Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Argolikos Arghival Library History and Culture’

«Κανονιστικές πειθαρχίες» και «τεχνολογίες της βίας» στη νότια Πελοπόννησο. Ξαναδιαβάζοντας το φαινόμενο της αντεκδίκησης (γδικιωμού) στον προφορικό-λαϊκό πολιτισμό της Μάνης*- Γιώργος Ανδρειωμένος


 

Εισαγωγικά

 

Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα, και μοναδικά ως προς τον τρόπο της εξέλιξής τους, έθιμα της ελληνικής γης είναι εκείνο της αντεκδίκησης (πιο γνωστό με τη βενετσιάνικη ονομασία του: βεντέτα), το οποίο εντοπίζεται σε πολλές περιοχές της υφηλίου, αλλά και του ελληνισμού – προεξαρχουσών της Μάνης και της Κρήτης. Μάλιστα, στη λωρίδα της νότιας Πελοποννήσου, που εκτείνεται, χονδρικά, από τη Βέργα του νομού Μεσσηνίας, στη δυτική πλευρά, και από το Γύθειο του νομού Λακωνίας, στην ανατολική, καταλήγοντας στο ακρωτήριο Ταίναρο, υπό τη σκιά του Ταϋγέτου, και αποκλήθηκε από τους ιστορικούς, τους μελετητές και τους περιηγητές Μάνη, το έθιμο αυτό αποκαλείται από τους ντόπιους γδικιωμός – με την έννοια ότι καλείται κάποιο μέλος της ευρύτερης οικογένειας να πάρει το αίμα του πίζου, ώστε να (γ)δικιωθεί, μέσω της (αντ)εκδίκησης, ο φόνος ενός συγγενικού προσώπου, του οποίου το αίμα που χύθηκε ζητά δικαίωση και αποκατάσταση της τρωθείσας οικογενειακής τιμής.

Το φαινόμενο, βέβαια, αυτό έχει, πλέον, σχεδόν εκλείψει ανάμεσα στους Μανιάτες, ειδικά μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, στη διάρκεια του οποίου συντελέστηκαν τόσα πολλά και ακραία εγκλήματα, λόγω πολιτικών (πρωτίστως) αλλά και προσωπικών (δευτερευόντως) διαφορών, ώστε παλαιότεροι πολιτισμικοί κώδικες, που επικρατούσαν επί αιώνες στην άγονη και άνυδρη αυτή περιοχή, ανάμεσα στους οποίους και το έθιμο του γδικιωμού, σταδιακά εκφυλίστηκαν ή, τέλος πάντων, έχασαν την πρότερη δραστικότητά τους και σημασία τους.

Βέβαια, σε αυτό το τελευταίο συνετέλεσαν και μια σειρά από άλλοι παράγοντες, όπως η ίδρυση σχολείων και η μείωση του αναλφαβητισμού, η σταδιακή ανάπτυξη του συγκοινωνιακού δικτύου και η επαφή με άλλες περιοχές, η εμπέδωση ενός κράτους δικαίου και η επίλυση των διαφορών μέσω των δικαστηρίων, η αλλαγή της στάσης των πολιτικών του τόπου που έπαψαν να ενθαρρύνουν ακόμη και να υποστηρίζουν με παρεμβάσεις τους στη δικαιοσύνη) τις προσωπικές διαμάχες προκειμένου να αποκτήσουν οι ίδιοι οφέλη, η μετανάστευση των Μανιατών σε άλλες περιοχές της ημεδαπής και της αλλοδαπής με αποτέλεσμα την ουσιαστική ερήμωση των χωριών κ.λπ.

 

Τάσσος, «Το στιλέτο» (περ. Νεοελληνικά Γράμματα, 16–11–1940). Το χαρακτικό κοσμεί το εξώφυλλο των πρακτικών του Συνεδρίου «Βία και εξουσία: ίχνη στο σώμα της λογοτεχνίας», όπου φιλοξενείται και η παρούσα ανακοίνωση.

 

Ωστόσο, όπως έδειξε πρόσφατη τηλεοπτική σειρά («Η γη της ελιάς»), αλλά και διάφορα λογοτεχνικά έργα, ο γδικιωμός συνεχίζει να κινεί την προσοχή και να προξενεί την εντύπωση του σύγχρονου κοινού, το οποίο, σε γενικές γραμμές, είναι ανενημέρωτο ως προς το συγκεκριμένο έθιμο, που στις παλαιότερες εποχές δέσποζε στη Μάνη, σε τέτοιον βαθμό, ώστε να μην είναι υπερβολικό να υποστηριχθεί πως η περιοχή βρισκόταν, για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, σε έναν διαρκή πόλεμο μεταξύ των οικογενειών της. Μάλιστα, ο πόλεμος αυτός ήταν πραγματικός, με τους δικούς του κανόνες και με αρχές που προσιδιάζουν σε μιαν αληθινή πολεμική σύρραξη.

Επομένως, έχει αξία να επιχειρήσει κανείς να ανιχνεύσει τις βαθύτερες αιτίες που προκαλούσαν το αιματηρό αυτό έθιμο, ειδικά στη Μάνη, να αναλύσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του και να εξηγήσει πώς λειτουργούσε μέσα στη μανιάτικη κοινωνία – μιας και, εκτός από προσωπικές, είχε, κυρίως, κοινωνικές προεκτάσεις, αφού εμπλέκονταν στον κύκλο του αίματος ολόκληρες οικογένειες και ο περίγυρος παρακολουθούσε εκ του σύνεγγυς τα δρώμενα και, ορισμένες φορές, παρενέβαινε με τρόπο αποφασιστικό είτε στην ανάπτυξη είτε στη διευθέτηση των διαφορών. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Κόκκινη τρομοκρατία: Η βία της Αριστεράς στην Κατοχή [Αργολίδα] – Στάθης Ν. Καλύβας


 

Κόκκινη Τρομοκρατία: Δομή και Στόχοι – Η Αργολίδα: κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο – Η εμφάνιση του ΕΑΜ – Άνοιξη 1944 – Ιούνιος – Ιούλιος 1944 – Αύγουστος 1944 – Η δομή της κόκκινης τρομοκρατίας – Τα αίτια της κόκκινης τρομοκρατίας – Βία: Εγκαινιάζοντας την αλληλουχία – Το Μαλανδρένι και η γερμανική τρομοκρατία – Ο Δούκας (ημιορεινός οικισμός της Αργολίδας) και η λευκή τρομοκρατία – Συμπέρασμα: Η Φύση της Εμφύλιας Βίας

 

Σκοπός αυτού του κεφαλαίου είναι να αμφισβητήσει και να συμβάλλει στην αναθεώρηση μιας κεντρικής και μάλλον κυρίαρχης παραδοχής στη έρευνα του ελληνικού Εμφυλίου πολέμου: ότι η Αριστερά (το ΕΑΜ και το ΚΚΕ) υπήρξε ο κύριος (ή και μοναδικός) αποδέκτης της βίας.

Η εμφάνιση και κυριαρχία μιας τέτοιας αντίληψης δεν πρέπει να εκπλήσσει. Αφενός η ήττα σε έναν εμφύλιο πόλεμο τείνει να είναι ολοκληρωτική· ως εκ τούτου, οι υποστηρικτές της ηττημένης παράταξης υποφέρουν δυσανάλογα. Πράγματι, οι περισσότερες περιγραφές βιαιοτήτων σε βάρος οπαδών της Αριστεράς συνήθως επικεντρώνονται στο διάστημα αμέσως μετά την Κατοχή (1945-47) – που συχνά περιγράφεται ως η περίοδος της «λευκής τρομοκρατίας» – ή στην τελική φάση του Εμφυλίου πολέμου (1947-49) και τα επακόλουθά του. Αφετέρου οι αναφορές στην αριστερή τρομοκρατία, άφθονες όσο και ασαφείς, αποτέλεσαν βασικό όπλο στο ιδεολογικό οπλοστάσιο της Δεξιάς. Έτσι, η κατάρρευση της ιδεολογικής ηγεμονίας της Δεξιάς το 1974 διέγραψε όλες τις αναφορές στην αριστερή τρομοκρατία.

Πράγματι, η πρόσφατη επιστημονική ιστορική έρευνα τείνει να παραβλέπει,[1] να ελαχιστοποιεί[2]  ή να εξωραΐζει[3] την αριστερή τρομοκρατία[4]. Τάσεις έμμεσης και σιωπηρής ελαχιστοποίησης του φαινομένου, συμπεριλαμβανομένης και της επιλογής ενός ασύμμετρου λεξιλογίου, διακρίνονται ακόμη και σε σοβαρά επιστημονικά έργα. Για παράδειγμα, η Ρίκη Βαν Μπουσχότεν χαρακτηρίζει τη βία του ΕΑΜ «επαναστατική βία» και τη βία της Δεξιάς «τρομοκρατία».[5]

Επιπλέον, οι σπάνιες αναφορές στην αριστερή τρομοκρατία συνοδεύονται κατά κανόνα από ερμηνείες που σπεύδουν να επισημάνουν τον περιορισμένο, ασήμαντο ή έκτακτο χαρακτήρα της. Εν ολίγοις, διατυπώνεται το επιχείρημα ότι η βία της Αριστεράς υπήρξε μια εκτροπή περιορισμένης έκτασης.[6] Μολονότι αυτός ο ισχυρισμός βασίζεται σε επιλεκτικά και συνήθως στρεβλά στοιχεία, παραμένει μέχρι σήμερα αδιαμφισβήτητος εξ’ αιτίας κυρίως της απουσίας συστηματικής εμπειρικής έρευνας για την εμφύλια βία. Οι διαθέσιμες πηγές είναι ανεκδοτολογικού χαρακτήρα: είτε τα σαφώς μεροληπτικά απομνημονεύματα αριστερών και δεξιών βετεράνων είτε οι σύγχρονες αφηγήσεις Βρετανών στρατιωτικών συνδέσμων, που και αυτές απαιτούν προσοχή λόγω αντιαριστερής προκατάληψης.[7] Πρόσφατες τοπικές μελέτες μεμονωμένων χωριών επιτρέπουν χρήσιμες παρατηρήσεις, αλλά παραμένουν περιορισμένης αξίας στο βαθμό που δεν μπορούν να γενικευθούν πέραν των χωριών τα οποία αφορούν.[8]

Αντίθετα, η διερεύνηση της αριστερής («κόκκινης») τρομοκρατίας που παρουσιάζεται στο άρθρο αυτό βασίζεται στην πρώτη (και μέχρι σήμερα μοναδική) συστηματική και μεγάλης κλίμακας εμπειρική διερεύνηση της εμφύλιας βίας. Βασισμένη σε εκτεταμένη έρευνα που διεξήχθη αρχικά στην Αργολίδα αλλά και στις γειτονικές περιοχές της Κορινθίας και της Αρκαδίας, η εν εξελίξει αυτή έρευνα στηρίζεται (1) σε περίπου 200 συνεντεύξεις με συμμετέχοντες και απλούς ανθρώπους στις επαρχίες Άργους και Ναυπλίας του νομού Αργολίδας· (2) στο πλούσιο αρχειακό υλικό του Εφετείου Ναυπλίου, καθώς και σε βρετανικά, γερμανικά και αμερικανικά αρχεία· (3) σε δημοσιευμένα και αδημοσίευτα απομνημονεύματα, αυτοβιογραφίες και τοπικές ιστορίες.[9]

Ως εκ τούτου, η εμπειρική βάση του παρόντος κεφαλαίου είναι εκτεταμένη (εφόσον περιλαμβάνει μια περιοχή με πληθυσμό 40.000 κατοίκους σε περίπου 60 χωριά) και ταυτόχρονα αξιόπιστη (εφόσον συνδυάζει προφορικές και γραπτές, πρόσφατες και παλιότερες, δεξιές και αριστερές πηγές και αφηγήσεις ατόμων που συμμετείχαν ενεργά στη σύγκρουση, αλλά και απλών ανθρώπων). Με βάση αυτή την έρευνα, κατάφερα να καταγράψω το σύνολο των βίαιων θανάτων στον άμαχο πληθυσμό σε δύο από τις τρεις επαρχίες της Αργολίδας. Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως μολονότι η βία μπορεί να λάβει πολλές μορφές, η δολοφονία είναι μια από τις πλέον ακραίες εκφράσεις της.

Στόχος αυτής της έρευνας δεν είναι η συμβολή σε μια στείρα και πολιτικά στρατευμένη διαμάχη περί συγκριτικής ωμότητας: είναι σαφές πως όλες οι πλευρές κατέφυγαν στην τρομοκρατία. Αντίθετα, η επικέντρωση στην κόκκινη τρομοκρατία κρίνεται απαραίτητη για δύο λόγους: πρώτον, για την αποκατάσταση των γεγονότων και, δεύτερον, επειδή η ολοκληρωμένη διερεύνηση της εμφύλιας βίας προϋποθέτει τη συγκριτική ανάλυση των χρήσεων της τρομοκρατίας από το σύνολο των πολιτικών δρώντων. Ενώ, όμως, οι γνώσεις μας για τη βία της Δεξιάς, ιδιαίτερα στη διάρκεια της Κατοχής, έχουν εμπλουτιστεί από πρόσφατες έρευνες,[10] δεν ισχύει το ίδιο και για τη βία της Αριστεράς.

Στο πρώτο μέρος του κεφαλαίου αυτού επισημαίνεται πως η κόκκινη τρομοκρατία στην Αργολίδα υπήρξε μια κεντρικά σχεδιασμένη διαδικασία που εξυπηρετούσε την επίτευξη των στρατηγικών στόχων του ΕΑΜ και του ΚΚΕ· εξετάζεται επίσης ο βαθμός στον οποίο το πόρισμα αυτό ισχύει και για την υπόλοιπη χώρα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η ερμιονίτικη οικογένεια του Γιάννη Φασιλή – Τουτούνη | Ήρα Φραγκούλη – Βελλέ


 

Στην Κωνσταντινούπολη

 

Ήταν περίπου τη 10ετία του 1850, όταν δυο ερμιονίτικα ιστιοφόρα άραξαν στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης. Οι δυο καραβοκύρηδες έτρεξαν αμέσως στο τελωνείο να δηλώσουν την άφιξή τους και να αναζητήσουν γράμματα και τηλεγραφήματα από την πατρίδα. Και οι δυο έχουν την ίδια αγωνία: Έχουν αφήσει τις γυναίκες τους στην Ερμιόνη σε κατάσταση εγκυμοσύνης και περιμένουν την έκβασή της.

Η χαρά ήταν και για τους δυο: Ο καπεταν – Γιάννης Φασιλής – Τουτούνης απέκτησε τον πρωτότοκο γιο του και ο καπεταν – Βασίλης Μπούρλας ένα κοριτσάκι. Μετά τα αμοιβαία κεράσματα οι δυο άνδρες υποσχέθηκαν ή ονειρεύτηκαν τα νεογέννητα παιδιά τους να ζευγαρώσουν. Η ζωή πραγματοποίησε την επιθυμία τους. Ο Πάνος Γιάννη Φασιλής παντρεύτηκε – από έρωτα – την Θεοδωρούλα Βασιλείου Μπούρλα.[1]

 

Αργυρώ και Κατίνα Φασιλή, Πειραιάς περ. 1890. Φωτογραφείο: Γαζιάδη. Αρχείο: Ανθούλα Λαζαρίδου-Δουρούκου.

 

Τον Ιωάννη Φασιλή, τον επονομαζόμενο Τουτούνη, συναντάμε στον εκλογικό κατάλογο ψηφοφόρων Ερμιόνης του 1906, πλοίαρχο, ετών 86 συμπεραίνοντας ότι γεννήθηκε το 1820. Εκτός από τον πρωτότοκο Πάνο απέκτησε δύο ακόμα αγόρια, τον Αγγελή και τον Σπύρο και δύο κορίτσια την Κατερίνα και την Αργυρώ. Αναγνωρίζουμε ακόμα τον Ιωάννη Φασιλή σε ναυλοσύμφωνο του 1874[2] με το οποίο το καΐκι «Πανωραία» των Νικολάου και Ιωάννου Φασιλή μεταφέρει 61000 οκάδες λεμόνια προς Κωνσταντινούπολη. Ο καπεταν-Γιάννης έκτισε το σπίτι του στο νότιο λιμάνι της Ερμιόνης και κατασκεύασε μπροστά του δικό του μαντράκι, που άραζε το πλεούμενό του. Τα εμπορικά του ταξίδια που μετέφεραν αγαθά από την Ερμιόνη και τον Πειραιά σε όλα τα λιμάνια της Μεσογείου, τον έφεραν και στην Αλεξάνδρεια, γι’ αυτό βρίσκουμε τους απογόνους του να σταδιοδρομούν στην Αίγυπτο, ωραίοι και καλοζωισμένοι. (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Ανακτορική, Βασιλική, Προεδρική Φρουρά. Πολιτειακοί συμβολισμοί»[1]MSc Μαρίνα Σπ. Τσιρτσίκου, Ιστορικός ΓΕΣ/Δ4 (ΔΙΣ), Υπ. Διδακτόρισσα Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων


 

Η ιστορία της Προεδρικής Φρουράς, καθώς και οι συνεχείς μετονομασίες της από το 1868 έως το 1974, αντανακλά την εξέλιξή της σε συνάρτηση με τις πολιτειακές αλλαγές της Ελλάδας, και ιδιαίτερα τις μεταβολές του πολιτεύματος, από τη Βασιλευομένη Δημοκρατία μέχρι την Προεδρευομένη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία.

Το Στρατόπεδο της Προεδρικής Φρουράς «Γεώργιος Τζαβέλας» έχει σημαντική ιστορική αξία, καθώς συνδέεται με την ελληνική πολιτειακή και στρατιωτική – πολεμική ιστορία της χώρας. Το γεγονός ότι το όνομά του τιμά έναν ήρωα της Επανάστασης, τον Σουλιώτη οπλαρχηγό Γεώργιο Τζαβέλα, δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στον χαρακτήρα του στρατοπέδου. Ενώ, η θέση του κοντά στο Προεδρικό Μέγαρο, υποδηλώνει τη συμβολική του σχέση με την κεντρική εξουσία της χώρας.

 

Εύζωνες της Βασιλικής Φρουράς παρουσιάζουν όπλα στο στρατόπεδό τους, 1948. Φωτογραφία: Chris Ware.

 

Η Προεδρική Φρουρά ιδρύθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1868, με την αρχική ονομασία «Άγημα», ως στράτευμα αυθύπαρκτο. Από την ίδρυσή της είχε έναν ιδιαίτερο και ξεχωριστό ρόλο, ως τμήμα του μόνιμου στρατού με αποστολή την προστασία του βασιλιά.

Η πρόθεση του βασιλιά Γεώργιου Α’ να εξασφαλίσει την άριστη εκπαίδευση των υπαξιωματικών και να δημιουργήσει ένα πρότυπο στρατιωτικής αρετής για τον υπόλοιπο στρατό ήταν καθοριστική για τον σχηματισμό και τη λειτουργία της Φρουράς. Από την αρχή της ίδρυσής της, η δομή και η εκπαίδευση των ευζώνων προσανατολίζονταν στην ανάπτυξη της στρατιωτικής αριστείας. Ειδικότερα, η θέσπιση ειδικών κανονισμών για τη λειτουργία της και την εκπαίδευση των μελών της, αλλά και η καθιέρωση ξεχωριστής στολής, προσδίδουν στην Προεδρική Φρουρά έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, συνδυάζοντας τη στρατιωτική πειθαρχία με την αυστηρότητα και την αριστεία. (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Περίτεχνοι και περίβλεπτοι συμβολισμοί για τις στολές των Ευζώνων στην Προεδρική Φρουρά»,[1]  – MSc Μαρίνα Σπ. Τσιρτσίκου, Ιστορικός ΓΕΣ/Δ4 (ΔΙΣ) – Υπ. Διδακτόρισσα Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων


 

Η παραδοσιακή ευζωνική ενδυμασία, με κύρια χαρακτηριστικά: τη ζώνη, που δηλώνει τον «καλά – ζωσμένο» μαχητή και τη φουστανέλα, αποτελεί σημείο ταύτισης του άτακτου και του τακτικού στρατού, καθώς χρησιμοποιήθηκε από τα άτακτα σώματα κατά τα επαναστατικά χρόνια του 1821 και διατηρήθηκε και στις πρώτες προσπάθειες συγκρότησης τακτικού στρατού.

 

Έμβλημα Προεδρικής Φρουράς. Παράσταση: Εύζωνας με επίσημη Ευζωνική στολή ο οποίος προβάλλεται μεταξύ του Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη και της Ακρόπολης, καθώς και μπροστά από την Ελληνική Σημαία. Περιβάλλονται όλα από κυκλικό πλαίσιο με μαιάνδρους, από το εθνόσημο με δάφνες και από τις επιγραφές «ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ» – «ΠΡΟΕΔΡΙΚΗ ΦΡΟΥΡΑ».
Ο Εύζωνας μέσα στο πλαίσιο σεβασμού και διατήρησης της εθνικής μας παράδοσης συμβολίζει τη συνέχιση της ζωντανής παρουσίας των Ευζώνων, οι οποίοι πρωτοστάτησαν σ’ όλους τους εθνικούς αγώνες από το 1821 μέχρι το 1940 και με τις ηρωικές τους πράξεις κατέστησαν σύμβολα ηρωισμού, θυσίας και νίκης. Μαζί με τη Σημαία, την Ακρόπολη και το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη αποτελούν ενιαίο σύμβολο της πατρίδας μας.

 

Παρέλαση Ευζώνων στα Γιάννενα. Φωτογραφία Χατζηαδάμ Δήμητρα, «Εύζων», Λεύκωμα φωτογραφιών, Λυχνία, Αθήνα (υπό έκδοση).

 

Στις 12 Δεκεμβρίου του 1868, συστήθηκε ανεξάρτητη μονάδα ευζώνων με την ονομασία «Άγημα», όπως ήταν η αρχική ονομασία της Προεδρικής Φρουράς, και τέθηκε στην αποκλειστική υπηρεσία του βασιλιά Γεώργιου Α’. Έφερε τη «λευκή στολή» των ευζωνικών ταγμάτων του τακτικού στρατού – φάριο (φέσι), φέρμελη, φουστανέλα, ζώνη, κάπα περικνημίδες, καλτσοδέτες, τσαρούχια. Η συγκρότησή του στόχευε στη δημιουργία ενός στρατιωτικού σώματος, πρότυπο στρατιωτικής εκπαίδευσης και αρετής για τον υπόλοιπο στρατό.

 

Βασιλικό Διάταγμα Άγημα ΦΕΚ 63, 19.12.1868. Δημοσιεύεται στο: Γενικό Επιτελείο Στρατού, «Στρατιωτική Επιθεώρηση», τ. Ιαν – Απρ 2016.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Δεληγιάννης Βασίλης Ιω. (1887-1945) – Η ζωή και το έργο του Ερμιονίτη υφυπουργού οικονομικών, στην κυβέρνηση Βενιζέλου, Βασίλη Ιω. Δεληγιάννη.


 

Βασίλης Ιω. Δεληγιάννης.

Ο Βασίλης Ιω. Δεληγιάννης γεννήθηκε στην Ερμιόνη στις 4 Αυγούστου 1887 και είναι γιος του συμβολαιογράφου Ερμιόνης Ιωάννη Δεληγιάννη και της Παγώνας – γένους της μεγάλης οικογένειας Καραγιάννη στην Ερμιόνη.

Τελείωσε το δημοτικό σχολείο στην Ερμιόνη, και το σχολαρχείο στο Κρανίδι. Εν συνεχεία παρακολούθησε τις δύο πρώτες τάξεις του τότε τετραταξίου Γυμνασίου, στο Ναύπλιο και τις δύο τελευταίες στον Πειραιά. Αφού τελείωσε τη φοίτηση του στο γυμνάσιο γράφτηκε στη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, της οποίας μετά την αποφοίτηση του αναγορεύθηκε διδάκτωρ τον Μάρτιο του 1914. Κατά τη διάρκεια της φοίτησης του χρημάτισε διευθυντής της εταιρείας «Μεταλλεία Ερμιόνης» όπου διακρίθηκε για της εργατικότητα του, την δραστηριότητα και την μεθοδικότητα του που ανέπτυξε για την οργάνωση και την πρόοδο της εταιρείας. Παραιτήθηκε όμως από τη θέση του αυτή, για να επιδοθεί απερίσπαστος στις σπουδές του, κατά τη διάρκεια των οποίων εξέδιδε στην Αθήνα Πολιτικοοικονομική εφημερίδα την «Νέα Ημέρα», φιλελεύθερων Αρχών.

Διπλωματούχος πια διδάκτωρ της Νομικής προσελήφθη στο δικηγορικό γραφείο του Καθηγητού του Πανεπιστήμιου Βασιλείου, όπου μαζί με τον δικηγόρο Ιωάννη Βαρβέρη επεξεργάζοντο τους Ελληνικούς Κώδικες, τους οποίους εξέδιδε ο Καθηγητής.

 

Στο στρατό, στους πολέμους και στο κίνημα της Θεσσαλονίκης

  

Αφού στρατεύθηκε ξεπλήρωσε στο ακέραιο το καθήκον προς την πατρίδα και ως στρατιώτης έλαβε μέρος στους πολέμους του 1912 -13 όπου διακρίθηκε και παρασημοφορήθηκε για την ηρωική συμμετοχή του: 1) Στις μάχες κατά της Τουρκίας, της Ελασσώνος, Σαρανταπόρου, Γιαννιτσών, Πρεσπών και Αετοράχης. 2) Στην εκστρατεία κατά της Βουλγαρίας το 1913 και 3) για τον τραυματισμό του στη μάχη της Μανωλιάτας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Παραδοσιακά διατηρητέα κτίρια του Άργους | † Οδυσσέας Κουμαδωράκης


 

 Για τα παραδοσιακά κτίσματα και τη νεοκλασική αρχιτεκτονική Άργους έχουν δημοσιευτεί αρκετές μελέτες. Η δική μας εργασία είναι συνοπτική. Περιοριζόμαστε σε λίγα μόνο στοιχεία, ικανά να δώσουν κάποια εικόνα και να βοηθήσουν τον αναγνώστη να γνωρίσει σε γενικές γραμμές τα παραδοσιακά κτίσματα της πόλης μας.

 

Νεοκλασική αρχιτεκτονική

 

Ο νεοκλασικισμός ως αρχιτεκτονική έκφραση εμφανίζεται στη χώρα μας την εποχή του Καποδίστρια, ενισχύεται την εποχή του Όθωνα και διαρκεί μέχρι τη δεκαετία του 1910, για εκατό σχεδόν χρόνια.

Την Καποδιστριακή εποχή εμφανίζονται οι πρώτοι μεγάλοι αρχιτέκτονες, όπως ο περίφημος Σταμάτης Κλεάνθης (1802-1862), ο οποίος διορίστηκε από τον κυβερνήτη μηχανικός του δημοσίου και συνέβαλε στην οικοδόμηση της Αθήνας, και ο Σταμάτης Βούλγαρης (1774-1842), ο οποίος σχεδίασε τη ρυμοτομία της Πάτρας και της Τρίπολης. Επίσης, λίγο αργότερα εμφανίζονται ο Λύσανδρος Καυταντζόγλου (1812-1885), ο Παναγιώτης Κάλκος (1810-1875), ο Δημήτρης Ζέζος (†1857) και άλλοι, οι οποίοι έκτισαν πολλά δημόσια και ιδιωτικά νεοκλασικά κτίσματα και ναούς στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις και έθεσαν μαζί με τους δυο πρώτους τη σφραγίδα της προσωπικής τους δημιουργίας στον χώρο της αρχιτεκτονικής. Παράλληλα έρχονται στη χώρα μας και πολλοί Ευρωπαίοι.[1]

Ο ευρωπαϊκός νεοκλασικισμός προηγείται του ελληνικού. Εμφανίζεται στα τέλη του 18ου αιώνα, μετά το 1770, όταν υποχωρεί και σιγά σιγά χάνεται ο «ρυθμός Μπαρόκ», ο οποίος διακρινόταν για την επιβλητικότητά του και τον οποίο είχε επιβάλει στον χώρο της τέχνης, ιδίως στην αρχιτεκτονική, η καθολική εκκλησία. Από πολλούς θεωρείται ότι η νεοκλασική αρχιτεκτονική επιβλήθηκε από αντίδραση προς τον «ρυθμό Μπαρόκ».

Πάντως, βέβαιο είναι ότι η νέα τέχνη επηρεάζεται από την αρχιτεκτονική της αρχαίας Ελλάδας. Ευρωπαίοι αρχιτέκτονες και αρχαιολόγοι και άλλοι περιηγητές και μελετητές, λάτρεις της κλασικής αρχαιότητας, επισκέπτονται την τουρκοκρατούμενη ακόμη Ελλάδα, παρατηρούν, μελετούν, δημοσιεύουν μελέτες ή τις «περιηγήσεις» τους και μεταφέρουν στην Ευρώπη αρχιτεκτονικά πρότυπα.

 

Αρχοντικό Ηλία Κωνσταντόπουλου, Δαναού 29. Γενική άποψη πριν την αποκατάσταση (Λήψη φωτογραφίας 1985). Δημοσιεύεται στο: Ξηνταρόπουλος Πέτρος – «Η Αρχιτεκτονική της Κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα», Έκδοση Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, 2006.

 

Η ευρωπαϊκή νεοκλασική αρχιτεκτονική είναι εν μέρει αναβίωση της αρχαίας ελληνικής. Για την Ελλάδα έχει επισημανθεί ένας πρόσθετος λόγος αναβίωσης, η σύνδεση του ελληνικού έθνους με τις ρίζες του, σε μια προσπάθεια αναζήτησης και προσδιορισμού της πολιτισμικής και εθνικής μας ταυτότητας.

Την εποχή του Καποδίστρια, στα πλαίσια της γενικότερης πολιτικής του για την ανασύσταση του κράτους, καταβάλλεται έντονη προσπάθεια πολεοδομικού σχεδιασμού και ανασυγκρότησης του Άργους και κτίζονται τα πρώτα δημόσια οικοδομήματα. Της ίδιας εποχής είναι και λίγα ιδιωτικά, αξιόλογα και χαρακτηριστικά δείγματα της τότε νεοκλασικής αρχιτεκτονικής. Στον πολεοδομικό σχέδιο του Άργους, που συνέταξε το Μάρτιο 1831 με εντολή του κυβερνήτη ο Ρούντολφ ντε Μποροτσύν (De Bonoszün) και το οποίο δεν εφαρμόστηκε δυστυχώς, σημειώνονται με έντονο μαύρο χρώμα τα τότε δημόσια κτίρια: το αλληλοδιδακτικό σχολείο (1831), δηλαδή το διδακτήριο του σημερινού 1ου Δημοτικού Σχoλείoυ, οι στρατώνες (1830), η οικία Καλλέργη (1830), όπου σήμερα στεγάζεται το μουσείο, γνωστή και ως «παλάτιον Καποδίστρια», και τα τότε δικαστήρια, δηλαδή το σημερινό Δημαρχείο (1830).

 

Σχέδιο Πόλης του Άργους.

Σχέδιο Πόλης του Άργους που συντάχθηκε το 1831 από τον Γάλλο αξιωματικό R. De Borronzun.
Ο συντάκτης του σχεδίου έχει σημειώσει με έντονο μαύρο χρώμα τα τότε δημόσια κτίρια του Άργους: Στρατώνες (9), το παλάτιον, δηλ. η οικία Καλλέργη, που τότε είχε περιέλθει στο δημόσιο (12), το αλληλοδιδακτικό σχολείο (20), και τα δικαστήρια, το μετέπειτα Δημαρχείο (17).
Σημειώνουμε μερικά από τα διατηρητέα μνημεία:
1. Οικία Γόρδωνος (1829).
2. Αρχοντικό Δημ. Τσώκρη (1829).
3. Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου (1829).
4. Οικία Μακρυγιάννη (περ. 1830).
5. Θέση όπου οικοδομήθηκε η οικία Μ. Καραγιαννοπούλου (1912).
6. Θέση όπου οικοδομήθηκε η οικία Α. Σαλαπάτα (περ. 1900).
7. Θέση όπου οικοδομήθηκε η οικία Α. Μαραγκού (περ. 1890).
8. Θέση όπου οικοδομήθηκε η οικία Μαρίνου (1880).
9. Οι στρατώνες Καποδίστρια.
10. Θέση όπου κτίστηκε το κατάστημα Κωνσταντόπουλου (1896).
11. Θέση όπου κτίστηκε η δημοτική αγορά (1889).
12. Το Καλλέργειον ή «παλάτιον Καποδίστρια», σημερινό μουσείο (1830).
13. Θέση όπου οικοδομήθηκαν τρία νεοκλασικά κτίρια: Της Ιονικής-Λαϊκής Τράπεζας (Alpha Bank), το «Αέναον» και της Γενικής Τράπεζας.
14. Εμπορικό κέντρο Άργους (23 καταστήματα).
15. Ι. Ν. Αγίου Νικολάου της οικ. Περούκα. Κατεδαφίστηκε το 1859 από τον Επίσκοπο Παγώνη, για να κτιστεί ο ναός του Αγ. Πέτρου.
16. Θέση όπου οικοδομήθηκε το ξενοδοχείο Αγαμέμνων.
17. Το «πρωτόκλητον» και «ανέκκλητον» δικαστήριο (1830), σημερινό Δημαρχείο.
18. Θέση όπου οικοδομήθηκε η οικία Μαρίκου (1912).
19. Θέση όπου οικοδομήθηκε η οικία Θ. Μπόμπου (1880).
20. Το Καποδιστριακό αλληλοδιδακτικό σχολείο (1831).
21. Θέση όπου οικοδομήθηκε το μέγαρο Κωνσταντόπουλου (1912).
22. Οικία Σπ. Τρικούπη (1830).
23. Θέση όπου οικοδομήθηκε το αρχοντικό Καλλιάρχη (1899).
24. Το τζαμί, ο μετέπειτα Αγίου Κωνσταντίνος, με την ένδειξη «νοσοκομείο» (hôspitale), όπως λειτουργούσε επί Καποδίστρια.
25. Θέση όπου κτίστηκε ο σταθμός του τρένου (περ. 1885).

 

Προεπαναστατικά η νεοκλασική αρχιτεκτονική δεν έχει εμφανιστεί ακόμη. Τα σωζόμενα κτίσματα στο Άργος δεν είναι ικανά να μας φωτίσουν, γιατί είναι μεταγενέστερα, όπως τα νεοκλασικά του Τρικούπη, του Δ. Τσώκρη και του Γκόρντον, που είναι τα παλιότερα. Αν όμως ρίξουμε μια ματιά σε αρχοντικά άλλων περιοχών της προεπαναστατικής περιόδου, θα παρατηρήσουμε ότι τα αρχοντικά αυτά, αν και κτίζονταν κατά κανόνα σε σχήμα Π με προστώο (βεράντα) και διέθεταν απλόχωρη αυλή και περικλείονταν από υψηλό και ανθεκτικό περίβολο, το ίδιο το κτίσμα δεν είχε όλα εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη νεοκλασική αρχιτεκτονική. Παρατηρούμε δηλαδή πως δεν υπήρχαν ούτε ακροκέραμα ούτε διακοσμητικές ταινίες ούτε ανάγλυφα κιονόκρανα ή ψευδοπεσσοί και τόσα άλλα. Παραδείγματα υπάρχουν άφθονα, όπως τα αρχοντικά της Μπουμπουλίνας και του Χατζηγιάννη Μέξη στις Σπέτσες και του Λάζαρου Κουντουριώτη στην Ύδρα. Τα σπίτια αυτά, παρά τον εσωτερικό τους πλούτο, τα πανάκριβα έπιπλα, τις πορσελάνες, τα μεταξωτά τους, παρά την ευρυχωρία τους, το πλήθος των δωματίων και των βοηθητικών χώρων, όπου εργάζονταν αρκετοί υπηρέτες, εξωτερικά είναι απλά και απέριττα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η επιτέλεση της ελληνικότητας και της ετερότητας. Η τελετή για την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο | Μαρία Βελιώτη – Γεωργοπούλου, Κοινωνική Ανθρωπολόγος. Επίκουρη Καθηγήτρια στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου


 

Ο Όθωνας (1815-1867), πρίγκιπας της Βαυαρίας και βασιλιάς της Ελλάδας 1832-1862, με ελληνική εθνική φορεσιά, φέροντας στο στήθος του το Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Σωτήρος, έργου του Ernst Wilhelm Rietschel, 1850.

Στις 25 Ιανουαρίου 1833 με το παλιό ημερολόγιο ή στις 6 Φεβρουαρίου με το νέο ο Όθωνας πατά το ελληνικό έδαφος στο Ναύπλιο ως βασιλεύς της Ελλάδος. Το γεγονός εορτάζεται με μεγαλειώδη για τα δεδομένα του τόπου και της εποχής τελετή.

Η μελέτη αυτή, η οποία εγγράφεται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης έρευνας για τις οθωνικές τελετές,[1] προσπαθεί να ανιχνεύσει, να εντοπίσει και να αναλύσει τα στοιχεία της ελληνικότητας και της ετερότητας που εμπεριέχονται στο τυπικό της τελετής της άφιξης του Όθωνα και να αποκωδικοποιήσει τον συμβολισμό τους. Στηρίζεται δε κυρίως σε αρχειακό υλικό που απόκειται στις συλλογές της Κεντρικής Υπηρεσίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους (στο εξής ΓΑΚ) καθώς και στα ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Αργολίδας,[2] το οποίο διερευνάται υπό την οπτική της ιστορικής ανθρωπολογίας.

Η τελετή της «επισήμου εισόδου της Αυτού Μεγαλειότητος του Βασιλέως της Ελλάδος και της Αντιβασιλείας εις Ναύπλιον»,[3] «οργανώθηκε λεπτομερώς με βάση το τυπικό των ευρωπαϊκών αυλών»,[4] αν και από ένα σχέδιο υποδοχής της αντιβασιλείας αναδύονται στοιχεία τελετουργικού τυπικού με βάση την ελληνική παράδοση.[5] Πρόκειται για μια κοσμική/πολιτική κατά το μεγαλύτερο μέρος της τελετή, σπάνιο γεγονός στον ελληνικό χώρο της εποχής,[6] όπου οι τελετές ήσαν κατά το πλείστον θρησκευτικές.

Σύμφωνα με το επίσημο πρόγραμμα τα κυριότερα μέρη του τυπικού ήσαν: η επιδεικτική παράταξη των βαυαρικών στρατευμάτων από το σημείο της αποβίβασης του Όθωνα ως την πόλη, η πανηγυρική αποβίβαση του βασιλιά και της αντιβασιλείας, η υποδοχή τους από τις ελληνικές αρχές, η μετάβασή τους εν πομπή ως την πόλη, η υποδοχή τους προ της κεντρικής πύλης από τις τοπικές αρχές, η υποδοχή του βασιλιά από τις εκκλησιαστικές αρχές στον μητροπολιτικό ναό, η τέλεση δοξολογίας, η επίδοση σε αυτόν όρκου πίστεως εκ μέρους των πολιτικών και των στρατιωτικών αρχών, ο σημαιοστολισμός των φρουρίων και η εκτέλεση πολεμικής μουσικής.[7] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ονοματολογία και ονοματολογικά Πελοποννήσου | Γεώργιος Η. Κόνδης Κοινωνιολόγος, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Δρ. Γεωργίου Κόνδη με θέμα:«Ονοματολογία και ονοματολογικά Πελοποννήσου», στο οποίο παρουσιάζει το 8ο Πανελλήνιο Ονοματολογικό Συνέδριο το οποίο διεξήχθη στην εμβληματική Δημόσια Ιστορική Βιβλιοθήκη της Ανδρίτσαινας και ιδιαίτερα την έρευνα της κ. Μαρίνας Σπ. Τσιρτσίκου σχετικά με την «προέλευση των Κρανιδιώτικων επωνύμων, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. (Ρίζα: ελληνική, αρβανίτικη, τουρκική, λατινική)».

 

«Ονοματολογία και ονοματολογικά Πελοποννήσου»

 

Σκοπός του παρόντος κειμένου είναι η παρουσίαση της 25ης Επιστημονικής Επετηρίδας της Ελληνικής Ονοματολογικής Εταιρείας (2024) και ιδιαίτερα της έρευνας της κ. Μαρίνας Σπ. Τσιρτσίκου σχετικά με την «προέλευση των κρανιδιώτικων επωνύμων, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. (Ρίζα: ελληνική, αρβανίτικη, τουρκική, λατινική)»[1]. Η έρευνα έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς συμβάλει στην καταγραφή άγνωστων  στοιχείων της τοπικής ιστορίας, συμβάλλοντας στη γενικότερη εθνική ιστοριογραφία και μελέτη.

Από την άποψη αυτή, η «ονοματολογία» είναι ένας ιδιαίτερος επιστημονικός κλάδος άμεσα συνδεμένος με τη γλωσσολογία, την ιστορία και τις άλλες κοινωνικές επιστήμες, ιδιαίτερα διαδεδομένη στην Ευρώπη, αλλά σχετικά άγνωστη στη χώρα μας. Διδάσκεται μάλιστα ως αυτόνομο επιστημονικό αντικείμενο, σε πολλά Πανεπιστήμια σε όλο τον κόσμο. Αρκετοί επίσης είναι οι ερευνητές που ασχολούνται με τον κλάδο αυτό όπως και με την «γενεαλογία», προσφέροντας σημαντικά ερευνητικά αποτελέσματα για την κοινωνική δομή και εξέλιξη μέσω της μελέτης ονομάτων και οικογενειακών διακλαδώσεων οι οποίες ορίζουν, σε ορισμένες περιπτώσεις, ολόκληρους γεωγραφικούς χώρους. Ταυτόχρονα, μια σειρά από αναδυόμενα ερευνητικά στοιχεία τα οποία αφορούν στην οικονομία, την εργασία, το επάγγελμα, ενισχύουν τη σημασία της έρευνας στο πλαίσιο των επιστημονικών αυτών κλάδων. Γι’ αυτό και είναι σημαντικό το έργο της Ελληνικής Ονοματολογικής Εταιρείας.

 

Ονόματα, επιστημονική επετηρίδα της ελληνικής ονοματολογικής εταιρείας, τόμος 25, Ιανουάριος 2024. «Ονοματολογικά Πελοποννήσου», Πρακτικά 8ου Πανελλήνιου Ονοματολογικού Συνεδρίου (Ανδρίτσαινα, 28-30/08/2023),

 

Η ονοματολογία: έρευνα και προσανατολισμοί

 

Στη γενική της θεώρηση η «Ονοματολογία» αποτελεί την επιστήμη του «κυρίου ονόματος», είτε πρόκειται για πρόσωπα, είτε για πράγματα, είτε για τοποθεσίες. Ως ιδιαίτερη ερευνητική τάση θέτει στο επίκεντρο των αναζητήσεών της τα ονόματα των προσώπων, τα ανθρωπωνύμια[2], επομένως βασίζεται κυρίως στην ετυμολογία και την ερμηνεία των επωνύμων και, κατ’ επέκταση, στα τοπωνύμια που συνδυάζουν άμεσα το ανθρωπωνύμιο με τον γεωγραφικό χώρο, τον τόπο. Σήμερα όμως, η ανάπτυξη του επιστημονικού κλάδου είναι τέτοια που επιτρέπει στους ερευνητές να διαμορφώσουν νέα ερευνητικά πεδία με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η πόλη και ο βασιλιάς – Εορτές και Τελετές για τον Όθωνα στο Ναύπλιο | Μαρία Βελιώτη – Γεωργοπούλου, Κοινωνική Ανθρωπολόγος. Επίκουρη Καθηγήτρια στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου


 

Ο Όθωνας, σε νεαρή ηλικία. Έργο, εκ του φυσικού, του Άγγλου ζωγράφου και περιηγητή Francis Hervé (1781-1850), ο οποίος συνάντησε των Όθωνα στο Ναύπλιο το 1833.

Η μεγαλειώδης τελετή που έλαβε χώρα κατά την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο στις 25 Ιανουαρίου/6 Φεβρουαρίου 1833 μπορεί να ήταν η πρώτη προς τιμήν του βασιλέα στην πόλη αλλά δεν ήταν η τελευταία. Στο Ναύπλιο τελούνταν κατ’ έτος – από την έλευση μέχρι την έξωση του Όθωνα – μια σειρά βασιλικών εορτών και τελετών, όπως προκύπτει από την πληθώρα των σχετικών εγγράφων που απόκεινται στο Αρχείο του Δήμου Ναυπλιέων της περιόδου 1835-1862,[1] και σποραδικά από άλλες αρχειακές πηγές.

Με αυτό το θέμα, λοιπόν, θα ασχοληθώ στην παρούσα μελέτη, τονίζοντας πως όσα θα ειπωθούν δεν αποτελούν εξαντλητική διερεύνηση του θέματος αλλά μια πρώτη προσέγγιση. Η σχετική έρευνα δεν έχει ολοκληρωθεί, καθώς αφορμή για ενασχόληση με το συγκεκριμένο θέμα, που με απασχολούσε, ωστόσο, από καιρό, υπήρξε τούτο το Συμπόσιο.

Μια επισήμανση: επειδή η παρούσα μελέτη βασίζεται κατ’ εξοχήν σε αρχειακό υλικό, είναι σίγουρο πως από την ανάλυση διαφεύγουν πολλά σημεία, κυρίως όσα έχουν σχέση με την πραγμάτωση των τελετών. Το πρόβλημα μετριάζεται κάπως, καθώς ένα μεγάλο μέρος των μελετηθέντων εγγράφων έχει συνταχθεί από τις Δημοτικές Αρχές. Τα έγγραφα αυτά, επειδή σχετίζονται άμεσα με τους πολίτες (πρόκειται για προσκλήσεις, αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου, εντάλματα πληρωμών κ.λπ.), δίνουν τη δυνατότητα προσέγγισης του ζητήματος «εκ των έσω».

Η ανθρωπολογική σκέψη αρχικά συνέδεσε τις τελετές με τη θρησκεία στις «εξωτικές»/«πρωτόγονες», ως επί το πλείστον, κοινωνίες. Σχετικά πρόσφατα ασχολήθηκε και με τις μη θρησκευτικές, δηλαδή με τις κοσμικές τελετές των σύγχρονων «δυτικών» κοινωνιών, μέσα στη γενικότερη στροφή του ενδιαφέροντός της προς αυτές. Επιχειρώντας μια προσπάθεια οριοθέτησης,[2] μπορούμε να πούμε ότι οι τελετές συνίστανται σε ιδιαιτέρως επεξεργασμένες πολιτισμικές δημιουργίες με τυποποιημένο σε μεγάλο βαθμό περιεχόμενο, η οποιαδήποτε αλλαγή του οποίου είναι αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής. Συνοδεύονται από πράξεις συμβολικές, στις οποίες χρησιμοποιούνται, επίσης κατά τρόπο συμβολικό, αντικείμενα και είδη λόγου που ορισμένες φορές ανάγονται στο απώτατο παρελθόν. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »