Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άργος’

Επίκουρος, ο υμνητής του «ευ ζην»


 

Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011  και ώρα 6.30΄ μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» θα μιλήσει:

 η κ. ΄Ελενα Μπρούμη- Χρυσοπούλου

Βιβλιοθηκονόμος

δισέγγονη του Αρχιτέκτονα του Μεγάρου του « ΔΑΝΑΟΥ»

Ιφικράτη Κοκκίδη,

με θέμα: « Επίκουρος, ο υμνητής του «ευ ζην».

Θα ακολουθήσει συζήτηση.

Η παρουσία σας θα αποτελέσει τιμή για την ομιλήτρια και τον Σύλλογο.

 

Έλενα Μπρούμη- Χρυσοπούλου

Η κ. Έλενα Μπρούμη-Χρυσοπούλου είναι πτυχιούχος του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Βιβλιοθηκονομίας. Έχει ασχοληθεί με την επιμέλεια ποιητικών συλλογών και λογοτεχνικών κειμένων, την στελέχωση βιβλιοθηκών στα ακριτικά σχολεία της χώρας και την οργάνωση διαλέξεων, κοινωνικών εκδηλώσεων και εκδρομών.

Προσέφερε τις υπηρεσίες της, στις βιβλιοθήκες του Κολλεγίου Αθηνών και του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας. Γνωρίζει την Γαλλική και Αγγλική γλώσσα.

Έχει εκδώσει την Ποιητική συλλογή: « Η ζωή μου σε λίγα τραγούδια» (πρόλογος Λιλίκας Νάκου) και την Βιογραφική λογοτεχνία: « Ένα λουλούδι που το λένε Αμαρυλλίς» Ιδιωτική έκδοση, Απρίλιος, 2010. Έχει δημοσιεύσει άρθρα της στα περιοδικά: Νέα Εστία, Γονείς, Ομοιοπαθητική Ιατρική και Ιλισσός.

Είναι μέλος του Αρχαιοφίλου Ομίλου Εκδρομών, Α.Ο.Ε. με σειρά διαλέξεων με θέμα την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και  της Ένωσης Γονέων Νοητικώς Υστερούντων Ατόμων Ε.Γ.Ν.Υ.Α. με ενεργό, εθελοντική προσφορά. Είναι δισέγγονη του Αρχιτέκτονα του Μεγάρου του « Δαναού»  Ιφικράτη Κοκκίδη.

 

Ιφικράτης Κοκκίδης (1833-1922)

Συνταγματάρχης. Μεθοδικός, πολίτης του κόσμου και με κύρος στην Ελληνική κοινωνία η οποία τον τιμούσε ως ήρωα, ήταν ο άνθρωπος ο οποίος συντόνισε τις προσπάθειες για την υποδοχή και την φιλοξενία των ξένων κατά την διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896. Υπήρξε Επιτελάρχης του Ελληνικού Σώματος Στρατού το οποίο εισήλθε στην υπό Οθωμανική κατοχή Θεσσαλία, το 1876. Γνώριζε τουλάχιστον τρεις γλώσσες και από το 1890 ήταν καθηγητής της Στρατιωτικής Ιστορίας στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων  Αποστρατεύθηκε σε ηλικία 63 ετών, τον Ιούνιο του 1896, μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

                              

Read Full Post »

Βραβεία Ανδρέα Λεούση


  

Την 30η Ιανουαρίου 2011 ημέρα Κυριακή και ώρα 18.30’ στην αίθουσα διαλέξεων του Μεγάρου μας, Αγγελή Μπόμπου 8 στο Άργος, θα πραγματοποιηθεί η τελετή απονομής των «Βραβείων Ανδρέα Λεούση», που αφορούν χρηματικά βραβεία για τους τρεις πρώτους κατά σειρά βαθμολογίας εισαχθέντες στις Ιατρικές Σχολές Ελληνικών Πανεπιστημίων από τα Λύκεια της πόλης μας.

Τα βραβεία αυτά καθιερώθηκαν ετήσια από το Σύλλογο Αργείων «Ο Δαναός»,  με τη χορηγία του Αργείου επιχειρηματία κ. Γεωργίου Λεούση, στη μνήμη του ιατρού πατέρα του Ανδρέα Λεούση, στοχεύουν στην επιβράβευση των προσπαθειών αλλά και στην ώθηση της ευγενούς μαθητικής άμιλλας όσων προτίθενται να ενταχθούν στις σπουδές του ιατρικού λειτουργήματος.

  

Πρόγραμμα

-Χαιρετισμοί

Απονομή βραβείων στους:

1. Κάκο Χρήστο του Ιωσήφ, απόφοιτο του 2ου Λυκείου Άργους, επιτυχόντα με αριθμό μορίων 19.817 στην Ιατρική Σχολή Πάτρας.

2. Ρέμπελου Μαρία του Γεωργίου, απόφοιτο του 1ου Λυκείου Άργους, επιτυχούσα με αριθμό μορίων 19.731 στην Στρατιωτική Ιατρική Σχολή Θεσσαλονίκης.

3. Δήμα Δανάη του Ιωάννη, απόφοιτο του Ιδιωτικού Λυκείου Άργους «Νέο Σχολείο», επιτυχούσα με αριθμό μορίων 19.595 στην Ιατρική Σχολή Αθηνών.

– Ομιλία με θέμα:

 «Εξελίξεις και προοπτικές στην Καρδιολογία» από την κα Ελένη Παναγιωτοπούλου, Ιατρό – Καρδιολόγο.

Read Full Post »

Καποδίστριας Αυγουστίνος (1778-1857)

 

 

  

 

Αυγουστίνος Καποδίστριας

 

Ο Αυγουστίνος Αντώνιος Μαρία Καποδίστριας, ήταν ο μικρότερος αδελφός του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια. Γεννήθηκε στην Κέρκυρα και ήταν ο τρίτος γιος του νομικού και πολιτικού Αντωνίου Μαρία Καποδίστρια και της κυπριακής καταγωγής Διαμαντίνας Γονέμη, πέθανε στην Αγία Πετρούπολη.

Σπούδασε αγρονομία και φιλολογία. Υπήρξε γραμματέας της πρεσβείας της Επτανήσιας Πολιτείας στην Κωνσταντινούπολη, ενώ το 1818 ήταν διπλωματικός ταχυδρόμος του τσάρου. Τέλος, όταν ιδρύθηκε η Φιλική Εταιρεία, έγινε αρχικά μέλος της και στη συνέχεια έφορός της στην Κέρκυρα.

Μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης της Ελλάδας από τον αδελφό του, ανέλαβε την πολιτική και στρατιωτική δι­οίκηση της δυτικής Ελλάδας (1829). Ένα μεγάλο μέρος του έργου του τότε θεωρείται από πολλούς ότι ήταν η εκδίωξη των τουρκικών φρουρών από τη Ναύπακτο, το Αντίρριο, το Μεσολόγγι.

Μετά τη δολοφονία του αδελφού του (1831) εξελέγη από τη Γερουσία πρόεδρος της προσωρινής τριμελούς «Διοικητικής Επιτροπής της Ελλάδας» (27 Σεπτεμβρίου7 Δεκεμβρίου) μαζί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Ιωάννη Κωλέττη. Η αντιπολίτευση, το αγγλικό κόμμα, στράφηκε κατά της τριανδρίας, την οποία θεωρούσε συνέχεια της απολυταρχίας και της φιλορωσικής πολιτικής του Ιωάννη Καποδίστρια. Κατόρθωσε να προσεταιρισθεί και τον Ιωάννη Κωλέττη, που ήταν επικεφαλής του γαλλικού κόμματος και συσπείρωνε κυρίως τους στερεοελλαδίτες.

Στις 5 Δεκεμβρίουσυνεκλήθη στο Άργος η Ε’ Εθνοσυνέλευση και ανακήρυξε τον Αυγουστίνο Καποδίστρια «Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβερνήσεως», μέχρι την ψήφιση του Συντάγματος. Οι αντιπολιτευόμενοι, που αυτοαποκαλούνταν «συνταγματικοί», αμφισβήτησαν τη νομιμότητά της. Στις 15 Μαρτίου, στην Πρόνοια του Ναυπλίου, ψηφίσθηκε το Σύνταγμα από την Ε’ Εθνοσυνέλευση, γνωστό ως «Ηγεμονικό», επειδή προέβλεπε βασιλιά ως ανώτατο άρχοντα, η οποία ονόμασε τον Αυγουστίνο Καποδίστρια Κυβερνήτη της Ελλάδας μέχρι την άφιξη του βασιλιά. Στην εξουσία όμως έμεινε μόνο για λίγες ημέρες, καθώς επικράτησε το κίνημα του Κωλέττη.

Έτσι, ο Αυγουστίνος Καποδί­στριας εγκατέλειψε τα κοινά, έφυγε για την Κέρ­κυρα και από εκεί στην Αγία Πετρούπολη, όπου και συνταξιοδοτούνταν μέχρι το θάνατό του από τη ρωσική κυβέρνηση. Η Ιόνιος Πολιτεία, που τελούσε ακόμη υπό αγ­γλική προστασία, στις 16 Ιουλίου του 1840 του αναγνώρισε τον τίτλο του κόμη. Γενικά, η περίο­δος διακυβέρνησης του Αυγουστίνου Καποδί­στρια χαρακτηρίστηκε από πολιτική αστάθεια, η οποία οδήγησε σε εμφύλιο σπαραγμό, που κρά­τησε μέχρι το καλοκαίρι του 1832.

 

 

Πηγές


 

 

  • Σπύρος Β. Μαρκεζίνης, «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964», Εκδόσεις «Πάπυρος», Αθήνα, 1966.
  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  
  • Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τόμος 21, Εκδόσεις National Geographic, Αθήνα, 2010.   

 

 Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Αστυνομία και δημόσια ασφάλεια στο Άργος και την περιοχή του κατά την Επανάσταση του 1821

 


  

Ειδήσεις από ανέκδοτα ιστορικά έγγραφα της περιόδου 1822-1827

 

Ι. Εισαγωγή

Η εργασία που ακολουθεί είναι αρχειοδιφική. Βασίζεται στο σύνολό της στην αρχειακή ενότητα «Μινιστέριον της Αστυνομίας», η οποία τηρείται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Αποτελεί τα κατάλοιπα του αρχείου του Υπουργείου Αστυνομίας από την περιπετειώδη λειτουργία του στις διάφορες πόλεις όπου είχε κατά καιρούς την έδρα του το Εκτελεστικό Σώμα: Κόρινθος, Άργος, Τριπολιτσά, Ερμιόνη, Ναύπλιο, Τριπολιτσά (δεύτερη φορά), Μύλους και Ναύπλιο, για τρίτη και τελευταία φορά, έως την εμφάνιση της Αντικυβερνητικής Επιτροπής (1827).

 

ΙΙ. Αστυνομικές υπηρεσίες

ΙΙ. 1. Γενική Αστυνομία Άργους

Προς το παρόν παραμένει άγνωστο αν κατά τη διετία 1821-1822 λειτούργησε στο Άργος αυτοτελής τοπική Αστυνομία. Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι αστυνομικά καθήκοντα ασκούσαν ο Πολιτάρχης, ο Έπαρχος και οι προκριτοδημογέροντες. Στις 23 Μαΐου 1823 διορίστηκε Γενικός Αστυνόμος Άργους ο Γεώργιος Γλαρός. Φτάνοντας στην πόλη αγνοήθηκε από τους τοπικούς πολιτικούς και διοικητικούς παράγοντες. Στις 15 Ιουλίου με αναφορά του προς το Υπουργείο Αστυνομίας διεκτραγωδούσε την οικτρή οικονομική κατάσταση από την οποία δοκιμάζονταν ο ίδιος ο Γενικός Γραμματέας της Αστυνομίας Γεώργιος Γιαννακόπουλος και οι αστυνομικοί στρατιώτες. Το Υπουργείο Αστυνομίας βρήκε μία προσωρινή λύση, ορίζοντας να του δώσει ο Έπαρχος Άργους 500 γρόσια από το προϊόν του επαρχιακού εράνου για τον Αγώνα. Ακόμη όριζε να δίνουν οι επιστάτες καθημερινό σιτηρέσιο στο προσωπικό της Αστυνομίας.

Ο Έπαρχος αρνήθηκε με τον ισχυρισμό ότι το προϊόν του εράνου έπρεπε να παραδοθεί ακέραιο στα χέρια του Πάνου Κολοκοτρώνη. Αρνητική απάντηση έδωσαν και οι δημογέροντες, δηλώνοντας απερίφραστα ότι η επαρχία τους δεν είχε ανάγκη από Αστυνόμο και τα καθήκοντά του μπορούσαν να τα ασκήσουν οι ίδιοι. Για τον παραστάτη της επαρχίας Άργους Αναστάσιο Κάβα, αναφέρεται ότι φρόντιζε μόνο για τους δικούς του ανθρώπους.

 

Απόσπασμα χωροφυλακής κατά τους χρόνους του Όθωνα. Σχέδιο του Γάλλου περιηγητή Ερ. Μπελλ.

 

Λίγα χρόνια αργότερα έμελλε να αντιστραφούν οι όροι, έστω και κατά συγκυριακό τρόπο. Οι παλιοί αρνητές του αστυνομικού θεσμού αναγκάζονταν να αποδεχτούν τους εκφραστές του, ζητώντας τη συνδρομή τους σε ώρες δύσκολες. Ας δούμε όμως δυο χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Στις 9 Δεκεμβρίου 1825 οι επιστάτες της ευρύτερης περιοχής του Άργους ζήτησαν από το Υπουργείο Αστυνομίας να στηρίξει η τοπική Αστυνομία το νέο επιστάτη στο Κουτσοπόδι, τον οποίο είχαν εκλέξει στη θέση κάποιου άλλου, με το αιτιολογικό ότι ο τελευταίος «καταχράται των επιστατικών χρεών του».

Στις 13 Απριλίου 1826 η ίδια Αστυνομία γλύτωσε τον παραστάτη της επαρχίας Άργους Μιχ. Κάβα από άγρια κακοποίηση από μαινόμενους πολίτες, οι οποίοι τον κατηγορούσαν για παράνομη κατακράτηση επαρχιακών χρημάτων. Ο Γεώργιος Γλαρός παρέμεινε στη θέση του μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου 1824. Δεν υπάρχουν πληροφορίες αν υπήρξε διάδοχός του μέχρι τις 15 Μαρτίου 1824, όταν με απόφαση του Εκτελεστικού Σώματος διορίστηκε προσωρινός Γενικός Αστυνόμος Άργους ο Ηπειρώτης Κωνσταντίνος Δεληγιάννης, στον οποίο ανατέθηκαν και τα καθήκοντα του Αγορανόμου.

Η θητεία του υπήρξε πολύ σύντομη. Στις 25 Μαΐου 1824 διορίστηκε στη θέση του ο Μανουήλ Βασιλειάδης, ο οποίος είχε χρηματίσει – άγνωστο πότε ακριβώς – Γενικός Αστυνόμος Αθηνών για πέντε μήνες. Με την εισβολή του Ιμπραήμ στον αργολικό κάμπο, η Αστυνομία του Άργους διαλύθηκε και ο αστυνόμος Βασιλειάδης κατέφυγε στο Ναύπλιο. Από εκεί, στις 11 Αυγούστου 1825, γνωστοποιούσε στο Υπουργείο Αστυνομίας ότι του ζητούσαν να αναλάβει τα καθήκοντά του ο Έπαρχος και οι επιστατοδημογέροντες του Άργους.

Μετά από τρεις περίπου μήνες επέστρεψε στη θέση του. Το Υπουργείο Αστυνομίας υιοθετώντας σχετική πρότασή του, όρισε να του δοθούν σε πρώτη φάση έξι στρατιώτες και να επαναδιοριστεί ως Γραμματέας της Αστυνομίας ο Εμμ. Ιωανούσης. Ακόμη όρισε να της διαθέτουν ο Πολιτάρχης την απαραίτητη εκτελεστική δύναμη και ο Επιθεωρητής των στρατευμάτων το απαραίτητο ψωμί σε ημερήσια βάση, για το προσωπικό της.

Όμως παρά τα υποσχεθέντα, ο αριθμός των αστυνομικών στρατιωτών παρουσίαζε συνεχή μείωση. Από μία αναφορά του Αστυνόμου Άργους εκείνων των ημερών, μαθαίνουμε ότι είχε στη διαθεσή του πέντε στρατιώτες. Σε μια άλλη σημείωνε ότι στενοχωρείται «μεγάλως» από την έλλειψή τους. Στο περιθώριο του κειμένου ο Αργείτης Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Αστυνομίας Σπύρος Παπαλεξόπουλος, σημείωνε ότι το πρόβλημα ήταν υπαρκτό και θα μπορούσε ο Υπουργός να αυξήσει τη δύναμη της Γενικής Αστυνομίας Άργους, χωρίς να ζητήσει την έγκριση του Εκτελεστικού Σώματος.

Στις αρχές Ιανουαρίου 1826 με απόφαση του Εκτελεστικού Σώματος διαλύθηκε η Πολιταρχία Άργους ως περιττή. Η Γενική Αστυνομία δεν θα μπορούσε πλέον να ενισχύεται με εκτελεστική δύναμη. Ώσπου στις 12 Μαρτίου ο Κολοκοτρώνης, με την ιδιότητα του Γενικού Αρχηγού των στρατευμάτων, επανέφερε σε ισχύ το θεσμό της Πολιταρχίας με δική του πρωτοβουλία. Πριν αναχωρήσει από το Άργος άφησε ως Πολιτάρχη, κάποιον καπετάν Σπύρο από την Καρύταινα, με δύναμη 15 στρατιωτών. Εκείνος έκρινε απαραίτητο να πάρει για βοηθό του τον Αργείτη Δημήτριο Θεοφανόπουλο, που είχε μαζί του 10 στρατιώτες. Ο νεόκοπος Πολιτάρχης όχι μόνο δεν ανταποκρινόταν στα καθήκοντά του αλλά άφηνε ασύδοτους τους στρατιώτες του, που επιδίδονταν κάθε ημέρα σε διάφορες αταξίες και καταχρήσεις. Έτσι ώστε στις 2 Απριλίου 1826 να ξεσηκωθούν εναντίον τους αγανακτισμένοι κάτοικοι που συγκρατήθηκαν την τελευταία στιγμή από τον Αστυνόμο και τους δημογέροντες της πόλης.

Οι κατοπινές αρχειακές πληροφορίες για την Αστυνομία Άργους είναι ελάχιστες. Στις 28 Αυγούστου 1826 στην πόλη υπήρχε Αστυνομικός Επιστάτης. Από τα μέσα έως τα τέλη του 1827 εμφανίζονται με τη σειρά τρεις Γενικοί Αστυνόμοι Άργους και συγκεκριμένα οι Κ. Καναλέτης, Σπυράκης Δημ. Ιατρός και Παναγιώτης Κυριακός. Σημειώνεται τέλος ότι τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου ο Εμμ. Ιωανούσης εξακολουθούσε να είναι Γραμματέας της Γενικής Αστυνομίας Άργους.

 

ΙΙ. 2. Αστυνομική Επιστασία Μύλων

 

Οι πρώτες πληροφορίες για την Αστυνομία Μύλων υπάρχουν στα λιγοστά έγγραφα που εκδόθηκαν στα τέλη του 1822 από τον Αλέξανδρο Αξιώτη «Γενικό Αρμοστή Αστυνομίας» στην Ερμιόνη, όπου είχε μεταφερθεί η έδρα του Εκτελεστικού Σώματος. Όλα αυτά τα έγγραφα απευθύνονται προς τον Ανδρέα Παπαδιαμαντόπουλο, «Επιστάτην της εν Μύλοις Αστυνομίας», διορισμένο στη θέση αυτή στις 12 Νοεμβρίου 1822. Αναφέρονται σε μέτρα για την αντιμετώπιση της επιδημίας της πανώλους και την αναζήτηση καταδιωκομένων προσώπων.

Στις 19 Μαΐου 1823 με απόφαση του Εκτελεστικού Σώματος διορίστηκε ο Σπύρος Σταθόπουλος «Γενικός Λιμενάρχης και Ατυνομικός Επιστάτης των Μύλων» Στη θέση αυτή έμεινε μέχρι τις αρχές Ιανουαρίου 1824, όταν τον διαδέχτηκε ο Κωνσταντίνος Μιχαλόπουλος, ο οποίος αναφέρεται με το χαρακτηρισμό «Αστυνόμος». Ακολουθεί ένα κενό «αρχειακής σιωπής» έως την 11η Μαρτίου 1824, όταν ο ήδη διορισμένος ως προσωρινός αστυνόμος Μύλων Παναγής Ορφανός, παρουσιάζεται ως όχι ιδιαίτερα πρόθυμος για τη συνέχιση της αστυνομικής υπηρεσίας.

Στη θέση του διορίστηκε ο Νικόλαος Τσικλητήρας, ο οποίος είχε χρηματίσει αστυνόμος της επαρχίας Αγίου Πέτρου. Δυο μήνες περίπου αργότερα η θέση του αστυνόμου Μύλων παρουσιάζεται και πάλι κενή. Ο Τσικλητήρας διορίστηκε αστυνόμος και Λιμενάρχης της επαρχίας Νεοκάστρου. Όπως φανερώνουν τα σχετικά έγγραφα, η Αστυνομία Μύλων δεν λειτούργησε από τα μέσα Ιουνίου 1824 έως το τέλος Ιουλίου 1825, όταν το Υπουργείο Αστυνομίας πρότεινε στο Εκτελεστικό Σώμα να διοριστεί στους Μύλους ένας Υπαστυνόμος, επικεφαλής πέντε στρατιωτών.

Την πρόταση συνόδευε η αιτιολογία ότι ανάμεσα στους διερχόμενους ξένους από το υποχρεωτικό πέρασμα των Μύλων, ήταν και πολλοί λιποτάκτες στρατιώτες. Σύμφωνα με την ίδια αιτιολογία, η παρουσία Αστυνομίας στους Μύλους σκοπό θα είχε τον εφοδιασμό με διαβατήρια εμπορευομένων και άλλων περαστικών. Το Υπουργείο Αστυνομίας πρότεινε για τη θέση αυτή τον Εμμ. Ηλιόπουλο, ο οποίος διορίστηκε την επόμενη κιόλας ημέρα. Στο αρχείο υπάρχουν δυο έγγραφα όπου αναφέρονται δραστηριότητές του ευθύς αμέσως με την ανάληψη των καθηκόντων του.

  

ΙΙΙ. Προβλήματα στην αστυνόμευση του Άργους

ΙΙΙ. 1. Τάξη και ασφάλεια από τις αυθαιρεσίες ατάκτων στρατιωτών

 

Η συσσώρευση στο Άργος πολλών ατάκτων στρατιωτών, σε μια εποχή γενικής αποσταθεροποίησης, ήταν επόμενο να δημιουργεί ολοένα και πιο οξύτερα προβλήματα αστυνόμευσης, από μια έτσι και αλλιώς ανοργάνωτη και αδύναμη Αστυνομία, η οποία σε μια περίπτωση, το Μάιο του 1824, ξυλοκοπήθηκε από ατάκτους στρατιώτες, όταν θέλησε να εφαρμόσει το νόμο. Στους σχετικούς φακέλους υπάρχουν αρκετά έγγραφα στα οποία αναφέρονται φοβερές αυθαιρεσίες ατάκτων στρατιωτών.

Ενδεικτικά θα αναφερθούν εδώ κάποιες από αυτές που είχαν ομαδικό χαρακτήρα. Στις αρχές Ιουλίου 1824 στρατιώτες του Οδυσσέα Ανδρούτσου επιδόθηκαν σε μια σειρά από καταχρήσεις, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως ανυπόφορες. Στις 13 Οκτωβρίου στην αγορά του Άργους έγιναν εκτεταμένες διαρπαγές από στρατιώτες Κρητικούς, με αιματηρό επίλογο το θανάσιμο τραυματισμό με μαχαίρι ενός στρατιώτη από το σώμα του Θ. Ζαχαρόπουλου.

Στις 26 Οκτωβρίου έγιναν νέες διαρπαγές αγαθών βιοτικής ανάγκης αξίας πάνω από τέσσερις χιλιάδες γρόσια. Ο Αστυνόμος σημείωνε σε μια αναφορά του:

«Τα περισσότερα κακά και διαρπαγαί γίνονται από τους στρατιώτας του καπετάν Βάσου. Βιάζουν γυναίκας, παίρνουν πράγμα από την αγοράν χωρίς να δίδουν ούτε παράν, κτυπούν, υβρίζουν τους δυστυχείς Αργείους. Ο Γενικός Αστυνόμος πολλάκις ωμίλησε του καπετάν Βάσου δια να βάλη εις ευταξίαν τα στρατεύματά του μ’ όλον ότι και ο ίδιος βλέπει τας αταξίας και κλοπάς οπού κάμνουν οι στρατιώται και ποτέ δεν ηθέλησε να τους ομιλήση δια να παύσουν εις το εξής από τα παρόμοια».

Κάποτε η καταστροφική μανία των ατάκτων στρατιωτών άγγιζε τα όρια της παράκρουσης. Έφταναν στο σημείο να χρησιμοποιούν για καύσιμη ύλη πόρτες και παράθυρα κατοικημένων σπιτιών. Δεν άφησαν απείραχτο ούτε το σπίτι του Γραμματέα του Υπουργείου Αστυνομίας Σπύρου Παπαλεξόπουλου, αφαιρώντας από αυτό δοκάρια και σανίδες. Ο Αστυνόμος μάταια προσπαθούσε να τους συγκρατήσει. Στη σχετική αναφορά του έγραφε και τούτα τα φοβερά:«χωρίς συστολήν εξακολουθούν παρομοίως, χαλιώντας και καίοντας τας οικίας των δυστυχών Αργείων».

Βέβαια δεν ήταν μόνο οι αυθαιρεσίες των στρατιωτών που δημιουργούσαν οξύτατα προβλήματα στην αστυνομία του Άργους. Ήταν πρώτα από όλα η ρευστότητα των περιστάσεων που δημιουργούσε μία όλο και περίπλοκη αλυσίδα ποικίλων προβλημάτων κάτω από την απειλητική σκιά του πολέμου. Ήταν ακόμη και η μορφολογία της πόλης, η οποία κατά τον Αστυνόμο, έπρεπε να προστατεύεται από σταθερές αστυνομικές φρουρές.

 

ΙΙΙ. 2. Στεγαστικά – Πολεοδομικά

 

Ο περιορισμένος αριθμός σπιτιών από τη μια πλευρά και η συσσώρευση ξένων από την άλλη, ήταν επόμενο να δημιουργήσουν στο Άργος οξύτατα στεγαστικά προβλήματα. Η στέγαση στρατιωτών και προσφύγων στα λεγόμενα «εθνικά» (δημόσια) οικήματα, γινόταν με άδεια της Αστυνομίας. Μετά την αποχώρηση του Ιμπραήμ από τον αργολικό κάμπο, άρχισαν να κτίζονται μαγαζιά στην αγορά του Άργους, χωρίς όμως αρχιτεκτονική τάξη. Με τον ίδιο αυθαίρετο τρόπο είχαν κτιστεί σπίτια και μαγαζιά σε διάφορους δρόμους της πόλης.

Ο Αστυνόμος πρότεινε να βρεθεί και να σταλεί ένας αρχιτέκτων – και μάλιστα Ευρωπαίος – να επιβάλει την οικοδομική ευταξία για τον καλλωπισμό της πόλης. Η υπόθεση έφτασε στο Εκτελεστικό Σώμα, που είδε όμως τα πράγματα με το ρεαλισμό που επέβαλλαν οι περιστάσεις. Κατ’αρχήν παρατηρούσε ότι οι Αργείτες περισσότερο φρόντιζαν να βρεθούν τα καταστραμμένα σπίτια τους σκεπασμένα σε ώρα βροχής και λιγότερο να θεμελιώσουν κατοικίες «πολυχρονίου διαμονής».

Δεν είχε αντίρρηση για την εξεύρεση αρχιτέκτονα. Επειδή όμως τη θεωρούσε αδύνατη, υποδείκνυε μια άλλη λύση. Να οριστούν οικοδομικές γραμμές και από τις δυο πλευρές του κάθε δρόμου και να περιορίζονται μέσα σ’ αυτές όσοι έκτιζαν μόνιμες η προσωρινές κατοικίες. Η συνέχεια μας είναι άγνωστη. Κρίνοντας όμως από τα δεδομένα εκείνου του δύσκολου καιρού, μπορούμε να συμπεράνουμε με ασφάλεια ότι δεν βρέθηκαν λύσεις στα πολεοδομικά προβλήματα του Άργους.

 

ΙΙΙ. 3. Επισιτιστικά – Εμπορικά

 

Σε κάθε εμπόλεμη και γενικά πολυτάραχη εποχή, είναι επόμενο να πληθαίνουν τα προβλήματα αυτού του είδους. Το ίδιο ήταν φυσικό να συμβεί μετά την έκρηξη της Επανάστασης και στο Άργος, που βρέθηκε πολλές φορές στο επίκεντρο πολεμικών συγκρούσεων, αλλά και της έκρηξης εμφυλίων παθών. Στις 10 Μαΐου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας εξέδωσε διαταγή με την οποία απαγορευόταν στον οποιονδήποτε κάτοικο του Άργους – ντόπιο ή ξένο – να πηγαίνει στους Μύλους και να αγοράζει ψωμί, σιτάρι και οποιοδήποτε άλλο είδος βιοτικής ανάγκης, χωρίς την άδεια της Αστυνομίας.

Στο Εκτελεστικό Σώμα εξηγούσε ότι πήρε αυτό το μέτρο επειδή πληροφορήθηκε ότι οι καμπίτες δεν έχουν καθόλου τροφές και υπάρχει υποψία μήπως μεταφερθούν από το Άργος και εφοδιαστούν με αυτές οι έγκλειστοι «αντιδιοικητικοί» στο Ναύπλιο. Για τον ίδιο λόγο το Υπουργείο Αστυνομίας εξέδωσε μια άλλη διαταγή με την οποία απαγορευόταν η μεταφορά και προσφορά αυτών των ειδών από το Άργος στα γύρω χωριά.

Λίγους μήνες αργότερα οι ντόπιοι Αργείτες διεκδικούσαν για λογαριασμό τους την απόλυτη άσκηση της κάθε εμπορικής δραστηριότητας. Το Υπουργείο Αστυνομίας δεν συμμεριζόταν αυτή την άδικη μονοπωλιακή αντίληψη. Στις 6 Νοεμβρίου 1824 γνωστοποιούσε στον Αστυνόμο Άργους ότι «τα μονοπωλεία είναι όλως διόλου ενάντια του ελληνικού πολιτεύματος» και απαιτούσε «να δοθή άδεια εις έκαστον εντόπιον και μη εντόπιον να πωλή ελευθέρως ό,τι πράγμα θέλει».

 

IV. Αδικήματα

IV. 1. Ανθρωποκτονίες – Τραυματισμοί

 

Σε προηγούμενο κεφάλαιο αναφερθήκαμε σε περιπτώσεις φόνων και τραυματισμών κατά την εξέλιξη επεισοδίων με πρωταγωνιστές ατάκτους στρατιώτες. Εδώ θα αναφερθούμε ενδεικτικά σε αντίστοιχες περιπτώσεις με δράστες και θύματα πολίτες, ξεκινώντας από ένα άγριο «έγκλημα τιμής». Στα τέλη Ιουλίου 1824 στο Άργος κάποιος Γιαννάκης Τζίτζος, μαζί με τους γυιούς του και μια γυναίκα, σκότωσε τη θυγατέρα του με φρικιαστικό τρόπο.

Στη σχετική αστυνομική έκθεση ο θάνατός της χαρακτηρίζεται ως «πολλά επώδυνος», χωρίς να δίνονται άλλες εξηγήσεις. Αντίθετα στηλιτεύεται το αποτρόπαιο αυτό γεγονός με αυτά τα λόγια:

«Τοιαύτα εγκλήματα είναι συνήθη εδώ και από τους περισσοτέρους δεν νομίζονται άξια τιμωρίας, επειδή φρονούν ότι έχει απόλυτον εξουσίαν ο πατήρ εις την ζωήν της θυγατρός του, όταν υποπέση εις τοιούτον έγκλημα. Τοιαύτη δόξα είναι ολεθριωτάτη και είναι ανάγκη να τιμωρηθούν αυστηρώς και δημοσίως οι ένοχοι του ανοσιουργήματος, προς παραδειγματισμόν και κατάργησιν αυτής».

Το κείμενο αυτό έχει ιδιάζουσα σημασία όχι μόνο, διότι καταδικάζει μια απάνθρωπη λαϊκή δοξασία, αλλά επειδή το υπογράφει ένας κληρικός, ο Παπαφλέσσας, υπό την ιδιότητα του Υπουργού Εσωτερικών και προσωρινά της Αστυνομίας. Κάποιοι καταδιωκόμενοι για φόνο, ζητούσαν προστασία από στρατιωτικούς αρχηγούς ή κατέφευγαν σε άλλες περιοχές για να αποφύγουν τις συνέπειες του νόμου, αλλά και την εκδίκηση συγγενών των θυμάτων. Σε μια περίπτωση αναφέρεται ότι ο Πολιτάρχης του Άργους επισκέφθηκε στην Αστυνομία ένα κρατούμενο για φόνο και «εβιάσθη να του δώση μερικαίς ραβδιαίς όπισθεν δια να καθησυχάση τους συγγενείς του άλλου, οίτινες εζήτησαν εν ιδίοις χερσίν εκδίκησιν».

Κάποτε οι πράξεις αντεκδίκησης είχαν ως θύματα αθώους ανθρώπους. Στα μέσα Δεκεμβρίου 1825 στο χωριό Κουρτάκι ο σύζυγος μιας δολοφονημένης γυναίκας άφησε την οργή του να ξεσπάσει σε συγγενείς των δραστών, ώσπου η Αστυνομία του Άργους αναγκάστηκε να τον φυλακίσει για ένα διάστημα, μετά από την κατακρυγή μεγάλης μερίδας συγχωριανών του.

Στο αρχείο είναι καταχωρημένες αρκετές περιπτώσεις τραυματισμών από αμέλεια ή από πρόθεση. Σ’ εκείνες της δεύτερης κατηγορίας, υπάρχει μια περίπτωση «εγκλήματος πάθους» όπως θα τη χαρακτηρίζαμε σήμερα. Στο χωριό Ανυφί μια γυναίκα άτεκνη λόγω στειρότητας, τραυμάτισε σοβαρά μια άλλη που βρισκόταν σε κατάσταση προχωρημένης εγκυμοσύνης, με ένα φρικτό τρόπο. Βύθισε τα νύχια της στο λίκνο της κύησης προκαλώντας της διαδοχικές μητρορραγίες που προκάλεσαν αποβολή του εμβρύου, κάτω από διαρκή φλεγμονική επιδείνωση. Χαρακτηριστική λεπτομέρεια. Το έκτρωμα τοποθετήθηκε μέσα σε μέλι και μαζί με την κατάθεση μιας πρακτικής μαίας εστάλη στο Ναύπλιο για εξέταση, που τελικά δεν έγινε, επειδή βρέθηκε σε κατάσταση μερικής σήψης. Εδώ ασφαλώς έχουμε να κάνουμε με την πρώτη ιατροδικαστική εξέταση εμβρύου στα νεοελληνικά εγκληματολογικά χρονικά.

 

ΙV. 2. Ληστείες – Κλοπές

 

Στο αρχείο υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις «εγκλημάτων κατά της ιδιοκτησίας» όπως θα λέγαμε σήμερα. Για την οικονομία του χώρου θα αναφερθούμε με ενδεικτικό τρόπο κυρίως σε μεθόδους που ακολουθούσε η Αστυνομία για τη ανακάλυψη των δραστών. Στις 15 Ιουνίου 1823 στο Άργος, κάπου στην περιοχή του σημερινού νεκροταφείου, έγινε μια ληστεία σε βάρος ενός Κυθήριου εμπόρου με Σμυρνέϊκη καταγωγή. Οι δυο δράστες ενοπίστηκαν αλλά ο μάρτυρας που τους αναγνώρισε, δίσταζε να παρουσιαστεί και να καταθέσει ανοιχτά σε βάρος τους, φοβούμενος την εκδίκησή τους.

Ο Έπαρχος Άργους για να αποσπάσει την επίσημη μαρτυρία του, τον υπέβαλε σε εξέταση «πνευματικώ τω τρόπω» από κάποιον ιερομόναχο Καισάριο Φιλοθεΐτη. Σε ολόκληρο το αρχείο του «Μινιστερίου της Αστυνομίας» δεν υπάρχει άλλη ένορκη εξέταση μάρτυρα από κληρικό. Αντίθετα εντοπίζονται αρκετές περιπτώσεις ξυλοδαρμού υπόπτων. Ο βάναυσος αυτός τρόπος εξέτασης αναφέρεται με έμφαση στις σχετικές εκθέσεις, θαρρείς και αποτελούσε νόμιμο τρόπο εξέτασης. Σε μια από αυτές αναφέρεται ότι ένα κορίτσι από το Άργος ομολόγησε ότι έκλεψε ένα μαργαριτάρι «ύστερον από ολίγους ραβδισμούς».

Σε άλλη αναφέρεται ότι ο Έπαρχος Άργους και συνεργάτες του «εστενοχώρησαν» κάποιον Αργείτη δράστη κλοπής ειδών ρουχισμού.

Μια ασυνήθιστη κλοπή έγινε δέκα ημέρες πριν από την είσοδο του Ιμπραήμ στο Άργος. Άγνωστοι άνοιξαν τρύπες στον πίσω τοίχο ενός σπιτιού, μπήκαν μέσα και πήραν ό,τι πολύτιμο βρήκαν, μαζί και μερικά όπλα που είχαν δοθεί στον ιδιοκτήτη του για φύλαξη ή επιδιόρθωση, κατά τη βιαστική φυγή των κατοίκων. Η λεπτομέρεια αυτή δίνει το μέτρο του πανικού των κατοίκων πριν από την είσοδο του Ιμπραήμ στο Άργος που είχε καταντήσει μια έρημη πόλη, εκτεθειμένη σε κάθε είδους λεηλασία και καταστροφή.

Δράστες κλοπών ήσαν και μουσουλμάνοι, δούλοι χριστιανών. Οι ίδιοι χαρακτηρίζονται ως αντικείμενα αγοράς με συγκεκριμένα ποσά που διεκδικούνταν μαζί με τα κλοπιμαία χρήματα από τους παλιούς κυρίους τους. Για κάθε μουσουλμάνο υποτακτικό σε χριστιανό δεν ίσχυε βέβαια η αρχή «αργυρώνητος και από τον δεσπότην αυτού ακαταζήτητος». Ήταν μια περιστασιακή περίπτωση δουλοκτημοσύνης ολότελα άσχετη με το γνωστό οργανωμένο δουλεμπορικό σύστημα των Τούρκων σε βάρος των λαών που κατακτούσαν.

 

IV. 3. Καταπάτηση δημοσίων κτημάτων

 

Το πρόβλημα αξιοποίησης των καλλιεργησίμων «εθνικών γαιών», που κατέχονταν άλλοτε από τους Τούρκους και αποτελούσαν τα δυο τρίτα του συνόλου τους, ήταν ένα από τα οξύτερα προβλήματα κατά και μετά την Επανάσταση του ’21. Όταν στην Εθνοσυνέλευση του Άστρους τέθηκε θέμα εκποίησής τους, ξεσηκώθηκαν από παντού έντονες διαμαρτυρίες. Όλοι έβλεπαν ότι με τον τρόπο αυτόν η γη θα περνούσε στα χέρια των λίγων οικονομικά ισχυρών.

Μπροστά στη γενική κατακραυγή οι πληρεξούσιοι αναγκάστηκαν να ψηφίσουν διάταξη με την οποία έμπαιναν στη διαδικασία της εκποίησης μόνο τα λεγόμενα «φθαρτά εθνικά κτήματα», δηλαδή σπίτια, μύλοι και τα όμοια. Στους απελευθερωμένους Έλληνες έμενε μόνο το δικό τους ένα τρίτο των καλλιεργησίμων εκτάσεων. Για κάποιους η έγγεια ιδιοκτησία ήταν από ελάχιστη μέχρι ανύπαρκτη. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ήταν επόμενο να συντελούνται καταπατήσεις «εθνικής γης» που ενοικιαζόταν από το κράτος, με συχνές επεισοδιακές διεκδικήσεις της.

 Δυο τέτοιες περιπτώσεις αντιμετώπισε η Αστυνομία του Άργους την άνοιξη του 1825, με πρωταγωνιστές καταπατητές «εθνικής γης» στην περιοχή του Άργους και του χωριού Μπουγιάτι. Ο Αστυνόμος Άργους εξηγούσε στο Υπουργείο Αστυνομίας ότι οι δράστες και μερικοί – όπως τους χαρακτηρίζει – «καπανταήδες», χρησιμοποιούσαν τη στρατιωτική τους δύναμη για να καταπατούν πολλά «εθνικά» χωράφια, αδικώντας έτσι τους φτωχούς αγρότες ενοικιαστές τους.

 

IV. 4. Εγκλήματα κατά των ηθών

 

Στο αρχείο υπάρχουν δυο περιπτώσεις με το στοιχείο της αμφισβήτησης από τους εξεταστές τους. Η μια αναφέρεται σε καταγγελία για βιασμό κόρης από ένα Αργείτη έγγαμο και πατέρα τριών παιδιών. Η επιτροπή που ασχολήθηκε με την περίπτωση έκρινε ότι ο εγκαλούμενος «πιθανόν έφθειρεν αυτήν», παραπέμποντας στο κεφάλαιο 40 πάρ. 53 του Νόμου «περί εγκλημάτων», σύμφωνα με τον οποίο «ανήρ ύπανδρος φθείρων παρθένον με βίαν φυλακώνεται χρόνους δυο και υπανδρεύει την κόρην αναλόγως της καταστάσεώς του». Η επιτροπή ολοκληρώνοντας την απόφασή της επισήμανε ότι οι περιστάσεις της Πατρίδας δεν επέτρεπαν την πλήρη εφαρμογή των νόμων. Γι’ αυτό και υποχρέωνε τον φερόμενο ως βιαστή να δώσει στην κόρη 750 γρόσια.

Η δεύτερη περίπτωση αφορά μια εξώγαμη συμβίωση που είχε θλιβερό τέλος. Σύμφωνα με έκθεση του Αστυνόμου Άργους, το Φεβρουάριο του 1826 ένας μπουλουξής του Βάσου Μαυροβουνιώτη, απήγαγε στην Αρκαδιά ( Κυπαρισσία ) μια κόρη, με την οποία συνευρέθηκε στο χωριό του, τον Αετό Αταλάντης, και στο Άργος.

Μετά το θάνατό του σε μάχη στο Νιόκαστρο, ο γυναικάδελφός του παρουσίασε στην Αστυνομία Άργους μερικούς στρατιώτες του, οι οποίοι είπαν ότι «η γυναίκα με καλήν γνώμην, με το να ήτον αμφότεροι ερωτευμένοι, τον ηκολούθησεν». Από την άλλη πλευρά ο Βάσος Μαυροβουνιώτης με επιστολή του πληροφορούσε το Υπουργείο Αστυνομίας ότι ο σκοτωμένος μπουλουξής του την είχε μαζί του όχι για σύζυγο, αλλά για παλλακίδα του. Αν ήταν δυνατόν ένας μικροκαπετάνιος να εξομοιώνεται με Τούρκους σερασκέρηδες που συνήθιζαν να ακολουθούν τις συνήθειές του σεραγιού τους και στις εκστρατείες τους.

 

V. Αστικές διαφορές

 

Στο αρχείο υπάρχουν περισσότερες από εξήντα περιπτώσεις αστικών – όπως θα λέγαμε σήμερα – διαφορών, για την επίλυση των οποίων υπήρξε αστυνομική παρέμβαση. Το Υπουργείο Αστυνομίας άλλοτε ζητούσε από τον Αστυνόμο Άργους να επιλύσει ο ίδιος τη συγκεκριμένη διαφορά και άλλοτε να συλλάβει τον εναγόμενο και να τον οδηγήσει σ’ αυτό ή να τον ειδοποιήσει να παρουσιαστεί από μόνος του. Ο συλλαμβανόμενος υποχρεωνόταν να καταβάλει σε κάθε συνοδό του στρατιώτη το λεγόμενο «ποδοκόπι», που έφτανε συνήθως τα δυο γρόσια.

Σε πολλά έγγραφα του Υπουργείου Αστυνομίας αναφέρεται ότι ο υπόχρεος για βίαιη προσαγωγή ή αυτόβουλη προσέλευση είχε ενάγοντα, χωρίς όμως να αναφέρονται το όνομά του και ο συγκεκριμένος λόγος. Σε κάποιες προσκλήσεις υπάρχουν αυστηρές προειδοποιήσεις για την περίπτωση της μη εμφάνισης του εναγόμενου. Ακόμη υπάρχουν περιπτώσεις που οι προσκαλούμενοι εναγόμενοι δεν αναφέρονται ονομαστικά.

Στις 14 Απριλίου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας ζήτησε από τους δημογέροντες και τους δυο ιερείς του χωριού Καρυά, να καταβάλουν σε κάποιους μαστόρους διακόσια σαράντα γρόσια που είχαν παρακρατήσει από τα συμφωνημένα για το κτίσιμο μιας εκκλησίας και άλλα πενήντα για τη μεταφορά λαξευμένης πέτρας. Διαφορετικά όριζε να συλληφθούν όλοι και να οδηγηθούν στο Υπουργείο.

Μια άλλη πρόσκλησή του με ημερομηνία 24 Φεβρουαρίου 1825 απευθύνεται σε όλους τους κατοίκους του χωριού Ανυφί, με την εντολή να καταβάλουν σε ένα τεχνίτη τα όσα γρόσια του χρωστούσαν για κάποια εργασία του. Η πρόσκληση κλείνει με την ακόλουθη αυστηρή προειδοποίηση: «προσέξατε δε και μην απειθήσετε, διότι τότε θέλει σταλή εκτελεστική δύναμις και σας βιάση να πληρώσετε με ζημία σας μεγάλην».

Κάποτε η αστυνομική παρέμβαση είχε έντονο καταπιεστικό χαρακτήρα. Με ακραία την περίπτωση μιας χήρας μητέρας τριών ανηλίκων παιδιών, η οποία για ένα χρέος του συζύγου της, ύψους τριακοσίων γροσίων, εκλήθη να πληρώσει το ένα τρίτο της αξίας του κρασιού από ένα αμπέλι που αποτελούσε το μοναδικό της περιουσιακό στοιχείο. Διαφορετικά θα συλλαμβανόταν και θα προσαγόταν στο Ναύπλιο με συνοδεία στρατιωτών. Χαρακτηριστική λεπτομέρεια. Ο Αστυνόμος Άργους είχε προτείνει να πουληθεί ένα στρέμμα από το επίμαχο αμπέλι για την κάλυψη του χρέους. Ευθυγραμμιζόμενος έτσι με την έγγραφη εντολή του Υπουργείου του, όπου αναφέρονται τα εξής: «με όποιον τρόπον δυνηθής πωλώντας ό,τι πράγμα ημπορέσεις».

Κάποιες άλλες αστικές διαφορές έχουν ιδιόμορφο χαρακτήρα. Ας δούμε μερικές από αυτές. Στις 15 Απριλίου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας ειδοποίησε από το Άργος τον Αστυνόμο Τριπολιτσάς να υποχρεώσει κάποιο Γεώργιο Κοντόσταυλο να επιστρέψει στον έμπορο Ευστράτιο Πετροκόκκινο το ποσό των 127.20 γροσίων που είχε λάβει ως προπληρωμή (καπάρο) για να συγκεντρώνει λαγοτόμαρα, αλλά εκείνος αθέτησε τη συμφωνία τους.

Το μεγάλο ύψος της προκαταβολής υπαινίσσεται βέβαια ότι εκείνη την εποχή στο Μοριά αφθονούσαν οι λαγοί και οι αποτελεσματικοί κυνηγοί τους. Έτσι επιβεβαιώνεται ιστορικά η παρουσίαση στη «Βαβυλωνία» του Δ. Βυζάντιου ενός Μοραΐτη πρωταγωνιστή της ως χονδρεμπόρου δερμάτων διαφόρων θηραμάτων. Στις 23 Απριλίου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας ζήτησε από τον Αστυνόμο Άργους να υποχρεώσει «κατά πάντα τρόπον» μια γυναίκα να ακολουθήσει τον άνδρα της στο Ναύπλιο και μάλιστα με συνοδεία στρατιώτη.

Τέλος στις 22 Αυγούστου 1825 μια επιτροπή από Αργείτες ζήτησε από το Υπουργείο Αστυνομίας να εμποδίσει δυο συμπολίτες τους που ήθελαν να τρυγήσουν τα αμπέλια τους μια εβδομάδα πρωτύτερα από την ημερομηνία που όριζε η σεβαστή από όλους παλιά τοπική συνήθεια. Οι απαιτήσεις για οποιοδήποτε χρέος είχαν συναφθεί πριν από την Επανάσταση και ήταν απαγορευμένες.

Σε μια περίπτωση το Υπουργείο Αστυνομίας έδωσε εντολή στον Αστυνόμο Άργους να αποφυλακίσει κάποιον Κωνσταντίνο Ντόκο, με την παρατήρηση ότι το αίτιο της φυλάκισής του ήταν «παράνομον και εναντίον του θεσπίσματος της Διοικήσεως». Για τον ίδιο λόγο αρνήθηκε να εξοφλήσει στο Άργος ένα χρέος που είχε δημιουργήσει το 1818 στην Τριπολιτσά κάποιος Κ. Δημητρακόπουλος, επικαλούμενος και τη ρωσική του υπηκοότητα, επειδή στο μεταξύ είχε μεταναστεύσει στη Ρωσία.

Δημήτριος Τσόκρης

Δημήτριος Τσόκρης

Σε μερικές περιπτώσεις εμπλέκονται και κάποιοι επώνυμοι – όπως θα λέγαμε σήμερα – άνθρωποι εκείνης της εποχής. Στις 20 Ιανουαρίου 1825 ο στρατηγός Δημ. Τσόκρης ζήτησε από το Υπουργείο Αστυνομίας να κατασχεθεί μια ποσότητα κριθαριού που είχε μεταφέρει ένας οφειλέτης του για άλεσμα στους Μύλους. Τρεις μήνες περίπου αργότερα ο γραμματικός του Αγγελής Παναγιώτου ζητούσε για λογαριασμό του από το ίδιο Υπουργείο να υποχρεώσει τη Μπουμπουλίνα να του επιστρέψει ένα κανόνι. Στη σχετική αναφορά εξηγείται ότι το 1822 το πήρε λάφυρο από τους Τούρκους ο Τσόκρης, το έστειλε για ασφάλεια στο Λεωνίδιο και εκεί το πήρε αυθαίρετα η Μπουμπουλίνα, ανεβάζοντάς το στο καράβι της. Επειδή το Υπουργείο σιωπούσε, επανήλθε ο ίδιος ο Τσόκρης ζητώντας να του αποδοθεί το επίμαχο κανόνι. Η νέα αυτή παρέμβασή του έχει την εξήγησή της. Εκείνες τις ημέρες η Αστυνομία Άργους είχε στείλει στο Υπουργείο Αστυνομίας μερικά κιβώτια με πράγματα της Μπουμπουλίνας. Ήταν η εποχή που η θρυλική καπετάνισσα βρισκόταν σε διωγμό από την κυβέρνηση Κουντουριώτη.

Από το χορό των αντιδίκων για αστικές διαφορές δεν έλειψαν και άνθρωποι της Αστυνομίας. Από σχετική αναφορά του Αστυνόμου Άργους, μαθαίνουμε ότι στις αρχές Απριλίου 1826 έγιναν – κάτω από άγνωστες συνθήκες – ζημιές στο περιβόλι του τότε Υπουργού της Αστυνομίας Δημ. Δεσύλλα, που εκτεινόταν μπροστά και πέρα από την αγορά της πόλης. Οι ζημιές σε επτά κυπαρίσσια και σε «δύω κλάραις» λεμονιάς, αποτιμήθηκαν αντίστοιχα σε 15 και 5 γρόσια.

Άγνωστου είδους διαφορά με κάποιον Αργείτη, Παναγή Μπεκροδημήτρη, είχε ο συμπολίτης του Σπυρ. Παπαλεξόπουλος, Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Αστυνομίας. Όπως σημειώνεται στη σχετική αναφορά του, τον κάλεσε πολλές φορές να έρθει σε συνάντησή του να λύσουν ειρηνικά τις διαφορές τους, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Στο τέλος ζήτησε από τον προϊστάμενό του Υπουργό να εκδώσει «έντονον διαταγήν» προς τον αντίδικό του για να παρουσιαστεί στο Ναύπλιο. Εκείνος του έστειλε έγγραφη πρόσκληση, που έκλεινε με τούτη την αυστηρή προειδοποίηση: «πρόσεχε δε μη απειθήσης, ότι θέλει σταλή εκτελεστική δύναμις δια να σε πάρη και τότε θα το μετανοιώσης ανωφελώς». Η συνέχεια μας είναι άγνωστη.

 Κατά το 1827 τις εντολές για την επίλυση αστικών διαφορών τις έδινε ο προσωρινός Διοικητής Ναυπλίου. Στο αρχείο υπάρχουν έγγραφα που αναφέρονται στις ακόλουθες τρεις περιπτώσεις. Στις 22 Οκτωβρίου 1827 ζήτησε από τον Αστυνόμο Άργους να επιλύσει μια διαφορά μεταξύ των καπεταναίων Κ.Γ. Λογοθέτη, Ν. Κόπελου και Παλαιοκώστα, με τον επίτροπο των Κρητικών όπλων Ιωάννη Χάλη και διαμεσολαβητή τον στρατηγό Δημ. Τσόκρη.

Λίγες ημέρες αργότερα ο προσωρινός Διοικητής Ναυπλίου ζήτησε από τον Αστυνόμο Άργους να φροντίσει ώστε να πάρει τέλος μια οικονομική διαφορά μεταξύ των Κ. Μπερούκα και Ευστρ. Δημητρίου για 1840 γρόσια που χρωστούσε ο πρώτος στον δεύτερο, προσδιορισμένο επίσημα με αιρετοκρισία. Τέλος στις 31 Οκτωβρίου 1827 ζήτησε από τον ίδιο να εκπληρώσει μια παλαιότερη υπόσχεσή του στον Θοδωρή Γρίβα, ότι θα υποχρέωνε κάποιο Μήτρο του Θεοφάνη να δώσει όσα χρήματα χρωστούσε σε κάποιο Κωσταντή Μαγουλιανό. Καταλήγοντας τον διαβεβαίωνε ότι ο δανειστής, εκτός του ότι είχε το δίκαιο με το μέρος του, ήταν και πολύ στενός φίλος με τον Γρίβα. Το τελευταίο αποτελεί ασφαλώς το σύνηθες «διάνθισμα» πολλών και ποικίλων νεοελληνικών κειμένων ρουσφετολογικού περιεχομένου. Κατά μια απαρασάλευτη συνέχεια και συνέπεια.

 

VI. Περιπτώσεις «υψηλής αστυνόμευσης»

VΙ. 1. Καταγραφή ενόπλων και αμάχων

 

Η είσοδος του Μαρτίου 1824 βρήκε το Άργος και το Ναύπλιο στο επίκεντρο ανωμάλων πολιτικών εξελίξεων. Η κυβέρνηση Κουντουριώτη συνεχίζοντας την περιπλάνησή της, καταστάλαζε προσωρινά στο Άργος, κατακλυσμένο από αμέτρητους ντόπιους και ξένους ενόπλους και αμάχους. Πολλοί από αυτούς ήταν ύποπτοι για αντικυβερνητική δράση για τους κρατούντες εκείνων των τραγικών ημερών. Γι’ αυτό και φρόντισαν να καθιερώσουν ένα σύστημα «υψηλής αστυνόμευσης».

Ήδη από τις 16 Μαρτίου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας έστειλε στον Αστυνόμο Άργους ειδική οδηγία, με την οποία οριζόταν ο τρόπος καταγραφής όσων ξένων στρατιωτικών ή πολιτών κατοικούσαν ή μπαινόβγαιναν στο Άργος. Από ό,τι φαίνεται η οδηγία αυτή δεν εφαρμόστηκε σε ικανοποιητικό βαθμό. Στις 15 Απριλίου το Υπουργείο έστειλε δυο διαταγές προς τον Αστυνόμο Άργους, σε μια προσπάθειά του να εξασφαλίσει τον έλεγχο της κατάστασης.

Με την πρώτη τόνιζε ότι αναγκάζεται να επανέλθει για μια ακόμη φορά στο ίδιο ζήτημα και όριζε τα εξής : 1) Όσοι ξένοι βρίσκονταν στο Άργος, όφειλαν να παρουσιαστούν μέσα σε 24 ώρες στην Αστυνομία να εφοδιαστούν με ειδικό διαμονητήριο, 2) Όσοι αναχωρούν να εφοδιάζονται με κανονικό διαβατήριο και 3) Όσοι δεν συμμορφώνονται να τιμωρούνται αυστηρά.

Με τη δεύτερη διαταγή οριζόταν ότι όσοι στρατιώτες στάθμευαν στην πόλη και δεν βρίσκονταν κάτω από τις διαταγές κάποιου οπλαρχηγού της Διοίκησης, είχαν υποχρέωση μέσα σε 24 ώρες ή να φύγουν ή να καταγραφούν σε όποιον οπλαρχηγό της επιθυμούν. Μετά την εκπνοή της προθεσμίας αυτής, όσοι δεν είχαν φύγει ή καταγραφεί, θα αφοπλίζονταν και θα τιμωρούνταν αυστηρά. Τα μέτρα αυτά δεν απέδωσαν στην πράξη.

Όπως είδαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο, τα περισσότερα από τα σοβαρά έκτροπα στο Άργος γίνονταν από ατάκτους στρατιώτες με την ανοχή των αρχηγών τους. Όσο για τους αμάχους, ο καθένας τους μπορούσε να κάνει κακή χρήση του διαβατηρίου του, ερχόμενος σε επαφή με αντικυβερνητικούς.

 

VI. 2. Λογοκρισία

 

Η λογοκρισία στα γράμματα είχε ήδη αρχίσει προτού ακόμη «θεσμοποιηθεί» με τις προαναφερόμενες διαταγές του Υπουργείου Αστυνομίας. Στις 10 Μαρτίου 1824 το ίδιο Υπουργείο πληροφορούσε το Εκτελεστικό Σώμα ότι κατά τον έλεγχο δυο Βυτιναίων που κατευθύνονταν προς την Τριπολιτσά, βρέθηκαν πάνω τους τρία «αινιγματώδη γράμματα». Ο ίδιος χαρακτηρισμός δίνεται και σε ένα κείμενο με αριθμητικά στοιχεία και εμβόλιμες φράσεις πάνω σ’ ένα κομμάτι λερωμένο χαρτί.

Ύστερα από αυτό και επειδή οι δυο ύποπτοι είχαν πέσει σε αντιφάσεις, προτεινόταν η κράτησή τους για ασφάλεια μέσα σε κάποιο πλοίο, με προοπτική να υποβληθούν σε δεύτερη ανάκριση. Οι περιοχές Κορίνθου και Τριπολιτσάς αποτελούσαν δυο κύριους αγωγούς διακίνησης αλληλογραφίας από και προς το Ναύπλιο. Γι’ αυτό το Υπουργείο Αστυνομίας φρόντισε να στήσει σε επίκαιρα σημεία τους ένα ειδικό λογοκριτικό μηχανισμό.

Στις 11 Απριλίου έγραφε στον Έπαρχο Κορίνθου να ανοίγει χωρίς εξαίρεση όλα τα γράμματα που περνούσαν από τα χέρια του. Καταλήγοντας του εφιστούσε την προσοχή να βάλει σε πράξη τη διαταγή του. Με το ίδιο πνεύμα έγραφε λίγες ημέρες αργότερα και στον Αστυνόμο Τριπολιτσάς. Μόνο που σ’ αυτόν έκανε τούτη την οξύμωρη συμβουλευτική προειδοποίηση: «πρόσεξε όμως μετά την ανάγνωσιν αυτών να μη τα δημοσιεύης διότι τούτο είναι και λογίζεται παραβίασις των χρεών σου».

Με άλλα λόγια το Υπουργείο Αστυνομίας καθιέρωνε ένα είδος προστατευόμενου «λογοκριτικού απορρήτου». Τα ύποπτα γράμματα τα έστελνε στο Εκτελεστικό Σώμα. Σε μία τέτοια αποστολή ζητούσε να του επιστραφούν μετά την ανάγνωσή τους για να σταλούν στον προορισμό τους, με την παρατήρηση ότι έτσι «είναι συμφέρον».

 

VI. 3. Συλλήψεις αντικυβερνητικών

 

Η κυβέρνηση Κουντουριώτη, αμέσως μετά την εμφάνισή της στην περιοχή του Άργους, θέλησε να κάμψει το ηθικό των αντικυβερνητικών με ομαδικές φυλακίσεις. Στα τέλη Μαρτίου 1824 στην Τριπολιτσά βρίσκονταν φυλακισμένοι 50 Μεγαρίτες. Με εντολή του Υπουργείου Αστυνομίας συνελήφθησαν στην αρκαδική πρωτεύουσα ο Ρήγας Παλαμήδης και ο Αναγνώστης Χριστακόπουλος, πατέρας του βουλευτή Βασίλη Χριστακόπουλου, ο οποίος είχε κηρυχθεί έκπτωτος από το αξίωμά του, επειδή ακολουθούσε τον Κολοκοτρώνη.

Με την ίδια εντολή οριζόταν να συλληφθεί και ο Μητροπολίτης. Εξαιρέθηκε όμως επειδή ήταν ασθενής και τέθηκε «υπό φύλαξιν έως ότου αναλάβη». Χαρακτηριστική λεπτομέρεια. Η σύλληψη του Ρήγα Παλαμήδη έγινε μετά από ομαδική αναφορά 32 συμπολιτών του, με πρόταση να απομακρυνθεί από την πόλη τους ως επικίνδυνος αντικυβερνητικός και να φυλακιστεί στο φρούριο της Μονεμβασιάς η εκείνο της Κορίνθου «προς σωφρονισμόν και των ομοίων του».

Συλλήψεις έγιναν και στην περιοχή του Άργους. Στις 10 Απριλίου διατάχθηκε η σύλληψη όλων των προκριτοδημογερόντων του χωριού Χώνικα και κάποιου Κωνσταντίνου Μπομπέτζη στο Κουτσοπόδι. Στις 9 Μαΐου διατάχθηκε να συλληφθούν οι αδελφοί Γεώργιος και Θεόδωρος Τσόκρη και να οδηγηθούν στο Εκτελεστικό Σώμα που είχε την έδρα του στους Μύλους. Εκείνη την ημέρα στη Δαλαμανάρα είχε αποκρουστεί από κυβερνητικές δυνάμεις ο στρατηγός Δημ. Τσόκρης, όταν προσπάθησε να ανεφοδιάσει τον Πάνο Κολοκοτρώνη, που είχε βγει για το σκοπό αυτόν έξω από το φρούριο του Ναυπλίου. Έτσι εξηγείται η σπουδή της κυβέρνησης να συλληφθούν οι προαναφερόμενοι αδελφοί Τσόκρη. Εκείνοι όμως πρόλαβαν και κλείστηκαν στο Μοναστήρι του Αγίου Νικολάου του Άργους.

Το Υπουργείο Αστυνομίας – ή καλύτερα ο Υπουργός Παπαφλέσσας – έστειλε μία έγγραφη προειδοποίηση στον ηγούμενο του Μοναστηριού, που έκλεινε με τούτα τα απερίφραστα απειλητικά λόγια: «Λάβε μέτρα λοιπόν να μη τολμήσης να κάμης την παραμικράν ανθίστασιν και δεν τους παραδώσεις. Ήξευρε ότι αν δεν τους παραδώσης, αποφασιστικά η ζωή σου, μαζί με την ζωήν αυτών, είναι χαημένη. Η Διοίκησις θέλει σε κρεμάσει άφευκτα μαζί με αυτούς».

Στις 3 Δεκεμβρίου 1824 διατάχθηκε η σύλληψη των αδελφών Νικηφόρου και Κωνσταντίνου Παμπούκη. Αναζητήθηκαν αμέσως αλλά δεν βρέθηκαν στο Άργος. Την επόμενη ημέρα συνελήφθη ο δεύτερος και μετά από σύντομη κράτηση αφέθηκε ελεύθερος.

Ο Αστυνόμος Άργους με νεότερη αναφορά του τον κατηγορούσε ότι μετά την αποφυλάκισή του κοινολογούσε παντού ότι στη Βοστίτσα (Αίγιο) αποβιβάστηκαν χίλιοι Σουλιώτες, με αποστολή να χωριστούν σε τρία σώματα και να σπεύσει το καθένα να βοηθήσει τον Α. Λόντο στα Καλάβρυτα, τον Θ. Κολοκοτρώνη στην Τριπολιτσά και το Αρχοντόπουλο (Ιωάννη Νοταρά) στον Αη-Γιώργη. Στην πραγματικότητα όμως είχαν αποβιβαστεί Σουλιώτες μαζί με άλλα φιλοκυβερνητικά ρουμελιώτικα σώματα, που επιδόθηκαν στις γνωστές λεηλασίες και άλλες πράξεις βίας.

Οι συλλήψεις αντικυβερνητικών συνεχίζονταν και στα τέλη Απριλίου 1825, δηλαδή λίγο καιρό πριν από την εξαγγελία της γενικής αμνηστείας που γιορτάστηκε στο Ναύπλιο με τέλεση πανηγυρικής δοξολογίας, στις 19 Μαΐου 1825. Στις 20 Απριλίου το Εκτελεστικό Σώμα διέταξε να τεθεί υπό αυστηρό περιορισμό στο σπίτι του Υπουργού Αστυνομίας ο Αναστάσιος Λόντος με το αιτιολογικό ότι «είχον δημιουργηθεί τινές υποψίαι δια το πρόσωπόν του». Αυτό έγινε επειδή ο Αστυνόμος Άργους είχε ειδοποιήσει το Υπουργείο Αστυνομίας ότι οι «αντιδιοικητικοί» Α. Λόντος, Α. Ζαΐμης και Νικηταράς εμφανίστηκαν στην περιοχή των Καλαβρύτων. Λίγες ημέρες αργότερα αφέθηκε ελεύθερος και τέθηκε υπό στενή παρακολούθηση από ειδική φρουρά.

  

VI. 4. Παρακολούθηση αντικυβερνητικών

 

Στο αρχείο σώζονται λίγα, αλλά ενδιαφέροντα έγγραφα. Κάποιες πληροφορίες δεν φαίνεται να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα εκείνων των τραγικών ημερών. Έχουν όμως την ιστορική τους σημασία επειδή παρουσιάζουν τον κάποιο διαθλαστικό απόηχο των γεγονότων μέσα στη δίνη των εμφυλιοπολεμικών παθών που ξεσπούσαν και από τις δυο αντιμαχόμενες πλευρές. Για την οικονομία του χώρου η αναφορά μας σ’αυτά τα έγγραφα θα είναι ενδεικτική.

Στις 6 Φεβρουαρίου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας ενημέρωσε το Εκτελεστικό Σώμα για τις μέχρι τότε αντικυβερνητικές ενέργειες του Δημ. Περρούκα, τις οποίες χαρακτήριζε ως «εσχάτην προδοσίαν». Σύμφωνα με τις πληροφορίες του, ο Αργείτης νομικός και πολιτικός, ίσως είχε φύγει με πλοίο από τη Γλαρέντζα. Στο πεδίο της κυβερνητικής παρακολούθησης βρέθηκε και η Μπουμπουλίνα. Εκείνη την εποχή κατοικούσε στο αποκλεισμένο Ναύπλιο μαζί με το γαμπρό της και φρούραρχο της πόλης Πάνο Κολοκοτρώνη.

Για τις κινήσεις της καπετάνισσας, τις υποψίες για το πρόσωπό της μέχρι τη σύλληψή της και τη μεταγωγή της στο Λεωνίδιο και την εκεί φυλάκισή της, σχετική είναι η εισήγησή μας με τίτλο «Αστυνομικά της επαρχίας Πραστού κατά την Επανάσταση του ’21 – Ειδήσεις από ανέκδοτα έγγραφα», δημοσιευμένη στα «Χρονικά των Τσακώνων» 18 (2004-2005) σσ. 99-128 (Πρακτικά E’  Τσακώνικου Συνεδρίου, 26-28 Σεπτεμβρίου 2003). Επανερχόμενοι στο θέμα μας σημειώνουμε ότι από τις αρχές του 1824 οργίαζαν οι φήμες για υπαρκτές και ανύπαρκτες κινήσεις αντικυβερνητικών.

Ένας Αργείτης – Γεώργιος Ζαρλής στο όνομα – διαβεβαίωνε τον Αστυνόμο Άργους ότι «ο πύργος του Βλάση» είχε μεταβληθεί σε δυνατό πολεμικό οχύρωμα από τους καπεταναίους, Πάνο και Γρόση, που παρουσιάζονταν να έχουν μυστικές συνεννοήσεις με τους έγκλειστους στο φρούριο του Ναυπλίου. Στα τέλη Απριλίου κάποιες άλλες επίμονες φήμες μιλούσαν για επικείμενο ανεφοδιασμό του φρουρίου του Ναυπλίου με συντονισμένες δυναμικές κινήσεις από στεριά και θάλασσα, καθώς και για σχεδιαζόμενες δολοφονίες του Ανδρέα Λόντου και του Παπαφλέσσα από τον Πάνο Κολοκοτρώνη, που τελικά υπήρξε ο ίδιος θύμα παθών και λαθών.

Προτού ακόμη βγει ο Ιούνιος, στο Άργος κυκλοφορούσαν διάφορες φήμες σε βάρος του Κολοκοτρώνη και του γυιού του Γενναίου. Η επικείμενη άφιξη του τελευταίου στο χωριό Μπέλεσι θεωρήθηκε από την Αστυνομία Άργους ότι είχε κακό σκοπό. Γι’ αυτὸ ζήτησε να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα, οπωσδήποτε όχι συμβιβαστικά. Στις 10 Αυγούστου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας πληροφορούσε το Εκτελεστικό Σώμα ότι κορυφαίοι αντικυβερνητικοί είχαν σχεδιάσει ένα καινούργιο σύστημα ανατρεπτικών ενεργειών.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες του, ο Π. Μαυρομιχάλης, ο Θ. Κολοκοτρώνης, οι Δεληγιανναίοι και το αντικυβερνητικό δίδυμο Α. Ζαΐμη και Α. Λόντου, συγκέντρωσαν εβδομήντα χιλιάδες γρόσια για να πετύχουν τους ειδικούς τους στόχους. Στον Μαυρομιχάλη αποδιδόταν επιπρόσθετα και μια καλά οργανωμένη επιχείρηση μεταστροφής συνειδήσεων κάποιων που βρίσκονταν με το μέρος της Διοίκησης. Όλες οι κινήσεις των ηγετών της αντικυβερνητικής παράταξης καταγράφονταν και αναφέρονταν με κάθε λεπτομέρεια. Ακόμη και οι πιο συνηθισμένες και συνάμα ανθρώπινες. Έτσι στις 8 Οκτωβρίου 1824 ο Αστυνόμος Τριπολιτσάς πληροφορούσε το Υπουργείο του ότι ο Κολοκοτρώνης σκεφτόταν να κατέβει στην πόλη για να στεφανώσει το γραμματέα του Φωτάκο. Κλείνοντας την αναφορά του ζητούσε να του δοθούν οδηγίες όσο γινόταν πιο σύντομα. Η ροή πληροφοριών για τις κινήσεις αντικυβερνητικών συνεχίστηκε και μετά την καταστροφική προέλαση του Ιμπραήμ στο Μοριά.

Στις 12 Απριλίου 1825 ο Αστυνόμος Άργους πληροφορούσε το Υπουργείο του ότι στην επαρχία Καλαβρύτων είχαν εμφανιστεί οι «αντιδιοικητικοί» Α. Ζαΐμης, Α. Λόντος και Νικηταράς. Ακόμη ανέφερε ότι στο Άργος έκανε την εμφάνισή του ο Σωτήρης Ζαχαρόπουλος, προσθέτοντας ότι προσποιήθηκε τον άρρωστο όταν η Αστυνομία τον κάλεσε για ανάκριση. Ενώ περίμενε οδηγίες από το Υπουργείο, εκείνος αναχώρησε χωρίς την άδειά της προς άγνωστη κατεύθυνση.

Στις 26 Απριλίου 1825 ο Αστυνόμος Άργους ανέφερε ότι οι δυο «Ανδρέηδες» ( Ζαΐμης και Λόντος ) στρατολογούσαν ντόπιους χωρίς μισθό, δίνοντάς τους απόλυτη ελευθερία να λεηλατήσουν τα χωριά Κλουκίνες, Τρίκαλα και μερικά άλλα γειτονικά τους. Συνεχίζοντας να παραθέτει τις ανεξέλεγκτες, όπως φαίνεται, πληροφορίες του, ανέφερε ότι μετά την έκδοση από τη Διοίκηση της προκήρυξης για στρατολογία, οι προαναφερόμενοι άμισθοι στρατιώτες μειώθηκαν στους τετρακόσιους και στάθηκαν κοντά στην Κέρτεζη.

Κατά τον Αστυνόμο Άργους πάντα, εναντίον τους κινήθηκαν δυο χιλιάδες κυβερνητικοί στρατιώτες και τους πολιόρκησαν οι Πετιμεζαίοι, ο Νικολάκης Σολιώτης, ο Μήτρος Μελετόπουλος και ο Έπαρχος Καλαβρύτων. Ώσπου ήρθε ο Κολιόπουλος και τους χτύπησε από τα νώτα, αναγκάζοντάς τους να μπουν μέσα στο χωριό. Όπως φαίνεται οι πληροφορίες αυτές οδήγησαν το Εκτελεστικό Σώμα στην απόφαση να θέσει τον Αναστάσιο Λόντο πρώτα υπό κράτηση και μετά υπό παρακολούθηση. Αυτή η διαφοροποίηση των μέτρων αποτελεί μια σοβαρή ένδειξη ότι οι πληροφορίες του Αστυνόμου Άργους θεωρήθηκαν ως ανακριβείς κατά ένα μέρος τους.

  

VI. 5. Αναζήτηση κατασκόπων

  

Στο αρχείο υπάρχει ένα κατάστιχο με την ένδειξη «Μισθοί και έξοδα μυστικών υποκειμένων» του Υπουργείου Αστυνομίας, χωρίς παράθεση των ονομάτων τους. Αρχίζει από τις 12 Μαρτίου 1825 και τελειώνει στις 2 Μαρτίου 1826. Τα συνολικά έξοδα που είναι καταχωρημένα σ’αυτό συναθροίζονται στα 11.299 γρόσια και καταμερίζονται σε 11 περιπτώσεις. Δυο μόνο από αυτές έχουν σχέση με το Ναύπλιο και αναφέρονται σε ισάριθμους κατασκόπους που ήταν εγκατεστημένοι στην πόλη. Οι άλλες 9 περιπτώσεις έχουν σχέση με τις περιοχές Καλαμάτας, Τριπολιτσάς, Καρύταινας, Μυστρά και Γαστούνης, χωρίς να αναφέρονται στα «πεπραγμένα» της κάθε κατασκοπευτικής αποστολής.

Από τη βραχύλογη αιτιολογία της κάθε δαπάνης προκύπτει ότι οκτώ περιπτώσεις είχαν σχέση με την παρακολούθηση των κινήσεων του Ιμπραήμ. Εν όψει όλων αυτών μπορούμε να συμπεράνουμε με ασφάλεια ότι το Υπουργείο Αστυνομίας μέχρι τις αρχές Μαρτίου 1825 δεν διέθετε οργανωμένο κατασκοπευτικό δίκτυο, εννοείται με τα μέτρα εκείνης της εποχής. Οι υπαρκτές και ανύπαρκτες κινήσεις αντικυβερνητικών, αναφέρονταν ασφαλώς από περιστασιακούς πληροφοριοδότες του Υπουργείου Αστυνομίας και της Γενικής Αστυνομίας Άργους. Την ίδια προέλευση φαίνεται ότι είχαν πληροφορίες για κινήσεις κατασκόπων και στα προηγούμενα χρόνια.

Στις 4 Απριλίου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας πληροφορούσε το Εκτελεστικό Σώμα ότι πριν από λίγες ημέρες ένας «φραγκοφορεμένος» νέος και «όλως διόλου» κατάσκοπος του Πάνου Κολοκοτρώνη συναντήθηκε μαζί του και του έδωσε δανεικά 2.000 γρόσια. Λίγες ημέρες αργότερα ( 19 Απριλίου ) επανερχόταν με την πληροφορία ότι κάποιος Χατζής, από την Άρεια του Ναυπλίου, πηγαινοερχόταν στην πόλη με κατασκοπευτική αποστολή. Κατά το Υπουργείο Αστυνομίας πάντα, εκεί συναντούσε έναν από τους αδελφούς Περρούκα και προπαγάνδιζε υπέρ των αντικυβερνητικών. Καταλήγοντας πρότεινε «να εκτοπισθή και εξορισθή, δια να εμποδισθούν τα κινδυνώδη αποτελέσματα τα οποία ημπορεί να προξενήση και να σωφρονισθούν εάν ευρίσκονται και άλλοι τοιούτοι».

Μια «σκιώδης» περίπτωση κατασκοπείας απασχόλησε την Αστυνομία του Άργους το Μάρτιο του 1825. Το Υπουργείο Αστυνομίας ζητούσε να βρεθούν τέσσερις κατάσκοποι. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του, είχαν ήδη συναντηθεί στη Σούδα με τον Ιμπραήμ και επέστρεφαν στο Άργος. Ο Αστυνόμος στη σχετική αναφορά του παρατηρούσε ότι ήταν δύσκολο να εντοπισθούν τα άτομα αυτά, αφού δεν ήταν γνωστά κάποια βασικά στοιχεία, όπως η καταγωγή, η ηλικία τους και «πως είναι φορεμένοι». Με την ευκαιρία θύμιζε παλαιότερη αναφορά του για την αδυναμία ελέγχου των όσων πηγαινοέρχονταν στην πόλη, από την έλλειψη αστυνομικών φρουρών σε επίκαιρα σημεία της.

  

VI. 6. Αντιμετώπιση των ξένων

 

Τα σωζόμενα έγγραφα αναφέρονται σε διάφορα περιστατικά με πρωταγωνιστές Γάλλους, Άγγλους, Ιταλούς και Αυστριακούς. Και εδώ η αναφορά μας θα είναι ενδεικτική και συνοπτική.

Στις 26 Μαρτίου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας ενημέρωσε το Εκτελεστικό Σώμα ότι, σύμφωνα με πληροφορίες του, ο κυβερνήτης μιας γαλλικής φρεγάτας, που ήταν αραγμένη στο λιμάνι των Μύλων, κατασκόπευε «παντοιοτρόπως τα της Διοικήσεως».

Αναφέρεται ακόμη ότι ο ίδιος βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις για την παραλαβή του Αλή Πασά και άλλων Τούρκων αξιωματούχων που κρατούνταν όμηροι στο Ναύπλιο, ζητώντας να γίνει η πληρωμή για την απελευθέρωσή τους σε σιτάρι και χρήματα και εμψυχώνοντας τους έγκλειστους αντικυβερνητικούς «να βαστάξουν και να μη παραδοθούν». Δυο μήνες περίπου αργότερα κατέπλευσε στο λιμάνι των Μύλων ένα γαλλικό μπρίκι, προερχόμενο από το Ναύπλιο. Η κίνησή του αυτή θεωρήθηκε ως ύποπτη.

Στις αρχές Ιουνίου το Υπουργείο Αστυνομίας πληροφορούσε το Εκτελεστικό Σώμα ότι έκαμε τις αναγκαίες έρευνες, αλλά τελικά δεν κατόρθωσε να συλλάβει τον γραμματέα του γαλλικού Προξενείου στη Μήλο. Στο έγγραφο δεν αναφέρεται ο λόγος της αναζήτησής του. Σε μια άλλη περίπτωση την ελληνική καχυποψία για κάποιoυς Γάλλους την ενίσχυσαν μέλη του πληρώματος από ένα αγγλικό μπρίκι, που είχε καταπλεύσει στο λιμάνι του Ναυπλίου, στα τέλη Ιουνίου 1824.

Ούτε λίγο ούτε πολύ πληροφόρησαν τον Υπουργό Αστυνομίας ότι μια ομάδα Γάλλων στρατιωτικών που βρισκόταν στην πόλη, μοναδικό σκοπό είχε να κατασκοπεύσει το φρούριο. «Αλλά εις ποίαν κατάστασιν θέλουν το ιδεί!», παρατηρούσε με έμφαση ο Παπαφλέσσας, για να τονίσει την κακή του κατάσταση. Γι’αυτό πρότεινε στο Εκτελεστικό Σώμα να μη τους επιτραπεί η επίσκεψη στα υπόλοιπα κανονιοστάσια – είχαν ήδη επισκεφθεί δυο – και να γίνουν αμέσως επισκευές σε όσα κανόνια είχαν υποστεί ζημιές.

Στις αρχές Αυγούστου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας πληροφορούσε την κυβέρνηση ότι είχαν ειδοποιηθεί όλοι οι Αστυνόμοι να συλλάβουν κάποιους αναζητούμενους Γάλλους και Ιταλούς, άγνωστο για ποιό συγκεκριμένο λόγο. Από το «Αστυνομικό Δελτίο» εκείνου του πολυτάραχου καιρού, δεν ήταν δυνατόν να απουσιάσουν οι πανταχού παρόντες στο Αιγαίο και συνάμα απροκάλυπτα φιλότουρκοι Αυστριακοί. Από μια έκθεση του Αστυνόμου Άργους, με την ημερομηνία 28 Οκτωβρίου 1824, μαθαίνουμε ότι ο κυβερνήτης μιας αυστριακής φρεγάτας που ήταν αραγμένη στο λιμάνι των Μύλων, έφτασε στο σημείο να βομβαρδίσει Έλληνες αμάχους. Θέλοντας να «χαλάση» – όπως σημειώνεται – έναν παραλιακό καφενέ, άδειασε πάνω του ένα από τα κανόνια της φρεγάτας, τραυματίζοντας στο χέρι έναν Αργείτη, Νικολή Τζατζαρώνη στο όνομα. Κατά την εξέλιξη του ίδιου επεισοδίου ένας από το πλήρωμά της τραυμάτισε θανάσιμα με την ξιφολόγχη του ντουφεκιού του ένα ναύτη από το πλήρωμα της γολέτας, κάποιο Γιώργη Ζορμπά. Στην έκθεση δεν αναφέρεται εάν από ελληνικής πλευράς έγινε κάποιο διάβημα για το στυγερό εκείνο έγκλημα. Αλλά και εάν ακόμη έγινε, δεν θα έφτασε σε κάποιο ουσιαστικό και προπάντων δίκαιο αποτέλεσμα. Η ανεξέλεγκτη ξενοκρατία πάνω στον τόπο μας, βρισκόταν ακόμη στα πολύ πρώϊμα χρόνια της.

 

 Χρήστος Κ. Ρέππας

Υποστράτηγος ε.α. Ελληνικής Αατυνομίας,

Εκδότης περιοδικού συγγράμματος Μεσσηνιακών

Σπουδών «Μεσσηνιακά Χρονικά».

 Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:


  

Read Full Post »

Οι επιπτώσεις του Ρωσοτουρκικού πολέμου 1806 – 1812 στη ζωή των κατοίκων του Άργους


 

Η ζωή των υπό οθωμανική κυριαρχία Ελλήνων αντιμετωπίζεται συνήθως ως αποκομμένη από τα διεθνή της συμφραζόμενα και εξετάζεται με σχετική εσωστρέφεια. Αυτό σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στον κατά βάση τοπικό ή ιδιωτικό χαρακτήρα της πλειονότητας των διασωθεισών πηγών, συνήθως κοινοτικών και οικογενειακών αρχείων ή απομνημονευμάτων. Ωστόσο, οι διεθνείς εξελίξεις και ιδιαίτερα οι πολεμικές συγκρούσεις και οι συμμαχίες του σουλτάνου με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις επηρέαζαν ποικιλοτρόπως τις τύχες των κατοίκων του οθωμανικού κράτους.

Το θέμα της σημερινής μου εισήγησης αναφέρεται ακριβώς σε μια τέτοια περίπτωση: Τις επιπτώσεις που είχε για τους κατοίκους της Πελοποννήσου και μάλιστα του Άργους ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1806-1812. Ο πόλεμος αυτός δεν εγγράφεται μόνο στο ευρύτερο πλαίσιο του Ανατολικού ζητήματος, αλλά συνδέεται άμεσα με τη νικηφόρα προέλαση του Ναπολέοντα στην Κεντρική Ευρώπη, μετά τη μάχη στο Αούστερλιτς (1805) και τη σύναψη συμμαχίας με τον Σελίμ Γ΄ το 1806.

 

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

 

Ο τελευταίος, με την αυτοπεποίθηση που του έδινε η ισχυρή αυτή συμμαχία, έκλεισε τα Στενά για τα ρωσικά πλοία και τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου έπαυσε τους ρωσόφιλους ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας Υψηλάντη και Μουρούζη και τους αντικατέστησε με άλλους γαλλόφιλους, παραβιάζοντας έτσι συμφωνία με τη Ρωσία που είχε συναφθεί το 1802 και που ρητά προέβλεπε τη ρωσική συναίνεση για την αντικατάσταση των ηγεμόνων των Παραδουνάβιων ηγεμονιών.

Η Ρωσία αντιμέτωπη με την άρνηση της Υψηλής Πύλης να παράσχει επαρκείς εξηγήσεις για την παραβίαση της συμφωνίας, εισέβαλε στις Ηγεμονίες και τις κατέλαβε. Λίγο αργότερα, τον επόμενο Δεκέμβριο, η Οθωμανική Αυτοκρατορία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Ρωσίας. Η διάρκεια του πολέμου ξεπέρασε τα πέντε χρόνια ως την υπογραφή της συνθήκης του Βουκουρεστίου τον Μάιο του 1812. Στο διάστημα αυτό η ισορροπία των ευρωπαϊκών δυνάμεων ανετράπη κατ επανάληψιν με τρεις κορυφαίες καμπές:

Τη γαλλορωσική συνθήκη του Τίλσιτ (1807), την αγγλοτουρκική συνθήκη των Δαρδανελλίων (1809) και τη διπλωματική προσέγγιση του Ναπολέοντα με τους Αψβούργους, η οποία επισφραγίστηκε με τον επίσημο αρραβώνα του Γάλλου αυτοκράτορα με την αυστριακή αρχιδούκισσα Μαρία Λουΐζα (1810). Από τις ανακατατάξεις αυτές τη σημαντικότερη επίδραση στην εξέλιξη του ρωσοτουρκικού πολέμου είχε η συνθήκη του Τίλσιτ, η οποία ανάγκασε το Σουλτάνο να υπογράψει τον Αύγουστο του 1807 ανακωχή με τον Τσάρο.

Ωστόσο, η συνθήκη των Δαρδανελλίων (Ιανουάριος 1809) έδωσε στο Σουλτάνο προς στιγμήν ελπίδες ότι με την υποστήριξη της Αγγλίας θα μπορούσε να πείσει τον Τσάρο να αποσύρει το ρωσικό στρατό από τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Οι σχετικές διαπραγματεύσεις όμως ναυάγησαν και ο πόλεμος άρχισε ξανά για να διακοπεί και πάλι την άνοιξη του 1811, όταν οι στρατιωτικές και διπλωματικές προετοιμασίες του Ναπολέοντα για τη μεγάλη εκστρατεία κατά της Ρωσίας έγιναν πια εμφανείς και η Ρωσία επιδίωκε διακαώς να κλείσει τους λογαριασμούς με τους Οθωμανούς γείτονές της.

Με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου (28 Μαΐου 1812) η Ρωσία εγκατέλειψε τις Ηγεμονίες, κέρδισε όμως, ως ουσιαστική νικήτρια του πολέμου, τη Βεσσαραβία. Κατά την ταραγμένη αυτή περίοδο η Υψηλή Πύλη ανησυχούσε ιδιαίτερα για την τύχη των παραμεθόριων προς την Ευρώπη επαρχιών της οθωμανικής επικράτειας, από τη στιγμή μάλιστα που λόγω και της επίδρασης από τη Γαλλική Επανάσταση και από τη ναπολεόντεια προέλαση οι κάτοικοί τους εκδήλωναν έντονο ενδιαφέρον για εθνική χειραφέτηση.

Ενισχύθηκαν, λοιπόν, οι εξουσίες των επαρχιακών διοικητών και, σε ό,τι αφορά την Πελοπόννησο, απεστάλη με ισχυρή στρατιωτική δύναμη ο δευτερότοκος γιος του Αλή πασά των Ιωαννίνων Βελή πασάς[1] έχοντας ως κύρια αποστολή με την ιδιότητα του Μόρα Βαλεσί τη διατήρηση της νομιμότητας και της τάξης. Σύμφωνα με τον Κανέλλο Δεληγιάννη[2], μάλιστα, οι ίδιοι οι Τούρκοι της Πελοποννήσου είχαν ζητήσει την επαύξηση της ασφάλειάς τους, ώστε να μην επαναληφθούν τα Ορλωφικά.

Πράγματι, ο Βελής κυβέρνησε με σιδερένια πυγμή, ακολουθώντας ως προς αυτό το πρότυπο τον πατέρα του. Η επιτυχής διοίκηση της Πελοποννήσου θα αποτελούσε, εξάλλου, πρόκριμα για την ανέλιξη του φιλόδοξου πασά σε υψηλότερα κλιμάκια της οθωμανικής διοικητικής ιεραρχίας, ευοδώνοντας το διακαή πόθο του Βελή.

Η Υψηλή Πύλη, ωστόσο, εννοούσε να εμπλέξει τον Αλή πασά και τους γιους του στον πόλεμο με τη Ρωσία. Περί τα μέσα του 1809, όταν οι διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία έχουν πια ναυαγήσει και οι εχθροπραξίες έχουν αναζωπυρωθεί, ο Αλή καταβάλλει αγωνιώδεις προσπάθειες να αποφύγει τη στράτευση και στέλνει τον πρωτότοκό του Μουχτάρ στη θέση του. Ο Μουχτάρ υφίσταται δυο σημαντικές ήττες και τρέπεται σε φυγή.

Τον Μάιο του 1810 ο σουλτάνος στέλνει εντολή στον Αλή να τεθεί επικεφαλής του οθωμανικού στρατού στο Δούναβη[3], αλλά εκείνος αποφεύγει με διάφορες προφάσεις και τελικά κατορθώνει να σταλεί αντ’ αυτού ο Βελής[4] από την Πελοπόννησο. Ο Βελής λαμβάνει το φιρμάνι της επιστράτευσής του στις 27 Ιουλίου 1810[5] και, επί κεφαλής 8.000 στρατιωτών[6], αναχωρεί για το μέτωπο. Εκεί γνωρίζει την ήττα στη Σόφια και στο Ρουστσούκ και χάνει σημαντικές δυνάμεις.

Το κυριότερο όμως πρόβλημά του είναι ότι κατά τη διάρκεια της απουσίας του οι εχθροί του στην Πελοπόννησο συνωμοτούν εναντίον του και ασκούν πίεση στην Κωνσταντινούπολη για την αντικατάστασή του. Οι ανάγκες του σε χρήμα είναι τεράστιες. Εκτός από τη συντήρηση του στρατού του πρέπει να εξασφαλίσει τα διόλου ευκαταφρόνητα ποσά που απαιτούνται για να δωροδοκήσει εκείνους από τους οποίους εξαρτάται το αξίωμά του. Η αγωνιώδης προσπάθειά του να βρει χρήματα έχει δυστυχείς αποδέκτες τους ραγιάδες του πασαλικιού του. Οι Μοραΐτες έχουν ήδη γνωρίσει την απληστία του.

Με πολιτικά και άλλα προσχήματα (π.χ. ρωσοφιλία) έχει ήδη κατασχέσει περιουσίες προεστών, όπως π.χ. του Λιμπεράκη Μπενάκη από τον πρώτο κι όλας χρόνο της θητείας του. Αλλά η ληστρική αυτή δραστηριότητα δεν αποτελούσε παρά το προανάκρουσμα όσων θα επακολουθούσαν με αφορμή τη συμμετοχή του στον πόλεμο. Από το Αρχείο Περρούκα μπορούμε να παρακολουθήσουμε την αυξομείωση των οικονομικών υποχρεώσεων του καζά Άργους για την αντιμετώπιση των κοινών εξόδων της διοίκησης της Πελοποννήσου.

Παρατηρούμε λοιπόν ότι:

1807   (και τα δυο εξάμηνα)                          14.353  γρόσια

1808   (και τα δυο εξάμηνα)                          19.174  γρόσια

1809   (και τα δυο εξάμηνα)                          16.938  γρόσια

1810   (επιστράτευση Βελή)                          32.455  γρόσια

1811   (νέα αναχώρηση για μέτωπο)         77.393  γρόσια

1812   (επιστροφή και αντικατάσταση)    51.320  γρόσια

1820                                                                        16.125[7] γρόσια

 

Από την παρατήρηση και τη σύγκριση αυτών των δεδομένων προκύπτει ότι κατά τα τρία χρόνια της συμμετοχής του Βελή στον πόλεμο η επιβληθείσα στον καζά του Άργους φορολογία αυξήθηκε κατακόρυφα. Από 17.000 περίπου γρόσια ανέβηκε το 1810 στα 32.500, το 1811 στα 77.400 και το 1812 στα 51.300. Η αύξηση αυτή δεν μπορεί να εξηγηθεί επαρκώς από τις αυξομειώσεις του αριθμού των χωριών του καζά[8], τα όρια του οποίου παρέμεναν, άλλωστε, σε γενικές γραμμές σταθερά. Ούτε, βεβαίως, μπορεί να δικαιολογηθεί από την προϊούσα υποτίμηση του οθωμανικού νομίσματος, αφού, εξάλλου, οκτώ χρόνια αργότερα, το 1820 το καταβλητέο ποσό είχε αισθητά μειωθεί. Και ασφαλώς ούτε λόγος γίνεται για την προσαρμογή του ύψους του φόρου στη φοροδοτική δυνατότητα του πληθυσμού, κάτι που ήταν εντελώς έξω από τη δημοσιονομική λογική των Οθωμανών.

Η παρατηρηθείσα αύξηση του φόρου αφορούσε ασφαλώς όλο το πασαλίκι του Μοριά. Ήταν όμως ιδιαίτερα επιβαρυντικό για το Άργος, αφού το 1812 σε σύνολο 200.000 περίπου γροσίων που αντιστοιχούσαν στα δοσίματα όλης της Πελοποννήσου, περισσότερες από 50.000 γρόσια, δηλαδή το ένα τέταρτο, εισπράχθηκαν από τον καζά του Άργους. Για να κατανοήσουμε τους λόγους αυτής της δυσμενούς συνθήκης, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι λόγω της γεωγραφικής του θέσης το Άργος αποτελούσε σημαντικό στρατηγικό και συγκοινωνιακό κόμβο, άρα και σταθμό, για όσους ταξίδευαν στη διαδρομή από και προς την έδρα του Μόρα Βαλεσί, την Τριπολιτσά[9].

 

Θέα του Άργους και του κάστρου της Λάρισας.

 

Η θέση αυτή έδινε στο Άργος το θλιβερό και δυσβάστακτο «προνόμιο» της αναγκαστικής «φιλοξενίας» των στρατιωτικών δυνάμεων και των αξιωματούχων που εισέρχονταν στο πασαλίκι ή το εγκατέλειπαν. Οι Αργείοι είχαν επιτύχει υπό κανονικές συνθήκες την απαλλαγή τους από αυτή την υποχρέωση με ειδική εντολή της προστάτιδάς τους Μπεϋχάν σουλτάνας, αδελφής του σουλτάνου Σελίμ Γ, στην υψηλή δικαιοδοσία της οποίας ανήκε ο καζάς τους.

Στην προστασία αυτή μάλιστα οφείλεται και η δυσφορία και η απροθυμία που εκδήλωναν οι Αργείοι προεστοί αλλά και οι απλοί κάτοικοι οσάκις τους εζητείτο από τις οθωμανικές αρχές η πλουσιοπάροχη φιλοξενία επώνυμων ξένων περιηγητών μετά της ακολουθίας τους, που επισκέπτονταν τους αρχαιολογικούς χώρους των Μυκηνών και της Τίρυνθας, προς μεγάλη αγανάκτηση, κυρίως των Βρετανών, οι οποίοι κατά τη διάρκεια της θητείας του Βελή πασά θεωρούσαν αυτοδίκαια ως χώρο προνομιακής μεταχείρισής τους την Πελοπόννησο[10]. Ήταν τόσο μεγάλες οι αξιώσεις τους, που καθύβριζαν τους ντόπιους όταν αρνούνταν να τους ανοίξουν τα καλύτερα σπίτια τους[11].

Ωστόσο, η απαλλαγή του Άργους από την υποχρέωση αυτή δεν ίσχυε σε περίπτωση πολέμου. Έτσι, όταν ο Βελή πασάς αναχωρεί με το στρατό του τον Αύγουστο του 1810 και για δεύτερη φορά τον Απρίλιο του 1811[12], είναι κυριολεκτικά σαν να πέρασε τυφώνας από την πόλη.

Σε κατάστιχο του αρχείου Περρούκα[13] υπάρχουν οι εξής καταχωρήσεις: 8 Αυγούστου 1810 «πέρασμα Βελή για το ορδί 15.500 γρόσια», 5 Ιανουαρίου 1812 «Μεσαρίφι εις τον εμβασμόν του Βελή πασά 12.608,33 γρόσια» και 3 Σεπτεμβρίου 1812 «εις τον ευγαλμόν του Βελή πασά μεσαρίφι 11.039,12 γρόσια». Με άλλα λόγια, μία έξοδος και η αντίστοιχη είσοδος του πασά με το στρατό του στοίχιζαν συνολικά στους Αργείους περίπου 25.000-30.000 γρόσια, ποσό υπερδιπλάσιο του ετήσιου συνολικού φόρου του καζά υπό κανονικές συνθήκες.

Και βέβαια, το Άργος συμμετέχει επίσης αναλογικά στην επιβάρυνση για την αποστολή τροφίμων στο στρατό[14]. Στις 10 Αυγούστου 1810 άνθρωπος του Αλή πασά φεύγει από το Μοριά με 6.000 φορτία σταριού για το μέτωπο στο Μπεράτι, ενώ στις 31 του ίδιου μήνα 20.000 πρόβατα προορίζονται από την Πελοπόννησο για το «ορδί χουμαγιούν», τον σουλτανικό στρατό[15].

Οι υποχρεώσεις αυτές είναι δυσβάστακτες. Οι κοινοτικοί άρχοντες αδυνατούν να συλλέξουν και να καταβάλουν εγκαίρως τις οφειλές. Οι οθωμανικές αρχές τους βομβαρδίζουν με έγγραφα για τις χρηματικές απαιτήσεις του Βελή, οι δανειστές τους στην Κωνσταντινούπολη επίσης (είναι χαρακτηριστική η διατύπωση των σχετικών επιστολών «όθεν και του λόγου σας πρέπει να σφιχθείτε» Χιβζί εφέντης[16], «να προφθάσετε τα άσπρα ότι το μιρί έχει σφίξιν»[17], «να κατανοήσετε την σφίξιν και στενοχώρεση οπού κάνει (ενν. ο Βελής) δια να του προφθάσομεν… Λοιπόν, αδελφοί, βιασθείτε, στενοχωρηθείτε και κάμνετε ως γράφομεν… προς τοις άλλοις στοχασθείτε ότι είναι κεχαγιάς τώρα ο ενδοξότατος Σαΐτ αγάς, τον οποίο βιάζει το ύψος του κατά πολλά δια την ταχείαν αποστολήν των άσπρων και πάρτε τα μέτρα σας»[18].

Από την πλευρά των άλλων καζάδων υπάρχει φραστική μόνο συμπαράσταση στο πρόβλημα των Αργείων. Έχουν, εξάλλου, κι εκείνοι τα δικά τους βάσανα: Χαρακτηριστική είναι επιστολή[19] της 21 Αυγούστου 1810 που υπογράφουν και αποστέλλουν από την Τριπολιτσά στον Περρούκα ο δραγομάνος Μορέως και ο Σωτηράκης Λόντος και Αναγνώστης Παπάζογλους, όπου μεταξύ άλλων αναφέρουν ότι πληροφορήθηκαν «για το σικλέτι που εδοκίμασες εις την διάβαν του βελιγιουνιάμ εφένδη μας και ελυπήθημεν αλλά εχάρημεν όπου έμεινε το ύψος του ευχαριστημένον από μέρους σου».

Ζητούν και αυτοί χρήματα και τον παρακαλούν να στείλει ό,τι μπορεί «ότι δεν συμφέρει εις το παρόν διάστημα η ψύχρα του ύψους του και κάμε, αδελφέ, όπως ημπορείς δια να του προφάσομεν μερικά εις την Λάρισαν, καθώς προστάζει ». Στην ίδια επιστολή υπάρχει το εξής υστερόγραφο: « οι νέοι δοβλέτ μουμπασιραίοι από όπου περνούν τα όσα δοκιμάζομεν δεν περιγράφονται και ο Θεός ίλεως».

Πράγματι, οι οθωμανικές αρχές δεν αστειεύονται καθόλου. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1810 και στις 22 του επόμενου Οκτωβρίου ο Νικόλαος Περρούκας είναι αποδέκτης δυο επιστολών του καϊμακάμη του Μορέως[20], με τις οποίες του ζητεί την αποστολή χρημάτων για τον Βελή. Στην πρώτη ο τόνος είναι περισσότερο ανθρώπινος «ότι ο καιρός στενοχωρεί το ύψος του και μας βιάζει εμάς».

Στη δεύτερη, όμως, επειδή ο Περρούκας δεν μπόρεσε να στείλει παρά μόνον 13.000 άσπρα, ήτοι μέρος του  απαιτουμένου υπέρογκου ποσού ο αναπληρωτής του πασά γράφει: «όλα τα άσπρα να μου τα στείλεις» χωρίς να λείψει ούτε ένας παράς, «διότι αν φερθείς αλλέως, μα το όνομα του Θεού…..θα υποστείς τόσα βάσανα από την δικαίαν μου οργήν οπού να μην τα στοχάζεσαι...».

Οι απειλές και ιδίως η αποστολή οικονομικών επιθεωρητών, με επαπειλούμενη την επιβολή επιπλέον προστίμων και άλλων ποινών, προκαλεί αναστάτωση στην τοπική κοινωνία και διαμάχες ανάμεσα στους κοινοτικούς εκπροσώπους των χωριών του καζά. Ανταλλάσσονται οργισμένες επιστολές με υπαινιγμούς για κακή διαχείριση του κοινού ταμείου του καζά[21] και επακολουθούν δυσάρεστα γεγονότα, που τον απόηχό τους μαθαίνουμε από επιστολές του Αποστόλη Περρούκα, εγκατεστημένου στην Πάτρα προς τα αδέλφια του στο Άργος.[22]

Φαίνεται ότι η οικονομική δυσπραγία και οι απειλές των οθωμανικών αρχών οδήγησαν σε αμφισβήτηση την προυχοντική ηγεσία του καζά και ο Περρούκας ένιωσε να κλονίζεται η αδιαφιλονίκητη ως τότε αποδοχή του από το λαό του Άργους. Δεν γνωρίζω πως και πότε ακριβώς ηρέμησαν τα πνεύματα. Φαίνεται όμως ότι για τους Μοραΐτες ξεχείλισε πια το ποτήρι.

Αφού ο Βελής ενεργούσε για την αποστολή οικονομικών επιθεωρητών εις βάρος της κοινοτικής τους διαχείρισης εκβιάζοντας για όλο και περισσότερα χρήματα, επιδίωξαν κι εκείνοι με τη σειρά τους, μέσω των βεκιλήδων τους στην Κωνσταντινούπολη, σε συνεργασία μάλιστα με τους Τούρκους συντοπίτες τους την αποστολή οικονομικού επιθεωρητή για τον έλεγχο της διαχείρισης του ίδιου του Βελή πασά.

Η προστάτιδα του Άργους Μπεϋχάν σουλτάνα, κατά τον Δεληγιάννη[23], και ο νισαντζής Χαλέτ εφέντης, ισχυρός αξιωματούχος του αυτοκρατορικού περιβάλλοντος φαίνεται ότι ανταποκρινόμενοι στις εκκλήσεις των Πελοποννησίων, μερίμνησαν ώστε να αποσταλεί στα μέσα του 1812 ως ειδικός ελεγκτής ο Γιουσούφ Αγγιάχ Εφέντης, ο οποίος έφερε στο φως το μέγεθος των οικονομικών αυθαιρεσιών και υπερβάσεων του Βελή και προκάλεσε την απομάκρυνση του από το πασαλίκι τον Αύγουστο[24].

Στο μεταξύ, στις 28 Μαΐου του ίδιου χρόνου η Ρωσία, αντιλαμβανόμενη περίτρομη τον Ναπολέοντα να ετοιμάζει την μεγάλη του εκστρατεία εναντίον της, έσπευσε να υπογράψει με την Οθωμανική αυτοκρατορία τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου που έθεσε τέρμα στον πόλεμο, η διεξαγωγή του οποίου τόσα δεινά προξένησε στο Άργος. Κατά τραγική ειρωνεία, ακόμη και η υπογραφή «της ειρήνης του Μοσκόβου», επιβάρυνε με 420.26 γρόσια τους Αργείους[25].

Η ανακούφιση που ένιωσαν οι κάτοικοι του Άργους από τον τερματισμό του πολέμου και από την αντικατάσταση του Βελή δεν διήρκεσε πολύ, καθώς ο επόμενος μόρα Βαλεσί, Ίντζελι Αχμέτ αποδείχθηκε ακόμη σκληρότερος και απαιτητικός από τον προκάτοχό του[26]. Η κατάσταση είχε φθάσει στο απροχώρητο. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι σε λιγότερο από δέκα χρόνια το Άργος επρόκειτο να είναι μία από τις πρώτες ελεύθερες πόλεις του επαναστατημένου ελληνικού έθνους.

  

Αναστασία Κυρκίνη-Κούτουλα

Διδάκτωρ Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. σχετικά με τις συνθήκες ανάληψης της διοίκησης της Πελοποννήσου από τον Βελή πασά, καθώς και για όλη την περίοδο της θητείας του στο αξίωμα του Μόρα Βαλεσί, εις Αναστασία Κυρκίνη-Κούτουλα, Η Οθωμανική Διοίκηση στην Ελλάδα. Η περίπτωση της Πελοποννήσου (1715-1821). Αθήνα, Αρσενίδης 1996, σσ. 107 και εξής.

[2] Βλ. Κανέλλος Δεληγιάννης, Απομνημονεύματα, τ. Α’ , σ. 46.

[3] Βλ. Γεώργιος Α. Σιόροκας, Η εξωτερική πολιτική του Αλή πασά των Ιωαννίνων. Από το Τίλσιτ στη Βιέννη (1807-1815). Ιωάννινα, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, 1999, σσ. 179-180.

[4] Βλ. Καν. Δεληγιάννης, οπ.π., σ. 55.

[5] Βλ. ΙΕΕΕ έγγραφο με αριθμ. 17610/3.

[6] Κατά τον Σιόροκα, οπ.π., σ. 180, ο στρατός του ανερχόταν σε 10.000 στρατιώτες.

[7] Βλ. Ευτυχία Δ. Λιάτα, Αργεία Γη. Από το τεριτόριο στο βιλαέτι (τέλη 17ου, αρχές 19ου αιώνα). Αθήνα, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, 2003, σσ. 74-75.

[8] Οπ.π., σ. 75.

[9] Βλ. Δημήτρης Ανωγειάτης – Πελέ, Δρόμοι και διακίνηση στον ελλαδικό χώρο κατά τον 18ο αιώνα. Αθήνα, Παπαζήσης, 1993, σ. 31. 

[10] Βλ. σχετικά John Galt, Voyages and Travels in the years 1809, 1810 and 1811 containing

statistical, commercial and miscellaneous observations. Λονδίνο 1812, σ. 172-173 και Λιάτα, οπ.π., σ.55.

[11] Βλ. τις έντονες διαμαρτυρίες του Λόρδου Μπάυρον , Επιστολές από την Ελλάδα 1809-1811 και 1823-1824, μτφ. Δ. Κούρτοβικ. Αθήνα, Ιδεόγραμμα, 1996, σ. 96. Επίσης Αναστασία Κυρκίνη – Κούτουλα «Αρπαγή αρχαιοτήτων από την προεπαναστατική Πελοπόννησο (μαρτυρία από ανέκδοτο έγγραφο του 1810)», Πρακτικά του ΣΤ’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών (Τρίπολις 24-29 Σεπτεμβρίου2000), τόμος Γ . Αθήναι 2001-2002, σ. 204 για την περίπτωση του λόρδου Sligo.

[12] Η ακριβής ημερομηνία αναχώρησής του ήταν, σύμφωνα με τα χρονολογικά ενθυμήματα του Ρήγα Παλαμήδη (Βλ. Κυριάκος Σιμόπουλος, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τόμος Γ2. Αθήνα, Εκδόσεις Στάχυ 19975, σ. 115, υποσημ. 2), η 8η Απριλίου 1811.

[13] Βλ. ΙΕΕΕ, οπ.π.

[14] Βλ. Γκριγκόρι Λ. Άρς, Η Αλβανία και η Ήπειρος στα τέλη του ΙΗ  και στις αρχές του ΙΘ’ αιώνα. Τα δυτικοβαλκανικά πασαλίκια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μετάφραση Αντ. Διάλλα, εισαγωγικό σχόλιο-επιμέλεια Βασίλης Παναγιωτόπουλος. Αθήνα, Gutenberg, 1994, σ. 264.

[15] Βλ. ΙΕΕΕ, οπ.π.

[16] οπ.π., έγγραφο 17269/11

[17] οπ.π., έγγραφο 17274/6 της 9-8-1811.

[18] Αρχείο Περούκα, επιστολή με ημερομηνία 22-11-1811, υπογραφόμενη από δραγομάνο Μορέως Γιάννη Παπαγιαννόπουλο. Αντίγραφο του εγγράφου, του οποίου αγνοώ τον αύξοντα αριθμό, μου δόθηκε από τον Ομότ. Καθηγητή κ. Βασίλειο Σφυρόερα σε μεταγραφή δική του.

[19] Βλ. ΙΕΕΕ έγγραφο 17269/1

[20] Πρόκειται για τα έγγραφα της ΙΕΕΕ με αριθμό 17269/3 και 17.269/6 αντίστοιχα.

[21] Πρόκειται για παράπονα των γερόντων Κοσμά, Παλαιοχωρίου, Αηβασιλείου, Πλατανακίου και Περούκα για το χάλι που ορισμένοι κατήντησαν το βιλαέτι. ΙΕΕΕ, έγγραφο 17269/12: «φανερώνομεν ότι εδώ ήλθεν ο Νουμάνμπεης και μας είπε περί του Αναγνώστη Γκέλμπερη ότι του εκατέβη μουμπασίρης όμως εμείς αυτά δεν καλοπιστεύομεν, εάν όμως αληθεύει αυτό το πράγμα δεν ήλθεν αυτουνού ο μουμπασίρης μόνον ολονών εμάς και ηξεύρομεν ότι είμαστε όλοι δια Τριπολιτσά και όχι μόνον δια Τριπολιτσά παρά και εις την Πόλη…»

[22] Πρόκειται για τις επιστολές της 30-4-1811 ΙΕΕΕ 17.273/4 «προ ημερών έμαθον την σύγχυσιν και αλληλομαχίαν της πατρίδος μας και μεγάλως ελυπήθην…και άμποτε ο Κύριος να τους φωτίσει να ησυχάσουν εις το εξής», και της 1ης Μαΐου 1811 (17.273/5), όπου ο Αποστόλης κάνει λόγο για «την λύπην και πίκραν οπού εδοκίμαζεν ο αδελφός μου κυρ Νικολής εις την Τριπολιτσάν, δια τις ζημίες και τα δοσίματα της πατρίδος μας και όχι άλλος προεστός του Μορέως…» και αποδίδει «τα βάσανα του αδελφού του στο φθόνο των αντιζήλων του..»

[23] Βλ. Κ. Δεληγιάννη, οπ.π., σ. 58-59.

[24] Βλ. Αναστασία Κυρκίνη-Κούτουλα, Η Οθωμανική Διοίκηση στην Ελλάδα, οπ.π. σ.118.

[25] Βλ. ΙΕΕΕ, έγγραφο 17611/3. Η καταχώριση έχει ημερομηνία 16 Οκτωβρίου 1812.

[26] Βλ. Αναστασία Κυρκίνη- Κούτουλα, οπ.π., σ. 119, υποσημ. 138.

 

Read Full Post »

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού στην Ελληνική Τηλεόραση (ΕΤ 1)

 

   

Το Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011, στις 2.15 το μεσημέρι θα μεταδοθεί από την ΕΤ1 η τρίτη εκπομπή, με την οποία κλείνει το αφιέρωμα της στην Αργολίδα, η επιτυχημένη εκπομπή «Φωτόσφαιρα» που επιμελείται και παρουσιάζει η καταξιωμένη στο χώρο της δημοσιογράφος Χαρά Φράγκου.

Το Άργος που μαζί με την Θήβα είναι οι αρχαιότερες πόλεις της Ελλάδας, διαθέτει μια πολιτιστική κληρονομιά που ελάχιστα είναι γνωστή στο κοινό! Η ενδιαφέρουσα αυτή κληρονομιά αποτυπώνεται στα απομεινάρια του παρελθόντος, μνημεία και κατοικίες, τα οποία είναι η ίδια η ιστορία της πόλης αλλά και της Ελλάδας.

 

Άργος, Th. Du Moncel. Ρωμαϊκά Λουτρά, Αρχαίο Θέατρο, Κάστρο της Λάρισας, 1843.

 

Πολίτες του Άργους δημιούργησαν την Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη της πόλης αλλά και ολόκληρου του Νομού Αργολίδας, μέσα από την οποία αποκαλύπτονται κορυφαίες στιγμές της ιστορίας αλλά και σημαντικά γεγονότα του ιστορικού παρασκηνίου.

Η Φωτόσφαιρα ακολούθησε τις σελίδες της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης   και περιπλανήθηκε στην πόλη και στις εξοχές του Άργους αλλά και του Ναυπλίου.

 

Η δημοσιογράφος Χαρά Φράγκου με τον Α. Τσάγκο στα γραφεία της Βιβλιοθήκης.

 

Μια άλλη Αργολίδα αναδύεται μέσα από τις άριστα επιμελημένες σελίδες της ηλεκτρονικής βιβλιοθήκης που φτάνει στις οθόνες των χρηστών του διαδικτύου σε ολόκληρο τον κόσμο. Μια λαμπρή ιστορία που μέχρι χθες έμοιαζε να υποχωρεί εμφανίζεται και αποκαλύπτεται μπροστά στα μάτια των επιστημόνων  ερευνητών, των φοιτητών, των μαθητών και των πολιτών που θα επιχειρήσουν να μπουν στην ιστοσελίδα.

Η Φωτόσφαιρα στο οδοιπορικό της στην Αργολίδα καταγράφει την ιστορία και παρουσιάζει αυτή την αξιόλογη προσπάθεια της ομάδας, που με τόσο σεβασμό πέρασε την ιστορία της πόλης στο διαδίκτυο.

 

Ναύπλιο, υδατογραφία, πρώτο μισό 19ου αιώνα

 

Την ηλεκτρονική βιβλιοθήκη ίδρυσαν οι Γιώργος Γιαννούσης, Τάσος Τσάγκος και Τάκης  Ουλής. Για την λειτουργία και τον συνεχή εμπλουτισμό της εργάζεται με επιμονή και μεράκι ένα επιτελείο συνεργατών, ενώ πολλοί επιστήμονες και λογοτέχνες την υποστηρίζουν με κείμενα, άρθρα και πρωτότυπες εργασίες.    

Η έρευνα και η παρουσίαση της εκπομπής είναι της Χαράς Φράγκου, η σκηνοθεσία του  Χρίστου Ακρίδα και το μοντάζ της Αναστασίας Φραγκούλη.

Read Full Post »

Ομιλία στο Δαναό « Κίνδυνοι για την υγεία που μπορούν να αντιμετωπισθούν»


 

Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή  16  Ιανουαρίου 2011   και ώρα 6.30΄ μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» θα μιλήσει:

 

ο  κ. Πάρις Δ. Χριστακόπουλος

Αμ. Επ. Καθηγητής Παθολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών με θέμα:

« Κίνδυνοι για την υγεία που μπορούν να αντιμετωπισθούν».

Θα ακολουθήσει συζήτηση. Η παρουσία σας θα αποτελέσει τιμή για τον ομιλητή και τον Σύλλογο.

 

Πάρις Δ. Χριστακόπουλος

 

Γεννήθηκε στη Μεσσήνη Μεσσηνίας. Το 1937 εγκαταστάθηκε στο Άργος, όπου ο πατέρας του υπηρετούσε στο Γυμνάσιο ως καθηγητής μαθηματικών. Μαθήτευσε στο Γ΄ Δημοτικό Σχολείο Άργους και στο Γυμνάσιο Άργους. Σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ειδικεύτηκε στην Παθολογία στο Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», όπου υπηρέτησε στη συνέχεια ως βοηθός και επιμελητής. Εκπόνησε Διδακτορική διατριβή και ανεκηρύχθει Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1965.

Μετεκπαιδεύτηκε στο Σακχαρώδη Διαβήτη στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Harvard ( Βοστώνη Η.Π.Α.) όπου διετέλεσε και επιμελητής καθώς και ερευνητής μεταξύ 1970-1973.

Υπηρέτησε ως επιμελητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών στο Ιπποκράτειο Νοσ. Αθηνών και στη συνέχεια ως Υφηγητής Παθολογίας μετά την εκπόνηση διατριβής και Υφηγεσίας το 1979.

Από το 1981 ως άμισθος Καθηγητής Παθολογίας ανέλαβε ως Διευθυντής την Α΄  Παθολογική Κλινική του Νοσοκομείου «Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός» όπου παρέμεινε ως Διευθυντής μέχρι το 2002 οπότε και συνταξιοδοτήθηκε.

Έκτοτε και μέχρι σήμερα συνεχίζει τη διδακτική του δραστηριότητα στον τομέα μετεκπαίδευσης των ιατρών στο Σακχαρώδη Διαβήτη. Έχει συμμετάσχει στην εκπόνηση άνω των 300 επιστημονικών εργασιών, έχει συγγράψει και μετέσχε στη συγγραφή δεκάδων επιστημονικών  βιβλίων. Έλαβε μέρος ως πρόεδρος ή ομιλητής σε περισσότερα από 700 επιστημονικά συνέδρια, σεμινάρια, ημερίδες ή μεμονωμένες ομιλίες.

 

Read Full Post »

Συναυλία Κλασικής Μουσικής


  

O Σύλλογος Αργείων « Ο ΔΑΝΑΟΣ » διοργανώνει συναυλία κλασικής μουσικής την Κυριακή  9  Ιανουαρίου  2011 και ώρα 6.30΄ μ.μ.  στο μέγαρό του, στο Άργος,  με την συμμετοχή των βραβευμένων νέων σολίστ, Κατερίνας Μακρή, υψιφώνου, Πέτρου Στεργιόπουλου, φλάουτου, Γεωργίας Λαζαρίδου, πιανίστα, Στέφανου Τασκάρη, πιανίστα.

 Χαιρετισμός του κ. Κωνσταντίνου  Π. Καράμπελα – Σγούρδα, Μουσικολόγου- Κριτικού Μουσικής, Προέδρου του Διεθνούς Μουσικού Σωματείου Gina Bachauer, Μέλους της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών, Μέλους της Διεθνούς Ένωσης Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών, Ιδρυτή και Καλλιτεχνικού Διευθυντή του Διεθνούς Διαγωνισμού Πιάνου Μαρίας Χαιρογιώργου – Σιγάρα και επιτίμου μέλους του « ΔΑΝΑΟΥ». Η συναυλία γίνεται σε συνεργασία με το Διεθνές Μουσικό Σωματείο Gina Bachauer.

Πριν την έναρξη του προγράμματος, θα κοπεί η πρωτοχρονιάτικη  πίτα του Συλλόγου.

 

Πρόγραμμα:

 

  • Domenico Cimarosa

(1749-1801)

Σονάτα για πιάνο αρ. 5

  •       Johann Sebastian Bach

(1685-1750)

Πρελούδιο και Φούγκα σε ρε ελάσσονα (Τεύχος Ι)

  •      Alla turca….Jazz!

Γεωργία Λαζαρίδου, πιάνο

  •       Maurice Ravel

(1875-1937)

Sonatine

Modéré/Mouvement de Menuet/Animé

  •          Frédéric Chopin

(1810-1849)

Πολωνέζα, Op. 53

Στέφανος Τασκάρης, πιάνο

  •         Andre Traeg

(1748-?)

Φαντασία, Οp.2

Πέτρος  Στεργιόπουλος, φλάουτο

  •       Giuseppe Verdi

(1813-1901)

Stride la vampa (άρια της Azucena από την όπερα “Ιl Trovatore”)

  •       Johann Strauss

(1825-1899)

Chacun à son goût” (άρια του Πρίγκιπα Orlofsky από την όπερα “Η Νυχτερίδα”)

  •        Georges Bizet

(1838-1875)

“Habanera” (άρια της Carmen από την όπερα “Carmen” )

  •       Μίκης Θεοδωράκης

(1925)

Όμορφη πόλη (στίχοι Γ. Θεοδωράκη

  •       Μάνος Χατζιδάκις

(1925-1994)

Η μπαλάντα του Ουρί (στίχοι Ν. Γκάτσου)

Μην τον ρωτάς τον ουρανό (στίχοι Γ. Ιωαννίδη)

Κατερίνα Μακρή, υψίφωνος

Στέφανος Τασκάρης, πιάνο

 

Read Full Post »

Μαυρομιχάλης Ηλίας Κατσάκος (; – 1836)


 

Ο Ηλίας Κατσάκος Μαυρομιχάλης γεννήθηκε στη Μάνη. Ο πατέρας του Ιωάννης Κατσής Μαυρομιχάλης ήταν αδελφός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη.

Ο Ιωάννης Κατσής Μαυρομιχάλης, φημιζόταν για την ανδροπρεπή ομορφιά του και είχε τόσο μεγάλη επιρροή στη Μάνη, ώστε ο λαός τον αποκαλούσε «Βασιλιά». Λέγεται μάλιστα ότι, όταν αφαιρέθηκε η ηγεμονία της Μάνης από τον Θεοδωρόμπεη Γρηγοράκη, ο Καπουδάν πασάς, πρόσφερε αρχικά το μπεηλίκι στον Κατσή. Αυτός όμως αρνήθηκε την προσφορά με τον ισχυρισμό ότι έχει μεγαλύτερο αδελφό τον οποίο σύμφωνα με τα λακωνικά έθιμα όφειλε να σέβεται. Έτσι το αξίωμα δόθηκε στον Πετρόμπεη.

Στα χρόνια του Αγώνα ο Κατσής δεν έδειξε πολεμική ή πολιτική δράση. Ενώ δηλαδή τα άλλα αδέλφια του, ο Πετρόμπεης, ο Κυριακούλης, ο Κωνσταντίνος και ο Αντώνης κινήθηκαν σε όλη την Ελλάδα, αυτός παρέμεινε στη Μάνη, διοικώντας την περιοχή και διαχειριζόμενος τα οικογενειακά ζητήματα της οικογένειας. Μόνο στην αρχή της Επανάστασης έδρασε κατά την πολιορκία των κάστρων της Μεθώνης και της Κορώνης και κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, ανέλαβε την διοίκηση των στρατολογικών  και  οικονομικών  υπηρεσιών  του  αμυντικού  στρατοπέδου στην Φουρτζάλα (Θουρία) της Μεσσηνίας.

Αλλά αντί για τον πατέρα, στην πρώτη γραμμή του Αγώνα, βρέθηκε ο γιος του Ηλίας, ο οποίος σύμφωνα με την Μανιάτικη συνήθεια, επονομαζόταν Κατσάκος (γιος του Κατσή) αλλά και για να τον ξεχωρίζουν από τον πρώτο του εξάδελφο Ηλία, τον περίφημο Μπεζαντέ- Ηλία, γιό του Πετρόμπεη, που έπεσε ηρωικά στην Κάρυστο.

Με την έκρηξη της Επανάστασης, εμφανίζεται ο Ηλίας Κατσάκος Μαυρομιχάλης, μόλις είκοσι χρόνων, να ανασυγκροτεί ως αρχηγός λακωνικού σώματος την διαλυθείσα πολιορκία της Κορώνης, που μόλις πριν από λίγο είχε αποτύχει.

Κατά την εισβολή του Δράμαλη πολέμησε στις μάχες της Αργολίδας, όπου και διακρίθηκε. Σ’ αυτόν ανέθεσαν την κατάληψη της ακρόπολης του Άργους. Κατά την επιδρομή του Ιμπραήμ, διέπρεψε και ριψοκινδύνευσε στην Βέργα του Αλμυρού, όταν βγαίνοντας από το οχύρωμα, λαφυραγώγησε ένα πολύ ωραίο αραβικό άλογο. Μετέβη εσπευσμένα στα ενδότερα της Μάνης και επί κεφαλής 300 Μανιατών χτύπησε τον εχθρό στη Μινιάκοβα και έσωσε από βέβαιο όλεθρο τον Κοσσονάκο, που ήταν στενά πολιορκημένος.  

Ο τάφος του Ηλία Κατσάκου Μαυρομιχάλη στο Μόναχο.

Το 1830, επί Καποδίστρια, φυλακίστηκε στο Ναύπλιο, επειδή συμμετείχε ενεργά στην αντιδραστική κίνηση των Μαυρομιχαλαίων κατά του Κυβερνήτη. Κατάφερε να δραπετεύσει και υποκίνησε την εξέγερση της Μάνης, μπαίνοντας επί κεφαλής των στασιαστών. Κατηγορήθηκε μαζί με τους άλλους συγγενείς του για τον φόνο του Κυβερνήτη αλλά απαλλάχτηκε από την κατηγορία της φονικής συνωμοσίας.

Σημαντική είναι η δράση του Ηλία Κατσάκου στα χρόνια της Αντιβασιλείας του Όθωνα. Τα σκληρά μέτρα που έλαβε η βαυαρική Αντιβασιλεία προκειμένου να σταματήσει τους εμφύλιους πολέμους και να επικρατήσει η νόμιμη τάξη. Όταν επιχειρήθηκε ο βίαιος αφοπλισμός και η κατεδάφιση των πολεμικών πύργων*, προκάλεσαν την βίαιη αντίδραση των ατίθασων Μανιατών και την ένοπλη στάση.

Στην καταστολή τους συνέδραμε αποτελεσματικά με την παρέμβασή του ο Κατσάκος. Σε αναγνώριση των υπηρεσιών του η Αντιβασιλεία τον ονόμασε « Μοίραρχο υπεράριθμο» και προσελήφθηκε  από τον Αρχηγό των Βαυαρικών στρατευμάτων στρατηγό Σμάλτς μαζί με τον Βαυαρό ταγματάρχη Φέδερ ως σύμβουλος και βοηθός για την καταστολή της ανταρσίας της Μάνης, όπου κατάφερε με τις δραστήριες ενέργειες του και της σημαντικής τοπικής επιρροής του να επιφέρει την ειρήνη και τον συμβιβασμό. Σ’ αυτόν οφείλεται η καταστολή του κινήματος της Τσίμοβας, η διάλυση της πολιορκίας της Ζαρνάτας, η κατάθεση των όπλων της Ανδρούβιστας, και η απελευθέρωση των Βαυαρών που είχαν αιχμαλωτιστεί στο Πορτοκάγιο.

Οι προσπάθειες του για την επικράτηση της τάξης και της ειρήνης, συνεχίστηκαν στην Μεσσηνία και κατάφερε να καταστείλει την στάση κατά της Αντιβασιλείας, την οποία είχε υποκινήσει ο Κολοκοτρώνης και να δώσει σκληρούς αγώνες με κίνδυνο της ζωής του, κατά του Νικηταρά και του Μητροπέτροβα.  Όταν πλέον είχε κατασταλεί η στάση, ο Σμάλτς διέλυσε τα στρατιωτικά σώματα αλλά διατήρησε ενεργά μόνο δύο. Το σώμα της Αρκαδίας υπό τον Γαρδικιώτη και της Μεσσηνίας υπό τον Ηλία Κατσάκο Μαυρομιχάλη.

Με την μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα και την ενηλικίωση του Όθωνα, ο Κατσάκος, σε αναγνώριση και ανταμοιβή των υπηρεσιών του προς τον θρόνο και προς ικανοποίηση της ισχυρής λακωνικής οικογένειας, διορίστηκε υπασπιστής του Όθωνα.

Στην νεοσύστατη τότε βασιλική αυλή και την νεοπαγή αθηναϊκή κοινωνία η εμφάνιση του Ηλία Κατσάκου έκανε καταπληκτική εντύπωση και έλαμψε κυριολεκτικά με τις ψυχικές και σωματικές αρετές του. Με το ψηλό και ευλύγιστο ανάστημά του, το ωραίο του πρόσωπο με τα απολλώνεια χαρακτηριστικά, την ευγένεια και την ανδρεία του, είχε κερδίσει τον θαυμασμό Ελλήνων και ξένων.

Sophie de Marbois-Lebrun

Είναι γνωστός ο θρύλος που δημιουργήθηκε σχετικά με τις σχέσεις του με την Δούκισσα της Πλακεντίας (Σοφία ντε Μαρμπουά Λεμπράν), την εκκεντρική εκείνη γυναίκα, η οποία μολονότι ήταν φειδωλή και εκλεκτική στις σχέσεις της, δεχόταν συχνά και με οικειότητα τον υπασπιστή του βασιλιά.

Κάποτε, η Δούκισσα και η κόρη της Ελίζα, διέτρεξαν θανάσιμο κίνδυνο να γκρεμιστούν στον Ιλισσό όταν αφηνιάσανε τα άλογα της άμαξας τους. Ο Κατσάκος τα συγκράτησε με τα στιβαρά του χέρια ή, κατά μια άλλη εκδοχή,  τα πυροβόλησε με τόλμη και ακρίβεια. Από τότε η Δούκισσα τον αγάπησε πολύ θεωρώντας τον σωτήρα της ίδιας και της κόρης της. Μάλιστα η κόρη της, τον θεωρούσε ως μελλοντικό μνηστήρα της.** Ο θρύλος αυτός, βεβαιώνεται και από την οικογενειακή παράδοση των Μαυρομιχαλαίων αλλά ενισχύεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι ο Κατσάκος και η σύζυγός του, χώρισαν «κοινή συναινέσει». Μάλιστα ο Κατσάκος πάντρεψε την πρώην γυναίκα του με έναν φίλο του από την Λακωνία, κάποιον Κατρίνη. Είναι πολύ πιθανό, να επεδίωξε και να πήρε το διαζύγιο, προκειμένου να παντρευτεί την κόμισσα Ελίζα. Και ο γάμος αυτός θα γινόταν εάν δεν μεσολαβούσε το τραγικό τέλος των δύο αυτών ανθρώπων.

Τον Απρίλιο του 1836 ο νεαρός Βασιλιάς ταξίδεψε στη Γερμανία, προκειμένου να βρει σύζυγο. Ως υπασπιστές του πήρε μαζί του τον Αντώνιο Μιαούλη και τον Ηλία Κατσάκο. Όταν όμως η βασιλική συνοδεία έφτασε στο Μόναχο, τους κατοίκους της πόλης αποδεκάτιζε φοβερή επιδημία χολέρας. Ο Κατσάκος ασθένησε και πέθανε, όπως πέθανε μετά από λίγο και ο συνάδελφός του Αντώνιος Μιαούλης κατά την διάρκεια του ταξιδιού του Όθωνα από το Μόναχο προς το Ολδεμβούργο. Ο Μιαούλης ετάφη στο Ούφφενχάϊμ της Βαυαρίας.

Πόσο αγαπήθηκε και εκτιμήθηκε ο Κατσάκος από την βασιλική οικογένεια και την αυλή της Βαυαρίας αλλά και πόσο θρηνήθηκε ο πρόωρος θάνατός του το εντοπίζουμε στις τοπικές εφημερίδες εκείνης της εποχής και στο μεγαλοπρεπές μνημείο, το οποίο ανήγειρε επί του τάφου του ο Λουδοβίκος Α΄

Σε άρθρο του 314 φύλλου (1836) της «Γενικής Εφημερίδος» του Άουσβουργκ  αναφέρεται:

 

«Την περασμένην νύχτα (6 Νοεμβρίου) μεταξύ άλλων απέθανεν εις το βασιλικόν ανάκτορον κάτοχος ενδόξου ονόματος, ο υπασπιστής της Α.Μ. του Όθωνος, Κατσάκος Μαυρομιχάλης, όστις συνόδευσεν εδώ την Α.Μ. εις ηλικίαν πολύ νέαν, διακρινόμενος δια την μόρφωσιν και το θάρρος του. Τα προσόντα αυτά και η εύνοια του βασιλέως του τον οδήγουν εις υψηλούς εν τη πατρίδι του προορισμούς».

 

Στο 315 φύλλο: «Σήμερα (8 Νοεμβρίου) το απόγευμα εκηδεύθη ο υπασπιστής της Α.Μ. του Βασιλέως της Ελλάδος αντισυνταγματάρχης Μαυρομιχάλης με στρατιωτικάς τιμάς».

Σε έκτακτο παράρτημά της, της 11ης Νοεμβρίου 1836, δημοσιεύεται μεγάλη νεκρολογία, στην οποία αναφέρονται μερικά ενδιαφέροντα βιογραφικά στοιχεία του Κατσάκου. 

« Μετά την κατάλυσιν του Κερκυρο- Ρωσσικού κόμματος ετάχθη ο Κατσάκος με όλην την οικογένειάν του ενθουσιώδης υποστηρικτής της Βασιλείας και ως τοιούτος αντιμετώπισεν σκληρούς αγώνας εις την Μεσσηνίαν με τους αντιθέτους και τον Νικήταν, όστις παρ’ ολίγον να τον καταστρέψη. Διότι οδηγών ( ο Νικηταράς) τους Μεσσηνίους αντάρτας υπό τας σημαίας του Καποδίστρια και του Κολοκοτρώνη, του επετέθη και τον είχε πολιορκημένον επί τρεις ημέρας εις το χωρίον Μικρομάνη. Αλλά την 4ην ημέραν επελθών ορμητικός ο νεότερος 18ετής αδελφός του Γερμανός με σώμα Μανιατών τον έσωσεν εκ του κινδύνου.

Με την άφιξιν της Αντιβασιλείας ο Κατσάκος από στρατηγός έγινε λοχαγός. Αλλά τούτο ουδόλως τον εμπόδισεν από του να δράση και να καταστείλη την κατά της Αντιβασιλείας εξεγερθείσαν στάσιν της Μεσσηνίας και της Μάνης. Ένεκα δε των υπηρεσιών του τούτων, οίτινες έφεραν την υποταγήν και την τάξιν εις την Μάνην, επροβιβάσθη εις αντισυνταγματάρχην και έγινεν υπασπιστής της Α.Μ. του βασιλέως Όθωνος.

Υπό την ιδιότητά του ταύτην συνόδευσε τον νεαρόν μονάρχην εις Γερμανίαν και μαζί του εταξίδευσεν όλην την Μεσημβρινήν Γερμανίαν, την Ρηνανίαν, την Σαξωνίαν, το Βραδεμβούργον. Το υψηλόν και λαμπρόν ανάστημά του 36ετούς ανδρός με την ωραίαν εθνικήν ενδυμασίαν είλκυε παντού την προσοχήν και την συμπάθειαν των κατοίκων, οίτινες εις το πρόσωπον του Κατσάκου έβλεπον ένα εκ των γνησίων ηρώων, οίτινες με καρτερίαν και με ανυπέρβλητον θάρρος διεξήγαγον νικηφόρως τον τελευταίον αξιοθαύμαστον αγώνα εναντίον δεσπότου ισχυρού και αλαζόνος.

Όσοι τον επλησίαζαν εθέλγοντο από την ανοικτόκαρδον και ανεπιτήδευτον συμπεριφοράν του, η δε μέχρις αυταπαρνήσεως αφοσίωσίς του εις το πρόσωπον του νεαρού μονάρχου του, του εξησφάλισε την αγάπην, τον σεβασμόν και την συμπάθεια της χώρας μας, ήτις εξετίμα το γένος του, το πρόσωπόν του και τας πράξεις του. Εις όσους εγνώριζον το γιγάντειον σώμα και την φυσικήν και ηθικήν ρώμην του νέου ανδρός, την ενέργειαν και το σφρίγος του οργανισμού του, είναι ακατανόητον πως ήτο δυνατόν να υποκύψουν όλαι αυταί αι δυνάμεις εις την νόσον, ήτις παρά την σκληρότητά της επιστεύετο ότι εις το τέλος ήθελε νικηθή.

Η πρώτη αφορμή εδόθη, ως λέγουν, από κρυολόγημα, που επήρεν εις το κυνήγι, όπου την περασμένην Πέμπτην επέρασε όλην την ημέραν ενδεδυμένος ελαφρά παρ’ όλην την υπερβόρειον αυτήν κακοκαιρίαν. Άλλη αιτία ήτο η περιφρόνησις που ησθάνετο εις την αρρώστια με την σκέψιν ότι αυτός που επέρασεν εις την πατρίδα του όλους τους κινδύνους ασθενειών και μαχών χωρίς να πάθη τίποτε, ήτο υποχρεωμένος εδώ εις την ξενητειά να υπομένη επί της κλίνης ωσάν γυναίκα τας προφυλάξεις και τας περιποιήσεις των ιατρών.

Υποτιμών λοιπόν την κατάστασίν του ελοιδώρει τους φίλους που τον συνεβούλευαν ή τον εμάλωναν, και όταν του ωμίλουν δια χολέραν, τους απήντα με την αστειότητα, ότι « αυτή είναι γυναίκα κι αυτός δεν φοβείται τις γυναίκες». Έτσι ανεπτύχθη το κακόν εις τον ισχυρόν οργανισμόν του και την Κυριακήν το πρωί είχε σφοδρότατον εμετόν με δυνατούς πόνους, οι οποίοι παρά τας ιατρικάς βοηθείας και την δύναμιν του οργανισμού του, του έφεραν εντός 16 ωρών τον θάνατον, τον οποίον αντιμετώπισε με αταραξίαν ήρωος.

Εκοινώνησε από τον Έλληνα ιερέα με συγκίνησιν και ευλάβειαν της αγίας μεταλήψεως και δύο ώρας προ του θανάτου του όταν τον είδεν εις το δωμάτιον του με το Ευαγγέλιον, του είπε ζωηρά: « Δεήσου υπέρ εμού˙ γεροντάκι. Για με δεν υπάρχει πλέον ελπίς. Άνοιξέ μου την πύλην της ευσπλαχνίας». Περί την 10ην ώραν η αντίστασις της ισχυράς του φύσεως εκάμφθη τελείως και εκοιμήθη ήρεμα περιβαλλόμενος από κλαίοντας συμπατριώτας και Γερμανούς φίλους. Ο εξαφνικός θάνατος του μέσα εις το παλάτι, εμπρός εις τα μάτια των δύο μοναρχών και ολίγας εβδομάδας προ των επικειμένων γάμων του βασιλέως του, όστις τον υπερηγάπα, έκαμε παντού οδυνηράν εντύπωσιν. Σήμερα το απόγευμα εις τας 3 θα κηδευθή με τιμάς στρατιωτικάς κατά τα ελληνικά εκκλησιαστικά έθιμα. Ας είναι ελαφρά η γη του νέου και ευγενούς ήρωος, όστις μη ευρών τον θάνατον εις τους αγώνας του πατρίου εδάφους, ήτο πεπρωμένον να πέση από χολέραν εις την ξένην, αλλά πλησίον όμως του βασιλέως του, τιμημένος με το πένθος του και με το πένθος όλων όσοι τον εγνώρισαν».    

Κατόπιν αναφέρεται στην οικογένεια Κατσάκου και τους συγγενείς τους, τους οποίους απαριθμεί και καταλήγει με ύμνους στην εκατόχρονη μητέρα του Πετρόμπεη και γιαγιά του νεκρού, προς τον οποίον έτρεφε εξαιρετική αδυναμία.

Η ίδια εφημερίδα βρίσκει την ευκαιρία και στην νεκρολογία του Μιαούλη ( παράρτημα 552) να αναφερθεί και πάλι στον Κατσάκο. Συγκρίνουσα τους δυο άτυχους Έλληνες υπασπιστές του Όθωνα λέει ότι τα βλέμματα του Γερμανικού κόσμου στράφηκαν κυρίως προς τον Κατσάκο με το ψηλό του ανάστημα και με τη λαμπρότητα της γραφικής του ενδυμασίας. Ακόμη δε, ότι αντίθετα με τον Μιαούλη, που ήταν ήρεμος, σοβαρός και μελαγχολικός, νοσταλγώντας συνεχώς την Ύδρα και την οικογένειά του, ο Κατσάκος διακρινόταν για την ευδιαθεσία του. Ήταν «παιδί της φύσεως, ήρως των βουνών και των λόγγων, τύπος αντιπροσωπευτικός της χαράς και της αβιάστου διαθέσεως». Πόση δε εντύπωση έκανε και σε άλλους ξένους κύκλους ο θάνατος του Κατσάκου, φανερώνει η αναφορά του στην επιτύμβια πλάκα της κόμισσας Σαπόρτα, που πέθανε στην Αθήνα. Εκεί αναγράφεται μεταξύ άλλων σχετικών:

«…Λουδοβίκος δε ο μονογενής αυτής υιός υπό χολέρας εννεάτης ετελεύτησεν εν Μονάχω τη 27 Οκτωβρ./8 Νοεμβρίου, εν έτει 1836, ημέρα καθ’ ήν ενταφιάζετο εκεί ο γενναίος του Βασιλέως Υπασπιστής ο συνταγματάρχης Κατσάκος Μαυρομιχάλης».

Ο κόμης Σαπόρτα, αυλάρχης του Όθωνα, είχε συνωδεύσει τότε και αυτός τον βασιλιά  στο ταξίδι εκείνο, το οποίο απέβη τόσον οδυνηρό  στην βασιλική συνοδεία.

Βασιλεύς Όθων

Αλλά και μετά τον θάνατο του δεν έπαψε ο Ηλίας Κατσάκος ν’ απασχολεί την κοινή γνώμη στην Ελλάδα. Ο ευφάνταστος λαός της Μάνης, τρέφοντας λατρεία και θαυμασμό για τον εξαιρετικό άνδρα, στην ωραιότητά του, στην ευρωστία του και  στην ανδρεία του, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι τέτοιος άνθρωπος στην ακμή της ανδρικής του ηλικίας πέθανε από φυσικό θάνατο. Και πλάστηκε ο θρύλος περί της δολοφονίας του στην Αυλή του Μονάχου, είτε λόγω ερωτικής περιπέτειας, είτε λόγω αντεκδίκησης των Βαυρών για όσα είχαν υποστεί κατά την ανταρσία από τους Μανιάτες. Ο θρύλος αυτός αποτέλεσε θέμα και περιεχόμενο της γνωστής μπαλάντας, η οποία με διάφορες παραλλαγές αλλά πάντοτε ως «τραγούδι του Λιά του Κατσή» τραγουδιόταν μέχρι πριν λίγα χρόνια στις γιορτές και τα πανηγύρια από τους πλανόδιους τραγουδιστές της Πελοποννήσου. (Κ. Πασαγιάννη, Μανιάτικα Μοιρολόγια και τραγούδια αριθ. 137, Β. Πετρούνια, Μανιάτικα Μοιρολόγια αριθ. 2).

Ο θρύλος βρήκε απήχηση και στην Αθήνα μεταξύ σοβαρών προσώπων, και έδωσε αφορμή σε σοβαρότερα γεγονότα. Ο εκδότης της Εφημερίδας «Ελπίς» Κωνσταντίνος Λεβίδης, υιοθέτησε την διάδοση αυτή περί δολοφονίας του Κατσάκου και δέχτηκε επίθεση τον Νοέμβριο του 1837 στο Καφενείο της «Ωραίας Ελλάδος» από δέκα Βαυαρούς αξιωματικούς με τον Φέδερ επί κεφαλής παρόντος και του Ιωάννη Κατσή Μαυρομιχάλη, πατέρα του Κατσάκου, πράγμα το οποίον έδωσε αφορμή σε ποικίλα σχόλια.

«Αυτός ο περμπάντης είναι όπου υβρίζει τους τιμίους Βαυαρούς» είπαν αλλά ο Λεβίδης αποτεινόμενος προς τον παριστάμενο γερο  -Κατσή αντέστρεψε: «Θέλουν να ειπούν: Αυτός είναι εκείνος, όστις στηλιτεύει τους φονεύσαντας τον υιόν σου Κατζάκον εις την Βαυαρίαν».

Ο Λεβίδης, που δημοσίευσε το επεισόδιο αυτό  στο Παράρτημα της εφημερίδας του (αριθ. 85-86) έγραψε την εξής υποσημείωση: «Υπάρχουν, ως γνωστόν, πολλαί και μεγάλαι υποψίαι ότι ο υιός του κυρίου Κατζή, ο γενναίος Κατζάκος, εφονεύθη εις την εν Μονάχω διαμονήν του από τον ιατρόν Β……… ετυπώθη φυλλάδιον εμπείρου ιατρού Γερμανού πραγματευομένου περί της φαρμακεύσεως ταύτης, θέλομεν δημοσιεύσει κατόπιν μερικά τεμάχια». Αλλά η υπόσχεση αυτή δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, είτε γιατί σταμάτησε μετά το επεισόδιο η έκδοση της «Ελπίδος», είτε γιατί δεν υπήρχε τέτοιο φυλλάδιο.

Λέγεται, ότι όταν ο Όθωνας επισκέφτηκε για τελευταία φορά στο Μόναχο τον ετοιμοθάνατο Κατσάκο, αυτός του διατύπωσε με αδύναμη φωνή την παράκληση: «Τα παιδιά μου Μεγαλιότατε»! Ο Όθωνας δεν λησμόνησε την τελευταία παράκληση του αγαπημένου του υπασπιστή. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα φρόντισε αυτοπροσώπως να παραλάβει και να προστατεύσει τους δυο ανήλικους γιούς του Κατσάκου, τον Ιωάννη και τον Δημήτριο.

Ο μεν Ιωάννης εκλέχτηκε βουλευτής για πολλές περιόδους κατά τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Όθωνα και τα πρώτα του Γεωργίου, διακρίθηκε για τον χαρακτήρα και την μόρφωσή του, έγινε στενός φίλος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και, όπως αναφέρει ο τελευταίος στις επιστολές του, είναι αυτός που βρέθηκε στο πλευρό του ποιητή κατά την συμπλοκή του με τους Ιακωβάτους στη Βουλή. Αποσύρθηκε πολύ νωρίς από την πολιτική, έζησε στον ιστορικό πύργο των Κιτριών και πέθανε εκεί σε μεγάλη ηλικία. Ο δεύτερος γιος του Ηλία Κατσάκου, ο Δημήτριος, πέθανε πρόωρα. Αλλά άφησε γιούς και απογόνους.

  

Υποσημειώσεις


  

* Τρεις φορές επιχειρήθηκε η κατεδάφιση των Μανιάτικων πύργων. Την πρώτη αποφάσισαν οι Τούρκοι, προκειμένου να καταστείλουν την πειρατεία εκ μέρους των Μανιατών, επί Θεοδωρόμπεη Γρηγοράκου (1810-1815). Η δεύτερη επιχειρήθηκε επί Καποδίστρια. Η τρίτη και πιο αιματηρή πραγματοποιήθηκε από την βαυαρική Αντιβασιλεία και είναι αυτή που αναφέρουμε στο κείμενό μας. «…λόγω σθεναράς αντιστάσεως των Μανιατών κατά των προς τούτο εισβαλόντων εις Μάνην κυβερνητικών, βαυαρικών κατά το πλείστον δυνάμεων υπό τον Βαυαρόν αξιωματικόν Φέδερ» απέτυχε. « Μόνον εις ακραίας τινάς περιοχάς, ιδίως της ανατολικής Μάνης οι βαυαροί επρόλαβον να κατακρημνίσουν πύργους τινας, οι δε εισβαλόντες προσκρούσαντες εις λυσσώδη αντίστασιν κατετροπώθησαν, πολλοί μάλιστα ηχμαλωτίσθησαν. Έκτοτε οι πανύψηλοι πύργοι της Μάνης δεν ηνωχλήθησαν».

** Μολονότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένα ιστορικά στοιχεία, λέγεται ότι ο Ηλίας Κατσάκος Μαυρομιχάλης, υπήρξε το μήλον της έριδος μεταξύ μητέρας και κόρης. Βέβαια, ο θρύλος αναφέρεται κυρίως στις σχέσεις της Ελίζας και του Κατσάκου καθώς και στον επικείμενο γάμο τους. Το ειδύλλιο κλυδωνίστηκε όταν η Ελίζα έμαθε ότι ο Κατσάκος ήταν ήδη παντρεμένος. Η φήμη ότι δήθεν η γυναίκα του Κατσάκου πέθανε στην γέννα, δεν φαίνεται να απάλυνε την απογοήτευση της. Αν και ο Κατσάκος υπήρξε ο μεγάλος της έρωτας, η Ελίζα απομακρύνθηκε από τον αγαπημένο της. Ήταν Απρίλιος του 1836. Ο Κατσάκος έφευγε από την Ελλάδα, συνοδεύοντας ως υπασπιστής τον Όθωνα στην Γερμανία. Η Δούκισσα αποφάσισε να κάνει μαζί με την κόρη της ένα μεγάλο ταξίδι στη Μέση Ανατολή, πιστεύοντας ότι το ταξίδι αυτό θα βοηθούσε την Ελίζα να ξεχάσει την καταστροφική ερωτική σχέση της. Η είδηση του θανάτου του Κατσάκου βρήκε την Δούκισσα και την κόρη της στην Βηρυτό. Η υγεία της Ελίζας ήταν ήδη κλονισμένη από κάποιο πνευμονικό νόσημα. Ο θάνατος του Ηλία Μαυρομιχάλη ίσως λειτούργησε ως χαριστική βολή στην νεαρή Κοντέσα. Στις 18 Ιουνίου του 1837 υπέκυψε. Η λαϊκή παράδοση απέδωσε τον θάνατό της στην ραγισμένη από τον έρωτα καρδιά της, που δεν άντεξε στο άγγελμα του θανάτου του αγαπημένου της.

(Τα πιο πάνω δημοσιεύονται με κάθε επιφύλαξη αφού δεν υπάρχουν ιστορικά στοιχεία αλλά αποτελούν μόνο θρύλους και σχόλια της εποχής ).

   

Πηγές


  • «Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος»,  Ιδρυτής – Διευθυντής: Γεώργιος Δροσίνης, Εκδότης Ι. Ν. Σιδέρης, Αθήναι, 1936. 
  • Γεώργιος Α. Βασιλειάδης, «The Duchesse de Plaisance in fact and fiction»,  Athens News, 14 Μαΐου 2004.
  • Α. Δ. Δασκαλάκη, «Αρχείον Τζωρτζάκη- Γρηγοράκη», Ανέκδοτα Ιστορικά έγγραφα της Μάνης, 1810-1815.

 

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Η λαογραφία του γάμου και της οικογενειακής ζωής στο Άργος του 19ου αιώνα


 

Η σημασία του προγεννητικού σταδίου της ζωής κατά την επιστήμη – Ενότητα της Επιστήμης και της Παράδοσης

 

William-Adolphe Bouguereau (1825-1905) - The Motherland (1883).

Όταν η παγκόσμια έρευνα πρωτοπόρων ερευνητικών κέντρων απ’ όλον τον κόσμο ερεύνησε και διακήρυξε την κεφαλαιώδη σημασία της προγεννητικής περιόδου της ζωής για την υγεία, ψυχική ισορροπία, και πνευματική ανάπτυξη του παιδιού – μελλοντικού ενηλίκου πολίτη, τότε γεννήθηκε παγκοσμίως η ανάγκη διεύρυνσης της αγωγής υγείας – πρόληψης, διεύρυνσης επίσης της παιδαγωγικής επιστήμης με την προγεννητική αγωγή του παιδιού, μία αγωγή που οι γονείς πρέπει να προσφέρουν στο παιδί τους, πριν από την γέννησή του (από τη σύλληψη έως τη γέννηση) ώστε να του εξασφαλίσουν μέλλον θετικό υγείας, ισορροπίας, νοημοσύνης και ειρηνικής διάθεσης.

Έχει πράγματι αποδειχθεί ότι το πρώτο ζυγωτό κύτταρο, που δημιουργείται με την ένωση των δυο γενετικών κυττάρων (του ανδρικού και του γυναικείου), έχει ξεχωριστή συνειδητότητα και ψυχοπνευματική οντότητα: αισθάνεται τις εντυπώσεις που προέρχονται από την μητέρα και το περιβάλλον της – ήχους, ευωδιές, φως και χρώματα – αισθάνεται επίσης τις συγκινήσεις της, τις σκέψεις, τα βιώματά της και όλα εγγράφονται στην κυτταρική του μνήμη και δημιουργούν εντυπώματα βαθειά, δυναμικά, ως πρώτα, πάνω στα οποία η ζωή του παιδιού, αυριανού ενηλίκου, θα κυλήσει αργότερα.

Έχει επίσης αποδειχθεί η καθοριστική σημασία αυτών των πρώιμων εντυπωμάτων. Η υγεία και η ψυχική ισορροπία παιδιού και ενηλίκου, η ψυχοπνευματική του ποιότητα δεν είναι καθόλου τυχαία, αλλά βασίζεται στην ποιότητα αυτών των πρώιμων εντυπωμάτων, διαμορφωτικών του μέλλοντος ανθρώπου. Οι επιστήμονες σήμερα συνιστούν στο ζεύγος – τους μέλλοντες γονείς – και ιδιαίτερα στην μέλλουσα μητέρα, να προσφέρουν στο μελλογέννητο παιδί τους τα θετικότερα, τα αρμονικότερα φυσικά, ψυχικά και πνευματικά υλικά για την υγιή και αρμονική διάπλασή του: την υγιεινή ζωή και διατροφή τους, την γαλήνη και χαρά της καθημερινής τους ζωής, με αρμονική μουσική, θαυμασμό της φυσικής ομορφιάς, της τέχνης και του ανθρώπου (θαυμασμό επίσης των αρετών και των χαρισμάτων) και προπαντός με την προσφορά της αμέριστης αγάπης τους και της θετικής σκέψης και ευχής τους προς το μελλογέννητο.

Οι ψυχοπνευματικές καταστάσεις της μέλλουσας μητέρας και του πατέρα (που άμεσα επηρεάζει τη μητέρα) έχει αποδειχθεί ότι άμεσα βιώνονται από το παιδί στη μήτρα: μέσω των ορμονών της μητέρας, που κατακλύζουν συγχρόνως και το παιδί, συνδεδεμένο με το αίμα της μητέρας, αλλά και βιοενεργειακά: καθώς ο ψυχισμός της μητέρας εμποτίζει και το παιδί.

 

Αρμονικές σκέψεις, συναισθήματα, εντυπώσεις μετέχουν στην δόμηση σώματος και ψυχής της νέας ύπαρξης και αποτελούν τον θεμέλιο λίθο της συγκρότησής της και της διάπλασης μιας υγιούς, κοινωνικής και ισορροπημένης προσωπικότητας. Σε συλλογικό επίπεδο θεμελιώνουν μία υγιή και ειρηνική κοινωνία. «Δεν μπορεί να αγαπήσει αυτός που από την ενδομήτρια ζωή δεν έχει αγαπηθεί», εξηγεί ο ψυχίατρος Thomas Verny. «Η αγάπη αποτελεί τη βάση της ζωής και την πιο δυναμική επιστημονική ανακάλυψη», εξηγεί ο dr Michel Odent.

 

Πρόσφατες έρευνες της γενετικής επιστήμης διευρύνουν ακόμη περισσότερο τις ανωτέρω γνώσεις, με την διεύρυνση των ανακαλύψεων της γενετικής επιστήμης.

Τα γονίδια εξηγεί ο dr Bruce Lipton (Caracas 2001) δεν είναι οριστικά καθορισμένα κατά την ώρα του σχηματισμού του πρώτου ζυγωτού κυττάρου – κατά την σύλληψη – αλλά υφίστανται συνεχείς επιδράσεις – μεταλλάξεις, ενεργοποιήσεις η αδρανοποιήσεις – κατά την περίοδο της κυοφορίας, μέσα από την συνεχή επίδραση των σκέψεων, συναισθημάτων, βιωμάτων της εγκύου.

Ιδιότητες γονιδιακές, ασύμφωνες προς την ποιότητα ζωής της εγκύου, δεν ευρίσκουν δυνατότητα έκφρασης, εκδήλωσης: αδρανοποιούνται η μεταλλάσσονται. Και άλλες, σύμφωνες με τον τρόπο ζωής της εγκύου ενδυναμώνονται, εκδηλώνονται, ενεργοποιούνται.

Αυτό σημαίνει συγκεκριμένα ότι θετικές ιδιότητες των γονιδίων, αν τα συναισθήματα, οι σκέψεις, τα βιώματα της εγκύου είναι αρνητικά και ο ψυχισμός της ταραγμένος, δεν μπορούν να εκδηλωθούν: «να εκφρασθούν». Για να εκδηλωθούν «θετικά» γονίδια έχουν ανάγκη θετικού ενδομητρικού περιβάλλοντος. Ενώ αντίθετα, αρνητικές ιδιότητες των γονιδίων δεν εκδηλώνονται, αν σκέψεις, βιώματα, συναισθήματα της εγκύου είναι θετικά, αρμονικά.

Μεγάλη λοιπόν είναι η συμβολή της εγκυμοσύνης, δηλαδή της εγκυμονούσας μητέρας (και έμμεσα και του πατέρα και του περιβάλλοντος) στην τελική διαμόρφωση των γονιδίων, αφού το «περιβάλλον» της μητέρας δε μένει αμέτοχο, αλλά μετέχει στην τελική διαμόρφωσή τους και την ενεργοποίηση ή μη των ιδιοτήτων τους. Η τελευταία αυτή επιστημονική ανακάλυψη αποτελεί επανάσταση στη θεωρία της «μονοκρατορίας» των γονιδίων. «Οι μέλλοντες γονείς είναι οι γενετικοί αρχιτέκτονες της νέας γενιάς. Επείγει αυτό να το πληροφορηθούν», τόνισε ο Bruce Lipton, αμερικανός γενετιστής, σε διεθνές συνέδριο (Caracas 2001).

Νομίζουμε ότι οι επιστημονικές αυτές γνώσεις – ανακαλύψεις των τελευταίων 50 ετών, οι οποίες κατέστησαν δυνατές λόγω της προόδου της σύγχρονης τεχνολογίας, ήταν άγνωστες προηγουμένως στον πάνσοφο ελληνικό μας πολιτισμό; Η λαογραφική έρευνα της νεώτερης Ελλάδας μας πείθει για το αντίθετο. Μέσα από τα έθιμα και τις παραδόσεις του γάμου και της εγκυμοσύνης, η ελληνική λαϊκή σοφία, με συμβουλές και υπαγορευόμενους τρόπους δράσης (που μοιάζουν με τα «δρώμενα», «το θεατρικό παιχνίδι» της σύγχρονης ψυχολογίας) επιδίωκε, σ’ όλες τις εποχές, να εξασφαλίσει στο ζεύγος και την εγκυμονούσα και όλο το περιβάλλον τους ψυχική και πνευματική ζωή ικανή να φέρει το αποτέλεσμα: την γέννηση παιδιών υγιών και ωραίων, στο σώμα, την ψυχή και το πνεύμα.

Εξίσου ο ελληνικός πολιτισμός ενδιαφερόταν για την υγεία και ομορφιά του σώματος, για την καλοσύνη, την ευγένεια, την αρετή της ψυχής και τις πνευματικές χάρες της νοημοσύνης και ιδιοφυΐας. Όλες τις φυσικές και πνευματικές αρετές θεωρούσαν άλλωστε συνδεόμενες μεταξύ τους, αφού πίστευαν ότι:

 «Οία η μορφή τοιάδε και η ψυχή»

και ότι:

«νους υγιής εν σώματι υγιεί».

 

Λαογραφία του Γάμου και της Ευγονίας στο Άργος κατά τον 19ο αιώνα

 

Η μουσική στο γάμο της αρχαίας Ελλάδας. Η νύφη παίζει την τριγωνική άρπα ανάμεσα σε φίλες της. Γαμικός λέβης, γύρω στο 430 π.Χ. Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης.

Η λαογραφία του γάμου και της ευτεκνίας – ευγονίας είναι πλουσιότατη και σοφότατη στο Άργος, κατά τον 19ο αιώνα. «Ευήλιον», κατά τον Όμηρο, το Άργος, λόγω της μεγάλης του ηλιοφάνειας, πολύπυρον και ιππόβοτον, για την άφθονη παραγωγή σίτου και τα πολλά του άλογα, κέντρον λατρείας του Ήλιου, ανέπτυξε, με κέντρο τις Μυκήνες, τον θαυμαστό μυκηναϊκό πολιτισμό, που εφώτισε τον αρχαίο κόσμο.

Αποτελούσε από τους αρχαίους χρόνους πεδίον λατρείας της θεάς Ήρας, της Ακταίας ή Αργείας Ήρας, θεάς του γάμου και της οικογένειας, επίσης γυναικείων θεοτήτων: της Αρτέμιδος, της Δήμητρας και της Κόρης, εντεταγμένων, στην υπηρεσία της ευπαιδείας, ευγονίας, καλλιγένειας. Η Ήρα, η Αργεία Ήρα με το ναό της, το Ηραίον, η Άνθεια Ήρα, όπως λεγόταν στα «Ανθεσφόρια», όπου μετείχαν ανθεσφόρες παρθένες, αποτελούσε το κέντρο των ανθεσφορίων, ετήσιας γυναικείας εορτής υπέρ του γάμου και της ευκαρπίας, ευγονίας.

Στην Λέρνη της Αργολίδος άλλες εορτές για την γονιμότητα λάμβαναν χώραν υπέρ της Δήμητρας και της Κόρης – Περσεφόνης, ενώ τα Βραυρώνια του Άργους, υπέρ της Αρτέμιδος (Βριτόμαρτης), τα Αφροδίσια υπέρ της Αφροδίτης θεάς του έρωτα και της ευκαρπίας, όλα αποτελούσαν εορτές μυητικές, (προετοιμασίας) αγοριών και προπαντός των κορασίδων στην γονιμότητα, τεκνογονία, ευτεκνία – ευπαιδεία.

Η νεώτερη ελληνική παράδοση του 19ου αιώνα βασίσθηκε στις αρχαιοελληνικές τελετές μυήσεως, έθιμα και παραδόσεις, πράγμα που μαρτυρεί για την αδιάσπαστη συνέχεια – ενότητα του ελληνικού πολιτισμού. Οι αρχαίες θεές του γάμου και της γονιμότητας  – ευγονίας έδωσαν την θέση τους στην Παναγία, που σ’ όλη την Ελλάδα λατρεύεται ως Μητέρα του ανθρωπίνου γένους, καθώς και σε σειρά προστατών Αγίων και σε σειρά εθίμων, «μαγικών» πράξεων και λέξεων, που έχουν ως σκοπό να οδηγήσουν το ζεύγος σ’ ένα ευτυχισμένο γάμο και στην δημιουργία υγιών και ωραίων απογόνων. 

Τα έθιμα του γάμου και της ευτεκνίας της εποχής του 19ου αιώνα, πολλά από τα οποία είναι ακόμη ζωντανά στη μνήμη και τη ζωή του λαού, είναι συναρπαστικά, όχι μόνο για τον πρωτότυπο, γραφικό, αισθητικό τους χαρακτήρα, αλλά προπαντός για την μεγάλη τους σοφία και τη βαθειά επιστημονική αλήθεια που εγκλείουν, παρά την αφέλεια και απλότητα της καθοδήγησης που προσφέρουν.

Μέθοδος της παράδοσης είναι η αποκαλούμενη από τους λαογράφους «μιμητική μαγεία», όπου το αποτέλεσμα – στόχος επιδιώκεται με την συμβολική μίμηση του στόχου, τούτο δε με την συνοδεία πράξεων, λόγων, ευχών, επωδών (π.χ. το έθιμο της «τουρλοποδιάς» για την επίτευξη της σύλληψης και εγκυμοσύνης, όπου η γυναίκα φορούσε ποδιά – τσέπη, που καθώς την γέμιζε με όλων των λογιών τα χόρτα – αυτά έπρεπε να φάει για να καλύψει ελλείψεις της – φούσκωνε η κοιλιά της και της έδινε την εικόνα και την αίσθηση της ήδη επιτευχθείσης εγκυμοσύνης!).

Ανάλογη μέθοδος είναι αυτή της αναλογίας: «όπως κάνω αυτό, έτσι ας γίνει κι εκείνο» (π.χ. όπως φυτεύει η γυναίκα 40 σπόρους, που φυτρώνουν σε δενδράκια, έτσι και στην μήτρα της ας «φυτρώσει» το παιδί!) Και οι δυο μέθοδοι είναι πολύ σπουδαίες, από ψυχολογική άποψη, γιατί επενεργούν στο υποσυνείδητο της γυναίκας, λύνοντας έτσι δυσκολίες και εμπόδια, ώστε να επιτευχθεί το ποθούμενο. Ενεργοποιούν συγχρόνως την φυσική και ψυχική συμμετοχή του ζευγαριού – ή της συζύγου – μέλλουσας μητέρας – διότι συνήθως, η λαϊκή εθιμική συμβουλή αποτελείται ταυτόχρονα από: λόγο + ψυχική συμμετοχή + πρακτική εφαρμογή.

Το κυριότερο όμως χαρακτηριστικό των εθίμων αυτών είναι ότι είναι επενδεδυμένα μ’ ένα πολύ μεγάλο κοινωνικό κύρος και επομένως υποκινούν συγχρόνως και την απόλυτη πίστη του ζευγαριού ότι εφαρμόζοντας θα έχει το ποθούμενο αποτέλεσμα. Το αποτέλεσμα έρχεται πάντα, και κάθε επιτυχής εφαρμογή δυναμώνει ακόμη περισσότερο την αυθεντία των εθίμων.

 

Γάμος

 

Σ’ όλη την Ελλάδα ο γάμος συνοδευόταν από τις ευχές όλων για ευτυχία και ευτεκνία και τα «παινέματα» του γαμπρού και της νύφης, με ποιήματα, τραγούδια και χορούς πολλές ημέρες μετά την γαμήλια τελετή. Έκδηλος ο στόχος της υποκίνησης ενός ιερού ενθουσιασμού στο ζεύγος, σπουδαίου παράγοντα για μία σύλληψη γενετικά χαρισματική. «Τα παιδιά των ερωτευμένων είναι όμορφα και έξυπνα», λέει η παροιμία και «Μην κακοπαντρευτείς, να μην κακογεννήσεις». Έριχναν ρύζι στο ζευγάρι, κατά την τελετή του γάμου, για «να ριζώσει» ο δεσμός τους και να τεθούν οι ρίζες της νέας ζωής.

Εδώ στο Άργος, στην Παναγία του Βράχου, την «Κεκρυμμένη» έριχναν στους αρραβωνιασμένους, ιδίως όμως στους νεόνυμφους, πορτοκάλια και κυρίως κατά την εορτήν των Εισοδίων της Θεοτόκου στις 21 Νοεμβρίου, ημέρα που πανηγυρίζει ο ναός (γι’ αυτό και το παρωνύμιο της Παναγίας και «Πορτοκαλούσα», ώστε καρποφορία βασιλική να ευχηθούν στο ζεύγος, με την εικόνα αυτού του βασιλιά των καρπών, άφθονων στην γόνιμη αργειακή γη. Το έθιμο αυτό κατά τον Ιωάννη Ζεγκίνη, είναι μία συνέχεια η προέκταση, «των Βαλλαχράδων». Ένα έθιμο που είχαν οι αρχαίοι Αργείοι, ιδίως οι νέοι, να ρίχνουν ο ένας στον άλλο αχράδες (αγριάχλαδα).

Δεκαπέντε συνεχείς ημέρες διαρκούσε στο Άργος ο εορτασμός του γάμου και είχε παρατηρηθεί ότι οι γάμοι αυτής της εποχής ήταν οι ευτυχέστεροι. Σκοπός του γάμου, βαθειά ποθητός στην ελληνική συνείδηση, ήταν η δημιουργία απογόνων: «κουμπάρα που στεφάνωσες το ταιριαστό ζευγάρι, να σ’αξιώσει ο Θεός να βάλεις και το λάδι» (της βάπτισης). Πάνδημες ευχές του λαού προς τους νεόνυμφους ήταν: «να ζήσουν , ν’ αποκτήσουν παιδιά και εγγόνια».

Η στειρότητα, η απαιδία εθεωρείτο από τον λαό δυστύχημα, (κατάρα) και θεία τιμωρία. Γι’αυτό και η νιόνυμφη επιδίωκε την σύλληψη με την χρήση βοτάνων, όπως π.χ. το παναγιόχορτο. Γνωστός στην Αργολίδα ήταν ο μανδραγόρας ή μανδραγούρα, που φύεται στην περιοχή. Εθεωρείτο έντονο ερωτικό διεγερτικό, το οποίο κάνει γόνιμες και στείρες γυναίκες, αλλά επίσης εθεωρείτο φυτό με μαγικές θετικές ιδιότητες, που βοηθούσε τον πλούτο και την ευημερία.

 «Συμφέρει εις τον έρωτα

συμφέρει εις το πλούτος,

θαύματα κάνει ούτος».

 

Είναι και σήμερα γνωστές οι θαυμαστές δυναμωτικές και θεραπευτικές ιδιότητες αυτού του βοτάνου. Αλλά το ζεύγος είχε επίσης βοηθούς πολλούς αγίους, οι οποίοι με την παρετυμολογία του ονόματός τους, δηλαδή με το «νόημά» του, προσανατόλιζαν τις ευχές, την πίστη και τις ψυχικές ενέργειες του ζεύγους προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Ευχές στον Άγιο Προκόπιο «για να προκόψει το ζευγάρι!»

Στον Άγιο Στυλιανό «για να στυλώσει το παιδί»,

στον Άγιο Σπυρίδωνα «για να μην έχει σπυριά»,

στον Άγιο Βλάση «κατά της ευλογιάς»,

στον Άγιο Ευθύμιο «για να κάνει το ζευγάρι γόνιμο».

(Έβλεπε λοιπόν η σοφία της παράδοσης πόση σχέση υπήρχε μεταξύ της χαρούμενης ψυχικής διάθεσης του ζεύγους και της γονιμότητάς του). «Στον Άγιο Ευθύμη τάξε μου για να σ’αφήσω κλήρα»

Η νιόπαντρη έπρεπε να καθίσει πάνω στην «κυλίστρα», δηλαδή σε λεία πέτρα ενός μύλου που θα στρεφόταν για πρώτη φορά. Είχε ίσως κι αυτό το πρακτικό έθιμο τον σκοπό – πλην του συμβολικού του χαρακτήρα – να απελευθερώσει μυς σφιγμένους σ’ αυτή την ευαίσθητη γυναικεία γεννητική περιοχή της λεκάνης. Η συστηματική – από την παράδοση του 19ου αιώνα – καλλιέργεια της επιθυμίας για την πολυπόθητη μητρότητα, σ’ όλην την κοινωνία, σ’ όλες τις ελληνικές πόλεις, είχε ένα επιστημονικό υπόβαθρο πολύ σημαντικό. Υποκινούσε και καλλιεργούσε συστηματικά στο ζευγάρι, προπαντός στην γυναίκα, την επιθυμία – λαχτάρα για την απόκτηση παιδιού. Αυτή η «επιθυμία παιδιού», το καλωσόρισμα του νέου ανθρώπου στην αρχή της ζωής του η και πριν απ’ αυτήν αποτελεί, κατά την ψυχολογία, τον πρώτο σπουδαίο παράγοντα για την υγεία και ισορροπία του, θεμέλιο λίθο μίας αρμονικής προγεννητικής αγωγής. Όλα τα έθιμα στόχευαν επίσης να παραμερίσουν τυχόν υποσυνείδητους φόβους για την μητρότητα και να αυξήσουν την γυναικεία αυτοπεποίθηση σ’ αυτήν.

 

Εγκυμοσύνη

 

Η επιστήμη σήμερα τονίζει την πρωταρχική σημασία για την υγεία, κοινωνικότητα, χαρίσματα του παιδιού – αυριανού ενηλίκου, της γαλήνιας, χαρούμενης ζωής της εγκύου, της χαράς και αγάπης, με την οποία η έγκυος και μητέρα περιμένουν την γέννησή του. Επίσης της ορθής διατροφής της και υγιεινής ζωής της.

 

«Δεν υπάρχει μεγαλύτερη προτεραιότητα από την ορθή διατροφή και την ευχάριστη ψυχική διάθεση της εγκύου γυναίκας» διακηρύσσει ο διεθνώς διάσημος γυναικολόγος, ερευνητής, dr Michel Odent. Και συνεχίζει: «όλες οι ασθένειες: καρδιακές, κυκλοφορικές, διαβήτης, ψυχοπάθειες κλπ., σ’ όποια ηλικία και αν εκδηλώνονται, έχουν την αιτία τους σε καταστάσεις άγχους και ταραχής που έζησε η έγκυος κατά την εγκυμοσύνη της. Στην εγκυμοσύνη υπάρχουν περίοδοι – κλειδιά, κατά τις οποίες διαπλάθονται τα βασικά όργανα του εμβρύου – αυριανού παιδιού και ενηλίκου. Δυσάρεστες ψυχικές καταστάσεις της εγκύου, που εμφιλοχωρούν κατ’ αυτές τις περιόδους – κλειδιά επηρεάζουν αρνητικά την διάπλαση του συγκεκριμένου οργάνου του παιδιού, που διαμορφώνεται σ’ αυτήν περίοδο».

 

Η ελληνική παράδοση είναι κι εδώ βαθειά επιστημονική. Ως πρώτο κανόνα θέτει στην έγκυο να ζει ήρεμα και χαρούμενα: νάναι χαρούμενη ακόμη και με την πεθερά της! να πλένει τα ζιπουνάκια του μικρού στη λιακάδα κι όχι στη συννεφιά! Και πρώτιστα, θεωρώντας την μητρότητα, σαν την πρώτη αξία, ενέπνεε στις νεαρές παντρεμένες γυναίκες την μεγάλη επιθυμία της εγκυμοσύνης τους και αγάπη του μωρού που περίμεναν.

 

William-Adolphe Bouguereau 1900

 

Η επιστήμη, που ερεύνησε σήμερα την επίδραση της μουσικής στην εμβρυϊκή ανάπτυξη, μας αναφέρει πόσο η αρμονική μουσική –προκλασική, δημοτική, γρηγοριανό μέλος, βυζαντινή – που σέβεται τους ρυθμούς του σώματος, είναι εποικοδομητική για την εμβρυϊκή ορθή διάπλαση του οργανισμού και του ψυχισμού (dr Tomatis, M.L. Aucher, Δρ Θ. Δρίτσας, Η. Σακαλάκ). Η μουσική παιδεία και ιδιοφυΐα δίνεται πριν από τη γέννηση. Η συμμετοχή της ελληνίδας του 19ου αιώνα στην εκκλησιαστική ζωή και τις βυζαντινές μελωδίες, η συμμετοχή της επίσης στα πανηγύρια, πάνδημους εορτασμούς, και προπαντός η ζωή της μέσα στην φύση, με τους αγνούς αρμονικούς ήχους της, εξασφάλιζαν τα πιο αρμονικά ηχητικά ακούσματα στα κυοφορούμενα παιδιά. Λαϊκοί μας συνθέτες και μουσικοί έχουν προπαντός κυοφορηθεί μ’ αυτούς τους μουσικούς ήχους.

Συγγράμματα γυναικολογίας και μαιευτικής αναφέρουν μίαν ιδιαίτερη ιδιότητα της εγκύου γυναίκας: την ιδιότητα «μορφοποίησης» του παιδιού της, σύμφωνα με ο,τι βλέπει, ακόμη και σύμφωνα με ο,τι φαντάζεται έντονα, με τη μορφή, τα χαρακτηριστικά, τις ιδιότητες, που εκείνη φαντάζεται η επιθυμεί η εύχεται για το παιδί της. «Η έγκυος είναι μορφοποιός» εξηγεί ο γάλλος επιστήμων P. Renard. Την ίδια ιδιότητα της εγκύου ο έλληνας συγγραφέας Παπαγεωργάκης (Το μυστήριον της ζωής, 1951) ονομάζει «ιδεοπλασία της εγκύου».

Αυτήν την πίστη ότι η έγκυος διαπλάθει το παιδί της όμοιο με ο,τι βλέπει, φαντάζεται, εύχεται και σκέπτεται βρίσκουμε επίσης έντονη στην νεοελληνική παράδοση όλων των ελληνικών περιοχών, σ’όλες τις χρονικές περιόδους. Η ίδια πίστη υπάρχει έντονη στην αρχαία Ελλάδα.

Ο προσωκρατικός φιλόσοφος Εμπεδοκλής γράφει:

«Κατά την φαντασίαν της γυναικός, κατά την σύλληψιν μορφούνται τα βρέφη. Πολλές φορές γυναίκες ερωτεύθηκαν περικαλή αγάλματα ηρώων ή θεών και όμοια μ’ αυτούς παιδιά έφεραν στον κόσμο». «Κατά την συμπάθειαν της εγκύου γυναικός μορφούνται τα βρέφη», διδάσκουν επίσης οι στωϊκοί.

Η συμβουλή της γιαγιάς, ζωντανή ακόμη σε πολλές περιοχές ήταν: Να βλέπει η έγκυος ωραία παιδιά, ή τη φωτογραφία τους, ακόμη και να κοιμάται με μία τέτοια φωτογραφία, ώστε και αυτή να γεννήσει παιδί υγιές και όμορφο. Να θαυμάζει τις εικόνες ηρώων και ευεργετών και σπουδαίων ανθρώπων, που ειδικά για την έγκυο αναρτούσαν στο δωμάτιο όπου καθόταν, ώστε αυτών τις χάρες και αρετές να διαμορφώσει στο παιδί της (Καθηγητής Μ. Μερακλής).

Το έθιμο αυτό αποτελεί άλλωστε απλή … επανάληψη, συνέχεια του πανάρχαιου εθίμου που ήθελε την έγκυο να επισκέπτεται τον Παρθενώνα και να θαυμάζει τα περικαλή αγάλματα του Φειδία, ώστε το «κάλλος και η αρετή των θεών» να εμπνεύσει την «μορφοποιητική» γυναικεία ιδιότητα! Κι όταν συνελάμβαναν παιδί οι αρχαίες ελληνίδες, το αφιέρωναν στον θεό Απόλλωνα, ώστε καθώς εκείνες σκέπτονταν, έβλεπαν (στα αγάλματα) και φαντάζονταν τις γνωστές αρετές του θεού: το Φως, την Αρμονία, την Μουσικότητα και την Ομορφιά της Ψυχής του, τις ίδιες αρετές να εντυπώσουν, με την θαυμαστή μορφοποιητική τους ιδιότητα, στο παιδί τους. Και στην ελληνική παράδοση, πολλές ελληνίδες αφιέρωναν το παιδι τους σ’ έναν άγιο ή στην Παναγία.

Ορίστε, για την νεώτερη Ελλάδα, ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Φαίδωνος Κουκουλέ «Βυζαντινός βίος και πολιτισμός», 1970, από το κεφάλαιο που αναφέρεται στην «γέννηση των παιδιών» (απλά αποδιδόμενη στην σημερινή γλώσσα).

 

«Σήμερα πιστεύουν ότι το κυοφορούμενο θα έχει την μορφή των εικόνων που έβλεπε ή φανταζόταν η μητέρα κατά την ερωτική ομιλία ή κατά την εγκυμοσύνη. Αυτό επίστευαν και οι μεσαιωνικοί μας πρόγονοι… Κατά τον ΙΒ’ αιώνα ο Μιχαήλ Γλυκάς λέγει: Το γεννώμενο τέκνο πολλές φορές ομοιάζει προς εκείνον ή εκείνην που φανταζόταν η γυναίκα κατά την συνουσία. Γι’ αυτό, αναφέρει ο Ηλιόδωρος στα Αιθιοπικά, η βασίλισσα των Αιθιόπων εγέννησε λευκό τέκνο, τούτο δε ωφείλετο, ο συγγραφέας εξηγεί, στο ότι ατένιζε, κατά την ερωτική με τον άντρα της συνάντηση, τις εικόνες του Περσέα και της Ανδρομέδας, γυμνής και ολόλευκης, οι έρωτες των οποίων κοσμούσαν τον βασιλικό κοιτώνα».

 

Εκεί έλκει την καταγωγή η συνήθεια της απεικόνισης ωραίων εικόνων στις κάμαρες.

Ο Σωρανός δε (Β’ αιώνας μ.Χ.) αναφέρει ότι «ο τύραννος των Κυπρίων, που ήταν κακόμορφος, ανάγκαζε την γυναίκα του κατά τους πλησιασμούς», να βλέπει «περικαλή αγάλματα» κι έγινε έτσι πατέρας ευμόρφων τέκνων. Αυτός ήταν γενικώτερα ο λόγος, για τον οποίο στην Αρχαία Ελλάδα οι Ελληνίδες αφιέρωναν, όπως είπαμε, το κυοφορούμενο παιδί τους στον θεό Απόλλωνα, που εκπροσωπούσε σοφία, ομορφιά, αρμονία και όλες τις ανθρώπινες αρετές – αποτελούσε ένα πρότυπο ανώτερου ανθρώπου για τους πολίτες– ώστε σύμφωνα με το πρότυπο αυτό, με το οποίο ταύτιζε το παιδί της η Ελληνίδα, να το διαπλάσσει με όμορφο σώμα και ψυχή.

Έθιμα πανάρχαια όσο και σύγχρονα, σοφά, επιστημονικά –  σήμερα το ξέρουμε – που αποδεικνύουν την ελληνική βαθειά γνώση και αρετή. Έθιμα, τα οποία, αν μη τι άλλο, πάντως έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά – γιατί που αλλού παρά στην προετοιμασμένη συνειδητά μητρότητα μπορεί να οφείλεται η γέννηση εδώ στην Ελλάδα, σ’ όλες τις εποχές, τόσων ανθρώπων σπουδαίων σε ικανότητες και αρετές; Οι ίδιες οι Ελληνίδες, σ’ όλες τις εποχές, εγνώριζαν τη δύναμή τους να διαπλάθουν χαρισματικούς ανθρώπους, όπως επίσης εγνώριζαν και την ευθύνη τους, αν έδιναν γέννηση σε άτομο πονηρό, κακό και ανίκανο.

Έτσι, βλέπουμε στις «Θεσμοφοριάζουσες» του Αριστοφάνους, τον χορό των «θεσμοφοριαζουσών» γυναικών (εκείνων δηλαδή των υπάνδρων γυναικών που μετείχαν στα θεσμοφόρια: τις ειδικές μυητικές τελετές για την καλλιγένεια) να αναγγέλει:

 Έπρεπε όποια γυναίκα έχει γεννήσει

άνδρα χρήσιμο για την πόλη, στρατηγό ή ταξίαρχο,

να της δίνουν τιμητική θέση στις γιορτές

και αν έχει κάνει δειλό, τριήραρχο πονηρό ή κυβερνήτη ανίκανο

να κάθεται πίσω απ’ τήν πρώτη κουρεμένη …

και τα λεφτά της δεν θα πρεπε να δίνουν τόκο…

Δεν αξίζει να γεννούν τόκο τα λεφτά σου,

αφού έχεις γεννήσει τέτοιο γιο!

 

Η ίδια η νεώτερη παράδοση μεσ’ από την παροιμία αναφέρει:

 Από τη γης βγαίνει νερό

και απ’ την ελιά το λάδι

κι από τη μάννα την καλή

βγαίνει το παληκάρι.

Μάννα φτιάχνει τα παιδιά

και μάννα τα χαλάει.

Εκ του κόλπου το δένδρον γιγνώσκεις ουκ εκ του καρπού. Το φιλόπονον εν μήτρα εχέγγυον εν γη.

  

Επίλογος

 

Μήπως είναι αναγκαίο, αυτή η πανάρχαια και νεοελληνική, μέχρι και τον 19ο αιώνα, σοφία, ήδη διδασκόμενη από την επιστήμη, σχετικά με την μητρότητα και πατρότητα της αρχής της ζωής, … με την ομορφιά του αρμονικού γάμου, εμπνεομένου από τον έρωτα σωμάτων και ψυχών του ζεύγους, … με την αρμονία της ζωής του, … με την αμέριστη αγάπη του ζεύγους προς το αναμενόμενο παιδί, (όλα αναγκαία για την καλλιγένεια – καλλιτεκνία).

 

William-Adolphe Bouguereau (1825-1905) - Charity (1859).

 

Μήπως είναι αλήθεια αναγκαίο να εμπνεύσει και πάλι τα ζευγάρια – τους νέους μέλλοντες γονείς – ώστε η υγεία, ομορφιά, σοφία και ιδιοφυΐα της νέας γενιάς – κοινωνίας του μέλλοντος, να κοσμήσει και πάλι τις οικογένειες και την πατρίδα μας, κάνοντας τα ζευγάρια υπερήφανα και προσφέροντας νέο φως στην Ελλάδα και σ’ όλον τον κόσμο;

Το ευχόµαστε, µ’ όλη µας την ψυχή, θεωρώντας ότι η γνώση και η εφαρµογή της προγεννητικής αγωγής, όπως η ελληνική παράδοση εδίδασκε και ήδη η σύγχρονη επιστήµη έχει επαληθεύσει, αποτελεί την πιο σηµαντική πρόληψη κάθε δυσλειτουργίας – σωµατικής και ψυχικής της νέας γενιάς – αποτελεί επίσης το πιο σταθερό θεµέλιο για µία κοινωνία του µέλλοντος βασισµένη στην ειρηνική διαβίωση, στις ηθικές αξίες και στην δηµιουργικότητα.

 

Βιβλιογραφία

  •  Μ.Α. Βertin, «Η φυσική προγεννητική αγωγή, µία ελπίδα για το παιδί την οικογένεια, την κοινωνία», Ελλ. Ετ. Προγεννητικής Αγωγής, Αθήνα, 2008. Πρακτικά παγκοσµίων συνεδρίων, σεµιναρίων προγεννητικής αγωγής.
  • Δ/ρος Αθ. Καυκαλίδη, Η γνώση της µήτρας, Αθήνα, Ολκός 1980.
  • Δ/ρος Αθ. Καυκαλίδη, Η δύναµη της µήτρας και η υποκειµενική αλήθεια. Αθήνα,
  • Ελεύθερος Τύπος, 1987.
  • Ι. Μαρή, Ευγονία – Προγεννητική Αγωγή – Η αγωγή του παιδιού αρχίζει από την σύλληψη. Αθήνα, Πύρινος Κοσµος, 2004.
  • Lind Neuman, Η µουσική στην αρχή της ζωής, Ρευµόνδος, Αθήνα 1987.
  • Dr. M. Odent, Η Αναγέννηση, Αθήνα, 1991
  • Του ιδίου, The scientification of love.
  • Dr. A.A. Tomatis, Εννέα µήνες στον παράδεισο, Αθήνα 2000.
  • Pr. J.P. Relier, L’aimer avant qu’il naisse, Paris, Laffont, 1993.
  • Dr. Th. Verny, and J. Kelly, The secret life of the unborn child, New York, 1981.
  • Χρήστος Οικονοµόπουλος, Γονιµότητα και εγκυµοσύνη κατά τη νεοελληνική παράδοση. Το έθιµο: Το παδί το σαραντάρι. Αρρενογονία θηλυκογονία. Εισηγήσεις κατά το Β Παγκόσµιο Συνέδριο Προγεννητικής Αγωγής. Πρακτικά. Αθήνα 1994.
  • Κ. Μέγας, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, άρθρα.
  • Ι. Μαρή, Η ελληνική µέριµνα για ευγονία ανά τους αιώνες. Άρθρο στο ετήσιο λεύκωµα πολιτισµού Ι. Μονής Κουτλουµουσίου: «Η Ελληνίδα Ευρώπη».
  • Ιάµβλιχος, Πυθαγορικός Βίος, εκδ. Κάκτος.
  • Όκελλος Λευκανός, Περί Ευγονίας, Β. Λαµπρόπουλου, Αθήνα 200.
  • Πλάτωνος, Πολιτεία. Εκδ. Κάκτος.
  • Πλάτωνος, Νόμοι. Εκδ. Κάκτος.

 

 Ιωάννα Μαρή

Σύμβουλος Επικρατείας, Πρόεδρος της «Ελληνικής Εταιρίας Προγεννητικής Αγωγής» και της Παγκόσμιας.

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Σχετικά θέματα:

Ο τοκετός, η περίοδος της λοχείας και το νεογέννητο στη λαϊκή ιατρική

Καρυώτικος Γάμος

Γάμος στο Κρανίδι (Λαογραφία)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »