διοίκηση και αρμονία στις σχέσεις διοίκησης και πολιτών.

Η χώρα μας σήμερα διαιρείται σε 13 διοικητικές περιφέρειες, με προϊστάμενο διορισμένο Περιφερειάρχη, που εκφράζει την κυβέρνηση και με εκλεγμένο Περιφερειακό Συμβούλιο.*  

* Το άρθρο έχει γραφτεί το 2004 και αναφέρεται στη δομή της διοίκησης πριν την ψήφιση και εφαρμογή του « Καλλικράτειου» νόμου περί συνένωσης Δήμων και Νομαρχιών, με εκλεγμένο Περιφερειάρχη, Αντιπεριφερειάρχες  και εκλεγμένο Περιφερειακό Συμβούλιο.

 

Διοίκηση Πελοποννήσου – Άργους 19ου αιώνα

 

Με τον αγώνα της εθνεγερσίας του 1821, το 1822 ελευθερώνεται η Πελοπόννησος και σχηματίζεται την 1.1.1822, με την Α’ Εθνική Συνέλευση, η πρώτη Διοίκηση της Ελλάδος.

Το Άργος, λόγω της θέσεώς του, έπαιξε πολύ σπουδαίο ρόλο στην επανάσταση του 1821, ο Δημήτριος Υψηλάντης αυτό επέλεξε για το συνέδριό του των επαναστατών (στο αρχαίο θέατρο), ενώ στο τέλος του ίδιου έτους, άρχισε η Α’ Εθνοσυνέλευση και για ένα διάστημα το Άργος, έγινε και έδρα της Κυβερνήσεως.

Είναι δε γνωστό ότι το Άργος, είχε και πολλές και συχνές τραγωδίες, μέχρι το πέρας της επαναστάσεως. Σαν έφτασε ο Καποδίστριας στο Άργος, έγινε η Δ’ Εθνοσυνέλευση (1829), αλλά και η Ε’ μετά τη δολοφονία του. Στο έτος 1825 ο Ιμπραήμ καταλαμβάνει πάλι μέρη της Πελοποννήσου και την Αργολίδα μέχρι το 1827, ενώ στα έτη 1825 – 26 καταστρέφει το Άργος. Με τη Βασιλεία του Όθωνος, με Βασιλικό Διάταγμα του 1833 (Κυβερνητική Διαίρεση), η χώρα διαιρείται σε 10 Νομούς, ή Μερίδες και 47 κύκλους, ή επαρχίες. Την Ανώτατη διοίκηση είχε ο Νομάρχης, με το Νομαρχιακό Συμβούλιο, εκλεγόμενο απ’ τους κατοίκους του νομού και τον Έπαρχο σε κάθε επαρχία, υπαγόμενο στον Νομάρχη και το Επαρχιακό Συμβούλιο.

 

Τοπική Αυτοδιοίκηση του Άργους 19ου αιώνα

 

Το Άργος στον 19ο αιώνα, συνιστούσε την ομώνυμη Επαρχία, αλλά και ομώνυμο Δήμο του Άργους, ενώ μαζί με πέντε ακόμη επαρχίες: Ναυπλίας, Κορινθίας, Σικυωνίας, Ύδρας, Ερμιονίδος και Τροιζηνίας, αποτελούσαν τον Νομό Αργολίδος και Κορινθίας.

Το καλοκαίρι του 1821 οι Τούρκοι εγκατέλειψαν το Άργος και γίνεται προσωρινά έδρα της Γερουσίας της Πελοποννήσου, ενώ το 1822 καταλήφθηκε απ’ τους τούρκους και πάλι, με τον Δράμαλη, μέχρι την καταστροφή του στα Δερβενάκια και απ’ τον Ιμπραήμ το 1825, που το έκαψε, ενώ το 1827 το Άργος έγινε θέατρο εμφυλίων συγκρούσεων, που έπαψαν με τον ερχομό του Καποδίστρια το 1828 και την εκεί σύγκληση της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως τον Ιούνιο του 1829, ενώ μετά τη δολοφονία του, έγινε στο Άργος όπως προαναφέραμε και η Ε’ Εθνοσυνέλευση.

Με το Διάταγμα της 19 Ιουνίου 1836, το Ελληνικό Βασίλειο διαιρείται σε 30 Διοικήσεις και 18 Υποδιοικήσεις, οπότε δημιουργείται η Διοίκηση της Αργολίδος, με τρεις επαρχίες: του Άργους, της Τροιζηνίας και Ερμιονίδος, και του Ναυπλίου. Κάθε Διοικήσεως προΐσταται ένας διορισμένος Διοικητής, ο οποίος υπάγεται σε Υπουργείο του Κράτους.

Σε κάθε Διοικητή υπάγονται 18 διορισμένοι Υποδιοικητές. Με το νόμο 27.12. 1833, « περί συστάσεως δήμων», το Ελληνικό βασίλειο διαιρείται σε Δήμους και κοινότητες και το Άργος αποτελεί ένα σημαντικό Δήμο. Με τη διαίρεση του κράτους το 1833, ιδρύθηκε και η Επαρχία του Άργους, που ανήκε στον νομό Αργολίδος και Κορινθίας και είχε τους δήμους : Άργους, Αλέας, Λιμνών, Γενεσίου, Μυσίας, Λυρκείας, Οινόης, Ορνεών, Ιναχείας, Θορνακίου, Κηλώσσης, Τημενίου, Υσιών, Μυκηνών και Γυμνού, οι παλαιοί αυτοί δήμοι το 1912 έγιναν κοινότητες.

Με τον νόμο 27.12.1833, κάθε χωριό με 300 κατοίκους, μπορεί να σχηματίζει ένα δήμο, με δημοτική αρχή και κάθε υπήκοος του κράτους και η οικογένειά του είναι μέλη του δήμου. Δήμοι με 10.000 κ. και άνω είναι πρώτης τάξεως, με τουλάχιστον 2.000 κ. δευτέρας τάξεως και κάτω των 2.000 κ. τρίτης τάξεως.

Κάθε δήμος έχει δική του δημοτική αρχή, η οποία εκλέγεται απ’ τους δημότες και συνίσταται για δήμους α’ τάξεως, από τον Δήμαρχο με 4- 6 Παρέδρους και 16/μελές Δημοτικό Συμβούλιο, για δήμους β’ τάξεως από Δήμαρχο με 2- 4 Παρέδρους και 12/μελές Συμβούλιο και για δήμους γ’ τάξεως, Δήμαρχο, ένα Πάρεδρο και 6/μελές Συμβούλιο.

Το Άργος το 1837, ήταν Δήμος β’ τάξεως (περίπου 6.000 κ. ) και είχε ένα Δήμαρχο, 2- 4 Παρέδρους και 12/μελές Δημοτικό Συμβούλιο. Ο Δήμαρχος Άργους, ήταν η πρώτη εκτελεστική Αρχή του Δήμου, ενεργούσε και διεκπεραίωνε τις διοικητικές υποθέσεις, δεν είχε όμως ποινική εξουσία σε αστυνομικές παραβάσεις, ούτε δικαστική σε αμφισβητούμενες διοικητικές υποθέσεις. Ο Δήμος και οι διοικητικές του αρχές, υπάγονταν στον Έπαρχο ή Διοικητή, οι οποίοι επιτηρούσαν τη διοίκηση του Δημάρχου και του δημοτικού Συμβουλίου και έδιναν εντολές, για την εκτέλεση των νόμων.

Ο Δήμος είχε δική του δημοτική περιουσία, που εθεωρείτο ιδιοκτησία της ολομέλειας των δημοτών. Τα Επαρχιακά Συμβούλια συστήθηκαν τον Ιαν. του έτους 1837, σε κάθε επαρχία με ελεύθερες εκλογές των δήμων βάσει του Β.Δ. 18/30 Δεκ.1836. Ο αριθμός των μελών κάθε Επαρχιακού Συμβουλίου προσδιοριζόταν, απ’ τον αριθμό των δήμων της επαρχίας και την τάξη τους, με ελάχιστο αριθμό τους σε 12. Έτσι οι Δήμοι α’ τάξεως έστελναν 3 απεσταλμένους στο Επαρχιακό Συμβούλιο, οι β’ τάξεως 2 και οι γ’ τάξεως 1.

Το Άργος ήταν επαρχία β’ τάξεως και είχε δύο απεσταλμένους στο Επαρχιακό Συμβούλιο. Τα Επαρχιακά Συμβούλια απέβλεπαν στην τάξη των οικονομικών του κράτους και στη διοίκηση των επαρχιών, για τακτικότερη συμβολή στη διεύθυνση με επιτόπιο γνώση και πείρα. Η Διοίκηση της Αργολίδος είχε 24 δήμους και η Υποδιοίκηση Ερμιονίδος και Τροιζηνίας 6 δήμους.

Το 1845 οι Διοικήσεις καταργούνται και η Πελοπόννησος διαιρείται και πάλι σε νομούς, όπως προηγούμενα, τότε γίνεται ενιαίος ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας, το 1899 γίνεται μόνον νομός Αργολίδος, το 1909 ο νομός γίνεται πάλι ενιαίος Αργολίδος και Κορινθίας, όπως και το 1845. Το 1851 η Αργολίδα είχε 3 επαρχίες: του Άργους, του Ναυπλίου και της Ερμιονίδος μαζί με τις Σπέτσες, ενώ στην επαρχία του Άργους, με πρωτεύουσα το Άργος, ο Δήμος Άργους, περιελάμβανε και 7 χωριά. Το 1940 πρωτεύουσα του νομού ήταν το Άργος, ενώ απ’ το 1949 γίνεται πάλι μόνον νομός Αργολίδος, με πρωτεύουσα το Ναύπλιο, ενώ το Άργος είναι σημαντικός δήμος και αυτό ισχύει μέχρι και σήμερα.

 

Κωνσταντίνος Ι. Ρηγόπουλος

Δρ. Διοίκησης επιχειρήσεων, Δρ. Θεολογίας, Δρ. Θαλάσσιας Βιολογίας.

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Βιβλιογραφία

1. Βάλβη Αδριανού, Γεωγραφία- Κυβερνητικὴ Διαίρεσις Ελληνικού Βασιλείου (1833,

1836, 1837). Τομ. 3ος, Βιέννη, έκδοση Μπένκο, 1839.

2. Μεγάλη Γεωγραφία Άτλας της Ελλάδος. Αθήνα, Π. Δημητράκου, 1958.

3. Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Γιοβάνη. Γιοβάνη, Αθήνα, Γιοβάνη, 1980.

4. Εγκυκλοπαίδεια Δομή. Αθήνα, Δομή, 1976.

5. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα. Αθήνα, Πάπυρος, 1991.

6. Παπαρρηγοπούλου, Κ., Ιστορία Ελληνικού Έθνους, επιμ. Π. Καρολίδου, τόμ.

9ος. Αθήνα, Νίκας χ.χ.

7. Κοκκίνου, Δ., Ιστορία Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα, Μέλισσα, 1958.

8. Τρικούπη, Σπ., Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. 4ος. Αθήνα, Δημιουργία, 1996.

9. UNESCO, Ιστορία της Ανθρωπότητας, Αθήνα, Ελληνική Παιδεία, 1963.

10. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, Άργος 1963.

11. Νόμοι Τοπικής Αυτοδιοίκησης, (Β.Δ. 1833, 1836, 1863), ψήφισμα Περὶ Δήμων και

Δημαιρεσιών, Ν. 2533/1997, 2218/1994, 2240/1994. ΦΕΚ Αθήνα.

12. Το Σύνταγμα της Ελλάδος (1844, 1927, 1952, 1975, 1986). Αθήνα 1989.

 Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Μαυροκορδάτος Αλέξανδρος (Κωνσταντινούπολη 1791- Αίγινα 1865)



 

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Πρόεδρος Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας. Λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο, Αύγουστος 1826.

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος υπήρξε μια από τις σημαντικότερες πολιτικές προσωπικότητες της Επανάστασης. Ο ηγετικός του ρόλος τον οδήγησε, αναπόφευκτα, σε ρήξεις με άτομα και ομάδες, επιδίωξε την υποστήριξη της Αγγλίας για τη λύση του Ελληνικού ζητήματος. Η σύγκρουση του αργότερα με τον Ιωάννη Καποδίστρια του εξασφάλισε, ίσως, τους πιο φανατικούς του αντιπάλους.

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας Φαναριωτών, μέλη της οποίας είχαν χρηματίσει κορυφαίοι αξιωματούχοι της οθωμανικής διοίκησης (διερμηνείς και ηγεμόνες των παραδουνάβιων περιοχών). Γεννήθηκε το 1791 και, ως γιος του λόγιου αξιωματούχου στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες Νικόλαου Μαυροκορδάτου και της Σμαράγδας Καρατζά, έλαβε αξιόλογη μόρφωση, κατάλληλη για την ανάληψη δημόσιων αξιωμάτων. Εκτός από τα Ελληνικά του, που το επίπεδό τους ήταν υψηλό, χειριζόταν καλά τα γαλλικά, τα ιταλικά, τα τούρκικα και αραβικά. Εργάστηκε ως γραμματέας του θείου του, ηγεμόνα της Βλαχίας, Ιωάννη Καρατζά. Θα ακολουθήσει τον θείο του που θα καταφύγει στην Ευρώπη, για να αποφύγει τις συνέπειες από κατηγορίες που διατύπωσαν στην Πύλη αντίπαλοί του.  Για έξη μήνες θα παραμείνει στη Γενεύη, μαζί με την οικογένεια Καρατζά. Το 1819 θα καταλήξει στην Πίζα, οπού θα εγκατασταθεί και ο Καρατζάς, και γρήγορα θα ενταχθεί στο περιβάλλον τού εκεί επίσης εγκατεστημένου μητροπολίτη Ιγνατίου. Την ίδια χρονιά μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία.

Παρακολούθησε, κατά δική του μαρτυρία, μαθήματα οχυρωματικής στη Γενεύη από το στρατηγό Dufour, που θα του χρησιμεύσουν αργότερα για την άμυνα του Μεσολογίου, και ίσως κάποια άλλα μαθήματα στην Πίζα. Διάβαζε πολύ, ιδιαίτερα για την ευρωπαϊκή πολιτική.

Μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης, σε ηλικία 30 ετών, έφτασε στο Μεσολόγγι, τον Ιούλιο του 1821, συνοδευόμενος από ομογενείς και φιλέλληνες. Αν και δεν διέθετε χρήματα, κατάφερε γρήγορα με τις ικανότητές του να αναδειχθεί σε φυσιογνωμία πανελλήνιας εμβέλειας. Διαδραμάτισε σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης πρωταγωνιστικό ρόλο στην ελληνική πολιτική ζωή, ενώ σημαίνοντες ξένοι παράγοντες τον θεωρούσαν ως το «μόνο άξιο λόγου πολιτικό».

Στο Μεσολόγγι ανέλαβε από τον Υψηλάντη τη διοικητική οργάνωση της Στερεάς Ελλάδας συστήνοντας το τοπικό πολίτευμα της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος. Μαζί με τον επίσης Φαναριώτη πολιτικό Θεόδωρο Νέγρη πρωταγωνίστησε στη σύνταξη της λεπτομερέστερης Νομικής Διατάξεως της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος. Εξαρχής οι στόχοι του ήταν ξεκάθαροι: η επέκταση της Επανάστασης, η οργάνωση και πολιτική ενοποίηση των εξεγερμένων τόπων και η συγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας στο πλαίσιο μιας ενιαίας κεντρικής «Εθνικής Διοίκησης».

Στη σύγκληση της Α’ Εθνοσυνέλευσης στο Άργος, το Δεκέμβριο του 1821, αναδείχθηκε πρόεδρός της και πρόεδρος της επιτροπής που συνέταξε το πρώτο Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος. Οι πολιτικές αρχές του πολιτεύματος αυτού φανέρωναν τους σαφείς φιλελεύθερους και δημοκρατικούς ιδεολογικούς και πολιτικούς του προσανατολισμούς.

« Είχε ωραίο κεφάλι, μεγάλο σε αναλογία με το σώμα του. Και μεγάλωνε περισσότερο με τα ανάκατα ριγμένα μαύρα μαλλιά και τις πλούσιες φαβορίτες. Τα παχειά φρύδια και το μεγάλο μουστάκι έδιναν μια άγρια, ρωμαντική έκφραση στα χαρακτηριστικά του. Έδειχνε ευφυής, οξυδερκής και φιλόδοξος άνθρωπος. Τα μεγάλα ασιατικά μάτια του, όλο φωτιά και εξυπνάδα, φανέρωναν καλοσύνη. Το βλέμμα του, ωστόσο, δεν αποκάλυπτε ευθύτητα. Είχε κάτι σαν αναποφασιστικότητα και ταραγμένη συστολή που τον εμπόδιζε να κοιτάξει κάποιον κατά πρόσωπο. Ήταν κοντός και με εμφάνιση διόλου επιβλητική, μεγάλο ελάττωμα στα μάτια ενός ημιπολιτισμένου λαού. Δεν έδινε μεγάλη σημασία στην ενδυμασία. Έτσι, ακόμα και οι ξένοι πρόσεξαν τη μειονεκτική αντίθεση ανάμεσα στην απλή ευρωπαϊκή φορεσιά και τον ταξιδιωτικό μανδύα του, και τις μεγαλόπρεπες και κατακόσμητες στολές των καπεταναίων.» (Millingen 1831)

Με την ιδιότητα του προέδρου της Α’ Εθνοσυνέλευσης (20 Δεκεμβρίου 1821 -15 Ιανουαρίου 1822) υπέγραψε την περίφημη Διακήρυξη της 15ης Ιανουαρίου 1822 για την «ανεξαρτησία του έθνους των Ελλήνων» από τον οθωμανικό ζυγό. Με το τέλος της Εθνοσυνέλευσης εκλέχθηκε διαδοχικά πρόεδρος και γραμματέας του Εκτελεστικού σώματος, στην πρώτη περίοδό του έως το 1823. Στη συνέχεια και παρά τις διαμαρτυρίες των στρατιωτικών αρχηγών Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Κανέλλου Δεληγιάννη, εκλέχθηκε πρόεδρος του Βουλευτικού σώματος για σύντομο χρονικό διάστημα (12-14 Ιουλίου 1823).

Ο Μαυροκορδάτος δραστηριοποιήθηκε και στρατιωτικά κατά την Επανάσταση επιχειρώντας, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, να συμβάλει στη δημιουργία τακτικού στρατού. Του αποδόθηκε η ευθύνη για την καταστροφή στη μάχη του Πέτα, στην Ήπειρο (4 Ιουλίου 1822). Ήταν, ωστόσο, αυτός που πρωτοστάτησε στην οργάνωση της άμυνας του Μεσολογγίου, η οποία αποδείχθηκε σωτήρια κατά την πρώτη πολιορκία της πόλης.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ο Μαυροκορδάτος υπερασπίζεται με επιτυχία την πόλη του Μεσολογγίου.

Στη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους, το 1823, ήταν επικεφαλής της παράταξης των πολιτικών καταφέρνοντας και πάλι να κυριαρχήσει γενικότερα. Η εκλογή του στη θέση του προέδρου του Βουλευτικού, ενώ ήταν αρχιγραμματέας του Εκτελεστικού, τον Ιούλιο του 1823, προκάλεσε πολιτική θύελλα και ιδιαίτερα τις έντονες διαμαρτυρίες των Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Κανέλλου Δεληγιάννη. Έτσι αναγκάστηκε να αποσυρθεί στη Δυτική Ελλάδα και να αφοσιωθεί στην οργάνωση τακτικού στρατού, την περίοδο που στην Πελοπόννησο μαίνονταν οι εμφύλιοι πόλεμοι.

Επιστρέφοντας στην Πελοπόννησο το Φεβρουάριο του 1825 ανέλαβε τις θέσεις του γραμματέα του Εκτελεστικού και στη συνέχεια εκείνη του γραμματέα επί των Εξωτερικών. Η Επανάσταση, ύστερα από επιτυχείς προσπάθειες και πρωτοβουλίες του Μαυροκορδάτου, είχε ήδη τύχει μιας οιονεί διεθνούς αναγνώρισης με την εξασφάλιση των δυο δανείων από το κέντρο της διεθνούς χρηματαγοράς, στο Λονδίνο.

Συνέβαλε, επίσης, ουσιαστικά στην καλλιέργεια της συμπάθειας προς την επαναστατημένη Ελλάδα από τους ευρωπαϊκούς φιλελεύθερους κύκλους, υπογραμμίζοντας την ηρωική διάσταση της Επανάστασης και το ανάλογο πνεύμα που τη χαρακτήριζε. Ενώ στο εσωτερικό μέτωπο ο συσχετισμός των πολεμικών επιχειρήσεων εξακολούθησε να χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, ο Μαυροκορδάτος συνέλαβε την ιδέα της αξιοποίησης του ευνοϊκού για τους Έλληνες κλίματος στην Ευρώπη.

Γενικότερα, πρωταγωνίστησε στην εισαγωγή του ανανεωτικού ή εκσυγχρονιστικού ρεύματος σκέψης στις συνθήκες της εποχής, γεγονός που επέδρασε καθοριστικά στην αρχική διαμόρφωση των δημόσιων θεσμών του αναδυόμενου νεοελληνικού κράτους. Θεωρήθηκε ηγέτης του «αγγλικού» κόμματος, εκτιμώντας ότι η Αγγλία, λόγω των συμφερόντων της στην Ανατολή και προκειμένου να εξισορροπήσει τη ρωσική επιρροή στην περιοχή, θα μπορούσε να αποβεί στρατηγικός σύμμαχος της Ελλάδας.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Πρόεδρος του Εκτελεστικού της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1830.

Θεωρούσε, επίσης, ότι το φιλελεύθερο πρότυπο πολιτικής οργάνωσης στην Αγγλία αντιπροσώπευε το καλύτερο συγκριτικά παράδειγμα για τις μελλοντικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Στο πνεύμα αυτό και με την ιδιότητά του ως αρχηγού του «αγγλικού» κόμματος ζήτησε με επιστολή του στον υπουργό Εξωτερικών της Αγγλίας George Canning να αντισταθεί στο Ρωσικό σχέδιο για τη δημιουργία τριών αυτόνομων ηγεμονιών στην επαναστατημένη Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι θα ήταν προς το συμφέρον της Αγγλίας και της Ευρώπης η ίδρυση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Συνέβαλε καθοριστικά στη λήψη του πρώτου αγγλικού δανείου, ενώ οι απόψεις και οι συνακόλουθες ενέργειές του προκάλεσαν τις κατάλληλες ζυμώσεις ώστε να υπάρξει η κατάληξη με την υπογραφή της Ιουλιανής Συνθήκης του Λονδίνου (6 Ιουλίου 1827). Η πολιτική του δράση συνεχίστηκε και μετά την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια, οπότε ανέλαβε και υπουργικά καθήκοντα. Αποσύρθηκε από την κυβέρνηση το 1830 και αναδείχθηκε ηγέτης της αντιπολίτευσης, συμπορευόμενος με τους Υδραίους.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια (Σεπτέμβριος 1831), εντάχθηκε στη συνταγματική παράταξη του Ιωάννη Κωλέττη και αποτέλεσε μέλος της Διοικητικής Επιτροπής που κυβέρνησε τη χώρα έως την άφιξη του Όθωνα. Σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της απολυταρχικής περιόδου της βασιλείας του Όθωνα παρέμεινε εκτός Ελλάδας ως πρεσβευτής (Λονδίνο, Μόναχο και Παρίσι), στο πλαίσιο της προληπτικής πρακτικής της Αντιβασιλείας για τιμητική αποστρατεία διακεκριμένων Ελλήνων πολιτικών στο εξωτερικό με την ανάθεση σε αυτούς πρεσβευτικών καθηκόντων.

Ο βασιλιάς Όθωνας του ανέθεσε πρωθυπουργικά καθήκοντα το 1841, το 1844 και το 1854, δίχως όμως να τον εμπιστεύεται ουσιαστικά, οδηγώντας τον έτσι σε παραίτηση. Στο διάστημα που ακολούθησε ανέλαβε διάφορα κυβερνητικά αξιώματα, ενώ συνέβαλε και στη διαμόρφωση του κλίματος που οδήγησε στην έξωση του Όθωνα.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, έργο του Γεωργίου Συρίγου, λάδι σε μουσαμά, Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, έργο του Γεωργίου Συρίγου, λάδι σε μουσαμά, Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Στο τέλος της σταδιοδρομίας του εξελέγη πληρεξούσιος Ευρυτανίας στην Εθνοσυνέλευση του 1862 και διετέλεσε πρόεδρος της επιτροπής σύνταξης του νέου συντάγματος. Τυφλός και κατάκοιτος, δεν πήρε ενεργό μέρος στις εργασίες της Επιτροπής, διατήρησε όμως το ενδιαφέρον του για τα κοινά καθώς και την πνευματική του διαύγεια έως το θάνατό του, το 1865.

 Ουσιαστικά τα περισσότερα από τα 10 τελευταία χρόνια της ζωής του είχε παραμείνει ανενεργός πολιτικά, αποτραβηγμένος στην εξοχική του κατοικία στην Αίγινα, όπου και πέθανε σε ηλικία 74 ετών. Η αδερφή του, Αικατερίνη, είχε παντρευτεί το Σπυρίδωνα Τρικούπη. Ήταν παντρεμένος με την Χαρίκλεια Αργυροπούλου και είχε αποκτήσει 6 παιδιά, από τα οποία τα 4 πέθαναν σε μικρή ηλικία. Από τα παιδιά του διακρίθηκε  ο Νικόλαος Μαυροκορδάτος (πολιτικός και διπλωμάτης).

Η πολιτική του δεξιοτεχνία όσο και η ροπή του προς τους περίπλοκους συμβιβασμούς τον κατέστησε πολιτικά αμφιλεγόμενο πρόσωπο. Αν και δεν απέφυγε την άμεση εμπλοκή και την ενεργό ανάμειξή του στους οξείς πολιτικούς ανταγωνισμούς και τις αντιπαραθέσεις κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, αλλά και ύστερα από αυτήν, η εν γένει παρουσία και η συμβολή του στη θεμελίωση και την εμπέδωση πολιτικών θεσμών στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος και στη διαμόρφωση νεωτερικής πολιτικής κουλτούρας υπήρξε σημαντική.

Ιδιαίτερα συνέβαλε στην καθιέρωση ενός εκσυγχρονισμένου και αρκετά προοδευτικού, για τα δεδομένα της εποχής, συνταγματικού και θεσμικού πλαισίου οργάνωσης της πολιτικής ζωής στη χώρα, μολονότι η δυσαρμονία αυτού του πλαισίου με την ελληνική κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα προκάλεσε έντονες αντιθέσεις.

Πηγή



  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.

Read Full Post »

Νοταράς Πανούτσος  (1740 ή 1752 – 1849)


 

Πανούτσος Νοταράς. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Μέλος της γνωστής οικογένειας* δημογερόντων της Κορινθίας, οι οποίοι υπήρξαν σημαντικοί οικονομικοί και διοικητικοί παράγοντες του τόπου. Ορισμένοι πρωταγωνίστησαν το 1770 στην εξέγερση των Ορλωφικών. Ο Πανούτσος Νοταράς γεννήθηκε στα Τρίκαλα Κορινθίας το 1752, κατά την πιθανότερη εκδοχή, ή το 1740. Ήταν γιος του προκρίτου Σπυρίδωνα Νοταρά, ενός από τους πιο καλλιεργημένους προεστούς της περιόδου του 18ου και του 19ου αιώνα.

Δάσκαλός του ήταν ο Μεσολογγίτης λόγιος Γρηγόριος Καρβούνης. Λόγοι υγείας δεν του επέτρεψαν να σπουδάσει στην Ιταλία. Διέθετε ωστόσο πλουσιότατη βιβλιοθήκη και αξιόλογη κλασική παιδεία. Νέος ακόμη ο Πανούτσος Νοταράς πρωταγωνίστησε στα Ορλωφικά και αργότερα, το 1818, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Στις δεκαετίες πριν από την Επανάσταση, οι Νοταράδες περιλαμβάνονταν στις έξι πιο ισχυρές οικογένειες της Πελοποννήσου που νέμονταν σημαντικά διοικητικά αξιώματα κατά τρόπο κατ’ ουσία κληρονομικό.

 

« Η οικογένεια των Νοταραίων είναι μία εκ των επισημοτέρων της Πελοποννήσου, δια την παλαιότητα και την λαμπρότητα της καταγωγής της. Ο δε Πανούτσος υπήρξε πάντοτε πληρεξούσιος και Πρόεδρος των Εθνοσυνελεύσεων». Φωτάκος

 

Με την έκρηξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, το Μάρτιο του 1821, ο Νοταράς ήταν από τους προεστούς που εξέφρασαν επιφυλάξεις για την έναρξη του Αγώνα στη δεδομένη χρονική στιγμή. Περίπου ένα μήνα πριν, σε συγκέντρωση προεστών, είχε διατυπώσει την άποψη ότι οι Έλληνες ήταν ακόμα ανέτοιμοι για ένα τέτοιο εγχείρημα, προκαλώντας την οργή του Παπαφλέσσα που ήταν παρών.

Με την έναρξη του Αγώνα και ιδίως μετά την άφιξη του Δημήτριου Υψηλάντη στην Πελοπόννησο (Ιούνιος 1821) και τη σύσκεψη στα Βέρβαινα, όπου το κλίμα ήταν ιδιαίτερα εχθρικό για τους προκρίτους, ο Νοταράς ήρε τις επιφυλάξεις του στηρίζοντας ενεργά την υπόθεση της εθνικής απελευθέρωσης. Συμπαρέσυρε μάλιστα και άλλους διστακτικούς προεστούς να συμμετάσχουν στην Επανάσταση. Στο μεταξύ, τον Απρίλιο του 1821, οι Οθωμανοί είχαν εκτελέσει τον αδελφό του Ανδρικό.

Κατά την Α’ Εθνοσυνέλευση, που συνήλθε στην Επίδαυρο το Δεκέμβριο του 1821, εξελέγη πληρεξούσιος και μετείχε στη δωδεκαμελή επιτροπή σύνταξης του πρώτου συντάγματος. [ Οι εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης άρχισαν στο Άργος στο ναό του Αϊ – Γιάννη το Δεκέμβριο 1821 και συνεχίστηκαν στην Πιάδα – Νέα Επίδαυρο ]. Διετέλεσε μέλος του Εκτελεστικού της επαναστατικής διοίκησης και ανέλαβε τη διεύθυνση των οικονομικών υποθέσεων από τον Ιανουάριο του 1822 έως τον Απρίλιο του 1823. Κατά τη θητεία του στο αξίωμα αυτό υπέγραψε έντοκα γραμμάτια, που αποτέλεσαν ένα πρώτο είδος ελληνικού χαρτονομίσματος.

Κατά τη λεγόμενη τρίτη βουλευτική περίοδο (11 Οκτωβρίου 1824 – 6 Απριλίου 1826) εκλέχθηκε επίσημα πρόεδρος του Βουλευτικού, το οποίο έδρευε στο Ναύπλιο και έπαιζε σκιώδη και δευτερεύοντα ρόλο.

Αν και αρχικά είχε αντιταχθεί στον ανιψιό του Ιωάννη Νοταρά και είχε προσεγγίσει την παράταξη των στρατιωτικών και τον Κολοκοτρώνη, τελικά συμμετείχε στον εμφύλιο πόλεμο στο πλευρό της παράταξης του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου ενάντια στην παράταξη των στρατιωτικών. Ο ανιψιός του Ιωάννης πολιόρκησε τους οπλαρχηγούς που είχαν κλειστεί στο κάστρο του Ακροκορίνθου, όμως εκείνος ήταν που κατάφερε να το καταλάβει το Μάρτιο του 1824.

Επέδειξε, ωστόσο, μετριοπάθεια και διαλλακτικότητα, όπως προκύπτει και από έγγραφα που έστειλε ως πρόεδρος του Βουλευτικού στο Εκτελεστικό το 1824 και το 1825, επιδιώκοντας να παρεμποδίσει τη θέσπιση μέτρων ενάντια στους αντιπάλους και προτείνοντας μέτρα για τον τερματισμό του εμφυλίου ή την αμνήστευση των εμπλεκομένων σε αυτόν.

 

«Με χαράν μεγάλην παρατηρεί κάθε αληθής και τίμιος πατριώτης την εκλογήν του κυρίου Πανούτζου Νοταρά, εις τον βαθμόν του προέδρου του Βουλευτικού Σώματος των Ελλήνων. Τούτον τον σεβάσμιον γέροντα, αν και ημείς ονομάσωμεν νέον Αριστείδην, βεβαίως δεν σφάλλομεν. Άμποτε το πνεύμα του, ο ζήλος του και η προς την δικαιοσύνην αφοσίωσίς του, να ήναι πάντοτε τα μόνα αισθήματα και των συνυπουργών του, και να φρονώσιν, ότι η ελευθερία και ανεξαρτησία πηγάζουσιν από μόνην την αδελφικήν ένωσιν. Κατά δυστυχίαν όμως τα συστατικά της Βουλής μας στοιχεία είναι διηρημένα. Αλλά τι τάχα χρειάζεται δια να ενωθώσι πάλιν; όχι άλλο βέβαια, παρά μια ειλικρινείς θέλησις, και ένας κοινός ζήλος. Ο κύριος Νοταράς εις τον λόγον του τον κατά την έναρξιν της Γ’ περιόδου, ζητεί από τους κυρίους παραστάτας τας σύμβουλάς των. Μόνη αύτη η ευγενής μετριοφροσύνη του είναι ικανή να απόδειξη τον έντιμον χαρακτήρα τούτου του αξιοπρεπούς ανδρός, όστις εκ πρώτης αρχής τούτου του ενδόξου αγώνος μας μέχρι της παρούσης ημέρας, δεν έλειψε ποτέ από του να συνεισφέρη το κατά δύναμιν εις την κοινήν ευδαιμονίαν και την των πραγμάτων βελτίωσιν….» .. [ Ναύπλιον τη 8 Νοεμβρίου 1824, Ελληνικά Χρονικά, αρ.91]

 

Όταν, ύστερα από καθυστερήσεις αρκετών μηνών, πραγματοποιήθηκε η έναρξη των εργασιών της Γ’ Εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο με συμμετοχή 127 αντιπροσώπων, τον Απρίλιο του 1826, ο Νοταράς ήταν ακόμη πρόεδρος του Βουλευτικού. Στη συνέχεια εξελέγη για δεύτερη φορά πρόεδρος Εθνοσυνέλευσης, για ένα σύντομο χρονικό διάστημα μόλις 10 ημερών (6-16 Απρι­λίου) μέχρι τη διακοπή της. Λίγους μήνες αργότερα καθαιρέθηκε από το αξίωμα, επειδή είχε υποστηρίξει τον ανιψιό του Ιωάννη σε τοπικές ταραχές. Ωστόσο, η καθαίρεση αυτή δεν τον εμπόδισε να προσφέρει ένα σεβαστό ποσό (10.0000 γρόσια) από την προσωπική του περιουσία για να ενισχύσει την Επανάσταση, που βρισκόταν σε κρίσιμη φάση.

Η Γ’ Εθνοσυνέλευση διέκοψε τις εργασίες της 10 μέρες μετά την έναρξή τους, εξαιτίας της πτώσης της πόλης του Μεσολογγίου. Στο διάστημα αυτό, εκλέχθηκε πρόεδρος της επιτροπής η οποία λειτουργούσε ως σύνδεσμος της Εθνοσυνέλευσης με το Εκτελεστικό (την κυβέρνηση). Με την ιδιότητα του προέδρου αυτής της επιτροπής εξέδωσε από την Αίγινα προκήρυξη στις 16 Μαρτίου 1827, με την οποία καλούσε τους πληρεξουσίους της Εθνοσυνέλευσης να συνέλθουν στην Τροιζήνα προκειμένου να ολοκληρώσουν τις εργασίες της. Στη συνέχεια αποσύρθηκε από τα κοινά για δύο χρόνια.

Την περίοδο της διακυβέρνησης του Ιωάννη Καποδίστρια, και ειδικότερα στις 27 Νοεμβρίου 1829, ορίστηκε ως πρώτος πρόεδρος του Εφετείου Ναυπλίου. Ο Καποδίστριας τον είχε ορίσει επίσης μέλος του συμβουλευτικού του οργάνου, του Πανελληνίου, υπεύθυνο για οικονομικά θέματα, χωρίς όμως να απασχοληθεί ενεργά σε αυτό.

Στην Ε’ Εθνοσυνέλευση, που συγκλήθηκε στο Άργος και στην Πρόνοια του Ναυπλίου (11 Ιουνίου – 20 Αυγούστου 1832), μετά την παραίτηση του Αυγου­στίνου Καποδίστρια από τη θέση του «προέδρου της ελληνικής κυβερνήσεως», ο Νοταράς συμπαρατασσόμενος με τον Ιωάννη Κωλέττη εκλέχθηκε παμψηφεί πρόεδρος.

Η Εθνοσυνέλευση αυτή, που ονομάστηκε «κατά συνέχεια Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις», σύμφωνα με το Β’ Ψήφισμα της 27ης Ιουλίου 1832, αποδέχθηκε την απόφαση της Διάσκεψης του Λονδίνου για την επιλογή του Βαυαρού πρίγκιπα Όθωνα ως βασιλιά της Ελλάδας. Ο Πανούτσος Νοταράς διαδραμάτισε τότε πρωταγωνιστικό ρόλο, παρεμβαίνοντας δυναμικά και υποστηρίζοντας τη βούληση της πλειοψηφίας μπροστά στους 21 πληρεξούσιους της Εθνοσυνέλευσης αλλά και στους αντιπρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Συγκεκριμένα, πρότεινε τη διεξαγωγή συζήτησης για ένα σχέδιο συντάγματος που θα υποβαλόταν προς έγκριση στον Όθωνα. Τελικά, η Εθνοσυνέλευση διέκοψε τις εργασίες της μέσα σε κλίμα αντιπαραθέσεων. Ουσιαστικά είχε πλέον εγκαθιδρυθεί μοναρχικό πολίτευμα κατά το πρότυπο της Γαλλικής Παλινόρθωσης και η αρχική πολιτική επιδίωξη της Επανάστασης για φιλελεύθερη πολιτεία, συνταγματικά οργανωμένη, περνούσε στο περιθώριο.

Κατά την Α’ εν Αθήναις Εθνοσυνέλευση (8 Νοεμβρίου 1843 – 18 Μαρτί­ου 1844), που συγκλήθηκε μετά την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και την αλλαγή του πολιτεύματος που ακολούθησε, ο Νοταράς εξελέγη πρόεδρος, προσωρινός στις 8 Νοεμβρίου 1843 και οριστικός λίγες μέρες αργότερα, στις 19 Νοεμβρίου. Στην εκλογή του συνέβαλε καθοριστικά ο σεβασμός που ενέπνεε η ηλικία του, αφού όλοι τον θεωρούσαν «Νέστορα των Ελλήνων πολιτικών». Ήταν 91 ετών, ενώ κατά άλλους υπερέβαινε τα 103 ή 109 έτη. Στην πραγματικότητα, έπαιξε το ρόλο ενός κατά κάποιον τρόπο «επιτίμου προέδρου», εφόσον τα προεδρικά του καθήκοντα τα άσκησαν οι κατά πολύ νεότεροί του αντιπρόεδροι Ανδρέας Μεταξάς, Αλέξανδρος Μαυρο­κορδάτος, Ιωάννης Κωλέττης και Ανδρέας Λόντος.

Αυτή η διευθέτηση κατοχυρώθηκε και επίσημα με την ανάγνωση σχετικού εγγράφου του αμέσως μετά την εκλογή του στη θέση του προέδρου. Με αυτό ανακοίνωνε στην Εθνοσυνέλευση ότι διατηρούσε μεν την τιμητική θέση του προέδρου, όμως την άσκηση των καθηκόντων του την παραχωρούσε στους αντιπροέδρους. Το 1849 ο Νοταράς πέθανε σε βαθύ γήρας, στα Τρίκαλα Κορινθίας, όπου είχε αποσυρθεί έχοντας εν τω μεταξύ εκδώσει την αυτοβιογραφία του το 1846.

  

Υποσημείωση


* Νοταρά Οικογένεια. Μεγάλη ιστορική πελοποννησιακή οικογένεια με δράση κυρίως στην Κορινθία. Απέκτησαν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας μεγάλη οικονομική και διοικητική δύναμη. Ισόβιοι δημογέροντες στην επαρχία τους, καθοριστικοί παράγοντες της οικονομικής και κοινωνικής ζωής του τόπου συμμετείχαν ενεργά στις εθνικοπολιτικές επιδιώξεις των συμπατριωτών τους. Η οικογένεια εξέθρεψε στους κόλπους της αγίους της Ορθοδοξίας (Αγ. Γεράσιμος, Αγ. Μακάριος), λόγιους, κληρικούς και ιεράρχες, αγωνιστές, φιλικούς, πολιτικούς και στρατιωτικούς που έδρασαν στην ελληνική εξέγερση του 1770 (Ορλωφικά), στην προεπαναστατική περίοδο, στον Αγώνα και στα πρώτα χρόνια του ελληνικού βασιλείου. Ο Πανούτσος Νοταράς (Τρίκαλα Κορινθίας) ήταν από τα περισσότερο αναπτυγμένα πνευματικά και οικονομικά μέλη της οικογένειας. Πρωταγωνιστής στα Ορλωφικά, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1818. Είχε επιφυλάξεις για την έναρξη του ένοπλου αγώνα το 1821 που τις απέβαλε όταν είδε τη ραγδαία εξάπλωσή του. Προσχώρησε στις επαναστατικές διαδικασίες με την άφιξη του Δ. Υψηλάντη και η παρουσία του επηρέασε θετικά και άλλους Πελοποννήσιους κοτζαμπάσηδες. Εκλέχθηκε πληρεξούσιος της Α Εθνοσυνέλευσης και μέλος της Επιτροπής σύνταξης του πρώτου Συντάγματος. Υπήρξε έντιμος και αφιλοκερδής σε όλα τα αξιώματα στα οποία υπηρέτησε. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου ήταν διαλλακτικός και μετριοπαθής και περιορίστηκε σε νουθεσίες και προτροπές προς τους αντιπάλους προσπαθώντας να τους συνδιαλλάξει. Παρουσιάστηκε για τελευταία φορά στο πολιτικό προσκήνιο μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου και εκλέχθηκε πρόεδρος της πρώτης Βουλής του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Ο Παναγιώτης Νοταράς (Τρίκαλα Κορινθίας, 1803 – Αθήνα, 1879) πήρε μέρος στην πολιορκία και την άλωση του Ακροκορίνθου, πολέμησε εναντίον του Δράμαλη και στη μάχη της ‘Aμπλιανης οπότε του δόθηκε και ο βαθμός του αντιστράτηγου. Ο Ιωάννης (Γιαννάκης) Νοταράς (Τρίκαλα Κορινθίας, 1805 – Ανάλατος Αττικής, 1827) γνωστός και ως «αρχοντόπουλο» διακρινόταν για τα πνευματικά του προσόντα, την ομορφιά και τη γενναιότητά του. Συμμετείχε στην πολιορκία του Ακροκορίνθου και στην αναχαίτιση της στρατιάς του Δράμαλη. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου γνώρισε διώξεις από το Γκούρα και φυλακίστηκε στην Ύδρα. Πολέμησε εναντίον του Ιμπραήμ, στην Καστέλλα υπό το Γκόρντον και σκοτώθηκε στην καταστρεπτική μάχη του Αναλάτου στις 24 Απριλίου 1827.

 

Πηγές


  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
  • Δήμητρα Κουκίου – Μητροπούλου, «ADAM FRIEDEL / Προσωπογραφίες Αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης», Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 2007.
  • Ιστότοπος Βουλής των Ελλήνων, http://www.parliament.gr/1821

Read Full Post »

Φίνλεϋ Γεώργιος – Finlay George  (1799-1875)


 

Φίνλεϋ Γεώργιος - Finlay George (1799-1875)

Βρετανός ιστορικός Σκωτικής καταγωγής. Γεννήθηκε στο Φάβερσαμ του Κεντ και σπούδασε νομικά στη Γλασκόβη. Το 1821 μετέβη στο Γκέτινγκεν προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του. Τον Νοέμβριο του 1823, επηρεασμένος από τους αγώνες των Ελλήνων για την ανεξαρτησία τους, εγκατέλειψε τις σπουδές του και ήρθε να πολεμήσει για την ανεξαρτησία της Ελλάδας.  Αποβιβάστηκε αρχικά στην Κεφαλονιά όπου τον υποδέχτηκε ο Λόρδος Βύρων κι αργότερα πήγε στον Πύργο. Εκεί παρέμεινε για 14 μήνες και αφιερώθηκε στην εκμάθηση της γλώσσας και της ιστορίας, γνωρίζοντας παράλληλα τις αρχαιότητες.    Λόγω ενός επίμονου και υψηλού πυρετού αναγκάστηκε να περάσει τον χειμώνα του 1824 και την άνοιξη του 1825 στη Ρώμη, τη Νάπολη και την Σικελία. Μετά την αποθεραπεία του μετέβη στο Εδιμβούργο, όπου έλαβε και το πτυχίο του στα νομικά.

Όμως, ο Γεώργιος Φίνλεϋ είχε κάνει τις επιλογές του. Είχε αποφασίσει να ζήσει στην Ελλάδα. Επέστρεψε λοιπόν στην Αθήνα, όπου έμεινε μόνιμα μέχρι τον θάνατό του. Μετά την απελευθέρωση, αγόρασε μια έκταση στην Αττική και προσπάθησε να καλλιεργήσει την γη. Τα γεωργικά συστήματα όμως που εισήγαγε από την Ευρώπη, δεν έφεραν τα αποτελέσματα που προσδοκούσε. Έκτοτε ασχολήθηκε αποκλειστικά στη συγγραφή ιστορικών έργων, ενώ από το 1864 μέχρι το 1870, εργάστηκε ως ανταποκριτής των Τimes του Λονδίνου. Το 1854 το πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, του απένειμε τιμητική διδακτορική διάκριση. Πέθανε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου του 1875.

Συνέγραψε πολλά ιστορικά έργα:

  • 1836. Το Ελληνικό Βασίλειο και το Ελληνικό Έθνος.
  • 1836. Δοκίμιο στις τραπεζικές αρχές, εφαρμοστέες υπό του Ελληνικού κράτους.
  • 1844. Η Ελλάδα υπό τους Ρωμαίους.
  • 1847. On the Site of the Holy Sepulchre με σχέδιο της Ιερουσαλήμ.
  • 1854. Ιστορία των Βυζαντινών και Ελληνικών Αυτοκρατοριών από το 716 έως το 1453.
  • 1856. Ιστορία της Ελλάδος υπό την Οθωμανική και Βενετική κυριαρχία.
  • 1861. Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης.

Το πιο γνωστό έργο του είναι η δίτομη «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», με κεφάλαια μη πλήρως επεξεργασμένα, μέχρι της βασιλείας του Γεωργίου του Α’. Είναι ένα βιβλίο γραμμένο με γλαφυρότητα που περιέχει πρωτογενείς πηγές και προσωπικά βιώματα του συγγραφέα, αφού ο ίδιος ήταν παρών στα γεγονότα. Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γνώση θεμάτων και προσώπων, αλλά ενίοτε και εμπάθεια και δεν αποφεύγει την πολιτική.

Άφησε αναμνήσεις και καλές και κακές, προσ­έφερε πολύτιμες υπηρεσίες, αλλά και έβλαψε με την εμπάθεια και την παροιμιώδη φιλοχρηματία του, η οποία τον έφερε κατ’ επανάληψη σε αντιδικία με το Ελληνικό Δημόσιο.

Ο εκδότης Γιάννης Βλαχογιάννης, ανέθεσε στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη – όταν αυτός βρισκόταν σε απόλυτη πενία – την μετάφραση της Ιστορίας του Φίνλεϋ. Ο Παπαδιαμάντης εργάστηκε με συνέπεια και φιλότιμο, παρά την έλλειψη στοιχειώδους βοήθειας – ούτε λεξικό της Αγγλικής δεν διέθετε – και παρά τις προσωπικές του αντιρρήσεις και διαφωνίες για τα κείμενα του συγγραφέα. 

Όταν το 1908 ολοκλήρωσε την μετάφραση, ο Γιάννης Βλαχογιάννης μολονότι τα οικονομικά του ήταν πενιχρά, πλήρωσε τον Κοσμοκαλόγερο αλλά μη έχοντας τα χρήματα για την έκδοση του βιβλίου, το έκλεισε στο συρτάρι του με την προσδοκία της βελτίωσης των οικονομικών του.

Εκατό χρόνια έμεινε ξεχασμένο το βιβλίο. Μέχρι που το 2008 το  ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, πήρε την απόφαση να το ανασύρει από την λήθη και να το προσφέρει στους Έλληνες.

Ως δείγμα γραφής της υπέροχης γλώσσας του Παπαδιαμάντη, του βάθους και του πλούτου της λησμονημένης καθαρεύουσας του, παραθέτουμε την παρακάτω παράγραφο, που αναφέρεται στην θρυλική κλεφτουριά.

« Οι Έλληνες καθιστώσιν ήρωας και ημιθέους τους αρχικλέπτας των. Τα κατορθώματα του Ζαχαριά και του Κολοκοτρώνη, καίτοι εξυμνηθέντα εις στίχους χωρίς ποίησιν και εις κομπορρήμονα πεζογραφίαν, ήσαν μόνον πράξεις ληστών και προβατοκλεπτών. Έζων συνήθως αναλώμασι των πτωχών Χριστιανών χωρικών και σπανίως ερριψοκινδύνευον να ενεδρεύσωσι πλούσιον προύχοντα Έλληνα, ακόμη δε σπανιώτερον να ληστεύσωσιν Τούρκον αγάν. Το άσμα του Ζαχαριά εκθειάζει την καταστροφήν Ελληνικών χωρίων, την λήστευσιν Ελλήνων ιερέων, την ατίμωσιν Ελληνίδων, τον φόνον Ελληνόπαιδος και τα λύτρα άλλου. Ο Δόδουελ μνημονεύει την προθυμίαν μεθ’ ής οι Έλληνες αγρόται ηνούντο προς καταδίωξιν της συμμορίας του Κολοκοτρώνη και μεθ’ ής οι Έλληνες επίσκοποι αφώριζον τους κλέπτας».

Λόγω τέτοιων σχολίων και παρατηρήσεων οι Έλληνες δεν ενέκριναν την Ιστορία του Φίνλεϋ. Περισσότερο όμως πικράθηκε ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης που για λόγους επιβίωσης αναγκάστηκε να την μεταφράσει με απόλυτο σεβασμό στο πρωτότυπο κείμενο, παραδίδοντας στους Έλληνες έναν αληθινό θησαυρό. Αυτός, που θεωρείται ως «η κιβωτός της πιο συντηρητικής ελληνορθόδοξης αντίληψης των καιρών του».  

 

Πηγές


  • Επτά Ημέρες, Καθημερινή, «Ο Φιλελληνισμός στην ευρωπαϊκή Λογοτεχνία», Κυριακή 17 Μαρτίου 2002.
  • Encyclopaedia Britannica, έκδοση 1911.
  • Σπύρος Β. Μαρκεζίνης, «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964»,  τόμος 1ος , Πάπυρος, Αθήνα, 1966.

Read Full Post »

Μαυρομιχάλης Πετρόμπεης  (1765 ή 1773 – 1848)


Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Μπέης της Μάνης. Πρόεδρος του Εκτελεστικού της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας το 1822. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1830.

 

Γόνος γνωστής οικογένειας προεστών της Μάνης, όπου γεννήθηκε το 1765 ή, κατά άλλη εκδοχή, το 1773. Είχε θυελλώδη χαρακτήρα, ενώ υπήρξε η ισχυρότερη προσωπικότητα των Μαυρομιχαλαίων κατά την επαναστατική περίοδο και ηγετική μορφή της Πελοποννήσου, πρωταγωνιστής πολιτικών και στρατιωτικών γεγονότων της Επανάστασης, όπως και της μετέπειτα πολιτικής ζωής.

Μετά το 1800, όταν πέθανε ο πατέρας του, κατάφερε να κατευνάσει τις οξύτατες αντιπαραθέσεις που σπάρασσαν τους κόλπους της οικογένειας. Όταν οι Γάλλοι κατέλαβαν τα Επτάνησα μετά τη Συνθήκη του Τίλσιτ (1807), ο Μαυρομιχάλης, πιστεύοντας ότι είχαν διαμορφωθεί ευνοϊκές συνθήκες για την απελευθέρωση της Πελοποννήσου, επιδίωξε, σε συνεργασία με το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, να προκαλέσει το ενδιαφέρον τους για την προετοιμασία και την οργάνωση απελευθερωτικού κινήματος.

Οι αντιθέσεις, που δημιουργήθηκαν στη Μάνη μεταξύ των ισχυρών οικογενειών της περιοχής κατά την τελευταία προεπαναστατική δεκαετία, προσέφεραν στο Μαυρομιχάλη την ευκαιρία να ασχοληθεί ενεργότερα με τα δημόσια πράγματα. Παντρεύτηκε την Άννα Μπενάκη, αδελφή του προεστού της Καλαμάτας Παναγιώτη Μπενάκη. Παιδιά του ήταν οι: Ηλίας, Αναστάσιος, Γεώργιος, Ιωάννης, και Δημήτρης Μαυρομιχάλης.

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ξυλογραφία.

Το 1815 ανέλαβε το αξίωμα του διοικητή (ή μπέη) της Μάνης, το οποίο είχε θεσμοθετηθεί από τους Οθωμανούς μετά τον τερματισμό των Ορλωφικών το 1774. Η επιρροή του, όχι μόνο στους Έλληνες αλλά και στους Οθωμανούς, υπήρξε ισχυρή. Ήδη πριν από την Επανάσταση ο Μαυρομιχάλης είχε δώσει δείγματα των ηγετικών του ικανοτήτων. Αν και διστακτικός αρχικά, μυήθηκε το 1818 στη Φιλική Εταιρεία και στις 17 Μαρτίου 1821 κήρυξε την Επανάσταση στην Αρεόπολη της Μάνης.

Στις 23 Μαρτίου, επικεφαλής 2.000 ανδρών, κατέλαβε την Καλαμάτα. Στις 25 Μαρτίου συνέστησε με άλλους 12 προεστούς τη Μεσσηνιακή Γερουσία – την πρώτη διοικητική οργάνωση των επαναστατημένων Ελλήνων – η οποία έστειλε την επαναστατική της προκήρυξη στις αυλές της Ευρώπης. Προκήρυξη επίσης απηύθυνε ο Μαυρομιχάλης ως πρόεδρος της Μεσσηνιακής Γερουσίας και προς τους Αμερικανούς, η οποία με τη φροντίδα του Αδαμάντιου Κοραή, μεταφρασμένη στην αγγλική γλώσσα, στάλθηκε στο φιλέλληνα καθηγητή του Χάρβαρντ Edward Everett και δημοσιεύτηκε στις αμερικανι­κές εφημερίδες.

 

«Παχύσαρκος, αργοκίνητος, καλοστεκούμενος. Δεν φαίνεται προσανατολισμένος σε ορισμένη τάξη ή πολιτική ιδεολογία. Στην επιστήμη της γαστρονομίας, όμως, είχε σημειώσει μεγάλες προόδους: Λένε πως είναι πρόθυμος να δεχτεί διακυβέρνηση οποιασδήποτε μορφής, αρκεί να του εξασφαλίσει πλούτη, ησυχία, καλοπέραση και ασφάλεια. Μια από τις φιλοδοξίες που του αποδίδονταν ήταν και η εισαγωγή της γαλλικής κουζίνας στη Μάνη.» [Waddington 1825]

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, λιθογραφία.

Δύο μήνες αργότερα, το τελευταίο δεκαήμερο του Μαΐου του 1821, συ­νήλθαν στη Μονή Καλτεζών, στα σύνορα Λακωνίας και Αρκαδίας, ηγετικές προσωπικότητες της Πελοποννήσου και ίδρυσαν την Πελοποννησιακή Γερουσία. Στη συνέλευση αυτή πρόεδρος εξελέγη ο Μαυρομιχάλης. Στη διάρκεια της Επανάστασης κατέλαβε σημαντικά αξιώματα. Στην Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (Δεκέμβριος 1821) ορίστηκε αντιπρόεδρος του Βουλευτικού σώματος. Υπήρξε πρόεδρος της Β’ Εθνοσυνέλευσης του Άστρους (30 Μαρτίου – 18 Απριλίου 1823) και αμέσως μετά, έως το Δεκέμβριο του ίδιου έτους, πρόεδρος του Εκτελεστικού της διοικήσεως της υπό διαμόρφωση πολιτείας.

Αξιόλογη υπήρξε η στρατιωτική δράση του Πετρόμπεη. Πήρε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, στις επιχειρήσεις για την απόκρουση του Δράμα­λη το καλοκαίρι του 1822 και στην άλωση του κάστρου του Άργους. Μετείχε, επίσης, το Νοέμβριο του 1822 στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου. Στους εμφύλιους πολέμους δεν έλαβε μέρος. Αντίθετα, προσπάθησε να συμφιλιώσει τους αντιμαχομένους.

 

« Ο Μαυρομιχάλης που αντικαθιστούσε τον Υψηλάντη, είχε κατατρομοκρατηθεί από την επιδημία που έπληττε την πόλη και ζούσε περιχαρακωμένος μακριά από το στρατόπεδο. Πήγαινα κάθε μέρα για ενημέρωση. Αλλά αυτός ο νωθρός άνθρωπος δεν μιλούσε για τίποτα άλλο εκτός από την υγεία του. Ήταν ανήσυχος και δυσαρεστημένος, μ’ όλο που υπήρξε από τους πιο ωφελημένους από τα λάφυρα της Τριπολιτσάς. Δυο καμήλες και είκοσι μουλάρια έστειλε με συνοδεία στη Μάνη, φορτωμένα με την ανταμοιβή της εμπιστοσύνης των Τούρκων στο πρόσωπο του και της προστασίας που τους πρόσφερε.» [Raybaud 1824]

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ο τελευταίος Μπέης της Μάνης, και βασικός εκφραστής της αντίληψης για τοπική αυτονομία των απελευθερωμένων περιοχών της Ελλάδας (ιδιαίτερα της Μάνης) σε αντίθεση με το όραμα του Καποδίστρια που επιθυμούσε τη δημιουργία ενός ομογενοποιημένου εθνικού κράτους.

Πορτρέτο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη (1765 ή 1773 -1848). Υδατογραφία σε φίλντισι, διαστάσεις 16 x 12 εκ. Έργο του Χένρι Τζον Τζορτζ Χέρμπερτ (Henry John George Herbert 1800 -1849).

Κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο το 1825 ο Πετρόμπεης, μολονότι ήταν βαθύτατα θλιμμένος από το θάνατο των γιων και του αδελφού του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη σε πολεμικές επιχειρήσεις, οργάνωσε την άμυνα της Μάνης και απέτρεψε την κατάληψη της από τους Αιγυπτίους.

Στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827) αποδέχτηκε την εκλογή του Καποδίστρια ως κυβερνήτη της Ελλάδας και μετά την άφιξη του τελευταίου διορίστηκε πρόεδρος ενός τμήματος του Πανελληνίου, του συμβουλευτικού σώματος που συνέστησε ο Καποδίστριας το 1828.

Η συμμετοχή του Πετρό­μπεη στα δύο σώματα που ίδρυσε ο Καποδίστριας και γενικότερα οι φιλικές σχέσεις των Μαυρομιχαλαίων μαζί του δεν κράτησαν πολύ. Αυτό συνέβη εξαιτίας της επίμονης προσπάθειας του Καποδίστρια να περιορίσει την κυριαρχία των Μαυρομιχαλαίων στη Μάνη και να ενισχύσει την κεντρική διοίκηση του νεοσύστατου κράτους, που βρισκόταν τότε στη φάση της οργάνωσης του σχεδόν εξ’ υπαρχής. Για τους λόγους αυτούς, το 1830, ο αδελφός του Τζαννής οργάνωσε εξέγερση εναντίον του Καποδίστρια. Ο Πετρόμπεης υποχρεώθηκε να παραμείνει στο Ναύπλιο, ουσιαστικά κρατούμενος, ενώ αργότερα φυλακίστηκε και ο αδελφός του.

Οι φυλακίσεις και προπαντός η αυστηρή στάση του Καποδίστρια απέναντι στους Μαυρομιχαλαίους όξυναν στο έπακρο την μεταξύ τους αντιπαράθεση, οδηγώντας τελικά στη δολοφονία του Καποδίστρια από τον αδελφό του Πετρόμπεη Κωνσταντίνο και το γιο του Γεώργιο στις 27 Σεπτεμβρίου 1831.

Έξι μήνες μετά το φόνο του Κυβερνήτη, πράξη που φέρεται να κατέκρινε ο Πετρόμπεης, με τη μεσολάβηση του Friedrich Thiersch (Ειρηναίου Θειρσίου)*, ο Αυγουστίνος Καποδίστριας διέταξε την αποφυλάκιση του Πετρόμπεη. Στη συνέχεια προ­σπάθησε να μεσολαβήσει μεταξύ των κυβερνητικών και των αντικαποδιστριακών για την αποτροπή ένοπλης σύγκρουσης.

Μετά την άφιξη του Όθωνα, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης με το Γεώργιο Κουντουριώτη και τον Ανδρέα Ζαΐμη διορίστηκαν αντιπρόεδροι του Συμ­βουλίου της Επικρατείας. Αργότερα εντάχθηκε στις τάξεις των «συνταγματικών» και – μετά την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και τη μεταπολίτευ­ση που ακολούθησε – έλαβε το αξίωμα του γερουσιαστή.

Πέθανε, σε μεγάλη ηλικία, στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 1848. Παρά την τραγική κατάληξη της ρήξης του με τον Καποδίστρια που προκάλεσε έντονες επικρίσεις, ο Μαυρομιχάλης θεωρήθηκε ως ένας από τους ιστορικούς πρωταγωνιστές της Επανάστασης.

Υποσημείωση


 

* Ο Ειρηναίος Θείρσιος (1784- 1860) Γερμανός φιλέλληνας και ουμανιστής φιλόλογος, ο οποίος ονομάστηκε «Praeceptor Bavariae» (Διδάσκαλος της Βαυαρίας) και «Πατέρας της ουμανιστικής εκπαίδευσης» στην Βαυαρία. Ήταν ένθερμος φιλέλληνας, και από το 1812 εργάστηκε για να βοηθήσει την ανάπτυξη της παιδείας των ακόμα υπόδουλων Ελλήνων, ενώ στο σπίτι του είχε εγκαταστήσει ιδιαίτερη σχολή για νέους Έλληνες. Έπειτα, στα χρόνια της Ελληνικής επανάστασης του 1821 ενήργησε μέσα από τους φιλελληνικούς συλλόγους για την συλλογή οικονομικών ενισχύσεων για την Ελλάδα.

Ήρθε στην Ελλάδα το 1831, και επιδόθηκε με αρχαιολογικές μελέτες. Το 1851 συνέστησε επιτροπή για την επανόρθωση και μελέτη του Ερεχθείου που είχε καταστραφεί από τις μάχες με τις πολιορκίες της Αθήνας. Επέστρεψε στην Βαυαρία και τιμήθηκε από την πατρίδα του. Απεβίωσε στο Μόναχο στις 25 Φεβρουαρίου 1860.

Πηγές


  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
  • Δήμητρα Κουκίου – Μητροπούλου, «ADAM FRIEDEL / Προσωπογραφίες Αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης», Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 2007.

Read Full Post »

Η Δημαρχοκρατία στην Ελλάδα κατά τον 19ον αιώνα – Η περίπτωση του Άργους

    


 

 Ο δήμος Αργείων σχηματίσθηκε με το νόμο του 1834, ως δήμος της επαρχίας Άργους. Κατατάχθηκε στη Β’ τάξη, με πληθυσμό 6.694 κατοίκους και έδρα το Άργος. Ο δημότης ονομάσθηκε Αργείος.  Στη συνέχεια ακολούθησαν μια σειρά προσαρτήσεις για το δήμο Άργους, όπως του δήμου Τημενίου, και του δήμου Γενεσίου, και το 1840 με το νόμο «περί συγχωνεύσεως των δήμων της επαρχίας Άργους», οι δήμοι Τημενίου και Γενεσίου συγχωνεύθηκαν στο δήμο Άργους, ο οποίος με τη νέα σύστασή του κατατάχθηκε στην Α’ τάξη, με πληθυσμό 10.243 κατοίκους και την ίδια έδρα την πόλη του Άργους.

 

1. Εισαγωγή

Στην ανακοίνωση αυτή θα αναφερθούμε στο φαινόμενο της δημαρχοκρατίας στην Ελλάδα το οποίο κατά κοινή ομολογία, παρατηρήθηκε στην Ελλάδα τον 19ον αιώνα παραθέτοντας ως παράδειγμα την Επαρχία του Άργους. Για να επιτύχουμε τις αναγκαίες διαμεσολαβήσεις ανάμεσα στο ειδικό και το γενικό, κρίνουμε σκόπιμο εισαγωγικά να παρατεθεί σύντομα, η διαχρονική εξέλιξη γενικά του θεσμού της τοπικής αυτοδιοίκησης. Εξάλλου, ο θεσμός της τοπικής αυτοδιοίκησης όλο και περισσότερο αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα στο σύστημα Δημόσιας Διοίκησης. Η καταγωγή του όμως χάνεται στα βάθη των αιώνων. [1]

Πολλοί μελετητές υποστηρίζουν την άποψη ότι ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης έλκει την καταγωγή του στην αρχαία Ελλάδα και στις μεταρρυθμίσεις του Αθηναίου πολιτικού Κλεισθένη, ο οποίος διένειμε τους Αθηναίους σε 10 Φυλές, 30 Τριττύες και 100 Δήμους[2].

Αντιθέτως άλλοι μελετητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και κατ’ επέκταση ο κοινοτισμός αναπτύχθηκε κατά την διάρκεια του Βυζαντίου[3]. Η επικρατέστερη όμως άποψη την οποία και υποστηρίζουμε είναι ότι ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αναπτύχθηκε με την σημερινή του μορφή κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας [4].

 

2. Οι Ελληνικές Κοινότητες της Τουρκοκρατίας

 

 

Οι Τούρκοι κατακτητές με την παραχώρηση μιας σειράς δημοσιονομικών και διοικητικών «προνομίων», ανάμεσα στα άλλα, συγκαταλέγονταν και η αναγνώριση στους ραγιάδες ενός ελάχιστου πλαισίου αυτοδιοίκησης. Μάλιστα κατά την διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε ορισμένες περιοχές, είτε ως τοπική αυτοδιοίκηση των ελλήνων, είχε οργανωθεί από τους Έλληνες κατά Επαρχία, είτε με τη μορφή της ομοσπονδίας κοινοτήτων τοπική αυτοδιοίκηση δευτέρου βαθμού [5].

Η αναγνώριση μιας κάποιας κοινοτικής αυτοδιοίκησης στους χριστιανούς βοήθησε το οθωμανικό κράτος να λειτουργήσει αποτελεσματικά το διοικητικό του σύστημα, χωρίς ωστόσο να απαλλοτριώσει τα δημοσιονομικά και άλλα δικαιώματα τα οποία απέρρεαν από τη λογική της κατάκτησης[6].

Τα πράγματα διευκολύνθηκαν προς την κατεύθυνση αυτή από το γεγονός ότι στην ισλαμική ιδεολογία η έννοια της κατάκτησης ολοκληρώνεται κατά έναν τρόπο με την καταβολή του κεφαλικού φόρου. [7]  Στο πλαίσιο αυτό έχουμε ομοσπονδία κοινοτήτων στα 46 Ζαγοροχώρια στην Ήπειρο,  κάτι ανάλογο στα  Μαντεμοχώρια της Χαλκιδικής. Η ομοσπονδία των Μαντεμοχωριών απαρτίζονταν από 12 κωμοπόλεις και 360 χωριά. Στο Πήλιο έχουμε συνένωση 24 κοινοτήτων οι οποίες όφειλαν κυρίως την ευημερία τους στην επεξεργασία και την εμπορία της μετάξης. Τα Αμπελάκια στη Λάρισα απετέλεσαν, την κατεξοχήν παραγωγική ένωση, η οποία υφάνθηκε γύρω από τον κοινωνικοπολιτικό ιστό του κοινοτικού συστήματος αυτοδιοίκησης [8].

Με βάση την κοινωνική ζωή της περιόδου της Τουρκοκρατίας  η Συνέλευση των Καλτεζών με την «Εγκύκλιο» της Γερουσίας της Πελοποννήσου η οποία εκδόθηκε στις 30/3/1821 η νέα διοίκησης της Πελοποννήσου βασιζόταν στην επαρχιακή και την κοινοτική οργάνωση που ήταν ήδη γνωστή κατά την αμέσως προηγούμενη περίοδο της Τουρκοκρατίας. Έτσι, συγκροτήθηκαν οι «Εφορίες» στα χωριά και οι «Γενικές Εφορίες» στην πρωτεύουσα της κάθε Επαρχίας. Κατά  την διάρκεια της επανάστασης του 1821 συγκροτήθηκε λοιπόν σύστημα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τόσο κοινοτικό, όσο και επαρχιακό, στη βάση και στη συνέχεια του προηγούμενου συστήματος [9].

 
 
 

Θέα του Άργους και του κάστρου της Λάρισας.

 

 

3. Η δημαρχοκρατία του Maurer  

 

Στη συνέχεια, ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην Ελλάδα κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα φέρει βαριά την σφραγίδα του βασιλιά Όθωνα και της αντιβασιλείας του. Η πρώτη μετά τη σύσταση του ελληνικού κράτους, διαίρεση της χώρας σε διοικητικές περιφέρειες έγινε το Απρίλιο του 1833 όπου ακυρώνεται η προηγούμενη διοικητική δομή, και η χώρα διαιρέθηκε σε 10 νομούς και 47 επαρχίες. Κατά τα γαλλικά πρότυπα. Με τον νόμο του 1833 «περί συστάσεως των Δήμων» της 27ης Δεκεμβρίου οι βαυαροί έδωσαν το στίγμα της εξουσίας τους και για τον θεσμό της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Αξίζει να επισημανθεί ότι ο νόμος των Maurer,  Armansperg και  Heideck [10] παρέμεινε σε ισχύ μέχρι την ψήφιση από τον Ελευθέριο Βενιζέλο του  νόμου  ΔΝΖ/1912. Με τον νόμο του 1833 οι βαυαροί επέκτειναν τον συγκεντρωτικό χαρακτήρα της διοίκησης  και στον χώρο της Αυτοδιοίκησης, με τη δημιουργία νέων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) που ονομάσθηκαν δήμοι και οι οποίοι σχηματίσθηκαν με την συνένωση των χωριών και των μικρών συνοικισμών.

Οι χιλιάδες κοινότητες της Τουρκοκρατίας καταργήθηκαν και οι συνοικισμοί τους ενσωματώθηκαν διοικητικά σε 750 περίπου Δήμους. Οι νέοι, ολιγάριθμοι και πληθυσμιακά εύρωστοι (μέσος όρος: 1.000 κάτοικοι) για τα  μέτρα της εποχής ΟΤΑ, αποστερούσαν από πολλούς παραδοσιακούς τοπάρχες την «επιχειρησιακή» τους βάση. Μετά την πικρή εμπειρία των εμφυλίων πολέμων και της δολοφονίας του Ι. Καποδίστρια από γόνους παραδοσιακών προεστών («μπέηδων»), οι βαυαροί σάρωσαν με γερμανική πυγμή τις κοινότητες – εμπόδια στη συγκρότηση ενός συγκεντρωτικού και αυταρχικού κράτους. Η επικράτεια διαιρέθηκε σε δήμους που διακρίνονταν σε τρεις τάξεις, ανάλογα με τον πληθυσμό τους. Δήμοι α’ τάξεως, όσοι είχαν τουλάχιστον 10.000 κατοίκους, δήμοι β’ τάξεως, όσοι είχαν 2.000 κατοίκους και γ’ τάξεως οι υπόλοιποι.

Η μάλλον άκριτη μεταφύτευση θεσμών που είχαν ανδρωθεί μέσα σε εντελώς διαφορετικές κοινωνικοοικονομικές (αλλά και γεωγραφικές) συνθήκες ενείχε, ωστόσο, το σπέρμα της φαλκίδευσής τους από την αδυσώπητη ελληνική πραγματικότητα της εποχής. Ελλείψει αντίστοιχης τάξεως αστών που θα αναλάμβαναν «αμισθί και τιμής ένεκεν» τα δημοτικά λειτουργήματα – όπως στην Δ. Ευρώπη – οι θεσμοί εκφυλίστηκαν πολύ γρήγορα σε μηχανισμούς – κλειδιά του πελατειακού συστήματος που άρχισε να αναπτύσσεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς μετά την επάνοδο των κομμάτων κατά το 1844 [11].

Το γεγονός ότι η εκλογική περιφέρεια στην Ελλάδα ταυτίστηκε λίγο πολύ με την  επαρχία, όπου λίγοι δήμαρχοι (οι δήμαρχοι μειώθηκαν αργότερα σε 250 περίπου επί συνόλου 47 επαρχιών) δέσποζαν στο πελατειακό σύστημα και συχνά ασκούσαν ασφυκτική επιρροή στον τοπικό βουλευτή, οδήγησε αργότερα σε διαπιστώσεις περί «δημαρχοκρατίας».

Ο Δήμαρχος συχνά βρισκόταν πάνω από τον βουλευτή. Αυτή η «αιχμαλωσία» των βουλευτών από τους δημάρχους δηλητηρίαζε τον κοινοβουλευτισμό, ενώ οι αναμνήσεις από τον «χαμένο παράδεισο» των Κοινοτήτων παρέμειναν ζωντανές.[12] Η παντοδυναμία του βουλευτή συνδυασμένη με την τοπική δύναμη του δημάρχου οδήγησαν σε καταστάσεις που δίκαια καταδικάστηκαν στην ιστορική συνείδηση της εποχής και κατέληξε στο νόμο ΔΝΖ’ του Βενιζέλου [13].

Μια μορφή «αναβίωσης» των παλαιών κοινοτήτων προτάθηκε ακόμα το 1863 με το σχέδιο της Επιτροπής Αινιάν.  Το εν λόγω σχέδιο προέβλεπε την αναγνώριση των κοινοτήτων ως υποδιαιρέσεων των δήμων και την εγκαθίδρυση αντίστοιχου συστήματος «δημοτικής αποκέντρωσης». Αν και το σχέδιο Αινιάν δεν υιοθετήθηκε τότε, αργότερα τον 1884, μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, στις λεγόμενες νέες χώρες αναγνωρίσθηκαν οι Κοινότητες ως βαθμίδα αποκέντρωσης των δήμων. Τελικά η αναγέννηση των κοινοτήτων πραγματοποιήθηκε 79 χρόνια αργότερα από τον Ε. Βενιζέλο ο οποίος για την εξυγίανση του κοινοβουλευτισμού επανέφερε τις κοινότητες της Τουρκοκρατίας καταφέρνοντας ισχυρό πλήγμα στην «δημαρχοκρατία».

Ο Ελ. Βενιζέλος την 5η Σεπτεμβρίου 1910, στον πρώτο του λόγο στην Αθήνα, έλεγε:

«Σύστημα δημοτικόν στηριζόμενον επί του δήμου, ο οποίος απετελέσθη από τμήμα της χώρας αυθαιρέτως χαραχθέν επί του γεωγραφικού χάρτου και ο οποίος δια τούτο εστερημένος οργανικής ζωής, απέβη κατά μακρόν, από παράγοντας κοινωνικής ζωής, κοινωνικής προόδου, από σχολείον διαπαιδαγωγήσεως του Λαού, δια την χρήσιν των ελευθέρων θεσμών, όργανον καταδυναστεύσεως των φατριών».

Ενώ στο λόγο του στη Λάρισα, την 14ην Νοεμβρίου 1910, τόνιζε:

«Η κυβέρνησης της ανορθώσεως θέλει επιδιώξη την εξυγίανσιν της διοικήσεως δια της αναπτύξεως του κοινοτικού θεσμού, ο οποίος αποτελεί την βάσιν της αληθούς αυτοδιοικήσεως».[14]

Βασική επιδίωξη των φιλελευθέρων υπήρξε βέβαια ο πάση θυσία δραστικός περιορισμός της επιρροής των δήμαρχων – τοπαρχών και η εγκαθίδρυση ενός αυστηρά μονοκεντρικού πολιτικού συστήματος με την ελπίδα ότι έτσι θα εξυγιαίνονταν ο κοινοβουλευτισμός. Με βάση το νόμο ΔΝΖ/1912 η χώρα κατακερματίστηκε σε 6000 περίπου ΟΤΑ.

Με  τον νόμο των βαυαρών του 1833, οι δήμαρχοι διορίζονταν απ’ το βασιλιά, από κατάλογο υποψηφίων  που υποδείκνυε ένα ειδικό «δημαιρεσιακό συμβούλιο» κάθε δήμου και το οποίο αποτελούνταν απ’ τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου κι από ίσο αριθμό «των πλέον φορολογουμένων και εχόντων το δικαίωμα ψηφοφορίας δημοτών. Τα δημοτικά συμβούλια εκλέγονταν όχι από απ’ το σύνολο των ενηλίκων πολιτών, αλλά από συνέλευση των «μάλλον φορολογουμένων και εχόντων το δικαίωμα της ψηφοφορίας δημοτών»[15].

Την διοίκηση του δήμου αποτελούσε ο δήμαρχος, ο πάρεδρος και το δημοτικό συμβούλιο. Ο αριθμός των παρέδρων ανήρχετο από 1 έως 6 και των δημοτικών συμβούλων, ανάλογα με την τάξη του δήμου, από 6 έως 18.

Ο δήμαρχος ήταν«η πρώτη εκτελεστική αρχή» του δήμου, ενώ οι πάρεδροι ήταν κυρίως βοηθοί του. Το δημοτικό συμβούλιο ήταν «συμβουλευτική και συνεπιτηρούσα αρχή», που βοηθούσε το δήμαρχο στο έργο του. Οι δημοτικοί σύμβουλοι εκλέγονταν για 9 έτη με άμεση εκλογή και κάθε 3 έτη γινόταν ανανέωση του δημοτικού συμβουλίου κατά το 1/3. Εκλογείς δεν ήταν όλοι οι δημότες που είχαν δικαίωμα ψήφου, αλλά μόνον οι ευκατάστατοι, δηλαδή όσοι μπορούσαν να καταβάλουν την πληρωμή των φόρων.

Ο βασιλιάς μπορούσε να παύσει οποτεδήποτε οριστικά τον δήμαρχο. Προσωρινά μπορούσε να παύσει το δήμαρχο και ο νομάρχης. Επίσης ο βασιλιάς είχε το δικαίωμα να διαλύσει οποτεδήποτε και κατά την ελεύθερη κρίση του κάθε δημοτικό συμβούλιο. Πολύ αργά με την διάταξη του άρθρου 105 του Συντάγματος του 1864 οι δημοτικές αρχές έπρεπε να εκλέγονται με «άμεση, καθολική και μυστική δια σφαιριδίων ψηφοφορία».  

Κατά κοινή ομολογία ο νόμος του 1833 των βαυαρών, κατηγορήθηκε από το ελληνικό συνταγματικό «κίνημα» ως νόμος συγκεντρωτικός και προϊόν του αυταρχισμού, αντιδημοκρατικού πνεύματος των βαυαρών [16]. Σε κάθε περίπτωση ο συγκεντρωτισμός των βαυαρών τσάκισε με σιδερένια γροθιά τον όποιο κοινοτισμό που προϋπήρχε. Εξ’ άλλου, όσο περιορισμένη είναι η περιφέρεια, εντός της οποίας πρέπει να γίνει η εκλογή, τόσο δυσκολότερη καταντά η αναζήτηση των αρίστων τοπικών αρχόντων.

      

4. Ο Νομός Αργολίδος και Κορινθίας τον 19ον αιώνα




 

 Στο πλαίσιο αυτό ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας, σχηματίσθηκε με βάση τον νόμο του 1833 «περί διαιρέσεως του Βασιλείου και της διοικήσεώς του»  και περιελάμβανε έξι επαρχίες οι οποίες ήσαν οι εξής: [17]

1. Ναυπλίας με πρωτεύουσα τη Ναύπλιο, 2. Άργους, με πρωτεύουσα το Άργος, 3. Κορινθίας, με πρωτεύουσα την Κόρινθο 4. Ύδρας, με πρωτεύουσα την Ύδρα, 5. Ερμιονίδος, με πρωτεύουσα τις Σπέτσες,  και 6. Τροιζήνας, με πρωτεύουσα τον Πόρο.

Με το ίδιο διάταγμα, σχηματίσθηκαν οι 65 δήμοι του νομού. Σύμφωνα με το  νόμο ΒΧΔ΄ της 6ης Ιουλίου 1899, «περί διοικητικής διαιρέσεως του Κράτους», ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας, διαιρέθηκε σε δύο νομούς. Το νομό Αργολίδος, αποτελούμενο από τις επαρχίες Ναυπλίας, Άργους, Σπετσών, Ερμιονίδος, Ύδρας και Τροιζηνίας με έδρα το Ναύπλιο και το νομό Κορινθίας. Με τον ίδιο νόμο, η επαρχία Κυθήρων, υπάχθηκε διοικητικά στο νομό Λακωνίας. Ενώ το 1909 με το νόμο, «περί διοικητικής διαιρέσεως του Κράτους», ανασυστάθηκε ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας και περιέλαβε την επαρχία Κυθήρων η οποία αποσπάσθηκε ξανά, από το νομό Λακωνίας. Όπως παρατηρούμε, ανεξάρτητο νομό Αργολίδος τον 19ον αιώνα, έχουμε μόνο κατά το χρονικό διάστημα 1899-1909. Ο πληθυσμός του νομού Αργολίδος και Κορινθίας το έτος 1838 ανήρχετο  σε 82.571 κατοίκους το 1854 σε 108.886 και το 1896 σε 157.578.[18] Το 1834 η πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους μεταφέρθηκε από το Ναύπλιο στην Αθήνα.

 

5. Η Επαρχία Άργους

   

Με το νόμο του 1834, «περί της οροθεσίας και της εις δήμους διαιρέσεως του νομού Αργολίδος και Κορινθίας», σχηματίσθηκαν οι 15 δήμοι της επαρχίας Άργους ως εξής: [19]

1. Αργείων, 2. Αλέας, 3. Λιμνών, 4. Γενεσίου, 5. Μυσίας, 6. Λυρκείας, 7. Οινόης, 8. Ορνεών, 9. Ιναχίας, 10. Θορνακίου, 11. Κηλώσσης, 12. Τημενίου, 13. Υσιών, 14. Μυκηνών και 15. Γυμνού.

Στη συνέχεια δέκα έτη αργότερα με το νόμο του 1844, «περί συγχωνεύσεως των δήμων της επαρχίας Άργους», οι 15 δήμοι που ίσχυαν ως τότε συγχωνεύθηκαν σε 6 ως εξής:

1. Αργείων, 2. Υσιών, 3. Λυρκείας, 4. Αλέας, 5. Μυκηνών και 6. Ιναχίας. Ο πληθυσμός της Επαρχίας Άργους το έτος 1839 ανήρχετο σε 18.535 κατοίκους, το 1854 αυξήθηκε σε 19.864 και το 1896 σε 27.637. Η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση του συστήματος τοπικής αυτοδιοίκησης από τους βαυαρούς φαίνεται ανάγλυφα και στην περίπτωση της επαρχίας του Άργους,  δηλαδή, λιγότερα δημαρχεία και ταυτόχρονη αύξηση του πληθυσμού. Πρόκειται για την κατάργηση των μισών σχεδόν δήμων της Ελλάδας που έγιναν με τις συγχωνεύσεις του 1840.   

 

6. Ο Δήμος Αργείων το 19ον αιώνα

 

Ο δήμος Αργείων σχηματίσθηκε με το νόμο του 1834, ως δήμος της επαρχίας Άργους. Κατατάχθηκε στη Β’ τάξη, με πληθυσμό 6.694 κατοίκους και έδρα το Άργος. Ο δημότης ονομάσθηκε Αργείος.  Στη συνέχεια ακολούθησαν μια σειρά προσαρτήσεις για το δήμο Άργους, όπως του δήμου Τημενίου, και του δήμου Γενεσίου, και το 1840 με το νόμο «περί συγχωνεύσεως των δήμων της επαρχίας Άργους», οι δήμοι Τημενίου και Γενεσίου συγχωνεύθηκαν στο δήμο Άργους, ο οποίος με τη νέα σύστασή του κατατάχθηκε στην Α’ τάξη, με πληθυσμό 10.243 κατοίκους και την ίδια έδρα την πόλη του Άργους.  

 

Σημείωση Βιβλιοθήκης:

 

 

Δήμος Άργους,  αρχική σύσταση: Άργος (6644), Μονή Κατακεκρυμμένη, Κεφαλάρι (μύλοι του Ερασίνου ποταμού) (50).

 

Μεταγενέστερες προσαρτήσεις: Δήμος Τημενίου [Τημένιον (Μύλοι) (66), Τημένιον (Σκαφιδάκι) (137), Τσακίρι (25), Κυβέρι (70), Κρόι (45)].

 

Ο Δήμος Τημενίου σχηματίσθηκε με το Β.Δ. της 28ης Απριλίου ( 10 Μαΐου) 1834 (ΦΕΚ 19), ως δήμος της επαρχίας Άργους. Κατατάχθηκε στη Γ τάξη, με πληθυσμό 343 κατοίκους και έδρα το Τημένιον (Μύλοι). Ο δημότης ονομάσθηκε Τημενιεύς. Το όνομα του δήμου προήλθε από το Τημένιο, αρχαία κωμόπολη της Αργολίδος που όφειλε το όνομά της, στον Τήμενο, γιο του Αριστομάχου (Ι. Ρ. Ραγκαβή, «Τα Ελληνικά», τα, Β., σελ. 268).

Δήμος Γενεσίου [Γενέσιον (Δαλαμανάρα) (260), Κουρτάκι (200), Πυργέλα (117), Λάλουκα (140)] και Ιπποφορβείον, Πυριτοποιείον, Σιδηρουργείον, Κόκλα, Καλαμανή, Λέρνη ή Μύλοι.

Ο Δήμος Γενεσίου σχηματίσθηκε με το Β. Δ. της 28ης Απριλίου (10 Μαΐου) 1834 (ΦΕΚ 19), ως δήμος της επαρχίας Άργους. Κατατάχθηκε στη Γ’ τάξη, με πληθυσμό 717 κατοίκους και έδρα το Γενέσιον (Δαλαμανάρα). Ο δημότης ονομά­σθηκε Γενέσιος. Το όνομα του δήμου προήλθε από «… τόπο παραθαλάσσιο ονομαζόμενο Γεννέσιον, μεταξύ της Λέρνης και των Αποβάθμων… όπου υπήρχε και μικρός ναός του Ποσειδώνος επί της θαλάσσης..». (Ι. Ρ. Ραγκαβή, «Τα Ελληνι­κά», τ. Β’, σελ. 228).

 

Ο πληθυσμός που συνοδεύει τα χωριά και τους συνοικισμούς των δήμων Τημενίου και Γενεσίου, αφορά το χρόνο σχηματισμού τους (1834).

 

Κυριάκος Κατσαρός

Οικονομολόγος υπ. Δρ. Παντείου Πανεπιστημίου

Τρύφων Κωστόπουλος

Επ. Καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας 

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

 
 
 
Υποσημειώσεις

[1] βλ.  Κοσμάς Ψυχοπαίδης, «Η τοπική αυτοδιοίκηση ως πολιτικός θεσμός», Τοπική Αυτοδιοίκηση, τεύχος 6/1982.

[2] βλ. Αντώνης Αντωνακόπουλος, Η συνεισφορά της πολιτικής μεταρρύθμισης του Κλεισθένη του Αθηναίου εις τον σχηματισμό του κράτους, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1979.

[3] βλ. Αντώνης Αντωνακόπουλος, Η συμβολή του Βυζαντίου στη δυτική αναγέννηση και στη διαμόρφωση του ελληνικού πολιτισμού, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα  -Κομοτηνή, 1980.[4] Γιώργος  Κοντογιώργης, Οι ελληνικές κοινότητες της τουρκοκρατίας, εκδ. Νέα Σύνορα – Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα, 1982.

[5] Θεόδωρου Θεοδώρου, Η ελληνική τοπική αυτοδιοίκηση, εκδ. Αφοί Τολίδη, Αθήνα, 1995, σελ. 19.

[6] Γιώργος  Κοντογιώργης, Οι ελληνικές κοινότητες της τουρκοκρατίας, εκδ. Νέα Σύνορα -Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα, 1982. σελ. 30.

[7] Γιώργος  Κοντογιώργης, ο.π. σελ. 30

[8] Γιώργος Κοντογιώργης ο.π. σελ. 185-191.

[9] Θεόδωρου Θεοδώρου, ο. π. σελ. 20.

[10] Τριμελές Συμβούλιο Αντιβασιλείας, του Όθωνα, το οποίο το αποτελούσαν, ο κόμης Joseph von Armansperg  ως πρόεδρος, ο καθηγητής  Ludwig von Maurer, και ο αντιστράτηγος Karl Wilhelm von Heideck. Ο βασιλιάς και οι αντιβασιλείς αποβιβάσθηκαν στο Ναύπλιο τον Φεβρουάριο 1833.

[11] Νίκος – Κομνηνός Χλέπας, «Παρελθόν και μέλλον των συνενώσεων ΟΤΑ στην Ελλάδα», Επιθεώρηση Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εκδ. ΚΕΔΚΕ τεύχος 92/1997.

[12] Νίκος – Κομνηνός Χλέπας ο.π.

[13] Σπύρου Φλογαϊτη, Κλασικά κείμενα και βασική νομοθεσία για την τοπική αυτοδιοίκηση, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1986, σελ. 8.

[14] Θεόδωρου Θεοδώρου, «Η νομικοπολιτική θέση της τοπικής αυτοδιοίκησης», Θέματα της τοπικής αυτοδιοίκησης, εκδ. Αφοί Τολίδη, Αθήνα, 1982, σελ. 16.

[15] Θεόδωρου Θεοδώρου, «Η νομικοπολιτική θέση της τοπικής αυτοδιοίκησης», Θέματα της τοπικής αυτοδιοίκησης, εκδ. Αφοί Τολίδη, Αθήνα, 1982, σελ. 14.

[16] Σπύρου Φλογαϊτη, Κλασικά κείμενα και βασική νομοθεσία για την τοπική αυτοδιοίκηση, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1986, σελ. 8.

[17] Ελευθέριος Σκιαδάς, Ιστορικό διάγραμμα των δήμων της Ελλάδος 1833-1912, Αθήνα, 1994, σελ. 256

[18] Ελευθέριος Σκιαδάς, ο.π. σελ. 257.

[19] Ελευθέριος Σκιαδάς, ο.π. σελ. 264.

 

 



Read Full Post »

Σαβινιύ – Σχινά Μπεττίνα (Bettina Savigny 1805-1835 )


 

 Μια Βερολινέζα στο Ναύπλιο. Στιγμιότυπα από τη ζωή στην πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας (1834/35)

 

Bettina Savigny 1805-1835

Η Μπεττίνα (Bettina) (1805-1835), κόρη του Φρίντριχ Καρλ φον Σαβινιύ (Friedrich Carl von Savigny, 1779-1861), καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και ιδρυτή της περίφημης «Ιστορικής Σχολής του Δικαίου» γεννήθηκε στο Βερολίνο, την πρωτεύουσα του Πρωσικού κράτους. Το 1834, η Μπεττίνα παντρεύτηκε τον Κωνσταντίνο Σχινά (1801-1857) απόγονο από φαναριώτικη οικογένεια της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος, το 1833/34, κατείχε διάφορα υψηλά αξιώματα στην κυβέρνηση της Αντιβασιλείας και ο οποίος θα γίνει, το 1837, ο πρώτος πρύτανης του νεοϊδρυθέντος Πανεπιστημίου των Αθηνών.

[ Ο Κωνσταντίνος Σχινάς ήταν απόγονος του Κωνσταντινουπολίτικου κλάδου της μεγάλης οικογένειας των Σχινάδων. Με τα έκτροπα και τις σφαγές στην πόλη τον Απρίλιο του 1821 έχασαν την περιουσία τους και κατέφυγαν στη Βεσσαραβία. Από εκεί ο φιλομαθής Κωνσταντίνος πήγε στη Γερμανία για νομικές και ιστορικές σπουδές ].

Το ζεύγος γνωρίστηκε το 1824 στο Βερολίνο, όπου ο Σχινάς σπούδαζε τότε. Ήταν φοιτητής του φον Σαβινιύ, αγαπη­τός φίλος και συχνά φιλοξενούμενος της οικογένειας του.

[ Ο Κ. Σχινάς, ως φοιτητής κέρδισε την εμπιστοσύνη του καθηγητή του, μπήκε στο σπίτι του και ερωτεύθηκε τη 19χρονη τότε Μπεττίνα.(1824).Ο Σχινάς όμως ήταν άφραγκος και επειδή δεν μπορούσε να αποκαταστήσει την αγαπημένη του οι γονείς της του επέβαλαν να συνεχίσει τις σπουδές του αλλού και να επικοινωνεί με την κόρη τους μόνο μέσω αλληλογραφίας με τους ίδιους. Περιηγήθηκε όντως πικραμένος τη Γερμανία και κατέληξε στο Παρίσι, από όπου το 1828 πήγε στην Ελλάδα. Τότε διακόπτει χωρίς εξηγήσεις την αλληλογραφία με το Βερολίνο. Δεν τους είχε απαρνηθεί, όπως νόμιζαν, αλλά προετοίμαζε τη θριαμβευτική του επάνοδο στην οικογένεια. Επί Καποδίστρια διορίζεται πάρεδρος στη Γραμματεία Εσωτερικών, αλλά η μεγάλη στιγμή έρχεται τον Οκτώβριο του 1833, όταν διορίζεται υπουργός Δικαιοσύνης ως έμπιστος του Λούντβιχ φον Μάουρερ, μέλους της Αντιβασιλείας. Τότε, για πρώτη φορά μετά από πέντε χρόνια, ξαναγράφει στους Φον Σαβινιύ, ζητώντας το χέρι της Μπεττίνας. Μοιράζουν την απόσταση μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας. Το ζεύγος φον Σαβινιύ μαζί με έναν αδελφό της είχαν συνοδέψει τη Μπεττίνα μέχρι εκεί. Παντρεύονται στην Αγκώνα στις 9 Οκτωβρίου του 1834, στο σπίτι του Έλληνα προξένου Ντουρούτι και αναχωρούν αμέσως για το Ναύπλιο ]. 

Τότε αρχίζει μια πολύ εκτενής αλληλογραφία της Μπεττίνα με τους γονείς της στο Βερολίνο. Αυτή η αλληλογραφία σώθηκε στα προσωπικά κατάλοιπα της οικο­γένειας φον Σαβινιύ, φυλάσσεται στο Τμήμα χειρογράφων της πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης του Μύνστερ και εκδόθηκε σε έναν τόμο με πλούσια εικονογράφηση από τις Εκδόσεις Cay Lienau στο Μύνστερ της Γερμανίας το 2002.

Η Μπεττίνα έζησε με το σύζυγο της πέντε μήνες στο Ναύπλιο, από την αρχή του Νοεμβρίου του 1834 μέχρι το τέλος του Μαρτίου του 1835. Μετά, το ζεύγος Σχινά μετακόμισε στην Αθήνα που είχε ορισθεί πρωτεύουσα της Ελλάδας ήδη από το τέλος του 1833. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Άργος – Ο Βομβαρδισμός της 14ης Οκτωβρίου 1943 από τους συμμάχους


Το αεροδρόμιο του Άργους απετέλεσε πολλές φορές στό­χο των συμμαχικών αεροπλάνων, τα οποία επέδραμαν ενα­ντίον του, άλλοτε με μεγαλύτερη και άλλοτε με μικρότερη ε­πιτυχία, πάντα όμως χωρίς να αφήνουν περιθώρια στους Γερμανούς για εφησυχασμό. Η πρώτη επιδρομή που έχει καταγραφεί έγινε το Νοέμβριο του 1942. Προηγήθηκε νυχτε­ρινή επίθεση με αρκετές γερμανικές απώλειες και το πρωί, καθώς οι Γερμανοί του αεροδρομίου και του Αγίου Νικολά­ου (ναού) είχαν παραταχθεί για προσκλητήριο, δύο συμμαχι­κά αεροσκάφη (Hurricanes) – το ένα μέσα από την Πάνιτσα και το άλλο από τη Χούνη του Κάστρου – επέπεσαν εναντίον τους προκαλώντας μεγάλες απώλειες σε άνδρες και αερο­σκάφη (καταστράφηκαν 13 στούκας επί τόπου). Φήμες επέ­μεναν πως πιλότος του ενός αεροσκάφους ήταν ο Βαρβέρης από το Άργος. Άλλες δύο τουλάχιστον σοβαρές επιδρομές ε­ναντίον του αεροδρομίου έγιναν τον Απρίλιο και το Σεπτέμβριο του 1943. Τέλος ο μοιραίος βομβαρδισμός της 14.10. 1943. 

Τα θύματα αμέτρητα. Περί τους 100 οι νεκροί Αργείτες, πολύ περισσότεροι οι τραυματίες. Από τους Γερ­μανούς υπολογίζεται πως νεκροί και τραυματίες έφτασαν τους 75.

Ας δούμε πως περιγράφει τον βομβαρδισμό ο Ανδρέας Χριστόπουλος  στο βιβλίο του «Οι Ιταλογερμανοί στην Αργολίδα».

Βομβαρδιστικά κάθετης εφόρμησης Douglas SBD-3 Dauntless του Αμερικανικού Ναυτικού.

« Βροντολογάνε οι κανονιές στις πλαγιές στα στενορύμια, στις κορφές, στις δημοσιές και στις ταράτσες της Αργολίδας. Λες κι άνοιξεν ο Άδης και σκορπάει σίδερο και φωτιά. Ο ουρανός έπηξε από καπνούς των αντιαεροπορικών.

Ο κροταλισμός των πολυβόλων, ο γδούπος των κανονιών και το υπόκωφο χτύπημα των ταχυβόλων ταράζει σύγκορμα τ’ ανθρώπινο κουφάρι και τα νεύρα σπάνε ανεπανόρθωτα.

Ένα σμήνος από καμμιά τριανταριά Αγγλοαμερικανικά αεροπλάνα, όλα δικινητήρια, πετάν μεγαλόπρεπα σε σχηματισμό χήνας πάνω από τη πόλη κι ο πληθυσμός περήφανα και με κρυφό καρδιοχτύπι τα καμαρώνει και καρτεράει με κρυφή χαρά να φτάσουνε έγκαιρα στ’ αεροδρόμι των Ούννων και να τους γαζώσουνε κυριολεκτικά, μια και κυριάρχησαν στον αέρα πια.

Κρυφογελάν οι ψυχές στ’ αντίκρυσμα τους και στο ξεφάντωμα τους αναδεύονται περήφανα οι Εθνικοί παλμοί κι ακαρτεράμε ανυπόμονα ν’ ανθίσουν τ’ ασπρογάλαζα λουλούδια της λευτεριάς.

Ποιος ξέρει …κει πάνου μπορεί νά ‘ναι κι Ελληνόπουλα… μας τόπε μια προκήρυξη της Μέσης Ανατολής – κι ως τόσο η καρδιά μας σκιρτάει διπλά γιατί πλάι στους μεγάλους μας Συμμάχους κρατάμε κι εμείς μια αντενίτσα του χρυσοκαραβιού, που άφοβα πλέει για το μεγάλο λιμάνι της Νίκης. Είναι περήφανη η Ελλάδα μας γι αυτό και κράτησε καλά ως τώρα τ’ όνομα της το παλιό.

Χίλιες φορές στο Ράδιο μάς είπανε οι Σύμμαχοι, πως χρωστάνε πολλά σε μας. Μα πάρα πολλά … κι’ ότι μα αδίκησαν στο παρελθόν, μα θα μας φτιάξουνε στο μέλλον. Η πικράδα που ποτίστηκε το 1922 η Ελληνική ψυχή ξεχάστηκε, απάλυνε μπρος στο μεγαλόπρεπο πανηγύρι της Αλβανίας και των Μακεδονικών οχυρών. Το Περθώρι σκιάσε τ’ Αρκάδι κι’ οι Σύμμαχοι μας υμνολόγησαν πολύ, τόσο, που τους πιστέψαμε απόλυτα.

Κι ως τόσο ο βομβαρδισμός τ’ Άργους αρχίζει. Πρώτος βάλλεται ο κάμπος κι η συνοικία των Ταμπάκικων. Δεύτερος ο Κραβασαράς, τα Ρεντζέϊκα, ο Πρόδρομος, το Κέντρο, ο Αρχοντομαχαλάς, τα Γεφύρια, ο Σταθμός, ο Ξεργιάς. Δέσμες – δέσμες θανάτου ξαπολύονται από Συμμαχικά χέρια και σκοτώνουν Έλληνες.

Κάθε μεριά, κάθε γωνιά, κάθε δρόμος, κάθε αυλή, κάθε σπίτι, κάθε χωράφι, κάθε πλαγιά και ριζοβούνι, δέχονται τις βολιδοφόρες των αεροπλάνων. Κόλαση Δάντι, νύχτα Αγίου Βαρθολομαίου, βομβαρδισμός Βελιγράδιου από τους Ούννους! Να η 14η Οκτωβρίου 1943 στ’ Άργος.

Χέρια πετάν στον αγέρα μ’ ορθάνοιχτα δάχτυλα. Ποδάρια τινάζουνται ψηλά βαριοχτυπάν στις πόρτες των σπιτιών. Μυαλά ανθρώπινα πιτσιλίζουν τους τοίχους σαν μυστριά χτιστάδων αλείβοντας τα τοιχώματα. Κουφάρια χιλιοτρυπημένα κυλιούνται σαν βρικόλακες στις αυλές και τους δρόμους. Κεφάλια αγνώριστα, μαυρισμένα, παραμορφωμένα, που ως χθες κρυφοκαμάρωναν για την ομορφιά τους, στριφογυρίζουνε στα ματωμένα χώματα σαν μπάλες ποδοσφαίρου. Αυλάκι τ’ αχνιστό Ελληνικό αίμα στα γκαλτερίμια, στις δημοσιές, στα σπιτικά, στις πλατείες, στα πεζοδρόμια. Μάνες ριγμένες στα σκοτωμένα τους παλικάρια, τραβολογιούνται ξεσκίζοντας τα μούτρα από πόνο κι απελπισία. Παιδιά θρηνολογάνε απαρηγόρητα, σπαραχτικά πάνου στις σκοτωμένες μάνες. Πατέρες μ’ αλλήθωρο μάτι, χαλκοπράσινο πρόσωπο και με στυγνή ψυχή απ’ τον πόνο γλυκοφιλάν τα πεθαμένα τους παιδιά. Τοίχοι και σκεπές σωριάζουνται τυλίγοντας πρόωρα πεθαμένους και τραυματισμένους. Μύρια βλήματα σέρνουνται σαν φίδια κατάχαμα και ξεσκίζουν ανθρώπινες σάρκες, κόβουν ποδάρια, σπάνε πλευρά, συντρίβουν κεφάλια και τα πεζοδρόμια κι οι δημοσιές πλημμυρίζουν κουφάρια ανθρώπινα.

Ένα πεζοδρόμι εκεί αυλακωμένο από άλυκο Ελληνικό αίμα. Ένα τοίχος με ψηφιδωτά από αίμα, κόκαλα και σάρκες ανθρώπινες. Ένα πλακόστρωτο πασαλιμένο μυαλά. Μια δημοσιά με χέρια και πόδια ανάμιχτα με συντρίμμια.

 Φουλ τα χειρουργεία και τα ιατρεία. Ο Δαναός επίσης και τα Γερμανικά νοσοκομεία ασφυχτικά γεμάτα Γερμανούς κι Έλληνες μαζί. Λες και γίναμε σύμμαχοι την ώρα του θανάτου, κι αγκαλιασμένοι εχθροί και φίλοι κάνουν ανθρωπιστικά το καθήκον τους.

Σπανίζουν τα φάρμακα στα Ελληνικά Ιατρεία και οι γιατροί μας μάταια αγωνίζονται να σώσουν τους λαβωμένους. Οι πιότεροι σε λίγο θα πεθάνουν από γάγγραινα. Καμιά βοήθεια δε φτάνει σήμερα, από πουθενά και μόνον ο Νομάρχης Γαρδίκης Π. φόρεσε το παπιγιόν του και έφτασε στο Άργος να πάρει αναφορά … χωρίς να φέρει ένα γιατρό απ’ τ’ Ανάπλι για βοήθεια κι ένα φάρμακο. Κι αυτός είναι Νομάρχης μας….

Τα νεκροταφεία γέμισαν σκοτωμένους. Κάθε μεταφορικό μέσο αρπάζει τους πεθαμένους απ’ τις συνοικίες και τους παρατάει αραδιαστά στα νεκροταφεία. Πομπές από δικούς, δυο τρεις γνωστούς παραστάτες, χωρίς παπά, δίχως σταυρό, κεριά και διάβασμα και βίρα για τον τάφο.

Μπουλούκια οι δικοί των σκοτωμένων στα κοιμητήρια κι’ ο σπαραγμός μεγάλος κι’ ανείπωτος. Οι νεκροθάφτες έχουν πολλή δουλειά σήμερα και μ’ άλλους πολλούς εργάτες των μαχαλάδων ανοίγουνε αδιάκοπα πρόχειρους λάκκους και χώνουνε κει μέσα για πάντα νέους, γέρους, νέες, παιδιά, μάνες κι’ αδέρφια, που σκοτώθηκαν από Συμμαχικά χέρια!

Είναι ανάπηροι της Αλβανίας μέσα κει, είναι παλικάρια, που τα σεβάστηκαν τα κανόνια των Ιταλών, είναι Ελληνόπουλα του Ρούπελ, του Περιθωρίου, της Καλαμπάκας, των Θερμοπυλών και του Ολύμπου κι’ ακόμα είναι άντρες του 18 του Κιλκίς, του «Ραβινέ» που πολέμησαν κι αυτοί για τη Συμμαχική ιδέα πλάι μ’ Αγγλοαμερικάνους και που ύμνησαν τη παλικαριά τους και την Ελληνοπρέπειά τους.

Τέτοιοι είναι οι σκοτωμένοι απ’ τα Συμμαχικά φτερά στ’ Άργος και οι ψυχές τους αιώνια θα πλανώνται στ’ άπειρο με το πικρό παράπονο στα χείλη για τον άδικο κι’ άσκοπο χαμό τους από χέρια φιλικά. Αιωνία σας η μνήμη!

Όλοι Εσείς που πέσατε στις 14 Οκτωβρίου ας είστε βέβαιοι, πως η αδέκαστη Ιστορία κάποτε θα μιλήσει για Σας και για τον άδικο χαμό Σας.

Πιστεύουμε ακράδαντα, πως κάποιο γλυκομύριστο ανοιξιάτικο πρωινό το περιστέρι της Ειρήνης και την Νίκης θα φέρει μαζί στους λουλουδένιους τάφους σας και το μήνυμα της μεγάλης Ελλάδας μας. Τότε οι ψυχές σας θ’ αγαλλιάσουν και το πικρό παράπονο σας θα σβηστεί μπρος στη χαρά και το ξεφάντωμα των ζωντανών».

* Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου. 

  

Τα θύματα του βομβαρδισμού


Σε ένδειξη τιμής στη μνήμη των αθώων νεκρών εκείνου του βομβαρδισμού αναδημοσιεύουμε τα ονόματά τους, όπως τα διέσωσε ο Χριστόπουλος από κατάλογο που συνέταξε ο ιστοριοδίφης Αναστάσιος Τσακόπουλος :

Δημ. Γεωργόπουλος, Παναγ. Κράντας, Κωνστ. Σταύρου, Κωνστ. Μαρούσης, Κ Σκίκος, Σπυρ. Μαραγκός, Παύλος Βαρβάτης, Δ. Αθανασό­πουλος, Δανάη Χαντζηιωάννου, Νίτσα Ψωμά, Θεοδ. Χαντζής, Θεοδ. Τόμπρας, Σωτ. Αδρακτάς, Κ. Αδρακτάς, Ιω. Παπαδάτος, Κ. Μπολόσης, Κ. Μωράτσος, Τάκης Γκουμάκης, Πιπίνα Κούρου, Ιω. Λάμπρου, Κατίνα Πάγκα, Ελένη Αθηνιού, Δημ. Καραλής, Δημ. Σμυρλής, Μιχ. Παγώνης, Κ. Μαρίνης, Ιω. Κοροβέσης, Ελένη Μαραγκού, Φανή Γεωργαντά, Ιω. Μαρλαγκούτσος, Γεώργ. Βούλγαρης, Βασ. Γιαννάτος, Θεοφ. Κωτσαντής, Αναστ. Γεώργας, Παναγ. Ανέστης, Πόπη Γυφτοπούλου, Θεοφ. Καλαντζής, Καλαντζής Αντ., Ελένη Στεφανή, Άννα Γκαργκάσουλα, Θεοδ. Τσεκές, Αντ. Χαλέπας, Ευάγγ. Κλειώσης, Παν. Παπαϊωάννου, Νικόλ. Θεωνάς, Γεωργ. Κουρέτσου, Γεωργία Τρισπαγώνα, Κική Ανδριανόπουλου, Χρυσώ Κυριακοπούλου, Βασ. Σκλήρης, Πέτρος Πάγκας, Βασ. Χαμπίμπης, Κατίνα Κρητικού, Ν. Λιτσαρδάκης, Επαμ. Μαρούτσος, Γ. Αντωνακόπουλος, Αμαλία Πινάτση, Γεωργ. Κλεισάρη, Αθ. Καρούτας, Παναγ. Δανιήλ, Γεώργιος Στέκας, Δημ. Λαδάς, Πέτρος Σπυρόπουλος, Αθαν. Πιπιλάς, Ευάγ. Καραμαλίκης, Ιω. Τσίγγας, Δημ. Παΐσης, Αικατ. Χρυσικού, Κωστούλα Μαρλαγκούτσου, Φανή Μάγειρα, Ευάγγ. Καράμπελας, Νικόλαος Τόλιας, Δημ. Δήμας και Γεώργ. Τσιμπής.

Πηγές


  • Ανδρέας Χ. Χριστόπουλος, «Οι Ιταλογερμανοί στην Αργολίδα», Έκδοσις 1946, Τυπογραφείον Εφημερίδος «Σύνταγμα», Εν Ναυπλίω.
  • Περιοδικό « Αναγέννηση», Κώστας Δανούσης, «1944-1994: 50 χρόνια από την απελευθέρωση του Άργους από τους Γερμανούς», τεύχος 321, Άργος, Σεπτέμβρης 1994.

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Αναμνήσεις μάχης  Kαμινάκι – Λάκκα Τολού (27-4-1941)


  

 

Εκείνες τις φριχτές ημέρες 20-4-1941 έγινε η οριστική κατάρρευση του Ελλη­νικού μετώπου στην Αλβανία. Πλησίαζαν οι Γερμανικές στρατιωτικές δυνά­μεις, η 117η Μεραρχία Καταδρομών, που ήταν μέρος της 12ης Γερμανικής Στρατιάς ενα­ντίον της Ελλάδας, υπό την διοίκηση του Γερμανού στρατάρχου Βίλχελμ Λιστ. Το πρωί της 27-4-1941 και στη θέση Λάκκα-Καμινάκι (κοντά στο γήπεδο του Τολού) έγινε μάχη μεταξύ των Άγγλων-Αυστραλών-Νεοζηλανδών και Κυπρίων που αποχωρούσαν, εναντίον των επερχόμενων εισβολέων κατακτητών Γερμανών, μοτοσικλετιστών και αλεξιπτωτιστών. Ήταν μονάδες της 6ης Νεοζηλανδικής ταξιαρχίας και άλλων Βρετανικών δυνάμεων, που γενναία αντιστάθηκε και εμπόδισε τους εισβο­λείς Γερμανούς.

Προς το Τολό προπορευόταν το 2° τάγμα Γερμανών με τον 6° λόχο. Διοικητής του τάγματος ήταν ο Γερμανός ταγματάρχης Πίτσονκα. Επειδή είχε σπάσει το πόδι του με την πτώση του με αλεξίπτωτο στον Ισθμό της Κορίνθου, με απόφαση του συνταγματάρχη Στουρμ ανέλαβε καθήκοντα διοικητού τάγματος ο λοχαγός Γκέρχαρντ Σίρμερ. Για την περιοχή της Πελοποννήσου την επίθεση είχε αναλάβει η 5η τεθωρακισμένη μεραρχία.

Ο Γερμανός συνταγματάρχης Στούρμ μαζί με τον λοχαγό Σίρμερ μπήκαν στο Τολό αλλά βρήκαν συμμαχική αντίσταση στη Λάκκα. Εκεί έκανε θραύση ο Γερμανός ανθυπολοχαγός Τόυζεν, ο οποίος αν και τραυματισμένος ορμούσε μπροστά. Δόθηκε πεντάωρη σκληρή μάχη στη θέση Λάκκα από την δεξιά πλευρά του δρό­μου της Ασίνης, στη θέση Ντάπια (Μπιρμπιλέϊκα) στους πρόποδες του Προφήτη Ηλία και από την απέναντι αριστερή πλευρά του δρόμου, στη θέση Δραγασούρα, κοντά στο ποδοσφαιρικό γήπεδο του Τολού, 100 άνδρες Βρετανοί, Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί – εμπόδισαν σκληρά τους επερχόμενους Γερμανούς να περάσουν.

Ακούγαμε πυκνούς πολυβολισμούς και συχνά δυνατές εκρήξεις όλμων και άλ­λων πολεμικών όπλων. Δυο τρία Γερμανικά αεροπλάνα ανέβαιναν και κατέβαιναν πάνω από το πεδίο εκείνης της μάχης. Στο τέλος μετρήθηκαν μερικοί νεκροί. Απ’ τις συμμαχικές δυνάμεις 5 Άγγλοι και 3 Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί. Απ’ τους Γερμανούς 4-5 νε­κροί Γερμανοί στρατιώτες. Τους νεκρούς Γερμανούς στρατιώτες τους θάψανε στο νεκροταφείο Ναυπλίου. Τους Συμμάχους τους θάψανε στη θέση Λάκκα, κάτω από κάτι ελιές που ήταν τότε. Πάνω σε κάθε μνήμα είχαν τοποθετή­σει το κράνος του.

Από τους υποχωρούντες Συμμάχους από δω, το Τολό, αιχμαλωτίστηκαν κατά άλλους ιστορικούς 1.700 ή κατά άλλους 2.200 στρατιώτες, ενώ οι αξιωματικοί έφυγαν με πολεμικά πλοία. (Πληροφορίες: α) Απ’ το βιβλίο του Νταίηβιντ Τόμας, «Κρήτη ’41. Ο πόλεμος στη θάλασσα», β) «Θύελλα στα Βαλκάνια», Εφημερίδα «Ακρόπολις» Τρίτη, 11/3/1980 και γ) Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού – Αρχείον Ιστορίας Στρατού, σελίδες 61-62-63 δ) «Η έγχρωμη Ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου» , ε) Χάϊντς Ρίχτερ «Η Ιταλογερμανική επίθεση εναντίον της»).

Οι υποχωρούντες Σύμμαχοι περίτρομοι πήραν τις βάρκες Τολιανών ψαράδων και ανοίχτηκαν στο πέλαγος, για Τσακωνιά, Μονεμβάσια, Σπέτσες και άλλες περιο­χές. Η συνθηκολόγηση των Ελληνικών και των Γερμανικών δυνάμεων στα Ηπειρωτικά βου­νά υπογράφτηκε στις 22-4-1941, και στις 24/4/-1941 άρχισαν να φεύγουν οι Βρετα­νικές δυνάμεις από την Ελλάδα από θαλάσσιες ακτές όπως το Πόρτο – Ράφτη, τη Ραφήνα, την Ελευσίνα, τα Μέγαρα, την Κόρινθο, το Ναύπλιο, το Τολό, τους Μύλους, τη Μονεμβάσια, την Καλαμάτα κ.λ.π. Η Ελληνική Κυβέρνηση μεταφέρθηκε στη Σούδα της Κρήτης. Εδώ στην περιο­χή μας ανώτατος στρατιωτικός διοικητής ήταν ο στρατηγός Χένρυ Μαίτλαντ Γουΐλσον.

Εκείνη την ημέρα με το επιτελείο του και άλλους Στρατηγούς και Ναυάρ­χους βρισκόταν στους Μύλους Αργολίδας. Από τους Μύλους (27 Απριλίου, πρωί) με το υδροπλάνο του, τύπου Σάντερλαντ, έφυγε και πήγε στην Κρήτη. Διάδοχό του άφησε τον Νεοζηλανδό υποστράτηγο Μπέρναρντ Φρέϊμπεργκ, ο οποίος αργότερα πήγε στην Μονεμβάσια και από κει με τον Ναύαρχο Μπέϊλλι-Γκρόμαν έφυγαν και πήγαν στην Κρήτη.

Εκείνες τις μέρες και νύχτες στο Τολό είχανε πλησιάσει τα πολεμικά πλοία Γκλένυαρν, Ντάϊαμοντ, Γκρίφιν, Άϊσις, Στιούαρτ και παρελάμβαναν τους υποχωρούντες στρατιώτες. Οι αποχωρούσες στρατιωτικές δυνάμεις, πρόλαβαν και επιβι­βάστηκαν στα πλοία, φεύγανε με άτακτη φυγή, με πανικό και απελπισία, με αγωνία και τρομάρα για το άγνωστο μέλλον. Από επάνω τους είχαν πετάξει κάθε διακριτικό γνώρισμα και στολίδι της στρατιωτικής φορεσιάς και διακριτικό του βαθμού που έφεραν, δίχως πηλίκια, δίχως γαλόνια, ούτε φυσιγγιοθήκες, δίχως τα ξίφη τους, με τσαλακωμένες τις στρατιωτικές φορεσιές τους και οι περισσότεροι αξύριστοι και πεινασμένοι- ξελιγωμένοι.

 

Ντάϊαμοντ (αντιτορπιλικό). Σύμφωνα με πίνακα που μου έστειλε η υπηρεσία Κοινοπολιτεία – Υπηρεσία πολεμικών τάφων, πνίγηκαν 144 άτομα.

 

Στους δρόμους και στις πλαγιές των βουνών, στους λόφους και στα ρέματα βρίσκαμε πεταμένα πολεμικά τουφέκια, περίστροφα, πολυβόλα και πηλίκια αξιωματι­κών, πολλές στρατιωτικές κουβέρτες, καραβάνες συσσιτίου, διάσπαρτα πολλά πα­γούρια [υδροδοχεία] μέσα στα θυμάρια και τα πουρνάρια στις πλαγιές του Τολού, μάσκες αντιασφυξιογόνες, χαρτονομίσματα εγγλέζικα, σκόρπια λερωμένα και κατεστραμμένα στον κεντρικό δρόμο Τολού. Πεταμένες ταμπακιέρες με τσιγάρα ή δί­χως τσιγάρα, κουτιά με σοκολάτες, ρολόγια χεριού, γυαλιά ηλίου, κιάλια, διόπτρες μακρινών αποστάσεων (στρατιωτικά κιάλια). Είδαμε ομάδα Βρετανών που έκαιγε χαρτονομίσματα, χάρτινες λίρες Αγγλίας, ήτανε το Ταμείο Ταξιαρχίας.

Στις πλαγιές και στους λόφους βρίσκαμε πολλά εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα με στρατιωτικό εξοπλισμό ή κενά, παραδίπλα άλλα τεθωρακισμένα ή ερπυστριοφόρα και σκόρπια πολλά σιδερένια ανταλλακτικά και εργαλεία αυτοκινήτων. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού είχανε βγει για πλιάτσικο.

Αξέχαστη μέρα, η μέρα που έγινε η πεισματική εκείνη μάχη στο Καμινάκι-Λάκα Τολού, πένθιμη ημέρα με ζο­φερές αναμνήσεις. Αποβραδίς είχανε βομβαρδίσει και βυθίσει στο λιμάνι Ναυπλί­ου και στην Αρβανιτιά τέσσερα Βρετανικά πολεμικά πλοία. Απ’ το Τολό είχαν επιβιβαστεί στα πολεμικά πλοία και αναχωρήσει 2.500 στρατιώτες.

 

Σλάματ. Πνίγηκαν 10 μέλη του πληρώματος και 500 στρατιώτες. Βυθίστηκε στην Αρβανιτιά Ναυπλίου.

 

Εκείνες τις βραδιές, 27-28 Απριλίου 1941, οι περισσότεροι κάτοικοι του Τολού, γυναίκες, άνδρες, παιδιά, γέροι, γερόντισσες καταφοβισμένοι πεζοπορώντας πήγαμε και κοιμηθήκαμε στο εκκλησάκι της Αγίας Σωτήρας. Και άλλοι μερικοί κοιμηθήκανε στα μαντριά του Αντίκα.

 

Ώλστερ Πριν. Τον Απρίλιο του 1941, βυθίστηκε στον κόλπο του Ναυπλίου (Αρβανιτιά).

 

Ulster Prince (+1941). Βρετανικό επιβατηγό πλοίο. Ναυπηγήθηκε το 1930. Βομβαρδίστηκε και από γερμανικά stukas και βυθίστηκε στο Ναύπλιο το 1941.

Ulster Prince (+1941). Βρετανικό επιβατηγό πλοίο. Ναυπηγήθηκε το 1930. Βομβαρδίστηκε και από γερμανικά stukas και βυθίστηκε στο Ναύπλιο το 1941.

 

Ulster Prince (+1941).

Ulster Prince (+1941).

Από τους δραπετεύσαντες αυτούς, ένας Βρετανός στρατιώτης επιζεί ακόμα στην Αγγλία, ο Ρ.Σ. Ουάττ (Λέστερ -Λέστερσάΐρ). Το 2003, Αύγουστο μήνα, είχε έλθει τουρίστας στο Τολό. Με κάλεσαν, πήγα τον βρήκα, γνωριστήκαμε και έχουμε μεταξύ μας αλληλογραφία. Συμφωνήσαμε να μπορέσουμε και με τη βοήθεια του Δήμου Ασίνης να οικοδομήσουμε μνημείο για τους νεκρούς της μάχης Καμινάκι-Λάκκα Τολού, που αμυνόμενοι σκοτώθηκαν και έμειναν άταφοι 1 -2 εικοσιτετράω­ρα, δίχως να χυθεί μητρικό δάκρυ στον τάφο τους.

 

Ράϊνεκ (αντιτορπιλικό). Πνίγηκαν 103 στρατιώτες. Βυθίστηκε στην Αρβανιτιά Ναυπλίου (24/4/1941).

 

Μερικές πληροφορίες και σημειώσεις για το εκστρατευτικό Βρετανικό Σώμα στην Ελλάδα για την ενίσχυση των Ελληνικών δυνάμεων

 

  

Συμμαχικές στρατιωτικές δυνάμεις [Βρετανικές, Αυστραλιανές, Νεοζηλανδικές και Κυπριακές], που ήλθαν για να βοηθήσουν τις Ελληνικές δυνάμεις 58.000 άνδρες από την Αλεξάνδρεια στον Πειραιά και από αυτούς απομακρύνθηκαν απ’ την Ελλάδα 50.732 στρατιώτες. Ο Ναύαρχος Χάρολντ Μπέϊλυ Γκρόμαν μετακίνησε τις δυνάμεις του από την Α­θήνα και πήγε στους Μύλους Αργολίδας. Την ίδια ημέρα, 24/4/41 ο Βασιλεύς και μερικά μέλη της Ελληνικής Κυβέρνησης με υδροπλάνο τύπου Σάντερλαντ πήγανε στην Σούδα Κρήτης.

Ο Στρατηγός Χένρυ Μαίτλαντ-Γουΐλσον αναχώρησε και πήγε στην Κρήτη. Η ομάδα της 6ης Νεοζηλανδικής ταξιαρχίας ήλθε στο Ναύπλιο, το Άργος, το Τολό, και στον δρόμο προς την Τρίπολη.

Στις 27-4-1941 στο λιμάνι της Καλαμάτας και ώρα ξημερώματα προς Κυριακή με τα πλοία Ντιφέντερ και Ντάϊαμοντ περιλαμβάνονταν και 250 στρατιώτες που είχαν επιβιβαστεί στο Ντιφέντερ. Το σκάφος αυτό βρήκε καιρό να φορτώσει μερικά κιβώτια που είχαν μέσα τους τον πολύτιμο θησαυρό του Γιουγκοσλαβικού στέμματος.

 

Ντάϊαμοντ (καταδρομικό). Στο πλοίο κυβερνήτης ήταν ο Υποναύαρχος Ιρβάϊν Γκλέννι. Το πλοίο αυτό ήταν επικεφαλής συνοδείας και φορτωμένο με το Ελληνικό χρυσάφι αξίας 7.000.000 λιρών από Σούδα της Κρήτης προς την Αίγυπτο στις 14.5.1941.

 

Η νηοπομπή ξεκίνησε τα ξημερώματα ώρα 3:40′, πλέοντας προς τα κάτω, μέσα από τον κόλπο Καλαμάτας προς το Αιγαίο πέλαγος μέσα από το στενό των Αντικυ­θήρων και από τον κόλπο της Σούδας.

Το πλοίο Γκλένηαρν είχε ρυμουλκηθεί από το πλοίο Γκρίφιν στον κόλπο Κισσάμου Κρήτης, πέρασε από το νησί Γαύδος και έφτασαν στην Αλεξάνδρεια.

Γκλένηαρν. Ήταν ένα μικρό αποβατικό πλοίο. Προσέγγισε στο Τολό.

 

Στο πλοίο Ντάϊαμοντ ήταν φορτωμένο το Ελληνικό χρυσάφι αξίας 7.000.000 λιρών, που είχε παραλάβει από τον κόλπο Σούδας και το μετέφερε στην Αλεξάνδρεια. Το πλοίο Ντάϊαμοντ ήταν επικεφαλής συνοδείας και μετέφερε το Ελληνικό χρυ­σάφι, με πλοίαρχο τον Χένρυ Μακ Κώλλ υπό την διοίκηση του υποναυάρχου και διοικητή αντιτορπιλικών στόλου της Μεσογείου Ιρβάϊν Γκόρντον Γκλέννι. Το συ­νόδευαν τα Αυστραλιανά αντιτορπιλικά Στιούαρτ και Βεντέτα.

Τονίζουμε ακόμη ότι το πλοίο Ντάϊαμοντ είχε κολλήσει στην είσοδο του λιμα­νιού Ναυπλίου και εμπόδιζε την έξοδο των άλλων πολεμικών πλοίων.

  

Ονόματα Πλοίων που βυθίστηκαν στην Αρβανιτιά στις 27 Απριλίου 1941

 

 


 

1. Ώλστερ Πριν. Τον Απρίλιο του 1941, βυθίστηκε στον κόλπο του Ναυπλίου (Αρβανιτιά).

2. Ντάϊαμοντ (αντιτορπιλικό). Σύμφωνα με πίνακα που μου έστειλε η υπηρεσία Κοινοπολιτεία – Υπηρεσία πολεμικών τάφων, πνίγηκαν 144 άτομα.

3. Σλάματ. Πνίγηκαν 10 μέλη του πληρώματος και 500 στρατιώτες. Βυθίστηκε στην Αρβανιτιά Ναυπλίου.

4. Ράϊνεκ (αντιτορπιλικό). Πνίγηκαν 103 στρατιώτες. Βυθίστηκε στην Αρβανιτιά Ναυπλίου (24/4/1941).

 

Ονόματα Πλοίων που πλησίασαν στο Τολό  και παρέλαβαν αποχωρούντες Στρατιώτες Βρετανούς, Νεοζηλανδούς, στις 26,27 και 28 Απριλίου 1941

 

 


 

1. Γκλένηαρν. Ήταν ένα μικρό αποβατικό πλοίο. Προσέγγισε στο Τολό.

2. Ντάϊαμοντ (καταδρομικό). Στο πλοίο κυβερνήτης ήταν ο Υποναύαρχος Ιρβάϊν Γκλέννι. Το πλοίο αυτό ήταν επικεφαλής συνοδείας και φορτωμένο με το Ελληνικό χρυσάφι αξίας 7.000.000 λιρών από Σούδα της Κρήτης προς την Αίγυπτο στις 14.5.1941. (Βλ. Σ. 174, Μ.Κ.)

3. Γκρίφιν (Η31), αντιτορπιλικό κατηγορίας G. Προσέγγισε στο Τολό, πλησίασε τον κόλπο του Ναυπλίου (Αρβανιτιά). Απρίλιος 1941.

Γκρίφιν (Η31), αντιτορπιλικό κατηγορίας G. Προσέγγισε στο Τολό, πλησίασε τον κόλπο του Ναυπλίου (Αρβανιτιά). Απρίλιος 1941.

4. Στιούαρτ. Αυτό το πλοίο διέσωσε 600 στρατιώτες από τον κόλπο του Τολού στην Κρήτη. Αρχικά τους πήγε στο Ναύπλιο και στη συνέχεια επέστρεψε στο Τολό, παρέλαβε περισσότερους στρατιώτες και τους μετέφερε στον κόλπο της Σούδας.

Στιούαρτ. Αυτό το πλοίο διέσωσε 600 στρατιώτες από τον κόλπο του Τολού στην Κρήτη.

5. Βεντέτα, Αυστραλιανό αντιτορπιλικό. Πρόσφερε στενή συνοδεία στο πολεμικό πλοίο Ντιφέντερ.

Βεντέτα, Αυστραλιανό αντιτορπιλικό.

6. Ντιφέντερ, αντιτορπιλικό κατηγορίας D. Το πλοίο αυτό φόρτωσε το θησαυρό του Γιουγκοσλαβικού στέμματος στο λιμάνι της Καλαμάτας.

Ντιφέντερ, αντιτορπιλικό κατηγορίας D. Το πλοίο αυτό φόρτωσε το θησαυρό του Γιουγκοσλαβικού στέμματος στο λιμάνι της Καλαμάτας.

7. Άϊσις, αντιτορπιλικό. Προσέγγισε στο Τολό.

8. Χάϊκοβ, αντιτορπιλικό. Προσέγγισε στον Τολό.

9. Α5. Μεταγωγικό σκάφος. Ξεκίνησε για τη Μονεμβάσια στις 26-4-1941, όπου δεν έφτασε γιατί βυθίστηκε.

 * Σημείωση: Από το Τολό επιβιβάσθηκαν 4.527 στρατιώτες (Δ.Ι.Σ., κεφ. 146), Χάϊντς Ρίχτερ, σελ. 592, 2.500 στρατιώτες. Αιχμαλωτίστηκαν 1.700 στρατιώτες (Δ.Ι.Σ., κεφ. 146) ή κατά Χάϊντς Ρίχτερ, αιχμαλωτίστηκαν 2.200 στρατιώτες (σελ. 594).

  

Λίγες Πληροφορίες για καθένα Στρατηγό και Ναύαρχο που πέρασαν από το Τολό, Μύλους, Μονεμβασία, Σούδα Κρήτης

 

 

Χένρυ Μαίτλαντ-Γουΐλσον, Βρετανός στρατηγός. Ο στρατηγός αυτός μαζί με 55 στρατηγούς, ναυάρχους και άλλες προσωπικότητες με υδροπλάνο τύπου Σάντερλαντ έφυγαν από τους Μύλους Αργολίδας το βράδυ 26.4.1941 και πήγαν στην Σούδα Κρήτης αφού ανέθεσε την διοίκηση του στρατού στον στρατηγό Μπέρναρντ Φρέϊ­μπεργκ.

Άντριου Κάνιννκχαμ. Βρετανός Ναύαρχος – ανώτατος διοικητής στόλου Μεσο­γείου.

Σορτ Σάντερλαντ. Με αυτόν τον τύπο υδροπλάνου αναχώρησαν από το Τολό Ναυπλίας και πήγαν στους Μύλους Αργολίδας ο Βρετανός στρατηγός Ουίλσον με το στρατηγείο του.

Μπέρναρντ Φρέϊμπεργκ. Νεοζηλανδός στρατηγός διοικητής των  Νεοζηλανδών.

Χάρολντ Μπέϊλι-Γκρόμαν. Βρετανός Ναύαρχος, γεννημένος στον Καναδά. Αυτός με τον στρατηγό Φρέϊμπεργκ και το επιτελείο του, 55 στρατιωτικούς, πήγανε στους Μύλους και την νύχτα (26.4.1941) αναχώρησαν με το πλοίο Χάϊκοβ και μέσω Μο­νεμβασιάς για τη Σούδα Κρήτης.

Χάρολντ Τσάριννκτον. Βρετανός Στρατηγός.

Χένρυ Ντανιέλ Πρίντχαμ-Γουΐππελ. Βρετανός Ναύαρχος, αρχηγός στόλου Με­σογείου. Πήγε στους Μύλους  στις 26.4.1941. Από εκεί, αφού συγκεντρώθηκαν όλοι οι στρατηγοί, οι ναύαρχοι και το επιτελείο τους, με το ηλιο­βασίλεμα αναχώρησαν για τη Μονεμβάσια.

Άρτσιμπαλντ Γουέϊβελ. Βρετανός Στρατηγός.

Τόμας Μπλέϊμι. Αυστραλός Στρατηγός.

Λ.Π. Πάρρινγκτον. Νεοζηλανδός Ταξίαρχος. Στο λιμάνι της Καλαμάτας στις 28-4-1941 συνάντησε αξιωματικό του Λιμενικού.

Σερ Ιρβάϊν Γκόρντον Γκλέννι. Σκωτσέζος Ναύαρχος. Πολέμησε και στους δύο Παγκοσμίους Πολέμους. Αποστρατεύτηκε το Μάιο του 1947.

Χένρυ Μακ Κώλλ, πλοίαρχος στο Ντάϊαμοντ.

  

Ιωάννης Κοτίτσας

Συνταξιούχος Δάσκαλος

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Οι Γερμανοί στην Αργολίδα  1941

H σχολή Ικάρων στο αεροδρόμιο του Άργους στον πόλεμο του 1940 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »