Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘alphaline’

Ο ομηρικός Θερσίτης: γραφικός αντιήρωας ή πρόδρομος του δημοκρατικού αντίλογου;


  

Ο Θερσίτης είναι ένας ομηρικός αντιήρωας. Κακομούτσουνος, καμπούρης, πολυλογάς και αθυρόστομος. Ένας γελωτοποιός σε έναν κόσμο ηρωικό, όπου το γελοίο αντιμετωπιζόταν ως θανάσιμο αμάρτημα. Ο Όμηρος λέει πως δεν τον ένοιαζε τι θα πει, αρκεί να προκαλούσε τα γέλια της ομήγυρης. Το μεγαλείο της ομηρικής ποίησης και του ελληνικού πολιτισμού, εκτός των άλλων, έγκειται στο ότι βρήκε μια θέση στο ανθρώπινο σύμπαν και για τους Θερσίτες, έστω κι αν τους εμφανίζει ως αρνητικούς πρωταγωνιστές. Στο Β της Ιλιάδας ο Όμηρος αφηγείται ένα περιστατικό με πρωταγωνιστή έναν αμφιλεγόμενο χαρακτήρα, που εμφανίζεται σε λίγους στίχους και μετά εξαφανίζεται εντελώς.

Η σκηνή διαδραματίζεται στη συνέλευση των Αχαιών. Μετά από εννιά χρόνια πολιορκίας η Τροία αντέχει ακόμη και δεν παραδίδεται. Ο αρχιστράτηγος Αγαμέμνων θέλει να διαπιστώσει αν έχουν κουράγιο οι Αχαιοί να συνεχίσουν τον πόλεμο ή έχουν κουραστεί και θέλουν να γυρίσουν στις πατρίδες τους. Τους συγκεντρώνει και με τα παρακάτω λόγια τους ανακοινώνει ότι δεν έχει νόημα να συνεχιστεί ο πόλεμος. Απέτυχαν να κυριεύσουν την Τροία και είναι καιρός να μπουν στα πλοία και να γυρίσουν στην Ελλάδα.

 

«Ήρωες φίλοι Δαναοί, στρατιώτες του πολέμου,

βαριά πολύ με τύφλωσε και μ’ έμπλεξε ο Δίας.

Μου υποσχέθηκε ο σκληρός την πυργωμένη Τροία

πως θα πορθήσω κι ένδοξος θα πάω στην πατρίδα.

Και δόλο τώρα σκέφθηκε και με προστάζει στο Άργος,

τόσο στρατό αφού ξέκανα, να πάω ντροπιασμένος…

Είναι ντροπή οι μελλούμενες γενιές και να τ᾿ ακούσουν,

τόσος λαός των Αχαιών και τόσο ανδρειωμένος

πόλεμο ατελείωτο μ’ εχθρούς πολύ πιο λίγους

τόσους καιρούς να πολεμά και να μη φαίνεται άκρη….

Εννέα χρόνια πέρασαν σαν ήρθαμε στην Τροία

και τα καράβια σάπισαν και λιώσανε τα ξάρτια

και κάθονται οι γυναίκες μας με τα μικρά παιδιά μας

στα σπίτια μας και καρτερούν. Και αυτό, που εμείς με πόθο

ήλθαμε εδώ να κάνουμε, δε λέει να τελειώσει.

Αλλά ακούστε τι θα πω. Να φύγουμε σας λέω

όλοι με τα καράβια μας για τη γλυκιά πατρίδα,

γιατί δε γίνεται ποτέ να πάρουμε την Τροία!» [Ιλιάδα, Β, 110-140]

 

Η αντίδραση των Αχαιών στα παραπλανητικά αυτά λόγια, ήταν μια μεγάλη έκπληξη και απογοήτευση για τον Αγαμέμνονα. «Σείστηκε η συνέλευση σαν της θάλασσας τα πελώρια κύματα και οι Αχαιοί με αλαλαγμούς που έφταναν ως τον ουρανό όρμησαν στα καράβια, να φύγουν για την πατρίδα».

Διάλογος και ανάμεσα στους Αχιλλέα και Θερσίτη, σχέδιο από εικονογράφηση του θεατρικού έργου του Ουίλιαμ Σαίξπηρ «Τρωίλος και Χρυσηίδα».

Διάλογος και ανάμεσα στους Αχιλλέα και Θερσίτη, σχέδιο από εικονογράφηση του θεατρικού έργου του Ουίλιαμ Σαίξπηρ «Τρωίλος και Χρυσηίδα».

Η Ήρα από τον Όλυμπο ανησυχεί για τις εξελίξεις και στέλνει την Αθηνά να παρακινήσει τον Οδυσσέα να προλάβει τη φυγή των Αχαιών. Ο Οδυσσέας υποπτεύεται το τέχνασμα του Αγαμέμνονα, παίρνει το σκήπτρο, που κρατά όποιος θέλει να μιλήσει επίσημα στη συνέλευση, και τρέχει να συγκρατήσει τους ξέφρενους από ενθουσιασμό Αχαιούς. Όσους βασιλιάδες και ήρωες συναντά στο δρόμο, τους λέει ότι ο Αγαμέμνων απλώς τους δοκιμάζει και τους συμβουλεύει να γυρίσουν πίσω.

Όταν όμως συναντούσε κανένα πολεμιστή από το πλήθος, που ούρλιαζε από τη χαρά του, τον κτυπούσε με το σκήπτρο και τον φοβέριζε: Κάτσε, παλαβιάρη, φρόνιμα και άκου τους ανωτέρους σου. Εσύ δε λογαριάζεσαι ούτε για πόλεμο ούτε για συνέλευση. Ένας είναι ο αρχηγός, ο βασιλιάς, που έχει το θεϊκό δικαίωμα να κυβερνά τους άλλους.

 

«Σιγά, χαμένε, υπάκουσε εις τους καλύτερούς σου.

Άναντρος συ κι ανάξιος καθόλου δεν μετριέσαι

στον πόλεμο ή στη βουλή. Μήπως θαρρείς πως όλοι

θα βασιλεύουμε εδώ; Η πολυαρχία βλάπτει.

Ένας θα είναι ο αρχηγός, ο βασιλέας ένας,

Αυτός που του ‘δωσε ο γιος του πονηρού του Κρόνου

το σκήπτρο και τα νόμιμα να βασιλεύει σ’ όλους.» [Ιλιάδα, Β, 200-206]

 

Με την παρέμβαση του Οδυσσέα το πλήθος ξαναγύρισε στη συνέλευση και περίμενε τα νεότερα. Μόνο ένας δεν συμμορφώθηκε με τις υποδείξεις του Οδυσσέα και συνέχισε να ωρύεται και να δημιουργεί φασαρία. Ο αμετροεπής Θερσίτης, που φύλαγε μέσα στο μυαλό του λόγια πολλά και πρόστυχα και συνήθιζε να λογοφέρνει ανόητα και χυδαία με τους βασιλιάδες με λόγια που έφερναν το γέλιο στους Αχαιούς. Τώρα λοιπόν με δυνατή φωνή, για να τον ακούσουν όλοι, έκανε επίθεση στον Αγαμέμνονα:

– Γιε του Ατρέα, πάλι κακιωμένος είσαι; Τι σου λείπει πια; Γεμάτες χαλκό είναι οι σκηνές σου και μέσα σ’ αυτές σε περιμένουν πολλές πανέμορφες γυναίκες, που εμείς οι Αχαιοί σε σένα πρώτο-πρώτο παραδίνουμε, όποτε κυριεύουμε μια πόλη. Έχεις ανάγκη κι από άλλο χρυσάφι, που κάποιος από τους Τρώες θα σου φέρει ως λύτρα για το γιο του, που θα τον έχω αιχμαλωτίσει εγώ ή κάποιος άλλος Αχαιός; Ή μήπως θέλεις κανένα δροσερό κορίτσι, για να σμίγεις γλυκά μαζί του και να το’ χεις χωριστά από τους άλλους μόνο για τον εαυτό σου; Δεν ταιριάζει σε σένα που είσαι άρχοντας να τυραννάς τους Αχαιούς.

Κατόπιν στρέφεται στους Αχαιούς κι αρχίζει να τους βρίζει. Κακομοίρηδες Αχαιοί, τρομάρα σας, γυναίκες κι όχι άνδρες είσαστε! Πάμε να γυρίσουμε στην πατρίδα με τα πλοία μας και να αφήσουμε τούτον εδώ στην Τροία να χαίρεται τα τιμητικά του δώρα. Έτσι για να καταλάβει, αν τον βοηθήσαμε ή δεν τον βοηθήσαμε σε τίποτα. Που ξευτέλισε τον Αχιλλέα, άνδρα πολύ καλύτερο από την πάρτη του, αρπάζοντάς του το τιμητικό του δώρο με το έτσι θέλω.

 

«Κιοτήδες, τιποτένιοι, Αργίτισσες, τι Αργίτες πια δεν είστε!

Στα σπίτια μας ας γείρουμε κι ας μείνει εδώ στην Τροία

τα δώρα να χωνεύει αυτός, να μάθει τότε αν κάτι

τον βοηθούσαμε κι εμείς. Κι έχει ατιμάσει τώρα

άνδρα καλύτερο απ’ αυτόν πολύ τον Αχιλλέα,

που του αφαίρεσε άδικα των Αχαιών το δώρο.

Μα αυτός χολή δεν κράτησε, σου τα συγχώρεσε όλα,

αλλιώς θα ήταν ύστερη φορά που αδίκησες, Ατρείδη !» [Ιλιάδα, Β, 235 -242]

 

Ο Οδυσσέας, όταν ακούει τα λόγια του Θερσίτη, θυμώνει, πάει προς το μέρος του, του ρίχνει ένα απειλητικό βλέμμα και του λέει άγρια: «Θερσίτη φαφλατά, βούλωσέ το. Μόνο εσύ τα βάζεις με τους βασιλιάδες. Είσαι ο πιο τιποτένιος άνδρας από όλους τους Ατρείδες που ήρθανε στην Τροία. Και μη λερώνεις το στόμα σου κατηγορώντας τους βασιλιάδες ούτε να παραμονεύεις πότε θα γυρίσεις στην πατρίδα. Κάθεσαι τώρα και κακολογείς τον αρχιστράτηγο Αγαμέμνονα, γιατί οι γενναίοι πολεμιστές του δίνουν πολλά δώρα. Λοιπόν, βάλτο καλά στο μυαλό σου. Αν σε πετύχω να λες πάλι τέτοιες αηδίες, να μη με λένε Οδυσσέα, αν δε σου βγάλω όλα τα ρουχαλάκια σου ένα-ένα, ακόμα κι όσα κρύβουν τα αχαμνά σου, και δε σε ξαποστείλω στα καράβια κλαμένο και δαρμένο αλύπητα».

Μετά από αυτές τις απειλές ο Οδυσσέας σηκώνει το σκήπτρο και ρίχνει στο Θερσίτη μερικές δυνατές στην πλάτη και στους ώμους. Ο Θερσίτης κουβαριάζεται, πέφτει κάτω και όλοι βλέπουν τις μελανιές στην πλάτη του από τα χτυπήματα. Βάζει τα κλάματα από τον πόνο, κοιτάζει γύρω του τρομαγμένος και πονεμένος σαν χαμένος και εξαφανίζεται από τη σκηνή αξιολύπητος.

Οι άλλοι Αχαιοί μπροστά στο θέαμα της τιμωρίας και της ταπείνωσης του συμπολεμιστή τους πικράθηκαν, δεν τους άρεσε αυτή η μεταχείριση. Ο Θερσίτης είναι ένας από αυτούς και μάλιστα έχει το θάρρος-θράσος να επιτίθεται στους ανώτερους. Ίσως δεν του αξίζει ένας τέτοιος εξευτελισμός. Αλλά η αριστοκρατική αντίληψη, που διαπνέει ολόκληρη την Ιλιάδα, δεν τους επέτρεψε να πάρουν το μέρος του άτυχου Θερσίτη. Αντίθετα, ξέσπασαν σε γέλια για το πάθημα του Θερσίτη και το ξυλοφόρτωμά του από τον Οδυσσέα και έλεγαν μεταξύ τους: «Πω πω, αυτός ο Οδυσσέας! Πάλι έκανε σπουδαία δουλειά, που βούλωσε το στόμα αυτού του αθυρόστομου συκοφάντη. Δεν θα τολμήσει πια ο θρασύς να προσβάλει ξανά με πρόστυχα λόγια τους βασιλιάδες».

 

«Ω έργα πόσα εξαίσια κατόρθωσε ο Οδυσσέας,

σύμβουλος πρώτος, συνετός και άξιος πολεμάρχος !

Αλλά τώρα ευεργέτησε μεγάλως τους Αργείους

που την αυθάδεια έπαψε του κακόγλωσσου αχρείου.

Πού πάλι η μαύρη του ψυχή θ’ αργήσει να τον σπρώξει

με τέτοια λόγια αναίσχυντα τους βασιλείς να ψέγει». [Ιλιάδα, Β, 272-277]

 

Ο Θερσίτης είναι από μόνος του μια προσβολή σε μια κοινωνία με συγκεκριμένη ιεραρχία, όπου τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο έχει ο γιος του Ατρέα, ο ήρωας και μεγαλοκράτορας Αγαμέμνων. Αμέσως μετά από αυτόν ακολουθούν ιεραρχικά οι άλλοι βασιλείς και οι ήρωες του Τρωικού Πολέμου. Στις συνελεύσεις έχουν το δικαίωμα να μιλήσουν όλοι αυτοί και να διαφωνήσουν, αν χρειαστεί. Καμιά φορά χολιάζουν κιόλας, όπως συνέβη με τον Αχιλλέα, όταν ο Αγαμέμνων του πήρε τη Χρυσηίδα. Οι άλλοι Αχαιοί, το πλήθος των ανώνυμων πολεμιστών, παρακολουθεί τις συνελεύσεις βουβό. Το πολύ-πολύ να επευφημήσει τους άρχοντες μετά από κάποια ομιλία τους. Επομένως ο Θερσίτης και λίγες έφαγε με αυτό που έκανε. Σε μια άλλη κοινωνία, την αιγυπτιακή π.χ. ή την περσική, μάλλον θα τον έγδερναν ζωντανό ή θα τον έψηναν σε κανένα φούρνο.

Αχιλλέας και Πενθεσίλεια. The British Museum, London.

Αχιλλέας και Πενθεσίλεια. The British Museum, London.

Τα Κύκλια Έπη αναφέρουν ότι ο Θερσίτης σκοτώθηκε από τον Αχιλλέα προς το τέλος του Τρωικού Πολέμου. Μετά την κηδεία του Έκτορα ήλθε στην Τροία η Πενθεσίλεια, βασίλισσα των Αμαζόνων, που πολεμούσε με το μέρος των Τρώων φορώντας πολεμική μάσκα. Στην αρχή η Πενθεσίλεια πολέμησε με επιτυχία, αλλά στο τέλος νικήθηκε από τον Αχιλλέα, που τη σκότωσε βυθίζοντας το ξίφος του στο στήθος της. Κατόπιν πήγε κοντά της και της έβγαλε τη μάσκα. Η ομορφιά της Πενθεσίλειας τον γέμισε μελαγχολία και γέννησε έναν κεραυνοβόλο έρωτα στον Αχιλλέα για τη γυναίκα που σε λίγο θα πέθαινε στα χέρια του . Ο Θερσίτης όμως, όταν είδε τον Αχιλλέα σε στιγμή συναισθηματικής αδυναμίας, άρχισε να τον χλευάζει για τον απρόσμενο έρωτά του. Ο μεγάλος αρχηγός με μια Αμαζόνα; Λέγεται μάλιστα ότι έμπηξε και το κοντάρι του μέσα στο μάτι της Πενθεσίλειας. Τότε ο Αχιλλέας, έξαλλος από θυμό, σηκώθηκε και τον σκότωσε με γροθιές «εν βρασμώ ψυχής». Για να εξαγνισθεί από το μίασμα του φόνου, ο Αχιλλέας αναγκάσθηκε μετά να ταξιδέψει στη Λέσβο, όπου θυσίασε στον Απόλλωνα, στην Αρτέμη και στη Λητώ. Αναφορά στο περιστατικό αυτό έχουμε επίσης στις “Ηρωίδες”» του Οβίδιου και την “Αινειάδα” του Βιργιλίου.

 

Πληγωμένη αμαζόνα, έργο του Franz von Stuck, 1904,  ελαιογραφία σε μουσαμά, 76 x 65 cm, Van Gogh Museum (Amsterdam, Netherlands).

Πληγωμένη αμαζόνα, έργο του Franz von Stuck, 1904, ελαιογραφία σε μουσαμά, 76 x 65 cm, Van Gogh Museum (Amsterdam, Netherlands).

 

Ο Θερσίτης είναι ο μοναδικός αρνητικός ήρωας της Ιλιάδας. Το όνομά του μάλλον προκύπτει από τη λέξη «θέρσος», αιολική μορφή της λέξης «Θάρρος/θάρσος», που σημαίνει και αναίδεια και γενναιότητα + ἰταμεύομαι (προκαλώ, γίνομαι θρασύς, αυθαδιάζω), και δηλώνει αυτόν που έχει το θάρρος να προκαλεί, τον «θρασύ». Και στον Όμηρο και στα «Κύκλια Έπη» παρουσιάζεται με τα μελανότερα χρώματα. Ήταν ο πιο άσχημος άνδρας που είχε έρθει στο Ίλιο, αλλήθωρος και κουτσός, με ώμους γερτούς μπασμένους στο στήθος του, με κεφάλι που μάκραινε προς τα πάνω και με λίγο μαδημένο χνούδι στην κορφή του. Ο Αχιλλέας κι ο Οδυσσέας δεν τον χώνευαν καθόλου, γιατί ήταν δειλός, ζητιάνος, αυθάδης και κακομούτσουνος. Λέγεται μάλιστα ότι, όταν πήρε μέρος στο κυνήγι του Καλυδώνιου Κάπρου, με το που είδε το θηρίο το έβαλε στα πόδια.

«Δειλός», γιατί εκτιμούσε τη ζωή του και δεν ήταν διατεθειμένος να τη χάσει για την «υστεροφημία» ενός ευγενή. «Ζητιάνος», γιατί η κατοχή γης θεωρούνταν τότε η απόδειξη πλούτου κι αυτός δεν είχε. «Αυθάδης», γιατί δεν παραδέχονταν καμιά «αυθεντία» και αρνιόταν να σιωπήσει και να αφεθεί να τον εμπαίξουν. Και κακομούτσουνος, άσχημος, φαλακρός, και στραβοκάνης. Σαν πραγματικός άνθρωπος δηλαδή. Καμιά σχέση με τους θεόμορφους ήρωες με τα ξανθά μαλλιά, τους τετράγωνους ώμους, τους δυνατούς μύες και την ελάχιστη σχέση με τη πραγματικότητα. Για αυτό και από αρκετούς ο Θερσίτης θεωρείται σύμβολο του απλού λαϊκού πολεμιστή, εκπρόσωπος και εκφραστής του στρατού. Έχει ελαττώματα και αδυναμίες, όπως κάθε φυσιολογικός άνθρωπος, και, παρόλα αυτά, τολμά να αμφισβητήσει το κύρος και τη δύναμη των αριστοκρατών. Εξευτελίζεται, γελοιοποιείται και ξυλοφορτώνεται. Αλλά δεν υποχωρεί και συνεχίζει να αντιμιλά και να ξεσκεπάζει τα κίνητρα των ευγενών ηρώων που, τάχα, κατάγονται από θεούς. Ακόμα και η ανοσιότητά του απέναντι στη νεκρή Πενθεσίλεια ήταν ένας μεγάλος σαρκασμός απέναντι στην επιτηδευμένη θλίψη και τα κροκοδείλια δάκρυα του Αχιλλέα. Γιατί ο Αχιλλέας ήταν αυτός που τη σκότωσε και η αφαίρεση μιας ανθρώπινης ζωής, ακόμα και στη μάχη, δεν μπορεί να σκεπαστεί με υποκριτικό θαυμασμό και καθυστερημένη συμπάθεια.

Ο Αχιλλέας σκοτώνει τον Θερσίτη. Ρωμαϊκή σαρκοφάγος, 2ος αι π.Χ. Αρχαιολογικό μουσείο Αττάλειας, Τουρκία.

Ο Αχιλλέας σκοτώνει τον Θερσίτη. Ρωμαϊκή σαρκοφάγος, 2ος αι π.Χ. Αρχαιολογικό μουσείο Αττάλειας, Τουρκία.

Ο Θερσίτης λέει φωναχτά αυτό που σκέφτονταν όλοι οι Αχαιοί, όταν έτρεχαν αλαλάζοντας στην παραλία για να ετοιμάσουν τα πλοία και να φύγουν από τον καταραμένο τόπο, που είχε φάει τα νιάτα τους εννιά ολόκληρα χρόνια. Επιτίθεται στους ανώτερους και γνωρίζει ότι αυτό ευχαριστεί τους Αχαιούς, αλλά δεν έχουν το κουράγιο να κάνουν το ίδιο. Είναι ένας άτυπος εκπρόσωπος του λαού, μια πρώιμη φιγούρα λαϊκού αγορητή, ο πρόδρομος του δημοκρατικού αντίλογου, που θα εμφανιστεί μερικούς αιώνες αργότερα στην κλασική Ελλάδα.

Όπου επικράτησαν άνθρωποι σαν τον Θερσίτη, οι πολίτες διεκδίκησαν μερίδιο στην εξουσία για τη συμμετοχή τους στην «οπλιτική φάλαγγα», ώστε η θυσία τους να είναι για την πατρίδα τους και όχι για την δόξα των ηγετών τους. Οι βασιλιάδες αντικαταστάθηκαν από τους ευγενείς, οι ευγενείς ανατράπηκαν από τους ολίγους, οι ολίγοι από τους τυράννους, οι τύραννοι από το δήμο και το πολίτευμα της πόλης έγινε δημοκρατικό. Μερικούς αιώνες μετά τον Όμηρο, η Αθήνα του Κλεισθένη, του Εφιάλτη και του Περικλή θα δώσει το λόγο στους απόγονους του Θερσίτη. Κάποια στιγμή αργότερα στην εκκλησία του δήμου, όταν ακούνε το «τις αγορεύειν βούλεται», σηκώνονται, παίρνουν το λόγο, μιλούν με τις ώρες και επιτίθενται άφοβα στους πολιτικούς τους αντιπάλους. Έχουν πολιτικό και πρωταγωνιστικό ρόλο στη σκηνή της δημοκρατίας, φωνάζουν, διαμαρτύρονται, συκοφαντούν. Στη σκηνή της κωμωδίας ο συντηρητικός Αριστοφάνης θα στηρίξει όλη του την κριτική στη δημοκρατική Αθήνα πάνω στους Θερσίτες. Τους απλούς κωμικούς ήρωες, που με αθυροστομία σαν του Θερσίτη καταγγέλλουν τους άρχοντες και κατακρίνουν τις πράξεις τους.

Αντίθετα, όπου η φωνή των «Θερσιτών» δεν εισακούστηκε, οι πλούσιοι εκμεταλλεύτηκαν την ανάπτυξη του εμπορίου, που προκάλεσε η εφεύρεση του νομίσματος, και συσσώρευσαν πλούτο, παραμέρισαν τους ευγενείς και το πολίτευμα έγινε ολιγαρχικό. Όπου πάλι ο λαός παρέμεινε πλήθος, έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από φιλόδοξους «φιλολαϊκούς» ανθρώπους, που βάσισαν την απόλυτη εξουσία τους και την εξυπηρέτηση των ιδίων συμφερόντων στο προσεταιρισμό του λαού και επέβαλλαν την τυραννία.

Αν προβάλλουμε την προσωπικότητα του ομηρικού Θερσίτη στην εποχή μας, θα λέγαμε ότι μοιάζει με τον «τρελό του χωριού», που λέει αυτά που θέλουν να πουν όλοι, αλλά δεν έχουν το θάρρος και τη γενναιότητα να τα πουν. Γελάνε συνήθως μαζί του, αλλά κατά βάθος γνωρίζουν ότι η παρουσία του είναι απαραίτητη στο χωριό, γιατί εκφράζει τη βαθύτερη συνείδηση του συνόλου της κοινωνίας τους. Γι’ αυτό και ο Νίκος Καζαντζάκης στον Αλέξη Ζορμπά λέει: «Κάθε χωριό έχει τον παλαβό του, κι αν δεν τον έχει, τον φτιάχνει για να περνά η ώρα του».

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Read Full Post »

Σοφοκλή Οικονόμου: «Σύνοψις ιατρικής χωρογραφίας της Ναυπλίας»


 

 Το ανέκδοτο χειρόγραφο του Σοφοκλή Οικονόμου που παρουσιάζεται αποτελεί πολύτιμη μαρτυρία για τη φυσιογνωμία του Ναυπλίου τα πρώτα χρόνια ύπαρξης του ελληνικού βασιλείου. Γιός του «δασκάλου του γένους» Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων από την Τσαρίτσανη της Θεσσαλίας, ο Σοφοκλής, σπουδάζει ιατρική στη Γερμανία και τη Γαλλία και νεαρότατος, 26 χρόνων (γεννημένος το 1808) εγκαθίσταται στην πρωτεύουσα του νεοσύστατου κράτους, το Ναύπλιο.

Στα 3 χρόνια που θα ασκήσει την ιατρική εκεί, μέχρι να μετακομίσει στην Αθήνα, οριστική πια «καθέδρα» του βασιλείου, ο Σοφοκλής Οικονόμος θα έχει την ευκαιρία να παρατηρήσει την πόλη και να σημειώσει όλα όσα την χαρακτηρίζουν. Η ματιά του, βλέμμα γιατρού που καθοδηγείται από την επιστήμη του, στέκεται σε ποικίλες όψεις της πόλης. Πέρα από την αναδρομή στο παρελθόν και την ιστορία της, κάτι που αποτελεί κοινό τόπο για παρουσιάσεις πόλεων, ο Σ. Οικονόμος θα εστιάσει σε παραμέτρους της καθημερινότητας των ανθρώπων που είναι οικείες σε ένα γιατρό. Η υγεία των ανθρώπων και οι παράγοντες που την επηρεάζουν, τα μέτρα που λαμβάνονται για την φροντίδα της, όσοι την υπηρετούν, όλα αυτά δεν ξεφεύγουν από την παρατήρηση του Οικονόμου.

 Συνταγμένη τον καιρό που ο Οικονόμος βρίσκεται στο Ναύπλιο, με αρκετές ωστόσο μεταγενέστερες προσθήκες, της ίδιας πάντως εποχής, η Σύνοψις ιατρικής χωρογραφίας της Ναυπλίας, προοριζόταν για παρουσίαση στην Ιατρική Εταιρεία Αθηνών και κατόπιν για αυτοτελή έκδοση, ωστόσο ούτε το ένα ούτε το άλλο φαίνεται να πραγματοποιήθηκαν.

 Από μιαν άλλη οπτική γωνία, η μαρτυρία αυτή αντανακλά το πνεύμα της εποχής που θέλει τους γιατρούς να επιφορτίζονται και με καθήκοντα «ψυχρών παρατηρητών των ανθρωπίνων», όπως άλλωστε μαρτυρούν και οι ιατροστατιστικοί πίνακες όλων σχεδόν των επαρχιών του βασιλείου, που συντάσσονται από γιατρούς και δημοσιεύονται στον Τύπο την εποχή εκείνη (1839). Ο Σ. Οικονόμος καταγράφει παράλληλα, εν τω γίγνεσθαι, τη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας του Ναυπλίου στα πρώτα χρόνια της Ανεξαρτησίας, γεγονός που κάνει τη Σύνοψή του πολύτιμη και για τη μελέτη του αστικού φαινομένου στην Ελλάδα της εποχής αυτής.

 

Στο αρχείο Κωνσταντίνου και Σοφοκλή Οικονόμου, που φυλάσσεται στο Κέ­ντρο Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθη­νών, περιλαμβάνεται ένα χειρόγραφο του Σοφοκλή Οικονόμου με τίτλο «Σύνοψις ιατρικής χωρογραφίας της Ναυπλίας». [1] Το κείμενο που παραδίδεται στο χειρόγραφο, απαντά σε δύο εκδοχές: μία μικρής έκτασης και μία μεγαλύτερη. Η πρώτη φαίνεται πως προηγείται χρονολογικά και ύστερα ξαναδουλεύτηκε και προστέθηκαν σ’ αυτήν στοιχεία, ώστε να προκύψει μια δεύτερη, βελτιω­μένη, εκδοχή, η οποία είναι και μεγαλύτερη σε έκταση. Σε αυτή τη δεύτερη, που αποτελείται από 68 αριθμημένες από τον ίδιο τον συγγραφέα σελίδες, ο Οικονόμος έχει συμπεριλάβει και κάποια άλλα λυτά φύλλα, χωρίς αρίθμηση, στα οποία φαίνεται πως είχε ξαναδούλεψει κάποια από τα θέματα που ανα­φέρονται στο κείμενο. Τέλος, υπάρχουν μερικά ακόμη φύλλα που φαίνονται να είναι γραμμένα από άλλο χέρι, πράγμα που δείχνει πως εκτός από τα στοι­χεία που συνέλεξε ο ίδιος, κάποιοι του έστελναν επιπλέον πληροφορίες για να εμπλουτίσει τις γνώσεις του.

Το κείμενο συντάχθηκε, στην πρώτη του μορφή, στα 1838 και ξαναδου­λεύτηκε την ίδια ίσως χρονιά ή και αργότερα.[2] Αρχικός σκοπός της συγγραφής του, όπως φαίνεται από το εξώφυλλο της πρώτης, συνοπτικής εκδοχής του, ήταν να παρουσιαστεί στην Ιατρική Εταιρεία των Αθηνών και να εκδοθεί κατόπιν το κείμενο, τίποτα όμως από αυτά τα δύο δεν φαίνεται ότι συνέβη.

Σοφοκλής Οικονόμος, (Τσαρίτσανη Θεσσαλίας 1806 ή 1809 – Βισί, Γαλλία 1877). Λόγιος - γιατρός.

Σοφοκλής Οικονόμος, (Τσαρίτσανη Θεσσαλίας 1806 ή 1809 – Βισί, Γαλλία 1877). Λόγιος – γιατρός.

Ο συγγραφέας του χειρογράφου Σοφοκλής Οικονόμος είναι γυιος του Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων. Γεννήθηκε στην Τσαρίτσανη της Θεσσαλίας λίγο πριν το 1810. Βαπτίστηκε Κυριάκος αλλά, σύμφωνα με τη συνήθεια της εποχής να προτιμώνται τα αρχαιοελληνικά ονόματα, από μικρό τον φώναζαν Σοφοκλή. Στα 1810, η οικογένεια Οικονόμου, ακολουθώντας τον δρόμο του αρχηγού της Κωνσταντίνου, κατέφυγε στη Σμύρνη. Τη δεκαετία του 1810 ο Κωνσταντίνος Οικονόμος δίδασκε στο εκεί Φιλολογικό Γυμνάσιο και η διδασκαλία του αυτή του προσέδωσε τη φήμη του διδασκάλου του Γέ­νους.

Στη Σμύρνη ο Σοφοκλής πραγματοποίησε και τις εγκύκλιες σπουδές του. Η έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης είχε ως αποτέλεσμα τον διασκορπισμό της οικογένειας: ο πατέρας Κωνσταντίνος κατέφυγε στην Πετρούπολη και η υπόλοιπη οικογένεια, μαζί με τον Σοφοκλή, βρέθηκε, στα 1825, ύστερα από περιπέτειες, στη Βιέννη. Στην πρωτεύουσα της Αυστροουγγαρίας ο Σοφοκλής σπούδασε φιλοσοφία και ιατρική. Τον Οκτώβριο του 1832 τελείωσε τις σπου­δές του στη Βιέννη και συνέχισε στη Λιψία και το Βερολίνο. Το 1833 έλαβε στο Βερολίνο και το δίπλωμα του ιατρού. Την ίδια χρονιά πήγε στο Παρίσι, όπου για ένα χρόνο εξειδικεύτηκε ως ασκούμενος, κυρίως στη χειρουργική. [3] Το 1834 ο Σοφοκλής μαζί με τον πατέρα του Κωνσταντίνο και την αδερφή του Ανθία – τα άλλα μέλη της οικογένειας, η μητέρα, η γιαγιά και ο θείος του Στέφανος είχαν πεθάνει σε επιδημία χολέρας στη Βιέννη το 1832- εγκαταστά­θηκαν στο Ναύπλιο. Στην πόλη αυτή άσκησε την ιατρική για τρία περίπου χρό­νια και στις αρχές του 1838 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα. Μέχρι τον θάνατο του πατέρα του, το 1857, άσκησε την ιατρική, κατόπιν όμως στράφηκε στην πραγματική του αγάπη, τη φιλολογία, μέχρι και τον θάνατο του στα 1877. Ενδιαφέρθηκε κυρίως για την Ιστορία της Παιδείας και της Εκκλησίας μετά την Άλωση, συνέταξε κατάλογο των χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης (ο οποίος δεν εκδόθηκε), εξέδωσε όμως τα κατάλοιπα του πατέρα του.[4]

Το χειρόγραφο της «Ιατρικής χωρογραφίας» του Σοφοκλή, το οποίο απο­τελεί πολύτιμη μαρτυρία για μια σειρά από παραμέτρους της Νεοελληνικής Ιστορίας, δεν είχε την τύχη να εκδοθεί. Συντάχθηκε από παρατηρήσεις που ο ίδιος, κατά κύριο λόγο, συνέλεξε κατά τη διάρκεια της τριετούς παραμονής του στο Ναύπλιο. Κατά τη συγγραφή φαίνεται ότι ζήτησε διάφορα στοιχεία από φίλους του· κάποιοι από τους οποίους ανταποκρίθηκαν, ενώ άλλοι όχι. Ο κυριότερος συμπαραστάτης του ήταν ο φίλος του πατέρα του Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος Ολύμπιος, ο οποίος φρόντισε να συλλέξει και να του αποστεί­λει κάποιες συμπληρωματικές πληροφορίες για να τις ενσωματώσει στη μελέ­τη του την εποχή που και ο ίδιος είχε πια μόνιμα εγκατασταθεί στην Αθήνα. [5]

Οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες γράφτηκε το χειρόγραφο, και τα κίνητρα που τον ώθησαν στην ενέργεια αυτή, δεν μας είναι ξεκάθαρα. Στο προοίμιο του χειρογράφου της πρώτης –σύντομης – εκδοχής του κειμένου ο Σοφοκλής ομολογεί πως διατρίψας τρεις περίπου χρόνους εις την πόλιν της Ναυπλίας και περί την ιατρικήν περιγραφήν ταύτης φροντίσας συνήθροισα τας ακο­λούθους παρατηρήσεις, αίτινες δύνανται να δώσωσι υποτυπώδη σκιαγραφίαν τινά του κλίματος και των άλλων, όσα απαντώνται εις ιατρικήν περιγραφήν της πόλεως ταύτης. Στις προθέσεις του, όπως ο ίδιος ομολογεί, ήταν αφενός η ευχαρίστηση του κοινού και η ευμενής υποδοχή των «πρωτοφανών, παροδι­κών και νεανικών» αυτών παρατηρήσεων, αφετέρου η δημιουργία παραδείγ­ματος, για να παρακινηθούν οι συνάδελφοι του να «συντάξωσι και όλων των ελληνικών πόλεων τας περιγραφάς».[6]

Η σύνταξη αυτής της «Χωρογραφίας», η οποία, όπως προαναφέραμε, έμεινε ανέκδοτη, δεν αποτελούσε καινοτομία ως προς τη σύλληψη την οποία σκό­πευε να εισαγάγει ο Σοφ. Οικονόμος στην ελληνική επιστήμη και κοινωνία, ούτε πρόκειται για έργο που θα τάραζε τα λιμνάζοντα ύδατα. Τα χρόνια εκείνα, στα μέσα της δεκαετίας του 1830, το νεοσύστατο Βασίλειο έκανε τα πρώτα του βήματα. Οι επιτελείς και οι σύμβουλοι που συνόδευαν τον νεοαφιχθέντα και νεαρό στην ηλικία βασιλιά Όθωνα, Βαυαροί στην πλειονότητά τους, μαζί με τους Έλληνες συνεργάτες τους προσπαθούσαν να οργανώσουν τις υπηρεσίες και τους θεσμούς θέτοντας τα θεμέλια ενός σύγχρονου κράτους. Η προσπάθεια αυτή στηρίχτηκε, κατά κύριο λόγο, στην ευρωπαϊκή παιδεία και εμπειρία που διέθεταν οι πρωταγωνιστές της. Πολλοί από τους θεσμούς και τις «καινοτο­μίες» που εμφανίστηκαν και καθιερώθηκαν τότε, δεν αποτελούσαν παρά με­ταφορά των αντίστοιχων εμπειριών της Δύσης. Κάπως έτσι διαμορφώθηκε το τοπίο και σε ό,τι αφορά στην οργάνωση της ιατρικής επιστήμης στη χώρα μας, γεγονός που συνδέεται άμεσα με το υπόμνημα του Σοφ. Οικονόμου.[7]

Στις αρχές του 1834 με Βασιλικό Διάταγμα ορίστηκαν τα «περί συστά­σεως ιατρών κατά νομούς και περί των καθηκόντων αυτών».[8] Ανάμεσα στα καθήκοντα των ιατρών που επρόκειτο να καταλάβουν τις σχετικές θέσεις, περιλαμβανόταν και η καταγραφή όλων των συμβάντων που σχετίζονταν με την ιατρική, τη φυσική ιστορία και τη μετεωρολογία, «διά να δυνηθή όσον τά­χιστα να καταστρωθή εντελής ιατρική τοπογραφία του Νομού».[9] Είναι σαφές από το Β.Δ. ότι η διοίκηση προφανώς γνώριζε τα σχετικά με την ιατρική το­πογραφία και τη χρησιμότητα της. Τόσο οι Βαυαροί αντιβασιλείς, και κυρίως ο Μάουρερ που είχε επιφορτιστεί με την οργάνωση της δημόσιας διοίκησης, όσο και ο I. Κωλέττης που ήταν υπουργός Εσωτερικών (σε αυτό το Υπουρ­γείο υπαγόταν η ιατρική οργάνωση της χώρας), έστηναν ένα οικοδόμημα εφά­μιλλο των ευρωπαϊκών προτύπων. Συνδέοντας τον διοικητικό μηχανισμό με τη συλλογή στοιχείων και παρατηρήσεων γύρω από την υγεία των κατοίκων και τις ασθένειες που επικρατούσαν, εκδήλωναν σαφώς την πρόθεση τους για αξιοποίηση των στοιχείων αυτών με κρατικές παρεμβάσεις στον τομέα της υγείας· αυτό, άλλωστε, θα όφειλε να πράξει κάθε χρηστή διοίκηση.

Η «ιατρική τοπογραφία», η συστηματική δηλαδή παρατήρηση και κατα­γραφή εκ μέρους των ιατρών των φυσικών συνθηκών (γεωγραφική θέση και περιγραφή, κλίμα, άνεμοι, διατροφή κ.λπ.) ενός τόπου και η σχέση τους με τη δημόσια υγεία και τις ασθένειες[10] δεν ήταν, όπως προαναφέρθηκε, καινούρ­για ιδέα. Η άποψη ότι ο τόπος επιδρά άμεσα στην υγεία των κατοίκων του ανήκει στον μεγάλο ιατρό του 5ου π.Χ. αιώνα Ιπποκράτη και εντοπίζεται στο έργο του Περί αέρων, υδάτων, τόπων. Εκεί υποστηρίζεται πως το κλίμα (και κυρίως οι άνεμοι), το ανάγλυφο του τόπου, τα νερά, η διατροφή και ο τρόπος διαβίωσης αποτελούν ουσιαστικούς παράγοντες στην εμφάνιση και την έντα­ση των διάφορων ασθενειών. Τις απόψεις αυτές ενστερνίστηκαν ήδη από την αρχαιότητα διάσημοι ιατροί όπως ο Κέλσος και ο Γαληνός. Με την αναβίωση της αρχαίας ελληνικής σκέψης και γραμματείας στη δυτική Ευρώπη, που πα­ρατηρήθηκε από την Αναγέννηση και μετά, ήλθαν ξανά στην επιφάνεια αυτές οι μελέτες, κυρίως από τα τέλη του 16ου αιώνα, χάρη στον διάσημο ιατρό και αλχημιστή Παράκελσο και στη διδασκαλία του.[11]

Η αναβίωση των ιπποκρατικών θεωριών ασφαλώς και συνδέεται με τη γε­νικότερη ιστορική συγκυρία της εποχής. Από τα τέλη του 15ου αιώνα και για διακόσια περίπου χρόνια η ανθρωπότητα βίωσε αλλαγές μεγάλης εμβέλειας. Η μεγαλύτερη από αυτές, η διεύρυνση των ορίων του γνωστού κόσμου μετά τις ανακαλύψεις και τις εξερευνήσεις (που είχαν χαρακτήρα άλλοτε τυχοδιω­κτικό και άλλοτε οργανωμένης κατάκτησης) είχε πολλαπλές συνέπειες. Μία από αυτές ήταν και η ανακάλυψη καινούργιων ασθενειών που ανταλλάχθηκαν μεταξύ «νέου» και «παλαιού» κόσμου, γεγονός που τροφοδότησε σιγά – σιγά τη συζήτηση για τη σχέση της γεωγραφίας και της ιατρικής, την επίδραση δηλαδή του τόπου στην εκδήλωση των ασθενειών. Από το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα άρχισαν να καταρτίζονται μελέτες, στις οποίες η επίδραση των ιπποκρατικών ιδεών για το ζήτημα αυτό είναι φανερή.[12]

Η δημοσίευση του έργου του Charles Clermont (Carolus Claromontius) με τον ολοφάνερα «ιπποκρατικό» τίτλο De aere, locis et aquis terrae Angliae; deque morbis Anglorum vernacuiis, (Londres 1672), σήμανε ουσιαστικά την έναρξη της εποχής των ιατρικών τοπογραφιών. Τα χρόνια που ακολούθησαν η τάση αυτή απλώθηκε σε όλη σχεδόν την Ευρώπη.[13]

Προς το τέλος του 18ου αιώνα τα έργα που αναφέρονται σε περιγραφές διάφορων τόπων, θα αποκτήσουν νέα δυναμική. Πλάι στα κλασικά περιη­γητικά κείμενα, τα οποία πολλές φορές γράφονται από μνήμης ή ακόμη πε­ριγράφουν και σημεία που δεν έχουν επισκεφθεί ποτέ οι συγγραφείς τους, θα πλαισιωθούν και οι τοπογραφίες. Μέσα σε ένα πνεύμα εγκυκλοπαιδικής περιέργειας αλλά και θέλησης για πληροφόρηση του αναγνωστικού κοινού, τα έργα αυτά θα συνδυάσουν την ιστορία, την περιγραφή των μνημείων και του τοπίου, την καταγραφή των παραγόμενων προϊόντων, τις συνήθειες, τα ήθη και τα έθιμα των κατοίκων οι συγγραφείς τους έχουν ζήσει στους τόπους που περιγράφουν, και τους έχουν γνωρίσει καλά. Σε αυτή τη βάση θα έλθει να προστεθεί, συστηματικότερα πια, και η περιγραφή των ασθενειών, για να δημιουργηθεί ένας νέος κλάδος της επιστήμης, η ιατρική τοπογραφία.

Ο νέος αυτός επιστημολογικός κλάδος σύντομα απέκτησε και πρακτικές προεκτάσεις, και μάλιστα στο πλαίσιο ενός νέου τύπου διοίκησης που μερι­μνούσε για την ευζωία των πολιτών της. Κάτω από την πίεση των κηρυγμάτων του Διαφωτισμού, αρχικά, και των κατακτήσεων της Γαλλικής Επανάστασης στη συνέχεια, η ιατρική τοπογραφία χρησιμοποιήθηκε για τον φωτισμό της διοίκησης σε θέματα δημόσιας υγείας και τη συνακόλουθη λήψη μέτρων για τη βελτίωση των κακώς κειμένων. Κλασικό παράδειγμα αυτού του νέου τύ­που αντιλήψεων αποτελεί η μεγάλη έρευνα, την οποία, ήδη από το 1776, ξε­κίνησε η Βασιλική Εταιρεία Ιατρικής της Γαλλίας με σκοπό να καταγράψει την επίδραση των στοιχείων του Ιπποκράτη (αέρας, νερό, γη) στην παθολογία των γαλλικών πόλεων και χωριών.[14]

Στον χώρο του νεοσύστατου ελληνικού Βασιλείου η ιατρική τοπογραφία εισάγεται, σε επίπεδο θεσμικό τουλάχιστον, από την πρώτη κιόλας στιγμή. Η πρόθεση της διοίκησης για συλλογή πληροφοριών που θα οδηγούσαν στη δη­μιουργία «εντελούς» ιατρικής τοπογραφίας κάθε νομού, είναι σαφής, ωστόσο η υλοποίηση της δεν είχε τα αποτελέσματα που περίμεναν οι εμπνευστές της. Κάποια δειλά βήματα για την «καλλιέργεια» της πραγματοποιήθηκαν, τουλάχι­στον στα πρώτα χρόνια, έμειναν όμως μάλλον αποσπασματικά και η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη του ξεκινήματος. Σποραδικές προσπάθειες για ιατρικές χωρογραφίες διάφορων τόπων του ελληνικού Βασιλείου είναι σίγουρο πως έγιναν.

Ο νομαρχιακός ιατρός και μετέπειτα καθηγητής της Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο I. Βούρος, για παράδειγμα, δημοσίευσε μια νοσολογική κατάσταση των Κυ­κλάδων το 1834,[15] ενώ και οι κατά τόπους «διοικητικοί ιατροί», όπως ονομά­στηκαν σε εφαρμογή της σχετικής διάταξης του Βασιλικού Διατάγματος που προαναφέραμε, προέβησαν σε αντίστοιχες παρατηρήσεις για το σύνολο σχεδόν των δήμων του ελληνικού κράτους. Τα στοιχεία που συνέλεξαν, ήταν κατά πολύ γενικότερα, ασαφέστερα, και κυρίως συντομότερα από εκείνα του Οικονόμου, και πάντως δεν οδήγησαν στη σύνταξη «εντελούς» ιατρικής τοπογραφίας των τόπων στους οποίους αναφέρονταν. Παρ’ όλα αυτά δημοσιεύτηκαν από τα τέλη του 1838 μέχρι και το 1840 ως Παραρτήματα στην εφημερίδα Ελληνικός Ταχυ­δρόμος, υπό τον τίτλο «Ιατροστατιστικοί πίνακες» των Διοικήσεων του ελληνι­κού Βασιλείου[16] και αποτελούν πολύτιμες πηγές για την εποχή. Αν οι εκθέσεις αυτές συνέχισαν να συντάσσονται είναι κάτι που δεν γνωρίζουμε προς το πα­ρόν. Όταν ολοκληρωθεί η ταξινόμηση του Αρχείου του Υπουργείου Εσωτε­ρικών στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, ίσως το μάθουμε. Πάντως παρόμοιες δημοσιεύσεις δεν έγιναν κατά τον 19ο αιώνα. Σποραδικά κάποιοι, ευαίσθητοι σε τέτοια θέματα, ιατροί καταπιάνονταν με ζητήματα νοσολογίας διάφορων τό­πων, χωρίς, ωστόσο, να δημιουργηθεί ιδιαίτερη «σχολή».[17]

Το υπόμνημα του Οικονόμου και οι ιατροστατιστικοί πίνακες του 1838 ει­κονογραφούν τη σύνθετη πραγματικότητα της εποχής. Από τη μία πλευρά ένα κράτος που μόλις φτιάχνεται, και μια δημόσια διοίκηση που κάνει τα πρώτα βήματα της, και από την άλλη αυτοί που θα κληθούν να εφαρμόσουν στην πράξη τις προσταγές του, στην προκειμένη περίπτωση οι ιατροί. Στα 1825, όταν ξεκινάει τις σπουδές του στην ιατρική ο Σοφ. Οικονόμος, η ιατρική τοπογραφία (όρος που καθιερώθηκε από τους Γάλλους και τους Γερμανούς) με­τράει σχεδόν 150 χρόνια ύπαρξης και έχει ήδη διαμορφώσει ένα μεθοδολογικό corpus.[18] Σημειώνουμε χαρακτηριστικά ότι τα χρόνια 1785-1830 εκδόθηκαν περίπου 130 μελέτες ιατρικής τοπογραφίας μόνο στα γαλλικά, για να μη μι­λήσουμε για τα έργα που γράφτηκαν στην αγγλική και τη γερμανική γλώσσα.

Ο Σοφοκλής είναι σίγουρο πως γνωρίζει την ευρωπαϊκή κατάσταση, όπως τη γνωρίζουν και οι υπόλοιποι ιατροί που συντάσσουν τους ιατροστατιστικούς πίνακες, αφού οι περισσότεροι έχουν σπουδάσει στη Γερμανία, κατά κύριο λόγο, ενώ, επιπλέον, διαθέτουν και ισχυρή κλασική παιδεία. Με αυτό το δεδομένο οι εντολές του Υπουργείου δεν τους προκαλούν δυσφορία, αντι­θέτως, εντάσσονται στη λογική που γνώρισαν κατά την περίοδο των σπουδών τους. Μεταφέρουν, λοιπόν, στα καθ’ ημάς τις αντιλήψεις της εποχής τους γύρω από τα ζητήματα της ιατρικής τοπογραφίας (ή ιατρικής γεωγραφίας), εφαρμόζοντας στην πράξη αυτά που έμαθαν στη θεωρητική τους κατάρτιση.

Στο βιογραφικό σημείωμα που επισυνάπτει στη διατριβή του ο Σοφ. Οι­κονόμος, δεν αναφέρεται, ωστόσο, σε παρακολούθηση μαθημάτων ιατρικής τοπογραφίας. Από τις μελέτες για τα νοσολογικά φαινόμενα σε ελληνικές πε­ριοχές, που συγκροτούν το corpus της ελληνικής ιατρικής τοπογραφίας, είναι σαφές ότι γνωρίζει το παλαιότερο κείμενο του Μάρκου Φίλιππου Ζαλλώνυ για την Τήνο (1809) και ότι τα χρόνια εκείνα είχε εκδοθεί μία νοσολογία της Λευκάδας, χωρίς να είναι σε θέση να δώσει ακριβή στοιχεία γι’ αυτή.[19] Το αντίστοιχο έργο του Ιταλού ιατρού Κάρλο Μπόττα για την Κέρκυρα, που κυ­κλοφόρησε αρκετά χρόνια πριν, φαίνεται ότι το αγνοούσε, ενώ δεν είχε πλη­ροφόρηση και για σύγχρονα του έργα που αναφέρονται στην Πελοπόννησο, ακόμη και στο ίδιο το Ναύπλιο.[20]

Η βιβλιογραφία που χρησιμοποιεί για τη σύνταξη της χωρογραφίας του, ποικίλλει. Ο ελάχιστος χρόνος που είχε περάσει από την εποχή των σπουδών του, του επιτρέπει να είναι ενημερωμένος ως προς τα πρόσφατα δημοσιεύμα­τα που αφορούν σε καθαρά ιατρικά θέματα. Για την ιστορία του Ναυπλίου μέχρι και την Επανάσταση του 1821 χρησιμοποιεί κυρίως συγγραφείς της αρ­χαιότητας και περιηγητές. Για την εποχή του Αγώνα, ωστόσο, και την περίοδο που ακολουθεί, παραπέμπει σε εφημερίδες και έργα της εποχής, ενώ γνωρίζει και σχολιάζει το άρτι τυπωθέν βιβλίο του Μάουρερ, τον οποίο, βέβαια, αντι­παθεί σφοδρά.[21] Σε κάποιες παραπομπές του, τέλος, χρησιμοποιεί τη νεότερη βιβλιογραφία της εποχής, πράγμα που αποδεικνύει ότι παρακολουθεί την εκ­δοτική παραγωγή.

Ερχόμαστε τώρα στο υπόμνημα. Είναι εμφανές – και από την έκταση του- ότι Σοφ. Οικονόμος έχει στο μυαλό του κάτι διαφορετικό από τη σύνταξη ενός απλού ιατροστατιστικού πίνακα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια προσέγγιση του Ναυπλίου συνολικότερη. Η αναφορά που ο ίδιος κάνει στο έργο του Ζαλλώνυ για την Τήνο, στο Προοίμιο του κειμένου του, μας φανερώνει το πρό­τυπο που έχει κατά νου για την προσέγγιση του θέματος. Έτσι, υιοθετεί την οπτική του Ζαλλώνυ και τα αντίστοιχα κεφάλαια της ανάλυσης του, φροντίζει όμως να προσθέσει και άλλα για πιο σύγχρονα θέματα: τη διαφορά ανάμεσα σ’ έναν τόπο υπόδουλο και τουρκοκρατούμενο και σε μια πόλη ενός μοντέρνου και σύγχρονου κράτους.

Οι ενότητες στις οποίες οργανώνει την περιγραφή του, είναι οι ακόλουθες: «Χωρογραφία», «Ιστορία της πόλεως», «Επιγραφαί ελληνικαί», «Περί των ενδόξων ανδρών της Ναυπλίας», «Περί του αέρος», «Πολιτική κυβέρνησις της Ναυπλίας», «Κλίμα», «Περί των φυσικών προϊό­ντων», «Περί των κατοίκων», «Περί της φυσικής ανατροφής», «Περί γάμων, γεννήσεων και θανάτων», «Περί των επιχωριαζουσών ασθενειών», «Περί των λουτρών», «Περί Νεκροταφείων», «Περί των φαρμακοπωλείων», «Περί του εγκεντρισμού», «Περί των νοσοκομείων», «Περί των φυλακών», «Περί του Ορφανοτροφείου και των σχολείων», «Περί των ιατρών», «Περί των μαιών». Από αυτές τις ενότητες εκείνη που καταλαμβάνει τη μεγαλύτερη έκταση είναι η σχετική με την ιστορία της πόλης, που άρχεται από αρχαιοτάτων χρόνων, κάτι που είναι απολύτως φυσικό και σύμφωνο με την ιδεολογία της εποχής, αλλά αφορά και στα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα του Οικονόμου, ο οποίος φαίνε­ται ότι προτιμά τη φιλολογία από την ιατρική. Από την άποψη αυτή ο Οικονό­μος μοιάζει να επιχειρεί ένα συγκερασμό της κλασικής «περιηγητικής» προ­σέγγισης ενός τόπου με τις καινούργιες αντιλήψεις της ιατρικής τοπογραφίας.

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας - Guillaume Abel Blouet  (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1833.

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1833.

Το Ναύπλιο κατά την εποχή που ζει εκεί ο Σοφ. Οικονόμος βιώνει μια αντιφατική περίοδο. Όταν ο ίδιος φτάνει, τον Οκτώβριο του 1834, η πόλη είναι η πρωτεύουσα του νεοσύστατου Βασιλείου και το κέντρο της πολιτικής ζωής και των αποφάσεων που λαμβάνονται. Όταν φεύγει, τρία χρόνια αργό­τερα, την άνοιξη του 1837, η πρωτεύουσα έχει μεταφερθεί στην Αθήνα, όπου και σπεύδει να μετοικήσει η οικογένεια Οικονόμου – μαζί και ο Σοφοκλής-, ενώ το Ναύπλιο προσπαθεί σιγά-σιγά να συνηθίσει τη νέα πραγματικότητα και να προσαρμοστεί στον ρόλο μιας επαρχιακής πόλης του ελληνικού 19ου αιώνα. Ο Οικονόμος με οξυδέρκεια παρατηρεί την πόλη και τον περιβάλλο­ντα χώρο, το οικιστικό πλέγμα, τους κατοίκους και τις συνήθειές τους και την επίδραση των νέων πραγμάτων και των ιδεών που ήλθαν μετά την απελευ­θέρωση με την Αντιβασιλεία. Η ματιά του άλλοτε είναι απλώς καταγραφική και άλλοτε διεισδυτικότερη. Παρατηρητής και αυτόπτης μάρτυρας της πραγ­ματικότητας που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του, δίνει πληροφορίες από «πρώτο χέρι» για τη διαμόρφωση της πόλης, χωρίς να διστάζει να προτείνει και λύσεις, ιδιαίτερα σε θέματα που σχετίζονται με τη δημόσια υγεία, ένα θέμα που γνωρίζει πολύ καλά.

Το Ναύπλιο του Οικονόμου είναι μια πόλη «εύκτιστος», με διώροφα σπί­τια «ου πάνυ ευρύχωρα», ενώ στο προάστιο της Πρόνοιας τα σπίτια είναι «χθαμαλά και πλινθόκτιστα ως επί το πλείστον». Οι δρόμοι είναι μάλλον στενοί, λιθόστρωτοι και φέρουν ονομασία, υπάρχουν δύο πλατείες, τέσσε­ρις εκκλησίες και αρκετά δημόσια κτήρια, για τα οποία φροντίζει να δώσει ιστορικές πληροφορίες.[22] Όλα δείχνουν ότι η πόλη σιγά – σιγά προσπαθεί να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά εκείνα που ταιριάζουν στην καινούργια πραγ­ματικότητα, εκείνη που διαφοροποιείται ριζικά από το οθωμανικό παρελθόν.

Γύρω από το Ναύπλιο η εξοχή είναι γεμάτη αμπέλια, νεόφυτα δένδρα και αρωματικά φυτά, έτσι ώστε η κοιλάδα χαρακτηρίζεται «αξιόλογος και τερ­πνή». Σε μικρή απόσταση, στην Τίρυνθα, ο «αοίδιμος Κυβερνήτης» φρόντισε να ιδρυθεί «Αγροκήπιον χάριν της γεωργίας εν εσχάτι αθλιότητι ούσης». Η παραμέληση του Αγροκηπίου μετά τα γεγονότα που ακολούθησαν τη δολοφο­νία του Καποδίστρια, αλλά και η πολιτική της Αντιβασιλείας προσφέρει στον Οικονόμο την ευκαιρία να επιτεθεί στους «ιδιωφελείς αλλοεθνείς» και τον «πανηγυριστή των αυτού βέβηλων εν Ελλάδι πράξεων Μαουρέρον».

Το κλίμα της Ναυπλίας είναι «μέτριον και ευχάριστον». Το άλλοτε νοσηρό κλίμα, που επικρατούσε τα χρόνια της Τουρκοκρατίας και του Αγώνα, βελ­τιώθηκε χάρη κυρίως στα μέτρα που έλαβε ο «αοίδιμος Κυβερνήτης» για την καθαριότητα της πόλης και τη δενδροφύτευση της ευρύτερης περιοχής. Τη βελτίωση αυτή «τρανότατα μαρτυρούσιν και η των επιδημιών έλλειψις και η των διαλειπόντων πυρετών ελάττωσις».[23] Επικρατέστεροι άνεμοι είναι κυρί­ως οι βοριάδες, ενώ οι νοτιάδες είναι κακοί για την υγεία των πολιτών, «αδυ­νατούντες τας τε του σώματος δυνάμεις και την φαντασίαν εκνευρίζοντες».[24]

Οι κάτοικοι της πόλης, μείγμα Πελοποννησίων, Στερεοελλαδιτών, Κρητι­κών κ.ά., ανέρχονται περίπου στις 10.000. Φυσιογνωμικά ο Ναυπλιεύς διαφέ­ρει λίγο από τους κατοίκους της υπόλοιπης Αργολίδας. Είναι μετρίου αναστή­ματος, «ικανώς μυώδης και έχει τους οφθαλμούς μέλανες. Οι γυναίκες είναι μάλλον όμορφες, αγαπούν δε «την των ενδυμάτων επίδειξιν». Γενικότερα «εις το Ναύπλιον βλέπει τις το γοργόν της κρίσεως και το ενεργόν του νοός, και την περί την ραδιουργίαν ευχέρειαν, ήτις χαρακτηρίζει τον Πελοποννήσιον».[25] Βασικά είδη διατροφής είναι τα ψάρια, τα χόρτα, οι ελιές, το τυρί και το κρέας, ενώ καταναλώνεται «κατά κόρον» κρασί και μέτρια ρακί. Στην ιδιωτική τους ζωή οι κάτοικοι είναι εγκρατείς και ολιγαρκείς, ενώ, όταν φι­λοξενούν φίλους, αγαπούν «την επίδειξιν της τρυφής».[26] Κύρια ασχολία τους είναι το εμπόριο.

Σε ό,τι αφορά στα ζητήματα της ιατρικής και της δημόσιας υγείας, η ματιά του Σοφ. Οικονόμου είναι πιο αναλυτική. Η παρατήρηση των συνηθισμένων ασθενειών του τόπου συνοδεύεται και από υποθέσεις για τα αίτια που τις προ­καλούν, αλλά και από τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την καταπολέ­μησή τους. Αναφερόμενος στην πιο συνηθισμένη ασθένεια, τους διαλείποντες πυρετούς, δηλαδή την ελονοσία, κατά κύριο λόγο θεωρεί πως αυτή οφείλεται στο «ύφυγρον της Ναυπλίας», ενώ «οι από του Austro[27] πνέοντες άνεμοι και διά της Λέρνης ερχόμενοι συμβάλλουσι προς την των πυρετών γένεσιν».[28] Στους πυρετούς αυτούς πιο εκτεθειμένοι είναι όσοι ασχολούνται με γεωργικές εργασίες και οι χειρώνακτες. Από τις άλλες ασθένειες ιδιαίτερη εντύπωση του προκαλεί η «ελεφαντίασις των Ελλήνων», η λέπρα, που είναι συχνότατη στο γειτονικό Κρανίδι, τα θύματα της οποίας πολλές φορές αναζητούν θεραπεία στο Ναύπλιο, καθώς επίσης και τα κιρσώδη έλκη της κνήμης, από τα οποία πάσχουν οι χωρικοί των γειτονικών χωριών και των περιχώρων του Ναυπλίου.

Στα θέματα δημόσιας υγείας οι παρατηρήσεις του Οικονόμου είναι πο­λύτιμες. Όλα όσα σχετίζονται με αυτήν, ιδρύματα, άνθρωποι και πρακτικές, παρουσιάζονται, κρίνονται και σχολιάζονται. Οι αναφορές στα λουτρά (δημό­σια και θαλάσσια), τα νεκροταφεία, τα φαρμακοπωλεία, τα νοσοκομεία, τους ιατρούς, τις μαίες, τις πρακτικές εμβολιασμών και τις μεθόδους μαιευτικής που ακολουθούνται, είναι πλούσιες και συνδυάζουν τόσο την αποτύπωση της κατάστασης των πραγμάτων, όπως την βλέπει ο Οικονόμος, όσο και την κα­ταγραφή σπάνιων ιστορικών στοιχείων.

Η εξοικείωση με τη μέθοδο της επαγγελματικής του ζωής είναι εδώ εμ­φανής: πρώτα η διάγνωση των πραγμάτων και κατόπιν οι προτάσεις για θε­ραπεία. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται σε ζητήματα ιατρικής δεοντολογίας (ποιοι και κάτω από ποιες προϋποθέσεις ασκούν την ιατρική ή τη φαρμακευτική) και πρακτικής εφαρμογής. Η μαιευτική φαίνεται ότι τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα, αν κρίνει κανείς από την έκταση που αφιερώνει στα σχετικά με την περιγραφή των τοκετών στο Ναύπλιο. Ο Οικονόμος, στηριζόμενος στις εμπειρίες του από τη Γερμανία, δεν διστάζει να καταθέτει τις προτάσεις του για τη βελτίω­ση των πραγμάτων, όπου το κρίνει αναγκαίο.

Από τα όσα σχετίζονται ευρύτερα με τη δημόσια υγεία, εκτεταμένη μνεία γίνεται στα νεκροταφεία του Ναυπλίου, και κυρίως στην ανάγκη ύπαρξης σύγχρονων νεκροθαλάμων (όπως εκείνοι που είχε εισαγάγει στη Γερμανία ο δάσκαλος του Ουφελάνδος), αλλά και στις φυλακές, οι οποίες από πλευράς υγιεινής βρίσκονται σε άθλια κατάσταση.[29]

Το χειρόγραφο του Οικονόμου είναι αποκαλυπτικό για τον τρόπο που βλέπει και κρίνει ο ίδιος τα πράγματα. Εδώ έχουμε, άλλωστε, να κάνουμε με έναν εκπρόσωπο εκείνης της γενιάς των Ελλήνων (των ετεροχθόνων, όπως ονομάστηκαν λίγα χρόνια αργότερα), οι οποίοι ερχόμενοι από το εξωτερικό προσπαθούν να προσαρμόσουν τις όποιες εμπειρίες και σπουδές τους στην πραγματικότητα ενός κράτους που κάνει τα πρώτα του βήματα. Στην περί­πτωση του Οικονόμου τα εφόδια και οι εμπειρίες που κουβαλάει είναι πολλές και μερικές φορές καθοριστικές. Η ηγετική προσωπικότητα του πατέρα του και η σύνδεση που έχει εκείνος με τη Ρωσία και το ρώσικο ανακτοβούλιο φαί­νεται πως επηρεάζουν ουσιαστικά και τον ίδιο.[30] Οσάκις – και δεν είναι λίγες οι φορές – αποτολμά σχόλια γενικότερης πολιτικής φύσης στη χωρογραφία του, η κατεύθυνση είναι σαφώς ευνοϊκή προς τις απόψεις του Ρωσικού Κόμ­ματος, του επονομαζόμενου των Ναπαίων.

Υπό αυτό το πρίσμα παρουσιάζεται και η περίοδος του Καποδίστρια, ο οποίος θεωρείται ο «πατήρ της ελληνικής πολιτείας».[31] Στα μάτια του Σοφ. Οικονόμου το θαυμαστό έργο του αοίδιμου Κυβερνήτη ήλθε να το ανατρέ­ψει η Αντιβασιλεία, και κυρίως ο «μιαρός» και «λωποδύτης» Μάουρερ. Η αποστροφή αυτή προς τους Βαυαρούς και την Αντιβασιλεία ασφαλώς και δεν συνάδει με τη γερμανική παιδεία, της οποίας υπήρξε μέτοχος ύστερα από μα­κρόχρονη παραμονή σε γερμανόφωνο χώρο (Βιέννη) και στην ίδια τη Γερμα­νία. Υπάρχουν, ωστόσο, την εποχή εκείνη, εκκρεμότητες και αντιπαραθέσεις τέτοιες, ώστε ο όποιος φιλογερμανισμός περνά σε δεύτερη μοίρα. Η υπόθεση, για παράδειγμα, της ανακήρυξης του αυτοκέφαλου της Ελληνικής Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο (1834) δεν μπορούσε παρά να τον επηρεά­σει άμεσα. Ο Μάουρερ και οι Βαυαροί είχαν πρωταγωνιστήσει στην κίνηση αυτή, ενώ ο πατέρας του Κωνσταντίνος ήταν ο ηγέτης όσων αντιδρούσαν.

Οι Βαυαροί δεν ήταν ο μόνος του «αντίπαλος». Πολλές φορές σημειώνει την ολέθρια επίδραση που έχουν στα ήθη και στις γενικότερες ασχολίες των κατοίκων οι συχνές επαφές με τους ξένους, το άνοιγμα στα νέα πράγματα, το οποίο φέρνει η ανεξαρτησία και ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός του Βα­σιλείου. Αλλά η προς τους ξένους χάριν εμπορίου επιμειξία ως εκ της θέ­σεως της Ναυπλίας συνεπάγεται και ξένα μιάσματα φθοροποιά του ήθους, σχολιάζει, για να συμπληρώσει ότι ο εισαγόμενος ξένος πιθηκισμός περί τα των ευρωπαίων ήρξατο. Το αρρενωπόν εκείνο και σεμνόν και εμβριθές είδος του έλληνος χαλαρόν ποιείν και προς το της διαφθοράς κάταντες απωθείν και δούλον παρασκευάζειν, σημειώνει.

Η αντίθεση με τα ξενόφερτα πράγματα και η αίσθηση ότι οι ξενικές παρεμβάσεις έχουν ολέθρια αποτελέσματα στα ελληνικά πράγματα είναι διάχυ­τα στο κείμενο του. Οι αντιλήψεις του στα θέματα αυτά φαίνεται ότι συμπί­πτουν με εκείνες του πατέρα του, ο οποίος έχει επίσης τις ίδιες απόψεις κατά την εποχή εκείνη.[32]

Αλλού πάλι ομολογεί πως αυτολογοκρίνεται και αποσιωπά πράγματα της πρόσφατης ιστορίας της πόλης. Το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1827 το Ναύπλιο «απέβη θέατρον δραμάτων τραγικών. Η Φρουρά του Παλαμηδίου πολεμεί προς την της Ακροναυπλίας και πεισματώδης εμφύλιος πόλεμος δι’ όλου του Ιουνίου 1827 επικρατεί. Οικίαι κατακρημνίζονται, ο περίφημος προ της πόλεως ελαιών κατακαίεται, φυλακισμοί, μαστιγώσεις βίαιοι, δεσμοί και πολλά άλλα κακά καταπράττονται, επί των οποίων ρίπτοντες το κάλυμμα της λήθης αποσιωπώμεν την τραγικήν τούτων εξιστόρησιν».[33] Τα γεγονότα αυτά, στα οποία υπήρχε και πάλι «ξένος δάκτυλος», σύμφωνα με τον Οικονόμου, ήταν πολύ πρόσφατα και έτσι επιλέγει την πολιτική κριτική έναντι της ιστο­ρικής καταγραφής.

Ο Οικονόμος δεν είναι ένας συνηθισμένος επισκέπτης του Ναυπλίου. Η ματιά του ιατρού τον οδηγεί σε διάφορες παραμέτρους της πραγματικότητας, τις οποίες οι συνηθισμένοι περιηγητές του ελληνικού τοπίου προσπερνούν μάλλον γρήγορα και βιαστικά. Η «Χωρογραφία» του δεν αποτελεί μόνο μια απλή καταγραφή των πραγμάτων, αλλά μοιάζει περισσότερο με ένα φωτο­γραφικό λεύκωμα – ας μου επιτραπεί να την ονομάσω έτσι – του Ναυπλίου στα πρώτα βήματα του, στην παιδική του ηλικία. Αλλού αναγνωρίζουμε το στυλιζαρισμένο ύφος που οφείλουν να έχουν κάποιες «φωτογραφίες» αυτού του είδους, ενώ αλλού η πρωτοτυπία είναι εμφανέστατη. Το γεγονός πάντως ότι δεν υπάρχουν αντίστοιχες «φωτογραφίες» άλλων ελληνικών πόλεων την ίδια εποχή αλλά ούτε και του Ναυπλίου σε μεταγενέστερη εποχή, ίσως κάνει ακόμη πιο πολύτιμο αυτό το χειρόγραφο του Σοφ. Οικονόμου.

 

 

Γιάννης Μπαφούνης

Ιστορικός

 Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ακαδημία Αθηνών, Κ.Ε.Μ.Ν.Ε., Αρχείο Οικονόμου, φάκ. XXVIII, 12. Το χειρό­γραφο εντόπισε ο Κώστας Λάππας και έφτασε στα χέρια μου μέσω του Τριαντάφυλλου Σκλαβενίτη, που είχε πάρει παλαιότερα την άδεια έκδοσής του μαζί με τον Αριστοτέλη Κ. Σταυρόπουλο (1927-1994). Χωρίς τη βοήθειά τους η εργασία αυτή φυσικά και δεν θα είχε γίνει. Δικαιωματικά, λοιπόν, τους ανήκει η αφιέρωση του παρόντος άρθρου μαζί με τις ευχαριστίες μου.

[2] Ανάμεσα στις πηγές που χρησιμοποιεί ο Σ. Οικονόμος για τη συγγραφή της «Ια­τρικής Χωρογραφίας» του, είναι και ο Β’ τόμος του έργου του Ανδρέα Ζ. Μάμουκα, Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος, Ήτοι συλλογή των περί την αναγεννωμένην Ελλάδα συνταχθέντων πολιτευμάτων, νόμων και άλλων επισήμων πράξεων από του 1821 μέχρι τέλους του 1832. Οι πρώτοι 7 τόμοι (από τους 11 συνολικά) του έργου αυτού εκδόθηκαν στον Πειραιά το 1839, γεγονός που προσδιορίζει χρονικά ότι τουλάχιστον μέχρι εκείνη τη χρονιά ο Οικονόμος δούλευε το χειρόγραφό του.

[3] Λόγοι εκφωνηθέντες εν τη κηδεία Σοφοκλέους Κ. Οικονόμου του εξ Οικονόμων, υπό Μ. Γεδεών εν τω ναώ και Τιμολέοντος I. Φιλήμονος εν τω νεκροταφείω, Αθήνησι, Εκ του Τυπογραφείου «Παρνασσού», 1877, σ. 6.

[4] Στην εισαγωγή που προτάσσει ο Κώστας Λάππας στον πρώτο τόμο της αλληλογρα­φίας του Κωνσταντίνου Οικονόμου, αλλά και στα σχόλια που συνοδεύουν τις επιστολές, μπορεί να βρει κανείς πλήθος στοιχείων για την προσωπική πορεία του ίδιου και της οικο­γένειάς του. Βλ. Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, Αλληλογραφία, επιμέλεια Κ. Λάππας και Ρ. Σταμούλη, τ. Α’, 1802-1817, Αθήνα 1989 και τ. Β’, 1818-1822, Αθήνα 2002. Πλούσια στοιχεία περιέχει και η μελέτη του ίδιου «Η οικογένεια Κων. Οικονόμου μέσα από την αλληλογραφία της (1821 -1832)», στο Νεοελληνική Παιδεία και Κοινωνία, Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου αφιερωμένου στη μνήμη του Κ. Θ. Δημαρά, Αθήνα 1995, σ. 393-419. Για τον Σοφοκλή Οικονόμο βλ. και Κωνσταντίνος I. Μανίκας, «Σοφοκλής Οικονόμος ο εξ Οικονόμων. Βιογραφικό διάγραμμα και συγγραφικό έργο», στην Επιστημονική Επετηρίδα της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστήμιο Αθηνών, τ. Μ’, Αθήνα 2005, σ. 369-402.

[5] Βλ. τις χειρόγραφες σημειώσεις του Κ. Παπαδόπουλου Ολυμπίου στο τέλος της «Χωρογραφίας» του Σοφ. Οικονόμου, τις οποίες αναγνώρισε ο Κώστας Λάππας και μου τις γνωστοποίησε. Από τις σημειώσεις αυτές προκύπτει ότι ο Οικονόμος είχε απευθυνθεί σε διάφορους ζητώντας πληροφορίες για το Ναύπλιο, ανάμεσα στους οποίους αναφέ­ρονται οι Λάμπρος Σουλιώτης, Ν. Λουριώτης, ένας κουμπάρος του Οικονόμου ονόματι Ντανδρές κ.ά.

[6] «Σύνοψις ιατρικής χωρογραφίας της Ναυπλίας», Προοίμιον. Να σημειώσουμε εδώ ότι και ο πατέρας του, ο Κωνσταντίνος Οικονόμος, είχε ασχοληθεί με την περιγραφή πό­λεων δημοσιεύοντας στον Λόγιο Ερμή την «Αυτοσχέδιο διατριβή περί Σμύρνης» στα 1817 (15.10 και 1.11.1817), σ. 520-530 και 549-567 αντίστοιχα, όπου πραγματεύεται κυρίως την ιστορία της πόλης, αλλά κάνει και αναφορές στη σύγχρονη πραγματικότητα. Η δη­μοσίευση στον Λόγιο Ερμή κυκλοφόρησε και σε ανασελιδοποιημένο ανάτυπο αυτοτελώς (σ. 30 + 2.λ.) με τον τίτλο Πολιτειογραφία. Το κείμενο επανεκδόθηκε ως βιβλίο στα 1831 στη Μάλτα.

[7] Για την ιατρική πραγματικότητα της εποχής του Όθωνα βλ. Θαν. Μπαρλαγιάννης, «Η ταυτότητα του επίσημου ιατρικού σώματος στην Ελλάδα του Όθωνα: ανάμεσα στο ευρωπαϊκό επιστημονικό παράδειγμα και τις ντόπιες πολιτισμικές και πολιτικές πραγμα­τικότητες», στα Πρακτικά Συνεδρίου «Ταυτότητες στον ελληνικό κόσμο (από το 1204 έως σήμερα)», τ. Ε’, Αθήνα 2011, σ. 251-264.

[8] Φ.Ε.Κ. 7, 8/20.2.1834.

[9] Στο ίδιο, άρθρο 3, § θ’.

[10] Βλ. ένα πρόχειρο ορισμό της ιατρικής τοπογραφίας στο http://medconditions.net/ medical-topography.htm 1.

[11] Για την πορεία και τις τύχες των θεωριών του Ιπποκράτη στην αρχαιότητα αλλά και τον 17ο-18ο αιώνα βλ. Wesley D. Smith, The Hippocratic tradition, electronic edition, revised, 2002 (http://www.biusante.parisdescartes.fr/medicina/Hippo2.pdf. [πρώτη έκδοση: Cornell University Press, 1979]). To πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου αναφέρεται στην αναβίωση των ιπποκρατικών θεωριών τον 17ο και 18ο αιώνα.

[12] Για μια σύντομη παρουσίαση βλ. Mirco D. Grmek, «Geographie medicale et histoire des civilisations», Annales. Economies, Societes, Civilisations, 18e annee, N. 6 (1963), σ. 1071-1097.

[13] Μια βασική βιβλιογραφία (ανεπαρκή, ωστόσο, για τα ελληνικά πράγματα) των ανά τόπο μελετών της ιατρικής τοπογραφίας μπορεί κανείς να βρει στο έργο του Α. Pauly, Bibliographie des sciences medicates: bibliographic biographic, histoire, epidemics, to­pographies, endemics, Παρίσι 1872.

[14] Για μια παρουσίαση επιμέρους θεμάτων της έρευνας αυτής που κράτησε από το 1776 μέχρι το 1793, βλ. το συλλογικό έργο των J. P. Desaive, P. Goubert, Ε. Leroy Ladurie, J. Meyer, Ο. Muller, J. P. Peter, Medecins, climats et epidemies a la fin du I8eme siecle, Παρίσι 1972.

[15] Βλ. I. Βούρος, «Νοσολογική κατάστασις των Κυκλάδων κατά το 1834 έτος», Ασκληπιός, τ. Α’, φυλ. ΙΑ’ (1.6.1837), σ. 369-388.

[16] Βλ. Γ. Η. Πεντόγαλος και Γ. Α. Σταθόπουλος, «Οι ιατροστατιστικοί πίνακες των Διοικήσεων του Ελληνικού Βασιλείου (1838-1839)», στην Επιστημονική Επετηρίδα τον Τμήματος Ιατρικής του Α.Π.Θ., τ. 17, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 271-280.

[17] Ενδεικτικά σημειώνουμε: Θ. Αφεντούλης, «Ιατρική νοσογραφία της Ανδρου», Ασκληπιός, Αθήνα 1858· Π. Παλλάδιος, «Τοπογραφική νοσολογία τινών δήμων Κυνου­ρίας», Ασκληπιός, Αθήνα 1858· Αν. Γούδας, Έρευναι περί Ιατρικής Χωρογραφίας και κλί­ματος Αθηνών, Αθήνα 1858·Γ. Βάφας, Αι Αθήναι υπό ιατρικήν έποψιν. Μέρος πρώτον, Η Πόλις, Αθήνα 1878· Χ. Κορύλλος, Αι Πάτραι υπό φυσικήν και ιατρικήν έποψιν, Αθήνα 1888· Ανδρ. Κ Φραγκίδη, Η νήσος Σύρος υπό τοπογραφικήν, κλιματολογικήν και ιατρικήν έποψιν, Ερμούπολη 1894· Στεφ. Κ. Καλλία, Η Χαλκίς υπό φυσικήν και ιατρικήν έποψιν, Αθήνα 1896.

[18] Ο L. L. Finke στον πρόλογο του 3ου τόμου του έργου του Versuch einer allgemeinen medicinischpractichen Geographie, (3 τόμοι), Λιψία 1792-1795, παρουσιάζει ένα μεθοδολογικό κείμενο για το πώς πρέπει να συντάσσονται οι ιατρικές τοπογραφίες. Ο I. Βούρος, με σπουδές στη Γερμανία, γνωρίζει και παραπέμπει στο κείμενο αυτό. Βλ. «Νοσολογική κατάστασις των Κυκλάδων», ό.π., σ. 372. Αντίστοιχο υπόδειγμα σύνταξης ιατρικών τοπογραφιών δημοσιεύεται και στο έργο του J. Hennen, Sketches on the medical topography of the Mediterranean comprising an account of Gibraltar, the Ionian Islands and Malta to which is prefixed a plan for memoirs on medical topography, V.I-II, Λονδίνο 1830, σ.13-42.

[19] Μ. Zallony, Voyage a Tine, I’une des iles de Varchipel de la Grece, suivi d’un Traite de Vasthme, Παρίσι 1809. Στην πρώτη εκδοχή της τοπογραφίας του ο Οικονόμος σημειώνει χαρακτηριστικά: «έχουμε περιγραφάς της νήσου Τήνου υπό του ιατρού Μαρκάκη Ζαλλόνη (Voyage a Tine), της Λευκάδος υπό του Γάλλου». Ο Γάλλος αυτός είναι ο Alphonse Ferrara και πρόκειται για το βιβλίο του Coup d’ceil sur les maladies les plus importantes qui regnent dans une des iles les plus celebres de la Grece, ou Topographie medicale de I’He de Leucade, ou Sainte Maure, Παρίσι 1827 (68 σελίδες).

[20] Βλ. Carlo Botta, Storia naturale et medica dellisola di Corfu, που πρωτοκυκλοφορεί στο Μιλάνο στα 1798 και επανεκδίδεται στην ίδια πόλη στα 1823. Οι ιατροί που συνόδευαν το εκστρατευτικό σώμα του στρατηγού Μαιζών στην Πελοπόννησο (την περί­φημη «Expedition scientifique de la Moree») δημοσίευσαν δύο τουλάχιστον έργα ιατρικής τοπογραφίας. Πρόκειται για τη διατριβή του Ε. Joudan, Considerations sur la topographie medicate de Patras, Στρασβούργο 1834, και τη μελέτη του Prosper Gassaud «Memoires et observations sur les fievres intermittentes pernicieuses qui ont regne a Nauplie pendant Pautomne de 1832, precedes d’ un apercu topographique de cette ville», η οποία δημο­σιεύτηκε στο περιοδικό Recited de memoires de medecine militaire (τ. 40, Παρίσι 1836, σ. 1-60). Βλ., επίσης, P. Ε. Gittard, Considerations generates sur la constitution physique du Peloponese, et son influence sur le caractere et les maladies de ses habitants, Παρίσι 1834. Ο Οικονόμος δεν φαίνεται να γνωρίζει το έργο του J. Hennen, ό.π.

[21] Αναφερόμαστε στο κλασικό έργο Das griechische Volk in offentlicher, kirchlicher undprivatrechtlicher Beziehung vor und nach dem Freiheitskampfe his zum 31. Juli 1834, Χαϊδελβέργη 1835, στο οποίο ο Μάουρερ, εκτός των άλλων, αναφέρεται και στην εμπει­ρία από τη συμμετοχή του στην Αντιβασυλεία (1833-1834). Συχνά κάνει αναφορές στη Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος (1825-1832) και στον Σωτήρα. Από τις άλλες εκδόσεις ση­μειώνουμε το έργο του Χρ. Βυζαντίου, Ιστορία του τακτικού στρατού της Ελλάδος, από της πρώτης συστάσεώς του κατά το 1821 μέχρι του 1832, Αθήνα 1837, σε εκείνο του Παλαιών Πατρών Γερμανού, Υπομνήματα περί της ελληνικής επαναστάσεως, Αθήνα 1837, καθώς επίσης και σε εκείνο του Ανδρέα Ζ. Μάμουκα, Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος, ό.π.

[22] «Σύνοψις ιατρικής χωρογραφίας της Ναυπλίας», σ. 2 κ. εξ. Η αναφορά στην ονοματοδοσία των οδών είναι χαρακτηριστική της πορείας που ακολουθεί μια πρώην οθωμα­νική πόλη που αποκτά πλέον καινούργια αντίληψη για την ταυτότητά της.

[23] «Σύνοψις ιατρικής χωρογραφίας της Ναυπλίας», σ. 36.

[24] Στο ίδιο, σ. 35.

25 Στο ίδιο, σ. 46.

[26] Στο ίδιο, σ. 48.

[27] Austro: νοτιοδυτικός άνεμος.

[28] Στο ίδιο, σελίδα χωρίς αρίθμηση, μεταξύ των σ. 52-53 του κειμένου.

[29] Στο ίδιο, σ. 56. Αναφερόμενος στους βαρυποινίτες που φυλακίζονται στο Παλα­μήδι, ο Οικονόμος προτείνει τη μεταφορά τους στη Γυάρο, όπως «το πάλαι», όπου ασχο­λούμενοι με την εργασία θα ωφελούνται οι ίδιοι, αλλά και η πολιτεία θα μένει «ήσυχος και ασφαλής»· στο ίδιο, σ. 62.

[30] Για την πορεία του Κωνσταντίνου Οικονόμου και για την επίδραση που ασκεί στα παιδιά του, πολύτιμες πληροφορίες προσφέρει η αλληλογραφία του κατά την περίοδο 1802-1822. Βλ παραπάνω, υποσ. 4.

[31] «Σύνοψις ιατρικής χωρογραφίας της Ναυπλίας», σ. 29.

[32] Βλ. Κ. Λάππας, «Η οικογένεια Κων. Οικονόμου», ό.π., σ. 414 – 415.

[33] «Σύνοψις ιατρικής χωρογραφίας της Ναυπλίας», σ. 28.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

«Αργολικά Σημειώματα “Επίδαυρος ή Δαμαλάς;”,Τοποθεσία του Βούζη = Μέρμπακας;” », Βούλα Κόντη, Σύμμεικτα, τόμος ένατος, Μνήμη Δ. Α. Ζακυθηνού, Μέρος ‘Α, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών, Αθήνα, 1994


 

 

Επίδαυρος ή Δαμαλάς;

Κάστρο του Δαμαλά (Τροιζήνα)

Κάστρο του Δαμαλά (Τροιζήνα)

Ο όσιος Νικών ο «Μετανοείτε», όπως μας πληροφορεί ο βιογράφος του, αναχωρώντας από την Κρήτη με προορισμό την Πελοπόννησο, έφθασε στην[Ε]πίδαυρον, ον και Δαμαλάν ειώθασι καλείν οι εγχώριοι.Οιμελετητές που έχουν ασχοληθεί είτε με το Βίο του οσίου είτε με τα πελοποννησιακά πράγματα κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο αναφέρονται στο παραπάνω χωρίο, επισημαί­νοντας ότι ο βιογράφος, ταυτίζοντας λανθασμένα την Επίδαυρο με το Δαμαλά, συγχέει δύο γειτονικές περιοχές της βόρειας ακτής της Αργολίδας. Στην προσπάθεια να ερμηνεύσουν το λάθος, άλλοι υπο­στηρίζουν ότι στο συγκεκριμένο χωρίο εννοείται η Επίδαυρος, η οποία κατά τη μέση βυζαντινή περίοδο έφερε την επωνυμία Δαμαλάς, άλλοι ότι ο όσιος είχε αποβιβαστεί στην Επίδαυρο και ότι αργότερα, κατά την αναχώρησή του είχε μεταβεί στο Δαμαλά, από όπου είχε αποπλεύσει για την Αθήνα και άλλοι, άλλοτε δέχονται ότι παρά τη σύγχυση των τοπωνυμίων η μεσαιωνική ονομασία της Επιδαύρου ήταν Δαμαλάς και άλλοτε θεωρούν ότι ο όσιος είχε φθάσει στην Επίδαυρο και ότι από εκεί είχε μεταβεί στο Δαμαλά, όπου κήρυξε το θείο λόγο. Τέλος, ο Bon και ο Κορδώσης, χωρίς όμως και αυτοί να το τεκμηριώνουν, σημειώνουν ότι ο όσιος Νίκων είχε αποβιβαστεί στο Δαμαλά, τον οποίο θεωρούν ότι λανθασμένα ο βιογράφος του συγχέει με την Επίδαυρο, αντί για την αρχαίαΤροιζήνα.

 

Τοποθεσία του Βούζη = Μέρμπακας;

 

Λίγο πριν από τα μέσα του 12ου αι., ο επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου, Λέων, είχε ιδρύσει στην περιοχή της Αρείας γυναι­κεία μονή αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, γνωστή σή­μερα ως Αγία Μονή. Όπως αναφέρει ο ίδιος ο Λέων στο «Υπό­μνημα» της μονής, το οποίο είχε συντάξει τον Οκτώβριο του 1144, σε σύντομο χρονικό διάστημα αναγκάστηκε, για το φόβο των θαλαττίων ληστών, κατά πάσαν άδειαν τα πάντα ληιζομένων, να απομακρύνει τις μοναχές από τη μονή τους, που δεν απείχε πολύ από τη θάλασσα. Έτσι, έκτισε, ειδικά για το λόγο αυτό, άλλη ομώ­νυμη μονή, της πανάγνου δεσποίνης ημών και θεομήτορος, στην ενδοχώρα (πόρρω διακείμενον της θαλάσσης), στην τοποθεσίαν του Βούζη, ενώ μετέτρεψε την πρώτη μονή σε ανδρώα. Η τοποθεσία αυτή απ’ όσο τουλάχιστον γνωρίζω, δεν έχει ως σήμερα εντοπιστεί. Η πιθανότητα να διατηρείται και σήμερα το τοπωνύμιο, σε παρεφθαρμένη, όμως μορφή, φαίνεται μάλλον απίθανη, γιατί σε όλη την περιοχή του αργολικού κάμπου δε σώζεται κάτι παρεμφε­ρές. Αντίθετα, ο τύπος στη γενική, με τον οποίο παραδίδεται η ονομασία της τοποθεσίας, του Βούζη, παραπέμπει συνήθως σε ονό­ματα βυζαντινών οικογενειών και υποδηλώνει τον ιδιοκτήτη γης ή τοπικό άρχοντα. Ας σημειωθεί ότι ο ίδιος ακριβώς τύπος του ονόματος (του Βούζη) μαρτυρείται, στα 1285, και στη νήσο Λήμνο· μνημονεύεται σε σιγιλλιώδες γράμμα του δούκα και απογραφέα του νησιού, Μιχαήλ Μακρεμβολίτου.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Βούλας Κόντη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Αργολικά Σημειώματα

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Έκθεση περιοδικού νεανικού τύπου (1936-2000)


 

Το Καλλιτεχνικό Εργαστήρι Άργους, με την υποστήριξη της Κοινωφελούς Επιχείρησης του Δήμου Άργους – Μυκηνών παρουσιάζει την έκθεση Περιοδικού Νεανικού Τύπου (1936-2000) στην αίθουσα ‘ΙΩ’ στους στρατώνες του Καποδίστρια στο Άργος, από 12 έως 20 Μαΐου 2012.

 

ο Μικρός Ήρως

Όπως σημειώνει ο Ρήγας Ρηγόπουλος, από την συλλογή του οποίου προέρχονται τα περιοδικά: « Πιστεύω πως ο Μικρός Ήρως πρέπει να διδάσκεται στα δημοτικά γιατί πέρα από την λογοτεχνική του αξία, μέσα στις σελίδες του μπορεί να νοιώσει κανείς υψηλά συναισθήματα και αξίες όπως η αγάπη για την ελευθερία και την πατρίδα, η αγάπη και το ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο, ο αγνός έρωτας και η δυνατή φιλία, όπως και η φιλομάθεια και η αγάπη για την υγεία του σώματος και του πνεύματος».

Στην έκθεση αυτή παρουσιάζονται περιοδικά που έπαιξαν ρόλο στην διαμόρφωση του χαρακτήρα μας κατά τα χρόνια της παιδικής αθωότητας όπως είναι περιοδικά περιπέτειας μικρός Ήρως, μικρός Σερίφης, μικρός Κάου–μπόυ και άλλα με το προσδιοριστικό ‘μικρός’, σειρές από παραμύθια και εξωτικές περιπέτειες όπως Ταρζάν, Γκαούρ-Ταρζάν, περιοδικά σε μίμηση ή αντιγραφή των pulp περιοδικών της Αμερικής όπως η Μάσκα και το Μυστήριον, περιοδικά νεότερα όπως τα Μπλέκ, Ζαγκόρ και ‘Ομπραξ, και περιοδικά με σούπερ ήρωες ή επιστημονικής φαντασίας όπως τα Διαπλανητικά Παράξενα, Υπεράνθρωπα, Εκπληκτικά, Κόναν, Σπάιντερ Μαν.

Περιοδικά με διάφορους προσανατολισμούς όπως ο Γκρέκο (ο αετός των γηπέδων), ή ο Φίλαθλος και ο Σπόρτ Μπίλυ, και σειρές περιοδικών που απευθύνονταν σε κορίτσια όπως η Μανίνα, η Κατερίνα, ή Αλίκη, το Χαρούμενο Κορίτσι κ.α.

Ο Μίκυ Μάους έδωσε τον χαρακτηρισμό σε όλα τα περιοδικά του ύφους όπως η μικρή Λουλού, ο Μπάγκς Μπάνυ, ο Ποπάυ, ο Σεραφίνο και ο Τιραμόλα.

Και φυσικά δεν μπορούν να λείπουν περιοδικά που σαν μαθητές διαβάζαμε και κυκλοφορούσαν μέσα στα σχολεία, όπως ο «Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός Νεότητος», «το Προς την Νίκην» και «η Ζωή του Παιδιού» ή «ο Πρόσκοπος και ο Φυσικός Κόσμος».

Τα Κλασσικά Εικονογραφημένα μας εισήγαγαν με έναν ευχάριστο τρόπο στον κόσμο της κλασσικής λογοτεχνίας αλλά και της αρχαίας Ελληνικής Δραματουργίας και της Ελληνικής Ιστορίας, ενώ από περιοδικά όπως η Διάπλασις των Παίδων, το Ελληνόπουλο (ο Θησαυρός των Παιδιών), το Μπράβο, το Σπίτι του Παιδιού, έχουν περάσει σχεδόν όλοι οι Έλληνες διανοούμενοι είτε ως αναγνώστες είτε ως συνεργάτες μέσα από τις σελίδες συνεργασίας αναγνωστών ή τα ανοιχτά μυστικά που έπαιζαν τον ρόλο που σήμερα παίζουν τα SMS ή τα Site Κοινωνικής Δικτύωσης».

 

ο Μικρός Ήρως

 

Ο συνεργάτης της Αργολικής Βιβλιοθήκης Αντώνης Σιούτος, σε σημείωσή του για την έκθεση, γράφει:

«Χρόνοι παλιοί»

« Καθισμένοι σε μια γωνιά της πλατείας του Δρυμούρα, ιδρωμένοι και κατάκοποι από το πολύωρο ποδόσφαιρο στην αλάνα, με ματωμένα γόνατα – το φάρμακο ήταν το σάλιο μας και το χαρτί απ’ τα μπακέτα των τσιγάρων- και παπούτσια μισοχάσκοντα, ξεκινούσαμε τις ανταλλαγές των απαγορευμένων καρπών μας.

– Δώσε τον Μικρό ήρωα, να σου δώσω το Γκαούρ- Ταρζάν.

– Σιγά, το έχω διαβάσει τρεις φορές. Αν θέλεις δώσε την Μάσκα.

Η βρώμικια αθλητική έκρυβε καλά το θησαυρό μας από τα ερευνητικά μάτια της μάνας, όταν γυρίζαμε στο σπίτι. Μετά τις φωνές και τις απειλές της- εδώ που τα λέμε, έπεφτε και καμιά φάπα- κι ύστερα από την υποχρεωτική ψυχρολουσία-  πού η ευκολία του ζεστού νερού! κλεινόμασταν στο δωματιάκι ( τάχα γραφείο! Ο θεός να το κάνει..) για να διαβάσουμε τα μαθήματα της επόμενης μέρας.

Ο Δάσκαλος μας, θεός σχωρέστον, ήταν πολύ αυστηρός. Κι είχε μια μακριά  βέργα από κυδωνιά, Παναγία μου! Ένας χαζός συμμαθητής μας την είχε κόψει απ’ το χωράφι του πατέρα του και την είχε μάλιστα χαράξει καλλιτεχνικά για να καλοπιάσει τον Δάσκαλο. Αμ δε! Ο πρώτος που τη γεύτηκε ήταν ο ίδιος, όταν ο δάσκαλος τον ρώτησε για τα άμφια των ιερέων. Και η κουνουπίτσα έτσουζε… Την κόβανε  στο γειτονικό ποτάμι, τον Ξεριά. Όταν έπεφτε στην ανοιχτή  παλάμη σου, κινδύνευες από ανακοπή. Τέτοιος πόνος.

Κλεινόμασταν, που λέτε, στο δωμάτιο, κι αρχίζαμε την μελέτη. Ο Γιώργος Θαλάσσης πάλι έχει μπλέξει με κάτι πράκτορες της Γκεστάπο. Όμως, η όμορφη Κατερίνα – αιώνια ερωτευμένη με τον Γιώργο- και ο Σπίθας, που όταν δεν τρώει είναι φοβερός, έχουν ήδη καταστρώσει το σχέδιο δραπέτευσης. Κόβαμε την ανάγνωση του Μικρού ήρωα και αλλάζαμε τόπο, χρόνο και ήρωα. Ο Ταρζάν, τώρα, κυνηγάει λαθροκυνηγούς με την βοήθεια της Τζέιν και του Ποκοπίκου.

Άμα ακούγαμε βήματα ή κουβέντες, σηκώναμε το στρώμα και κρύβαμε τα περιοδικά. Τί λέγαμε για απαγορευμένους καρπούς; Ήταν η μυστική μας βιβλιοθήκη. Μυστήριο, Μάσκα, περιπέτειες του Λέμμυ Κώσιον, της Αράχνης αλλά και κανένας Ιούλιος Βερν, έτσι για αλλαγή. Τα δεμένα βιβλία, εκείνο τον καιρό, ήταν ακριβά. Κινδύνευαν να πάνε από ασφυξία οι ήρωές μας, όταν ξαπλώναμε στο κρεβάτι, τάχα ότι διαβάζαμε ιστορία και θρησκευτικά.

Σε αυτούς τους μακρινούς αλλά τόσο ζεστούς κι ανθρώπινους χρόνους μας ταξιδεύει ο εικαστικός Ρήγας Ρηγόπουλος με τούτη την έκθεσή του. Μεθοδικός, τακτικός και λάτρης εκείνης της εποχής και των νεανικών μας διαβασμάτων, τα κράτησε. Τα μάζεψε τεύχος- τεύχος. Τα φύλαξε στην καρδιά του και στο υπόγειο της Αναγέννησης, τα φρόντισε και τώρα μας καλεί να γυρίσουμε πίσω, να συναντήσουμε ξανά την παλιά συντροφιά της αλάνας, να νοιώσουμε την ιερή μυρωδιά του χώματος και την θαλπωρή της γειτονιάς.

Τον Ανδρέα, τον Γιάννη, τον Γιώργη, τον Βύρωνα, τον Νάκη με την μάνα του να τρέχει πίσω του, ενώ εκείνος ετοιμαζόταν να σουτάρει, για να φάει τ’ αυγό του και το ψωμί με την μαρμελάδα. Εμάς, μας έφτανε μια φέτα απ’ το καρβέλι με λάδι, ρίγανη κι αλάτι. Άντε καμιά φορά και με πελτέ, όταν ήταν ο καιρός που η μάνα τον έφτιαχνε στο καζάνι.   

Τώρα, όλοι εκείνοι οι ήρωες συνωστίζονται να αναδυθούν από τη μνήμη. Τη μνήμη ή την καρδιά; Αλήθεια, ποιος θα μου πει πού κατοικοεδρεύουν οι ήρωες μας; Ο Ζορρό, ο Μπλέκ, ο Όμπραξ, ο Ζαγκόρ και τόσοι άλλοι που σιγά – σιγά προβάλουν για να μας θυμίσουν την παρουσία τους και τα κατορθώματά τους.

Στο κάτω μέρος της δίφυλλης ντουλάπας, σ΄ ένα ξεχασμένο συρτάρι, είχε βρει καταφύγιο ο Μίκυ Μάους με την αιώνια μνηστή του, την Μίνυ και τον κουφιοκέφαλο αλλά πιστό του φίλο, τον Γκούφυ. Στην άλλη σειρά ο Ντόναλντ Ντακ- με τις διασκεδαστικές διακυμάνσεις των σχέσεων του με την Νταίζη – με τα ανιψάκια του, τον Χιούι, τον Ντιούι και τον Λιούι αλλά και τον δραχμοφονιά θείο Σκρούτζ.

Ακολουθείστε τα βήματα του Ρήγα. Για λίγο ξεχάστε το σκούρο και οδυνηρό σήμερα κι αναζητείστε μέσα σας το παιδί. Τους καιρούς της αγάπης, της ελπίδας, της προσδοκίας. Θυμηθείτε τους ανεκπλήρωτους παιδικούς έρωτές σας. Τη γλυκιά ταραχή όταν άγγιζες το χέρι της Μαρίας, της Φούλης, της Κικίτσας, της Σοφίας…

Ψηλαφήστε τα σημάδια στα γόνατα και τους αγκώνες. Ξαπλώστε πάλι στο μικρό κρεβάτι σας κι ονειρευτείτε όλα εκείνα που περιμένατε να ‘ρθουν  και δεν ήρθαν. Κι όπως λέει ο Ευριπίδης στις Βάκχες:  Εκείνα που είναι να γίνουν, δεν έγιναν ποτέ κι αυτά που γίνονται, δεν ήταν για να γίνουν.

Ρήγα, να ‘σαι καλά. Κι άλλα σπουδαία περιμένουμε από σένα.

Έκθεση περιοδικού νεανικού τύπου (1936-2000)

Άργος 12 – 20 Μαΐου

Στρατώνες Καποδίστρια, αίθουσα «ΙΩ»

Ώρες λειτουργίας: 11.00-14.00 & 19.00-21.00

 

Read Full Post »

Η μάχη στα Βασιλικά


 

Χουρσίτ πασάς, λιθογραφία του Bouvier.

Στη Ρούμελη η Επανάσταση εκδηλώθηκε ταυτόχρονα με την Πελοπόννησο, το Μάρτιο του 1821, και μέσα σε δύο μήνες πέρασαν στα χέρια των Ελλήνων το μεγαλύτερο μέρος της υπαίθρου και οι σημαντικότερες πόλεις. Όταν ο Χουρσίτ πασάς, που πολιορκούσε τον Αλή πασά στα Γιάννενα, πληροφορήθηκε την εξέγερση της Ανατολικής Στερεάς, έστειλε 8.000 πεζούς και 800 ιππείς με επικεφαλής τον Κιοσέ Μεχμέτ πασά και τον Αλβανό Ομέρ Βρυώνη για να την καταπνίξουν και μετά να εισβάλουν στην Πελοπόννησο και να λύσουν την πολιορκία της Τριπολιτσάς. Με μάχες στην Αλαμάνα (23 Απριλίου 1821) ο Αθανάσιος Διάκος, στο Χάνι της Γραβιάς (8 Μαΐου) ο Οδυσσέας Ανδρούτσος και στα Βρυσάκια της Εύβοιας (15 Ιουλίου) ο Αγγελής Γοβγίνας, προσπάθησαν να ανακόψουν την κάθοδο των Τούρκων στην Πελοπόννησο και κατόρθωσαν να τους καθηλώσουν στη Βοιωτία, όπου περίμεναν ενισχύσεις.

Τον Αύγουστο του 1821 οι Τούρκοι οργάνωσαν νέα, ενισχυμένη εκστρατεία κατά της Πελοποννήσου. Μια δύναμη από 8.000 ενόπλους – οι περισσότεροι έφιπποι – και πλήθος άμαξες φορτωμένες με εφόδια, με επικεφαλής το γνωστό από την εκστρατεία της Χαλκιδικής Μπεϊράν πασά, ως αντιστράτηγο, και τους Μεμίς πασά, Σαχίν Αλή πασά και Χατζή Μπεκίρ πασά, κατέβηκε από τη Λάρισα και στρατοπέδευσε στο Ζητούνι (Λαμία), ενώ μία άλλη από 4.000 άνδρες με επικεφαλής τον Μαχμούτ πα­σά της Δράμας στρατοπέδευσε στον Δομοκό. Σχέδιο των Τούρκων ήταν οι δυνάμεις αυτές, αφού ενωθούν με τις δυνάμεις του Κιοσέτ Μεχμέτ πασά και του Ομέρ Βρυώνη, να προελάσουν στην Πελοπόννησο και να λύσουν την πολιορκία της Τριπολιτσάς.

Ιωάννης Δυοβουνιώτης. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Σύμφωνα με τον Φιλήμονα, μέσα Αυγούστου πρώτος ο Γιαννάκης Δυοβουνιώτης πληροφορήθηκε την άφιξη του τουρκικού στρατού στο Ζητούνι και ειδοποίησε τους οπλαρχηγούς της Ανατολικής Στερεάς, οι οποίοι συνήλθαν στο χωριό Εργίνι (στους πρόποδες της Φοντάνας), για να συσκεφθούν πού θα αντιμετωπίσουν τον τουρκικό στρατό κατά την πορεία του από τη Λαμία στη Λιβαδειά. Στη σύσκεψη αλλά και στη μάχη δεν έλαβε μέρος ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, που ήταν μακριά.

Ο Γιάν­νης Γκούρας και ο γιος του γερο-Πανουργιά, ο Νάκος, πρότειναν να οχυρωθούν στη διάβαση της Φοντάνας, αλλά επικράτησε η πρόταση του Δυοβουνιώτη, να στήσουν ενέδρα στη στενωπό του δημό­σιου δρόμου των Βασιλικών, όπου και το ομώνυμο χωριό της Φθιώτιδας, που ήταν τότε ακατοίκητο.

Οι δυνάμεις των Ελλήνων, περίπου 1.600 άνδρες, τοποθετήθηκαν σύμφωνα με το σχέδιο του Δυοβουνιώτη – ο οποίος ορίστηκε και αρχηγός – ως εξής: στο πυκνό δάσος στην είσοδο της διάβασης ο Δυοβουνιώτης, στο εσωτερικό δεξιά ο Αντώνης Κοντοσόπουλος και αριστερά ο Κομνάς Τράκας, ο Κώστας Καλύβας και ο Κώστας Μπίτης και στην έξοδο της διάβασης ο Γκούρας, ο Πανουργιάς και ο γιος του αρχηγού, ο Γιώργος Δυοβουνιώτης – στον οποίο οφείλουμε και περιγραφή της μάχης – ενώ 200 άνδρες υπό τον Παπαντρέα στάλθηκαν στη διάβαση της Φοντάνας.

Στις 22 Αυγούστου ο Μπεϊράν πασάς με δύο πα­σάδες – ο Χατζή Μπεκίρ είχε πεθάνει στη Λαμία- στρατοπέδευσε στην Πλατανιά. Την επομένη έστειλε ένα σώμα από 300 πεζούς στη Φοντάνα και 200 ιππείς στα Βασιλικά για ανίχνευση. Οι ιππείς μη συναντώντας κάποια αντίσταση προχώρησαν στο εσωτερικό της διάβασης και τότε οι κρυμμένοι μέσα στο δάσος Έλληνες τους επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά και τους αποδεκάτισαν. Ανάλογη τύχη είχαν και οι Τούρκοι πεζοί στη Φοντάνα. Την ίδια μέρα έφθασε και ο οπλαρχηγός του Οδυσσέα Γιάννης Ρούκης με όσους άνδρες είχε.

 

Πόλεμος των Βασιλικών. Πίνακας των Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη.

 

Στις 26 Αυγούστου το πρωί ο Μπεϊράν πασάς, αφού άφησε φρουρά στην Πλατανιά για τη φύλαξη των αποσκευών, ξεκίνησε με όλο το στρατό του για να ανοίξει τα στενά. Οι Τούρκοι, μόλις έφθασαν στην είσοδο των στενών, άρχισαν τους κανονιοβολισμούς και ύστερα έπεσαν πάνω στους άνδρες του Κοντοσόπουλου και του Καλύβα, τους οποίους ανάγκασαν να οπισθοχωρήσουν, όπως και τις δυνάμεις του Γκούρα, που είχε προστρέξει σε βοήθεια. Ο Γκούρας και οι άλλοι οπλαρχηγοί οχυρώθηκαν σε ένα ερημοκλήσι και εκεί αντέταξαν άμυνα. Σε λίγο έφθασαν και 250 Λιβαδίτες με αρχηγούς τους Βασί­λη Μπούσγο, Γιάννη Λάππα και Μήτρο Τριανταφυλλίνα, που έδωσαν νέα τροπή στη μάχη.

Με την κραυγή «Έφθασεν ο Οδυσσεύς», ο Γκούρας διέταξε γενική επίθεση, ενώ ο ίδιος μαζί με τον Ρούκη έκαναν κυκλωτικό ελιγμό και βρέθηκαν στα νώτα του εχθρού, ο οποίος, όμως, είχε προσβληθεί και από τους άνδρες του Δυοβουνιώτη, που ενέδρευαν στο δάσος, αλλά και από τις δυνάμεις του Παπαντρέα, που είχαν σπεύσει από τη Φο­ντάνα.

Η μάχη ήταν σφοδρή και, επειδή η τοποθεσία ήταν στενή και δεν μπορούσαν να αναπτυχθούν οι πεζοί ούτε και να δράσει το ιππικό του Μπεϊράν πασά, οι Τούρκοι πανικοβλήθηκαν και βαλλόμενοι από όλες ης πλευρές υπέστησαν βαριές απώλειες. Το μέγεθος της καταστροφής δίνεται από τον Δημήτριο Αινιάν με την ακόλουθη περιγραφή:

 

«Εις την κοιλάδα των Βασιλικών είχεν ήδη μετακομισθή το μεγαλύτερον μέρος των αμαξών και ό­λα σχεδόν τα φορτηγά, και όταν ωπισθοδρόμουν οι Τούρκοι, ενέπιπτον εις αυτά, και εγίνετο τοσούτος θόρυβος και σύγκρουσις, ώστε ουδ’ οι πολεμούντες δεν εφρόντιζον πλέον περί ενός γενικού σχεδίου υπερασπίσεως, αλλ’ όλοι εστράφησαν εις φυγήν προσπαθούντες ποίος ποίον να προλάβη διά να σωθή ώστε οι Έλληνες ηκολούθουν καταδιώκοντες και φονεύοντες χωρίς αντίστασιν, έως ού ευγήκαν οι Τούρκοι από τα στενά, αφήσαντες εις την εξουσίαν των Ελλήνων όλας τας τροφάς, τα πολεμοφό­δια, τα πυροβόλα και δύο περίπου χιλιάδας φορ­τηγά».

 

Από τους 8.000 Τούρκους σκοτώθηκαν πάνω από το ένα τρίτο, μεταξύ των οποίων και ο Μεμίς πασάς από τον ίδιο τον Γκούρα και ο γιος του Μπεϊράν πασά, ενώ είναι άγνωστος ο αριθμός αυτών που αιχμαλωτίστηκαν. Οι απώλειες των Ελλήνων ήταν μικρές, περίπου 50 νεκροί και τραυματίες, ενώ τα λάφυρα που αποκόμισαν ήταν άφθονα, ανάμεσα τους και 800 άλογα, 2 κανόνια και 18 σημαίες. Ο Μπεϊράν πασάς αποσύρθηκε πανικόβλητος στη Λαμία και άφησε στο στρατόπεδο του στην Πλατανιά βοδάμαξες, σκηνές και πολεμοφόδια, που πέρασαν στα χέρια των Ελλήνων.

 

Η μάχη στα Βασιλικά. Ο Οδυσσέας και ο Γκούρας νικούν τους Τούρκους στη Φοντάνα. Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess).

 

Η ήττα στα Βασιλικά σήμανε και το τέλος της σταδιοδρομίας του (κατ’ άλλους αυτοκτόνησε και κατ’ άλλους εκτελέστηκε με διαταγή του σουλτάνου). Η μάχη στα Βασιλικά ήταν η σημαντικότερη που δόθηκε στην Ανατολική Στερεά από την έναρξη του Αγώνα. Συνετρίβη μία πολύ ισχυρή επίλεκτη τουρκική δύναμη. Δεν ενώθηκαν οι δυνάμεις του Μπεϊράν πασά με του Ομέρ Βρυώνη, που αποχώρησαν και οι δύο στη Λαμία, και έτσι κυριάρχησαν στο μεγαλύτερο μέρος της Ανατολικής Στερεάς οι δυνάμεις των επαναστατών. Απομακρύνθηκε επίσης ο κίνδυνος συντριβής της Επανάστασης στην Πελοπόννησο και παράλληλα δόθηκε η δυνατότητα στους Έλληνες να απελευθερώσουν την Τρίπολη.

 

Αικατερίνη Φλεριανού

Ιστορικός  

 

Βιβλιογραφία


  • Αινιάν Δημήτριος, «Η εις Βασιλικά μάχη», περ. Βιβλιοθήκη του Λαού (1852), σ. 45-50.
  • Μαζαράκης – Αινιάν Ιωάννης, «Χειρόγραφα Γ. Δυοβουνιώτη. Μάχη Βασιλικών – Εκστρατεία Δράμαλη – Μάχες Αράχοβας και Πέτα», περ. Δελτίον Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, τ. 27 (1984), σ. 25 – 42.
  • Φιλήμων Ιωάννης, «Δοκίμιον Ιστορικόν της Ελληνικής Επαναστάσεως», Εν Ναυπλία, 1834, τ. Δ’, σ. 126 – 134 και 265 – 273.

  

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Οι μεγάλες μάχες του 1821 », τεύχος 278, 24 Μαρτίου 2005.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ταρατόρης Νικόλας


 

Νικόλας Ταρατόρης

Σπούδασε θέατρο στο Κολέγιο Αθηνών Π.Ε.Ε. (Ελληνοαμερικάνικο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα-Κολέγιο Ψυχικού), στο Θέατρο των Αλλαγών και ήταν ακροατής στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης, με δάσκαλο τον Κάρολο Κουν.

Έχει κάνει Φωνητική-Τραγούδι με τον Αντόνιο Αρμάνι, Ορθοφωνία- Αγωγή της φωνής με το Νίκο Παπακωνσταντίνου, Υποκριτική – Αυτοσχεδιασμό με τον Ευδόκιμο Τσολακίδη, Υποκριτική – Αυτοσχεδιασμό-Κίνηση – Τεχνική με τον Ηλία Ασπρούδη και Σκηνοθεσία-Υποκριτική με τον Κωνσταντίνο Αρβανιτάκη και το Στάθη Λιβαθινό.

Έχει παρακολουθήσει τα σεμινάρια:

Αρχαίο Δράμα, Νταντά και Σουρεαλισμός, το Ευρωπαϊκό και το Σύγχρονο Ευρωπαϊκό Θέατρο, Ακμή και Παρακμή του Αστικού Θεάτρου, Ρεπερτόριο, το Παράλογο και η Πτώχευση της Λογικής, το Επικό και η Θεωρία της Αποστασιοποίησης, Ανάλυση και Εσωτερική Ανάλυση Θεατρικού Κειμένου, Αλλαγή των Ταυτοτήτων στο Θέατρο της Αβεβαιότητας, από το Επικό Θέατρο στο Θέατρο της Προπαγάνδας, το Κίνημα του Εναλλακτικού Θεάτρου, Ακινησία και Λόγος στο θεατρικό έργο του Σάμουελ Μπέκετ, ο Μετεωρισμός της Ύπαρξης, Ενδυματολογία-Σκηνογραφία-Μουσική-Φωτισμός στα Σύγχρονα Σκηνοθετικά Ρεύματα,  Μακιγιάζ και Φωτισμός με τους Σωτήρη Τσόγκα, Ελένη Καραμπέτσου, Κώστα Φαρμασώνη, Κερασία Σαμαρά, Ηρακλή Λογοθέτη, Κατερίνα Καμπανέλλη, Θόδωρο Τερζόπουλο, Πλάτωνα Ανδριτσάκη, Αντώνη Παναγιωτόπουλο, Σωτήρη Χατζάκη, Νίκο Αρμάο κ.α.

Έχει συμμετάσχει ως ηθοποιός ή έχει σκηνοθετήσει έργα των:

Ιάκωβου Καμπανέλλη, Παύλου Μάτεσι, Μποστ, Γιάννη Ρίτσου, Δημήτρη Ψαθά, Σωτήρη Πατατζή, Κώστα Πρετεντέρη, Γρηγόριου Ξενόπουλου, Πάνου Αναστασόπουλου, Κώστα Μουρσελά, Ηλία Καπετανάκη, Αριστοφάνη, Ευριπίδη, Σοφοκλή, Άρθουρ Μίλλερ, Ευγένιου Ιονέσκο, Άντον Τσέχοφ, Στάνισλαβ Στρατίεβ, Σεραφείμ & Ιωακείμ Κιντέρο, Τέννεσυ Ουίλιαμς, Αλέξανδρου Κασόνα, Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα,  Νικολάι Γκόγκολ, Ουίλιαμ Γκίμπσον, Ντάριο Φο, Μπ. Μαρί – Κολτές κ.α.

Έχει σκηνοθετήσει το λαϊκό ορατόριο «Το Άξιον Εστί» των Οδυσσέα Ελύτη και Μίκη Θεοδωράκη, με διευθυντή ορχήστρας και χορωδίας τον Γιάννη Νόνη και με την συμμετοχή της Μαρίζας Κωχ.

Έχει σκηνοθετήσει και δραματοποιήσει πεζά και ποιήματα των Γιάννη Ρίτσου, Πέτρου Πικρού, Τάκη Δόξα, Κώστα Καρακάση, Κώστα Σπηλιώτη, Νάντιας Δανιήλ, Γιάννη Ρηγόπουλου, Άγγελου Αντωνόπουλου, Φώτη Μότση, Κατερίνας Παπανδριανού, Βαγγέλη Κλαδούχου, Άννας Καραβάνου, Σπύρου Καραμούντζου, Μαρίας Βελιζιώτη, Δήμητρας Στεφανοπούλου, Ελένης Σκούμπη, Δέσποινας Πενέση, Βασιλικής Πιπέρου, Φώντα Σταυρόπουλου, κλπ. και έχει κάνει παρουσίαση του αφιερώματος «Ευάλωτη γη» της  ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ Περιβάλλοντος και Πολιτισμού.

 

Ο σκηνοθέτης Νικόλας Ταρατόρης και ο θίασος της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης.

  

Έχει σκηνοθετήσει και παρουσιάσει αφιερώματα για τους Νίκο Καββαδία, Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Μανώλη Χιώτη, Βασίλη Τσιτσάνη κλπ. Έχει παρουσιάσει επίσης, το αφιέρωμα για τη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου με το δρώμενο «Ο Πόντος Ματώνει» με τη Σοφία Κακαρελίδου. Έχει συμμετάσχει στο χοροθεατρικό δρώμενο «Ο θάνατος του φιλόσοφου» της Μαρίας Κέκκου με την ερευνητική ομάδα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών «Δρυός Τόποι».

Διοργάνωσε με το Πνευματικό Κέντρο και το Δημοτικό Θέατρο Άργους ημερίδα με θέμα « Γνωριμία με το Θέατρο» και εισηγητές τους Ρίβα Λάββα, Άση Δημητρουλοπούλου, Κωνσταντίνο Ζαμάνη (διδάσκοντες του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου) και τον Ηρακλή Λογοθέτη, διευθυντή του Εθνικού Κέντρου Θεάτρου & Χορού.

Είναι καλλιτεχνικός διευθυντής και σκηνοθέτης της «Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης», μέλος του Ελληνικού Ινστιτούτου Αιγυπτιολογίας και της Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας «Τεχνών Ιχνηλάτες» και ήταν μέλος του Δ.Σ. του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους. Είναι τακτικό μέλος (director) του Ελληνικού Κέντρου του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου της UNESCO.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »