Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Καποδίστριας’

Η αναδιάρθρωση της Ευρώπης και ο Ιωάννης Καποδίστριας (1814 – 1820)


 

 

Γενικά – Η κατοχύρωση της ελβετικής ουδετερότητας – Η σύσταση της Γερμανικής Ομοσπονδίας – Ο διακανονισμός των γαλλικών υποθέσεων – Η πολιτική για την ενοποίηση της Ευρώπης

 

Γενικά

 

Ιωάννης Καποδίστριας

Στις 17 Φεβρουαρίου 1820 ο Αυστριακός πρεσβευτής στην Πετρούπολη Λέμπτζελτερν μετέφερε, μ’ ένα απόρρητο υπόμνημά του προς τον Μέττερνιχ, τις ύστατες -λίγο πριν την πολιτική εξουθένωση του- απόψεις του Καποδίστρια: «Αυτό που θα είχε εξασφαλίσει μια αιώνια ειρήνη στην Ευρώπη», είχε δηλώσει ο Ρώσος Γραμματέας της Επικρατείας, «θα ήταν να διακηρυχτεί η αρχή της ουδετερότητας σαν θεμελιώδης βάση της Γερμανικής Ομοσπονδίας, να περιληφθούν δε σ’ αυτή όλες οι Ομόσπονδες Δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης και της Δανίας. Ποιος θα πολεμούσε τότε και γιατί; Θα βλέπαμε τότε την μάστιγα των μονίμων στρατών να εξαφανίζεται από παντού… αλλά αυτό είναι μια χίμαιρα» [i].

Οι τολμηρές αυτές σκέψεις του υπεύθυνου φορέα της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, διατυπωμένες στα δύσκολα και αντιδραστικά χρόνια της «Ιεράς συμμαχίας», αποδεικνύουν, ότι ο Καποδίστριας είχε χαράξει προσωπική εξωτερική πολιτική, η εφαρμογή της οποίας μοιραία θα τον εξέθετε στα μάτια του προϊσταμένου του Αυτοκράτορα Αλέξανδρου I. Λίγους μήνες αργότερα, στις 29 Ιουλίου 1820, ο Λέμπτζελτερν αποκάλυπτε στον Καγκελλάριό του ότι ο Τσάρος Αλέξανδρος είχε συχνά διαφορετική γνώμη από εκείνη του Κόμητος Καποδί­στρια και ότι ο τελευταίος είχε διατυπώσει πολλές φορές τα παράπο­νά του σχετικά μ’ αυτές τις «συγκρούσεις».

 

«Είναι επιτήδειος», έγραφε για τον Καποδίστρια ο Αυστριακός πρεσβευτής, «σταθερός στην πορεία του, ανεξάρτητος στην τακτική με την οποία αντιμετωπίζει τα πολιτικά ζητήματα, υπερήφανος για τις θεω­ρίες του δεν είναι προσκολλημένος στη θέση του και ο Αυτοκράτορας, απορροφημένος με την εργασία του, έχοντας άλλωστε πολλά κοινά σημεία μ’ αυτόν, θαυμάζει στον συνεργάτη του την αρετή ενός φιλόσοφου. Εκτός λοιπόν εάν πρόκειται για υποθέσεις για τις οποίες εκ των προτέρων είναι προκατειλημμένος με συγκεκριμένες ιδέες ο Αυτοκράτορας, θα αφήσει την εργασία του Υπουργείου στον Υπουργό του και θα του επιτρέψει να ενεργήσει έστω και εάν αργότερα εξαναγκαστεί να τον αποδοκιμάσει στο ενδεχόμενο ενός λανθασμένου χειρισμού» [ii].

 

Μπορούμε επομένως με βεβαιότητα να υποστηρίξουμε ότι από το 1814 και μετά ο Καποδίστριας κατέβαλε – σαν πληρεξούσιος διπλωμάτης αρχικά και κατόπιν σα Γραμματέας της Επικρατείας- ιδιαίτερες προσπάθειες για την επιβολή των δικών του πολιτικών σχεδίων, που θα οδηγούσαν σε μια ιδανικότερη λύση των ευρωπαϊκών ζητημάτων.

Η ανεξάρτητη, θα λέγαμε, εξωτερική πολιτική του Κερκυραίου διπλωμάτη, με βάση τα τολμηρά πολιτικά σχέδιά του – διατυπωμένα σε 65 περίπου μακροσκελέστατα υπομνήματα- [iii] για τη διαμόρφωση μιας νέας τάξεως πραγμάτων στην Ευρώπη, καλύπτει τέσσερις περιόδους δράσεως:

α) τη δραστηριότητα για την κατοχύρωση της ελβετικής ουδετερότητας,

β) τη συμβολή στην καθιέρωση της Γερμανικής Ομοσπονδίας,

γ) τις πρωτοβουλίες για τη δικαίωση της ηττηθείσης Γαλλίας και

δ) τη γενική πολιτική για την οργάνωση της Ευρώπης.

 

Η κατοχύρωση της ελβετικής ουδετερότητας

 

Το Νοέμβριο του 1813 ο Καποδίστριας συνοδευόμενος από τον Αυστριακό απεσταλμένο Λέμπτζελτερν έφτασε στην Ελβετία με βασική αποστολή: την προσέλκυση των Ελβετών προς το συνασπισμό των συμμάχων, την ταυτόχρονη αποδέσμευση της Ελβετίας από τη Γαλλία και την εγγύηση της ελεύθερης διαβάσεως του συμμαχικού στρατού από το ελβετικό έδαφος [iv].

Αμέσως ο Ρώσος πληρεξούσιος ήρθε σε επαφή με τον Πρόεδρο της Ελβετικής Ομοσπονδίας φον Ράινχαρτ και τον έπεισε να διαπραγματευθεί σύμβαση σύμφωνα με την οποία το σύστημα ουδετερότητας που είχε ήδη υιοθετηθεί (στις 20 Νοεμβρίου 1813), τροποποιούμενο σε μερικά σημεία, να καθίστατο δυνατόν να γίνει αποδεκτό από τις σύμμαχες Δυνάμεις και να εξασφαλίσει, παράλληλα, τα ζωτικά συμφέροντα της Ελβετίας [v].

Σε μιαν άλλη επαφή του με τον Ράινχαρτ ο Καποδίστριας έθεσε σαφέστερα τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η Ελβετία θα ανακτούσε την ουδετερότητά της και αυτές ήταν:

1) μία διακήρυξη με την οποία ο ελβετικός λαός θα αφαιρούσε από το μεσάζοντα Ναπολέοντα οποιαδήποτε εξουσία ή επιρροή,

2) η ανάκληση των στρατευμάτων που βρίσκονταν στην υπηρεσία της Γαλλίας,

3) η ακύρωση των συνθηκολογήσεων που είχαν συναφθεί.

Λίγες μέρες αργότερα, ο Καποδίστριας δέχτηκε ισχυρές πιέσεις να αποκαταστήσει το Σύνταγμα του 1798, ενώ παράλληλα πιεζόταν από τον Μέττερνιχ να υπογράψει τη σχετική διακήρυξη που θα επέτρεπε στα συμμαχικά στρατεύματα να διαβούν και να παραβιάσουν την ελβετική ουδετερότητα. Σχετικά με το συνταγματικό ζήτημα, ο Ρώσος απεσταλμένος ενημέρωνε με έκθεση του τον συνάδελφο του Νέσσελροντε, ότι τα πολιτικά δίκαια της Ελβετίας επέβαλαν οπωσδήποτε την άμεση ψήφιση Συντάγματος[vi]. Όσον αφορούσε στο ζήτημα της υπογραφής της διακηρύξεως, ο Καποδίστριας δε δίστασε να την υπογράψει, συμβάλλοντας έτσι με δική του πρωτοβουλία στην αποκατάσταση της ελβετικής ενότητας [vii].

Κλέμενς Βέντσελ Λόταρ φον Μέττερνιχ (1773-1859). Ελαιογραφία του Sir Thomas Lawrence.

Αξίζει να σημειωθεί, καθώς αναπτύξαμε αλλού [viii], ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής του στη Ζυρίχη ο Λέμπτζελτερν ενημέρωνε ανελλιπώς, με μακροσκελέστατες απόρρητες εκθέσεις, τον Μέττερνιχ σχετικά με την εξέλιξη των πολιτικών υποθέσεων στην Ελβετία. Από τις ανέκδοτες αυτές εκθέσεις προκύπτει η δόλια τακτική της Αυστρίας και οι προθέσεις της για μια μεμονωμένη παρασκηνιακή αντιμετώπιση των ελβετικών υποθέσεων, γεγονός που είχε έγκαιρα αντιληφθεί και καταδικάσει ο Καποδίστριας.

Σε μία έκθεσή του, στις 25-1-1814, ο Λέμπτζελτερν ανέλυε στον προϊστάμενό του τις δυνατότητες της αποκλειστικής αναμίξεως της Αυστρίας στις ελβετικές υποθέσεις, τον ενημέρωνε δε παράλληλα για τα σχέδια του Καποδίστρια απέναντι στο συνταγματικό πρόβλημα τέλος, σχολίαζε τη σιωπή του συναδέλ­φού του σχετικά με το πρόγραμμα των ενεργειών του Τσάρου Αλέ­ξανδρου [ix].

 Ύστερα από διπλωματικούς αγώνες, που προορίζονταν να προετοιμάσουν τη λύση των πολύπλοκων ελβετικών ζητημάτων, ο Καποδί­στριας συνέβαλε στην ολοκλήρωση της συντακτικής εργασίας της Δί­αιτας η οποία καθόρισε τελικά το Ομοσπονδιακό Σύνταγμα[x].

 Στις 10 Σεπτεμβρίου 1814, λίγες μέρες πριν αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις στη Βιέννη, ο Κερκυραίος διπλωμάτης έγραφε στον πατέρα του: «Αν δυνηθούν (οι Ελβετοί) εις το μέλλον να είναι ευτυχείς και να απολαύσουν την ανεξαρτησία των, θα ειπώ ότι δεν έχασα τον καιρόν μου και το έργον μου» [xi]. Στις επίσημες συζητήσεις του Συνεδρίου της Βιέννης ο Καποδίστριας, υποστηριζόμενος από το βαρώνο φον Στάιν, υπερασπίστηκε με αυτοθυσία την ενότητα των Ελβετών, την αναγνώριση της ανεξαρτησίας των καντονιών και τις μεγαλύτερες δυνατές ευνοϊκές εδαφικές διαρρυθμίσεις υπέρ της μικρής αυτής χώρας [xii].

Έτσι, στις 20 Μαρτίου 1815, υπογράφηκε από όλους τους συμμετέχοντες στο Συνέδριο, η διακήρυξη για τις ελβετικές υποθέσεις. Με τη διακήρυξη αυτή, που τα προσχέδιά της είχε επεξεργαστεί ο Καποδίστριας, ρυθμίζονταν οριστικά η διαρκής ουδετερότητα και η ανεξαρτησία της Ελβετίας με βάση τα 19 καντόνια τα οποία θα αποτελούσαν το θεμέλιο του ελβετικού ομοσπονδιακού συστήματος. Το πρώτο βήμα για την ουδετεροποίηση της κεντρικής Ευρώπης, μακριά από πολέμους και αναταραχές, είχε γίνει με την ομόφωνη αναγνώριση θεμελιωδών κανόνων του γενικού διεθνούς Δικαίου.

  

Η σύσταση της Γερμανικής Ομοσπονδίας

 

Όσον αφορά στα γερμανικά ζητήματα στο Συνέδριο της Βιέννης, ο Καποδίστριας διεκατείχετο από μεταρρυθμιστικές ιδέες που ήταν επηρεασμένες από τις κινήσεις για το γερμανικό Σύνταγμα και την ενοποίηση της Γερμανίας. Έτσι τάχθηκε αμέσως υπέρ μιας βελτιωμένης ομοσπονδοποιήσεως της Γερμανίας, ενώ οι Χάρντενμπεργκ, Χούμπολτ και Μέττερνιχ ήσαν αντίθετοι [xiii].

Στις 9 Φεβρουαρίου 1815, ο Καποδίστριας υπέβαλε στο Συνέδριο βαρυσήμαντο υπόμνημα για τις γερμανικές υποθέσεις, επισημαίνοντας κατ’ αρχήν την αδιαμφισβήτητη υπεροχή της Γερμανικής Αυτοκρατορίας στην Ευρώπη καθώς και το απαραίτητο της αποκαταστάσεως του Γερμανικού έθνους, αφ’ ενός μεν προς όφελος του, αφ’ ετέ­ρου δε χάριν της εξασφαλίσεως της ηρεμίας και της γαλήνης στην Ευ­ρώπη. «Οποιαδήποτε και αν είναι τα ιδιαίτερα συμφέροντα των ηγεμόνων που κυβερνούν», διακήρυξε, «οφείλουν υπό την πίεση των γεγονότων να παράσχουν στη χώρα τους ενιαίο Σύνταγμα».

Αναπτύσσοντας, περαιτέρω, τις απόψεις του ο Καποδίστριας, υποστήριξε διπλωματικά ότι οι Γερμανοί ηγεμόνες εμφανίζονται διηρημένοι αναμεταξύ τους επηρεαζόμενοι και από τις αντιζηλίες των μεγάλων Δυνάμεων. «Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες ο γερμανικός λαός, δυσαρεστημένος και εξαπατημένος στις προσδοκίες του, θα προχωρήσει μόνος του για την απελευθέρωσή του και για την εγκαθίδρυση μιας σταθερής τάξεως πραγμάτων επομένως», συμπέραινε ο Ρώσος πληρεξούσιος, «καταφαίνεται ότι η σχεδιαζόμενη, από τις λοιπές Δυνάμεις, ομοσπονδιακή συνθήκη είναι όχι μόνο αντίθετη προς την ηρεμία και την ανεξαρτησία της Γερμανίας, αλλά θέτει επίσης φραγμούς στην εδραίωση μιας πραγματικής ισορροπίας και στην ανάπτυξη σταθερών σχέσεων ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες. Υπό διαφορετικές συνθήκες», εξακολουθούσε ο Καποδίστριας, «θα πρέπει να αγωνιστούμε, ώστε να δοθεί πολιτικό Σύνταγμα στη Γερμανία κατάλληλο για τον προσδιορισμό της σφαίρας της ηθικής δραστηριότητας των λαών της, το οποίο να επαναφέρει την εθνική ροπή, τις παραδοσιακές αρχές και να εξασφαλίζει την διαιώνιση και την ακμή των αναπτυσσομένων».

«Με τη λύση αυτή», κατέληγε ο Καποδίστριας, «θα μπορούσαμε να προσφέρουμε στα γερμανικά κρατίδια μια διαρκή εγγύηση ελευθερίας και στην Ευρώπη τις στερεές βάσεις για την εγγύηση του μελλοντικού πολιτικού της συστήματος» [xiv].

Μετά από έντονες συζητήσεις υπογράφηκαν στη Βιέννη, στις 8 Ιουνίου 1815, οι συνθήκες για τη Γερμανική Ομοσπονδία που αναγνώριζαν, σύμφωνα προς τις υποδείξεις του Καποδίστρια, μια επί διεθνούς Δικαίου εδραζόμενη ένωση κρατών, η οποία σεβόταν την κυρίαρχη εξουσία των μελών της και η οποία περιλάμβανε 41 γερμανικά κράτη [xv]. Ύστερα από τέσσερα περίπου χρόνια -κι ενώ ο Καποδίστριας, εξουσιοδοτημένος από τον Τσάρο, παρακολουθούσε την εξέλιξη των γερμανικών ζητημάτων-[xvi] η κρίση που ξέσπασε λόγω των φιλελεύθερων κινήσεων στη Γερμανία κατά του αυστριακού απολυταρχισμού, υποχρέωσε τους συμμάχους να συνέλθουν στο Κάρλσμπαντ για το «ξεκαθάρισμα» των γερμανοαυστριακών διαφορών.

Ο Καποδίστριας που είχε υποπτευθεί τη δόλια πολιτική της Αυστρίας, επέστησε την προσοχή του Τσάρου στον ενδεχόμενο κίνδυνο μιας περαιτέρω εδραιώσεως της αυστριακής κυριαρχίας στη Γερμανία. Η έναντι των γερμανικών υποθέσεων στάση του Καποδίστρια, το 1819, προκύπτει από μια απόρρητη διπλωματική έκθεση του Αυστριακού πρεσβευτή στην Πετρούπολη Λέμπτζελτερν προς τον Μέττερνιχ, σχετικά με τις συνομιλίες που είχε με τον Ρώσο Υπουργό για τις υποθέσεις της Γερμανικής Ομοσπονδίας.

Στην αρχή, καθώς έγραφε ο Λέμπτζελτερν, ο Καποδίστριας διαχώρισε τη θέση της Ρωσίας ως προς τις διαπραγματεύσεις με τη Γερμανία, απομονώνοντας έτσι την Αυστρία, που δεν μπορούσε να επέμβει μεμονωμένα και να λάβει αποφάσεις ερήμην των λοιπών συμμάχων. Στη συνέχεια ο Καποδίστριας καταφέρθηκε εναντίον των Συνταγμάτων των γερμανικών κρατών, που ψηφίστηκαν ύστερα από αυστριακές πιέσεις. «Τι σημαίνει Συντάγματα τα οποία περιέχουν μοναρχικές αρχές;», ρώτησε τον Λέμπτζελτερν, «σε όσα παραχωρήθηκαν δεν βλέπω παρά μόνο τον Μονάρχη διαπραγματευόμαστε αποκλειστικά με αυτόν, αυτός μιλά και ενεργεί, παντού βλέπω μοναρχικές αρχές αλλά και μονάρχες οι οποίοι δεν γνωρίζουν να τις επιβάλλουν. Τα Συντάγματα της Βαυαρίας και της Βυρτεμβέργης παραχωρήθηκαν με κακή πίστη θέλησαν να ευχαριστήσουν μ’ αυτά τους λαούς και συγχρόνως να τους εμπαίξουν με λόγια. Όλα αυτά δεν συμφέρουν ούτε στους Μονάρχες ούτε στα μικρά κράτη».

«Έπραξα», κατέληγε ο πρεσβευτής, «ό,τι μου ήταν δυνατόν για να μειώσω τη δυσαρέσκεια που εκδηλώθηκε εδώ προς τον πρίγκιπα Καγκελλάριο (Μέττερνιχ) και για να πείσω τον κόμητα Καποδίστρια ότι έδινε υπερβολική σημασία σε μια πρόταση (της εφαρμογής του δόγματος μη επεμβάσεως), η οποία, εφόσον απορρίφθηκε, δεν αξίζει πια καμιά προσοχή και η οποία, καθώς διατυπώθηκε σύμφωνα με τις αναφορές, δεν είναι πραγματοποιήσιμη. Από τότε μου φάνηκε ηρεμότερος αναφορικά με αυτό το ζήτημα (της Γερμανικής Ομοσπονδίας)» [xvii].

 

Ο διακανονισμός των γαλλικών υποθέσεων

  

Ιωάννης Καποδίστριας

Μετά την προσωρινή επίλυση των γερμανικών ζητημάτων, ο Καποδίστριας εξουσιοδοτήθηκε από τις σύμμαχες Δυνάμεις να μελετήσει τις γαλλικές υποθέσεις που είχαν περιπλακεί, ύστερα από τη συντριβή του Ναπολέοντα Βοναπάρτη στο Βατερλώ. Με ένα υπόμνημά του, που υποβλήθηκε στο Συνέδριο των Παρισίων στις 28 Ιουλίου 1815, ο Καποδίστριας ανέπτυσσε τις εγγυήσεις τις οποίες διακινούντο να ζητήσουν οι μεγάλες Δυνάμεις από την ηττηθείσα Γαλλία. «Αυτές», τόνισε, «μπορούν να είναι πραγματικές και ηθικές».

Ξεκαθάρισε πάντως ότι η παρούσα κατοχή της Γαλλίας, από τους συμμάχους, δεν παρείχε σ’ αυτούς και το δικαίωμα της κατακτήσεως. «Εάν θιγόταν η ακεραιότητα της Γαλλίας», σημείωνε «θα χρειαζόταν να επανεξεταστούν όλες οι αποφάσεις της Βιέννης, να καθοριστούν νέ­ες εδαφικές διαρρυθμίσεις και να εφαρμοστεί εκ νέου το σύστημα ισορροπίας. Αυτή η δύσκολη επιχείρηση, αντίθετη προς τις φιλελεύθε­ρες αρχές των μεγάλων Δυνάμεων, θα μετέβαλε την ομοιόμορφη πο­ρεία που ακολούθησαν μέχρι σήμερα και η οποία μόνη εξασφαλίζει τη γαλήνη των λαών».

«Είναι συνεπώς σωστό να συμπεράνουμε», κατέληγε ο Καποδί­στριας, «ότι οι σύμμαχες Δυνάμεις δεν μπορούν να αναζητήσουν μόνο στην κατηγορία των ηθικών εγγυήσεων αυτές τις εγγυήσεις τις οποίες οφείλουν να εμφανίσουν στην Ευρώπη σαν τεκμήριο θεμελιώσεως της γαλήνης της. Απαιτείται επομένως αναγκαστικά να αναζητηθούν οι εγ­γυήσεις αυτές και στις δύο κατηγορίες με βάση την αρχή, ότι οι πραγ­ματικές εγγυήσεις δεν είναι δυνατό να βασιστούν στο δικαίωμα της κα­τακτήσεως»[xviii].

Καθώς προκύπτει από τις παραπάνω θέσεις, η Ρωσία, προσπάθησε, μετά τη συντριβή του Βοναπάρτη, να αναλάβει πρωτοβουλίες για μια δίκαιη αντιμετώπιση της ηττηθείσας Γαλλίας. Ο Καποδίστριας δεν παρέλειψε να διακηρύξει, ότι η γαλήνη θα καθίστατο δυνατό να εδραιωθεί στη Γαλλία και στην Ευρώπη, μόνο με την επιβολή μιας νέ­ας τάξεως πραγμάτων ως ανασχετικού κατά των επαναστάσεων φραγμού.

Αλέξανδρος Α΄ Παύλοβιτς (1777-1825)

Πιστεύουμε, ότι όχι μόνο η φιλελεύθερη κοσμοθεωρία του αλλά και η πεποίθησή του για μια μελλοντική συνδρομή της Γαλλίας στο ελληνικό ζήτημα, τον είχαν επηρεάσει να υπερασπιστεί τα γαλλικά συμφέροντα. Η δράση του στο Παρίσι εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από τον Αυτοκράτορα Αλέξανδρο, που τον διόρισε, παρά τις αντιρρήσεις του περιβάλλοντός του, Υπουργό επί των εξωτερικών υποθέσεων της Αυτοκρατορίας. Με τη λήξη των διαπραγματεύσεων, στις 20 Νοεμβρίου 1815, ο Κα­ποδίστριας εξουσιοδοτήθηκε από τον Αλέξανδρο να αναλάβει τη διεκπεραίωση των θεμάτων, που αφορούσαν στην εξέλιξη του γαλλι­κού ζητήματος· δηλαδή, τα θέματα του στρατού κατοχής, της πληρωμής της πολεμικής αποζημιώσεως από τη Γαλλία και της εξοφλήσεως των δανείων τα οποία ήσαν γνωστά σαν «ιδιωτικά χρέη» [xix].

Από τη διπλωματική αλληλογραφία του Καποδίστρια με τον Ρώσο πρεσβευτή στο Παρίσι Πότσο ντι Μπόργκο προκύπτει, ότι ο Κερκυραίος διπλωμάτης ήσαν ο βασικός εκπρόσωπος της Ρωσίας στις μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις για τα γαλλικά ζητήματα και, ότι, παράλληλα, στις δικές του υποδείξεις όφειλε -καθώς θα δούμε- η Γαλλία τη συμμετοχή της στο Διευθυντήριο των Δυνάμεων, τρία χρόνια μετά την καταστροφή της στο Βάτερλω [xx].

 Ο Καγκελλάριος Μέττερνιχ, αντίθετος προς το φιλελεύθερο πνεύμα των συμμάχων, είχε ταχθεί υπέρ της σμίκρυνσης του κύκλου των υπεύθυνων για τα γαλλικά ζητήματα, προσπαθώντας, μ’ αυτή την τακτική, να αποκλείσει τον «δημοκρατικό» Καποδίστρια από τις διαπραγματεύσεις. Ο Ρώσος Γραμματέας της Επικρατείας δίδοντας τις σχετικές οδηγίες στον Πότσο ντι Μπόργκο, διατύπωνε, εξοργισμένος, τις αντιρρήσεις του κατά της πολιτικής του Αυστριακού Καγκελλάριου σχετικά με την αντιμετώπιση της Γαλλίας.

Το Νοέμβριο του 1817, έγραφε στον πρεσβευτή του: «Γνωρίζετε ότι η Γαλλία, ελεύθερη από την επιτήρηση των συμμάχων και έχοντας επανέλθει στον εαυτό της, εμπίπτει (δικαιωματικά) σε μας. Εν τούτοις, επιθυμία μας είναι να πα­ραμείνει η Γαλλία στον εαυτό της (μόνο) και στην ευρωπαϊκή οικογέ­νεια και όχι ιδιαίτερα στη Ρωσία». Τον Μάρτιο του 1818, ο Ρώσος Υπουργός μιλούσε ανοιχτά πια για την απελευθέρωση της Γαλλίας και την εκκένωσή της από τα στρατεύματα κατοχής, διαβλέποντας κινδύνους μόνο στην παράταση της καταπιέσεως των Γάλλων από τις Δυνάμεις[xxi].

Στο Συνέδριο του Αιξ λα Σαπέλ (Άαχεν), το 1818, ο Καποδίστριας, τάχθηκε υπέρ της αναθεωρήσεως των σχέσεων των συμμάχων με το βασιλέα της Γαλλίας και υπέρ του παράλληλου διακανονισμού της εκκενώσεως της Γαλλίας από τα συμμαχικά στρατεύματα- αγωνίστηκε επίσης για τη διευθέτηση των οικονομικών διαφορών και, τέλος, για την επανατοποθέτηση του Γάλλου βασιλέα στα ευρωπαϊκά συμβούλια.

 

Αιξ λα Σαπέλ (Άαχεν)

 

Γράφοντας στον Αυτοκράτορα του Λουδοβίκο XVIII, στις 18 Οκτωβρίου 1818, ο Ρισελιέ σημείωνε τα εξής: «Ελπίζω, ότι παρά τα αυστριακά και τα αγγλικά τεχνάσματα, μπορούμε να βασιστούμε στη σταθερότητα των επιχειρημάτων του κόμητα Καποδίστρια στον οποίο όχι μόνο εμείς αλλά και η Ευρώπη οφείλουμε τις μέγιστες υποχρεώ­σεις» [xxii]. Λίγες μέρες αργότερα -αφού η Γαλλία υπό την ηγεσία του νόμιμου και συνταγματικού μονάρχη της επανήρχετο στους κόλπους της ευρω­παϊκής συμμαχίας- ο κόμης Μολέ δήλωσε: «Εάν η Γαλλία παραμένει ακόμη Γαλλία, αυτό οφείλεται σε τρεις ανθρώπους, των οποίων τα ονό­ματα δεν πρέπει ποτέ να ξεχαστούν: στον Αλέξανδρο και στους δύο Υπουργούς του, τον Καποδίστρια και τον Πότσο ντι Μπόργκο» [xxiii].

  

Η πολιτική για την ενοποίηση της Ευρώπης

 

Μετά τη δυναμική υπεράσπιση των ελβετικών, των γερμανικών, των γαλλικών, των ισπανικών, των πολωνικών και των επτανησιακών υποθέσεων [xxiv], ο Καποδίστριας άρχισε να διατυπώνει επίσημα τις απόψεις και θεωρίες του για την οργάνωση της Ευρώπης. Πιστεύουμε ότι μετά το 1815 είχε ταχθεί υπέρ μιας νέας τάξεως πραγμάτων για την παλινόρθωση της Ευρώπης, εδραιουμένης όμως σε εθνικά κράτη και συνταγματικές κυβερνήσεις με βάση ένα διεθνές ευρύτερο σύστημα. Το 1818 στο Αιξ λα Σαπέλ, ο Καποδίστριας είχε διακηρύξει, ότι η Ευρώπη πρέπει να προστατευθεί από τους κινδύνους των επαναστάσεων και από την επιβολή του δικαίου του ισχυρότερου με τη βία. Μ’ αυτές τις απόψεις καταδίκαζε την αρχή της επεμβάσεως, εφόσον απέρριπτε έμμεσα, το συστατικό στοιχείο της νομικής έννοιας της επεμβάσεως: τον καταναγκασμό με τη βία.

Ο Ρώσος Υπουργός δεχόταν ότι η νέα τάξη πραγμάτων είχε την ανάγκη σημαντικών μεταρρυθμίσεων σε διεθνές επίπεδο όσο και στα εσωτερικά του κάθε κράτους. Υποδείκνυε δε την καθιέρωση μιας υπερεθνικής ενώσεως, στα πλαίσια της οποίας να εγγυηθούν όλα τα ευρωπαϊκά κράτη τη σημερινή εδαφική τους κατάσταση και την ισχύουσα μορφή διακυβερνήσεώς τους.

Στα πλαίσια του υπερεθνικού αυτού οργανισμού, ο Καποδίστριας προσπάθησε να αναγάγει την επέμβαση σε εγγύηση της ανεξαρτησίας, της ακεραιότητας και της ασφάλειας όλων των κρατών. Κατά τα ισχύοντα, ως νόμιμη επέμβαση αναγνωρίζεται όχι η επέμβαση σα συνέπεια μονομερούς αποφάσεως ενός ή περισσότερων κρατών, αλλά εκείνη που πραγματοποιείται από τον Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών, μετά από σχετική απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας ή κατόπιν εντολής αυτού. Εκτελώντας λοιπόν το Διευθυντήριο των Δυνάμεων τα χρέη ενός Συμβουλίου Ασφαλείας, θα μπορούσε, σύμφωνα προς τους οραματισμούς του Καποδίστρια, να επεμβαίνει μόνο για διευθέτηση των διεθνών διαφορών και όταν υφίστατο απειλή κατά της διεθνούς ειρήνης.

Οι σύμμαχοι όμως αντέδρασαν στις προοδευτικές θέσεις της ρωσικής διπλωματικής αποστολής και εξανάγκασαν τη Ρωσία να προχωρήσει, με τη λήξη του Συνεδρίου του Αιξ λα Σαπέλ, στη σύνταξη μιας μυστικής συνθήκης, που όρισε, ότι οι Δυνάμεις εγγυούνται τα σχετικά εδάφη όπως είχαν διαρρυθμιστεί, υπόσχονται δε να αντιμετωπίζουν σαν κοινή αναμεταξύ τους υπόθεση κάθε κατάσταση που θα απειλούσε την ειρήνη[xxv].

Οι ανησυχίες του Καποδίστρια για το μέλλον της Ευρώπης διαφαίνονται καθαρά στις τακτικές συνομιλίες του με τον Αυστριακό πρεσβευτή στην Πετρούπολη. Μια ατέλειωτη σειρά από απόρρητες διπλωματικές εκθέσεις προς τον Μέττερνιχ αποκαλύπτουν αρκετές από τις τολμηρές πολιτικές απόψεις του. Αρχές του 1820, συζητώντας με τον Λέμπτζελτερν για το μέλλον της Γερμανίας, τόνιζε: «Υπάρχουν ακόμη τόσα πράγματα που οφείλουμε να εξετάσουμε και να σκεφτού­με πάνω σ’ αυτό το ζήτημα. Παραδείγματος χάρι, θα παραχωρήσει η Γερμανική Ομοσπονδία το δικαίωμα διελεύσεως σε μια ξένη στρατιά; εάν το πράξει η στάση της δεν θα είναι καθαρά αμυντική αλλά επιθετι­κή, γιατί όποιος διευκολύνει τη διέλευση ενός στρατού για να επιτεθεί εναντίον ενός κράτους, διαπράττει -ταυτόχρονα- εχθρική πράξη ενα­ντίον του· το γεγονός αυτό τον θέτει σε κατάσταση πολέμου»[xxvi].

Μέττερνιχ. Ένας από τους διασημότερους διπλωμάτες και πολιτικούς της Αυστριακής Αυτοκρατορίας και της Ευρώπης.

Η Αυστρία, ωστόσο, επέμεινε στην απολυταρχική τακτική της και, την ίδια χρονιά, προσπάθησε να εκμεταλλευτεί και πάλι την εξέγερση της Νεαπόλεως (καθώς είχε ενεργήσει το 1819 στο Κάρλσμπαντ), ενώ παράλληλα πρότεινε στη Ρωσία να συνεργαστεί μαζί της για μια αμοιβαία επίλυση του ιταλικού ζητήματος.

Ο Καποδίστριας αντέδρασε με έντονη επιστολή του, που επιδόθηκε στον Μέττερνιχ στις 12 Σεπτεμβρίου 1820, όπου σχολίαζε με δυσμένεια τις αυστριακές πρωτοβουλίες στην Ιταλία [xxvii]. Με άλλη εγκύκλιό του, προς τους λοιπούς συμμάχους, ο Ρώσος Γραμματέας της Επικρατείας κατέβαλε προσπάθεια για τη διαφοροποίηση των επιδιώξεων της Αυστρίας, που είχαν ήδη τεθεί και απέβλεπαν στην κατάπνιξη κάθε φιλελεύθερης κινήσεως [xxviii].

Στο Τρόππαου, όπου συγκεντρώθηκαν τελικά οι σύμμαχοι για να συζητήσουν για την «απειλή» της ιταλικής επαναστάσεως, ο Μέττερνιχ δήλωσε, ότι η κατάπνιξη της κινήσεως ήταν αυστριακή υπόθεση, επικαλούμενος δικαιώματα επιρροής στη Βόρεια Ιταλία. Ωστόσο ο Καποδίστριας αντέδρασε, μ’ ένα μακροσκελέστατο υπόμνημα στις 2 Νοεμβρίου 1820, καταδικάζοντας το ενδεχόμενο μιας μεμονωμένης αυστριακής επεμβάσεως.

«Η Αυστρία θα πρέπει να συντάξει μια διακήρυξη», υποστήριξε ο Καποδίστριας, «με την οποία ν’ αναγγέλλει στους λαούς των δύο Σικελιών, ότι μοναδικός λόγος και μοναδικός σκοπός αυτού του διαβήματος θα είναι ο σεβασμός της ακεραιότητας του Βασιλείου, η σταθεροποίηση της πολιτικής και εθνικής του ανεξαρτησίας και η εγκαθίδρυση -από συμφώνου με τον βασιλέα- ενός συστήματος διακυβερνήσεως, που θα κατορθώσει να πείσει όλους τους υπηκόους για την ειρηνική ικανοποίη­ση αυτής της διπλής ελευθερίας». Στη συνέχεια ο Ρώσος Υπουργός ανέλυε τους κινδύνους των αυστριακών πρωτοβουλιών: «Παρατηρήσαμε, πως κάθε μεμονωμένη ενέργεια, θα αποδείκνυε, ότι η γενική συμμαχία είναι υπό διάλυση και τα αποτελέσματα θ’ απέβαιναν ένα νέο όπλο στα χέρια του εχθρού τον οποίο πρέπει οι Δυνάμεις να πολεμήσουν».

«Πιστεύουμε», διακήρυξε, τέλος, «ότι οι σύμμαχες Δυνάμεις έχουν το δικαίωμα να επεμβαίνουν στις υποθέσεις της Νεαπόλεως. Πιστεύουμε ότι είναι υποχρεωμένες να επεμβαίνουν. Πιστεύουμε, ότι μπορούν και πρέπει να προσδώσουν στην επέμβαση συγκεντρωτικό χαρακτήρα που θα πρέπει να έχει για να είναι σωτήρια»[xxix].

Καθώς υποστηρίξαμε ήδη, η προταθείσα από τον Καποδίστρια λύση της προγενέστερης συνδιαλλαγής, υιοθετήθηκε, ύστερα από 130 περίπου χρόνια, από τον Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών σαν διαδικασία διευθετήσεως των διεθνών διαφορών [xxx]. Αυτά, σε πολύ γενικές γραμμές [xxxi], υπήρξαν τα πολιτικά σχέδια του Καποδίστρια για τη διαμόρφωση μιας νέας τάξεως πραγμάτων στην Ευρώπη μετά το Συνέδριο της Βιέννης. Η πίστη του στο Διεθνές Δίκαιο, η εμμονή του στην πολιτική της αυτοδιαθέσεως των λαών, η προ­σήλωσή του στη συνταγματική νομιμότητα και η αποστροφή του για την ύπαρξη μόνιμων στρατευμάτων, συντέλεσαν ουσιαστικά στην κάμψη της απολυταρχικής τακτικής των μεγάλων Δυνάμεων στα δύ­σκολα χρόνια της παλινορθώσεως.

 

Παύλος Β. Πετρίδης

Καθηγητής Νομικής Σχολής Α.Π.Θ.

 

Υποσημειώσεις


[i] Το μακροσκελές αυτό υπόμνημα, (18 σελίδες), παραμένει ανέκδοτο και βρέθηκε κατά τη διάρκεια των πρώτων ερευνών μας στα Αρχεία της Βιέννης, στο τμήμα πολιτι­κών υποθέσεων, φάκελος Russland III, Berichte 1820, Fsz. 23, Fol. 35-43. Μέρη του υπομνήματος αυτού δημοσιεύτηκαν στου Π. Πετρίδη. Η διπλωματική δράσις του Ιωάν­νου Καποδίστρια υπέρ των Ελλήνων, 1814-1831, Θεσσαλονίκη, 1974, σ. 101-103 και στη μελέτη του ίδιου, «Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Γερμανική Ομοσπονδία», Δελτ. Αναγν. Εταιρείας Κερκύρας, 11 (1974), σ. 53-54.

[ii] Το υπόμνημα αυτό, της 29ης Ιουλίου, παραμένει ανέκδοτο και βρέθηκε στους φα­κέλους των Αρχείων της Βιέννης, τμήμα πολιτικών υποθέσεων, ό.π. Αποσπάσματα αυ­τού του εγγράφου χρησιμοποιήθηκαν στην μελέτη μας, «Ο Μέττερνιχ ανάμεσα στον Καποδίστρια και τον Τσάρο Αλέξανδρο – Ένα απόρρητο υπόμνημα του Αυστριακού πρεσβευτή στην Πετρούπολη Λέμπτζελτερν από τα Αρχεία της Βιέννης», στη Μνημοσύ­νη (1978).

[iii] Βλ. την πρόσφατη εργασία του Ζ.Ν. Τσιρπανλή, «Υπομνήματα και εκθέσεις του Ιωάννη Καποδίστρια (1809-1822) (προβλήματα και έρευνα)», Επ. Επετ. Φιλ. Σχ. Παν. Ιωαννίνων, 6 (1977), σ. 99-134. Για περισσότερα βλ. την μελέτη μας, «Βιβλιογραφία Ιω­άννη Καποδίστρια (1776-1831)», στο  Συμπλήρωμα της Βαλκανικής Βιβλιογραφίας.

[iv] Βλ. την εργασία του W. Oechsli, «Lebzeltern und Capo d’Istria in Zürich», Festg. z. Ehren M. Büdingers (1898), σ. 431-447. Επίσης, W. Oechsli, Die Verbündeten und die Schweizerische Neutralität im Jahre 1813, Zürich, 1898, σ. 39-41 – Ε. LévisMirèpoix, Mémoires et papiers de Lebzeltern, Paris, 1949, σ. 273-291 – Π. Πετρίδη, «H συμβολή του Ιωάννη Καποδίστρια στην κατοχύρωση της ελβετικής ουδετερότητας», Δελτ. Αναγν. Εταιρείας Κερκύρας, 14 (1977).

[v] Η έκθεση αυτή, της 24ης Νοεμβρίου 1813, που βρέθηκε από μας στα Αρχεία της Βιέννης, στο φάκελο Schweiz varia II 1813-16, Berichte aus der Schweiz (K. 312), παρα­μένει ανέκδοτη. Μια παράγραφος μόνο χρησιμοποιήθηκε στην μελέτη μας «Η συμβολή του I. Καποδίστρια», ό.π.

[vi] Βλ. την ανέκδοτη αυτή έκθεση – επιστολή στα Αρχεία Βιέννης στο φάκελο Actenstücke betreffend die Schweiz, Fol. 4-13! Αποσπάσματα αυτού του σημαντικού εγ­γράφου αξιοποιήθηκαν στην μελέτη μας «Η συμβολή του I. Καποδίστρια», ό.π.

[vii] Βλ. σχετικά Αρχεία Βιέννης, Schweiz 1813-14 (Κ. 311) Ι-ΙΙΙ – Actenstücke bettrefent die Schweiz (Κ. 312) – Schweiz II 1813-16. Επίσης, W. Oechsli, «Lebzeltern», ό.π., σ. 280-291 – P. Kasser, «Der Durchmarsch der Alliirte durch die Schweiz im Winter 1813 auf 1814», Schw. Kriegsgeschichte. 9 (1912), σ. 36-38 – G. Steiner, «Der Bruch der schweizerichen Neutralität im Jahre 1813», Basler N. jahrsblatt (1924), σ. 100-103 – W. Oechsli, «Der Durchzug der Alliirten durch die Schweiz», N. jahrsblatt d. Waisenhauses (1908), σ. 15 κ.ε.

[viii] Π. Πετρίδη, «Η συμβολή», ό.π.

[ix] Βλ. τις εκθέσεις αυτές στα Αρχεία Βιέννης, στο φάκελο Schweiz varia II 1813-16 (Κ.
312), Berichte aus der Schweiz, Fol. 1-55.

[x] To μεγαλύτερο μέρος της διπλωματικής αλληλογραφίας της σχετικής με τη διαπραγμάτευση των ελβετικών υποθέσεων παραμένει ανέκδοτο στα Αρχεία της Βιέννης στο φάκελο Berichte aus der Schweiz (Κ. 312), Fol. 18-104. Σημαντικότατες νότες του Καποδίστρια για τα ελβετικά ζητήματα δημοσιεύτηκαν από τους E. Lévis-Mirèpoix, Une mission diplomatique austro-russe en Suisse, 1931, σ. 46-48, 53-55 – S. Lascaris, Capodistrias avant le Révolution Grecque, Lausanne, 1918, α 44,46,47-51,51-52,57. Βλ. επίσης στις εκδόσεις της VPR (Vnesnjaja Politika Rossii, XIX i nacala XX veka), τ. 8, σ. 81-85,111-112και 204-206.

[xi] Π. Κ. Ενεπεκίδης, Ιωάννης Καποδίστριας, 176 ανέκδοτα γράμματα προς τον πατέρα του, 1809-1820, Αθήναι, 1972, σ. 182.

[xii] Βλ. τα σχετικά υπομνήματα του Καποδίστρια στα Αρχεία Βιέννης, στους φακέ­λους St. Κ. Wiener Kongressakten, Fsz. 9 και 23.

[xiii] Π. Πετρίδης, «Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Γερμανική Ομοσπονδία», Δελτ. Αναγν. Εταιρείας Κερκύρας, 11 (1974), σ.37-54.

[xiv] Η έκδοση του υπομνήματος αυτού, στα γαλλικά, στου G.H. Pertz, Das Leben des Ministers Freiherrn vom Stein, Berlin 1851/55, τ. 4, σ. 735-739.

[xv] A. Papermann, Diplomatische Geschichte, τ. 2, σ. 444-451 – R. Flassan, Der Wiener Kongress, x. 2, σ. 116-118 – F. Berber, Lehrbuch des Völkerrechts, 1960, τ. I, σ. 140 – Α. Nussbaum, Geschichte des Völkerrechts, 1954, σ. 205.

[xvi] G.H. Pertz, Das Leben, ό.π., τ. 4, σ. 444, 454 – τ. 5, σ. 37 επ., 50,51. Βλ. επίσης στο VPR, τ. 8, σ. 570-571 ένα σχέδιο πρωτοκόλλου για τα γερμανικά ζητήματα που παρου­σίασε ο Καποδίστριας στους πληρεξούσιους αντιπροσώπους των συμμάχων Δυνάμεων.

[xvii] Βλ. στα Αρχεία Βιέννης, φάκελος Russland III, Berichte 1820, Fsz. 23, Fol. 35-43. Βλ. επίσης την «Aperçu des idées de l’ Empereur sur les affaires d’Allemagne» (21-11-1819) στου Ch. Webster, The Forein Policy of Castlereagh, 1963, τ. 2, σ. 193-194.

[xviii] «Memorandum de M. Capo d’ Istria, ministre de Russie, 28 (18) juillet 1815», στου Angeberg, Le Congrès de Vienne, Paris, 1863, τ. 2, σ. 1470-1476. H αξιοποίηση του υπομνήματος αυτού στου Π. Πετρίδη, «Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η αντιμετώπιση των γαλλικών υποθέσεων από το Διευθυντήριο των Δυνάμεων 1815-1818», Δελτ. Αναγν. Εταιρείας Κερκύρας, 13 (1976), σ. 34-39.

[xix] Π. Πετρίδης, ό.π., σ. 42.

[xx] Ό.π., σ. 43.

[xxi] Η σημαντική διπλωματική αλληλογραφία Καποδίστρια -Πότσο ντι Μπόργκο δη­μοσιεύθηκε -κατά μεγάλο μέρος- στου C. Pozzo di Borgo, Correspondance diplomatique duComte Pozzo di Borgo et du comte de Nesselrode (1814-18), Paris 1890,97 βλ. ιδιαίτερα στον πρώτο τόμο, σ. 395-504 και στον δεύτερο σ. 94-566. Οι περισσότερες επιστολές δεν έχουν αξιοποιηθεί ακόμη σε ευρύτερη εργασία.

[xxii] R. Cisternes, Le Due de Richelieu, son action aux Conférences d’Axi la Chapelle, Paris, 1895, σ. 91.

[xxiii] C. Grünwald, Alexandre ler, le Tsar mystique, Paris, 1955, σ. 249.

[xxiv] Εκτός από τα σημαντικότερα υπομνήματα και τις εκθέσεις του για τα ελβετικά, τα γερμανικά και τα γαλλικά ζητήματα, ο Καποδίστριας συνέταξε σημαντικότατα έγγραφα με αντικείμενο την κατάσταση και την εξέλιξη των πολωνικών, των ισπανικών και
των επτανησιακών υποθέσεων. Για τα υπομνήματα αυτά βλ. αναλυτικά (Αρχείο, Έκδοση, και Βιβλιογραφία) την εργασία μας «Βιβλιογραφία Ιωάννη Καποδίστρια 1776-1831»,στο Συμπλήρωμα της Βαλκανικής Βιβλιογραφίας (έκδοση Ι.Μ.Χ.Α.).

[xxv] Βλ. αντί άλλων Ε. Molden, Zur Geschichte des österreichisch russischen Gegen­satzes. Die Politik der europäischen Grossmächte und die Aachener Konferenzen, Wien, 1916, σ. 51-167.

[xxvi] Αρχεία Βιέννης, Russland III, Berichte 1820, Fsz. 23, ό.π.

[xxvii] Ό.π., Gesandtschaftsarchive, Kongresse von Troppau und Laibach (K. 60), Fol. 12-16.

[xxviii] Ό.π., St. K. Kongressakten, Troppau, Fsz. 38, Fol. 28-35. Αποσπάσματα αυτής της εγκυκλίου δημοσιεύτηκαν στου Π. Πετρίδης, Η διπλωματική, σ. 103-106.

[xxix] Το σημαντικότατο αυτό υπόμνημα παραμένει ανέκδοτο στα Αρχεία Βιέννης, St. Κ. Kongressakten, Troppau 1820, Fsz. 38, Fol. 32-48· αποσπάσματα δημοσιεύτηκαν στου Π. Πετρίδης, Η διπλωματική, σ. 109-112.

[xxx] Π. Πετρίδη, «Η ευρωπαϊκή πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια (1814-21)», Δελτ. Ε.Β.Ε.Θ. (1976), σ. 12. Η γενική ευρωπαϊκή πολιτική του Καποδίστρια, με πλήρη αξιο­ποίηση των πηγών που βρέθηκαν και βρίσκονται στα ξένα αρχεία, θα αποτελέσει το αντικείμενο μιας πληρέστερης και ευρύτερης εργασίας μας.

[xxxi] Εκτενέστερα για την ευρωπαϊκή πολιτική του Καποδίστρια στα χρόνια της παλι­νόρθωσης, βλ. Π. Πετρίδης, Η ευρωπαϊκή πολιτική του I. Καποδίστρια, Θέσεις και προ­τάσεις για μια προοδευτικότερη τάξη πραγμάτων στην Ευρώπη 1814-1821, Αθήνα (1988).

  

Πηγή


  • Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «Ιωάννης Καποδίστριας / 170 χρόνια μετά 1827-1997», Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας, Ναύπλιο, 1998.

 

Σχετικά θέματα:

    

Read Full Post »

Ο Καποδίστριας και το Σερβικό ζήτημα


 

Το Φεβρουάριο του 1804 στη σερβική ορεινή περιοχή της Σουμάντιγια (Sumadija) ξέσπασε το πρώτο εθνικοαπελευθερωτικό της Χερσονήσου του Αίμου, το κίνημα των Σέρβων υπό τον Γεώργιο Πέτροβιτς, που μας είναι περισσότερο γνωστός σαν Καραγιώργης. Το κίνημα αυτό, παρόλο τον ηρωισμό των Σέρβων, θα καταπνιγεί στο αίμα του. Οι διεθνείς συνθήκες, που επικρατούσαν τότε στην Ευρώπη, και κυρίως η ρωσοτουρκική συνθήκη του Βουκουρεστίου που υπογράφτηκε στα 1812, συνετέλεσαν στο να σβήσει και η τελευταία εστία αντίστασης των Σέρβων επαναστατών στα 1813 [1]. Μετά όμως από δύο χρόνια οι Σέρβοι θα ξαναπάρουν τα όπλα, τη φορά αυτή υπό τον Μίλος Ομπρένοβιτς [2] (Milos Obrenovic), ο οποίος, ακολουθώντας διπλωματικές με­θόδους, κατόρθωσε να επιτύχει την πολυπόθητη αυτονομία για τη χώ­ρα του το έτος 1830.

 

Γεώργιος Πέτροβιτς (Καραγεώργης). Ο αρχηγός των Σέρβων κατά την επανάσταση του 1804-1813 που τελικά κατεστάλη από τον Χουρσήτ πασά.

 

Τα επαναστατικά κινήματα των Σέρβων συγκίνησαν τις ψυχές και των άλλων λαών της Χερσονήσου του Αίμου. Έτσι, ανάμεσα στους άλλους, πολλοί Έλληνες έμποροι της Διασποράς, Έλληνες ιεράρχες στις διάφορες βαλκανικές μητροπόλεις, Έλληνες πολιτικοί και διπλωμάτες, όπως ο Κωνσταντίνος Υψηλάντης, ηγεμόνας της Βλαχίας, ο Ιωάννης Καρατζάς, ηγεμόνας του ίδιου ρουμανικού πριγκιπάτου, ο Κωνσταντίνος Ροδοφοινίκιν, έξοχος Έλληνας διπλωμάτης στη ρωσι­κή υπηρεσία, και ο μετέπειτα πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάν­νης Καποδίστριας, έσπευσαν να βοηθήσουν τους ομόδοξους Σέρβους στον εθνικοαπελευθερωτικό τους αγώνα [ 3].

Τις σχέσεις του Καποδίστρια με τους Σέρβους μπορούμε να τις διαι­ρέσουμε σχηματικά σε δύο μεγάλες περιόδους. Η πρώτη αρχίζει το 1812 και τελειώνει το 1815, η δεύτερη δε περίοδος καταλαμβάνει το χρονικό διάστημα από το 1816 ως το 1821, οπότε είναι πια υπουργός των Εξωτερικών του τσάρου.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας ήλθε για πρώτη φορά σε επαφή με τους Σέρβους επαναστάτες κατά τη διαμονή του στο Βουκουρέστι το έτος 1812. Έχοντας αναλάβει τότε τη διεύθυνση του διπλωματικού γραφεί­ου του Ρώσου αρχιστράτηγου Παύλου Βασιλίεβιτς Τσιτσαγκόφ, ο Καποδίστριας είχε την ευκαιρία να επιδείξει τα εξαιρετικά του προσό­ντα, χάρη στα οποία θα διαπρέψει αργότερα στη ρωσική διπλωματική υπηρεσία. Όταν ο μετέπειτα πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας έφθα­σε στην πρωτεύουσα της Βλαχίας, η ειρήνη με τους Τούρκους είχε ήδη υπογραφεί βεβιασμένα, γιατί ο τσάρος, μπροστά στον επαπειλούμενο νέο κατά της Γαλλίας πόλεμο, ήθελε να είναι σε θέση να ανακαλέσει, το ταχύτερο δυνατόν, τον στρατό του που βρισκόταν στη Χερσόνησο του Αίμου [4].

Όπως έγραφε αργότερα ο Ιωάννης Καποδίστριας στην αυτοβιογραφία του, «Η διπλωματία δεν είχε πλέον να πράξη τι το σοβαρόν εκείθεν του Δουνάβεως. Η συνθήκη του Βουκουρεστίου, καίπερ ανεφάρμοστος, ώφειλε να επικυρωθή, όπερ και εγέντο. Η Δικαι­οσύνη, η Θρησκεία και η Φιλανθρωπία απήτουν εν τούτοις παρηγορίαν τινά δια τους λαούς ους η Ρωσία δια τετάρτην φοράν ηναγκάζετο να εγκατάλειψη εις την εκδίκησιν των Τούρκων… Αι παρηγορίαι αύ­ται εδόθησαν. Οι Σέρβοι έλαβον μεγάλας βοηθείας εις χρήματα, εις όπλα και εις πολεμοφόδια»[5].

Κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου της Βιέννης, παρά τα μεγάλα ευ­ρωπαϊκά προβλήματα που συζητούσαν στην αυστριακή πρωτεύουσα, ο Καποδίστριας δεν λησμόνησε τους Σέρβους. Ήδη πριν από την έναρξη του Συνεδρίου, ο μετέπειτα πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας, σε ακρόαση που είχε στη Βιέννη πλησίον του τσάρου, τόνισε τη θλιβε­ρή κατάσταση, στην οποία η συνθήκη του Βουκουρεστίου είχε οδηγή­σει τα μεγάλα συμφέροντα της Ρωσίας και των ομόδοξων προς αυτή λαών στην Ανατολή[6].

Τρανή απόδειξη του ενδιαφέροντος, το οποίο επέδειξε ο Ιωάννης Καποδίστριας για τη Σερβική υπόθεση κατά τη διάρκεια του Συνεδρί­ου της Βιέννης, παρέχουν τα απομνημονεύματά του πρωθιερέα Ματ­θαίου Νενάντοβιτς [7] (Matisa Nenadovic). Συγκεκριμένα, μετά την ολο­σχερή κατάπνιξη της Α΄ Σερβικής Επανάστασης (1813), οι Σέρβοι  φυ­γάδες, που είχαν εναπομείνει στην Αυστρία μετά την αναχώρηση του Καραγιώργη για τη Ρωσία, απέστειλαν στην αυστριακή πρωτεύουσα το Νενάντοβιτς με τον σκοπό να προσπαθήσει να επισύρει την προσοχή των εκεί συγκεντρωμένων ισχυρών της γης για τη δεινή κατάστα­ση που βρίσκονταν τότε οι συμπατριώτες του. Στα σπουδαία απομνημονεύματά του αφηγείται κατά τρόπο συγκινητικό τις πολύτιμες υπη­ρεσίες, τις οποίες ο Καποδίστριας πρόσφερε στους δεινοπαθούντες Σέρβους.

 

Ιωάννης Καποδίστριας

 

Η επιστροφή του Ιωάννη Καποδίστρια στη Ρωσία και ο ταυτόχρονος διορισμός του στο υψηλό αξίωμα του υπουργού των Εξωτερικών εγκαινιάζουν μια νέα φάση στις σχέσεις του Έλληνα διπλωμάτη με τους Σέρβους που είχαν αρπάξει για δεύτερη φορά τα όπλα εναντίον του οθωμανικού ζυγού. Συγκεκριμένα, στις αρχές του έτους 1816 ο Καποδίστριας επιφορτίστηκε να συντάξει τις οδηγίες για τον Γρηγόριο Αλεξάντροβιτς Στρόγκανοφ, ο οποίος, ως νέος πρέσβης της Ρω­σίας, θα μετέβαινε στην Κωνσταντινούπολη. Με την ευκαιρία αυτή ο Έλληνας διπλωμάτης επιχείρησε να πείσει τον τσάρο, ώστε, επιδεικνύοντας απέναντι στην Τουρκία σθεναρή στάση, να απαιτήσει τη λύση των ζητημάτων που εκκρεμούσαν μεταξύ των δύο κρατών από το έτος 1812. Και για να γίνουμε πιο σαφείς:

Όταν έγινε δεκτός από τον Αλέ­ξανδρο Α΄, ο Ιωάννης Καποδίστριας απέδειξε στον τσάρο ότι το γράμμα – και όχι βέβαια το πνεύμα- της συνθήκης του Βουκουρεστίου άφηνε στην Αυτοκρατορία των Οθωμανών πλήρη ελευθερία δράσις απέναντι στους Μολδοβλάχους και στους δυστυχείς Σέρβους· ταυτό­χρονα δε πήρε το θάρρος να προτείνει στον Ρώσο αυτοκράτορα να δοθεί στην αποστολή του βαρόνου Στρόγκανοφ εντελώς διαφορετι­κός χαρακτήρας. Αλλά ας αφήσουμε να εκθέσει ο ίδιος ο Καποδί­στριας τους λόγους που απηύθυνε τότε προς τον Ρώσο τσάρο:

 

«Αντί να αποσταλεί ούτος (δηλαδή ο Στρόγκανοφ), Μεγαλειότατε, όπως διαπραγματευθεί την εκτέλεσιν ανεφαρμόστου συνθήκης, ας λάβωμεν ως αφετηρίαν την διακοίνωσιν ην ο αρχιστράτηγος του στρα­τού του Δουνάβεως (δηλαδή ο Τσιτσαγκόφ) επέδωσεν εις τον Μέγαν Βεζύρην κατά την ανταλλαγήν των επικυρώσεων της συνθήκης ταύ­της. Η διακοίνωσις αύτη εδήλου εις την Πύλην, ότι εάν δεν ενεργήσει από κοινού μετά της Ρωσίας κατά του Ναπολέοντος, η συνθήκη θα εί­ναι άκυρος… Επομένως, η Ρωσία δικαιούται να προτείνει εις τους Τούρκους νέαν συνθήκην ειρήνης, συνοδεύουσα δε την πρότασίν της διά στρατιωτικής κινήσεως εις τα σύνορα και εν των Ευξείνω, δύναται να είναι βεβαία ότι οι Τούρκοι θα παραδεχθούν ταύτην. Ούτω θα δυνηθή τέλος η Ρωσία να απαλλάξει δια παντός τους Μολδαβούς, τους Βλάχους και τους Σέρβους από της αυθαιρέτου και καταθλιπτικής διοικήσεως ήτις τους καταπιέζει. Η Μολδαβία, η Βλαχία και η Σερβία δεν δύνανται άραγε να σχηματίσουσιν τρεις ομόσπονδους ηγεμονίας, κυβερνώμενος υπό ηγεμόνων εκ τριών διαφόρων δυναστειών, οίτινες δύνανται να εκλεγούν εκ των ηγεμονικών οίκων της Γερμανίας, ίνα ούτω συμβιβασθούν πάντα τα συμφέροντα και ορθή πάσα αφορμή ζη­λοτυπίας; Δια να μη στερηθή δε η Πύλη των δικαιωμάτων αυτής, δύνα­ται να απονεμηθή εις αυτήν, ως κυρίαρχου Δυνάμεως το δικαίωμα του προμηθεύεσθαι δια την Κωνσταντινούπολιν ζωοτροφίας των τριών τούτων ηγεμονιών επί μετρία τιμή…»[8]

 

Αλλά και με άλλα επιχειρήματα προσπάθησε ο Ιωάννης Καποδί­στριας να πείσει τον τσάρο Αλέξανδρο Α’ να προβεί σε αναθεώρηση της συνθήκης του Βουκουρεστίου και να βοηθήσει τους Σέρβους κα τους άλλους ομόδοξους λαούς της Χερσονήσου του Αίμου. Ο Έλλη­νας διπλωμάτης, τονίζοντας τα μεγάλα οφέλη που θα μπορούσε να φέ­ρει ένας τέτοιος συνδυασμός, έλεγε στον Ρώσο αυτοκράτορα τα εξής:

 

«Η ευφορία των χωρών τούτων, οι περιεχόμενοι εν αυταίς θησαυροί, οι εκμεταλλευθησόμενοι δια των τεχνών, της βιομηχανίας, του εμπο­ρίου και του ελευθέρου επί του Δουνάβεως πλου, θα προσφέρουν εις την Ρωσίαν, ως και εις την Αυστρίαν, την Γερμανίαν και τα άλλα πολι­τισμένα έθνη, μεγίστας ωφελείας. Οι Χριστιανοί της Ανατολής, εγκαθιστάμενοι εις τα νέα ταύτα κράτη, θα ωφελήσουν αυτά και θα καρ­πωθούν αμοιβαίαν ωφέλειαν, και εκείνοι δε, οίτινες θα μείνουν εισέτι υπό το συντετριμμένον σκήπτρον της Οθωμανικής κυβερνήσεως, θα υπομένουν τότε το παρόν επί τη ελπίδι μέλλοντος εξησφαλισμένου. Με την ελπίδα ταύτην ζουν ήδη από αιώνων οι χριστιανοί, βλέποντες δε αυτήν πραγματοποιουμένην τέλος δια τους αδελφούς αυτών Δάκας και Σέρβους, προς τι θα ζητήσουν ταύτην αλλαχού που και ουχί εν τη δικαιοσύνη και ελευθεριότητι της Ρωσίας; Αλλά τούτο θα είχε και αλ­λάς έτι συνεπείας. Παρέχουσα ενώπιον του κόσμου τοιούτον παρά­δειγμα μετριοπάθειας, δεν θα αφόπλιση αράγε η Ρωσία την ζηλοτυπίαν όλων των άλλων κυβερνήσεων;»[9]

 

Όλες όμως οι προτάσεις του Καποδίστρια, μολονότι περιείχαν ισχυρά επιχειρήματα, δεν έγιναν δεκτές από τον Ρώσο αυτοκράτορα Αλέξανδρο Α’, γιατί, όπως ισχυρίστηκε, δεν είχε καμιά διάθεση, επί του παρόντος τουλάχιστον, να κηρύξει τον πόλεμο εναντίον της Οθω­μανικής Αυτοκρατορίας. Και ιδού πως ακριβώς έχει η απάντηση που έδωσε ο Ρώσος τσάρος προς τον έλληνα διπλωμάτη: «Αι σκέψεις αύ­ται είναι πολύ λογικοί, αλλά δια να εκτέλεση τις τι πρέπει να προσφυ­γή εις το τηλεβόλον, τούθ’ όπερ δεν επιθυμή. Αρκετούς πολέμους έσχομεν επί του Δουνάβεως οι δε τοιούτοι πόλεμοι επιδρούν κακώς επί του ηθικού των στρατευμάτων. Του τελευταίου τούτου σεις ο ίδιος υπήρξατε μάρτυς. Αφ’ ετέρου η ειρήνη της Ευρώπης δεν έχει εισέτι στερεωθή, οι δε υποκινηταί των επαναστάσεων ουδέν θα επεθύμουν τόσον όσον να με ίδουν εις ρήξιν προς τους Τούρκους»[10].

Τα γεγονότα, που επακολούθησαν, απέδειξαν πόσο ορθά είχε προΐδει τα πράγματα ο Ιωάννης Καποδίστριας. Ο Στρόγκανοφ, φθά­νοντας στην Κωνσταντινούπολη, βρέθηκε μπροστά στην απροθυμία και έντονη άρνηση της Υψηλής Πύλης να συζητήσει για την επίλυση των ρωσοτουρκικών διαφορών. Γι’ αυτό και οι ενέργειες του υπέρ των Σέρβων, που διήρκεσαν από τα 1816 ως τα 1821, δηλαδή, επί τέσσερα και πλέον έτη, δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα.

Από τα 1821, έτος έναρξης της Ελληνικής Επανάστασης και διακοπής των ρωσοτουρκι­κών σχέσεων εξαιτίας της επανάστασης αυτής – η ρύθμιση του Σερβι­κού ζητήματος θα συνδεθεί με την τύχη των Ελλήνων επαναστατών και μόνο η εγκαινίαση σθεναράς πολιτικής από τον τσάρο Νικόλαο Α’, διάδοχο του Αλεξάνδρου Α, θα επιτρέψει στους Σέρβους τον δια­κανονισμό των ζητημάτων τους, που εκκρεμούσαν από δέκα πέντε και πλέον χρόνια, την οριστική ρύθμιση της τύχης τους».

 

Ιωάννης Α. Παπαδριανός

Καθηγητής Βαλκανικής Ιστορίας Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

 

Υποσημειώσεις


[1] D. Djordjevic, Ιστορία της Σερβίας, 1800-1918, Θεσσαλονίκη 1970, σσ. 17 κ.ε.

[2] Mih. Gavriolovic, Mitos Obrenovií, τ. 1,Beograd 1908, σσ. 152 κ.ε.

[3] Για τη συμμετοχή των Ελλήνων κατά την Α’ και Β’ Σερβική Επανάσταση βλ. τις παρακάτω νεότερες μελέτες: Kliment Dzambazovski, «Grci u Pivom Srpskom Ustanku» (Οι Έλληνες κατά την Α Σερβική Επανάσταση», Λ Ελληνοσερβικό Συμπόσιο. Πρακτι­κά, Θεσσαλονίκη 1979, σσ. 185 κ.ε. Α. Αγγελόπουλος «Η συμβολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου εις τα πνευματικός σχέσεις Ελλήνων και Σέρβων κατά το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνος», στα Πρακτικά του ίδιου Συμποσίου, σσ. 197 κ.ε.

[4] Μιχαήλ Θ. Λάσκαρης, Έλληνες και Σέρβοι κατά τους απελευθερωτικούς των αγώ­νας, 1804-1830, Αθήναι 1936, σσ. 44-45.

[5] Χρησιμοποιούμε εδώ, όπως και σε άλλα σημεία της μελέτης μας, το κείμενο της ωραίας μετάφρασης της Αυτοβιογραφίας του Καποδίστρια που εκπόνησε ο αείμνηστος καθηγητής μου Μιχαήλ Λάσκαρης (βλ. Ιωάννου Καποδίστρια, Αυτοβιογραφία, Εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια Μιχαήλ Λάσκαρη, έκδ. β’, Αθήναι 1968,σ.. 31-32).

[6] Βλ. Λάσκαρης, Έλληνες και Σέρβοι, σα. 47-48, σημ. 1, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[7] Matija Nenadovic, Memoari (Απομνημονεύματα), Beograd. 1867, σα 225,375.

[8] Καποδίστριας, Αυτοβιογραφία, σσ. 76-77

[9] Καποδίστριας, ό.π., σσ. 77-78.

[10] Καποδίστριας, Αυτοβιογραφία, σσ. 79.

Πηγή


  • Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «Ιωάννης Καποδίστριας / 170 χρόνια μετά 1827-1997», Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας, Ναύπλιο, 1998.

Read Full Post »

Εχθρικές ενέργειες των Άγγλων εναντίον του Ιωάννη Καποδίστρια


 

Ιωάννης Καποδίστριας

Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους των Αθηνών και της Κέρκυρας υπάρ­χουν πλήθος εγγράφων για τις συνωμοτικές ενέργειες του Άγγλου και του Γάλλου αντιπρέσβεων εναντίον του Κυβερνήτου Ιωάννη Καποδί­στρια και των πολλών άλλων ξένων προξένων, αξιωματικών και ναυάρ­χων και δύο αυτών χωρών, οι οποίοι υποκινούσαν τους αντικαποδιστριακούς Έλληνες αρχηγούς να στασιάσουν εναντίον του Κυβερνήτου.

1. Από το μεγάλο αυτό αριθμό των εγγράφων – πηγών που αποδει­κνύουν με τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο την ενοχή των δύο αυτών ξέ­νων δυνάμεων, τόσο στα στασιαστικά κινήματα και τις ανταρσίες των Ελλήνων όσο και στην τραγική τελευταία πράξη της δολοφονίας του Καποδίστρια, αναφέρω στην παρούσα ανακοίνωσή μου μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα και πληροφορίες από τις αδιάψευστες αυ­τές ιστορικές πηγές που αφορούν αποκλειστικά στις ενέργειες των Άγγλων, για τους οποίους οι πάντες έγραφαν -κυρίως οι νεώτεροι- ότι δεν υπάρχουν στοιχεία αποδεικτικά. Καταβάλλεται δε προσπά­θεια να φανερώσουν τη χρονολογική εξέλιξη.

Μία από τις παλαιότερες ειδήσεις για την στάση των ξένων εκπρο­σώπων -κυρίως της Γαλλίας και Αγγλίας- που είχαν καταφθάσει στον Πόρο τον Ιούνιο του 1828 για την περιβόητη συνδιάσκεψη του Πόρου, είναι οι συζητήσεις που θα είχαν με τον Κυβερνήτη και τους άλλους Έλληνες αρμοδίους για το θέμα της διαμορφώσεως των συνόρων του ελληνικού κράτους.

Ο Γάλλος συνταγματάρχης Theophile Feburier, σε έκθεσή του, στις 28 Αυγούστου 1828, προς τον Γάλλο κόμη Rayneval, που αντικαθι­στούσε προσωρινά τον επίσημο αντιπρόσωπο της Γαλλίας στον Πόρο de la Ferronays, του έκανε σαφή λόγο για την αντίδραση που οργανωνόταν στα σκοτεινά από τους Άγγλους και Γάλλους εκπροσώπους εναντίον του Καποδίστρια. Ο Γάλλος στρατηγός την προηγούμενη ημέρα μάλιστα είχε δεχθεί την επίσκεψη δύο μελών της οικογενείας Μαυρομιχάλη, οι οποίοι καταφέρθηκαν με πάθος εναντίον του Κυβερνήτη και έθεσαν τους εαυτούς τους στη διάθεση των Γάλλων και Άγγλων για κάθε τους αντικυβερνητική ενέργεια[1].

Ακόμη πιο σαφής και κατηγορηματικός για την στάση των Άγγλων εκπροσώπων στην συνδιάσκεψη του Πόρου εναντίον του Καποδί­στρια είναι ο Ρώσος εκπρόσωπος, ο διπλωμάτης J. Ribeaupierre, που ήταν παρών και αυτόπτης μάρτυς όλων αυτών των μακρών συζητήσεων και αντιδράσεων, που κράτησαν έξι ολόκληρους μήνες. Γράφει στα Ιστορικά Απομνημονεύματά του[2]:

 «Η εποχή εκείνη υπήρξε λίαν κοπιώδης εις εμέ. Η Αγγλία απηρνείτο το ίδιον αυτής δημιούργημα, ο δε Canning επισταμένως προσεπάθει να ελαττώσει τα όρια των συνό­ρων της δυστήνου Ελλάδος, ίνα μη δυνηθεί και αναπτύξει τας θαλασσί­ους αυτής δυνάμεις. Εζήτει πάσαν πρόφασιν να εγείρει εις τον κόμητα Καποδίστριαν προσκόμματα, να εξεγείρει τους εχθρούς της τάξεως και παρείχε εις τον Κυβερνήτην πάσαν δυσχέρειαν. Έχω δε πλήρη πεποίθησιν ότι η χειρ η οποία εφόνευσε τον Καποδίστριαν εξοπλίσθη πα­ρά πράκτορος της απεχθούς Αγγλίας!…».

2. Στον Πύργο της Ηλείας η Αγγλία είχε τοποθετήσει ως αντιπρόξενό της τον Αναστάσιο Πασχουάλη, όπως αναφέρεται στα έγγραφα, τα εξαιρετικώς πολλά, που σχετίζονται με την κατασκοπευτική του δρά­ση και τις σκοτεινές ενέργειές του. Σε έγγραφο της Γραμματείας της Επικρατείας προς τον επί των Εξωτερικών Γραμματέα της Κυβερνήσεως, της 17 Ιουλίου 1829, από το Άργος [3], αναφέρεται ότι ο κατά την Ελλάδα έκτακτος Επίτροπος κατήγγελε «στασιώδεις τινάς πράξεις», που γίνονταν στον Πύργο της Ηλείας. Και βεβαίωνε ότι «οι πρωταίτιοι αυτών των πράξεων συγκρο­τούσαν νυκτερινός και μυστικός συνελεύσεις εις του Αναστασίου Πασχουάλη, Αγγλικού Αντιπροξένου την οικίαν, ήτις είναι εν γένει το καταφύγιον όλων, όσους καταδιώκει δι’ ατοπήματα η επιτόπιος αρ­χή». Δεν εκρίθη όμως αυτό να τον συλλάβουν πριν από την ενημέρωση του Άγγλου αντιπρέσβη Dawkins. Το υπουργικό Συμβούλιο ανέθεσε στον επί των Εξωτερικών Γραμματέα να επισημάνει στον Άγγλο αντι­πρέσβη, ότι αν όντως ήταν υπάλληλός του «να τον σωφρονίσει μόνος του, ειδεμή να ειδοποιήσει περί του εναντίου την Κυβέρνησιν, ήτις τό­τε θέλει λάβει η ιδία περί αυτού τα ανήκοντα μέτρα».

Από την μέχρι τώρα έρευνά μου δεν μπόρεσα να εύρω πληροφορίες για την απάντηση ή τις ενέργειες του Dawkins. Το πιθανότερο είναι ότι δεν προέβη σε καμιά αποφασιστική ενέργεια. Στις 6 Δεκεμβρίου 1829 ο Γενικός Αστυνόμος της Ήλιδος Ιωάννης Μανιατόπουλος, σε αναφορά του προς την κυβέρνηση [4] ανέφερε ότι στην οικία του «αγγλι­κού προξένου» στον Πύργο, συνεχίζονταν οι συγκεντρώσεις των «κα­κοβούλων» και ανέφερε και τα ονόματα των Ελλήνων, που συμμετεί­χαν: «Λυκούργος Κρεστενίτης, Παπαγεωργίου, Γαλάνης, Παπασχοινάς, Α. Αχόλου, Α. Ξυλάρης, Αναγνώστης Τσιτσίκας, Διονύσιος Σκούφος, Νικίας, Σλαϊδής, και Α. Παπασταθόπουλος».

Τόμας Γκόρντον, έργο του Καρλ Κρατσάιζεν , Πόρος, 13 Απριλίου 1827.

Ο έκτακτος επίτροπος Αργολίδος Ν. Καλλέργης, σε έγγραφό του προς τον Κυβερνήτη Καποδίστρια, από το Ναύπλιο, στις 2 Νοεμβρίου 1828, ανέφερε μια απίθανη και εξαιρετικά σημαντική πληροφορία για τον Άγγλο αντιπρέσβη Dawkins, ενδεικτική για την μετέπειτα αντικαποδιστριακή στάση του [5]: «Έφθασε ενταύθα (στο Ναύπλιο) εκ Ζακύνθου, προ της εχθές το εσπέρας επί του πλοίου του συνταγμα­τάρχου Κυρίου Θωμά Γόρδων, ο Κύριος Dawkins, Άγγλος, και σήμε­ρον προς το εσπέρας ή αύριον το πρωΐ εκκινεί δια ξηράς εις αντάμωσιν της Κυβερνήσεως. Μολονότι η ευγένειά του δεν εκοινοποίησε τί­ποτε, ούτε δια τον ερχομόν του, ούτε δια τον βαθμόν του υποκειμένου του, φημίζεται όμως ότι είναι πρέσβης απεσταλμένος προς την ελληνικήν Κυβέρνησιν…». Ο Καλλέργης τον επισκέφθηκε στην οικία του Γόρδων όπου έμενε και του πρόσφερε τις υπηρεσίες του.

Για την συνεχή συνεργασία του Άγγλου αντιπροξένου Παχουάλη ή Πασχουαλίνου, όπως αναφέρεται, με τον Λυκούργο Κρεστενίτη υπάρχουν αρκετές επώνυμες καταθέσεις, όταν άρχισαν σχετικές ανα­κρίσεις. Σε κατάθεση ενός μάρτυρα με δυσανάγνωστη υπογραφή, από την Αγουλινίτσα του Πύργου, της 29 Νοεμβρίου 1829 [6], αναφέρεται ότι ο Κρεστενίτης πληρωνόταν από τους «Ιγγλέζους» προκειμένου να «βγαίνει στο παζάρι και να λέγει, ότι οι Ιγγλέζοι είναι έθνος καλό και υπερασπίζονται τους φτωχούς Έλληνας και θα είδομεν το καλόν από αυτούς. Και λείποντες αυτοί είμεθα χαμένοι…».

Είχαν οργανώσει στον Πύργο και μυστική Εταιρεία. Και όταν ο μάρτυς, προσποιούμενος ζήτησε να γίνει «μέλος του φρονήματός της» του είπαν ότι ο Κρεστενίτης «μας είπεν ότι να παστρεύομεν τα τουφέκια μας και το περισσότερον τας μπιστόλες, διότι αυτές θα δουλεύουν καλιότερα διότι ο Καποδίστριας το παραχάλασε και εις ολίγας ημέρας έρχεται πρίγκυψ Ιγγλέζος, ο οποίος είναι και συγγενής του βασιλέως και είναι και πλούσιος άνθρωπος. Ο οποίος εις δέκα ημέρες έρχεται και ο Καποδίστριας πάει την στράτα του, διότι άλλα υποσχέθηκε και άλλα κάνει και τους απάτησεν όλους. Και οι πληρεξούσιοι άνοιξαν τα μάτια τους και εμετανόησαν και τόσον είναι προκομένοι οι Ιγγλέζοι, όπου δια 16 ημέρες ήλθεν Ιγγλέζος από την Λόνδραν και εκόνεψε σπίτι μου… κατ’ αίτησιν της Γε­νικής αστυνομίας του τμήματος της Ήλιδος δίδω την παρούσαν μου μαρτυρίαν και υπογράφομαι…».

Παρόμοια κατάθεση έκαναν την άλλη ημέρα, στις 30 Νοεμβρίου 1829, στο ίδιο αστυνομικό τμήμα και ο Αθανάσιος Φωτόπουλος και ο Αλέξης Κοτέρης(;) [7].

Στις 6 Δεκεμβρίου 1829, ο Γενικός Αστυνόμος της Ήλιδος Ιω. Μανιατόπουλος, σε αναφορά του προς τον έκτακτον επίτροπον της ίδιας επαρχίας, έδινε ακόμη πιο συγκεκριμένες πληροφορίες για τη δράση του «κονσόλου της Βρεταννίας» στον Πύργο Αν. Πασχαλινού. Στην οικία του «εσυστήθη εταιρεία, η οποία σκοπόν έχουσα να αρχεύσουν οι Άγγλοι εις την Ελλάδα και ο αρχηγός αυτής είναι ο διαληφθείς κονσό­λας, όστις υπόσχεται εις εκείνους οίτινες καταχηθώσιν μεγάλας υπο­σχέσεις και ότι θέλουν χαίρονται ευδαιμονίαν» οικονομικήν. Τις πλη­ροφορίες αυτές τις είχε από τον Νικόλ. Πατρώνα, που είχε στενή φι­λία με τον Άγγλο πρόξενο και οσάκις τον επισκεπτόταν του «επαινού­σε τους Άγγλους και κατηγορούσε τον έξοχον Κυβερνήτην και να υπόσχεται μεγάλα πράγματα εις εκείνους οι οποίοι φρονούν δια τους Άγγλους».

Ο Πατρώνας ανέφερε ακόμη ότι ο Άγγλος πρόξενος είχε κατατάξει και «τους αποστόλους όπου έχει κατηχημένους ως έπεται: Αη κλάσις: Λυκούργον Κρεστενίτην, ένθερμος ζηλωτής και κορυφαίος των αποστόλων. Βα: παπά Γεώργιος Οικονόμου, Γαλάνης, Παπασχινάς, Αλέξανδρος Άχολος, γαμβρός του κονσόλου. Γη: Αναστάσιος Ζηλάρας(;), Αναγνώστης Τζίτζικας, Διονύσιος Σκούφος, Νικίας, Πιλαΐδης, επιστήθιος του Λυκούργου, Αθανάσιος Παπασταθόπουλος, ωσαύτως». Όλοι αυτοί «ομιλούν πλαγίως εις τους σχετικούς τους», προκειμένου να αυξήσουν τα μέλη της μυστικής αντικαποδιστριακής εταιρείας. Και όλοι προσπαθούσαν «να κινήσουν τον λαόν εις οχλαγωγίαν», εναντίον της κυβερνήσεως του Καποδίστρια. Ο Μανιατόπουλος προέτρεψε τον Πατρώνα «να υπάγει να κατηχηθεί εις αυτήν την εταιρείαν, με ό,τι μέσα ημπορέσει, όπου να ανακαλύψωμεν αυτήν», έγραφε στην αναφορά του. Μετά τρεις ημέρες, στις 9 Δεκεμβρίου 1829, ο Μανιατόπουλος πλη­ροφορούσε τον έκτακτον Επίτροπον Ήλιδος ότι ένας φίλος του – που δεν τον ονομάζει – του είπε ότι η εταιρεία αυτή είχε επεκταθεί και στα χωριά και ένας κάτοικος του χωριού Καραμελέα Λακωνίας «ενεργεί δια την γνωστήν σας Εταιρείαν και υπόσχεται μισθούς και βαθμόν εις εκείνους, οι οποίοι ήθελον τον ακολουθήσει»[8].

Ιωάννης Καποδίστριας. Εικόνα από λιθογραφία του Μύλλερ, σχέδιο εκ του φυσικού. Φέρει την υπογραφή του Καποδίστρια με τη φράση: «Αυτό που με κολακεύει περισσότερον είναι να ζήσω εις την ανάμνησιν των ανθρώπων ». Η λιθογραφία επανεκτυπώθηκε στην Καρλσρούη με σκοπό τα έσοδα από τις πωλήσεις να διατεθούν υπέρ του Αγώνα των Ελλήνων.

Τα γεγονότα αυτά ανησύχησαν την κυβέρνηση, η οποία ανέθεσε στον Παναγ. Αναγνωστόπουλο να ερευνήσει με κάθε προφύλαξη την υπόθεση του Άγγλου προξένου στον Πύργο. Ο Αναγνωστόπουλος, σε μακρά αναφορά του προς τον Κυβερνήτην, από τον Πύργον, στις 15 Δεκεμβρίου 1829[9] τον ενημέρωνε λεπτομερώς για την ανησυχητική κατάσταση που επικρατούσε στην πόλη αυτή, λόγω των συνωμοτικών ενεργειών του Πασχαλινού. «Η πόλις αυτή, έγραφε, είναι η εστία όλων των κακών ανεξαιρέτως- είναι συστημένη υπό των εγωιστών εχθρών της Ελλάδος, φωλεά τις δι’ ενός υπουργού του Πασχαλίγκου κονσό­λου… αυτός έχει όνομα και μορφήν άλλην αλλά καρδίαν εγωϊστού και τίγρεως. Το σπίτι του είναι ως μία λέσχη, όπου συναθροίζοναι συνεχώς οι προσήλυτοι και εταίροι και συνομιλούν και σχεδιάζουν κινήματα τινά δεικνύουν το πράγμα εναργέστατα ως μίαν εταιρείαν…».

Και σε άλλο σημείο αναφέρει: «Ο Πασχαλίγκος έλαβε πρό τινων ημερών επιστολήν τινά αξιωματι­κών εξ Αγγλίας, ειδοποιητικήν των πιστών του και πολυειδών εκδουλεύσεων. Του προσδιορίζονται εκ της (βασιλικής) Αυλής του δια μισθόν ενιαύσιον δίστηλα χίλια και διακοσίας λίρας στερλίνας δι’ αποζημίωσιν εξόδων του… Λέγει πολλά και μαινόμενος κατά καθεστώτων και κατά της Σ(εβαστής) Κυβερνήσεως…».

Ο Αναγνωστόπουλος αναφέρει ακόμη ότι «πέντε άνθρωποι διορι­σμένοι από την ενταύθα φωλεάν των εταίρων θέλει υπάγουν τρεις ώρας μακράν της Αγουλινίτσας, εις το χωρίον Ανεμοχώρι, δια να φυλάξουν εκεί και πάρουν εκ του ταχυδρομείου τα γράμματα της Κυβερνήσεως». Και ζητούσε άμεση αποστολή στρατιωτικής ενισχύσεως. Πιστεύει ότι βασικός σκοπός όλων αυτών των ενεργειών του Άγγλου προξένου – σύμφωνα με τις εντολές που έχει πάρει από τις αρμόδιες αρχές της χώρας του – είναι να πείσει τις ευρωπαϊκές χώρες ότι ο ελληνικός λαός δεν θέλει τον Κυβερνήτη «ως μη φυλάξαντα όσα υπεσχέθη». Γι’ αυτό και σκοπεύουν να «εκδιώξωσι τας αρχάς (τις κρατικές) και να φέρουν την αναρχίαν και των μαχαιροφόρων την επικράτησιν», όπως και στο πρόσφατο παρελθόν[10].

Ο προσωρινός Διοικητής Λεβαδείας και Θηβών Αθανάσιος Λιδωρίκης, σε αναφορά του προς τον Πληρεξούσιο Τοποτηρητή της Κυ­βερνήσεως, στις επαρχίες της Στερεάς Ελλάδος, Αυγουστίνο Καποδί­στρια, από την Αράχοβα, στις 7 Σεπτεμβρίου 1829, μεταξύ των άλλων πληροφοριών, που του έδινε για τις μάχες στην Στερεά Ελλάδα του ανέφερε ότι «οι Τούρκοι εις Εύριπον τρέφουν μεγάλας ελπίδας ότι αγγλικά πλοία μέλλουν να τους φέρουν τροφάς και να τους βοηθήσωσι» ποικιλοτρόπως[11].

Σε μακρά καταγραφή, κατά χρονολογική σειρά, των συνωμοτικών γεγονότων, ξένων και Ελλήνων, από τις αστυνομικές αρχές, στις 22 Μαρτίου 1831, ο Β. Μπουντούρης, αναφέρει[12]:

 «Οι κακόβουλοι περι­μένουν ανυπομόνως τον Μιαούλην. Συνήλθαν εις το κατάστημα της Τυπογραφίας (στην ‘Υδρα) και ομίλησαν τι να κάμουν, αν ιδούν τινά ανά­γκην. Εσυμβουλεύθησαν και τους Κουντουριώτας, οίτινες τους ενεθάρ­ρυναν, υποσχόμενοι:

1ον: Ν’ ανοίξουν το θησαυροφυλάκιόν των δια το γενικόν καλόν της Πατρίδος.

2ον: Είπαν εις τους πλοιάχους να μην απελπίζονται ότι έχουν εξωτερικούς βοηθούς (Άγγλους και Γάλλους).

3ον: Προς τον Δώκινς και Ρουάν[13], πέμπουν ανά 15 φύλλα του Απόλ­λωνος- και αυτοί ευχαριστηθέστες υπεσχέθησαν να δώσουν βοήθειαν, εν χρεία και ναυτιλιακά έγγραφα.

4ον: Ότι κατά τας ειδήσεις Μαυρο­κορδάτου και Τρικούπη, τα της Δυτικής Ελλάδος και Αιγαίου Πελά­γους υπάγουν καλά εις τον σκοπόν τους[14].

5ον: Ότι οι αντιπρέσβεις (Dawkins και Rouen) έπιασαν γράμματα του Κυβερνήτου προς την Ρωσίαν, διαλαμβάνοντα ότι προσπαθεί να φέρει τα πράγματα της Ελλάδος εις τον σκοπόν της Ρωσίας και επρόσθετε να μην επικυρώσει την έκτασιν των ορίων της Ελλάδος[15].

6ον: Ότι οι αυτοί αντιπρέσβεις τους υπόσχονται δάνειον διανεμηθησόμενον εις τους αντικυβερνήτας. Και δι’ όλα αυτά κηρύττουν θάνατον (του Κυβερνήτου) αλλ’ ουχί παύσιν της εφημερίδος» (του Απόλλωνος).

Ο ίδιος ο Βασίλειος Μπουντούρης, σε άλλο σημείωμά του στην ίδια αναφορά, γράφει, στις 3 Ιανουαρίου 1830, ότι «το πλοίον του Σ. Μπουντούρη ύψωσε την τρίχρουν σημαίαν (την γαλλική) με κανονιοβολισμούς». Ο έκτακτος επίτροπος Αργολίδος Γ. Ράδος, στις 22 Δεκεμβρίου 1829, στο ίδιο έγγραφο, αναφέρει ότι «πολλοί ραδιούργοι φλυαρούν ασυστόλως κατά της Κυβερνήσεως. Η περιοδεία τον Γόρδων (του Άγγλου στρατηγού) εις την Πελοπόννησον δίδει υποψίας ταραχής. Η υπόσχεσις του Λη (Georges Lee, Άγγλος πράκτορας) και του Μάσσων δια μερικόν δάνειον (στους αντικυβερνητικούς) αγνοείται εις τι απο­βλέπει». Επίσης ο Ράδος έστελνε στην αστυνομία «ονόματα Άγγλων εχόντων σχέσεις με τους Δεληγιάννηδες, Παπαλεξόπουλον, Σπηλιωτόπουλον κ.λ.π.»[16].

Στις 30 Απριλίου 1831, ο ναύαρχος Κων. Κανάρης, σε επιστολή του προς τον αδελφό του Κυβερνήτη Βιάρο Καποδίστρια, μεταξύ άλλων πληροφοριών για την τραγική κατάσταση της Ελλάδος, γράφει[17]: «… Η πρόοδος του καιρού δίδει αιτίας εμψυχώσεως εις την ραδιουργίαν και τα ποικιλόχρωα χρώματα των ξένων συνοπαδών της[18], δια των οποίων παριστάνουσιν εις τους μωρούς την αθανασίαν, έκαμαν τους ανόητους να λατρεύουν ως ημιθέους τους αρχηγούς της. Κατάσκοποι πληροφορίαι αναφέρουν και περί της αλώσεως του Ιω. Γρηγορακόγκονα· ήδη ούτε και τους πιστούς Σπαρτιάτας, ούτε εις τινα εξ αυτών εμπορεί τινάς να πιστεύσει ή να επιχειρισθεί φιλανθρωπικάς ενεργείας. Όλοι διε­φθαρμένοι (από τους ξένους). Άλλος από τας ανεξαλήπτους καταχρή­σεις τον άλλος από την αλλαγή της τύχης του (εννοεί με τα χρήματα που έλαβε), την οποίαν κολακεύεται να ελπίσει από την ανωμαλίαν και άλλος να πραγματεύεται την Σ. Κυβέρνησιν και να καταχράται το επιχεόμενον εις την αχαριστίαν άφθονον έλεός της, και άλλος άλλως. Δεν μένει πλέον ίχνος ελπίδος δια να θεραπευθεί η πληγή με έμπλαστρα μαλακτικά · αυτά ίσως επαπειλούν εις την γάγκρεναν!»

Ο προσωρινός Διοικητής των επαρχιών Νησίου, Ανδρούσης, Εμπλακίων και Λεονταρίου Σταμάτης Σεραφείμ, σε επιστολή του προς τον Κυβερνήτη, από το Νησί της Καλαμάτας, στις 20 Μαΐου 1829, ανέφερε μεταξύ άλλων[19]: Κατά την περιοδεία που έκανε στις επαρ­χίες που διοικούσε, διεπίστωσε ότι τα πνεύματα των κατοίκων ήταν πολύ ταραγμένα εξαιτίας «λόγων διασπαρέντων… από Ναύπλιον και Τριπολιτσάν… Οι λόγοι αυτοί είναι ότι εκ των συμμαχικών δυνάμεων απεφασίσθη ηγεμών τις δια την διοίκησιν της Ελλάδος εκ των εν Γερ­μανία πριγκίπων, και ότι δια να έλθει δεν μένει παρά να δείξουν κά­ποιον θέλησιν κατά τούτο οι Έλληνες. Τοιούτους λόγους… διεκήρυξεν, ως πληροφορούμαι, εις Τριπολιτζάν ο Άγγλος Γ. Λις… όστις φοβηθείς από ενδεχόμενα εναντίον του των κατοίκων κινήματα έφυγεν δια νυ­κτός εκείθεν, ως γράφει η Δημογεροντία της επαρχίας Τριπολιτζάς».

Ο Καποδίστριας του απάντησε, από το Άργος, στις 7 Ιουλίου 1829, ότι του εστάλθηκε ήδη «εικοσιπενταρχία της εκτελεστικής δυνάμεως από τον προσωρινόν Διοικητήν των Μεσσηνιακών φρουρίων», προκει­μένου να ηρεμήσουν τους κατοίκους της επαρχίας του «από την απάτην εις την οποίαν τους έρριψεν η κακόνοια και η ραδιουργία τινών…»[20].

Ο διοικητής Σταμάτης Σεραφείμ, σε μεταγενέστερη επιστολή του προς την Γραμματείαν της Επικρατείας, από το Νησί, στις 18 Δεκεμ­βρίου 1829, έδινε συγκλονιστικές πληροφορίες για την αναταραχή που επικρατούσε στην επαρχία του, από τις διαδόσεις που διέσπειραν «ραδιούργοι», παρακινούμενοι από ξένους και κυρίως Άγγλους πρά­κτορες[21]:

 «Κατ’ αυτάς ελθόντες τινές από Τριπολιτζάν, ετάραξαν την κοινήν ησυχίαν των πολιτών διασπείραντες… ότι ο Γρίβας εισπήδησεν νυκτός εις Ναύπλιον, με δώδεκα χιλιάδας στρατιώτας, εκυρίευσεν το φρούριον, τα δε μέλη της Κυβερνήσεως και τον Αρχηγόν (τον Κυβερνήτην) επέρασεν εν στόματι μαχαίρας ότι εις το Άργος εσκόρπισεν και επέρασεν εις Σπέτζας και άλλους τοιούτους λόγους, οι οποίοι επροξένησαν τόσην ταραχήν, ώστε ολίγον έλειψεν οι ήσυχοι κάτοικοι των χω­ρίων να απαρατήσουν τας κατοικίας των και να καταφύγουν εις τα όρη…».

Ο έκτακτος επίτροπος Αργολίδος Κων. Ράδος, σε αναφορά του προς τον Κυβερνήτη, από το Ναύπλιο, στις 30 Δεκεμβρίου 1829 [22], του έδινε ακόμη πιο σαφείς πληροφορίες για τις συνωμοτικές ενέργειες των ξένων και κυρίως του Άγγλου στρατηγού Γκόρντων:

 «Διάφοροι ξένοι περιφερόμενοι εις τας διαφόρους επαρχίας τον κράτους και συ­χνά μεταβαίνοντες από Αίγιναν εις Άργος και Ναύπλιον και ενταύθα εις τα εκείσε, κοινολογούν ακαταπαύστως τόσους δημεγερτικούς λόγους και πλαστάς ειδήσεις, ώστε είναι απορίας άξιον, πώς μέχρι τούδε το αποτέλεσμά των δεν διέγειρε τους λαούς εις παντελή απειθαρχίαν διότι σιμά εις τας αποτροπαίους φλυαρίας των κατά των καθεστώτων, ότι είναι παράνομα, κηρύττουν, υπό το πρόσχημα θετικών ειδήσεων εις τας συναναστροφάς των, και δια των ομοφρονούντων των προς απαντάς, ότι η Κυβέρνησίς μας είναι αποδεδοκιμασμένη από τας τρεις συμμάχους δυνάμεις και ότι τούτου ένεκα εδιώρισαν (οι ξένες δυνά­μεις) άλλην αρχήν δια να δώσει και σύνταγμα εις την Ελλάδα, το οποί­ον της αφαίρεσεν η καθεστώτα αρχή και άλλα παρόμοια ανατρεπτικά της ησυχίας κακοβούλως διασπέρνουν και τα οποία, μ’ όλην την αφοσίωσιν των λαών και ευχαρίστησίν των, εις την καθεστώσαν Κυβέρνησιν, κατά φυσικόν λόγον, είναι αδύνατον, αν δεν περισταλεί η τόλμη των μέχρι τέλους, να μη κατασπαραχθεί, η μετά τοσούτους κόπους και ιδρώτας ευτυχής εισαχθείσα πειθαρχία και αρμονία».

Ο Ράδος στη συ­νέχεια αναφέρει τις αντικαποδιστριακές ενέργειες του Άγγλου πρά­κτορα Thomas Gordon, τον οποίον ξένοι συγγραφείς τον χαρακτηρί­ζουν ως θαυμαστή του Metternich και τουρκόφιλο, ο οποίος μαζί με άλλους Άγγλους τον G. Lee, τον Finlay και τον Church, αποτελούσαν τους πιο σημαντικούς πράκτορες της Αγγλίας στην Ελλάδα, και παρακινούσαν τους αντικαποδιστριακούς Έλληνες, που είχαν ιδρύσει το «πατριωτικόν κόμμα», όπως το ονόμαζαν, σε αντιδραστικές ενέργειες εναντίον του Κυβερνήτη[23]:

«Μ’ όλον ότι παρασιωπώ ήδη τα ονόματα των όσοι ανεδέχθησαν το ολέθρων τούτο έργον δια να μας φέρουν εις την φρικτήν ανωμαλίαν, εκ της οποίας μόλις ηρχίσαμεν να ανασάνωμεν πώς, (και εννοεί τα ονό­ματα των Άγγλων πρακτόρων) ημπορεί κανείς να εκλάβει με αδιαφορίαν την εις Πελοπόννησον περιοδείαν του κυρίου Γόρδωνος, και τι εζήτει εις Πάτρας και μάλιστα εις Καλάβρυτα; Διατί όλοι οι τοιούτοι (εννοεί τους Έλληνες) έχουν σχέσεις και συναναστροφάς με τους εγνωσμένους δυσαρέστους; Και διατί οι τελευταίοι, μετά την αντάμωσίν των (με τον Gordon) διασπείρουν μυρίας απευκταίας ψευδολογήσεις; Και τι δηλοί το μερικόν δάνειον, το οποίον εδοκίμασαν να προ­βάλλουν κρυφίως εις μερικούς πολίτας οι κύριοι Λι και Μάσσων, και περί του οποίου εγκαίρως ειδοποιηθεί η Σεβαστή Κυβέρνησις; Αναμφι­βόλως εκ τούτων μόνον δύναται έκαστος να γνωρίσει, ότι υποκρύ­πτουν (οι Άγγλοι) ραδιουργικόν πνεύμα, επισκοπώ να δυνηθούν υπό διάφορα προσχήματα να εφελκύουν ει δυνατόν κόμμα του Έθνους και τελευταίον να ενεργήσουν την σκοπουμένην ανατροπήν των καθεστώ­των, δια να μας καταστήσουν και αύθις έρμαιον και παρανάλωμα της τρομερός αναρχίας…».

Ο πρώην προεστός της Λεβαδείας Νικόλαος Νάκος, σε αναφορά του προς τον Αυγουστίνο Καποδίστρια, από το Μεσολόγγι, στις 15 Ια­νουαρίου 1830[24], του έγραφε ποιος ήταν ο λόγος των επωνύμων Ελλή­νων, που ήσαν αντικυβερνητικοί: «… τον πειρασμόν τον έχουσιν εν όσω δεν απολαμβάνουν τα βεζιριέτια[25] τους, δηλαδή τας μακαρίτισας αυ­θαιρέτους εξουσίας των…». Και στη συνέχεια αναφέρεται στην περί­πτωση του Άγγλου Gordon: «Ο κύριος Παύλος Πονσιέρ, όστις έγινε προσήλυτος της ευθυδρομίας μου, αυθόρμητος ελθών μυστικώς μ’ είπεν ότι ο παγκάκιστος Γόρδων και ο Ρόμπινσον, προλαβόντως είχαν γράψει προς τους οπλαρχηγούς της Στερεάς Ελλάδος ερεθιστικός επιστολάς, πλήρεις αισχρολογιών και δημηγερσιών δια να μη δεχθούν τον νέο διοργανισμόν, ως αντιβαίνοντα την ελευθερίαν και την λαμπρότη­τα των θυσιών των αλλ’ όπως δύνανται να επιμένουσιν εις τα δίκαιά των και εις τας απαιτήσεις των, διότι εντός ολίγου τα πράγματα λαμβάνουσι μορφήν και ότι μετ’ ολίγον θέλει διαβώσιν ενταύθα (στο Ναύ­πλιο) και συνομιλήσωσιν… Αλλ’ όταν ήκουσαν ότι εδώ βασιλεύει ευνο­μία, ησυχία κ.τ.λ. φαίνεται να ήλλαξαν σχέδιον και ούτω μελετούν να απεράσουν εις Μύτικα και Δραγομέστον, όπου προσκαλέσαντες τους αποδοκιμασμένους αρχηγούς και στρατιώτας», τους παρακινούσαν να «κάμουν και αυτοί τας μυαράς συνδιαλέξεις των».

Μαυρομιχάλης Κωνσταντίνος, ελαιογραφία, Ελένη Προσαλέντη, 1899, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Στις 25 Μαρτίου του 1831 ο Ν. Παγκαλάκης, σε επιστολή του, από το Μαραθονήσι της Μάνης, προς τον Κυβερνήτη, του έγραφε ότι από πληροφορίες που του έδωσαν, τις οποίες όμως δεν μπόρεσε να εξα­κριβώσει, η οικογένεια των Μαυρομιχαλαίων συνέχιζε την συνωμο­σία της [26], «… η φιλαργυρία και η φιλαρχία έκαμε τους μικρούς Μαυρομιχάλας να επιμείνωσι μέχρι τάδε εις τον ολέθριον σκοπόν των… Η εντεύθεν απελπισία των τους ηνάγκασε να προσφύγουν εις το σύνηθες καταφύγιόν των, τη νηπιότητα του εν Λιμένι όχλου και ακολουθούντες τα διαγεγραμμένα ίχνη της περισινής γενικής συνωμοσίας, ύψωσαν τας σημαίας των, διέσπειραν βοηθήματα Άγγλων, χρήματα εκ ζακύνθου, συνενόησιν με την’Υδραν και Σπέτσας και άλλα παρόμοια».

Ο Ιωάννης Μελάς, σε επιστολή του προς τον Αυγουστίνο Καποδί­στρια, από την Πάτρα, στις 4 Ιουλίου 1831, μεταξύ άλλων του έγραφε ότι η φοβερή αντικυβερνητική εφημερίδα του Πολυζωίδη «ο Απόλλων, με την ταραχοποιόν του λύραν, ταράττει και τας ενταύθα ακοάς και την λύραν αυτήν την χρεωστούμεν του ενταύθα προξένου της Μ. Βρετανίας. Μολονότι αυτή η βρομολύρα δεν αμφιβάλλω ότι κινείται από εξωτερικούς εχθρούς της Ελλάδος ελπίζω εις την θείαν Πρόνοιαν… να την συντρίψω…».

Ο Δ. Χοϊδάς, σε επιστολή του προς τον Αυγουστίνο Καποδίστρια 27], από την Τρίπολη, στις 10 Αυγούστου 1831, ανάμεσα σε πολλές άλλες σημαντικές πληροφορίες για την τραγική κατάσταση που επικρατούσε σε όλη τη χώρα, του έγραφε ότι οι Υδραίοι έλεγαν ότι «την φρεγάδαν (Ελλάς)[28] την έκαυσαν δι ‘ αδείας του πρέσβεως της Αγγλίας, όστις τους υπεσχέθη ότι τους δίδει άλλην» και η αστυνομία του Ναυπλίου είχε πλη­ροφορίες «ότι οι δύο πρέσβεις (Αγγλίας και Γαλλίας) έλαβαν μέρος με τους Υδραίους και ότι έγραψαν εις τον Ρίκορδ[29] να παύσει από τας κατ’ αυτών εχθροπραξίας του έως ότου να έλθει ο παρά των τριών δυνάμεων απεστελλόμενος πληρεξούσιος, όστις είναι ο ναύαρχος Άγγλος, της μοί­ρας τον Αιγαίον πελάγους…». Και πρόσθετε ότι στην ‘Υδρα είχαν κα­ταφθάσει «δύο πλοία γαλλικόν και αγγλικόν… και οι δύο ναύαρχοι (ο Άγγλος και ο Γάλλος) με τρόπον προσφέρουσι βοηθήματα εις την Ύδραν και τους λέγουσι να επιμένουν εις τον σκοπόν των και να μη φοβώνται διόλου, διότι επιτυγχάνουσι το ποθούμενον…»29α.

Ιωάννης Καποδίστριας, πίνακας του Σερ Thomas Lawrence (1769-1830). Ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε στη Βιέννη, ανήκει στη Βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ Β΄ και είναι εκτεθειμένος στον Πύργο του Windsor στην αίθουσα του Βατερλώ.

Ο διοικητής του Πόρου, σε αναφορά του προς τον Κυβερνήτην, της 22 Ιουλίου 1831, τον πληροφορούσε για την κατάσταση που επικρα­τούσε στο νησί, από τις ενέργειες του Μιαούλη, για την ετοιμαζομένη ανατίναξη των ελληνικών πολεμικών πλοίων και κυρίως της ναυαρχίδος «Ελλάς»[30]. Ο Ρώσος ναύαρχος Ρίκορδ προσπάθησε ματαίως να πείσει τον Μιαούλη να μην ανατινάξει το ιστορικό δίκροτο[31]. Και πρό­σθετε: «Ο Μιαούλης συνέρχεται συνεχώς μετά των προκρίτων του Πό­ρου και τους διδάσκει εις την γλώσσαν των. Κηρύττεται δε αναφανδόν ότι αι δύο άλλαι δυνάμεις – Αγγλία, Γαλλία – υπερασπίζονται τους επαναστάτας και η Κυβέρνησις κοπιάζει εις μάτην με τους Ρώσους». Ο Λάζαρος Κουντουριώτης, σε επιστολή του προς τους αντικαποδιστριακούς Ν. Γκίκα και Χ. Μέξη – τον Ιούλιον 1831, χωρίς ημερομη­νία – τους έγραφε ότι οι δυο αντιπρέσβεις της Αγγλίας και της Γαλλίας «εδέχθησαν τον αδελφόν του (Γεώργιον) και τους λοιπούς (αντικαποδιστριακούς) με φιλικά αισθήματα και εδικαίωσαν τα εύλογα ζητήμα­τά των… Η Κυβέρνησις εδυσαρεστήθη και εσκληρύνθη έτι μάλλον από τας προς αυτούς δεξιώσεις των αντιπρέσβεων, των υπερασπιστών τον Απόλλωνος…»[32].

 Ο Λεόντιος Καμπάνης, σε επιστολή του προς τον πρόεδρον του Ορφανοτροφείου, από την Αίγινα στις 31 Ιουλίου 1831, του έγραφε ότι όταν πήγε στη Σύρο [33], ο Αμβρόσιος Σκαραμαγκάς τον «προσκάλε­σε κατ’ ιδίαν και του είπεν ότι ο Κυβερνήτης είναι πεσμένος εντός του μηνός… και ότι και αν ακόμη δεν τον βλέπεις πεσμένον, ημείς εκλέγομε ιδικούς μας πληρεξουσίους και εις την πρώτην σννεδρίασιν της Συνε­λεύσεως πίπτει… Ο Λεοπόλδος όστις δεν εδέχθη τον θρόνον του Βελγί­ου θέλει έλθει εις την Ελλάδα και έως ου φθάσει, οι πρέσβεις των Δυνά­μεων (Αγγλίας-Γαλλίας) οίτινες επρότρεψαν τούτο το κίνημα θα λά­βουν τας ηνίας της Κυβερνήσεως εωσού φθάσει ο Λεοπόλδος!… Οι Υδραίοι χωρίς την σύμπραξίν των δεν ήθελαν κινηθεί…».

Ο αστυνόμος Αίγινας Γ. Φωτόπουλος, στις 4 Αυγούστου 1831, γρά­φει στον Κυβερνήτη, ότι αμέσως μετά την ανατίναξη των πολεμικών πλοίων από τον Μιαούλη στον Πόρο «υπήγαν έξω της Ύδρας δύο φρεγάται, αγγλική και γαλλική και εν βρίκιον και υπήγαν εις αυτάς οι πρό­κριτοι (της Ύδρας) και εκ των Ψαριανών ο Ν. Αποστόλου και Μοναρχίδης, ο Κοντόσταυλος και οι Ποριώτες και έμειναν μέσα πολλήν ώρα…».

Στις 5 Αυγούστου 1831, ο Θεόδωρος Ξένος, γράφει από τη Σύρο ότι «οι Υδραίοι έλαβαν αρκετάς ώρας συνδιάλεξιν εις Πόρον με τους ναυ­άρχους Άγγλον και Γάλλον…».

Στις 8 Αυγούστου 1831, ο Διοικητής Τήνου προς τον Κυβερνήτην, του έγραφε ότι μόλις έφθασε στο λιμάνι του νησιού ένα υδραίικο πλοίο οι αντιπρόξενοι της Αγγλίας, Γαλλίας και Ολλανδίας το χαιρέ­τισαν «δια της υψώσεως της σημαίας των, την οποίαν είχον υψωμένην μέχρις εσπέρας…». Πρόσθετε δε ότι είχε ακριβείς πληροφορίες «πως οι αντιπρόξενοι ούτοι συνήργουν όσα μυστικώς ηδύναντο, εις το να πείθωσι τον λαόν ότι το κίνημα των Υδραίων είναι ενεργούμενον δι ‘ άλ­λον δακτύλον…»[34].

Οι μαρτυρίες για την συνενοχή και των Άγγλων – εκτός από τους Γάλλους – δεν τελειώνουν εδώ. Αυτές που αναφέρθηκαν, όλες από τις ανέκδοτες πρωτογενείς πηγές, είναι τόσο σαφείς και κατηγορηματι­κές, ώστε δεν αφήνουν κενά και αμφιβολίες. Σαν επίλογο και επισφράγισμα, σε όσα αναφέρθηκαν καταγράφω μια επιγραμματική φράση του Λεοπόλδου, όπου κατηγορηματικά δήλωσε γιατί δεν αποδέχθηκε τον θρόνο της Ελλάδος. Όταν το 1863 ο νεοεκλεγμένος βασιλιάς της Ελλάδος Γεώργιος ταξίδευε για την Ελλάδα σταμάτησε στις Βρυξέλλες και επισκέφθηκε τον Λεοπόλδο. Ο Λεοπόλδος αποτεινόμενος στους Έλληνες, που αποτελούσαν τη συ­νοδεία του νέου βασιλέως, τους είπε: «Μία των κυριωτέρων αιτιών, δια τας οποίας απεποιήθην το στέμμα της Ελλάδος ήτο η πεποίθησίς μου ότι δεν θα ημπορούσα να πράξω ό,τι σκεπτόμουν αγαθόν εις τον τόπον σας… Η Αγγλία τότε δεν είχε απολύτως καμμίαν αγαθήν προαίρεσιν δια την Ελλάδα. Ακριβώς η τοιαύτη της Αγγλίας δυσμένεια με ηνάγκασε να αποποιηθώ της Ελλάδος»[35]!!!

 

 Ελένη Ε. Κούκου

Ομ. Καθηγήτρια του Εθνικού & Καποδιστριακού

Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Υποσημειώσεις


[1] D. Fleming, John Capodistrias and the Conference of London, 1828-1831, Thessaloniki 1970, o. 195 κ.ε.

[2] ΓΑΚ, Βλαχογιάννη, Καποδιστριακά, φάκ. Δ. 58, Ελληνική μετάφραση βλ. και στον «Παρνασσό», τ. Ζ’ (1883), σ. 686.

[3] ΓΑΚ, Αρχείον Βλαχογιάννη, Καποδιστριακά, φάκ. ΚΔ 58.

[4] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι – Γενικοί Διοικηταί, φάκ. 95.

[5] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φάκ. 148, αριθ. 2255.

[6] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι – Γενικοί Διοικηταί, φάκ. 95.

[7] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι – Γενικοί Διοικηταί, φάκ. 95.

[8] Στον ίδιο φάκελο του ΓΑΚ, ό.π.

[9] ΓΑΚ, στον ίδιο φάκελο αριθ. 95, ό.π.

[10] Βλ. και ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι – Γενικοί Διοικηταί, φάκ. 95 και 93 και άλλες αναφορές για το ίδιο θέμα του Π. Αναγνωστοπούλου, στις 3 και 6 Σεπτεμβρίου 1830, στις 9 Απριλίου 1831 κ.ά.

[11] ΓΑΚ, Αρχείον Βλαχογιάννη, Πληρεξούσιοι Τοποτηρηταί, φάκ. 118.

[12] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι, φάκ. 97.

[13] Ο Άγγλος και ο Γάλλος αντιπρέσβεις.

[14] Εννοούσε τις κατά του Κυβερνήτου ενέργειές τους.

[15] Επειδή Αγγλία και Γαλλία ήθελαν να περιορίσουν την Ελλάδα, ως τον Ισθμό της Κορίνθου.

[16] Δυστυχώς δεν βρέθηκε αυτό το έγγραφο.

[17] ΓΑΚ, Ιστορικό Αρχείο Βλαχογιάννη, φάκ. 221.

[18] Εννοεί τους Άγγλους και Γάλλους, όπως αναφέρει σε άλλο έγγραφο.

[19] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φάκ. 202.

[20] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φάκ. 208. Σκόπιμα δεν αναφέρει ποιοι ήταν οι ραδιούργοι», που τους γνώριζε όμως πολύ καλά, όπως ο ίδιος γράφει σε πολλές άλλες επιστολές του.

[21] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φάκ. 228.

[22] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φάκ. 228, αριθ. εγγράφου 4421.

[23] D. Fleming, John Capodistrias and the Conference of London 1828-1831, Thessaloniki 1970, α 82 κ.ε’. – Douglas Dakin, British and American Philhellenes during the War of Greek independence, 1823-1833, Thessaloniki 1955, σ. 188 κ.ε’. – Ν. Σπηλιάδου, Απομνημονεύματα, 4, μέρος 1, σ. 127 κ.έ., έκδ. Κ. Διαμαντή.

[24] ΓΑΚ, Πληρεξούσιοι Τοποτηρηταί, φάκ. 16Α.

[25] Τα προνόμια του βεζίρη.

[26] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι – Γενικοί Διοικηταί, φάκ. 95.

[27] ΓΑΚ, Πληρεξούσιοι Τοποτηρηταί, φάκ. 19.

[28] Η ναυαρχίδα του ελληνικού στόλου, που ανατίναξε στον Πόρο ο Μιαούλης.

[29] Τον Ρώσο ναύαρχο.

[29]α Τη δολοφονία του Καποδίστρια.

[30] ΓΑΚ, Ιστορικό Αρχείο Βλαχογιάννη, φάκ. 222.

[31] Η ανατίναξη των πλοίων έγινε την 1η Αυγούστου 1831.

[32], 33 Όλες αυτές οι επιστολές στον ίδιο «φάκελο Α’ Περί των εξ Ύδρας κινημάτων», ΓΑΚ, Ιστορικόν Αρχείον Βλαχογιάννη, φάκ. 222.

[34] Στον ίδιο φάκελλο των ΓΑΚ.

[35] «Εθνικόν Ημερολόγιον», 1869, σ. 254 σημ. του Μαρίνου Π. Βρετού.

  

Πηγή


  • Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «Ιωάννης Καποδίστριας / 170 χρόνια μετά 1827-1997», Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας, Ναύπλιο, 1998.

 

 

Σχετικά θέματα:

  

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828-33)


 

Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828 – 33)

Η ειδική περίπτωση και τα γενικότερα προβλήματα

 

Ο σχεδιασμός πόλεων επί Καποδίστρια       

 

Ερευνώντας το ειδικότερο θέμα του σχεδιασμού ελληνικών πόλεων κατά την καποδιστριακή περίοδο και, ιδιαίτερα, στα χρόνια που ο Κυβερνήτης είχε την ευθύνη της διακυβέρνησης της χώρας (1828-1831), θα πρέπει καταρχήν να επισημάνουμε ένα γεγονός. Πρόκειται για το άμεσο ενδιαφέρον του στην ανοικοδόμηση των ελληνικών πόλεων με βάση τον ορθολογικό σχεδιασμό, όπως τότε η έννοια αυτή ήταν παραδεκτή και αποδεκτή στην πράξη, αλλά και στην οργάνωση των σχετικών προσπαθειών. Είναι χαρακτηριστικό ότι ανάμεσα στα πρόσωπα που τον ακολουθούν στο ταξίδι του προς την Ελλάδα, στο τέλος του 1827, φρόντισε να συμπεριλάβει τον κερκυραίο «οχυρωματοποιό», κα­ταταγμένο στο γαλλικό στρατό, Σταμάτη Βούλγαρη, τον οποίο και επιφορτί­ζει, ευθύς μετά την άφιξή του, με την αποστολή του σχεδιασμού τουλάχιστο πέντε πόλεων.

Ιωάννης Καποδίστριας

Πέρα, όμως, από αυτό, τόσο από την αποδελτίωση των επιστολών του Iωάννη Καποδίστρια που έχουν εκδοθεί όσο και από ανέκδοτο αρχειακό υλικό, γίνεται προφανές ότι μία από τις προτε­ραιότητες της πολιτικής του ήταν ο σχεδιασμός των πόλεων, στον οποίο έχει άμεση ανάμιξη, με επεμβάσεις του για την προώθηση του σχετικού έργου ή για διάφορες διευθετήσεις. Ως προς το καθαυτό έργο του σχεδιασμού μπορούμε ήδη να αναφέρουμε, εδώ, ότι κατά την καποδιστριακή περίοδο και σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοι­χεία ολοκληρώνονται σχέδια για εννέα ελληνικές πόλεις (για το Άργος συντάσ­σονται δύο, ενώ είχε αρχίσει η προεργασία για άλλο ένα), προχωρεί ο σχεδια­σμός για άλλες επτά, ενώ για άλλες έξη πόλεις έγιναν ενέργειες με σκοπό ν’ αρχίσουν εργασίες σχεδιασμού.

Πρόκειται, λοιπόν, για ένα σύνολο 22 πό­λεων και 19 σχεδίων, σε ολοκληρωμένη ή μη μορφή, από τα οποία αρκετά εξακολούθησαν, κατά βάση, να ισχύουν για πολλές δεκαετίες μετέπειτα. Η σημασία του σχεδιασμού αυτού αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα αν ληφθούν υπόψη τα τότε, πολύ περιορισμένα σύνορα του ελληνικού κράτους, αλλά και το ότι ο Ιμπραήμ εγκαταλείπει την Πελοπόννησο μόλις τον Αύγουστο του 1828, ότι οι πόλεις της Στερεάς Ελλάδας ελευθερώνονται, στο σύνολό τους, το 1829, αλλά και το ότι, το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, με το οποίο αναγνω­ρίστηκε η ανεξαρτησία της Ελλάδας, υπογράφηκε τον Φεβρουάριο του 1830.

Θα πρέπει, επίσης, ν’ αναφέρουμε τον αριθμό των μηχανικών και αρχι­τεκτόνων που εργάστηκαν για τον σχεδιασμό πόλεων και την οικοδόμηση δημοσίων κτιρίων (διοικητηρίων, στρατώνων, σχολείων) ή την κατασκευή δη­μοσίων έργων (λιμανιών, μόλων, δρόμων), οι οποίοι φτάνουν τους 29 και έχουν άμεση ευθύνη είτε για τη σύνταξη και παρακολούθηση των σχεδίων είτε για «πολεοδομικές εφαρμογές», όπως θα λέγαμε σήμερα.

Εξάλλου, επί Καποδίστρια, στο πλαίσιο άλλων πολεοδομικών νομοθετημάτων και ρυθμί­σεων, συντάσσεται και το πρώτο κείμενο νόμου για τις αρμοδιότητες των μηχανικών. Είναι καιρός, λοιπόν, ν’ αποκατασταθεί η ιστορική αλήθεια: κατά την καποδιστριακή περίοδο συναντάμε τις απαρχές του σχεδιασμού ελληνικών πό­λεων, τις οποίες θα πρέπει να υπολογίσουμε όχι μόνο στην ποιοτική και πο­σοτική τους διάσταση, αλλά και μέσα στα πολύ περιορισμένα χρονικά όρια κατά τα οποία έλαβαν την ολοκλήρωσή τους. Ακριβώς τα όρια αυτά δείχνουν το μέγεθος του έργου που επιτελέσθηκε, τη συνέπεια και την επιμονή της κρατικής πολιτικής στον τομέα του σχεδιασμού, ενώ, κατάλληλα ερμηνευόμενα τόσο ως προς τη σύλληψη όσο και ως προς την εφαρμογή τους, μας οδηγούν σε πολύ σημαντικά συμπεράσματα για την γενικότερη πολιτική, τους συσχετισμούς δυνάμεων αλλά και το μέτρο της κοινωνικής αποδοχής και συμμετοχής στο «καποδιστριακό πείραμα».

 

Η περίπτωση του Ναυπλίου

Το Ναύπλιο πρωτεύουσα

 

Ήδη από την Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827) το Ναύπλιο ορί­ζεται ως η έδρα της Κυβέρνησης, όπου όμως ελάχιστα παραμένει η «Αντικυ­βερνητική Επιτροπή» (Προσωρινή Κυβέρνηση) και η Βουλή, εξαιτίας των εσωτερικών διαμαχών και της εξέλιξης του επαναστατικού πολέμου. Πρωτεύ­ουσα, με την έννοια της πόλης – έδρας της Διοίκησης, γίνεται, στην πράξη, η Αίγινα, και παραμένει μέχρι τον Αύγουστο του 1829 (αν και η Κυβέρνηση μεταφέρεται, ενδιάμεσα, και στον Πόρο). Από τα μέσα, όμως, του 1828 το τότε Υπουργείο των Οικονομικών μεταφέρεται στο Ναύπλιο όπου, προς το τέλος του 1829, έχουν μετακομίσει όλες οι κεντρικές διοικητικές υπηρεσίες, ενώ η σχετική κτιριακή υποδομή είχε ήδη αρχίσει να δημιουργείται, εκεί, από τις αρχές του 1828, με πρωτοβουλία του φρουράρχου της πόλης Χάϊντεκ. Παρόλα αυτά, φαίνεται ότι και επί Καποδίστρια ο ορισμός του Ναυπλίου ως πρωτεύουσας του κράτους είχε χαρακτήρα προσωρινό, στο πλαίσιο των προσδοκιών για εδαφική επέκταση του νεοσύστατου κράτους, τις οποίες είχε κιόλας επιδιώξει να πραγματώσει ο Κυβερνήτης. Με το διάταγμα του Όθωνα, της 18/30 Σεπτεμβρίου 1834, πρωτεύουσα ορίζεται η Αθήνα, από την 1η Δεκεμβρίου 1834.

 

Η κατάσταση στην πόλη

 

Πριν αναφερθούμε στα πρώτα πολεοδομικά μέτρα της καποδιστριακής διοίκησης, θεωρούμε σκόπιμο να δώσουμε ορισμένα χαρακτηριστικά της εικό­νας που παρουσίαζε η πόλη του Ναυπλίου, στις αρχές του 1828. Για τον σκοπό αυτό νομίζουμε ότι ένα απόσπασμα των Ιστορικών αναμνήσεων του Νικολάου Δραγούμη παρουσιάζει πολύ εύγλωττα τα χαρακτηριστικά αυτά, και οι πλη­ροφορίες που μας δίνει διασταυρώνονται με εκείνες που εντοπίσαμε σε αναφορές του Χάϊντεκ προς τον Καποδίστρια, αλλά και με όσα παρατηρεί και διαβιβά­ζει ο Σταμάτης Βούλγαρης, σε επιστολές του προς τον Καποδίστρια.

 

Ναύπλιο, υδατογραφία, πρώτο μισό 19ου αιώνα

 

Γράφει, λοιπόν, ο Δραγούμης: «Το Ναύπλιον, πόλις όλως τουρκική, τας μεν οδούς είχε στενάς, ανωμάλους και βορβορώδεις, τας δε οικίας ξυλοκτίστους, πολυθύρους, σεσαθρωμένας και πάντη αρρύθμους (……). Αλλά και των κατοίκων ο βίος ην, ως και των λοιπών Ελλήνων, ασιατικός. Ασιατικόν δε λέγων δεν εννοώ τρυφηλόν, διότι όπου λείπει η επιούσιος τροφή, εκεί η τρυφή άγνωστος αλλ’ ότι, πλην της ελληνομόρφου φουστανέλλας, πάντα τα λοιπά εγίνοντο ως και επί Τουρκίας. Εν τοις εργαστηρίοις οι πωληταί, καθήμενοι διασταυρωμένοι τους πόδας χαμαί και αναμένοντες εις μάτην αγοραστάς, εμύζων κατηφείς την άκραν του τσιμπουκίου αυτών. Επώλουν δε πέτρας πυροβολούν, πυρεκβόλα, σπάγγον, βελόνας, ράμμα, θειάφιον, πέτρας της κολάσεως και τα τοιαύτα, πάντα άσημα και ευτελή. Παρέκειντο δε και άλλα εργαστήρια, οίον παντοπωλεία, ραφεία και καφενεία, πολυτιμώτερα και ποικιλώτερα περιέχοντα εξ ανάγκης εμπορεύματα και πλείονας φοιτητάς».

Από άλλες πηγές μαθαίνουμε ότι το Ναύπλιο ήταν εξαιρετικά ακάθαρτη πόλη, ότι το μεγάλο πρόβλημα αποτελούσε το φράξιμο των υπονόμων του, ότι έξω από τη θαλάσσια πύλη του τείχους, προς δυτικά, είχε δημιουργηθεί μικρός οικισμός με καλύβες, ενώ υποθέτουμε ότι ο πραγματικός πληθυσμός του με τους πρόσφυγες και τους φυγάδες που είχαν εισρεύσει στην πόλη, θα πρέπει να ξεπερνούσε τον αριθμό των 5500 κατοίκων που αναφέρεται για το 1829. Μόνον η Πρόνοια, προάστιο στις βόρειες παρυφές της πόλης, τον Ιούνιο του 1828 αναφέρεται ότι αποτελούσε οικισμό 2500 κατοίκων (στοι­χείο της εποχής). Παρά τον σχεδιασμό του Βούλγαρη και του Βαλλιάνου, αλλά και την ενέργεια των σχετικών εργασιών για απόφραξη των υπονόμων, της οποίας την επιστασία ανέλαβε ο Ανδρέας Κάλανδρος, η καθαριότητα εξακολουθεί ν’ αποτελεί πρόβλημα, τουλάχιστο για ορισμένες περιόδους της καποδιστριακής εποχής.

 

Πρώτα πολεοδομικά μέτρα

 

Με πρωτοβουλία του Καποδίστρια συγκροτείται επιτροπή, στις αρχές του 1828, με έργο την καταγραφή του υλικού και της κατάστασης των φρου­ρίων του Ναυπλίου, ενώ δίνεται εντολή στη Δημογεροντία να απογράψει τους κατοίκους. Και το μεν πρώτο έργο ολοκληρώθηκε, το δεύτερο, όμως, συνάντησε δυσκολίες και, πάντως, υπάρχουν κατάλογοι με απογραφή ορισμένων κατοί­κων, κατά επαγγελματικές κατηγορίες, χωρίς άθροισμα και των μελών των οικογενειών τους.

Το Μάιο του 1829 συγκροτείται άλλη επιτροπή, με σκοπό την καταγραφή των ετοιμόρροπων «εθνικών οικιών», ενώ από τις αρχές του 1828, επίσης, αρχίζει το έργο της απόφραξης των υπονόμων, της επισκευής του υδραγωγείου και, γενικά, του καθαρισμού της πόλης, ο οποίος ή δεν είχε ολοκληρωθεί στις αρχές του επόμενου έτους ή ολοκληρώθηκε κάποια στιγμή και ξαναδημιουργήθηκε η ίδια κατάσταση: από επιστολές και εντολές του Καποδίστρια συνάγεται ότι σωροί σκουπιδιών και μπάζα υπάρχουν στους δρόμους της πόλης, ενώ προς το τέλος του 1829, σε άλλη επιστολή του, ο Κυβερνήτης δηλώνει ρητά ότι η Δημογεροντία και οι πολίτες πρέπει να ανα­λάβουν τα οικονομικά βάρη του καθαρισμού.

 

Ναύπλιο, η περιοχή της Χουρμαδιάς και το Μπούρτζι, E. Peytier

 

Το πρόβλημα της ανάληψης των δαπανών από την κεντρική διοίκηση ή από τους κατοίκους της πόλης εξακολουθεί να παραμένει και για το ειδικότερο θέμα της απόφραξης των υπονόμων που, ενώ καθαρίζονται στις αρχές του 1828, εξακολουθεί η εκκρεμότητα της πληρωμής των σχετικών εξόδων ακόμα και μέχρι τις αρχές του 1829, επειδή ελάχιστοι πολίτες κατέβαλαν την δαπάνη που αναλογούσε σε αυτούς. Τέλος, ανάμεσα στα πρώτα μέτρα για πολεοδομικές διευθετήσεις θα πρέπει να συμπεριληφθεί η καταγραφή και επισκευή, μόλις σε είκοσι περίπου μέρες, κατά τις αρχές, πάλι, του 1828, όλων των «εθνικών» οικημάτων της πόλης, με φροντίδα του μηχανικού Ανδρέα Κάλανδρου και διμελούς επιτροπής. Ο Κάλανδρος επιφορτίζεται και με την εφαρμογή του σχεδίου πόλης του Βούλ­γαρη, μέχρι τον Απρίλιο του 1829, οπότε την ευθύνη για πολεοδομικό σχεδια­σμό και για τις πολεοδομικές εφαρμογές αναλαμβάνει ο Βαλλιάνος.

 

Ο Στ. Βούλγαρης και το σχέδιο του 1828

 

Ευθύς μετά την εγκατάσταση του στο Ναύπλιο, τον Ιανουάριο του 1828, ο Βούλγαρης υποβάλλει υπόμνημα στον Καποδίστρια, με έξη προτάσεις, από τις οποίες οι περισσότερες αφορούν τον καθαρισμό της πόλης και την επισκευή του δικτύου ύδρευσης. Εκτός από αυτά, όμως, ο Βούλγαρης προτείνει τόσο την κατάργηση των σαχνισιών (πράγμα που αποδέχεται ο Καποδίστριας, το ενστερνίζεται και επανέρχεται συχνά σ’ αυτό τόσο για το Ναύπλιο όσο και για το ‘Αργος), όσο και την κατεδάφιση των πολυάριθμων καλυβών, έξω από το Ναύπλιο αλλά και μέσα στην πόλη, ενώ παράλληλα προτείνει τη δημιουργία παραπηγμάτων προς το χωριό της Άριας, βορειοανατολικά της πόλης. Η ιδέα αυτή θα πάρει γρήγορα το δρόμο της πραγμάτωσής της και θα δημιουργηθεί το προάστιο της Πρόνοιας, του οποίου το σχέδιο θα συντάξει επίσης ο Βούλ­γαρης.

Ο Καποδίστριας δέχεται, στο σύνολό τους, τις προτάσεις του Βούλγαρη, αλλά υπογραμμίζει ότι θα πρέπει να αντιμετωπίσει τα πολεοδομικά προβλή­ματα της πόλης με το πρίσμα και την προοπτική σταδιακών βελτιώσεων. Η έγκριση του Καποδίστρια δίνεται στις αρχές Φεβρουαρίου. Παράλ­ληλα, έχουμε στοιχεία για ανάμιξη του Βούλγαρη τόσο στο έργο της απόφρα­ξης υπονόμων όσο και στην επισκευή του δικτύου ύδρευσης, αλλά και στην απογραφή των φρουριακών εγκαταστάσεων και υλικού της πόλης.

 

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

 

Γεγονός είναι ότι στις 30 Απριλίου 1828 ο Βούλγαρης, όπως ο ίδιος γράφει στον Καποδίστρια, έχει ολοκληρώσει την αποτύπωση της πόλης και επάνω στο σχέδιο σημειώνει με κίτρινο χρώμα – σύμφωνα πάντα με τα γραφόμενά του – τις αλλαγές που προτείνει στην υπάρχουσα κατάσταση, με γνώμονα το ενδιαφέρον για την άμυνα του Ναυπλίου και για την ανάπτυξη του εμπο­ρίου. Τις επεμβάσεις του τις αιτιολογεί διαπιστώνοντας την «κακή δόμηση της πόλης» καθώς και το ότι ήταν μισογκρεμισμένη.

Δημιουργεί ευρύτερους δρόμους και πλατείες, διαιρεί την πόλη σε ενορίες και υποδεικνύει ακόμη και τα μνημεία που θα πρέπει να ανεγερθούν. Στις 22 Μαΐου ο Καποδίστριας γράφει στον Βούλγαρη ότι παρέλαβε το σχέδιο και εγκρίνει την ονοματοθεσία των οδών και πλατειών, που εκείνος είχε προτείνει. Την ίδια εποχή, σε οδηγίες του προς τον Έκτακτο Επίτροπο της Αργολίδας, προτείνει να γίνει και η αποτύπωση του ‘Αργους από τον Βούλγαρη, προσθέτοντας ότι οι πολεοδομικές επεμβάσεις θα πρέπει να απο­βλέπουν μόνο σε διόρθωση της υπάρχουσας κατάστασης, δηλαδή σε ευθυγραμ­μίσεις οδών και διαμορφώσεις πλατειών και ελεύθερων χώρων.

Το σχέδιο του Βούλγαρη άρχισε να ισχύει ως επίσημο σχέδιο του Ναυ­πλίου, χωρίς να είμαστε σε θέση να καθορίσουμε σε ποιο βαθμό και σε ποια σχέση με τις απόψεις και με τυχόν αντιρρήσεις των κατοίκων. Πάντως, στο γειτονικό ‘Αργος, αντιθέσεις προερχόμενες από ιδιοκτήτες αποτελούν την αιτία για την οποία το σχέδιο Ντεβώ παραμερίζεται ένα χρόνο μετά την έγ­κρισή του. Οπωσδήποτε χρήσιμο είναι να παραπεμφθούμε σε οδηγίες προ­σωπικές του Καποδίστρια, όταν πια ο Βαλλιάνος έχει αναλάβει, τον Μάρτιο – Απρίλιο του 1829, την πολεοδομική εποπτεία του Ναυπλίου, που φανερώνουν ξεκάθαρα τις δυσκολίες για εφαρμογή ενός αφηρημένου σχεδίου, αλλά και τη θέληση του Κυβερνήτη να χρησιμοποιήσει ενεργά τη δημόσια γη για ορθο­λογικό σχεδιασμό, εκποιώντας ή ανταλλάσσοντας οικόπεδα.

Δεν υπάρχει κανένα σχέδιο που με βεβαιότητα να μπορεί να ταυτιστεί με εκείνο του Βούλγαρη. Διαφανές σχεδίου, δίχως καμιά προσδιοριστική ή χρονολογική ένδειξη, αλλά που συμπίπτει με το εντός των τειχών Ναύπλιο της εποχής και βρίσκεται στα αρχεία του Γαλλικού Στρατού, έχουμε σοβαρές αμφιβολίες για το αν μπορεί να ταυτιστεί με το σχέδιο Βούλγαρη, όπως επι­χειρήθηκε από κάποιον ερευνητή, όχι μόνο γιατί δεν φέρει τα στοιχεία που μνημονεύσαμε παραπάνω (της επιστολής Βούλγαρη), αλλά και γιατί δεν απο­τελεί αποτύπωση της υπάρχουσας κατάστασης. Έτσι, για το σχέδιο Βούλγαρη δεν μπορούμε παρά να περιοριστούμε, για την ώρα τουλάχιστο, σε όσα στοι­χεία παρέχει ο ίδιος.

 

Το σχέδιο Βούλγαρη για την Πρόνοια

 

Όπως ήδη σημειώσαμε, ιδέα του Βούλγαρη ήταν, από την αρχή του 1828, να καταργηθούν οι καλύβες μέσα στο Ναύπλιο και έξω από αυτό, και να ανεγερθούν παραπήγματα ΒΑ της πόλης, προς το χωριό Άρια. Από τις 10 Απριλίου ο Καποδίστριας του αναθέτει ρητά τη δημιουργία προαστίου του Ναυπλίου, της Πρόνοιας. Ο ίδιος ο Βούλγαρης σημειώνει ότι στις 5 Μαΐου είχε ήδη αρχίσει να δημιουργεί τα πρώτα παραπήγματα, εκεί, σε «κα­νονικό» σχέδιο, τα οποία κατεδαφίστηκαν με την επιδημία πανούκλας που ενέσκηψε στην περιοχή την εποχή εκείνη, μετά την οποία συνέταξε «σχέδιο διεύρυνσης» του προαστίου. Η πανούκλα εκδηλώθηκε πρώτα στα παραπήγμα­τα όπου, σύμφωνα με πληροφορία της εποχής, είχαν ήδη εγκατασταθεί 2500 άτομα – ενώ, σύμφωνα με τότε καταμέτρηση, 2158 άτομα είχαν εγκαταστα­θεί σε 662 «καλύβες».

 

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας - Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1833.

 

Δυο χρόνια αργότερα, η δόμηση έχει προχωρήσει στο προάστιο, οπότε και υποβάλλεται από κρατικό φορέα στον Κυβερνήτη σχέδιο ψηφίσματος, με το οποίο διασφαλίζεται η ιδιοκτησία του κράτους στη γη της Πρόνοιας και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της σε όσους έκτισαν ή θα έκτιζαν εκεί, αντί καταβολής φόρου ίσου προς το 4% της αξίας του οικοπέδου, μία φορά τον χρόνο, φόρο από τον οποίο θα εξαιρούνταν οι «άποροι και ενδεείς», ενώ αποκλειόταν η πώληση των οικοπέδων, αλλά επιτρεπόταν η μεταβίβαση της χρήσης λόγω προικός.

Είναι πολύ ενδιαφέρον να συγκρίνουμε αυτό το σχέδιο ψηφίσματος με άλλο, που υποβάλλεται από τη Γερουσία, δύο μήνες αργότερα, και με το ψήφισμα που, τελικά, υπογράφηκε από τον Καποδίστρια και εκδόθηκε: οι περιορισμοί μειώνονται αισθητά υπέρ των κατοίκων, των οποίων διευκολύνεται, πλέον, η απόκτηση ιδιοκτησίας, έναντι πέντε δόσεων, ενώ οι αποδεδειγμένα ενδεείς και άποροι απαλλάσσονται από κάθε είδους πλη­ρωμή.

Λίγες μέρες πριν από τη δημοσίευση αυτού του ψηφίσματος γίνεται καταγραφή των κατοίκων του προαστίου και σώθηκε ο κατάλογος κατόχων καλυβών ή οικημάτων σε αυτό. Λίγο αργότερα γίνεται και ακριβής καταμέ­τρηση και εκτίμηση της αξίας της γης, ενώ αριθμούνται 565 οικοδομήματα. Εξίσου σημαντικό είναι, όμως, το ότι, μόλις ένα χρόνο, περίπου, μετά τη δημοσίευση του ψηφίσματος, είχαν κτιστεί ήδη στο προάστιο «ικαναί οικοδομαί», δίχως άδεια.

Η κατάσταση μιας δόμησης «αυθαίρετης», πλέον, θα λέγαμε σήμερα, συνεχίζεται και επεκτείνεται μέχρι το τέλος του 1833, γι’ αυτό και οι Βαυαροί διορίζουν, ειδικά για την Πρόνοια, μηχανικό, με σκοπό να τηρηθεί ακριβώς το σχέδιο. Η ανώμαλη περίοδος εμφυλίου πολέμου, φα­τριασμού και διάλυσης που επικράτησε μετά τον θάνατο του Καποδίστρια ασφαλώς είχε και εδώ τα αποτελέσματά της. Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι και του σχεδίου αυτού του Βούλ­γαρη δεν έχουμε εντοπίσει, μέχρι σήμερα, το πρωτότυπο ή έστω αντίγραφό του, γι’ αυτό και περιοριζόμαστε στις πληροφορίες που δίνει ο ίδιος ή που προέρχονται από αρχειακό υλικό.

 

Οι επεμβάσεις του Θ. Βαλλιάνου

 

Τον Μάρτιο – Απρίλιο του 1829 ο μηχανικός Θ. Βαλλιάνος ορίζεται επί­σημα αρχιτέκτονας υπεύθυνος για την εφαρμογή του σχεδίου Βούλγαρη. Λίγους μήνες αργότερα, ο Έκτακτος Επίτροπος Αργολίδας τον επιφορτίζει με τη σύνταξη σχεδίου για τη λιθόστρωση των δρόμων της πόλης. Όπως, όμως, φαίνεται από επίσημα έγγραφα, τόσο οι δημοπρασίες ερειπίων «εθνικών οικιών» όσο και η εφαρμογή «πρακτικού σχεδίου» δημιούργησαν συγκρού­σεις και φιλονικίες μεταξύ των ιδιοκτητών και του «δημοσίου ταμείου». Ασφαλώς το γεγονός αυτό θα οδήγησε στη σύνταξη νέου σχεδίου από τον Βαλλιάνο, για το οποίο ξέρουμε ότι συντάχθηκε και ότι, στις αρχές του 1830, επικυρώθηκε από την κυβέρνηση. Το σχέδιο αυτό είχε αντιγραφεί προπολεμικά, μάλλον από επίσημο αντί­γραφο του καποδιστριακού αρχείου, στην Κέρκυρα, και η αντιγραφή αυτή δημοσιεύθηκε από την Τούρκισσα ερευνήτρια Τάνκουτ.

Από την καποδιστριακή διοίκηση διατυπώθηκε, πάντως, σαφώς η ομο­λογία ότι υπήρχε μεγάλη δυσχέρεια να εφαρμοστεί σχέδιο πόλης στο Ναύπλιο. Ίσως για τον λόγο αυτό, την ίδια εποχή, σε επίσημο έγγραφό του προς τον Διοικητή Ναυπλίου, ο Καποδίστριας δίνει εντολή να σχηματιστεί επιτροπή διαιτησίας, από έναν εκπρόσωπο του κάθε φορά θιγόμενου ιδιοκτήτη και έναν εκπρόσωπο της Διοίκησης. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ τους, αρμοδιό­τητα είχε ο Βαλλιάνος, με αποφασιστική, πλέον, γνώμη.

Σημαντικό είναι ότι μέτρα της σύγχρονης εποχής, όπως η εισφορά γης και η ανταλλαγή ιδιωτικής με δημόσια γη, προβλέπονταν ήδη και τότε, με σκοπό να διευκολυνθεί η εφαρμογή του σχεδίου. Θα πρέπει, επίσης, να σημειώσουμε ότι, διχογνωμίες και αντιδράσεις ιδιοκτητών, που γεννήθηκαν αμέσως μετά την τοιχοκόλληση του σχεδίου Βαλλιάνου, προκάλεσαν τη σύσταση άλλης επιτροπής, αποτελούμενης από τον Γκαρνώ, τον Βούλγαρη και δύο πολίτες, που αποφάσισε να εφαρμοστεί το σχέδιο αυτό και διατύπωσε όρους και κανόνες στα πλαίσια ενός διατάγματος εφαρμογής, θα λέγαμε σή­μερα. Ανάμεσα στους όρους αυτούς υπάρχει η σαφής διάταξη για κατεδάφιση όλων των «εξωστέγων» (σαχνισιών), έναντι αποζημιώσεως από τη Διοίκηση.

 

Καταληκτικά

 

Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου θέτει ορισμένα γενικότερα ερωτηματικά, πριν επιχειρηθεί να δοθούν απαντήσεις ή να εξαχθούν γενικά συμπεράσματα. Τα ερωτηματικά αυτά ενισχύονται από τα στοιχεία που παραθέσαμε στη με­λέτη μας για τον σχεδιασμό του ‘Αργους επί Καποδίστρια, αλλά και από το αρκετά πλούσιο υλικό για τον σχεδιασμό της Πάτρας, την ίδια εποχή. Το μάλλον φτωχό υλικό για τον σχεδιασμό άλλων πόλεων δεν νομίζουμε ότι διαφοροποιεί αισθητά τα ερωτήματα αυτά. Προηγουμένως θα πρέπει να πούμε ότι αποτελεί, πλέον, δεδομένο η θέληση του ίδιου του Καποδίστρια και της Διοίκησής του να εφαρμοστούν σύγχρονες, για την εποχή, πολεοδομικές αντιλήψεις, όπως τις εξέφραζαν οι μηχανικοί που έλαβαν ενεργό μέρος στον σχεδιασμό ελληνικών πόλεων.

Δηλαδή, να εφαρμοστεί ένα σύστημα ευθυγραμμίσεων δρόμων, δημιουργίας πλα­τειών και ελεύθερων χώρων, με θέση δεσπόζουσα για τα δημόσια κτίρια. Δεδομένο, επίσης, είναι ότι το σύστημα αυτό ακολουθήθηκε σε όλη την καθαρό­τητά του για τον σχεδιασμό νέων πόλεων ή νέων τμημάτων πόλεων, ενώ για τις επεμβάσεις στα παλαιά και δομημένα τμήματα πόλεων έγινε σαφώς μετριασμός του, πάντοτε, όμως, στα πλαίσια μιας πρόθεσης να μπει κάποια «τάξη» στην τότε πολεοδομική πραγματικότητα. Με την προοπτική αυτή, η αντίθεση προς τα σαχνισιά εκδηλώθηκε έντονα, για λόγους υγιεινής (αερι­σμός δρόμων κλπ.), αλλά και με σαφή ιδεολογική φόρτιση (κατάργηση «τουρκοπόλεων», εξευρωπαϊσμός). Αναντίρρητο είναι, επίσης, ότι αποτέλεσε επι­θυμία κατοίκων πολλών πόλεων, ιδίως των κατεστραμμένων από τον επανα­στατικό πόλεμο, να αποκτήσουν σχέδιο «τακτικόν».

Από κει και πέρα, η μελέτη των συγκρούσεων γύρω από την εφαρμογή σχεδίων σε παλαιά τμήματα πόλεων θέτει πρώτα απ’ όλα το θεμελιακό ερώτη­μα του κατά πόσο το συγκεντρωτικό σύστημα του Καποδίστρια λειτούργησε και στον τομέα του σχεδιασμού πόλεων όπως σε άλλους τομείς, αλλά και το κατά πόσο πρόθεσή του ήταν να λειτουργήσει ή όχι με τον ίδιο τρόπο. Οι συμβιβαστικές διαδικασίες που καθιερώθηκαν και ακολουθήθηκαν στην εφαρμογή των διαφόρων σχεδίων μας πείθουν για την ύπαρξη διαλόγου, αλλά και για την επιδίωξη του διαλόγου αυτού από την πλευρά της Διοίκησης, ιδιαίτερα μετά την αντίδραση ιδιοκτητών. Άλλο ερώτημα, που νομίζουμε ότι πρέπει να τεθεί, είναι το αν η αντίδραση των πολιτών – ιδιοκτητών ή ιδιοποιητών γης στα παλαιά τμήματα πόλεων προέρχεται από οθωμανικές καταβολές, τόσο στο θέμα της γαιοκτησίας όσο και στο πεδίο των νοοτροπιών – οπότε θα πρέπει να καθορίσουμε και το ποιες.

Εξίσου σημαντικό θεωρούμε το ερώτημα του ποια ήταν η αξία της γης την εποχή αυτή, ποια τυχόν υπεραξία δημιουργείτο με τον σχεδιασμό, αλλά και πως η τυχόν υπεραξία γινόταν αντιληπτή από τους ίδιους τους ιδιοκτή­τες. Τα στοιχεία που εντοπίσαμε και μελετήσαμε (αιτήσεων ή διαμαρτυριών πολιτών για θιγόμενα συμφέροντά τους) μαρτυρούν μάλλον για μιαν εμμονή σε εντελώς στατικήν αντίληψη της ιδιοκτησίας, που μέχρι και σήμερα εξακολουθούμε να συναντάμε σε ανάλογες συγκρούσεις, με αφορμή ανάλογες προ­σπάθειες σχεδιασμού, αλλά και η οποία δεν στερείται κάποιου «δυναμικού» υπόβαθρου, δηλαδή παρωχημένων, έστω, κερδοσκοπικών υπολογισμών. Θα πρέπει, βέβαια, να εντοπίσουμε και κάτι άλλο, δηλαδή την ανυπαρξία μελε­τών για το πρώτο σκέλος του ερωτήματος, δηλαδή την αξία και τις τιμές γης, με τις τυχόν διακυμάνσεις τους.

Αφήσαμε τελευταίο ένα γενικότερο ερώτημα. Ο σχεδιασμός της καποδιστριακής διοίκησης μήπως θα πρέπει να ενταχθεί σ’ ένα γενικότερο πλαίσιο προσπαθειών της για τη δημιουργία αστικών δομών (και αντιλήψεων) ή για ενίσχυσή τους στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος; Αν εξετάσουμε συνολικά την κατάσταση, τότε θεωρούμε ότι η προσπάθεια αυτή, παρ’ όλες τις συγκρούσεις, είχε μπει σε καλό δρόμο. Για άλλη μια φορά ξανάρχεται, έτσι, στην επιφάνεια η σύγκρουση των καθυστερημένων στρωμάτων του ελληνικού πληθυσμού, κατόχων μέχρι τον Καποδίστρια της πραγματικότητας της εξουσίας στον τότε ελλαδικό χώρο, με μια Διοίκηση που εξέφραζε, στη θέληση και με την πράξη, την τάση του εκσυγχρονισμού. Το περίεργο είναι ότι, στη σύγκρουση αυτή, επώνυμα μέλη του πλέον αστικοποιημένου στρώματος του πληθυσμού βρέθηκαν με το μέρος των πρώτων, για δικούς τους λόγους, βέβαια. Αλλ’ ήδη περνάμε σ’ ένα άλλο πεδίο έρευνας…

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Δικηγόρος – Ιστορικός – Πολιτικός Επιστήμονας

 

Πηγή


  • Βασίλη Κ. Δωροβίνη, «Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828 – 33) / Η ειδική περίπτωση και τα γενικότερα προβλήματα», Ανάτυπο από τα Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Ιστορίας ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΗ της Εταιρείας Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 1985.

  

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ναύπλιο 1836 – Hermann von Pückler – Muskau


  

Επίσκεψη του γερμανού πρίγκιπα Πύκλερ στο Ναύπλιο το 1836.

 

Fürst Pückler-Muskau. Λιθογραφία, von Wilhelm Devrient, 1838.

Ο πρίγκιπας Χέρμαν φον Πύκλερ – Μούσκαου (Hermann von Pückler – Muskau, 1785-1871), γεννημένος κόμης, ήταν από το 1811, οπότε πέθανε ο πατέρας του, κυρίαρχος δύο μικρών ηγεμονιών, του Μούσκαου και του Μπράνιτς (Branitz), οι οποίες ενσωματώθηκαν το 1815 στην Πρωσία. Απέκτησε τον τίτλο του πρίγκιπα το 1822 με τη μεσολάβηση του πεθερού του, του καγκελάριου της Πρωσίας φον Χάρντενβεργκ (von Hardenberg), αλλά δεν έφθασε ποτέ στον επιθυμητό στόχο του να γίνει διπλωμάτης. Έγινε όμως, «από τη μία μέρα στην άλλη» και «χωρίς να καταλάβει πώς» ένας πετυχημένος και δημοφιλής συγγραφέας. Το πρώτο βιβλίο του, αποτελούμενο από 4 τόμους, εκδόθηκε το 1830/31. Σε αυτό περιγράφει το ταξίδι του στην Αγγλία και τη Σκωτία κατά τα έτη 1826-29.

Το 1835 ο Πύκλερ ξεκίνησε για το μεγάλο ταξίδι του προς την Αφρική και την Ανατολή, το οποίο διήρκησε πάνω από εξίμιση χρόνια. Από το Αλγέρι πήγε στην Τυνησία. Από εκεί πέρασε στη Μάλτα και έφτασε στην Ελλάδα όπου έμεινε ένα ολόκληρο χρόνο. Συνέχισε το ταξίδι του στην Αίγυπτο, έφθασε μέχρι τη Συρία και διαμέσου των Ιεροσολύμων, της Μικράς Ασίας και της Κωνσταντινουπόλεως γύρισε τελικά στην Ευρώπη.

Κατά τις περιηγήσεις του στην Ελλάδα το 1836 ο Πύκλερ δεν αφήνει σχεδόν κανένα τόπο απ’ έξω. Πολύπλευρος και ανοικτός χαρακτήρας όπως είναι, όλα προκαλούν το ενδιαφέρον του και πολλά τον ενθουσιάζουν. Εκτός από τους κλασσικούς τόπους επισκέπτεται περίφημα ή και άγνωστα τοπία: το Μαραθώνα π.χ. και το Σούνιο, αλλά και ένα μέρος στην νότια άκρη του Ταΰγετου, πάνω στον κόλπο του Μαραθονησίου (κόλπος της Λακωνίας), όπου, κατά τη γνώμη του, θα έπρεπε να τοποθετηθεί η πρωτεύουσα της Ελλάδας, αν μόνο και μόνο η ομορφιά θα μέτραγε σαν κριτήριο για την εκλογή αυτή. Στην Αθήνα ο Πρίγκιπας Πύκλερ που ανήκει στην πιο υψηλή κοινωνία βρίσκει όλες τις πόρτες ανοικτές. Είναι καλεσμένος του Βασιλιά Όθωνα και συναντάει το Βασιλιά Λουδοβίκο της Βαυαρίας, που επισκέπτεται την εποχή εκείνη το γιο του Όθωνα στην Ελλάδα.

Η Αργολίδα είναι ένας σταθμός του τρίμηνου μεγάλου γύρου του Πύ­κλερ σε όλη την Πελοπόννησο. Για λίγες μέρες, το Μάιο του 1836, μένει και στο Ναύπλιο. Ας μη περιμένουμε όμως μια συστηματική περιγραφή της πόλης. Το στιλ αφήγησης του Γερμανού πρίγκιπα σε όλα τα βιβλία του, με το οποίο είχε κερδίσει ένα ευρύ και πιστό αναγνωστικό κοινό, αποτελεί ένα μίγμα από προσωπικές παρατηρήσεις και σκέψεις, περιγραφές προσωπικοτήτων ή τοπίων, αφηγήσεις μεγάλων ιστορικών ή και μικρών καθημερινών συμβάντων και άλλα πολλά.

Ακολουθεί, στην ελληνική μετάφρασή μου, το κεφάλαιο που αναφέρεται σε αυτή την επίσκεψη στο Ναύπλιο. Είναι παρμένο από το βιβλίο του Πύκλερ που εκδόθηκε στη Γερμανία το 1840/41 και έχει τον τίτλο «Νότιο – Ανατολική Πινακοθήκη» (Suedoestlicher Bilderssal, τόμ. 3ος, σσ. 139-153).

 

Ναύπλιο – Hermann von Pückler – Muskau

 

«Ο δρόμος δύο ωρών από εδώ (Μυκήνες) μέχρι το Ναύπλιο περνάει συνεχώς από ωραία καλλιεργημένα χωράφια. Όταν φθάσαμε στο νέο κατασκευασμένο δρόμο του Άργους, που είναι όμως σε κακή κατάσταση, περάσαμε από μια φάρμα μοντέλο την οποίαν ίδρυσε η Κυβέρνηση και την εμπιστεύθηκε στον λοχαγό Βεχ (Weech), που είναι γνωστός σαν συγγραφέας βιβλίων για τη Βραζιλία. Η λεπτομερή επίσκεψη των Μυκηνών με είχε καθυστερήσει τόσο πολύ που έφθασα ίσια πριν κλείσει η πύλη της πόλεως (του Ναυπλίου) στις 8 μ.μ. Διότι με βάση ενός αγαπητού παιχνιδιού του στρατού της εποχής μας το Ναύπλιο διοικείται και σε καιρό ειρήνης σαν να ήταν όλη η χώρα σε εξέγερση ή σαν να πλησίαζε ένας τούρκικος στρατός. Φυσικά η επικοινωνία υποφέρει πολύ λόγω της υπερβολικής αυστηρότητας της διάταξης αυτής. (Σημειωτέο είναι ότι παλαιότερα οι πύλες έκλειναν κιόλας στις 6 μ.μ.).

Ναύπλιο – Η Πύλη της Ξηράς (εσωτερική πλευρά), Karl von Heideck 1837.

Εγώ προσωπικά αισθάνθηκα έντονα τις συνέπειες αυτού του μέτρου, διότι στο μεγάλο ξενοδοχείο που κατέβηκα, όπου άλλωστε σπάνια πια κατεβαίνουν ξένοι και για αυτό το λόγο ο ξενοδόχος δεν κρα­τάει προμήθειες από τρόφιμα, δεν βρήκα πια τίποτε να φάω. Το Ναύπλιο έχει χάσει σχεδόν εντελώς τον ελληνικό χαρακτήρα του και μοιάζει – με τους πολλούς στρατιώτες στο γερμανικό στιλ και με τα χρώματα της Βαυαρίας – με μία βαυαρική πόλη φρουράς. Εκτός από αυτό το Ναύπλιο είναι ο κύριος στρατιωτικός χώρος του Βασιλείου, με ένα μεγάλο οπλοστάσιο. Έχει καλούς λιθόστρωτους δρόμους, έναν ωραίο κόλπο, ένα στεφάνι από γαλάζια βουνά γύρω από την καρποφόρα πεδιάδα και πολύ κοντά, από πάνω του, το ρομαντικό Παλαμήδι, το πιο υπερήφανο κάστρο των υπέροχων Βενετών, οι οποίοι είχαν διαλέξει το Ναύπλιο σαν πρωτεύουσα του Μοριά. Από την πλευρά της θάλασσας βλέπει κανείς το δεύτερο πιο χαμηλό κάστρο, το Ιτς – Καλέ, και στο λιμάνι, με τριγύρω τη θάλασσα, στο βράχο κτισμένο το Μπούρτζι.

Ως προς την έλλειψη όλων των αγαθών τα οποία βρίσκει κανείς σε κάθε μεσαία ευρωπαϊκή πόλη και ως προς την ακρίβεια όλων των αναγκαίων πραγμάτων – τουλάχιστον για τον ξένο – το Ναύπλιο βρίσκεται περίπου στο ίδιο επίπεδο με την Αθήνα. Στο «Hotel d’ Europe» πλήρωσα για δύο δωμάτια για κυρίους και δύο δωμάτια για υπηρέτες 28 φράγκα την ημέρα και για το πολύ λιτό μεσημεριανό γεύμα πλήρωσα 6 φράγκα κατά άτομο, χωρίς το κρασί.

Επειδή τη δεύτερη μέρα της διαμονής μου στο Ναύπλιο (σήμερα δηλαδή) είχα να γράψω επιστολές και να κάνω μερικές επισκέψεις, το βράδυ μου έμεινε μόνο λίγος καιρός για να επισκεφθώ την εκκλησία στην πόρτα της οποίας δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας. Μερικά σημεία του τοίχου δείχνουν ακόμη τα ίχνη των σφαιρών που έριξαν οι στρατιώτες της συνοδείας του στους δολοφόνους. Ο παπάς, αυτόπτης μάρτυρας όλων αυτών των συμβάντων, μου επιβεβαίωσε όλες τις λεπτομέρειες τις οποίες έχω περιγράψει πιο πάνω στους αναγνώστες μου[i].

Όταν γύρισα στο ξενοδοχείο βρήκα εκεί έναν Έλληνα που μου έδειξε το περιεχόμενο δύο μεγάλων δερμάτινων σακιδίων: Ήταν επεξεργασμένοι λίθοι αξίας πάνω των 100.000 δραχμών, όπως και πολλά νομίσματα και άλλα περίεργα. Ανάμεσά τους υπήρχαν μερικά αρχαία, για τα οποία ζήτησε 2000 δραχμές – μεταξύ άλλων ένα δήθεν δακτυλίδι σφραγίδα του Μεγάλου Κωνσταντίνου! Ένα πολύτιμο εγχειρίδιο του τελευταίου Έλληνα Αυτοκράτορα αποδείχθηκε αληθινό λόγω της ανάγλυφης χρυσής επιγραφής του. Η παινεμένη ποιότητα του λεπιδιού του όμως δεν άντεξε στο περσικό μου εγχειρίδιο και έπαθε, στη δοκιμή που κάναμε, μια βαθιά εγκοπή. Έτσι αγόρασα μόνο μερικούς λίθους για να παρηγορήσω τον Έλληνα. Μεταξύ των γνωριμιών που έκανα κατά τη διάρκεια της πρώτης ημέρας πρέπει να αναφέρω τον διοικητή της πόλεως αντισυνταγματάρχη Στοϊερτς (Steuerz), ο οποίος είναι, λόγω της απουσίας του στρατηγού Γκόρντον (Gordon), προσωρινός Γενικός Διοικητής της Πελοποννήσου.

 

Άποψη του Ναυπλίου με το Παλαμήδι, J.J. Wolfensberger, 1844.

 

Είναι Γερμανός πολεμιστής από καλή πάστα που διακρίθηκε πολλές φορές με τις δράσεις του και που συνδέει με όλα αυτά τους πιο αξιαγάπητους και ευγενικούς τρόπους. Έτσι έγινε, δικαίως, ένα γενικά δημοφιλές πρόσωπο. Μια εξ ίσου πιστή απεικόνιση της πιο μεγάλης γλυκύτητας στο γερμανικό εθνικό χαρακτήρα είναι η κόρη του, Μαντάμ Καρπυνύ (Karpuny) η οποία, με τη γλυκιά και εμψυχωμένη ομορφιά της, δεν έχει να φοβηθεί τίποτε από τη σύγκριση με οποιαδήποτε Ελληνίδα.

Επίσης ο ταγματάρχης του τόπου, κύ­ριος Τουρέ (Touret), Γάλλος στρατιωτικός από την εποχή του Ναπολέοντα και ένας από τους πιο παλαιούς φιλέλληνες, με περιποιήθηκε με όλη τη χαριτωμένη ζωηρότητα που χαρακτηρίζει το έθνος του. Οι Γάλλοι γίνονται τόσο αξιαγάπητοι κυρίως διότι έχουν σε κάθε στιγμή όλη τη νοημοσύνη τους διαθέσιμη για τη χρήση, ενώ εμείς (οι Γερμανοί) την κουβαλάμε μαζί μας στην βαλίτσα μας, και όταν θέλομε να την χρησιμοποιήσουμε πρέπει να τη βγάλουμε κομμάτι κομμάτι. Αυτή η ιδέα περνάει συχνά από το νου μου και αν τυχόν την έχω εκφράσει κιόλας αλλού, ας μου συγχωρεθεί, παρακαλώ, η επανάληψη – προς χάριν της αλήθειας. Στο Βαυαρό πρόξενο, κύριο Στρογκ (Strong), συνάντησα έναν ευχάριστο κύκλο όμορφων και μορφωμένων κυριών και ο νέος κόμης Μπότμερ (Bothmer), τον οποίον γνώρισα εκεί, ήταν ο γιος μίας πολύτιμης φίλης μου από τα παλαιά χρόνια – τι ευχάριστη ανάμνηση που κάνει πάντοτε καλό στην ευαίσθητη ψυχή.

 

21η  Μαΐου [1836]

Ο τρόπος ζωής μου έχει αλλάξει ριζικά σε αυτό το ταξίδι (στην Ελλάδα). Έτσι π.χ. σηκώνομαι τώρα δέκα ώρες πιο νωρίς απ’ ότι σηκωνόμουν συνήθως στην Αθήνα, δηλαδή αντί στις 3 το απόγευμα στις 5 το πρωί. Τουλάχιστον από αυτή την άποψη η θλιβερή μου ψυχική κατάσταση που κόντευε να μου κλέψει εντελώς τον ύπνο [ii], συνέβαλε ευεργετικά σε αυτή την επανάσταση στις συνήθειές μου, και αυτό, πράγματι, προσφέρει διάφορα πλεονεκτήματα στον ταξιδιώτη. Έτσι σήμερα στις 5.30 π.μ. μπόρεσα να δω το πυροβολικό που είχε φθάσει σε παράταξη μπροστά από το ξενοδοχείο μου, στην Πλατεία των Πλατάνων (στην οποία δεν λείπει τίποτε άλλο παρά πλατάνια). Αποτελείτο από δύο πεδινές πυροβολαρχίες και μια ορεινή πυροβολαρχία και ήταν έτοιμο να ξεκινήσει για άσκηση, αλλά περίμενε μία ώρα τα πολεμοφόδια που – δεν ξέρω για ποίο λόγο – αργούσαν. Κυρίως για να δω σε άσκηση την ορεινή πυροβολαρχία την οποίαν κουβάλαγαν μουλάρια, ακολούθησα, μετά από λίγη ώρα, την πομπή και την πρόφθασα όταν είχε πάρει την πρώτη θέση της, όχι μακριά από το φράκτη των σφαιρών.

 

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

 

Ο αντισυνταγ­ματάρχης Χυτς (Huetz) που κατείχε την αρχηγία είναι μόνο ανθυπολοχαγός στη Βαυαρία και όταν θα εγκαταλείψει την προσωρινή υπηρεσία του εδώ, στην πατρίδα του θα επιστρέψει στο παλαιό του αξίωμα. Αυτός είναι ένας παράξενος κανονισμός τον οποίον συναντάμε εδώ γενικά. Δεν κολακεύει ούτε τους Έλληνες ούτε τους φιλέλληνες και για τους Βαυαρούς το τέλος δεν είναι τόσο ευχάριστο. Ο υπουργός πολέμου, υποστράτηγος φον Σμάλτς (von Schmaltz) είναι στην πατρίδα του μόνο αντισυνταγματάρχης. Και όταν ο τέως διοικητής της πρωτεύουσας συνταγματάρχης Λύντερ (Lueder) εγκατέλειψε την Ελλάδα – ήμουν τότε εδώ – κάποιος έλεγε αστειευόμενος πως έσπευσε πίσω στην πατρίδα του για να ξαναπάρει τη θέση του σαν λοχαγός από το φόβο μήπως γίνει στρατηγός στην Ελλάδα. Εκτός από αυτό οι αξιωματικοί αυτοί έχουν μεγάλα χρηματικά πλεονεκτήματα. Παίρνουν ένα πολύ μεγαλύτερο μισθό στην Ελλάδα και όταν, μετά από δύο χρόνια, λήγει η σύμβασή τους θα επιστρέψουν δωρεάν, θα λάβουν για έξι μήνες ακόμη τον ελληνικό μισθό, ανάλογα με το ελληνικό αξίωμά τους, και επί πλέον, με την πρώτη μέρα της επιστροφής τους αρχίζει εκ νέου ο βαυαρικός μισθός, ανάλογα με το βαυαρικό βαθμό. Με αυτό τον τρόπο πολλοί αξιωματικοί μπόρεσαν, σε μικρό χρονικό διάστημα, να πληρώσουν τα χρέη που είχαν κάνει στη Βαυαρία και απελευθερωμένοι – στο κόστος της Ελλάδας – από τις στενοχώριες τους μπόρεσαν να ξαναδούν την αγαπημένη πατρίδα τους.

Ο αντισυνταγματάρχης λοιπόν στην Ελλάδα και ο ίδιος ανθυπολοχαγός στη Βαυαρία, ο οποίος αντιπροσώπευε αυτό το διπλό αξίωμα με ένα ασυνήθιστο μεγαλείο, ήταν φανερά ένας στρατιώτης με πολύ πάθος και ήταν συνεχώς τόσο απασχολημένος που μόνο με δυσκολία μπορούσε κανείς να του πάρει λίγες λέξεις. Γι’ αυτό υπήρχαν και λόγοι διότι πολλά δεν πήγαν όπως τα ήθελε. Η εξυπηρέτηση των πυροβόλων από τους Έλληνες πυροβολητές – στους οποίους τελευταία ο βαυαρικός κανονισμός ασκήσεως έχει αντικαταστήσει τον προηγούμενο γαλλικό κανονισμό – ήταν προφανώς αργή και συχνά πολύ αδέξια. Επί πλέον συνέβηκε το εξής γελοίο πράγμα ότι μερικά φυσίγγια ήταν κατά λάθος γεμισμένα με πυροτεχνήματα αντί με πυρίτιδα και τα πυροβόλα έφτυναν, χωρίς πολύ κρότο, πολύχρωμες φλόγες – προς μεγάλη φρίκη του αρχηγού.

Η άσκηση για τη διάταξη της οποίας ο αντισυνταγματάρχης δεν με τίμησε με ενημέρωση, συνέχισε μέχρι το χωριό Μέλισσα, μιάμιση ώρα από το Ναύπλιο, και πρέπει να ομολογήσω -προς τιμή της αλήθειας— ότι επίσης το ορεινό πυροβολικό δεν διακρίθηκε ιδιαίτερα. Δεν ξέρω για ποίο λόγο, ή μήπως με το σκοπό να ασκούνται τα μουλάρια, το πυροβολικό έψαχνε πάντοτε τους πιο μακρινούς και δύσκολους δρόμους, χωρίς να υπήρχε καμία ανάγκη. Επί πλέον τα ζώα ήταν τόσο άσχημα φορτωμένα ώστε στο πιο αξιολύπητο μεταξύ τους το κανόνι με τη σέλλα κρεμόταν σαν ένας σάκος τροφίμων στο πλευρό του και ήταν σχεδόν αδύνατο το κακόμοιρο το ζώο να σκαρφαλώνει τα βράχια. Στην τελευταία τοποθέτηση των τριών πυροβόλων που παρακολούθησα φαίνεται ότι ο ίδιος ο αξιωματικός δεν μπορούσε να συμφωνήσει με τον εαυτόν του: Μετά από μερικά ανεβοκατεβάσματα τα τοποθέτησε τελικά ένα – ένα στις κορυφές τριών λόφων που ήταν αρκετά μακριά ο ένας από τον άλλο. Από εκεί τα απόμακρα απομονωμένα μικρο-πυροβόλα, τα οποία επί πλέον δεν ρίπτουν πλήρεις σφαιρών οβίδες (διότι ο κάλυκάς τους δεν αντέχει στην πιο δυνατή φόρτωση πλήρων οβίδων), δύσκολα θα είχαν προκαλέσει πολλή ζημιά σε έναν υποθετικό εχθρό.

Επίσης η προσωπική εκφώνηση των κατά λέξη διαταγών από το διοικητή του πυροβολικού προς τα τρία μακρινά σημεία είχε κάτι ευτράπελο και δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί σε μία αληθινή μάχη, όπως και τώρα δημιούργησε, αναπόφευκτα, αρκετή σύγχυση. Ουσιώδες μέρος της άσκησης ήταν, όπως μου φάνηκε, το πρωινό στη Μέλισσα και εκεί συνέβηκε ένα άλλο κωμικό περιστατικό: την ίδια στιγμή που το ένα πυροβόλο έριξε προς την κατεύθυνση του κάρου των τροφίμων, αυτό μισοκάθησε λόγω μίας βλάβης και έπρεπε να ξεφορτωθεί έτσι ώστε δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι το κανόνι είχε ρίξει κάτω το κάρο. Αυτό το συμβάν που καθυστέρησε κατά πολύ το πρωινό και στο οποίο χάθηκε το πιο μεγάλο μέρος της γαβάθας με σαλάτα, έδωσε αφορμή στην εύθυμη νεολαία που με συνόδευε και στους αξιωματικούς της φρουράς που ήταν όπως εγώ μόνο θεατές, σε ατέλειωτα αστεία και οξείς σαρκασμούς. Και έτσι φθάσαμε καλπάζοντας σαν μία εμπροσθοφυλακή που δεν είχε το νου της ούτε στον φίλο που ακολουθεί ούτε στον αόρατο εχθρό μπροστά της στη Μέλισσα.

Αυτό το μέρος έχει μία πρωτότυπη όψη. Ας φανταστεί κανείς μία κοιλάδα σε μορφή καζανιού, περικυκλωμένη από άσπρα βουνά, στο κέντρο της οποίας βρίσκονται τα υπολείμματα ενός βενετικού υδραγωγείου και που είναι εξ ολοκλήρου σκεπασμένη με ένα δάσος των πιο φρέσκων και πολλαπλών πράσινων τόνων, γεμάτο λουλούδια όλων των χρωμάτων. Συκιές, λεμονιές και μουριές, οι τελευταίες γεμάτες με μαύρα ώριμα φρούτα, το άνθος της ροδιάς με την κόκκινη λάμψη, η φραγκοσυκιά με τα χρυσά λουλούδια, η ροζ πικροδάφνη και το σκούρο χαρούπι και ενδιάμεσα πλεγμένες οι κληματαριές. Όλα αυτά αποτελούσαν το ελκυστικό δασάκι. Και στο γρασίδι το οποίο άρδευε μία δροσερή πηγή, μερικές ομάδες από παλικάρια γύριζαν δέκα με δώδεκα ολόκληρα αρνιά σε ξύλινες σούβλες επάνω στη χόβολη. Άλλοι Έλληνες είχαν τοποθετήσει – αυτή τη φορά όσο το δυνατόν σε καλύτερη θέση – κατά μήκος των δέντρων, τις σειρές μπουκαλιών τους με ρακί (ελληνικό οινόπνευμα), ρετσινάτο κρασί (τοπικός οίνος) και δροσερό νερό.

Σε αυτό το σημείο, πριν φθάσει ακόμη το νικηφόρο σώμα με το λιγομίλητο διοικητή του, για να αρχίσει το γεύμα, εγώ αποχαιρέτησα το εύθυμο πλήθος που με είχε συνοδεύσει και πήγα, καθέτως στα βουνά προς την κατεύθυνση του Πόρτε Λεόνε (Τολό) που απέχει περίπου δύο ώρες. Είναι ένα γραφικά τοποθετημένο λιμάνι στην ανατολική ακτή της Πελοποννήσου, όπου βρίσκονται στη μέση της πεδιάδας τα υπολείμματα ενός βενετικού κά­στρου μέσα σε ένα πλούσιο κάμπο σταφίδας και όπου ένας ψηλός πύργος επάνω σε ένα απομονωμένο βράχο στη θάλασσα – με τη θέα ανοικτή σε όλες τις πλευρές – κυριαρχεί ολόκληρη την περιοχή.

Από εδώ ένα χαριτωμένο μονοπάτι οδηγεί πρώτα από την ακτή με άμμο και μετά από απότομα βράχια σε μία νεόκτιστη κωμόπολη, της οποίας τα περιβόλια γεμάτα από θάμνους επεκτείνονται μέχρι ψηλά στα βουνά. Μέσα στη θάλασσα πολλά απόκρημνα νησιά, των οποίων μερικά φέρουν παλαιά γκρεμισμένα οχυρά, οι πολλαπλές κυματιστές γραμμές της ακτής μέχρι την Επίδαυρο και δίπλα της οι κορυφές των βουνών με τις πρωτότυπες πέτρινες μορφές τους, που μοιάζουν με κορμούς από κοντόχοντρα δέντρα, η ακίνητη σοβαρότητα και το άγριο μεγαλείο αυτής της φύσης μου άφησαν μία βαθιά εντύπωση.

Γύρισα μέσα από τα βουνά της οροσειράς και έμεινα για μία ώρα περίπου πιασμένος σε ένα φαλακρό πέτρινο λαβύρινθο μέχρι να βγω στην άλλη πλευρά του Παλαμηδίου όπου η πεδιάδα της Αργολίδας, λάμποντας στον πιο φωτεινό ήλιο, άνοιξε πάλι μπροστά μου. Ιδιαίτερα παράξενα φάνηκαν από αυτό το σημείο τα στρογγυλεμένα βράχια που σηκώνονται σαν νησιά έξω από τους κινούμενους κάμπους σταριού και μεταξύ των οποίων τα κυκλώπεια τείχη της αρχαίας Τίρυνθας ξεχωρίζουν πριν από όλα. Η ημέρα ήταν πολύ ζεστή, αλλά στην Πελοπόννησο ένας φρέσκος αέρας δροσίζει τις πιο πολλές φορές την ατμόσφαιρα. Αυτό κάνει το κλίμα της χώρας ευχάριστο το καλοκαίρι, το χειμώνα όμως – όπως το αισθάνθηκα αρκετά έντονα – είναι πολύ δυσάρεστο.

Μου έμεινε πολύ λίγος καιρός για ένα γρήγορο γεύμα μέχρι να φθά­σει ο διοικητής της πόλεως για να με συνοδεύσει στην επίσκεψή μου στο Παλαμήδι. Για να αποφύγουμε την κουραστική σκάλα που οδηγεί από την πόλη μέχρι την κορυφή, κάναμε με τα άλογά μας ένα γύρο επάνω στα βουνά και μπήκαμε από την αντίθετη πλευρά στο φρούριο. Το χτίσιμό του είναι παράξενο και μερικά από τα τείχη του είναι κτισμένα επάνω στους αρχαίους τοίχους. Εξ άλλου λόγω του ονόματος Παλαμήδι, που προέρχεται προφανώς από τον Παλαμήδη της αρχαίας εποχής, μπορούμε να υποθέσουμε ότι υπήρχε πάντοτε ένα φρούριο εδώ.

 

karl krazeisen - Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

 

Το εσωτερικό αποτελείται από τρεις ψηλές ντάπιες εντελώς ξεχωριστές η μια από την άλλη. Η κάθε μια περικυκλώνεται από ένα εξωτερικό και ένα εσωτερικό τείχος έτσι ώστε μπορεί να αμυνθεί ξεχωριστά όταν οι άλλες ντάπιες έχουν κιόλας πέσει.  Η εξωτερική οχύρωση προς την πλευρά της θάλασσας είναι αρκετά χαμηλή και αποτελεί το πιο αδύνατο σημείο του φρουρίου, συγχρόνως όμως προσφέρει την πιο όμορφη θέα, από τον κρημνό γεμάτο φραγκοσυκιές στην προεξέχουσα γλώσσα γης του Ιτς – Καλέ με την ανατολική θάλασσα και τα νησιά της, όπως και τους πρόποδες του βουνού που επεκτείνονται μέσα στη θάλασσα.

Και το σύνολο αυτό, με τη γοτθική αρχιτεκτονική των διαφόρων οχυρωμάτων στην πρώτη γραμμή, μοιάζει με ένα θαυμάσιο πίνακα που το έχουν βάλει μέσα σε ένα κάδρο. Και επάνω σε όλα αυτά σηκώνεται σαν ένα έμβλημα του κλίματος του Νότου (όπως έλεγε ποιητικά ο κόμης Πέκιο [Pechio]) ένας ψηλός φοίνικας. Οι Βενετοί είχαν σκοπό να ανατινάξουν τα βράχια στο πόδι του Παλαμηδίου για να χωρίσουν το Παλαμήδι από το Ιτς – Καλέ δια μέσου μίας θαλασσινής διώρυγας και συγχρόνως να ενώσουν τα δύο κάστρα με μια σκεπασμένη γέφυρα, μια κολοσσιαία επιχείρηση που ήταν ήδη μισοτελειωμένη, όταν τα πολιτικά γεγονότα έβαλαν τέλος στην κυριαρχία των Βενετών στο Μοριά.

Στο Παλαμήδι υπάρχουν δεξαμενές κτισμένες από τους Τούρκους,30 ποδιών μάκρους και6 ποδιών φάρδους. Όμως μόνο σαράντα κανόνια είναι τοποθετημένα, ενώ θα χρειαζόταν διπλάσιος αριθμός περίπου για μια στοιχειώδη άμυνα του φρουρίου.

Προμαχώνας Μιλτιάδη, οι φυλακές βαρυποινιτών στο Παλαμήδι.

Με την ευκαιρία της επίσκεψης μου των φυλακισμένων οι οποίοι κρατιούνται εδώ εξαιρετικά καλά και καθαρά, ξαναβρήκα τους καλούς μου φίλους, τους Χονδρογιάννηδες. Οι δύο έγιναν πολύ χοντροί και του Σωτήρη του έθρεψαν εντελώς οι πληγές. Ο μικρότερος αδελφός του τον έχει ξεπεράσει τώρα κατά πολύ και μόνο στη φυλακή, όπως φαίνεται, έχει φθά­σει στο τελικό ύψος του και έχει γίνει ένας από τους πιο ωραίους άντρες που μπορεί κανείς να βρει.

Οι δύο με αναγνώρισαν αμέσως και με καλωσόρισαν με την πιο μεγάλη χαρά και εγώ απάντησα σε αυτή την κολακευτική υποδοχή με ένα μικρό δώρο. Προφανώς δεν φοβόντουσαν πολύ την απόφαση του δικαστηρίου στην δική τους υπόθεση και ήταν σε καλό κέφι [iii]. Μετά με οδήγησαν σε έναν αρχηγό 102 χρονών, τον Μήτρο Πέτροβα, ο οποίος φυλακίζεται εδώ, λόγω εξέγερσης στη Μεσσηνία, για 20 χρόνια!!. Πάντως συντηρείται πολύ καλά και μοιάζει με ένα εξηντάρη. Ο φύλακας μας είπε ότι αυτός ο κρατούμενος, με όλη τη ζωηρότητά του, παραπονιόταν με την πιο μεγάλη ανυπομονησία για το γεγονός ότι δεν του επιτρεπόταν να δεχθεί γυναικεία συντροφιά.

Είναι γνωστό ότι και ο Κολοκοτρώνης και ο Κολιόπουλος κρατήθηκαν σε αυστηρή φυλάκιση εδώ για ένα ολόκληρο χρόνο, ότι μετά καταδικάστηκαν σε θάνατο από δικαστές των οποίων μερικοί δρούσαν κάτω από βίαιο εξαναγκασμό και ότι τώρα, στολισμένοι με το παράσημο του Σωτήρα, χαίρονται της ιδιαίτερης χάρης της Μεγαλειότητος του Όθωνα, ο Κολοκοτρώνης σαν Σύμβουλος Επικρατείας και ο Κολιόπουλος σαν συνταγματάρχης των δέκα τμημάτων της νέας οργανωμένης φάλαγγας.

Όταν στο γυρισμό κατεβήκαμε από την πολύ κουραστική σκάλα με τις πολλές στροφές, συναντήσαμε το διοικητή του Παλαμηδίου ο οποίος, αφού είχαμε ανταλλάξει μερικές κουβέντες, γύρισε πάλι πίσω για να μου προσφέρει, όπως σε μια κυρία, ένα μπουκέτο λουλουδιών, μια ευγένεια που με παραξένεψε εκ μέρους ενός διοικητή φρουρίου, αλλά αυτό είναι μέρος των ελληνικών εθίμων.»

 

Ρεγγίνα Quack – Μανουσάκη

Εισαγωγή – μετάφραση

(Επιμέλεια του ελληνικού κειμένου: Ελένη Στοϊκοβιτς – Κοββατζή)

Ναυπλιακά Ανάλεκτα V, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2004.

 
 
Υποσημειώσεις


[i] Από τη «Νότιο Ανατολική Πινακοθήκη» του Πύκλερ, τόμος 2ος, σσ. 270-272: Στην Αθήνα, το Μάρτιο του 1836, ο Πύκλερ γνώρισε τον κύριο Κατακάζη, έναν πολύ μορφωμένο Έλληνα στην υπηρεσία των Ρώσων. Αυτός ήταν προσωπικός φίλος του Καποδίστρια και σχετικά με τη δολοφονία του, διηγήθηκε στον Πύκλερ τα εξής: «Ένα πράγμα είναι σίγουρο, το, ότι (ο Καποδίστριας) έλαβε μερικές μέρες πριν από τη δολοφονία του πολλές πληροφορίες, οι οποίες δεν άφηναν καμία αμφιβολία ανα­φορικά με τους σκοπούς των Μαυρομιχαλέων, δηλαδή ότι αυτοί είχαν αγοράσει όπλα στο Ναύπλιο κτλ. Παρά ταύτα ο Πρόεδρος δεν επιχείρησε απολύτως τίποτε εναντίον τους. Βαρυσήμαντη και συγχρόνως συγκινητικά ανθρώπινη και γεμάτη αρ­χαίου ηρωισμού ήταν η συμπεριφορά του εκείνη την άτυχη μέρα. Όταν πλησίασε την πόρτα της εκκλησίας είδε τους φανατικούς δολοφόνους που στέκονταν δίπλα της. Έγινε χλωμός και έκανε μισό βήμα πίσω, μετά χαμήλωσε το κεφάλι και πήγε γρήγο­ρα και με σταθερό βήμα προς τη σκοτεινή μοίρα του. Τα τυφλά εργαλεία της μοίρας του έπεσαν αμέσως επάνω του και με μια πιστολιά στο σβέρκο του και ένα κτύπημα εγχειριδίου στο πλευρό του έθεσαν τέρμα στη τόσο γεμάτη δράσεων ζωή του Κυβερ­νήτη.» – Σχετικά με τη δολοφονία του Καποδίστρια ο αφηγητής, κύριος Κατακάζης, διηγήθηκε στον Πύκλερ ακόμα τα εξής: Ο Καποδίστριας είχε προαισθανθεί από πο­λύ νωρίς το βίαιο τέλος του, και κάποτε είχε πει ότι ο πρώτος εκδικητής του θα εί­ναι το πιστό και πολύ αφιερωμένο παλικάρι του, που τον συνόδευε παντού, του οποίου έλλειπε το ένα χέρι. Στην τελική καταστροφή του Καποδίστρια στο Ναύπλιο αυτή η προφητεία έγινε πραγματικότητα: Εκείνο το παλικάρι κράτησε, με το άκρον απομένον του χεριού του τον πεσόντα και πλήγωσε πρώτος, με το εγχειρίδιό του, τον δολοφόνο που τον είχαν ήδη συλλάβει.

[ii] Το Μάιο του 1836 ο Πύκλερ είχε εγκαταλείψει την Αθήνα απότομα, πιθανώς εξ αιτίας μίας άτυχης ερωτικής περιπέτειας.

[iii] Ο Πύκλερ είχε γνωρίσει τους αδελφούς από τη διαβόητη οικογένεια ληστών Χοντρογιάννη το Φεβρουάριο του 1836, όταν επισκέφθηκε μαζί με το νομάρχη των Πα­τρών την κορβέττα του Κανάρη. Είχαν οδηγηθεί εκεί, αφού είχαν πιαστεί σε μια λη­στεία στο σπίτι του κυρίου Μεσηνέζη στη Βοστίτσα (σήμερα Αίγιο). Το περιστατικό αυτό είχε ως εξής: Ο Πύκλερ, μετά από μια διαμονή πέντε εβδομάδων στην Πάτρα, ήθελε να φύγει για να συνεχίσει την περιοδεία του στην Ελλάδα. Ο επόμενος σταθμός του ήταν η Βοστίτσα, όπου τον περίμενε ο πιο πλούσιος γαιοκτήμονας της περιοχής, ο κύριος Μεσηνέζης για να τον φιλοξενήσει. Απρόοπτα ο Πύκλερ καθυστέρησε την αναχώρησή του, διότι τα δύο σκυλιά του είχαν εξαφανιστεί. Να που το βράδυ της προ­γραμματισμένης άφιξής του συνέβηκε η επίθεση των ληστών στο σπίτι του κυρίου Με­σηνέζη, με άγριες ανταλλαγές τουφεκιών και πολλούς τραυματίες. Τελικά τρεις αδελ­φοί Χοντρογιάννη και δύο άλλα μέλη της συμμορίας συνελήφθηκαν. Ο Πύκλερ ακού­γοντας όλη αυτή την ιστορία ήταν πεπεισμένος ότι αυτός ο ίδιος ήταν ο κύριος στό­χος της ληστείας, δηλαδή ότι οι ληστές ήθελαν να πιάσουν ένα ξένο με κύρος σαν όμηρο, για να ζητήσουν εκβιαστικά την απελευθέρωση δύο άλλων αδελφών Χοντρο­γιάννη που κρατιόνταν τότε στο Παλαμήδι.

Read Full Post »

Θανατική ποινή: Η πρώτη εφαρμογή και «υποδοχή» της στη νεότερη Ελλάδα


 

Το θέμα της καταργήσεως ή διατηρήσεως της θανατικής ποινής δεν παύει να προκαλεί, κατά καιρούς, συζητήσεις στη χώρα μας, αλλά και στην Ευρώπη γενικότερα. Ο αθηναϊκός τύπος «κάλυψε», φέτος, την σχετική ανταλλαγή απόψεων στο Συμβούλιο της Ευρώπης, που κατέληξε στη διατύπωση γνώμης υπέρ της αναβολής κάθε θανατικής εκτελέσεως στα κράτη – μέλη· εκτενής συζήτηση για το θέμα θα γίνει σύντομα. [ Σημ. Βιβλ. Η παρούσα ανακοίνωση του Βασίλη Δωροβίνη έγινε το 1981].

Πριν μερικούς μήνες, επίσης, πρόταση νόμου για την κατάργησή της δεν κατάφερε να περάσει από την μικτή κοινοβουλευτική επιτροπή Δικαιοσύνης, πέντε ολόκληρους μήνες αφότου είχε κατατεθεί. Στην πράξη, βρισκόμαστε μπροστά σε μία παράδοξη κατάσταση, που συνίσταται στην αποφυγή επιβολής ή εφαρμογής της ποινής αυτής επί μία, περίπου, δεκαετία, ενώ στο νομοθετικό επίπεδο εκδηλώνεται, για την ώρα, σαν επικρατέστερη η τάση για διατήρησή της.

Οι ληστές της σφαγής στο Δήλεσι μετά τη σύλληψή τους, χαλκογραφία βρετανικού περιοδικού.

Η κατάσταση αυτή, τόσο από την πλευρά της προληπτικής ποινικής πολιτικής, όσο και από καθαρά κοινωνιολογική άποψη, δεν νομίζουμε ότι ανταποκρίνεται, πλέον, στην παραμικρή συνειδητή άσκηση μιας οποιασδήποτε «τακτικής», αλλά σε μιαν αντίφαση και σε ένα χάσμα ανάμεσα στην κοινωνική πραγματικότητα και στη συγκεκριμένη στάση των ελληνικών δικαστηρίων, από το ένα μέρος, και την έλλειψη θάρρους και ρεαλισμού των αρμοδίων νομοθετικών οργάνων. Το άρθρο αυτό γράφτηκε με στόχο να συμβάλει, όσο μπορεί, στην άρση της παραπάνω αντιφάσεως, δείχνοντας ότι, από τα πρώτα «βήματά της» στη χώρα μας, μετά την Επανάσταση του ΄21, η ποινή του θανάτου, και όταν ακόμα προκάλεσε, κάποτε, θεαματική προσέλευση του «κοινού» (στις περιπτώσεις που εφαρμόστηκε «παραδειγματικά», λ.χ. η τιμωρία των ληστών του Δήλεσι και η υστερία που δημιούργησε), είναι πολύ αμφίβολο, πλέον, το ότι συνάντησε την αποδοχή του ελληνικού λαού και των φωτισμένων εκπροσώπων του.

Δεν κάνουμε λόγο για κανενός είδους «φρονηματισμό»: τέτοια, κάπως απλοϊκή αντίληψη, δικαιολογεί το, ίσως, πριν από την επανάσταση της ψυχολογίας του βάθους (ψυχανάλυσης) και του γόνιμου προβληματισμού που προκάλεσε. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι, στις μέρες μας, η εφαρμογή της ποινής του θανάτου έφτασε να γίνεται με δύο μορφές: ή με ελάχιστους μάρτυρες, «δια το νομότυπον του πράγματος» (οπότε ανταποκρίνεται — επιμένουμε όχι σαν ΑΡΧΗ, αλλά σαν ΕΦΑΡΜΟΓΗ, και έχουμε το λόγο μας γι΄ αυτό — στην εντελώς αφηρημένη ιδέα της «Δικαιοσύνης», με κρατικό, πλέον, περίβλημα, και στο εντελώς αμφισβητήσιμο «δικαίωμα» του κράτους να εφαρμόζει το νόμο του ΤALIO) ή σε θέα του κοινού και του «λαού», οπότε, σύμφωνα με τις γνώσεις και την συνειδητότητα που έχουμε σήμερα, προκαλεί και διεγείρει αλγολαγνικές τάσεις σε αυτόν (με κανένα αισθητό, στατιστικά, «φρονιματιστικό» αποτέλεσμα).

Το πρώτο είδος εφαρμογής είναι εκείνο των λεγομένων «ανεπτυγμένων» χωρών, ενώ το δεύτερο είδος συναντάται στις χώρες του λεγομένου «Τρίτου Κόσμου», με πρόσφατα και «θεαματικά» παραδείγματα εκείνα της Λιβερίας και της Σαουδικής Αραβίας. Τούτο δεν σημαίνει ότι, στην πρώτη περίπτωση, δεν εμφανίζονται τα φαινόμενα της δεύτερης (για την εκτέλεση του Γκάρυ Γλίλμορ – 1976 -,  στην Πολιτεία Γιούτα των Η.Π.Α., πλήθος υποψηφίων εκτελεστών διαγκωνίζονταν για να επιλεγούν στο εκτελεστικό απόσπασμα, όχι, βέβαια, «κατακαιόμενοι» από τις επιταγές κάποιας «ιδέας δικαιοσύνης»), ούτε και ότι, στη δεύτερη περίπτωση, δεν εμφανίζεται, μόνιμα και επίμονα, η αντίληψη της ίδιας, αφηρημένης κρατικής Δικαιοσύνης, και των «δικαιωμάτων» της (αδιάφορο αν «επαναστατικώ» η μη «δικαίω»).

Θα θέλαμε να συμπληρώσουμε αυτή την εισαγωγική σημείωση με την διευκρίνιση ότι ευνόητο είναι πως το άρθρο τούτο γράφεται από πρόσωπο που έχει πεισθεί για την αναγκαιότητα να καταργηθεί, στις μέρες μας, η ποινή του θανάτου στην Ελλάδα. Αν φθάσαμε σε αυτήν την ενδόμυχη πεποίθηση, δεν είναι από αφηρημένη θεωρητική τοποθέτηση ούτε (μόνο) από γενική ηθική αποτίμηση. Είναι, και από έρευνες, ιστορικές και κοινωνιολογικές, που δείχνουν ξεκάθαρα, πλέον, ότι στη χώρα μας, τουλάχιστο, η ποινή του θανάτου βασικά δεν έγινε δεκτή από το λαό, σε περιόδους σχετικής πολιτικής ισορροπίας και νηφαλιότητας, εννοείται, και δεν έδρασε «φρονιματιστικά» η «παραδειγματικά».

Αν κάποιο «παράδειγμα» δόθηκε, αυτό ήταν ενός κρατικού μηχανισμού που έφθανε στο ίδιο επίπεδο (η και χειρότερο) με όσους είχαν προσβάλει βάναυσα ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια ή το κοινωνικό σύνολο.

Το υλικό το οποίο επιλέξαμε για το άρθρο αυτό προέρχεται από τέσσερεις πηγές: για την καποδιστριακή περίοδο, από συστηματική αποδελτίωση της «Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος» (1828 – 1831), δηλαδή της τότε Εφημερίδας της Κυβερνήσεως και από εξίσου συστηματική αποδελτίωση των φακέλλων της Γενικής Γραμματείας της Επικρατείας (είδους γραφείου του Πρωθυπουργού, με τα σημερινά δεδομένα), της ίδιας περιόδου, που βρίσκονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους.

Προμαχώνας Μιλτιάδη, οι φυλακές βαρυποινιτών στο Παλαμήδι.

Για την μετέπειτα περίοδο και μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, το υλικό προέρχεται από πλήρη αποδελτίωση του τοπικού τύπου της Αργολίδας καθώς και από άρθρα που εντοπίσαμε για το θέμα σε «Ημερολόγια» της εποχής (ειδικότερα, στο «Εθνικόν Ημερολόγιον» του Σκόκκου). Το ότι, για την δεύτερη περίοδο, στρέψαμε την προσοχή μας προς την Αργολίδα και, ειδικότερα, προς το Ναύπλιο, είναι, βέβαια, ζήτημα ερευνητικής επιλογής, παράλληλα όπως, ανταποκρίνεται και σε ένα δεδομένο: το Ναύπλιο αποτέλεσε, κατά την περίοδο αυτή, τον κύριο τόπο εκτελέσεων (γίνονταν στο Παλαμήδι, ενώ ο πύργος στη νησίδα Μπούρτζι χρησιμοποιόταν σαν κατοικία των δημίων). Η στάση, επομένως, της τοπικής κοινής γνώμης απέναντι στην εφαρμογή της θανατικής ποινής αποτελεί πολύτιμο κοινωνιολογικό «δείκτη» για την «υποδοχή» της στη χώρα μας.

 

Καποδιστριακή περίοδος

 

Μετά την έλευση του Καποδίστρια στην Ελλάδα (7 Ιανουαρίου 1828) και επί τρία, σχεδόν, χρόνια δεν φαίνεται να εκτελέσθηκε θανατική ποινή, τουλάχιστον σύμφωνα με τις πηγές που αναφέραμε. Είναι, μάλιστα, ενδιαφέρον να μνημονεύσουμε δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις, από τις οποίες η μία αφορά ανθρωποκτονία «εκ παραδρομής και απροσεξίας» και η δεύτερη μετατροπή θανατικής ποινής, ώστε να καταδείξουμε ποιο ήταν το γενικότερο πνεύμα της σωφρονιστικής πολιτικής κατά τα τρία, αυτά, χρόνια.

Στην πρώτη περίπτωση, του κατηγορουμένου Γεωρ. Παρασκευά, που είχε σκοτώσει τον Δημ. Γεωργίου, η Στρατιωτική Επιτροπή που δίκαζε, τότε, παρόμοια αδικήματα σύμφωνα με την διαταγή αρ. 457 του Καποδίστρια, αποφαίνεται στις 28 Φεβρουαρίου 1828 ότι, σύμφωνα με την απολογία του κατηγορουμένου, με μαρτυρικές καταθέσεις, αλλά και «παρατηρήσασα και τα συνοδεύοντα το έγκλημα περιστατικά», ο φόνος διαπράχθηκε «ουχί εκ προμελέτης» και τιμωρεί τον φονέα ως εξής: «καταδικάζει τον διαληφθέντα ένοχον… εις την εφεξής ποινήν κατά τον Μθ’ παράγραφον του κώδηκος των νόμων. Εξ ολόκληρους μήνας από της σήμερον να ευρίσκεται υπό παιδείαν, τους μεν πρώτους τρεις εξ αυτών φέρων άλυσσον εις τους πόδας να δουλεύη παστρεύων τας ακαθαρσίας της πολιτείας Ναυπλίου, εις στηλίτευσιν της κακίας και παράδειγμα των ατακτούντων, τους λοιπούς τρεις μήνας να μένη εις την φυλακήν κατά συνέχειαν». Ταυτόχρονα, το δικαστήριο επιβάλει και αποζημίωση προς όφελος της χήρας και του ορφανού του Δημ. Γεωργίου  ([1]).

Παλαμήδι: Από το 1890-1913 λειτούργησε σαν αποκλειστικό μέρος των εκτελέσεων με γκιλοτίνα.

Στη δεύτερη περίπτωση, με την αρ. 13317 πράξη του της 5 Ιουλίου 1829, ο Κυβερνήτης μετατρέπει θανα­τική ποινή, που είχε επιβληθεί από το Πρωτόκλητο Δικαστήριο των Δυτικών Σποράδων στον πλοίαρχο Κων. Καρά και στους «συντρόφους» του (υποθέτουμε για πειρατεία), θεωρώντας ότι «τα εγκλήματα τούτων είναι της σκληρός ανάγκης και των εκ του πολέμου δεινών, μάλλον, ή της κακής διαθέσεως αυτών αποτε­λέσματα˙ Λαβόντες οίκτον δια τας απόρους και αθλίας οικογενείας αυτών, απειλουμένας παντελή όλεθρον και καταστροφήν, εκτελουμένης της αποφάσεως». Σύμφωνα με την πράξη του Κυβερνήτη, οι καταδικα­σμένοι «απολύονται της θανατικής ποινής, αλλά θέλουν κρατείσθαι μέχρι δευτέρας διαταγής υπό φύλαξιν εις το εν Μονεμβασία φρούριον»  ([2]).

Μόλις προς το τέλος του έτους 1830 επισημαίνουμε, στην «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος», την πρώτη εκτέλεση  θανατικής  ποινής («κεφαλικής ποινής»). Συνολικά, τρεις φορές και μόνο τούς δύο τελευταίους μήνες του 1830 βρίσκουμε εκθέσεις εκτελέσεων ([3]), από τις οποίες η πρώτη γίνεται στη Σκόπελο, η δεύ­τερη στην Καλαμάτα και η τρίτη στα Σάλωνα.

Χαρακτηριστικό είναι ότι οι εκτελέσεις γίνονταν δημόσια, αφού ο μελλοθάνατος εγκλειόταν σε ναό της περιοχής μαζί με ιερέα, για συνεχή εξομολόγηση επί μία ημέρα, μετάνοια και συγχώρηση. Και στις τρεις περιπτώσεις εκτελεστές ήταν τρεις άνδρες της τοπικής φρουράς, που πυροβολούσαν εξ επαφής, ενώ ήταν παρούσες και οι τοπικές αρχές.

Τα αδικήματα, για τα οποία είχε επι­βληθεί η θανατική ποινή, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν, σήμερα, σαν ειδεχθή: κλοπή και, κατόπιν, φόνος τριπλός, στην πρώτη περίπτωση, τριπλός φόνος και ληστεία σε πλοίο («φονοπειρατία»), στη δεύτερη περίπτωση, και εξαιρετικά δόλια ανθρωποκτονία και ληστεία, στην τρίτη περίπτωση (με επιβαρυντικό το ότι ο δολοφόνος πήρε μέρος σε συνωμοσία για από­δραση κρατουμένων, μετά τη σύλληψή του). Ο Κυβερνήτης είχε αρνηθεί, και στις τρεις περιπτώσεις, να χορηγήσει χάρη. Από τις σχετικές εκθέσεις, που δημοσιεύθηκαν αυτούσιες στην «Γενική Εφημερίδα», μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η φύση του εγκλήματος και ο παραδειγματισμός ήταν τα αποφασιστικότερα κριτήρια για την τελική επιβολή της θανατικής ποινής.

Το περίεργο είναι ότι και οι τρεις εκτελέσεις γίνονται σε διάστημα 34 ήμερων (15, 28 Οκτωβρίου και 17 Νοεμβρίου 1830, αντίστοιχα). Τα εγκλήματα είχαν τελεσθεί στις 28 και 6 Μαρτίου 1830, και το 1826, αντίστοιχα. Δεν ξέρουμε αν οι τρεις εκτελέσεις ανταποκρίνονταν σε κάποιαν ιδιαίτερη σκοπιμότητα σωφρονιστικής πολιτικής της εποχής εκείνης. Η «Γενική Εφημερίς» δεν αναφέρει και καμία ιδιαίτερη κρίση, ούτε για την τυχόν αναγκαιότητα της ποινής, ούτε για τον τρόπο επιβολής της.

Από μια πρώτη αποδελτίωση του υπολοίπου τύπου της περιόδου αυτής δεν αποκομίζουμε άλλα στοιχεία για το θέμα. Μπορούμε, λοιπόν, να συμπεράνουμε ότι κατά την καποδιστριακή περίοδο η θανατική ποινή δεν εφαρμόστηκε συστηματικά (άλλωστε, μόλις ένα μήνα, σχεδόν, πριν από τη δολοφονία του, ο Κυβερνήτης μετέτρεψε σε «δεκαετή φυλακήν» άλλη θανατική καταδίκη ([4]) και, μάλιστα, να υποθέσουμε βάσιμα πως χρησιμοποιήθηκε μόνο σαν εντελώς εξαιρετικό μέτρο.

Παράλληλα, δεν διαθέτουμε βάσιμο και αντικειμενικό στοιχείο που να συνηγορεί για το ότι η ποινή αυτή και η εφαρμογή της βρήκαν συνεχή αποδοχή στον ελληνικό λαό: η εκτέλεση του Γεωργίου Μαυρομιχάλη, ενός από τους δολοφόνους του Κυβερνήτη, και η ομόθυμη αποδοχή της από τον λαό, υπήρξε μία εξαιρετική περίπτωση, που δεν είναι δυνατό να μας οδηγήσει σε γενικά συμπεράσματα.

 

Η μετέπειτα περίοδος (μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα)

 

Με την έλευση του Όθωνα, εισάγεται σαν τρόπος εκτελέσεως η λαιμητόμος ([5]) και καθιερώνεται το «λει­τούργημα» του δημίου. Σύμφωνα με εμπεριστατωμένο άρθρο του Μιχ. Λαμπρυνίδη για το θέμα ([6]), «η λαιμητόμος, άμα ως απεβιβάσθη εις Ναύπλιον, κατήρξατο πάραυτα του απαισίου αυτής έργου (…)». Η πρώτη θανατική εκτέλεση έγινε (δημόσια), στο προάστειο Πρόνοια του Ναυπλίου, με δήμιο Γάλλο και βοηθούς του ένα Βούλγαρο και έναν Ιταλό, και αποκεφαλίστηκε ο ληστοπειρατής Μητρομαργαρίτης. Αμέσως μετά η λαιμητόμος στάλθηκε στο Μεσολόγγι, όπου αποκεφαλίστηκαν εννέα ληστές, αφού προηγουμένως αντιστάθηκαν κατά των δημίων και τους κακοποίησαν.

Το γεγονός αυτό προκάλεσε και την άμεση αποχώρηση του Γάλλου δημίου, ο οποίος αντικαταστάθηκε από Αλβανό, που ορκίστηκε να «εκπληρεί ακριβώς το εμπιστευθέν εις αυτόν χρέος». Η επίσημη αυτή όρκισή του προκάλεσε, όπως γράφει ο Λαμπρυνίδης, «την αγανάκτησιν των Ορθοδοξούντων». Ο νέος δήμιος προέβη στην πρώτη του εκτέλεση στο Άργος (καρατόμηση τριών ληστών), «υπό τα όμματα πλήθους λαού, μετά ζωηράς συγκινήσεως και φρίκης παρακολουθήσαντος το απαίσιον θέαμα μεθ΄ ο οι εκτελεσταί του Νόμου, αποδοκιμαζόμενοι και λιθοβολούμενοι ωδηγήθησαν υπό ασφαλή στρατιωτικήν συνοδείαν εις Ναύπλιον και ενεκλείσθησαν εις το επιθαλάσσιον φρούριον, ένθα καθωρίσθη έκτοτε ο τόπος της παραμονής αυτών, μη επιτρεπομένης της εξόδου αυτών ή κατά τας εκτελέσεις».

Ο αλβανός δήμιος και ο αλγερινός βοηθός του, μετά οκταετή «υπηρεσία», θέλησαν να εγκαταλείψουν, μετά από σχετική άδεια, την Ελλάδα, με το «προϊόν του αιμοχαρούς αυτών επαγγέλματος»: μόλις απομακρύνθηκαν από την πόλη δολοφονήθηκαν, χωρίς κανείς ν’ αγγίξει τα χρήματά τους που, με τα πτώματά τους, ρίχτηκαν στη θάλασσα.

 

Εκτέλεση θανατικής ποινής με γκιλοτίνα, Γαλλία, 1793.

 

Ο Λαμπρυνίδης σημειώνει ότι «η έμφυτος αποστροφή του Έλληνος προς το απεχθές έργον του Δημίου περιήγαγεν επί αρκετόν χρόνον εις απεργίαν το νέον όργανον των θανατικών εκτελέσεων (…). Η τοιαύτη δυσχέρεια περί την στρατολογίαν των χειριστών της λαιμητόμου εξηνάγκασε την Κυβέρνησιν να προκαλέση την επιψήφισιν συμπληρωματικού Νόμου της 28ης Ιουνίου 1846, καθ’ ον «η θανατική ποινή εκτελείται δια της λαιμητόμου και δια τουφέκισμου ». Πλην και η πρόνοια αύτη της Πολιτείας προσέκοψε προ της ακάμπτου δυσφορίας των Ελλήνων στρατιωτών, αποστεργόντων να γένωνται όργανα εκτελέσεων κοινών καταδίκων όθεν εδέησε μετά πολλής δυσκολίας και δι’ υποσχέσεως προσθέτου αμοιβής κατά πάσαν αποκοπτομένην κεφαλήν καταδίκου να στρατολογώνται έκτοτε οι Δήμιοι μεταξύ των εξωλεστέρων δολοφόνων, των ορρωδούντων προ του ικριώματος». Και τελειώνει με την παρατήρηση ότι στα σαράντα, περίπου, πρώτα χρόνια της εφαρμογής της θανατικής ποινής με καρατόμηση, δεν βρέθηκε ούτε ένας από τους ληστές που εκτελέστηκαν να σώσει τη ζωή του, αποδεχόμενος το ρόλο του δημίου.

Η τελευταία αυτή παρατήρηση επιβεβαιώνεται και από μαρτυρίες ξένων που επισκέφθηκαν την Ελλάδα προς το τέλος του 19ου αι. αρχές του 20ου. Έτσι γ.π. ο Γκαστόν Ντεσάν ([7]) γράφει ότι «ποτέ δεν βρέθηκε στην Ελλάδα αξιοπρεπής άνθρωπος να γίνει δήμιος» και σημειώνει ότι ένας κατάδικος προτίμησε να εκτελεστεί παρά να γίνει δήμιος. Αλλά και στο μνημειώδες έργο των Μπώ – Μποβύ και Μπουασονά ([8]), αναφέρεται μία επίσκεψη που έγινε στο κατάλυμα του δημίου (Μπούρτζι) και δηλώνεται ότι ο δήμιος προκαλεί απέχθεια στους Έλληνες, ενώ σαν αριθμός εκτελέσεων κατ’ έτος στο Ναύπλιο (αποκλειστικός, τότε, τόπος εκτελέσεων) αναφέρεται εκείνος των εικοσιπέντε, κατά μέσον όρο, αποκεφαλισμών.

 

Παλαμήδι: Φωτογραφία από τις φυλακές, Φρεντ Μπουασονά, αρχές του 1900.

 

Ας προχωρήσουμε, όμως, στο ποια απήχηση είχε η εκτέλεση της θανατικής ποινής στον τοπικό τύπο της Αργολίδας, από το 1833 μέχρι το 1900. Τον Ιανουάριο του 1834 εκτελείται ένας κατάδικος για τριπλό φόνο, και η εφημερίδα «Σωτήρ» ([9]) εκθειάζει την γενναιότητά του, τόσο κατά τη δίκη όσο και κατά την εκτέλεσή του, χωρίς να αναφέρει το παραμικρό για τον τυχόν «παραδειγματισμό» του πλήθους (πράγμα που, κατά κανόνα, χαρακτηρίζει και τα επόμενα αποσπάσματα που θα αναφέρουμε). Η ίδια εφημερίδα αναφέρει αργότερα  ([10]) την πρώτη… απειλή απεργίας του δημίου στο Ναύπλιο, με αίτημα μισθολογική αύξηση που πέτυχε, τελικά, πράγμα που προκάλεσε περιφρονητικά σχόλια άλλης εφημερίδας (της «Αθηνάς») για τον υπουργό Κ. Σχινά.

Στον «Σωτήρα» των αρχών του 1835 ([11]) βρίσκουμε πρωτοσέλιδο άρθρο με τον τίτλο «Κατάργησις της ποινής του θανάτου» και με θέμα σχετική πρόταση βέλγου βουλευτή, που συνάντησε ευνοϊκή αντίδραση. Αναφερόμενος στη σχετική συζήτηση που έγινε στη βελγική Βουλή, αποκαλεί εχθρούς της προόδου τους οπαδούς της ποινής του θανάτου και καταλήγει: «ας ομολογήσωμεν ότι τοιαύτα επιχειρήματα είναι γελοιώδη, και όλως διόλου ανόητα. Και μ’ όλον τούτο τοιαύτα είναι τα κυριώτερα όπλα, τα όποια οι εχθροί των προόδων του ανθρωπίνου πνεύματος συνήθως μεταχειρίζονται δια να υποστηρίξουν τας τερατώδεις δοξασίας των, και να εμποδίσουν την ανάπτυξιν του πολιτισμού και όλων των φιλανθρώπων αρχών του αιώνος μας. Εις έλλειψιν του ορθού λόγου, προσφυέστερα δεν ημπορούν να εύρουν».

Ξύλινη λαιμητόμος της εποχής του Όθωνα. Εγκληματολογικό Μουσείο. Ιατρική Σχολή του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Με την επανάσταση κατά του Όθωνα, που άρχισε στο Ναύπλιο, ο «Συνταγματικός Έλλην» γράφει ότι «ο λαός, την εσπέραν της Δευτέρας έκαυσε την λαιμητόμον εν πομπή, δείξας το προς την θανατικήν ποινήν μίσος του. Έπραξε πράξιν αξίαν του ΙΘ’ αιώνος» ([12]). Είναι σαφής η επίδραση των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης, που ενέπνευσαν, άλλωστε, και τον κύκλο των δημοκρατικών της πόλεως, με επικεφαλής την Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου.

Λίγα χρόνια αργότερα, στην εφημερίδα του Ναυπλίου «Αργολίς» ([13]) δημοσιεύεται πεντάστηλο άρθρο του αργίτη δικηγόρου και ιστορικού Δημ. Βαρδουνιώτη, του άλλου σημαντικού ιστορικού του Νομού και σύγχρονου, σχεδόν, του Λαμπρυνίδη, με τον τίτλο «Περί της κηδείας των υφισταμένων την ποινήν του θανάτου».

Στο άρθρο καυτηριάζεται το ότι οι μελλοθάνατοι «μόλις φθάσωσι εις τον τόπον της καταδίκης κηδεύονται ζώντες και κατόπιν παραδίδονται εις τας χείρας του δημίου», καθώς και το ότι συνοδεύονται από ιερέα που συμμετέχει, έτσι, στη διαδικασία της εκτελέσεως, και σημειώνεται ότι « (…) ο ημέτερος Νομοθέτης, θεμένος ως βάσιν της ποινής την εκφόβησιν κατά την θεωρίαν του Φαϋερβάχ (…)’ η επιστήμη και η πείρα κατέδειξαν το επισφαλές της τοιαύτης θεωρίας, ήτις πολλάκις επιφέρει όλως άλλοια αποτελέσματα» (…). Αφού δεν δυνάμεθα να καταργήσωμεν την ποινήν του θανάτου, ας απλοποιήσωμεν τουλάχιστον αυτήν, συμφώνως προς τας ιδέας του χριστιανισμού, της φιλανθρωπίας και του σημερινού πολιτισμού».

Τον επόμενο χρόνο, στην ίδια εφημερίδα ([14]), διατυπώνεται το έξης σχόλιο (πρωτοσέλιδα) για την εκτέλεση τριών ληστών στο Μεσολόγγι: «Τα δυστυχή ταύτα όντα προσήχθησαν εις το σφαγείον με μεγίστην αυτών αταραξίαν και υπέστησαν τον αλγεινόν θάνατον ζητωκραυγάσαντα υπέρ του βασιλέως ημών και της δικαιοσύνης. Έως πότε η κοινωνία θα γίνηται θεατής τοιαύτης ανθρωποσφαγής;»

Αλλά και στην εφημερίδα «Ανεξαρτησία» του Ναυπλίου, δημοσιεύονται σχόλια το 1873 ([15]), στην αρχή σαφώς κατά της ποινής του θανάτου («οι ποινικολόγοι τι φρονούσι περί της εν Ελλάδι θανατικής ποινής; Αύτη συνέστειλε τα εγκλήματα ή τουναντίον επέτεινεν αυτά;»), έπειτα, όμως, μετά από μία μητροκτονία στα Κύθηρα, τάσσεται υπέρ της ποινής, ερχόμενη σε σύγκρουση με τον Βαρδουνιώτη που, στο φ. 194 της «Αργολίδος», ελεεινολογεί την ύπαρξή της «εις τον 19 αιώνα  υπερμεσούντα».

Η «Ανεξαρτησία» φαίνεται να εμμένει στην ίδια θέση όταν, το 1884([16]), παρατηρεί: «Αι θανατικοί εκτελέσεις εξακολουθούσιν, ή δε περιλάλητος λαιμητόμος μετά των θυμάτων και των δημίων περιέρχεται τα διάφορα μέρη. Πανταχόθεν αποκρούεται το μέτρον αυτό της Κυβερνήσεως η ποινή του θανάτου είναι αναγκαία, αλλ’ ανάγκη να εκτελήται αμέσως και σοβαρώς, άνευ βασάνων και αγριοτήτων». Είναι προφανές, και από προηγούμενα παρόμοια σχόλια της ίδιας εφημερίδας, ότι οι εκτελέσεις δεν γίνονταν «αμέσως» και «απλώς», από την αδεξιότητα, κυρίως, του δημίου, που ήταν, πλέον, έλληνας βαρυποινίτης, την εποχή εκείνη, ο Δ. Μπεκιάρης από το Άργος, ο οποίος μετά τη «θητεία» του διέπραξε και πάλι φόνο ([17]).

Θα τελειώσουμε με ένα γεγονός που, προς το τέλος του 19ου αι., το 1896, προκάλεσε αποτροπιασμό στην Αργολίδα, όπως φαίνεται από το άρθρο που θα μνημονεύσουμε, αλλά και όπως μαρτυρεί η προφορική παράδοση που ακόμα διασώζεται σε δύο, τουλάχιστον, αυτόπτες μάρτυρες που επιζούν στο Νομό. Τον Αύγουστο του 1896 εκτελούνται, δημόσια πάντα, στο Παλαμήδι δεκαπέντε κατάδικοι ληστές. Στην εφημερίδα «Δαναός» του Άργους και στο φύλλο της 8 Σεπτεμβρίου δημοσιεύεται πρωτοσέλιδο άρθρο, με τον τίτλο «Διδάγματα αποκεφαλισθέντων». Είναι το πρώτο (και τελευταίο) άρθρο στον τοπικό τύπο που μνημονεύει τον «διδακτικό» ρόλο της θανατικής ποινής, ενώ σημειώνεται ότι οι εκτελέσεις αυτές προκάλεσαν σχόλια του τύπου σε όλο τον κόσμο και δίνονται εκτενή αποσπάσματα δηλώσεων των «μετανοησάντων κακούργων».

Εκτέλεση θανατικής ποινής με γκιλοτίνα.

Στο ίδιο, όμως, φύλλο του «Δαναού» δημοσιεύεται και άρθρο του Βαρδουνιώτη, με τον τίτλο «Το Παλαμήδιον ως τόπος θανατικών εκτελέσεων», όπου το πνεύμα του γράφοντος είναι πολύ διαφορετικό, ενώ σημειώνεται πως οι εκτελέσεις προκάλεσαν εξέγερση των πνευμάτων στο Ναύπλιο, όπου οι κάτοικοι, με αναφορά τους, ζήτησαν «ν’ απαλλαγώσι τοιούτου άχθους και άγους» και προτείνουν να μεταφερθεί αλλού ο τόπος εκτελέσεων. Ο Βαρδουνιώτης συντάσσεται με την πρόταση αυτή και σημειώνει συγκεκριμένα ότι «είνε δε εσχάτη ασέβεια και άρνησις των ιερών και οσίων του Εθνικού εκείνου αγώνος η μεταβολή του Παλαμηδίου εις σφαγείοντων αποκεκηρυγμένων υπό της κοινωνίας κακούργων».

Στον ίδιο «Δαναό», την 25 Ιουλίου 1903, σε σχόλιο με αφορμή τις καρατομήσεις που συνεχίζονταν στο Παλαμήδι, σημειώνεται, πια, ότι «δυστυχώς ουδεμία παρατηρείται ελάττωσις της εγκληματικότητος ούτε με τας καρατομήσεις, ούτε με τας πολυχρονίους φυλακίσεις»: η ιδέα του ανώφελου και αντίθετου προς την πρόοδο θεσμού επεκτείνεται, πλέον, πολύ μακρύτερα και θίγει ένα άλλο θέμα που, στις μέρες μας, γίνεται και πάλι επίκαιρο στην Ελλάδα, τόσο για την συλλογιστική των ποινικολόγων όσο και για την κοινή γνώμη.

Με το υλικό που παρουσιάσαμε και σχολιάσαμε νομίζουμε ότι γίνεται καταφανές ότι η ποινή του θανάτου, κατά την περίοδο της καποδιστριακής διοικήσεως σπάνια εφαρμόστηκε, ασφαλώς από δυσπιστία των διοικούντων για την δήθεν αποτελεσματικότητά της, ενώ στη μετέπειτα περίοδο και μέχρι την αρχή του 20ου αιώνα δεν βρήκε ποτέ την αποδοχή της κοινής γνώμης του κυρίου τόπου εκτελέσεων και προκαλούσε συνεχώς πολύ σκεπτικισμό ως προς την αποτελεσματικότητά της. Άλλες μελέτες, προς ανάλογη κατεύθυνση, ασφαλώς θα μπορούσαν να μας δώσουν μια σφαιρικότερη εικόνα της κοινωνικής αντιδράσεως των Ελλήνων απέναντι στην ποινή του θανάτου. Η «δειγματοληψία», όμως, που παραθέσαμε δείχνει, νομίζουμε, επαρκώς ότι, από ιστορική και κοινωνική άποψη, βασικά η αντίδραση τους υπήρξε αρνητική.

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Δικηγόρος – Ιστορικός – Πολιτικός Επιστήμονας

 

Υποσημειώσεις


[1] Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φύλλο της 10.3.1828.

[2] Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φύλλο της 11.9. 1829.

[3] Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φύλλα της 12.11.1828, της 17.12 και της 31.12.1830.

[4] Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φύλλο της 9.9.1831 η μετατροπή έγινε με διάταγμα της 21.8.1831.

[5] Ποινικός Νόμος της 18 Δεκεμβρίου 1833, άρθρο 5.

[6] «Ο ι πρώτοι δήμιοι εν Ελλάδι», στο «Εθνικόν Ημερολόγιον» του Σκόκκου, του 1916. Το άρθρο γράφηκε τον Μάιο του 1915, δηλαδή λίγο πριν από τον θάνατο του διακεκριμένου νομικού και ιστορικού του Ναυπλίου. Για τους πρώτους δημίους βλ. επίσης, Ανδρ. Σκανδάμη, «Οι τελευταίοι έλληνες δήμιοι στο Μπούρτζι» (εφημ. «Ο τύπος της Αργολιδοκορινθίας», της 15 Μαρτίου και 6, 13 και 20 Απριλίου 1958), καθώς και Μιχ. Κ. Πετροχείλου «Το Μπούτρζι» (στο περιοδικό «Αμυμώνη», αρ. 13/1961).

[7] Gaston Deschamps: «La Grèce d’au­jourd’hui», Παρίσι, 1897, σελ. 169.

[8] Daniel Baud – Bovy και Fred. Bois­sona s : «La Grèce par monts et par vaux», Αθήνα – Γενεύη, 1910, σελ. 54.

[9] Φύλλα της 14 και 21.1.1834.

[10] Φύλλο της 19.8.1834.

[11] Φύλλο της 7.3.1835.

[12] Φύλλο της 23.2.1862.

[13] Φύλλο της 2.5.1870.

[14] Φύλλο της 14.1.1871.

[15] Φύλλα των 24 Φεβρουαρίου, 3 Μαρτίου, 5 Μαΐου και 12 Ιουνίου 1873.

[16] Φύλλο της 6.7.1884.

[17] Εκτενές σχετικό άρθρο στην «Αργολίδα» της 12.5.1886.

 

Πηγή


  • Βασίλη Κ. Δωροβίνη, Θανατική ποινή: Η πρώτη εφαρμογή και «υποδοχή» της στη νεότερη Ελλάδα, «Νομικό Βήμα», τεύχος 29, Αθήνα, 1981.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »