Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολίδα’

Μάρκου Γεώργιος, ο Αργείος Αγιογράφος


 

Ο Γεώργιος Μάρκου γεννήθηκε γύρω στα 1690. Βέβαια, σχετικά με την γέννηση του δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο. (Ο  Κώστας Δανούσης παίρνοντας υπόψη του ότι το πρώτο γνωστό του έργο, το καθολικό της Μονής Πετράκη, χρονολογείται το 1719, υπολογίζει ότι θα πρέπει να γεννήθηκε γύρω στα 1690). Έζησε στην Αττική, όπου πιθανόν ολοκλήρωσε την μόρφωσή του, αλλά επισκέφθηκε το Άγιο Όρος και την Βενετία. Το γιατί εγκαταστάθηκε στην Αττική δεν είναι εύκολο να εξακριβωθεί. Μια λογική υπόθεση είναι το γεγονός ότι εκεί οι αρχές του ΙΗ’ αιώνα συμπίπτουν με το ξεκίνημα μιας νέας εποχής, μετά την αποτυχη­μένη εκστρατεία και προσωρινή κατοχή της Αθήνας από το Μοροζίνη (1688). Οι κάτοικοι επιστρέφουν, ο πληθυσμός πυκνώνει και οι νέες εκκλησίες που κτίζο­νται ή οι παλαιότερες που ανακαινίζονται, έχουν ανάγκη από διακόσμηση. Τις νέες καλλιτεχνικές ανάγκες έρχονται να καλύψουν τεχνίτες από άλλες περιοχές, αφού στον τομέα αυτό η τοπική παράδοση ήταν αρκετά φτωχή. Τα έργα του είναι επηρεασμένα – όχι πάντα – από την τεχνοτροπία των Κρητικών αγιογράφων του 16ου και 17ου αιώνα.

 

«Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής», Γεώργιος Μάρκου. Καθολικό της Μονής των Ασωμάτων Ταξιαρχών, γνωστό ως Καθολικό της Μονής Πετράκη.

 

Γνωστά έργα του Γεωργίου Μάρκου είναι:

 

Α. Οι τοιχογραφίες τμήματος του καθολικού της Μονής Πετράκη[1] το 1719. Σ’ αυτόν αποδίδεται μόνον ο κυρίως ναός. Το ιερό ανήκει σε άγνωστο παλαιότερο ζωγράφο, ενώ ο νάρθηκας είναι νεότατο έργο. Η παρουσία του Μάρκου στο μνημείο αυτό επιβεβαιώνεται από την παράδοση, η οποία όμως γίνεται απο­δεκτή από όλους τους ιστορικούς της μεταβυζαντινής τέχνης, εκτός από τη Μ. Σωτηρίου, η οποία προτιμά να το αποσιωπήσει[2]. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μποβόπουλος Δ. Κωνσταντίνος (1874-1948)

 

 

ΜποβόπουλοςΓεννήθηκε το 1874. Ο πατέρας του Δημήτρης Μποβόπουλος ήταν Ιερέας στον Ι. Ν. Αγίου Βασιλείου Άργους, Σπούδασε στο Ανώτατο Μετσόβιο Πολυτεχνείο Αθηνών, στο οποίο και δίδαξε για δέκα χρόνια εικαστικά και καλλιγραφία, ως Καθηγητής Πανεπιστημίου. Όταν επέστρεψε στο Άργος, εγκαταστάθηκε στο πατρικό του σπίτι, στην οδό Βλάσση 22, όπου και παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του. Εργάστηκε ως καθηγητής Καλλιτεχνικών και συνταξιοδοτήθηκε από το Μπουσουλοπούλειο Γυμνάσιο το 1941. Παντρεύτηκε την Παρασκευή Κατσούλη από τη Νεμέα και απέκτησαν τρεις κόρες: την Δήμητρα, την Πηνελόπη και την Κατερίνα. Η Δήμητρα, σύζυγος του αειμνήστου εργοστασιάρχη Δημητρίου Μπόνη, έχει αποβιώσει. Η Πηνελόπη, είναι σύζυγος του αειμνήστου Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών Βασιλείου Τραγουστή.

 

Στα έργα του χρησιμοποιούσε την τεχνική του λαδιού και στη θεματική και τεχνοτροπία ήταν επηρεασμένος από την δυτική τέχνη της Αναγεννήσεως. Σύμφωνα με το προσωπικό του ημερολόγιο, είναι καταγεγραμμένες εξακόσιες εικόνες σε διάφορους ναούς στην Αργολίδα. Χαρακτηριστική είναι η αγιογραφία του τέμπλου του παλαιού Ιερού Ναού του Αγίου Βασιλείου στο Άργος, που απεικονίζει την Παναγία, τον Ιησού Χριστό και τον Άγιο Ιωάννη. Σήμερα, το έργο αυτό βρίσκεται στους Αγίους Πάντες, στο υπόγειου του νέου Ιερού Ναού του Αγίου Βασιλείου. Ο Κωνσταντίνος Μποβόπουλος έφυγε από τη ζωή το 1948, σε ηλικία 74 ετών.

 

Read Full Post »

Πάγκας Π. Παναγιώτης (1922-1981)

 

 

Πάγκας ΠαναγιώτηςΑγιογράφος. Γεννήθηκε στο Άργος το 1922, από γονείς Αργείους. Τελείωσε το Δημοτικό και το Σχολαρχείο στο Άργος. Στη συνέχεια μαθήτευσε κοντά στον Καθηγητή Αγιογραφίας Κωνσταντίνο Μποβόπουλο και εξασκήθηκε στην τεχνοτροπία της Αναγεννήσεως. Έγγαμος, με σύζυγο Αργεία την Βασιλική Σμυρλή, απέκτησε τρεις θυγατέρες. Την Στυλιανή, πρώτη κατά σειρά, δασκάλα στο Άργος, την Άννα Πρεσβυτέρα, Αγιογράφο στη Νέα Κίο και την Δήμητρα, φαρμακοποιό στη Νίσυρο. Εργάστηκε ως υποδηματοποιός, δουλειά την οποία έμαθε κοντά στον πατέρα του Παύλο Πάγκα. Επίσης, επί σειρά ετών, εργάστηκε την ιερά τέχνη της Αγιογραφίας στο Άργος. Έργα του υπάρχουν σε πολλούς Ιερούς Ναούς της Αργολίδας. Στο Άργος, στους Ιερούς Ναούς Αγίου Πέτρου, Αγίου Βασιλείου και Αγίου Προκοπίου στο Αεροδρόμιο. Στο Ναύπλιο, στους Ιερούς Ναούς Αγίου Γεωργίου και Γενέσιον Θεοτόκου. Πολλές φορητές εικόνες του υπάρχουν σε πολλούς Ιερούς Ναούς των χωριών του Δήμου Αργούς – κυρίως – αλλά και του Δήμου Ναυπλίου. Αγιογραφία του σε μουσαμά, βρίσκεται και σε Ορθόδοξο Ιερό Ναό της Αμερικής.

 

Χαρακτηριστικά έργα του είναι: η εικόνα «Ο Άγιος Πέτρος» στην αίθουσα του συλλόγου Αργείων ο Δαναός, «Η Βάπτιση» στη δεξαμενή Άργους, η εικόνα «Η Συνάντηση Αγίου Πέτρου και Οσίου Θεοδοσίου» στον Ιερό Ναό Συναντήσεως της Ιεράς Μονής Οσίου Θεοδοσίου.

 

Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Παναγιώτης Πάγκας έχει να επιδείξει ένα σημαντικό έργο, αφού ήταν ένας από τους πρωτεργάτες και στενός συνεργάτης του τότε Ιεροκήρυκα και μετέπειτα Μητροπολίτη Αργολίδας κυρίου Χρυσοστόμου Β’ Δεληγιαννόπουλου. Υπήρξε κατηχητής και ιδρυτικό μέλος της Χριστιανικής Ενώσεως Αρρένων Άργους. Απεβίωσε στις 4 Σεπτεμβρίου 1981.

 

Read Full Post »

Μετασίδης Θ. Ιωάννης (1922-2008)

 

 

 

ΜετασίδηςΑγιογράφος. Γεννήθηκε στο Ταφκέντ της Ρωσίας το 1922. Σε ηλικία 18 ετών η οικογένεια επέστρεψε στην Ελλάδα, εφόσον αποφάσισαν ότι επιθυμούν να παραμείνουν Έλληνες υπήκοοι. Τα πρώτα χρόνια εγκαταστάθηκαν στον Πειραιά και το 1939 ήρθαν στις Φυστικιές Άργους. Το 1946 παντρεύτηκε την επίσης, ελληνορωσίδα – πρόσφυγα Ζωή Πολατίδου και απέκτησαν δύο κόρες: την Ελισάβετ (1967) σύζυγο του Γεωργίου Χιόνη, κάτοικο Δαλαμανάρας και την Ελένη (1969) σύζυγο του Βασιλείου Δωροβίνη, κάτοικο Άργους. Μετά τον γάμο του και μέχρι το τέλος της ζωής του κατοικούσε στο Αργός, στην οδό Εθνάρχου Μακαρίου 40, όπου υπάρχει το σπίτι και το εργαστήρι του.

 

Ένα από τα μαθήματα του Γυμνασίου και του Λυκείου στην Ρωσία, ήταν η Ζωγραφική και η Αγιογραφία. Έτσι, ο Ιωάννης Μετασίδης διδάχθηκε την τέχνη, την αγάπησε και την δούλεψε μόνος του με συνέπεια και μεράκι. Αγιογράφησε την πρώτη του εικόνα, «την Παναγία και τον Χριστό«, το 1946. Σήμερα η εικόνα αυτή ανήκει στην κόρη του κα Ελένη Βασιλείου Δωροβίνη. Η τελευταία εικόνα που αγιογράφησε ήταν Ό Μέγας Αρχιερεύς«, παραγγελία ομογενών ιερέων για Ορθόδοξο Ιερό Ναό σε πόλη της Αμερικής. Αντίγραφο της εικόνας αυτής, τοποθέτησε στο μνημείο της συζύγου του. Έχει αγιογραφήσει εικόνες σε ξύλο και μουσαμά, για τους Ιερούς Ναούς: Αγίου Βασιλείου, Αγ. Νικολάου (νεκροταφείο), Αγίας Κυριακής, Αγίας Αικατερίνης, Παναγίας Πορτοκαλούσας, Παναγίας στο Κεφαλάρι Άργους, Παναγίας στο Κεφαλάρι Αχλαδοκάμπου, Θεομάνας Νέας Κίου, Αγίου Παντελεήμονα Δαλαμανάρας, κ.ά. Φορητές εικόνες του υπάρχουν και στο εκκλησάκι του Νοσοκομείου Άργους. Ο Ιωάννης Μετασίδης έφυγε από την ζωή τον Ιανουάριο του 2008, σε ηλικία 86 ετών, ένα χρόνο νωρίτερα είχε φύγει από την ζωή και η σύζυγος του.

 

Read Full Post »

Ζωγράφος Μ. Παναγιώτης (1856-1910)


 

Αγιογράφος. Ο Παναγιώτης Ζωγράφος γεννήθηκε στο Άργος της Αργολίδας το 1856 και απεβίωσε την 27 η Αυγούστου του 1910 όπως φαίνεται από το Μητρώο Αρρένων του Δήμου Άργους με αύξοντα αριθμό 15. Παντρεύτηκε την Αγγελική Κεραμίδα και απέκτησαν 5 παιδιά, 4 κορίτσια τις Αθηνά, Μαγδαληνή, Ελένη, Ματίνα και ένα γιό τον Μιχαήλ Ζωγράφο (1897).

Ζωγράφος Μιχαήλ γιός του Παν. Ζωγράφου (1897-1972)

Ήταν αυτοδίδακτος λαϊκός ζωγράφος τις πρώτες διδαχές τις πήρε από τον πατέρα του Μιχαήλ που ήταν και αυτός ζωγράφος. Η καταγωγή του τελευταίου πρέπει να ήταν από το χωριό Σάγκα (κοντά στη  Τρίπολη) και αυτό πιθανολογείται διότι χρησιμοποιούσαν  (και οι δύο ) το προσωνύμιο «Σαγκιώτης».

Την εποχή εκείνη η έκφραση της ζωγραφικής τέχνης είχε σαν κύρια παρουσίαση την αγιογραφία. Αποτελούσε  ασφαλώς και έκφραση θεοσέβειας των απλοϊκών ανθρώπων του 19ου αιώνα. Οι δυσκολίες για την κατασκευή μιας εικόνας ήταν μεγάλες και ο σύγχρονος άνθρωπος με δυσκολία μπορεί να τις φαντασθεί. Πρώτα έπρεπε να γίνει η κατασκευή  του πλαισίου και η  επεξεργασία του ξύλου επάνω στο οποίο θα ζωγραφίζονταν η εικόνα εάν ήταν βέβαια  φορητή  ή του τοίχου εάν ήταν νωπογραφία. Αυτό απαιτούσε πολύ χρόνο και προσπάθεια. Σε αυτό το στάδιο την περισσότερη δουλειά την έκαναν  οι βοηθοί που δεν ήταν άλλοι από τα παιδιά του. Αλλά και η παρασκευή χρωμάτων ήταν άλλο πρόβλημα.

Ο Παντοκράτωρ, φορητή εικόνα έργο του Παν. Ζωγράφου, ιδιωτική συλλογή.

Τότε τα χρώματα δεν ευρίσκοντο στο  εμπόριο αλλά τα έφτιαχναν μόνοι τους από φυσικά υλικά  (φυτικά και ζωικά) όπως από τον κρόκο αυγού για το κίτρινο και άλλα από τα λουλούδια. Στη αγιογραφία όμως βασικό ρόλο παίζει και ένα άλλο χρώμα αυτό του χρυσού. Η προμήθεια αυτού του πολύτιμου μετάλλου για την παραγωγή του ομώνυμου χρώματος ήταν και δύσκολη και δαπανηρή. Συχνά αποτελούσε σημείο τριβής και διαφωνιών μεταξύ των πελατών που έκαναν τις παραγγελίες των εικόνων και των ζωγράφων που τις εκτελούσαν. Μια τέτοια διαφωνία σώζεται μέχρι σήμερα σε ένα εξώδικο που έκανε ο Παναγιώτης Ζωγράφος  κατά του εφημέριου του Ιερού Ναού του Τιμίου Προδρόμου  στο Άργος στις 27 Οκτωβρίου 1888.

Παναγία η γλυκοφιλούσα, φορητή εικόνα έργο του Παν. Ζωγράφου, ιδιωτική συλλογή.

 

Τα έργα του Παναγιώτη Ζωγράφου βρίσκονται σε πάρα πολλούς ναούς τις Αργολίδας. Ολοκληρωμένη καταγραφή δεν έχει γίνει ακόμα ο εγγονός του, με το ίδιο όνομα, έκανε μια προσπάθεια το 2008 έχοντας την πολύτιμη   και την αμέριστη συμπαράσταση της Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων του νομού Αργολίδας καθώς και την έγκριση του Σεβασμιότατου Μητροπολίτου Αργολίδος κ. Ιακώβου. Η έρευνα δεν ολοκληρώθηκε αλλά έφερε στην δημοσιότητα αρκετά έργα του ζωγράφου. Ο Δήμος Άργους τίμησε την μνήμη του λαϊκού ζωγράφου (καθώς και άλλων συγχρόνων Αργείων) με  μια έκθεση στις 9-18 Μαρτίου 2009.

Από τεχνοκριτικής άποψης τα έργα του έχουν έντονο μεταβυζαντινό στυλ με λαμπερά ζωηρά χρώματα και μορφές εμπνευσμένες από την ρωσική σχολή, μεγαλοπρεπή  πλούσιο ρουχισμό  με έντονες  χαρακτηριστικές πτυχώσεις.

Πηγή


  • Αρχείο: Παναγιώτη Ζωγράφου, εγγονού του.  

Read Full Post »

Αγωνιστές Επαρχίας Άργους το 1821

 

 

Ο Νικολάκης Μητρόπουλος υψώνει τη σημαία με το σταυρό στα Σάλωνα, την ημέρα του Πάσχα του 1821.

Αλλοίμονο στους λαούς που λησμονούν την ιστορία τους. Αλλοίμονο στους γιούς και τις κόρες που ξεχνούν την φύτρα τους. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί ένα μικρό μνημόσυνο σε εκείνους που πολέμησαν για την ελευθερία της πατρίδας και θυσιάστηκαν για την ανεξαρτησία του γένους των Ελλήνων.

 

Η ιστορία του Άργους στην μακραίωνη πορεία της έχει αναδείξει πολλούς επιφανείς άνδρες. Σε αυτή την αναφορά μας όμως, θα καταθέσουμε τα ονόματα των αγωνιστών του 1821, γιατί πιστεύουμε ότι ήταν η στιγμή που η Ελλάδα, ως φοίνιξ, αναγεννήθηκε εκ της τέφρας της και απέκτησε ζώσα πνοή.

 

Ίδιοι κι απαράλλαχτοι οι νεότεροι αγωνιστές του έπους του ᾽40. Ίδια και ίσα τους τιμούμε κι αυτούς. Κι άλλους αργότερα.

 

Ο κατάλογος που ακολουθεί, ίσως να είναι σχετικά ελλιπής. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι πολλοί αγωνιστές δεν υπέβαλαν αίτηση αναγνώρισης των υπηρεσιών τους στις επιτροπές που  συγκροτήθηκαν τα έτη 1834, 1846 και 1865.

 

 

  • Αθανασίου Βασίλειος από το Άργος (1792-1849). Πολέμησε με τον Καν. Δεληγιάννη, τον Νικηταρά και τον Δ. Τσώκρη. Διακρίθηκε στη μάχη της Δαβιάς.

 

  • Αθανασίου Χατζηγιάννης από το Άργος. Πολέμησε με τον Νικηταρά, διακρίθηκε σε πολλές μάχες και πέθανε πολύ γέρος μετά το 1870.

 

  • Αθανασόπουλος Ιωάννης από το Άργος. Πολέμησε στον Μοριά με τον Νικηταρά και στη Στερεά Ελλάδα με τον Μπούσγο σαν μπουλουξής (μικροκαπετάνιος).

 

  • Αιγιατλής. Προτάθηκε από τον Τσώκρη για τον βαθμό του χιλιάρχου.

 

  • Αλίκουλης Ανδρέας. Πολέμησε με τον Τσώκρη. Ήταν μικροκαπετάνιος.

 

  • Αλίκουλης Γεώργιος, αδελφός του προηγουμένου. Σκοτώθηκε στη μάχη του Ξεριά (1821).

 

  • Αλμπάνης Ανδρέας. Υπηρέτησε στο πλοίο του Α. Μιαούλη και ως οπλοποιός στην Πελοπόννησο και στην Κρήτη.

 

  • Αλμπανόπουλος Γεώργιος από το Άργος. Προτάθηκε από το Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Αναγνωστόπουλος Αναγνώστης από τον Αχλαδόκαμπο. Από τουρκόφιλος έγινε φλογερός αγωνιστής μετά τη λεηλασία του χωριού του από τους Τούρκους (Απρ. 1821).

 

  • Αναγνωστόπουλος Αναστάσης από τον Αχλαδόκαμπο. Έγινε υποχιλίαρχος (1823). Σκοτώθηκε στον εμφύλιο.

 

  • Αναγνωστόπουλος Χριστόφορος ή Χρυσικός, μικροκαπετάνιος, αξιωματικός Ζ΄ τάξης. Πληγώθηκε δύο φορές. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

 

  • Ασημάκης Ιωάννης, πρόκριτος Άργους. Πέθανε στη φυλακή της Τρίπολης (1821). Πολέμησαν οι τρεις γιοι του.

 

  • Ασημακόπουλος Αθανάσιος από το Άργος, φιλικός, μικροκαπετάνιος. Πολέμησε στη μάχη του Ξεριά, υπερασπίστηκε με τον Παπαρσένη τα γυναικόπαιδα στο μοναστήρι της Κατακεκρυμμένης, όπου τραυματίστηκε. Ίσως ήταν γιος του Ι. Ασημάκη.

 

  • Ασημακόπουλος Δημήτριος, γιος του Ασημάκη Ι., μικροκαπετάνιος. Πολέμησε με τον Κολοκοτρώνη, Νικηταρά και τον Τσώκρη.

 

  • Αργέντος Γεώργιος. Από το χωριό Πασά. Έλαβε μέρος στην πολιορκία και έφοδο του Παλαμηδιού, όπου και τραυματίστηκε. Πολέμησε στα Δερβενάκια, στο γεφύρι της Αλαμάνας και σε πολλές άλλες μάχες.

 

  • Βαρβάρας Γεώργιος από το Άργος. Πολέμησε με τον Τσώκρη. Έγινε αξιωματικός ΣΤ΄ τάξης.

 

  • Βαρβερόπουλος Δημήτριος από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ.Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Βασιλείου Γιανν., δήμαρχος Μυσίας (Κουτσοποδίου). Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Βισβίκης Αθανάσιος, υπολοχαγός φάλαγγας.

 

  • Βλάσσης Θεόδωρος, πρόκριτος Άργους, υπουργός Δικαιοσύνης (1822).

 

  • Βλάσσης Ιωάννης, γιος του προηγουμένου, γιατρός, δήμαρχος Άργους και βουλευτής.

 

  • Βλάσσης Χρήστος, αδελφός του προηγουμένου, φιλικός και πρώτος δήμαρχος Άργους.

 

  • Γατσόπουλος Μήτρος από το Χαρβάτι (Μυκήνες). Πολέμησε εναντίον του Ιμπραήμ.

 

  • Γκιριμόζης Παναγιώτης από το Άργος. Έλαβε μέρος στον αγώνα από την αρχή. Σκοτώθηκε στη Σφακτηρία (1825).

 

  • Γρόσης ή Γκρόσιος Αδριανός από το Γυμνό. Πολέμησε με τον Δημ. Υψηλάντη και τον Νικηταρά.

 

 

  • Δαγρές Αθανάσιος αδελφός του Γέρο Γιαννάκου Δαγρέ. Έλαβε μέρος στη μάχη του Λεβιδίου, και στην κατά του Άργους εισβολή του Κεχαγιά μπέη την 24η Απριλίου 1821. Κατά τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και τον ιστορικό Σπυρίδωνα Τρικούπη έπεσε ηρωικά στη μάχη της Γράνας την 10η Αυγούστου 1821. Κατά τον Φωτάκο Χρυσανθόπουλο (υπασπιστή του Θ. Κολοκοτρώνη) σκοτώθηκε μόνος του για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων.

 

  • Δαγρές Σωτήρης από την Καρυά. Συμμετείχε στην πολιορκία του Ναυπλίου μέχρι πτώσεως, σε όλες κατά του Δράμαλη μάχες, στην πολιορκία της Κορίνθου μέχρι πτώσεως, στην μάχη της Πολιανής, σε όλες κατά του Ιμπραήμ μάχες και τελευταία στην εκστρατεία των Αθηνών .

  

  • Δαλάκης Ευάγγελος. Σκοτώθηκε κοντά στην Πάτρα το 1824.

 

  • Δαλαμαναριώτης Παναγής από τη Δαλαμανάρα, ναυτικός και πυρπολητής σε υδραίικα πλοία.

 

  • Δανόπουλος Γεώργιος από το Άργος, οπλαρχηγός. Πολέμησε με τον Κολοκοτρώνη σε πολλές μάχες και με τον Καραϊσκάκη στην Αττική. Πέθανε στην Αθήνα το 1853.

 

  • Δανόπουλος Σωτήρης από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Δήμου Γεώργιος, μικροκαπετάνιος από το Τάτσι (Εξοχή). Έγινε λοχαγός.

 

  • Δαρίβας Αντώνιος. Πολέμησε υπό τις διαταγές του Νοταρά.

  

  • Διαμαντόπουλος Γεώργιος από το Άργος. Έμενε στην Ύδρα και έλαβε μέρος σε πολλές ναυτικές επιχειρήσεις.

 

  • Δούσιας Παναγιώτης. Από τον Αχλαδόκαμπο. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Κατετάγη στους αξιωματικούς ε΄τάξεως. Αδελφός του Κων/νου Δούσια.

 

  • Δούσιας Κωνσταντίνος από τον Αχλαδόκαμπο. Πολέμησε στο Βαλτέτσι, στα Δερβενάκια και αλλού.

 

  • Δράμαλης Ευστράτιος από το Άργος. Έμοιαζε του Δράμαλη, γι’ αυτό και τον έλεγαν έτσι. Πολέμησε με τον Θεόδ. Κολοκοτρώνη και τον Γενναίο Κολοκοτρώνη. Πέθανε το 1860.

 

  • Διβάνης Πέτρος. (1799-1862). Η καταγωγή του ήταν από την Κωνσταντινούπολη, αλλά εγκαταστάθηκε στο Άργος. Υπηρέτησε ως γιατρός στο πλοίο «Καρτερία» και έλαβε μέρος στην μάχη του Πέτα. Υπηρέτησε ως υπασπιστής του Φαβιέρου και το 1824 έγινε υπολοχαγός της Φάλαγγας. Αργότερα εξελέγη Δημογέροντας και Δήμαρχος Άργους.

 

  • Ζαφείρης Αναγνώστης από το Άργος. Πληγώθηκε στο Χαϊδάρι (1826) και τον επόμενο χρόνο σκοτώθηκε στη μάχη του Ανάλατου.

 

  • Ζαχαρίας Σπυρίδων ή Σκουριάς από το Άργος. Έγινε αξιωματικός.

 

  • Ζεγκίνης Ανδρέας, οπλαρχηγός από το Άργος. Το 1824 έγινε ταξίαρχος.

 

  • Ζεγκίνης Ιωάννης, έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Το 1824 έγινε υποχιλίαρχος.

 

  • Ζεγκίνης Νικόλαος, προεστός Άργους, εξάδελφος του προηγουμένου και σύγγαμβρος του Δ. Τσώκρη. Αργότερα έγινε ειρηνοδίκης.

 

  • Ζωγράφος Αντώνιος από το Άργος. Έγινε αξιωματικός Δ΄ τάξης.

 

  • Ηλιάδης Γεώργιος. Πολέμησε εναντίον του Δράμαλη, του Ιμπραήμ και του Κιουταχή στην Αττική.

 

  • Ηλιάδης Αθανάσιος, μεγαλοκτηματίας, πατέρας του προηγουμένου. Έλαβε μέρος στην επανάσταση μαζί με τους κoλίγους του, μέχρι που τραυματίστηκε. Αργότερα έγινε δημόσιος υπάλληλος. Γιοι του ήταν και οι επόμενοι δύο.

 

  • Ηλιάδης Αναστάσιος. Τραυματίστηκε στη μάχη της Γράνας (1821). Πολέμησε και κατά του Ιμπραήμ, τραυματίστηκε σοβαρά και έμεινε χωλός. Έγινε καλόγερος και αρχιμανδρίτης.

 

  • Ηλιάδης Ιωάννης. Πολέμησε σε πολλές μάχες εναντίον του Ιμπραήμ στον Μοριά, εναντίον του Κιουταχή στη Στερεά Ελλάδα και αλλού. Τραυματίστηκε στη μάχη της Αράχοβας και του Ανάλατου. Αργότερα υπηρέτησε στη χωροφυλακή.

 

  • Θεοδωρόπουλος Ηλίας ή Λιάκος. Διακρίθηκε στις μάχες γύρω από την Τρίπολη, όπου και πληγώθηκε.

 

  • Θεοφανόπουλος Δημήτρης, οπλαρχηγός από το Άργος. Έγινε χιλίαρχος.

 

  • Ιατρός Μιχαήλ από το Άργος. Συνεργάστηκε με τον Αλ. Μαυροκορδάτο και τους Υδραίους πρόκριτους. Έγινε βουλευτής και χιλίαρχος (1825).

 

  • Ιωαννίδης Ανδρέας από το Άργος. Προτάθηκε από το Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Ιωάννου Παναγιώτης. Προτάθηκε από τον Τσώκρη για το βαθμό του χιλίαρχου.

 

  • Κάββας Μιχαήλ, οπλαρχηγός και γιατρός. Επί τουρκοκρατίας ήταν γιατρός των βεζύρηδων στην Τρίπολη, όπου και φυλακίστηκε μέχρι την άλωση της πόλης. Ήταν φιλικός και διετέλεσε βουλευτής το 1824.

 

  • Κάβρας Μερκούρης, πολέμησε με τον Νικηταρά, τον οποίο είχε γνωρίσει στη Ζάκυνθο, και έλαβε μέρος σε πολλές μάχες στην Πελοπόννησο και στην Αττική. Σκοτώθηκε το 1832 σε εμφύλια συμπλοκή.

 

 

  • Καλαράς Ιωσήφ, μοναχός από το Άργος. Πολέμησε με τον Δημ.Τσώκρη, έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου και πολέμησε επίσης με τον Ι. Νοταρά στην Αττική και στον Ανάλατο. Αργότερα πήγε στη μονή των Αγίων Αναργύρων στην Ερμιόνη, για να μονάσει.

 

  • Καλλιοντζής Γεώργιος από το Άργος. Πρόβαλε αντίσταση στο ασκέρι του Κεχαγιάμπεη μέσα από το σπίτι του. Οι εχθροί έβαλαν φωτιά και τον έκαψαν (1821).

 

  • Καλλιοντζής Δημήτριος από το Άργος, γιος του προηγουμένου. Σκοτώθηκε και αυτός πολεμώντας στο Άργος. Αργότερα ο Ιμπραήμ αιχμαλώτισε τη γυναίκα του και τις κόρες του, οι οποίες ελευθερώθηκαν με τη μεσολάβηση του Κόδριγκτον.

 

  • Καραμουτζάς Θεοδόσιος, καπετάνιος από το Άργος. Πολέμησε με τον Δημ. Τσώκρη. Έγινε αξιωματικός Ζ΄ τάξης.

 

  • Καραμουτζάς Γεώργιος, ιερέας από το Άργος. Προτάθηκε από το Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Κατσαρός Μήτσος από το Άργος. Πολέμησε στη μάχη του Ξεριά, στα Δερβενάκια και αργότερα εναντίον του Ιμπραήμ. Αιχμαλωτίστηκε στο Νιόκαστρο το 1825 και πέθανε στην αιχμαλωσία.

 

  • Κιάφας Λάζαρος από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Κλαδούρης Αδριανός, πρωτοπαλίκαρο του Δαγρέ από το Μπέλεσι. Διακρίθηκε ιδιαίτερα εναντίον του Ιμπραήμ.

 

  • Κλειώσης Αγγελής, μικροκαπετάνιος από το Κουτσοπόδι.

 

  • Κλειώσης Δημήτριος, μικροκαπετάνιος από το Κουτσοπόδι. Έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου, πολέμησε εναντίον του Δράμαλη και του Ιμπραήμ σε διάφορες μάχες.

 

  • Κοκκαλιάρης Γεώργιος από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Κολοπανάς Παναγιώτης. Πολέμησε με τον Τσώκρη. Έγινε αξιωματικός Ζ΄ τάξης.

 

  • Κονταξής Πέτρου Δημήτριος. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες, ήταν γενναίος αξιωματικός.

 

  • Κορδίας Νικόλαος από το Άργος. Προτάθηκε από το Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Κωνσταντίνου Μιχαήλ. Προτάθηκε από τον Τσώκρη για τον βαθμό του χιλιάρχου.

 

  • Κουγιάρης Αθανάσιος από το Μπογιάτι. Διακρίθηκε τον Ιούλιο 1826 στη Σκοτεινή, όπου οι Έλληνες ανέκοψαν την πορεία του Ιμπραήμ προς άλλα χωριά της Αργολιδοκορινθίας.

 

  • Κωτσιάκος Κωνσταντίνος ή Δριμούρας. Πολέμησε εναντίον του Ιμπραήμ και αιχμαλωτίστηκε στο Νιόκαστρο. Έγινε χιλίαρχος.

 

  • Καλαματιανός Νικόλαος. Αγωνιστής και άξιος πολεμιστής. Κατετάγη στους αξιωματικούς στ΄τάξεως.

 

  • Κυριάκου Νικόλαος. Πολέμησε σε πολλές μάχες, έχοντας πολλούς στρατιώτες υπό τις διαταγές του.

 

  • Λαλουκιώτης Γεώργιος, ιερέας από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Λάμπας Νικόλαος, μικροκαπετάνιος από την Καρυά. Έγινε υποχιλίαρχος. Επί Καποδίστρια ήταν αξιωματικός της εθνικής φρουράς.

 

  • Μανσουρίδης Ηλίας, ιερέας από το Άργος. Προτάθηκε από το Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Μαντάς, μικροκαπετάνιος από την επαρχία Άργους. Διακρίθηκε στην πολιορκία του Ναυπλίου, όπου και σκοτώθηκε.

 

  • Μαρίνος Σπύρος, μικροκαπετάνιος από το Άργος. Το 1825 έγινε εκατόνταρχος και στην συνέχεια αξιωματικός Ζ΄ τάξης.

 

  • Μελετόπουλος Σωτήρης από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Μεντής Μήτρος, μικροκαπετάνιος από το Άργος. Είχε υπηρετήσει στο Ρωσικό ιππικό και είχε τη φήμη σπουδαίου ιππέα. Τραυματίστηκε στη Γλυκειά τον Αύγουστο του 1822 και πέθανε στους Μύλους, όπου είχε μεταφερθεί για νοσηλεία.

 

  • Μούλος Κωνσταντίνος, μικροκαπετάνιος από το Κουτσοπόδι.

 

  • Μπεκιάρης Γεώργιος, μικροκαπετάνιος από τα Μπούτια. Έπεσε στη μάχη του Φαλήρου (1827).

 

  • Μπιλιαράς Κωνσταντίνος, μικροκαπετάνιος. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Μπουλτώρης Παναγιώτης, μικροκαπετάνιος. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ε΄ τάξης.

 

  • Μπούρας Α. από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Μπουχέλης Συμεών ή Ξηροκαστελιώτης, οπλαρχηγός και μοναχός. Πέθανε στην πολιορκία του Ναυπλίου. Η επιτροπή αργότερα τον κατέταξε στους αξιωματικούς Ε΄ τάξης.

 

  • Μουσταίρας ή Τζίριος Κυριάκος. Από την Δαλαμανάρα. Εκατόνταρχος. Πολέμησε κατά του Δράμαλη στην πολιορκία της Ακροκορίνθου. Στο Ναυαρίνο κατά του Ιμπραήμ και έλαβε μέρος στην εκστρατεία της Αθήνας.

 

  • Μουλόπουλος Αναστάσιος. Από το Κουτσοπόδι. Έγινε χιλίαρχος..

 

  • Νέζος Τάσος, μικροκαπετάνιος. Έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου και το καλοκαίρι του 1822 στη φύλαξη των στενών στα Μεγάλα Δερβένια, στα Γεράνεια όρη της Μεγαρίδας. Το 1823 έγινε υποχιλίαρχος. Πέθανε το 1859.

 

  • Νέζος Κων/νος. Από το Κουτσοπόδι. Έλαβε μέρος σε διάφορες μάχες. Το 1825 έγινε ταξίαρχος.

 

  • Νικολαΐδης Ευστράτιος από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Ντάκαρης Γεώργιος. Έπεσε στην πολιορκία του Ναυπλίου. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς ΣΤ΄ τάξης.

 

  • Νυστάζος Ιωάννης, σημαιοφόρος και μικροκαπετάνιος. Πληγώθηκε δυο φορές. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Οικονόμου Νικόλαος, στρατιωτικός ιερέας. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Οικονόμου Πάνος ή Παπανικολόπουλος. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Δ΄ τάξης.

 

  • Πάγκαλος Κων/νος, γραμματέας του Δημ. Τσώκρη. Έγινε αξιωματικός Ε΄ τάξης.

 

 

  • Παπαδόπουλος Π. Ψάλτης από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Παπαμιχαλόπουλος Σωτήριος, φροντιστής στρατοπέδου στο Άργος. Κατατάχθηκε στους αξιώματικούς ΣΤ΄ τάξης.

 

  • Πασχάλης Ιωάννης από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Παναγιώτου Αντώνιος. Πολέμησε σε διάφορες μάχες με τον βαθμό του πεντηκόνταρχου

 

  • Περούκας Δημήτριος από το Άργος.

 

 

  • Περούκας Χαράλαμπος, αδελφός των προηγουμένων.

 

  • Πυρλάς Δημήτριος, μικροκαπετάνιος από το Κουτσοπόδι.

 

  • Ρετσίνας Θεόδωρος. Έπεσε στη μάχη του Ξεριά. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Ροδόπουλος Κωνσταντίνος. Για τις υπηρεσίες του κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Σκαρπέντζος Παναγιώτης από τη Δαλαμανάρα. Πολέμησε με τον Γενναίο Κολοκοτρώνη και τον Δημ. Τσώκρη. Αίτηση για την αναγνώριση των υπηρεσιών του έκανε ο γιος του Γεώργιος το 1865, ο οποίος σημειώνει ότι ήταν ορφανός και πάμπτωχoς.

 

  • Σουρήλος Δημήτριος ή Αναγνώστης από το Αβδήμπεη (Ηραίο). Έλαβε μέρος στην άλωση του Παλαμηδιού, διετέλεσε υπασπιστής του Καραϊσκάκη και έγινε αξιωματικός Β΄ τάξης. Δεν είχε καλές σχέσεις με τον Δημ. Τσώκρη. Πέθανε φτωχός και αβοήθητος.

 

  • Σταθόπουλος Παναγιώτης. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Σταμπολής Γεώργιος. Έγινε υποχιλίαρχος το 1825. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Στίγκας Γεώργιος. Πολέμησε ως μπουλουξής έχοντας πολλούς στρατιώτες μαζί του.

 

  • Τασσόπουλος Αναγνώστης, μικροκαπετάνιος από τη Δαλαμανάρα. Πολέμησε με τον Δημ. Τσώκρη στην πολιορκία του Ναυπλίου και σε άλλες μάχες. Έγινε υπολοχαγός.

 

  • Τριγγούνης ή Τριγγουνόπουλος Θεόδωρος. Πολέμησε με τον Τσώκρη και τον Κολοκοτρώνη στην Τρίπολη, στα Δερβενάκια, στο Ναύπλιο και αλλού. Ονομάστηκε λοχαγός της Φάλαγγος.

 

  • Τσιρίκος Αναστάσιος. Έγινε εκατόνταρχος το 1825. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς ΣΤ΄ τάξης.

 

  • Τσώκρης Αναστάσιος, αδελφός του στρατηγού. Για τις υπηρεσίες του έγινε λοχαγός της Φάλαγγας (1845). Πέθανε το 1849.

 

 

  • Τζωτανίτης Παναγής. Πολέμησε ως σημαιοφόρος κατά την διάρκεια όλου του αγώνα.

 

  • Φιλιππόπουλος Αθανάσιος από το Γυμνό. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Έγινε αξιωματικός Ζ΄ τάξης.

 

  • Φλόκας Νικόλαος από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Φράγκας  Γεώργιος. Έπεσε στην πολιορκία της Τρίπολης. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ε΄ τάξης.

 

  • Ψωμάς Αναγνώστης ή Μαρίνος, μικροκαπετάνιος. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

 

Πηγές

 

  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996. 
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

 

Read Full Post »

Ρέπουλης Εμμανουήλ (1863-1924)


 

Δημοσιογράφος και βουλευτής. Είχε εκλεγεί τρεις φορές: 1899, 1905 (και τις δυο με το κόμμα του Γεωργίου Θεοτόκη), 1923 (με τους Φιλελευθέρους) και ήταν ένας από τους βουλευτές της ομάδας των Ιαπώνων (1906-1908). Είχε γίνει υπαρχηγός του κόμματος των Φιλελευθέρων. Είχε χρηματίσει Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Οικονομικών, Γενικός Διοικητής Μακεδονίας, αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, υπουργός Εσωτερικών, υπουργός Οικονομικών (1915).

Ο Εμμανουήλ Ρέπουλης γεννήθηκε το 1863, στο Κρανίδι Αργολίδας. Η οικογένεια του, αν και δεν ήταν σε ιδιαίτερα καλή οικονομική κατάσταση, ανήκε στις πιο έγκριτες οικογένειες της περιοχής. Πατέρας του ήταν ο Παντελής Ρέπουλης (ή Λιέπουρης), ναυτικός, και μητέρα του η Παρασκευή, το γένος Λάμπρου. Ήταν το τρίτο κατά σειρά παιδί της πολυμελούς οικογένειας και είχε τέσσερις αδερφούς και δύο αδερφές. Πρώτος σταθμός στην πνευματική του ζωή, υπήρξε το Σχολαρχείο του Κρανιδίου το μόνο που διέθετε εκείνη την εποχή το Κρανίδι. Εκεί έμαθε τα πρώτα του γράμματα. Εκεί, διαπέρασε την ψυχή η φρεσκάδα της θάλασσας και του αλατιού που τού ‘στελνε η Κοιλάδα απ’ τα παράθυρα.

 

Φωτογραφία από το βιβλίο, Εμμανουήλ Ρέπουλης, «Κείμενα – Επιστολές – Άρθρα – Ομιλίες », Έκδοση Δήμου Κρανιδίου, 2001.

 

Έπειτα συνέχισε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Ναύπλιο και στην Αθήνα. Ο νεαρός τότε Ρέπουλης παρέδιδε δωρεάν μαθήματα στον ανιψιό του κ. Αργυρόπουλου, με μοναδικό αντίτιμο το καθημερινό του φαγητό, εκεί φαίνεται η φτώχεια που τον μάστιζε και ο δυνατός του χαρακτήρας που δεν λύγισε ποτέ, στο γνωστό εστιατόριο «Έλαφος», που ανήκε στην ιδιοκτησία του θείου του κ. Αργυρόπουλου.

Μετά από την φοίτηση του στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, γράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και ασχολείται με τη δημοσιογραφία. Εργάζεται ως διορθωτής, από το 1889, στην εφημερίδα, την λεγόμενη, «Καθημερινή» του κ. Λάμπρου. Ύστερα από ένα χρόνο γίνεται αρχισυντάκτης της άλλης γνωστής εφημερίδας εν ονόματι «Ακροπόλεως» και μαζί με τον Βλάση Γαβριηλίδη διευρύνουν τους ορίζοντές τους στα βιομηχανικά και εμπορικά ζητήματα της χώρας, εκείνη η περίοδος σημειώνεται ως η απαρχή της ακμής της καριέρας του.

Ο Ρέπουλης ήταν ο πρώτος δημοσιογράφος που κατέκρινε μέσα από τα άρθρα του τη συναλλαγή, τις παλαιοκομματικές μεθόδους, τη βία των χωροφυλάκων, τη στρατοκρατία, τις παρεκτροπές των φιλοβασιλικών αξιωματικών και γενικά τα παραπτώματα της εποχής, τα οποία κανείς δεν τολμούσε να κρίνει, από εκεί φαινόταν ο δίκαιος χαρακτήρας του. Τη δημοσιογραφία δεν την εγκατέλειψε ποτέ. Θεωρούσε ότι ήταν ένα από τα σημαντικότερα όπλα, που μπορούσε ν’ αφυπνίσει το λαό, να τον προβληματίσει, να τον αναγκάσει να πάρει τις τύχες στα χέρια του. Αργότερα συνεργάστηκε και με τις εφημερίδες «Εστία», «Νέον Άστυ» και «Σκριπ». Επίσης αρθρογραφούσε σε πολλά περιοδικά, όπως την «Ελλάδα» του κ. Σ. Ποταμιάνου.

Η οξεία παρατηρητικότητα που διέθετε, η ικανότητα του να αντιλαμβάνεται το ουσιώδες, η φιλομάθεια, το ήθος, η εργατικότητα και οι υψηλές αισθητικές του επιλογές, αναδείχθηκε ως ταλαντούχος δημοσιογράφος και καλλιτέχνης και ως ένας από τους ικανότερους και πιο έντιμους πολιτικούς της γενιάς του. Το όνομα του δεν έμεινε στην ιστορία μόνο μέσα από τις στήλες των εφημερίδων και των περιοδικών.

 

Η πολιτική του δράση

 

Το 1899 εκλέγεται βουλευτής Ερμιονίδος, η παρουσία του στο Ελληνικό Κοινοβούλιο γίνεται ιδιαίτερα αισθητή. Η φύσει δημοκρατική σου συμπεριφορά, η ιδέα ανιδιοτελούς προσφορά, η πρωτοποριακή σκέψη, η υπευθυνότητα και τα σπάνια διοικητικά του προσόντα τον έταξαν στην υπηρεσία του λαού, τον οποίο υπηρέτησε με όλη τη δύναμη της ψυχής του. Ο τότε Πρωθυπουργός Γεώργιος Θεοτόκης, διαβλέποντας τα ραγδαία εξέλιξη , του αναθέτει την εισήγηση του προϋπολογισμού του Κράτους, όπου ο Ρέπουλης εισηγείται προτάσεις νεωτεριστικές.

Μετά την εκλογική του αποτυχία, στην Ερμιονίδα το 1903, διορίζεται Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Οικονομικών. Διαφωνεί όμως με τις συνεχείς επεμβάσεις της φαυλοκρατίας στο έργο του και παραιτείται ύστερα από λίγο χρόνο. Το 1905 εκλέγεται και πάλι βουλευτής, αλλά αποσχίζεται σχεδόν αμέσως από το κόμμα του Θεοτόκη και προσχωρεί στην ομάδα των «Ιαπώνων» που έχει πρόγραμμα νεωτεριστικό. Οι ανακαινιστές όμως (Γούναρης, Παπαδάκης, Βζίκης, Αλεξανδρής, ε τον Στέφανο Δραγούμη στη ηγεσία) δεν καταφέρνουν να επιβληθούν παρά τις μαχητικές τους προσπάθειες και διαλύονται απογοητευμένοι. Ο Ρέπουλης μόνος, μαζί μ’ έναν- δυο άλλους συντρόφους του, επιμένει, αγωνίζεται, εξακολουθεί να ασκεί κριτική, και δραστηριοποιείται στην κίνηση που οδηγεί στην Επανάσταση του 1909.

Όταν πλησίασε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, το 1910, πίστεψε ότι οι οραματισμοί και οι αγώνες του θα αποκτούσαν οντότητα μόνο αν στήριζε με όλες του τις δυνάμεις το μεγάλο ηγέτη. Έτσι ανακηρύχθηκε υπαρχηγός του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Και πράγματι οι Φιλελεύθεροι βρήκαν στο πρόσωπο του τον ακρογωνιαίο λίθο που θα στήριζε την ιδεολογία τους, ενώ εκείνος κατόρθωσε να ντυθεί με σάρκα και οστά, τα μέχρι τότε μεγαλεπήβολα σχέδια του. Από το 1910 μέχρι το 1915 διοικεί το Υπουργείο Εσωτερικών, και διορίζεται για ένα χρονικό διάστημα Γενικός Διοικητής Μακεδονίας. Τότε συντάσσει και το περίφημο διάγγελμα τους βασιλέώς Κωνσταντίνου (1913) με το οποίο κηρύσσεται Ελληνοβουλγαρικός πόλεμος.

Οι λόγοι του στο επαναστατικό κράτος της Θεσσαλονίκης για τα Νοεμβριανά του 1916, για το θάνατο του υποστράτηγου Φικιώρη στην Κρήτη και για τον «Αγγλικόν πολιτισμόν εντός Ελληνικού πλαισίου», παρέμειναν στην ιστορία. Ως υπουργός Εσωτερικών εισάγει το νόμο «Περί Δήμων και Κοινοτήτων». Το 1915 αναλαμβάνει το Υπουργείο Οικονομικών, και από το 1917 μέχρι το 1920, επιστρέφει στο Υπουργείο Εσωτερικών.

Μετά τη δολοφονική απόπειρα εναντίον του Ελευθέριου Βενιζέλου στις 31 Ιουνίου 1920, στην Αθήνα ξεσπούν ταραχές και προετοιμάζονται δολοφονίες επιφανών αντιβενιζελικών προσώπων. Ο Εμμ. Ρέπουλης, αντιπρόεδρος, τότε, στη Κυβέρνησης, διατάσσει να συλληφθούν και να φυλακιστούν όλοι οι απειλούμενοι, ενώ αναθέτει την προστασία τους σε ισχυρή φρουρά, με διοικητή της απόλυτης εμπιστοσύνης του. Αλλά η ενωμένη Αντιβενιζελική Παράταξη είναι η νικητήρια των εκλογών της 1ης Νοεμβρίου του 1920. Μετά την εκλογική ήττα, ο Ρέπουλης κατηγορείται για μετριοπάθεια που οδήγησε στην αποτυχία του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Έτσι στις 5 Νοεμβρίου του ίδιου έτους, αναχωρεί μαζί με τον Βενιζέλο, αυτοεξόριστοι και οι δύο, για το Παρίσι, τον τόπο της εξορίας τους.

Το 1923 εκλέγεται και πάλι βουλευτής, αλλά αυτή τη φορά δεν προσήλθε στη Βουλή, για λόγους υγείας. Ο Εμμ. Ρέπουλης, «ο αναπολόγητος» της Ελληνικής Βουλής, κατά την έκφραση του Κώστα Αθάνατου, πεθαίνει το 1924, στη γενέτειρα του το Κρανίδι, από καρδιακό νόσημα. Η συμβολή του στο μεταρρυθμιστικό έργο του Βενιζέλου υπήρξε αποφασιστική. Όλα τα νομοσχέδια που έγιναν νόμοι του κράτους, έχουν τη σφραγίδα της δικής του προσωπικότητας. Ο ίδιος ο αρχηγός των Φιλελευθέρων τον προόριζε για διάδοχο του, στην αρχηγία του Κόμματος. Διότι ο Εμμ. Ρέπουλης είχε στην πρώτη γραμμή προτεραιότητας τα λαϊκά συμφέροντα και όχι τα προσωπικά. Τελευταία είχε εξομολογηθεί στους φίλους του: «Η μοίρα μου ήτο να δουλέψω δύο κυρίους αυταρχικούς, οι οποίοι όλο εταξίδευαν και με άφηναν αντικαταστάτη των: Τον Βλάσην Γαβριηλίδην και τον Βενιζέλον, και οι οποίοι μου εζητούσαν δι’ όλα ευθύνας. Ως δημοσιογράφος είχα τον Γαβριηλίδην ταξιδεύοντα διαρκώς και διά τηλεγραφημάτων του ζητοΰντα δι’ όλα παρ’ εμού ευθΰνας διά το τάδε και τάδε ζήτημα. Και ο Βενιζέλος από μένα εζητουσεν ευθΰνας…»

 

 

Πηγή


  • Εμμανουήλ Ρέπουλης, «Κείμενα – Επιστολές – Άρθρα – Ομιλίες », Έκδοση Δήμου Κρανιδίου, 2001.

 

Read Full Post »

Κουντουριώτης Γεώργιος (1782-1858)

 

 

Γεώργιος Κουντουριώτης - Karl Krazeisen

Γεώργιος Κουντουριώτης - Karl Krazeisen

Πρόκριτος και μεγαλονοικοκύρης της Ύδρας. Υπολογίζεται ότι τα μισά καράβια απ’ όσα διέθετε η Ύδρα το 1821, ήταν δικά του και του αδελφού του Λαζάρου.* Ο Γεώργιος Κουντουριώτης εμφανίζεται στο πολιτικό προσκήνιο για πρώτη φορά στα τέλη του 1823, όταν ο Αλέξ. Μαυροκορδάτος πείθει τους Κουντουριώτες ν’ αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας. Μαζεύτηκαν τότε όλοι της φατρίας του Μαυροκορδάτου και του Κωλέτη στο Κρανίδι και εξέλεξαν παράνομα άλλη κυβέρνηση  – άλλο εκτελεστικό σώμα– με πρόεδρο τον Γεώργιο Κουντουριώτη. Ως πρωθυπουργός, λοιπόν, της επαναστατημένης Ελλάδας ο Γεώργιος Κουντουριώτης δεν κατόρθωσε να κάμει ούτε ένα καλό. Επί πρωθυπουργίας του ξέσπασε ο εμφύλιος, για τον οποίο δούλεψε από το παρασκήνιο μεθοδικά ο Μαυροκορδάτος και η φατρία του. Μίσθωσαν στρατεύματα από τη Ρούμελη, πληρώνοντάς τα με τα χρήματα του δανείου, τα οποία μόλις είχαν έρθει από την Αγγλία. Όσα χρήματα δε σπαταλήθηκαν στον εμφύλιο, δόθηκαν στους Υδραίους ως αποζημίωση για τον πόλεμο, κρατώντας οι Κουντουριωταίοι τη μερίδα του λέοντος για τον εαυτό τους. Συνέλαβαν τον Κολοκοτρώνη και τον φυλάκισαν στην Ύδρα. Το 1824 κατέστρεψαν οι Τούρκοι την Κάσο και τα Ψαρά. Τα στρατεύματα του Ιμπραήμ έσβησαν σχεδόν την επανάσταση στην Κρήτη κι αποβιβάστηκαν στον Μοριά. Ο Γεώργιος Κουντουριώτης διόρισε τότε αρχιστράτηγο κάποιο ναυτικό, τον καπετάνιο Κυριάκο Σκούρτη, ο οποίος έδινε στους στρατιώτες ναυτικά παραγγέλματα. Ο Κολοκοτρώνης κουνούσε το κεφάλι κι έλεγε πως «δεν απομένει παρά να διορίσουν τον γέρο – Νοταρά ναύαρχο στη θέση του Μιαούλη».

 

 

 

Ο Γεώργιος Κουντουριώτης, πάλι, με χρυσοστόλιστο άλογο, πήγε  να πολεμήσει τον Ιμπραήμ, αλλά τον παρακρατούσαν δυο δούλοι από δεξιά κι αριστερά, για να μην πέσει. Και πριν αντικρίσει τον εχθρό, αρρώστησε κι επέστρεψε στ’ Ανάπλι κι ύστερα έφυγε για την Ύδρα, διατηρώντας όμως το αξίωμά του. Κάτω από τέτοιες συνθήκες κωμικοτραγικές και τέτοιες γελοιοποιήσεις ηττήθηκε το στράτευμα στο Κρεμμύδι κι ο Σκούρτης κρυβότανε μην τον σκοτώσουν οι στρατιώτες από την οργή τους, που χάθηκαν τότε 500 πατριώτες.  Τότε έπεσε κι ο Παπαφλέσσας στο Μανιάκι με 300 παλικάρια, ποτίζοντας με αίμα το δένδρο της ελευθερίας και με την ελπίδα ότι θα έβαζαν μυαλό εκείνοι που εξουσίαζαν τότε. Οπότε και αποφάσισαν να χορηγήσουν αμνηστεία και να στείλουν τον Κολοκοτρώνη εναντίον του Ιμπραήμ.

 

Όμως, οι Κουντουριώτες δε συνετίστηκαν από τα λάθη και τις συμφορές, ούτε από την πτώση του Μεσολογγίου. Γιατί τότε, τον Απρίλιο του 1826, η Γ΄ Εθνοσυνέλευση που άρχισε τις εργασίες της στην Επίδαυρο και τις συνέχισε στην Τροιζήνα, απογύμνωσε τον Γεώργιο Κουντουριώτη από τα αξιώματά του. Αλλά αυτός αντιστάθηκε με πείσμα στην εκλογή του Καποδίστρια ως κυβερνήτη. Οι Κουντουριώτες, ο Μαυροκορδάτος, ο Κωλέτης αντιλαμβάνονταν πως ο Καποδίστριας θα ήταν πολιτικός με πυγμή, που δεν θα θύμιζε τον Δημ. Υψηλάντη, και πως θα έχαναν τα τρανά αξιώματα. Τελικά όμως ψηφίστηκε η πρόταση του Κολοκοτρώνη και ο Καποδίτριας ήρθε στην Ελλάδα.

 

Η Ύδρα ήταν το πρώτο και δυναμικότερο αντικαποδιστριακό κέντρο. Εκεί κατέφευγαν οι δυσαρεστημένοι, οι αντιπολιτευόμενοι, οι υπονομευτές και συνωμότες. Οι Κουντουριώτηδες, όπως και οι Μαυρομιχαλαίοι, δεν εννοούσαν να ξεχάσουν τα παλιά τους προνόμια ή να πληρώσουν τους φόρους που τους αναλογούσαν. Έτσι, καλλιεργήθηκε βαρύ κλίμα κατά του Καποδίστρια μέχρι που δολοφονήθηκε. Για τη δολοφονία δεν πρέπει να θεωρούνται άμοιροι ευθυνών οι Κουντουριώτηδες, όπως και για τη δολοφονία του Αντ. Οικονόμου, τον οποίο σκότωσαν οι μισθοφόροι του Ανδρέα Λόντου στον Ξεριά, έξω από το Άργος.

 

Λάζαρος Κουντουριώτης

Λάζαρος Κουντουριώτης

Οι Κουντουριώτηδες προσέφεραν πολλά στον αγώνα. Η προσφορά τους θεωρείται τεράστια, αφού διέθεταν ολόκληρο στόλο και οι στέρνες των σπιτιών τους ήταν γεμάτες χρυσάφι. Η συμβολή τους στην απελευθέρωση της πατρίδας θεωρείται τεράστια. Οι ιστορικοί εκτιμούν πως το θαύμα του 1821 δε θα είχε αίσιο τέλος χωρίς τη συμμετοχή του ναυτικού. Είναι αλήθεια βέβαια ότι δεν την ήθελαν την επανάσταση. Όταν ο Οικονόμου κατέλαβε βίαια την εξουσία και ξεσήκωσε το νησί, έκαναν την ανάγκη φιλοτιμία και μετά την πτώση του Οικονόμου, ρίχτηκαν στον αγώνα αναγκαστικά. Όλα αυτά βέβαια δεν μειώνουν το μέγεθος της προσφοράς. Στον πολιτικό τομέα όμως διέπραξαν πολλά σφάλματα, που έβλαψαν πολύ την επανάσταση και την πατρίδα. Ο Γεώργιος Κουντουριώτης έγινε επί Καποδίστρια μέλος του «Πανελληνίου» και «Πρόβουλος της Οικονομίας», αλλά παραιτήθηκε, για να κάνει αντιπολίτευση. Επί βασιλείας του Όθωνα κατέλαβε διάφορα υψηλά αξιώματα. Εκλέχτηκε πληρεξούσιος Ύδρας στην Εθνοσυνέλευση του 1843, βουλευτής και γερουσιαστής. Πέθανε στην Αθήνα με το αξίωμα του Προέδρου της Γερουσίας.

 

Εγγονός του Γεωργίου Κουντουριώτη ήταν ο ένδοξος ναύαρχος των βαλκανικών πολέμων Παύλος Κουντουριώτης,** ο οποίος στήριξε το Βενιζέλο μαζί με τον στρατηγό Παν. Δαγκλή (1916-1917) και αργότερα έγινε ο πρώτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας (1924).

 

Υποσημειώσεις

 

* Ο Λάζαρος Κουντουριώτης (1769 – 1852) ήταν γιος του Αναγνώστη Κουντουριώτη και της Μαρίας Κοκκίνη. Λόγω της εγκατάστασης του πατέρα του στη Γένουα για εμπορικούς λόγους ο Λάζαρος, ως πρωτότοκος γιος, ανέλαβε όλες τις ευθύνες της οικογένειας από τα δεκατέσσερά του χρόνια. Μετά το θάνατο του πατέρα του έγινε διαχειριστής της οικογενειακής περιουσίας. Το 1803 παντρεύτηκε τη Σταματίνα Ευαγγελίδη και απέκτησε μαζί της δεκατρία παιδιά.

Αναμίχθηκε νωρίς στα δημόσια πράγματα του τόπου του επιδεικνύοντας διοικητικές ικανότητες. Μαζί με τον αδελφό του Γεώργιο Κουντουριώτη στήριξε τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας με όλες του τις δυνάμεις, τόσο με σημαντικές οικονομικές προσφορές όσο και με τη συμμετοχή των πλοίων της οικογένειας στις πολεμικές ναυτικές ελληνικές επιχειρήσεις. Αν και δεν πολιτεύτηκε ποτέ, παρά τις προτάσεις που του έγιναν, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις του Αγώνα και, χάρη στον προσηνή χαρακτήρα του, απολάμβανε την εκτίμηση των συμπατριωτών του και όλων των Ελλήνων. Κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828 – 31) ο Ιωάννης Καποδίστριας τον διόρισε προσωρινό διοικητή της Ύδρας ως «πρώτο των προκρίτων», ενώ το 1844 ο Όθων τον διόρισε γερουσιαστή, αξίωμα που διατήρησε μέχρι το θάνατό του.

Μέλη της οικογένειας Κουντουριώτη διακρίθηκαν κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας, στην Επανάσταση του 1821 και κατά την περίοδο του ελεύθερου ελληνικού κράτους ως τα πρόσφατα χρόνια. Από τα πιο αξιόλογα όμως μέλη της υπήρξαν ο αδελφός του Λαζάρου, Γεώργιος Κουντουριώτης (1782-1858), πρόεδρος του Εκτελεστικού Σώματος κατά την  Επανάσταση και πρωθυπουργός (1848) και ο εγγονός του τελευταίου, ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης, πρώτος Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας (1924-1929).

** Παύλος Κουντουριώτης (Απρίλιος 185522 Αυγούστου 1935). Ναύαρχος, εγγονός του Γεώργιου Κουντουριώτη, γεννημένος στην Ύδρα. Πήρε μέρος σε επιχειρήσεις κατά την Κρητική επανάσταση και το Β’ Βαλκανικό πόλεμο. Διετέλεσε υπουργός Ναυτικών στις κυβερνήσεις Ζαΐμη και Σκουλούδη και  υπασπιστής του βασιλιά. Καθώς διαφώνησε με την πολιτική που υπερασπιζόταν ο τελευταίος, συντάχθηκε στο κίνημα της Εθνικής Άμυνας κι αργότερα υπήρξε μέλος της τριμελούς Προσωρινής επαναστατικής κυβέρνησης όπου κατείχε τη θέση του υπουργού Ναυτικών απ’ το 1916 ως το 1919. Πέθανε τον Αύγουστο του 1935.

 

 

 

«… Προσκυνισμούς του κυρ Λάζαρου (Kουντουριώτη) και ειπέτε του να προσπαθήση δια μπουρλότα, που αυτά είναι η μόνη μας σωτηρία, όσα περισσότερα ημπορέσετε και ο πασάς ας φλυαρή όσο θέλει. Όταν, όμως, μπουρλότα δεν έχομε, κάμνει ό,τι θέλει. Και μην υποστηρίζεσθε εις τα πολεμικά μας, ότι χωρίς μπουρλότα ουδέν ωφελούσι. Πασχίσατε δια μπουρλότα, να μη χάσωμε τους πολυχρονίους κόπους μας και έχομε αντί της ελευθερίας μας το όνειδος όλων των εχθρών…»

(Απόσπασμα από γράμμα του Tομπάζη προς το Γ. Kουντουριώτη)

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον », Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007. 

  • Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος

Read Full Post »

Παπαφλέσσας (1787-1825)

 

 

Παπαφλέσσας. Η γκραβούρα  φιλοτεχνήθηκε στο Παρίσι έπειτα από επιθυμία του Κωνσταντίνου Γιάγκου Φλέσσα (καπετάνιου) νομικού και βουλευτή Μεσσηνίας, εγγονό του Νικήτα Φλέσσα, για να κατασκευαστεί η προτομή του.

Παπαφλέσσας. Η γκραβούρα φιλοτεχνήθηκε στο Παρίσι έπειτα από επιθυμία του Κωνσταντίνου Γιάγκου Φλέσσα (καπετάνιου) νομικού και βουλευτή Μεσσηνίας, εγγονό του Νικήτα Φλέσσα, για να κατασκευαστεί η προτομή του.

Γεώργιος Δημητρίου Φλέσσας μετέπειτα Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας).  Αρχιμανδρίτης, από τους κορυφαίους αγωνιστές του 1821, ένθερμος οπαδός της επαναστατικής ιδέας. Γεννήθηκε στην Πολιανή Μεσσηνίας, γιος του Δημητρίου Φλέσσα και της Κωνσταντίνας Ανδροναίου δεύτερης γυναίκας του Δημητρίου Φλέσσα και  το 28ο και τελευταίο παιδί της οικογένειας. Φοίτησε στη Σχολή Δημητσάνας, μετά το τέλος των σπουδών του, πιθανώς το 1816, έγινε μοναχός στη Μονή Βελανιδιάς στην Καλαμάτα. Εκεί ήρθε σε ρήξη με την ιεραρχία και αναγκάστηκε να φύγει για να εγκατασταθεί στη Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Ρεκίτσας, μεταξύ Λεονταρίου και Μυστρά. Οι προσωπικές του διαμάχες δεν είχαν όμως τέλος. Λόγω κτηματικών διαφορών συγκρούστηκε με έναν ισχυρό Τούρκο της περιοχής και αναγκάστηκε να εκπατρισθεί. Στη νέα του προσωρινή πατρίδα, την Κωνσταντινούπολη, φιλοξενήθηκε εγκαρδίως από τους εκεί συμπατριώτες του. Επί πατριαρχίας Γρηγορίου Ε’* (1745-1821) ο Παπαφλέσσας χειροτονήθηκε αρχιμανδρίτης με το εκκλησιαστικό Οφφίκιο «Δικαίος». Στις 21 Ιουνίου 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Παναγιώτη Αναγνώστου (Αναγνωσταρά) και ανέλαβε τη σημαντική αποστολή της κατήχησης των κατοίκων των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών με το συνθηματικό όνομα Αρμόδιος. Όταν πλέον επέστρεψε στην Πελοπόννησο κατείχε ήδη το πνεύμα του αγωνιστή. Με δεκάδες έγγραφα της Φιλικής Εταιρείας στα χέρια του ξεκίνησε μια σειρά ομιλίες ευαγγελιζόμενος την απελευθέρωση των Ελλήνων από τον ζυγό των Τούρκων. Ο ηγετικός του χαρακτήρας και οι πρωτοβουλίες του αυτές ανησύχησαν πολλούς προύχοντες, οι οποίοι δεν ήθελαν να διαταραχθεί η τάξη και οι Τούρκοι να προβούν σε αντίποινα. Πολλοί ήταν εκείνοι οι οποίοι σκέφθηκαν να τον συλλάβουν και να τον παραδώσουν στα χέρια του εχθρού. Ο Παπαφλέσσας όμως διαισθάνθηκε τον κίνδυνο και φρόντισε να περιορίσει τη δράση του στους απλούς χωρικούς, οι οποίοι τον προστάτευαν, γοητευμένοι από τον χαρισματικό ηγέτη τους. Τον Ιανουάριο του 1821 στη Βοστίτσα, στο Αίγιο, ο Παπαφλέσσας κάλεσε συνέλευση, όπου και έθιξε τα μείζονα θέματα της χώρας. Μίλησε περί ελευθερίας και δικαιωμάτων, περί πνεύματος και ελληνικότητας και υποστήριξε την Επανάσταση. Μια επανάσταση την οποία αποδοκίμασαν πολλοί από τους συμμετέχοντες υποστηρίζοντας ότι το έδαφος δεν ήταν έτοιμο ακόμη. Ο Παπαφλέσσας τότε σήκωσε επιδεικτικά την επιστολή που είχε στείλει ο Υψηλάντης τονίζοντας την αναγκαιότητα της άμεσης έναρξης του αγώνα. Χωρίς όμως ανταπόκριση.

Ύστερα διέσχισε το Μοριά περνώντας  και δεν ησύχασε μέχρι την έκρηξη της επανάστασης, που τον βρίσκει στην Καλαμάτα. Η πόλη αυτή ελευθερώθηκε στις 23 Μαρτίου.  Από τον Μάρτιο του 1821 ως και τη μάχη στο Μανιάκι το 1825, όπου σκοτώθηκε, πρωταγωνίστησε σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις αλλά και σε πολιτικές δραστηριότητες. Στις περιοδείες του στην Αρκαδία, στη Γορτυνία, στην Ολυμπία, στην Αργολίδα και στην Κορινθία κινήθηκε με σκοπό να στρατολογήσει τους εκεί πληθυσμούς. Στην Αργολίδα, κατά την προσπάθειά του να εμποδίσει την προέλαση του Κεχαγιά Μπέη, εγκαταλείφθηκε από τους άοπλους και άπειρους χωρικούς που τον συνόδευαν και αναγκάστηκε να υποχωρήσει στο κάστρο του Άργους, όπου και αντιμετώπισε τους Τούρκους. Στον επόμενο του προορισμό, στην Καρύταινα, ο τουρκικός στρατός ερχόμενος από την Τρίπολη ανάγκασε τον ίδιο και τον Κολοκοτρώνη να καταφύγουν στη Μεσσηνία, ενώ τον Ιούλιο του 1821 στα Μεγάλα Δερβένια της Μεγαρίδας μαζί με άλλους οπλαρχηγούς κατόρθωσε να παρεμποδίσει την είσοδο του τουρκικού στρατού του Ομέρ Βρυώνη στην Πελοπόννησο.

Η μάχη στο Μανιάκι

Η μάχη στο Μανιάκι

Τον Δεκέμβριο του 1821 έγινε μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας και έλαβε μέρος στην Α’ Γενική Συνέλευση της Επιδαύρου, στη Β’ Εθνική Συνέλευση του Άστρους και την 1η Ιουλίου 1823 ανέλαβε το υπουργείο Εσωτερικών. Στον εμφύλιο πόλεμο βρέθηκε αντίπαλος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, παρ’ ότι στο παρελθόν είχε πολεμήσει μαζί του. Στο πλευρό της κυβέρνησης Γ. Κουντουριώτη κυνήγησε τους Κολοκοτρωναίους, ενώ οι ένοπλες συγκρούσεις μαζί τους καθώς και με άλλους αγωνιστές της Επανάστασης αποτελούν γκρίζες σελίδες στην ιστορία του έθνους κατά την κρίσιμη αυτή περίοδο. Παρ’ όλα αυτά, όταν ο Ιμπραήμ απείλησε σοβαρά την έκβαση της Επανάστασης, ο ίδιος ο Παπαφλέσσας πρότεινε την αποφυλάκιση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και άλλων αντικυβερνητικών. Η απελευθέρωσή τους όμως δεν έγινε εγκαίρως. Ο Παπαφλέσσας έσπευσε στο Μανιάκι, το οποίο μετά την πτώση του Νεοκάστρου (11 Μαΐου 1825) αποτελούσε στόχο των Αιγυπτίων, όπου συγκέντρωσε αρχικά 1.500 άνδρες, από τους οποίους τελικά έμειναν μόνο 500. Κυκλωμένος από 3.000 ιππείς και πεζούς απέρριψε την πρόταση άλλων οπλαρχηγών να μετακινηθεί σε πιο ασφαλή θέση. Στην οκτάωρη αυτή μάχη ο Παπαφλέσσας έπεσε νεκρός μαζί με τους περισσότερους άνδρες του.

 

 

Ο Παπαφλέσσας προσέφερε τις μεγαλύτερες υπηρεσίες στην ιερή υπόθεση πριν το ξέσπασμα της επανάστασης σαν μπουρλοτιέρης των ψυχών. Χωρίς αυτόν – λένε μερικοί– ίσως να μην άναβε η επαναστατική φλόγα. Ξετρέλαινε τους ενθουσιασμένους, έπειθε τους διστακτικούς, πολεμούσε τους αντίθετους. Διαλαλούσε ότι μια μεγάλη δύναμη κρύβεται πίσω από τους Φιλικούς, εννοώντας τη Ρωσία. Ήταν έξυπνος, ενθουσιώδης, τολμηρός. Αυτές οι αρετές καθώς και το σχήμα του τον έκαναν ανεπανάληπτο για την προεπαναστατική του δράση.

 

 

Μανιάκι

 

 

Μανιάκι. Ελαιογραφία του Α. Γεωργιάδη, 1960.

Μανιάκι. Ελαιογραφία του Α. Γεωργιάδη, 1960.

Στις 20 Μαΐου δόθηκε η πολυθρύλητη μάχη του Μανιακίου στην οποία έπεσε ηρωικά ο Παπαφλέσσας και όσοι από τους συντρόφους του, περίπου πεντακόσιοι  είχαν μείνει πιστοί. Η μάχη αυτή μπορεί να ήταν άτυχη για τα Ελληνικά όπλα, αλλά ο ηρωισμός  και η αυτοθυσία του Φλέσσα είχε σαν αποτέλεσμα την τόνωση του ηθικού του λαού και τον ξεσηκωμό του.

 

 

Συνήθως η μάχη του Μανιακίου συγκρίνονται με εκείνη των Θερμοπυλών και τη θυσία του Λεωνίδα. Ο Λεωνίδας έπεσε πειθαρχώντας στους νόμους της Σπάρτης . Υποχρεώθηκε να μείνει « τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι» Ο Παπαφλέσσας δεν υποχρεώθηκε από κανένα. Πήγε μόνος να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ. Μπορούσε να φύγει χωρίς φόβο διασυρμού η τιμωρίας. Αντιμετώπισε παλικαρίσια τον εχθρό και τον θάνατο, και εδώ έγκειται το μεγαλείο της ψυχής και της αυτοθυσίας του. Κράτησε τον όρκο που έδωσε μπαίνοντας στη Φιλική Εταιρία και έδωσε το αίμα του για την απελευθέρωση της πατρίδας. Δεν γνωρίζουμε εάν υπάρχει άλλο τέτοιο παράδειγμα στην ιστορία υπουργού και μάλιστα μη πολεμικού υπουργείου να πέφτει στο πεδίο της τιμής και του καθήκοντος προς την πατρίδα. Είναι απόλυτα σωστή η άποψη του Μίμη Η. Φερέτου ότι το κράτος δεν τον τίμησε όσο έπρεπε, αφού τριάντα χρόνια μετά τον θάνατο του τα οστά του καθώς και των άλλων αγωνιστών έμεναν άταφα στο λόφο του Μανιακίου.  Αλλά και η κυβέρνηση Κουντουριώτη δεν έκανε τα δέοντα για τιμήσει τον υπουργό της.

 

Αρκέστηκε στην εφημερίδα της « Ο φίλος του νόμου» να γράψει την 1η Ιουνίου:

 

  « Μεταξύ των ηρωικως πεσόντων ελλήνων είς την κατά το Μανιάκι της Αρκαδίας μάχην μανθάνομεν ότι είναι ο υπουργός των Εσωτερικών  κύριος Γρηγόριος Δικαίος και ο στρατηγός Κεφάλας. Και οι δυο άνδρες των οποίων η αξιότης και γενναιότης απεδείχθησαν είς διαφόρους καιρίας περιστάσεις της πατρίδος. Αιωνία των η μνήμη».

Αυτό ήταν όλο. Πάρα ταύτα , και όσα γράφτηκαν κατά καιρούς ο Παπαφλέσσας κατέλαβε εξέχουσα θέση στη συνείδηση του λαού που ξέρει περισσότερο από τον καθένα να αξιολογεί τους ηγέτες του.

 

Δημοτικό Τραγούδι για τη μάχη στο Μανιάκι

 

Του Φλέσσα η μάνα κάθεται στης Πολιανής την ράχη,
τα Κοντοβούνια αγνάντευε και τα πουλιά ρωτάει:

– Πουλάκια μ’ κι αηδονάκια μου, που ‘ρχεσθε στον αέρα,
μην είδατε το στρατηγό, τον Φλέσσα αρχιμανδρίτη;

– Στα Κοντοβούνια πέρασε και στα Σουλιμοχώρια,
και παλληκάρια μάζωνε όλους Κοντοβουνίσιους.
τα μάζωξε, τα σύναξε τα ‘καμε τρεις χιλιάδες.
Κάθονταν και τ’ αρμήνενε σαν μάνα σαν πατέρας:
– Εμπρός, εμπρός, μωρέ παιδιά, στο Νιόκαστρο να πάμε,
να κάμωμ’ έναν πόλεμο με τούς στραβαραπάδες
κι αν δεν σας ντύσω μ ά λ α μ α, Φλέσσα να μην με πούνε.

Και ο Κεφάλας τώλεγε, και ο Κεφάλας λέγει:
– Τού Μισιριού η Αραπιά στο Νιόκαστρο είν’ φερμένη
– Σιώπα, Κεφάλα, μην το λες, και μην το κουβεντιάζης,
να μην τ’ ακούσ’ η Διοίκησις, λουφέδες δεν μας στείλη,
να μην τ’ ακούσουν τα ο ρ δ ι ά, μ ε ν τ ά τ ι δεν ελθούνε
να μην τ’ ακούσουν τα παιδιά, και τα λιγοκαρδίσης.

Ακόμη λόγος έστεκε και συτυχιά κρατιέται,
κι η Αραπιά τους έζωσε μια κoσαργιά χιλιάδες.
– Άϊντε, παιδιά, να πιάσωμε στο Ερημομανιάκι.
Κι αρχίσανε τον πόλεμο απ’ την αυγή ως το βράδυ.
Μπραϊμης βάνει την φωνή, λέγει του παπά Φλέσσα.

– Εύγα, Φλέσσα, προσκύνησε με ούλο σου τ’ ασκέρι.

– Δεν σε φοβούμ’ Μπραήμ πασά, στο νουν μου δεν σε βάνω
κι εμέ μ ε ν τ ά τ ι μώρχονται οι Κολοκοτρωναίοι
Και στα ταμπούρια πέσανε αυτοί οι Αραπάδες.

Ο Φλέσσας βάνει μια φωνή και λέγει των στρατιωτών του
– Τώρα παιδιά θα σας ειδώ αν είστε παλληκάρια.
Και τα σπαθιά τραβήξανε και κάμνουν το γιουρούσι.
Μια μπαταριά του ρίξανε πικρή φαρμακωμένη.

Υποσημείωση

* Γρηγόριος Ε΄ διετέλεσε τρεις φορές Οικουμενικός Πατριάρχης. Εθνομάρτυρας και  άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η μνήμη του οποίου τιμάται στις 10 Απριλίου.

Γεννήθηκε το 1746 στη Δημητσάνα από φτωχούς γονείς. Το κοσμικό όνομά του ήταν Γεώργιος Αγγελόπουλος. Μετά τις βασικές σπουδές στο χωριό του, το 1756 πήγε στην Αθήνα για δύο χρόνια. Ένας θείος του, ο οποίος ήταν νεωκόρος σε ναό στη Σμύρνη, τον βοήθησε να σπουδάσει στο Γυμνάσιο της πόλης για πέντε χρόνια. Από την παιδική του ηλικία είχε σχέση με τη Μονή Φιλοσόφου της Αρκαδίας, μέσω της οποίας ενισχύθηκε ο έμφυτος ασκητισμός του. Έτσι, εκάρη μοναχός στις Στροφάδες και πήρε το όνομα Γρηγόριος. Αφού σπούδασε θεολογία και φιλοσοφία στην Πατμιάδα Σχολή, επέστρεψε στη Σμύρνη, όπου χειροτονήθηκε διάκονος από τον Μητροπολίτη Προκόπιο, του οποίου έγινε και αρχιδιάκονος. Γρήγορα χειροτονήθηκε ιερέας και κατόπιν έγινε πρωτοσύγγελος. Το 1785 ο Προκόπιος εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης, οπότε ο Γρηγόριος χειροτονήθηκε επίσκοπος και τον διαδέχθηκε στη Μητρόπολη Σμύρνης. Από αυτή τη θέση ανέπτυξε πλούσια δραστηριότητα, η οποία τον έκανε ευρύτερα γνωστό. Έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο κήρυγμα και την κοινωνική δράση, ασχολούμενος ιδίως με την παιδεία του ποιμνίου του.

Τον Μάιο του 1797, μετά το θάνατο του Προκοπίου, ο Γρηγόριος εξελέγη διάδοχός του ως Γρηγόριος Ε΄. Η πατριαρχία του συνέπεσε με μια δύσκολη περίοδο και δεν ήταν καθόλου ανέφελη. Το 1798 εκθρονίστηκε και εξορίστηκε, οπότε αποσύρθηκε στη Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1806 επανεξελέγη Πατριάρχης, αλλά το 1808 εκθρονίστηκε και πάλι, εξορίστηκε στην Πρίγκηπο και κατόπιν κατέφυγε εκ νέου στο Άγιο Όρος. Στις 15 Δεκεμβρίου 1818 εξελέγη για τρίτη φορά Πατριάρχης και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη τον Ιανουάριο του 1819.

Κατά τη διάρκεια της τρίτης αυτής πατριαρχίας του ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση του 1821. Ο Πατριάρχης, όπως και οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και της Μικράς Ασίας, παρέμεινε πιστός στον Σουλτάνο και αρνήθηκε να συμμετάσχει στη Φιλική Εταιρεία. Τελικά αναθεμάτισε τους επαναστατημένους Έλληνες, αν και λέγεται ότι ακύρωσε μυστικά το ανάθεμα, φήμη η οποία προκάλεσε την οργή του Σουλτάνου. Έτσι, μετά τη λειτουργία του Πάσχα (10 Απριλίου 1821) συνελήφθη, κηρύχθηκε έκπτωτος και φυλακίστηκε. Το απόγευμα της ίδιας μέρας απαγχονίστηκε στην κεντρική πύλη του Πατριαρχείου, όπου παρέμεινε κρεμασμένος για τρεις ημέρες, εξευτελιζόμενος από τον όχλο. Κατόπιν, μια ομάδα Εβραίων αγόρασαν το πτώμα του, το περιέφεραν στους δρόμους και το έριξαν στον Κεράτιο κόλπο. Ένας Κεφαλονίτης πλοίαρχος, ονόματι Νικόλαος Σκλάβος, βρήκε το σκήνωμα και το μετέφερε στην Οδησσό, όπου και ετάφη στον ελληνικό ναό της Αγίας Τριάδος. Από εκεί ανακομίστηκε στην Αθήνα, 50 χρόνια μετά, και έκτοτε φυλάσσεται σε μαρμάρινη λάρνακα στο Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών. Η κεντρική πύλη του Πατριαρχείου, όπου απαγχονίστηκε ο Γρηγόριος Ε΄, παραμένει κλειστή και σφραγισμένη μέχρι και σήμερα, σε ένδειξη τιμής. Στο Πατριαρχείο εισέρχεται κανείς από τότε μόνο από τις πλάγιες πύλες. (Βικιπαίδεια) 

 

Πηγές

 

  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.  
  • Ελένη Φλέσσα « Οι Φλεσσαίοι της Αργολίδας »,  υπό Έκδοση.
  • Α. ΖΕΝΑΚΟΣ, «Οι Αντίπαλοι», Εφημερίδα το Βήμα, Κυριακή 6 Απριλίου 2003.
  • Οικουμενικό Πατριαρχείο

  

Read Full Post »

Ίσυλλος

 

Ποιητής από την Επίδαυρο. Έζησε το 300 π.Χ. Στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου, βρέθηκε πλάκα με έξι ποιήματά του, εκ των οποίων το ένα ήταν αφιερωμένο στον « Απόλλωνα και τον Ασκληπιόν». Από αυτό το ποίημα ενισχύεται η παράδοση της Θεσσαλικής καταγωγής του Ασκληπιού.

 

Σύμφωνα λοιπόν με τον Ισύλλο, ο Φλεγύας δεν ήρθε από την Θεσσαλία στην Πελοπόννησο αλλά ήταν από την Επίδαυρο.  Παντρεύτηκε όμως γυναίκα από την Θεσσαλία, την ωραία Κλεοφήμη, κόρη της Μούσας Ερατώς και του Μάλου.

 

Από την Κλεοφήμη ο Φλεγύας απέκτησε μια κόρη, την Αίγλη ( Άσγλη), η οποία ονομάστηκε Κορωνίς. Ο Απόλλωνας την είδε, την ερωτεύτηκε και κοιμήθηκε μαζί της. Από αυτή την ένωση γεννήθηκε ο Ασκληπιός.

 

Τα ποιήματα αυτά γραμμένα σε πλάκα ύψους 1,27 και πλάτους 0,53 τα βρήκε ο αρχαιολόγος Παναγής Καββαδίας, στις ανασκαφές  του 1884.

 

 

Πηγή

 

  • Παναγής Καββαδίας, « Το ιερόν του Ασκληπιού εν Επιδαύρω και η θεραπεία των ασθενών», Αθήνησιν, 1900.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »