Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Πλατεία Συντάγματος – Ναύπλιο


 

Σύνταγμα: Έτσι ονομάζεται ο Καταστατικός Χάρτης της Χώρας, ο οποίος ρυθμίζει τον τρόπο οργανώσεως της πολιτικής εξουσίας και τις σχέσεις της με τους πολίτες. Το σύνταγμα προβλέπει το διαχωρισμό των τριών εξουσιών, της νομοθετικής (Βουλή), της εκτελεστικής (Κυβέρνηση) και της δικαστικής (Δικαιοσύνη). Το πρώτο ελληνικό σύνταγμα μετά την Απελευθέρωση δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 18 Μαρτίου 1844. Είχε προηγηθεί η Επανάσταση τη νύκτα της 2-3 Σεπτεμβρίου 1843, όταν στρατιωτικές δυνάμεις με αρχηγό το συνταγματάρχη του πυροβολικού Δημήτριο Καλλέργη, περικύκλωσαν τα Ανάκτορα και ζήτησαν από το βασιλέα την παροχή συντάγματος. Ο Όθων, μετά από δισταγμούς και με την επέμβαση της βασίλισσας Αμαλίας, δέχθηκε τους όρους των επαναστατών. Από τότε έγιναν αναθεωρήσεις το 1864, το 1911, το 1926 (Σύνταγμα της Τριακονταμελούς Επιτροπής, που δημοσιεύτηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 1926 και καταργήθηκε στις 3 Ιουνίου 1927 με την κατάρρευση της δικτατορίας του Πάγκαλου), το 1927, το 1952, το 1975 και η τελευταία το 1985.

 

Ναύπλιο. Η πλατεία Συντάγματος, 1933.

 

Πλατεία Συντάγματος: Η κεντρική και ιστορική αυτή πλατεία του Ναυπλίου διαμορφώθηκε κατά τη Β’ Ενετοκρατία (1686-1715) και ονομάστηκε αρχικά Piazza dei Armi (= πλατεία των Όπλων). Κατά την Τουρκοκρατία και τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση λεγόταν Πλατεία Πλατάνου, από το μεγάλο πλάτανο που υπήρχε εκεί και κάτω από τον οποίο συναθροίζοντο οι Δημογέροντες και συζητούσαν τα προβλήματα του Αγώνα. Το 1834 μετονομάστηκε σε Πλατεία Λουδοβίκου, προς τιμήν του βασιλιά της Βαυαρίας και πατέρα του Όθωνος, και το 1843, μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου, πήρε το σημερινό της όνομα.

 

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

 

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

 

Στην πλατεία Συντάγματος δεσπόζει το ενετικό κτίριο του Οπλοστασίου – Αποθήκης (Armeria), που ανεγέρθηκε το 1713 από τον προβλεπτή Αυγουστίνο Σαγρέδο (τον οποίο οι Αναπλιώτες αποκαλούσαν «Καπετάν Γκενεράλη»), όπως αναγράφεται στην εντοιχισμένη πλάκα:

 

PROMTUARIUM CLASSIS

AD URBIS UTILITATEM ET ORNAMENTUM

AUG(USTINUS) SAGREDO PROV(ISOR) CLASSIS MARIS

MAGNIFICE EDIFICAVIT.

ANNO M.DCC.XIII.

Σε ελληνική μετάφραση:

Αποθήκην του Στόλου

προς χρήσιν και κόσμησιν της πόλεως

Ο Αυγ(ουστίνος) Σαγρέδος Προβλ(επτής) του Στόλου

μεγαλοπρεπώς ανήγειρεν.

Εν έτει 1713.

 

Ο προβλεπτής ή προνοητής, Proveditore, ήταν ευγενής Βενετός, που έστελνε η Σύγκλητος της Βενετίας ως διοικητή, με πολιτική και στρατιωτική δικαιοδοσία, σε περιοχές που κατείχε η Γαληνοτάτη Δημοκρατία). Στο κτίριο αυτό στεγάζεται σήμερα το Αρχαιολογικό Μουσείο. Απέναντί του, επί της Πλατείας Συντάγματος, σώζεται το Οθωμανικό Τέμενος ή Μεγάλο Τζαμί (που σήμερα είναι γνωστό με το όνομα «Τριανόν», ύστερα από τις διάφορες σύγχρονες μεταμορφώσεις του ως θεάτρου, κινηματογράφου κλπ.). Είναι κτίσμα της Α’ Τουρκοκρατίας (1389-1540). Κατά τη Β’ Ενετοκρατία (1686-1715) ήταν καθολικός ναός αφιερωμένος στον Άγιο Αντώνιο. Μετά την απελευθέρωση χρησιμο­ποιήθηκε ως πρώτο αλληλοδιδακτικό σχολείο αρρένων και πρώτο δημοτικό σχολείο.

 

Ναύπλιο. Η πλατεία Συντάγματος και το Οπλοστάσιο, σήμερα Αρχαιολογικό Μουσείο. Η καρτ-ποστάλ, είναι ταχυδρομημένη το 1907, πεντάλεπτο γραμματόσημο της σειράς των «Ολυμπιακών» Αγώνων του 1906.

 

Δίπλα στο Μουσείο, επί της οδού Σταϊκοπούλου, είναι το τζαμί που έκτισε ο Αγά Πασάς ο Δελβινιώτης, για την εξιλέωση της ψυχής του, όπως θέλει η παράδοση, επειδή είχε δολοφονήσει τα δύο αδέλφια, τον Ανδρέα και τον Γουΐδο, παιδιά του πλούσιου Βενετσιάνου εμπόρου Πέτρου Λορεδάνου. Κατά την παράδοση πάντα, ο Βενετσιάνος έμπορος είχε κρύψει στο σπίτι του στο Ναύπλιο τη μεγάλη περιουσία του. Όταν αργότερα ήλθαν στο Ναύπλιο τα δύο παιδιά του για να βρουν τον κρυμμένο θησαυρό του πατέρα τους, ο Αγά πασάς προθυμοποιήθηκε να τους βοηθήσει και μόλις ήλθε στο φως ο κρυμμένος θησαυρός τους, τους δολοφόνησε για να τον οικειοποιηθεί. Το κτίριο αυτό τότε ήταν γνωστό ως «ο τεκές του Αγά Πασά». Μετά την απελευθέρωση χρησιμοποιήθηκε ως Βουλευτικό, Βουλή της εποχής εκείνης, από όπου και το σημερινό του όνομα «Βουλευτικό». Εκεί έγινε η δίκη του Κολοκοτρώνη το 1834, ενώ σήμερα στεγάζεται παράρτημα του Ελληνικού Ωδείου.

 

Ναύπλιο. Πλατεία Συντάγματος.

 

Πίσω από το Βουλευτικό είναι το τουρκικό Ιεροσπουδαστήριο (Μεντρεσές). Οικοδομήθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα – αρχές του 19ου αιώνα και μετά την απελευθέρωση χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή (Φυλακές Λεονάρδου). Από τα σπίτια των αγωνιστών του 1821, που ήταν γύρω στην πλατεία αυτή, σώζεται το σπίτι του Γενναίου Κολοκοτρώνη και απέναντι διαγωνίως το σπίτι του Νικηταρά, σήμερα ιδιοκτησία Μελισσηνού. Στη θέση του σπιτιού της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου, γνωστής για τη δράση της κατά τη Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862, έχει ανεγερθεί το υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης και έχει στηθεί σχετική αναμνηστική στήλη.

 

Πηγή


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.

 

Read Full Post »

Η Ναυπλιακή Επανάσταση – Αναστάσιος Αθ. Γούναρης


 

Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 150 χρόνων από την έκρηξη της Ναυπλιακής Επανάστασης, κυκλοφόρησε από τη ΔΗ.Κ.Ε.Ν  (Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου), η δεύτερη έκδοση του βιβλίου του Αναστ. Αθ. Γούναρη, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση».

 

«Η Ναυπλιακή Επανάσταση, η σοβαρότερη και συνταρακτικότερη από τις στάσεις που αντιμετώπισε η οθωνική διοίκηση, βασικά ήταν από­τοκη ενός πλατιού κι έντονου πολιτικού οργασμού ανάμεσα στα αστικο-φιλελεύθερα στρώματα της χώρας. Ανεξάρτητα από την άτυχη έκβασή της, αποτελεί έναν κρίκο, τον ως τότε σπουδαιότερο μετά την Γ’ Σεπτεμβρίου, στην αλυσίδα των αγώνων για το φιλελεύθερο πολι­τικό μετασχηματισμό της Ελλάδας.

Ο σεισμός της συγκλόνισε το «Σύστημα» και κατέστησε ετοιμόρροπο το θρόνο. Δεν απέμενε παρά το τελικό χτύπημα, που δόθηκε έξι μήνες μετά τη λήξη της. Ο αναπλιώτικος Φλεβάρης ήταν ο αιματηρός πρό­δρομος του αναίμακτου πανελλήνιου Οκτώβρη. Ο δεύτερος συνέχισε κι ολοκλήρωσε τον πρώτο.

 

Ιστορική μελέτη, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση / 1 Φεβρουαρίου – 8 Απριλίου 1862».

 

Η Επανάσταση της 1ης  Φεβρουαρίου υπήρξε σε όλες τις εκδηλώσεις της ο θαυμαστός αγώνας της ιστορικής πόλης, η οποία, αφού κατά τα κρίσιμα χρόνια της Εθνεγερσίας αποτέλεσε το «παλλάδιον της ελευθε­ρίας», ορθώθηκε τότε αποφασιστικά ως προπύργιο του φιλελευθερισμού κατά της απολυταρχίας και πρόμαχος των συνταγματικών ελευ­θεριών.

Ο βραχώδης εξώστης στον Αργολικό, που χρόνια ολόκληρα είχε αποτελέσει το κέντρο του πανελλήνιου ενδιαφέροντος, αναδύθηκε πάλι -για τελευταία φορά- και παρουσιάστηκε με όλη του τη λάμψη στην πρώτη γραμμή της πολιτικής και, γενικότερα, της εθνικής επικαιρότητας.

Ήταν τουλάχιστον η μονιμότερη και σπουδαιότερη «επικαιρό­τητα», όσο διαρκούσε η οθωνική δεσποτεία· γιατί, αν ο ένοπλος αγώνας της πύλης τερματίστηκε, ο αντίλαλός του δεν έσβησε· ο υπερδίμηνος αγώνας των αναπλιωτών εμφύσησε νέα πνοή και γιγάντωσε τη φιλε­λεύθερη κίνηση, ενίσχυσε την πεποίθηση στη δημοκρατικότητα του ελληνικού κόσμου και τόνωσε την πίστη, για το αναφαίρετο των πολιτι­κών δικαιωμάτων. Γι αυτό ακριβώς η Ναυπλιακή Επανάσταση, που γεμίζει μερικές από τις καλύτερες σελίδες της νεοελληνικής πολιτικής ιστορίας, διατήρησε και θα διατηρεί από την άποψη τούτη ακέριο το νόημά της.»

 

Read Full Post »

Ποταμιάνος Ηλίας (1844-1911)


 

Ηλίας Ποταμιάνος

Ο Ηλίας Ποταμιάνος, νομικός, πολιτικός και δημοσιογράφος, γεννήθηκε το 1844 στο Ναύπλιο, όπου σπούδασε τα εγκύκλια μαθήματα και έφηβος μόλις, έλαβε ενεργό μέρος στην Ναυπλιακή Επανάσταση (1862). Ο πατέρας του Ευάγγελος Ποταμιάνος καταγόταν από την Κεφαλονιά και ήταν πλοίαρχος στον επικουρικό στόλο της Αγγλίας κατά τους Ναπολεόντιους πολέμους μέχρι το 1815. Αργότερα ως μέλος της Φιλικής Εταιρείας ήρθε και πολέμησε στην Ελλάδα και επί Καποδίστρια έγινε διευθυντής της Αστυνομίας.  

Ο Ηλίας Ποταμιάνος σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εξάσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου με μεγάλη επιτυχία. Δίδαξε Στρατιωτικό Δίκαιο στη Σχολή Ευελπίδων τα έτη 1870-73, και διετέλεσε διευθυντής της εφημερίδας «Αυγή» και συντάκτης της «Εφημερίδος των Συζητήσεων», ήταν φίλος και συνεργάτης του Επαμεινώντα Δεληγιώργη. Ανέλαβε επίσης αποστολές στο εξωτερικό: το 1872 στην Κωνσταντινούπολη σχετικά με το Βουλγαρικό Σχίσμα και το 1905 στην Κρήτη (που τότε δεν είχε ακόμα απελευθερωθεί) για προβλήματα της εκεί Ελληνικής Διοικήσεως.

Εκλέχθηκε πολλές φορές βουλευτής και διακρίθηκε για τη ρητορική του δεινότητα. Στην επαρχία Ναυπλίας εκλέχτηκε τα έτη 1881, 1891 και 1892. Το 1901, ως βουλευτής Ηλείας, κατέθεσε στη Βουλή πρόταση για την πρόσληψη γυναικών στα ταχυδρομεία και τα τηλεγραφεία. Η Βουλή όμως, με το σκεπτικό ότι «τα ήθη μας δεν το επιτρέπουν», την απέρριψε. Έγραψε τις μελέτες «Περί των παρά τω Ρωμαϊκώ στρατώ ποινών» (1874), «Αι Συρακούσαι» (1878) στο περιοδικό «Βύρων», κ.ά. Απεβίωσε το 1911.

Πηγές


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», γ’ έκδοση, Αθήνα, χ.χ. 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ναύπλιο. Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, 1834. Σχέδιο σε μολύβι του αρχιτέκτονα Λέο φον Κλέντσε  (Leo von Klenze 1784-1864), Μόναχο, Staatliche Graphische Sammlung München.

 

Ναύπλιο. Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, 1834. Σχέδιο σε μολύβι του αρχιτέκτονα Λέο φον Κλέντσε (Leo von Klenze 1784-1864).

 

 Η πλατεία με την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, αποτυπώνεται στο καλοδουλεμένο σχέδιο του κλασικιστή αρχιτέκτονα Leo von Klenze. Στο κέντρο εικονίζεται η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, η μητρόπολη του Ναυπλίου, όπου κηδεύτηκαν ο Παλαιών Πατρών Γερμανός το 1826 και ο Ιωάννης Καποδίστριας το 1831.

Για το σχέδιο αυτό γράφει η Σέμνη Καρούζου: «Το σχέδιο αποφεύγει τις σκιές, κύριος φορέας της έκφρασης είναι η γραμμή. Ο τονισμός του νάρθηκα της μητρόπολης του Ναυπλίου, που πρέπει στα χρόνια αυτά να είχε διαμορφωθεί, βρίσκει στη διανοητική ακρίβεια του σχεδίου την καλύτερη δυνατή απόδοση. Σαν ξένο σώμα υψώ­νεται πίσω από την εκκλησία ο άμορφος μιναρές. Όμοια απροσάρμοστα στην πλατεία, που τότε μόλις άρχιζε να παίρνει μια νοικοκυρεμένη όψη, είναι τα σπίτια αριστερά, του ανατολίτικου τύπου ακόμη». Όλα αυτά τα οικοδομήματα, ωστόσο, μαζί με το μεγάλο ενετικό κτίσμα δεξιά (πολύ παλιό ενετικό σχολείο) χαρτογραφούν συνοπτικά, αλλά παραστατικά, την ιστορική πορεία της πόλης, κάτω από τη βαριά σκιά του Παλαμηδιού. Ο ίδιος ο Klenze, άλλωστε, πίστευε πως «το Ναύπλιο κρατάει ακόμη μόνο στα βενετσιάνικα και στα παλιά τούρκικα λείψανα κάποιο θέλγητρο και μια γραφική ομορφιά».  (Αφροδίτη Κουρία, «Το Ναύπλιο των περιηγητών», έκδοση Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα, 2007).

Read Full Post »

 Φιλέλληνες – Τα φιλελληνικά κομιτάτα της Αμερικής


 

Τα φιλελληνικά κομιτάτα της Αμερικής – Η πρόσφορά τους

 

Ο αμερικανικός φιλελληνισμός [1] αποτελεί ένα μεγάλο, όχι όμως ευρύτερα γνωστό, κεφάλαιο στην ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης. Στο αφιέρωμα αυτό θα περιοριστούμε σε ένα σύντομο χρονικό στο οποίο σκιαγραφείται η προσφορά του Νέου Κόσμου στην ελληνική υπόθεση και μνημονεύονται ορισμένοι ειλικρινείς και ανιδιοτελείς φιλέλληνες.

Το 1821 στη δυτική πλευρά του Ατλαντικού το νεοσύστατο κράτος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής φώτιζε τον πολιτικό ορίζοντα των επαναστατημένων Ελλήνων, χάρη στην Αμερικανική Επανάσταση (1776-1783), τη «Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας» (4.7.1776) – ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά κείμενα του 18ου αιώνα, εμπνευσμένο από τις πολιτικές ιδέες του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού – και το Σύνταγμα του 1787. Αυτή η χώρα – σύμβολο της ελευθερίας, ανέπαφη από το αντιδραστικό πνεύμα της Ιεράς Συμμαχίας που επικρατούσε στην Ευρώπη, δεν μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητους τους Έλληνες.

Νικόλαος Πίκκολος

Στις 25 Μαΐου 1821, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, πρόεδρος της Μεσσηνιακής Γερουσίας και πολιτικός – στρατιωτικός αρχηγός της Μάνης, απηύθυνε στους πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών έκκληση βοήθειας. Είναι η πρώτη γνωστή επικοινωνία των Ελλήνων με την Αμερική, ο λαός της οποίας ανταποκρίθηκε άμεσα. Για την αποστολή της έκκλησης αυτής μεσολάβησαν οι Έλληνες της παρισινής παροικίας Αδάμ. Κοραής, Α. Βογορίδης, Ν. Πίκκολος και ο γιατρός και απεσταλμένος των Ελλήνων στρατηγών Πέτρος Ηπίτης, οι οποίοι απευθύνθηκαν στο φιλέλληνα καθηγητή της Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ Έντουαρντ Εβερετ (Edward Everett, 1794-1865). Ο τελευταίος γνώριζε καλά την επικρατούσα κατάσταση, αφού το 1819 είχε επισκεφθεί την Ελλάδα κατά τη διάρκεια περιοδείας του στην Ευρώπη. Αργότερα εκλέχθηκε αντιπρόσωπος της Βοστόνης στη Βουλή (1825-1835), κυβερνήτης της Μασαχουσέτης (1836-1839) και γερουσιαστής (1853-1854).

Έντουαρντ Εβερετ

Το φιλελληνικό ενδιαφέρον ενεργοποιήθηκε μετά τη δημοσίευση της προαναφερθείσας έκκλησης. Εκτός από τον Μαυρομιχάλη, κι άλλοι πρωταγωνιστές του Αγώνα (Κοραής, Κολοκοτρώνης, Μαυροκορδάτος), καθώς και Αμερικανοί φιλέλληνες απέστειλαν εκκλήσεις, που δημοσιεύθηκαν σε αμερικανικά έντυπα. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην έκκληση της Ελληνικής Εταιρείας του Παρισιού προς τη νεοαπελευθερωθείσα δημοκρατία της μακρινής Αϊτής τον Αύγουστο του 1821 και την απάντηση του προέδρου της, Ζαν-Πιερ Μπουαγιέ (Jean-Pierre Boyer), στις αρχές του 1822, με την οποία αναγνωριζόταν το δίκαιο του ελληνικού Αγώνα. Στην προσπάθεια αυτή δραστηριοποιήθηκαν και επιφανείς Ελληνίδες (Ευανθία Καΐρη, Μαρία Εμμ. Τομπάζη, Βασιλική Λαζ. Τσαμαδού, Ειρήνη Δημ. Μιαούλη κ.ά.), οι οποίες τον Ιούλιο του 1825, απευθυνόμενες προς τις φιλέλληνες διαβεβαίωναν για την αποφασιστικότητα να αντισταθούν και την ελπίδα να νικήσουν.

Η φιλελληνική κινητοποίηση ολοένα αυξανόταν και μέσα σ’ αυτό το κλίμα ο Αμερικανός πρόεδρος Τζέιμς Μονρόε (James Monroe, 1758-1831) στο ετήσιο διάγγελμά του το Δεκέμβριο του 1822 αναφέρθηκε στην Ελληνική Επανάσταση υποστηρίζοντας την αυτοδιάθεση των λαών.

Σ’ αυτό το πλαίσιο και ως προέκταση του μηνύματος του προέδρου, ο πληρεξούσιος της Μασα­χουσέτης Ντανιέλ Γουέμπστερ (Daniel Webster, 1782-1852) στις 8 Δεκεμβρίου 1823 εισηγήθηκε στο Κογκρέσο την αποστολή διπλωματικού εκπροσώπου στην Ελλάδα. Η ομιλία του αποτελεί υπόδειγμα φιλελευθερισμού και εντονότατης διαμαρτυρίας κατά του δεσποτισμού της Ιεράς Συμμαχίας, «μιας συμμαχίας των στεμμάτων εναντίον των λαών».[2] Ο Γουέμπστερ, διαπνεόμενος από έντονα φιλελληνικά αισθήματα, τόνιζε «το χρέος του πολιτισμένου κόσμου προς τη γη της επιστήμης, της ελευθερίας, των τεχνών, ένα χρέος που δεν μπορεί ποτέ να εξοφληθεί».

Παράλληλα, από διάφορες πολιτείες υποβάλλονταν στο Κογκρέσο αναφορές για συμπαράσταση, αποστολή τροφίμων και αναγνώριση της ελληνικής ανεξαρτησίας. Τελικά στα τέλη Ιανουαρίου του 1824 συζητήθηκε στο Κογκρέσο η πρόταση του Γουέμπστερ και διατυπώθηκαν απόψεις πολύ ενδιαφέρουσες για την τότε εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών. [3] Μολονότι τονίστηκε η συμπάθεια προς τον αγωνιζόμενο χριστιανικό λαό (που πήγαζε από το θαυμασμό προς την κλασική Ελλάδα και τα δημιουργήματα του αρχαίου ελληνικού πνεύματος), στη συζήτηση κυριάρχησε έντονη ανησυχία για ενδεχόμενο εμπλοκής της Αμερικής σε πόλεμο με την Τουρκία, αλλά και πλήγματος του αμερικανικού εμπορίου και στόλου στην Ανατολική Μεσόγειο σε περίπτωση αναγνώρισης της ελληνικής ανεξαρτησίας.

Χένρι Κλέι

Ορισμένοι πληρεξούσιοι έφθασαν να υποστηρίξουν ότι πολύ πιθανόν οι Έλληνες ύστερα από αιώνες σκλαβιάς δεν θα ήταν ικανοί να εγκαθιδρύσουν δημοκρατική κυβέρνηση και θα προτιμούσαν το μοναρχικό πολίτευμα. Υπήρξαν βεβαίως και ένθερμοι υποστηρικτές της ελληνικής υπόθεσης, όπως ο μεγάλος ειρηνιστής και πολιτικός ηγέτης με μεγάλη επιρροή Χένρι Κλέι (Henry Clay, 1777-1852), [4] οι Ντουάιτ (Dwight), Κουκ (Cook) κ.ά. Τελικά, όμως, ενόψει του αρνητικού κλίματος αποφασίστηκε να μη γίνει ψηφοφορία.

Το Κογκρέσο επέμενε στην αυστηρή ουδετερότητα, φοβούμενο ότι και η παραμικρή έκφραση συμπάθειας θα άνοιγε το κουτί της Πανδώρας. Η Αμερική δεν επιθυμούσε καμιά ανάμιξη στα θέματα της Ευρώπης (ούτε και της Ευρώπης στα εσωτερικά της Αμερικής) και με την εσωστρέφεια που τη διέκρινε τότε, έδειχνε ανέτοιμη να παίξει ουσιαστικό και πρωταγωνιστικό ρόλο στο εξωτερικό. Στάση αντίθετη με των Αγγλίας και Γαλλίας, οι οποίες παρά την αρχικά αρνητική τους θέση στην πορεία μεταστράφηκαν υπέρ των Ελλήνων, προκειμένου να επεκτείνουν την επιρροή τους στο νευραλγικό χώρο της ΝΑ Ευρώπης και να αναχαιτίσουν τη ρωσική επέκταση. Ο αγγλικός και ο γαλλικός φιλελληνισμός εκδηλωνόταν με τις ευλογίες των υπουργείων Εξωτερικών. [5] Παρ’ όλ’ αυτά η Αμερική το 1822 έκανε ανεπιτυχείς διαπραγματεύσεις για την παραχώρηση του νησιού της Πάρου ως ναυτικής βάσης, προκειμένου να διευκολυνθεί το εμπόριό της στην Ανατολική Μεσόγειο.[6]

Η ουδετερότητα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής όμως δεν πτόησε καθόλου τον αυθόρμητο ενθουσιασμό της κοινής γνώμης. Με πρωτοβουλία του προαναφερθέντος Εβερετ συστήθηκε το 1823 το φιλελληνικό κομιτάτο της Βοστόνης. Στις 19 Δεκεμβρίου ο πρόεδρος του Τόμας Λίντολ Γουίνθροπ (Thomas Lindall Winthrop) και ο γραμματέας Εβερετ απηύθυναν έκκληση βοήθειας των μελών τους προς τους χριστιανούς Έλληνες επικαλούμενοι τα μέχρι τότε δεινά τους από τους βάρβαρους και αντίχριστους Τούρκους μετά τις πρόσφατες σφαγές σε Μικρά Ασία, Κωνσταντινούπολη και Χίο. [7]

Τον ίδιο χρόνο συστήθηκαν φιλελληνικά κομιτάτα σε Νέα Υόρκη και Φιλαδέλφεια, δύο από τις μεγαλύτερες πόλεις της χώρας. Στις αρχές του 1824 συστήθηκαν αντίστοιχα κομιτάτα και σε άλλες πόλεις, άρχισαν να διοργανώνονται θεατρικές παραστάσεις και χοροεσπερίδες προκειμένου να συγκεντρωθούν χρήματα, ενώ σε αρκετά πανεπιστήμια και εκκλησίες πραγματοποιούνταν έρανοι από φοιτητές και κληρικούς αντιστοίχως.[8] Χαρακτηριστικό είναι ότι τον Απρίλιο του 1824 οι φιλέλληνες της Νέας Υόρκης έστειλαν στο ελληνικό κομιτάτο του Λονδίνου 6.600 λίρες στερλίνες (32.000 δολάρια).

Ενδιαφέρον έδειξαν επίσης οι Αμερικανοί φιλέλληνες για την ανατροφή, εκπαίδευση και ορισμένες φορές υιοθέτηση ορφανών Ελληνόπουλων, για την αποστολή των οποίων φρόντιζαν Αμερικανοί ιεραπόστολοι ή ναυτιλλόμενοι. Σημειώνουμε την περίπτωση του Πηλιορείτη ευαγγελινού Αποστολίδη Σοφοκλή (+1883), ο οποίος το 1828 με μεσολάβηση του Αμερικανού ιεραπόστολου Τζόσουα Μπρούερ (Josiah Brewer) στάλθηκε στη Βοστόνη και αργότερα έγινε καθηγητής στα Πανεπιστήμια Χάρβαρντ και Γέιλ και συνέγραψε, μεταξύ άλλων, ελληνικό λεξικό της ρωμαϊκής και βυζαντινής εποχής. [9] Αμερικανοί ιεραπόστολοι [Μπρούερ, Ρούφους Αντερσον (Rufus Anderson), Τζόνας Κινγκ (Jonas King), Χιλ (Hill) κ.ά.] συνέβαλαν στην ίδρυση σχολείων στο πλαίσιο του ευρύτερου ενδιαφέροντός τους για την προώθηση της εκπαίδευσης στην Ελλάδα. [10]

Αλέξανδρος Κοντόσταυλος

Στην ιστορία του αμερικανικού φιλελληνισμού εγγράφεται η ατυχής και θλιβερή υπόθεση της παραγγελίας φρεγατών στην Αμερική εκ μέρους των Ελλήνων. [11] Το 1824, μετά τη σύναψη του γνωστού αγγλικού δανείου, η ελληνική κυβέρνηση, μέσω των αντιπροσώπων της στο Λονδίνο Ιωάννη Ορλάν­δου και Ανδρέα Λουριώτη, παρήγγειλε τη ναυπήγηση δύο φρεγατών 50 κανονιών και έξι μικρότερων στους εμπορικούς οίκους Μπαγιάρ και Χάουλαντ της Νέας Υόρκης. Στην επιλογή των οίκων αυτών έπαιξε αποφασιστικό ρόλο ο ίδιος ο Μπαγιάρ, πρόεδρος τότε του φιλελληνικού κομιτάτου της Ν. Υόρκης. Σύντομα όμως αποδείχθηκε η αφερεγγυότητα των Αμερικανών επιχειρηματιών, οι οποίοι μέχρι το φθινόπωρο του 1825 είχαν εισπράξει 155.000 λίρες, ποσόν πολύ ανώτερο του αρχικά συμφωνημένου, χωρίς να έχουν ολοκληρώσει την κατασκευή των πλοίων και εκβιάζοντας την καταβολή νέων ποσών. Από το αδιέξοδο έσωσε την κατάσταση ο Χίος έμπορος Αλέξανδρος Κοντόσταυλος, ο οποίος στάλθηκε από τους Ορλάνδο και Λουριώτη στην Αμερική και έπειτα από επιτυχείς διαπραγματεύσεις και τη μεσολάβηση επιφανών φιλελλήνων [Εβερετ, Γουέμπστερ, Μπέντον (Benton) κ.ά.] κατάφερε να σταλεί στην Ελλάδα μία φρεγάτα, η περίφημη «Ελλάς», το Νοέμβριο του 1826.

Η δημοσιοποίηση στην Αμερική αυτού του οικονομικού σκανδάλου, ο θάνατος του λόρδου Βύρωνα και η πτώση της ιερής πόλης του Μεσολογγίου το 1826 αναζωπύρωσαν τα φιλελληνικά αισθήματα. Νέοι έρανοι, νέες αποστολές χρηματικών βοηθημάτων. Το φθινόπωρο του 1827 οι Αμερικανοί φιλέλληνες Σάμιουελ Γκρίντλι Χάου (Samuel Gridley Howe), Τζόναθαν Πέκαμ Μίλερ (Jona­than Peckam Miller) και Τζον Nτ. Ρας (John D. Russ) διέθεσαν μέρος των βοηθημάτων, που είχαν σταλεί στην Ελλάδα από τα αμερικανικά κομιτάτα, για την ίδρυση νοσοκομείου στον Πόρο. Ιδιαίτερα μετά το 1824 αρκετοί Αμερικανοί ήλθαν ως εθελοντές στην Ελλάδα για να βοηθήσουν από κοντά στον Αγώνα της ανεξαρτησίας και αποδείχτηκαν ειλικρινείς και ανιδιοτελείς φιλέλληνες. Η Ελλάδα τιμώντας την προσφορά τους το 1931 τοποθέτησε στήλη στην Αθήνα με τα ονόματά τους. Στις ξεχωριστές περιπτώσεις εθελοντών ανήκουν οι Τζάρβις (Jarvis), Μίλερ και Χάου.

 

O Αμερικανός ιατρός Σάμιουελ Γκρίντλι Χάου (Samuel Gridley Howe, 1801-1876).

 

Ο Τζορτζ Τζάρβις (ή «Γεώργιος Ζέρβης ο Αμερικανός», όπως υπέγραφε ο ίδιος) ήταν γιος Αμερικανού διπλωμάτη στην Ευρώπη. [12] Ήλθε στην Ελλάδα μέσω Μασσαλίας (μοναδικού ευρωπαϊκού λιμανιού απ’ όπου έφευγαν για την Ελλάδα οι φιλέλληνες) τον Απρίλιο του 1822 [μαζί με τον Άγγλο φιλέλληνα Αστιγξ (Frank Abney Hastings)]. Μέχρι το 1824 έλαβε μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις του υδραίικου στόλου. Συνεργάστηκε με τους Βύρωνα, Μαυροκορδάτο (του οποίου υπήρξε γραμματέας για την επικοινωνία του με το εξωτερικό), Κολοκοτρώνη (από το καλοκαίρι του 1825 σύμβουλος και καθοδηγητής του επίσης στην επικοινωνία του με το εξωτερικό) και Καραϊσκάκη (από το 1826 μέχρι το θάνατό του). Πολέμησε στη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο, τραυματίστηκε πολλές φορές, πιάστηκε αιχμάλωτος από τον Ιμπραήμ στο Νεόκαστρο και ελευθερώθηκε. Πέθανε τον Αύγουστο του 1828 στο Άργος, όπου τάφηκε με τιμές.

Ο Τζόναθαν Πέκαμ Μίλερ (γεν. 1797) ήλθε το 1824 και για μία διετία πολέμησε με υποδειγματική γενναιότητα στο πλευρό των επαναστατημένων φορώντας την ελληνική ενδυμασία. Η δημοσιευμένη αλληλογραφία του αποτελεί σημαντική πηγή πληροφοριών για την επικρατούσα κατάσταση.[13]

Σάμιουελ Χάου

Ο χειρουργός γιατρός Σάμιουελ Γκρίντλι Χάου (1801-1876),[14] απεσταλμένος του φιλελληνικού κομιτάτου της Βοστόνης, έφθασε στην Ελλάδα (μέσω Μάλτας) στις αρχές του 1825, ένα χρόνο μετά την αποφοίτησή του από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρ­ντ, φλεγόμενος από την επιθυμία της αφειδώλευτης προσφοράς. Δύο σοβαροί λόγοι επηρέασαν τη ρομαντική φύση του. θαυμαστής του Βύρωνα, θέλησε να τον μιμηθεί όταν έμαθε για το ταξίδι του στην Ελλάδα. Η άτυχη κατάληξη ενός δυνατού έρωτα και ο πόνος για τη χαμένη ευτυχία ενίσχυσαν την απόφασή του να εγκαταλείψει μια πολλά υποσχόμενη καριέρα και τις ανέσεις της αστικής ζωής της Βοστόνης για να συμμεριστεί τις κακουχίες και τις στερήσεις των επαναστατημένων, ζώντας κι αυτός στα στρατόπεδα, συμμετέχοντας στις πολεμικές εκστρατείες, χειρουργώντας τους τραυματίες και φορώντας την ελληνική ενδυμασία. Την άνοιξη του 1829 με έγκριση του κυβερνήτη Ιω. Καποδίστρια ίδρυσε στην περιοχή Επάνω Εξαμίλι Κορίνθου πρότυπο συνοικισμό για προσφυγικές οικογένειες, που διήρκεσε περίπου μια εικοσαετία. Το 1835 τιμήθηκε με το Σταυρό του Τάγμα­τος του Σωτήρος. Η υστεροφημία του ήταν τόσο μεγάλη ώστε το 1949, με υποδείξεις των ελληνικών αρχών, δόθηκε το όνομά του σε πλοιάριο για την προβολή της αμερικανικής βοήθειας (στο πλαίσιο του Σχεδίου Μάρσαλ),[15] διευκολύνοντας την προώθηση τότε της ελληνοαμερικανικής φιλίας.

 

Αννίτα Ν. Πρασσά

δρ Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, προϊσταμένη

Γενικών Αρχείων Κράτους Ν. Μαγνησίας

 

Υποσημειώσεις


[1] Βλ. κυρίως Σ. Θ. Λάσκαρις, Ο Φιλελληνισμός εν Αμερική κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν, 1926. Θάνος Βαγενάς και Ευρυδίκη Δημητρακοπούλου, Αμερικανοί Φιλέλληνες Εθελοντές στο Εικοσιένα, Αθήνα 1949. Αχιλλέας Βήτας, Ο Αμερικανικός Φιλελληνισμός στην Ελληνική Επανάσταση, Αθήνα 1960.

[2] Mr. Webster’s Speech, The Greek Revolution,Boston 1824.

[3] Eighteenth Congress, Discussion of the Greek Question in the House of Representatives, Ιαν. 1824.

[4] The Speeches of Henry Clay, delivered in the Congress of theU.S., 1827, σ. 254-262. Στις σ. I-XX δημοσιεύεται η βιβλιογραφία του.

[5] Αννίτα Πρασσά, Ο Φιλελληνισμός και η Επανάσταση του 1821, Αθήνα (Δημιουργία) 1999.

[6] Σπύρος Δ. Λουκάτος, «Διαπραγματεύσεις για παραχώρηση της Πάρου ως νεωρίου στον αμερικανικό στόλο στα χρόνια του ’21», Μνημοσύνη, τ. ΙΑ’ (1988-1990), σ. 174-210.

[7] Address of the Committee «For the Relief of the Greeks» to their fellow citizens,Boston 1823.

[8] Ενδεικτικά βλ. την τυπωμένη ομιλία του πάστορα της Βοστόνης Sereno Edwards Dwight: Address on the Greek Revolution, delivered in Park Street Church, Boston 1824.

[9] Άντεια Φραντζή, «Ο E.A. Σοφοκλής και η πρώτη νεοελληνική «Χρηστομάθεια» στις ΗΠΑ», Νεοελληνική Παιδεία και Κοινωνία, Αθήνα (ΟΜΕΔ) 1995, σ. 179-191.

[10] Ενδεικτικά βλ. Plan for Promotion of Common School Education in Greece, adopted by the Greek School Committee,New York 1829.

[11] Αλ. Κοντόσταυλος, Τα περί των εν Αμερική ναυπηγηθεισών φρεγατών και του εν Αιγίνη νομισματοκοπείου, Αθήναι 1855, Τρ. Κωνσταντινίδης, Το «σκάνδαλον του Λονδίνου». Τα εθνικά ατμοκίνητα και η υπόθεσις των εν Αμερική φρεγατών, 1825-1828, Αθήναι 1951.

[12] Γι’ αυτόν βλ. George Jarvis. His Journal and related documents, επιμ. – εισαγ. – σχόλια: George Georgiades Arnakis, Eur. Demetrakopoulou, Θεσσαλονίκη 1965. Ιστορικά Κείμενα Επαναστάσεως Εικοσιένα από τα χειρόγραφα Τζωρτζ Τζάρβις, επιμ.: Γ. Γεωργιάδης Αρνάκης, Ευρ. Δημητρακοπούλου, Θεσσαλονίκη 1967.

[13] Letters from Greece, 1824-1825.

[14] Letters and Journals of Samouel Gridley Howe, edited by his daughter, Boston – London 1906. Διονύσιος Π. Καλογερόπουλος, Αμερικανοί φιλέλληνες. Σύντομος βιογραφία του Σάμιουελ Χάου, Αθήναι 1935. Σάμιουελ Χάου: Ημερολόγιο από τον Αγώνα 1825-1829, εισαγ.: Οδυσ. Δημητρακόπουλου, Αθήνα 1971.

[15] Υπουργείο Εξωτερικών/ Υπηρεσία Διπλωματικού – Ιστορικού Αρχείου, Η Ελλάδα στο μεταίχμιο ενός νέου κόσμου, επιστημ. επιμ. Φ. Τομαή – Κωνσταντοπούλου, Αθήνα 2002, τόμ. Β’ – Γ’.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Φιλέλληνες», τεύχος 277, 17 Μαρτίου 2005.

 

Read Full Post »

Η δίκη του Σωκράτη


 

Σωκράτης

Προς το τέλος του 400 π.Χ., ένας άσημος ποιητής των Αθηνών, ο Μέλητος, κατέθεσε στον αρμόδιο άρχοντα βασιλέα τη λεγόμενη «γραφή ασεβείας» εναντίον του Σωκράτη. Ανάμεσα στην αρχή με τα μέσα Ιανουαρίου του 399 π.Χ. πρέπει να τοποθετηθεί η κλήση και η εμφάνιση του Σωκράτη ενώπιον του άρχοντα βασιλέα για προανάκριση. Κάποιο πρωί λοιπόν του Ιανουαρίου, ο Σωκράτης, αφού πρώτα πέρασε από το Λύκειο, όπου συζήτησε με τον Θεόδωρο και τον Θεαίτητο για την ουσία της επιστήμης, στη συνέχεια κατευθύνθηκε στην Αγορά, όπου – στη λεγόμενη Βασίλειο Στοά- είχε την έδρα του ο άρχων βασιλεύς, αρμόδιος γι’ αδικήματα κατά των θεών.

Εκείνη την εποχή οι δημοκρατικοί πολίτες των Αθηνών διακατέχονταν από ανασφάλεια, μήπως ανατραπεί και πάλι το δημοκρατικό πολίτευμα. Πα­ραλλήλως αρκετοί απ’ αυτούς, που μόλις είχαν επιστρέψει από τους τόπους αυτοεξορίας τους, ήταν διαποτισμένοι από μίσος εναντίον εκείνων που, στη διάρκεια της δικής τους απουσίας, είχαν προκαλέσει τη δήμευση των περιουσιών τους και τις είχαν οικειοποιηθεί, ενώ οι αρχικοί δικαιούχοι αδυνατούσαν ήδη να τις ανακτήσουν, εμποδιζόμενοι από το ψήφισμα του Αρχίνου για την αμνηστία, το οποίο φαίνεται πως είχε υπαγορευθεί από το βασιλέα της Σπάρτης Παυσανία, προκειμένου η Σπάρτη ν’ αναγνωρίσει την αποκατάσταση των δημοκρατικών θεσμών στην Αθήνα, μετά τη φυγή των Τριάκοντα τυράννων.

Έτσι λοιπόν πολλοί δημοκρατικοί, που μόλις είχαν επιστρέψει από την αυτοεξορία τους, δεν έβρισκαν άλλο τρόπο για να καταγγείλουν τους ολιγαρχικούς αντιπάλους τους, καθώς κι όσους είχαν ωφεληθεί από εκείνους, παρά μόνο με το πρόσχημα της ασέβειας έναντι των θεών, κατά το ψήφισμα του Διοπείθη, που είχε ψηφίσει η εκκλησία του δήμου το 431 π.Χ., δηλαδή ν’ ασκείται «εισαγγελία» κατ’ εκείνων που δεν πίστευαν στα θεία, όπως και κατ’ εκείνων που ερευνούσαν τ’ αντικείμενα τ’ ουρανού.

Κατά την αθηναϊκή νομοθεσία, όταν κάποιος κατέθετε στον αρμόδιο άρχοντα (εδώ στον άρχοντα βασιλέα) «γραφή», εκείνος τον πρόσταζε να την επιβεβαιώσει ενόρκως. Ο γραμματέας τηρούσε πρακτικό, το οποίο κατέγραφε – με αντίστροφη χάραξη- σε πλάκα κεριού. Στη συνέχεια έριχνε καρβουνόσκονη σ’ αυτή την πλάκα και την αποτύπωνε σε σανίδα, την οποία αναρτούσε στον ξύλινο περίβολο του μνημείου των Επώνυμων Ηρώων, ώστε να μπορεί να διαβάσει την εκκρεμούσα καταγγελία κάθε επισκέπτης της Αγοράς. Παραλλήλως ο κατήγορος κατονόμαζε τους συνηγόρους και τους μάρτυρές του.

Ο άρχων βασιλεύς καθόριζε τη σειρά της προανάκρισης με κλήρωση και στη συνέχεια καλούσε τον κατηγορούμενο, τον ενημέρωνε και τον παρακινούσε, εφ’ όσον απέκρουε την κατηγορία, να ετοιμάσει έγγραφη συνοπτική ομολογία, την «αντιγραφή» μεν, αν ο κατηγορούμενος περιοριζόταν μόνο στο ν’ αποκρούσει τις κατηγορίες της «γραφής» σε ουσιαστικό επίπεδο, την «παραγραφή» δε, αν εναντιωνόταν στο παραδεκτό της κατηγορίας, κυρίως – στην περίπτωση του Σω­κράτη –    αν θα   επικαλούνταν ότι η κατηγορία γι’ ασέβεια και διαφθορά των νέων ήταν εικονική και ότι πραγματικός λόγος της δίωξής του ήταν η μομφή της συνεργασίας με το καταρρεύσαν τυραννικό καθεστώς, κάτι που ενέπιπτε στις διατάξεις για την αμνηστία.

Για την ετοιμασία της «αντιγραφής» ή και της «παραγραφής» ο άρχων βασιλεύς παρείχε στον κατηγορούμενο επαρκή προθεσμία. Γνωρίζουμε ότι η προθεσμία για κατηγορίες φόνου ήταν αρχικώς ενός μηνός, με δυνατότητα δύο διαδοχικών ανανεώ­σεών της, δηλαδή συνολικώς έως τρεις μήνες. Στη συνέχεια ο άρχων βασιλεύς καλούσε σε προανάκριση τους συνηγόρους και τους μάρτυρες του κατηγορουμένου.

Ως συνήγοροι του Μέλητου εμφανίστηκαν ο Άνυτος και ο Λύκων. Ο Άνυτος ήταν πλούσιος βυρσοδέψης και – στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου- είχε διατελέσει στρατηγός. Κατά την τυραννία των Τριάκο­ντα είχε καταφύγει μαζί με τον Θρασύβουλο και άλλους δημοκρατικούς Αθηναίους αυτοεξόριστους στο φρούριο της Φυλής. Το τυραννικό καθεστώς είχε δημεύσει την περιουσία του, την οποία δεν μπόρεσε ν’ ανακτήσει μετά την πτώση της τυραννίας. Επιστρέφοντας στην Αθήνα βρήκε το γιο του, τον Ανθεμίωνα, προσκολλημένο στον κύκλο του Σω­κράτη. Εκείνος προσπάθησε να τον πείσει να μάθει την τέχνη του βυρσοδέψη. Μα ο νέος δεν ήθελε. Ήταν συνεπαρμένος από τη διδασκαλία του Σω­κράτη κι ήθελε ν’ α­σκηθεί και ν’ αναδειχθεί σε στοχαστικό φιλόσοφο. Ο πα­τέρας του, ο Άνυτος, αγρίεψε. Μίλησε σκληρά στο παιδί. Ακόμη πιο επιθετικά στον Σωκράτη. Εκείνος ήταν αμείλικτος. Τον επιτίμησε πως έπρεπε να ντρέπεται. Αυτός, που είχε τιμηθεί από την πόλη με τόσες τιμές, δεν είχε το δικαίωμα να καταδικάσει το ανήσυχο πνεύμα του γιου του στο ταπεινό επάγγελμα του βυρσοδέψη. Υπερίσχυσε η θέληση του Άνυτου. Δια της βίας τον απέσπασε από τον κύκλο του Σωκράτη, αλλά ο Ανθεμίων περιέπεσε σε μελαγχολία και τα βράδια μεθούσε στις ταβέρνες. Αυτούς τους δύο λόγους είχε λοιπόν ο Άνυτος για να τρέφει αδυσώπητο μίσος κατά του Σωκράτη, αφού κι αυτός ήταν ένας από εκείνους που σιώπησαν, σαν να μη συνέβαινε τίποτε το ανώμαλο, κατά τη σκοτεινή περίοδο της τυραννίας.

Οπωσδήποτε ο Σωκράτης, όταν κλήθηκε από τον άρχοντα βασιλέα κι έλαβε προθεσμία για να ετοιμάσει κείμενο «αντιγραφής» ή και «παραγραφής», άφησε να περάσει άπρακτη όλη η προθεσμία της προανάκρισης.

 

Ο Σωκράτης με τους μαθητές.

 

Στην ξενοφώντεια Απολογία εμφανίζεται ο Ερμογένης να επιπλήττει τον Σωκράτη, γιατί δεν ασχολείται με την ετοιμασία της απολογίας του, εκείνος δε ν’ απαντά ότι αρχικώς είχε δοκιμάσει να την ετοιμάσει, αλλά ότι τελικώς τον εμπόδισε το Δαιμόνιό του ν’ ασχοληθεί με την ετοιμασία της. Όταν λοιπόν – ερήμην του Σωκράτη- ολοκληρώθηκε η ανάκριση, ο άρχων Βασιλεύς όρισε – και πάλι με κλήρωση- δικάσιμο και εισήγαγε την υπόθεση στην Ηλιαία προς εκδίκαση.

Κατά την επικρατούσα εκδοχή, ο Σωκράτης δικάστηκε από την Ηλιαία, εκεί όπου σήμερα είναι τα ερείπια του λεγόμενου «τετράγωνου περιβόλου», ενός ασκεπούς περιμανδρωμένου χώρου, μέσα στην Αρχαία Αγορά των Αθηνών, ανάμεσα στη Μέση και τη Νότια Στοά.

Σωκράτης, λεπτομέρεια από τη Σχολή των Αθηνών του Ραφαήλ, 1509.

Στην αρχαία Αθήνα, όταν οι νέοι συμπλήρωναν το 18ο έτος της ηλικίας τους, κατατάσσονταν για δύο χρόνια στην τάξη των εφήβων, οπότε οδηγούνταν στο σπήλαιο της Αγραύλου, στη βόρεια πλευρά της Ακρόπολης κι εκεί έδιδαν τον ιερό όρκο του Αθηναίου εφήβου, διαβεβαιώνοντας, ανάμεσα σ’ άλλα, και ότι θα υπερασπίζονται τα ιερά και τα όσια, καθώς και τις ιερές πατροπαράδοτες αρχές. Ήταν λοιπόν οι πάτριες θρησκευτικές παραδόσεις αναπόσπαστο κομμάτι των καθιδρυμένων θεσμών της πόλης, τους οποίους όφειλε κάθε πολίτης, όχι μόνο να σέβεται και να τιμά, αλλά και να υπερασπίζεται εναντίον κάθε επιβουλής, και μόνος και μετά πολλών.

Βεβαίως ο νόμος δεν προσδιόριζε με σαφήνεια ποια συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα συνιστούσαν το αντικείμενο της ποινικής δίωξης. Έτσι οι ένορκοι λαϊκοί δικαστές της αθηναϊκής πολιτείας είχαν ευρύτατη δικαιοπλαστική ελευθερία, με μόνο περιορισμό τον όρκο τους ότι, όπου δεν υπάρχει σαφής νόμος, θα δικάσουν κατά κρίση αγαθού ανδρός. Η γραφή ασεβείας λοιπόν ήταν μια νομικώς βάσιμη κατηγορία. Απέμενε μόνο ν’ αποδειχθεί και η ουσιαστική βασιμότητά της κατά τη δίκη.

Για τη διαφθορά των νέων, ως εγκληματική πράξη, δεν έχουμε πληροφορίες αν υπήρχε ειδική νομοθετική πρόβλεψη. Το πιθανότερο είναι πως συνιστούσε ειδικότερη εκδήλωση του κεντρικού αδικήματος της ασέβειας, με την έννοια ότι ο Σωκράτης υπονόμευε την πίστη των νέων στις θρησκευτικές και δημοκρατικές αξίες, που συγκροτούσαν την ιδεολογική τάξη της πόλης.

Τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα του δικονομικού συστήματος της αθηναϊκής πολιτείας ήταν τ’ ακόλουθα:

α) Οι δικαστές που συγκροτούσαν τότε τα δικαστήρια ήταν ο ανώνυμος λαός. Το όνομα κάθε Αθηναίου πολίτη, που είχε συμπληρώσει το τριακοστό έτος της ηλικίας του, και με την επιφύλαξη ότι δεν είχε στερηθεί από τα πολιτικά του δικαιώματα, όπως επίσης ότι δεν ήταν οφειλέτης του δημοσίου, έμπαινε κάθε χρόνο στην κληρωτίδα, από όπου κληρώνονταν έξι χιλιάδες πολίτες (600 από κάθε μία από τις 10 φυλές) και κατανέμονταν με νέα κλήρωση σε δέκα τμήματα, ήδη ανεξαρτήτως φυλής. Από χους 600 δικαστές κάθε σχήματος οι 500, μαζί με τον αρμόδιο (εκλεγμένο για ένα χρόνο) άρχοντα – στην περίπτωση του Σωκράτη, τον άρχοντα βασιλέα- ως πρόεδρο, συγκροτούσαν το δικαστήριο της Ηλιαίας, ενώ οι υπόλοιποι 100 παρέμεναν αναπληρωματικοί, για την περίπτωση κωλύματος κάποιου από εκείνους που είχαν κληρωθεί ως τακτικοί.

β) Καμιά δίκη δεν μπορούσε να μπαίνει σε κίνηση με την πρωτοβουλία κρατικού οργάνου, αλλά αποκλειστικά και μόνο με αναφορά (γραφή) του ενδιαφερόμενου πολίτη.

γ) Οι δικαστές, κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους για την εκδίκαση της εκάστοτε νέας υπόθεσης, έδιναν τον ακόλουθο όρκο:

Θα δώσω τη δικαιοδοτική μου ψήφο σύμφωνα με τους νόμους και τα ψηφίσματα του δήμου των Αθηναίων και της Βουλής των πεντακοσίων και όπου δεν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη, σύμφωνα με την πιο δίκαιη λύση (…) δίχως να κάνω χάρες και δίχως να επηρεάζομαι από έχθρες (…) Δεν θα δεχθώ δώρα εξαιτίας των δικαστικών μου καθηκόντων, ούτε άμεσα ο ίδιος ούτε δια μέσου άλλου προσώπου, ούτε θ’ ανεχθώ να λάβει άλλος δώρα μ’ επί­γνωσή μου, με οποιαδήποτε μεθόδευση ή τέχνα­σμα (…) Και θ’ ακούσω με προσοχή τόσο τους κα­τηγόρους όσο και τους απολογουμένους εξ ίσου, και θα ψηφίσω αποκλειστικά για το αντικείμενο της διεξαγόμενης δίκης.

Αυτό το δικονομικό σύστημα των Αθηνών παρουσιάζει και πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα έναντι των σύγχρονων δικονομικών εγγυήσεων.

 

α) Υστερούσε κατά το ότι:

– οι δικαστές δεν ήταν επαγγελματίες δικαστές, δεν είχαν λοιπόν ειδική νομική παιδεία, ενώ εξάλλου:

– μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, δεν συνήρχοντο σε διάσκεψη·

– δεν κατέγραφαν αιτιολογικό της απόφασής τους και

– η ενδεχομένως λαθεμένη κρίση τους δεν υπέκειτο σε προσβολή με οποιοδήποτε ένδικο μέσον ε­νώπιον ανώτερου δικαστηρίου.

 

β) Υπερτερούσε όμως κατά το ότι:

– οι δικαστές ήταν πάρα πολλοί (501), έτσι που να συγκροτούν όντως ένα μεγάλο και αξιόπιστο δείγμα της κοινής γνώμης·

– κληρώνονταν την τελευταία στιγμή πριν από τη δίκη και εισέρχονταν αμέσως στο χώρο του δικαστηρίου, κι έτσι κανένας δεν μπορούσε να τους πλησιάσει και να χους επηρεάσει·

– περιορίζονταν μόνο στο να ψηφίσουν, και μάλιστα στο πλαίσιο μυστικής ψηφοφορίας, έτσι που ήταν αδύνατο να μείνουν εκτεθειμένοι σε αντεκδικήσεις, αφού ήταν αδύνατο να βρεθεί τι είχε ψηφίσει καθένας τους·

– με το να μην αιτιολογούν τη μυστική ψήφο τους είχαν ευρύτατα περιθώρια να κρίνουν με μέτρο τις αρχές της επιείκειας, στις οποίες ασφαλώς τους παρακινούσαν οι συναισθηματικές φορτίσεις που τους προκαλούσαν οι εκάστοτε κατηγορούμενοι, καθώς προσέρχονταν συνοδευόμενοι από τις γυναίκες και τα μικρά παιδιά τους. Με άλλα λόγια, οι δικαστές της Ηλιαίας ήταν κατά κανόνα αθωωτικοί, όμοια όπως κατά κανόνα είναι αθωωτικοί στην εποχή μας και οι ένορκοι, ιδίως όπως ήταν, όταν συγκροτούσαν το αμιγές ορκωτό κακουργιοδικείο· και

– οι διάδικοι, και ιδίως ο κατηγορούμενος, είχαν απεριόριστη ελευθερία λόγου, μέσα στον ίσο χρόνο που τους παρείχετο, με μέτρο την κλεψύδρα (περίπου τρεις ώρες κάθε διάδικη πλευρά). Μπορούσαν να χλευάζουν ή και να καθυβρίζουν τους δικαστές, δίχως εκείνοι να έχουν εξουσία να τους διακόψουν. Μπορούσαν να υποβάλλουν ερωτήσεις στον αντίδικο, στους συνηγόρους του ή στους μάρτυρες, δίχως το δικαστήριο να έχει εξουσία ν’ απαγορεύσει κάποια ενοχλητική ερώτηση ως άσχετη. Εξάλλου, ενώ οι διάδικοι είχαν δικαίωμα ν’ απευθύνουν ερωτήσεις μεταξύ τους, αντιθέτως οι δικαστές δεν είχαν εξουσία να υποβάλλουν ερωτήσεις. Περιορίζονταν στο ν’ ακούν και να ψηφίζουν δίχως προηγούμενη διάσκεψη, όπως έκαναν και στην εκκλησία του δήμου.

Πορτραίτο του Σωκράτη.

Η δίκη του Σωκράτη, όπως όλες οι δίκες ενώπιον της Ηλιαίας, τελείωσε την ίδια ημέρα που άρχισε. Πρώτος έλαβε το λόγο ο Μέλητος, που είχε καταθέσει τη σχετική καταγγελία. Στη συνέχεια μίλησαν οι συνήγοροί του Άνυτος και Λύκων, ενώ εξάλλου είναι βέβαιο πως εξετάστηκαν και μάρτυρες, τους οποίους ο Σωκράτης κατήγγειλε ως επίορκους ψευδομάρτυρες.

Δεν έχουμε όμως στοιχεία ως προς το τι κατέθεσαν στο δικαστήριο οι συνήγοροι και οι μάρτυρες του Σωκράτη, παρά μόνο για έναν: τον αδελφό του Χαιρεφώντα, ο οποίος κατά την πρώτη απολογία του Σωκράτη προτείνεται να μαρτυρήσει και να επιβεβαιώσει ότι ο – ήδη προαποβιώσας – Χαιρεφών είχε μεταβεί στο μαντείο των Δελφών, είχε υποβάλει το ερώτημα ποιος ήταν ο σοφότερος άνθρωπος, κι είχε λάβει την απάντηση ότι σοφότερος όλων είναι ο Σωκράτης, κάτι που τον πειθανάγκασε να ελέγχει τους Αθηναίους για να βεβαιωθεί κατά τι αυτός θεωρείται από τον Απόλλωνα ως ο σοφότερος όλων, μολονότι ένα μόνον ήξερε καλά, πως τίποτε δεν ήξερε.

Η πρώτη (και κύρια) απολογία του Σωκράτη, έτσι όπως μας την παρέδωσε ο Πλάτων, έχει τέσσερις στόχους, δηλαδή ν’ αποκρούσει:

α) τη διαβολή που επί δεκαετίες σερνόταν εξωδίκως εναντίον του, από τότε που ο Αριστοφάνης τον είχε σατιρίσει με τις Νεφέλες του ως άθεο και κερδοσκόπο σοφιστή, που διδάσκει τους νέους ν’ απολακτίζουν την πατρική εξουσία, υπό την οποία διατελούσαν,

β) την κατηγορία ότι δήθεν δεν πιστεύει στους πατροπαράδοτους θεούς, αλλά σε καινούργιες θεότητες,

γ) την κατηγορία ότι διαφθείρει το ήθος των νέων, και

δ) την υποχθόνια κατηγορία ότι διαπνέεται από αντιδημοκρατικά φρονήματα, έτσι ώστε να είναι επικίνδυνος για το δημοκρατικό πολίτευμα.

Μετά την πρώτη απολογία του Σωκράτη οι δικαστές αποσύρθηκαν σε ψηφοφορία, με το ερώτημα αν είναι ένοχος ή αθώος των αποδιδόμενων σ’ αυτόν δύο κατηγοριών, της ασέβειας και της διαφθοράς των νέων. Από τους 501 δικαστές ψήφισαν 280 πως είναι ένοχος και 221 πως είναι αθώος. Επακολούθησαν οι προτάσεις επί της ποινής.

Κατά το δικονομικό σύστημα της αθηναϊκής πολιτείας, αν ο κατηγορούμενος κρινόταν ένοχος, τότε το δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να του επιβάλει ως εναλλακτική ποινή την εξορία ή σημαντική χρηματική ποινή, που ο ίδιος ο κατηγορούμενος αντιπρότεινε. Καθώς παρατηρεί ο Χέγκελ (Hegel), επρόκειτο για μια αξιοπρόσεχτη ιδιορρυθμία της αθηναϊκής δικονομίας, με τριπλό πλεονέκτημα: πρώτον, ότι παρωθούσε τον κατηγορούμενο ν’ αποδεχθεί την κρίση του δικαστηρίου που τον κήρυξε ένοχο, δεύτερον, ότι απάλλασσε την πόλη από τη βλαπτική παρουσία του και, τρίτον, επιβεβαίωνε το φιλάνθρωπο χαρακτήρα της αθηναϊκής νομοθεσίας, αφού την επιμέτρηση της ποινής την άφηνε στην κρίση του κατηγορουμένου, που είχε ήδη αποδεχθεί τη διαγνωσθείσα ενοχή του.

Ο Μέλητος πρότεινε – και πάλι – την ποινή του θανάτου. Ο Σωκράτης αρχικώς εξέφρασε την έκπληξή του πως μόνο τριάντα ψήφοι του έλειψαν για να κηρυχθεί αθώος. Στη συνέχεια, με τη συνηθισμένη ειρωνική διάθεσή του, πρότεινε, αντί οποιασδήποτε άλλης ποινής, το δικαστήριο να ψηφίσει την ισόβια τιμητική σίτισή του στη θόλο, μαζί με τους πρυτάνεις, τους ολυμπιονίκες, τους διακεκριμένους φιλοξενούμενους της πόλης και την οικογένεια των τυραννοκτόνων. Μετά τις αποδοκιμασίες που προκάλεσε αυτή η προκλητική πρόταση, εξήγησε ότι σε καμιά περίπτωση δεν θα ήθελε να εγκαταλείψει την πόλη ούτε του ήταν δυνατό να υποσχεθεί ότι θα έπαυε στο μέλλον να γίνεται ενοχλητικός με το δημόσιο έ­λεγχό του, ενώ εξάλλου δεν είχε χρήματα για να καταβάλει χρηματική ποινή, παρά μόνο μία και μοναδική μνα.

Τελικώς, όμως, κάτω από τις πιέσεις και την προθυμία των μαθητών του να πληρώσουν εκείνοι τη χρηματική ποινή, πρότεινε πρόστιμο τριάντα μνων. Μάλιστα, κατά τον Ξενοφώντα, αρνήθηκε να προτείνει χρηματική ποινή, επειδή κάτι τέτοιο θα ενείχε αποδοχή της ενοχής του, κάτι που εκείνος εξακολουθούσε ν’ αποκρούει. Και ακριβώς επειδή δεν αποδέχθηκε τη δικαστική διάγνωση της ενοχής του, η τελική αντιπρότασή του για χρηματική ποινή δεν ήταν δεσμευτική για το δικαστήριο.

Το δικαστήριο αποσύρθηκε και πάλι σε ψηφοφορία, το αποτέλεσμα της οποίας ήταν η καταδίκη του σε θάνατο με ψήφους 360 έναντι 141, δηλαδή ογδόντα δικαστές που – στην πρώτη ψηφοφορία – είχαν ψηφίσει υπέρ της αθωότητάς του, τώρα υπερψήφιζαν την πρόταση για τη θανατική καταδίκη του.

Στο διάστημα που μεσολάβησε ώσπου ο άρχων βασιλεύς, ως πρόεδρος του δικαστηρίου, μαζί με το γραμματέα να καταγράψουν το διατακτικό της καταδικαστικής απόφασης, ο Σωκράτης απευθύνθηκε για τελευταία φορά, τόσο στους καταδικαστικούς δικαστές όσο και στους αθωωτικούς. Όμως μόνο τους τελευταίους προσφώνησε (για πρώτη φορά) ως άνδρες δικαστές. Ως τότε σταθερά απευθυνόταν στο δικαστήριο της Ηλιαίας με την προσφώνηση άνδρες Αθηναίοι, δίνοντας δηλαδή έμφαση στην αποκλειστικώς πολιτική διάσταση της κρίσης τους.

Άγαλμα του Σωκράτη στο προαύλιο του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Αξιοποίησε ο Σωκράτης τις δικονομικές δυνατότητες αποτελεσματικής υπεράσπισης που του παρείχε το δικονομικό σύστημα της αθηναϊκής πολιτείας; Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα είναι απερίφραστα αρνητική, τόσο που να παρακινεί στη σκέψη ότι δεν επρόκειτο για δολοφονική δίκη, αλλά για δίκη ενσυνείδητης αυτοκτονίας, κάτω από την ακλόνητη πίστη του Σωκράτη πως αυτό ήταν το θέλημα του θεού. Ασφαλώς δεν ταίριαζε στο ήθος του Σωκράτη να κολακέψει τους δικαστές του. Δεν ήταν όμως απαραίτητο ούτε και να τους συμπεριφερθεί με τόση προκλητικότητα, όπως αυτή αναδύεται ιδίως μέσα από το δεύτερο μέρος της πλατωνικής Απολογίας του.

Το πιθανότερο είναι πως ο Σωκράτης είχε επίγνωση του ότι παιζόταν κωμωδία, με στόχο τον εξαναγκασμό του σε προσωρινή απομάκρυνσή του από την Αθήνα, καθώς όλοι ανέμεναν πως οι φίλοι του θα τον φυγάδευαν. Νομίζω λοιπόν ότι, πέρα από τους λόγους του αυτοσεβασμού, που ασφαλώς συνέτρεχαν και τον εμπόδιζαν να εξευτελιστεί, τρεπόμενος σε φυγή, πάντως στην υπεράσπισή του υφέρπουν και δύο δικές του αντιπροκλήσεις:

Πρώτον, να επιβεβαιώσει, τόσο στους συμπολίτες του όσο και στον ίδιο, τη σταθερή εμμονή του στο να μην επιτρέπει στον εαυτό του «ηττάσθαι υπό των ηδονών». Η αποφυγή της βίαιης θανάτωσής του και η επιβίωσή του σε ξένο τόπο ήταν – στα μάτια του κόσμου – ένα καλοδεχούμενο αγαθό. Αυτός όμως ασκείται ως την τελευταία αναπνοή του ν’ αποφεύγει «ηττάσθαι υπό των ηδονών».

Η δεύτερη αντιπρόκληση, την οποία ενέχει η ενσυνείδητη επιλογή του Σωκράτη να βαδίσει προς το θάνατο, αντί του να δεχτεί να τον φυγαδέψουν, εντοπίζεται, κατά τη γνώμη μου, στη μέχρις αναίδειας υπερβολική προκλητικότητά του απέναντι στους δικαστές του, ιδίως κατά τη δεύτερη απολογία του, έτσι που ν’ αποκλείσει τη διέξοδο του χρηματικού προστίμου, ώστε να εξωθηθούν οι δικαστές στο να τον καταδικάσουν σε θάνατο. Και τότε εκείνος να τους αιφνιδιάσει, δίνοντάς τους το πιο ηχηρό μάθημα ήθους και πίστης στους θεσμούς, με το να συμμορφωθεί αδιαμαρτυρήτος με τη θανατική καταδίκη του. Στα δικά του μάτια αυτός ο αιφνιδιασμός θα ήταν η δική του δραματικά ειρωνική απάντηση στη φάρσα της δίκης του. Αλλά και το πιο δραστικό μάθημα στην πόλη, που – ως τότε – δεν είχε επίγνωση της δικής του μεγάλης προσφοράς προς αυτήν.

Δίχως να έχει χαρακτήρα αντιπρόκλησης, η ενσυνείδητη επιλογή του Σωκράτη να βαδίσει προς το θάνατο, αντί του να μεθοδεύσει την αποφυγή του, εδράζεται στη στέρεη πεποίθησή του πως ο θάνατος δεν ήταν κακό, όπως πιστεύει ο πολύς και αμαθής κόσμος. Πίστευε ότι η ψυχή επιστρέφει στο θεό, απ’ όπου είχε έλθει στη γη. Σ’ αυτό το σημείο όμως θα πρέπει να συνειδητοποιηθεί ότι ο Σωκράτης δεν βάδισε προς το θάνατο αποκλειστικώς επειδή – και στην έκταση που- τον διακατείχε η βεβαιότητα της ωφελιμιστικής σκέψης για την αθανασία της ψυχής, έτσι που να προσβλέπει σ’ ένα καλύτερο μεταθανάτιο βίο, στην άλλη διάσταση της ζωής. Ασφαλώς διακατεχόταν απ’ αυτή την ένθεη υπερβατική ενόραση. Αλλά δεν την είχε ανάγκη για να βαδίσει αγέρωχος προς το θάνατο. Η άφοβη επιλογή του Σωκράτη να βαδίσει προς το θάνατο, αντί του να συμβιβαστεί και να πά­ψει να γίνεται ενοχλητικός στους Αθηναίους με την ελεγκτική του μέθοδο, ήταν αξία καθ’ αυτή.

Μολαταύτα νομίζω πως κι ο ίδιος είχε επίγνωση του ότι ήταν όμηρος δικών του ασυγχώρητων παραλείψεων, κατά το παρελθόν, εξαιτίας των οποίων ο αυτοσεβασμός του τον πειθανάγκαζε ήδη να δεχθεί την ποινή του θανάτου ως δίκαιη τιμωρία. Με τη δική του φανατική μονομέρεια, δηλαδή του ν’ απέχει ενσυνειδήτως από την πολιτική αντιδικία και τις αγορεύσεις στην εκκλησία του δήμου, δεν είχε φροντίσει να μεταπείσει τους συμπολίτες του να καταργήσουν το ψήφισμα του Διοπείθη για τη γραφή ασεβείας. Είχε λοιπόν συνειδητοποιήσει πως τώρα πια ήταν πολύ αργά – ειδικά γι’ αυτόν, που τόσα χρόνια είχε σιωπήσει – για να κατηγορήσει το ψήφισμα του Διοπείθη ως άδικο.

Ήταν άδικη η δίκη του Σωκράτη; Η απάντηση είναι: και ναι και όχι.

α) Ήταν άδικη, στην έκταση που άλλη ήταν η φανερή και άλλη η υποκρυπτόμενη αληθινή κατηγορία, για την οποία καταδικάστηκε, μολονότι το αδίκημα των αντιδημοκρατικών φρονημάτων είχε αμνηστευθεί με το ψήφισμα του Αρχίνου.

β) Αλλά δεν μπορεί να χαρακτηριστεί η δίκη ως άδικη, επειδή καταδικάστηκε για δημόσιο προσηλυτισμό σ’ άλλες θεότητες, ξένες προς τους πάτριους θεούς, καθώς και για το δημόσιο ξεσηκωμό των νέων εναντίον της πατρικής αυθεντίας, δίχως κάτι τέτοιο να έχει αποδειχθεί, ειδικώς κατά τη διαδικασία ενώπιον της Ηλιαίας. Η κρίση του δικαστηρίου – σ’ όλες τις δικαζόμενες υποθέσεις, κι όχι μόνο του Σω­κράτη – ήταν σεβαστή ως δίκαιη, όχι επειδή έπειθε με την – έτσι κι αλλιώς ελλείπουσα – αποδεικτική τεκμηρίωσή της, αλλ’ αποκλειστικώς και μόνον επειδή εξέφραζε την κυρίαρχη στην πόλη γνώμη, όπως αυτή αποτυπωνόταν με την ετυμηγορία της πλειοψηφίας ενός δικαστηρίου, που το συγκροτούσαν πεντακόσιοι κληρωμένοι ένορκοι δικαστές και ο εκλεγμένος άρχων βασιλεύς, ως πρόεδρος. Κατά το λόγο που – και στη δική μας εποχή – η ετυμηγορία των πολιτών κατά τις βουλευτικές εκλογές δεν υπόκειται στις αξιολογικές εκτιμήσεις του δίκαιου ή άδικου, κατά τον ίδιο λόγο και η ετυμηγορία των πολιτών που συγκροτούσαν το δικαστήριο της Ηλιαίας ήταν ουδέτερη από την οπτική γωνία της δίκαιης ή άδικης κρίσης. Αρκούσε η άμεση δημοκρατική της νομιμοποίηση, ως εγγύηση διατήρησης της κοινωνικής ειρήνης.

γ) Δεν ήταν άδικη η κρίση των δικαστών της Ηλιαίας ότι ο Σωκράτης δεν πίστευε στην πατροπαράδοτη Θεολογία του Δωδεκαθέου, έτσι όπως αυτή είχε διαπλαστεί από τους ποιητές, και ιδίως από τον Όμηρο και τον Ησίοδο. Ο θεός του Σωκράτη – το δαιμόνιό του – είχε πνευματική διάσταση. Μ’ αυτή την έννοια εισήγε όντως νέα θεολογία. Και δεν περιοριζόταν στο να πιστεύει σ’ αυτή την πνευματική διάσταση της θεότητας. Με τη δύναμη του στοχασμού του, έτσι όπως επιθετικά τον εξέφραζε στο Λύκειο, στην Αγορά, στα συμπόσια και τους δρόμους της Αθήνας, έκανε ανοιχτή προπαγάνδα εναντίον της πατροπαράδοτης λατρείας του Δωδεκα­θέου. Γι’ αυτό το λόγο και στην πλατωνική Απολο­γία του επιμένει ιδιαιτέρως ότι εκείνος δεν υπήρξε δάσκαλος κανενός. Γνώριζε καλώς ότι η βασιμότητα της κατηγορίας γι’ ασέβεια δεν σχετιζόταν με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του, αλλά με τον επιθετικό προσηλυτισμό που έκανε για χάρη τους.

δ) Ούτε ήταν αβάσιμη, και συνακόλουθα άδικη, η κατηγορία πως καθιστούσε τους νέους ικανούς να προβληματίζονται και ν’ αναζητούν λύσεις, έξω απ’ το συντηρητικό φρόνημα των πατέρων τους. Και με τις δύο τούτες καινοτομίες του ο Σωκράτης ανήγαγε τη φιλοσοφία σε κέντρο αντίδρασης εναντίον του θρησκευτικού και του πολιτικού κατεστημένου της αθηναϊκής πολιτείας. Και φυσικό είναι πως αυτό το κατεστημένο αμύνθηκε αντεπιτιθέμενο.

Όσοι, παρ’ όλ’ αυτά, επιμένουν πως η δίκη και η καταδίκη ήταν άδικες, παραβλέπουν ότι – και στη δική μας εποχή – ένας επιθετικά ενοχλητικός διανοητής δεν θα είχε καλύτερη μεταχείριση.

 

 Κώστας Ε. Μπέης

Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

  

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η δίκη του Σωκράτη», τεύχος 86, 7 Ιουνίου 2001.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Θρησκεία και εθνική ταυτότητα στην Αλβανία. Η περίπτωση των Μπεκτασήδων


  

Γεώργιος Καστριώτης

Ο N. Malkolm στο άρθρο του «Myths of Albanian national identity»[i] προσδιορίζει την «αδιαφορία για τη θρησκεία» (indifference to religion) ως έναν από τους βασικούς μύθους, στη βάση των οποίων συγκροτήθηκε η αλβανική εθνική ταυτότητα (οι υπόλοιποι είναι: ο μύθος της καταγωγής, ο μύθος της εθνικής ομοιογένειας και της πολιτισμικής καθαρότητας και ο μύθος των διαρκών εθνικών αγώνων). Το μυθικό σχήμα που διέπει τις εθνικές ρητορικές με λίγα λόγια είναι το εξής: Η θρησκευτική επιλογή και προσκόλληση σε ένα θρησκευτικό δόγμα δεν ενδιέφερε ιδιαίτερα τους Αλβανούς, διότι η εθνική τους ταυτότητα συγκροτήθηκε ανεξάρτητα από τέτοιου είδους ταυτίσεις και είναι ριζωμένη στο αρχαίο Ιλλυρικό της παρελθόν. Παρότι ο Malkolm αναφέρεται στους Αλβανούς συγγραφείς των αρχών του εικοστού αιώνα που ζουν στην Αμερική, μπορούμε να πούμε ότι αυτό το στερεότυπο με διάφορες παραλλαγές αναπαράγεται στις εθνικές αφηγήσεις των Αλβανών από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα.

Από τις απαρχές του αλβανικού εθνικισμού παρατηρείται η προώθηση μιας συγκεκριμένης αντίληψης περί της θρησκείας και της εθνικής ταυτότητας, η οποία βρήκε την ιδανική της έκφραση σε ένα από τα ποιήματα του γνωστού εθνικιστή συγγραφέα Pashko Vasa, το O moj Shqypni (ω φτωχή μου Αλβανία): « Ξυπνείστε, Αλβανοί, ξυπνείστε απ’ τον βαθύ σας ύπνο. Ελάτε όλοι σαν αδερφοί να δώσουμε όρκο χωρίς να σκεφτόμαστε εκκλησιά η τζαμί. Η πίστη των Αλβανών είναι ο Αλβανισμός!»[ii]

Αυτή η άποψη αποτελεί βασικό και επαναλαμβανόμενο μοτίβο σε όλα τα κείμενα της αλβανικής Rilindja (Αναγέννηση), γεγονός που δείχνει από μόνο του ότι η θρησκεία κάθε άλλο παρά αδιάφορη ήταν. Το αντίθετο, απασχολούσε ως πρόβλημα σε σχέση με τη συγκρότηση μιας ενιαίας εθνικής ταυτότητας και την προώθηση της εθνικής εν γένει ενότητας. Και πώς θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά, αφού για πολλούς αιώνες, κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, το βασικό κριτήριο για τη συγκρότηση  συλλογικών ταυτοτήτων, πέρα από την κλίμακα των μικρών κοινοτήτων, ήταν η θρησκεία. Ουσιαστικά μια ιδεολογική επιλογή και μια εθνική επιθυμία προβάλλεται εκ των υστέρων σε μια ιστορική πραγματικότητα που είναι διαφορετική. Αυτή άλλωστε είναι και η ενοποιητική λειτουργία των μύθων, οι οποίοι έπαιξαν έναν καταλυτικό ρόλο στη συγκρότηση των νεωτερικών εθνικών ταυτοτήτων.

Μπορούμε να παραπέμψουμε εδώ στη μπροσούρα του Μ. Konitza, που είναι αντιπροσωπευτικό κείμενο της αλβανικής «Αναγέννησης».  Γράφει λοιπόν αναφερόμενος στη θρησκεία τα εξής: « Ανάμεσα στα πολλά ψεύδη που διαδίδονται προκειμένου να στηριχτεί η άποψη ότι οι Αλβανοί δεν μπορούν να συγκροτήσουν ένα ανεξάρτητο κράτος είναι και η θέση ότι αυτοί είναι διαιρεμένοι από θρησκευτικές διαφορές …Παρόλα αυτά η Αλβανία είναι ίσως η μόνη χώρα στην Ευρώπη όπου η θρησκεία δεν έχει προκαλέσει καθόλου διχασμούς ανάμεσα στους κατοίκους, οι οποίοι έχουν παραμείνει ενωμένοι καθ’ όλη τη διάρκεια της εθνικής τους ιστορίας… Γάμοι ανάμεσα σε χριστιανούς και μουσουλμάνους είναι συνηθισμένοι στην Αλβανία… Χριστιανοί και μουσουλμάνοι μπορεί να βρεθούν στην ίδια οικογένεια, ζώντας ειρηνικά κάτω από την ίδια στέγη… Οι Έλληνες, οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι που, σε μεγάλους αριθμούς, εξισλαμίστηκαν, απαρνήθηκαν την εθνικότητά τους και έγινα πράγματι πιο Τούρκοι κι απ’ τους Τούρκους. Οι Αλβανοί παρέμειναν για πάντα Αλβανοί.»[iii]

Πράγματι, με τον καιρό ο μύθος «έπιασε τόπο» και η ιδέα της εθνικής ενότητας εξουδετέρωσε σταδιακά τους θρησκευτικούς διαχωρισμούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη θέση των θρησκευτικών αντιπαλοτήτων εμφανίζονται εθνοτικού τύπου διαφορές και συγκρούσεις που εκφράζουν ακριβώς την υποχώρηση του θρησκευτικού παράγοντα ως κυρίαρχου σε ό,τι αφορά τις σχέσεις των ομάδων. Παρατηρούνται για παράδειγμα εντάσεις ανάμεσα στους Αλβανούς χριστιανούς ορθόδοξους που αποκτούν έναν εθνικό προσανατολισμό και την ορθόδοξη εκκλησιαστική ιεραρχία, όπως και ανάμεσα στους εθνικιστές μπεκτασήδες του νότου και την σουνιτική ιεραρχία.[iv]

Pashko Vasa (1825 – 1892 )

Η κορύφωση αυτής της εθνικής προσπάθειας των Αλβανών να καταστήσουν τον ίδιο τον αλβανισμό θρησκεία, περιθωριοποιώντας τις  θρησκείες που διαιρούσαν το λαό, συμβαίνει στη διάρκεια του κομμουνιστικού καθεστώτος. Έχω την εντύπωση ότι η επιβολή του αθεϊσμού έχει να κάνει λιγότερο με τη μαρξιστική-λενινιστική ιδεολογία και περισσότερο με τον ιδιότυπο εθνικισμό του Εμβέρ Χότζα, ο οποίος εξέλαβε κατά γράμμα τον ποιητικό λόγο του Pashko Vasa, καθιστώντας τον αλβανισμό θρησκεία και καταργώντας δια νόμου οποιαδήποτε άλλη θρησκευτική πίστη και πρακτική.[v]

Χαρακτηριστική είναι και η πραγματικότητα της Αλβανίας κατά την μετα-κομμουνιστική περίοδο. Η ανάκαμψη των θρησκειών, εκτός των άλλων, θα μπορούσε να θέσει σε αμφισβήτηση την ενότητα του αλβανικού λαού, εάν επικρατούσαν διαιρετικές αντιλήψεις και τάσεις σχετικά με το ρόλο της θρησκείας. Η ίδια η αλβανική ταυτότητα έπρεπε να αντιμετωπίσει διλήμματα ταύτισης με τη μια ή την άλλη θρησκεία, γεγονός που είχε ευρύτερες κοινωνικές και πολιτισμικές διαστάσεις. Και εδώ είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς πως, μπροστά στον κίνδυνο να επικρατήσουν διαιρετικές λογικές με βάση τις θρησκευτικές διαφοροποιήσεις στους κόλπους του έθνους, εμφανίζεται μια φιλολογία περί αλβανικού οικουμενισμού, η οποία αρδεύει στα ιδεολογικά νερά της σκέψης των πρωτοπόρων αλβανών εθνικιστών.

Ο S. Maliqi γράφει χαρακτηριστικά: «Εάν η γύμνια που άφησε πίσω ο Κομμουνισμός μπορεί να αντικατασταθεί από κάτι, από κάποιο είδος εθνικής πίστης ή πεποίθησης, τότε είναι η πίστη ότι οι Αλβανοί είναι ένα έθνος οικουμενισμού, συνεχίζοντας την παράδοση ανθρώπων όπως ο Naim Frashëri, ο  Fan Noli  και o Gjergj Fista».[vi]

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι οι τρεις συγκεκριμένοι εκπρόσωποι της αλβανικής εθνικής κίνησης ανήκουν σε διαφορετικές θρησκευτικές ομάδες. Ο Naim Frasheri είναι μουσουλμάνος, ο Fan Noli ορθόδοξος και ο Gjergj Fista καθολικός χριστιανός. Αυτό που τους ενώνει και που τους προσανατολίζει στην υποβάθμιση του θρησκευτικού παράγοντα είναι η πίστη στην εθνική ιδέα και στην «αναγέννηση» του αλβανικού έθνους με τη μορφή ενός ενιαίου και ανεξάρτητου κράτους. Να σημειώσουμε επίσης ότι κατά κάποιον τρόπο από τις απαρχές του αλβανικού εθνικού κινήματος διαμορφώνεται ένα κλίμα μέσα στο οποίο οι επιμέρους θρησκευτικές κοινότητες συναγωνίζονται μεταξύ τους ως προς τον αλβανισμό.

 

Naim Frashëri (1846 –1900)

 

Οι ορθόδοξοι χριστιανοί σ’ αυτό το πλαίσιο αρχίζουν να αναπροσδιορίζονται ως πιο γνήσιοι Αλβανοί, υποστηρίζοντας ότι ο ορθόδοξος χριστιανισμός είναι η παλιότερη θρησκεία των Αλβανών, ενώ αντίθετα οι μουσουλμάνοι συνεργάστηκαν και ταυτίστηκαν εν πολλοίς με τους Οθωμανούς (άλλωστε γι’ αυτό τους αποκαλούν ακόμα και σήμερα «Τούρκους»). Από την πλευρά τους οι μουσουλμάνοι θεωρούν ότι αυτοί είναι πιο γνήσιοι Αλβανοί, καθώς αποτέλεσαν τον πυρήνα της εθνικής αναγέννησης και σαν μεγάλοι πατριώτες αντιστάθηκαν στους Σέρβους που επιδίωξαν να διεισδύσουν και να καταλάβουν αλβανικά εδάφη. Για τους χριστιανούς αντίθετα υποστηρίζουν ότι οι μεν ορθόδοξοι ταυτίστηκαν με τους Έλληνες οι δε καθολικοί με τους Ιταλούς. Οι καθολικοί με τη δική τους σειρά διεκδικούν μεγάλο μερίδιο της αλβανικής γνησιότητας, επειδή διατηρούν ανέπαφα τα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα και ιδιαίτερα το αλβανικό εθιμικό δίκαιο με τους ανάλογους κώδικες τιμής (kanuni).[vii]

Παρατηρείται λοιπόν ένας υπερθεματισμός  των θρησκευτικών ομάδων σε σχέση με την ιδεολογία του αλβανισμού που τείνει να υποκαταστήσει τη θρησκευτική πίστη. Με την αποσύνθεση της οθωμανικής αυτοκρατορίας και την ανάδυση των εθνικών κινημάτων στη Βαλκανική οι Αλβανοί βρέθηκαν μπροστά σε μια κατάσταση υστέρησης ως προς την ανάπτυξη της δικής τους εθνικής αυτοσυνειδησίας και έτσι, έστω και καθυστερημένα, προσπαθούν να ξεπεράσουν τις όποιες θρησκευτικές και άλλες πολιτισμικές διαφορές και να διαμορφώσουν κι αυτοί μια κοινή εθνική πολιτισμική κοινότητα, η οποία θα στηρίζεται σε άλλα πράγματα και όχι στη θρησκεία που έτσι κι αλλιώς διαιρεί το έθνος. Η κοινή «φυλετική» καταγωγή  και η κοινή γλώσσα αποτέλεσαν τους δύο βασικούς πυλώνες, πάνω στους οποίους έμελλε να στηριχτεί η ανάπτυξη της κοινής εθνικής συνείδησης και ταυτότητας, ζητούμενο που προϋπέθετε βεβαίως τη δημιουργία ιδεολογικών μηχανισμών όπως τα σχολεία και την ανάπτυξη ενός κοινού γλωσσικού οργάνου και μιας εθνικής λογοτεχνίας.

Ο αδελφός του Naim Frasheri Sami το έθεσε με τον πιο επιτακτικό τρόπο σε βιβλίο που εξέδωσε στο τέλος του 19ου αιώνα. Γράφει χαρακτηριστικά: «Η Αλβανία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τους Αλβανούς, οι Αλβανοί δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς την αλβανική γλώσσα, και η τελευταία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το δικό της αλφάβητο και χωρίς σχολεία».[viii]

Γεώργιος Καστριώτης- Σκεντέρμπεης

Ενδιαφέρον παρουσιάζει σ’ αυτό το πλαίσιο και η χρήση της ιστορίας, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον εθνικό ήρωα των Αλβανών Gjergj KastriotiSkanderberg ( Γεώργιο Καστριώτη- Σκεντέρμπεη). Ο Σκεντέρμπεης καταγόταν από χριστιανική φεουδαρχική οικογένεια και από παιδί τον είχαν πάρει όμηρο οι οθωμανοί στην Πύλη, προκειμένου να διασφαλίσουν τη νομιμοφροσύνη των δικών του. Εκεί ανατράφηκε ως μουσουλμάνος, πήρε το όνομα Skanderberg και υπηρέτησε ως αξιωματικός τον Σουλτάνο, φτάνοντας ως το βαθμό του στρατηγού και κερδίζοντας τον τίτλο του μπέη. Το 1443 ο Σκεντέρμπεης επέστρεψε στην πατρίδα του στη σημερινή βορειοδυτική Αλβανία, αποκήρυξε το Ισλάμ, ενώθηκε με άλλους ευγενείς της περιοχής και με την υποστήριξη του Βατικανού και της Βενετίας αντιστάθηκε για πολλά  χρόνια,  κρατώντας τον οθωμανικό στρατό έξω από την περιοχή μέχρι το θάνατό του το 1468.[ix]

 Στο παράδειγμα του Σκεντέρμπεη οι Αλβανοί εθνικιστές βρήκαν βάση για να αναπτύξουν μια εθνική ρητορική και ιδεολογία περί εθνικής αντίστασης στους εχθρούς που επιβουλεύονται την ακεραιότητα της πατρίδας και την ενότητα του αλβανικού λαού. Η περίπτωση του Σκεντέρμπεη, εκτός από τα ηρωικά χαρακτηριστικά και τις αρετές που συμπυκνώνει, φαίνεται να «βολεύει» τον εθνικό μύθο και ως προς τα θρησκευτικά του χαρακτηριστικά, καθώς αλλαξοπίστησε επανειλημμένα. Μάλιστα είναι χαρακτηριστική η επιλεκτική χρήση των χαρακτηριστικών του, αφού αποσιωπάται το βασικό στοιχείο της ιστορίας του που είναι η αντίσταση ενός χριστιανού απέναντι στους μουσουλμάνους κατακτητές.  Η εικόνα του Σκεντέρμπεη φιλοτεχνείται με τα υλικά του εθνικού μύθου, όπου η θρησκευτική διάσταση της ταυτότητάς του υποβαθμίζεται. Πάνω του προβάλλεται ο ιδεώδης τύπος του Αλβανού που υλοποιεί ανά πάσα στιγμή το δόγμα  Ky është shpata është feja («εκεί που είναι το σπαθί εκεί και η πίστη»). Ο Fan Noli στο πολύ γνωστό και δημοφιλές βιβλίο του Historia e Skëndërbeut ( Η ιστορία του Σκεντέρμπεη) γράφει: « Ο Σκεντέρμπεης ήταν ένας γνήσιος Αλβανός αφού άλλαζε την θρησκευτική του πίστη ανάλογα με την πολιτική συγκυρία».[x]

Ακόμα και οι κομμουνιστές, στην προσπάθεια τους να σφυρηλατήσουν την εθνική ταυτότητα στο πλαίσιο ενός ιδιόρρυθμου εθνικισμού, συνέδεσαν το κίνημά τους με τους αγώνες του Σκεντέρμπεη ενάντια στις εξωτερικές επιβουλές. Μάλιστα, στο πλαίσιο μιας ρητορικής για τους συνεχείς και ακατάπαυστους αγώνες του αλβανικού λαού μέσα στην ιστορία, παραλληλίζουν την αντίσταση των παρτιζάνων κατά των δυνάμεων του Άξονα με αυτή του Σκεντέρμπεη εναντίον του Σουλτάνου, τονίζοντας τα στοιχεία της αυτοάμυνας και του «μοναχικού» ηρωικού αγώνα ως τεκμηρίων της συνέχειας του αλβανικού χαρακτήρα. Ενδιαφέρων είναι επίσης ο τρόπος με τον οποίο το καθεστώς, μέσω επιλεκτικής χρήσης, προσαρμόζει την ιστορία του Σκεντέρμπεη στις ιδεολογικές του ανάγκες. Έτσι αποσιωπά το γεγονός ότι ο αγώνας του ήταν κατ’ εξοχήν αντίσταση εναντίον των μουσουλμάνων κατακτητών, υποβαθμίζοντας έτσι τη θρησκευτική διάσταση, καθώς ο θρησκευτικός παράγοντας είναι διαιρετικός για το αλβανικό έθνος.

Πρόκειται για ένα κλασικό παράδειγμα «ανάγνωσης» του παρελθόντος με βάση τις ανάγκες του παρόντος. Ουσιαστικά  μια επιθυμία, ένα ζητούμενο του παρόντος, προβάλλεται στην ιστορική πραγματικότητα. Επειδή ακριβώς το καθεστώς γνωρίζει ότι η θρησκεία μπορεί να υπονομεύσει την ενότητα του λαού, καθώς η σύνθεσή του είναι πολύ-θρησκευτική, γι’ αυτό ακριβώς υιοθετεί το μύθο για την αδιαφορία του προς αυτή. Και αυτός ο μύθος προβάλλεται ακόμα και στον Σκεντέρμπεη, στου οποίου τους αγώνες κάθε άλλο παρά απουσίαζε η θρησκευτική διάσταση.[xi] Νομίζω ότι απόδειξη για το φόβο του καθεστώτος απέναντι στη θρησκεία και ουσιαστική αναίρεση της άποψης περί αδιαφορίας του λαού αποτελεί η ίδια η επιβολή της αθεΐας στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και η μανία με την οποία αυτό επιδόθηκε στην καταστροφή των θρησκευτικών ιδρυμάτων με αποκορύφωμα την ίδρυση «Μουσείου Αθεΐας» στη Σκόδρα, μια πόλη με έντονες θρησκευτικές παραδόσεις.

Αν ρίξει κανείς μια ματιά στην ιστοριογραφία της εποχής, θα διαπιστώσει εύκολα την προσπάθεια που γίνεται να προσαρμοστεί η ιστορία του Σκεντέρμπεη στα σύγχρονα ιδεολογικά ζητούμενα. Στο βιβλίο των Pollo και  Puto Ιστορία της Αλβανίας ο Σκεντέρμπεης παρουσιάζεται σαν Αλβανός πατριώτης που αγωνίζεται εναντίον των Τούρκων και όχι σαν χριστιανός που πολεμά εναντίον μουσουλμάνων. Όταν οι συγκεκριμένοι συγγραφείς αναγκάζονται να αναφερθούν στο θέμα της θρησκευτική ταυτότητας του Σκεντέρμπεη, σπεύδουν να ξεκαθαρίσουν ότι «ποτέ του δεν υπήρξε πρόμαχος της θρησκείας, όχι ότι ήταν αντιθρησκευόμενος ή αντικαθολικός, μα γιατί μια τέτοια στάση θα είχε ολέθρια αποτελέσματα στον εθνικό πόλεμο που διεξήγαν καθολικοί και ορθόδοξοι Αλβανοί.»[xii]

Στο ίδιο βιβλίο συναντά κανείς την επίσημη θέση του Κόμματος Εργασίας για τη θρησκεία και το ρόλο της στην ιστορία της Αλβανίας: «Το πρόβλημα του ιστορικού ρόλου της θρησκείας στην Αλβανία θα πρέπει να ιδωθεί κάτω από δύο θεμελιακές πλευρές. Οι Αλβανοί χωρισμένοι από τον 11ο αιώνα σε δύο θρησκείες (καθολικοί και ορθόδοξοι) και μετά από τον 15ο αιώνα σε τρεις (καθολικοί, ορθόδοξοι και μουσουλμάνοι), αντίθετα με τους άλλους  βαλκανικούς λαούς δε χωρίστηκαν σε τόσες ανάλογες εθνικότητες. Αυτή η ιδεολογική διαφοροποίηση, παρά τις νοσηρές συνέπειες που είχε τόσους αιώνες στη χώρα, δεν κατάφερε να εξαλείψει την εθνική συνείδηση των Αλβανών. Η Αλβανία παρόλο που ήταν χωρισμένη σε τρεις εχθρικές η μια για την άλλη θρησκείες, δε γνώρισε θρησκευτικούς πολέμους στην ιστορία της.

Ο Αλβανός έγραφε ο Λόρδος Χομπχάουζ, σύντροφος του Μπάυρον στα ταξίδια του Τσάιλντ Χάρολντ στην Αλβανία, θα σας πει στην αρχή ότι είναι Αλβανός και μετά ποια είναι η θρησκεία του. Το έντονο ένστικτο της διαφύλαξης της αλβανικής εθνικότητας, ο θρησκευτικός προσηλυτισμός που επιβλήθηκε στο λαό από τους καταχτητές και το σχετικά χαμηλό επίπεδο της μάζας των κληρικών, ήταν πιθανώς, οι παράγοντες που, μόνοι ή μαζί μ’ άλλους, εμπόδισαν το ρίζωμα της θρησκείας στην ψυχή των Αλβανών.

Οι σχετικά χαλαροί δεσμοί που είχαν οι Αλβανοί με τη θρησκεία, οφείλονταν επίσης στον πολιτικό ρόλο που έπαιξε η τελευταία. Αυτή είναι  η δεύτερη θεμελιακή πλευρά του ιστορικού τα ρόλου στην Αλβανία. Οι θρησκείες χρησιμοποιήθηκαν πάντα σαν ιδεολογικά  όπλα των κατακτητών, που από τη Δύση και από την Ανατολή τις έφεραν μαζί τους. Έτσι ήδη από την καταγωγή τους βρίσκονταν ανακατεμένες με την πολιτική, χρησιμεύοντας ως στήριγμα των εισβολέων και όργανο των δυνάμεων που ενδιαφέρονταν ώστε ο θρησκευτικός διαμελισμός των Αλβανών να παίξει έναν τελείως διαλυτικό ρόλο στο πολιτικό επίπεδο…»[xiii]

Με την κατάρρευση του καθεστώτος το 1991, το ζήτημα της θρησκείας επανέρχεται και συνδέεται, όπως είναι φυσικό, και με το θέμα της εθνικής ταυτότητας των Αλβανών στο πλαίσιο αναζήτησης νέων προσανατολισμών. Η ιδέα ότι το αλβανικό κράτος είναι κοσμικό κράτος και ότι η θρησκεία δεν πρέπει να συνδέεται με την πολιτική, κάτι που συνάδει και με την κυρίαρχη εθνική ιδεολογία, τίθεται υπό συζήτησιν. Ο προσανατολισμός προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, σε ό,τι αφορά τις θρησκευτικές επιλογές, δεν είναι απλά ζήτημα πίστης αλλά θέτει ευρύτερα ζητήματα πολιτισμικής και πολιτικής ένταξης, γεγονός που προσλαμβάνει σημαντικές διαστάσεις στο πλαίσιο της γνωστής συζήτησης για τη «σύγκρουση των πολιτισμών», που επικεντρώνεται στην υποτιθέμενη διαπάλη μεταξύ του δυτικού χριστιανικού κόσμου και του ανατολικού ισλάμ, όπου τα Βαλκάνια ως οριακή περιοχή με σημαντικές «ισλαμικές νησίδες» αποκτούν μια νέα επικαιρότητα και σημασία.

Το ερώτημα πράγματι τίθεται: Quo vadis Albania? Ο απαντήσεις διάφορες και ανάλογες της οπτικής γωνίας και της πολιτικής επιλογής του καθενός. Μια  πρόχειρη σχηματοποίηση θα μας έδινε τρεις βασικά απόψεις.

Η πρώτη μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ευρωκεντρική» και αξιοποιεί το αθεϊστικό παρελθόν, χρησιμοποιώντας το ως μηδενική βάση για την ανάπτυξη μιας νέας κατά βάση χριστιανικής ταυτότητας που θα βλέπει προς τη Δύση. Σ’ αυτό το πλαίσιο οι καθολικοί υποστηρίζουν ότι  καθολικισμός είναι ο πιο κατάλληλος δρόμος ένταξης στην ευρωπαϊκή πολιτισμική κοινότητα, αφού αποτελεί την κυρίαρχη μορφή θρησκευτικής έκφρασης στην Ευρώπη. Η ορθοδοξία δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τόσο καλά το σκοπό αυτό λόγω του περιθωριακού της ρόλου στην Ευρώπη αλλά και της ίδιας της πολιτισμικής υπόστασης. Είναι χαρακτηριστικό ότι την άποψη αυτή την υποστηρίζουν διανοούμενοι χριστιανικής και μουσουλμανικής καταγωγής, μεταξύ αυτών και ο Ισμαήλ Κανταρέ. Είναι μια άποψη που, εκτός των άλλων, συνάδει και με μια συγκεκριμένη ανάγνωση της περίπτωσης του Σκεντέρμπεη, ιδιαίτερα ως προς τη διάσταση της επιλογής μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Για να γίνει ακόμα πιο κατανοητό αυτό, παραπέμπω και πάλι στους Pollo και Puto, οι οποίοι χρόνια πριν και επί καθεστώτος Χότζα έγραφαν: « Κανείς δεν μπορεί ν’ αμφισβητήσει το ρόλο που έπαιξε ο Σκεντέρμπεης στις συνθήκες που δημιούργησε η οθωμανική κάθοδος στην ίδια την καρδιά της Ευρώπης, σαν υπερασπιστή του ευρωπαϊκού πολιτισμού και στρατιώτη της Αναγέννησης…».[xiv]

 

Γεώργιος Καστριώτης, αποκαλούμενος και Σκεντέρμπεης

 

Η δεύτερη άποψη σχεδόν ταυτίζεται με την κυρίαρχη αντίληψη περί της εθνικής ταυτότητας των Αλβανών, που προβάλλει τον πολύ-θρησκευτικό  της χαρακτήρα από τη μια αλλά και τη μικρή σημασία που έχει θρησκεία στη συγκρότηση της αλβανικής εθνικής ταυτότητας. Σ’ αυτή τη βάση υποστηρίζεται τόσο ο θρησκευτικός πλουραλισμός και η ανεξιθρησκία όσο και ο διαχωρισμός της θρησκείας από την πολιτική.

Η τρίτη άποψη είναι λιγότερο διαδεδομένη και αφορά τη σχέση του αλβανισμού με το ισλάμ («ισλαμο-εθνικισμός»). Παρουσιάζει μάλιστα  ενδιαφέρον η προσπάθεια των εκφραστών της να αποσείσουν το στίγμα της ταύτισης των μουσουλμάνων Αλβανών με τους Οθωμανούς, υποστηρίζοντας ότι ο εξισλαμισμός συνιστούσε «εθνική στρατηγική» για την αποφυγή του εκσλαβισμού ή εξελληνισμού του αλβανικού λαού. Προφανώς αυτή η άποψη έχει έναν αντιδυτικό χαρακτήρα και γι’ αυτό δεν μπορεί να κερδίσει έδαφος, δεδομένου του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας.[xv]

 

Η περίπτωση των Μπεκτασήδων

 

Και οι μπεκτασήδες; Που εντάσσονται σ’ όλα αυτά οι μπεκτασήδες; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Και πρώτα από όλα τι είναι οι μπεκτασήδες. Ο R. Elsie στο βιβλίο του A Dictionary of Albanian religion, mythology, and folk culture αναφέρει σε γενικές γραμμές τα ακόλουθα:

Το τάγμα των μπεκτασήδων λέγεται ότι ιδρύθηκε στην Ανατολία από τον Haji Bektash Veli που έζησε τον 13ο αιώνα. Με την επέκταση της οθωμανικής αυτοκρατορίας απλώθηκε και στα Βαλκάνια. Πολύ λίγα ξέρουμε για την πρώιμη παρουσία του μπεκτασισμού στην Αλβανία αλλά μπορούμε να υποθέσουμε ότι εδραιώθηκε στα τέλη του 16ου μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνα.

Οι Αλβανοί ήσαν ιδιαίτερα δεκτικοί σε ορισμένα χαρακτηριστικά του, όπως η ανεκτικότητα και ο σεβασμός στις διαφορετικές θρησκείες και στις πρακτικές τους. Επιπλέον, αντίθετα με τις πρακτικές του ορθόδοξου ισλάμ (Sunni), που ταυτιζόταν με την οθωμανική εξουσία και την αραβική γλώσσα, ο μπεκτασισμός έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και σεβασμό στους τοπικούς πολιτισμούς και τις γλώσσες.

Ο μπεκτασισμός γνώρισε μεγάλη διάδοση τα χρόνια του Αλή Πασά, που ήταν και ο ίδιος μπεκτασής, για να διαδραματίσει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στην κίνηση της «εθνικής αναγέννησης» (Rilindja) των Αλβανών τον 19ο αιώνα. Εκτιμάται ότι στις αρχές του 20ού αιώνα το 15% του αλβανικού πληθυσμού ήταν μπεκτασήδες, δηλαδή το ένα τέταρτο των μουσουλμάνων της χώρας. Οι μπεκτασίδικοι τεκέδες υπήρξαν κέντρα  της αλβανικής εθνικής κίνησης, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά  την παράνομη προπαγάνδα υπέρ της αλβανικής γλώσσας και εκπαίδευσης, συμβάλλοντας αρκετά στη διακίνηση των πρώτων βιβλίων στην αλβανική γλώσσα.

Στο πρώτο εθνικό τους συνέδριο, που έγινε στην Prιshta στο Skrapar το 1922, οι μπεκτασήδες κήρυξαν την ανεξαρτησία τους από τους Τούρκους μπεκτασήδες και είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, μετά την απαγόρευση του μπεκτασισμού στην Τουρκία το 1925, κέντρο του παγκόσμιου μπεκτασισμού έγιναν τα Τίρανα.

Στον μπεκτασισμό αυτό που έχει μεγαλύτερη αξία είναι το εσωτερικό μήνυμα και όχι οι εξωτερικές συμβάσεις. Οι τελετές και οι πρακτικές τους χαρακτηρίζονται από έναν μεγάλο βαθμό ελευθεριότητας. Μερικοί μπεκτασήδες πίνουν αλκοόλ και μάλιστα σε αρκετούς τεκέδες το παράγουν οι ίδιοι. Οι γυναίκες συμμετέχουν ισότιμα με τους άνδρες στις τελετές και τις γιορτές. Επίσης ο μπεκτασισμός έχει αφομοιώσει πολλά στοιχεία από άλλες θρησκείες και συγκεκριμένα στα Βαλκάνια από τον ορθόδοξο χριστιανισμό. Ένα από τα βασικά του θεολογικά χαρακτηριστικά είναι και ένα είδος πανθεϊσμού για τον οποίο οι ίδιοι επιδεικνύουν μια μάλλον μυστικιστική συμπεριφορά.

Η σημαντικότερη ίσως πηγή για τον αλβανικό μπεκτασισμό είναι το Φυλλάδιο του μπεκτασισμού (Fletore e Bektashism) του Naim Frashëri, ηγετικής μορφής του αλβανικού εθνικού κινήματος. Ο Naim Frashëri πίστευε ότι οι φιλελεύθερες ιδέες και πανθεϊστικός και συγκρητιστικός χαρακτήρας του μπεκτασισμού μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για την ανάπτυξή του ως εθνικής θρησκείας των Αλβανών. Ο συνδυασμός  μάλιστα στοιχείων του Κορανίου και της Βίβλου στην πίστη των μπεκτασήδων πίστευε ότι θα βοηθούσε στην προώθηση της ενότητας στον διαφορετικά διαιρεμένο από τις θρησκείες αλβανικό λαό.

Παραθέτουμε δύο αποσπάσματα από το έργο αυτό του N. Frasheri, που δείχνουν τόσο τον πανθεϊσμό και το συγκρητισμό όσο και τον εθνικό χαρακτήρα του αλβανικού μπεκτασισμού:

 

«Οι μπεκτασήδες πιστεύουν στο Θεό το μεγάλο και αληθινό, Μωάμεθ Αλή, Χατζή, Φατιμά, Χασάν και Χουσεϊν. Στους δώδεκα ιμάμηδες που είναι …Όλοι αυτοί έχουν τον Αλή ως πατέρα τους και τη Φατιμά ως μητέρα τους. Επίσης πιστεύουν σε όλους τους ευλογημένους του παρελθόντος και του μέλλοντος, επειδή αυτοί πιστεύουν στο καλό και το λατρεύουν. Και ακριβώς επειδή πιστεύουν σ’ αυτούς και τους αγαπούν, γι’ αυτό πιστεύουν και στο Μωυσή, τη Μαρία και τον Ιησού και στους μαθητές τους. Ως ιδρυτή τους έχουν τον Jafer Sadik και ως ανώτερο τον Haji Bektash Veli που είναι από την ίδια οικογένεια. Όλοι αυτοί έχουν πει: να κάνεις το καλό και να αποφεύγεις το κακό… Η πίστη των Μπεκτασήδων είναι ένας πλατύς δρόμος που φωτίζεται από σοφία, αδελφοσύνη, φιλία, αγάπη, ανθρωπιά και όλη την καλοσύνη…»

 «Οι Μπεκτασήδες είναι αδέρφια και μια ψυχή, όχι μόνο μεταξύ τους αλλά  με όλη την ανθρωπότητα. Αγαπούν τους άλλους Μουσουλμάνους και τους Χριστιανούς σαν την ψυχή τους την ίδια και συμπεριφέρονται ευγενικά και καλά προς όλη την ανθρωπότητα. Αλλά πάνω από όλα αυτοί αγαπούν την πατρίδα τους και τους συμπατριώτες τους, γιατί αυτό είναι το καλύτερο πράγμα… Είθε να αγωνίζονται νύχτα και μέρα για το έθνος τους που το αποκαλούν πατέρα και στο οποίο ορκίζονται. Είθε να εργάζονται ενωμένοι με τους υπόλοιπους πολίτες και με τους μεγαλύτερους για τη σωτηρία της Αλβανίας και των Αλβανών, για την παιδεία και τον πολιτισμό του έθνους και της πατρίδας, για τη γλώσσα και για κάθε πρόοδο και ευτυχία…»[xvi]

 

Ας προβληματιστούμε λίγο πάρα πάνω γύρω από αυτό το ζήτημα της σχέσης του μπεκτασισμού με το αλβανικό εθνικό κίνημα. Η N. Clayer, που ασχολείται συστηματικά με το θέμα εδώ και πολλά χρόνια, κατά την έκδοση στα ελληνικά του σημαντικού άρθρου της με τίτλο  «Μπεκτασισμός και αλβανικός εθνικισμός» αισθάνθηκε την ανάγκη να στείλει στον εκδότη για δημοσίευση ως συμπλήρωμα στο τέλος ένα σημείωμα. Στο σημείωμα αυτό ομολογεί ότι στο συγκεκριμένο άρθρο της  που είχε δημοσιευτεί δώδεκα χρόνια πριν (και πριν από την κατάρρευση του καθεστώτος) δεν είχε καταφέρει να ξεφύγει από τις «κατασκευές» του αλβανικού εθνικού μύθου γύρω από το δεσμό ανάμεσα στο μπεκτασισμό και το αλβανικό εθνικό κίνημα.

Γενίτσαρος. Εθνική Βιβλιοθήκη, Παρίσι.

Γράφει χαρακτηριστικά ότι στο άρθρο της αναδεικνύει αυτόν τον δεσμό από το 1826 (χρονολογία της κατάργησης του σώματος  των Γενιτσάρων και της απαγόρευσης του τάγματος των μπεκτασήδων στην οθωμανική αυτοκρατορία), ενώ ο εθνικισμός δεν υφίστατο ακόμη εκείνη την εποχή μεταξύ των Αλβανών. Και συνεχίζει: «Το αντιτουρκικό και εθνικιστικό συναίσθημα», το οποίο θα έπρεπε μάλλον να χαρακτηρίσουμε ως αντιοθωμανικό, ή ακόμη μόνο αντιχαμιτικό και εθνικιστικό, γεννήθηκε επομένως αργότερα στους  αλβανούς Μπεκτασήδες και με πάρα πολλές περιπέτειες. Έτσι, δεν έχουμε τελική εικόνα του κινήματος της εθνικής αναγέννησης για τη δημιουργία της Αλβανίας που ανέφερα στο κείμενο εκείνο. Επαναλάμβανα, πράγματι, ως ιστορικές αλήθειες πολλές παραδόσεις που είχαν επινοηθεί, οι οποίες, είναι αλήθεια, κυκλοφορούν ακόμη σε πολλές μελέτες… Δεν απομένει παρά το κείμενο που φωτίζει επακριβώς το ρόλο του μπεκτασικού δικτύου  στη διακίνηση των εντύπων στην αλβανική γλώσσα και στην εκμάθηση ανάγνωσης και γραφής της γλώσσας αυτής  κατά τις τελευταίες δεκαετίες της οθωμανικής περιόδου, στη θέση που έλαβε η πλειοψηφία των μπεκτασήδων υπέρ του λατινικού αλφαβήτου, στην υποστήριξή τους προς τους αλβανούς τσέτες, στην είσοδο του εθνικισμού στο δόγμα του τάγματος από τον Ναΐμ Φράσερη, ή ακόμη στη σύνθεση εθνικιστικών ποιημάτων από μερικούς μπαμπά.. Η μελέτη αυτή προβάλλει, επίσης, την μετατροπή της αδελφότητας των Μπεκτασήδων σε μια θρησκευτική ξεχωριστή κοινότητα στα πλαίσια του ανεξάρτητου αλβανικού κράτους, λόγω της αριθμητικής της δύναμης αλλά και του ρόλου της στην ανάπτυξη του αλβανικού εθνικισμού.»[xvii]

Ανεξάρτητα από τη αποσαφήνιση των παραπάνω ερωτημάτων και πέρα από τη συζήτηση περί «επινοημένης παράδοσης», είναι γεγονός ότι από ένα σημείο και ύστερα ο μπεκτασισμός συνδέθηκε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ιδιαίτερα με τον αλβανικό εθνικισμό. Είναι γνωστό, άλλωστε, πως και οι σουνίτες Αλβανοί μουσουλμάνοι, από τη στιγμή που αρχίζει να καταρρέει η οθωμανική αυτοκρατορία, φροντίζουν να διαφοροποιηθούν σε μια προσπάθεια να αποβάλλουν από πάνω τους το στίγμα της ταύτισής τους με αυτή [xviii].

Η περίπτωση των μπεκτασήδων πέρα από τα θεολογικά της  και ευρύτερα πολιτισμικά της χαρακτηριστικά που ευνοούν την θετική της σχέση με την εθνική ιδεολογία, έχει το επιπλέον πλεονέκτημα  όχι απλά μιας πρώιμης διαφοροποίησης αλλά και μιας ουσιαστικής σύγκρουσης με το κυρίαρχο ισλάμ που εκφράζει και οθωμανική κυριαρχία. Σ’ αυτή τη βάση γίνεται περισσότερο κατανοητό γιατί ο μπεκτασισμός «βόλεψε» αρκετά στην συγκρότηση του εθνικού μύθου από τη μια και από την άλλη βοήθησε στην πραγματικότητα το αλβανικό εθνικό κίνημα.

Ο μύθος, άλλωστε, δεν είναι παρά ένας ιδεολογικός μοχλός για την ίδια τη δράση των ανθρώπων και ένας σημαντικός μηχανισμός ενεργοποίησης συλλογικών οραμάτων. Το πώς επενδύεται κάθε φορά με διαφορετικά μυθικά στοιχεία όλη αυτή η ιστορία παρουσιάζει έτσι κι αλλιώς μεγάλο ενδιαφέρον.

Η εκάστοτε εξουσία προβάλλει πάνω της το δικό της όραμα με μια επιλεκτική ανάγνωση και χρήση του ιστορικού παρελθόντος. Επιλέγω ξανά ένα κείμενο «σοσιαλιστικής» παραγωγής, όπου φαίνεται πεντακάθαρα πέρα από την εθνική και η κοινωνική ανάγνωση με ιδεολογικούς όρους: «Η αιτία της κλίσης του Ναΐμ Φράσιερη προς τον μπεκτασισμό πρέπει να αναζητηθεί επίσης στα  πραγματικά ιστορικά καθήκοντα για την επιτέλεση των οποίων εργαζόταν και μάχονταν ο Ν. Φράσιερη… Ο σουφισμός αν και αίρεση αντιπροσώπευε την ιδεολογική μορφή, που εξέφραζε την αντίθεση και τη διαμαρτυρία των λαών κατά της φεουδαρχίας, τη αντίθεση των λαών που ήταν υποδουλωμένοι και καταδυναστευόμενοι από την οθωμανική κυριαρχία… Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο λαός μας, του οποίου η παιδεία για πολλούς αιώνες ήταν στραμμένη προς το πνεύμα της θρησκείας, καταλάβαινε καλύτερα και πιο εύκολα την θρησκευτική γλώσσα. Γι’ αυτό δεν πρέπει καθόλου να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι ο Ν. Φράσερη ψάχνει να βρει το δρόμο προς το πνεύμα και την καρδιά του αλβανικού λαού. Γι’ αυτό επικαλύπτει τις ιδέες του με θρησκευτικό περίβλημα…».[xix]

Abdyl Frashëri (1839 – 1892)

Ωστόσο, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι μπεκτασισμός και αλβανικό εθνικό κίνημα συνδέθηκαν άρρηκτα μεταξύ τους από τις απαρχές του δεύτερου. Μιας και ό,τι λέμε το λέμε με αφορμή την επίσκεψή μας στον τεκέ της Φράσιερης μπορούμε να αναφέρουμε και τα εξής ιστορικά στοιχεία: Όταν επέστρεψε από τη Σύνοδο της Πριζρένης ο Abdul Frasheri μαζί με τον  Baba Alush του τεκέ της Φράσιερης, οργάνωσε τη γνωστή συγκέντρωση, που αναφέρεται και στην επιγραφή στην είσοδο και που ήταν ουσιαστικά η πρώτη εθνικιστική συγκέντρωση στο νότο. Λέγεται μάλιστα ότι οι μπεκτασήδες δερβίσηδες στη συνέχεια δεν έπαιξαν μόνο καταλυτικό ρόλο στη διάδοση των εθνικών ιδεών αλλά άσκησαν επιρροή και στους ίδιους τους χριστιανικούς πληθυσμούς της ευρύτερης περιοχής.[xx]

Εν κατακλείδι, μπορούμε να πούμε ότι επινοημένη ή όχι, πρώιμη ή όψιμη, η σχέση του μπεκτασισμού με το αλβανικό εθνικό κίνημα είναι δεδομένη, γι’ αυτό και αναγνωρίστηκε επίσημα από το κράτος ως μια από τις θρησκείες του αλβανικού έθνους. Έτσι εξηγείται και η αναγωγή της Φράσιερης σε συμβολικό τόπο εθνικής μνήμης. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι, παρά το κλείσιμο του τεκέ από το καθεστώς, το σπίτι της οικογένειας Φράσιερη μετατρέπεται σε μουσείο εθνικής ιστορίας. Είναι έτσι κατανοητή και η παρουσία της επιγραφής για τη συγκέντρωση του 1878 στην είσοδο του τεκέ και η τοποθέτηση της μπεκτασίδικης με την αλβανική σημαία στις δυο πλευρές της εισόδου κατά τη διάρκεια του πανηγυριού της 5ης Σεπτεμβρίου.

 

Βασίλης Νιτσιάκος

Καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Εισήγηση στο Α΄ Επιστημονικό Συνέδριο του Τμήματος Βαλκανικών Σπουδών με θέμα: Διαστάσεις της μετάβασης και η ευρωπαϊκή προοπτική των χωρών της Βαλκανικής, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, Φλώρινα, 10-12/11/2006.

 

Υποσημειώσεις


[i] Noel Malkolm, «Myths of Albanian national identity», στο St. Schwandner-Sievers and Bern. J. Fischer (eds), Albanian identities, Hurst and Company,London, 2002, σελ. 70-87.

[ii] Βλ. G. Duijzings,  «Religion and the politics of ‘Albanianism’» , ο.π., σελ. 60-69, 61.

[iii] Mehmed Bey Konitza, «The Albanian Question», International conciliation,138(!919), New York, σελ. 745-788, σελ. 747-749.

[iv] Βλ. G. Duijzings, ο.π. , σελ. 62 και Stavro Skendi, The Albanian national awakening,1872-1912, Princeton U.P., Princeton,N. Jersey, 1967.

[v] Βλ. B.J. Fischer, «Albanian nationalism in the twentieth century», sto P.F.Sugar (ed.), Eastern European nationalism in the twentieth century, U.P. ofAmerica,WashingtonD.C., 1995,  σελ. 21-54.

[vi] S. Maliqi, «Albanians between east and west», στο G. Duijzings, D. Janjic and S. Maliqi (eds), Kosovo-Kosova: Confrontation or coexistence, Peace Research Center, University of Nijmegen, 1997, σελ. 115-122, 122. Πρβλ. G. Duijning, ο.π., σελ.63. Επίσης βλ. St Draper, The conceptualization of an Albanian nation, Ethnic and Racial Studies, 20(1), 1997, σελ. 21-54.

[vii] Βλ. Stavro Skendi The Albanian national awakening 1872-1912, Princeton U.P., Primceton, New Jersey, 1967, M. Vickers, Οι Αλβανοί, Οδυσσέας, Αθήνα, 1997 (αγγλική έκδοση 1995) και St.Draper, ο.π.

[viii] S. Sami Bey Frasheri, Was war Albanien,was ist es, was wird es werden?, aus dem Turkischen ubersertzt von A. Traxler, Vienna and Leipsig, 1913, σελ. 46, πρβλ. Stavo Sκεndi, ο.π. σελ. 129.

[ix] Βλ. M. Vickers, ο.π., σελ. 29-31 και St. Draper, ο.π., σελ.130 –131.

[x] Fan Noli, Historia e Skëndrbeut, Boston, 1921 και George Castrioti Scanderberg, New York, 1947. Βλ.  Γκάζι Καπλάνι, «Θρησκεία και αλβανική εθνική ταυτότητα. Μύθοι και πραγματικότητες», Σύγχρονα Θέματα, 81(2002), σελ. 50-57.

[xi] Βλ. St. Draper, ο.π., σελ. 130-131

[xii] St. Pollo – Ar. Puto, Ιστορία της Αλβανίας, Εκδοτική Ομάδα, Θεσσαλονίκη, χ.χ. ,σελ. 111.

[xiii] Ο.π. σελ. 366.

[xiv]Βλ. St. Pollo – Ar. Puto, o.π., σελ.122

[xv] Βλ. N. Clayer, «Ισλάμ, κράτος και κοινωνία στην μετακομμουνιστική Αλβανία», στο Ε. Ζεγκίνης (επιμ), Μπεκτασήδες δερβίσηδες και εθνικό κίνημα στην Αλβανία  Ισνάφι, Ιωάννινα, 2005, σελ. 127-157, St. Draper, ο.π. και Γκ. Καπλάνι, ο.π.

[xvi] Βλ. R. Elsie, A dictionary of Albanian religion, mythology, and  folk culture, Hurst and Company, London, 2001, σελ. 25-34. Περισσότερες πληροφορίες για το μπεκτασισμό και την εξάπλωσή στα Βαλκάνια βλ. Fr. W. Hasluck, Χριστιανισμός και ισλάμ την εποχή των Σουλτάνων, τ. Α.-Β., Εκάτη, Αθήνα, 2004 και για τη σχέση του μπεκτασισμού με το εθνικό κίνημα στην Αλβανία βλ. Ευστρ. Ζεγκίνης (εισ.-επιμ.), Μπεκτασήδες δερβίσηδες και εθνικό κίνημα στην Αλβανία, Ισνάφι, Ιωάννινα, 2005. Ολόκληρο το κείμενο του Φυλλαδίου των Μπεκτασήδων υπάρχει δημοσιευμένο και στα δύο παραπάνω βιβλία. Σημειωτέον ότι το φυλλάδιο αυτό γνώρισε δύο εκδόσεις, μία στο Βουκουρέστι το 1896 και μία στη Θεσσαλονίκη το 1910.

[xvii] Natalie Clayer, «Μπεκτασισμός και αλβανικός εθνικισμός», στο Ευστρ. Ζεγκίνης (εις.-επιμ.), ο.π., σελ. 75- 126, σελ. 125-126.

[xviii] Βλ. ενδεικτικά St. Skendi, ο.π.

[xix] Ziya Xholi, «A propos du pantheism de N. Frasheri », Studia Albanica, 1 (1965),  σελ. 131-152. Βλ. N. Clayer, ο.π., σελ. 118.

[xx] Βλ. N. Clayer, ο.π., σελ. 79-80.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Clayer N., «Ισλάμ, κράτος και κοινωνία στην μετακομμουνιστική Αλβανία», στο Ζεγκίνης E.(επιμ), Μπεκτασήδες δερβίσηδες και εθνικό κίνημα στην Αλβανία,  Ισνάφι, Ιωάννινα, 2005.
  • Draper St., The conceptualization of an Albanian nation, Ethnic and Racial Studies, 20(1), 1997, σελ. 21-54.
  • Duijzings G.,  «Religion and the politics of ‘Albanianism’» στο  Schwandner-Sievers St. and B.J. Fischer (eds), Albanian identities, Hurst and Company, London, 2002, σελ. 60-69.
  • Elsie R., A dictionary of Albanian religion, mythology, and  folk culture, Hurst and Company,London, 2001
  • Fischer B.J., «Albanian nationalism in the twentieth century», στο P.F.Sugar (ed.), Eastern European nationalism in the twentieth century, U.P. ofAmerica,WashingtonD.C., 1995,  σελ. 21-54.
  • Frasheri S. Bey, Was war Albanien,was ist es, was wird es werden?, aus dem Turkischen ubersertzt von A. Traxler, Vienna and Leipsig, 1913.
  • Hasluck Fr. W., Χριστιανισμός και ισλάμ την εποχή των Σουλτάνων, τ. Α.-Β., Εκάτη, Αθήνα, 2004.
  • Konitza M. Bey, «The Albanian Question», International conciliation,138(1919), New York, σελ. 745-788.
  • Maliqi S., «Albanians between east and west», στο Duijzings G., Janjic D. and  Maliqi S.(eds), Kosovo-Kosova: Confrontation or coexistence,PeaceResearchCenter,University ofNijmegen, 1997, σελ. 115-122.
  • Malkolm N., «Myths of Albanian national identity», στο St. Schwandner-Sievers and Bern. J. Fischer (eds), Albanian identities, Hurst and Company,London, 2002, σελ. 70-87.
  • Natalie Clayer, «Μπεκτασισμός και αλβανικός εθνικισμός», στο Ευστρ. Ζεγκίνης (επιμ.). Μπεκτασήδες δερβίσηδες και εθνικό κίνημα στην Αλβανία, Ισνάφι, Ιωάννινα, 2005.
  • Noli F., George Castrioti Scanderberg, New York, 1947.
  • Noli F., Historia e Skëndrbeut, Boston, 1921.
  • Pollo St.-Puto Ar., Ιστορία της Αλβανίας, Εκδοτική Ομάδα, Θεσσαλονίκη, χ.χ.
  • Skendi St., The Albanian national awakening, 1872-1912, Princeton U.P., Princeton,N. Jersey, 1967.
  • Vickers M., Οι Αλβανοί, Οδυσσέας, Αθήνα, 1997 (αγγλική έκδοση 1995).
  • Ziya Xholi, «A propos du pantheism de N. Frasheri », Studia Albanica, 1 (1965),  σελ. 131-152.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Βαμβακοκαλλιέργεια


 

Γενικά – Βαμβακοκαλλιέργειες στην Αργολίδα – Εκκοκκιστήρια βάμβακος στο Άργος

  

Η αρχική χρήση του βαμβακιού από τον άνθρωπο χάνεται μέσα στο σκοτάδι της προϊστορίας. Οι αρχαιότερες ενδείξεις προέρχονται από την Ινδία. Σε ανασκαφές που έγιναν σε μια περιοχή κοντά στον Ινδό ποταμό βρέθηκαν υπολείμματα από υφάσματα και σχοινιά από βαμβάκι, που υπολογίστηκε ότι ανάγονται στο 3000 π.Χ. Η πρώτη γραπτή μαρτυρία για το βαμβάκι βρίσκεται σε ένα πανάρχαιο θρησκευτικό βιβλίο των Ινδών, που γράφηκε γύρω στο 1500 π.Χ. Μερικές εκατονταετίες αργότερα, γύρω στο 800 π.Χ., σε ένα άλλο ιερό βιβλίο στο οποίο εκτίθεται η διδασκαλία του βραχμανισμού, καθορίζεται και η εργασία εκείνων που ασχολούνταν με το πλύσιμο και την ύφανση των βαμβακερών υφασμάτων.

 

Βαμβακιές

 

Η καλλιέργεια του βαμβακιού ήταν άγνωστη στην αρχαία Ελλάδα. Αρκετοί συγγραφείς, όμως, αναφέρουν ότι το βαμβάκι αναπτυσσόταν στην Ινδία. Ο Ηρόδοτος κατά το 445 π.Χ. αναφέρει στην ιστορία του ότι « στην Ινδία φυτρώνουν άγρια δέντρα που παράγουν μαλλί πιο ωραίο και πιο εκλεκτό από το μαλλί των προβάτων. Από τα δέντρα αυτά οι Ινδοί εξασφαλίζουν τα ρούχα τους». Ο Ηρόδοτος αποκαλεί το βαμβάκι «είρια από ξύλου» και αναφέρει ότι οι Ινδοί ήταν ντυμένοι με «είματα από ξύλων πεποιημένα», δηλαδή με βαμβακερά υφάσματα.

Για πρώτη φορά αναφέρεται η καλλιέργεια του βαμβακιού στην αρχαία Ελλάδα από τον Παυσανία κατά τον 2  μ.Χ. αιώνα. Κατά την εποχή εκείνη το βαμβάκι ήταν γνωστό με το όνομα βύσσος.  Το όνομα βαμβάκι αναφέρεται για πρώτη φορά στη νομοθεσία του Ιουστινιανού, φαίνεται δε να προέρχεται από τη λέξη βόμβυξ με την οποία ονόμαζαν το μετάξι, που είχε προέλευσή του την Ασία. Κατά την εποχή του Ιουστινιανού, γύρω στο 552 μ.Χ., η καλλιέργεια του βαμβακιού ήταν ευρύτατα διαδεδομένη.

Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο η βαμβακοκαλλιέργεια άρχισε να αποκτά ισχύ στην Ελλάδα, λόγω κυρίως της αυξανόμενης ζήτησης που παρουσιάσθηκε σε είδη ένδυσης εξαιτίας του αποκλεισμού της Ευρωπαϊκής αγοράς από τα μεγάλα κέντρα παραγωγής της Αμερικής. Το 1911, το βαμβάκι καλλιεργείται σε 90.500 στρέμματα, τα οποία μετά από μια εικοσαετία περίπου ανήλθαν σε 200.000 στρέμματα. (Αυγουλάς ΧΕ, 1995).

 

Συλλογή βαμβακιού, Μισισιπής, 1908. Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου.

 

Η συστηματική του καλλιέργεια άρχισε μετά το 1931 με την ίδρυση των δύο κρατικών ιδρυμάτων, του Ινστιτούτου και του Οργανισμού Βάμβακος, με άμεσους στόχους την προώθηση της καλλιέργειας, την υποβοήθηση της εμπορίας του και γενικότερα την ανάπτυξη της βιομηχανίας κατεργασίας του βαμβακιού και των προϊόντων του. Η συμβολή τους φάνηκε αμέσως, αφού μέσα σε μια δεκαετία τετραπλασιάστηκε η καλλιεργούμενη με βαμβάκι έκταση.

Βαμβακοκαλλιέργεια

Το Κράτος πρόσεξε ιδιαίτερα το βαμβάκι και έλαβε τα ενδεικνυόμενα μετρά για την ενίσχυση της παραγωγής. Ο Οργανισμός Βάμβακος και οι αρμόδιες Υπηρεσίες του Υπουργείου γεωργίας διέδωσαν κατά τα πρώτα χρόνια της ίδρυσής τους παραγωγικές και υψηλής αξίας ποικιλίες βάμβακα. Οι καλλιεργητές είχαν αρχίσει να εφαρμόζουν επιστημονικές μεθόδους καλλιέργειας και καταπολέμησης εχθρών και ασθενειών του βάμβακα.

Κατά το διάστημα 1973-1982 αγοράστηκαν οι πρώτες δίσειρες βαμβακοσυλλεκτικές μηχανές με κρατική επιδότηση από τον Οργανισμό Βάμβακος, που τις παραχωρούσε για τη συγκομιδή του βαμβακιού σε Ομάδες Κοινής Καλλιέργειας Παραγωγών. Αργότερα οι μηχανές αυτές αγοράστηκαν από τις Ομάδες Κοινής Καλλιέργειας Παραγωγών που είχαν ενταχθεί στο πρόγραμμα. Κατά αυτόν τον τρόπο δόθηκε λύση στο πρόβλημα της έλλειψης εργατικών χεριών, με αποτέλεσμα την περαιτέρω επέκταση της βαμβακοκαλλιέργειας.  Η θεαματική όμως αύξηση της βαμβακοκαλλιέργειας συντελέστηκε με το πέρας του 1981, με την είσοδο δηλαδή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Βασιλική Κώνστα

 

Βαμβακοκαλλιέργειες στην Αργολίδα


 

Βαμβάκι

Το μπαμπάκι καλλιεργούνταν στην Αργο­λίδα από πολύ παλιά. Το 1691 αναφέρεται σε έκθεση του Μαρίνου Μικέλλη προς την κυβέρνηση της Ενετικής Δημοκρατίας. Αλ­λά στα τέλη του 19ου αι. έπαψαν να το καλ­λιεργούν για χάρη της καλλιέργειας καπνού και σταφίδας, που ήταν αποδοτικότερα προϊόντα. Από το 1933 άρχισαν πάλι να καλλιεργούν μπαμπάκι σε βάρος άλλων καλλιεργειών, της τομάτας και του καπνού, ιδιαίτερα σε χωράφια που προσβάλλονταν από σκουλήκι (ριζόβιους σκώληκες) και στα οποία δεν ευδοκιμούσε ο καπνός. Ίσως η αλλαγή της καλλιέργειας να οφειλό­ταν και στην οικονομική κρίση του 1929, έτος κατά το οποίο τα καπνά είχαν πουλη­θεί σε πολύ χαμηλές τιμές ή είχαν μείνει αδιάθετα στις αποθήκες των παραγωγών.

Έσπερναν την ποικιλία «άκαλα» και οι βαμβακοφυτείες ήταν κατά κανόνα πο­τιστικές και σπανιότερα ξερικές. Επίσης, χρησιμοποιούσαν το ίδιο χωράφι, όπου εί­χαν σπείρει κυρίως κριθάρι (καλλιέργεια αμειψισποράς Αμειψισπορά είναι η εναλλαγή καλλιεργειών στο ίδιο χωράφι). Όργωναν το χωράφι τρεις φορές (φθινόπωρο, Γενάρη, Μάρτη) και τον Απρίλη έσπερναν τον βαμβακόσπορο, αφού τον μούσκευαν σε νερό με κοπριά για ένα 24ωρο και τον άφηναν μετά να στραγ­γίσει και να στεγνώσει λίγο. Αμέσως μετά τη σπορά, έκαναν ακόμη μια ελαφριά άροση, για να καλυφθεί ο σπόρος. Όταν φύ­τρωνε, αραίωναν τα νεαρά φυτά, ώστε να αναπτυχθούν και να μεγαλώσουν σωστά οι μπαμπακιές. Άλλοτε, πάλι, άνοιγαν με το αλέτρι αυλακιές κι έριχναν μέσα το σπό­ρο. Στη συνέχεια έπρεπε να κάνουν 2-3 σκαλίσματα.

Άνθος βαμβακιού. Βαρκελώνη - Σπόρος που λαμβάνεται από την Ελλάδα. Αρχείο: Victor M. Vicente Selvas.

Η συλλογή του μπαμπακιού γινόταν από τον Αύγουστο μέχρι και το Νοέμβριο καμιά φορά. Κάθε βδομάδα περνούσαν οι γυναίκες, για να μαζέψουν το γινωμένο μπαμπάκι και μάλιστα με ιδιαίτερη προσο­χή, ώστε να είναι καθαρό. Ο παραγωγός διέθετε ένα δωμάτιο για την προσωρινή του φύλαξη. Ήταν δύσκολη και βασανιστική η εργασία της συλλογής, γιατί η μπαμπακιά τσιμπούσε και έπρεπε οι εργάτριες να προ­σέχουν, για να μην αγκυλώνονται.  Βαμβακοπαραγωγοί υπήρχαν πολλοί στην ευρύτερη περιοχή του Άργους και σε πολλά χωριά: Δαλαμανάρα, Ίναχο, Χώνικα, Κουρτάκι, Λάλουκα, Μύλους, Ανυφί, Νέα Κίο, Πουλακίδα, Αργολικό, Κουτσοπόδι, Φίχτια, Μπούτια (Ήρα) και αλλού. Μάλιστα, οι αγρότες ήταν πολύ ευχαριστη­μένοι, γιατί η καλλιέργεια ήταν εύκολη, το κόστος παραγωγής χαμηλό και η απόδοση ικανοποιητική.

Έσπερναν 3 – 4 οκάδες σπό­ρο ανά στρέμμα και η αντίστοιχη σοδειά ήταν 120-150 οκάδες μπαμπάκι, το οποίο θεωρούνταν πολύ καλής ποιότητας. Από 100 οκάδες ανεκκόκκιστου μπαμπακιού, το καθαρό μπαμπάκι ήταν 36-38 οκάδες. Αλ­λά η ποιότητά του εξαρτιόταν από το μή­κος της ίνας και το αργείτικο θεωρούνταν μακρόινο (μήκος 29-32 χιλιοστά). Προπολεμικά δεν υπήρχε εκκοκκιστήριο βάμβακος στο Άργος και το παραγόμε­νο μπαμπάκι μεταφερόταν στα εκκοκκιστή­ρια του Πειραιά.

  

Εκκοκκιστήρια βάμβακος στο Άργος


 

Μέχρι το 1936 δεν υπήρχαν εκκοκκιστήρια βάμβακος στο Άργος και οι βαμβακοπαραγωγοί έστελναν τα βαμβάκια τους στον Πειραιά, επιβαρυνόμενοι τα μεταφορικά, τα οποία μάλιστα ήταν αυξημένα λό­γω του όγκου του προϊόντος. Την εποχή εκείνη λειτούργησαν δύο εκκοκκιστήρια στο Άργος, τα οποία απορροφούσαν όλη την παραγωγή της Αρ­γολίδας. Το πρώτο λειτούργησε το 1936 στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου και ήταν ιδιοκτησία του τότε Δημάρχου Κωστή Μπόμπου. Μετά τον θάνατό του το ανέλαβε ο ανιψιός του Ηλίας Μπόμπος, ο οποίος το δούλεψε μέχρι που έκλεισε οριστικά στις αρχές της δεκαετίας 1970. Αργότερα μετατράπηκε σε κατοικία, όπου διαμένει τώρα ο γιος του Ηλία Μπόμπου Κωστής Μπόμπος.

 

Εγώ ήμουνα οδηγός στα εκκοκκιστή­ρια βάμβακος του Μπόμπου δυο χρονιές, το ’60 και το ’61. Μετέφερα τα βαμβάκια από τους αγρούς στο εκκοκκιστήριο και ύστερα, επεξεργασμένο πλέον, το μετέφερα στον Καρέλλα στο Λαύριο και στα κλωστή­ρια του Λαναρά στον Κηφισό στην Αθήνα. Τα είχε λίγο πιο πάνω από τα ΚΤΕΛ. Τα μπαμπάκια ήταν και από την Αργολίδα και από άλλες περιοχές, από τη Φιλιππιάδα της Η­πείρου, από τη Σκάλα Λακωνίας. Εδώ στην Αργολίδα τα σκήπτρα κρατούσε η Δήμαινα. Είχε πολύ μπαμπάκι η Δήμαινα. Μαρτυρία: Μπάμπης Αθ. Σπηλιόπουλος.

 

Το άλλο εκκοκκιστήριο λειτούργησε την επόμενη χρονιά (1939), αρχικά σε ενοικιαζόμενο κτίριο ιδιοκτησίας Μπόνη στην οδό Περούκα και τον επόμενο χρόνο μεταστεγάστηκε σε δικό του κτίριο στο Ν. Κόσμο (Κουρτακίου και 25ης Μαρτίου γωνία), το οποίο κτίστηκε εκείνη την εποχή για το λόγο αυτό. Ήταν το συνεταιρικό εργοστάσιο Κωνσταντίνου Τσαγκούρη και Αντώ­νη Κολύβα. (Ο δεύτερος είχε παντρευτεί την αδελφή του πρώτου). Το εργοστάσιο έκλεισε το 1975 λόγω συνταξιοδότησης των εταίρων (μαρτυρία Πέτρου Α. Κολύβα). Αργότερα το κτίριο κατεδαφίστηκε. Πρόσφατα, σε τμήμα του οικοπέδου κτίστηκε διδακτήριο για τη στέγαση του Δημοτικού Σχολείου μαθητών με ειδικές ανάγκες. Αλλά ας επανέλθουμε στη λειτουργία και στην παραγωγή των εκκοκκιστηρίων.

 

Βαμβακοκαλλιέργεια

 

Οι εργοστασιάρχες καθόριζαν την τιμή του προϊόντος και μέσω των αντιπροσώπων τους κλείνονταν οι συμφωνίες και συνέλεγαν τα μπαμπάκια της Αργολίδας, τα οποία ήταν εξαιρετικής ποιότητας. Αλλά από το 1960 και μετά αγόραζαν από άλλα μέρη μακρινά (Σκάλα Λακωνίας, Τρίκαλα Θεσσαλίας, Βό­νιτσα, Παραμυθιά, Λειβαδιά), μια και στην Αργολίδα εγκαταλείφθηκε σταδιακά η καλλιέργεια του μπαμπακιού και οι αγρότες στράφηκαν προς τα εσπεριδοειδή.

Βαμβάκι

Τα εκκοκκιστήρια λειτουργούσαν εποχιακά. Άνοιγαν αρχές Σεπτεμβρίου και την 1η Μαΐου σφραγίζονταν από τον Οργανισμό Βάμβακος. Το καλοκαίρι απαγορευόταν η εκκόκκιση, διότι το μπαμπάκι δεν είχε καθόλου υγρασία. Εξάλλου, η συλλογή ξεκινούσε τον Αύγουστο και τελείωνε το Νοέμβριο. Τα εργοστάσια είχαν πολλή δουλειά από τον Οκτώβριο μέχρι τον Ιανουάριο. «Είχαμε τότε τρεις βάρδιες με 8-10 άτομα κάθε βάρδια. Τους υπόλοιπους μήνες είχαμε δύο ή μία βάρδια. Και τον Απρίλιο συνήθως δε δουλεύαμε», μας είπε ο Πέτρος Κολύβας. Το καθαρό μπαμπάκι συσκευαζόταν σε μπάλες των 400(!) κιλών με λινάτσες και σύρματα και προωθούνταν σε κλωστήρια. Και συνεχίζει: «Είχαμε πελάτες στη Γαλλία, στην Ουγγαρία και στην Ισπανία. Εδώ στην Ελλάδα είχαμε την Πειραϊκή – Πατραϊκή, τα Κλωστήρια του Γαβρι­ήλ και του Ρετσίνα στον Πειραιά και του Μιχαηλίδη στη Θήβα».

Ο βαμβακόσπορος, που ήταν άριστη ζωοτροφή, πουλιόταν στους κτηνοτρόφους. Μάλιστα, όταν έκανε βαρυχειμωνιά και τα ζώα δεν έβγαιναν έξω για βοσκή, οι κτηνοτρόφοι κατέφευγαν στα εργοστάσια και αγόραζαν βαμβακόσπορο. Όσο σπόρο δεν απορροφούσε η κτηνοτροφία τον επεξεργάζονταν τα σπορελαιουργεία, τα οποία παρήγαγαν το βαμβακέλαιο. Κι αυτό που απόμενε ήταν η μπαμπακόπιτα, πάλι τροφή για τα ζώα. Υπήρχαν αρκετά σπορελαιουρ­γεία στην Αττική, μεγάλες επιχειρήσεις, του Μάνου, του Γερόλυμου και άλλες. (Από συνεντεύξεις που μας παραχώρησαν ευγενώς ο Βασίλης Μπόμπος και ο Πέτρος Κολύβας).

 

Οδυσσέας Κουμαδωράκης

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.
  • Κώνστα Βασιλική, «Η Βαμβακοκαλλιέργεια στην Ελλάδα», Διπλωματική εργασία, Αθήνα, 2001, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Read Full Post »

Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Αργολίδας


 

 

1930 – 1940. Η δεκαετία του 1930 υπήρξε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδος για τον αγροτικό κόσμο της Αργολίδας, που την εποχή εκείνη βέβαια αποτελούσε το συντριπτικό μέρος του πληθυσμού. Είχε προηγηθεί μια περίοδος περίπου 20 ετών, που οι αγρότες είδαν τα εισοδήματά τους να βελτιώνονται σε σημαντικό βαθμό, κυρίως λόγω της καλής μοίρας που είχαν την εποχή αυτή τα δυο κύρια εξαγώγιμα προϊόντα της περιοχής, δηλαδή η σταφίδα και ο καπνός. Παρέμενε βέβαια σαν κυρίαρχη καλλιέργεια αυτή των δημητριακών. Η παγκόσμια όμως οικονομική κρίση του 1929 οδήγησε σε κατάρρευση την αγορά του καπνού, η δε σταφίδα είχε σταδιακά εγκαταλειφθεί λόγω της προσβολής της από τη φυλλοξήρα. Το 1929, σε σύνολο 540.000 στρεμμάτων που καλλιεργήθηκαν στον ενωμένο τότε Νομό Αργολιδοκορινθίας, η κατανομή είχε ως εξής:

Σιτηρά: 303.891 στρ.

Όσπρια:19.572 στρ.

Λαχανικά: 24.002 στρ.

Βιομηχανικά φυτά: 24.389 στρ.

Άμπελοι: 58.864 στρ.

Σταφίδα: 63.160 στρ.

Ελιές: 33.570 στρ.

Το νέο προϊόν που οι παραγωγοί επιλέγουν σε μεγάλη κλίμακα είναι η τομάτα, η οποία παραδοσιακά καλλιεργείται και τροφοδοτεί την αγορά της Αθήνας μέσω του σιδηροδρόμου. Ταυτόχρονα όμως παρατηρείται ή ίδρυση πολλών μονάδων παραγωγής τοματοπολτού ήδη από τη δεκαετία του 1920, όπως ΚΥΚΝΟΣ, ΠΕΛΑΡΓΟΣ, ΛΥΚΟΜΗΤΡΟΣ, ΚΡΙΝΟΣ, ΜΗΝΑΙΟΣ, ΑΡΓΟΛΙΚΗ, ΠΑΤΣΟΠΟΥΛΟΣ.

 

Πρόσοψη του εργοστασίου κονσερβοποιίας ΡΕΑ, 1963. Πηγή: Φωτογραφία Δ. Χαρισιάδης, Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη.

 

Η αύξηση της παραγωγής παίρνει μεγάλες διαστάσεις και οδηγεί σε πτώση των τιμών, που το 1936 αγγίζει τα κατώτατα όρια με μεγάλο τμήμα του προϊόντος να παραμένει αδιάθετο στα χωράφια. Αυτή η κατάσταση δημιουργεί μεγάλη ένταση και προβληματισμό και αρχίζουν έντονες συζητήσεις για την εξεύρεση κάποιας λύσης. Ήδη από το 1928 έχει ιδρυθεί η Αγροτική Τράπεζα, η οποία το 1934 ιδρύει υποκατάστημα στο Άργος. Ταυτόχρονα η ίδρυση της ΠΑΣΕΓΕΣ δημιουργεί ένα θετικό πλαίσιο για την προώθηση του συνεταιριστικού κινήματος. Αρχίζουν συζητήσεις από το 1933 για την ίδρυση Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών. Το 1936 οργανώνεται στο Μέρμπακα Παναγροτικό Συνέδριο και είναι χαρακτηριστικά τα θέματα που το απασχόλησαν:

Καπνικό ζήτημα

Αγροτικά χρέη

Χημικά λιπάσματα

Αγροτική πίστις-Αγροτική Τράπεζα

Φόρος ελαίου

Προστασία βάμβακος

Τέλος το 1936, επιβάλλεται η δικτατορία Μεταξά, η οποία σε γενικές γραμμές διάκειται θετικά προς το συνεταιριστικό κίνημα. Η κρίση στη διάθεση τομάτας του 1936 οδηγεί την κυβέρνηση να αναθέσει στην ΑΤΕ τη μελέτη της ίδρυσης μετοχικού εργοστασίου κονσερβών των παραγωγών. Το επόμενο έτος (1937) η κατάσταση παραμένει η ίδια, όσον αφορά την τύχη του προϊόντος. Παρά το ότι η μελέτη του εργοστασίου έχει ολοκληρωθεί, δεν επιδεικνύεται ενδιαφέρον για την ίδρυση φορέα που θα αναλάβει την ίδρυση και λειτουργία του.

Στις 23 Ιανουαρίου 1938 έξι πρωτοπόροι συνεταιριστές σε σύσκεψη στο Ναύπλιο αποφασίζουν την ίδρυση της Ένωσης Συνεταιρισμών Παραγωγών Κηπαίων Προϊόντων Αργολίδας. Για την ιστορία τους αναφέρουμε:

Μέρμπακα: Ανδρέας Μαστοράκος

Άργος: Απόστολος Σπυρόπουλος

Χώνικα: Κωνσταντίνος Γαμβρουλάς

Ναύπλιο: Θανάσης Κούρτης

Κοφίνι: Παναγιώτης Μαστοράκος

Δαλαμανάρα: Κωνσταντίνος Χειβιδόπουλος

Είχαν κληθεί και άλλοι που αρνήθηκαν, ο δε συνεταιρισμός Ανυφίου που είχε κληθεί, τελικά εκείνη την ημέρα απουσίαζε. Είχε αναληφθεί εκστρατεία από τα ιδιωτικά εργοστάσια τοματοπολτού ώστε να αποτραπεί η ίδρυση της Ένωσης. Στο φύλλο της 6ης Φεβρουαρίου 1938 της εφημερίδας του Ναυπλίου «Σύνταγμα», δημοσιεύθηκε μεγάλο άρθρο με τίτλο «Η κόπρος του Αυγείου» που αναφερόταν σε ατασθαλίες στον αμπελουργικό συνεταιρισμό Αττικοβοιωτίας, πάνω στο οποίο προστέθηκε η φράση «αυτό θα πάθουν και οι παραγωγοί της Αργολίδας», το οποίο υπογραμμισμένο με κόκκινο μολύβι διανεμήθηκε στους αγρότες της Αργολίδας.

Όλες όμως αυτές οι προσπάθειες δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα, γιατί η απελπιστική κατάσταση οδήγησε τους παραγωγούς να ενταχθούν στην Ένωση. Τον Ιούλιο του 1938, με κυβερνητική παρέμβαση επείσθησαν τα ιδιωτικά εργοστάσια να εκχωρήσουν τις εγκαταστάσεις τους στη νεοσύστατη Ένωση, λαμβάνοντας από αυτή το κόστος λειτουργίας τους. Η διάθεση της παραγωγής έγινε χωρίς προβλήματα και οι παραγωγοί έλαβαν 2 δρχ. ανά οκά, όταν τα 2 προηγούμενα χρόνια είχαν λάβει 0,5-0,6 δρχ. ανά οκά.

Τον Οκτώβριο του 1938, αποφασίστηκε η απόκτηση οικοπέδου για την εγκατάσταση του εργοστασίου μεταξύ της Δαλαμανάρας και του Ναυπλίου και ταυτόχρονα άρχισε η εγγραφή των ενδιαφερομένων να αποκτήσουν μετοχές. Κατά την παραγωγική περίοδο 1939 και πάλι η Ένωση προχώρησε σε παραγωγή τοματοπολτού σε όλα τα ιδιωτικά εργοστάσια της Αργολίδας. Η επιλογή του οικοπέδου αντιμετώπιζε δυσκολίες λόγω διαφωνιών των προερχομένων από την επαρχία Άργους με αυτούς που προέρχονταν από την επαρχία Ναυπλίου. Η γερμανική κατοχή διακόπτει κάθε προσπάθεια.

1940-1950. Την περίοδο 1940-1945 η Ένωση ασχολείται με προμηθευτικές εργασίες διαφόρων υλικών και εφοδίων για λογαριασμό των παραγωγών, π.χ. θειάφι, χαλκός, πατατόσπορος, τσιμέντα, υφάσματα κλπ. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα βιβλία της Ένωσης ούτε μια φορά δεν αναφέρεται ότι υπάρχει κατοχή. Ταυτόχρονα ιδρύει και λειτουργεί συσσίτια στο Ἀργος και στο Ναύπλιο.

Αμέσως μετά την απελευθέρωση με την εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου αρχίζει η προσπάθεια εκεί που είχε σταματήσει για την κατασκευή εργοστασίου. Τελικά η επιλογή του χώρου ανάμεσα στα τρία προταθέντα αγρόκτημα Κολοκοτρώνη, αγρόκτημα χήρας Ταμπάκη και κτήμα Αγροτικών Φυλακών, ανατίθεται από το Υπουργείο Γεωργίας σε ραβδοσκόπο, λόγω της αυξημένης ανάγκης του εργοστασίου σε νερό. Η εξαγορά του οικοπέδου, εκτάσεως 12 στρεμμάτων, έγινε στις 26/3/1947, αντί 64 εκατ. δρχ. της εποχής, ισοδυνάμων με 650 χρυσές λίρες.

Η κατασκευή του εργοστασίου ΡΕΑ ολοκληρώθηκε την άνοιξη του 1949 και λειτούργησε τον Ιούλιο του 1949 και έδωσε πραγματικά λύση στο πρόβλημα της διάθεσης της βιομηχανικής τομάτας. Για την εποχή του υπήρξε ένα μοντέρνο εργοστάσιο, που στο αρχικό στάδιο διοικήθηκε από πενταμελή επιτροπή, αποτελούμενη από 2 εκπροσώπους της Ένωσης, 2 εκπροσώπους της ΑΤΕ και τον Διευθυντή Γεωργίας.

Το εργοστάσιο ΡΕΑ, το 1960

1950 – 1960. Τη δεκαετία του 1950, έπαιξε καταλυτικό ρόλο για την εξασφάλιση του αγροτικού εισοδήματος. Απορρόφησε σημαντικές ποσότητες τομάτας και το προϊόν διατέθηκε τόσο στην εσωτερική αγορά, όσο και σε εξαγωγές στην Ιταλία, Γερμανία, Αγγλία, Σαουδική Αραβία, Λίβανο. Συμμετείχε συστηματικά στην Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, όπου και βραβεύθηκε για την ποιότητα των προϊόντων της. Φυσικά υπήρχαν και παράπονα. Αυτά αφορούσαν κυρίως την αδυναμία του εργοστασίου να παραλάβει το σύνολο της προσφερόμενης παραγωγής και οδηγούσαν σε συγκρούσεις ανάμεσα στα χωριά, αλλά και στους παραγωγούς του κάθε χωριού. Υπήρχαν επίσης διαμαρτυρίες για ανοχή στην ποιότητα της παραλαμβανόμενης τομάτας. Παραμένει όμως το αντικειμενικό γεγονός της απορρόφησης μεγάλων ποσοτήτων του προϊόντος και της ανακούφισης των παραγωγών.

1960 – 1970. Στην αρχή της δεκαετίας του 1960, αρχίζουν τα προβλήματα. Οι παραγωγοί στρέφονται στην καλλιέργεια πορτοκαλιάς και βερικοκιάς που φέρνει καλύτερο εισόδημα και εγκαταλείπουν την παραγωγή τομάτας. Αυτή η αλλαγή συνετελέσθη με εξαιρετικά γρήγορο ρυθμό. Ενώ ακόμη το 1962 υπάρχει υπερπροσφορά, το 1965 αρχίζει να παρουσιάζεται έλλειψη τομάτας. Για να καλύψει την έλλειψη Α’ ύλης η Ένωση μεταφέρει τομάτα από την Ηλεία ή τον Δομοκό, με αποτέλεσμα το κόστος μεταφοράς να είναι μεγαλύτερο του κόστους της Α’ ύλης και φυσικά την εμφάνιση ζημιών. Το 1968 κλείνει με ζημία 8.000.000 δρχ, ποσό σημαντικό για την εποχή. Σε αυτή τη σημαντική στροφή των παραγωγών, η Ένωση αδυνατεί να ακολουθήσει, παρ’ ότι ήδη από το 1956 έχει παρθεί η απόφαση για κατασκευή Συσκευαστηρίου και Χυμοποιείου εσπεριδοειδών. Από το 1962 αρχίζουν οι αποχωρήσεις μελών, η μείωση της παραγωγής και εμφανίζονται ζημίες.

 

Εργάτριες σε εργοστάσιο εσπεριδοειδών, 1963.

 

1970 – 1980. Το 1971 ένα τραγικό συμβάν ολοκληρώνει την καταστροφή. Η Ένωση πουλάει σε μια Ιταλική εταιρία 600 τόνους τοματοπολτού, η οποία φορτώνεται στο πλοίο ΙΛΟΝΑ στο Ναύπλιο. Η πώληση είναι F.O.B. και έχει ανοιχθεί η σχετική πίστωση στην Τράπεζα. Λίγα μέτρα μετά τον απόπλου το πλοίο ανατρέπεται μέσα στο λιμάνι του Ναυπλίου την 26/7/1971. Και αντί οι υπεύθυνοι της Ένωσης να πάνε στην Τράπεζα να πάρουν τα χρήματα, ασχολούνται με την ανέλκυση του φορτίου, αναλαμβάνοντας έξοδα και αφήνοντας κρίσιμο χρόνο να περάσει, οπότε με τη λήξη της πίστωσης υπάρχει αδυναμία είσπραξης. Στρέφονται δικαστικά κατά της ασφαλιστικής εταιρίας στην οποία ο ιταλός αγοραστής έχει ασφαλιστεί και φυσικά χάνουν. Είναι το τέλος μιας εποχής. Η Ένωση περιέρχεται σε ανυποληψία, η ουσιαστική της βιομηχανική λειτουργία παύει, αλλά το προσωπικό διατηρείται. Η ΑΤΕ δανειοδοτεί για την πληρωμή των μισθών. Το 1980 τα συσσωρευμένα χρέη φθάνουν τα 300.000.000 δρχ, με εκτιμώμενη από την Τράπεζα αξία του εργοστασίου 30.000.000 δρχ.

1980 – 1990. Το 1983 μια νέα Γ.Σ. και ένα νέο Δ.Σ. αποφασίζει την ανασυγκρότηση της Ένωσης. Αυτή η ανασυγκρότηση περιελάμβανε επί μέρους σημεία:

Βελτίωση του επιπέδου του προσωπικού.

Αναβάθμιση του μηχανισμού εσωτερικού ελέγχου.

Δημιουργία ιδιόκτητων παραγωγικών εγκαταστάσεων για τα σημερινά προϊόντα του νομού.

Δημιουργία εμπορικού δικτύου.

Στα χρόνια που μεσολάβησαν έκτοτε, με επιμονή επιδιώχθηκε η υλοποίηση των στόχων που τέθηκαν. Το 1983 η Ένωση νοίκιασε τα κονσερβοποιεία Εξαρχάκη, ΔΑΝΑΙΔΑ, ΕΛΝΑΚΟ, ΠΑΝ, το χυμοποιείο ΒΙΟΦΡΟΥΤ και το συσκευαστήριο Τόμπρα. Το ίδιο επαναλήφθηκε το 1984 και μερικά το 1985. Το 1986 προχώρησε στην εξαγορά του κονσερβοποιείου ΠΕΛΑΡΓΟΣ, αντί 108 εκατ. δρχ. Το εργοστάσιο είναι κτισμένο σε οικόπεδο 18.000 τ.μ. και έχει κτίρια επιφάνειας 10.000 τ.μ.

 

Το εργοστάσιο ΠΕΛΑΡΓΟΣ

 

Το 1987 κατασκευάστηκε το συσκευαστήριο και τα ψυγεία στην παραλία του Ναυπλίου. Το οικόπεδο παραχωρήθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης κατά πλήρη κυριότητα στην Ένωση, έχει έκταση 80.000 τ.μ. και κτίρια 7.000 τ.μ.

1990 – 2000. Το 1990 λόγω άρνησης της ΑΤΕ να χρηματοδοτήσει την λειτουργία, η Ένωση εκχωρεί το σύνολο της παραγωγής του ΠΕΛΑΡΓΟΥ στη γαλλική συνεταιριστική οργάνωση CONSERVE GARD η οποία ήταν παραδοσιακός της πελάτης. Οι Γάλλοι αναλαμβάνουν την κάλυψη του συνόλου των εξόδων, την αμοιβή του προσωπικού του εργοστασίου και αποζημιώνουν την Ένωση για 5 χρόνια παραχώρησης, με το ποσό των 350 εκατομ. δρχ, ποσό εξαιρετικά σημαντικό, ιδιαιτέρως αν συγκριθεί με το τίμημα των 300 εκατομ. δρχ που εξασφάλισε η ΑΤΕ από την πώληση της ΣΕΚΟΒΕ την ίδια εποχή, αλλά και με το ποσό των 108 εκατ. δρχ που είχε διαθέσει η Ένωση για την εξαγορά του.

Τα χρήματα αυτά εκχωρήθηκαν στην ΑΤΕ και αποτέλεσαν τη βάση πάνω στην οποία επιχειρήθηκε η προσπάθεια οικονομικής εξυγίανσης. Ταυτόχρονα η συμπεριφορά της ΑΤΕ είχε σαν αποτέλεσμα μια βαθύτατη μεταβολή στον τρόπο σκέψης των υπευθύνων της Ένωσης. Ότι δηλαδή πρώτη προτεραιότητα πρέπει να αποτελέσει η άμεση απεξάρτηση από την ΑΤΕ. Αυτή η απόφαση αποτέλεσε οδηγό σε όλες τις μετέπειτα ενέργειες. Το 1995 ενοικιάστηκε το χυμοποιείο ΛΕΜΟΡΑ και το 1999 μετά την εξαγορά του ιδιωτικού χυμοποιείου ΑΡΓΟΧΥΜ, κατασκευάστηκε το συγκρότημα «Εσπερίδες» που είναι σήμερα μια από τις μεγαλύτερες μονάδες παραγωγής συμπυκνωμένων χυμών. Η έκταση του οικοπέδου είναι 34.000 τ.μ. και ο στεγασμένος χώρος 7.000 τ.μ. Το εργοστάσιο έχει δυναμικότητα απορρόφησης 30 τόνων φρούτων την ώρα, και ψυκτικές εγκαταστάσεις καταψύξεως 6.000 κ.μ.

 

Το εργοστάσιο «Εσπερίδες»

 

Στον ίδιο χώρο εγκαταστάθηκαν 3 γραμμές συσκευασίας χυμών σε Tetra Pak, σε συσκευασία 1 λιτ. και 0,25 λιτ. συνολικής δυναμικότητας 20.000 μονάδων την ώρα. Εγκαταστάθηκε μια γραμμή παραγωγής αναψυκτικών σε φιάλες ΡΕΤ, δυναμικότητας 6.000 φιαλών την ώρα και αυτή την ώρα εγκαθίσταται μια γραμμή παραγωγής αναψυκτικών σε αλουμινένια κουτιά, δυναμικότητας 300 τεμ. το λεπτό. Στο χώρο του εργοστασίου κατασκευάστηκε βιολογικός καθαρισμός για την επεξεργασία των υγρών αποβλήτων. Το νερό που είναι απαραίτητο για την λειτουργία της μονάδας μεταφέρεται από γεώτρηση δυτικά της Ν. Κίου.

Το εργοστάσιο έχει εξασφαλίσει πιστοποίηση ISO 9001:2000 και εφαρμόζει τα πρότυπα HACCP. Παράγει πάνω από 60 κωδικούς προϊόντων, τόσο με τα εμπορικά σήματα της Ένωσης, όσο και για λογαριασμό μεγάλων αλυσίδων σούπερ μάρκετ. Τα προϊόντα καταναλώνονται κυρίως στην Ελλάδα, αλλά και εξάγονται στην Κύπρο, στην Αρμενία, στη Γερμανία, στην Ολλανδία, στα Σκόπια κλπ.

Από το 1994 σταθεροποιείται η οικονομική κατάσταση και αρχίζει η σταδιακή αποπληρωμή χρεών του παρελθόντος. Η τράπεζα που τη δεκαετία του ’70 χρηματοδοτούσε μια χρεοκοπημένη επιχείρηση χωρίς να ζητάει τίποτα, εμφανίστηκε να απαιτεί το σύνολο των κεφαλαίων, των τόκων και των τόκων υπερημερίας. Το 1994 υπογράφηκε σύμβαση με την ΑΤΕ για την αποπληρωμή του συνόλου των χρεών σε διάστημα 15 ετών. Έχουν κανονικά εξοφληθεί οι 12 δόσεις. Ήδη η Ε.Α.Σ. Αργολίδας δεν χρειάζεται τραπεζική χρηματοδότηση προκειμένου να λειτουργήσει. Την περίοδο 1999-2006 υλοποίησε επενδύσεις € 7 εκατ. χωρίς δανεισμό και χωρίς επιδότηση, λόγω δυστυχώς της εφαρμογής των Ζ.Ο.Ε. Στο διάστημα των τελευταίων 25 ετών, επετεύχθησαν ορισμένοι στόχοι, απόλυτα μετρήσιμοι, που μετέτρεψαν την Ένωση από μια χρεοκοπημένη επιχείρηση σε μια ζωντανή παραγωγική μονάδα, με προοπτική:

 

Μεγέθη

1980 2007
Αριθμός Υπαλλήλων 35 25
Εξ αυτών πτυχιούχοι 2 15
Σύνολο οικοπέδων 12.000 τ.μ 144.000 τ.μ
Σύνολο κτιρίων 4.000 τ.μ. 28.000 τ.μ.
Εγκατεστημένη ισχύς 200 HP 4.500 HP
Ποσότητα μεταποιηθέντων αγρ.προϊόντων 200 τόνοι 40.000 τ.
Σύνολο χρεών ως προς τον Κύκλο Εργασιών 10πλασια 1/10
Σύνολο χρεών ως προς την αξία ακινήτων 10πλάσια 1/10
Επενδύσεις τελευταίας 10ετίας 0 € 7 εκατ.€
Αριθμός πελατών κανένας 300
Ανοιχτές χρηματοδοτήσεις τελ.5ετίας 5 καμία

 

Ταυτόχρονα, ανελήφθησαν πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση προβλημάτων του αγροτικού τομέα όπως:

 

  • Ανόρυξη περίπου 30 γεωτρήσεων κατά μήκος του καναλιού του Αναβάλου για υποβοήθηση του εμπλουτισμού.
  • Δημιούργησε ειδικό φυτώριο 20.000 δενδρυλλίων, τα οποία εμπλουτίστηκαν με CALES NOAKI και διανεμήθηκαν δωρεάν σε όλους τους παραγωγούς της Αργολίδας , για την αντιμετώπιση του εριώδη-αλευρώδη.
  • Βοήθησε στην οργάνωση εκδηλώσεων από Δήμους και Συλλόγους, στην έκδοση ιστορικού βιβλίου από το Δήμο Άργους, σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις της Νομαρχίας Αργολίδας.
  • Συμμετείχε σε ερευνητικό πρόγραμμα σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης για την παραγωγή υποκειμένων βερυκοκιάς άνοσων στη Σάρκα.
  • Συμμετείχε σε ερευνητικό πρόγραμμα σε συνεργασία με την CONSERVE GARD για τη μελέτη θερμικής επεξεργασίας των βερυκόκων, για την αποφυγή του λιωσίματος των προσβεβλημένων από Σάρκα.
  • Οργάνωσε επισκέψεις παραγωγών και γεωπόνων σε καλλιέργειες στο Ισραήλ, την Ισπανία και την Ολλανδία.
  • Οργάνωσε ημερίδες με μετάκληση σημαντικών προσωπικοτήτων του τομέα μας, όπως του Τεχνικού Δ/ντή του Ινστιτούτου Εσπεριδοειδών της Βαλένθια, του Δ/ντή Ποιοτικού Ελέγχου της εταιρίας EDEKA, καθηγητών της Γεωπονικής Σχολής Αθηνών, του Εμπορικού Ακολούθου της Ελλάδας στο Μόναχο.
  • Φιλοξένησε για λογαριασμό του Ελληνικού Κράτους (Υπ. Εξωτερικών, Υπ. Γεωργίας) δεκάδες ξένες αντιπροσωπείες.
  • Εκπροσώπησε τους παραγωγούς και κάλυψε το κόστος δεκάδων δικαστικών υποθέσεων που αφορούσαν είτε κινητοποιήσεις των αγροτών, είτε θέματα εμπλουτισμού, είτε προσφυγή στο Σ.τ.Ε. για το διάταγμα περί Ζ.Ο.Ε.
  • Συμμετείχε σε πλήθος εκθέσεων όπως σε όλες του Επιμελητηρίου Αργολίδας, στις εκθέσεις ΤΡΟΦΙΜΑ ΠΟΤΑ στην Αθήνα, στη ΔΕΤΡΟΠ στη Θεσσαλονίκη, στη Διεθνή Εκθεση Λευκωσίας, στην Εκθεση Τροφίμων στη Μόσχα, στην Εκθεση Τροφίμων στο Πόζναν (Πολωνία), στην Εκθεση Τροφίμων στο Βελιγράδι, στην Εκθεση ANUGA στην Κολωνία, στην Εκθεση SIAL στο Παρίσι.

 

Πέραν όμως αυτών, η Ε.Α.Σ. Αργολίδας έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αλλαγή της φιλοσοφικής προσέγγισης του Συνεταιριστικού Κινήματος. Ήδη από το 1985, επίμονα διαμορφώθηκε η άποψη ότι πρέπει να έλθουμε σε άμεση ρήξη με την αντίληψη του κρατισμού και της ακινησίας. Υποστηρίξαμε ότι οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις είναι απλά επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, με πολλούς μετόχους και όσο λιγότερη επαφή έχουν με το κράτος, τόσο καλύτερα. Για την άσκηση κοινωνικής πολιτικής το κράτος έχει άλλους φορείς, τον Ο.Γ.Α., το ΠΙΚΠΑ, την Κοινωνική Πρόνοια. Η άποψη ότι οι συνεταιριστικές οργανώσεις οφείλουν να ασκούν κοινωνική πολιτική υποκρύπτει την πρόθεση κάλυψης της ανικανότητας και της κακοδιαχείρισης. Η κοινωνική προσφορά των συνεταιριστικών οργανώσεων ολοκληρώνεται με την ύπαρξή τους. Αισθανόμαστε μεγάλη ικανοποίηση γιατί αυτή η άποψη τώρα πια υιοθετείται από πολλούς. Όσοι επέμειναν στην άλλη άποψη, απλά χρεοκόπησαν.

Είναι φανερό από την παράθεση αυτών των στοιχείων ότι η Ένωση βρίσκεται σε μια αναπτυξιακή τροχιά. Είναι αυτή ακριβώς η εξέλιξη που μας κάνει να πιστεύουμε ότι υλοποιούμε τα οράματα αυτών των 6 που στις 23 Ιανουαρίου 1938 κατάφεραν να ορθώσουν το ανάστημά τους και να αναλάβουν την πρωτοβουλία της ίδρυσης. Στα χρόνια που μεσολάβησαν, παρά τις κατά καιρούς κακές στιγμές, η Ένωση έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της Αργολίδας. Η πορεία των 70 χρόνων μας φορτώνει με βαριές ευθύνες για τι μέλλον. Σήμερα, που το κύριο χαρακτηριστικό της εποχής είναι η δραματική συρρίκνωση του αγροτικού εισοδήματος και η κατακόρυφη μείωση του αγροτικού πληθυσμού, είναι βέβαιο πως θα χρειαστούμε καινούριες ιδέες, αν θέλουμε να μείνουμε παρόντες στο νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται. Η Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Αργολίδας συνεχίζει να επενδύει σε μια εποχή που η Αργολίδα αποβιομηχανοποιείται ραγδαία.

Η παρουσίαση αυτή αποτελεί την ομιλία του διευθυντή της Ε.Α.Σ.Α. κ. Γιάννη Δημάκη, που έγινε στην εκδήλωση για τα 70 χρόνια της Ένωσης που γιορτάστηκαν στην αίθουσα του βουλευτικού στο Ναύπλιο, στις 18 Μαρτίου 2008.

 

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Βουλευτικό – Πότε χτίστηκε το μεγάλο Τζαμί «Βουλευτικό» στο Ναύπλιο


 

Ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της Τουρκοκρατίας στην παλιά πόλη του Ναυπλίου είναι το μεγάλο τζαμί με το μοναδικό τριώροφο Μεντρεσέ (ιεροδιδασκαλείο) κτισμένο στα νότια πλευρά του. Το τζαμί αυτό είναι γνωστό ως «Βουλευτικό», από την πρώτη βουλή των Ελλήνων που λειτούργησε κατά την Ελληνική Επανάσταση στο χώρο αυτό από το 1825. Πρόκειται για ένα μοναδικό υπερυψωμένο μνημείο με κάλλος και μέγεθος, έργο σπουδαίου άγνωστου αρχιτέκτονα από τη μέχρι τώρα έρευνα, αλλά και ενός σπουδαίου πρωτομάστορα, όπως θα γίνει φανερό στη συνέχεια. Το μνημείο κτισμένο με πελεκητή πέτρα από γκριζόλευκο ασβεστόλιθο εντυπωσιάζει τον επισκέπτη της παλιάς πόλης, η οποία σαν ένα παλίμψηστο διατηρεί εναρμονισμένα μεταξύ τους μουσουλμανικά και χριστιανικά μνημεία,   ενσωματωμένα   στον   πολεοδομικό   ιστό, αψευδείς μάρτυρες της ιστορικής της διαδρομής.

 

Βουλευτικό Ναυπλίου (Τέμενος - Τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.)

 

Σε κάθε εποχή ανάλογα με τον κυρίαρχο της πόλης τα λατρευτικά κτίρια «άλλαζαν θρησκεία». Γιατί όπως έχει επισημάνει ο μεγάλος τραγικός ποιητής Αισχύλος στους «Πέρσες», όταν μια πόλη κυριευθεί όχι μόνο οι άνθρωποι αλλά και οι θεοί παίρνουν το δρόμο της προσφυγιάς. Άλλωστε, είναι αξιοσημείωτο ότι σημαντικά μνημεία της πόλης του Ναυπλίου, το τζαμί της πλατείας (Τριανόν), ο Άγιος Γεώργιος και η Φραγκοκκλησιά κτίστηκαν ως τζαμιά στη θέση χριστιανικών ναών. Η αρχιτεκτονική μορφή των τζαμιών έχει ως πρότυπο τις εκκλησίες βυζαντινού ρυθμού με τρούλο, διότι οι Οθωμανοί Τούρκοι όταν κατέκτησαν τη Βυζαντινή αυτοκρατορία δεν είχαν δική τους τέχνη και μιμήθηκαν, όπως ήταν φυσικό επακόλουθο, την τέχνη των κατακτημένων.

Το μνημείο χρονολογείται στη δεύτερη Τουρκοκρατία. Οι παραδόσεις που σχετίζονται με το μνημείο προφανώς απηχούν την ιστορική πραγματικότητα μέσα από την προφορική παράδοση. Το «Βουλευτικό» παρά το ότι πρόσφατα ανακαινίστηκε από το Δήμο Ναυπλίου (1994 – 1999) με την εποπτεία των αρμοδίων υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού, δεν έχει μελετηθεί διεξοδικά και δημοσιευθεί. Διεξοδική έρευνα για το σημαντικό κτίριο του Μεντρεσέ (ιεροδιδασκαλείο), τις γνωστές φυλακές Λεονάρδου στα νότια του μεγάλου τζαμιού – «Βουλευτικού», με το οποίο αποτελεί ενιαία αρχιτεκτονική ενότητα, εκπονήθηκε πρόσφατα σε διπλωματική εργασία από την αρχιτέκτονα Β. Μαυροειδή[1]. Το μνημείο είναι γνωστό, λόγω μεγέθους, ως Μεγάλο Τζαμί και σύμφωνα με την παράδοση κτίστηκε στο τέλος του 18ου αιώνα από τον Αγά – Πασά του Ναυπλίου, που κατείχε πλούτο και πολλές αστικές και αγροτικές ιδιοκτησίες. Η μεγαλοπρεπής κατοικία του σώζεται νοτιότερα από το τζαμί και τον μεντρεσέ, η οποία στα χρόνια της επανάστασης χρησιμοποιήθηκε ως έδρα του Εκτελεστικού [2].

 

Η πλατεία Πλατάνου ( Συντάγματος) με το Σεράι του Μορά Πασά και το Βουλευτικό, σχέδιο σε μολύβι, L. Lange, 1834.

 

Σύμφωνα με την παράδοση, δύο νέοι από τη Βενετία απόγονοι του τελευταίου Βενετού προβλεπτή του Ναυπλίου της Β’ Ενετοκρατίας (1686-1714), έφτασαν στο Ναύπλιο για να αναζητήσουν ένα κρυμμένο μεγάλο θησαυρό στην κατοικία του πρώην Ενετού προβλεπτή, όπου κατοικούσε ο Αγά Πασάς [3]. Μετά από συμφωνία μαζί του, οι δύο νέοι κατέβηκαν μια νύχτα στο υπόγειο του σπιτιού όπου ανακάλυψαν την κρύπτη με το μεγάλο θησαυρό. Ο Αγά-Πασάς θαμπώθηκε από το θησαυρό, σκότωσε τα δύο παιδιά και τα έθαψε στην κρύπτη. Μετά από αυτό το ανοσιούργημα για να απαλλαγεί από τις τύψεις αλλά και τις συμφορές που τον βρήκαν, ένας σοφός Σεΐχης ή Δερβίσης τον συμβούλευσε να κτίσει τζαμί ή τεκέ και να προσεύχεται επτά φορές την ημέρα. Αλλά ο Πασάς δεν επέζησε για να προσευχηθεί στο τζαμί που έκτιζε. Καθώς παρακολουθούσε καθημερινά τις εργασίες από το μπαλκόνι του σπιτιού του, μια μέρα το μπαλκόνι κατέρρευσε και σκοτώθηκε.

Σύμφωνα με παράδοση των μοναχών της Ιεράς Μονής Αγίου Δημητρίου Καρακαλά, ο τεκές κατασκευάστηκε από πωρόλιθους της παλιάς εκκλησίας της Ι. Μ. Αγίου Δημητρίου Καρακαλά, την οποία κατεδάφισε ο Βελή Πασάς του Ναυπλίου (1807 – 1812), γιος του Αλή Πασά, ο οποίος είχε διοριστεί Μουχαβούζης (γενικός επόπτης των φρουρίων) όλης της Πελοποννήσου. Η χήρα του Αγά – Πασά Φατιμέ μετά το θάνατο του συζύγου της και για εξαγνισμό της ψυχής της ανακαίνισε με δικές τις δαπάνες ερειπωμένο ενετικό ναό και τον μετέτρεψε σε οθωμανικό προσκύνημα, το πιθανότερο τη γνωστή σήμερα Καθολική Εκκλησία (Φραγκοκκλησιά), η οποία παραχωρήθηκε από το Βασιλιά Όθωνα για τις λατρευτικές ανάγκες των καθολικών του Ναυπλίου. Η παράδοση αυτή σε συνδυασμό με άλλες παρατηρήσεις βοηθάει να προσεγγίσουμε κατά το δυνατόν την πραγματικότητα.

 

L. Lange, Η Φραγκοκκλησιά.

 

Είναι αξιοσημείωτο ότι στο υπέρυθρο (ανώφλι) της μιας από τις τρεις δυτικές πόρτες εισόδου του Βουλευτικού είχε κτιστεί τμήμα κίονα από το θησαυρό του Ατρέα (θολωτό τάφο) των Μυκηνών [4]. Ωστόσο, ως προς την ακριβή χρονολόγηση του «Βουλευτικού» έχουν εκφραστεί διάφορες απόψεις. Σύμφωνα με την ανηρτημένη πινακίδα εσωτερικά του ανακαινισμένου κτιρίου, το μνημείο αυτό κτίστηκε το 1730 από τον Αγά Πασά -Δελβινακιώτη.

Η Σέμνη Καρούζου, το τζαμί – Βουλευτικό με βάση την τοιχοδομία, το χρονολογεί στα τέλη του 18ου αρχές 19ου αιώνα και επισημαίνει ότι το τζαμί είναι κτισμένο από γκριζόλευκη πολύ καλής ποιότητας πελεκητή πέτρα, χαρακτηριστικό δείγμα της λαμπρής λαϊκής αρχιτεκτονικής [5]. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο είναι κτισμένο και το ισόγειο του Μεντρεσέ, με τον οποίο το Βουλευτικό αποτελεί ενιαίο αρχιτεκτονικό  σύνολο. Το ανώτερο τμήμα του Μεντρεσέ ο πρώτος και δεύτερος όροφος είναι κτισμένος με διαφορετικό τρόπο, με γκρίζες ασβεστολιθικές πέτρες, ενώ η στοά του τρίτου ορόφου είναι κτισμένη με πωρόλιθους.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι δύο ανώτεροι όροφοι του Μεντρεσέ χτίστηκαν σε δεύτερη φάση, ενώ οι πωρόλιθοι με τους οποίους είναι κτισμένος ο τρίτος όροφος συμφωνεί με την παράδοση ότι χτίστηκαν από τους πωρόλιθους του παλιού ναού του Ι. Ν. Αγίου Δημητρίου Καρακαλά, που κατεδάφισε ο Βελή Πασάς του Ναυπλίου (1807 – 1812). Η δεύτερη φάση ανοικοδόμησης του Μεντρεσέ (2°ς -3ος όροφος) φαίνεται ότι συνεχίστηκε από τη χήρα του Αγά Πασά, Φατιμέ, το πιθανότερο στις αρχές του 19ου αιώνα.

 

Μεντρεσές Ναυπλίου.

 

Στο βιβλίο του Χρ. Κωνσταντινόπουλου αναφέρεται η σημαντική πληροφορία ανώνυμου λόγιου του 19ου αιώνα από τα Λαγκάδια της Αρκαδίας, σύμφωνα με την οποία το «Βουλευτικό» το έκτισε ο ξακουστός λαγκαδινός πρωτομάστορας Αντώνης Ρηγόπουλος, ο οποίος «αυτοσχεδίως ανοικοδόμησε τους μεγαλοπρεπείς της εποχής εκείνης ναούς και προπύργια και το μέγα ειδωλείον (= ναό των ειδώλων) των Οθωμανών εις Ναύπλιον, όπου και προνόμιον εις αυτόν εχορηγήθη»[6].

Το «μέγα ειδωλείον των Οθωμανών» δεν είναι άλλο από το τζαμί του Αγά Πασά, που χρησιμοποιήθηκε για τη στέγαση του Βουλευτικού στα χρόνια της Ανεξαρτησίας (1825). Ο ξακουστός πρωτομάστορας Αντώνης Ρηγόπουλος  μας είναι γνωστός  από μια επιγραφή του 1808 στο υπέρθυρο της πόρτας του Τιμίου Προδρόμου Λαγκαδιών: «Επιστασία Αντωνίου Ρηγόπουλου, πρωτομάστορα, χειρ δε Ευσταθίου Θεοδώρου, 1808». Ωστόσο, δεν είναι γνωστή η ακριβής χρονική περίοδος δράσης του. Η αναφερόμενη χρονολογία 1808 το πιθανότερο απηχεί την τελευταία περίοδο της ενεργού δράσης του.

Σημαντικές πληροφορίες για την ανέγερση ενός Τζαμιού του Ναυπλίου μας δίνει ένα σημαντικό έγγραφο, το οποίο έστειλε ο μουχαβούζης (φρούραρχος) του Ναυπλίου Ραγκή(π) Πασάς προς τους προεστούς της Ύδρας το Μάρτιο του 1816, με το οποίο τους ζητάει να του βρουν καΐκι ή άλλο καράβι για την Πόλη (Κωνσταντινούπολη), το οποίο θα μεταφέρει μαστόρους για να εξασφαλίσει κατάλληλη ξυλεία για την ανέγερση ενός τζαμιού. Το σημαντικό αυτό έγγραφο αναδημοσίευσε ο Τάκης Μαύρος στην τοπική εφημερίδα «Ειδήσεις» 23/2/1992.

«Τοις προεστώσιν της Ύδρας Ευγενέστατοι περιπόθητοι φίλοι μου ακριβοί προεστώτες καπετάν Νικόλαε και επίλοιποι, φιλικώς και ακριβώς σας χαιρετώ, ερωτώ το επιθυμητό μου χατήρι σας. Μετά τον ακριβόν μου φιλικόν χαιρετισμόν, ερωτώ δια την ευτυχή υγείαν σας όπου μου είναι επιθυμητή, αν ρωτάτε και δια μέρος μας, με την χάριν του Θεού υγιαίνομεν, όθεν σας φανερώνω, φίλοι μου, ότι πολλές φορές σας ενόχλησα με γράμματά μου, και πολλές δούλεψες και καλοσύνες είδα από το χέρι σας, και έμεινα υποχρεωμένος, όθεν και τώρα με θάρρος σας γράφω, ότι με το να ηκουλούθησεν και έχω νιγέτι (πρόθεση), ισαλά (πρώτα ο θεός) να φτιάσω ένα τζαμί εδώ εις την πατρίδα μου εις το Ανάπλι και μάζους (επίτηδες) και ήφερα τους παρόν μαστόρους από την πόλιν, λοιπόν με το να μην είχε ινταρέ (πρόβλεψη) από κεραστέ (ξυλεία), πάλι τους στέλνω μαξούς εις βασιλεύουσαν, δια να φέρουν ότι κερεστές χρειάζεται του Τζαμιού, και με το να μην έφτασε καΐκι οκαζιόν να μισεύουν από έδωθεν, τους στέλνω αυτού, όπου μπορεί να τύχη καράβι να μισεύση ή καμμίαν σακολέβαν δια βασιλεύουσαν, δια τούτο κάνω ριτζά (ζητώ, παρακαλώ) προς τους ακριβούς φίλους μου, όπου δια χατήρι μου, αμέσως όπου τύχη κανένα καΐκι ή καράβι να προστάζετε με το μέσον σας να πάρουν και αυτούς τους μαστόρους, δια να πάνε σιγούρως εις την Πάλιν, και είμαι βέβαιος εις την στενήν φιλίαν όπου έχομεν, καθώς και άλλες φορές μου εκάματε την χάριν και τώρα να επιτύχω της αιτήσεως μάλιστα όπου είναι εδική μου χρεία, και μεγάλως με υποχρεώσεις γράφω, να ακολουθήσετε, και τα κουσούρια (τις ζημιές, τα έξοδα) αφι (άφεριμ, καλά. Δηλαδή: ότι έζοδα γίνουν βάλτε τα στο λογαριασμό μου), γράφοντας σας την καλήν σας υγεία. Ταύτα και μένω.  1816 Μαρτίου Ανάπλι. Τον ενδοξοσοφολογιώτατον αδελφόν μου Ισούφ Χόντζα τον ακριβοχαιρετώ, ερωτώ το χατήρι σερίφι   του  (την  πολύτιμη   υγεία   του).   Ηγαπημένος   σας   Ραγκή   πασσάς μουχαφούζης Αναπλίου».

 (Αρχείο της κοινότητας Ύδρας 1778 – 1832 τ. 5 (1813 – 1817), εν Πειραιεί 1924 σ. 256).

Ο Ραγκή Πασάς, όπως αναφέρει ο Τάκης Μαύρος στην τοπική εφημερίδα «Ειδήσεις» 23/2/1992, ήταν σημαντική φυσιογνωμία του τουρκοκρατούμενου Ναυπλίου και όπως προκύπτει από το αρχείο του οπλαρχηγού της Επανάστασης Αναστασίου Νέζου, αναφέρεται ως Ραγκίπ Πασάς και ήταν ιδιοκτήτης εκτεταμένων εκτάσεων (χωραφιών) στην περιοχή μεταξύ Κουτσοποδίου και Πασσά (Ινάχου). Με τον Ραγκίπ Πασά ο Α. Νέζος είχε στενή φιλία. Το παλιό όνομα Πασσάς του χωριού Ινάχου προφανώς έχει λάβει το όνομά του από τον ιδιοκτήτη των εκτάσεων της περιοχής Ραγκίπ Πασά του Ναυπλίου.

Ο Τάκης Μαύρος με την παραπάνω αναδημοσίευση του εγγράφου απλώς υπέθεσε ότι το έγγραφο σχετίζεται με το μεγάλο Τζαμί του Ναυπλίου, «το Βουλευτικό», αλλά άφησε το θέμα ανοιχτό για περαιτέρω έρευνα. Το έγγραφο αυτό με την ακριβή χρονολόγησή του το Μάρτιο του 1816 προφανώς δεν σχετίζεται με το «Βουλευτικό» και το πιθανότερο αναφέρεται στο κτίσιμο του Τζαμιού – καθολική εκκλησία της Φραγκοκκλησιάς. Με Βάση τα παραπάνω το τζαμί – Φραγκοκκλησιά προφανώς κτίστηκε μετά το μεγάλο Τζαμί – Βουλευτικό, λίγα χρόνια πριν την επανάσταση στα 1817 – 1820 περίπου.

 

Καθολική Εκκλησία Μεταμορφώσεως του Σωτήρος

 

Τέλος, είναι αξιοσημείωτη μια άλλη αδημοσίευτη πληροφορία που προέρχεται από το αρχείο του Δ. Περρούκα, σύμφωνα με την οποία η Δημογεροντία του Άργους πλήρωσε χρήματα για τη μεταφορά ξυλείας με ζώα από το Άργος στο Ναύπλιο για την ανέγερση ενός τζαμιού[7]. Η δεύτερη αυτή γραπτή αναφορά το πιθανότερο σχετίζεται με το Τζαμί – Φραγκοκκλησιά, αλλά κρίνεται απαραίτητη η δημοσίευση του αρχείου Δ. Περρούκα και η ακριβής χρονολόγηση του σχετικού εγγράφου.

Το Μεγάλο Τζαμί – «Βουλευτικό» του Ναυπλίου από τα παραπάνω φαίνεται ότι είναι δημιούργημα της λαϊκής αρχιτεκτονικής των λαγκαδινών μαστόρων και προοίμιο της καθαρής γραμμής του νεοκλασικισμού, που δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα στο Ναύπλιο τα χρόνια της Ανεξαρτησίας. Μια συγκριτική μελέτη της λαϊκής αρχιτεκτονικής της Πελοποννήσου είναι πιθανόν να καταλήξει σε ακριβέστερα συμπεράσματα.

Στην ίδια παράδοση και συνέχεια ανήκει η Φραγκοκκλησιά, το μοναδικό κτίριο της Πλατείας Συντάγματος, το «Εστιατόριο Ελλάς» πρώην ξενοδοχείο «ΜΥΚΗΝΑΙ», η οικία Άρμανσπεργκ στην αρχή της οδού Πλαπούτα, καθώς και τα άλλα κτίρια της πόλης, αλλά και ο μεγαλοπρεπής ναός του Αγίου Ιωάννη στο Άργος.

Είναι αξιοσημείωτο ότι δίπλα ακριβώς στο λαμπρότερο ενετικό κτίριο, κόσμημα (ornamentum) της Πλατείας Συντάγματος, την Αποθήκη του Στόλου του 1713, οι Οθωμανοί έκτισαν αρκετά χρόνια αργότερα ένα Τζαμί με μεντρεσέ ανάλογου μεγέθους με το ενετικό κτίριο.

Το Τζαμί – «Βουλευτικό» προφανώς κατασκευάστηκε υπερυψωμένο λόγω της φυσικής διαμόρφωσης του εδάφους, αλλά και του πρωτοφανούς σε μέγεθος ενετικού κτιρίου. Το ενιαίο μουσουλμανικό τέμενος καταλαμβάνει μεγάλη έκταση μεταξύ των παράλληλων οδών Σταϊκοπούλου και Κων/λεως, καθώς και την ενδιάμεση οδό Καποδιστρίου, την οποία διέκοψε βάναυσα, έναν από τους παλαιότερους δρόμους του Ναυπλίου, που συνεχίζεται δυτικότερα με την οδό Σπετσών σε όλο το μήκος της πόλης.

Το Μεγάλο Τζαμί – «Βουλευτικό» και ο Μεντρεσές επισκευάστηκαν στα 1825 από τον Κερκυραίο συνταγματάρχη – μηχανικό Θ. Βαλλιάνο και μετατράπηκε σε Βουλή των Ελλήνων [8]. Στη συνέχεια επισκευάστηκε το 1826 ο τρούλος, όταν χτυπήθηκε από οβίδα κατά τη διάρκεια του εμφυλίου μεταξύ των φρουράρχων του Παλαμηδίου και της Ακροναυπλίας, Γρίβα και Φωτομάρα. Στις αρχές του 20ου αιώνα κατέρρευσε από σεισμό το προστώο του κτιρίου, του οποίου σώζονται τμήματα των κιόνων και τα κιονόκρανα στην αυλή του.

Στη μεγαλόπρεπη αίθουσα γίνονταν οι δεξιώσεις και χοροί της εποχής της Αντιβασιλείας του Όθωνα καθώς και σημαντικές εκδηλώσεις της πόλης. Ο μεντρεσές, γνωστός ως φυλακές Λεονάρδου, και το ισόγειο του Βουλευτικού χρησιμοποιήθηκαν ως χώρος φυλακών υποδίκων το 19° έως τις τρεις πρώτες δεκαετίας του 20ού αιώνα. Εδώ φυλακίστηκε και ο πορθητής του Ναυπλίου Στάϊκος Σταϊκόπουλος. Στις φυλακές αυτές πρέπει να αναφέρεται ένα δημοτικό τραγούδι που το τραγουδάνε ακόμα σε παραδοσιακά γλέντια οι κάτοικοι της Αργολίδας:

Στ’ Ανάπλι στο Βουλευτικό

Μαρία – Μαριγώ τι γύρευες εδώ;

ήρθα να δω τ’ αδέλφια μου

τ’ αδέλφια τα δικά μου

τα φύλλα της καρδιάς μου.

Τ’ αδέλφια σου τα σκότωσαν

στ’ Ανάπλι όξω στην Πρόνοια

που στήσαν τα κανόνια

στ’ Ανάπλι όξω στην Άρεια

με τ’ άλλα παλλικάρια.

Κι η Μαριγώ σαν τ’ άκουσε

το μοιρολόι άρχισε

 

Το «Βουλευτικό» από το 1915 έως το 1932 λειτούργησε ως αρχαιολογικό μουσείο και στη συνέχεια ως ωδείο. Πρόσφατα, 1994-1998, ανακαινίστηκε και αποτελεί πνευματικό κέντρο του Δήμου Ναυπλίου, μια λειτουργική χρήση αντάξια της ιστορίας του και της πολιτιστικής παράδοσης της πόλης του Ναυπλίου.

 

Στη μνήμη του Τάκη Μαύρου

Χρήστος Ι. Πιτερός

αρχαιολόγος της Δ’ ΕΠΚΑ

 

Υποσημειώσεις


[1] Β. Μαυροειδή, «Φυλακές Λεονάρδου». Μελέτη, αποτύπωση, αποκατάσταση, επανάχρηση και αρχιτεκτονική φωτισμού. Διπλωματική Εργασία, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Αθήνα 2006.

[2] Κ. Σπηλιωτάκη, «Τα εν Ναυπλίω κτήρια του Βουλευτικού και του Εκτελεστικού (1824 – 1826)», Δελτίο Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τ.20, Αθήνα 1973, 54-69. Χ. Δημακοπούλου, «Θεόδωρος Βαλλιάνος, Αγωνιστής και Αρχιτέκτων», Επετηρίς Ιδρύματος Νεοελληνικών Σπουδών τ.2ος Αθήνα 1981-1982, 110-122.

[3] Μ. Λαμπρυνίδου, «Η Ναυπλία», Γ’ έκδοση, Ναύπλιο, 1975, 191.

[4] Μ. Λαμπρυνίδου ο.π. 190 Λ. Ρος. Αναμνήσεις και ανακοινώσεις από την Ελλάδα (1832-1833), Αθήνα 1976, 69. Χ. Πιτερός, Ναύπλιο, Αρχαιολογικό Δελτίο 54 (1999) Β1 χρονικά, 148.

[5] Σ. Καρούζου, Το Ναύπλιο, Αθήνα 1979, 58, φωτ. 69, 86, 87.

[6] Χρ. I. Κωνσταντινόπουλου, Οι παραδοσιακοί κτίστες της Πελοποννήσου, Αθήνα 1983, σελ. 18, 24.

[7] Σ. Σπέντζας «φορολογικές και οικονομικές πληροφορίες από το Αρχείο Περρούκα», Συνέδριο Αργειακών Σπουδών «Το Άργος κατά τον 19° αιώνα» Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004 (Σύλλογος Αργείων ο Δαναός) υπό έκδοση. Πρέπει να επισημάνουμε ότι στο Ναύπλιο την περίοδο της Τουρκοκρατίας υπήρχαν περισσότερα τζαμιά.

[8] Δ. Βαρδουνιώτη, Το Βουλευτικόν, τοπική εφημερίδα ΑΡΓΟΛΙΣ έτος Η’ αρ. φύλλου 168, 1-1 1-1872, του ιδίου «Αι φυλακαί του Ναυπλίου», Εφημερίς ΑΡΓΟΛΙΣ 1 877. Ανδρ. Καρκαβίτσα, «Το Βουλευτικό», «Ταξιδιωτικά», Ναύπλιο 1892.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »