Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πολιτικοί’

Νοταράς Πανούτσος  (1740 ή 1752 – 1849)


 

Πανούτσος Νοταράς. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Μέλος της γνωστής οικογένειας* δημογερόντων της Κορινθίας, οι οποίοι υπήρξαν σημαντικοί οικονομικοί και διοικητικοί παράγοντες του τόπου. Ορισμένοι πρωταγωνίστησαν το 1770 στην εξέγερση των Ορλωφικών. Ο Πανούτσος Νοταράς γεννήθηκε στα Τρίκαλα Κορινθίας το 1752, κατά την πιθανότερη εκδοχή, ή το 1740. Ήταν γιος του προκρίτου Σπυρίδωνα Νοταρά, ενός από τους πιο καλλιεργημένους προεστούς της περιόδου του 18ου και του 19ου αιώνα.

Δάσκαλός του ήταν ο Μεσολογγίτης λόγιος Γρηγόριος Καρβούνης. Λόγοι υγείας δεν του επέτρεψαν να σπουδάσει στην Ιταλία. Διέθετε ωστόσο πλουσιότατη βιβλιοθήκη και αξιόλογη κλασική παιδεία. Νέος ακόμη ο Πανούτσος Νοταράς πρωταγωνίστησε στα Ορλωφικά και αργότερα, το 1818, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Στις δεκαετίες πριν από την Επανάσταση, οι Νοταράδες περιλαμβάνονταν στις έξι πιο ισχυρές οικογένειες της Πελοποννήσου που νέμονταν σημαντικά διοικητικά αξιώματα κατά τρόπο κατ’ ουσία κληρονομικό.

 

« Η οικογένεια των Νοταραίων είναι μία εκ των επισημοτέρων της Πελοποννήσου, δια την παλαιότητα και την λαμπρότητα της καταγωγής της. Ο δε Πανούτσος υπήρξε πάντοτε πληρεξούσιος και Πρόεδρος των Εθνοσυνελεύσεων». Φωτάκος

 

Με την έκρηξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, το Μάρτιο του 1821, ο Νοταράς ήταν από τους προεστούς που εξέφρασαν επιφυλάξεις για την έναρξη του Αγώνα στη δεδομένη χρονική στιγμή. Περίπου ένα μήνα πριν, σε συγκέντρωση προεστών, είχε διατυπώσει την άποψη ότι οι Έλληνες ήταν ακόμα ανέτοιμοι για ένα τέτοιο εγχείρημα, προκαλώντας την οργή του Παπαφλέσσα που ήταν παρών.

Με την έναρξη του Αγώνα και ιδίως μετά την άφιξη του Δημήτριου Υψηλάντη στην Πελοπόννησο (Ιούνιος 1821) και τη σύσκεψη στα Βέρβαινα, όπου το κλίμα ήταν ιδιαίτερα εχθρικό για τους προκρίτους, ο Νοταράς ήρε τις επιφυλάξεις του στηρίζοντας ενεργά την υπόθεση της εθνικής απελευθέρωσης. Συμπαρέσυρε μάλιστα και άλλους διστακτικούς προεστούς να συμμετάσχουν στην Επανάσταση. Στο μεταξύ, τον Απρίλιο του 1821, οι Οθωμανοί είχαν εκτελέσει τον αδελφό του Ανδρικό.

Κατά την Α’ Εθνοσυνέλευση, που συνήλθε στην Επίδαυρο το Δεκέμβριο του 1821, εξελέγη πληρεξούσιος και μετείχε στη δωδεκαμελή επιτροπή σύνταξης του πρώτου συντάγματος. [ Οι εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης άρχισαν στο Άργος στο ναό του Αϊ – Γιάννη το Δεκέμβριο 1821 και συνεχίστηκαν στην Πιάδα – Νέα Επίδαυρο ]. Διετέλεσε μέλος του Εκτελεστικού της επαναστατικής διοίκησης και ανέλαβε τη διεύθυνση των οικονομικών υποθέσεων από τον Ιανουάριο του 1822 έως τον Απρίλιο του 1823. Κατά τη θητεία του στο αξίωμα αυτό υπέγραψε έντοκα γραμμάτια, που αποτέλεσαν ένα πρώτο είδος ελληνικού χαρτονομίσματος.

Κατά τη λεγόμενη τρίτη βουλευτική περίοδο (11 Οκτωβρίου 1824 – 6 Απριλίου 1826) εκλέχθηκε επίσημα πρόεδρος του Βουλευτικού, το οποίο έδρευε στο Ναύπλιο και έπαιζε σκιώδη και δευτερεύοντα ρόλο.

Αν και αρχικά είχε αντιταχθεί στον ανιψιό του Ιωάννη Νοταρά και είχε προσεγγίσει την παράταξη των στρατιωτικών και τον Κολοκοτρώνη, τελικά συμμετείχε στον εμφύλιο πόλεμο στο πλευρό της παράταξης του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου ενάντια στην παράταξη των στρατιωτικών. Ο ανιψιός του Ιωάννης πολιόρκησε τους οπλαρχηγούς που είχαν κλειστεί στο κάστρο του Ακροκορίνθου, όμως εκείνος ήταν που κατάφερε να το καταλάβει το Μάρτιο του 1824.

Επέδειξε, ωστόσο, μετριοπάθεια και διαλλακτικότητα, όπως προκύπτει και από έγγραφα που έστειλε ως πρόεδρος του Βουλευτικού στο Εκτελεστικό το 1824 και το 1825, επιδιώκοντας να παρεμποδίσει τη θέσπιση μέτρων ενάντια στους αντιπάλους και προτείνοντας μέτρα για τον τερματισμό του εμφυλίου ή την αμνήστευση των εμπλεκομένων σε αυτόν.

 

«Με χαράν μεγάλην παρατηρεί κάθε αληθής και τίμιος πατριώτης την εκλογήν του κυρίου Πανούτζου Νοταρά, εις τον βαθμόν του προέδρου του Βουλευτικού Σώματος των Ελλήνων. Τούτον τον σεβάσμιον γέροντα, αν και ημείς ονομάσωμεν νέον Αριστείδην, βεβαίως δεν σφάλλομεν. Άμποτε το πνεύμα του, ο ζήλος του και η προς την δικαιοσύνην αφοσίωσίς του, να ήναι πάντοτε τα μόνα αισθήματα και των συνυπουργών του, και να φρονώσιν, ότι η ελευθερία και ανεξαρτησία πηγάζουσιν από μόνην την αδελφικήν ένωσιν. Κατά δυστυχίαν όμως τα συστατικά της Βουλής μας στοιχεία είναι διηρημένα. Αλλά τι τάχα χρειάζεται δια να ενωθώσι πάλιν; όχι άλλο βέβαια, παρά μια ειλικρινείς θέλησις, και ένας κοινός ζήλος. Ο κύριος Νοταράς εις τον λόγον του τον κατά την έναρξιν της Γ’ περιόδου, ζητεί από τους κυρίους παραστάτας τας σύμβουλάς των. Μόνη αύτη η ευγενής μετριοφροσύνη του είναι ικανή να απόδειξη τον έντιμον χαρακτήρα τούτου του αξιοπρεπούς ανδρός, όστις εκ πρώτης αρχής τούτου του ενδόξου αγώνος μας μέχρι της παρούσης ημέρας, δεν έλειψε ποτέ από του να συνεισφέρη το κατά δύναμιν εις την κοινήν ευδαιμονίαν και την των πραγμάτων βελτίωσιν….» .. [ Ναύπλιον τη 8 Νοεμβρίου 1824, Ελληνικά Χρονικά, αρ.91]

 

Όταν, ύστερα από καθυστερήσεις αρκετών μηνών, πραγματοποιήθηκε η έναρξη των εργασιών της Γ’ Εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο με συμμετοχή 127 αντιπροσώπων, τον Απρίλιο του 1826, ο Νοταράς ήταν ακόμη πρόεδρος του Βουλευτικού. Στη συνέχεια εξελέγη για δεύτερη φορά πρόεδρος Εθνοσυνέλευσης, για ένα σύντομο χρονικό διάστημα μόλις 10 ημερών (6-16 Απρι­λίου) μέχρι τη διακοπή της. Λίγους μήνες αργότερα καθαιρέθηκε από το αξίωμα, επειδή είχε υποστηρίξει τον ανιψιό του Ιωάννη σε τοπικές ταραχές. Ωστόσο, η καθαίρεση αυτή δεν τον εμπόδισε να προσφέρει ένα σεβαστό ποσό (10.0000 γρόσια) από την προσωπική του περιουσία για να ενισχύσει την Επανάσταση, που βρισκόταν σε κρίσιμη φάση.

Η Γ’ Εθνοσυνέλευση διέκοψε τις εργασίες της 10 μέρες μετά την έναρξή τους, εξαιτίας της πτώσης της πόλης του Μεσολογγίου. Στο διάστημα αυτό, εκλέχθηκε πρόεδρος της επιτροπής η οποία λειτουργούσε ως σύνδεσμος της Εθνοσυνέλευσης με το Εκτελεστικό (την κυβέρνηση). Με την ιδιότητα του προέδρου αυτής της επιτροπής εξέδωσε από την Αίγινα προκήρυξη στις 16 Μαρτίου 1827, με την οποία καλούσε τους πληρεξουσίους της Εθνοσυνέλευσης να συνέλθουν στην Τροιζήνα προκειμένου να ολοκληρώσουν τις εργασίες της. Στη συνέχεια αποσύρθηκε από τα κοινά για δύο χρόνια.

Την περίοδο της διακυβέρνησης του Ιωάννη Καποδίστρια, και ειδικότερα στις 27 Νοεμβρίου 1829, ορίστηκε ως πρώτος πρόεδρος του Εφετείου Ναυπλίου. Ο Καποδίστριας τον είχε ορίσει επίσης μέλος του συμβουλευτικού του οργάνου, του Πανελληνίου, υπεύθυνο για οικονομικά θέματα, χωρίς όμως να απασχοληθεί ενεργά σε αυτό.

Στην Ε’ Εθνοσυνέλευση, που συγκλήθηκε στο Άργος και στην Πρόνοια του Ναυπλίου (11 Ιουνίου – 20 Αυγούστου 1832), μετά την παραίτηση του Αυγου­στίνου Καποδίστρια από τη θέση του «προέδρου της ελληνικής κυβερνήσεως», ο Νοταράς συμπαρατασσόμενος με τον Ιωάννη Κωλέττη εκλέχθηκε παμψηφεί πρόεδρος.

Η Εθνοσυνέλευση αυτή, που ονομάστηκε «κατά συνέχεια Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις», σύμφωνα με το Β’ Ψήφισμα της 27ης Ιουλίου 1832, αποδέχθηκε την απόφαση της Διάσκεψης του Λονδίνου για την επιλογή του Βαυαρού πρίγκιπα Όθωνα ως βασιλιά της Ελλάδας. Ο Πανούτσος Νοταράς διαδραμάτισε τότε πρωταγωνιστικό ρόλο, παρεμβαίνοντας δυναμικά και υποστηρίζοντας τη βούληση της πλειοψηφίας μπροστά στους 21 πληρεξούσιους της Εθνοσυνέλευσης αλλά και στους αντιπρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Συγκεκριμένα, πρότεινε τη διεξαγωγή συζήτησης για ένα σχέδιο συντάγματος που θα υποβαλόταν προς έγκριση στον Όθωνα. Τελικά, η Εθνοσυνέλευση διέκοψε τις εργασίες της μέσα σε κλίμα αντιπαραθέσεων. Ουσιαστικά είχε πλέον εγκαθιδρυθεί μοναρχικό πολίτευμα κατά το πρότυπο της Γαλλικής Παλινόρθωσης και η αρχική πολιτική επιδίωξη της Επανάστασης για φιλελεύθερη πολιτεία, συνταγματικά οργανωμένη, περνούσε στο περιθώριο.

Κατά την Α’ εν Αθήναις Εθνοσυνέλευση (8 Νοεμβρίου 1843 – 18 Μαρτί­ου 1844), που συγκλήθηκε μετά την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και την αλλαγή του πολιτεύματος που ακολούθησε, ο Νοταράς εξελέγη πρόεδρος, προσωρινός στις 8 Νοεμβρίου 1843 και οριστικός λίγες μέρες αργότερα, στις 19 Νοεμβρίου. Στην εκλογή του συνέβαλε καθοριστικά ο σεβασμός που ενέπνεε η ηλικία του, αφού όλοι τον θεωρούσαν «Νέστορα των Ελλήνων πολιτικών». Ήταν 91 ετών, ενώ κατά άλλους υπερέβαινε τα 103 ή 109 έτη. Στην πραγματικότητα, έπαιξε το ρόλο ενός κατά κάποιον τρόπο «επιτίμου προέδρου», εφόσον τα προεδρικά του καθήκοντα τα άσκησαν οι κατά πολύ νεότεροί του αντιπρόεδροι Ανδρέας Μεταξάς, Αλέξανδρος Μαυρο­κορδάτος, Ιωάννης Κωλέττης και Ανδρέας Λόντος.

Αυτή η διευθέτηση κατοχυρώθηκε και επίσημα με την ανάγνωση σχετικού εγγράφου του αμέσως μετά την εκλογή του στη θέση του προέδρου. Με αυτό ανακοίνωνε στην Εθνοσυνέλευση ότι διατηρούσε μεν την τιμητική θέση του προέδρου, όμως την άσκηση των καθηκόντων του την παραχωρούσε στους αντιπροέδρους. Το 1849 ο Νοταράς πέθανε σε βαθύ γήρας, στα Τρίκαλα Κορινθίας, όπου είχε αποσυρθεί έχοντας εν τω μεταξύ εκδώσει την αυτοβιογραφία του το 1846.

  

Υποσημείωση


* Νοταρά Οικογένεια. Μεγάλη ιστορική πελοποννησιακή οικογένεια με δράση κυρίως στην Κορινθία. Απέκτησαν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας μεγάλη οικονομική και διοικητική δύναμη. Ισόβιοι δημογέροντες στην επαρχία τους, καθοριστικοί παράγοντες της οικονομικής και κοινωνικής ζωής του τόπου συμμετείχαν ενεργά στις εθνικοπολιτικές επιδιώξεις των συμπατριωτών τους. Η οικογένεια εξέθρεψε στους κόλπους της αγίους της Ορθοδοξίας (Αγ. Γεράσιμος, Αγ. Μακάριος), λόγιους, κληρικούς και ιεράρχες, αγωνιστές, φιλικούς, πολιτικούς και στρατιωτικούς που έδρασαν στην ελληνική εξέγερση του 1770 (Ορλωφικά), στην προεπαναστατική περίοδο, στον Αγώνα και στα πρώτα χρόνια του ελληνικού βασιλείου. Ο Πανούτσος Νοταράς (Τρίκαλα Κορινθίας) ήταν από τα περισσότερο αναπτυγμένα πνευματικά και οικονομικά μέλη της οικογένειας. Πρωταγωνιστής στα Ορλωφικά, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1818. Είχε επιφυλάξεις για την έναρξη του ένοπλου αγώνα το 1821 που τις απέβαλε όταν είδε τη ραγδαία εξάπλωσή του. Προσχώρησε στις επαναστατικές διαδικασίες με την άφιξη του Δ. Υψηλάντη και η παρουσία του επηρέασε θετικά και άλλους Πελοποννήσιους κοτζαμπάσηδες. Εκλέχθηκε πληρεξούσιος της Α Εθνοσυνέλευσης και μέλος της Επιτροπής σύνταξης του πρώτου Συντάγματος. Υπήρξε έντιμος και αφιλοκερδής σε όλα τα αξιώματα στα οποία υπηρέτησε. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου ήταν διαλλακτικός και μετριοπαθής και περιορίστηκε σε νουθεσίες και προτροπές προς τους αντιπάλους προσπαθώντας να τους συνδιαλλάξει. Παρουσιάστηκε για τελευταία φορά στο πολιτικό προσκήνιο μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου και εκλέχθηκε πρόεδρος της πρώτης Βουλής του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Ο Παναγιώτης Νοταράς (Τρίκαλα Κορινθίας, 1803 – Αθήνα, 1879) πήρε μέρος στην πολιορκία και την άλωση του Ακροκορίνθου, πολέμησε εναντίον του Δράμαλη και στη μάχη της ‘Aμπλιανης οπότε του δόθηκε και ο βαθμός του αντιστράτηγου. Ο Ιωάννης (Γιαννάκης) Νοταράς (Τρίκαλα Κορινθίας, 1805 – Ανάλατος Αττικής, 1827) γνωστός και ως «αρχοντόπουλο» διακρινόταν για τα πνευματικά του προσόντα, την ομορφιά και τη γενναιότητά του. Συμμετείχε στην πολιορκία του Ακροκορίνθου και στην αναχαίτιση της στρατιάς του Δράμαλη. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου γνώρισε διώξεις από το Γκούρα και φυλακίστηκε στην Ύδρα. Πολέμησε εναντίον του Ιμπραήμ, στην Καστέλλα υπό το Γκόρντον και σκοτώθηκε στην καταστρεπτική μάχη του Αναλάτου στις 24 Απριλίου 1827.

 

Πηγές


  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
  • Δήμητρα Κουκίου – Μητροπούλου, «ADAM FRIEDEL / Προσωπογραφίες Αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης», Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 2007.
  • Ιστότοπος Βουλής των Ελλήνων, http://www.parliament.gr/1821

Read Full Post »

Μαυρομιχάλης Πετρόμπεης  (1765 ή 1773 – 1848)


Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Μπέης της Μάνης. Πρόεδρος του Εκτελεστικού της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας το 1822. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1830.

 

Γόνος γνωστής οικογένειας προεστών της Μάνης, όπου γεννήθηκε το 1765 ή, κατά άλλη εκδοχή, το 1773. Είχε θυελλώδη χαρακτήρα, ενώ υπήρξε η ισχυρότερη προσωπικότητα των Μαυρομιχαλαίων κατά την επαναστατική περίοδο και ηγετική μορφή της Πελοποννήσου, πρωταγωνιστής πολιτικών και στρατιωτικών γεγονότων της Επανάστασης, όπως και της μετέπειτα πολιτικής ζωής.

Μετά το 1800, όταν πέθανε ο πατέρας του, κατάφερε να κατευνάσει τις οξύτατες αντιπαραθέσεις που σπάρασσαν τους κόλπους της οικογένειας. Όταν οι Γάλλοι κατέλαβαν τα Επτάνησα μετά τη Συνθήκη του Τίλσιτ (1807), ο Μαυρομιχάλης, πιστεύοντας ότι είχαν διαμορφωθεί ευνοϊκές συνθήκες για την απελευθέρωση της Πελοποννήσου, επιδίωξε, σε συνεργασία με το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, να προκαλέσει το ενδιαφέρον τους για την προετοιμασία και την οργάνωση απελευθερωτικού κινήματος.

Οι αντιθέσεις, που δημιουργήθηκαν στη Μάνη μεταξύ των ισχυρών οικογενειών της περιοχής κατά την τελευταία προεπαναστατική δεκαετία, προσέφεραν στο Μαυρομιχάλη την ευκαιρία να ασχοληθεί ενεργότερα με τα δημόσια πράγματα. Παντρεύτηκε την Άννα Μπενάκη, αδελφή του προεστού της Καλαμάτας Παναγιώτη Μπενάκη. Παιδιά του ήταν οι: Ηλίας, Αναστάσιος, Γεώργιος, Ιωάννης, και Δημήτρης Μαυρομιχάλης.

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ξυλογραφία.

Το 1815 ανέλαβε το αξίωμα του διοικητή (ή μπέη) της Μάνης, το οποίο είχε θεσμοθετηθεί από τους Οθωμανούς μετά τον τερματισμό των Ορλωφικών το 1774. Η επιρροή του, όχι μόνο στους Έλληνες αλλά και στους Οθωμανούς, υπήρξε ισχυρή. Ήδη πριν από την Επανάσταση ο Μαυρομιχάλης είχε δώσει δείγματα των ηγετικών του ικανοτήτων. Αν και διστακτικός αρχικά, μυήθηκε το 1818 στη Φιλική Εταιρεία και στις 17 Μαρτίου 1821 κήρυξε την Επανάσταση στην Αρεόπολη της Μάνης.

Στις 23 Μαρτίου, επικεφαλής 2.000 ανδρών, κατέλαβε την Καλαμάτα. Στις 25 Μαρτίου συνέστησε με άλλους 12 προεστούς τη Μεσσηνιακή Γερουσία – την πρώτη διοικητική οργάνωση των επαναστατημένων Ελλήνων – η οποία έστειλε την επαναστατική της προκήρυξη στις αυλές της Ευρώπης. Προκήρυξη επίσης απηύθυνε ο Μαυρομιχάλης ως πρόεδρος της Μεσσηνιακής Γερουσίας και προς τους Αμερικανούς, η οποία με τη φροντίδα του Αδαμάντιου Κοραή, μεταφρασμένη στην αγγλική γλώσσα, στάλθηκε στο φιλέλληνα καθηγητή του Χάρβαρντ Edward Everett και δημοσιεύτηκε στις αμερικανι­κές εφημερίδες.

 

«Παχύσαρκος, αργοκίνητος, καλοστεκούμενος. Δεν φαίνεται προσανατολισμένος σε ορισμένη τάξη ή πολιτική ιδεολογία. Στην επιστήμη της γαστρονομίας, όμως, είχε σημειώσει μεγάλες προόδους: Λένε πως είναι πρόθυμος να δεχτεί διακυβέρνηση οποιασδήποτε μορφής, αρκεί να του εξασφαλίσει πλούτη, ησυχία, καλοπέραση και ασφάλεια. Μια από τις φιλοδοξίες που του αποδίδονταν ήταν και η εισαγωγή της γαλλικής κουζίνας στη Μάνη.» [Waddington 1825]

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, λιθογραφία.

Δύο μήνες αργότερα, το τελευταίο δεκαήμερο του Μαΐου του 1821, συ­νήλθαν στη Μονή Καλτεζών, στα σύνορα Λακωνίας και Αρκαδίας, ηγετικές προσωπικότητες της Πελοποννήσου και ίδρυσαν την Πελοποννησιακή Γερουσία. Στη συνέλευση αυτή πρόεδρος εξελέγη ο Μαυρομιχάλης. Στη διάρκεια της Επανάστασης κατέλαβε σημαντικά αξιώματα. Στην Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (Δεκέμβριος 1821) ορίστηκε αντιπρόεδρος του Βουλευτικού σώματος. Υπήρξε πρόεδρος της Β’ Εθνοσυνέλευσης του Άστρους (30 Μαρτίου – 18 Απριλίου 1823) και αμέσως μετά, έως το Δεκέμβριο του ίδιου έτους, πρόεδρος του Εκτελεστικού της διοικήσεως της υπό διαμόρφωση πολιτείας.

Αξιόλογη υπήρξε η στρατιωτική δράση του Πετρόμπεη. Πήρε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, στις επιχειρήσεις για την απόκρουση του Δράμα­λη το καλοκαίρι του 1822 και στην άλωση του κάστρου του Άργους. Μετείχε, επίσης, το Νοέμβριο του 1822 στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου. Στους εμφύλιους πολέμους δεν έλαβε μέρος. Αντίθετα, προσπάθησε να συμφιλιώσει τους αντιμαχομένους.

 

« Ο Μαυρομιχάλης που αντικαθιστούσε τον Υψηλάντη, είχε κατατρομοκρατηθεί από την επιδημία που έπληττε την πόλη και ζούσε περιχαρακωμένος μακριά από το στρατόπεδο. Πήγαινα κάθε μέρα για ενημέρωση. Αλλά αυτός ο νωθρός άνθρωπος δεν μιλούσε για τίποτα άλλο εκτός από την υγεία του. Ήταν ανήσυχος και δυσαρεστημένος, μ’ όλο που υπήρξε από τους πιο ωφελημένους από τα λάφυρα της Τριπολιτσάς. Δυο καμήλες και είκοσι μουλάρια έστειλε με συνοδεία στη Μάνη, φορτωμένα με την ανταμοιβή της εμπιστοσύνης των Τούρκων στο πρόσωπο του και της προστασίας που τους πρόσφερε.» [Raybaud 1824]

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ο τελευταίος Μπέης της Μάνης, και βασικός εκφραστής της αντίληψης για τοπική αυτονομία των απελευθερωμένων περιοχών της Ελλάδας (ιδιαίτερα της Μάνης) σε αντίθεση με το όραμα του Καποδίστρια που επιθυμούσε τη δημιουργία ενός ομογενοποιημένου εθνικού κράτους.

Πορτρέτο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη (1765 ή 1773 -1848). Υδατογραφία σε φίλντισι, διαστάσεις 16 x 12 εκ. Έργο του Χένρι Τζον Τζορτζ Χέρμπερτ (Henry John George Herbert 1800 -1849).

Κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο το 1825 ο Πετρόμπεης, μολονότι ήταν βαθύτατα θλιμμένος από το θάνατο των γιων και του αδελφού του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη σε πολεμικές επιχειρήσεις, οργάνωσε την άμυνα της Μάνης και απέτρεψε την κατάληψη της από τους Αιγυπτίους.

Στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827) αποδέχτηκε την εκλογή του Καποδίστρια ως κυβερνήτη της Ελλάδας και μετά την άφιξη του τελευταίου διορίστηκε πρόεδρος ενός τμήματος του Πανελληνίου, του συμβουλευτικού σώματος που συνέστησε ο Καποδίστριας το 1828.

Η συμμετοχή του Πετρό­μπεη στα δύο σώματα που ίδρυσε ο Καποδίστριας και γενικότερα οι φιλικές σχέσεις των Μαυρομιχαλαίων μαζί του δεν κράτησαν πολύ. Αυτό συνέβη εξαιτίας της επίμονης προσπάθειας του Καποδίστρια να περιορίσει την κυριαρχία των Μαυρομιχαλαίων στη Μάνη και να ενισχύσει την κεντρική διοίκηση του νεοσύστατου κράτους, που βρισκόταν τότε στη φάση της οργάνωσης του σχεδόν εξ’ υπαρχής. Για τους λόγους αυτούς, το 1830, ο αδελφός του Τζαννής οργάνωσε εξέγερση εναντίον του Καποδίστρια. Ο Πετρόμπεης υποχρεώθηκε να παραμείνει στο Ναύπλιο, ουσιαστικά κρατούμενος, ενώ αργότερα φυλακίστηκε και ο αδελφός του.

Οι φυλακίσεις και προπαντός η αυστηρή στάση του Καποδίστρια απέναντι στους Μαυρομιχαλαίους όξυναν στο έπακρο την μεταξύ τους αντιπαράθεση, οδηγώντας τελικά στη δολοφονία του Καποδίστρια από τον αδελφό του Πετρόμπεη Κωνσταντίνο και το γιο του Γεώργιο στις 27 Σεπτεμβρίου 1831.

Έξι μήνες μετά το φόνο του Κυβερνήτη, πράξη που φέρεται να κατέκρινε ο Πετρόμπεης, με τη μεσολάβηση του Friedrich Thiersch (Ειρηναίου Θειρσίου)*, ο Αυγουστίνος Καποδίστριας διέταξε την αποφυλάκιση του Πετρόμπεη. Στη συνέχεια προ­σπάθησε να μεσολαβήσει μεταξύ των κυβερνητικών και των αντικαποδιστριακών για την αποτροπή ένοπλης σύγκρουσης.

Μετά την άφιξη του Όθωνα, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης με το Γεώργιο Κουντουριώτη και τον Ανδρέα Ζαΐμη διορίστηκαν αντιπρόεδροι του Συμ­βουλίου της Επικρατείας. Αργότερα εντάχθηκε στις τάξεις των «συνταγματικών» και – μετά την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και τη μεταπολίτευ­ση που ακολούθησε – έλαβε το αξίωμα του γερουσιαστή.

Πέθανε, σε μεγάλη ηλικία, στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 1848. Παρά την τραγική κατάληξη της ρήξης του με τον Καποδίστρια που προκάλεσε έντονες επικρίσεις, ο Μαυρομιχάλης θεωρήθηκε ως ένας από τους ιστορικούς πρωταγωνιστές της Επανάστασης.

Υποσημείωση


 

* Ο Ειρηναίος Θείρσιος (1784- 1860) Γερμανός φιλέλληνας και ουμανιστής φιλόλογος, ο οποίος ονομάστηκε «Praeceptor Bavariae» (Διδάσκαλος της Βαυαρίας) και «Πατέρας της ουμανιστικής εκπαίδευσης» στην Βαυαρία. Ήταν ένθερμος φιλέλληνας, και από το 1812 εργάστηκε για να βοηθήσει την ανάπτυξη της παιδείας των ακόμα υπόδουλων Ελλήνων, ενώ στο σπίτι του είχε εγκαταστήσει ιδιαίτερη σχολή για νέους Έλληνες. Έπειτα, στα χρόνια της Ελληνικής επανάστασης του 1821 ενήργησε μέσα από τους φιλελληνικούς συλλόγους για την συλλογή οικονομικών ενισχύσεων για την Ελλάδα.

Ήρθε στην Ελλάδα το 1831, και επιδόθηκε με αρχαιολογικές μελέτες. Το 1851 συνέστησε επιτροπή για την επανόρθωση και μελέτη του Ερεχθείου που είχε καταστραφεί από τις μάχες με τις πολιορκίες της Αθήνας. Επέστρεψε στην Βαυαρία και τιμήθηκε από την πατρίδα του. Απεβίωσε στο Μόναχο στις 25 Φεβρουαρίου 1860.

Πηγές


  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
  • Δήμητρα Κουκίου – Μητροπούλου, «ADAM FRIEDEL / Προσωπογραφίες Αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης», Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 2007.

Read Full Post »

Η Δημαρχοκρατία στην Ελλάδα κατά τον 19ον αιώνα – Η περίπτωση του Άργους

    


 

 Ο δήμος Αργείων σχηματίσθηκε με το νόμο του 1834, ως δήμος της επαρχίας Άργους. Κατατάχθηκε στη Β’ τάξη, με πληθυσμό 6.694 κατοίκους και έδρα το Άργος. Ο δημότης ονομάσθηκε Αργείος.  Στη συνέχεια ακολούθησαν μια σειρά προσαρτήσεις για το δήμο Άργους, όπως του δήμου Τημενίου, και του δήμου Γενεσίου, και το 1840 με το νόμο «περί συγχωνεύσεως των δήμων της επαρχίας Άργους», οι δήμοι Τημενίου και Γενεσίου συγχωνεύθηκαν στο δήμο Άργους, ο οποίος με τη νέα σύστασή του κατατάχθηκε στην Α’ τάξη, με πληθυσμό 10.243 κατοίκους και την ίδια έδρα την πόλη του Άργους.

 

1. Εισαγωγή

Στην ανακοίνωση αυτή θα αναφερθούμε στο φαινόμενο της δημαρχοκρατίας στην Ελλάδα το οποίο κατά κοινή ομολογία, παρατηρήθηκε στην Ελλάδα τον 19ον αιώνα παραθέτοντας ως παράδειγμα την Επαρχία του Άργους. Για να επιτύχουμε τις αναγκαίες διαμεσολαβήσεις ανάμεσα στο ειδικό και το γενικό, κρίνουμε σκόπιμο εισαγωγικά να παρατεθεί σύντομα, η διαχρονική εξέλιξη γενικά του θεσμού της τοπικής αυτοδιοίκησης. Εξάλλου, ο θεσμός της τοπικής αυτοδιοίκησης όλο και περισσότερο αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα στο σύστημα Δημόσιας Διοίκησης. Η καταγωγή του όμως χάνεται στα βάθη των αιώνων. [1]

Πολλοί μελετητές υποστηρίζουν την άποψη ότι ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης έλκει την καταγωγή του στην αρχαία Ελλάδα και στις μεταρρυθμίσεις του Αθηναίου πολιτικού Κλεισθένη, ο οποίος διένειμε τους Αθηναίους σε 10 Φυλές, 30 Τριττύες και 100 Δήμους[2].

Αντιθέτως άλλοι μελετητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και κατ’ επέκταση ο κοινοτισμός αναπτύχθηκε κατά την διάρκεια του Βυζαντίου[3]. Η επικρατέστερη όμως άποψη την οποία και υποστηρίζουμε είναι ότι ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αναπτύχθηκε με την σημερινή του μορφή κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας [4].

 

2. Οι Ελληνικές Κοινότητες της Τουρκοκρατίας

 

 

Οι Τούρκοι κατακτητές με την παραχώρηση μιας σειράς δημοσιονομικών και διοικητικών «προνομίων», ανάμεσα στα άλλα, συγκαταλέγονταν και η αναγνώριση στους ραγιάδες ενός ελάχιστου πλαισίου αυτοδιοίκησης. Μάλιστα κατά την διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε ορισμένες περιοχές, είτε ως τοπική αυτοδιοίκηση των ελλήνων, είχε οργανωθεί από τους Έλληνες κατά Επαρχία, είτε με τη μορφή της ομοσπονδίας κοινοτήτων τοπική αυτοδιοίκηση δευτέρου βαθμού [5].

Η αναγνώριση μιας κάποιας κοινοτικής αυτοδιοίκησης στους χριστιανούς βοήθησε το οθωμανικό κράτος να λειτουργήσει αποτελεσματικά το διοικητικό του σύστημα, χωρίς ωστόσο να απαλλοτριώσει τα δημοσιονομικά και άλλα δικαιώματα τα οποία απέρρεαν από τη λογική της κατάκτησης[6].

Τα πράγματα διευκολύνθηκαν προς την κατεύθυνση αυτή από το γεγονός ότι στην ισλαμική ιδεολογία η έννοια της κατάκτησης ολοκληρώνεται κατά έναν τρόπο με την καταβολή του κεφαλικού φόρου. [7]  Στο πλαίσιο αυτό έχουμε ομοσπονδία κοινοτήτων στα 46 Ζαγοροχώρια στην Ήπειρο,  κάτι ανάλογο στα  Μαντεμοχώρια της Χαλκιδικής. Η ομοσπονδία των Μαντεμοχωριών απαρτίζονταν από 12 κωμοπόλεις και 360 χωριά. Στο Πήλιο έχουμε συνένωση 24 κοινοτήτων οι οποίες όφειλαν κυρίως την ευημερία τους στην επεξεργασία και την εμπορία της μετάξης. Τα Αμπελάκια στη Λάρισα απετέλεσαν, την κατεξοχήν παραγωγική ένωση, η οποία υφάνθηκε γύρω από τον κοινωνικοπολιτικό ιστό του κοινοτικού συστήματος αυτοδιοίκησης [8].

Με βάση την κοινωνική ζωή της περιόδου της Τουρκοκρατίας  η Συνέλευση των Καλτεζών με την «Εγκύκλιο» της Γερουσίας της Πελοποννήσου η οποία εκδόθηκε στις 30/3/1821 η νέα διοίκησης της Πελοποννήσου βασιζόταν στην επαρχιακή και την κοινοτική οργάνωση που ήταν ήδη γνωστή κατά την αμέσως προηγούμενη περίοδο της Τουρκοκρατίας. Έτσι, συγκροτήθηκαν οι «Εφορίες» στα χωριά και οι «Γενικές Εφορίες» στην πρωτεύουσα της κάθε Επαρχίας. Κατά  την διάρκεια της επανάστασης του 1821 συγκροτήθηκε λοιπόν σύστημα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τόσο κοινοτικό, όσο και επαρχιακό, στη βάση και στη συνέχεια του προηγούμενου συστήματος [9].

 
 
 

Θέα του Άργους και του κάστρου της Λάρισας.

 

 

3. Η δημαρχοκρατία του Maurer  

 

Στη συνέχεια, ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην Ελλάδα κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα φέρει βαριά την σφραγίδα του βασιλιά Όθωνα και της αντιβασιλείας του. Η πρώτη μετά τη σύσταση του ελληνικού κράτους, διαίρεση της χώρας σε διοικητικές περιφέρειες έγινε το Απρίλιο του 1833 όπου ακυρώνεται η προηγούμενη διοικητική δομή, και η χώρα διαιρέθηκε σε 10 νομούς και 47 επαρχίες. Κατά τα γαλλικά πρότυπα. Με τον νόμο του 1833 «περί συστάσεως των Δήμων» της 27ης Δεκεμβρίου οι βαυαροί έδωσαν το στίγμα της εξουσίας τους και για τον θεσμό της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Αξίζει να επισημανθεί ότι ο νόμος των Maurer,  Armansperg και  Heideck [10] παρέμεινε σε ισχύ μέχρι την ψήφιση από τον Ελευθέριο Βενιζέλο του  νόμου  ΔΝΖ/1912. Με τον νόμο του 1833 οι βαυαροί επέκτειναν τον συγκεντρωτικό χαρακτήρα της διοίκησης  και στον χώρο της Αυτοδιοίκησης, με τη δημιουργία νέων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) που ονομάσθηκαν δήμοι και οι οποίοι σχηματίσθηκαν με την συνένωση των χωριών και των μικρών συνοικισμών.

Οι χιλιάδες κοινότητες της Τουρκοκρατίας καταργήθηκαν και οι συνοικισμοί τους ενσωματώθηκαν διοικητικά σε 750 περίπου Δήμους. Οι νέοι, ολιγάριθμοι και πληθυσμιακά εύρωστοι (μέσος όρος: 1.000 κάτοικοι) για τα  μέτρα της εποχής ΟΤΑ, αποστερούσαν από πολλούς παραδοσιακούς τοπάρχες την «επιχειρησιακή» τους βάση. Μετά την πικρή εμπειρία των εμφυλίων πολέμων και της δολοφονίας του Ι. Καποδίστρια από γόνους παραδοσιακών προεστών («μπέηδων»), οι βαυαροί σάρωσαν με γερμανική πυγμή τις κοινότητες – εμπόδια στη συγκρότηση ενός συγκεντρωτικού και αυταρχικού κράτους. Η επικράτεια διαιρέθηκε σε δήμους που διακρίνονταν σε τρεις τάξεις, ανάλογα με τον πληθυσμό τους. Δήμοι α’ τάξεως, όσοι είχαν τουλάχιστον 10.000 κατοίκους, δήμοι β’ τάξεως, όσοι είχαν 2.000 κατοίκους και γ’ τάξεως οι υπόλοιποι.

Η μάλλον άκριτη μεταφύτευση θεσμών που είχαν ανδρωθεί μέσα σε εντελώς διαφορετικές κοινωνικοοικονομικές (αλλά και γεωγραφικές) συνθήκες ενείχε, ωστόσο, το σπέρμα της φαλκίδευσής τους από την αδυσώπητη ελληνική πραγματικότητα της εποχής. Ελλείψει αντίστοιχης τάξεως αστών που θα αναλάμβαναν «αμισθί και τιμής ένεκεν» τα δημοτικά λειτουργήματα – όπως στην Δ. Ευρώπη – οι θεσμοί εκφυλίστηκαν πολύ γρήγορα σε μηχανισμούς – κλειδιά του πελατειακού συστήματος που άρχισε να αναπτύσσεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς μετά την επάνοδο των κομμάτων κατά το 1844 [11].

Το γεγονός ότι η εκλογική περιφέρεια στην Ελλάδα ταυτίστηκε λίγο πολύ με την  επαρχία, όπου λίγοι δήμαρχοι (οι δήμαρχοι μειώθηκαν αργότερα σε 250 περίπου επί συνόλου 47 επαρχιών) δέσποζαν στο πελατειακό σύστημα και συχνά ασκούσαν ασφυκτική επιρροή στον τοπικό βουλευτή, οδήγησε αργότερα σε διαπιστώσεις περί «δημαρχοκρατίας».

Ο Δήμαρχος συχνά βρισκόταν πάνω από τον βουλευτή. Αυτή η «αιχμαλωσία» των βουλευτών από τους δημάρχους δηλητηρίαζε τον κοινοβουλευτισμό, ενώ οι αναμνήσεις από τον «χαμένο παράδεισο» των Κοινοτήτων παρέμειναν ζωντανές.[12] Η παντοδυναμία του βουλευτή συνδυασμένη με την τοπική δύναμη του δημάρχου οδήγησαν σε καταστάσεις που δίκαια καταδικάστηκαν στην ιστορική συνείδηση της εποχής και κατέληξε στο νόμο ΔΝΖ’ του Βενιζέλου [13].

Μια μορφή «αναβίωσης» των παλαιών κοινοτήτων προτάθηκε ακόμα το 1863 με το σχέδιο της Επιτροπής Αινιάν.  Το εν λόγω σχέδιο προέβλεπε την αναγνώριση των κοινοτήτων ως υποδιαιρέσεων των δήμων και την εγκαθίδρυση αντίστοιχου συστήματος «δημοτικής αποκέντρωσης». Αν και το σχέδιο Αινιάν δεν υιοθετήθηκε τότε, αργότερα τον 1884, μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, στις λεγόμενες νέες χώρες αναγνωρίσθηκαν οι Κοινότητες ως βαθμίδα αποκέντρωσης των δήμων. Τελικά η αναγέννηση των κοινοτήτων πραγματοποιήθηκε 79 χρόνια αργότερα από τον Ε. Βενιζέλο ο οποίος για την εξυγίανση του κοινοβουλευτισμού επανέφερε τις κοινότητες της Τουρκοκρατίας καταφέρνοντας ισχυρό πλήγμα στην «δημαρχοκρατία».

Ο Ελ. Βενιζέλος την 5η Σεπτεμβρίου 1910, στον πρώτο του λόγο στην Αθήνα, έλεγε:

«Σύστημα δημοτικόν στηριζόμενον επί του δήμου, ο οποίος απετελέσθη από τμήμα της χώρας αυθαιρέτως χαραχθέν επί του γεωγραφικού χάρτου και ο οποίος δια τούτο εστερημένος οργανικής ζωής, απέβη κατά μακρόν, από παράγοντας κοινωνικής ζωής, κοινωνικής προόδου, από σχολείον διαπαιδαγωγήσεως του Λαού, δια την χρήσιν των ελευθέρων θεσμών, όργανον καταδυναστεύσεως των φατριών».

Ενώ στο λόγο του στη Λάρισα, την 14ην Νοεμβρίου 1910, τόνιζε:

«Η κυβέρνησης της ανορθώσεως θέλει επιδιώξη την εξυγίανσιν της διοικήσεως δια της αναπτύξεως του κοινοτικού θεσμού, ο οποίος αποτελεί την βάσιν της αληθούς αυτοδιοικήσεως».[14]

Βασική επιδίωξη των φιλελευθέρων υπήρξε βέβαια ο πάση θυσία δραστικός περιορισμός της επιρροής των δήμαρχων – τοπαρχών και η εγκαθίδρυση ενός αυστηρά μονοκεντρικού πολιτικού συστήματος με την ελπίδα ότι έτσι θα εξυγιαίνονταν ο κοινοβουλευτισμός. Με βάση το νόμο ΔΝΖ/1912 η χώρα κατακερματίστηκε σε 6000 περίπου ΟΤΑ.

Με  τον νόμο των βαυαρών του 1833, οι δήμαρχοι διορίζονταν απ’ το βασιλιά, από κατάλογο υποψηφίων  που υποδείκνυε ένα ειδικό «δημαιρεσιακό συμβούλιο» κάθε δήμου και το οποίο αποτελούνταν απ’ τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου κι από ίσο αριθμό «των πλέον φορολογουμένων και εχόντων το δικαίωμα ψηφοφορίας δημοτών. Τα δημοτικά συμβούλια εκλέγονταν όχι από απ’ το σύνολο των ενηλίκων πολιτών, αλλά από συνέλευση των «μάλλον φορολογουμένων και εχόντων το δικαίωμα της ψηφοφορίας δημοτών»[15].

Την διοίκηση του δήμου αποτελούσε ο δήμαρχος, ο πάρεδρος και το δημοτικό συμβούλιο. Ο αριθμός των παρέδρων ανήρχετο από 1 έως 6 και των δημοτικών συμβούλων, ανάλογα με την τάξη του δήμου, από 6 έως 18.

Ο δήμαρχος ήταν«η πρώτη εκτελεστική αρχή» του δήμου, ενώ οι πάρεδροι ήταν κυρίως βοηθοί του. Το δημοτικό συμβούλιο ήταν «συμβουλευτική και συνεπιτηρούσα αρχή», που βοηθούσε το δήμαρχο στο έργο του. Οι δημοτικοί σύμβουλοι εκλέγονταν για 9 έτη με άμεση εκλογή και κάθε 3 έτη γινόταν ανανέωση του δημοτικού συμβουλίου κατά το 1/3. Εκλογείς δεν ήταν όλοι οι δημότες που είχαν δικαίωμα ψήφου, αλλά μόνον οι ευκατάστατοι, δηλαδή όσοι μπορούσαν να καταβάλουν την πληρωμή των φόρων.

Ο βασιλιάς μπορούσε να παύσει οποτεδήποτε οριστικά τον δήμαρχο. Προσωρινά μπορούσε να παύσει το δήμαρχο και ο νομάρχης. Επίσης ο βασιλιάς είχε το δικαίωμα να διαλύσει οποτεδήποτε και κατά την ελεύθερη κρίση του κάθε δημοτικό συμβούλιο. Πολύ αργά με την διάταξη του άρθρου 105 του Συντάγματος του 1864 οι δημοτικές αρχές έπρεπε να εκλέγονται με «άμεση, καθολική και μυστική δια σφαιριδίων ψηφοφορία».  

Κατά κοινή ομολογία ο νόμος του 1833 των βαυαρών, κατηγορήθηκε από το ελληνικό συνταγματικό «κίνημα» ως νόμος συγκεντρωτικός και προϊόν του αυταρχισμού, αντιδημοκρατικού πνεύματος των βαυαρών [16]. Σε κάθε περίπτωση ο συγκεντρωτισμός των βαυαρών τσάκισε με σιδερένια γροθιά τον όποιο κοινοτισμό που προϋπήρχε. Εξ’ άλλου, όσο περιορισμένη είναι η περιφέρεια, εντός της οποίας πρέπει να γίνει η εκλογή, τόσο δυσκολότερη καταντά η αναζήτηση των αρίστων τοπικών αρχόντων.

      

4. Ο Νομός Αργολίδος και Κορινθίας τον 19ον αιώνα




 

 Στο πλαίσιο αυτό ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας, σχηματίσθηκε με βάση τον νόμο του 1833 «περί διαιρέσεως του Βασιλείου και της διοικήσεώς του»  και περιελάμβανε έξι επαρχίες οι οποίες ήσαν οι εξής: [17]

1. Ναυπλίας με πρωτεύουσα τη Ναύπλιο, 2. Άργους, με πρωτεύουσα το Άργος, 3. Κορινθίας, με πρωτεύουσα την Κόρινθο 4. Ύδρας, με πρωτεύουσα την Ύδρα, 5. Ερμιονίδος, με πρωτεύουσα τις Σπέτσες,  και 6. Τροιζήνας, με πρωτεύουσα τον Πόρο.

Με το ίδιο διάταγμα, σχηματίσθηκαν οι 65 δήμοι του νομού. Σύμφωνα με το  νόμο ΒΧΔ΄ της 6ης Ιουλίου 1899, «περί διοικητικής διαιρέσεως του Κράτους», ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας, διαιρέθηκε σε δύο νομούς. Το νομό Αργολίδος, αποτελούμενο από τις επαρχίες Ναυπλίας, Άργους, Σπετσών, Ερμιονίδος, Ύδρας και Τροιζηνίας με έδρα το Ναύπλιο και το νομό Κορινθίας. Με τον ίδιο νόμο, η επαρχία Κυθήρων, υπάχθηκε διοικητικά στο νομό Λακωνίας. Ενώ το 1909 με το νόμο, «περί διοικητικής διαιρέσεως του Κράτους», ανασυστάθηκε ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας και περιέλαβε την επαρχία Κυθήρων η οποία αποσπάσθηκε ξανά, από το νομό Λακωνίας. Όπως παρατηρούμε, ανεξάρτητο νομό Αργολίδος τον 19ον αιώνα, έχουμε μόνο κατά το χρονικό διάστημα 1899-1909. Ο πληθυσμός του νομού Αργολίδος και Κορινθίας το έτος 1838 ανήρχετο  σε 82.571 κατοίκους το 1854 σε 108.886 και το 1896 σε 157.578.[18] Το 1834 η πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους μεταφέρθηκε από το Ναύπλιο στην Αθήνα.

 

5. Η Επαρχία Άργους

   

Με το νόμο του 1834, «περί της οροθεσίας και της εις δήμους διαιρέσεως του νομού Αργολίδος και Κορινθίας», σχηματίσθηκαν οι 15 δήμοι της επαρχίας Άργους ως εξής: [19]

1. Αργείων, 2. Αλέας, 3. Λιμνών, 4. Γενεσίου, 5. Μυσίας, 6. Λυρκείας, 7. Οινόης, 8. Ορνεών, 9. Ιναχίας, 10. Θορνακίου, 11. Κηλώσσης, 12. Τημενίου, 13. Υσιών, 14. Μυκηνών και 15. Γυμνού.

Στη συνέχεια δέκα έτη αργότερα με το νόμο του 1844, «περί συγχωνεύσεως των δήμων της επαρχίας Άργους», οι 15 δήμοι που ίσχυαν ως τότε συγχωνεύθηκαν σε 6 ως εξής:

1. Αργείων, 2. Υσιών, 3. Λυρκείας, 4. Αλέας, 5. Μυκηνών και 6. Ιναχίας. Ο πληθυσμός της Επαρχίας Άργους το έτος 1839 ανήρχετο σε 18.535 κατοίκους, το 1854 αυξήθηκε σε 19.864 και το 1896 σε 27.637. Η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση του συστήματος τοπικής αυτοδιοίκησης από τους βαυαρούς φαίνεται ανάγλυφα και στην περίπτωση της επαρχίας του Άργους,  δηλαδή, λιγότερα δημαρχεία και ταυτόχρονη αύξηση του πληθυσμού. Πρόκειται για την κατάργηση των μισών σχεδόν δήμων της Ελλάδας που έγιναν με τις συγχωνεύσεις του 1840.   

 

6. Ο Δήμος Αργείων το 19ον αιώνα

 

Ο δήμος Αργείων σχηματίσθηκε με το νόμο του 1834, ως δήμος της επαρχίας Άργους. Κατατάχθηκε στη Β’ τάξη, με πληθυσμό 6.694 κατοίκους και έδρα το Άργος. Ο δημότης ονομάσθηκε Αργείος.  Στη συνέχεια ακολούθησαν μια σειρά προσαρτήσεις για το δήμο Άργους, όπως του δήμου Τημενίου, και του δήμου Γενεσίου, και το 1840 με το νόμο «περί συγχωνεύσεως των δήμων της επαρχίας Άργους», οι δήμοι Τημενίου και Γενεσίου συγχωνεύθηκαν στο δήμο Άργους, ο οποίος με τη νέα σύστασή του κατατάχθηκε στην Α’ τάξη, με πληθυσμό 10.243 κατοίκους και την ίδια έδρα την πόλη του Άργους.  

 

Σημείωση Βιβλιοθήκης:

 

 

Δήμος Άργους,  αρχική σύσταση: Άργος (6644), Μονή Κατακεκρυμμένη, Κεφαλάρι (μύλοι του Ερασίνου ποταμού) (50).

 

Μεταγενέστερες προσαρτήσεις: Δήμος Τημενίου [Τημένιον (Μύλοι) (66), Τημένιον (Σκαφιδάκι) (137), Τσακίρι (25), Κυβέρι (70), Κρόι (45)].

 

Ο Δήμος Τημενίου σχηματίσθηκε με το Β.Δ. της 28ης Απριλίου ( 10 Μαΐου) 1834 (ΦΕΚ 19), ως δήμος της επαρχίας Άργους. Κατατάχθηκε στη Γ τάξη, με πληθυσμό 343 κατοίκους και έδρα το Τημένιον (Μύλοι). Ο δημότης ονομάσθηκε Τημενιεύς. Το όνομα του δήμου προήλθε από το Τημένιο, αρχαία κωμόπολη της Αργολίδος που όφειλε το όνομά της, στον Τήμενο, γιο του Αριστομάχου (Ι. Ρ. Ραγκαβή, «Τα Ελληνικά», τα, Β., σελ. 268).

Δήμος Γενεσίου [Γενέσιον (Δαλαμανάρα) (260), Κουρτάκι (200), Πυργέλα (117), Λάλουκα (140)] και Ιπποφορβείον, Πυριτοποιείον, Σιδηρουργείον, Κόκλα, Καλαμανή, Λέρνη ή Μύλοι.

Ο Δήμος Γενεσίου σχηματίσθηκε με το Β. Δ. της 28ης Απριλίου (10 Μαΐου) 1834 (ΦΕΚ 19), ως δήμος της επαρχίας Άργους. Κατατάχθηκε στη Γ’ τάξη, με πληθυσμό 717 κατοίκους και έδρα το Γενέσιον (Δαλαμανάρα). Ο δημότης ονομά­σθηκε Γενέσιος. Το όνομα του δήμου προήλθε από «… τόπο παραθαλάσσιο ονομαζόμενο Γεννέσιον, μεταξύ της Λέρνης και των Αποβάθμων… όπου υπήρχε και μικρός ναός του Ποσειδώνος επί της θαλάσσης..». (Ι. Ρ. Ραγκαβή, «Τα Ελληνι­κά», τ. Β’, σελ. 228).

 

Ο πληθυσμός που συνοδεύει τα χωριά και τους συνοικισμούς των δήμων Τημενίου και Γενεσίου, αφορά το χρόνο σχηματισμού τους (1834).

 

Κυριάκος Κατσαρός

Οικονομολόγος υπ. Δρ. Παντείου Πανεπιστημίου

Τρύφων Κωστόπουλος

Επ. Καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας 

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

 
 
 
Υποσημειώσεις

[1] βλ.  Κοσμάς Ψυχοπαίδης, «Η τοπική αυτοδιοίκηση ως πολιτικός θεσμός», Τοπική Αυτοδιοίκηση, τεύχος 6/1982.

[2] βλ. Αντώνης Αντωνακόπουλος, Η συνεισφορά της πολιτικής μεταρρύθμισης του Κλεισθένη του Αθηναίου εις τον σχηματισμό του κράτους, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1979.

[3] βλ. Αντώνης Αντωνακόπουλος, Η συμβολή του Βυζαντίου στη δυτική αναγέννηση και στη διαμόρφωση του ελληνικού πολιτισμού, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα  -Κομοτηνή, 1980.[4] Γιώργος  Κοντογιώργης, Οι ελληνικές κοινότητες της τουρκοκρατίας, εκδ. Νέα Σύνορα – Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα, 1982.

[5] Θεόδωρου Θεοδώρου, Η ελληνική τοπική αυτοδιοίκηση, εκδ. Αφοί Τολίδη, Αθήνα, 1995, σελ. 19.

[6] Γιώργος  Κοντογιώργης, Οι ελληνικές κοινότητες της τουρκοκρατίας, εκδ. Νέα Σύνορα -Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα, 1982. σελ. 30.

[7] Γιώργος  Κοντογιώργης, ο.π. σελ. 30

[8] Γιώργος Κοντογιώργης ο.π. σελ. 185-191.

[9] Θεόδωρου Θεοδώρου, ο. π. σελ. 20.

[10] Τριμελές Συμβούλιο Αντιβασιλείας, του Όθωνα, το οποίο το αποτελούσαν, ο κόμης Joseph von Armansperg  ως πρόεδρος, ο καθηγητής  Ludwig von Maurer, και ο αντιστράτηγος Karl Wilhelm von Heideck. Ο βασιλιάς και οι αντιβασιλείς αποβιβάσθηκαν στο Ναύπλιο τον Φεβρουάριο 1833.

[11] Νίκος – Κομνηνός Χλέπας, «Παρελθόν και μέλλον των συνενώσεων ΟΤΑ στην Ελλάδα», Επιθεώρηση Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εκδ. ΚΕΔΚΕ τεύχος 92/1997.

[12] Νίκος – Κομνηνός Χλέπας ο.π.

[13] Σπύρου Φλογαϊτη, Κλασικά κείμενα και βασική νομοθεσία για την τοπική αυτοδιοίκηση, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1986, σελ. 8.

[14] Θεόδωρου Θεοδώρου, «Η νομικοπολιτική θέση της τοπικής αυτοδιοίκησης», Θέματα της τοπικής αυτοδιοίκησης, εκδ. Αφοί Τολίδη, Αθήνα, 1982, σελ. 16.

[15] Θεόδωρου Θεοδώρου, «Η νομικοπολιτική θέση της τοπικής αυτοδιοίκησης», Θέματα της τοπικής αυτοδιοίκησης, εκδ. Αφοί Τολίδη, Αθήνα, 1982, σελ. 14.

[16] Σπύρου Φλογαϊτη, Κλασικά κείμενα και βασική νομοθεσία για την τοπική αυτοδιοίκηση, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1986, σελ. 8.

[17] Ελευθέριος Σκιαδάς, Ιστορικό διάγραμμα των δήμων της Ελλάδος 1833-1912, Αθήνα, 1994, σελ. 256

[18] Ελευθέριος Σκιαδάς, ο.π. σελ. 257.

[19] Ελευθέριος Σκιαδάς, ο.π. σελ. 264.

 

 



Read Full Post »

Δωροβίνης Βασ. Κώστας (1904-1992)

 

  

Ο Κ. Δωροβίνης το 1958

Γεννήθηκε την 4-12-1904 στο χωριό Ήρα Αργολίδας, σε πολυμελή αγροτική οικογένεια. Αδελφός του ο γυμνασιάρχης και συγγραφέας Ηλίας Δωροβίνης. Ο πατέρας του εκπατρίστηκε στην περιοχή του Σωλτ Λαίηκ Σίτυ των ΗΠΑ και δούλεψε για μια εικοσαετία σε μεταλλευτικές επιχειρή­σεις. Πρόγονός του ο αγωνιστής της επανάστασης Αγγελής Δωροβίνης (Ντοροβίνης) και στην ευρύτερη οικογένεια ο έμπορος και μέλος της Φιλικής Εταιρείας Κωνσταντής Ντοροβίνης, μέλος της πρώτης επανα­στατικής επιτροπής («Κατζελλαρίας») του Άργους, τον Απρίλιο 1821.

Τελειώνει από τους πρώτους στη νέα Οδο­ντιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθη­νών, ως χειρούργος Οδοντίατρος, και παίρ­νει και το δίπλωμα του παθολόγου. Αποφα­σίζει και εγκαθίσταται στο Άργος τον Φεβρουάριο του 1927 και στις 8 Απριλίου του ιδίου έτους αρχίζει να λειτουργεί το δικό του ιατρείο. Υπήρξε από τους θε­μελιωτές της επιστημονικής Οδοντιατρικής στο νομό Αργολιδοκορινθίας, τότε, όπου το επάγγελμα ασκούσαν εμπειροτέχνες («πρακτικοί») οδοντίατροι. θεράπευ­σε ανελλιπώς την επιστήμη του μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1970. Επιστημονικές εργασίες του δημοσίευσε σε περιοδικά της ειδικότητάς του.

Ήταν και από τους πρώτους οδοντιάτρους στο νομό που ενθάρρυναν την προσφυγή σε ορθοδοντικές μεθόδους. Παράλληλα, με διαλέξεις και ομιλίες του προήγαγε την εκλαϊκευμένη οδοντιατρική γνώση στο κοινωνικό σώμα, σε εποχή που αυτό, από μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, θεωρείτο περιττή «πολυτέλεια». Συμμετείχε ως ιδρυτικό μέλλος στη δημιουργία του προοδευτικού συλλόγου «Νέα Ζωή» στο ‘Αργος, προπολεμικά, και υπήρξε ο ιδρυτής της «Υπαίθριας Ζωής» στο ‘Αργος, που προήγαγε την ιδέα της φυσιολατρίας και του συλλογικού εκδρομισμού στην περιφέρεια της Αργολίδας. Ενεργό μέλος υπήρξε, μετέπειτα, και σε άλλα κοινωφελή σωματεία.

Στην πολιτική, διετέλεσε ενεργός πολίτης και αγωνιστής στη δη­μοκρατική παράταξη. Δέχθηκε τις πρώτες διώξεις επί δικτατορίας του Μεταξά. Τον Οκτώβριο του 1944 ήταν ο πρώτος δήμαρχος της Απελευθέρωσης στο Άργος, με υπόδειξη όχι μόνο των αντιστασιακών οργανώσεων αλλά και πολιτών κάθε πολιτικής παράταξης. Μέχρι τον Ιανουάριο του 1945 έπαιξε ενεργό ρόλο στις πρώτες προσπά­θειες ανασυγκρότησης της πόλης από το χάος και τη ναζιστική κατοχή και ανέλαβε το αξίωμα του απαιτώντας – και πετυχαίνοντας με τη συνεργασία και του τότε ιεροκήρυκα και μετέπειτα μητροπο­λίτη Αργολίδας Χρυσόστομου Δεληγιαννόπουλου – την άμεση απελευθέ­ρωση όλων των ομήρων, από οποιουσδήποτε και αν κρατούνταν.

Για τον ρόλο του αυτό «επιβραβεύτηκε» κατά την μετέπειτα ανώ­μαλη περίοδο με σύλληψη, με κράτηση για ένα διάστημα σε αντίσκηνα στο Ναύπλιο (οπότε και υπέστη σοβαρό κλονισμό η υγεία του) και με αδιάκοπες διώξεις. Αργότερα, εξελέγη επανειλημμένα δημοτικός σύμβουλος ‘Αργους και στήριξε, με μια δράκα ανθρώπων τις σπορα­δικές προσπάθειες για ανόρθωση της πόλης. Στον τοπικό τύπο δημοσίευσε κατά καιρούς άρθρα και απόψεις του, ενώ έχει συντάξει σημειώσεις για ιστορικά γεγονότα στην πόλη. Στις 28-4-38 νυμφεύθηκε την Φανή Βασ. Νανοπούλου και απέκτησε δυο παιδιά, τον Βασίλη και την Κατερίνα. Στις 28 Ιουνίου 1992, πέθανε και κηδεύτηκε στο Άργος, ετάφη σε οικογενειακό μνήμα στο χωριό Πυργέλα. 

 

Πηγή

 


  •  Περιοδικό «Αναγέννηση», τεύχος 301, σελ. 23, Άργος – Ιούλιος, 1992.

 

 

Read Full Post »

Κόκκινος Θ. Κωνσταντίνος (1890-1976)

 
   


 

 

Κόκκινος Κωνσταντίνος

Δήμαρχος Ναυπλίου. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1890. Ήταν γιος του εμπόρου Θεόδωρου Κόκκινου. Η οικογένειά του είχε δώσει στο Ναύπλιο πολλούς δημάρχους και πολιτευτές.

Μετά τις γυμνασιακές του σπουδές κατατάχτηκε στο στρατό ως εθελοντής και φοίτησε στην στρατιωτική σχολή υπαξιωματικών Κερκύρας, προήχθη δε σε ανθυπολοχαγό το 1913. Έλαβε μέρος στους βαλκανικούς πολέμους 1912, 1913, 1918 και στην Μικρασιατική εκστρατεία το 1922.

Παραιτήθηκε από το στρατό το 1929 με το βαθμό του συνταγματάρχη και πολιτεύτηκε με το κόμμα των Φιλελευθέρων. Εξελέγη δε Δήμαρχος Ναυπλίου εκείνη τη χρονιά. Διορίστηκε πάλι Δήμαρχος το 1945, μετά την Απελευθέρωση.

Εξέδωσε ένα πρωτότυπο φωτογραφικό λεύκωμα, όπου παρουσίαζε νεωτεριστικά το έργο του ως Δημάρχου κατά την θητεία του 1929-1934. Συμμετείχε ως υποψήφιος Δήμαρχος και δημοτικός σύμβουλος της αντιπολίτευσης στις δημοτικές εκλογές της δεκαετίας του 1950. Απεβίωσε την 1 Δεκεμβρίου 1976.

  

Πηγή


  •  Ναυπλιακά Ανάλεκτα VI, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2007. 

Read Full Post »

Τρικούπης Μ. Ιωάννης (1750-1824)


 

 

Ιωάννης Τρικούπης

Ο Ιωάννης Μ. Τρικούπης (1750-1824), πατέρας του Σπυρίδωνα και παππούς του Χαρίλαου Τρικούπη, γεννήθηκε και πέθανε στο Μεσολόγγι. Ήταν γιος του Ματθαίου Τρικούπη, πλοιάρχου και προεστού της πόλης, και της Ρήνας Αναστασίου Κουρκουμέλη.  Τα πρώτα γράμματα τα διδάχθηκε στη γενέτειρά του, με δάσκαλο τον Παναγιώτη Παλαμά. Συνέχισε τις σπουδές του στην Ιθάκη μαθαίνοντας ιταλικά και γαλλικά, και κατόπιν στην Πάτρα. Εκεί συνδέθηκε φιλικά με τον μητροπολίτη Παλαιών Πατρών Γαβριήλ τον οποίο ακολούθησε για ένα διάστημα στην Κωνσταντινούπολη, όταν εξελέγη πατριάρχης με το όνομα Γαβριήλ Δ’. Περί το 1780 επέστρεψε στο Μεσολόγγι, όπου εγκαταστάθηκε μονίμως.

Ως πρωτότοκος διαδέχθηκε τον πατέρα του, τόσο στις ιδιωτικές υποθέσεις τους όσο και στην ενασχόληση με τα κοινά, εκλεγόμενος και αυτός προεστός. Εξαιρετικά δίκαιος και τίμιος, έχαιρε μεγάλης υπόληψης μεταξύ των συμπατριωτών του. Συγχρόνως όμως είχε κερδίσει και τη συμπάθεια του Αλή Πασά, που του παρείχε ειδικά προνόμια, μεταξύ των οποίων και την άδεια να φορά ευρωπαϊκά ρούχα. Με τα κουστούμια αυτά, αλλά και λόγω της ευρωπαϊκής του κουλτούρας, έμοιαζε περισσότερο με ξένο ευγενή παρά με μεσολογγίτη προύχοντα. Με την εργατικότητα, τη μεθοδικότητα και το επιχειρηματικό πνεύμα που τον διέκρινε, αύξησε σημαντικά την πατρική περιουσία, την οποία κατόπιν διέθεσε σχεδόν όλη για τις ανάγκες του Αγώνα.

Εβδομηντάχρονος σχεδόν, ήταν από τους πρώτους που μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία και με την κήρυξη της Επανάστασης εξελέγη πρόεδρος των δημογερόντων και στη συνέχεια των εφόρων της πόλης. Υπηρέτησε τον Αγώνα στο πολιτικό πεδίο, αρχικά ως γερουσιαστής στη Γερουσία της Δυτικής Ελλάδος και κατόπιν ως μέλος του πολιτικού τμήματος του συμβουλίου της Γενικής Διευθύνσεως της Δυτικής Ελλάδος. Λίγο πριν τον θάνατό του, το 1824, εκλέχθηκε και μέλος της τριμελούς επιτροπής που θα αντικαθιστούσε κατά την απουσία του τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.

Ο Ιωάννης παντρεύτηκε την Αλεξάνδρα Παλαμά, κόρη της γνωστής και λογίας οικογένειας της πόλης. Απέκτησαν εννέα παιδιά, επτά αγόρια και δύο κορίτσια: τον Σπυρίδωνα, τον Αναστάσιο, η ύπαρξη του οποίου μέχρι τώρα αγνοείτο από τους βιογράφους της οικογένειας, τον Μάνθο και τον Κωνσταντίνο, που βρήκαν ηρωικό θάνατο στο Μεσολόγγι, τον Απόστολο, τον Νικόλαο, για τον οποίο δεν έχουμε πολλά στοιχεία, τον Θεμιστοκλή, την Ειρήνη, κατόπιν σύζυγο Ιωάννη Ραζηκότσικα και τη Μαρία, κατόπιν σύζυγο του δημάρχου Μεσολογγίου Δημητρίου Καψάλη.

 

Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο  της Λύντια Τρίχα, «Χαρίλαος Τρικούπης / Μια Βιογραφική Περιήγηση», Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα, 2009.

  

Read Full Post »

Τρικούπης Σπυρίδων ( 1788- 1873)


 

Ο Σπυρίδων Τρικούπης γύρω στα 1860.

Πρωτότοκος γιος του Ιωάννη Τρικούπη και της Αλεξάνδρας Παλαμά. Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1788 και πέθανε στην Αθήνα το 1873. Αποτελεί σπουδαία και πολυμερή φυσιογνωμία πολιτικού, λόγιου, ρήτορα και ιστοριογράφου της Ελληνικής Επανάστασης. Υπήρξε ο πρώτος Πρωθυπουργός του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Μαθήτευσε στην ακμάζουσα σχολή των Παλαμάδων* που λειτουργούσε στο Μεσολόγγι, ύστερα πήγε στην Πάτρα, όπου έμαθε Ιταλικά, Αγγλικά και Γαλλικά και προσελήφθη ως υπάλληλος του εκεί αγγλικού προξενείου. Από τη θέση αυτή απέκτησε πολλές και καλές σχέσεις αλλά και αξιόλογη τριβή με τα πολιτικά πράγματα. Σχετίσθηκε με τον φιλέλληνα Άγγλο λόρδο Guilford, έγινε γραμματέας του και εστάλη ως υπότροφος του στη Ρώμη και σε άλλα κέντρα της Ευρώπης για ανώτερες σπουδές, ενώ προοριζόταν για τη θέση του εφόρου και οργανωτή της υπό του Γκύλφορδ ιδρυθείσας στην Κέρκυρα Ιονίου Ακαδημίας. Η οικειότητα που είχε με τον Γκύλφορδ έδωσε την ευκαιρία στον Τρικούπη να γνωρίσει πολλούς επιφανείς άνδρες, κυρίως Άγγλους, μεταξύ των οποίων και τον Γεώργιο Κάνινγγ του οποίου ο φιλελληνισμός τον είχε βαθύτατα συγκινήσει.

Ενώ ετοιμαζόταν για την Ιόνιο Ακαδημία, τράβηξε το ενδιαφέρον του η Επανάσταση του 1821, προς την οποία ο Τρικούπης αφιέρωσε όλες του τις δυνάμεις. Μετέχοντας με τον πατέρα του στην εκστρατεία του Μαυροκορδάτου το 1822, πήγαινε όπου τον καλούσαν οι ανάγκες τις πατρίδας, στην Τρίπολη, τη Ζάκυνθο, την Κέρκυρα, το Μεσολόγγι και πάλι στην Τρίπολη, όπου είχε και την έδρα της η διοίκηση.

Η επιφανής Οικογένεια Τρικούπη, προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στον Αγώνα και κυρίως στην γενέτειρά της πόλη, το Μεσολόγγι.  Κατά την περίφημη έξοδο της 10ης Απριλίου ο στρατιωτικός Κωνσταντίνος Τρικούπης έπεσε νεκρός από σφαίρα ενώ ο Σπυρίδων Τρικούπης, κατέφυγε στο Ναύπλιο. Εγκαταστάθηκε στο χωριό Αβδίμπεη, το οποίο είχε αγοράσει και εκεί παρέμεινε για πέντε χρόνια. 

Από το 1824 εκλεγόμενος συνεχώς βουλευτής και πληρεξούσιος του Μεσολογγίου, έγινε το 1826 μέλος της προσωρινής επαναστατικής κυβέρνησης και εξακολούθησε καθ’ όλο τον Αγώνα να μετέχει στην πρώτη γραμμή της πολιτικής κίνησης, κατέληξε ένας από τους σπουδαιότερους άνδρες του έθνους, οι οποίοι διηύθυναν και τα εσωτερικά, αλλά ιδίως τα εξωτερικά ζητήματα της κρίσιμης και ιστορικής εκείνης εποχής.

Ο Τρικούπης παντρεύτηκε το 1826 την Αικατερίνη Μαυροκορδάτου ( Κων/πολη 1800- Αίγινα 1871), αδελφή του Αλέξανδρου, με την οποία απέκτησαν έξι παιδιά, από τα οποία δύο θα πεθάνουν σε βρεφική ηλικία και δύο, η Αγλαΐα** και ο Όθων,*** σε εφηβική. Θα επιζήσουν ο Χαρίλαος (1832- 1896), μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδας, και η Σοφία (1838-1916).             

Επί Καποδίστρια, διορίσθηκε γενικός γραμματέας της επικράτειας και συνεργάσθηκε κατ’ αρχήν αρμονικά με τον Κυβερνήτη, διαφώνησε όμως αργότερα ως προς την εσωτερική πολιτική αυτού και αφού παραιτήθηκε, δέχτηκε να διατηρήσει – την χάρη σ’ αυτόν- ιδρυθείσα θέση του γραμματέα της Επικράτειας επί των Εξωτερικών υποθέσεων.

Το 1829, αφού πούλησε τις ιδιοκτησίες του στο χωριό Αβδίμπεη, έκτισε δύο οικίες. Μία στο Ναύπλιο και μία στο Άργος, όπου και εγκαταστάθηκε. Εκεί, είχε τότε συγκεντρωθεί ο πυρήνας της κατά του Κυβερνήτη αντιπολίτευσης, της οποίας επιφανές μέλος ήταν και ο Σπυρίδων Τρικούπης. 

Στο Άργος τότε είχαν μετακομίσει ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Νέγρης, ο Πωλυζωΐδης, ο Ιατρού κ.α. που πλαισίωναν και στήριζαν την πολιτική του Τρικούπη. Κατόπιν νέων έντονων διαφωνιών για τα μέτρα που εφαρμόζονταν από τον Κυβερνήτη και ιδίως για τις περί των πληρεξουσίων αντιλήψεις του, παραιτήθηκε και από τη θέση του πληρεξουσίου Μεσολογγίου και από τη θέση του στη γραμματεία των Εξωτερικών Υποθέσεων.

Ο Καποδίστριας, πληροφορηθείς τις ύποπτες συναθροίσεις στο Άργος, που τον ενοχλούσαν έντονα, αποφάσισε να διαλύσει το συνωμοτικό αυτό κέντρο. Απέστειλε λοιπόν τον αρχηγό του Ιππικού Δημήτριο Καλλέργη με ισχυρή στρατιωτική δύναμη και με την διαταγή να διαλύσει την αντιπολιτευτική αυτή ομάδα και να εξορίσει από την πόλη τους δύο αρχηγούς της κίνησης, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τον Σπυρίδωνα Τρικούπη.

Ο Καλλέργης ενημέρωσε τον Τρικούπη, ο οποίος υπακούοντας στην διαταγή και μη έχοντας άλλη επιλογή, αναγκάσθηκε να καταφύγει μαζί με τον Μαυροκορδάτο αλλά και άλλους  αντιπολιτευόμενους αρχικά στην Μήλο. Μετά από ένα μήνα όμως μετέβη στην Ύδρα όπου υπήρχε άλλο αντιπολιτευτικό κέντρο, υπό τον Κουντουριώτη.  Στο Ναύπλιο επέστρεψε μετά το φόνο του Κυβερνήτη και ανέλαβε πρωτεύοντα ρόλο στα κυβερνητικά πράγματα. Έγινε υπουργός των Εξωτερικών και διηύθυνε τις διαπραγματεύσεις, οι οποίες κατέληξαν στην εκλογή του βασιλιά Όθωνα.

Κατά την αντιβασιλεία (1833) διορίσθηκε πρωθυπουργός και υπουργός των Εξωτερικών και Εκκλησιαστικών, αλλά επειδή ήταν εμπόδιο στις απολυταρχικές διαθέσεις των Βαυαρών, διορίσθηκε (1834-1837) πρέσβης στο Λονδίνο, όπου νέες και μεγάλες υπηρεσίες προσέφερε προς την πατρίδα, απολαμβάνοντας μεγάλη εμπιστοσύνη και υπόληψη εκ μέρους των Άγγλων, ιδίως δε από το λόρδο Πάλμερστον ο οποίος ασκούσε μεγάλη επιρροή στα πράγματα της Ανατολής.  

Ακριβώς λόγω των εξαιρετικών τιμών με τις οποίες τον περιέβαλε η Αγγλική κυβέρνηση, περιέπεσε στη δυσμένεια του Όθωνα και απομακρύνθηκε το 1838 από τη θέση του πρεσβευτή στο Λονδίνο, στην οποία επανήλθε το 1841. Παρέμεινε μέχρι την κατάργηση των πρεσβειών το 1843, οπότε επέστρεψε στην Ελλάδα και μετέχοντας στην εθνοσυνέλευση συνετέλεσε αρχικά στην ψήφιση του Συντάγματος και διορίσθηκε υπουργός των Εξωτερικών και της Παιδείας της πρώτης κυβέρνησης που συγκροτήθηκε υπό τον Μαυροκορδάτο προς εφαρμογή του Συντάγματος.

Όταν ανατράπηκε αυτή, ο Τρικούπης ως γερουσιαστής και αντιπρόεδρος της γερουσίας επί πενταετία (1844 – 1849), διηύθυνε την αντιπολίτευση του λεγόμενου αγγλικού κόμματος, από το οποίο όμως έφυγε όταν έδειξε αυτό στασιαστικές διαθέσεις και ήρθε σε ρήξη και με τον πρέσβη της Αγγλίας Λάϋονς και με τον αδελφό της γυναίκας του και παλιό του συνεργάτη το Μαυροκορδάτο. Υποστήριξε την κυβέρνηση του Γ. Κουντουριώτη και συνέδραμε πατριωτικά τον Όθωνα σ’ αυτή την περίσταση.

Τήρησε απόλυτη ανεξαρτησία και αντιτάχθηκε σε άλλες μετέπειτα εκδηλωθείσες αυθαιρεσίες του βασιλιά, τάχθηκε στο πλευρό του κατά τα Παρκερικά, οπότε αγωνίσθηκε σθεναρά και στη γερουσία και στο Παρίσι, όπου εστάλη για να αποκρούσει την ανελεύθερη ξενική επέμβαση (1850).

Όταν έγινε η ανασύσταση των Πρεσβειών το 1849, ο Τρικούπης επανήλθε ως πρέσβης στο Λονδίνο, όπου διαφωτίζοντας την αγγλική δημόσια γνώμη για τα ελληνικά πράγματα, καλλιέργησε την ιδέα της παραχώρησης της Επτανήσου στην Ελλάδα, εξυπηρετώντας εν γένει την εθνική πολιτική. Συγχρόνως δε συγγράφοντας την «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», διέμεινε μέχρι το 1862, οπότε για λόγους υγείας εγκατέλειψε εκουσίως τη θέση του πρεσβευτή στο Λονδίνο και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα σε μια εποχή μεγάλων πολιτικών ανωμαλιών.

Με τη μεταπολίτευση και την ένωση της Επτανήσου τερματίζεται το πολιτικό στάδιο του επίλεκτου άνδρα, ο οποίος δεν έπαψε και ως ιδιώτης να παρέχει πολύτιμες γνώμες και συμβουλές σε όσους νεώτερους πολιτευόμενους τις επικαλούντο για σπουδαία και γενικά πολιτικά ζητήματα μέχρι το θάνατό του, το 1873.

Ο Τρικούπης, τον οποίο χαρακτήριζε γνήσια και άδηλη φιλοπατρία, ανεξαρτησία φρονήματος και παρρησία γνώμης, ειλικρινής σεβασμός προς τους νόμους και προς τη θέληση του ένθους, θερμή αγάπη προς τους φιλελεύθερους θεσμούς και διπλωματική ευφυΐα, διαλλακτικότητα και αποστροφή προς τα βίαια μέτρα και τις κομματικές διαμάχες, αποτελεί υπόδειγμα πολιτικού ανδρός, που εργάσθηκε περισσότερο από κάθε άλλον στην αποκατάσταση της ελευθερίας και στη παγίωση της τάξης, κατά την πρώτη, την ασταθή και πολυτάραχη περίοδο της πολιτικής ζωής της χώρας.

Αλλά, πλην των πολιτικών είχε και φιλολογικές αρετές μεγάλες και σπάνιες ο Τρικούπης. Θούρια όπως «ο καιρός αδελφοί της ελευθερίας φθάνει», τραγούδια όπως «Ο Δήμος» και η «Λίμνη του Μεσολογγίου» και άλλα δείχνουν την ποιητική διάθεση και φαντασία του, ο οποίος συν τοις άλλοις, υπήρξε ένας από τους πρώτους λάτρεις και θαυμαστές της δημοτικής ποίησης.

Σ’ αυτόν χρωστάει το έθνος τον Σολωμό, γιατί αυτός τον έπεισε να γράφει τα ποιήματά του αντί της Ιταλικής, στην ελληνική και μάλιστα στη δημοτική γλώσσα, της οποίας τον χειρισμό δίδαξε στο μεγάλο της νεώτερης Ελλάδας ποιητή και της οποίας τη χάρη και την αξία διέκρινε έκτοτε, καταπολεμώντας την τάση της επικράτησης της καθαρεύουσας, προς την οποία όμως – όπως ο ίδιος ομολογεί – αθέλητα παρασύρεται.

Η ευγλωττία του και το μέγα ρητορικό του τάλαντο είχαν αναδείξει τον Τρικούπη εθνικό ρήτορα του Αγώνα. Αυτός νεκρολόγησε τον Καραϊσκάκη, τον Άστιγγα, τον Ανδρέα Ζαΐμη, τον Πετρόμπεη, τον Νοταρά, ο δε περίφημος εκείνος επικήδειος του στο Βύρωνα (1824) έγινε γνωστός στα πέρατα του κόσμου. Αυτός πανηγύρισε τις νίκες του Καφηρέα, της Αράχωβας, του Ναυαρίνου, την ανάκτηση του Μεσολογγίου, επωφελούμενος δε από την αμνηστία του 1825 εξεφώνησε τον εμπνευσμένο «περί ομονοίας» λόγο.

Οι ρητορικοί λόγοι του Τρικούπη (β’ εκδ. Αθήνα 1862) εκ των οποίων οι περισσότεροι αυτοσχέδιοι, αποτελούν απαράμιλλα μνημεία της νεοελληνικής ρητορικής λογοτεχνίας. Το σπουδαιότερο όμως έργο του Τρικούπη είναι η τετράτομος «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» η οποία εκδόθηκε για πρώτη φορά στο Λονδίνο το 1856. Αν και δεν την χαρακτηρίζει μεγάλη κριτική δύναμη, την χαρακτηρίζει όμως σαφήνεια και γλαφυρότητα έκφρασης και ευσυνείδητη προσπάθεια του συγγραφέα να ιστορήσει με αλήθεια και ακρίβεια πράγματα, πρόσωπα και γεγονότα της Επανάστασης, όπως αυτός που ήταν αυτόπτης τα είδε και τα γνώρισε.

 

Υποσημειώσεις


 

* Παλαμαία σχολή. Ιδρύθηκε το 1760 από τον Παναγιώτη Παλαμά και αρχικά το συντηρούσε η κοινότητα του Μεσολογγίου. Στη συνέχεια μετονομάστηκε Μεσολλογγίτις Ακαδημία. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης λειτουργούσε κανονικά, με εξαίρεση την περίοδο 1825-29. Η σχολή στεγαζόταν στο σπίτι των Παλαμάδων. Το 1825 καταστράφηκε από τις οβίδες των Τούρκων και επαναλειτούργησε το 1829 με πρωτοβουλία του Ιωάννη Καποδίστρια. Η σχολή απέκτησε στα χρόνια της τουρκοκρατίας αλλά και στα μεταεπαναστατικά χρόνια μεγάλη φήμη και έφτασε να αριθμεί 300 μαθητές. Από τη σχολή αυτή αποφοίτησαν μεγάλες μορφές των γραμμάτων όπως οι: Κωστής Παλαμάς, Δροσίνης, Μαλακάσης, Γκόλφης κ.α.

** Αγλαΐα Τρικούπη. Γεννημένη στο Άργος το 1830, μετά τον θάνατο δύο βρεφών, η Αγλαΐα ήταν η μεγαλύτερη κόρη της οικογένειας και διακρινόταν για την εξυπνάδα της. Ιδιαίτερα μελετηρή, αποτελούσε παράδειγμα όχι μόνο για τα υπόλοιπα παιδιά της οικογένειας Τρικούπη, αλλά και για τα εξαδέλφια της, τα παιδιά των Μαυροκορδάτων. Θα πεθάνει σε ηλικία δώδεκα ετών, το καλοκαίρι του 1842, στο Λονδίνο, όπου ζούσε τότε η οικογένεια. Η Αγλαΐα θα ταφεί στην ελληνική πτέρυγα του νεκροταφείου του West Norwood, όπου σώζεται ο απέριττος τάφος της.

*** Το αγγελτήριο του θανάτου του γιου τους Όθωνα, που πέθανε στην Αθήνα το 1844 μετά από σύντομη ασθένεια, σε ηλικία έντεκα ετών.

 Ο υπεραγάπητος ημών υιός Όθων Τρικούπης, ενδεκαετής την ηλικίαν, ετελεύτησε χθές περί την 11 ώραν της νυκτός μετά οκταήμερον οδυνηράν νόσον, αρπαχθείς προ ώρας παρά του αδυσωπήτου θανάτου από τον πατρικών και μητρικών αγκαλών, και αφήκεν εις τους γονείς λύπην απαρηγόρητον διά τα φυσικά αυτού προτερήματα. Οι κατατεθλιμμένοι γονείς, αναγγέλλοντας εις πάντας τους συγγενείς και φίλους και γνωρίμους την οδυνηράν ταύτην είδησιν, παρακαλούσιν αυτούς, να συνοδεύσωσι τον νεκρόν κηδευόμενον αύριον, πέμπτην του Νοεβρίου, την 10ην ώρα π.μ.

Σ. Τρικούπης

  

Πηγές


  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 23ος, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  
  • Γεώργιος Τσοκόπουλος, «Χαρίλαος Τρικούπης», Εκδοτικόν Κατάστημα Γεωργίου Δ. Φέξη, Εν Αθήναις, 1896.
  • Λύντια Τρίχα, «Χαρίλαος Τρικούπης / Μια Βιογραφική Περιήγηση», Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα, 2009.

                                                                                                            

Read Full Post »

Προσωπογραφίες 

Μωχάμετ Άλη – Muhammad Ali of Egypt (Καβάλα 1769 – Αλεξάνδρεια 1849)

 

Louis Duprè. Προσωπογραφία του Μωχάμετ Άλη, Αντιβασιλέα της Αιγύπτου. Λιθογραφία, Παρίσι, περίπου 1836.

 

Ο Μωχάμετ Άλη γεννήθηκε στην Καβάλα το 1769, τον ίδιο χρόνο με τον Ναπολέοντα. Αργότερα όταν έγινε αντιβασιλιάς της Αιγύπτου, έλεγε με υπερηφάνεια ότι κατάγεται απ’την ίδια πατρίδα με τον Αλέξανδρο κι ότι ήρθε στον κόσμο τον ίδιο χρόνο με τον Ναπολέοντα.

Όταν έγινε πασάς, παρέλαβε ένα κράτος κατεστραμμένο και το έκανε ισχυρό και σύγχρονο. Έκανε μεγάλα έργα και άνοιξε τις πύλες της χώρας του στους Ευρωπαίους.

 

Οι ξένοι νεοφερμένοι ήταν κυρίως Γάλλοι και Έλληνες. Οι Γάλλοι ήρθαν για να διδάξουν ιατρική κι άλλες επιστήμες, να διοργανώσουν το στρατό και τη διοίκηση και να εξευρωπαΐσουν τη χώρα, αλλά οι βασικοί συνεργάτες του Μωχάμετ Άλη ήταν Έλληνες […]

 

Πορτραίτο του  Μωχάμετ Άλη, έργο του  Auguste Couder, 1840.

Πορτραίτο του Μωχάμετ Άλη, έργο του Auguste Couder, 1840.

Read Full Post »

  Προσωπογραφίες: Μαυρομιχάλης Δημήτρης (1809 – 1879) – Dupré Louis   


 Ο Δημήτριος γεννήθηκε το 1809 στη Μάνη και απεβίωσε στην Αθήνα το 1879.   Ήταν πολιτικός και στρατιωτικός.  Έζησε για πολλά χρόνια στο Παρίσι και ακολούθησε στρατιωτική καριέρα, όπου έφτασε μέχρι τον βαθμό του υποστρατήγου. Πήρε μέρος ενεργό στην αντιοθωνική επανάσταση του Οκτωβρίου του 1862 και στη μεταβατική περίοδο της προσωρινής κυβέρνησης Δημητρίου Βούλγαρη, Κωνσταντίνου Κανάρη και Μπενιζέλου Ρούφου, ανέλαβε το υπουργείο των Στρατιωτικών.  

 

Προσωπογραφία του Δημήτρη Μαυρομιχάλη - Dupré Louis

Η προσωπογραφία του Δημήτρη Μαυρομιχάλη φιλοτεχνήθηκε πιθανώς, κατά το διάστημα 1828-1831, εποχή που ο νεότερος γιος του Πετρόπμεη σπούδαζε στο Παρίσι ως υπότροφος του Καποδίστρια.  

 Η επιλογή του Dupré οφείλεται στο ηρωικό παρελθόν των Μαυρομιχαλαίων αλλά και στη φυσική ομορφιά του νεαρού Μανιάτη, κοινό χαρακτηριστικό των ανδρών της οικογένειας. Ο Εϋνάρδος που πληροφορεί τον Κυβερνήτη για ό,τι αφορά τους υποτρόφους, του γράφει για αυτόν: «Είναι γλυκύς τον χαρακτήρα και συμπεριφέρεται καλώς». Έχει όμως επιφυλάξεις για την πρόοδο των σπουδών του και δυσανασχετεί για τα χρέη που έχει δημιουργήσει. 

 (Μανώλης Βλάχος, Louis Duprè, Ταξίδι στην Αθήνα και στην Κωνσταντινούπολη”, εκδόσεις Ολκός, Αθήνα, 1994.) 

 

Διαβάστε ακόμη:   

  

Read Full Post »

Σατωμπριάν 1768-1848 – ( François-René de ChateaubriandΣατωβριάνδος) 


  

Ο  Φρανσουά ντε Σατωμπριάν, γνωστός και σαν Σατωβριάνδος  ένθερμος φιλέλληνας, περιηγητής και συγγραφέας – υπηρέτησε ως διπλωμάτης και Πρέσβης της Γαλλίας σε διάφορες πρωτεύουσες της Ευρώπης, και χρημάτισε Υπουργός Εξωτερικών κατά την περίοδο 1823-1824. Υποστήριξε σθεναρά την Ελλάδα κατά την Επανάσταση του 1821.

 

Portrait of Francois Rene Vicomte de Chateaubriand, 1786.

Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως αξιωματικός του γαλλικού στρατού και το 1791 ταξίδεψε στη Βόρειο Αμερική. Έναν χρόνο αργότερα, επέστρεψε στη Γαλλία για να καταταγεί στον στρατό των εξόριστων Γάλλων ευγενών και να υπερασπιστεί το βασιλικό καθεστώς. Ένας σοβαρός τραυματισμός τον ανάγκασε να καταφύγει στο Λονδίνο. Επέστρεψε στο Παρίσι τον Μάιο του 1800. Πολέμιος του Ναπολέοντα, κατά την Παλινόρθωση των Βουρβόνων υπηρέτησε ως πρέσβης της Γαλλίας σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ενώ την περίοδο 1823-1824 διατέλεσε υπουργός Εξωτερικών. Στα γαλλικά γράμματα αναδείχτηκε με το έργο Αταλά ή Οι έρωτες δυο αγρίων στην έρημο (1800).

Ταξίδεψε στην Ελλάδα και στην Μέση Ανατολή (1806-1807), και το 1811 δημοσίευσε το βιβλίο του «Οδοιπορικό από το Παρίσι στην Ιερουσαλήμ», στο οποίο αναφέρεται εκτενώς και στην Ελλάδα της εποχής εκείνης, δίνοντας εξαίσιες περιγραφές της φυσικής ομορφιάς της, των παραμελημένων ιστορικών μνημείων που μαρτυρούσαν το μεγαλείο του ελληνικού πολιτισμού, αλλά και ρεαλιστικές εικόνες από τις απαίσιες συνθήκες ζωής των υπόδουλων Ελλήνων.

Κατά την προεπαναστατική περίοδο ο Σατωβριάνδος μπορεί να χαρακτηρισθεί ως απλός περιηγητής, και ως ρομαντικός λογοτέχνης, που μελαγχολεί βλέποντας τους απογόνους των αρχαίων Ελλήνων να ζουν σε ελεεινή κατάσταση, υπόδουλοι ενός άξεστου δυνάστη.
Όμως με το ξέσπασμα της Επανάστασης, βλέποντας την αγωνιστικότητα των Ελλήνων από τη μια, και την εχθρική στάση των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης προς το αγωνιζόμενο ελληνικό έθνος, ο Σατωβριάνδος μεταμορφώνεται σε ένθερμο φιλέλληνα, και τάσσεται ανεπιφύλακτα υπέρ του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων.

Τον τίτλο του φιλέλληνα τον οφείλει κυρίως στο περίφημο «Υπόμνημα περί της Ελλάδος» (Note sur la Grėce, 1825), το οποίο κατά κάποιο τρόπο αποτέλεσε φιλελληνικό μανιφέστο κατά τη διάρκεια της ελληνικής Επανάστασης.

Γεννήθηκε στο Σαιν-Μαλό της Βρετάνης στις 4 Σεπτεμβρίου 1768, τελευταίο από τα δέκα παιδιά του Ρενέ ντε Σατωμπριάν, τιτλούχου άρχοντα, που είχε αναγκαστεί να γίνει θαλασσινός για να ζήσει. Τολμηρός πλοίαρχος και έμπορος μαζί, σχημάτισε αρκετή περιουσία, που κατά μέγα μέρος την κληρονόμησε ο πρώτος γιος, όπως ήταν τότε τα έθιμα. Η πρώτη λοιπόν επαφή του Σατωβριάνδου ήταν με την τραχιά γη και την άγρια θάλασσα της Βρετάνης. Από τα 1777 ως τα 1779 σπουδάζει στα κολέγια της Ντολ, της Ρεν και της Ντινάν αποκαλύπτοντας στους δασκάλους του καταπληκτικά χαρίσματα μαθητή και τεράστια μνήμη, καθώς και ευκολία αφομοίωσης των κλασικών συγγραφέων.

Έχει κλίση και προς τη θάλασσα και προς τη θρησκεία, αλλά στα 1786 τον βρίσκουμε ανθυπολοχαγό στο Σύνταγμα της Ναβάρρας, που ήταν φρουρά στο Καμπραί. Στα 1789, τη χρονιά της Επανάστασης, θα είναι στο Παρίσι και θα συναναστρέφεται τους αναρίθμητους συγγραφείς του καιρού του, ανάμεσα στους οποίους είναι ο περίφημος Λα Αρπ, ο Σαμφόρ και ο Φοντάν. Τότε η λεγομένη φιλοσοφία του Διαφωτισμού, δηλαδή η φιλοσοφία των προοδευτικών ιδεών του Βολταίρου και του Ρουσσώ, αρχίζει να ασκεί απάνω του μεγάλη επίδραση μολονότι ήταν ένας ειλικρινής πιστός της μοναρχίας και ιδίως της συνταγματικής. Τα δύο πρώτα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης κυλούν μέσα σε μια αβεβαιότητα. Τα πάντα απειλούνται – και μέσα σ’ αυτή την αβεβαιότητα ο νεαρός και ρομαντικός Σατωβριάνδος, ανήσυχος, ονειροπόλος και διψώντας για καινούριες εμπειρίες, αποφασίζει να ταξιδέψει στην Αμερική για να γνωρίσει τη μεγάλη αυτή χώρα και να μελετήσει τους δημοκρατικούς θεσμούς της, αλλά και τη ζωή των Ερυθρόδερμων, που τους θεωρούσε φορείς μιας αληθινά ελεύθερης ζωής.

Σελεστίνη Μπουισσόν

Στις 8 Απριλίου λοιπόν του 1791, μέσα στη φωτιά της Επανάστασης, μπαρκάρει για την Αμερική, απ’ όπου φεύγει σε οκτώ μήνες για να υπερασπιστεί την απειλούμενη μοναρχία. Έχοντας εξαντλήσει στο ταξίδι αυτό και το τελευταίο του φράγκο από το κατάλοιπο της πατρικής κληρονομιάς, αναγκάζεται να παντρευτεί με συνοικέσιο της αδελφής του τη Σελεστίνη Μπουισσόν, μια γυναίκα που ποτέ δεν την αγάπησε. Αλλά ο Σατωβριάνδος, όπως και πολλοί άλλοι, έπεσε θύμα – καθώς και η αδελφή του, που έκαμε το συνοικέσιο – της ψεύτικης φήμης πως η Σελεστίνη ήταν πολύ πλούσια, ενώ στην πραγματικότητα είχε πολύ μικρή περιουσία.

Μετά τον γάμο του κατατάσσεται στη Στρατιά των Πριγκίπων και τραυματίζεται στην Τιονβίλ. Η τρομοκρατία του Ροβε­σπιέρου και της συντροφιάς του, που κυρίως ανέβαζε στην γκιλοτίνα κεφάλια αριστοκρατών, τον αναγκάζει να δραπετεύσει από το Παρίσι μεταμφιεσμένος και να καταφύγει εξόριστος στην Αγγλία, όπου χιλιάδες αριστοκράτες προσπαθούσαν να ζήσουν κάνοντας όλα τα επαγγέλματα και πιστεύοντας πως η Επανάσταση γρήγορα θα κατέρρεε.

Στο Λονδίνο μένει επτά ολόκληρα χρόνια, από το 1793 ως το 1800. Για να ζήσει, δίνει μαθήματα γαλλικής, αλλά περνάει περιόδους φρικτής δυστυχίας και πείνας. Στα 1797 δημοσιεύει στο Λονδίνο το πρώτο του έργο, ένα «Δοκίμιο για τις επαναστάσεις», όπου περνάει ολότελα απαρατήρητο. Στο δοκίμιο αυτό του δίνεται η ευκαιρία να εκφράσει τη δυσπιστία του για τη Γαλλική Επανάσταση. 

Στην Αγγλία ο Σατωβριάνδος, που κατά βάθος ήταν ένα πλέγμα θεοσεβούς δανδή και χριστιανού Καζανόβα, αφήνεται ν’ αγαπηθεί παράφορα από την κόρη ενός πάστορα. Στην κρίσιμη στιγμή των προτάσεων για γάμο από μέρους του πάστορα, ο Σατωβριάνδος, που ήταν κι αυτός ερωτευμένος, σαν πιστός καθολικός αποκαλύπτει στον μέλλοντα πεθερό του πως είναι παντρεμένος. Επακολουθούν σκηνές τραγικές, και ο πιστός στον δεσμό του γάμου καθολικός ξεκινά κι επιστρέφει στο Παρίσι τον Μάη του 1800, όπου ήδη είχε αρχίσει να επικρατεί κάποια τάξη κάτω από το άστρο του υπάτου Ναπολέοντα Βοναπάρτη.

Την ίδια χρονιά δημοσιεύει τη νουβέλα του «Αταλά», που είχε και τον δεύτερο τίτλο «Οι έρωτες δύο αγρίων μέσα στην έρημο». Ακολουθεί καταπληκτική επιτυχία γιατί, όπως είπε η κριτική, «η Γαλλία διψούσε για μεγάλη λογοτεχνία ύστερ’ από τόσες ταραχές και αναστατώσεις».

Ένα από τα κύρια έργα του, που άρχισε να γράφει πριν από την Αταλά, στα 1800, είναι το  «Το πνεύμα χριστιανισμού» που δίνει στη θρησκεία της αγάπης και της συγνώμης μια καινούρια θέρμη, που τόσο την αναζητούσε ο ταλαιπωρημένος Γάλλος του 1800.

François-René de Chateaubriand

Μετά το «Πνεύμα του χριστιανισμού» ο Σατωβριάνδος συλλαμβάνει το σχέδιο ενός άλλου έργου θρησκευτικού, των «Μαρτύρων», που θα ιδούν το φως της δημοσιότητας στα 1809. Μα, πριν γράψει τους «Μάρτυρες», αισθάνεται την ανάγκη – ανάγκη συγγραφική και ανθρώπινη μαζί – να επισκεφθεί την Αγία Γη, την Παλαιστίνη, και γενικά να γνωρίσει, να μυρίσει, να γευθεί, με τον τρόπο που αυτός ήξερε, τους τόπους όπου ρίζωσε και βλάστησε η νέα θρησκεία. Αποφασίζει λοιπόν αυτό το περιπετειώδες ταξίδι, αυτός ο μέγας φίλος των ταξιδιών, και συμπεριλαμβάνει σ’ αυτό και την Ελλάδα, τη χώρα που πρώτη δέχτηκε ολόψυχα το κήρυγμα του Χριστού μέσα από τα λόγια και τη θέρμη των Αποστόλων.

Άλλωστε η Ελλάδα δεν ήταν μόνο το πρώτο σκαλοπάτι του χριστιανισμού. Ήταν και η χώρα που τα χώματά της είχαν ζυμωθεί με τη δόξα της λαμπρότερης ιστορίας του κόσμου και που όσα ερείπια έμεναν ακόμα ορθά απάνω στα χώματα αυτά ακτινοβολούσαν κάτω από τον ίδιον ήλιο την ασύγκριτη και τη μοναδική αρχαία πνευματική και καλλιτεχνική αίγλη. Η φαντασία του, ερεθισμένη από τις κλασικές του σπουδές και ρομαντικά διαμορφωμένη, τον έκαμε κιόλας να φαντάζεται πως στην Ελλάδα θα μπορούσε να βρει κάτι από τη ζωντανή ύπαρξη του Λεωνίδα, του Λυκούργου, του Θεμιστοκλή και των άλλων ημίθεων της ιστορίας και του πνεύματος – πως ίσως ν’ άκουγε τα ονόματά τους να τα ψιθυρίζουν οι ελληνικοί άνεμοι, δίπλα σε ποτάμια με πικροδάφνες και μυρτιές και σε κρήνες όπου καλλίγραμμες και λευκοφόρες νέες θ’ αντλούσαν νερό γεμίζοντας αμφορείς εξαίσια τεχνουργημένους! Ο χορός των ποιητών, των βασιλέων, των στρατηγών, των ιστορικών έμοιαζε για τον Σατωβριάνδο με τα Τάγματα των χριστιανικών Αγγέλων, που η θερμή ευλάβεια μπορεί να σε κάνει να τα αισθανθείς να φτερουγίζουν ολόγυρά σου. Αναφέρεται κι άλλο ένα ακόμα κίνητρο για το ταξίδι αυτό προς τους αρχαίους και τους Αγίους Τόπους – ο φλογερός δεσμός του με μια ωραία κυρία, την κόμησσα ντε Νοάιγ, όχι βέβαια τη γνωστή μεγάλη ποιήτρια, που γεννήθηκε έναν αιώνα αργότερα. Υποστηρίζεται ότι το ταξίδι έγινε για να τελειώσει στην Ισπανία, όπου στην Ανδαλουσία είχε συμφωνηθεί να συναντήσει το ερωτικό του ίνδαλμα.

Ο Σατωβριάνδος ξεκινώντας για την Ελλάδα και τη Μέση Ανατολή και γυρίζοντας από κει μ’ ένα βιβλίο, καθιέρωσε σταθερά δύο μοντέρνους τύπους ζωής και δημιουργίας. Τον συγγραφέα που ταξιδεύει και το πεζογράφημα των λογοτεχνικών ταξιδιωτικών εντυπώσεων. Και το πρώτο μέρος του «Οδοιπορικού» του, που σχεδόν πιάνει και τον μισόν όγκο του βιβλίου, είναι θρεμμένο από την Ελλάδα του 1806.

Κι αν η αρχαία Ελλάδα, που με τόσο ρομαντικό πάθος την αναζήτησε ο Σατωβριάνδος στη Σπάρτη, την Ελευσίνα, το Άργος και την Αθήνα, ήταν ακόμα ολόκληρη σχεδόν θαμμένη κάτω από βαθιά στρώματα σκόνης που αγωνιζόταν από καιρό σε καιρό να τα ξεσκαλίσει μια πρωτόπειρη και ερασιτεχνική αρχαιολογία σποραδικών ξένων περιηγητών, η Ελλάδα η σύγχρονη του Σατωβριάνδου ήταν κι αυτή σα χαμένη, σαν αόρατη, σα να ήταν όλα τα έμψυχα όντα κάπου κρυμμένα και κουρνιασμένα, «γιατί τάσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά».

Πέρα από το καλαισθητικό ή οποιοδήποτε άλλο, αυτό είναι το πρώτο αίσθημα που νιώθει ανατριχιάζοντας ο σημερινός Έλληνας αναγνώστης καθώς βυθίζεται στα πρώτα κεφάλαια του «Οδοιπορικού». Κι ασφαλώς πρόκειται για ένα αίσθημα που σήμερα δεν μπορεί τόσο έντονα να το νιώσει παρά μόνο ένας Έλληνας ή το πολύ πολύ ένας ξένος βαθύτατα φίλος της χώρας μας. Όμως το «Οδοιπορικό» φαίνεται πως την εποχή εκείνη – δηλαδή από το 1807 κι έπειτα -, κυρίως στους κύκλους των διανοουμένων, κέντρισε το ενδιαφέρον για την υπόδουλη Ελλάδα, τους έκαμε να συγκινηθούν γι αυτόν τον λαό των ανέλπιδων σχεδόν σκλάβων.

Και θα πρέπει κανείς να θαυμάσει τη συγγραφική δύναμη του Σατωβριάνδου, κυρίως αυτή τη γοργή «απορροφητικότητα» που είχε ταξιδεύοντας. Γιατί τα σχετικά με την Ελλάδα κεφάλαια του «Οδοιπορικού» του μας δίνουν την εντύπωση πως ο ταξιδιώτης χριστιανός θα έμεινε πάρα πολύ καιρό στον τόπο μας, ενώ όλος αυτός ο τεράστιος για τις συγκοινωνιακές δυσκολίες της εποχής ταξιδιωτικός κύκλος άρχισε στο Παρίσι, όπου ο Σατωβριάνδος επέστρεψε στις 5 Ιουνίου 1807.

Οι κύριοι σταθμοί του ήταν Παρίσι, Μιλάνο, Βενετία, Μεθώνη, Τρίπολη, Μυστράς, Σπάρτη, ‘Αργος, Αθήνα, Σούνιο, Τζια, Χίος, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Ρόδος, Ιερουσαλήμ, Αλεξάνδρεια, Κάιρο, Καρχηδόνα, Κόρδοβα, Γρανάδα, Μαδρίτη. Απ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα κατανάλωσε μόνο πενήντα μέρες για την παραμονή του και τη διακίνησή του μέσα στον κυρίως ελληνικό χώρο – ας πούμε στον χώρο της Μεγάλης Ιδέας, που περιλαμβάνει την Πόλη, τη Σμύρνη και την Κύπρο. Αλλά οι διακινήσεις, επίπονες και αργές, με άλογα και μουλάρια που τριπόδιζαν σε δύσβατους και επισφαλείς δρόμους, με ιστιοφόρα που η ταχύτητά τους ήταν εξαρτημένη από τα καπρίτσια των ανέμων, έτρωγαν πιο πολύ καιρό από την παραμονή στα μέρη των ενδιαφερόντων του.

Για το περίφημο «Υπόμνημα περί της Ελλάδος» στο οποίο οφείλει άλλωστε και τον τίτλο του φιλέλληνα, ο Κυριάκος Αμανατίδης στα «Επίκαιρα και Επίμαχα», Νέος Κόσμος – ομογενειακή ενημέρωση – γράφει:

 

Chateaubriand – Έργο του Γάλλου ζωγράφου Anne-Louis Girodet de Roussy-Trioson (1767- 1824) 1808.

Το Υπόμνημα του Σατωβριάνδου δυστυχώς δεν κυκλοφορεί σε μορφή βιβλίου. Στάθηκα τυχερός να το εντοπίσω στην ψηφιακή Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κρήτης (κωδικός 122700), από όπου το εκτύπωσα. Είναι σε ελληνική μετάφραση από τα γαλλικά.

Στην δεύτερη παράγραφο του Υπομνήματος ο Σατωβριάνδος γράφει:

«Μήπως έμελλε ο αιώνας μας να δει πλήθη αγρίων ανθρώπων να καταπνίξουν τον αναγεννώμενο πολιτισμό στον τάφο ενός έθνους, το οποίο εξημέρωσε και εκπολίτισε την οικουμένη; Θα επιτρέψουν οι Χριστιανοί στους Τούρκους να σφάζουν ανεμπόδιστα τους Χριστιανούς; Και τα νόμιμα κράτη της Ευρώπης θα ανεχθούν χωρίς αγανάκτηση να δίνεται το ιερό όνομα της νομιμότητας σε ένα τυραννικό καθεστώς, το οποίο θα έκανε και αυτόν τον Τιβέριο να αισθάνεται ντροπή;».

Στην συνέχεια ο Σατωβριάνδος γράφει πως πρόθεσή του δεν είναι να αναφερθεί στην ιστορία του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων, γιατί όπως λέει επί αυτού είχαν γραφεί πολλά συγγράμματα. Εκείνο που επιδιώκει να κάνει με το Υπόμνημά του είναι να ανασκευάσει τα επιχειρήματα των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης, για την εχθρική τους στάση έναντι του αγωνιζόμενου ελληνικού λαού.

Οι ακόλουθοι τέσσερις λόγοι, γράφει, προβάλλονται για να δικαιολογήσουν αυτήν την στάση των Ευρωπαίων:

 
1. Επειδή η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγνωρίσθηκε στη Συνέλευση της Βιέννης ως αναπόσπαστο μέρος της Ευρώπης.

2. Επειδή ο Σουλτάνος είναι νόμιμος κύριος των Ελλήνων, και ως εκ τούτου οι Έλληνες είναι αντάρτες.

3. Επειδή η παρέμβαση των Δυνάμεων θα μπορούσε να δημιουργήσει πολιτικές δυσκολίες.

4. Επειδή δεν συμφέρει να συσταθεί δημοκρατικό κράτος στην ανατολική Ευρώπη (εδώ εννοεί τα Βαλκάνια).

Ο Σατωβριάνδος, με τα δικά του επιχειρήματα, αναιρεί τους λόγους που πρόβαλαν οι Μεγάλες Δυνάμεις για τη μη παρέμβασή τους υπέρ της Ελλάδας.

Αναφορικά με τον πρώτο λόγο, ο Σατωβριάνδος αποδεικνύει το ανυπόστατο της αναγνώρισης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως αναπόσπαστου μέρους της Ευρώπης. Για το ότι ο Σουλτάνος αναγνωρίζεται από τις μεγάλες Δυνάμεις ως νόμιμος κύριος των Ελλήνων, ο Σατωβριάνδος παρατηρεί πως ο Σουλτάνος «βασιλεύει επ’ ονόματι του Κορανίου και της μαχαίρας».

Επιπρόσθετα, ο Σατωβριάνδος αναφέρεται στο γεγονός ότι οι υπήκοοι του Σουλτάνου είναι Μωαμεθανοί. Οι Έλληνες, ως Χριστιανοί, ούτε νόμιμοι υπήκοοί του είναι, ούτε παράνομοι, μάλλον «σκύλοι γεννημένοι διά να αποθνήσκουν κάτω από την ράβδον των Μουσουλμάνων, ήτοι των αληθώς πιστών».

Πιο κάτω συνεχίζει ως ακολούθως:

«Αλλ’ αφού τέλος πάντων κρέμασαν τους ιερείς του (εννοεί του ελληνικού έθνους), μόλυναν τους ναούς του̇ αφού έσφαξαν, έκαψαν, έπνιξαν χιλιάδες Ελλήνων̇ αφού διαπόμπευσαν τις γυναίκες τους, άρπαξαν τα παιδιά τους και τα πούλησαν ως ανδράποδα στις αγορές της Ασίας, τότε πλέον όσον αίμα έμενε ακόμη στην καρδιά τόσων δυστυχισμένων κόχλασε μέσα τους, και οι μέχρι τότε σιδηροδέσμιοι δούλοι ξεσηκώθηκαν και έκαναν όπλα τα δεσμά τους.

Ο Έλληνας, ο οποίος μέχρι πρότινος δεν ήταν υπήκοος σύμφωνα με το αστικό δίκαιο, ζητάει τώρα την ελευθερία του στο όνομα του φυσικού δικαίου, και απέσεισε τον ζυγό χωρίς να γίνει αντάρτης, χωρίς να παραβιάσει κανέναν νόμιμο δεσμό, γιατί δεν είχε συμφωνηθεί κανένας δεσμός με τον δυνάστη».

Αναφερόμενος στον τρόπο με τον οποίο οι Μεγάλες Δυνάμεις ήταν σε θέση να εξασφαλίσουν την ανεξαρτησία της Ελλάδας, ο Σατωβριάνδος γράφει:

«Μια σταθερή, γενναία και αφιλοκερδής πολιτική μπορεί να θέσει τέρμα στις τόσες σφαγές, να δώσει ένα νέο έθνος στον κόσμο, και να επαναφέρει την Ελλάδα στην Οικουμένη».

Ο Σατωβριάνδος κλείνει ως ακολούθως το Υπόμνημά του:

«Αλλά οποιεσδήποτε και αν είναι οι πολιτικές αποφάσεις, ο αγώνας των Ελλήνων έχει καταστεί κοινός αγώνας όλων των εθνών. Φαίνεται πως τα αθάνατα ονόματα των Σπαρτιατών και των Αθηναίων κέρδισαν τη συμπάθεια όλου του κόσμου. Σε όλα τα μέρη της Ευρώπης έχουν συσταθεί Επιτροπές για τη βοήθεια των Ελλήνων, οι συμφορές και τα ανδραγαθήματα των οποίων έστρεψαν την προσοχή όλων στην ελευθερία τους….».

Τα αποσπάσματα που παρέθεσα από το «Υπόμνημα περί της Ελλάδος» του Σατωβριάνδου, ο οποίος έζησε τα γεγονότα που περιγράφει από κοντά, δεν αφήνουν περιθώριο για αμφιβολία, αλλά ούτε και για σκεπτικισμό, αναφορικά με τη γνησιότητα του φιλελληνικού κινήματος, αλλά και τη νομιμότητα της Ελληνικής Επανάστασης.

Το γεγονός ότι το Υπόμνημα γράφτηκε από έναν επιφανή Γάλλο, που ως Υπουργός εξωτερικών της Γαλλίας ήταν πλήρως εξοικειωμένος με την κατάσταση, όπως αυτή επικρατούσε κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, δίνει στις θέσεις που προβάλλει μεγαλύτερη βαρύτητα.

Ο  Φρανσουά ντε Σατωμπριάν πέθανε στο Παρίσι το 1848.

 
Πηγές 


  •  Σατωμπριάν, «Οδοιπορικό / Η Ελλάδα του 1806», Πρόλογος – Μετάφραση Αντρέα Καραντώνη,  Εκδόσεις Δωδώνη, 1979.
  •  Επτά Ημέρες, Καθημερινή, «Ο Φιλελληνισμός στην Ευρωπαϊκή λογοτεχνία», Κυριακή 17 Μαρτίου 2002.  
  •  Κυριάκος Αμανατίδης «Επίκαιρα και Επίμαχα», Νέος Κόσμος – ομογενειακή ενημέρωση από το 1957.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »