Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βιβλιοπαρουσίαση’

«Γενναίος Κολοκοτρώνης: Ο έφηβος οπλαρχηγός του 1821» – Ιωάννης Β. Δασκαρόλης


 

Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Ιωάννη Δασκαρόλη με τίτλο: «Γενναίος Κολοκοτρώνης: Ο έφηβος οπλαρχηγός του 1821», από τις εκδόσεις Παπαζήση. Πρόκειται για μια βιογραφία που αποκαθιστά τον Γενναίο Κολοκοτρώνη ανάμεσα στους κορυφαίους αγωνιστές της εθνικής μας παλιγγενεσίας. Ένα βιβλίο που φωτίζει τον ρόλο του γιου του Κολοκοτρώνη στην Επανάσταση του 1821.

 

Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης έλαβε τα όπλα υπέρ του Αγώνα για την ελευθερία στην εφηβική ηλικία των 15 ετών κατά την πολιορκία της Τριπολιτσάς και ορίστηκε πρώτη φορά οπλαρχηγός σε ηλικία 16 ετών. Έλαβε μέρος διακριθείς σε όλες τις μεγάλες νικηφόρες μάχες που έλαβαν χώρα στην Πελοπόννησο στα πρώτα στάδια της Επανάστασης, πολεμώντας και κινδυνεύοντας στην πρώτη γραμμή.

Ήταν από τους λίγους οπλαρχηγούς της Πελοποννήσου που εκστράτευσε δύο φορές εκτός αυτής (στη Δυτική Στερεά Ελλάδα το 1822 και στην πολιορκία της Ακρόπολης το 1827). Στάθηκε παραστάτης στον Καραϊσκάκη σε όλες τις μάχες που προηγήθηκαν της τελικής καταστροφής των Ελλήνων στο Ανάλατο, συμπεριλαμβανομένης και αυτής που οδήγησε στον ηρωικό του θάνατο.

 

Γενναίος Κολοκοτρώνης: Ο έφηβος οπλαρχηγός του 1821

 

Εκεί όμως που αναδείχθηκε ίσως ο κορυφαίος Έλληνας οπλαρχηγός, αναγνωρισμένος ακόμη και από τους άσπονδους εχθρούς του, ήταν στην καταπολέμηση των δυνάμεων του Ιμπραήμ την περίοδο 1825-1828. Αρίστευσε στις δύο μάχες στην Τραμπάλα και στα Τρίκορφα, δεν σταμάτησε ποτέ με το τμήμα του να αντιστέκεται στις επιδρομές του Ιμπραήμ, να τον παρενοχλεί με νυχτερινές επιδρομές και αιφνιδιαστικές επιθέσεις, αμφισβητώντας το έδαφος υπό τον εχθρό σπιθαμή προς σπιθαμή. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Πρόσωπα και γεγονότα στην Επανάσταση του 1821 στον Κάτω Ναχαγιέ (Ερμιονίδα)  Τεύχος  Α’ & Β’ – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου


 

«Η μελέτη της τοπικής ιστορίας, σε αντίθεση με τη γενική ιστορία που ασχολείται με το μακρινό και απαιτεί σημαντική αφαιρετική ικανότητα, προσφέρει στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να διεισδύσει στο δυσδιάκριτο και νεφελώδες παρελθόν μέσα από το απτό, να έλθει σε επαφή με τα τεκμήρια της ιστορίας του τόπου (παλαιότερα μνημεία, αρχεία, κτίσματα, εργαλεία άλλων εποχών, συνήθειες και τρόπους ζωής, σύγχρονα έργα, τοπικούς θρύλους κ.λπ.)».

Με βάση την παραπάνω θέση και με αφορμή τον εορτασμό της δισεκατονταετηρίδας της Ελληνικής Παλιγγενεσίας του 1821 κυκλοφόρησε, σε δύο τεύχη, το βιβλίο μας με τίτλο: «Πρόσωπα και γεγονότα της Επανάστασης του 1821 στον Κάτω Ναχαγιέ (Ερμιονίδα)».

Σε μια προσπάθεια εμπλουτισμού της τοπικής Ιστορίας στο έργο μας αυτό παραθέτουμε ιστορικά στοιχεία που προέρχονται από έρευνα των αυθεντικών πρωτογενών πηγών καθώς και από την καταγραφή προφορικών παραδόσεων.

Το βιβλίο βρίσκεται στη διάθεση κάθε ενδιαφερόμενου από τις βιβλιοθήκες Ερμιόνης και Κρανιδίου καθώς και από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Πρόσωπα και γεγονότα στην Επανάσταση του 1821 στον Κάτω Ναχαγιέ (Ερμιονίδα)

 

Περιεχόμενα: Τεύχος Α’

 

  • Εισαγωγή
  • Το ξεκίνημα της Επανάστασης του ’21 στην Ερμιονίδα
  • Όταν ο μύθος συναντά την ιστορία
  • Μια καμπάνα αλλιώτικη απ’ τις άλλες!
  • Νικόλαος Γαλάτης
  • Ο Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Π. Βούλγαρης
  • 12 Μαΐου 1821: Η μάχη στο Βαλτέτσι
  • Η ανάφλεξη, το καράβι – ι – μαδ (μεγάλο) και το Μπουρλότο της Ερμιόνης
  • Η Ερμιόνη και το Κρανίδι έδρες της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδος
  • Το συλλυπητήριο γράμμα της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδος προς την Παρασκευή χήρα Αθανασίου Κανακάρη
  • Η οικονομική οφειλή του αγιορείτη μοναχού
  • Η θανατηφόρα επιδημία της πανώλης στην Ερμιόνη το 1824
  • Ο Βρεσθένης Θεοδώρητος και η δράση του στο Κρανίδι και την Ερμιόνη
  • Ο επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ και η διέλευσή του από την Ερμιόνη και το ΚρανίδιΦιλονικία περί της έδρας της Συνελεύσεως
  • Η «αξιολόγηση» των παραστατών αρχιερέων της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης (Ερμιόνη – Τροιζήνα)
  • Αδριανός Ι. Μήτσας
  • Γιάννης και Σταμάτης Μήτσας: Οι ηρωικοί οπλαρχηγοί της Ερμιόνης στην Επανάσταση του 1821
  • Σταμάτης Αδριανού Μήτσας: «Η ιστορική και έντονα συγκινησιακή του ομιλία από το βήμα της Βουλής των Ελλήνων»
  • Ο θάνατος του Σταμάτη Αδρ. Μήτσα
  • Τα κειμήλια των Μητσαίων
  • Η ηρωική οικογένεια των Μητσαίων
  • 30 Νοεμβρίου 1822: Η άλωση του Παλαμηδίου
  • Από τη Σαλαμίνα στο 21
  • Φωτογραφίες
  • Βιβλιογραφία
  • Πηγές
  • Βιβλία – Άρθρα

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου | Η λειτουργία των Δημοτικών Σχολείων Διδύμων και Κρανιδίου (1830-1915)


 

Η λειτουργία των Δημοτικών Σχολείων Διδύμων και Κρανιδίου (1830-1915)

Με τον ανωτέρω τίτλο κυκλοφόρησε το τέταρτο βιβλίο, του Γιάννη Σπετσιώτη και της   Τζένης Ντεστάκου, στη σειρά «Η Εκπαίδευση στην Ερμιονίδα». Αφορά στη λειτουργία πέντε δημοτικών σχολείων των 1ου και 2ου Αρρένων Κρανιδίου, 1ου και 2ου Θηλέων Κρανιδίου και 1ου Αρρένων Διδύμων.

Έτσι προστίθεται μια νέα μελέτη που αναδεικνύει στοιχεία της Εκπαίδευσης στην επαρχία Ερμιονίδας (1830 – 1915) κατά την πρώτη 100/ετία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Επιπλέον στο Παράρτημα του βιβλίου περιγράφεται η λειτουργία του 3/τάξιου Αστικού Σχολείου Κρανιδίου, ενός ξεχασμένου σχολείου φυλαγμένου σε λιγοστά χαρτιά, που λειτούργησε μόνο για μια πενταετία (1939-1944). (περισσότερα…)

Read Full Post »

Σπετσιώτης Γιάννης Μ. – «Ο καπετάν Αντώνης Σταμ. Μήτσας (1832-1897)»


 

Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Γιάννη Μ. Σπετσιώτη με τίτλο:  «Ο καπετάν Αντώνης Σταμ. Μήτσας (1832-1897)». Πρόκειται για μια λεπτομερή μονογραφία του Ερμιονίτη αξιωματικού και βουλευτή Αντώνη Σταμ. Μήτσα, γιου του Σταμάτη και της Μαρίας Μήτσα, καρπός μακροχρόνιας έρευνας και μελέτης.

Ως αξιωματικός ο ήρωας μας συμμετείχε στην Επανάσταση της Θεσσαλίας (1854), στην Κρητική Επανάσταση (1866) και στη Θεσσαλική Επανάσταση (1878). Ήταν παρών στη λαϊκή εξέγερση του 1862 που οδήγησε στην ανατροπή και την έξωση του Βασιλιά Όθωνα, καθώς και στον εμφύλιο πόλεμο του 1863 μεταξύ «Ορεινών» και «Πεδινών». Επίσης ως επικεφαλής ομάδας ανδρών πέτυχε τη διάλυση των ληστρικών συμμοριών που μάστιζαν την Αττική. Ως πολιτικός ο Αντώνης Σταμ. Μήτσας, από το 1865 και για μια 20/ετία, συμμετείχε σε εννέα εκλογικές αναμετρήσεις από τις οποίες τις 6 εκλέχτηκε βουλευτής Ερμιονίδας.

Τις σελίδες του βιβλίου κοσμούν σπάνιες φωτογραφίες, ενώ πίνακας που απεικονίζει τον αξιωματικό Αντώνη Σταμ. Μήτσα, έργο του ζωγράφου Ευσταθίου Μ. Μπούκα (1870-1960), βρίσκεται στο γραφείο του Προέδρου της Κοινότητας Ερμιόνης.

 

«Ο καπετάν Αντώνης Σταμ. Μήτσας (1832-1897)»

 

Στον πρόλογο του βιβλίου σημειώνει ο συγγραφέας:

 

Τα τελευταία χρόνια ασχολούμαι συστηματικά με τη μελέτη της ιστορικής ερμιονίτικης οικογένειας των Μητσαίων και κατά καιρούς έχω αρθρογραφήσει για τα περισσότερα μέλη της.

Η παρούσα εργασία αφορά στη ζωή και τη δράση του ήρωα Αντώνη Σταμ. Μήτσα. Το υλικό που έχει προκύψει από την έρευνα στα αρχεία και τις σημειώσεις από τις χιλιάδες σελίδες που έχω μελετήσει σε πρωτογενείς πηγές και ιστορικά βοηθήματα είναι τεράστιο.

Έτσι, έκρινα σκόπιμο, να το παρουσιάσω χωρίς ανώφελες περιττολογίες, σε μια μονογραφία, που εκτός των άλλων, λόγω του θέματος θα περιέχει και αρκετές πληροφορίες της τοπικής μας ιστορίας (στρατιωτικά γεγονότα και πολιτικές εξελίξεις) του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα (1850 – 1899). Και αυτό γιατί ο ήρωας μας, Αντώνης Μήτσας, συμμετείχε για σαράντα χρόνια στα πεδία των μαχών τριών μεγάλων πολεμικών αναμετρήσεων, στην Επανάσταση της Θεσσαλίας το 1854, στην Κρητική Επανάσταση του 1866 και στην Θεσσαλική Επανάσταση του 1878.

Tο δε στρατιωτικό του σώμα ήταν στρατολογημένο κυρίως από άνδρες της επαρχίας μας (Ερμιονίδας), της ευρύτερης περιοχής του Νομού Αργολίδας καθώς και των γύρω νησιών Ύδρας, Σπετσών και Πόρου. Κάποιοι από αυτούς έπεσαν ηρωικά ή τραυματίστηκαν σ’ εκείνες τις μάχες. Ορισμένα ονόματα των πεσόντων διασώθηκαν και αναγράφονται στην παρούσα μελέτη.

Επίσης ήταν παρών, ως υποστηρικτής του Βασιλιά Όθωνα, στη λαϊκή εξέγερση του 1862 που οδήγησε στην ανατροπή και την έξωση του, καθώς και στον εμφύλιο πόλεμο του 1863 μεταξύ «Ορεινών» και «Πεδινών».

Ο Αντώνης Σταμ. Μήτσας για είκοσι χρόνια πρωτοστάτησε και στην πολιτική σκηνή της χώρας, όπως ο πατέρας του, μαζί με τον διακεκριμένο πολιτικό της Ερμιονίδας και της Ελλάδας Γεώργιο Ιω. Μίληση, καθώς και άλλους αξιόλογους βουλευτές της επαρχίας μας.

Τέλος, θεωρώ αναγκαίο να αναδειχθούν από τη μελέτη αρχειακών πηγών, εκτός από τα στρατιωτικά και πολιτικά γεγονότα και άλλες άγνωστες πτυχές της τοπικής μας Ιστορίας και του Πολιτισμού.

Ως τέτοιες θεωρούμε την εκκλησιαστική λατρεία, την εκπαίδευση, το εμπόριο, την οικονομία, τις τέχνες, τις παραδόσεις, την κοινωνική και οικογενειακή ζωή.

Πιστεύω πως η αναζήτηση, ανακάλυψη, διάσωση, μελέτη και διάδοση της τοπικής Ιστορίας και του Πολιτισμού συμβάλλει στη γνώση της σύγχρονης ταυτότητάς μας και καλλιεργεί τη συνείδηση και την ευθύνη για όσα έχουμε κληρονομήσει από τις προηγούμενες γενιές και για όσα οφείλουμε να αφήσουμε παρακαταθήκη στις επόμενες…

Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να το αναζητήσουν στις βιβλιοθήκες Κρανιδίου, Ερμιόνης και στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

«Ο καπετάν Αντώνης Σταμ. Μήτσας (1832-1897)»

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

Σχήμα: 17Χ24

Σελίδες: 74

ΙSBN 978-618-83000-3-3

 

Read Full Post »

«το αποδέλοιπο Κολοκοτρωνέικο» το νέο βιβλίο του Νίκου Πλατή


 

«Ήξερα την ιστορία. Αγνοούσα την αλήθεια».

Κάρλος Φουέντες Μασίας, Μεξικανός μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος.

 

Κυκλοφόρησε το «το αποδέλοιπο Κολοκοτρωνέικο» του Νίκου Πλατή από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων.

«Το αποδέλοιπο Κολοκοτρωνέικο» είναι η συνέχεια και η ολοκλήρωση του βιβλίου «μικρο – Μέγα Κολοκοτρωνέικο» που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2019 και εξαντλήθηκε σε λιγότερο από τρεις μήνες.

 

«Το αποδέλοιπο Κολοκοτρωνέικο»

 

Γλαφυρά γραμμένα και τα δύο βιβλία, με ζυγισμένες δόσεις ειρωνείας και χιούμορ, αυστηρά τεκμηριωμένα, διεισδυτικά και αλληλοσυμπληρούμενα, απευθύνονται στο ευρύτερο ανήσυχο και απαιτητικό κοινό και καταφέρνουν να μην έχουν καμία επετειακή διάσταση.

Περιλαμβάνουν συνολικά περισσότερα από 400 λήμματα, που διαβάζονται σαν αυτοτελείς, συχνά συναρπαστικές, μικροϊστορίες και γίνονται ακόμη πιο ενδιαφέροντα επειδή πλαισιώνονται από ένα… φωτορεπορτάζ εποχής όλο εκπλήξεις που αναδύονται μέσα από πίνακες και σπάνια χαρακτικά ζωγράφων και περιηγητών.

 

«μικρο – Μέγα Κολοκοτρωνέικο» και «το αποδέλοιπο Κολοκοτρωνέικο».

 

Διαβάζοντας «το αποδέλοιπο Κολοκοτρωνέικο», ο αναγνώστης έχει πρόσβαση και σε πλήθος «λεπτομερειών» που η επίσημη ιστορία αποσιωπά εξ συστήματος, όπως λόγου χάρη:

Ότι στα Απομνημονεύματά του ο ίδιος ο Παλαιών Πατρών Γερμανός δεν αναφέρει πουθενά πως αυτός κήρυξε την Επανάσταση. Η κοινή λογική λέει πως αν είχε κηρύξει μια Επανάσταση… θα το θυμόταν.

Ότι ο Γεώργιος Κουντουριώτης πήγε να πολεμήσει τον Ιμπραήμ καβάλα σε χρυσοστόλιστο άλογο, υποβασταζόμενος (εκατέρωθεν) από δυο υπηρέτες του (έχανε την ισορροπία του και έπεφτε, σωριάζονταν καταγής): «Ασυνήθιστος ιππεύς, τον βαστούσαν δύο Αραπάδες, αιχμάλωτοι ιπποκόμοι, να μην πέσει από το περίφημον άλογον το οποίον κατείχεν και εις το οποίον δύσκολον εβαστούνταν ο πλέον καλύτερος ιππεύς».

Ότι κατά κανόνα, χωρίς σχεδόν καμιά εξαίρεση, μία φρεγάτα είχε ένα κυβερνήτη, έναν αρχικαπετάνιο, εκτός από την φρεγάτα «Ελλάς» που είχε τρεις αρχικαπετάνιους: Στην φρεγάτα «Ελλάς» διορίσθηκαν τρεις κυβερνήτες. Οι ναύαρχοι Μιαούλης (Υδραίος), Ανδρούτσος (Σπετσιώτης) και Αποστόλης (Ψαριανός). Το γελοίο αυτό μέτρο, γράφει ο Heideck, «ήταν αποτέλεσμα της αντιζηλίας και της δυσπιστίας που επικρατούσαν ανάμεσα στα τρία νησιά».

Ότι τα ορφανά του πολέμου κυκλοφορούσαν παντέρημα, ολόγυμνα και πειναλέα στους δρόμους της Αίγινας. Από πουθενά έλεος. Ο Αμερικανός εθελοντής και φιλέλληνας Jonathan Miller που βρισκόταν στην Αίγινα τον Μάιο του 1827, είδε μια μέρα ένα αγοράκι και ένα κοριτσάκι 9 και 7 χρόνων να περπατούν χέρι – χέρι σχεδόν γυμνά, γράφει στο Ημερολόγιό του (που κυκλοφόρησε στη Νέα Υόρκη την ίδια χρονιά): «Ήταν ορφανά από το Αϊβαλί». Ο Miller αποφάσισε να υιοθετήσει το αγοράκι. «Το κορίτσι, μόλις έμαθε ότι προτίμησα το αδερφάκι του, έκλαιγε απαρηγόρητο. Αλλά τι μπορούσα να κάνω;».

Ότι το μένος των επαναστατών δεν μετριαζόταν στα γυναικόπαιδα του εχθρού, δεν υπήρχε έλεος για κανένα τους. Άκρως συγκλονιστική, γι’ αυτές τις φρικτές μέρες της εκδίκησης, η μαρτυρία, του νεαρού αξιωματικού Brengeri, ο οποίος έζησε τις ωμότητες και τη σφαγή των αιχμαλώτων Κορινθίων Τούρκων και τις ιστορεί: «Μια μέρα, περνώντας από την αγορά, είδα πλήθος συγκεντρωμένο. Ζύγωσα και είδα μια νεαρή Τουρκάλα που οι Έλληνες στρατιώτες, ύστερα από κάθε λογής προσβολές και ταπεινώσεις, την είχαν μαχαιρώσει πολλές φορές στο πρόσωπο και στα χέρια. Το θύμα σύρθηκε όλη τη νύχτα με τα γόνατα και έφθασε στην πλατεία για να ζητήσει βοήθεια. Οι Έλληνες που την τριγύριζαν, την έφτυναν, ξέσχιζαν τα ρούχα της και την έβριζαν πουτάνα Τουρκάλα. Τα ανοιχτά τραύματά της που αιμορραγούσαν θα μπορούσαν να συγκινήσουν και πέτρινη καρδιά. Έτρεξα στο σπίτι του Κωλέττη, μινίστρου του πολέμου, και τον παρακάλεσα να στείλει δύο στρατιώτες για να απομακρύνουν αυτό το δύστυχο πλάσμα και να δώσουν ένα τέλος στο μαρτύριό του. Ο Κωλλέτης έδωσε αμέσως εντολή. Σε λίγο ήρθαν στην Αγορά δύο άνδρες, άρπαξαν την Τουρκάλα με βάρβαρο τρόπο, την πήραν παράμερα, τη σκότωσαν με τρεις σπαθιές και την παράτησαν στα σκυλιά. Ήταν μια από τις φρικαλέες σκηνές που αντίκρυζα καθημερινά» (Σιμόπ. τ. 2, σ. 33).

 

Για να πάρουμε μια γεύση από «το αποδέλοιπο Κολοκοτρωνέικο», σας «μεταφέρω» δύο λήμματα του βιβλίο που αφορούν, στο Θεόδωρο Κολοκοτρώνη το πρώτο και στους Σουλιώτες το επόμενο:

 

Κολοκοτρώνης, Θεόδωρος

 

Κολοκοτρώνης, Θεόδωρος: Ένας Βοναπάρτε του άτακτου πολέμου! Το μεγαλύτερο προσόν του η γεωστρατηγική του σκέψη και η άριστη γνώση του περιβάλλοντος χώρου, του πολεμικού του πεδίου. Από τον μακρύ ληστρικό προηγούμενο βίο του (αλλά και ως Κάπος που ήταν κατά καιρούς) γνώριζε πιθαμή προς πιθαμή τα μέρη που πολέμησε, μπορούσε να διαβάσει τη σκέψη των αντιπάλων του για το τι θα κάνουν· εν αντιθέσει με τον Καραϊσκάκη, αυτός δεν το έπαιζε αρχιπαλικαράς και μπροστάρης, απλώς σκαρφάλωνε στα γκρεμίδια και παρατηρούσε προσεκτικά με το κιάλε του τις κινήσεις του εχθρού, έκανε χωσιές και κλεφτοπόλεμο, όχι πόλεμο αλά Βοναπάρτε (όπου οι αντίπαλοι στρατοί αντιπαρατίθενται ιστάμενοι ο ένας απέναντι στον άλλο σαν μολυβένια στρατιωτάκια και με τα κανόνια αμφοτέρων να βαράνε στο ψαχνό, σκορπίζοντας προς όλες τις γνωστές κατευθύνσεις ανθρώπινες σάρκες σε… μερίδες του μισόκιλου και του κιλού). (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο Jean Nicolas Maquart και η Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή στο Μοριά


 

Yves Ollivier – Georges Kondis: «Jean Nicolas Maquart (1786-1856). Intendant Militaire en Morée (1829-1831) », Βερσαλλίες, 2020. (Έκδοση στη γαλλική γλώσσα)

 

Μεταξύ των σημαντικών γεγονότων της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 υπάρχουν τρία «ξεχασμένα» που σημάδεψαν την πορεία της όπως και την πορεία του ανεξάρτητου νέου ελληνικού κράτους: η Ναυμαχία του Ναυαρίνου, η Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή και η αντίστοιχη Γαλλική Επιστημονική Αποστολή στο Μοριά. Το σημαντικό έργο του γαλλικού στρατού και των Γάλλων επιστημόνων παρέμεινε ξεχασμένο και μόνο το 2011/2017 παρουσιάζονται οι δυο τόμοι ενός εξαιρετικού έργου με τίτλο «Το έργο της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του Μοριά. 1829-1838», φωτίζοντας πληθώρα πτυχών της γαλλικής παρουσίας στην ανεξάρτητη Ελλάδα με ένα πλούσιο υλικό χαρτών, εικόνων και κειμένων.

 

Το εξώφυλλο του βιβλίου «Jean Nicolas Maquart (1786-1856) – Intendant Militaire en Morée (1829-1831)».

 

Προηγουμένως, το 1971, στην εισαγωγή ενός άλλου σημαντικού έργου με τίτλο «Η ελεύθερη Ελλάς και η Επιστημονική Αποστολή του Μορέως. Το λεύκωμα Πεϋτιέ», ο επιμελητής της έκδοσης Στέλιος Α. Παπαδόπουλος σημειώνει:

 

Η Επιστημονική Αποστολή, παρά τη σημασία του έργου της, λησμονήθηκε· ενδεικτικό το γεγονός ότι σε μια μόνο γενική ιστορία της Ελλάδος γίνεται μνεία της. Η σχεδόν πλήρης έλλειψη μελετών για την ιστορία της επιστημονικής σπουδής της Χώρας δεν έδωσε ποτέ την ευκαιρία της συνολικής αποτιμήσεως της προσφοράς της. Ανάλογη ήταν και η τύχη του ανέκδοτου υλικού. Και υλικό δεν συγκεντρώθηκε μονάχα από τα επίσημα μέλη της: «πολλοί σχεδίαζαν τοπία, κρατούσαν σημειώσεις, έκαμαν συλλογές φυτών, εντόμων ή άλλων αξιοπερίεργων ή εταρίχευαν πουλιά· είδα πραγματικά πολύτιμες συλλογές φυσικής ιστορίας και πολύ ενδιαφέρουσες εκθέσεις (relations) που είχαν γίνει από υπολοχαγούς, ανθυπολοχαγούς, αξιωματικούς του υγειονομικού ή άλλα μέλη του εκστρατευτικού σώματος», γράφει ο Μπορύ ντε Σαιν Βενσάν. (σ. 13)

 

Ο Μπορύ ντε Σαιν Βενσάν (Bory de Saint – Vincent) επικεφαλής της Επιστημονικής Αποστολής είχε, βεβαίως, προσωπική εμπειρία για όλο αυτό το υλικό που είχε παραχθεί και που, ένα μέρος του, μας είναι ακόμη άγνωστο. Το ίδιο σημαντική είναι η επισήμανση  του Στ. Α. Παπαδόπουλου για το υλικό αυτό, προτρέποντας μάλιστα στο ίδιο εισαγωγικό σημείωμα (σ. 19) για την ανανέωση του ενδιαφέροντος σχετικά με την έρευνα του υλικού αυτού.

Για το λόγο αυτό εξάλλου είμαστε ιδιαίτερα χαρούμενοι που, μετά από επίπονη προσπάθεια, παρουσιάζουμε σήμερα αρχικά την πρώτη γαλλική «διασωστική» έκδοση ενός άγνωστου αρχείου της περιόδου εκείνης που αφορά στις περιηγητικές σημειώσεις και τις υδατογραφίες του Συνταγματάρχη Ζαν Νικολά Μακάρ (Jean Nicolas Maquart) που συμμετείχε στην Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή στο Μοριά από το 1829-1831, υπό τις διαταγές του Στρατηγού Σνάιντερ (Antoine Virgile Schneider) διοικητή του ενός από τα τρία εκστρατευτικά σώματα που έφτασαν στην Πελοπόννησο υπό την αρχηγία του Στρατηγού Μαιζών (Nicolas Joseph Maison). Για πάρα πολλά χρόνια το αρχείο (κείμενο και υδατογραφίες) παρέμενε φυλαγμένο από τους απογόνους του J.N. Maquart, ώσπου μια ευτυχής συγκυρία μου επέτρεψε τη γνωριμία με τον κ. Yves Ollivier, σημερινό κάτοχο του αρχείου, ο οποίος μου παρείχε κάθε δυνατή βοήθεια για μια πρώτη κοινή «διασωστική» έκδοση του αρχείου.

 

Θέατρο Σπάρτης, άποψη του Μιστρά και του Ταϋγέτου, υδατογραφία Jean Nicolas Maquart, 29-8-1829. Δημοσιεύεται στο: Yves Ollivier – Georges Kondis: «Jean Nicolas Maquart (1786-1856). Intendant Militaire en Morée (1829-1831)», Βερσαλλίες, 2020.

 

Ο Jean Nicolas Maquart (1786-1856) ως στρατιωτικός συμμετέχει σε όλα τα μεγάλα στρατιωτικά γεγονότα και ιδιαίτερα τις εκστρατείες (1805-1814) του Ναπολέοντος 1ου, για τις οποίες καταγράφει πολλές πληροφορίες στο ημερολόγιό του. Την περίοδο 1828-1831 συμμετέχει στην Στρατιωτική Αποστολή του Μοριά. Στις 10 Απριλίου 1848 υπηρετώντας στη Στρατιά του Βορρά (Rouen),  συνταξιοδοτείται με το βαθμό του Συνταγματάρχη.

 

Χειρόγραφο κείμενο του Jean Nicolas Maquart.

 

Στις 28 Νοεμβρίου 1828 επιβιβάζεται στο πολεμικό πλοίο «Le Scipion» με προορισμό το Ναυαρίνο συνταξιδεύοντας με γιατρούς και άλλο στρατιωτικό προσωπικό. Στις 13 Δεκεμβρίου 1828 αποβιβάζεται στο Ναυαρίνο και μια εβδομάδα αργότερα θα εγκατασταθεί στην Πάτρα μαζί με μια ομάδα του «Υγειονομικού» (γιατροί, νοσοκόμοι και διαχειριστές), καθώς και ένα συνεργείο εξειδικευμένων τεχνιτών στην επισκευή πλοίων του γαλλικού ναυτικού. Ο J. N. Maquart ταξιδεύει σημειώνει και κυρίως ζωγραφίζει. Οι υδατογραφίες του (aquarelles) αποτελούν μια σημαντική πηγή πληροφοριών και σημαντικά τεκμήρια της περιηγητικής ζωγραφικής. Από το Ναυαρίνο έως την Αθήνα, ο J. N. Maquart διατηρεί ένα ημερολόγιο όπου σημειώνει πληροφορίες για τους τόπους και τους ανθρώπους, όπως επίσης και για τις προσωπικότητες που συναντούσε (π.χ. Κολοκοτρώνης). Το μεγαλύτερο μέρος των σημειώσεων αυτών και των υδατογραφιών διασώθηκαν από γενιά σε γενιά στην οικογένεια και ένα μέρος τους  όπως και ολόκληρο το κείμενο των σημειώσεων, παρουσιάζεται στη γαλλική έκδοση.

 

Δεν μπορώ παρά να φωνάξω με θαυμασμό ως ταξιδιώτης μέσα από τον γοητευτικό πίνακα των βοσκών της Αρκαδίας που ζωγράφισε ο Poussin: Ήμουν κι εγώ στην Αρκαδία!  Περιέτρεξα την Ελλάδα και βάδισα σ’ αυτή τη γη όπου πάτησαν τόσοι ήρωες των οποίων το όνομα και τα κατορθώματα διέσωσε και μας μετέδωσε η Ιστορία. Κατά την δια θαλάσσης άφιξή μας στην Ελλάδα, η θεά του υπέροχου όρμου του Ναυαρίνου, διακόπτεται από τρεις βραχώδεις μάζες  που σχηματίζουν τη λεγόμενη νήσο Σφακτηρία. Η μάζα η πιο απομακρυσμένη από την είσοδο είναι και η πιο ξακουστή καθώς διατηρεί  στην κορυφή της τα κατάλοιπα της αρχαίας Πύλου. Εκεί διέμενε ο σεβάσμιος Νέστορας.

 

Ο  J. N. Maquart, όπως και πολλοί άλλοι στρατιωτικοί που πήραν μέρος στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου και στις Γαλλικές Αποστολές, εμφορείται από φιλελληνικά συναισθήματα και αναζητά στις περιηγήσεις του τα σημάδια μιας Ελλάδας φάρο παγκόσμιου πολιτισμού αλλά και απαρχής του δυτικού πολιτισμού. Γι’ αυτό, από τη μια θεωρεί πως η Γαλλία εκπλήρωσε ένα μεγάλο ιστορικό χρέος συμμετέχοντας στην απελευθέρωση της Ελλάδας και από την άλλη ακολουθεί τα βήματα της προσωπικής εμπειρίας, του βιώματος, με τα τεκμήρια του ελληνικού πολιτισμού: εκτός από την Αθήνα την οποία θα επισκεφτεί συνοδεύοντας το στρατηγό Schneider και για την οποία θα μας χαρίσει δυο εξαιρετικές οπτικές με τις υδατογραφίες του, περιηγείται σε πολλά μέρη της Πελοποννήσου: Άργος, Ναύπλιο, Μεσσήνη, Τρίπολη και περίχωρα, Αρχ. Ολυμπία, κ.ά.

 

Το φύλλο στρατιωτικής κατάστασης και μεταβολών του Jean Nicolas Maquart.

 

Ο J. N. Maquart δεν είναι επιστήμονας αλλά στρατιωτικός με ιδιαίτερη κλίση στη ζωγραφική. Επομένως η αναλυτικότητα των σημειώσεών του είναι αντίστοιχη του χρόνου που διαθέτει εκτός υπηρεσίας. Ο λόγος του είναι λιτός, αλλά οι περιγραφές του έχουν ενδιαφέρον για τους τόπους και τα πρόσωπα που βλέπει και καταγράφει. Είναι πιθανό ορισμένες σημειώσεις να έχουν χαθεί. Δυστυχώς δεν έχουμε λεπτομέρειες, για παράδειγμα,  από τη συνάντησή του με τον Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια στο Ναύπλιο.

Οι υδατογραφίες του αποτελούν μια σημαντικότερη αποτύπωση των περιηγήσεών του, μας παρέχουν συγκριτικά στοιχεία για τους τόπους και τα πρόσωπα σε σχέση με άλλους ζωγράφους – σχεδιαστές της εποχής (π.χ. Prospert Baccuet), καταγράφουν σημεία που δεν είχαν αποτυπωθεί από άλλους περιηγητές και αποτελούν πολύτιμη συμβολή στη γενικότερη αντίληψη που έχουμε για την περιηγητική ζωγραφική της εποχής.

Η «διασωστική» γαλλική έκδοση μας έδωσε την ευκαιρία μιας κοπιαστικής αλλά πλούσιας αρχειακής και βιβλιογραφικής έρευνας, η οποία σίγουρα θα συμπληρώνεται με νέα στοιχεία καθώς οι αντίστοιχες έρευνες θα συνεχίζονται. Η ελληνική έκδοση που αναμένεται για την άνοιξη του 2021 θα περιλαμβάνει ένα εμπλουτισμένο κείμενο και κυρίως το σύνολο των σαράντα πέντε (45) υδατογραφιών που ανήκουν στο αρχείο της οικογένειας του κ. Yves Ollivier.

 

Γιώργος Κόνδης

Ο Γεώργιος Η. Κόνδης είναι Κοινωνιολόγος, διδάσκων στο Τμήμα Παραστατικών και Ψηφιακών Τεχνών της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη

 

Read Full Post »

Οθωμανικές αφηγήσεις για την Ελληνική Επανάσταση: Από τον Γιουσούφ Μπέη στον Αχμέτ Τζεβντέτ Πασά | Σοφία Λαΐου – Μαρίνος Σαρηγιάννης


 

Προτάσεις βιβλίων από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

 

«Η αρχή των κινημάτων [των Ρωμιών] ήταν στα μέσα του μήνα Τζεμαζιουλέβελ του έτους 1236, που είναι το έτος 1820 από τη γέννηση  του Χριστού. Στο διάστημα αυτό, εγώ ο αμαθής και αδύναμος από κάθε άποψη, Αχμέτ Πασά- ζαντέ Μιρ Γιουσούφ ο Μοραΐτης, όντας ιππέας της Υψηλής Πύλης, στάλθηκα από την Υψηλή Πρωτεύουσα για να ρυθμίσω κάποιες φοροεκμισθώσεις, και με την ευκαιρία πήγα να επισκεφτώ τους δικούς μου στην πόλη και γενέτειρά μας, το κάστρο του Ναυπλίου. Διέμεινα εκεί κάποιο διάστημα για τις ταπεινές δουλειές μου και εκεί ήμουν, όταν το εν λόγω μιλλέτι ξεκίνησε την ανυποταξία του».

Έτσι ξεκινά η αφήγηση του Γιουσούφ Μπέη, αξιωματούχου της Υψηλής Πύλης και αυτόπτη μάρτυρα των γεγονότων της Πελοποννήσου. Ο Οθωμανός αξιωματούχος που εγκλωβίστηκε στο Ναύπλιο κατά την έναρξη της Επανάστασης και παρέμεινε εκεί ώς την παράδοση του κάστρου (Νοέμβριος 1822), ήταν γιος του γεννημένου στο Ναύπλιο διοικητή του πασαλικιού του Μοριά Αχμέτ πασά Σαλλάμπας και μητέρα του υπήρξε μια Ελληνίδα που αιχμαλωτίστηκε κατά τα Ορλωφικά. Ο ίδιος μιλούσε ελληνικά και είχε κοινωνικές επαφές με Έλληνες. Μετά την απελευθέρωσή του κατέγραψε τις μαρτυρίες του, και το κείμενο παρέμεινε αδημοσίευτο.

 

Οθωμανικές αφηγήσεις για την Ελληνική Επανάσταση… Στο εξώφυλλο, «Μερική άποψη του Ναυπλίου και το Παλαμήδι», αγνώστου, υδατογραφία.

 

Οι «Οθωμανικές αφηγήσεις για την Ελληνική Επανάσταση: Από τον Γιουσούφ Μπέη στον Αχμέτ Τζεβντέτ Πασά» είναι ένα από τα τρία πρώτα βιβλία της επιστημονικής σειράς «Ιστορική Βιβλιοθήκη 1821» – σε επιμέλεια της Μαρίας Χριστίνας Χατζηιωάννου, διευθύντριας ερευνών και διευθύντριας του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (ΕΙΕ). Παρουσιάζει για πρώτη φορά την πρόσληψη της Επανάστασης από την οθωμανική πολιτική ελίτ. Έτσι, στην ακαδημαϊκή συζήτηση για την Ελληνική Επανάσταση από την οποία σε μεγάλο βαθμό απουσίαζε η οθωμανική πλευρά, προστίθεται μια ολοκληρωμένη πλέον ιστορική εργασία. Αυτό το έργο, όπως και ολόκληρη η σειρά, εντάσσεται στο ερευνητικό και εκδοτικό πρόγραμμα που αφορά επιμέρους και λιγότερο γνωστές από την υπάρχουσα βιβλιογραφία όψεις της Επανάστασης του 1821. Υλοποιείται με τη στήριξη του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Οι Συμβολαιογράφοι | Σημειογράφοι – Μνήμονες – Συμβολαιογράφοι Ναυπλίου 1831- 2009 – Νικόλαος Γεωργίου Τόμπρας


 

Ένα καινούργιο βιβλίο ξεκινά την πορεία του, «Οι Συμβολαιογράφοι, Σημειογράφοι – Μνήμονες – Συμβολαιογράφοι του Ναυπλίου, 1831 – 2009», του Νικολάου Γεωργίου Τόμπρα εν ενεργεία συμβολαιογράφου Ναυπλίου. Το βιβλίο είναι το αποτέλεσμα μιας προσπάθειας πέντε περίπου ετών στα οποία ο συγγραφέας με επίπονη προσπάθεια, κόπο και συστηματική έρευνα  κατάφερε να συγκεντρώσει στοιχεία για τους συνάδελφούς του  και να προσδιορίσει την περίοδο που υπηρέτησαν τον θεσμό της Συμβολαιογραφίας.

Στη συνέχεια εξετάστηκε συστηματικά το  σύνολο του νομοθετικού πλαισίου που οδήγησε στην σύλληψη, τον σχεδιασμό, την δημιουργία, την ανάπτυξη και την ωρίμανση του Συμβολαιογραφικού θεσμού στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα εντοπίστηκε η πορεία γέννησης και ωρίμανσης του θεσμού των υποθηκοφυλάκων και οι λειτουργοί της στο Ναύπλιο. Ακόμα, στάθηκε δυνατό να διακριβωθεί η διαδικασία δημιουργίας του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείου Ναυπλίου (νομοί Αργολίδος, Αρκαδίας, Καλαμάτας, Κορινθίας, Λακωνίας) και να αναδειχθούν τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων του στην πορεία του χρόνου. Τέλος, μέσα από όλη αυτή την διαδικασία δημιουργήθηκε μια υπέροχη εικόνα της πόλης του Ναυπλίου, καθώς και της επαρχίας Ναυπλίας και των ανθρώπων της στο χρόνο.

 

Οι Συμβολαιογράφοι | Σημειογράφοι – Μνήμονες – Συμβολαιογράφοι Ναυπλίου 1831- 2009

 

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε:

Ενώ ο Αγώνας για την Ανεξαρτησία εξελίσσεται και η προσπάθεια για τη δημιουργία σύγχρονου Ελληνικού Κράτους εντατικοποιείται, προκύπτει η ανάγκη δημιουργίας σύγχρονων θεσμών και σχετικού νομοθετικού πλαισίου. Ένας από τους πρώτους θεσμούς που θα ιδρυθεί είναι και αυτός της Συμβολαιογραφίας. Η πορεία σύλληψης και εξέλιξής του και οι δημόσιοι λειτουργοί που τον υπηρέτησαν στην πρώτη επίσημη πρωτεύουσα του σύγχρονου Ελληνικού Κράτους, κατά τη διάρκεια του 19ου  αλλά και του 20ου  αιώνα, αποτελούν το αντικείμενο αυτού του πονήματος.

Η προσωπική και επαγγελματική πορεία των συμβολαιογράφων του Ναυπλίου, που ήρθαν από κάθε σημείο του ορίζοντα όπου υπήρχε Ελληνισμός, είναι ενδιαφέρουσα. Ήταν Φιλικοί, έμποροι, κτηματίες, τραπεζικοί, γραφείς, υπάλληλοι δημοσίων υπηρεσιών, δικαστές, δικηγόροι, κατάσκοποι, πολεμιστές, άνθρωποι των γραμμάτων, συγγραφείς, ποιητές, δωρητές, πολιτικοί, απόφοιτοι της Νομικής, αν και όχι πάντα, απλοί συμβολαιογράφοι, συνδικαλιστές. Αυτοί αντιπροσωπεύουν την πληρέστερη και χωρίς κανένα κενό αλυσίδα λειτουργών του θεσμού.

Παράλληλα, εξετάζεται η πορεία γέννησης και ωρίμανσης του θεσμού των υποθηκοφυλάκων και οι λειτουργοί αυτού στην πόλη καθώς και η διαδικασία δημιουργίας του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείου Ναυπλίου και τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων του.

Το Ναύπλιο αποτέλεσε μια πολυπολιτισμική πόλη και οι κάτοικοί του προσήλθαν από την Κωνσταντινούπολη, τη Μικρά Ασία, την Οδησσό, τη Χίο. την Κρήτη, την Μακεδονία, την Κέρκυρα και ολόκληρη την Πελοπόννησο. Ήταν Έλληνες και ξένοι φιλέλληνες, ο καθένας με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Η ιστορία τους αποτελεί μέρος της ιστορίας της πόλης του Ναυπλίου, της επαρχίας Ναυπλίας αλλά και του σύγχρονου Ελληνικού κράτους.

 

Στην παρουσίαση του βιβλίου που πραγματοποιήθηκε στο  «Φουγάρο» το   Σάββατο 12 Ιουνίου 2021, μίλησαν για το βιβλίο, ο  Ιστορικός – Αρχειονόμος, πρώην διευθυντής των Γενικών Αρχείων του Κράτους Νομού Αργολίδας, Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος, η  Χαρίκλεια Δημακοπούλου, Ιστορικός του Δικαίου των Θεσμών, δικηγόρος, δημοσιογράφος και συγγραφέας, και η Σταματίνα Γκόγκα Μάνατζερ ανάπτυξης αναλυτικών προγραμμάτων, Κέντρου Ελληνικών Σπουδών Ελλάδος  του Πανεπιστημίου Harvard.

Παρακάτω παραθέτουμε αυτούσιες τις ομιλίες του κυρίου Δημήτρη Χ. Γεωργόπουλου και της κυρίας Χαρίκλειας Δημακοπούλου. Να σημειώσουμε ότι η ομιλία της κας Σταματίνας Γκόγκα βασίστηκε σε οπτικοαουστικό υλικό, για το λόγο αυτό δεν περιλαμβάνεται στην παρούσα φάση.    

 

«Οι Συμβολαιογράφοι» του Νικολάου Γεωργίου Τόμπρα – Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος

 

Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος

Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα σας.

Μετά από τόσο καιρό διαδικτυακών παρουσιάσεων είναι πολύ ευχάριστο που ξαναβρισκόμαστε σε φυσιολογικές συνθήκες έστω και μασκοφορεμένοι.

Σήμερα είναι μια σημαντική μέρα γιατί γιορτάζουμε, κατά τη γνώμη μου, τη δημιουργία ενός βιβλίου. Ενός βιβλίου που, όπως θα δούμε, έχει πολλά να προσφέρει.

Ξεκινώντας από το εξώφυλλο (Εικ. 01) παρατηρούμε   τον τίτλο και τον υπότιτλο. Ο τίτλος παραπέμπει σε κάτι γενικό που είναι οι συμβολαιογράφοι, αλλά ο υπότιτλος με τις παύλες ανάμεσα στις λέξεις Σημειογράφοι – Μνήμονες – Συμβολαιογράφοι Ναυπλίου παραπέμπει σε κάτι ειδικό. Και πράγματι, όπως θα δούμε στη συνέχεια, το περιεχόμενο του βιβλίου αναφέρεται γενικά στην ιστορία του θεσμού του συμβολαιογράφου και ειδικότερα στους συμβολαιογράφους Ναυπλίου τη μακρά περίοδο 1831-2009.

 

Οι Συμβολαιογράφοι | Σημειογράφοι – Μνήμονες – Συμβολαιογράφοι Ναυπλίου 1831- 2009

 

Τέλος, το εξώφυλλο κοσμεί το αποτύπωμα 3 σφραγίδων. Η επιλογή τους  δεν έχει μόνο διακοσμητικό χαρακτήρα. Η σφραγίδα αποτελούσε για τον συμβολαιογράφο «το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμά του».[1] Η παλαιότερη σφραγίδα, του Χαράλαμπου Παπαδόπουλου, (Εικ. 02) παραπέμπει στην έναρξη του θεσμού‧ γράφει περιμετρικά «Δημόσιος Μνήμων Ναυπλίου», έχει στο κέντρο μία κουκουβάγια ανάμεσα σε κλαδιά ελιάς και στο κάτω μέρος τα αρχικά γράμματα του ονοματεπώνυμου, δηλαδή το Χ και το Π, καθώς και τη χρονολογία 1831.

 

(Εικ. 02) Η σφραγίδα του Χαράλαμπου Παπαδόπουλου.

 

Η επόμενη σφραγίδα ανήκει στον Σωτήριο Αθανασιάδη. Φέρει περιμετρικά το ονοματεπώνυμό του και τις λέξεις συμβολαιογράφος Ναυπλίας και έχει στο κέντρο απεικόνιση βιβλίου-Ευαγγελίου. Χρονολογικά τοποθετείται στα 1869. (Εικ. 03)

 

(Εικ. 03) Η σφραγίδα του Σωτηρίου Αθανασιάδη.

 

Τέλος, η τρίτη σφραγίδα  ανήκει στον Νικόλαο Α. Τόμπρα, παππού του Νίκου.  Φέρει περιμετρικά το ονοματεπώνυμό του και τις λέξεις συμβολαιογράφος Ναυπλίου, έχει στο κέντρο τις λέξεις «Ελληνική Δημοκρατία» και τοποθετείται χρονολογικά στα 1929. (Εικ. 04)

 

(Εικ. 04) Η σφραγίδα του Νικολάου Α. Τόμπρα.

 

Συνεχίζοντας την περιδιάβαση των σφραγίδων στο εσωτερικό του βιβλίου παρατηρούμε ότι σ’ αυτές αποτυπώνονται οι πολιτειακές εξελίξεις, αλλά και οι σχέσεις του κράτους με τον συμβολαιογραφικό θεσμό. Και εξηγούμαι. Ενώ δηλαδή στην αρχή του θεσμού τα σύμβολα στο κέντρο των σφραγίδων είναι, θα έλεγα, προσωπικά, συν τω χρόνω στο κέντρο των σφραγίδων τοποθετείται το εθνόσημο. Στοιχείο που σηματοδοτεί τη στενή σχέση κράτους – συμβολαιογράφων. Νομίζω ότι σε αυτή τη διαπίστωση συνηγορεί ο τρόπος εκλογής τους. Ενώ δηλαδή επί διακυβέρνησης Καποδίστρια ο μνήμονας εκλεγόταν «από το Επαρχιακό Συμβούλιο και σε περίπτωση έλλειψης αυτού από την Επαρχιακή Δημογεροντία, η οποία ήταν μορφή δευτεροβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης με εκτεταμένες αρμοδιότητες (άρθρο 2, εδάφ. 1).»,[2] επί της βασιλείας του Όθωνα οι συμβολαιογράφοι διορίζονταν «από τον Βασιλέα κατόπιν γνωμοδοτήσεως του αρμοδίου Εισαγγελέα πρωτοδικών και σχετικής προτάσεως του Γραμματέα της Δικαιοσύνης άρθρο 169)».[3] Επιπλέον, ενώ προβλέπονται εξετάσεις για το διορισμό των συμβολαιογράφων, ο Νίκος μας αναφέρει ότι «όπως αποτυπώνεται στα φύλλα της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος και ανιχνεύτηκε μέσα από την ατομική ιστορία καθενός από τους συμβολαιογράφους του Ναυπλίου, όλοι οι συμβολαιογράφοι της πόλης κατά την περίοδο της βασιλείας του Όθωνα διορίζονται εκμεταλλευόμενοι το εδάφιο 2 του άρθρου 170, διορίζονται δηλαδή ως επιβράβευση για προηγούμενες εκδουλεύσεις τους».[4] Νομίζω ότι γίνεται κατανοητή η εξάρτηση του διορισμού των συμβολαιογράφων από την Εξουσία.

Η κατάσταση αλλάζει άρδην προς το καλύτερο με τη νομοθεσία της περιόδου της βασιλείας Γεωργίου του Α΄. Συγκεκριμένα με διάταγμα του 1874 οι συμβολαιογράφοι διορίζονται κατόπιν εξετάσεων, προφορικών και γραπτών, ενώπιον επιτροπής. Μάλιστα, στο διάταγμα προβλεπόταν η εξεταστέα ύλη και ο τρόπος της βαθμολόγησης. Επιπλέον, οι ήδη υπηρετούντες συμβολαιογράφοι, που δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις, θα έπρεπε να δώσουν εξετάσεις και εάν μεν επιτύγχαναν θα λάμβαναν πτυχίο, ενώ εάν αποτύγχαναν ή δεν παρουσιάζονταν θα απολύονταν.[5]

Ας έρθουμε τώρα σε ένα άλλο στοιχείο του βιβλίου που είναι η δομή του.

Ο συγγραφέας προτάσσει ένα χρονολόγιο με τα σημαντικότερα ιστορικά γεγονότα, αλλά κυρίως με τους νόμους και τα διατάγματα τα σχετικά με τη λειτουργία του συμβολαιογραφικού θεσμού.

Ακολουθεί ο πρόλογος, όπου αναφέρεται το ιστορικό της συγγραφής του βιβλίου και η «σκοπιμότητα» που εξυπηρετεί.

Στη συνέχεια είναι το κυρίως μέρος του βιβλίου, το οποίο διαρθρώνεται σε εννέα (9) κεφάλαια.

Στο πρώτο κεφάλαιο, το οποίο είναι ουσιαστικό, προκειμένου να κατανοήσει ο αναγνώστης το περιεχόμενο και την εξέλιξη του συμβολαιογραφικού θεσμού,  δίνονται πληροφορίες για το νομοθετικό πλαίσιο λειτουργίας του συμβολαιογραφικού θεσμού ξεκινώντας από τα χρόνια της Επανάστασης και προχωρώντας  στα χρόνια διακυβέρνησης του Ι. Καποδίστρια, της βασιλείας του Όθωνα και του Γεωργίου του Α΄.. Το κεφάλαιο τελειώνει με τα μεταγενέστερα νομοθετήματα, καθώς και με πληροφορίες για το Ταμείο Νομικών, τη δημιουργία του συμβολαιογραφικού συλλόγου και την είσοδο γυναικών στο συμβολαιογραφικό επάγγελμα. Ενδιάμεσα σ’  αυτό το κεφάλαιο πληροφορούμαστε για τις κατά καιρούς ονομασίες των συμβολαιογράφων.  «Σημειογράφοι, Μνήμονες, Συμβολαιογράφοι». [6] Ας δούμε τι σημαίνει η καθεμιά ονομασία.

«Σημειογράφοι ήτοι Νοτάριοι»‧ Κατά τον συγγραφέα «σημειογράφος» είναι «αυτός που χαράζει σημεία σε πλάκες ή σε χαρτί αλλά κυρίως αυτός που διατηρεί τα σημεία των ορίων των ακινήτων επί του εδάφους και τα συμπεφωνημένα όρια των περιοχών». Η ονομασία «νοτάριος» προφανώς είναι μετάφραση από το ιταλικό «notaio».

«Μνήμονας» είναι αυτός που θυμάται και κατ’ επέκταση αυτός που με τις πράξεις του διατηρεί τη μνήμη.

«Συμβολαιογράφος» είναι αυτός που συντάσσει συμβόλαια, δηλαδή συμφωνίες μεταξύ δύο ή περισσοτέρων μερών.

Στη συνέχεια υπάρχει η ενότητα για τον 19ου αιώνα, όπου εμπεριέχονται το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο κεφάλαια.

Στο δεύτερο κεφάλαιο που έχει τον τίτλο «Ηρωική εποχή», και θα δούμε γιατί τιτλοφορείται έτσι, ο συγγραφέας θεώρησε σκόπιμο να αναφερθεί στο χώρο λειτουργίας των συμβολαιογράφων και να μας δώσει τα πληθυσμιακά στοιχεία του χώρου. Έτσι, πληροφορούμαστε ότι οι συμβολαιογράφοι του Ναυπλίου είχαν ως χώρο ευθύνης  την επαρχία Ναυπλίας, που το 1834 την αποτελούσαν οι δήμοι Ναυπλίας, Επιδαύρου, Αραχναίου, Μηδείας, Τιρυνθίδος, Ασίνης, Λήσσης και Προσύμνης και ότι ο πληθυσμός της επαρχίας ανερχόταν τότε σε 13.832 ψυχές.[7] Λίγο-πολύ καθ’ όλο τον 19ο αιώνα ο πληθυσμός της επαρχίας Ναυπλίας κυμαίνεται ανάμεσα στις  12.500 και 15.500 ψυχές.

Στη συνέχεια αναφέρεται στις πρόδρομες μορφές συμβολαιογράφων που ήταν οι αναφορογράφοι και στο χώρο που λειτουργούσαν αυτοί και βεβαίως μας δικαιολογεί τον τίτλο του κεφαλαίου, δηλαδή την «ηρωική εποχή», γράφοντας: «Είναι όμως και κυριολεκτικά αγωνιστές, όχι μόνο γιατί πέτυχαν να επιβιώσουν του αγώνα της Ανεξαρτησίας, γεγονός που από μόνο του έχει αξία, αλλά και γιατί οι περισσότεροι από αυτούς έχουν λάβει μέρος, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στις μάχες της Επανάστασης».[8] Και ποιοι είναι αυτοί οι συμβολαιογράφοι της ηρωικής περιόδου: Είναι ο Δημόσιος Μνήμων Ναυπλίας Χαράλαμπος Α. Παπαδόπουλος και οι συμβολαιογράφοι Ναυπλίας Αναστάσιος Κ. Ελαιών, Αναστάσιος Μαυροκέφαλος, Γεώργιος Σκαλίδης, Ιωάννης Δ. Σαρηγιάννης,  Γεώργιος Ηρακλείδης και Ιωάννης Τρ. Οικονομίδης. Τα στοιχεία που παρατίθενται για τον καθένα δεν αφορούν μόνο την επαγγελματική του ιδιότητα, αλλά αποτελούν πηγή πληροφοριών για τη ζωή και τη δράση τους.

Το τρίτο κεφάλαιο τιτλοφορείται «Μια δύσκολη εφηβεία», γιατί, όπως μας λέει ο Νίκος, «σχεδόν όλους τους κατωτέρω παρουσιαζόμενους συμβολαιογράφους διακρίνει μια ακατάστατη θητεία, με συχνά κενά στην καριέρα τους, μετακινήσεις, μεταθέσεις, πειθαρχικές περιπέτειες, έντονο παρασκήνιο τοποθετήσεων…».[9] Αυτοί είναι οι Παρασκευάς Γιαννακόπουλος, Νικόλαος Ευσταθόπουλος, Σωτήριος Αθανασιάδης, Δημήτριος Π. Βασιλείου, Προκόπιος Παπαδόπουλος και Χρήστος Γ. Μερβακίτης.

Το τέταρτο κεφάλαιο αναφέρεται στους συμβολαιογράφους Ιωάννη Ν. Μανουσόπουλο, Νικόλαο Α. Ολύμπιο, Θεμιστοκλή Γ. Οικονομόπουλο, Εμμανουήλ Κ. Φούτη, Αγαμέμνονα Δ. Φικιώτη, Δημήτριο Ι. Φικιώτη, Γεώργιο Δ. Παπακυριακού και Διονύσιο Ι. Ιατρό. Οι συμβολαιογράφο αυτοί  «συνέβαλαν στο πέρασμα του συμβολαιογραφικού θεσμού από τους λειτουργούς, που κάποια στιγμή υπηρέτησαν και ως συμβολαιογράφοι, στους επαγγελματίες αποφοίτους της νομικής σχολής, τους επιστήμονες δηλαδή συμβολαιογράφους, με τη σύγχρονη έννοια του όρου»,[10] γι’ αυτό και αυτό το κεφάλαιο τιτλοφορείται «Συμβάλλοντας στη μετάβαση».

Η επόμενη ενότητα αφορά τον 20ο αιώνα και αποτελείται από τα κεφάλαια πέντε και έξι.

Ο «μακρύς 20ος αιώνας» και ειδικότερα το πρώτο μισό του αιώνα είναι μία περίοδος με κοσμοϊστορικά γεγονότα. (….) Αυτή την περίοδο «Η συμβολαιογραφία και οι λειτουργοί της  διακρίνονται από μία ωριμότητα και κανονικότητα. Το σύνολο των λειτουργών  του θεσμού είναι πλέον απόφοιτοι της Νομικής Σχολής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και έχουν υπηρετήσει για κάποια χρόνια ως δικηγόροι».[11] Αυτοί είναι ο Σωτήριος Εμμ. Φούτης, ο Παναγιώτης Αντ. Περράκης, ο Χρήστος Ν. Αναγνωστόπουλος, ο Κωνσταντίνος Δημ. Πασπαλιάρης, ο Αγαμέμνων Α. Αποστολόπουλος, ο Νικόλαος Αθαν. Τόμπρας, ο Βασίλειος Ιωαν. Παπαδριανός και ο Σπυρίδων Παν. Περράκης.

Η δεύτερη ενότητα του βιβλίου κλείνει με το έκτο κεφάλαιο, όπου γίνεται μνεία στους «Μετά τον πόλεμο: τους «νέους» συμβολαιογράφους και τους σύγχρονους» που είναι οι: Γεώργιος Κων. Μηναίος, Αθανάσιος Νικ. Τόμπρας, Μαγδαληνή Βασ. Παπαδριανού, Γεώργιος Νικ. Τόμπρας, Ευδοκία Α. Πραξιτέλους-Νανοπούλου, Βάιος Βασ. Παπαπαναγιώτου, Σταύρος Στυλ. Προκοπίου και Ξανθούλα Στυλ. Σουγλέ. Αυτή την περίοδο βλέπουμε για πρώτη φορά να εισέρχονται στο συμβολαιογραφικό επάγγελμα γυναίκες.

Στο έβδομο κεφάλαιο γίνεται αναφορά στους «φίλους και συνοδοιπόρους» των συμβολαιογράφων, τους υποθηκοφύλακες Ναυπλίου. Μετά την παράθεση του νομοθετικού πλαισίου  λειτουργίας των Υποθηκοφυλακείων, τα οποία ιδρύθηκαν το 1856, αναφέρονται οι  διατελέσαντες υποθηκοφύλακες Ναυπλίου για περισσότερο από έναν αιώνα, δηλαδή από το 1856 έως το  1977. Αυτοί είναι ο Αθανάσιος Δ. Σέκερης, ο Θεόδωρος Λιαρόπουλος, ο Χαρίλαος Δ. Κεκερής, ο Αγαμέμνων Αθ. Μπεβάρδος, ο Σταύρος Γ. Μουτζουρίδης και ο Παντελής Σαγκανάς.

Το όγδοο κεφάλαιο αφιερώνεται στον Συμβολαιογραφικό Σύλλογο Εφετείου Ναυπλίου, ο οποίος περιλαμβάνει τους συμβολαιογράφους των νομών Αργολίδας, Αρκαδίας, Μεσσηνίας, Κορινθίας και Λακωνίας. Αναφέρεται ο ιδρυτικός νόμος του 1931 καθώς και όλα τα Δ.Σ. μέχρι το 1985.

Το κυρίως μέρος του βιβλίου κλείνει με το ένατο κεφάλαιο. Εδώ έχουμε μια εκ βαθέων ομολογία των «δυσκολιών  και των προβλημάτων» που αντιμετώπισε ο συγγραφέας, τα οποία χαρακτηρίζει υποκειμενικά και αντικειμενικά. Δεν θα ήθελα να επεκταθώ περισσότερο αφενός γιατί υπάρχει το θέμα του χρόνου και  αφετέρου γιατί είναι αρμοδιότερος να μιλήσει γι’  αυτά ο Νίκος.

Τμήμα αυτού του κεφαλαίου αποτελούν οι νέες τεχνολογίες, δηλαδή η χρήση της γραφομηχανής μετά το δεύτερο μισό του της δεκαετίας του ’20. Όσο και αν αυτό σήμερα μας ξενίζει εκείνη την εποχή η γραφομηχανή αποτελούσε τη νέα τεχνολογία.

Θα ήθελα να σταθώ στη «θεωρία» [12] που διατυπώνει ο Νίκος κατά την οποία είναι πιθανό οι συμβολαιογράφοι της «ηρωικής εποχής» να γνωρίζονταν μεταξύ τους ίσως και μέσω της Φιλικής Εταιρείας που κάποιοι ήταν μέλη της. Η τεκμηρίωση μια τέτοιας «θεωρίας» απαιτεί πολλή δουλειά και κυρίως αναδίφηση στην προσωπική τους αλληλογραφία, αν υπάρχει, και όχι μόνο.

Τέλος, είναι συγκινητικό το περιεχόμενο, όπου αναφέρονται τα «Συμπεράσματα μιας προσπάθειας». Τέτοια κείμενα δεν σχολιάζονται, γιατί κάθε σχολιασμός θα τα υποβάθμιζε∙ μιλούν από μόνα τους.

Το βιβλίο τελειώνει με το «Παράρτημα», όπου παρατίθενται οι συμβολαιογράφοι, το χρονικό διάστημα που λειτούργησαν και το σύνολο των πράξεων που συνέταξαν∙ ακολουθούν οι «Πηγές, τα βοηθήματα και οι ευχαριστίες», οι «Εναλλακτικές πηγές και οι πρόσθετες πληροφορίες», η «Βιβλιογραφία», ο κατάλογος με πληροφορίες για το φωτογραφικό υλικό που παρατίθεται στο εσωτερικό του βιβλίου και βέβαια το ευρετήριο ονομάτων και το ευρετήριο πόλεων, οικισμών και τοπωνυμίων. Με όλα αυτά που προαναφέραμε συμπληρώνονται οι 335 σελίδες του βιβλίου.

Τελειώνοντας νομίζω ότι είναι απαραίτητο να απαντήσουμε στο ερώτημα: Τι νέο προσφέρει το βιβλίο του Νικόλαου Γεωργίου Τόμπρα «Οι Συμβολαιογράφοι»;

Κατ’ αρχάς να πούμε ότι πρόκειται για πρωτότυπη εργασία μιας και δεν υπάρχει κάποιο άλλο σχετικό πόνημα, πλην της εργασίας του Ηλία Κωτσάκη, τέως προέδρου του συμβολαιογραφικού συλλόγου Εφετείου Αθηνών, Πειραιώς, Αιγαίου και Δωδεκανήσου. Μαθαίνουμε, λοιπόν, για την ιστορία του συμβολαιογραφικού θεσμού από τα  χρόνια της  Επανάστασης μέχρι τις μέρες μας.

Επίσης, μιλώντας για τους συμβολαιογράφους του Ναυπλίου λαμβάνουμε πλήθος πληροφοριών όχι μόνο που αφορούν την επαγγελματική τους ιδιότητα αλλά και την προσωπική τους ζωή.

Συνδυάζοντας τις δύο παραπάνω πηγές αποκομίζουμε ένα πλήθος πληροφοριών για την ιστορία της πόλης του Ναυπλίου, που κάποιες δεν μας ήταν γνωστές.

Επιπλέον, αυτά τα πάνω από τέσσερα χρόνια έρευνας σε διάφορες αρχειακές πηγές  έφεραν  στο φως στοιχεία που μέχρι σήμερα δεν γνωρίζαμε (π.χ. για το συγγραφικό έργο του Αναστάσιου Μαυροκέφαλου και όχι μόνο) και που μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία για περαιτέρω έρευνα.

Τέλος, θα αναφερθώ ειδικά στο προσχέδιο του ψηφίσματος «Περί των Μνημόνων της εκλογής και της περιφερείας αυτών». Πρόκειται για άγνωστο τεκμήριο, το οποίο από  κοινού  με τις παρατηρήσεις που το συνοδεύουν θα αποτελέσουν πηγή πληροφοριών όχι μόνο για το σκεπτικό σύνταξης του ψηφίσματος, αλλά και για τη γενικότερη αντίληψη συγκρότησης και λειτουργίας ενός σύγχρονου δυτικού τύπου κράτους που ευαγγελιζόταν ο Κυβερνήτης.

Ας μου επιτραπεί να επισημάνω μια ιστορική ανακρίβεια σχετικά με τη σφαγή στο Άργος από Γάλλους στρατιώτες το 1833. Αναφέρεται στο βιβλίο ότι «Στο Άργος υπήρξε ανοιχτή σύρραξη μεταξύ ατάκτων Ελλήνων και των γαλλικών στρατευμάτων, με σημαντικό αριθμό θυμάτων εκατέρωθεν».[13] Η πραγματικότητα είναι ότι από ένα ασήμαντο γεγονός δημιουργήθηκε σύρραξη μεταξύ των ατάκτων σωμάτων και των Γάλλων στρατιωτών. Όμως, στη συνέχεια τα άτακτα σώματα αποσύρθηκαν και οι Γάλλοι επέπεσαν μανιωδώς επί των αμάχων. «Τα θύματα – 300 περίπου απέναντι σε 40 Γάλλους νεκρούς και τραυματίες – ήταν κυρίως αθώοι πολίτες και γυναικόπαιδα».[14]

Κυρίες και κύριοι, σας ευχαριστώ για την υπομονή σας και βεβαίως συνιστώ το βιβλίο στους συμβολαιογράφους, και γενικά στους νομικούς, καθώς και στον μέσο αναγνώστη, γιατί  έχει πολλά να μάθει, έστω παραλείποντας κάποιες λεπτομέρειες.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μαζαράκης Αινιάν Ι. Κ., Εισαγωγή στο Σφραγίδες Ελευθερίας 1821-1832, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήναι 1983, σ.9.

[2] Ψήφισμα «Περί των μνημόνων της εκλογής και της περιφερείας αυτών». Γενική Εφημερίς της Ελλάδος 25/26-3-1830.

[3] Ψήφισμα «Οργανισμός των δικαστηρίων και των Συμβολαιογράφων». ΦΕΚ 13/10-4-1834.

[4] Νικόλαος Τόμπρας Γ. «Οι συμβολαιογράφοι», Ναύπλιο 2020, σ.42

[5] Διάταγμα «Περί εξετάσεως των εν τω κράτει συμβολαιογράφων και προσδιορισμού του αριθμού αυτών». ΦΕΚ 26/12-7-1874.

[6] Νικόλαος Τόμπρας Γ. «Οι συμβολαιογράφοι», ό.π. σ. 40, 41

[7] Νικόλαος Τόμπρας Γ. «Οι συμβολαιογράφοι», ό.π. σ.59,60

[8] Νικόλαος Τόμπρας Γ. «Οι συμβολαιογράφοι», ό.π. σ.63

[9] Νικόλαος Τόμπρας Γ. «Οι συμβολαιογράφοι», ό.π. σ.127

[10] Νικόλαος Τόμπρας Γ. «Οι συμβολαιογράφοι», ό.π. σ.163

[11] Νικόλαος Τόμπρας Γ. «Οι συμβολαιογράφοι», ό.π. σ.193

[12] Νικόλαος Τόμπρας Γ. «Οι συμβολαιογράφοι», ό.π. σ.283

[13] Νικόλαος Τόμπρας Γ. «Οι συμβολαιογράφοι», ό.π. σ. 101. Η υπογράμμιση δική μου.

[14] Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, «Η κατάσταση της χώρας κατά το τέλος του 1832 και τα τραγικά γεγονότα του Άργους», Ι.Ε.Ε., Εκδοτική Αθηνών, 1975, τ. ΙΒ, σ. 578-579

 

 

Οἱ συμβολαιογράφοι τοῦ Ναυπλίου – Χαρίκλεια Δημακοπούλου

 

Κυρίες καί κύριοι,

Ἔχουν περάσει πολλά χρόνια ἀφ’ ὅτου ἔκαμα τήν τελευταία μου ἀνακοίνωση στό Ναύπλιο. Δέν θέλετε νά ξέρετε πόσα! Ὅμως τό Ναύπλιο εἶναι ἡ μεγάλη μου ἀγάπη, ἡ πόλις πού ἐρωτεύθηκα ὅταν τήν ἐπεσκέφθην γιά πρώτη φορά στά μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1960 ὡς μικρό παιδί. Οἱ ἀναμνήσεις ἀπό τότε, ὅταν ἐλάχιστοι φωτισμένοι προσπαθοῦσαν νά σώσουν τό Βουλευτικό ἀπό τήν κατάρρευση καί νά διασώσουν ὅ,τι ἀπέμενε ἀπό τήν νεοελληνική πορεία τῆς πόλεως εἶναι πολλές καί ἀγαπημένες. Σήμερα ὅμως δέν εἶμαι ἐδῶ γιά νά σᾶς μιλήσω γιά νοσταλγίες καί τά περασμένα, ἀλλά γιά νά μιλήσουμε γιά τήν ἐξαιρετική μελέτη τοῦ συμπολίτη σας καί ἀγαπητοῦ φίλου κ. Νίκου Τόμπρα περί τῶν συμβολαιογράφων τοῦ Ναυπλίου. Ὁ συγγραφεύς εἶναι ὁ ἴδιος συμβολαιογράφος Ναυπλίου, ὅπως καλῶς γνωρίζετε, καί ἀπεφάσισε νά ἐξιστορήση ἐπί τῆ βάσει διακριβωμένων στοιχείων τήν ἱστορία τῶν συμβολαιογράφων τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος του, πολλῷ μᾶλλον καθώς εἶναι γυιός καί ἔγγονος συμβολαιογράφων τῆς ἰδίας πόλεως. Αἰσθανόμενος λοιπόν τό βάρος τῆς ἐπιστημονικῆς πορείας τῶν προγόνων του καί τήν ἀξία τῶν ἀρχειακῶν στοιχείων πού φυλάσσονται στά γραφεῖα τῶν συναδέλφων του καί τοῦ ἰδίου ἐπεχείρησε μέ ἐπιτυχία τό ἐγχείρημά του.

Χαρίκλεια Δημακοπούλου

Τόν κ. Τόμπρα ἐγνώρισα ἐξ αἰτίας τοῦ βιβλίου του καί τόν ἐξετίμησα γιά τήν φιλότιμη προσπάθειά του νά προσεγγίση ἕνα θέμα πού παραμένει ἐν πολλοῖς ἀνεξερεύνητο. Καί μάλιστα ἕνα θέμα πού μέ ἐνδιαφέρει καί μέ τήν ἐπιστημονική μου ἰδιότητα τοῦ ἱστορικοῦ τοῦ Νεοελληνικοῦ Δικαίου καί τῶν Θεσμῶν. Δέν εἶναι δυνατόν λοιπόν, στήν παροῦσα συγκυρία νά παραλείψω νά συγχαρῶ τόν συγγραφέα ἀπό τοῦ βήματος γιά τήν ἐξαίρετη ἐργασία του, πού πρωτοπορεῖ πανελληνίως!

Συμβολαιογράφοι! Τί ἀκριβῶς εἶναι οἱ συμβολαιογράφοι, ὅλοι γνωρίζουμε διότι, ἄν μή τι ἄλλο, ὅλοι σέ κάποια στιγμή τῆς ζωῆς μας ἔχουμε προστρέξει στίς ὑπηρεσίες τους. Κανείς ὅμως δέν διερωτᾶται αὐτό τό ἐπάγγελμα/λειτούργημα ἀπό πότε ὑπάρχει. Ἡ Ἱστορία τῶν Θεσμῶν μᾶς βεβαιώνει ὅτι ἀπό τήν κλασική ἀρχαιότητα ὑπῆρχαν οἱ μνήμονες, πρόσωπα πού ἐκαλοῦντο στό δικαστήριο γιά νά βεβαιώσουν γεγονότα καί πράξεις. Κάποτε ἡ μνήμη τους ἀρκοῦσε πρός τοῦτο, ἀλλά πολύ γρήγορα, γιά λόγους πρακτικούς, δηλαδή τῆς μή ἀμφισβητήσεως τῶν μαρτυρουμένων γεγονότων, ἡ μνήμη ἀντικατεστάθη ἀπό τόν γραπτό λόγο καί πίνακες τηρήσεως μεταβολῶν στήν προσωπική κατάσταση καί τήν περιουσία τῶν πολιτῶν, ἀλλά καί τῶν μεγάλων γεγονότων τῆς πόλεως.

Τό Ρωμαϊκό κράτος, ἤδη ἀπό τούς χρόνους τῆς Ὕστερης Δημοκρατίας, τηροῦσε ἐπιμελῶς τά στοιχεῖα τῶν περιουσιῶν τῶν πολιτῶν γιά τήν βεβαιότητα τῶν μεταβιβάσεων καί τήν ἀσφάλεια τῶν συναλλαγῶν, ἀλλά καί διότι ἡ διακρίβωσις τοῦ ὕψους τῆς περιουσίας ἐπέτρεπε τήν φορολόγηση καί τήν κατανομή τῶν βαρῶν. Τό σύστημα τακτοποιήθηκε ἀκόμη περισσότερο κατά τούς χρόνους τῆς Ἡγεμονίας, ἀπό τόν Αὔγουστο καί τόν Βεσπασιανό, δύο αὐτοκράτορες πού ἀγωνίσθηκαν γιά τήν οἰκονομική ἀνόρθωση τοῦ κράτους τους.

Οἱ πράξεις πού ἀφοροῦσαν ἀγοραπωλησίες, προῖκες, κληρονομίες καί δωρεές συστηματοποιήθηκαν καί ἐτηροῦντο ἀπό τούς νοταρίους, μία ὀνομασία γιά τούς συμβολαιογράφους πού διατηρήθηκε στόν ἑλληνικό χῶρο κυρίως στίς περιοχές πού ἐγνώρισαν καί λατινική κυριαρχία, ὅπως εἶναι τά Ἑπτάνησα, οἱ Κυκλάδες καί ἡ Κρήτη, ἀλλά καί τό Ναύπλιο, καί γενικά ἡ Πελοπόννησος. Στήν βόρειο Ἑλλάδα συναντοῦμε ἀντιθέτως τήν ἐπιβίωση τοῦ ἀρχαίου ὅρου μνήμων καί τοῦ βυζαντινοῦ σημειογράφος.

Στό Βυζάντιο καί ἀπό τόν 10ο αἰώνα στήν Κωνσταντινούπολη οἱ νοτάριοι ὀνομάζονται πιά ταβουλάριοι, διότι κρατοῦν πίνακες (τάβουλες) καί ἀποτελοῦν ἀνεξάρτητη συντεχνία μέ 24 μέλη, αἱρετό πρόεδρο καί ἐσωτερικό κανονισμό. Ἀνάλογοι λειτουργοί ὑπῆρχαν καί στίς ἐπαρχίες, δύο σέ κάθε μία, γιά νά ἐλέγχουν τήν νομιμότητα τῶν δημοσίων πράξεων τῶν κρατικῶν λειτουργῶν, ἀκόμη καί τοῦ ἐπάρχου. Ἀπό τήν ἵδρυση τῆς Νομικῆς Σχολῆς τῆς Πόλεως τό 1045 ἀπό τόν Κωνσταντῖνο Θ΄ τόν Μονομάχο, ἀπαιτεῖτο γιά τήν ἀνάληψη τοῦ ἀξιώματος καί τῶν καθηκόντων τοῦ ταβουλαρίου πιστοποιητικό νομικῶν σπουδῶν καί διορισμός σέ συγκεκριμένη συνοικία, δηλαδή παρείχετο συγκεκριμένη ἐδαφική ἔκτασις ἁρμοδιότητος.

Παραλλήλως πρός τούς ταβουλαρίους πού διωρίζοντο ἀπό τήν Πολιτεία, ὑπῆρχαν καί ἐκκλησιαστικοί ταβουλάριοι πού ἀσκοῦσαν τά αὐτά καθήκοντα παρά τό γεγονός ὅτι ἦταν ἱερωμένοι. Καί τοῦτο εἶναι εὐεξήγητο, καθώς ἡ ἔγγειος ἰδιοκτησία τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν ἐπί μέρους μονῶν καί ἐκκλησιαστικῶν ἱδρυμάτων αὐξάνετο μέ γεωμετρική ταχύτητα. Ἡ ὕπαρξις τῶν ἐκκλησιαστικῶν ταβουλαρίων (πού ἀπό τήν Μέση Βυζαντινή περίοδο ἀπεκαλοῦντο καί συμβολαιογράφοι) εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ὁ θεσμός διατηρήθηκε καί μετά τήν Ἅλωση τοῦ 1204 καί κυρίως μετά τήν Ἅλωση τοῦ 1453. Ἀφοῦ ἦταν ἐκκλησιαστικό ἀξίωμα, ἐπετρέπετο ἐντός τῶν ὁρίων τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Πατριάρχη καί τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν τοῦ μιλλιέτ τῶν Ρωμιῶν.

Αὐτό μᾶς φέρνει στίς παραμονές τοῦ Ἀγῶνα τοῦ 1821, τοῦ ὁποίου τιμᾶται ἐφέτος ἡ 200ετηρίς. Στίς ὠργανωμένες πόλεις λειτουργοῦν πάντοτε οἱ νοτάριοιμνήμονες, κάποιοι ἐκ τῶν ὁποίων συνέχισαν τά καθήκοντά τους καί κατά τήν διάρκεια τοῦ Ἀγῶνος τῆς Παλιγγενεσίας, παρά τό γεγονός τῆς γενικῆς διαταράξεως ἐξ αἰτίας τοῦ διεξαγομένου ὁλοκληρωτικοῦ πολέμου. Τήν πρώτη τακτοποίηση τοῦ ζητήματος ἐξεκίνησε τό νεαρό Νεοελληνικό Κράτος ἀπό τόν Νόμο 12 τῆς 30 Ἀπριλίου 1822 περί Ὀργανισμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν Ἐπαρχιῶν (ἄρθρ. 28) καί τόν ἀμέσως ἑπόμενο Νόμο 13 τῆς 2 Μαΐου 1822 «Διάταξις τῶν Δικαστηρίων», στόν ὁποῖο ὁλόκληρο κεφάλαιο, τό τελευταῖο, ἐπιγράφεται «Καθήκοντα τῶν νοταρίων». Τακτικώτερη ὀργάνωση ἐπεδίωξε ὁ Κυβερνήτης Ἰωάννης Καποδίστριας, ἐπί τῆς διακυβερνήσεως τοῦ ὁποίου διωρίσθηκε καί ὁ πρῶτος ἐπίσημος μετεπαναστατικός Νοτάριος στήν ἀπό τοῦ 1823 πρωτεύουσα τοῦ Κράτους Χαράλαμποος Παπαδόπουλος, καταγόμενος ἀπό τήν Καρύταινα.

Ὅπως ἀναλυτικά ἀποκαλύπτει τό βιβλίο τοῦ κ. Τόμπρα, οἱ πρῶτοι συμβολαιογράφοι τοῦ Ναυπλίου εἶχαν καταγωγή ἀπό διάφορα μέρη τῆς ἑλληνικῆς γῆς. Ὁ πρῶτος ἦταν ἀπό τήν Καρύταινα, ὁ δεύτερος ἀπό τήν Ραψάνη, ὁ τρίτος ἀπό τήν Πόλη, ὁ τέταρτος ἀπό τήν Κυνουρία. Ἡ εἰκόνα αὐτή συνεχίσθηκε ἐπί ἀρκετές δεκαετίες, μέ ἐντοπίους συμβολαιογράφους καταγομένους ἀπό τήν εὐρύτερη Ἀργολίδα, κυρίως ἀπό τόν Δῆμο Μιδέας.

Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ ποικίλη καταγωγή τῶν συμβολαιογράφων Ναυπλίου ἀπεικονίζει τόν κοσμοπολιτικό χαρακτῆρα πού διατήρησε ἡ πόλη καί μετά τήν μεταφορά τῆς πρωτευούσης στήν Ἀθήνα. Καί τοῦτο εἶναι εὔλογο, καθώς στό Ναύπλιο εἶχαν σπεύσει νά ἀποκτήσουν κατοικία πολλοί Ἀγωνιστές, ἀλλά καί πρόσφυγες ἀπό ἄλλες περιοχές πού εἶχαν ὑποστῆ τήν τουρκική καί αἰγυπτιακή γενοκτονική ἐπιδρομή. Στήν διάρκεια τοῦ Ἀγῶνα εἶχαν συρρεύσει στήν πόλη τοῦ Ναυπλίου Ρουμελιῶτες, Ἑπτανήσιοι, ἀλλά καί Χιῶτες, Μεσολογγῖτες, Ψαριανοί θύματα τοῦ πολέμου, καθώς καί μεγάλος ἀριθμός προσώπων πού ἐκινοῦντο στόν χῶρο τῆς πολιτικῆς καί τῆς διοικήσεως. Εἶναι φυσικό ὅτι στήν μικρή καί κλειστή πόλη, πού προστατευόταν ἀπό τά τρία φρούριά της καί τό τεῖχος τῆς κάτω πόλεως, τό Βαρόσι, δομήθηκε τό Νεοελληνικό Κράτος, μέ ἀνώτατον ἄρχοντα, βουλή, κυβέρνηση, δικαστήριο, σχολεῖο καί ὑγειονομεῖο, νοσοκομεῖο καί ἄλλες ὑπηρεσίες. Δέν ἦταν δυνατόν νά λείψη ἡ καταγραφή τῶν μεταβιβάσεων καί τῶν ἄλλων πράξεων.

Ἡ μελέτη τοῦ κ. Τόμπρα καί οἱ πλούσιες πληροφορίες πού παρέχει γιά τά ἀρχεῖα τῶν παλαιῶν συμβολαιογράφων δέν μᾶς ἐνδιαφέρει μόνον γιά τήν ἱστορία τοῦ θεσμοῦ. Τά συμβολαιογραφικά ἀρχεῖα ὅλοι γνωρίζουν ὅτι ἀποτελοῦν τήν ἀδιάψευστη πηγή ὅταν ἀναζητοῦνται στοιχεῖα κυριότητος ἐπί ἀκινήτων. Ὅμως πολύ λιγώτεροι γνωρίζουν ὅτι στήν λοιπή Εὐρώπη τά συμβολαιογραφικά ἀρχεῖα καί κυρίως προικοσύμφωνα καί διαθῆκες εἶναι βασική πηγή στήν ἀναζήτηση γενεαλογικῶν στοιχῶν, συγγενειῶν καί σχέσεων τῶν κατοίκων μεταξύ τους. Οἱ πράξεις αὐτές, πέρα ἀπό τά ἄλλα εἶναι καί βασική πηγή γιά τήν ἀνίχνευση τῶν μεταβολῶν τῆς κοινωνίας. Κάποιες ἀποκαλύπτουν, αἰῶνες ἀργότερα, λησμονημένα σκάνδαλα καί «ρόζ ἱστορίες», μέ τήν ἀποκλήρωση παιδιῶν γιά σκανδαλώδη συμπεριφορά, κορίτσια γιά τήν σύμπραξή τους σέ ἀπαγωγή τους καί γάμο παρά τήν θέληση τοῦ πατέρα, γιά ἀνεπιθύμητο γάμο κάποιας χήρας, πού τά παιδιά της προσπαθοῦν νά ἀποκλείσουν ἀπό τήν πατρική περιουσία καί ἄλλα παρόμοια.

Ἔτσι καί στήν Ἑλλάδα οἱ νοτάριοι/ μνήμονες/ σημειογράφοι/ συμβολαιογράφοι κατέγραφαν ὅσα ζητοῦσε ὁ πελάτης, διαθέτης ἤ προικοδότης, καί ἀποτύπωναν ἐπίσης συχνά, τουλάχιστον μέχρις ὅτου λειτούργησαν τακτικά τά δικαστήρια στό νεοελληνικό κράτος, κοινωνικές καταστάσεις καί δυσλειτουργίες, διαμάχες καί συγκρούσεις σέ τοπικό ἐπίπεδο.

Οἱ κλασικοί ἱστορικοί συνήθως ἀρκοῦνται νά συμβουλεύονται γιά τήν περίοδο πού μᾶς ἐνδιαφέρει, τῶν πρώτων ἐτῶν τοῦ Νεοελληνικοῦ Κράτους μετά τήν ἵδρυσή του τό 1822, ἀπομνημονεύματα ἀγωνιστῶν, κάποια ἀπό τά δημοσιευμένα ἀρχεῖα, ἴσως τώρα πού ψηφιοποιήθηκαν ἔγγραφα στά Γενικά Ἀρχεῖα τοῦ Κράτους στήν Ἀθήνα καί τήν περιφέρεια, ἀλλά λησμονοῦν πανηγυρικά τήν πληροφόρηση ἀπό τά θεσμικά ἀρχεῖα τῶν ληξιαρχείων, ὑποθηκοφυλακείων καί τῶν συμβολαιογράφων, ἀλλά καί τῶν βιβλίων γάμων, βαπτίσεων καί κηδειῶν τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν. Ὅμως ἡ προσφυγή σέ αὐτό τό ἱστορικό ὑλικό θά τούς ἔδιδε ἀπαντήσεις γιά πολλά ἐρωτήματα. Καί εἶναι καιρός νά προχωρήσουμε πιό πέρα καί πιό μπροστά στήν ἔρευνα τοῦ προσφάτου παρελθόντος μας. Ὅπως ἔκαμε ὁ κ. Τόμπρας. Διότι αὐτό τό παρελθόν μᾶς καθορίζει καί μᾶς διαμορφώνει  συχνά καί χωρίς νά τό κατανοοῦμε. Τά πνεύματα ἔχουν ἀνοίξει και βελτιωθῆ σαφῶς.

Στά ὄχι καί τόσο μακρυνά χρόνια τοῦ 1971, ὅταν μία μικρή ὁμάδα ἐρευνητῶν μέ προεξάρχοντες τόν ἀείμνηστο Κωνσταντῖνο Κ. Σπηλιωτάκη καί τόν ἐπίσης ἐκλιπόντα πλέον πατέρα μου Γεώργιο Δ. Δημακόπουλο ἀναζητοῦσαν ἀγωνιωδῶς τά στοιχεῖα ἰδιοκτησίας τοῦ κτιρίου τοῦ Ἐκτελεστικοῦ (φυλακές Λεονάρδου), προσέφυγαν καί σέ συμβολαιογράφο τῆς πόλεως. Δέν θά ἀναφέρω ὄνομα, ἄν καί τό θυμοῦμαι πολύ καλά.

Ὁ ἐν λόγω λειτουργός, παρά τό γεγονός ὅτι οἱ συμβολαιογράφοι κατά νόμον εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι καί τά συμβόλαια δημόσια ἔγγραφα, δέν δέχθηκε νά διευκολύνη τήν ἔρευνα καί νά ἐπιτρέψη τήν πρόσβαση στό ἀρχεῖο του. Ἀντιθέτως μάλιστα ἐζήτησε ἕνα ὑπέρογκο γιά τήν ἐποχή ποσό γιά νά ἀναλάβη τήν σχετική ἐργασία ὁ ἴδιος, μέ τήν λογική – προφανῶς – ὅτι ὁ ἔλεγχος τίτλων δέν θά κατέληγε σέ συμβόλαιο!

Εὐτυχῶς ἔχουμε ξεφύγει ἀπό αὐτήν τήν δραματική κατάσταση, πού ἔφερε τό κτίριο στά ὅρια τῆς καταρρεύσεως. Σήμερα πολλά ἀπό τά ἀρχεῖα τῶν συμβολαιογράφων Ναυπλίου ἔχουν καταστῆ προσιτά εἴτε ἀφοῦ κατετέθησαν στά Γενικά Ἀρχεῖα Νομοῦ Ἀργολίδος εἴτε διότι προσεφέρθησαν σέ ἄλλους δημοσίους φορεῖς. Καί ἄν αὐτό τό διάστημα ἡ πανδημία τοῦ κορωναϊοῦ ἔχει κλείσει ἀρχεῖα καί βιβλιοθῆκες, σύντομα ἡ κανονικότα θά ἐπανέλθη καί ὅλοι θά μποροῦν νά τά συμβουλευθοῦν μέ ὁδηγό τό βιβλίο τοῦ κ. Τόμπρα.

Πρέπει νά σημειωθῆ ἐν κατακλεῖδι, ὅτι ἡ ἔρευνα τοῦ συγγραφέως ἐκτός ἀπό τήν ἀναζήτηση στοιχείων στίς ἐπίσημες πηγές καί τά ἀρχεῖα, ἐξετάθη καί ἐκτός Ἑλλάδος ὅπως στήν περίπτωση τοῦ στενοῦ συνεργάτου τοῦ Καποδίστρια Ἰωάννου Γεννατᾶ, ἀλλά καί στίς οἰκογένειες. Διότι αὐτό εἶναι τό σημαντικό ὅταν κάποιος γράφει γιά τόν τόπο του καί τούς ἀνθρώπους του. Ξέρει πρόσωπα καί πράγματα καί βρίσκει ποιές πόρτες πρέπει νά κτυπήση, ποιούς νά ἐνοχλήση καί πῶς νά ἐξασφαλίση βιογραφικά στοιχεῖα, φωτογραφίες καί λεπτομέρειες πού χωρίς αὐτήν τήν ἔρευνα κανείς ἴσως δέν θά ἐπρόσεχε καί δέν θά τιμοῦσε.

Τό βιβλίο ὅπως θά διαπιστώσετε ὅσοι τό ἀποκτήσετε, συμπληρώνεται ἀπό πίνακες, βιβλιογραφία, εὑρετήριο καί εἰκονογραφεῖται πλουσίως δίνοντας μία ἀκόμη σημαντική σελίδα στήν ἱστορία τοῦ ἀγαπημένου μας Ναυπλίου! Ὁ κ. Τόμπρας ἀναδεικνύεται σέ ἄξιο συνεχιστή τῆς λειτουργίας τῶν μνημόνων τῆς ἀρχαιότητος καί τῶν ταβουλαρίων τοῦ Βυζαντίου, διασώζοντας τήν μνήμη ἀνθρώπων καί γεγονότων…

 

Νικόλαος Γεωργίου Τόμπρας

Οι Συμβολαιογράφοι | Σημειογράφοι – Μνήμονες – Συμβολαιογράφοι Ναυπλίου 1831- 2009

Σχήμα 17Χ24

Σελίδες 336

ISBN 978-618-00-2254-4

Read Full Post »

«Στο Ελάχιστο Μόλις» – Μαρία Α. Βελιζιώτη


 

Κυκλοφορεί η τρίτη ποιητική συλλογή της Αργείας φιλολόγου και καθηγήτριας Μέσης Εκπαίδευσης,  Μαρίας Βελιζιώτη με τίτλο «Στο Ελάχιστο Μόλις», από τις εκδόσεις της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού.

Για τη νέα ποιητική συλλογή γράφουν, ο θεατρικός σκηνοθέτης και κινηματογραφιστής, θεωρητικός του κινηματογράφου και αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου όπου διδάσκει υποκριτική και σκηνοθεσία, Γιάννης Λεοντάρης, η Αλεξάνδρα Δημακοπούλου, Δρ της École des Hautes Études en Sciences Sociales, Συντονίστρια Εκπαιδευτικού Έργου Φιλολόγων – ΠΕ.Κ.Ε.Σ. Πελοποννήσου και ο Νικόλαος Μπουμπάρης, Φιλόλογος-Ιστορικός, Πρόεδρος Συνδέσμου Φιλολόγων Αργολίδας. Τέλος, ο Γεώργιος Η. Κόνδης, κοινωνιολόγος, ο οποίος διδάσκει στο Τμήμα Παραστατικών και Ψηφιακών Τεχνών της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, επιχειρεί μια γενική προσέγγιση στο ποιητικό έργο της Μαρίας Βελιζιώτη.

 

Δωρικές Ρωγμές

Γιάννης Λεοντάρης

 

Στο Ελάχιστο Μόλις

Στο μικρό προλογικό σημείωμα που επιχείρησα να συντάξω για την έκδοση των ποιημάτων της Μαρίας Βελιζιώτη, πρότεινα τον τίτλο Δωρικές Ρωγμές. Ο τίτλος αυτός σημαίνει μία ιδιόμορφη αντίφαση. Ωστόσο, ακριβώς αυτή η αντίφαση θεωρώ ότι ενεργοποιεί τον σπινθήρα της υψηλής θερμοκρασίας στην ποιητική γραφή της Βελιζιώτη. Η ρωγμή είναι το αναπόφευκτο τραύμα μέσα στο οποίο γεννιέται η ποίηση. Η ίδια η ποίηση είναι από τη φύση της μία συνθήκη τραυματική, από τη στιγμή που ο λόγος της είναι εξόριστος και ξένος σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχεί ο κοινός λόγος, και σε ένα κόσμο τις τύχες του οποίου αποφασίζουν όχι οι ποιητές αλλά οι σε εισαγωγικά «ορθώς σκεπτόμενοι».

Ο περί ποίησης λόγος λοιπόν δεν πρέπει να λησμονεί την εγγενή ρωγμή του ποιητή. Αλλά και ο ίδιος ο ποιητής είναι καταδικασμένος να γράφει κοιτώντας διαρκώς στον καθρέφτη την ραγισμένη όψη του. Μέσω αυτής της οδού συναντά τον αναγνώστη του και μόνον έτσι, η ανάγνωση δεν παραμένει μια συμβατική καθημερινή ενασχόληση αλλά αναβαθμίζεται σε εμπειρία αυτογνωσίας, οδυνηρή, στοχαστική αλλά ταυτόχρονα απολαυστική, αποκαλυπτική, ερωτική. Αν ο αναγνώστης δεν μπει στα επικίνδυνα μονοπάτια της υπέρβασης, δεν μπει δηλαδή στον κόπο του ποιητή δεν θα καταστεί ποτέ συνένοχος της ποίησης, θα παραμείνει εγκλωβισμένος στις συμβάσεις του κοινού λόγου. Γράφει ο Σάββας Μιχαήλ στο εμβληματικό του κείμενο Homo Poeticus.

 

«H εξορία του ποιητή είναι το μέτρο της αποξένωσης του ανθρώπου Εξόριστος ο ποιητής από τον τόπο, εκτός τόπου εν παντί τόπω, διαμένει στον Ού-Τόπο αυτού που δεν υπάρχει ακόμα, στην κατοικία που αναζητά ακόμα ο άνθρωπος επί της γης. Εξόριστος είναι ο ποιητής και από τον χρόνο του, εκτός χρόνου εν παντί χρόνω (…) Ο Ποιητής, όπως κι ο επαναστάτης, μένει πιστός στην εποχή του και ταυτόχρονα εξόριστος απ΄την πατρίδα του μέσα στον χρόνο, σε ρήξη με όσα και όσους την διαφεντεύουν, εκτός νόμου, σε διωγμό. Είναι παρά-φωνος σε σχέση με την φωνή των κυρίαρχων. Κ’είναι αυτή η παραφωνία, που διαταράσσει τον «κοινό λόγο», τον κοινό τόπο, τον κοινό χρόνο, τον «κοινό νου» (…)

 

Επομένως μέσα από τις ρωγμές του ο ποιητής διαταράσσει κάθε συμβατικότητα, κάθε κανονικότητα. Ποίηση χωρίς ρωγμές δεν υπάρχει. Και κάθε ανάγνωση που επιχειρώ στα ποιητικά κείμενα διακόπτεται βίαια και οριστικά, όταν διαπιστώσω ότι η ποιητική γραφή είναι αρραγής, και καλά θωρακισμένη στην αυταρέσκειά της.  Η ποίηση της Μαρίας Βελιζιώτη βρίσκεται στη άλλη πλευρά του λόφου. Εκεί όπου τα τραύματα του ποιητή συνομιλούν με τις αγωνίες του αναγνώστη, γεννώντας έναν διάλογο ισότιμο και παρηγορητικό. Η Βελιζιώτη ευθύς εξαρχής εξομολογείται τους οδυνηρούς σταθμούς της διαδρομής της και τους εκθέτει γενναιόδωρα στον αναγνώστη:

« Το όνειρο πάντα θα μας υπερβαίνει » γράφει, και σηματοδοτεί έτσι την απελπιστική απόσταση ανάμεσα στο επιθυμητό και το βιωμένο.

 

Είπες και τόσο πυρπολήθηκαν τα μάτια

που γέμισε καπνό η απόγνωση

και δεν υπήρχε ρυτίδα

δεν υπήρχε αίμα να τρέξει

να φανεί ότι τα χρόνια συλλογισμένα στέκονται

στην απορία τους

νοσταλγώντας την αμεροληψία της άγνοιας

 

Η πορεία της ποίησης της Βελιζιώτη δεν είναι μονοσήμαντη. Δεν πέφτει στην παγίδα μιας κλειστής σχέσης με το ίδιο της το τραύμα. Δεν αναπαράγει ναρκισσιστικά την απόγνωση, δεν κραυγάζει την εξορία της. Αντίθετα, έχει τις κεραίες της ανοιχτές σε ό,τι μπορεί να λειτουργήσει παρηγορητικά ή παραδειγματικά, σε ό,τι έξω από το κλειστο δωμάτιο και την ανθρώπινη μοναξία, μπορεί να επουλώσει ή έστω να υπερβεί την οδύνη της συνειδητότητας. Τι μπορεί να είναι αυτό ; Τα άστρα, η θάλασσα, η γη, ο αέρας, ο ήλιος, ο βράχος:

 

Ας διδαχτούμε από τους βράχους

των γραμμών τους τη σύγκλιση

και την απόκλισή τους

τις χειρονομίες και τις μορφές

έτσι όπως γεννιούνται ξαφνικά ή μακροπρόθεσμα

 

Ενέργεια αυτοδύναμη

πλέγματα

προσχέδια και σχέδια

αντίκρυ στης φύσης την υπερβολή

της ερωμένης των άκρων

 

Ας εμπεδώσουμε την αρμονία

εξακριβωμένη στη δομική διαπλοκή της

που μεταγγίζεται μέσα από τη μεταφυσική της ύλης

τη διορατικότητά της

ότι ο άνεμος σφυροκοπώντας

θα την αλλάξει

ότι θα φέρει νέα σχήματα

απλά ή δαιδαλώδη

στο μάρμαρο, στον πορφυρίτη, στον ασβεστόλιθο

 

Ανάμεσα στην ιαματική υπέρβαση που σηματοδοτεί η φύση με τα στοιχεία και τα στοιχειά της και την έρημο του κλειστού δωματίου, οι στίχοι της Μαρίας Βελιζιώτη, κεντρίζουν, άλλοτε μελαγχολικά και άλλοτε οδυνηρά, τις προσδοκίες του αναγνώστη. Στίχοι πυκνοί («Το αύριο δεν εξουσιάζεται / και η ζωή θα είναι πάντα χτεσινή »),  εικονοποιία απροσδόκητη και τολμηρή (« Στα μέσα νερά μιας θάλασσας πικρης / εκεί που οι μύθοι βυθίζονται αυτόπρυμνοι… »),  εισάγουν από την πρώτη στιγμή τον αναγνώστη σε ένα ιδιόμορφο και απαιτητικό ποιητικό σύμπαν.

 

Γιάννης Λεοντάρης

 

Μαρία Βελιζιώτη

Η σχέση με τον εαυτό εξελίσσεται σε αναμέτρηση με έναν ανελέητο καθρέφτη: «Αυτός είναι ο τρόπος / κι ο κίνδυνος / σα δυνατό χαλάζι / σα μαύρο αίμα / για μας που ψάχνουμε αφορμές / να ντύσουμε την απληστία με έρωτες / πολεμιστές / πίσω από το βασιλιά εαυτό μας.»

Η συνείδηση του οδυνηρού είναι,  στην ποιητική γραφή της Βελιζιώτη, χτίζει σιγά σιγά και μεθοδικά το οικοδόμημα της θλίψης. Το οικοδόμημα αυτό όπως ήδη είπα, δεν είναι κλειστό, δεν απειλείται από ασφυξία, γιατί κάπου εκεί μακριά, δίπλα, μέσα, και κυρίως ανάμεσα, καραδοκεί το ψύχραιμο και ατάραχο βλέμμα της φύσης. Το βλέμμα του ήλιου και του ανέμου « κοιτάζει » τόσο το μοναχικό εγώ όσο και την απόγνωση του  εμείς,  προσδίδοντας στη θλίψη αυτή, πνοή ποιητική:

«‘Ηταν μια μέρα αναποφάσιστη / κάτι χορτάρια σαλεύανε στη σκόνη / κάποιοι περπατούσαν στην απόγνωση / κάποιοι πέθαιναν απροσδόκητα / για κάποιους άλλη αυγή δε θα ξημέρωνε / έπεφτε ξαφνικά ο θάνατος / κι η σωτηρία ένα παιχνίδι καθώς ο ήλιος ξεψυχούσε». Η σιωπή των πραγμάτων τρέφει την ανάσα της γραφής.

Θα κλείσω αυτή τη σύντομη απόπειρα γνωριμίας με την αναφορά σε αυτό που στην αρχή ονόμασα « δωρικό» στοιχείο στην ποίηση της Βελιζιώτη.

Η ποίηση της Βελιζιώτη έχει μορφή λιτη, ύφος σχεδόν δωρικό. Αρνείται να βαρύνει την όψη της με στολίδια.  Δεν επιχειρεί μορφικές ακροβασίες ούτε σε επίπεδο γλωσσικό ούτε σε επίπεδο ποιητικού ρυθμού. Οι εικόνες της δεν συνομιλούν ούτε με τους ιμπρεσσιονιστές ούτε με τους υπερρεαλιστές ζωγράφους. Κι όμως: η ποίησή της έχει στέρεο εσωτερικό ρυθμό και φιλοτεχνεί πλούσια εσωτερικά τοπία. Ακριβώς αυτή η δυνατότητα της σύνθεσης των αντιθέτων θαρρώ πως αποτελεί και την πολυτιμότερη αρετή της γραφής της Μαρίας Βελιζιώτη: ένα ευάλωττο σύμπαν αισθημάτων γεμάτο αποχρώσεις και ημιτόνια,  σε μια αυστηρή και λιτή όψη γραφής. Με τις λύσεις των  αινίγμάτων της (όπως αυτό του πολύσημου τίτλου της συλλογής: Λευκή) καλά φυλαγμένες για όποιον θα κάνει τον κόπο να αναμετρηθεί μαζί τους.

Κι όμως, από την αυστηρή αυτή «πηγή» αναβλύζουν πλούσιοι χυμοί γεμάτοι από τις ρωγμές της βαθείας ποιητικής συνείδησης. Αναβλύζει η σιωπηλή επίκληση του ‘Αλλου. Αυτή δεν είναι άλλωστε η κοινή αγωνία του ποιήματος και του αναγνώστη του;

 

Η ελληνικότητα στο μέγιστο… Μια ανάγνωση του ποιητικού κύκλου της Μαρίας Βελιζιώτη «Στο ελάχιστο μόλις»

 

Αλεξάνδρα Δημακοπούλου

Δρ της École des Hautes Études en Sciences Sociales

Συντονίστρια Εκπαιδευτικού Έργου Φιλολόγων – ΠΕ.Κ.Ε.Σ. Πελοποννήσου

 

Απόλυτα λιτή, βαθιά ελληνική, η ποιητική γραφή της Μαρίας Βελιζιώτη ταξιδεύει στα «στενά σοκάκια της Αστυπάλαιας και της Μήλου» που αντιστρέφουν τον Καιρό και της αρνήθηκαν το καλοκαίρι, πιάνει τον αναγνώστη από το χέρι και τον περνά μέσα από σολωμικά «χάσματα σεισμού», μέσα από τα καβαφικά τείχη και την Αλεξάνδρεια, τον ανεβάζει στο καράβι «Αρχιπέλαγος» και του τραγουδά τον θαλασσινό έρωτα του Ελύτη σε μια θλιμμένη, αλλά συνάμα ελπιδοφόρα εκδοχή.

Η απαίτηση του συντελεσμένου προς το «πρόσωπο που έγινε άγαλμα», η βαθιά οδύνη για αυτά που δεν συντελέστηκαν, τα δάκρυα στα μάτια που «ανοίγουν και κλείνουν χάσματα σεισμών» παραπέμποντας στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», (Σχεδίασμα Β, 22):

 

«Για κοίτα κει χάσμα σεισμού βαθιά στον τοίχο πέρα,

και βγαίνουν άνθια πλουμιστά και τρέμουν στον αέρα·

λούλουδα μύρια, που καλούν χρυσό μελισσολόι,

άσπρα, γαλάζια, κόκκινα, και κρύβουνε τη χλόη.

 

Χάσμα σεισμού που βγάν’ ανθούς και τρέμουν στον αέρα».

 

«Χάσματα σεισμών» που αποτυπώνουν την ορμητική, ανεξέλεγκτη δύναμη της ελευθερίας, μιας ελευθερίας για χρόνια καταπιεσμένης «μέσα στα τείχη, έξω και μέσα μου», που ζητά διέξοδο μέσα από το σεισμικό χάσμα, μέσα από τη ρωγμή του «είναι» που «κάποτε διαλέγει το ξύπνημα», χρόνια θαμμένη. Βαθιά οντολογική αναζήτηση, υψηλό αίσθημα αυτοκριτικής και αυτογνωσίας, ψηλάφιση του θλιμμένου εαυτού, ο οποίος ωστόσο δεν παραιτείται, αλλά επιλέγει στο τέλος την έξοδο. Την έξοδο που ο εαυτός –  tableau vivant – επιχειρεί, έχοντας υψωθεί απέναντι στους φόβους του, με όπλο την απόφαση να περάσει τη θάλασσα ή να πνιγεί στην μαγεία του νερού. Η μνήμη περιδιαβαίνει τις «θαυματουργές πηγές και τις άσπρες εκκλησίες», συλλέγοντας και επεξεργαζόμενη εμπειρίες, αγωνιώντας υπαρξιακά, ολομόναχη, αφού δεν ακολουθεί τα χνάρια κανενός. Η Οδύσσεια του ποιητικού υποκειμένου δύσκολη, ανηφορική, με μια αίσθηση καρυωτακικού φθόνου για τους στίχους ποιητών, αυτών που έφτασαν το αδύνατο, που καταξιωμένα «εποίησαν». Ο φθόνος για τους στίχους των ποιητών με τους οποίους η ποιήτρια συναντήθηκε, παντρεύεται με τη μοναξιά και την οδύνη για τη γέννηση των οικείων στίχων, μετουσιώνεται σε δημιουργία, σιωπηλό τοκετό, οδυνηρή γέννα, μετουσιώνεται σε αέναη αγάπη που αντέχει και έχει για σύμμαχο το ίδιο το ποίημα.

Στο διάβα της ολοένα και βαθύτερης υπαρξιακής αναζήτησης, το ποιητικό υποκείμενο συναντά τους υψωμένους τοίχους – παράφραση των καβαφικών τειχών– εξαιτίας των οποίων στερήθηκε τη μέρα που πέρασε και δεν επιστρέφει, με κυρίαρχο το αίσθημα της θλίψης και της πλήξης σε μια διαρκή άσκηση ζωής, συντροφιά με τις λέξεις που αιχμαλωτίζουν την ομορφιά, ώστε αυτή να μην ξοδευτεί ανώφελα σε έναν διαρκή αγώνα απέναντι στο «Αμείλικτο». Το ποιητικό υποκείμενο έχει για όπλο τη δικιά του αλήθεια, την αλήθεια που υποδεικνύει όχι μόνο το υπαρκτό, αλλά και το επιθυμητό.

Σε αυτόν τον αγώνα ζωής και ποίησης, ποιητικής ζωής αλλά και ζωογόνας ποίησης, η ελληνικότητα είναι πανταχού παρούσα: η σολωμική μνήμη της ζωής που ρέει αγκαλιά με τον θάνατο και ο Απρίλης ο κεντημένος με αγριολούλουδα και άσπρες βιολέτες, η ασπίδα του οπλίτη της ελληνικής πόλης και η θέση – στάση του («αν θα σταθείς ή θα πετάξεις κάτω την ασπίδα σου»), η θάλασσα σε θέση πρωταγωνιστή, οι «καβαφίζοντες τοίχοι», η Κίρκη και οι Κύκλωπες της Οδύσσειας, τα αγάλματα και οι μεγάλες ακροπόλεις, η μοίρα που παραμένει αδάμαστη μην επιτρέποντας την άσκηση εξουσίας στο αύριο, η ύβρις των Ατρειδών και του Οδυσσέα, η πέτρα σε μορφή μαρμάρου, πορφυρίτη, ασβεστόλιθου, το ερωτικό Αρχιπέλαγος του Ελύτη, που παρά τη θυελλώδη όψη που αποκτά στη γραφή της ποιήτριας, είναι ο «τόπος» στον οποίο αξίζει να ξυπνήσει κανείς την καρδιά του! Αξίζει να ξυπνήσει στην καρδιά του μιαν αγάπη συνταγμένη όχι στον υποτακτικό άξονα, αλλά στον παρατακτικό! Χωρίς όρους και προϋποθέσεις δευτερευουσών προτάσεων, μα μόνον με κύριες, ανεξάρτητες, αυτόνομες και αγέρωχες!

Και ο πανδαμάτωρ Χρόνος να δικάζει το αδίστακτο ή το παρεκτρεπόμενο από το Μέτρο με αέναο στόχο την αποκατάσταση της ισορροπίας και της τάξης! Της τόσο ελληνικής τραγικής τάξης πραγμάτων!

Οκτώβριος 2020

 

Το όνειρο πάντα θα μας υπερβαίνει – Λίγα λόγια για την ποιητική συλλογή της Μαρίας Α. Βελιζιώτη, «Στο ελάχιστο μόλις»

 

Νικόλαος Μπουμπάρης

Φιλόλογος-Ιστορικός

Πρόεδρος Συνδέσμου Φιλολόγων Αργολίδας

 

Πώς μπορεί κάποιος να εκφράσει ωκεανούς συναισθημάτων μέσα σε λίγες λέξεις; Θα απαντούσα να ρωτήσει τη Μαρία Α. Βελιζιώτη ή, ακόμα καλύτερα, θα προέτρεπα να διαβάσει την ποίησή της. Λαμβανομένης υπόψη της τρέχουσας συγκυρίας, η ανάγνωση της ποίησής της συντελεί στην ενδοσκόπηση, στην ανάγκη – επιτακτική, το δίχως άλλο – για αυτογνωσία. Για όλα και όλους και όλες που θελήσαμε, γνωρίσαμε, μας πλήγωσαν, μας ανύψωσαν, μας καταβαράθρωσαν.

Αυτό που κάνει ξεχωριστή την ποίηση της Βελιζιώτη είναι ο μοναδικός συνδυασμός ελπίδας και απελπισίας. Το τραύμα είναι βαρύ, αλλά και η επούλωση είναι εκεί, ή αν απουσιάζει, υπάρχει η «Τέχνη της Ποιήσεως, που κάμνει – με τα φάρμακά της – να μη νιώθεται η πληγή»

Καθόλου τυχαία δεν είναι η αναφορά στον Καβάφη. Νιώθουμε πως ο Αλεξανδρινός κυκλοφορεί μέσα στην ποιητική συλλογή, οσφραινόμαστε την παρουσία του μέσα στο κλειστό δωμάτιο, μας κοιτά μέσα από τα γυαλιά του, μας γνέφει με το κεφάλι πως ο «Ωραίος Ηνίοχος» ανήκει στον δικό του κόσμο, τα τείχη και η Αλεξάνδρεια βρίσκονται στις σελίδες του βιβλίου. Κι ο Αλέξανδρος έφτασε ως τον Υδάσπη, αλλά στη Μίεζα δεν έφτασε ποτέ ξανά.

«Η ζωή μας κάθε μέρα λιγοστεύει», έγραψε ο Σεφέρης. Η Βελιζιώτη αντιλαμβάνεται τη βαρύτητα αυτής της φράσης, αναζητεί, ωστόσο, την απάντηση μέσα από την ελληνικότητα. Από την αρχαιότητα ως το σήμερα, το πάθος για δικαιοσύνη, η κληρονομιά του μέτρου και του καθήκοντος, οι ποιητικές οφειλές σε όλους τους μεγάλους λογοτέχνες που έγραψαν στην ίδια γλώσσα με τον Όμηρο, η ανάγκη να μη χαθεί το μήνυμα πως ο κόσμος είναι κόσμημα, αρμονία και όχι χάος, όλα αυτά καθιστούν το ποιητικό υποκείμενο εκφραστή, συνεχιστή και πρωτοπόρο.

Ο μύθος των Ατρειδών δεν θα μπορούσε να απουσιάσει από την ποιητική συλλογή μιας Αργείας. Η ματιά της στρέφεται στον Θυέστη, ο οποίος μοιάζει να συνδιαλέγεται με το «Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου» του Μάρκες. Άλλωστε, όπως έχει γράψει και ο Μάνος Κοντολέων: «Τα πρόσωπα που αφηγήθηκε τα πάθη τους ο Όμηρος και τα ζωντάνεψαν οι μεγάλοι μας κλασικοί όχι μόνο εξακολουθούν να ζούνε, αλλά μπορούν να γίνουν σύντροφοί μας…Κάτι ακόμα περισσότερο – εκφραστές των δικών μας ανησυχιών και ονείρων».

Είπαμε, το όνειρο πάντα θα μας υπερβαίνει, γιατί κι αυτό δεν το αντέχουμε ούτε ως πραγματικότητα.

 

Σ’ ένα κομμάτι λευκό μάρμαρο και πάνω στο μπλε του ουρανού

 

Γεώργιος Η. Κόνδης

Ο Γ. Η. Κόνδης είναι κοινωνιολόγος και διδάσκει στο Τμήμα Παραστατικών

και Ψηφιακών Τεχνών της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

 

Καταρχήν ο έρωτας ως η  ουσία των πραγμάτων. Το αναπόφευκτο της μοίρας. Η θνητότητα. Το όνειρο κι η διάψευσή του. Η ματαιότητα κι η ήττα. Αν δε συνειδητοποιήσεις ότι έχεις νικηθεί, δεν μπορείς να γράψεις ποίημα. Η αγωνιστικότητα, ως θέση και πράξη, η Ελλάδα με τις ιστορίες και τους μύθους της, το Άργος, η γενέθλια πόλη. Αυτά ταυτίζονται και με τα προσωπικά μου βιώματα, την προσωπική μου μυθολογία. Η ποίηση κατά τη γνώμη μου είναι μια πράξη ανδρείας απέναντι στον καθημερινό πόνο. Το είδα σαν άμυνα. Έτσι άρχισα να γράφω.

 

Παρουσίαση αυτοβιογραφική που περιλαμβάνει το σύνολο των στοιχείων μιας φιλοσοφίας ζωής που οδηγεί στην ποιητική έκφρασή της. Ήταν το 2017 όταν παρουσιαζόταν το έργο της Μαρίας Βελιζιώτη στο Συνέδριο «Αργολίδα: ο τόπος της συν-γραφής». Αλλά λέγοντας το έργο συνήθως εννοούμε το ποιητικό ενώ για την ίδια, όπως και για όλους τους ανθρώπους των Γραμμάτων και των Τεχνών, η λογοτεχνική και καλλιτεχνική έκφραση δεν είναι παρά το μέσο παρουσίασης της συμπυκνωμένης προσωπικής εμπειρίας και της θέλησης διαλόγου με τον Κόσμο! Εκείνης της εμπειρίας που ο καλλιτέχνης και ο λογοτέχνης αποταμιεύει, λεπτό το λεπτό, στη διάρκεια μιας περιήγησης στον πραγματικό κόσμο και σ’ εκείνον της δημιουργικής φαντασίας. Αυτό εκφράζει στα λόγια της η γυναίκα, η εργαζόμενη, η μητέρα, η φιλόλογος, η ποιήτρια, Μαρία Βελιζιώτη.

Δεν είναι επομένως τυχαίο ότι ήδη από το πρώτο ποιητικό έργο της (λάμδα, 2008) ορίζει τους βιωματικούς της αποταμιευτήρες, στο χρόνο και στον τόπο, μέσα στους  οποίους καταθέτει εικόνες, συναισθήματα, και ιδέες, προσπαθώντας να τα μοιραστεί με όσες και όσους έχουν τη θέληση να ακούσουν. Η ποίηση ως άμυνα δεν έχει μόνο προσωπική διάσταση, αλλά αποτελεί και κάλεσμα συνοδοιπορίας στο νοητό και το φαντασιακό, όπου η αναζήτηση νοήματος βίου γίνεται κοινό μέλημα και πράξη συνεπικουρίας απέναντι στις απροσδιόριστες αποφάσεις των Θεών. Κάπου εκεί, ιχνηλατώντας τα περάσματα των Λόγων και των Μορφών, ανακαλύπτει, μισοθαμμένο, ένα κατάλευκο κομμάτι μάρμαρο με μια ιδέα γραφής ξεθωριασμένη από τους χρόνους και τους καιρούς και επιζητά να χαράξει πάνω του νέα σχήματα «απλά ή δαιδαλώδη».[1]

 

ΛάμδαΗ Ποίηση

 

Η Μνήμη αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα θέματα που προσεγγίζει η ποίηση της Μαρίας Βελιζιώτη. Δεν πρόκειται όμως για μια μνήμη στατική που αναμοχλεύει χρόνους και εικόνες παρελθούσες του ήταν! Δεν πρόκειται για μνήμη μια απλής μελαγχολικής έκφρασης, ρομαντικής ενατένισης παρελθόντος, που μπορεί και να μην αντιστοιχεί σε βιωμένες πραγματικότητες.Η ποιητική μνήμη της είναι μια διαδικασία δυναμική που αντιπαραβάλλει στις διατυπώσεις του χθες τις προθέσεις του σήμερα. Διαδικασία που ορίζει έναν χαρακτηριστικό διάλογο ανάμεσα σε πρόσωπα, καταστάσεις και σχέσεις μιας πραγματικότητας που μόνο η αυθόρμητη ανάγκη της επαναφοράς και η ποιητική μνήμη μπορούν  να επανασυνθέσουν στο τώρα και να αναζητήσουν σ ’αυτή την ανασύνθεση, πατήματα απελευθέρωσης της ύπαρξής μας από τη χρονική επαναληπτικότητα.

 

Συναιρέσεις μνήμης[2]

 

Κι όταν γυρίζει το κλειδί της νοσταλγίας στην πόρτα,

σαν ξαφνικά να βρίσκονται μπροστά μας

πρόσωπα χαμένα στο χρόνο, φορώντας λευκά πουκάμισα,

λινά παντελόνια και άσπρους φιόγκους.

Τούτες οι παραστάσεις,

Σαν επιστρέφουμε,

Μας λευτερώνουν.

 

Είναι έντονη αυτή η απελευθερωτική διάσταση στην ποιητική μνήμη της Μαρίας Βελιζιώτη. Ο δυναμισμός της είναι διαποτισμένος από την συνείδηση του σημείου που βρίσκεται ο καθένας από εμάς και από τη δυνατότητά μας να ανασυνθέσουμε έναν εαυτό που δεν λογίζεται ως οντότητα αυτόνομη και ξεχωριστή στο χρόνο, αλλά ως αποτέλεσμα όλων εκείνων που προϋπήρξαν και μας καθόρισαν. «Η Άνοιξη. Εκεί που τελείωνε ο δρόμος» είναι ίσως η ποιητική συλλογή που περιλαμβάνει τις περισσότερες αναφορές στη σημασία και το δυναμισμό αυτής της λέξης, της μνήμης! Ταυτόχρονα είναι εκείνη που περιλαμβάνει τις περισσότερες ποιητικές αναβιώσεις προτροπών απελευθέρωσης από τα δεσμά του Χρόνου. Η μνήμη είναι το μέσον που μας επιτρέπει να συνεχίσουμε την πορεία μας ακόμη κι όταν … ο δρόμος φαίνεται να τελειώνει!

 

Χωροταξία μνήμης[3]

 

Εκεί στο βάθος της μνήμης,

Υπάρχει μια διάχυτη αρμονία

Ρευστών χρωμάτων,

Μια γεωμετρική διάταξη εικόνων.

Τρυφερές αναμνήσεις, εντυπώσεις κύματα,

Βάρκες ελπίδες, επίπονη γνώση

Μαζί με μια μακάρια άγνοια για το αύριο.

Λίγο πιο πέρα, μια φωτιά που καίει:

Όσα μας πλήγωσαν, όσα μας στείλαν

Ζωντανούς στο χείλος του Άδη.

Στη μέση, αγάπες του Αυγούστου

Και λυγμοί του ανυπόμονου Απρίλη,

Έλυτρα σκουρόχρωμα στο σώμα της θύμησης

Λύτρα πολύτιμα για να εξαγοράσουμε τους εαυτούς μας

Από την ομηρία του Χρόνου.

 

Η ποίηση της Μαρίας Βελιζιώτη είναι ένα συνεχές ταξίδι στον κόσμο. Δεν έχει νόημα να αναζητήσεις επιστροφή, ούτε σταθμούς. Κάθε φορά η διήγηση οργανώνει συναντήσεις μεσοπέλαγα, σε βραχονησίδες, κάποτε σε κάποιο μικρό λιμάνι χωρίς συνωστισμούς ώστε να φαίνονται καθαρά τα πρόσωπα και να ακούγονται ξεκάθαρα οι λέξεις. Η στάση γίνεται μόνο για να φορτώσουμε νοήματα, καινούργιες λέξεις, να πάρουμε φρέσκιες ιδέες καθώς ξεκουραζόμαστε σε κάποια αποβάθρα ή πίνουμε ρακόμελο σε κάποιο ταβερνείο του λιμανιού. Θεωρώ πως ορισμένοι άνθρωποι – και σε αυτούς υπολογίζω και τη Μαρία Βελιζιώτη – εκφράζουν μια αυθόρμητη μαεστρία στο παιχνίδι των λέξεων, των ιδεών και των νοημάτων.

Το ταξίδι και ο νόστος αποτελούν δυο λέξεις αγαπημένες για την ποιήτρια και μ’αυτές καταφέρνει να δημιουργεί μια δυναμική κίνηση με πλούσιους προσανατολισμούς. Η αναχώρηση αποκτά πάντα έναν χαρακτήρα διερευνητικό που αναζητά μια νέα σχέση με τα πράγματα και τον κόσμο ακόμη και όταν αυτά προσδιορίζουν πλαίσια αναφοράς πολιτισμικά οικεία. Ήδη με τους «Έφηβους των Αντικυθήρων»[4] ξανοίγεται και πάλι στο μπλε της θάλασσας και τ’ ουρανού, το αγαπημένο Αιγαίο, εκεί όπου αιώνες συναντιούνται κύματα οι πολιτισμικές ευαισθησίες της Μεσογείου. Ολόκληρο αυτό το ταξίδι «μ’ένα σταυρωμένο όνειρο – έτοιμο να αναστηθεί» θα συνεχιστεί στην τρίτη ποιητική της συλλογή[5] με μοναδική διαφορά την έμφαση στη λεπτομέρεια των λόγων που ακούγονται σε κάθε λιμάνι και νησίδα. Λόγοι που αντιπαλεύουν την απλή ομορφιά των εικόνων στα στενοσόκακα της Αστυπάλαιας και της Μήλου, στα κάτασπρα πεζούλια της Τήνου, στις παλαίστρες της Αίγινας, αλλά και πέρα στην πολυτραγουδισμένη Αλεξάνδρεια, στα ηλιοκαμένα μέρη της Αιγύπτου και στις θαυματουργές όχθες του Νείλου:

 

Κι όσο το ταξίδι γινόταν παραβολή

γεμάτο σύμβολα επικά

πανόραμα αφετηρίας της θύελλας στο Αρχιπέλαγος

γεννιούνταν αντιστάσεις ανθρωπιάς

μέσα σε πόλεις καθαρμάτων[6]

……………………………………..

Κι αν έγινε η ζωή μας κάτεργο

κι αν τα βουνά μας στρίμωξαν

μπορείς ακόμα να σταθείς ορθός

αξίζει να ξυπνήσεις την καρδιά σου

εδώ στο Αρχιπέλαγος.[7]

 

Με το συναίσθημα αυτό, επαναφέρεται η ιδέα της επιστροφής. Το ίδιο επιτακτική όσο και η αναχώρηση. Μέρος του ταξιδιού, η επιστροφή θα αποτελέσει μια νέα διαδρομή προς μέρη και πρόσωπα γνωστά για τα οποία, φαινομενικά, δεν νιώθει η ποιήτρια τον ίδιο ενθουσιασμό. Το πνεύμα είναι ανήσυχο για κείνο που θα βρει, για τη διάθεσή του να αναπλάσει τα όσα έζησε μακριά με όσα ξανάβρει στα γνώριμα μέρη. Η ανησυχία μετατρέπεται σε αγωνία για τις κρυφές στιγμές μια επιστροφής που μπορεί να εξελιχθεί σε δράμα με απίστευτη πλοκή. Είναι όμως εντελώς αποφασισμένη να επιστρέψει με κάθε κόστος.

 

Μόλις χαράξει, θα φανεί το αστέρι της Αυγής

και στους μεγάλους βράχους, ο Θυέστης

που ’χε  χαθεί μέρες πολλές στα κύματα

Σωσμένος

Για τις Μυκήνες θα κινήσει.[8]

 

Στην ποιητική μνήμη της Μαρίας Βελιζιώτη ο Νόστος είναι ακατανίκητος. Όσο κι αν η μοίρα είναι απρόσμενη και άγρια, δεν την αποφεύγει. Πολεμάει με κάθε τρόπο τη Λήθη και αναζητά στη μνήμη όλα εκείνα τα διδάγματα των παλαιών καιρών που βρίσκουν δικαίωση στα τωρινά βιώματα. Η ποιήτρια δεν θέλησε ποτέ να σβήσει την δυσανάγνωστη γραφή που βρήκε στο μισοθαμμένο μάρμαρο. Αντίθετα, συνέχισε να χαράζει καινούριες λέξεις για να συνεχίσει το αδιάσπαστο νόημα του Λόγου μέσα στους αιώνες με το δικό της τρόπο. Κι έπειτα, με της ψυχής τα μάτια και τη δύναμη, στέλνει το μάρμαρό της ψηλά, πετούμενο στον μπλε φόντο τ’ ουρανού, όπως οι γλάροι και τα ψαροπούλια που επαναλαμβάνουν τους στίχους για να τους μεταφέρει ο άνεμος παντού.

 

Θυμωμένος ρεμβασμός

 

Πιο πριν λιγότερο

και τώρα πιο πολύ, είναι η θύμηση

σημείο γκρίζο

φώτα υγρά που φέρνουν δάκρυα,

κάτι εικόνες που ρίζωσαν βαθιά

άγριες, με μια πίκρα που σε τρελαίνει.

 

Μες στην σιγή την κουρασμένη,

στις συντροφιές που αποφεύγω,

όλα αναλύονται αργά

σα θυμωμένος ρεμβασμός,

σαν την αγάπη την προδομένη,

σαν πυρετός παράξενος.

 

Δεν την κατόρθωσα τη Λήθη

όσο κι αν πάλεψα

Γερό σκαρί η ανάμνηση

σα σιδερένιο σύρμα στο λαιμό

σαν την κακιά αρρώστια.

 

[1] Σπουδή της πέτρας. Ποιητική Συλλογή Στο Ελάχιστο Μόλις. Άργος, 2017, σ. 15.

[2]Η Άνοιξη, Εκεί που τελείωνε ο δρόμος. 2009. Άργος: Πάραλος, σ. 46.

[3]Η Άνοιξη, Εκεί που τελείωνε ο δρόμος. Ό.π., σ. 38.

[4] Η Άνοιξη…, ό.π., σ. 20.

[5]Στο Ελάχιστο Μόλις. Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη ιστορίας και Πολιτισμού, Άργος, 2017.

[6]Το καλοκαίρι, ό.π., σ.10.

[7]Παράκτια φιλιά. Ό.π., σ. 11.

[8]Θυέστης. Ό.π., σ.44.

Read Full Post »

Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος – Ένας διπλωμάτης στον Μεσοπόλεμο και στο Έπος του᾽40 – Pωξάνη  Δ. Aργυροπούλου


 

Διαβάσαμε και σας προτείνουμε το νέο βιβλίο της κυρίας Pωξάνης Aργυροπούλου, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Καλλιγράφος».

 

Ο Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος (φωτογραφία Δήμου Πατρίδη).

Η Αργεία στην καταγωγή Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου είναι Ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Έχει δημοσιεύσει βιβλία, μελέτες και άρθρα με κύριο άξονα την ιστορία της νεοελληνικής και ευρωπαϊκής φιλοσοφίας από τον δέκατο όγδοο έως τον εικοστό αιώνα με έμφαση στον Διαφωτισμό και το κίνημα του ρομαντισμού. Οι έρευνές της την οδήγησαν επίσης στην κριτική έκδοση ανέκδοτων φιλοσοφικών έργων αυτής της περιόδου.

Συνεχίζοντας το έργο της, αυτή τη φορά μας δίνει ένα ακόμη  βιβλίο της, το οποίο τιτλοφορείται «Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος – Ένας διπλωμάτης στον Μεσοπόλεμο και στο Έπος του ’40», όπου και επιχειρείται η σκιαγράφηση της προσωπικότητας του διπλωμάτη πάτερα της Δημητρίου  Αργυρόπουλου, αυτόπτη μάρτυρα των γεγονότων που συγκλόνισαν την Ελλάδα και γενικότερα την Ευρώπη στα ταραγμένα χρόνια του Μεσοπολέμου.

Το βιβλίο προϊόν και αυτό υποδειγματικής επιστημονικής έρευνας, κάτι  που χαρακτηρίζει τη συγγραφέα, προσφέρει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να σχηματίσει μια ζωντανή και αντικειμενική εικόνα για τη μεσοπολεμική Ελλάδα, για τα γεγονότα και τους πρωταγωνιστές τους, που αποκαλύπτονται στις πλούσιες και ιδιαίτερα διαφωτιστικές υποσημειώσεις του.

 

Στο πρόλογο του βιβλίου σημειώνει η συγγραφέας:  

 

Ολοκληρώνοντας τη σταδιοδρομία τους, αρκετοί διπλωμάτες επιδίδονται στην καταγραφή των προσωπικών τους εμπειριών. Ο πατέρας μου, Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος, αυτόπτης μάρτυρας γεγονότων που συγκλόνισαν την Ελλάδα και γενικότερα την Ευρώπη στα ταραγμένα χρόνια του Μεσοπολέμου, δεν μας άφησε ένα παρόμοιο έργο.

Ωστόσο, στο βιβλίο αυτό επιχειρείται η σκιαγράφηση της προσωπικότητάς του και της μακρόχρονης πορείας του, εντάσσοντας τα βιώματά του εντός της περιρρέουσας ατμόσφαιρας της εποχής με αναφορές σε πρόσωπα και πράγματα που συνδέονται με τη δική του δράση. Μέσα από την αναδρομή αυτή στο παρελθόν, ανασυντίθεται η ατμόσφαιρα στα διαδοχικά περιβάλλοντα στα οποία έζησε, ξεκινώντας από τον τόπο καταγωγής του, το Άργος.

 

Άργος. Το βόρειο τμήμα της πλατείας του Αγίου Πέτρου και η αρχή της Βασ. Κωνσταντίνου.Το πρώτο κτίριο δεξιά κατεδαφίστηκε και παραχώρησε τη θέση του σε πολυκατοικία. Το επόμενο κτίσμα ήταν το ξενοδοχείο «Αγαμέμνων». Αριστερά της οδού, το πρώτο κτίσμα ήταν το γραφικό «Γιαλί Καφενέ», που κατεδαφίστηκε το 1958, για να παραχωρήσει τη θέση του σε άλλη μία πολυκατοικία. (Φώτο του 1939;).

 

Στην ενδιαφέρουσα διαδρομή του βίωσε στο Παρίσι τις έντονες πολιτικές και πολιτιστικές ζυμώσεις της δεκαετίας του ᾽20, στην Κωνσταντινούπολη τα δεινά του μικρασιατικού ελληνισμού και τη συρρίκνωση της ιδεολογίας της Μεγάλης Ιδέας. Ακόμη γνώρισε την ελπιδοφόρο θεμελίωση της Κοινωνίας των Εθνών στη Γενεύη, την ακμή του αιγυπτιακού ελληνισμού, τον τραγικό επίλογο παραδοσιακών εστιών του ελληνισμού στα Βαλκάνια (Αργυρόκαστρο, Άγιοι Σαράντα, Αδριανούπολη, Φιλιππούπολη), την επέλαση ενός απάνθρωπου ολοκληρωτισμού στην Ευρώπη, και, τέλος, την ιταλική επίθεση κατά της χώρας του.

 

«Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος – Ένας διπλωμάτης στον Μεσοπόλεμο και στο Έπος του᾽40»

 

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα περιστατικά της δραστηριότητάς του στην Αλβανία την παραμονή της ιταλικής επίθεσης.  Κάτω από σοβαρές αντιξοότητες, χρημάτισε γενικός πρόξενος στα Τίρανα παρέχοντας μία πραγματική εθνική υπηρεσία. Παρακολουθώντας συνεχώς τις μυστικές κινήσεις Αλβανών και Ιταλών, διαδραμάτισε κομβικό ρόλο τηρώντας ενήμερη την κυβέρνηση μέχρι και της τελευταίας λεπτομέρειας σχετικά με την ημερομηνία της επικείμενης ιταλικής εισβολής και τη σύνθεση και διάταξη των ιταλικών μονάδων κατά μήκος της ελληνοαλβανικής μεθορίου.

Οι πολύτιμες αυτές πληροφορίες υπήρξαν καθοριστικές για την προετοιμασία του ελληνικού στρατού και την έγκαιρη απώθηση του εχθρού σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η σημασία της συμβολής αυτής αμέσως αναγνωρίσθηκε από το Γενικό Επιτελείο Στρατού τον Δεκέμβριο του 1940 με την απονομή του Μεταλλίου Εξαιρέτων Πράξεων.

 

Ο Δημήτριος Αργυρόπουλος στην αλβανική ύπαιθρο.

 

Κατά τα κατοχικά χρόνια παραιτήθηκε από την ενεργό δράση και παρέμεινε στην Αθήνα. Προήχθη τον Ιούνιο του 1944 σε διευθυντή Α´ από την εξόριστη κυβέρνηση εθνικής ενότητας Γεωργίου Παπανδρέου στο Κάιρο, ενώ το 1945 σε πρεσβευτή. Μετά την Απελευθέρωση διετέλεσε διευθυντής του διπλωματικού γραφείου του υπουργού Εξωτερικών και έλαβε μέρος στην Α´ Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στο Λονδίνο. Υπήρξε πρέσβης στο Ρίο Ιανέιρο και στη Βέρνη.

 

Με την ομάδα του Λυκείου των Ελληνίδων στο Αμβούργο το 1936.

 

Παρόλη την πολιτική αστάθεια και το ακραίο κλίμα που χαρακτηρίζουν τη μεσοπολεμική ελληνική κοινωνία, ο Δημήτριος Αργυρόπουλος υπήρξε ένθερμος θιασώτης της πολιτικής του Ελευθερίου Βενιζέλου. Γαλουχήθηκε με την προοπτική του μεγαλοϊδεατικού οράματος, έχοντας βαθειά επίγνωση των δυσκολιών του ελληνικού κράτους να ανταποκριθεί σε αυτό.

Ιδιαίτερη σημασία προσέδιδε στα επίμαχα θέματα που πήγαζαν από τις περιπεπλεγμένες σχέσεις των αναδυομένων βαλκανικών κρατών, με επίκεντρο το ακανθώδες θέμα των μειονοτήτων και την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών. Είχε βαθύτατη συναίσθηση της συμμετοχής του σε ιστορικής σημασίας γεγονότα και η αίσθηση της Ιστορίας, που γνώριζε να μεταλαμπαδεύει ως εμπειρία και ως πνευματική ενασχόληση, είχε κεντρίσει την παιδική μου περιέργεια για τον Μεσοπόλεμο και τον Πόλεμο του ’40. Οι προσωπικές του αφηγήσεις με βοήθησαν να αποκτήσω μία πρώτη εικόνα της κρίσιμης αυτής εποχής με τις περίπλοκες ιδεολογικές ζυμώσεις και τις εθνικιστικές συγκρούσεις.

Επίσης έναυσμα στην προσπάθεια μου αυτή αποτέλεσε ένα ιδιόχειρό του κείμενο με τίτλο «28η Οκτωβρίου 1940. Ἀναμνήσεις ἡρωϊκῆς ἐποχῆς». Το κείμενο αυτό, που παρατίθεται στο Παράρτημα του βιβλίου, καλύπτει την διαμονή του στην Αλβανία το 1925 και το χρονικό διάστημα 1939-1940· αποτελεί κεφάλαιο ενός βιβλίου που είχε προγραμματίσει σχετικά με τις ελληνοαλβανικές σχέσεις. Οι προφορικές του εξιστορήσεις και τα έγγραφα που σώζονται στο ιδιωτικό του αρχείο εμπλουτίζονται από τεκμηριωμένη έρευνα. Πλαισιώνονται από απομνημονεύματα, ημερολόγια, αφηγήσεις, μονογραφίες, άρθρα και ανέκδοτο φωτογραφικό υλικό προερχόμενο κυρίως από το αρχείο του, καθόσον η φωτογραφία από νωρίς τράβηξε την προσοχή του.

 

Η υπηρεσιακή ταυτότητα του Δημ. Αργυροπούλου στην ΚτΕ.

 

Τον Δημήτριο Αργυρόπουλο διέκρινε θάρρος στις πεποιθήσεις του και σταθερή αφοσίωση στους ελεύθερους θεσμούς. Από τις θέσεις οι οποίες του ανατέθηκαν, εργάσθηκε με αυταπάρνηση, αποφασιστικότητα, αξιοπρέπεια και αξιομνημόνευτη παρρησία ακολουθώντας τις επιταγές του εθνικού συμφέροντος. Τα διάφορα παιχνίδια εξουσίας ουσιαστικά δεν τον ενδιέφεραν. Ανυστερόβουλος, υπερασπιζόταν με ειλικρίνεια τις απόψεις του, πολλές φορές με προσωπικό κόστος. Προκειμένου ν’ αποφεύγεται η διαιώνιση των εθνικών ζητημάτων με μόνη λύση, όπως έλεγε, να παραπέμπονται στις καλένδες, συνειδητή του επιδίωξη συνιστούσε η πραγμάτωση αντιλήψεων ρεαλιστικών με γνώμονα το εφικτό.

Πρόκρινε πάντοτε τη μετριοπάθεια και για την καλύτερη αντίληψη της συνθετότητας των προβλημάτων, έδειχνε κατανόηση για τη θέση του άλλου, «οφείλουμε να ακούμε και τις δύο πλευρές», έλεγε συχνά.

Άνθρωπος γενναιόδωρος αγαπούσε τη ζωή και ήξερε να την ομορφαίνει. H προοπτική να γνωρίσει καινούργιους τόπους του φαινόταν ιδιαίτερα ελκυστική. Ακαταπόνητος ταξιδιώτης, χαριτολογώντας είχε κάποτε πει, πως οι διπλωμάτες οφείλουν να έχουν έτοιμες τις αποσκευές τους για μια καινούργια αναχώρηση. Έφυγε από κοντά μας για το τελευταίο του ταξίδι την Τρίτη 1η Φεβρουαρίου 1972 στην Αθήνα στα ογδόντα του χρόνια. Όσοι ευτύχησαν να γνωρίσουν αυτόν τον ξεχωριστό άνθρωπο εμπνέονται από το παράδειγμά του και με απέραντη ευγνωμοσύνη αναπολούν τη φυσιογνωμία του.

 

Δημήτριος  Αργυρόπουλος

 

O Δημήτριος  Αργυρόπουλος γεννήθηκε στο Άργος το 1892 και έζησε εδώ τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Ήταν το τελευταίο από τα παιδιά του Παναγιώτη Βασιλείου Αργυρόπουλου, ενός εύπορου εμπόρου σιτηρών και κτηματία με καταγωγή από τη Τρίπολη, και της Αργείας συζύγου του Ελένης, το γένος Γκότση. H πατρική του κατοικία βρισκόταν στο κέντρο της πόλης, σε έναν παράδρομο της οδού Κορίνθου κοντά στην κεντρική πλατεία του Αγίου Πέτρου.

Στο αγρόκτημά τους στον δημόσιο δρόμο προς τους Μύλους καλλιεργείτο κυρίως η σταφίδα, η παραγωγή και η διακίνηση της οποίας έπαιζε κυρίαρχο ρόλο στην τοπική κοινωνία από τον καιρό της βενετικής κυριαρχίας. Ξεχωριστή θέση κρατούσε στις παιδικές του αναμνήσεις η γιορτή του τρύγου που γινόταν κάθε Σεπτέμβρη. Ωστόσο, το αγρόκτημα αυτό κατέληξε στην εκποίησή του, που συνδέεται με το σταφιδικό ζήτημα στην Πελοπόννησο το 1910, όταν η σταφιδοπαραγωγή βρισκόταν εκτεθειμένη σε κινδύνους ποικίλης φύσεως.

Τα παιδικά του χρόνια σημαδεύτηκαν από την απώλεια του πατέρα του. Ο Παναγιώτης Αργυρόπουλος ανήκε στους πολίτες του Άργους που μερίμνησαν για την ανάπτυξη του τόπου. Συγκαταλεγόταν στα ιδρυτικά μέλη του Συλλόγου «Ο Δαναός» που ιδρύθηκε το 1894 με στόχο την ηθική μόρφωση του λαού. Η ιδέα αυτή άρχισε να υλοποιείται με πρωτοβουλία του σχολάρχη Άργους ιερέα Χρήστου Παπαοικονόμου, όταν εκατό κάτοικοι της πόλης «εκ των καλλιτέρων» διακρινόμενοι «εν τοις γράμμασι, τας επιστήμαις, τη βιομηχανία και τω εμπόριο», προσυπογράφουν ιδρυτικό σχέδιο καλώντας τους Αργείους να συμμετάσχουν στις εργασίες για την σύσταση του.

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Ανάδοχος του μικρού Δημητρίου, στον οποίο έδωσε το δικό του όνομα, ήταν ο διακεκριμένος νομικός και λογοτέχνης Δημήτριος Βαρδουνιώτης, προσωπικός φίλος του πατέρα του, εκδότης εφημερίδων και ακάματος μελετητής της αργειακής ιστορίας. Η μορφή του δέσποζε στην πνευματική ζωή της πόλης και ήταν τόσο ταυτισμένη με το Άργος, ώστε ο Δημήτριος Καμπούρογλου, πρόεδρος της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας στην Αθήνα, έλεγε ότι ο Βαρδουνιώτης υπενθυμίζει το Άργος και το Άργος τον Βαρδουνιώτη.

Από εκείνα που θυμόταν ο Αργυρόπουλος από την παιδική του ηλικία ήταν η Πύλη της Ξηράς στο Ναύπλιο. Ακόμη ζωηρή εντύπωση του είχε προκαλέσει η φυσιογνωμία ενός μελαγχολικού άνδρα που μόνος του περιπλανιόταν στους δρόμους του Άργους. Ήταν ο Εμμανουήλ Καλλέργης, γιός του στρατηγού Δημητρίου Καλλέργη και της όμορφης Σοφίας Ρέντη.

Ο άλλοτε λαμπρός αυτός αξιωματικός με σπουδές στην περίφημη στρατιωτική σχολή του Σαιν-Σιρ (Saint-Cyr), ευγενικός πάντοτε και προσηνής, έμενε στο πατρικό του αρχοντικό, ένα νεοκλασικό καποδιστριακό κτήριο που έχει σήμερα μετατραπεί στο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης.

 

Η Αναστασία και ο Χαρίλαος Β. Μαυράκης – (Aρχείο Ελένης Ε. Μουσταΐρα).

 

Τα διαστήματα που παρέμενε στην Αθήνα, επισκεπτόταν στη γενέτειρά του την κατά δώδεκα έτη μεγαλύτερή του αγαπημένη αδελφή Αναστασία, σύζυγο του βιομηχάνου Χαριλάου Μαυράκη και τα πέντε τους παιδιά: την Αννίκα η οποία παρέμεινε πολλά χρόνια στο Chicago με τον σύζυγό της Γεώργιο Ντούλα, καθηγητή της γεωπονίας, τον Βασίλη, νυμφευμένο με την Ευγενία Χαραλαμποπούλου, που συνέχισε με επιτυχία τις οικογενειακές επιχειρήσεις, τη Λέλα Θεοδώρου – Παπαδημητρίου, ευπροσήγορη οικοδέσποινα στο ωραίο της κτήμα έξω από το Ναύπλιο, τον Πάνο που σπούδασε νομικά και συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση, βρίσκοντας το 1944 τραγικό θάνατο, και τη Μαρία Ευαγγέλου Μουσταΐρα, δραστήρια πρόεδρο του Λυκείου Ελληνίδων Άργους.

 

Ο Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος στον βράχο της Ακρόπολης με τον Πάνο, τη Λέλα και τη Μαρία Μαυράκη.

 

Όταν συνταξιοδοτήθηκε, παρακολουθούσε τη ζωή της ιδιαίτερης πατρίδας του και έδειχνε πάντοτε ενδιαφέρον για τις νυκτερινές σχολές του «Δαναού», στον οποίο δωρήθηκαν βιβλία από τη βιβλιοθήκη του. Ψήφιζε εκεί με τη σύζυγό του και αρθρογραφούσε στο «Αργειακόν Βήμα». Διατήρησε επαφή με παλαιούς Αργείους, όπως τον εκπαιδευτικό και ιστοριοδίφη Τάσο Τσακόπουλο, τον έμπορο και λογοτέχνη Σπύρο Παναγιωτόπουλο, τον Δημήτριο Φικιώτη, γενικό διευθυντή στο Υπουργείο Κοινωνικής Προνοίας, γιό του δικηγόρου, βουλευτή και προέδρου του «Δαναού» Αγαμέμνονα Φικιώτη.

Μετά τη μαθητεία του στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση στο Άργος, στο Ναύπλιο και στην Αθήνα όπου πάντοτε αρίστευε, ο Δημ. Αργυρόπουλος σπούδασε με υποτροφία στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Για να ικανοποιήσει την καλλιτεχνική του κλίση εγγράφεται παράλληλα στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου εξοικειώνεται με το έργο αξιόλογων ζωγράφων που δίδασκαν στη Σχολή, όπως είναι ο Σπύρος Βικάτος, ο Δημήτριος Γερανιώτης, ο Γεώργιος Ροϊλός και ο Γεώργιος Ιακωβίδης καθώς και γενικότερα με την ελληνική καλλιτεχνική κίνηση, την οποία, έκτοτε, δεν έπαυσε με ενδιαφέρον να παρακολουθεί.

 

Η σύζυγος του Δημητρίου Αργυρόπουλου, Μυρώ Μιχ. Παλαιολόγου με παραδοσιακή ελληνική φορεσιά. Γυναίκα σπάνιας ομορφιάς, εξελέγη Μις Αθήναι το 1932.

 

Nεώτατος επιδόθηκε στη δημοσιογραφία και, προετοιμαζόμενος για τις εξετάσεις  του Υπουργείου των Εξωτερικών, υπήρξε συντάκτης της εφημερίδας «Εστία» των Αθηνών, που ανήκε τότε στη βενιζελική παράταξη.

Εισάγεται το 1918 στο Υπουργείο Εξωτερικών. Λόγω της διπλωματικής ιδιότητάς του, η ζωή του χαρακτηριζόταν από συνεχείς μετακινήσεις, γνώρισε τον ελληνισμό της διασποράς στην ακμή του αλλά και στις τελευταίες του αναλαμπές.

Νέτα την αποκατάσταση των ελληνοαλβανικών σχέσεων στάλθηκε το 1925 στην Αλβανία για την εγκατάσταση των ελληνικών Προξενείων στο Αργυρόκαστρο και  Αγίους Σαράντα και τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους απετέλεσε μέλος της μόνιμης ελληνικής αντιπροσωπείας στη Κοινωνία των Εθνών στη Γενεύη.

Τοποθετείται μέλος της Υπάτης Αρμοστείας στη Κωνσταντινούπολη,  γραμματέας πρεσβείας στο Παρίσι, στη Βέρνη, υποπρόξενος στη Λυών, στη Μασσαλία, πρόξενος στην Αδριανούπολη, στη Φιλιππούπολη, στην Αλεξάνδρεια, στο Ζαγαζίκ, στο Πορτ-Σάϊδ της Αιγύπτου,  γενικός πρόξενος στο Αμβούργο και σύμβουλος πρεσβείας στη Βαρσοβία.

Toν Σεπτέμβριο 1939,  αναλαμβάνει καθήκοντα  γενικού προξένου στα Τίρανα  όπου παρέμεινε  έως  τις 4 Νοεμβρίου 1940, μιαν εβδομάδα μετά τη κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στα Τίρανα, ο Δημήτριος Αργυρόπουλος, με κίνδυνο της ζωής του, είχε αναπτύξει ένα δίκτυο συλλογής πληροφοριών τηρώντας ενήμερη την ελληνική Κυβέρνηση  μέχρι και της τελευταίας λεπτομέρειας για την επικείμενη εισβολή της φασιστικής Ιταλίας, με αποτέλεσμα η ημερομηνία της επίθεσης κατά της Ελλάδος να ήταν ήδη γνωστή. Για τη δράση του αυτή τιμήθηκε στις 31 Μαρτίου 1945, όταν υπουργός Στρατιωτικών ήταν ο Νικόλαος Πλαστήρας, με το Μετάλλειο Εξαιρέτων Πράξεων «διά τας πολυτίμους υπηρεσίας ας προσέφερεν εις την πατρίδα».

Κατά το διάστημα της ιταλικής και γερμανικής κατοχής παραιτείται από το Υπουργείο Εξωτερικών, στο οποίο ανακλήθηκε το 1944. Το 1945, προάγεται σε πρέσβη και το 1946, συμμετείχε στη πρώτη συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) στο Λονδίνο. Την ίδια χρόνια διορίζεται πρέσβης της Ελλάδος στο Ρίο Ιανέιρο, όπου παρέμεινε ως το 1951.

 

Οικογενειακές στιγμές στην Petropolis. Με τη σύζυγό του Μυρώ Παλαιολόγου και την κόρη τους Ρωξάνη.

 

Ως Διευθυντής υποθέσεων Εκκλησιών και Απόδημου Ελληνισμού στο Υπουργείο Εξωτερικών συμμετέχει το 1953 στις διαπραγματεύσεις με την ιταλική κυβέρνηση για την  ίδρυση του Ελληνικού Ινστιτούτου Bυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας.

Tο 1954, τοποθετείται πρέσβης στη Βέρνη. Τον Ιούλιο του 1955 μετέχει της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Πρώτη Διεθνή Διάσκεψη για τις ειρηνικές εφαρμογές της ατομικής ενέργειας που οργάνωσε στη Γενεύη ο διάσημος νομπελίστας φυσικός Νιλς Μπορ (Ν. Bohr).

 

Ο Δημήτριος Αργυρόπουλος με την σύζυγό του Μυρώ στον κήπο της Πρεσβείας στη Βέρνη το 1955.

 

Τιμήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του τάγματος του Φοίνικος, με τους Μεγαλόσταυρους Βραζιλίας και Αιθιοπίας,  με τον ανώτερο ταξιάρχη Ιταλίας, καθώς και με άλλα παράσημα. Έφερε τον τίτλο του πρέσβη επί τιμή.

Πέθανε στην Αθήνα το 1972. Ήταν παντρεμένος από το 1941 με τη Μυρώ  Παλαιολόγου, κόρη τους είναι η συγγραφέας του βιβλίου που παρουσιάσαμε,  Ρωξάνη Αργυροπούλου, ιστορικός και ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών  του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.

 

«Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος – Ένας διπλωμάτης

στον Μεσοπόλεμο και στο Έπος του᾽40»

 Pωξάνη  Δ. Aργυροπούλου

Αθήνα, εκδόσεις «Καλλιγράφος», 2020
Σελίδες: 216, με α/μ εικόνες
Διαστάσεις: 17 x 24 εκ.
ISBN: 978-960-9568-73-9

 

Τάσος Τσάγκος

Γενικός Γραμματέας Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »