Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ναύπλιο’

Ομιλία του καθηγητή κ. Μιλτιάδη Χατζόπουλου στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard


 

Διάλεξη θα πραγματοποιήσει την Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011 και ώρα 19.00, στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), ο καθηγητής κ. Μιλτιάδης Χατζόπουλος, Διευθυντής του Ινστιτούτου Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητος και Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. 

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του “Events Series 2011” του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard, είναι: «Η ταφή των νεκρών ή η συνεχιζόμενη διένεξη περί την ταυτότητα των νεκρών του Τάφου ΙΙ στην Βεργίνα».

 

Ποιος είναι ο ομιλητής  

  

Μιλτιάδης Χατζόπουλος

O Μιλτιάδης Χατζόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1944. Αποφοίτησε από το Κολλέγιο Αθηνών το 1962 και έλαβε το πτυχίο Κλασικών Γραμμάτων της Σορβόννης το 1967. Μελέτησε Μυκηναϊκή Φιλολογία και την αρχαία ελληνική κοινωνία και θρησκεία στην Εcole Ρratique des Ηautes Εtudes (Παρίσι) και έλαβε τον τίτλο του διδάκτορος από το Πανεπιστήμιο Ρaris Ι (Πάνθεον Σορβόννη) το 1971 και του υφηγητή από το Πανεπιστήμιο Ρaris ΙV (Σορβόννη) το 1988.

Εργάστηκε ως καθηγητής μέσης εκπαίδευσης αλλά και ως καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Νanterre (Παρίσι). Από το 1979 είναι ερευνητής στο Κέντρο Ελληνορωμαϊκής Αρχαιότητας του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, το οποίο διευθύνει από το 1992. Εχει δημοσιεύσει πολλές εργασίες και έχει τιμηθεί με το Χάλκινο Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών.

 

Read Full Post »

Αφιέρωμα στο Νίκο Καρούζο – Λογοτεχνικό περιοδικό “Το Δέντρο”


 

Νίκος Καρούζος

Ο Νίκος Καρούζος του Δημήτρη και της Κωνσταντίνας, το γένος Πιτσάκη, γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος στρατευμένος στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, διώχτηκε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου και εξορίστηκε μετά τη συνθηκολόγηση της Βάρκιζας. Η μητέρα του ήταν κόρη ιερωμένου και δασκάλου. Ο Νίκος Καρούζος γεννήθηκε το 1926 στο Ναύπλιο και πέθανε το 1990 στην Αθήνα, σε ηλικία 65 ετών. Ξεκίνησε σπουδές νομικών και πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τις οποίες όμως δεν ολοκλήρωσε, καθώς τον κέρδισε τελικά η ποίηση. Το  λογοτεχνικό περιοδικό “Το Δέντρο”, τεύχος 177-178 που κυκλοφορεί,  είναι  αφιερωμένο στο μεγαλύτερο μέρος του  στον ποιητή  Νίκο  Καρούζο.

Έγραψα ποίηση· μ’ άλλα λόγια συνεργάστηκα με το μηδέν.

Ο αφιερωματικός λόγος του εισαγωγικού εκδοτικού σημειώματος μας προετοιμάζει ως αρκεί: στην περίπτωση του Νίκου Καρούζου (1926-1990) ο αναγνώστης εισέρχεται σε μια μεγάλη αναγνωστική περιπέτεια, προσκαλούμενος στην εμπειρία μιας παράδοξης ανάφλεξης· στο κέντρο ενός λόγου σχεδόν εκστατικού, λίγο πριν από τη σιωπή. Το παρόν του Καρούζου είναι φτιαγμένο σύμφωνα με μια πολύ εκλεπτυσμένη τεχνολογία θανάτου, που αυτόματα καταργεί και παρελθόν και μέλλον και τα μετατρέπει όλα σε απόλυτο παρόν. Είναι το παρόν που είναι δυναστικό, όχι ο χρόνος, γράφει η εκ των δικαίων συνδαιτυμόνων του Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ και ακόμα αιωρούνται τα δικά του λόγια: Αυτό που ονομάζουμε “χρόνο” είναι μια ανάγκη της σκέψης για να επιβάλει στα φαινόμενα μια οργάνωση. Είναι ένα μέσο. Τίποτ’ άλλο.

Το μέλλον είναι μια μορφή ταλαιπωρίας του παρόντος.

Ο Μάνος Στεφανίδης τον θυμάται συνεχώς αγχωμένο – αγχωτικό, να μασουλάει μια περίεργη λέξη στο στόμα, σαν συμβολικό πασατέμπο (ψυχόλεθρος, λυπομανία, εαροκρατία…), έναν έμφοβο της ύπαρξης, εντέλει συμφιλιωμένο με το κενό και με το τίποτα, που γνώριζε πως η ποίηση ορίζεται σαν το διάκενο ανάμεσα στον στοχασμό και την παράνοια.

(Σ’) ένα έπος χωρίς ήρωες, με τον ποιητή σπαρασσόμενο και κατακαιόμενο όχι όπως ο Μαλόι αλλά σαν ένας Μωυσής ξεχασμένος στην πλατεία Μαβίλη, που του δόθηκαν μεν οι εντολές αλλά εκείνος τα έχασε (Ή, τις πετάξει στα σκουπίδια, οι βιογράφοι διίστανται).

Αφιέρωμα στο Νίκο Καρούζο - “Το Δέντρο”

Ο Γ. Ι. Μπαμπασάκης ομολογεί την αρχική του λαχτάρα να βρει στο πρόσωπο του Καρούζου έναν Έλληνα μπητνίκο, έναν Γκίνσμπεργκ, έναν Κέρουακ – έστω μια εικόνα και ομοίωση των φαντασμάτων που τους στοίχειωναν στα κοινά τους μπαρ – ποτοσχολαστήρια (όπως τα έλεγε). Αργότερα, καθώς εκείνος ο Τελετάρχης των Αντοχών βεβαίωνε με γέλια ομηρικά πως το χιούμορ του είναι φερμένο από την τραγωδία και γύρευε την δέουσα λέξη, αληθινός ακροβάτης στο σχοινί πάνω απ’ την άβυσσο του χρόνου, είδε την διαφορά. «Η διαλεκτική του…μια σχεδόν ολέθρια ένταση για το τι μας περιμένει και πώς θα μπορούσαμε να το αντιμετωπίσουμε, να εναλλάσσεται με μια πολύτιμη, λυτρωτική αταραξία, αποκτημένη ύστερα από διαλεχτά διαβάσματα και στοχασμούς σχετικά με το πώς θανατώνεις, νυχθημερόν, το θάνατο» .

Καταλήγω πως η μια αλήθεια είναι το χιούμορ της άλλης. Αυτό το χιούμορ στην ποίησή του σκιτσάρει ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, εκείνη την συνειδητή του προσπάθεια να την αποφορτίσει από την απόγνωση που γεννάει η ύπαρξη. Πόσο μάλλον όταν Όλα είναι τραγικά πλην του τράγου, πόσο μάλλον όταν Είμαστε ακόμη στην προϊστορία του χιούμορ.

Αναπάντεχο κομμάτι, μια εκτενής συζήτηση μεταξύ του ποιητή και του τουμπίστα και πεζογράφου Γ. Ζουγανέλη το 1986 (κάποια στιγμή ο ποιητής, μανιώδης των δώρων, του χαρίζει την Ιστορία της Τζαζ, του Τζον Τσίλτον) ενώ νωρίτερα μας έχει κάπως ησυχάσει: Η αλαζονεία ενός καλλιτέχνη θα βγει στο έργο, θα τιμωρηθεί μέσα στο έργο. Μαρία Αρμύρα, Ανδρέας Βεργιόπουλος, Τάσος Γουδέλης, Γιάννης Ευσταθιάδης, Νίκος Κουφάκης, Μαίρη Μεϊμαράκη, Νίκος Αλ. Μηλιώνης, Σάββας Μιχαήλ, Εύα Μπέη, Αθηνά Παπαδάκη, Μανόλης Πρατικάκης, Πάνος Σταθογιάννης, Σταύρος Στρατηγάκος, Κώστας Δ. Υφαντής, Θέμος Χαραμής, Κώστας Χατζηαντωνίου και Βαγγέλης Χατζηβασιλείου οι έτεροι αφιερωτές.

Read Full Post »

Το πολιτικό Μήνυμα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας


 

Διάλεξη με θέμα «Το πολιτικό Μήνυμα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας», πραγματοποιεί την Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου και ώρα 19.00, το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο, (Παλαιό Δηµαρχείο, Πλατεία Φιλελλήνων & οδού Όθωνος – αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»).

Ομιλητής θα είναι ο κύριος Νικόλαος Κονοµής, Ακαδηµαϊκός, Πρόεδρος του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας της Ακαδημίας Αθηνών. Η ομιλία, εντάσσεται στο πλαίσιο του «Events Series 2011» του Κέντρου.

 

 

Νικόλαος Κονοµής

 

Ο Νικόλαος Κονοµής γεννήθηκε στην τουρκοκρατούμενη σήμερα Μόρφου της Κύπρου, από αγρότες γονείς. Μετά το Παγκύπριο Γυμνάσιο σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη συνέχεια της Οξφόρδης και του Καίμπριτζ. Διατέλεσε καθηγητής του Παγκύπριου Γυμνασίου, του Ελληνικού Γυμνασίου Αμμοχώστου, υφηγητής του πανεπιστημίου του Κέϊπ Τάουν της Ν. Αφρικής, καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και του ΑΠΘ, πρόεδρος και κοσμήτορας, αντίστοιχα, της Φιλοσοφικής Σχολής των δύο αυτών Πανεπιστημίων, πρύτανης του ΑΠΘ, πρόεδρος του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδας, υπουργός Παιδείας της Κύπρου, πρόεδρος της Aκαδημίας Αθηνών, πρόεδρος της Εταιρίας Ελληνο-Αραβικών Σπουδών, διευθυντής του περιοδικού «Ελληνικά», μέλος πολλών ελληνικών, κυπριακών και ξένων επιστημονικών επιτροπών. Στο ενεργητικό του έχει και σημαντικό συγγραφικό έργο. Aσχολήθηκε ιδιαίτερα με τους ρήτορες, τους λεξικογράφους και την αρχαία λυρική ποίηση.

Kύρια αυτοτελή έργα του είναι: Studies on the orator Lycurgus (Oxford 1956), – Oι δόχμιοι παρ’ Aισχύλω και Σοφοκλεί (Aθήνα 1962), – The dochmiacs of Greek Drama (Stuttgart 1965), – Lycurgi Opera (Leipzig 1970), – Deinarchi Opera cum fragmentis (Leipzig 1975), – Aρχαϊκή Λυρική Ποίηση A΄ (Hράκλειο 1991), – Aπό την ιστορία της λατινικής γλώσσας (Aθήνα 2003).

Πληροφορίες: Παλαιό Δηµαρχείο. Πλατεία Φιλελλήνων & οδού Όθωνος, 21 100 Ναύπλιο. Τηλ. 27520 47030 – Fax 27520 47039.  http://greece.chs.harvard.edu  – chsnafplion@mail.chs.harvard.edu  

Read Full Post »

Η Αργολίδα στην Ελληνική Τηλεόραση (ΕΤ 1)


 

Στα πλαίσια της προβολής και ανάδειξης των δραστηριοτήτων της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, από την ΕΤ1 και ειδικότερα από την επιτυχημένη εκπομπή «Φωτόσφαιρα» που επιμελείται και παρουσιάζει η καταξιωμένη στο χώρο της δημοσιογράφος Χαρά Φράγκου, το Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010, στις 2 το μεσημέρι θα μεταδοθεί η πρώτη εκπομπή από τις τρεις ήδη προγραμματισμένες.

Ο γνωστός ερευνητής και δημοσιογράφος Γιώργος Αντωνίου– συνεργάτης της Βιβλιοθήκης-  είναι ο πρώτος καλεσμένος, ο οποίος θα αναφερθεί στο 20χρονο έργο του για την Αργολίδα που χάνεται και που έχει ήδη καταθέσει στην κοινωνία της Αργολίδας με το θαυμάσιο βιβλίο του « Η Αργολίδα που φεύγει» των εκδόσεων « Εκ προοιμίου» του Τάκη Ουλή.

 

Καμπαναριό στο Παναρίτι Μηδέας

 

Με γλαφυρότητα και ευαισθησία, καταγράφει έναν κόσμο πέτρινο, έναν κόσμο των νερών, των αλωνιών, των παλιών συνηθειών. Έναν κόσμο που σιγά- σιγά ξεθωριάζει και απωθείται όλο και περισσότερο στο παρελθόν ενώ αφήνει ελάχιστα δείγματα μιας αγροτικής ζωής που σβήνει. Δείγματα πολιτισμού που υποχωρούν και που ο Γιώργος Αντωνίου, με τον φακό και την καρδιά, ώρες πολλές και μέρες τα κατέγραψε και τα παρουσιάζει.

 

Παραδοσιακή οικία στο Βρούστι Άργους

 

Η επιμέλεια και παρουσίαση είναι της Χαράς Φράγκου, η σκηνοθεσία του Χρίστου Ακρίδα, η τεχνική διεύθυνση του Σίμου Συλαίδη, το μοντάζ της Αναστασίας Φραγκούλη. Υλικό αντλήθηκε τόσο από τα αρχεία της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας & Πολιτισμού – www.argolikivivliothiki.gr, όσο και από τα προσωπικά αρχεία του δημοσιογράφου – ερευνητή Γιώργου Αντωνίου. Πολύτιμη  υπήρξε η συμβολή του Αναστασίου Τσάγκου, διευθυντή της Βιβλιοθήκης, στο συντονισμό της εκπομπής.

 

« Φωτόσφαιρα». Νέος κύκλος επεισοδίων   

 

Το περιβάλλον ο πολιτισμός, η ποιότητα ζωής των Τοπικών κοινωνιών παρουσιάζονται στον νέο κύκλο επεισοδίων της εκπομπής.

Τα οικολογικά προβλήματα οι προκλήσεις και οι αναγκαιότητες της πράσινης ανάπτυξης, τα πολιτισμικά στοιχεία κάθε τόπου και η ανάδειξή τους απασχολούν την «Φωτόσφαιρα» που προσεγγίζει τις τοπικές κοινωνίες προσαρμοσμένη στις ραγδαίες κοινωνικές οικονομικές αλλαγές που συντελούνται στην Ελλάδα.

 

Γεφύρι στο Ηλιόκαστρο Ερμιονίδας

 

Ποια είναι η στάση των πολιτών, και ιδιαίτερα των νέων, απέναντι στο περιβάλλον και την ιστορικότητα του τόπου τους; Ποιες είναι οι φιλοδοξίες τους για την πόλη τους ή την ύπαιθρο; Πόσο ο εναλλακτικός τρόπος ζωής που προτείνει το οικολογικό κίνημα αγγίζει τις αξίες τους; Καλλιτέχνες, μουσικοί, φωτογράφοι, συγγραφείς, αρχιτέκτονες καταθέτουν την άποψή τους για μια άλλη ποιότητα ζωής.

Read Full Post »

Κλονάρης Χριστόδουλος (1788-1849) 


 

 Το εν Άργει Ανέκκλητον Κριτήριον και ο εισόδιος λόγος του δημοσίου συνηγόρου του Χριστοδούλου Κλονάρη

 

Χριστόδουλος Κλονάρης ή Κλωνάρης (1788-1849). Ελαιογραφία σε μουσαμά. Ριζάρειος Εκκλησιαστική Σχολή.

Ο Χριστόδουλος Κλονάρης γεννήθηκε το έτος 1788 στο Λιασκοβέτσι του Ζαγορίου. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στα Αμπελάκια και στη Ραψάνη. Εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι και δίδαξε στην εκεί λειτουργούσα «Αυθεντική Σχολή». Περί το έτος 1819 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Εκεί συνδέθηκε με τον Αδαμάντιο Κοραή. Κατά την παραμονή του στη γαλλική πρωτεύουσα σπούδασε νομικά. Όταν εξερράγη η Ελληνική επανάσταση άρχισε να αρθρογραφεί στην παρισινή εφημερίδα «Συνταγματική», υπερασπιζόμενος το δίκαιο του απελευθερωτικού αγώνα. Ήρθε στην Ελλάδα το 1826 και προσέφερε τις γνώσεις και την εμπειρία του από δημόσια αξιώματα ευθύνης και ως πρόεδρος και μέλος επιτροπών για την σύνταξη βασικών νομοθετημάτων. Υπήρξε ο συντάκτης του πρώτου Κ. Ποιν. Δ. υπό τον τίτλο «Εγκληματική Διαδικασία» (1829).

Διετέλεσε δημόσιος συνήγορος ( εισαγγελεύς ) του πρώτου Ανεκκλήτου Κριτηρίου έως τον Ιούλιο του 1830, οπότε παραιτήθηκε λόγω διαφωνίας του προς τον Κυβερνήτη. Μετά την παραίτησή του δικηγόρησε στο Ναύπλιο. Υπερασπίσθηκε και τους κατηγορούμενους κατά τις ιστορικές δίκες του Κανέλλου Δεληγιάννη το έτος 1831 και του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Δημητρίου Πλαπούτα κατά το έτος 1834. Διετέλεσε Υπουργός Δικαιοσύνης, Σύμβουλος Επικρατείας, καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Με το από 11 Ιανουαρίου 1835 Β.Δ. διορίσθηκε πρώτος Πρόεδρος του Αρείου Πάγου. Από τη θέση αυτή παύθηκε από την κυβέρνηση Κωλέττη με το από 3 Απριλίου 1847 Β.Δ., αλλά αναδιορίσθηκε μετά ένα έτος με το από 20 Απριλίου 1848 Β.Δ., παρέμεινε δε στην προεδρία του Αρείου Πάγου μέχρι του θανάτου του κατά το έτος 1849. Οι κρίσεις των ανθρώπων της εποχής του, για τη θητεία του στην προεδρία του Αρείου Πάγου, διαφέρουν ριζικά. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μαυρομιχάλης Γεώργιος του Πετρόμπεη – Η πορεία του δολοφόνου του Καποδίστρια και η διαθήκη του


 

Στο «Αργολικόν Ημερολόγιον» του 1910[1] περιγράφεται από τον Δ. Θ. Καμαρινό με αρκετές λεπτομέρειες η δολοφονία του Καποδίστρια και η πορεία των δολοφόνων του Γεωργίου Μαυρομιχάλη και Κωνσταντίνου Μαυρομιχάλη[2].

 

«… Ο Καποδίστριας τότε προχωρών έφθασεν εις την Εκκλησίαν του Αγίου Σπυρίδωνος αντίκρυ της οποίας και προς τα δεξιά κείται η οικία του Δικηγόρου κ. Π. Ανδριανοπούλου όπισθεν της γωνίας  της  οποίας  ενήδρευεν, ο  εις  των  Μαυρομιχαλαίων,  ο  επιλεγόμενος Κεχαγιάμπεης ( εννοεί τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη), όστις άμα τη εμφανίσει του Καποδίστρια παρά την θύραν πυροβολεί παραχρήμα και ο Καποδίστριας πίπτει προ αυτής συγχρόνως δε επιπίπτει μετά του φονέως επί του δολοφονηθέντος και ο έτερος αδελφός του Κεχαγιάμπεη ο Μουσταφάμπεης Μαυρομιχάλης ( εννοεί τον  Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη) ο όπισθεν του υπάρχοντος Τουρκικού Λουτρού μέχρι της στιγμής εκείνης ενεδρεύων, και ούτως αμφότεροι αδελφοί* συμπληρούσι δια των μαχαιρών το αποτρόπαιον αυτών έργον, της ιεροτελεστίας ένεκα του φόνου διακοπείσης προς στιγμήν ( καθ’ ήν ακριβώς ώραν ανεγινώσκετο από της ωραίας Πύλης το ιερόν Ευαγγέλιον).

 

[* Σημείωση Βιβλιοθήκης: Προφανώς λόγω σύγχυσης ο Δ. Θ. Καμαρινός, θεωρεί τον Κωνσταντίνο και τον Γεώργιο αδέλφια. Στην πραγματικότητα πρόκειται για θείο (Κωνσταντίνος) και ανεψιό ( Γεώργιος). Ο Κωνσταντίνος ήταν αδελφός του Πετρόμπεη, ενώ ο Γεώργιος γιος του].

 

Κατά συγκυρίαν όμως εις μικράν από της Εκκλησίας απόστασιν, τουτέστι εις την δευτέραν κρήνην δεξιά της οποίας είναι η προς την Δυτικήν Εκκλησίαν άγουσα, ευρίσκετο ο μονόχειρ βρακοφόρος Κρής, πιστός υπηρέτης του Καποδιστρίου, πληρών την υδρίαν ύδατος, όστις άμα τω πυροβολισμώ και τη πτώσει του Καποδιστρίου, σπεύδει δρομαίως κατά των φονέων κρατών εις χείρας δίκροτον όπλον, όπερ έφερεν μεθ’ εαυτού, και προλαμβάνει τον ένα εξ αυτών, τον Μουσταφάμπεην, φεύγοντα προς την ανωφερή οδόν της οικίας του προμνησθέντος Δικηγόρου κ. Ανδριανοπούλου και πυροβολεί κατ’ αυτού, πριν ή φθάση εις την οικίαν Ψαλίδα και φονεύει, της σφαίρας εισελθούσης ολίγον άνωθεν του πρωκτού και εξελθούσης κάτωθεν του θώρακος, του ετέρου φονέως, του Κεχαγιάμπεη καταφυγόντος εις το Γαλλικόν Προξενείον ( ένθα το Φρουραρχείον άλλοτε) και ζητήσαντος προστασίαν.

Τον Μουσταφάμπεην φονευθέντα παρά τον τόπον του εγκλήματος παρέλαβον οι προστρέξαντες στρατιώται άμα τω θλιβερώ ακούσματι και σχοίνω τους πόδας αυτού δέσαντες, έσυρον ανά τας οδούς του Ναυπλίου και κατέληξαν εις την πλατείαν του Συντάγματος, ένθα οι στρατιώται δια των λογχών το πτώμα διατρήσαντες παρεμόρφωσαν εντελώς, και είτα παραλαβόντες αυτό μετέφερον εις Ιτς – καλέ και επέταξαν εις το όπισθεν μέρος.

Μετά τούτο ο αδελφός του Καποδιστρίου Αυγουστίνος κατέφυγεν εις το πλοίον του Ορλώφ, εν ω ούτος μαθών τον φόνον του Καποδιστρίου και την προσφυγήν του σωθέντος φονέως εις το Γαλλικόν Προξενείον, έσπευσεν αμέσως εν στολή και εζήτησε παρά του προξενείου την παράδοσιν του φονέως επιμόνως, αλλ’ εις αρνητικήν απάντησιν του Διευθύνοντος τότε το Προξενείον, ότι δεν παραδίδει αυτόν, πλήρης θυμού γενόμενος επέστρεψεν αμέσως εις το πλοίον αυτού και άνευ ουδεμιάς χρονοτριβής ύψωσεν επί του ιστού την πολεμικήν σημαίαν και επυροβόλησε κατά του Προξενείου, την στέγην του οποίου απέσπασεν η βόμβα, ήτις διαγράψασα την τροχιάν αυτής εκτύπησεν επί του τοίχου του δώματος της Δυτικής Εκκλησίας και αφήκεν οπήν ευδιάκριτον μέχρι σήμερον[3], ως τοιαύτην αφήκεν επί του πλαγίου της θύρας του Ναού του Αγίου Σπυρίδωνος ( δεξιά της Εισόδου) και η τον Καποδίστριαν πλήξασα σφαίρα.

Οι εν τω Προξενείω κατιδόντες ότι χρόνος άλλης ενεργείας δεν επετρέπετο και ότι πάσα προστασία έπρεπε να αρθή, εξήλθον αμέσως εις τον εξώστην αυτού και ύψωσαν αντί σημαίας μανδήλιον λευκόν και ούτως απεσοβήθη πάσα άλλη εχθρική πλέον πράξις εκ μέρους του πλοίου και ο Κεχαγιάμπεης παρεδόθη εις τα αρχάς.

Το Δικαστήριον σχηματισθέν αυθημερόν εξέδοτο την καταδικαστικήν αυτού απόφασιν, καθ’ ήν έξωθεν της Πύλης ξηράς και παρά τον Σιδηροδρομικόν σταθμόν ώρυξαν λάκκον μέγαν προ του οποίου έστησαν τον φονέα κατάδικον, και εις απόστασιν 20 βημάτων απ’ αυτού παρέταξαν περί τους 100 στρατιώτας, αλλά το πλήθος εκμανέν κατ’ αυτού και πριν ακόμη συμπυροκροτήσωσιν οι άνδρες εφόνευσεν αυτόν δια λίθων κτλ.».

 

Μαυρομιχάλης Γεώργιος

Όταν ο θρυλικός για το παράστημα, τις γνώσεις και την παλικαριά του «Μπεηζαντές» Γιωργάκης Μαυρομιχάλης έπεφτε νεκρός από τα πυρά του εκτελεστικού αποσπάσματος, το (παλιό) ημερολόγιο έλεγε ημέρα Σἀββατο 10 Οκτωβρίου 1831.

Ήταν εξέχουσα φυσιογνωμία του Αγώνα, ο γυιός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Υπερείχε στο σύνολο των Μαυρομιχαλαίων σε μόρφωση και πολιτική εμπειρία και νεώτατος ανήλθε στους  υψηλότερους βαθμούς της νεοσύστατης τότε στρατιωτικής ηγεσίας της χώρας μας. Και αυτό το όφειλε στο γεγονός ότι, για να δώσουν το « μπεηλίκι» της Μάνης οι Τούρκοι στον πατέρα του Πετρόμπεη, τον πήραν όμηρο ως αμανάτι (εγγύηση) στην Κωνσταντινούπολη το 1815.

Ο περίπου 17ετής τότε « Μπεηζαντές» Γιωργάκης Μαυρομιχάλης ( έτσι τον αποκαλούσαν) ανατράφηκε και εκπαιδεύτηκε στην αρχή, στην Οθωμανική Πύλη και αργότερα στο Πατριαρχείο από ειδικούς Φαναριώτες δασκάλους και τον – εθνομάρτυρα αργότερα – Γρηγόριο τον Ε΄που τον είχε υπό την προστασία του. Έγινε πολύγλωσσος με γραμματικές γνώσεις και πολιτική εμπειρία μιας και το Φαναριώτικο περιβάλλον που ζούσε τον βοηθούσε πολύ σ’ αυτό. Μυήθηκε από τους πρώτους στην Φιλική Εταιρεία[4]. Κατόρθωσε να δραπετεύσει από την επιτήρηση των Τούρκων και λίγες μέρες πριν συλληφθεί και απαγχονισθεί ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄τον φυγάδευσε με σπετσιώτικο καράβι για την Ελλάδα.

 

Γεώργιος Μαυρομιχάλης, Πόρος, 1827. Λιθογραφία, Καρλ Κράτσαϊζεν (Karl Krazeisen, 1794-1878).

 

Στην Επανάσταση του 1821 συμμετέχει από τις πρώτες επιχειρήσεις στα κάστρα της Κορώνης και της Μονεμβασίας. Στην άλωση της Ντροπολιτσάς (Τρίπολης) είναι αυτός που του εμπιστεύεται ο Θ. Κολοκοτρώνης την φύλαξη των αιχμαλωτισθέντων χαρεμιών και των θησαυρών που έπεσαν σαν λάφυρα του Χουρσίτ Πασά και των άλλων μπέηδων. Εναντίον του Δράμαλη ανδραγαθεί στην μάχη που δίνεται στο κάστρο του Άργους.

Από το 1822 μέχρι το 1826 συμμετέχει ενεργά σε όλα τα πολεμικά και πολιτικά δρώμενα της Επανάστασης με ηγετικό ρόλο. Το 1826 ως Φρούραρχος στο Νεόκαστρο της Πύλου, στην παράδοση του Φρουρίου ο Ιμπραήμ με μπαμπεσιά τον αιχμαλωτίζει για να τον ανταλλάξει με τους αιχμάλωτους πασάδες του Ναυπλίου. Μαζί με τον Δ. Υψηλάντη εκλέγονται διαιτητές και συμβιβαστές στην έριδα μεταξύ των Ρουμελιώτικων στρατευμάτων που αιματοκύλισαν το Άργος και το Ναύπλιο.

Το 1827 στην Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας εκλέγεται πρώτο μέλος, δηλαδή Πρόεδρος της Αντικυβερνητικής Επιτροπής. Είναι μέσα στα τραγικά παιχνίδια που παίζει η ιστορία. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης με το ίδιο χέρι που έδωσε τον διορισμό στον Καποδίστρια για να γίνει ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας με το ίδιο χέρι 4 χρόνια αργότερα τον σκότωσε. Στυγερό έγκλημα που άλλαξε την ροή της πολύπαθης Πατρίδας μας. Είναι ιστορικά βεβαιωμένο ότι η δολοφονία του Κυβερνήτη είχε αίτια πολιτικά και Ελληνικά και ξένα, κομματικούς ανταγωνισμούς και ξενοκίνητες έριδες. Ο Καποδίστριας είχε πολλούς εχθρούς σε πολλά μέτωπα και μέσα και έξω από την χώρα.

Η επιθετική αντιπολίτευση κατά του Καποδίστρια ήταν πολυπρόσωπη, οξύτατη και πολυεπίπεδη. Με τον Μιαούλη εναντίον του, με τις συνωμοτικές συγκεντρώσεις των προεστών στην Ύδρα, με την εμπρηστική αρθρογραφία των Πολυζωΐδη και Θεοκλήτου Φαρμακίδη εις την εφημερίδα «Απόλλων» με τους φλογερούς στίχους του ποιητή Αλέξανδρου Σούτσου κατά του «τυράννου» Καποδίστρια, με τους διαλόγους του Κοραή, τα αντικαποδιστριακά και επαναστατικά κινήματα στη Μάνη με τους Μαυρομιχαλαίους, στην Ρούμελη με τον Καρατάσο και τα νησιά του Αιγαίου με επικεφαλής τους «Ελεύθερους Χίους» από την Σύρα και πολλά άλλα, διαμόρφωσαν ένα πνιγηρό σκηνικό που εμπόδιζε πλέον κάθε προσπάθεια του Καποδίστρια να κυβερνήσει ομαλά την πολύπαθη χώρα μας.

Έτσι, μέσα σ’ αυτό το κλίμα η οικογενειακή αντιπαράθεση των Μαυρομιχαλαίων με τον Κυβερνήτη και το περιβάλλον του ( κύρια με τον αδελφό του Καποδίστρια τον Αυγουστίνο) που είχε οδηγήσει την ισχυρή ηγεμονική οικογένεια της Μάνης με τους διωγμούς που υπέστη, όχι μόνο σε πολιτικό και ηθικό, αλλά κυρίως, σε οικονομικό αδιέξοδο[5] έδωσαν την αφορμή να σχεδιαστεί και να γίνει ο φόνος του Καποδίστρια από την οικογένεια Μαυρομιχάλη, σύμφωνα με τον άγραφο μανιάτικο νόμο του «γδικιωμού».

Γι’ αυτό και τον φόνο του Κυβερνήτη αποφάσισαν να τον κάνουν οι πρώτοι και άριστοι της οικογένειας που ονειρευόντουσαν να γίνουν Εθνικοί ήρωες, μιμητές των τυραννοκτόνων της αρχαίας Αθήνας του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα και όχι άλλοι συγγενείς, αφοσιωμένοι φίλοι ή πληρωμένοι φονιάδες, που θα τους ήταν πανεύκολο, γιατί ο Καποδίστριας κυκλοφορούσε ελεύθερος και σχεδόν αφρούρητος μέσα στο Ναύπλιο. Γι’ αυτό μόλις έγινε ο φόνος δημοσιεύτηκαν οι στίχοι του δηλωμένου εχθρού του Καποδίστρια Αλεξ. Σούτσου:

 « Μιμητής του Αρμόδιου και Αριστογείτωνος νέος

σκέπασε, Μαυρομιχάλη το σπαθί σου με μυρσίνη,

τον προδότη της Πατρίδος κτύπα,

κτύπα και γενναίως πέθανε καθώς εκείνοι».

Και κανείς τότε δεν ήταν σίγουρος ότι οι στίχοι αυτοί είχαν γραφτεί μετά τον φόνο ή πριν από τον συνωμότη ποιητή Αλέξανδρο Σούτσο στην προσπάθειά του με πολλούς άλλους να παρουσιάσει την οικογενειακή έχθρα των Μαυρομιχαλαίων κατά του Καποδίστρια σε ιερό αγώνα κατά της τυραννίας και πείθοντας με ιδεολογήματα και πατριωτικές κορώνες τους – όντως πατριώτες στον Αγώνα για την απελευθέρωση της από τους Τούρκους – Μπεηζαντέ Γιωργάκη και Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, να τους οπλίσει τα χέρια και να τους οδηγήσει στο αποτρόπαιο έγκλημα που δεν σκότωσε μόνο τον πρώτο Κυβερνήτη της χώρας αλλά και τις ελπίδες και τις προσπάθειες για την ανόρθωσή της.

Και έτσι- ίσως- εξηγείται ότι μετά τον φόνο, ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης που κατάφυγε στη Γαλλική πρεσβεία και παραδόθηκε από τους Γάλλους – όπως παραπάνω είδαμε να περιγράφει το Αργειακό Ημερολόγιο του 1910 – στους διώκτες του, δήλωσε ότι: « Ως στρατηγός και πληρεξούσιος» όφειλε να δικαστεί από την Συνέλευση που τον εξέλεξε. Έδειχνε σαν να είχε προβεί στο έγκλημα με την βεβαιότητα ή έστω την βάσιμη ελπίδα ότι με οποιοδήποτε τρόπο θα απέφευγε τον θάνατο.

Όμως η εξέγερση του λαού υπήρξε τόσο άμεση και μεγάλη που κατέπνιξε κάθε εκδήλωση συμπαράστασης προς αυτόν. Έτσι ο Γάλλος πρέσβης τον παρέδωσε, ο Κωλέτης – που μάλλον γνώριζε το προμελετημένο έγκλημα – όχι μόνο τον αρνήθηκε αλλά και έγινε μέλος της Κυβερνητικής επιτροπής που τον καταδίκασε σε θάνατο, ο δε Θ. Κολοκοτρώνης στάθηκε μακριά του, γνωστόν εξ’ άλλου ότι δεν έτρεφε και τα καλύτερα αισθήματα γι’ αυτόν και τους Μαυρομιχαλαίους[6].

Μετά την παράδοσή του από τους Γάλλους, την δίκη του και καταδίκη του « αυθημερόν» σε θάνατο με συνοπτικές διαδικασίες με τον κατηγορούμενο ν’ αναλαμβάνει ολόκληρη την ευθύνη για την πράξη του, περιοριζόμενος μόνο να χαρακτηρίσει την απόφαση του Δικαστηρίου ως άδικη και να πει ότι « αποθνήσκω υπέρ Πατρίδος» ο μελλοθάνατος φυλακίστηκε σ’ ένα υπόγειο και σκοτεινό κελί στον Προμαχώνα στο Παλαμήδι ( κιζντάρ-ντάπια).

Από εκεί ο Φρούραρχος του Παλαμηδιού – ένας μορφωμένος αξιωματικός του τακτικού στρατού, ο Κάρπος Παπαδόπουλος– τον μετέφερε τα μεσάνυχτα στο παρεκκλήσι του Αγίου Ανδρέα και του επέτρεψε να προσευχηθεί και να γράψει την διαθήκη του.[7]

Ειδοποιήθηκε ο «Δημόσιος μνήμων»[8] (ο συμβολαιογράφος δηλαδή) του Ναυπλίου, ο Χαράλαμπος Παπαδόπουλος[9] ο οποίος ήρθε με μάρτυρες, τον Δημ. Ζώρα κάτοικο Ναυπλίου και τον Ηλία Αθαν. Κόκκινο από τα Σάλωνα, έμποροι και οι δύο στο Ναύπλιο και βρήκαν τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη να γράφει ιδιοχείρως την διαθήκη του μέσα στο ναό του Αγίου Ανδρέα. Έτσι δεν εγράφη η διαθήκη στο βιβλίο του Συμβολαιογράφου αλλά παρέλαβε την ιδιόχειρη διαθήκη την οποία υπέγραψε αυτός και οι δύο μάρτυρες και σφραγίστηκε με την σφραγίδα του Δ. Ζώρα μιας και ο Χ. Παπαδόπουλος ξέχασε να φέρει την δική του σφραγίδα.

Η χειρόγραφη διαθήκη του Γεωργίου Μαυρομιχάλη έχει χαρακτηριστεί ως « Εν από τα σημαντικώτερα κειμήλια του Τμήματος χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης»[10].

Η διαθήκη « δεικνύει διαύγειαν πνεύματος, νηφαλιότητα σκέψεως, ακρίβεια μνήμης και αταραξίαν ψυχής απαράμιλλον, πράγματα σπάνια και αξιοθαύμαστα δ’ άνθρωπον καταδικασμένον σε θάνατον, του οποίου η ποινή ώφειλε να εκτελεσθή 24 ώρες μετά την απόφασιν και ο οποίος επρόκειτο σχεδόν αμέσως μετά την γραφήν της διαθήκης αυτού να υποστή πρώτον την ποινήν πατροκτόνου δια της κοπής της δεξιάς χειρός και αμέσως έπειτα να δεχτή τας σφαίρας του εκτελεστικού αποσπάσματος»[11].

Το γραπτό του φανερώνει χαρακτήρα στοργικού οικογενειάρχη, δίκαιου ανθρώπου, καλού χριστιανού, θερμού πατριώτη, γνησίου τέκνου της Μάνης. Ο μόνος υπαινιγμός κατά του Καποδίστρια είναι η σύσταση προς τις προστάτιδες δυνάμεις να μην ανεχτούν στο μέλλον να « δουλωθή η Ελλάς από κανέναν άνθρωπον, αλλά να στηρίζουν την Ελευθερίαν της εις τους καλούς της νόμους).

Ας δούμε το κείμενο της διαθήκης, αυτό το σημαντικό ιστορικό ντοκουμέντο, όπως ακριβώς γράφτηκε από τον Μπεηζεντέ Γιωργάκη Μαυρομιχάλη, στο εκκλησάκι του Αγίου Ανδρέα στο Παλαμήδι του Αναπλιού.

Η Διαθήκη του Γιωργάκη Μαυρομιχάλη

« Εν ονόματι του Ιησού Χριστού και Θεού μου, και υπεραγίας ημών δεσποίνης, των αγίων, αγγέλων και αρχαγγέλων, αμήν. Επειδή μέλλει ως άνθρωπος να αποθάνω, δέομαι θερμώς να με συγχωρήσουν τον αμαρτωλόν και να με ελεήσουν, ως φιλάνθρωπος πολυέλεος και πολυεύσπλαχνος όπου είναι ο Ιησούς Χριστός μας.

Μεσιτεία της υπεραγίας ημών δεσποί­νης, των αγίων, αγγέλων και αρχαγγέλων. Ακολούθως δε αιτώ δακρυροώς συγχώρησιν παρ’ όλων των χριστιανών και παρ’ όλων των ανθρώπων εις όσους έπταισα ή και μη οίτινες έστωσαν και παρ’ εμού του αμαρτωλού συγχωρημένοι, και ο κύριός μας να τους συγχωρήση και αναπαύση  εγκόλποις Αβραάμ, ότι ο παρών κόσμος είναι πρόσκαιρος και μάταιος, και έκαστος ας αγωνισθή να απολαύση το έλεος και συγχώρησιν του Χριστού και Θεού μας, ίνα κερδήση την παντοτεινήν ζωήν˙ ειδέ αλλοίμονον, ως και εις εμέ τον αμαρτωλόν˙ έστωσαν δε συγχωρημένοι και όσοι με κατεδίκασαν εις τον θάνατον, και ο Θεός μας ας τους συγχωρήση και ουδείς των συγγενών μου δηλ : Πατρός, Μητρός, αδελφών, θείων, ή και αυτής της πολυπαθούς και τεθλημένης γυναικός μου, να εγκαλέση τινά εξ αυτών˙ ούτε προσέτι η ιδία πατρίς μου δηλ : η Ελλάς να ζητήση ένεκα της αδίκου κρίσεως και τρόπου όπου εκρίθην ικανοποίησιν˙ αλλά δέομαι των πάντων ομογενών μου Ελλήνων να ενωθώσιν ειλικρινώς και να υπερασπισθούν τα δίκαια της φιλτάτης πατρίδος μας Ελλάδος, υπέρ της οποίας αποθνήσκω και εγώ ο αμαρτωλός˙ να στερεώσουν τρόπον ελεύθερον εκλογών, σύντα­γμα, και νόμους ελευθέρους και υπέρ της διατηρήσεως των οποίων να μάχωνται ως διδάσκει ο θείος απόστολος, μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος.

Δέομαι θερμώς όλης της Ελλάδος και όλων των αξιωματικών, πολιτικών και στρατιωτικών, να αγαπούν και να υπερασπισθούν τους δυστυχείς Γο­νείς μου, αδελφούς μου, θείους μου και λοιπούς συγγενείς μου, ως και αυτήν την αθλίαν και τεθλημένην σύζυγόν μου· επίσης δε δέομαι θερμώς και || των τριών φιλανθρώπων δυνάμεων, αίτινες έχυσαν τόσον αίμα, και τόσας άλλας πολυειδείς θυσίας υπέρ της Ελλάδος έκαμαν να μη ανεχθούν επομένως και ακολούθως να δουλωθή από κανένα άνθρωπον, αλλά να στη­ρίξουν την ελευθερίαν της και τους καλούς της Νόμους και να την υπερασπίζωνται, καθώς να υπερασπίζωνται και να ευνοούν και τους Γονείς μου και λοιπούς συγγενείς μου.

Επομένως απ’ όλα ταύτα αιτώ δακρυροώς την ευχήν και συγχώρησιν του Σ. Πατρός μου, της Μητρός μου, της κυρούλας μου, των θείων μου, των αδελφών και εξαδέλφων μου, και όλων των συγ­γενών μου, και ας είναι και ούτοι συγχωρημένοι από τον Ιησού Χριστόν μας και απ’ εμέ τον αμαρτωλόν˙ας με συγχωρήσουν oι Γονείς μου εις ότι τους έπταισα εκ νεότητός μου, και η ευχή τους ας δυσωπήση τον Χριστόν και Θεόν μας εις το να ελεήση και εμέ τον αμαρτωλόν.

Επειδή όμως και ως άνθρωπος είμαι ανακατομένος και χρεωστώ εις πολλούς και έχω ενταυτώ λαμβάνειν παρά τινων και από το έθνος, προ πάντων όμως χρεωστώ την προγαμιαία[ν] δωρεάν της γυναικάς μου, ήτις πρέπει να προτιμηθή, αλλά μη έχων τόσην πολλήν κατάστασιν ώστε να φθάνη την προγαμιαίαν δωρεάν και τους χρεωφειλέτας μου, Ιδού τα διορίζω ως ακολούθως˙ η προγαμιαία δωρεά της τεθλημένης μου συζύγου είναι δύο χιλιάδες τάλληρα, αναλόγως της προικός όπου ελάμβανον, αγκαλά είναι και ολίγη.

 Τα δε χρέη μου είναι τα ακόλουθα˙ χρεωστώ πεντακόσια τάλληρα εις τον Κ. Καριτζιώτην οπού είναι εις Τριέστι, και ταύτα από τον καιρόν όπου επήγα στην Αγκώνα σταλμένος παρά τον έθνους· και επειδή ετράβηξα πόλιτζα και δεν επληρώθη, ο ρηθείς να πληρωθή από τα απο­δεικτικά μου όπου έχω λαμβάνειν από το έθνος, διότι το έθνος χρεωστεί να τα δώση, επειδή κατά διαταγήν του ήμην εκεί και τα εξώδευσα, αγκαλά εξαργυρώνει και τα αποδεικτικά του. Ωσαύτως και όσα μέλλει να λαμβάνη ο Κ. Δουρούτης από Αγκώνα, να τα λάβη και αυτός από τα αυτά αποδεικτικά. Χρεωστώ και προς τον Κ. Χριστόδουλον Μαρίνογλου εκατόν τάλ­ληρα οπού με τα εδάνεισαν εις Κοριφούς και να τα λάβη από τα αποδει­κτικά τα αυτά.

Χρεωστώ και || δι’ ομολογίας μου προς τον θείον μου Κ. Δημητράκη Πικουλάκη χίλια πεντακόσια γρόσια, από τα οποία έλαβεν από άλλας μας δοσοληψίας τα εξακόσια, τα δε άλλα τα χρεωστώ, καθώς επίσης χρεωστώ και προς τον θείον μου τον Θεοδόσιον έως χίλια τριακόσια γρό­σια : και οι δύο ούτοι να τα λάβουν από την ομολογίαν του Νικολή Τζιριγοτάκη, και του αγίου Πρωτοσυγγέλου συμπεθέρου μας.

Αυτά όλα τα χρέη είναι προτού νυμφευθώ, διό και ως γράφω ούτω να πληρωθούν. Μετά δε τους Γάμους μας είναι τα ακόλουθα, τα οποία   εκάμαμεν μετά της τεθλημένης γλυκυτάτης συζύγου μου. του Κ. Γιάγκου Σούτζου του χρεωστούμεν εκατόν εξήντα τρία τάλληρα και έχει ομολογίαν δια τριακόσια, και επειδή δεν είχε να μας δώση τα άλλα έμεινεν η ομολογία, χρεωστούμεν και χωρίς ομολογίας εις τον Κ. Λυκούργον Ίω. Κρεστενίτην τριακόσια πενήντα γρό­σια, πάρα πάνω ή πάρα κάτω, ο ίδιος εξεύρει. χρεωστούμεν χίλια πεντακόσια γρόσια δι’ ομολογίας μας προς τον Κ. Βασιλάκη Χριστόπουλον. Επί­σης με ομολογίαν μας άλλα τόσα εις τον Κ. Ιω. Μπαρλαδά˙ μίαν Ισπανικιά δούπια εις τον κουμπάρον μας Καμπερόπονλον, και ήμισυ εις τον κ. Δημήτριον Τομαρά ή δέκα τάλληρα δεν ενθυμούμαι, διότι με τα ήφερεν ο Τριαντάφιλος άνθρωπος μας τότε, χρεωστούμεν και προς τον Κ. Χρ. Τζάντα σαράντα Γαλλικά και έως επτακόσια γρόσια εις τον μπάρπα Τζανέτον, ο οποίος έχει όλα μου τα φορέματα, το δικάνολον δουφέκι και το φράγγικον σπαθί μου· όλων των άνω ειρημένων τα χρέη, καθώς και της Κ. Μπενάκενας, το οποίον χρεωστούμεν, να πληρωθούν εκ των εισοδημάτων της προικός μου, τα οποία είναι ικανότατα να  τα αποπληρώσουν˙ καθώς και επτά τάλληρα οπού χρεωστώ εις τον Κ. Κωνστ. Κλονάρην, να πληρω­θούν επίσης. Εις δε τον μενέαν(;) Γιανάκη χρεωστούμεν επτακόσια τριάντα γρόσια, και δέκα τάλληρα προτήτερα˙ και έχει αμανάτια εδικά μας εις χείρας του Mισέ Στρατή, ένα μαλαγματένιον ώρολόγιον ρεπετιτζιόνε καλόν, εν μακρύ παλαιόν δακτυλίδι διαμαντένιον, το οποίον κάμνει έως εξακόσια γρόσια, ένα μαλαγματένιον || ζουνάρι δρ(άμια) δεκατρία, και μία σχεδόν οκά ασήμια γγεμίου˙ το δακτυλίδι και ζουνάρι είναι ίδια της τεθλημένης μου γυναικός. Τα γρόσια ταύτα να δωθούν από το εισόδημα της προικός και να τα λάβη η γυναίκα μου. Επίσης δε να πληρωθή και ο κουμπάρος μου Κ. Γεώργιος   Θεοφανόπουλος δια το ενοίκιον του οσπητίου του δέκα επτά μηνιάτικα, διότι τα άλλα επτά τα έχω πληρωμένα, προς γρόσια διακόσια τον μήνα, και όσα άλλα οπού εψωνίζαμεν του χρεωστούμεν εις το εργα­στήρι, πάνω ή κάτω, και μερικά άλλα του σπητιού έως διακόσια γρόσια, όλα ταύτα, τα τε ενοίκια και λοιπά θέλει πληρωθή και ο ρηθείς εκ των εισοδημάτων της προικός, διότι ως είπον είναι ικανά να τους αποπληρώσουν όλους. να λάβουν και oι Πετρινιώτες χιλίων γροσίων ενδεικτικά μου εξ ων έχω λαμβάνειν από το έθνος, διότι υποπτεύομαι ότι τους ηδίκησα μίαν φοράν.

Προσθέτω όσα πρέπει να δοθούν εξ ών έχω πραγμάτων. Να δώση ο αδελφός Αναστάσιος προς τον Κ. Σπυλιωτόπουλον το νδουφέκι όπου έχει ο εξάδελφός μας Γεώργιος Κουράκος, και το κανοκυάλι όπου το έχει ο θειός μας Ηλίας Δημητρακαράκος, διότι αυτά δεν είναι ιδικά μου αλλ’ είναι του Κ. Σπηλιοτοπούλου. Ήτον και ένα άλλον δουφέκι του ιδίου, το οποίον δεν ηξεύρω τι έγινε, αλλ’ εκ των πραγμάτων μου να πληρωθή ογδοήκοντα γρόσια˙ η δε αθλία και γλυκυτάτη μου σύζυγος να δώση εις τον φίλτατόν μου αυτάδελφον Αναστάσιον το μονόπετρον διαμαντένιον δακτυλίδι και το (το) πλατύ και όχι πολύτιμον λουλούδι, διότι είναι ιδικά του και της γυναικός του. Ενταύθα ακολούθως έπονται τα ψυχικά μου, και παρακαλώ την γλυκυτάτην μου σύζυγον να τα δώση αμέσως έως εις τας εννέα του θανάτου μου. και ταύτα θέλει τα δώση από τα φορέματά μου, τα οποία ή να τα πωλήση και να δώση παράδες, ή τα ίδια αφιερεί εις τας εκκλησίας και μοναστήρια. Να δώση εις το άγιον Μέγα Σπήλαιον  ήτοι εκατόν πενήντα γρόσια δια να μνημονεύωμαι, να δώση εις τους Ταξιάρχας εκατόν γρόσια.

Εις τον άγιον Βλάση πενήντα εις Τρίκαλα «Επειδή το χαρτί δεν εξήρκεσεν ακολουθεί άλλη κόλα και κανείς να μη δύναται να τας χωρίση τας κόλας και υποσημειούμαι Γεώργιος Μαυρομιχάλης έγραψα εις την ώραν του θανάτου μου ιδίαις χερσί // ακολουθεί η δευτέρα κόλα και τα πλέον ουσιώση τα έχη η πρώτη κόλα, και κανείς να μη δύναται να χωρίση ταις κόλαις και να διαιρέση την διαθήκην μου».

Εις τον άγιον Βλάσην ως είπον πενήντα εις Τρίκκαλα. Εις τον άγιον Γεώργιον πενήντα. Εις τον άγιον Ανδρέαν όπου επροσευχήθην εκατόν, δηλ. του Παλαμιδίου. Εις τον άγιον Ιωάννην του Άργους, εις τον Πρόδρομον εκατόν γρόσια, εις τον άγιον Γεώργιον του Ναυπλίου πενήντα γρόσια και πενήντα εις τον άγιον Σπυρίδωνα δια να με μνημονεύουν τον αρματωλόν. Να δώσης, ω αγαπητή μου γυναίκα και σαράντα γρόσια της χήρας κρητικιάς όπου είναι εις το σπίτι του Ναυπλίου, και άλλα σαράντα της άλλης κρητικιάς όπου έχει το κοριτζάκι. Να μεράσης εις τους πτωχούς και εις τα ορφανά πεντακόσια γρόσια, και αν δύνασαι και χίλια, να με ενθυμείσαι συχνά, και δις της εβδομάδος να διορίζης να λειτουργούν υπέρ της ψυχής μου, ή καν μιαν φοράν, αν δεν δύνασαι δύο.

Να λάβης από τον εξάδελφόν μας Ηλία Δημητρακαράκον ταις πιστόλαις μου και τα ασημένια πατρόνια μου, ταις οποίαις και τα οποία τα πωλείς και δίδεις ευθύς τα όσα γράφω. Να πωλήσης το άτι μου και να δώσης είκοσι πεντάφραγκα εις τον Κ. Νικόλαον Μαυρομάτην, να πληρώσης τον σεΐζη οπού του χρεωστούμεν έξ ή επτά μηνιάτικα. Να πληρώσης οκτώ γρόσια του πεζού οπού είχον στείλη εις την Κόρινθον, τον οποίον γνωρίζει ο Αναστάσης˙ να δώσης και του Κωσταντή του ορφανού οπού έχομεν στο σπήτι εκατόν γρόσια, ή να του βάλης στο διάφορον δια να του αυξήσουν, πλήν ο τόκος να είναι μικρός, και όχι ως συνηθίζουν εδώ. τέλος πάντων τα ψυχικά μου να τα δώσης αμέσως έως ταις εννέα, εβγάζουσα τα ρούχα μου εις την πώλησιν, ή να τα αφιερώσης˙ ρούχα οπού να αχρήζουν την κάθε τιμήν οπού λέγω.

Φιλτάτη μου γύναι, μην καταδεχθής ποτέ δια να με αφήσης στερημένη την ψυχήν μου την αμαρτωλήν, αλλ’ ως γράφω ούτω να κάμης˙ πώλησε το νδουφέκι μου, τα φορέματά μου και δόσετέ τα αμέσως ή αφιέρωσε τα ίδια και οι ηγούμενοι των Μοναστηρίων και οι επίτροποι των εκκλησιών ας τα πουλήσουν. προσέτι σε αφιερώνω εις την θείαν Πρόνοιαν, εις την οποίαν να έχης πάντοτε την προσήλωσίν σου και από την κυρίαν μας Θεοτόκον να ελπίζης, και ποτέ σου να μη θελήσης να ακούσης κόλακας ή υποκριτάς, διότι εγώ σε ομνύω αγαπητή μου συμβία, ότι όλα ταύτα τα του κόσμου είναι μάταια, και εν ω ήμην τώρα εις τα δεσμά τα είδον με τα ίδιά μου ομάτια και εγνώρισα βεβαίως την δύναμιν του Θεού μας, του Χριστού μας και της υπεραγίας μας δεσποίνης, τους οποίους νυχθημερόν να λατρεύης και να δέεσαι δια τον εαυτόν σου, δια την ορφανήν Φωτεινή και δια την τεθλημένην ψυχήν μου. σε αφιερώνω εις την κυρίαν μας θεοτόκον γλυκυτάτη μου συμβία και σε εξορκίζω εις αυτήν να μην υπανδρευθής και μείνη η Φωτεινή εις τους πέντε δρόμους, ή την κτυπά ο άνδρας σου. σε εξορκίζω πάλιν εις την χάριν της να μην υπανδρευθής, αλλά καθώς όταν έπιπτε μεταξύ μας λόγος με ορκίζεσου ότι δεν θέλεις το κάμης ποτέ εάν μοί ακολουθήση θάνατος.

Ιδού λοιπόν τώρα όπου αποθνήσκω και σε παρακαλώ θερμώς και σε εξορκίζω εκ τρίτου εις την κυρίαν μας Θεοτόκον να μην υπανδρευθής, αλλά να σταθής χήρα με σωφροσύνη και τιμιότητα, νηστεία και προσευχή αγαπητή μου γυναίκα, διότι τούτου του κόσμου είναι όλα πρόσκαιρα και μάταια.

Λοιπόν να αναθρέψης καλώς την Φωτεινήν και αν ο θεός θελήση και αποκτήσης και αρσενικόν παιδίον οπού είσαι έγγυος, να το ονομάσης Γεώργιον˙ ή δε και αποκτήσης θυληκόν, να το ονομάσης Γεωργίτζαν και να έχης και όνομά μου τοιουτοτρόπως πάντοτε εις την μνήμην σου. να περιποιήσαι τα παιδία μας, αν σας χαρίση και άλλο ο Θεός και Χριστός μας˙ να φυλάττης την ζωήν τους και να διδάξης τα γράμματα, την χρηστοήθειαν  και την ευσχημοσύνην και τιμιότητα˙ να ζης πάντοτε με τον καλοκάγαθον πενθερόν σου και να μη καθήσης μόνη σου, διότι ο κόσμος θα σε επισωρεύση πολλά. τον πενθερόν σου σε αφήνω να σε επιτροπεύη και με την γνώμην και συμβουλήν του να κινάς κάθε πράγμα σου και δουλειά σου.

Ομοίως ας είναι συγχωρημένοι από τον Ιησούν Χριστόν και Θεόν μας ο πενθερός μου και ο θειός μας με όλους τους λοιπούς  συγγενείς μας και από εμένα τον αμαρτωλόν και αι ευχαί των ας με συνοδεύσουν.

Πλην αγαπητή μου συμβία να αγαπήσης με αυτούς δια μέσου του πενθερού σου και να φυλαχθής να μη δώσης το προικοσύμφωνόν σου, διότι με αυτό θέλεις περάσης καλώς, θέλεις αναθρεύσεις τα παιδία μας και θέλεις ακολούθως τα προικίσεις. Όθεν ο πενθερός σου να σταθή μαζί με τον συνήγορόν μας Κ. Κλονάρη να κάμετε μιαν φθιάσιν δικαίαν και καλήν, να πληρωθούν τα χρέη, να λάβουν και συνήγοροί μας άλλας οκτώ ήμισυ χιλιάδας γρόσια διότι τους έχω δομένα έως χίλια πεντακόσια πενήντα˙ λοιπόν δια μέσου του πενθερού σου να αγαπήσης και να τα φθιάσης με τους γονείς σου, αλλά πάντοτε να ζης με τον καλοκάγαθον πενθερόν σου, δια να βλέπη και αυτός τα παιδία μας να παρηγορήται ο άθλιος πατήρ ο οποίος εγέννησεν τόσους υιοὐς και δια την πατρίδα τους στερήθη όλους σχεδόν και αδελφούς. Αλλ’ ας χαίρη διότι τους στερείται ενδόξως και όχι κατησχημένως \\ να ζης μαζί του, διότι τότε θέλει σε υπολήπονται περισσότερον και δεν θέλει σε κατηγορεί ο μάταιος κόσμος˙ και σε εξορκίζω να το κάμης. προσέτι σε ορκίζω ώστε αμέσως να στείλης το σπαθί μου το φράγγικον, οπού αξίζει έως τριάντα τάλληρα εις τον πατέρα ή εις την μητέραν, ή αν δεν ζουν αυτοί, εις δυο αδελφούς οπού είχεν ένα παιδί κορωνιοτόπουλον, το οποίον εγώ εσκότωσα χωρίς να θέλω εις τον πόλεμον του Ιμπραήμη εις Αλμυρόν˙ και να το στείλης το σπαθί, διότι είναι πτωχοί δια να με συγχωρήσουν. Προσέτι να δώσης άλλα διακόσια πενήντα γρόσια εις πτωχούς, διότι τα έχω άδικα παρμένα από κάποιους Μεσσηνίους, των οποίων τα ονόματα δεν ενθυμούμεν, και άλλα σαράντα γρόσια εις ένα Καλαματιανόν οπού τον γνωρίζει ο Γιάννος, οπού εψωνίζαμεν εις του Φρουτζάλα.

Το καλόν σπαθί μου, ω αγαπητή μου συμβία και γλυκία, αν κάμης αρσενικόν παιδί να το φυλάξης δια να το έχη˙ ειδέ και κάμης θηλυκόν, να το πουλήσης και να το δώσης δια την ψυχήν μου.» Εξ όλων τούτων οπού γράφω να μη δυνηθή κανένας να αναιρέση το παραμικρόν, αλλά να είναι ως προς τας δοσοληψίας μου αμετάθετα και αμετακίνητα και ως προς τα χρέη μου. όλη δε η άλλη συγύρις του σπητιού μας και ότι περισσεύση από τα ρούχα μου, τα οποία μ΄όλις θα μείνουν τρεις χιλιάδες γρόσια, αυτά δηλ: όσα και αν είναι και όσαι εθνικαί ομολογίαι περισσεύσουν, αυταί και αυτά να είναι της γλυκυτάτης μου γυναικός εις προγαμιαία αυτής δωρεάν. δια δε κληρονομίαν δεν έχω να αφήσω τίποτε εις τα παιδιά μας, αλλ’ επειδή την προίκα οπού έμελε να πάρω εδόθη τοσαύτη ένεκα του (Γεώργιος Μαυρομιχάλης έγραψα ιδία χειρί ακολουθεί η τρίτη κόλα) ατόμου μου, δια τούτο η γυνή μου η αγαπητή, πρέπει να περιθάλψη τα παιδία μας και να τα προικίσης, ω φιλτάτη μου γύναι, και να τα αγαπάς.

Μη με ξεχάσης ποτέ σου εν όσω ζης, διότι θέλει αδικήσης τον εαυτόν σου και την ψυχήν μου την αμαρτωλήν, την οποία αφιερώ και κρεμώ εις τον τράχηλόν σου, και να δώσης ταχέως τα ψυχικά μου και όσα διορίζω χωρίς άλλο˙  το σάλι το παλαιόν το κόκκινον είναι του μακαρίτου του αδελφού μου Γιάννη, και να το δώσης εις τον άγιον Ιωάννη του Άργους˙ ομοίως να δώσης και δια τον αδελφόν μου τον Ηλίαν τα κόκκινα χρυσά τουζουλούκια και την φέρμελην την κόκκινην την χρυσή δια την ψυχήν του, επειδή και εγώ είχον πάρη ένα ιδικόν του τακίμι˙ να πληρώσης τον μάγειρον έως διακόσια γρόσια οπού είχεν έξοδα δια ημάς εις το σπήτι˙ να δώσης εις την μαγέρισσα ένα τάλληρον διότι το χρεωστώ˙ να λάβης από τον Μαστροσταύρον τα ρούχα οπού είχε κομμένα να με ράψη και να τα δὠσης εις τον κουνιάδον σου τον Δημητράκη, τον αγαπητόν μου αυτάδελφον να τα φθιάση και να τα φορέση˙ να πάρεις και πέντε τάλληρα Γαλλικά οπού έχω δομένα του Μαστροσταύρου. προσέτι να δώσης εις τον Δημήτρη τον ντελάλι τριάντα δύο πεντάφραγγκα Γαλλικά  και να λάβης το ωρολόγιόν μου με την άλυσόν του με το μαλαγματένιον κλειδί και βούλα μαλαγματένιαν, το οποίον αχρήζει τρίδιπλα. Τέλος πάντων να δώσης εκατόν πενήν[τα] γρόσια εις τον Ιερέα οπού με εξομολόγησεν, ή το κοντογούνι μου, ή το σάλι μου. Τα δακτυλίδιά μου τα έχω δωμέ\\[να] εις τον κύριον φρούραρχον του Παλαμηδίου, και τα οποία τα παρατώ επάνω του δια να με ενθυμήτε και σεις όλοι οι συγγενείς μου να μη τα ζητήσετε, αλλά να έχητε φιλίαν, επειδή μ’ όλον ότι κάμνει τα χρέη οπού διορίζετο, έδειξε και εις εμέ φιλανθρωπίαν.

Όλα ταύτα οπού γράφω να εκτελεσθώσιν απαραμοιώτως είτι και (;) άλλως να μη δυνηθή να κάμη, και όποιος κάμη αλλέως να έχη τας αράς των οσίων πατέρων, αγίων, αγγέλων και αρχαγγέλων, αμήν. και συ ω αγαπητή μου γυναίκα να φυλάξης σε παρακαλώ θερμώς τα όσα σας λέγω και σας παραγγέλω δηλ: να μην υπανδρευθής, να με ενθυμήσαι και να με λειτουργής , να αγαπάς και να περιποιήσαι τα παιδιά μας, να δώσης ευθύς τα ψυχικά, να κάθεσαι μαζί με τον πενθερόν σας και να αγαπηθής με τους γονείς μας δια μέσου του πενθερού σου και του συνηγόρου μας κ. Κ. Κλονάρη και Κ. Κενταύρου, χωρίς να παραχωρήσης το προικοσύμφωνόν μας, αλλά να πάρης το τρίτον και της πενήντα πέντε χιλιάδες γρόσια, τα εισοδήματα δια να πληρώσης οπού χρεωστούμεν. Εάν κάμης διαφορετικώτερα, να γίνω βάτος να σε πιάσω και να σε κρίνω εις τον άλλον κόσμον.[12] συγχωρήσατέ με όλοι σας εμέ τον αμαρτωλόν και ο πανάγαθος Θεός να σας χαρίση όλα τα αγαθά, αμήν. ώστε και παρ’ εμού συγχωρημένοι.    

( Σ. Β. Κουγέα, Η Διαθήκη του Γεωργίου Μαυρομιχάλη, Πελοποννησιακά, Τόμος  Ά, 1956). 

Γιώργος Γιαννούσης

 

Σχετικά θέματα:

 Καποδίστριας Ιωάννης (1776-1831) 

Μαυρομιχάλης Κωνσταντίνος (Μάνη 1797; – Ναύπλιο 1831)

Μαυρομιχάλης Πετρόμπεης (1765 ή 1773 – 1848) 

Το Ναύπλιο την ημέρα της δολοφονίας του Καποδίστρια  

Ναύπλιο: Η πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη (1831)

 

 

Υποσημειώσεις

[1] Συλλογή: Γ. Γιαννούση – Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

[2] Ο Δ. Θ. Καμαρινός δεν τους αναφέρει ποτέ με τα ονόματά τους!! Τον μεν Γεώργιο Μαυρομιχάλη τον αποκαλεί «Κεχαγιάμπεη» τον δε Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη «Μουσταφάμπεη». Το 1908 που έγραψε το άρθρο ο συγγραφέας ίσως είναι πολύ νωρίς γι’ αυτόν και την εποχή του να περιγράψει με «ουδετερότητα» τη δολοφονία του Κυβερνήτη και τους δολοφόνους του.

[3] Η βόμβα σώζεται ακόμη εις την Δυτική Εκκλησία και ευρίσκεται εκεί όπου και έπεσε.

[4] Εις τον κατάλογο του εκ των αρχηγών της Φιλικής Εταιρείας Παναγ. Σέκερη, φέρεται εγγεγραμμένος με αύξ. Αριθμ. 69 ως Μπεϊζαδές Μαυρομιχάλης, υιός του Μπέη της Μάνης, σπουδάζων εις την Κων/πολιν, χρόνων 20, 28 Ιουλίου 1818.

[5] Ο Μακρυγιάννης εις τα απομνημονεύματά του (τ.2 σελ.273) γράφει για το οικονομικό αδιέξοδο που περιήλθαν οι Μαυρομιχαλαίοι λόγω των καταδιώξεων του Καποδίστρια: « …τους πλάκωσαν οι δανειστές τους, τους γύρευαν το δικό τους. Δεν είχαν ούτε ψωμί να φάνε…»

[6] Η γυναίκα του Γιωργάκη Μαυρομιχάλη, Διαμαντούλα, ήταν κόρη του Σωτήρη και ανιψιά του Πανούτσου Νοταρά. Ήταν επίζηλη νύφη λόγω της ομορφιάς της και του πλούτου της. Την είχε ερωτευτεί ο γιος του Θ. Κολοκοτρώνη Γενναίος όπως αναφέρουν και ο Φωτάκος ( Απομνη. τ. Γ΄σελ΄402) και ο Μακρυγιάννης ( Απομν.Τ.2 σελ. 107και 110). Έτσι το 1824 είχε παρατήσει τα στρατιωτικά του καθήκοντα για χάρη της Διαμαντούλας. Αυτή όμως αντί του Γενναίου Κολοκοτρώνη που τον έβρισκε κοντό και άσχημο, προτίμησε το Γιωργάκη Μαυρομιχάλη για την ομορφιά και την παλικαριά του. Βέβαια, οι Νοταραίοι την εποχή εκείνη απειλούντο από μισθοφόρους Ρουμελιώτες και Αρβανίτες που λόγω καθυστερήσεως των μισθών τους απειλούσαν να αρπάξουν την περιουσία των Νοταραίων οι οποίοι ήταν διαχειριστές των δημοσίων προσόδων στην Κορινθία. Γι’ αυτό επεδίωξαν να ενισχύσουν την δύναμη στην οικογένεια τους, συγγενεύοντας με την πανίσχυρη τότε οικογένεια των Μαυρομιχαλαίων. Έτσι, εκτός της Διαμαντούλας και η οικογένεια των Νοταραίων προτίμησαν τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη αντί του Γενναίου Κολοκοτρώνη

[7] Από ευγνωμοσύνη προς τον Φρούραρχο Κάρπο Παπαδόπουλο, για την «φιλανθρωπία του που έδειξε και εις εμέ» του δώρισε το δαχτυλίδι του.

[8] Μνήμων λεγόταν τότε ο Συμβολαιογράφος. Ο Καποδίστριας στις 11/2/1830 με το υπ’ αριθ. 67 ψήφισμα αντικατέστησε τον από Φραγκοκρατίας υφιστάμενο τίτλο και θεσμό του «Νοτάριου» με το αρχαίο Ελληνικό «Μνήμων». Ίσχυσε μέχρι το 1835 όταν αντικαταστάθηκε με τον « Οργανισμό των Συμβολαιογράφων» που θέσπισε η Αντιβασιλεία του Όθωνα. Από τότε επεκράτησε ο τίτλος και το αξίωμα του « Συμβολαιογράφου».

[9] Ο ίδιος Συμβολαιογράφος Χαράλαμπος Παπαδόπουλος 10 χρόνια αργότερα θα συντάξει την Διαθήκη του Θ. Κολοκοτρώνη. Το αρχείο του ευτυχώς βρίσκεται στο Τμήμα χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης.

[10] Εφημερίδα «ΕΣΤΙΑ». Ιστορικά σημειώματα 16/11/1932. Δ. Γατόπουλος. Ο Δ. Γατόπουλος είναι αυτός που έγραψε την Ιστορική Μονογραφία « Περί τον Καποδίστρια».

[11] Λίγη ώρα πριν την εκτέλεση του του «εχαρίσθη ο ακρωτηριασμός» του δεξιού χεριού του, από τον «αδελφόν του υψηλοτάτου θύματος». Τα σχόλια είναι του Σ.Β. Κουγέα « Η διαθήκη του Μαυρομιχάλη».

[12]  «να μην υπανδρευθής», αφήνει τελευταία επιθυμία και εντολή ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης στη σύζυγό του Διαμαντούλα. Και το επαναλαμβάνει πολλές φορές, της θυμίζει τους όρκους της αν ποτέ ερχόταν ο θάνατός του, αλλιώς την απειλεί «θα γίνω βάτος να σε πιάσω… ». Δεύτερο παιδί η γυναίκα του δεν του έκανε. Δεύτερο γάμο όμως έκανε λίγα χρόνια μετά με τον αδελφό του δικηγόρου του τον Χριστόδουλο Κλωνάρη. Μαζί του δεν έκανε παιδιά. Μετά το θάνατό του η Διαμαντούλα το 1849 παντρεύτηκε για τρίτη φορά έναν πολύ νεότερό της  άσημο δάσκαλο. Ο ακαδημαϊκός Δ. Καμπούρογλου γράφει στην επιφυλλίδα της «Καθημερινής», 24 -6-1949: «Κατά την ώραν του γάμου οίκοθεν ή υπ΄ άλλων αποσταλέντες, μετέβησαν έξωθεν της εν η ετελείτο ο γάμος οικίας, χυδαίοι τινες, οίτινες βωμολοχούντες   έψαλλον: Μια σκουριασμένη κλειδωνιά έχασε το κλειδί της, παντρεύεται η Κλωνάρενα και παίρνει το παιδί της». Πράγματι ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης έγινε από τον Άδη εκδικητής βάτος που έπνιξε στην ανυποληψία της εποχής εκείνης την αγαπημένη του σύζυγο.

Read Full Post »

Φλογαΐτης Νικόλαος (1799 – 1867)

 

  

Φλογαΐτης Νικόλαος

Γεννήθηκε το 1799 στην Οδησσό. Ο πατέρας του Θεόδωρος, ο οποίος καταγόταν από το χωριό Μαραντοχώρι της Λευκάδας, είχε εγκατασταθεί εκεί για να γλυτώσει από τους διωγμούς ενώ η μητέρα του καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη. Αφού ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του, ασχολήθηκε κι αυτός – όπως και ο πατέρας του – με το εμπόριο. Μυημένος στη Φιλική Εταιρεία, μόλις ξέσπασε η Επανάσταση, εγκατέλειψε την επωφελή εργασία του και κατευθύνθηκε – για να καταταγεί – προς το στρατόπεδο του Αλεξάνδρου Υψηλάντη. Αλλά μετά από παραγγελία του αδελφού του Δημητρίου και προκειμένου να μεταφέρει κάποιες σημαντικές διαταγές, επιβιβάστηκε σε πλοίο και μετά από αρκετές περιπέτειες έφτασε στην Πελοπόννησο τον Ιούνιο του 1821.

Κατετάγη – ως αξιωματικός – στις δυνάμεις του Δημητρίου Υψηλάντη, ο οποίος πολιορκούσε την Τρίπολη, πολέμησε στο πλευρό του, όπως και στην Κόρινθο. Όταν οι Αλβανοί της Ακροκορίνθου αποφάσισαν να παραδοθούν, ο Νικόλαος Φλογαΐτης, έμεινε εκεί φρούραρχος μέχρι την Συνέλευση της Επιδαύρου, κατά την οποία, θεωρηθείς ως ένας από τους πιο μορφωμένους της εποχής εκείνης, διορίστηκε σε πολιτική υπηρεσία.

Αρχικά, διορίστηκε πρώτος γραμματέας της γενικής αστυνομίας ενώ παράλληλα εκτελούσε και καθήκοντα Ειρηνοδίκη, Πρωτοδίκη και Εφέτη. Στη συνέχεια η Κυβέρνηση του ανέθεσε το καθήκον να ιδρύσει και να οργανώσει την αστυνομία του Ναυπλίου. Επειδή όμως ο Κολοκοτρώνης είχε στην εξουσία του το Ναύπλιο, την ίδρυσε αυτός, ο δε Φλογαΐτης τοποθετήθηκε αρμοστής. (Ιανουάριος 1823).   

Την περίοδο που υπηρετούσε στην θέση αυτή, παρουσιάστηκε πανώλη στην πόλη. Ο Φλογαΐτης ως αρμοστής έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για την καταστολή της επιδημίας. Ο Κολοκοτρώνης, εκτιμώντας το έργο του, τον συνεχάρη εγγράφως, αποκαλώντας τον μάλιστα σωτήρα της πόλης.

Μετά από λίγο καιρό, διορίστηκε ο Κωνσταντίνος Κανάρης έπαρχος της Σάμου και ο  Φλογαΐτης Γενικός αστυνόμος. Οι Σάμιοι όμως δεν τους δέχτηκαν κι έτσι επανήλθε στην Σαλαμίνα, όπου  ήταν η έδρα της Κυβέρνησης εκείνη την περίοδο και διορίστηκε αρχικά γραμματέας « της επί των δασμών επιτροπής» και μετά γραμματέας έπαρχου κι αργότερα έπαρχος, το δε 1823 τοποθετήθηκε νομικός σύμβουλος και διευθυντής της δικαστικής υπηρεσίας στον Πόρο.

Το 1824 τιμήθηκε με τον βαθμό του Ταξιάρχη δηλαδή του Ταγματάρχη, ενώ περί τα τέλη του ίδιου χρόνου προβιβάστηκε στον βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Καθοριστική υπήρξε η αρωγή του στην δημιουργία της Φιλανθρωπικής εταιρείας του Ναυπλίου, με σκοπό την περίθαλψη των απόρων και την εκπαίδευση των ορφανών.

Το 1826 συντέλεσε σημαντικά στον καταρτισμό του Επτανησιακού σώματος, το οποίο υπό τις διαταγές του Διονυσίου Ευμορφόπουλου, έδωσε δείγματα πατριωτισμού και ανδρείας κατά την πολιορκία της Ακρόπολης.

Το 1829 « ο Ιωάννης Καποδίστριας ευεργέτησε την Βοστίτσα (το σημερινό Αίγιο) όπου ίδρυσε το Πρωτοδικείο της Αχαΐας, με πρόεδρο τον περίφημο Νικόλαο Φλογαΐτη, η οικογένεια όμως του Λόντου δεν διέκειτο φιλικά προς τον πρώτο Κυβερνήτη μας»*

« Στην πόλη μας θα πρέπει ο Νικόλαος Φλογαΐτης να υπηρετούσε στις 8 Ιουλίου 1829, ότε συνέταξε τον εσωτερικό κανονισμό του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου. Ούτος έγινε γαμπρός της Βοστίτσας, αφού παντρεύτηκε την Ελένη, θυγατέρα του προκρίτου Αγγελή Μελετόπουλου, αδελφή του στρατηγού Δημήτρη Μελετόπουλου και κουνιάδα του υπουργού Αναστάση Λόντου»**

Επί Κυβερνήτη Καποδίστρια υπηρέτησε ως Πρόεδρος των πρωτοδικών και Αρεοπαγίτης μέχρι το 1844 και ως Πρόεδρος των Εφετών μέχρι το 1862, στο Ναύπλιο. Ο γιος του Θεόδωρος Φλογαΐτης, ακολουθώντας τα βήματα του πατέρα του, πριν ακόμη ενηλικιωθεί, αγωνίστηκε με το όπλο στο ένα χέρι και με την πέννα από τις στήλες της εφημερίδας « Συνταγματικός Έλλην» όπου διερμήνευε τις αρχές της επανάστασης του 1862.  

Ο  Νικόλαος Φλογαΐτης, εκτός από Δημόσιος λειτουργός και τίμιος και συνετός δικαστής, υπήρξε και συγγραφέας.

Το 1828, εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων « Διαβόητος πλάνη». Αναφέρεται σε ανθρώπους που εκμεταλλευόμενοι την ευπιστία των λαών και αφού σφετερίστηκαν ονόματα πεθαμένων ηγετών, ανέβηκαν σε θρόνους. Η συλλογή ξεκινά από τα χρόνια του Καμβύσου ( 520 π.Χ.) και φτάνει μέχρι το 1818.

Το 1830, δημοσίευσε στην Αίγινα την « Συνοπτική γραμματική είτε στοιχειώδεις αρχαί της Μουσικής μετά προσαρμογής εις την κιθάραν». Είναι το πρώτο βιβλίο εισαγωγής στην επιστήμη της ευρωπαϊκής μουσικής, το οποίο συντάχτηκε με την πεποίθηση «ότι χρεωστούμεν, όπως επράξαμεν και πράττωμεν περί των άλλων επιστημών και τεχνών, των οποίων τας πλειοτέρας ευρίσκομεν εις τον πολιτισμένον κόσμον, πολύ πλειοτέρας παρ’ ότι ήσαν επί των προγόνων μας, ούτω να πράξωμεν και περί της Μουσικής να την ανακαλέσωμεν δηλαδή εις την Ελλάδα με την επιστημονικήν μέθοδον και όλας τας λοιπάς αξιολόγους αρετάς της από τον σοφόν κόσμον». 

Το 1847, εκδόθηκε σύντομη πραγματεία με τον τίτλο « Λογικά επιχειρήματα ». Τέλος, ασχολήθηκε με την μετάφραση από τα Ιταλικά του ονομαστού συγγράμματος του Taglioni, στο οποίο γίνεται σύγκριση μεταξύ του γαλλικού κώδικα και του ρωμαϊκού δικαίου.

Σε προχωρημένη ηλικία προσβλήθηκε από σοβαρή ασθένεια και αποσύρθηκε στην Χαλκίδα. Απεβίωσε το 1867, σε ηλικία 68 ετών.

 

Υποσημειώσεις

 

 

* Μαγκλάρας, Α.Δ., « Ο Πρόεδρος του Πρωτοκλήτου κατά την Αχαΐαν Δικαστηρίου Νικόλαος Φλογαΐτης και το έργο του» στον τόμο τιμητικό Κ.Ν. Τριανταφύλλου, Πάτρα, 1993.

** Μητέρα του Δημήτρη Μελετόπουλου ήταν η Αναστασία, από το γένος του Σπύρου Χαραλάμπη. Είχε αδελφούς το Χριστόδουλο, τον Ιωάννη, το Γιώργο και αδελφές την Αικατερίνη, σύζυγο Αναστασίου Λόντου ( αδελφού του Ανδρέα Λόντου) και την Ελένη, σύζυγο του εξέχοντα νομικού Νικολάου Φλογαΐτη. (Ανδρέας Μαγκλάρας)

 

Πηγές

 
  • Περιοδικό, « Πανδώρα», Τόμ. 18, Αρ. 421, σελ. 260-261, Αθήνα, 1867. 
  • Μαρίνος Βρέτος, «Εθνικόν Ημερολόγιον», Εν Αθήναις, 1866.
  • Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης, « Η  Τυπογραφία στο Νέο Ελληνικό Κράτος (1828-1884)», Πεντακόσια Χρόνια Έντυπης Παράδοσης του Νέου Ελληνισμού (1499 – 1999), Κεφ. Ή, σελ. 199-227, Έκδοση,  Ίδρυμα Βουλής των Ελλήνων, Ιανουάριος 2000.
  • Μαγκλάρας, Α. Δ., « Ο Πρόεδρος του Πρωτοκλήτου κατά την Αχαΐαν Δικαστηρίου Νικόλαος Φλογαΐτης και το έργο του », στον τόμο τιμητικό Κ.Ν. Τριανταφύλλου, Πάτρα, 1993.

Read Full Post »

Ο Συνταγματικός Έλλην – Η εφημερίδα της Ναυπλιακής Επανάστασης (1862)

 

 


 

Την 5η Φεβρουαρίου 1862 κυκλοφόρησε στο Ναύπλιο το πρώτο φύλλο της εφημερίδας Ο ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝ, με υπότιτλο ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ. Τυπωνόταν στο τυπογραφείο του Κ. Ιωαννίδη και είχε συντάκτη τον Θεόδωρο Φλογαΐτη.

Κάτω από τον υπότιτλο φιγουράριζε ένα περίτεχνο έμβλημα. Μια αρχαιοπρεπής γυναικεία μορφή κάθεται μεγαλόπρεπα πάνω σ’ ένα όρθιο αρχαίο κίονα και κρατάει στο προτεταμένο δεξί χέρι της ξίφος. Ο κίονας φέρει στο κέντρο του έναν τεράστιο οφθαλμό που «τα πανθ’ ορά» και στέφεται με πλούσιους κλάδους δάφνης, ενώ τον τέμνει διαγωνίως ένα τεράστιο σπαθί. Το μήνυμα είναι ευδιάκριτο: Δοξασμένα όπλα και Δικαιοσύνη που επαγρυπνεί για να τα χρησιμοποιεί, όταν χρειάζεται. Οι συνειρμοί ευκολότεροι: Ο αγώνας του Ναυπλίου είναι κατά της αδικίας.

 

Στο διάστημα από 5 Φεβρουαρίου έως 9 Μαρτίου 1862 κυκλοφόρησαν 17 τεύχη και 1 παράρτημα. Η εφημερίδα, άγνωστο γιατί, έπαψε να κυκλοφορεί από την 10η Μαρτίου έως την 8η Απριλίου, που παραδόθηκε η πόλη. Ήταν ένα μικρό έντυπο, τετρασέλιδο κατά βάση, τελάλης των αρχών της Επανάστασης και ανελέητος κατήγορος του συστήματος της φαυλοκρατίας. Υπήρξε δηλαδή ο ΣΥΝΤΑΓΜΑ­ΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝ το ιδεολογικό όργανο των επαναστατών, που είχαν ανάγκη να προπαγανδίσουν τις ιδέες τους στα ευρύτερα στρώματα, να κοινοποιήσουν τους σκοπούς τους έξω από το Ναύπλιο, να τονώσουν το φρόνημα των αγωνιστών πριν, αλλά και μετά τις φονικές μάχες.

Βέβαια η μικρή αυτή εφημερίδα των 24Χ19 εκ. δημοσίευε κάθε είδηση που αφορούσε την επανάσταση και την εξέλιξή της. Τα πρώτα όμως φύλλα καλύπτονται από ανακοινώσεις της Επιτροπής Ασφαλείας, ψηφίσματα δήμων της περιοχής, πληροφορίες για την εξέγερση κι άλλων πόλεων και λοιπές συναφείς ειδήσεις. Σε κεντρική θέση βέβαια δημοσιεύεται το μανιφέστο της Επιτροπής. Στα επόμενα φύλλα πυκνώνουν οι ειδήσεις για εξεγέρσεις στην υπόλοιπη Ελλάδα, αν και ποτέ ο συντάκτης δεν είναι κατηγορηματικός.

Ιδιαίτερη θέση έχουν ασφαλώς οι ειδήσεις για τις μάχες: την έκβασή τους, τους νεκρούς, τους τραυματίες και την ανοίκεια τακτική του στρατηγού Χαν να ποτίζει στους στρατιώτες του με ρακή πριν τη μάχη, ακόμα και παρά τη θέλησή τους. Οι νεκροί και τραυματίες αξιωματικοί και υπαξιωματικοί αναφέρονται με τα ονόματά τους και κάποτε και ο επικήδειός τους, όταν εκφωνείται από λαμπρούς ρήτορες, όπως ο πρωτοδίκης Π. Μαυρομιχάλης.

Πάνω απ’ όλα όμως ο ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝ διασαλπίζει τις αρχές της Επανάστασης και με πύρινα άρθρα των συντακτών του, κυρίως του Φλογαΐτη και του Δημητριάδη, στηλιτεύει αμείλικτα «το μιαιφόνον και κακούργον σύστημα» και εμψυχώνει τους αγωνιστές. Το ύφος ήταν αυστηρό, ο τόνος υψηλός και η γλώσσα κομψευόμενη καθαρεύουσα έως αρχαΐζουσα.

 

 

Ο Συνταγματικός Έλλην

 

 

Οι αναφορές της εφημερί­δας στην 25 Μαρτίου 1821, τη γαλλική επανάσταση και φυσικά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 είναι αποκαλυπτικές της ιδεολογίας που έθρεψε το κίνημα του Ναυπλίου. Ιδεολογίας εθνικής και δημοκρατικής που έρχεται από την παράδοση των Εθνοσυνελεύσεων του ’21 και την πολιτική σκέψη που κληροδότησε η γαλλική επανάσταση. Δύσκολα κρύβονταν τα αντιοθωνικά και αντιβασιλικά φρονήματα των επαναστατών, αν και δεν τοποθετήθηκαν απροκάλυπτα κατά του θεσμού της βασιλείας. Πως θα ήταν δυνατόν εξάλλου, αφού από τη μία, επί σειρά ετών, στηλίτευαν τον Όθωνα για τις παραβιάσεις του Συντάγματος και από την άλλη υπήρχε ο φόβος παρέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων;

Έντεχνα όμως και υπαινικτικά δηλώνονται οι πεποιθήσεις τους, τόσο «εις τας τρεις εθνοσωτηρίους αρχάς» της επαναστάσεως, που δημοσιεύονται στο 2ο φύλλο, όσο και σε άρθρα της εφημερίδας.

Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα: «Ο όρκος τον οποίο δίδει πας Έλλην άμα γεννώμενος, είναι Ζήτω η Πίστις, η Πατρίς, η ελευθερία. Πας άλλος όρκος (εννοεί προφανώς Ζήτω ο Βασιλεύς) είναι βεβιασμένος, αθέμιτος και κατά συνέπειαν άκυρος!»

Στα τελευταία φύλλα, όταν οι εξελίξεις στο πεδίο της μάχης είναι άσχημες για τους επαναστάτες, η εφημερίδα διαδηλώνει ανοιχτά μόνο κατά της Κυβερνήσεως (Υπουργείον λεγόταν τότε) και κατά του συστήματος της φαυλοκρατίας, της αδικίας και της διαφθοράς και ζητά από τον Όθωνα πιστή εφαρμογή του Συντάγματος.

Άξια επισημάνσεως είναι η περιγραφή, στο φύλλο της 23ης Φεβρουαρίου, της καύσεως της λαιμητόμου στο Ναύπλιο και της διαδήλωσης των πολιτών κατά της θανατικής ποινής.

Ο λαός την εσπέραν της Δευτέρας έκαυσε την λαιμητόμον εν πομπή δείξας το προς την θανατικήν ποινήν μίσος του έπραξε. Πράξιν αξίαν του ΙΘ’ αιώνος. Ο δε ενθουσιώδης ρήτωρ κ. Πέτρος Μαυρομιχάλης εξεφώνησε τον επόμενον λόγον.

 

«Χαίρετε και πάλιν Έλληνες!!

 Σήμερον είνε η Αγία και καθαρά Δευτέρα, η πρώτη ημέρα της Μεγάλης τεσσαρακοστής. Σήμερον καθαρίζεται το Ελληνικόν Έθνος από το λείψανον της βαρβαρότητος από το αποτρόπαιον μίασμα, από την λαιμητόμον.  Σήμερον συλλογίζονται οι επίβουλοι σύμβουλοι του στέμματος, ότι το πυρ το οποίον έκοπτε τας κεφαλάς των κακούργων ους ώθουν ούτοι εις εγκλήματα δια της μυσαράς πολιτικής των, δια του ιδίου πυρός καταναλίσκεται. Όθεν ας συγγχαρώμεν εαυτούς δια την κλητήν ημέραν της 1 Φεβρουαρίου καθ’ ήν Συ ω γενναία φρουρά έφερες, σεις υπαξιωματικοί και στρατιώται του εθνικού στρατού της Ναυπλίας δια των επαραμίλλων γενναιοφρόνων αισθημάτων σας επροκαλέσατε, την αυταπάρνησιν φέροντες εις το μέτωπόν σας ως σύμβολον του κινήματος. Ας καύσωμεν όθεν ομοθυμαδόν το αποτρόπαιον μίασμα της βαρβαρότητος, την λαιμητόμον και μετ’ αυτής συγκαύσωμεν και το εθνοκτόνον υπόμνημα το υβριστικόν του αγώνος.

( Εντεύθεν ο ρήτωρ πρώτος έβαλε πυρ εις το υπόμνημα όπερ εναπέθεσαν επί της λαιμητόμου ήτις μετ’ αυτού ενεπρήσθη, η κόνις των οποίων εύρισκεν άσυλον επί του εν Τιρύνθει εστρατοπεδευμένου εθνικού στρατού.)

Εν κατακλείδι, η εφημερίδα αυτή υπήρξε ο αμείλικτος κατήγορος του πολιτικού συστήματος και ο διαπρύσιος κήρυκας των αρχών της Ναυπλιακής Επανάστα­σης, η οποία αναρρίπισε τις άσβεστες ελπίδες της ελληνικής κοινωνίας για δημοκρατία, αξιοκρατία και εθνική αξιοπρέπεια. Η εφημερίδα κυκλοφόρησε πάλι, την 10η Νοεμβρίου 1862 και για περισσότερα από 20 χρόνια.

 

Γιώργος Αναστασόπουλος

[Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από την εισαγωγή του Γιώργου Αναστασόπουλου, για την ανατύπωση της εφημερίδας, «Ο Συνταγματικός Έλλην», από τη μη κερδοσκοπική εταιρεία «Απόπειρα»].  

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Φλογαΐτης  Ν. Θεόδωρος (Ναύπλιο 1840 ή 1848 – Αθήνα 1905)


 

Φλογαΐτης Θεόδωρος

Νομομαθής πολιτικός και δημοσιογράφος. Ο πατέρας του Νικόλαος Φλογαΐτης ζούσε στην Οδησσό, ήταν νομομαθής, γλωσσομαθής, μέλος της Φιλικής Εταιρείας και αγωνιστής του ’21. Επί Καποδίστρια υπηρέτησε ως πρόεδρος των πρωτοδικών και Αρεοπαγίτης μέχρι το 1844. Κατόπιν έγινε πρόεδρος των εφετών στο Ναύπλιο έως το 1862. Ο Θεόδωρος Φλογαΐτης γεννήθηκε στο Ναύπλιο κι εκεί πέρασε τα νεανικά του χρόνια. «Δεν είχε ακόμα ενηλικιωθεί όταν αγωνιζόταν με τ’ όπλο στο χέρι και με την πέννα από τις στήλες του «Συνταγματικού Έλληνα» όπου διερμήνευε τις αρχές της επανάστασης του 1862.

Κατά την πολιορκία του Ναυπλίου από τις κυβερνητικές δυνάμεις, γράφει η Ιστορία του Ελλ. Έθνους, το ηθικό των επαναστατών ήταν ακμαίο. Πολύ συντελούσαν σ’ αυτό τα άρθρα που δημοσιεύονταν στην εφημερίδα «Συνταγματικός Έλλην» που είχε διευθυντή τον Θ. Φλογαΐτη, καθώς και οι φλογεροί λόγοι του πρωτοδίκη Π. Μαυρομιχάλη, που παρακινούσαν το λαό να συνεχίσει την άμυνα με όλη του τη δύναμη.

Μετά την μεταπολίτευση πήρε πτυχίο Νομικής και για ένα χρονικό διάστημα ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου στην Χαλκίδα. Έγινε υφηγητής του Συνταγματικού Δικαίου και ήρθε κι εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, αλλά πολιτεύονταν στη Χαλκίδα. Το 1879 εξελέγη βουλευτής Χαλκίδας. Ήταν πολιτικός αντίπαλος του Κουμουνδούρου. Το 1890 εξελέγη βουλευτής Ευβοίας.

Ο Φλογαΐτης αρθρογραφούσε. Με την πέννα του υπερασπίζονταν την ελευθερία του «προσώπου», της θρησκευτικής συνείδησης και του πολιτικού φρονήματος. Σ’ άλλο άρθρο του που το έγραψε τον Αύγουστο του 1900, αλλά δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του στην Ποι­κίλη Στοά του 1912 (σελ. 143-5) γράφει για «Το καθήκον της Ελληνικής Πολιτείας προς τας εργατικάς τάξεις».

Επί Τρικούπη εξελέγη μέλος της επί του προϋπολογισμού επιτροπής. Ο Φλογαΐτης «δια πολυφύλλου εκθέσε­ως κατεδείκνυε το βάραθρον προς ο εφερόμεθα, προϊδών και προϊπών την επικειμένην χρεωκοπίαν». Προταθεί για καθηγητής Πανεπιστημίου αλλά αυτός προτίμησε την δημοσιογραφία.

Έργα του: «Δικαστικός νόμος της Ελλάδος», «Οδηγός δημοσίων και δημοτικών υπαλλήλων» (1890), «Ναυτικόν Δίκαιον» (1893), «Πολιτική Δικονομία» (1894), «Εγχειρίδιον Συνταγματικού Δικαίου» (1895), «Λεξικόν της Νομικής» (1900). Πέθανε στην Αθήνα το 1905.

  

Πηγές 


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», τρίτη έκδοση, Αθήνα, χχ.
  • Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου, «Εθνικόν Ημερολόγιον του έτους 1910», Εν Αθήναις, 1910.
  • Μαρίνου Βρετού, « Εθνικόν ημερολόγιον», Εν Αθήναις, 1866.

 

Σχετικά θέματα: 

Read Full Post »

Μαυροκορδάτος Αλέξανδρος (Κωνσταντινούπολη 1791- Αίγινα 1865)



 

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Πρόεδρος Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας. Λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο, Αύγουστος 1826.

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος υπήρξε μια από τις σημαντικότερες πολιτικές προσωπικότητες της Επανάστασης. Ο ηγετικός του ρόλος τον οδήγησε, αναπόφευκτα, σε ρήξεις με άτομα και ομάδες, επιδίωξε την υποστήριξη της Αγγλίας για τη λύση του Ελληνικού ζητήματος. Η σύγκρουση του αργότερα με τον Ιωάννη Καποδίστρια του εξασφάλισε, ίσως, τους πιο φανατικούς του αντιπάλους.

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας Φαναριωτών, μέλη της οποίας είχαν χρηματίσει κορυφαίοι αξιωματούχοι της οθωμανικής διοίκησης (διερμηνείς και ηγεμόνες των παραδουνάβιων περιοχών). Γεννήθηκε το 1791 και, ως γιος του λόγιου αξιωματούχου στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες Νικόλαου Μαυροκορδάτου και της Σμαράγδας Καρατζά, έλαβε αξιόλογη μόρφωση, κατάλληλη για την ανάληψη δημόσιων αξιωμάτων. Εκτός από τα Ελληνικά του, που το επίπεδό τους ήταν υψηλό, χειριζόταν καλά τα γαλλικά, τα ιταλικά, τα τούρκικα και αραβικά. Εργάστηκε ως γραμματέας του θείου του, ηγεμόνα της Βλαχίας, Ιωάννη Καρατζά. Θα ακολουθήσει τον θείο του που θα καταφύγει στην Ευρώπη, για να αποφύγει τις συνέπειες από κατηγορίες που διατύπωσαν στην Πύλη αντίπαλοί του.  Για έξη μήνες θα παραμείνει στη Γενεύη, μαζί με την οικογένεια Καρατζά. Το 1819 θα καταλήξει στην Πίζα, οπού θα εγκατασταθεί και ο Καρατζάς, και γρήγορα θα ενταχθεί στο περιβάλλον τού εκεί επίσης εγκατεστημένου μητροπολίτη Ιγνατίου. Την ίδια χρονιά μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία.

Παρακολούθησε, κατά δική του μαρτυρία, μαθήματα οχυρωματικής στη Γενεύη από το στρατηγό Dufour, που θα του χρησιμεύσουν αργότερα για την άμυνα του Μεσολογίου, και ίσως κάποια άλλα μαθήματα στην Πίζα. Διάβαζε πολύ, ιδιαίτερα για την ευρωπαϊκή πολιτική.

Μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης, σε ηλικία 30 ετών, έφτασε στο Μεσολόγγι, τον Ιούλιο του 1821, συνοδευόμενος από ομογενείς και φιλέλληνες. Αν και δεν διέθετε χρήματα, κατάφερε γρήγορα με τις ικανότητές του να αναδειχθεί σε φυσιογνωμία πανελλήνιας εμβέλειας. Διαδραμάτισε σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης πρωταγωνιστικό ρόλο στην ελληνική πολιτική ζωή, ενώ σημαίνοντες ξένοι παράγοντες τον θεωρούσαν ως το «μόνο άξιο λόγου πολιτικό».

Στο Μεσολόγγι ανέλαβε από τον Υψηλάντη τη διοικητική οργάνωση της Στερεάς Ελλάδας συστήνοντας το τοπικό πολίτευμα της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος. Μαζί με τον επίσης Φαναριώτη πολιτικό Θεόδωρο Νέγρη πρωταγωνίστησε στη σύνταξη της λεπτομερέστερης Νομικής Διατάξεως της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος. Εξαρχής οι στόχοι του ήταν ξεκάθαροι: η επέκταση της Επανάστασης, η οργάνωση και πολιτική ενοποίηση των εξεγερμένων τόπων και η συγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας στο πλαίσιο μιας ενιαίας κεντρικής «Εθνικής Διοίκησης».

Στη σύγκληση της Α’ Εθνοσυνέλευσης στο Άργος, το Δεκέμβριο του 1821, αναδείχθηκε πρόεδρός της και πρόεδρος της επιτροπής που συνέταξε το πρώτο Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος. Οι πολιτικές αρχές του πολιτεύματος αυτού φανέρωναν τους σαφείς φιλελεύθερους και δημοκρατικούς ιδεολογικούς και πολιτικούς του προσανατολισμούς.

« Είχε ωραίο κεφάλι, μεγάλο σε αναλογία με το σώμα του. Και μεγάλωνε περισσότερο με τα ανάκατα ριγμένα μαύρα μαλλιά και τις πλούσιες φαβορίτες. Τα παχειά φρύδια και το μεγάλο μουστάκι έδιναν μια άγρια, ρωμαντική έκφραση στα χαρακτηριστικά του. Έδειχνε ευφυής, οξυδερκής και φιλόδοξος άνθρωπος. Τα μεγάλα ασιατικά μάτια του, όλο φωτιά και εξυπνάδα, φανέρωναν καλοσύνη. Το βλέμμα του, ωστόσο, δεν αποκάλυπτε ευθύτητα. Είχε κάτι σαν αναποφασιστικότητα και ταραγμένη συστολή που τον εμπόδιζε να κοιτάξει κάποιον κατά πρόσωπο. Ήταν κοντός και με εμφάνιση διόλου επιβλητική, μεγάλο ελάττωμα στα μάτια ενός ημιπολιτισμένου λαού. Δεν έδινε μεγάλη σημασία στην ενδυμασία. Έτσι, ακόμα και οι ξένοι πρόσεξαν τη μειονεκτική αντίθεση ανάμεσα στην απλή ευρωπαϊκή φορεσιά και τον ταξιδιωτικό μανδύα του, και τις μεγαλόπρεπες και κατακόσμητες στολές των καπεταναίων.» (Millingen 1831)

Με την ιδιότητα του προέδρου της Α’ Εθνοσυνέλευσης (20 Δεκεμβρίου 1821 -15 Ιανουαρίου 1822) υπέγραψε την περίφημη Διακήρυξη της 15ης Ιανουαρίου 1822 για την «ανεξαρτησία του έθνους των Ελλήνων» από τον οθωμανικό ζυγό. Με το τέλος της Εθνοσυνέλευσης εκλέχθηκε διαδοχικά πρόεδρος και γραμματέας του Εκτελεστικού σώματος, στην πρώτη περίοδό του έως το 1823. Στη συνέχεια και παρά τις διαμαρτυρίες των στρατιωτικών αρχηγών Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Κανέλλου Δεληγιάννη, εκλέχθηκε πρόεδρος του Βουλευτικού σώματος για σύντομο χρονικό διάστημα (12-14 Ιουλίου 1823).

Ο Μαυροκορδάτος δραστηριοποιήθηκε και στρατιωτικά κατά την Επανάσταση επιχειρώντας, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, να συμβάλει στη δημιουργία τακτικού στρατού. Του αποδόθηκε η ευθύνη για την καταστροφή στη μάχη του Πέτα, στην Ήπειρο (4 Ιουλίου 1822). Ήταν, ωστόσο, αυτός που πρωτοστάτησε στην οργάνωση της άμυνας του Μεσολογγίου, η οποία αποδείχθηκε σωτήρια κατά την πρώτη πολιορκία της πόλης.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ο Μαυροκορδάτος υπερασπίζεται με επιτυχία την πόλη του Μεσολογγίου.

Στη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους, το 1823, ήταν επικεφαλής της παράταξης των πολιτικών καταφέρνοντας και πάλι να κυριαρχήσει γενικότερα. Η εκλογή του στη θέση του προέδρου του Βουλευτικού, ενώ ήταν αρχιγραμματέας του Εκτελεστικού, τον Ιούλιο του 1823, προκάλεσε πολιτική θύελλα και ιδιαίτερα τις έντονες διαμαρτυρίες των Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Κανέλλου Δεληγιάννη. Έτσι αναγκάστηκε να αποσυρθεί στη Δυτική Ελλάδα και να αφοσιωθεί στην οργάνωση τακτικού στρατού, την περίοδο που στην Πελοπόννησο μαίνονταν οι εμφύλιοι πόλεμοι.

Επιστρέφοντας στην Πελοπόννησο το Φεβρουάριο του 1825 ανέλαβε τις θέσεις του γραμματέα του Εκτελεστικού και στη συνέχεια εκείνη του γραμματέα επί των Εξωτερικών. Η Επανάσταση, ύστερα από επιτυχείς προσπάθειες και πρωτοβουλίες του Μαυροκορδάτου, είχε ήδη τύχει μιας οιονεί διεθνούς αναγνώρισης με την εξασφάλιση των δυο δανείων από το κέντρο της διεθνούς χρηματαγοράς, στο Λονδίνο.

Συνέβαλε, επίσης, ουσιαστικά στην καλλιέργεια της συμπάθειας προς την επαναστατημένη Ελλάδα από τους ευρωπαϊκούς φιλελεύθερους κύκλους, υπογραμμίζοντας την ηρωική διάσταση της Επανάστασης και το ανάλογο πνεύμα που τη χαρακτήριζε. Ενώ στο εσωτερικό μέτωπο ο συσχετισμός των πολεμικών επιχειρήσεων εξακολούθησε να χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, ο Μαυροκορδάτος συνέλαβε την ιδέα της αξιοποίησης του ευνοϊκού για τους Έλληνες κλίματος στην Ευρώπη.

Γενικότερα, πρωταγωνίστησε στην εισαγωγή του ανανεωτικού ή εκσυγχρονιστικού ρεύματος σκέψης στις συνθήκες της εποχής, γεγονός που επέδρασε καθοριστικά στην αρχική διαμόρφωση των δημόσιων θεσμών του αναδυόμενου νεοελληνικού κράτους. Θεωρήθηκε ηγέτης του «αγγλικού» κόμματος, εκτιμώντας ότι η Αγγλία, λόγω των συμφερόντων της στην Ανατολή και προκειμένου να εξισορροπήσει τη ρωσική επιρροή στην περιοχή, θα μπορούσε να αποβεί στρατηγικός σύμμαχος της Ελλάδας.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Πρόεδρος του Εκτελεστικού της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1830.

Θεωρούσε, επίσης, ότι το φιλελεύθερο πρότυπο πολιτικής οργάνωσης στην Αγγλία αντιπροσώπευε το καλύτερο συγκριτικά παράδειγμα για τις μελλοντικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Στο πνεύμα αυτό και με την ιδιότητά του ως αρχηγού του «αγγλικού» κόμματος ζήτησε με επιστολή του στον υπουργό Εξωτερικών της Αγγλίας George Canning να αντισταθεί στο Ρωσικό σχέδιο για τη δημιουργία τριών αυτόνομων ηγεμονιών στην επαναστατημένη Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι θα ήταν προς το συμφέρον της Αγγλίας και της Ευρώπης η ίδρυση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Συνέβαλε καθοριστικά στη λήψη του πρώτου αγγλικού δανείου, ενώ οι απόψεις και οι συνακόλουθες ενέργειές του προκάλεσαν τις κατάλληλες ζυμώσεις ώστε να υπάρξει η κατάληξη με την υπογραφή της Ιουλιανής Συνθήκης του Λονδίνου (6 Ιουλίου 1827). Η πολιτική του δράση συνεχίστηκε και μετά την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια, οπότε ανέλαβε και υπουργικά καθήκοντα. Αποσύρθηκε από την κυβέρνηση το 1830 και αναδείχθηκε ηγέτης της αντιπολίτευσης, συμπορευόμενος με τους Υδραίους.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια (Σεπτέμβριος 1831), εντάχθηκε στη συνταγματική παράταξη του Ιωάννη Κωλέττη και αποτέλεσε μέλος της Διοικητικής Επιτροπής που κυβέρνησε τη χώρα έως την άφιξη του Όθωνα. Σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της απολυταρχικής περιόδου της βασιλείας του Όθωνα παρέμεινε εκτός Ελλάδας ως πρεσβευτής (Λονδίνο, Μόναχο και Παρίσι), στο πλαίσιο της προληπτικής πρακτικής της Αντιβασιλείας για τιμητική αποστρατεία διακεκριμένων Ελλήνων πολιτικών στο εξωτερικό με την ανάθεση σε αυτούς πρεσβευτικών καθηκόντων.

Ο βασιλιάς Όθωνας του ανέθεσε πρωθυπουργικά καθήκοντα το 1841, το 1844 και το 1854, δίχως όμως να τον εμπιστεύεται ουσιαστικά, οδηγώντας τον έτσι σε παραίτηση. Στο διάστημα που ακολούθησε ανέλαβε διάφορα κυβερνητικά αξιώματα, ενώ συνέβαλε και στη διαμόρφωση του κλίματος που οδήγησε στην έξωση του Όθωνα.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, έργο του Γεωργίου Συρίγου, λάδι σε μουσαμά, Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, έργο του Γεωργίου Συρίγου, λάδι σε μουσαμά, Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Στο τέλος της σταδιοδρομίας του εξελέγη πληρεξούσιος Ευρυτανίας στην Εθνοσυνέλευση του 1862 και διετέλεσε πρόεδρος της επιτροπής σύνταξης του νέου συντάγματος. Τυφλός και κατάκοιτος, δεν πήρε ενεργό μέρος στις εργασίες της Επιτροπής, διατήρησε όμως το ενδιαφέρον του για τα κοινά καθώς και την πνευματική του διαύγεια έως το θάνατό του, το 1865.

 Ουσιαστικά τα περισσότερα από τα 10 τελευταία χρόνια της ζωής του είχε παραμείνει ανενεργός πολιτικά, αποτραβηγμένος στην εξοχική του κατοικία στην Αίγινα, όπου και πέθανε σε ηλικία 74 ετών. Η αδερφή του, Αικατερίνη, είχε παντρευτεί το Σπυρίδωνα Τρικούπη. Ήταν παντρεμένος με την Χαρίκλεια Αργυροπούλου και είχε αποκτήσει 6 παιδιά, από τα οποία τα 4 πέθαναν σε μικρή ηλικία. Από τα παιδιά του διακρίθηκε  ο Νικόλαος Μαυροκορδάτος (πολιτικός και διπλωμάτης).

Η πολιτική του δεξιοτεχνία όσο και η ροπή του προς τους περίπλοκους συμβιβασμούς τον κατέστησε πολιτικά αμφιλεγόμενο πρόσωπο. Αν και δεν απέφυγε την άμεση εμπλοκή και την ενεργό ανάμειξή του στους οξείς πολιτικούς ανταγωνισμούς και τις αντιπαραθέσεις κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, αλλά και ύστερα από αυτήν, η εν γένει παρουσία και η συμβολή του στη θεμελίωση και την εμπέδωση πολιτικών θεσμών στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος και στη διαμόρφωση νεωτερικής πολιτικής κουλτούρας υπήρξε σημαντική.

Ιδιαίτερα συνέβαλε στην καθιέρωση ενός εκσυγχρονισμένου και αρκετά προοδευτικού, για τα δεδομένα της εποχής, συνταγματικού και θεσμικού πλαισίου οργάνωσης της πολιτικής ζωής στη χώρα, μολονότι η δυσαρμονία αυτού του πλαισίου με την ελληνική κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα προκάλεσε έντονες αντιθέσεις.

Πηγή



  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »