Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πάσχα’

Ο εορτασμός του Πάσχα στην Άρεια Ναυπλίου


 

 

Το Πάσχα η μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης, γιορταζόταν στην Άρεια με ιδιαίτερη λαμπρότητα. Οι προετοιμασίες για τη Λαμπρή άρχιζαν πολύ ενωρίς. Η πρώτη μέριμνα ήταν το πασχαλινό αρνί. Το λαμπριάτικο μανάρι, όπως τόλεγαν, έπρεπε να ήταν αρνί, όχι κατσίκι και, φυσικά, δεν το αγόραζαν από το χασάπη τις παραμονές της γιορτής, αλλά το μανάρευε κάθε οικογένεια. Από τρόφιμα δεν αγόραζαν τίποτε. Ζυμαρικά, όσπρια, φρούτα, λαχανικά, ζαρζαβα-τικά, γάλα, τυρί κ.λ.π., ήταν όλα από τη δική τους παραγωγή. Το ίδιο και τα κρεατικά. Κάθε οικογένεια είχε απ’ όλα τα οικόσιτα. Κότες πολλές και αυγά πολλά για τις ανάγκες της οικογέ-νειας, αλλά και για να πωλούν σε Ναυπλιείς που προτιμούσαν τα φρέσκα για τα μικρά παιδιά τους.

Αφθονούσαν λοιπόν τα κοτόπουλα και οι γαλοπούλες ελεύθερης βοσκής. Θρεμμένα όλα με αγνές τροφές για την οικογένεια και για το εμπόριο. Η κατσίκα και η προβατίνα, ήταν απαραί-τητα οικόσιτα. Από την προβατίνα που γεννούσε δύο και τρία αρνιά πρώιμα, πριν από τα Χριστούγεννα, το καλύτερο, το ξεχώριζαν και το προόριζαν για το Πάσχα. Το «Λαμπριάτη», τον περιποιούνταν ιδιαίτερα για να μεγαλώσει, όσο το δυνατόν πιο πολύ, ως το Πάσχα.

Δεύτερη μεγάλη φροντίδα ήταν η καθαριότητα του σπιτιού. Τη βουβή βδομάδα, (πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα), όλες οι γυναίκες βρίσκονταν σε συναγερμό. Έβγαζαν τα πράγματα έξω και άσπριζαν με ασβέστη όλο το εσωτερικό του σπιτιού. Μόνο τη μεγάλη σάλα την έβαφαν κατά το πλείστον με χρώμα φυστικί. Για το άσπρισμα των εσωτερικών χώρων χρησιμο-ποιούσαν βούρτσα. Για τις αυλές και τις μάνδρες χρησιμοποιούσαν και ψεκαστήρα. Μετά τακτοποιούσαν τα πράγματα του σπιτιού και όλα άστραφταν από καθαριότητα και νοικοκυροσύνη. Μοσχοβολούσε ο τόπος από το φρέσκο ασβέστωμα που έδινε συγχρόνως μια ευχάριστη και εντυπωσιακή εικόνα.

Η καθαριότητα των ρούχων και των κλινοσκεπασμάτων ήταν μια άλλη προετοιμασία. Τα ασπρόρουχα ήθελαν ειδικό τρόπο. Άναβαν φωτιά με ξύλα για να βράσει το νερό στο μεγάλο καζάνι. Τα ζεμάτιζαν και τα έβαζαν στο μπουγαδοκόφινο, (μεγάλο καλάθι), αφού προηγου-μένως είχαν ντύσει τα τοιχώματα του μ’ ένα άσπρο σεντόνι. Όταν γέμιζε το καλάθι με ρούχα, τοποθετούσαν πάνω απ’ αυτό ένα άλλο πανέρι ντυμένο, και μέσα σ’ αυτό έβαζαν αρκετή στάχτη. Σ’ αυτή έριχναν πολλές φορές καυτό νερό, με τις κολοκυθόκουπες που φιλτραριζόταν και βρέχονταν τα ρούχα. Μετά τα έπλεναν στη σκάφη με σπιτίσιο σαπούνι. Τα ξέβγαζαν με άφθονο κρύο νερό μέσα στο οποίο διέλυαν λουλάκι (γαλάζια χρωστική σκόνη που παραγόταν από την Ινδικοφόρο ή Βαφική) και τα ρούχα γίνονταν ολόλευκα. Αυτό έδινε μεγάλη ικανοποίηση στις νοικοκυρές.

Νέοι από την Άρεια διασκεδάζουν με τη χρήση γραμμοφώνου, στο αλώνι της Αγίας Μονής, 1944.

Νέοι από την Άρεια διασκεδάζουν με τη χρήση γραμμοφώνου, στο αλώνι της Αγίας Μονής, 1944.

Μια από τις τρεις πρώτες μέρες της Μεγάλης εβδομάδας έκαναν το ζύμωμα και τα κουλούρια. Τα «καλά», τα κουλούρια της αμμωνίας, όπως και σήμερα και τα προζυμένια ή «κοιμιστά». Απ’ τα τελευταία έφτιαχναν πολλά. Τα τοποθετούσαν ένα – ένα με σειρά επάνω στα κρεβάτια. Τα σκέπαζαν και περίμεναν πότε θα γίνουν για να τα φουρνίσουν. Αργούσαν να γίνουν επειδή ήταν ζυμωμένα με αλεύρι, προζύμι, νερό, γάλα, κανέλλα, ζάχαρη και βούτυρο. Τα έλεγαν «κοιμιστά», επειδή έμεναν πολλές ώρες σκεπασμένα στο κρεβάτι, σαν να «κοιμόντουσαν». Όλα αυτά τα έψηναν στο φούρνο που είχε κάθε σπίτι. Τα ξύλα τα προμηθεύονταν από το βουνό, όπου φύονται άφθονα πουρνάρια. Τα έκοβαν με το ειδικό εργαλείο, το κλαροξίνι. Έφτιαχναν έξι δεμάτια, τα φόρτωναν στη γαϊδουρίτσα και τα κατέβαζαν στο σπίτι. Άλλοι έδεναν τα δεμάτια όλα μαζί με την μεγάλη τριχιά και η «ζαλιά» μ’ ένα σπρώξιμο έπαιρνε τον κατήφορο.

Τις μέρες αυτές μοσχοβολούσε όλη η ατμόσφαιρα του χωριού από τα ψησίματα. Τη Μεγάλη Πέμπτη έβαφαν τα κόκκινα αυγά, ενώ τη Μεγάλη Παρασκευή οι νέες κοπέλες στόλιζαν, από το πρωί, τον Επιτάφιο με άνθη νεραντζιάς και άλλα λουλούδια. Συγχρόνως έψελναν τους λυπητερούς ύμνους στον Εσταυρωμένο Χριστό. «Σήμερα μαύρος ουρανός σήμερα μαύρη μέρα…» κ.λ.π. Το βράδυ παρακολουθούσαν όλοι την ακολουθία και την περιφορά του επιταφίου, ψέλνοντας τα εγκώμια.

Τα μικρά παιδιά, παρ’ ότι ζήλευαν, δεν τολμούσαν να ζητήσουν κουλούρια. Πάνω απ’ όλα σεβασμός στην παράδοση. Κάποτε, κάποτε, όμως, έκαναν στα κρυφά και τις «παρανομίες» τους. Έτσι η αγωνία πότε θάρθει η Λαμπρή κορυφωνόταν και όλοι μικροί και μεγάλοι ένιωθαν, ουσιαστικά, τις Άγιες αυτές ημέρες. Το Μεγάλο Σάββατο έπρεπε κάθε σπίτι να σφάξει το Πασχαλινό αρνί που μανάρευε πάνω από τέσσερις μήνες και θα ήταν το λιγότερο είκοσι οκάδες. Την στιγμή που τόσφαζαν έριχναν και βαρελότα ή καμιά ντουφέκια.

Το δέρμα του αρνιού την επόμενη μέρα το πρωί όλοι το πήγαιναν και το χάριζαν στην εκκλησία. Η συγκέντρωση γινόταν στο προαύλιο του ναού από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο. Τα ζύγιζαν και τα πωλούσαν την ίδια μέρα σε δερματέμπορους. Το ωραίο αυτό έθιμο ήταν ένα σημαντικό έσοδο για τις ανάγκες της εκκλησίας. Η νηστεία όλο το πενηντάημερο, όπως τόλεγαν, από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι τη νύχτα της Αναστάσεως ήταν υποχρεωτική για μικρούς και μεγάλους. Κρέας, ψάρια, αυγά και τυροκομικά δεν είχαν θέση στο τραπέζι. Έτσι η Λαμπρή για τα μικρά παιδιά ήταν ημέρα εναγώνιας προσμονής για τα καινούργια ρούχα, τα άσπρα παπούτσια, αλλά και για την παύση της νηστείας.

Τη νύχτα της Αναστάσεως παρακολουθούσαν όλοι τη Θεία Λειτουργία. Δεν έφευγε κανένας. Συνήθως μετά τον ασπασμό της εικόνας της Αναστάσεως αποχωρούσε η μητέρα που πήγαινε στο σπίτι για να αποτελειώσει την πατροπαράδοτη σούπα ή μαγειρίτσα. Τα μικρά παιδιά, που συνήθιζαν να κοινωνούν τη Μεγάλη Πέμπτη, είχαν στην τσέπη τους ένα κόκκινο αυγό και ένα κουλούρι και μόλις ο παπάς έλεγε το «Χριστός Ανέστη», έβγαιναν έξω, τσούγκριζαν, έτρωγαν και έδιναν τέλος στην ανυπομονησία τους, λόγω της πολυήμερης νηστείας. Μετά το τέλος της Αναστάσιμης Λειτουργίας, γύρω στις δύο τα μεσάνυχτα, όλοι χαρούμενοι γύριζαν στο σπίτι κρατώντας τη λαμπάδα με το Άγιο Φως.

Ο πατέρας με την αναμμένη λαμπάδα έκανε το σημείο του σταυρού στο πάνω μέρος της εξώπορτας και ύστερα την έδινε στη γυναίκα του λέγοντας της: «Χριστός Ανέστη». Εκείνη απαντούσε: «Αληθώς Ανέστη». Και με το φως της λαμπάδας άναβε το καντήλι. Πολλές είχαν την ωραία συνήθεια να διατηρούν το φως αυτά ακοίμητο (χωρίς να σβήσει) μέχρι και την παραμονή της Αναλήψεως, που παύει να λέγεται το Χριστός Ανέστη. Ύστερα όλη η οικογένεια καθόταν στο τραπέζι. Ο πατέρας έπαιρνε στα χέρια του τη μεγάλη Πασχαλινή Κουλούρα με το κόκκινο αυγό στη μέση. Τη σταύρωνε με το μαχαίρι και την έκοβε σε τέσσερα μεγάλα κομμάτια, ενώ η οικοδέσποινα την τεμάχιζε σε μικρότερα. Τσούγκριζαν μεταξύ τους τα κόκκινα αυγά, λέγοντας πάλι το «Χριστός Ανέστη» και άρχιζαν να τρώνε με όρεξη την πεντανόστιμη μαγειρίτσα, μετά από τόση μεγάλη νηστεία.

Την Κυριακή, πρώτη μέρα της Αναστάσεως και μετά το μεσημεριανό φαγητό γύρω στις 4μ.μ. ο παπάς χτυπούσε χαρμόσυνα την καμπάνα και καλούσε τους πιστούς να παρακολουθήσουν τον «Εσπερινό της Αγάπης». Όλοι καλοντυμένοι με τις καλύτερες φορεσιές και με τη λαμπάδα έτρεχαν στην εκκλησιά. Τις ωραιότερες φορεσιές τις είχαν τα κορίτσια και τα αγόρια εκείνα, που είχαν σειρά για να παντρευτούν. Οι μητέρες έδιναν πολύ μεγάλη σημασία στο ντύσιμο των κοριτσιών που έπρεπε να παντρευτούν. Τους έραβαν ωραία φορέματα και τα στόλιζαν με κοσμήματα της εποχής, δηλαδή, σκουλαρίκια, δακτυλίδια, και άλλα για να διακρίνονται.

Η μεγάλη ημέρα της Χριστιανοσύνης είχε την θρησκευτική, αλλά και την κοινωνική της πλευρά. Από την ημέρα αυτή της ωραίας εμφάνισης των νέων ξεκινούσαν τα περισσότερα προξενιά. Δεν έλειπαν, βέβαια, και τα αισθήματα. Επικρατούσε όμως ο ρομαντισμός, η σοβαρότητα, ο αμοιβαίος σεβασμός και η γνήσια αγάπη που απέβλεπε στο μυστήριο του γάμου. Όταν τέλειωνε η χαρμόσυνη ακολουθία, έτσι όπως ήσαν λαμπροφορεμένοι και χαρούμενοι από το φως της Αναστάσεως, έδιναν μεταξύ τους τον ασπασμό της αγάπης. Οποιαδήποτε έχθρα μικρή ή μεγάλη την ημέρα αυτή λησμονιόταν. Δεν υπήρχαν εχθροί, παρά μόνο φίλοι, αδελφοί και συγγενείς. Το «συγχωρήσωμεν πάντα τη Αναστάσει», που ψαλλόταν με έμφαση και τόνο πανηγυρικό, γαλήνευε τις καρδιές όλων και τις έκαμε απαλές, συγχωρητικές.

Έτσι, καθώς έβγαιναν αδελφωμένοι μέσα από τη λαμπροφόρα Εκκλησιά, έστηναν χορό στην πλατεία του χωριού, «τα πέντε αλώνια» μέχρι που νύχτωνε. Χορό μεγάλο, από δύο και τρεις κύκλους, ώστε να χωρούν όλοι και να αισθάνονται όλοι πραγματικά αδελφωμένοι και συγχωρεμένοι. Οι καλοφωνάρηδες και οι καλοφωνάρισσες άρχιζαν πρώτοι το τραγούδι και ύστερα όλοι μ’ ένα στόμα και με μια φωνή επαναλάμβαναν τα λόγια τους. Τα τραγούδια ήταν τα δημοτικά και το περιεχόμενο τους ανάλογο με τη μεγάλη Θρησκευτική γιορτή και τη γιορτή της ανοίξεως. Φυσικά, από τον πλούσιο κατάλογο των δημοτικών τραγουδιών, δεν έλειπαν και τα ντόπια, αυτά που έφτιαχναν οι πιο επιτήδειοι και τα τραγουδούσαν πολλές φορές και με μεγαλύτερη ευθυμία.

 

Βλάσης Π. Βαμβακάς

«Άρεια – Το μπαλκόνι τ’ Άναπλιού», Ναύπλιο, 2006.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Οικολογικά έθιμα


 

  «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωση τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το « Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα επίκαιρο άρθρο από το βιβλίο – που μόλις κυκλοφόρησε από την Αργολική Βιβλιοθήκη – του Φιλόλογου, Αλέξη Τότσικα, με θέμα:

«Οικολογικά έθιμα»

 

Αναρωτηθήκαμε ποτέ γιατί το έθιμο επιβάλλει να τρώμε χοιρινό ή γαλοπούλα τα Χριστούγεννα και αρνί, ολόκληρο μάλιστα, το Πάσχα; Ας δούμε πώς σχετίζονται τα έθιμα αυ-τά της θρησκείας μας με τα οικολογικά δεδομένα της χώρας μας.

Στη χώρα μας μέχρι το υψόμετρο των πεντακοσίων περίπου μέτρων, όπου φτάνει και η καλλιέργεια της ελιάς, επικρατεί το μεσογειακό κλίμα. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι συχνά το μεσογειακό κλίμα αναφέρεται και ως «το κλίμα της ελιάς». Σ’ αυτό το κλίμα η περίοδος της αφθονίας για τη φύση αρχίζει με τα πρωτοβρόχια του Οκτωβρίου, οπότε,  αρχίζουν να φυ-τρώνουν τα ποώδη φυτά και η φύση ξαναζωντανεύει μετά την ξηρασία του καλοκαιριού. Στις περιοχές του μεσογειακού κλίματος από τον Νοέμβριο μέχρι και τον Απρίλιο υπάρχει αφθονία «βοσκήσιμης ύλης». Από τον Μάιο μέχρι και τον Οκτώβριο συμβαίνει το αντίστροφο, αφού οι βροχές είναι ελάχιστες και α­ποξηραίνονται οι βοσκότοποι των χαμηλών υψομέτρων.

Ψήσιμο αρνιών το Πάσχα του 1935 στην Αμφίκλεια Φθιώτιδας. Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Γεωργίου Ποδάρα και δημοσιεύεται στον ιστότοπο:  http://dadi-amfikleia.blogspot.gr.

Ψήσιμο αρνιών το Πάσχα του 1935 στην Αμφίκλεια Φθιώτιδας. Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Γεωργίου Ποδάρα και δημοσιεύεται στον ιστότοπο: http://dadi-amfikleia.blogspot.gr.

Η παραδοσιακή γεωργία και κτηνοτροφία ακολουθού­ν πιστά αυτούς τους κύκλους. Μέσα από αιώνες εμπειρίας κατάφεραν να ενταχθούν πλήρως σε ό,τι το περιβάλλον προσέφερε με στόχο τη διατήρηση των φυσικών πόρων, χωρίς υποβάθμιση και εξάντλησή τους. Ο χριστιανισμός παράλληλα ήρθε να υποστηρίξει την παράδοση και προσάρμοσε τα δυο εξάμηνα με τις γιορτές των «δυο καβαλάρηδων», του Αγίου Γεωργίου στις 23 Απριλίου και του Αγίου Δημητρίου στις 26 Οκτωβρίου. Τα χριστιανικά έθιμα και οι νηστείες έχουν άμεση σχέση με τα δεδομένα της φύσης και τις ανάγκες των ανθρώπων.

Οι παλαιότεροι γνωρίζουν ότι τα χοιρινά μεγαλώνουν το καλοκαίρι και τρέφονταν με αποφάγια, που δεν μπορούσαν να διατηρηθούν εκτός ψυγείου πριν τη διάδοση του ηλεκτρικού ρεύματος, και με υπολείμματα φρούτων – τομάτες, φλούδες καρπουζιών κ.α. – που αφθονούσαν στους ελληνικούς κάμπους τη θερινή περίοδο. Οι γαλοπούλες πάλι έβοσκαν ελεύθερες στις καλαμιές από τον Ιούνιο, το θεριστή, και όλο το καλοκαίρι. Μετά το Νοέμβριο, που πιάνει για τα καλά ο χειμώνας, τα χοιρινά πρέπει να μείνουν στο κουμάσι και οι γαλοπούλες στο κοτέτσι τους και να τρέφονται με ζωοτροφές, που δεν υπήρχαν παλαιότερα. Οι λίγοι σπόροι, σιτάρι και καλαμπόκι, διαλογής ή καθαροί, που είχε διαθέσιμους κάθε σπίτι μόλις έφταναν για ένα – δυο μήνες, από το τέλος Οκτωβρίου δηλαδή ως τα Χριστούγεννα.

Να λοιπόν γιατί, όσα χοιρινά ή γαλοπούλες δεν είναι απαραίτητα για την αναπαραγωγή και δεν μπορούσαν να τα θρέψουν, έπρεπε να τα σφάξουν και να τα καταναλώσουν την περίοδο των Χριστουγέννων και της πρωτοχρονιάς. Τις γαλοπούλες, που ήταν μικρού σχετικά βάρους τις κατανάλωναν ολόκληρες. Τα χοιρινά, που έβγαζαν δεκάδες κιλών κρέας, τα κρατούσαν για όλο το χειμώνα κάνοντας πολλά κομμάτια παστά με πολύ αλάτι και πηχτή με μπόλικο σκόρδο και ξύδι, για να διατηρηθούν εκτός ψυγείου. Η θρησκεία υποβοηθά την επιβίωση των ανθρώπων κάνοντας την ανάγκη έθιμο καθαγιασμένο από το χριστιανισμό.

Τα γιδοπρόβατα, αντίθετα, γεννούν συνήθως από τον Οκτώβρη ως τον Ιανουάριο και αυτός είναι ο λόγος, που το μήνα αυτό τον αναφέρουμε και ως «Γεννάρη». Από τον Οκτώβρη ως το Μάη οι ελληνικοί κάμποι είναι καταπράσινοι και τα γιδοπρόβατα βρίσκουν άφθονη τροφή στη φύση. Παράλληλα το Φεβρουάριο τα νεογέννητα αρνιά και κατσίκια έχουν γίνει 2-3 μηνών και προσφέρονται για κατανάλωση του κρέατός τους.  Οι κτηνοτρόφοι, επειδή αυτήν την εποχή σε πολλές περιοχές υπάρχουν χιόνια, δεν μπορούν να βγάλουν τα κοπάδια για βοσκή και χρειάζονται κτηνοτροφές. Έτσι, αναγκάζονται να σφάξουν ζώα, για να μειώσουν τον αριθμό τους.

Με την αναγκαστική μείωση του αριθμού των γιδοπροβάτων υπάρχει προσφορά κρέατος, το οποίο πρέπει να καταναλωθεί και η παράδοση μας συντονίζεται μ’ αυτό. Του Αγίου Βλασίου (11 Φεβρουαρίου), που θεωρείται προστάτης του κοπαδιού κατά του  λύκου, του τσακαλιού και των άλλων σαρκοφά­γων ζώων, ετοίμαζαν σε πολλά χωριά φαγητά από κρέας προβάτων και κατσικιών, που τα έσφαζαν στο προαύλιο της εκκλησίας. Την ίδια περίπου εποχή αρχίζει και το Τριώδιο, το οποίο συν­δέεται με φαγοπότι και διαρκεί τρεις εβδομάδες.

Την πρώτη εβδομάδα κάθε σπίτι σύμφωνα με την παράδοση έπρεπε να «ματώσει», έπρεπε δηλαδή να σφάξει και να φάει κρέας οπωσδήποτε. Σε κάποια χωριά γυρνούσε και ο τελάλης, που φώναξε «όποιος δεν έχει θρεφτάρι ν’ αγοράσει», ενώ σε άλλες περιοχές η σύσταση ήταν πιο ριζοσπαστική, αφού ο τελάλης πρόσθετε «αν δεν έχεις ν’ αγοράσεις, κλέψε!».

Η δεύτερη εβδομάδα του Τριωδίου είναι η «Κρεατινή», η μόνη εβδομάδα του χρόνου, που δεν απαγορεύεται από τη θρησκεία μας η κατανά­λωση κρέατος την Τετάρτη και την Παρασκευή. Σ’ αυτή την εβδομάδα ανήκει και η «τσικνοπέμπτη», που πήρε τ’ όνομά της από την τσίκνα, που πρέπει να υπάρξει σε κάθε σπίτι με το ψήσιμο κρέατος.

Την τρίτη εβδο­μάδα του τριωδίου, την «Τυρινή», ο κόσμος «αποκρεύει», δηλαδή σταματά να τρώει κρέας. Παράλληλα τα χιόνια λιώνουν, αφού έχει πιάσει Μάρτης, η θερμοκρα­σία του περιβάλλοντος ανεβαίνει και τα φυτά μεγαλώνουν. Η άνοιξη έρχεται και αρχίζει να υπάρχει στη φύση αφθονία φυτών για βόσκηση από τα κοπάδια των γιδοπροβάτων. Τώρα όμως έφθασε η Σαρακοστή, που σχετίζεται απόλυτα με την παράδοσή μας.

Κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής η επάρκεια των φυτών χρησιμοποιείται από τον άνθρωπο σ’ όλη την περίοδο της νηστείας και οι χορτόπιτες είναι σε ημερήσια διάταξη. Το πρώτο Σάββατο της Σαρακοστής, των Αγίων Θεοδώρων, το έθιμο συνιστά χορτόπιτες και το ίδιο ισχύει των Αγίων Σαράντα (9 Μαρ­τίου) με τις «σαραντόπιτες»,  καθώς και με φαγητά «από σαράντα ειδών χόρτα και όσπρια». Η κατανάλωση κρέατος στη διάρκεια της Σαρακοστής απαγορεύεται, γιατί θα ήταν απώλεια μεγάλη να σφάξουμε τα ζώα την εποχή που αυξάνονται σε βάρος

Από το Μάιο οι βροχές στις περισσότερες περιοχές της χώρας μειώνονται δραστικά και τα ποώδη φυτά, αφού ανθίσουν και κάνουν σπόρους, ξεραίνονται. Επομένως, οι διαθέσιμες τροφές για βόσκηση αρχίζουν να λείπουν και γίνονται ελάχιστες κατά το μακρύ, θερμό και άνυδρο καλοκαίρι. Πρέπει, λοιπόν, πριν οι τροφές ελαχιστοποιηθούν, να λιγοστέψει σοβαρά και ο αριθμός των γιδοπροβάτων.

Η μείωση αυτή γίνεται κυρίως το Πάσχα με το ψήσιμο του αρνιού. Επειδή μάλιστα το αρνί και το κατσίκι δεν μπορούν να διατηρηθούν παστά ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, καθιερώθηκε το έθιμο της σούβλας, για να καταναλώνονται άμεσα. Το ψήσιμο του αρνιού είναι έθιμο ολόκληρης της Ελλάδας και συνεχίζεται μέχρι το τέλος Μαΐου. Του Αγίου Γεωργίου (23 Απριλίου) σε πολλά χωριά πήγαιναν ένα αρνί στην εκκλησία, το διάβαζε ο παπάς κι έπειτα το έσφαζαν και το ετοίμαζαν αμέσως για το φούρνο. Στη γιορτή του Αγίου Ιωάννη του θεολόγου (8 Μαΐ­ου) έσφαζαν αρνιά στην εκκλησία και το ίδιο έθιμο ίσχυε των Αγίων Κων­σταντίνου και Ελένης (21 Μαΐου).

Οι παραλληλισμοί  μπορεί να φαίνονται σε πολλά σημεία υπερβολικοί και να χρειάζεται αρκετή δόση φαντασίας, για να ερμηνευτούν ορθολογικά οι παραδόσεις μας. Είναι δύσκολο όμως να φανταστεί κανείς νηστεία από κρέας το Μάιο και τον Ιούνιο. Σ’ αυτήν την περίπτωση τα γιδοπρόβατα θα γινόντουσαν τόσο πολλά, που  θα κινδύνευαν να ψοφήσουν το καλοκαίρι από έλλειψη τροφής και νερού στα άνυδρα ξεροβούνια της ορεινής χώρας!

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Θάνατος και Ανάστασις· πορεία και συμβολισμοί της Μ. Εβδομάδας


 

 

Θάνατος και Ανάστασις

Θάνατος και Ανάστασις

Ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας σας καλεί σε εκδήλωση με θέμα: «Θάνατος και Ανάστασις· πορεία και συμβολισμοί της Μ. Εβδομάδας», το Σάββατο, 27 Απριλίου 2013 (Σάββατο του Λαζάρου), στις 7 το βράδυ στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός».

Παρουσίαση: Γεώργιος Κόνδης, κοινωνιολόγος

Κείμενα διαβάζουν οι φιλόλογοι:

Καλλιόπη Καλποδήμου, Κωνσταντίνα Πατούρα,

Χριστίνα Σιδέρη, Άννα Μπουλμέτη και Νικόλαος Μπουμπάρης

Θα ακουστούν εκκλησιαστικοί ύμνοι της Μ. Εβδομάδας από τη χορωδία Βυζαντινής Μουσικής του Δημοτικού Ωδείου Άργους με διδασκαλία και διεύθυνση του καθηγητή, κ. Παναγιώτη Κωστόπουλου. Τραγούδι: Θεόδωρος Παπαϊωάννου.

 

Read Full Post »

Πασχαλινά Αβγά (Λαογραφία)


 

 «…κατέεις παιδί μου γιάντα τα βάφουμε κόκκινα; Γιατί όντεν ανα­στήθηκε ο Χριστός, πρωί-πρωί ήτανε παόμενος ένας αβγουλάς στην πιάτσα μ’ ένα καλάθι αβγά και πούλιε. Από ‘κειδά πέρασε η Μαρία μια μαθήτρια του Χριστού και του λέει: ο Χριστός αναστήθηκε και δε χαίρεσαι; παρά κάθεσαι και πουλείς αβγά και δεν σε νοιάζει είντα γίνεται παρά όξω. Τοτεσάς τσή λέει ο αβγουλάς. Μόνο άνε γεννούνε κόκκινα ταβγά του καλαθιού θα πιστέψω πως αναστήθηκε. Και πραγματικώς δεν επρόλαβε να τελειώσει τη κουβέδα του και γινήκανε κατακόκκινα ταβγά. Άπου τούτονα βάφουνε οι άνθρωποι κόκκι­να αβγά τη Λαμπρή».

(Χειρόγραφο Λαογραφικής Ύλης του σπουδαστηρίου Λαογραφίας της  Φιλοσοφικής  Σχολής του Πανεπιστημίου  Αθηνών,  1738, σ. 171. Σφηνάρι Κισσάμου Χανίων, 1973, Γεωργακάκη Γεωργία)

 

Ανάσταση

 

Το αβγό βαμμένο «κόκκινο» αποτελεί το κύριο σύμβολο της Αναστάσεως του Χριστού και του Πάσχα. Για το λόγο αυτό είναι επιβεβλημένη η πάνδημος συμμετοχή  στη λειτουργία της Αναστάσεως, την οποία έπρεπε να ακούσουν ως και … «οι κλώσσες»: «… όλοι παν στ’ ν Ανάσταση. Κανένας δε γκάθιτι στου σπίτι. Ως κι τ’ ς άρρωστοι πάϊναν στ’ ν ικκλησιά. Σήκουναν κι τ’ ς κλουσσαριές (κλώσσες). Δεν τ’ ς άφηναν πάν'(ω) στ’ αβγά. Ν’ ακούσ’ ν τ’ ν Ανάσταση».

Στην Ήπειρο αιτιολογείται η ενέργεια ως έξης: «Τη νύχτα της Λαμπρής όποια νοικοκυρά έχει κότα στον «κλώσσο» (κλώσσισμα) πρέπει όταν χτυπήσουν οι καμπάνες να τη σηκώσει από    τ ’αβγά της ν’ ακούσει την Ανάσταση, γιατί το πρωί θα βρεθεί ψόφια». Ο συμβολικός συσχετισμός κλώσσας – αβγού με την Ανάσταση είναι έντονα ριζωμένος  στη συνείδηση του λαού, γεγονός το οποίο  εκφράζεται με ποικίλες ενέργειες και τρόπους  όπως οι ανωτέρω.

Το ερυθρό χρώμα, γνωστό ήδη από τους προχριστιανικούς χρόνους, ως ενισχυτικό της συμβολικής ανανεώσεως και ενδυναμώσεως της φύσεως, πρόσφορο και γι’ άλλες εθιμολατρευτικές τελετουργίες επεκτάθηκε και στα κόκκινα αβγά της Λαμπρής, ή αλλιώς πασχαλινά ή λαμπριάτικα. Ας σημειωθεί, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία πολλές φορές υιοθέτησε ειδωλολατρικές δεισιδαιμονίες, τις οποίες έντυσε, φόρτισε και σημασιοδότησε με χριστιανικές μυστικές ερμηνείες και δοξασίες.

 

Πασχαλινά Αβγά

 

Το γεγονός ότι δεν εννοείται Πάσχα «χωρίς κόκκινο αβγό», σύμβολο της Αναστάσεως του Χριστού είναι κοινός τόπος. Με το κόκκινο «ανοίγεται»το βουλωμένο με το αβγό της Τυρινής στόμα των πιστών με τον «χάσκα (μαγικό – μαντικό παίγνιο με βρασμένο αβγό ή ψημένο για την αποτροπή δαιμονικών όντων)», μετά την νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής κατά την Ανάσταση. «Αβγό πρέπει να είναι το πρώτο αρτύσιμο φαγητό», το όποιο τρώγεται πολλές φορές και πριν την «απολύση» της Εκκλησίας αφού το «τσουγκρίσουν», αμέσως μετά το «Χριστός Ανέστη».

Ενώ  στον Βαθύλακκο Κοζάνης «το πρώτο τσούγκρισμα των κόκκινων αβγών επιβάλλεται να γίνεται αμέσως μετά την Ανάσταση, η οποία θεωρείτο «ιερή στιγμή», εις τον Βελβενδό Κοζάνης τελευταίο όριο για την βρώση των αβγών, τα οποία βάφτηκαν την Μεγάλη Πέμπτη θεωρείται η εορτή της Ζωοδόχου Πηγής, «αλλιώς δεν είναι καλό» και πρέπει να βαφούν νέα την Πέμπτη της Διακαινησίμου.

Χριστός Ανέστη !

Βασικό χαρακτηριστικό της Αναστάσεως είναι το έθιμο του τσουγκρίσματος των αβγών, γνωστό ενδεχομένως από τους Βυζαντινούς Χρόνους (ιγ’ αι.), με την ευετηρική ανταγωνιστικότητά του (νικητής πανελληνίως θεωρείται αυτός του οποίου το αβγό δε θα σπάσει κατά το τσούγκρισμα, όπως π.χ.  στο χωριό Αγγίστη Σερρών «που λένε ότι τυχερός θα είναι αυτός που το αβγό του θα μείνει άσπαστο και ότι θα του πάει καλά η χρονιά») βοηθάει εμμέσως την φύση και τις συνθήκες του βίου για κοινή νίκη και συγχρόνως έχει μαντικό, χαιρετιστήριο, διθυραμβικό, πανηγυρικό και εορταστικό χαρακτήρα.

Πλην των ανωτέρων γνωστών ως προς το τσούγκρισμα δοξασιών υπάρχουν και ποικίλες άλλες  στις οποίες συμφύρονται λαϊκές πίστεις και χριστιανικοί συμβολισμοί.  Στην Φυλή (Χασιά): «μόλις χτύπαγε η καμπάνα, πηγαίνανε στην Εκκλησία μ’ ένα αβγό στην τσέπη, που το σπάνε στην πόρτα της Εκκλησίας με το Χριστός Ανέστη». Ανάλογο έθιμο υπάρχει και  στο Χιλιόδενδρο Καστοριάς: «την πρώτ’ μέρα το Πάσχα, άμα βγαίναμε άπ’ την πόρτα της εκκλησιάς σπάναμε μια γκογκαλνίτσα (αβγό) σταυρωτά στην πόρτα».

Παρατηρούμε ότι  στην ενέργεια αυτή υπάρχει μία επί πλέον προσπάθεια ενισχύσεως του ήδη φορτισμένου με ποικίλες δεισιδαιμονίες αβγού και με τη θεϊκή δύναμη και ευλογία μέσω της θύρας της εκκλησίας, η οποία ως χώρος θεωρείται ηγιασμένη, ώστε η θεϊκή αυτή δύναμη να μεταβιβαστεί και  στον άνθρωπο, ο οποίος θα το φάει. Ανάλογο έθιμο έχουμε και αλλού  στη Μακεδονία, όπου «μετά τη λειτουργία της Αναστάσεως και αφού ο παπάς διαβάσει όλα τα αβγά, θα βγούνε οι κάτοικοι και θα πάει ένας – ένας να σπάσει το αβγό του στο ξύλινο σήμαντρο, το οποίο είναι κρεμασμένο έξω από την Εκκλησία. Ύστερα πιάνεται χορός, κυρίως από γυναίκες που τραγουδούν».

Αξιοσημείωτη είναι και μία εξευμενιστική ενέργεια των κατοίκων του Αγίου Νικολάου Τριχωνίδας, οι οποίοι «του προυί του Πάσχα ταΐζουν και τη βρύση που τρέχει το καθαρό νερό με κόκκινο αβγό, τυρί φρέσκου και καλό ψωμί». Η ενέργεια της προσφοράς ποικίλων η μεμονωμένων τροφικών ειδών, συνήθως πρωτογενών (αβγό, βούτυρο, βασιλόπιττα κλπ.) η πανσπερμιών σε μεταφυσικώς προσωποποιημένες δυνάμεις, όπως είναι η βρύση, το πηγάδι, η πηγή κ.α. την Πρωτοχρονιά με την συνειρμική ευχή «όπως τρέχει το νερό, να τρέχει και το βιος» ή από τη νεόνυμφο προς τον δαίμονα της βρύσης κατά την πρώτη επίσκεψή της εκεί μετά τον γάμο είναι γνωστή και έχει γονιμικό και εξευμενιστικό χαρακτήρα.

Πιστεύω ότι σ’ αυτό αποσκοπεί και η προσφορά του αβγού, ειδικώς φορτισμένου και με τον Αναστάσιμο συμβολισμό, η οποία λειτουργεί και ως μαγικό – θρησκευτική κάλυψη και ψυχολογικό – κοινωνική καταξίωση για τους ίδιους τους κατοίκους. Το έθιμο με παραλλαγές, αλλά με τον ίδιο συμβολισμό του αβγού «ως θυσία για τους δαίμονες του νερού» είναι γνωστό και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

 

Ημέρα βαφής. Ενέργειες και δοξασίες.

 

Το βάψιμο των αβγών στην Μονή Παναγίας (Ν. Ψιλάκη, Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη).

Τα αβγά ανά το πανελλήνιο βάφονται συνήθως από τη μητέρα – οικοδέσποινα τη Μεγάλη Πέμπτη, αλλιώς  και «κόκκινη Πέμπτη», διότι πιστεύεται ότι «τότε τ‘ αβγά δεν χαλάνε». Σ’ ελάχιστες περιπτώσεις τα αβγά βάφουν οι νεόνυμφες γυναίκες «για το καλό τους». Κατά τόπους υπάρχουν ποικίλες δοξασίες και ως προς την ώρα κατά την οποίαν βάφονται τα αβγά τη Μεγάλη Πέμπτη.

Ο πλέον κατάλληλος χρόνος για τη βαφή θεωρείται αυτός ο οποίος μεσολαβεί προ της ανατολής του ηλίου έως «το χτύπημα της πρώτης καμπάνας για τον όρθρο της πρωινής λειτουργίας». Επί πλέον  στο Πισοδέριο Φλωρίνης, το Βογατσικό Καστοριάς και αλλού, κυρίως  στην Βόρειο Ελλάδα: «τη Μεγάλη Πέμπτη το πρωί πριν ανατείλει ο ήλιος και πριν από τον όρθρο απλώναμε μία κόκκινη βελέντζα ή ύφασμα, κατόπιν ανάβαμε τη φωτιά στο τζάκι και βάφαμε τα αβγά κόκκινα».

Εφ’ όσον σύμφωνα με τις αιτιολογικές παραδόσεις «το κόκκινο χρώμα» συμβολίζει το αίμα του Χριστού, προφανώς τη σημασία αυτή έχει και η συνήθεια της αναρτήσεως ερυθρών υφασμάτων από τα παράθυρα, τους εξώστες, την εξώθυρα κλπ. Σύμφωνα και προς τη μαρτυρία από το Δοξάτο Δράμας: «τη Μεγάλη Πέμπτη, μόλις ξυπνήσει η οικοδέσποινα βάζει στην κεντρική πόρτα του σπιτιού της απ’ έξω ένα κόκκινο ύφασμα για να δείξει ότι όλη η ημέρα είναι κόκκινα βαμμένη από το αίμα του Κυρίου πάνω στο Σταυρό».

Στη Νιγρίτα Σερρών τα αβγά βάφονται μετά την πρωϊνή λειτουργία και βεβαίως με ιεροπρεπή τελετουργικό τρόπο.  Στη Θεόπετρα Καλαμπάκας: «τα πασχαλινά αβγά τα βάφουν το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης. Όμως βάφουν τη Μεγάλη Τετάρτη τρία μόνο αβγά — είναι η Αγία Τριάδα — από τα οποία το ένα το χαρίζουν στην Παναγιά». Η συνήθεια βαφής συμβολικού αριθμού αβγών και τη Μεγάλη Τετάρτη μαρτυρείται και  στην Αμυγδαλή Αγυιάς Λαρίσης, όπου «απ’ τη Μεγάλη Τετάρτη το βράδυ εβάφαμε πέντε αβγά. Τα βαστάμι για το Χριστό γιατί με 5 καρφιά σταυρώθηκε».

Γενικώς τα αβγά κατά τη Μεγάλη Πέμπτη συνηθίζεται να βάφονται προ της ενάρξεως της ακολουθίας, διότι αλλιώς πιστεύεται ότι άμα χτυπούσαν οι καμπάνες κι ήταν άβαφα θα έσπαζαν». Σε άλλες περιοχές «από τη στιγμή όμως που ‘θελε να σταματήσει η καμπάνα να χτυπάει, δηλαδή από το μεσημέρι της Μεγάλης Πέμπτης μέχρι το Μέγα Σάββατο το χάραμα δεν πιάνανε αβγά γιατί κλουβιαίνανε. Γι’ αυτό πολλοί τα βάφανε το Μέγα Σάββατο το πρωί». Για το λόγο αυτό  στην Κοντογενάδα Πάλλης: «τα αβγά τα βάφουνε το Μεγάλο Σάββατο και όχι τη Μεγάλη Πέμπτη».

Σε πολλούς τόπους τα αβγά «τα οποία γεννήθηκαν τη Μεγάλη Πέμπτη, όταν τα βάφουν τα ξεχωρίζουν γιατί έχουν ξεχωριστές ιδιότητες και τα χρησιμοποιούν σε πολλές περιστάσεις».  Στον Αλμυρό Μαγνησίας «το αβγό της Μεγάλης Πέμπτης αν γεννηθεί από μαύρη κότα βάφεται χωριστά και φυλάγεται  στο εικόνισμα και χρησιμοποιείται για το «ξεμάτιασμα» των παιδιών». Στις Λιθίνες Σητείας πιστεύεται ότι «τα αβγά της Μεγάλης Πέμπτης όσο και να μείνουν υπάρχει πίστη ότι δεν χαλάνε. Λένε μάλιστα ότι εάν μείνουν πέντε χρόνια γίνονται φλουριά».

Η βαφή των αβγών γίνεται με μεγάλη φροντίδα και τελετουργικό τρόπο. Χρώμα των αβγών, όπως ήδη σημειώθηκε, είναι το κόκκινο, χωρίς βεβαίως να αποκλείονται και τα άλλα χρώματα, όπως κίτρινα (σημαίνει την πίκρα για την Σταύρωση του Χριστού), μπλε κ.α. Ιδιαίτερη σημασία δίδεται και  στη διακόσμηση των αβγών «πολλές φορές τ’ αβγά τα στολίζουν με ζωγραφιές και «ξόμπλια» (δηλαδή στολίδια) διάφορα, που εικονίζουν λουλούδια ή πουλιά. Αυτά τ’ αβγά τα λένε ξομπλωτά, κεντημένα ή πέρδικες».

Μάλιστα τα κορίτσια βάζουν στ’ αβγά και φτερά από χρωματιστό χαρτί καθώς και ουρά από ζυμάρι και τα κάνουν και μοιάζουν σαν πουλάκια έτοιμα να πετάξουν. Αλλού γράφουν σεβαστικές επίκαιρες ευχές και τη φράση «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ»!, ή τα αρχικά Χ-Α, εφ’ όσον γνώριζαν «γράμματα». Ας σημειωθεί ότι η κάθε ενέργεια, η οποία σχετίζεται με την βαφή των αβγών σηματοδοτείται από σεβασμό για τα ήδη φορτισμένα με άφθονες μυστικές ιδιότητες και θεοτικές δυνάμεις βαμμένα αβγά.

Οι μυστικές ιδιότητες και οι θείες δυνάμεις του αβγού ενισχύονται ακόμη από την τοποθέτησή τους κατά την Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ  στα πόδια του Εσταυρωμένου κατά την ανάγνωση των Ευαγγελίων. Παραθέτω μία εθιμοτυπική τελετουργία βαφής αβγών από τα Μέγαρα όπου φαίνεται σαφώς όλος ο σεβασμός και οι σχετικές προς αυτά δοξασίες: «τη Μεγάλη Πέμπτη οι γυναίκες βάφουνε κόκκινα αβγά και μετά τα αλείφουνε με λάδι για να γυαλίζουν και να ‘ναι όμορφα. Όλα τα φτιάχνουν όμορφα και ας υπήρχε φτώχια.

Είναι πολύ νοικοκυρές και καθαρές. Ένα αβγό, συνήθως το πρώτο, που θα βαφτεί το βάζουν στα εικονίσματα κι’ εκεί μένει μέχρι το επόμενο Πάσχα που θα αντικατασταθεί. Στη συνέχεια τα βαμμένα αβγά οι Μεγαρίτισσες τα βάζουν σε μια πιατέλα την οποία τοποθετούν πάνω στο τραπέζι του «ανωγιού». Την πιατέλα με τα αβγά τη σκεπάζουν με μια λευκή καθαρή και καλοσιδερωμένη πετσέτα, γιατί είναι αμαρτία να τα βρει η Μεγάλη Παρασκευή που είναι η πιο λυπημένη μέρα».

Την ίδια λογική ενέχει και η ενέργεια των γυναικών  στη Νιγρίτα Σερρών οι οποίες «πριν από την Αποκαθήλωση μαζεύουν τα κόκκινα υφάσματα που ήταν απλωμένα στα μπαλκόνια από τη Μεγάλη Πέμπτη μετά τη βαφή των αβγών». Η Μεγάλη Παρασκευή ως η κατ’ εξοχήν πένθιμη ημέρα του έτους, συνήθως παρουσιάζεται προσωποποιημένη και ως εκ τούτου δεν πρέπει να προκαλείται, ως πενθούσα (οι πενθούντες δεν βάφουν αβγά) με το ερυθρό χρώμα των αβγών (και αυτών των ερυθρών υφασμάτων) τα οποία ήδη προοιωνίζουν το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως.

Ανάλογη είναι και η δοξασία από την Ήπειρο: «όπου τη Μεγάλη Παρασκευή κρύβουν (να μη φαίνεται) και το κόκκινο ακόμη αβγό που έχουν βάλει στο εικόνισμα τη Μεγάλη Πέμπτη». Παρεμφερείς είναι και οι ενέργειες  στα Κύθηρα, όπου «τη Μεγάλη Παρασκευή δεν τυροκομούσαν, δεν πιάνανε τυρί, ούτε αβγά από τη φωλιά, διότι ότι πιάνανε εκείνη την ημέρα βρώμιζε, γι’ αυτό τα κάνανε από τη Μεγάλη Πέμπτη».

Πλην της Μεγάλης Πέμπτης η οποία εθεωρείτο η κατ’ εξοχήν ημέρα για την βαφή αβγών σύμφωνα προς τις πανελλήνιες αντιλήψεις, αβγά έβαφαν σπανιότερα το Μέγα Σάββατο, την Κυριακή του Θωμά, του αγίου Γεωργίου, της Αναλήψεως έως και την Πεντηκοστή. Το έθιμο της βαφής αβγών καθ’ όλη την διάρκεια του πεντηκονταημέρου μετά το Πάσχα και της υποχρεωτικής προσφοράς για «τσούγκρισμα» μεταξύ των συγγενών και των φίλων επιχωριάζει σ’ όλους σχεδόν τους ελληνικούς τόπους.

 

Πασχαλινά Αβγά

 

Αβγά έβαφαν και κάθε Πέμπτη των έξι εβδομάδων μετά το Πάσχα, τα οποία ονομάζονται «εξάπεφτα». Η ενέργεια επεξηγείται ως εξής: «επειδή η βαφή των αβγών θεωρείται ιερή τελετουργία … εμείς είχαμε συνήθεια όλες τις Πέμπτες μετά το Πάσχα, σύνολο 6, που βάφαμε αβγά μέχρι της Αναλήψεως να μην πηγαίνουμε στη δουλειά γιατί ήταν αργία». Δηλαδή η ημέρα της βαφής των αβγών, λόγω της ιερότητάς της, επιτάσσει αργία. Η Πέμπτη της Διακαινησίμου λέγεται και «αγιοπέφτη» όπως και όλες οι Πέμπτες του Απρίλη και τ’ αβγά «αγιοπεφτιάτικα».

Στη Θράκη υπήρχε η δοξασία, ότι «εάν έβαφαν τις εφτά Πέμπτες, συμπεριλαμβανομένης και της κόκκινης Πέμπτης (Μεγάλης) από έξι αβγά, ήταν καλό για να ζει το στεφάνι (οι σύζυγοι) και τα παιδιά». Σχετική είναι και η αντίληψη από την Σαλαμίνα: «Το πρώτο κόκκινο αβγό το βάζουν στη στεφανοθήκη. Το λένε αβγό του Χριστού, όπου το αφήνουν ένα χρόνο. Είναι καλό για το αντρόγυνο». Αβγά βάφονται επίσης την Πρωτομαγιά, εφ’ όσον αυτή συνέπιπτε εντός της πασχαλινής περιόδου, η οποία όπως δηλώνει και το όνομά της είναι κατ’ εξοχήν μαγική και μαντική ημέρα.  Στην Φυλή «Όταν η Πρωτομαγιά πέφτει στην περίοδο του Πάσχα οι κοπέλες πρωί – πρωί θα βάψουν αβγά και θα βγούνε στον ήλιο να δούνε την «ισκιά» (μαντική ενέργεια)».

Τα τσόφλια των πασχαλινών αβγών χρησιμοποιούνται και ως σημειολογικά της Αναστάσεως του Χριστού, έτσι «το Πάσχα με τα τσόφλια από τα κόκκινα αβγά έφτιαχναν έξω από την πόρτα ένα σταυρό που σήμαινε το «Χριστός Ανέστη».  Στην Ήπειρο πάλι όταν γυρίζουν από την Ανάσταση, ξημερώνοντας γεμίζουν μισό τσόφλι από κόκκινο αβγό με κοπριά αγελάδας (ευφορικό σύμβολο) και το κολλούν πάνω στο πράκι της θύρας τους.

 

Εξορκιστικές ενέργειες

 

«Τα τσόφλια των πασχαλινών αβγών τα φυλάνε και τα ρίχνουν μαζί με ροδοπέταλα και άλλα λουλούδια έξω από την είσοδο του σπιτιού τα χαράματα της Πρωτομαγιάς για το καλό του χρόνου»(διαβατήριος – μεταβατική ώρα). Για το καλό του χρόνου και την απαλλαγή από τους ψύλλους γίνεται  στο Στασίο και η εξής εξορκιστική ενέργεια την Κυριακή της Τυρινής (μεταβατική ώρα από τον χειμώνα  στην άνοιξη): «στο τέλος του φαγητού μαζεύουν τα υπολείμματα και τις αβγόφλουδες» και μια κοπέλα τρέχει σε ένα γειτονικό σπίτι και τα πετά στην αυλή φωνάζοντας Κυρα… τους ψύλλους εγώ τους ξεχειμώνιασα, εσύ να τους ξεκαλοκαιριάσεις».

Ως γνωστόν τα ποικίλα ζωύφια, ψύλλοι, κοριοί κ.α. κάνουν την εμφάνισή τους κατά την άνοιξη για αυτό γίνεται προσπάθεια να εξορκισθούν με πολλούς τρόπους και μαγικές ενέργειες όπως π.χ. με τα τσόφλια των αβγών της Τυρινής, τα οποία ενέχουν μεταξύ των άλλων αποτρεπτική δύναμη, η οποία ενισχύεται και με τη χρησιμοποιημένη επωδή.

 

Δοξασίες ποιμένων

 

Ενώ όμως ο περισσότερος κόσμος βάφει τα αβγά τη Μεγάλη Πέμπτη ή το Μέγα Σάββατο, οι ποιμενικοί πληθυσμοί «ή δε βάφουν ή δεν τσουγκρίζουν αβγά τη Λαμπρή γιατί δεν έκανε να πιάσουν κόκκινα αβγά, γιατί τα ζώα παθαίνουν «αβγουλήθρα», ασθένεια των προβάτων. Τα αβγά οι ποιμένες τα βάφουν συνήθως την Δευτέρα του Πάσχα». Πρόκειται για πανελλήνιο ομοιοπαθητική πίστη με κατά τόπους παραλλαγές όπως θα φανεί από τα παρατιθέμενα ενδεικτικά παραδείγματα:

 «Μετά την Ανάσταση τσουγκρίζουν μεν, αλλά δεν τα τρώνε τα αβγά, για να μη βγάλουν αβγουλήθρες τα πρόβατα».

«Ανήμερα το Πάσχα οι τσοπάνηδες δεν τρώνε κόκκινα αβγά για να μη βγάλουν αβγουλήθρα τα πρόβατα. Την ίδια μέρα δεν τρώνε και γάλα για να μη τους φτύσει η μύγα».

«Ανήμερα το Πάσχα οι τσοπάνηδες δεν πιάνουν αβγά για να μη πάθουν τα ζώα κακό (γενικώς), να πάθουν αβγουλήθρες, να βγάλουν σπυριά στα μαστάρια τους».

«Την Ανάσταση απαγορεύεται ο τσοπάνος να πιάσει αβγά είτε κόκκινα είτε άσπρα, αν δεν έχει προηγουμένως αρμέξει. Σε περίπτωση που ξεχάσει και πιάσει αβγά πρέπει να πιάσει τη γάτα (εξορκιστικό του κακού) και μετά να πάει να αρμέξει»κ.α.

Η απαγόρευση σε πολλά μέρη επεκτείνεται και  «στις τυρόπιττες», διότι εμπεριέχουν και αβγά.

Η βρώση ή και το τσούγκρισμα των αβγών ανήμερα το Πάσχα απαγο­ρεύεται και προληπτικώς βάσει της αναλογικής σκέψεως και αφορά  στην υγεία των ανθρώπων σύμφωνα με τη μαρτυρία από το Χιλιόδενδρο του νομού Καστοριάς: «…μα δε το σπάναμε ουδέ τρώγαμε κόκκινα αβγά την πρώτ’ μέ­ρα να μη μας μελανιάζουν τα χείλια». Ακόμη «το αβγό της Πασχαλιάς δεν κάνει να μοιρασθεί γιατί τα γίδια παθαίνουν αβγουλίτιδα».

Σε πολλά μέρη πιστεύεται ότι «κι’ οι γυναίκις δεν έκανι να φαν για να μην τ’ς βρίσκ’ν τα «ρούχα» τ’ς μέρις του Πάσχα».

 

Πένθος

                    

Όσοι έχουν πένθος, αναλόγως με τα κατά τόπους έθιμα ή δε βάφουν καθόλου αβγά ή βάφουν υποχρεωτικώς ένα μόνο αβγό, όπως στα Καλύβια «δια το καλόν». Διότι όπως πιστεύεται γενικώς  στην Αττική «άμα δεν βάψεις τον πρώτο χρόνο, μετά απαγορεύεται να βάψεις επί τρία συνεχόμενα χρόνια». Αντίστοιχη είναι η συνήθεια από την Κυπαρισσία: «Το Πάσχα δεν βάφουνε αβγά, όμως μπορεί να δώσουν στην γειτόνισσα να τους βάψει λί­γα κόκκινα, για το καλό, γιατί αν δε βάψουν καθόλου πρέπει να περάσουν τρία χρόνια για να ξαναβάψουν». Σε άλλες πάλι περιοχές, όπως  στην Κά­τω Λαψίστα Ιωαννίνων «τα έβαφαν μαύρα ή δεν έβαφαν καθόλου», όπως συμβαίνει  στη Θράκη και σχεδόν σ’ όλο τον ελληνικό πολιτισμικό χώρο.  Στο Αχλάδι Ευβοίας πάλι: «οι πενθούντες δε βάφουν τ’  αβγά κόκκινα, χρώμα της χαράς, αλλά μπλε, καφέ ή «μπλιτζιονίσια» (μώβ)… Έμ τε πρώτη χρουνιά κι να βάφτει κόκκινα αβγά! …δε γκάνει!».

 

Αιτιολογία του ερυθρού χρώματος

                                                                                                              

Ερμηνευτική του ερυθρού χρώματος των αβγών του Πάσχα είναι και η αιτιολογική παράδοση της Αττικής γνωστή με ποικίλες ανά το πανελλήνιο παραλλαγές: «μια γυναίκα εβραία, ή ό,τι άλλο, είχε άσπρα αβγά στην ποδιά της. Της είπανε το λοιπόν ότι ανεστήθη ο Χριστός κι’ εκείνη είπε: «αν κοκκινίσουν τα άσπρα αβγά, τότε θα έχει αναστηθεί ο Χριστός». Και τότε εκείνα κοκκίνισαν!».

Ενδιαφέρουσα είναι η παραλλαγή από τον Κάμπο Βοιών Λακωνίας για το ερυθρό χρώμα των αβγών: «Τη Μεγάλη Πέμπτη βάφουν τα αβγά κόκκι­να, γιατί λένε ότι η Παναγία μετά τη Σταύρωση του Χριστού έβαψε κόκκι­να αβγά και τα μοίρασε, γιατί ήταν Πάσχα, χωρίς να την εμποδίσει ο πόνος για τον γιό της».  Στο Αχλάδι Ευβοίας «τα αβγά τα βάφουν κόκκινα διότι θεωρείται ότι είναι το αίμα του Χριστού που χύθηκε».

Πλην των αιτιολογικών δημωδών παραδόσεων ως προς το χρώμα των αβγών, υπάρχουν και οι επιστημονικές ερμηνείες των: Νικολάου Πολίτου, Α. Κεραμοπούλλου, Φαίδωνος Κουκουλέ, Στίλπωνος Κυριακίδου, Γεωργίου Μέγα, Γεωργίου Σπυριδάκη, Δημ. Λουκάτου, Στεφ. Ημέλλου κ.ά., των οποί­ων τις θεωρίες καταγράφει ενδεικτικώς ο Ανδρέας Ρουσουνίδης.

 

Βαφή

 

Άφθονες είναι και οι δεισιδαίμονες δοξασίες, οι οποίες σχετίζονται με τη βαφή των αβγών, τη χρήση και φύλαξή της, το αγγείο  στο οποίο τοποθετείται, τη σύσταση της βαφής (συνήθως από φυτικές ύλες). Το δοχείο  στο οποίο βάφονται τα αβγά πρέπει να είναι καινούργιο(η χρήση του αμεταχείριστου είναι γνωστή και από άλλες ενέργειες).

Η βαφή σε πολλές περιοχές της Ελλάδας φυλάσσεται «τεσσαράκοντα ημέρες και εν συνεχεία τη «σκορπίζουν» ή τη χύνουν στη θάλασσα της Α­ναλήψεως την ώρα πού χτυπάνε οι καμπάνες για εσπερινό».

Στη Μύρινα της Λήμνου τη Μεγάλη Πέμπτη «τοποθετούν λίγο χρώμα (βαφή) από το κόκκινο των αβγών στο καντήλι για το καλό. Αυτό το κρατούν 40 ήμε­ρες».  Στην Κατοχή Βόνιτσας υπάρχει η εξής δοξασία ως προς τη χρονική διάρκεια της διατηρήσεως της βαφής: «η γυναίκα αν δεν βάψ’ αβγά τ’ μηγάλ’ Πέμπτ’ τα βάφτ’ του μέγα Σάββα(το). Άμα τα βάψ’ τ’ μηγάλ’ Πέμπτ’ πρέπ’ να κρατήσ’ τ’ βαφή σαράντα μέρις κι ύστηρα να ντή χύσ’. Άμα όμους τα βάψ’ του μέγα Σάββα μπουρεί να ‘νη χύσ’ αμέσους. Δεν κάν’ νά χύσ’ τ’ βαφή τσ’ μεγάλ’ ς Πέμπτ’ ς γιατί τότι χύθκη τού αίμα τ’ Χριστού» (ομοιοπα­θητικός παραλληλισμός).

Οι βαφές (μπογιές) των αβγών παλαιότερα ήταν φυτικές και «τις έφτιαναν οι νοικοκυρές μόνες τους», όπως  στην Αττική.  Στο Βογατσικό Καστοριάς «θεωρείται μεγάλη αμαρτία η χρήση έτοιμης μπογιάς». Επίσης έντονη ήταν και η πρόληψη: «άμα τα αβγά δεν παίρνανε χρώμα λένε το ‘χει η κότα. Η επιτυχία της βαφής πιστεύεται ότι εξαρτάται από το ίδιο το αβγό. Για την αποτυχία του χρώματος ενοχοποιείται και η όρνις.

Η αποτυχία του χρώματος πιστεύεται επίσης ότι είναι δυσοίωνο σημείο για την οικογένεια: «…δίνουμε σημασία στο χρώμα πού θα πάρουνε τα αβγά. Αν το κόκκινο είναι χτυπητό, ετούτο σημαίνει καλό για την φαμελιά, αν είναι μουντό, ετούτο είναι κακό ή κάποιος θα πεθάνει». Όμως υπάρχει και η αντίθετη δοξασία: ότι το αποτυχημένο κατά τη βαφή «ασπριδερό» αβγό ο «τζιουμπάνος», όπως αποκαλείται  στα χωριά της Καλαμπάκας, είναι φυλακτικό της υγείας: «Τη Μιγάλι Πέμπτη βάφιν’ τάβγά προυΐ – προυΐ κόκκινα. Του προύτου (πρώτο) πού βάζ’ ν μέσα (στη μπογιά) δε βάφει (βάφεται) καλά λεν (λένε). Βγαίνει άσπρου κι λέν’: α αυτό είνι ου τζουμπάνους, γι’ αυτό είνι άσπρου. Τόβγαν (το έθεταν) κουντά (δίπλα) αυτό τ’ άσπρου κι σταύρωναν όλη τ’ ν οικουγένεια να ‘ν γιρός. Μιτά τόβαζαν στου καντήλ’ (εικονοστάσι) κι του κρατάν’ όλη τ’ χρουνιά, όπως τ’ αντίδουρου».

 

«Μεγαλοπεφτιάτικα» αβγά

 

Ιδιαίτερα φορτισμένο με δοξασίες, θεωρείται πανελληνίως «το πρώτο αβγό», το οποίο γεννήθηκε και βάφτηκε την Μεγάλη Πέμπτη και πολύ περισσότερο εφ’ όσον προέρχεται από «μαύρη κότα». Στον Αλμυρό Μαγνησίας το αβγό της Μεγάλης Πέμπτης αν γεννηθεί από μαύρη κότα βάφεται χωριστά και φυλάγεται  στο εικόνισμα και χρησι­μοποιείται για το «ξεμάτιασμα των παιδιών».  Στις Λιθίνες Σητείας πιστεύεται ότι «τα αβγά της Μεγάλης Πέμπτης όσο και να μείνουν υπάρχει πίστη ότι δε χαλάνε. Λένε μάλιστα ότι εάν μείνουν χρόνια γίνονται φλουριά». Σε πολλούς τόπους γενικώς τ’ αβγά «τα οποία γεννήθηκαν τη Μεγάλη Πέμπτη, όταν τα βάφουν τα ξεχωρίζουν γιατί έχουν ξεχωριστές ιδιότητες και τα χρησιμοποιούν σε πολλές περιπτώσεις».

Τα «μεγαλοπεφτιάτικα» αβγά, όπως ονομάζονται κοινώς, χρησιμοποι­ούνται σε ποικίλες τελετές, δεισιδαίμονες ενέργειες, συμβολικές πράξεις, λατρευτικές συνήθειες κ.ά. Ολόκληρα τα «μεγαλοπεφτιάτικα» αβγά ή μόνο τα «τσόφλια» χρησιμοποιούνται ως φίλτρα και «μισητικά» σε ποικίλους καταδέσμους, αποτρεπτικά των δαιμονικών δυνάμεων, προληπτικά βλαπτικών ενεργειών, αλεξητήριος δύναμη ασθενειών (πανώλης).

Στους αγροτικούς πληθυσμούς, όπως και της Αττικής, η χρήση του «μεγαλοπεφτιάτικου» αβγού γίνεται για την ευόδωση της καλλιέργειας φυτών και δένδρων. Γνωστή γενικώς είναι και η αντιβασκάνιος χρήση των αβγών για την προστασία των φυτών τόσο  στην Αττική (Κουβαράς, Καλύβια κ.ά.), όσο και αλλού: «Στις γλάστρες πού έχουν ωραία άνθη συνηθίζουν να βάζουν ένα σκόρδο και ένα αβγό φυσικά άδειο (το κέλυφος) για να μη τα πιάσει το κακό μάτι και μαραθούν».

Πολλές φορές δε και προληπτικώς σε ποι­κίλες ενέργειες, οι οποίες αφορούν  στην προστασία των αγρών και την αποτροπή θεομηνιών, όπως το χαλάζι του Αγίου Παντελεήμονος, οριακή και επικίνδυνη για θεομηνίες καλοκαιρινή ώρα, «χώνανε τ’ αβγά που γεν­νούσαν οι κότες τη Μεγάλη Πέμπτη στο αμπέλι, για να φυλάξουνε από το χαλάζι». Οριακή για τη χαλαζόπτωση θεωρείται  στο νομό Πέλλας και η εορτή του Αγίου Γεωργίου.

Για το λόγο αυτό προληπτικώς «παίρνουν ένα κόκκινο αβγό και το πηγαίνουν και το χώνουν στα χωράφια. Σε περίπτω­ση δε που πιάνει χαλάζι το καλοκαίρι βγάζουν έξω με την πυροστιά ένα κόκ­κινο αβγό που το φυλάσσουν στο εικόνισμα από τη Μεγάλη Πέμπτη, και το χαλάζι σταματάει». Η πυροστιά  στη λαϊκή αντίληψη, συνδεόμενη με την εστία διαθέτει και αυτή αποτρεπτική δύναμη, η οποία ενισχύεται και με άλλα σύμβολα, όπως  στην προκειμένη περίπτωση με τη δύναμη του αβγού, οπότε η ενέργεια για την ανατροπή του χαλαζιού πιστεύεται ότι θα είναι πλέον αποτελεσματική.

 

Μαρία Μηλίγκου – Μαρκαντώνη

 

Πηγή      


  • « Λαογραφικά του «αβγού» και της «αβγοκουλούρας» και κυρίως εις τον Νομόν Αττικής, Μαρία Μηλίγκου – Μαρκαντώνη, Ανατύπωσις εκ του Ν΄, 1999-2000, τόμου της Επετηρίδος της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, Εν Αθήναις, 2006.

Read Full Post »

Πάσχα στην Καθολική Εκκλησία του Ναυπλίου το 1841


  

Ο Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης, Επίτροπος της Καθολικής Εκκλησίας του Ναυπλίου, παρουσιάζει  στα Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII (2009) δύο ενημερωτικές επιστολές των ετών 1841 του εφημ. Γεωργίου Δούναβη προς τον εκκλησιαστικό του προϊστάμενο Επίσκοπο Σύρου Αλούσιο Μ. Blancis.

Η πρώτη αφορά στον εορτασμό της Μεγάλης Εβδομάδας του έτους 1841, και η δεύτερη κάποιες διαφορές με τον επίτροπο Βονιφάτιο Bonafin.

Ας δούμε πως περιγράφει ο ιερέας τον εορτασμό του Πάσχα των Καθολικών στο Ναύπλιο του 1841.

 

Επιστολή της 16ης Απριλίου 1841 του εφημερίου Γεωργίου Δούναβη προς τον Επίσκοπο Καθολικών Σύρου Αλούσιο Μ. Blancis

  

Σεβασμιότατε,

Θεωρώ υποχρέωσή μου να σας πληροφορήσω για τον τρόπο με τον οποίο γιορτάσαμε εδώ στο Ναύπλιο τη Μεγαλοβδομάδα και το Άγιον Πάσχα.*

L. Lange, Η Φραγκοκκλησιά.

Στις ιερές ακολουθίες της Μ. Πέμπτης, Παρασκευής και Σαββάτου, τους θρήνους και άλλους ύμνους του Αγίου Πάθους έψαλαν ο ιταλός μοίραρχος Αντώνιος Morandi και ο γάλλος συνταγματάρχης Ιλαρίων Αύγουστος Touret.

Μετά την ακολουθία της Μεγάλης Πέμπτης στις 10 το βράδυ, μετέφερα τον καθαγιασμένο Άρτο από το κεντρικό σε πλάγιο βωμό, κατάλληλα διακοσμημένο. Στην τελετή έλαβε μέρος πλήθος πιστών. Έως την Κυριακή του Πάσχα, η εκκλησία έμενε ανοικτή έως αργά τη νύχτα.

Ανήμερα του Πάσχα έψαλα τη λειτουργία της Αναστάσεως στις 10 το πρωί. Παρέστησαν ο στρατηγός DAlmeida, οι καθολικοί αξιωματικοί και όλοι οι πιστοί. Η εκκλησία μας ήταν υπερπλήρης. Η χορωδία εξετέλεσε με μεγάλη επιτυχία τα ψαλτά μέρη της λειτουργίας. Όλοι είχαν να πουν τα καλύτερα για την λόγια τάξη και την σιωπή που επεκράτησαν κατά τη διάρκεια της τελετής.  

Το μεσημέρι με κάλεσε στη τράπεζα του ο συνταγματάρχης κ. Touret. Συνέφαγαν μαζί μας ανώτεροι γάλλοι αξιωματικοί και ο κ. Μorandi ο οποίος κάλεσε τους συνδαιτυμόνες να πιουν στην υγειά του καλού μας ποιμένα, του Σεβασμιότατου  Αλοϋσίου Blancis. Όλοι μαζί ευχηθήκαμε για τη μακροημέρευσή σας.

Τη Δευτέρα του Πάσχα προσκλήθηκα από το στρατηγό D’ Almeida ο οποίος μου ζήτησε να σας μεταφέρω τις ευχές του ιδίου, της συζύγου και του γιου του. Και οι τρεις παρακαλούν για την ευλογία σας.

Σας πληροφορώ, Σεβασμιότατε, ότι ένα ζευγάρι Βαυαρών που συζούν από έξι μήνες, μου ζήτησαν να τελέσω τους γάμους τους, για να απαλλαγούν από την κατάσταση της αμαρτίας. Μου παρουσίασαν τις βεβαιώσεις ότι δεν έχουν συνάψει μέχρι τώρα γάμο. Επειδή όμως ο άντρας είναι διαμαρτυρόμενος, τους είπα ότι οφείλω να έχω την άδεια σας.

Εγώ, Σεβασμιότατε, δε βλέπω άλλο τρόπο για να απαλλαγούν από την αμαρτία, παρά μόνο την άδεια σας να τελέσουν τους γάμους τους. Όσον αφορά στο θρήσκευμα των παιδιών, εφόσον βέβαια αποκτήσουν, με διαβεβαίωσαν ότι θα βαπτισθούν κατά το καθολικό τυπικό και δόγμα.  Με την ευκαιρία αυτή, επισυνάπτω στην επιστολή μου απόδειξη 90 δραχμών για επισκευές στη εκκλησία.

Σας πληροφορώ τέλος ότι ο ιταλός Συνταγματάρχης που είχα συστήσει στο κ. Touret, έφυγε σήμερα για την Αθήνα. Όσο ήταν εδώ έμενε μαζί μου άλλα έτρωγε στο σπίτι του κ. D’ Almeida.

Και μία παράκληση: Σας παρακαλώ να μου στείλετε 3 ή 4 από τα θαυματουργά μετάλλια της Παναγίας τα οποία ευλαβούνται οι Πατέρες Λαζαριστές. Ο Συνταγματάρχης Touret σας υποβάλει οικογενειακώς τα σέβη του και παρακαλεί για την ευλογία σας.

Γονατιστός ασπάζομαι τη δεξιά σας με πολύ σεβασμό.

Ο ταπεινός και ευπειθής δούλος σας

Γεώργιος Δούναβης, ιερέας.

Ναύπλιο (Nauplia), 16 Απριλίου 1841.

  

Υποσημείωση


  

* Οι παλαιοί Αναπλιώτες θυμούνται τη περιφορά του «φράγκικου» Επιτάφιου τη Μεγάλη Παρασκευή, για τον οποίο η εφημερίδα «ΑΡΓΟΝΑΥΠΛΙΑ» της 23ης Σεπτεμβρίου 1973, δημοσίευσε το εξής έμμετρο του λαϊκού βάρδου Α. Αναπλιώτη:  

 

Δεν έχει πια πιστούς στ’ Ανάπλι

ο φράγκικος Χριστός.

Ούτε Ντομένικος, ούτε Τζαννίνος

ούτε Φουμέλης πια γονατιστός.

Δεν προσκυνιέται πια στ’ Ανάπλι

ο φράγκικος Χριστός.

Ούτε στα χέρια του νεκρό τον αγκαλιάζει

του Όθωνα ο παπάς ο σεβαστός.

Του Όθωνα ο παπάς τα μεγαλεία,

το Ντόμινους βαπτίσκουμ δε θα πει,

ούτε κι ο Νιόνιος πρόξενος ντυμένος

στον Επιτάφιο δε θα μπη.

Του Παναγιώτη ο γκρας δε θ’ αναστήση

ούτε και φέτος στη φραγκοκλησιά,

και μόνος πια ο Απρίλης θα στολήση

ολόκληρο ένα τάφο με δροσιά.

 

Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης

Επίτροπος  Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.

  

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Κυριακή των Βαΐων στο Άργος – William George Clark  

 

 

Ο περιηγητής William George Clark έφτασε στο Άργος (1856), παραμονές του Πάσχα αφού προηγουμένως έχει επισκεφθεί τη Νεμέα και τις Μυκήνες. Θα παρακολούθηση  μάλιστα στο Μητροπολιτικό ναό της πόλης και τη λειτουργία των Βαΐων, της οποίας μας δίνει μια ωραιότατη περιγραφή.

Από το Άργος θα κινηθεί προς Μαντινεία μέσω Καρυάς. Στο βιβλίο του «Peloponnesus: notes of study and travel», για το Άργος αφιερώνει 25 σελίδες (90-114), όπου μας προσφέρει μια ενδιαφέρουσα περιγραφή των κατοίκων, της πόλης και των αρχαιοτήτων της. 

 

 

[…] Η επόμενη ήταν Κυριακή των Βαΐων, σύμφωνα με το εορτολόγιο των ορθοδόξων. Για να στολίσουν τις εκκλησίες και τις παραστάδες των σπιτιών δε χρησιμοποιούσαν βάγια αλλά δάφνες. Τα παιδιά κρατούσαν στα χέρια τους κλαδιά, οι άνδρες είχαν μικρά κλωναράκια στη μπουτονιέρα τους.

 

 

Κυριακή των Βαΐων στο Άργος - William George Clark

Κυριακή των Βαΐων στο Άργος - William George Clark

Πήγαμε στη μητρόπολη για την πρωινή λειτουργία, μια και εκεί υπάρχει επίσκοπος. Η μητρόπολη είναι ένα απέριττο αλλά ευρύχωρο οικοδόμημα. Οι πίσω θέσεις ήταν κατειλημμένες από τις παντρεμένες. Οι ανύπαντρες κάθονταν σ’ έναν εξώστη με σκαλισμένο ξύλο μπροστά. Η παρουσία αυτών των τελευταίων στην εκκλησία ήταν σαν την παρουσία γυναικών στη Βουλή των Κοινοτήτων: δεν επιτρέπονταν αλλά αυτό παραβλεπόταν. Το καλύτερο μέρος της εκκλησίας ήταν γεμάτο από άντρες. Αμέσως μόλις εμφανιστήκαμε, το πλήθος μας άνοιξε χώρο με ευγένεια για να περάσουμε και μπήκαμε – για να πούμε την αλήθεια, σπρωχτήκαμε – και καθίσαμε σε πολύ εμφανές σημείο. Τότε παρατήρησα, και σε πολλές άλλες ανάλογες περιπτώσεις αργότερα, ότι το ελληνικό εκκλησίασμα, συνεχίζοντας να ψάλλει μονότονα αλλά με ζέση την ακολουθία, δε χάνει ευκαιρία να παρατηρεί με θαυμασμό και έκπληξη οποιονδήποτε ξένο βρίσκεται μέσα στην εκκλησία. Δεν υπάρχει, όμως, σ’ αυτό ίχνος υποκρισίας, όπως στο καθολικό εκκλησίασμα, το οποίο περιορίζεται στην ικανοποίηση της περιέργειας με κρυφοκοιτάγματα με την άκρη του ματιού.

 

Οι ιερείς κατά τη διάρκεια της ακολουθίας ήταν κρυμμένοι πίσω από ένα μεγάλο ξύλινο παραπέτασμα, καθώς μια μονότονη ψαλμωδία ακούγεται έξω.  Μια ατμόσφαιρα  αταξίας και ανησυχίας στο εκκλησίασμα, η οξεία ένρινη φωνή και η πένθιμη μονοτονία της ψαλμωδίας καθώς και η απουσία ενόργανης μουσικής εντυπωσιάζουν έναν ξένο πολύ λιγότερο από όσο θα τον εντυπωσίαζε μια λειτουργία στη Ρωμαϊκή εκκλησία. Εκτός από αυτά, και η σκηνική εντύπωση της τελευταίας είναι ανώτερη. Μπροστά στην Αγία Τράπεζα στολισμένη με λουλούδια και με τα καντήλια αναμμένα στέκεται ο ιερέας, ντυμένος πλούσια, μετρημένος και κομψός σε κάθε του κίνηση ή ακίνητος προσευχόμενος σιωπηλά, με ασπροντυμένους βοηθούς γονατιστούς, και σε όλη τη διάρκεια πάνω από τους γονατιστούς ανθρώπους ηχούν οι όμορφοι ψαλμοί της χορωδίας ενώ το έδαφος σείεται από τις βροντές του εκκλησιαστικού οργάνου. Η όλη σκηνή είναι έτσι σχεδιασμένη, ώστε να προσηλώσει την προσοχή, να γοητεύσει τις αισθήσεις, να ικανοποιήσει το γούστο και να ηρεμήσει το πνεύμα: η κατεξοχήν τελειότητα της ιερουργίας.

 

Στην ελληνική εκκλησία όλα αυτά λείπουν και ο αγιασμός και η μετουσίωση των στοιχείων, η κορύφωση του ιερού δράματος, δεν εκτελείται μπροστά τα μάτια του λαού, αλλά στα παρασκήνια, ενώ, κατά διαστήματα, το απότομο άνοιγμα και κλείσιμο της πύλης, στην οποία ο ιερέας εμφανίζεται για μια στιγμή και εξαφανίζεται με άτακτη βιασύνη την άλλη, δίνει την εντύπωση θεατρικής κωμωδίας. Αλλά δε θα ‘θελα να ασχοληθώ άλλο με αυτό το θέμα. Ίσα-ίσα θα έπρεπε να προσέξω να μην πω κάτι επηρεασμένος από διάθεση για αυθάδεια και χωρατό. Ένας ξένος κρίνει αυτά τα θέματα από μια λανθασμένη οπτική γωνία. Δεν μπορεί να καταλάβει και να εγκρίνει χιλιάδες συσχετισμούς, οι οποίοι, ακολουθώντας τους ανθρώπους από τα γεννοφάσκια τους ακόμα, προσδίδουν αγιότητα και ιεροπρέπεια σε ιεροτελεστίες που με πρώτη ματιά θα φαίνονταν ασήμαντες ή και βέβηλες ακόμη. Ούτε μπορεί να κρίνει με επιείκεια και να παραβλέψει αυτή τη μακρά οικείωση που κάνει τους ανθρώπους αναίσθητους σε ανωμαλίες και ανοησίες αμβλύνοντας τα όρια του γελοίου.

 

Η μόνη στιγμή κατά την οποία η τελετή προσελκύει το θεατή, αν και εξαιτίας του συνηθισμένου στους Έλληνες νευρικού και θορυβώδους τρόπου ακόμη και τότε μόλις και μετά βίας σοβαρή, είναι όταν ανοίγει η πύλη στο μεγάλο παραπέτασμα και εμφανίζεται ο ιερέας με τα αγία των Αγίων και το δισκοπότηρο καλυμμένα με κεντητό ύφασμα. Όλο το εκκλησίασμα σταυροκοπιέται (κατά τον ελληνικό τρόπο, από τα δεξιά προς τα αριστερά) και σκύβει κάνοντας μια κίνηση σα να θέλει ν’ αγγίξει το πάτωμα με τα χέρια. Αυτό το τελευταίο είναι τουρκική συνήθεια.

 

Αυτή η εκκλησία στο Άργος, αν και είναι πρόσφατα χτισμένη, δε διαφέρει εξωτερικά ή εσωτερικά από τις παλαιότερες εκκλησίες της χώρας. Ο αυστηρός και αναλλοίωτος χαρακτήρας που σφραγίζει την ανατολική Εκκλησία σε όλα τα πράγματα είναι ολοφάνερος στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική[…].

 

 

Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», σελ. 21-22, τεύχος 11, 1994.

Μετάφρασηεπιμέλεια: Λεφτέρης Μπαρδάκος.

 

 

Πηγή

  •  Clark, William George, 1821-1878. « Peloponnesus :notes of study and travel». London : John W. Parker and son,1858.

 

 

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Πάσχα στο Κρανίδι Αργολίδας

 

 

 

Σάββατο του Λαζάρου 1959.

Σάββατο του Λαζάρου 1959.

Το Σάββατο του Λαζάρου φτιάνανε οι γονείς στα παιδιά Λάζαρο με πουκάμισο, με γραβάτα κόκκινη και κόκκινο σκουφάκι. Του βάζανε και κίτρινα λουλούδια, τα λούλετ Σεν Λάζαρι (=λουλούδια του Άγιου Λάζαρου). Και τα παιδιά τον βάζανε σε δύο ξύλα και τον γυρνούσανε στα σπίτια και λέγανε το τραγουδάκι και του δίνανε αυγό άσπρο και στραγάλια, τέτοια. Οι παλιές φτιάνανε και κουλούρια, λαζαρούδια, με τρύπα στη μέση. Την Κυριακή των Βαΐων, ρίχνανε βάγια χάμω στην εκκλησία. Ο παπάς μετά έδινε φυλλαράκια βάγια και τα βάζανε στις εικόνες. Τα ρίχνανε στη φακή και γινότανε ωραία, αλλά και λιβανίζανε μ’ αυτά τις λεχώνες, τους ματιασμένους. Πλέχανε και σταυρούς με βάγια, δύο κλώνους εκεί, και τους σιάχνανε σταυρό.

 

Όλη τη Σαρακοστή κάνανε ευχέλαια. Τη Μεγάλη Τετάρτη πιάνα­νε μπροζύμι και τη Μεγάλη Πέμπτη φτιάνανε το προσκόμιδο που θα πηγαίνανε στην εκκλησία για το Μεγάλο Σάββατο, γιατί τη Μεγάλη Παρασκευή δε δίνανε ούτε αντίδερο, ούτε τίποτα. Και κρατούσανε το μπροζύμι της Μεγάλης Πέμπτης και το είχανε όλο το χρόνο και ήτανε καλό το μπροζύμι αυτό, γιατ’ ήτανε της Μεγάλης Πέμπτης. Και τη Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ βάζανε στον σταυρό μπροζύμι και μια μποτίλια νερό. Μέχρι τώρα το κάνουν αυτό. Το μπροζύμι το φτιάνουν με σκέτο αλεύρι και φούσκωνε και γι­νότανε ως εκεί πάνω. Το νερό το είχανε σαν αγιασμό. Και καθόντου­σαν το βράδυ και φιλάγανε τον Χριστό και λέγανε:

 

Σήμερο μαύρος ουρανός, σήμερις μαύρη μέρα.

Σήμερις όλοι θλί­βονται και τα βουνά λυπούνται.

Σήμερις έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι,

οι άνομοι και τα σκυ­λιά, οι τρισκατηραμένοι.

 

Τον Ιησού τον πιάσανε και τον χαλκιά τον πάνε:

Χαλκιά, χαλκιά, φτιάξε καρφιά, φτιάξε τρία πηρούνια.

Τα δυό βάλ ‘ τα στα χέρια τον, τα άλλα δυό στα πόδια,

το τρίτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του,

να τρέξει αίμα και νερό, να λιγωθεί η καρδιά του.

Κι η Παναγιά σαν τ’ άκουσε, έπεσε μοναχή της,

γιατί πολύ λυπήθηκε για το Μονογενή Της.

Αυτό το λέγανε και στην εκκλησία και στα σπίτια, έτσι πένθιμα.

 

Τη Μεγάλη Πέμπτη τότες, παλιά, δε φτιάνανε τσουρέκια. Φτιάνανε κουλούρια, τα κάνανε στρογγυλά και τους βάζανε το μπροζύμι σταυρό επάνου και βάζανε στη μέση ένα κόκκινο αυγό και τα είχανε έτοιμα για την Ανάσταση. Και τα τσιμπούσανε γύρω γύρω με το ψα­λίδι, για να γίνει όπως το αγκάθινο στεφάνι. Και ήσανε ψωμί τα κου­λούρια, δεν ήσανε γλυκά. Μπροζύμι.

Βάφανε και τ’ αυγά κόκκινα και τα είχαν’ έτοιμα, γιατί τη Μεγά­λη Παρασκευή δεν τρώγανε ούτε ψωμί. Μαχαίρι δεν βάζανε στο τρα­πέζι. Τρώγανε μαρούλι με ξίδι, τέτοια πράματα. Και καθόλου δεν τρώγανε! Το βράδυ πια. Τ’ αυγά τα βάφανε κόκκινα, όπως το αίμα τον Χριστού. Και το βράδυ στην εκκλησία, στο έκτο ευαγγέλιο, βγάζανε το Χρι­στό. Και λένε ότι τη Μεγάλη Πέμπτη βγαίνανε οι πεθαμένοι απ’ τον Κάτω Κόσμο και μένανε σαράντα ημέρες έξω. Είχανε και στεφάνια, λουλούδια, και τα πηγαίνανε στον Χριστό.

 

Επιτάφιος

 

Τον Επιτάφιο, τον στολίζανε τη Μεγάλη Παρασκευή το πρωί, με λουλούδια, κορδέλες, φαναράκια, λαμπάδες στις γωνίες. Το απόγευμα γινότανε η Αποκαθήλωση και πηγαίνανε ντυμένοι ο κόσμος με τα καλά τους, παιδιά, γέροι, νέοι, γριές, όλοι, και γινότανε η Αποκαθήλωση. Και τον έπαιρνε ο παπάς το Χριστό και τον έβαζε στο σεντό­νι, τον τύλιγε και τον έβαζε στην Αγία Τράπεζα. Το βράδυ γινότανε ο ενταφιασμός. Τον Επιτάφιο τον βγάζανε έξω, σημαίναιναν οι καμπάνες, τον γυρίζουν στο χωριό και τον ξανα­φέρνουν πίσω. Τον κρατάνε τέσσερις στην πόρτα της εκκλησίας και τότε περνάει όλος ο κόσμος από κάτω. Πίσω είναι ο παπάς, οι ψάλ­τες, και ψέλνουνε. Και τα παιδιά και τα κορίτσια λένε κι αυτά ψαλμωδίες. Τα κεριά και τα λουλούδια του Επιταφίου δεν κάνει να τα πά­ρουν από τον Επιτάφιο. Αυτά τα πετάει ο παπάς το Μεγάλο Σάββατο το πρωί, που λέει το «Ανάστα ο Θεός!». Τα έχει σ’ ένα πανέρι και τα πετάει και τα πιάνει ο κόσμος. Τα παίρνουνε στο σπίτι για φυλαχτό. Τα βάζουνε στις ει­κόνες, κι όταν τα χρειαστούν, τα βάζουνε στα κάρβουνα και λιβανίζουνε. Το κερί του Επιταφίου το ανάβουνε και στη στεριά και στη θάλασσα. Όταν έχει βροντές, αστραπές, κύματα, τ’ ανάβουνε, κι έτσι ησυχάζει η βροντή και η αστραπή κι ο κεραυνός.

Τη Μεγάλη Παρασκευή φτιάνουνε και τα παιδιά επιτάφιο. Παίρνανε μία πίτα από φραγκόσυκα (κομμάτι του πράσινου κορμού του κάκτου), βάζανε δύο ξυλαράκια που λυγίζανε και τα μπήγανε σταυ­ρωτά στην πίτα. Σταυρώνανε τα ξυλαράκια, πάνω έκαναν σταυρό, όπως το ‘βλεπες, ή βάζανε και τέσσερα ξυλαράκια όρθια, για να γίνει τετράγωνο, όπως ο Επιτάφιος της εκκλησίας. Στη μέση κάνανε μια τρύπα κι εκεί βάζανε ένα κουτί της βερνίκης, αυτό το σιδερένιο, το στρογγυλό, με καρβουνάκι και λιβάνι. Και βάζανε λουλουδάκια στα ξυλάκια και γυρνούσανε τα σπίτια και λέγανε «Η Ζωή εν Τάφω» και «Παναγία Δέσποινα φύλαξε τους δούλους Σου, να γελάσει ο Χρι­στός και να σκάσει ο πειρασμός». Αυτή την ημέρα πηγαίνανε και στα ξωκλήσια κι ανάβανε τα καντήλια. Μετά τον εσπερινό, γυρνούσανε όλες τις εκκλησίες και βλέπανε τους επιτάφιους, ποιος ήτανε πιο ωραίος.

 

Λαμπρή

 

Το Μεγάλο Σάββατο φτιάνουνε τα κουλούρια της Λαμπρής, αν δεν τα έχουνε φτιάξει τη Μεγάλη Πέμπτη. Σφάζουνε τ’ αρνιά, ετοι­μάζουν τη μαγειρίτσα. Και το βράδυ πηγαίνανε στην εκκλησία οι οι­κογένειες. Στις δώδεκα, έλεγε ο παπάς το Χριστός Ανέστη και πε­τούσανε τρίγωνα, βεγγαλικά, τρακατρούκες, βαρελότα. Αγκαλιαζό­ντουσαν ο παπάς με τους επιτρόπους κι ο κόσμος. Μετά, γυρίζανε στα σπίτια τους και φέρνανε τις λαμπάδες αναμμένες και πριν μπού­νε, κάνουνε σταυρό μαύρο με τη λαμπάδα πάνω στην πόρτα. Το φως της Αναστάσεως το φέρνανε μέσα στο σπίτι για ν’ ανάβουν το καντήλι και να ‘μενε αναμμένο σαράντα μέρες. Το κερί της Αναστάσεως το είχανε όλο τον χρόνο κι ανάβανε το καντήλι. Τρώγανε τη μαγειρίτσα, διασκεδάζανε. Την Κυριακή του Πάσχα και σούβλα φτιάνανε, και το κρέας μαγειρεμένο το είχανε, και μαγειρίτσα τρώγανε. Αλλά, πιο πολύ, το κρέας το κάνανε σούπες, γιατ’ ήσανε απ’ τη νηστεία. Οι τσοπαναραίοι φτιάνανε τραχανάδες. Διασκεδάζανε, χορεύανε, τραγουδάγανε, ρίχνανε και βαρελότα. Οι αρραβωνιασμένοι πηγαίνανε στην πεθερά την κουλούρα και αυγά κόκκινα.

 

Κρανίδι, το κάψιμο του Ιούδα Κυριακή του Πάσχα.

Κρανίδι, το κάψιμο του Ιούδα Κυριακή του Πάσχα.

Το απόγευμα είχανε τον εσπερινό της αγάπης. Πηγαίνανε στην εκκλησία, λέγανε τα ευαγγέλια και μετά, απέξω από μια εκκλησία, εί­χανε τον Γιούδα (Ιούδα). Γεμίζανε άχερο ένα ύφασμα, το ράβανε, του βάζανε χέρια, πόδια και τον είχανε ‘κει. Και του βάζανε φωτιά και τον καίγανε. 

Τη Δευτέρα του Πάσχα πηγαίνανε το πρωί στην εκκλησία με τα καλά τους. Και το μεσημέρι κάνανε το κρέας στον φούρνο. Ανάβανε όλοι τους φούρνους και ψήνανε το φαΐ. Κι ήτανε μεγάλη γιορτή κεί­νη την ημέρα, γιατί, τις πιο πολλές φορές, τότε πέφτει του Αγίου Γιωργιού. Κάνανε περιφορά της εικόνας· τα πρώτα χρόνια, όχι σ’ όλο το χωριό, εκεί γύρω στην εκκλησία. Οι βοσκοί σφάζανε αρνί, το αγιογιωργίτικο, και πανηγυρίζανε. Μεγάλο πανηγύρι αυτή την ημέρα γίνεται στα Δίδυμα, πο ‘χουν εκκλησία μέσα σε σπηλιά. Κι είχανε μυτζήθρες, ψητά, χορεύανε, τραγουδούσανε.

 

 

Μαρτυρίες

Βαγγελίτσα Πουλή, ετών 77, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαριγούλα Λάμπρου, ετών 80, αυτοδίδακτη στην ανάγνωση.

 

 

Πηγή

 

  • Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.  

 

Read Full Post »

Older Posts »