Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘1821’

Εκδήλωση-παρουσίαση βιβλίου για τον Ιωάννη Καποδίστρια


 

 

Ιωάννης Καποδίστριας

Το Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012, στις 19.30 στο Βουλευτικό Ναυπλίου θα γίνει παρουσίαση του νεοκδοθέντος βιβλίου του κ. Ιωάννη Κορνιλάκη » Ιωάννης Καποδίστριας, Ο Άγιος της Πολιτικής » με ομιλία του συγγραφέα. Πρόκειται για ένα συλλεκτικό έργο που περιέχει 137 ανέκδοτες επιστολές του Κυβερνήτη, με τον γραφικό χαρακτήρα του ιδίου αφού ο εκδότης δημιούργησε γραμματοσειρά με απόλυτη πιστότητα της προσωπικής γραφίδας του Ιωάννη Καποδίστρια.

Η έκδοση αυτή είναι επετειακή δεδομένου ότι για πρώτη φορά από την αρχική έκδοση του 1841, κυκλοφορεί ξανά ένα μεγάλο μέρος των επιστολών του Καποδίστρια. Επιπλέον η εκδήλωση γίνεται στο πλαίσιο εκδηλώσεων για την επέτειο της δολοφονίας του Κυβερνήτη.

Η εκδήλωση πραγματοποιείται με τη συνεργασία του Δήμου Ναυπλιέων, του Πνευματικού Ιδρύματος «Ιωάννης Καποδίστριας» και των εκδόσεων «Αιγηίς». Κατά την έναρξη της εκδήλωσης θα απευθύνει χαιρετισμό ο Δήμαρχος Ναυπλίου κ. Δημήτρης Κωστούρος και θα προλογίσει ο Πρόεδρος του Ιδρύματος «Ιωάννης Καποδίστριας», κ. Κωνσταντίνος Χελιώτης.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Το Ναύπλιον γενέθλιος πόλις της εφημερίδος της Κυβερνήσεως


 

 

I. Η Εφημερίς της Κυβερνήσεως διέπεται σήμερον υπό του Ν. 301/ 1976, ο οποίος ορίζει ποίαι πράξεις δημοσιεύονται εις αυτήν, ήτοι (αρθρ. 1) οι νόμοι, ο κανονισμός της Βουλής, τα Πρ. Δ/γματα, αι κατά το άρθρον 44 παρ. 1 του Συντάγματος πράξεις του Προέδρου της Δημοκρατίας, αι κανονικαί πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου, του Πρωθυπουργού, των Υπουργών και των Υφυπουργών, και αι ατομικού χαρακτήρος διοικητικαί πράξεις ως και αι πράξεις των δημοσίων επιχειρήσεων, εταιρειών και ιδρυμάτων, εφ’ όσον η δημοσίευσίς των επιβάλλεται δια νόμου.

Βάσει του άρθρου 4 του νόμου τούτου ωρισμέναι εκ των ως άνω πράξεων δημοσιεύονται εν περιλήψει. Μέχρι θέσεως εν ισχύι κατά το τρέχον έτος του Ν. 301/1976 η Εφημερίς της Κυβερνήσεως ως προς την δημοσιευτέαν ύλην διείπετο υπό νόμων παλαιών προ αιώνος και πλέον εκδοθέντων, έτι δε και επί εποχής βασιλέως Όθωνος, δια των οποίων προεβλέπετο η δημοσίευσις σειράς πράξεων, με συνέπειαν την άσκοπον επιβάρυνσιν της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως με ύλην επουσιώδη. Ο πρόσφατος νόμος περιώρισε σημαντικώς την έκτασιν των δημοσιευτέων πράξεων και επέφερε σχετικήν ελάφρυνσιν έν προκειμένω. Δι’ ωρισμένας δε πράξεις προέβλεψεν άλλον τύπον δημοσιότητος, καθ’ όσον άνευ ταύτης η πράξις πάσχει νομικώς, ως ειδικώς έχουν αποφανθή τα δικαστήρια.

 

Γενική Εφημερίς της Ελλάδος

 

II. Η  Εφημερίς της Κυβερνήσεως δέον να θεωρήται ως η αρχαιοτέρα ελληνική εφημερίς. Εξεδόθη το πρώτον το 1825 εις Ναύπλιον υπό τον τίτλον ΓΕΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ από την τότε κρατικήν Διοίκησιν. Η απόφασις προς έκδοσιν της εν λόγω εφημερίδος ελήφθη δια του από 7 – 10- 1825 ψηφίσματος, το οποίον έχει ως εξής:

 

Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος

Το Εκτελεστικόν Σώμα

Επειδή δια την ανάγκην του να δημοσιεύωνται τα πρακτικά της Διοι­κήσεως και να κοινοποιούνται εν τάχει αιειδήσεις, όσαι μάλιστα αποβλέ­πουν τα συμφέροντα του λαού, εκρίθη αναγκαίον να συσταθή εφημερίς εις την καθέδραν της Διοικήσεως, της οποίας η επιστασία να παραδοθή εις άν­δρα άξιον και απολαμβάνοντα την υπόληψιν της Διοικήσεως δια την παιδείαν και την αρετήν του.

 Συναινέσει και του σεβαστού Βουλευτικού, κατά το υπ’ αριθ. 130 προβούλευμα,

 Δ ι α τ ά τ τ ε ι

Α’.   Ο κύριος   Θεόκλητος  Φαρμακίδης  διορίζεται   εφημεριδογράφος  της Διοικήσεως.

Β’.   Θέλει έχει υπό την Διεύθυνσίν του την τυπογραφίαν της Διοικήσεως, συγκειμένην από τρία πιεστήρια με όλα τα αναγκαία των.

Γ’.    Τα πρακτικά του σεβαστού Βουλευτικού θέλει παραλαμβάνει παρά του Α’ Γραμματέως του αυτού σώματος.

Α’.    Τα λοιπά πρακτικά της Διοικήσεως και τας επισήμους ειδήσεις θέλει παραλαμβάνει παρά της Γενικής Γραμματείας.

Ε’.  Ο Γενικός Γραμματεύς να ενεργήση την παρούσαν διαταγήν.

 

Εν Ναυπλίω τη 29η Οκτωβρίου 1825

                 Ο Γενικός Γραμματεύς   Α. Μαυροκορδάτος                                              

                                                                       Ο Αντιπρόεδρος

                                                                                 Γκίκας Μπότασης

                                                                              Αναγνώστης Σπηλιωτάκης

                                                                                Κων. Μαυρομιχάλης

                                                                              Ιωάννης Κωλέττης

Εκ του κειμένου του εν λόγω ψηφίσματος καταφαίνεται η σοβαρότης με την οποίαν η Διοίκησις αντιμετώπιζε την έκδοσιν της εφημερί­δος ως εκ της αναθέσεως της εκδόσεώς της εις τον Θεόκλητον Φαρμακίδην.

Θεόκλητος Φαρμακίδης, ελαιογραφία, 1858.

Ούτος ήτο αρχιμανδρίτης γεννηθείς το 1784 εις Λάρισαν, συγγραφεύς θεολογικών έργων πολυγραφώτατος, εκλεγείς μετέπειτα καθηγητής εις το Πανεπιστήμιον Αθηνών, κλασσικόν έργον του οποίου υπήρξε το περί Καινής Διαθήκης εκδοθέν εις επτά τόμους. Ο Φαρμακίδης ήτο έμπειρος δημοσιογράφος, ήδη παλαιότερον είχεν εργασθή ως διευθυντής από του έτους 1816 εις την εφημερίδα ΛΟΓΙΟΣ ΕΡΜΗΣ, η οποία εξεδίδετο εις Βιέννην. Εκ της εφημερίδος ταύτης απεχώρησε το 1819 προκειμένου να συνέχιση τας σπουδάς του. Εν συνεχεία ανέλαβε την διεύθυνσιν της εφημερίδος ΣΑΛΠΙΓΞ ΕΛΛΗΝΙΚΗ, η οποία εξεδόθη το 1821 εις Καλαμάταν και είναι η πρώτη εφημερίς επί ελληνικού εδάφους, δεδομένου ότι προ της επαναστάσεως εξεδίδετο πλήθος ελληνικών εφημερίδων και περιοδικών εις την Ευρώπην υπό του ελληνισμού της διασποράς, άλλ’ ως είναι φυσικόν εις την κυρίως Ελλάδα δεν ήτο δυνατή η έκδοσις εφημερίδος, καθ’ όσον ο Τούρκος δυνάστης ουδέποτε θα το επέτρεπε.

Η επιστημονική, φιλολογική και κυρίως η δημοσιογραφική ικανότης του Φαρμακίδη υπήρξαν ο κύριος συντελεστής της από της πρώτης στιγμής πλήρους επιτυχίας και καθολικής ανταποκρίσεως της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος. Το επίτευγμα δεν είναι μικρόν αν αναλογισθή κανείς, ότι η προηγουμένη προσπάθεια της Διοικήσεως όπως εκδώση εφημερίδα ήτο η προαναφερθείσα ΣΑΛΠΙΓΞ ΕΛΛΗΝΙΚΗ εις Καλαμάταν, η οποία όμως διεκόπη προώρως το αυτό έτος λόγω κυρίως διαφωνίας Φαρ­μακίδη – Δ. Υψηλάντη. Από του έτους δε 1821 μέχρι του έτους 1825 κα­τέστη αδύνατος η έκδοσις εφημερίδος υπό της Διοικήσεως όλως απαιραιτήτου δια τον λαόν εν όψει του ότι, ως γνωστόν, η επίδρασις του τύπου επί του φρονήματος του αγωνιζομένου έθνους θα ήτο σοβαρώτατος παρά­γων επιτυχίας του ιερού αγώνος. Δια της προαναφερθείσης όθεν εύστοχου ενεργείας της Διοικήσεως η συνεχής και αδιάλειπτος έκδοσις της εφημερί­δος κατέστη γεγονός.

Δεύτερον στοιχείον επιτυχίας ταύτης υπήρξεν η ύλη της. Αύτη απετελείτο από τρία ούτως ειπείν τμήματα. Το πρώτον τμήμα απετέλουν οι νόμοι, τα διατάγματα, τα ψηφίσματα και αι λοιπαί νομοθετικού περιεχο­μένου πράξεις της Διοικήσεως, ύλη δηλονότι προσιδιάζουσα προς την της εφημερίδος της Κυβερνήσεως της σημερινής εποχής, επί πλέον δε εδημοσίευε και τα πρακτικά των συζητήσεων του Βουλευτικού. Το δεύ­τερον ούτως ειπείν τμήμα απετέλουν αι κρατικαί ειδήσεις αι αναγόμεναι δηλονότι εις την δραστηριότητα της Διοικήσεως. Και το τρίτον τμήμα απετέλουν αι πάσης φύσεως ειδήσεις εσωτερικαί και εξωτερικαί. Τας εκ του εξωτερικού ειδήσεις η εφημερίς επληροφορείτο εκ του ξένου τύπου, δεδομένου ότι είχε ληφθή πρόνοια, όπως τα από καιρού εις καιρόν καταπλέοντα πλοία εις το Ναύπλιον μεταφέρουν δια λογαριασμόν της Διοική­σεως πλήθος ξένων εφημερίδων.

Η Γενική Εφημερίς της Ελλάδος εξεδίδετο ως δισεβδομαδιαία, κυ­κλοφορούσα καθ’ έκαστην Τετάρτην και Σάββατον. Ήτο κατά κανόνα τετρασέλιδος διαστάσεων 0,28 Χ 0,22, πολλάκις όμως περιείχε περισσο­τέρας σελίδας παρενθέτους ως παραρτήματα. Η ετησία συνδρομή της ήτο εξ δίστηλα τάληρα Ισπανίας. Η δε Διοίκησις είχεν εκδώσει διάτα­γμα, βάσει του οποίου όσοι εκ των δημοσίων υπαλλήλων εμισθοδοτούντο δια ποσού άνω των 200 γροσίων μηνιαίως, ήσαν υποχρεωμένοι να εγγράφωνται συνδρομηταί. Ούτω πλην του ειδησεογραφικού είχεν εξασφαλίσει την επιτυχίαν και εις τον οικονομικόν τομέα η περί ης ο λόγος εφημερίς.

Ως ανεφέρθη, διευθυντής της εφημερίδος ήτο ο Θεόκλητος Φαρμα­κίδης. Από τεχνικής απόψεως ούτος επεμελείτο κατά μέγα μέρος μόνος της δημοσιευτέας ύλης, εργασίαν ην παρ’ όλον τον μόχθον διεξεπεραίωνεν επιτυχώς χωρίς αξιόλογους συνεργάτας. Μάλιστα δε βλέπομεν ωρισμένα φύλλα να μη έχουν εκδοθή, καθ’ όν χρόνον ο Φαρμακίδης ήτο ασθενής. Ωσαύτως υπήρξαν και τίνες άλλαι, μικράς διαρκείας πάντοτε διακοπαί, οφειλόμενοι εις υπερβολικός αξιώσεις των τυπογράφων, οι οποίοι ήσαν ελάχιστοι και ήτο αδύνατος η εξεύρεσις άλλων ειδικευμένων τεχνιτών.

Πέραν τούτων ο Φαρμακίδης είχε να αντιμετώπιση και πλείστα όσα πολιτικά θέματα εις την εφημερίδα. Ούτω παρ’ ότι κατά γενικήν ομολογίαν υπήρξεν ικανός δημοσιογράφος και άκρως αντικειμενικός, εν τού­τοις πλειστάκις κατηγορήθη υπό τρίτων, των οποίων αι φιλοδοξίαι εξετείνοντο μέχρι σημείου να ζητήται η προσωπική των δια της εφημερίδος προβολή και προς την οποίαν δεν έστεργεν ο Φαρμακίδης.

Πλην της εξυψώσεως του φρονήματος των αγωνιζομένων ο Φαρμακί­δης ενωρίς διέγνωσεν ότι δια της εφημερίδος του ήτο δυνατόν να επηρεάση ευμενώς την πολιτικήν των ξένων δυνάμεων υπέρ της Ελλάδος. Δια της καταλλήλου δε ειδησεογραφίας κατέβαλε σοβαράς προσπαθείας προς τούτο. Από του έτους 1826 συνεζητείτο α ανάθεσις της διακυβερνήσεως της Ελλάδος εις τον Ιωάννην Καποδίστριαν ή εις βασιλέα.

Η Γενική Εφημερίς κατεχώρησεν ανώνυμον σχόλιον την 24 – 2 -1826, δια του οποίου κατεκρίνετο η Συνέλευσις επί του θέματος τούτου. Η Συνέλευσις όμως την 1ην Μαρτίου εις μυστικήν συνεδρίασιν απεφάσισε την απόλυσιν του Φαρμακίδη. Πλην όμως λόγω εντόνου αντιδράσεως κυρίως του Σπ. Τρικούπη υποστηρίξαντος, ότι το δημοσίευμα ουδέ προσβλητικόν της θρησκείας ήτο, ουδέ συκοφαντικόν, ουδέ παράνομον και επομένως η ελευθερία του τύπου δεν δύναται να θίγεται, η απόφασις περί απολύσεως του Φαρμακίδη δεν εξετελέσθη.

Εν τω μεταξύ την 9ην Απριλίου 1827 εις την εφημερίδα δημοσιεύεται η διακήρυξις του προέδρου της Γ’ Εθνικής Συνελεύσεως, περί του ότι η Συνέλευσις εξέλεξεν ως Κυβερνήτην της Ελλάδος τον Ιωάννην Καπο­δίστριαν. Ο Φαρμακίδης ήτο αντίθετος προς την λύσιν ταύτην, δια τούτο και την 4ην Ιουνίου 1827 διαφωνών υποβάλλει την παραίτησίν του από την διεύθυνσιν της εφημερίδος, δι’ επιστολής του δημοσιευομένης εις ταύ­την και η οποία έχει ως έξης:

 

Επιθυμών πάντοτε να υπηρετήσω και εγώ την Πατρίδα κατά τας δυ­νάμεις μου και να φανώ χρήσιμος εις το Έθνος απεδέχθην την σύνταξιν της εφημερίδος, αν και ήξευρα, εκ πείρας, πόσον επίπονον, πόσον οχληρόν και αχάριστον έργον αποδέχομαι και τρία εξάμηνα είχον το φορτίον αυτό.

 Αλλά δια περιστάσεως ιδιαιτέρας, δεν ημπορώ πλέον να εξακολουθήσω την σύνταξιν και διεύθυνσιν της εφημερίδος. Και παραιτούμενος, εύχομαι πρώτον εις την Πατρίδα τα κρείττω και δεύτερον ομολογώχάριτας εις τους σνγκαταβατικούς αναγνώστας μου και εις όσους μας εσυνέδραμον.

Νομίζω ότι, καθ’ όσον καιρόν εχρημάτισα συντάκτης, έπραξα κατά τα συμφέροντα της Πατρίδος και πάντοτε επροσπάθησα να είμαι από του υγιούς μέρους των συμπολιτών.

Πολλοί εφάνησαν ενάντιοίμου και με εκατηγόρησαν δημοσίως ως δούλον φατριών, ως μισθωτόν κλπ., αλλ’ εφάνησαν άδικοι και, αν ήθελον νά κρίνωσι ορθώτερον, δεν ήθελον φανή τοιούτοι. Έπειτα δεν εφαντάσθην ποτέ ότι ημπορώ να φανώ εις όλους ενάρεστος. Ουδ’ ο Ζεύς τοις πασιν ανδάνει.

Όσον και αν εφιλοτιμούμην να καταστήσω την εφημερίδα τελειοτέραν, δεν ημπορούσα να το κατορθώσω. Τα εμπόδια ήσαν πολλά και δεν ήτο εις την εξουσίαν μου να νικήσω. Τέλος έπραξα όσον ηδυνήθην. Αναμάρτητον δεν ενόμισα ποτέ εμαυτόν. Εύχομαι ο διάδοχος μου να φανή ευδοκιμώτερος.

Εν Πόρω 1827 Ιουνίου 4.

 

Γενομένης αποδεκτής της παραιτήσεως του Φαρμακίδη, η διεύθυνσις της εφημερίδος ανετέθη εις τον Γ. Χρυσίδην. Ούτος αναλαμβάνων την διεύθυνσιν εδημοσίευσεν εις το φύλλον της 22-6- 1827 το «Πρόγραμμά του» ως το τιτλοφορεί, δια του οποίου και πληροφορεί τους αναγνώστας ότι η εφημερίς θα εξακολουθή να εκδίδεται υπό την αυτήν τιμήν, ανα­φέρει ότι κατ’ αρχήν ηρνήθη να αναλάβη την διεύθυνσιν της εφημερίδος ύποβαλών την παράκλησιν, όπως αύτη ανατεθή εις ικανώτερον τούτου, επείσθη δε τελικώς λόγω των προς την πατρίδα υποχρεώσεών του.

Περαι­τέρω παρακαλεί τους συνεργάτας του να σέβωνται κυρίως την αλήθειαν και τέλος παραθέτει εκτενείς απόψεις δια την ελευθερίαν του Τύπου, ως και δια τους κινδύνους εκ της καταχρηστικής ασκήσεώς της. Σκοπός δε της ελευθεροτυπίας δέον να είναι η μόρφωσις καλών πολιτών και καλών στρατιωτών προς ενίσχυσιν του αγώνος και στερέωσιν της ελευθερίας. Εκ του προγράμματος του Χρυσίδου προκύπτει ωσαύτως, ότι ούτος ήτο ικανός και εμπνευσμένος δημοσιογράφος.

Εν τω μεταξύ η Γενική Εφημερίς ήλλαξεν έδραν κατ’ επανάληψιν. Ούτω την 24ην Νοεμβρίου 1826 μετεφέρθη εις Αίγιναν. Την 30ήν Μαρτίου 1827 εις Πόρον. Την 22αν Ιουνίου 1827 επανέρχεται εις Ναύπλιον. Την 24ην Αυγούστου του αυτού έτους μεταφέρεται πάλιν εις Αίγιναν. Το αυτό έτος μετεφέρθη δι’ ένα μήνα εις Άργος, δια να επανέλθη ευθύς αμέσως εις Αίγιναν. Την 18ην Οκτωβρίου 1830 μετεφέρθη οριστικώς εις την πρώτην της έδραν εις Ναύπλιον, ένθα συνέχισεν εκδιδομένη και μετά την έλευσιν του Όθωνος.

Εν τω μεταξύ την 18ην Απριλίου του έτους 1832 ήλλαξε τίτλον μετονομασθείσα Εθνική Εφημερίς και εν συνεχεία μετωνομάσθη Ελληνικός Μηνύτωρ. Από 1ης Φεβρουαρίου 1833 μετωνομάσθη τελικώς Εφημερίς της Κυβερνήσεως, τίτλον τον οποίον διατηρεί μέχρι σήμερον, η δε διεύθυνσίς της ανετέθη εις τον Γ. Αποστολίδην Κοσμητήν.

 

Το πρώτο Φύλλο της «Εφημερίδος της Κυβερνήσεως», Ναύπλιον 16 Φεβρουαρίου 1833.

 

Από του χρόνου της τελευταίας ταύτης μετονομασίας της μετέβαλεν ριζικώς και μορφήν. Τουτέστιν έπαυσε την δημοσίευσιν ειδησεογραφίας και εδημοσίευεν αποκλει­στικώς νόμους και λοιπάς νομοθετικού περιεχομένου πράξεις ως ακριβώς και σήμερον, συνετάσσετο όμως εις δύο γλώσσας, εις την Ελληνικήν και την Γερμανικήν. Υπό την νέαν ταύτην μορφήν το σχήμα της ήτο μεγαλύτερον, εις δε την προμετωπίδα έφερε τον βασιλικόν θυρεόν. Το περιεχόμενόν της ήτο κεχωρισμένον εις δύο στήλας, εξ ων εις την αριστεράν ήτο το ελληνικόν κείμενον, εις δε την δεξιάν το γερμανικόν. Η δίγλωσσος έκδοσις συνεχίσθη μέχρι της 17ης Ιουνίου 1835. Έκτοτε εκδίδεται μόνον εις ελληνικήν γλώσσαν. Η εφημερίς αυτή συνέχισε την έκδοσίν της εις το Ναύπλιον μέχρι του 40ού φύλλου της. Από του 41ου, ήτοι την 21ην Δεκεμβρίου 1834 μετεφέρθη εις Αθήνας, ένθα εκδίδεται μέχρι σήμερον.

III. Η συμβολή της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος εις τον αγώνα του Γένους υπήρξε λίαν σημαντική. Εξ άλλου εις ταύτην εδημοσιεύθησαν πλήθος επισήμων εγγράφων, ειδήσεων, συζητήσεων του Βουλευτικού κλπ., τα οποία άλλως θα είχον κατά μέγα μέρος απολεσθή, το δε ιστορι­κόν της επαναστάσεως υλικόν θα ήτο ασυγκρίτως πτωχότερον.

Ας σημειωθή χαρακτηριστικώς, ότι η περί ης ο λόγος εφημερίς προέτεινεν εις το φύλλον της 21ης Οκτωβρίου 1825 την καθιέρωσιν ως εθνικού ύμνου του ποιήματος του Δ. Σολωμού «Ύμνος προς την Ελευθερίαν», του οποίου εδημοσίευσεν ανάλυσιν υπό του Σπ. Τρικούπη. Τουτέστιν τεσσαράκοντα έτη προ της καθιερώσεώς του ως τοιούτου δεδομένου, ότι ως γνω­στόν, το ποίημα τούτο καθιερώθη ως εθνικός ύμνος της Ελλάδος μόλις την 4ην Αυγούστου 1865 υπό του Βασιλέως Γεωργίου του Α’, ο οποίος τον ήκουσε να ανακρούεται εις Κέρκυραν κατά την προ έτους εκεί επίσκεψίν του.

Ιδιαιτέρως συγκινητική είναι εξ άλλου η εξιστόρησις της πολιορ­κίας και ηρωικής εξόδου του Μεσολογγίου. Έτερον χαρακτηριστικόν η περιγραφή της εντυπώσεως, ην ενεποίησεν εις τους Ναυπλιείς ο κατά­πλους εις Ναύπλιον του πρώτου ατμοκίνητου πλοίου «Καρτερία» την νύκτα της 2ας προς 3ην Σεπτεμβρίου 1826.

Τέλος η εφημερίς εξέδωκε και το πρώτον εις την ιστορίαν του ελληνικού τύπου παράρτημα την 11ην Ιανουαρίου 1828, αγγέλλουσα την έλευσιν του Καποδιστρίου. Κύριον πάντως χαρακτηριστικόν της εφημερίδος αυτής υπήρξεν η σοβαρότης της ύλης της, το έγκυρον του περιεχομένου της, η αντικειμενικότης και η αποφυγή παντός δημοσιεύματος εξυπηρετούντος τον κιτρινισμόν ή των εκτραχηλισμόν του Τύπου, φαινόμενον το οποίον δυστυχώς ενεφάνησαν αι λοιπαί εκδιδόμεναι εφημερίδες, ιδία αι ασκήσασαι αντιπολίτευσιν κατά του Καποδιστρίου.

 

Γεώργιος Ηλ. Κρίππας

Διδ. Πολιτ. Επιστημών

Διατηρήθηκε η ορθογραφία του συγγραφέα (εκτός του πολυτονικού)

Πελοποννησιακά, Πρακτικά του Α’ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών ( Ναύπλιον 4 – 6 Δεκεμβρίου 1976), Αθήναι, 1979. 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Η απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο καταλύτης για την αποδιοργάνωση της Ελληνικής Επανάστασης  (24 Φεβρουαρίου – 23 Μαΐου 1825) – Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης


 

Η απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο

Οι δύο εμφύλιοι πόλεμοι των αγωνιζόμενων για ανεξαρ­τησία Ελλήνων (Ιανουάριος -Ιούνιος, Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1824) είχαν ως αποτέλεσμα τον εθνικό διχασμό, τη διάσπαση της ηγεσίας και οικονομικές καταστροφές. Πολύ σύντομα μετά τη λήξη του δεύτερου εμφυλίου άρχισαν οι αποβατικές επιχειρήσεις του Ιμπραήμ πασά στην Πελοπόν­νησο (Φεβρουάριος – Μάιος 1825).

Αυτές οι επιχειρήσεις έγι­ναν καταλύτης για την αποδιοργάνωση του νεοσυσταθέντος ελληνικού κράτους. Η ελληνική κυβέρνηση μένει ανενεργή, πόσο μάλλον που ο Πρόεδρος του Εκτελεστικού Γεώργιος Κου­ντουριώτης, ο οποίος έχει αυτοδιοριστεί και αρχιστράτηγος, αναχωρεί από το Ναύπλιο για το στρατόπεδο της Μεσσηνίας. Ο Ιωάννης Κωλέττης παραμένει στην πρωτεύουσα και βυσσοδομεί εναντίον του Κουντουριώτη. Αυτός αποδεικνύεται τελείως ακατάλληλος για αρχιστράτηγος. Ιδιαίτερα βαραίνει η αδυναμία της κυβέρνησης να εφοδιάσει τα ρουμελιώτικα σώματα, που αντιμε­τωπίζουν τον εχθρό, με τρόφιμα και πολεμοφόδια. Στο στρατόπεδο απουσιάζει γενικός αρχηγός, οι οπλαρχηγοί αδρανούν και επικρατεί αταξία και απειθαρχία. Οι στρατιώτες περιφέρονται στα γύρω χωριά για να βρουν τροφή. Οι Πελοποννήσιοι αρνούνται να στρατολογη­θούν από τη στιγμή που οι αρχηγοί τους, και κυρίως ο Κολοκοτρώνης, βρίσκονται είτε φυλακισμένοι είτε κυνηγημένοι από την κυβέρνηση.

Ο συγγραφέας αποτυπώνει τα γεγονότα των τριών αυτών μηνών, μέρα με τη μέρα, μέσα από δημόσια έγγραφα, εκδεδομένα και ανέκδοτα, ημερολόγια και απομνημονεύματα αυτόπτων μαρτύρων.

 

Από τον πρόλογο του βιβλίου…

 

Η παρούσα μελέτη είναι παλαιά. Αρχίζοντας το 1939 και μέχρι της παραμονής της ιταλικής επίθεσης, πριν ξημερώσει η 28η Οκτωβρίου 1940, είχα ολοκληρώσει την έρευνά μου στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, στις συλλογές εγγράφων της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, της Εθνικής Βιβλιοθήκης και του Μουσείου Μπενάκη, καθώς και, για τη βιβλιογραφία, στις αθηναϊκές βιβλιοθήκες. Η επεξεργασία των πηγών και η σύνθεση των δεδομένων που είχα συγκεντρώσει προχώρησε με γοργό ρυθμό κατά το πρώτο έτος της γερμανικής κατοχής και τους αμέσως επόμενους μήνες.

Το καλοκαίρι του 1942 αποπεράτωνα τα κεφάλαια 1-2 και 4-22 και είχα μερικά κενά στα κεφάλαια 23-31, το τελευταίο των οποίων αφορά στην άλωση του Νεοκάστρου (11/23 Μαΐου 1825). Δεν απέμεναν παρά ένα η δύο κεφάλαια μέχρι και της μάχης στο Μανιάκι (20 Μαΐου / 1η Ιουνίου). Τότε ανέκοψα αυτό το πρόγραμμα με την πρόθεση να προσθέσω μετά το τέλος του πολέμου νέο υλικό από αιγυπτιακές και ευρωπαϊκές πηγές και να συμβου­λευθώ ξένη βιβλιογραφία. Τελικώς το εγκατέλειψα, όπως και άλλα έργα μου με νεοελληνικά ιστορικά θέματα, στρεφόμενος στην έρευνα της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, στην οποία και επιδόθηκα έκτοτε συστηματικά.

Όλος ο φάκελος — αρχείο αποσπασμάτων από πηγές και βοηθήματα και διαδοχικά δακτυλόγραφα σχέδια — έγινε ένα δέμα που τοποθετήθηκε, χωρίς προοπτική ενδεχόμενης δημοσίευσης, σε κάποιον αποθηκευτικό χώρο. Αυτό το δέμα περνούσε από τα χέρια μου πότε πότε, εξαιτίας μετακομίσεων, αλλά ουδέποτε το άνοιξα. Έως ότου, το καλοκαίρι του 2007, βρήκα καιρό να επιθεωρήσω και να εκκαθαρίσω τα αρχεία παλαιών εργασιών μου. Τότε λοιπόν έκοψα τους σπάγγους με τους οποίους είχα δέσει τον Δεκέμβριο του 1942 αυτή τη δουλειά μου. Διατρέχοντας το πιο επεξεργασμένο δακτυλογράφο και διαπιστώνοντας ότι ήταν δημοσιεύσιμο έπειτα από λίγη ακόμη προσπάθεια, αποφάσισα να το εκδώσω, χωρίς να το αναδιαμορφώσω όπως ήθελα αρχικώς, βάσει αιγυ­πτιακών και ευρωπαϊκών πηγών — έργο ανέφικτο στη σημερινή ηλικία μου — επειδή, και όπως είναι, αξίζει να δημοσιευθεί για δύο μείζονες λόγους. Από τη μια μεριά, πρόκειται για μια ερευνητική εργασία που στηρίζεται κυρίως σε αρχειακές πηγές — και μάλιστα τελείως αναξιοποίητες — και αναδεικνύει τη σημασία τους. Από την άλλη, καταγράφει λεπτομερώς ένα σύνθετο σύνολο γεγονότων με κομβική σημασία για την πορεία της Ελληνικής Επανάστασης του 1821….

Μιχαήλ Β. Σακελλαρίου – Η απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο καταλύτης για την αποδιοργάνωση της Ελληνικής Επανάστασης  (24 Φεβρουαρίου – 23 Μαΐου 1825)
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2012, 464 σελ.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αντωνιάδης Εμμανουήλ (1791-1863)


 

  

Εμμανουήλ Αντωνιάδης

Ο Εμμανουήλ Αντωνιάδης [1] – αγωνιστής του ’21, δημοσιογράφος, μαχητής της ελευθεροτυπίας, τυπογράφος και πολιτικός -γεννήθηκε στη Χαλέπα της Κρήτης το 1791 και πέθανε στην Αθήνα τον Αύγουστο του  1863. Το 1814 εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο. Μέλος εκ των πρώτων της Φιλικής Εταιρείας «κατελίμπανε συνεχώς τας υποθέσεις αυτού, ίνα απελλών συσκεφθή μετ΄ άλλων εταίρων τα περί του μεγάλου αγώνος» [2].

Καταδιωχθείς υπό των τουρκικών αρχών λίγο προ της καθόδου του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία, μπόρεσε να  δραπετεύσει στην Οδησσό και από εκεί μέσω Βιέννης και Τεργέστης ήλθε  στην Ελλάδα την ημέρα της άλωσης της Τριπολιτσάς (23 Σεπτ. 1821). Στη συνεχεία μετέβη στην επαναστατημένη Κρήτη, όπου υπηρέτησε ως Γραμματεύς του Μιχαήλ Αφεντούλιεφ και ακολούθως υπό τον Εμμανουήλ Τομπάζη.

Διετέλεσε Πληρεξούσιος Κρήτης στις εθνικές συνελεύσεις και μετείχε στην επιτυχή εναντίον του Ιμπραήμ άμυνα στους Μύλους του Ναυπλίου και  στην εκστρατεία της Γραμβούσας υπό τον Δημήτριο Καλλέργη.

Στο ελεύθερο ελληνικό κράτος εξέ­δωσε δύο εφημερίδες την Ηώ (Ναύπλιο, 1830- 1831) και την Αθηνάν (1832-1863) και το περιοδικό Ηώς (1836-1837) σε συνεργασία με τον Ιωάννη Νικολαΐδη, από την Λειβαδιά. Ακόμη, είχε τη διεύθυνση της έκδοσης του περιο­δικού Ερανιστής (1840, 1842-1843), το οποίο εκδιδόταν από τους Φίλιππο Ιωάννου, Γ. Βέλλιο, Κωνστ. Παπαρρηγόπουλο, Περ. Αργυρόπουλο κ.ά.

Για το τυπογραφείο του Εμμανουήλ Αντωνιάδη πρέπει να σημειωθεί ή παρουσία του σ’ αυτό, ως συνεργάτη, του Κ. Δημίδη (1830-1833) και ή επιτόπου κατασκευή – χύτευση στοιχείων από τον ίδιο τον Αντωνιάδη, πού προξενούσε ζωηρή εντύπωση στους κατοίκους του Ναυπλίου. Το τυπογραφείο Αντωνιάδη τύπωσε δέκα περίπου βιβλία ιστορικά, σχολικά και λογοτεχνικά.  Τα περισσότερα από τα τυπογραφεία του Ναυπλίου θα μεταφερθούν από το 1834 στη νέα πρωτεύουσα, την Αθήνα.

Ο Εμμανουήλ Αντωνιάδης ήταν βαθύτατα επηρεασμένος από τις ιδέες του Κοραή τον οποίο θαύμαζε. Χρησιμοποιούσε πολύ συχνά στην εφη­μερίδα του τον σατιρικό διάλογο ή τον αλληγορικό μύθο, για να ασκή­σει κριτική ή να νουθετήσει. Είχε απόλυτη πίστη στην αποστολή και τη δύναμη του τύπου. Έμμονή του ιδέα ήταν η οργάνωση της εκπαίδευσης και η διάδοση της παιδείας σε όλες τας τάξεις του λαού. Ενδιαφερόταν επίσης για την καλλιέργεια της γης.

Ο φιλελευθερισμός του έφερε τον Αντωνιάδη στην αντιπολιτευόμενη τον Καποδίστρια μερίδα. Η κριτική του όμως από το βήμα της Ηούς ήταν μετριοπαθής και με απόλυτο σεβασμό στο πρόσωπο του Κυβερνήτη. Η αντιπολιτευτική στάση του, του στοίχισε, μετά την δημοσίευση του υπ’ άρ. 7-8 φύλλου της Ηούς, στο ο­ποίο χρησιμοποίησε αυστηρή γλώσσα για την μη σύγκληση Εθνικής Συνέλευσης, την στάση των Γραμματέων της Κυβέρνησης και την πολιτεία της δικαστικής εξουσίας, την καταδίκη του από το Πρωτόκλητο δικαστήριο Αργολίδας «ως  στασιαστού και ανατροπέως των καθεστώτων». Μετά την αθώωσή του από το Έκκλητο δικαστήριο Τριπολιτσάς, ο Αντωνιάδης κατάφυγε στα Μέγαρα, όπου άρχισε την έκδοση νέας εφημερί­δος της Αθηνάς, αντιπολιτευόμενος τον Αυγουστίνο  Καποδίστρια και εν συνε­χεία την Αντιβασιλεία.

Ο Ν. Δραγούμης υπογραμμίζει τα εξής [3], αναφερόμενος στις φιλελεύθερες αρχές και την ανεξαρτησία του χαρακτήρα του Αντωνιάδη: …εγκολπωθείς  από του 1831 πολιτικάς  τινας  αρχάς, ενέμεινεν αυταίς μέχρι τέλους διό και ευκόλως  θα επορίζετο ο αναγνώστης  το συμπέρασμα ότι και  το αίμα του  θα έχεεν, ίνα σώση τας συνταγματικάς ελευθερίας. Θέλων δε να τηρήση ακεραίαν, ως έλεγε, την ανεξαρτησίαν του χαρακτήρος αυτού, ου­δέποτε συνήνεσε να δεχθή έμμισθον θέσιν. Και ότε επί βασιλείας Όθωνος προσηνέχθη αυτώ κατά πρώτον μεν αξίωμα συμβούλου επικρατείας, είτα δε, τω 1844, γερουσιαστού, απέβαλε και τούτο και εκείνο… Εν τούτοις, αρνήθηκε να λάβει μέρος στην συνωμοσία η οποία κατέληξε στην επανάσταση της τρίτης Σεπτεμβρίου 1843 για την διεκδίκηση συντάγματος.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βιογραφία τούτου βλ. εις Σ. Αντωνιάδη, Εμμανουήλ Αντωνιάδης.

[2] Βλ. Νεκρολογία Εμμ. Αντωνιάδου υπό Ν. Δραγούμη ειςΣ. Αντωνιάδη, Εμμ. Αντωνιάδης.

[3] Ν. Δραγούμη, Ιστορικαί Αναμνήσεις (Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, έκδ. Ερμής), τ. Α’, Αθήναι 1973, σ. 239.

 

Πηγή


 

  • Ελένη Δ. Μπελιά δ.Φ., «Η ¨Ηώς¨ και η ¨Αθηνά ¨ του Ναυπλίου», Πρακτικά του Α΄ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιον 4-6 Δεκεμβρίου 1976), Πελοποννησιακά, Περιοδικόν της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών, Εν Αθήναις, 1979.  

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Μικρά ιστορική περιγραφή του Ναυπλίου από Γερμανικόν έντυπον του έτους 1827


 

 

Στην Βιβλιοθήκη της Σορβόννης στο Παρίσι βρίσκεται σήμερα το μοναδικό, απ’ ό,τι ξέρομε, αντίτυπο ενός μικρού βιβλίου, πού εκδόθηκε στην Λειψία το 1827 και που είναι γραμμένο στην γερμανική γλώσσα. Ο τίτλος του είναι ο έξης: «Οι αιτίες για τις οποίες οι Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης δεν απελευθέρωσαν ενωρίτερα την Ελλάδα από την σκλαβιά των Τούρκων. Μαζί με μια περιγραφή του Napoli di Romania (του Ναυπλίου) στον Μοριά, μία περιγραφή της τύχης του από τα παλαιότερα έως τα νεώτερα χρόνια και ένα πίνακα παριστάνοντας την πολιορκία του από τους Βενετούς, Σάξονες και Μπρουνσβίγκους το 1686 από τον περίφημο Ολλανδό ζωγράφο de Hooghe»[1].

 

Romeyn de Hooghe (1645-1708). Verovering Van Napoli Di Romania, Argos Teres Corinth: et Nevens De Victorie Der s.r. Op De Turcke, 1686.

 

Σαν ανώνυμος συγγραφέας του βιβλίου αυτού παρουσιάζεται στην σελίδα τίτλου ένας Αμερικανός πολιτικός, ο οποίος επισκέπτεται αυτή την εποχή την Ευρώπη. Η σελίδα τίτλου περιέχει ακόμα μερικά λόγια του Chateaubriand: «Αλίμονο στον αιώνα, που κοιτάζει αδρανώς τον αγώνα ηρώων και πού πιστεύει ότι χωρίς κίνδυνο μπορεί να αφήση να πεθάνη ένα έθνος. Τέτοιο λάθος ή μάλλον τέτοιο έγκλημα αργά ή γρήγορα θα τιμωρηθή σκληρά»[2].

Στον πρόλογο από τον Ιανουάριο του 1827 ο συγγραφέας λέει μεταξύ άλλων:

 

«Ο αρχικός σκοπός μου ήταν να δώσω στο γερμανικόν κοινό μία παραστατική και ακριβή εικόνα του Ναυπλίου, δηλαδή της τοποθεσίας του, των κατοίκων του και της καταστάσεώς του. Όμως δεν μπορεί κανείς ν’ αναφέρη την ελληνικήν υπόθεση χωρίς να λάβη υπ’ όψιν και τις σχέσεις που έχει αυτή ή χώρα με την πολιτισμένη Ευρώπη, χωρίς ν’ αναρωτιέται κανείς τι θα είναι το καλύτερο για την μια και την άλλη πλευρά, ποιο αμοιβαίο χρέος έχουν οι δύο μεταξύ τους και τι πρέπει να γίνη αυτή την στιγμή»[3].

 

Πράγματι αυτή η πολιτική συζήτηση του ελληνικού θέματος περιλαμβάνει 20 σελίδες του βιβλίου, ενώ η ιστορική περιγραφή του Ναυπλίου περιορίζεται στις δέκα πρώτες σελίδες. Ας ρίξωμε μια σύντομη ματιά στο περιγραφικό μέρος του βιβλίου: Στην αρχή ο συγγραφέας εξηγεί στους αναγνώστες του, γιατί το ενδια­φέρον του στράφηκε συγκεκριμένα προς το Ναύπλιο. Μετά από την απελευθέρωση από τούς Τούρκους, λέει, έγινε έδρα της νέας ελληνικής Κυβερνήσεως. Είναι και τώρα ο τόπος που συγκεντρώνονται οι στρατιω­τικές δυνάμεις, και ο Ιμβραήμ πασάς, ο οποίος έχει μετατρέψει σχεδόν όλη την Πελοπόννησο σε ερημιά, προσπάθησε κατ’ επανάληψη να το πλησί­αση, αλλά ματαίως [4].

Μετά από την γεωγραφική περιγραφή του Ναυπλίου ο συγγραφέας αρχίζει την ιστορική: Αναφέρει το έτος 1205 που οι Βενετοί, όπως λέει, για πρώτη φορά πήραν την εξουσία στο Ναύπλιο και το ονόμασαν Napoli di Romania. Μετά αναφέρει το 1495, που ο σουλτάνος Βαγιαζήτ κατέκτησε την πόλη [5]. Σχετικά με τα γεγονότα του 1686, που οι Βενετοί κάτω από τον Morosini ξαναπήραν το Ναύπλιο, ο συγγραφέας δίνει πιο πολλές λεπτο­μέρειες. Μιλάει για την σύνθεση των στρατών και από την βενετική και από την τουρκική πλευρά και περιγράφει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις μεταξύ των δύο. Τέλος αναφέρει την συνθηκολόγηση και την φυγή των 10.000 Τούρκων κατοίκων του Ναυπλίου προς την Μικράν Ασία. Η πόλη, λέει, είχε υποφέρει πολύ από τις μάχες και έμοιαζε με ερείπιο [6].

Στην συνέχεια ο συγγραφέας περνάει κατευθείαν στα γεγονότα του ’21: Μιλάει για την άτυχη προσπάθεια των Ελλήνων να καταλάβουν το Ναύπλιο κατά το τέλος του έτους 1821. Στην πολιορκία της πόλεως το 1822 που επέτυχε και οδήγησε στην άλωση του Ναυπλίου από τους Έλληνες, ο συγγραφέας αφιερώνει 4 σελίδες [7].

Τονίζει ότι οι συνθήκες παραδόσεως τηρήθηκαν πιστά απo τους Έλληνες και ότι δεν χύθηκε ούτε μια σταγόνα αίματος [8]. Οι Τούρκοι όμως αντάμειψαν άσχημα την καλωσύνη των Ελλήνων. Μόλις έφθασαν στη Σκάλα Νόβα της Μικράς Ασίας, λέει, εκδικήθηκαν άγρια τούς εκεί διαμένοντες χριστιανούς. Ο συγγραφέας μας τελειώνει το περιγραφικό μέρος του βιβλίου του αναφέροντας τα έξης λόγια του Κικέρωνα προς τον αδελφόν του:

 

«Θυμήσου, Quintus, ότι διατάζεις Έλληνες, οι οποίοι έχουν φέρει τον πολιτισμό σε όλους τους λαούς μαθαίνοντας τους την επιείκεια και τον ανθρωπισμό και στους οποίους η Ρώμη οφείλει την μόρφωση και τις γνώσεις που κατέχει»[9].

 

Η σύντομη ιστορική περιγραφή του Ναυπλίου σε ένα γερμανικό βιβλίο του 1827 δεν μας προσφέρει καινούργια στοιχεία. Ο συγγραφέας συνθέτει απλώς μερικά γνωστά γεγονότα από την γεωγραφία και ιστορία μιας πόλεως, στην οποίαν εστράφηκε απότομα η προσοχή των Δυτικοευ­ρωπαίων εφ’ όσον επρόκειτο να γίνη η πρωτεύουσα της νεογεννημένης Ελλάδος. Σ’ εμάς αυτή η περιγραφή δείχνει χαρακτηριστικά, νομίζω, τον τότε συνηθισμένο τρόπο πληροφορήσεως όσο πρωτόγονος και αν μας φαίνεται, σήμερα, αφού κάθε βράδυ βλέπομε στο «μαγικό κουτί» μας τα γεγονότα που συνέβησαν την ίδια μέρα σε όλον τον κόσμο.

 

Die Beweggründe…

 

Ας δούμε τώρα πως ο ανώνυμος συγγραφέας μας ερμηνεύει την πολιτική άποψη του ελληνικού ζητήματος: Στο ερώτημα που θέτει στον τίτλο του έργου του δίνει μια απλή απάντηση: Η ζήλεια μεταξύ των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, λέει, είναι η αιτία γιατί αυτές δεν έχουν κατα­στρέψει ακόμα την τουρκική δύναμη στην Ευρώπη. Αυτή η πολιτική όμως είναι, κατά την γνώμη του, εντελώς λανθασμένη. Διότι, εάν διωχθούν οι Τούρκοι από την Ευρώπη, αυτό δεν σημαίνει ότι η τέως αυτοκρατορία τους πρέπει να μοιρασθή μεταξύ της Ρωσσίας, Αυστρίας, Γαλλίας και Αγγλίας. Όλα αυτά τα κράτη είναι αρκετά μεγάλα και δεν έχουν ανάγκη από περισσότερη επέκταση [10].

Στην Ευρώπη, γράφει αλλού, κυριαρχεί ένα καινούργιο πνεύμα που βάζει την δικαιοσύνη πάνω από κάθε πολιτική. Οι λαοί ζητούν τα δικαιώματά τους. Ζητούν την ελευθερία του εμπορίου, του λόγου, της θρησκείας και του ατόμου. Γενικά όλα προχωρούν με γρήγορο ρυθμό προς το καλύτερον [11]. Οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να αγνοούν αυτό το πνεύμα της προόδου, και οι ίδιες με την ίδρυση της Ιεράς Συμμαχίας το 1815 έχουν δηλώσει επίσημα ότι απ’ εδώ και στο εξής θα θεωρούν τον εαυτό τους σαν μέλη ενός μεγάλου έθνους, και ότι η πολιτική τους θα στηρίζεται στην κοινή χριστιανική θρησκεία και στο πνεύμα της αδελφότητας. Είναι αυτονόητο, λέει ο συγγραφέας μας, ότι οι Τούρκοι δεν ταιριάζουν σε αυτήν την ευρωπαϊκή χριστιανική κοινωνία, και λάθος κάνανε οι Μεγάλες Δυνάμεις στην αρχή της Ελληνικής Επαναστάσεως να θεωρούν τον σουλ­τάνο σαν νόμιμον κυρίαρχον των Ελλήνων και τους Έλληνες σαν αντάρτες [12].

Οι Τούρκοι ξεχωρίζονται ριζικά από τους Ευρωπαίους σε ό,τι αφορά στην θρησκεία, την νοοτροπία και τα ήθη. Είναι βάρβαροι και η κυριαρχία τους έχει αποδώσει μόνο ερείπια. Αδιαφορούν αν οι περιοχές που κυβερνούν μένουν έρημες, ή αν ανθίζουν. Οι Τούρκοι είναι αρνητικοί σε κάθε είδος διαφωτισμού, σε κάθε πνευματική ανάπτυξη. Μισούν όλα που είναι χριστιανικά και θα ήταν διατεθειμένοι να καταστρέψουν όλους αυτούς που δεν υποτάσσονται στον ισλαμισμό. [13] Κάτω από τέτοιες συνθήκες, ρωτάει ο συγγραφέας, μπορεί κανένας Ευρωπαίος να επιθυμήση να ιδεί τους Έλληνες, που είναι χριστιανοί και πατέρες του πολιτισμού να σκύβουν πάλι κάτω από το σιδερένιο ζυγό των άγριων, αμαθών και φανατικών Τούρκων [14]; Η απάντηση είναι φυσικά: «όχι». Αντίθετα, η σύγχρονη Ευρώπη που χρωστάει όλη την μόρφωσή της στους αρχαίους Έλληνες πρέπει να δείξη τώρα την ευγνωμοσύνη της προς τους απογόνους τους, τους Νέους Έλληνες.

Εκτός από αυτό και η θρησκεία επιβάλλει στους Ευρωπαίους να συμπαραστέκωνται στους χριστι­ανούς αδελφούς τους εναντίον των Μουσουλμάνων. Δηλαδή, κατά την πεποίθηση του συγγραφέα μας, οι Ευρωπαϊκές Δυνάμεις έχουν το χρέος να αναγνωρίζουν την ανεξαρτησία των Ελλήνων [15].

Πώς αντιλαμβάνεται όμως ο ίδιος ένα τέτοιο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος; Η Ελλάδα, λέει, πρέπει να περιλαμβάνη όλες τις περιοχές όπου μιλάνε την ελληνικήν γλώσσα και όπου πιστεύουν στην χριστιανική θρησκεία [16]. Σαν μορφή κυβερνήσεως προτείνει την συνταγματική μοναρχία. Οι Έλληνες, λέει, χρειάζονται ένα δίκαιο και αποφασισμένο μονάρχη, ο οποίος θα βάλη τέρμα στην διχόνοιά τους και θα επιβάλη το σεβασμό στο καινούργιο ενιαίο δίκαιο. Αυτός ο μονάρχης, εκλεγμένος από τους Έλληνες, δεν πρέπει όμως να είναι Έλλην αλλά ένας ξένος που ξέρει καλά τους Έλληνες και τις συνθήκες ζωής στην χώρα τους.

Επίσης δεν πρέπει ν’ ανήκη σε μια από τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυναστείες για να μη δημιουργηθή πάλι ζήλεια μεταξύ των Μεγάλων [17]. Για τους υπόλοιπους ευρωπαϊκούς λαούς τελικά, η ανεξαρτησία της Ελλάδος, μιας τόσο καρποφόρας και όμορφης χώρας, όπως τονίζει ο συγγραφέας, θα έχη πολλά οφέλη: Από πυκνοκατοικημένες περιοχές της Ευρώπης θα μπορούσαν να μεταναστεύουν άνθρωποι στην Ελλάδα [18]. Και με την αύξηση πληθυσμού θα αυξηθούν η παραγωγικότητα και η εμπορική δραστηριότητα, αλλά και οι πνευματικές ανταλλαγές θα δυναμώσουν, διότι οι επιστήμονες θα μπορούσαν να ταξιδεύουν ελεύθερα και ασφαλώς σε ένα έδαφος που αντιπροσωπεύει την κοιτίδα του ευρωπαϊκού πολιτισμού [19].

Στο τέλος του βιβλίου του ο συγγραφέας εκφράζει την πεποίθηση, ότι οι Έλληνες θα κερδίσουν τον εξάχρονο ηρωικό αγώνα τους για την ελευθερία, διότι αυτός ο αγώνας είναι δίκαιος, και αφού οι μεγαλοπράγμονες μονάρχες και λαοί της Ευρώπης θα τους δώσουν την οφειλόμενη συμπαρά­σταση. «Η υπόθεση της Ελλάδος, γράφει κυριολεκτικά, είναι η υπόθεση της μορφωμένης Ευρώπης. Οι Τούρκοι δεν έχουν φέρει τίποτε άλλο στην Ευρώπη παρά την πανούκλα, την αναρχία και την καταστροφή. Αντίθετα, τι χρωστάμε στους Έλληνες: Την μόρφωση, τις γνώσεις και τις Καλές Τέχνες. Μονάρχες και λαοί της Ευρώπης! Κάντε το χρέος σας και μη ξεχνάτε ότι οι απόγονοί μας θα μας δικάσουν αυστηρά εάν διστάσωμε»[20].

Δύσκολο μου φαίνεται για να μην πω αδύνατο να βρεθή τώρα πια μια απάντηση στο ερώτημα, ποιος κρύβεται πίσω από την ανωνυμία του συγγραφέα του βιβλίου που σας παρουσίασα, δηλαδή ποιος είναι αυτός ο δήθεν Αμερικάνος πολιτικός, ο οποίος απευθύνεται αποκλειστικά στο γερμανικό κοινό και ο οποίος δημοσιεύει στη Λειψία ένα βιβλίο στα γερμανικά.

Το βιβλίο αυτό δεν είχε, απ’ ό,τι βλέπομε, καμμιά απήχηση στις εφημερίδες ή στα περιοδικά της εποχής, και όπως αναφέραμε πριν, το μοναδικό αντίτυπό του βρίσκεται σήμερα στο Παρίσι. Για ποιο λόγο (έτσι μπορείτε να ρωτήσετε τώρα εσείς) μιλάω για ένα βιβλίο, που προφανώς πέρασε σχεδόν απαρατήρητο στην εποχή του; Ούτε μπορεί κανείς να πη ότι οι ιδέες που περιέχει σχετικά με το ελληνικό ζήτημα είναι πρωτότυπες. Όμως σε αυτό το σημείο ακριβώς εγώ βλέπω την σημασία του βιβλίου αυτού. Δηλαδή έχομε μπροστά μας μία πλήρη περίληψη όλων των σκέψεων που είχαν εκτεθή σε δεκάδες φιλελληνικά φυλλάδια τα προηγούμενα χρόνια στην Γερμανία. Ας υπενθυμίσωμε μόνο μερικά από αυτά.

Το πρώτο φυλλάδιο του Wilhelm Trangott Krug, καθηγητού της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, που έχει τον τίτλο: «Η Αναγέννησις της Ελλάδος. Ένα πρόγραμμα για την Εορτή της Αναστάσεως»[21].

Ήταν γραμμένο για την Κυριακή των Βαΐων τον Απρίλιον του 1821, δηλαδή πριν γίνη γνωστό στην Δύση ότι εξέσπασε επανάσταση και στον Μοριά. Αυτό το φυλλάδιο είχε αμέσως μια πολύ μεγάλη απήχηση. Το Σεπτέμβριο του 1821 ο Krug εδημοσίευσε δεύτερο βιβλίο προς όφελος των Ελλήνων [22] και το επόμενο έτος τρίτο [23]. Ας υπενθυμίσωμε επίσης ένα βιβλιάριο με τίτλο «Η υπόθεσις των Ελλήνων, υπόθεσις της Ευρώπης» του καθηγητού Θεολογίας του Πανεπι­στημίου της Λειψίας, ο οποίος ήταν και προσωπικός φίλος του Krug[24]. Ας υπενθυμίσωμε ακόμα το ανώνυμο φυλλάδιο «Η σωτηρία της Ελλάδος, υπόθεσις της ευγνωμονούσας Ευρώπης» [25], ή τελικά το βιβλίο του καθηγητού της ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, με τίτλο: «Η σημασία που έχει ο τωρινός ελληνο-τουρκικός αγώνας για την υγεία της ευρωπαϊκής ηπείρου»[26].

Σε αυτά τα έντυπα ακολούθησαν ακόμα, περίπου άλλα τριάντα γερμανόγλωσσα πολιτικά φυλλάδια με θέμα τον ελληνικόν Αγώνα. Τα περισσότερα απ’ αυτά εμφανίστηκαν μεταξύ των πρώτων μηνών μετά από το ξέσπασμα της Επαναστάσεως και του τέλους του 1822.

Η τάσις όλων αυτών των φυλλαδίων με δύο εξαιρέσεις είναι καθαρά φιλελληνική. Και οι βασικές σκέψεις που προβάλλονται είναι λίγο-πολύ πάντοτε οι ίδιες. Δηλαδή η ιδέα, ότι οι Τούρκοι εκ φύσεως και εκ δικαιώματος δεν έχουν θέση στην Ευρώπη, η ιδέα ότι οι Ευρωπαίοι σαν χριστιανοί και ακόμα περισσότερο από ευγνωμοσύνη για όλα που τους έχει προσφέρει η Αρχαία Ελλάδα, έχουν το χρέος να βοηθήσουν τους Έλληνες ν’ αποκτήσουν την ελευθερία, και τέλος πάντων η ιδέα ότι η απελευθερωμένη Ελλάδα πρέπει να γίνη ισότιμο μέλος της οικογένειας των ευρωπαϊκών λαών προς όφελος όλων και κυρίως προς όφελος της γενικής προόδου.

Το βιβλίο από το 1827, για το οποίο σας μίλησα και που περιέχει μια μικρή περιγραφή της όμορφης πόλεως που συνκεντρωθήκαμε απόψε, μου φάνηκε κατάλληλο στο να σας δώση μια εικόνα του πνεύματος συμπαθείας, με το οποίον η Γερμανία έβλεπε τότε την Ελληνικήν Επανάσταση.

 

Regina Quack – Μανουσάκη

Διατηρήθηκε η ορθογραφία της συγγραφέως (εκτός του πολυτονικού)

Πελοποννησιακά, Πρακτικά του Β’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών ( Άργος 30 Μαΐου – 1 Ιουνίου 1986), Αθήναι, 1989. 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Die Beweggründe, warum die europäischen Grossmäschte Griechenland nicht früher aus der Slaverei der Türken befreieten. Nebst einer Beschreibung von Napoli di Romania (Nauplia) in Morea, einer Schilderung seiner Schicksale von den ältesten bis auf die neuesten Zeiten und einer Abildung von dem berühmten niederländischen Maler de Hooghe, seine Belagerung durch die Venetianer, Sachsen und Braunschweiger im Jahre 1686 darstellend. Von einem amerikanischen Staatsmann, der jetzt Europa besucht. Leipzig, in Baumgärtner’s Buchhandlung, 1827.

[2] Από τον πρόλογο της β ‘ εκδόσεως των «Itinéraires» του Chateaubriand, το 1826.

[3] Die Beweggründe, σσ. VI-VII.

[4] Ενθ’ άν., σ. 1.

[5] Αυτά τα στοιχεία είναι ανακριβή. Το 1212 άρχισε η φραγκική κυριαρχία του Ναυπλίου. Το 1500 ο σουλτάνος Βαγιαζήτ Β’ πολιόρκησε το Ναύπλιο, που βρισκόταν κάτω από την ενετική κυριαρχία, αλλά δεν το κατέκτησε. Η πόλη παραχωρήθηκε στους Τούρκους με συνθήκη το 1540. Λαμπρυνίδου Μιχαήλ Γ., Η Ναυπλία, έκδ. Γ’, Ναύπλιον 1975, κεφάλαια Γ’, Δ’.

[6] Ακολουθεί (σσ. 6-7) ο κατάλογος των στρατιωτικά πιο σημαντικών σημείων του Ναυπλίου κατά την ενετική πολιορκία το καλοκαίρι του 1686 όπως τα απεικονίζει ο πίνακας του Ολλανδού ζωγράφου στο παράρτημα του βιβλίου.

[7] Ενθ’ άν., σσ. 7-11. Ο συγγραφέας κάνει λάθος τοποθετώντας τα γεγονότα, όπως την εισβολή των Τούρκων στην Πελοπόννησο και την άλωση του Ναυπλίου στο έτος 1823.

[8] Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και ένας αυτόπτης μάρτυρας, ο Γερμανός αξιωματικός Gustav von Mandelsloh ο οποίος είχε δώσει στο γερμανικό κοινό μια εκτενή περιγραφή της αλώσεως του Ναυπλίου στην «Βραδυνή Εφημερίδα» της Δρέσδης το 1824. Βλ. την σχετική μελέτη μου, «Bericht eines Augenzeugen» στα Πρακτικά Α’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι 1976, τ. Γ’, σσ. 124-145. Δεν ξέρομε όμως εάν ο ανώνυμος συγγραφέας μας ήταν εν γνώσει αυτής της περιγραφής.

[9] Ένθ άν., σ. 11.

[10] Ενθ’ άν., σ. 13.

[11] Ενθ’ άν., σσ. 23-24.

[12] Ενθ’ άν., σσ. ΙΙΙ-V, 20.

[13] Ενθ» άν., σσ. 14-15.

[14] Ενθ’ άν., σ. 15.

[15] Ενθ’ άν., σ. 19.

[16] Ενθ’ άν., σ. 18. Ο συγγραφέας αναφέρει εδώ το Μοριά, την Αττική, την Βοιωτία, την Ήπειρο, επίσης και τα νησιά, όπως π.χ. την Σάμο, Χίο, Κρήτη, Ρόδο κλπ. Σε άλλο σημείο (σ. 14) γράφει ότι στην ευρωπαϊκή Τουρκία θα πρέπει να προστεθούν και μεγάλα μέρη της Μικράς Ασίας.

[17] Ενθ’ άν., σ. 17.

[18] Ενθ’ άν., σ. 14.

[19] Ενθ’ άν., σσ. 21-22.

[20] Ενθ’ άν., σσ. 28-29.

[21] Krug, Wilhelm Traugott, Griechenlands Wiedergeburt. Ein Pro­gramm zum Auferstehungsfeste, Leipzig 1821.

[22] Ibidem, Letztes Wort über die griechische Sache. Ein Programm zum Michae­lisfeste, Frankfurt / Leipzig 1821.

[23] Ibidem, Neuester Stand der griechishen Sache, Altenburg 1822.

[24] [T z s c h i r n e r, H. G.], Die Sache der Griechen, die Sache Europas, Leipzig 1821.

[25] Die Rettung Griechenlands die Sache des dankbaren Europa, Leipzig 1821.

[26] Jörg, Joh. Christian Gottfried, Die Wichtigkeit des jetzigen griechischtürkischen Kampfes für das physische Wolf der Bewohner des europäischen Continents, Frankfurt / Leipzig 1821.

 

Read Full Post »

Παράπλευρες απώλειες |Ιστορίες & Παραμύθια από την Τριπολιτσά – Έφη Δαρδαβέση, Τρίπολη, 2012.


 

Μυθοπλασία βασισμένη σε ιστορικά στοιχεία και πραγματικά γεγονότα που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της επανάστασης και της άλωσης της Τριπολιτσάς, λίγο πριν και λίγο μετά το Σεπτέμβρη του 1821. Επικεντρώνεται στην ιστορία και τους θρύλους που αφορούν στις γυναίκες του χαρεμιού του Χουρσίτ πασά και την τραγική τύχη τους.

Εμπεριέχει επίσης πληροφορίες θρύλους και ιστορικά στοιχεία για ελληνίδες που αιχμαλωτίστηκαν στη συνέχεια από τον Ιμπραήμ. Πλέκεται γύρω από τέσσερα πρόσωπα την νεαρή Αϊσέ και τον μανιάτη Γιώργη, την οικονόμο Φατμέ και τον εβραίο Σήφη, των οποίων οι σχέσεις δημιουργούνται και καθορίζονται στη διάρκεια της πολιορκίας και της Άλωσης της Τριπολιτσάς.

Στόχος του έργου είναι, μέσα από τις τραγικές ζωές των ηρώων να αναδειχθεί η θέση της γυναίκας της εποχής και ο ρόλος της στην κοινωνία την συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Για το λόγο αυτό αναφέρονται και περιλαμβάνονται πληροφορίες για την πολιτική, κοινωνική και οικονομική οργάνωση της Τριπολιτσάς και του Μοριά κατά την προεπαναστατική και επαναστατική περίοδο.

 

Παράπλευρες απώλειες

 

Έφη Δαρδαβέση

 

Η Έφη Δαρδαβέση γεννήθηκε το 1961 στην Τρίπολη Αρκαδίας όπου και κατοικεί. Είναι παντρεμένη, μητέρα 2 παιδιών. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες και δημόσια διοίκηση στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθήνας. Από τα φοιτητικά χρόνια εργάσθηκε σε διοικητικές θέσεις σε διάφορους τομείς. Για 20 χρόνια και ως το Νοέμβρη του 2010 εργάσθηκε στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας. Την ενδιαφέρει η ιστορία και η πολιτική επιστήμη και μελετά την ιστορία της Ελλάδας στα νεώτερα χρόνια. Έχει ενδιαφερθεί ιδιαίτερα για την ιστορία της Αρκαδίας και της Τρίπολης.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ελληνικά σχολεία στο Μοριά στην περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας και την Ελληνική Επανάσταση – Νίκος Π. Γεωργακόπουλος, Τρίπολη, 2006.  


 

Με το βιβλίο του αυτό ο συγγραφέας επιχει­ρεί να δώσει το στίγμα του πνευματικού βί­ου των υπόδουλων κατοίκων του Μοριά, εντοπίζο­ντας τις πνευματικές εστίες, όπου εκδηλώθηκε η ενδιάθετη θέρμη των αοιδίμων δασκάλων της επο­χής για το φωτισμό του Γένους, τη συνδιαλλαγή της παράδοσης με τη νεωτερικότητα, την αποδυ­νάμωση των εξουσιαστικών δομών και την εθνική αποκατάσταση.

Στα ταπεινά σχολεία, σε συνεργασία με τις άλ­λες δυνάμεις του ελληνισμού, προετοιμάστηκε και επιβεβαιώθηκε (με το μεγαλούργημα του ’21) η στενή σχέση πνευματικής καλλιέργειας και κατά­κτησης της πολιτικής και εθνικής ελευθερίας, μέ­σα από το ιδεολογικό μέγεθος και τον οικουμενι­κό χαρακτήρα του ελληνισμού. Καταδείχτηκε έτσι, ο στενός σύνδεσμος των αξιολογήσεων της ελληνικής παιδείας με τη συλλογική μνήμη, την εθνική μας ταυτότητα.

 

Ελληνικά σχολεία στο Μοριά

 

Σημειώνει ο συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου: 

 

Η τραγωδία του ελληνισμού στα 1453 έκανε, τις βυθισμένες σε μεταφυσική μακαριότητα συνειδήσεις, να ανανήψουν. Η Ελλάδα περιμαζεύει τα συντρίμμια της, πλάθει τα όνει­ρά της, ανασυντάσσει τις δυνάμεις της και οργανώνει την αντίστα­σή της απέναντι στον Ασιάτη κατακτητή για να επιβεβαιώσει την ταυτοπροσωπία της.

Την αναγκαστική προσαρμογή της στις νέες συνθήκες ακολού­θησε η δημιουργία δυνάμεων αυτοργάνωσης από τις εξέχουσες τάξεις του ελληνισμού – Εκκλησία, κοινότητες, οπλαρχηγοί, Φαναριώτες, ελληνικές παροικίες – οι οποίες, συν τω χρόνω, μετεξελίχθησαν σε παράγοντες οικονομικής ανάπτυξης, αστικής και πολιτιστικής αναγέννησης και πολιτικής απελευθέρωσης. Η μεταβατική αυτή πο­ρεία σημαδεύτηκε από τη συνάντηση με το λαϊκό στοιχείο δύο κό­σμων διαφορετικών: του αρχαίου ελληνικού και του βυζαντινού.

Σε λίγες περιπτώσεις θα επιτευχθεί αρμονική σύνθεση· το βυζαντινο-ορθόδοξο στοιχείο ήταν εξόχως συντηρητικό. Απέρριπτε κάθε επα­φή με τον ορθό λόγο – το κυρίαρχο στοιχείο του κλασικού πολιτι­σμού – όπως και κάθε σχέση με τη δυτική αναγέννηση, που είχε γονιμοποιηθεί απ’ αυτόν, προκειμένου να διαφυλάξει την καθαρότητα της ορθοδοξίας.

Ωστόσο, από τα μέσα του 17ου αι. στις ελληνικές παροικίες και τις φραγκοκρατούμενες περιοχές, παρατηρείται μια προσπάθεια υπέρβασης της θρησκευτικής μονολιθικότητας και διαμόρφωσης μιας καθολικότερης εθνικής ιδεολογίας με κυρίαρχο στοιχείο την κλασική αρχαιότητα, προκειμένου να συγκινηθούν οι λαοί της Ευ­ρώπης για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Οι προσδοκίες δικαιώ­θηκαν με την υπερίσχυση του Διαφωτισμού, όμως οι παρενέργειες (αρχαΐζουσα και λογιωτατισμός) από την ασύμμετρη πορεία, θα τα­λανίσουν για πολύ τον τόπο.

Σ’ όλη αυτήν την εξελικτική διαδικασία η σχολική παιδεία στο Μοριά αλλά και σ’ άλλες ελληνικές περιοχές έπαιξε ρόλο πρωταγωνιστικό. Χάρη στη γόνιμη σύνθεση του ελληνικού με τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, που πραγματοποιήθηκε στα σχολεία μας, παρά τις εγγενείς αδυναμίες, κατακτήθηκε η ωριμότητα της επιστημονικής γνώσης και παραμερίστηκε σε μεγάλη έκταση η δεισιδαιμονία που μάστιζε το λαό. Εμπεδώθηκε η κριτική ματιά για ό,τι συμβαίνει γύ­ρω μας – καλλιεργήθηκε η εθνική συνείδηση και αναδείχθηκε η εθνι­κή μας οντότητα. Δοκιμάσθηκαν νέες πνευματικές συνθέσεις και σφυριλατήθηκε το φιλελεύθερο φρόνημα για να καταξιωθεί στην κατάλληλη στιγμή, στην απώθηση της τυραννίας, την ανάκτηση της πολιτικής ελευθερίας και τη θεμελίωση μιας δημοκρατικής πολιτεί­ας.

Την ανεκτίμητη αυτή κληρονομιά έχουμε χρέος να την καταστή­σουμε πρότυπο του εκπαιδευτικού μας ιδεώδους και της πολιτικής μας πρακτικής για δύο, κυρίως, λόγους:

Πρώτον γιατί, ενώ έχουν περάσει σχεδόν δύο αιώνες ελεύθερου εθνικού βίου, κανένα από τα μεγάλα οράματα εκείνης της περιόδου – εθνικά, πολιτικά, πολιτιστικά – δεν κατορθώσαμε να πραγματοποι­ήσουμε σ’ όλη τους την έκταση. Η ορμή του νεοελληνικού Διαφωτι­σμού θα δεχθεί, πριν ακόμα ολοκληρωθεί ο Αγώνας, ισχυρά πλήγ­ματα από τις συντηρητικές άρχουσες τάξεις. Αυτές, προκειμένου να ελέγχουν την εξουσία και να μη χάσουν τα προνόμιά τους επιδόθη­καν σ’ έναν εξοντωτικό εμφύλιο σπαραγμό, κατέστησαν αναγκαία την ξένη παρέμβαση και – εκτός των άλλων δεινών – οδήγησαν σε συρρίκνωση το ιδεώδες της νέας δημοκρατικής και φιλελεύθερης αγωγής.

Ο δεύτερος λόγος προβάλλει περισσότερο απειλητικός: εξωελληνικές δυνάμεις εξακολουθούν να επηρεάζουν την πορεία του ελ­ληνισμού, με αποτέλεσμα να αδυνατίζουν τα χαρακτηριστικά της εθνικής μας ταυτότητας. Γινόμαστε μέρα με τη μέρα πιο ευάλωτοι στη διαλυτική ομοιομορφία του μέλλοντος, που απεργάζεται η νέα τάξη πραγμάτων…Σε εποχές όπου οι εσωτερικές μας αντιστάσεις αδυνατίζουν, τα οράματα και οι επιδιώξεις καλύπτονται από την αχλύ μιας, υποτιθέ­μενης, καταναλωτικής ευδαιμονίας, χρειαζόμαστε μια ποιοτικά ανώτερη παιδεία, η οποία να εμπνέεται από το θεσπέσιο ΗΘΟΣ των αοίδιμων δασκάλων της εποχής. Είναι η καλύτερη απόδοση ευγνωμοσύνης που τους οφείλουμε.

Νίκος Π. Γεωργακόπουλος

Δεκέμβριος 2005

Read Full Post »

Προσωπογραφίες: Βέικος Λάμπρος (; 1827)


 

Ο Δημήτρης Φωτιάδης στο έργο του «Η Επανάσταση του ’21», σημειώνει: Τίμησε το Σούλι απ’ όπου καταγόταν. Πολέμησε παλικαρίσια τόσο σ’ αυτό όσο κι έπειτα σ’ όλον τον εθνεγερτικό αγώνα. Έμεινε περίφημο το γράμμα που έστειλε από το πολιορκημένο από τον Κιουταχή Μεσολόγγι στον Ταΐραγα.

 

Βέικος Λάμπρος, Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Ενδοξότατε Ταΐραγα,

Ημείς είμεθα φίλοι, και η περίστασις της θρησκείας το έφερε να πολεμήσωμεν, όμως πάντοτε η φιλία μας ας τρέχη. Φίλε μου, βλέπω όπου έχεις δύο φοραίς οπού ήλθες εις αντάμωσιν δια να μεσιτεύσης να παραδοθή το Μεσολόγγι, ακόμη βλέπω οπού ο Ρούμελης μας ζητεί δυο ντάπιαις δια να βάλη ανθρώπους του. Ηξεύρετε πολλά καλά ότι τον Θεόν τον έχομεν μαζή, και η ελπίδα μας κρέμαται από εκεί, όθεν ως φίλον, σε αφίνω να στοχασθής ότι ένα Κάστρον με τζεμπιχανέδες, με ζαϊρέν, με νερά και καθεξής όλα τα χρειαζούμενα, εις αυτόν τον καιρόν και ημείς εδώ μέσα, να το παραδώσωμεν, θα έχομεν πρώτον την συνείδησιν του Θεού, και δεύτερον την κατηγορίαν όλου του κόσμου, και ξεχωριστά εσένα τον φίλον μας, οπού εις αυτόν είμεθα βέβαιοι ότι όχι μόνον δεν θα εύρομεν εις το έξης τόπον να ζήσωμεν, παρά ούτε δια το όνομά μας θα ερώτηση κανένας, τόσον μισητοί θα είμεσθεν, όσον από τον Θεόν, τόσον και από την ανθρωπότητα, μπιλέμ, και από τούς ιδίους εδικούς μας και φίλους μας όθεν τω Ρούμελη χώρισέ του το παστρικά καθώς μας γνωρίζεις, ότι να ηξεύρη καλά χωρίς να κάμη γιουρούσι να εμβή με το σπαθί του Μεσολόγγι δεν πέρνει.

Ταύτα και μένω

ο φίλος σου Λάμπρος Βέΐκος

1825 Ιουλίου 20 Μεσολόγγιον

Προς τούτοις λάβε και τέσσαρες μποτίλιαις ρούμι να ταις δώσης τους μπαϊρακτάριδές σου όταν θα κά­μουν γιουρούσι.

 

Λάμπρος Βέικος

 

Πήρε μέρος στην εκστρατεία του Καραϊσκάκη στη Ρούμελη και σκοτώθηκε στη μάχη του Ανάλατου. Παρ’ όλο που είχε προβλέψει τη συμφορά που θ’ ακολουθούσε την παράφρονη εκστρατεία του Κόχραν και του Τσώρτς, δεν καταδέχτηκε να οπισθοχωρήσει.

  

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Προσωπογραφίες: Δράκος Γεωργάκης (Σούλι 1788 – Χαλκίδα 1827)


 

Δράκος Γεωργάκης, Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Ο Δημήτρης Φωτιάδης στο έργο του «Η Επανάσταση του ’21», αναφέρει: Ακάματος αγωνιστής από τα νεα­νικά του χρόνια στο Σούλι. Πολέμησε στα Πέντε Πηγάδια, στην Άμπλιανη, στο Μανιάκι, στο Μεσο­λόγγι. Στη μάχη του Ανάλατου, αφού λαβώθηκε στο χέρι, πιάστηκε αιχμάλωτος. Ο Κιουταχής προσπάθη­σε να τον χρησιμοποιήσει για να πείσει την πολιορκη­μένη φρουρά της Ακρόπολης να παραδοθεί. Πηγαίνον­τας τον στη Χαλκίδα να τον κλείσουν στα μπουντρούμια του κάστρου, είτε δολοφονήθηκε είτε αυτοκτόνησε για να γλιτώσει από τα φοβερά μαρτύρια.

 

Δράκος Γεωργάκης

 

Βιβλιογραφία:

Μπαρμπαρούσης Σπ. Γεώργιος, «Σουλίωτες: Ο Γεώργιος Δράκος και η οικογένεια των Δρακαίων του Σουλίου», εκδόσεις Ίαμβος, 2006.

Δημήτρης Φωτιάδης, «Η Επανάσταση του 21», τόμος τρίτος, Εκδόσεις Ν. Βότση, 1977².

Ιωάννου Σταυριανού, «Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου και συλλογή διαφόρων αντικειμένων αγνώστων έτι εν τη ελληνική ιστορία», Εισαγωγή – Έκδοση – Σχόλια,  Ελένης Αγγελομάτη – Τσουγκαράκη, Εταιρεία Στερεοελλαδικών Μελετών, Αθήνα 1982.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »