Posts Tagged ‘Ναύπλιο’
Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου – Λιθογραφία 1826
Posted in Γκραβούρες, tagged 1821, alphaline, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Γκραβούρες, Ιστορία, Κρατσάιζεν Καρλ, Λιθογραφία, Ναύπλιο, Πελοπόννησος on 20 Δεκεμβρίου, 2008| Leave a Comment »
Δήμιοι του Ναυπλίου
Posted in Ναύπλιο - Ιστορικά, tagged alphaline, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Δήμιοι, Ιστορία, Μπούρτζι, Ναύπλιο, Πελοπόννησος on 19 Δεκεμβρίου, 2008| Leave a Comment »
Δήμιοι του Ναυπλίου
Όταν για πρώτη φορά ήρθε στο Ναύπλιο η λαιμητόμος από την Μασσαλία, όπου κατασκευάστηκε, την συνόδευε κι ένας δήμιος*. Ίσως γιατί έπρεπε να μάθει τον τρόπο λειτουργίας της σε Έλληνες που θα ανελάμβαναν αυτή την άχαρη και δύσκολη αποστολή. Έφυγε όμως γρήγορα από την πόλη μη αντέχοντας το μίσος με το οποίο τον αντιμετώπιζαν οι Ναυπλιώτες. Το θλιβερό καθήκον του εκτελεστή ανέλαβαν ντόπιοι. Οι Δήμιοι, κατά κανόνα ήταν βαρυποινίτες καταδικασμένοι σε θάνατο που τα Δικαστήρια είχαν μετατρέψει την ποινή σε ισόβια κάθειρξη. Αυτοί, ως κατάδικοι αλλά και επειδή ο κόσμος του Ναυπλίου δεν τους ήθελε ανάμεσά του, είχαν ως κατοικία τους το Μπούρτζι. Εκεί έγκλειστοι, έβγαιναν με την συνοδεία χωροφυλάκων μόνον όταν επρόκειτο να καρατομηθεί κάποιος κατάδικος. Η λαιμητόμος ή carmagnole ή guillotine στηνόταν κάθε φορά που χρειαζόταν, στο περίφημο αλωνάκι του Παλαμηδιού, κοντά στην εκκλησία του Αγίου Ανδρέα, όπου και οι μελλοθάνατοι παρακολουθούσαν για τελευταία φορά την θεία λειτουργία.
Γνωστοί δήμιοι στο Μπούρτζι ήταν ο Ποριώτης Σοφράς, ο Κρητικός Αμοιραδάκης και ο Αργίτης Μπεκιάρης. Η αμοιβή τους ήταν 300 δραχμές το μήνα και 100 δραχμές για κάθε καρατόμηση. Τα λεφτά των δημίων θεωρούνταν ματωμένα, γι̉ αυτό και η μάννα του Μπεκιάρη, μολονότι πάμπτωχη ξενοδούλευε για να ζήσει και ποτέ δεν δέχτηκε βοήθεια από τον γιό της. Τα περισσότερα χρήματα διέθεταν οι δήμιοι για το φαγητό τους και τις μικροανάγκες τους, γιατί έπρεπε ότι χρειαζόντουσαν να τους το προμηθεύσει ο βαρκάρης της φρουράς, ο οποίος ήταν έμπιστος και μόνον αυτός είχε το δικαίωμα να μεταφέρει τα χρειώδη, χρεώνοντας τα κάθε φορά κατά την βούλησή του. Με γκιλοτίνα εκτελέστηκε και ο δολοφόνος του Πρωθυπουργού Θεόδωρου Δηλιγιάννη, ο Κώστας Γερακάρης, το 1906.
Οι τελευταίοι δήμιοι στο Ναύπλιο, ήταν ο Ιωάννης Ζήσης από την Εύβοια και ο Κυριάκος Σωτηρόπουλος από την Μαντινεία. Τέλος, ο Αθανάσιος Αλεβιζόπουλος από την Μεσσηνία ήταν ίσως ο μοναδικός δήμιος που ήταν λιγότερο μισητός από τους Ναυπλιώτες και μάλιστα τον ανάγκασαν να βγάλει την φουστανέλα του και να ντυθεί φράγκικα.
Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, σε ένα αφήγημα του, το 1892 περιγράφει το Μπούρτζι σαν τη «χιλιόκαλλη σπηλιά», που έκρυβε τους τρεις δράκους, τους τρεις δήμιους. Τον Σοφρά, τον Αμοιραδάκη και τον Μπεκιάρη. Ο Καρκαβίτσας υπηρέτησε ως στρατιωτικός γιατρός στο Ναύπλιο, και είχε την δυνατότητα να επικοινωνήσει με τους δήμιους, τους οποίους είχε επισκεφτεί στον χώρο τους.
Υποσημείωση
* Δήμιος(ο) ουσ.[ < αρχ. επίθ. δήμιος (ενν. δούλος) ( = δημόσιος υπάλληλος για εκτελέσεις καταδίκων)] ο εκτελεστής θανατικής ποινής.( Ελληνικό Λεξικό Τεγόπουλος – Φυτράκης).
Πηγή
-
Σταμάτης Σταματίου (Σταμ–Σταμ), « Δημίων Ιστορίες », Ελλέβορος, 1992.
Σταϊκόπουλος Στάϊκος (1798-1835)
Posted in Πρόσωπα & γεγονότα του΄21, tagged 1821, alphaline, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιογραφίες, Ιστορία, Ναύπλιο, Πελοπόννησος, Σταϊκόπουλος, Staikos Staikopoulos on 19 Δεκεμβρίου, 2008| Leave a Comment »
Σταϊκόπουλος Στάϊκος (1798-1835)
Ο ήρωας του Παλαμηδιού γεννήθηκε το 1798 στη Ζάτουνα της Αρκαδίας. Ο Πατέρας του Παναγιωτάκης ήταν κρεοπώλης ενώ ο ίδιος δερματέμπορος.
Το 1818 πήγε στην Ύδρα όπου ανέλαβε την οικογενειακή επιχείρηση επεξεργασίας και εμπορίας δερμάτων. Εκεί μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία από τον Νικόλαο Σπηλιωτόπουλο. Όταν ξεκίνησε η επανάσταση πήρε πρώτος τα όπλα και επικεφαλής στρατιωτικού σώματος, έσπευσε στο Άργος και έλαβε μέρος στην αντίσταση κατά του Κεχαγιάμπεη. Την παραμονή του Αγίου Ανδρέα στις 29 Νοεμβρίου του 1822, η νύχτα ήταν ασέληνη και ο θεός έριχνε ασταμάτητα. Οι Τούρκοι είχαν κατέβει από το Παλαμήδι στο Ναύπλιο για να συσκεφθούν μετά από δίχρονη πολιορκία, για την απάντηση που θα έδιναν στην επιστολή του Γέρου του Μοριά, για να φύγουν ελεύθεροι και να σωθούν.
Ο Στάϊκος που βρισκόταν στην Άρια, δεν έχασε την ευκαιρία. Στήνοντας σκάλες στα βράχια του άπαρτου Κάστρου του Παλαμηδίου, άρχισε το ανέβασμα ύψους 216 μέτρων. Πρώτος φθάνει στη «Γιουρούς Τάπια» ο Μοσχονησιώτης μαζί με τον Θανάση Σταϊκόπουλο.* Μαζί τους ο Αγιορίτης καλόγερος Παφούντιος, ο Αργίτης Βιολιστής Πορτοκάλης και άλλα παλικάρια. Το κάστρο πάρθηκε εκείνη τη νύχτα. Και ήταν το κάστρο αυτό, από τα πιο τρανά της ανατολικής Μεσογείου. Η προσωρινή διοίκηση, τιμώντας τον για τα κατορθώματά του, τον προβίβασε από Χιλίαρχο, στον ανώτερο βαθμό του Στρατηγού. Ήταν κάτι που πολλούς πείραξε και ενόχλησε. Ο ίδιος ούτε σπίτι δεν δέχθηκε να πάρει από τα τόσα που άδειασαν τότε, από τη φυγή των Τούρκων.
Τον Απρίλιο του 1823 έλαβε μέρος στην Β΄ Εθνική Συνέλευση του Άστρους, όπου και υπέγραψε την καταληκτήρια διακήρυξη με το νέο του αξίωμα: Στρατηγός Στάϊκος Σταϊκόπουλος. Λίγο αργότερα, με διαταγή του Εκτελεστικού, στάλθηκε στην πολιορκία του Κάστρου του Ακροκορίνθου. Σαν έμπειρος πολεμιστής που ήταν ο ένδοξος Στρατηγός, τούτο το κάστρο ήταν το δεύτερο που έπεφτε μετά την επιμονή του ήρωα Στάϊκου Σταϊκόπουλου. Στις 26 Οκτωβρίου 1823, έγινε η παράδοσή του. Τότε, υπερασπιζόμενος τα παλικάρια του, ζήτησε από τον Γέρο το μερδικό των παλικαριών του. Ο Γέρος αντέδρασε και τότε, ο Στάϊκος, πέταξε στον Γέρο τον αρραβώνα που είχε κάνει με την ανιψιά του. Ο Γέρος τον αποκάλεσε παράφρονα. Το δίκιο όμως του Στάϊκου τον έπνιγε.
Λίγο αργότερα, μετά από προτροπή του φίλου και συμπατριώτη του Σπηλιωτόπουλου, παντρεύτηκε την κόρη του προέδρου της Αλωνίσταινας, Παν. Δημητρακόπουλου την Κατερίνα, όπου μαζί της απέκτησε μια κόρη, δίνοντάς της το όνομα της μητέρας του Ζαχαρούλας. Την πάντρεψε με τον Νικόλαο Ζατζηπανάγου από την Πρόνοια. Η Κυβέρνηση, το 1842 την προίκισε με γη αξίας 3.500 δραχμών. Μετά την άφιξη του Όθωνα, παρέμεινε στο στράτευμα με τον βαθμό του Αντισυνταγματάρχου.
Δυστυχώς, ο ήρωας της επανάστασης είχε τραγικό τέλος. Αρρώστησε από βαριά μελαγχολία η οποία το 1833 τον οδήγησε στην τρέλα. Η ζωή του κατάντησε αφόρητη. Για να ζήσει άρχισε να επαιτεί. Επειδή εκφραζόταν άσχημα κατά των Βαυαρών, τελικά τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν στα υπόγεια του Βουλευτικού, με την δικαιολογία του μαινόμενου και ταραξία. Οι κακουχίες και η έλλειψη στοιχειώδους επιμέλειας και φροντίδας, έφθειραν την υγεία του αγωνιστή και την 21 Φεβρουαρίου του 1835 πέθανε, φέροντας τον βαθμό του Αντισυνταγματάρχη.
Επειδή πέθανε πάμπτωχος, φίλοι και συγγενείς έκαναν έρανο για να καλυφθούν τα έξοδα της κηδείας. Αλλά οι Προεστοί της πόλης του Ναυπλίου, ανέλαβαν αυτοί κάθε δαπάνη με αποτέλεσμα ο άτυχος ήρωας να κηδευτεί με μεγαλοπρέπεια, παρουσία όλων των στρατιωτικών και πολιτικών αρχών του τόπου. Ο δε διάκονος και λόγιος Ευγένιος Διογενίδης τον αποχαιρέτισε με ένα συγκινητικό αποχαιρετιστήριο λόγο.
Υποσημείωση
* Αθανάσιος Σταϊκόπουλος
Ο Α. Σταϊκόπουλος ήταν αδελφός του Στάϊκου Σταϊκόπουλου από την Ζάτουνα Γορτυνίας. Πριν την επανάσταση του 21 ήταν μαζί με τον αδελφό του και αυτός έμπορος δερμάτων στην Ύδρα. Όταν άρχισε η επανάσταση ακολούθησε τον Στάϊκο σε όλες τις επιχειρήσεις. Ήταν από τους αρχηγούς της πολιορκίας του Ναυπλίου και συμμετείχε στην άλωση του Παλαμηδίου (1822), όπως και στην πολιορκία Ακροκορίνθου (1823). Τον Ιανουάριο του 1833 έγινε ταγματάρχης.
Πηγή
-
Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.
Διαβάστε ακόμη:
Μπούρτζι
Posted in Αργολίδα Μνημεία, Ναύπλιο, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Bourtzi, Greek History, Αργολίδα Μνημεία, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βενετία, Ιστορία, Καποδίστριας, Μπούρτζι, Ναύπλιο, Πελοπόννησος, Φρούρια on 18 Δεκεμβρίου, 2008| Leave a Comment »
Μπούρτζι – Ο Θαλασσόπυργος του Ναυπλίου
Ένα μικρό κάστρο στην αγκαλιά του Ναυπλίου. Σήμα και σύμβολο του. Στα χρόνια της Ενετοκρατίας (1389-1540) και μάλιστα το 1473 ο μηχανικός Antonio Gambello έλαβε εντολή από τον Προβλεπτή της πόλης Pasqualigo, να οχυρώσει το νησί. Στον πύργο που έκτισαν τοποθέτησαν πυροβόλα. Η πόλη αρματώθηκε καλά. Τα πυροβόλα του νησιού και τα κανόνια της περιοχής «πέντε αδέλφια» διασφάλιζαν την πόλη από επιδρομές ή επιθέσεις από την μεριά της θάλασσας. Το νησί πήρε το όνομα Μπούρτζι. Πρόκειται μάλλον για Τουρκοαραβική λέξη που σημαίνει φρούριο, κάστρο.
Οχυρωματικά έργα έγιναν και κατά την περίοδο της δεύτερης Ενετικής κυριαρχίας. Ορθώθηκε πύργος με περίβολο και προμαχώνες. Ο Μοροζίνης, αφού κατάσφαξε τους Τούρκους υπερασπιστές του, το κατέλαβε και πάλι το 1686. Το νησάκι το αποκαλούσαν και Castello dello soglio και το λιμάνι Porto Cadena, λιμάνι της αλυσίδας. Μια βαριά αλυσίδα απλωνόταν την νύχτα από το Μπούρτζι μέχρι την στεριά και έκλεινε με ασφάλεια την θαλασσινή είσοδο στο Ναύπλιο. Αργότερα, στα χρόνια της ελληνικής εξέγερσης συνηθιζόταν να το λένε Καστέλλι ή θαλασσόπυργο. Μετά από δύο πολιορκίες, την πρώτη υπό την καθοδήγηση και το σχέδιο του Γάλλου Φιλέλληνα Βουτιέ, παραδόθηκε τελικά στους Έλληνες στις 18 Ιουνίου 1822.

Το Μπούρτζι από το λιμάνι. Έργο του Βαυαρού Κρατσάιζεν Καρλ (Karl Krazeisen). Λιθογραφία Franz Hanfstaengl, Μόναχο, 1828.
Το Μπούρτζι, διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο κατά την πολιορκία του Ναυπλίου, γιατί οι Έλληνες χτυπούσαν με τα πυροβόλα του τα κάστρα του Παλαμηδιού και της Ακροναυπλίας, της γνωστής τότε ως Ιτς Καλέ. Εκεί, κατέφυγε και η Ελληνική Κυβέρνηση δύο φορές το 1826, λόγω των γεγονότων εκείνης της χρονιάς.
Ως Φρούριο λειτούργησε μέχρι το 1865. Μετά, έγινε η κατοικία των δημίων της γκιλοτίνας, γιατί ο λαός του Ναυπλίου δεν επιθυμούσε την συνύπαρξη μαζί τους, αλλά και διότι οι δήμιοι κατά κανόνα ήταν κατάδικοι. Το κάστρο προστάτευαν 4 στρατιώτες και ένας επικεφαλής Υπαξιωματικός. Η καρμανιόλα στηνόταν κάθε φορά που υπήρχε τέτοια ανάγκη στο περίφημο Αλωνάκι, νότια των φυλακών του Παλαμηδιού και κοντά στον Άγιο Ανδρέα. Όταν ήρθε η καρμανιόλα από την Μασσαλία, όπου κατασκευάστηκε, την συνόδευε ένας δήμιος. Έφυγε όμως πολύ γρήγορα για την πατρίδα του γιατί οι πολίτες του Ναυπλίου τον αντιμετώπιζαν με μίσος και ιδιαιτέρως προσβλητική συμπεριφορά. Άρχιζαν οι άγριες μέρες των καρατομήσεων. Το Παλαμήδι, το Ιτς-καλέ και το Μπούρτζι, θα γίνουν σημείο αναφοράς δυστυχίας και πόνου για εκείνους που ο Νόμος έπεφτε βαρύς.
Το 1950 το Μπούρτζι πρωτολειτούργησε ως Ξενοδοχείο. Φιλοξένησε σπουδαίες και διάσημες προσωπικότητες. Κατόπιν, μεταβλήθηκε σε ωραιότατο εστιατόριο και αργότερα σε καφετερία. Σήμερα, ο χώρος είναι επισκέψιμος με βαρκάκια που ξεκινούν από την παραλία του Ναυπλίου, ενώ το καλοκαίρι οργανώνονται καλλιτεχνικές ή άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις.
Σχετικά θέματα:
Αλήμπεης Άργους (Αλή Ναμίκ μπέης)
Posted in Πρόσωπα & γεγονότα του΄21, tagged 1821, alphaline, Άργος - Ιστορικά, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αλήμπεης Άργους (Αλή Ναμίκ μπέης), Βιογραφίες, Ιστορία, Ναύπλιο, Οθωμανοί, Πελοπόννησος on 17 Δεκεμβρίου, 2008| Leave a Comment »
Αλήμπεης Άργους (Αλή Ναμίκ μπέης)
Το πλήρες όνομά του ήταν Αλή Ναμίκ μπέης και ήταν γόνος παλαιάς μεγάλης και πλούσιας οικογένειας της Πελοποννήσου. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο αλλά από παιδί έζησε στο Άργος. Γι̉ αυτό πολλοί ιστορικοί τον θεωρούν Αργείο. Ήταν αδελφός του περιώνυμου δυνάστη της Κορίνθου Κιαμίλμπεη και του πλουσιότατου μεγιστάνα του Άργους « ενδοξοσοφολογιωτάτου Ιτζέτ μπέη εφέντη » ο οποίος έκτισε τον πρώτο ναό του αγίου Βασιλείου για τους χριστιανούς υπηρέτες και εργάτες του, αφού το σεράγι και το τεράστιο περιβόλι του ήταν εκεί κοντά.
Ο Αλήμπεης ήταν επιφανής Τούρκος του Άργους. Είχε μεγάλο και πολυτελές σεράγι στην αριστοκρατική τουρκική συνοικία που βρισκόταν στο νότιο τμήμα της πόλης κοντά στο διοικητήριο και τον ναό του αγίου Κωνσταντίνου. Είχε την φήμη του βαθύπλουτου και του τοκιστή και κυρίως του μεγάλου γαιοκτήμονα. Είχε τρία παιδιά. Ένα αγόρι και δύο κορίτσια. Γραμματέας του δε ήταν ο Αργείος προεστός Θεόδωρος Μοθωνιός. Υπήρξε ο τελευταίος βοεβόντας (διοικητής) του Άργους μέχρι την επανάσταση. Το 1817 διετέλεσε και Φρούραρχος Ναυπλίου.
Ο πλήρης τίτλος που τον συνόδευε ήταν ιδιαιτέρως μεγαλοπρεπής και πομπώδης. «ενδοξομεγαλοπρεπέστατος Αλήμπεης εφέντης, σερασκέρμπεη ζαδές, χοντζακιάνης εφέντης της κραταιάς Βασιλείας, βοεβόντας και ζαπίτης του καζά Άργους».*
Όταν ο Χουρσίτ πασάς εξεστράτευσε από την Τρίπολη στα Γιάννενα το 1821, συστρατεύθηκε μαζί του και ο Αλήμπεης. Διακρίθηκε στον πόλεμο κατά του Αλή πασά και έλαβε τον τίτλο του πασά. Με τον τίτλο αυτό επέστρεψε στο Άργος. Διορίστηκε στο επιτελείο του Δράμαλη και ανέλαβε φρούραρχος Ναυπλίου και παρέμεινε μέχρι της πτώσης του φρουρίου. Ως αιχμάλωτο πολέμου οι Έλληνες τον αντάλλαξαν με τους αιχμαλώτους Γ. Π. Μαυρομιχάλη και Π. Γιατράκο. Μετά την απελευθέρωσή του έφυγε για την Ήπειρο.
Τσάγκος Αναστάσιος
Υποσημείωση
* Σερασκέρμπεη ζαδές = απόγονος στρατάρχη. Χοτζακιάν ή Χατζεκιάν = μεγιστάνας, ανώτερος οικονομικός υπάλληλος. Ζαπίτης = δυνάστης και καζάς = κοινότητα ή υποδιοίκηση.
Πηγές
-
Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.
-
Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996.
Κρατσάιζεν Καρλ (1794–1878) Ο ζωγράφος των αγωνιστών του ’21
Posted in Φιλἐλληνες, tagged 1821, alphaline, Hastings, Άργος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιογραφίες, Γκραβούρες, Εθνεγερσία, Εθνική Πινακοθήκη, Ελλάδα, Κρατσάιζεν Καρλ, Κουντουριώτης, Κολοκοτρώνης, Λιθογραφίες, Μπούρτζι, Ναύπλιο, Νικηταράς, Παλαμήδι, Φιλέλληνες, Karl Krazeisen on 16 Δεκεμβρίου, 2008| Leave a Comment »
Κρατσάιζεν Καρλ ( 1794–1878 ) Ο ζωγράφος των αγωνιστών του ’21
« Ο λοχαγός και αυτοδίδακτος ζωγράφος Καρλ Κρατσάιζεν, που έλαβε ενεργά μέρος στον αγώνα, ήταν ο άνθρωπος χάρη στον οποίο γνωρίζουμε σήμερα πώς ήταν η μορφή δεκάδων αγωνιστών της εθνεγερσίας».

Κρατσάιζεν Καρλ (1794–1878) Ο ζωγράφος των αγωνιστών του ’21
Ο Karl Krazeisen, Bαυαρός αξιωματικός του πεζικού και ερασιτέχνης ζωγράφος, γεννήθηκε στις 28 Οκτωβρίου 1794 στο Kαστελλάουμ του Παλατινάτου και πέθανε στο Mόναχο στις 27 Iανουαρίου 1878. Πήρε μέρος στις επιχειρήσεις της πατρίδας του κατά του Nαπολέοντα (1813-1814). Tο 1826, υπακούοντας στο ρομαντισμό και το φιλελληνισμό της εποχής, ήρθε στην Eλλάδα για να πολεμήσει υπέρ της ανεξαρτησίας των Eλλήνων. Kατά την παραμονή του στην Eλλάδα σχεδίασε διάσημες μορφές του Aγώνα και έχοντας συναίσθηση της αξίας των έργων του, γυρίζοντας στο Mόναχο το 1827 προχώρησε σε λιθογράφηση των σχεδιασμάτων του και έκδοσή τους στο γνωστό λεύκωμα Bildmisse ausgezeichneler Griechen und Philhellenen, nebst einigen Ansichten und Trachten, που τυπώθηκε σε επτά τεύχη, από το 1828 έως το 1831. Tα σχεδιάσματα του Krazeisen έδωσαν τη δυνατότητα να παρουσιασθούν σεπτές μορφές του 1821 που η μορφή τους αναπαριστά και την αγωνία, την ελπίδα του Αγώνα του ελληνικού έθνους. Συνολικά σχεδίασε 91 έργα, ανάμεσά τους υδατογραφίες, τοπία, αρχαιότητες, πολεμικές συνθέσεις και βέβαια οι προσωπογραφίες των πρωταγωνιστών του 1821. Τα περισσότερα έργα έγιναν με μολυβί και σε χαρτί μικρού μεγέθους.
Επιστρέφοντας στη Γερμανία ο Κράτσαϊζεν λιθογράφησε τα σχέδιά του και τα κυκλοφόρησε, από το 1827 έως το 1831, σε επτά λευκώματα με το γενικό τίτλο Bildnisse ausgezeichneter Griechen und Philhellenen nebst einigen Ansichten und Trachten. Nach der Natur gezeichnet und herausgegeben von Karl Krazeisen (Προσωπογραφίες των διασημοτέρων Ελλήνων και Φιλελλήνων, μαζί με μερικές απόψεις και ενδυμασίες σχεδιασμένες εκ του φυσικού και δημοσιευμένες από τον Καρλ Κράτσαϊζεν).
Το περιεχόμενο των επτά λευκωμάτων με τις λιθογραφίες είναι το παρακάτω:
1ο. Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Γιακουμάκης Τομπάζης, Thomas Gordon, μία άποψη από το Παλαμήδι και ένα τμήμα του Ναυπλίου (1828).
2ο. Νικηταράς, Γεώργιος Κουντουριώτης, Hastings, και μία άποψη από το Μπούρτζι (1828).
3ο. Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Μακρυγιάννης, Κωνσταντίνος Νικόδημος, και μία άποψη της Αίγινας (1828).
4ο. Γεώργιος Καραϊσκάκης, Ι. Μακρής – Μιλαϊτης, Ανδρέας Ζαΐμης, και μία άποψη της Ακρόπολης των Αθηνών (1828).
5ο. Ανδρέας Μιαούλης, Γεώργιος Μαυρομιχάλης, ο γιατρός Baily και μία άποψη του Πειραιά με το μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα (1829).
6ο. Κωνσταντίνος Κανάρης, Γεώργιος Σισίνης, A. Schilcher και το «Καπετάνιος με τα παλικάρια του» (1829).
7ο. Karl von Heideck, ο συνταγματάρχης Fabvier, Κίτσος Τζαβέλας , και το «Φρεγάτα Ελλάς και το ατμόπλοιο Καρτερία» (1831).
Τα σχέδια του Karl Krazeisen δεν λιθογραφήθηκαν όλα επομένως ορισμένα από αυτά είναι σχεδόν άγνωστα. Είναι Οι προσωπογραφίες των Κωνσταντίνου Αξιώτη, Ι.Πέτα, Ι.Φιλήμονα, Ιωάννη Μαυρομιχάλη, Κωνσταντίνου Μπότσαρη, και Δημήτριου Κολιόπουλου – Πλαπούτα».
Η απόκτηση των σχεδίων
Μετά τον θάνατο του Κρατσάϊζεν, η συλλογή ανήκε πλέον στην κόρη του Μαρία, από την οποία τα κληρονόμησε ο σύζυγός της, Ιόν Ραδιονώφ Φετώβ, καθηγητής ρωσικής καταγωγής στο Βερολίνο και αργότερα κάτοικος Γαλατίου Ρουμανίας. Στις 13 Φεβρουαρίου 1926 ο Φετώβ καταθέτει στο Ελληνικό Προξενείο του Γαλατίου ένα έγγραφο στα ρουμανικά με το ιστορικό της συλλογής του το οποίο μεταφρασμένο στα ελληνικά, φυλάσσεται στο αρχείο της Εθνικής Πινακοθήκης. Αξίζει να σημειωθεί ότι για την αξία τους ο Φετώφ είχε συμβουλευτεί πριν από το 1900, τον ίδιο τον Νικόλαο Γύζη, τότε καθηγητή στο Μόναχο, ο οποίος και αμέσως αναγνώρισε την ιστορική σημασία τους, προτείνοντας την ένταξή τους στο (τότε ανύπαρκτο) Μουσείο των Αθηνών. Φαίνεται επίσης ότι για το ίδιο ζήτημα είχε ερωτηθεί και ο γλύπτης Φυτάλης. Το πλήρες κείμενο του Φετώφ που δημοσιεύεται για πρώτη φορά έχει ως εξής:
«Κατ`αρχάς του παρελθόντος αιώνος ότε ο Ελληνικός Λαός δια ν’ αποτινάξη τον τουρκικόν ζυγόν, πολλοί Φιλέλληνες εκ της Ευρώπης έλαβον μέρος εις τον αγώνα. Μεταξύ αυτών υπήρξε και ο νέος Βαυαρός υπολοχαγός Κ. Κρατσάϊζεν μετά του ζωγράφου Χεσς. Ενθουσιασμένος δια τας ωραιότητας της κλασσικής εποχής, δια τους εμπνευσμένους ήρωάς της δια την Πατρίδα των, δια τας ιδιοτρόπους αμφιέσεις, έλαβε το μολυβδοκόνδυλον και την πυξίδα εις την χείρα ίνα διαωνίση παν ό,τι τω εφαίνετο αξίας. Επιστρέφων εις Βαυαρίαν ο καλλιτέχνης ούτος, προέτεινεν εις την Επωνυμίαν Χανφστενγκελ όπως λιθογραφήση τους επισημοτέρους ήρωας, όπερ και επραγματοποιήθη δια της υποστηρίξεως του Βασιλέως τη Βαυαρίας και αυτού τούτου τυγχάνοντας μεγάλου Φιλέλληνος. Μετά το θάνατον του επισυμβάντος εν έτει 1878 τα ιχνογραφήματα και αι υδατογραφίαι του εκληρονομήθησαν παρά της θυγατρός του Μαρίας, συζύγου μου, μετά δε τον θάνατόν της, συμφώνως τη τελευταία αυτής θελήσει, περιήλθον εις την κατοχήν μου.
Πάντα τα ιχνογραφήματα τούτα έδειξα τω τέως Καθηγητή της εν Μονάχω Ακαδημίας Τεχνών Νικολάω Γύζη, ίνα πληροφορηθώ όσο το δυνατόν κάλλιον περί της αξίας αυτών. Η γνώμη του ήτο ότι η θέσις των δύναται να είναι μόνον το Μουσείον Αθηνών. Αλλ`εγώ δεν ηδυνάμην να χωρισθώ αυτών εμφορούμενος προ παντός εξ αισθημάτων σεβασμού. Τώρα όμως, ων προκεχωρημένης ηλικίας και μη ων βέβαιο ότι μετά τον θάνατόν μου οι διάδοχοί μου θα εφύλαττον μετά της αυτής αγάπης και ευλαβείας τα πολύτιμα τούτα πράγματα, μοναδικά εις το είδος των, απεφάσισαν να τα παραδώσω εις χείρας πατριώτου τινός όστις θα εγνώριζε να εκτιμήση ταύτα. Η αξία των όμως δύανται να καθορισθή μόνον εις απώτερον μέλλον καθ`όσον εκατό μόνον έτη είναι μικρόν διάστημα δυνάμενον να χρησιμεύη ως γνώμων εκτιμήσεως ιστορικού τινο αντικειμένου».
Ο Έλληνας αυτός πατριώτης που ανέλαβε την πώληση ονομάζονταν Αντύπας και ήταν Έλληνας του εξωτερικού. Λίγους μήνες αργότερα, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, δημοσιεύει το άρθρο με το οποίο παρακινεί το Ελληνικό Δημόσιο να αγοράσει το συνολικό κληροδότημα. Σ` αυτά περιλαμβάνονταν η κασετίνα με τα υδροχρώματα και τα πινέλα του Κρατσάιζεν, το δερμάτινο σελάχι του αγωνιστή Πλαπούτα, που εκτίθεται στο Παράρτημα του Ναυπλίου, μια φωτογραφία του ζωγράφου και 24 λιθογραφίες. Αγοράστηκε προς 200.000 δρχ. για λογαριασμό της Εθνικής Πινακοθήκης. Παράλληλα αποκτήθηκε και ο συνολικός λεπτομερής κατάλογος των έργων στα ρουμανικά με περιληπτική εισαγωγή του ιστορικού, όπου τονίζεται ιδιαίτερα ότι οι προσωπογραφίες είναι σχεδιασμένες εκ του φυσικού και ότι κάθε μια φέρει τις ιδιόχειρες υπογραφές των απεικονιζομένων.
Καρλ Κρατσάιζεν προσωπογραφίες αγωνιστών

Θεόδωρος Kολοκοτρώνης - Eθνικό Iστορικό Mουσείο

Aνδρέας Mιαούλης - Nαύαρχος του Aγώνα

Aνδρέας Zαΐμης

Charles Favier, baron (1782-1855)

Frank Abney Hastings (1794-1828)

Iωάννης Mηλαΐτης

Kωνσταντίνος Kανάρης

Kίτσος Tζαβέλλας

Kωνσταντίνος Nικόδημος - Πυρπολητής του 1821

Tομπάζης Iάκωβος (Γιακουμάκης) - Φιλικός, ναύαρχος της ναυτικής μοίρας της Ύδρας

Γεώργιος Kαραϊσκάκης - Στρατιωτική φυσιογνωμία, ηγέτης του 1821

Γεώργιος Kουντουριώτης - Yδραίος πολιτικός

Γεώργιος Mαυρομιχάλης - Φιλικός και αγωνιστής της Eπανάστασης του 1821

Γεώργιος Σισίνης - Πρόκριτος από τη Γαστούνη, φιλικός και πρωτεργάτης της Eπανάστασης του 1821 στην Πελοπόννησο.
Πηγές
- Ένθετο περιοδικό « Επτά Ημέρες », Εφημερίδα, Καθημερινή 25 Μαρτίου 2003, (Μαριλένα Κασιμάτη).
- Lithography by Karl Krazeisen (1794-1878) from Bildnisse ausgezeichneter Griechen und Philhellenen nebst einigen Ansichten und Trachten. Nach der Natur gezeichnet und herausgegeben von Karl Krazeisen. Munchen 1831
Αντωνόπουλος Σταματέλος (1759-1839)
Posted in Πρόσωπα & γεγονότα του΄21, tagged 1821, alphaline, Άργος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιογραφίες, Ιστορία, Καποδίστριας, Ναύπλιο, Πελοπόννησος on 11 Δεκεμβρίου, 2008| Leave a Comment »
Αντωνόπουλος Σταματέλος (1759-1839)

Σταματέλος Αντωνόπουλος με τη χαρακτηριστική ενδυμασία των προυχόντων. Φοράει τζουμπέ και στο κεφάλι σφαιροειδές κάλυμμα.
Αγωνιστής και ηγέτης της επανάστασης στο Άργος το 1821. Γεννήθηκε στην Κοτίτσα Ταϋγέτου Λακωνίας. Ο πατέρας του Σπηλιώτης Αντωνόπουλος έλαβε μέρος στην επανάσταση του 1770 τα Ορλωφικά*. Γι’ αυτό και αναγκάστηκε από τους Τούρκους να εγκατασταθεί στην πρωτεύουσα του πασαλικιού που την εποχή εκείνη ήταν η Τρίπολη, για να επιτηρείται προφανώς καλύτερα, και πέθανε εκεί, αφήνοντας τέσσερεις γιους, τον Σταματέλο, τον Αντώνη, τον Γεώργιο και τον Κωνσταντίνο. Αναγκάστηκαν, όμως, να εκπατριστούν μέχρι να λησμονηθεί η συμμετοχή του πατέρα τους στην επανάσταση, και επανήλθαν στην Πελοπόννησο αργότερα και εγκαταστάθηκαν ο Σταματέλος στο Άργος, ο Γεώργιος στην Τρίπολη και οι άλλοι δύο στη Μεσσηνία. Άπαντες δε όντες ευκατάστατοι και υιοί πατρός φιλελευθέρου, έλαβαν μέρος ενεργόν εις τον υπέρ ανε- ξαρτησίας αγώνα του 1821, συνεισενεγκόντες πολλάς χρηματικάς ποσότητας εις προμήθειαν όπλων, πολεμοφοδίων και τροφών». (Εφ. «Χρόνος» φ. 318/26-9-1879, εν Αθήναις)
Από το προικοσύμφωνο του γάμου του «Για προγαμιαίαν δωρεάν» του Σταμ. Αντωνόπουλου προς τη μέλλουσα σύζυγό του (Τριπολιτζά 10 Οκτ. 1801) εικάζουμε ότι το 1801 ή διέμενε ή απλώς παρεπιδημούσε στην Τρίπολη, είναι βέβαιο πάντως ότι στο Άργος εγκαταστάθηκε μόνιμα πριν από το 1805.
Ο Σταματέλος Αντωνόπουλος μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από το μητροπολίτη Γρηγόριο Καλαμαρά το 1819 και ηγήθηκε της επανάστασης στο Άργος το 1821. Οι Περουκαίοι τότε δεν μπόρεσαν να διαδραματίσουν κάποιο ρόλο, γιατί ήταν παραγκωνισμένοι και όχι ιδιαίτερα δημοφιλείς. Ο Θεόδωρος Βλάσσης, επίσης, ο τρίτος ισχυρός και πλούσιος πρόκριτος του Άργους, «φύσει δε μαλακός, είχε πολύν ενθουσιασμόν, αλλ’ ήτο άτολμος». (Φωτάκου, Aπομνημονεύματα Ι, σελ. 449).
Έτσι, ο Σταματέλος Αντωνόπουλος αφού φυγάδευσε την οικογένειά του τη νύχτα της 23ης προς την 24η Μαρτίου 1821 με δικούς του ανθρώπους στο Σοφικό της Κορινθίας, όπου είχε ιδιόκτητο πύργο, περιήλθε ορισμένα χωριά της Αργολίδας, ξεσηκώνοντας τους κατοίκους για την πολιορκία του Ναυπλίου, όπου είχαν εγκλεισθεί οι Τούρκοι για ασφάλεια. Όπως μας πληροφορεί ο Φωτάκος, «πρώτος όστις εσύστησε την καγκελαρίαν του Άργους ήτο ο Σταματέλος Αντωνόπουλος, ο οποίος μετά του Νικολάου Σπηλιωτοπούλου και Αθανασίου Καϋμένου ή Ασημακοπούλου εκίνησαν την επανάστασιν και, ενωθέντες μετά των Αργείων και των Ολυμποχωριτών, εσχημάτισαν σώματα στρατιωτών διά την πολιορκίαν του Ναυπλίου».
Στις 2 Απριλίου 1821 ο Σταματέλος Αντωνόπουλος, επικεφαλής σώματος Αργείων ενόπλων, κατέλαβε τη Δαλαμανάρα και ανάγκασε τους Τούρκους να επιστρέψουν στο Ναύπλιο, απ’ όπου είχαν εκδράμει. Το περιστατικό αυτό, για το οποίο δεν μνημονεύονται νεκροί ή τραυματίες, ήταν η πρώτη ένοπλη αναμέτρηση Αργείων και Τούρκων. Την ίδια ημέρα υψώθηκε στο Άργος λευκή επαναστατική σημαία. ( Ι. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, σ. 235 ).
Ο Σταματέλος Αντωνόπουλος, ο οποίος ήταν μεγαλοκτηματίας και έμπορος, ιδιαίτερα εργατικός και δραστήριος, υπηρέτησε την ελληνική επανάσταση και στρατιωτικά και πολιτικά, παρά την ηλικία του. Το 1821 ήταν 62 ετών. Έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου, καθώς επίσης και στην πολιορκία του Ακροκορίνθου με τον Δημ. Κριεζή, τον Θεοχαράκη Ρέντη και άλλους. Το 1824 διορίστηκε έπαρχος Ναυπλίου και το 1826 πρόεδρος του προσωρινού Εγκληματικού Δικαστηρίου στο Ναύπλιο, το οποίο εκδίκαζε ποινικά αδικήματα. Επίσης, ήταν πληρεξούσιος Άργους στην Γ΄ εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας. Τέλος, ήταν μέλος του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου στο Άργος (1829), το οποίο είχε ιδρύσει ο Ι. Καποδίστριας (σημερινό Δημαρχείο). Αυτό ήταν το τελευταίο του λειτούργημα. Αξίζει να μνημονεύσουμε, τέλος, ότι στο ιδιαίτερο βιβλίο ποιότητας των υποψηφίων δικαστών, το οποίο τηρούσε ο κυβερνήτης, ο Σταμ. Αντωνόπουλος αναγράφεται «ως Αργείος, αγαθός γέρων, φιλήσυχος, ευυπόληπτος και διελθών εντίμως διάφορα υπουργήματα».
Ο Αντωνόπουλος είχε παντρευτεί την Ελένη Αναστασίου Ιατρού, αδελφή του μεγαλέμπορου, τραπεζίτη και πολιτευτή Ναυπλίας Μιχαήλ Ιατρού. Ήταν μικρότερή του κατά 25 έτη και του χάρισε πέντε γιους και τρεις κόρες. Πέθανε στο Ναύπλιο σε ηλικία 80 ετών.
Νεκρολογία για τον Σταματέλο Αντωνόπουλο
Την 3 Ιουνίου έγινεν εις Ναύπλιον η κηδεία του μακαρίτου Σταματέλου Αντωνοπούλου, εξ Άργους. Αυτήν συνώδευσαν όλοι οι Ναυπλιείς, οί τε εν αρχαίς και αξιώμασι, και οι έμποροι και οι των συντεχνιών. Έδραμον αυθόρμητοι όλοι, μόνον και μόνον διά ν’ αποδώσωσιν εν καθήκον προς την αρετήν και την αγαθότητα. […] Αγαπώμενος και τιμώμενος, εστάθη ένας των πρώτων εναγκαλισθέντων το σύνθημα του Ιερού Αγώνος. […]
Μετά την έναρξιν του αγώνος, παραβλέψας παν συμφέρον και την σωματικήν του αδυναμίαν, έτρεχε παρακινών τους συμπολίτας του εις τα όπλα, και με τον λόγον και με το παράδειγμά του πρώτος ανεσύστησε την πολιορκίαν της Κορίνθου, ήτις ήτο διαλελυμένη με την εκείθεν δίοδον του Κιεχαγιά. Χαίρων πάντοτε την εμπιστοσύνην των συμπολιτών του, εστάθη Αντιπρόσωπός των εις τας Εθνικάς Συνελεύσεις, εχρημάτισεν Έπαρχος Ναυπλίας και Δικαστής, και εξεπλήρωσε και άλλας διαφόρους υπηρεσίας της Πατρίδος του πάντοτε με ζήλον και πάντοτε με κοινήν ευχαρίστησιν, χωρίς να λάβη μέρος εις καταχρήσεις ή εις φατρίας, και χωρίς να επιβαρύνη το Εθνικόν Ταμείον ουδέ με οβολόν το σπανιώτερον.
εφ. Ι. Φιλήμωνος «Αιών», φ. 70/7-6-1839
* Τα Ορλωφικά
Η Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας, ακλουθώντας το όραμα του Μεγάλου Πέτρου για ανασύσταση της ορθόδοξης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας υπό το σκήπτρο του, παρακινεί τους Έλληνες σε επανάσταση, στέλνοντας στην Ελλάδα τρεις αξιωματικούς του ρωσικού στρατού, τους αδελφούς Ορλώφ. Στόχος των ενεργειών της ήταν απλώς η δημιουργία αντιπερισπασμού, αφού η Ρωσία βρισκόταν ήδη σε εμπόλεμη κατάσταση με τους Τούρκους. Οι Έλληνες, με επίκεντρο την Πελοπόννησο και τη Στερεά, ξεσηκώθηκαν, αλλά οι δυνάμεις που έστειλε η Ρωσία για να τους συνδράμει αποδείχθηκαν πενιχρές και ανοργάνωτες. Παρά τις αρχικές επιτυχίες των Ελλήνων οπλαρχηγών, η επανάσταση στην ξηρά έληξε, λίγους μήνες αργότερα, με σφαγές, μαζικούς εξισλαμισμούς και εξανδραποδισμό του πληθυσμού στην Πελοπόννησο, στη Μακεδονία και στηνΉπειρο. Αντίθετα, στη θάλασσα, το τουρκικό ναυτικό υπέστη πανωλεθρία στο Τσεσμέ (Μάιος 1770) από τον ρωσικό στόλο.
Πηγές
-
Σταματίου Αναστ. Αντωνόπουλου, « Σταματέλος Σπηλ. Αντωνόπουλος, Βιογραφούμενος υπό του εγγονού αυτού Σταματίου Αναστ. Αντωνόπουλου», Εν Αθήναις 1918.
-
Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1858.
-
Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996.
-
Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
-
Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.
Σύλλογος Ναυπλίου «O ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ»
Posted in Ναύπλιο, Σύλλογοι - Σύνδεσμοι, tagged alphaline, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιβλιοθήκη, Ναύπλιο, Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου Ό ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ, Πελοπόννησος, Σύλλογος, Palamedes on 27 Νοεμβρίου, 2008| Leave a Comment »
Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «O ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ»
Ο Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου Ό ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ» ιδρύθηκε το 1946 από μια ομάδα καταξιωμένων φιλοπρόοδων Ναυπλιωτών. Σκοπός του η ανάπτυξη και πρόοδος της πόλης του Ναυπλίου, όπως ο εξωραϊσμός της, η διατήρηση του ιστορικού και καλλιτεχνικού χαρακτήρα της, η ανάπτυξη του πνευματικού και μορφωτικού ενδιαφέροντος με την οργάνωση διαλέξεων, συναυλιών, ίδρυση βιβλιοθήκης κ.α.
Έκτοτε ο Σύλλογος λειτουργεί συνεχώς πραγματοποιώντας όλα τα προηγούμενα. Επίσης έχει επεκτείνει τις δραστηριότητες του σε εκδρομές εσωτερικού και εξωτερικού, επισκέψεις σε μουσεία, αρχαιολογικούς χώρους, στο Μέγαρο Μουσικής, σε θέατρα κ.λ.π. Έχει εκδώσει αρκετά βιβλία, όπως τη «ΝΑΥΠΛΙΑ» του Λαμπρυνίδη, τη «Ναυπλιακή Ανθολογία» του Π. Λιαλιάτση, τον «Οδηγό Ναυπλίου» του ίδιου, την «Ιστορία της Ναυπλιακής Επαναστάσεως», το «Φονικό του Κυβερνήτη» του Θ. Κωστούρου και άλλα. Συνέβαλε στη δημιουργία, επιτυχία και καθιέρωση των Επιδαυρίων. Η σημαντικότερη προσφορά του προς τη πόλη του Ναυπλίου είναι η δημιουργία της Βιβλιοθήκης «Ο ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ», την οποία παραχώρησε στο Ελληνικό Δημόσιο.
Πηγές
-
Ένας Περίπατος στο Ναύπλιον, Έκδοση, Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου « Ο ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ », Ναύπλιο 1999.
Αναπλιώτης Αντώνης (1888-1951)
Posted in Λογοτέχνες - Ιστορικοί, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Άργος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αναπλιώτης, Βιογραφίες, Λογοτέχνες - Ιστορικοί, Λογοτεχνία, Ναύπλιο, Πρόσωπα, Πελοπόννησος, Ποίηση, Συγγραφέας on 24 Νοεμβρίου, 2008| Leave a Comment »
Αναπλιώτης Αντώνης (1888-1951)
Ο Αντώνης Αναπλιώτης (φιλ. ψευδ. του Αντώνη Λεκόπουλου), ποιητής και θεατρικός συγγραφέας, γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1888 πέρασε τα παιδικά του χρόνια στη γενέτειρα, όπου τελείωσε το γυμνάσιο το 1902. Εργάσθηκε στο πρωτοδικείο Ναυπλίου και παράλληλα σπούδασε στη Νομική σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1908 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, σταδιοδρόμησε ως υπάλληλος του υπουργείου Εσωτερικών και έφθασε ως το Βαθμό του επιθεωρητή. Την πρώτη λογοτεχνική του εμφάνιση έκανε το 1910, τυπώνοντας την ποιητική του συλλογή «Τo Βιολί». Ωστόσο είχε ήδη από το 1907 γράψει το τρίπρακτο δράμα «Ο Πιπιάς», το οποίο τυπώθηκε το 1992 από τη βιβλιοθήκη του Ναυπλίου «Παλαμήδης».
Ασχολήθηκε με την ποίηση, το διήγημα, τη λαογραφία, το θέατρο, το χρονογράφημα και έγραψε ποικίλες διατριβές. Στα σαράντα χρόνια της πνευματικής του πορείας συνεργάσθηκε με πολλά έντυπα της επαρχίας και της πρωτεύουσας («Ευβοϊκά Γράμματα», «Εμπρός», «Πρωία», «Νέα Εστία», «Ατλαντίς» Ν. Υόρκης κ.ά.), στα οποία βρίσκεται κατεσπαρμένο μεγάλο μέρος του έργου του. Το θεατρικό του έργο «Ο Πιπιάς» βραβεύθηκε το 1938 στον «Καλοκαιρίνειο Διαγωνισμό».
Ο Αντώνης Αναπλιώτης ήταν ο πρώτος μεγάλος δωρητής της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» και συντάκτης του πρώτου καταλόγου των βιβλίων της, το 1949. Προτομή του κοσμεί την αυλή της Βιβλιοθήκης από το 1957.
Με επιμέλεια του Σπ. Παναγιωτόπουλου, του Γ. Τσουκαντά και του Ν. Δεληβοριά κυκλοφόρησε μεταθανάτια (1958) επιλογή της ιδιότυπης ποίησης του Αντώνη Αναπλιώτη με τίτλο «Αναπλίωτικα». Πέθανε στην Αθήνα το 1951.
Μια κριτική για τον ποιητή Αντώνη Αναπλιώτη στο Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών (1953)
Επιμέλεια: Γιώργος Ρούβαλης
Μια κριτική του τότε εκλεκτού κριτικού Γιώργου Φτέρη που έγινε στη ραδιοφωνική του ομιλία απ’ το Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών στις 15-2-53, δύο χρόνια μετά το θάνατο του ποιητή. Αναδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Σύνταγμα» στις 25 Μαρτίου 1953 με τη φροντίδα του Θ. Κωστούρου.
ΜΙΑ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ
ΤΟΥ κ. Γ. ΦΤΕΡΗ
(Όπως υποσχεθήκαμε στο προηγούμενο φύλλο, δίνουμε σήμερα ολόκληρη την ομιλία του εκλεκτού λογίου κ. Γεωργ. Φτέρη, για τον ποιητή μας Α. Αναπλιώτη. Την ομιλία αυτή που έγινε στον Ρ. Σταθμό Αθηνών στις 15-2-53 ο κ. Φτέρης είχε την καλοσύνη να την αποστείλη, μέσω του Λογοτεχνικού συνεργάτου μας κ. Θ. Κωστούρου, στο «ΣΥΝΤΑΓΜΑ».)
«Είχεν επάνω σ’ όλο το παρουσιαστικό του κάτι το συμπαθέστατα επαρχιακό, τόσο που να φαίνεται σχεδόν ξένος, σχεδόν νιόφερτος στην Αθήνα, αν κι εδώ εζούσε χρόνια ολόκληρα. Είχεν ακόμη εκείνον τον ειδικό, τον χαρακτηριστικό τόνο στο ντύσιμο που θύμιζε Κυριακή της επαρχίας, όταν είναι κλεισμένα τα μαγαζιά, τα εμπορικά. Κι οι άνθρωποι, ιδίως οι μεσόκοποι που εκφράζουν περισσότερο την ηλικία της επαρχιακής πολιτείας – εν αντιθέσει προς τη νεότητα, που δίνει έναν τόνο επικρατέστερο στα μεγάλα κέντρα – οι Κυριακάτικοι άνθρωποι με την τσάκιση στα παντελόνια και τα κομπολόγια στα χέρια τους, κάνουν τον αργό λικνιστικό περίπατο στην κεντρική πλατεία και χαιρετά ο ένας τον άλλον με οικειότητα. Είχε προπάντων μια γελαστή συστολή, κάτι το ντροπαλά εγκάρδιο στο πρόσωπό του και μαζί μ’ αυτό μια υποχωρητικότητα, μια προκαταβολική συγκατάθεση μέσα στο βλέμμα, βαθειά ανθρώπινη. Ποτέ δεν επρόβαλε στη συζήτηση τον εαυτό του, το έργο του, μ’ όλο που τ’ αγαπούσε τόσο τρυφερά.
Μιλάμε για τον ποιητή Αναπλιώτη, τον Αντώνιο Λεκόπουλο, που ετιμήθη τελευταία στο Ανάπλι η μνήμη του μετά τα αποκαλυπτήρια της προτομής του. Και μιλάμε για να εξάρωμε πρώτα-πρώτα το παράδειγμα. Εννοούμε το γεγονός ότι η επαρχία παίρνει πρωτοβουλίες αυτού του τύπου, αισθάνεται δηλαδή την ανάγκη να τιμήση τους πνευματικούς εκπροσώπους της. Πρόκειται για μια κίνηση που θάπρεπε με κάθε δυνατό τρόπο να ενθαρρυνθεί, για να γίνη συστηματικώτερη και ευρύτερη, όχι μόνον γιατί έτσι μπορούν να αξιοποιηθούν αισθητικά, τουριστικά, διάφορες επαρχιακές πολιτείες. Αλλά και γιατί είναι δίκαιο να αναγνωρισθούν επί τέλους και στην επαρχία – που όσο κι αν παρουσιάζεται εγκαταλελειμμένη αποτελεί πάντα τον πυρήνα, τη ρίζα της ελληνικής ζωής – οι πνευματικοί τίτλοι της. Το νομίζομε, γιατί η ελληνική επαρχία έχει αποκτήσει, όσο καμμιά άλλη επαρχία συγχρόνου τόπου, ένα σύμπλεγμα κατωτερότητος πνευματικής. Της το εδημιούργησε η πρωτεύουσα, όπως έχει συγκεντρώσει, όπως εξακολουθεί να συγκεντρώνη μ’ έναν τρόπο σχεδόν μονοπωλιακό, όλη την πνευματική δραστηριότητα της χώρας και ν’ απορροφά κάθε φλέβα, κάθε ικμάδα ταλέντου που εκδηλώνεται στην περιοχή των επαρχιών. Αυτό κανταντά βέβαια μοιραίο, με τη σημερινή διαμόρφωση της Ελληνικής ζωής, με το γενικώτερα συγκεντρωτικό σύστημα που τη χαρακτηρίζει και με την εγκατάλειψη της επαρχίας στην τύχη της. Ούτε μπορεί ν’ ακολουθήση ο καθένας το παράδειγμα του Μιστράλ και του Φρανσίς Ζαμ – για ν’ αναφέρωμε τους γνωστοτέρους ποιητές, που για χάρη της επαρχίας επεριφρόνησαν και τη διαμονή στο Παρίσι και τη δόξα του Ακαδημαϊκού. Ωστόσο πρέπει να θυμίζεται ότι οι Ελληνικές επαρχίες δεν βγάζουν μόνο προϊόντα για την αγορά, αλλά τροφοδοτούν επίσης τα Ελληνικά γράμματα.
Ότι εκείνες ανανεώνουν διαρκώς τα Ελληνικά γράμματα. Και ότι το Μεσολόγγι, το Αγρίνιο, το Καρπενήσι, ο Έπαχτος με τον Παλαμά, με το Μαλακάση, με το Χατζόπουλο, με τον Παπαντωνίου, με το Βλαχογιάννη, η Καλαμάτα με τον Νικόλαο Πολίτη, τον Καμπίση και τον Αποστολάκη, τα Λεχαινά με τον Καρκαβίτσα, η Σπάρτη με το Μητσάκη, η Μάνη με τους Πασαγιάννηδες – για να μη προχωρήσουμε στα νησιά – έχουν προσφέρει στην πνευματική μας αναγέννηση πολύ περισσότερα από την Αθήνα.
Μιλάμε επίσης για τον Αναπλιώτη, επειδή θέλομε στο πρόσωπό του να τιμήσωμε μια κατηγορία ποιητών που το έργο τους, με το να είναι σε ελάσσονα τόνο τους τοποθετεί στο ημίφωτο, στο βάθος, πίσω από τις προνομιούχες μορφές όπου πέφτει η αντηλιά της δόξης μ’ όλη της την ένταση, είναι οι «MINORES» οι ποιητές που έχουν μια μετριώτερη απήχηση και αναγνώριση στην εποχή τους, κάτι το ωχρό μπροστά στη θαμπωτική λάμψη των άλλων, που τους κάνει μέσα στη γραμματολογία βαθύτατα συμπαθείς. Και που υποχρεώνει την ανθρώπινη μνήμη να μη τους εγκαταλείπη στη λησμονιά, να τους σέβεται.
Είπαμε παραπάνου ότι ο Αναπλιώτης ποτέ δεν επρόβαλε στη συζήτηση το έργο του, μ’ όλο που το αγαπούσε τρυφερά. Και το αγαπούσε ότι όπως κάθε ποιητής αγαπά τη δημιουργία του, σ’ ότι τον εζέστανε, σε ότι τον εγοήτεψε πιο πολύ. Γιατί το έργο του Αναπλιώτη δεν το συνέθεταν λυρικές προσπάθειες λιγώτερο ή περισσότερο επιτυχείς, που αρχίζουν πάντως από καταστάσεις αφηρημένες, αυτές που πλαισιώνουν την πρώτη έμπνευση. Εδώ τα τραγούδια είναι πρωτ’ απ’ όλα βιώματα, μέσα στις φόρμες τους έχει μεταφέρει ο ποιητής το υλικό της ζωής του. Έχει βάλει την τοπογραφία της, την πραγματογνωσία της, την ονοματολογία της τα πάντα. Διαθέτοντας μία εξαίρεση, μία ασφαλεστάτη αναδρομική αίσθηση, κάνει άμεσα τα γεγονότα και τα πρόσωπα που θυμάται, τα παρουσιάζει σχεδόν ζωντανά. Οι άνθρωποί του δεν είναι αόριστοι, ανώνυμοι, τοποθετημένοι μέσα σε πλασματικές περιπτώσεις. Είναι συγκεκριμένοι με τα ονόματά τους, τα μικρά και τα μεγάλα, με τα επαγγέλματά τους, με τα παρατσούκλια τους. Είναι ο Τσορονίκος ο Γουρλής, ο Γιώργος ο Παπαθανάσης, του Νίκου και του Κώστα ο αδερφός, είναι η κυρά Σπύραινα, η «χήρα η κακομοίραινα», ο Μπεκιάρης, ο Παναγιώτης, ο Ψάλτης ο Παβουγαδές, ο Κορομίχης με τον Κορομπίλη «σαράντα χρόνια χρυσοί γειτόνοι και φίλοι».
Είναι ο Γρίντζος, ο Μετζίτης κι ο Μπιτζαξής, που μικρά παιδιά τόσκαζαν απ’ το σχολείο στο μάθημα των γαλλικών. Και όταν τους φώναζε ο καθηγητής:
– Ω με ζ-ανφάν! Ου βου ζ-αλλέ; του απαντούσανε κι οι τρεις:
– Στο Ιτσ-Καλέ! Στο Ιτσ-Καλέ! ώσπου έπαιρναν στο τέλος, όταν εγένοντο οι εξετάσεις:
– Στου Κατελούζου τον καιρό. Τρουά ζερό! Τρουά ζερό!
Ότι γίνεται στ’ Ανάπλι, τα γλέντια, οι μικρές οικογενειακές έγνοιες για τους δύσκολους γάμους των προχωρημένων σε ηλικία κοριτσιών, αθώοι παιδικοί έρωτες, το σχολείο, οι ταβέρνες, οι μπουζουξήδες, οι εκκλησιές, οι ψαλτάδες, τα ψυχοσάββατα, όλα περιγράφονται με ένα λυρικό και μαζί γελοιογραφικό τρόπο γεμάτον συμπάθεια για τον άνθρωπο.
Τελειώνουμε την ομιλία τούτη μ’ ένα χαρακτηριστικό τραγούδι του Αναπλιώτη αφιερωμένο στο «Μιστό».
Εμπήκα στο μιστό
της μοίρας τα γραμμένα
τ’ αναθεματισμένα…
Για κείνο το μιστό
πού νάειθε τσακιστώ
στερήθηκα τ’ Ανάπλι
στερήθηκα και σένα.
Γ. ΦΤΕΡΗΣ
Πηγές
- Λουκά Σταθακόπουλου – Γιάννη Γκίκα, «Ανθολογία ποιητών Αργολίδος & Κορινθίας 1798 – 1957», Αθήνα, 1958.
- Κώστα Μιχ. Σταμάτη, « Πελοποννησιακή Λογοτεχνία – Η Λογοτεχνία της Αργολίδας », Αθήνα, 1995.
- Εφημερίδα «Σύνταγμα».
Παπαντωνίου Ιωάννα (1936-2026)
Posted in Πρὀσωπα, tagged alphaline, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιογραφίες, Ενδυματολόγος, Θέατρο, Ναύπλιο, Παπαντωνίου Ιωάννα ( Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα), Πελοπόννησος, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Πολιτισμός on 21 Νοεμβρίου, 2008| Leave a Comment »
Παπαντωνίου Ιωάννα (1936-2026)
Η Ιωάννα Παπαντωνίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1936. Ήταν σπουδαία σκηνογράφος, ενδυματολόγος, ιδρύτρια και πρόεδρος του Πελοποννησιακού Λαογραφικού ιδρύματος Β. Παπαντωνίου στο Ναύπλιο. Ασχολήθηκε αρχικά με τη λαογραφία και στη συνέχεια σπούδασε σκηνογραφία και ενδυματολογία στο Wimbledon School of Art στο Λονδίνο (1967-1970). Η πρώτη της επαγγελματική δουλειά, το 1971, ήταν τα σκηνικά και τα κοστούμια για τον Κοριό του Μαγιακόφσκι, που παρουσίασε το Προσκήνιο σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού.
Πατέρας της ήταν ο Βασίλειος Παπαντωνίου, ένας από τους ιδρυτές της Α.Ε. Κονσερβών Κύκνος ενώ η μητέρα της Αναστασία, το γένος Παπαγιάννη, ήταν δημόσια υπάλληλος. Στα δεκαοκτώ της η Ιωάννα Παπαντωνίου στάλθηκε από τη μητέρα της σε Finishing school (σχολή καλών τρόπων) της Αγγλίας. Με την επιστροφή της στην Ελλάδα παντρεύτηκε (σε ηλικία είκοσι ετών) αλλά χώρισε δέκα χρόνια αργότερα. Μετά τον χωρισμό της επέστρεψε στην Αγγλία και συγκεκριμένα στο Λονδίνο, όπου σπούδασε ενδυματολογία και σκηνογραφία το διάστημα 1967-1970 στο Wimbledon School of Art.
Είχε φιλοτεχνήσει σκηνικά και κοστούμια για σημαντικά έργα του ελληνικού και παγκόσμιου δραματολογίου, όπως Η δίκη του Κάφκα (1971), Σαν περάσουν πέντε χρόνια (1971), Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα (1988) του Λόρκα, Τριαντάφυλλο στο στήθος (1971), Καμίνο Ρεάλ (1974), Ξαφνικά το τελευταίο καλοκαίρι (1988) του Τ. Ουίλλιαμς, Ο έμπορος της Βενετίας (1971), Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας (1971), Τρωίλος και Χρυσηίδα (1973), Το ημέρωμα της στρίγγλας (1975), Η δωδέκατη νύχτα (1990), Άμλετ – Το δάγκωμα του φιδιού (1998) του Σαίξπηρ, Μάνα Κουράγιο (1971), Ταμπούρλα στη νύχτα (1974), Γαλιλαίος (1990) του Μπρεχτ, Ακμή και παρακμή της πόλης Μαχαγκόνυ των Μπρεχτ – Κ. Βάιλ (1977), Το δάσος του Οστρόφσκι (1972), Ο λοχαγός τον Κέπενικ του Κ. Τσουκμάιερ (1972), Οπερέττα (1972), Υβόννη, πριγκίπισσα της Βουργουνδίας (1985) του Β. Γκομπρόβιτς, Ανάσταση του Τολστόι (1973), Βικτόρ ή τα παιδιά στην εξουσία του Βιτράκ (1973), Ο Καραγκιόζης παραλίγο βεζύρης τον Γ. Σκούρτη (1973), Κόκκινα τριαντάφυλλα για μένα του Ο’ Κέιζυ (1974), Η τύχη της Μαρούλας (1974), Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας (1992) του Κορομηλά, Δον Κάρλος του Σίλλερ (1975), Οι τρεις αδελφές του Τσέχωφ (1975), Καποδίστριας του Καζαντζάκη (1976), Οι μικροαστοί του Γκόρκι (1976), Η ερυθρά νήσος του Μπουλγκάκωφ (1978), Η νίκη της Αναγνωστάκη (1978), Το γαλάζιο πουλί τον Μαίτερλινγκ (1980), Σίβυλλα του Σικελιανού (1981), Ο γάμος του γανωματή, Καβαλάρηδες στη θάλασσα, Ο ίσκιος του λαγκαδιού (1982) του Συνγκ, Το γαϊτανάκι του Α. Σνίτσλερ (1984), Ταρτούφος (1985), Ο ασυλλόγιστος (1986), Ο αρχοντοχωριάτης (1992) του Μολιέρου, Η δολοφονία του Μαρά του Βάις (1988), Ο επιθεωρητής του Γκόγκολ (1988), Οι δούλες του Ζενέ (1991), Κωνσταντίνου και Ελένης του Σεβαστίκογλου (1991), Η παρεξήγηση του Καμύ (1992), Ο Κατσούρμπος του Χορτάτση (1993), Η κατάληψη τον Κορρέ (1994), Ο έφηβος του Ντοστογιέφσκι (1994) κ.ά.
Ως σκηνογράφος – ενδυματολόγος, δούλεψε με το Θέατρο Τέχνης και με το θίασο Αλέξη Μινωτή – Κατίνας Παξινού, όπως επίσης και με Κρατικά Θέατρα (Εθνικό Θέατρο, Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος) και με θιάσους του ελεύθερου θεάτρου. Χάρη στο Σολομό, η Ιωάννα Παπαντωνίου ήταν η πρώτη γυναίκα που εργάστηκε ως ενδυματολόγος στο Εθνικό Θέατρο (Ορέστης, Επίδαυρος – 1971), σπάζοντας μια ανδρική παράδοση 39 ετών. Η ίδια εκφραζόταν με θαυμασμό για τον Κάρολο Κουν και εκτιμούσε τη δουλειά του Κώστα Τσιάνου στο Θεσσαλικό Θέατρο (ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Λάρισας). Στο εξωτερικό, συνεργάστηκε με τον Michael Elliot στο Royal Exchange Theatre του Manchester.
Με το αρχαίο δράμα ασχολούνταν από το 1970, όταν εκπόνησε τη διπλωματική της εργασία στο Wimbledon School of Art, με θέμα τις Βάκχες, ενώ την επόμενη χρονιά (1971) έκανε την πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση στο χώρο του αρχαίου δράματος με τις Θεσμοφοριάζουσες του Αριστοφάνη, που παρουσιάστηκαν στο Θέατρο Κήπου της Θεσσαλονίκης σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού. Έκτοτε συνεργαζόταν σε παραστάσεις αρχαίων τραγωδιών με σημαντικούς σκηνοθέτες – Κάρολο Κουν, Αλέξη Σολομό, Κώστα Μπάκα και Κώστα Τσιάνο. Σε ορισμένες περιπτώσεις εργάστηκε μόνο ως ενδυματολόγος ενώ σε άλλες και ως σκηνογράφος.
Συνεργάστηκε στον Ορέστη του Ευριπίδη (Εθνικό Θέατρο -1971, 1973, σκηνοθεσία Α. Σολομού), στους Επτά επί Θήβας του Αισχύλου (Θέατρο Τέχνης -1975, 1977, σκηνοθεσία Κ. Κουν και Κ.Θ.Β.Ε. -1993, σκηνοθεσία Σ. Τσακίρη), στη Μήδεια του Ευριπίδη (Εθνικό Θέατρο -1976, 1977, 1978, σκηνοθεσία Α. Σολομού), στις Θεσμοφοριάζουσες του Αριστοφάνη (Προσκήνιο – 1971 και Εθνικό Θέατρο – 1978, 1979, 1982, σκηνοθεσία Α. Σολομού), στη Λυσιστράτη του Αριστοφάνη (Εθνικό Θέατρο -1979, σκηνοθεσία Α. Σολομού), στις Βάκχες του Ευριπίδη (B.B.C. -1980), στους Αχαρνής του Αριστοφάνη (Εθνικό Θέατρο – 1980, σκηνοθεσία Κ. Μπάκα), στον Φιλοκτήτη του Σοφοκλή (Royal Exchange Theatre, Manchester, 1981), στην Ειρήνη του Αριστοφάνη (Εθνικό Θέατρο -1983, σκηνοθεσία Κ. Μπάκα), στην Εκάβη του Ευριπίδη (Εθνικό Θέατρο -1985, σκηνοθεσία Λ. Κωστόπουλου, Προσκήνιο – 1987, σκηνοθεσία Α. Σολομού και Εθνικό Θέατρο -1994, σκηνοθεσία Κ. Τσιάνου), στους Βατράχους του Αριστοφάνη (Εθνικό Θέατρο -1986, σκηνοθεσία Κ. Μπάκα και Θέατρο Τέχνης -1992, 1993, σκηνοθεσία Μ. Κουγιουμτζή), στις Εκκλησιάζονσες του Αριστοφάνη (ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ρόδου -1987, σκηνοθεσία Π. Παπαϊωάννου και Εθνικό Θέατρο «Παιδικό Στέκι» – 1997, σκηνοθεσία Κ. Ρουγγέρη), στους Ιππής τους Αριστοφάνη (Εθνικό Θέατρο -1991, σκηνοθεσία Κ. Μπάκα), στις Χοηφόρους του Αισχύλου (ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Λάρισας, Θεσσαλικό Θέατρο -1992, σκηνοθεσία Κ. Τσιάνου), στις Ικέτιδες του Αισχύλου (Δεσμοί – 1994, σκηνοθεσία Στ. Ντουφεξή) και στην Αντιγόνη του Σοφοκλή (Διόνυσος -1995, σκηνοθεσία Λ. Τσάγκα).
Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την επιτόπια έρευνα για τα θέματα του λαϊκού ενδύματος και του χορού στο Λύκειο Ελληνίδων Αθηνών κατά το διάστημα 1956-1966 και δημοσίευσε βιβλία και άρθρα με θέμα τις ελληνικές τοπικές φορεσιές και τη μόδα (Ελληνικές φορεσιές, Αθήνα 1973, 1974 – Ελληνικές φορεσιές. Γυναικείες, Ναύπλιο 1974 – Ελληνικές φορεσιές. Ανδρικές, Ναύπλιο 1974 – Ελληνικές φορεσιές, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1981 – Η ελληνική γυναικεία φορεσιά και το κόσμημα άλλοτε και τώρα, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα και Υπουργείο Πολιτισμού, Αθήνα 1985 – Ελληνικές φορεσιές. Συλλογή Λυκείου των Ελληνίδων Καλαμάτας, Αθήνα 1991 – Μακεδόνικες φορεσιές, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1992 -Greek Traditional Costumes, Lyceum Club of Greek Women, Secreteriat General for Press and Information, Athens 1993 – Ελληνικές τοπικές ενδυμασίες, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1996 – «Φορεσιές της Μακεδονίας», Μακεδόνικη Ζωή, αρ. 96, Θεσσαλονίκη, Μάιος 1974, σ. 24-31 – «Οι φορεσιές Αλώνων και Ανταρτικού», Μακεδόνικη Ζωή, αρ. 99, Θεσσαλονίκη, Αύγουστος 1974, σ. 36-39 – «Οι τοπικές φορεσιές Φλωρίνης», Μακεδόνικη Ζωή, αρ. 100, Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 1974, σ. 26-30 – «Ανδρικές φορεσιές Βορείου Ελλάδος», Μακεδόνικη Ζωή, αρ. 102, Θεσσαλονίκη, Νοέμβριος 1974, σ. 24-31 – «Φορεσιές της Θράκης», Μακεδόνικη Ζωή, αρ. 104, Θεσσαλονίκη, Ιανουάριος 1975, σ. 26-31 – «Θρακιώτικες φορεσιές», Μακεδόνικη Ζωή, αρ. 105, Θεσσαλονίκη, Φεβρουάριος 1975, ο. 26-31 -«Σαρακατσάνοι: φορεσιές και στολίδια», Μακεδόνικη Ζωή, αρ. 109, Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 1975, ο. 26-33 – «Συμβολή στη μελέτη της γυναικείας ελληνικής παραδοσιακής φορεσιάς», Εθνογραφικά 1, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1978, σ. 5-92 – «Οι φορεσιές της Ορεινής Σερρών», Εθνογραφικά 3, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1981-82, ανάτυπο – «Οι τοπικές φορεσιές στο Αιγαίο από την Άλωση μέχρι την Απελευθέρωση», Εθνογραφικά 4-5, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1983-85, ανάτυπο).
Το 1974 ίδρυσε το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα «Β. Παπαντωνίου» (νυν Ίδρυμα Βασίλη Παπαντωνίου), στη μνήμη του πατέρα της Βασιλείου. Το Ίδρυμα βραβεύθηκε το 1981 με το European Museum of the Year Award (EMYA) και το 2013 με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για την προσφορά του στον ελληνικό πολιτισμό. Το 2003 ίδρυσε την Ελληνική Εταιρεία Ενδυμασιολογίας.
Δίδαξε στα Τμήματα Θεατρολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, του Πανεπιστημίου Πατρών και του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Είναι επίτιμη διδάκτωρ στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Έχει τιμηθεί με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (1981), με τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Φοίνικος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο (2000), με το έπαθλο «Πάνος Αραβαντινός» του Κέντρου Μελέτης και Έρευνας του Ελληνικού Θεάτρου (2004), με το Lifetime Achievement Award της European Museum Academy (2013) και με το Αριστείο «Ιωάννης Καποδίστριας» για τις Επιστήμες, τα Γράμματα και τις Τέχνες του Δήμου Ναυπλιέων (2022). Το 1987 της απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο για την ενδυματολογική της εργασία στην ταινία του Φώτου Λαμπρινού Δοξόμπους.
Η Ιωάννα Παπαντωνίου πέρασε στο επέκεινα πλήρης ημερών, στην ηλικία των 90 ετών, την Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2026.
Πηγή
- Συλλογικό έργο, Έλληνες Σκηνογράφοι – Ενδυματολόγοι και Αρχαίο Δράμα, Υπουργείο Πολιτισμού, Αθήνα 1999.
















