Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βιογραφίες’

Γκότσης Κωνσταντίνος


 

Κώστας Γκότσης

Κώστας Γκότσης

Ο Κωνσταντίνος Γκότσης (δικηγόρος-ιστορικός), γεννήθηκε το 1957 στην Πρόσυμνα Αργολίδας. Σπούδασε νομικά στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Κατά τα έτη 1982-1983 παρακολούθησε στο Πανεπιστήμιο PARIS I (Σορβόννη) μεταπτυχιακές σπουδές στην ιστορία και  κατά το διάστημα 1983-1987 εκπόνησε διδακτορική διατριβή, στο ίδιο Πανεπιστήμιο, με θέμα: «Αντιλήψεις για το ανθρώπινο σώμα στην “παραδοσιακή” ελληνική κοινωνία: δημοτικά τραγούδια, παροιμίες, τελετουργίες».

Δίδαξε στο Τ.Ε.Ι. της Αθήνας (Τμήμα Διοίκησης Μονάδων Υγείας και Πρόνοιας) από το 1998 μέχρι το 2008, στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, (Τμήμα Διαχείρισης Πολιτισμικού Περιβάλλοντος και Νέων Τεχνολογιών) το έτος 2004 και στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (Ε.Α.Π.), στο τμήμα Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό, από το 2005 μέχρι το 2014. Ασκεί δικηγορία στο Ναύπλιο από το 1990 μέχρι σήμερα.  Έχει γράψει πολλά άρθρα για εφημερίδες και περιοδικά. Στα πανεπιστημιακά του χρόνια έγραφε στα περιοδικά  «Νομικός Διάλογος», «Προοπτική», και στον «Σχολιαστή».

Έχει γράψει το «Δημοτικά τραγούδια: μελέτες, σχόλια» , εκδόσεις Opportuna, Πάτρα, 2014.

Στο βιβλίο με αφορμή το θέμα του «κάστρου της Ωριάς» τίθεται προς συζήτηση η μεθοδολογία προσέγγισης των δημοτικών τραγουδιών και τα «αδιέξοδα» της πάση θυσία αναζήτησης ιστορικών γεγονότων σ’ αυτά. Προσεγγίζεται επίσης το ανθρώπινο σώμα στα κλέφτικα τραγούδια, όπου παρουσιάζεται πρωτίστως ως αρματωμένο σώμα, που «μάχεται» αλλά και προβάλλεται ως τέτοιο.

Μέσα από τρεις μελέτες, για τον Μιχαήλ Λελέκο, τον Νικόλαο Πολίτη και τον θρύλο Πάτρη, οι οποίες καλύπτουν έναν περίπου αιώνα (από το 1852 έως το 1939), ερευνάται το δημοτικό τραγούδι στο ιστορικό πλαίσιο στο οποίο καταγράφεται-συλλέγεται και εκδίδεται.

Η διαδικασία αυτή, της καταγραφής, συλλογής και έκδοσης των δημοτικών τραγουδιών, δεν αποτελεί μία «ουδέτερη» επιστημονική εργασία αλλά τελεί υπό την «εξάρτηση» θεσμών, όπως το Πανεπιστήμιο και τα αρμόδια Υπουργεία, λόγω της μεγάλης σημασίας την οποία κατέχει το τραγούδι στη συγκρότηση, μεταξύ των άλλων, των αντιλήψεων για το νεοελληνικό έθνος και τη συνέχειά του στον χρόνο. Ειδικότερα, στη μελέτη για τον Ν. Πολίτη ερευνάται ο τρόπος με τον οποίον αυτός κατάρτισε τη δική του συλλογή δημοτικών τραγουδιών και η μεθοδολογία και τα κριτήρια με τα οποία τα «αποκατάστησε». Η συλλογή ολοκληρώνεται με μία μελέτη για τη σχέση του δημοτικού τραγουδιού με τα ιστορικά γεγονότα της Επανάστασης του ’21, ενώ προσεγγίζονται οι απόψεις των Ν. Πολίτη, Σπ. Λάμπρου και Δ. Πατσόπουλου για την «κατάσταση των πραγμάτων» στη Μακεδονία και τον ορισμό του έθνους.

Έχει συμμετάσχει στα παρακάτω συλλογικά έργα:

  •  «Υγεία, ασθένεια και κοινωνικός δεσμός», εκδόσεις Opportuna, Πάτρα, 2011.
  • «Οικογένεια και νέες μορφές γονεϊκότητας», εκδόσεις Opportuna, Πάτρα, 2009.

Συνέντευξη του Κωνσταντίνου Γκότση στην φοιτήτρια Κουτρουφίνη Δήμητρα, Σχολή Καλών Τεχνών, Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, με τίτλο «Η Περσεφόνη διδάσκει…ιστορία»: Η Περσεφόνη διδάσκει…ιστορία

Read Full Post »

Μάλλωσης Ηρ. Ιωάννης (1890-1949)


 

Ιωάννης Ηρ. Μάλλωσης (1890-1949)

Ο συγγραφέας, ιστορικός και βουλευτής Ιωάννης Μάλλωσης γεννήθηκε στην Ερμιόνη το 1890 και στο χρονικό διάστημα που ακολούθησε μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους διορίστηκε Διευθυντής του Γραφείου Τύπου Θεσσαλονίκης, ενώ στη συνέ­χεια εργάστηκε ως υποδιοικητής των επαρχιών Κιλκίς και Έδεσσας.

Το 1917, με τα δραματικά γεγονότα του Εθνικού Διχασμού, εξορίζεται μαζί με τους Κωνσταντίνο Έσλιν, Ιωάννη Μεταξά, Δημήτριο Γούναρη, Βίκτωρα Δούσμανη, Ίωνα Δραγούμη, Σπυρίδωνα Μερκούρη, Γεώργιο Πεσμαζόγλου, Ιωάννη Σαγιά στο Αιάκειο της Κορσικής.

Διετέλεσε Γραμματέας του Δημητρίου Γούναρη και το 1921 τοποθετήθηκε Διευθυντής των Γραφείων της Βουλής μέχρι το Σεπτέμβριο του 1922. Από το 1924 μέχρι το 1928 εξέδιδε την εβδομαδιαία Πολιτική Επιθεώρηση «Νέα Εποχή».

Στις εκλογές 1932, 1933 και 1935 πολιτεύθηκε στην εκλογική περιφέρεια της ιδιαίτερης πατρίδας του και εκλέχτηκε Βουλευτής Ερμιονίδας. Το Μάιο του 1946 ανέλαβε τη διεύθυνση του Γραφείου Προσωπικού της Βουλής.

Από το συγγραφικό έργο του διακρίνουμε τη δίτομη πολιτική ιστορία του Δημητρίου Γούναρη, τόμος Α΄: 1902-1920, (δεν εκδόθηκε άλλος τόμος), Έκδοση της πολιτικής επιθεωρήσεως «Νέα Εποχή», 1926, το έργο «Μάρτυρες» για τον Κ. Έσλιν και τον Ίωνα Δραγούμη, το «Ο Ίων Δραγούμης εξόριστος» και το έργο «Η εν Ερμιόνη Γ΄ Εθνοσυνέλευση», Αθήνα, 1930.

 

Πηγές


 

  • Εγκυκλοπαίδεια, «Πάπυρος Λαρούς, Γενική Παγκόσμιος Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 9ος,  Εκδόσεις «Επιστημονική Εταιρεία των Ελληνικών Γραμμάτων Πάπυρος», Αθήνα, 1964.
  • Μάλλωσης Ιωάννης, «Η εν Ερμιόνη Γ΄ Εθνοσυνέλευση», Επανέκδοση Δήμος Ερμιόνης, Αθήνα, 2007.

Read Full Post »

Σαρρής Γιάννης (Δραγώνας)


 

Γιάννης Σαρρής

Γιάννης Σαρρής

Ο Γιάννης Σαρρής γεννήθηκε στο Λυγουριό Αργολίδας το 1946 και ασχολείται με το εμπόριο έτοιμων ενδυμάτων και τη βιολογική καλλιέργεια της ελιάς, ενώ τον ελεύθερο χρόνο του καταπιάνεται  με την ιστορική έρευνα και τη συγγραφή. Το 1965, σε νεαρή ηλικία, όταν για δέκα χρόνια ζούσε στην Αθήνα, ένα διήγημά του κερδίζει στο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού «Πρώτον» και δημοσιεύεται σ’ αυτό.

Οξυδερκής και ανήσυχος πρωτοστάτησε το 1974, στην ίδρυση του πολιτιστικού συλλόγου  «Ο Καββαδίας», συλλόγου ιδιαίτερα δραστήριου, που συνέβαλλε στην πολιτιστική ζωή και ταυτότητα του Λυγουριού και αποτέλεσε πόλο έλξης των νέων. Η δανειστική βιβλιοθήκη, τα θεατρικά δρώμενα, οι πολυάριθμες εκδηλώσεις ήταν αναμφίβολα καθοριστικής σημασίας για τους κατοίκους του χωριού και ιδιαίτερα για τη νεολαία, αφού  ενέπνευσε την αγάπη για τη λογοτεχνία, το θέατρο, την ποίηση και μεταλαμπάδευσε τα ιδανικά της ισότιμης συνεργασίας και της ενεργής συμμετοχής στα κοινά, εφόδια απαραίτητα για την ανάπτυξη της συνείδησης του ενεργού πολίτη. Διετέλεσε ενεργό μέλος μέχρι το 2000. Πρόεδρος του συλλόγου υπήρξε από το 1975 έως το 1981, το 1984 και το 1992.

Εκδότης της εφημερίδας «Εδώ Λυγουριό» για είκοσι χρόνια κατέγραφε την οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου. Η εφημερίδα εκδόθηκε τον Απρίλιο του 1987 με τη βοήθεια του  Γιάννη Ρηγόπουλου και του αρχιτέκτονα Κ. Ξυπολιά.

Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’80  διηγήματά του δημοσιεύονται στο λογοτεχνικό περιοδικό «Ελλέβορος», που εκδίδεται στο Άργος από τον ποιητή Γιάννη Ρηγόπουλο. Παράλληλα συνεργάζεται με την εφημερίδα «Αναγέννηση», η οποία κυκλοφορεί σε όλη την Αργολίδα, ως ανταποκριτής από το Λυγουριό.

Ασχολήθηκε ενεργά με τα κοινά, εκτίοντας δύο θητείες στο Κοινοτικό Συμβούλιο Λυγουριού (1978-1982) και στο Δημοτικό Συμβούλιο Ασκληπιείου (1994-98). Το 1992 ήταν ο εμπνευστής και συνιδρυτής (μαζί με την Κοινότητα και το κέντρο υγείας Λυγουριού) της «Τράπεζας Αίματος Λυγουριού».

Το 1993 το θεατρικό του έργο «Ο Μπρούκλης» ανέβηκε από το θεατρικό τμήμα του πολιτιστικού συλλόγου «Ο Καββαδίας» σε σκηνοθεσία του Χρήστου Τσιλογιάννη. Το Μάιο του 2003  του απονεμήθηκε Έπαινος για το διήγημά του «Το χτύπημα του πηγαδιού» από την τριπολιτσιώτικη εφημερίδα «Οδός Αρκαδίας», και δημοσιεύτηκε στην ίδια εφημερίδα. Το 2007 εκδίδει τη συλλογή διηγημάτων «Στ’ Ανάπλι και στο Λυγουριό». 

Το 2007 έλαβε τιμητική διάκριση για τα είκοσι χρόνια έκδοσης της εφημερίδας «Εδώ Λυγουριό» και την προσφορά της στην Αργολίδα. Επίσης την ίδια χρονιά διακρίθηκε με Έπαινο στους Πανελλήνιους Διαγωνισμούς Διηγήματος του βιβλιοπωλείου «ΙΑΝΟΣ» όπου και δημοσιεύτηκε το διήγημά του «Το χτύπημα του πηγαδιού». Το 2014 εκδίδουν μαζί με τους Νίκο Καλαματιανό και Βασίλη Μπιμπή την τοπική ιστορική έρευνα  «Λυγουριού Ενορίες 1701-2013». Τέλος το 2014 εκδίδει την δραματική εξιστόρηση του χρονικού της απάνθρωπης εκτέλεσης από τους Γερμανούς του Λυγουριάτη Χρήστου Κ. Αίσωπου με τίτλο: «Χρήστος Κων. Αίσωπος ή Τζίτζης».

 

Πηγή


  • «Συνέντευξη με το συγγραφέα Γιάννη Σαρρή», Κωνσταντίνα Μάρα – Φοιτήτρια.  Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Σχολή Καλών Τεχνών – Τμήμα Θεατρικών Σπουδών.

Read Full Post »

Ο Καρούζος μας εμπνέει


 

Νίκος Καρούζος

Νίκος Καρούζος

Το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών Ελλάδος του Πανεπιστημίου Harvard, σε συνεργασία με τον Προοδευτικό Σύλλογο Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», στο πλαίσιο του 1ου Πανελληνίου Συμποσίου «Αργολίδα, ο τόπος της συν-γραφής» διοργανώνουν εκδήλωση εις μνήμην του ποιητή Νίκου Καρούζου, «Ο Καρούζος μας εμπνέει», την  Τρίτη, 12 Απριλίου 2016, και ώρα 6.30 μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών Ελλάδος  του Πανεπιστημίου Harvard, Πλατεία Φιλελλήνων στο Ναύπλιο.

 

Εισηγήσεις:

  • «Ο Νίκος Καρούζος όπως τον γνώρισα», Στρατής Χαβιαράς, Συγγραφέας.
  • «Η Καθημερινότητα και απογοήτευση ως αίσθηση: μια μελέτη του έργου του Νίκου Καρούζου», Fernanda Lemos de Lima, Καθηγήτρια Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας, Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Ρίο ντε Τζανέιρο, Βραζιλία.
  • «Η αγωνία και η απόγνωση: μια αισθητική της πτώχευσης στο έργο του Νίκου Καρούζου», Luciana Póvoa de Almeida Silva, Καθηγήτρια του ελεύθερου προγράμματος Νέων Ελληνικών Σπουδών, Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Ρίο ντε Τζανέιρο, Βραζιλία.
  • «Η Ελλάδα και οι Έλληνες στην ποίηση του Νίκου Καρούζου, με επίκεντρο την Αττική και την Αργολίδα»,  Δώρα Μέντη, Δρ Νεοελληνικής Φιλολογίας, Διδάσκουσα Νεοελληνικής Φιλολογίας, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Καθηγήτρια Μέσης Εκπαίδευσης.
  • «Ο Καρούζος ως άνθρωπος», Άρης Βετούλης, Ιατρός
  • «O ποιητής Νίκος Καρούζος και η δυσημερία του στήθους», Γιώργος Πατρινιός, Ποιητής.

Προβολή αφιερώματος στο Νίκο Καρούζο, εκπομπή Μονόγραμμα αφιερωμένη στο Νίκο Καρούζο (Αρχεία της ΕΡΤ).

Παράλληλη έκθεση (έως τα τέλη Ιουνίου) με τα ζωγραφικά έργα και χειρόγραφα του Νίκου Καρούζου (ιδιωτική συλλογή Γεωργίου και Χριστίνας Ξένου) στις Αίθουσες της Δημοτικής Πινακοθήκης του Βουλευτικού Ναυπλίου.

 

Ο Νίκος Καρούζος όπως τον γνώρισα

Στρατής Χαβιαράς, Συγγραφέας

Περίληψη:

Ο Στρατής Χαβιαράς θα ανατρέξει τη γνωριμία και τη φιλία του με τον ποιητή Νίκο Δ. Καρούζο στις δεκαετίες 1950 και 1960 στο πλαίσιο των λογοτεχνικών ομάδων στο καφέ του Λουμίδη (Πατάρι), τότε Σταδίου 32. Θα αναφερθεί στις λογοτεχνικές προσωπικότητες που σύχναζαν εκεί, τις φιλίες, τις έριδες, την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα τριών γενεών δημιουργών, εστιάζοντας στην ποίηση και την προσωπικότητα του Νίκου Καρούζου.  Ο Χαβιαράς θα ολοκληρώσει την ομιλία του εστιάζοντας στην αλληλογραφία του με τον ποιητή και τις μεταφράσεις έργων του στην αγγλική γλώσσα, την απαγγελία τους στο WILD Radio Boston, στο εβδομαδιαίο πρόγραμμα The Voice of Greece, καθώς και τη δημοσίευσή τους στο λογοτεχνικό περιοδικό Arion’s Dolphin

Σύντομο Βιογραφικό Σημείωμα:

Ο Στρατής Χαβιαράς είναι συγγραφέας, γεννήθηκε στη Νέα Κίο Αργολίδας, και μετανάστευσε στις ΗΠΑ όπου σπούδασε ιστορία, λογοτεχνία, δημιουργική γραφή και μετάφραση. Εργάστηκε στο Harvard, σε διάφορες θέσεις στις βιβλιοθήκες και διορίστηκε διευθυντής της αίθουσας σύγχρονης ποίησης Woodberry και της βιβλιοθήκης Farnsworth. Έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές στα ελληνικά και στα αγγλικά και τα μυθιστορήματα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες ίδρυσε και διηύθυνε την έκδοση του περιοδικού ποίησης Arion’s Dolphin και το λογοτεχνικό περιοδικό Harvard Review. Έχει διδάξει συγγραφή μυθιστορήματος στο Harvard, την τέχνη του γραπτού λόγου στο ΕΚΕΜΕΛ και στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου στην Αθήνα. Είναι ενεργό μέλος του Συλλόγου Αμερικανών Συγγραφέων και της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων.


Η Καθημερινότητα και απογοήτευση ως αίσθηση: μια μελέτη του έργου του Νίκου Καρούζου

Fernanda Lemos de Lima

Περίληψη:

Ο στόχος μου σε αυτή την ανακοίνωση είναι να διερευνήσω την καθημερινότητα ως σημαντικό θέμα στην ποίηση του Νίκου Καρούζου. Το θέμα αυτό εκφράζεται στις αντίθεσεις των συναισθημάτων μπροστά σε αυτό που κερδίζουμε και χάνουμε εξαιτίας της ταχύτητας της νεωτερικότητας της ζωής και του κενού νόηματός της. Ακόμα κι αν υπάρχει η ελπίδα σε κάποια ποιήματα, αυτή συχνά χάνεται για την ποιητική φωνή του Καρούζου. Η ποιητική αυτή φωνή εκδηλώνεται μέσα από την αίσθηση της καθημερινότητας  στην εποχή της νεωτερικότητας. Με τη βοήθεια των θεωριών του Μπένγιαμιν και του Αντόρνο θα εξετάσω επίσης τον ρόλο του ποιητή ως κριτικού της σύγχρονης εποχής.

Σύντομο Βιογραφικό Σημείωμα:

Ή Φερνάντα Λέμος ντε Λίμα είναι καθηγήτρια Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας, θεωρίας της λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο του Ρίο ντε Τζανέιρο (Universidade do Estado do Rio de Janeiro – UERJ) και είναι διευθύντρια του τομέα Ελληνικών Σπουδών στο ίδιο πανεπιστήμιο. Σπούδασε στο διδακτορικό της την ποίηση του Κ.Π. Καβάφη. Έχει παρουσιάσει μελέτες από την αρχαία ελληνική λογοτεχνία.


Η αγωνία και η απόγνωση: μια αισθητική της πτώχευσης στο έργο του Νίκου Καρούζου

Luciana Póvoa de Almeida Silva

Περίληψη:

Η «πτώχευση», η οποία διαπερνάει την ανθρώπινη κατάσταση, εκφράζεται από την ποιητική φωνή στο έργο του ποιητή της Αργολίδας Νίκου Καρούζου. Η παρούσα μελέτη επικεντρώνεται στο θέμα της αισθητικής της πτώχευσης, χρησιμοποιώντας ως θεωρητική βάση τις μελέτες του Σαίρεν Κίρκεγκωρ σχετικά με την αγωνία και την απόγνωση, οι οποίες είναι εγγενείς στο άτομο.

Μέσα από αυτόν τον φιλοσοφικό προβληματισμό, μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε τον διάλογο μεταξύ του έργου του Νίκου Καρούζου και των θεωριών και των αντιλήψεων του Κίρκεγκωρ και, επομένως, την έκφραση μιας συγκεκριμένης αισθητικής που σχετίζεται με την πτώχευση των βεβαιοτήτων και των εσωτερικών και εξωτερικών διαδικασιών του ανθρώπου.

Σύντομο Βιογραφικό Σημείωμα:

Η Λουσιάνα Πόβοα ντε Αλμέιντα Σίλβα είναι καθηγήτρια του ελεύθερου προγράμματος Νέων Ελληνικών Σπουδών του πανεπιστήμιου του Ρίο ντε Τζανέιρο (Universidade do Estado do Rio de Janeiro) και έκανε το μεταπτυχιακό της στο Universidade Federal do Rio de Janeiro – UFRJ. Έχει γράψει, μαζί με τη Φερνάντα Λέμος ντε Λίμα, δύο βιβλία με τις μεταφράσεις από τα ποιήματα του Κ.Π.Καβάφη και έχει παρουσιάσει μελέτες από την ποίηση της Μαρίας Πολυδούρη.


Η Ελλάδα και οι Έλληνες στην ποίηση του Νίκου Καρούζου, με επίκεντρο την Αττική και την Αργολίδα

Δώρα Μέντη

Περίληψη:

Στα πρώτα ποιητικά βιβλία του Νίκου Καρούζου εγγράφεται μια ενδιαφέρουσα ανθρωπογεωγραφία της Αθήνας. Η πόλη της δεκαετίας του ’60 που τον φιλοξενεί είναι φτωχή («φτώχεια, φωτιά, φαρμάκι ο τόπος») μα οι ωχροί  Έλληνες κοιτούν ψηλά στον ουρανό, στ’ αστέρια. Παράλληλα, οι πραγματικές αλλά και οι ονειρικές διαφυγές που του προσφέρει η φύση τροφοδοτούν με λυρική ευαισθησία την καταγραφή των σύγχρονων κοινωνικών αδιεξόδων. Πρόκειται κυριολεκτικά για έναν λογοτεχνικό χάρτη ενός ανέστιου ή πλάνητα, ο οποίος πορεύεται σε μια διαρκή αναζήτηση της  ομορφιάς, ανακαλώντας τις ποικίλες μυθολογικές και ιστορικές επιστρώσεις που συνθέτουν την πατρίδα. Με οδηγό αυτόν τον λογοτεχνικό χάρτη θα μεταφερθούμε σε παλαιότερες μορφές ζωής που αποτύπωσε η ποίηση και θα κινηθούμε σταδιακά από την αστική περιήγηση της Αθήνας στα αργολικά μέρη της γενέτειρας.

Σύντομο βιογραφικό σημείωμα

Η Δώρα Μέντη διδάσκει νεοελληνική φιλολογία στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση, ενθαρρύνοντας τη φιλαναγνωσία και τη δημιουργική γραφή (βλ. http://efsv.webnode.gr/). Εξέδωσε τις μελέτες: Μεταπολεμική πολιτική ποίηση, Κέδρος 1995, Ο προσωπικός μύθος. Ένα ερμηνευτικό κλειδί στην ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη, Εκδόσεις Καστανιώτη 2004, Πρόσωπα και προσωπεία, Gutenberg 2007. Επιμελήθηκε δύο ανθολογίες κριτικών κειμένων, τη θεματική Η Αθήνα από τον 19ο στον 21ο αιώνα, Εκδόσεις Πατάκη 2009, και την επίτομη ανθολογία ελληνικής ποίησης του 20ου αιώνα Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν, Gutenberg 2015. Δημοσίευσε πολλά κείμενα φιλολογικής και λογοτεχνικής κριτικής σε περιοδικά και σε σύμμεικτους τόμους (βλ. https://independent.academia.edu/TheodoraMenti).

 

Read Full Post »

Σκουτερόπουλος Ιωάννης (1883-1975)


 

Ο Ιωάννης Σκουτερόπουλος, δάσκαλος, παιδαγωγός, συγγραφέας και πρόεδρος του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, γεννήθηκε στα Φίχτια Αργολίδας και φοίτησε στα Γυμνάσια Άργους και Ναυπλίου και στο διδασκαλείο Τρίπολης. Σπούδασε δάσκαλος στην Αθήνα και φιλολογία στο πανεπιστήμιο επίσης της Αθήνας. Αργότερα κέρδισε μια υποτροφία για το πανεπιστήμιο της Ζυρίχης, όπου σπούδασε φιλοσοφία και παιδαγωγικά.

Ιωάννης Σκουτερόπουλος

Ιωάννης Σκουτερόπουλος

Διορίστηκε δάσκαλος στο Ναύπλιο και δίδαξε σαν δάσκαλος και καθηγητής αργότερα σε διάφορα σχολεία της χώρας. Ήταν ιδρυτικό μέλος του πανελληνίου συλλόγου διδασκάλων (1906), διετέλεσε διευθυντής στο διδασκαλείο Λαμίας, έγινε καθηγητής παιδαγωγικών και κατόπιν διευθυντής του Διδασκαλείου Δημοτικής Εκπαίδευσης και Εκπαιδευτικός Σύμβουλος. Επίσης, έγινε μέλος και μετά πρόεδρος του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Συμβουλίου (1928- 1950), διετέλεσε επανειλημμένα Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας και εκπροσώπησε τη χώρα μας σε συνέδριο της Ουνέσκο στη Γενεύη το 1959.

Ο Ιωάννης Σκουτερόπουλος διακρινόταν για το ήθος του και την εργατικότητά του. Είχε συνηθίσει να κοιμάται ελάχιστα και να εργάζεται ατέλειωτες ώρες. Είχε αποκτήσει βαθιά μόρφωση και είχε άριστη παιδαγωγική κατάρτιση. Γνώριζε λατινικά, γερμανικά και γαλλικά.

Έγραψε πολλές εργασίες και βιβλία εκπαιδευτικού περιεχομένου.

Έργα του είναι:

  • «Ο σκοπός της αγωγής των Ελληνοπαίδων», 1936.
  • «Τα σχολεία, ήτοι έννοια σκοπός και οργάνωσις αυτών», Εν Αθήναις: Τύποις Ανδρέου Σιδέρη, 1947.
  • «Η πολιτεία του Πλάτωνος και η νεωτέρα παιδαγωγική», Εν Αθήναις: Τύποις Ανδρέου Σιδέρη, 1948.
  • «Συμβολή εις τον χαρακτηρισμόν, την αξιολόγησιν και την ιστορίαν της μαθητικής αυτοδιοικήσεως: εναίσιμος επί διδακτορεία διατριβή εγκριθείσα υπό της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών», Εν Αθήναις: τύποις Ανδρέου Σιδέρη, 1949.
  • «Η σχολική οργάνωσις: ομιλία γενομένη εν τη Η’ Συνεδρεία του Xριστιανικού Κοινωνικού Κύκλου του 1957-1958», Εν Αθήναις: Εκ του τυπογραφείου Ανδρέου Σιδέρη, 1958.
  • «Η Διδακτική του γλωσσικού μαθήματος: θεμελίωσις, αι λεκτικαί ασκήσεις, η ανάγνωσις καθόλου, η πρώτη ανάγνωσις, η κυρίως ανάγνωσις, τα ποιήματα, η γραφή, η ορθογραφία, η γραμματική, αι μαθητικαί συγγραφαί», Εν Αθήναις, 1959.
  • «Η ιστορία και η διδακτική αυτής», Εν Αθήναις : [χ.ο.], 1965.
  • «Αναμνήσεις, μνημόσυνα, πόνοι, εξομολογήσεις», Εν Αθήναις: [χ.ο.], 1969.
  • «Ανασκοπήσεις τινές: φιλοσοφικαί παιδαγωγικαί εθνικαί σχετικά τινά συμπεράσματα και στοχασμοί», Εν Αθήναις : [χ.ο.], 1972.

Ο εκλεκτός παιδαγωγός είχε την ατυχία να χάσει το φως του τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του. Εντούτοις, και παρά την προχωρημένη ηλικία του, εξακολουθούσε να εργάζεται και να γράφει. Από τα παραπάνω βιβλία του τα δύο τελευταία τα έγραψε με υπαγόρευση προς τον παλιό του μαθητή και κατόπιν δάσκαλο Γεώργιο Παπαφωτίου.

Πέθανε πλήρης ημερών στις 19 Ιουλίου 1975 στην Αγία Παρασκευή, όπου έμενε. Η σορός του διακομίστηκε, σύμφωνα με την επιθυμία του, και ενταφιάστηκε στη γενέτειρα γη, τα Φίχτια. Ήταν παντρεμένος με τη Σοφία Λάμψα, αλλά δεν απέκτησε παιδιά. Γι’ αυτό και υιοθέτησε την ανιψιά του Ελένη Σκουτεροπούλου, την οποία παντρεύτηκε ο Κωνσταντίνος Βασιλάκης, Διευθυντής του Διδασκαλείου Μέσης Εκπαίδευσης.

Ο Δήμος Άργους, τιμώντας τον εκλεκτό επιστήμονα, έδωσε το όνομά του σε τμήμα της οδού Διομήδους, από το εργοστάσιο Ρασιά έως την ταβέρνα του Μαρίνου.

 

Πηγή


 

  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, Άργος το πολυδίψιον, Εκδόσεις εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

Read Full Post »

Δημοτικές εκλογές και δήμαρχοι στο Άργος το 19ο και 20ο αιώνα


 

Εκατόν ογδόντα χρόνια έχουν περάσει από τότε που στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος στήθηκαν για πρώτη φορά κάλπες, για να αναδείξουν τους πρώτους δημάρχους στην Ελλάδα. Στη διάρκεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας η ελληνική επικράτεια ήταν χωρισμένη σε εγιαλέτια. Η Πελοπόννησος υπάγονταν στο εγιαλέτι των Νήσων μαζί με τα νησιά του Αιγαίου, τη Στερεά, την περιοχή της Καλλίπολης και τη μικρασιατική Τρωάδα. Τα εγιαλέτια χωρίζονταν σε σατζάκια, όπως η Θεσσαλία, η Πελοπόννησος, η Ανατολική Στερεά. Υποδιαίρεσή τους ήταν οι καζάδες, κάτι ανάλογο με τους σημερινούς νομούς. Οι κοτζαμπάσηδες ήταν οι αντίστοιχοι δήμαρχοι και η εξουσία τους περιοριζόταν στην τήρηση της τάξης και στη διευθέτηση των δικαστικών διαφορών. Η φορολογία και γενικότερα η οικονομία ήταν ευθύνη της κεντρικής διοίκησης, η οποία είχε και την εποπτεία.

Η βάση για τη δημιουργία της τοπικής αυτοδιοίκησης τίθεται μετά τη σύσταση του νέου Ελληνικού κράτους. Ο πρώτος νόμος «περί συστάσεως των Δήμων» υποβλήθηκε από τη Βαυαρική αντιβασιλεία, επικυρώθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο στις 27 Δεκεμβρίου 1833 και δημοσιεύθηκε ως νόμος του Κράτους στο υπ’ αριθ. 3 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως του έτους 1834. Με το νόμο αυτό κάθε χωριό με 300 κατοίκους μπορεί να σχηματίζει ένα δήμο με δημοτική αρχή και κάθε υπήκοος του κράτους και η οικογένειά του είναι μέλη του δήμου. Δήμοι με 10.000 κατοίκους και άνω είναι πρώτης τάξεως, με τουλάχιστον 2.000 κατοίκους δευτέρας τάξεως και κάτω των 2.000 κατοίκων τρίτης τάξεως. Οι εκλογείς εξέλεγαν 18μελές Δημοτικό Συμβούλιο, το οποίο μαζί με ίσο αριθμό «εκ των πλέον φορολογουμένων και εχόντων δικαίωμα ψήφου δημοτών» εξέλεγαν τρεις υποψηφίους για τη θέση του Δημάρχου και από έναν για τις θέσεις των παρέδρων, όπως ονομάζονταν τότε οι αντιδήμαρχοι. Από τους τρείς υποψηφίους ο «Ελέω Θεού» Βασιλεύς επέλεγε τελικά το Δήμαρχο της πόλης.

Οι πρώτες δημοτικές εκλογές αποφασίστηκαν με Διάταγμα της 24ης Απριλίου και 8ης Ιουνίου 1834. Η εκτέλεση του Νόμου όμως καθυστέρησε και οι εκλογές δημοτικών αρχών διενεργήθηκαν τις πρώτες μέρες του Ιουλίου 1834 μόνο στον νομό  Αργολιδοκορινθίας, έναν από τους δέκα νομούς της οθωνικής Ελλάδας, ενώ οι υπόλοιποι Έλληνες τις γνώρισαν το 1835. Η ψηφοφορία ήταν υποχρεωτική, υπήρχαν όμως αρκετοί περιορισμοί. Κάθε ψηφοφόρος ή υποψήφιος έπρεπε να έχει συμπληρώσει το 25ο έτος, να έχει την ιδιότητα του δημότη και να διαμένει μόνιμα στο δήμο, αλλά βασική προϋπόθεση ήταν και η οικονομική και κοινωνική του θέση. Εκλογείς δεν ήταν όλοι οι δημότες που είχαν δικαίωμα ψήφου, αλλά μόνον οι ευκατάστατοι, όσοι δηλαδή κατείχαν μία σεβαστή περιουσία και μπορούσαν να καταβάλουν την πληρωμή των φόρων. Αυτό αποτέλεσε τροχοπέδη στην επιλογή διοίκησης από τους χαμηλοεισοδηματίες κατοίκους, ενώ επέτρεψε σε συγκεκριμένες ομάδες την εναλλαγή στην εξουσία. Γυναίκες ψήφισαν για πρώτη φορά στις δημοτικές εκλογές της 11ης Φεβρουαρίου 1934. Αλλά αυτό έγινε σε περιορισμένη κλίμακα, αφού το εκλογικό δικαίωμα ήταν μόνο για το εκλέγειν, σε όσες γυναίκες είχαν συμπληρώσει το 30ο έτος της ηλικίας τους και γνώριζαν ανάγνωση και γραφή. Όμως το 70% των γυναικών στην Ελλάδα τότε ήταν άνω των 30 ετών και αγράμματες. Από τις 2.655 γυναίκες, που είχαν γραφτεί στους εκλογικούς καταλόγους, τις κάλπες προσήλθαν μόλις 493 «χειραφετημένες» γυναίκες.

Από το 1835 μέχρι το 1864, όταν ψηφίστηκαν νέο Σύνταγμα και εκλογικός νόμος, οι δημοτικές εκλογές γίνονταν με χειρόγραφα ψηφοδέλτια, που η χρήση τους είχε γίνει συνώνυμο της καλπονοθείας και καμία εκλογική αναμέτρηση έως τότε δεν μπορεί να θεωρηθεί αδιάβλητη. Το πρόβλημα ήταν οι αναλφάβητοι ψηφοφόροι, που ήταν αναγκασμένοι να δίνουν τα ψηφοδέλτιά τους και να γράφουν άλλοι στο λευκό χαρτί τα ονόματα των φημιζόμενων. Έτσι οι αναλφάβητοι έριχναν στην κάλπη τα ψηφοδέλτια, αλλά ψήφιζαν αυτοί που έγραφαν τα ονόματα! Ο νόμος μάλιστα δεν υποχρέωνε τους εκλογείς να γράφουν τα ψηφοδέλτια εντός της αιθούσης και όργανα κομματαρχών συνωστίζονταν έξω από τις αίθουσες εκλογής και έπειθαν ή ανάγκαζαν τους εκλογείς να παίρνουν απ’ αυτούς έτοιμα ψηφοδέλτια. Πολλές φορές οι υποχρεωμένοι, εξαναγκασμένοι ή εξηρτημένοι εκλογείς έπαιρναν από τους κομματάρχες ψηφοδέλτια με διαφορετικό σχήμα και χρώμα ή διπλωμένα με διαφορετικό τρόπο. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Οι κομματάρχες, που βρίσκονταν μέσα στα εκλογικά κέντρα, παρακολουθούσαν την πορεία της ψηφοφορίας και, όταν πρόβλεπαν εναντίον τους την έκβαση του τελικού αποτελέσματος, εμπόδιζαν τους αντίπαλους εκλογείς να ψηφίσουν, προκαλούσαν αιματηρές συγκρούσεις, έσπαζαν τις κάλπες των αντιπάλων ή τις άρπαζαν και γίνονταν άφαντοι. Η διαλογή και η σωστή καταμέτρηση των ψήφων, βέβαια, επαφίονταν στον… πατριωτισμό της επιτροπής κάθε εκλογικού κέντρου. Μέχρι την έξωση του Όθωνα κανόνας ήταν οι ηττημένοι των εκλογών να καταγγέλλουν τους νικητές για νοθεία.

Ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ως κατ΄ εξοχήν δημοκρατικός, μοιραία πέρασε τις ταλαιπωρίες που γνώρισε το πολίτευμα και έγινε στόχος αυταρχικών και δικτατορικών καθεστώτων. Δεν είναι λίγοι οι εκλεγμένοι εκπρόσωποί του που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν ή απολύθηκαν από τις θέσεις τους, επειδή δεν ήταν αρεστοί στην εξουσία. Για γνήσιες εκλογές μπορούμε λίγο-πολύ να μιλάμε μόνο μετά το 1866.Το 1866, στις πρώτες δημοτικές εκλογές επί Γεωργίου Α’, εφαρμόστηκε νέος τρόπος ψηφοφορίας, όπως όριζε το Σύνταγμα του 1864, δηλαδή «δι’ αμέσου καθολικής (από το 21ο έτος) και μυστικής ψηφοφορίας διά σφαιριδίων», τρόπος που θεωρήθηκε ως δημοκρατικότερος. Στο σύστημα του σφαιριδίου κάθε εκλογικό τμήμα διέθετε από μία κάλπη για κάθε υποψήφιο. Η κάλπη χωριζόταν εσωτερικά σε δυο μέρη, στα οποία εξωτερικά αναγράφονταν οι λέξεις ΝΑΙ και ΟΧΙ. Ο ψηφοφόρος έριχνε μυστικά ένα σφαιρίδιο σε κάθε κάλπη είτε προς την πλευρά του ΝΑΙ είτε του ΟΧΙ. Μετά από μισό περίπου αιώνα, πάντως, τα πράγματα αλλάζουν. Οι αγράμματοι είχαν περιοριστεί, αυτός ο τρόπος ψηφοφορίας θεωρούνταν «καθυστερημένος», είχαν στο μεταξύ προσαρμοστεί και οι μέθοδοι καλπονοθείας και αίτημα των προοδευτικών είναι η επαναφορά του ψηφοδελτίου.

Το 1912 ο Ελευθέριος Βενιζέλος επιχείρησε να αναμορφώσει το αυτοδιοικητικό σύστημα της χώρας με νόμο «Περί συστάσεως Δήμων και Κοινοτήτων». Οι δήμοι κατακερματίστηκαν και δημιουργήθηκαν χιλιάδες κοινότητες σε ολόκληρη την επικράτεια. Οι κοινότητες αυτές όμως, μικρές και χωρίς πόρους, κατέληξαν να λειτουργούν ως τοπικά παραρτήματα της κρατικής γραφειοκρατίας για την έκδοση πιστοποιητικών και ληξιαρχικών πράξεων, αντί να αποτελούν ζωντανά κύτταρα οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης και προόδου. Στις Δημοτικές Εκλογές της 9ης Φεβρουαρίου1914 καταργήθηκε το ιστορικό σφαιρίδιο και εφαρμόσθηκε για πρώτη φορά το ψηφοδέλτιο και το εκλογικό βιβλιάριο. Λόγω του Α΄ παγκοσμίου πολέμου οι πρώτες μεσοπολεμικές Δημοτικές Εκλογές έγιναν τον Οκτώβριο του 1925, ενενήντα χρόνια μετά τις πρώτες δημοτικές εκλογές, ενώ οι δημοτικές εκλογές της 11ης Φεβρουαρίου 1934 ήταν και οι τελευταίες μέχρι το 1951, εξαιτίας της μεσολάβησης της δικτατορίας Μεταξά, της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου. Οι πρώτες μεταπολεμικές εκλογές έγιναν στις 15 Απριλίου του 1951, με το σύστημα της έμμεσης εκλογής του δημάρχου από τους δημοτικούς συμβούλους. Το σύστημα αυτό εφαρμόστηκε μέχρι και τις δημοτικές εκλογές του 1964, με εξαίρεση αυτές του 1954, οπότε οι δήμαρχοι εξελέγησαν άμεσα από τον λαό.

Κατά τη διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας των συνταγματαρχών (1967-1974) οι δήμαρχοι διορίζονταν από τη χούντα, ενώ μετά την μεταπολίτευση του 1974 επιστρέψαμε στην άμεση εκλογή του δημάρχου από το λαό με το σύστημα των δύο γύρων. Το 1997 με το σχέδιο «Καποδίστριας» (Νόμος 2539/97) η χώρα διαιρέθηκε σε 13 περιφέρειες, 51 νομούς, 910 δήμους και 124 κοινότητες. Η συνένωση κοινοτήτων σε μεγαλύτερους και ισχυρούς δήμους έγινε με σκοπό τη βελτίωση της δημόσιας διοίκησης στο επίπεδο της τοπικής αυτοδιοίκησης, ώστε να γίνουν οι δήμοι «βιώσιμες επιχειρηματικές μονάδες». Νομάρχες, κοινοτάρχες και δήμαρχοι ήσαν αιρετοί, ενώ οι περιφερειάρχες διορισμένοι από την κυβέρνηση. Η πιο πρόσφατη αυτοδιοικητική μεταρρύθμιση στη χώρα μας  επιχειρήθηκε με το πρόγραμμα «Καλλικράτης» (Νόμος 3852/2010) και τη συνένωση των μικρών δήμων και κοινοτήτων σε μεγαλύτερους. Η Ελλάδα αποτελείται πλέον από 7 αποκεντρωμένες διοικήσεις, 13 περιφέρειες και 352 δήμους. Οι επικεφαλής των αποκεντρωμένων διοικήσεων είναι διορισμένοι από την κυβέρνηση, ενώ αιρετοί είναι οι περιφερειάρχες και οι δήμαρχοι με εκλογές που γίνονται πλέον κάθε 5 χρόνια.

 

Άποψη του Άργους και του κάστρου της Λάρισας. Amand Freiherr «Griechenland in Wort und Bild», Lipsie, 1882.

Άποψη του Άργους και του κάστρου της Λάρισας. Amand Freiherr «Griechenland in Wort und Bild», Lipsie, 1882.

 

Ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας σχηματίσθηκε με βάση το νόμο του 1833 «περί διαιρέσεως του Βασιλείου και της διοικήσεώς του» και περιελάμβανε έξι επαρχίες: 1. Ναυπλίας με πρωτεύουσα τη Ναύπλιο, 2. Άργους, με πρωτεύουσα το Άργος, 3. Κορινθίας, με πρωτεύουσα την Κόρινθο 4. Ύδρας, με πρωτεύουσα την Ύδρα, 5. Ερμιονίδος, με πρωτεύουσα τις Σπέτσες, και 6. Τροιζήνας, με πρωτεύουσα τον Πόρο. Με το νόμο του 1834, «περί της οροθεσίας και της εις δήμους διαιρέσεως του νομού Αργολίδος και Κορινθίας», σχηματίσθηκαν οι 15 δήμοι της επαρχίας Άργους ως εξής: 1. Αργείων, 2. Αλέας, 3. Λιμνών, 4. Γενεσίου, 5. Μυσίας, 6. Λυρκείας, 7. Οινόης, 8. Ορνεών, 9. Ιναχίας, 10. Θορνακίου, 11. Κηλώσσης, 12. Τημενίου, 13. Υσιών, 14. Μυκηνών και 15. Γυμνού. Οι παλαιοί αυτοί δήμοι το 1912 έγιναν κοινότητες.

Το 1845 η Πελοπόννησος διαιρείται και πάλι σε νομούς και διατηρείται ενιαίος ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας. Με νόμο της 6ης Ιουλίου 1899 «περί διοικητικής διαιρέσεως του Κράτους» ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας χωρίστηκε σε δύο νομούς. Το νομό Αργολίδος αποτελούμενο από τις επαρχίες Ναυπλίας, Άργους, Σπετσών, Ερμιονίδος, Ύδρας και Τροιζηνίας με έδρα το Ναύπλιο και το νομό Κορινθίας. Στην επαρχία του Άργους με πρωτεύουσα το Άργος ο Δήμος Άργους περιελάμβανε και 7 χωριά. Το 1909 με νέο νόμο «περί διοικητικής διαιρέσεως του Κράτους» ανασυστάθηκε ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας. Ανεξάρτητο νομό Αργολίδος δηλαδή το 19ο αιώνα έχουμε μόνο στο χρονικό διάστημα 1899-1909. Ο πληθυσμός του νομού Αργολίδος και Κορινθίας το 1838 ήταν 82.571 κάτοικοι, το 1854 έφτασε σε 108.886 και το 1896 σε 157.578. Το 1949 γίνεται πάλι μόνο νομός Αργολίδος με πρωτεύουσα το Ναύπλιο, ενώ το Άργος είναι σημαντικός δήμος και αυτό ισχύει μέχρι και σήμερα.

Ο δήμος Αργείων το 1834 κατατάχθηκε στη Β’ τάξη με πληθυσμό 6.694 κατοίκους και έδρα το Άργος. Ο δημότης ονομάσθηκε Αργείος. Ακολούθησαν μια σειρά προσαρτήσεις και το 1840 με το νόμο «περί συγχωνεύσεως των δήμων της επαρχίας Άργους» οι 15 δήμοι της επαρχίας Άργους» συγχωνεύθηκαν σε 6 ως εξής: 1. Αργείων, 2. Υσιών, 3. Λυρκείας, 4. Αλέας, 5. Μυκηνών και 6. Ιναχίας. Οι δήμοι Τημενίου [Μύλοι, Σκαφιδάκι, Τσακίρι, Κυβέρι, Κρόι (Βάλτος)] και Γενεσίου [Δαλαμανάρα, Κουρτάκι, Πυργέλα, Λάλουκα] συγχωνεύθηκαν στο δήμο Άργους. Ο δήμος Αργείων με τη νέα του σύσταση κατατάχθηκε στην Α’ τάξη με πληθυσμό 10.243 κατοίκους και έδρα την πόλη του Άργους. Ο πληθυσμός της Επαρχίας Άργους το 1839 έφτασε τους 18.535 κατοίκους, το 1854 αυξήθηκε σε 19.864 και το 1896 σε 27.637.

Με το Σχέδιο «Καποδίστριας» του νόμου 2539/97 ο Δήμος Άργους συστάθηκε από τη συνένωση παλαιότερων κοινοτήτων της περιοχής, που αποτέλεσαν στη συνέχεια δημοτικά διαμερίσματα του δήμου, κάλυπτε μεγάλο τμήμα της αργολικής πεδιάδας και συνόρευε με τους δήμους Κουτσοποδίου, Λυρκείας, Μιδέας, Λέρνας, Μυκηναίων, Νέας Κίου και με την κοινότητα Αχλαδοκάμπου. Ο δήμος είχε πληθυσμό 29.228 κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του 2001 και έδρα του το Άργος. Το 2010 καταργήθηκε με την εφαρμογή του προγράμματος Καλλικράτης και εντάχθηκε στον νέο δήμο Άργους-Μυκηνών.

Με το Πρόγραμμα «Καλλικράτης» του Νόμου 3852/2010 ο Δήμος Άργους – Μυκηνών είναι δήμος της Περιφέρειας Πελοποννήσου, που συστάθηκε από την συνένωση των προϋπαρχόντων δήμων Άργους, Κουτσοποδίου, Λέρνας, Λυρκείας, Μυκηναίων, Νέας Κίου και των κοινοτήτων Αλέας και Αχλαδοκάμπου. Έδρα του δήμου είναι το Άργος, ενώ οι Μυκήνες, κυρίαρχο κέντρο του ελληνισμού κατά την ύστερη Εποχή του Χαλκού, έχουν οριστεί ως ιστορική έδρα. Ο Δήμος διαιρείται σε 7 δημοτικές ενότητες, που αντιστοιχούν στους 5 καταργηθέντες δήμους και τις 2 κοινότητες. Κάθε δημοτική ενότητα διαιρείται σε κοινότητες, οι οποίες αντιστοιχούν στα 37 διαμερίσματα των καταργηθέντων δήμων. Ο Δήμος Άργους – Μυκηνών έχει μόνιμο πληθυσμό 42.022 κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του 2011 και είναι ο μεγαλύτερος σε πληθυσμό δήμος της Αργολίδας.

Από τις πρώτες εκλογές του 1834 μέχρι το 2015 έγιναν 39 φορές δημοτικές εκλογές και στο Δήμο του Άργους 32 συνολικά άτομα διατέλεσαν δήμαρχοι της πόλης, οι 26 απ’ αυτούς εκλεγμένοι, ενώ 6 δήμαρχοι διορίστηκαν από τις αρχές σε περιόδους πολιτικά ανώμαλες.

 

Οι διατελέσαντες Δήμαρχοι Άργους κατά χρονολογική σειρά είναι οι εξής:

 

  • Βλάσσης Χρήστος (1834-1838). Προεστός του Άργους στις παραμονές του Αγώνα και φιλικός,πήρε μέρος στην επανάσταση. Η οικογένεια των Βλάσσηδων προερχόταν από το χωριό Κοτίτσα της Λακωνίας, που μετά τα Ορλοφικά, την ατυχή επανάσταση του 1770, αναγκάστηκαν να μετοικήσουν στο Άργος, όπου αναδείχθηκαν σε πλούσιους και δυνατούς προύχοντες και δαπάνησαν μεγάλο μέρος της περιουσίας τους για τον Αγώνα. Ο Χρήστος Βλάσσης ήταν γιος του Θεόδωρου Bλάσση και υπήρξε πληρεξούσιος των Εθνικών Συνελεύσεων, γερουσιαστής και πρώτος δήμαρχος Άργους. Ο αδελφός του Ιωάννης ήταν γιατρός και διετέλεσε δήμαρχος Άργους την περίοδο 1855- 1858.  Η αδελφή του Ελένη ήταν σύζυγος του Ιωάννη Περούκα.
  • Βώκος Κωνσταντίνος (1838-1841 και 1852-1855). Πιθανότατα δεν ήταν Αργείος, αλλά δε γνωρίζουμε την καταγωγή του, ούτε έχουν διασωθεί πληροφορίες για τη δημαρχιακή του περίοδο. Γνωρίζουμε όμως ότι ήταν πρόκριτος, μεγάλος γαιοκτήμονας και σύγγαμβρος του Δημ. Τσώκρη, αφού παντρεύτηκε τη μικρότερη κόρη του Αναγνώστη Ιατρού, Φωτεινή. Ο Αναγνώστης Ιατρού από το Μπουγιάτι της Αλέας του Άργους ήταν εγκατεστημένος στο Άργος, και ονομαζόταν Αναγνώστης Μπόνης, αλλά μετονομάσθηκε Αναγνώστης Ιατρός, επειδή ήταν εμπειρικός γιατρός. Είχε τέσσερεις κόρες, τη Μαριγώ, που παντρεύτηκε ο στρατηγός Δ. Τσώκρης, τη Μαργαρίτα ο Νικόλαος Ζεγκίνης, δημογέροντας, ειρηνοδίκης και συμβολαιογράφος, την Ευφροσύνη παντρεύτηκε ο Κωνστ. Ροδόπουλος, που διατέλεσε και δήμαρχος Άργους, και τη Φωτεινή ο Αργείος προύχοντας Κωνστ. Βώκος.
  • Τσώκρης Γεώργιος (1841-1848). Αδελφός του στρατηγού Δημητρίου Τσώ­κρη. Από παιδί έφυγε για την Κωνσταντινούπολη, πλούτισε ως έμπορος και επανήλθε στο Άργος το 1817, όπου με χρήματα δικά του και άλλων συγγενών στρατολόγησε το πρώτο πολεμικό σώμα Αργείων. Εκλέχτηκε δήμαρχος με την υποστήριξη του αδελφού του πανίσχυρου Γεώργιου Τσώκρη, ο οποίος ήλεγχε τη Δημοτική Αρχή και προώθησε ως δήμαρχους τον σύγαμπρό του Κωνστ. Βώκο (1838-1841 και 1852-1855), τον αδελφό του Γεώργιο (1841-1848) και τον άλλο σύγαμπρό του Κωνστ. Ροδόπουλου (1848-1852) έχοντας με αυτό τον τρόπο και τη δημοτική αρχή του τόπου από το 1838 έως και το 1855 στα χέρια του.
  • Ροδόπουλος Κωνσταντίνος (1848-1852). Πλούσιος μεγαλοκτηματίας με καταγωγή από τη Βυτίνα, σύγγαμβρος του στρατηγού Δημητρίου Τσώκρη, αφού είχε παντρευτεί την κόρη του Αναγνώστη Ιατρού, Ευφροσύνη, και ανιψιός του μητροπολίτου Κορίνθου Κυρίλλου», τα οστά του οποίου μετακόμισε στον ιερό ναό του Τιμίου Προδρόμου, δηλ. στον Αϊ-Γιάννη του Άργους. Δεν υπάρχει όμως στον Αϊ-Γιάννη καμία επιγραφή ή άλλη ένδειξη για την ανακομιδή των οστών του Κυρίλλου.
  • Βλάσσης Ιωάννης (1855-1858). Αδελφός του πρώτου δήμαρχου του Άργους Χρίστου Βλάσση, γιατρός στο επάγγελμα και μέλος της φιλανθρωπικής Εταιρίας του Ναυπλίου το  1825. Διετέλεσε δήμαρχος Άργους την περίοδο 1855- 1858 και βουλευτής 1844, 1859, 1861.
  • Διβάνης Πέτρος (1858-1861). Η καταγωγή του ήταν από την Κωνσταντινούπολη, αλλά εγκαταστάθηκε στο Άργος. Σπούδασε γιατρός στην Ιταλία, υπηρέτησε ως γιατρός στο πλοίο «Καρτερία» και έλαβε μέρος στην μάχη του Πέτα.  Ήταν πεθερός του επίσης ιατρού Σπήλιου Καλμούχου, μετέπειτα Δημάρχου Αργείων. Για το έργο του Πέτρου Διβάνη ως Δημάρχου δεν έχουμε πληροφορίες.
  • Λαμπρινίδης Λάμπρος (1861-1865). Γεννήθηκε στο Άργος, σπούδασε νομικά στο νεοσύστατο τότε Πανεπιστήμιο της Αθήνας και άσκησε δικηγορία στο Ναύπλιο. Ήταν ένθερμος οπαδός του Όθωνα και κατά την πτώση της δυναστείας ταλαιπωρήθηκε αρκετά. Στην αρχή εμφανίζεται ως πολιτικός αντίπαλος του στρατηγού Τσώκρη και υπόσχεται να απαλλάξει το Άργος από τον «Τσωκρικό δεσποτισμό». Αργότερα συμμάχησε με το στρατηγό, ο οποίος όμως από τη συνεχή πολιτική φθορά δεν μπορούσε πια να επηρεάζει τα πολιτικά πράγματα όπως πρώτα. Ο Τύπος της εποχής παρουσιάζει τη δημαρχία του ως εποχή κακοδιοίκησης του Δήμου με έλλειψη συνεπούς πολιτικής και φτωχό έργο. Ως έργο του μνημονεύεται η μεταφορά νερού από τον Ερασίνο ποταμό (Κεφαλάρι) μέχρι το σπίτι του στρατηγού Τσώκρη με σκεπαστό αυλάκι. Επί της δημαρχίας του δημιουργήθηκε ο ελαιώνας της Άκοβας και η γέφυρα στην τοποθεσία Καρακάξα, που είναι και σήμερα γνωστή ως το «Γεφύρι του Λαμπρινίδη». Ήταν αμείλικτος διώκτης της αγροζημίας και έφιππος καταδίωκε τους ποιμένες της περιφέρειας. Το 1883 απέτυχε να εκλεγεί πάλι Δήμαρχος και αποσύρθηκε οριστικά από την πολιτική λόγω γήρατος. Πέθανε στο Άργος τον Απρίλιο 1894.
  • Καραμουτζάς Θεοδόσιος (1865-1866). Κατά την έξωση του Όθωνα ο Λαμπρινίδης ως Οθωνιστής παραιτήθηκε από το Δημαρχικό αξίωμα και ανέλαβε ο πρώτος πάρεδρος Θεοδόσιος Καραμουτζάς, πλούσιος κτηματίας και καπετάνιος του 1821, που πολέμησε υπό τις διαταγές του Δημητρίου Τσώκρη. Η οικογένεια Καραμουτζάδων, μία από τις αρχαιότερες του Άργους, έμενε στα Γεφύρια, μια γειτονιά στο Ν.Α τμήμα της πόλης, που και πριν το 1821 ονομαζόταν Καραμουτζά Μαχαλάς. Οι πληροφορίες μας για τον Καραμουτζά είναι λιγοστές.
  • Πασχαλινόπουλος Μιχαήλ (1866-1870). O κτηματίας Μιχαήλ Πασχαλινόπουλος άσκησε τίμια, συνετή και πατριωτική διοίκηση στην πόλη του Άργους και με την κατασκευή δρόμων, δημοσίων καταστημάτων, πλατειών και άλλων κοινωφελών έργων άφησε αγαθή μνήμη του ονόματός του. Ήταν εξάδελφος του Σπ. Καλμούχου, τον οποίο υποστήριξε στις εκλογές του 1874.
  • Μιχαήλ Παπαλεξόπουλος

    Μιχαήλ Παπαλεξόπουλος

    Παπαλεξόπουλος Μιχαήλ (1870-1874 και 1879-1883). Γιατρός με καταγωγή από την Κανδήλα της Αρκαδίας, σπούδασε στην Ελλάδα και στη Γαλλία και ασχολήθηκε με την πολιτική νέος για πρώτη φορά το 1870, οπότε και εκλέχτηκε δήμαρχοςμε την υποστήριξη του βουλευτή Ανδρέα Δανόπουλου. Εκλέχτηκε για δεύτερη φορά δήμαρχος (1879-1883) και βουλευτής με το κόμμα του Θ. Δηλιγιάννη το 1885, ενώ διετέλεσε και νομάρχης. Αδελφός του ήταν ο βουλευτής Γεώργιος Παπαλεξόπουλος.

  • Καλμούχος Σπήλιος

    Καλμούχος Σπήλιος

    Καλμούχος Σπήλιος (1874-1879 και 1883-1891 και 1893-1899). Γιατρός διακεκριμένος, σοβαρός, επιβλητικός, ευφυής, εύστροφος και ακάματος, προσέφερε αφιλοκερδώς ιατρική περίθαλψη σε κάθε Αργείο ασθενή. Εκλέχτηκε πρώτη φορά δήμαρχος το 1874 και συνολικά πέντε φορές και υπήρξε ο μακροβιότερος Δήμαρχος Άργους συμπληρώνοντας στο αξίωμα 19 συνολικά χρόνια.  Ήταν οπαδός του Χαρ. Τρικούπη, υποστηρίχτηκε όμως και από τον Γεώργιο Τσώκρη, γιο του Στρατηγού, τουλάχιστον στις εκλογές του 1887. Ήταν ισχυρή προσωπικότητα με πολύ αξιόλογο και θετικό έργο. Έκτισε το νεοκλασικό κτίριο της δημοτικής αγοράς (1889) και το κτίριο του πρώτου Γυμνασίου Άργους στην οδό Βασ. Σοφίας 2, όπου σήμερα στεγάζονται διάφορες υπηρεσίες του Δήμου. Αναμόρφωσε το δημαρχείο με τα παρακείμενα κτίσματα, που είναι της καποδιστριακής περιόδου. Επίσης, φύτεψε δένδρα στην οδό Τριπόλεως και σε άλλους δρόμους, φρόντισε για το φωτισμό της πόλης με φανούς πετρελαίου και οινοπνεύματος, δημιούργησε και βελτίωσε δρόμους και φρεάτια μέσα και έξω από την πόλη, καθάρισε την κοίτη του Ερασίνου, έκανε απόφραξη των καταβοθρών της λίμνης Στυμφαλίας, για να εμπλουτίζονται οι πηγές του Κεφαλαρίου, και κατασκεύασε δεξαμενή, από την οποία διοχετεύονταν τα νερά του ποταμού με σιδεροσωλήνες μέσα στην πόλη. Ακόμη διαμόρφωσε και τελειοποίησε την παραλία του Αλμυρού στους Μύλους, όπου μετέβαιναν οι Αργείτες για τα θαλάσσια λουτρά τους , επισκεύασε και νοικοκύρεψε διάφορα κεντρικά κτίσματα της πόλης και τοποθέτησε 16 δημόσια ουρητήρια σε διάφορα σημεία της πόλης. Θεωρείται ίσως ο πιο επιτυχημένος Δήμαρχος του Άργους. Με τα σοβαρά έργα υποδομής που έκανε το Άργος έπαψε σιγά-σιγά να μοιάζει με χωριό και για πρώτη φορά γίνεται μια σοβαρή προσπάθεια για αστική συγκρότηση της πόλης. Το 1899 ήταν και πάλι υποψήφιος δήμαρχος, αλλά ο γηραιός πλέον πολιτικός ηττήθηκε από το συνάδελφό του γιατρό Εμμ. Ρούσσο.

  • Μυστακόπουλος Χαράλαμπος

    Μυστακόπουλος Χαράλαμπος

    Μυστακόπουλος Χαράλαμπος (1891-1893). Μεγαλέμπορος με επιχειρηματικό πνεύμα, που κατόρθωσε να επεκτείνει τις εμπορικές του δραστηριότητες σε πολλές πόλεις της Ελλάδας και στο εξωτερικό και να γίνει μεγάλος οικονομικός παράγοντας της επαρχίας Άργους. Καταγόταν από το Λογκανίκο Λακωνίας και ήταν πρότυπο τίμιου δημάρχου με εξαιρετικό ενδιαφέρον για τα δημοτικά ζητήματα και κέρβερος του δημοτικού ταμείου. Διετέλεσε Δημοτικός Σύμβουλος 12 περίπου χρόνια και εκλέχτηκε Δήμαρχος το 1891 με την υποστήριξη της Δηλιγιαννικής παράταξης. Διαχειρίστηκε με σύνεση τα οικονομικά του Δήμου και επισκεύασε το υδραγωγείο από το Κεφαλάρι μέχρι το αρχαίο θέατρο Άργους, χωρίς δάνειο. Δεν εξάντλησε τη θητεία του στο αξίωμα του Δημάρχου, γιατί η δολοφονία από σφαίρα του γιου του Γεωργίου, τελειόφοιτου μαθητή, ο θάνατος συγγενικών προσώπων, οι επιχειρηματικές του έγνοιες και τα δημαρχιακά του καθήκοντα τον κατέβαλαν και αρρώστησε στο δεύτερο έτος της δημαρχίας του. Μετά από ένα χρόνο περίπου πέθανε στην Αθήνα (18-2-1894), όπου είχε μεταβεί για νοσηλεία.

  •  Ρούσσος Εμμανουήλ (1899-1903). Γιατρός με μόρφωση, ειλικρίνεια και ευγένεια. Με την πολιτική ασχολήθηκε για πρώτη φορά ως υποψήφιος δήμαρχος το 1895. Τότε εκλέχτηκε για τελευταία φορά ο Σπ. Καλμούχος. Ο Ρούσσος το 1899 υποστηρίχτηκε από το βουλευτή της Επαρχίας Άργους Σωτήρη Δανόπουλο και εκλέχτηκε Δήμαρχος. Μανιώδης φίλος των δένδρων και του πράσινου μερίμνησε για τη δεντροφύτευση των κεντρικών δρόμων και πλατειών και για τον καθαρισμό των παραποτάμων του Ερασίνου. Επίσης ανήγειρε νέα σφαγεία και μερίμνησε για την προέκταση του κεντρικού υπονόμου της πόλης.
  • Κούζης Π. Δημήτριος

    Κούζης Π. Δημήτριος

    Κούζης Π. Δημήτριος (1903-1907). Γιατρός διακεκριμένος, έντιμος χαρακτήρας με βαθιά κρίση και σκέψη, ήταν ανιψιός του δημάρχου και βουλευτή Μιχ. Παπαλεξόπουλου. Αναδείχτηκε δήμαρχος στις εκλογές της 7ης Σεπτεμβρίου 1903 και παρέμεινε στο αξίωμα αυτό μέχρι το 1907. Το 1910 εκλέχτηκε βουλευτής με το κόμμα των Φιλελευθέρων του Ελ. Βενιζέλου και αργότερα γερουσιαστής (1929-1932). Έμεινε άγαμος και πέθανε πλήρης ημερών στην Αθήνα (3 Δεκεμβρίου 1958).

  • Καρατζάς Ν. Ανδρέας (1907-1914). Δικηγόρος, γιος του διαπρεπούς νομομαθή Νεοκλή Καρατζά από την Πάτρα. Παντρεύτηκε τη μικρότερη κόρη του Δημ. Τσώκρη, την Ελένη, η οποία για ένα διάστημα ήταν πρόεδρος του Συλλόγου Κυριών της πόλης, και μετά το γάμο του εγκαταστάθηκε στο Άργος, όπου διέπρεψε ως δικηγόρος και πολιτικός. Εκλέχτηκε δήμαρχος το 1907, αλλά η θητεία του παρατάθηκε μέχρι το 1914 λόγω των μεγάλων πολιτικών εξελίξεων και των εθνικών θεμάτων της εποχής εκείνης (στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί το 1909 και βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913). Θεωρείται ένας από τους πιο δραστήριους δημάρχους του Άργους, ο οποίος με προσωπικό αγώνα και με πολλές δυσκολίες κατόρθωσε να ηλεκτροδοτήσει το Άργος με ηλεκτρικό ρεύμα για το δημοτικό φωτισμό, τα σπίτια, τις βιοτεχνίες, τη θέρμανση, αλλά και την άρδευση  του Αργολικού κάμπου. Η πόλη μέχρι τότε φωτιζόταν τη νύκτα με φανούς πετρελαίου και αργότερα οινοπνεύματος. Σε μακροσκελή επιστολή του προς την εφ. «Δαναΐς» εξηγεί πως όνειρό του ήταν η άρδευση του αργολικού πεδίου με τα νερά του Ερασίνου, ο ηλεκτροφωτισμός της πόλης και η ύδρευσή της με το νερό, που έφτανε τότε από το Κεφαλάρι με κτιστό υδραγωγείο στη δεξαμενή του θεάτρου. Ονειρευόταν να κατασκευάσει άλλη δεξαμενή πιο ψηλά, όπου θα ανέβαινε το νερό με το ρεύμα. Δυστυχώς, τα οικονομικά μέσα της εποχής εκείνης ήταν πενιχρά και δεν του επέτρεψαν να πραγματοποιήσει όλα όσα ονειρευόταν για το Άργος. Πέθανε στο Άργος στις 27 Μαρτίου 1932 και ενταφιάστηκε στον οικογενειακό τάφο Δημ. Τσώκρη στον Αϊ-Γιάννη. Οι Αργείτες, όταν πέθανε, κάλυψαν με μαύρο τούλι τους ηλεκτρικούς λαμπτήρες στους δρόμους σε ένδειξη ευγνωμοσύνης και πένθους.
  • Καραγιάννης Χρήστος (1917-1925). Το 1914 έγιναν νέες δημοτικές εκλογές, αλλά την περίοδο 1914-1925 το Άργος υποβαθμίστηκε σε κοινότητα, επειδή ο πληθυσμός της πόλης ήταν κάτω των 10.000 κατοίκων (νόμος ΔΝΖ΄ του 1912). Πρόεδρος της Κοινότητας Άργους την περίοδο αυτή διετέλεσε ο δικηγόρος Καραγιάννης Χρήστος, για τον οποίο γνωρίζουμε ότι ήταν πιθανότατα βενιζελικός και διετέλεσε και κοινοτικός σύμβουλος κάποιες άλλες χρονιές. Το 1925, που προκηρύχτηκαν πάλι Δημοτικές εκλογές, η πόλη έγινε και πάλι δήμος.
  • Μπόμπος Β. Αγγελής (1878-1928)

    Μπόμπος Β. Αγγελής (1878-1928)

    Μπόμπος Β. Αγγελής (192528). Δραστήριος, συνετός και ολιγόλογος ασχολήθηκε με το γενικό εμπόριο και με εξαγωγές καπνών στην Αγγλία. Λόγω του ήπιου και διαλλακτικού χαρακτήρα του εκλέχτηκε δήμαρχος με την υποστήριξη όλων των κομμάτων και ήταν ο πρώτος δήμαρχος μετά την κοινοτική περίοδο της πόλης (1914-1925). Διετέλεσε δήμαρχος από 25-10-1925 έως 22-1-1928, χωρίς να εξαντλήσει τη θητεία του λόγω του πρόωρου θανάτου του. Ήταν εξαιρετικά δραστήριος, παρά την έλλειψη επαρκούς μόρφωσης, και στο βραχύ διάστημα της δημαρχίας του έγινε επισκευή του υδραγωγείου, εξωραΐστηκε η πόλη, κατασκευάστηκαν μικρές γέφυρες και νέοι δρόμοι, έγινε τοπογράφηση και σύνταξη πλήρους σχεδίου πόλεως για την κατασκευή νέων οδών και πλατειών και αποξηράνθηκε έκταση 7.000 στρεμμάτων στην περιοχή του Βάλτου, που αποδόθηκαν στην καλλιέργεια.

  • Κωνσταντίνος Μπόμπος

    Κωνσταντίνος Μπόμπος

    Κωνσταντίνος Μπόμπος(1928-1941). Διαδέχτηκε τον αδελφό του Αγγελή Μπόμπο στη Δημαρχία. Ήταν και αυτός έμπορος, συνέχισε το πρόγραμμα του αδελφού του και υπήρξε πολύ δημοφιλής Δήμαρχος, επειδή θεωρούσε καθήκον και υποχρέωσή του την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των συμπολιτών του. Εκλέχτηκε και στις εκλογές της 11ης Φεβρουαρίου 1934, που ψήφισαν για πρώτη φορά και γυναίκες στις δημοτικές εκλογές σε περιορισμένη κλίμακα, αφού το εκλογικό δικαίωμα δόθηκε μόνο σε όσες είχαν συμπληρώσει τα 30 χρόνια και διέθεταν τουλάχιστον απολυτήριο Δημοτικού, γνώριζαν δηλαδή ανάγνωση και γραφή. Η ψήφος τους, όμως, δεν επηρέασε το εκλογικό αποτέλεσμα, αφού οι γυναίκες που προσήλθαν στις κάλπες ήταν λίγες έως ελάχιστες, γιατί υπήρχε ακόμα μεγάλη προκατάληψη και ακόμα και «επώνυμες» Ελληνίδες φρόντισαν να απαξιώσουν τη γυναικεία ψήφο. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της σπουδαίας ηθοποιού Μαρίκας Κοτοπούλη, που αρνήθηκε να ψηφίσει, λέγοντας ότι «ψήφο θέλουν μόνο οι άσχημες και όσες αποφεύγουν να κάνουν παιδιά». Λόγω του πολέμου που μεσολάβησε το 1940 δεν έγιναν δημοτικές εκλογές και παρέμεινε Δήμαρχος μέχρι την κατάληψη της πόλης από τους Γερμανούς κατακτητές.

  • Ευθύμιος Σμυρνιωτάκης(1941-1943). Δικηγόρος, διορίστηκε από τις αρχές της Κατοχής δήμαρχος επικεφαλής ενός ολιγάριθμου Δημοτικού Συμβουλίου.
  • Γεώργιος Παπαγιαννόπουλος (1943-1944). Δικηγόρος, διατέλεσε Δήμαρχος την περίοδο της κατοχής και προσέφερε πολλές υπηρεσίες στην πόλη. Αναφέρεται ότι «χάρις εις τας ευγενείς ενεργείας και επιμόνους προσπαθείας του εσώθη η αιω­νόβιος γηραιά και αθάνατος παρά τας πηγάς πλάτανος την ο­ποίαν είχον απόφασιν να κόψουν οι Γερμα­νοί. Υπό το φύλλωμα και την παχυτάτην σκιάν της διέρχονται δροσιζόμενοι, διασκεδάζοντες και ευωχούμενοι οι επισκεπτόμε­νοι τον Ερασίνον ποταμόν, κοινώς Κεφαλάρι».
  • Ο Κ. Δωροβίνης το 1958

    Ο Κ. Δωροβίνης το 1958

    Δωροβίνης Βασ. Κώστας. Οδοντίατρος, από τους πρώτους που ενθάρρυναν την προσφυγή σε ορθοδοντικές μεθόδους στο νομό, ενεργός πολίτης και αγωνιστής στη δη­μοκρατική παράταξη. Ο πρώτος δήμαρχος επικεφαλής 25μελούς Λαϊκής Επιτροπής Αυτοδιοίκησης (Δημοτικό Συμβούλιο) μετά την απελευθέρωση στο Άργος, εκλέχτηκε τον Οκτώβριο του 1944 με υπόδειξη των αντιστασιακών οργανώσεων και πολιτών κάθε πολιτικής παράταξης. Ο λαός έδωσε διά βοής την έγκριση του. Μέχρι τον Ιανουάριο του 1945 έπαιξε ενεργό ρόλο στις πρώτες προσπάθειες ανασυγκρότησης της πόλης από το χάος και τη ναζιστική κατοχή. Όταν ανέλαβε το αξίωμά του απαίτησε και πέτυχε με τη συνεργασία και του τότε ιεροκήρυκα και μετέπειτα μητροπο­λίτη Αργολίδας Χρυσόστομου Δεληγιαννόπουλου την άμεση απελευθέ­ρωση όλων των ομήρων, από οποιουσδήποτε και αν κρατούνταν. Εξελέγη επανειλημμένα δημοτικός σύμβουλος Άργους και στήριξε όλες τις προσπάθειες για την ανόρθωση της πόλης.

Οι πρώτες δημοτικές εκλογές μετά τον πόλεμο διεξήχθησαν τον Απρίλιο του 1951, 17 χρόνια μετά από τις προηγούμενες του 1934. Στις εκλογές αυτές είχαν δικαίωμα ψήφου οι γυναίκες χωρίς περιορισμούς (στις τελευταίες δημοτικές εκλογές δικαίωμα ψήφου είχαν μόνο οι εγγράμματες γυναίκες). Το εκλογικό σύστημα των πρώτων μεταπολεμικών δημοτικών εκλογών προέβλεπε την έμμεση εκλογή του Δημάρχου από το Δημοτικό Συμβούλιο. Μετά την ανακήρυξη των επιτυχόντων Δημοτικών Συμβούλων, το Συμβούλιο στην πρώτη του συνεδρίαση εξέλεγε τον Δήμαρχο. Στην ειδική αυτή δημαιρεσία συμμετείχαν και οι αναπληρωματικοί Δημοτικοί Σύμβουλοι.

 

  • Μαρίνος Ευστάθιος

    Μαρίνος Ευστάθιος

    Μαρίνος Ευστάθιος (1951-1964). Γιατρός με πολύ καλό όνομα, που από το 1930 μέχρι τα γεράματά του προσέφερε τις υπηρεσίες του χωρίς να κάνει διακρίσεις, ενώ στα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του 1940 περιέθαλψε Έλληνες, Γερμανούς μέχρι και αντάρτες χωρίς διάκριση. Η προσφορά του ως Δήμαρχος Άργους επί 13 συναπτά έτη (1951-1964) ήταν πολύ αξιόλογη. Το σημαντικότερο έργο του ήταν η κατασκευή υπόγειου αγωγού μήκους περίπου 30 χιλ. για τη μεταφορά άφθονου πόσιμου νερού από το Κεφαλάρι στο Άργος, που μέχρι τότε υδρεύονταν από φρεάτια με νερό αμφίβολης ποιότητας. Επίσης, κατασκεύασε δημοτικά σφαγεία και έπαψε να χρησιμοποιείται για το σκοπό αυτό η δημοτική αγορά. Ήταν προσηνής, απλός και αγαπητός από όλους. Παροιμιώδης ήταν η αφιλοκέρδεια του, αφού σπανιότατα έπαιρνε αμοιβή από τους ασθενείς, πολλές φορές έδινε και χρήματα στους αρρώστους του για φάρμακα. Για αυτό το λόγο δεν έκαμε προσωπική περιουσία και μέχρι του τέλους της ζωής του δεν είχε δικό του σπίτι. Πέθανε στην Αθήνα ανήμερα τ’ Αϊ-Γιαννιού (7-1-1990) και κηδεύτηκε με τιμές στο κοιμητήρι του Αγίου Βασιλείου Άργους.

  • Γεώργιος Θωμόπουλος

    Γεώργιος Θωμόπουλος

    Γεώργιος Θωμόπουλος (1964-67). Έμπορος, δημοσιογράφος, συγγραφέας  και εκδότης της εφημερίδας «Αργειακόν Βήμα», η οποία εκδίδεται ανελλιπώς από το 1960, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον αθλητισμό ως ιδρυτικό μέλος του αθλητικού Συλλόγου «Αργεύς» (1928) και Πρόεδρος του «Παναργειακού», ο οποίος, επί προεδρίας του αγωνίστηκε στην Α΄ Εθνική (1957).  Επί δημαρχίας του επισκευάστηκαν οι περισσότεροι δρόμοι του Άργους και των συνοικιών, διοργανώθηκε γιορτή πορτοκαλιού για τρεις συνεχείς χρονιές, ιδρύθηκε το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου και οργανώθηκε το φεστιβάλ Άργους, στο οποίο συμμετείχαν αξιόλογοι καλλιτέχνες (Άννα Συνοδινού, Θάνος Κωτσόπουλος, Μάνος Κατράκης, Δώρα Στράτου κ.ά.). Το 1967 ο Γ. Θωμόπουλος απομακρύνθηκε από το αξίωμα του Δημάρχου με απόφαση του Υπ. Εσωτερικών Στ. Παττακού της τότε στρατιωτικής κυβέρνησης. Ο Γ. Θωμόπουλος πέθανε πλήρης ημερών το 1995. Λίγους μήνες πριν από το θάνατό του ο Δήμος Άργους τον τίμησε στο Δημαρχείο με τιμητική πλακέτα για τα εβδομήντα χρόνια του πολιτιστικού του έργου.

Στην περίοδο της 7χρονης δικτατορίας η χούντα κατάργησε του εκλεγμένους δημάρχους και στη θέση τους διόρισε «δικούς της ανθρώπους». Στο Άργος στη θέση του εκλεγμένου Γεώργιου Θωμόπουλου ανέλαβε αρχικά ο Θεόδωρος Πολυχρονόπουλος, τον οποίο διαδέχτηκε το 1973 ο Μάριος Πρέσβελος μέχρι την πτώση της Χούντας το 1974.

Μία από της σημαντικότερες εκκρεμότητες στον εκδημοκρατισμό του κράτους μετά την 7ετή δικτατορία ήταν η αποκατάσταση της δημοκρατική νομιμότητας στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης. Η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας με το ν.δ. 51/17-9-1974 «περί επαναφοράς νομιμότητος εις τους δήμους και κοινότητας» αποκατέστησε τα αιρετά δημοτικά συμβούλια, που είχαν προκύψει στις δημοτικές εκλογές του 1964, διορίζοντας για δήμαρχο δικαστικό, ενώ στις κοινότητες διορίστηκαν ως πρόεδροι δημόσιοι υπάλληλοι. Οι μεταβατικές αυτές δημοτικές αρχές έμειναν στην εξουσία μέχρι τη διενέργεια των δημοτικών εκλογών στις 30 Μαρτίου 1975. Το σχετικό νομοσχέδιο προέβλεπε την άμεση εκλογή των δημάρχων από τους ψηφοφόρους στις κοινότητες κάτω των 5.000 κατοίκων με σχετική πλειοψηφία και στους δήμους άνω των 5.000 χιλιάδων κατοίκων με απόλυτη πλειοψηφία. Σε όσες περιπτώσεις δεν εκλέχτηκε δήμαρχος έγινε επαναληπτική εκλογή την αμέσως επόμενη Κυριακή (6 Απριλίου), στην οποία συμμετείχαν οι δύο πρώτοι σε ψήφους συνδυασμοί. Στις δημοτικές εκλογές που ακολούθησαν (30.3.1975 και 15.10.1978) εξελέγη δήμαρχος ο Δημήτριος Μπόνης με 51,22%.

 

  • Μπόνης Δημήτριος

    Μπόνης Δημήτριος

    Μπόνης Δημήτριος (1975-1978). Γιος του βιομήχανου Αθανάσιου Μπόνη, ευεργέτη του Άργους, που γεννήθηκε στη Σκοτεινή του Δήμου Αλέας και από μικρός εγκαταστάθηκε στο Άργος, όπου εργάστηκε στον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας και αναδείχτηκε ένας από τους πρώτους βιομήχανους της περιοχής. Ο Αθανάσιος Μπόνης έκανε διάφορες δωρεές και στάθηκε πολλές φορές βοηθός σε φτωχούς και αναξιοπαθούντες. Ο Δημήτριος Μπόνης διετέλεσε Δήμαρχος Άργους την τετραετία 1975-78. Το 1972 προσέφερε το ποσό του ενός εκατομμυρίου για την ολοκλήρωση του Γενικού Νοσοκομείου Άργους.  Το 1982 με δωρεά του πρώην δημάρχου Μπόνη δημιουργήθηκε απέναντι από τα Δικαστήρια και ανατολικά των Στρατώνων Καποδίστρια το Πάρκο του Μπόνη, ένα άλσος σε έκταση ενός περίπου οικοδομικού τετραγώνου με όργανα παιδικής χαράς στο εσωτερικό του, που αποτέλεσε έναν από τους μεγαλύτερους χώρους πρασίνου στο κέντρο της πόλης.

  • Πειρούνης Γεώργιος

    Πειρούνης Γεώργιος

    Πειρούνης Γεώργιος (1979-1986). Αγρότης από πλούσια αγροτική οικογένεια με μεγάλο ενδιαφέρον για την πρόοδο και προκοπή του Άργους. Τύπος λαϊκός, καταδεχτικός, ειλικρινής και έντιμος με αδιαμφισβήτητο ήθος και μεγάλη αγάπη για το Άργος έβαλε τις βάσεις για την ανάπτυξη της πόλης με πολεοδομικό σχεδιασμό και μελέτες για το κυκλοφοριακό και το περιβάλλον. Επί δημαρχίας του ιδρύθηκε το ΚΑΠΗ στην οδό Τημένου, λειτούργησαν οι κατασκηνώσεις Φαρμακά, οι οποίες φέρουν το όνομά του (Κατασκηνώσεις Πειρούνη), δημιουργήθηκε το γήπεδο Πειρούνη δίπλα στον Ξεριά στο Νέο Κόσμο, ασφαλτοστρώθηκαν πολλοί αγροτικοί δρόμοι και επεκτάθηκε το δίκτυο ύδρευσης στο Ν. Κόσμο και στα Κατσικάνια με τη δημιουργία δεξαμενής στο Κάστρο του Άργους.

  • Παπανικολάου Δημήτριος

    Παπανικολάου Δημήτριος

    Παπανικολάου Δημήτριος (1986- 1998). Δικηγόρος στο Άργος από το 1965, εξελέγη Δημοτικός Σύμβουλος το 1982, διετέλεσε Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου τα έτη 1983-1984 και το 1986 εξελέγηΔήμαρχος με επιτυχημένη πολιτική καριέρα, αφού επανεξελέγη το 1990 και το 1994 και αναδείχτηκε ανάμεσα στους μακροβιότερους Δημάρχους της πόλης. Σαν Δήμαρχος καταπιάστηκε με έργα όπως την αντικατάσταση του δικτύου ύδρευσης, τη δημιουργία βιολογικού καθαρισμού και  αποχέτευσης, την αποκατάσταση του κτιρίου των στρατώνων Καποδίστρια και άλλων διατηρητέων κτιρίων (Δημοτική αγορά, Μέγαρο Κωνσταντοπούλου), την ανάπλαση του εμπορικού κέντρου της πόλης με πεζοδρομήσεις οδών (Ελ. Βενιζέλου, Παν. Τσαλδάρη και Μιχ. Στάμου), την ανάπλαση της παραλίας Τημενίου Άργους και πολλά άλλα. Σε οικόπεδο 23 στρεμμάτων στην οδό Ν. Κίου, που αγοράστηκε το 1985 με δική του πρωτοβουλία, δημιουργήθηκε η κεντρική λαχαναγορά με 35 καταστήματα και προαύλιο χώρο 20 στρεμμάτων και μεταφέρθηκε το χονδρεμπόριο αγροτικών προϊόντων, το οποίο μέχρι τότε γινόταν στον αύλειο χώρο των στρατώνων. Ανέπτυξε δραστηριότητα προβολής της πόλης και πέτυχε να δημιουργήσει με χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης το δίκτυο των αρχαιότερων πόλεων της Ευρώπης, στο οποίο μετείχαν εκτός από το Άργος οι πόλεις BEZIERS της Γαλλίας, CADIZ της Ισπανίας, COLCHESTER της Αγγλίας, CORK της Ιρλανδίας, EVORA της Πορτογαλίας, MAASTRICHT της Ολλανδίας, ROSKILDE της δανίας, TONGEREN του Βελγίου και WORMS της Γερμανίας, με στόχο τη διάδοση και ανταλλαγή γνώσεων και μεθόδων σε θέματα αρχαιολογικής έρευνας, τουρισμού και ενσωμάτωσης των αρχαίων μνημείων στον αστικό σχεδιασμό. Έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην ανάπτυξη των νομικών προσώπων του δήμου (Ωδείο, Θέατρο, Χορωδία, Φιλαρμονική) για την άνοδο του πολιτισμικού επιπέδου της πόλης. Δεν υποστήριξε όμως και δεν υλοποίησε τον πολεοδομικό σχεδιασμό, που έγινε από τον πολεοδόμο Ανέστη Παπαδάκη το 1983 επί υπουργίας Αντ. Τρίτση, , επειδή συμμερίστηκε την άρνηση των ιδιοκτητών οικοπέδων, που αντιδρούσαν γιατί ο νόμος άφηνε το 62% του συνολικού εμβαδού στα οικόπεδα, που θα εντάσσονταν στο σχέδιο πόλης, ενώ το άλλο 38% προοριζόταν για τη χάραξη νέων δρόμων και κοινόχρηστων χώρων. Το αποτέλεσμα ήταν να ανακοπεί η πολεοδομική ανάπτυξη της πόλης από τη δεκαετία του 1990 και μεγάλος αριθμός Αργείων να εγκατασταθεί στο γειτονικό Ναύπλιο. Από τον Ιανουάριο του 2000 μέχρι το 2017 ήταν Πρόεδρος του Φιλολογικού Συλλόγου Αργείων «Δαναός». Απεβίωσε την Κυριακή 2 Ιουλίου του 2017.

Κολιγλιάτης Νικόλαος

Κολιγλιάτης Νικόλαος

Στις εκλογές του 1998, στο μεταίχμιο του 21ου αιώνα, Δήμαρχος Άργους για την τετραετία 1998-2002 εξελέγη ο εκπαιδευτικός Κολιγλιάτης Νικόλαος με ποσοστό 51,80 στις επαναληπτικές εκλογές έναντι 48,20 του πανίσχυρου πρώην Δημάρχου Δημήτρη Παπανικολάου, παρόλο που στον πρώτο γύρο των εκλογών ο Παπανικολάου είχε συγκεντρώσει ποσοστό 45,8% και Κολιγλιάτης 25%.

Πλατής Δημήτριος

Πλατής Δημήτριος

Στις εκλογές του 2002 ο απόστρατος αξιωματικός Πλατής Δημήτριος επικράτησε στις επαναληπτικές εκλογές με ποσοστό 55,20 του πρώην Δημάρχου Κολιγλιάτη Νικόλαου, που έλαβε το 44,80, ενώ στον πρώτο γύρο των εκλογών είχαν λάβει ποσοστά 43,40 και 28,60 αντίστοιχα. Ο Δημήτρης Πλατής διετέλεσε Δήμαρχος την τετραετία 2002-2006.

Μπούρης Βασίλειος

Μπούρης Βασίλειος

Στις δημοτικές εκλογές του 2006 το όριο για την εκλογή δημάρχου από τον πρώτο γύρο καθορίστηκε με νόμο στο 42 % και ο γιατρός Μπούρης Βασίλειος (Σχοινοχώρι Αργολίδας, 1955 – Άργος, Τετάρτη 30 Μαρτίου, 2022) με ποσοστό 42,38, έναντι 31,18 του πρώην δημάρχου Δημήτρη Πλατή, που κατετάγη δεύτερος, εκλέχτηκε δήμαρχος στο Άργος για την τετραετία 2006-2010. Στη διάρκεια της θητείας του όμως αντιμετώπισε σοβαρό πρόβλημα υγείας και δεν μπόρεσε να υλοποιήσει το πρόγραμμά του. Απεβίωσε στις 30 Μαρτίου 2022, σε ηλικία 67 ετών.

Καμπόσος Δημήτριος

Καμπόσος Δημήτριος

Στις εκλογές του 2010 ο εκπαιδευτικός Καμπόσος Δημήτριος κέρδισε στο δεύτερο γύρο με 59,23% τον Αναγνώστου Γεώργιο, που πήρε 40,77%, ενώ στον πρώτο γύρο είχαν συγκεντρώσει ποσοστά 49,26% και 34,61% αντίστοιχα. Ο Δημήτρης Καμπόσος μετά την πρώτη θητεία του ως δήμαρχος κέρδισε και τις επόμενες εκλογές το 2014 με ποσοστό 61,06 τον Νικητόπουλο Δημήτριο, που κατετάγη δεύτερος με ποσοστό 21,05, και επανεξελέγη δήμαρχος του νέου διευρυμένου Δήμου Άργους – Μυκηνών για την 5ετία 2015-2020 σύμφωνα με τον τελευταίο νόμο.

Βασικό στόχο στα προγράμματα των τελευταίων δημάρχων του Άργους αποτέλεσαν η εφαρμογή του νέου πολεοδομικού σχεδίου για την επέκταση της πόλης στο νότιο τμήμα της, η λύση του κυκλοφοριακού προβλήματος και η βελτίωση της ποιότητας ζωής των κατοίκων της με δράσεις στον πολιτισμό και σε έργα υποδομής.

 

Πηγές


  • «Αργολικόν Ημερολόγιο 1910». Εκδιδόμενων υπό του εν Αθήναις συλλόγου των Αργείων. Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Δημ. Τερζόπουλου 1910, Αναστατική έκδοση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, 2015.
  • Δωροβίνης Βασίλης, «Σημαντικά κείμενα για την ιστορία του νεότερου Άργους», περιοδικό ΕΛΛΕΒΟΡΟΣ, τεύχος 5, καλοκαίρι 1998.
  • Κατσαρός Κυριάκος, «Η Δημαρχοκρατία στην Ελλάδα κατά τον 19ον αιώνα – Η περίπτωση του Άργους», Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.
  • Κουμαδωράκης Οδυσσέας, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις «εκ προοιμίου» 2007.
  • Ρουμπάνης Θοδωρής, «Δημοτικές Εκλογές, η άγνωστη ιστορεία», εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2002.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Read Full Post »

Θεοτόκης Ιωάννης – Βαπτιστής (1778-1865)


 

Ο Ιωάννης – Βαπτιστής Αναστασίου Θεοτόκης [1] γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1778 και ήταν απόγονος του κλάδου των Νταβιάτσο (Daviazzo ή Οκταβιανών, από τον πρόγονό τους Ottavio) της ιστορικής αυτής οικογένειας.

Φαίνεται ότι έτυχε επιμελημένης παιδείας σε σχολείο Λατίνων κληρικών και απόκτησε συστηματικές νομικές γνώσεις. Πολύ μικρός κα­τατάχθηκε στο στρατό της Βενετίας, στο επίλεκτο σώμα των Δαλματών, με το βαθμό του ανθυπολοχαγού. To 1800 ο Πρόεδρος της προσωρινής κυβέρνησης των Ιονίων νή­σων Σπυρίδων Θεοτόκης τον διόρισε υπασπιστή του και του ανέθεσε σημαντικές εμπιστευτικές αποστολές. Το 1805, όταν παντρεύτηκε, εγκατέλειψε τις τάξεις του στρατεύματος.

Ιωάννης - Βαπτιστής Θεοτόκης (Κερκυραϊκά Χρονικά τόμος 11, 1965).

Ιωάννης – Βαπτιστής Θεοτόκης (Κερκυραϊκά Χρονικά τόμος 11, 1965).

Πολύ ενωρίς έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και Έφορος της στο νησί του. Μετά την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης εγκατέλειψε την οικογέ­νειά του στην Κέρκυρα, κατέβηκε στο Μοριά, έλαβε μέρος στις πολεμικές συγκρούσεις και το 1824 διορίστηκε Υπουργός του Δικαίου. Ήταν εκ των πρώτων που υπέδειξαν την υποψηφιότητα του Ιωάννη Καποδίστρια ως πολιτικού αρχηγού της Ελλάδας. Αντέδρασε, όμως, στην υποβολή του αιτήματος προστασίας που το 1825 υποβλήθηκε από τη στρατιωτική και πολιτική ηγεσία της επαναστατημένης Ελλάδας προς την Αγγλία, χαρακτηρίζοντάς την σε επιστολή του προς τον Ανάργυρο Πετράκη ως «συμφωνητικόν της πωληθεί­σης Ελλάδος». Η επιστολή κατασχέθηκε και ο Θεοτόκης καθαιρέθηκε από το υπουργικό του αξίωμα και φυλακίστηκε στο Μπούρτζι, απ’ όπου θα υποβάλει στην κυβέρνηση αναφορά – υπόδειγμα εθνικής και πολιτικής αξιοπρέπειας.

Το Μάιο του 1825 θα ενεργήσει για την ίδρυση Μασονικής Στοάς στο Ναύπλιο με στόχο «ίνα ενθουσιάσωμεν και προσελκύσωμεν πατριώτας τινάς επί τω σωτηρίω σκοπώ να υπερασπίζουσι τα δίκαια της ημετέρας πατρίδος». Η Στοά, η πρώτη στην Ελλάδα, θα ιδρυθεί και θα λειτουργήσει τουλάχιστον έως το 1826. Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι Μασονικές Στοές εκείνη την εποχή ήταν εστίες φιλελεύθερων ιδεών και από τέτοιες -φιλελεύθερες και δημοκρατικές αρχές – ενεφορείτο και ο Ιωάννης – Βαπτιστής Θεοτόκης. Στη συνέχεια συνδέθηκε με τον Ιωάννη Κωλέτη, με τον οποίο είχε πυκνή αλληλογραφία (μέρος της σώζεται στο Αρχείο Κωλέτη στην Ακαδημία Αθηνών).

Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας και έως το τέλος της ζωής του ασχολήθηκε με την καλλιέργεια των προϋποθέσεων απελευθέρωσης των Ιονίων νήσων και της ενσωμάτωσης τους στην Ελλάδα, κάτι που ευτύχησε να προλάβει να δει να πραγματοποιείται.

Το Οθωνικό καθεστώς τον διόρισε το 1839 Διοικητή Τήνου [2], ενώ αργότερα, μετά τη μεταβολή του 1843, διορίστηκε Γερουσιαστής. Το 1857, για λόγους υγείας αποσύρθηκε στην Κέρκυρα, όπου και πέθανε το 1865.  Τιμήθηκε με Αριστείο Ανδρείας και το παράσημο του Τάγματος του Σωτήρος.

Ο Ιωάννης – Βαπτιστής Θεοτόκης ήταν φλογερός πατριώτης και βαθιά θρη­σκευόμενο άτομο. Παρά το γεγονός ότι ενεφορείτο από δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες, τις οποίες ποτέ δεν έκρυψε, εντούτοις προς το τέλος της ζωής του υπήρξε υποστηριχτής της πολιτικής του βασιλιά Όθωνα.

Η υπηρεσία του στην Τήνο συνδέεται με δυο σοβαρά συμβάντα:

(α) Την κλοπή της εικόνας του Ευαγγελισμού στις 15.12. 1842, ζήτημα που το χειρίστηκε με ιδιαίτερα επιτυχή τρόπο. Πολύ σημαντική υπήρξε η σχετική αναφορά του προς την κυβέρνηση, στην οποία ο Θεοτόκης, εν παρενθέσει, υμνεί το έργο του Ιερού Καταστήματος [3].

(β) Την κάθοδο των Ιησουϊτών μοναχών από τον οικισμό Εξώμβουργο, κά­τω από το Κάστρο, στα Λουτρά. Ο Θεοτόκης αντέδρασε σθεναρά γιατί έβλε­πε στην προσπάθεια αυτή απόπειρα προσηλυτισμού [4].

Το καλοκαίρι του 1841 φιλοξένησε στην Τήνο το γιο του Σπυρίδωνα με τη σύζυγο του Jane Elizabeth Digby (1807-1881) [5], θυγατέρα του Άγγλου ναυάρχου Henry Digby, και το γιο τους Λεωνίδα.

Παντρεύτηκε την Αγγελική Μαρμορά με την οποία απόκτησαν τέσσερα παιδιά: τον Μιχαήλ – Ερρίκο (1807), ο οποίος πέθανε πολύ νωρίς, τον Ανδρέ­α – Νικόλαο (1808), τη Μπελίνα (1809) και το Σπυρίδωνα (1811). Ο Ανδρέας – Νικόλαος απόκτησε τέσσερα παιδιά, από τα οποία ο Γεώργιος (1844 – 1916) διετέλεσε τέσσερες φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας (1899 – 1901, 1903, 1903 – 4, 1905 – 09). Η κόρη του Γεωργίου Θεοτό­κη, Ζαΐρα, υπήρξε μητέρα του πολιτικού και πρωθυπουργού της χώρας Γεωρ­γίου Ράλλη (1918- 2006).

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Για τον Ιωάννη – Βαπτιστή Θεοτόκη βλέπετε Λαυρεντίου Βροκίνη, Βιογραφικά σχεδιάρια των εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων Κερκυραίων, τεύχος Α’, σελ. 121· Δ. – Γρ. Καμπούρογλου, Ιστορικόν Αρχείον Διονυσίου Ρώμα, τόμος A’ 1819 – 1825, Αθή­ναι 1901, ειδικότερα σελ. 576 – 79 και 678 – 9· Eugéne Rizo Rangavé, Livre dOr de la Noblesse lonienne. Corfou, «Eleftheroudakis». Athenes 1925. pp. 243 – 245- Νικο­λάου Σακελλίωνος – Σταύρου Φιλιππίδη, Ιστορία του εν Τήνω ναού και Ιδρύματος της Ευαγγελιστρίας, Εν Ερμουπόλει Σύρου 1928, σελ. 86 επόμ. και ιδία 112 – 123· Σταύρου Χ. Σκοπετέα, «Μυστικαί Εταιρείαι κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν», Πε­λοποννησιακή Πρωτοχρονιά (1958), σελ 277 – 298· Κώστα Δαφνή, «Θεοτόκης Ιωάννης – Βαπτιστής. Βιογραφία – προσωπογραφίες», Κερκυραϊκά Χρονικά 11 (1965)· Σπύρου Θεοτόκη, «Ιωάννης Βαπτιστής Θεοτόκης», ό.π., και Γεωργίου Ράλλη, Γεώρ­γιος Θεοτόκης. Ο άνθρωπος του μέτρου, «Ελληνική Ευρωεκδοτική», Αθήνα 1986. σελ. 13 – 23 (Σ.Μ.).

[2] Ο Θεοτόκης δεν ήταν ένας οποιοσδήποτε γραφειοκράτης που στελέχωνε το διοικητικό μηχανισμό του νεοσύστατου κράτους, αλλά μια σημαντική προσωπικότητα της ελληνικής Παλιγγενεσίας. Στην Τήνο, ως Διοικητής του νησιού, ε­πιτέλεσε σημαντικό έργο, κυρίως με τις παρεμβάσεις του στη λειτουργία του Ιε­ρού Καταστήματος της Ευαγγελιστρίας. Βέβαια, όταν έφτασε στην Τήνο ο Θεο­τόκης, ο δημόσιος χαρακτήρας του Ιερού Καταστήματος είχε επιβληθεί, όμως είχε ακόμη μεγάλα περιθώρια παρέμβασης. Τέλος, η παραμονή του στο νησί συνέπε­σε με την κλοπή της εικόνας του Ευαγγε­λισμού στις 15.12. 1842 και είναι βεβαιωμένες οι σύντονες, και αποτελεσματικές ενέργειές του, για σύλληψη του δράστη και την ανεύρεση της εικόνας, αλλά και για την ανάδειξη του γεγονότος αυτού στο πανελλήνιο. Και όχι μόνον αυτό, αλλά ο Κερκυραίος πολιτικός προσπάθησε να προσδώσει επίσημο χαρακτήρα στην επανεύρεση της εικόνας με παρέμβασή του στην Ιερά Σύνοδο. Εξάλλου είναι αυτός που αμέσως μετά την επιστροφή της εικόνας στο ναό μίλησε για «Δεύτερη Εύρεση», κάτι που ποτέ δεν έγινε τελείως αποδεκτό από την κοινωνία της πόλης.

[3] Η αναφορά αυτή, που πρωτοδημοσιεύθηκε από τους Νικόλαο Σακελλίωνα και Σταύρο Φιλιππίδη στο βιβλίο τους Ιστορία του εν Τήνω ιερού ναού και Ιδρύματος της Ευαγγελιστρίας. Ερμούπολις 1928, σελ. 112-119, σώζεται σε αντίγραφο στο Αρχείο του ΠΠΕΤ. Πρόσφατα εντοπίσαμε και το πρωτότυπο στα ΓΑΚ. Μια πρώτη αντιπαρα­βολή πιστοποιεί την ακρίβεια της αντιγραφής.

[4] Η κάθοδος των Ιησουϊτών στα Λουτρά, ενώ ήταν μια λογική προσπάθεια μετά την ερήμωση της περιοχής, εντούτοις αντιμετώπισε αντίδρασης τόσο από τους τελευταίους καθολικούς κατοίκους του Εξωμβούργου (και τον Καθολικό επίσκοπο Τήνου) όσο και από τις κρατικές αρχές. Το όλο ζήτημα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς τις ιδεολογικές στάσεις και νοοτροπίες της εποχής. Έχουμε συγκεντρώσει πλούσιο αρχειακό υλικό, το οποίο ευελπιστούμε σύντομα να παραδώσουμε στη δημοσιότητα.

[5] Η Jane Elizabeth Digby (1807 – 1881), θυγατέρα του Άγγλου ναυάρχου Henry Digby, υπήρξε μια από τις γυναίκες που τάραξαν την κοινωνική ζωή της Ευρώπης. Ήταν πλούσια, όμορφη, δυναμική και, κυρίως, διψασμένη για αγάπη. Το 1824 παντρεύτηκε τον κατά πολύ μεγαλύτερό της Edward Law, 2nd βαρόνο (μετέπειτα λόρδο) Ellenborough, από τον οποίο χώρισε το 1830. Στη συνέχεια βρέθηκε στο Μόναχο, όπου υπήρξε ερωμένη του Λουδοβίκου Α’ της Βαυαρίας (πατέρα του Όθωνα της Ελλάδος) και το 1832 παντρεύτηκε τον βαυαρό βαρόνο Karl von Venningen. Σύντομα, πιθανότατα το 1835, ερωτεύθηκε ένα νεαρό Έλληνα που βρέθηκε στην αυλή της Βαυαρίας, το Σπυρίδωνα Θεοτόκη (1811-1870), γόνο ευγενούς κερκυραϊκής οικογένειας, χωρίς όμως εισοδήματα. Γνωρίστηκαν σε ένα χορό μεταμφιεσμένων, όπου ο νεαρός Θεοτόκης φορούσε την εθνική του ενδυμασία. Ήδη από το Μάρτιο του 1839 στη Γαλλία με το Θεοτόκη, με τον οποίο απόκτησε ένα παιδί το Λεωνίδα (21.9.1840). Το καλοκαίρι του 1841 το ζεύγος Θεοτόκη ήλθε στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Τήνο, όπου ο πατέρας Ιωάννης – Βαπτιστής Θεοτόκης ήταν Διοικητής του νησιού.

Φαίνεται ότι κατά την παραμονή της στην Τήνο η νεαρή Αγγλίδα περιηγήθηκε το νη­σί, ενδιαφέρθηκε για την ιστορία του και φιλοτέχνησε σκίτσα από την καθημερινή του ζωή. Στη συνέχεια, την άνοιξη του 1842, το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στα κτήματα της οικογένειας Θεοτόκη στους Λουκάδες της Κέρκυρας και το 1843 μετακινήθηκε στην Αθήνα, όπου η Jane αναστάτωσε τη ζωή της πρωτεύουσας του νέου ελληνικού κρά­τους. Όταν η Jane διαπίστωσε απιστίες του συζύγου της (1846), τον χώρισε και μετέ­βη στην Ιταλία, όπου ο μικρός Λεωνίδας σκοτώθηκε σε ατύχημα. Ξαναγύρισε στην Αθήνα, όπου υπήρξε ερωμένη του βασιλιά Όθωνα και του στρατηγού Χριστόδουλου Χατζηπέτρου. Μετά σειρά περιπετειών η Jane Digby το 1853 θα βρεθεί στη Συρία, όπου θα ερωτευθεί, και τελικά θα παντρευτεί, τον Sheikh Medjuel el Mezrab, με τον ο­ποίο θα ζήσει ευτυχισμένη έως το τέλος της ζωής της. Ο Σπυρίδων Θεοτόκης, μετά το διαζύγιό του, πήγε στην Ιταλία, άλλαξε πολλές ερωμένες, παντρεύτηκε δύο ακόμη φο­ρές και πέθανε σχετικά νέος στη Ρωσία όπου είχε τοποθετηθεί πρόξενος. Για την πε­ριπετειώδη ζωή της Jane βλέπετε: (α) Edmond About, La Gréce contemporaine, Paris 1863₅, pp. 81 – 91 [XII: Histoire des deux grandes dames étrangères qui s᾽étaient fixées en Grèce], (β) Πολύβιου Δημητρακόπουλου, Αι Αθήναι του Όθωνος: Τζέννυ Θεοτόκη, «Σιδερής», Αθήναι 1925, και (γ) Lovell, Mary S., A Scandalous Life: A Biography of Jane Digby (1995) [Ελληνική μετάφραση της Μαρίας Παππά: Μια σκανδαλώδης ζωή: Η βιογραφία της Τζάν Ελίζαμπεθ Ντίγκμπι – Θεοτόκη, «Νέα Σύ­νορα», Αθήνα 1997] (Σ. Μ.).

 

Κώστας Δανούσης

Τηνιακά Σύμμεικτα, τεύχος 14, 2014.

 

Read Full Post »

Κωτσονόπουλος Επαμεινώνδας (1831-1904)


 

Επαμεινώνδας Κωτσονόπουλος (1831-1904) - Αρχείο: Νίκος Κωτσονόπουλος.

Επαμεινώνδας Κωτσονόπουλος (1831-1904) – Αρχείο: Νίκος Κωτσονόπουλος.

Ο Επαμεινώνδας Κωτσονόπουλος γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1831, πιθανόν με καταγωγή από την Τρίπολη στην οποία είχε γεννηθεί ο πατέρας του Μιχαήλ. Ήταν γιατρός στο επάγγελμα και διατέλεσε δήμαρχος Ναυπλιέων κατά τα έτη: 1866-1878 και 1883-1890. Ο Επαμεινώνδας Κωτσονόπουλος, εργάστηκε πολύ για τον εξωραϊσμό της πόλης και επί της δημαρχίας του τοποθετήθηκε στην Ακροναυπλία το ρολόι που ήταν δωρεά του βασιλέως Λουδοβίκου Α’ της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα.

Δήμαρχος για τρίτη συνεχόμενη περίοδο, τον Οκτώβριο του 1877 ήταν αυτός που συνέλαβε την ιδέα ανέγερσης του μνημειακού έφιππου ανδριάντα του ήρωα της Ελληνικής Επανάστασης, Θεόδωρου Kολοκοτρώνη, που δεσπόζει στο κέντρο του πάρκου Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο. Είναι το πρώτο έφιππο άγαλμα (1901) της νεοελληνικής γλυπτικής.

Το Δημοτικό Συμβούλιο υπερψήφισε την πρόταση και προκηρύχτηκε καλλιτεχνικός διαγωνισμός για την κατασκευή του ανδριάντα. Στο διαγωνισμό η επιτροπή ενέκρινε το σχέδιο του Λάζαρου Σώχου, στον οποίο τον ίδιο χρόνο ανατέθηκε η δημιουργία του μνημείου.

Ναύπλιο, Πάρκο Κολοκοτρώνη. Στο κέντρο ο Επαμεινώνδας Κωτσονόπουλος, γιατρός, δήμαρχος Ναυπλιέων και πρόεδρος της επιτροπής για την κατασκευή του ανδριάντα του Κολοκοτρώνη, περ. 1901. Αρχείο: Νίκος Κωτσονόπουλος.

Ναύπλιο, Πάρκο Κολοκοτρώνη. Στο κέντρο ο Επαμεινώνδας Κωτσονόπουλος, γιατρός, δήμαρχος Ναυπλιέων και πρόεδρος της επιτροπής για την κατασκευή του ανδριάντα του Κολοκοτρώνη, περ. 1901. Αρχείο: Νίκος Κωτσονόπουλος.

Το γύψινο πρόπλασμα  του  Σώχου  βράβευσε η Ακαδημία της Pώμης, ενώ εκτέθηκε επίσης στη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού το 1900, όπου και πήρε το πρώτο βραβείο. O Henri Jouin μάλιστα, γραμματέας της Σχολής Kαλών Tεχνών του Παρισιού, εξέδωσε σε ειδικό φυλλάδιο λόγο που του ενέπνευσε το έργο αυτό και ο οποίος δημοσιεύτηκε τότε στην εφημερίδα «Eστία».

Το έργο αποπερατώθηκε το 1894 στο Παρίσι, μεταφέρθηκε στην Ελλάδα το 1895 και παρέμεινε πέντε χρόνια στις αποθήκες του Οπλοστασίου του Ναυπλίου.

Τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα έγιναν στις 23 Απριλίου του 1901, όταν Δήμαρχος Ναυπλίου ήταν ο πατέρας του γνωστού Ναυπλιώτη λογοτέχνη, θεατρικού συγγραφέα και ακαδημαϊκού Άγγελου Τερζάκη, δικηγόρος Δημήτριος Τερζάκης (1899-1903), που διατέλεσε και βουλευτής, γερουσιαστής και αργότερα νομάρχης Αργολίδος. Τοποθετήθηκε στο Βοτανικό Κήπο του Ναυπλίου, που από τότε ονομάστηκε Πάρκο Κολοκοτρώνη.

 

Πηγές


  • Αλέξης Τότσικας, «Οι έφιπποι ανδριάντες του Κολοκοτρώνη – Η υπαίθρια γλυπτική».
  • Γιάννης Μακρής, «Ο Ανδριάντας του Γέρου του Μωριά – Οδοιπορικό στην πραγματοποίηση του πόθου των Αναπλιωτών».
  • Βίκυ Ελενοπούλου, «Δήμαρχοι  Ναυπλιέων (από 1835 έως 1998)», Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙV, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, τόμος IV (2000).

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ο Γιώργος Σεφέρης και τα ποιήματά του από το 1941-44


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» μελέτη της Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη, Διευθύνουσας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας στην Ακαδημία Αθηνών, με θέμα:

«Ο Γιώργος Σεφέρης και τα ποιήματά του από το 1941-44»

 

Ο Γιώργος Σεφέρης (29.2/13.3.1900 – 20.9.1971) είναι αναμφίβολα ένας από τους κορυφαίους νεοέλληνες ποιητές και συνάμα σπουδαίος ποιητής παγκοσμίου βεληνεκούς. Στα ποιήματά του προβάλλει ανάγλυφη η εκπληκτική ικανότητα χειρισμού της γλώσσας. Λυρικός, με βαθιά φιλοσοφημένη σκέψη, ευφυής και ευφάνταστος στο πλάσιμο εννοιών, στη διάλυση ή στον συνδυασμό λέξεων, υποβάλλει μέσα από στίχους πλήθος συναισθημάτων.

Γιώργος Σεφέρης, 1957. Από το αρχείο του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης.

Γιώργος Σεφέρης, 1957. Από το αρχείο του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης.

Τρία βασικά χαρακτηριστικά συνθέτουν τη μορφή του: αστικός βίος, επαγγελματική διπλωματία και ποιητικό ταλέντο. Το 1914, με το ξέσπασμα του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, η οικογένεια Σεφεριάδη μετοικεί από τη Σμύρνη στην Αθήνα· έτσι δεν βιώνει από πρώτο χέρι τη μικρασιατική καταστροφή. Ο πατέρας του, Στυλιανός Σεφεριάδης, υπήρξε καθηγητής Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Πρύτανης και Ακαδημαϊκός. Γαμπρός του ο πανεπιστημιακός καθηγητής, πολιτικός και Ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Τσάτσος. Ο Γιώργος μετά την αποφοίτησή του από τη Βαρβάκειο Πρότυπο Σχολή (1917) γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, σπούδασε νομικά και «πολλή λογοτεχνία» στο Παρίσι (1918-24) και στο Λονδίνο (1924-25). Εν συνεχεία διορίσθηκε «ακόλουθος» στο Υπουργείο Εξωτερικών (1927) και μέχρι το 1962 που συνταξιοδοτήθηκε, διετέλεσε Υποπρόξενος και Προϊστάμενος Γενικού Προξενείου στο Λονδίνο (1931-34), Πρόξενος στην Κορυτσά (1936-38), Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Εξωτερικού Τύπου στη Αθήνα (1938), Διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Αντιβασιλέα και Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού (1945-46), Σύμβουλος στην Ελληνική Πρεσβεία της Άγκυρας (1948-50), του Λονδίνου (1951-1952), Πρέσβης της Ελλάδας στη Βηρυτό (1953-56), Διευθυντής της β΄ Πολιτικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Εξωτερικών (1956-57), και τέλος Πρέσβης της Ελλάδας στο Λονδίνο (1957-62).

Έζησε μια άνετη ζωή, χωρίς στερήσεις, στους ανώτερους πνευματικούς και πολιτικούς κύκλους της κοινωνίας· κάθε φορά είχε την τύχη ή τη δυνατότητα την κρίσιμη στιγμή να βρίσκεται μακριά από τον τόπο καταστροφής. Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο 1940/41 υπηρέτησε ως υπάλληλος στις υπηρεσίες λογοκρισίας του Τύπου στην Αθήνα. Η είσοδος των Γερμανών στην Αθήνα (27.4.1941) τον βρίσκει στη Κρήτη· όταν στις 20 Μαΐου 1941 πέφτουν οι πρώτοι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές στο νησί, ο Σεφέρης βρίσκεται ήδη στην Αλεξάνδρεια. Επιστρέφει στην Αθήνα στις 22.10.1944, δέκα μέρες μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Κατά τη διάρκεια της τριπλής κατοχής στην Ελλάδα εργάζεται στην Ελληνική Πρεσβεία της Ν. Αφρικής (1941-42) και στη Δ/νση Τύπου & Πληροφοριών του Καΐρου (1942-44). Όταν ο Ρόμελ φτάνει με τον στρατό του έξω από την Αλεξάνδρεια τον Ιούνιο του 1942, οι περισσότεροι Έλληνες αξιωματούχοι και πολιτικοί (μαζί τους ο Γιώργος και η Μαρώ) διαφεύγουν στα Ιεροσόλυμα μέσω Σουέζ· με το που περνά ο κίνδυνος, επιστρέφουν στο Κάιρο.

Το 1960 αναγορεύεται επίτιμος διδάκτορας Φιλολογίας στο Καίμπριτζ, το 1961 λαμβάνει το βραβείο Foyle και το 1963 το Νόμπελ λογοτεχνίας. Ακολουθούν οι τίτλοι: επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Πανεπιστημίου Οξφόρδης (1964), επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Princeton (1965), επίτιμο μέλος της American Academy of Arts and Sciences (1966), εταίρος του Institute for Advanced Study του Princeton (1968), μέλος της American Academy of Arts and Letters & The National Institute of Arts and Letters (1971).

Σε αρκετά ποιήματα και σε άφθονα χωρία των πεζών του ο Σεφέρης κρίνει συμπεριφορές ή χειρισμούς πολιτικών προσώπων της εποχής του, τους οποίους γνώρισε καλά λόγω επαγγέλματος. Τις περισσότερες φορές είναι δριμύς, ψογερός, πλουσιοπάροχα ειρωνικός· ελάχιστες οι φορές που θα εκφρασθεί θετικά για κάποιον πολιτικό (π.χ. εκτιμούσε τον Γ. Καρτάλη, με τον Π. Κανελλόπουλο έγινε φίλος· τον θεωρούσε διορατικό πολιτικό αλλά έψεγε την τακτική του ως επιπόλαια οχλαγωγική, Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ σσ. 70-71). Αντίθετα απ’ ό,τι στα πεζά, στα ποιήματα η κριτική εμφανίζεται συγκαλυμμένη καθώς χρησιμοποιεί αλληγορίες, μεταφορές, συμβολισμούς, κ.λπ. («Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές / είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα», Τελευταίος σταθμός).

Στο Υστερόγραφο (Πρετόρια, 11.9.1941) σκιαγραφεί πικρόχολα τον Εμμανουήλ Τσουδερό και τον περίγυρό του: «Αλλά έχουν μάτια κάτασπρα χωρίς ματόκλαδα / και τα χέρια τους είναι λιγνά σαν τα καλάμια. Κύριε, όχι μ’ αυτούς, η φωνή τους / δε βγαίνει καν από το στόμα τους. / Στέκεται εκεί κολλημένη σε κίτρινα δόντια». Μέσα σ’ αυτό τον περίγυρο βρίσκεται κι ο ίδιος («Πώς πέσαμε, σύντροφε, μέσα στο λαγούμι του φόβου;», Η μορφή της μοίρας 1.10.1941). Στο Kerk Str. Oost, Pretoria, Transvaal θ’ αποκαλέσει τον Τσουδερό «Ονοκρόταλο Πελεκάνο» που έχει «ένα ύφος τσαλαπατημένου πρωθυπουργού / στο ζωολογικό κήπο του Καΐρου». Το ποίημα γράφεται τον Οκτώβριο του 1941 όταν η Ελλάδα στενάζει κάτω από τριπλή κατοχή, και η πείνα στις μεγάλες πόλεις (ιδίως Αθήνα) έχει αρχίσει να θερίζει· οι εκτελέσεις από τους Γερμανούς αποτελούν καθημερινό φαινόμενο. Ο ποιητής περνά τις μέρες του ειδυλλιακά, ήρεμα και μ’ ευμάρεια στο «Βένουσμπεργκ της γραφειοκρατίας με τους διπλούς / του πύργους και τα διπλά του επίχρυσα ρολόγια / ναρκωμένο βαθιά». Οι τζακαράντες, τροπικά δένδρα με μωβ λουλούδια, λικνίζουν τους κλώνους τους στο απαλό φύσημα του αγέρα «παίζοντας καστανιέτες και χορεύοντας» ενώ ρίχνουν «γύρω στα πόδια τους ένα μενεξεδένιο χιόνι». Γυαλιστερά τ’ αυτοκίνητα της ελληνικής πρεσβείας και «στο τέλος του δρόμου», τον περιμένει «δρασκελώντας αργόσχολα μες στο κλουβί του / ο ασημένιος φασιανός της Κίνας / ο Ευπλόκαμος Νυχθήμερος». Νυχθημερόν περισφιγμένος στα ωραία πλοκάμια της ευδαιμονίας ο Σεφέρης παρασύρεται λοιπόν σαν ένας άλλος Τανχόυζερ στα κατάβαθα του πύργου της Αφροδίτης, περνώντας μέρες αμαρτωλής αργίας.

Ο ποιητής θαυμάζει τους ανθρώπους «όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα / χωρίς το φόβο μες στην καρδιά τους, / χωρίς την καθημερινή τρεμούλα για τα μικροπράματα». Αυτός μαζί με άλλους που αποτελούν το «υπομονετικό ζυμάρι ενός κόσμου», κοιτάζουν «το κλειστό περιβόλι στο κοιμισμένο αράπικο σπίτι / πίσω από τα καφασωτά…πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής» που άφησε πίσω της το μεθυστικό «απροσδιόριστο λίκνισμα…μιας αψηλής φοινικιάς» (Ένας γέροντας στην ακροποταμιά, Κάιρο 20.6.1942). Μαζί με τους πολιτικούς άρχοντες που προσφεύγουν στην Ιερουσαλήμ, είναι «όλοι καθώς η Νεκρή θάλασσα / πολλές οργιές κάτω απ’ την επιφάνεια του Αιγαίου»· εκεί «η καταφρόνια / είναι η πραμάτεια / του κανενού». Στη Νεκρή θάλασσα «δεν έχει ζωή…οχτρούς και φίλους / παιδιά, γυναίκα / και συγγενείς, / άει να τους βρεις». Αλλ’ αυτός είναι ο τόπος που τους έταξαν οι Εγγλέζοι, όπως αποκαλύπτει η επωδός του ποιήματος «This is the place, gentlemen!» (Ο Στρατής Θαλασσινός στη Νεκρή Θάλασσα, Ιούλιος 1942).

Ένα χρόνο αργότερα στους δρόμους του Καΐρου θα περπατά «με προσοχή, να μη γλιστρήσει / στις πεπονόφλουδες που ρίχνουν αδιαφόρετοι αραπάδες / ή πρόσφυγες πολιτικάντηδες και το σινάφι, / παραμονεύοντας: θα τηνε πατήσει; – δε θα την πατήσει; / Όπως μαδάς μια μαργαρίτα·/ προχωρεί / κουνώντας μιαν υπέρογκη αρμαθιά ανωφέλευτων κλειδιών… Προχωρεί πηγαίνοντας στη δουλειά του καθώς / χίλια λιμάρικα σκυλιά τού κουρελιάζουν τα μπατζάκια / και τον γυμνώνουν. / Προχωρεί, παραπατώντας, δαχτυλοδειχτούμενος, / κι ένας πηχτός αγέρας φέρνει γύρα / σκουπίδια, καβαλίνα, μπόχα και καταλαλιά» (Μέρες τ’ Απρίλη 1943, Κάιρο, Σάρια Εμάντ ελ Ντιν, 24.6.1943).

Στο ποίημα Θεατρίνοι, Μ.Α. (Αύγουστος 1943) αποκαλύπτονται οι ατέρμονες στημένες παραστάσεις της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης στη Μέση Ανατολή: «Στήνουμε θέατρα και τα χαλνούμε / όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε / στήνουμε θέατρα και σκηνικά, όμως η μοίρα μας πάντα νικά / και τα σαρώνει και μας σαρώνει / και τους θεατρίνους και το θεατρώνη / υποβολέα και μουσικούς / στους πέντε ανέμους τους βιαστικούς». Ο ποιητής παρομοιάζει την καρδιά του μ’ «ένα σφουγγάρι» που σέρνεται στον δρόμο και στο παζάρι «πίνοντας το αίμα και τη χολή / και του τετράρχη (= υποτελής ηγεμόνας) και του ληστή».

Στις 9 Αυγούστου 1943 φτάνει στο Κάιρο η «αντιπροσωπεία των βουνών», δηλ. των ελληνικών αντιστασιακών δυνάμεων: από το ΕΑΜ είναι οι Τζίμας, Ρούσος, Τσιριμώκος και Δεσποτόπουλος, από τον ΕΔΕΣ ο Πυρομάγλου, από την ΕΚΚΑ ο Καρτάλης. Στο Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ (σ. 123) ο Σεφέρης σημειώνει ότι οι Άγγλοι χαρακτηρίζουν αυτό τον ερχομό “συμπτωματικό γεγονός”. Ο ποιητής εμπνέεται απ’ τον ερχομό τους και γράφει το Ανάμεσα στα κόκαλα εδώ, όπου σχολιάζει ότι ο καθαρός αγέρας των ψηλών βουνών δροσίζει τους ξεραμένους κάμπους της Αιγύπτου· ηχεί σα μουσική από φλογέρα ή απόμακρο τύμπανο, διαπερνώντας σωρούς από κόκαλα πολιτικάντηδων. «Ψηλά βουνά, δε μας ακούτε! / Βοήθεια! Βοήθεια! / Ψηλά βουνά θα λιώσουμε, νεκροί με / τους νεκρούς!». Η «αντιπροσωπεία των βουνών» θέτει ως βασικό όρο να μην επιστρέψει ο βασιλιάς στην Ελλάδα χωρίς να έχει προηγηθεί δημοψήφισμα για τη μορφή του πολιτεύματος που επιθυμεί ο λαός μετά την απελευθέρωση της χώρας. Το ποίημα Αντάρτες στη Μ.Α. (Αφήγηση για τα παιδιά) διαπερνά ο σαρκασμός: «Ήσυχοι ήμασταν, ας πούμε, / εδώ που ’λαχε να ζούμε / μες στη ζέστη την ογρή / μες στη Μέση Ανατολή. / Φούσκωνε και το ποτάμι, / φούσκωναν και τα μυαλά / κι ήμασταν σαν το καλάμι / στην παχιά ακροποταμιά. / Όταν ήρθανε οι αντάρτες / με πιστόλες και με χάρτες / να ταράξουν τη ζωή μας… “Τί γυρεύουν; Τί γυρεύουν;” φώναζαν στις παροικίες… “Ποιός τους έφερε δω-πέρα / να μάς πάρουν τον αέρα;” / “Μην τους φέραν οι Συμμάχοι;” / “Αλλ’ αυτοί μας αγαπούν / και δε θέλουν την αμάχη / στους λαούς που πολεμούν / για να ζήσει η ανθρωπότη / έξω απ’ της σκλαβιάς τα σκότη” … “Αδερφέ μου, οι Ελληνάδες (= οι Ελλαδίτες) / που γλεντούν σε κάθε κρίση, / αυτοί πάλι βρήκαν κάτι / να μας κόψουν το ραχάτι.” … Οι αντάρτες σαν τον είδαν / πήγε να τους φύγει η βίδα. / Μέρα-νύχτα συζητούσαν, / μέρα-νύχτα πολεμούσαν, / για να βρούνε κάποια λύση / στης Ανατολής την κρίση / που ήταν πια μασκαραλίκι. / Μα οι Εγγλέζοι που τους θρέφαν / χωρίς να πλερώνουν νοίκι, / έπαψαν να παίζουν πρέφα / και σα να μοιράζαν κόλλυβα / τους εμάζεψαν αθόρυβα / και τους στείλανε ξανά / στα ψηλά τους τα βουνά» («Τα Περιστέρια», 5.9-24.10.1943).

Το χορικό απ’ τον «Μαθιό Πασκάλη Δεσμώτη» (Sh. Emad el Din, 6.5.1944) έχει γραφεί μ’ αφορμή την καταστολή του κινήματος των ελληνικών σωμάτων Μ.Α. από τους Άγγλους. Πρόκειται για την πρώτη φανερή ένοπλη επέμβαση των Άγγλων σε εσωτερικές ελληνικές υποθέσεις· πολλοί οι νεκροί και οι τραυματίες: τον Μάρτιο του 1944 Έλληνες αξιωματικοί και στρατιώτες ζήτησαν την παραίτηση του Τσουδερού και τη συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Ο Γεώργιος Β΄ προσπάθησε να λύσει το πρόβλημα κάνοντας πρωθυπουργό τον Σοφ. Βενιζέλο (14 Απριλίου) ο οποίος λίγες μέρες μετά αναγκάσθηκε να παραιτηθεί, και τη θέση του έλαβε ο Γ. Παπανδρέου (26 Απριλίου). Μια από τις πρώτες ενέργειες του Παπανδρέου ως πρωθυπουργού ήταν να διώξει τον Σεφέρη από τη Δ/νση Τύπου (28 Απριλίου). Η αρνητική κριτική που ασκεί ο Σεφέρης προς τον Παπανδρέου (Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ σ. 216) ξεκινά από προσωπικούς/επαγγελματικούς λόγους. Ο ποιητής χορεύει εμπαίζοντας, και δείχνει να το απολαμβάνει. Η δηκτική χλεύη φτάνει μέχρι την αθυροστομία: «Κάτω απ’ το δέ-, κάτω απ’ το -ντρό, / κάτω απ’ το δέντρο του μπαμπού / ακούστη μπαμ, ακούστη μπουμ / και βρεθήκανε χεσμένοι».

Το καλό του ήθος δεν διαβρώθηκε τα χρόνια της πολιτικής προσφυγιάς· τον κάνει να αισθάνεται τύψεις λίγο προτού επιστρέψει σε μια καθημαγμένη από πόλεμο και κατοχή πατρίδα, εκεί όπου οι πολιτικοί δεν θα διστάσουν να εμφανισθούν ως απελευθερωτές, καρπούμενοι «το αίμα των άλλων». Η αιδώς δαγκώνει την ψυχή του ποιητή όταν συλλογίζεται τη στιγμή που θ’ αντικρίσει τους βασανισμένους από κακουχίες συμπατριώτες του. Ο Σεφέρης εκμυστηρεύεται τις τύψεις του στον Τελευταίο σταθμό (Cava dei Tirreni, 5.10.1944): «Ερχόμαστε απ’ την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη τη Συρία…ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες, / καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του», «σε τούτη τη στερνή μας σκάλα / όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει / σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια / στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος / ήρθε η στιγμή της πλερωμής…».

Στην Cava dei Tirreni, ένα ειδυλλιακό ιταλικό «χωριουδάκι πάνω από το Σαλέρνο», έδρα των βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων, ο Σεφέρης γράφει ένα από τα πιο δυνατά ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας: Το Απομεσήμερο ενός φαύλου (7.10.1944). Η προαίσθησή του είναι βαριά ήδη από τον Αύγουστο του 1944 για «το παρανοϊκό ταξίδι στην Ιταλία (αυτό το ανεξήγητο δώρο του Churchill)», όπου «θα περάσουμε άθλιες στιγμές μ’ αυτό το μπουλούκι» (Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ σ. 258). Μετά την υπογραφή της συμφωνίας της Καζέρτας (26.9.1944) η οποία όριζε τον Σκόμπι ως αρχιστράτηγο των αγγλικών και ελληνικών δυνάμεων στην Ελλάδα, ο Σεφέρης σημειώνει την 1η Οκτωβρίου: «Ο στρατηγός- βάφτισε την Cava dei Tirreni, Φάκα dei Greci» (Μέρες Δ΄ σ. 362, Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ σ. 269). Ο ποιητής με την ενόραση και τη διαύγεια τού νου που πάντοτε τον διέκριναν, προβλέπει τον επικείμενο άγριο εμφύλιο: «Τράβα αγωγιάτη, καρότσα τράβα, / τράβα να φτάσουμε γοργά στην Κάβα! / Φύσα βαπόρι, βόα μηχανή, / να ’ρθούμε πρώτοι εμείς! – οι στερνοί. // Τα στερνοπαίδια και τ’ αποσπόρια / και τ’ αποβράσματα και τ’ αποφόρια / μιας μάχης που ήτανε γι’ άλλα κορμιά / για μάτια αλλιώτικα κι άλλη καρδιά. // Πολιτικάντηδες, καραβανάδες, / ψιλικατζήδες, κολλυβιστάδες, / μούργοι, μουνούχοι και θηλυκά- / τράβα αγωγιάτη! βάρα αμαξά! // Φτωχή Πατρίδα, στα μάγουλά σου / μαχαίρια γράφουνε το γολγοθά σου· / μάνα λιοντόκαρδη, μάνα ορφανή, / κοίτα αν αντέχεις τέτοια πομπή: // το ματσαράγκα, το φαταούλα / με μπογαλάκια και με μπαούλα· / τη χύτρα που έβραζε κάθε βρωμιά / λες και την άδειασαν όλη μεμιά // σ’ αυτούς ανάμεσα τους ήπιους λόφους / όπου μας κλείσανε σαν υποτρόφους / ενός αδιάντροπου φρενοβλαβή / που στο βραχνά του παραμιλεί. // Δες το σελέμη, δες και το φάντη / πώς θυμιατίζουνε τον ιεροφάντη / που ρητορεύεται λειτουργικά / μπρος στα πιστά του μηρυκαστικά. // Μαυραγορίτες από τα Νάφια / της προσφυγιάς μας άθλια σινάφια, / γύφτοι ξετσίπωτοι κι αρπαχτικοί, / λένε, πατρίδα, πως πάνε εκεί // στα χώματά σου τα λαβωμένα / γιατί μαράζωσαν, τάχα, στα ξένα / και δεν μπορούνε χωρίς εσέ- // οι φαύλοι: τρέχουνε για το λουφέ.» (Διευκρινίσεις: κολλυβιστής = αργυραμοιβός, ματσαράγκας = απατεώνας, σελέμης = παράσιτο, φάντης = βαλές [τραπουλόχαρτο], σαν υποτρόφους: ο Σεφέρης βλέποντας το απόγευμα της 1ης Οκτωβρίου Έλληνες υπουργούς και στρατιωτικούς να φορούν ίδια ρούχα που πήραν από τη NAAFI, σχολιάζει στο Πολ. Ημερολ. Α΄ σ. 269 και στις Μέρες Δ΄ σ. 362 πως έμοιαζαν με «οικοτρόφους ενός ορφανοτροφείου που φόρεσαν καινούργια χειμωνιάτικα», Νάφια = από τ’ αγγλ. NAAFI [Navy, Army and Air Force Institute], καντίνες ή πρατήρια για μέλη των ενόπλων δυνάμεων· λειτούργησαν κι ως βασικές πηγές μαύρης αγοράς, λουφές = κέρδος χωρίς κόπο). Ο αναγνώστης μπορεί ν’ αντιληφθεί ποιοι υπονοούνται στο παραπάνω ποίημα εάν διαβάσει τις ημερολογιακές σημειώσεις του ποιητή. Εδώ θα υπογραμμίσω την αξιοθαύμαστη ικανότητα του Σεφέρη να πλάθει σωστά τη νεοελληνική γλώσσα ανάλογα με όσα επιδιώκει να εξωτερικεύσει· τούτο φαίνεται κυρίως στη μετατροπή του ρήματος ρητορεύω από ενεργητικό σε μέσο δυναμικό/περιποιητικό: ο ιεροφάντης ρητορεύεται, δηλ. ρητορεύει ενεργοποιώντας όλες τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις με σκοπό την προσωπική ικανοποίηση, ηδονή ή ωφέλεια, κι όχι το κοινό καλό!

Ολοκληρώνοντας: κάθε άνθρωπος έχει αδυναμίες κι είναι λάθος να επιζητούμε σε κάποιον την τελειότητα ή την αγιότητα. Στις Μέρες Δ΄ σ. 55 (16.4.1941) ο Σεφέρης δικαιολογείται: «Συλλογίστηκα πολύ αν θα ’φευγα μαζί τους. Ο συγχρωτισμός μ’ αυτούς τους ανθρώπους μού φέρνει σηψαιμία. Έπειτα παραδέχτηκα πως αν μείνω οι Γερμανοί θα με αχρηστέψουν απ’ την πρώτη μέρα· ο πόλεμος δεν πρόκειται να τελειώσει με τη μάχη στα ελληνικά χώματα. Αναρωτήθηκα πού θα ήμουν πιο χρήσιμος και πιο συνεπής και τ’ αποφάσισα». Ο Σεφέρης δεν επέλεξε να μπει στην αντίσταση όπως άλλοι. Η καταγωγή και η κοινωνική/επαγγελματική θέση τού προσέφεραν τη δυνατότητα διαφυγής. Εάν η ζωή του κινδύνευε τόσο πολύ απ’ τους κατακτητές, τότε πιο μπροστά, στον πόλεμο του ’40, γιατί δεν πολέμησε όπως χιλιάδες άλλοι Έλληνες; Γιατί απέφυγε τον κίνδυνο επιλέγοντας τη σιγουριά της Αθήνας; Η σκληρή αλλά δίκαιη κριτική που ασκεί για πολιτικάντηδες «που ήταν κίτρινοι από το φόβο τους όταν πήγαινε να ξεσπάσει η καταιγίδα, κάνουν τον παλικαρά, και κορδώνονται…τώρα που άλλοι πολεμούν και τους προστατεύουν» (Μέρες Δ΄ σ. 14, 26.1.1941) δεν γίνεται ν’ αφήσει άθικτο τον ίδιο. Ανυπόφορη γι’ αυτόν η ξενιτειά, όπως μ’ έμφαση τιτλοφορεί ένα του ποίημα, πλην όμως πολύ πιο υποφερτή από την παραμονή σε μια χειμαζόμενη πατρίδα. Από την άλλη, έχει μεγάλο δίκαιο όταν λέει ότι ο άνθρωπος «σαν έρθει ο θέρος / προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι» (Τελευταίος σταθμός).

Στον άνθρωπο Σεφέρη η σάρκα δεν ήταν εύψυχη, αλλά ήταν η συνείδησή του. Ευτυχώς που επέζησε, αφού έζησε όλ’ αυτά, και με την ευσυνειδησία που τον κατείχε, θέλησε να τ’ αφήσει παρακαταθήκη στις επερχόμενες γενιές. Ας βάλουν μυαλό οι νεώτεροι Έλληνες κι ας καταλάβουν ότι όλοι είναι χρήσιμοι σε μια κοινωνία, ότι κανείς δεν περισσεύει, αρκεί να τοποθετείται εκεί όπου είναι κατάλληλος και μπορεί ν’ αποδώσει τα μέγιστα. Διότι σε τελευταία ανάλυση, το ατομικό καλό απορρέει από το γενικό καλό.

 

Δρ. Αλεξάνδρα Ροζοκόκη

Read Full Post »

Το Ορφανοτροφείο του Άργους


 

Προλογικά

 

Όταν έγραφα με τους μαθητές μου τα οδωνύμια του Άργους, εκείνος που με βοήθησε ξεχωριστά ήταν ο μακαριστός π. Ευάγγελος Στασινόπουλος, ο οποίος μου υπέδειξε – συν τοις άλλοις – και ποιος ήταν ο Ιωάννης Λαλουκιώτης.[1]

Στην πορεία του χρόνου έτυχε να γίνω μέλος της Συντακτικής Επιτροπής (Σ.Ε.) του περιοδικού του Δήμου μας (2000). Και θεωρήσαμε σκόπιμο να ασχολούμαστε με τη μικροϊστορία του Άργους, όπως συμβαίνει άλλωστε σε πολλά περιοδικά τοπικού ενδιαφέροντος. Ενδεικτικά μνημονεύω την εργασία του Βασίλη Ζάχου Χριστιανική Ένωση Άργους (ανδρών), [2] την οποία ετοίμασε ο αγαπητός συνάδελφος κατά παράκληση της Σ.Ε. Η πρόταση ανήκε στο μέλος της Σ.Ε. και αγαπητό συνάδελφο Γιώργο Τασσιά.

Πρόθεσή μου ήταν να φιλοξενήσω την εργασία μου για το Ορφανοτροφείο Άργους στο επόμενο τεύχος του περιοδικού, αλλά δυστυχώς αναστέλλεται επ’ αόριστον η επανέκδοσή του για οικονομικούς λόγους. [3] Όμως ο ερευνητικός λόγος, πριν ακόμη πάρει σάρκα και οστά, δεν μπορεί ν’ αναζητεί στέγη… Γι’ αυτό και συνεχίζω.

 

Ο ιδρυτής του Ορφανοτροφείου Ιωάννης Λαλουκιώτης [4]


Ιωάννης και Αρτεμισία Λαλουκιώτη, δεκαετία 1930. Αρχείο: Γηροκομείο Άργους.

Ιωάννης και Αρτεμισία Λαλουκιώτη, δεκαετία 1930. Αρχείο: Γηροκομείο Άργους.

Ο Ιωάννης Λαλουκιώτης γεννήθηκε στο Άργος το 1879 από γονείς αγρότες, τον Νικόλαο και την Ελισάβετ. [5] Ο βιογραφούμενος αποδήμησε στις ΗΠΑ για λίγα χρόνια και επιστρέφοντας ίδρυσε εργοστάσιο υφαντουργίας. Στην αρχή έδινε δουλειά σε γυναίκες, οι οποίες ύφαιναν στα σπίτια τους σε αργαλειούς, που τους κατασκεύαζαν οι τεχνίτες συνήθως εδώ στο Άργος. Στη συνέχεια, σε κτήριο της οδού Ζαΐμη 25, εγκατέστησε σιδερένιους ιστούς, οι οποίοι κινούνταν με ντιζελομηχανή. Αυτό έγινε πριν από τον πόλεμο. Πάντως, τη μεγάλη ανάπτυξη της υφαντουργίας δεν τη γνώρισε λόγω του θανάτου του. Το 1960 περίπου οι σιδερένιοι ιστοί θεωρούνται πια ξεπερασμένοι και ασύμφοροι. Οι παραπάνω αργαλειοί αντικαθίστανται από αυτόματους ηλεκτροκίνητους. [6] Μετά το θάνατο του Ι. Λαλουκιώτη ανέλαβε εξ ολοκλήρου την επιχείρηση ο γαμπρός του Γεώργιος Ρασσιάς (1909 – 1995), ο οποίος κατέφθασε στο Άργος από την Κεφαλονιά, εργάστηκε ως έμπορος – πλασιέ στο εργοστάσιο Λαλουκιώτη, και εκτιμώντας ο τελευταίος τις ικανότητές του, τον έκανε γαμπρό, δίνοντάς του τη θετή κόρη του Έλλη. Ο ίδιος, παντρεμένος με την Αρτεμισία, δεν είχε αποκτήσει παιδιά και είχε υιοθετήσει την ψυχοκόρη  του Έλλη Τσεκούρα. Ο Ιωάννης Λαλουκιώτης πέθανε στις 16 Μαρτίου 1951 σε ηλικία 72 ετών από καρκίνο.[7]

 

Η προσωπικότητα του Ι. Λαλουκιώτη

 

Οικογενειακή φωτογραφία. Αριστερά διακρίνεται ο Ιωάννης Λαλουκιώτης και μπροστά του (λίγο αριστερά) η θετή του κόρη Έλλη.

Οικογενειακή φωτογραφία. Αριστερά διακρίνεται ο Ιωάννης Λαλουκιώτης και μπροστά του (λίγο αριστερά) η θετή του κόρη Έλλη.

Ο Ιωάννης Λαλουκιώτης ήτανε φιλάνθρωπος, ξύπνιος και πολύ εργατικός, αλλά ταυτόχρονα ματαιόδοξος,  και  φιλάργυρος. [8] Η ματαιοδοξία του φαίνεται από το γεγονός ότι μετά το θάνατο της γυναίκας του Αρτεμισίας (1942), επάνω στο μαυσωλείο που δέχτηκε τη σορό της, τοποθέτησε δύο ολόσωμα αγάλματα, το δικό του (δεξιά) και της Αρτεμισίας (αριστερά από το δικό του). Και κάθε βράδυ έπαιρνε ταξί, από το σπίτι του (Ζαΐμη 19) για να επισκεφθεί το μαυσωλείο και να καμαρώσει τα δύο αγάλματα στο κοιμητήρι της Παναγίας. Όμως, συχνά κάποιοι λέρωναν τα αγάλματα, όχι μόνο το δικό του αλλά και της νεκρής Αρτεμισίας. Και ο Ι. Λαλουκιώτης αναρωτιόταν: Μα γιατί τα κάνουν όλα αυτά στον τάφο μου; Δε σκέφτονται ότι πολλές οικογένειες τρώνε ψωμί από το εργοστάσιό μου; Έβαλε τότε κάποιον βιομηχανικό εργάτη από τον Συνοικισμό, τον Γιώργη Β., να προσέχει τον τάφο και τα αγάλματα τη νύχτα, γιατί είχε την υποψία ότι οι δράστες ήτανε οι θαμώνες ενός ταβερνείου (σκυλάδικου) απέναντι από το νεκροταφείο, εκεί όπου βρίσκεται το βενζινάδικο του Λιλή. Το ταβερνείο το είχε ενοικιάσει η γριά Μηλιά και για τους νεαρούς έπαιζε μπουζουκάκι ο μπαρμπα – Διονύσης. Οι νεαροί ερχόντουσαν σε κέφι και οι υποψίες του Ι. Λαλουκιώτη ήταν βάσιμες. Φυσικά, το περιβάλλον γύρω από το ταβερνείο και στο νεκροταφείο ήταν αλλιώτικο. Τα αγάλματα προφανώς θεωρούνταν πρόκληση, τη στιγμή που υπήρχε ανέχεια και πολύ μεγάλη πείνα. Δεν γνωρίζω εάν τα αγάλματα τοποθετήθηκαν λίγο μετά το θάνατο της Αρτεμισίας, δηλαδή επί γερμανικής κατοχής. [9] Δεν μπόρεσα να εκμαιεύσω αυτή τη λεπτομέρεια, αν και κατά τη γνώμη μου δεν πρέπει να είχε σχέση με την απόφαση του Ι. Λαλουκιώτη να ιδρύσει ορφανοτροφείο.

 

Νεκροταφείο Παναγίας, τάφος οικογένειας Ιωάννου Ν. Λαλουκιώτη (+1951). Πάνω σε κιβωτιόσχημη βάση, που καλύπτει τον τάφο, και μπρος σε κατασκευή που μιμείται κλασσική πρόσοψη οικίας (πεσσοί, επιστύλιο) τα ολόσωμα αγάλματα των Αρτεμισίας I. Λαλουκιώτη (1887-1942) και Ιωάννου Ν. Λαλουκιώτη (1882-1951). Ανάμεσα στα δυο αγάλματα κυκλική πλάκα με τις μορφές κατά κρόταφο και σε ελαφρό ανάγλυφο γέροντα με φέσι και γερόντισσας με τσεμπέρι. Υπογραφή: «Ε. ΤΖΩΡΤΖΑΚΗΣ ΕΠΙΟΙΕΙ». (Κώστα Δανούση, Έργα τηνιακών έντεχνων και λαϊκών γλυπτών στα νεκροταφεία της Ελλάδας, Αθήνα 1988). Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος, 2015.

Νεκροταφείο Παναγίας, τάφος οικογένειας Ιωάννου Ν. Λαλουκιώτη (+1951). Πάνω σε κιβωτιόσχημη βάση, που καλύπτει τον τάφο, και μπρος σε κατασκευή που μιμείται κλασσική πρόσοψη οικίας (πεσσοί, επιστύλιο) τα ολόσωμα αγάλματα των Αρτεμισίας I. Λαλουκιώτη (1887-1942) και Ιωάννου Ν. Λαλουκιώτη (1882-1951). Ανάμεσα στα δυο αγάλματα κυκλική πλάκα με τις μορφές κατά κρόταφο και σε ελαφρό ανάγλυφο γέροντα με φέσι και γερόντισσας με τσεμπέρι. Υπογραφή: «Ε. ΤΖΩΡΤΖΑΚΗΣ ΕΠΙΟΙΕΙ». (Κώστα Δανούση, Έργα τηνιακών έντεχνων και λαϊκών γλυπτών στα νεκροταφεία της Ελλάδας, Αθήνα 1988). Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος, 2015.

 

Έκανα δηλαδή την εξής τολμηρή σκέψη: Μήπως η κακοποίηση των αγαλμάτων ήταν μία ενέργεια των δραστών, οι οποίοι διέκριναν ένα χάσμα ανάμεσα στην πλουτοκρατία και στον πεινασμένο λαό; Εάν αυτή τη σκέψη έκανε και ο Ι. Λαλουκιώτης, μήπως θα έπρεπε να αντιδράσει με μία δαπανηρή αγαθοεργία;

 

Νεκροταφείο Παναγίας, τάφος οικογένειας Ιωάννου Ν. Λαλουκιώτη (+1951), λεπτομέρεια. Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος, 2015.

Νεκροταφείο Παναγίας, τάφος οικογένειας Ιωάννου Ν. Λαλουκιώτη (+1951), λεπτομέρεια.
Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος, 2015.

 

Η φιλανθρωπία του φαίνεται από πολλά περιστατικά. Μνημονεύω το γεγονός ότι επί γερμανικής κατοχής έδινε στους εργάτες του (που ήταν όλοι σχεδόν από το Συνοικισμό, πολλοί Πόντιοι) ψωμί και κρεμμύδια και ό,τι άλλο είχε. Ήταν πολύ εργατικός, ιδιόρρυθμος και αυστηρός με τους βιομηχανικούς του εργάτες και έβαζε τους δείχτες του ρολογιού πίσω, για να τους ξεγελάει και να δουλεύουν περισσότερο χρόνο. Δεν υπήρχαν τότε ρολόγια χεριού. Σημειωτέον ότι το ορφανοτροφείο έκλεισε λίγο μετά το θάνατό του, γιατί αυτός το συντηρούσε σε τρόφιμα και ρουχισμό.

 

Το Λαλουκιώτικο Ορφανοτροφείο Άργους (1947 – 1952)

Έναρξη – Παύση

Πότε ακριβώς λειτούργησε το ορφανοτροφείο δεν γνωρίζουμε, γιατί είναι γνωστό ότι τα εγκαίνια ενός μεγάλου έργου γίνονται συνήθως αργότερα. Πιθανότατα να λειτούργησε τον Σεπτέμβριο 1947, αλλά τα εγκαίνια έγιναν ανήμερα του Αγ. Πέτρου, 3 Μαΐου 1948, όπως μας πληροφορεί η εφ. «Ασπίς» (30 – 4 -1950): Προ δύο ακριβώς ετών, ήτοι κατά την εορτήν του Πολιούχου μας Αγίου Πέτρου του έτους 1948 μία σεμνή και περίλαμπρος τελετή εχάρισεν εις την Αργολίδα και εις το κοινωνικό σύνολον εν έργον μεγίστης χριστιανικής και κοινωνικής σημασίας.[10] Και έκλεισε τον Ιούνιο 1952, όπως δείχνουν οι σημειώσεις στις φωτογραφίες και όπως μαρτυρούν πολλοί τρόφιμοι του Ορφανοτροφείου, που δέχτηκαν να μου παραχωρήσουν συνέντευξη.[11]

 

Εντοιχισμένη μαρμάρινη πινακίδα στο σημερινό Γηροκομείο. …Υπό την παρακολούθησιν των συγκινητικών βλεμμάτων πάντων των παρευρισκομένων παρέδωκεν (ο Ι. Λαλουκιώτης) τας κλείδας του ιδρύματος εις τον Μητροπολίτην Αργολίδος κ. Χρυσόστομον, ειπών ότι έχει την πεποίθησιν ότι υπό την άγρυπνον παρακολούθησίν του και το πατριωτικόν ενδιαφέρον του, το ίδρυμα τούτο θέλει καταστεί φωλεά χαράς, στοργής και περιθάλψεως εις τα τρυφερά εκείνα της φυλής βλαστάρια, τα οποία τόσον τα κτυπήματα της Μοίρας, όσον και η αστοργία ασυνειδήτων γονέων αφήνουν μακράν πάσης φροντίδος… (Από τα εγκαίνια του Λαλουκιώτειου Ορφανοτροφείου. Εντοιχισμένη μαρμάρινη πινακίδα του σημερινού Γηροκομείου).

Εντοιχισμένη μαρμάρινη πινακίδα στο σημερινό Γηροκομείο.
…Υπό την παρακολούθησιν των συγκινητικών βλεμμάτων πάντων των
παρευρισκομένων παρέδωκεν (ο Ι. Λαλουκιώτης) τας κλείδας του ιδρύματος
εις τον Μητροπολίτην Αργολίδος κ. Χρυσόστομον, ειπών ότι έχει την πεποίθησιν ότι υπό την άγρυπνον παρακολούθησίν του και το πατριωτικόν ενδιαφέρον του, το ίδρυμα τούτο θέλει καταστεί φωλεά χαράς, στοργής και περιθάλψεως εις τα τρυφερά εκείνα της φυλής βλαστάρια, τα οποία τόσον τα κτυπήματα της Μοίρας, όσον και η αστοργία ασυνειδήτων γονέων αφήνουν μακράν πάσης φροντίδος…
(Από τα εγκαίνια του Λαλουκιώτειου Ορφανοτροφείου. Εφ. «Σύνταγμα», φ. 2098/8-5-1948)

 

Το κτήριο

Το ορφανοτροφείο κτίστηκε στην Αγιά Σωτήρα, – ναός της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος- νότια της πόλης του Άργους, δίπλα στο πάρκο του Ελληνοαμερικανικού Συλλόγου, το οποίον και αυτό κατά το πλείστον οφείλεται εις τον ίδιον κ. Ιωάννην Λαλουκιώτην. [12] Σύμφωνα με μαρτυρία Αργείου, εκεί όπου κτίστηκε το Ορφανοτροφείο, υπήρχε τούρκικο νεκροταφείο. Και οι τελευταίοι Τούρκοι πήρανε τα κόκαλα των πεθαμένων τους κατά την αναχώρησή τους. Το οικοδόμημα είχε κάτοψη ορθογώνια παραλληλόγραμμη, όχι Γ, και ήταν τριώροφο από μπετόν αρμέ με εξωτερική σκάλα. Τα παιδιά κοιμούνταν στον 2ο όροφο, ενώ στον 3ο όροφο έμενε καμιά φορά ο δεσπότης (Δεσποτικό). Στο ισόγειο υπήρχαν πλυντήρια, αποθήκες, ιματιοθήκες, λουτρά και τουαλέτες (δεν υπήρχαν τουαλέτες στους κοιτώνες), καθώς επίσης και αίθουσα εστιατορίου, ενώ στον 1ο όροφο υπήρχε αίθουσα υποδοχής «σαλονάκι» και αίθουσα επιστασίας. Τη Στέγην Ορφανών Μητροπόλεως Αργολίδος παρέδωσε ο Ι. Λαλουκιώτης στον Μητροπολίτη Χρυσόστομο Ταβλαδωράκη με πλήρη εξοπλισμό. Το οικοδόμημα με τον εξοπλισμό του στοίχισε στον δωρητή 2000 χρυσές λίρες περίπου.

 

Το Ορφανοτροφείο του Άργους

Το Ορφανοτροφείο του Άργους

Το διοικητικό και εκπαιδευτικό προσωπικό του Ορφανοτροφείου.

 

Διευθύντρια του ορφανοτροφείου ήταν η νεαρή τότε Μαγδαληνή Σικαλίδου, η οποία παντρεύτηκε το φθινόπωρο 1952 και έμεινε στην ιστορία του Άργους με το επώνυμο του άνδρα της (Τσιωτάκη). Η Μαγδαληνή Τσιωτάκη, λοιπόν, ανήκε στη Χριστιανική Ένωση Νεανίδων Άργους (ΧΕΝΑ) Αγία Φωτεινή η Σαμαρείτις και ο Σύλλογος της ΧΕΝΑ τη διόρισε Διευθύντρια του ορφανοτροφείου.

 

Αναμνηστική φωτογραφία (1952). 1. Μαγδαληνή Σικαλίδου –Τσιωτάκη, Δ/τρια Ορφανοτροφείου, 2. Μαριγώ Σικαλίδου, μητέρα της Δ/τριας, 3. Δημήτρης Δρίτσας από την Άρια, 4. Ελένη Κιντζίρη, 5. Αδελφή της Ελένης Κιντζίρη.

Αναμνηστική φωτογραφία (1952). 1. Μαγδαληνή Σικαλίδου –Τσιωτάκη, Δ/τρια Ορφανοτροφείου, 2. Μαριγώ Σικαλίδου, μητέρα της Δ/τριας, 3. Δημήτρης Δρίτσας από την Άρια, 4. Ελένη Κιντζίρη, 5. Αδελφή της Ελένης Κιντζίρη.

 

Η μητέρα της Μαγδαληνής Τσιωτάκη κυρα – Μαριγώ Σικαλίδου ήταν η μαγείρισσα του ορφανοτροφείου. Η κυρα – Βάσω, η Βασιλική Παρασκευοπούλου, μοδίστρα στο επάγγελμα, ήταν η πλύστρα. Έπλενε και σιδέρωνε. Η μητέρα της κυρα – Ελένη βοηθούσε κι αυτή όσο μπορούσε. Στο (βοηθητικό;) προσωπικό ήταν ο Δημήτρης Δρίτσας από την Άρια. Εκτελούσε χρέη παιδονόμου και έτρεχε για εξωτερικές δουλειές. Η Ρόζα Τσεκούρα έκανε Γαλλικά στα ορφανά. Επίσης, δίδαξε η Φωτεινή Φίλη, η μετέπειτα σύζυγος του π. Ευάγγελου Στασινόπουλου. Επίσης, υποθέτω πως δίδαξε και η Σταυρούλα Σέρφα. (Δεν μπόρεσα να μιλήσω με την ίδια, αλλά ο άνδρας της Σπύρος Κυριάκου μου είπε: Ξέρω ᾽γω τι έκανε; Πήγαινε στο ορφανοτροφείο, αλλά δεν ξέρω τι έκανε εκεί πέρα. Η Σέρφα Σταυρούλα πέθανε τον Οκτώβριο 2015). Ακόμη, ας μνημονεύσω τη Σοφία Κλησιάρη (1921 -2015), τη γνωστή ράπτρια, η οποία έραβε παντελονάκια με λάστιχο και μπλουζάκια με υφάσματα από το εργοστάσιο Λαλουκιώτη ή με ρετάλια δικά της για τα ορφανά.

Το ορφανοτροφείο διοικείτο από 13μελές Συμβούλιο. Υπήρχαν 12 Σύμβουλοι και ένας ακόμη, ο τότε αρχιμανδρίτης π. Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος, μετέπειτα Δεσπότης ως Χρυσόστομος Β’. Μερικά ονόματα ήταν ο Νικόλαος Παπανικολάου, φαρμακοποιός, πατέρας του Άγγελου, ο Κωνσταντίνος Μποβόπουλος, καθηγητής καλλιτεχνικών, και ο Γεώργιος Βούλγαρης, έμπορος.[13]

Στην εφ. «Ασπίς» (22 – 4 – 1951) δημοσιεύονται για το Λαλουκιώτειον Εκκλησιαστικόν Ορφανοτροφείον Ι. Μητροπόλεως Αργολίδος δωρεές στη μνήμη Ιωάννου Λαλουκιώτη:

  • Κωνσταντίνος Καραλλής, δρχ. 100.000
  • Δήμος Λεβέντης (Δολλάρια 15), δρχ. 225.000
  • Εμμανουήλ Μαγκολέτσης (Θεσσαλονίκη), δρχ. 100.000
  • Αστέριος Αστεριάδης (Καβάλα), δρχ. 100.000
  • Εμπορικός Σύλλογος Άργους, δρχ. 200.000
  • Ανδρέας Ζέης (Ηράκλειο), δρχ. 200.000
  • Γεώργιος Ρασσιάς (δωρεά που αντιστοιχεί για την επένδυση των ορφανών του ιδρύματος) δρχ. 2.100.000
  • Σύλλογος Βιομηχάνων, δρχ. 500.000

Οι τρόφιμοι ήταν μόνο αγόρια και φοιτούσαν στο 1ο Δημοτικό (Καποδιστριακό) Άργους.

Δε θα ήταν δύσκολο να βρεθούν τα ονόματα όλων των τροφίμων, ίσως από το αρχείο του 1ου Δημοτικού Σχολείου. Όμως, με δυσφορία τους ανάγκαζα να θυμηθούν, γιατί όπως εύκολα διαπίστωνα, δεν ήθελαν να θυμούνται. Ποιο το όφελος για τους παλιούς τρόφιμους;

Όταν αποφοιτούσαν, έπρεπε να δουλέψουν για να ζήσουν. Πολλά παιδιά γίνανε πολύ καλοί τεχνίτες (επιπλοποιοί, υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι). Δύο παιδιά βγήκαν τεχνίτες στο νησί της Λέρου, δύο άλλα παιδιά (αδέλφια, αφοί Τσολάκου) αποδήμησαν στον Καναδά. Φαίνεται πως κάποιος δικός τους άνθρωπος τους έκανε πρόσκληση, αλλά τα ναύλα ήταν υψηλά. Και ήταν ατυχία να μην τους συναντήσω το καλοκαίρι που μας πέρασε, γιατί η πληροφορία μου ήταν πως είχανε έρθει.

Μερικοί από τους τρόφιμους υιοθετήθηκαν στη συνέχεια. Να και μερικές υιοθεσίες, όσες μπόρεσα να επισημάνω: Πέτρος Κοτζιάς, Δημήτρης Λαμπρινός, Μιχάλης Τσαγκαρέλης, Γιάννης Δωρής.

 

Τα πριν

 

Το πρώτο ορφανοτροφείο στεγάστηκε στο 3ο Δημοτικό Σχολείο Άργους [14] στην οδό Γούναρη, λίγο νοτιότερα από το φούρνο του Τσαμπάση, το καλοκαίρι 1943. Ο πατήρ Χρυσόστομος, ο ιεροκήρυκας και αρχιμανδρίτης, ήταν αυτός που το ίδρυσε και η Διεύθυνση του 3ου Δημοτικού παραχώρησε ευγενώς το κτήριο για το σκοπό αυτό. Οι γυναίκες του Άργους φρόντιζαν τα παιδιά, γύρω στα 100, που ήταν ορφανά και απροστάτευτα.

Μετά τη μάχη του Αχλαδόκαμπου, όταν το ΕΑΜ κατέλαβε το Άργος, πήρε εντολή ο μακαριστός Δεληγιαννόπουλος να μεταφέρει το Ορφανοτροφείο στο κτήριο του Γ. Ρούσσου (1944). [15] Το οίκημα του φαρμακοποιού Γ. Ρούσσου κατεδαφίστηκε και στη συνέχεια κτίστηκε η καφετερία του Σπ. Μήλια, στην οδό 28ης Οκτωβρίου 4, που τότε δεν υπήρχε η οδός. Νότια ονομαζόταν πάροδος Καποδιστρίου και βόρια πάρ. Βασ. Γεωργίου Α’. Τα παιδιά υποθέτω πως πηγαινοέρχονται στο ορφανοτροφείο Δεληγιαννόπουλου από τη Βασ. Γεωργίου Α’, γιατί ο ενδιάμεσος χώρος ήτανε χωράφι. Η οδός ονομάστηκε σε οδό 28ης Οκτωβρίου με την αρ.244/1990 Πράξη του Δημοτικού Συμβουλίου.

Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο είναι το εξής: ενώ στο Λαλουκιώτειο Ορφανοτροφείο υπήρχαν μόνο αγόρια, στο Ορφανοτροφείο Δεληγιαννόπουλου οι τρόφιμοι ήταν αγόρια και κορίτσια. Διευθυντής δεν υπήρχε. Εκείνος, ο οποίος εκτελούσε χρέη διευθυντή, ήταν ο τότε ιεροκήρυκας και αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος, η προσφορά του οποίου ήτανε πολύ μεγάλη.

Αρχιμ. Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος

Αρχιμ. Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος

Τα παιδιά που φιλοξενούνταν εκεί, στο Ορφανοτροφείο Δεληγιαννόπουλου, [16] ήταν πάρα πολλά, γύρω στα 100 (!), όπως μου είπαν πολλοί τρόφιμοι. Και φοιτούσαν στο 1ο (Καποδιστριακό) Δημοτικό Σχολείο. Έπιναν γάλα σε μορφή σκόνης και έτρωγαν κίτρινο τυρί, κονσέρβες, λουκάνικα και μακαρόνια με….σκουληκάκια. Καθημερινά έπαιρναν ένα καφέ χάπι, προφανώς για να μην αρρωσταίνουν. Και όταν έφτανε ο πατέρας Δεληγιαννόπουλος κατακουρασμένος, οι κοπέλες που πρόσεχαν και φρόντιζαν τα…ζουζούνια, έβγαζαν το άχτι τους, γιατί ο κ. Διευθυντής έβγαζε τη λούρα του και πού σε πονεί και πού σε σφάζει!

Μόνο μια υιοθεσία μπόρεσα να βρω, την υιοθεσία Παρασκευής Λειβαδίτου. Επίσης, μια κοπελίτσα, εννέα ετών τότε, η Μαρίκα Δωρή, όταν είδε το υπέροχο περιβάλλον στο Μοναστήρι του Αγίου Ανδριανού, αποφάσισε να μείνει εκεί. Και ήταν πολύ γνωστή στην Αργοναυπλία, γιατί έμεινε μόνη στο μοναστήρι ύστερα από τόσα χρόνια. Το μοναστικό της όνομα ήτανε Ζωή. Πέθανε το 2014.

 

Το Γηροκομείο Άργους, πρώην Ορφανοτροφείο. Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος, 2015.

Το Γηροκομείο Άργους, πρώην Ορφανοτροφείο. Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος, 2015.

 

Ο Δήμος Άργους, τιμώντας τον ευεργέτη του, του χάρισε μια οδό, από Τριπόλεως 56 έως Σταδίου, στο σημερινό Γηροκομείο. Το 1981 το άλλοτε Ορφανοτροφείο λειτουργεί ως Γηροκομείο, αφού προστέθηκε και νέα πτέρυγα, η οποία κτίστηκε κυρίως από εθελοντικές προσφορές σε χρήματα και οικοδομικά υλικά. Από το 1953 έως το 1981 γίνονταν διάφορες χριστιανικές εκδηλώσεις ή φιλοξενούνταν παιδιά για θερινές διακοπές. [17]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Γνωριμία με το Άργος (οδοί, πλατείες, προτομές, διατηρητέα μνημεία, έκδ. Δήμου Άργους, 1997, εξαντλημένο. Επανέκδοση με τον τίτλο Άργος το Πολυδίψιον, εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

[2] Αργειακή Γη, τχ. 5, σσ. 163 -170.

[3] Στα Διονύσια Άργους (14-5-2015) είπα κατ΄ ιδίαν στον κ. Δήμαρχο: «Ντροπή για το Δήμο μας, να μην μπορούμε να εκδώσουμε την «Αργειακή Γη», μια και ο Δήμαρχός μας επανεξελέγη με τόσα ποσοστά επιτυχίας!» Και αυτός μου απάντησε: «Αφού δεν υπάρχουν λεφτά!» Ήταν η τελευταία μας κουβέντα. Ας μην επεκταθώ σε όσα είχαν προηγηθεί, γιατί δεν είναι το αντικείμενο της εργασίας μου.

Παρεμπιπτόντως, ας μου επιτραπεί να εκφράσω την άποψή μου, ότι πρόθεσή μου ήταν να παραιτηθώ λόγω ηλικίας και για λόγους υγείας και να αναλάβουν κάποιοι νεότεροι και αξιότεροί μου. Το να επιμένεις να κατέχεις μία θέση τόσο σημαντική – ασήμαντη ίσως για τους ιθύνοντες – και μάλιστα ύστερα από….διορισμό, αποτελεί «’Υβριν». Πέραν τούτου, θεωρώ προσωπικά ότι η Σ.Ε. απέτυχε, γιατί στόχο μας ήταν να αποδεσμεύσουμε το περιοδικό του Δήμου από την πολιτική και ο Δήμος να είναι απλώς υποχρεωμένος για την έκδοσή του. Φαίνεται πως το είχαμε επιτύχει λίγο, μια και δεν υπήρξε εκ μέρους της ΚΕΔΑΜ αντίδραση στη σύσταση νέας Συντακτικής Επιτροπής. Αλλά αυτό συνέβη προφανώς όχι από παραχώρηση δικαιωμάτων και απεξάρτηση από την πολιτική, αλλά από αδιαφορία των ιθυνόντων. Λυπάμαι πολύ γι’ αυτή την εξέλιξη. Αφού πρώτα ζητήσω συγγνώμη από τους συγγραφείς και συνεργάτες του περιοδικού μας, ξαναβυθίζομαι στη σιωπή μου.

[4] Απαραίτητη διευκρίνιση. Πριν μπω στο θέμα μου, οφείλω να διευκρινίσω ότι η εργασία μου, καθαρά – θα έλεγα – ερευνητική, καθυστέρησε πολύ για διάφορους λόγους και κυρίως γιατί οι δυσκολίες που αντιμετώπισα ήταν πολλές. Και ενώ έχω δώσει δείγματα καλής γραφής και δεν έχω θίξει ποτέ και κανέναν, – δεν ασχολούμαι για το Άργος πρώτη φορά – αυτοί που θα μπορούσαν να με βοηθήσουν δεν το έκαναν, λες και εγώ θα γινόμουν πλουσιότερος. Η εργασία μου, λοιπόν, που ακολουθεί είναι ελλιπέστατη και αφήνω περιθώρια στον μελλοντικό ερευνητή να τη συνεχίσει και να με διορθώσει, αν χρειαστεί. Ευχαριστώ πάντως όσους μου έδωσαν λιγοστές πληροφορίες για το Ορφανοτροφείο Άργους, – και δεν είναι λίγοι – τα ονόματα των οποίων δεν δημοσιεύονται για λόγους ευνόητους. Την ευθύνη των όσων καταγράφονται παρακάτω την έχω εξ ολοκλήρου εγώ. Επίσης, σχεδόν πέντε χρόνια έψαχνα να εντοπίσω κάποιον φάκελο με το αρχείο του Ορφανοτροφείου. Δυστυχώς, δεν υπάρχει. Και είναι μάταιο να ψάχνει και ο μελλοντικός ερευνητής. Και η εργασία μου βασίστηκε σε συνεντεύξεις.

[5] Από τη Ληξιαρχική Πράξη Θανάτου (Λ.Π.Θ.). Θα έπρεπε οι γονείς του τουλάχιστον να κατάγονται από τον Λάλουκα (πρβλ. Λεβιδιώτης από το Λεβίδι Αρκαδίας, Αλωνιστιώτης από την Αλωνίσταινα, Τριπολιτσιώτης από την Τρίπολη). Πάντως οι Λαλουκιώτηδες κατάγονταν από τα Βίτολα της Σερβίας ή Μοναστήρι (Σκόπια). Βλ. Οδ. Κουμαδωράκη, Στα χνάρια του χθες, εκδ. Εκ Προοιμίου, σ. 203. Η όμορφη πόλη των Βιτόλων ή Μπιτόλων, με τα πολλά και όμορφα παραδοσιακά κτίσματα, απέχει λίγα μόνο χιλιόμετρα από τη Φλώρινα. Και σήμερα πολλοί Βορειοελλαδίτες την επισκέπτονται για ψώνια επειδή είναι φτηνά!

[6] Βλ. Οδ. Κουμαδωράκη, Στα χνάρια του χθες, εκδ. Εκ Προοιμίου σ. 175. Στο βιβλίο αυτό υπάρχει εκτενές αφιέρωμα για την κλωστοϋφαντουργία Άργους και για το εργοστάσιο Λαλουκιώτη – Ρασσιά (σσ. 168-191).

[7] Προφανώς, αυτό εννοεί η «Ασπίς» (22 – 4 -1951), γράφοντας: Ατυχώς όμως η επάρατος νόσος του έκοψε το νήμα της ζωής. Πάντως, στη Λ.Π.Θ. πιστοποιεί ο ιατρός Φ. Πετρόπουλος ότι ο θάνατός του επήλθεν εκ Γριππώδους Βρογχοπνευμονίας.

[8] Όταν εξέφρασα την ανησυχία μου για το αποτέλεσμα της έρευνάς μου σε μια κυρία (φίλη μου), πήρα την εξής αποστομωτική απάντηση: Και λοιπόν; Πού είναι το πρόβλημά σου; Έπρεπε να το περιμένεις. Η γιαγιά μου π.χ. ήταν πολύ τσιγκούνα. Όμως, κατάφερε να φτιάξει διαμερίσματα για όλα τα παιδιά της…

[9] Στη βάση των αγαλμάτων, στο νότιο τμήμα, υπάρχει η επιγραφή Ε. Τζωρτζάκης εποίει, αλλά χωρίς χρονολογία. Για τον Εμμανουήλ Τζωρτζάκη ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε. Πιθανότατα είναι τηνιακής καταγωγής. Στον Πύργο της Τήνου μαρτυρείται οικογένεια Τζωρτζάκηδων με μαρμαρογλυπτική παράδοση και σώζεται μέχρι σήμερα το σπίτι της (θαυμάσια μαρμάρινη πορτοσιά και υπέρθυρο). Φοίτησε στην Α.Σ.Κ.Τ. και έλαβε μέρος στις εκθέσεις του Συνδέσμου Ελλήνων Καλλιτεχνών στα 1916 και 1917. (Κώστα Δανούση, Έργα τηνιακών έντεχνων και λαϊκών γλυπτών στα νεκροταφεία της Ελλάδας, Αθήνα 1988).

[10] Απαραίτητη διευκρίνιση: Ο Σύλλογος «Δαναός» δεν λειτουργούσε τότε. Το σημειώνω αυτό, γιατί όλες οι αρχές παρευρίσκονταν στα εγκαίνια του Ορφανοτροφείου. Ο «Δαναός» ξαναλειτούργησε στις 30 Οκτωβρίου 1949 με ομιλητή τον τότε Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Χρυσόστομο Ταβλαδωράκη, έπειτα από σιγήν εννέα ολοκλήρων ετών, δηλαδή 1940 – 1949. (Από το βιβλίο των ομιλητών του Δαναού).

[11] Ας μου επιτραπεί ένα πικρό σχόλιο: για τα εγκαίνια ασχολήθηκε ο Τύπος, αναφερόμενος με ιδιαίτερη γλαφυρότητα στα εγκαίνια της τελετής, παρόντων όλων των επισήμων. Για την παύση της λειτουργίας δε γίνεται καθόλου λόγος. Γιατί; Δεν υπήρξε «Δελτίο Τύπου» για τις εφημερίδες;

[12] Εφ. «Ασπίς», φ. 480/39 Κυριακή 30 Απρ. 1950.

[13] Μαρτυρία Μαγδαληνής Τσιωτάκη (μέσω τρίτου προσώπου. Η ίδια αρνήθηκε να μου παραχωρήσει συνέντευξη). Θα έλεγα πως κάθε τρόφιμος είχε τη δική του τύχη.

[14] Διονυσίου Χ. Στραβόλεμου, Ο Αργολίδος Χρυσόστομος ο Β’ ( Δεληγιαννόπουλος), βίος και προσφορές του, έκδ. Χριστ. Αδελφότητος Άργους Η «Αγία Μακρίνα», Θεσσ/κη 1985, σ. 148.

[15] ό.π. σ. 148

[16] Η ονομασία του ορφανοτροφείου είναι δική μου.

[17] Οδ. Κουμαδωράκης, Άργος το πολυδίψιον, εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Άργος 14 Νοεμβρίου 2015

Οδυσσέας Κουμαδωράκης

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »