Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Argolikos Arghival Library History and Culture’

Η Ναυπλιακή εξέγερση του 1862: Αίτια και συνέπειες της αποτυχίας – Δημήτρης Μιχαλόπουλος, Πρακτικά του Θ’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών – Ναύπλιο 30 Οκτωβρίου – 2 Νοεμβρίου 2015.


 

Ο Όθωνας με πολιτική περιβολή κατά την εποχή της εκθρόνισής του.

Ο βασιλιάς Όθων της Ελλάδος έχασε, ως γνωστόν, τον θρόνο του λόγω της επιτυχούς επανάστασης που εκδηλώθηκε στην Αθήνα τη νύκτα της 10ης προς την 11η Οκτωβρίου 1862. Το βασιλικό ζεύγος ακριβώς τις ημέρες εκείνες βρισκότανε σε περιοδεία, στην Πελοπόννησο, και, όταν τελικώς κατάφερε να επιστρέψει στην πρωτεύουσα, ήτανε πια πολύ αργά. Η νέα, επαναστατική τάξη πραγμάτων είχε επιβληθεί – με αποτέλεσμα ο Όθων και η Αμαλία να εγκαταλείψουν τον ατμοδρόμωνα «Αμαλία», με τον οποίο είχανε επιστρέψει στα ανοιχτά του Πειραιά, το μεγαλύτερο και ουσιαστικώς μοναδικό αξιόμαχο σκάφος του τότε Βασιλικού Ναυτικού, και με βρετανικό πολεμικό πλοίο, τη «Σκύλλα», να φύγουν στην Τεργέστη και από εκεί στη Βαυαρία.

Κάτι που πρέπει ιδιαιτέρως να επισημανθεί είναι το ότι εκείνη η επανάσταση, ή του Οκτωβρίου του 1862, στην Ελλάδα δεν είχε αποκλειστικώς αντιδυναστικό χαρακτήρα. Την έξωση του Όθωνος ακολούθησαν σφοδρές και συχνά βίαιες συζητήσεις, τόσο μέσα στη χώρα μας όσο και το εξωτερικό, σχετικώς με το αμέσως μελλοντικό πολίτευμα στο εξής της Ελλάδος.

Πολλοί υπήρξαν, πράγματι, εκείνοι που εκείνη την εποχή υποστήριξαν την εγκαθίδρυση τύπου προεδρικής δημοκρατίας· υπήρξαν μάλιστα και ορισμένοι παράγοντες που θέλησαν η δημοκρατία αυτή να έχει «κόκκινη σημαία», ομοσπονδιακή δομή και σοσιαλιστική απόχρωση – με αποτέλεσμα το κατάστημα της Β’ εν Αθήναις των Ελλήνων Συνελεύσεως, που συνήλθε λίγο μετά την ανατροπή της πρώτης δυναστείας, να παραμείνει για καιρό διακοσμημένο με κόκκινες ταινίες. Αλλά αυτό ειδικά το θέμα προφανώς κείται πέρα από το θεματικό πλαίσιο αυτής της ανακοίνωσης.

Η έξωση του Όθωνος έγινε δεκτή με ενθουσιασμό σχεδόν παράλογο από  τις ελληνικές παροικίες στη δυτική Ευρώπη και σε όσα αστικά κέντρα μέσα στην Ελλάδα επηρεάζονταν από αυτές. Στην Ερμούπολη της Σύρου π.χ. ένας νεαρός… αυτοκτόνησε από τη χαρά του. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Βάπτιση – Λαογραφικά της Ερμιόνης |Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

Από το δεύτερο βιβλίο της σειράς «Τα Λαογραφικά της Ερμιόνης – Περί Γάμου και Βαπτίσεως» του Γιάννη Μ. Σπετσιώτη, δημοσιεύουμε το μυστήριο της Βαπτίσεως  και τις «ενσωματωμένες» σ’ αυτό παραδόσεις της τοπικής κοινωνίας της Ερμιόνης. Για τη συγγραφή, σημειώνει ο κ. Σπετσιώτης, στηρίχθηκα στα προσωπικά βιώματα και τις σημειώσεις της μητέρας μου, δασκάλας Αικατερίνης Βρεττού-Σπετσιώτου.

Η βάπτιση είναι υποχρεωτικό μυστήριο και τελείται από κοινού με το ενσωματωμένο σ’ αυτή υποχρεωτικό μυστήριο του χρίσματος μία μόνο φορά στη ζωή κάθε ανθρώπου.

Το σπουδαίο αυτό γεγονός της ζωής του ανθρώπου άγγιξε την ψυχή του λαού και γι’ αυτό έστησε γύρω του μια σειρά από ήθη και έθιμα, όπως κάνει για καθετί που τον επηρεάζει και τον συγκινεί…

Όπως η Εκκλησία εξετάζει τα πράγματα στο βάθος των αιώνων, κατά τον ίδιο τρόπο, τηρουμένων των αναλογιών και η Λαογραφία επιχειρεί να μας δώσει την εικόνα των γεγονότων σε παλαιότερους χρόνους.

 

Ο χρόνος του βαπτίσματος

 

Σύμφωνα με τα όσα συνέβαιναν σχεδόν σε όλα τα μέρη της Ελλάδας, το ίδιο και στην Ερμιόνη, δεν άφηναν το παιδί να μεγαλώσει πολύ για να το βαφτίσουν, αφού έπρεπε από νωρίς «να το ρίξουν στο δρόμο του Θεού».

Η μητέρα μου σημειώνει: «Φοβόντουσαν και να μην πεθάνει, γιατί συχνά το άφηναν μόνο του στο σπίτι, ενώ οι αρρώστιες ήσαν πολλές. Εκείνα τα χρόνια ήσαν πολύ λίγες οι οικογένειες που δεν είχαν χάσει βρέφη και μικρά παιδιά».

Έτσι, τις περισσότερες φορές, βάπτιζαν τα παιδιά μετά τον 6ο μήνα και μέχρι τον πρώτο χρόνο της ηλικίας τους εκτός αν υπήρχε ιδιαίτερος λόγος να βαπτιστεί νωρίτερα ή αργότερα.

Αν το παιδί πέθαινε αβάπτιστο, ήταν μεγάλη αμαρτία. Στην περίπτωση μάλιστα που η μητέρα του απουσίαζε εκείνη την ώρα, όλος ο κόσμος την κακολογούσε και δεν τολμούσε να ξεμυτίσει! Πίστευαν ότι αν βρισκόταν στο σπίτι θα «προλάβαινε το κακό» και θα έκανε η ίδια το «αεροβάπτισμα» σηκώνοντας το παιδί τρεις φορές στον αέρα λέγοντας ταυτόχρονα το όνομά του.

 

Ο ανάδοχος (νο(υ)νός) αλλά και κουμπάρος

 

Δεν θα ήταν υπερβολή, αν γράφαμε, ότι μετά τον βαφτιζόμενο το κύριο πρόσωπο του μυστηρίου είναι ο ανάδοχος ή νο(υ)νός. Τον ρόλο αυτό τον αναλαμβάνει όλες σχεδόν τις φορές, καθώς υπάρχουν και εξαιρέσεις, ένα φιλικό ή συγγενικό πρόσωπο της οικογένειας.

Μάλιστα για να φανεί η «στενή συγγένεια» αναδόχου και αναδεκτού, η Εκκλησία δεν επιτρέπει τα φυσικά παιδιά του νουνού να παντρεύονται με τους αναδεξιμιούς του ούτε μεταξύ τους οι βαφτισμένοι από τον ίδιο νουνό, τα λαδαδέλφια, όπως αλλιώς λέγονται. Θεωρείται πολύ καλό να βαφτίζει κανείς, γιατί «έτσι λύνονται τα χέρια του», όπως λένε. Νουνός του παιδιού, γινόταν ο κουμπάρος που στεφάνωσε το ζευγάρι, γι’ αυτό και στο στεφάνωμα του φώναζαν «και στο λάδι κουμπάρε!». Στην Ερμιόνη, όπως και σε πολλά μέρη της Ελλάδας, το αναδεξίμι το λένε και «φιλιότσο»!

 

«Κάλεσμα στη βάφτιση της Παρασκευής Σπετσιώτη», 10-3-1957, Φωτογραφικό αρχείο Βιβής Σκούρτη».

 

Η ημέρα της βαπτίσεως

 

Με το τέλος των απαραίτητων προετοιμασιών από την οικογένεια και τον ανάδοχο (βαπτιστικά, μαρτυρικά, δώρα) για ένα «τέλειο μυστήριο», ερχόταν και η ημέρα της βάφτισης.

Στην Ερμιόνη, απ’ ότι θυμάμαι, οι βαπτίσεις γίνονταν, λόγω και των καιρικών συνθηκών, από την Κυριακή του Πάσχα μέχρι το τέλος του Νοεμβρίου, κατά προτίμηση το απόγευμα της Κυριακής.

Την ημέρα της βάπτισης όλα ήσαν έτοιμα και η οικογένεια του βαπτιζόμενου, ο νουνός και οι καλεσμένοι, λιγότεροι από τον γάμο, πήγαιναν στην εκκλησία. Παρούσα πάντα η μαμή η Λαμπάταινα, φύλακας άγγελος του μωρού.

Ηχηρή η απουσία της μητέρας του παιδιού που παρέμενε στο σπίτι, αφού σύμφωνα με παλαιό έθιμο, άγνωστο γιατί, δεν «επιτρεπόταν» να ακούσει το όνομα στην εκκλησία! Καθώς το έθιμο δεν άντεξε στον χρόνο η μητέρα του βαπτιζόμενου, εδώ και αρκετά χρόνια, παρευρίσκεται στην εκκλησία, ακούει το όνομα, φροντίζει εκείνη το μωρό και η «μαμή η Λαμπάταινα» έχασε τη δουλειά της. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Περί Γάμου – Λαογραφικά της Ερμιόνης | Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

«Ο Θεός ο άχραντος…

Ο εν Κανά της Γαλιλαίας τον γάμον ευλογήσας,

 ίνα φανερώσης ότι σον θέλημά εστιν

η έννομος συζυγία και η εξ αυτής παιδοποιία»

Ευχή γάμου

 

Από το δεύτερο βιβλίο της σειράς «Τα Λαογραφικά της Ερμιόνης – Περί Γάμου και Βαπτίσεως» του Γιάννη Μ. Σπετσιώτη, δημοσιεύουμε το «Περί Γάμου» στην Ερμιόνη. Για τη συγγραφή, σημειώνει ο κ. Σπετσιώτης, στηρίχθηκα στα προσωπικά βιώματα και τις σημειώσεις της μητέρας μου, δασκάλας Αικατερίνης Βρεττού-Σπετσιώτου.

Σύμφωνα με την εκκλησιαστική τάξη ο γάμος ανήκει στα επτά μυστήρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο γάμος είναι προαιρετικό μυστήριο και τελείται μέχρι τρεις φορές σύμφωνα με την επιγραμματική ρήση: η Εκκλησία «τον πρώτο (γάμο) ευλογεί, τον δεύτερο επιτρέπει, τον τρίτο ανέχεται».

Η ακολουθία του  μυστηρίου περιλαμβάνει εξαιρετικής έμπνευσης κείμενα με τα οποία ζητείται η θεϊκή παρέμβαση και βοήθεια για τους νεόνυμφους για μια νέα οικογενειακή αρχή και χριστιανική ζωή.

Βέβαια, στις ημέρες μας, η ακολουθία του  μυστηρίου με τους καταπληκτικούς συμβολισμούς μόνο σε επαρχιακές πόλεις και χωριά μπορείς να την παρακολουθήσεις «ολόκληρη». Η «πίεση του χρόνου» στις πόλεις αναγκάζει τους ιερείς να τις «ξεπετούν» στα γρήγορα παραλείποντας σπουδαίες ευχές προς «μεγάλη» ευχαρίστηση των περισσοτέρων… Σημάδια των καιρών…

 Όμως το σπουδαίο αυτό γεγονός της ζωής του ανθρώπου άγγιξε την ψυχή του λαού και γι’ αυτό έστησε γύρω του μια σειρά από ήθη και έθιμα, όπως κάνει για καθετί που τον επηρεάζει και τον συγκινεί…

Τέλος, όπως η Εκκλησία εξετάζει τα πράγματα στο βάθος των αιώνων, κατά τον ίδιο τρόπο, τηρουμένων των αναλογιών και η Λαογραφία επιχειρεί να μας δώσει την εικόνα των γεγονότων σε παλαιότερους χρόνους.

 

Περί Γάμου

Περασμένα… αλλά όχι ξεχασμένα

 

Από τις αρχές του περασμένου αιώνα όταν το αγόρι ή το κορίτσι ερχόταν σε ηλικία γάμου, που άρχιζε από τα 16 χρόνια και ακόμη νωρίτερα, όπως γράφει στις σημειώσεις της η μητέρα μου, οι γονείς, κυρίως ο πατέρας, θεωρούσαν υποχρέωσή τους να διαλέξουν τη νύφη ή τον γαμπρό για το παιδί τους. Το δικαίωμα επιλογής ήταν πολύ περιορισμένο για τους γιους ενώ για τις θυγατέρες σχεδόν ανύπαρκτο. Για να φέρεις τα …πάνω – κάτω έπρεπε να είχες πολύ «τσαγανό». Πολλές φορές, όπως γινόταν και στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας, έβαζαν τους προξενητάδες, άτομα με ιδιαίτερο χάρισμα, γυναίκες και άντρες που μεσολαβούσαν για να γίνει το «συγγέσιο», το συνοικέσιο όπως λεγόταν στην Ερμιόνη, και οι οικογένειες να «τα βρουν». Μάλιστα τον προξενητή και την προξενήτρα τούς φόρτωναν με δώρα και «υποσχέσεις» πριν αλλά και μετά το επιτυχημένο προξενιό που θα είχε κατάληξη τον αρραβώνα.

 

«Φανή Γιαννάκου Θεοδώρου», Φωτογραφικό αρχείο Βιβής Σκούρτη.

 

Η ανακοίνωση του μεγάλου γεγονότος στην οικογένεια γινόταν κατά κανόνα από τον πατέρα την ώρα του γεύματος ή του δείπνου με κάθε επισημότητα. Στο άκουσμα της χαρμόσυνης είδησης το κορίτσι έσκυβε συνεσταλμένα το κεφάλι και αμέσως μετά με μια νέα κίνηση – πάλι του κεφαλιού – ψιθύριζε συγκαταβατικά: «Ναι, πατέρα όπως εσύ ορίζεις». Το ίδιο έκαναν αντίστοιχα και οι γονείς του αγοριού. Είναι προφανές, βέβαια, πως είχε προηγηθεί η συνεννόηση – συμφωνία των συμπεθέρων, κυρίως σε ότι αφορούσε την προίκα της νύφης!

 

Ο αρραβώνας στο σπίτι

 

Λίγες μέρες αργότερα, πάντα Σαββατόβραδο, γινόταν ο αρραβώνας στο σπίτι της νύφης, σύμφωνα με το έθιμο. Από τις δύο οικογένειες καλούσαν τους πολύ στενούς συγγενείς, αδέλφια, πρώτα ξαδέλφια και άλλαζαν τις βέρες.

Πάνω σ’ ένα τραπέζι με πεντακάθαρο κεντητό τραπεζομάντηλο έστρωναν μια πετσέτα, «μπόλια» την έλεγαν, με κουφέτα και στο κέντρο τοποθετούσαν τις βέρες, αγορασμένες από τον γαμπρό. Το νέο ζευγάρι καθόταν αμήχανο σε διπλανές καρέκλες περιμένοντας τη στιγμή που θα τους περνούσαν τις βέρες. Αν δεν παρευρισκόταν ιερέας, τις βέρες έβαζε ο πατέρας του γαμπρού, αφού πρώτα τις σταύρωνε στο εικόνισμα.

Στη συνέχεια όλοι οι καλεσμένοι, με σειρά προτεραιότητας, χαιρετούσαν τους αρραβωνιασμένους και τους κρεμούσαν για δώρα χρυσαφικά. Πρώτος ο πατέρας και η μητέρα του γαμπρού και κατόπιν όλοι οι συγγενείς τους. Μετά ο πατέρας και η μητέρα της νύφης και ύστερα οι δικοί τους συγγενείς. Δεν έλειπε βέβαια και ένας «σιωπηλός» ανταγωνισμός για το ποιο θα είναι το ωραιότερο και το ακριβότερο δώρο! Ακολουθούσε φαγοπότι και γλέντι.

Την επόμενη μέρα όλη η Ερμιόνη συζητούσε «με κάθε λεπτομέρεια τα γεγονότα» και ακολουθούσαν πολλά παραλειπόμενα (κουτσομπολιά) ακόμα και ανέκδοτα ανάλογα με την περίπτωση.

Μετά τον αρραβώνα ο γαμπρός πήγαινε καθημερινά και εντελώς τυπικά στο σπίτι της νύφης. Τις Κυριακές το ζευγάρι με τη νύφη στολισμένη με όλα τα χρυσαφικά έβγαινε  βόλτα στο Μπίστι, πάντα συνοδεία κάποιου από το σόι του κοριτσιού.

Δύο γεγονότα ξεχώριζαν κατά τη διάρκεια του αρραβώνα: Η σύνταξη του προικοσύμφωνου με γραμμένα αναλυτικά όλα τα προικιά που θα έδιναν στη νύφη καθώς και η διάρκεια του αρραβώνα, που συνήθως δεν κρατούσε πολύ. Ο γάμος έπρεπε να οριστεί το συντομότερο δυνατόν, καθώς ο γαμπρός δεν επιτρεπόταν να μπαινοβγαίνει για μεγάλο διάστημα στο σπίτι της νύφης. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Ναυμαχία του Καφηρέα και η θυσία του Επιδαύριου πυρπολητή Μιχάλη Οικονομόπουλου – Αντώνης Δ. Ξυπολιάς, Ιστοριοδίφης, «Πελοποννησιακά», Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμος ΛΒ΄ – 2022.


 

Την ίδια ημέρα της μάχης στο Μανιάκι, δηλ. την 20η  Μαΐου 1825, έγινε και η ιστορική ναυμαχία στο ακρωτήρι Κάβο Ντόρο, στο στενό του Καφηρέα της Νότιας Εύβοιας, όπου η β´ μοίρα του ελληνικού στόλου κατατρόπωσε τον μεγαλύτερο σε αριθμό, μέγεθος και εξοπλισμό «βυζαντινό εχθρικό στόλο» Αιγυπτίων και Τούρκων.

Γεώργιος Σαχτούρης

Μέσα από ανέκδοτα έγγραφα των Γενικών Αρχείων του Κράτους εκείνης της περιόδου προκύπτουν άγνωστες πτυχές της σπουδαίας αυτής ναυμαχίας, όπως η θυσία του μπουρλοτιέρη Μιχάλη Οικονομόπουλου από την Επίδαυρο, ο οποίος ανατίναξε την πρώτη ναυαρχίδα του εχθρικού στόλου. Εκθέσεις επίσης των ναυάρχων της β´ μοίρας του ελληνικού στόλου Γεωργίου Σαχτούρη και Γεωργίου Ανδρούτσου περιγράφουν την καταλυτική συμβολή που είχε στην εξέλιξη της ναυμαχίας η ανατίναξη της λεγόμενης «καπετάνισσας» του βυζαντινού στόλου από δύο πυρπολικά (ηφαίστεια), του Σπετσιώτη Λάζαρου Μουσιού και του Υδραίου Γιάννη Μαντρόζου.

Τα πυρπολικά τα χρόνια του Αγώνα της Παλιγγενεσίας, λόγω της ειδικής τους αποστολής, έφεραν την χαρακτηριστική ονομασία «ηφαίστεια» και η Διοίκηση τα θεωρούσε «προπύργιο» του ελληνικού στόλου. Σε έκθεσή του επίσης ο Ανδρέας Μιαούλης προς την Διοίκηση έγραφε ότι θα έπρεπε να κατασκευάζονται συνέχεια πυρπολικά, επειδή ήταν το μόνο όπλο, το οποίο μπορούσε να βλάψει τον εχθρό, το οποίο «και πολλαπλασιάζει την μικρότητα των δυνάμεών μας», ενώ και οι πρόκριτοι των Σπετσών τόνιζαν ότι οι καθημερινές διά θαλάσσης νίκες του ελληνικού στόλου και οι ζημιές του εχθρού ήταν αποτέλεσμα της δράσης των πυρπολικών. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Έγγραφα Επιστράτευσης της Επαρχίας Ναυπλίου το 1825 και η θυσία στο Μανιάκι  – Αντώνης Δ. Ξυπολιάς, Ιστοριοδίφης, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμος ΛΒ’ – 2022.


 

Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας). Έργο του Διονυσίου Τσόκου, Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Το καλοκαίρι του 1824 κυκλοφορούσαν έντονα οι φήμες ότι ο αιγυπτιακός στόλος του Μεχμέτ Αλή με 200 πλοία και 12.000 οπλίτες ήταν έτοιμα να αποπλεύσουν από την Αλεξάνδρεια με προορισμό τα νησιά των Σπετσών και της Ύδρας. Αρχές Ιουλίου 1824 η Διοίκηση εν μέσω εμφυλίων διαιρέσεων και συγκρούσεων υποχρεώθηκε να λάβει μέτρα ασφαλείας των Σπετσών και ο Υπουργός Εσωτερικών Γρηγόριος Δικαίος διέταξε στρατιωτικά σώματα από τις επαρχίες Άργους και Κυνουρίας με αρχηγούς τους Δημήτρη Τσώκρη και Παναγή Ζαφειρόπουλο, αντίστοιχα με 200 οπλίτες ο καθένας, να κινήσουν προς το νησί των Σπετσών.

Διατάχθηκε επίσης και η επαρχία Ναυπλίου με 200 στρατιώτες υπό την ηγεσία των Μήτρου Λυγουριάτη, Αναγνώστη Κακάνη και Αναγνώστη Τασόπουλου να κινήσουν για τις Σπέτσες και υπό τις οδηγίες του Νικηταρά να προκαταλάβουν κατάλληλες θέσεις, που θα εμπόδιζαν την αναμενόμενη εχθρική απόβαση στο νησί. Ανάλογες διαταγές εκδόθηκαν και για την Ύδρα. Οι διαταγές όμως της Διοίκησης συνάντησαν δυσκολίες στην υλοποίησή τους και δεν εκτελέσθηκαν. Οι εμφύλιες διαιρέσεις είχαν δηλητηριάσει την υπακοή και την συνοχή στις τάξεις των στρατιωτικών.

[…] Ο αναμενόμενος στόλος των Αιγυπτίων υπό τον Ιμπραήμ πασά – γιό του Μεχμέτ Αλή – είχε φθάσει ανενόχλητος στον Μεσσηνιακό κόλπο και ξημερώματα της 10ης Φεβρουαρίου 1825 εμφανίσθηκε ανοικτά της Σαπιέντζας, απέναντι από τα φρούρια της Μεθώνης και Κορώνης. Ένα ψαροκάικο από την Κορώνη μέτρησε πενήντα δύο εχθρικά πλοία και ενημέρωσε τις αρχές. Οι πληροφορίες έφθασαν αμέσως και στην Διοίκηση στο Ναύπλιο, που έστειλε ταχέως σειρά διαταγών για να κινηθούν κατάλληλα στρατεύματα προς τον Μεσσηνιακό κόλπο.

Την 12η Φεβρουαρίου το Εκτελεστικό έγραφε στο Υπουργείο Πολέμου ότι ο εχθρικός στόλος έφθασε στον Μοθοκόρωνα και ήταν ενδεχόμενο η απόβαση να γίνει στα εκεί παράλια η ακόμη και στην περιοχή της Πάτρας, αφού δεν υπήρχε κάποια σίγουρη πληροφορία. Το Υπουργείο έπρεπε να διαβιβάσει αμέσως ανάλογες διαταγές στους αρχηγούς των στρατευμάτων, που θα έπρεπε να αποτρέψουν την απόβαση του εχθρού, προκαταλαμβάνοντας τις αναγκαίες θέσεις.

Προσωπογραφία του αγωνιστή Βάσου Μαυροβουνιώτη (1797-1847). Λάδι σε μουσαμά, έργο του Νικηφόρου Λύτρα, Μουσείο Μπενάκη.

Διαταγές των πρώτων ημερών στάλθηκαν από τον Πρόεδρο του Εκτελεστικού Γεώργιο Κουντουριώτη στους στρατηγούς αδελφούς Νικόλαο και Παναγιώτη Γιατράκο και στον Βάσο Μαυροβουνιώτη στα Κοντοβούνια, οι οποίοι έπρεπε να αποτρέψουν την εχθρική απόβαση στα παράλια του Μοθοκόρωνα. Στους στρατηγούς αυτούς έγραφε ότι είχαν ήδη ενημερωθεί και οι πρόκριτοι Ύδρας και Σπετσών να βάλουν στα πανιά των πολεμικών «τις προσδιορισθείσες μοίρες» και να κινήσουν αμέσως με κατεύθυνση τον Μεσσηνιακό κόλπο.

Έγγραφα στάλθηκαν τις ίδιες ημέρες και στους δημογέροντες του Νεοκάστρου με σκοπό να τους καθησυχάσουν από την παρουσία των εχθρικών δυνάμεων, υπογραμμίζοντάς τους το αξιόμαχο των πελοποννησιακών στρατευμάτων και ιδιαίτερα των 12.000 Ρουμελιωτών, που θα ματαίωναν τα σχεδια του εχθρού.

Επιστολή επίσης του Προέδρου Κουντουριώτη τους έγραφε ότι 4.000 στρατιώτες «από την αρμάδα της Κυβερνήσεως» υπό την οδηγία των έμπειρων στρατηγών Βάσου Μαυροβουνιώτη, Κίτσου Τζαβέλα και Γιατράκου είναι έτοιμοι να κινηθούν προς την περιοχή, όπως και τα ελληνικά πλοία, που «θέλει εξολοθρευθούν καθώς και άλλοτε αυτοί οι αράπηδες καθότι ετόλμησαν να πατήσουν τα ιερά εδάφη…».

Ακολούθησε η απόβαση των Αιγυπτίων στη Μεθώνη, όπου και εκτός του φρουρίου στήθηκαν τουλάχιστον εξακόσιες σκηνές. Οι πρώτες πληροφορίες από τον Γενικό Αστυνόμο Νεοκάστρου και Μεθώνης Ν. Τζικλητήρα ανέφεραν ότι αποβιβάστηκαν «4.000 στρατιώτες, από τους οποίους τετρακόσιοι ιππείς» με 18 κανόνια μπρούτζινα του κάμπου και 3 η 4 «μουρτάρια», ενώ τα καράβια του Ιμπραήμ κίνησαν για την Κρήτη για να φέρουν 12.000 ακόμη στρατιώτες. Ο ίδιος ο Ιμπραήμ φώναξε έναν Κεφαλλονίτη καραβοκύρη και τον ρώτησε που είναι ο Κολοκοτρώνης, ο Οδυσσέας και άλλοι και απόρησε όταν έμαθε ότι είναι στο Ναύπλιο. Την 3η ώρα της ίδιας ημέρας και υπό ραγδαία βροχή μονάδα του εχθρικού ιππικού κινήθηκε προς διερεύνηση της περιοχής μέχρι τον Άγιο Ηλία στα Χίλια Χωριά, όπου προέβη και στην αρπαγή τροφίμων, «επήραν μία στάνην και δύο βόδια…». Τα χωριά άδειασαν, ο κόσμος έφυγε. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Αδελφοποίηση Άργους – Abbeville


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Φιλοξενούμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» το ιστορικό της αδελφοποίησης του  Άργους με τη Γαλλική πόλη – Abbeville, όπως το αποτυπώνει η κυρία Λιάνα Λημνιούδη, η οποία το έζησε από κοντά και δραστηριοποιήθηκε σε όλη την εξέλιξή του.

 

«Αδελφοποίηση Άργους – Abbeville – Ιστορικό»

 

Η αδελφοποίηση του Άργους με την Abbeville θεσμοθέτησε την ήδη υπάρχουσα συνεργασία του  παραρτήματος του Γαλλικού Ινστιτούτου στο Άργος, και του κολλεγίου Millevoye της Abbeville.

Δεδομένων των κοινών  που υπήρχαν ανάμεσα στο Άργος και στην Αbbeville,[1] όπως ο περίπου ίδιος αριθμητικά πληθυσμός, ίδιοι επαγγελματικοί τομείς, όπως η υφαντουργία που ήκμασε και στις δύο πόλεις, σημαντικό ιστορικό παρελθόν και άλλα, ακόμα και ίση απόσταση από την πρωτεύουσα με όσα αυτό συνεπάγεται, αλλά κυρίως με τις θετικές εμπειρίες των ανταλλαγών οι οποίες είχαν προηγηθεί, αποφασίσθηκε από τους δύο Δήμους να προχωρήσουν σε μια πιο οργανωμένη μορφή των σχέσεων, όπως αυτή της αδελφοποίησης.

 

Διοικητικός χάρτης της Γαλλίας, η Αμπεβίλ (με τη σήμανση).

 

Η Abbeville ως μια πόλη, που βρίσκεται σε κομβικό σημείο της Γαλλίας ιστορικά  και εμπορικά, και με ανάπτυξη περίπου όμοια μ’ αυτή του Άργους, αποτελούσε εξαιρετική ευκαιρία για να γνωρίσουν οι πολίτες των δύο πόλεων – κυρίως οι νέοι – μια άλλη μορφή της Ευρωπαϊκής κουλτούρας, όπως αυτή εκφράζεται σε μια επαρχιακή πόλη.

Με το σκεπτικό ότι πολλά θα είχε να συνεισφέρει στη  δημιουργία,

– μιας σωστής  αντίληψης για την καταγωγή και την εξέλιξη του Ευρωπαϊκού πολιτισμού

– κοινών και αναγνωρίσιμων κωδίκων σκέψης

– ανοιχτών οριζόντων σε αντιλήψεις και νεωτερισμούς,

– διόδων επικοινωνίας και ανταλλαγής εμπειριών και δεξιοτήτων, αλλά κυρίως

– ενός πνεύματος αλληλεγγύης και φιλίας

προχώρησε η αδελφοποίηση με τη σύσταση της Επιτροπής Αδελφοποίησης στην οποίας συμμετείχαν εκπρόσωποι από τους σημαντικότερους φορείς του Άργους.

 

Η κεντρική πλατεία της Αμπεβίλ.

 

Η Δημοτική βιβλιοθήκη της Αμπεβίλ.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

«Το Ναύπλιο τον 19° αιώνα – Μαρτυρίες και Μαρτυρούμενα από τα Τοπικά Έντυπα Μέσα», μια έκδοση της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού 


 

Ἡ Α.Μ. παραιτοῦσα τὴν πόλιν τὴν ὁποίαν πρώτην διὰ τῆς παρουσίας της ἐτίμησε, πατήσασα τὸ ἕδαφος τοῦ Βασιλείου της, δὲν ἐδέχθη ἐπίσης τὸν δἰ ἑνὸς καὶ ἑκατὸν κανονοβολισμὸν συνήθη χαιρετισμὸν· δὲν ἡθέλησε νὰ δείξῃ ἡ Μεγαλειότης του τὸ ἐλάχιστον σημεῖον χαρᾶς, ἀπομακρυνομένη ἀπὸ μίαν πόλιν, διὰ τῆν ὁποίαν θέλει διατηρήσει εὐαρέστους ἐνθυμήσεις. Ἀπὸ ταύτης τῆς στιγμῆς ἡ πόλις αὕτη ἔχασε τὰς καλονὰς της, ἡ κίνησις καὶ ἡ ἐνέργεια ἐξέλιπον· εἰς κάθε βῆμα παρατηρεῖ τὶς ὅτι δὲν εἶναι πλέον εἰς τὴν καθἐδραν τοῦ Βασιλείου· καὶ ὡς νὰ μὴν ἔχασεν ἀρκετα τὸ Ναὐπλιον, ἀντί πρωτευούσης καταντῆσαν Ἐπαρχιακὴ πόλις…

Η Εποχή, αρ. 19, 29 Νοεμβρίου 1834, σελ. 74

 

Κυκλοφόρησε  το βιβλίο «Το Ναύπλιο τον 19° αιώνα – Μαρτυρίες και  Μαρτυρούμενα από τα Τοπικά Έντυπα Μέσα», άλλη μια έκδοση της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού. 

 

Το Ναύπλιο τον 19° αιώνα – Μαρτυρίες και Μαρτυρούμενα από τα Τοπικά Έντυπα Μέσα

 

Μια έρευνα σε βάθος, της Αγγελικής Μάρκου, που αποσκοπεί να αναδείξει την τοπική ιστορία του 19ου αιώνα χωρίς χρονολογικούς περιορισμούς, οι οποίοι δυσκολεύουν την κατανόηση των διασυνδέσεων ανάμεσα στα ιστορικά γεγονότα. Η συχνά τμηματική ανάλυση της ναυπλιακής ιστορίας εμβαθύνει μεν σε πρόσωπα και καταστάσεις, αλλά δεν μπορεί να καταδείξει με σαφήνεια πώς η κάθε περίοδος επηρέασε τις ενέργειες των επόμενων γενεών…

Η μελέτη, σελίδες 432,  ολόκληρου του αιώνα μέσα από την  αξιοποίηση του ναυπλιακού τύπου ως βασική ιστορική πηγή προσφέρει τη δυνατότητα της ανασύστασης της Ναυπλίας υπό διαφορετικό πρίσμα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Γραμματικού Κατερίνα


 

Κατερίνα Γραμματικού

Η Κατερίνα Γραμματικού γεννήθηκε στο Αργολικό Ναυπλίου. Σπούδασε Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας. Επιπρόσθετες γνώσεις απόκτησε στα εργαστήρια κινηματογράφου, φωτογραφίας, θεάτρου, πεζού λόγου και δημιουργικής γραφής. Εργάστηκε για χρόνια στην εκπαίδευση ενηλίκων (KEE μετέπειτα ΚΔΒΜ).

Η επίσημη συγγραφική της πορεία ξεκίνησε με ένα βιβλίο για την εκπαίδευση ενηλίκων, τομέας όπου εργάστηκε και κατόπιν με τον εναλλακτικό ταξιδιωτικό οδηγό για την Πελοπόννησο «Στα βήματα του Φειδιππίδη με ξεναγό τον Παυσανία».

Έργα της είναι:

Η εκπαίδευση ενηλίκων στο πλαίσιο της δια βίου μάθησης, Εκδόσεις Bookstar, 2015.

Η συλλογή διηγημάτων ΡΟΜΠΕΝ, Εκδόσεις Όστρια, 2018.

Μικρές Πλάνες, Εκδόσεις Κομνηνός, 2020.

Λέξεις που συνθέτουν ένα γράμμα, Εκδόσεις Άπαρσις, 2020.

Συμμετείχε στην έκδοση συλλογικών βιβλίων:

Αργειακή γη τ.5, «Μικρός ερωτικός», Κέντρο Ελληνικών Σπουδών – Πανεπιστήμιο Harvard, «Τα διηγήματα του εγκλεισμού» εκδ. Άπαρσις, «Ταξίδια», εκδ. ΙΑΝΟΣ, «Μικρές ιστορίες ετεροτοπίας», Ανοικτή Βιβλιοθήκη.

Έχει γράψει θεατρικά έργα και αρθρογραφεί κατά καιρούς στον τοπικό τύπο. Φωτογραφίζει οτιδήποτε της κεντρίζει το ενδιαφέρον.

Read Full Post »

Η Παναγία στην Νεοελληνική Ποίηση 


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

 Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Φιλοξενούμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ομιλία του κυρίου  Ηλία Γιαννικόπουλου με τίτλο:

 

«Η Παναγία στην Νεοελληνική Ποίηση»

 

Είναι ακόμα νωπές στη μνήμη μας οι εξαίσιες μελωδίες με τις οποίες η Εκκλησία μας έψαλε την Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου. Στα χωριά και στις πόλεις, σε μεγαλοπρεπείς ναούς και ταπεινά ξωκκλήσια, σε πλούσια ή ταπεινά μοναστήρια, χιλιάδες λαού συνέρρευσαν για να τιμήσουν το Άγιο πρόσωπο της Παναγίας και να προσευχηθούν στη χάρη Της. Όπως εκ περάτων της γης μαζεύτηκαν οι απόστολοι και οι άγγελοι για να συνοδεύσουν τη μετάσταση της Παρθένου από την επίγεια ζωή στην αιώνια, έτσι και οι πιστοί σε όλες τις γωνιές της πατρίδας μας μαζεύτηκαν για να ανυμνήσουν με κατάνυξη και ευλάβεια την «Πλατυτέρα των Ουρανών».

Η Παναγία, το αγλάϊσμα της Ορθοδοξίας, η τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ, το αμάραντο ρόδο της πίστης μας, έχει καταστεί η σημαντικότερη και προσφιλέστερη μορφή και παρουσία στην ψυχή του πιστού λαού μας. Όχι μόνο ως «σκεύος εκλογής» του Θεού, η οποία με άκρα ταπεινοσύνη βοήθησε στην πραγματοποίηση του σχεδίου της θείας οικονομίας για τη σωτηρία των ανθρώπων με τη Γέννηση του Χριστού, αποτελώντας έτσι την ιερή κλίμακα που ενώνει τα επίγεια με τα ουράνια, αλλά και ως μεσίτρια και πρέσβειρα στο μονογενή Της, καθώς επίσης ως σκέπη, καταφυγή και βοηθός κάθε πιστού χωριστά και του ελληνισμού γενικότερα. Από τα παλιά χρόνια μέχρι σήμερα, η Παναγία ήταν η Υπέρμαχος Στρατηγός του ελληνικού Γένους.

Η εικόνα της Παναγίας του Ακάθιστου Ύμνου (1700), «του εν ιεροδιακόνοις ελαχίστου Στεφάνου Τζανκαρόλου Κρητός κόπος».

Η Παναγία είναι η αγαπημένη του λαού μας, γιατί είναι προστάτιδα των φτωχών, των κατατρεγμένων και των ορφανών, η παρηγορήτρα των ασθενών, των πονεμένων και των θλιμμένων. Η Παναγία είναι η πρόθυμη αποδέκτρια των αυθόρμητων ικεσιών και επικλήσεων των ανθρώπων σε κάθε στιγμή ανάγκης και κινδύνου. «Παναγία μου», αναφωνούμε σχεδόν όλοι από ένστιχτο σε τέτοιες περιστάσεις και σ’ αυτήν προστρέχουμε, ως μεγάλη και στοργική Μητέρα.

Ως Θεοτόκο και Αειπάρθενο, ως μητέρα των όλων, ως προστάτιδα των αδυνάτων, ως Υπέρμαχο στρατηγό και ως σκέπη της πατρίδας μας, δηλαδή όπως ακριβώς τη βλέπει και την «βιώνει» καθημερινά ο απλός λαός, έτσι είδαν και τραγούδησαν την Παναγία και οι Έλληνες ποιητές. Αμέτρητα είναι τα ποιητικά αριστουργήματα που αφιέρωσαν στην Παναγία οι θεόπνευστοι ψαλμωδοί της Εκκλησίας μας. Αυτά όμως δεν θα μας απασχολήσουν εδώ. Εδώ θα ασχοληθούμε μόνο με την έντεχνη προσωπική «κοσμική» ελληνική ποίηση.

Ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα νεοέλληνες ποιητές αφιερώνουν ποιητικές δημιουργίες τους στην Παναγία. Μάλιστα η πρώτη συλλογή προσωπικής ποίησης που διαθέτουμε, φέρει το χαρακτηριστικό τίτλο «Άνθη ευλαβείας» και είναι αφιερωμένη στη Θεοτόκο. Εκδόθηκε στη Βενετία το 1708 και οφείλεται στους φοιτητές του περίφημου Φλαγγινιανού Ελληνομουσείου, που είχε ιδρυθεί στη Βενετία το 1664. Είναι το σονέτο «Εις την μετάστασιν της Πανάγνου» του σπουδαστή του Ελληνομουσείου Φραγκίσκου Κολομπή. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο Αργείος αγιογράφος Γεώργιος Μάρκου στο πλαίσιο της Μεταβυζαντινής παράδοσης


 

Προϋπόθεση αναφοράς στον αγιογράφο Γεώργιο Μάρκου είναι η ιχνηλάτηση του χωροχρονικού του στίγματος, δηλαδή της εποχής και του ευρύτερου χώ­ρου όπου γεννήθηκε και έδρασε.

Χρονικά ο Μάρκου εντάσσεται στο τέλος σχεδόν της εποχής της μεταβυζα­ντινής τέχνης. Πώς, όμως, προσδιορίζεται η τέχνη αυτή; Μεταβυζαντινή ονομάζεται η ορθόδοξη χριστιανική τέχνη όχι μόνο στον ελλαδικό, αλλά και τον ευρύτερο βαλκανικό χώρο, που αναπτύχθηκε μετά την άλωση της Πόλης και η οποία στην ελλαδική περιοχή τελειώνει το 1830 με την ίδρυση του ελληνικού κράτους, όταν πλέον αλλάζουν ριζικά σ’ αυτό οι συνθήκες που επέβαλαν την επιβίωση της μεσαιωνικής παράδοσης[1].

Η νέα κατάσταση, που δημιουργείται για τον Ελληνισμό με τη διάλυση της Αυτοκρατορίας και, τελικά, την άλωση της Πόλης έχει άμεσες επιπτώσεις και στην τέχνη. Οι βυζαντινές παραδόσεις συνεχίζονται κάτω από συνθήκες πενίας, φθοράς, δυσπραγίας και τρόμου. Οι πνευματικές και καλλιτεχνικές δυνάμεις κα­ταφεύγουν σε περιοχές έξω από τον έλεγχο του οθωμανικού σαρικιού (Κρήτη, Επτάνησα, Βενετία, κλπ.) και ξαναδημιουργούν. Παράδειγμα η κρητική λογοτε­χνία, το θέατρο, η κρητική σχολή ζωγραφικής και ξυλογλυπτικής στο Ηράκλειο κοκ.

Ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής παραχωρεί τα προνόμια του Πατριαρχείου στον Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο. Ψηφιδωτό από τον Πατριαρχικό Οίκο στην Κωνσταντινούπολη, έργο του Σωτήρη Βάρβογλη (1944-2023).

Το γενικό χαρακτηριστικό της μεταβυζαντινής τέχνης, κυρίως της ζωγρα­φικής, κατά τους 15ο έως και το 17ο αιώνες – την περίοδο δηλαδή της Ανα­γέννησης και του Μπαρόκ – είναι ο αυστηρός συντηρητισμός της, μια στάση που πηγάζει από τη θέση της επίσημης Εκκλησίας, όπως τη χάραξε ο πρώτος μεταβυζαντινός Πατριάρχης, ο Γεώργιος Σχολάριος, φανατικός πολέμιος του ανακαινιστή Γεωργίου Γεμιστού, δηλαδή απόλυτη αντίδραση στην Καθολική Εκκλησία και σε ό,τι την εκπροσωπούσε. Αυτό, όμως, σήμαινε και αντίδραση σ’ ό,τι προερχόταν από τη δυτική Ευρώπη σ’ οποιοδήποτε τομέα της πνευματική ζωής κι αν αναφερόταν.

Από τη γενική αυτή αρχή της δογματικά αδιάφθορης συντήρησης προήλθε κατά καιρούς και η ανάγκη επιστροφής σε παλιότερα ζωγραφικά πρότυπα, βυ­ζαντινά (της Μακεδονικής Σχολής ή της Παλαιολόγειας περιόδου) ή και μεταβυ­ζαντινά (π.χ. ζωγραφική του Θεοφάνη Στρελίτζα ή Μπαθά).

Εδώ θα πρέπει να τονισθεί ότι αυτή η φανατικά συντηρητική τάση δεν είχε μόνο την αρνητική της διάσταση, αλλά εξυπηρετούσε και τη ζωτική ανάγκη ενός έθνους να διατηρήσει την ταυτότητά του κάτω από άκρως αντίξοες συν­θήκες, συνθήκες που δεν επέτρεπαν την πολυτέλεια των υψιπετών τολμημάτων μιας καλλιτεχνικής πρωτοπορίας. Η μεταβυζαντινή τέχνη μέσα από τη φθίνουσα καλλιτεχνική πορεία της ταυτίζεται με το χειμαζόμενο αλλά ζωντανό Ελληνισμό και επηρεάζεται από τις ιστορικές του τύχες.

Η μεταβυζαντινή, λοιπόν, τέχνη διακρίνεται από τους επιστήμονες σε τέσσε­ρις περιόδους[2]:

Η πρώτη, από την άλωση έως το 1527 περίπου, σημαδεύεται από τη διαμόρ­φωση της Κρητικής Σχολής. Στο Ηράκλειο της Κρήτης την περίοδο αυτή εντο­πίζονται 120 ζωγράφοι. Οι ζωγράφοι της Κρήτης καλούνται να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις μιας ευρύτατης γεωγραφικά, θρησκευτικά και εθνικά πελατείας – κυρίως σε φορητές εικόνες – και έτσι ταλαντεύονται ανάμεσα στην ιταλική τέχνη του 14ου-15ου αιώνα και την τελευταία φάση της Παλαιολόγειας τέχνης. Παρά τα κάποια δυτικά δάνεια παραμένουν βασικά πιστοί στην ορθόδοξη παρά­δοση και διαμορφώνουν την περίφημη Κρητική Σχολή. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »