Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Συγγραφέας’

Δεληγιάννης Κανέλλος (Λαγκάδια Γορτυνίας, 1780 – Αθήνα, 1862) 


 

Κανέλλος Δεληγιάννης, ελαιογραφία.

 

Αγωνιστής του 1821 και πολιτικός, συγγραφέας Απομνημονευμάτων. Γεννήθηκε το 1780 στα Λαγκάδια της Γορτυνίας και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στη Δημητσάνα και στην Κωνσταντινούπολη. Τα πρώτα γράμματα διδάχτηκε από τον επίσκοπο Ακόβων Δανιήλ, κατόπιν μητροπολίτη Τριπόλεως.  Ήταν ο πέμπτος γιος του Ιωάννη Μωρόγιαννη. Έγινε μάλιστα προεστός μετά τον αποκεφαλισμό του πατέρα του. Ήταν αδελφός του προέδρου της Γερουσίας στην περίοδο του Όθωνα Αναγνώστη Δεληγιάννη. Ως χαρακτήρας ήταν πιο ήπιος και διαλλακτικός από τον αδελφό του.

Στα Απομνημονεύματα ο Κανέλλος εν συντομία αναφέρει σχετικά με τη γέννησή του τα εξής: « … εγεννήθην κατά το έτος 1780, Φεβρουαρίου 14, εις την πατρίδα μου κωμόπολιν των Λαγκαδιών της επαρχίας Γόρτυνος ή Καρύταινας και ανετράφην εις αυτήν. Εκεί εδιδάχθην και μικρά τινα μαθήματα εκ του σχολείου της Δημητσάνης παρά του Επισκόπου Ακόβων Δανιήλ, υπάρχοντος κατ’ αρχάς οικοδιδασκάλου της οικογενείας μας το οποίον προήξεν ο πατήρ μας εις αυτήν την υψηλήν θέσιν».

Για τη νεανική του ζωή οι πληροφορίες είναι πενιχρές, τις παραμονές όμως της Επανάστασης βρισκόταν στην Κων­σταντινούπολη με τον αδερφό του Αναγνώστη. Ο ίδιος γράφει στα Απομνημονεύματά του ότι «… ευρισκό­μενος εν και ήμισυ έτος εις Κων­σταντινούπολιν και λαβών σχέσεις μετά του Πελοποννησίου Παναγιώτου Σέκερη και δι’ αυτού μετά του Κουμπάρη και του Αλ. Μαύρου εκατηχήθη παρά του πρώτου εις το μυστήριον της Εταιρείας».

Στον κατά­λογο, εντούτοις, των Φιλικών του Αρχείου Σέκερη, αναγράφεται ότι ο Κανέλλος Παπαγιαννόπουλος (Δε­ληγιάννης) μυήθηκε στην Τριπολιτσά από τον Παναγιώτη Αρβάλη στις 10 Σεπτεμβρίου 1819. Στη συνέχεια από τον Κανέλλο Δεληγιάννη μυή­θηκαν οι αδερφοί του Δημήτριος και Κωνσταντίνος.

Το Φεβρουάριο του 1821 ο Κα­νέλλος Δεληγιάννης συναντήθηκε στα Λαγκάδια με τον Παπαφλέσσα, με τον οποίο διαφώνησε για τη δυ­νατότητα άμεσης έναρξης του Αγώ­να, όπως ο ίδιος γράφει. Στις 23 Μαρτίου όμως με τους αδερφούς του και με τους Πλαπουταίους κήρυξε την Επανάσταση στη Γορτυνία και πολιόρκησε τους Τούρκους στην Καρύταινα. Στις 7 Απριλίου 1821 συμμετέχει στη συγκρότηση ενός από τα πρώτα στρατόπεδα των επαναστατών στην Πιάνα, τον ίδιο μήνα παίρνει την κρίσιμη απόφαση να εξοντωθούν οι μουσουλμάνοι των Λαγκαδιών, προκειμένου να αποκλειστεί κάθε δυνατότητα συνδιαλλαγής με τους Τούρκους. Αναλαμβάνει την εφορεία της Καρύταινας και παραδίδει την αρχηγία του στρατοπέδου στο Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.  

Συμμετέχει ενεργά στην πολιορκία και κατάληψη της Τριπολιτσάς, ελευθερώνεται ο αδελφός του Θεόδωρος, που ήταν όμηρος των Τούρκων, αλλά πεθαίνει μετά από λίγο από τις κακουχίες που υπέστη κατά την φυλάκισή του.

Στην Α΄ Εθνοσυνέλευση εκλέγεται μέλος του εκτελεστικού και το Μάρτιο του 1822 παίρνει μέρος στην πολιορκία του κάστρου της Πάτρας και ένα μήνα αργότερα εκστρατεύει στη Δυτική Ελλάδα όπου λαμβάνει μέρος στη μάχη του Πέτα (2 Ιουνίου), στην οποία οι ελληνικές δυνάμεις ηττήθηκαν. Ονομάζεται από την Προσωρινή Διοίκηση  στρατηγός  (17 Μαΐου 1822) και αναλαμβάνει την εκστρατεία στη Στερεά Ελλάδα, όπου επιδεικνύει ιδιαίτερες ικανότητες.

Στη διάρκεια της Επανάστασης, ο Δεληγιάννης συγκρούστηκε με τους Κολοκοτρωναίους – οι οποίοι προεπαναστατικά υπήρξαν «κάποι» που προσέφεραν στρατιωτικές υπηρεσίες στην οικογένεια των Δεληγιάννηδων έναντι αμοιβής – εξαιτίας της αυτονόμησης του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και του ρόλου του ως στρατιωτικού ηγέτη. Οι πολιτικές σχέσεις αυτού του τύπου, όπως λόγου χάρη των Δεληγιανναίων με τους Κολοκοτρωναίους, εκείνη την περίοδο και ιδιαίτερα κατά τους εμφύλιους πολέμους χαρακτηρίζονταν από αστάθεια.

Είναι αξιοσημείωτο ότι, ο Κανέλλος Δεληγιάννης συναίνεσε στην ανάθεση ηγετικού στρατιωτικού ρόλου στον Κολοκοτρώνη, μάλιστα το Μάιο του 1823 σε μια απόπειρα σύναψης συμμαχίας μεταξύ των δύο ισχυρών οικογενειών αρραβωνιάζει την κόρη του με τον μικρό γιό του Θ. Κολοκοτρλωνη, Κολίνο, όμως  ο λιγότερο διαλλακτικός αδελφός του Αναγνώστης ήταν εξαρχής αντίθετος στην ανάθεση τέτοιων αξιωμάτων σε πρόσωπα έξω από την κοινωνική ομάδα των προκρίτων.

Διετέλεσε πληρεξούσιος στη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους εκπροσωπώντας τους στρατιωτικούς, όπως και στη Γ’ Εθνοσυνέλευση – Επίδαυρος 1826 και Τροιζήνα 1827 – καθώς και στην Α’ εν Αθήναις Εθνοσυνέλευση, μετά την αλλαγή του πολιτεύματος το 1843-1844. Στράφηκε κατά των ευρωπαϊκής παιδείας πολιτικών που ήρθαν στην Ελλάδα μετά την έκρηξη της Επανάστασης για να αναλάβουν ηγετικούς ρόλους. Επίσης, εναντιώθηκε εξαρχής στον ηγετικό ρόλο του Δημήτριου Υψηλάντη, τον οποίο θεωρούσε υπεύθυνο και, για την άφιξη εκείνων.

Επιπλέον διαμαρτυρήθηκε έντονα για την ανάληψη της προεδρίας του Βουλευτικού από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο τον Ιούλιο του 1823. Μετά το 1824 συμμάχησε με τον Ιωάννη Κωλέττη και εντάχθηκε στο «γαλλικό» κόμμα. Αποσύρθηκε από την πολεμική δράση μετά την ήττα των Πελοποννησίων στο δεύτερο εμφύλιο πόλεμο. Μάλιστα, αφού συνελήφθη από την κυβέρνηση Κουντουριώτη, όπως και ο Κολοκοτρώνης, κρατήθηκε στη Μονή του Προφήτη Ηλία της Ύδρας.

Παρά τις αντιρρήσεις του Κουντουριώτη, ελευθερώθηκε με την αμνηστία που δόθηκε το Μάιο του 1825, όταν ο Αιγύπτιος Ιμπραήμ πασάς απειλούσε την Πελοπόννησο. Ήταν ανάμεσα σε εκείνους που υπέγραψαν την «πράξη υποτέλειας» προς την Αγγλία το καλοκαίρι του 1825. Το 1827, κατά την Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, συγκρούστηκε με τους Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και Γεώργιο Κουντουριώτη για το θέμα της διανομής των εθνικών γαιών, οι οποίες πριν από την Επανάσταση βρίσκονταν στην ιδιοκτησία των Οθωμανών.

Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους παρέμεινε στο «γαλλικό» κόμμα και αναμίχθηκε στην πολιτική ζωή. Κατά τη δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο, υπήρξε βοηθός του Σκώτου εισαγγελέα Εδουάρδου Μάσσον στη  διεξαγωγή των ανακρίσεων εναντίον του Γέρου του Μοριά  την περίοδο της Αντιβασιλείας, το 1834, όταν ο τελευταίος κατηγορήθηκε για συνωμοσία του «ρωσικού» κόμματος κατά του Όθωνα. Αργότερα, ωστόσο, και ο ίδιος ο Κανέλλος Δεληγιάννης φαίνεται πως προσχώρησε στο «ρωσικό» κόμμα για κάποιο διάστημα.

Στις εκλογές που ακολούθησαν την ψήφιση του Συντάγματος του 1844, το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, συμμάχησε εκλογικά στη Γορτυνία με το Γενναίο Κολοκοτρώνη και το Δημήτριο Πλαπούτα, αφού άφησε πίσω τις διαμάχες τους από την περίοδο της Επανάστασης. Βρήκαν μάλιστα τους οπαδούς τους ανάμεσα στο φτωχό αγροτικό πληθυσμό, καταφερόμενοι κατά των «Φράγκων» και των «φραγκοφορεμένων», στηριζόμενοι στη σχετική άγνοια και τις προκαταλήψεις των οπαδών τους.

Το Δεκέμβριο του 1844, μετά την επικράτηση του «γαλλικού» κόμματος στις βουλευτικές εκλογές που προηγήθηκαν, και την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Ιωάννη Κωλέττη, ο Κανέλλος Δεληγιάννης εκλέχθηκε πρόεδρος της Βουλής στις 20 Δεκεμβρίου 1844, διαδεχόμενος τον προσωρινό πρόεδρο Νικηταρά. Η θητεία του έληξε ένα χρόνο αργότερα στις 31 Οκτωβρίου 1845.

Τα Απομνημονεύματά του, παρόλο το πάθος και την υπερβολή που τα χαρακτηρίζουν, αποτελούν χρήσιμη πηγή για την κατανόηση των εσωτερικών διαδικασιών, των σχέσεων και των αντιλήψεων που διακατείχαν πολλούς στον αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία. Στα κείμενά του προσπαθεί ταυτόχρονα να αποκαταστήσει την τιμή της οικογένειάς του, όπως και της κοινωνικής ομάδας των προυχόντων της Πελοποννήσου στην οποία ανήκε.

Αυτό το έκανε στρεφόμενος κατά των στρατιωτικών αρχηγών και ιδίως του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, που δεν έπαυε να βλέπει αφ’ υψηλού, αλλά και κατά των «ξενόφερτων» πολιτικών που επιδίωκαν την εισαγωγή δυτικών θεσμών στη μετεπαναστατική Ελλάδα. Τα Απομνημονεύματα  άρχισε να τα γράφει σε ηλικία 74 χρονών, το 1854. Τα χειρόγραφα παρέμειναν ανέκδοτα μέχρι το 1957, όταν εκδόθηκαν σε τρεις τόμους.

Από  τον γάμο του με τη Αθανασία Αναγν. Παπατσώνη, απέκτησε μια κόρη, τη Μαρία, την οποία έχασε το 1854. Πρόκειται για την επτάχρονη κοπέλα που αρραβωνιάστηκε τον δωδεκάχρονο γιο του Κολοκοτρώνη.  Αργότερα η Μαρία παντρεύτηκε τον Διονύσιο Χρυσοσπάθη,  γιο του φιλικού και αγωνιστή Ηλία Χρυσοσπάθη.

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης μετά την εγκατάσταση της βασιλείας στο ελληνικό κράτος διετέλεσε συνταγματάρχης – ακόλουθος, Νομοεπιθεωρητής Μεσσηνίας και συνταξιοδοτήθηκε με τον τίτλο του Αντιστράτηγου. Επίσης στις 20 Δεκεμβρίου 1844 εκλέχτηκε πρόεδρος της Βουλής. Το 1859 το Ελληνικό κράτος αποφασίζει να του χορηγήσει ένα είδος σύνταξης ως αναγνώριση για την συνολική προσφορά του στο αγώνα της ανεξαρτησίας. Πέθανε στην Αθήνα το 1862 σε ηλικία 82 ετών.  

 

Πηγές 


 

  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
  •  Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», τόμος 3ος,  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.
  •  Στάθης Κουτρουβίδης, «Κανέλλος Δεληγιάννης», Ιστορική Βιβλιοθήκη, Τα Νέα, Αθήνα, 2010.
  •  Κωστής Παπαγιώργης, «Κανέλλος Δεληγιάννης», Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2001.

Read Full Post »

Δωροβίνης Κ. Βασίλης


 

Δωροβίνης Κ. Βασίλης

Δωροβίνης Κ. Βασίλης

Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο και στο Συμβούλιο της Επικρα­τείας, DES Πολιτικής Επιστήμης Πανεπιστημίου Paris I. – Ιστορικός.  Γεννήθηκε στο Άργος το 1941. Σύζυγός του είναι η Ιωάννα Κ. Σωτηρίου – Δωροβίνη (Αρχιτέκτων – Αναστηλώτρια, Διδάκτωρ της Ιστορίας Αρχιτεκτονικής). Έχει ένα γιο, τον Κωσταντή (2000).  Γονείς του ήταν ο Κώστας Δωροβίνης (Ιατρός – Οδοντίατρος, τ. Δή­μαρχος Άργους) και η Φανή Δωροβίνη. Είναι απόγονος του Κωσταντή Δωροβίνη, καταγεγραμμένου μέλους της Φιλικής Εταιρείας το 1820 και μέλους της Επαναστατικής Επιτροπής στην πόλη του Άργους το 1821.  Οι απώτεροι πρόγονοί του υπήρξαν Ενετοί και Αρβανίτες.

Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Γυμνάσιο Άργους και στο Β’ Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών. Υπήρξε από τους πρώτους εισακτέους των Νομικών Σχολών Αθηνών και Θεσσαλονίκης αλλά επέλεξε τη Νομική Σχολή Αθηνών, όπου και τελείωσε τις σπουδές του. Στο Δ’ έτος παρακολούθησε παράλληλα μαθήματα του Τμήματος Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών. Μετά την εκπλήρω­ση της στρατιωτικής του θητείας, με υποτροφία της Γαλλικής Κυβέρνη­σης έκαμε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο I. του Παρισιού (Πάνθεον – Σορβόννη), στα Τμήματα Νομικής, Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας.

Έλαβε το πτυχίο DES (Diplôme d’ Etudes Supérieures) στην Πολιτική Επιστήμη, εργάσθηκε ως συνεργάτης στο Κέντρο Με­λετών των Νομικών και Πολιτικών Προβλημάτων του Τρίτου Κόσμου στο ίδιο πανεπιστήμιο και το 1977 επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα. To 1980-85 διετέλεσε νομικός σύμβουλος της Διεύθυνσης Πα­ραδοσιακών Οικισμών του τότε ΥΧΟΠ. Έκτοτε δικηγορεί ιδίως στο Συμβούλιο της Επικρατείας σε θέματα πολεοδομίας και περιβάλλοντος. Έχει μακρά επιστημονική συνεργασία με τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών, της οποίας διατελεί και νομικός σύμβουλος.

Ως μαχό­μενος δικηγόρος συνέβαλε στο να κερδηθούν σημαντικές δίκες (Αχελώου, Αράχωβας, Πάτμου, Ύδρας, κτιρίου Κοραή – Πανε­πιστημίου κ.ά.). Συνέβαλε αποτελεσματικά, με τη συμμετοχή του σε διεθνείς ομάδες νομικών και σε διεθνή φόρα, στην κύρωση από την Ελλάδα τόσο της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ για την περιβαλλοντική πληροφόρηση, όσο και στην κύρωση και την προσπάθεια εφαρμογής της Δι­εθνούς Σύμβασης του Άαρχους για την περιβαλλοντική πληροφόρηση, τη συμμετοχή των πολιτών σε θέματα περιβάλλοντος και την πρόσβασή τους στη δικαιοσύνη. Έχει συμμετάσχει επανειλημμένα σε ελληνι­κά και διεθνή συνέδρια για το ιστορικό και το φυσικό περιβάλλον και έχει συνεργαστεί και συνεργάζεται με αθηναϊκές εφημερίδες και περιο­δικά με αντικείμενο τον τομέα αυτό, ενώ μελέτες του και άρθρα έχουν δημοσιευθεί σε ξένα έντυπα.

Έχει μελετήσει ιδιαίτερα την οργάνωση του χώρου στην Ελλάδα επί εποχής Καποδίστρια. Ορισμένα κεφάλαια αυτής της μελέτης έχουν δημοσιευθεί στο περιοδικό «Αρχαιολογία και Τέχνες». Είναι ένα από τα «ιστορικά» στελέχη του οικολογικού κινή­ματος στην Ελλάδα, με θεωρητικές αναλύσεις και συμβολές και με ενεργητική συμμετοχή σε συγκεκριμένους αγώνες, όπως για τη διάσω­ση και ανάδειξη των Στρατώνων Καποδίστρια και της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της γενέτειράς του Άργους, κατά της επίγειας χάραξης της περιφερειακής λεωφόρου Υμηττού, για τη διάσωση του Δελφικού τοπίου κ.ά.

Από τα ιδρυτικά στελέχη της οικολογικής συνιστώσας της Ελληνικής Αριστεράς (Ε.ΑΡ.), και στη συνέχεια του πολιτικού σχηματι­σμού της «Πράσινης Πολιτικής», τακτικός αρθρογράφος στο περιοδικό «Οικολογία και Περιβάλλον» κ.ά. Παλαιό μέλος της Ελληνικής Εταιρίας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, ιδρυτικό μέλος του Πολιτι­στικού Ομίλου του Άργους, και της Αργολικής Οικολογικής Εταιρείας, μέλος της Επιτροπής Αγώνα για τη Διάσωση του Υμηττού. Τις ελεύθερες ώρες του, ασχολείται με την κολύμβηση, το jogging και την εργασία. Μιλά απταίστως  Γαλλικά και Αγγλικά.

Από το 1974 μέχρι σήμερα αρθρογράφησε στις αθηναϊκές εφημερίδες «Αυγή», «Βήμα», «Ελευθεροτυπία», «Καθημερινή» και «Νέα» και στα περιοδικά «Αντί» και «Οικονομικός Ταχυδρόμος». Επίσης δημοσίευσε άρθρα για θέματα τοπικού αργολικού ενδιαφέροντος στις εφημερίδες «Αναγέννηση», «Αγώνας», «Αργολίδα», «Νέα της Αργολίδας» και «Αργολικά» και μελέτες στις περιοδικές εκδόσεις «Ελλέβορος», «Αργειακή Γη», «Απόπειρα Λόγου και Τέχνης» και «Ναυπλιακά Ανάλεκτα». Πολλά από τα άρθρα αυτά είναι κατατεθειμένα στις βιβλιοθήκες του «Δαναού» (Άργος) και του «Παλαμήδη» (Ναύπλιο).

Συλλογή άρθρων του για το περιβάλλον έχει δημοσιευθεί στις εκδόσεις «Ι. Δ. Κολλάρος – ΕΣΤΙΑ», με τίτλο «Κατά της διάλυσης» (1989), ενώ το 2009 εκδόθηκε η μελέτη του «Ο Ιω. Κ. Κοφινιώτης και η Ιστορία του Άργους / Αργείοι λόγιοι και ιστορική μνήμη» (εκδόσεις «Εκ Προοιμίου», Άργος). Στα γυμνασιακά του χρόνια φοίτησε στο Άργος και είχε ενεργητική συμμετοχή στον τοπικό Προσκοπισμό (επικεφαλής) της ενωμοτίας των «Λύκων» και αργότερα υπαρχηγός της τοπικής Ομάδας. Το 1958 ηγήθηκε τμήματος προσκόπων του Άργους στο διεθνές Τζάμπορυ «Φιλία», στην Αμφίκλεια, όπου συμμετείχαν προσκοπικές αντιπροσωπείες από τη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.

Το 2007-2010 διατέλεσε Ειδικός Επιστημονικός Συνεργάτης του Δήμου Άργους, σε θέματα φυσικού και ιστορικού περιβάλλοντος, και προσπάθησε να προωθήσει την επίλυση χρόνιων προβλημάτων της πόλης (προστασία αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, κληροδότημα Κολλιαλέξη κα), μη ιδιαιτέρως ακουόμενος.

Οργάνωσε, σε συνεργασία με το Ελληνικό Ινστιτούτο Βενετίας και με τη Βίκυ Μυλωνά (του γραφείου του Δημάρχου Β. Μπούρη), το καταλυτικό για την ιστορία της πόλης συνέδριο «Βενετία και Άργος» (Οκτώβριος 2008), τα Πρακτικά του οποίου είχαν τυπωθεί στο τέλος του 2010 και αποθηκευθεί στον Δήμο Άργους. Προηγουμένως, είχε επιμεληθεί, για λογαριασμό του Δήμου Άργους, το λεύκωμα φωτογραφιών για την πόλη κατά τον 20ο αιώνα («Άργος, φωτογραφίες, μνήμες και νοσταλγία», Οκτώβριος 2000). Το 2012 βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών, για το πολιτιστικό έργο που έχει αναπτύξει στην περιοχή της Αργολίδας, στο πλαίσιο της γενικότερης πολιτιστικής δραστηριότητάς του.

Πηγές


  •  Έκδοση Εγκυκλοπαιδειών Προσωπικοτήτων, «WhoisWho στην Ελλάδα της Hübner», 5η Έκδοση, 2010.
  • Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού.

Read Full Post »

Ο Μεντρεσές του Άργους και η πολύτιμη για τον Αγώνα του 1821  μολυβένια σκεπή του

 


                

 

Στο Άργος στο Ανατολικό τμήμα της πόλης εκεί που σήμερα βρίσκεται ο Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου και όλη  η γύρω  από αυτόν περιοχή, στην Τουρκοκρατία ονομαζόταν  Καραμουτζά μαχαλάς, από το όνομα κάποιου Καραμουτζά που έμενε εκεί. Σ΄ αυτή τη γειτονιά ήταν το διοικητήριο των Τούρκων, το Σεράι του Αλή Ναμίκ Μπέη, Χαμάμ (Λουτρά), μουσουλμανικό τζαμί με νεκροταφείο (ο σημερινός Άγιος Κωνσταντίνος) και ο περίφημος Μεντρεσές (medrese) δηλ. το μουσουλμανικό    ιεροσπουδαστήριο.  

 

 

Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου

 

 

Όλα αυτά και άλλα ενδιαφέροντα για την Αργολίδα μας τα περιγράφει στο βιβλίο του «Οδοιπορικό στην Ελλάδα 1668-1671» ο Τούρκος περιηγητής και συγγραφέας Εβλιγιά Τσελεμπί (Evliya Celebi) που επισκέφτηκε το Άργος και που έχει ήδη παρουσιάσει η «Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη» στις ιστοσελίδες της.

Αναλυτική περιγραφή του Μεντρεσέ  προς το παρόν δεν γνωρίζουμε αν υπάρχει. Υπάρχει όμως μια γκραβούρα του Άργους του 1685 από τον V. Coronelli, την ίδια δηλαδή εποχή που επισκέπτεται και περιγράφει το Άργος ο  Εβλιγιά Τσελεμπί, όπου μπροστά αριστερά στο σχέδιο, νοτιοανατολικά του Άργους υπάρχει ένα οικοδόμημα με τρούλο που δεσπόζει και πίσω του υψώνεται επιβλητικός ένας μιναρές. Πιθανολογώ ότι αυτό που έχει τον τρούλο πρέπει να ήταν ο Μεντρεσές και ο μιναρές πρέπει να ήταν του Τζαμιού και νεκροταφείου των μουσουλμάνων  (ο σημερινός Αγ. Κωνσταντίνος).

 

Άποψη του Άργους, V. Coronelli, «Morea, Negreponte, E Adiazenze », Venezia, 1685.

 

Ας δούμε όμως γιατί ο Μεντρεσές του Άργους έπαιξε έναν από τους πλέον σημαντικούς ρόλους στις μάχες που έδωσαν νικηφόρα το καλοκαίρι του 1821 οι Έλληνες και ιδιαίτερα στο Βαλτέτσι και στην άλωση της Ντρομπολιτσάς (Τρίπολη). Αυτό οφειλόταν στο ότι η σκεπή του Μεντρεσέ ήταν με επένδυση από μόλυβδο και ο μόλυβδος για τους επαναστάτες Έλληνες ήταν πολύτιμος αλλά σπάνιος ή μάλλον ανύπαρκτος, και τον είχαν μεγάλη ανάγκη επειδή  τα βόλια για τα ντουφέκια  τους  ήταν μολυβένια. Οι περισσότεροι Έλληνες πριν από τις νίκες τους, κύρια στο Βαλτέτσι  και την άλωση της Τρίπολης δεν είχαν ντουφέκια, και όσοι είχαν δεν είχαν το απαραίτητο μολύβι να φτιάξουν τα βόλια τους.

Ο Αμβρόσιος Φραντζής περιγράφει πως είχαν « … αντί όπλων λόγχας  σιδηράς εις μακρά ξύλα προσηλωμένας και δεμένας με σχοινία και λωρία …» και αντί για ξίφη είχαν «… σκουρομαχαίρας αι οποίαι δεν εκολλούσαν ούτε στο εις το  ξύλον πολύ μάλλον εις ανθρώπινα κρέατα …».[i]  

Μετά το Βαλτέτσι όμως και με τα όπλα που πήραν ως  λάφυρα  από τους Τούρκους με το μπαρούτι που τους εφοδίαζαν κύρια οι μπαρουτόμυλοι της Δημητσάνας, το μολύβι για τα βόλια τους ήταν αυτό που είχαν άμεση ανάγκη και το μολύβι της στέγης του Μεντρεσέ του Άργους έδωσε τη λύση στο πρόβλημα. Ο Αρχιμανδρίτης Ιερόθεος Αθανασόπουλος[ii]  ήταν αυτός που το πρωτοσκέφτηκε και ήταν ο πρωταγωνιστής στο μάζεμα του μολύβδου από το Μεντρεσέ.

Αμβρόσιος Φραντζής (1781 – 1851)

Από όλους τους ιστορικούς της Επανάστασης του 1821 ο πιο περιγραφικός αυτής της ιστορίας  είναι ο Αμβρόσιος Φραντζής που έζησε ο ίδιος από κοντά τα γεγονότα. Μόνο που με τις ημερομηνίες  τα ’χει λίγο μπερδεμένα. Στην «Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος», τόμος ΙΙ, Αθήναι, 1839 σελίδα 15 γράφει ότι ο  Αρχιμανδρίτης Ιερόθεος Αθανασόπουλος μαζί με άλλους τρεις αμέσως μετά την καταστροφή του Άργους από τον Κεχαγιάμπεη και τη διάλυση της πολιορκίας του Ναυπλίου (από 25 Απριλίου έως 1η Μαΐου  1821) πήγε στο Άργος και αφού είδε ότι  στο  Μεντρεσέ ο μόλυβδος ήταν ανέπαφος, «… χωρίς τινός φόβου…» πήρε δυο τεμάχια ως δείγμα και τα πήγε στην Τσακωνιά και τα έδειξε στην ηγεσία της επανάστασης και απεφάσισαν να πάρουν αμέσως το μολύβι από τη στέγη και να το φέρουν στα Βέρβαινα οπού ήταν το στρατηγείο του αγώνα και ο Θ. Κολοκοτρώνης. Εζήτησε και πήρε από κάποιον Αγαθό Σαριγιάννη  120 ζώα και ήρθε στο Άργος με συνοδεία τον Νικηταρά, τον Κ. Μαυρομιχάλη [iii] και τον 16χρονο γιο του Θ. Κολοκοτρώνη το Γενναίο. Αφού πήραν το μολύβι γύρισαν πίσω στα Βέρβαινα με τους ηγέτες της επανάστασης, ανακουφισμένους που είχαν βρει λύση στο μεγάλο πρόβλημα ανεφοδιασμού με τα βόλια των ντουφεκιών τους , αφού χωρίς το μολύβι του Άργους δεν «… ήτον καμία άλλη ελπίς δια προμήθεια μολύβδου, του οποίου η παντελής έλλειψη δεν ήθελε επιφέρει βεβαία , ειμή διάλυσιν…» [iv]   των δυνάμεων των επαναστατημένων Ελλήνων.

Στον ίδιο δεύτερο τόμο της ιστορίας του όμως ο Αμβρόσιος Φραντζής γράφει στη σελίδα 115 ότι «…πριν η έλθει ..» ο Κεχαγιάμπεης στο Άργος η διοίκηση της πόλης είχε κατεβάσει το μόλυβδο από τη στέγη του Μεντρεσέ. Η ποσότητα του μολύβδου ήταν μεγάλη, πάνω από 800 καντάρια βάρος.[v]

Ένα μεγάλο μέρος το πήγαν στο πλοίο της Μπουμπουλίνας που συμμετείχε στη πολιορκία του Ναυπλίου  [vi]   και το άλλο μέρος το έκρυψαν σε σπηλιές και πηγάδια του Άργους. Πριν λοιπόν ή μετά την έλευση του Κεχαγιάμπεη και την καταστροφή του  Άργους το μολύβι του Μεντρεσέ πέρασε στα χέρια των Ελλήνων ?

Πριν πω τη γνώμη μου στο ερώτημα αυτό  ας δούμε συνοπτικά τα γεγονότα λίγο πριν και λίγο μετά την ολική καταστροφή του Άργους όπου τα μόνα κτίσματα που έμειναν όρθια στην πόλη ήταν τα τούρκικα ιερά και ο Μεντρεσές. 

Στις 24 Απριλίου 1821, ένα μήνα μετά την κήρυξη της επανάστασης εκστρατεύει στο Άργος με 3.500 Τουρκαλβανούς, ο Κιοσέ Μεχμέτ Πασά  Μουσταφάμπεης, κοινώς λεγόμενος Κεχαγιάμπεης. Στην πορεία του από την Κόρινθο, μέχρι το Άργος δεν συνάντησε κανένα εμπόδιο. Η άμυνα του Άργους με επικεφαλής τον Δημήτριο Τσώκρη, τον Παπαρσένη Κρέστα και τον Γιάννη Γιάννουζα τον πρωτότοκο γιο της  Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας, από τον πρώτο της άνδρα, καταρρέει πολύ σύντομα. Ο γιος της Μπουμπουλίνας σκοτώνεται ηρωικά μαζί με τους συντρόφους του Υδραίους στην είσοδο της πόλης (εκεί οπού σήμερα είναι η γέφυρα του Ξεριά).

Στις 25 Απριλίου 1821 ο Κεχαγιάμπεης εισβάλει στο Άργος . Επί 6 ημερόνυχτα ανενόχλητος το ρημάζει. Σφάζει 700 Αργείους, βιάζει τις γυναίκες και παίρνει τα γυναικόπαιδα ως σκλάβους, λεηλατεί τα πάντα και πριν φύγει βάζει φωτιά σε καθετί ελληνικό μέσα στο Άργος.

Την 1η Μαΐου 1821 πάει στο Ναύπλιο, διαλύει χωρίς αντίσταση την πολιορκία του, ενισχύει  τα φρούριά του με εφόδια και 300 άνδρες  και στις 6 Μαΐου 1821 μπαίνει θριαμβευτής στην Τρίπολη.  

Στις 17 Μαΐου 1821 ο Αρχιμανδρίτης Ιερόθεος  Αθανασόπουλος, ο Νικηταράς , ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης και ο Γενναίος Θ. Κολοκοτρώνης φορτώνουν σε 122 μουλάρια ένα μέρος του μολύβδου και με ένοπλη συνοδεία το πηγαίνουν και το παραδίδουν  στον Θ. Κολοκοτρώνη και στους άλλους οπλαρχηγούς στο στρατηγείο που είχαν στήσει στα Βέρβαινα.

Πιστεύω ότι, αν το μολύβι το είχαν οι Έλληνες  κρυμμένο στο Άργος  όταν ήρθε ο Κεχαγιάμπεης θα το  μάθαινε, είτε από τους  Τούρκους είτε από κατοίκους που θα  ήθελαν να εξαγοράσουν τη ζωή τους με αυτό. Γιατί οι μουσουλμάνοι Αλβανοί του Κεχαγιάμπεη πρώτο θεό τους είχαν το πλιάτσικο. Εξάλλου για να κατεβάσεις 800 καντάρια μολύβι από τη στέγη, δεν είναι ένα μυστικό για λίγους – συμμετείχαν πολλοί – άρα το ήξεραν όλοι!  Γι΄αυτό πιστεύω ότι η σωστή περιγραφή  είναι  η πρώτη του Αμβρόσιου Φραντζή , ότι μετά την καταστροφή του Άργους και αφού έφυγε από την Αργολίδα ο Κεχαγιάμπεης μετά την 1η Μαΐου 1821 πήραν το μολύβι από το Μεντρεσέ.

Μέσα στα συντρίμμια και τα αποκαΐδια της ρημαγμένης πόλης, με τους εκατοντάδες νεκρούς άταφους, με τους όσους γλίτωσαν  κρυμμένους στα γύρω βουνά  και τα δάση, να γυρίζουν για  να δουν αν σώθηκε τίποτε από το σπίτι τους, η χαροκαμένη πόλη βάζει προτεραιότητα να δώσει το μολύβι του Μεντρεσέ, για τα βόλια του αγώνα.

Ο Κεχαγιάμπεης πέρασε από το Άργος χωρίς να μάθει ότι η στέγη του Μεντρεσέ   είχε μολύβι. Αν το ήξερε θα το έπαιρνε για να μην πέσει στα χέρια των Ελλήνων. Εξάλλου δεν υπήρχε τίποτα περισσότερο σε αξία στο Άργος για πλιάτσικο από αυτό. Δεν το έμαθε όμως και το μολύβι πέρασε στα χέρια των Ελλήνων. Από τα Βέρβαινα έφυγε για να εφοδιάσει τους οχυρωμένους στα πρόχειρα ταμπούρια στο Βαλτέτσι, στους πολιορκητές της Μονεμβασιάς και κύρια στους πολιορκητές της Ντρομπολιτσάς.

Το υπόλοιπο μολύβι εφοδίασε σχεδόν όλες τις μάχες και τις πολιορκίες όχι μόνο στην Πελοπόννησο, αλλά και  όπου αλλού η μαχόμενη επαναστατημένη Ελλάδα το χρειαζόταν  ώστε να μην «… ματαιωθεί η πρόοδος των Ελλήνων, πολύ δε μάλλον των την Τρομπολιτζάν πολιουρκούντων, καθότι μη όντος του μολύβδου αυτού δεν ήθελον δυνηθή να πράξωσι το μηδέν…».[vii]

 

 

 Υποσημειώσεις


  

 [i] Αμβρόσιος Φραντζής, «Επιτομή της Ιστορίας  της αναγεννηθείσης Ελλάδος»,  εν Αθήναις 1839, τόμος ΙΙ, σελ. 16.

 [ii] Ο Αρχιμανδρίτης Ιερόθεος Αθανασόπουλος ήταν μανιάτης στην καταγωγή. Το 1829 διορίστηκε τοποτηρητής της επισκοπής Μαλτσίνης έως το 1834. Το 1852 εκλέχτηκε επίσκοπος Γυθείου. Πέθανε στο  Γύθειο το 1859.

[iii] Αδελφός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη όπου μαζί με τον ανιψιό του Γεώργιο Μαυρομιχάλη, δολοφόνησαν στο Ναύπλιο την Κυριακή 29/09/1831 τον Ι. Καποδίστρια. 

 [iv] Αμβρόσιος Φραντζής, «Επιτομή της Ιστορίας  της αναγεννηθείσης Ελλάδος»,  εν Αθήναις 1839, τόμος ΙΙ, σελ. 16.

[v] Κάθε καντάρι ήταν ίσο με 44 οκάδες. Δηλαδή ήταν πάνω από 35.200  οκάδες. Μια οκά = 1282 γραμμάρια, δηλαδή πάνω από 45 τόνους μολύβι.

[vi] Κατά τον Αμβρόσιο Φραντζή η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα κατηγορήθηκε ότι το μολύβι που φορτώθηκε στο πλοίο της το πούλησε «…δι ίδιον συμφέρον…»!! Στην κατηγορία αυτή η Ιστορία είναι υπέρ της Καπετάνισσας. Να θυμηθούμε μόνο ότι τα πλοία της Λασκαρίνας και όλη η περιουσία της δόθηκαν στον αγώνα του Έθνους. Ότι πέθανε γεμάτη πίκρα, πάμπτωχη το 1825. Για την ακρίβεια, δολοφονήθηκε στις Σπέτσες στο σπίτι της από τον πλούσιο προεστό Χρ. Κούτση με αφορμή την απαγωγή της κόρης του  από τον δευτερότοκο γιο της Γιώργο  Γιάννουζα  και την άρνησή του να τη δώσει νύφη στο γιο της φτωχής ξεπεσμένης πλέον Καπετάνισσας. Ένα χρόνο  πριν, είχε χάσει τον άνδρα της κόρης της και γιο του Θ. Κολοκοτρώνη Πάνο που τον σκότωσαν, όχι Τούρκοι, αλλά Έλληνες σε εμφύλια σύρραξη.

[vii]  Αμβρόσιος Φραντζής, «Επιτομή της Ιστορίας  της αναγεννηθείσης Ελλάδος»,  εν Αθήναις 1839, τόμος ΙΙ, σελ. 16.

 

  

Πηγές


 

  • Αμβρόσιος Φραντζής, «Επιτομή της Ιστορίας  της αναγεννηθείσης Ελλάδος», Εν Αθήναις, 1839.  (Συλλογή: Γιώργος Γιαννούσης – Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη )
  • Ιωάννου Φιλήμονος, «Δοκίμιον Ιστορικόν περί της ελληνικής επαναστάσεως», Εν Αθήναις, 1859. (Συλλογή: Γιώργος Γιαννούσης – Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη)

 

  Γιώργος Γιαννούσης

Read Full Post »

Διάλεξη του κ. Γεωργίου Στείρη στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο


 

Ο Λέκτορας στο Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής, Ψυχολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κύριος Γεώργιος Στείρης θα μιλήσει την Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου και ώρα 19.00, στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»).

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του “Events Series 2011” του Κέντρου μας, θα είναι: «Βυζαντινή και Δυτική Μεσαιωνική Φιλοσοφία στο 14ο και 15ο αιώνα: Οι συνέπειες της φιλοσοφικής και επιστημονικής αντιπαράθεσης».

Read Full Post »

Μάχη των Δερβενακίων –  Η καταστροφή του Δράμαλη (1822)


 

Ο Χουρσίτ, ο νικητής του Αλή πασά, ανέθεσε στον Μαχμούτ πασά της Λάρισας ή Δράμαλη την επιχείρηση της καταστολής της Επανάστασης στην Πελοπόννησο. [ Σημείωση βιβλιοθήκης: Ο Χουρσίτ καταγγέλθηκε ως καταχραστής του δημόσιου θησαυρού και έπεσε σε δυσμένεια, του αφαιρέθηκε η αρχηγία της εκστρατείας στην Πελοπόννησο, η οποία ανατέθηκε στον Μαχμούτ Πασά, τον επονομαζόμενο Δράμαλη. Ο Χουρσίτ διατασσόταν να παραμείνει στη Λάρισα και να φροντίζει την τροφοδοσία του στρατού του Δράμαλη. Ουσιαστικά, επρόκειτο για υποβιβασμό. Ο Τούρκος ιστοριογρά­φος Αχμέτ Τζεβντέτ ισχυρίζεται ότι ο διορισμός του Δράμαλη έγινε με υπόδειξη του ίδιου του Χουρσίτ, ο οποίος επιφορτίστηκε επίσημα την όλη επιχείρηση με απόλυτη ευθύνη για τη διοργάνωση και τον ανεφοδιασμό του εκστρατευτικού σώματος ].

Ο Μαχμούτ πασάς της Λάρισας ή Δράμαλης, λιθογραφία του Boggi.

Ο Δράμαλης ξεκίνησε με περίπου 25.000 στρατό (πεζούς και ιππείς) και την 1η Ιουλίου 1822 έφθασε στη Θήβα, χωρίς να συναντήσει αντίσταση. Οι οπλαρχηγοί καταλάβαιναν ότι δεν μπορούσαν να τον αντιμετωπίσουν κατά μέτωπο και ήλπιζαν ότι αποκλείοντας τις στενές διαβάσεις της Στερεάς θα εμπόδιζαν την επικοινωνία με τις βάσεις του. Παρά το μεγάλο όγκο αυτού του στρατού – χειμάρρου, που απ’ όπου περνούσε σκορπούσε τον τρόμο και τον πανικό, η θερινή αυτή εκστρατεία είχε και μειονεκτήματα.

Η εποχή – λόγω της μεγάλης ζέστης – δυσχέραινε τη μετακίνησή του και τη μεταφορά των πυροβόλων μέσα από τα δύσβατα ορεινά στενά, ενώ επίσης δεν ήταν εύκολος ο ανεφοδιασμός και η τροφοδοσία του. Από την άλλη όμως πλευρά, η γνωστή διαμάχη μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών, η αδυναμία συντονισμού της κεντρικής διοίκησης με τα τοπικά πολιτικά σώματα και η έλλειψη οικονομικών πόρων ήταν ανασταλτικοί παράγοντες.

Έτσι, ο Δράμαλης μέσω Μεγαρίδας στις 6 Ιουλίου έφθασε ανενόχλητος στην Κόρινθο. Την προηγούμενη νύχτα οι τρομοκρατημένοι κάτοικοι είχαν εκκενώσει την πόλη και δυο μέρες αργότερα ο Ακροκόρινθος (τον οποίο οι Έλληνες είχαν καταλάβει από τον Ιανουάριο) έπεφτε στα χέρια του εχθρού. Το κάστρο, που είχε φρουρά 300 στρατιωτών υπό τον Αχιλλέα Θεοδωρίδη, πολλά πολεμοφόδια και τρόφιμα, εγκαταλείφθηκε ανυπεράσπιστο, αφού πρώτα σκοτώθηκε ο εκεί φυλακισμένος Κιαμήλ μπέης. Η απώλεια αποδόθηκε στο φρούραρχο Θεοδωρίδη, που φυλακίστηκε στη μονή Καστριού Ερμιόνης.

Στην Κόρινθο ο Δράμαλης παρέμεινε τρεις ημέρες και συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο, στο οποίο συμμετείχε και ο Γιουσούφ πασάς της Πάτρας. Ο τελευταίος πρότεινε τη διαίρεση του στρα­τού, προκειμένου να καταληφθούν ταυτόχρονα η Αχαΐα και η Αργολίδα, και στη συνέχεια η Τρίπολη. Επίσης, κατά τον Γιουσούφ, ήταν σκόπιμο να γίνει η Κόρινθος βάση ανεφοδιασμού.

Ο Δράμαλης όμως, παρακινημένος από τη μέχρι τότε ανεμπόδιστη πορεία του, αποφάσισε να συνεχίσει αμέσως και με όλο το στρατό του. Στις 12 Ιουλίου ήταν έξω από το Άργος, αφού πρώτα είχε αναγγείλει την άφιξή του στην εξαντλημένη τουρκική φρουρά του Ναυπλίου, που ήταν έτοιμη να παραδοθεί. Η είδηση ότι οι Τούρκοι είναι προ των πυλών προξένησε τέτοιο πανικό στους κατοίκους του Άργους, που έσπευσαν να εγκαταλείψουν την πόλη.

Ακόμη και τα περισσότερα μέλη του Εκτελε­στικού και Βουλευτικού Σώματος διέφυγαν με πλοία, εκτός από ελάχιστους (μεταξύ αυτών ο αντιπρόεδρος του Εκτελεστικού, Αθανάσιος Κανακάρης), που φρόντισαν για τη διάσωση των αρχείων της κυβέρνησης. Για τη συμπεριφορά αυτή των πολιτικών ο Κολοκοτρώνης σημειώνει στα απομνημονεύματά του:

 «Το Βουλευτικό και το Εκτελεστικό δεν είχε καμμίαν δύναμιν, ούτε ε­νήργησε τίποτες εις αυτήν την περίστασιν. Ο Κανακάρης έλεγε: «Τα αρχεία ας γλυτώσωμε και το έθνος ας πάγη»».

Στο Άργος είχε επίσης συγκεντρωθεί ο δημόσιος θησαυρός, για να χρη­σιμεύσει στις πολεμικές ανάγκες. Αντί όμως να καταλήξει στο δημόσιο ταμείο, τον οικειοποιήθηκαν ορισμένοι ιδιώτες.

Προσωπογραφία Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Karl Krazeisen, 1828.

Την κατάσταση έσωσε τότε η ψυχραιμία και η στρατηγική σκέψη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, που εκείνες τις μέρες βρισκόταν στην Τρίπολη. Η Πελοποννησιακή Γερουσία και οι πρόκριτοι ζήτησαν τη συνδρομή του. Ο Κολοκοτρώνης ανταποκρίθηκε άμεσα και κάλεσε σε επιστράτευση όλους τους άνδρες ηλικίας 18-60 ετών, παίρνοντας αυστηρά μέτρα κατά της λιποταξίας, ενώ παράλληλα φρόντισε για την αποστολή τροφίμων και πολεμοφοδίων. Επίσης διέταξε να κάψουν όλη τη σοδειά του κάμπου του Άργους, για να επιδεινωθεί η κατάσταση του τουρκικού στρατού, που βρισκόταν μακριά από τις βάσεις ανεφοδιασμού του. Πιστεύοντας ότι ο στόχος του Δράμαλη ήταν η Τρίπολη, φρόντισε να κλειστούν όλες οι διαβάσεις προς εκεί και δημιουργήθηκε στρατόπεδο στους Μύλους (έξω από το Άργος) με 2.000 άνδρες. Για αντιπερισπασμό, φρόντισε για την κατάληψη της ακρόπολης του Άργους, της λεγόμενης «Λάρισας». Όταν ο Δράμαλης έφθασε στις 13 Ιουλίου, άρχισε την πολιορκία της νομίζοντας ότι εκεί ήταν αποθηκευμένα τα τρόφιμα.

Έπειτα από αυτή την καθυστέρηση ο εχθρικός στρατός βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση λόγω έλλειψης νερού και τροφών. Δεδομένου ότι ο τουρκικός στόλος δεν είχε αφιχθεί στον Αργολικό κόλπο, ο Δράμαλης δεν είχε άλλη διέξοδο και αποφάσισε να επιστρέψει στην Κόρινθο. Οι αναμενόμενες ενισχύσεις από Λάρισα ήταν αδύνατο να έλθουν, αφού τα στενά της Μεγαρίδας φυλάγονταν από τους Βιλιώτες και Περαχωρίτες, ενώ βορειότερα ο Οδυσσέας Ανδρούτσος ήταν έτοιμος να αποκόψει τον εφοδιασμό από Λαμία και Λάρισα. Προτού υποχωρήσει ο Δράμαλης, προσπάθησε μάταια να παραπλανήσει τους Έλληνες ότι δήθεν θα προχωρούσε προς Τρίπολη.

Ο Κολοκοτρώνης, αντιλαμβανόμενος τη δεινή θέση του εχθρού και παραμερίζοντας τις επιφυλάξεις του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και άλλων οπλαρχηγών, έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιό του. Ο ίδιος θα καταλάμβανε τα Δερβενάκια, ενώ οι άλλοι οπλαρχηγοί θα έμεναν στις θέσεις τους σε περίπτωση που ο Δράμαλης συνέχιζε προς Τρίπολη. Ο Κολοκοτρώνης με 2.500 άνδρες κατευθύνθηκε στον Άγιο Γεώργιο Νεμέας (ΒΔ του στενού των Δερβενακίων), προκειμένου να αποκλείσει τις διαβάσεις. Τέσσερις δρόμοι οδηγούσαν προς Κόρινθο. Ο πρώτος, του Αγίου Γεωργίου, ομαλότερος αλλά μακρύτερος: μετά το Φίχτι έκλινε δυτι­κά προς Άγιο Γεώργιο, από κει προς πεδιάδα Κουρτέσας και Κόρινθο.

Ο δεύτερος, του Δερβενακίου ή «Αφεντικός»: βόρεια του χωριού Φίχτι άρχιζε το στενό του Δερβενακίου, περνούσε από τη ρεματιά ανάμεσα στις Χρυσοκουμαριές (δυτι­κά) και τον Ανεμόμυλο (ανατολικά) και μετά άρχιζε φαράγγι που κατέληγε στο Χάνι του Ανέστη έχοντας αριστερά το Αγριλόβουνο και δεξιά την Παναγόρραχη. Στο νότιο στόμιο της χαράδρας βρισκόταν το Παληόχανο. Ο «αφεντικός» αυτός δρόμος, λιθόστρωτος στα περισσότερα σημεία του, ήταν πολύ συνηθισμένος εκείνη την εποχή.

Ο τρίτος δρόμος, του Αγίου Σώστη (επίσης πολυσύχναστος): άρχιζε από το Χαρβάτι (Μυκήνες), περνούσε από την Παναγόρραχη και τη δυτική πλευρά του Τρίκορφου, συνέχιζε στη μονή Αγ. Σώστη και οδηγούσε στην Κουρτέσα. Ήταν μεν συντομότερος του Δερβενακίου, αλλά έφθανε σε μεγαλύτερο ύψος.

Ο τέταρτος και συντομότερος, του Αγιονορίου (αρχ. «Κοντοπορεία»): περνούσε από το Μπερμπάτι (Πρόσυμνα), διακλαδωνόταν στο Στεφάνι και από εκεί μέσω της κλεισούρας Αγιονορίου έφθανε στην Κλένια.

 

Η εκστρατεία του Δράμαλη στην πεδιάδα του Άργους, Αλέξανδρος Ησαΐας

 

Ο Κολοκοτρώνης, αδυνατώντας να αποκλείσει τις διαβάσεις, κατέλαβε ο ίδιος με 800 άνδρες τις Χρυσοκουμαριές, ενώ έστειλε 700 άνδρες υπό τον Γεώργιο Δημητρακόπουλο στο Αργιλόβουνο, 700 υπό τον Αντώνη Κολοκοτρώνη κ.ά. στην Παναγόρραχη, 150 υπό τον παπα-Δημήτρη Χρυσοβιτσιώτη στο χωριό Ζαχαριά. Για να αποτρέψει τον εχθρό να στραφεί προς τον Αγ. Γεώρ­γιο, τοποθέτησε μεταξύ Αγ. Γεωργίου και Δερβενακίου ένα ψευδοστράτευμα με ζώα, κάπες και φέσια αγωνιστών, που από μακριά έμοιαζαν με ισχυρό συγκεντρωμένο στράτευμα. Παράλληλα ζήτησε από τους Πλαπούτα, Παπανίκα, Νικητα­ρά και τους Φλεσσαίους να έλθουν για ενίσχυση.

Το μεσημέρι της 26ης Ιουλίου η εμπροσθοφυλακή των Τούρκων έφθασε στη θέση Παληόχανο, αλλά ο Κολοκοτρώνης τους άφησε να προχω­ρούν ανυποψίαστοι μέχρι την άφιξη και του υπόλοιπου στρατού. Όταν πλέον το κύριο σώμα του εχθρού είχε εμφανιστεί, διατάχθηκε επίθεση, με αποτέλεσμα οι Τούρκοι να τραπούν προς τον Αγ. Σώστη.

Νικήτας, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, A. Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Εκεί δεν είχε φθάσει ακόμη ο Νικηταράς και αρκετοί πεζοί και ιππείς πέρασαν στην Κουρτέσα. Οι υπόλοιποι καταδιώχθηκαν ανελέητα από τους άνδρες που βρίσκονταν στην Παναγόρραχη, το Αγριλόβουνο και τις Χρυσοκουμαριές. Ο Αντ. Κολοκοτρώνης τους εμπόδισε να στραφούν προς την Παναγόρραχη (απ’ όπου θα διασώζονταν προς την Κουρτέσα) και τους έστρεφε προς τη μονή Αγ. Σώστη, ελπίζοντας ότι εκεί τους περίμενε ο Νικηταράς. Παράλληλα ο Κολοκοτρώνης διέταξε τον Δημητρακόπουλο να αφήσει το Αγριλόβουνο και να ενισχύσει τον Αντώνη Κολοκοτρώνη. Όταν τελικά ο Νικηταράς έφθασε μαζί με τους άλλους οπλαρχηγούς στον Αγ. Σώστη, αποκλείστηκαν πλέον όλες οι γύρω οχυρές διαβάσεις και έτσι ελεγχόταν η ζεύξη των μονοπατιών μεταξύ Αγ. Σώστη και Δερβενακίου.

Την ελληνική επίθεση (που κράτησε και μετά τη δύση του Ηλίου) ακολούθησε πανικός και σύγχυση του εχθρού, που οδήγησε σε άτακτη φυγή. Σκηνές φρίκης εκτυλίχθηκαν. Η ρεματιά γέμισε στοιβαγμένους νεκρούς, τραυματίες και ζώα. «Ο βράχος, η λαγκαδιά έγινε ένα από τα κουφάρια», σημειώνει ο Νικηταράς. Η φονική αυτή μάχη είχε μεγάλες απώλειες για τους Τούρκους: περίπου 2.500 – 3.000 νεκρούς και τραυματίες και πάρα πολλά λάφυρα.

Ο Δράμαλης, μπροστά σ’ αυτή την πανωλεθρία, αναγκάστηκε να επιστρέψει και να στρατοπεδεύσει στη Γλυκειά (Τίρυνθα), προετοιμάζοντας την επιστροφή στην Κόρινθο. Ο Κολοκοτρώνης, σίγουρος για τις προθέσεις του εχθρού, συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο στο Δερβενάκι. Αποφασίστηκε η κατάληψη των στενών των Δερβενακίων και Αγιονορίου. Οι Πλαπούτας, Δεληγιάννης και Αντώνης Κολοκοτρώνης θα τοποθετούνταν μέσα στο στενό του Δερβενακίου και οι Νικηταράς, Δημ. Υψηλάντης και Παπαφλέσσας στο Αγιονόρι.

Ο Γιατράκος, επικεφαλής των στρατευμάτων  Κεφαλαρίου, Μύλων και Άργους, στο Χαρβάτι μα­ζί με τους Τσώκρη, Σέκερη κ.ά. Οι οδηγίες ήταν να σπεύσουν όπου θα εμφανιζόταν ο εχθρός. Ο Κολοκοτρώνης έμεινε στο Αγριλόβουνο. Ενώ το σχέδιο ήταν καλό, δεν εφαρμόστηκε πλήρως. Το Χαρβάτι έμεινε αφύλακτο, γιατί ο μεν Γιατράκος καθυστέρησε στους Μύλους περιμένοντας την άδεια της σκιώδους κυβέρνησης για να εκτελέσει τη διαταγή του στρατηγού, οι δε στρατιώτες του Τσώκρη απείθησαν στρεφόμενοι στα τουρκικά λάφυρα της 26ης Ιουλίου.

 

Στα στενά των Δερβενακίων, πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη

 

Ο Δράμαλης αναχώρησε από τη Γλυκειά τα ξημερώματα της 28ης Ιουλίου, χωρίς όμως να ειδοποιηθούν έγκαιρα οι Κολοκοτρώνης και Πλαπούτας. Ο εχθρός μέσα από το αφρούρητο Χαρβάτι έφθασε στο Μπερμπάτι. Από εκεί υπάρχουν δυο δρόμοι προς Αγιονόρι: ο ένας κατ’ ευθείαν, όπου φύλαγαν οι Φλεσσαίοι και ο άλλος μέσα από το Στεφάνι, όπου βρισκόταν ο Νικηταράς. Ο Δράμαλης προτίμησε το δεύτερο. Ο Νικηταράς – αρχικά μόνος του – προσπάθησε να τον αντιμετωπίσει καταλαμβάνοντας επίκαιρες θέσεις στα υψώματα. Οι Τούρκοι δεν άργησαν να βρεθούν ανάμεσα στα δυο πυρά, του Νικηταρά και του Νικήτα Φλέσσα.

Αργότερα διατά­χθηκε ο Πλαπούτας να μεταβεί από το Δερβενάκι στην Κλένια, αλλά οι Τούρκοι είχαν πλέον βγει από το Αγιονόρι. Η καταδίωξη διήρκεσε έξι ώρες και συμμετείχαν χωρικοί, ακόμη και γυναίκες του Αγιονορίου, πετώντας βράχια από το βουνό. Τα πλούσια λάφυρα, που άφηναν πίσω τους οι Τούρ­κοι, ανέκοψαν την ορμή της καταδίωξης, στην οποία όμως επέμεινε με λίγους άνδρες ο Νικηταράς. Ο Δράμαλης μόλις διασώθηκε, έχοντας χάσει το ένα πέμπτο της αρχικής του δύναμης, πάρα πολλά πολεμοφόδια και μεταγωγικά μέσα.

Η συντριβή της στρατιάς του στα Δερβενάκια και στο Αγιονόρι έσωσε την Επανάσταση στην Πελοπόννησο και – όπως συνηθίζεται – έμεινε ως θρύλος στη λαϊκή μνήμη. Ο Κολοκοτρώνης, ως εμπνευστής της διπλής νίκης (στην οποία συνέβαλαν ο Νικηταράς και άλλοι οπλαρχηγοί), απέκτησε μεγάλο κύρος και αναδείχθηκε αρχηγός των στρατιωτικών δυνάμεων. Λίγο αργότερα του επιφυλάχτηκε από το λαό θερμή υποδοχή στην Τρίπολη, προκαλώντας το φθόνο των πολιτικών και αρχόντων, οι οποίοι ένιωθαν την «προ αμνημονεύτων ετών» εξουσία τους αποδυναμωμένη, ενώ ο Δράμαλης το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου πέθανε από τη λύπη του στην Κόρινθο.

 

Αννίτα Ν. Πρασσά

δρ Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, προϊσταμένη

Γενικών Αρχείων Κράτους Ν. Μαγνησίας

 

Βιβλιογραφία


  • Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, Η καταστροφή του Δράμαλη, Τρίπολις, 1913.
  • Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, «Ιωάννου Φιλήμονος, Προκαταρκικαί αιτίαι της εισβολής των εχθρών εις Πελοπόννησον (1822)», Μνημοσύνη, τ. Θ΄ (1982-1984), σ. 3-56.
  • Απομνημονεύματα, Αθήναι (1957) τ. Β’. Ευάγγελος Ζαμάνος, Η εκστρατεία του Δράμαλη υπό το φως ιστορικοστρατιωτικής ερεύνης, Αθήναι 1964.
  • Νικόλαος Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, εισαγ. – σημ.: Γ. Βλαχογιάννης, Αθήναι 1940, τ. Β’.
  • Θεόδ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής Φυλής, (φωτομ. επανέκδ.), εισαγ.-ευρετ. – επιμ.: Τ. Αθ. Γριτσόπουλος, Αθήναι 1981.
  • Νικ. Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, Αθήναι 1851, τ. Α’.
  • Σπυρ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1861, τ. Β’.
  • Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, Αθήναι 1839, τ. Β’.
  • Φώτιος Χρυσανθακόπουλος (Φωτάκος), Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1899, τ. Α’.
  • Κριτική αποτίμηση των απομνημονευμάτων του Αγώνα, βλ. Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, «Ιστοριογραφία του Αγώνος», Μνημοσύνη, τ. Γ’ (1970-1971), σ. 33-253.

 

Πηγή


 

  •  Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Οι μεγάλες μάχες του 1821 », τεύχος 278, 24 Μαρτίου 2005.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Φαρμακίδης Θεόκλητος (1784-1860) 


  

Κληρικός, θεολόγος και συγγραφέας (1784-1860), ένας από τους εκδότες του Λογίου Ερμή. Δίδαξε στην Ιόνιο Ακαδημία (1823-1825), και διετέλεσε διευθυντής του Εθνικού Τυπογραφείου και της Επισήμου Εφημερίδος, έφορος του Ορφανοτροφείου της Αίγινας (1832), καθηγητής στο Πανεπιστήμιο και γραμματέας της Ιεράς Συνόδου (1833). Ήταν υπέρμαχος της κήρυξης του Αυτοκεφάλου της ελληνικής Εκκλησίας.

 

Θεόκλητος Φαρμακίδης, χαλκογραφία.

Θεόκλητος Φαρμακίδης, κατά κόσμον Θεοχάρης Φαρμακίδης. Γεννήθηκε στο Νεμπεγλέρ (Νίκαια) της Λάρισας στις 25 Ιανουαρίου 1784. Στη γενέτειρά του διδάχτηκε τα πρώτα γράμματα, πιθανότατα από κάποιο ιερωμένο και σε ηλικία 17 χρονών μετά τον θάνατο τον γονέων του, το 1800, αναχώρησε για τη Λάρισα. Εκεί διδάχτηκε στοιχεία αρχαίων ελληνικών και το 1802 χειροτονήθηκε διάκονος οπότε μετασχημάτισε το βαπτιστικό του όνομα θεοχάρης, σε Θεόκλητος.

Στη συνέχεια φοίτησε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή (1804-1806), στη Σχολή των Κυδωνιών και στην Ακαδημία του Ιασίου (1806-1811) στο Βουκουρέστι όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, καθώς και στη Βιέννη (1811-1818) συμπληρώνοντας τη φιλολογική του μόρφωση – έμαθε λατινικά, γαλλικά και γερμανικά. Γίνεται υπεφημέριος (1811) στο ναό Αγίου Γεωργίου της Βιέννης, θέση που κατείχαν στο παρελθόν ο Νεόφυτος Δούκας και ο Άνθιμος Γαζής˙αρχίζει τη μετάφραση από τα λατινικά της τετράτομης εγκυκλοπαίδειας του Φ. Γιάκομπς, έργο που εκδοθεί στην Κέρκυρα το 1928. Από το 1816 έως το 1818 συνέχισε την έκδοση του περιοδικού Λόγιος Ερμής. Το 1817 υποβάλει παραίτηση από τη θέση του υπεφημέριου του Αγίου Γεωργίου, εξαιτίας του πολέμου που υφίσταται από τα μέλη της ελληνικής κοινότητας της Βιέννης για τα γραφόμενα του «Λόγιου Ερμή».   Υπήρξε μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ενώ ο φιλέλληνας λόρδος Γκίλφορντ του κάλυψε τις δαπάνες των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν (Γοττίγκη) στη Γερμανία το 1819.

Μετά την έναρξη της Επανάστασης ήρθε στην Ελλάδα και τον Αύγουστο του 1821 στην Καλα­μάτα εξέδωσε, με την υποστήριξη του Δημητρίου Υψηλάντη, την πρώτη ελληνική εφημερίδα που κυκλοφόρησε σε ελλαδικό έδαφος. Ήταν χειρόγραφη και έφερε τον τίτλο Ελληνική Σάλπιγξ. Εκδόθηκαν μόνο τρία φύλλα της εφημερίδας, επειδή ο Φαρμακίδης αρνήθηκε να υποταχθεί στις επιταγές της λογοκρισίας που είχε επιβάλει η επαναστατική κυβέρνηση.

Έλαβε μέρος στις δύο πρώτες εθνοσυνε­λεύσεις, διορίστηκε μέλος του Αρείου Πάγου Ανατολικής Ελλάδος, έφορος της Παιδείας και της Ηθικής Ανατροφής των Παίδων και δίδαξε το διάστημα 1823-1825 στην Ιόνιο Ακαδημία.

Το 1825 διορίστηκε από την κυβέρνηση αρχισυ­ντάκτης της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος, επίσημης εφημερίδας της ελληνικής διοίκησης στο Ναύπλιο. Ο Φαρμακίδης θα επιβάλει φιλελεύθερη γραμμή στα πρότυπα των παραδόσεων του Διαφωτισμού, γεγονός που θα προκαλέσει τη σύγκρουσή του με τους πολίτικους (Σπ. Τρικούπης), γι΄ αυτό και θα αντικατασταθεί.

Όντας υποστηρικτής του Αγγλικού Κόμματος του Μαυροκορδάτου, διαφώνησε εξαρχής με τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, τον οποίο θεωρούσε όργανο της ρωσικής πολιτικής. Η κυ­βερνητική λογοκρισία ανακάλυψε επιστολή του με επικριτικό περιεχόμενο για το πρόσωπο του κυβερνήτη και γι’ αυτόν το λόγο δικάστηκε και φυλακίστηκε. Το 1832 ορίζεται  έφορος του κεντρικού σχολείου στην Αίγινα.

Θεόκλητος Φαρμακίδης, ελαιογραφία, 1858.

Μετά την δολοφονία του Καποδίστρια έγινε σύμβουλος της αυλής του Όθωνα επί εκκλησιαστικών θεμάτων. Από τη θέση αυτή ο Φαρμακίδης πρότεινε στον Μάουρερ το αυτοκέφαλον της Ελληνικής Εκκλησίας και την ανεξαρτησία της από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο τελικώς επιβλήθηκε με το Διάταγμα της 23ης Ιουλίου/4ης Αυγούστου 1833.  Η φιλελεύθερη αυτή θέση του πήγαζε από την πεποίθηση πως σκοπός της επανάστασης ήταν η αποτίναξη της οθωμανικής τυραννίας και επομένως η πατριαρχική εξουσία θα εγκυμονούσε κινδύνους επεμβάσεως στα εσωτερικά ζητήματα του νέου κράτους.

Οι συντηρητικοί εκκλησιαστικοί κύκλοι, που ανήκαν στο ρωσικό κόμμα (το οποίο υποστήριζε το ενιαίο εκκλησιαστικό κέντρο, επί τη βάσει των πανσλαβιστικών σχεδίων της Ρωσικής Αυτοκρατορίας) αντέδρασαν εναντίον του ασκώντας του εντονότατη πολεμική για πάνω από δύο δεκαετίες. Επικεφαλής αυτών των κύκλων υπήρξε ο κληρικός Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, έμμισθος σύμβουλος των Ρώσων και κύρια όργανά του η εφημερίδα «Αιών» και το περιοδικό «Ευαγγελική Σάλπιγξ».

Το 1833 διορίστηκε γραμματέας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας του βασιλείου της Ελλάδας (όπως ονομαζόταν τότε η Εκκλησία της Ελλάδας) και το 1837 του δόθηκε η θέση του τακτικού καθηγητή θεολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Υπήρξε στενός φίλος του άλλου μεγάλου διαφωτιστή Θεόφιλου Καΐρη. Είχε την άποψη ότι η Αγία Γραφή έπρεπε να μεταγλωττιστεί στην απλοελληνική, ώστε να γίνεται κατανοητή από τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, θέση που είχε ως αποτέλεσμα νέα πολεμική από τους ίδιους συντηρητικούς κύκλους. Κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου, φοβούμενος τη ρωσική επεκτατικότητα τον κίνδυνο του πανσλαβισμού, τις γεωπολιτικές βλέψεις και τα μακραίωνα συμφέροντα της Ρωσίας στα Βαλκάνια, υιοθέτησε ουδετερόφιλη στάση.

Το 1839 μετατίθεται στη  Φιλοσοφική Σχολή, ενώ συγχρόνως παύεται από τη θέση του γραμματέα της Ιεράς Συνόδου. Το 1840 εκδίδει την «Απολογία» του, έργο με το οποίο υπεραμύνεται των ιδεών και των πράξεών του.

Το 1843 επαναδιορίζεται καθηγητής στη Θεολογική Σχολή στην οποία δίδαξε μέχρι τον θάνατό του, ενώ λίγο αργότερα ο Σπ. Τρικούπης τον ορίζει και πάλι γραμματέα της Ιεράς Συνόδου. Το 1850 το Οικουμενικό Πατριαρχείο παραχωρεί την αυτοκεφαλία στην Εκκλησία της Ελλάδος και ο Φαρμακίδης πρωτοστατεί στη νομοθετική ρύθμιση. Εκοιμήθη σε πλήρη ένδεια στην Αθήνα το 1860.

Στα γραπτά του Αναστασίου Γούδα διαβάζουμε ότι το σπίτι του Φαρμακίδη στην Αθήνα τα απογεύματα ήταν γεμάτο κόσμο,  η συναναστροφή δε μαζί του, ήταν ευχάριστη, διασκεδαστική καθώς ο οικοδεσπότης, εκτός των άλλων, συνδύαζε ευφράδεια λόγου και πνεύματος. Ξεχωριστή αναφορά γίνεται στην αφιλοχρηματία του Φαρμακίδη για την οποία ο βιογράφος καταθέτει προσωπικές και άμεσες μαρτυρίες, καθώς σε πάρα πολλές περιπτώσεις διαθέτει τα χρήματά του για την θεραπεία απόκληρων και καταφρονεμένων. Τα λίγα χρήματα που από το μισθό του κρατούσε για τον εαυτό του, τα διέθετε για την αγορά βιβλίων.

Ιδιαίτερα ταπεινός στο φρόνημα, ώστε και όταν ακόμη του προσφέρθηκε ο «Μεγαλόσταυρος του Σωτήρος» ως αναγνώριση των υπηρεσιών του στο έθνος, ο Φαρμακίδης αρνήθηκε να τον παραλάβει λέγοντας:

« Εάν τι καλόν έπραξα, το εμόν καθήκον εξετέλεσα

Ικανή δε μοι έσεται αμοιβή η συνείδησις, ότι εξεπλήρωσα τούτο».

 

Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης μεταξύ άλλων συνέγραψε:

«Στοιχεία ελληνικής γλώσσης», τ. 4, Βιέννη,  1815 – 1818

«Χρηστομάθεια ελληνική», τ. 3,  Αθήναι, 1837

«Περί Ζαχαρίου υιού Βαραχίου», Αθήναι,1838

«Ο ψευδώνυμος Γερμανός», Αθήναι, 1838

«Απολογία», Αθήναι, 1840

«Η Καινή Διαθήκη μετά Υπομνημάτων αρχαίων», τ. 7, Αθήναι, 1842 – 1845

«Ο Συνοδικός Τόμος ή περί αληθείας», Αθήναι, 1852

 

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας και ο Φαρμακίδης», τεύχος 38, 6 Ιουλίου 2000.
  •  Πάπυρος – Λαρούς, «Γενική Παγκόσμιος Εγκυκλοπαίδεια », Τόμος 12ος , Αθήναι, 1963.
  •  Αναστάσιος Ν. Γούδας, «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», 1866 – 1870.

 

Διαβάστε ακόμη:

Η δίκη του Θεόκλητου Φαρμακίδη (1829 – 1830)

Read Full Post »

Επίκουρος, ο υμνητής του «ευ ζην»


 

Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011  και ώρα 6.30΄ μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» θα μιλήσει:

 η κ. ΄Ελενα Μπρούμη- Χρυσοπούλου

Βιβλιοθηκονόμος

δισέγγονη του Αρχιτέκτονα του Μεγάρου του « ΔΑΝΑΟΥ»

Ιφικράτη Κοκκίδη,

με θέμα: « Επίκουρος, ο υμνητής του «ευ ζην».

Θα ακολουθήσει συζήτηση.

Η παρουσία σας θα αποτελέσει τιμή για την ομιλήτρια και τον Σύλλογο.

 

Έλενα Μπρούμη- Χρυσοπούλου

Η κ. Έλενα Μπρούμη-Χρυσοπούλου είναι πτυχιούχος του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Βιβλιοθηκονομίας. Έχει ασχοληθεί με την επιμέλεια ποιητικών συλλογών και λογοτεχνικών κειμένων, την στελέχωση βιβλιοθηκών στα ακριτικά σχολεία της χώρας και την οργάνωση διαλέξεων, κοινωνικών εκδηλώσεων και εκδρομών.

Προσέφερε τις υπηρεσίες της, στις βιβλιοθήκες του Κολλεγίου Αθηνών και του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας. Γνωρίζει την Γαλλική και Αγγλική γλώσσα.

Έχει εκδώσει την Ποιητική συλλογή: « Η ζωή μου σε λίγα τραγούδια» (πρόλογος Λιλίκας Νάκου) και την Βιογραφική λογοτεχνία: « Ένα λουλούδι που το λένε Αμαρυλλίς» Ιδιωτική έκδοση, Απρίλιος, 2010. Έχει δημοσιεύσει άρθρα της στα περιοδικά: Νέα Εστία, Γονείς, Ομοιοπαθητική Ιατρική και Ιλισσός.

Είναι μέλος του Αρχαιοφίλου Ομίλου Εκδρομών, Α.Ο.Ε. με σειρά διαλέξεων με θέμα την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και  της Ένωσης Γονέων Νοητικώς Υστερούντων Ατόμων Ε.Γ.Ν.Υ.Α. με ενεργό, εθελοντική προσφορά. Είναι δισέγγονη του Αρχιτέκτονα του Μεγάρου του « Δαναού»  Ιφικράτη Κοκκίδη.

 

Ιφικράτης Κοκκίδης (1833-1922)

Συνταγματάρχης. Μεθοδικός, πολίτης του κόσμου και με κύρος στην Ελληνική κοινωνία η οποία τον τιμούσε ως ήρωα, ήταν ο άνθρωπος ο οποίος συντόνισε τις προσπάθειες για την υποδοχή και την φιλοξενία των ξένων κατά την διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896. Υπήρξε Επιτελάρχης του Ελληνικού Σώματος Στρατού το οποίο εισήλθε στην υπό Οθωμανική κατοχή Θεσσαλία, το 1876. Γνώριζε τουλάχιστον τρεις γλώσσες και από το 1890 ήταν καθηγητής της Στρατιωτικής Ιστορίας στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων  Αποστρατεύθηκε σε ηλικία 63 ετών, τον Ιούνιο του 1896, μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

                              

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Λοιμός στο Ναύπλιο

 


Στο « Εθνικόν Ημερολόγιον» του Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου,*  ένα μοναδικό και ιδιαιτέρως σημαντικό χρονογραφικό, φιλολογικό και γελοιογραφικό περιοδικό, του έτους 1893, μεταξύ άλλων ενδιαφερόντων θεμάτων, διαβάζουμε ένα απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του Φωτίου Χρυσανθόπουλου του γνωστού Φωτάκου, γραμματέα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, που αναφέρεται στο μεγάλο λοιμό του Ναυπλίου. Ο λοιμός αυτός συνέπεσε με την παράδοση του Ναυπλίου από τον Αλη μπέη Αργίτη, ο οποίος τότε ήταν φρούραρχος της πόλης. Ας αφήσουμε όμως τον ίδιο τον Φωτάκο να μας αφηγηθεί αυτό το γεγονός, με τον μοναδικό του τρόπο.

 

« … Μετά ταύτα έλαβα διαταγήν του αρχηγού μου να ζητήσω τα κλειδιά του φρουρίου από τον Αλή πασά, όστις ήτο φρούραρχος. Ούτος ήτον ο Αλή μπέης Αργίτης, όστις προηγουμένως έλειπεν εκτός της Πελοποννήσου, και έπειτα ήλθε μετά του Δράμαλη, διορισθείς πασάς υπό του Σουλτά­νου, και τούτο διότι ακολούθησε τον Χουρσίτ πασάν, αρχηγόν των στρατευμάτων, εις την κατά των Ιωαννίνων και του Αλή Πασά εκστρατείαν, κατά την οποίαν εγένετο πασάς τρί­της τάξεως ο Αλή μπέης και διωρίσθη συνάμα και φρούραρ­χος Ναυπλίου, διότι το φρούριον ήτον εκ των επισήμων και δεν διωρίζετο άλλος ειμή Πασάς φρούραρχος.

Αφού έλαβα την διαταγήν επήγα εις την οικίαν του, (η οποία ήτο μεγάλη και έκειτο πλησίον των καφενείων, αγορα­σθείσα έπειτα επί της ελληνικής διοικήσεως από τον Εμμαν. Ξένον, και εις την οποίαν κατόπιν εκατοίκησεν ο Κυβερνήτης Καποδίστριας, και επί τέλους ηγοράσθη υπό του δήμου Ναυπλιέων δια δημοτικόν κατάστημα) δια να αναγγείλω προς αυτόν την διαταγήν του αρχηγού μου.  Άμα εμβήκα εις  την οικίαν, τον ηύρα καθήμενον, και εγώ επίσης εκάθησα, έμπροσθεν αυτού. Αλλ’ αυτός εθεώρησε τούτο ως προσβολήν και άρχισε να στεναχωρήται και να στρίβεται, διότι έμπροσθεν των Πασάδων δεν ήτο συγχωρημένον να καθίση κανείς, διότι τούτο θεωρείται θρησκευτικόν αμάρτημα.

Κατόπιν τον εφοβέρισα και του είπα να εκτελέση την διαταγήν του αρχηγού μου, ειδεμή θα παραγγείλω την άρνησιν εις αυτόν και θα διατάξη την είσοδον του στρατού εις την πόλιν. Ο πασάς ακούσας ταύτα εφοβήθη και εκάλεσεν ένα καβάσην και τον διέταξε να φέρη τα κλειδιά του φρουρίου, όστις και τα έφερεν επάνω εις ένα δίσκον, επί του οποίου ήτον εστρωμένον κάλυμμα (τζεβρές) χρυσούν˙ έπειτα ο ίδιος ημισηκωθείς, έλαβε τα κλειδιά και μου είπε˙ «λάβε τα, δόστα του αρχηγού σου, και ειπέ του εκ μέρους μου να λυπηθή του Θεού τα πλάσματα», εννοών τα πολιορκημένα γυναικόπαιδα.

 

Ναύπλιο – Η Πύλη της Ξηράς (εσωτερική πλευρά), Karl von Heideck 1837.

 

Αφού έλαβα τα κλειδιά, δια να τον καταφρονήσω, τα επέταξα μακράν και έμπροσθέν του, και είπα εις ένα των στρατιωτών να τα λάβη και να υπάγη έξω δια να ανοίξουν την πύλην της ξηράς. Τούτο του εκακοφάνη περισσότερον**. Ταύτα όλα έπραξα, διότι προηγουμένως ο Ισούφ μπέης, κάτοικος Ναυπλίου και γνωστός μου, με είχε παρακινήση να κακομεταχειρισθώ τον Πασάν, διότι ήτο χριστιανομάχος και κακός άνθρωπος. Οι δύο ούτοι Τούρκοι ετρώγοντο μεταξύ των παλαιότερα, και ο πασάς πολλάκις ερραδιούργησε τους κατοίκους του Ναυπλίου να διώξουν τον Ισούφ μπέην, ως χριστιανόν από την μητέρα του, και διότι είχεν ανταπόκρισιν μετά των Ελλήνων αποστατών.

Αληθινά η μητέρα του Ισούφ μπέη και του αδελφού του Ζουλ Φουκάρ μπέη, ήτο χριστιανή, και προτού επαναστατήσωμεν και εγώ την είδα. Ο αδελφός της έζη εις την νήσον Σπέτσαι και ωνομάζετο ο Νικολής της Πασίνας. Ο πατήρ του Ισούφ μπέη την είχεν αιχμαλωτίση, και έλαβεν αυτήν σύζυγον από την πρώτην επανάστασιν του 1769. Ούτος ωνομάζετο Αχριέτης Σαλαμπάσης, και ήτον ο πρώτος Πασάς της Πελοποννήσου, ο οποίος εστάλη εις την Τριπολιτσάν, ήτις έκτοτε εγένετο η έδρα και εδιοικείτο από το κέντρον αυτής η Πελοπόννησος, διότι πρότερον οι πασάδες είχον την έδραν των εις το Ναύπλιον.

Ο πασάς αυτός ήτο πολύ αγαπημένος από τον Σουλτάνον, διότι είχε προσφέρη πολλάς εκδουλεύσεις προς αυτόν της Πελοποννήσου, και προ πάντων επανέφερε την ευταξίαν μετά την επανάστασιν του 1769. Προ του έτους 1780 και ύστερον μετά την καταστροφήν των Αλβανών εν Πελοποννήσω, ο προ αυτού Πασάς, είχε κατασκευάση πύργον, από τας κεφαλάς των Αλβανών, έξωθεν της Τριπόλεως, η οποία τότε δεν είχε τείχος, και αυτός ο Πασάς Σαλαμπάσης εζήτησε την άδειαν παρά του Σουλτάνου να περιτειχίση την Τριπολιτσάν και ετελείωσε το έργον δια της αγγαρείας των ραγιάδων Ελλήνων. Επειδή δε ο Ισούφ μπέης ήτον ήμερος και αγαθός άνθρωπος, συνανεστρέφετο πάντοτε με τους Έλληνας και ήθελε το καλόν των, οι άλλοι Τούρκοι εμίσουν αυτόν, και τον έλεγαν ρωμηόν δια την μητέρα του.

Τον εγνώρισα κατά τα μέσα 9βρίου του 1820, όταν ήλθον από την Ρωσσίαν δια την επανάστασιν, διότι κατά διαταγήν του Γκούστη επήγον εις Ναύπλιον μετά του συντρόφου μου και Διερμηνέως Δημ. Αρκαδινού, δια να παρατηρήσωμεν και κατασκοπεύσωμεν τα φρούρια και την πόλιν.  Εγώ εφόρουν φορέματα ευρωπαϊκά και επροσποιούμην τον ξένον, ο δε Αρκαδινός τον διερμηνέα, δια να μη μας υποπτευθούν οι Τούρκοι. Αφού εμβήκαμεν εις το Ναύπλιον, ο Ισούφ μπέης μας επήρεν εις το σπήτι του, και έπειτα μας εσυνώδευσε και περιήλθαμε την πόλιν, διότι εις πάντα άλλον ήτο εμποδισμένον.

Κατά την ημέραν εκείνην εγένετο υπό του φρουράρχου η διανομή των αλεύρων και των παξιμαδίων εις την φρουράν. Αλλ’ επειδή τα μεν άλευρα ήσαν πικρά, τα δε παξιμάδια εσκουλίκιασαν, ταύτα υποχρεωτικώς εδίδοντο εις τους ραγιάδες, οίτινες εχρεώστουν να αποδώσουν ίσον ποσόν καθαρού σίτου από εκείνον τον οποίον έμελλον να θερίσουν κατά το ερχόμενον έτος 1821. Ημείς εχαίρομεν βλέποντες ότι το φρούριον δεν είχε τροφάς.

Εν τούτοις ο Ισούφ μπέης μας ωδήγησε και έξω του Ναυπλίου, και όταν επλησιάσαμεν εις την πύλην της ξηράς μας είπε να ίδωμεν επάνω, και ημείς αναβλέψαντες ίδομεν μίαν μεγάλην μάχαιραν κρεμαμένην, από επάνω από την θύραν του φρουρίου, και τότε μας είπεν ότι τούτο σημαίνει ότι δια της μαχαίρας αυτής εκυρίευσαν οι Τούρκοι το φρούριον, και ότι οι απλοί εξ αυτών δοξάζουσιν ότι κάθε Παρασκευή η μάχαιρα αύτη στάζει αίμα, αλλ’ ο Ισούφ ήτο γραμματισμένος και δεν επίστευσεν εις το τοιούτον. Τοιουτοτρόπως εγνώρισα τον Ισούφ μπέην, και δια την γνωριμίαν μας τον συνέδραμον, διότι όταν οι Τούρκοι κατά την συνθήκην έφευγαν από το Ναύπλιον εις την Ανατολήν, παρακάλεσα τον καπετάν  Άμιλτον, να δεχθή αυτόν και όλην του την οικογένειαν εις το πλοίον του, και τους εδέχθη.

Τον Άμιλτον εζήτησαν οι Τούρκοι δια να παρευρεθή και αυτός κατά την εκτέλεσιν της συνθήκης προς περισσοτέραν ασφάλειαν, διότι τότε η Αγγλία ήτο σφόδρα φιλότουρκος. Ο Ισούφ μπέης επέστρεψε πάλιν εις την Ελλάδα μετά την έλευσιν του Κυβερνήτου, και η Κυβέρνησίς του τον διώρισεν υπάλληλον προς μετάφρασιν των τουρκικών εγγράφων, τα οποία απέλειπον εις τας ιδιοκτησίας. Μετά δε ταύτα και μετά την αναχώρησιν των εν Ναυπλίω Τούρκων, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, έγεινεν όργανον άλλων επιθυμούντων να εκδιώξωσιν εμέ και τον Σπυρ. Σπηλιωτόπουλον, υπασπιστήν του πατρός του, από την ανατεθείσαν εις ημάς υπηρεσίαν, και εν μια των ημερών με ετραυμάτισε δια μαχαίρας εις τον αγκώνα του αριστερού βραχίονος.

Η επιβουλή αύτη εφανερώθη κατόπιν˙ οι αδελφοί Γιατράκος Παναγιώτης και Γεώργιος κατέβαλαν πολλήν επιμέλειαν και η πληγή μου εθεραπεύθη, χωρίς να χάσω το χέρι μου. Αλλ’ έπειτα ασθένησα από τον τύφον, όστις εγεννήθη εντός του Ναυπλίου. Η επιδημία αύτη υπήρξε φοβερωτέρα εκείνης, η οποία έγινεν εις την Τριπολιτσάν, διότι εθέρισε πολλούς Έλληνας, οίτινες εμβήκαν έξωθεν και από τον καθαρόν αέρα εις το Ναύπλιον. Ούτοι άμα εισήλθον έλαβον τα φορέματα και τα άλλα πράγματα των Τούρκων και από αυτά εμολύνθησαν.

 

Η πλατεία Πλατάνου ( Συντάγματος) με το Σεράι του Μορά Πασά και το Βουλευτικό, σχέδιο σε μολύβι, L. Lange, 1834.

 

Η νόσος αύτη είχε πολλά πρωτοφανή και παράξενα συμπώματα και αποτελέσματα. Όστις κατελαμβάνετο από αυτήν ήτο αδύνατον να ζήση, και όστις έζη και διέφευγεν αυτήν, εστερείτο μιαν από τας αισθήσεις του, ή το φως του, ή την μνήμην του, ή την ακοήν.

Όταν η νόσος έφθανεν εις την ακμήν της, ο πάσχων ετρελαίνετο και η φαντασία του ανέβαινεν υψηλά. Πολλοί εκ των αρρώστων εσηκώθησαν, οι μεν την νύκτα, οι δε την ημέραν να κολυμβήσουν εις την θάλασσαν όπου και επνίγησαν, ερρίπτοντο δε εις την θάλασσαν δια να δροσισθούν, διότι η φλόγα των μέσα ήτον αθεράπευτος. Άλλοι πάλιν ενόμιζον ότι το έδαφος ήτο θάλασσα και έριπτον εαυτούς από τα παράθυρα της οικίας των κάτω εις την γήν, αφού προηγουμένως εκδύοντο και άφιναν τα ενδύματά των  δια να μη βραχούν˙ όσοι δε από το πέσιμον εσώζοντο, εγύριζαν γυμνοί εις την πόλιν, και κανείς δεν τους εσυμάζωνεν, όλος δε ο κόσμος από τον φόβον της νόσου έφευγεν.

Τινές δε εφαντάζοντο ότι ήσαν ιερείς και περιφερόμενοι μέσα εις τας οικίας των εμιμούντο τους ιερείς ιερουργούντας εις την Εκκλησίαν. Πολλοί από τους ευρεθέντας τότε εκεί Γερμανούς φιλέλληνας και νεωστί ελθόντας, δια να προσφέρωσι τον εαυτόν των θυσίαν εις την κλασικήν γην των αρχαίων Ελλήνων, – διότι και τα διαβατήριά των τοιαύτα ήσαν και ούτος έλεγον: «Θεέ, σώσον την Ελλάδα! Απέρχεται ο δείνα (ενταύθα εσημειούτο το όνομα, το επίθετον και η πατρίς του) να συναγωνισθή μετά των αδελφών Ελλήνων, ελευθερόνων την πατρίδα του Επαμινώνδα, του Θεμιστοκλή, του Περικλή και των λοιπών Ελλήνων, και τα διαβατήρια υπέγραφον τα μέλη μιας φιλελληνικής επιτροπής υπό το όνομα κομιτέ, – αυτοί όλοι εχάθηκαν οι δυστυχείς δωρεάν, διότι δεν είχον κανένα συγγενή να τους συμμαζώξη και να τους περιποιηθή, άλλως τε δεν εγνώριζον και την γλώσσαν δια να εξηγούνται.

Αν δε κανείς εξ’ αυτών είχε σώας τας φρένας και επήγαινε γυρεύοντας να εύρη νερόν, να σβύση την φωτιά η οποία μέσα του εκαίετο, καμμίαν βοήθειαν δεν εύρισκε, διότι έφευγαν οι γεροί από κοντά του δια να μη μολυνθούν, και τούτο όχι μόνον εις τους φιλέλληνας εγίνετο, αλλά και εις τους ιδίους συγγενείς των πασχόντων, οίτινες και αυτοί ακόμα τους άφιναν. Εκτός δε τούτων ούτε ιατρούς, ούτε νοσοκομείον, ούτε άλλο τίποτε μέσον θεραπείας υπήρχεν. Οι Έλληνες χωρικοί εφοβούντο να τους πλησιάσουν, όχι δια να μη μολυνθούν και πάθωσι και αυτοί, αλλά κυρίως εκ της προλήψεως ότι οι προσβαλλόμενοι από την νόσον δαιμονίζονται.

Εν τούτοις πολλοί εκ των χωρικών, οίτινες είχον έλθη δια τα λάφυρα, επήραν τα παληόρρουχα τα μολυσμένα και έφερον την αρρώστιαν εις τα χωριάν των, από την οποίαν πολλοί απέθανον. Πολύ έβλαψεν η ώρα του έτους και η θέσις της πόλεως, διότι ήτο χειμών, και έβρεχε και η υγρασία ήτο πολύ μεγάλη. Πολλά τότε συνέβησαν αλλόκοτα και παράδοξα ένεκα της νόσου, αλλά το μάλλον περιεργότερον είναι το ακόλουθον.

Όπισθεν του ναού του Αγ. Γεωργίου υπήρχον καμάραι και ερείπια οικιών, αίτινες είχον νεωστί καταπέση, και ήσαν ξύλα πολλά, τα οποία οι Έλληνες μετεχειρίζοντο δια να καίωσι φωτιάν. Δύο αρρώστων η φαντασία εσυμφώνησε να υπάγουν να κλέψουν ξύλα από τον σωρόν των ερειπίων, και αφού επήγαν εκεί επιάσθηκαν μεταξύ των, και ο ένας εμπόδιζε τον άλλον. Ο ένας από αυτούς ήτο Χίος, Τζωρτζέτος Ράλλης ονομαζόμενος, ανεψιός του μισέ Θανάση γνωστού εις το Ναύπλιον. Αυτός έζησε, διότι τον εγνώρισα εις το Ταϊγανρόκ της Ρωσσίας κατά το 1817 και τον επεριποιήθην εις την αρρώστιαν του. Εγώ ήμην 28 ημέρας άρρωστος κλεισμένος εις ένα δωμάτιον. Ο Παναγιώτης Χρυσανθόπουλος, ο μετονομασθείς Κακλαμάνος, με επεριποιήθη προς καιρόν, αλλ’ ύστερον με παρήτησε και έφυγε κρύφα.

Είχαν καρφώση τα παράθυρα και την θύραν μήπως φύγω και κρημνισθώ, υπέφερα πολύ, ελαττώθη το μνημονικόν μου και η ακοή μου, και μετά παρέλευσιν πολλού χρόνου πάλιν τα επανέκτησα. Τοιαύτη ήτον η λοιμική νόσος του Ναυπλίου εκ ταύτης δε, καθώς και εκ της προστεθείσης της Τριπολιτσάς, απέθανον περισσότεροι άνθρωποι, παρά εις τους μέχρι γενομένους πολέμους. Είπομεν ανωτέρω ότι πολλοί εκ των ευρεθέντων Γερμανών φιλελλήνων, και νεωστί ελθόντων απέθανον από την νόσον. Ούτοι σωθέντες μετά του Πέτα την ατυχή μάχην, έμειναν ως ζύμη του τακτικού, και εκείθεν ήλθαν εις το Λουτράκι και εις την Κόρινθον, έπειτα πάλιν, ως ενθυμούμαι, εβγήκαν κατά την Πιάδα και το Λιγουργιόν, και ύστερον ετοποθετήθησαν εις το Ξεροκάστελλον και εις το μοναστήριον του Αγίου Δημητρίου, και ούτω έλαβον μέρος και αυτοί εις την πολιορκίαν του Ναυπλίου.

Αν και δεν ήσαν πολλοί, διότι δεν υπερέβαινον τους διακοσίους, όμως οι άνδρες αυτοί ανέλαβον τον αγώνα να φυλάττωσιν ως σκοποί νύκτα και ημέραν.  Εστάλαξαν οι πτωχοί εις τα πόδια των, και είναι άξιοι επαίνου δια την επί ένα περίπου μήνα τοιαύτην υπηρεσίαν των, διότι ωφέλησαν την πολιορκίαν, και μάλιστα αυτοί πρώτοι των άλλων Ελλήνων κατά την άλωσιν εμβήκαν μέσα εις το Παλαμήδιον. Δεν ενθυμούμαι τα ονόματά των δια να μνημονεύσω και να πλέξω στέφανον της καρτερίας των. Και όμως μέχρι τέλους αδικήθηκαν εις την διανομήν των λαφύρων, διότι τα επήραν οι άτακτοι.

Αν έβλεπέ τις τούτο το τακτικόν σώμα πως έγεινε τότε και πως ήτον ενδεδυμένον ποτέ, δεν θα το ελησμόνει, αλλ’ ούτε ημπορεί τις να το ζωγραφήση, διότι προς τούτο θέλει όλα του κόσμου τα χρώματα. Εφόρουν παραδείγματος χάριν μπινίσια τουρκικά διαφόρων χρωμάτων και της γούνες ανάποδα και μακρόθεν εφαίνοντο ωσεί αρκούδες ή καμήλες. Εις δε τας κεφαλάς των εφόρουν καβούκια τουρκικά. Άλλοι εξ’ αυτών ήσαν ξυπόλυτοι, και άλλοι πάλιν εφόρουν κόκκινα υποδήματα και κίτρινα και μέστια γυναικεία. Πολλοί δε άλλοι είχον αντί μανδύας, παπλώματα εις την ράχιν των. Οι δε σκοποί μακρόθεν δεν διεκρίνοντο αν ήσαν άνθρωποι. Έβλεπέ τις μόνον ένα πράγμα και εμαύριζε και μόνον από την ορθήν λόγχην του όπλου εγνωρίζοντο ότι ήσαν σκοποί.

Ο δε καιρός ήτο χειμώνας και έκαμνε κρύο πολύ, και δια τούτο υπέφερον οι πτωχοί. Ο αρχηγός των και οι λοχαγοί έδειξαν μεγάλην γενναιότητα και καρτερίαν αμίμητον, και όπως η μητέρα τρέφει και περιποιείται τα παιδιά της, έτσι και αυτοί επιμελούντο τους στρατιώτας των. Είχον δε ούτοι και ολημέρα πόλεμον με την έλλειψιν των αναγκαίων μέσων, διότι έως να εύρουν το ένα, τους έλειπε το άλλο, και δια ταύτα τα αίτια και άλλα ακόμα, ποτέ εις την Ελλάδα δεν ηδυνήθη να πήξη αυτό το σώμα των τακτικών. Όλοι δε οι Γερμανοί υπήρξαν οι ειλικρινέστεροι και αφιλοκερδότατοι φίλοι της Ελλάδος, και δια τας τοιαύτας αρετάς εμάκρυνα τον λόγον περί αυτών».

   

Υποσημειώσεις

 


  

* Ο παρ’ ημίν Αρειοπαγίτης κ. Σ. Ανδρόπουλος, κάτοχος, ως γνωστόν, των πολυτίμων ανεκδότων χειρογράφων του Φωτάκου, του διατελέσαντος γραμματέως του αειμνήστου Κολοκοτρώνη, ευηρεστήθη να χορηγήση ημίν προς δημοσίευσιν το υπ’ όψιν απόσπασμα, εν ω ζωηρώς εξεικονίζεται μια θλιβερά σελίς του Εθνικού Αγώνος.

** Εις τα προεκδοθέντα απομνημονεύματά μου εντράπην ν’ αναφέρω ότι εγώ επήρα τα κλειδιά του Ναυπλίου από τον Πασάν. Αλλ’ επειδή είδον πολλούς άλλους λέγοντας ότι αυτοί τα έλαβον, και να φορτώνονται τόσα βάρη, δια τούτο και εγώ επεφάσισα να φορτωθώ ότι έπραξα κατά διαταγήν του αρχηγού μου.

 

Πηγή

 
  • Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου, « Εθνικόν Ημερολόγιον του Έτους 1893»,  Εν Αθήναις 1893.

 


  

  

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »