Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ναύπλιο’

Ναύπλιο – Φραγκίσκου Πουκεβίλ


  

Ο  Φιλέλληνας Φραγκίσκος Πουκεβίλ (1770-1838) γνώρισε για πρώτη φορά την Ελλάδα ως αιχμάλωτος των Τούρκων, όταν επιστρέφοντας από την Αίγυπτο όπου είχε ακολουθήσει τον Ναπολέοντα, συνελήφθη από Αλγερινούς πειρατές οι οποίοι τον παρέδωσαν στους Τούρκους στην Πύλο.

Στην συνέχεια μεταφέρθηκε στην Τρίπολη και το Ναύπλιο, όπου παρέμεινε έγκλειστος περίπου οκτώ μήνες. Μολονότι ο Πουκεβίλ πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως γιατρός στους Τούρκους, αυτοί τον έστειλαν σιδηροδέσμιο την Κωνσταντινούπολη όπου κρατήθηκε δυο ολόκληρα χρόνια. Αποφυλακίστηκε το 1801.

Ο Ναπολέοντας εκτιμώντας τις γνώσεις του για την περιοχή, τον διόρισε ως εκπρόσωπό του στην αυλή του Αλή πασά των Ιωαννίνων όπου και παρέμεινε δέκα ολόκληρα χρόνια. (1805- 1815). Δυο χρόνια μετά (1817) τοποθετείται πρόξενος της Γαλλίας στην Πάτρα. Περιηγείται την Ελλάδα και βεβαίως την Πελοπόννησο.

Στο κείμενο που ακολουθεί  ο Πουκεβίλ περιγράφει την επίσκεψή του στο Ναύπλιο.

 

 

Το Ναύπλιο


 

Henriette Lorimier, Φραγκίσκος Πουκεβίλ, Musée national du Château et des Trianons (Versailles).

Ο Στράβων επονομάζει το Ναύπλιο επίνειο ή λιμάνι του Άργους. Άλλοτε, επεδείκνυαν εδώ ως έμβλημα ένα γάιδαρο, χαρακτηριστικό της αγραμματοσύνης των Ναυπλιωτών, σήμερα όμως αυτό το έμβλημα έχει υποκατασταθεί από τον ιππόγρυπα της Βενετίας ή λιοντάρι του Αγίου Μάρκου, πάνω στην πύλη εισόδου της πόλης.

Οι Τούρκοι άφησαν άθικτο το έμβλημα, διατηρώντας το ως ένα τρόπαιο από τη νίκη τους κατά των απίστων. Από το 2ο μ.Χ. αιώνα και μετέπειτα, η πόλη αυτή είχε σχεδόν ερημωθεί, είναι όμως πολύ πιθανόν, αργότερα, να εποικίστηκε και πάλι, καθώς βλέπουμε να μνημονεύεται ένας επίσκοπός της στα πρακτικά της Συνόδου, τα αναφερόμενα στην επανενθρόνιση του Φωτίου στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης.

Το Χρονικό του Μωρέως εμφανίζει το Ναύπλιο ως ένα από τα σπουδαιότερα κάστρα της Αργολίδας. Ο Ranusio, ο οποίος ανάγει στο έτος 1205 την κατάκτηση της πόλης από τους Βενετούς, σημειώνει ότι λίγο αργότερα κυριεύτηκε και πάλι από κάποιο πρίγκιπα ονόματι Giovanitza.

Μολαταύτα, είναι πιθανόν ο τελευταίος να μη διατήρησε στην κατοχή του το Ναύπλιο για μεγάλο διάστημα, αφού, σύμφωνα με τον Verdizotti, μέσα στον ίδιο αιώνα, η πόλη του Ναυπλίου ανήκε ταυτόχρονα και στη Μαρία dErigono, χήρα του Πέτρου, του γιου του Φρειδερίκου Corner Piscopia, ο οποίος τη δώρησε στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία.

Όταν οι Βενετοί ασκούσαν την κυριαρχία τους  πάνω σ’ αυτή την πόλη, έτυχε ν’ απωθήσουν επανειλημμένα τις επιθέσεις των Τούρκων, έως το 1460, οπότε δοξάστηκαν αναγκάζοντας τον Μαχμούτ, στρατηγό του Μωάμεθ Β’, να λύσει την πολιορκία της πόλης τους. Εξίσου άτυχος στάθηκε το 1537 και ο Σουλεϊμάν, δυο χρόνια όμως αργότερα, το Ναύπλιο κατακτήθηκε από τον Κασσίμ, τον σερασκέρη του, και σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης, οι Τούρκοι τη διατήρησαν στην κατοχή τους επί εκατόν πενήντα τέσσαρα χρόνια.

Η άλωση του Ναυπλίου από τον Κασσίμ, ή μάλλον από τον Χαϊρεντίν, συνδέεται με μια τόσο παράξενη ιστορία, ώστε κρίνουμε σκόπιμο να μεταφέρουμε εδώ τα κυριότερα σημεία της. Βασίζομαι τόσο στην αυθεντικότητα της αφήγησης του Brantome, όσο και στους θρύλους της Τουρκικής παράδοσης, που λένε ότι αυτός ο περιώνυμος τυχοδιώκτης ήταν γαλλικής καταγωγής. Έτσι, λοιπόν, τόσο ο Κιουπρουγλού, όσο κι ο Γιώργης Τσέρνι, ο τελευταίος από τους χριστιανούς της Σερβίας, αντλούσαν την καταγωγή τους από τη γηραιά Γαλλία, ηρωική κοιτίδα όλων των ανδρείων.

Σύμφωνα με την παράδοση, λοιπόν, ο Χαϊρεντίν καταγόταν από τον οίκο των d’ Authon της περιοχής Saintonge. Η μητέρα του, η Μαργαρίτα de Marcueil, είχε προσκομίσει ως προίκα στον πατέρα του τις εκτάσεις και τα φέουδα Bernadieres και  Combes. Ο d’ Authon ενώθηκε με τα στρατεύματα του κ. de Ravastein, τον οποίο ο Λουδοβίκος ΙΒ’ έστειλε στην Ανατολή, ώστε να ενισχύσει τους Βενετούς που πολεμούσαν εναντίον των Τούρκων. Κατά την εκστρατεία εκείνη ο d’ Authon συνδέθηκε στενά με τον Montsoreau, το  δευτερότοκο γιο του οίκου των Berneuil της Ανδεγαυΐας.

Οι δυο αυτοί ιππότες ήταν παρόντες στην πολιορκία της Μυτιλήνης, όπου, κατόπιν διαφωνίας Γάλλων και Βενετών, οι δυο πλευρές διέλυσαν τη συμμαχία τους χωρίς να προκύψει κάποιο ευνοϊκό αποτέλεσμα απ’ αυτό το γεγονός. Δεν συνέβη όμως το ίδιο και με τον d’ Authon και τον Montsoreau, οι οποίοι αφού λεηλάτησαν όλα όσα συνάντησαν στο πέρασμά τους, εμφανίστηκαν πάλι στη Γαλλία φορτωμένοι λάφυρα και πλούτη. Ο ιππότης d’ Authon διαβεβαίωνε ότι έφερε μαζί του ένα πέπλο της Παναγίας, το οποίο ανακάλυψε, ως εκ θαύματος, κάπου κοντά στα Ιεροσόλυμα. Όλοι είχαν την περιέργεια να δουν αυτό το πολύτιμο κειμήλιο, κι ο d’ Authon έκρινε ότι ήταν καθήκον του να  το δωρίσει στην ενορία του Champeou, στην οποία άνηκε και η δική του ιδιοκτησία Bernadieres. Επιθυμία του  ήταν να ζήσει τις τελευταίες μέρες της ζωής του εκεί. Όποιος όμως γεύτηκε μια φορά την περιπέτεια της θάλασσας, δύσκολα απαρνιέται τη ρηξικέλευθη ζωή που αυτή συνεπάγεται.

Ο d’ Authon  και ο Montsoreau  δεν μιλούσαν παρά για τη Μυτιλήνη. Δεν άργησαν να ξαναγυρίσουν εκεί για να γίνουν κουρσάροι, κι ασπάστηκαν το μωαμεθανισμό διαδίδοντας ότι ήταν αδέλφια, παιδιά ενός Εβραίου εξωμότη καταγόμενου από τη Λέσβο. Τότε, λοιπόν, απαρνούμενοι τόσο τη βάφτισή τους, όσο και τις οικογένειές τους, ο μεν ονομάστηκε Χαϊρεντίν, από το όνομα του Κάιν, του υποτιθέμενου πατέρα του, ενώ ο άλλος πήρε το όνομα Αρούτζ, στο οποίο πρόσθεσε και το προσωνύμιο Μπαρμπαρόσα. Συμμάχησαν κι οι δυο τους μ’ έναν πρώην βαστάζο που ήταν και ατρόμητος κουρσάρος, κι ήταν γνωστός σε όλους με το παρανόμι Χαμάλης.

Γνωρίζουμε ποια ήταν η συμπεριφορά του Μπαρμπαρόσα το 1517 μπροστά στις πύλες του Αλγερίου, όπου και στέφτηκε βασιλιάς, και πως ο Χαϊρεντίν, συνεχίζοντας την πειρατική τέχνη του, συμμάχησε και πάλι με τον Μπαρμπαρόσα, για να σπείρει τον τρόμο σ’ όλη την χριστιανοσύνη, μετά τη νίκη του κατά του Καρόλου του Ε’. Στη μάχη της Τύνιδας, όπου συνέπραξαν και οι δυο συνωμότες, ήταν παρόν και ο Πιζάρο.

Ο τελευταίος διαπίστωσε πόσο αποτελεσματική μπορεί ν’ αποβεί η πειθαρχία προκειμένου ν’ αναχαιτιστούν τα στίφη των Βαρβάρων, κι έτσι ξεκίνησε από εδώ για να πάει να κατακτήσει  το Νέο Κόσμο.

  

Η κατάληψη του Ναυπλίου από τον Μπαρμπαρόσα


 

Το Σεράι, σχέδιο σε μολύβι, Μονακό, L. Lange.

Την ίδια ώρα ο Μπαρμπαρόσα έβαζε πλώρη για την Κωνσταντινούπολη, κι έχοντας έναν ολόκληρο στόλο κι έναν ατρόμητο στρατό ξηράς κάτω από τις διαταγές του, θεάθηκε να πορεύεται προς την Ρώμη, κι αφού πρώτα έσπειρε τον τρόμο στην Ιταλία, κατέλαβε στη συνέχεια τη Σύρο, την Πάτμο, την Πάρο, την Αίγινα, τη Νάξο το Ναύπλιο, τρέποντας σε φυγή τον αήττητο στόλο του Ντόρια. 

Ας μου συγχωρεθεί το γεγονός ότι, μιμούμενος τον Παυσανία, παρενέβαλα στις ταξιδιωτικές μου περιγραφές ένα αναξιόπιστο σε μερικά σημεία του αφήγημα. Προς τα τέλη της βασιλείας του Ερρίκου Δ’, η Γαλλία τοποθέτησε στο Ναύπλιο έναν πρόξενο καθώς και μια ιεραποστολή αποτελούμενη από Καπουτσίνους της οδού Σαιντ Ονορέ, οι οποίοι παρέλαβαν αργότερα τα ιερά δισκοπότηρά τους από την παρισινή αδελφότητα των Μοναχών του Αγίου Μυστηρίου. Αυτή ήταν η κατάσταση που συνάντησε ο La Guilletière όταν διέτρεξε ένα τμήμα του Μοριά. Είχε παρατηρήσει πόσο καλοπροαίρετοι ήταν οι Έλληνες, και πόσο κακεντρεχείς οι Τούρκοι του Ναυπλίου.

Σ’ αυτόν οφείλουμε τις πληροφορίες σχετικά με την αποστολική φιλανθρωπία και την αυταπάρνηση του Πατρός Βαρνάβα, όταν ο τελευταίος οδηγήθηκε ενώπιον του οθωμανικού Σανχεδρίν και καταδικάστηκε από τον κατή σε θάνατο, επειδή δεν άφησε ένα ορφανό Γαλλόπαιδο ν’ αλλαξοπιστήσει και το έστειλε κρυφά στην Τουλόν.

Νιώθει υπερήφανος ν’ ανήκει κανείς στην τάξη εκείνων των προξένων της Ανατολής που διαφύλαξαν τα φιλάνθρωπα αισθήματά τους, όπως είναι η περίπτωση Chastagner, προξένου του χριστεπώνυμου βασιλιά μας, ο οποίος έθεσε τη ζωή του σε κίνδυνο θέλοντας να κάνει τον Ισμαηλίτη δικαστή ν’ αναιρέσει την απόφασή του, και να σώσει έτσι τη ζωή ενός ταπεινού και θεοσεβούμενου  Καπουτσίνου, που περίμενε καρτερικά να δεχτεί το προοριζόμενο γι’ αυτόν στεφάνι του μαρτυρίου.

Δεν φείδονταν πλέον κανενός μέσου οι Τούρκοι, όταν ο αρχιστράτηγος Μοροζίνι, έχοντας καταλάβει ήδη το 1686 το Ναυαρίνο και τη Μεθώνη, αποβιβάστηκε στις 27 Ιουλίου με δώδεκα χιλιάδες άνδρες του πεζικού και του ιππικού στο Πορτ Τουλόν (Τολό), που δεν απέχει παραπάνω από τέσσερα μίλια από το Ναύπλιο. Αιφνιδιάζοντας τον εχθρό, ο στρατηγός Καίνιγκσμαρκ τον εξεπόρθησε ευθύς από το Παλαμίδι που είχε κιόλας αρχίσει να οχυρώνει.

Ο νικητής ήταν έτοιμος να κανονιοβολήσει την πόλη από την κορυφή αυτού του βράχου, όταν πληροφορήθηκε ότι τρεις χιλιάδες Τούρκοι, προερχόμενοι από το Νεγρεπόντε, πλησίαζαν για να ενωθούν με τον στρατοπεδευμένο στο Άργος σερασκέρη.

Στις 6 Αυγούστου, ο Καίνιγκσμαρκ ξεκινά επικεφαλής των εφεδρικών ταγμάτων του Μιλάνου, της Σαξωνίας, του Μπρούνσβικ, καθώς κι ενός σώματος δραγώνων, υπό την ηγεσία των δουκών, Μπρούνσβικ και Τυρέν, τους οποίους ο αρχιστράτηγος ενίσχυσε και με δυο χιλιάδες πεζοναύτες. Οι άπιστοι, αφού ηττήθηκαν μέσα στο Άργος, αποκρούστηκαν στις 29 του ίδιου μήνα όταν επιτέθηκαν κατά των χριστιανικών σωμάτων. Οι Σάξονες δείχνουν στους πολιορκημένους τα κεφάλια των γενίτσαρων που επρόκειτο να έρθουν σε επικουρία τους, οι άπιστοι παραδίδονται υπό τον όρο να μεταφερθούν στην Τένεδο, κι έτσι ένας χριστιανικός πληθυσμός εξήντα χιλιάδων ψυχών επανέκτησε την ελευθερία του.

Είπαμε προηγουμένως με ποιο τρόπο το Ναύπλιο περιήλθε και πάλι, το 1715, στην εξουσία των Τούρκων, οι οποίοι εγκαθίδρυσαν εκεί ένα καθεστώς δεσποτισμού και στρατιωτικής αναρχίας. Όταν εγώ πρωτοείδα την πόλη, το 1799, ο κ. Καρατζάς, δραγομάνος του βεζίρη του Μοριά και παλαιότερα αρχιδιερμηνέας της διπλωματικής αποστολής στο Βερολίνο, δεν έπαυε να καταφέρεται κατά της ασυδοσίας της τουρκικής πολιτοφυλακής σ’ αυτό το λιμάνι, λες κι ήταν το Αλγέρι σε μικρογραφία.

Μου διηγήθηκε με ποιο τρόπο, εδώ και λίγο καιρό, ένας Τούρκος καθισμένος ανακούρκουδα πάνω στο μόλο σκότωσε κάτω από τα μάτια του σχεδόν, έναν Υδραίο.

Οι λεπτομέρειες αυτής της δολοφονίας ήταν ανατριχιαστικές: ο χριστιανός ζύγιζε σιτάρι, όταν ο Γενίτσαρος τον πρόσταξε να πάει να του ανάψει τον ναργιλέ του. «Μόλις γεμίσω το σακί μου, αφέντη μου, είμαι στις προσταγές σου». Στα λόγια αυτά, ακούστηκε μια πιστολιά που έριξε νεκρό, πάνω στο κατάστρωμα της βάρκας το χριστιανό. «Τώρα γέμισε το σακί σου», λέει ο Τούρκος με ένα περιφρονητικό χαμόγελο. Οι σύντροφοι του φονιά κραυγάζουν άφεριμ, μπράβο, και με θριαμβευτική πομπή τον συνοδεύουν ως τον καταυλισμό τους, όπου τον ανακηρύσσουν εκδικητή των προνομίων του Ορτά.

Επιτρέψτε μου να μνημονεύσω εδώ τα ονόματα των συντρόφων μου της αιχμαλωσίας, τον Fornier de Montcazal, τον Calmet de Beauvoisins και τον πλοίαρχο Joie de la Ciotat, που μαζί τους αποβιβάστηκα στο Ναύπλιο. Την προσοχή μου τράβηξε αμέσως η φυσιογνωμία ενός τύπου σοφολογιότατου, με μακρύ μέχρι κάτω ένδυμα, με καπέλο στο κεφάλι του σαν κι αυτό του Δον Μπαζίλιο, και που μας τον σύστησαν ως υποπρόξενο της Αγγλίας. Αποφύγαμε να μπούμε στο χώρο του τελωνείου όπου βρισκόταν κι εκείνος, προτιμώντας να μείνουμε κάτω από τον καυτό ήλιο, παρά να πλησιάσουμε έναν άνθρωπο αποσπασμένο στην υπηρεσία του λόρδου Έλγιν και  πληρωμένον απ’ αυτόν.

Ένας Τούρκος μας έκανε μια χειρονομία για να μας δείξει ότι επρόκειτο να μας αποκεφαλίσουν, αλλά μια πέτρα που ο κ. Fornier του εκσφενδόνισε, πετυχαίνοντας το στόχο της, εξασφάλισε το θρίαμβό μας. «Μόνο ένας Γάλλος θα τα κατάφερνε τόσο καλά», φώναξαν μερικοί παλαίμαχοι Γενίτσαροι. «Σύντροφοι, ας τους δείξουμε σεβασμό, είναι οι γιολδάσηδές μας».

Ήταν για μας μια καλή αρχή, και η φήμη μας ως παλικάρια του Βοναπάρτη, δικαιωμένη χάρη στην εκσφενδόνιση μιας πέτρας, αποκατέστησε αμέσως την υπόληψή μας, κι έτσι βρεθήκαμε κάτω από την προστασία της φανταρίας. Η στιγμή όπου μας παρουσίασαν στον Κασάν Μπέη, τον κυβερνήτη του Ναυπλίου, στον· οποίο δεν θελήσαμε να κάνουμε αντικάμαρα, η συνάντησή μας με τον κ. Roussel, το Γάλλο πρόξενο που βρισκόταν σε κατ’ οίκον περιορισμό, η υποδοχή που ο ευγενέστατος γιατρός Sicinni μας επεφύλαξε, παραμένουν στην μνήμη μου ακόμη νωπά: ανάμεσά τους νιώθαμε σαν να ήμασταν στη Γαλλία.

Είχα την άδεια να κυκλοφορώ έξω, να χαίρομαι την ελευθερία μου και να παρατηρώ τα πάντα. Θα επαναλάβω, λοιπόν, τα όσα δημοσίευσα το 1805 σχετικά μ’ αυτό το φρούριο, στο οποίο τώρα όλα θα έχουν αλλάξει ή τουλάχιστον θα πρέπει ν’ αλλάξουν, αν εφαρμόστηκαν τα σχέδια του συνταγματάρχη Fabvier, του γενναιόψυχου υπερασπιστή των Ελλήνων.

  

Το Παλαμήδι, η ονομασία Νάπολι ντι Ρομάνια και το Μπούρτζι


 

Το Ναύπλιο και το Παλαμήδειον ή Παλαμήδι διατηρούν ακόμη τις ονομασίες που ήδη έφεραν στα πολύ παλιά χρόνια, αν κι οι Τούρκοι κι οι Φράγκοι χρησιμοποιούν περισσότερο τις ονομασίες  Ανάπλι  ή   Νάπολι ντι Ρομάνια.

Ακροναυπλία, η Πύλη των Τόρων

Οι διάσπαρτες επιγραφές πάνω σε μάρμαρα ή επιφάνειες του τείχους αποδεικνύουν ότι την πόλη κατείχαν πρώτα οι Έλληνες και κατόπιν οι Ρωμαίοι. Η σύγχρονη πόλη κείται στις υπώρειες του όρους Παλαμήδι, ενώ μερικά από τα σπίτια της ορθώνονται κλιμακωτά στη ρίζα αυτού του βουνού. Με την πρώτη κιόλας ματιά σε ξαφνιάζει η τόσο στρατηγική θέση αυτού του οχυρού, ιδιαίτερα όταν υψώνεις το βλέμμα σου προς την ακρόπολη, όπου τα σύννεφα καλύπτουν πολύ συχνά τις επάλξεις της. Έτσι, λοιπόν, οι κανονιές διαπερνούν τα σύννεφα και κατευθύνονται τόσο προς τον όρμο, όσο και προς το αγκυροβόλι και τα γειτονικά παράλια.

Καθώς προσορμίζει στο Ναύπλιο το καράβι, πριν προσεγγίσουμε στον ταρσανά, αφήνουμε στο αριστερό χέρι μας το φρούριο του Αγίου Θεοδώρου ή Μπούρτζι, κτισμένο πάνω σ’ έναν απομονωμένο σκόπελο. Επικρατεί η άποψη ότι μια διπλή οροσειρά που ξεκινούσε απ’ αυτό το βράχο, έκλεινε άλλοτε το εσωτερικό του λιμανιού.

Το πράγμα μου φαίνεται ωστόσο αμφίβολο, αν κι ο ίδιος ο Coronelli έχει σημειωμένη αυτή τη λεπτομέρεια στην απεικόνιση που μας έχει αφήσει. Το προαναφερόμενο καστράκι είναι κτισμένο πάνω σ’ ένα βράχο,  αγγίζοντας σχεδόν την επιφάνεια του νερού: απαρτίζεται από έναν καχεκτικό πύργο, με λιγοστά σπίτια προσκολλημένα στα τείχη του, και διαθέτει  ελάχιστες μόνο πολεμότρυπες. Το κάστρο συνεπώς αυτό δεν παρουσιάζει ιδιαίτερους κινδύνους για όσα καράβια θα τολμούσαν να το πλησιάσουν μετωπικά, αφού μόνο μια σειρά τηλεβόλων πλοίου θα ήταν αρκετή για να ισοπεδώσει τον πυργίσκο, εκείνο το τόσο αξιογέλαστο καύχημα των Τούρκων, και να το βουλιάξει στο βυθό της θάλασσας. Αφού περιπλεύσουμε το φρούριο του Αγίου Θεοδώρου, περνάμε κάτω από την κανονιοστοιχία των δώδεκα τριανταεξάρικων κανονιών που υπερασπίζονται την πούντα της ξηράς.

Σε μικρή απόσταση από εκεί, ρίχνουμε άγκυρα σ’ ένα λασπώδη βυθό, αποβιβαζόμαστε σε μια πλακόστρωτη αποβάθρα και βρισκόμαστε κιόλας μέσα στην πόλη. Οι δρόμοι μπροστά μας είναι πλατιοί, ωραίοι και με πολλή απλοχωριά για μια τούρκικη πόλη, αλλά θλιβεροί κι έρημοι.

Μετά από πεντακόσια ή εξακόσια βήματα, καθώς ανηφορίζουμε την κεντρική οδό, έκπληκτοι αντικρίζουμε ένα δεύτερο τείχος με μια πύλη και με πολεμίστρες, και στρέφοντας το βλέμμα μας προς το Παλαμήδι, βλέπουμε ότι έχει στα πλευρά του κανονιοστοιχίες, διατεταγμένες κλιμακωτά και κατά τέτοιο τρόπο ώστε να κατευθύνουν τους πυροβολισμούς τους τόσο προς τον όρμο, όσο και προς έναν αγκώνα της ακτής.

Εδώ, έχει ανοιχτεί μια στενή οδός μέσω της οποίας γίνεται η από ξηράς προσπέλαση στην κάτω πόλη. Κτισμένο στην ανατολική πλευρά του Αργολικού κόλπου, πάνω σε μια πολύ στενή γλώσσα, το Ναύπλιο εισχωρεί μέσα στη θάλασσα με κατεύθυνση από τα νοτιοανατολικά προς τα βορειοδυτικά. Ο ισθμός αυτής της μικρής χερσονήσου καταλαμβάνεται από έναν πανύψηλο και πολύ απόκρημνο βράχο, ο οποίος αφήνει μετά βίας ελεύθερη μια στενή δίοδο απ’ όπου γίνεται η προσπέλαση στην πόλη.

Πάνω σ’ αυτό το βράχο ορθώνεται το κάστρο του Παλαμηδίου. Ένα απομονωμένο ξεροβούνι προστατεύει την πλευρά της γλώσσας που είναι προσανατολισμένη προς τα δυτικά του κόλπου, ενώ πάνω στην κορυφή του υψώνεται το κάστρο, το λεγόμενο Ιτς–Καλέ, από το οποίο διακλαδίζονται τα τείχη διαμορφώνοντας τον περίβολο του Ναυπλίου. Ένα απ’ αυτά τα αντερείσματα κατευθύνεται προς τη θάλασσα πάνω σ’ έναν άξονα βορειοδυτικά – νοτιοανατολικά και κατόπιν σχηματίζει πάνω σ’ έναν άξονα δυτικοανατολικό δυο προμαχώνες, χωρισμένους μεταξύ τους με ένα μεταπύργιο, το οποίο είναι εφοδιασμένο με κανόνια. Σ’ όλο το μήκος του μεταπυργίου αναπτύσσεται μια τάφρος με νερό, σκαμμένη εγκαρσίως προς το πλάτος του προαναφερθέντος ισθμού. Η χερσαία πύλη έχει ανοιχτεί στη μέση ακριβώς αυτού  του μεταπυργίου.

Από το βορειοανατολικότερο προμαχώνα του Παλαμηδίου, οι πρόποδες του οποίου βρέχονται από τη θάλασσα, τα τείχη της πόλης ανεβαίνουν από τα νοτιοανατολικά προς τα βορειοδυτικά και προχωρούν προφυλάσσοντας μια κανονιοστοιχία από δώδεκα κανόνια, μοναδική προστασία του μυχού του λιμανιού.

Μετά από την κανονιοστοιχία αυτή, ο περίβολος του οχυρού περιορίζεται σ’ ένα απλό τείχος, χωρίς κλίση του εδάφους, καθόσον εντοπίζεται σ’ ένα πλάτωμα. Αυτός ο περίβολος προχωρεί προς το εσωτερικό της γλώσσας, αφήνοντας ελεύθερη μια μεγάλη επιφάνεια πάνω στην οποία είναι κτισμένο το εξωτερικό προάστιο, που βρίσκεται μ’ αυτό τον τρόπο εγκλωβισμένο ανάμεσα στην πόλη και τη θάλασσα, και δεν έχει άλλη διέξοδο παρά δυο πύλες που ανοίχτηκαν στο προαναφερόμενο τείχος. Το τείχος, οροθετώντας προς την πλευρά του όρμου το εξωτερικό προάστιο, διαθέτει άλλη μια κανονιοστοιχία με δεκαπέντε κανόνια. Από το σημείο αυτό, το τείχος, διαγράφοντας μερικούς ελιγμούς, προεκτείνεται προς την πλευρά  του κόλπου πάνω στο προαναφερθέν απομονωμένο ξεροβούνι και περικλείει ολόγυρα την πόλη καταλήγοντας στην ακρόπολη του Ιτς – Καλέ

Το τείχος της Αρβανιτιάς

Οι Βενετοί οχύρωσαν την κορωνίδα του Παλαμηδιού γύρω στο έτος 1687. Οι  Τούρκοι, κρίνοντας το Παλαμήδι ως τη λεωφόρο διαφυγής του Ναυπλίου, δεν επιτρέπουν σε κανένα χριστιανό την είσοδο σ’ αυτό. Το χρησιμοποιούν για ν’ αποθηκεύουν εκεί τόσο το μπαρούτι τους, όποτε βέβαια διαθέτουν, κάτι που δεν συμβαίνει πάντοτε, όσο και τα όπλα τους, όταν οι πασάδες δεν τα πωλούν στους Υδραίους καραβοκύρηδες.

Κατά τα άλλα πρόκειται για ένα απόρθητο σχεδόν καταφύγιο, με την προϋπόθεση ότι θα ήταν εφοδιασμένο με τις απαραίτητες προμήθειες. Έχοντας κατακόρυφους βράχους κι από τις τρεις πλευρές του, η πρόσβασή του γίνεται απευθείας μέσα από την πόλη ακολουθώντας ένα στεγασμένο και κατά τέτοιο τρόπο προφυλαγμένο μονοπάτι, ώστε η αποτελούμενη από κλιμακωτά επίπεδα θολωτή σκεπή του να επιτρέπει να μπαίνει φως, έτσι ώστε να φωτίζονται αρκετά οι σκάλες καθώς κι η ομαλή πλαγιά, την οποία η θολωτή εκείνη σκεπάζει και προστατεύει από κάθε είδους βλήματα.

Η ακρόπολη, όπου για ν’ ανέβει κανείς χρειάζεται παραπάνω από ένα τέταρτο της ώρας, έχει τη μορφή πενταγώνου με πέντε συμμετρικούς προμαχώνες, εφοδιασμένους με πυροβόλα στην κάθε πλευρά τους. Για τη στρατιωτική φρουρά υπάρχει ένα τζαμί, υπάρχουν καταυλισμοί καθώς και δεξαμενές για να διατηρούν το νερό.

Τις πληροφορίες αυτές μου τις παρείχε ο κ. Roussel,ο οποίος ζούσε πάνω από δέκα χρόνια στο Ναύπλιο, καθόσον όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εγώ βρισκόμουν, δεν μου άφηναν πολλά περιθώρια για περιπλανήσεις, που θα απέβαιναν ενδεχομένως ενδιαφέρουσες, αν κρίνω απ’ όσα ανέκδοτα, πιστεύω, σπαράγματα αρχαίων επιγραφών δημοσιεύω εδώ.

Το προσανατολισμένο προς τον Αργολικό κόλπο τμήμα της πόλης, διαθέτει μια φυσική οχύρωση από βράχους, πάνω στους οποίους ύψωσαν ένα γεροκτισμένο πέτρινο τείχος με επάλξεις και κανονιοστοιχίες, κατάλληλες να υπερασπίζουν τη γύρω περιοχή. 

Πάνω στα βενετικά οικοδομήματα, εκτός από το πανταχού παρόν λιοντάρι του Αγίου Μάρκου, επισημαίνουμε και ορισμένα αποφθέγματα που μας πληροφορούν για τα έργα των Προβλεπτών, τα μισοσβησμένα ονόματα των οποίων μετά βίας διακρίνονται. Κατά τον ίδιο τρόπο θα διακρίνονται, πριν καν περάσει ένας αιώνας, τα ομοίως και δικαίως ακρωτηριασμένα από τους Έλληνες ονόματα των Τούρκων. Διάβασα ονόματα όπως του Βαρβαρήγου, του Γριμάνη, αλλά και την ταπεινή παράκληση ενός άτυχου στρατιώτη, που μέσα από  το αγνοημένο, όπως και το όνομά του, μνήμα του, μας παρακαλεί να ικετεύσουμε την Παναγία ν’ αναπαύσει την ψυχή του.

Το κάστρο του Αγίου Θεοδώρου, τα δυο οχυρά στην εισόδου του λιμανιού, καθώς και το Παλαμήδι, διοικούνται από ικανό αριθμό δισδάρηδων ή τοποτηρητών, που πληρώνονται για να συντηρούν μια μόνιμη φρουρά τριάντα συνολικά ανδρών.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς αυτούς, η στρατιωτική δύναμη του φρουρίου θα έπρεπε να ανέρχεται σε εκατόν είκοσι άνδρες, επειδή όμως η τόσο ευγενείς  πυργοδεσπότες σκέφτονται πάνω απ’ όλα το δικό τους συμφέρουν, δεν διατηρούν συνήθως παρά μόνο δέκα στρατιώτες, πράγμα που περιορίζει τον αριθμό του τακτικού σώματος για τις ανάγκες τις υπηρεσίας σε σαράντα άνδρες, μια υπηρεσία που εκείνοι εκπληρώνουν όποτε δεν έχουν να θερίσουν το σιτάρι τους, να μαζέψουν τις ελιές τους, ή όταν δεν επινοούν να κλέψουν κανένα αρνί για να ικανοποιήσουν τη λαιμαργία τους.

Τ’ αφεντικά τους, που χρήζουν και τα ίδια κάποιας επιείκειας, τους συχωρούν κάτι τέτοια μικροαμαρτήματα, εκτός βέβαια κι αν αυτά σχετίζονται με τον πασά, στον οποίο αποδίδουν ένα μέρος των πλασματικών μισθών. Το ίδιο συμβαίνει και με τους τρεις υποτιθέμενους Ορτάδες των Γενίτσαρων που έχουν κι αυτοί τον αγά τους.

Θα έλεγες ότι το ευλογημένο αυτό Ναύπλιο είναι μια γη της Επαγγελίας, γιατί η κλοπή, οι δεισιδαιμονίες, ο εγκλεισμός των γυναικών, τα έκλυτα ήθη, η υπέρμετρη αυστηρότητα σ’ ότι αφορά τις σαρκικές αδυναμίες και η δημόσια αποδοχή της κάθε παρά φύσει ακολασίας, η βαρβαρότητα και η ανανδρία, έχουν γίνει εδώ θεσμός κι έχουν ανακηρυχτεί σε κυβερνητικές αρχές, προς δόξαν του Αλλάχ και του προφήτη του.

  

Συνάντηση με τον Μουφτή


 

Κατά κανόνα, η πόλη έχει έναν σαντζάκ – μπέη με δυο ουρές, έναν κατή που αγοράζει κάθε χρόνο χονδρικά από την Κωνσταντινούπολη το δικαίωμα να μεταπωλεί λιανικά στους Ναυπλιώτες τη δικαιοσύνη, καθώς κι ένα μουφτή ή μουσουλμάνο θεολόγο. Εκείνος που, την εποχή μου, έδινε χρησμούς ή  φετφά, τυφλώθηκε από την άκρατη οινοποσία. Θέλησε να με συμβουλευτεί με την ιδιότητά μου του φιλόσοφου γιατρού.

Όταν ο γιατρός Siccini με οδήγησε στο σπίτι του, μου είπε να περάσω μέσα στο χαρέμι του όπου μας ανέμενε η Εκλαμπρότης του. Γνώριζε, όπως και όλοι σχεδόν οι Τούρκοι, τις πιο εύχρηστες γαλλικές εκφράσεις και τις μεταχειρίσθηκε αφού με καλωσόρισε πρώτα στα ελληνικά.

Η σύζυγός του έδειχνε να έχει αρκετή οικειότητα με το φίλο μου Siccini, και μας δέχτηκε στο σπιτικό της καπνίζοντας ναργιλέ και πίνοντας μαζί μας καφέ. Πρόσεξα πως φορούσε ένα πελώριο δαχτυλίδι περασμένο στον αντίχειρά της, πως είχε βαμμένα κίτρινα τα νύχια της και την παλάμη των χεριών της, όπως άλλωστε κι οι υπόλοιπες γυναίκες του περίγυρού της.

Ο τυφλός μουφτής που είχε επιπλέον και πυρετό, που μίλησε πολύ για το Βολτέρο, για τον Βοναπάρτη, και με συγκίνησε προσφέροντάς μου ένα δώρο: τη στιγμή ακριβώς που σηκώναμε πανιά και βάζαμε πλώρη για την Κωνσταντινούπολη, μου έστειλε δυο αρνιά και δυο μεγάλα σταμνιά με κρασί. Ήταν η μοναδική φορά στη ζωή μου που έτυχε να συναντήσω ένα γενναιόδωρο Τούρκο, αλλά ταυτόχρονα και νοήμονα μουφτή, και να περιεργαστώ το εσωτερικό ενός χαρεμιού, μαζί με όλο τον εξοπλισμό του σε γυναίκες, ευνοούμενες και ευνούχους.

 

Ο πληθυσμός του Ναυπλίου


 

Το 1799, το κατοικούμενο από Τούρκους, Έλληνες, Αρμένιους και Εβραίους Ναύπλιο, εξακολουθούσε να αριθμεί εφτά χιλιάδες άτομα, ό,τι είχε δηλαδή απομείνει από έναν πληθυσμό εξήντα χιλιάδων ψυχών, που ήταν ο πληθυσμός του το 1715. Η δικαιοδοσία του σαντζακιού του, του περιλαμβάνοντος επίσης και την Τροιζηνία και την Ερμιονίδα είναι αρκετά περιορισμένη, λόγω των εδαφικών παραβιάσεων τόσο του βεζίρη της Τριπολιτσάς όσο και του Καπετάν Πασά αν κι ο τελευταίος δε στέλνει πλέον παρά σπανίως μόνο μερικές φρεγάτες, οι οποίες, μην μπορώντας να εισχωρήσουν στο λιμάνι είναι αναγκασμένες να πηγαίνουν ν’ αράζουν στην ακτή της Λέρνης, στους κοινώς λεγόμενους Μύλους.

  

Το Πορτ Τουλόν (Τολό)


  

Τα σκιερά λεμονοδάση και οι πορτοκαλεώνες της περιοχής του Πορτ Τουλόν, ενός μικρού λιμανιού τέσσερα ελληνικά μίλια από το Ναύπλιο, είναι ο συνηθισμένος περίπατος των χριστιανών. Μισή λεύγα έξω από την πόλη, πάνω σ’ αυτή την οδό, συναντάμε το χωριό Κατσίγκρι, και κοντά του επισημαίνουμε την εκκλησία του Αγίου Αδριανού.

Η εκκλησία αυτή έχει προφανώς υποκαταστήσει το ναό της Ήρας, την οποία και απεικόνιζαν μ’ ένα διάδημα περιτριγυρισμένο από τις Ώρες και τις Χάριτες, και  κρατώντας στο ένα χέρι της το συμβολικό ρόδι των μυστηρίων, καθώς κι ένα σκήπτρο μ’ ένα κούκο καθισμένο πάνω του.

Ήταν ξακουστό στην Ερμιονίδα το πουλί αυτό, χάρη σε μια από τις μεταμορφώσεις του Δία, γι’ αυτό και μια οροσειρά που καταλήγει στο ακρωτήριο Σκύλλαιον έφερε το όνομα του. Νομίζω ότι κάπως έτσι θα πρέπει να διαρθρώνεται αυτή η αρχαία τοποθεσία, ως προς την οποία  διαφωνούν ο Παυσανίας με τον Στράβωνα.

Αν θεωρήσουμε  ότι ο Αδριανός, από τον οποίο και πήρε το όνομα της η εκκλησία, διοχέτευσε  όλη τη γενναιοδωρία του προς χάριν της Ήρας, εύλογα συμπεραίνουμε ότι το όνομα αυτό, αφού προηγουμένως υιοθετήθηκε από τους πρώτους χριστιανούς, χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια ως προσδιοριστικό αυτού του οικοδομήματος, όταν οι τελευταίοι το μετέτρεψαν σε εκκλησία.

Πολύ παλαιότερα, οι Αργείοι είχαν ήδη κατεδαφίσει τις περισσότερες από τις ακροπόλεις σ’ αυτά τα μέρη, καθώς και την Πρόσυμνα, την οποία όλοι ομόφωνα εντοπίζουν στο Πορτ Τουλόν, αποκαλούμενο από τους χωρικούς Αυλών. Στη θέση αυτής της ακρόπολης βρίσκεται σήμερα το χωριό Τζαφέραγα (Ασίνη) όπου και διακρίνουμε έναν πύργο, σε μικρή απόσταση από έναν αρχαιότατο περίβολο.

Το λιμάνι, κοντά στο οποίο συναντάμε κήπους με οπωροφόρα δέντρα, εμφανίζει βάθος δώδεκα ως δεκαπέντε οργιών σ’ όλα σχεδόν τα σημεία του, ενώ η είσοδός του προφυλάσσεται από ένα νησάκι, το λεγόμενο Μακρονήσι,  όπου βρίσκει κανείς γλυκό νερό.

Αν από το σημείο αυτό επιστρέψουμε στο Ναύπλιο μέσα από τα βουνά, θα φτάσουμε στον Καραθώνα, την πιθανολογούμενη αρχαία Ειώνη, ένα αγκυροβόλι που οι ναυτικοί το προτιμούν από το Τολό λόγω της γειτνίασής του με το Ναύπλιο, αν κι αναγκάζονται να ρίχνουν άγκυρα στ’ ανοιχτά.

Παραθέσαμε αυτό το διπλό οδοιπορικό, επειδή κρίναμε ότι ήταν απαραίτητο να περιλάβουμε στην περιγραφή μας τα βουνά εκείνα που προστατεύουν σαν περιτείχισμα το Ναύπλιο, και κατόπιν να προβούμε στη σκιαγράφηση της Τροιζηνίας και της Επιδαυρίας, μέσω της οποίας θα επανέλθουμε στην Ερμιονίδα. 

 

Πηγές 


  • Pouqueville, Francois Charles Hugues, «Voyage dans la Grece», Paris : Chez Firmin Didot, Pere et Fils,1822.
  • Φραγκίσκου  Πουκεβίλ, «Ταξίδι στην Ελλάδα / Πελοπόννησος», Εκδόσεις Τολίδη, Αθήνα, 1997. 

 

Διαβάστε ακόμη: 

 

Read Full Post »

Προβλήματα τάξης και ασφάλειας στο Ναύπλιο κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Αργολίδα*

 


  

E. Peytier, ο Ιμπραήμ στο λιμάνι του Ναυαρίνου, 1828.

Η ταχύτατη προέλαση  των αιγυπτιακών στρατευμάτων προς το κέντρο του Μοριά και η άνετη είσοδός τους στην Τριπολιτσά τις πρωινές ώρες της 11ης Ιουνίου έσπειρε τον πανικό σε κυβέρνηση και λαό. Οι Έλληνες τυφλωμένοι από τα πολιτικά τους πάθη επέτρεψαν την άνετη αποβίβαση το Ιμπραήμ στη Μεσσηνία, ο οποίος, μετά τη διερεύνηση του προγεφυρώματός του, άρχισε να κινείται προς το κέντρο του Μοριά. Η αντιμετώπιση του κινδύνου εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης δεν ήταν εκείνη που επέβαλλαν οι περιστάσεις και η εκστρατεία του Κουντουριώτη θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί κωμωδία, αν δεν είχε τόσο τραγικές συνέπειες.

Η λέξη «στραβαραπάδες» ήταν δηλωτική της ελληνικής επιπολαιότητας. Η απελπισμένη θυσία του εκ των πρωτεργατών του εθνικού διχασμού Γρηγορίου Δικαίου στο Μανιάκι  και η αδυναμία του Κολοκοτρώνη να αναστείλει την αιγυπτιακή προέλαση στην Τραμπάλα έσπειραν τον πανικό σε όλους. Έτσι ανενόχλητος, μετά από δύο μέρες, ο Αιγύπτιος ηγέτης μπήκε στην Τριπολιτσά τα ξημερώματα της 11ης Ιουνίου 1825, βρίσκοντάς την σχεδόν ανέπαφη και καλά εφοδιασμένη. Χωρίς να χάσει καιρό, τις πρωινές ώρες της 13ης Ιουνίου βρέθηκε μπροστά στους Μύλους. Η ευνοϊκή για τα ελληνικά όπλα κατάληξή της ομώνυμης μάχης την ίδια ημέρα διασκέδασε βέβαια το μύθο του αήττητου του στρατεύματος του Ιμπραήμ, όμως η εμφάνιση του αιγυπτιακού πεζικού στην Τύρινθα το πρωινό της 15ης  του ιδίου μήνα και του αντίστοιχου ιππικού στην Άρεια, καθώς και η ολιγόωρη διακοπή της ύδρευσης της πόλης, έδωσαν το ακριβές μέτρο του κινδύνου.

Τέλος η χωρίς προβλήματα επιστροφή την επομένη των εισβολέων στην Αρκαδία, μετά τη δήωση και την πυρπόληση του Άργους και των Μύλων του, μπορεί να προσέφερε στην ελληνική κυβέρνηση μικρό διάλειμμα ανακούφισης, την έθετε όμως μπροστά σε προβλήματα που έπρεπε να λύσει σε ελάχιστο χρόνο.

Η κατάσταση στην πόλη πριν τη προσέγγιση του Ιμπραήμ στην Αργολίδα χαρακτηριζόταν από μία χωρίς όρια αδιαφορία για τα πάντα [1]. Οι διορισμένοι αρχηγοί, γράφει ο Μακρυγιάννης, «… όσο ήταν ο Μπραΐμης στο Νιόκαστρο έκαναν τις στρατολογίες τους εις τα σπίτια των κατοίκων και πολεμούσαν με τις κότες και τα κρασιά. Τώρα που βγήκε ο Μπραΐμης έξω, τραβιούνται κατ’ τ’ Ανάπλι. Εκεί είναι τα καζίνα και τα μπιλιάρδα»[2].

Ανάλογα γράφει και ο Samuel How για χασομέρηδες καπεταναίους με χρυσοκέντητες φορεσιές και 2 – 3 νεαρούς τσιμπουκτσήδες ο καθένας. Ενώ η πατρίδα δοκίμαζε το μέγιστο κίνδυνο, οι διασκεδάσεις έδιναν και έπαιρναν.

Αναφορές περιπόλων της Αστυνομίας περιγράφουν ολονύκτιες διασκεδάσεις «με θυμελικά όργανα» στα καφενεία και τα σπίτια της πόλης. Η παρουσία όμως του Ιμπραήμ στην Αργολίδα κατέδειξε και της συνέπειες της εγκατάλειψης της πρωτεύουσας, οπού καμία αμυντική προετοιμασία δεν είχε γίνει από την απελευθέρωσή της και μετά.

Γενικά τα προβλήματα της πόλης θα μπορούσαν να εντοπισθούν: (α) Στην έλλειψη των αναγκαίων μέσων αμύνης. Οι οχυρώσεις είχαν ανάγκη άμεσης επισκευής, τα πυροβόλα είχαν ανάγκη υποστατών, υπήρχε σοβαρή έλλειψη πυρίτιδας, ενώ είχαν χαθεί τα κλειδιά των αποθηκών των φρουρίων. (β) Στη συγκέντρωση μεγάλου αριθμού προσφύγων αλλά και ατάκτων, κυρίως Ρουμελιωτών που ζητούσαν τους μισθούς τους, και (γ) Στην έλλειψη τροφίμων, εφοδίων και νερού. Οι δύο δεξαμενές ήταν άδειες, ενώ τα λιγοστά πηγάδια ακάθαρτα.

Στον τομέα της τάξης και ασφάλειας της πόλης τα προβλήματα ήσαν πολλά και θα μπορούσαν να συνοψισθούν στα ακόλουθα:

Από πλευράς «ασφάλειας» η αντιμετώπιση των εξωτερικών και εσωτερικών κινδύνων και συγκεκριμένα ο εντοπισμός και εξάρθρωση κατασκοπευτικών ενεργειών του εχθρού, η αντιμετώπιση ενδεχομένης προδοσίας (τη στιγμή μάλιστα που οι φήμες οργίαζαν θέλοντας περισσότερο τον Κωλέτη και λιγότερο τον Μαυροκορδάτο έτοιμους να παραδώσουν την πόλη στο Ιμπραήμ), η συγκέντρωση και ο έλεγχος πληροφοριών για τις κινήσεις του εχθρού και τέλος η αντιμετώπιση υπονομευτικών ενεργειών κατά της εσωτερικής καταστατικής τάξης.

Από πλευράς «τάξης» τα προβλήματα εντοπίζονταν στην παρουσία στιφών ατάκτων στην πόλη και την ευρύτερη περιοχή της και στη συγκέντρωση εντός και εκτός της πόλης, δηλαδή στο προάστιο του  Αιγιαλού και παρά την πόρτα της Στεριάς, πλήθους προσφύγων. Η συμπεριφορά των ατάκτων ήταν κάτι περισσότερο από προκλητική, ενώ η συγκέντρωση των προσφύγων δημιουργούσε προβλήματα στέγασης, διατροφής και υγιεινής. Η αποσυμφόρηση της πόλης από τα πλήθη αυτά υπήρξε το κύριο πρόβλημα αλλά και φροντίδα της κυβέρνησης και των αστυνομικών αρχών, πλην όμως η έλλειψη πολιτικής βούλησης και οι κάθε λογής παρεμβάσεις δεν επέτρεψαν να αντιμετωπισθεί αποφασιστικά. Τα καφενεία αλλά και τα άλλα εργαστήρια (καταστήματα) που διέθεταν οινοπνευματώδη ποτά ήσαν μία ακόμη πηγή αταξίας.

 

Πρός τό έξοχον Υπουργείον της Αστυνομίας

Είς τήν επιστάτησίν μου τήν απερασμένην νύκτα, ως αρχηγός της πατούλιας, ηκολούθησαν τα κάτωθεν:

α. Ένα πικέτο τακτικοί επεριφέρονταν όλην την νύκτα.

β. Ό καφενές του Χ(ατζή) Χρήστου, άριθ. 135, όχι μόνον την νύκτα είχεν ανοικτόν και έχων διαφόρους στρατιώτας μέσα ετραγουδούσαν πίνοντες αδιακόπως ρακιά και κρασιά. Προστάζω τον καφετζήν να σφαλίσει και να διώξη αυτούς, διά να μην ακολουθήσουν τίποτες, αυτός μάλιστα εσυχώρεσε όπου να παίζουν και παιχνίδια. Ξαναπερνώντας μετ’ ολίγον και ακούων τα παιχνίδια απόρησα διά τήν τόλμην των. Λέγω λοιπόν του καφφετζή «αυτό σέ είπα να κάμης ή το έκαμες διά γινάτι μου;». Άρχισαν οι στρατιώτες να μας περιπαίζουν και να μας υβρίζουν.

Ίδού τι επροξένησε η απείθεια του αυτού καφφετζή και αν ήθελον δώσω ακρόασιν εις τά λόγια των στρατιωτών ήθελε γίνει μεγάλον κακόν.

Παρακαλώ λοιπόν να παιδευθή προς σωφρονισμόν του και προς παράδειγμα των άλλων και με το σέβας υποφαίνομαι.

 Ναύπλιον τη 25 Μαΐου 1825

Ο Υπαστυνόμος

Σ. Μεταξάς Λευκάδιος

 (ΓΑΚ, Υπουργείο Αστυνομίας, φάκελος 24)

 

Οι συμπλοκές, οι τραυματισμοί, οι κλοπές και οι διαρρήξεις ήσαν στην ημερήσια διάταξη, χωρίς να λείπουν και τα εγκλήματα κατά των ηθών. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο έλεγχος της αγοράς ήταν χωρίς άλλο αναγκαίος, αν και σοβαρά κρούσματα αισχροκέρδειας δε φαίνεται να σημειώθηκαν. Τέλος ένα σημαντικό πρόβλημα τάξης, αλλά και υγιεινής, προήρχετο από τη συγκέντρωση Οθωμανών και Αράβων αιχμαλώτων, ενώ προς το φθινόπωρο του 1825 άρχισαν να εμφανίζονται περιπτώσεις πυρκαγιών.

Τα σοβαρά αυτά προβλήματα εκαλείτο να αντιμετωπίσει μια ακέφαλη κυβέρνηση, αφού ο Πρόεδρός της, παρά της αγωνιώδεις εκκλήσεις, παρέμενε στην Ύδρα. Την έλλειψη ορθολογικής και τελεσφόρου οργανωτικής διάρθρωσης επέτειναν οι φιλοδοξίες, οι αντιζηλίες, τα αβυσσαλέα κομματικά πάθη και οι έριδες των μελών της, κυρίως των Ι. Κωλέτη και Α. Μαυροκορδάτου, ενώ την ίδια στιγμή ο Γάλλος στρατηγός Roche, διανέμων ωρολόγια και πιστόλια, προπαγάνδιζε τη γαλλική προστασία και την υποψηφιότητα του Δούκα του Nemours για τον ελληνικό θρόνο [3]. Την τελευταία στιγμή μικρή καταστατική παρέκκλιση του Βουλευτικού επέτρεψε την ανάπτυξη κάποιων πρωτοβουλιών, αν και στην περίπτωση αυτή, αντί οι ευθύνες να ανατεθούν σε συγκεκριμένα άξια πρόσωπα, ανετέθησαν για λόγους κομματικών ισορροπιών στο πλέον απρόσφορο σχήμα, σε επιτροπές.

Η πλέον επιτυχής επιλογή υπήρξε η ανάθεση της ασφάλειας της πόλης και του φρουρίου στον ένα από τους Υπουργούς Πολέμου, τον Αντρέα Μεταξά, ο οποίος τις μέρες εκείνες περιεβλήθη σχεδόν με δικτατορικές εξουσίες.

Ναύπλιο, η περιοχή της Χουρμαδιάς και το Μπούρτζι, E. Peytier

Στο χώρο που μας ενδιαφέρει, της τάξης και ασφάλειας της πόλης, Υπουργός Αστυνομίας ήταν ο Δημήτριος Δεσύλλας, ο οποίος παρέλαβε  το Υπουργείο στις αρχές Μαρτίου 1825 από το Γρηγόριο Δίκαιο, και Γενικός Αστυνόμος ο Κυριάκος Μώραλης  με δύο Υπαστυνόμους, οι οποίοι εκτός τα άλλα καθήκοντα είχαν επιφορτισθεί με τη διευθέτηση των καλυμμάτων και την εποπτεία της φυλακής. Η Εκτελεστική δύναμη της Γενικής Αστυνομίας, δέκα περίπου στρατιώτες υπό ένα Δέκαρχο, ήσαν ανεπαρκής για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των προβλημάτων.

Τα προβλήματα αυτά της Αστυνομίας καθιστούσε οξύτερα η επί μήνες αδυναμία καταβολής των μισθών του προσωπικού της. Στο χώρο αρμοδιότητας όμως της Αστυνομίας επενέβαιναν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ο Φρούραρχος, ο Πολιτάρχης με τους στρατιώτες του (ένα είδος Χωροφυλακής), ο Λιμενάρχης – Υγειονόμος και οι Πυλωροί. Οι παρεμβάσεις και η σύγχυση αρμοδιοτήτων ήταν φαινόμενα καθημερινά και αιτίες προστριβών. Συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες προτάσεις του Γενικού Αστυνόμου υπό ημερομηνία 27 Μαΐου 1825 προς το Υπουργείο της Αστυνομίας δεν υιοθετήθηκαν με αποτέλεσμα η σύγχυση να επιτείνεται.

Κατά την ανάληψη της γενικής ευθύνης της ασφάλειας της πόλης και του φρουρίου από τον Ανδρέα Μεταξά τοποθετήθηκε ως «συμπράκτωρ» του Γενικού Αστυνόμου ο Νικόλαος Γερακάρης, ενώ ως Αστυνομικός Επιστάτης στο προάστιο του Αιγιαλού ο επί φρουραρχίας Πάνου Κολοκοτρώνη Αστυνόμος Ναυπλίου Γεώργιος Κοτζάκης. Το σχήμα βέβαια αυτό δεν λειτούργησε αρμονικά, όπως φαίνεται από μεταγενέστερες επισημάνσεις του Υπουργού της Αστυνομίας. Ευτυχώς όμως προς το τρίτο 10ήμερο του Ιουνίου τα πράγματα επανήλθαν στην προηγούμενη οργανωτική τους διάρθρωση. Επίσης προβλήματα δυσλειτουργίας δημιούργησε η διοικητική υπαγωγή των πυλωρών απευθείας στο Υπουργείο Αστυνομίας, καθώς και η έλλειψη συνεργασίας τους με τη στρατιωτική φρουρά των πυλών της Ξηράς και της Θάλασσας. Τέλος έλλειψη συνεργασίας υπήρχε και μεταξύ των ιδίων των αστυνομικών υπαλλήλων και κυρίως μεταξύ του Γενικού Αστυνόμου και του Υπαστυνόμου – καταλυματία.

  

 Περίοδος Γ’   Άριθ. 1305

Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος

Το Υπουργείον της Αστυνομίας

Της της Σεβαστόν Εκτελεστικόν Σώμα

Κάποιος αξιωματικός των πεζικών τακτικών, επειδή ο φύλαξ των πυλών δεν άφινε, ώς διετάχθη, γυναίκας τινάς να εισέλθωσι, αυτός ο αξιωματικός εναντίον των Σεβ. Διαταγών της Διοικήσεως και των  καθηκόντων του έμβασεν αυτάς με βίαν. Τοιούτον παράδειγμα μάλιστα  είς τοιαύτας περιστάσεις πρέπει εξάπαντος να λάβη αναπόφευκτον της ποινήν  προς επιδιόρθωσιν δία να συσταλούν του λοιπού οί τοιούτοι κακοήθεις και περί τούτου το Υπουργείον είναι γνώμης  ο μέν αυθαδιάσας αξιωματικός τακτικός να εμποδισθή διά τινας ημέρας είς την οικίαν του, αί της γυναίκες αμέσως να αποβληθώσι του φρουρίου, επειδή αν παραβλέψωμεν τα πρώτα ως μικρά, τα δεύτερα, τα τρίτα θέλουν καταντήσει μέγιστα και ή, την οποίαν η Σεβαστή Διοίκησις επιθυμεί να εισάξη, ευταξία θέλει καταντήση είς μεγίστην αταξίαν  με την παραμικράν παράβλεψιν.

Καθυποβάλλεται δε υπό την απόφασιν της Εκτελεστικού Σώματος διά να διαταχθώσι τα δέοντα.

Της 12 Ιουνίου 1825 έν Ναυπλίω

Ο Υπουργός της Αστυνομίας

Δημήτριος Δεσύλλας

                     Ο Γενικός Γραμματεύς

                        Στ. Α. Βαλιάνος(;) 

(ΓΑΚ, Εκτελεστικό, φάκελος 96)

 

Ειδικότερα τα προβλήματα ασφάλειας (κατασκοπεία, ενδεχόμενο προδοσίας, υπονόμευση καταστατικής τάξης) αντιμετωπίσθηκαν κατά κύριο λόγο με τον έλεγχο των εισερχομένων  και εξερχομένων, ο οποίος συνίστατο αφενός στη διενέργεια προφορικής (και σε περίπτωση υπονοιών έγγραφης) εξέτασης και αφετέρου στον έλεγχο των επιστολών. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που ο έλεγχος των επιστολών οδήγησε σε συλλήψεις ή και σε επεισόδια. Ανάμεσα σε εκείνους που υπέστησαν τη διαδικασία αυτή υπήρξε και ο Υπουργός του Δικαίου Ι. Θεοτόκης[4], ο οποίος συνελήφθη και εφυλακίσθη στο επιθαλάσσιο φρούριο με την κατηγορία  της υπονόμευσης  του έθνους (συμμετοχή στη γαλλική φατρία).

Την ίδια περίοδο κατηγορίες εναντίον εμπόρων της πόλης (Γ. Ορφανίδη, κ.α) ως κατασκόπων του Μεχμέτ Άλη οδήγησαν σε νέες συλλήψεις και έρευνες στο Ναύπλιο και τη Σύρο, αν και οι τελευταίες δεν κατέληξαν σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα [5]. Επίσης τόσο η Γενική Αστυνομία όσο και οι πυλωροί προέβαιναν στη συγκέντρωση και τον έλεγχο πληροφοριών – στρατιωτικών αλλά και οικονομικών – αναγκαίων για την επιβίωση του έθνους. Ο έλεγχος αυτός ήταν απόλυτα αναγκαίος αφού το επιτελείο του Ιμπραήμ κατεγίνετο συστηματικά στη διασπορά κατασκευασμένων ειδήσεων. Τέλος έπρεπε να εξετάζονται καθημερινές κατηγορίες για κινήσεις Τούρκων κατασκόπων αλλά και δραστηριότητες τουρκολατρών.

Στον τομέα της τάξης το σημαντικότερο πρόβλημα υπήρξε η συγκέντρωση των ατάκτων και των προσφύγων στη πόλη, στο προάστιο του Αιγιαλού και έξω από την πύλη της Ξηράς.

Ήδη από τις αρχές του Μαΐου το Εκτελεστικό μετά από πρόταση του Υπουργείου της Αστυνομίας ενέκρινε την απομάκρυνση των «ανωφελώς παραμενόντων» στρατιωτικών στην πόλη και των εξαναγκασμό τους σε εκστρατεία, χωρίς όμως απ’ ότι φαίνεται αποτέλεσμα. Ο συνωστισμός κορυφώθηκε τις ημέρες παραμονής του Ιμπραήμ στην Αργολίδα και ήταν τέτοιος, ώστε απεδόθησαν σ’ αυτόν έως και εκπυρσοκροτήσεις όπλων.

Οι προσπάθειες εκκένωσης, οι οποίες αρχικά εστιάσθηκαν μόνο στις ενδεείς οικογένειες, δεν επέτυχαν. Και όχι μόνον αυτό αλλά συνεχίσθηκε η παράνομη είσοδος αμάχων και λιποτακτών ατάκτων. Τελικά οι προσπάθειες αποσυμφόρησης κατευθύνθηκαν σε οικογένειες, οι οποίες δεν είχαν τροφές τουλάχιστον για έξι μήνες, στις οποίες η κυβέρνηση διέθετε πλοία για την αναχώρησή τους και ανά ένα κιλό κριθάρι, αλλά και αυτές οι προσπάθειες δεν ευοδώθηκαν. Στα μέσα μάλιστα του Ιουλίου το Ναύπλιο κινδύνευε να «βουλίσει από το πλήθος των εισερχομένων» και ο Γενικός Αστυνόμος εντοπίζει  στην πόλη «όλους τους μπερμπάντηδες και σουρτούκηδες του Άργους και της Τριπολιτσάς».

Τέλος σε αναφορές του Υπαστυνόμου – καταλυματία στις 5 και 22 Αυγούστου περιγράφεται με τα μελανότερα χρώματα η κατάσταση και αποδίδονται ευθέως ευθύνες για τον πρωτοφανή συνωστισμό στις παρεμβάσεις πολιτικών και διοικητικών παραγόντων. 

 

Προς το έξοχον Υπουργείον της Αστυνομίας

Αναγκάζομαι να αναφερθώ καί να ιδοποιήσω το έξοχον τούτο Υπουργείον την πολυάριθμον ψυχάς είς όλα τα εθνικά οσπήτια ώστε όπου κατ’ ουδένα τρόπον δεν ημπορώ να οικονομήσω τινά αλλ’ ούτε καμμία διαταγή ημπορώ να ενεργήσω.

Αγκαλά και να ευρίσκωνται είς το παραμικρόν οσπήτιον τουλάχιστον 20 και 30 ψυχαί, μ’ όλον τούτο ήθελα προσπαθώ με πολύν μου κόπον να κάμνω κάθε οικονομίαν, δηλαδή όθεν δεν είναι σημαντικά υποκείμενα, και υποκείμενον όπου δεν… ζούν κανέν υπούργημα να ημπορώ να τους ευγάζω και τότε βέβαια ήθελε οικονομήσω τόσον σημαντικά και άξια υποκείμενα ήθελε βιάζονται αύται αί φαμίλιαι ν’ αναχωρούν από ένδον του φρουρίου.

Αλλά τι να κάνω, πώς να ενεργήσω τάς διαταγάς, πώς να οικονομήσω τους υπαλλήλους Υπουργού της Διοικήσεως; Διατάττομαι να αδειάσω πότε ολόκληρον, όπου κάθονται μέσα 150 και 200 ψυχαίς έν ταυτώ και δύω τρείς παραστάτες, πρώτον που θα μετοικήσουν οι παραστάται και δεύτερον τι θα γίνουν αύται αί ταλαίπωροι και δυστυχισμέναι φαμίλιαι; μέλλει να μείνουν είς τον δρόμον και να αποθάνουν χωρίς άλλο; Διατάττομαι κάθε στιγμήν να εύρω κονάκι διά βουλευτάς, διά Υπουργούς, διά γραμματικούς, διά καπιταναίους, διά στρατιώτες, διά τον πολιτάρχην, τους αξιωματικούς τακτικού, διά γραμματοκομιστάς, διά τους παππάδες, διά τους αιχμαλώτους, διά τον Δερβίσι Εφέντη, διά φαμιλίας υπερασπιζομένας από βουλευτάς και εκτελεστάς, αλλά πού είναι αυτά τα σπίτια; Μέσα είς το φρούριον δεν τα βλέπω.

Η αρίθμησις των οσπιτίων είναι 338 πόρτες, όπου μ’ όλον ημπορεί να είναι 200 οσπίτια. Πόσα λοιπόν βαστά η Διοίκησης με τους υπαλλήλους υπουργούς της, πόσα επουλήθησαν, πόσα ενοικιάσθησαν με το να έχουν υποκάτω εργαστήρια και πόσα είναι ακατοίκητα, άς συμπεράνη το έξοχον Υπουργείον, τι απέγινε κανένα χάλασμα, κανένα χαμάμι, όπου όλα αυτά δεν είναι ούτε 50  παρατηρήσατε όπου ευρίσκονται εδώ μέσα υπέρ τάς 20 χιλιάδες ψυχάς που κάθονται και που πλαγιάζουν, κάθε ψυχή ανθρώπινη θέλει απορήσει, εγώ ο ίδιος όπου καθημερινώς περιφέρομαι είς όλα τα οσπίτια, θαυμάζω πώς υποφέρνουν 30 και 40 ψυχαί μέσα είς ένα ονδά, τα κατώγια γιομάτα, οι σάλες γιομάτες ώστε όπου και επάνω είς κεραμίδια μερικών οσπητίων κοιμούνται.

Το έξοχον Υπουργείον άς σκεφθή καλώς την ταπεινήν μου και παρακαλώ του λοιπού να μην με διατάττει να βάζω ταίς ταλαίπωρες ψυχαίς, διότι η ψυχή μου και το συνειδόν μου δεν το βαστά. Μά πάλιν, αγαπάτε, άς μου δοθούν 10 στρατιώται και άς μου δοθή η πληρεξουσιότης και υπόσχομαι είς 10 ημέρας να αδειάσω όλα τα εθνικά οσπήτια, όμως να μην ήθελε υπερασπισθή καμία από αυτάς τάς φαμιλίας από βουλευτάς, εκτελεστάς και Υπουργούς, ως είναι γνωστά της εξοχότητος έν ταυτώ υποφαίνομαι με όλον το βαθύτατον σέβας.

 Ναύπλιον τη 5 Αυγούστου 1825

Ο Υπαστυνόμος και Γ. Καταλυματίας

Σπυρίδων Μεταξάς Λευκάδιος

(ΓΑΚ, Υπουργείο Αστυνομίας, φάκελος 31)

 

Αναμφίβολα καταβάλλονται σύντονες προσπάθειες για τον έλεγχο των εισερχομένων και εξερχομένων από τις δύο πύλες της πόλης, όμως αυτές προσκρούουν στην αδυναμία συνεργασίας των πυλωρών του Υπουργείου της Αστυνομίας με την στρατιωτική φρουρά και στις παρεμβάσεις των στρατιωτικών και πολιτικών. Οι σχετικές αναφορές του πυλωρού Δ. Χοϊδά είναι αρκούντως αποκαλυπτικές. Παράλληλα διατάχθηκε ο Υπαστυνόμος των Μύλων να απαγορεύει το διάπλου προς Ναύπλιο χωρίς κυβερνητική άδεια.

Κύρια πηγή αταξιών αποτελούν οι συγκεντρωμένοι  άτακτοι και κυρίως οι Ρουμελιώτες και οι Κρανιδιώτες, στην έπαρση τον οποίων συμβάλλει η προστασία των Κωλέτη και Κουντουριώτη αντίστοιχα. Οι καθημερινές προκλήσεις των κατά των τακτικών αλλά και των άλλων πολιτών καταλήγουν σε συμπλοκές, τραυματισμούς, κ.ά. Εστία αυτών των ταραχών είναι το προάστιο του Αιγιαλού, όπου συγκεντρώνονται  ναυτικοί  και μεταπράτες  από όλη την Ελλάδα. Δε λείπουν βέβαια και οι αρπαγές, οι διαρρήξεις, οι κλοπές, κ.ά. εγκληματικές πράξεις, ενώ η έλλειψη συνεχούς αστυνομικής παρουσίας επιδεινώνει τα πράγματα.

Άλλη πηγή για την τάξη στην πόλη αλλά και στον Αιγιαλό είναι τα καφενεία και τα διάφορα εργαστήρια. Στις 19 Ιουνίου, η Γενική Αστυνομία αναφέρει ότι «…εμπόδισε όλα τα είδη των πνευματικών ποτών από το να πουλούνται εκτός του οίνου. Ωσαύτως και κάθε είδος παιγνιδίων και όσα άλλα γλυκαντικά, καθώς και όλα τα βουτυροζυμωτά, ως βλαπτικά είς την υγείαν».

Δύο μέρες αργότερα θα διατάξει την απομάκρυνση όλων των ποτών από τον Αιγιαλό «… διά να μη μεθύουν οι στρατιώται και κάμνουσι καταχρήσεις…». Η χαρτοπαιξία τέλος είναι ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα, αφού και αυτά τα μπακάλικα μετατράπησαν σε «εργαστήρια των χαρτιών». Σε αναφορά της προς το προϊστάμενό της Υπουργείο η Γενική Αστυνομία ζητά να απαγορευθούν τα χαρτιά «και όσα άλλα παιχνίδια ταραχοποιά διά να μη ευρίσκουν και οι στρατιώται εις ταύτα το καταφύγιον της αμελείας και αδιαφορίας από του χρέους των».

 

Γαλατάς. Ελαιογραφία σε μουσαμά, Νικηφόρος Λύτρας, 1895.

 

Αν και υπήρξε σχετική απαγόρευση, το πάθος της χαρτοπαιξίας ήταν τέτοιο, ώστε προξενούσε δυσχέρειες και στην εκγύμναση των τακτικών. Από τα καφενεία της πόλης δεν έλειπαν βέβαια και τα μπιλιάρδα, που προσέφεραν ιδιαίτερες συγκινήσεις στους λάτρεις τους. Η συγκέντρωση πλήθους ατάκτων και προσφύγων και η εξ αυτών συσσώρευση ακαθαρσιών σε συνδυασμό με τη στενότητα του χώρου, την έλλειψη αποχετεύσεων και κοινοχρήστων εγκαταστάσεων υγιεινής εγκυμονούν κινδύνους επιδημιών.

Στις 21 Ιουνίου η Γενική Αστυνομία αναφέρει ότι ήδη άρχισαν γαστροχολερικές ασθένειες, ενώ στις 14 Ιουλίου επανέρχεται τονίζοντας ότι άρχισαν με δριμύτητα οι θάνατοι και επισημαίνοντας ότι η πόλη θα γίνει τάφος ιατρών και ιατρευομένων. Την ήδη επιβαρυμένη κατάσταση υγιεινής επέτεινε και η έλλειψη ύδατος, αφού όλο το νερό του υδραγωγείου της Άρειας διοχετευόταν στις δύο στέρνες. Μόλις στις αρχές του Ιουλίου θα αφεθεί κάποια ποσότητα για τις βρύσες. Έτσι υπό την απειλή της δίψας συχνά τα συγκεντρωμένα πλήθη σπάζουν τους σωλήνες των υδραγωγείων της Άρειας και της Γλυκιάς, απειλώντας μάλιστα και τη διατεταγμένη για τη φρούρησή τους δύναμη. Τέλος την οζώδη αυτή κατάσταση ολοκληρώνουν οι συγκεντρωμένη στην αυλή του Αγίου Γεωργίου Άραβες αιχμάλωτοι, οι ψείρες των οποίων, σύμφωνα με αναφορά των Επιτρόπων, κινδυνεύουν να ανέβουν στους τοίχους του ναού!

Οι Άραβες μα και οι άλλοι Οθωμανοί αιχμάλωτοι συνιστούν ένα άλλο σημαντικό πρόβλημα, γιατί περιφέρονται ελεύθεροι και ο κίνδυνος απόδρασης και μετάβασής τους στο εχθρικό στρατόπεδο είναι άμεσος. Εκτός όμως αυτού αποτελούν στόχο αντεκδικήσεων σε περιπτώσεις εθνικών ατυχιών, κίνδυνο μετάδοσης ασθενειών, μιας και πολλοί είναι άρρωστοι αλλά και αντικείμενα καταχρήσεων, αφού οι διεταταγμένοι για την καθαριότητα της πόλης αιχμάλωτοι διατίθενται τελικά σε προσωπικές υπηρεσίες των ισχυρών. Παρά τις συνεχείς παραστάσεις δεν ευοδώθηκαν οι προσπάθειες της Αστυνομίας για εξεύρεση χώρου περιορισμού τους. Εξασφαλίσθηκε όμως η στοιχειώδης σίτιση και ένδυσή τους.

Σε μια τέτοια περίπτωση συνωστισμού δεν ήταν δυνατόν να λείψουν και τα εγκλήματα κατά των ηθών, τα οποία εξαιτίας της φύσης τους, όπως εξάλλου και σήμερα, σπάνια αναφέρονταν και καταγράφονταν. Παρά ταύτα όμως εντοπίζουμε καταγγελίες βιασμού νέας από την Κρήτη, απόπειρα αρσενοκοίτη για την ικανοποίηση του πάθους του, καθώς και καταγγελίες για ανήθικες επιθέσεις ατάκτων Ρουμελιωτών κατά προσφύγων από την Τριπολιτσά.

Τα κάποια κρούσματα κερδοσκοπίας, κυρίως στο ψωμί, είτε με την απαίτηση τιμών υψηλότερων από τη διατίμηση είτε με την ελλιπή ζύγιση, που αναφέρονται είναι μεμονωμένα και πάντως ελάχιστα σε σχέση με τις περιστάσεις των ημερών εκείνων. Μόλις στα μέσα του Αυγούστου θα διορισθεί αγορανόμος, πλην όμως δε θα λείψουν τα εύλογα, όπως φαίνεται παράπονα, των εμπόρων για καταχρήσεις της αστυνομίας. Τέλος στα προβλήματα τάξης θα πρέπει να προστεθούν και ορισμένες περιπτώσεις πυρκαγιών, για την αντιμετώπιση των οποίων θα γίνει τελικά προμήθεια των αναγκαίων εργαλείων (κουβάδων, πελέκεων κ.λ.π.)

Συνεκτιμώντας την κρισιμότητα των περιστάσεων, την οργανωτική ανεπάρκεια των εκτελεστικών αρχών και τις ιδιάζουσες συνθήκες της πόλης τις μέρες εκείνες, μπορούμε να πούμε χωρίς καμία επιφύλαξη πως τα προβλήματα τάξης και ασφάλειας που αντιμετώπισε το Ναύπλιο, όπως αυτά προκύπτουν από την έρευνα του αρχειακού υλικού, υπήρξαν αναμφίβολα σοβαρά αλλά όχι ανυπέρβλητα και αυτό θα πρέπει να αποδοθεί στο γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των συγκεντρωμένων είχε βαθιά συναίσθηση του επικρεμάμενου κινδύνου.  

 Κώστας Δανούσης

 Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τόμος ΙΙΙ, έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο, 1998.

 * Το άρθρο αποτελεί ανακοίνωση στο Ε’ Διεθνές Συνέδριο Πελοποννησιακών Σπουδών  (Άργος, Σεπτέμβριος 1995).

  

Υποσημειώσεις


 [1] Ελευθερίου Γ. Πρεβελάκη, Η εκστρατεία του Ιμπραήμ πασά εις την Αργολίδα, Αθήναι 1950 (όπου και πλήρης βιβλιογραφία).

 [2] Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα. Εισαγωγή-σχόλια Σπύρου Ι. Ασδραχά. Εκδόσεις Α. Καραβία, σ. 207.

 [3] Ν. Βλάχου, Η γένεσις του αγγλικού, του γαλλικού και του ρωσικού κόμματος εν Ελλάδι, Αθήναι 1939, σ. 6.

[4] Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμος Ζ’, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 91 επ.

[5] Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου, ό.π., σ. 132.

Read Full Post »

Η Φραγκοκκλησιά (Καθολική Εκκλησία Μεταμόρφωσης του Σωτήρος), καταγραφικό σχέδιο του Γερμανού Αρχιτέκτονα  Ludwig Lange, περίπου το 1834.

 

L. Lange, Η Φραγκοκκλησιά.

Read Full Post »

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα).

 

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

Read Full Post »

Η Κυβέρνηση στο Κρανίδι (1823)


Στα τέλη Νοεμβρίου 1823 το Βουλευτικό καταφεύγει στο Κρανίδι για να βρίσκεται πιο κοντά στα ναυτικά νησιά που το υποστήριζαν. Από εκεί κηρύσσει παράνομο το Εκτελεστικό και κηρύσσει νέο, με επικεφαλής τον υδραίο μεγαλοκαραβοκύρη Γεώργιο Κουντουριώτη και μέλη τους Παναγιώτη Μπόταση, Ιωάννη Κωλέττη, Νικόλαο Λόντο και Ανδρέα Ζαΐμη. Έτσι, δημιουργούνται δύο πόλοι εξουσίας, ο ένας με έδρα το Κρανίδι («Κυβερνητικοί») και ο άλλος με έδρα την Τριπολιτσά («Αντικυβερνητικοί»). Η μία κυβέρνηση κατηγορούσε την άλλη ως παράνομη, ενώ και οι δύο προκήρυξαν εκλογές για την ανάδειξη νέου Βουλευτικού.

Οι «Αντικυβερνητικοί» κατηγορούσαν τους «Κυβερνητικούς» ότι θέλουν να παραδώσουν την Ελλάδα στους Άγγλους, ενώ οι «Κυβερνητικοί» εξέφραζαν τους φόβους για τις δικτατορικές τάσεις των στρατιωτικών, που αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά των «Αντικυβερνητικών». Η πλάστιγγα έγειρε εύκολα υπέρ των «Κυβερνητικών», που είχαν τη δύναμη και τον πλούτο. Συσπείρωναν τους νησιώτες εφοπλιστές και κεφαλαιούχους, τους περισσότερους ρουμελιώτες οπλαρχηγούς, το μεγαλύτερο μέρος των πελοποννησίων γαιοκτημόνων, τους Έλληνες του εξωτερικού και τους περισσότερους φιλέλληνες. Ο Κολοκοτρώνης μπορεί να ήταν η ψυχή των «Αντικυβερνητικών», αλλά οι δυνάμεις που τον υποστήριζαν ήταν περιορισμένες.

  

Κουντουριώτης Γεώργιος, λιθογραφία, Εθνικόν Ημερολόγιον, Αθήνα, 1863.

Η Β’ Εθνική Συνέλευση είχε συνέλθει στο Άστρος της Κυνουρίας από τις 30 του Μάρ­τη του 1823 και είχε τελειώσει στις 18 του Απρίλη του ίδιου χρόνου. Αταξία, ανωμαλία και έλλειψη αμοιβαίας εμπιστοσύνης, ανάμεσα στους πολιτικούς και τους στρατιωτικούς που την απαρτίζανε, χαρακτήρισαν τις συνεδριάσεις της. Οι διαφορές μεταξύ των δυο κομμά­των είχαν αρχίσει πριν ακόμη από τη συνέλευση:  

«Οι πολιτικοί, οι έχοντες επιρροήν εν ταις επαρχίαις των, εστρατολόγουν και εζώννυαν το ξίφος· τούτο, ως προείρηται, δυσηρέστει τους οπλαρχηγούς, θεωρούντας αυτούς άρπαγας των δικαιωμάτων αυτών και πλεονέκτας· επεθύμουν δε οι οπλαρχηγοί, ως και επί της εν Επιδαύρω συνελεύσεως, να τους περιορίσωσιν εις τα πολιτικά καθήκοντά των, και κυρίως εις το να τροφοδοτώσι τα στρατεύ­ματα δια των εισοδημάτων των επαρχιών˙ επειδή δε επί των επαναστάσεων, τουτέστιν εν καιροίς καθ’ους δεν ισχύει ο νόμος, το ξίφος διαλέγεται άριστα περί πάντων, ήθελαν οι πολεμικοί, ιδιοποιούμενοι μόνοι το ξίφος, να έχωσι τους πολιτικούς υποχειρίους των».[i]

Μια από τις αποφάσεις της συνέλευσης του Άστρους ήταν η κατάργηση των κεντρικών Αρχών του Μοριά και της Ανατολικής και της Δυτικής Ελλάδας, όπως και η κατάργηση του τίτλου του αρχιστράτηγου που είχε ο Θοδωρής Κολοκοτρώνης και που διατάχτηκε από τη συνέλευση να παραδώσει τα κάστρα του Αναπλιού, καθώς και τα έγγραφα τα σταλμένα απέξω, προς τις ελληνικές αρχές: «Ο Κολοκοτρώνης παρέδωκε τα έγγραφα, αλλ’ απεποιήθη την παράδοσιν των φρουρίων επί λόγω ότι η συνέλευσις δεν ήτο κυβέρνησις και ότι επί τη προσεχεί συστάσει αυτής τα παρέδιδε».[ii]

Η Εθνική Συνέλευση του Άστρους άρχισε και τελείωσε κάτω από την επιρροή του κόμ­ματος των πολιτικών και έδωσε όλες τις εξουσίες σ’ αυτούς, πράγμα που προξένησε αγανά­κτηση στους στρατιωτικούς, με συνέπεια να δημιουργηθεί κρίσιμη κατάσταση που οδηγού­σε σε εμφύλια σύρραξη, κάτι που για την ώρα τουλάχιστο αποφεύχθηκε την τελευταία στιγ­μή.

Κάτω από τις συνθήκες αυτές το Εκτελεστικό ή Νομοτελεστικό, κόμμα των πολεμικών, μπήκε στ’ Ανάπλι, παρά τις αντιρρήσεις του Βουλευτικού, κόμματος των πολιτικών, που εγκαταστάθηκε στο Άργος. Το Νομοτελεστικό εγκαταστάθηκε στ’ Ανάπλι στις 25 του Νοέμ­βρη του 1823.

Το Νομοτελεστικό επηρεαζόταν άμεσα από τον Κολοκοτρώνη. Αλληλοκατηγορίες άρχισαν ανάμεσα στα δυο κόμματα. Οι βουλευτές που είχαν εγκατα­σταθεί στο Άργος χαρακτήριζαν τους στρατιωτικούς του Αναπλιού παράνομους. Η ίδια κατηγορία απευθυνόταν και από τ’ Ανάπλι προς το Άργος. Έτσι καταλήξανε στις αλληλοκαθαιρέσεις.

Οι νομοτελεστικοί του Αναπλιού αποφάσισαν να προλάβουν την καθαίρεση διαλύο­ντας τα μέλη του βουλευτικού του Άργους:  

«Φοβούμενοι δε και την εαυτών έκπτωσιν εκήρυτταν ότι οι εν Άργει βουλευταί ενήργον εκτός του νόμου, ελλείποντος του απαιτουμένου αριθμού· απέστειλαν δε την επαύριον εις Άργος τον φρούραρχον Ναυπλίου Πάνον Κολοκοτρώνην, τον Νικήταν και τον Τσόκρην ίνα διαλύσωσι την βουλήν και συλλάβωσι τους πρωταιτίους ως ερεθίζοντας κατά του νομοτελεστικού τους άλλους βουλευτάς».[iii]

Στο μεταξύ στο χωριό Μέρμπακα γίνονταν προσπάθειες για συμφιλίωση και συμβιβασμό των δυο κομμάτων, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Έτσι οι τρεις στρατιωτικοί μαζί με οπλι­σμένους άντρες κατευθύνθηκαν στο Άργος: «Οι σταλέντες υπήγαν εις το Άργος εν συνοδεία 200 στρατιωτών, επάτησαν το βουλευτήριον διαρκούσης της συνεδριάσεως, ήρπασαν τα αρχεία και διεσκόρπισαν τους βουλευτάς υβρίζοντες, απειλούντες και αίροντες χείρα επί τινας αυτών˙ επάτησαν δε δια νυκτός και οικίας βουλευτών και μη ευρόντες τους ενοικούντας τας εγύμνωσαν».[iv]

Τελικά τα αρχεία σώθηκαν, γιατί ο πολιτάρχης του Άργους Θεόδωρος Ζαχαρόπουλος, γιος του θρυλικού Ζαχαριά, μπόρεσε και τα πήρε επιτήδεια από τα χέρια του γυναικαδελ­φού του Νικηταρά και τα παρέδωσε στη βουλή, απόπου για ένδειξη ευγνωμοσύνης δέχτηκε ένα σπαθί.

 Ὀμως οι αποσταλμένοι από τ’ Ανάπλι, μετά τη διάλυση της βουλής, δεν φρόντισαν να πάρουν μέτρα, ώστε να μη μπορούν να ξανασυγκεντρωθούν οι βουλευτές που είχαν δια­σκορπιστεί, πράγμα που θα είχε ως συνέπεια και την πτώση τους. Έτσι οι βουλευτές μπόρε­σαν και συνεννοήθηκαν και φύγανε κρυφά από το Άργος, άλλοι από τη στεριά και άλλοι από τη θάλασσα, και συγκεντρώθηκαν στο Κρανίδι: «…επροτίμησαν δε τον τόπον εκείνον ως επί της Πελοποννήσου και υπό την επίσκεψιν της Ύδρας και των Σπετσών, ων οι κά­τοικοι ήσαν του φρονήματος αυτών».[v]

Ο Λαμπρυνίδης, αναφερόμενος σε τούτο το γεγονός, γράφει ότι στο Κρανίδι μαζεύτη­καν οι βουλευτές και οι φίλοι τους Υδραίοι και Σπετσιώτες και καθαίρεσαν μέλη του Εκτε­λεστικού. Οι καθαιρεμένοι έφυγαν τότε από τ’ Ανάπλι και πήγαν στην Τριπολιτσά. Εκεί κα­θαίρεσαν τους βρισκόμενους στο Κρανίδι. Το αποτέλεσμα ήταν να γίνουν δυο κυβερνήσεις, η μια στην Τριπολιτσά και η άλλη στο Κρανίδι.[vi]  Αυτά τον Μάρτη του 1824.

Ο Τρικούπης μας δίνει περισσότερες πληροφορίες: «Αφού συνήλθαν ένθεν κακείθεν εις την κωμόπολιν εκείνην, διεκήρυξαν επισήμως την 3 Δεκεμβρίου τα εν Αργεί συμβάντα και τα αίτια δια μετέβησαν εκεί. Ασμένως εδέχθησαν την διακήρυξίν των αι ναυτικαί νήσοι και τους ενθάρρυναν να μη αφήσωσι το έργον των ατελές, αλλά να καθαιρέσωσι και τα λοιπά μέλη του νομοτελεστικού ως παρανόμως εργαζόμενα και να εκλέξωσι νέα. Εμψυχωθέντες οι βουλευταί υπό της πανδήμως εκφρασθείσης ταύτης γνώμης των νησιωτών, και βλέπο­ντες ότι πάσα απόπειρα συμβιβασμού ήτο ματαία και ότι πάσα ελπίς επιστροφής των νομοτελεστών εις τα καθήκοντά των εξέλιπεν, εκάθηραν την 6 Ιανουαρίου 1824 και τον πρόεδρον του νομοτελεστικού Μαυρομιχάλην και το μέλος αυτού Χαραλάμπην».[vii]

Μετά την πλήρη καθαίρεση του νομοτελεστικού, στο Κρανίδι αποφασίστηκε η σύσταση κυβέρνησης όπου προσκλήθηκαν να πάρουν μέρος και οι Σπετσονυδριώτες. Έτσι εκλέχτηκε πρόεδρος της κυβέρνησης ο Γιώργης Κουντουριώτης, αφού ο μεγαλύτερος αδελφός του Λάζαρος δεν αποδέχτηκε. Εκλέχτηκαν επίσης ως μέλη ο Παναγιώτης Μπότασης και ο Νι­κόλας Λόντος και διατηρήθηκαν στη θέση τους τα δυο παλιά μέλη του νομοτελεστικού Ζαΐμης και Κωλέττης, που είχαν τα ίδια φρονήματα με τους βουλευτές του Κρανιδιού.

Πρώτη ενέργεια των νέων νομοτελεστών ήταν να καλέσουν τις επαρχίες, που οι βου­λευτές τους είχαν αποχωρήσει και είχαν καθαιρεθεί, να προβούν στην εκλογή άλλων βου­λευτών και να τους στείλουν στο Κρανίδι.

Στο μεταξύ οι νομοτελεστές του Αναπλιού προβαίνανε στις δικές τους ενέργειες: «Οι δε εν Ναυπλίω νομοτελεσταί, μαθόντες την καθαίρεσίν των, συμπαρέλαβαν τους εκεί ομόφρονάς των βουλευτάς, μετέβησαν εις Τριπολιτσάν και εκάλεσαν και ούτοι τας επαρχίας των εν Κρανιδίω βουλευτών εις εκλογήν και αποστολήν άλλων αντ’ εκείνων επί συγκροτή­σει νέου βουλευτικού».[viii]

Αποτέλεσμα λοιπόν των διαφορών, της ασυνεννοησίας και της φιλοδοξίας για το προ­βάδισμα μεταξύ των μελών του βουλευτικού και του νομοτελεστικού, ήταν ο σχηματισμός δυο κυβερνήσεων: «…ώστε εσυστήθησαν δυο κυβερνήσεις η μεν εν Κρανιδίω, η δε εν Τριπο­λιτσά και αποκαλούμεναι αμοιβαίως παράνομοι».[ix]

Πολλές προσπάθειες συμβιβασμού είχανε γίνει στο μεταξύ, χωρίς να επιτευχθεί συμφι­λίωση. Ο Υψηλάντης, που εκείνο τον καιρό είχε αποτραβηχτεί στην Τριπολιτσά, πήγε κι αυτός στο Κρανίδι με την ελπίδα να πετύχει κάποιο συμβιβασμό, αλλά τίποτε δεν μπόρεσε να πετύχει. Και στο μεταξύ τα σημάδια εμφύλιου πολέμου πλήθαιναν στην αναστατωμένη ατμόσφαιρα του Μοριά. Η κατάσταση περιπλέχτηκε ακόμη περισσότερο με την προσχώρηση στην κυβέρνηση του Κρανιδιού του Δικαίου Παπαφλέσα, που έφυγε νύχτα από την Τριπολιτσά, όπου και ήταν υπουργός των εσωτερικών στην εκεί κυβέρνηση, αποδυναμώνοντας έτσι τους ομόφρονές του.

Μέσα στην ταραγμένη ατμόσφαιρα ο Κολοκοτρώνης έδωσε οδηγίες στο γιο του Πάνο να παραδώσει τ’ Ανάπλι στους Ζαΐμη και Λόντο, με το όρο πως, παράλληλα με την παρά­δοση, η κυβέρνησή τους θα πλήρωνε τους μισθούς των στρατιωτών που ήσαν στα φρούρια. Έτσι η κυβέρνηση έφυγε από το Κρανίδι και εγκαταστάθηκε στ’ Ανάπλι, κηρύσσοντάς το πρωτεύουσά της. Μέσα στην όλη αυτή κατάσταση άρχισαν συγκρούσεις σε διάφορα μέρη του Μοριά, που δεν άργησαν να εξελιχτούν σε εμφύλιο πόλεμο.

 

Γιόνα Μικέ Παιδούση – Παπαντωνίου, « Η Ερμιονίδα ανά  τους  Αιώνες », Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1996.

  

Υποσημειώσεις


  

 [i] Τρικούπης ο.π. τομ. 3, σ. 35.

 [ii] Στον ίδιο ο.π. τομ. 3, σ. 36

 [iii] Στον ίδιο ο.π. τομ. 3, σ. 74.

[iv] Στον ίδιο και στο ίδιο.

[v] Στον ίδιο ο.π. τομ. 3, σ. 75.

[vi] Λαμπρυνίδης, Οι Αλβανοί, σ. 249.

[vii] Τρικούπης ο.π. τομ. 3, σ. 75.

[viii] Στον ίδιο ο.π. τομ.3, σ. 76.

[ix] Στον ίδιο και στο ίδιο.

Read Full Post »

Οι Καθολικοί στο Ναύπλιο


 

 Υπό Αρχιμ. Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη

Ιεροκήρυκος Ι. Μητροπόλεως Αργολίδος

  

Γενικά εισαγωγικά

 

Δεν είναι παράξενο να αναζητήσουμε ιστορικά τους καθολικούς στο Ναύπλιο, δηλαδή να διερευνήσουμε την ιστορία της λατινικής ιεραρχίας, των καθολικών εφημερίων, μοναχικών ταγμάτων, αλλά και απλών πιστών της Ρωμαιοκαθολικής, άλλως λεγομένης Δυτικής Εκκλησίας, στο Ναύπλιο. Η ιστορική αυτή πόλη, διετέλεσε επί σειρά αιώνων, υπό Φραγκική και Ενετική κατοχή. Είχαμε εδώ Φραγκοκρατία από το 1212 – 1389 και στη συνέχεια Ενετοκρατία από το 1389 – 1540 και κατόπιν τη Β’ Ενετοκρατία από το 1686 – 1715.

Κατά τα 357 συνολικά ξενικής κατοχής, υπό κυριάρχους του Ρωμαιοκαθολικού Χριστιανικού δόγματος, επόμενο ήταν να οργανωθεί εδώ τοπική λατινική Εκκλησία και μάλιστα να χρησιμεύσει, ως γέφυρα προέλασης των δυτικών συνηθειών και επεκτατικών σχεδίων.

Από την πολιτική ιστορία[i] γνωρίζουμε, ότι μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1204), η Πελοπόννησος εκληρώθη στους Ενετούς. Επειδή αυτοί δεν είχαν χερσαίες δυνάμεις, ανέλαβε την κατάκτηση της κληρωθείσης χερσονήσου, ο Βονιφάτιος Μαρκίων Μομφερρατικός και στη συνέχεια, άλλοι Φράγκοι ιππότες.

Αυτοί έθεσαν, ως πρωταρχικούς στόχους τους, την κατάκτηση των φρουρίων Ναυπλίου, Άργους και Κορίνθου. Το πράγμα όμως δεν ήταν εύκολο, όσο εδέσποζε σ’ αυτούς, ο Βυζαντινός άρχοντας Λέων Σγουρός. Όμως μετά το θάνατο του, το 1209, οι Ναυπλιείς παρεχώρησαν δια συνθήκης, που έγινε το 1212, προς τον Γοδοφρείδο Α’ Βιλλαρδουΐνο, ένα αυτοτελές τμήμα της πόλης, καθώς και το αντίστοιχο ανατολικό φρούριο. Έκτοτε αρχίζει η Φραγκική κυριαρχία επί του Άργους και Ναυπλίου, υπό την αυθεντία μάλιστα, των μεγάλων Δουκών των Αθηνών, του οίκου de la Roche, στους οποίους τελικά περιήλθαν οι δύο πόλεις.

Εν τω μεταξύ συναντούμε μόνιμα εγκατεστημένους  στο Ναύπλιο  ή περιστατικά διακινούμενους καθολικούς, όπως σποραδικά αναφέρονται σε συμβολαιογραφικά και άλλα έγγραφα. Είναι ακόμη γνωστό, ότι Χιώτες μετανάστες, καθολικοί στη συντριπτική τους πλειοψηφία, εγκαταστάθηκαν στο Ναύπλιο, συνολικά 76 οικογένειες ή 211 ψυχές, όπως μαθαίνουμε από την βενετική απογραφή 1700[ii].

 

1. Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

 

Η Καθολική εκκλησία και νοσοκομείο στο Ναύπλιο

 

α’. Nerio Acciajoli 

Με την ιστορία του Ναυπλίου, συνδέεται και ο εκ Φλωρεντίας Νέριος ή Ραινιέρος Ακκιαγιόλης (Acciajoli)[iii]. Κύριος της Καστελανίας Κορίνθου και Βαρώνος Βοστίτζης. Ο Αιμ. Λεγκράν στη βιογραφία των Ιωάννου και  Θεοδοσίου  Ζυγομαλά, παραθέτει σε υποσημείωση της 1ης σελίδας τα επόμενα:

« Ο τελευταίος Γάλλος, όστις εβασίλευσεν επί του Άργους και Ναυπλίου ην  ο Guy dEngien, ου η θηγάτηρ νυμφευθείσα Ενετόν παρέσχε τη Ενετική Πολιτεία την ευκαιρίαν να υπαγάγη υπό την κυριαρχίαν  αυτής και το μικρόν τούτο κράτος της μοναδικής κληρονόμου αντί ετησίας χορηγίας κατά το Χρονικόν του Δωροθέου τω 1389· πλήν δεν διήρκεσεν επί πολύ, διότι ο Νέριος Άκκιαγιόλλης και ο γαμβρός του Κάρολος Τόκκος κατέλαβον τας δύο ταύτας αρχοντίας (του Άργους και Ναυπλίου), των οποίων ο Μιχαήλ Ζυγομαλάς εξεπλήρου τα καθήκοντα του υπουργού των Οικονομικών».

Κατά τη γνώμη άλλων χρονογράφων, ο Νέριος Ακκιαγιόλης κατέλαβε το Ναύπλιον και πριν την εκχώρησή του στους Ενετούς.

Ο Νέριος Ακκιαγιόλης, αιχμαλωτίσθηκε από τους Καταλανούς και αναγκάσθηκε να ζητήσει παρέμβαση των Ενετών, αφού πρώτα παραιτήθηκε από κάθε εξουσία, που είχε στο Ναύπλιο.

Μετά τη σύντομη αιχμαλωσία του (1393 – 1394), αφού ελευθερώθηκε, πέθανε στην Κόρινθο την 1ην Νοεμβρίου 1394· λίγο πριν, είχε συντάξει διαθήκη, στις 17 Ιουλίου 1394, στην οποία ανέφερε, ότι κληροδοτεί ολόκληρη την εν Άργει κινητή και ακίνητη περιουσία του, για την ίδρυση του Νοσοκομείου των πτωχών στο Ναύπλιον[iv].

Στην ίδια διαθήκη, ορίζει υπεύθυνο για τη διοίκηση της «‘Ημετέρας Μονής των Καλογραιών του Ναυπλίου» τον Επίσκοπο Άργους και  δηλώνει, ότι η Μονή αυτή των Καλογραιών Ναυπλίου, θα εισφέρει και οικονομικούς πόρους στο Νοσοκομείο.

β’. Η Φραγκοκλησιά

Η Μονή των Δυτικών Καλογραιών, η οποία ήταν « περιώνυμος»[v], βρισκόταν εκεί όπου τώρα υπάρχει ο καθολικός Ναός,  ο οποίος διαθέτει: κελιά, αποθήκες, στοές, στέρνα, πρεσβυτέριο.

Δηλαδή η κτιριακή του συγκρότηση, ξεπερνά τις απαιτήσεις ενός απλού Ναού[vi]. Η Φραγκοκλησιά, όπως είναι γνωστός ο καθολικός Ναός του Ναυπλίου, είχε και ανάλογη οχυρωματική επάρκεια, διότι βρισκόταν έξω απ’ τα τείχη  των κάστρων της Ακροναυπλίας.

Βέβαια, όταν τον 15ο αιώνα τ’ Ανάπλι της Α’ Ενετοκρατίας, επεκτείνεται με επιχωματώσεις έξω από τα τείχη, η Φράγκικη Εκκλησία ενσωματώνεται με τη νέα πόλη. Σίγουρα θα λειτουργούσε, τουλάχιστον ως Ναός και στη Β’ Ενετοκρατία. Αλλά λίγα χρόνια πριν από την Επανάσταση (1821), ξέρουμε ότι ερειπωμένη πια μετατρέπεται σε τζαμί, από την χήρα του Αγά Δερβενιώτη. Οι επεμβάσεις φαίνονται: ο πολύ χαμηλός και μεγάλος τρούλος, το στρογγυλό σχήμα κοντά στο Ναό,  όπου η βάση του μιναρέ.

 

L. Lange, Η Φραγκοκκλησιά.

 

Η Φραγκοκλησιά του Ναυπλίου, βρίσκεται  στην ανωφέρεια του ιστορικού κέντρου της πόλης. Είναι αφιερωμένη στη «Μεταμόρφωση του Σωτήρος» και ο μόνος Ναός στο Ναύπλιον, που διατηρεί εξωτερικά τη πέτρινη δομή του.

Στην εσωτερική πόρτα, φέρει γραμμένα (1841) ονόματα φιλελλήνων, που έπεσαν στον απελευθερωτικό αγώνα[vii]. Στο Ιερό Βήμα, σώζεται αντίγραφο της «Sacra Familia»του Ραφαέλε Σάντι. Η εικόνα, είναι δώρο του Βασιλιά της Γαλλίας Λουΐ Φιλίπ, ο οποίος είχε επίσης δωρίσει, μια όμορφη απεικόνιση της Μεταμόρφωσης κι ένα υψηλό ξύλινο θυσιαστήριο, που έχει την επιγραφή: «ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ, 1843[viii]».

Η Εκκλησία έχει σχήμα τετραγωνικό και κάθε εσωτερική πλευρά, έχει μήκος 8,5 μ. Βγαίνοντας από την Εκκλησία, προς  τα δεξιά, υπάρχει η είσοδος υπόγειας κρύπτης. Στην κρύπτη αυτή υπάρχουν επιγραφές, τις οποίες κατέγραψε η καθηγήτρια Βασιλική Θ. Καραγιάννη και αναφέρονται σε ονόματα  αποθανόντων καθολικών του Ναυπλίου:

 +   

ANNA GRUND

KUPFERBERG ATHANASIUS GRUND

MORTUUM NAUPLIA (E)

 ANNO 1877

REQUIESCANT IN PACE

+

LE COLONEL FABVIER

OFFICIER FRANCAIS

 +

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΡΓΟΛΟΓΟΣ

ΙΕΡΕΥΣ 1821 – 1907

ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΑΝΑΠΑΥΟΝΤΑΙ

ΕΝ ΚΥΡΙΩ ΤΑ ΟΣΤΑ ΠΡΟΣΦΙ

ΛΩΝ ΤΕΚΝΩΝ ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΑΙ

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΙΕΡΟΥ ΠΡΙΝΤΕ

ΖΗ ΑΠΟΘΑΝΟΝΤΩΝ ΕΝ ΝΑΥ

ΠΛΙΩ ΤΟ 1873 ΚΑΙ 1878

 +

ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΝΤΑΙ ΤΑ ΟΣΤΑ ΤΟΥ

ΤΕΘΝΕΩΤΟΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ

ΔΟΜΕΝΙΚΟΥ ΣΑΡΓΟΛΟΓΟΥ ΕΚ ΣΥΡΟΥ

ΑΠΟΘΑΝΟΝΤΟΣ ΕΝ ΝΑΥΠΛΙΩ ΤΗΝ

27 ΑΠΡΙΛΙΟΥ ΤΟΥ 1881

+

ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΑΝΑΠΑΥΟΝΤΑΙ ΕΝ ΚΥΡΙΩ

ΤΑ ΟΣΤΑ ΠΡΟΣΦΙΛΟΥΣ ΜΗΤΡΟΣ  ΟΡ

ΣΟΥΛΑΣ ΠΛΟΥΡΙΔΕΛ ΚΑΙ ΚΙΚΙΛΛΙ

 ΑΣ ΑΛΕΝ ΑΠΟΘΑΝΟΥΣΑΙ ΕΝ  ΝΑΥ

ΠΛΙΩ ΤΗ 2 ΚΑΙ 12 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 

1868 ΑΜΦΟΤΕΡΑΙ ΕΚ ΤΕΡΓΕΣΤΗΣ

  +

ΕΝ ΤΟΥΤΩ

ΑΝΑΠΑΥΟΝΤΑΙ ΕΝ ΚΥΡΙΩ ΤΑ

 ΟΣΤΑ ΠΡΟΣΦΙΛΟΥΣ ΜΗΤΡΟΣ ΚΑΙ ΚΑΛΗΣ

ΣΥΖΥΓΟΥ ΡΟΖΑΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΙΑΤΡΟΥ

ΕΚ ΜΕΛΙΤΗΣ ΑΠΟΘΑΝΟΥΣΗΣ ΕΝ ΝΑΥΠΛΙΩ

ΤΗ 24 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ….

+

R(EGGIA) CORAZZATA LEPANTO

PENSO BENIAMINO

MARINAIO ITALIANO

NATO LI 8  MARZO 1866 IN CHIOGGIA

MORTO  IL  14 8BRE 1889 IN NAYPLIA

 Ι

 COMPAGNI

 

Πάνω από την είσοδο του Ναού, βρίσκεται επιγραφή, στην οποία διαβάζουμε:

 +

ΑΙΩΝΙΑ

 Η ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ

Η ΑΝΑΠΑΥΣΙΣ ΤΟΥ ΤΕΘΝΕΩΤΟΣ

ΟΘΩΝΟΣ Α’

ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

1867

ΕΙΣ ΑΝΑΜΝΗΣΙΝ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΡΓΟΛΟΓΟΣ

ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 

Ο Γεώργιος Σαργολόγος (1821 – 1907), του οποίου σώζεται επιβλητική φωτογραφία στον χώρο της υποδοχής της Φραγκοκλησιάς, ήταν εφημέριος των Καθολικών του Ναυπλίου κατά τα έτη 1849 – 1907.

Στο εσωτερικό της Εκκλησίας, υπάρχουν στο αριστερό δάπεδο δυο μαρμάρινοι τάφοι με επιγραφές. Εκεί διαβάζουμε:

+

HIER RUHEN

ANNA GRUND GEB. WILD

AUS KUPFERBERG IN BOEHMEN

GEST. IN NAYPLIA D:25 APR. 1877

  

ALT 29 JAHRE

UND

ATHANASIUS GRUND

GEB. 15 OCT 1876. GEST:25 FEBR. 1877

REQUISCANT IN PACE 

JOSEF GRUND DER TREUE GATTE

 

ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ

ΑΝΝΗ ΘΥΓΑΤΗΡ ΔΟΜΕΝΙΚΟΥ ΦΡΕΡΡΗ

ΓΕΝΝΗΘΕΙΣΑ ΤΗ 1 ΙΟΥΝΙΟΥ 1865

ΚΑΙ ΑΠΟΒΙΩΣΑΣΑ ΤΗ 21 ΜΑΡΤΙΟΥ 1881

 

Υπάρχει ακόμα μια επιγραφή πάνω απ’ το κάγκελο της εισόδου στα Ελληνικά και στα Ιταλικά, που αναφέρει: «ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΙΟ, ΤΩΝ ΛΑΤΙΝΩΝ ΚΑΘΟΛΙΚΩΝ». Στην εξωτερική αριστερή πλευρά της Εκκλησίας, βρίσκεται μια άλλη μαρμάρινη επιγραφή στα ιταλικά[ix]:

ALLA VENERATA MEMORIA DELL’AVO

GAVRE PIETRO NEGRI

 AGENTE DIPLOMATIKΟ E CONSOLE GENERALE

DI S.M. IL RE DI SARDEGNA

QUI DECEDUTO IL 10 OTTOBRE 1834

 

I NEPOTI

ENRICO NEGRI DI LAMPORO

GONSOLE GENERALE DIS. M. IL RE   D’ ITALIA

ETTORE NEGRI DI LAMPORO 

MAGGIORE DI STATO MAGGIORE

GIUSEPPE NEGRI DI LAMPORO

GAPITANO D’ ARTIGLIERIA

POSERO

NELL’ ANNO 1903.

 

Στην κρύπτη του καθολικού Ναού, υπάρχει επιτοίχιο ανάγλυφο, με θέμα:

«Φιλέλληνες μάχονται υπέρ των Ελλήνων», το οποίο φιλοτέχνησε ο γλύπτης Νικόλαος Δαγούλης. Η παράσταση έχει διαστάσεις 1,10Χ2,20 μ. Περιλαμβάνει 14 μορφές Ελλήνων, Φιλελλήνων, Τούρκων και πέντε άλογα σε ώρα μάχης.

Στο αριστερό μέρος της παράστασης, βλέπουμε την εξέγερση των Ελλήνων και Φιλελλήνων και στο δεξιό την άτακτη φυγή των Τούρκων. Στο κέντρο  δύο έφιπποι αγωνιστές, ο Έλληνας με υψωμένο το γιαταγάνι και ο Φιλέλληνας να δείχνει κάποιο ακαθόριστο στόχο. Ένας τρίτος σηκώνει θριαμβευτικά τη γαλανόλευκη. Η σύνθεση καταλήγει σε τόξο, με θριαμβεύουσες τις μορφές του Έλληνα και του Φιλέλληνα.

 

Το επιτοίχιο ανάγλυφο στην κρύπτη του καθολικού Ναού. Φωτογραφία: Νάντια Στρατή.

 

Το 1839, όπως  θα δούμε στην οικία παράγραφο, η Φραγκοκλησιά που είχε μετατραπεί σε μουσουλμανικό τέμενος, δωρίθηκε απ’ το Βασιλιά Όθωνα, για να χρησιμεύσει και πάλι σε καθολικό Ναό του Ναυπλίου, προς εξυπηρέτηση των πιστών του Ρωμαιοκαθολικού δόγματος της περιοχή. Ως καθολικός Ναός λειτουργεί μέχρι τις ημέρες μας, κυρίως για τους πολλούς τουρίστες, που κατακλύζουν τους θερινούς μήνες το Ναύπλιο και την ευρύτερη παραθαλάσσια περιοχή.

γ’. Το καθολικό Νοσοκομείο.

Όπως είδαμε, ο εκ Φλωρεντίας Νέριος ή Ραινιέρος Ακκιαγιόλης, με διαθήκη του, την οποία είχε συντάξει την 17η Ιουλίου 1394, κληροδότησε την εν Άργει κινητή και ακίνητη περιουσία του, υπέρ της ιδρύσεως Νοσοκομείου στο Ναύπλιο, το οποίο βρισκόταν, στους βορειοδυτικούς πρόποδες της Ακροναυπλίας. Έτσι το Ναύπλιο με δαπάνες του Άρχοντα του Δουκάτου των Αθηνών, Νέριου Ακκιαγιόλη του 1ου, απέκτησε το πρώτο στην Ελλάδα Νοσοκομείο των πτωχών. [x]

Το Νοσοκομείο αυτό, κτίστηκε κοντά στον προμαχώνα «Των Πέντε Αδελφών» και ανακαινίσθηκε απ’ τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας τον Ιωάννη Καποδίστρια.

Οι Ενετοί, διατήρησαν το Νοσοκομείο σε λειτουργία, όταν εξουσίαζαν το Ναύπλιο. Αυτό είναι το δεύτερο Νοσοκομείο Ναυπλίου, στα χρόνια της παλιγγενεσίας. Το άλλο ήταν το στρατιωτικό, που βρισκόταν στην Ακροναυπλία, σε θέση ανατολικά του Ωρολογίου, όπου σήμερα το εκκλησάκι των «Αγίων Αναργύρων» και το «χαμάμι».

Και το Νοσοκομείο των πτωχών, για μια περίοδο γίνεται στρατιωτικό.

Όμως, μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα, το Σεπτέμβρη του 1834, εκκενώνεται απ’ τους στρατιωτικούς και διατίθεται τον Ιούλιο του 1836 στο Δήμο Ναυπλίας, για να χρησιμεύσει πάλι σε πολιτικό Νοσοκομείο. Από το καλοκαίρι του 1836, λοιπόν, επαναλειτουργεί το Νοσοκομείο Ναυπλίου ως πολιτικό νοσηλευτικό ίδρυμα, με πρώτη εφορευτική επιτροπή, (αδελφάτο) τους Γ. Μ. Αντωνόπουλο ( Δήμαρχο), Βελισσάριο Παυλίδη και Ηλία Βάβουλα[xi].

Εκεί οι Ενετοί ίδρυσαν ναΐσκο, στον περίβολο του Νοσοκομείου. Σήμερα δε σώζεται απ’ το όλο κτιριακό συγκρότημα, του ιστορικού αυτού νοσηλευτικού ιδρύματος, παρά το εκκλησάκι « Άγιοι Απόστολοι», παρεκκλήσιο επί των ημερών μας, της παλαιάς ενορίας του Ναυπλίου, της Παναγίας, στην οποία βρίσκεται και η ιστορική ελιά, που συνδέεται με το μαρτύριο του Αγίου Αναστασίου, Νεομάρτυρος, του Ναυπλιέως (1655).

Το εκκλησάκι των Αγίων Αποστόλων, είναι χωστό στην κατωφέρεια του βράχου της Ακροναυπλίας, και κατανύσσει τους προσκυνητές με το ξύλινο τέμπλο και τις όμορφες εικόνες του, που είναι εξαιρετικής τέχνης. Οι εικόνες αυτές, μεγάλου σχήματος, προέρχονται απ’ το Ναό της Αγίας Σοφίας Ναυπλίου και χρονολογούνται, αρχές του 19ου αιώνα.

  

Τα Καθολικά μοναχικά τάγματα στο Ναύπλιο

 

Στα χρόνια της Α’ Τουρκοκρατίας (1540 – 1689), που ακολούθησαν την Ενετοκρατία, δεν παρέμεινε σημαντικός αριθμός καθολικών κληρικών, στο Ναύπλιο.[xii]

Στα 1642 ιδρύθηκε Μοναστήρι των καπουκίνων μοναχών[xiii], που παρέμεινε και μέσα στο 18ον αιώνα εκτός από τη μικρή περίοδο, της δεκαετίας 1650 – 1660. Η αποστολή των μοναχών, εστόχευε στη διαποίμανση των καθολικών του Ναυπλίου και των πληρωμάτων των καθολικών πλοίων[xiv], που έφθασαν στο λιμάνι του Ναυπλίου και ακόμη στην επιδίωξη, να δημιουργήσουν σχέσεις με την τοπική εδώ Εκκλησία.

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, 1687.

Όσον αφορά στο Μοναστήρι των καπουκίνων μοναχών στο Ναύπλιο[xv], είναι πιθανό να στεγάζονταν στο διώροφο κτίριο, δίπλα απ’ το Ναό του Αγίου Γεωργίου. Η άποψη της Σέμνης Καρούζου, ότι πρόκειται για «γυναικομονάστηρο», αμφισβητείται, αφού υπάρχει, όπως έχουμε ήδη αναφέρει η ισχυρή παράδοση  ότι λειτουργούσε η Φραγκοκλησιά, ως γυναικείο Μοναστήρι»[xvi].

Η αρχιτεκτονική δόμηση, του Καθεδρικού Ναού Αγίου Γεωργίου Ναυπλίου, επιτρέπει να συμπεράνουμε, ότι ο Ναός αυτός ήταν αρχικά καθολικός. Τόσο το Ιερό Βήμα όσο και ο νάρθηκας, είναι μεταγενέστερες προσθήκες και αυτό γίνεται αντιληπτό ακόμη και σήμερα, εάν παρατηρηθεί η κεραμοσκεπή του Ναού και το πώς ακουμπάει ο εξωτερικός τοίχος του Ιερού Βήματος, στο κυρίως σώμα του Ναού, που δίνει την εντύπωση, ότι το Ιερό είναι μεταγενέστερο προσάρτημα[xvii]. Επίσης υπάρχει δίοδος, που συνδέει το Ναό με το γειτονικό κτίριο, στο νότιο τοίχο του Ναού, η οποία ανακαλύφθηκε τυχαία, όταν επρόκειτο να γίνει εγκατάσταση θέρμανσης. Όλα αυτά, μας επιτρέπουν να υποθέσουμε, πως εδώ βρισκόταν Μοναστήρι, πιθανώς των καπουκίνων μοναχών[xviii].

Οι καπουκίνοι, χρησιμοποιούσαν αυτό το μοναστήρι τους στο Ναύπλιο και ως κέντρο διοργάνωσης εκκλησιαστικών αποστολών. Εκτός από τους καπουκίνους, δεν ήταν λίγοι και οι περαστικοί μοναχοί άλλων  μοναχικών ταγμάτων προς άλλα μέρη της Πελοποννήσου, ιδιαίτερα προς την Πάτρα.

Σημαντική περίπτωση, είναι και εκείνη των πατέρων Ιησουϊτών, που πέρασαν απ’ το Ναύπλιο στα 1640[xix]  και που είναι η πρώτη προσπάθεια των Ιησουϊτών, για μόνιμη εγκατάσταση, στην Ηπειρωτική Ελλάδα. Ο ερχομός τους στο Ναύπλιο έγινε τυχαία και η παραμονή τους εδώ, κράτησε μόνο τρία χρόνια.

Επίσης, έχουμε εδώ και τη γυναικεία Μονή, στην οποία αναφέρεται η διαθήκη του Νέριου Ακκιαγιόλη, για την οποία ήδη μιλήσαμε στο κεφάλαιο με τίτλο: «η Φραγκοκλησιά».

Τέλος, να σημειωθεί η παρουσία στο Ναύπλιο Ουρσουλινών[xx] καλογραιών, οι οποίες ίδρυσαν εδώ σχολείο στοιχειώδους εκπαιδεύσεως, με μαθήτριες από το Ναύπλιο, αλλά και την ευρύτερη περιοχή.

Πρόκειται για την λεγόμενη «Γαλλική Σχολή». Οι  πέντε συνολικά Ουρσουλίνες  μοναχές, εγκεταστάθησαν από τα μέσα του 1916, στο διώροφο κτίριο μεταξύ οδού 25ης Μαρτίου (Πρόνοια) και Ασκληπιείου στην «Ενδεκάτη», όπως φαίνεται σε φωτογραφία δημοσιευμένη στο βιβλίο με τίτλο «Το Ναύπλιο», της Σέμνης Καρούζου (εκδ. Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος, Αθήνα 1979). Το κτίριο σήμερα δε σώζεται, αφού  στη θέση του έχει ανεγερθεί πολυκατοικία.

Εδώ, οι μικρές μαθήτριες διδάσκονταν γαλλικά, κέντημα, εργόχειρο, ραπτική και μουσική. Οι μαθήτριες ήταν είτε εσωτερικές (οικότροφες) είτε εξωτερικές.

Η «Γαλλική Σχολή» έκλεισε απότομα το 1920. Μια μεταδοτική μολυσματική αρρώστεια  ετρόμαξε μοναχές, παιδιά, και κηδεμόνες και το σχολείο έκλεισε. Οι Ουρσουλίνες μοναχές, απ’ όπου πέρασαν άφησαν το φως της παιδείας και καλές εντυπώσεις με όσους συνεργάστηκαν.

Αξίζει να αναφερθούμε δι’ ολίγων και στη Ναυπλιώτισσα καθολική μοναχή Σεβαστιανή Ιατρού (1915 – 1990), του τάγματος του Αγίου Ιωσήφ. Υπηρέτησε ως καθηγήτρια φιλόλογος, στη Σχολή Saint Josef την οποία και διηύθυνε. Απ’ το γραφείο αλλά και την έδρα διδασκαλίας της, που βρίσκονταν στην Αθήνα (αρχικά στην οδό Χαριλάου Τρικούπη και από το 1979 στην Πεύκη Αμαρουσίου) ευεργέτησε αμέτρητες ψυχές. Το στοργικό της ενδιαφέρον, απήλαυσαν πολλά παιδιά από το Ναύπλιο, τόσο κατά τις σπουδές τους, όσο και μετά την επαγγελματική τους αποκατάσταση. Γι’ αυτό και η μνήμη της παραμένει σεβαστή, μεταξύ των παλαιών κατοίκων της παληάς πόλης του Ναυπλίου.

 

Σχέσεις Ελλήνων Ορθοδόξων και Καθολικών στο Ναύπλιο

 

Φραγκοκρατία (1212 – 1389)

Επί Φραγκοκρατίας, εγκαταστάθηκε πλήρως λατινική ιεραρχία στα εκκλησιαστικά πράγματα. Οι Ορθόδοξοι ιεράρχες παραγκωνίσθηκαν ή διώχθηκαν απ’ τις επαρχίες τους, για να πάρουν τη θέση τους λατίνοι αρχιεπίσκοποι και επίσκοποι. Αυτοί πάλι, δεν ήταν και οι καλύτεροι κληρικοί[xxi], που έστελνε η Ρώμη, γι’ αυτό και η επίδραση τους στους γηγενείς  ορθοδόξους ήταν μικρή. Το Ναύπλιο και η γύρω περιοχή, υπάγονται πλέον στη δικαιοδοσία του λατίνου Επισκόπου Άργους, ο οποίος εξαρτάται απ’ τον λατίνο αρχιεπίσκοπο Κορίνθου.

Α’ Ενετοκρατία (1389 – 1540)

Κατά τη διάρκεια της Α’ Ενετοκρατίας, η παρουσία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ήταν συνεχής, μέσω των απεσταλμένων της Αγίας Έδρας. Ο λατίνος Επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου είχε, την υποστήριξη της ομόδοξης πολιτικής Αρχής, βαρύνουσα παρουσία στην περιοχή, με έδρα, από το 1397, στο Ναύπλιο αντί του Άργους.

Γνωστός λατίνος Επίσκοπος Άργους κατά την Ενετοκρατία, είναι ο Ενετός Sesundus Nani[xxii]. Περί τα  τέλη του 1420, η περιοχή του Ναυπλίου, εσείστηκε από φοβερή καταιγίδα, η οποία προξένησε πολλές ζημιές στα κτίρια της πόλης.

Στις 21 Ιανουαρίου 1421, πρωτοστατούντος του λατίνου  Επισκόπου Secundi Nani, μεταφέρονται τα Ιερά λείψανα του Αγίου Πέτρου Άργους, από το Άργος στο Ναύπλιο. Στο «Χρονικό Σύντομο»[xxiii] αναφέρεται:  «τω στλκθ’ , νεμήσει ιδ’, ‘Ιανουαρίου κα’. ημέρα γ’, Σιγουντονάνης, επίσκοπος Λατίνων, μετακόμισε τα τίμια λείψανα του οσιωτάτου Πέτρου, επισκόπου Ναυπλίου και Άργους, από Άργους εις την επισκοπήν Ναυπλίου».

Έκτοτε, είμεθα σε αναζήτηση για τα λείψανα του Αγίου Πέτρου, δεδομένου ότι η μνήμη του παραμένει ζωηρή στη συνείδηση των Αργείων και των Ναυπλιέων, με επίκεντρο το Καθεδρικό Ναό του Άργους και την Ιερά Μονή οσίου Θεοδοσίου. Εδώ σώζεται η «Συνάντηση», που θυμίζει την ιερά συνάντηση, κατόπιν ενυπνίου, του Αγίου Πέτρου μετά του οσίου Θεοδοσίου του Νέου ( 10ος αι. μ.Χ.)

Δεν έχουν σταματήσει οι προσπάθειες, για ανεύρεση των ιερών λειψάνων του Αγίου Πέτρου Άργους. Ο Μητροπολίτης Αργολίδος κ.κ. Ιάκωβος έχει κάνει πολλά ταξίδια στη Βενετία, παραστάσεις στο Βατικανό, για το σκοπό αυτό. Ο ίδιος είναι σε συνεργασία με επιστήμονες ιστορικούς και αρχαιολόγους, για την ανεύρεση και επιστροφή των λειψάνων.

Ο Nani αρχιερατεύει μεταξύ των ετών 1421 – 1424. Εν όσω ζούσε, είχε αποδεχθεί την νομική κατάσταση, η οποία υφίστατο επί ορθοδόξων στην «Αγία Μονή» Αρείας Ναυπλίου.

Δέχθηκε, δηλαδή, να παραμείνει ανενόχλητος στην ηγουμενία της Αγίας Μονής, ο ηγούμενος που είχε εκλεγεί χωρίς την έγκριση του και ο διάδοχος του στην ηγουμενία, να εκλέγεται, από μόνους τους μοναχούς της Μονής, χωρίς ανάμιξη του οικείου Επισκόπου.

Κατά της αποφάσεως αυτής, ανεφέρθη στις Ενετικές Αρχές, ο διάδοχος του Nani, ο λατίνος Επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου Bartholomaeus, ο οποίος απαίτησε την αναγνώριση, υπέρ εαυτού, του δικαιώματος διορισμού ηγουμένου της «Αγίας Μονής».

Η αξίωση αυτή οδηγήθηκε ενώπιον της Συγκλήτου και ο δόγης της Ενετίας, Φραγκίσκος Foscari, εκοινοποίησε την ληφθείσα απόφαση, δια του από 24ης Δεκεμβρίου 1437 εγγράφου του, προς τον «εξουσιαστήν και καπετάνον» Ναυπλίου Ιωάννην Barbo, αρμόδιο για την εφαρμογή των αποφασισθέντων[xxiv].

Η μαρτυρία του εγγράφου αυτού, έχει μεγάλη σημασία, για τις σχέσεις Ελλήνων Ορθοδόξων και Καθολικών στην περιοχή. Σ’ αυτό, ο Λατίνος Επίσκοπος επιδιώκει να επισείει την ποινή της απελάσεως, με τη βοήθεια μάλιστα των Οργάνων της Πολιτείας, όταν μοναχοί ή πρόσωπα, που έχουν γενικά εκκλησιαστική ιδιότητα, είναι ανεπιθύμητα στην περιοχή της δικαιοδοσίας του.

Οι μοναχοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αποκαλούνται «αδελφίσκοι» και χαρακτηρίζονται με κάποια περιφρόνηση, ως επίφοβοι, αιρετικοί[xxv].

Αυτή η πληροφορία είναι σημαντική, διότι δεν έχουμε άλλες μαρτυρίες, για ανοικτή ρήξη και επεισόδια, μεταξύ Ελλήνων Ορθοδόξων κληρικών και λατίνων κοσμικών ή εκκλησιαστικών αρχόντων. Έτσι αυτό το πρόβλημα του λατίνου Επισκόπου Αργολίδας, είναι ενδεικτικό και συνιστά αξιοπρόσεκτη μαρτυρία για τη σοβούσα, έστω και υπολανθάνουσα μορφή, κρίση μεταξύ κληρικών των δύο ομολογιών.

(Σημείωση Αργολικής Βιβλιοθήκης. Το παρόν κείμενο έχει γραφεί προγενέστερα από την εύρεση και Μετακομιδή των Αγίων Λειψάνων του Αγίου Πέτρου, Επισκόπου Άργους του Σημειοφόρου και Θαυματουργού στο Άργος και στον Ιερό ομώνυμο Ναό, όπου και φυλάσσονται, από την 19η Ιανουαρίου του 2008).

Β’ Ενετοκρατία (1686 – 1715).

Στις 20 Αυγούστου 1686, κατά την γνωστή εκστρατεία του Μοροζίνη, το Ναύπλιο κυριεύτηκε και πάλι από τους Ενετούς, οι οποίοι εγκατέστησαν εδώ, νέα πολιτικοστρατιωτική διοίκηση, γνωστή με το όνομα Regno di Morea, με πρωτεύουσα το Ναύπλιο ( Napoli di Romania, «eccelentissima«, όπως την αποκαλούσαν οι Ενετοί)[xxvi] .

Στο Ναύπλιο μετατίθεται, ο μέχρι τότε Επίσκοπος Χίου Leonardo Balsarini, με τον τίτλο του «Αρχιεπισκόπου Κορίνθου». Οι Ενετοί αποκαθιστούν την λατινική ιεραρχία, ανεχόμενοι παράλληλα, την Ελληνική ιεραρχία, με τους ιερείς και τα μοναστήρια της Ορθόδοξης  Εκκλησίας.

α’ . Η έκθεση Corner.

Αξίζει εδώ να αναφερθεί η έκθεση του  Giacomo Corner, γενικού Προβλεπτή Πελοποννήσου, την οποία συνέταξε στις 23 Ιανουαρίου 1691, για χρήση της Γερουσίας[xxvii].

Περιγράφει εκεί ο Corner με μελανά χρώματα, την πνευματική κατάσταση της Πελοποννήσου, υποτιμώντας τον Ορθόδοξο Κλήρο, αλλά και μερικούς καθολικούς κληρικούς. Ενδιαφέρον παρουσιάζει στην έκθεση αυτή, η περιγραφή της ειρηνικής πολιτικής προς την Ορθόδοξη Εκκλησία, που είχαν προγραμματίσει να εφαρμόσουν οι Ενετικές Αρχές, κατά την παραμονή τους στο Ναύπλιο, με κύριο στόχο να μη δημιουργηθεί δυσαρέσκεια στο λαό, προφανώς προ της απειλής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που είχε βλέψεις στην περιοχή. Ο αγώνας τότε μεταξύ Τούρκων και  Ενετών, ήταν η κυριαρχία στο Αιγαίο, για το οποίο έγιναν οι γνωστοί Ενετοτουρκικοί πόλεμοι. Οι Ενετοί συμπεριφέρονταν  στον εντόπιο πληθυσμό ηπιώτερα, για να έχουν φυσικά την υποστήριξή τους.

Ο Corner υπόσχεται, ότι δε θα αφαιρεθούν οι περιουσίες των Εκκλησιών, αλλά και το ίδιο το Κράτος θα βοηθήσει στην επισκευή τους. Απέναντι στον Ορθόδοξο Κλήρο, συνιστά διπλωματική στάση, δηλαδή ήπια και διαλλακτική. Αλλά όπως πάντα, η πράξη διαφέρει της θεωρίας. Δηλαδή, η αρχή της συμφιλιωτικής πολιτικής επισκιαζόταν πολλές φορές, από την αρχή «βασιλικώτερος του βασιλέως»!

β’. Τα εκκλησιαστικά ακίνητα και η ορθόδοξη ενορία του Μέρμπακα

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο σφετερισμός των εκκλησιαστικών κτημάτων της Μονής «Οσίου Θεοδοσίου» και της περιουσίας του μοναστηριού, επί Αργολίδος Αμβροσίου[xxviii].

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία.

Όπως προκύπτει από έγγραφο παραστατικό στοιχείο, της λεγομένης εκκλησιαστικής Βενετικής Απογραφής, επί γενικού Διοικητού του Ναυπλίου Francisco Grimani, o Φραγκίσκος Μοροζίνης, παρεχώρησε μετά την κατάκτηση της περιοχής, με επίσημο έγγραφό του, της 9ης Δεκεμβρίου 1688, προς  τον προερχόμενο εκ Κρήτης Επίσκοπο Ρεθύμνης Αθανάσιο Χορτάτση, τη Μονή «Αγίου Θεοδοσίου», για να τη νέμεται, ως πόρον ζωής «και ακόμη το μετόχι, ονομαζόμενο Παναγία εις του Μέρμπακα», που υπήγετο στη Μονή «Αγίου Θεοδοσίου».

Ο Αθανάσιος όμως Χορτάτσης, Επίσκοπος Ρεθύμνης, που εκμεταλλεύθηκε δια βίου, την εκκλησιαστική αυτή περιουσία, αλλά και ανακαίνισε τα κτίρια της Μονής «Αγ. Θεοδοσίου» όταν γέρασε, παρεχώρησε με συμβολαιογραφική πράξη της 9ης Ιουνίου 1694, τη Μονή «Αγίου Θεοδοσίου»  και το μετόχι της «Παναγίας Μέρμπακα» στον ανεψιό του Φραγκίσκο Χορτάτση.

Η πράξη αυτή διασφαλίστηκε επίσημα, με το από 12 Οκτωβρίου 1701, διάταγμα του Giacomo da Mosto,  Γενικού Προνοητού Πελοποννήσου στο Ναύπλιο. Με το διάταγμα αυτό παραχωρήθηκε  η Μονή και το μετόχι, στο Φραγκίσκο Χορτάτση, στον πατέρα του Εμμανουήλ και γενικά στην οικογένεια του Χορτάτση, σε αναγνώριση των υπηρεσιών τους, προς τη Βενετική Πολιτεία.

Έτσι τα εκκλησιαστικά αυτά κτήματα πέρασαν στη νομή της βενετόφιλης οικογένειας Χορτάτση. Με το ίδιο διάταγμα ορίστικε ότι, μετά το θάνατο του Επισκόπου Αθανασίου Χορτάτση, για να διατηρηθεί η κατοχή των δύο κτημάτων από την οικογένεια των Χορτάτσηδων, ηγούμενος θα γινόταν, ο Μελέτιος Χορτάτσης , αδελφός του Φραγκίσκου Χορτάτση.

Η ευφυής αυτή μεθόδευση ευδοκίμησε, όχι όμως χωρίς διαμαρτυρίες των τοπικών Εκκλησιαστικών Αρχών των Ορθοδόξων και κυρίως του Μητροπολίτου Αργολίδος Αμβροσίου[xxix]. Αφορμή των διαμαρτυριών υπήρξε η ορθόδοξη ενορία του χωριού Μέρμπακα, που βεβαίως ανήκε πάντα στην κανονική αρχιερατική εποπτεία του ορθοδόξου Μητροπολίτου Ναυπλίου και Άργους, ο οποίος τώρα εμποδιζόταν στην άσκηση των αρχιερατικών δικαιωμάτων του στην περιοχή, δηλαδή να διορίζει και εποπτεύει τον εφημέριο του Μέρμπακα, αφού οι Χορτάτσηδες διεκδικούσαν και την ενορία του Μέρμπακα, που συνεφάπτοταν με το μετόχι το οποίο ενέμοντο.

Η υπόθεση έφθασε στον Γενικό Προνοητή της θάλασσας Alvice Moncenigo. Ο Αμβρόσιος ζητά αποκατάσταση των αρχιερατικών του δικαιωμάτων. Την 8 Ιανουαρίου 1711 εκδίδεται διαταγή του Alvice Moncenigo υπέρ των Χορτάτσηδων, όπου ορίζεται, ότι το ενοριακό κανονικό δικαίωμα του οικισμού του Μέρμπακα, ανήκει στο μετόχι της Παναγίας, της οποίας ο εφημέριος θα λειτουργεί και στην ενοριακή εκκλησία του χωριού.

Ο Αμβρόσιος προσφεύγει στις Ενετικές Αρχές του Ναυπλίου κατά της αποφάσεως (Ιούνιος 1711) ενώ υποβάλλεται και αναφορά είκοσι Μερμπακιτών (Ιούλιος 1711), με  την οποία υπενθυμίζονται συγκεκριμένα γεγονότα της εκεί ενοριακής ζωής και άλλες ειδήσεις της εκκλησιαστικής πρακτικής, που έδειχναν τη συνέχεια της αρχιερατικής εποπτείας του Ορθοδόξου Μητροπολίτου Αργολίδος  επί της  ενορίας του Μέρμπακα.

Η έφεση του Αμβροσίου διεβιβάσθη από τον ρέκτορα Ναυπλίου, Pelegrin Pasgualigo,προς το Συμβούλιο των 40, στη Βενετία και κοινοποιήθηκε στον προεστό του Μέρμπακα και προς τους Χορτάτσηδες. Στη Βενετία παρακολούθησε ο Αργολίδος Αμβρόσιος την υπόθεση στενά, δια του ειδικού απεσταλμένου του, ιερέως Ιωάννου Κληματαρά, πρωτεκδίκου Ναυπλίου, μέχρι το Νοέμβριο του 1713. Ο δικαστικός αυτός αγώνας, που ήταν μακρός και πολυέξοδος, εστέφθη υπό επιτυχίας και ήταν ανάλογος προς τη γνωστή και εξ άλλων πηγών, ισχυρή προσωπικότητα του Αμβροσίου.

Ο Μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους Αμβρόσιος  [xxx], μετά την ήττα των Ενετών στην Πελοπόννησο και την επικράτησή των Τούρκων (1715) αιχμαλωτίσθηκε και δε γνωρίζουμε τι ακριβώς απέγινε. Μένει όμως το μνημόσυνο του, ως ζηλωτού και καλού Ιεράρχου[xxxi]. Πάντως απ’ όσα προαναφέραμε, φαίνεται καθαρά, ότι οι σχέσεις Ελλήνων Ορθοδόξων και Καθολικών στο Ναύπλιο, δεν ήταν πάντα ανέφελες.

  

Η τύχη Καθολικών πιστών και ιδρυμάτων επί τελευταίας Τουρκοκρατίας και ελευθέρας Ελλάδας (1715 και εξής)

 

Στα 1781, υπήρχαν συνολικά εκατό (100) καθολικοί πιστοί, στην Αθήνα , το Ναύπλιο, την Κορώνη και την Πάτρα. Στο Ναύπλιον παρέμειναν λιγοστές οικογένειες, που ασχολούνταν με το εμπόριο και με διπλωματικές αντιπροσωπείες της Γαλλίας, της Βενετίας και άλλων Ευρωπαϊκών Κρατών.

Η κατάσταση αυτή, ανατρέχει σε όλη την Τουρκοκρατία (1711 – 1822), μέχρι που ήρθε ο πρώτος Βασιλιάς του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους, ο καθολικός το θρήσκευμα Όθωνας, ο οποίος εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, το 1833.

Το Βασιλιά Όθωνα συνόδευε σημαντικός αριθμός καθολικών Βαυαρών. Υπολογίζεται πως ήταν μαζί του χίλιοι οκτακόσιοι πενήντα (1850) Βαυαροί, κυβερνητικοί, άλλοι τιτλούχοι, στρατιωτικοί, αυλικοί[xxxii], οι οποίοι μετακόμισαν στην Αθήνα, όταν το 1834 μεταφέρθηκε εκεί η έδρα της πρωτεύουσας. Σε ανεπίσημη απογραφή του καθολικού πληθυσμού στα 1834, μετά την εγκατάσταση του Όθωνα στην Αθήνα, έχουμε ακόμη στο Ναύπλιο εκατόν είκοσι (120) πιστούς του καθολικού Δόγματος[xxxiii] .

Το 1839, ύστερα από αίτηση του Επισκόπου των Δυτικών Λουδοβίκου Μαρία Blanchis, Επισκόπου Σύρου, που είχε την ποιμαντική φροντίδα των καθολικών πιστών της Ελλάδας, σε περιοχές που δεν υπήρχαν λατίνοι Επίσκοποι, όπως στο Ναύπλιο, δωρίθηκε από τον Όθωνα το τέως μουσουλμανικό Τέμενος, δηλαδή η λεγόμενη «Φραγκοκλησιά» στην πλαγιά της Ακροναυπλίας, για να μετατραπεί σε Καθολικό Ναό του Ναυπλίου.

Στο Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ. Α. Κράτους, και στους φακέλους : ΔΗΜ 1.1/Π 35 (1839) και ΔΗΜ 1.1/12 32β (1838), βρίσκουμε τη σχετική αλληλογραφία, για την παραχώρηση του τζαμιού στους Δυτικούς, τους Καθολικούς του Ναυπλίου.

Βλέπουμε στο υπ’ αριθ, 4998/28 Αυγούστου 1838 έγγραφο του Διοικητού Αργολίδος, προς τον Δήμαρχο Ναυπλίου, ότι « κατόπιν αιτήσεως του εν Σύρω Επισκόπου των Δυτικών, απευθυνόμενης προς την επί των Εκκλησιαστικών Βασιλικήν Γραμματείαν, ο Δήμαρχος προσκαλείται, βάσει και της υπ΄αριθ.12021 διαταγής επί των Εσωτερικών Γραμματείας», να κάμει αίτηση, ώστε να παραχωρηθεί στους πιστούς του Δυτικού Δόγματος το παραπάνω τζαμί ή κάποιο άλλο κατάλληλο απ’ όσα υπάρχουν προς ανέγερσιν Ναού « κατά τον νόμον περί προικοδοτήσεως». Ο Διοικητής παρακαλεί τον Δήμαρχο, να έχει την αίτηση του, το ταχύτερο, για να την υποβάλλει εις την «επί των Εσωτερικών Γραμματείαν» Το Τέμενος χαρακτηρίζεται ως «το υπό τον Ιτσκαλέ ερείπιον τζαμίου».

Σε έγγραφο της 7 Νοεμβρίου 1838, προς τον Δήμαρχο Ναυπλίας, ο εφημέριος των καθολικών Ναυπλίου, ιερέας Πέτρος Πριβιλέγγιος, αποστέλλει κατάλογο των « όσων έγραψε έως τώρα» καθολικών, εκατόν είκοσι εννέα (129) ονόματα, που βρίσκονται στο Ναύπλιο και επιφυλάσσεται να στείλει και άλλον με ονόματα των υπόλοιπων Καθολικών του Ναυπλίου.

Με το από 20 Φεβρουαρίου/ 4 Μαρτίου 1839 Βασιλικό  Διάταγμα, παραχωρείται «εις τους ενταύθα διαμένοντας ή ως δημότας εις τον Δήμον Ναυπλίας καταγραφέντας Δυτικούς» η οικοδομή του τζαμιού, που βρίσκεται «εντός του φρουρίου πλησίον του Ίτσκαλέ».

Με το από 31 Μαρτίου/ 12 Απριλίου 1839 έγγραφο του, ο ιερέας Πέτρος Πριβιλέγγιος, με την ιδιότητα του εφημέριου των καθολικών Ναυπλίου, ευχαριστεί και εκ μέρους των πιστών του Δυτικού Δόγματος τον Δήμαρχο Ναυπλίου, «δια την φιλοκαλίαν και προσπάθειαν», την οποία κατέβαλε ως προϊστάμενος του Δήμου Ναυπλιέων, προς επιδίωξη του σκοπού τους, δηλαδή για ίδρυση καθολικού Ναού.

Με το από 3 Μαΐου 1839 έγγραφο, ο Δήμαρχος Ναυπλίου Γ. Μ. Αντωνόπουλος , διατάσσει τον Δημοτικό Αστυνόμο, να διώξει όσους κατοικούν εις τα «χαμώγια του υπό τον Ίτσκαλέ τζαμίου», δίνοντας τους μόνο τρεις (3) ημέρες προθεσμία, για να βρουν άλλα καταλύματα, διότι το τζαμί αυτό, εχορηγήθη εις τους καθολικούς δια της Κυβερνήσεως, για να ανιδρύσουν Ναόν του Δόγματός τους.

Στην παραχώρηση συνέβαλε, ο προσωπικός φίλος του Βασιλιά, Γάλλος συνταγματάρχης Α. Ιλαρίων Touret[xxxiv]. Ο Ναός επισκευάζεται λόγω των ζημιών από τα επαναστατικά γεγονότα και ανοικοδομείται πρεσβυτέριο, για κατοικία του εκάστοτε εφημερίου. Τα εγκαίνια του ναού έγιναν στα 1840 από τον εφημέριο Φραγκίσκο Κούκουλα  και αφιερώθηκε στη «Μεταμόρφωση του Σωτήρος». Την εποχή εκείνη το Ναύπλιον συγκέντρωνε τριακόσιους (300) περίπου καθολικούς[xxxv], Έλληνες και ξένους. Οι δεύτεροι ανήκαν στο σώμα των Βαυαρών  στρατιωτών, που είχαν συνοδεύσει τον Όθωνα.

Θα πρέπει εδώ να αναφερθούμε, στους Βαυαρούς στρατιώτες, που συνόδευσαν τον Όθωνα κατά την άφιξή του στο Ναύπλιο. Βρισκόμαστε στα 1833. Ο Όθωνας εγκαθίσταται στο Ναύπλιο και τη φρούρηση της πόλης αναλαμβάνει πλέον η Βαυαρική Βασιλική Φρουρά, ενώ η γαλλική φρουρά εγκαταλείπει το Ναύπλιο, με τις ευχές των πολιτών.

Ο Βαυαρικός στρατός, εκτός από τις συνηθισμένες στρατιωτικές υπηρεσίες ασχολείτο και με διάφορα κοινωφελή έργα, που τότε είχε επείγουσα ανάγκη ο τόπος: συμπλήρωσε τις επισκευές οχυρωμάτων των φρουρίων, έχτισε πέτρινη σκάλα με 960 σκαλιά στη Βορειοδυτική πλευρά του Παλαμηδίου, κάνοντας έτσι ευκολώτερη την επικοινωνία με την πόλη του Ναυπλίου.

Έφιαξε «Οπλοστάσιο» στο Ναύπλιο με ειδικούς ξένους τεχνίτες, ιδίως Βαυαρούς, ενώ κατασκεύασε την πρώτη αμαξιτή οδό που συνέδεε το Ναύπλιο με το Άργος (12 χλμ.) και εργάσθηκε για την αποκατάσταση της δημόσιας τάξης σ’ όλο το Κράτος.

Στους Βαυαρούς στρατιώτες, που αποστρατεύτηκαν, δόθηκε στην Αρχαία Τίρυνθα «εθνική γή» για να φιάξουν δικό τους συνοικισμό. Όμως ο συνοικισμός αυτός, που είχε ονομασθεί «Νέα Τίρυνς» δεν έμελλε να ευδοκιμήσει, διότι οι κάτοικοι του Βαυαροί, αποδεκατίστηκαν από τον τύφο και την ελονοσία ή και από άλλες αρρώστιες, που προέκυψαν στην περιοχή. Ο Μιχαήλ Λαμπρυνίδης, στο έργο του «Ναυπλία» ( Αθήναι 1950, σελ315) μιλάει περί «πυρετών» κακοήθων, λαβόντων χαρακτήρα, ένεκα καταχρήσεως οπωρών αώρων ως επί το πολύ». Από τους επιζήσαντες, ελάχιστοι επέστρεψαν στη Βαυαρία. Οι ίδιοι εγκατεστάθησαν στο Ναύπλιο και στην Πρόνοια, ενώ μερικοί απ’ αυτούς αργότερα πήγαν στην Αθήνα. Από το συνοικισμό των Βαυαρών, δεν απέμεινε αξιόλογο ίχνος.

Την 6η Φεβρουαρίου 1836, ο Βασιλιάς της Βαυαρίας Λουδοβίκος, ήλθε στην Ελλάδα, για να επισκεφθεί το γιό του τον Όθωνα. Επισκέφθηκε το Ναύπλιο και έγινε επίσημα δεκτός στην είσοδο της πόλης, απ’ το Δημοτικό Συμβούλιο Ναυπλίου και το Δήμαρχο Σπύρο Παπαλεξόπουλο, ο οποίος τον προσφώνησε. Τότε, προς τιμήν του Λουδοβίκου δόθηκε επίσημος χορός στη μεγάλη αίθουσα « Βουλευτικού» Ναυπλίου.

Ο Βασιλιάς Λουδοβίκος, σε ανάμνηση της Βαυαρικής αποικίας, διέταξε να ιδρυθεί περιφανές αναμνηστικό μνημείο, επί του βράχου που υπάρχει βορειοανατολικά της Πρόνοιας, στους πρόποδες του οποίου είχαν ταφεί οι Βαυαροί στρατιώτες, όσοι είχαν πεθάνει από επιδημία τύφου τα έτη 1833 – 34.

Λαμβάνοντας τη διαταγή αυτή, ο γλύπτης Κρίστιαν Ζίγκλερ, με δαπάνη του Βασιλιά, ελάξευσε στο βράχο Λέοντα κοιμώμενο, όμοιο με εκείνον, που έστησαν οι Ελβετοί στη Λουκέρνη, προς τιμήν των συμπατριωτών τους, που είχαν σκοτωθεί στη Γαλλική Επανάσταση (1789).

 Ο Λέων παριστάνεται να κοιμάται ήρεμα και στα πόδια του υπάρχει επιγραφή, στη γερμανική γλώσσα:

DIE

OFFIZIERE UND SOLDATEN

 DER

KOENIGLICHEN BAYERISCHEN BRIGADE

IHREN KAMERADEN

 +

 1833 UND 1834

ZUR VOLLENDUNG GEBRACHT

DURCH

LUDWIG KOENIG VON BAYERN

 

Η επιγραφή στα ελληνικά σημαίνει:

ΟΙ

 ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ

 ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΒΑΥΑΡΙΚΗΣ ΜΕΡΑΡΧΙΑΣ

ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥΣ ΤΟΥΣ

 +

1833 – 1834

ΤΕΛΕΙΩΘΕΝΤΑΣ

ΔΙΑ

ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΤΗΣ ΒΑΥΑΡΙΑΣ:

(εννοείται αφιερώνουν το παρόν μνημείον)

Τα αποκαλυπτήρια του «Λέοντα των Βαυαρών», έγιναν την 16η Νοεμβρίου 1841 και είναι χαρακτηριστικό το ειδοποιητήριο του Βασιλικού Επιτρόπου προς το Δήμαρχο Ναυπλίου, το οποίο βρίσκεται στο ιστορικό αρχείο Ναυπλίου (ΔΗΜ 1.1 *Ψ50,1841):

« Ο Αντισυνταγματάρχης Χότζ

Προς

Το Δημαρχείον Ναυπλίας

Ο υποφαινόμενος έχει την τιμήν να ειδοποιήση την Δημαρχίαν Ναυπλίας, ότι αύριον εις τάς 11 ώρας π.μ. θέλει αποκαλυφθή το παρά της Α.Μ.

του Βασιλέως της Βαβαρίας Λουδοβίκου Ι προς ανάμνησιν των του επιβοηθητικού Στρατού αποθανόντων Βαβαρών τιθέμενον μνημείον είς Πρόνοιαν.

Παραδίδω λοιπόν, ως Βασιλικός Επίτροπος, το μνημείον τούτο της Δημαρχίας από την ώραν της ξεσκεπάσεως προς υπεράσπισιν κατά κάθε είδους φθοράς και του οποίου επομένως η μεγαλοπρεπής κατασκευή θέλει χρησιμεύσει ως στολισμός της πόλεως Ναυπλίας, ως το πρώτον έργον τοιούτου είδους, μετά παρέλευσιν αιώνων, εις την νέαν αναγενηθείσαν Ελλάδα.

 

Ναύπλιον τη 15η Νοεμβρίου 1841

Ο Επίτροπος

ΧΟΤΖ ΑΝΤΙΣΣΕΤΟΣ 

  

Η Καθολική εκκλησία σήμερα στο Ναύπλιο

 

Όπως φαίνεται καθαρά από ξενικά ονόματα των καθολικών  του Ναυπλίου το έτος 1838, που κατέγραψε ο τότε εφημέριος  του Πέτρος Πριβιλέγγιος και επικύρωσε δια την ακρίβειαν ο Δήμαρχος Ναυπλίου Γ. Μ. Αντωνόπουλος, δεν υπήρχαν  ντόπιοι καθολικοί, παρά ελάχιστοι. Οι ξένοι καθολικοί  του Ναυπλίου απέθαναν, πολλοί μάλιστα  άτεκνοι και  οι περισσότεροι ακολούθησαν τον Όθωνα στην  Αθήνα.

Σύμφωνα  με πηγές της Καθολικής Εκκλησίας, στο Ναύπλιον σήμερα, διαμένουν περίπου δέκα (10) οικογένειες, που ανήκουν στο Καθολικό Δόγμα. Οι λατρευτικές τους ανάγκες, εξυπηρετούνται στον καθολικό Ναό της «Μεταμορφώσεως» από εφημέριο, που έρχεται εδώ σε τακτά διαστήματα. Επίσης στον ίδιο Ναό, εκκλησιάζονται οι αλλοδαποί της ευρύτερης περιοχής, δηλαδή τουρίστες, εργάτες κλπ.

Η Διεύθυνση Νεωτέρων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού, ανέλαβε ως αρμόδια την ανακαίνιση της αψίδας των Φιλελλήνων, ενώ χρηματοδοτεί ως ιδιοκτήτρια τις επισκευές του Ναού, ο οποίος έχει χαρακτηρισθεί διατηρητέο Μνημείο.

Ζωηρό ενδιαφέρον για την αξιοποίηση των Μνημείων αυτών, έχει εκδηλώσει και ο Δήμος Ναυπλιέων. Ο χώρος φωταγωγήθηκε και ευπρεπίστηκε, ενώ χρηματοδοτήθηκε και η κατασκευή της γλυπτής παράστασης με θέμα: «Φιλέλληνες μάχονται υπέρ Ελλήνων», για την οποία ήδη έχουμε μιλήσει. Η παράσταση εγκαινιάσθηκε στις 23 Ιουνίου 1990, παρουσία του Αρχιεπισκόπου Καθολικών της Αθήνας κ.κ. Νικολάου, από τον τότε Δήμαρχο Ναυπλιέων κ. Γεώργιο Τσούρνο.

  

Επιλεγόμενα

 

Από τη μελέτη, που προηγήθηκε, εξάγονται ορισμένες εξηγήσεις, σχετικά με το φαινόμενο, της μη ύπαρξης καθολικών, σήμερα στο Ναύπλιο.

Η εμφάνιση εδώ πιστών του λατινικού Δόγματος είδαμε, ότι σχετιζόταν αρχικά με εμπορικές δραστηριότητες περιστασιακού χαρακτήρα. Οι Ενετοί, έχοντας κυρίως εμπορικά ενδιαφέροντα, κινούνταν, όπου έκριναν, ότι τα συμφέροντα τους εξυπηρετούνταν καλύτερα.

Η στάση των Ενετικών Αρχών επί Ενετοκρατίας, έναντι των Ελλήνων Ορθοδόξων, θα πρέπει να ερμηνευθεί και πολιτικά. Η διστακτικότητα των Ενετών  έναντι της Ορθόδοξης εκκλησίας, ήταν και πολιτική επιλογή, για την διατήρηση της κυριαρχίας στον τόπο. Η Καθολική Εκκλησία, κάθε άλλο παρά είχε λόγους να αρνηθεί τις ευκαιρίες που δίνονταν για επέκταση των εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών της. Μ’ αυτό τον τρόπο η πλειονότητα των Ελλήνων Ορθοδόξων, βλέπει με καχυποψία τις κινήσεις της Καθολικής Εκκλησίας, η οποία ιστορικά συνδέθηκε με τον κατακτητή ( Φράγκο ή Βενετό).

Η ευκαιρία που δίνεται για ανάπτυξη του λατινικού στοιχείου, με τον ερχομό των Βαυαρών που συνόδευσαν τον Όθωνα, εξανεμίζεται, καθώς αυτοί οι ακόλουθοι του Βασιλιά, εγκαθίστανται στη νέα πρωτεύουσα, την Αθήνα μαζί με τον Όθωνα.

Εδώ θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν ότι οι κάτοικοι του Ναυπλίου, καλού και ευγενούς χαρακτήρος, ήταν ευκατάστατοι και πεπαιδευμένοι. Η ελληνική γλώσσα, εκφράζονταν εδώ, στην πιο καθαρή και γλαφυρή της έκφραση, ενώ είναι γνωστές και οι εμπορικές επιδόσεις των κατοίκων Ναυπλίου[xxxvi].

Πιο συγκεκριμένα δεν υπήρχαν σημεία επαφής μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών. Αρκεί να αναλογισθεί κανείς τη διαφορά γλώσσας, νοοτροπίας, αγωγής και κυρίως φρονήματος.

Άλλο το ορθόδοξο φρόνημα και άλλο το λατινικό.

Εξάλλου σοβούσε δυσπιστία, επιφυλακτικότητα μέχρι περιφρόνησης και από τις δύο πλευρές. Ας θυμηθούμε, την έκφραση «αδελφίσκοι» για τους Ορθόδοξους μοναχούς, στο έγγραφο του Φραγκίσκου Foscari, που εξετάσαμε παραπάνω. Ενδεικτικό είναι το γεγονός του σφετερισμού της Μοναστικής περιουσίας της Μονής «Οσίου Θεοδοσίου» από τους Δυτικούς, επί Αργολίδος Αμβροσίου, για το οποίο ήδη έχουμε μιλήσει. Αυτά, μαζί με τον παραγκωνισμό των Αρχιερέων, νομίζουμε, ότι εξηγούν την ανωτέρω εικόνα των Ορθοδόξων και Καθολικών στην Ναυπλία.

Η κατάσταση αυτή ήταν αναγκαστικά ανεκτή, λόγω της πολιτικής συγκυρίας. Οι κρατούντες ήταν καθολικοί· τι μπορούσαν να κάνουν οι Ορθόδοξοι; Απλά ανέμεναν την ανεξαρτησία και όταν αυτή ήλθε, έστω με αλλαγή πάλι ξένου καθεστώτος, έσπευσαν να αποκαταστήσουν, την Ορθόδοξο Εκκλησιαστική Διοίκηση.

Δηλαδή μετά τη Φραγκοκρατία και την Α’ Ενετοκρατία και την παράδοση του Ναυπλίου στους Τούρκους δια συνθήκης, το επόμενο ακριβώς έτος (1541) έγινε ο διορισμός Μητροπολίτου Ναυπλίου, κατόπιν αιτήματος των Ναυλιέων, προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αφού η Αργοναυπλία ήταν Εκκλησιαστική επαρχία του Οικουμενικού Θρόνου, όπως και οι άλλες Μητροπόλεις της Πελοποννήσου μέχρι το 1833, οπότε έχομε την ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας του νεοελλαδικού κρατιδίου.

Βέβαια, καθ’ όλο το διάστημα της Ρωμαιοκρατίας, υπήρχε αντίδοση μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών. Όταν όμως απεμακρύνθησαν οι Καθολικοί κατακτητές κατέρρευσε και το όλο πλέγμα των αναγκαστικών σχέσεων Ορθοδόξων και Καθολικών, διότι ακριβώς έλειπε ο εσωτερικώς ιδεολογικός σύνδεσμος.

Για τον  αυτόν λόγο εξέλειπαν και οι Καθολικοί από την περιοχή. Πάντως, ο ιστορικός αυτός διάλογος στην περιοχή του Ναυπλίου, μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών, έχει προσδώσει στην πόλη, μια αναμφισβήτητη ιδιαιτερότητα, ιστορική, πνευματική και πολιτιστική.

Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τόμος ΙΙΙ, έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο, 1998.  

 

Υποσημειώσεις


[i] Βλέπε Α. Savvides, Nauplion in the Byzantine and Frankish periods (Ανάτυπον) εις Πελοποννησιακά, τομ.  ΙΘ’ (1991 – 1992). Επίσης βλέπε Σοφίας Δοανίδου, «Το πριγκιπάτο της Αχαΐας» (1205 – 1460), Σύλλογος προς διάδοσιν  ωφέλιμων βιβλίων, Αθήνα 1989.

[ii]  Βλέπε Βασ. Παναγιωτόπουλου, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου, Αθήνα 1985, σ. 140. Γ. Αθ. Χώρα, « Η Αγία Μονή Άρειας Ναυπλίου», εν Αθήναις 1975, σ. 95 επ.

[iii] Βλέπε Μιχ. Γ. Λαμπρινίδου, « Η Ναυπλία», Αθήναι 1950, σ. 52 επ.

[iv]  Βλέπε Μιχ. Γ. Λαμπρυνίδου, ό.π., σ. 57 επ. Πρβλ. Γ. ΑΘ. Χώρα, Μουσική παιδεία και ζωή στο Ναύπλιο ( 18ος – 20ος αιώνας), εκδ. του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον 1994, σ. σ. 34, 35.

[v] Βλέπε Μιχ. Γ. Λαμπρυνίδου, ό.π., σ. 58. Ντιάνας Αντωνακάτου, Ναύπλιο 88, κείμενα και εικόνες, Αθήνα 1988, σ. 218.

[vi] Βλέπε Ντιάνας Αντωνακάτου, ό.π.,σ. 218. Πάνου Λιαλιάτση, «Το Ναύπλιον», Τουριστικός οδηγός, Ναύπλιο 1972, σ. 52.

[vii]Την αψίδα ανήγειρε ο φιλέλληνας και προσωπικός φίλος του Όθωνα, Γάλλος συνταγματάρχης Α. Ιλαρίων Touret. Περιέχει 280 ονόματα φιλελλήνων αγωνιστών. Τα αποκαλυπτήρια  έκαμε ο επίσκοπος Blanchis, την Κυριακή της Πεντηκοστής του 1841.

[viii] Βλέπε Μιχ. Γ. Λαμπρυνίδου, ό.π.,σ.328. Επίσης Μ. Φώσκολου, « Η  Καθολική Εκκλησία  Άργους – Ναυπλίου» εις Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τομ.Ι (1992) , εκδ. Δήμου Ναυπλιέων, σ. 43. Επίσης Ντιάνας Αντωνακάτου, ό.π., σ. 218.

9 Βλέπε Μ. Ρούσου – Μηλιδώνη, « Το Μνημείο Φιλελλήνων στο Ναύπλιο», Ανάτυπο απ’ το περιοδικό «Σύγχρονα Βήματα», τεύχ. 68, Αθήνα 1991.

[x] Βλέπε Μιχ. Γ. Λαμπρυνίδου, ό.π., σ σ. 57, 58.

[xi] Βλέπε Ιωάννας Δ. Λιάτα, «Το Δημοτικό Νοσοκομείο Ναυπλίου από την ίδρυση του, μέχρι το 1851», Εργασία στο μάθημα της Ιστορίας της Ιατρικής Α. Ε. Μ. 15. 185, Θεσσαλονίκη 1983.

[xii]Βλέπε Μ. Φώσκολου, ό.π., σ. 39.

[xiii] Βλέπε Π. Γρηγορίου, « Σχέσεις Καθολικών και Ορθοδόξων», Αθήναι 1958, σ. 319.

[xiv] Βλέπε Απ. Ε. Βακαλόπουλου, «Ιστορία του νέου Ελληνισμού» τόμ. Γ’, Θεσσαλονίκη 1968, σσ. 404 κ. επ. και 430.

[xv] Βλέπε Μ. Ρούσου – Μηλιδώνη, «Φραγκισκανοί – Καπουκίνοι», Αθήνα 1996, σ. 267.

[xvi] Βλέπε Ντιάνας Αντωνακάτου, «Ναύπλιο 88», Κείμενα και εικόνες, Αθήνα 1988, σ. 218.

[xvii] Βλέπε Ντιάνας Αντωνακάτου, ό.π., σ. 206.

[xviii]  Ο τελευταίος καπουκίνος μοναχός στο Ναύπλιο (1821) ονομαζόταν Πολύκαρπος και ήταν από τη Σμύρνη.

[xix] Βλέπε Απ. Ε. Βακαλοπούλου, ό.π., σ. 430. Επίσης Μ. Ρούσσου – Μηλιδώνη «Ιησουΐτες στον Ελλαδικό χώρο», εκδ. Κ.Ε.Ο., Αθήναι 1991, σ. 217.

[xx] Βλέπε Γ. Αθ. Χώρα, «Μουσική παιδεία και ζωή στο Ναύπλιο ( 18ος –20ος αιώνας)», έκδ. του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον 1994, σ. 54.

[xxi] Ο Δ. Ζακυθινός, παρατηρεί ότι δεν έλειψαν από το λατινικό κλήρο και πρόσωπα με παιδεία και φιλολογικά ενδιαφέροντα. Βλέπε  Le Despotat grec de Moree, τ. Π σ. 41.

[xxii] Βλέπε Μ. Φώσκολου, ό.π.., σ.33.

[xxiii] Βλέπε Κ. Θ. Κυριακοπούλου, Αγίου Πέτρου, επισκόπου Άργους, βίος και λόγοι, εν Αθήναις 1976, σσ. 490 – 491.

[xxiv] Βλέπε εκτενέστερα Γ. Αθ. Χώρα, ό.π., σσ. 104 κ. επ. και περί του νομικού καθεστώτος διοικήσεως της Μονής από της βυζαντινής εποχής και κατά παράδοσιν επί βενετοκρατίας και στην συνέχεια μέχρι σήμερα, σσ. 219 κ. επ..

[xxv]  «… sunt etiam sidi vicini  guidam heretici gui dicuntur fraticelli, qui libenter subventerent patriam illam ad majores erores ex greco ritu…». Βλέπε Γ. Αθ. Χώρα, ό.π., σσ. 253.

[xxvi]  Βλέπε Σέμνης Καρούζου, Το Ναύπλιο, Αθήνα 1979. σσ. 28, 63.

[xxvii]Βλέπε Μ. Φώσκολου, ό.π., σσ. 40, 41.

[xxviii]Βλέπε Γ. Αθ. Χώρα, ό.π., σ. 127. Επίσης Γ. Αθ. Χώρα, « Η Μονή Οσίου Θεοδοσίου του Νέου Αργολίδος», Αθήνα 1994, σ. 24.

[xxix] Βλέπε Περ. Ζερλέντου, « Η εν Πελοποννήσω Ελληνική Εκκλησία επί Ενετών, έτεσι 1685 – 1715», εκδ. οίκος  Γ. Ι. Βασιλείου, εν Αθήναις 1921, σ. 19.

[xxx] Βλέπε Μ. Λαμπρνίδου, ό.π., σ, 98.

[xxxi] Τα περί δίκης Αμβροσίου, βλέπε λεπτομερέστερα εις Μ. Ι. Μανούσακα, Τα έγγραφα των Χορτάτσηδων της Σμύρνης  (Συλλογή Whittall), «Μικρασιατικά Χρονικά» τόμ. Ι, (1963), σ.σ. 9 – 86.

[xxxii] Βλέπε Μ. Φώσκολου. « Η καθολική Εκκλησία  Άργους – Ναυπλίου» εις Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τόμ Ι, 1992, σ. 43, όπου και παραπομπή.

[xxxiii] Βλέπε Μ. Φώσκολου. ό.π., σ. 43. Πρβλ. Γ. Αθ. Χώρα, Οι ξένοι στο Ναύπλιον κατά την εθνικήν παλιγγενεσίαν  (1821 – 1831), «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», τόμ. ΙΙ (1995), σσ. 7 – 32.

[xxxiv] Βλέπε Μ. Φώσκολου, ό.π., σ.44.

[xxxv] Βλέπε Μ. Ρούσσου – Μηλιδώνη, « Το μνημείο Φιλελλήνων στο Ναύπλιο», Ανάτυπο από το περιοδικό Σύγχρονα Βήματα, τεύχος 68, Αθήνα 1991, σ. 226.

[xxxvi] Βλέπε Γ. Αθ. Χώρα,  Η Αγία Μονή Αρείας Ναυπλίου, εν Αθήναις 1975, σ. 126.

Read Full Post »

 

Η αρχαία Ναυπλία. Χάραξη σε ατσάλι, G.N. Wright, London, περίπου το 1840.

 

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου το 1840.

Χάραξη σε ατσάλι, G.N. Wright, London π. 1840.  

 

Read Full Post »

Φίλης  Α. Γιάννης  (Καθηγητής – Ποιητής & πεζογράφος)


  

Ο Γιάννης Α. Φίλης γεννήθηκε στην Ασίνη Ναυπλίου το 1950. Έλαβε το δίπλωμα ηλεκτρολόγου – μηχανολόγου από το Ε. Μ. Πολυτεχνείο το 1973. Μεταξύ 1973-1975 υπηρέτησε στον Ελληνικό Στρατό ως έφεδρος ανθυπολοχαγός. Έλαβε M.S. (1978), Engineer Degree (1979), και Ph.D. (1980) στην επιστήμη συστημάτων από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Λος Άντζελες (UCLA).

Από το 1980 έως το 1986 ήταν επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης (Boston University), Η.Π.Α. Από το 1986 εργάζεται στο Τμήμα Μηχανικών Παραγωγής και Διοίκησης του Πολυτεχνείου Κρήτης, όπου είναι καθηγητής και διευθυντής του Εργαστηρίου Βιομηχανικής Παραγωγής με Υπολογιστές (CAM). Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα είναι ο στοχαστικός έλεγχος, τα συστήματα διακεκριμένων γεγονότων και εφαρμογές σε συστήματα παραγωγής και περιβαλλοντικά συστήματα.

Ο Γ. Φίλης έχει βραβευθεί ως ποιητής και πεζογράφος. Έχει δημοσιεύσει 5 ποιητικές συλλογές μία εκ των οποίων στα Αγγλικά, 3 μυθιστορήματα και 2 δημοφιλή περιβαλλοντικά βιβλία, ένα εκ των οποίων δημοσιεύθηκε και στα Ιταλικά. Έχει βραβευθεί επανειλημμένως για το λογοτεχνικό του έργο στην Ελλάδα και στις ΗΠΑ.

 

Μερικές από τις διακρίσεις του είναι:

• Πρώτο βραβείο ποίησης από το Υπουργείο Πολιτισμού και Επιστημών το 1976.
• Βραβείο Καλύτερου Βιβλίου της χρονιάς 1985 για την ποιητική συλλογή «O Ζαρατούστρα και οι Πέντε Εσπερινοί» από την Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών.
• Λογοτεχνικό Βραβείο Harry Kurnitz στο UCLA δύο φορές το 1979 και 1980.
• «Outstanding Professor of the Year 1986″ Boston University.
• Χρυσό Μετάλλιο, Ναυτικό Μουσείο Κρήτης, 2004.
• Χρυσό Μετάλλιο, Λέσχη Φιλελευθέρων, Αθήνα 2005.
• Βραβείο Δήμου Χανίων «Για την πολύπλευρη και μακροχρόνια προσφορά του στην πόλη των Χανίων», 2005.
• Αναγόρευση σε “Εταίρο”, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών “Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος”, Χανιά, 2006.
• Tau Beta Pi, μέλος.
• Sigma Xi, μέλος.

Ήταν προεδρεύων των:

• 5th Int. Conf. on Advances in Communication and Control, Rethymno, Greece, 1995
• 3rd and 5th Int. Conf. Management of Technological Change, Chania, Greece, 2003 and 2005

Διετέλεσε Πρόεδρος του Συνεδρίου Πρυτάνεων Ελληνικών Πανεπιστημίων το 1996 και το 2001.

Επίσης υπήρξε μέλος των ακόλουθων επιτροπών εκδόσεων:

• Αρχισυντάκτης τόμου για την κατάσταση του περιβάλλοντος στην Ελλάδα, Συνέδριο Πρυτάνεων Ελληνικών Πανεπιστημίων, 1996.
• Επίτιμο μέλος εκδοτικής επιτροπής για την Encyclopedia of Life Support Systems, International Foundation for Water Science and Technology.
• Μέλος συμβουλευτικής επιτροπής του περιοδικού Environmental Engineering and Management, 2002- σήμερα.
• Μέλος εκδοτικής επιτροπής του περιοδικού IEEE Robotics and Automation Magazine, 1998-2001.
• Μέλος συμβουλευτικής επιτροπής του περιοδικού IEEE Systems Journal, 2007- σήμερα.
• Εκδότης του περιοδικού Journal of Intelligent and Robotic Systems, 2006 – σήμερα.

Υπήρξε πρύτανης του Πολυτεχνείου Κρήτης για 10 έτη έως το 2005

  

Λογοτεχνικό έργο


Ο Γιάννης Α. Φίλης έχει δημοσιεύσει πἐντε ποιητικές συλλογές: 

«Ο Zαρατούστρα και οι Πέντε Εσπερινοί», Εκδόσεις Μπουκουμάνη, 1985.
«Σίσυφος», Εξάντας, Αθήνα, 1998.
«Αρχάριος Οδυσσέας», Μεταίχμιο, Αθήνα, 2004. 
“ Novice Odysseus”, Salonica Press, New York, 2005, η ίδια ποιητική συλλογή Αγγλικά.
“Ελπήνωρ – Ένας Χαρτογράφος χωρίς Μνήμη”, Κάκτος, 2005.

«Δυτικά του Ομήρου«,  Εκδόσεις Μελάνι, 2009.

τρία μυθιστορήματα:

•    «Πέραν των Συμπληγάδων», Εξάντας, Αθήνα, 1991.
•    «Το Στρατόπεδο», Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2000.
•    “Μια Σταγόνα στο Χείμαρρο”, Seaburn Publications, Νέα Υόρκη, 2006.

δύο γνωστά περιβαλλοντικά βιβλία:

•    «Η Τελευταία Πνοή του Πλανήτη Γή», Εκδόσεις Μπουκουμάνη, 1984. Ένα βιβλίο για τα οικολογικά προβλήματα του πλανήτη μας και τον αγώνα των εξοπλισμών.
•    «Το Λυκόφως του Ανθρώπινου Είδους», Εξάντας, Αθήνα, 1994. Οικολογικό βιβλίο. Το ίδιο βιβλίο εκδόθηκε επίσης και στα Ιταλικά από τον οίκο BIOS το 1996.

Έχει δημοσιεύσει ποιήματα σε Ελληνικά και Αμερικάνικα περιοδικά. Μεταφράσεις των ποιημάτων του κυκλοφορούν στα Γαλλικά και Γερμανικά. Έχει λάβει πολλά βραβεία στην Ελλάδα για το λογοτεχνικό του έργο καθώς και το βραβείο Harry Kurnitz Literary Award δύο φορές στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Λος Άντζελες (UCLA). Είναι μέλος του Ελληνικού ομίλου PEN Club and του Poets and Writers στις ΗΠΑ.

Πηγή


  •  Πολυτεχνείο Κρήτης, Τμήμα Μηχανικών Παραγωγής & Διοίκησης.

Read Full Post »

Δυτικά του Ομήρου (Βιβλιοπαρουσίαση)


Η τελευταία ποιητική συλλογή του Γιάννη Α. Φίλη, «Δυτικά του Ομήρου» που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Μελάνι (2009), είναι μια αναζήτηση του αρχέγονου πάθους της ζωής που οδηγεί τον άνθρωπο μέσα από τις ιδιοτροπίες του χρόνου, σχεδόν με βιολογική αναγκαιότητα. Αυτό το πρωτογενές πάθος ξεδιπλώνεται στις δύο ενότητες που έχει το βιβλίο και σε τόπους που ο ποιητής έχει ζήσει: την Ασίνη, το Ναύπλιο, τα Χανιά, την Κεντρική και Βόρεια Αμερική.

  

Η ποιητική γεωγραφία του Γιάννη Φίλη. 

Πάνος Λιαλιάτσης


 

Η ποίηση σήμερα στην Ελλάδα καλλιεργείται από εκατοντάδες ποιητές που εκδίδουν συνεχώς συλλογές, με δικά τους έξοδα, χωρίς το ευρύ κοινό που τις παρακολουθούσε πριν από μερικές δεκαετίες. Οι ποιητές είναι περισσότεροι των αναγνωστών! Γιατί η ποίηση, με τη διάδοση του σουρεαλισμού και της “αυτόματης γραφής”, έγινε εύκολη μανιέρα, μέσα στη “θολούρα” των μοντέρνων εραστών της, που ανακοινώνουν τα βιώματά τους κρυπτικά μέσα σε πελάγη μυστικών στίχων χωρίς τη ραχοκοκαλιά του συγκεκριμένου.

Ο αναγνώστης μάταια προσπαθεί να προσεγγίσει τον ποιητή, να ενστερνιστεί κάποιο μήνυμά του και τελικά πετάει τη συλλογή οργισμένος και απογοητευμένος. Ωστόσο, μερικοί ποιητές ξεχωρίζουν μέσα στο πλήθος των ομοτέχνων τους, γιατί η έμπνευσή τους έχει λυρικό έρμα και εκφράζει κάποιο προσπελάσιμο νόημα. Αλλά και αυτοί έχουν ανάγκη τον ερμηνευτή τους, που θα τους πλησιάσει με κάποια ειδικά “κλειδιά”, για να αποκρυπτογραφήσει τους στίχους τους.

Είναι η περίπτωση του Γιάννη Φίλη, ενός ποιητή που πρόσφατα κυκλοφόρησε την πέμπτη συλλογή του “Δυτικά του Ομήρου” (σελ. 76, εκδόσεις “Μελάνι”), του οποίου θα προσπαθήσω να ερμηνεύσω μερικά ποιήματά του. Ο Γιάννης Φίλης κινείται στον ομηρικό κύκλο της Οδύσσειας και προϋποθέτει, δομικά, το γνωστό ποίημα του Γιώργου Σεφέρη “Ο βασιλιάς της Ασίνης”, τίτλος με τον οποίο ο νομπελίστας ποιητής μας έγινε γνωστός στην Ευρώπη με τη μετάφραση στα Αγγλικά των ποιημάτων του (Λονδίνο, 1948). Σημειώνω δύο σχετικούς τίτλους ποιητικών συλλογών του Γιάννη Φίλη: “Αρχάριος Οδυσσέας” (Μεταίχμιο, 2004) και “Ελπήνωρ – ένας χορτοφάγος χωρίς μνήμη” (Kάκτος, 2005).

Η αρχαία Ασίνη έγινε αρχικά γνωστή από τις ανασκαφές των Σουηδών στη δεκαετία του 1920, ακολούθησαν τα ποιήματα του Γ. Σεφέρη και του Ν. Καρούζου (“Στην Ασίνη οι πορτοκαλιές”) και το 1976 η “Aρκτική ζώνη” του Γιάννη Φίλη. Έτσι πλουτίστηκε το ομηρικό “Ασίνην τε”, που έγινε ευρύτερο ποιητικό σύμβολο.

Ο Γιάννης Φίλης γεννήθηκε στην Ασίνη το 1950 και σπούδασε στο Ε.Μ. Πολυτεχνείο ηλεκτρολόγος μηχανικός και ύστερα στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας UCLA, όπου πήρε το διδακτορικό του δίπλωμα και δίδαξε αρχικά. Είναι σήμερα καθηγητής στο πολυτεχνείο Κρήτης, του οποίου διετέλεσε επί δεκαετία πρύτανης. Διδάσκει “Eπιστήμη των Συστημάτων”, που προϋποθέτει εφημορσμένα Μαθηματικά. Επιδίδεται στη σχετική ανάλυση και παράλληλα στην Οικολογία, για την οποία πέρσι βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών. Ποίηση, λοιπόν, και Μαθηματικά, δύο αγάπες αξεχώριστες, σύμφωνα με την πλατωνική επίκληση. Τις πρώτες του αναμνήσεις από τη γενέτειρά του μας τις έδωσε με το αφήγημά του “Μια σταγόνα στο χείμαρρο” (2007), που εξεδόθη στη Νέα Υόρκη.

Το βιβλίο του Γιάννη Φίλη “Δυτικά του Ομήρου”, που θυμίζει –τυχαία- το γνωστό στίχο του Οδυσσέα Ελύτη “δυτικά της λύπης”, αναφέρεται στο κάστρο της Αρχαίας Ασίνης, δυτικά του ανατολίτη Ομήρου, και στη γύρω περιοχή, όπου πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια.

Το πρώτο μέρος, “Λέξεις φυτρωμένες στις Πέτρες”, αναπαριστά τα πρώτα βιώματα και σκιρτήματά του. Είναι η παραλιακή ζώνη από το κάστρο έως τη Σπηλιά –ανατολικά- του Δρεπάνου, γνωστή ως “Πλάκα”. Μπροστά ανοίγεται το πέλαγος, όπου βλέπεις τρία ξερονήσια: την Πλατιά, την Ψηλή και τη Ρόβη, απέναντι από το Τολό.

Κοντά στο κάστρο, όπου κατασκήνωσαν στην Κατοχή οι Ιταλοί που μαζί με τους Γερμανούς ναρκοθέτησαν όλη την Πλάκα για τον κίνδυνο της συμμαχικής απόβασης, υπάρχει μια μικρή λίμνη, ο Γλυφός, όπου καταλήγει ο Δαφνοπόταμος, χείμαρρος που κατεβαίνει από το Αραχναίο. Στα χρόνια της Κατοχής, οι Ασιναίοι έβγαζαν νάρκες και πωλούσαν το δυναμίτη. Πολλοί σκοτώθηκαν σ’ αυτή την προσπάθειά τους. Στην Πλάκα σήμερα έχουν αναπτυχθεί πολλά κάμπινγκ που έχουν αλλοιώσει την παραλία.

Κοντά σ’ αυτήν, υπήρχε το εργοστάσιο κονσερβών “Πεταλούδα” του Τάσου Φίλη, πατέρα του ποιητή, που μνημονεύεται συχνά στους στίχους του. Τούτο το περιβάλλον μνημειώνει ο ποιητής στη δεκαετία του 1950. Δίνει ονόματα αρχαιοπρεπή σε όσους ανθρώπους σχετίζονται με την Ασίνη, επηρεασμένος από τους ποιητές που την εξύμνησαν. Έτσι ο πατέρας του παίρνει το όνομα Οδυσσέας, ο θείος του Κώστας, Μενέλαος κλπ.

Ο ποιητής εξομολογείται: “Η ζωή μου σε άνεμο ανείπωτο/ όταν την Πρώτη θάλασσα άκουσα./ Ήταν τότε που οι πανταχόθεν λέξεις/ εξηγούσαν των ανθρώπων τα έργα αλάθητα/ και χώρος για αμφβιβολία δε μου δόθηκε (…) Με σχημάτισαν η θάλασσα/ και οι πέτρες –Ασίνην τε.”

Ο σεφερικός Ελπήνωρ επανέρχεται: “Στα μέρη αυτά έτσι φτιάχνουμε σκαριά/ λέει ο Ελπήνωρ/ ένοικος στο κάμπινγκ στο Γλυφό δίπλα/ αφού με προσοχή σκότωσε τα στάχυα και τις πέτρες/ και οι τουρίστριες τον φωτογραφίζουν” (…) “Ο υγρότοπος που σκότωσαν του Ελπήνορα οι σύντροφοι/ (Γλυφό τον λέγανε)/ ο σπάρος που διάβαζε με προσοχή την άμμο/ και η φωνή που μ’ έσυρε απ’ το πρώτο φως/ που ο ήλιος βύθιζε στη λήθη τ’ άστρα/ ως την ημέρα που είδα τον τυφλό Πολύφημο/ να γράφει την Ιστορία της φυλής ίδια και απαράλλαχτα:/ Ασίνην τε”. (Η πρώτη θάλασσα).

Ξαναγυρίζει ο ποιητής στην κατοχική Ασίνη, που την συμπλέκει με την Ομηρική και αφηγείται την ιστορία του χωριού του: “O Έκτορας το ‘41 έβγαζε νάρκες στην αρχαία ακτή./ Οι Γερμανοί τον δίκασαν μπροστά σ’ όλο το χωριό/ τον έστησαν στις σκελετωμένες αμυγδαλιές/ -ο πατέρας του στην πρώτη σειρά./ (…) Τον δέσανε για να ‘ναι όρθιος./ Με το χτύπημα των ντουφεκιών/ σωριάστηκε με την ευκολία που σωριάστηκαν οι επιθυμίες του”.

Είναι η πικρή ιστορία μερικών αντιστασιακών της Ασίνης (Πάνος Δαμιανός, αδελφοί Παπαλιάκηδες κ.α.) που “παραδειγματικά” εκτέλεσαν οι Γερμανοί κοντά στο δημοτικό σχολείο.

Στο ποίημα “Iστορίες” αφηγείται, στον απόηχο του “Βασιλιά της Ασίνης”: “Καθίσαμε προς το απόγευμα στου λόφου τα σκαλιά/ σχεδόν ακουμπώντας των θεών την πατούσα (“αγγίζοντας κάποτε με τα δάχτυλά μας την αφή του πάνω στις πέτρες”). “Οι πορτοκαλιές (απόηχος του Ν. Καρούζου) αργό ποτάμι χυνόταν στον Αργολικό”.

Ήταν παιδί όταν ο πατέρας του του ιστορούσε τον εμφύλιο: “Η αλήθεια με το μέρος μας! φώναζαν οι από δω/. Η  αλήθεια με το μέρος μας! φώναζαν οι από κει. “Η επιθυμία στη δεκαετία του ΄50/ γράφτηκε με πυρρή λεπίδα”. O θείος του “Μενέλαος” του μιλούσε για αντάρτες και δωσίλογους δίπλα στο κάστρο (“Η Ακρόπολη, Ποσειδώνας ηλιόλουστος”). “Και χάθηκαν πολλοί στα έγκατα της νύχτας/ και οι νικητές σέρναν με τ’ άρματά τους νικημένους/ και δείχναν τα λάφυρα με υπερηφάνεια/ στους ξένους πάτρωνες/ γιατί οι ανθρώποι είχαν λησμονήσει από πού έρχονταν (…) και η χώρα είχε μόνο νικημένους/ που υψώνανε τείχη ανάμεσά τους”.

Στα επόμενα ποιήματα της συλλογής “Δυτικά του Ομήρου” o Γ. Φίλης αφηγείται με αυτό τον παραβολικό τρόπο τις αναμνήσεις του πατέρα του από την καταστροφή της Μικράς Ασίας, από το λυρικό του ξεκίνημα στ’ Ανάπλι, από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, από την ανήσυχη στρατιωτική του θητεία και την μετέπειτα κατάσταση στην Ελλάδα. Είναι μια ποίηση αρρενωπή, αγωνιστική και διάφανη, μια υπόσχεση και μια ελπίδα για τα ελληνικά Γράμματα.

  

Πηγή


  •  Εφημερίδα, «Τα Αργολικά», Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2010.

  

Read Full Post »

Σπηλιωτόπουλου Αδελφοί


Δημητσάνα

 

Πολύ μεγάλη ιστορική αξία έχει η κωμόπολη της Γορτυνίας Δημητσάνα. Το όνομά της πρωτοσυναντάται το 963π.Χ. Άκμαζε επί Τουρκοκρατίας, κατοικούμενη από 1500 κατοίκους και έχοντας σουλτανικά προνόμια. Μεγάλη δόξα γνώρισε και από την ίδρυση της περίφημης Σχολής της το 1764, στην οποία συνέρρεε η νεολαία της Ελλάδας στο σύνολό της και η οποία λόγω της πλουσιότατης βιβλιοθήκης της μετατράπηκε σε λαμπρό πνευματικό φυτώριο του υποδουλωμένου Έθνους. Υπήρξε κοιτίδα πολλών μεγάλων ανδρών, ανάμεσα στους οποίους και 6 πατριάρχες, 70 αρχιερείς, ο εθνομάρτυρας πατριάρχης Γρηγόριος Ε’, οι Καράκαλοι, ο περίφημος μητροπολίτης Λακεδαίμονας Ανανίας Λαμπάρδης και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός.

Η Δημητσάνα διευκόλυνε με έξοχο τρόπο τον Ιερό Αγώνα, αποτελώντας το πολεμικό του εργοστάσιο. Η γη της ήταν πλούσια στην παραγωγή νίτρου, από το οποίο κατασκευάζεται η πυρίτιδα. Το φυσικό αυτό πλεονέκτημα της χώρας αυτής είχαν εκτιμήσει οι Τούρκοι και οι Βενετοί. Οι Τούρκοι της ΙΖ’ εκατονταετηρίδας είχαν εγκαταστήσει εκεί δημόσιο πυριτιδοποιείο. Αλλά και οι ντόπιοι ασχολούνταν κατ’ οίκον με την τέχνη αυτή και βαθμιαία εξελίχθηκαν σε καλούς πυριτιδοποιούς. Ο μητροπολίτης Ανανίας έκτισε εκεί, γύρω στα μέσα του ΙΗ’ αιώνα, δύο πυριτιδόμυλους, τους οποίους όμως κατέστρεψαν οι Τούρκοι το 1767.

Ανάμεσα στους θαυμαστούς γόνους της Δημητσάνας συγκαταλέγονται και οι αδελφοί Νικόλαος και Σπυρίδων Σπηλιωτόπουλος, λαμπροί αστέρες της Επανάστασης, αγνοί και ανεκτίμητοι πατριώτες. Πριν το 1821 ήταν εγκατεστημένοι ως έμποροι στην Ύδρα. Ωστόσο, από το 1818, μετά την κατήχηση από τον Αναγνωσταρά, έγιναν μέλη της Φιλικής Εταιρείας και αναδείχθηκαν σε θερμότατους επαναστάτες, στο έπακρο του σωβινισμού (υπερβολικού και αλαζονικού πατριωτισμού) και παρείχαν τεράστιες εξυπηρετήσεις και θυσίες στην πατρίδα.

Πρωτίστως είχαν την πατριωτική ιδέα να αναστήσουν το πυριτιδοποιείο της Δημητσάνας, χάριν της επανάστασης, αναλαμβάνοντας και αναπτύσσοντας το κατεστραμμένο έργο του μητροπολίτη Ανανία ή, όπως λέει ο Μιχαήλ Οικονόμου, μετατρέποντας την περιουσία τους σε νίτρο και θείο. Για τον σκοπό αυτό διέλυσαν το εμπορικό κατάστημά τους στην Ύδρα και έφυγαν για τη Δημητσάνα. Με τη συνδρομή των ίδιων και άλλων Φιλικών Εταίρων ανοικοδομήθηκαν οι ερειπωμένοι πυριτιδόμυλοι του Ανανία. Με τον ίδιο τρόπο μεταποίησαν και άλλους υδρόμυλους της κωμόπολης και τους εμπλούτισαν με μεγάλη ποσότητα απαιτούμενων υλικών για την παραγωγή πυρίτιδας. Στους απορημένους δε Τούρκους δικαιολογούνταν, λέγοντας πως εργάζονται για το εμπόριο πυρίτιδας στα νησιά.

Έτσι τον Φεβρουάριο του 1821, παραμονές της Επανάστασης, εργάζονταν δραστήρια στη Δημητσάνα πέντε πυριτιδόμυλοι, αποταμιευόταν δε πυρίτιδα σε μοναστήρια, απρόσιτα σπήλαια, απομακρυσμένους ληνούς και διάφορα υπόγεια. Η εργασία αυτή δεν ήταν εντελώς ακίνδυνη, όμως η ευφυΐα και ο πατριωτισμός των Δημητσανιτών έκαναν τα πάντα πραγματοποιήσιμα. Συνέβη να προδοθεί η εργασία αυτή στην εξουσία και να καταγγελθεί ότι κατασκευαζόταν πυρίτιδα για τον αποστάτη Αλή πασά των Ιωαννίνων, με συνέπεια να αποσταλεί από την Τρίπολη μπουμπασίρης (ανακριτής) για εξέταση της υπόθεσης. Ωστόσο εκείνος επέστρεψε άπρακτος, διαψεύδοντας την καταγγελία, η οποία απέβη άγονη, διότι οι Σπηλιωτόπουλοι εξαγόρασαν αδρώς την εύνοια και σιωπή του ανακριτή και του καϊμακάμη (τοποτηρητή) του απόντα τότε βαλή του Μωρηά στην Τρίπολη.

Μετά την έκρηξη της επανάστασης οι πυριτιδόμυλοι αυτοί αυξήθηκαν σε 14 και παρήγαγαν, με αδιάκοπη εργασία, μεγάλη ποσότητα πυρίτιδας, με την οποία τροφοδοτούσαν τα στρατεύματα της επανάστασης. Υπολογίσθηκε δε η καθημερινή αυτή παραγωγή σε 150 οκάδες άριστης πυρίτιδας σε κάποιους και 300-500 σε άλλους. Το εργοστάσιο αυτό χορήγησε πολεμοφόδια κατά τον αγώνα σε Πελοπόννησο, Στερεά, Θεσσαλία, Κρήτη, Κασσάνδρα και Άθω.

Εντός του έτους 1821 οι αδελφοί Νικόλαος και Σπυρίδων Σπηλιωτόπουλος προσέφεραν δωρεά στην Πελοπόννησο μόνο, ανερχόμενη σε 13.106 οκάδες πυρίτιδας, 3.510 οκάδες σφαιρών και 804.320 φυσίγγια, όπως επιβεβαιώνουν οι ιστορικοί.

Οι Σπηλιωτόπουλοι εντούτοις δεν περιορίσθηκαν μόνο στην πυριτιδοποιία, αν και μόνο από αυτή θα μπορούσαν να αναδειχθούν σε μεγάλους ευεργέτες του Έθνους. Αλλά αμέσως μετά την έκρηξη της επανάστασης, γύρω στα τέλη Μαρτίου, μετέβησαν σε μέρη ευρύτερης δράσης.

Πρώτος ο Νικόλαος κατευθύνθηκε στο Άργος, όπου με τον Παπαφλέσσα και τους προκρίτους συνέστησαν την επαναστατική τοπική διοίκηση υπό το όνομα Καγγελαρία και ξεκίνησαν την πολιορκία του Ναυπλίου. Τόσο ενθουσιώδης ήταν ο Νικόλαος ώστε εκπαίδευε κάθε μέρα τους Αργείους στα όπλα, χωρίς να έχει ο ίδιος καμία γνώση της τακτικής, όπως λέει ο Σπηλιάδης.

Από το Άργος έφυγε για την Ύδρα και συνεργάστηκε με τον φίλο του αρχιεπαναστάτη Αντώνιο Οικονόμου για την εξέγερσή της, η οποία πραγματοποιήθηκε τη 16η Απριλίου. Από εκεί επανήλθε στο Άργος και κατόπιν μετέβη στους Καλτεζούς, όπου την 26η Μαΐου συμμετείχε στην πρώτη Εθνική Συνέλευση που συγκροτήθηκε εκεί και τον Ιούνιο στο στρατόπεδο των Βερβαίνων.

Ο δε Σπύρος, αφού τακτοποίησε τις εργασίες του πυριτιδοποιείου, στρατολόγησε σώμα αποτελούμενο από Δημητσανίτες και θέτοντας τον εαυτό του επικεφαλής τους, έφυγε με προορισμό τον Κολοκοτρώνη, υπό τις εντολές του οποίου αγωνίστηκε έκτοτε, εκτελώντας μάλιστα την εμπιστευτική υπηρεσία του υπασπιστή του. Σύντομα προστέθηκε σε αυτή την ομάδα και ο Νικόλαος.

Την 14η Ιουνίου οι Σπηλιωτόπουλοι έγραψαν από τα Τρίκορφα στην Ύδρα προς τον προσφάτως αφιχθέντα Υψηλάντη θερμότατο γράμμα με πατριωτικούς χαιρετισμούς και συγχαρητήρια για την αίσια άφιξή του, αποκαλώντας τον άλλο Μωυσή και λαμπρότατο προστάτη του ελληνικού γένους και έγραφαν συν τοις άλλοις ότι «η Πελοπόννησος αναπνέει τώρα τον ζωογόνο αέρα της χρηστής ελπίδας και παρηγοριά της». Ο δε Υψηλάντης απάντησε με ωραία επιστολή, γράφοντας ότι είναι ευτυχής, ότι έζησε για να αγωνισθεί υπέρ της φίλτατης πατρίδας και είναι ακόμα ευτυχέστερος που βρήκε τέτοιους συναγωνιστές.

Οι Σπηλιωτόπουλοι αγωνίσθηκαν με ενθουσιασμό σε όλους τους Δραμαλικούς πολέμους. Κατά τη διάρκεια αυτών ο Σπύρος εκτελούσε χρέη υπασπιστή του Αρχηγού, διορίσθηκε όμως επισήμως τον Σεπτέμβριο του 1822 με το εξής έγγραφο:

Ο αρχιστράτηγος της Πελοποννήσου.

Με την παρούσα διορίζω τον κ. Σπύρο Σπηλιωτόπουλο αγιουτάντε μου και τον διατάσω να φροντίζει να καταμετρά όσα στρατεύματα καταφθάνουν ή κατευθύνονται προς το γενικό στρατόπεδο ή οποιαδήποτε άλλη περίσταση να τα αναφέρει με ραπόρτο του προς τη Σεβαστή Γερουσία και προς εμένα. Ομοίως να εκτελεί και κάθε άλλη υπουργική αρμοδιότητα, που ήθελε να του αναθέτω. Όλοι οι καπεταναίοι και στρατιώτες γνωρίζοντας τον πρέπει να ακολουθείτε την καταμέτρησή του και τις οδηγίες του, γιατί κατά την καταμέτρησή του θα δίδονται τα ταΐνια.

Την 25η Σεπτεμβρίου 1822 στην Τριπολιτσά

(Τ.Σ.) θεοδορίς κολοκοτρώνης

Οι πατριώτες αδελφοί, κατά τη διάρκεια της επανάστασης, θυσίασαν για την πατρίδα, σύμφωνα με υπολογισμούς, περισσότερα από 300.000 γρόσια.

Ο δε Σπύρος σημείωσε και πολιτική δράση. Διετέλεσε πληρεξούσιος Ναυπλίου στην Γ’ Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου του 1826 και της Πρόνοιας του 1832.

Κατά την έλευση του Κυβερνήτη το 1828 ήταν δημογέροντας Ναυπλίου. Αλλά τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1831 στο Ναύπλιο, καταδιώχθηκε με πολλούς άλλους, λόγω της αντίθεσής του προς τον Κυβερνήτη, συνελήφθη ως ύποπτος συνωμότης, φυλακίσθηκε στο φρούριο Μπούρτζι, από όπου όμως δραπέτευσε με λέμβο και κατέφυγε στην Ύδρα, την εστία των αντικαποδιστριακών.

Οι Σπηλιωτόπουλοι είχαν και αδελφή, ονόματι Ελεούσα, η οποία παντρεύτηκε τον Αργείο κτηματία Νικόλ. Παναγόπουλο.

Από τους δύο αδελφούς ο μεγαλύτερος, ο Νικόλαος, παντρεύτηκε στην Ύδρα, πέθανε δε κατά τα πρώτα έτη της επανάστασης ή κατ’ άλλους τον Ιούλιο του 1828 στο Ναύπλιο.

Και  ο Σπύρος, στην αρχή του αγώνα, παντρεύτηκε την Κατήγκω, κόρη του προκρίτου συμπολίτη του Αθαν. Αντωνόπουλου, έχοντας παράνυμφο τον Θεόδ. Κολοκοτρώνη, ύστερα όμως, αφού πέθανε η σύζυγός του, πραγματοποίησε δεύτερο γάμο το 1828 με την Αλεξάνδρα, κόρη του επιφανέστατου Αργείου Θεοδωράκη Βλάσση, έχοντας παράνυμφο τον Κανέλλο Δεληγιάννη.

Με αυτήν απέκτησε τρία παιδιά, τον Τιμολέοντα, πρωτοδίκη και εισαγγελέα, την Αβροκόμη και την Χαρίκλεια σύζυγο του διαπρεπούς Αθηναίου Πέτρου Πανταζή, εφέτη και δικηγόρου στο Ναύπλιο. Ο Σπύρος, μετά τον νέο του γάμο, εγκαταστάθηκε στο Άργος, αργότερα δε το 1841 στο Ναύπλιο, όπου απολάμβανε τη μέγιστη υπόληψή του. Δημιούργησε αρκετά μεγάλη περιουσία, ιδίως στη Σικυώνα, το Άργος και το Ναύπλιο, όπου είχε δύο κατοικίες, στη μία από τις οποίες δημιουργήθηκε η πρώτη δημοτική λέσχη την 8η Απριλίου 1834, βρίσκονταν δε και οι δύο στη μεγαλύτερη οδό της πόλης, που οδηγούσε από τα ανάκτορα στην πλατεία Συντάγματος και προς τον νότον, η μία στο σημερινό δημαρχείο (1913), η άλλη στην πλατεία των ανακτόρων, όπου κατόπιν ήταν το φαρμακείο του Βονιφάτιου Βοναφίν.

Τέλος ο Σπύρος πέθανε την 5η Αυγούστου 1841 στο Ναύπλιο από κακοήθη πυρετό, ακριβώς την ημέρα κατά την οποία διορίσθηκε δήμαρχος Ναυπλίου, η δε σύζυγός του τον ακολούθησε κατά το έτος 1875.

  

Το αρχοντικό των αδελφών Σπηλιωτόπουλων


  

Το αρχοντικό των αδελφών Σπηλιωτόπουλων στη Δημητσάνα, είναι συνδεδεμένο με πολλά σημαντικά γεγονότα κατά την Τουρκοκρατία και την Επανάσταση.

Στους ευρύτερους χώρους του, θόλους και υπόγεια, είχαν αποθηκεύσει μεγάλες ποσότητες πρώτων υλών αναγκαίων για την κατασκευή πυρίτιδας, όταν εγκαταστάθηκαν στη Δημητσάνα το 1819 χάριν του Αγώνα, μετά το κλείσιμο της μεγάλης εμπορικής επιχείρησής τους στην Ύδρα. Επίσης, σε αυτό το σπίτι αποθήκευαν και κατεργασμένη πυρίτιδα, όταν άρχισαν να επισκευάζουν τους κατεστραμμένους μπαρουτόμυλους και εκείνους που οι ίδιοι με φροντίδα τους δημιούργησαν πριν από την εξέγερση, για να τους κάνουν δεκατέσσερις μετά  το ξέσπασμα της Εθνεγερσίας.

Στην αυλή του σπιτιού τους λειτουργούσε φούρνος που παρασκεύαζε ψωμί για την τροφοδοσία των μαχόμενων Ελλήνων και στα υπόγεια του λειτουργούσε χυτήριο που μετέβαλλε τα μεταλλικά σκεύη σε βόλια.

Το σπίτι αυτό ήταν ο δέκτης μηνυμάτων για την πορεία του Αγώνα. Ακόμα ήταν ο δέκτης παραγγελιών που έστελναν οι αρχηγοί των στρατοπέδων, των μαχόμενων τμημάτων των εξεγερθέντων Ελλήνων και οι Εκπρόσωποι της Προσωρινής Κυβέρνησης για τον εφοδιασμό τους με πολεμικά εφόδια, τρόφιμα και άλλα είδη.

Ο συγγραφέας Επ. Σπηλιωτόπουλος αναφέρει ότι  σε αυτό το σπίτι οι προγονοί του Αδελφοί Σπηλιωτόπουλοι «εφιλοξένησαν πολλάκις τον Κολοκοτρώνην, τον Ανδρούτσον, τον Καραϊσκάκην, τους Μαυρομιχαλαίους και τον συγγενήν των Σταϊκόπουλον κ.λπ. αγωνιστάς, αι προσωπογραφίαι των οποίων παρά διασήμου ζωγράφου εκόσμουν αίθουσάς των, διατηρηθείσαι μέχρι σήμερον (1972) εις χείρας μου και είδον ημέρας σπανιωτάτης ευκλείας και τιμής».*

  

Οι μπαρουτόμυλοι


 

Ερείπιο μπαρουτόμυλου

«Πολλοί Δημητσανίτες εφτιάνανε μπαρούτι. Στον Αγώνα του Εικοσιένα η Δημητσάνα ήτανε “μπαρουταποθήκη”. Τότε, οι αδελφοί Σπηλιωτόπουλοι, που ήσαντε Δημητσανίτες, ήρθανε από την Ύδρα κι εφτιάσανε  στη Δημητσάνα αρκετούς μπαρουτόμυλους. Μόλις άρχισε η επανάσταση, οι μύλοι εγινήκανε πιο πολλοί και, μάλιστα, λένε πως μπαρούτι εφτιάνανε και στα σπίτια τους ακόμα πολλοί Δημητσανίτες, εκτός από τους μπαρουξήδες που εδουλεύανε στους μύλους, και το κοπανάγανε στα χαβάνια που είχανε στο σπίτι.

Λένε πως τους δυο πρώτους μπαρουτόμυλους στη Δημητσάνα τους έφτιασε πριν από το 1770 ο μητροπολίτης Λακαιδεμόνιος Ανανίας Λαμπάρδης. Υπήρχανε πολλοί μπαρουξήδες (μπαρουτοποιοί) στη Δημητσάνα, που είχε βγει και επώνυμο Μπαρουξής.

Το υλικό για το μπαρούτι ήτανε το κάρβουνο, το νίτρο και το θειάφι. Το κάρβουνο εγινότανε από κλίματα, σπαρτά, αλλά το καλύτερο υλικό ήταν η ασφάκα (σφάκα). Το νίτρο μαζευότανε δύσκολα. Το επαίρνανε από τις ακαθαρσίες των ζώων. Το νίτρο το ονομάζανε “βοτάνι” και γι’ αυτό εκείνοι που το μαζεύανε ελεγόσαντε βοτανιαραίοι. Εμαζεύανε τη κοπριά των γιδοπροβάτων, αλλά ήτανε πολύ καλό υλικό οι κοτσιλιές από τα πουλιά και ιδίως από τα αγριοπερίστερα. Μετά από αυτή τη λεπτομέρεια να ειπούμε ότι τις ακαθαρσίες τις ερίνανε σε καζάνια κι ανάβανε και φωτιά και  με νερό αυτό έβραζε και το νίτρο έβγαινε πάνω – πάνω.

Πολλοί εμαζώχνανε το νίτρο. Μόλις το ετοιμάζανε, το παραδίνανε στην εκκλησία, για να πάρουνε την αμοιβή τους. Από την εκκλησία επηγαίνανε το νίτρο στους μπαρουτόμυλους. Το τειάφι (θειάφι) οι Δημητσανίτες το επέρνανε από τι εμπόριο. Αυτά τα τρία υλικά το νίτρο, το τειάφι και το κάρβουνο, τα εκοπανάγανε στα ξύλινα χαβάνια.

Κάθε μπαρουτόμυλος είχε το σύστημα αυτό που κοπανιότανε το μπαρούτι, δηλαδή τα χαβάνια, τα κοπάνα και τη φτερωτή.

Μουσείο Υδροκίνησης

Πάνω στη φτερωτή πέφτει το νερό με ορμή και κινάει το μύλο και έτσι ανεβοκατεβαίνουνε τα ξύλινα κόπανα και κοπανάνε τα τρία υλικά. Δηλαδή, τα κόπανα συνδέονται με ένα κεντρικό άξονα και αυτός με τη φτερωτή. Εκεί υπάρχει ένα “χωνί” (ξύλινο κωνικό βαρέλι, που η διάμετρος του στο σημείο εκροής στενεύει συστηματικά για να αυξάνεται η ταχύτητα του νερού), που μέσα σε αυτό έπεφτε με δύναμη το νερό από ψηλά κι εκίναγε τη φτερωτή. Έτσι “επέρνανε  μπρος” και τα κόπανα και ανεβοκατεβαίνανε και “εζυμώνανε” το υλικό. Κάθε μπαρουτόμυλος είχε μέχρι δεκατέσσερα γουδιά (κόπανα με τα χαβάνια). Το κάθε χαβάνι εχώραγε δέκα οκάδες. Τα χαβάνια ήσαντε στερεωμένα μέσα στο έδαφος. Οι μπαρουτόμυλοι (κόπανα, φτερωτή, άξονας κ.λπ.) εφτιαχνόσαντε με ξύλο. Στον ίδιο τόπο, εκτός από το μπαροτόμυλο, υπήρχε μια χαμωκέλα που  εβάνανε πρωτύτερα τα υλικά, μια αποθήκη που εβάνανε το μπαρούτι  μόλις εγινότανε και πιο μακρύτερα οι μπαρουξήδες είχανε το μαγειρείο τους και την τραπεζαρία τους. Εκεί εξεκουραζόσαντε.

Με τον καιρό αλλάξανε οι μπαρουτόμυλοι και το μπαρούτι έβγαινε αλλιώτικα. Είχανε πια ένα λιθάρι που γυρνάει γύρω – γύρω και λιώνει το υλικό του μπαρουτιού. Το λιθάρι εκινιότανε πάλι με τη φτερωτή κι απάνω της ερχότανε με πίεση το  νερό. Εφτιάνανε δυο λογιώνε μπαρούτι. Το ένα  ήτανε μπαρούτι κυνηγιού και το άλλο ήτανε μπαρούτι για υπονόμους (φουρνέλα).

Οι μπαρουξήδες είχανε ένα καντάρι που εζυγιάζανε τα υλικά, μεγάλες σκάφες  που εζημώνανε το μπαρούτι και κοσκινά, για να ξεχωρίζουνε ποιο μπαρούτι ήτανε για το κυνήγι και ποιο για τα φουρνέλα. Για το ξεχαβάνιασμα είχανε ξύλινες κουτάλες. Είχανε ακόμα φτυάρια, για να ανακατώνουνε το υλικό και κάτι βούρτσες, για να σκουπίζουνε το υλικό που έβγαινε έξω από τα χαβάνια και να το ξαναρίνουνε μέσα.

Το κοπανισμένο μπαρούτι μετά το λιάζανε  στις “λιάστρες” (λινά πανιά) και μετά το κοσκινάγανε οι μπαρουξήδες το εγυαλίζανε σκέτο και αργότερα με γραφίτη  (δηλαδή αρχικά βάζανε το μπαρούτι μέσα σε βαρέλι προορισμένο στον οριζόντιο άξονα της φτερωτής. Aπό τη συνεχή τριβή των κόκκων του μπαρουτιού μεταξύ τους και με την επιφάνεια του βαρελιού επιτυγχάνεται το γυάλισμα. Αργότερα μαζί με το μπαρούτι ρίχνανε στο περιστρεφόμενο βαρέλι και γραφίτη). Το μπαρούτι πια είναι έτοιμο».**

  

Υποσημειώσεις


 * Α. Καρδάσης, Δημητσάνα, μια δοξασμένη πόλη, Αθήνα, 1988, σελ. 386-7.

** Μαρτυρία Σπύρου Σεργόπουλου, συμπληρωμένη με στοιχεία από το Μουσείο Υδροκίνησης.  

 

Πηγές


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    
  • Δήμητρα Αγγελοπούλου, «Δημητσάνα, Λαογραφώντας τη μνήμη», εκδόσεις ergo, Αθήνα, 2006.

 

  

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »