Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ζωγραφική’

Η «Γενιά του’30» στην αναζήτηση της ελληνικότητας


 

Το Παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου στο Ναύπλιο διοργανώνει την έκθεση «Η Γενιά του’30 στην αναζήτηση της ελληνικότητας», με στόχο να επισημάνει τις διαφοροποιήσεις της ελληνικής τέχνης τη δεκαετία 1930-1940.

Πορτρέτο κυρίας, Ν. Κοντόπουλος

Αυτή την περίοδο τα προβλήματα γίνονται ανθρωποκεντρικά, αλλάζουν μορφή και οι καλλιτέχνες αναζητούν στην παράδοση, αξίες που γίνονται πρότυπα. Ανακαλύπτουν το συμβολικό κόσμο της βυζαντινής ζωγραφικής και την αφαιρετικότητα των εικόνων της, τη διακοσμητικότητα της λαϊκής τέχνης και τη γεωμετρική υφή των μορφών της καθώς και την αρμονία και ισορροπία της κλασικής τέχνης.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, οι καλλιτέχνες μελετούν το ελληνικό τοπίο, ανακαλύπτουν το Αιγαίο και τα ελληνικά νησιά, αναζητούν στη λιτότητα το απολλώνιο πνεύμα της αρχαίας ελληνικής τέχνης, σπουδάζουν τη βυζαντινή τέχνη και προβάλλουν τη λαϊκή τέχνη. Σε αυτήν την παράδοση ψάχνουν να διατηρήσουν την αυθεντικότητά τους, την «ελληνικότητά τους» συμπαρατάσσοντας ή διαχωρίζοντας στοιχεία από την σύγχρονη ευρωπαϊκή τέχνη.

Βασικό  γνώρισμα της καλλιτεχνικής δημιουργίας της περιόδου αυτής είναι η κυριαρχία της νόησης πάνω στην αίσθηση, που εκδηλώνεται με ισχυρές σχηματοποιήσεις στη σύνθεση και το σχέδιο, ενώ το χρώμα απομακρύνεται από τη φύση και γίνεται πιο πνευματικό. Το ώριμο έργο του Κωνσταντίνου Παρθένη μαρτυρεί αυτές τις αλλαγές.

Στις αλληγορικές και θρησκευτικές συνθέσεις του συγχωνεύονται επιδράσεις από την Αρχαιότητα, το Βυζάντιο και τα νεότερα ρεύματα. Ο Μικρασιάτης Φώτης Κόντογλου αναζητεί πηγές έμπνευσης αποκλειστικά στο Βυζάντιο και στην ανατολική παράδοση, απορρίπτοντας κάθε επαφή με την δυτική τέχνη. Η προσωπικότητα και οι ιδέες του θα επηρεάσουν πολλούς καλλιτέχνες της Γενιάς του ’30. 

 

Άγιοι Σαράντα, Φώτης Κόντογλου

 

Ο Γιάννης Τσαρούχης επίσης κατανοεί το αδιέξοδο της διδασκαλίας του Κόντογλου και ανοίγει έναν γόνιμο διάλογο με πολλές παραδόσεις (ελληνιστική ζωγραφική, Βυζάντιο, Αναγέννηση, λαϊκή τέχνη ), πάντα μέσα από τον προβληματισμό της σύγχρονης τέχνης, ιδιαίτερα του Ανρί Ματίς. Μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της ελληνικής τέχνης του 20ου αιώνα ανήκουν σ’ αυτή την ομάδα: Διαμαντής Διαμαντόπουλος, Σπύρος Βασιλείου, Νίκος Εγγονόπουλος, Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας και οι νεότεροι Γιάννης Μόραλης και Νίκος Νικολάου.

 

Επίδαυρος, Κ. Παρθένης

 

Για την Γενιά του ’30, παράδοση και Μοντερνισμός, λειτούργησαν, σαν αμφίδρομοι καταλύτες. Καθένας βοήθησε στη βαθύτερη κατανόηση και οικειοποίηση του άλλου.

 

Ν. Εγγονόπουλος. Μακέτα σκηνικών για το έργο «Καίσαρ και Κλεοπάτρα».

 

Η έκθεση αντιπροσωπεύεται από πίνακες των: Κ. Παρθένη, Γ. Γουναρόπουλου, Γ. Μπουζιάνη, Θ.Τριανταφυλλίδη, Ν. Νικολάου, Γ. Τσαρούχη, Θεόφιλου, Σ. Βασιλείου,  Ν. Χατηκυριάκου–Γκίκα, Α. Αστεριάδη, Γ. Μόραλη, Α. Κοντόπουλου, Γ. Στέρη. Ν. Εγγονόπουλου και γλυπτά του Μ. Τόμπρου και της  Μπ. Ραφτοπούλου.

 

Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου – Παράρτημα Ναυπλίου

Σιδηράς Μεραρχίας 23

Διάρκεια έκθεσης:  25 Μαΐου –15 Οκτωβρίου 2012

Read Full Post »

Ο λοχαγός Κάρλ Κρατσάϊζεν ζωγραφίζει τους Έλληνες και Φιλέλληνες αγωνιστές του΄21


 

Ο Κάρλ Κρατσάϊζεν (27 Οκτ. 1794 - 25 Ιαν. 1878) ως αντιστράτηγος του Πεζικού. Η φωτογραφία χρονολογείται το 1852-1863. Η φωτογραφία δωρίθηκε από τον γιο του στην Εθνολογική και Ιστορική Εταιρεία περίπου το 1900. Φυλάσσεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Ο Κάρλ Κρατσάϊζεν (Karl Krazeisen) από το Πα­λατινάτο της Βαυαρίας (1794-1878), παρ’ όλο το δυσκολοπρόφερτο, σύνθετο όνομά του – στα γερμανικά σημαίνει «σιδερένιο ξύ­στρο για παπούτσια»-, είναι πια αναγνωρίσιμος και γνωστός στην ελληνική γραμματεία των τεχνών. Είναι ο αυτοδίδακτος εκείνος ζωγράφος ο οποίος μέσα από ένα σχεδόν αφελές σχεδιαστικό ρομαντικό ιδίωμα απέδωσε, σχεδιάζοντας με μολύβι εκ του φυσικού, τις προσωπογραφίες των Ελλήνων ηρώων και Ευρωπαίων συναγωνιστών του από το 1826 ως το 1827. Ήταν αυτός που ως στρατιωτικός, δρώντας και ως «πολεμικός ανταποκριτής» στο Ναύπλιο, τον Πό­ρο, την Αίγινα, τη Σαλαμίνα, ανέδειξε τις προσωπογραφίες των οπλαρχηγών, πυρπολητών, πολιτικών, προεστών και λογίων στο εγκυρότερο νεοελληνικό «Πάνθεον Αθανάτων» το οποίο διαμόρφωσε τη συνείδηση πολλών γενεών πατριωτών μέχρι σήμερα.

Η ιστορία δεν ειρωνεύεται σπάνια στον τόπο μας: Αυτός, ένας Βαυαρός, εμείς, με έντονη ακόμα αντι-βαυαρική διάθεση προς τις εκτιμήσεις μας σχετικά με τη συγκρότηση του κράτους και την ιστορική μας πορεία ως έθνους, μας πρόσφερε ένα εικαστικό υλικό τόσο φορτισμένο από την ίδια την παρουσία και το ήθος των θνητών ηρώων, ώστε να το ενσωματώσουμε αναντίρρητα στην εθνική μας συνείδηση, αποσιωπώντας όμως ενδεχόμενες «ταπεινωτικές» για τις επιλογές μας λεπτομέρειες. Μια από αυτές θα ήταν ότι το χέρι που έδωσε σάρκα και οστά στο «Εθνικόν Ηρώον του 1821» ήταν βαυ­αρικό, ανήκε μάλιστα σε έναν υπολοχαγό του βαυαρικού πεζικού!

Ο Κρατσάϊζεν δεν έφθασε στην Ελλάδα ως περιηγητής αλλά ως στρατιωτικός, σε μια δύσκολη για την Επανάσταση περίοδο κατά την οποία το Μεσολόγγι είχε πέσει, ο Ιμπραήμ ήταν κυρίαρχος στην Πελοπόννησο και οι Έλληνες οπλαρχηγοί σπαράσσονταν από εμφύλιες έριδες. Τα γεγονότα αυτά στάθηκαν προφανώς επαρκή για να τον ωθήσουν στην περιπέτεια της καθόδου στην Ελλάδα. Φαίνεται όμως πως ο τρόπος με τον οποίο εγκατέλειψε τη μονάδα του στη Βαυαρία ήταν τυχοδιωκτικός. Για τον λόγο αυτόν επιστρέφοντας στο Μόναχο δικάστηκε και καταδικάστηκε. Μόνο επειδή έτυχε συγνώμης – ίσως επειδή είχε συνταχθεί στο φιλελληνικό σώμα του Karl Wilhelm von Heideck, επίσης ερασιτέχνη ζωγράφου και κατοπινού μέλους της Αντιβασιλείας του Όθωνα – επανέκτησε τον στρατιωτικό βαθμό του και έφθασε με κανονικές προαγωγές μέχρι τον βαθμό του υποστρατήγου.

Σε φωτογραφία του που φυλάσσεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο αναγνωρίζουμε τη φυσιογνωμία του σε ώριμη ηλικία. Τη γνωρίζουμε όμως και από τον πρώτο ιστορικό πίνακα της νεοελληνικής τέχνης: Στον πίνακα «Το εν Πειραιεί ευρισκόμενον στρατόπεδον του Καραϊσκάκη το έτος 1827» έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη του 1855 (Εθνική Πινακοθήκη) που είχε θεωρήσει ως αφιέρωμα στον ελληνικό λαό και τους φίλους του, αναγνωρίζεται ανάμεσα στους φουστανελοφόρους αγωνιστές με τη στολή του βαυαρικού πεζικού να συμμετέχει στην προετοιμασία της μάχης και θέλοντας να ενθαρρύνει τους άτακτους συναγωνιστές του, δείχνει εμφατικά τον στόχο της επικείμενης μάχης που δεν ήταν άλλος από την επανάκτηση της Ακρόπολης.

Είναι σημαντική η πληροφορία ότι ο Κρατσάϊζεν είχε συμμετάσχει στην ιστορική πολιορκία της Αθήνας της 6ης Μαρτίου και της Ακρόπολης στις 22 Απριλίου το 1827 υπό το πρόσταγμα του Γάλλου στρατηγού Fabvier, του Καραϊσκάκη και των Φιλελλήνων στη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκε ο Καραϊσκάκης.

 

Θεόδωρος Βρυζάκης (1814-1878), το στρατόπεδο του Καραϊσκάκη στην Καστέλλα, 1855. Ελαιογραφία σε μουσαμά, Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη.

 

Ο Βρυζάκης, με τη λεπτομέρεια αυτή, αποτίει ειδικό φόρο τιμής στον αυτοδίδακτο ζωγράφο – στρατιωτικό που ως φιλέλληνας φορεί στο κεφάλι φέσι, φορεμένο μάλιστα με τον ελληνικό τρόπο, ελαφρά πατημένο προς τα κάτω. Επίσης θα πρέπει να επισημάνουμε τον ιδιαίτερο φόρο τιμής που αποδίδει ο ζωγράφος στον φίλο του Heideck στον οποίο δίνει πρωταγωνιστικό ρόλο. Είναι εκείνος που διαγράφεται με σαφήνεια στον ορίζοντα, πρώτος στη σειρά των στρατηγών, παρακολουθώντας με το τηλεσκόπιο την Ακρόπολη, τον ιδεατό στόχο της ελευθερίας των Ελλήνων. Αλλά και τα πορτρέτα των αγωνιστών που εικονίζονται στον πίνακα φιλοτεχνήθηκαν σύμφωνα με τα πρότυπα που είχε σχεδιάσει ο Κρατσάϊζεν και καθίστανται για τον λόγο αυτόν σαφή και αναγνωρίσιμα.

 

Η διαδρομή από το Μόναχο στην Ελλάδα

 

Ο Κρατσάιζεν έφθασε στην Αττική, ο οποίος ήταν και ο τελικός του στόχος, μέσω Ιταλίας (Ανκόνα), Κέρκυρας, Ζακύνθου, Ναυπλίου, με ενδιάμεσους σταθμούς τον Πόρο, την Αίγι­να και τη Σαλαμίνα. Ενώ δεν έχει διασωθεί ημερολόγιο, οι ακριβείς τοποθεσίες και ημερομηνίες που φρόντισε να αναγράφει σχεδόν πάντα σχολαστικά στα σχέδια και τις υδατογραφίες του μπορούν να πάρουν τη θέση ημερολογίου της σύντομης, αλλά εικαστικά τόσο καρποφόρας παραμονής του στην Ελλάδα.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι ο συνολικός αριθμός των έργων του ανέρχεται σε 39 σχέδια με μολύβι σε χαρτί μικρού και μεσαίου μεγέθους, στα οποία συμπεριλαμβάνονται οι προσωπογραφίες των αγωνιστών, 21 υδατογραφίες από τοπία με αρχαιότητες, κάστρα, θαλασσινά και στεριανά τοπία με ναυτικούς και χωρικούς και 31 σχέδια με μολύβι με μνημεία και πολεμικές συνθέσεις σε χαρτί μεγάλου μεγέθους. Συνολικά ανέρχονται σε 91 έργα, σημαντικός αριθμός για τη συλλογή σχεδίων της Εθνικής Πινακοθήκης. Αποκτήθηκαν, το 1926, όπως θα δειχθεί παρακάτω ύστερα από θετική παρέμβαση στον τύπο του Ζαχαρία Παπαντωνίου, τότε διευθυντή του Μουσείου[1].

Αξίζει τον κόπο να παρακολουθήσουμε, τουλάχιστον σχηματικά, τη διαδρομή του Κρατσάϊζεν στον ελλα­δικό χώρο με αφετηρία τα σχέδια. Το πρωιμότερο σχέδιο της σειράς είναι από τις 7 Σεπτεμβρίου 1826 στην Ανκόνα (υπάρχουν άλλα δύο στις 20 και 28 του ίδιου μήνα). Αμέσως μετά, στις 15 Οκτωβρίου, πηγαίνει μέσω Ragusa (Δυρράχιο), στις 20 και 28 Οκτωβρίου 1826, στην Κέρκυρα, όπου σχεδιάζει ένα πορτρέτο αγνώστου. Στις 6 Νοεμβρίου εντοπίζεται στη Ζάκυνθο, όπου σχεδιάζει τη Βασιλική και τον Δημήτριο Μπότσαρη, στις 13 Νοεμβρίου τον Άγγλο συνταγματάρχη John Ross και στις 18 δύο Άγγλους αξιωματικούς, ενώ στις 19 Νοεμβρίου τον Κολίνο Κολοκοτρώνη. Το πρώτο πορτρέτο αγωνιστή είναι αυτό στις 11 Αυγούστου 1826 του Γεωργίου Μαυρομιχάλη στο Ναύπλιο.

 

Γεώργιος Μαυρομιχάλης. Στις 11 Αυγούστου 1826 ο Κάρλ Κρατσάϊζεν συναντάει και σκιτσάρει στο Ναύπλιο τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη. Είναι το πρώτο πορτρέτο αγωνιστή που σχεδιάζει. Όλα τα σκίτσα έγιναν εκ του φυσικού σε απλό χαρτί μικρών διαστάσεων (16,3x12,5) και φέρουν την ιδιόχειρη υπογραφή του κάθε εικονιζόμενου.

 

Στις 4 Δεκεμβρίου περιπλέει το ακρωτήριο Μαλέα και στις 15 Δεκεμβρίου βρίσκεται ξανά στο Ναύπλιο. Στις 3 Φεβρουαρίου 1827 βρίσκεται με τους άνδρες του Φαβιέρου στα Αμπελάκια Σαλαμίνας προετοιμάζοντας την πολιορκία της Ακρόπολης και σχεδιάζει χωρικές και χωριάτικα σπίτια. Στις 21 Φεβρουαρίου είναι στην Αίγινα, στις 22 σχεδιάζει έναν πολεμιστή και παραμένει εκεί ως τις 7 Απριλίου. Ένα τοπίο της Αίγινας (υδατογραφία) είναι χρονολογημένο στις 3 Απριλίου. Ζωγραφίζει τον ναό του Απόλλωνα στην Κόρινθο στις 16 Μαρτίου. Συμμετέχει στις 27 Απριλίου στην πολιορκία της Αττικής και ζωγραφίζει άποψη του Πειραιά και του Μοναστηριού του Αγίου Σπυρίδωνα. Είχε προηγηθεί στις 22-23 Απριλίου 1827 η μάχη του Ανάλατου, λίγο πριν από την οποία πρόλαβε και σχεδίασε το κεφάλι του Καραϊσκάκη, αφήνοντας μισοτελειωμένο το τμήμα του μπούστου. Το ημιτελές αυτό σχέδιο είναι ιδιαίτερα συγκινητικό, γιατί στη διάρκεια της τελειοποίησης άφησε ο Καραϊσκάκης την τελευταία του πνοή στον Ανάλατο.

 

Γεώργιος Καραϊσκάκης

 

Γεώργιος Καραϊσκάκης. Το πορτρέτο του Γεώργιου Καραϊσκάκη αποτελεί συγκινητική εξαίρεση, αφού είναι το μόνο ημιτελές από τα σχέδια του Κρατσάϊζεν. Το σκιτσάρισμα ξεκίνησε λίγο πριν από τη μάχη του Ανάλατου (22-23 Απριλίου 1827), όπου ο Ρουμελιώτης οπλαρχηγός, τραυματισμένος θανάσιμα, άφησε την τελευταία του πνοή. Ο Κρατσάιζεν είχε προλάβει να σχεδιάσει μόνο το κεφάλι. Έτσι η προσωπογραφία έμεινε ανολοκλήρωτη.

 

Επιστρέφει μέσω Κορίνθου, όπου στις 21 Μαρτίου σχεδιάζει τους στύλους του Ναού του Απόλλωνα, περνά στις 12 Μαΐου στον Πόρο, όπου ζωγραφίζει τον καθηγητή Κανέλλα, τον γιατρό Dra Bailly, τον Γεώργιο Κουντουριώτη και μια χωριατοπούλα. Στις 14 Μαΐου σχεδιάζει στη Δαμαλά (Τροιζήνα) τον «Γέρο του Μοριά», επιστρέφει στον Πόρο και σχεδιάζει τους Ανδρέα Ζαΐμη, Γεώργιο Σισσίνη, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, I. Μαρκή-Μηλαΐτη, διάφορα τοπία, και παραμένει εκεί ως το τέλος Αυγούστου. Το τελευταίο χρονολογημένο έργο της συλλογής είναι από τον Πόρο στις 28 Αυγούστου 1827 και απεικονίζει τον F. von Reineck.

 

Αποτίμηση των σχεδίων

 

Λογοτέχνες μελετητές – όπως ο Παντε­λής Πρεβελάκης – ο πρώτος μετά τον Ζαχαρία Παπαντωνίου σχολιαστής της σειράς των σχεδίων της Εθνικής Πινακοθήκης, μιλάνε για την «απαράμιλλη αξιοπιστία των σχεδίων των προσωπογραφιών γιατί η στρατιωτική αγωγή του Κρατσάιζεν και το ρομαντικό πνεύμα τον είχαν προετοιμάσει να θαυμάζει ήρωες». «Πέρα από την καλλιτεχνική του δεξιότητα», συνεχίζει ο Πρεβελάκης, «ενώ οι «ήρωες» εκφράζουν την ατομικότητά τους, όλοι μαζί διαφυλάττουν το ήθος μιας εποχής, μια ψυχική συνοχή, σαν οι άνδρες αυ­τοί να είχαν μαζευτεί γύρω από το καθημαγμένο σώμα της πατρίδας».

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Από τις επιφανέστερες και πλέον θρυλικές φυσιογνωμίες, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το σκίτσο του ολοκληρώθηκε στη Δαμάλα (Τροιζήνα) 14 Μαΐου 1827. Είναι αναμφισβήτητα το γνωστότερο πορτρέτο του Γέρου του Μωριά. Πλήθος Ελλήνων καλλιτεχνών το χρησιμοποίησαν στη συνέχεια ως πρότυπο φιλοτεχνώντας αφίσες, αφισέτες ή εικονογραφήσεις κειμένων σχετικών με την Επανάσταση.

 

Σήμερα θα λέγαμε ότι ο Κρατσάϊζεν  δεν είδε τόσο πολύ τους άνδρες ως ήρωες. Η εντύπωση που αποκομίζει ο σημερινός θεατής είναι μάλλον η επιμελημένη αφέλεια με την οποία προσεγγίζει τους ανθρώπους του. Δεν είναι τόσο η μαεστρία του «υπε­ράνθρωπου», αλλά η σιωπηρή αθωότητα του χρονικογράφου που οξύνει καθημερινά τη γραφίδα του με το πνεύμα του περιοδεύοντα χρονικογράφου που αντιλαμβάνεται, ότι εκείνη ακριβώς τη στιγμή βιώνει ιστορία. Ίσως για τον λόγο αυτόν φαίνεται οι άνδρες αυτοί να μοιάζουν μεταξύ τους, τουλάχιστον να έχουν όλοι το ίδιο θλιμμένο βλέμμα.

Όπως ήδη διαπιστώσαμε, ο Καρλ Κρατσάϊζεν  δεν είχε ιδιαίτερη εικαστική παιδεία. Ήταν, όπως πολλοί άλλοι στον γερμανόφωνο χώρο, αυτοδίδακτος, ταλαντούχος στο σχέδιο και την υδατογραφία – ελαιογραφίες από το χέρι του δεν είναι γνωστές. Ανήκε στην κατηγορία των ερασιτεχνών εκείνων, που έχοντας την εμπειρία του ρομαντικού κινήματος και των παρορμήσεών του δεν δίσταζε να καταθέτει τις καλλιτεχνικές επιδιώξεις του, όσο κοινότοπες και να ήταν.

Εντούτοις, παρόλο που τα έργα περιορίζονται στην απλή σχεδιαστική και χρωματική επάρκεια, η ποιότητά τους δεν είναι απορριπτέα. Αντίθετα, διακρίνεται μια αξιοπρόσεκτη ευχέρεια στην τοπιογραφία, και γενικότερα στην αποτύπωση εμψύχων και αψύχων θεμάτων «εκ του φυσικού». Κάτω από αυτό το πρίσμα πρέπει τα σχέδια αυτά να αξιολογηθούν.

 

Η σειρά με τις λιθογραφίες

 

Όταν ο Κρατσάϊζεν επέστρεψε στο Μόναχο διαισθάνθηκε δίχως άλλο την ιστορική αξία των έργων του. Ύστερα μάλιστα από το ενδιαφέρον που θα έδειξαν οι σύγχρονοί του, έσπευσε το 1828 στο λιθογραφείο του Franz Hanfstängl – το καλύτερο του Μονάχου – και με τη συνεργασία των Hohe, Peter von Hess και Steingrübel την οποία επόπτευε ο ίδιος ολοκλήρωσε την έκδοση του γνωστού λευκώματος με τις 24 λιθογραφίες το 1831. Ο τίτλος του μεταφρασμένος στα ελληνικά είναι: «Προσωπογραφίες των διασημότερων Ελλήνων και Φιλελλήνων, μαζί με μερικές απόψεις και ενδυμασίες, σχεδιασμένες εκ του φυσικού και δημοσιευμένες από τον Καρλ Κρατσάι­ζεν»[2].

Αποτελείτο από επτά τεύχη με τέσσερις λιθογραφίες το καθένα (τρεις προσωπογραφίες και ένα τοπίο ή παράσταση) και όπως ήταν αναμενόμενο, αποτέλεσε το εικονογραφικό πρότυπο για όλους εκείνους τους ζωγράφους που δεν είχαν επισκεφτεί την Ελλάδα πριν από την άφιξη του Όθωνα το 1833. Ανάμεσά τους θα πρέπει να αναφερθεί οπωσ­δήποτε ο Peter von Hess.

 

Το Μπούρτζι από το λιμάνι. Έργο του Βαυαρού Κρατσάιζεν Καρλ (Karl Krazeisen). Λιθογραφία Franz Hanfstaengl, Μόναχο, 1828.

 

Τα επτά τεύχη που κυκλοφόρησαν σταδιακά από το 1828-1831 θα ήταν κατά πάσα πιθανότητα αυτοχρηματοδοτούμενα, λόγω του χαμηλού κατά μονάδα κόστους. Ένας από τους κύριους χρηματοδότες της έκδοσης ήταν και ο βασιλιάς Λουδοβίκος της Βαυαρίας. Υπάρχει και σύντομος υπομνηματισμός των εικόνων στα γερμανικά και γαλλικά.

Το περιεχόμενό τους ήταν το ακόλουθο:

  • Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Γιακουμάκης Τομπάζης, Thomas Gordon και μια άποψη από το Παλαμήδι και από ένα τμήμα του Ναυπλίου.
  • Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Μα­κρυγιάννης, Κωνσταντίνος Νικόδη­μος και μια άποψη της Αίγινας.
  • Γεώργιος Καραϊσκάκης, I. Μαρκής- Μιλαΐτης, Ανδρέας Ζαΐμης και μια άποψη της Ακρόπολης των Αθηνών.
  • Ανδρέας Μιαούλης, Γεώργιος Μαυ­ρομιχάλης, Γιατρός Bailly και μια άποψη του Πειραιά με το μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα.
  • Κωνσταντίνος Κανάρης, Γεώργιος Σισσίνης, Α. Schilcher και το «Καπε­τάνιος που πολεμά μαζί με τα παλικά­ρια του».
  • Karl von Heideck, Συνταγματάρχης Fabvier, Κίτσος Τζαβέλας και το «Φρε­γάτα «Ελλάς» και το ατμήλατο «Καρ­τερία»».

Συγκρίνοντας τις λιθογραφίες με τα σχέδια συμπεραίνεται ότι δεν λιθογραφήθηκαν όλα, επομένως ορισμένα από αυτά είναι σχεδόν άγνωστα. Είναι οι προσωπογραφίες των Κωνσταντίνου Αξιώτη, I. Πέτα, Σ. Γ. Πέτα, Φιλήμονα, Κωνσταντίνου Μπότσαρη και Δ. Κολιόπουλου- Πλαπούτα. Δεν θα ήταν άστοχο να ειπωθεί στο σημείο αυτό, ότι η έκδοση των λιθογραφιών και η έννοια των πολλαπλών αντιτύπων έκανε να περιπέσουν σε αφάνεια τα αρχικά σχέδια. Σήμερα πια, ύστερα από τις δημοσιεύσεις των σχεδίων αυτών [3] είναι δυνατή η σύγκριση και αντιπαραβολή με τις λιθογραφίες, που αποδεικνύεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.

 

«Το δίκροτον "Ελλάς" κατ το ατμόπλοιο "Καρτερία"» (υδατογραφία 26x31 εκ., Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάν¬δρου Σούτζου).

 

Και μόνο η προσπάθεια μεγέθυνσης του αρχικού φύλλου με το σχέδιο που ήταν 16,5×12,1 εκ. σε διατάσεις λευκώματος 51,5×39,5 εκ., δηλαδή στο τριπλάσιο του αρχικού, θα δημιουργούσε ως προς την εκτέλεση ανυπέρβλητα τεχνικά προβλήματα, που μόνο ιδιαίτερα εξειδικευμένοι λιθογράφοι θα μπορούσαν να επιλύσουν. Αυτοί όμως δεν θα μπορούσαν να αποδώσουν την αρχική ατμόσφαιρα και όπως ορθά παρατηρεί ο Πρεβελάκης «…οι λιθογραφίες του Μονάχου έχουν ψιμυθιώσει τα αρχικά σχεδιά­σματα».

 

Κωνσταντίνος Κανάρης. Το σκιτσάρισμα του διάσημου Ψαριανού πυρπολητή Κωνσταντίνου Κανάρη έγινε στις 20 Ιανουαρίου 1827.

 

Τον «ηρωικό» χαρακτήρα απέκτησαν όμως οι προσωπογραφίες με τις λιθογραφίες αυτές και τις γραφιστικές υπερβολές που ζητεί η χαρακτική και οι προδιαγραφές του μεγάλου σχήματος. Έτσι, αποξενώθηκαν από τον τρυφερό αισθησιασμό και την αμεσότητα του alla prima ρο­μαντικού σχεδίου και απέκτησαν «τη σημαντική υπερβολή που δεν είχαν στο πρωτότυπο… Με τας πολλάς φω­τοσκιάσεις… με την πολλήν χρήσιν των τόνων, με το ατμώδες και το κάπως φαντασμαγορικόν… η λιθογρα­φία μας έδωσε τους ήρωας μέσα εις την ελαφράν εκείνην ομίχλην εις την οποίαν τους έβλεπε η κοινή φαντα­σία (στην Ευρώπη)», σημειώνει ο Ζαχ. Παπαντωνίου[4].

 

Πώς απέκτησε η Εθνική Πινακοθήκη τα έργα του Κρατσάϊζεν

 

Μετά τον θάνατο του Κρατσάϊζεν, η συλλογή ανήκε πλέον στην κόρη του Μαρία, από την οποία τα κληρονόμησε ο σύζυγός της, Ιόν Ραδιονόφ Φετόβ, καθηγητής ρωσικής καταγωγής στο Βερολίνο και αργότερα κάτοικος Γαλατίου Ρουμανίας.

 

karl krazeisen - Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

 

Στις 13 Φεβρουαρίου 1926 ο Φετόβ καταθέτει στο Ελληνικό Προξενείο του Γαλατίου ένα έγγραφο στα ρουμανικά με το ιστορικό της συλλογής του το οποίο μεταφρασμένο στα ελληνικά φυλάσσεται στο αρχείο της Εθνικής Πινακοθήκης. Αξίζει να σημειωθεί ότι για την αξία τους ο Φετόφ είχε συμβουλευτεί πριν από το 1900, τον ίδιο τον Νικόλαο Γύζη, τότε καθηγητή στο Μόναχο, ο οποίος και αμέσως αναγνώρισε την ιστορική σημασία τους, προτείνοντας την ένταξή τους στο (τότε ανύπαρκτο) Μουσείο των Αθηνών. Φαίνεται επίσης ότι για το ίδιο ζήτημα είχε ερωτηθεί και ο γλύπτης Φυτάλης. Το πλήρες κείμενο που δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά έχει ως εξής:

 

«Κατ’ αρχάς του παρελθόντος αιώvos ότε ο Ελληνικός Λαός δια ν’ απο­τίναξη τον τουρκικόν ζυγόν πολλοί Φιλέλληνες εκ της Ευρώπης έλαβον μέρος εις τον αγώνα. Μεταξύ αυτών υπήρξε και ο νέος Βαυαρός υπολοχαγός Κ. Κρατσάιζεν μετά του ζωγρά­φου Χεσς. Ο Κ. Κρατσάιζεν ενθουσιασμένος διά τας ωραιότητας της κλασικής εποχής, διά τους εμπνευσμένoυς ήρωάς της διά την Πατρίδα των, διά τους ιδιοτρόπους αμφιέσεις, έλαβε το μολυβδοκόνδυλον και την πυξίδα εις την χείρα ίνα διαιώνιση παν ό,τι τω εφαίνετο αξίας. Επιστρέφων εις Βαυαρίαν ο καλλιτέχνης ούτος, προέτεινεν εις την Επωνυμίαν Χάνφστενγκελ όπως λιθογραφήση τους επισημοτέρους ήρωας, όπερ και επραγματοποιήθη διά της υποστηρίξεως του Βασιλέως της Βαυαρίας και αυτού τούτου τυγχάνοντος μεγάλου Φιλέλληνος.

Μετά τον θάνατον του Κρα­τσάιζεν επισυμβάντος εν έτει 1878 τα ιχνογραφήματα και αι υδατογραφίαι του εκληρονομήθησαν παρά της θυγατρός του Μαρίας, συζύγου μου, με­τά δε τον θάνατόν της, συμφώνως τη τελευταία αυτής θελήσει περιήλθον εις την κατοχήν μου.

Πάντα τα ιχνογραφήματα τούτα έδειξα τω τέως καθηγητή της εν Μονάχω Ακαδημίας Τεχνών Νικολάω Γύζη ίνα πληροφορηθώ όσο το δυνα­τόν κάλλιον περί της αξίας αυτών. Η γνώμη του ήτο ότι η θέσις των δύνα­ται να είναι μόνον το Μουσείον Αθη­νών. Αλλ’ εγώ δεν ηδυνάμην να χωρι­σθώ αυτών εμφορούμενος προ παντός εξ αισθημάτων σεβασμού. Τώρα όμως ων προκεχωρημένης ηλικίας και μη ων βέβαιος ότι μετά τον θάνατόν μου οι διάδοχοί μου θα εφύλαττον μετά της αυτής αγάπης και ευλαβείας τα πολύτιμα ταύτα πράγματα, μοναδικά εις το είδος των, απεφάσι­σα να τα παραδώσω εις χείρας πατριώτου τινός όστις θα εγνώριζε να εκτίμηση ταύτα. Η αξία των όμως δύ­ναται να καθορισθή μόνον εις απώτερον μέλλον καθ’ όσον εκατό μόνον έτη είναι μικρόν διάστημα δυνάμενον να χρησιμεύη ως γνώμων εκτιμήσεως ιστορικού τινός αντικειμένου».

 

Ο Έλληνας αυτός πατριώτης που ανέλαβε την πώληση ονομαζόταν Αντύπας και ήταν Έλληνας του εξωτερικού. Λίγους μήνες αργότερα, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου δημοσιεύει το άρθρο με το οποίο παρακινεί το ελληνικό Δημόσιο να αγοράσει το συνολικό κληροδότημα. Σ’ αυτά περιλαμβάνονταν η κασετίνα με τα υδροχρώματα και τα πινέλα του Κρατσάϊζεν, το δερμάτινο σελάχι του αγωνι­στή Πλαπούτα, μια φωτογραφία του ζωγράφου και 24 λιθογραφίες.

Αγοράστηκε προς 200.000 δρχ. για λογαριασμό της Εθνικής Πινακοθήκης. Παράλληλα αποκτήθηκε και ο συνολικός λεπτομερής κατάλογος των έργων στα ρουμανικά με περιληπτική εισαγωγή του ιστορικού, όπου τονίζεται ιδιαίτερα ότι οι προσωπογραφίες είναι σχεδιασμένες εκ του φυσικού και ότι κάθε μια φέρει τις ιδιόχειρες υπογραφές των απεικονιζόμενων.

Επίσης γίνεται ιδιαίτερη μνεία στο γεγονός ότι «διαιωνίστηκαν στο χαρ­τί οι πιο ένδοξες προσωπικότητες που πολέμησαν μαζί με τον Κρατσάι­ζεν». Έτσι διαιωνίστηκε – ανέλπιστα- και ο ίδιος ο Βαυαρός υπολοχαγός Κρατσάϊζεν  στην Ελλάδα και αυτό όχι μόνο χάρη στους φιλέλληνες απογόνους του ή ακόμα στο «μολυβδοκόνδυλον και την πυξίδα» του, αλλά κυρίως χάρη στη σύμφωνη με τις σημερινές απόψεις για τη γρήγορη διάδοση της εικόνας αντίληψη, που το 1828 δεν ήταν άλλη από το μέσον της λιθογραφίας και μαζί με αυτήν, η πολλαπλή χρήση κάθε νέου μηνύματος, που έκανε τις εικόνες του αθάνατες. 

 

Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη

Επιμελήτρια Εθνικής Πινακοθήκης

 

Υποσημειώσεις


[1] Άρθρο του στην αθηναϊκή εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα», 23 Μαΐου 1926.

[2] Bildnisse ausgezeichneter Griechen und Philhellenen, nebst einigen Ansichten und Trachten. Nach der Natur gezeichnet und herausgegeben von Karl Krazeisen, Koenigl. Bayrischem Oberlieutenant im Leibregimente». Στα Ελληνικά και Γαλλικά. Με τοπογραφικό σχέδιο της μάχης των Αθηνών στις 6 Μαρτίου 1827. Με τις παραστάσεις: 1 Die Akropolis von Athen. 2 Beschiessung des Klosters St. Spyridon am Piraeus, 3. Ein Kapitaen mit seinen Pallikaren im Gefechte, 4. Die Fregatte Hellas und das Dampfschiff Karteria . Λεύκωμα 45,5 X34 εκ.

[3] Βλ. «Αθήνα-Μόναχο, Τέχνη και Πολι­τισμός στη νέα Ελλάδα», κατ. έκθ. Εθνι­κής Πινακοθήκης, 5/4-3/7/2000. Επιμέ­λεια Μαριλένας Ζ. Κασιμάτη. σσ. 403-409.

[4] Βλ. Υποσ. 1.

 

Βιβλιογραφία


  • «Για τα 150 χρόνια της Εθνεγερ­σίας». Κατ. έκθ. Εθνικής Πινακοθή­κης, 1971.
  • Φωτογραφική ανατύπωση του λευκώματος: «Αγωνιστές του Εικο­σιένα, 20 σχέδια με μολύβι του Καρλ Κρατσάιζεν», έκδ. από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, για τον Εορτασμό της Εκατοστής Πε­ντηκοστής Επετείου της Ελληνικής Εθνεγερσίας, Αθήνα Δεκέμβριος 1971. Προλογίζει ο Παντελής Πρε­βελάκης.
  • «Καρλ Κρατσάιζεν, Προσωπο­γραφίες Ελλήνων και Φιλελλήνων Αγωνιστών», προλεγόμενα Π. Πρε­βελάκη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνι­κής Τραπέζης, Αθήνα 1996, πανο­μοιότυπη έκδοση με το λεύκωμα του Krazeisen-Hanfstaengl, Μόναχο 1828-1831. Αθήνα, Μάιος 1980, με αισθητική φροντίδα Γιώργη Βαρλάμου και τυπογραφική επιμέλεια Ε. Χ. Κάσδαγλη, Δεύτερη έκδοση, Μάιος 1996.
  • «Αθήνα-Μόναχο, Τέχνη και Πο­λιτισμός στη νέα Ελλάδα», κατ. έκθ. Εθνικής Πινακοθήκης, 5/4-3/7/2000. Επιμέλεια Μαριλένας Ζ. Κασιμάτη, Αθήνα 2000.

Πηγή


  • Επτά Ημέρες – Η Καθημερινή, «Γερμανοί Ζωγράφοι εικονογραφούν το ‘21», Τρίτη 25 Μαρτίου 2003.

 

Σχετικά θέματα:

   

Read Full Post »

Ναύπλιο, υδατογραφία του Γάλλου ζωγράφου Jean – Baptiste Hilaire (1753-1822), τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα.  Ο Jean – Baptiste Hilaire συνόδεψε τον κόμη Choiseul Gouffier  στο ταξίδι του στην Ελλάδα στα 1776-1777.  

 

Ναύπλιο, υδατογραφία του Γάλλου ζωγράφου Jean – Baptiste Hilaire (1753-1822), τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα.

 

Η Αφροδίτη Κουρία στο έργο της «Το Ναύπλιο τον Περιηγητών», Αθήνα, 2007, σημειώνει: Ο Hilaire, παρά τη φροντίδα του να ανατυπώσει τις διάφορες οχυρώσεις του Ναυπλίου, αυθαιρετεί στην απεικόνιση της πόλης. Οι ενδυμασίες, εξάλλου, στο πρώτο πλάνο δεν έχουν σχέση με τις παραδοσιακές ενδυμασίες τις περιοχής.

 

Read Full Post »

Μπούρτζι, Karl von Heideck, περίπου, 1837.

 

Μπούρτζι, ελαιογραφία του Karl von Heideck (Εϊδεκ Κάρολος Γουλιέλμος). Μόναχο περίπου, 1837.

 

Μπούρτζι, ελαιογραφία του Karl von Heideck (Εϊδεκ Κάρολος Γουλιέλμος). Μόναχο περίπου, 1837.

 

Read Full Post »

To Άργος μέσα από τους πίνακες του Τάσου Γιαννόπουλου


  

Ο Τάσος Γιαννόπουλος λίγο πριν εγκαταλείψει τον υλικό αυτό κόσμο, έδωσε ένα τελευταίο δείγμα της αγάπης του για τον τόπο που τον γέννησε και τον ανάθρεψε. Το Άργος. Με χαρά παραχώρησε το δικαίωμα στο Δήμο να εκδώσει το ημερολόγιο του 2005, στο οποίο παρουσιάζονται 14 από τα πολλά έργα του που έχουν ως θέμα την πόλη και τα δημοτικά της διαμερίσματα.

Μέσα από τους πίνακες αυτούς, προβάλλονται και αναδεικνύονται οι ομορφιές του Δήμου αλλά και τα ιστορικά του μνημεία. Κάποιους από αυτούς τους πίνακες παρουσιάζει η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη, ως ελάχιστο δείγμα τιμής στον εκλεκτό πατριώτη και καλλιτέχνη, Τάσο Γιαννόπουλο.

 

Άργος, δυτική πόλη - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Πλατεία Αγίου Πέτρου Άργους - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Αρχαίο Θέατρο Άργους - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Τίμιος Πρόδρομος Άργους - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Κεφαλάρι Άργους - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Άγιος Νικόλαος Πυργέλλας Άργους - Ακουαρέλλα, Τάσος Γιαννόπουλος

 
 

Παναγία Κατακεκρυμμένη - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Ζωοδόχος Πηγή - Κεφαλάρι Άργους - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Σιδηροδρομικός Σταθμός Άργους - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Άργος – Δειλινό τον Ιούνιο - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 

Read Full Post »

Πρόσυμνα –  Ντιάνα Αντωνακάτου


 

 Το Μπερμπάτι, Πρόσυμνα σήμερα, είναι χτισμένο στους πρόποδες μερικών λόφων στη βόρεια Αργολίδα, δώδεκα χιλιόμετρα Β.Α. του Άργους. Μπροστά του απλώνεται ένα μικρό άνυδρο λεκανοπέδιο, που δέχεται αχόρταγα τον ιδρώτα του γεωργού. Ο χώρος είναι μαθημένος στην αξίνα και στο αλέτρι από αιώνες πολλούς. Πάντα καλοδεχτικός στους ανθρώπους είχε τη μεγάλη τύχη να μη στερηθεί σχεδόν ποτέ τα βήματά τους, τη λαλιά τους, την αγάπη τους. Ας δούμε παρακάτω πως περιγράφει την Πρόσυμνα Αργολίδας,  η ζωγράφος και συγγραφέας Ντιάνα Αντωνακάτου στο βιβλίο της ¨Αργολίδα¨.

 

Εδώ δεσπόζει η φύση. Το τοπίο κυριαρχεί και στο καινούργιο χωριό της Προσύμνας (Μπερμπάτι ως χθες), κι’ ως την μυκηναϊκή πολιτεία. Εδώ ο κάμπος με την οικειότητά του κλείσθηκε πίσω από το στενό βραχωμένο πέρασμα της Κλεισούρας, λησμονήθηκε η ευκολοδάμαστη γη του πέρα κατά τα νοτιοδυτικά. Η απόσταση από το Άργος είναι 12 χιλιόμετρα. Από το τελευταίο καμπίσιο περιβόλι δυο-τρία. Σε χωρίζει όμως ένα σύνορο. Άλλον κόσμο άφησες, άλλον κόσμο χαιρετάς, κι’ άλλον κόσμο θωρούνε από τούτα τα βουνά οι άνθρω­ποι, κι’ ας μην είναι ολότελα ορεινοί.

Αν είναι να προτιμήσει ο ταξιδιώτης μιαν εποχή για πρωτογνωριμιά της αρχαίας Προσύμνας, ας μην είναι τούτη βροχερή, χειμωνιάτικη. Θ’ αγριέψει αν δεν αντέχει, αν αποζητάει εύκολη απόλαυση ματιού. Θα νοιώσει τη διάθε­σή του να χτυπιέται αλύτρωτη από μουντό λόφο σε μολυβί βουνό, να βουλιά­ζει σε μουσκεμένα κοκκινοχώματα. Να μη μπορεί να βρει παρηγοριά πάνω στα μουλιασμένα, απρόσωπα, χωρίς παράδοση, σπίτια του νέου χωριού. Και θα του φανεί η πορεία προς την κυκλώπεια Ακρόπολη της Προσύμνας, μια λασπωμέ­νη ταλαιπωρία.

Κι’ ούτε νάναι το καλοκαίρι. Τότε που αχνίζουν ξερά κι’ αναμμένα τα χώ­ματα, τα σπίτια μια κοκκινόπηλη καυτή συνέχειά τους, φλογισμένες οι μάντρες, τα λιγοστά δεντράκια ανάπηρα να σου κρατήσουν ίσκιο. Κι’ ως να φθάσεις εκεί στο στόχο σου, στην Προσύμνα, να σου ρίχνουν από γύρω βέλη, φλογισμέ­νες τις ανάσες τους οι φρυγμένες ανηφοριές.

Πρόσυμνα – Ντιάνα Αντωνακάτου

Νάναι, σαν πας, μια πρώιμη άνοιξη για τούτο το προσκύνημα. Μάρτης. Ένα απομεσήμερο αστραφτερό. Και το χωριό, αλλιώτικο, να φέγγει μ’ ένα πρόσωπο δικό του, μέσα στην απουσία κάθε ρυθμού.  Να ξεχύνει μια ζεστασιά και νάναι σαν ανάγλυφο απλοϊκό γεωμετρικής εποχής, ψημένης γης το υλικό του. Η λιγοστή χλόη στη σκιά, πολύτιμο χαλάκι της κάθε πόρτας. Που και που μια ανθισμένη ροζ αγριαμυγδαλιά να στέκει απορεμένη, τρυφερό στολίδι πάνω στο σκληρό μέτωπο του χωριού: στην κοκκινόθωρη πλαγιά του. Και μες στο φως της λαμπρότατης μέρας, πάνω από όλα τούτα τα φτωχανθρώπινα, τα ντόπια κόπια, ν’ αρμενίζει από ψηλά εκείνη η ανεκπλήρωτη ελπίδα του από­δημου Προσυμνιώτη, να δώσει στο χωριό του το μόχθο του της ξενητιάς: ένα μεγάλο κτίριο – ατέλειωτο ύστερα από το θάνατο του ξενητεμένου – που κυριαρχεί. Σημάδι πως δούλεψε εκεί στην Αμερική, πως μόνο τούτο το κομματάκι της γης συλλογιόταν. Αρμενίζει μεγαλόστομη και συγκινημένη, άχαρη και πολύ­τιμη τούτη η άμοιρη και δραματική προσφορά μέσα στο γαλάζιο της ελληνικής άνοιξης.

Τούτο το κρυστάλλινο γαλάζιο, ένας φακός που ομορφαίνει το ασήμαντο και ξεχωρίζει το ταπεινό, που αναδείχνει σε μια πυρή αναλαμπή και τούτο το χωριό και μας κάνει να ξεχνάμε μια αθέλητη σύγκριση με τα Αιγιοπελαγίτικα, τα Πηλιορίτικα, τα Επτανησιώτικα, τα Ορεινά χωριά όχι της πρώτης ανάγκης.

Όσο προσεγγίζεις την Προσύμνα τόσο φαίνεται μακρινή, προσκολλημένη πάνω σε ψηλούς όγκους, αξεχώριστη. Το τοπίο γίνεται όλο και πιο δυνατό. Και ξαφνικά το νοιώθεις βιβλικό. Είναι ο καιρός του αλετριού. Φυτεύεται σε λίγο ο καπνός. Οι μικρές ανθρώπινες φιγούρες πίσω από το μουλάρι και το άροτρο, σκορπισ­μένες σ’ όλες τις πλαγιές, έχουν την ίδια κίνηση, όπως χιλιάδες χρόνια πίσω, καθώς ξανοίγουν βαθυκόκκινες χαραματιές στ’ ανηφορικά χωράφια.

Ο τόπος γύρω τους αιώνιος, όλο και μεγαλώνει, καθώς βραδιάζει, γεμάτος μυστήριο, και οι φιγούρες χάνονται, θαρρείς, μέσα στις εποχές, πάντα ίδιες στο αντάμωμά τους κατά το γυρισμό, που μοιάζει από μακριά χαιρετισμό μερμηγκιών όμοιο από χρόνο σε χρόνο μέσα στους αιώνες. Ο τόνος του ζεστός κοντά, σαν τον ήλιο της μέρας που υποσχόταν μιαν άλλη παρόμοια, δινόταν πάλι με την προσ­φώνηση προς τον ξένο διαβάτη, που αντάμωνε κιόλας με τη συγκινημένη μνήμη του το φανταστικό μέγαρο, ξεθεμελιωμένο αιώνες πριν. «Έρημος δ’ εστί κακείνη και η πλησίον Μιδέα… ταύτη δ’ όμορος Προσύμνα… ηρήμωσαν δε τας πλείστας οι Αργείοι απειθώσας»…

Πώς τόλμησε, αλήθεια, τούτη η μικρή πολιτεία να πάει ενάντια στο Άργος, έτσι που στέκει, πεντάμονη, χαμένη στα κορφοβούνια της, με το ποτάμι της μονάχα – τότε σίγουρα πλατύστομο -, να την υπερασπίζει – και συμμαχικές στη ράχη της οι Μυκήνες μόνον; Πώς τόλμησε;

Έρημη η Ακρόπολη. Συλημένοι οι τάφοι – πάνω από ογδόντα. Ίσα που ξέμεινε κανένας θαλαμωτός να θυμίζει πως κι’ εδώ είταν ευσεβείς. Κι’ εδώ πολεμούσαν, κι’ εδώ αγαπούσαν με το ίδιο πάθος τη ζωή και την ομορφιά. Με ξίφη εμπαιστικά, με πλούσια κοσμήματα χρυσά, και με αγγεία ζωγραφισμένα θαυμαστά θαλασσινά θέματα, με μικρές πήλινες θεότητες – γεμάτος ο τά­φος. Να θυμίζουν ακόμη πως σίγουρα οι γυναίκες θα κρατούσαν όπλα. Σαν τούτες τις σύγχρονες απόγονές τους – κι’ η μνήμη κάνει πήδημα τρανό – τις γειτόνισσες, που αν δεν είχαν να χειρισθούν κομψά όπλα, η καρδιά τους βρήκε τρόπο να υπερασπίσει τα πάτρια, τότε στ’ Αγιονοριού τη μάχη, χτυπών­τας τον εχθρό με λιθάρια. Κι’ η ιστορική μνήμη μας φέρνει κοντά.

Στις 28 Ι­ουλίου 1822 που ο στρατός του Δράμαλη φεύγοντας από τη Γλυκειά, από το Ναύπλιο, με προορισμό τη δίοδο του Αγιονοριού, κατάστρεψε όσα σπίτια πρόφ­τασε στο Μπερμπάτι (Προσύμνα). Για να βρει εκεί στ’ Αγιονόρι, όπου τον παραφύλαγε ο Νικηταράς, την ελληνική εκδίκηση. Ελληνικά βόλια δέχτηκαν οι Τούρκοι μα και πελώρια κοτρώνια σπρωγμένα από τις γυναίκες των Λιμνών, της Προσύμνας και των άλλων γειτονικών χωριών.

Η ματιά ακολουθάει στο βάθος βορεινά εκείνη τη φυγή του δρόμου που γλιστράει μέσα από τις πλαγιές τ’ Αγιονοριού. Πιο έντονη, όμως, η παρουσία του ερημικού «άλλοτε» μας γυρίζει πίσω.

Ωστόσο, η Ακρόπολη δεν ξεσκεπάζει κανένα από τα μυστικά της. Φτωχά αχνάρια από τα τείχη της, από τις κατοικίες της, από τους τάφους, σβήνουν λίγο λίγο. Η δύση εδώ είναι βιαστική, βαθαίνουν οι ίσκιοι γρήγορα. Όμως, σ’ αυτήν την περασμένη ώρα, εδώ μέσα στην σφραγισμένη σιωπή του λόφου, περισσότερο απ’ όλες τις επικοινωνίες με τις πολύτιμες, εύγλωττες προθήκες των Μουσείων, ο επισκέπτης μπορεί ν’ αφουγκραστεί τη βαθειά σιωπή που καλύπτει τις θαμμένες χιλιετηρίδες.

Ό,τι και να μας φανερώνεται στα ευρήματα από τα συμπληρώματα, τις αναπαραστάσεις, τις εικασίες, λείπει εκείνη η αλήθεια, η ψυχή των πραγμάτων. Εκεί στην Προσύμνα, εκείνη την ώρα της σιωπής, σεβαστική η μνήμη ακούμπησε για ένα ελάχιστο χρόνο, πάνω σ’ αυτήν την αλήθεια, που κλείνει ό,τι δεν είναι πράξη, ό,τι δεν είναι λόγος, αφή κι’ ακοή κι’ όραση, που φυλάει ό,τι είναι ανθρώπινος λυγμός ή γέλιο. Σ’ αυτό το βιβλικό τοπίο γύρω, στα τριγυρνά βουνά του τα «σκιόεντα» αντήχησε, για μια φανταστική στιγμή τέτοιο ζευγάρι, ο ήχος.

Ντιάνα Αντωνακάτου

Διατηρήθηκε η ορθογραφία και η σύνταξη της συγγραφέως.

 

Πηγή


  • Ντιάνα Αντωνακάτου, «Αργολίδα», Αθήνα, Δεκέμβριος 1967.

 

Διαβάστε ακόμη σε μορφή pdf:

 

  • Πρόσυμνα – Αρχαιολογική έρευνα. Αναζητώντας την Ιστορία των Ελλήνων – Μπέριτ Ουέλλς, Υποδιευθύντρια Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών, Περιοδικό Αρχαιολογία & Τέχνες, τεύχος 49: Αναζητώντας την Ιστορία των Ελλήνων

Read Full Post »

«Η απελευθέρωση της Ελλάδος», Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess), μέρος ΙV 

Βαυαρός ζωγράφος. Με τα έργα  του, χάραξε στη εθνική μνήμη μας τις μορφές των ηρώων του 1821. Ο Peter Von Hess έφθασε στο Ναύπλιο συνοδεύοντας τον νεαρό Βασιλιά Όθωνα, μετά από εντολή του βασιλιά Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα, και είχε την τύχη να γνωρίσει τους πρωταγωνιστές της Επανάστασης και να ζωγραφίσει μέσα στα ερείπια που ακόμη κάπνιζαν.

Ο Peter von Hess, φιλοτέχνησε 39 σκηνές σχετικές με τον αγώνα, καθώς και προσχέδια τοιχογραφιών τα οποία επρόκειτο να διακοσμήσουν  τις στοές των κήπων του παλατιού στο Μόναχο αλλά και τους τοίχους των ανακτόρων του τσάρου Νικολάου Α΄ στην Αγία Πετρούπολη. 

 

Η μάχη στο Μαραθώνα. Ο Γούρας (Γκούρας) καταθραύει τους εχθρούς περί τον Μαραθώνα. Peter Von Hess.

 

 

Γεώργιος Σαχτούρης, νίκη κατά θάλασσαν περί την Σάμον. Peter Von Hess.

 

    

Η μάχη της Βέργας. Νίκη του Μαυρομιχάλη και των Λακώνων περί Βέργαν. Peter Von Hess.

 

 

Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ο Καραϊσκάκης καταστρέφει τους Τούρκους κατά την Αράχοβαν. Peter Von Hess.





Γιάννης Μακρυγιάννης. Ο Μακροϊάννης αμύνεται εν Πειραιεί προς τους εχθρούς καρτερικώτατα. Peter Von Hess.



Ο Κωλέτης αναγγέλλει τοις Έλλησι την εκλογήν Όθωνος. Peter Von Hess.

 

Οι αντιπρόσωποι των Ελλήνων στο Μοναχό. Οι Πρεσβευταί της Ελλάδος προσφέρουσιν υποταγήν τω εαυτών Βασιλεί. Peter Von Hess.

 

Η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο. Όθωνος του ά Βασιλέως της Ελλάδος απόβασις εις Ναυπλίαν. Peter Von Hess.

 

Βιογραφικό:

 

Ανδρέας Μιαούλης. Ο Μιαούλης καταναυμαχεί τον εχθρικόν στόλον περί την Κω. Peter Von Hess.

Read Full Post »

«Η απελευθέρωση της Ελλάδος», Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess), μέρος ΙΙΙ

Βαυαρός ζωγράφος. Με τα έργα  του, χάραξε στη εθνική μνήμη μας τις μορφές των ηρώων του 1821. Ο Peter Von Hess έφθασε στο Ναύπλιο συνοδεύοντας τον νεαρό Βασιλιά Όθωνα, μετά από εντολή του βασιλιά Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα, και είχε την τύχη να γνωρίσει τους πρωταγωνιστές της Επανάστασης και να ζωγραφίσει μέσα στα ερείπια που ακόμη κάπνιζαν.

Ο Peter von Hess, φιλοτέχνησε 39 σκηνές σχετικές με τον αγώνα, καθώς και προσχέδια τοιχογραφιών τα οποία επρόκειτο να διακοσμήσουν  τις στοές των κήπων του παλατιού στο Μόναχο αλλά και τους τοίχους των ανακτόρων του τσάρου Νικολάου Α΄ στην Αγία Πετρούπολη. 

 

Ο Πανουργιάς κυριεύει τον Ακροκόρινθον ( Η άλωση του Ακροκορίνθου). Peter Von Hess.

 

Κωνσταντίνος Κανάρης. Ο Κανάρης πυρπολεί περί τη Χίον την ναυαρχίδα του Καρά Αλή. Peter Von Hess.

 

Δημήτριος Πλαπούτας. Ο Πλαπούτας υπερασπίζεται τα Δερβένια και τον Ισθμόν. Peter Von Hess.
 

Δημήτριος Υψηλάντης. Ο Υψηλάντης υπερασπίζεται ανδρείως την πόλιν Άργος. Peter Von Hess.




Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ο Κολοκοτρώνης εν Λέρνη συναγείρει τους νικητάς του Δράμαλη. Peter Von Hess.

 

Αναγνώστης Πετιμεζάς. Θάνατος του Πετμεζά. Peter Von Hess.

 

Ο Στάικος Σταϊκόπουλος κυριεύει εξ εφόδου το Παλαμίδιον. Peter Von Hess.

 

Ανδρέας Λόντος. Ο Λόντος εξολοθρεύει περί την Βοστίτσαν δια λοιμού 3000 εχθρών. Peter Von Hess.

 

Μάρκος Μπότσαρης. Ο Βότσαρης μετά 300 ανδρών εν Καρπενησίω αποθνήσκει τροπαιοφόρος. Peter Von Hess.

 

Βιογραφικό:  



Νικηταράς. Ο Νικηταράς καταθραύσας το ιππικόν του Δραμαπασσά, επονομάζεται Τουρκοφάγος. Peter Von Hess.

 

 

Read Full Post »

Ζωγραφικοί πίνακες του Ναυπλίου, φιλοτεχνημένοι από μεγάλους ζωγράφους


 

«…Ποσειδάωνι δε κούρη

πριν ποτ’ Αμυμώνη Δαναΐς τέκεν ευνηθείσα

Ναύπλιον, ος περί πάντας εκαίνυτο ναυτιλίησιν».

(Απολλώνιος ο Ρόδιος, Αργοναυτικά, στ. 138)

Έτσι δημιουργήθηκε το πολυθρύλητο Ναύπλιο. Στους πίνακες που παραθέτουμε θα δείτε την «μαγική πόλη» όπως την είδαν σπουδαίοι ζωγράφοι, αναγνωρισμένοι διεθνώς.

[ Μια πόλη γλυκιά, χωρίς ραθυμία, με παραδόσεις, μια πόλη με πολλούς λάτρεις της ομορφιάς της, που η ιστορία της γνώρισε πραγματικά «τον κόσμο ολόκληρο…» μια ευχάριστη πόλη που απλώνεται γύρω από το πανέμορφο ιστορικό κέντρο της ]. 

 Ας γνωρίσουμε τους πίνακες του Νίκου Χατζηκυριάκου- Γκίκα, του Φώτη Κόντογλου, του Γιάννη Τσαρούχη, του Αγήνωρος Αστεριάδη, του Σπύρου Βασιλείου, του Πάρι Πρέκα, του Γιώργου Μανουσάκη, της Μαρίας Πώπ και της Ντιάνας Αντωνακάτου που ζωγράφισε το Ναύπλιο με το δικό της ύφος και το πάθος ενός μεγάλου καλλιτέχνη κι ας αφήσουμε την ψυχή μας να περιπλανηθεί στις ντάπιες του κάστρου, στα πλακόστρωτα στενά του, στα σκαλωτά δρομάκια του, στις γωνιές με τις γαζίες και τ’ αγιοκλήματα.

 

Αγήνωρ Αστεριάδης, «Ναύπλιο», Λάδι σε μουσαμά – Δημοτική Πινακοθήκη Ρόδου.

Νίκος Χατζηκυριάκος – Γκίκας (1906-1994), «Ναύπλιο 1958», Λάδι και gouache σε χαρτόνι.

Φώτης Κόντογλου (1895-1965), «Ναύπλιο 1926», Υδατογραφία.

Αγήνωρ Αστεριάδης (1898-1977), Τέμπερα σε χαρτί.

Γιάννης Τσαρούχης (1910-1989), «Σπίτια στο Ναύπλιο 1927», Νερομπογιά σε χαρτί.

Αγήνωρ Αστεριάδης (1898-1977), «Ακροναυπλία».

Γιώργος Μανουσάκης, «Το σπίτι του Αρμανσμπεργκ στο Ναύπλιο 1962», Υδατογραφία σε χαρτί.

Πάρις Πρέκας (1926-1999), «Ναύπλιο», Ακουαρέλα.

Σπύρος Βασιλείου (1902-1985), «Ιστιοφόρο Μαρία», Λάδι σε μουσαμά.

Ντιάνα Αντωνακάτου, Ακουαρέλα.

Μαρία Πωπ, «Κυριακή πρωί στο Ναύπλιο 1980», Λάδι σε ξύλο.

Πάρις Πρέκας (1926-1999), «Ναύπλιο», Ακουαρέλα.

Γιώργος Μανουσάκης, «Σπίτια στο Ναύπλιο, 1962», Υδατογραφία σε χαρτί.

Read Full Post »

«Η απελευθέρωση της Ελλάδος», Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess), μέρος ΙΙ

 

Βαυαρός ζωγράφος. Με τα έργα  του, χάραξε στη εθνική μνήμη μας τις μορφές των ηρώων του 1821. Ο Peter Von Hess έφθασε στο Ναύπλιο συνοδεύοντας τον νεαρό Βασιλιά Όθωνα, μετά από εντολή του βασιλιά Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα, και είχε την τύχη να γνωρίσει τους πρωταγωνιστές της Επανάστασης και να ζωγραφίσει μέσα στα ερείπια που ακόμη κάπνιζαν.

Ο Peter von Hess, φιλοτέχνησε 39 σκηνές σχετικές με τον αγώνα, καθώς και προσχέδια τοιχογραφιών τα οποία επρόκειτο να διακοσμήσουν  τις στοές των κήπων του παλατιού στο Μόναχο αλλά και τους τοίχους των ανακτόρων του τσάρου Νικολάου Α΄ στην Αγία Πετρούπολη. 

400 Ιερολοχίται, πρόδρομοι του ιερού αγώνος πίπτουσι περί το Δραγασάνιον.

Ο Α. Μεταξάς νικά τους Τούρκους περί τον Λάλα.

Αθανάσιος Αγραφιώτης. Ο Αθ. εξ Αγράφων με 500 μάχεται περί Προύτον προς 12000 ιππικόν.

Η παράδοση της Μονεμβασιάς.

Η παράδοση του Νεοκάστρου

Γεωργάκης Ολύμπιος. Ο Γεωργάκης με τέσσερις συντρόφους ανατινάζει το μοναστήρι του Σέκου.

Η μάχη στα Βασιλικά. Ο Οδυσσέας και ο Γκούρας νικούν τους Τούρκους στη Φοντάνα.

Παναγιώτης Κεφάλας. Ο Κεφάλας σηκώνει τη σημαία της ελευθερίας στα τείχη της Τριπολιτσάς.

Η κατάληψη των Πατρών. Ο Αθανάσιος Κανακάρης καταλαμβάνει την Πάτρα.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ο Μαυροκορδάτος υπερασπίζεται με επιτυχία την πόλη του Μεσολογγίου.

 

Βιογραφικό:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »