Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Στρατιωτικοί’

Θεοτόκης Ιωάννης – Βαπτιστής (1778-1865)


 

Ο Ιωάννης – Βαπτιστής Αναστασίου Θεοτόκης [1] γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1778 και ήταν απόγονος του κλάδου των Νταβιάτσο (Daviazzo ή Οκταβιανών, από τον πρόγονό τους Ottavio) της ιστορικής αυτής οικογένειας.

Φαίνεται ότι έτυχε επιμελημένης παιδείας σε σχολείο Λατίνων κληρικών και απόκτησε συστηματικές νομικές γνώσεις. Πολύ μικρός κα­τατάχθηκε στο στρατό της Βενετίας, στο επίλεκτο σώμα των Δαλματών, με το βαθμό του ανθυπολοχαγού. To 1800 ο Πρόεδρος της προσωρινής κυβέρνησης των Ιονίων νή­σων Σπυρίδων Θεοτόκης τον διόρισε υπασπιστή του και του ανέθεσε σημαντικές εμπιστευτικές αποστολές. Το 1805, όταν παντρεύτηκε, εγκατέλειψε τις τάξεις του στρατεύματος.

Ιωάννης - Βαπτιστής Θεοτόκης (Κερκυραϊκά Χρονικά τόμος 11, 1965).

Ιωάννης – Βαπτιστής Θεοτόκης (Κερκυραϊκά Χρονικά τόμος 11, 1965).

Πολύ ενωρίς έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και Έφορος της στο νησί του. Μετά την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης εγκατέλειψε την οικογέ­νειά του στην Κέρκυρα, κατέβηκε στο Μοριά, έλαβε μέρος στις πολεμικές συγκρούσεις και το 1824 διορίστηκε Υπουργός του Δικαίου. Ήταν εκ των πρώτων που υπέδειξαν την υποψηφιότητα του Ιωάννη Καποδίστρια ως πολιτικού αρχηγού της Ελλάδας. Αντέδρασε, όμως, στην υποβολή του αιτήματος προστασίας που το 1825 υποβλήθηκε από τη στρατιωτική και πολιτική ηγεσία της επαναστατημένης Ελλάδας προς την Αγγλία, χαρακτηρίζοντάς την σε επιστολή του προς τον Ανάργυρο Πετράκη ως «συμφωνητικόν της πωληθεί­σης Ελλάδος». Η επιστολή κατασχέθηκε και ο Θεοτόκης καθαιρέθηκε από το υπουργικό του αξίωμα και φυλακίστηκε στο Μπούρτζι, απ’ όπου θα υποβάλει στην κυβέρνηση αναφορά – υπόδειγμα εθνικής και πολιτικής αξιοπρέπειας.

Το Μάιο του 1825 θα ενεργήσει για την ίδρυση Μασονικής Στοάς στο Ναύπλιο με στόχο «ίνα ενθουσιάσωμεν και προσελκύσωμεν πατριώτας τινάς επί τω σωτηρίω σκοπώ να υπερασπίζουσι τα δίκαια της ημετέρας πατρίδος». Η Στοά, η πρώτη στην Ελλάδα, θα ιδρυθεί και θα λειτουργήσει τουλάχιστον έως το 1826. Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι Μασονικές Στοές εκείνη την εποχή ήταν εστίες φιλελεύθερων ιδεών και από τέτοιες -φιλελεύθερες και δημοκρατικές αρχές – ενεφορείτο και ο Ιωάννης – Βαπτιστής Θεοτόκης. Στη συνέχεια συνδέθηκε με τον Ιωάννη Κωλέτη, με τον οποίο είχε πυκνή αλληλογραφία (μέρος της σώζεται στο Αρχείο Κωλέτη στην Ακαδημία Αθηνών).

Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας και έως το τέλος της ζωής του ασχολήθηκε με την καλλιέργεια των προϋποθέσεων απελευθέρωσης των Ιονίων νήσων και της ενσωμάτωσης τους στην Ελλάδα, κάτι που ευτύχησε να προλάβει να δει να πραγματοποιείται.

Το Οθωνικό καθεστώς τον διόρισε το 1839 Διοικητή Τήνου [2], ενώ αργότερα, μετά τη μεταβολή του 1843, διορίστηκε Γερουσιαστής. Το 1857, για λόγους υγείας αποσύρθηκε στην Κέρκυρα, όπου και πέθανε το 1865.  Τιμήθηκε με Αριστείο Ανδρείας και το παράσημο του Τάγματος του Σωτήρος.

Ο Ιωάννης – Βαπτιστής Θεοτόκης ήταν φλογερός πατριώτης και βαθιά θρη­σκευόμενο άτομο. Παρά το γεγονός ότι ενεφορείτο από δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες, τις οποίες ποτέ δεν έκρυψε, εντούτοις προς το τέλος της ζωής του υπήρξε υποστηριχτής της πολιτικής του βασιλιά Όθωνα.

Η υπηρεσία του στην Τήνο συνδέεται με δυο σοβαρά συμβάντα:

(α) Την κλοπή της εικόνας του Ευαγγελισμού στις 15.12. 1842, ζήτημα που το χειρίστηκε με ιδιαίτερα επιτυχή τρόπο. Πολύ σημαντική υπήρξε η σχετική αναφορά του προς την κυβέρνηση, στην οποία ο Θεοτόκης, εν παρενθέσει, υμνεί το έργο του Ιερού Καταστήματος [3].

(β) Την κάθοδο των Ιησουϊτών μοναχών από τον οικισμό Εξώμβουργο, κά­τω από το Κάστρο, στα Λουτρά. Ο Θεοτόκης αντέδρασε σθεναρά γιατί έβλε­πε στην προσπάθεια αυτή απόπειρα προσηλυτισμού [4].

Το καλοκαίρι του 1841 φιλοξένησε στην Τήνο το γιο του Σπυρίδωνα με τη σύζυγο του Jane Elizabeth Digby (1807-1881) [5], θυγατέρα του Άγγλου ναυάρχου Henry Digby, και το γιο τους Λεωνίδα.

Παντρεύτηκε την Αγγελική Μαρμορά με την οποία απόκτησαν τέσσερα παιδιά: τον Μιχαήλ – Ερρίκο (1807), ο οποίος πέθανε πολύ νωρίς, τον Ανδρέ­α – Νικόλαο (1808), τη Μπελίνα (1809) και το Σπυρίδωνα (1811). Ο Ανδρέας – Νικόλαος απόκτησε τέσσερα παιδιά, από τα οποία ο Γεώργιος (1844 – 1916) διετέλεσε τέσσερες φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας (1899 – 1901, 1903, 1903 – 4, 1905 – 09). Η κόρη του Γεωργίου Θεοτό­κη, Ζαΐρα, υπήρξε μητέρα του πολιτικού και πρωθυπουργού της χώρας Γεωρ­γίου Ράλλη (1918- 2006).

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Για τον Ιωάννη – Βαπτιστή Θεοτόκη βλέπετε Λαυρεντίου Βροκίνη, Βιογραφικά σχεδιάρια των εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων Κερκυραίων, τεύχος Α’, σελ. 121· Δ. – Γρ. Καμπούρογλου, Ιστορικόν Αρχείον Διονυσίου Ρώμα, τόμος A’ 1819 – 1825, Αθή­ναι 1901, ειδικότερα σελ. 576 – 79 και 678 – 9· Eugéne Rizo Rangavé, Livre dOr de la Noblesse lonienne. Corfou, «Eleftheroudakis». Athenes 1925. pp. 243 – 245- Νικο­λάου Σακελλίωνος – Σταύρου Φιλιππίδη, Ιστορία του εν Τήνω ναού και Ιδρύματος της Ευαγγελιστρίας, Εν Ερμουπόλει Σύρου 1928, σελ. 86 επόμ. και ιδία 112 – 123· Σταύρου Χ. Σκοπετέα, «Μυστικαί Εταιρείαι κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν», Πε­λοποννησιακή Πρωτοχρονιά (1958), σελ 277 – 298· Κώστα Δαφνή, «Θεοτόκης Ιωάννης – Βαπτιστής. Βιογραφία – προσωπογραφίες», Κερκυραϊκά Χρονικά 11 (1965)· Σπύρου Θεοτόκη, «Ιωάννης Βαπτιστής Θεοτόκης», ό.π., και Γεωργίου Ράλλη, Γεώρ­γιος Θεοτόκης. Ο άνθρωπος του μέτρου, «Ελληνική Ευρωεκδοτική», Αθήνα 1986. σελ. 13 – 23 (Σ.Μ.).

[2] Ο Θεοτόκης δεν ήταν ένας οποιοσδήποτε γραφειοκράτης που στελέχωνε το διοικητικό μηχανισμό του νεοσύστατου κράτους, αλλά μια σημαντική προσωπικότητα της ελληνικής Παλιγγενεσίας. Στην Τήνο, ως Διοικητής του νησιού, ε­πιτέλεσε σημαντικό έργο, κυρίως με τις παρεμβάσεις του στη λειτουργία του Ιε­ρού Καταστήματος της Ευαγγελιστρίας. Βέβαια, όταν έφτασε στην Τήνο ο Θεο­τόκης, ο δημόσιος χαρακτήρας του Ιερού Καταστήματος είχε επιβληθεί, όμως είχε ακόμη μεγάλα περιθώρια παρέμβασης. Τέλος, η παραμονή του στο νησί συνέπε­σε με την κλοπή της εικόνας του Ευαγγε­λισμού στις 15.12. 1842 και είναι βεβαιωμένες οι σύντονες, και αποτελεσματικές ενέργειές του, για σύλληψη του δράστη και την ανεύρεση της εικόνας, αλλά και για την ανάδειξη του γεγονότος αυτού στο πανελλήνιο. Και όχι μόνον αυτό, αλλά ο Κερκυραίος πολιτικός προσπάθησε να προσδώσει επίσημο χαρακτήρα στην επανεύρεση της εικόνας με παρέμβασή του στην Ιερά Σύνοδο. Εξάλλου είναι αυτός που αμέσως μετά την επιστροφή της εικόνας στο ναό μίλησε για «Δεύτερη Εύρεση», κάτι που ποτέ δεν έγινε τελείως αποδεκτό από την κοινωνία της πόλης.

[3] Η αναφορά αυτή, που πρωτοδημοσιεύθηκε από τους Νικόλαο Σακελλίωνα και Σταύρο Φιλιππίδη στο βιβλίο τους Ιστορία του εν Τήνω ιερού ναού και Ιδρύματος της Ευαγγελιστρίας. Ερμούπολις 1928, σελ. 112-119, σώζεται σε αντίγραφο στο Αρχείο του ΠΠΕΤ. Πρόσφατα εντοπίσαμε και το πρωτότυπο στα ΓΑΚ. Μια πρώτη αντιπαρα­βολή πιστοποιεί την ακρίβεια της αντιγραφής.

[4] Η κάθοδος των Ιησουϊτών στα Λουτρά, ενώ ήταν μια λογική προσπάθεια μετά την ερήμωση της περιοχής, εντούτοις αντιμετώπισε αντίδρασης τόσο από τους τελευταίους καθολικούς κατοίκους του Εξωμβούργου (και τον Καθολικό επίσκοπο Τήνου) όσο και από τις κρατικές αρχές. Το όλο ζήτημα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς τις ιδεολογικές στάσεις και νοοτροπίες της εποχής. Έχουμε συγκεντρώσει πλούσιο αρχειακό υλικό, το οποίο ευελπιστούμε σύντομα να παραδώσουμε στη δημοσιότητα.

[5] Η Jane Elizabeth Digby (1807 – 1881), θυγατέρα του Άγγλου ναυάρχου Henry Digby, υπήρξε μια από τις γυναίκες που τάραξαν την κοινωνική ζωή της Ευρώπης. Ήταν πλούσια, όμορφη, δυναμική και, κυρίως, διψασμένη για αγάπη. Το 1824 παντρεύτηκε τον κατά πολύ μεγαλύτερό της Edward Law, 2nd βαρόνο (μετέπειτα λόρδο) Ellenborough, από τον οποίο χώρισε το 1830. Στη συνέχεια βρέθηκε στο Μόναχο, όπου υπήρξε ερωμένη του Λουδοβίκου Α’ της Βαυαρίας (πατέρα του Όθωνα της Ελλάδος) και το 1832 παντρεύτηκε τον βαυαρό βαρόνο Karl von Venningen. Σύντομα, πιθανότατα το 1835, ερωτεύθηκε ένα νεαρό Έλληνα που βρέθηκε στην αυλή της Βαυαρίας, το Σπυρίδωνα Θεοτόκη (1811-1870), γόνο ευγενούς κερκυραϊκής οικογένειας, χωρίς όμως εισοδήματα. Γνωρίστηκαν σε ένα χορό μεταμφιεσμένων, όπου ο νεαρός Θεοτόκης φορούσε την εθνική του ενδυμασία. Ήδη από το Μάρτιο του 1839 στη Γαλλία με το Θεοτόκη, με τον οποίο απόκτησε ένα παιδί το Λεωνίδα (21.9.1840). Το καλοκαίρι του 1841 το ζεύγος Θεοτόκη ήλθε στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Τήνο, όπου ο πατέρας Ιωάννης – Βαπτιστής Θεοτόκης ήταν Διοικητής του νησιού.

Φαίνεται ότι κατά την παραμονή της στην Τήνο η νεαρή Αγγλίδα περιηγήθηκε το νη­σί, ενδιαφέρθηκε για την ιστορία του και φιλοτέχνησε σκίτσα από την καθημερινή του ζωή. Στη συνέχεια, την άνοιξη του 1842, το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στα κτήματα της οικογένειας Θεοτόκη στους Λουκάδες της Κέρκυρας και το 1843 μετακινήθηκε στην Αθήνα, όπου η Jane αναστάτωσε τη ζωή της πρωτεύουσας του νέου ελληνικού κρά­τους. Όταν η Jane διαπίστωσε απιστίες του συζύγου της (1846), τον χώρισε και μετέ­βη στην Ιταλία, όπου ο μικρός Λεωνίδας σκοτώθηκε σε ατύχημα. Ξαναγύρισε στην Αθήνα, όπου υπήρξε ερωμένη του βασιλιά Όθωνα και του στρατηγού Χριστόδουλου Χατζηπέτρου. Μετά σειρά περιπετειών η Jane Digby το 1853 θα βρεθεί στη Συρία, όπου θα ερωτευθεί, και τελικά θα παντρευτεί, τον Sheikh Medjuel el Mezrab, με τον ο­ποίο θα ζήσει ευτυχισμένη έως το τέλος της ζωής της. Ο Σπυρίδων Θεοτόκης, μετά το διαζύγιό του, πήγε στην Ιταλία, άλλαξε πολλές ερωμένες, παντρεύτηκε δύο ακόμη φο­ρές και πέθανε σχετικά νέος στη Ρωσία όπου είχε τοποθετηθεί πρόξενος. Για την πε­ριπετειώδη ζωή της Jane βλέπετε: (α) Edmond About, La Gréce contemporaine, Paris 1863₅, pp. 81 – 91 [XII: Histoire des deux grandes dames étrangères qui s᾽étaient fixées en Grèce], (β) Πολύβιου Δημητρακόπουλου, Αι Αθήναι του Όθωνος: Τζέννυ Θεοτόκη, «Σιδερής», Αθήναι 1925, και (γ) Lovell, Mary S., A Scandalous Life: A Biography of Jane Digby (1995) [Ελληνική μετάφραση της Μαρίας Παππά: Μια σκανδαλώδης ζωή: Η βιογραφία της Τζάν Ελίζαμπεθ Ντίγκμπι – Θεοτόκη, «Νέα Σύ­νορα», Αθήνα 1997] (Σ. Μ.).

 

Κώστας Δανούσης

Τηνιακά Σύμμεικτα, τεύχος 14, 2014.

 

Read Full Post »

Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό (ΕΛΑΝ) | Ανεξάρτητη Μοίρα Αργολικού – Ερμιονίδας


 

Το ελληνικό αντάρτικο κίνημα στη θάλασσα άρχισε να οργανώνεται μεθοδικά από τον Σεπτέμβριο του 1943. Πριν την ίδρυση του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Ναυτικού, οι αντιστασιακές ενέργειες στη θάλασσα εκδηλωνόταν με ενέργειες ιδιωτικών πλοιαρίων που μετέφεραν τρόφιμα και στελέχη ή τμήματα του ΕΛΑΣ. Οι κινήσεις αυτές όμως σταμάτησαν εξαιτίας των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων των κατακτητών τον Μάιο του 1943. Τότε ο ΕΛΑΣ για να αποφύγει τις επιχειρήσεις αυτές συνέπτυξε τις δυνάμεις του στα βουνά. Με τη λήξη των επιχειρήσεων την περίοδο καλοκαιριού – φθινοπώρου του ίδιου έτους, ο ΕΛΑΣ επανήλθε στις θέσεις του για να ξαναρχίσει η λειτουργία του ναυτικού του.

Το ΕΛΑΝ, εμφανίστηκε αρχικά σε μέρη όπου η μορφολογία των ακτών επέτρεπε την κίνηση μικρών και ευέλικτων σκαφών και την απόκρυψή τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι βάσεις αυτές δημιουργήθηκαν σε σημεία που είχαν χρησιμοποιηθεί ή χρησιμοποιούνταν την ίδια εποχή από λαθρέμπορους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα όταν το 1943, ο ΕΛΑΣ, στη περιοχή του Γυβαριού στο Θερμαϊκό κόλπο διαλύει βάση λαθρεμπόρων που λειτουργούσε σε συνεργασία με την Χωροφυλακή.

Από του Γερμανούς επιχειρήθηκαν εκκαθαρίσεις σε τοπικό επίπεδο εναντίον του ΕΛΑΝ αλλά τελικά δεν κατόρθωσαν να περιορίσουν την δυναμική του. Οι πιο σημαντικές από αυτές ήταν μέρος των γενικών επιχειρήσεων των Γερμανών στις περιοχές της ελεύθερης Ελλάδος τον Οκτώβριο του 1943.

Την άνοιξη του 1944, το ΕΛΑΝ αποτελούσε υπολογίσιμη δύναμη που μπορούσε να ολοκληρώσει αποστολές όπως η αιχμαλωσία σκαφών και οι αιφνιδιαστικές επιθέσεις. Ακόμα αναλάμβανε μεταφορών τμημάτων του ΕΛΑΣ πολεμοφοδίων, τροφίμων, εμπορευμάτων και συμμετείχε σε επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ. Το προσωπικό του προερχόταν σε μεγάλο βαθμό από ναυτεργάτες και απλούς ψαράδες, αξιωματικούς και ναύτες του Εμπορικού Ναυτικού και σε πολύ μικρότερο βαθμό του Βασιλικού Πολεμικού Ναυτικού.

 

Σκάφη και οπλισμός του ΕΛΑΝ

 

Τα σκάφη που αποτελούσαν το ναυτικό των ανταρτών ήταν κυρίως το τρεχαντήρι και οι παραλλαγές του (μπρατσέρα, πέραμα, τσερνίκι, καΐκι). Τα σκάφη ήταν ταξινομημένα με βάση την ταχύτητά τους και το φορτίο τους σε τρεις κατηγορίες :

  • σε αυτά που είχαν ωφέλιμο φορτίο άνω των 10 τόνων και ταχύτητα άνω των 11,27 χιλιομέτρων
  • σε αυτά που είχαν ωφέλιμο φορτίο κάτω των 10 τόνων και ταχύτητα άνω των 11,27 χιλιομέτρων και
  • σε αυτά που η ταχύτητά τους δεν τους επέτρεπε να χρησιμοποιηθούν παρά μονάχα σαν εμπορικά.

Τα σκάφη της τελευταίας κατηγορίας συγκροτούσαν εφεδρικές μοίρες ενώ τα σκάφη των δύο πρώτων κατηγοριών, χρησιμοποιήθηκαν σε πολεμικές αποστολές όπως επιτήρηση εχθρικών κινήσεων, καταδρομές και αιχμαλωσία και λαφυραγώγηση εχθρικών σκαφών.

National Popular Liberation Navy, 1943-45 The first naval units of the Greek partisans appeared in March-April 1943. After the Italian capitulation in September, the ELAN was set up and the first important stable bases began to appear at various points on the coast. The vessels used by the partisans were small boats armed with captured German guns: caïques, fishing boats and motor launches. They engaged in harrying enemy transport vessels, transporting friendly forces, and escorting and protecting transport vessels. Other craft, not suitable for arming, carried out transport or liaison duties. More than 100 boats with 1,200 men and women served with the Partisan Navy. After a short war against British and Royal Greek forces in December 1944-January 1945, the ELAN was demobilized on 28 February, 1945 and its vessels handed over to the British and Greek naval forces.

Μυτιλήνη 1944. Απελευθέρωση. Ηρωική φωτογράφηση του πληρώματος του καπετάνιου Ευάγγελου Οικονόμου – Ατσαλένιου. Το π/κ «Πέραμα» ανήκει στην 4η Μοίρα Πηλίου Παγασητικού, διακρίνονται τα κωδικά γράμματα που έφεραν όσα σκάφη ταξίδευαν στα Μικρασιατικά παράλια. Παπαδόπουλου Α. Δημήτριου, ΕΛΑΝ, Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό 1943 – 1945, Πολεμικές Σελίδες. Τεύχος 14°, Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2007, σελίδα 28.

Οι πετρελαιομηχανές των σκαφών δεν είχαν ηλεκτρική έναυση και για να πάρουν μπροστά έπρεπε να χρησιμοποιηθεί μια βοηθητική συσκευή με το όνομα πυρόφουσκα ή βάλβα σε συνδυασμό με ένα καμινέτο. Με το καμινέτο θέρμαιναν τις φούσκες ώστε να προκληθεί ανάφλεξη του κινητήρα. Οι μηχανές ήταν ελληνικής κατασκευής μονοκύλινδρες χωρίς προβλήματα συντήρησης και οικονομικές. Διέθεταν απλό μηχανισμό που επέτρεπε την κίνηση προς τα εμπρός και το κράτημα της μηχανής. Οι βενζινομηχανές (συνήθως τροποποιημένες μηχανές αυτοκινήτων) δεν ήταν εξυπηρετικές, γιατί είχαν υπερβολικά ευαίσθητο ηλεκτρικό σύστημα, με αποτέλεσμα τις συνεχείς βλάβες και την υπερβολική κατανάλωση.

Τη συντήρηση των σκαφών στις περισσότερες μοίρες του ΕΛΑΝ την είχαν αναλάβει ειδικά συνεργεία. Τα συνεργεία αυτά φρόντιζαν ακόμα και την επισκευή εχθρικών σκαφών που έπεφταν στα χέρια τους. Ωστόσο πολλές ήταν οι φορές που για να αντιμετωπιστούν τεχνικά προβλήματα οι κατά τόπους διοικητές, ζητούσαν τη συνδρομή μεγαλυτέρων σχηματισμών και την μετάταξη ειδικευμένων τεχνιτών από άλλες μονάδες.

Το ΕΛΑΝ δεν είχε την ποιότητα και την ποσότητα του οπλισμού που διέθετε ο ΕΛΑΣ. Στις αρχές μάλιστα συνήθως δεν υπήρχε ούτε ένα πολυβόλο όπλο σε κάθε σκάφος. Έτσι ο κύριος οπλισμός ήταν τσεκούρια, μαχαίρια, γάντζοι και ίσως κάποια κυνηγετικά όπλα. Καλύτερο οπλισμό διέθεταν τα σκάφη που εκτελούσαν αποστολές στα παράλια της Κύπρου και της Μικράς Ασίας διότι είχαν τη δυνατότητα να αγοράζουν εξοπλισμό συνήθως από λαθρέμπορους. Μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας, οι μονάδες του ΕΛΑΝ άρχισαν να εξοπλίζονται με ιταλικά όπλα είτε από τους αντάρτες που μετέφεραν είτε επίσημα από τις μονάδες του ΕΛΑΣ που ανήκαν. Έτσι υπήρχαν διαφόρων ειδών πιστόλια, ιταλικά και βρετανικά τυφέκια, ιταλικά γερμανικά αμερικανικά και βρετανικά υποπολυβόλα, ιταλικά και βρετανικά οπλοπολυβόλα, ιταλικά και γερμανικά πολυβόλα, ιταλικοί και γερμανικοί όλμοι, πολωνικά, ιταλικά, γερμανικά και βρετανικά αντιαρματικά τυφέκια, ελβετικά και γερμανικά πυροβόλα και ράβδοι δυναμίτη που χρησιμοποιούνταν σαν εκρηκτικά. Γενικά μπορεί να ειπωθεί ότι ο εξοπλισμός ήταν φτωχός και πεπαλαιωμένος.

 

Αποστολή και τακτική του ΕΛΑΝ

 

Η αποστολή των μονάδων του ΕΛΑΝ είχε τους εξής στόχους :

  1. μεταφορά από τα παράλια της Κύπρου και της Μικράς Ασίας εφοδίων
  2. καταδίωξη και σύλληψη επίτακτων από τις δυνάμεις κατοχής πλοίων
  3. συμμετοχή σε επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ
  4. μεταφορά τραυματιών και τμημάτων του ΕΛΑΣ
  5. μεταφορά τροφίμων και υλικών του ΕΛΑΣ

Όταν τα σκάφη λάμβαναν μέρος σε συγκρούσεις προσπαθούσαν να δίνουν το μικρότερο δυνατό στόχο και να στρέφουν προς τη πλευρά του αντιπάλου τη καλύτερη εξοπλισμένη πλευρά τους. Όταν τα καταδίωκαν τα γερμανικά σκάφη χρησιμοποιούσαν σαν τέχνασμα το να δίνουν περισσότερο πετρέλαιο στη μηχανή για να βγαίνει πυκνός καπνός ώστε να κρύβεται το σκάφος είτε το βύθισμα του σκάφους και ύστερα την ανέλκυσή του. Ακόμα για να το κρύψουν το πλεύριζαν σε ακτές και το κάλυπταν με κλαδιά της ντόπιας βλάστησης. Για να καλύπτουν τα καυσαέρια της μηχανής έβαζαν πάνω στο καζανάκι της εξάτμισης κοφίνια με υγρά πανιά.

Η ενέδρες των εχθρικών σκαφών γινόντουσαν σε ακτές με βράχους και υφάλους είτε σε κρυφούς όρμους, μεσοπέλαγα, ή σε ακτές όπου τα εχθρικά σκάφη άραζαν. Ωστόσο είναι χαρακτηριστικό ότι μαζί με τα πληρώματα των σκαφών του ΕΛΑΝ δρούσαν και μονάδες του ΕΛΑΣ ή ακόμα και συμμαχικές αποστολές.

 

Χάρτης των βασικών δρομολογίων υων επίτακτων σκαφων που εφοδίαζαν τις γερμανικές φρουρές την περίοδο 1943-1944. Παπαδόπουλου Α. Δημητρίου, ΕΛΑΝ, Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό 1943-1945, Πολεμικές Σελίδες. Τεύχος 14ο, Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2007, σελ. 35.

Χάρτης των βασικών δρομολογίων υων επίτακτων σκαφων που εφοδίαζαν τις γερμανικές φρουρές την περίοδο 1943-1944. Παπαδόπουλου Α. Δημητρίου, ΕΛΑΝ, Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό 1943-1945, Πολεμικές Σελίδες. Τεύχος 14ο, Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2007, σελ. 35.

 

Διάρθρωση του ΕΛΑΝ

Η Ναυτική Υπηρεσία, αποτελούνταν από πολύ λίγους αξιωματικούς του Εμπορικού και του Πολεμικού Ναυτικού ενώ οι περισσότεροι προέρχονταν από το Στρατό Ξηράς. Ουσιαστικά η δύναμη του ΕΛΑΝ βρισκόταν διάσπαρτη και αντιμετώπιζε πολλές δυσκολίες στην επικοινωνία της με την κεντρική διοίκηση. Για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων, οι κατά τόπους Μοίρες είχαν αυτονομία στο χειρισμό καταστάσεων και στην έκδοση διαταγών.

Στις 3 Ιουλίου του 1944, η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) ανέλαβε την ανασυγκρότηση του ΕΛΑΝ, διατάσσοντας την ίδρυση Ναυτικής Υπηρεσίας παρά τη Γραμματεία των Στρατιωτικών. Στις 7 Οκτωβρίου 1944 συγκροτήθηκαν οι εξής Μοίρες :

  • 1η Μοίρα Πελοποννήσου – Ζακύνθου
  • 2η Μοίρα Δυτικής Στερεάς – Ιονίων Νήσων
  • 3η Μοίρα Ευβοϊκού – Σαρωνικού – Κορινθιακού
  • 4″ Μοίρα Πηλίου – Παγασητικού
  • 5η Μοίρα Ανατολικής Μακεδονίας – Δυτικής Θράκης
  • 6η Μοίρα Θερμαϊκού – Χαλκιδικής
  • Ανεξάρτητη Μοίρα Αργολικού – Ερμονίδος
  • Ανεξάρτητος Στολίσκος Μαλιακού

Ταυτόχρονα όμως συνέχισαν να δρουν ανεξάρτητα σχηματισμοί του ΕΛΑΝ σε περιοχές που υπάγονταν στους σχηματισμούς του ΕΛΑΣ της περιοχής τους, χωρίς καν η Ναυτική Υπηρεσία να γνωρίζει την ύπαρξή τους μέχρι και την απελευθέρωση. Στις 22 Νοεμβρίου 1944, σχηματίζεται το ΕΛΑΝ Ομάδος Μεραρχιών Μακεδονίας που αποτελείτο από την 5η και 6η Μοίρα. Κατά την απελευθέρωση το ΕΛΑΝ ήταν συγκροτημένο σε έξη Μοίρες και έναν ανεξάρτητο στολίσκο. Αναλυτικά:

  • 1η Μοίρα Πελοποννήσου – Ζακύνθου που υπαγόταν στην III Μεραρχία με δύναμη 110 ανδρών
  • 2η Μοίρα Δυτικής Στερεάς – Ιονίων Νήσων που υπαγόταν στην VIII Μεραρχία με δύναμη 100 ανδρών
  • 3η Μοίρα Ευβοϊκού – Σαρωνικού – Κορινθιακού που υπαγόταν στη I Μεραρχία με δύναμη 300 ανδρών
  • 5Π Μοίρα Ανατολικής Μακεδονίας – Δυτικής Θράκης που υπαγόταν στην XI Μεραρχία με δύναμη 220 ανδρών
  • 6η Μοίρα Θερμαϊκού – Χαλκιδικής που υπαγόταν στην VI Μεραρχία με δύναμη 90 ανδρών
  • Ανεξάρτητος Στολίσκος Μαλιακού που υπαγόταν στην XIII Μεραρχία με δύναμη 200 ανδρών.

Στην αρχή δεν υπήρχε χαρακτηριστική στολή για την αμφίεση του ΕΛΑΝιτών. Οι άνδρες των μονάδων φορούσαν ότι είχαν πρόχειρο και αργότερα πολλές από τις Μοίρες θα υιοθετούσαν σκούρα μπλε στολή που έμοιαζε με εκείνη του Γερμανικού Ναυτικού. Παράλληλα θα φορούσαν στολές Γερμανών, των Βρετανών και του Ελληνικού Βασιλικού Ναυτικού. Χαρακτηριστικό σήμα δεν υπήρχε ως το 1943.

Κυρίαρχο ήταν το σήμα του ΕΛΑΣ με τις κατά τόπους διαφοροποιήσεις του. Το 1944, με διαταγή της ΠΕΕΑ, καθορίστηκε σαν διακριτικό μαύρος μπερές που έφερε κεντημένο το σήμα του ΕΛΑΝ συνήθως μαζί με το σήμα μιας άγκυρας. Οι αξιωματικοί έφεραν τους αστερίσκους του βαθμούς τους αριστερά από το εθνόσημο. Το έμβλημα ήταν ή μεταλλικό ή κεντημένο, συνήθως στρογγυλό με την άγκυρα στη μέση και τα γράμματα ΕΛΑΝ από πάνω. Όλοι οι άνδρες έφεραν στο στήθος αριστερά κεντητή άγκυρα μεγέθους 7 – 10 εκ, ενώ στις περισσότερες μοίρες συνέχιζαν να φορούν τα σήματα των κατά τόπων σχηματισμών του ΕΛΑΣ που ανήκαν. Σαν σημαία καθορίστηκε η σημαία του Ελληνικού Βασιλικού Ναυτικού.

Στην αρχή τα πληρώματα που αποτελούσαν τις Μοίρες είχαν ήδη εμπειρία. Στη συνέχεια όμως και ιδιαίτερα από το καλοκαίρι του 1944, ο μεγάλος αριθμός εθελοντών θα αναγκάσουν τις κατά τόπους Μοίρες να συστήσουν σχολές μαθητείας. Οι σχολές είχαν ως στόχο την εκπαίδευση των αντρών και σε αυτές δίδασκαν κυρίως ναυτικοί που είχαν εμπειρία και πολύ λίγοι αξιωματικοί του Βασιλικού και του Εμπορικού Ναυτικού. Πρώτες σχολές συγκρότησαν οι Μοίρες της Μακεδονίας και του Πηλίου και οι περισσότερες λειτούργησαν από το καλοκαίρι το 1944 ως την αποστράτευση του ΕΛΑΝ.

Υγειονομικά οι περισσότερες Μοίρες υποστηρίζονταν από εμπειρικούς ή γιατρούς. Οι ασθενείς νοσηλεύονταν σε σπίτια μελών του ΕAM και τα πιο σοβαρά περιστατικά προωθούνταν στα μεγάλα αστικά κέντρα όπου νοσηλεύονταν σε νοσοκομεία και κλινικές με την φροντίδα πολιτικών οργανώσεων. Τον Ιούλιο του 1944, συνελήφθηκε το πετρελαιοκίνητο π/κ « Άγιος Δημήτριος » που μετατράπηκε από την 6η Μοίρα σε πλωτό νοσοκομείο. Η XI Μεραρχία απόσπασε σε αυτό τον υφηγητή Ιατρικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Ν. Ψύχο, με μια νοσοκόμα και δύο βοηθούς. Με την απελευθέρωση της Καβάλας μετά από παράκληση των αρχών της πόλης ο γιατρός παραχωρήθηκε από την Μοίρα μαζί με ιατροφαρμακευτικό υλικό για τοπικές ανάγκες.

Κατά την πρώτη περίοδο της ύπαρξης του ΕΛΑΝ οι αιχμάλωτοι εκτελούνται. Αργότερα προωθούνται σε κοντινούς σχηματισμούς του ΕΛΑΣ. Η τακτική της εκτέλεσης των αιχμαλώτων θα συνεχιστεί να εφαρμόζεται κατά περίπτωση. Έτσι μέλη της γερμανικής αστυνομίας, GFP, SD και SS εκτελούνται με συνοπτικές διαδικασίες, πάνω στο σκάφος και τα πτώματά τους πετάγονται στη θάλασσα. Αιχμάλωτοι με τεχνικές γνώσεις κρατούνταν στα συνεργεία των Μοιρών. Ελληνικά πληρώματα παρέμειναν για ένα διάστημα σε φυλασσόμενους χώρους και μετά αφήνονταν να επιστρέψουν στους τόπους κατοικίας τους. Το διάστημα αυτό ώστε να γίνει αναγγελία της δήθεν βύθισης του σκάφους τους από τις ραδιοφωνικές εκπομπές της Μέσης Ανατολής ώστε να μη συναντήσουν προβλήματα από τις δυνάμεις κατοχής. Τα περισσότερα πληρώματα εντάσσονταν ωστόσο εθελοντικά στο ΕΛΑΝ προκειμένου να έχουν έστω εποπτεία του σκάφους τους, που στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν και το μόνο περιουσιακό τους στοιχείο.

 

Οι επιχειρήσεις κατά του ΕΛΑΝ

 

Οι πρώτες επιχειρήσεις έλαβαν χώρα το καλοκαίρι του 1942, από το Ιταλικό Ναυτικό με τη συνεργασία της Ιταλικής Τελωνοφυλακής στις ακτές της Αιτωλοακαρνανίας και στον Κορινθιακό κόλπο. Τον Μάιο του 1943, θα ακολουθήσουν επιχειρήσεις από τους Ιταλούς στην περιοχή του Πηλίου και τα γύρω χωριά χωρίς όμως αξιόλογα αποτελέσματα. Οι Γερμανοί, ενεπλάκησαν σε αυτές τις επιχειρήσεις με δύο καταδιώξεις στην περιοχή της Σκοπέλου βοηθούμενες από ομάδα Ελλήνων συνεργατών τους από την Σκόπελο.

Μετά την συνθηκολόγηση των Ιταλών, οι Γερμανοί εξαπέλυσαν επιχειρήσεις προκείμενου να αποτρέψουν την διαφυγή ιταλικών υλικών από τα νησιά προς τον ΕΛΑΣ. Την περίοδο 19 Μαρτίου – 4 Απριλίου 1944, οι Γερμανοί με την υποστήριξη τριών πλοίων και τριών αεροπλάνων εξαπέλυσαν επιχειρήσεις κατά του 54ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, στο Πήλιο και την Ανατολική Θεσσαλία, όπου σημειώθηκαν σποραδικές μάχες με τα σκάφη της Μοίρας υπό την κάλυψη του Συντάγματος.

 

Ανεξάρτητη Μοίρα Αργολικού – Ερμιονίδος

 

Η παρουσία της RAF και των βρετανικών υποβρυχίων καθιστούσε προβληματική την ναυσιπλοΐα μέσω Κυκλάδων για Κρήτη το Γερμανικό Ναυαρχείο επέλεξε ως πιο ασφαλή διαδρομή την πορεία Πειραιάς – Αίγινα – Ύδρα – Σπέτσες – Κύθηρα και από με την κάλυψη της νύχτας Κρήτη. Το ΕΑΜ Ερμιονίδος, αντιλήφθηκε το νέο δρομολόγιο και με πρωτοβουλία του επικεφαλής του Τάσου Κακαβούτη και του 6ου Συντάγματος, οργάνωσε ναυτική δύναμη που είχε σαν αποστολή το κούρσεμα των γερμανικών επίτακτων που τροφοδοτούσαν την Κρήτη με κάθε είδους εφόδια.

Τάσος Γεωργοπαπαδάκος (1911- 1987). Φιλόλογος και συγγραφέας. Κατά την διάρκεια της κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ στην Ύδρα. Εκτός των άλλων έγραψε και το: «Μνήμες από την Εθνική Αντίσταση - Η δράση του ΕΛΑΝ Αργολικού», Θεσσαλονίκη 1987. Αρχείο φωτογραφίας: Μιχάλης Ν. Γεωργοπαπαδάκος.

Τάσος Γεωργοπαπαδάκος (1911- 1987). Φιλόλογος και συγγραφέας. Κατά την διάρκεια της κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ στην Ύδρα. Εκτός των άλλων έγραψε και το: «Μνήμες από την Εθνική Αντίσταση – Η δράση του ΕΛΑΝ Αργολικού», Θεσσαλονίκη 1987. Αρχείο φωτογραφίας: Μιχάλης Ν. Γεωργοπαπαδάκος.

Έχει προηγηθεί η ιταλική συνθηκολόγηση και η μάχη τμημάτων του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ με την Ιταλική φρουρά του Πόρτο Χέλι, όπου αποκομίζονται άφθονα λάφυρα. Με τμήμα των λαφύρων αυτών θα εξοπλιστεί και το ψαροκάικο του Μπάμπη Παντελή με δύο γερμανικά πολυβόλα και δύο ιταλικά οπλοπολυβόλα. Το δεύτερο σκάφος θα πάρει το όνομα «Κ/2 Φρίτς» από το όνομα του Γερμανού που το χρησιμοποιούσε με υπεύθυνο τον Σταμάτη Σκούρτη. Το τρίτο σκάφος ήταν το καΐκι του Χριστόδουλου Μαλτέζου.

Έτσι στις 25 Σεπτεμβρίου, συγκροτείται το ΕΛΑΝ Αργοσαρωνικού. Ο Κακαβούτης σε συνεργασία με τον Τάσο Παπαδόπουλο διερμηνέα της γερμανικής φρουράς της Ύδρας και γραμματέα της Μητρόπολης, πληροφορούνταν τα δρομολόγια των επιτάκτων και έτσι κανόνιζε τις ενέδρες του. Τα επίτακτα είχαν δεύτερο σταθμό την Ύδρα απ’ όπου απέπλεαν νύχτα για να περάσουν το στενό με προορισμό τις Σπέτσες. Εκεί τους περίμεναν τα σκάφη του ΕΛΑΝ. Αργότερα η διοίκηση της Μοίρας ανατέθηκε στην 3η Μοίρα.

Σημαντικές επιχειρήσεις :

  •  16 Φεβρουαρίου 1944

Δύο Bristol Beaufighter βομβάρδιζαν και βύθισαν στο λιμάνι των Σπετσών γερμανικό επίτακτο. Κατά την αποχώρησή τους το ένα χτύπησε το φτερό του στο φάρο και έπεσε στη θάλασσα. Ο ένας πιλότος πνίγηκε και ο άλλος διασώθηκε από ψαράδες και φυγαδεύτηκε. Το γεγονός μαθεύτηκε από τη δύναμη του ΕΛΑΝ η οποία και αποφάσισε να αιχμαλωτίσει τους Γερμανούς που διασώθηκαν και να πάρει ότι μπορεί από το ναυάγιο. Με νυχτερινή επιχείρηση συλλάβανε τους Γερμανούς και τρία επιταγμένα καΐκια που βρίσκονταν στο λιμάνι, φορτωμένα με εφόδια. Μετέφεραν τους αιχμαλώτους και τα λάφυρα στα Δίδυμα, επέστρεψαν στις Σπέτσες και με δύτες αφαίρεσαν τα πολυβόλα από το βυθισμένο αεροπλάνο.

  •  26 Απριλίου 1944

Εξοπλισμένα σκάφη του ΕΛΑΝ κυρίευσαν 6 γερμανικά επίτακτα ιστιοφόρα και αιχμαλώτισαν τα πληρώματά τους. Λάφυρα 2 πολυβόλα, 10 υποπολυβόλα, 1700 οβίδες πυροβολικού των 7,5 εκατοστών, 2 ασύρματοι, 80 τηλέφωνα εκστρατείας, 4.000 οκάδες σιτάρι, 15.000 οκάδες λάδι 20 βαρέλια ασετιλίνη, 15 βαρέλια αποξηραμένες πατάτες, 80 ντενεκέδες κονσερβοποιημένο λάχανο, χιλιάδες κονσέρβες και 5.000 δέματα και γράμματα από τη Γερμανία με προορισμό διάφορες γερμανικές φρουρές. Με τα τηλέφωνα οργανώθηκε το τηλεφωνικό δίκτυο της Κορινθίας και άλλων περιοχών της Πελοποννήσου. Τα λάφυρα προωθήθηκαν στο 6° Σύνταγμα ΕΛΑΣ που είχε την έδρα στην Γκούρα Φεναιού Κορινθίας με τη βοήθεια του 5ου Λόχου ΕΛΑΣ Κορινθίας.

  •  5-10 Μαΐου 1944

Βενζινόπλοια της Μοίρας συνέλαβαν κατά διαστήματα 6 γερμανικά επίτακτα καΐκια αιχμαλωτίζοντας τους Γερμανούς συνοδούς τους. Τα καΐκια ήταν φορτωμένα με τρόφιμα, λάδι και αλεύρι.

  •  27 Μαΐου 1944

Πρώτη εκκαθαριστική επιχείρηση στη περιοχή. Γερμανικές δυνάμεις στα παράλια της Ερμιονίδος αποβιβάστηκαν και εξόντωσαν το Λιμενικό Φυλάκιο του ΕΛΑΝ στην Ερμιόνη. Την ίδια μέρα ομάδα 22 πεζοναυτών του ΕΛΑΝ αποβιβάστηκαν νύχτα και τα χαράματα επιτέθηκαν στο οχυρωμένο από τους Γερμανούς ύψωμα του Κολιακού. Μετά από δίωρη μάχη και οι δύο πλευρές αποσύρθηκαν χωρίς οι Γερμανοί να επιστρέψουν στις εγκαταστάσεις τους στο ύψωμα, αφού πρώτα πυρπόλησαν το ομώνυμο χωριό. Σύμφωνα με τα γερμανικά αρχεία, οι ΕΛΑΝίτες αποδεκατίστηκαν έχοντας 19 νεκρούς.

  •  28-29 Αυγούστου 1944

Κατά τη διάρκεια εκκαθαριστικών επιχειρήσεων γερμανικές δυνάμεις υποστηριζόμενες από άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας εξαπέλυσαν επιχειρήσεις με ναυτικό αποκλεισμό της Αργολίδας και ενεπλάκησαν με άνδρες του 3ου Τάγματος του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ που επιχειρούν ελιγμό με κατεύθυνση την ορεινή Κορινθία. Όμως οι διαβάσεις είχαν αποκοπεί και έτσι το Τάγμα επέστρεψε στην παραλία της Ερμιόνης. Σε βοήθεια του έσπευσε στολίσκος από σκάφη του ΕΛΑΝ. Επειδή όμως ο Αργολικός ελέγχονταν από γερμανικά περιπολικά αποφασίστηκε η εκκένωση να γίνει νύχτα από το λιμανάκι της Κορακιάς. Το Τάγμα διέφυγε και μετά από ολονύχτια πλεύση αποβιβάστηκε στην απέναντι ακτή της Κυνουρίας ενώ οι τραυματίες προωθήθηκαν στο Άστρος για νοσηλεία.

Επίλογος

Συνοπτικά μέσα στον ενάμιση χρόνο της οργανωμένης λειτουργία του ΕΛΑΝ, είχε πάνω από 80 συγκρούσεις με τον εχθρό στις οποίες κυρίεψε ή βύθισε περίπου 200 σκάφη όλων των κατηγοριών (από βάρκες μέχρι εξοπλισμένα τσιμεντόπλοια) προκαλώντας 350 περίπου νεκρούς στις δυνάμεις κατοχής και συλλαμβάνοντας άλλους τόσους αιχμαλώτους. Από το σώμα αυτό πέρασαν 1.200 περίπου άνδρες και αξιωματικοί οι οποίοι επάνδρωσαν 120 περίπου σκάφη και δεκάδες ναυτικά φυλάκια. Δυστυχώς εξαιτίας των διώξεων που ακολούθησαν τα αμέσως επόμενα χρόνια, δεν είναι δυνατόν να μαθευτεί η ακριβής δράση των Μοιρών και των συμμετεχόντων σε αυτές, αφού διώχθηκαν και εξοντώθηκαν οι περισσότεροι από αυτούς και χάθηκαν πολύτιμα αρχεία και φωτογραφίες. Ωστόσο μπορούμε να πούμε ότι η συνεισφορά του ΕΛΑΝ στον πόλεμο εναντίον των κατακτητών και στην απελευθέρωση της χώρας ήταν πολύτιμη, παρά τις μικρές δυνάμεις που είχε στην διάθεσή του.

 

Κολοβός Γεώργιος

Η δράση του Ελληνικού Ναυτικού (Πολεμικού, Ανταρκτικού και Εμπορικού) κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, Αθήνα, 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

O Ε.Λ.Α.Ν. (Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό) και η δράση του στην Ερμιονίδα

Read Full Post »

Η Έξοδος του Μεσολογγίου – Χρονικό της Εξόδου


 

Το καλυβάκι άντεξε στην πρώτη πολιορκία των Τούρκων (25 Οκτ.-25 Δεκ. 1822) και δεν έπεσε. Στη δεύτερη πολιορκία (15 Απριλίου 1825-10 Απριλίου 1826), όμως, παρ’ όλο που έγιναν κάποια οχυρωματικά έργα από το μηχανικό Μιχαήλ Κόκκινη, δεν άντεξε γιατί πολιορκήθηκε από πολυπληθέστερες δυνάμεις, ο αποκλεισμός ήταν ασφυκτικός και δεν μπορούσε να του παρασχεθεί βοήθεια σε τρόφιμα και πολεμοφόδια χωρίς στρατιωτική υποστήριξη απ’ έξω. Η κυβέρνηση Γ. Κουντουριώτη και οι πολιτικοί, όμως, ασχολούμενοι με τις εκλογές για την Γ’ Εθνοσυνέλευση και τις ίντριγκες, ολιγώρησαν και δεν έστειλαν έγκαιρα βοήθεια.

 

Η μάχη των Χριστουγέννων κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822. Έργο του Γάλλου ζωγράφου Alphonse de Neuville (1835-1885).

Η μάχη των Χριστουγέννων κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822. Έργο του Γάλλου ζωγράφου Alphonse de Neuville (1835-1885).

 

Η πολιορκία είχε στόχο την πτώση του Μεσολογ­γίου και την υποταγή της Στερεάς, ώστε να διευκο­λυνθεί η κατάπνιξη της Επανάστασης στην Πελο­πόννησο. Στην πρώτη φάση της πολιορκίας (Απρίλιος-Νο­έμβριος 1825) οι υπό τον Κιουταχή τουρκικές δυ­νάμεις υπέστησαν μεγάλες απώλειες. Στη δεύτερη φάση (12 Δεκεμβρίου-10 Απριλίου 1826), όταν τη διεύθυνση των επιχειρήσεων ανέλαβε ο Ιμπραήμ επικεφαλής 10.000 Τουρκοαιγυπτίων, [1] οι Μεσολογγίτες μετά την εξάντληση των τροφίμων και την έλλειψη ανεφοδιασμού αποφάσισαν την ηρωική Έξοδο.

Ο Ιμπραήμ είχε καταλάβει μέχρι τα τέλη Μαρτίου όλα τα νησιά της λιμνοθάλασσας, το Βασιλάδι (25 Φεβρουαρίου), τον Ντολμά και τον Πόρο (28 Φε­βρουαρίου) και το Ανατολικό (1 Μαρτίου).

Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς (Κιουταχής). Λιθογραφία από λεύκωμα του Giovanni Boggi. Φλωρεντία, 1825.

Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς (Κιουταχής). Λιθογραφία από λεύκωμα του Giovanni Boggi. Φλωρεντία, 1825.

Ο Κιουταχής όμως, που επιχείρησε να καταλάβει το νησάκι Κλείσοβα (25 Μαρ­τίου), υπέστη πανωλεθρία. Αυτή η νίκη αναπτέρωσε μεν το ηθικό των πολιορκημένων, αλλά ο αποκλεισμός από τη θάλασσα στέρησε και την τελευταία ελπίδα επικοινωνίας και παροχής βοήθειας απ’ έξω.

Η  εξαμελής  Επιτροπή, που είχε σταλεί από τους πολιορκημένους στο Ναύπλιο για βοήθεια από τις 17 Ιανουαρίου, μόλις το Μάρτιο κατόρθωσε να  εξασφαλίσει 400.000 γρόσια για να κινή­σει ένα μι­κρό στόλο 25 πολεμικών και πυρπολικών. Ο στόλος με επι­κεφαλής τον Μιαούλη έφθασε τέλη Μαρτίου, αλ­λά δεν κατόρθωσε να διασπάσει τον εχθρικό κλοιό.

Οι πολιορκημένοι – που είχαν απορρίψει τις ε­χθρικές προτάσεις για παράδοση – όταν «πάσα ελπίς εισαγωγής τροφών εξέλιπε, και πάσα βρώσι­μος ύλη εξεκενώθη εντός της πόλεως», [2] αποφάσισαν να επιχειρήσουν έξοδο τη νύχτα της 10ης Απριλίου προς την 11η, Κυριακή των Βαΐων.

Κυριάκος «Κίτσος» Τζαβέλας (1800-1855), λιθογραφία, Karl Krazeisen.

Κυριάκος «Κίτσος» Τζαβέλας (1800-1855), λιθογραφία, Karl Krazeisen.

Μέσα στα Μεσολόγγι βρίσκονταν η Φρουρά από περίπου 3.500 ή 3.600 άνδρες, πολίτες περίπου 1.500 και γυναικόπαιδα περίπου 5.500, συνολικά 10.600 άτομα. [3] Επικεφαλής της Φρουράς ήταν οι οπλαρχηγοί Νότης Μπότσαρης, Κίτσος Τζαβέλας, Δημήτριος Μακρής, Γεώργιος Βαλτινός, Μήτσος Κοντογιάννης, Γεώργιος Βάγιας, Νικόλαος Στορνάρης, Γεώργιος Κίτσου, Θανάσης Ραζη-Κότσικας, Μή­τρος Δεληγεώργης, Χρίστος Φωτομάρας κ.ά. [4]

Με δύο αγγελιαφόρους ειδοποίησαν τους οπλαρ­χηγούς στο στρατόπεδο της Δερβέκιστας για την Έξοδο και ζήτησαν να γίνει ταυτόχρονα επίθεση και απ’ έξω, ώστε να διευκολυνθούν κατά τη φυγή τους. Στις επιστολές τους προς τους έξω εκφράζουν ό­χι μόνον τις αγωνίες τους, αλλά και το θυμό τους. Γράφουν: «Εάν δεν κινηθήτε να όψεσθε, να όψεσθε, να όψεσθε». [5]

Τα χαράματα της 9ης Απριλίου οπλαρχηγοί, πρόκριτοι και ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του Τζαβέλα και αποφάσισαν να εκτελέσουν όλους τους αιχμαλώτους – και η απόφαση αυτή εφαρ­μόστηκε -, «να σφάξει ο ένας του αλλουνού την οικογένειαν», [6] αλλά η απόφαση αυτή αποτράπηκε από τον επίσκοπο Ρωγών, και να μεταφέρουν τους τραυματισμένους αγωνιστές στα πιο οχυρωμένα σπίτια, ώστε να πέσουν μαχόμενοι και να μην παρα­δοθούν.

 

Η έξοδος του Μεσολογγίου. Θεόδωρος Βρυζάκης.

Η έξοδος του Μεσολογγίου. Θεόδωρος Βρυζάκης.

 

Όταν γνωστοποιήθηκαν οι αποφάσεις άρχισαν οι προετοιμασίες «με τόσην αταραξίαν, με τόσην ευχαρίστησιν, με τόσα γέλια, ώστε κανένας, ούτε ο έσχατος άνθρωπος δεν εσυλλογίζετο πως έμελλεν τάχα να σωθή»[7] Οι γυναίκες μάζευαν τα ελα­φρότερα αναγκαία είδη, οι άνδρες ετοίμαζαν τις ξύ­λινες φορητές γέφυρες που θα τις χρησιμοποιούσαν για να περάσουν την τάφρο που είχαν ανοίξει οι Τούρκοι γύρω από το Μεσολόγγι, μετέφεραν τους πληγωμένους, τους αρρώστους και τους γέροντες στα οχυρωμένα σπίτια, έθαψαν στη γη τα πιεστή­ρια του τυπογραφείου και διεσκόρπισαν τα τυπο­γραφικά στοιχεία για να μη δοθούν «Τα άγια τοις κυσί, και εις τους χοίρους οι μαργαρίται» [8] και έ­σπαζαν και αχρήστευαν ό,τι πολεμικό υλικό δεν μπορούσαν να μεταφέρουν.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ο Μαυροκορδάτος υπερασπίζεται με επιτυχία την πόλη του Μεσολογγίου.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ο Μαυροκορδάτος υπερασπίζεται με επιτυχία την πόλη του Μεσολογγίου.

To μεσημέρι της 10ης Απριλίου συγκεντρώθηκαν στον προμαχώνα του Μακρή οι οπλαρχηγοί, μαζί με τον πρόεδρο της Διευθυντικής Επιτροπής, Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο και τον επίσκοπο Ρωγών Ιωσήφ, για να καταρτίσουν το σχέδιο της Εξόδου, το οποίο υπαγόρευσαν στον Κασομούλη, και αυτός ανέλαβε να το γνωστοποιήσει στους πο­λιορκημένους.

Στον πρόλογο του σχεδίου αναφέρεται:

 

«Εν ονόματι της Αγίας Τριάδος

Βλέποντες τον εαυτόν μας, το στράτευμα και τους πολίτας εν γένει μικρούς και μεγάλους παρ’ ελπίδαν υστερημένους από όλα τα καταπείγοντα αναγκαία της ζωής προ 40 ημέρας και ότι εκπληρώσαμεν τα χρέη μας ως πιστοί στρατιώται της πα­τρίδος εις την στενήν πολιορκίαν ταύτην και ότι, εάν μίαν ημέραν υπομείνωμεν περισσότερον, θέλομεν αποθάνει όρθιοι εις τους δρόμους όλοι.

Θεωρούντες εκ του άλλου ότι μας εξέλιπεν κά­θε ελπίς βοηθείας και προμηθείας, τόσον από την θάλασσαν καθώς και από την ξηράν (ώστε να δυνηθώμεν) να βαστάζωμεν, ενώ ευρισκόμεθα νικηταί του εχθρού, αποφασίσαμεν ομοφώνως: Η έξοδο μας να γίνη βράδυ εις τας δύο ώρας της νυ­κτός της 10 Απριλίου, ημέραν Σάββατον και ξημερώνοντας των Βαΐων, κατά το εξής σχέδιον, ή έλθη ή δεν έλθη βοήθεια (…)».[9]

Σύμφωνα με το σχέδιο, οι πολιορκημένοι θα περ­νούσαν από τις ξύλινες γέφυρες από το μέρος του τείχους που έβλεπε προς τη Ναύπακτο χωρισμένοι σε τρία σώματα («κολώνες»). Τα δύο πρώτα, αποτε­λούμενα από άνδρες της Φρουράς με επικεφαλής το ένα τον Δημήτριο Μακρή και το άλλο τον Νότη Μπότσαρη, θα έκαναν την Έξοδο από τις γέφυρες της «Λουνέτας» και τον «Ρήγα» και το τρίτο, απο­τελούμενο από τους Μεσολογγίτες και τα γυναικό­παιδά τους με επικεφαλής ντόπιους αρχηγούς, πι­θανόν τον Θανάση Ραζη-Κότσικα και τον Μήτρο Δεληγεώργη, που τα πλευρά του θα προστάτευε η Φρουρά της Κλείσοβας, θα έβγαινε από τις γέφυρες «Μονταλαμπέρτ» και «Στουρνάρη». [10] Σημείο συνά­ντησης είχε οριστεί η Μονή του Αγίου Συμεών.

Ο Ιμπραήμ, όμως, που γνώριζε από προδοσία ή από μαρτυρία ενός φυγάδα που αιχμαλωτίστηκε [11] την απόφαση της Εξόδου και το σημείο από όπου θα την επιχειρούσαν – αλλά όχι την ώρα και τον τρόπο -, παρέταξε τις τακτικές δυνάμεις και το πε­ζικό κοντά στο τείχος, ανέπτυξε το ιππικό στην πε­διάδα και στους πρόποδες του Ζυγού έβαλε τους Αλβανούς κρυμμένους πίσω από βράχια και από προμαχώνες και μέσα σε φαράγγια.

 

Σκηνή από την έξοδο του Μεσολογγίου. Χρωμολιθογραφία από το περιοδικό «Νέος Αριστοφάνης».

Σκηνή από την έξοδο του Μεσολογγίου. Χρωμολιθογραφία από το περιοδικό «Νέος Αριστοφάνης».

 

 

Η Έξοδος

 

Όταν όλα ήταν έτοιμα για την Έξοδο, «ο περιπαθέστερος αποχαιρετισμός από όσους μνημονεύει η ιστορία εγένετο». [12] Συνταρακτικές σκηνές περι­γράφονται. Πολλοί συγγενείς, φίλοι και κυρίως γυναίκες την τελευταία στιγμή αποφάσισαν να μείνουν και να πεθάνουν με τους δικούς τους. Ο συνήθης απο­χαιρετισμός ήταν «καλήν αντάμωσιν εις τον άλ­λον κόσμον», [13] που σήμαινε ότι όλοι ήταν αποφα­σισμένοι και κανείς δεν φοβόταν το θάνατο.

Η έξοδος του Μεσολογγίου. Πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη.

Η έξοδος του Μεσολογγίου. Πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη.

Το ηλιοβασίλεμα άρχισαν να συγκεντρώνο­νται στις προκαθορισμένες θέσεις. Στις 6.30 [14] ακούστηκαν πυροβολισμοί πάνω στην κορυφή του όρους Ζυγού. Ήταν το σύνθημα για την παροχή βοήθειας απ’ έ­ξω. Ο Ιμπραήμ το κατάλαβε και κινητοποίησε τις δυνάμεις του. Οι πολιορκημένοι γύρω στις 9 βγήκαν από την ανατολική πλευρά του τείχους, έστησαν τα γεφύρια τους στην πρώτη (τη νέα) τάφρο του Ιμπραήμ και καθώς περνούσαν δέχτηκαν τα πρώτα πυρά του εχθρού. Για να προφυλαχθούν έπεσαν καταγής στο πλάτωμα ανάμεσα στη νέα και την παλαιά τάφρο (που υπήρχε και στην πρώτη πολιορκία, το 1822). Εκεί περίμεναν περίπου μία ώρα να χτυπήσουν οι απ’ έξω, να απασχολήσουν τον εχθρό, για να πε­ράσουν αυτοί τη δεύτερη τάφρο. Κατά κακή τους τύ­χη έφυγαν τα σύννεφα και το φως του φεγγαριού φώτισε την περιοχή. Οι απ’ έξω δεν χτύπησαν και καθώς δεν τους κάλυπτε το σκοτάδι αποφάσισαν να κάνουν μόνοι τους έφοδο. Στην αρχή ψιθυριστά α­πό στόμα σε στόμα πέρασε η απόφαση και «τρομε­ρός αλαλαγμός ηκούσθη εν ταυτώ από το στόμα των Ελλήνων επάνω τους, εφώναξαν όλοι με μίαν φωνήν και ώρμησαν με μαχαίρας και του­φέκια εις το εχθρικόν στρατόπεδον»[15]

Οι άνδρες της Φρουράς, ενωμένοι σ’ ένα σώμα τώ­ρα, γιατί «δεν εστοχάσθησαν συμφέρον να διαιρεθώσι, καθώς ήτον το σχέδιον πρότερον», [16] διέσπασαν τις γραμμές του εχθρικού πεζικού και ά­νοιξαν δρόμο, αλλά σε λίγο βρέθηκαν αντιμέτω­ποι με το ιππικό, το οποίο, επίσης, διασκόρπισαν. Ύστερα από τετράωρη μάχη έφθασαν στους πρόπο­δες του βουνού, στον Άγιο Συμεών, πιστεύοντας ότι εκεί είναι ασφαλισμένοι, Εκεί, όμως, τους περίμε­ναν πάνω από 3.000 Αλβανοί υπό τον Μουστάμπεην Καφζέζην, [17] τους οποίους, όμως, μ’ έναν ελιγμό του Δημητρίου Μακρή – που τους χτύπησε από πί­σω- εξουδετέρωσαν. Ταυτόχρονα ήρθε και δύναμη από τους έξω με επικεφαλής τους οπλαρχηγούς Ευαγγέλη Κοντογιάννη, Γιαννούση Πανομάρα, Φαρασλή, Γ. Κόρακα, Ν. Κόπελο και άλλους, ε­πειδή ο Καραϊσκάκης ήταν άρρωστος. [18] Αφού απέ­κρουσαν τους Αλβανούς άρχισαν να ανεβαίνουν τον Ζυγό. Ύστερα από πορεία τριών ημερών έφθα­σαν στη Δερβέκιστα, χωριό του Απόκουρου, όπου ξεκουράστηκαν δύο μέρες. Από εκεί διά μέσου του Πλατάνου, χωριού των Κραβάρων, έφθασαν στα Σά­λωνα. Από εκεί στην Ντομπρένα όπου επιβιβάστη­καν σε πλοία και διαπεραιώθηκαν στην Περαχώρα και από εκεί διά του Ισθμού έφθασαν στις 16 Μαΐου στο Ναύπλιο.

 

Η επίθεση του Ιμπραήμ Πασά κατά του Μεσολογγίου. Ελαιογραφία του Giuseppe Pietro Mazzola (1748-1838).

Η επίθεση του Ιμπραήμ Πασά κατά του Μεσολογγίου. Ελαιογραφία του Giuseppe Pietro Mazzola (1748-1838).

 

Δεν είχε, όμως, την ίδια τύχη το τρίτο σώμα, που αποτελούνταν κυρίως από γυναικόπαιδα. Ενώ συνεχιζόταν με ορμή η Έξοδος, την οποία δεν μπο­ρούσαν να ανακόψουν οι εχθρικές δυνάμεις, ακού­στηκε από το σώμα αυτό μία φωνή: «οπίσω, οπίσω, εις ταις τάμπιαις». [19] Επικράτησε πανικός και σύγ­χυση και δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι και τα προπορευόμενα σώματα οπισθοχωρούσαν. Οπότε και αυτοί γύρισαν πίσω στην πόλη. Στο μεταξύ και δυνάμεις των πολιορκητών είχαν μπει στην πόλη και έτσι βρέθηκαν αντιμέτωποι και άρχισε μάχη σώμα με σώμα.

 

Σκηνή από τις τελευταίες στιγμές του Μεσολογγίου. Μεσολογγίτισσα έχει σκοτώσει το παιδί της, τον Τούρκο που αποπειράθηκε να τη βιάσει και ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει. Ελαιογραφία του François-Émile de Lansac, 1827. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.

Σκηνή από τις τελευταίες στιγμές του Μεσολογγίου. Μεσολογγίτισσα έχει σκοτώσει το παιδί της, τον Τούρκο που αποπειράθηκε να τη βιάσει και ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει. Ελαιογραφία του François-Émile de Lansac, 1827. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.

 

Η αντίσταση κράτησε μία έως δύο μέρες. Όταν οι Τούρκοι, που έσφαζαν γυναίκες και παιδιά, έφθα­σαν πάνω στα κανονοστάσια, ο γέροντας Σουλιώτης ιερέας Διαμαντής «παραφυλάττων την υπόνομον, όταν είδεν ικανόν αριθμόν εχθρών συσσωρευμένον επάνω εις το κανονοστάσιον, έβαλε φωτιάν, και ετίναξεν εις τον αέρα ολόκληρα τάγματα βαρβάρων, εξαγοράσας πολλά ακριβά το ολίγον γεροντικόν αίμα του»[20] Το ίδιο έγινε και στα οχυ­ρωμένα σπίτια όπου, όταν έμπαιναν μέσα οι Τούρ­κοι, οι Μεσολογγίτες «ευθύς έβανον φωτιάν εις την πυριτοθήκην, και κατεστρέφοντο μαζί και νικώντες και νικώμενοι». [21]

Η ανατίναξη από τον Χρήστο Καψάλη. Έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.

Η ανατίναξη από τον Χρήστο Καψάλη. Έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.

Στη μεγαλύτερη πυριτιδαποθήκη, όπου είχαν συγκεντρωθεί τα περισσότερα γυναικόπαιδα, την έ­κρηξη προκάλεσε ο γέροντας Χρήστος Καψάλης: «και έξαφνα ανεστράφη όλη η περιοχή και κατεδαφίσθησαν όλαι αι πλησίον οικίαι∙ ερράγη το έδαφος· άνοιξαν χάσματα φρικώδη και κατεπατήθη όλη η περιοχή εκείνη από την θάλασσαν». [22]

Στο νησάκι Ανεμόμυλος, που ήταν το τελευταίο ο­χυρό και κράτησε ως τις 12 Απριλίου, οι υπερα­σπιστές του «έβαλαν και αυτοί φωτιάν εις την πυριτοθήκην και συνετάφησαν μετά των εχθρών». [23]

Έτσι έπεσε το Μεσολόγγι ύστερα από δωδεκά­μηνη πολιορκία. Ο Ιμπραήμ μπήκε σε μια νεκρή πόλη: «…ένας σωρός ερειπίων, στάκτης, πετρών και πτωμάτων έμειναν εις την εξουσίαν του ε­χθρού»[24]

Αλλά ουσιαστικά το Μεσολόγγι δεν έπεσε, διότι, όπως έγραψε στη Διοίκηση στις 12 Απριλίου 1826 η Φρουρά από τη Δερβέκιστα: «Η πείνα, όμως, το επαράδωσεν, αλ­λά μην φοβείσθε, διότι εκείνοι όπου εβαστούσαν το Μεσολόγγιον, οι περισσότεροι εγλύτωσαν με το σπαθί». [25]

Για τις απώλειες των δύο πλευρών υπάρχουν α­ντιφατικές εκτιμήσεις μεταξύ των Ελλήνων και των ξένων χρονικογράφων. Κατά τους Έλληνες, α­πό τους 3.500 άνδρες της Φρουράς διασώθηκαν πε­ρίπου 2.000 – 2.500 [26] και σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτί­στηκαν σχεδόν όλα τα γυναικόπαιδα. [27] Ενώ υπολο­γίζουν ότι από τους εχθρούς χάθηκαν οι μισοί, πε­ρίπου 5.000. [28]

Χρήστος Καψάλης. Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Χρήστος Καψάλης. Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Κατά τους ξένους, χάθηκαν 3.000 Έλληνες και αιχμαλωτίστηκαν 5.000 ή 6.000 γυναικόπαιδα, ενώ οι απώλειες των Τουρκοαιγυπτίων έφθασαν τους 4.000 άνδρες. [29] Ανάμεσα σ’ αυτούς που έπεσαν μαχόμενοι κατά την Έξοδο ήταν οι οπλαρχηγοί Νικολός Στορνάρης, Θανάσης Ραζη-Κότσικας, Ανδρέας Γριβογεώργης, Κώστας Σιαδήμας, Γιάννης Αγγελής και ο Ιωάν­νης Παπαδιαμαντόπουλος, πρόεδρος της Διευθυ­ντικής Επιτροπής, ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ, ο μηχανικός Μιχαήλ Πέτρου Κόκκινης, ο τυπογρά­φος Δ. Μεσθεναίος και γόνοι ιστορικών οικογε­νειών του Μεσολογγίου: Αναστάσιος Παλαμάς, Πέ­τρος Γουλιμής, Κωνσταντίνος Τρικούπης, Γεώρ­γιος Φαράντος και Κωνσταντίνος Καρπούνης.[30]

Στην Έξοδο, επίσης, φονεύθηκαν σχεδόν όλοι οι φιλέλληνες (περίπου 15) που βρίσκονταν στο Μεσολόγγι. Ο Ελβετός Ιωάννης – Ιάκωβος Μάγερ (Johann- Jacobi Meyer), εκδότης των «Ελληνικών Χρονικών», οι Γερμανοί Νχίτμαρ (Dittmar), Ντελάουνι (Delaunay), Στίτσελμπεργκερ (Stitjelberger), Λίμπχοβ (Lübtow), Κλέμπε (Klembe), Ρόονερ (Rosner), ο Ιταλός Τζιακομούτσι (Giacomuzzi) και οι εθελοντές Μεβιέ, Σχιεφάου, Σιπάνου, Λάτερβαχ, Ντιρσάβσκι (Diersawski), Piντεζελ (Riedesel) και Ραζιέρι. [31]

Ιμπραήμ Πασάς, Giovanni Boggi.

Ιμπραήμ Πασάς, Giovanni Boggi.

«Η θυσία του Μεσολογγίου προώθησε το ελλη­νικό ζήτημα, όσο καμιά ελληνική νίκη», γράφει ο Απ. Βακαλόπουλος. [32] Πράγματι αναζωπύρωσε σε ολόκληρη την Ευρώπη (ακόμη και στην Αυστρία) και την Αμερική το φιλελληνισμό όχι μόνον συγ­γραφέων και καλλιτεχνών, αλλά και πολιτικών κατ στρατιωτικών.

Η κοινή γνώμη εξέφρασε τη δυσφορία της για την απραξία των κυβερνήσεων και οι εφημερίδες με άρθρα τους ζητούσαν την αποφασιστική επέμ­βαση των ευρωπαϊκών δυνάμεων για να τεθεί τέρ­μα στο ελληνικό δράμα. Παντού ιδρύονται φιλελληνικές εταιρείες και διενεργούνται έρανοι, συγκεντρώνονται χρήματα και στέλνονται τρόφιμα και άλλα εφόδια στους μαχόμενους Έλληνες.

Μιχαήλ Σπυρομήλιος (1800-1880), ξυλογραφία, Ποικίλη Στοά, 1883.

Μιχαήλ Σπυρομήλιος (1800-1880), ξυλογραφία, Ποικίλη Στοά, 1883.

Ο Καποδίστριας προφήτευσε εκτιμώντας τον ξεσηκωμό και τις αντιδράσεις στην Ευρώπη, σε επιστολή του προς τον αδελ­φό του Βιάριο στις 18 Απριλίου 1826, [33] ό­τι το θλιβερό γεγονός του Μεσολογγίου δεν έπρεπε να απελπίσει τους Έλληνες, γιατί σ’ αυτό έβλεπε την αρχή της σωτηρίας τους. Δεκαοχτώ μήνες μετά, στις 8 Οκτωβρίου 1827, οι στόλοι των Μεγάλων Δυνάμεων με τη ναυμαχία στο Ναβαρίνο βοήθησαν αποφασιστικά να δικαιωθεί ο αγώνας της ελληνικής ανεξαρτησίας.

Ο μελετητής της θυσίας του Μεσολογγίου κατα­λαμβάνεται από θλίψη, όταν διαπιστώνει ότι η κα­ταστροφή της Ιερής πόλης μπορούσε να αποφευχθεί. Ο Καραϊσκάκης, που είχε περάσει στη Στερεά α­πό τον Ιούλιο του 1825, αφού πέτυχε να ανασυντά­ξει τις επαναστατικές δυνάμεις και να συσπειρώσει τους αρματολούς, ζητούσε επίμονα τρόφιμα και πο­λεμοφόδια από την Κεντρική Διοίκηση. Αυτή, ό­μως, αδιαφόρησε για τους πολιορκημένους, οι Μεσολογγίτες δεν ήταν μέσα στο πολιτικό παι­χνίδι που παιζόταν για τις εκλογές της Εθνοσυνέ­λευσης. Ο Σπυρομήλιος, μέλος της Επιτροπής που πήγε στο Ναύπλιο, γράφει: «Αφ’ ου επληροφορήθησαν τω όντι ότι δεν εμελετούσαμεν να ενισχύσωμεν κανέν κόμμα, αδιαφόρησαν όλα τα κόμματα από ημάς, και ενώ τους ωμιλούσαμεν διά το Μεσολόγγιον όλοι έλεγαν το «ναι, έχετε δίκαιον», αλλά δεν εσύμπραττον υπέρ αυτού με ζήλον». [34]

 

Αικατερίνη Φλεριανού

Ιστορικός  

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η έξοδος του Μεσολογγίου», τεύχος 180, 10 Απριλίου 2003.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Σπυρομήλιος, Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου, 1825-1826, Εκδίδονται υπό Ιω. Βλαχογιάννη, Αθήναι χ.ε., 1926, ο. 144.

[2] Γεώργιος Αινιάν (άτιλο), Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αρ. 83 (14 Αυγ. 1826), σ. 332.

[3] Νικόλαος Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της επαναστάσεως των Ελλήνων, 1821-1833, Εισαγωγή και σημειώσεις Γ. Βλαχογιάννη, τ. Β’, Αθήναι, 1941, χ.ε., 1941, σ. 251- κατά τον Σπυρομήλιο, ό.π., ο. 142, 3.500 στρατιώτες και 9.000 γυναικόπαιδα.

[4] Αρτέμιος Μίχος, Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826), Εκδίδονται υπό Σ.Π. Αραβαντινού, εν Αθήναις, εκ του Τυπογραφείου της Ενώσεως, 1883, σ. 93-94. Βλ. και Κασομούλης, ό.π., ο. 257.

[5] Κασομούλης, ό.π, σ. 249.

[6] Κασομούλης, ό.π., σ. 253.

[7] Κασομούλης, ό.π., σ. 254.

[8] Αινιάν, ό.π.

[9] Κασομούλης, ό.π., σ. 259.

[10] Ο Κασομούλης (ό.π., σ. 259-260) αναφέρει αρχηγό του πρώτου σώματος τον Δ. Μακρή, του δεύτερου τον Μπότσαρη και του τρίτου δεν έχει όνομα, ο Μίχος (ό.π., 76) του πρώτου τον Κ. Τζαβέλα, του δεύτερου τον Ν. Μπότσαρη και του τρίτου δεν έχει όνομα, και ο Σπυρομήλιος (ό.π., 139) του πρώτου τον Κ. Τζαβέλα, του δεύτερου τον Δ. Μακρή και του τρίτου τον Ν. Μπότσαρη.

[11] Για το θέμα της προδοσίας υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στις ελληνικές και ξένες πηγές. Ο Κασομούλης (ό.π., σ. 170) και ο Αινιάν (ό.π.) την αποδίδουν σε Βούλγαρο λιποτάκτη, ο Σπυρομήλιος (ό.π., ο. 140) σε Τούρκο, ο Μίχος (ό.π., σ. 73) σε Βούλγαρο και βαπτισμένο Τουρκόπουλο. Αντιθέτως ο Vincenzo Miratelli, Αυστριακός πρόξενος στην Πάτρα, την αποδίδει σ’ Έλληνα φυγάδα και ο Ιταλός αξιωματικός του Ιμπραήμ, Giuseppe Romei, σ’ Έλληνα ιερέα που αιχμαλωτίστηκε (Απ. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, ι. 71, Θεσσαλονίκη, χ.ε., 1986, σ. 461- 462).

[12] Αινιάν, ΓΕΕ, αρ. 84 (18 Αυγ. 1826), σ. 334.

[13] Κασομούλης, ό.π. σ. 263.

[14] Ως προς το χρονικό προσδιορισμό της Εξόδου οι πληροφορίες είναι αντιφατικές. Μια λύση αποδεκτή έδωσε ο Διονύσης Μπάκης, Πότε έγινε η Έξοδος του Μεσολογγίου, Πάτρα, χ.ε., 1976.

[15] Αινιάν, ό.π., σ. 335.

[16] (Ανωνύμου), «Περί των τελευταίων στιγμών του Μεσολογγίου, και της ηρωικής αναχωρήσεως της φρουράς», Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αρ. 62 (2 Ιουν. 1826), σ. 246.

[17] Μίχος, ό.π., 85, Σπυρομήλιος, ό.π., σ. 14.

[18] Αινιάν, ό.π.

[19] Αινιάν, ό.π.

[20] Αινιάν, ό.π.

[21] Αινιάν, ό.π.

[22] Αινιάν, ό.π., σ. 336.

[23] Αινιάν, ό.π.

[24] (Ανωνύμου), ό.π., σ. 247.

[25] Εμμ. Πρωτοψάλτης, Αλληλογραφία Φρουράς Μεσολογγίου, 1825-1826, εν Αθήναις, εκ του     Εθνικού Τυπογραφείου, 1963, σ. 353.

[26]  Ο Κασομούλης (ό.π., σ. 284) αναφέρει ότι διασώθηκαν 2.555, ο Μίχος (ό.π., σ. 88) 1.800, ο Σπυρομήλιος (ό.π., σ. 142) 840, ο Αινιάν (ό.π., σ. 336) και η ΓΕΕ (ό.π., σ. 247) 2.200.

[27] Ο Αινιάν (ό.π.) αναφέρει ότι διασώθηκαν 200 γυναικόπαιδα και 500 αιχμαλωτίστηκαν, η ΓΕΕ (o.π.) ότι αιχμαλωτίστηκαν 1.200, ο Κασομούλης (ό.π., α. 283) ότι διασώθηκαν 13 και ο Σπυρομήλιος (ό.π., σ. 144) ότι χάθηκαν σχεδόν και τα 9.000.

[28] Κατά τον Σπυρομήλιο (ό.π., σ. 143) και τον Αινιάν (ό.π.).

[29] Όλες τις ξένες πηγές αναφέρει ο Κυρ. Σιμόπουλος, Πώς είδαν ο ξένοι την Ελλάδα του ’21, τ. Ε’ (1826-1829), 2η έκδ., Αθήνα, Στάχυ, 1999, σ. 25-35.

[30] Όλα τα ονόματα των Ελλήνων που έπεσαν κατά τη Έξοδο αναφέρει ο Χρήστος Ευαγγελάτος, Ιστορία του Μεσολογγίου, Αθήναι, Ρουμελιώτικες Εκδόσεις, 1959, ο. 383-386.

[31] Σιμόπουλος, ό.π., σ. 16-18.

[32] Βακαλόπουλος, ό.π., σ. 488.

[33] Βακαλόπουλος ό.π.

[34] Σπυρομήλιος, ό.π., σ. 112.

Read Full Post »

Αξιωματούχοι στην αυλή του Αλή Πασά, Αλεξάνδρα Πεταλά, «Μνήμων», τόμος 2 (1972), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού


 

Αλή Πασάς, ζωγραφική σε ελεφαντοδόντο, Jacob Ritter von Hartmann,1822.  Μητροπολιτικό Μουσείο, Νέα Υόρκη.

Αλή Πασάς, ζωγραφική σε ελεφαντοδόντο, Jacob Ritter von Hartmann,1822.
Μητροπολιτικό Μουσείο, Νέα Υόρκη.

Στην Οθωμανική αυτοκρατορία από τα μέσα του 18ου αιώνα αρχίζει να εκδηλώνεται επιτακτική η ανάγκη για ανάληψη από μέρους της Υψηλής Πύλης μεταρρυθμιστικών προσπαθειών, που έχουν σα σκοπό τη με­ταβολή της πολιτικής της στην αντιμετώπιση των εσωτερικών ζητημάτων του κράτους. Όμως οι μεταρρυθμιστικές αυτές προσπάθειες έχουν αμφί­βολα αποτελέσματα και παραμένουν στο στάδιο της απόπειρας. Έτσι, η άγνοια, ο δεσποτισμός και η αυταρχικότητα, που χαρακτήριζε τη δια­κυβέρνηση των περισσοτέρων σουλτάνων, η έλλειψη τάξεως και πει­θαρχίας, που επικρατούσε στο σώμα των γενιτσάρων, καθώς και η ανά­μειξή τους στα εσωτερικά πράγματα του κράτους και στα δυναστικά ζητήματα της διαδοχής, οδηγούν στην αποδιοργάνωση, τόσο των αυτο­νόμων, όσο και των διοικουμένων από το κέντρο επαρχιών και γενικά αναστατώνουν τον κρατικό μηχανισμό. Αντίθετα προς τη σύγχρονη απο­λυταρχική Ευρώπη, όπου τελικά η φεουδαρχική αριστοκρατία έχει πια υποταχθεί στη μοναρχική κεντρική εξουσία, στην Οθωμανική αυτοκρα­τορία η συγκεντρωτική εξουσία, ακολουθώντας μια αντίθετη τροχιά, αρ­χίζει να φθείρεται και το αποτέλεσμα της φθοράς αυτής εκδηλώνεται μέσα στο απέραντο κράτος με τάσεις αποσχίσεως των εντοπίων αρχόντων ή των επαρχιακών διοικητών.

Οι επαρχίες στη Β. Αφρική που εν μέρει αυτοδιοικούνται, όπως η Αλγερία, η Τυνησία, η Τριπολίτιδα, είναι σχεδόν ανεξάρτητες και κατ’ όνομα μόνο συνδέονται με την αυτοκρατορία, ενώ η Αίγυπτος, παλαιότερα στην ίδια κατάσταση, δείχνει στην περίοδο του Mohamet Ali υπο­ταγή αμφίβολη. Στις ευρωπαϊκές επαρχίες του Οθωμανικού κράτους εκδηλώνονται επίσης φυγόκεντρες ροπές και ισχυροί άνδρες, όπως ο Πασβάνογλου του Βιδινίου, οι Μπουσατλήδες (Bushatli) στη Σκόδρα, ο Ισμαήλ πασάς των Σερρών στρέφονται ενάντια στην κεντρική εξουσία και δημιουργούν ημιανεξάρτητα «δεσποτάτα». Ακριβώς κατά την περίοδο αυτή παρου­σιάζεται στο βαλκανικό χώρο κι’ ένα άλλο συναφές φαινόμενο.

Πολλοί από τους διοικητές βαλκανικών περιοχών, πασάδες, μπέηδες, αγιάνηδες (ayan), εξ αιτίας της εξασθενήσεως της κεντρικής εξουσίας και στην προσπάθειά τους να ισχυροποιηθούν, προσλαμβάνουν στην υπηρεσία τους Αλβανούς μισθοφόρους, που έτσι αρχίζουν να διεισδύουν στις πεδινές περιοχές.

Οι Αλβανοί, πλουτίζοντας από τις υπηρεσίες που έχουν προσ­φέρει, επιστρέφουν στην πατρίδα τους έχοντας βελτιώσει οικονομικά τη θέση τους , ενώ άλλοι απ’ αυτούς σκορπίζονται στα βουνά, συγκροτούν συμμορίες και χτυπούν χωρίς διάκριση Τούρκους κυρίαρχους και ντόπιους υπηκόους.

Ανάμεσα σ’ αυτούς τούς Αλβανούς, αρχικά ληστής και πολεμιστής ανεξάρτητος, στην υπηρεσία του σουλτάνου αργότερα, επαναστάτης τε­λικά ενάντια στην εξουσία της Πύλης και με βάσιμες προοπτικές για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους στην Αλβανία, ο Αλής Τεπελενλής αποτέλεσε το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα που δημιούργησαν η αναρχία, η αταξία και οι φυγόκεντρες ροπές στην Οθωμανική αυτοκρα­τορία.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Αλεξάνδρας Πεταλά πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:  Αξιωματούχοι στην αυλή του Αλή Πασά

 

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η Πελοπόννησος κατά την έβδομη δεκαετία του 15ου αιώνα: Η μαρτυρία των πηγών – Φωτεινή Β. Πέρρα. «Εκκλησιαστικός Φάρος», έκδοσις της Αφρικής, AlexandriaJohannesburg, 2012.


 

Μια από τις πλουσιότερες σε ιστορικό παρελθόν περιοχές του ελλαδικού χώρου, στενά συνδεδεμένη με την παρουσία ποικίλλων κυριάρχων κατά την εποχή του Μεσαίωνα αποτελεί η Πελοπόννησος, ο «τόπος του Μορέως» σύμφωνα με το ομώνυμο Χρονικό. Επαρχία της βυζαντινής αυτοκρατορίας την περίοδο της ακμής της τελευταίας, παρέμεινε στην κατοχή της ως το 1205, οπότε και πέρασε στην κυριαρχία των Φράγκων, οι οποίοι ίδρυσαν το πριγκιπάτο της Αχαΐας.

Παράσταση νίκης Οθωμανού σουλτάνου, Λαόνικος Χαλκοκονδύλης στο: L'histoire de la decadence de l'empire grec, et establissement de celuy des Turcs, par Chalcondile Athenien..., Parisien, Claude Sonnius, 1632.

Παράσταση νίκης Οθωμανού σουλτάνου, Λαόνικος Χαλκοκονδύλης στο: L’histoire de la decadence de l’empire grec, et establissement de celuy des Turcs, par Chalcondile Athenien…, Parisien, Claude Sonnius, 1632.

Από το 1348/49 η Πελοπόννησος πολιτικά μετατράπηκε σε Δεσποτάτο όταν ο Μανουήλ Καντακουζηνός ανέλαβε την εξουσία ως πρώτος Δεσπότης. Κατά τη διάρκεια του 14ου αιώνα, οι βυζαντινοί κύριοι της αρχικά του οίκου των Καντακουζηνών και στη συνέχεια της δυναστείας των Παλαιολόγων χρειάστηκε να έρθουν αντιμέτωποι με τις εισβολές Αλβανών και Τουρκομάνων μέχρι την ουσιαστική κατάλυση του Δεσποτάτου το 1460/61 περίοδο κατά την οποία κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς, με εξαίρεση τις περιοχές που βρίσκονταν υπό βενετική κυριαρχία δηλαδή, τη Μεθώνη, την Κορώνη, το Άργος και το Ναύπλιο. Οι ιστορικές τύχες της Πελοποννήσου κατά τις διάφορες φάσεις της από τον 13Ο αι. και έπειτα έχουν γίνει αντικείμενο ενδελεχούς έρευνας από πολλούς μελετητές, οι οποίοι μας έχουν δώσει σημαντικότατες συμβολές για τις κυριότερες φάσεις της μεσαιωνικής πελοποννησιακής ιστορίας ως το 1463, στις οποίες ήδη αναφερθήκαμε συνοπτικά.

Τη βυζαντινή παρουσία στην Πελοπόννησο διαδέχθηκε η περίοδος των Οθωμανικών εισβολών, τις οποίες πρόσφατα έχει περιγράψει και αναλύσει ο L. Kayapinar και οι οποίες σταδιακά οδήγησαν στην πλήρη επικράτηση των Οθωμανών στα πελοποννησιακά εδάφη. Οι γενικότερες εξελίξεις όμως στο χώρο της Μεσογείου που σχετίζονταν με τη διαπάλη μεταξύ της Βενετίας και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας για την κυριαρχία στην περιοχή, οδήγησαν την Πελοπόννησο σε νέες περιπέτειες πολεμικού περιεχομένου. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο αυτών δυνάμεων, ο οποίος σοβούσε, ήδη πολύ καιρό και κατέληξε στη μεταξύ τους σύγκρουση, επρόκειτο να έχει ως ένα από τα κύρια πεδία του το γεωγραφικό χώρο της Πελοποννήσου, όπου είχε σχεδόν παγιωθεί η οθωμανική παρουσία. Με αυτό τον τρόπο από το 1463 ο Μοριάς βρέθηκε στη δίνη του Α’ βενετο-οθωμανικού πολέμου (1463-1479) και οι κάτοικοί του θα βίωναν όλες τις φάσεις και τα δεινά του, ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία μεταξύ του 1463-1473.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Φωτεινής Πέρρα πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η Πελοπόννησος κατά την έβδομη δεκαετία του 15ου αιώνα- Η μαρτυρία των πηγών

Read Full Post »

Διάγγελμα του Σουλτάνου Αχμέτ Γ΄ για την κατάληψη του Ναυπλίου (12.11.1715)


 

Οι αρχές του 18ου αιώνα βρήκαν την Βενετία σε μία προχωρημένη κατάρρευση, σε μια τελευταία προσπάθειά της, επιτυγχάνει το 1686 να αποσπάσει από τους Τούρκους τον Μοριά και, στα 30χρόνια που κράτησε η κατοχή του, κατέβαλε κάθε προσπάθεια για την ανασύσταση ενός νέου Regno.

Η Τουρκία, η οποία δεν συγχώρησε ποτέ στη Βενετία ότι πριν 30χρόνια της είχε αποσπάσει τον Μοριά, και καλά πληροφορημένη για την κατάσταση του στρατού και του στόλου της, εξαπέλυσε στις 9.12.1714 εναντίον της μια στρατιά από 70.000 (κατ’ άλλους 100.000 και κατ’ άλλους 200.000) άνδρες, με ρητή εντολή να ανακαταληφθεί ο Μοριάς οπωσδήποτε.

 Η στρατιά, που προοριζόταν για την Πελοπόννησο, με επικεφαλής τον Αλή Νταμάτ Πασά, εμφανίστηκε στις αρχές Μαΐου του 1715 προ της Κορίνθου και σε χρονικό διάστημα 70 ημερών κατέλαβε όλο το Μοριά. Ανάμεσα στα καταληφθέντα τότε οχυρά είναι και το Παλαμήδι του Ναυπλίου.

 Το Παλαμήδι, εκ κατασκευής, εθεωρείτο απόρθητο αλλά όπως σημειώνει ο Agostino Sagredo (εκείνος, που αποπεράτωσε την οχύρωσή του) υπό δύο προϋποθέσεις: πρώτον, να γίνουν ορισμένες προσθήκες στο οχυρό «Τανάλια» (το ακραίο προς Ανατολάς, που παρουσίαζε κάποιες αδυ­ναμίες) και δεύτερον, οι υπερασπιστές του να θέλουν να πολεμήσουν. Φαίνε­ται, όμως, ότι στην περίπτωση αυτή, δεν έγινε ούτε το ένα ούτε το άλλο.

 Το Παλαμήδι και το Ναύπλιο το υποστήριζαν 1.200 (κατ’ άλλους 3.500) άνδρες, Σκλαβούνοι, Κροάτες, Αλβανοί, Ιταλοί, Έλληνες και ασφαλώς μερικοί Βενετσιάνοι. Στράτευμα με τέτοια πανσπερμία στρατιωτών και μάλιστα μισθοφόρων, ήταν φυσικό να μην έχει ούτε την αντοχή αλλά ούτε και την διάθεση για μια σθεναρή αντιμετώπιση ενός τόσο σοβαρού εχθρού. Οι διχόνοιες και οι προστριβές είχαν υποσκάψει την απαραίτητη ψυχική συνοχή πολύ πριν εμφανισθούν οι Τούρκοι στην πεδιάδα του Άργους. Αν σ’ αυτά προσθέσει κανείς και τον ελλιπή εφοδιασμό σε τρόφιμα και πυρομαχικά, δεν του μένει παρά να εκπλαγεί πως μπόρεσε να αντισταθεί έστω και εκείνες τις εννέα τραγικές ημέρες…

 

Το Διάγγελμα του Σουλτάνου Αχμέτ Γ΄[1] (12.11.1715)

Δια του οποίου αναγγέλλεται η κατάληψη του Μοριά.

Αριθ. 1867 [2]

«Αυτοκρατορικόν νικητήριον διάγγελμα»

 

«…Μετά την κατ’ αυτόν τον τρόπον κατάκτησιν και συνένωσιν εις τας κτήσεις της αυτοκρατορίας μου του φρουρίου τούτου της Κορίνθου, την υποταγήν όλης της περιφερείας, την εκκαθάρισίν της από τους εχθρούς της πίστεώς μας και τον διορισμόν της απαιτουμένης φρου­ράς, ετέθημεν εις κίνησιν και απεχωρήσαμεν εκ Κορίνθου προς την κατεύθυνσιν του Ναυπλίου (Anapoli).

Οι άπιστοι του φρουρίου Άργος (Arhos), κειμένου εις το μέσον της οδού και εις δίωρον περίπου απόστασιν από του Ναυπλίου, πληροφορηθέντες την είδησιν της θριαμβευτικής και μεγαλειώδους προελάσεως της εμποιούσης φρίκην και τρόμον, εξεκένωσαν το Βαρούσιον [3] του φρουρίου τούτου και εξηφανίσθησαν. Ούτω και το φρούριον τούτο προσετέθη άνευ μάχης και πολέμου εις τας κτήσεις της ενδόξου και θεοφρουρήτου αυτοκρατορίας μου.

Μετά ταύτα φθάσαντες κάτωθι του Ναυπλίου κατεσκηνώσαμεν αυτόθι. Το φρούριον τούτο, τυγχάνον η έδρα του Μορέως και αποσπασθέν προηγουμένως από των χειρών του Ισλάμ, είναι εν ισχυρότατον και στερεότατον φρούριον. Υψούται επί αποκρήμνου και λίαν οχυρού όρους, παρέμενε δε επί τριακονταετίαν εις την κατοχήν των κατατροπωθέντων και επάρατων απίστων. Περιβρέχεται από μεν των τριών πλευρών εκ θαλάσσης εκ δέ της άλλης πλευράς περιβάλλεται δια διπλής σειράς τάφρων και δυσβάτων παρόδων. Τα δε επί του υπερκειμένου τούτο υψηλού όρους, του ονομαζόμενου Παλαμήδι (Palamuta), υπάρχοντα επτά ισχυρότατα και οχυρότατα κανονιοστάσια (Tabya), λόγω της δυσχερέστατης εις αυτά αναβάσεως, του απροσίτου αυτών και της στερεότητός των, αποτελούν αυτά καθ’ εαυτά ιδιαίτερα ισχυρότατα φρούρια. Η έντεχνος αυτών κατασκευή και η θαυμάσια οχύρωσίς των προξενεί κατάπληξιν και προκαλεί τον θαυμασμόν του παρατηρητού, οι ελαυνόμενοι όμως υπό του θείου και χαρμόσυνου ζέφυρου της νίκης και εις τον μόνον Θεόν πιστεύοντες ανδρείοι μου αγωνισταί του ιερού αγώνος, μόλις ευρέθησαν προ αυτών οιστρηλατήθησαν υπό ενθέου ζήλου ενθουσιασμού και αναβρασμού.

 

Αχμέτ Γ΄ (1673–1736). Γιος του Σουλτάνου Μεχμέτ Δ' και της ελληνικής καταγωγής Ευμανίας Βορία. Ήταν ο 23ος Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τους χρόνους 1703-1730. Στη λιθογραφία (1714) βλέπουμε το Σουλτάνο Αχμέτ Γ΄ με εορταστικό ένδυμα την ημέρα του Μπαϊραμιού, πριν την έξοδό του από το ανάκτορο του Τοπ-καπί προς το τέμενος. Τον συνοδεύουν ένας Γενίτσαρος, ο Σιλαχντάρ Αγασί, υπεύθυνος για την παράδοση του επίσημου ξίφους εξουσίας στον Σουλτάνο, και πιθανότατα ο Αρχισταυλάρχης.

Αχμέτ Γ΄ (1673–1736). Γιος του Σουλτάνου Μεχμέτ Δ’ και της ελληνικής καταγωγής Ευμανίας Βορία. Ήταν ο 23ος Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τους χρόνους 1703-1730. Στη λιθογραφία (1714) βλέπουμε το Σουλτάνο Αχμέτ Γ΄ με εορταστικό ένδυμα την ημέρα του Μπαϊραμιού, πριν την έξοδό του από το ανάκτορο του Τοπ-καπί προς το τέμενος. Τον συνοδεύουν ένας Γενίτσαρος, ο Σιλαχντάρ Αγασί, υπεύθυνος για την παράδοση του επίσημου ξίφους εξουσίας στον Σουλτάνο, και πιθανότατα ο Αρχισταυλάρχης.

 

Θεωρηθέντος δε ευλόγου, όπως εκ δύο μερών λάβουν θέσεις εις τα οχυρώματα (meteriz), ο Αρχιστράτηγός μου, ο άξων πάσης ενεργείας και γενναιότητος, διήρεσε τον στρατόν εις δύο τμήματα, τακτοποιήσας και δώσας διαταγάς, ώστε το μεν εν τμήμα να λάβη θέσιν άνωθεν των οχυρωμάτων του Παλαμηδίου, το δε έτερον να λάβη θέσιν εις τα οχυρώματα τα ευρισκόμενα ακριβώς προ της πύλης του φρουρίου του Ναυπλίου. Παρώτρυνε δε ο Αρχιστράτηγος πάντας τους άνδρας αμφο­τέρων των τμημάτων, όπως καταβάλουν πάσαν προσπάθειαν και εξήγησεν εις αυτούς την σημασίαν του διεξαγόμενου δια την αγάπην του θεού και κατά των απίστων ιερού τούτου αγώνος. Καίτοι δε το μέρος εκ του οποίου θα ελαμβάνοντο αι εκ της πλευράς του Παλαμηδίου θέσεις ήτο λίαν βραχώδες και δεν ήτο νοητόν, ότι η τέχνη της αξίνης, των προσπαθειών και αυτών ακόμη των ανδρείων νικητών, θα ηδύνατο να διάνοιξη χώρον έστω και ενός βήματος επί του μέρους τούτου, εν τούτοις όμως οι γενναίοι στρατιώται και ανδρείοι αγωνισταί μου, παρακινούμενοι υπό της παρορμητικής και χαρμοσύνου εννοίας του αποφθέγματος «παν όπερ συμβήσεται ημίν γεγραμμένον εστί παρά του Υψίστου», εγκαρδιούντες και προτρέποντες οι μεν τους δε και αλληλοβοηθούμενοι, έκαστος επί ενός βράχου ήρξαντο πολεμούντες δια τηλεβόλων, τυφεκίων και λοιπών πολεμικών μηχανημάτων. Την επομένην ημέραν δι’ ακαλύπτου επιθέσεως και διά μιας και μόνης εφόδου κατέλαβον τρείς τον αριθμόν κανονιοστοιχίας.

Επειδή όμως η μεγάλη κανονιοστοιχία, επί της οποίας είχον συναθροισθή οι ευτελείς άπι­στοι ήτο η ισχυροτέρα και η πλέον οχυρά πασών και δεν ήτο δυνατόν να διανοιχθή ρήγμα τι εις τον τοίχον αυτής διά κατά μέτωπον εφόδου, ως εκ τούτου παριστάσης ανάγκης, όπως διανοιχθή υπόνομος τις υπ’ αυτήν, συνεπληρώθη και παρεσκευάσθη αύτη και ανετινάχθη την ογδόην ημέραν της πολιορκίας, οπότε επηλήθευσεν επί των επάρατων πολυθεϊστών το ρητόν «και επέστη η ημέρα καθ’ ην διασκορπισθέντες ούτοι ευρέθησαν υπό τους πόδας αυτών» (των αγωνι­στών του ιερού πολέμου). Μόλις δε ακόμη δεν είχε καταπαύσει ο ανυψωθείς κονιορτός και καπνός και δεν υπήρχεν ακόμη ενδειξίς τις, ότι απεσαφηνίσθη τελείως η κατάστασις, ούτε ήσαν γνωσταί αι λεπτομέρειαι του γεγονότος, οι γενναίοι άνδρες της ηρωικής αυτής προσπαθείας έχοντες υπ’ όψιν, ότι «η θρησκεία του Μωάμεθ είναι πάντοτε συνεπίκουρος των πολεμούντων και νικητών», ανήλθον, άλ­λοι μεν εκ του δημιουργηθέντος ρήγματος εις το μέρος εκείνο και άλλοι από τας ετοιμασθείσας κλίμακας επί της κανονιοστοιχίας ταύ­της. Εξορμήσαντες δε εκείθεν και περιζώσαντες τελείως τους ισχυρογνώμονας εχθρούς μετά των αρχηγών αυτών, άλλους με εξ αυτών διεπέρασαν δια των οξέων ξιφών των, άλλοι δε προς σωτηρίαν των κεφαλών και των ψυχών αυτών, μη έχοντες πλέον οχύρωμά τι ή καταφύγιον, ετράπησαν εις φυγήν. Οι γενναίοι όμως μαχηταί του ιερού πολέμου ξιφομαχούντες και με την κραυγήν «που το καταφύ­γιον» δεν έπαυσαν καταδιώκοντες αυτούς. Οι ούτως εις φυγήν τραπέντες εχθροί κατηυθύνθησαν μετ’ απελπιστικών κραυγών και επι­κλήσεων της πολυθεϊστικής αυτών θρησκείας προς το Κάτω Φρούριον του Ναυπλίου (Asagi Anapoli Kalesine), τρέχοντες αναμίξ και ατά­κτως, καθιστάμενοι ο στόχος των βλημάτων μας.

Εν τούτω τω μεταξύ οι έμπροσθεν της πύλης του κυρίως φρουρίου του Ναυπλίου έμπειροι και λεοντόθυμοι ήρωες της μάχης, λαβόντες θέσεις εις τα οχυρώματα και βλέποντες, ότι διενεργείται επίθεσις εκ των οχυρών του Παλαμηδίου και αισθανόμενοι εις τας φλέβας αυτών πάλλοντα τον ζήλον της φιλοτιμίας και αυτοί ομοίως γεγονυία τη φωνή και δι’ αρμονικών μελωδιών, αι οποίαι εδόνουν τους αιθέρας, επικαλούμενοι τον Ύψιστον και αναφωνούντες το προκαλούν θάρρος απόφθεγμα «εγώ είμι μετά του στρατού των νικητών», καίτοι ουδέν ρήγμα είχε διανοιχθή, όπως εισέλθουν εντός του φρουρίου, εντούτοις όμως με τα απαστράπτοντα και σπείροντα τον όλεθρον κατά του εχθρού εις τους ιερούς πολέμους ξίφη αυτών ανά χείρας, αναρριχούμενοι επί των τεσσάρων τειχών του φρουρίου και οιονεί επί των πτερύγων της νίκης ανυψούμενοι, εβοηθούντο οι πρώτοι ανερχόμενοι υπό των κάτωθεν αναρριχωμένων. Ο κάτωθεν και άνωθεν εξορμήσας τότε νικηφόρος στρατός δια των ευγλώττων αυτού ξιφών και λογχών εφορμήσας κατά των επαράτων και ευτελών απίστων και δια των γυμνών και νικηφόρων ξιφών, άλλων μεν εκ των εχθρών της πίστεως έχυσε τα οφειλόμενα αίματα και άλλους συνέλαβε και αλυσσοδεμένους εξηνδραπόδισεν. Ούτως εντός μιάς έως δύο ωρών τόσον αι κανονιοστοιχίαι του Παλαμηδίου όσον και αυτό τούτο το φρούριον του Ναυπλίου μετά των εκατόν εβδομήκοντα επτά αυτών τηλεβόλων, δεκαέξ ολμοβόλων και λοιπών μηχανημάτων και εργαλείων, απετέ­λεσαν την κορωνίδα των θριάμβων ημών…»

 

 Υποσημειώσεις


[1] Αχμέτ Γ΄(1673–1736). Γιος του Σουλτάνου Μεχμέτ Δ’ και της ελληνικής καταγωγής Ευμανίας Βορία (1642-1715), κόρης έλληνα κρητικού ιερωμένου της περιοχής του Ρεθύμνου που αιχμαλωτίσθηκε το 1645, γνωστής στην Υψηλή Πύλη ως Εμετουλάχ Ραμπιά Γκιουλνούς Σουλτάν.

[2] Νικ. Σ. Σταυριανίδου, Μεταφράσεις Τουρκικών εγγράφων αφορώντων εις την ιστορίαν της Κρήτης. Τόμος Γ’ Έγγραφα της περιόδου ετών 1694 – 1727, Ηράκλειον Κρήτης 1978, σ. 417.

[3] Βαρούσι. Τουρκ. λέξη varoj, που σημαίνει προάστιο. Ο περί την ακρόπολη μικροσυνοικισμός.

 

Τάκης Μαύρος

Παλαμήδι, Ιστορική Αναδρομή, Αθήνα, 1988.

 

Read Full Post »

Αντώνης Οικονόμου – Ένας ξεχασμένος ήρωας του ’21


 

Η ιστορική γνώση, η γνώση του παρελθόντος κάθε έθνους, είναι ασφαλής πηγή πληροφοριών, που οδηγούν σε συμπεράσματα χρήσιμα για τη χάραξη της μελλοντικής εθνικής πορείας. Η αντικειμενική καταγραφή του παρελθόντος είναι, βέβαια, αδύνατη. Συχνά, όμως, η διαστρέβλωση της ιστορικής πραγματικότητας δεν οφείλεται στην ανθρώπινη αδυναμία του ιστορικού, αλλά σε συνειδητή επιλογή, που στοχεύει στην εξυπηρέτηση συγκεκριμένων σκοπιμοτήτων. Έτσι, με τη μέθοδο της αποσιώπησης, της παρανόησης ή της διαστρέβλωσης, κρίσιμα ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα παρουσιάζονται αλλοιωμένα, ξένα από την πραγματική τους διάσταση ή αγνοούνται τελείως. Η ιστορία γίνεται μέσο ιδεολογικής προπαγάνδας. Από τη μοίρα αυτή δεν εξαιρεθήκαν ούτε οι κορυφαίες στιγμές της νεοελληνικής ιστορίας μας. Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς το γεγονός ότι οι παραδοσιακοί ιστορικοί της επανάστασης του 21 εξύμνησαν αφειδώς τον πατριάρχη Γρηγόριο και τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, το Μαυροκορδἀτο και τον Γκούρα, τους Μαυρομιχαλαίους, τους Δεληγιανναίους και γενικά τους προύχοντες του Μοριά, και τόσα άλλα πρόσωπα αμφίβολης τουλάχιστον προσφοράς στην υπόθεση του Ελληνικού ξεσηκωμού; Αφιέρωσαν βέβαια λίγες σελίδες και στον Παπαφλέσσα [1], τον Αθανάσιο Διάκο, τον Καραϊσκάκη, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και τόσους άλλους γνήσιους αγωνιστές που έπεσαν ηρωικά στα πεδία της μάχης. Ίσως γιατί αυτοί σκοτώθηκαν νωρίς. Αγνόησαν όμως ή υποβάθμισαν την προσφορά του Αντώνη Οικονόμου και του Λυκούργου Λογοθέτη ή συσκότισαν το θάνατο του Καραϊσκάκη και τη φυλάκιση του Κολοκοτρώνη, επιφύλαξαν τη μοίρα των ηττημένων σ’ όλους τους λαϊκούς αγωνιστές. Χρέος δικό μας η δικαίωση των αδικημένων, η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας.

Ένας αδικημένος και ξεχασμένος ήρωας του 21 είναι ο Υδραίος Καπετάνιος Αντώνης Οικονόμου, μια από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες του Εικοσιένα, που η επίσημη ιστοριογραφία [2] του 19ου αιώνα τον είχε καταδικάσει σε αφάνεια.

 

Αντώνης Οικονόμου, «ο Οικονόμος κηρύττει εν Ύδρα την ελευθερίαν». Έργο του Βαυαρού ζωγράφου Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess).

Αντώνης Οικονόμου, «ο Οικονόμος κηρύττει εν Ύδρα την ελευθερίαν». Έργο του Βαυαρού ζωγράφου Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess).

 

Γεννήθηκε και έδρασε στην Ύδρα στο τέλος του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Την εποχή αυτή η Ύδρα, που πριν από 150 περίπου χρόνια ήταν ένα χωριό δυστυχισμένων προσφύγων της Αττικής, της Μεγαρίδας, της Αργολίδας και της Εύβοιας, που ζούσαν πρωτόγονη ζωή σε άθλια καλύβια πάνω στο άγονο νησί, είχε γίνει η πλουσιότερη πόλη της Ελλάδας χάρη στη ναυτιλία της. Ενώ ως τις αρχές του 18ου αιώνα δεν είχαν παρά λίγα πλοιάρια, με τα οποία έκαναν κοντινές μεταφορές ή πειρατεία, από τα μέσα του ίδιου αιώνα σχημάτισαν μαζί με τα άλλα Ελληνικά νησιά (Σπέτσες, Ψαρά κλπ) το μεγάλο Ελληνικό εμπορικό στόλο, που κυριάρχησε στις μεταφορές του ανατολικομεσογειακού χώρου [3].

Η ανάπτυξη αυτή οφείλεται σε δύο κυρίως γεγονότα της διεθνούς συγκυρίας: Στη συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774), με την οποία η Ρωσία απέκτησε το δικαίωμα να υπερασπίζεται τους ορθόδοξους Χριστιανούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και οι Έλληνες ναυτικοί το δικαίωμα να ταξιδεύουν με ρωσική σημαία. Στη Γαλλική επανάσταση και τους πολέμους του Ναπολέοντα, στη διάρκεια των οποίων τα μεγάλα λιμάνια της Δύσης (Μασσαλία, Λιβόρνο, Γένοβα) είχαν αποκλεισθεί από τον Αγγλικό στόλο και άφησαν στην Ελληνική Εμπορική ναυτιλία το πεδίο ελεύθερο για δράση στην ανατολική Μεσόγειο. Οι Άγγλοι ήταν απασχολημένοι στον πόλεμο, οι Ολλανδοί δε ριψοκινδύνευαν, οι Γενοβέζοι και οι Βενετοί είχαν αποκλεισθεί και νεκρωθεί. Οι ριψοκίνδυνοι Υδραίοι, λοιπόν, εκμεταλλευόμενοι άλλοτε την προσωρινή απομάκρυνση των Αγγλικών πολεμικών και άλλοτε τη θαλασσοταραχή, που δεν επέτρεπε καταδιώξεις, κατόρθωναν να σπάζουν τον αποκλεισμό και να μεταφέρουν στους πεινασμένους των αποκλεισμένων λιμανιών σιτοφορτία από τον Εύξεινο, που πληρώνονταν με χρυσάφι. Είναι η περίοδος της μεγάλης ακμής της Ύδρας, που με τον εμπορικό της στόλο ενταγμένο στις υπηρεσίες της διεθνούς αγοράς, πέτυχε να συνδέσει τη Ρωσική παραγωγή με την Ευρωπαϊκή αγορά [4].

Η ανάπτυξη της εμπορικής ναυτιλίας ευκολύνθηκε και από λειτουργικούς παράγοντες: Το κεφάλαιο για την κατασκευή ή την αγορά του πλοίου σχηματιζόταν συνεταιρικά, κάθε πλοίο, δηλ. αποτελούσε μια εταιρεία. Με τον ίδιο τρόπο κάθε φορά, που ήταν να ταξιδέψει ένα πλοίο, συγκεντρωνόταν ένα εταιρικό κεφάλαιο (σερμαγιά) για την αγορά του εμπορεύματος. Για τα κέρδη, λοιπόν, είχαν ενδιαφέρον πολλοί άνθρωποι, που τα μοιράζονταν με το σύστημα των μεριδίων. Η διαφορά όμως στη διανομή των μεριδίων ήταν μεγάλη και, μοιραία, δημιουργήθηκαν τάξεις. Στην πρώτη ανήκαν οι μεγάλοι πλοιοκτήτες, οι πρόκριτοι, που λέγονταν νοικοκυραίοι, στη δεύτερη οι πλοίαρχοι, οι λεγόμενοι καραβοκύρηδες, και ακολουθούσε ο λαός, από τον οποίο προέρχονταν τα πληρώματα των πλοίων [5].

Οι πλοιοκτήτες ήταν βαθύπλουτοι. Είχαν χτίσει στο νησί αρχοντικά σπίτια με μεγαλοπρέπεια και εσωτερικό πλούτο μεγάρων. Τα έπιπλα, τα υφάσματα για τα φορέματα των γυναικών, τα κοσμήματα, τα σκεύη, τα είδη χρήσεως, τη διακόσμηση των αιθουσών και των σπιτιών τα έφερναν από τα καταστήματα πολυτελείας των μεγάλων ευρωπαϊκών λιμανιών. Οι πλοίαρχοι είχαν μεγάλη μερίδα από τα κέρδη και οι ναύτες ζούσαν άνετα. Φτώχεια στο νησί δεν υπήρχε.

Οι καραβοκυραίοι κάτοχοι του μεγάλου κεφαλαίου, κρατούσαν στα χέρια τους όλη την κοινοτική διοίκηση, που τους είχε παραχωρήσει ο Σουλτάνος και βρισκόταν κάτω από την προστασία τού Καπουδάν-πασά, ο οποίος ασκούσε τη γενική επίβλεψη των νησιών. Είχε διαμορφωθεί έτσι στην Ύδρα ένα αριστοκρατικό ολιγαρχικό πολίτευμα: Οι κεφαλαιούχοι εξέλεγαν δώδεκα «γέροντες», που αποτελούσαν το κοινοτικό συμβούλιο και χωρίζονταν σε τρία τετραμελή τμήματα[6]. Κάθε τμήμα διοικούσε το νησί επί τέσσερις μήνες και συνεδρίαζε καθημερινά για να λύσει τα ζητήματα σε συνεργασία με το διοικητή, που τον εξέλεγαν οι προεστοί του νησιού, αλλά τον διόριζε ο Καπουδάν-Πασάς. Πρώτος διοικητής ορίστηκε την 27 Δεκεμβρίου 18Ο2 ο Γεώργιος Βούλγαρης, πατέρας του μετέπειτα πολιτικού Δημ. Βούλγαρη, και μετά το θάνατό του, τον Αύγουστο του 1812, διορίστηκε ο Νικόλαος Κοκοβίλας [7].

 

Άποψη της Ύδρας στα τέλη του 18ου αιώνα. Castellan “Lettres sur la Morée”, Paris 1808.

Άποψη της Ύδρας στα τέλη του 18ου αιώνα. Castellan “Lettres sur la Morée”, Paris 1808.

 

Ο Αντώνης Οικονόμου «ων πλοίαρχος και καταστάσεως υδραϊκής μεσαίας»[8], πλοίαρχος δηλ. που προερχόταν από τη μεσαία τάξη του νησιού, ξεχώριζε ανάμεσα στους μικρούς καραβοκύρηδες, που διατηρούσαν γερούς δεσμούς με τα λαϊκά στρώματα, τους ναύτες και τους τεχνίτες. Φημιζόταν για την ευφυΐα του, τον ευθύ χαρακτήρα του και την παλικαριά του. Αψηφούσε τις μεγάλες φουρτούνες, γι’ αυτό και το τσούρμο τον αναγνώριζε ως σωστό θαλασσόλυκο. Είχε κατορθώσει να αποκτήσει και δικό του πλοίο.

Η μεγάλη ακμή όμως της Ύδρας, επειδή προήλθε από τη διεθνή συγκυρία, είχε προσωρινό χαρακτήρα. Η εμπορική ναυτιλία της, ταγμένη στην υπηρεσία των μεγάλων Ευρωπαϊκών συμφερόντων, γνώρισε βαθιά κρίση, όταν, με το τέλος του Ευρωπαϊκού πολέμου το 1815, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις δε χρειάζονταν πια τις υπηρεσίες της [9]. Οι πόλεμοι ευνοούν τη ναυτιλία: Μεγαλώνουν οι ανάγκες μεταφορών και εισαγωγών, υψώνονται τα ναύλα, αυξάνει ο αριθμός πλοίων, πλοιάρχων και ναυτών. Όταν οι συνθήκες ομαλοποιηθούν, τα λιμάνια γεμίζουν δεμένα πλοία και ναύτες άνεργους στην προκυμαία. Το ίδιο συνέβη και τότε στην Ύδρα [10]. Οι έκτακτες μεταφορές μειώθηκαν, άρχισαν να κινούνται στη Μεσόγειο και άλλες εμπορικές σημαίες, τα ταξίδια των υδραίικων καραβιών λιγόστεψαν. Το 1820 και στις αρχές του 1821 βρίσκονταν στην Ύδρα άνεργοι πολλοί πλοίαρχοι και ναύτες. Οι 28.000 περίπου κάτοικοι του νησιού [11], από τους οποίους οι δέκα χιλιάδες περίπου ήταν ναύτες, είτε Υδραίοι, είτε προερχόμενοι από άλλα νησιά, αλλά εγκατεστημένοι στην Ύδρα για να βρουν δουλειά, αντιμετώπιζαν οξύ οικονομικό και κοινωνικό πρόβλημα.

Ο Αντώνης Οικονόμου λίγους μήνες πριν από την έκρηξη της επανάστασης ταξιδεύοντας στη Μεσόγειο βρήκε μεγάλη φουρτούνα και έχασε το καράβι του, που αποτελούσε και όλη την περιουσία του, σε ναυάγιο κοντά στα Γάδειρα, έξω από το Γιβραλτάρ. Παλεύοντας ώρες με τα κύματα κατόρθωσε να γλιτώσει και γύρισε στην πατρίδα του. Χρήματα δεν είχε και, δραστήριος άνθρωπος καθώς ήταν, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, για να βρει πιστώσεις και να αποκτήσει νέο πλοίο, αντί να μείνει στην Ύδρα με τη μοίρα του καραβοτσακισμένου.

Στην Κωνσταντινούπολη τότε έβραζαν τα πράγματα της Φιλικής Εταιρείας. Ο Οικονόμου [12] από τις πρώτες μέρες που έφτασε εκεί γνώρισε τον Παπαφλέσσα. Νέος, πατριώτης και με θερμή ιδιοσυγκρασία καθώς ήταν, παραδόθηκε στο κήρυγμα του κινητήριου νου της προεπαναστατικής προετοιμασίας: «Ήρθε ο καιρός να φύγει ο Τούρκος. Η πατρίδα θα ξεσηκωθεί σε λίγο με όλες τις δυνάμεις της. Όλοι οι αρχηγοί της Πελοποννήσου, της Στερεάς, της Μολδοβλαχίας, των Σπετσών, οι Έλληνες του Εξωτερικού έχουν μυηθεί στο κίνημα». Και στο τέλος η γνωστή επωδός της προεπαναστατικής σειρήνας: Η ενίσχυση της Ρωσίας.

Ο Παπαφλέσσας ήξερε τι έκανε. Ο Οικονόμου δεν ήταν οποιοσδήποτε. Ήταν Υδραίος. Και η Ύδρα δεν ήταν μέχρι τότε θερμή για τους μυητές της Φιλικής Εταιρείας. Αρκετοί υδραίοι πλοίαρχοι, που περνούσαν από το Βόσπορο, είχαν μυηθεί, αλλά οι πρόκριτοι του νησιού ήταν δύσκολοι. Ζητούσαν εγγυήσεις για τη σοβαρότητα του κινήματος. Όταν ο Αναγνωσταράς πήγε στην Ύδρα, επικοινώνησε με το Λάζαρο Κουντουριώτη, τον κορυφαίο πρόκριτο του νησιού, αλλά δεν κατάφερε τίποτα. Ο Κουντουριώτης άκουσε τον Αναγνωσταρά με συγκίνηση, αλλά στο τέλος ζήτησε από το Μωραΐτη οπλαρχηγό έγγραφο του Καποδίστρια ή μια έγκυρη βεβαίωση ότι ο Καποδίστριας ήταν αρχηγός της Επαναστατικής Εταιρείας. Ο Αναγνωσταράς, που αγνοούσε και ο ίδιος την Αρχήν της Εταιρείας, δεν ήταν σε θέση να δώσει στον Κουντουριώτη τέτοια πληροφορία και έφυγε από την Ύδρα άπρακτος.

Οι ηγέτες της Φιλικής Εταιρείας έστειλαν στην Ύδρα τον Περραιβό, για να βολιδοσκοπήσει τους Κουντουριωταίους, αλλά ούτε αυτός μπόρεσε να αλλάξει τα φρονήματά τους. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης αναγκάστηκε να γράψει στο Λάζαρο Κουντουριώτη «…Φίλε, δεν είναι καιρός να επιμένεις εις τοσούτον βαθύν λήθαργον… Τι στέκεις λοιπόν, Ποιον άλλον καιρόν προσμένεις,…» [13]. Στις αρχές του Φλεβάρη του 1821 τους ξανάγραψε ο ‘Αθιμος Γαζής «…Έφθασεν ο καιρός δια να λάμψει πάλιν ο σταυρός και να λάβει πάλιν η Ελλάς, η δυστυχής πατρίς μας, την ελευθερίαν της… Ο καιρός ήλθεν και πρέπει να ανάψετε την λαμπάδα του πατριωτισμού… Σας παρακαλεί η πατρίς, φίλοι, ετοιμασθήτε. Ετοιμασθήτε».

Κανένας όμως δεν έφερε αποτέλεσμα. Οι Κουντουριωταίοι και οι άλλοι προύχοντες σκέφτονταν πιο πολύ το πετσί τους και τις κάσες τους με τα τάληρά τους [14]. Οι προεστοί δεν ήθελαν την αλλαγή, γιατί θα ήταν υποχρεωμένοι να κάνουν δαπάνες για τη μετατροπή των πλοίων τους σε πολεμικά, και μάλιστα για μια επιχείρηση επικίνδυνη και που δεν επρόκειτο να τους αποφέρει κέρδη [15]. Η έμφυτη ορμή του λαού όμως ζητούσε άμεση εξέγερση. Στους πεινασμένους και δυσαρεστημένους κάθε μεταβολή ήταν επιθυμητή, γι’ αυτό στο τέλος η δημοκρατική ανυπομονησία τσάκισε την απερισκεψία της αριστοκρατίας [16].

Μέσα σε τέτοιο κλίμα βρέθηκε ο Αντώνης Οικονόμου, όταν επέστρεψε από την Κωνσταντινούπολη στην Ύδρα φλεγόμενος από την ιδέα της επανάστασης και βρήκε πρόθυμα για προσηλυτισμό τα πνεύματα των πλοιάρχων και των ναυτών. Έδωσε τον επαναστατικό παλμό στην καρδιά του λαού της Ύδρας και οδήγησε την Ύδρα, τον δεξιό βραχίονα της Ελλάδας προς τη θάλασσα, πάνοπλη στον Αγώνα. Η δράση του είναι μια σημαντική σελίδα στην ιστορία του αγώνα. Ελληνική επανάσταση χωρίς τη συμβολή του πανίσχυρου υδραίικου ναυτικού ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία [17]. Ο μεγάλος υδραίικος στόλος δεν έσωσε μόνο τον ξεσηκωμένο Μοριά, αλλά έγινε βασικό στήριγμα του ναυτικού και του γενικού επαναστατικού αγώνα. Χωρίς την Ύδρα το Αιγαίο δε θα γινόταν Ελληνική λίμνη. Η τουρκική αρμάδα θα έκανε στενό αποκλεισμό και σε μικρό χρονικό διάστημα η επανάσταση στο Μοριά θα έσβηνε.

Χάρτης της Ύδρας σχεδιασμένος από τον γεωγράφο Αντώνιο Μηλιαράκη (19ος αιώνας)

Χάρτης της Ύδρας σχεδιασμένος από τον γεωγράφο Αντώνιο Μηλιαράκη (19ος αιώνας)

Αυτά φαίνεται σκεπτόταν ο Καπετάν Αντώνης, όταν κυκλοφόρησαν οι πρώτες ειδήσεις για την επανάσταση στην Πελοπόννησο, και άρχισε να στρατολογεί άνδρες κοινολογώντας ότι θα πάει μαζί τους στην Πελοπόννησο για να πάρει μέρος στον αγώνα. Οι πρόκριτοι της Ύδρας τον πίστεψαν και με τη σκέψη, ότι με αυτό τον τρόπο θα απαλλαγούν και από τον Οικονόμου και από τους ενοχλητικούς άνεργους ναύτες, δεν έφεραν δυσκολίες στη στρατολόγηση. Έτσι ο Οικονόμου κατόρθωσε να εξοπλίσει σώμα από 500 άνδρες. Στο μεταξύ οι πρόκριτοι όχι μόνο δεν είχαν σκοπό να συμπράξουν στον αγώνα, αλλά για να εμφανίσουν την Ύδρα αμέτοχη στην επανάσταση και να την απαλλάξουν από τον κίνδυνο αποβίβασης τουρκικού στρατού, έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη τους ναύτες, που υποχρεώνονταν να δίνουν κάθε χρόνο στον τούρκικο στόλο [18]. Τους ναύτες αυτούς τους περίμενε η σφαγή και ο πνιγμός στην Κωνσταντινούπολη, αλλά, ευτυχώς, όταν έφτασαν στα Δαρδανέλια, πληροφορήθηκαν τις σφαγές που έκαναν οι Τούρκοι στην Πόλη και πρόλαβαν να γυρίσουν πίσω και να σωθούν [19].

Τα επαναστατικά μηνύματα, λοιπόν, έφταναν στην Ύδρα το ένα μετά το άλλο. Μετά την Πελοπόννησο οι Σπέτσες και τα Ψαρά ρίχτηκαν στον αγώνα. Κάθε μέρα έφταναν στην Ύδρα απεσταλμένοι από διάφορα μέρη   της Πελοποννήσου και ζητούσαν να βγει και η Ύδρα στον αγώνα. Οι πρόκριτοι όμως εξακολουθούσαν να συνεδριάζουν καθημερινά στην Καγκελαρία περιμένοντας να πεισθούν για τη σοβαρότητα του κινήματος και μετά να αποφασίσουν για τη συμμετοχή τους στον Αγώνα [20]. Ο Οικονόμου ανυπομονούσε. Δεν του έφτανε όμως ο λαός, που ήταν ήδη μαζί του. Είχε ανάγκη από όλα τα πλοία και από χρήματα, για να τα κινήσει. Και τα πλοία και τα χρήματα βρίσκονταν στα χέρια των προκρίτων.

Όταν είδε ότι δεν υπήρχε πια καιρός για συσκέψεις και εγγυήσεις, αποφασισμένος να τελειώσει το γρηγορότερο έκανε το πραξικόπημα. Αφού συμφώνησε με τους πιο πολλούς καπεταναίους και με τους απεσταλμένους από το Μοριά Πέτρο Μαρκέζη και Γεώργιο Αγαλόπουλο, προχώρησε σε λαϊκό κίνημα. Τη νύχτα της 28ης Μαρτίου 1821 η μεγάλη καμπάνα της εκκλησίας κτύπησε δαιμονισμένα: Ήταν το επαναστατικό σύνθημα. Αμέσως η αγορά πλημμύρισε από τους ένοπλους, που είχε οργανώσει ο Οικονόμου για τη δήθεν εκστρατεία στην Πελοπόννησο, και τελάληδες όρμησαν στους δρόμους της Ύδρας φωνάζοντας: Στα άρματα, όλοι στα άρματα.

Καθώς μετά την πρώτη έκπληξη οι πολίτες κατέβαιναν προς την αγορά και ρωτούσαν τι τρέχει, πετάχτηκαν από την ταβέρνα του Κουτσογιάννη, που βρισκόταν στο κέντρο της αγοράς, ο Αντώνης Οικονόμου με το Γκίκα, γιο του πρόκριτου Θεόδ. Γκίκα, που ήταν αντίθετος με το συντηρητικό πατέρα τους και μετείχε στο κίνημα. Τους περικύκλωσαν αμέσως ένοπλοι και πολίτες, και τότε ο Οικονόμου ανέβηκε σ’ ένα πεζούλι και είπε [21]: «Τα αδέρφια μας οι Μοραΐτες πήραν τ’ άρματα και χτυπούν τους Τούρκους και εμείς σαπίζουμε εδώ ακίνητοι γιατί οι προεστοί μας δε θέλουν την επανάσταση. Δεν είναι ντροπή να μένουμε εδώ, ενώ άλλοι σκοτώνονται; Οι αρχόντοι δε θέλουν να κινηθούν γιατί φοβούνται τον πόλεμο. θέλουν την ησυχία τους. Όμως εμείς θαλασσομαχούντες μαζέψαμε τα πλούτη στις στέρνες τους. Είναι σωστό να προτιμούνται τα πλούτη από την ελευθερία;…»

«-Ζήτω η επανάσταση. Στα άρματα.» Φώναζαν αμέσως όλοι οι συγκεντρωμένοι. Ο λαός της Ύδρας ήταν ώριμος για την επανάσταση. Όταν μάλιστα είδαν μαζί με τον Οικονόμου και το γιο του τρανού προύχοντα Γκίκα, ενθουσιάστηκαν και σήκωσαν στα χέρια το αρχοντόπουλο. Το συγκεντρωμένο πλήθος διευθυνόμενο από ανθρώπους του Οικονόμου έτρεξε στην παραλία, όπου υπήρχαν σωροί καυσόξυλα για φόρτωση. Πήραν τα ξύλα για ρόπαλα και γυρνούσαν στους δρόμους φωνάζοντας «λευτεριά ή θάνατος», «κάτω τα τζάκια». Οι οργανωμένοι ένοπλοι του Οικονόμου όρμησαν στα αγκυροβολημένα πλοία, που ήταν άδεια από ναύτες την ώρα της εφόδου, και τα κατέλαβαν. Η νύχτα πέρασε με ταραχή, χωρίς όμως να χυθεί ούτε μια σταγόνα αίμα. Ανάμεσα στο λαό δεν υπήρχαν αντιφρονούντες. Οι πρόκριτοι, που την ώρα της εφόδου βρίσκονταν στην Καγκελαρία, κλείστηκαν έντρομοι στα σπίτια τους, αλλά κανείς δε σκέφτηκε να τους θίξει.

Την άλλη μέρα το πρωί τα πλοία είχαν καταληφθεί. Στους δρόμους κυκλοφορούσαν οπλοφόροι και ροπαλοφόροι κραυγάζοντας υπέρ της επανάστασης. Το μεσημέρι ο Οικονόμου όρμησε στην Καγκελαρία, καθαίρεσε δια βοής του λαού το διοικητή Νικόλαο Κοκοβίλα και ανέλαβε ο ίδιος την πολιτική, στρατιωτική και ναυτική διοίκηση του νησιού με την έγκριση του λαού. Ο λαοπρόβλητος πλέον ηγέτης έβγαλε αμέσως διαταγή να σχηματισθούν ένοπλες περιπολίες και απαγόρεψε τις αντεκδικήσεις και βιαιοπραγίες. Άρχισαν επίσης αμέσως να συντάσσονται κατάλογοι για τη στρατιωτική κατάταξη. Άλλοι κατατάσσονταν στο σώμα για δράση στη στεριά και άλλοι εγγράφονταν ναύτες.

Αλλά για να κινηθούν τα πλοία χρειάζονταν χρήματα. Οι εθελοντές στρατιώτες και ναύτες έπρεπε να πάρουν μισθοτροφοδοσία και μια που θα έφευγαν έπρεπε να δοθεί και κάποιο επίδομα στις οικογένειές τους. Χρήματα όμως δεν υπήρχαν. Στο ταμείο της Καγκελαρίας βρέθηκε ένα μικρό ποσό, που δεν έφτανε ούτε για ν’ αγοράσουν είκοσι οκάδες μπαρούτι. Δημόσιο ταμείο δεν υπήρχε. Τα λεφτά βρίσκονταν στις στέρνες των προκρίτων.

Ο Οικονόμου τότε έστειλε τετραμελή επιτροπή στους πρόκριτους, που άλλοι βρίσκονταν στον πύργο του Λάζαρου Κουντουριώτη και άλλοι στο μοναστήρι, μέσα στο Κάστρο, και ζήτησε να ανοίξουν τις κάσες τους και να καταβάλουν τα έξοδα της επιστράτευσης. Οι πρόκριτοι, που δεν είχαν αντιληφθεί ακόμα την έκταση του κινήματος και σκέπτονταν πώς θα αντιμετωπίσουν τις ταραχώδεις σκηνές της νύχτας και ποια απόφαση θα πάρουν τελικά για την επανάσταση, μόλις πληροφορήθηκαν την καθαίρεση του Κοκοβίλα και την ανάληψη της εξουσίας από τον επαναστάτη πλοίαρχο, βεβαιώθηκαν πως τα πλοία τους επιτάχτηκαν από το λαό και είδαν ότι είναι περικυκλωμένοι από ένοπλους, έστειλαν αναγκαστικά 30.000 τάληρα και έσπευσαν αμέσως να επιστρέψουν στα σπίτια τους «από τας οπισθίας εξόδους του οικήματος όπου συνεδρίαζαν [22]». Μα το ποσό αυτό ήταν λίγο και οι ένοπλοι κραύγαζαν απειλητικά έξω από τα σπίτια των πλουσίων προκρίτων: « – Θέλουμε και άλλα. Μην τα λυπάσθε. θα ξοδευτούν για την πατρίδα. Εμείς θαλασσοπνιγήκαμε τόσες φορές για να πλουτίσετε εσείς.»

Και έδωσαν και άλλα. Στις 31 του Μάρτη, μέσα σε τρεις μέρες δηλ., οι πλούσιοι καραβοκυραίοι άνοιξαν τις κάσες τους και συγκέντρωσαν 130.000 τάληρα. Το ποσό αυτό ήταν αρκετό για τις άμεσες ανάγκες του στόλου. Εξοπλίστηκαν αμέσως 92 μεγάλα πλοία και δόθηκαν σε κάθε ναύτη 8 τάληρα και από 50 τάληρα σε κάθε μια από τις οικογένειές τους.

Μετά απ’ αυτό τα πράγματα ηρέμησαν. Οι πρόκριτοι δε φάνηκαν διατεθειμένοι να αντιδράσουν κατά του Οικονόμου, ούτε κι εκείνος έδειξε εχθρική διάθεση εναντίον τους. Ζήτησε μάλιστα και τη σύμπραξη του Λάζαρου Κουντουριὡτη στη διοίκηση, αλλά ο υπερήφανος Υδραίος πρόκριτος με πληγωμένο τον εγωισμό του από το κίνημα αρνήθηκε. Δέχτηκε όμως να νομιμοποιήσει το νέο επαναστατικό καθεστώς και το αναγνώρισε με το παρακάτω έγγραφο της 31 Μαρτίου:

Δηλοποιεῖται διά τοῦ παρόντος κοινού ἐνσφραγίστου τε καί ἐνυπογράφου γράμματος, ότι συνελεύσεως κοινής γενομένης διά την καλήν σύστασιν της πατρίδος μας, ἐκρίναμεν άξιον διά ν’ άναδεχθή την φροντίδα της τοπικής διοικήσεως τόν τιμιὡτατον πατριὡτην μας κύριον καπετάν ‘Αντώνην Οἰκονόμου, τῷ ὁποίῳ δίδομεν πᾶσαν πληρεξουσιότητα εἰς τό νά διοικῇ μετά των κατά καιρόν συμψηφισθέντων προεστὡτων προκρίτων, κάτωθεν ύποσημειωμένων, τήν πολιτείαν τούτην, κρίνων και άνακρίνων πᾶσαν ἐπιτυχοῦσαν ύπόθεσιν πολιτικήν τε καί ἐμπορικήν.

‘Ο αναγορευθείς κοινή διοικητής κύριος καπετάν, Αντώνιος θέλει έχει μετ’ ἑαυτοῦ καί τέσσαρας ουμβούλους ἐκλεγομένους ὑπό αὐτοῦ. Οἱ μέν δύο θέλει ἔχουσιν είς πᾶσαν συνέλευσιν έλευθέραν τήν εἴσοδον καί τήν ψήφον ίσοδύναμον τοῖς κατά καιρόν προεστῶσι προκρίτοις. Οἱ δέ δύο μόνην τήν αύτοπρόσωπον παράστασιν πρός ήσυχίαν τοῦ λαού.

‘Ο ρηθείς διοικητής καπετάν Ἀντώνιος έχει άπόλυτον ἐξουσίαν, χρείας τυχούσης, νά ἐκστρατεύη διά ξηράς καί θαλάσσης, κατ’ άρέσκιαν, πᾶσαν άναγκαιοῦσαν δύναμιν, ἐπί κεφαλής τής όποίας δύναται ν’ άπέλθη καί ο ίδιος όψέποτε βουληθῇ. ‘Ημείς δέ οί κάτωθεν γεγραμμένοι προεστῶτες, οἱ φέροντες τό πρόσωπον τοῦ κοινού τούτου, ύποσχόμεθα ἑτοίμως και άναντιρρήτως προμηθεϋσαι τήν τοιαύτην δύναμιν καί τά έξοδα της τοιαύτης ἐκστρατείας.

‘Η άναγκαία κουστωδία τῆς πατρίδος θέλει νά είναι ὑπό τήν ἐξουσίαν του διοικητοϋ κυρίου καπετάν ‘Αντωνίου καί θέλει είναι είς χρέος δι’ αὐτῆς να διατηρήται ή εἰρήνη, διακαιοσύνη και καλή διαγωγή πάντων των κατοίκων, χωρίς να παραβλέπεται ή παραμικρά άταξία.

Οἱ κατά καιρόν προεστῶτες θέλουσιν είναι άνεξάρτητοι άπό τοϋ διοικητοϋ καπετάν ‘Αντωνίου. Ούτως ευχαριστήσει ήμῶν τελεία σινεφωνήθη, δι’ ό καί εἰς τήν περί τούτου ἔνδειξιν ύπογραψόμεθα αύτοχειρί πάντες. .

Ύδρα 31 Μαρτίου 1821

Οἱ κάτοικοι της Ύδρας

Ακολουθούσαν οι υπογραφές εξήντα επιφανών προκρίτων της Ύδρας [23], απ’ αυτούς που αποτελούσαν την ολιγαρχική παράταξη. Αξίζει να σημειωθεί ότι το έγγραφο αυτό έφερε την υπογραφή «οι κάτοικοι της Ύδρας» και όχι «οι πρόκριτοι της Ύδρας», όπως γινόταν ως τότε. Η αριστοκρατική ηγεσία φαινόταν να έχει καταργηθεί και να έχει αντικατασταθεί από ένα λαϊκό πολίτευμα, ψυχή και νους του οποίου ήταν ο Αντώνης Οικονόμου[24].

 

Αντώνης Οικονόμου – Ξυλογραφία του Α. Τάσσου (Αναστάσιος Αλεβίζος, 1914-1985). Δημοσιεύεται στο: Γιώργης Λαμπρινός, «Μορφές του εικοσιένα», Τοξότης, Αθήνα, 1956.

 

Ο Οικονόμου υπήρξε τότε ο μόνος αρχηγός στην Ελλάδα που διέθετε ολόκληρη τη δύναμη του τόπου του. Το χέρι του κρατούσε παντοδύναμο όπλο: Το πλήθος των χωρίς εργασία δευτερευόντων πλοιάρχων και τους 10.000 άνεργους ναύτες, για τους οποίους «η κατάοχεσις της χρηματικής περιουσίας των εκπεσόντων προκρίτων θα ήταν η πλέον ευχάριστος πράξις [25]». Κύριος της Ύδρας, του στόλου και του πλούτου της, μπορούσε, στην αρχή τουλάχιστον του αγώνα, να γίνει και κύριος της κατάστασης σε ολόκληρη την Ελλάδα. Ενώ όλοι αγωνιούσαν για την έξοδο της Ύδρας στον αγώνα, χωρίς την οποία ήταν χαμένοι, δεν είχε παρά να ζητήσει έναν αντιπρόσωπο από κάθε μεγάλη επαρχία και να σχηματίσει προσωρινή ελληνική κυβέρνηση υπό την εξουσία του. Δεν θα ήταν αναγκασμένος να καταλύσει άλλη ελληνική αρχή, αφού τέτοια δεν υπήρχε. Και ολόκληρη η Ελλάδα θα υπάκουε, γιατί είχε ανάγκη το στόλο. Αλλά ο Οικονόμου δε σκέφτηκε κάτι τέτοιο, γιατί δεν είχε ούτε τις φιλοδοξίες, ούτε την ιδιοσυγκρασία δικτάτορα. Ήταν ένας αγνός ιδεολόγος και τολμηρός πατριώτης.

Οι πρόκριτοι αμέσως μετά την κατάληψη της εξουσίας επιχείρησαν να φύγουν κρυφά στη Ζάκυνθο, γιατί δεν ανέχονταν να μένουν υπό τον Οικονόμου, έναν απλό πλοίαρχο. Και εκείνος, αντί να τους αφήσει να φύγουν και να απαλλαγεί απ’ αυτούς, τους εμπόδισε. Αναγνώριζε ότι ο αγώνας είχε ανάγκη απ’ όλες τις δυνάμεις του Γένους και δεν αρνιόταν στους πρόκριτους τον πατριωτισμό, παρόλο που περίμενε την αντίδρασή τους και γνώριζε ότι δεν ήταν φίλοι του. Το κατάλαβε όταν ο Λάζαρος Κουντουριώτης αρνήθηκε να μετάσχει στη διοίκηση.

Για να εξασφαλίσει την εξουσία του ο Οικονόμου επιχείρησε να αντικαταστήσει τους πλοιάρχους των πλοίων, που ήταν αφοσιωμένοι στους πρόκριτους, με ανθρώπους της προσωπικής του εμπιστοσύνης. Συνάντησε όμως την αντίδραση των πλοιοκτητών και των πλοιάρχων [26]. Τότε, αντί να επιβάλει τη θέλησή του με τη βία σε ανθρώπους, που η εχθρότητά τους δε θα μειωνόταν, όσο φιλικά και αν τους φερόταν, αναγνώρισε το δίκιο τους και άφησε στους πλοιοκτήτες το δικαίωμα να έχουν στα πλοία τους δικούς τους ανθρώπους, αντί να κηρύξει το στόλο εθνικό και κτήμα του Αγώνα. Αν εγκαθιστούσε δικούς του πλοιάρχους, η εξουσία του θα ήταν στερεωμένη. Μπορούσε να φύγει σε εκστρατεία και να είναι βέβαιος ότι οι πρόκριτοι δε θα είχαν τη δύναμη να κάνουν το παραμικρό εναντίον του. Γιατί δύναμη της Ύδρας ήταν τα πλοία της. Και οι εχθροί του θα ήταν αφοπλισμένοι.

Αλλά ο Οικονόμου δε σκεπτόταν τίποτα άλλο, παρά μόνο πώς θα υπηρετήσει την πατρίδα. Του χρειάστηκαν 15 ημέρες για να ετοιμάσει τα πλοία και στις 16 Απρίλη 1821, Σάββατο της Διακαινησίμου, συγκεντρώθηκαν οι Υδραίοι όλων των τάξεων, έγινε δοξολογία και δέηση υπέρ του αγώνα και, ενώ από τα πλοία ερρίπτοντο κανονιοβολισμοί, υψώθηκε στο διοικητήριο η επαναστατική σημαία και η Ύδρα μπήκε επίσημα στον αγώνα Συντάχτηκε ταυτόχρονα το παρακάτω έγγραφο, που αποτελεί την πρώτη επαναστατική πράξη της Ύδρας, και με το οποίο αναγνωρίζονταν αρχηγός του Υδραίικου στόλου ο Ιάκωβος Τομπάζης:

 

Εν ονόματι του Θεού Παντοκράτορος.

Το Ελληνικόν Έθνος, βεβαρημἐνον πλέον ν’ αναστενάζη υπό τον σκληρόν ζυγόν, υπό του οποίου τέσσαρας περίπου αιώνας καταθλίβεται επονειδιστικώς, τρέχει με γενικήν και ομόφωνον ορμήν ή εις τα όπλα, δια να κατασυντρίψη τας βαρείας αλύσους, τας υπό των βαρβάρων Μωαμεθανών περιτεθείσας εις αυτό. Το ιερόν όνομα της Ελευθερίας αντηχεί εις όλα τα μέρη της Ελλάδος και πάσα ελληνική καρδία αναφλἐγεται από την επιθυμίαν του να επαναλάβη το ιτολύτιμον τούτο δώρον του Θεού, ή ν’ απολεσθή εις τον   υπέρ τούτου αγώνα.

Οι κάτοικοι της νήσου Ύδρας δέν θέλουσι μένει ολιγώτερον πρόθυμοι εις τον ευγενή τούτον αγώνα. Αλλά καταφρονούντες πάντα κίνδυνον, δια να καταστρέψουν τους τυράννους των, θέλουν μεταχειρισθή τούτο το μόνον μέσον, το οποίον η φύσις της τοπικής αυτών θέσεως δίδει εις αυτούς προς τον σκοπόν τούτον.

Ημείς οι προύχοντες, οι συγκροτούντες την διοίκησιν της νήσου ταύτης, επιτρέπομεν εις τον καπετάν-Γιακουμάκην Νικολάου Τομπάζην, του πλοίου ο Θεμιστοκλής, το οποίον έχει κανόνια δεκαέξ, και άλλα πολεμικά ξύλα υπό την ελληνικήν σημαίαν, να υπάγη μετά του πλοίου τούτου όπου ήθελε κρίνει ωφέλιμον και αναγκαίον εις τον κοινόν αγώνα και να ενεργή κατά των οθωμανικών δυνάμεων ξηράς τε και θαλάσσης παν ό,τι συγχωρείται εις νόμιμον πόλεμον, έως ου η ελευθερία και ανεξαρτησία του Ελληνικού Γένους ν’ αποκατασταθή με στερέωσιν.

Παρακαλούμεν τους άρχοντας των θαλασσίων και ηπειρωτικὡν δυνάμεων πασών των ευρωπαϊκών εξουσιών όχι μόνον να μην επιφέρωσι κανένα εμπόδιον εις το πλοίον τούτο και εις τας ενεργείας της αποστολής αυτού, αλλά και να προσφέρωσι πάσαν βοήθειαν και υπεράσπισιν συγχωρημένην από την ουδετερότητα αυτών. Τούτο ελπίζομεν εκ μέρους της γενναιότητος των πολιτισμένων εθνών. Και ήθελεν είσθαι ύβρις προς αυτούς εάν αμφιβάλλωμεν καν μίαν στιγμήν περί της προθύμου αυτών ευνοίας εις τούτον τον αγώνα μας, όστις γίνεται υπέρ των δικαιωμάτων της ανθρωπότητος.

Οι απόγονοι των ενδόξων εκείνων ανδρών, οίτινες ετίμησαν το ανθρώπινον γένος με τας υψηλάς αυτών αρετάς και εφώτισαν τον κόσμον, μάχονται υπέρ της ελευθερίας εναντίον εις τους τυράννους των, βαρβάρους απογόνους του βαρβάρου Οσμάνου, τους εξολοθρευτάς των επιστημών και τεχνών, και εχθρούς της ιεράς θρησκείας του Ιησού Χριστού. Τις θέλει .είσθαί ποτέ την περίστασίν μας, ή να μη εύχεται υπέρ ημών;

Εξεδόθη εις την Καγκελαρίαν της νήσου Ύδρας τη 16 Απριλίου 1821

Οι κάτοικοι της Νήσου Ύδρας

 

Την ημέρα αυτή ο Αντώνης Οικονόμου είχε πραγματοποιήσει το μεγάλο του σκοπό. Έδωσε την Ύδρα στον Αγώνα. Αλλά και οι πρόκριτοι εξετέλεσαν το καθήκον τους, έστω και αναγκαστικά. Στην προσπάθειά τους να υπερκεράσουν τώρα τον Οικονόμου πρόσφεραν πρόθυμα την ημέρα που κηρύχτηκε η επανάσταση νέα ποσά για την κίνηση του στόλου και έτσι η δημοτικότητά τους άρχισε να αποκαθίσταται. Και βέβαια ούτε ώρα δεν έπαψαν να συνωμοτούν.

Από την ημέρα εκείνη ο Οικονόμου δεν είχε παρά δυο δρόμους, αν ήθελε να τελειώσει την αποστολή του: Ή έπρεπε να παραιτηθεί από τη διοίκηση και να αρκεστεί στη δόξα ότι έβγαλε την Ύδρα στον αγώνα, ή όφειλε να πάρει ριζικά μέτρα για να στερεώσει την κυριαρχία του στην Ύδρα [27], να μεταβληθεί δηλ. σε πραγματικό δικτάτορα, αδυσώπητο και σκληρό προς τους αντιπάλους του. Αλλά δεν έκανε ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στην υπηρεσία της επανάστασης και ασχολείτο συνεχώς με τις ανάγκες του στόλου. Και οι πρόκριτοι, που ο εγωισμός τους δεν μπορούσε να ανεχθεί έναν δημαγωγό, όπως τον αποκαλούσαν, με συστηματικές ενέργειες κατόρθωσαν να κλονίσουν τη θέση του [28].

Στις 18 Απρίλη απηύθυνε προκήρυξη στα νησιά του Αιγαίου και καλούσε τους άλλους νησιώτες να επαναστατήσουν. Παρόμοια προκήρυξη απηύθυνε στους καθολικούς κατοίκους των Κυκλάδων, που αντιδρούσαν. Την επόμενη μέρα, 19 Απρίλη, σαν υπεύθυνος ευρωπαίος ναυτικός αρχηγός όριζε με διαταγή στους Έλληνες πλοιάρχους να σέβονται τις ουδέτερες σημαίες, να μην προκαλούν δυσαρέσκεια στους ευρωπαίους πλοιάρχους, να μην ενεργούν αδικαιολόγητες νηοψίες με τη βία, και γενικά να σέβονται τους όρους του διεθνούς δικαίου. Με το μέτρο αυτό ήθελε να περιορίσει τις πειρατικές διαθέσεις των Ελλήνων και να εμφανίσει νομιμόφρονα την ελληνική επανάσταση απέναντι στα ευρωπαϊκά κράτη [29].

Η ενέργεια αυτή του Οικονόμου δυσαρέστησε τους έλληνες ναύτες – οπαδούς του. Με τόσους αιώνες αναρχία στη θάλασσα είχαν αποκτήσει πειρατικές συνήθειες, που δεν μπορούσαν να κοπούν με ένα διάταγμα. Οι πρόκριτοι για να κερδίσουν τη συμπάθεια των ναυτών και να απομονώσουν τον Οικονόμου προπαγάνδιζαν ότι οι Τούρκοι πρέπει να περνούν από μαχαίρι χωρίς έλεος και ότι οι ναύτες που θαλασσοπνίγονται πρέπει να μοιράζονται τη λεία από τα τουρκικά πλοία [30]. Έτσι μετά από λίγες μέρες δυο υδραίικα καράβια κυρίευσαν ένα τούρκικο πλοίο, που μετέφερε τον πατριάρχη των Μουσουλμάνων και άλλους Τούρκους στη Μέκκα για προσκύνημα, τους έσφαξαν όλους με άγριο τρόπο πάνω στο κατάστρωμα [31] και επιστρέφοντας στην Ύδρα ήθελαν να οικειοποιηθούν και τα λάφυρα, που πήραν παραβιάζοντας όχι μόνο τη διαταγή του Οικονόμου, αλλά και τον παλαιότερο κανονισμό περί διανομής της λείας. Οι πρόκριτοι ζήτησαν από τον Οικονόμου να εφαρμόσει τον κανονισμό, αλλά όταν εκείνος ζήτησε να παραδοθεί η λεία για διανομή, οι ναύτες δεν υπάκουσαν, τον έβρισαν και τον απείλησαν. Έθιγε άγραφα δικαιώματα εκείνων που πριν από λίγο τον είχαν αποθεώσει. Οι πρόκριτοι πήραν το μέρος των ναυτών, για να τους αποσπάσουν από το κόμμα του Οικονόμου και έτσι έγιναν δημοφιλείς και απέκτησαν και πάλι δύναμη.

Ο Οικονόμου, λοιπόν, βρέθηκε απογυμνωμένος από το λαό. Δεν απέμειναν παρά ελάχιστοι πιστοί κοντά του. Η ώρα του τέλους έφτανε. Οι πρόκριτοι έφερναν εμπόδια σε κάθε πράξη του και εκείνος, όταν κατάλαβε ότι δεν υπήρχε ελπίδα συμβιβασμό μαζί τους, άρχισε να φέρεται προκλητικά και απότομα. Κρατούσε μάλιστα κοντά του και τον Καλοδήμα, που την ημέρα του γάμου του Λάζαρου Κουντουριώτη είχε φονεύσει τον πατέρα του μέσα στην εκκλησία [32]. Οι συνωμοτικές ενέργειες των προκρίτων προχωρούσαν και, όταν παρουσιάστηκε η κατάλληλη ευκαιρία, γκρέμισαν τον Οικονόμου από την εξουσία.

Στις 12 Μάη 1821, όταν έλειπε από το λιμάνι ο στόλος με τους πιο πολλούς από τους οπαδούς του Οικονόμου, οι πρόκριτοι οργάνωσαν επιχείρηση για τη θανάτωσή του. Την εκτέλεση ανέλαβαν οι πλοίαρχοι Λάζαρος Παναγιώτας και Θεόφιλος Δρένιας μαζί με τον Αντώνη Κριεζή και δέκα ένοπλους, που όρμησαν στο Διοικητήριο, όπου βρισκόταν ο Οικονόμου με το γιο του, τον Καλοδήμα και δώδεκα σωματοφύλακες. Ο Οικονόμου, που κατάλαβε το σκοπό τους, πυροβόλησε πρώτος το Δρένια, αλλά αστόχησε. Τον πέτυχε όμως ο γιος του Οικονόμου και τον έριξε νεκρό. Ο Παναγιώτας τραυμάτισε τον Καλοδήμα, αλλά τραυματίστηκε κι αυτός από τους σωματοφύλακες [33] του Οικονόμου. Στο μεταξύ έφτασαν και άλλοι άνθρωποι του Κριεζή και ο Οικονόμου απομονωμένος κλείστηκε στο Διοικητήριο και άρχισε να καλεί σε βοήθεια από το παράθυρο. Έτρεξαν μερικοί να τον υπερασπίσουν και η συμπλοκή γενικεύτηκε.

Οι επιτιθέμενοι άρχισαν να πυροβολούν προς το διοικητήριο από τα διπλανά σπίτια του Βούλγαρη, του Μανώλη Τομπάζη, του Αναστάση Κριεζή και από τον ταρσανά, ενώ ο Γεώργιος Σαχτούρης και οι πλοίαρχοι άρχισαν να κανονιοβολούν το διοικητήριο από τα πλοία τους. Ο Οικονόμου βλέποντας τον κίνδυνο κατόρθωσε να διαφύγει από την πίσω πόρτα του διοικητηρίου και έτρεξε προς την ακτή καταδιωκόμενος από τον Κριεζή και τους ανθρώπους του. Έφτασε στη θέση Καμίνι, πήρε μια ψαρόβαρκα με λίγους δικούς του, ανέβηκε στη γολέττα του Τομπάζη, που βρισκόταν εκεί χωρίς ναύτες, και απέπλευσε για να διαφύγει. Τον καταδίωξαν όμως με άλλο πλοίο και κινδυνεύοντας αποβιβάστηκε στον Γιαλαμιδά, στα δυτικά του νησιού, και έτρεξε στα υψώματα, αλλά κυκλώθηκε από τους αντιπάλους του και αναγκάστηκε να παραδοθεί.

Τον επιβίβασαν αμέσως σε μια βάρκα με 10 ναύτες, για να τον μεταφέρουν στην απέναντι ακτή της Πελοποννήσου και να τον θανατώσουν. Μεταξύ όμως των 10 ναυτών έτυχαν μερικοί συγγενείς του Οικονόμου, που απαίτησαν από τους άλλους να τον αφήσουν ελεύθερο [34]. Έτσι ο Αντώνης Οικονόμου σώθηκε και κατέφυγε στο Κρανίδι μαινόμενος κατά των συμπατριωτών του και φοβερίζοντας ότι θα επιστρέψει στην Ύδρα για να εκδικηθεί. Οι Κρανιδιώτες τον φιλοξένησαν, γιατί τον σέβονταν και τον θαύμαζαν.

Τότε όμως έφτασε στην Ύδρα ο Σωτήρης Θεοχαρόπουλος από την Πάτρα και ο Ναθαναήλ, ηγούμενος στο Μοναστήρι του Φονιά, για να ζητήσουν ναυτική υποστήριξη από τους Υδραίους για τον αποκλεισμό της Πάτρας, γιατί ο άγγλος πρόξενος των Πατρών, Γκρην, εφοδίαζε από τη Ζάκυνθο τους αποκλεισμένους Τούρκους. Οι πρόκριτοι τότε δε δίστασαν να εκβιάσουν την κατάσταση. Απάντησαν ότι όσο ο Οικονόμου βρίσκεται στην απέναντι ακτή της Πελοποννήσου «οχλαγωγών και απειλών [35]» δεν εγκρίνουν να απομακρυνθούν τα πλοία τους από το νησί, γιατί κινδυνεύουν. Ζήτησαν μάλιστα από το Θεοχαρόπουλο να συλλάβει και να φυλακίσει τον Οικονόμου, για να ησυχάσει το νησί, και τότε θα βοηθήσουν την επανάσταση. Οι Κρανιδιώτες, που είχαν αρνηθεί να απομακρύνουν τον Οικονόμου ή να τον παραδώσουν στους Πρόκριτους, πείστηκαν να τον παραδώσουν στο Θεοχαρόπουλο, ο οποίος τον μετέφερε και τον φυλάκισε στον μοναστήρι της Άγιας Βαρβάρας, στις Κλουκίνες Καλαβρύτων [36], όπου έμεινε απομονωμένος με λίγους συντρόφους του, υπό την προσωπική ευθύνη του Θεοχαρόπουλου υπενάντιο στους Υδραίους πρόκριτους.

Οι παλιοί συνεργάτες του Οικονόμου Γκίκας Θ. Γκίκας και Πέτρος Μαρκέζης διέφυγαν από την Ύδρα και με 300 οπαδούς τους, πήγαν στο στρατόπεδο των Τρικόρφων, όπου έγιναν δεκτοί από τον Κολοκοτρώνη και πήραν μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Ο Γεώργιος Αγαλλόπουλος πήγε στο Μυστρά και έφτιαξε δικό του σώμα. Άλλοι οπαδοί του Οικονόμου αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Ύδρα και διασκορπίστηκαν σε διάφορα σώματα, που δρούσαν στην Ανατολική Πελοπόννησο. Ο Γκίκας Θ. Γκίκας μάλιστα έστελνε από τα Τρίκορφα γράμματα στους Πρόκριτους της Ύδρας, τους αποκαλούσε «ασπρολάτρας», δούλους του χρήματος δηλαδή, και «απόγονους του Ιούδα [37] και τους απειλούσε ότι θα εκστρατεύσει εναντίον τους με τον Κολοκοτρώνη και 10.000 άνδρες, αν δεν του στείλουν πολεμοφόδια που ζητούσε. Τη συνένωση και εκδίκηση όλων αυτών των ένοπλων Υδραίων υπό τον Οικονόμου φοβούνταν πάντα οι Πρόκριτοι του νησιού.

Στο μεταξύ ο Οικονόμου δεν άντεξε την απομόνωση στην Αγία Βαρβάρα. Έφυγε με τους κρατούμενους εκεί συντρόφους του και πήγε στο μοναστήρι του Φονιά, στο Φενεό, όπου ήταν ηγούμενος ο Ναθαναήλ, προς τον οποίο είχε κάποια εμπιστοσύνη. Όταν έμαθε τη δραπέτευσή του ο Θεοχαρόπουλος, που είχε δώσει το λόγο του στους Υδραίους πρόκριτους για την ασφαλή κράτησή του, έσπευσε με σώμα ενόπλων αποφασισμένος να τον επαναφέρει στην Αγία Βαρβάρα ή να τον σκοτώσει. Αλλά ο Οικονόμου έκλεισε την πύλη του μοναστηριού, τοποθέτησε τους άνδρες του στα τείχη της μονής και απείλησε ότι θα πυρπολήσει το μοναστήρι. Επενέβησαν τότε οι μοναχοί και έπεισαν το Θεοχαρόπουλο να αποχωρήσει με την υπόσχεση ότι αναλαμβάνουν αυτοί την προσωπική ευθύνη για την κράτηση του Οικονόμου, ο οποίος τους έδωσε το λόγο της τιμής του, ότι δε θα φύγει από το μοναστήρι μέχρι την άλωση της Τριπολιτσάς.

Έτσι ο Οικονόμου παρέμεινε στο μοναστήρι του Φονιά, από όπου επικοινωνούσε και αλληλογραφούσε με τους φίλους του. Ο μεγαλύτερος γιος του, που έμενε μαζί του τον περισσότερο καιρό και συχνά πήγαινε στην Τριπολιτσά, και οι συγγενείς του, που πηγαινοέρχονταν και τον έβλεπαν, τον πληροφορούσαν για τα διαδραματιζόμενα στην Ύδρα και τις επιτυχίες της επανάστασης. Όλες αυτές οι πληροφορίες ηλέκτριζαν τον ατίθασο Υδραίο, που δεν ήταν δυνατόν να ησυχάσει.

Μετά την άλωση της Τριπολιτσάς κινήθηκαν από όλες τις πλευρές οι διαδικασίες για τη συγκρότηση της Α’ Εθνοσυνέλευσης. Οι αντιπρόσωποι όλων των επαρχιών συγκεντρώθηκαν στο Άργος, όπου μάλιστα στις 14 Δεκεμβρίου 1821 έγινε η έναρξη των εργασιών της Συνέλευσης με ένα είδος τελετής στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη. Ο Ν. Βάμβας εκφώνησε τον εναρκτήριο λόγο και οι πληρεξούσιοι ορκίστηκαν κατόπιν πίστη στην πατρίδα. Ο Οικονόμου αποφάσισε τότε να πάει στο Άργος με σκοπό να καταγγείλει τους Κουντουριωταίους και τους άλλους πρόκριτους της Ύδρας ότι καταλάβανε πραξικοπηματικά την εξουσία και ότι αυτός ήταν ο πραγματικός ηγέτης της πλειοψηφίας του λαού της Ύδρας [39]. Κατόρθωσε να εξοπλίσει Υδραίους συντρόφους του που ήταν μαζί του, έστειλε με το γιο του γράμμα στον Κολοκοτρώνη, με το οποίο τον ειδοποιούσε ότι έρχεται στο Άργος, έφυγε έφιππος με τους άνδρες του φέροντας και σημαία, που είχε φτιάξει στο μοναστήρι, και έφτασε στον Άγιο Γεώργιο Κορινθίας, μετόχι της μονής του Φονιά, όπου στάθμευσε.

Τη φυγή του Οικονόμου, όμως, πληροφορήθηκαν και οι πληρεξούσιοι των προκρίτων που βρίσκονταν στο Άργος. Ο εκτελών χρέη ηγουμένου στο μοναστήρι του Φονιά, Σαμουήλ, έστειλε αμέσως με έφιππο επιστολή στον ηγούμενο Ναθαναήλ, που βρισκόταν στο Άργος για τη συνέλευση, και του ανάγγειλε ότι ο κρατούμενος Υδραίος αρχηγός έφυγε με ένοπλο σώμα χωρίς να μπορέσουν να τον εμποδίσουν οι μοναχοί. Ο Ναθαναήλ, που είχε εγγυηθεί προσωπικά για την κράτηση του Οικονόμου στο μοναστήρι του Φονιά, έδειξε έντρομος την επιστολή στο Σωτήρη Χαραλάμπη και εκείνος στους πληρεξούσιους των προκρίτων της Πελοποννήσου και της Ύδρας, που καταταράχτηκαν. Δεν ήξεραν με πόση δύναμη ερχόταν ο Οικονόμου και οι ημέρες ήταν πονηρές, λόγω των αντιθέσεων των προκρίτων με τους στρατιωτικούς και της συμπάθειας των στρατιωτικών προς τον Οικονόμου.

Οι πρόκριτοι μετά από σύσκεψη αποφάσισαν να στείλουν το Ναθαναήλ να συναντήσει τον Οικονόμου και να τον πείσει να επιστρέψει στο μοναστήρι του Φονιά ή τουλάχιστον να παραμείνει στον Άγιο Γεώργιο. Πράγματι ο Ναθαναήλ πήγε και συνάντησε τον Οικονόμου, αλλά μάταια προσπάθησε με παρακλήσεις, υποσχέσεις και υποδείξεις να τον μεταπείσει. Ο Οικονόμου δεν κρατιόταν πια. «Καλόγερε», είπε στο τέλος στο Ναθαναήλ, «δεν σε ακούω πια. Ως πότε θα με έχεις δεμένον;» Ο Ναθαναήλ ειδοποίησε αμέσως το Χαραλάμπη και τους άλλους πρόκριτους ότι δεν κατόρθωσε τίποτα και ότι ο Οικονόμου εντός ολίγου φεύγει κατευθυνόμενος προς το Άργος.

Οι Πελοποννήσιοι και Υδραίοι πρόκριτοι θορυβημένοι έκαναν συμβούλιο και αποφάσισαν να εξοντώσουν τον Οικονόμου πριν φθάσει στο Άργος. Αλλά, για να δοθεί επίσημος χαρακτήρας στην αποστολή εναντίον του Οικονόμου, χρειαζόταν και η υπογραφή του Δημήτρη Υψηλάντη, που έφερε ακόμα τον τίτλο του αρχιστράτηγου και μαζί με τη Γερουσία της Πελοποννήσου αποτελούσε την υπέρτατη αρχή [40]. Για να πείσουν τον Υψηλάντη να υπογράψει τη διαταγή χρησιμοποίησαν το Νεόφυτο Βάμβα. Ο Βάμβας ήταν στην Ύδρα, όταν ο Οικονόμου έκανε το κίνημα και έλαβε την εξουσία, και γνώριζε τον ορμητικό χαρακτήρα και την αποφασιστικότητα του Οικονόμου. Έτσι οι πληρεξούσιοι της Ύδρας εύκολα τον έπεισαν ότι οι πρόκριτοι του νησιού διέτρεχαν κίνδυνο και δημιουργούνταν περιπέτειες σε βάρος του αγώνα, αν άρχιζαν νέες ταραχές και εσωτερικές ανωμαλίες στην Ύδρα.

Τους φόβους του αυτούς ο Βάμβας μετάδωσέ στον Υψηλάντη και τον έπεισε να υπογράψει έγγραφο σύμφωνα με το οποίο στρατιωτικό σώμα θα πήγαινε να συλλάβει τον Οικονόμου και να τον φυλακίσει στο Μεγάλο Σπήλαιο. Δινόταν μάλιστα η δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν όπλα εναντίον του Οικονόμου, αν δεν υπάκουε και αντιστεκόταν [41]. Ο Υψηλάντης υπέγραψε το έγγραφο, που δε διέφερε από θανατική καταδίκη, πιστεύοντας ότι μ’ αυτό τον τρόπο υπηρετεί τα συμφέροντα της πατρίδας. Σχηματίστηκε αμέσως σώμα από ένοπλους άνδρες του μεγαλοκοτζάμπαση της Βοστίτσας (Αιγίου) Ανδρέα Λόντου με επικεφαλής τον Ευθύμιο Ξύδη, το Σπύρο Ξύδη από τα Κράβαρα, το Γεώργιο Κοντοβαζενίτη και από μισθοφόρους το Σωτήρη Χαραλάμπη με τον υπασπιστή του Ιωάννη Φεϊζόπουλο και τον Ανδρέα Νικολόπουλο. Η δύναμη του σώματος ήταν 70 άνδρες και κινήθηκαν προς ανεύρεση του Οικονόμου.

Στο μεταξύ ο Κολοκοτρώνης, που πολιορκούσε τότε το φρούριο του Ναυπλίου, πήρε την επιστολή του Οικονόμου, πρόβλεψε τα δυσάρεστα και θέλησε να τα αποτρέψει. Παρήγγειλε λοιπόν στον Δημήτρη Τσώκρη, το στρατιωτικό διοικητή του Άργους, να σπεύσει να προφθάσει τον Οικονόμου, πριν μπει στο ‘Αργος και να τον πείσει να περιμένει μέχρι που να μπορέσει να πάει ο ίδιος να τον συναντήσει. Ο Κολοκοτρώνης σκόπευε, αφού κρατούσε ο Τσώκρης τον Οικονόμου έξω από την πόλη, να επέμβει και να τον συμφιλιώσει με τους Υδραίους πρόκριτους. Ο Τσώκρης αναχώρησε αμέσως έφιππος, για να εκτελέσει τη διαταγή του Κολοκοτρώνη.

Πρόλαβαν όμως οι δολοφόνοι των προκρίτων. Οι ένοπλοι του Λόντου και του Χαραλάμπη συνάντησαν τη μικρή ομάδα του Οικονόμοι μεταξύ Άργους και Κουτσοποδίου, στην περιοχή Κατσικάνι, «παρά τον Ξεριάν, εις μίαν θέσιν, όπου υπήρχε παλαιός τοίχος» [42]. Ο Οικονόμου είδε τους ένοπλους, αλλά δεν φαντάστηκε ότι έρχονταν εναντίον του, αλλιώς θα έσπευδε να φθάσει στον τοίχο και να οχυρωθεί. Ο Νικολόπουλος και οι Ξυδαίοι μόλις έφθασαν κοντά στον Οικονόμου του φώναξαν να διπλώσει τη σημαία του και να ρίξει κάτω τα όπλα του. Εκείνος δεν υπάκουσε και έτρεξε προς τον τοίχο, για να οχυρωθεί και να αμυνθεί. Ήταν αργά όμως. Τον πυροβόλησαν αμέσως άνανδρα και τον έριξαν νεκρό από το άλογό του. Οι σύντροφοί του διασκορπίστηκαν αμέσως και ταυτόχρονα έσπευσαν να φύγουν και εκείνοι που τον κτύπησαν εγκαταλείποντας τον Οικονόμου νεκρό [43].

«Ολίγην ώραν μόλις μετά τον φόνο του», σημειώνει ο Δ. Κόκκινος [44], «έφθασεν εκεί ο Δημήτρης Τσώκρης και ευρέθη προ του πτώματός του. Φρόντισε τότε δια την ταφήν του παρά τον τοίχο και επέστρεψε στο Άργος οργισμένος κατά των Υδραίων, τους οποίους συνάντησε στο σπίτι του Αναγνώστη Ιατρού και τους εκάκισε δια την πράξιν τους».

Η σύζυγός του πέθανε μετά από μια βδομάδα και η υπόλοιπη οικογένειά του μετακόμισε στις Σπέτσες [45], και οι υπόλοιποι οπαδοί του Οικονόμου αναγκάστηκαν να φύγουν από την Ύδρα μετά την οριστική επικράτηση των Προκρίτων. Ο Γκίκας Θ. Γκίκας πέθανε την ίδια εποχή από λοιμική νόσο, που αναπτύχθηκε κατά την άλωση της Τριπολιτσάς.

Με το αίμα του Οικονόμου οι Υδραίοι συμβιβάστηκαν με τους Μοραΐτες, το μέτωπο των ολιγαρχικών βγήκε σοβαρότατα ενισχυμένο και η ήττα των φιλικών ήταν οριστική [46]. Ο Υψηλάντης με τον Κολοκοτρώνη απογοητευμένοι φεύγουν για την Ακροκόρινθο, ενώ οι αγωνιστές γογγύζουν για την εγκατάλειψή τους από τους ηγέτες του. Και ήταν η στιγμή , που το λαϊκό κίνημα προδομένο βρισκόταν στη βράοη του. Ζητούσε τους ηγέτες του [47]. Οι ακατάπαυστες εξεγέρσεις έδειξαν τη ζωντάνια του, όταν οι Κωλέττηδες και οι Μαυροκορδάτοι ξεπουλούσαν τη χώρα. Αν ζούσε και αναπτυσσόταν πολιτικά ο Ανδρούτσος και ο Οικονόμου, το λαϊκό στρατιωτικό επαναστατικό μέτωπο θα δημιουργούσε την πολιτική βάση του. Ο Υψηλάντης θα εξελισσόταν δυναμικά σε πρώτης γραμμής ηγέτη. Ο Παπαφλέσσας θα ‘βρισκε το αγωνιστικό κλίμα του, οι πολιτικές του ικανότητες θα διοχετεύονταν στο κανάλι της λαϊκής αντίστασης ενάντια σε ξένους και ντόπιους. Μα είχαν όλοι τους άσχημο τέλος. Και ανάμεσα στους πρώτους μεγάλους παράγοντες του αγώνα ο Αντώνης Οικονόμου, ο άνθρωπος που κινητοποίησε την Ύδρα. Ένας πραγματικός ήρωας, πατριώτης και αγνός άνθρωπος, μια μεγάλη φυσιογνωμία του 21.

Το μνημείο του Αντώνη Οικονόμου στη γέφυρα του Ξεριά Άργους (1988).

Το μνημείο του Αντώνη Οικονόμου στη γέφυρα του Ξεριά Άργους (1988).

Ο πόθος, λοιπόν, των Ελλήνων, που συσπειρώνονταν στους Κόλπους της Φιλικής Εταιρείας, για ανεξαρτησία και θεμελίωση ενός κράτους, που θα στηριζόταν στις εθνικές παραδόσεις και στις αρχές της ισοπολιτείας και της ελευθερίας, που είχε διαδώσει στην Ευρώπη η Γαλλική Επανάσταση, κατέληξε μετά από βαρύτατες θυσίες στη δημιουργία ενός κράτους μικρού σε έκταση, που δεν ανταποκρίνονταν στις προσδοκίες των αγωνιστών του 1821. Τα πάθη και η εξόντωση του Αντώνη Οικονόμου και άλλων λαϊκών αγωνιστών οδήγησαν το νεοσύστατο κράτος στην «προστασία» των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων. Η αντίπαλη προς τον Οικονόμου παράταξη δεν επικράτησε μόνο στη διάρκεια της επανάστασης του 21, αλλά καθόρισε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τις τύχες του Ελληνικού κράτους για 150 χρόνια. Και επιφύλαξε σκληρή τύχη στους αδικοχαμένους αντίπαλους αγωνιστές. Τους καταδίκασε στην αφάνεια. Η επίσημη ιστοριογραφία όλα αυτά τα χρόνια αγνόησε τον Αντώνη Οικονόμου. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα φύλλα του Κώδικα, όπου καταχωρούνταν τα πρακτικά τον καιρό που είχε την εξουσία στην Ύδρα ο Αντώνης Οικονόμου είναι κομμένα με ψαλίδι!

Μόλις τα τελευταία χρόνια με πρωτοβουλία απλών ανθρώπων της Ύδρας αναζητήθηκαν στοιχεία, αποκαταστάθηκε η μνήμη και η τιμή του Αντώνη Οικονόμου στη γενέτειρά του, την Ύδρα, και στήθηκε η προτομή του δίπλα στους άλλους ήρωες του Αγώνα του 21. Και τον Απρίλη του 1988 στήθηκε ένα σημάδι θύμησης του Αντώνη Οικονόμου στην περιοχή που δολοφονήθηκε, στο Άργος. Με πρωτοβουλία της Ομοσπονδίας Εκδρομικών σωματείων Ελλάδας και τη συνεργασία του Δήμου Άργους τοποθετήθηκε στην είσοδο της πόλης του Άργους, αμέσως μετά τη γέφυρα του Ξεριά, μια μεγάλη πέτρα με την προσωπογραφία του Αντώνη Οικονόμου. Ένα σημάδι που κάνει τους περαστικούς να αναρωτιούνται για την ταυτότητα αυτού του «άγνωστου ήρωα». Μια απάντηση σ’ αυτά τα εύλογα ερωτήματα και παράλληλα μια προσπάθεια αποκατάστασης της μνήμης του Αντώνη Οικονόμου και της ιστορικής αλήθειας αποτελεί και το κείμενο αυτό.

Ο Αντώνης Οικονόμου, πρωτεργάτης της εξέγερσης της Ύδρας το 1821, αφού για δεκάδες χρόνια έμεινε ξεχασμένος, επιστρέφει την επικαιρότητα και καταλαμβάνει δικαιωματικά τη θέση που του αξίζει στις σελίδες της Ιστορίας. Οι άνθρωποι στάθηκαν διστακτικοί και άργησαν να τον αναγνωρίσουν. Σήμερα όμως, που η πάροδος του χρόνου επιτρέπει την ήρεμη και δίκαιη κρίση, αποκαθίσταται η ιστορική δικαίωση του φλογερού πατριώτη και η φυσιογνωμία του θα κοσμεί το πάνθεον των εκλεκτών ανδρών της πατρίδας.

 

Υποσημειώσεις


  1. Όταν ο Παπαφλέσσας έφτασε στο Μοριά, το Φλεβάρη του 1821, και προσπαθούσε να ξεσηκώσει του Έλληνες, οι Κοτζαμπάσηδες συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του Λόντου στο Αίγιο, για να σκεφτούν με ποια μέτρα θα ματαιώσουν την εξέγερση (Συνέλευση της Βοστίτσας). Εκέι ο Π. Π. Γερμανός αποκάλεσε τον Παπαφλέσσα «άρπαγα, εξωλέστατον, αλιτήριον, ασυνείδητον» (Π. Π. Γ. Απομν. Σελ. 9). Ο Παπαφλέσσας όμως έμεινε ανένδοτος. (Η Επαν. Του 21, σελ 87).
  2. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Κ. Παπαρρηγόπουλος στην «Ιστορία του Ελληνικού έθνους» (τόμος 7ος σελ. 493-494) αφιερώνει 15 ακριβώς σειρές για τον Αντώνη Οικονόμου και το κίνημά του και τον χαρακτηρίζει απερίφραστα «Εφήμερον δικτάτορα».
  3. Κρεμμυδά Β: Νεότ. Ιστορ. Σελ. 97-99.
  4. Κρεμμυδά Β: Εισαγωγή σε Ιστ. Νεοελ. Κοινωνίας σελ. 118-120.
  5. Δ. Κόκκινου: Ιστ. Ελλην, Επαν. σελ. 318. τομ. 1.
  6. Finley (τομ. 1 σελ 49). Ιστ. Ελλην, Επαν/σης.
  7. Μέχρι το 1770 την Ύδρα την κυβερνούσαν οι ιερείς. Με τα Ορλωφικά τοποθετήθηκε ως διοικητής Ρώσος αξιωματούχος και μετά την αποχώρησή του η εξουσία έμεινε αποκλειστικά στα χέρια των προκρίτων.
  8. Μαυροκεφάλου Αναστ. : «Διάλογοι αττικοί Δύο», Διάλογος Α’, σελ.4, Αθήνα 1863.
  9. Η κρίση αυτή ήταν μέρος μιας γενικότερης οικονομικής κρίσης στον Ελλαδικό χώρο, η οποία δεν αποκλείεται να επιτάχυνε την έκρηξη της Επανάστασης του 1821.
  10. Δ. Κόκκινου ο.π., σελ. 322.
  11. Ο σημερινός πληθυσμός της Ύδρας είναι 2.538 κάτοικοι (απογραφή 1971).
  12. Δ. Κόκκινου ο.π. σελ 321.
  13. Φιλήμονος : Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελλην. Επαναστάσεως, τ. Α’, σελ. 318-320.
  14. Κορδάτου Γ. Μ. Ιστ. Ελλάδας, τομ. 10ος, σελ 229.
  15. Finley ο.π. σελ 235.
  16. Μέντελσον-Μπαρτόλδυ, Επίτομη Ιστ. Ελλην. Επαναστάσεως σελ. 79.
  17. Την ναυτική δύναμη της Ελλάδας στα 1821 δίνει ο παρακάτω πίνακας:

Ύδρα 115 μεγάλα πλοία

Σπέτσες 60 μεγάλα πλοία

Ψαρά 40 μεγάλα πλοία

Κάσος 15 μεγάλα πλοία

Τρίκερι 30 πλοία διάφορων μεγεθών

Γαλαξίδι 60 πλοία διάφορων μεγεθών

Τα σκάφη με εκτόπισμα από 60 έως 100 τόνους υπολογίζεται ότι έφτασαν τα 200 σ’ όλη την Ελλάδα. Σ’ όλους αυτούς τους αριθμούς δεν υπολογίζονται καΐκια που υπήρχαν σε κάθε νησί ή λιμάνι. (, ο.π. τομ. Α’. Σημείωση στη σελ. 232).

  1. Η Ύδρα έπρεπε να δίνει κάθε χρόνο 300 ναύτες, αλλά τα τελευταία χρόνια, επειδή οι Σπέτσες και τα Ψαρά δεν μπορούσαν να καλύψουν τις δικές τους υποχρεώσεις προς την Πύλη, ο αριθμός των 800 Ελλήνων που απαιτούσε ο Σουλτάνος συμπληρωνόταν από τους Υδραίους.
  2. Κατά το Σπ. Τρικούπη (Ιστ. Ελλην. Επαναστάσεως Τομ. Α’, σελ 121) τους ναύτες αυτούς τους πρόλαβαν άνθρωποι του Οικονόμου στην Μήλο, τους εμπόδισαν και του γύρισαν πίσω και έτσι γλίτωσαν τη σφαγή (βλ. Και Μ. Οικονόμου Ι.Ε.Επ. σελ 165).
  3. Δημογέροντες εκείνη την τετραμηνία ήταν ο λάζαρος Κουντουριώτης, ο Θ. Γκίκας-Γκιώνης, ο Δημήτρης Τσαμαδός, και ο Βασίλης Μπουντούρης. Κυβερνήτης διορισμένος από τον Καπουδάν πασά, ο Νικόλαος Κοκοβίλας.
  4. Κορδάτου Γ: Μ.Ι.Ε. τομ. 10 σελ. 230.
  5. Δ. Κοκκίνου, ο.π. τ. 1, σελ.326.
  6. Υπογράφουν οι παρακάτω:

Λάζαρος Κουντουριώτης (Τ.Σ.) – Δημήτρης Τσαμαδός – Θοδωρής Γκίκας – Γεώργιος Γκιώνης – Νικόλαος Οικονόμου -Σταμάτης Ν. Μπουντούρης – Αναγνώστης Παπαμανόλης – Φρατζέσκος Βούλγαης – Γεώργιος Κηβοτός – Αναστάσιος Θεοδωράκης – Δημήτρης Κριεζής – Αντώνιος Βόκου – Αναγνώστης Γιουρδής – Γεώργιος Κουντουριώτης – Γιακουμάκης Τουμπάζης – Καπετάν Λάζαρος Λαλεχού – Αλέξανδρος Δημητρίου – Γιάννης Δημητρίου Ζάκα – Λάζαρος Παπαμανόλης – Κωνσταντής Μεθενίτης – Λάζαρος Νικολάου Κριεζή – Καπετάν Δημήτρης Βόκου – Νικόλας Παντελή – Γιάννης Γκέλης – Αναγνώστης Κριεμάδης – Καπετάν Θεοφάνης Βόκου – Λευτέρης Χατζή Γκιόνη – Σάβας Ανδρέα Σάβα – Γιάννης Φραντζέσκος Δοντάς – Αντώνιος Γεωργίου Κριεζή – Ηλίας – Γιάννης Μπητζηλής – Γιάννης Δοκός – Πολυχρόνιος Ιωάννου – Γεώργιος Δημητρίου Νέγκα – Αντρέας Γιάννη Θεοδόση – Αναστάσης Σερφιότης – Παντελής Γιάννη Γκίκα – Βασίλειος Ν. Μπουντούρη – Γιώργος Χατζή Γκιόνη – Ιωάννης Ορλάνδος (Τ.Σ.) – Μανόλης Τουμπάζης – Ανδρέας Δ. Βόκου-Μιαούλης – Γιάννης Βούλγαρης -Λάζαρος Πηνότσης – Γεώργιος Σαχτούρης – Βαγγέλης Δημητρίου – Ιωάννης Αναγνώστου – Γεώργιος Ιωάννου Κριεζή – Αντώνιος Δημητρίου – Νικολός Βόκου -Καπετάν Νικόλας Ούνγκρας – Καπετάν Παντελής Πέτρου – Αναγνώστης Ραφελιάς – Αναγνώστης Αντωνίου Ρηνότζη – Δημήτριος Ανδρέα Βόκου.

 

  1. Ι.Ε.Ε. τομ. ΙΒ σελ 102.
  2. Δ. Κόκκινου, τ. 1, σελ 327
  3. Δ. Κόκκινου ο.π. σελ 328-329.
  4. Δ. Κόκκινου ο.π. σελ 331
  5. Ι.Ε.Ε. ο.π. σελ. 124.
  6. Δ. Κόκκινου ο.π. σελ. 332.
  7. Κορδάτου Γ. ο.π. σελ. 326.
  8. Finley ο.π. σελ. 239-240.
  9. Finley ο.π. σελ. 49.
  10. Δ. Κόκκινου ο.π. σελ. 333.
  11. Ο Γ. Κορδάτος αναφέρει ότι δεν ήταν συγγενείς του, αλλά μπράβοι που είχαν σκοπό να τον πνίξουν. Όταν όμως τον άκουσαν να μιλά και να τους καλεί στο καθήκον, ντράπηκαν, και δεν εκτέλεσαν την εντολή που είχαν. (ο.π. σελ. 236).
  12. Σπ. Τρικούπη ο.π. σελ. 186.
  13. Φωτάκου: Απομν. Ελλην. Επαν/σης τομ. Α’, σελ. 115.
  14. Δ. Κόκκινου ο.π. τομ. 4 σελ. 55.
  15. Μέντελσον-Μπαρτόλδυ ο.π. σελ. 99.
  16. Γ. Κορδάτου ο.π. σελ. 372.
  17. Δ. Κόκκινου ο.π. τομ. 4 σελ. 57.
  18. Σ. Τρικούπη ο.π. σελ. 99.
  19. Δ. Κόκκινου ο.π. τομ 4, σελ 58. ο μοναδικός παλαιός τοίχος, που υπήρχε στην περιοχή αυτή μέχρι πρόσφατα, ήταν ένα τμήμα Ρωμαϊκού υδραγωγείου (;) που ξεκινούσε από την περιοχή Καρανταναίικα, ανατολικά του Αγίου-Προκόπη στο Αεροδρόμιο Άργους, διέσχιζε ένα τμήμα του Ξεριά και κατέληγε απέναντι από το παλαιό λατομείο του Ξηνταρόπουλου στα 800 μέτρα του δρόμου Άργους-Καρυάς. Σε κάποιο σημείο αυτού του τοίχου, πιθανότατα στα Καρανταναίικα, σκοτώθηκε ο Οικονόμου. Το τμήμα του τοίχου, που περνούσε μέσα από τον Ξεριά, σώζεται και σήμερα στο 1ο χιλιόμετρο του δρόμου Άργους-Καρυάς.
  20. κατά τον Μ. Οικονόμου (ιστορικά της Ελλη. Παλιγγενεσίας σελ. 167) ο Αντώνης Οικονόμου «εφονεύθη και γυμνωθείς αφέθει εκεί. Οι δε συνοδοιπόροι του απήχθησαν».
  21. Δ. Κόκκινου ο.π. τομ. 4 σελ. 58.
  22. Μ. Οικονόμου Ι.Ελ.Παλιγ. σελ. 167.
  23. Τ. Βουρνά, Ιστορ. Ν. Ελλ. Τόμος 1, σελ 107.
  24. Γ. Βαλέτα, Το Προδωμένο Εικοσιένα, σελ 72.

Αλέξης Τότσικας

Περιοδικό Ελλέβορος, σελ. 96-117, τεύχος 6-7, Άργος 1990.

 

Read Full Post »

Οι αναβαθμοί της απομνημόνευσης και οι πολιτικές στρατηγικές μιας οικογένειας, Ευτυχία Λιάτα, «Ο Ερανιστής», τόμος 20, Όμιλος Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 1995. 


 

 «Ὁ ἔχων ἀπαίτησιν νά ἧναι ἀρχηγός, θυσιάζει αὐθορμήτως

ἀείποτε τά ἑαυτοῦ συμφέροντα χάριν τῶν οικογενειακῶν, καὶ

οὐδέποτε εκμεταλλεύεται τὰ τῆς οικογενείας, καὶ δή, τὰ

τιμαλφέστερα χάριν τῶν ἑαυτοῦ.»

 (Επιστολή Ανδρέα Α. Δεληγιάννη

προς Θεόδωρο Π. Δεληγιάννη, 22/9/1873.)

 

Είναι γνωστή η βαθιά αντιδικία μεταξύ στρατιωτικών και πρου­χόντων, των «πολιτικών», όπως νωρίς ονομάστηκαν, για τη σπου­δαιότητα του ρόλου που καθεμιά από τις δύο αυτές κοινωνικές ομάδες δια­δραμάτισε στην ελληνική Επανάσταση. Αντιδικία που αποκρυσταλλώνεται σε πολιτικό λόγο όταν οι πολεμικές συγκρούσεις έπαυσαν πλέον, και στην ουσία επαναλαμβάνει όσα στοιχεία πολιτικού λόγου ενείχαν ρήξεις που είχαν ήδη συμβεί κατά τη διάρκεια του Αγώνα. Στο πεδίο της εξασφάλισης προνομίων και ανταμοιβών από την κυβέρνηση όσοι συνεισέφεραν, κυρίως σε υλικά μέσα, εμπλέκονται σε μια διελκυστίνδα διεκδικήσεων κάτω από το ένδυμα των οφειλόμενων αποζημιώσεων∙ ο λόγος λοιπόν για το μέγιστο μερίδιο και ο δρόμος προς το επιδιωκόμενο ο ίδιος για όλους: περνάει σε πρώτο επίπεδο από τη διογκωμένη προβολή – επιτυχέστερα μάλιστα δι’ αποδείξεων – του ρόλου που ο διεκδικητής διαδραμάτισε σ’ εκείνο τον κοινό αγώνα, και σε δεύτερο επίπεδο από την υποβάθμιση του ρόλου των άλλων. Με τη μέθοδο συνήθως των αποσιωπήσεων, της παραγνώρισης και όχι πάντα απαραίτητα της καταγγελίας διαμορφώνεται η εικόνα των ιστορικών γεγονότων και των προσώπων που πρωταγωνίστησαν σ’ αυτά. Ο επίζηλος ρόλος του πρωταγωνιστή δεν επιφέρει μόνο δόξα αλλά και υλικά αγαθά: γι’ αυτό και πολλοί οι εκ των υστέρων διεκδικητές του σε ένα συντελεσμένο πολυπρόσωπο δράμα, όπου η σαφής διάκριση των ρόλων και δύσκολα κατορθωτή ήταν και όχι πάντα ξεκάθαρη.

Κανέλλος Δεληγιάννης, ελαιογραφία.

Κανέλλος Δεληγιάννης, ελαιογραφία.

Μόνοι αδιάψευστοι μάρτυρες τα γραπτά τεκμήρια∙ όμως κι αυτά δεν υπήρχαν πάντα, μολονότι κάποιοι φρόντιζαν ακόμα και μέσα στη δίνη του πολέμου να τα εξασφαλίσουν και να τα διαφυλάξουν, κάποτε δίχως την επιθυμητή ως το τέλος επιτυχία. Το μόνο που απέμενε πλέον ήταν η προ­σωπική μαρτυρία των αγωνιστών, όσων επέζησαν αυτοί βίωσαν τα γεγονότα, έστω κι αν τ’ αντιμετώπισαν από διαφορετική σκοπιά ο καθένας και έτσι, όταν υποχρεώθηκαν να τ’ ανακαλέσουν, τ’ αναπαράστησαν αναμφί­βολα με αρκετή υποκειμενικότητα, όμως κυρίως αυτοί υπήρξαν μάρτυρες γεγονότων. Βέβαια, οι πράξεις, τα συμβάντα συντελέστηκαν μ’ ένα και μοναδικό τρόπο∙ η πρόσληψη και η εκ των υστέρων εκτίμηση υπήρξε δια­φορετική, συχνά συνειδητά παραμορφωμένη αποβλέποντας στο προσδο­κώμενο κέρδος (ηθικό και υλικό), κάποτε αθέλητα ως φυσική συνέπεια μιάς προδοτικής μνήμης, η οποία, όταν ύστερα από μακρό χρονικό διάστημα αναγκάζεται ν’ ανακαλέσει σκηνές από το παρελθόν – στην πλεινότητά τους δυσάρεστες – συγχέει το πλαστό, το επιθυμητό, με την αλήθεια του συντελεσμένου γεγονότος. Έτσι η ιστορική πραγματικότητα επιδέχεται την πρώτη της ιδεολογική χρήση ενώ ακόμα είναι νωπή, σχεδόν ζωντανή και μάλιστα από τους ίδιους τους δημιουργούς-της.

Οι αγωνιστές, οι άνθρωποι της Επανάστασης που βίωναν και διαμόρ­φωναν τα γεγονότα δίνοντας καθημερινά αγώνα ζωής και θανάτου, δεν σκέφτονταν το απώτερο μέλλον, μονάχα το εγγύς, το αύριο και με τους ίδιους από την πλευρά των ζωντανών έχοντας κερδίσει το παιχνίδι με το θάνατο. Πολύ περισσότερο οι άνθρωποι του Αγώνα δεν οραματίζονταν δάφνες και δόξες που άλλωστε ποιος ξέρει αν είχαν καν συνείδηση, έστω και αμυδρή εικόνα, από ποιόν να τις περιμένουν όλα για την πατρίδα, κα­θώς ώμνυαν. Τούτο, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι αδιαφορούσαν για την κα­ταγραφή των πράξεών τους, δηλαδή του παρόντος: θέλουν να δουν τ’ όνομά τους, τα πολεμικά τους έργα στα «Ελληνικά Χρονικά» του Μεσολογ­γίου λόγου χάρη και αντιδρούν στην αποσιώπηση. Όμως, τί άλλο ήταν στο μυαλό τους αυτή η πατρίδα πέρα από ένα ιδεολόγημα; Όχι ασφαλώς κυβέρνηση και υπουργοί κι αξιώματα και Σύνταγμα και γραφειοκρατία κι αλισβερίσι∙ αυτά προέκυψαν αργότερα. Στη διάρκεια του Αγώνα οι φιλοδοξίες ικανοποιούνταν από ιεραρχικά συστήματα, στρατιωτικά, πολιτι­κά, διοικητικά, που είχαν ήδη τεθεί σε εφαρμογή.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Ευτυχίας Λιάτα πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Οι αναβαθμοί της απομνημόνευσης και οι πολιτικές στρατηγικές μιας οικογένειας

 

Read Full Post »

Πριν 70 χρόνια

Μια συναινετική διοίκηση

Η Αριστερά στη Δημαρχία του Άργους (Σεπτ. 1944-Ιαν. 1945)


 

 

«Ο Έλληνας δεν έχει συμφιλιωθεί με τον εμφύλιο. Αυτό σημαίνει πως δεν έχει συμφιλιωθεί με τον Άλλον, τον διαφορετικό, τον αντίθετο…. πως δεν συμφιλιώθηκε με τον εαυτό του.»

Θόδωρος Τερζόπουλος

 

Ένα από τα δεδομένα της Μεταπολίτευσης στον επιστημονικό – ερευνητικό τομέα υπήρξε η αποφασιστική στροφή προς την περίοδο της Κατοχής, της Απελευθέρωσης και του Εμφυλίου. Μέχρι σήμερα δύο κύρια ρεύματα έχουν διαμορφωθεί σχετικά, εκείνο με συμπάθειες στο χώρο της Αριστεράς και το μεταγενέστερο που αποκαλείται “αναθεωρητικό”. Δεν θα υπεισέλθουμε με το παρόν άρθρο στην ήδη σχεδόν οριοθετημένη διαφορά, αλλά θα θέλαμε να επισημάνουμε το ότι, κατά τη γνώμη μας, δύο μεθοδολογικές ελλείψεις ή χαρακτηριστικά σημαδεύουν τις δύο τάσεις. Την πρώτη, η έλλειψη ανθρωπολογικών προσεγγίσεων, μάλιστα σε πόλεις της επαρχίας και στον ύπαιθρο χώρο όπου εδραία ανθρωπολογικά δεδομένα διαμόρφωσαν νοοτροπίες, ευνόησαν πράξεις και οδήγησαν σε γεγονότα σαφώς αποδοκιμαστέα, που όμως δεν ποδηγετήθηκαν από κεντρικές πολιτικές οργανώσεις. Τα διαβόητα φαινόμενα ακραίας, μάλιστα, βίας, όπως ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο, είναι καιρός να ερευνηθούν και να αντιμετωπιστούν κατάματα. Επίσης, είναι καιρός να ερευνηθούν με επάρκεια τα φαινόμενα εσωτερικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών, σε εποχή μάλιστα που πολιτικά υπεύθυνοι, όπως ο Ζαχαριάδης, ανασύρονται από μία κάποια λήθη, για να στηθούν σε βάθρα.

Ως προ το δεύτερο ρεύμα, παρατηρούμε καταρχήν μία σαφή τάση για καταχρηστικές γενικεύσεις (extrapolations) ή εξίσου καταχρηστικές μειώσεις και σμικρύνσεις, ιδιαίτερα του βάρους γεγονότων και των σημασιών τους, που ασφαλώς δεν συμβάλλουν διόλου στην αντιμετώπιση, με τη δέουσα αντικειμενικότητα, των πτυχών της περιόδου που αναφέραμε. Οργανωτικές πλευρές διογκώνονται ενώ ατομικά ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά γενικεύονται, για να καλύψουν την πολύμορφη συχνά υφή κινημάτων και τάσεων.

Για το θέμα που αφορά η παρούσα δημοσίευση, θα θέλαμε να διευκρινίσουμε ότι εντάσσεται σε γενικότερη μελέτη μου για την πόλη του Άργους κατά την Κατοχή και την Απελευθέρωση. Ποιο το γενικότερο ενδιαφέρον; Νομίζω ότι πρέπει να στραφεί η προσοχή μας στην έρευνα της καθημερινής ζωής της ελληνικής ενδοχώρας κατά την περίοδο αυτή, των νοοτροπιών που αναδύθηκαν τότε, μέσα από την ιδιομορφία οικιστικών συνόλων αλλά και περιφερειακών κοινοτήτων. Η περίπτωση της πόλης του Άργους παρουσιάζει το ενδιαφέρον ενός οικιστικού κέντρου μικρομεσαίου μεγέθους, κατά τη δεκαετία 1940-1950, που διατηρεί ανέπαφα τα βασικά οικιστικά του χαρακτηριστικά, όπως αυτά διαμορφώθηκαν στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και στα πρώτα χρόνια του 20ου. Επιπλέον, αποτελεί την πόλη με το μεγαλύτερο πληθυσμό (περίπου 10.000) του τότε ενιαίου νομού Αργολιδοκορινθίας, με πρωτεύουσα το Ναύπλιο, αλλά και το παραγωγικό κέντρο του (βιομηχανία εριουργίας και οινοποιίας, εντατική γεωργία στην περιφέρειά του – οπωροκηπευτικών, καπνού και αρχή καλλιέργειας εσπεριδοειδών), επιπλέον όμως και εμπορικό κέντρο του νομού (με πλήθος εργαστηρίων και μηχανουργείων).

 

Μερική άποψη του Άργους πριν το 1936.

Μερική άποψη του Άργους πριν το 1936.

 

Κατά την περίοδο της αποχώρησης των γερμανικών στρατευμάτων από την πόλη, μέχρι την αρχή του Ιανουαρίου 1945, γίνεται στο Άργος ένα “πείραμα” διοίκησης του από την Αριστερά, μετά από διαπραγματεύσεις με επιτροπή αντιπροσωπευτική του χώρου της συντηρητικής παράταξης, που τότε περιλάμβανε πρόσωπα του χώρου του προπολεμικού Λαϊκού Κόμματος και εκείνου των βενιζελογενών, και μετά από τη διοργάνωση λαϊκών συνάξεων, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για κανονική διενέργεια εκλογών. Κατά την περίοδο που προηγήθηκε (Απρ. 1941-αρχές Σεπτ. 1944) δήμαρχοι και μέλη ενός ολιγάριθμού Δημοτικού Συμβουλίου διορίζονταν από τις αρχές της Κατοχής, δίχως να είναι σαφές σήμερα με ποια κριτήρια και από ποιους, ιδίως από την ελληνική πλευρά, γίνονταν υποδείξεις προσώπων.

Τόσο στο Άργος όσο και στο Ναύπλιο υπήρχαν μονάδες Χωροφυλακής και μονάδες των Ταγμάτων Ασφαλείας, ενώ επικεφαλής του Τμήματος Χωροφυλακής Άργους βρέθηκε ο Δ. Κουρκουλάκος, άνθρωπος μετριοπαθής. Ταυτόχρονα, είχε σχηματιστεί και μονάδα Πολιτοφυλακής, με μέλη συντηρητικούς πολίτες. Από την πλευρά του ΕΛΑΣ, μονάδες του 6ου Συντάγματός του, με επικεφαλής τον επίσης μετριοπαθή Εμμ. Βαζαίο, ήταν αυτές που με έδρα το ημιορεινό χωριό Γκέρμπεσι (σήμερα Μιδέα) είχαν άμεση ανάμειξη στα όσα συνέβησαν στο Άργος.

Το γενικότερο κλίμα στην Αργολιδοκορινθία και γενικότερα στην Πελοπόννησο ήταν ιδιαίτερα δυσοίωνο και βαρύ, μάλιστα στα ορεινά της Αργολίδας εμφυλιοπολεμικό. Στην ίδια την πόλη του Άργους είχαν σημειωθεί σποραδικές εκτελέσεις και απαγωγές πολιτών με ιδιαίτερες βιαιοπραγίες από άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι από την άνοιξη του 1944 σημειώνεται δραματική αύξηση των εκτελέσεων πολιτών από τα γερμανικά στρατεύματα, κοντά σε δύο σημεία εισόδων του Άργους: στο μαντρότοιχο της παλαιάς εκκλησίας του Αγ. Βασιλείου και στα κυπαρίσσια του αναχώματος της Πάνιτσας στο δρόμο προς Κουρτάκι. Προ ετών τα κυπαρίσσια αυτά κόπηκαν σύριζα ώστε να «εφαρμοστεί» πρόβλεψη του σχεδίου πόλεως για δημιουργία ενός άθλιου δρομίσκου.

Μετά τους πρώτους μήνες του 1944, εντάθηκαν επιθετικές ενέργειες των ανταρτών κατά των δυνάμεων Κατοχής, μάλιστα με τη γενική ενθάρρυνση του συμμαχικού παράγοντα και με την παρουσία Άγγλων “συνδέσμων” στην Αργολιδοκορινθία.

Για τη ζωή στην πόλη υπάρχουν πολλαπλές γραπτές και κάποιες προφορικές μαρτυρίες, εκτός από επίσημα έγγραφα, που μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε αδρή εικόνα τόσο για την καθημερινή ζωή στην πόλη, όσο και για ορισμένα γεγονότα. Σημαντικό τεκμήριο αποτελούν τα σημειωματάρια του δασκάλου και ιστοριοδίφη Τάσου Τσακόπουλου, τα οποία ουδέποτε δημοσίευσε και ελάχιστα χρησιμοποίησε σε μεταγενέστερα δημοσιεύματα για την περίοδο αυτή. Τα έγραφε “δι’ εαυτόν”, αποτελούν εκπληκτική για την αντικειμενικότητά τους καταγραφή, αν και ο ίδιος ήταν τοποθετημένος στον συντηρητικό χώρο, με ακριβή όχι μόνο τη χρονολόγηση, αλλά και με σημείωση της ώρας που παρατηρούσε και έγραφε.

Δύο γεγονότα θεωρώ ότι επηρέασαν τις εξελίξεις στο Άργος: η επικείμενη αναχώρηση των Γερμανών και η παρουσία του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, όχι σε πολύ μακρινή απόσταση. Και οι δύο σοβαρές μάχες μεταξύ ΕΛΑΣ και Ταγμάτων Ασφαλείας, στον Μελιγαλά (10-14 Σεπτ. 1944) και στον Αχλαδόκαμπο (18 Σεπτ.). Από τα τέλη Αυγούστου, όμως, είχαν προηγηθεί από τη μονάδα του Τ. Ασφαλείας συλλήψεις και απαγωγές ως ομήρων συγγενών ανταρτών, αλλά και φόνοι πολιτών. Στις αρχές Σεπτεμβρίου άρχισε η αναχώρηση γερμανικών μονάδων από την ευρύτερη περιοχή και ανατίναξη εγκαταστάσεών τους στο αεροδρόμιο του Άργους. Στις 11 το βράδυ της 15ης Σεπτεμβρίου αναχώρησαν οι τελευταίοι Γερμανοί από το Άργος και την επομένη το πρωί έγινε αυθόρμητα γενικός σημαιοστολισμός και πλήθος ξεχύθηκε στο κέντρο της πόλης. Δύο, όμως, μέρες πριν άρχισαν συνεννοήσεις μεταξύ επιτροπής πολιτών, μελών του ΕΑΜ και της μονάδας του ΕΛΑΣ που έδρευε στο Γκέρμπεσι.

 

Οι συνεννοήσεις και η κατάληξή τους

 

Ν. Παπανικολάου

Ν. Παπανικολάου

Πριν από την αποχώρηση των Γερμανών, την 10/9/1944, και με πρωτοβουλία του μοιράρχου Κουρκουλάκου, που προφανώς ήταν σε επαφή με στελέχη της Αριστεράς, κλήθηκαν οι δικηγόροι Μ. Στάμος και Στ. Μακρής, ο συμβολαιογράφος Π. Δασκαλόπουλος, ο φαρμακοποιός Ν. Παπανικολάου, ο βιομήχανος Γ. Ρασσιάς και ο αρχιμανδρίτης τότε (μετέπειτα Μητροπολίτης Αργολίδας) Χρ. Δεληγιαννόπουλος και συνεδρίασαν στο ναό του Αγ. Πέτρου, με σκοπό να αποφευχθούν έκτροπα και συγκρούσεις στην πόλη μετά την αναχώρηση των Γερμανών. Στη σύσκεψη παρέστησαν ο Νομάρχης και οι δύο αξιωματικοί των Τ. Ασφαλείας από το Άργος και το Ναύπλιο. Αποφασίστηκε επιτροπή από τους πέντε, πλέον, πολίτες να μεταβεί κρυφά στο Γκέρμπεσι και να επιδιώξει συνεννόηση με τους εκπροσώπους του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, του ΚΚΕ και της ΠΕΕΑ. Η επιτροπή αυτή αρνήθηκε να μεταβιβάσει εντολές των Τ. Ασφαλείας και δήλωσε ότι θα δρούσε ως “ομάς Αργείων”.

Γεώργιος Ρασσιάς

Γεώργιος Ρασσιάς

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε γενικότερο επίπεδο είχε προηγηθεί η Συμφωνία του Λιβάνου, που ειδικά ως προς τα Τ. Ασφαλείας δεν προέβλεπε κάτι ειδικότερα, αλλά ότι στις 2 Σεπτεμβρίου είχε πλέον σχηματιστεί στο Κάιρο Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, με συμμετοχή και της Αριστεράς, στο διάγγελμα της οποίας η ύπαρξη των Τ. Ασφαλείας καταγγέλθηκε ως έγκλημα κατά της πατρίδας. Σε λίγες μέρες αναγγέλθηκε η αυτοδιάλυση της ΠΕΕΑ και στις 26 Σεπτεμβρίου υπογράφηκε η συμφωνίας της Καζέρτας, με την οποία όλες οι αντάρτικες ομάδες υπήχθησαν στον εθνικό στρατό, υπό τις άμεσες διαταγές του Άγγλου στρατηγού Σκόμπι. Τα γεγονότα αυτά επηρέασαν άμεσα τις συνεννοήσεις στην Αργολίδα.

Αρχιμ. Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος

Αρχιμ. Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος

Στις 11/9 η πενταμελής ομάδα μετέβη στο Γκέρμπεσι, έγινε επτάωρη σύσκεψη, από την επιτροπή δηλώθηκε ότι δεν αποτελείται από εκλεγμένους εκπροσώπους του λαού του Άργους, αλλά ότι ήθελαν να συμβάλουν στην ειρηνική είσοδο των ανταρτών στην πόλη, μάλιστα με τα αναμενόμενα εθνικά στρατεύματα, και να γιορτάσουν όλοι μαζί τη νίκη κατά των κατακτητών. Εκατέρωθεν απόψεις καταγράφηκαν σε επίσημα έγγραφα. Από την πλευρά της Αριστεράς δηλώθηκε ότι έκαμε κάθε δυνατή υποχώρηση, ότι υπακούει στις διαταγές της Εθν. Κυβέρνησης ως Εθνικός Στρατός, αλλά ότι απαιτούν τη, σύμφωνα με τις διαταγές αυτής της κυβέρνησης, διάλυση των μονάδων των Τ. Ασφαλείας και την παράδοση του οπλισμού τους, εγγυώμενοι για την ασφάλεια των ανδρών της, μέχρι να ληφθούν οριστικές αποφάσεις από την Κυβέρνηση. Δήλωσε επίσης ότι προτείνει τη συγκρότηση Λαϊκής Επιτροπής Αυτοδιοίκησης, που θα εκλεγεί από τους πολίτες, και σε αυτή θα υπακούουν η νέα Εθν. Πολιτοφυλακή, η Αγροφυλακή και η Χωροφυλακή.

Οι προτάσεις αυτές γνωστοποιήθηκαν από την πενταμελή επιτροπή σε λαϊκή συνέλευση που οργανώθηκε στο ναό του Αγ. Ιωάννη, όπου κλήθηκαν εκπρόσωποι των φορέων των πολιτών, των Τ. Ασφαλείας και της μέχρι τότε συγκροτημένης Πολιτοφυλακής. Συντάχθηκε νέο υπόμνημα προς τους εκπροσώπους της Αριστεράς, με όσα συμφωνήθηκαν στη συνέλευση, όπου καταγράφηκε η ανάγκη σεβασμού των αποφάσεων της Εθν. Κυβέρνησης, με την παρατήρηση ότι η ΠΕΕΑ αυτοδιαλύθηκε, ότι οι οργανώσεις της Αριστεράς αποτελούν πλέον πολιτικά κόμματα και όχι “προκεχωρημένα κλιμάκια” της Κυβέρνησης και ότι δεν γίνεται κατανοητό γιατί ο ΕΛΑΣ θα πρέπει να καταλάβει τα αστικά κέντρα, αφού προορίζεται να αφομοιωθεί από τον Εθν. Στρατό, τμήματα του οποίου βρίσκονταν ακόμα στο εξωτερικό. Μεταφέρθηκαν, επίσης, οι αντιρρήσεις εκπροσώπων των Τ. Ασφαλείας σύμφωνα με τις οποίες η διάλυσή τους προϋπέθετε τη γενική συμφιλίωση των Ελλήνων, ενώ τους είχε ανατεθεί η περιφρούρηση της ασφάλειας των Ελλήνων και η ενίσχυση της Χωροφυλακής, αν όμως οι κάτοικοι μιας πόλης δεν έχουν ανάγκη των υπηρεσιών τους, τότε χωρίς να διαλυθούν μπορούν να μεταβούν σε άλλη πόλη με τον οπλισμό τους! Άρνηση υπήρξε και από την πλευρά της Χωροφυλακής, αφού σε αυτήν είχε ανέκαθεν ανατεθεί η τήρηση της τάξης, αλλά και από την Πολιτοφυλακή, η οποία δήλωνε ότι είχε συγκροτηθεί για αποτροπή απαγωγών, δολοφονιών και αντεκδικήσεων μεταξύ των πολιτών.

Η πρόταση που τελικά διαμορφώθηκε ήταν κάθε ένοπλη δύναμη να περιοριστεί εκεί όπου βρισκόταν και τα τμήματα του ΕΛΑΣ στην ύπαιθρο, μέχρι να εμφανιστούν διορισμένοι εκπρόσωποι της Κυβέρνησης, αν και από ορισμένους προτάθηκε να εγκατασταθεί στην πόλη πολιτική αντιπροσωπεία των αριστερών οργανώσεων, που θα μπορούσε να αναλάβει και κάποια πολιτική αρχή. Φέρει ημερομηνία 14/9/44 και στις 16/9 η πενταμελής επιτροπή οργάνωσε άλλη λαϊκή συνέλευση στην πλατεία του Αγ. Πέτρου, όπου αναγνώστηκαν όλα τα ανταλλαγέντα έγγραφα. Είχε προηγηθεί, την προηγουμένη, αποστολή άλλου εγγράφου από την Αριστερά, στο οποίο δινόταν η εξήγηση ότι η κατάληψη αστικών κέντρων επιβαλλόταν, για να εκκαθαριστούν οι βάσεις των Τ. Ασφαλείας, ώστε να καταδιωχθούν οι υποχωρούντες Γερμανοί, και ότι για τον ΕΛΑΣ προβλεπόταν ο βαθμιαίος μετασχηματισμός του, ενώ προ ημερών είχε επιτεθεί σε γερμανική μονάδα και τότε τα Τάγματα Ασφαλείας τους επιτέθηκαν στο Γκέρμπεσι. Δηλωνόταν δε ότι άλλο δεν απέμενε από τη βίαιη είσοδό τους στην πόλη και ότι ήταν έτοιμοι να τηρήσουν τα υπεσχημένα, αλλά αν τα Τ. Ασφαλείας πρόβαλαν αντίσταση, η σύγκρουση δεν θα αποφευγόταν, γι’ αυτό και στην περίπτωση αυτή συνιστούσαν την απομάκρυνση του άμαχου πληθυσμού.

Τελικά οι συνεννοήσεις συνεχίστηκαν και κατέληξαν στην αποχώρηση των Τ. Ασφαλείας και Χωροφυλακής προς το Ναύπλιο, από όπου με την μεσολάβηση του Παν. Κανελλόπουλου όλες οι μονάδες Τ. Ασφαλείας διαπεραιώθηκαν στις Σπέτσες.

Νίκος Μαυροειδής

Νίκος Μαυροειδής

Το πρώτο τμήμα ανταρτών μπήκε στην πόλη στις 18 Σεπτεμβρίου, υπό τον λοχαγό Ν. Μαυροειδή και τον προσφώνησε ο εφημέριος του Αγ. Πέτρου. Ο Μαυροειδής υπογράμμισε τη συμβολή του ΕΛΑΣ στον αγώνα για την ελευθερία και ότι υπάρχει ανάγκη για εθνική ενότητα. Στη συνέχεια το άγημα στρατωνίσθηκε σε αίθουσα σχολείου, αυτός επέβαλε την παράδοση όλων των όπλων σε οπλονόμο, αφού πριν από την είσοδο στην πόλη προειδοποίησε για την αποφυγή αντεκδικήσεων (τα Τ. Ασφαλείας είχαν συλλάβει ως ομήρους τη μητέρα του και την αδελφή του με το νεογέννητο παιδί της), υπογραμμίζοντας ότι για τα διαπραχθέντα εγκλήματα αρμόδια θα ήταν τα δικαστήρια.

Στις 19 Σεπτεμβρίου συγκροτήθηκε το νέο δημοτικό συμβούλιο (“Επιτροπή Λαϊκής Εξουσίας”), υποδείχθηκαν διάφοροι ως μέλη του και τελικά, μετά από πιέσεις τόσο από το ΕΑΜ όσο και από εκπροσώπους δεξιών παρατάξεων, ως δήμαρχος δέχθηκε να αναλάβει ο μετριοπαθής και “μη οργανωμένος” οδοντίατρος Κ. Δωροβίνης. Λαϊκή σύναξη, στην πλατεία του Αγ. Πέτρου, δια βοής έδωσε τη συγκατάθεσή της.

Στις 20 Σεπτεμβρίου οργανώθηκε στην ίδια πλατεία, μετά από δοξολογία, μεγάλη συγκέντρωση για την Απελευθέρωση, με παρέλαση μιας εκατοντάδας ανταρτών και με δημόσιες ομιλίες του επικεφαλής τους και δύο Άγγλων αξιωματικών.

 

Η νέα δημοτική αρχή

 

Ο Κ. Δωροβίνης το 1958

Ο Κ. Δωροβίνης το 1958

Σε συνεννόηση με τον αρχιμανδρίτη Χρ. Δεληγιαννόπουλο, ο Κ. Δωροβίνης πέτυχε να ελευθερωθούν οι όμηροι που ο ΕΛΑΣ κρατούσε σε ορεινό χωριό της Αργολίδας και, αντίστοιχα, να ελευθερωθούν οι όμηροι που κρατούσαν οι μονάδες των Τ. Ασφαλείας.

Η κατάσταση στην πόλη του Άργους ήταν άθλια. Τα δέντρα των δενδροστοιχιών είχαν κοπεί, οχετοί και υπόνομοι ήταν φραγμένοι, οι δρόμοι ακάθαρτοι και, το κυριότερο, το δημοτικό ταμείο άδειο. Δημοτικοί αλλά και οι δημόσιοι υπάλληλοι παρέμεναν απλήρωτοι, ενώ από τα γύρω χωριά, είχαν εισρεύσει στην πόλη δεκάδες άτομα. Η πρώτη επείγουσα εργασία ήταν να αποκατασταθεί μια στοιχειώδης, έστω, οργάνωση της πόλης. Από τα υπάρχοντα γραπτά και προφορικά τεκμήρια συνάγουμε ότι ακολουθήθηκε μια συναινετική τακτική, με τακτικές διαβουλεύσεις με τα σωματεία της πόλης. Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ, ότι το πολύπαθο δημοτικό αρχείο του Άργους (σήμερα κανείς δεν γνωρίζει που ακριβώς βρίσκεται, ενώ τόμοι του βρέθηκαν, προ μηνών να δημοπρατούνται από τον οίκο Σπανό…..) περιείχε στον τόμο του 1944 τα Πρακτικά του νέου δημοτικού συμβουλίου σε συνέχεια των προηγούμενων και πριν από όσα ακολούθησαν. Όμως οι σχετικές σελίδες βρέθηκαν να έχουν σκιστεί. Σώθηκε μόνο μια, διότι στο πίσω μέρος της ακολούθησε Πρακτικό του νέου συμβουλίου του 1945.

 

Μια ανακοίνωση- προκήρυξη  του νέου δημοτικού συμβουλίου με τα πρώτα μέτρα  εξυγίανσης της πόλης.

Μια ανακοίνωση- προκήρυξη του νέου δημοτικού συμβουλίου με τα πρώτα μέτρα εξυγίανσης της πόλης.

 

Στον τομέα των δημοσίων έργων, σημειώνουμε τη συμβολή για την αποκατάσταση της δημόσιας οδού προς Τρίπολη, μετά τις ανατινάξεις που είχαν ενεργήσει φεύγοντας οι Γερμανοί, την επισκευή του δημοτικού υδραγωγείου, τη μεταφορά του νοσοκομείου στο μέγαρο Κωνσταντόπουλου, αλλά και τη λήψη του μέτρου της προσωπικής εργασίας (σε πλήρη συμφωνία με τους φορείς των πολιτών), για άντρες από 18-60 ετών. Όσοι ήθελαν να απαλλαγούν, όφειλαν να πληρώσουν ημερομίσθιο 200 δραχμών ή αντίστοιχο σε είδος.

Στον τομέα της γενικής οργάνωσης, λήφθηκε εξαρχής η απόφαση όσοι κατείχαν όπλα να τα παραδώσουν στη νέα Εθν. Πολιτοφυλακή που συγκροτήθηκε, ενώ ταυτόχρονα σχηματίσθηκε επιτροπή για την κατάρτιση εκλογικών καταλόγων. Δηλώθηκε, ότι καταργείται κάθε απαγόρευση ως προς την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών, έγινε επίσημη σύσταση σε όσους είχαν ζώα να βοηθήσουν στην καλλιέργεια αγρών εκείνους που στερούνταν, έγινε απογραφή των βιομηχανικών εγκαταστάσεων και της λειτουργίας τους, ξεκίνησε η διανομή γάλακτος και τροφίμων, ιδιαίτερα στους απόρους, και επιβλήθηκε η υποχρέωση στους παραγωγούς τροφίμων πρώτης ανάγκης να δηλώνουν τις ποσότητες που είχαν την κατοχή τους. Με τη αύξηση, όμως, των τιμών των τροφίμων που παρατηρήθηκε προς τα τέλη Οκτωβρίου, απαγορεύθηκε η εξαγωγή κάθε είδους τροφίμων από την πόλη και καθορίστηκαν τα ύψη ημερομισθίων των εργατών σε συνεννόηση με το Εργατικό Κέντρο Άργους.

 

Προκήρυξη της διαλυθείσας πολιτοφυλακής  για την παράδοση όλων των όπλων.

Προκήρυξη της διαλυθείσας πολιτοφυλακής για την παράδοση όλων των όπλων.

 

Παράλληλα, ενώ σποραδικά λειτούργησε ο θεσμός του «λαϊκού δικαστηρίου», λήφθηκε φροντίδα ώστε να λειτουργήσει και πάλι Ειρηνοδικείο στο Άργος. Τέλος, πέρα από την κανονική διαχείριση του δήμου, επισημαίνεται ότι στην περίοδο αυτή, ενώ γινόταν διανομή τροφίμων σε απόρους, έχει καταγραφεί και διανομή μερίδων κρέατος στους δημοσίους υπαλλήλους.

Στις 3 Ιανουαρίου 1945 η Επιτροπή Λαϊκής Εξουσίας υπέβαλε την παραίτηση της στο Επαρχιακό Συμβούλιο Άργους, «με σκοπό την ανασυγκρότηση της», με κυβερνητική όμως απόφαση επανήλθε ως δήμαρχος ο Κ. Μπόμπος, που υπηρετούσε μέχρι λίγο μετά την κατάληψη του Άργους από τους Γερμανούς, το 1941.

Το «πείραμα» της διοίκησης της πόλης, τελικά με κοινή συνεννόηση, κατά βάση με πλειοψηφία της Αριστεράς, σε έκτακτες συνθήκες όπως αυτές της Απελευθέρωσης, πέτυχε να αποκλιμακώσει την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα που επικρατούσε στην πόλη με την αποχώρηση των στρατευμάτων Κατοχής, να αποφευχθεί, κατά κοινή πια ορολογία, κάθε είδους έκτροπο και, παρά τη σύγκρουση των Δεκεμβριανών στην Αθήνα, να κερδηθεί η αποδοχή των πολιτών, μέχρι την πράξη αντικατάστασης από την κεντρική διοίκηση.

Αποτελεί, όμως, μια «άλλη ιστορία», το τι περίμενε όσους αναμείχθηκαν στη διοίκηση αυτή, στα χρόνια του Εμφυλίου που ακολούθησαν. Από τα συμβάντα στο Άργος στους τέσσερεις τελευταίους μήνες του 1944, αναδεικνύεται ένα αναμφισβήτητο γεγονός, ότι τόσο από την πλευρά των κατοίκων του, και μάλιστα του αστικού στρώματος της κοινωνίας, από όπου προερχόταν τόσο η πενταμελής επιτροπή των διαπραγματεύσεων όσο και ο νέος δήμαρχος όπως και μέλη του Δ.Σ. αλλά και από την πλευρά της Αριστεράς και μάλιστα και του στρατιωτικού κλάδου της, υπήρξε ειλικρινής πρόθεση συμβιβασμών και αμοιβαίων υποχωρήσεων, πράγμα που εξηγεί και τη διάρκεια του νέου δημοτικού συμβουλίου, όταν το γενικότερο πολιτικό πλαίσιο οδηγούσε σε όξυνση των καταστάσεων. Οι δημηγορίες που αναπτύχθηκαν από τα δύο μέρη, οι οποίες φέρουν στο νου κείμενα του Θουκυδίδη, δείχνουν όχι μόνο πλήρη αφομοίωση των όσων συμφωνήθηκαν σε γενικότερο επίπεδο, αλλά και διάθεση για εμπέδωση της νομιμότητας και όδευση προς την ανασυγκρότηση της πόλης. Οι πράξεις του νέου δημοτικού συμβουλίου και η στήριξή του από τους τότε φορείς της πόλης αυτό δείχνει άλλωστε.

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης*

 

* Ο Βασίλης Κ. Δωροβίνης είναι δικηγόρος, και πολιτικός επιστήμονας, με ερευνητικές εργασίες στον τομέα της νεότερης ιστορίας. Το 2012 βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για τη δράση και τις μελέτες του στον τομέα της πολιτισμικής κληρονομιάς.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

 

«Η Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862. Το στρατιωτικό μέρος: Προπαρασκευή, Σχεδίαση, Οργάνωση και Διεξαγωγή του Ένοπλου Αγώνα». Χρήστος Σ. Φωτόπουλος, Αντιστράτηγος ε.α. Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Η ανακοίνωση περιλαμβάνει:

  • Μία λίαν συνοπτική ενημέρωση σχετικά με το Στρατό Ξηράς της οθωνικής περιόδου (1833-1862) και τη «στρατιωτική πολιτική» των τότε κυβερνήσεων ως προς την καταστολή των πολλαπλών εξεγέρσεων, στάσεων και κινημάτων που εκδηλώθηκαν κατά την ίδια χρονική περίοδο.
  • Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Ναυπλιακής Επανάστασης και το σχέδιο ταχείας αντιμετώπισής της από τον Υπουργό των Στρατιωτικών.
Πάνος Κορωναίος, ο οργανωτής της Ναυπλιακής Επανάστασης του 1862 και ένας από τους ηγέτες της επανάστασης που κατέληξε στην εκθρόνισή του Όθωνα.

Πάνος Κορωναίος, ο οργανωτής της Ναυπλιακής Επανάστασης του 1862 και ένας από τους ηγέτες της επανάστασης που κατέληξε στην εκθρόνισή του Όθωνα.

  • Την ανάλυση, σε γενικές γραμμές, της στρατιωτικής αξίας του εδαφικού διαμερίσματος Αργολίδας και της γειτονικής ζωτικής εδαφικής περιοχής του Ισθμού της Κορίνθου.
  • Τις δυσμενείς επιπτώσεις στην εξέλιξη της Επανάστασης από την εξαρχής απώλεια του στοιχείου του αιφνιδιασμού (πρόωρη αποκάλυψη του σχεδίου των επαναστατών του Ναυπλίου).
  • Την οργάνωση και τα σχέδια ενέργειας των αντιπάλων στρατευμάτων (Κυβερνητικών και Επαναστατικών)
  • Τη σύντομη αναφορά στη διεξαγωγή του αγώνα (πολεμικών επιχειρήσεων) στην Αργολίδα μεταξύ των αντιπάλων στρατευμάτων κατά τη χρονική περίοδο Φεβρουάριος – Μάρτιος 1862.
  • Τα κυριότερα συμπεράσματα από το «στρατιωτικόν μέρος» της Επανάστασης.
  • Άγνωστα μέχρι σήμερα στοιχεία και πληροφορίες σχετικά με την Επανάσταση, που προέκυψαν από την έρευνα αταξινόμητου σήμερα πρωτογενούς αρχειακού υλικού των Γενικών Αρχείων του Κράτους.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης του κυρίου Χρήστου Φωτόπουλου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862. Το στρατιωτικό μέρος.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »