Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Το Μετέωρο Βήμα της Τουρκίας: Εκσυγχρονισμός Εξωτερικής Πολιτικής ή Αναθεώρηση Διεθνούς Προσανατολισμού;


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Δρ. Στέλιου Αλειφαντή,* με θέμα:

«Το Μετέωρο Βήμα της Τουρκίας: Εκσυγχρονισμός Εξωτερικής Πολιτικής ή Αναθεώρηση Διεθνούς Προσανατολισμού;»

 

Η διακυβέρνηση του Ταγίπ Ερντογάν και του κόμματος της «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» (ΑΚP) συνίσταται σε μια σειρά τομές ή και ρήξεις στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική της χώρας. Ο Ταγίπ Ερντογάν εκφράζει και εφαρμόζει μια συνολική πολιτική στρατηγική με ευδιάκριτα ιδεολογικά χαρακτηριστικά που – παρά τις αντιφάσεις της – ευαγγελίζεται έναν βαθύτερο μετασχηματισμό της Τουρκίας ως απάντηση στην μεταψυχροπολεμική κορύφωση της κρίσης του «κεμαλικού» συστήματος διακυβέρνησης.

Στο εσωτερικό της χώρας, ο πολιτικό-ιδεολογικός προσανατολισμός της διακυβέρνησης Ερντογάν είναι όχι μόνο ευδιάκριτος από την «κεμαλική» ιδεολογία αλλά και νικηφόρος σε διαδοχικές πολιτικές και εκλογικές αναμετρήσεις με το «κεμαλικό» κατεστημένο και με το λεγόμενο «βαθύ κράτος».

Στις εξωτερικές σχέσεις, οι επιλογές της νέας διακυβέρνησης είναι επίσης διακριτές από την παραδοσιακή τουρκική διπλωματία, εμφανίζοντας μια ιδιαίτερη ενεργητική παρέμβαση στην Μέση Ανατολή, όπου η «κεμαλική» διπλωματία ακολουθούσε κυρίως μια πολιτική αντιδράσεων στην εκάστοτε συγκυρία. [1] Το σύνολο των επιλογών εξωτερικής πολιτικής φαίνεται να αποτελεί, επίσης, προϊόν μιας συνεκτικής στρατηγικής, της οποίας το ιδεολογικο-πολιτικό πλαίσιο διαθέτει ενδείξεις αναθεώρησης του διεθνούς προσανατολισμού της χώρας. [2] Όπως το έθεσε τον Ιούνιο 1989 ο πρίγκιπας Μωχάμετ αλ-Φεϋζάλ, Σαουδικής Αραβίας και Πρόεδρος της Faisal Finance Institution (F.F.I.), τουρκικής θυγατρικής της Dar al-Mal al Islami: «Η Τουρκία δεν μπορεί να συνεχίζει επί μακρόν να παίζει διπλό ρόλο, πρέπει να αποφασίσει ή να εξελιχθεί σε ηγέτιδα δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου ή να συνδεθεί με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα». [3] Ήταν η περίοδος όπου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε αποφανθεί για το πρόωρο της αίτησης ένταξης που είχε υποβάλει ο Τουρκούτ Οζάλ το 1987. [4] Περίπου είκοσι χρόνια μετά το ίδιο «δίλημμα» φαίνεται να διαπερνά την διακυβέρνηση Ταγίπ Ερντογάν, ωστόσο εξακολουθεί να είναι ζητούμενο η ριζοσπαστική αμφισβήτηση του διεθνούς προσανατολισμού της χώρας, τουλάχιστον με την έννοια που της αποδίδει ο K.J. Holsti ως την «γενική στρατηγική του κράτους για την εκπλήρωση τόσο των εσωτερικών όσο και των εξωτερικών του στόχων». [5] Σε κάθε περίπτωση, στο επίκεντρο των τουρκικών εξελίξεων βρίσκεται πάντα το ζήτημα της «εναρμόνισης των εθνικών επιδιώξεων με τον διεθνή προσανατολισμό της χώρας», μια προσέγγιση που αποσκοπεί να αναδείξει την ιδιαιτερότητα της εξωτερικής πολιτικής χωρίς να την απομονώνει από το κοινωνικο-οικονομικό πλαίσιο της. Αυτή η προσέγγιση μας επιτρέπει ειδικότερα να διακρίνουμε ή και να προσδιορίσουμε τις εθνικές προτεραιότητες και την πολιτική βούληση [6] των εκάστοτε κυβερνήσεων, καθώς και την επιρροή των εξωτερικών παραγόντων (δηλαδή, της πολιτικής άλλων κρατών και της διεθνούς συγκυρίας) στην διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής. [7] Όλες αυτές οι παράμετροι εξακολουθούν να είναι ζητούμενα της τουρκικής πολιτικής, δεν παύουν όμως στην τουρκική πολιτική ιστορία της να συνδέονται με την μοναδικό εναλλακτικό του κεμαλισμού πρόγραμμα διακυβέρνησης του Ταγίπ Ερντογάν.

Η επικράτηση του κόμματος της «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» (ΑΚP) στην τουρκική πολιτική ασφαλώς οφείλει πολλά στον χαρισματικό ηγέτη του, Ταγίπ Ερντογάν, [8] ωστόσο απορρέει από την υπερίσχυση ενός κοινωνικο-πολιτικού ρεύματος που πραγματώθηκε λόγω της κορύφωσης της κρίσης του «κεμαλισμού» στην δεκαετία του ’90.[9] Ο Ιμπραϊμ Καλίν (İbrahim Kalın), Σύμβουλος Διεθνών Σχέσεων του Ταγίπ Ερντογάν και στενός συνεργάτης του σημερινού Υπουργού Εξωτερικών Αχμέτ Νταβoύτογλου, αναγνωρίζει ως δύο βασικές αιτίες της δημοκρατικής οπισθοδρόμησης στην Τουρκία τόσο τον «μικρόψυχο», όπως τον αποκαλεί, τουρκικό εθνικισμό, ο οποίος, στο όνομα της «τεχνητής» εθνικής ομοιογένειας απαρνήθηκε την οθωμανική κληρονομιά στον πλουραλισμό και την ανεκτικότητα, όσο και τις πολιτικές «εθνικής ασφάλειας», οι οποίες δημιούργησαν πολίτες πρώτης και δεύτερης κατηγορίας και αντιμετώπισαν τον εκδημοκρατισμό ως κρυφό ιμπεριαλιστικό σχέδιο. [10]

Η Κεμαλική επανάσταση στις αρχές του περασμένου αιώνα σ’ αντικατάσταση της καταρρέουσας οθωμανικής αυτοκρατορίας πρόβαλε και επέβαλε έναν μοντέλο ανάπτυξης βασισμένο στα δυτικά πρότυπα παρά στην οθωμανική κρατική παράδοση, επέλεξε τον αυταρχικό εκσυγχρονισμό ενός κοσμικού κράτους βασισμένο αποκλειστικά στο τουρκικό έθνος απορρίπτοντας τον «ενοποιητικό» μουσουλμανικό χαρακτήρα ενός πολυεθνικού κράτους επιρρεπή σε φυγόκεντρες τάσεις που διευκόλυναν διεθνείς παρεμβάσεις στην οθωμανική αυτοκρατορία.[11] Η πορεία επικράτησης της Κεμαλικής επανάστασης στο εσωτερικό και στις εξωτερικές σχέσεις συνδέθηκε έντονα με την θεώρηση του Ισλάμ ως αναχρονιστικού παράγοντα αποδυνάμωσης της συνοχής του νέου κράτους και πρόκρινε την περιθωριοποίηση του ως ιδιωτική θρησκευτική υπόθεση και όχι ως θρησκευτικό χαρακτηριστικό της κοινωνίας. [12] Η Κεμαλική στρατιωτική και διοικητική γραφειοκρατία στήριξε το μοντέλο ανάπτυξης του κρατισμού (etatism) οδηγώντας στο πολιτικό περιθώριο τα κοινωνικά στρώματα παραδοσιακών οικονομικών δομών και θρησκευτικών αντιλήψεων βασισμένων στα διάφορα μουσουλμανικά ρεύματα (σουνίτες, αλεβίτες, κ.α). [13] Πρόκειται για την τάξη των θρησκευόμενων αγροτών, εμπόρων και βιοτεχνών, που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται στην Ανατολία, κατά τη δεκαετία του ’50, υπήρξε περιθωριοποιημένη και θύμα των ιδεολογικών διακρίσεων της κρατικής παρέμβασης, εφόσον η στρατο-γραφειοκρατία υποστήριζε το «κοσμικό» κεφάλαιο μονοπωλίων και ολιγοπωλίων του TÜSİAD (του Συνδέσμου των – 400 μεγαλύτερων-Τούρκων Βιομηχάνων και Επιχειρηματιών, ιδρυθέντος το 1923). [14] Τα κοινωνικά αυτά στρώματα έδωσαν την εκλογική νίκη στο «Δημοκρατικό Κόμμα» του Αντάν Μεντερές που ανατράπηκε από το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1960. [15] Μέχρι την δεκαετία του ’90, με διαδοχικές στρατιωτικές παρεμβάσεις που κορυφώθηκαν με το πραξικόπημα του Κενάν Εβρέν (1980), ο στρατός θα αναδειχθεί ως θεματοφύλακας μιας κεμαλικής διακυβέρνησης που έρχεται να διαχειριστεί κοινωνικές αντιθέσεις και πιέσεις εξωτερικής πολιτικής σ’ ένα ψυχροπολεμικό περιβάλλον, όπου η γεω-στρατηγική αξία της Τουρκίας θα της προσδώσει κρίσιμα περιθώρια ευελιξίας και προσαρμογών. [16]

Ο Τουτκούτ Οζάλ, αρχικά ως υπουργός οικονομικών του καθεστώτος Εβρέν και αργότερα ως Πρωθυπουργός μετά την επικράτηση του κόμματος της «Μητέρας Πατρίδας» (ANAP) στις εκλογές 1983, προώθησε τον οικονομικό φιλελευθερισμό και άνοιξε την οικονομία σε διεθνείς επενδύσεις. Η οικονομική πολιτική εξαγωγών του Οζάλ βρήκε την ανταπόκριση στον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο των κρατών του Κόλπου και ειδικότερα με εξαγωγές στο Ιράκ, Σαουδική Αραβία και Ιράν, παράλληλα παρατηρήθηκε σημαντική εισροή αραβο-ισλαμικών κεφαλαίων με κύρια προέλευση την Σαουδική Αραβία που εστίασαν το ενδιαφέρον τους στον χρηματο-πιστωτικό τομέα της τουρκικής οικονομίας. [17] Με το πέρασμα της Τουρκίας στην ελεύθερη αγορά και στην ανοιχτή οικονομία πραγματοποιήθηκε μια πραγματική επανάσταση στον επιχειρηματικό κόσμο με τους μικρομεσαίους καπιταλιστές να πολλαπλασιάζονται, να ενσωματώνονται στην εγχώρια αγορά, να ανακαλύπτουν τις ξένες αγορές, να πλουτίζουν και να αναδεικνύονται μέσα στο ολιγαρχικό-κεμαλιστικό σύστημα ως ‘εναλλακτική’ επιχειρηματική ελίτ. [18] Η λειτουργία Ισλαμικών Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων επετράπη, διά νόμου, οι ισλαμικές ομάδες και δίκτυα (tarikat-cemaat), άρχισαν να εδραιώνονται στην κοινωνική, πολιτιστική και οικονομική ζωή της χώρας, μέσω της εξάπλωσης ισλαμικών εκδόσεων, μη κυβερνητικών οργανώσεων, εταιρειών και τραπεζών, και το ισλαμικό κεφάλαιο της Ανατολίας γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη. [19]

Η ανάδειξη του Ταγίπ Ερντογάν στην πολιτική ηγεσία της Τουρκίας [20] και η επικράτηση του κόμματος της «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» στις εκλογές του 2002 ανάδειξε όχι μόνο μια νέα πολιτική ελίτ αλλά και την πρόσβαση στην εξουσία μιας νέας μεσαίας τάξης και μικρο-μεσαίων επιχειρήσεων της Ανατόλιας με έντονες παραδοσιακές μουσουλμανικές πεποιθήσεις και αξίες και περιόρισε το εκλογικό προβάδισμα των κεμαλικών κομμάτων μόνο στις παράλιες πόλεις του Αιγαίου και της Μεσογείου. [21] Παράλληλα, η εμπέδωση του κόμματος της «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» στην διακυβέρνηση της χώρας και κυρίως ως προεξέχουσα δύναμη σε διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις οδήγησαν στην άρθρωση μιας εναλλακτικής προσέγγισης και της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, βασισμένης στην λεγόμενη πολιτική του «Στρατηγικού Βάθους» του καθ. Αχμέτ Νταβούτογλου. [22] Σύμφωνα μ’ αυτήν την προσέγγιση είναι αναγκαία η χειραφέτηση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής προκειμένου να ενισχυθεί ένας πολυδιάστατος διεθνής ρόλος της Άγκυρας. [23]

Η εξωτερική πολιτική του Ταγίπ Ερντογάν έχει σαφείς αναφορές στην πορεία των εσωτερικών πολιτικών συσχετισμών και στην αναζήτηση διεθνών ερεισμάτων. Η πολιτική αυτή υπόσχεται να δώσει μια απάντηση στα σημαντικά διλήμματα εθνικής στρατηγικής που αντιμετώπισε η Τουρκία μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου. [24] Η αναίρεση της μεταπολεμικής σύγκρουσης Ανατολής-Δύσης με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και τις καθεστωτικές αλλαγές στην Ανατολική Ευρώπη, μείωσαν δραματικά τον στρατηγικό ρόλο της Τουρκίας, τον οποίο η Άγκυρα επιχείρησε να ανανεώσει επιδιώκοντας την αναβάθμιση της σε «περιφερειακή δύναμη» της Δύσης στο γεω-στρατηγικό τρίγωνο Μέση Ανατολή-Καύκασος/Κεντρική Ασία-Βαλκάνια στην δεκαετία του ‘90. Στο πλαίσιο αυτό, η Άγκυρα ανέπτυξε μια σειρά περιφερειακές πρωτοβουλίες (όπως η Συνεργασία για την Μαύρη Θάλασσα, [25] κ.α.) και διμερή ανοίγματα, βασισμένη κυρίως στις ειδικές σχέσεις με ΗΠΑ [26] και Ισραήλ. [27] Η εναρμόνιση της Τουρκίας με τις ΗΠΑ, την μόνη υπερδύναμη, στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και κυρίως οι προσδοκίες που δημιούργησε η επιτυχής ηγεσία της Ουάσιγκτον στον πόλεμο του Συνασπισμού κατά του Ιράκ (1991) για έναν ενισχυμένο περιφερειακό ρόλο της Άγκυρας σε Μέση Ανατολή [28] αλλά και σε Βαλκάνια και Καύκασο σύντομα έφτασαν στα όρια τους. Η παραμονή του Σαντάμ Χουσεΐν στην εξουσία απέτρεψε προσωρινά έναν διαμελισμό του Ιράκ και την ενδεχόμενη απόσχιση του Ιρακινού Κουρδιστάν στα σύνορα της Τουρκίας. Οι διεθνείς κυρώσεις κατά του Ιράκ οδήγησαν, όμως, στο κλείσιμο του πετρελαιαγωγού Ιράκ-Τουρκίας (Kirkuk–Yumurtalik pipeline) και την αναπτυξιακή προσπάθεια στην Ανατόλια σε στασιμότητα. Στον μετα-σοβιετικό Καύκασο, η εντατική παρέμβαση της Άγκυρας υπέρ του Αζερμπαϊτζάν στην σύγκρουση του με την Αρμενία για το Ναγκόρνο Καραμπάχ έφερε την Τουρκία σε τροχιά σύγκρουσης με την Ρωσία, ενώ πέραν της ρωσικής αντίθεσης, η υιοθέτηση μιας «παν-τουρκικής» ρητορικής στις σχέσεις με τα κράτη της Κεντρικής Ασίας δημιούργησαν δυσφορία και δυσπιστία στις ηγεσίες αυτών των κρατών. [29] Στην νοτιο-ανατολική Ευρώπη, οι εξελίξεις στην Βουλγαρία με την υποχώρηση της εκλογικής επιρροής της μουσουλμανικής μειονότητας (1994) και η Συνθήκη του Ντέϋτον (1995) μείωσαν τα τουρκικά ερείσματα στην περιοχή. [30]

Έτσι, στα μέσα της δεκαετίας του ‘90 η μείωση του στρατηγικού ρόλου της Τουρκίας δεν έχει αναιρεθεί και σε ορισμένες διαστάσεις η Άγκυρα βρίσκεται στο περιθώριο σημαντικών διεθνών εξελίξεων, όπως η κυοφορούμενη, τότε, Διεύρυνση των Δεκαπέντε της Ευρωπαϊκής Ένωσης [31] και εγκλωβισμένη σε γεωγραφική περιοχή αστάθειας και συγκρούσεων. Η επιδείνωση των σχέσεων με Ελλάδα (Ίμια, 1996), με Συρία (1998), η πίεση στις τουρκικές επιδιώξεις από την ενταξιακή πορεία της Κύπρου, [32] όπως και η πίεση από κούρδους του Β. Ιράκ επιχειρείται να αναιρεθεί με πολιτικο-στρατιωτικά μέσα και επεμβάσεις, χωρίς ωστόσο αυτά να επιλύουν το κομβικό πρόβλημα της ενδυνάμωσης διεθνούς θέσης της. Η ισχυρή υποστήριξη της Ουάσιγκτον στην τουρκική υποψηφιότητα για ένταξη στην ΕΕ [33] και άρση των ελληνικών αντιρρήσεων με την διπλή προώθηση της διαδικασίας επίλυσης του κυπριακού (σχέδια Αννάν) [34] και διασύνδεσης της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας με την εξομάλυνση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων οδήγησαν στην προώθηση των ευρω-τουρκικών σχέσεων (1999) και στο καθεστώς υποψήφιου κράτους (2004). Επρόκειτο για μια απόπειρα «διασύνδεσης» παράλληλων διαδικασιών που τελικά δεν μπόρεσε να επιτευχθεί. Η ανυπαρξία αμοιβαίας αποδεκτής λύσης στο Κυπριακό, που εκφράστηκε στην απόρριψη του Σχεδίου Αννάν ως ετεροβαρούς λύσης υπέρ των τουρκικών θέσεων οδηγεί το Κυπριακό σε νέα φάση, χωρίς η «μη – λύση» να εμποδίσει την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε., ένταξη που είχε, ήδη, προγενέστερα συνδεθεί με «συμφωνία – πακέτο» των κοινοτικών εταίρων για την απρόσκοπτη ταυτόχρονη διεύρυνση και των δέκα υποψηφίων κρατών στην Ε.Ε. εφόσον πληρούν τα οικονομικά κριτήρια ένταξης. Από την άλλη πλευρά, οι εντάσεις στο Αιγαίο συνεχίζονται και δεν σημειώνεται ουσιαστική πρόοδος στις διμερείς σχέσεις παρά την προσπάθεια συντήρησης της διαδικασίας ομαλοποίησης και την μη-επιστροφή στην προ του 1999 επιδείνωση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων.[35] Ωστόσο, η πλέον σημαντική εξέλιξη εστιάζεται στην έλλειψη καθοριστικής προόδου στην ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στην Ε.Ε. Η αδυναμία ουσιαστικών πολιτικών μεταρρυθμίσεων (κυρίως σ’ ότι αφορά τον ρόλο των ενόπλων δυνάμεων, τα ανθρώπινα και μειονοτικά δικαιώματα, κ.α.) στην Τουρκία με ορίζοντα το 2004 ως «έτος ορόσημο» για την αξιολόγηση προόδου των μεταρρυθμίσεων [36] αλλά και οι σοβαρές επιφυλάξεις κρατών μελών (Γαλλία, Γερμανία, Αυστρία, Κύπρος, κ.α.) υπονομεύουν την, σύντομη τουλάχιστον, ολοκλήρωση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. [37] Επιπρόσθετη πίεση στην Άγκυρα δημιουργούν τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και η αμερικανική επίθεση στο Αφγανιστάν αλλά κυρίως η επιδείνωση των αμερικανο-τουρκικών σχέσεων πριν τον 2ο πόλεμο κατά του Ιράκ (2003), που η έκβαση του οδηγεί στην ανατροπή του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν και στην πολιτική χειραφέτηση των κούρδων του Β. Ιράκ ως βασικούς εταίρους των ΗΠΑ στην προσπάθεια πολιτικής σταθεροποίησης του μεταπολεμικού Ιράκ. Στο μεταξύ, το αποτέλεσμα των εκλογών του 2002 έχει αναδείξει το κόμμα «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» ως κυβερνών κόμμα και Πρωθυπουργό τον Ταγίπ Ερντογάν.

Η κυβέρνηση του Ταγίπ Ερντογάν ανάλαβε σε μια περίοδο εντατικής τουρκικής διπλωματίας με άξονα την επίτευξη καθεστώτος υποψήφιου κράτους-μέλους της Ε.Ε., [38] επιδίωξη που ολοκληρώθηκε επιτυχώς το 2004. [39] Ωστόσο, η προοπτική ολοκλήρωσης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων εξελίσσεται με αργούς ρυθμούς και έχει να αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες που εστιάζονται στην ανάγκη καθεστωτικών μεταρρυθμίσεων και αναπροσαρμογών της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας ως προ-απαιτουμένων της ένταξης. [40] Βέβαια, η πορεία εκδημοκρατισμού συνδεόμενη με την προσαρμογή στο κοινοτικό κεκτημένο συνδέεται και με την προσπάθεια του κυβερνώντος κόμματος να υπερισχύσει στους εσωτερικούς πολιτικούς συσχετισμούς.[41] Όμως, μη συνεπή ανταπόκριση της Τουρκίας στις κοινοτικές επιταγές στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική έδωσαν ώθηση στην «εναλλακτική» προσέγγιση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, της λεγόμενης πολιτικής του «Στρατηγικού Βάθους».

Η ουσία αυτής της προσέγγισης βασίζεται στις παραδοσιακές γεωπολιτικές αντιλήψεις αξιοποίησης της γεωγραφικής θέσης της χώρας και, από αυτήν την σκοπιά, η τουρκική εξωτερική πολιτική εμφανίζει στοιχεία συνέχειας βασισμένων σε εσωτερικούς πολιτικούς συσχετισμούς αλλά και αλλαγής που προέρχονται από τα περιθώρια επιλογών που διαθέτει το κυβερνών κόμμα βασισμένα στην μη-άρνηση της μουσουλμανικής θρησκευτικής ταυτότητος της χώρας ως όχημα «ανοίγματος» στον μουσουλμανικό κόσμο. Πρόκειται για την ίδια, κατά βάση, αντίληψη των αρχών της δεκαετίας του ’90, όταν η Τουρκία επιχείρησε να προβάλει την γεωστρατηγική θέση της ανάμεσα στην Νοτιοανατολική Ευρώπη, τον Καύκασο/Κεντρική Ασία και την Μέση Ανατολή ως καταλύτη για την ανανέωση της στρατηγικής αξίας της στο μεταψυχροπολεμικό διεθνές περιβάλλον και την επίτευξη ρόλου περιφερειακής δύναμης.

Η βασική διαφορά μεταξύ των δυο περιόδων είναι ότι τότε η Τουρκία εμφανιζόταν ως ένα «κράτος-πρότυπο» που συνδύαζε τρείς διαστάσεις: πρώτον, την πρόσδεση του στον δυτικό προσανατολισμό του, δεύτερον, τον κοσμικό κρατικό χαρακτήρα μιας μουσουλμανικής χώρας και τρίτον, τις «τουρκογενείς» εθνοτικές συγγένειες.

Αντίθετα, σύμφωνα με την αντίληψη του «Στρατηγικού Βάθους», η Τουρκία οφείλει να προσεγγίσει τον άμεσο γεωγραφικό της χώρο «χειραφετημένη» από «δυτικές εξαρτήσεις» και να λειτουργήσει ως «γέφυρα» σε διαφορετικούς «γεω-πολιτισμικούς» πόλους, ήτοι της Δύσης, της Μέσης Ανατολής, του Μουσουλμανικού κόσμου και της Κεντρικής Ασίας. Μ’ άλλα λόγια, η Άγκυρα θα πρέπει να διαχωρίσει την θέση της από Δυτικές πολιτικές επιλογές και διπλωματικούς χειρισμούς που δεν εξυπηρετούν την περιφερειακή πολιτική, η οποία συνιστά βασικό χαρακτηριστικό στην προσέγγιση του «Στρατηγικού Βάθους». [42] Η αυτοδύναμη ικανότητα της Άγκυρας να δημιουργεί σταθερά περιφερειακά ερείσματα προσδίνει στην Τουρκία το απαιτούμενο «στρατηγικό βάθος» προκειμένου να ενισχύσει την διαπραγματευτική θέση της έναντι, κυρίως, των δυτικών συμμάχων της και να ενισχύσει την διεθνή θέση της σ’ ένα ρευστό και μεταβαλλόμενο διεθνές σύστημα.

Η ενεργοποίηση της τουρκικής διπλωματίας στην Μέση Ανατολή, για παράδειγμα, σημαίνει την διατήρηση αποστάσεων από τις αμερικανικές επιλογές στην περιοχή και αναθεώρηση ή και ακύρωση της λεγόμενης «ειδικής σχέσης» Τουρκίας-Ισραήλ. [43] Το 2006 η πολιτική ηγεσία της Τουρκίας έσπευσε να προσκαλέσει στην Άγκυρα τον ηγέτη της Χαμάς, Χαλέντ Μασάλ, για συνομιλίες δείχνοντας ότι, αντίθετα με δυτικά κράτη, αναγνωρίζει τα αποτελέσματα των παλαιστινιακών εκλογών και εξηγώντας στους δυτικούς επικριτές ότι διατηρώντας σχέσεις με την Χαμάς, η ίδια μπορεί να λειτουργήσει ως «γέφυρα» διαλόγου της Δύσης για την αναγνώριση του Ισραήλ. [44] Στην πρόσφατη κρίση της Γάζας (Δεκέμβριος 2008) ο Τ. Ερντογάν εμφανίστηκε ως ένας από τους πλέον ισχυρούς επικριτές των στρατιωτικών επιχειρήσεων του Ισραήλ, ενώ λίγα χρόνια νωρίτερα αξιοποιώντας το άνοιγμα του προς την Συρία [45] προσφέρει τις καλές υπηρεσίες της Τουρκίας για την έναρξη συνομιλιών Ισραήλ-Συρίας στην Κωνσταντινούπολη. [46] Η Άγκυρα υπήρξε επίσης επικριτική κατά των αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Φελούτζα του Ιράκ (2004) που την χαρακτήρισε «γενοκτονία», ενώ επεδίωξε και επέτυχε να διασφαλίσει την προεδρία στον Οργανισμό Ισλαμικής Διάσκεψης.

Η επιδίωξη μιας «αποστασιοποίησης» της Άγκυρας από δυτικές τοποθετήσεις έχει συμβεί αρκετές φορές στο παρελθόν, όπως και η προσπάθεια ανάπτυξης σχέσεων με κράτη της περιοχής. [47] Η προσέγγιση του «Στρατηγικού βάθους» αποσκοπεί, όμως, να δημιουργήσει μονιμότερα ερείσματα της Τουρκίας στις περιφερειακές σχέσεις της, θεωρώντας την γεωγραφική θέση της ένα σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα. Η κριτική κατά της «δυτικής περιχαράκωσης» της χώρας ως πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής συνοδεύεται εξίσου με την απόρριψη και της «περιχαράκωσης» που προέρχεται από «φοβικά σύνδρομα ασφάλειας» με επίκεντρο τις αποσχιστικές τάσεις που εστιάζονται στο κουρδικό πρόβλημα αλλά διαπνέονται από τις ιστορικές μνήμες του συντηρητικού «κεμαλικού» κατεστημένου διαμελισμού της οθωμανικής αυτοκρατορίας και απόπειρα αποικιοποίησης των εδαφών της στις αρχές του 20ου από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής. Το σύνολο της τουρκικής πολιτικής ελίτ συμμερίζεται το κουρδικό πρόβλημα ως κρίσιμο ζήτημα ασφάλειας. Η πολιτική του κυβερνώντος κόμματος συμπλέει με το «κεμαλικό» κατεστημένο σ’ ότι αφορά τόσο την ανάγκη συντονισμού με Δαμασκό, Τεχεράνη και κυρίως Βαγδάτη για την αποτροπή δημιουργίας κουρδικού κράτους στο Β. Ιράκ, όσο και την αναγκαιότητα τουρκικών στρατιωτικών επιχειρήσεων εκεί, ένα ζήτημα που έχει προκαλέσει συνεχείς τριβές με την Ουάσιγκτον, η οποία διατηρεί σημαντικά ερείσματα στους κούρδους του Β. Ιράκ για την εμπέδωση της μεταπολεμικής σταθερότητας στην χώρα αυτή. Ωστόσο, στην εσωτερική πολιτική σκηνή ο Τ. Ερντογάν έχει ακολουθήσει μια προσεκτική πολιτική υπέρ των μειονοτικών και θρησκευτικών δικαιωμάτων, διευρύνοντας την εκλογική επιρροή του κόμματος του στην κουρδική νοτιο-ανατολική Τουρκία. [48]    

Στην αντίληψη της ανάσχεσης απειλών και κινδύνων ασφάλειας και της θεωρούμενης εξ αιτίας τους «περιχαράκωσης», η προσέγγιση του «Στρατηγικού βάθους» αντιτείνει την αυτοπεποίθηση μιας ήδη ισχυρής στρατιωτικά Τουρκίας σε σύγκριση κυρίως με το στρατιωτικό δυναμικό των γειτονικών κρατών και την έμφαση στην zeroproblem policy” με τις γειτονικές χώρες πολιτική. [49] Αλλά και στο πλαίσιο των νέων προτεραιοτήτων της, η διπλωματική ενεργοποίηση για αναθέρμανση και προσέγγιση με τα γειτονικά κράτη, ως βασική παράμετρο της προσέγγισης του «Στρατηγικού βάθους», συνιστά επίσης μια «περιχαράκωση» της Τουρκίας στις περιφερειακές σχέσεις, τις οποίες η Άγκυρα θεωρεί ότι μπορεί να τις διαχειριστεί με τρόπο που να αναβαθμίζει ευρύτερα την διεθνή θέση της. [50] Όμως η Τουρκία δεν παύει να βρίσκεται σε γεωγραφική θέση που περιβάλλεται από αστάθεια και συγκρούσεις, οι οποίες συνιστούν κορυφαίες διεθνείς διενέξεις (αραβο-ισραηλινές σχέσεις, παλαιστινιακό, μεταπολεμικό Ιράκ, σχέσεις ΗΠΑ-Ιράν, κ.α.). Το όριο της zeroproblem policy” με τις γειτονικές χώρες πολιτικής βρίσκεται αφ’ ενός στην ομαλοποίηση των διμερών σχέσεων αλλά αφ’ ετέρου αφορά την εκδήλωση μιας πολιτικής «επιτήδειου ουδέτερου» σ’ ότι έχει να κάνει με τους πόλους των συγκρούσεων και αυτό, κυρίως, επιτυγχάνεται με την «αποστασιοποίηση» από τις επιλογές των ΗΠΑ και του Ισραήλ που δεν συμβαδίζουν με τις διπλωματικές επιδιώξεις της Άγκυρας. Η εκπλήρωση ενός ρόλου «διαμεσολαβητή» συναρτάται από την βούληση των εμπλεκομένων μερών για προσέγγιση και την αδυναμία τους να την επιτύχουν με απευθείας επαφές. Σε κορυφαίες διεθνείς διενέξεις, όπως το μεσανατολικό, η τουρκική διαμεσολάβηση εμφανίζεται να έχει οριακή πρακτική χρησιμότητα. Στο πλαίσιο αυτό, η περιφερειακή «περιχαράκωση» της Τουρκίας έχει περισσότερο σημασία όχι για τον ενδεχόμενο διαμεσολαβητικό ρόλο της αλλά κυρίως για την διαπραγμάτευση της ίδιας της θέσης ως προς την τουρκική συναίνεση σε δυτικές, και ειδικότερα αμερικανικές, επιλογές στην διαχείριση των περιφερειακών διενέξεων. [51] Η ενίσχυση των περιφερειακών δεσμών της Τουρκίας, από την μια πλευρά, την καθιστά ταυτόχρονα έναν «εκπρόσωπο» των ενδιαφερόντων των κρατών της περιοχής, με την προϋπόθεση ότι έχει ενισχυθεί μεταξύ τους μια κοινή πολιτική βάση θεμελιωμένη στην εμπιστοσύνη και, πρωτίστως, σε κοινά συμφέροντα έναντι τρίτων. Παράλληλα, από την άλλη πλευρά, καθιστά την συναίνεση της Άγκυρας αναγκαίο παράγοντα για την δυτική διαχείριση των προβλημάτων της περιοχής. Πρόκειται για ένα μετέωρο βήμα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής με πολλές απρόβλεπτες παραμέτρους και μια μόνο, υψηλού ρίσκου, σταθερά: την μη-δεδομένη για την Δύση τοποθέτηση της Άγκυρας στις περιφερειακές εξελίξεις.

Η προοπτική επιτυχούς ανάδειξης του περιφερειακού ρόλου της Τουρκίας βασίζεται σε δύο κρίσιμες εξωτερικές προϋποθέσεις:

 πρώτον, ότι οι διεθνείς εξελίξεις θα συντείνουν προς μια ρευστότητα των διεθνών ισορροπιών και σ’ ένα πολυκεντρικό διεθνές ζήτημα στο οποίο οι περιφερειακές δυνάμεις θα αποκτήσουν ειδικό βάρος στις εξελίξεις [52], και δεύτερον, ο ρόλος της Τουρκίας θα καταστεί απαραίτητος στην προώθηση των δυτικών επιδιώξεων του διεθνούς παράγοντα στην περιοχή, είτε λόγω της στρατιωτικής ισχύος του και της εντατικής ενεργοποίησης του στις υποθέσεις της περιοχής, είτε επειδή τυχόν τουρκική εσωτερική αστάθεια θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στην περιοχή.

Η αντίληψη του «Στρατηγικού βάθους» αναφέρεται σε έναν τρόπο υλοποίησης της επιδίωξης να καταστεί η Τουρκία «περιφερειακή δύναμη» με ειδική έμφαση στον μουσουλμανικό θρησκευτικό χαρακτήρα της τουρκικής κοινωνίας, σε προσπάθεια διείσδυσης στην μουσουλμανική – αλλά προπάντων αραβική (με εξαίρεση το Ιράν) Μέση Ανατολή. Αν και το «όχημα» του «μουσουλμανισμού» δεν φαίνεται να επαρκεί σε μια πολιτικά κατακερματισμένη σε πλήθος αντιθέσεων και αντιφάσεων Μέση Ανατολή, όπως το ίδιο ισχύει και για την περιοχή του Καυκάσου/ Κεντρικής Ασίας, [53] η προβολή «γεω-πολιτισμικών» συγκλίσεων (ισλαμικού ή τουρκογενούς χαρακτήρα) ήταν και παραμένει ένας τρόπος «ανοίγματος» ή και αλληλεγγύης για την τουρκική εξωτερική πολιτική. Στην πραγματικότητα, το κεντρικό ζητούμενο συνίσταται στο εάν η προσέγγιση του «Στρατηγικού βάθους» δημιουργεί μονιμότερη σύγκλιση συμφερόντων με τα κράτη τα οποία απευθύνεται έχοντας ως υπόβαθρο οικονομικές αλληλοεξαρτήσεις [54] ή επενδύει περισσότερο στην ενίσχυση της διαπραγματευτικής θέσης της έναντι δυτικών συμφερόντων.

Από τη άποψη αυτή, κεντρικό στοιχείο στην θεώρηση του «Στρατηγικού βάθους» είναι η διαμόρφωση μιας διεθνούς θέσης της Τουρκίας με χαρακτηριστικά “pivotal state”, ενός κράτους ικανού να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην περιοχή του. [55] Η έννοια του pivotal state κυρίως εστιάζεται στην σημασία που το ίδιο μπορεί να διαδραματίσει ως οικονομικός παράγοντας στην περιοχή και συγκροτείται γύρω από την αντίληψη της «ήπιας δύναμης» (“soft power”). [56] Το περιφερειακό «άνοιγμα» που επιχειρεί η Τουρκία επενδύει στην ασύμμετρη ανάπτυξη της περιοχής και στα συγκριτικά πλεονεκτήματα που προσφέρει ο αναπτυξιακός δυναμισμός και το μέγεθος της τουρκικής οικονομίας. [57] Παράλληλα, όμως η τουρκική στρατιωτική ισχύς την καθιστά υποψήφια για τον ρόλο της «περιφερειακής δύναμης», με την κλασική διεθνολογική έννοια του όρου, [58] είτε αυτή χρησιμοποιείται για στρατιωτικές επεμβάσεις και πολιτικο-στρατιωτικές πιέσεις [59] είτε για ειρηνευτικές επιχειρήσεις.

Ωστόσο, η ανάδειξη σε περιφερειακή δύναμη ενός κράτους απαιτεί την ανοχή ή ενθάρρυνση της μεγάλης δύναμης που έχει ενδιαφέρον για την περιοχή, κάτι το οποίο προϋποθέτει την εξυπηρέτηση των περιφερειακών αναγκών της δύναμης αυτής. Το ζήτημα αυτό δεν έχει απλώς ως υπόβαθρο την θεμελιώδη επιδίωξη κάθε εξωτερικής πολιτικής, δηλαδή την «εναρμόνιση των εθνικών επιδιώξεων με τον διεθνή προσανατολισμό της χώρας» [60] αλλά επιπρόσθετα συνιστά μια ατέρμονη διεκδίκηση του αυτοτελούς ρόλου της περιφερειακής δύναμης που εκφράζεται με μια συνεχή διαπραγμάτευση με τις επιλογές του διεθνούς παράγοντα στις υποθέσεις της περιοχής. Τα όρια αυτής της διαπραγμάτευσης έγιναν αισθητά στις αμερικανο-τουρκικές τριβές λόγω της πρόθεσης της Άγκυρας να επέμβει στρατιωτικά στο Β. Ιράκ τον Οκτώβριο 2007, όπως και σ’ άλλες περιπτώσεις. [61]

Η προσέγγιση του «Στρατηγικού βάθους» έχει αναθερμάνει τις διμερείς σχέσεις της Τουρκίας σ’ ευαίσθητους γεωπολιτικούς χώρους συμπεριλαμβανομένης και της γειτονικής Ρωσίας. [62] Παρά την «αποστασιοποίηση» από διάφορες επιλογές των ΗΠΑ και του Ισραήλ ή τις δυσχέρειες της ενταξιακής πορείας στην Ε..Ε., ο δυτικός προσανατολισμός της χώρας δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί και, στο βαθμό που δεν έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με κομβικές αμερικανικές επιλογές, η Άγκυρα διατηρεί μια ενισχυμένη ευελιξία στις περιφερειακές σχέσεις της. Ειδικότερα, μάλιστα, σ’ ότι αφορά τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Τουρκίας, και παρά την σημαντική έλλειψη προόδου στην ενταξιακή πορεία της, η διαδικασία δεν έχει αναιρεθεί. Ας σημειωθεί ότι ακριβώς χάρη στην ενταξιακή διαδικασία η κυβέρνηση Ερντογάν μπόρεσε να επιτύχει πολιτικά πλεονεκτήματα έναντι του «κεμαλικού» συντηρητισμού προς όφελος των μέτρων εκδημοκρατισμού. Αναφορικά με τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας, η κυβερνώσα τουρκική πολιτική ελίτ ακολουθεί μια πολιτική αντιδράσεων στην εκάστοτε συγκυρία με βάση τις στρατηγικές στοχεύσεις της στην εσωτερική πολιτική. Ωστόσο, ακριβώς στο πλαίσιο των εσωτερικών πολιτικών συσχετισμών ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός φαίνεται να αποκτά στρατηγικό χαρακτήρα στις επιλογές της διακυβέρνησης Ερντογάν. Οι πολιτικές πραγματικότητες έδειξαν ότι τα οφέλη του ευρωπαϊκού προσανατολισμού έχουν ήδη εκδηλωθεί: πρώτον, στις ισχυρές οικονομικές επιδόσεις, δεύτερον, στα σημαντικά βήματα εκδημοκρατισμού και τρίτον, σε μια εξωτερική πολιτική που βασίζεται στην λεγόμενη «ήπια δύναμη» (“soft power”). Αυτά τα τρία στοιχεία είναι σαφώς αλληλένδετα και τείνουν να δημιουργήσουν μια συνεκτική στρατηγική, η οποία θα είναι πολύ δύσκολο να διατηρηθεί εκτός αυτού του προσανατολισμού.[63] Παράλληλα, όμως, ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως ένα ζητούμενο που προσδίδει διεθνή υποστήριξη και που τακτικά συμπλέει με την μεταρρυθμιστική στρατηγική Ερντογάν, ενώ μακροπρόθεσμα απομένει να κριθεί εάν θα συνδέεται με «την εκπλήρωση τόσο των εσωτερικών όσο και των εξωτερικών στόχων» του τουρκικού κράτους. Ο Γιασάρ Γιακίς, Πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του Τουρκικού Κοινοβουλίου και πρώην υπουργός Εξωτερικών, διευκρίνισε το ρόλο που τώρα παίζει η Ε.Ε. στην στρατηγική σκέψη της Άγκυρας, τονίζοντας ότι η προσχώρηση στην Ε.Ε. θεωρείται σήμερα ένα απλό εργαλείο για την εμπέδωση των μεταρρυθμίσεων στο εσωτερικό, καταλήγοντας ότι, εάν η Τουρκία είναι σε θέση να πραγματοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις, τότε η ένταξη στην Ε.Ε. θα γίνει «δευτερεύων» ζήτημα. Ανάλογες νύξεις έκανε και ο Πρόεδρος Αμπντουλάχ Γκιουλ στην Νορβηγία, η οποία απέρριψε την ένταξη της το 1972 και 1994. Ο Γκιούλ, ο Γιακίς και αρκετοί άλλοι φαίνεται να αντιλαμβάνονται πλέον την προσχώρηση ως λιγότερο σημαντική από τον ίδιο τον μετασχηματισμό της Τουρκίας κατά τέτοιο τρόπο ώστε να είναι ώριμη για προσχώρηση. Όταν αυτή η ώρα φτάσει, τότε ίσως η Τουρκία θα μπορούσε ακόμη και να απορρίψει την προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση όπως ακριβώς έκανε η Νορβηγία το 1972 και 1994. [64] Σ’ αυτήν την πολιτική συλλογιστική, το ζητούμενο δεν είναι αυτή η ίδια η προσχώρηση της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά ο μετασχηματισμός της Τουρκίας που αντιπροσωπεύει.[65] Για την διακυβέρνηση Ερντογάν, αυτός ο μετασχηματισμός είναι επιθυμητός, υλοποιείται με την μορφή και τον ρυθμό που συνάδει στην τουρκική πραγματικότητα και τελικά είναι δυνατόν να εκφράσει έναν ευρωπαϊκό προσανατολισμό μ’ ένα «εναλλακτικό» πλαίσιο σχέσεων Τουρκίας-Ευρωπαϊκής Ένωσης που να ικανοποιεί ό,τι η ενταξιακή πορεία κάποτε υπηρετούσε. [66]

Στο επίκεντρο των αντιλήψεων της προσέγγισης του «Στρατηγικού Βάθους» αναδεικνύεται η ανάγκη της «αποκατάστασης» των σχέσεων της Τουρκίας με τον ιστορικό περίγυρο της – σχέσεις που διέκοψε η παρακμή της οθωμανικής ηγεμονίας και η άνοδος του τουρκικού εθνικισμού δημιουργώντας, με τα λόγια του Αχμετ Νταβούτογλου, την κεμαλική θεώρηση «μιας Τουρκίας που περιβάλλεται από τρείς θάλασσες και τέσσερεις εχθρούς». [67] Η επιδίωξη της «αποκατάστασης» ενός περιφερειακού ρόλου εξακολουθεί να εντάσσεται σε μια διαδικασία αναζήτησης μιας διεθνούς θέσης που πιέζεται από τις διαδικασίες παγκοσμιοποίησης, της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και των περιφερειακών συγκρούσεων, αλλά βρίσκεται σε πλήρη συνάφεια με τις εξελίξεις στο εσωτερικό πολιτικό πλαίσιο. Όπως το έθεσε ο Αχμέτ Νταβούτογλου:

 

«όταν μιλάμε για την εξωτερική πολιτική, συνήθως μπορεί να υποπέσουμε σε δύο μεθοδολογικά λάθη: Το πρώτο είναι ότι μπορεί – εάν επικεντρωθούμε μόνο στην εξωτερική πολιτική, αγνοώντας άλλα στοιχεία όπως η εσωτερική πολιτική, η οικονομία, οι πολιτιστικές εξελίξεις – να μην κατανοήσουμε τι συμβαίνει στην εξωτερική πολιτική. Επομένως, δεν μπορείτε να απομονώσετε την εξωτερική πολιτική από το γενικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Αυτό αφορά το περιεχόμενο της εξωτερικής πολιτικής. Δεύτερον, αφορά την ουσία και τον χρονικό ορίζοντα – αν απλά επικεντρωθείτε σε ένα μόνο έτος, ένα περιστατικό, ένα μήνα, ή ακόμα και μια δεκαετία και να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τον μετασχηματισμό ενός παραδείγματος (“paradigm”) εξωτερικής πολιτικής, μπορείτε να κάνετε το άλλο λάθος. … Αυτό που βλέπω σήμερα είναι ότι έχουμε μια αποκατάσταση. Αυτή η έννοια είναι σημαντική. Αποκατάσταση, όχι μια αλλαγή παραδείγματος. Όχι μια επανάσταση, αλλά μια αποκατάσταση της τουρκικής κοινωνίας, οικονομίας, πολιτικής και εξωτερικής πολιτικής. … Είναι αναγκαίο να έχουμε μια αποκατάσταση στο εσωτερικό, περιφερειακό και παγκόσμιο περιβάλλον … Χωρίς οικονομική αποκατάσταση, πολιτική αποκατάσταση δεν μπορεί να επιτευχθεί. Αυτές οι δύο αποκαταστάσεις είναι οι δύο πυλώνες μιας στρατηγικής αποκατάστασης. Η στρατηγική αποκατάσταση είναι ο δικός μας προσανατολισμός εξωτερικής πολιτικής».[68]  

 

Η μετατροπή της δύσκολης γεωπολιτικής θέσης σε γεωστρατηγικό και γεω-οικονομικό πλεονέκτημα φαίνεται να είναι η ουσία της επαγγελίας αλλά και της πρακτικής της προσέγγισης του «Στρατηγικού βάθους». Ωστόσο, η προοπτική αυτής της προσέγγισης δεν θα κριθεί από τα αποτελέσματα που τυχόν έχει στην εξωτερική πολιτική, αλλά από την συνεισφορά της στην μεταβολή των εσωτερικών πολιτικών συσχετισμών της Τουρκίας από τις οποίες απορρέει με σκοπό την σύνθεση μιας νέας κυρίαρχης πολιτικής ελίτ και τον μετασχηματισμό του πολιτικού συστήματος της χώρας.

 

 * Ο Δρ. Στέλιος Αλειφαντής είναι συγγραφέας πέντε βιβλίων και 70 δημοσιεύσεων, ενώ έχει συμμετάσχει σε αρκετές συλλογικές ακαδημαϊκές εκδόσεις. Το συγγραφικό έργο του καλύπτει ζητήματα που αφορούν την Διεθνή Πολιτική, την Περιφερειακή ασφάλεια, την Ελληνική Εξωτερική Πολιτική & Άμυνα, την Μελέτη Περιοχών (Area Studies), καθώς και την Διαχείριση Κρίσεων και την Επίλυση Συγκρούσεων.

Από το 1989 μέχρι σήμερα έχει διδάξει μαθήματα Διεθνών Σχέσεων και Διαχείριση Κρίσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο ως Λέκτορας και Επίκουρος Καθηγητής, ενώ στο Αιγαίο Πανεπιστήμιο ως Επίκουρος Καθηγητής και Πανεπιστήμιο Πειραιά ως Αναπληρωτής Καθηγητής (Π.Δ. 407/80).

 

Υποσημειώσεις


 

 

[1] Ömer Taspinar, «Turkey’s Middle East Policies: Between Neo-Ottomanism and Kemalism», Carnegie Papers, no 10, September 2008

[2] Ziya Öniş-Şuhnaz Yılmaz, “Between Europeanization and Euro-Asianism: Foreign Policy Activism in Turkey during the AKP Era”, Turkish Studies, Spring 2009

[3] Απόσπασμα από το: Ι. Μάζης, Μυστικά Ισλαμικά Τάγματα και Πολιτικο-οικονομικό Ισλάμ στην Σύγχρονη Τουρκία, Αθήνα 2000.

[4] Harun Arikan, Turkey and the EU: Αn awkward candidate for EU membership? , Ashgate Publishing, 2006

[5]   K.J. Holsti, International Politics: A Framework for Analysis, London, 1983

[6] Το περιεχόμενο της πολιτικής βούλησης ούτε συνίσταται, ούτε εξαντλείται στον διακηρυκτικό χαρακτήρα του. Το περιεχόμενο της συνίσταται πρώτα και κύρια στην πρακτική εφαρμογή των επιλογών της, χωρίς τις οποίες δεν υφίσταται παρά τις διακηρύξεις. Η έκφραση πολιτικής βούλησης είναι σημαντική πολιτική πράξη (με διάφορες στοχεύσεις: εσωτερική συνοχή, αποτροπή, τακτική, κλπ) αλλά η αξιοπιστία της ελέγχεται από τα μέτρα υλοποίησης της.

[7] S. Zambouras, Continuity and Change in Postwar Greek Foreign Policy: The Karamanlis’ Strategy of Modernisation, 1956-1963, PhD Dissertation, University of Sheffield, 1993, p.29, 231  

[8] Ο Ταγίπ Ερντογάν έχει ήδη θέσει την ηγετική φυσιογνωμία του στην πολιτική ιστορία της Τουρκίας και ίσως αποδειχθεί ο ηγέτης των καιρών με την έννοια που έχει επισημάνει ο S. P. Huntington: «Έχοντας πειραματισθεί με το καλό και το κακό της Δύσεως, αναφορικά με το κοσμικό καθεστώς και τη δημοκρατία, η Τουρκία μπορεί εξίσου να αναλάβει την ηγεσία του Ισλάμ. Αλλά για να το καταφέρει, πρέπει να απορρίψει την κληρονομιά του Ατατούρκ πιο ριζικά από ότι η Ρωσία απέρριψε την κληρονομιά του Λένιν. Πρέπει επίσης να βρει έναν ηγέτη στο διαμέτρημα του Ατατούρκ, οποίος μάλιστα να συνδυάζει την θρησκευτική και πολιτική νομιμοποίηση, ώστε να μετατρέψει την Τουρκία από σπαρασσόμενη χώρα σε χώρα-άξονα». Απόσπασμα από το Ι. Μάζης, οπ.π.

[9]   Hakan Yavuz, ed., The Emergence of a New Turkey: Islam, Democracy and the AK Party, University of Utah Press Salt Lake City, (2006), Ümit Cizre, ed., Secular and Islamic Politics in Turkey: The Making of the Justice and Development Party, London, Routledge, 2008.

[10] Μαρία Βερβερίδου, “Τουρκία: Παράγοντες Διαμόρφωσης Πολιτικής”, Δελτίο Ανάλυσης, τεύχος 67, ΕΚΑΣ, Δεκέμβριος 2010

[11] S. E. Shaw, History of Ottoman Empire and Modern Turkey, Cambridge, New York, 1977

[12] Bernard Lewis, The Emergence of Modern Turkey, London 1968, D. Rustow, “Politics and Islam in Turkey” στο R. Frye (eds.), Islam and the West, Hague,1957

[13] Ahmad Feroz, The Turkish Experiment in Democracy, 1950-1975, Royal Institute of International Affairs, London 1977.

[14] Μαρία Βερβερίδου, “Διαστάσεις και Δράσεις του Ισλαμικού Κεφαλαίου στην Τουρκία: Οι Επιχειρηματικές Οργανώσεις της MÜSİAD και της TUSKON”, ΕΛΙΑΜΕΠ, Κείμενο Εργασίας, τεύχος 10, 2010

[15] Η άνοδος του Α. Μεντερές στην εξουσία (1950) υπήρξε αποτέλεσμα των μέτρων φιλελευθεροποίησης που ακολούθησαν τον θάνατο του Κεμάλ (1938) και κατάργησαν περιορισμούς που αφορούσαν τις μειονότητες και το Ισλάμ. Η κυβέρνηση Μεντερές σύντομα ήλθε σε σκληρή αντιπαράθεση με το κεμαλικό κατεστημένο και η πολιτική πόλωση στην κοινωνία οδήγησε σε βίαιες συγκρούσεις μεταξύ των οπαδών στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Στρατιωτικό πραξικόπημα ανέτρεψε την κυβέρνηση Μεντερές και η διακυβέρνηση εκφράστηκε με τις συντηρητικές κεμαλικές κυβερνήσεις του Ισμέτ Ινονού μέχρι το 1965. Τις πρώτες ελεύθερες βουλευτικές εκλογές κέρδισε ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, ηγέτης του «Κόμματος Δικαιοσύνης», που παρέμεινε στην εξουσία μέχρι την ανατροπή του από το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1971. Με προτροπή του στρατιωτικού κατεστημένου το 1975 ο Ν. Ερμπακάν δημιούργησε το κόμμα «Εθνικής Σωτηρίας» (MSP) και η συμμετοχή του στις κυβερνήσεις συνασπισμού ενίσχυσε την εκπροσώπηση του τουρκικού ισλαμισμού στην πολιτική ζωή της χώρας με την προσέλκυση ισλαμικών ψήφων λειτουργώντας ως εξισορρόπηση των ριζοσπαστικών και ακροδεξιών τάσεων. Οι «εποπτευόμενες» από τον στρατό κυβερνήσεις στάθηκε αδύνατον να ανακόψουν τις κοινωνικές κινητοποιήσεις και τις βίαιες συγκρούσεις ακραίων δεξιών και αριστερών ομάδων. Το 1980 ο στρατηγός Κενάν Εβρέν θα ηγηθεί ενός ακόμη στρατιωτικού πραξικοπήματος και θα θέσει εκτός νόμου τα υφιστάμενα πολιτικά κόμματα. Το νέο πραξικόπημα θα δώσει την ευκαιρία να ανατείλει το άστρο του Τουρκούτ Οζάλ με την ίδρυση του κόμματος της «Μητέρας Πατρίδας» (ANAP), που θα απορροφήσει το εκλογικό δυναμικό των μη-παραδοσιακών κεμαλικών κομμάτων αλλά και αποτελέσει ένα σημείο καμπής για το τουρκικό Ισλάμ. Η αποδυνάμωση του ANAP, με την επανένταξη στην πολιτική ζωή ιστορικών ηγετών (Ντεμιρέλ, Ετσεβίτ, Ερμπακάν, κ.α.) και την προώθηση του Οζάλ στην Προεδρία, θα συντείνει στην διασπορά των ισλαμικών ψήφων, παρά το γεγονός ο Ν. Ερμπακάν και το «Κόμμα Ευημερίας» (RP) θα επιχειρήσει και πάλι να εκφράσει αυθεντικά τον τουρκικό ισλαμισμό. Περίπου δέκα χρόνια αργότερα, το 1996, ο Ερμπακάν θα αναλάβει τελικά, για σύντομο διάστημα, Πρωθυπουργός παραιτούμενος υπό την πίεση του στρατού, ωστόσο το κεμαλικό κατεστημένο ήταν εκείνο που επιχείρησε, ιδιαίτερα μετά τον 1980, να ενσωματώσει τον μουσουλμανικό παράγοντα ως στοιχείο σταθεροποίησης του τουρκικού πολιτικού συστήματος. Στην πραγματικότητα, αυτό που συνέβη είναι η απόπειρα στήριξης από τους κεμαλιστές ενός «επίσημου Ισλάμ», μιας «τουρκο-ισλαμικής» σύνθεσης, που λειτούργησε ως εφαλτήριο για τον εκσυγχρονισμό του τουρκικού ισλαμισμού και είχε ως αποτέλεσμα το κεμαλικό κατεστημένο να υπερκεραστεί σύντομα από την επιρροή γνήσιων ισλαμικών παραγόντων, όπως ο Φετουλάχ Γκιουλέν (Fethullah Gullen) και άλλοι. Δες: H. A. Reed, “Secularism and Islam in Turkish Politics”, Current History, no 32, 1957, J. Landau, Radical Politics in Modern Turkey, Leiden, 1974, M. Meeker, “The New Muslim Intellectuals in the Republic of Turkey” στο R. Tapper, Islam in Modern Turkey, London 1991, Γεράσιμος Καράμπελιας, «Σχέσεις ΙσλάμΠολιτείας στην Μεταπολεμική Τουρκία», στο Σ. Αλειφαντής-Ε. Χωραφάς (επιμ.), Σύγχρονο Διεθνές Σύστημα και Ελλάδα, Αθήνα 2001, Μαρία Βερβερίδου, οπ.π.

[16] Balkan Neşecan and Savran Sungur,  The Politics of Permanent Crisis:  Class, Ideology and State in Turkey,  New York, Nova Science Publishers, 2002

[17] D. Baldwin, “Islamic Banking in a Secularist Context:Aspects of Religion in Secular Turkey”, Occasional Paper Series, no 40, CMEIS, University of Durham, 1990

[18] Ji Hyang Jang, “On the Road to Moderation:  The Role of Islamic Business in Transforming Political Islamists in Turkey”, Journal of International and Area Studies, no 13, December 2006.

[19] Όπως επισημαίνει η Μ. Βερβερίδου, το μικρομεσαίο κεφάλαιο είναι ζωτικής σημασίας στην τουρκική οικονομία, καθώς συνιστά το 99% των επιχειρήσεων (βιομηχανική παραγωγή, εμπόριο) και το 56% της απασχόλησης, ενώ συνεισφέρει ποσοστό 40% του ΑΕΠ. Δες: Μαρία Βερβερίδου, “Διαστάσεις και Δράσεις του Ισλαμικού Κεφαλαίου στην Τουρκία», οπ. π.

[20] Όπως και ο Τουρκούτ Οζάλ, με το κόμμα της «Μητέρας Πατρίδας», στις πρώτες εκλογές (1983) μετά το πραξικόπημα του 1980 αξιοποίησε την «απαγόρευση» των παλαιών πολιτικών σχηματισμών (Ντεμιρέλ, Ετσεβίτ, Ερμπακάν, κ.α.) και αναδείχθηκε ως πολιτικός ηγέτης καταλαμβάνοντας διαδοχικά την Πρωθυπουργία (1983 και 1987) και την Προεδρία της χώρας, έτσι ο Ταγίπ Ερντογάν, με το κόμμα «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης», αξιοποίησε το υπέρ του πολιτικό ρεύμα αλλά κυρίως τον κατακερματισμό των «κεμαλικών» κομμάτων που δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν το όριο του 10% και κυριάρχησε στην τουρκική Βουλή, αν και μειοψηφία στο εκλογικό σώμα. Παρόλα αυτά, μετά την σύγκρουση με το «κεμαλικό» κατεστημένο για την ανάδειξη του Α. Γκιούλ στην Προεδρία, στις εκλογές του 2007 το κόμμα έρχεται πάλι πρώτο με 46.6% αυξάνοντας κατά 12.2% τα εκλογικά ποσοστά του, αλλά λόγω της εισόδου στην Βουλή και τρίτου κόμματος οι έδρες του μειώνονται χωρίς, ωστόσο, να αποτραπεί η ανάδειξη του Α. Γκιούλ στην Προεδρία έστω και με απλή πλειοψηφία στον τρίτο γύρο. Όμως, όπως και ο Τουρκούτ Οζάλ, έτσι και ο Ταγίπ Ερντογάν (συνδεδεμένοι, άλλωστε και οι δύο με τον ισλαμικό Σουνιτισμό και ο τελευταίος με παλιούς δεσμούς με το κόμμα της «Ευημερίας» του ιστορικού ισλαμιστή ηγέτη Ερμπακάν, του οποίου το 1996 χρίστηκε επίσημα στο συνέδριο του κόμματος διάδοχος του) ανάπτυξαν επιτυχείς τακτικές μεταβάλλοντας εσωτερικούς πολιτικούς συσχετισμούς. Γενικότερα, παρά την παράλληλη ανάδειξη για πρώτη φορά «ισλαμικών» ηγετών στην Προεδρία (A. Γκιούλ) και Πρωθυπουργία (T. Ερντογάν), η εμπέδωση νέων εσωτερικών πολιτικών συσχετισμών με το συντηρητικό πολιτικό κατεστημένο («κεμαλιστές», ένοπλες δυνάμεις, κ.α.) παραμένει ανοικτό ζήτημα σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Δες: Ι. Μάζης, Μυστικά Ισλαμικά Τάγματα και Πολιτικοοικονομικό Ισλάμ στην Σύγχρονη Τουρκία, Αθήνα 2000, Aylin Güney, «The Military, Politics and Post-Cold War Dilemmas in Turkey», στο Koonings, Kees and Kruijt, Dirk Political Armies:  The Military and Nation Building in the Age of Democracy, London, Zed Books, 2002, Müftüler-Bac, Meltem  «The New Face of Turkey:  The Domestic and Foreign Policy Implications of November 2002 Elections», East European Quarterly, no 37 Winter 2003, Soner Cagaptay and H. Akin Unver, “July 2007 Turkish Elections: Winners and Fault Lines”, Research Notes, Washington Institute for Near East Policy, Number 14, July 2007

[21] Πρόκειται για την ίδια δεξαμενή πολιτικής υποστήριξης, στην οποία βάσισε την εκλογική δύναμη του «Δημοκρατικού Κόμματος» του Αντάν Μεντερές που ανατράπηκε από το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1960, του διάδοχου «Κόμματος Δικαιοσύνης» του Σ. Ντεμιρέλ ή του «Κόμματος Εθνικής Τάξεως» και «Κόμματος Εθνικής Σωτηρίας» του Ν. Ερμπακάν και μετά το πραξικόπημα του ’80 του «Κόμματος Ορθού Δρόμου» του Σ. Ντεμιρέλ, αλλά και του «Κόμματος Μητέρας Πατρίδας» του Τ. Οζάλ και του «Κόμματος Ευημερίας» («Ρεφάχ») Ν. Ερμπακάν. Δες: Neşecan Balkan and Sungur Savran, The Politics of Permanent Crisis:  Class, Ideology and State in Turkey, New York, Nova Science Publishers, 2002, Müftüler-Bac, Meltem.  “The New Face of Turkey:  The Domestic and Foreign Policy Implications of November 2002 Elections”, East European Quarterly, No 37, Winter 2003.

[22] Alexander Murinson, “The Strategic Depth Doctrine of Turkish Foreign Policy”, Middle Eastern Studies, Vol.42, no 6, 2006

[23] Graham Fuller, The New Turkish Republic: Turkey as a Pivotal State in the Muslim World, Washington, DC: U.S. Institute of Peace, 2008.

[24] Philip Robins, “Turkish Foreign Policy since 2002:  Between a ‘Post-Islamist’ Government and a Kemalist State”, International Affairs, No 83, 2007, Στέλιος Αλειφαντής, «Τουρκία και Βαλκάνια: Η Στρατηγική Διάσταση της βαλκανικής πολιτικής της Άγκυρας», στο Τετράδια, τεύχος 36, Άνοιξη/ Καλοκαίρι 1995

[25] Anne Aldis, “Security in the Black Sea Region:  Perspectives & Priorities”, Conflict Studies Research Centre, Royal Military Academy, Sandhurst, 2001.

[26] Ekavi Athanassapoulou, “American – Turkish Relations since the End of the Cold War”, Middle East Policy, Vol. 8, no 3, 2001

[27] Raphael Israeli, “The Turkish – Israeli Odd Couple”, Orbis, Winter 2001, Vol. 45 no 1, 2001, pp. 65-79, Suha Bolukbasi, “Behind the Turkish – Israeli Alliance: A Turkish View”, Journal of Palestine Studies, Vol.29, no 1, 1999, B. Bengio and G. Ozcan, “Old Grievances, New Fears: Arab Perceptions of Turkey and its Alignment with Israel”, Middle Eastern Studies, Vol.37 no 2, 2001

[28] Sabri Sayari, “Turkey and the Middle East in the 1990s”, Journal of Palestine Studies, Vol.26, no 3, 1997

[29] Duygu Bazoglu Sezer, “Turkish – Russian Relations: The Challenges of Reconciling Geopolitical Competition with Economic Partnership”, Turkish Studies, Vol.1 no 1, 2000, Fotios Moustakis and Ella Ackerman, “September 11: a Dynamic for Russo-Turkish co-operation or conflict?”, Central Asian Survey, Vol.21, no 2, 2002, Nasuh Uslu, “The Russian, Caucasian and Central Asian Aspects of Turkish Foreign Policy in the Post Cold War Period”, Alternatives: Turkish Journal of International Relations, Vol.2, no 3-4, 2003

[30] Στέλιος Αλειφαντής, Βουλγαρία: Τα Διλήμματα μιας Νέας Εποχής: Τα Βαλκάνια Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Τόμος 1, Αθήνα, 1993, Saban Calis, “Turkey‘s Balkan Policy in the Early 1990s”, Turkish Studies, Vol. 2 no 1, 2001

[31] Sevilay Elgün Kahraman, “Rethinking Turkey-European Union Relations in the Light of Enlargement, Turkish Studies, Spring 2000

[32] Neill Nugent, “EU Enlargement and «the Cyprus Problem»”, Journal of Common Market Studies, No 38, March 2000

[33] Zeyno Baran, “The Dating Game: Turkey, Europe and the American Matchmaker”, National Interest, No 75, Spring 2004.

[34] Semin Suvarierol, The Cyprus Obstacle on Turkey‘s Road to Membership in the European Union, 2003

[35] Στέλιος Αλειφαντής, «Η Ένταση στο Αιγαίο και η Τουρκική Υποψηφιότητα: Ζητήματα Προσαρμογής της Ελληνικής Εθνικής Στρατηγικής», Διπλωματία, Νοέμβριος, 2004

[36] Onis, Ziya, “Domestic Policies, International Norms, and Challenges to the State: Turkey – EU Relations in the post-Helsinki Era”, στο Ali Carkoglu and Barry Rubin, Turkey and the European Union: Domestic Politics, Economic Integration and International Dynamics (Eds), Frank Cass, 2002

[37] Gamze Avcı, “Turkey’s Slow EU Candidacy: Insurmountable Hurdles to Membership or Simple Euro-skepticism?”, Turkish Studies, no 4, Spring 2003, Lauren M. McLaren, Explaining Opposition to Turkish Membership of the EU, European Union Politics June 2007 pp. 251-278

[38] David Lennon, “Turkey‘s Drive for EU Membership”, Europe, No 420, 18-21 October 2002.

[39] Η αποδοχή από την Αθήνα του «καθεστώτος υποψηφίου μέλους» στην Τουρκία αποτέλεσε κρίσιμο πολιτικό δίλημμα: από την μία πλευρά, η προοπτική της ένταξης εκτιμήθηκε ότι λειτουργούσε ως κίνητρο τουρκικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες στην εξωτερική πολιτική θα οδηγούσαν στην άρση των τουρκικών εδαφικών διεκδικήσεων στο Αιγαίο και στην δίκαιη λύση του Κυπριακού ενώ από την άλλη πλευρά, η περίοδος 1999-2004 (αποκαλούμενη και ως «οδικός χάρτης» -“road-map”) απέδειξε την ανελαστικότητα των τουρκικών θέσεων στο Κυπριακό και την έξαρση των τουρκικών προκλήσεων στο Αιγαίο, παρά την κυβερνητική αλλαγή που έδωσε την πρωθυπουργία στον Ταγίπ Ερντογάν. Η νέο-εκλεγείσα κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή (2004) συναίνεσε στο «καθεστώς υποψήφιου μέλους» προτάσσοντας την άποψη ότι το κίνητρο της ένταξης παραμένει ως «όχημα» προώθησης των τουρκικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες όμως απαιτούν ευρύτερο χρονικό ορίζοντα καθώς εστιάζονται σε βαθύτερους πολιτικούς μετασχηματισμούς και ανατροπή εσωτερικών πολιτικών συσχετισμών μεταξύ του τουρκικού στρατιωτικό-πολιτικού κατεστημένου και της κυβέρνησης Ερντογάν. Το «άνοιγμα» των σχετικών κεφαλαίων της ευρω-τουρκικής ενταξιακής διαπραγμάτευσης διασυνδέθηκε σε πολιτικό ανάχωμα όχι μόνο για την ικανοποίηση των πολιτικών επιδιώξεων Ελλάδος και Κύπρου, αλλά και εκείνων των κρατών-μελών που αντιτίθενται στην πλήρη ένταξη της Τουρκίας. Αντίθετα, η τότε μείζονα αντιπολίτευση προέβαλε την άποψη ότι η εγκατάλειψη από την Αθήνα ενός «οδικού χάρτη» (“road-map”) που να αντανακλά την τουρκική πρόοδο στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις και στο Κυπριακό αποδέσμευε τις ευρω-τουρκικές σχέσεις από τις εξελίξεις του πλέγματος των ελληνο-τουρκικών σχέσεων, που σ’ ένα βαθμό είχε επιτευχθεί το 1999 και μετά. Η τουρκική διπλωματία πάγια επιδιώκει να διαχωρίσει τις σχέσεις Ε.Ε.-Τουρκίας από τις ελληνο-τουρκικές σχέσεις και οι κυβερνήσεις Ταγίπ Ερντογκάν δεν έχουν μεταβάλει και αυτό το «θέσφατο» των διπλωματικών επιδιώξεων της γείτονος. Δες: Στέλιος Αλειφαντής, «Η Ένταση στο Αιγαίο και η Τουρκική Υποψηφιότητα…, οπ.π

[40] Frédéric Misrahi, “The EU and the Civil Democratic Control of Armed Forces:  An Analysis of Recent Developments in Turkey”, Perspectives, no 22, Summer 2004, Arjan M. Lejour, and Ruud A. de Mooij, “Turkish Delight:  Does Turkey’s Accession to the EU Bring Economic Benefits?”,  Kyklos, 58, no 1, 2005, Sami Faltas and Sander Jansen,  Governance and the Military: Perspectives for Change in Turkey,  Groningen, The Netherlands, Centre of European Security Studies, 2006, Σέργιος Ζαμπούρας, «Το Γεωπολιτικό Πρόβλημα του Τουρκικού Εκδημοκρατισμού», Η Γεωπολιτική της Ευρασίας στο Νέο Διεθνές Σύστημα, ΕΠΥΕΘΑ, Αθήνα 2001 

[41] Erik Faucompret, Jozef Konings, Turkish accession to the EU: Satisfying the Copenhagen criteria, Routledge, 2008

[42] Soner Cagaptay, “Secularism and Foreign Policy in Turkey: New Elections, Troubling Trends”, Policy Focus, No 67, April 2007

[43] Soner Cagaptay, “A Turkish Rapprochement with Middle East Rogue States?”, Policy Watch, no. 825, 2004

[44]Turkey‘s foreign policy: An eminence grise”, The Economist, Nov 15th, 2007

[45] Μεταπολεμικά οι σχέσεις Τουρκίας-Συρίας χαρακτηρίζονται από εντάσεις λόγω εδαφικών διαφορών όπως η τουρκική προσάρτηση της Αλεξανδρέτας (Hatay) τo 1939, το ζήτημα των υδάτων του Ευφράτη και Τίγρη, η ειδική σχέση Τουρκίας-Ισραήλ και η υποστήριξη του PKK από την Δαμασκό. Όμως, τον Ιανουάριο 2004 ο Μπασάρ Άσσαντ επισκέπτεται την Άγκυρα που αποτελεί την πρώτη επίσκεψη Πρόεδρου της Συρίας από το 1946 και τον ίδιο χρόνο υπογράφεται διμερή συμφωνία ελευθέρου εμπορίου. Σημαντικό ρόλο έπαιξε ο τρόπος που η Άγκυρα χρησιμοποίησε την αεροπορική επιδρομή ισραηλινών μαχητικών μέσω του τουρκικού εναέριου χώρου κατά πιθανών πυρηνικών εγκαταστάσεων στην Συρία. Ron Synovitz, “Syria-Turkey: common Interests in Iraq Help Rebuild Bilateral Ties”, Radio Free Europe/Radio Liberty, January 8, 2004, Nadim Ladki, “Turkey, Syria Sign Free Trade Agreement”, Reuters, December 23, 2004, “Babacan-Mualem Joint News Conference, Babacan: ‘We Except Everyone to Act with Restraint’”, Ankara Anatolia, September 10, 2007, 92. Dan Williams, “Turkey’s Gόl says Israeli raid a ‘closed mater’”, Reuters, November 6, 2007.

[46]Assad says Turkey trying to mediate between Syria, Israel”, Associated Press, October 16, 2007, Richard Boudreaux, “Turkey mediating Israel-Syria Peace Talks”, Los Angeles Times, April 25, 2008

[47] Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 η Άγκυρα, ως αποτέλεσμα της κρίσης της Κούβας αλλά και της αμερικανικής και σοβιετικής αντίθεσης σε ενδεχόμενη στρατιωτική παρέμβαση στην Κύπρο στα γεγονότα του 1964 (επιστολή Προέδρου Λ. Τζόνσον, Δηλώσεις Ν. Χρουτσέφ), επιχείρησε την αναβάθμιση των σχέσεων με την ΕΣΣΔ και αργότερα την διατύπωση μιας «ανεξάρτητης» εξωτερικής πολιτικής υπό τον Μ. Ετσεβίτ, ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του «κεμαλικού» κατεστημένου. Δες: Bulet Ecevit, “Turkeys Security Policies”, Survival, no 20, 1978. Η εξέλιξη αυτή χαρακτηρίζει μια προσαρμογή της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής στις νέες πραγματικότητες των σχέσεων Ανατολής-Δύσης και των περιφερειακών εξελίξεων. Παράλληλες αναπροσαρμογές συμβαίνουν και στην Ελλάδα, όπου η προσέγγιση Ελλάδος-Βουλγαρίας μετά το 1974 ανεξαρτήτως διεθνούς κλίματος των σχέσεων Ανατολής-Δύσης αποτέλεσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα προτεραιότητας περιφερειακών σχέσεων έναντι της πολιτικής της Δύσης στην περίοδο του ψυχρού πολέμου. Ακόμη και στην μετα-ψυχροπολεμική περίοδο, η μόνη διπλωματική σκιά στις ελληνο-βουλγαρικές σχέσεις (και αυτή για μικρό χρονικό διάστημα) υπήρξε η άμεση αναγνώριση των Σκοπίων με το συνταγματικό όνομα τους που προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Αθήνας. Δες: Στέλιος Αλειφαντής, Βουλγαρία: Τα Διλήμματα μιας Νέας Εποχής: Τα Βαλκάνια Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Τόμος 1, Αθήνα, 1993, Στέλιος Αλειφαντής, «Η Ελλάδα στον Βαλκανικό χώρο, 1974-1988», (σελ. 369-450)στο: Xρ. Γιαλλουρίδης-Στ. Αλειφαντής (επιμ.), Τα Βαλκάνια στο Σταυροδρόμι των Εξελίξεων, Αθήνα 1988. Και πέραν των περιφερειακών σχέσεων, στην δεκαετία ’80 οι κυβερνήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου επεδίωξαν συστηματικά την διάκριση ανάμεσα σε ελληνικές επιδιώξεις και δυτικές επιλογές της εποχής, ακολουθώντας αυτό που αποκλήθηκε «πολυδιάστατη» εξωτερική πολιτική και εκφράστηκε με την ανάπτυξη ελληνο-αραβικών σχέσεων (όπως PLO, Συρία, Ιράκ, Λιβύη), την διαφοροποίηση στις σχέσεις Ανατολής-Δύσης από το ΝΑΤΟ, όπως η εγκατάστασης πυραύλων μέσου βεληνεκούς Περσινγκ-Κρούζ στην Ευρώπη, η προώθηση «αποπυρηνικοποιμένης ζώνης» στα Βαλκάνια, το μη-πάγωμα των σχέσεων με Πολωνία μετά την επιβολή στρατιωτικού νόμου του Γιαρουζέλσκι, η μη-καταγγελία της Μόσχας στην περίπτωση κατάρριψης του νοτιο-κορεάτικου τζάμπο, η διεθνής «Πρωτοβουλία των Έξι», κ.α. Δες: Χ. Ροζάκη, «Ελληνική Εξωτερική Πολιτική», Ελλάδα: Ιστορία και Πολιτισμός, τόμος 7, Θεσσαλονίκη, 1986, Ι. Βαληνάκης, Εισαγωγή στην Ελληνική Εξωτερική Πολιτική, 1949-1988, Θεσσαλονίκη, 1989.

[48] Hakan Yavuz and Nihat Ali Özcan,  “The Kurdish Question and Turkey’s Justice and Development Party”, Middle East Policy, no13, Spring 2006

[49] Το πλαίσιο βελτίωσης και ομαλοποίησης των ελληνο-τουρκικών σχέσεων με άξονα την τουρκική υποψηφιότητα για ένταξη στην Ε.Ε. προσφέρει την δυνατότητα στην Άγκυρα να ασχοληθεί απερίσπαστα με την «προς ανατολάς» περιφερειακή έμφαση της (Μέση Ανατολή, Καύκασος /Κεντρική Ασία). Το γεγονός ότι η Άγκυρα δεν έχει εγκαταλείψει τις εδαφικές διεκδικήσεις και την πολιτική ελεγχόμενης έντασης στο Αιγαίο, δεν τις δημιουργεί επείγοντα προβλήματα, καθώς η Αθήνα επί κυβερνήσεων Κώστα Καραμανλή (2004-2009) ακολουθεί στάση αναμονής, «αναβάλλοντας» για αόριστο χρόνο στο μέλλον (που χαλαρά συνδέει με την πορεία των ευρω-τουρκικών σχέσεων) κάθε άσκηση ελληνικής διπλωματικής ή πολιτικο-στρατιωτικής πίεσης για επίλυση των διμερών προβλημάτων. Από την άποψη αυτή, η Ελλάδα θέτει εαυτόν στον κίνδυνο της στρατηγικής υπερκέρασης από την Άγκυρα και υπό δυσμενέστερους όρους την προσπάθεια άρσης των τουρκικών διεκδικήσεων. Η ρητορική της νέας κυβέρνησης για «επανασύνδεση» των ευρω-τουρκικών σχέσεων μ’ έναν «οδικό χάρτη» θετικών βημάτων της Άγκυρας στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις δεν έχει ακόμη εκφραστεί με πρακτικά βήματα και, επιπλέον, η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στην Ε.Ε. έχει de facto «παγώσει» λόγω απροθυμίας σειράς κρατών-μελών στην προοπτική ένταξης της Τουρκίας. Παρά τις συνεχιζόμενες κατά καιρούς προκλήσεις στο Αιγαίο, οι διμερείς διπλωματικές επαφές επί διακυβέρνησης Γιώργου Παπανδρέου (2009-) προσπαθούν να αποφύγουν την πόλωση, εστιάζοντας σε θέματα συνεργασίας χαμηλής πολιτικής, όπως η σειρά συμφωνιών που υπογράφηκαν κατά την επίσκεψη Ταγίπ Ερντογάν στην Αθήνα τον Μάιο 2010. Η διαφορά αντιλήψεων μεταξύ των δύο κρατών συνεχίζει να υφίσταται στα κρίσιμα ζητήματα ελληνικής ασφάλειας, όπως είχε την ευκαιρία να τονίσει σε ομιλία του σε Τούρκους διπλωμάτες κατά την διάρκεια της επίσημης επίσκεψης του έλληνα Πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου στην Τουρκία (Ιανουάριος 2011). Ενδεικτικές είναι οι πρόσφατες εκατέρωθεν δηλώσεις για το Καστελόριζο. Η Ελλάδα διερευνά με την Τουρκία την πλήρη οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας από την Θράκη μέχρι το Καστελόριζο, ξεκαθαρίζει το υπουργείο Εξωτερικών, σε απάντηση δηλώσεων του υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας στην εφημερίδα «Η Καθημερινή». Όμως, ο Αχμέτ Νταβούτογλου εξαιρεί το Καστελόριζο από μια ενδεχόμενη συνολική συμφωνία για το Αιγαίο. Υποστηρίζει, μάλιστα, ότι το Καστελόριζο δεν είναι μέρος του Αιγαίου, αλλά της Μεσογείου. «Για την Ελλάδα, στόχος των διερευνητικών επαφών είναι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας μεταξύ των δύο χωρών σε όλο το εύρος της, από τη Θράκη μέχρι το Καστελόριζο», τόνισε αντίθετα ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών, Γ. Δελαβέκουρας. «Οι διερευνητικές επαφές», δηλώνει ο κ. Νταβούτογλου, «έχουν ρητό στόχο να εξετάσουν όλα τα θέματα που αφορούν τις διαφωνίες μας στο Αιγαίο. Επομένως, είμαστε επικεντρωμένοι κατά προτεραιότητα στο θέμα του Αιγαίου. Ωστόσο, το Καστελόριζο βρίσκεται στη Μεσόγειο». Δες: Καθημερινή, 05-03-2011. Αξιοσημείωτη, αντίθετα, είναι η συστηματική προσπάθεια της Λευκωσίας να συνδέσει με κάθε ευκαιρία τις ευρω-τουρκικές σχέσεις με την συμμόρφωση της Άγκυρας στις συμβατικές δεσμεύσεις της απέναντι στην Ε.Ε. (Πρωτόκολλο Τελωνειακής Ένωσης, κ.α.) και με την επίλυση του Κυπριακού. Ωστόσο, τόσο η πολιτική της Αθήνας όσο και της Λευκωσίας εξαρτώνται σημαντικά από το περιεχόμενο που θα προσλάβουν οι ευρω-τουρκικές σχέσεις στο εγγύς μέλλον. Κομβικό ερώτημα στην διαχείριση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων παραμένει εάν οι ευρω-τουρκικές σχέσεις μπορούν να αποτελέσουν, και κάτω από ποιες προϋποθέσεις, καθοριστικό παράγοντα της άρσης των τουρκικών διεκδικήσεων στο Αιγαίο και δίκαιης επίλυσης του Κυπριακού. Σχετικά με τον ελληνικό διάλογο που προκύπτει από διαφορετικές προσεγγίσεις του θέματος ενδεικτικά δες: Στέλιος Αλειφαντής, «Ελληνική Εθνική Στρατηγική: Σύγχρονες Προκλήσεις και Προοπτικές», Monthly Review, no 3, 2005, Κώστας Σημίτης, «Η Σχέση της Τουρκίας με την Ευρώπη: Γιατί πρέπει να Αλλάξουμε Πολιτική», Βήμα, 17-02-2008, Θεόδωρος Kουλουμπής, «Eλληνοτουρκικά και Kυπριακό: τι κάνουμε τώρα;», Καθημερινή, 2-10-2005, Sergios Zambouras, “Turkeys Cyprus Policy: A Research Agenda”, in Chr. Yallourides and P.Tsaconas, (eds), Greece and Turkey after the end of the Cold War, New York 2001, Νίκος Τριμικλινιώτης, «Η Κύπρος στα δύσκολα μονοπάτια της αλήθειας και της συμφιλίωσης», Διεθνής & Ευρωπαϊκή Πολιτική, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2008.

[50] Barry Rubin and Kemal Kirişci, Turkey in World Politics:  An Emerging Multiregional Power, Lynne Rienner Publishers, 2001.

[51] Graham Fuller, “Turkey‘s Strategic Model:  Myths and Realities”, Washington Quarterly, no 27, Summer 2004.

[52] Ian Lesser, “Turkey in a Changing Security Environment”, Journal of International Affairs, no 54, Fall 2000

[53] Bülent Aras, The New Geopolitics of Eurasia and Turkey’s Position, London 2002. “What future does Turkey have in Central Asia and the Caucasus?”, Central Asia-Caucasus Institute, November 19, 2007, Mustafa Aydin, “Foucault’s Pendulum:  Turkey in Central Asia and the Caucasus”  Turkish Studies,no 5, Summer 2004

[54] Tarık Oğuzlu, “Soft Power in Turkish Foreign Policy”, Australian Journal of International Affairs, no 61,  March 2007.

[55] Mehmet Ozkan, «Turkey, Pivotal Middle Powers and Global Order«, Paper presented at the annual meeting of the International Studies Association 48th Annual Convention, CHICAGO, IL, USA, Feb 28, 2007.

[56] Kemal Kirisci, “The Transformation of Turkish Foreign Policy: The Rise of the Trading State”, New Perspectives on Turkey, no. 40, 2009, 29–57.

[57] Στο πλαίσιο της θεμελιώδους επιλογής της για «άνοιγμα» σε νέες αγορές η κυβέρνηση Ερντογάν εφάρμοσε διαδοχικά πακέτα ενίσχυσης της εγχώριας ζήτησης και ξεκίνησε ένα μεσοπρόθεσμο σχέδιο οικονομικής ανάκαμψης. Οι προσπάθειες της κυβέρνησης συνέβαλαν στην αναζωογόνηση της βιομηχανικής παραγωγής, την ελάφρυνση των επιπτώσεων της κρίσης. Παρόλα αυτά μια υγιή ανάκαμψη κατέστησε αναγκαία την επέκταση του όγκου των εξαγωγών της Τουρκίας, δεδομένων των περιορισμών της εγχώριας αγοράς της να διατηρήσει τη βιομηχανική ανάπτυξη από μόνη της. Ωστόσο, τούρκοι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι, παρόλο που ο όγκος των εξαγωγών στην παγκόσμια οικονομία επεκτάθηκε κατά το πρώτο τρίμηνο του 2010, οι τουρκικές εξαγωγές παρέμειναν μάλλον στάσιμες. Από τη άλλη πλευρά, επισημαίνεται ότι η Τουρκία όλο και περισσότερο εξαρτάται από τις εισαγωγές να στηρίξει την οικονομική ανάπτυξη της. Παράλληλα με την αύξηση της εγχώριας παραγωγής και των εξαγωγών, οι τουρκικές εισαγωγές, επίσης, αυξήθηκαν τους τελευταίους μήνες. Το έλλειμμα εξωτερικού εμπορίου αποτελεί πλέον εξαιρετική πηγή ανησυχίας για την τουρκική οικονομία, καθώς στοιχεία δείχνουν ότι από τον Ιούνιο του 2010 το εξωτερικό έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου αυξήθηκε κατά 34,9 % από το περασμένο έτος και οι εξαγωγές της Τουρκίας είναι μακράν από την εξισορρόπηση των εισαγωγών της. Saban Kardas, “Turkey’s “Economic Recovery” Raises Questions”, Eurasia Daily Monitor, Volume 7, Issue 150, August 4, 2010, Marcie Patton, “The Economic Policies of Turkey’s AKP Government:  Rabbits from a Hat?”,  Middle East Journal,  no 60,  Summer 2006.

[58] Δες: Martin Wight, Πολιτική Δυνάμεων, Εκδόσεις Ειρήνη, Αθήνα 1994 σελ. 59-66 και 147-158

[59] Όπως στις περιπτώσεις των επιχειρήσεων κατά των κούρδων στο Β. Ιράκ και των πιέσεων που ασκήθηκαν κατά της Συρίας το 1998, δες: “Turkey Launches Major Iraq Incursion”, CNN.com, February 23, 2008.

[60] Για την σχετική διαπραγμάτευση του ζητήματος της «εναρμόνισης» ως καθοριστικό ζήτημα διαμόρφωσης της εξωτερικής πολιτικής δες: Στέλιος Αλειφαντής-Σέργιος Ζαμπούρας, Σύγχρονη Ελληνική Εξωτερική Πολιτική: Προβλήματα Προσέγγισης και Επιλογών, Εκδόσεις Ειρήνη, Αθήνα 1994

[61] John C.K. Daly, U.S. Turkish Relations: A Strategic Relationship Under Stress, Washington, DC: Jamestown Foundation, 2008

[62] Suat Kiniklioglu, “The Anatomy of Turkish-Russian Relations”, Τhe Brookings Institution, 2007, Fiona Hill & Omer Taspinar, “Russia and Turkey in the Caucasus: Moving Together to Preserve the Status Quo?”, IFRI, January 2006.

[63] Δες: Ziya Öniş-Şuhnaz Yılmaz, οπ.π

[64] Δες σχετικά: Sinan Ulgen, “A Place in the Sun or Fifteen Minutes of Fame? Understanding Turkey’s New Foreign Policy”, Carnegie Papers, Number 1 n December 2010

[65] Ziya Öniş and Caner Bakır, “Turkey’s Political Economy in the Age of Financial Globalization: The significance of the EU Anchor”, South European Society and Politics, Vol. 12, No. 2, July 2007, pp. 147-164.

[66] Sinan Ulgen, οπ.π.

[67] Ahmet Davutoglou, “Perspectives on Turkish Foreign Policy”, The Brookings Institution, Washington, D.C. Monday, November 29, 2010

[68] Ahmet Davutoglou, οπ.π.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Ποιος χρωστάει της Μιχαλούς;


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Για την ανασκευή της παραδοσιακής «ετυμολόγησης» της φράσης, «Ποιος χρωστάει της Μιχαλούς;», δημοσιεύουμε στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο από το ιστολόγιο, «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία», του κυρίου Νίκου Σαραντάκου.

 

Η φράση «αυτός χρωστάει της Μιχαλούς», σύμφωνα με όλα τα λεξικά, σημαίνει ότι κάποιος δεν είναι στα καλά του, ότι είναι τρελός. Η φράση ακούγεται συχνά και στις μέρες μας, αν και, όπως θα δούμε παρακάτω, η σημασία της βρίσκεται «υπό μετατόπιση». Πάντως, η παραδοσιακή, λεξικογραφημένη σημασία δεν έχει χαθεί. Για παράδειγμα, όταν στις αρχές της κρίσης, τον Δεκέμβριο του 2008, ο πρόεδρος του ΕΒΕΑ Κων. Μίχαλος πρότεινε να εργάζονται και να πληρώνονται λιγότερο οι εργαζόμενοι, αρκετοί ήταν εκείνοι που δεν αντιστάθηκαν στον πειρασμό και είπαν η έγραψαν ότι ο Μίχαλος χρωστάει της Μιχαλούς, ότι δεν είναι στα καλά του δηλαδή.

 

Ποια είναι όμως αυτή η Μιχαλού;

 

Η προέλευση της φράσης έχει βασανίσει όχι λίγο τους μελετητές. Σύμφωνα με μια εκδοχή που κυκλοφορεί και στο Διαδίκτυο αλλά πηγάζει από το βιβλίο «Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις» του Τάκη Νατσούλη, στα χρόνια του Όθωνα βρισκόταν σε κάποιο σοκάκι του Ναυπλίου η ταβέρνα της Μιχαλούς. Η Μιχαλού ήταν, λέει ο συγγραφέας, παραδόπιστη και εκμεταλλεύτρια· είχε μια περιορισμένη πελατεία στην οποία έκανε πίστωση για ένα ορισμένο διάστημα, όμως αλίμονο σε όποιον δεν ήταν συνεπής. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας, η Μιχαλού ξεφτέλιζε κυριολεκτικά τους άτυχους οφειλέτες της. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και κάποιος ευσυνείδητος, ο οποίος αδυνατώντας να βρει χρήματα να εξοφλήσει τη Μιχαλού, γύριζε μέρα και νύχτα στους δρόμους παραμιλώντας. Και σαν κανείς ρωτούσε τους περαστικούς τι έχει αυτός ο άνθρωπος, οι άλλοι απαντούσαν «Αυτός χρωστάει της Μιχαλούς» (Νατσούλης, σελ. 99-100).

Η εκδοχή αυτή έχει βρει απήχηση, έχει θεωρηθεί έγκυρη και έχει αναδημοσιευτεί και σε σοβαρά ή/και μεγάλης κυκλοφορίας έντυπα. Και φυσικά είναι εντελώς αστήριχτη, μάλιστα είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα «νατσουλισμού», όπως ονομάζουμε εδώ στο ιστολόγιο την τάση κάποιων ερευνητών, πρώτα και κύρια του ίδιου του Νατσούλη, να ανάγουν την προέλευση παγιωμένων εκφράσεων σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο ή επεισόδιο. Όμως, εδώ ο Νατσούλης έχει ελαφρυντικό: την ανύπαρκτη αυτή εξήγηση δεν την εμπνεύστηκε ο ίδιος. Πρόκειται για εξήγηση που κυκλοφορεί ευρύτερα.

Πράγματι, στην πολύ σημαντική για την εποχή του και για τα ελληνικά δεδομένα εργασία του «Φρασεολογικά», ο Άνθιμος Παπαδόπουλος, που γράφει τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, αφού αναφέρει ότι ο Γ. Χατζιδάκις είχε κατατάξει τη φράση στις «αγνώστου αρχής» φράσεις, μνημονεύει περίπου την ίδια εκδοχή με τον Νατσούλη, με τη διαφορά ότι τοποθετεί τη Μιχαλού όχι στα χρόνια του Όθωνα αλλά στα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση, άρα γύρω στο 1830· κατά τα άλλα, και εδώ η Μιχαλού παρουσιάζεται να καταδιώκει τόσο επίμονα και ανελέητα τους οφειλέτες της, που θα έπρεπε να είναι κανείς τρελός για να χρωστάει της Μιχαλούς. Είπα πως η εργασία του Παπαδόπουλου ήταν πολύ σημαντική, αλλά αυτό δεν σημαίνει ούτε πλήρης ούτε αλάνθαστη. Άλλωστε έχουν περάσει κάμποσες δεκαετίες από τότε που την έγραψε. Το εντυπωσιακό όμως είναι ότι και το λεξικό Μπαμπινιώτη παραθέτει την εκδοχή της ταβερνιάρισσας Μιχαλούς για να εξηγήσει τη φράση, χωρίς καν να διατηρεί επιφυλάξεις: «η φράση οφείλεται σε φερώνυμη ξενοδόχο του Ναυπλίου το 1830, που ήταν ιδιαίτερα απαιτητική για την εξόφληση λογαριασμών και χρεών», μας λέει. Το λάθος παραμένει στην τρίτη έκδοση. Δεν μ’ ενοχλεί το γεγονός ότι αναφέρει την ιστορία περί ταβερνιάρισσας, αλλά ότι την αναφέρει χωρίς επιφυλάξεις (πιθανόν, ίσως, λέγεται ότι). [Ευτυχώς, η τέταρτη έκδοση απαλείφει κάθε αναφορά στην προέλευση της έκφρασης].

Η αχίλλειος πτέρνα των νατσουλισμών είναι ότι, με το να προσδιορίζουν χρονικά τη γέννηση της έκφρασης, αφού την ανάγουν σε συγκεκριμένο ιστορικό επεισόδιο, ανοίγουν την πόρτα και στην ανασκευή τους, αν είναι κανείς αρκετά επίμονος ή τυχερός να βρει τη δεδομένη έκφραση σε ένα παλιότερο κείμενο. Όχι ότι είναι εύκολη υπόθεση να βρεις μέσα στον τεράστιο αχερώνα των κειμένων τη βελόνα που θα τρυπήσει το νατσουλικό μπαλόνι.

Παλιότερα, είχα βρει στον Τυχοδιώκτη του Χουρμούζη τη φράση «πας και χρουστείτε της Μιχαλούς;», ακριβώς με τη σημασία «μπας κι είσαι τρελός;», αλλά αφού ο Τυχοδιώκτης εκδόθηκε το 1835, οριακά θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς ότι είχε κάνει τόσο ντόρο η υπόθεση της παραδόπιστης Μιχαλούς το 1830, που να διαδόθηκε σαν αστραπή στο Ανάπλι και στο Μωριά και στην Αθήνα και στην υπόλοιπη απελευθερωμένη Ελλάδα, ώστε ο Χουρμούζης (που ήτανε Πολίτης) να τη βρει παροιμιακή και να τη βάλει στο έργο του.

Ωστόσο, ο Θεός αγαπάει και τον Νοικοκύρη. Μερικά χρόνια αργότερα, φυλλομετρούσα την κωμωδία «Κορακιστικά» του Ιακωβάκη Ρίζου Νερουλού, στην οποία ο φαναριώτης συγγραφέας σατιρίζει τους καθαριστές της γλώσσας παρουσιάζοντας δυο ήρωες που το έχουν βάλει αμέτι μουχαμέτι να βγάλουν αρχαιοελληνικές όλες τις ξένες λέξεις (ο διάλογός τους θυμίζει εκπομπή σημερινού ελλαδεμπορικού παρακάναλου). Έχουν κι έναν υπηρέτη, τον Μικέ, που τον έχουν βαφτίσει Μύκη επί το αρχαιοπρεπέστερο. Και σε μια στιγμή που φεύγουν, αγανακτεί με τις παλαβομάρες του αφέντη του και λέει και με το δίκιο του ο δόλιος ο Μικές:

Φρόνιμμα το λέσι στον τόπον μου στη Χχιο,

το πως οι Γραμματισμένοι χρωστούσι της Μιχαλλούς.

(τα διπλά σύμφωνα είναι προφανώς προσπάθεια του συγγραφέα για φωνητική ορθογραφία, διότι τότε τα πρόφερναν οι Χιώτες, όπως τα προφέρουν ακόμα οι Κύπριοι)

Τι μας λέει εδώ ο ευλογημένος Μικές; Ότι η έκφραση «χρωστάω της Μιχαλούς» ήταν παροιμιακή στη Χίο. Πότε; Τότε που γράφτηκαν τα Κορακιστικά, προφανώς. Και πότε γράφτηκαν; Νωρίτερα από το 1812, βρίσκω, αφού από τότε κυκλοφορούσαν χειρόγραφα στους κύκλους των λογίων της Πόλης – και τυπώθηκαν γύρω στο 1814.

Άρα, ακόμα κι αν υπήρχε Μιχαλού ταβερνιάρισσα στο μετεπαναστατικό Ανάπλι, που πολύ αμφιβάλλω, σαφώς δεν είναι αυτή που έγινε αιτία να γεννηθεί η φράση «χρωστάει της Μιχαλούς», αφού, όπως είδαμε, η φράση εμφανίζεται σε κείμενο του 1812 και πολύ μακριά από την Πελοπόννησο.

Πώς όμως γεννήθηκε η φράση; Εδώ δεν υπάρχει απόλυτη σιγουριά, πιστεύω όμως ότι η εξήγηση που θα παρουσιάσω είναι η σωστή.

Η φράση «χρωστάει της Μιχαλούς» υπάρχει στο ανέκδοτο τμήμα των Παροιμιών του Ν. Πολίτη που τα χειρόγραφά του μένουν να σκονίζονται σε κάποιο υπόγειο προς δόξαν του ελληνικού κράτους που δεν βρίσκει να διαθέσει σ’ αυτό το εθνικής σημασίας έργο μισό από τα 230 εκατομμύρια που χάρισε στο Μέγαρο Μουσικής. Εγώ δεν έχω πρόσβαση στα χειρόγραφα του Πολίτη και δεν τα έχω δει, όμως τα είχε δει ο Χουρμουζιάδης, ένας λόγιος των αρχών του αιώνα, που είχε δημοσιεύσει σε ένα παλιό τεύχος του περιοδικού «Λαογραφία» μια συλλογή παροιμιών της Ανατολικής Θράκης, και εκεί μας λέει ότι η θρακιώτικη μορφή της παροιμίας υπάρχει και στο ανέκδοτο τμήμα του Ν. Πολίτη. Όμως, ο Χουρμουζιάδης καταγράφει τη φράση κάπως διαφορετικά: Χρωστάει το Μιχάλη. Η αιτιατική όμως εδώ πρέπει να νοηθεί ως μωραΐτικη γενική: χρωστάει του Μιχάλη.

Και στη δική του συλλογή ο Άνθιμος Παπαδόπουλος καταγράφει κι άλλες ιδιωματικές παραλλαγές: χρωστάει του Μιχάλη (Ήπειρος-Θεσσαλία), χρωστάει τον Μουχάλη (Πόντος), στη δε Συληβρία Μιχάλης λέγεται ο ελαφρόμυαλος. Ο Παπαδόπουλος υποθέτει ότι, όταν ξεχάστηκε η ιστορική αρχή της φράσης δεν είναι περίεργο που τη θέση της Μιχαλούς πήρε ο Μιχάλης, εγώ όμως πιστεύω πως το αντίστροφο έγινε, δηλαδή όταν διαδόθηκε η φράση σε περιοχές που ο Μιχάλης ή η Μιχαλού δεν σήμαινε τίποτα το ξεχωριστό, τότε εφευρέθηκε εκ των υστέρων η ψευτοϊστορική εξήγηση.

Αν προσέξουμε, όλες σχεδόν οι αναφορές που έχουμε εντοπίζονται σε μια γεωγραφική περιοχή αρκετά βόρεια, ανάμεσα Θράκη και Πόλη. Σκέφτηκα λοιπόν να ψάξω σε βουλγάρικα λεξικά και βρήκα κάτι πολύ ενδιαφέρον. Βρήκα ότι στα βουλγάρικα υπάρχει ολόιδια έκφραση! Συγκεκριμένα, η έκφραση имам да давам на Михаля (κατά λέξη «χρωστάω στον Μιχάλη»), σημαίνει ό,τι και η δικιά μας «χρωστάω της Μιχαλούς», δηλαδή δεν είμαι στα καλά μου, κάπου χάνω, μου έχει λασκάρει η βίδα. Το λεξικό όπου βρήκα τη λέξη σημειώνει ότι η βουλγαρική έκφραση προέρχεται από τα ελληνικά, χωρίς να δίνει άλλα στοιχεία. Όμως, κι αυτό είναι ακόμα πιο ενδιαφέρον, στα βουλγάρικα υπάρχει και δεύτερη έκφραση με τον Μιχάλη, που δεν υπάρχει στα ελληνικά: гоня Михаля, (κατά λέξη «κυνηγάω τον Μιχάλη»), επιδιώκω ανέφικτα πράγματα, θηρεύω ανέμους που λέγαν κι οι αρχαίοι. Η αλήθεια είναι πως πρόκειται για παλιωμένες εκφράσεις, ενώ επίσης δεν μπόρεσα να βρω το μνημειώδες βιβλίο του Γκέροφ [1] που ίσως θα μας έδινε κάποιες πληροφορίες.

Παρ’ όλες τις αβεβαιότητες, η πεποίθησή μου είναι ότι αρχική μορφή της έκφρασης, είτε στα ελληνικά είτε στα βουλγάρικα, ήταν η «χρωστάει στον Μιχάλη» και ότι η σημασία «Μιχάλης = ο ελαφρόμυαλος» προϋπήρχε. Και όποιος χρωστάει στον ελαφρόμυαλο,  εύλογα είναι δυο φορές ελαφρόμυαλος. Όπερ έδει δείξαι, θαρρώ, και μπορούμε να ξεχάσουμε την εκδοχή της ταβερνιάρισσας από τ’ Ανάπλι.

Όμως, καθώς πέρασαν τα χρόνια, η έκφραση «χρωστάει της Μιχαλούς» έπαθε κάτι άλλο, έχασε την «ετυμολογική» της θα λέγαμε διαφάνεια, δηλαδή η ιδιωματική σημασία της δεν προκύπτει πια με κανέναν τρόπο από την κατά λέξη ερμηνεία της. Οπότε, πολύ λογικά, εμφανίστηκε μια νέα σημασία, και εδώ και μερικά χρόνια, καμιά δεκαπενταριά ας πούμε, έχει φτάσει να σημαίνει «χρωστάει πάρα πολλά». Η εξέλιξη είναι ευεξήγητη: λέει κάποιος, σαν λογοπαίγνιο: χρωστάμε στις κάρτες, χρωστάμε στο στεγαστικό, χρωστάμε την κουζίνα, χρωστάμε στον Τάδε, χρωστάμε ακόμα και στη Μιχαλού. Ότι κάποτε θα υπήρξε αυτό το λογοπαίγνιο, το βλέπουμε στη γελοιογραφία του Μποστ κάτω, από το 1959, όπου η μαμα-Ελλάς αποχαιρετάει τον πανίσχυρο Δυτικογερμανό υπουργό Οικονομικών Λ. Έρχαρτ και ο πρωτοΠειναλέων κάνει πικρόχολο λογοπαίγνιο με την έκφραση “χρωστάει της Μιχαλούς” λέγοντας “χρωστάει παντού και χρωστάει και της Μιχαλούς”, δηλαδή “χρωστάει σε όλους και δεν είναι και καλά στα μυαλά της”. Το 1959 ήταν λογοπαίγνιο, σήμερα η έκφραση ολοένα και περισσότερο χρησιμοποιείται με αυτή τη σημασία.

 

Γελοιογραφία του Μποστ, από το 1959, όπου η μαμα-Ελλάς αποχαιρετάει τον πανίσχυρο Δυτικογερμανό υπουργό Οικονομικών Λ. Έρχαρτ και ο πρωτοΠειναλέων κάνει πικρόχολο λογοπαίγνιο με την έκφραση «χρωστάει της Μιχαλούς»...

Γελοιογραφία του Μποστ, από το 1959, όπου η μαμα-Ελλάς αποχαιρετάει τον πανίσχυρο Δυτικογερμανό υπουργό Οικονομικών Λ. Έρχαρτ και ο πρωτοΠειναλέων κάνει πικρόχολο λογοπαίγνιο με την έκφραση «χρωστάει της Μιχαλούς»…

 

Πράγματι, αν κοιτάξουμε στο γκουγκλ, βρίσκουμε την έκφραση με τη σημασία αυτή, ιδίως σε τίτλους άρθρων, όπως «Χρωστάνε “της Μιχαλούς” οι Κρητικοί σε απλήρωτους λογαριασμούς», ακόμα και σε ευρηματικούς μεταπλασμούς όπως «Από τη λίστα [των δανειστών της ΑΕΚ] λείπει μόνο το όνομα της Μιχαλούς». Μάλιστα, έβαλα στο γκουγκλ χρονικό περιορισμό να βγάζει κείμενα μόνο του τελευταίου χρόνου και δεν βρήκα ούτε ένα παράδειγμα όπου η έκφρ. χρησιμοποιείται με τη σημασία «είναι τρελός», αν και βρήκα πολλές ιστοσελίδες που εξηγούν (συνήθως λανθασμένα) την προέλευση της φράσης.

Δηλαδή, η έκφραση με την παλιά, τη λεξικογραφημένη σημασία της, τείνει ν’ αποκτήσει μουσειακό χαρακτήρα, ενώ η ζωντανή σημασία της έκφρασης δεν είναι καταγραμμένη σε κανένα λεξικό, αν και έχει αναφερθεί από την Άννα Ιορδανίδου σε παλιό δελτίο της Άσπρης Λέξης, ενώ επίσης έχει καταγραφεί στη Λεξιλογία, όπου ο Σάκης Σεραφείμ είχε διατυπώσει την πρόβλεψη, που πολύ πιθανό είναι να επαληθευτεί, ότι η νέα σημασία (δηλ. χρωστάει πολλά) θα κατισχύσει. Να σημειώσω πάντως ότι σε πολλά νεότερα κείμενα βλέπουμε μια παραλλαγή της φράσης, δηλαδή όχι «χρωστάει της Μιχαλούς», αλλά «χρωστάει ΚΑΙ της Μιχαλούς», πάντα με τη σημασία «χρωστάει πολλά», κι έτσι η έκφραση εκλογικεύεται ακόμα περισσότερο. Δηλαδή, χρωστάει κάποιος σε όλο τον κόσμο (όπως λέμε «χρωστάει σε όποιον φοράει παπούτσια / σε όποιον μιλάει ελληνικά»), ακόμα και στη Μιχαλού, που φαντάζομαι θα τη σκέφτονται σαν καμιά γυναίκα του λαού, ίσως γριούλα με τσεμπέρι.

Πέρσι, που έγραφα το βιβλίο μου «Λόγια του αέρα»[2] στο λήμμα «χρωστάει της Μιχαλούς» αφιέρωσα αρκετόν χώρο στην ανασκευή της διαδεδομένης θεωρίας για την προέλευση της έκφρασης (ταβερνιάρισσα του Αναπλιού), οπότε ήμουν κάπως λακωνικός για τη νεότερη σημασία και περιορίστηκα να αναφέρω τα εξής: Το βέβαιο είναι ότι στη σημερινή χρήση η έκφρ. έχει χάσει τη διαύγειά της, κι έτσι πολλοί τη χρησιμοποιούν σαν να σημαίνει «χρωστάει πάρα πολλά».

 

Νίκος Σαραντάκος

 

Σημειώσεις Βιβλιοθήκης


 

[1] Найден Геров (Νάιντεν Γκέροφ),  Речник на блъгарский язик с тлъкувание речити на блъгарски и руски ( = Λεξικό της βουλγάρικης γλώσσας με ερμηνείες στα Βουλγάρικα και στα Ρώσικα)  (1895–1904), 5 τόμοι + συμπλήρωμα το 1908 από τον Πάντσεφ.

[2] Νίκος Σαραντάκος, «Λόγια του αέρα και άλλες 1000 παγιωμένες εκφράσεις», Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2013.

 

Read Full Post »

Δερβένι (Ποταμός)


 

Με το όνομα αυτό είναι σήμερα γνωστός ο αριστερός παραπόταμος του Ινάχου που πηγάζει από το όρος Τρητό στην Κορινθία, λίγο βορειότερα από το γραφικό παλιό χάνι του Ανέστη, που είναι χτισμένο στην όχθη του. Διασχίζει τα στενά των Δερβενακίων, ρέοντας παράλληλα στη νεώτερη οδό Κορίνθου- Άργους. Η αβαθής και σκιερή ρεματιά με τα πλατάνια διασταυρώνεται αλλεπάλληλες φορές με τον δρόμο, προσφέροντας καταφύγιο στους ταξιδιώτες που θέλουν να ξεκουραστούν για λίγο. Περιβάλλεται από τους λόφους Αγριλοβούνι (Α.) και Παναγόρραχη (Δ.), και χύνεται στον Ίναχο λίγο βορειότερα της πόλης. Αξιοσημείωτα είναι τα ερείπια ενός μυκηναϊκού πύργου, που σώζονται κοντά στην αριστερή όχθη του Λικιμιώτικου ρέματος που χύνεται στο Δερβένι βορειότερα από το Φίχτι.

Πρώτος ο Fourmont στον χάρτη του της πεδιάδας του Άργους, αλλά και άλλοι σοβαρότεροι όπως ο Steffen, τον ταυτίζουν με τον Κηφισό, μάλλον με επιπόλαιη σπουδή, αγνοώντας τα σχετικά αρχαία κείμενα, αφού ο Στράβων ρητά γράφει για τον τελευταίο ότι πηγάζει από το Λύρκειο. Η νεότερη ονομασία του προέρχεται από την περσική λέξη δερβένδ, που ήλθε σε μας από τους Τούρκους, εξελληνίσθηκε σε Δερβένι και σημαίνει Πύλη ή Κλεισώρια. Oι σοβαροί Steffen και Lolling (1884), στο χάρτη των περιχώρων των Μυκηνών, τον ονομάζουν περιέργως και Κηφισό εκτός από Δερβενάκι και Καραμάνη.

Μάχη στα στενά των Δερβενακίων  - Θεόδωρος Βρυζάκης

Μάχη στα στενά των Δερβενακίων – Θεόδωρος Βρυζάκης

Στην κλεισούρα του ρέματος, έγινε στις 26 Ιουλίου του 1822 η πρώτη φάση της μάχης των Δερβενακίων και της καταστροφής του Δράμαλη. Από εκεί περνούσε ο κατά μέγα μέρος λιθόστρωτος πολυσύχναστος δρόμος, γνωστός με το όνομα «Αφεντικός», ένα από τα περάσματα προς την Κορινθία, παράλληλος αρχικά στην κοίτη του ποταμού. Οι Τούρκοι αιφνιδιασμένοι προσπάθησαν στη συνέχεια διαδοχικά να περάσουν από τις ανατολικότερες στενοπορίες του Αγίου Σώστη και του Αγιονορίου.

O Άγγλος τυχοδιώκτης Τρελώνη, σύντροφος του Βύρωνα και γαμπρός του Ανδρούτσου, πέρασε από εδώ και σημειώνει στις αναμνήσεις του[1]: Στον δρόμο για την Κόρινθο (από το Άργος) περάσαμε από τα στενά των Δερβενακίων. Για δυο λεύγες περίπου, ακολουθούσαμε ένα μουλαρόδρομο που προχωρούσε παράλληλα μ’ ένα φιδωτό ποταμάκι, στη μέση δυο απόκρημνων βράχων. Το προηγούμενο φθινόπωρο……είχε συμβεί το εξής: …οι Έλληνες έσφαξαν τους Τούρκους σαν ένα κοπάδι πρόβατα….

 

Υποσημείωση


[1] Τρελλώνη Εδουάρδου, «Αναμνήσεις της Ελληνικής Επαναστάσεως», Βιβλ. Ν. Καραβία, Αθήναι, MCMLXXVII.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αριστοδάμιδας – ΜΕ’ Βασιλιάς του Άργους


 

Ο Αριστοδάμιδας (7ος αιώνας π.Χ.), Τημενίδης και αυτός, ανήλθε στο θρόνο του Άργους μετά το Μήδωνα. Άγνωστο όμως είναι, αν στο ενδιάμεσο είχε βασιλεύσει άλλος. Λίγα πράγματα γνωρίζουμε για το βίο του, έκτος του ότι γιοι του ήταν, ο περίφημος βασιλιάς του Άργους και διάδοχός του, Φείδωνας και ο Πέρδικας [i] ή Κάρανος, ο ιδρυτής των Αιγών [ii] πρώτης πόλης του βασιλείου της Μακεδονίας και πρόγονος του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

 

 Υποσημειώσεις


 

[i] Οι Αιγές στους αιώνες: Στα νότια του ποταμού Αλιάκμονα, στη «Μακεδονίδα γη» του Ηροδότου, στους πρόποδες των Πιερίων, του αρχαίου «Μακεδονικού όρους», βρίσκονται αι Αιγεαί, η πρώτη πόλη των Μακεδόνων, που το όνομά της σημαίνει «ο τόπος με τα πολλά κατσίκια».

«Αι Αιγεαί» ήταν μια πόλη «κατά κώμας», ένα ‘ανοιχτό’ πολεοδομικό μόρφωμα με το «άστυ» στο κέντρο και πολλούς μικρούς και μεγάλους οικισμούς ολόγυρα, ο αριθμός των οποίων δικαιολογεί τον πληθυντικό του ονόματος, όπως συμβαίνει με πολλές άλλες αρχαίες πόλεις, όπως αι Αθήναι, αι Θήβαι, αι Φεραί κ.λ.π. Tο μόρφωμα αυτό που αναπτύχθηκε οργανικά στο χρόνο αποτυπώνει στο χώρο το αρχαιότροπο μοντέλο μιας κοινωνίας στηριγμένης στην αριστοκρατική δομή των γενών με σημείο αναφοράς και πόλο συνοχής τη βασιλική εξουσία.

Στα μέσα του 7ου αι. π.Χ. ο Περδίκκας Α΄, ένας Δωριέας από το Άργος, απόγονος σύμφωνα με την παράδοση της γενιάς του Ηρακλή, γίνεται βασιλιάς των Μακεδόνων. Οι Αιγές γίνονται το λίκνο των Τημενιδών, της δυναστείας που θα βασιλέψει για τρεισήμισι αιώνες στη Μακεδονία και θα δώσει στην ανθρωπότητα τον Φίλιππο Β΄ και τον Μέγα Αλέξανδρο, που ξεκινώντας από τις Αιγές άλλαξαν την ιστορία της Ελλάδας και του κόσμου.

Στις βασιλικές ταφικές συστάδες της πολύχρυσης νεκρόπολης των Αιγών που βρέθηκαν ως τώρα, τεκμηριώνεται η μεγάλη ακμή της πόλης. Όσο βασιλεύει ο Αλέξανδρος Α΄ (498-454 π.Χ.) οι Αιγές γίνονται κέντρο του σημαντικότερου ελληνικού κράτους του βορρά. Στα χρόνια του Αρχέλαου (413-399 π.Χ.) η αυλή των Αιγών αποδεικνύεται φιλόξενο λιμάνι για μεγάλους καλλιτέχνες που θα λαμπρύνουν με την παρουσία τους τη ζωή της πόλης. Ο σπουδαίος ζωγράφος Ζεύξις θα διακοσμήσει το νέο ανάκτορο του βασιλιά και ο Ευριπίδης θα συνθέσει εδώ τις τελευταίες τραγωδίες του.

Η μεγάλη ώρα για τη Μακεδονία και τις Αιγές, όμως, θα σημάνει με την ανάρρηση στο θρόνο του Φιλίππου Β΄, που θα συγκεντρώσει γύρω του την αφρόκρεμα της διανόησης με αποτέλεσμα η αυλή του να γίνει μήτρα παραγωγής πολιτισμού, όπως η Αθήνα του Περικλή. Ο Φίλιππος Β΄ είναι η κινητήρια δύναμη πίσω από το τεράστιο οικοδομικό πρόγραμμα, που εξωράισε τις Αιγές μεταμορφώνοντας ριζικά την εικόνα της πόλης.

Το πρώτο μισό του 4ου αι. π.Χ. οι γενικότερες πολιτικοστρατιωτικές εξελίξεις αναγκάζουν τον Μακεδόνα βασιλιά και την οικογένειά του να μένει όλο και πιο συχνά στην Πέλλα, το λιμάνι στη βόρεια πλευρά του Θερμαϊκού που αναπτύσσεται γρήγορα σε μεγάλη πόλη. Ωστόσο, οι Αιγές παραμένουν το πατροπαράδοτο κέντρο, ο τόπος όπου βρίσκονται τα παλάτια και οι τάφοι των βασιλιάδων και εξακολουθούν να τελούνται οι κρίσιμες ιερές τελετές και οι μεγάλες γιορτές του βασιλείου.

Το καλοκαίρι του 336 π.Χ. ο Φίλιππος Β΄, εκλεγμένος ηγεμόνας και αρχιστράτηγος όλων των Ελλήνων, αποφάσισε να γιορτάσει στις Αιγές την παντοδυναμία του με μια πρωτοφανή σε λαμπρότητα γιορτή. Καθώς, ακολουθώντας την ιερή πομπή, έμπαινε στο θέατρο, συνάντησε το μαχαίρι του δολοφόνου και έπεσε νεκρός μπροστά στα μάτια των συγκεντρωμένων. Ο Αλέξανδρος ανακηρύχθηκε βασιλιάς και φρόντισε να θάψει τον πατέρα του στην βασιλική νεκρόπολη των Αιγών με τιμές που ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο.

Στην αρχή της άνοιξης του 334 π.Χ. ο νεαρός βασιλιάς θα ξεκινήσει από τις Αιγές την μεγάλη εκστρατεία που θα τον κάνει κοσμοκράτορα. Οι νέες τάσεις και τα ρεύματα που γεννήθηκαν στο περιβάλλον του Φιλίππου Β΄ θα μεταλαμπαδευτούν από τον Αλέξανδρο στην Ελληνιστική Οικουμένη και θα γίνουν τα θεμέλια του λαμπρού νέου κόσμου.

Η ιστορία του κόσμου άλλαξε, όμως, η παλιά βασιλική καθέδρα πέρασε στο περιθώριο. Ακολουθώντας τη μοίρα του βασιλείου οι Αιγές καταστράφηκαν μετά την ήττα του 168 π.Χ. από τους Ρωμαίους, ξέπεσαν και σιγά-σιγά ξεχάστηκαν. Ώσπου το 1977 η σκαπάνη του Μανόλη Ανδρόνικου χάρισε στον τόπο ξανά το όνομά του και η ιστορία της Μακεδονίας άρχισε να ξαναγράφεται.

Κείμενο: Αγγελική Κοτταρίδη – Πηγή: http://www.aigai.gr

[ii] Αιγές (Βεργίνα): Στα δυτικά, νοτιοδυτικά πέρατα της πεδιάδας της Θεσσαλονίκης, στις βόρειες παρυφές των Πιερίων, ανατολικά του Αλιάκμονα, βρίσκονται η Βεργίνα και τα Παλατίτσια, δύο γειτονικά χωριά που ορίζουν το χώρο της πόλης των Αιγών, μακεδονικής πρωτεύουσας ως τις αρχές του 4ου αι. π.Χ. και βασιλικής νεκρόπολης.

Οι ανασκαφές που ξεκίνησαν το 1861 από τον Γάλλο αρχαιολόγο L. Heuzey και συνεχίζονται από το 1938 έως τις μέρες μας από το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και την Αρχαιολογική Υπηρεσία έχουν φέρει στο φως τα μνημειώδη ανάκτορα, τμήμα της αρχαίας πόλης και της οχύρωσής της με το θέατρο και τα ιερά αφιερώματα στην Εύκλεια και τη Μητέρα των Θεών, καθώς και πολυάριθμους μακεδονικούς τάφους ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζουν αυτοί της Μεγάλης Τούμπας. Παράλληλα, στα βόρεια της αρχαίας πόλης έχουν ανασκαφεί τμήματα του Προϊστορικού νεκροταφείου καθώς και ταφές που χρονολογούνται έως και τους πρώιμους κλασικούς χρόνους.

 

 

 

Πηγές


  • Άγγελος Χρ. Κλειώσης, «Αργείων Βασιλέων Μέλαθρον, Λυκαυγές – Λυκόφως», Αργειακά Γράμματα, 1976.
  • ΙΖ ΕΠΚΑ – http://www.aigai.gr

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Μή­δων (Μήδωνας) – ΜΔ’ Βασιλιάς του Άρ­γους


 

 

Ο Μή­δωνας ήταν γιος του Κείσου βασιλιά του Άρ­γους, ανήλθε στο θρόνο του Άρ­γους, ως διάδοχος του πατέρα του, ελάχιστα είναι γνωστά για αυτόν το βασιλιά. Επί της εποχής του η βασιλεία είχε αρχίσει να παρακμάζει και το πολίτευμα να γίνεται περισσότερο φιλελεύθερο, ο Παυ­σα­νί­ας σημειώνει: «Οι Αργείοι όμως, καθώς ανέκαθεν αγαπούσαν την ισότητα και την αυτονομία, περιόρισαν στο ελάχιστο την εξουσία των βασιλέων, ώστε στο Μήδωνα γιο του Κείσου και στους απογόνους του να μείνει το όνομα μόνο της βασιλείας».

 

«Ἀρ­γε­ῖ­οι δὲ, ἄ­τε ἰ­ση­γο­ρί­αν καὶ τὸ αὐ­τό­νο­μον ἀ­γα­πῶν­τες ἐκ πα­λαι­ο­τά­του, τὰ τῆς ἐ­ξου­σί­ας τῶν βα­σι­λέ­ων ἐς ἐ­λά­χι­στον προ­ὴ­γα­γον, ὡς Μή­δω­νι τῷ Κεί­σου καὶ τοῖς ἀ­πο­γό­νοις τό ὄ­νο­μα λει­φθῆ­ναι τῆς βα­σι­λεί­ας μό­νον». (Παυσ. Β΄. XIX, 2).

 

Πηγές


 

  • Άγγελος Χρ. Κλειώσης, «Αργείων Βασιλέων Μέλαθρον, Λυκαυγές – Λυκόφως», Αργειακά Γράμματα, 1976.
  • Παπαχατζής Νικ., «Παυσανίου Ελλάδος περιήγησις, Κορινθιακά – Λακωνικά», Αθήνα, 2004.

Read Full Post »

Κείσος – ΜΓ’ Βασιλιάς του Άργους


 

Ο Κείσος ήταν ο μεγαλύτερος από τους γιους του βασιλιά του Άργους Τημένου. Ο Κείσος και τα αδέλφια του παραμερίστηκαν από τον πατέρα τους, ο οποίος προόριζε το θρόνο του Άργους για το Δηιφόντη, στρατηγό – σύμβουλό του και σύζυγο της κόρης του Υρνηθούς. Αυτό κίνησε το φθόνο των γιων του Τημένου, οι οποίοι προσπάθησαν να δολοφονήσουν τον πατέρα τους. Ο Τήμενος όμως δεν πέθανε αμέσως, εξόρισε τους γιους του και έδωσε το βασίλειό του στο Δηιφόντη. Παρ’ όλα αυτά κατόρθωσαν να γυρίσουν και να ξαναποκτήσουν το θρόνο του Άργους, ενώ ο Δηιφόντης με τη γυναίκα του κατέφυγαν στην Επίδαυρο.

Ο Κείσος, και οι άλλοι γιοι του Τημένου θέλησαν να πείσουν την αδελφή τους Υρνηθώ να εγκαταλείψει τον άνδρα της. Όταν έφτασαν στην Επίδαυρο έστειλαν κήρυκα στην αδελφή τους πως θέλουν να της μιλήσουν. Τότε άρχισαν να κατηγορούν το Δηιφόντη και να την παρακαλούν να γυρίσει στο Άργος, υποσχόμενοι ότι θα της δώσουν σύζυγο πολύ καλύτερο που να είναι άρχοντας σε μεγαλύτερο και ευτυχέστερο τόπο. Εκείνη αρνήθηκε, αποκαλώντας τους πατροκτόνους. Τότε την άρπαξαν με τη βία. Ο Δηιφόντης τους καταδίωξε και σκότωσε τον Κερύνη, οι υπόλοιποι θανάτωσαν την Υρνηθώ.

Με το Δηιφόντη στην Επίδαυρο και το θάνατο της Υρνηθούς, ανήλθε στο θρόνο του Άργους ο Κείσος ως διάδοχος του Τημένου και νόμιμος κληρονόμος. Παιδιά του Κείσου ήταν, ο Μήδωνας, ο Φλίας, ο Θέστιος, ο Μάρωνας και ο Αλθαιμένης.

 

Πηγή


  • Άγγελος Χρ. Κλειώσης, «Αργείων Βασιλέων Μέλαθρον, Λυκαυγές – Λυκόφως», Αργειακά Γράμματα, 1976.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Η Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862: Μια νέα γενιά δημοκρατικών Ελλήνων – Γιώργος Ρούβαλης, Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας


 

Η εξέγερση λαού και στρατού στο Ναύπλιο το 1862 εναντίον της απολυταρχικής διακυβέρνησης του Όθωνα ήταν έργο μιας νέας γενιάς Ελλήνων. Η γενιά που είχε πραγματοποιήσει την Ελληνική Επανάσταση του 1821 είχε πλέον γεράσει, παρόλο ότι κρατούσε αρκετές ανώτερες θέσεις στην κυβέρνηση και τον στρατό, όπως ο Θ. Κολοκοτρώνης, που ήταν σύμβουλος του βασιλιά, ενώ ο γιος του Γενναίος, αντιστράτηγος και αυλάρχης, υπήρξε ηγέτης των βασιλικών δυνάμεων στους Μύλους κατά την Ναυπλιακή Επανάσταση με αρμοδιότητα την κατάπνιξή της σε όλη την Πελοπόννησο κ.λπ., περνούσε σταδιακά στο περιθώριο.

Και στην Αθήνα και στο Ναύπλιο έχουμε την ανάδυση μιας νέας γενιάς Ελλήνων, στρατιωτικών και πολιτών, ζυμωμένης με τα δημοκρατικά ιδανικά, τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης. Με αρκετή καθυστέρηση είχε φτάσει και στην Ελλάδα ο απόηχος της «Άνοιξης των Λαών» του 1848 σε όλη την Ευρώπη.[1] Σε πολλές χώρες, Γερμανία, Αυστρία, Ουγγαρία και άλλες, η ανερχόμενη αστική τάξη μέσω κυρίως των νέων δεν υπέφερε πλέον τα απολυταρχικά καθεστώτα, που εκπροσωπούντο στην ουσία από τον αυτοκράτορα της Αυστροουγγαρίας Φραγκίσκο Ιωσήφ και την πολιτική του Υπουργού του, Μέτερνιχ, σαν συνέπεια της Συνθήκης της Βιέννης του 1815 μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων. Βέβαια το κέντρο των επαναστατικών ιδεών ήταν η Γαλλία και το Παρίσι, με εκπρόσωπο τον Ναπολέοντα τον Γ’, παρά την ύστερη ανακήρυξή του ως αυτοκράτορα. Επίσης, σημαντική επιρροή στους νέους αυτούς είχε η πρόσφατη (1861) ενοποίηση της Ιταλίας χάρη στον Καβούρ, αλλά και στον Γκαριμπάλντι, η ηρωική δράση του οποίου ενέπνεε όλη τη νέα γενιά.

Δημήτριος Βικέλας

Δημήτριος Βικέλας

Για παράδειγμα, ο Δημήτρης Βικέλας (1835-1908), έμπορος και λόγιος, που έζησε στη Σύρο, την Οδησσό, την Κωνσταντινούπολη και το Λονδίνο, ήταν 13 χρονών το 1848 και γράφει τα εξής: [2] «Ο γενικός σάλος της Ευρώπης είχε τον αντίκτυπόν του εις τας νεαράς μας καρδίας. Πώς ήταν δυνατόν οι συνηλικιώται μου κι εγώ να συμπαθώμεν προς τους αντιπάλους της Ελευθερίας; Η Αυστρία τότε ήτο η κατεξοχήν εκπροσωπούσα την τυραννίαν. Την Αυστρίαν επολέμουν και Ιταλοί και Ούγγροι. Η δε δύναμις της Αυστρίας εκλονίζετο όταν επήλθεν αρωγός της άλλη αντίμαχος της Ελευθερίας, η Ρωσσία. Η Ρωσσική Σπάθη κατέστρεψε την Ουγγρικήν Εθνεγερσίαν. Κατά την φοβεράν εκείνην πάλιν αι συμπάθειαι και τα μίση συνεκεντρώθησαν εις δύο προπάντων ονόματα: Ο Κοσούθ ήτο ο λατρευτός υπέρμαχος της Ελευθερίας, – ο Αυτοκράτωρ Νικόλαος εξεπροσώπη την τυραννίαν. Ιδού γιατί δεν ηγάπων την Ρωσσίαν».

Επαμεινώνδας Δεληγιώργης (1829-1879)

Επαμεινώνδας Δεληγιώργης (1829-1879)

Στην Αθήνα ήταν η Χρυσή Νεολαία με ηγέτη τον Επαμεινώνδα Δεληγιώργη, αποτελούμενη κυρίως από φοιτητές του Πανεπιστημίου Αθηνών, που είχε ιδρυθεί το 1837, η οποία μαζευόταν στο καφενείο «Η Ωραία Ελλάς» και αμφισβητούσε το αρτηριοσκληρωτικό καθεστώς. Μια πρώτη εξέγερση ήταν εκείνη του 1843, που υπό τον συνταγματάρχη Καλλέργη πέτυχε την παραχώρηση Συντάγματος. Όμως ο Όθων συνέχισε να κυβερνά απολυταρχικά, να ανεβάζει και κατεβάζει τις κυβερνήσεις της αρεσκείας του, χωρίς να ακολουθεί τις συνταγματικές επιταγές που είχε υπογράψει. Ο θείος του Βικέλα, Λέων Μελάς, διετέλεσε Υπουργός Δικαιοσύνης του Όθωνα, παρά τη διστακτικότητά του προς τούτο και μαρτυρεί ότι στα υπουργικά συμβούλια με την παρουσία του βασιλέως «ουδέν απεφάσιζε, ήθελε μόνο να κερδίζη καιρόν, ώστε ουδενός γενομένου να παρέλθει ο γενικός υπέρ του υπουργείου ενθουσιασμός και να το παύση ή το μεταρρυθμίση, εις τρόπο ώστε να γείνη βασιλική η πλειοψηφία του». [3]

Η απόπειρα δολοφονίας της Αμαλίας από τον νεαρό φοιτητή Αριστ. Δόσιο, γόνο μιας έγκριτης αθηναϊκής οικογένειας εκφράζει αυτήν την δυσαρέσκεια. Ακόμα, τα Σκιαδικά το 1859 δεν ήταν μόνο μια εξέγερση της νεολαίας για το συγκεκριμένο θέμα (τη χρήση σιφνέικων, ψάθινων καπέλων αντί των ακριβών εισαγόμενων), αλλά εξέφραζε τους πόθους της ανερχόμενης αστικής και μορφωμένης νέας γενιάς για περισσότερη δημοκρατία. Ήταν μια γενιά που είχε σπουδάσει στο εξωτερικό –για ορισμένους– και διάβαζε γαλλικές εφημερίδες. Τα Σκιαδικά υπήρξαν η πρώτη δυναμική εκδήλωση της Χρυσής Νεολαίας. Ακόμα, το γεγονός ότι κατά την μακρά βασιλεία του, ο Όθων δεν προήγε τους εθνικούς πόθους, αφού ούτε σπιθαμή νέου εδάφους δεν προστέθηκε στο μικρό βασίλειό του, συνέτεινε στην ανυπομονησία των νέων.

Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου. Φωτογραφικό αρχείο Γενναδείου Βιβλιοθήκης.

Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου. Φωτογραφικό αρχείο Γενναδείου Βιβλιοθήκης.

Στο Ναύπλιο βέβαια, σημαντική ήταν η συμβολή και της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου στη διάδοση των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης. Με τα διαβάσματά της, αλλά και με τη λειτουργία του σαλονιού της, όπου δεχόταν όλους τους παρεπιδημούντες ξένους αξιωματικούς και φυσικά με την πειθώ και το λόγο της συντέλεσε όσο λίγοι στη διάδοση αυτών των ιδεών στην παλιά πρωτεύουσα.

1. Πολλοί απ’ αυτούς ήταν στρατιωτικοί, που είχαν περάσει από τη Σχολή Ευελπίδων ή χαμηλόβαθμοι Αξιωματικοί. Ας εξετάσουμε τη διαδρομή ορισμένων και στη Ναυπλιακή Επανάσταση και τη μετέπειτα καριέρα τους. Μπορούμε ακόμα να συγκρίνουμε τη δράση τους με εκείνη των γονέων τους, που είχαν συνήθως συμμετάσχει στην Ελληνική Επανάσταση του 1821. Ιδιαίτερη αξία έχει να υπογραμμίσουμε τους εξ’ αυτών Ναυπλιείς, που ήταν πολυάριθμοι, δείγμα της σημασίας της πόλης σαν αντιπολιτευτικό και αστικό κέντρο , άλλα και ως κέντρο διακίνησης ιδεών και ήταν στρατιωτικοί αλλά και πολίτες.

 

Αλέξανδρος Πραΐδης

Αλέξανδρος Πραΐδης

2. Ο Αλέξανδρος Πραΐδης, [4] μοναχογιός του αγωνιστή της Επανάστασης Γεωργίου Πραΐδη, γεννήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 1834 στη Σύρο, λίγες μέρες μετά τη μετάθεση του πατέρα του από Νομάρχη Κυκλάδων ως Γραμματέα της Δικαιοσύνης και βαπτίστηκε στην Αίγινα, πέρασε όμως τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στην Αθήνα, όπου ο πατέρας του υπηρέτησε σε διάφορες κυβερνητικές θέσεις. Ο Γεώργιος Πραΐδης καταγόταν από τη Μακεδονία, σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, έζησε από το 1813 έως το 1819 στο Βουκουρέστι, όπου έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και γνωρίστηκε και συνδέθηκε με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.

Από το 1819 σπούδασε νομικά στην Πίζα και το Παρίσι. Μετά την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης βρέθηκε στη Μασσαλία και από εκεί ανέλαβε την προμήθεια παντός είδους υλικού για τον αγώνα. Στις 5 Ιουλίου 1821 απέπλευσε με υδραίικο καράβι μαζί με την ομάδα του Μαυροκορδάτου για την αγωνιζόμενη Ελλάδα και στις 6 Φεβρουαρίου 1822 βρέθηκε μαζί με αυτόν στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου.

Επί Καποδίστρια διορίστηκε σε υψηλές θέσεις, όπως προσωρινός Διοικητής Κορίνθου και μετά Νάξου, κατόπιν όμως αντιπολιτεύτηκε οξύτατα τον Κυβερνήτη και ακολούθησε τον Μαυροκορδάτο στην Ύδρα. Στο Ναύπλιο υπήρξε Πρόεδρος Δικαστηρίου το 1833 και Υπουργός Δικαιοσύνης μέχρι τον Οκτώβριο του 1833, οπότε παραιτήθηκε λόγω της παραπομπής σε δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Κατόπιν υπήρξε Υπουργός Δικαιοσύνης για δεύτερη φορά (1834-36), Γενικός Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου από το 1839 και οργάνωσε τα δικαστήρια και έπειτα υπήρξε Κυβερνητικός Επίτροπος στην Ιερά Σύνοδο επί σειρά ετών. Πέθανε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 1873 πάμπτωχος, όπως όλοι οι τίμιοι αγωνιστές της Επανάστασης, αφήνοντας χωρίς προστασία τη γυναίκα του και τις δύο θυγατέρες του, αφού ο μονάκριβος γιος του Αλέξανδρος Πραΐδης είχε σκοτωθεί το 1866 στη μάχη του Βαφέ στην Κρήτη.

Ο Αλέξανδρος Πραΐδης φοίτησε στο Βασιλικό Γυμνάσιο Αθηνών και γράφτηκε το 1854 στη Σχολή Ευελπίδων. Η Σχολή είχε μεταφερθεί από το Ναύπλιο στον Πειραιά και λειτουργούσε στην Αθήνα, στο Μέγαρο Δουκίσσης Πλακεντίας, λόγω της κατοχής του Πειραιά από τους Αγγλογάλλους κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο.

Από το φάκελό του ο αντιστράτηγος Χρήστος Φωτόπουλος που μελέτησε τη ζωή του, συμπεραίνει ότι ως εύελπις ο Αλέξανδρος Πραΐδης υπήρξε από τους καλύτερους και επιμελέστερους μαθητές της Σχολής, από την οποία εξήλθε πρώτος ως ανθυπασπιστής στο Μηχανικό το 1857. Το 1859 μετατάσσεται στο Πυροβολικό, υπηρετεί ως ανθυπολοχαγός στη Σχολή Ευελπίδων και το 1861 παίρνει φύλλο πορείας για το Ναύπλιο, όπου τοποθετείται ως ανθυπασπιστής του εκεί Οπλοστασίου.

Στη Ναυπλιακή Επανάσταση ο Πραΐδης είχε ήδη μυηθεί και υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες της. Έλαβε μέρος σε όλες τις φονικές μάχες έξω από το Ναύπλιο κατά τη διάρκεια της δίμηνης διάρκειας της Επανάστασης και από αρχής μέχρι τέλους ανήκε στην ομάδα των φανατικών και αδιαλλάκτων επαναστατών. Συγκεκριμένα κατά τη γενική επίθεση των κυβερνητικών στρατευμάτων της 1ης Μαρτίου, ο Πραΐδης πολέμησε ηρωικά υπερασπιζόμενος τον Μύλο του Ταμπακόπουλου, όπου και δέχτηκε δύο τραύματα.

Ο Ανώνυμος Ναυπλιεύς, συγγραφεύς μιας εξιστόρησης της Ναυπλιακής Επανάστασης, το 1863, περιγράφει ως εξής τη δράση του στη μάχη αυτή:

 

«Οι κυβερνητικοί, άμα ξεμπέρδεψαν με την Άρια, ρίχνονται να πάρουν το Μύλο του Ταμπακόπουλου, όπου βρισκόταν ο περίφημος Αράπης. Μπλοκάρουν από παντού τον ανθυπολοχαγό Πραΐδη και τα παλικάρια του που τον κουλαντρίζουν (σ.σ., τον βοηθούν). Βροντάει ο Αράπης για μια ύστατη φορά. Λαβώνεται ο Πραΐδης. Ένας μονάχα δρόμος τους απομένει ανοιχτός, ο γιαλός. Τα παλικάρια παίρνουν τον πληγωμένο αρχηγό τους, πέφτουν στη θάλασσα και περί την 12ην ώραν εισέρχονται εις φρούριον, φέροντες επί χειρών και τον δύο πληγάς λαβόντα, ως είρηται, ανδρείον αξιωματικόν Πραΐδη, τη μεν εις το στόμα, την δε εις τον πόδα».

 

Όπως παρατηρεί και ο Στρατηγός Φωτόπουλος αυτή ακριβώς η αδιαλλαξία και η μαχητικότητα του επαναστάτη Πραΐδη υπήρξε η κύρια αιτία να εξαιρεθεί από το περί αμνηστίας Βασιλικό Διάταγμα της 20ης Μαρτίου αυτός μαζί με άλλους 11 στρατιωτικούς και 7 πολιτικούς. Μερικά χρόνια αργότερα (1866) η εφημερίδα Εθνοφύλαξ θα τον αποκαλέσει Ο Ήρως του Μύλου της Ναυπλίας. Έτσι ο Πραΐδης φτάνει στη Σμύρνη μαζί με τους άλλους εξορίστους στις 9 Απριλίου 1862. Μετά από τις πρώτες μέρες οι εξόριστοι διασκορπίζονται σε άλλες πόλεις του εξωτερικού, όπου υπήρχε ελληνική παροικία. Δεν είναι γνωστόν πού κατέφυγε ο Πραΐδης ή αν έμεινε στη Σμύρνη. Μετά την έξοδο του Όθωνα, ο Πραΐδης επέστρεψε στην Αθήνα, όπου επανήλθε στο στράτευμα και τοποθετήθηκε ως Διοικητής του 4ου Λόχου του Τάγματος Πυροβολικού στην Αθήνα. Ο πρωτεργάτης της Ναυπλιακής Επανάστασης, συνταγματάρχης Πάνος Κορωναίος, θα πει αργότερα στην Εθνοσυνέλευση για τον Πραΐδη: «…Εις Ναύπλιον, Κύριοι, είχομεν εν πυροβόλον, το οποίον εις το στρατόπεδον, των εναντίων (σ.σ., εννοεί τα βασιλικά στρατεύματα) ωνομάσθη αράπης; το πυροβόλον τούτο έστησεν ένας ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού Πραΐδης, όστις το υπερησπίσθη μέχρι ού έλαβε 2 πληγάς. Αυτός ο αξιωματικός ούτε εις τας εφημερίδας έβαλε το όνομά του, αλλ’ ως καλός πολίτης και στρατιώτης επανήλθε εις το Σώμα του. Δια τούτο φέρω το όνομά του, διότι εκείνος δεν θέλει να ακούηται…».

Μετά την ηρωική και σθεναρή στάση του στη Ναυπλιακή Επανάσταση και την εξορία, το γόητρο του Πραΐδη στην Αθήνα αυξάνεται κατακόρυφα. Έτσι στην επικείμενη Β’ Εθνοσυνέλευση μετά την έξωση του Όθωνα, ο Πραΐδης προτάθηκε ως υποψήφιος Βουλευτής εκ μέρους του Σωματείου των Μακεδόνων, αλλά δεν εκλέχθηκε. Επίσης διορίστηκε από την προσωρινή Κυβέρνηση στις 28 Φεβρουαρίου 1863 ως Διοικητής της Πανεπιστημιακής Φάλαγγας, σώματος οπλισμένων φοιτητών που το ίδιο έτος ήταν περίπου 840 με έξι λόχους. Εκεί παρέμεινε περισσότερο από εννιά μήνες και συμμετείχε στην τήρηση της τάξεως στην πρωτεύουσα αλλά και σε άλλες επαρχίες, έχοντας εν τω μεταξύ προβιβαστεί στο βαθμό του Υπολοχαγού. Κατόπιν επανήλθε στο Τάγμα Πυροβολικού και τοποθετείται ως υπασπιστής του Υπουργού Στρατιωτικών το 1866, όταν Υπουργός ήταν ο αρχηγός της Επανάστασης του Ναυπλίου, Συνταγματάρχης Πεζικού Αρτέμιος Μίχου και κατόπιν υπό τον Χαράλαμπο Ζυμβρακάκη, επίσης πρωτεργάτη στη Ναυπλιακή Επανάσταση.

Η εκδήλωση της Κρητικής Επανάστασης το 1866 με την υποκίνηση της Ρωσίας, που είχε ηττηθεί κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-56) εμπνέει τον πάντα ανήσυχο και δραστήριο Πραΐδη. Είχε μάθει ότι ο αδελφός του Υπουργού, Ιωάννης Ζυμβρακάκης, ετοιμαζόταν να κατέβει με εθελοντές στην Κρήτη για να αναλάβει ως στρατιωτικός αρχηγός των επαναστατημένων δυτικών επαρχιών της. Το εθελοντικό εκείνο σώμα που αποτελείτο από 275 αξιωματικούς, υπαξιωματικούς, επιστήμονες και καθηγητές, αναχώρησε από την Ελλάδα το τρίτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου 1866 με τον ατμόπλοιο «Πανελλήνιον» και κυβερνήτη τον Ν. Σαχτούρη. Το πλοίο, παρά τον αποκλεισμό των παραλίων από τον τουρκικό στόλο, έφτασε στα Λουτρά Σφακίων την 1η Οκτωβρίου. Λίγες μέρες νωρίτερα είχε φτάσει ο αντισυνταγματάρχης πυροβολικού Πάνος Κορωναίος, επιτελάρχης της Ναυπλιακής Επανάστασης, μαζί με επτά εθελοντές, αξιωματικούς και υπαξιωματικούς, ως Διοικητής των κεντρικών επαρχιών της νήσου. Ο τουρκικός στρατός στις επαναστατημένες δυτικές επαρχίες της Κρήτης ανερχόταν σε 42-45.000 άνδρες και μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου είχε κάψει, καταστρέψει και λεηλατήσει περίπου 90 χωριά. Την εποχή εκείνη τα επαναστατικά σώματα βρίσκονταν στο χωριό Βαφέ Αποκορώνου. Εκεί υπήρχαν 280 άνδρες με τέσσερις αρχηγούς και έφτασε ο Ζυμβρακάκης. Η προέλαση του τουρκοαιγυπτιακού στρατού προς τον Βαφέ άρχισε στις 12 Οκτωβρίου, υπό τον Μουσταφά Πασά και 12-15.000 άνδρες.

Ορισμένοι επαναστάτες πρότειναν να μη δοθεί μάχη στο Βαφέ, αλλά να αμυνθούν στα υψίπεδα, όμως επικράτησε η άποψη των αξιωματικών και του Πραΐδη να δώσουν μάχη στον κάμπο, χωρίς δεύτερη γραμμή άμυνας και χωρίς εφεδρείες. Η μάχη κατέληξε σε νίκη του Μουσταφά Πασά, που συνέτριψε το σώμα των 600 ανδρών του Ζυμβρακάκη (στο οποίο συμμετείχε και ο ανθυπολοχαγός Δημήτριος Σέκερης από το Ναύπλιο, που είχε συμμετάσχει και στη Ναυπλιακή Επανάσταση). Εκεί έπεσε και ο Πραΐδης, που δύο συναγωνιστές του απεκάλεσαν «την κορωνίδα των εθελοντών» σε έκθεσή τους στις 5 Νοεμβρίου 1866 προς τις εφημερίδες των Αθηνών. Για αρκετό καιρό μετά το θάνατό του ο Πραΐδης «ο παρά πάντων αγαπώμενος και θαυμαζόμενος νέος» θεωρείτο αιχμάλωτος των Τούρκων, όμως η παραπάνω έκθεση δύο συναγωνιστών του εθελοντών δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες τον Ιανουάριο του 1867. Τον ίδιον η εφημερίδα «Εθνοφύλαξ» αποκάλεσε στις 30-1-1867 «εγκαλώπισμα του ελληνικού στρατού». Ήταν μόλις 34 ετών. Οι συνάδελφοί του, του πυροβολικού, έστησαν μαρμάρινη προτομή του Πραΐδη στον περίβολο της εκκλησίας των Ταξιαρχών στο Πεδίο του Άρεως, η οποία υπάρχει ακόμα.

Διονύσιος Τριτάκης

Διονύσιος Τριτάκης

3. Άλλος στρατιωτικός με ενεργό συμμετοχή στη Ναυπλιακή Επανάσταση υπήρξε ο υπίλαρχος ιππικού Διονύσιος Τριτάκης.[5] Γεννήθηκε το 1827, με καταγωγή από τα Μέθανα και πέθανε το 1902 με βαθμό υποστρατήγου. Ο πατέρας του, Νικόλαος, είχε συμμετάσχει στην Πολιορκία της Ακρόπολης και είχε πολεμήσει με τον Φαβιέρο. Ο Διονύσιος Τριτάκης σπούδασε στη Σχολή Ευελπίδων, αλλά ήταν μεταξύ των αντιοθωνικών και είχε τοποθετηθεί ως τιμωρία στο Ναύπλιο. Σημειωτέον ότι εκτός από τους αντιοθωνικούς αξιωματικούς, που υπηρετούσαν σε διάφορες θέσεις στη Φρουρά του Ναυπλίου, πριν από την έκρηξη της Ναυπλιακής Επανάστασης, υπήρχε στην ίδια πόλη και το Ποινητήριον, στρατιωτικές φυλακές δηλαδή, όπου εγκλείνοντο οι πιθανώς απείθαρχοι και στο οποίο ήταν προσκολλημένος λόχος τιμωρημένων. Ο Διονύσιος Τριτάκης έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο στη Ναυπλιακή Επανάσταση. Ήταν στενός συνεργάτης των δύο στρατιωτικών αρχηγών της, Αρτέμη Μίχου και Πάνου Κορωναίου, μαζί με τους ταγματάρχες Χ. Ζυμβρακάκη και Δ. Βότσαρη, τους υπολοχαγούς Χρ. Κατζικογιάννη και Δ. Δρίβα και τους ανθυπολοχαγούς Θρ. Μάνο, Σπ. Δυοβουνιώτη, Νικ. Σμόλεντς και Αλεξ. Πραΐδη. Επίσης, σε μια πορεία παράλληλη με εκείνη του Πραΐδη, το 1866 συγκρότησε σώμα εθελοντών και πολέμησε στην Κρήτη, στους Κάμπους, στους Λάκκους και στον Ομαλό.

4. Ο αντιστράτηγος Χρήστος Φωτόπουλος, συγγραφέας της ιστορίας της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, σε έρευνά του για τους ευέλπιδες αντιοθωνικούς αξιωματικούς, απόφοιτους ή μαθητές της Σχολής Ευελπίδων, εξεπόνησε κατάλογο με εκείνους που είχαν φυλακιστεί, εκτοπιστεί, τεθεί σε αργία ή συμμετάσχει στη Ναυπλιακή Επανάσταση. [6] Στον κατάλογο αυτό διακρίνουμε τον Πάνο Κορωναίο, αντισυνταγματάρχη Πυροβολικού που ήταν φυλακισμένος στο Παλαμήδι, που γεννήθηκε το 1808 και ήταν στην τάξη του 1831 της Σχολής Ευελπίδων και πέθανε το 1899 ως αντιστράτηγος, τον ταγματάρχη Χαράλαμπο Ζυμβρακάκη από την Κρήτη, με έτος γεννήσεως 1812. Επίσης ο λοχαγός μηχανικού Γρηγόριος Πετμεζάς από τα Καλάβρυτα, είχε γεννηθεί το 1814 και κατέληξε ως αντισυνταγματάρχης. Άλλοι συμμετασχόντες στην Ναυπλιακή Επανάσταση ήταν ο Χρήστος Κατζικογιάννης, υπολογαχός πεζικού από τη Σαλαμίνα, γεννημένος το 1829, που κατέληξε ως συνταγματάρχης, ο υπολοχαγός πυροβολικού Μάρκος Μοσχόπουλος, γεννημένος στη Σμύρνη το 1826, απεβίωσε το 1879 ως ταγματάρχης, ο υπολοχαγός πυροβολικού Σπυρίδων Δυοβουνιώτης από τη Λιβαδειά, γεννημένος το 1836, που σκοτώθηκε την 1η-3-1862 στην Άρεια κατά τη Ναυπλιακή Επανάσταση, ενώ ο υπολοχαγός πυροβολικού, Περικλής Μωραϊτίνης από το Ναύπλιο γεννήθηκε το 1837, απεφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων με την τάξη του 1856 και σκοτώθηκε την 1η-3-1862 στην Κύθνο. Επίσης συμμετείχαν στην επανάσταση ο υπολοχαγός μηχανικού Νικόλαος Σμόλενιτς από την Αθήνα, γεννημένος το 1838, που κατέληξε ως υποστράτηγος, ο ανθυπολοχαγός πεζικού Ιωάννης Παγώνης από την Καλαμάτα, γεννημένος το 1838, που σκοτώθηκε στην Επανάσταση στις 8-2-1862, ο ανθυπολοχαγός πεζικού Ιωάννης Δημόπουλος, από το Ναύπλιο, γεννημένος το 1840, που απεβίωσε ως αντιστράτηγος. Ακόμα ας αναφέρουμε το υπολοχαγό πυροβολικού Θρασύβουλο Μάνο, που φοίτησε για δύο έτη στη Σχολή.

Θρασύβουλος Μάνος

Θρασύβουλος Μάνος

Ο Θρασύβουλος Κ. Μάνος [7] (1835-1922) σπούδασε στην Σχολή Ευελπίδων και ονομάστηκε, μετά την συμπλήρωση των σπουδών του, ανθυπολοχαγός του πυροβολικού. Τον Φεβρουάριο του 1862 έπαιξε σημαντικό ρόλο στην Ναυπλιακή επανάσταση. Το 1866 κατέβηκε στην επαναστατημένη Κρήτη, τραυματίστηκε στη μάχη του Βαφέ και μεταφέρθηκε αιχμάλωτος στην Κωνσταντινούπολη, όπου παρέμεινε εγκάθειρκτος επί δύο χρόνια. Το 1878 έλαβε μέρος στην προέλαση του ελληνικού στρατού στο Δομοκό κι αργότερα, ως αρχηγός του στρατού της Ηπείρου, τίμησε τα ελληνικά όπλα –εξαίρεση– στον άδοξο και ατυχή πόλεμο του 1897. Πέθανε το 1922. Ο υπολοχαγός πεζικού Δημήτρης Γρίβας, γιος του Θοδωράκη Γρίβα, ηγέτης των αδιαλλάκτων κατά τη Ναυπλιακή Επανάσταση, που είχε αποβληθεί το 1846 από τη Σχολή Ευελπίδων. Ο Γεώργιος Κακαναράκης, υπολοχαγός πυροβολικού από την Κρήτη, γεννήθηκε το 1821, αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων το 1842 και κατέληξε ως συνταγματάρχης.

Υπάρχουν επίσης ανάμεσα στους τιμωρηθέντες της Σχολής ο υπολοχαγός πυροβολικού Πάνος Κολοκοτρώνης από το Ναύπλιο, γιος του Θεόδωρου, που γεννήθηκε το 1836, απεφοίτησε από τη Σχολή το 1856 και κατέληξε ως συνταγματάρχης και οι ανθυπολοχαγός πυροβολικού Δημήτρης Κλίμακας από τη Θήβα, γεννημένος το 1832, αποφοίτησε από τη Σχολή το 1853 και απεβίωσε ως αντισυνταγματάρχης, καθώς και ο Δημήτριος Σέκερης, ανθυπολοχαγός μηχανικού από το Ναύπλιο, γεννημένος το 1834, αποφοιτήσας το 1854, που κατέληξε ως υποστράτηγος. Η οικογένεια του Δημήτριου Σέκερη ήταν από τις σημαντικότερες της Τριπολιτσάς τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας.[8] Πολλά μέλη της διακρίθηκαν στο εμπόριο και διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην προετοιμασία της Ελληνικής Επανάστασης. Οι Αθανάσιος και Γεώργιος Σέκερης μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία στη Μόσχα και στην Οδησσό. Ο Γεώργιος τον Ιούνιο του 1821 ακολούθησε τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο στο Μεσολόγγι, έλαβε μέρος στις πολιορκίες της Τριπολιτσάς και της Πάτρας και πολέμησε με τον Ρήγα Παλαμήδη εναντίον του Δράμαλη, επικεφαλής 600 Τριπολιτσιωτών στις διαβάσεις των Γερανίων. Λίγο αργότερα πέθανε ενώ ετοιμαζόταν να πάει στο Μεσολόγγι. Ο αδελφός του, Παναγιώτης, υπήρξε ηγετική μορφή της Φιλικής Εταιρείας, εγκατεστημένος στην Κωνσταντινούπολη, όπου διέθεσε σημαντικό ποσό για την Επανάσταση και μύησε πολλούς αστικούς και εμπόρους. Τον Ιούλιο του 1818 εξελέγη μέρος της Αρχής ,της ηγετικής ομάδας των Φιλικών. Κατά την Καποδιστριακή περίοδο ήρθε στην Ελλάδα με την οικογένειά του, το 1830, αποποιήθηκε αξιώματα και υπηρέτησε ως τελώνης στην Ύδρα και στο Ναύπλιο «εις τα κάθυγρα εργαζόμενος δια τον άρτον των τέκνων του», όπως έγραψε ο Ιωάννης Φιλήμων στην εφημερίδα «Αιών» στις 12 Φεβρουαρίου 1847.

5. Όσον αφορά τους πολίτες, που συμμετείχαν στην Ναυπλιακή Επανάσταση, καθώς και αργότερα στο Αντιοθωνικό Κίνημα του Οκτωβρίου 1862, σημαντικότατη θέση κατέχει βέβαια καταρχήν ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης. [9] Ο πατέρας του, Μήτρος, αγωνιστής του 1821, είχε πάρει μέρος σε όλες τις πολιορκίες της πόλης και κατά την τελευταία διηύθυνε Μοίρα Πυροβολικού. Κατά την έξοδο διασώθηκε, πήγε στο Ναύπλιο και διορίστηκε Φρούραρχος στο Μπούρτζι.

Ο Καποδίστριας τον διόρισε επικεφαλής αποσπάσματος για την καταδίωξη της ληστείας στην Πελοπόννησο. Από το 1854 ανέλαβε τη Διοίκηση της Χωροφυλακής, αλλά λίγο αργότερα αποστρατεύτηκε και εγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι έως το θάνατό του το 1860. Ο γιος του Επαμεινώνδας πέρασε τα νεανικά του χρόνια στην Τρίπολη και στο Μεσολόγγι. Στην Αθήνα από το 1841, φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου και αναγορεύτηκε Διδάκτορας με το βαθμό «Άριστα» το 1850. Ως δικηγόρος διακρίθηκε για τη χειμαρρώδη ευγλωττία του, τον φιλελευθερισμό του και την έκδηλη αντιδυναστική στάση του και έγινε το ίνδαλμα της νεολαίας. Εκλέχτηκε για πρώτη φορά Βουλευτής Μεσολογγίου το 1859. Σημαντικές είναι οι αγορεύσεις του στη Βουλή και τα άρθρα του στην εφημερίδα «Το Μέλλον της Πατρίδος», όργανο της Χρυσής Νεολαίας, η οποία στρεφόταν ανοιχτά εναντίον του Όθωνος. Κατά την απόπειρα κατά της ζωής της Αμαλίας, 6 Σεπτεμβρίου 1861, συνελήφθη ο αδελφός του, Λεωνίδας, και κατόπιν ο Επαμεινώνδας, που φυλακίστηκε με άλλους στην Κύθνο. Μετά την έκρηξη της Επανάστασης στο Ναύπλιο, οι επαναστάτες της Ερμούπολης με επικεφαλής τον Λεωτσάκο, έφτασαν στην Κύθνο για να απελευθερώσουν τον Δεληγιώργη, αλλά ο ίδιος επειδή δεν τους γνώριζε, δεν τους ακολούθησε,[10] όπως διηγείται και στο ημερολόγιό του. Εκεί έπεσαν ηρωικά ο Λεωτσάκος, ο Μωραϊτίνης, ο φοιτητής Σκαρβέλης, καθώς και δυο στρατιώτες και τρεις πολίτες. Με την αμνηστία του Όθωνα ο Δεληγιώργης πηγαίνει στο Μεσολόγγι και πρωτοστατεί στην ανατροπή της δυναστείας. Έγραψε την επαναστατική προκήρυξη, γνωστή ως Ψήφισμα του Έθνους, στις 10 Οκτωβρίου 1862 στην Αθήνα, που κήρυξε έκπτωτη τη δυναστεία. Κατόπιν ο Δεληγιώργης υπήρξε πολλές φορές Υπουργός, αρχηγός κόμματος, Βουλευτής και Πρωθυπουργός, τηρώντας πάντα μετριοπαθή στάση. Υπό τη βασιλεία του Γεωργίου του Α’ τήρησε ενδοτική στάση ως προς τις εκτροπές της Αυλής και η νεολαία αποθαρρύνθηκε και τον εγκατέλειψε. Δημοσιογραφικό όργανό του από το 1870 ήταν η «Εφημερίς των Συζητήσεων» με ουσιαστικό Διευθυντή τον αδελφό του, Λεωνίδα. Η κατοπινή στάση του Δεληγιώργη στην εξωτερική πολιτική, φιλειρηνική ως προς τους Τούρκους, σύμφωνα με βρετανική σύσταση και σαφώς αντιρωσική και ουδέτερη κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο το 1877 ερέθισε το λαό, που λιθοβόλησε την κατοικία του και τον ανάγκασε σε παραίτηση. Πέθανε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 1879 και τάφηκε στο Α’ Νεκροταφείο. Ο αδελφός του, Λεωνίδας, πολιτεύτηκε κατόπιν και συνέχισε να εκδίδει την «Εφημερίδα των Συζητήσεων» (1893-1895) ως ημερησία, με πλουσιότατη ύλη και Διευθυντή τον Άγγελο Βλάχο και αρχισυντάκτη τον Αριστοτέλη Βαλέτα, που αγωνίστηκαν κατά της πολιτικής του Τρικούπη.

6. Άλλοι σημαντικοί πολίτες, νομικοί, δημοσιογράφοι, συγγραφείς, συμμετείχαν επίσης ενεργώς στη Ναυπλιακή Επανάσταση. Ας δούμε τη συμμετοχή και σταδιοδρομία ορισμένων, με βάση τις έρευνες της Κούλας Ξηραδάκη.

Ο Γεώργιος Ανδρικόπουλος [11] ήταν από την Πάτρα. Ο Ιω. Αρσένης γράφει σχετικά: «Η επανάστασις του 1862 τον εύρε μεμυημένον εις τας μυστικής εταιρίας, ης εγένετο απόστολος. Μετέβη εις διαφόρους πόλεις της Ελλάδος, κομιστής εμπιστευτικών εντολών εις πρόσωπα σημαίνονται. Αλλ’ ο ζωηρός, ο σφριγηλός επαναστάτης συνελήφθη την παραμονήν της επαναστάσεως εν Αθήναις και εφυλακίσθη επί εικοσαήμερον, μετ’ άλλων επαναστατών. Μετά την μεταπολίτευσην επανήλθεν εις Πάτρας, ένθα οι συμπολίται του τον εξέλεξαν αξιωματικόν της εθνοφρουράς. Ως τοιούτος ειργάσθη πολύ υπέρ της τάξεως, ήτις τότε είχε επικινδύνως διασαλευθή. Συντελείται η ένωσις της Επτανήσου και ο Ανδρικόπουλος, ότε οι Ζακύνθιοι εκάλεσαν τους Πατρείς ν’ αποστείλωσι τιμητικώς δύο λόχους εθνοφρουράς, στέλλεται ως αρχηγός ενός τούτων. Εν Ζακύνθω διεδραμάτισεν ενεργότατον μέρος κατά τας τριημέρους εορτάς…». Ήταν φοιτητής στην Αθήνα όταν ξέσπασε η Κρητική επανάσταση του 1866. Εγκαταλείπει τις σπουδές του και με άλλους 22 συμφοιτητές του πάει στην Κρήτη να πολεμήσει. Έμεινε καθ’ όλη την διάρκεια του αγώνα, όπως το πιστοποίησαν επιφανείς οπλαρχηγοί, ο Χατζημιχάλης, ο Πετροπουλάκης, ο Κροκίδας. Επανέρχεται στην Αθήνα μετά την ατυχή έκβαση της Κρητικής επανάστασης και ο νεαρός επαναστάτης γίνεται δραματικός συγγραφέας. Γράφει ένα δράμα «Το Αρκάδιον» όπου διεκτραγωγεί τις ωμότητες των Τούρκων. Ανεβάστηκε στην σκηνή με μεγάλη επιτυχία. Το 1867 διωρίστηκε στο τελωνείον Ζακύνθου όπου και υπηρέτησε επί 16 έτη. Επίσης εργάστηκε ως τελώνης στην Θήρα, στην Κέρκυρα και στον Πειραιά. Εδώ συνέγραψε άλλο θεατρικό έργο την «Μπουμπουλίνα», που μεταφέρθηκε στα ιταλικά και γαλλικά και παίχτηκε σε ιταλικά θέατρα και στην Οδησσό.

Ο Αναστάσιος Γεννάδιος [12] του Γεωργίου (1840-1911) ήταν ο πρωτότοκος γιος του γνωστού διδασκάλου του Γένους Γεωργίου Γενναδίου. Σπούδασε στο Μόναχο Ιστορία και Φιλοσοφία. Το 1859 διορίστηκε καθηγητής στο πανεπιστήμιο, αλλά σύντομα παραιτήθηκε για να επιδοθεί στην δημοσιογραφία. Ήταν αρχισυντάκτης της «Αθηνάς». Φανατικός αντιμοναρχικός. Στις 2-3 Φεβρουαρίου 1862, όταν έγιναν ομαδικές συλλήψεις, μεταξύ των συλληφθέντων ήταν και ο Γεννάδιος. Μετά την έξωση του Όθωνα πολιτεύτηκε. Ήταν πολύ μορφωμένος, ρήτορας δεινός και δραστήριος άνθρωπος. Το 1897 εξέδιδε μια εφημερίδα την «ΣΩΤΗΡΙΑ», από τις στήλες της οποίας χτυπούσε τον βασιλιά Γεώργιο Α’. Κυνηγήθηκε, του έκλεισαν την εφημερίδα και έκαναν δολοφονική απόπειρα εναντίον του. Εξέδωσε μια «Σύντομη Ιστορία της Ελλάδος από το 146 π.Χ. – 1862» και την «Νέα Ελλάδα του 1821».

Αριστείδης Γλαράκης (1836-1914)

Αριστείδης Γλαράκης (1836-1914)

Ο Αριστείδης Γλαράκης [13] του Γεωργίου (1836-1914). Ο πατέρας του ήταν λόγιος, ιατροφιλόσοφος και πολιτικός από την Χίο. Σπούδασε Νομικά, διετέλεσε πολιτευτής, δικαστικός και συγγραφέας. Αλλά κυρίως ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία. Αντιμοναρχικός, μέλος της Χρυσής Νεολαίας. Στα «Σκιαδικά» όταν η Χρυσή Νεολαία έκανε την πρώτη της εμφάνιση ήταν παρών. Πριν ξεσπάσει η επανάσταση κατηγορήθηκε ως συνωμότης, συνελήφθη και προφυλακίστηκε μαζί με τους Άγι Κλεομένους, τον Νικ. Περόγλου, τον Α. Μελισσόβα και τον Ι. Δούμα. Πήρε ενεργό μέρος στην έξωση του Όθωνα. Μετά την έξωση, στην Β’ Εθνοσυνέλευση του 1863 πήρε μέρος ως αντιπρόσωπος της Χίου.

Ο Σωκράτης Γορτύνιος  [14] (1837-1900) γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1837 στην Γορτυνία και τελείωσε το γυμνάσιο στο Ναύπλιο. «Το 1859 η χρονική περίοδος της βασιλείας του Όθωνος παρουσίαζε τα πρώτα σημεία της επίκεντρης πολιτικής θυέλλης και ο Σ. Γορτύνιος ταχθείς εις την χορείαν των ακαδημαϊκών πολιτών, απετέλεσε δια της ακαταπονήτου δραστηριότητος και της φιλοπατρίας του, πυρήνα αναζωπυρήσαντα διηνεκώς τα φλεγόμενα στήθη της ενθουσιώδους εκείνης πανεπιστημιακής νεότητος. Κατά την εποχήν εκείνην δεν υπήρξε ολιγώτερον σθεναρά και η πνευματική δράσις του. Εις το «Φως» του αειμνήστου Σ. Καρύδη, ο Γορτύνιος συνειργάστη θαρραλέως και δια σειράς ωραίων άρθρων υπηρέτησε τους τότε πόθους της πατρίδος. Αλλά μετά χρόνον, διώκται των τοιούτων τολμημάτων αφυπνήσαντες, επέβαλον χείρα σιδηράν επί του τραχήλου αυτών, εν οις και του Γορτυνίου, εγκαθείρξαντες πάντας εν τω δεσμωτηρίω. Εκείθεν οι πολιτικοί ούτοι δεσμώται, ουδόλως πτοηθέντες, ουκ επαύσαντο εκπέμποντες τους δια του καλάμου αυτών φλογερούς μύδρους κατά των υπαιτίων της εθνικής κακοδαιμονίας». Ο Γορτύνιος το 1865 πήρε διδακτορικό δίπλωμα και έφτασε στο δικαστικό κλάδο του βαθμού του προέδρου πρωτοδικών. Πέθανε 18-11-1900.

Ο Αναστάσιος Γούδας [15] του Νικολάου (1816-1882) ήταν γιατρός και λόγιος από το Γραμμένο της Ηπείρου. Απ’ τους πρώτους φοιτητές του Οθωνείου πανεπιστημίου. Ο Ιω. Βρεττός στο «Εγκυκλοπαιδικόν Ημερολόγιον» του 1904 (σελ. 213) γράφει ότι η πρώτη φοιτητική ταραχή που ξέσπασε στο πανεπιστήμιο υποκινήθηκε από τον Αναστάσιο Γούδα και τον Κομπότη: «Οι δύο ζωηροί ακαδημαϊκοί πολίται, γράφει ο Βρεττός, ευρίσκοντες ατελή και ακατάλληλον την μέθοδον της διδασκαλίας του καθηγητού Δ. Μαυροκορδάτου, συνέταξαν αναφοράν, την περιέφερον προς σύναξιν υπογραφών και την υπέβαλον εις τον πρύτανιν, εδέχθησαν δε τον καθηγητήν εις την αίθουσαν διδασκαλίας δι’ αποδοκιμαστικών εκφράσεων. Το γεγονός έγινε τάχιστα γνωστόν εις την μικράν κοινωνία των Αθηνών. Εκινητοποιήθη η αστυνομία, αλλά υπερίσχυσεν η φρόνησις, το επεισόδιον εθεωρήθη λήξαν και η διεύθυνσις της αστυνομίας δεν επολιόρκησε το πανεπιστήμιον ως είχεν απειλήσει». Ο Γούδας τελείωσε την Ιατρική με άριστα κι ήταν ο πρώτος που ανακηρύχθηκε διδάκτορας το 1843. Πήγε για μετεκπαίδευση στο Παρίσι κι όταν γύρισε άσκησε το επάγγελμα του γιατρού ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με την συγγραφή επιστημονικών ιστορικών και έργων, αλλά και με την δημοσιογραφία. Είχε φιλελεύθερες αρχές. Το 1859 εξέδωσε μια εφημερίδα, την «Ανεξαρτησία», και επέκρινε το απολυταρχικό καθεστώς του Όθωνα. Το 1860 έγραψε ένα άρθρο δριμύ και εξ αιτίας του πιάστηκε, δικάστηκε, καταδικάστηκε και φυλακίστηκε. Η εφημερίδα έκλεισε. Τον Φλεβάρη μόλις κηρύχθηκε η Ναυπλιακή επανάσταση έγιναν συλλήψεις στην Αθήνα. Ανάμεσα στους συλληφθέντες αναφέρεται κι ο Γούδας (Κορδάτος Δ’, σελ. 46). Κι όταν τον Απρίλη ο Όθωνας για να κατευνάσει τα πνεύματα έδωσε αμνηστεία, από την αμνηστεία εξαιρούσε τρεις στρατιωτικούς και εννέα πολιτικούς, ανάμεσα στους εννέα ήταν και ο Γούδας. Τότε αναγκάστηκε να εκπατριστεί και γύρισε μετά την μεταπολίτευση. Ο Γούδας υπήρξε πολυγραφότατος. Απ’ τα πιο γνωστά έργα του είναι το οκτάτομο «Βίοι παράλληλοι», όπου βιογραφεί όλους τους διαπρέψαντες άντρες κατά την αναγέννηση του έθνους. Πέθανε τον Φλεβάρη του 1882.

Ο Αντώνιος Γρηγοριάδης [16] γεννήθηκε στην Προύσσα το 1828 και φοίτησε στη Σχολή των Κυδωνιών με καθηγητή τον Θεόφιλο Καΐρη. Στην Ελλάδα κατετάχθη στον ελληνικό στρατό. Το 1854 ήταν ανθυπολοχαγός και πολέμησε στην Καλαμπάκα με τον Χατζηπέτρο. Κατά την επανάσταση του 1862 όντας υπολοχαγός, έλαβε ενεργό μέρος και κινδύνευσε να δολοφονηθεί. Εργάστηκε στο υπουργείο Στρατιωτικών και το 1878 προήχθη στον βαθμό του ταγματάρχη. Το 1881 ως αντισυνταγματάρχης πήγε στην Άρτα, όπου ανέλαβε την επιμελητεία του 2ου αρχηγείου κάτω από δυσμενείς συνθήκες. Απεχώρησε από την ενεργό υπηρεσία το 1885.

Γρίβας Θ. Δημήτριος

Γρίβας Θ. Δημήτριος

Ο Δημήτριος Γρίβας [17] του Θεοδώρου (1829-1889) ήταν γιος του στρατηγού Θεοδώρου Γρίβα και της Ελένης Μπούμπουλη, κόρης της Μπουμπουλίνας. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Τελείωσε την Σχολή Ευελπίδων. Το 1854 πήρε μέρος στην επανάσταση της Ηπείρου. Πριν ξεσπάσουν τα επαναστατικά γεγονότα στο Ναύπλιο, ο Γρίβας είχε συλληφθεί στην Αθήνα για αντιοθωνική δράση και τον Γενάρη του 1862 μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο για να φυλακιστεί στο Παλαμήδι. Εκεί συνδέθηκε με τους επαναστάτες και πήρε ενεργό μέρος στην εξέγερση. Στη μεγάλη μάχη που δόθηκε στις 27-28 Φεβρουαρίου έξω από την Άρεια, ο Δ. Γρίβας έδειξε μεγάλη παλικαριά, γράφει ο Κορδάτος (Δ’ σ. 60). Ήταν αρχηγός της αδιάλλακτης μερίδας των επαναστατών, που επιθυμούσαν αντίσταση μέχρι τέλους. Μετά την καταστολή της εξέγερσης, δόθηκε αμνηστεία, αλλά όπως είπαμε, εξαιρούνταν 19 ως πρωταίτιοι και πήραν το δρόμο της φυγής. Πήγαν στη Σμύρνη κι από κει σκόρπισαν σε διάφορες πόλεις του εξωτερικού. Ένας απ’ τους 19 ήταν και ο Δ. Γρίβας. Μετά την έξωση του Όθωνα επέστρεψε και πολιτεύτηκε.

 Ο Νικόλαος Δίκαιος [18] (1822-1889) ήταν γιος του υποστράτηγου Νικήτα Δικαίου από την Πολιανή Αρκαδίας και της μοναχοκόρης του Θ. Κολοκοτρώνη Ελένης. Υπηρέτησε διαδοχικά στον στρατό, στα υπουργεία Δικαιοσύνης και Στρατιωτικών, στο Εθνικό Τυπογραφείο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Διετέλεσε νομάρχης Ευβοίας, Ζακύνθου και Αιτωλοακαρνανίας. Το 1860 εξελέγη βουλευτής Μεγαλοπόλεως και το 1862 μέσα από την Βουλή ετάχθη κατά της βασιλείας του Όθωνα, γι’ αυτό και τον κυνήγησε ο θείος του Γενναίος Κολοκοτρώνης. Πέθανε στις 25-1-1889.

Ο Αριστείδης Δόσιος [19] του Κωνσταντίνου (1844-1881) γεννήθηκε στην Αθήνα. Οι γονείς του ήσαν ευκατάστατοι και πολύ μορφωμένοι. Ο πατέρας του ήταν δημοσιολόγος, πολιτευτής και λόγιος πολύγλωσσος και πολυταξιδεμένος. Η μητέρα του Αικατερίνη Μαυροκορδάτου-Δοσίου, Φαναριώτισσα, γλωσσομαθής και λογία, μετέφρασε τον «Γκιαούρ» του Μπάυρον, πέθανε πολύ νέα. Ο Αριστείδης Δόσιος ήταν απ’ τους προοδευτικότερους του καιρού του. Αντιμοναρχικός, μέλος της Χρυσής Νεολαίας. Σύχναζε στα γραφεία της εφημερίδας «Το Μέλλον της Πατρίδος», «εις α εκόχλαζον οι λέβητες των αντιβασιλικών παθών». Στις 6-9-1861 αποπειράθηκε να δολοφονήσει την Αμαλία. Συνελήφθη και μαζί του συνελήφθησαν ο Λεωνίδας Δεληγιώργης αδελφός του Επαμεινώνδα, ο Αναστάσιος Γεννάδιος, ο ποιητής Αχιλλέας Παράσχος, ο δημοσιογράφος Θεόδωρος Φλογαΐτης, ο Αριστείδης Γλαράκης, ο Άγις Κλεομένης κ.α. Ο Δόσιος πέρασε από δίκη, πήρε την ευθύνη της απόπειρας εξ ολοκλήρου απάνω του, λέγοντας ότι ενήργησε μόνος του, καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά δεν εκτελέστηκε. Αποφυλακίστηκε την επομένη της έξωσης του Όθωνα. Μετά την μεταπολίτευση πήγε στην Ιταλία όπου σπούδασε οικονομικά. Όταν επέστρεψε ανηγορεύθη υφηγητής της Πολιτικής Οικονομίας του πανεπιστημίου. Συνέγραψε πολλές μελέτες στα ελληνικά και γαλλικά. Ήταν και φιλόμουσος. Επιμελήθηκε την β’ έκδοση της μετάφρασης της μητέρας του «Ο Γκιαούρ» του Μπάυρον. Πέθανε σε ηλικία μόλις 37 ετών. Για τον πρόωρο θάνατο του Αρ. Δόσιου, ο Κορδάτος γράφει ότι όταν γύρισε στην Ελλάδα βλέποντας ότι τίποτα δεν άλλαξε και ότι η πολιτική κατάσταση ήταν ίδια, έπεσε σε μελαγχολία. Είχε ένα τραύμα στο κεφάλι από τα βασανιστήρια που έπαθε στη φυλακή. Το τραύμα άνοιξε και ο Δόσιος έπαθε εγκεφαλική παράκρουση και κλείστηκε στο φρενοκομείο, όπου και πέθανε (Κορδάτος Δ’ σελ. 27 σε σημείωση).

Ευθυμιόπουλος ΚωνσταντίνοςΟ Κωνσταντίνος Ευθυμιόπουλος [20] (1828-1885) γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Σπούδασε Νομικά. Το 1856 διορίστηκε δικηγόρος στο Ναύπλιο. Πήρε μέρος στη Ναυπλιακή επανάσταση, κατά την διάρκεια της οποίας διορίστηκε από την επαναστατική επιτροπή δημοτικός αστυνόμος Ναυπλίου. Μετά την έξωση του Όθωνα εξελέγη δήμαρχος Ναυπλίου, πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση, Γεν. Γραμ. του υπουργείου Εσωτερικών. Πέθανε στο Ναύπλιο στις 4 Ιουνίου 1885 στην ακμή της ηλικίας του και στην δράση του πολιτικού βίου. Ήταν δημιουργός και ηγέτης της δημοτικής παράταξης των Αρειμανίων.

Ο Οδυσσέας Ιάλεμος [21] (Γιαλαμάς) ήταν δημοσιογράφος από την Λέσβο. Ο θείος του, Παναγιώτης Ευστρατιάδης, φιλόλογος καθηγητής στο Ναύπλιο, τον πήρε κοντά του και τελείωσε εκεί το Γυμνάσιο. Κατόπιν φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και το 1885, πριν ακόμα ενηλικιωθεί, άρχισε να γράφει στον «Πρωϊνό Κήρυκα», μια προοδευτική εφημερίδα που έβγαινε στην Αθήνα από το 1843-1887, από τις στήλες της οποίας ο Ιάλεμος διεκήρυττε την ανεξαρτησία των ιδεών και φρονημάτων. Γύρω στα 1860 αρθρογραφούσε στο «Μέλλον της Πατρίδος». Ήταν μια πολιτική και φιλολογική εφημερίδα της Αθήνας, όργανο της Χρυσής Νεολαίας, που κυκλοφόρησε από το 1859-1863. Ο Οδυσσέας Ιάλεμος ανεμίχθη στην κατά του Όθωνα δημοσιογραφική και πολιτική κίνηση και γι’ αυτό φυλακίστηκε το 1859 μαζί με τον Αχ. Παράσχο και τον Α. Βυζάντιο.

Όταν ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης εξέδωσε την εφημερίδα «Το Μέλλον της Ανατολής», ο Ιάλεμος συνεργάστηκε με τον αδελφό του Επαμεινώντα τον Λεωνίδα και τον Νικ. Περόγλου. Το καλοκαίρι του 1861 φυλακίστηκαν οι δημοσιογράφοι Γ. Βιτάλης, Κωνστ. Καλαμίδας, Λεωνίδας Βούλγαρης και ο Οδ. Ιάλεμος. Ο Λ. Βούλγαρης είχε επαφές με τους Γαριβαλδινούς της Ιταλίας και με Σέρβους πατριώτες. Στις 2 Φεβρουαρίου έγιναν ομαδικές συλλήψεις, μεταξύ των συλληφθέντων ήταν και ο Ιάλεμος. Στις 17-18 Φεβρουαρίου, επειδή δεν χωρούσαν άλλους κρατούμενους οι φυλακές του Γκαρμπολά, έστειλαν πολλούς στην Κύθνο. Μεταξύ αυτών ήσαν και οι Δημοσθένης Μητσάκης, Νικ. Καλησπέρης, Αγαμέμνων Σκαρβέλης, Οδ. Ιάλεμος κ.α. Μετά το 1866 πήγε στη Νεάπολη ως υποπρόξενος και αφού παραιτήθηκε, εξέδωσε μια εβδομαδιαία εφημερίδα τους «Λαούς». Κατά το έτος 1878-79 ο Οδ. Ιάλεμος είναι πρόεδρος του εν Κωνσταντινουπόλει Φιλολογικού Συλλόγου και αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Κωνσταντινούπολις» και ύστερα της «Θράκης», καθώς και του λογοτεχνικού περιοδικού «Ερμής». Γράφει γι’ αυτόν ο Μιχαήλ Μιχαηλίδης: «Εύσωμος, βραχυλόγος, αγέρωχος και δεινός πολυφάγος. Πρύτανης της αθηναϊκής δημοσιογραφίας. Σημαίνουσα τότε προσωπικότης».[22] Το 1884 είναι στη Θεσσαλονίκη απ’ όπου στέλνει στον δημοσιογράφο Ιω. Αρσένη τις «Αναμνήσεις» του που δημοσιεύτηκαν στην «Ποικίλη Στοά» του 1885. Αγωνίστηκε πολύ για την πνευματική ανάπτυξη του «αλύτρωτου ελληνισμού». Πέθανε στην Αθήνα το 1899. Στη νεκρολογία του ο δημοσιογράφος Θεόδωρος Φλογαΐτης αναφέρθηκε στη φιλοπατρία και αξιοπρέπεια που επέδειξε σε όλη του τη ζωή και στο γεγονός ότι «τον αφήκεν η πολιτεία να αποθάνη υπό της πενίας εν νοσοκομείω».

Δημήτριος Καλλιφρονάς. Αγωνιστής του 1821 και πολιτικός. Ελαιογραφία του Δ. Βογιαζή (Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

Δημήτριος Καλλιφρονάς. Αγωνιστής του 1821 και πολιτικός. Ελαιογραφία του Δ. Βογιαζή (Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

Δημήτριος Καλλιφρονάς [23] (1805-1897) ήταν αγωνιστής του ’21 και πολιτευτής. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 4-2-1805. Ήταν μαθητής όταν εξερράγη η επανάσταση και πήρε μέρος στην πολιορκία της Ακρόπολης υπό τον Φαβιέρο, όπου και ανδραγάθησε. Με την απελευθέρωση έγινε δήμαρχος Αθηναίων. Ήταν δημοκρατικός κι ο πρώτος πολίτης που ζήτησε Συνταγματική Πολιτεία. Ο Όθωνας τον θεωρούσε «ως ένα των επικινδυνοδεστέρων φιλελευθέρων». Ο Καλλιφρονάς ήταν ένας από τους πρωτεργάτες της επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Διακρίθηκε μάλιστα για την ευφυή κατάστρωση του επαναστατικού σχεδίου. Τόση δε μυστικότητα τήρησε, ώστε για να παραπλανήσει την αστυνομία που ήταν επί τα ίχνη του, εκείνο το βράδυ πήγε στο θέατρο όλως αμέριμνος! Μετά την 3η Σεπτεμβρίου εξελέγη πληρεξούσιος στην Συνταγματική Εθνοσυνέλευση. Στις 10-10-1862 έλαβε επίσης ενεργό μέρος στην επανάσταση. Την επομένη 11/10 κατέβηκε στον Πειραιά για να επιδόσει ο ίδιος στον Όθωνα το ψήφισμα της κατάργησης της βασιλείας του. Διετέλεσε βουλευτής, υπουργός και πρόεδρος της Βουλής. Πέθανε στην Αθήνα στις 28-2-1897.

Κανελλόπουλος Φ. Ηλίας

Κανελλόπουλος Φ. Ηλίας

Ο Ηλίας Κανελλόπουλος [24] του Φιλίππου (1843-1894) γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Στενός συγγενής της Παπαλεξοπούλου. Ήταν γιος της αδελφής του Σπύρου Παπαλεξόπουλου της Αικατερίνης. Διαπρεπής αξιωματικός του πολεμικού ναυτικού. Σπούδασε στη Γαλλία. Πρωτοστάτησε στην ίδρυση Σχολής Ναυτικών Δοκίμων. Έγραψε πολλά ναυτικά και αστρονομικά βιβλία. Ήταν νεαρός σπουδαστής όταν πήρε μέρος στην Ναυπλιακή επανάσταση. Ο Ιω. Αρσένης στην Ποικίλη Στοά του 1895, (σελ. 35) γράφει: «…Ο Η. Κανελλόπουλος ενεγράφη εις τα επαναστατικά μητρώα ως στρατιώτης του Πυροβολικού και ηχμαλωτίσθη κατά την μάχην της 1ης Μαρτίου εις Άρειαν, ενεκλείσθη δε ως αιχμάλωτος εις την φρεγάταν «Ελλάδα» τότε «Αμαλίαν», αυτήν ταύτην ην επί μακρόν μετά έτη εκυβέρνησεν ως κυβερνήτης…»! Ο δημοσιογράφος Μάνος Βατάλας γράφει στον «Πυρσό»: «Η ενθουσιώδης ιδιοσυγκρασία του, αλλ’ ασφαλώς και η επ’ αυτού επίδρασις της μετά της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου στενής συγγενείας του, έφεραν αυτόν δρώντα κατά την Ναυπλιακήν επανάστασιν». Πέθανε στις 27-3-1894.

Ο Σοφοκλής Καρύδης [25] ήταν ποιητής και δημοσιογράφος. Ένας απ’ την πλειάδα των δημοσιογράφων που ασκούσαν έντονη αντιοθωνική κριτική. Ο Καρύδης εξέδιδε από το 1860 μέχρι το 1879 μια ημερήσια πολιτική και σατιρική εφημερίδα «ΤΟ ΦΩΣ» που είχε απήχηση στο λαό. Όταν έπεσε ο Όθωνας έβγαλε έκτακτο παράρτημα του ΦΩΤΟΣ που κυκλοφόρησε και σε φυλλάδιο (Γκίνη-Μέξα τμ. 3ος, αριθ. 10905) και ετιτλοφορείτο: «ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΘΝΟΣ – ΕΡΡΕΤΩ Ο ΤΥΡΑΝΝΟΣ» Αθήναι 12 8βρίου 1862. Σοφοκλής Καρύδης – Σωκράτης Α. Γορτύνιος. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, γράφει ο Δημ. Σταμέλος στην εγκυκλοπαίδεια του Χάρη Πάτση, υπήρξαν δύσκολα. Τα οικονομικά του δεν επέτρεπαν την συνέχιση της έκδοσης της εφημερίδας του.

Ο Σοφοκλής Καρύδης πρωτοστάτησε στην εξυγίανση της πολιτικής και κοινωνικής ζωής του τόπου. Πέθανε πάμπτωχος και λησμονημένος. Ο εγγονός του, Σοφοκλής Καρύδης κι αυτός, σ’ ένα γράμμα του προς την Νέα Εστία (τχ. 152 της 15-4-1933 σελ. 444) γράφει: «…Ο Σοφοκλής Καρύδης δεν ζήτησε ποτέ για τον εαυτόν του βοήθημα ή άλλη παροχή από κανένα, αν και οικονομικώς κατεστράφη από την καταδίωξη του Όθωνα, για την πολεμική του εναντίον του και των άλλων ισχυρών της εποχής του, που τους εσατίριζε αλύπητα. Αθήναι 3 Απριλίου 1933. Σ. Καρύδης.» Κι ο Περικλής Κοροβέσης στην «Ελευθεροτυπία» της 6-12-1993 (σελ. 57) γράφει για την προσφορά του Σ.Κ. στο θέατρο: «Ο Σοφοκλής Καρύδης είναι σήμερα εντελώς άγνωστος… Όταν ο Σ.Κ. αγωνιζόταν για την δημιουργία Εθνικού Θεάτρου, μόνος κι έρημος, τα ιταλικά μπουλούκια που κατέκλυζαν την Ελλάδα, για να κάνουν αρπαχτές, έπαιρναν πλουσιοπάροχες επιχορηγήσεις από το κρατικό ταμείο. Πρόσφατα, συνεχίζει ο Κοροβέσης, δόθηκαν δύο παραστάσεις της τρίπρακτης κωμωδίας του «Ο Φλύαρος» τιμητικά για τα εκατό χρόνια από το θάνατο του συγγραφέα. Η πολιτεία, οι θεατρικοί παράγοντες, τα Μ.Μ.Ε. απουσίαζαν. Κανείς δεν τον θυμήθηκε». Ο Σοφ. Καρύδης μας άφησε ακόμα και ένα βιβλίο τους «Βωμούς» ήτοι «Αγώνες και μαρτυρίαι της Κρήτης, Ηπείρου και Θεσσαλίας» 1869.

Ο Θεόδωρος-Φαλέζ Κολοκοτρώνης [26] (1829-1894) ήταν γιος του Γενναίου Κολοκοτρώνη και της Φωτεινής Τζαβέλλα, εγγονός δε του Γέρου του Μωριά. Ο πατέρας του ο Γενναίος που ήταν δεδηλωμένος φιλομοναρχικός και αυλάρχης του Όθωνα, τον προόριζε για το στρατιωτικό στάδιο και αφού τελείωσε την Σχολή Ευελπίδων τον έστειλε στη Γαλλία σε ανώτερη Σχολή πολέμου. «Ούτος επέστρεψεν από την Γαλλίαν αξιωματικός, αλλά και πλήρης φιλελευθέρων κοινωνικοπολιτικών ιδεών τας οποίας εκήρυττε δια του λόγου και του τύπου». Φύσει δε πράος, ευγενής και καλλιεργημένος, παρητήθη από το στράτευμα και αφoσιώθηκε στην δημοσιογραφία, έμεινε δε γνωστός με το δημοσιογραφικό ψευδώνυμο Φαλέζ. Ο Φαλέζ εσύχναζε στα καφενεία «Ωραία Ελλάς» και στου Γιαννόπουλου όπου συγκεντρώνονταν ο φοιτητόκοσμος που πηγαίνει ν’ ακούσει και να προσανατολιστεί προς το αντιοθωνικό ρεύμα. Ήταν η Χρυσή Νεολαία κι ο Φαλέζ με τις νέες ιδέες και το πιπεράτο χιούμορ τους ενθουσίαζε σε πείσμα του πατέρα του.

Κορωναίος Πάνος, φωτογραφία Πέτρος Μωραΐτης.

Κορωναίος Πάνος, φωτογραφία Πέτρος Μωραΐτης.

Ο Πάνος Κορωναίος [27] (1811-1899) γεννήθηκε στην Πόλη από πατέρα Τσιριγώτη και μητέρα Πολίτισσα. Με την κήρυξη της επανάστασης του ’21 η οικογένειά του εκπατρίστηκε κι ήρθε στην Κέρκυρα, όπου ο νεαρός τότε Πάνος φοίτησε στην Ιόνιο Ακαδημία. Σπούδασε στη Σχολή Ευελπίδων. Ήταν μεγάλη στρατιωτική μορφή. Το 1854 πολέμησε απ’ τις γραμμές του γαλλικού στρατού στον Κριμαϊκό πόλεμο και το 1859 πήρε μέρος στην εκστρατεία της Συρίας. Το 1862 πρωτοστάτησε στην Ναυπλιακή επανάσταση όπου τραυματίστηκε στο πόδι. Μετά την αποτυχία του κινήματος φυλακίστηκε στο Ιτς Καλέ. Το 1866 κατέβηκε στην Κρήτη όπου πολέμησε με γενναιότητα στο Αρκάδι. Πολιτεύτηκε στα Κύθηρα, διετέλεσε υπουργός Στρατιωτικών και πέθανε στην Αθήνα στις 17-1-1899.

Μακρυγιάννης Όθων (1833-1901)

Μακρυγιάννης Όθων (1833-1901)

Ο Όθων Μακρυγιάννης [28] του Ιωάννου (1833-1901) ήταν γιος του στρατηγού Μακρυγιάννη. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο την 1-3-1833. Τον βάφτισε ο Όθωνας. Σπούδαζε στη Σχολή Ευελπίδων όταν το 1852 τον απέβαλαν για την αντιοθωνική δράση του πατέρα του. Κατά τα Σκιαδικά, όταν η Χρυσή Νεολαία έκανε την πρώτη της εμφάνιση στο Πεδίον του Άρεως με τα ψάθινα καπέλλα και τις ασπρογάλαζες κορδέλλες, ο Όθων Μακρυγιάννης ήταν απ’ τους πρώτους. Είχε δε μεγάλες συμπάθειες ανάμεσα στους νέους και απ’ τις ταλαιπωρίες και τους κατατρεγμούς του πατέρα του, αλλά γιατί κι ο ίδιος ασκούσε μια γοητεία. Ήταν ο αντιπροσωπευτικός τύπος του ωραίου παλληκαριού και νεαρού επαναστάτη. Μόλις κηρύχθηκε στο Ναύπλιο η επανάσταση, ο Όθωνας διέταξε στην Αθήνα συλλήψεις για να προλάβει γενίκευση της εξέγερσης. Ο Όθων Μακρυγιάννης φυλακίστηκε μαζί μ’ όλους τους αντιοθωνικούς Δεληγιώργη, Καλλιφρονά κ.λπ. Μετά την καταστολή της εξέγερσης ο Όθωνας για να αμβλύνει τα πάθη έδωσε αμνηστεία. Στις 10-10-1862 ο Όθων Μακρυγιάννης έρριξε τον πρώτο πυροβολισμό κι έδωσε το σύνθημα. Από το 1865 αρχίζει ο κοινοβουλευτικός βιος του. Μέχρι το 1896 βγήκε πολλές φορές βουλευτής Αττικής. Πέθανε στις 15-1-1901.

Ο Πέτρος Μαυρομιχάλης [29] (1828-1892) ήταν γιος του Μπεϊζαδέ Αναστασίου και εγγονός του Πετρόμπεη. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και στο Παρίσι. Το 1862 ήταν πρωτοδίκης στο Ναύπλιο. Πρωτοστάτησε στην επανάσταση του Φεβρουαρίου 1862. Ήταν μέλος της επαναστατικής επιτροπής. Μετά την αποτυχία της εξέγερσης αυτοεξορίστηκε με άλλους επαναστάτες –300 περίπου– στη Σμύρνη. Μετά την έξωση του Όθωνα χρημάτισε πληρεξούσιος Εθνοσυνέλευσης, υπουργός Δικαιοσύνης, βουλευτής, Γεν. Γραμματέας υπουργείου Δικαιοσύνης. Πέθανε στην Αθήνα το 1892.

Μητσάκης Δημοσθένης

Μητσάκης Δημοσθένης

Ο Δημοσθένης Μητσάκης [30] ήταν απ’ το Καρλόβασι Σάμου. Δρ. Νομικής. Όταν ήταν φοιτητής ήταν μέλος της Χρυσής Νεολαίας. Πρωτοστάτησε στις μαχητικές φοιτητικές εκδηλώσεις που ξέσπασαν στις 10 Μαΐου 1859 στο Πεδίον του Άρεως και που είναι γνωστές ως «Σκιαδικά» και στη Ναυπλιακή επανάσταση. Τότε συνελήφθη φυλακίστηκε και εξορίστηκε στην Κύθνο. Αργότερα διετέλεσε ανώτερος υπάλληλος του υπουργείου Εξωτερικών. Το 1879 ήταν πρόξενος στην Αιθιοπία και το 1880 στο Σουέζ. Στο «Αττικόν Ημερολόγιον» του 1881 (σελ. 406 κ.επ.) έχει δημοσιεύσει τις «Περιηγήσεις» του. Πέθανε στις 25-5-1890.

Ο Κίτσος Μπότσαρης [31] ήταν γιος του στρατηγού και γερουσιαστή Κωνστ. Μπότσαρη. Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1841. Το 1862 τελείωσε την Σχολή Ευελπίδων και ονομάστηκε ανθυπασπιστής του πεζικού. Πήρε ενεργό μέρος στην Ναυπλιακή επανάσταση. Το 1866 πήρε μέρος σε διάφορες επιχειρήσεις στην Κρήτη. Διετέλεσε καθηγητής της Σχολής υπαξιωματικών. Στον πόλεμο του 1897 ανέλαβε την διοίκηση μιας ταξιαρχίας και συμμετέσχε στην άμυνα της Άρτας και στις επιχειρήσεις στην Ήπειρο στα Πέντε Πηγάδια. Έκτοτε διατελούσε διοικητής της 3ης μεραρχίας μέχρι το 1908 που αποστρατεύτηκε. Πέθανε στην Αθήνα το 1915.

Ο Αριστείδης Οικονόμου [32] (1835-1890) ήταν από τα Καλάβρυτα. Δικηγόρος, δικαστικός, συγγραφέας, οικονομολόγος και πολιτικός. Γύρω στα 1858-60 ήταν πρωτοδίκης στο Ναύπλιο. Κατά την επανάσταση του 1862 βρισκότανε στην Πάτρα, όπου τέθηκε επικεφαλής των επαναστατών και τον ονομάσανε «Εισαγγελέα του Λαού»! Ο Λεωνίδας Μελετόπουλος γράφει ότι «Σαν δικαστικός υπήρξε υπόδειγμα μοναδικό. Ανεπηρέαστος καθόλου, ίστατο εν τω μέσω της κατηγορίας και της υπερασπίσεως, ουδέποτε παρεκκλίνας». Αναφέρει δε τούτο το περιστατικό: Μια μέρα τον παρακάλεσε ο εισαγγελέας να συσκεφτούν πριν από την έναρξη της δίκης. Ο Οικονόμου δείχνοντάς του την πόρτα του απάντησε: στο γραφείο σας κ. εισαγγελεύ, εδώ είναι το δικό μου.

Αριστείδης Οικονόμου (1835-1890)

Αριστείδης Οικονόμου (1835-1890)

Το 1874 ο Χαρ. Τρικούπης εδημοσίευσε στους «Καιρούς» ένα άρθρο με τίτλο «Τις πταίει;» όπου κατέκρινε την πολιτική του στέμματος. Γι’ αυτό το άρθρο ο Τρικούπης προφυλακίστηκε και πέρασε από δίκη. Σ’ αυτή τη δίκη δικαστής ήταν ο Οικονόμου ο οποίος δια του υπερόχου θάρρους του, ανεφάνη περίβλεπτος τύπος ανδρός ακεραίου, αληθής βράχος, επί του οποίου συνετρίβη η τυραννική πολιτική». Μετά την δίκη κλήθηκε σε απολογία. Στην απολογία του έγραψε: «…Ποια είναι η κυρία αιτία ήτις προϋκάλεσε τον δικαστικό τούτον αγώνα είναι γνωστή. Το ακριβές είναι ότι ο υποφαινόμενος έχει την πεποίθησιν ότι αγωνίζεται υπέρ της αληθείας και της δικαστικής ανεξαρτησίας. Είτε διασωθεί είτε καταστραφεί το πολυχρόνιον δικαστικόν στάδιόν του, είναι λεπτομέρειαι δια τας οποίας δεν έχει να τον ελέγξει η συνείδησις αυτού…». Επηκολούθησε δυσμενής μετάθεση. Στη νέα του θέση ουδέποτε πήγε. Ο Αρ. Οικονόμου πολιτεύτηκε στην επαρχία Καλαβρύτων. Το πέρασμά του από τη Βουλή άφησε εποχή, «Διακηρύσσοντας την ίδρυση ενός Λαϊκού Κόμματος στηριγμένου όχι σε προσωποπαγείς αρχές, αλλά σε πρόγραμμα εμπνευσμένο από την ανάγκη της αστικής ευθυγράμμισης της νεοελληνικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής» γράφει ο Τ. Βουρνάς. Ο Λ. Μελετόπουλος τον χαρακτηρίζει: «ρήτορα δεινόν, εξόχως λαϊκόν υποψήφιον, εργάτην και απόστολον νέας κοινωνικής και πολιτικής αναπλάσεως, πρόμαχον ελευθέρων ιδεών, σπουδαίον αναμορφωτήν, έντιμον ασυμβίβαστον εις τας αρχάς του, άτεγκτον – εάν ήθελε, γράφει, να γίνη υπουργός, θα εγίνετο. Φιλοδόξησε να καταρτίση ίδιον δημοκρατικών κόμμα και να διαδραματίση πρόσωπον εν τη πολιτική ζωή, εάν τον συνέτρεχον αι περιστάσεις, πλην εγεννήθη προ του καιρού του. Κύριος οίδε τί ήθελε συμβή εάν έζη με την πρόοδον των νεωτέρων ιδεών και την έξαψιν του Λαού, εν δεδομένη τινί περιστάσει. Το απρόοπτον είναι και θλιβερόν».

Για τον Οικονόμου, σύζυγο της αδελφής του, γράφει ο Βικέλας: «Αι λαϊκαί του ιδέαι, βαθμηδόν διαμορφωθείσαι εξεδηλώθησαν βραδύτερον. (…) Έλεγεν ότι είναι συνταγματικός, αλλά η συνταγματικότης του εφαίνετο πολύ αποκλίνουσα προς δημοκρατικότητα. Η ανάγνωσις των αρχαίων συγγραφέων και η ενδελεχής μελέτη των συμβάντων της Γαλλικής Επαναστάσεως συνετέλουν προς ανάπτυξιν των εις άκρον φιλελευθέρων φρονημάτων του. Στηρίζων την πολιτικήν του δύναμιν εις τα λαϊκά στρώματα, εξήσκει επ’ αυτών την βαθμηδόν αυξάνουσα επιρροήν του. Ηγάπα ειλικρινώς τον λαόν, είχε δε όλα τα προσόντα δια να γίνεται δημοφιλής. Ελκυστικός τους τρόπους, απλούς την συμπεριφοράν, πειστικός, εύγλωττος, ήρχετο ευκόλως εις επαφήν με τας εργατικάς τάξεις, επεδίωκε δε και επετύγχανε την οργάνωσιν σωματείων και συνδέσμων. Δε με βοηθεί η μνήμη προς απαρίθμησιν όσων συνδέσμων λαϊκών εθεμελίωσε».  [33] Πέθανε στις 11-4-1890 στην Αθήνα σε ηλικία 55 μόλις ετών.

Ο Ιωάννης Παπαζαφειρόπουλος [34] (1829-1879) γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και την Λειψία. Το 1862 ήταν δικηγόρος στο Ναύπλιο. Φανατικός αντιμοναρχικός, πήρε μέρος στην Ναυπλιακή επανάσταση. Μέλος της προσωρινής Επιτροπής προς τήρησιν της τάξεως. Και μετά μέλος της επαναστατικής Επιτροπής.[35] Μετά την αποτυχία της επανάστασης εκπατρίστηκε. Επανήλθε μετά την έξωση του Όθωνα και πολιτεύτηκε. Στην κυβέρνηση Βάλβη (11-2-1863) έγινε υπουργός Δικαιοσύνης και πάλι το 1871.

Παράσχος Αχιλλέας (1838 -1895)

Παράσχος Αχιλλέας (1838 -1895)

Ο Αχιλλεύς Παράσχος [36] (1838-1895) ήταν ποιητής. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Το πορτραίτο του σκιαγραφεί ο Ταγκόπουλος με τούτα τα λόγια: «Ευθυτενής, ωραίος, επιβλητικός. Το ντύσιμό του πάντοτε επίσημο με ψηλό καπέλλο και με γούνα βαρύτιμη που την είχε φέρει απ’ την Οντέσσα όταν ήταν πρόξενος. Τον πρωτοείδα σε μια διάλεξή του στον «Παρνασσό» με ολόμαυρα από τα μαλλιά του και το μούσι του ίσαμε τις μύτες των παπουτσιών του. Μόνο το πουκάμισό του ήταν κάτασπρο και το χαμόγελό του…». Ποιητής πληθωρικός, χειμαρρώδης θα έλεγε κανείς, με αχαλίνωτη φαντασία, υμνούσε την πατρίδα και την ελευθερία, ενώ αντίθετα χτυπούσε την τυραννία, ειρωνεύονταν τους αυλοκόλακες και κεντούσε πικρόχολα τον Όθωνα και γενικά την μοναρχία. Η Αντιβασιλεία δεν πήρε κανένα προστατευτικό μέτρο για τους παλιούς αγωνιστές του ’21. Οι περισσότεροι άστεγοι και άνεργοι κατήντησαν ζητιάνοι. Ο Αχ. Παράσχος γράφει χαρακτηριστικά:

 

«Ένα το γένος τούριχνε μαύρου ψωμιού κομμάτι,

καθώς πετούν λίγο ψωμί και σε ζητιάνο ακόμα…

Το έτρωγε πλην τόβρεχε του γέροντα το μάτι

με δάκρυ απαρηγόρητο…».

 

Ο Αχ. Παράσχος ανεμίχθη στην πολιτική κίνηση της «Χρυσής Νεολαίας». Κατηγορήθηκε για αντιοθωνική δράση και φυλακίστηκε στον Μεντρεσέ, τότε φυλακή του Ναυπλίου, όπου έγραψε το ποίημα «Στον πλάτανο του Μεντρεσέ». Η επανάσταση του 1862 τον βρήκε γεμάτο ενθουσιασμό στην πρώτη γραμμή. Ο Κορδάτος (Δ. σελ. 88-89) γράφει: «Την νύχτα της 11ης Οκτωβρίου την κατάσταση την έσωσε η νεολαία. Κατά τα μεσάνυχτα στο σπίτι του Όθωνα Ι. Μακρυγιάννη μαζεύτηκαν από την νεολαία ο Οδ. Ιάλεμος, ο Γλαράκης, ο Αχ. Παράσχος, ο Κλεομένης, ο Γεννάδιος, ο Σαράβας. Αφού εξέτασαν την κατάσταση πήραν την απόφαση να βγουν στους δρόμους ζητωκραυγάζοντας: Ζήτω η Ελευθερία». Όταν όμως έφτασαν στο καφενείο «Η Ωραία Ελλάς» βρήκαν μπροστά τους τον αστυνόμο Μπουλούκο που περιπολούσε με πολλούς χωροφύλακες. Πέσανε μερικές ντουφεκιές, αλλά οι νέοι αντί να διαλυθούν τράβηξαν προς το Μεταξουργείο. Εκεί βρήκαν τον Καλλιφρονά με κάμποσους επαναστάτες και άρχισαν να κραυγάζουν Ζήτω το Έθνος! Ζήτω η Ελευθερία! Ανάμεσα ακούγονταν και ζητωκραυγές για την Δημοκρατία! Ο Παράσχος, συνεχίζει ο Κορδάτος (Δ’ σελ. 654), με τα τραγούδια του συγκινούσε τους νέους, γνώρισε δόξες, αλλά δεν ξέφυγε από την μοίρα των αγωνιστών. Στα τελευταία χρόνια της ζωή του η ανέχεια και η φτώχεια τον βύθισαν στη δυστυχία. Πέθανε εξόριστος στις 26-1-1895.

Γεώργιος Πετιμεζάς

Γεώργιος Πετιμεζάς

Ο Γεώργιος Πετιμεζάς [37] του Αντωνίου ήταν από τα Καλάβρυτα. Ο πατέρας του και ο μεγαλύτερος αδελφός του Σωτήρης έπεσαν το 1823 στη μάχη των Βασιλικών Κορίνθου μαζί με άλλα τρία ξαδέλφια του. Σπούδασε Νομικά στο Μόναχο. Το 1836 μπήκε στο δικαστικό κλάδο, όπου διακρίθηκε για το ήθος του και την ευθυκρισία του. Τον Φλεβάρη του 1862 ήταν εφέτης στο Ναύπλιο. Πήρε ενεργό μέρος στην εξέγερση. Λέγεται μάλιστα ότι αυτός ήταν ο δημιουργός της ιδέας της εξέγερσης. Ήταν μέλος της Επιτροπής Ασφαλείας της επανάστασης, δηλαδή της κυβέρνησής της. Ο Γ. Πετιμεζάς πήρε μέρος και στην επανάσταση του Οκτώβρη του ’62. Μετά έγινε αρχηγός της Εθνοφυλακής και εισαγγελεύς Εφετών. Πέθανε στις 4-2-1884.

Ηλίας Ποταμιάνος

Ηλίας Ποταμιάνος

Ο Ηλίας Ε. Ποταμιάνος [38] (1844-1911). Ο πατέρας του Ευάγγελος Ποταμιάνος κατήγετο από την Κεφαλονιά κι ήταν πλοίαρχος στον επικουρικό στόλο της Αγγλίας κατά τους Ναπολεοντίους πολέμους μέχρι το 1815. Αργότερα ως Φιλικός κατέβηκε στην Ελλάδα, πολέμησε και επί Καποδίστρια έγινε διευθυντής της Αστυνομίας. Ο Ηλίας Ε. Ποταμιάνος γεννήθηκε στο Ναύπλιο, εκεί σπούδασε τα εγκύκλια μαθήματα, κατά δε την Ναυπλιακή επανάσταση, έφηβος μόλις, έλαβε ενεργό μέρος. Στην Αθήνα δημοσιογραφούσε στην εφημερίδα «ΑΥΓΗ» ήταν φίλος και συνεργάτης του Επαμεινώντα Δεληγιώργη. Το 1872 όταν συνήλθε στην Κων/πολη Σύνοδος για το βουλγαρικό σχήμα, ο Ηλίας Ποταμιάνος εστάλη με εμπιστευτική αποστολή. Στο Ναύπλιο έβαλε υποψηφιότητα βουλευτή και εξελέγη το 1881, 1891 και το 1892. Ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου. Στη Βουλή ήταν δεινός ρήτορας. Διετέλεσε ακόμα καθηγητής στη Σχολή Ευελπίδων κατά τα έτη 1870-73. Πέθανε το 1911.

Θεόδωρος Φλογαΐτης

Θεόδωρος Φλογαΐτης

Ο Θεόδωρος Φλογαΐτης [39] του Νικολάου (1848-1905) ήταν νομομαθής, πολιτικός και δημοσιογράφος. Ο πατέρας του νομομαθής, γλωσσομαθής, αγωνιστής του ’21. Ο Θ. Φλογαΐτης γεννήθηκε στο Ναύπλιο κι εκεί πέρασε τα νεανικά του χρόνια. «Δεν είχε ακόμα ενηλικιωθεί όταν αγωνιζόταν με τ’ όπλο στο χέρι και με την πέννα από τις στήλες του «Συνταγματικού Έλληνα» όπου διερμήνευε τις αρχές της επανάστασης του 1862. Όταν επολιορκείτο το Ναύπλιο από τις κυβερνητικές δυνάμεις, γράφει η Ιστορία του Ελλ. Έθνους, το ηθικό των επαναστατών ήταν ακμαίο. Πολύ συντελούσαν σ’ αυτό τα άρθρα που δημοσιεύονταν στην εφημερίδα «Συνταγματικός Έλλην» που είχε διευθυντή τον Θ. Φλογαΐτη, καθώς και οι φλογεροί λόγοι του πρωτοδίκη Π. Μαυρομιχάλη, που παρακινούσαν το λαό να συνεχίσει την άμυνα με όλη του τη δύναμη. Όπως γράφει και ο Τάσος Γούναρης, η εφημερίδα αυτή «γραφόταν με την καρδιά». Μετά την μεταπολίτευση πήρε πτυχίο Νομικής και για ένα χρονικό διάστημα ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου στην Χαλκίδα. Έγινε υφηγητής του Συνταγματικού Δικαίου και ήρθε κι εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, αλλά πολιτεύονταν στη Χαλκίδα. Το 1879 εξελέγη βουλευτής Χαλκίδας. Ήταν πολιτικός αντίπαλος του Κουμουνδούρου. Το 1890 εξελέγη βουλευτής Ευβοίας. Ο Φλογαΐτης αρθρογραφούσε. Με την πέννα του υπερασπίζονταν την ελευθερία του «προσώπου», της θρησκευτικής συνείδησης και του πολιτικού φρονήματος. Σ’ άλλο άρθρο του που το έγραψε τον Αύγουστο του 1900, αλλά δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του στην Ποικίλη Στοά του 1912 (σελ. 143-5) γράφει για «Το καθήκον της Ελληνικής Πολιτείας προς τας εργατικάς τάξεις». Επί Τρικούπη εξελέγη μέλος της επί του προϋπολογισμού επιτροπής. Ο Φλογαΐτης «δια πολυφύλλου εκθέσεως κατεδείκνυε το βάραθρον προς ο εφερόμεθα, προϊδών και προϊπών την επικειμένην χρεωκοπίαν». Επροτάθη για καθηγητής Πανεπιστημίου αλλά αυτός προτίμησε την δημοσιογραφία.

7.  Εκτός από την πτώση του Όθωνα, η Ναυπλιακή Επανάσταση είχε και επιπτώσεις στα δημοτικά πράγματα του Ναυπλίου για πολλά χρόνια. Όπως αναφέρει ο Θ. Δημόπουλος στην Ιστορία του Ναυπλίου σχηματίστηκε μια δημοτική παράταξη, η λεγομένη των Αρειμανίων, η οποία κυριάρχησε συντριπτικά στο Δήμο Ναυπλιέων τουλάχιστον για 20 χρόνια. Αντίπαλή τους, πιο συντηρητική, ήταν η παράταξη των Νοικοκυραίων. [40] Την εκκαθάριση των επαναστατών στο Δημοτικό Συμβούλιο με την κατάληψη της πόλης από τα βασιλικά στρατεύματα του Στρατηγού Χαν, ακολούθησε η εγκαθίδρυση νέου Δημοτικού Συμβουλίου μετά την έξοδο του Όθωνα. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι μεγάλες καταστροφές που προξένησαν οι άτακτοι που ακολουθούσαν τον τακτικό στρατό, κυρίως στην Πρόνοια και τα περίχωρα της πόλης, δεν έλαβαν ουδέποτε αποζημίωση. [41] Αμέσως μετά την αναχώρησή του, ο διορισμένος Δήμαρχος – Γ. Ιατρός, έδωσε τη θέση του στο δικηγόρο Κωνσταντίνο Κ. Ευθυμιόπουλο (1828-1885), που είναι και ο πρώτος Δήμαρχος της παράταξης των Αρειμανίων, ο οποίος υπήρξε και πολλές φορές Βουλευτής, Αντιπρόεδρος της Βουλής και Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών. Για το κόμμα των Αρειμανίων, ο Δημόπουλος αναφέρει ότι «ήταν κόμμα πανίσχυρον, κόμμα λαϊκών αρχών, το οποίο εξεπροσώπη την ιδέαν της επαναστάσεως, όχι μόνο δια της αλλαγής του καθεστώτος αλλά και δια μιας περισσότερο μεγάλης και πλήρους μεταβολής εις τας ψυχάς και τας πεποιθήσεις των οπαδών του». «Κάτω τα τζάκια!…», εφώναζαν οι Αρειμάνιοι. Αγωνίζονταν εναντίον του «αριστοκρατικού αρχοντολογίου». Εκπρόσωπος αυτού του νέου κόμματος, όπως είπαμε, σε ηλικία μόλις 28 ετών, ήταν ο Κωνσταντίνος Ευθυμιόπουλος. Ο Δημόπουλος λέει ότι από τον Οκτώβριο του 1862 μέχρι το 1865 ο Ευθυμιόπουλος και οι Αρειμάνιοί τους δεν ήταν απλώς δημοφιλείς, αλλά «δικτάτορες του τόπου». Η μάχη αυτή μεταξύ των δύο δημοτικών κομμάτων διήρκεσε 23 χρόνια, με Δήμαρχο μετά τον Ευθυμιόπουλο, τον γιατρό Επαμεινώνδα Κωτσονόπουλο, για δύο τετραετίες. Οι Αρειμάνιοι έχασαν το αξίωμα του Δημάρχου το 1879 με την αποτυχία του υποψηφίου τους Κωτσονόπουλου, τον οποίον όμως επανεξέλεξαν το 1883, αλλά ο Κ. Ευθυμιόπουλος ηττήθηκε στις Βουλευτικές Εκλογές του 1881 και κατόπιν το 1885. Οι εναπομείναντες Αρειμάνιοι προσχώρησαν στο κόμμα των αδελφών Φαρμακοπούλων. Σημειωτέον ότι ο δικηγόρος Κ. Φαρμακόπουλος είχε ήδη συμμετάσχει στη Ναυπλιακή Επανάσταση. [42] Ο Αλέξανδρος Αντωνόπουλος, ο Ηλίας Ποταμιάνος (που είχε συμμετάσχει στη Ναυπλιακή Επανάσταση) και οι αδελφοί Φαρμακόπουλοι (Τάκης Φαρμακόπουλος, δικηγόρος και Θεόδωρος Φαρμακόπουλος, ιατρός) κυριάρχησαν στην πολιτική σκηνή του Ναυπλίου για 40 χρόνια, από το 1882 μέχρι το 1922.

Μπορούμε να συμπεράνουμε λοιπόν ότι οι επίγονοι της Ναυπλιακής Επανάστασης στη Δημοτική Αρχή του Ναυπλίου κυριάρχησαν για πάνω από 60 χρόνια. Το έμβλημά τους ήταν το στάχυ και το τσεμπέρι, που μετά το θάνατο του Ευθυμιόπουλου υιοθέτησε το κόμμα των αδελφών Φαρμακοπούλων.

8. Συμπερασματικά, οι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης, αντιαυταρχικές, αντιμοναρχικές, υπέρ των πολιτικών και ατομικών ελευθεριών κυριάρχησαν όχι μόνο κατά τη Ναυπλιακή Επανάσταση όπου διακηρύχθηκαν (ας θυμηθούμε τη συμβολική καύση στην πυρά της λαιμητόμου, που έγινε στην Πλατεία Τριών Ναυάρχων του Ναυπλίου), αλλά και κατόπιν, για μακρύ χρονικό διάστημα.

Είναι αλήθεια ότι οι επαναστάτες δεν έθεσαν θέμα καταργήσεως του θεσμού της βασιλείας, παρόλο που πολλοί απ’ αυτούς ήταν δημοκρατικοί. Αλλά το αίμα που χύθηκε κατ’ αυτήν, μετέφερε στο λαϊκό υποσυνείδητο τις ιδέες ισοπολιτείας, ελευθερίας και ατομικών ελευθεριών. Δεν είναι τυχαίο ότι η συντηρητική κατεύθυνση της ελληνικής κοινωνίας μέχρι την άφιξη του Ελευθερίου Βενιζέλου, έριξε στη λήθη τη Ναυπλιακή Επανάσταση, ακόμα και μέσα στο ίδιο το Ναύπλιο. Ο εορτασμός λοιπόν στο Ναύπλιο των 150 χρόνων, το 2012 με ομιλίες, πολυπληθές επιστημονικό συμπόσιο και άλλες εκδηλώσεις από τα σημαντικά γεγονότα εκείνα για τη δημοκρατική ζωή της χώρας, μας επέτρεψε σήμερα να την ξαναθυμηθούμε, να μελετήσουμε τα επιτεύγματά της και να την τιμήσουμε όπως της αξίζει. Ήταν ένα επίτευγμα λαού και Στρατού και ο δεύτερος μπορεί εξίσου να την εγγράψει στο δημοκρατικό ενεργητικό του. Μακάρι το παράδειγμά της να γίνει ευρύτερα γνωστό και πάλι στο πανελλήνιο και να εμπνεύσει τις νεότερες γενιές.

 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

  

Γιώργος Ρούβαλης

Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Eric Hobsbawm, The Age of Revolution: Europe 1789-1848, Abacus, 1962

[2] Δ. Βικέλας, Η ζωή μου, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Εν Αθήναις, 1908, σελ. 85-86

[3] Δ. Βικέλας, Op.cit., σελ. 226.

[4] Χρήστος Φωτόπουλος, Αντιστράτηγος ε.α., Ένας Μακεδόνας Ήρωας, Υπολοχαγός Πυροβολικού Αλέξανδρος Γ. Πραΐδης (Η Σταδιοδρομία και η Δράση του), Στρατιωτική Επιθεώρηση, τευχ. 4, Ιουλίου – Αυγούστου 1996, σελ. 9-31.

[5] Κούλα Ξηραδάκη, Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, 1809-1898, Η Γυναίκα που Κλόνισε το Θρόνο του Όθωνα, Εκδόσεις Φιλιππότη, Γ’ Έκδοση, Αθήνα 1998, σελ. 210.

[6] Βλέπε πίνακα σε παράρτημα.

[7] Κούλα Ξηραδάκη, Op.cit., σελ. 199-200.

[8] Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Larousse-Britanica, τόμος 46, 2007, σελ. 221-222.

[9] Op.cit., τόμος 16, 2007, σελ. 450-451.

[10] Τάσου Γούναρη, Η Ναυπλιακή Επανάσταση, 1 Φεβρουαρίου – 8 Απριλίου 1862, Β’ Έκδοση, Αθήνα 2010, σελ. 91-94.

[11] Κούλα Ξηραδάκη, Op.cit., σελ. 181-182.

[12] Op.cit., σελ. 183.

[13] Op.cit., σελ. 183-184.

[14] Op.cit., σελ. 184-185. Η παραπομπή είναι από την Ποικίλη Στοά, 1912, σελ. 617-18.

[15] Op.cit., σελ. 185-186.

[16] Op.cit., σελ. 186.

[17]Ibid., σελ. 186-187.

[18] Ibid.,., σελ. 188.

[19] Ibid., σελ. 188-189.

[20] Κούλα Ξηραδάκη, Op.cit., σελ. 189.

[21] Op.cit., σελ. 190-191.

[22] Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου, 1784-1974, επιμέλεια Λουκία Δρούλια – Γιούλα Κουτσοπανάγου, τόμος Β’, Ινστιτούτο Ελληνικών Ερευνών – Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα, 2008, σελ. 442. Λήμμα του Κώστα Γ. Μίσσιου.

[23] Κούλα Ξηραδάκη, Op.cit., σελ. 191-193.

[24] Ibid., σελ. 193-194.

[25] Ibid., σελ. 194-195.

[26] Κούλα Ξηραδάκη, Op.cit., σελ. 195-196.

[27] Ibid., σελ. 196.

[28] Ibid., σελ. 197-199.

[29] Ibid., σελ. 200.

[30] Στο ίδιο, σελ. 200-201.

[31] Κ.Ξ., σελ. 201.

[32] Στο ίδιο, σελ. 202-204.

[33] Δ. Βικέλας, Op.cit., σελ. 378.

[34] Κούλα Ξηραδάκη, Op.cit., σελ. 204.

[35] Για την ενεργό συμμετοχή των δικηγόρων του Ναυπλίου στη Ναυπλιακή επανάσταση, βλ. την αντίστοιχη ανακοίνωση του Τάσου Γούναρη στο Συμπόσιο για τα 150 χρόνια της Ναυπλιακής επανάστασης, Ναύπλιο, Οκτώβριος 2012.

[36] Κούλα Ξηραδάκη, Op.cit., σελ. 204-207.

[37] Ibid., σελ. 207-208.

[38] O.π., σελ. 209-210.

[39] Ο.π., σελ. 210-212.

[40] Θεοδόση Δημόπουλου, Ιστορία του Ναυπλίου, Εισαγωγή-επιμέλεια Γιώργος Ρούβαλης, Τόμος Β’, 2010, σελ. 228-231.

[41] Ibid., Τόμος Β’, 2010, σελ. 186-188.

[42] Τα συμβάντα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως της 1ης Φεβρουαρίου 1862, Υφ’ ενός Ναυπλιέως, Εν Αθήναις 1862, σελ. 47.

 

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» – Εκπαιδευτικά Προγράμματα 2014- 2015


 

Η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» εδώ και δεκαπέντε χρόνια πραγματοποιεί Εκπαιδευτικά Προγράμματα – Δραστηριότητες, που απευθύνονται σε μαθητές όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης, οι οποίοι πραγματοποιούν εκπαιδευτικές επισκέψεις στα πλαίσια υλοποίησης Προγραμμάτων Σχολικών Δραστηριοτήτων, Ερευνητικών Εργασιών (project) ή και απλών Εκπαιδευτικών Περιπάτων.

Τα Εκπαιδευτικά μας Προγράμματα απευθύνονται σε μικρές ομάδες μαθητών (25 ατόμων) και έχουν διάρκεια μιάμιση ώρα. Μπορούν να διαμορφωθούν ανάλογα με τους σκοπούς και τους στόχους των ομάδων μαθητών και πραγματοποιούνται είτε στο χώρο της Βιβλιοθήκης, είτε με περιηγήσεις στην παλιά πόλη του Ναυπλίου και στα κάστρα. Η συμμετοχή είναι ελεύθερη, αφού για την πραγματοποίηση τους, η Βιβλιοθήκη στηρίζεται στην εθελοντική προσφορά σημαντικών φορέων και ανθρώπων της πόλης μας.

Τα θέματα που διαπραγματεύονται αφορούν την Τοπική Ιστορία, τη Βιβλιοθηκονομία, την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση, τη Συγγραφή και την Αφήγηση παραμυθιών, τη χρήση του Διαδικτύου, τις Εξαρτήσεις και τη σχολική ζωή γενικότερα.

 

Αναλυτικά τα Προγράμματα πραγματοποιούνται υπό τον συντονισμό της Βιβλιοθήκης και είναι τα παρακάτω:

 

  • Ο κόσμος της Βιβλιοθήκης και η ηλεκτρονική βιβλιοθήκη

Νηπιαγωγείο, Δημοτικό, Γυμνάσιο

Γνωριμία με τη Βιβλιοθήκη, εξοικείωση με τους χώρους και τις λειτουργίες της: ταξινόμηση, βιβλιογραφία, αναζήτηση πληροφοριών σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή κ.ά.

(Εκπονείται από την κ. Βασιλική Σταματοπούλου, δασκάλα, σε συνεργασία με το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών – Πανεπιστήμιο Harvard)

 

  • Ο ρόλος της ενδυμασίας και της μόδας στη ζωή μας

Ε΄, ΣΤ΄ Δημοτικού, Γυμνάσιο

Οι αλλαγές που πραγματοποιούνται στην ενδυμασία με το πέρασμα των χρόνων και από τόπο σε τόπο.

(Εκπονείται από την κ. Βασιλική Τσεκρέκου, Φιλόλογο)

 

  • Ό,τι ξέρεις ξέρω, ό,τι παίζεις παίζω, τι φοβάσαι κι αν διαφέρω!

Νηπιαγωγείο, Α΄, Β΄, Γ΄ Δημοτικού

Η αφήγηση παραμυθιών και το θεατρικό παιχνίδι προσφέρουν στα παιδιά ευκαιρίες επικοινωνίας, ευαισθητοποίησης και δημιουργικής έκφρασης μέσω των συναισθημάτων τους.

(Εκπονείται από τις Παραμυθούδες του Ναυπλίου)

 

  • Το φαινόμενο της ενδοσχολικής βίας – bullying

Ε΄, ΣΤ΄ Δημοτικού, Γυμνάσιο, Λύκειο

Παρουσιάζονται οι μορφές, τα χαρακτηριστικά των εμπλεκομένων, τα αίτια, οι συνέπειες και τα μέτρα πρόληψης και αντιμετώπισής του, με στόχο την ευαισθητοποίηση των μαθητών και τον περιορισμό του προβλήματος.

(Εκπονείται από την κ. Βασιλική Τσεκρέκου, Φιλόλογο)

 

  • Η ιστορία της Ελληνικής Αλφαβήτου

Δημοτικό, Γυμνάσιο

Η καταγωγή-προέλευση και η ιστορία της ελληνικής αλφαβήτου.

(Εκπονείται από τον κ. Δημήτρη Παπαδριανό, Φιλόλογο)

 

  • Μαθαίνω να αντιστέκομαι… μπορώ να επιλέγω

Γυμνάσιο, Λύκειο

Η ανάγκη των εφήβων για την παρέα των συνομήλικων, η πίεση που δέχονται από αυτήν και οι τρόποι με τους οποίους καταλήγουν στις αποφάσεις τους.

(Εκπονείται από το Κέντρο Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας Π.Ε. Αργολίδας «Ελπίδα Ζωής»)

 

  • Πώς γεννιέται ένα βιβλίο – Από το συγγραφέα στη βιβλιοθήκη

Δ΄,Ε΄,ΣΤ΄ Δημοτικού

Η ανάλυση της πορείας από τη γέννηση του βιβλίου έως τη στιγμή που φτάνει στα χέρια των παιδιών.

(Εκπονείται από την κ. Ιωάννα Κυρίτση – Τζιώτη, Συγγραφέα)

 

  • Προστασία του Θαλάσσιου Περιβάλλοντος

Δ΄,Ε΄,ΣΤ΄ Δημοτικού

Οι ανάγκες του θαλάσσιου περιβάλλοντος καθώς και οι τρόποι προστασίας και φροντίδας του.

(Εκπονείται από το Λιμεναρχείο Ναυπλίου)

 

  • Εx libris

Γυμνάσιο, Λύκειο

Η εικαστική προσέγγιση των μικρών αισθητικών στοιχείων-εκτυπώσεων που δηλώνουν την ιδιοκτησία των βιβλίων. “Ex libris” σχεδιασμός και σύγχρονη γραφική τέχνη.

(Εκπονείται από την κ. Έλενα Κομνηνού, Εικαστικό)

 

  • Ψυχαγωγία και Μουσική (αρχαία ελληνική μουσική)

Ε΄,ΣΤ΄ Δημοτικού, Γυμνάσιο, Λύκειο

Ο ρόλος της μουσικής έκφρασης στην ψυχοσωματική λειτουργία, την ανάπτυξη και την υγεία του ανθρώπου.

(Εκπονείται από τον κ. Δημήτρη Παπαδριανό, Φιλόλογο)

 

  • Σερφάρω… ασφαλώς!

Ε΄,ΣΤ΄ Δημοτικού, Γυμνάσιο, Λύκειο

Για την ανάπτυξη κουλτούρας ασφάλειας και προστασίας των προσωπικών δεδομένων στη χρήση του Διαδικτύου.

(Εκπονείται από τον κ. Βαγγέλη Γιώτα, Πληροφορικό)

 

  • Η επίδραση του Γεωφυσικού παράγοντα στην εξέλιξη της πόλης του Ναυπλίου

Γυμνάσιο, Λύκειο

Από την Αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εποχή, με έμφαση στην Επαναστατική και Καποδιστριακή περίοδο.

(Εκπονείται από την κ. Μαρία Δοντά, Φιλόλογο)

 

  • Αειφορική διαχείριση της παλιάς πόλης του Ναυπλίου: Πόσο εφικτός είναι ένας τέτοιος στόχος;

Γυμνάσιο, Λύκειο

Τουρισμός και αειφορική ανάπτυξη, φέρουσα ικανότητα ενός ιστορικού χώρου. Χρήσεις και παρεμβάσεις σε διατηρητέα κτίρια.

(Εκπονείται από την κ. Μαρία Δοντά, Φιλόλογο)

 

α) Οικιστική Πολιτική – Νεοκλασικισμός

β) Κοινωνική Πολιτική – Εκπαίδευση

γ) Πολιτική ανασυγκρότηση ΝΕ κράτους            

δ) Η δολοφονία του – Η πορεία από το Κυβερνείο μέχρι τον Άγιο Σπυρίδωνα το πρωί της Κυριακής 27ης Σεπτεμβρίου 1831

Γυμνάσιο, Λύκειο

(Εκπονείται από την κ. Μαρία Δοντά, Φιλόλογο)

 

  • Ο Όθωνας και η Αντιβασιλεία στο Ναύπλιο. Δίκη Κολοκοτρώνη

Γυμνάσιο, Λύκειο

(Εκπονείται από την κ. Μαρία Δοντά, Φιλόλογο)

 

  • Τα ενετικά και τούρκικα κτίρια της πόλης του Ναυπλίου

Γυμνάσιο, Λύκειο

Η διαδρομή περιλαμβάνει το Μουσείο, το Βουλευτικό, τις Φυλακές Λεονάρδου, τη Φραγκόκλησσα, τις Οθωμανικές κρήνες κ.λπ.

(Εκπονείται από την κ. Μαρία Δοντά, Φιλόλογο)

 

Γυμνάσιο, Λύκειο

Παρουσιάζονται οι πλατείες και οι εκκλησίες της παλιάς πόλης του Ναυπλίου: Αγία Σοφία 1100 μ.Χ., Άγιος Γεώργιος – Παναγία 1540 μ.Χ, Άγιος Σπυρίδων 1702, μ.Χ, Άγιος Νικόλαος 1713 μ.Χ.

(Εκπονείται από την κ. Μαρία Δοντά, Φιλόλογο)

 

Γυμνάσιο, Λύκειο

Υγεία και περίθαλψη κατά την Επαναστατική και Καποδιστριακή περίοδο

(Εκπονείται από την κ. Μαρία Δοντά, Φιλόλογο)

 

  • Το Ναύπλιο μέσα από τη Βαβυλωνία του Δημητρίου Βυζάντιου

Γυμνάσιο, Λύκειο

Γνωριμία με το Ναύπλιο του 1827, μέσα από το κλασικό θεατρικό έργο

(Εκπονείται από την κ. Μαρία Δοντά, Φιλόλογο)

 

  • Το φρουριακό συγκρότημα της Ακροναυπλίας

Γυμνάσιο, Λύκειο

Βυζαντινό, Φράγκικο, Ενετικό κάστρο

(Εκπονείται από την κ. Μαρία Δοντά, Φιλόλογο)

 

Γυμνάσιο, Λύκειο

Η οχυρωματική τέχνη την εποχή της Αναγέννησης

(Εκπονείται από την κ. Μαρία Δοντά, Φιλόλογο)

Υπεύθυνοι εκπαιδευτικών προγραμμάτων:

Βασιλική Σταματοπούλου

Γιώργος Μπερμπατιώτης.

Πληροφορίες: 27520 27256

Τα Προγράμματα και το σχετικό έντυπο αίτησης συμμετοχής μπορείτε να τα βρείτε και στην ιστοσελίδα http://vivlnafpl.arg.sch.gr της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης».

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »