Posts Tagged ‘Ιστορία’
Πρoστατευμένο: Ο Ιστοριογράφος Μιχαήλ Οικονόμου. Ιωάννα Γιανναροπούλου. Γορτυνιακά, τόμος Β, Αθήναι, 1978.
Posted in Πρόσωπα & γεγονότα του΄21, Ψηφιακές Συλλογές, tagged 1821, Argolikos Arghival Library History and Culture, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Γορτυνιακά, Δημητσάνα, Επανάσταση 21, Ιστορία, Μιχαήλ Οικονόμου, Ψηφιακά Βιβλία, Ψηφιακές Συλλογές on 12 Μαΐου, 2012|
Πρoστατευμένο: Εισβολή του Ιμπραήμ εις Γορτυνίαν (Ιούλιος 1825). Κωνσταντίνος Λ. Κοτσώνης. Γορτυνιακά, τόμος Β, Αθήναι, 1978. Εκδόσεις της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Σχολής Δημητσάνης.
Posted in Πρόσωπα & γεγονότα του΄21, Ψηφιακές Συλλογές, tagged 1821, Argolikos Arghival Library History and Culture, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιβλία, Βιβλίο, Γορτυνιακά, Δημητσάνα, Επανάσταση 21, Ιστορία, Ιμπραήμ, Πελοπόννησος, Ψηφιακά Βιβλία, Ψηφιακές Συλλογές on 11 Μαΐου, 2012|
Πρoστατευμένο: Η Πυριτιδοποιία της Δημητσάνης και η συμβολή της εις την Επανάστασιν του 1821. Β. Χαραλαμπόπουλος. Γορτυνιακά, τόμος Β, Αθήναι, 1978. Εκδόσεις της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Σχολής Δημητσάνης.
Posted in Πρόσωπα & γεγονότα του΄21, Ψηφιακές Συλλογές, tagged 1821, Argolikos Arghival Library History and Culture, Άρθρα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιβλία, Γορτυνιακά, Δημητσάνα, Επανάσταση 21, Ιστορία, Πυριτιδοποιία, Ψηφιακά Βιβλία, Ψηφιακές Συλλογές on 11 Μαΐου, 2012|
Ιωάννης Σταυριανός – «Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου και συλλογή διαφόρων αντικειμένων αγνώστων έτι εν τη ελληνική ιστορία»
Posted in Βιβλία - Αργολίδα, tagged 1821, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιβλία, Βιβλίο, Βιβλιοπαρουσίαση, Επανάσταση 21, Εταιρεία Στερεοελλαδικών Μελετών, Ιστορία, Ιωάννης Σταυριανός, Πολιτισμός on 10 Μαΐου, 2012| Leave a Comment »
Ιωάννης Σταυριανός – «Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου και συλλογή διαφόρων αντικειμένων αγνώστων έτι εν τη ελληνική ιστορία»
Η έκδοση του απομνημονεύματος του Ιωάννη Σταυριανού, που έγινε με φιλολογική επιμέλεια και πληρότητα ιστορικού σχολιασμού από την κ. Ελένη Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη, τυπώθηκε στην Επετηρίδα Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών 6 (1976/7) 139-224. Το κείμενο, όμως, του Σταυριανού, είναι τόσο συγκλονιστικό στην απλότητα, ίσως και την αφέλειά του, ως μαρτυρία των αγώνων για την Ελληνική Παλιγγενεσία, λόγος ο οποίος οδήγησε την Εταιρεία Στερεοελλαδικών Μελετών στην ανατύπωσή του, με ιδιαίτερη σελίδωση και αυτοτελώς, το 1982.
Είναι βέβαιο ότι ο Κύπριος αγωνιστής θα καταλάβει τη θέση του ανάμεσα στους ελάσσονες απομνηματογράφους του Αγώνα. Το απομνημόνευμά του είναι εξαιρετικά σπουδαίο για τις πληροφορίες και τις λεπτομερειακές περιγραφές, ιδίως των επιχειρήσεων στην Αττική, από τον Αύγουστο του 1826 μέχρι τον Μάιο του 1827, στις οποίες συμμετείχε και ο ίδιος προσωπικά.
Ο Σταυριανός επιμένει ιδιαίτερα στα περιστατικά που σχετίζονται με τον θάνατο του Καραϊσκάκη και την καταστροφή στον Ανάλατο, που επακολούθησε. Εκεί πιάστηκε και ο ίδιος αιχμάλωτος – συγκρατούμενος του Δημητρίου Καλλέργη– απ’ τους Τούρκους κι έτσι απ’ την άλλη όχθη, από το στρατόπεδο του Κιουταχή, περιγράφει την τραγική μοίρα των Ελλήνων αιχμαλώτων.
« o τραυματισμός του Καραΐσκου εγένετο όχι πολύ μακράν από εμέ και του συντρόφου μου … Τούρκοι από τη μάνδρα δεν εξήλθαν και όχι μόνον αυτήν την φοράν αλλ’ εικοσάκις προσβάλαμε την μάνδραν αυτήν. Οι Έλληνες ήσαν πάρα πολύ πλησίον της μάνδρας και ο Καραΐσκος ήτο εδώθεν της μάνδρας προς Πειραιάν. Ο Τούρκος που ευρέθη; Η φήμη εκυκλοφόρησεν αμέσως διά την δολοφονίαν και ήτο αλάνθαστος. Ο άραψ σεΐζης του Καραΐσκου, όστις παρακολουθεί τον Καραΐσκο, είδεν και ωφεληθείς από την περίσταση εφιππεύει και λιποταχτεί προς τους Τούρκους…».
Μετά την απελευθέρωση εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και σταδιοδρόμησε στις τάξεις της Ελληνικής Χωροφυλακής. Το 1862 υπηρετώντας στην Αργολίδα πρωτοστάτησε στη Ναυπλιακή Επανάσταση, που υπήρξε η απαρχή της έξωσης του Όθωνα.
Ιωάννου Σταυριανού, «Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου και συλλογή διαφόρων αντικειμένων αγνώστων έτι εν τη ελληνική ιστορία», Εισαγωγή – Έκδοση – Σχόλια, Ελένης Αγγελομάτη – Τσουγκαράκη.
Εταιρεία Στερεοελλαδικών Μελετών, Αθήνα 1982.
Ανώνυμος – Τα συμβάντα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως της πρώτης Φεβρουαρίου 1862, υφ’ ενός Ναυπλίεως. Εν Αθήναις, 1862.
Posted in Ψηφιακά Βιβλία, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιβλία, Βιβλίο, Επανάσταση, Ιστορία, Ναυπλιακά (1862), Ναυπλιακή Επανάσταση, Ναύπλιο, Τα συμβάντα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως της πρώτης Φεβρουαρίου 1862, Ψηφιακά Βιβλία, Ψηφιακές Συλλογές, Ψηφιακή βιβλιοθήκη, Yφ' ενός Ναυπλίεως on 10 Μαΐου, 2012| Leave a Comment »
Τα συμβάντα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως της πρώτης Φεβρουαρίου 1862, υφ’ ενός Ναυπλίεως
Τίτλος: Τα συμβάντα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως της πρώτης Φεβρουαρίου 1862, Yφ’ ενός Ναυπλίεως.
Συγγραφέας: Ανώνυμος
Εκδότης: Εκ του Τυπογραφείου Κ. Αντωνιάδου
Τόπος: Εν Αθήναις
Ημερομηνία έκδοσης:1862
Περιγραφή: Ιστορία της Ναυπλιακής Επανάστασης του 1862
Μέγεθος:53,7 ΜΒ
Αποθήκευση Έγγραφου: Τα Συμβάντα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως
Ράδος Ν. Κωνσταντίνος, «Ο Άστιγξ και το έργον του εν Ελλάδι», 1928
Posted in Ψηφιακά Βιβλία, tagged 1821, Argolikos Arghival Library History and Culture, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Επανάσταση 21, Ιστορία, Κωνσταντίνος Ν. Ράδος, Συγγραφέας, Ψηφιακά Βιβλία, Ψηφιακές Συλλογές on 9 Μαΐου, 2012| Leave a Comment »
Ράδος Ν. Κωνσταντίνος, «Ο Άστιγξ και το έργον του εν Ελλάδι», 1928
Τίτλος: Ο Άστιγξ και το έργον του εν Ελλάδι
Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Ν. Ράδος
Εκδότης: Ναυτική Επιθεώρησις
Τόπος: Εν Αθήναις
Ημερομηνία έκδοσης:1928
Περιγραφή: Βιογραφία
Μέγεθος:81,7 ΜΒ
Αποθήκευση Έγγραφου: Ο Άστιγξ και το έργον του εν Ελλάδι, Εν Αθήναις (Ναυτική Επιθεώρησις, 1928)
Άστιγξ Αμπνεϊ Φραγκίσκος – Frank Abney Hastings (1794-1828)
Posted in Πρὀσωπα, Πρόσωπα & γεγονότα του΄21, Φιλἐλληνες, tagged 1821, Argolikos Arghival Library History and Culture, caption, Greek History, Hastings, Άστιγξ Αμπνεϊ Φραγκίσκος, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιογραφίες, Επανάσταση 21, Ιστορία, Ναυτικό, Πρόσωπα, Στρατιωτικοί, Φιλέλληνες on 7 Μαΐου, 2012| Leave a Comment »
Άστιγξ Αμπνεϊ Φραγκίσκος – Frank Abney Hastings (1794-1828)
Άγγλος στρατιωτικός και φιλέλληνας, γιος του στρατηγού Καρόλου Άστιγξ. Λόγω του χαρακτήρα του και της μεγάλης του κλίσης στα ναυτικά, εισήλθε στο ναυτικό από παιδί, λαμβάνοντας μάλιστα μέρος στη μεγάλη ναυμαχία του Τραφάλγκαρ σε ηλικία μόλις 12 ετών. Το 1819, έχοντας τον βαθμό του πλοιάρχου, αναγκάστηκε να απομακρυνθεί από το στρατό για πειθαρχικό παράπτωμα (μετά από έναν απρόσεκτο ατυχή χειρισμό του στην πορεία του πλοίου που διοικούσε, συγκρούστηκε με τον ναύαρχό του) και έφυγε στο Παρίσι.
Τάχθηκε αμέσως υπέρ του Αγώνα για την ελληνική ανεξαρτησία και τον Απρίλιο του 1822 έφτασε στην Ύδρα. Κατατάχθηκε στο ναυτικό, αφού προηγουμένως είχε έρθει σε επαφή με το ναύαρχο Τομπάζη και τον Μαυροκορδάτο, κερδίζοντας τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη όλων για τις ναυτικές γνώσεις και τις ικανότητες του. Λίγο μετά την κατάταξή του ανέλαβε την διοίκηση της πολεμικής κορβέτας « Θεμιστοκλής». Έλαβε μέρος σε όλες σχεδόν τις ναυτικές επιχειρήσεις της εποχής και κυρίως στην εκστρατεία της Κρήτης.
Ήταν ο εμπνευστής της αναδιοργάνωσης του επαναστατικού ναυτικού και τον εξοπλισμό του με ατμοκίνητα πλοία. Μετά από εισήγησή του η οποία έγινε δεκτή από την Ελληνική Κυβέρνηση, μετέβη στην Αγγλία προκειμένου να επιβλέψει την ναυπήγηση του πλοίου «Καρτερία» το 1825, του οποίου υπήρξε κυβερνήτης. Ο ίδιος συνέβαλλε στην ναυπήγηση, προσφέροντας 5.000 λίρες από την προσωπική του περιουσία. Μάλιστα θα προετοιμάσει το πλοίο αγοράζοντας με δικά του χρήματα τα ναυτιλιακά όργανα και τούς χάρτες και μετά από πολλές ατυχίες και ένα περιπετειώδες ταξίδι, το πρώτο ατμοκίνητο πλοίο του ελληνικού στόλου, μπήκε στο λιμάνι του Ναυπλίου την 1η Σεπτεμβρίου 1826.

Ο Άστιγξ ως κυβερνήτης του Βρετανικού Ναυτικού. Προσωπογραφία από την βιβλιοθήκη Φίνλεϋ. Δημοσιεύεται στο «Ο Άστιγξ και το έργον του εν Ελλάδι», Αθήνα, 1928.
Η πρώτη αποστολή του ήταν η υποστήριξη του Γόρδωνα στο λιμάνι του Πειραιά. Το πλήρωμα της « Καρτερίας» αποτελούσαν γενναίοι ναυτικοί τους οποίους είχε επιλέξει ο ίδιος. Στο πλοίο επέβαινε και ο Αμερικανός γιατρός Σαμουήλ Χάου, ενθουσιώδης Φιλέλληνας, θαυμαστής του Άστιγξ και αργότερα βιογράφος του. Το «Καρτερία» έλαβε μέρος στον Αγώνα με πολλές επιτυχείς ενέργειες.
Η πρώτη αξιοσημείωτη επιτυχία του πλοίου ήταν η σημαντική συμμετοχή του στον αποκλεισμό της Ερέτριας τον χειμώνα του 1827 και στον βομβαρδισμό του Ωροπού με κύριο σκοπό την λύση της πολιορκίας της Ακρόπολης από τους Τούρκους. Στον Ωροπό, η «Καρτερία» κυρίευσε δύο εχθρικά φορτηγά γεμάτα με εφόδια.
Την άνοιξη του 1827 η «Καρτερία» βομβάρδισε το Νιόκαστρο, οχυρό του Μεσολογγίου και την Ναύπακτο, ενώ τον Απρίλιο με μια τολμηρή καταδρομή, εισήλθε στον Παγασητικό κόλπο και έκαψε 8 εχθρικά δικάταρτα φορτηγά.
Από τα σημαντικότερα κατορθώματα του Άστιγξ, ήταν η είσοδός της μοίρας που διοικούσε, τον Σεπτέμβριο του 1827, στον Κορινθιακό κόλπο δια μέσου των τρομερών πυροβολείων του Ρίου και του Αντίρριου. Η «Καρτερία» πέτυχε την σημαντικότερη επιτυχία της σε όλο τον πόλεμο βυθίζοντας στον κόλπο της Ιτέας την Τουρκική ναυαρχίδα και καταστρέφοντας 9 από τα 11 Τουρκικά πλοία.
Τον Μάρτιο του 1828 οργάνωσε, από κοινού με τον αρχηγό των χερσαίων στρατευμάτων, στρατηγό Τσώρτς τον κανονιοβολισμό του Αιτωλικού, προπύργιου του Μεσολογγίου. Μετά από προστριβές και διαφωνίες των δύο αξιωματικών, επικράτησε τελικά η λογική και το συμφέρον της πατρίδας. Η τελική επίθεση από θάλασσα αποφασίστηκε να γίνει στις 11 Μαΐου 1828. Όμως και πάλι λόγω κακού συντονισμού και έλλειψης πειθαρχίας σε ορισμένα τμήματα του στρατού ξηράς, οι ναύτες ξεκίνησαν νωρίτερα την τελική έφοδο.
Σε αυτή την κρίσιμη επίθεση, ο Άστιγξ εγκατέλειψε την ασφάλεια του πλοίου του και έλαβε μέρος αυτοπροσώπως, οδηγώντας την επίθεση από την πρώτη γραμμή. Όρθιος, πάνω σε ένα μικρό σκάφος (εφόλκιο), ενθάρρυνε τους ναύτες του, φωνάζοντας με όλη την δύναμη της φωνής του «Εμπρός» ενώ οι ναύτες ενθουσιασμένοι τον ζητωκραύγαζαν. Δυστυχώς, την ώρα που πλησίαζε στην ακτή, μία οβίδα από ένα Τουρκικό πυροβόλο έπληξε το σκάφος. Τρεις ναύτες σκοτώθηκαν. Ο Άστιγξ μαζί με άλλους είκοσι στρατιώτες του πληγώθηκε στον βραχίονα. Αναγκάζονται να τον αποσύρουν αναίσθητο από την μάχη.
Στην « Καρτερία» ο Άστιγξ συνέρχεται και λέει: Δεν είναι τίποτε και ελπίζω να επανέλθω εις το στρατόπεδον εντός δέκα ημερών. Δυστυχώς ο γιατρός του σκάφους είχε μετατεθεί και ο αντικαταστάτης του δεν είχε φτάσει ακόμη. Ο αρχίατρος Γυέτ, που κλήθηκε από το ελληνικό στρατόπεδο, χωρίς να γνωρίζει την σοβαρότητα του τραύματος απεφάνθη ότι δεν υπήρχαν λόγοι υπερβολικής ανησυχίας. Όταν τέλος ο Γυέτ είδε το τραύμα, διέταξε την άμεση μεταφορά του Άστιγξ στη Ζάκυνθο, όπου υπήρχαν περισσότερα μέσα, προκειμένου να αποκόψουν το πληγωμένο χέρι επειδή υπήρχε σοβαρός κίνδυνος γάγγραινας. Παρά τους αφόρητους πόνους του ο Άστιγξ και συναισθανόμενος την τραγική του κατάσταση, έγραψε την διαθήκη του, και όρισε τον πλοίαρχο και αντιπλοίαρχο στη διοίκηση της « Καρτερίας». Μεταφερόμενος προς την Ζάκυνθο, πέθανε στις 20 Μαΐου 1828 από τέτανο. Ήταν μόλις 34 ετών. Η σορός του παρέμεινε για λίγο στο Λοιμοκαθαρτήριο του νησιού.
Με εντολή του Καποδίστρια, μεταφέρθηκε και τοποθετήθηκε βαλσαμωμένος στην κρύπτη της Εκκλησίας του Ορφανοτροφείου της Αίγινας. Η κηδεία του έγινε με μεγάλες τιμές τον επόμενο χρόνο στον Πόρο, όπου μεταφέρθηκε με την «Καρτερία», στην οποία επέβαινε ο Ιωάννης Καποδίστριας και με την συνοδεία μοίρας πολεμικών πλοίων. Τον επικήδειο εκφώνησε ο Σπυρίδων Τρικούπης. Αργότερα το 1861, τα οστά του Άστιγξ μετακομίστηκαν στον ναύσταθμο του Πόρου, όπου και στήθηκε μνημείο προς τιμήν του.
Πηγές
- Κωνσταντίνος Ράδος, «Ο Άστιγξ και το έργον του εν Ελλάδι», Ναυτική Επιθεώρησις, Εν Αθήναις, 1928.
- Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 2ος, Αθήνα, 1930.
- Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Φιλέλληνες», τεύχος 277, 17 Μαρτίου 2005.
«Μυκήνες, Πολιτική και Ιστορική εξέλιξη»
Posted in Ειδήσεις - Πολιτισμός, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Harvard, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Διαλέξεις, Ιστορία, Μυκήνες, Πελοπόννησος, Πολιτισμός on 22 Απριλίου, 2012| Leave a Comment »
Διάλεξη του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard, “Events Series 2012”
Το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard σε συνεργασία με το Δήμο Άργους-Μυκηνών, διοργανώνει διάλεξη με θέμα: «Μυκήνες, Πολιτική και Ιστορική εξέλιξη».
Για το παραπάνω θέμα, η κυρία Ελένη Παλαιολόγου, Αρχαιολόγος Δ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, θα μιλήσει στην Αίθουσα του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», οδός Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος, την Τετάρτη 25 Απριλίου 2012 και ώρα 20.00.
Η σειρά εκδηλώσεων «Events Series 2012» πραγματοποιείται σε συνεργασία με τους Δήμους Ναυπλιέων, Άργους-Μυκηνών και Ερμιονίδας.
Κρατσάϊζεν Κάρλ – Ο Βαυαρός λοχαγός ζωγραφίζει τους Έλληνες και Φιλέλληνες αγωνιστές του΄21
Posted in Εικαστικοί, Εικονογραφία του '21, Πρόσωπα & γεγονότα του΄21, Φιλἐλληνες, tagged 1821, 1863, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βαυαρία, Βιογραφίες, Επανάσταση 21, Εικαστικά, Ζωγραφική, Ιστορία, Κάρλ Κρατσάϊζεν, Ναύπλιο, Πρόσωπα, Πολιτισμός, Στρατιωτικοί, Φιλέλληνες, Karl Krazeisen on 19 Απριλίου, 2012| Leave a Comment »
Ο λοχαγός Κάρλ Κρατσάϊζεν ζωγραφίζει τους Έλληνες και Φιλέλληνες αγωνιστές του΄21

Ο Κάρλ Κρατσάϊζεν (27 Οκτ. 1794 - 25 Ιαν. 1878) ως αντιστράτηγος του Πεζικού. Η φωτογραφία χρονολογείται το 1852-1863. Η φωτογραφία δωρίθηκε από τον γιο του στην Εθνολογική και Ιστορική Εταιρεία περίπου το 1900. Φυλάσσεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.
Ο Κάρλ Κρατσάϊζεν (Karl Krazeisen) από το Παλατινάτο της Βαυαρίας (1794-1878), παρ’ όλο το δυσκολοπρόφερτο, σύνθετο όνομά του – στα γερμανικά σημαίνει «σιδερένιο ξύστρο για παπούτσια»-, είναι πια αναγνωρίσιμος και γνωστός στην ελληνική γραμματεία των τεχνών. Είναι ο αυτοδίδακτος εκείνος ζωγράφος ο οποίος μέσα από ένα σχεδόν αφελές σχεδιαστικό ρομαντικό ιδίωμα απέδωσε, σχεδιάζοντας με μολύβι εκ του φυσικού, τις προσωπογραφίες των Ελλήνων ηρώων και Ευρωπαίων συναγωνιστών του από το 1826 ως το 1827. Ήταν αυτός που ως στρατιωτικός, δρώντας και ως «πολεμικός ανταποκριτής» στο Ναύπλιο, τον Πόρο, την Αίγινα, τη Σαλαμίνα, ανέδειξε τις προσωπογραφίες των οπλαρχηγών, πυρπολητών, πολιτικών, προεστών και λογίων στο εγκυρότερο νεοελληνικό «Πάνθεον Αθανάτων» το οποίο διαμόρφωσε τη συνείδηση πολλών γενεών πατριωτών μέχρι σήμερα.
Η ιστορία δεν ειρωνεύεται σπάνια στον τόπο μας: Αυτός, ένας Βαυαρός, εμείς, με έντονη ακόμα αντι-βαυαρική διάθεση προς τις εκτιμήσεις μας σχετικά με τη συγκρότηση του κράτους και την ιστορική μας πορεία ως έθνους, μας πρόσφερε ένα εικαστικό υλικό τόσο φορτισμένο από την ίδια την παρουσία και το ήθος των θνητών ηρώων, ώστε να το ενσωματώσουμε αναντίρρητα στην εθνική μας συνείδηση, αποσιωπώντας όμως ενδεχόμενες «ταπεινωτικές» για τις επιλογές μας λεπτομέρειες. Μια από αυτές θα ήταν ότι το χέρι που έδωσε σάρκα και οστά στο «Εθνικόν Ηρώον του 1821» ήταν βαυαρικό, ανήκε μάλιστα σε έναν υπολοχαγό του βαυαρικού πεζικού!
Ο Κρατσάϊζεν δεν έφθασε στην Ελλάδα ως περιηγητής αλλά ως στρατιωτικός, σε μια δύσκολη για την Επανάσταση περίοδο κατά την οποία το Μεσολόγγι είχε πέσει, ο Ιμπραήμ ήταν κυρίαρχος στην Πελοπόννησο και οι Έλληνες οπλαρχηγοί σπαράσσονταν από εμφύλιες έριδες. Τα γεγονότα αυτά στάθηκαν προφανώς επαρκή για να τον ωθήσουν στην περιπέτεια της καθόδου στην Ελλάδα. Φαίνεται όμως πως ο τρόπος με τον οποίο εγκατέλειψε τη μονάδα του στη Βαυαρία ήταν τυχοδιωκτικός. Για τον λόγο αυτόν επιστρέφοντας στο Μόναχο δικάστηκε και καταδικάστηκε. Μόνο επειδή έτυχε συγνώμης – ίσως επειδή είχε συνταχθεί στο φιλελληνικό σώμα του Karl Wilhelm von Heideck, επίσης ερασιτέχνη ζωγράφου και κατοπινού μέλους της Αντιβασιλείας του Όθωνα – επανέκτησε τον στρατιωτικό βαθμό του και έφθασε με κανονικές προαγωγές μέχρι τον βαθμό του υποστρατήγου.
Σε φωτογραφία του που φυλάσσεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο αναγνωρίζουμε τη φυσιογνωμία του σε ώριμη ηλικία. Τη γνωρίζουμε όμως και από τον πρώτο ιστορικό πίνακα της νεοελληνικής τέχνης: Στον πίνακα «Το εν Πειραιεί ευρισκόμενον στρατόπεδον του Καραϊσκάκη το έτος 1827» έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη του 1855 (Εθνική Πινακοθήκη) που είχε θεωρήσει ως αφιέρωμα στον ελληνικό λαό και τους φίλους του, αναγνωρίζεται ανάμεσα στους φουστανελοφόρους αγωνιστές με τη στολή του βαυαρικού πεζικού να συμμετέχει στην προετοιμασία της μάχης και θέλοντας να ενθαρρύνει τους άτακτους συναγωνιστές του, δείχνει εμφατικά τον στόχο της επικείμενης μάχης που δεν ήταν άλλος από την επανάκτηση της Ακρόπολης.
Είναι σημαντική η πληροφορία ότι ο Κρατσάϊζεν είχε συμμετάσχει στην ιστορική πολιορκία της Αθήνας της 6ης Μαρτίου και της Ακρόπολης στις 22 Απριλίου το 1827 υπό το πρόσταγμα του Γάλλου στρατηγού Fabvier, του Καραϊσκάκη και των Φιλελλήνων στη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκε ο Καραϊσκάκης.

Θεόδωρος Βρυζάκης (1814-1878), το στρατόπεδο του Καραϊσκάκη στην Καστέλλα, 1855. Ελαιογραφία σε μουσαμά, Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη.
Ο Βρυζάκης, με τη λεπτομέρεια αυτή, αποτίει ειδικό φόρο τιμής στον αυτοδίδακτο ζωγράφο – στρατιωτικό που ως φιλέλληνας φορεί στο κεφάλι φέσι, φορεμένο μάλιστα με τον ελληνικό τρόπο, ελαφρά πατημένο προς τα κάτω. Επίσης θα πρέπει να επισημάνουμε τον ιδιαίτερο φόρο τιμής που αποδίδει ο ζωγράφος στον φίλο του Heideck στον οποίο δίνει πρωταγωνιστικό ρόλο. Είναι εκείνος που διαγράφεται με σαφήνεια στον ορίζοντα, πρώτος στη σειρά των στρατηγών, παρακολουθώντας με το τηλεσκόπιο την Ακρόπολη, τον ιδεατό στόχο της ελευθερίας των Ελλήνων. Αλλά και τα πορτρέτα των αγωνιστών που εικονίζονται στον πίνακα φιλοτεχνήθηκαν σύμφωνα με τα πρότυπα που είχε σχεδιάσει ο Κρατσάϊζεν και καθίστανται για τον λόγο αυτόν σαφή και αναγνωρίσιμα.
Η διαδρομή από το Μόναχο στην Ελλάδα
Ο Κρατσάιζεν έφθασε στην Αττική, ο οποίος ήταν και ο τελικός του στόχος, μέσω Ιταλίας (Ανκόνα), Κέρκυρας, Ζακύνθου, Ναυπλίου, με ενδιάμεσους σταθμούς τον Πόρο, την Αίγινα και τη Σαλαμίνα. Ενώ δεν έχει διασωθεί ημερολόγιο, οι ακριβείς τοποθεσίες και ημερομηνίες που φρόντισε να αναγράφει σχεδόν πάντα σχολαστικά στα σχέδια και τις υδατογραφίες του μπορούν να πάρουν τη θέση ημερολογίου της σύντομης, αλλά εικαστικά τόσο καρποφόρας παραμονής του στην Ελλάδα.
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι ο συνολικός αριθμός των έργων του ανέρχεται σε 39 σχέδια με μολύβι σε χαρτί μικρού και μεσαίου μεγέθους, στα οποία συμπεριλαμβάνονται οι προσωπογραφίες των αγωνιστών, 21 υδατογραφίες από τοπία με αρχαιότητες, κάστρα, θαλασσινά και στεριανά τοπία με ναυτικούς και χωρικούς και 31 σχέδια με μολύβι με μνημεία και πολεμικές συνθέσεις σε χαρτί μεγάλου μεγέθους. Συνολικά ανέρχονται σε 91 έργα, σημαντικός αριθμός για τη συλλογή σχεδίων της Εθνικής Πινακοθήκης. Αποκτήθηκαν, το 1926, όπως θα δειχθεί παρακάτω ύστερα από θετική παρέμβαση στον τύπο του Ζαχαρία Παπαντωνίου, τότε διευθυντή του Μουσείου[1].
Αξίζει τον κόπο να παρακολουθήσουμε, τουλάχιστον σχηματικά, τη διαδρομή του Κρατσάϊζεν στον ελλαδικό χώρο με αφετηρία τα σχέδια. Το πρωιμότερο σχέδιο της σειράς είναι από τις 7 Σεπτεμβρίου 1826 στην Ανκόνα (υπάρχουν άλλα δύο στις 20 και 28 του ίδιου μήνα). Αμέσως μετά, στις 15 Οκτωβρίου, πηγαίνει μέσω Ragusa (Δυρράχιο), στις 20 και 28 Οκτωβρίου 1826, στην Κέρκυρα, όπου σχεδιάζει ένα πορτρέτο αγνώστου. Στις 6 Νοεμβρίου εντοπίζεται στη Ζάκυνθο, όπου σχεδιάζει τη Βασιλική και τον Δημήτριο Μπότσαρη, στις 13 Νοεμβρίου τον Άγγλο συνταγματάρχη John Ross και στις 18 δύο Άγγλους αξιωματικούς, ενώ στις 19 Νοεμβρίου τον Κολίνο Κολοκοτρώνη. Το πρώτο πορτρέτο αγωνιστή είναι αυτό στις 11 Αυγούστου 1826 του Γεωργίου Μαυρομιχάλη στο Ναύπλιο.

Γεώργιος Μαυρομιχάλης. Στις 11 Αυγούστου 1826 ο Κάρλ Κρατσάϊζεν συναντάει και σκιτσάρει στο Ναύπλιο τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη. Είναι το πρώτο πορτρέτο αγωνιστή που σχεδιάζει. Όλα τα σκίτσα έγιναν εκ του φυσικού σε απλό χαρτί μικρών διαστάσεων (16,3x12,5) και φέρουν την ιδιόχειρη υπογραφή του κάθε εικονιζόμενου.
Στις 4 Δεκεμβρίου περιπλέει το ακρωτήριο Μαλέα και στις 15 Δεκεμβρίου βρίσκεται ξανά στο Ναύπλιο. Στις 3 Φεβρουαρίου 1827 βρίσκεται με τους άνδρες του Φαβιέρου στα Αμπελάκια Σαλαμίνας προετοιμάζοντας την πολιορκία της Ακρόπολης και σχεδιάζει χωρικές και χωριάτικα σπίτια. Στις 21 Φεβρουαρίου είναι στην Αίγινα, στις 22 σχεδιάζει έναν πολεμιστή και παραμένει εκεί ως τις 7 Απριλίου. Ένα τοπίο της Αίγινας (υδατογραφία) είναι χρονολογημένο στις 3 Απριλίου. Ζωγραφίζει τον ναό του Απόλλωνα στην Κόρινθο στις 16 Μαρτίου. Συμμετέχει στις 27 Απριλίου στην πολιορκία της Αττικής και ζωγραφίζει άποψη του Πειραιά και του Μοναστηριού του Αγίου Σπυρίδωνα. Είχε προηγηθεί στις 22-23 Απριλίου 1827 η μάχη του Ανάλατου, λίγο πριν από την οποία πρόλαβε και σχεδίασε το κεφάλι του Καραϊσκάκη, αφήνοντας μισοτελειωμένο το τμήμα του μπούστου. Το ημιτελές αυτό σχέδιο είναι ιδιαίτερα συγκινητικό, γιατί στη διάρκεια της τελειοποίησης άφησε ο Καραϊσκάκης την τελευταία του πνοή στον Ανάλατο.

Γεώργιος Καραϊσκάκης. Το πορτρέτο του Γεώργιου Καραϊσκάκη αποτελεί συγκινητική εξαίρεση, αφού είναι το μόνο ημιτελές από τα σχέδια του Κρατσάϊζεν. Το σκιτσάρισμα ξεκίνησε λίγο πριν από τη μάχη του Ανάλατου (22-23 Απριλίου 1827), όπου ο Ρουμελιώτης οπλαρχηγός, τραυματισμένος θανάσιμα, άφησε την τελευταία του πνοή. Ο Κρατσάιζεν είχε προλάβει να σχεδιάσει μόνο το κεφάλι. Έτσι η προσωπογραφία έμεινε ανολοκλήρωτη.
Επιστρέφει μέσω Κορίνθου, όπου στις 21 Μαρτίου σχεδιάζει τους στύλους του Ναού του Απόλλωνα, περνά στις 12 Μαΐου στον Πόρο, όπου ζωγραφίζει τον καθηγητή Κανέλλα, τον γιατρό Dra Bailly, τον Γεώργιο Κουντουριώτη και μια χωριατοπούλα. Στις 14 Μαΐου σχεδιάζει στη Δαμαλά (Τροιζήνα) τον «Γέρο του Μοριά», επιστρέφει στον Πόρο και σχεδιάζει τους Ανδρέα Ζαΐμη, Γεώργιο Σισσίνη, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, I. Μαρκή-Μηλαΐτη, διάφορα τοπία, και παραμένει εκεί ως το τέλος Αυγούστου. Το τελευταίο χρονολογημένο έργο της συλλογής είναι από τον Πόρο στις 28 Αυγούστου 1827 και απεικονίζει τον F. von Reineck.
Αποτίμηση των σχεδίων
Λογοτέχνες μελετητές – όπως ο Παντελής Πρεβελάκης – ο πρώτος μετά τον Ζαχαρία Παπαντωνίου σχολιαστής της σειράς των σχεδίων της Εθνικής Πινακοθήκης, μιλάνε για την «απαράμιλλη αξιοπιστία των σχεδίων των προσωπογραφιών γιατί η στρατιωτική αγωγή του Κρατσάιζεν και το ρομαντικό πνεύμα τον είχαν προετοιμάσει να θαυμάζει ήρωες». «Πέρα από την καλλιτεχνική του δεξιότητα», συνεχίζει ο Πρεβελάκης, «ενώ οι «ήρωες» εκφράζουν την ατομικότητά τους, όλοι μαζί διαφυλάττουν το ήθος μιας εποχής, μια ψυχική συνοχή, σαν οι άνδρες αυτοί να είχαν μαζευτεί γύρω από το καθημαγμένο σώμα της πατρίδας».

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Από τις επιφανέστερες και πλέον θρυλικές φυσιογνωμίες, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το σκίτσο του ολοκληρώθηκε στη Δαμάλα (Τροιζήνα) 14 Μαΐου 1827. Είναι αναμφισβήτητα το γνωστότερο πορτρέτο του Γέρου του Μωριά. Πλήθος Ελλήνων καλλιτεχνών το χρησιμοποίησαν στη συνέχεια ως πρότυπο φιλοτεχνώντας αφίσες, αφισέτες ή εικονογραφήσεις κειμένων σχετικών με την Επανάσταση.
Σήμερα θα λέγαμε ότι ο Κρατσάϊζεν δεν είδε τόσο πολύ τους άνδρες ως ήρωες. Η εντύπωση που αποκομίζει ο σημερινός θεατής είναι μάλλον η επιμελημένη αφέλεια με την οποία προσεγγίζει τους ανθρώπους του. Δεν είναι τόσο η μαεστρία του «υπεράνθρωπου», αλλά η σιωπηρή αθωότητα του χρονικογράφου που οξύνει καθημερινά τη γραφίδα του με το πνεύμα του περιοδεύοντα χρονικογράφου που αντιλαμβάνεται, ότι εκείνη ακριβώς τη στιγμή βιώνει ιστορία. Ίσως για τον λόγο αυτόν φαίνεται οι άνδρες αυτοί να μοιάζουν μεταξύ τους, τουλάχιστον να έχουν όλοι το ίδιο θλιμμένο βλέμμα.
Όπως ήδη διαπιστώσαμε, ο Καρλ Κρατσάϊζεν δεν είχε ιδιαίτερη εικαστική παιδεία. Ήταν, όπως πολλοί άλλοι στον γερμανόφωνο χώρο, αυτοδίδακτος, ταλαντούχος στο σχέδιο και την υδατογραφία – ελαιογραφίες από το χέρι του δεν είναι γνωστές. Ανήκε στην κατηγορία των ερασιτεχνών εκείνων, που έχοντας την εμπειρία του ρομαντικού κινήματος και των παρορμήσεών του δεν δίσταζε να καταθέτει τις καλλιτεχνικές επιδιώξεις του, όσο κοινότοπες και να ήταν.
Εντούτοις, παρόλο που τα έργα περιορίζονται στην απλή σχεδιαστική και χρωματική επάρκεια, η ποιότητά τους δεν είναι απορριπτέα. Αντίθετα, διακρίνεται μια αξιοπρόσεκτη ευχέρεια στην τοπιογραφία, και γενικότερα στην αποτύπωση εμψύχων και αψύχων θεμάτων «εκ του φυσικού». Κάτω από αυτό το πρίσμα πρέπει τα σχέδια αυτά να αξιολογηθούν.
Η σειρά με τις λιθογραφίες
Όταν ο Κρατσάϊζεν επέστρεψε στο Μόναχο διαισθάνθηκε δίχως άλλο την ιστορική αξία των έργων του. Ύστερα μάλιστα από το ενδιαφέρον που θα έδειξαν οι σύγχρονοί του, έσπευσε το 1828 στο λιθογραφείο του Franz Hanfstängl – το καλύτερο του Μονάχου – και με τη συνεργασία των Hohe, Peter von Hess και Steingrübel την οποία επόπτευε ο ίδιος ολοκλήρωσε την έκδοση του γνωστού λευκώματος με τις 24 λιθογραφίες το 1831. Ο τίτλος του μεταφρασμένος στα ελληνικά είναι: «Προσωπογραφίες των διασημότερων Ελλήνων και Φιλελλήνων, μαζί με μερικές απόψεις και ενδυμασίες, σχεδιασμένες εκ του φυσικού και δημοσιευμένες από τον Καρλ Κρατσάιζεν»[2].
Αποτελείτο από επτά τεύχη με τέσσερις λιθογραφίες το καθένα (τρεις προσωπογραφίες και ένα τοπίο ή παράσταση) και όπως ήταν αναμενόμενο, αποτέλεσε το εικονογραφικό πρότυπο για όλους εκείνους τους ζωγράφους που δεν είχαν επισκεφτεί την Ελλάδα πριν από την άφιξη του Όθωνα το 1833. Ανάμεσά τους θα πρέπει να αναφερθεί οπωσδήποτε ο Peter von Hess.

Το Μπούρτζι από το λιμάνι. Έργο του Βαυαρού Κρατσάιζεν Καρλ (Karl Krazeisen). Λιθογραφία Franz Hanfstaengl, Μόναχο, 1828.
Τα επτά τεύχη που κυκλοφόρησαν σταδιακά από το 1828-1831 θα ήταν κατά πάσα πιθανότητα αυτοχρηματοδοτούμενα, λόγω του χαμηλού κατά μονάδα κόστους. Ένας από τους κύριους χρηματοδότες της έκδοσης ήταν και ο βασιλιάς Λουδοβίκος της Βαυαρίας. Υπάρχει και σύντομος υπομνηματισμός των εικόνων στα γερμανικά και γαλλικά.
Το περιεχόμενό τους ήταν το ακόλουθο:
-
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Γιακουμάκης Τομπάζης, Thomas Gordon και μια άποψη από το Παλαμήδι και από ένα τμήμα του Ναυπλίου.
-
Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Μακρυγιάννης, Κωνσταντίνος Νικόδημος και μια άποψη της Αίγινας.
-
Γεώργιος Καραϊσκάκης, I. Μαρκής- Μιλαΐτης, Ανδρέας Ζαΐμης και μια άποψη της Ακρόπολης των Αθηνών.
-
Ανδρέας Μιαούλης, Γεώργιος Μαυρομιχάλης, Γιατρός Bailly και μια άποψη του Πειραιά με το μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα.
-
Κωνσταντίνος Κανάρης, Γεώργιος Σισσίνης, Α. Schilcher και το «Καπετάνιος που πολεμά μαζί με τα παλικάρια του».
-
Karl von Heideck, Συνταγματάρχης Fabvier, Κίτσος Τζαβέλας και το «Φρεγάτα «Ελλάς» και το ατμήλατο «Καρτερία»».
Συγκρίνοντας τις λιθογραφίες με τα σχέδια συμπεραίνεται ότι δεν λιθογραφήθηκαν όλα, επομένως ορισμένα από αυτά είναι σχεδόν άγνωστα. Είναι οι προσωπογραφίες των Κωνσταντίνου Αξιώτη, I. Πέτα, Σ. Γ. Πέτα, Φιλήμονα, Κωνσταντίνου Μπότσαρη και Δ. Κολιόπουλου- Πλαπούτα. Δεν θα ήταν άστοχο να ειπωθεί στο σημείο αυτό, ότι η έκδοση των λιθογραφιών και η έννοια των πολλαπλών αντιτύπων έκανε να περιπέσουν σε αφάνεια τα αρχικά σχέδια. Σήμερα πια, ύστερα από τις δημοσιεύσεις των σχεδίων αυτών [3] είναι δυνατή η σύγκριση και αντιπαραβολή με τις λιθογραφίες, που αποδεικνύεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.

«Το δίκροτον "Ελλάς" κατ το ατμόπλοιο "Καρτερία"» (υδατογραφία 26x31 εκ., Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάν¬δρου Σούτζου).
Και μόνο η προσπάθεια μεγέθυνσης του αρχικού φύλλου με το σχέδιο που ήταν 16,5×12,1 εκ. σε διατάσεις λευκώματος 51,5×39,5 εκ., δηλαδή στο τριπλάσιο του αρχικού, θα δημιουργούσε ως προς την εκτέλεση ανυπέρβλητα τεχνικά προβλήματα, που μόνο ιδιαίτερα εξειδικευμένοι λιθογράφοι θα μπορούσαν να επιλύσουν. Αυτοί όμως δεν θα μπορούσαν να αποδώσουν την αρχική ατμόσφαιρα και όπως ορθά παρατηρεί ο Πρεβελάκης «…οι λιθογραφίες του Μονάχου έχουν ψιμυθιώσει τα αρχικά σχεδιάσματα».

Κωνσταντίνος Κανάρης. Το σκιτσάρισμα του διάσημου Ψαριανού πυρπολητή Κωνσταντίνου Κανάρη έγινε στις 20 Ιανουαρίου 1827.
Τον «ηρωικό» χαρακτήρα απέκτησαν όμως οι προσωπογραφίες με τις λιθογραφίες αυτές και τις γραφιστικές υπερβολές που ζητεί η χαρακτική και οι προδιαγραφές του μεγάλου σχήματος. Έτσι, αποξενώθηκαν από τον τρυφερό αισθησιασμό και την αμεσότητα του alla prima ρομαντικού σχεδίου και απέκτησαν «τη σημαντική υπερβολή που δεν είχαν στο πρωτότυπο… Με τας πολλάς φωτοσκιάσεις… με την πολλήν χρήσιν των τόνων, με το ατμώδες και το κάπως φαντασμαγορικόν… η λιθογραφία μας έδωσε τους ήρωας μέσα εις την ελαφράν εκείνην ομίχλην εις την οποίαν τους έβλεπε η κοινή φαντασία (στην Ευρώπη)», σημειώνει ο Ζαχ. Παπαντωνίου[4].
Πώς απέκτησε η Εθνική Πινακοθήκη τα έργα του Κρατσάϊζεν
Μετά τον θάνατο του Κρατσάϊζεν, η συλλογή ανήκε πλέον στην κόρη του Μαρία, από την οποία τα κληρονόμησε ο σύζυγός της, Ιόν Ραδιονόφ Φετόβ, καθηγητής ρωσικής καταγωγής στο Βερολίνο και αργότερα κάτοικος Γαλατίου Ρουμανίας.
Στις 13 Φεβρουαρίου 1926 ο Φετόβ καταθέτει στο Ελληνικό Προξενείο του Γαλατίου ένα έγγραφο στα ρουμανικά με το ιστορικό της συλλογής του το οποίο μεταφρασμένο στα ελληνικά φυλάσσεται στο αρχείο της Εθνικής Πινακοθήκης. Αξίζει να σημειωθεί ότι για την αξία τους ο Φετόφ είχε συμβουλευτεί πριν από το 1900, τον ίδιο τον Νικόλαο Γύζη, τότε καθηγητή στο Μόναχο, ο οποίος και αμέσως αναγνώρισε την ιστορική σημασία τους, προτείνοντας την ένταξή τους στο (τότε ανύπαρκτο) Μουσείο των Αθηνών. Φαίνεται επίσης ότι για το ίδιο ζήτημα είχε ερωτηθεί και ο γλύπτης Φυτάλης. Το πλήρες κείμενο που δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά έχει ως εξής:
«Κατ’ αρχάς του παρελθόντος αιώvos ότε ο Ελληνικός Λαός δια ν’ αποτίναξη τον τουρκικόν ζυγόν πολλοί Φιλέλληνες εκ της Ευρώπης έλαβον μέρος εις τον αγώνα. Μεταξύ αυτών υπήρξε και ο νέος Βαυαρός υπολοχαγός Κ. Κρατσάιζεν μετά του ζωγράφου Χεσς. Ο Κ. Κρατσάιζεν ενθουσιασμένος διά τας ωραιότητας της κλασικής εποχής, διά τους εμπνευσμένoυς ήρωάς της διά την Πατρίδα των, διά τους ιδιοτρόπους αμφιέσεις, έλαβε το μολυβδοκόνδυλον και την πυξίδα εις την χείρα ίνα διαιώνιση παν ό,τι τω εφαίνετο αξίας. Επιστρέφων εις Βαυαρίαν ο καλλιτέχνης ούτος, προέτεινεν εις την Επωνυμίαν Χάνφστενγκελ όπως λιθογραφήση τους επισημοτέρους ήρωας, όπερ και επραγματοποιήθη διά της υποστηρίξεως του Βασιλέως της Βαυαρίας και αυτού τούτου τυγχάνοντος μεγάλου Φιλέλληνος.
Μετά τον θάνατον του Κρατσάιζεν επισυμβάντος εν έτει 1878 τα ιχνογραφήματα και αι υδατογραφίαι του εκληρονομήθησαν παρά της θυγατρός του Μαρίας, συζύγου μου, μετά δε τον θάνατόν της, συμφώνως τη τελευταία αυτής θελήσει περιήλθον εις την κατοχήν μου.
Πάντα τα ιχνογραφήματα τούτα έδειξα τω τέως καθηγητή της εν Μονάχω Ακαδημίας Τεχνών Νικολάω Γύζη ίνα πληροφορηθώ όσο το δυνατόν κάλλιον περί της αξίας αυτών. Η γνώμη του ήτο ότι η θέσις των δύναται να είναι μόνον το Μουσείον Αθηνών. Αλλ’ εγώ δεν ηδυνάμην να χωρισθώ αυτών εμφορούμενος προ παντός εξ αισθημάτων σεβασμού. Τώρα όμως ων προκεχωρημένης ηλικίας και μη ων βέβαιος ότι μετά τον θάνατόν μου οι διάδοχοί μου θα εφύλαττον μετά της αυτής αγάπης και ευλαβείας τα πολύτιμα ταύτα πράγματα, μοναδικά εις το είδος των, απεφάσισα να τα παραδώσω εις χείρας πατριώτου τινός όστις θα εγνώριζε να εκτίμηση ταύτα. Η αξία των όμως δύναται να καθορισθή μόνον εις απώτερον μέλλον καθ’ όσον εκατό μόνον έτη είναι μικρόν διάστημα δυνάμενον να χρησιμεύη ως γνώμων εκτιμήσεως ιστορικού τινός αντικειμένου».
Ο Έλληνας αυτός πατριώτης που ανέλαβε την πώληση ονομαζόταν Αντύπας και ήταν Έλληνας του εξωτερικού. Λίγους μήνες αργότερα, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου δημοσιεύει το άρθρο με το οποίο παρακινεί το ελληνικό Δημόσιο να αγοράσει το συνολικό κληροδότημα. Σ’ αυτά περιλαμβάνονταν η κασετίνα με τα υδροχρώματα και τα πινέλα του Κρατσάϊζεν, το δερμάτινο σελάχι του αγωνιστή Πλαπούτα, μια φωτογραφία του ζωγράφου και 24 λιθογραφίες.
Αγοράστηκε προς 200.000 δρχ. για λογαριασμό της Εθνικής Πινακοθήκης. Παράλληλα αποκτήθηκε και ο συνολικός λεπτομερής κατάλογος των έργων στα ρουμανικά με περιληπτική εισαγωγή του ιστορικού, όπου τονίζεται ιδιαίτερα ότι οι προσωπογραφίες είναι σχεδιασμένες εκ του φυσικού και ότι κάθε μια φέρει τις ιδιόχειρες υπογραφές των απεικονιζόμενων.
Επίσης γίνεται ιδιαίτερη μνεία στο γεγονός ότι «διαιωνίστηκαν στο χαρτί οι πιο ένδοξες προσωπικότητες που πολέμησαν μαζί με τον Κρατσάιζεν». Έτσι διαιωνίστηκε – ανέλπιστα- και ο ίδιος ο Βαυαρός υπολοχαγός Κρατσάϊζεν στην Ελλάδα και αυτό όχι μόνο χάρη στους φιλέλληνες απογόνους του ή ακόμα στο «μολυβδοκόνδυλον και την πυξίδα» του, αλλά κυρίως χάρη στη σύμφωνη με τις σημερινές απόψεις για τη γρήγορη διάδοση της εικόνας αντίληψη, που το 1828 δεν ήταν άλλη από το μέσον της λιθογραφίας και μαζί με αυτήν, η πολλαπλή χρήση κάθε νέου μηνύματος, που έκανε τις εικόνες του αθάνατες.
Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη
Επιμελήτρια Εθνικής Πινακοθήκης
Υποσημειώσεις
[1] Άρθρο του στην αθηναϊκή εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα», 23 Μαΐου 1926.
[2] Bildnisse ausgezeichneter Griechen und Philhellenen, nebst einigen Ansichten und Trachten. Nach der Natur gezeichnet und herausgegeben von Karl Krazeisen, Koenigl. Bayrischem Oberlieutenant im Leibregimente». Στα Ελληνικά και Γαλλικά. Με τοπογραφικό σχέδιο της μάχης των Αθηνών στις 6 Μαρτίου 1827. Με τις παραστάσεις: 1 Die Akropolis von Athen. 2 Beschiessung des Klosters St. Spyridon am Piraeus, 3. Ein Kapitaen mit seinen Pallikaren im Gefechte, 4. Die Fregatte Hellas und das Dampfschiff Karteria . Λεύκωμα 45,5 X34 εκ.
[3] Βλ. «Αθήνα-Μόναχο, Τέχνη και Πολιτισμός στη νέα Ελλάδα», κατ. έκθ. Εθνικής Πινακοθήκης, 5/4-3/7/2000. Επιμέλεια Μαριλένας Ζ. Κασιμάτη. σσ. 403-409.
[4] Βλ. Υποσ. 1.
Βιβλιογραφία
- «Για τα 150 χρόνια της Εθνεγερσίας». Κατ. έκθ. Εθνικής Πινακοθήκης, 1971.
- Φωτογραφική ανατύπωση του λευκώματος: «Αγωνιστές του Εικοσιένα, 20 σχέδια με μολύβι του Καρλ Κρατσάιζεν», έκδ. από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, για τον Εορτασμό της Εκατοστής Πεντηκοστής Επετείου της Ελληνικής Εθνεγερσίας, Αθήνα Δεκέμβριος 1971. Προλογίζει ο Παντελής Πρεβελάκης.
- «Καρλ Κρατσάιζεν, Προσωπογραφίες Ελλήνων και Φιλελλήνων Αγωνιστών», προλεγόμενα Π. Πρεβελάκη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1996, πανομοιότυπη έκδοση με το λεύκωμα του Krazeisen-Hanfstaengl, Μόναχο 1828-1831. Αθήνα, Μάιος 1980, με αισθητική φροντίδα Γιώργη Βαρλάμου και τυπογραφική επιμέλεια Ε. Χ. Κάσδαγλη, Δεύτερη έκδοση, Μάιος 1996.
- «Αθήνα-Μόναχο, Τέχνη και Πολιτισμός στη νέα Ελλάδα», κατ. έκθ. Εθνικής Πινακοθήκης, 5/4-3/7/2000. Επιμέλεια Μαριλένας Ζ. Κασιμάτη, Αθήνα 2000.
Πηγή
- Επτά Ημέρες – Η Καθημερινή, «Γερμανοί Ζωγράφοι εικονογραφούν το ‘21», Τρίτη 25 Μαρτίου 2003.
Σχετικά θέματα:
- Βαυαρικός Φιλελληνισμός
- Κλέντσε Λέο φον (Leo von Klenze, 1784-1864)
- «Η απελευθέρωση της Ελλάδος», Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess), μέρος Ι
- «Η απελευθέρωση της Ελλάδος», Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess), μέρος ΙΙ
- «Η απελευθέρωση της Ελλάδος», Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess), μέρος ΙΙΙ
- «Η απελευθέρωση της Ελλάδος», Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess), μέρος ΙV
Βαυαρικός Φιλελληνισμός
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Πρόσωπα & γεγονότα του΄21, Φιλἐλληνες, tagged 1821, Argolikos Arghival Library History and Culture, bavaria, elgin, Greek History, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Επανάσταση 21, Θείρσιος, Ιστορία, Ο Βαυαρικός Φιλελληνισμός, Πολιτισμός, Φιλέλληνες, ludwig on 18 Απριλίου, 2012| Leave a Comment »
Ο Βαυαρικός Φιλελληνισμός
Αν η σημασία της Ελλάδας ως τόπος έλξης Ευρωπαίων περιπλανώμενων «αρχαιολόγων» και αρχαιοκαπήλων «περιηγητών» έφτασε το 1801, μετά τη βάρβαρη απαγωγή των γλυπτών του Παρθενώνα από τον λόρδο Elgin, σε ένα κορύφωμα, η εύρεση των γλυπτών της Αφαίας στην Αίγινα από Γερμανούς το 1811 στάθηκε η αφορμή για τον ενθουσιασμό του νεαρού διαδόχου του βαυαρικού θρόνου Λουδοβίκου για την Ελλάδα. Ένα ενδιαφέρον επικεντρωμένο όχι μόνο σε μια ειδυλλιακή Ελλάδα της κλασικής αρχαιότητας, αλλά και στη σύγχρονη κατακτημένη και πολιτικά φθίνουσα επαρχία της οθωμανικής αυτοκρατορίας και τα ταλαιπωρημένα παιδιά της.
Η παρούσα διαχείριση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και η έννοια της επιστροφής των πολιτιστικών αγαθών στον τόπο προέλευσής τους, μαζί με την πολιτικοποίηση που υποθάλπουν οι έννοιες αυτές, ίσως να μην έχουν επιτρέψει την ανάδειξη της ιδέας του ευρωπαϊκού φιλελληνισμού ως πολιτικού μοχλού για την ανατροπή του καθεστώτος κατάκτησης και υποδούλωσης του λαού αυτού και της ανάδειξης ενός σύγχρονου εθνικού κράτους.
Με την έννοια αυτή οφείλουμε να δώσουμε, παρά τον κίνδυνο που ελλοχεύει, έναν νέο προσδιορισμό της έννοιας «φιλέλληνες» και ειδικότερα του βαυαρικού φιλελληνισμού με κεντρικό σημείο αναφοράς τον διάδοχο του βαυαρικού θρόνου Λουδοβίκο, τον πατέρα του μετέπειτα βασιλιά της Ελλάδας Όθωνα: φιλέλληνες είναι εκείνοι οι οποίοι θέλησαν να επιστρέψουν στην πνευματική πατρίδα της Ευρώπης, την Ελλάδα, ως μάχιμοι σε όλα τα πεδία, όσα είχαν παραλάβει εκείνοι από τον πολιτισμό της για την πνευματική και πολιτική ανεξαρτησία της.
Στους φιλέλληνες με την έννοια αυτή επομένως εντάσσονται τόσο οι Έλληνες της Διασποράς, όσο και οι Ευρωπαίοι που πίστευαν ότι ελευθερία και ανεξαρτησία συνδέονται και απαιτούνται με όργανο την παιδεία.
Ο νέος αυτός ουμανισμός εμφανίζεται στη Γερμανία με καθοδηγητές τους σημαντικότερους διανοούμενους και ποιητές J. J. Winckelmann, G. Ε. Lessing, J. G. Herder, F. Schiller, J. W. Goethe, F. Hoelderlin. Χρονικά η ποιητική έξαρση της ιδέας της ελευθερίας συμπίπτει επομένως με την επανάσταση του 1770. Ο γερμανικός ιδεαλισμός ως κυρίαρχη πνευματική στάση την εποχή εκείνη ήταν που έστησε την εικόνα της μαρτυρικής Ελλάδας.
Ο νεαρός πρίγκιπας
Ο Λουδοβίκος αν και γόνος νεόκοπου βασιλικού οίκου με απολυταρχική ιδεολογία, υπήρξε εν τούτης αναγνώστης του επιφανέστερου έργου του Winckelmann «Ιστορία της Τέxvης της Αρχαιότητας» (1764), σύμφωνα με το οποίο η ιστορία των μορφών και της καλλιτεχνικής δημιουργίας συσχετίζεται με την πολιτική και κοινωνική ελευθερία. Η αναγκαία αυτή συνθήκη αποκάλυψε στον νεαρό πρίγκιπα ένα επαναστατικό μήνυμα που έγινε ο (φάρος για την επανασύνδεση του εξαθλιωμένου κατοίκου του ελληνικού τοπίου με την αρχαιότητα, μέσα όμως από συγκεκριμένη υλική και στρατιωτική ανθρωπιστική βοήθεια, που σύντομα έγινε ένα άρτια εξοπλισμένο εκστρατευτικό σώμα της Βαυαρίας για την Ελλάδα, και μέσω του «Κεντρικού Συλλόγου Ελληνικής Βοήθειας» το γυμνάσιο Athenäum, στο οποίο φοίτησαν οι υποψήφιοι Έλληνες – τα ορφανά του Αγώνα – για σπουδές σε πανεπιστήμια της Βαυαρίας (1815-17).
Ο Λουδοβίκος δεν χαρακτηρίζεται πια ως ο ρομαντικός εκείνος χαρακτήρας μιας αρχαιοπρεπούς ουτοπίας, όπου κυριαρχεί η τέχνη μετρημένη σύμφωνα με τα κλασικά ιδεώδη του «αληθούς, του καλού κ’ αγαθού» και όπου η πραγματικότητα οφείλει να υποχωρεί μπρος στην ιδεατή πραγματικότητα.
Η «ρεαλιστική» ματιά, που ανέδειξε την πραγματική εικόνα μιας κοινωνίας οικονομικά εξαθλιωμένης ήρθε κυρίως με τη συμβολή του καθηγητή Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου του Μονάχου «Ειρηναίου Θείρσιου», όπως είχε μετονομαστεί από τους Έλληνες φίλους του ο Friedrich Thiersch (1784-1860), που επηρέασε για μεγάλο διάστημα, μέχρι που έπεσε σε δυσμένεια, ως σύμβουλος τον Λουδοβίκο[1].
Από το 1810, ως διάδοχος του θρόνου, ο Λουδοβίκος προσπαθούσε κάτω από την επίδραση του Thiersch, το ενεργό μέλος της «Εταιρείας Φιλομούσων», και συντάκτη ένθερμων (ανωνύμων) ανταποκρίσεων στο βαυαρικό Τύπο για την Ελλάδα, να καταστήσει το Μόναχο κέντρο των ελληνοβαυαρικών σχέσεων στους τομείς της τέχνης και του πολιτισμού. Είναι αποκαλυπτική η ελεγεία του υστέρα από την επίσκεψή του στην Κάτω Ιταλία: «Δεν μου ήταν γραφτό, Έλληνες, να ζήσω μαζί σας! Καλύτερα πολίτης της Ελλάδας παρά κληρονόμος του θρόνου, μ’ αυτήν τη σκέψη συχνά σας ονειρευόμουν με λαχτάρα»[2].
Δεν χρειάζεται να αναφερθούμε σε προσωπικότητες όπως ο αρχιτέκτονας Leo von Klenze – ο δημιουργός της «Γλυπτοθήκης»[3] του Μονάχου (1816) – και η συμμετοχή του στη φήμη του Μονάχου ως «Aθήνας επί του ποταμού Οζαρ», ή ο ζωγράφος Peter von Hess (1792-1871), ο οποίος ύστερα από το ταξίδι του συνοδεύοντας τον Όθωνα στην Ελλάδα κατ’ εντολήν του Λουδοβίκου, ζωγράφισε το 1840-41 σαράντα σκηνές του Αγώνα στις στοές των Ανακτόρων στο Μόναχο.
Ως βασιλιάς πλέον από το 1825 κατέστησε μέρος της επίσημης εξωτερικής πολιτικής της Βαυαρίας την υποστήριξη του ελληνικού απελευθερωτικού αγώνα ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία οικονομικά και στρατιωτικά. Η σαφήνεια με την οποία διατυπώθηκε η θέση αυτή ήταν μοναδική για ευρωπαϊκό βασίλειο. Έτσι έγινε το Μόναχο κέντρο του γερμανικού φιλελληνισμού. Το 1830 μάλιστα ο Λουδοβίκος παραχώρησε την εκκλησία του Σωτήρα στην ελληνική ορθόδοξη κοινότητα.
Συμβολή του Θείρσιου
Είναι γνωστό ότι ο όρος «φιλέλληνας» έχει υποπέσει στην πατρίδα μας τα τελευταία χρόνια σε δυσμένεια. Ο Κυριάκος Σιμόπουλος μάλιστα έχει χαρακτηρίσει τον φιλελληνισμό ως «το μέγα ψεύδος»[4]. Είναι βέβαιο ότι δεν θα μπορούσε να είχε στον νου του τον Friedrich Thiersch. Άλλωστε από τους ίδιους τους πληρεξουσίους της πρόνοιας του Ναυπλίου αποκλήθηκε το 1831 «γενναίος φιλέλλην».
Ο βαυαρικός φιλελληνισμός στο σύνολό του δεν μπορεί να γίνει κατανοητός χωρίς τη δράση του Thiersch. Με αρχικές σπουδές προτεσταντικής Θεολογίας είναι το πρότυπο του διανοούμενου που προσχωρεί σε έναν νέο φιλελληνισμό, αναδεικνύοντας την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη των νεοελλήνων. Σε αντίθεση με άλλους διανοούμενους, ο Thiersch επισκέφθηκε την Ελλάδα τον Αύγουστο 1831, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, και έδρασε καταλυτικά προσπαθώντας να αποφευχθεί νέος εμφύλιος και επέστρεψε τον Οκτώβριο 1832 στο Μόναχο.
Αμέσως μετά συνέταξε το δίτομο «De l’ état actuel de la Grèce et des moyens d’arriver à sa restauration» (εκδ. 1833, στα ελληνικά: «H Ελλάδα του Καποδίστρια, Η παρούσα κατάσταση της Ελλάδος (1828-1833) και τα μέσα για να επιτευχθεί η ανοικοδόμησή της»[5]).

Η αποβίβαση του Όθωνα και του βαυαρικού στρατού στο Ναύπλιο το 1833.
Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Gustav Kraus (1804-1852).
Ήδη τον Ιανουάριο 1833 είχαν φθάσει ο Όθωνας και Αντιβασιλεία του στο Ναύπλιο, για την εκλογή του οποίου φαίνεται πως είχε συμβάλει ο ίδιος αποφασιστικά. Η απογοήτευση στους πολιτικούς κύκλους όχι μόνο του Μονάχου, αλλά και όλης της Γερμανίας και του εξωτερικού ήταν ιδιαίτερα μεγάλη όταν μαθεύτηκε ότι ο Θείρσιος δεν θα ανήκε στα μέλη της Αντιβασιλείας. Ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να έχει βασικές ιδέες για την ανοικοδόμηση ενός ελληνικού Κράτους, γιατί στηριζόταν σε παρατηρήσει της τρέχουσας κατάστασης που είχε κάνει ο ίδιος και που εντοπίζονταν στις συμφορές ύστερα από έναν δεκαετή εξαντλητικό αγώνα.
Δε θα έπρεπε να εισαχθούν θεσμοί που δε συμφωνούσαν με τα τοπικά ήθη, σύστηνε λιτότητα στα οικονομικά, περιορισμό του διογκωμένου δημοσιοϋπαλληλικού μηχανισμού και του μεγάλου σώματος των αξιωματικών, ένταξη των αγωνιστών στην ελληνική άμυνα χωρίς αλλαγή της εθνικής ενδυμασίας και των εγχώριων όπλων, μοίρασμα της γης στους άκληρους αγρότες και προστασία τους από τους μεγαλοϊδιοκτήτες.
Αντίθετα, οι επιλογές της Αντιβασιλείας ήταν ένα άκαμπτο σύστημα διοίκησης που διαμορφώθηκε στη Βαυαρία κυρίως σύμφωνα με γαλλικές αντιλήψεις. «…Αυτό, σημείωνε ο Thiersch, δεν μπορεί να καταφέρει κανέναν που γνωρίζει παγκόσμια ιστορία, να πιστέψει ότι μ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να δημιουργηθεί ένας λαός».
Όσο για την οικονομική διαχείριση παρατηρούσε ότι ο Όθωνας ήταν «εφοδιασμένος με περιττή πολυτέλεια για το υψηλό του αξίωμα», ενώ η Ελλάδα βρισκόταν σε εμφύλιο πόλεμο. Σε ένα γράμμα του σημειώνει απογοητευμένος: «Αν είχε κανείς πληρωθεί για να καταστρέψει την υπόθεση, από την οποία εξαρτάται η σωτηρία της Ελλάδας, το καλό του βασιλιά Όθωνα και η τιμή του πατέρα του, δεν θα μπορούσε να είχε κάνει τίποτε άλλο από ό,τι έκαναν αυτοί τώρα (18.11.1833)».
Σύντομα, στους κύκλους της αντιπολίτευσης άρχισε να γίνεται χρήση της λέξης «βαυαροκρατία», και πολλοί Έλληνες, που ενθυμούντο ακόμη τον Τούρκο πασά, τον εύρισκαν πιο υποφερτό από τον Βαυαρό δημόσιο υπάλληλο με τον υπηρεσιακό του κανονισμό. Πηγές σαν αυτήν χρησιμοποιούνται ακόμα μαζί με τα αναγκαία ιδεολογικά φορτία, τα επιχειρήματα δεν φθάνουν όμως ως τα άκρα, ότι δηλαδή η ελληνική κοινωνία θα έπρεπε, για να αποφύγει την αλλοτρίωση των «αυθεντικών» παραδόσεων, να παραμείνει σε μορφές οργάνωσης «οθωμανικής αιχμαλωσίας».
Συμπέρασμα: το τίμημα τα ελευθερίας, όπως φάνηκε ήδη από τα πρώτα χρόνια του νέου κράτους, θα ήταν ακριβό. Ο βαυαρικός φιλελληνισμός είχε ολοκληρώσει τον κύκλο του και η Ελλάδα οδηγήθηκε μέσα από οδύνες από τον «ανατολικό δεσποτισμό» στον ευρωπαϊκό 19ο αιώνα, τον «αιώνα τα ελευθερίας των εθνών». Τις εγκυρότερες επισημάνσεις για την περίοδο αυτή έχει καταθέσει ο καθηγητής Πασχάλης Κιτρομηλίδης [6] επισημαίνοντας εύστοχα ότι ενώ η νέα οργάνωση πραγματοποιήθηκε με απολυταρχικές μεθόδους, το έργο αυτό αποσυνδέθηκε από τον νεοκλασικισμό που απέβη ιδεολογικά αποδεκτός και ενσωματώθηκε οργανικά στην ελληνική παράδοση και ταυτότητα.
Η βαυαρική πολιτική κρατικής συγκρότησης κατά τον Κιτρομηλίδη, προσπάθησε να εισαγάγει τους θεσμούς μιας ελεύθερης ευρωπαϊκής πολιτείας στο Βασίλειο της Ελλάδας και να εξασφαλίσει τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της χώρας.
Μεταμόρφωσε με την αρχιτεκτονική και την πολεοδομία το πρόσωπο της Ελλάδας, αγωνίστηκε κατά του αναλφαβητισμού και ενθάρρυνε τα γράμματα και τις τέχνες με την ίδρυση του Πανεπιστημίου και του Σχολείου των Τεχνών. Τέλος, και αυτή είναι η γονιμότερη σκέψη του Κιτρομηλίδη, ο νεοκλασικισμός του Βαυαρού ηγεμόνα, διατηρήθηκε ως συστατικό της ελληνικής ταυτότητας, ενώ απορρίφθηκε η απολυταρχία με την έξωση της βαυαρικής δυναστείας. Εν τέλει εξασφάλισε την εσωτερική συνοχή του κράτους και λειτούργησε συμβολικά ως προς τις αλυτρωτικές του επιδιώξεις και τη Μεγάλη Ιδέα.
Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη
Επιμελήτρια Εθνικής Πινακοθήκης
Υποσημειώσεις
[1] Στο έργο του έχει αφιερωθεί Συμπόσιο με τη συμμετοχή Γερμανών και Ελλήνων ιστορικών και πολιτειολόγων (Ινστιτούτο Goethe, 15-17 Οκτωβρίου 1990).
[2] Raimund Wünsche, «Καλύτερα πολίτης της Ελλάδας παρά κληρονόμος του θρόνου. Ο βασιλιάς Λουδοβίκος Α’ και η Ελλάδα», στο «Αθήνα – Μόναχο. Τέχνη και Πολιτισμός στη νέα Ελλάδα», Κατ. έκθ. Εθνικής Πινακοθήκης, 2000, επιμέλεια Μ. Ζ. Κασιμάτη, σελ. 141-160.
[3] Η λέξη, που δεν υπήρχε νωρίτερα, είναι αποτέλεσμα της γλωσσοπλαστικής ικανότητας του Λουδοβίκου. Κτίστηκε για να στεγάσει τα γλυπτά του ναού της Αφαίας στην Αίγινα που βρέθηκαν το 1811 από τους Haller, Cockerell, Foster και Linkh και πριν αγοραστούν από τον Λουδοβίκο αξιολογήθηκαν από τον αρχαιολόγο Martin von Wagner.
[4] «Ξενοκρατία, μισελληνισμός και υποτέλεια», Αθήνα 1990.
[5] Μετάφραση Α. Σπήλιου. Εισαγωγή, επιμέλεια, σχόλια Τάσου Βουρνά, εκδ. Τολίδη, χ.χ. (1972).
[6] «Δύο «νεοκλασικά» βασίλεια την εποχή του εθνικισμού», στο: «Αθήνα – Μόναχο. Τέχνη και Πολιτισμός στη νέα Ελλάδα», Κατ. έκθ. Εθνικής Πινακοθήκης, 2000, επιμέλεια Μ. Ζ. Κασιμάτη, σελ. 33-37.
Πηγή
- Επτά Ημέρες – Η Καθημερινή, «Γερμανοί Ζωγράφοι εικονογραφούν το ‘21», Τρίτη 25 Μαρτίου 2003.
Σχετικά θέματα:
- Ο Όθωνας στο Ναύπλιο και στην Αθήνα
- Αρπαγή αρχαιοτήτων από την προεπαναστατική Πελοπόννησο
- Κλέντσε Λέο φον (Leo von Klenze, 1784-1864)
















