Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Argolikos Arghival Library History and Culture’

«Αναμνήσεις του Ερνστ Τσίλλερ» – Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη


 

Νέες Εκδόσεις

Προτάσεις βιβλίων από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

 

Οι «Αναμνήσεις του Ερνστ Τσίλλερ»  στη γερμανική γλώσσα δεν μπορούν να θεωρηθούν πλέον χαμένες. Η ιστορικός τέχνης Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη καλύπτει το ερευνητικό κενό με τούτη τη μοναδική, δίγλωσση – εικονογραφημένη με σπάνιο υλικό- έκδοση.

Ο αυτοβιογραφικός λόγος του Τσίλλερ, μια συναρπαστική εναλλαγή αποκάλυψης και απόκρυψης, δείχνει πως η συνάντηση του αρχιτέκτονα με την Ελλάδα του Γεωργίου Α’ και του Τρικούπη, παρά το πικρό του τέλος, υπήρξε γόνιμη και αμοιβαία επωφελής.

 

Ερνέστος Τσίλλερ (1837-1923)

Το ταξίδι της ζωής τον οδήγησε στην ακμή μιας επαγγελματικής σταδιοδρομίας, εντυπωσιακής σε έκταση και ποιότητα. Του χάρισε ευμάρεια και κοινωνική αναγνώριση, οικογενειακή ευτυχία. Τα έργα του, λαμπρά οικοδομήματα, κόσμησαν την πρωτεύουσα και άλλες ανεπτυγμένες πόλεις της Ελλάδας του 19ου αιώνα (Πειραιάς, Πάτρα, Ζάκυνθος, Σύρος, Πύργος, Άργος, Αίγιο, Τρίπολη, Κέρκυρα, Θεσσαλονίκη). Έζησε ως «αθηναίος» ευυπόληπτος αστός, παρ’ όλο που η καταγωγή του ήταν από επαρχιακή πόλη της Γερμανίας κοντά στη Δρέσδη. Εκεί, στον οικισμό του Ράντεμποϊλ, είχε τις ρίζες της η πολυμελής οικογένεια Τσίλλερ των τεχνουργών, εργολάβων και αρχιτεκτόνων.

Αρχιτέκτων και ο ίδιος, ήταν η μοίρα του να έρθει το 1861 στην τότε ακμάζουσα Αθήνα – την τελευταία πρωτεύουσα που ιδρύθηκε στην Ευρώπη. Πλην όμως το ταξίδι αυτό – που θα ονειρεύονταν να το ζήσουν πολλοί ομότεχνοί του – έλαβε θλιβερό τέλος, καθώς στο τέρμα του τον έφερε στην απραξία και στην ένδεια. Τον οδήγησε βήμα-βήμα – όπως τώρα μαθαίνουμε – στην οριστική χρεοκοπία. Τελικά, ο θάνατος έμελλε να τον βρει – όπως επίσης τώρα μαθαίνουμε – στο Πτωχοκομείο!

Πρόκειται για τον πιο γνωστό στον τόπο μας αρχιτέκτονα του όψιμου 19ου αιώνα, τον Ερνστ Τσίλλερ (1837-1923), τις ιδιόγραφες Αναμνήσεις του οποίου πραγματεύεται στο νέο της βιβλίο η δρ ιστορικός της Τέχνης Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη. Ευνόητο είναι ότι στις αυτοβιογραφικές σημειώσεις του μόνο νύξεις έχουμε. Για την παρακμή του γραφείου του, τη σχετιζόμενη με γεωπολιτικές αναταραχές, και την οικονομική κρίση σημειώνει: «Είχα το ατελιέ μου έρημο και άδειο και μεγάλες αναδουλειές – μετά την εθνική χρεοκοπία (1893) ήταν σαν ακρωτηριασμένο».

 

Η αναζήτηση ενός πρωτοτύπου

 

Αυτά θα μας ήταν αδιάφορα (αν όχι άχρηστα) αν μελετούσαμε τον Τσίλλερ μέσα από την αντικειμενική θεώρηση ενός βιβλίου ιστορίας της αρχιτεκτονικής. Όμως, οι ιδιόχειρες σημειώσεις πάνω σε γεγονότα της πολυκύμαντης σταδιοδρομίας του μεταδίδουν την ύλη της ιστορίας με διαφορετική «ένταση», με ένα διαφορετικό μήκος κύματος. Είναι αυτό που μεταγγίζει άμεσα τις πηγαίες αντιδράσεις, τις νωπές εντυπώσεις και αυθόρμητες κρίσεις του αυτοβιογραφούμενου.

Φαντάζουν «ανέκφραστες» και μονοδιάστατες οι έως τώρα γνώσεις γύρω από την ανέγερση εμβληματικών κτιρίων της Αθήνας, της Ακαδημίας, της Βιβλιοθήκης, του Ζαππείου, του Δημοτικού και του Εθνικού Θεάτρου, του Παλατιού του Διαδόχου. Βέβαια, είχαμε ιστορικές λεπτομέρειες και κριτικές αναλύσεις, έλειπε όμως η αφηγηματική επένδυση με το ολοζώντανο σκηνικό κοινωνικών και πολιτισμικών διεργασιών, οι δραστικές παρεμβάσεις του ανθρώπινου παράγοντα. Το πολυδιάστατο ρεπερτόριο ενεργειών και δράσεων που φωτίζει τη μοίρα των αρχιτεκτονημάτων μέσα στον ιστορικό χρόνο και χώρο αναδεικνύεται με έμφαση διαβάζοντας το συναρπαστικό χρονικό των Αναμνήσεων.

 

«Αναμνήσεις του Ερνστ Τσίλλερ» – Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη

 

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: το αυθεντικό γερμανικό χειρόγραφο, γραμμένο σε ένα κοινό τετράδιο, ήταν (και εξακολουθεί να είναι) εξαφανισμένο εδώ και τρεις τουλάχιστον δεκαετίες. Ορισμένοι πολύ παλαιότεροι μελετητές είχαν πάντως όψιν τους μια μεταφορά του στα ελληνικά από την κόρη Ιωσηφίνα Δήμα-Τσίλλερ. Βρέθηκε στα Γενικά Αρχεία του Κράτους περί το 1990 για να καταλήξει σε μια συνοπτική και συγχρόνους περιεκτική σε σχόλια έκδοση από την αρχιτέκτονα καθηγήτρια Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη και την ερευνήτρια αρχαιολόγο Αριστέα Παπανικολάου – Κρίστενσεν.

Αρχοντικό Κωνσταντόπουλου στο Άργος. Έργο του Γερμανού αρχιτέκτονα Τσίλλερ.

Για χρόνια αποτέλεσε η εργασία αυτή «κείμενο αναφοράς» – όπως άλλωστε επισημαίνει η Κασιμάτη. Από την άλλη, η τελευταία – ως επιμελήτρια Χαρακτικών & Σχεδίων της Εθνικής Πινακοθήκης – είχε αναντίρρητα μια ουσιαστική εξοικείωση με το έργο του αρχιτέκτονα μέσα από το περίφημο «Αρχείο Τσίλλερ», με περιεχόμενο πάνω από 500 καταγεγραμμένους τίτλους σχεδίων. Κορύφωση των μελετών της ήταν η υλοποίηση της αρτιότερης έως σήμερα έκθεσης για τον Ερνστ Τσίλλερ και της επιμέλειας του συνοδευτικού ογκώδους καταλόγου (Εθνική Πινακοθήκη, 2009-10). Και το κυριότερο: μέσα στο αρχείο καλλιτεχνών που φυλάσσεται στο Μουσείο ανακάλυψε εντελώς αναπάντεχα το από πολλού χρόνου περιζήτητο γερμανικό χειρόγραφο των Αναμνήσεων, διασωσμένο έστω σε μορφή φωτοαντιγράφου!

Η συγγραφέας, έχοντας επίγνωση της διασφάλισης της εγκυρότητας του ιστορικού τεκμηρίου, αποφάσισε να προσφέρει μια παράλληλη ροή των κειμένων, τόσο στην πρωτογενή γερμανική γλώσσα όσο και στην ακριβή δική της μεταγλώττιση. Κάτι κοπιώδες και φυσικά δαπανηρό. Ωστόσο, εκτός της εγγυημένης βαρύτητας και αξιοπιστίας, η συγκεκριμένη επιλογή προσφέρει το «άνοιγμα» του περιεχομένου σε ένα υπερτοπικό κοινό ενδιαφερομένων – κάτι που έχει τη σημασία του εξαιτίας της προβολής των δημιουργικών δράσεων του αυτοβιογραφούμενου πάνω στο ανεπτυγμένο κατά τον 19ο αιώνα πεδίο ώσμωσης μεταξύ ελληνικού και ευρωπαϊκού πολιτισμού. Του τελευταίου, επικεντρωμένου στον γερμανόφωνο χώρο.

 

Ζωή και έργο

 

Και είναι πράγματι οι δράσεις αυτές που ξεκινούν από ένα αισιόδοξο μοτίβο σεναρίου ζωής. Την απόδραση του νεαρού Ερνστ από τις ρίζες των γονιών του και τις αποδοτικές σπουδές στην Πολυτεχνική Σχολή και στην Ακαδημία Τεχνών στην επιβλητική Δρέσδη.

Τη μοναδική τύχη του να προσληφθεί στο γραφείο του διασημότερου αρχιτέκτονα της Βιέννης Θεόφιλου Χάνσεν, και εκείνος ως μέντοράς του, να δώσει στον ταλαντούχο μαθητή το απρόσμενο χρίσμα: την εφαρμογή των περίφημων σχεδίων του για την Αθήνα, δηλαδή του κτιρίου της Ακαδημίας και αργότερα του Ζαππείου και της Βιβλιοθήκης. Τα είχαμε δει το 2014 στην, από κάθε άποψη πρωτότυπη, έκθεση «“Ελληνική Αναγέννηση”: Η αρχιτεκτονική του Θεόφιλου Χάνσεν» (επιμ. Γ. Α. Πανέτσος – Μ. Ζ. Κασιμάτη).

 

Μελέτη για το Δημοτικό Θέατρο Αθηνών. Προοπτικό σχέδιο στην τότε πλατεία Λουδοβίκου, σήμερα πλατεία Εθνικής Αντίστασης, 1882. Κατεδαφίστηκε το 1939.

 

Δεν έχουν τέλος οι αφηγήσεις του παρατηρητικού Σάξονα, του νεόφερτου στην Αθήνα της ανοικοδόμησης και της ανερχόμενης αστικής τάξης. Οι συναντήσεις του με εθνικούς ευεργέτες, πρωθυπουργούς και πληθώρα νέων πελατών φτάνουν μέχρι την υψηλή στάθμη των γαλαζοαίματων. Και φυσικά, υπό τη «σκιά» του Παρθενώνα, φουντώνει το πάθος του για την έρευνα των ιστορικών μνημείων, ενώ προκύπτει και ένας μάλλον φαιδρός ανταγωνισμός με τους εδώ διάσημους αρχαιολόγους συμπατριώτες του, εξαιρουμένου φυσικά του ιδανικού εργοδότη και ανασκαφέα της Τροίας και των Μυκηνών Ερρίκου Σλήμαν.

Το ιδιωτικό του παλάτι στην οδό Πανεπιστημίου 12 – θα ζήλευαν οι αρχιτέκτονες – μάγοι της Βιτσέντσας και της Βενετίας (Παλάντιο, Σανσοβίνο) – χάρισε στον Τσίλλερ την υπερτοπική του φήμη. Ξεπέρασε με το κτίριο αυτό τα όρια του όψιμου κλασικισμού συνθέτοντας με δεξιοτεχνία το κράμα των μορφών της «Ελληνικής Αναγέννησης», στα πρότυπα που του εμφύσησε μέσα από τη βιεννέζικη δημιουργία του ο Χάνσεν. Όλα αυτά αναδεικνύονται στα περίφημα (ολοσέλιδα) σχέδια μεγάρων, τα οποία – με την εξαιρετική πολύχρωμη εκτύπωσή τους – μιλούν όσο χίλιες λέξεις. Αναφέρονται επιπλέον μαρτυρίες τρίτων και επιστολές, δράσεις συγγενών, εκτενείς πληροφορίες σε αναλυτικά σχόλια. Ιδιαίτερο βάρος έχει στο παράρτημα η επιστημονική συμβολή της αρχιτέκτονος καθηγήτριας Ελένης Φεσσά- Εμμανουήλ με τις καίριες τομές ιστορικού περιεχομένου και άλλες επιμέρους εμβαθύνσεις πάνω σε ρυθμολογικά και αισθητικά ζητήματα. Αυτά που δεν παύουν να προκαλούν όσους ερευνούν τα αρχιτεκτονικά φαινόμενα και τις συναφείς προς αυτά πολιτισμικές διακυμάνσεις κατά τον 19ο αιώνα.

 

«Αναμνήσεις του Ερνστ Τσίλλερ» – Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη

Επίμετρο: Ελένη Φέσσα-Εμμανουήλ
Μεταγραφή χειρογράφου, μετάφραση, γενικός συντονισμός: Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη
Μεταφράσεις στα γερμανικά: Doris Staikos, Klaus-Valtin Eickstedt, Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη
Αθήνα, Peak Publishing, 2020 (Φεβρουάριος)
Δίγλωσση έκδοση (ελληνικά / γερμανικά)
Σελίδες: 250, με έγχρωμες και α/μ εικόνες
Διαστάσεις: 20,5 x 26,5 εκ.
ISBN χαρτόδετου: 978-618-80427-8-0

 

Μάνος Μπίρης

Ομότιμος καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου

Το Βήμα «Βιβλία», Κυριακή 7 Ιουνίου 2020.

 

Read Full Post »

Η αιχμαλωσία του Αλέξανδρου Υψηλάντη στην Αυστρία


 

Η Αιχμαλωσία του Αλέξανδρου Υψηλάντη στην Αυστρία μέσα από τα Αυτοκρατορικά και Βασιλικά Αρχεία της Αυστρίας που έφερε στο φως ο ιστορικός Peter Broucek και δημοσιεύονται στο Mitteilungen des Österreichischen Staαtsarchivs 17/18 Band / Herausgegeben von den Generaldirektoren 1964-1965, με τίτλο «Alexander Ypsilantis Gefangenschaft in Österreich».

Επιμέλεια και μετάφραση μελέτης από τα Γερμανικά Φώτης Βράκας.

 

 Εισαγωγή

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης, λιθογραφία, Εκ του πολυχρωμολιθογραφείου Ι. Δ. Νεράντζη, Λειψία.

Η δράση όλων των επαναστατών δε σταμάτησε αυτόματα με το τέλος της Ελληνικής επανάστασης στη Μολδοβλαχία. Και δη του αρχηγούς αυτής, του Αλέξανδρου Υψηλάντη καθώς και των αδερφών αυτού Γεώργιο, Νικόλαο και κάποιων άλλων συντρόφων. Υπάρχει σχετική μελέτη, την οποία επιμελήθηκε ο Βιεννέζος ιστορικός Peter Broucek μέσα από τα κρατικά αρχεία της Αυστρίας το 1965, όταν ήταν υπάλληλος της υπηρεσίας. Τη μεταφράζω εδώ από τα Γερμανικά.

Εστιάζει την προσοχή του στο πρόσωπο του Αλέξανδρου Υψηλάντη την περίοδο, που ο Υψηλάντης ήταν αιχμάλωτος στην Αυστρία. Μαθαίνουμε, πως ήταν η ζωή του Υψηλάντη μετά την ατυχή έκβαση της επανάστασης, ως την ημέρα που απεβίωσε. Τα ντοκουμέντα δείχνουν, πως η φυλάκιση του Υψηλάντη στην Αυστρία καθώς και η αποφυλάκισή του είναι έργο της ρωσικής πολιτικής, την οποία εκμεταλλεύτηκε ο χείριστος των κακόβουλων πολιτικών, ο Μέτερνιχ, για σκοπούς δικούς του καθώς και της Αυστριακής Μοναρχίας.

Ακόμη και σήμερα δεν γνωρίζουμε ακριβώς το σκοτεινό ρόλο της Ρωσίας πίσω από το κίνημα του Υψηλάντη. Αν όντως κρύβονταν η Ρωσία πίσω από την επανάσταση, όπως πολλές φορές κατηγορήθηκε από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, τότε η φυλάκιση του Υψηλάντη και η αποφυγή μιας δίκης, «έβγαζε λάδι» τον Τσάρο Αλέξανδρο. Η αποφυλάκιση του πάλι έρχεται, αφού έχει υπογραφεί η τριμερής Ιουλιανή Συνθήκη στο Λονδίνο και έτσι δεν παίζει πλέον κανένα ρόλο.

 

Αναφορά στον πρόλογο του Peter Broucek

 

Στον πρόλογο του ο Peter Broucek κάνει αναφορά στην επανάσταση και την επιτυχία της, στον Υψηλάντη, στην θέση που πήρε ο τσάρος Αλέξανδρος, στην πολιτική του Μέτερνιχ, στην αποτυχία του κινήματος στην Μολδοβλαχία και στη στάση της Αυστρίας απέναντι στους επαναστάτες μόλις πάτησαν αυστριακό έδαφος.

 

Πρόλογος

 

Μετά το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων και την ολοκληρωτική ήττα του Ναπολέοντα μια σειρά από επαναστάσεις και λαϊκές εξεγέρσεις συγκλόνισαν ολόκληρη την Ευρώπη. Η πιο σημαντική έως το 1830 είναι η ελληνική επανάσταση εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ήταν η πρώτη στην Ευρώπη, που παρότι έλαχε πολλών αντιθέσεων, σημείωσε επιτυχία. Η θέση την οποία είχε ο Μέτερνιχ υπέρ της γειτονικής Τουρκίας έχει συζητηθεί πολλές φορές. Είναι γνωστό, ότι ο Μέτερνιχ θεωρούσε, πως όλες οι επαναστάσεις είχαν μια κοινή πνευματική ρίζα και γι’ αυτό θα έπρεπε να καταπολεμηθούν. Έτσι λοιπόν και στην περίπτωση της Ελληνικής επανάστασης δεν έβλεπε τίποτα παραπέρα, παρά μόνο το έργο του κόμματος της αταξίας και ανομίας, όπως το ονόμαζε, το οποίο απέβλεπε στο να γκρεμιστούν τα θεμέλια της τάξης και έτσι να είναι απειλή για τους θρόνους των κοινωνικών δομών. Ήταν τόσο πιστός σε αυτή του τη θέση, που δεν του επέτρεπε, να βλέπει λίγο παραπέρα. Θεωρούσε, ότι η επανάσταση είναι έργο της Ρωσίας, η οποία ήθελε να ανατρέψει τα δεδομένα στα Βαλκάνια. Μόνο έτσι μπορούμε, να εννοήσουμε τη θέση του και την αντίθεσή του απέναντι στο έργο του Αλέξανδρου Υψηλάντη, ο οποίος εξάπλωσε την επανάσταση στα Βαλκάνια.

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης – Το πέρασμα του Προύθου. Ένας πίνακας με τα λάθη του. Φεβρουάριος 1821. Έναρξη της Επανάστασης. Στην ρομαντική απεικόνιση του Peter von Hess ο Βοεβόδας Μιχαήλ Σούτσος της Μολδαβίας υποδέχεται τον προερχόμενο από την Ρωσία αρχηγό της Επανάστασης Αλ. Υψηλάντη. Φορά στολή ιερολοχίτη. Ο σταυρός απουσιάζει στο σήμα του. Το χαμένο χέρι του είναι το αριστερό αντί για το δεξί. Η σημαία του είναι παραλλαγμένη και ο Φοίνικας δυσδιάκριτος.

 

Ο Υψηλάντης όντας γόνος, μιας ελληνικής φαναριώτικης οικογένειας, στρατηγός του ρωσικού στρατού και αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, όταν εισέβαλε στη Μολδαβία, πίστεψε αρχικά σε βοήθεια από το εξωτερικό και μάλιστα από τη Ρωσία. Πίστεψε στον ξεσηκωμό των Ελλήνων, αλλά και στον ξεσηκωμό στην Μολδαβία και τη Βλαχία. Τελικά όμως, όπως αποδείχθηκε, οι βλέψεις του δεν εκπληρώθηκαν. Η Ρωσία κράτησε αρνητική στάση απέναντί του, οι λαοί ένεκα της τακτικής του δεν τον ακολούθησαν.

Ήταν λοιπόν θέμα της Τουρκικής κυβέρνησης, σχετικά με το πότε θα έστελνε στρατό στην κοιλάδα του Δούναβη να τον κυκλώσει και να εξοντώσει τις δυνάμεις του.

Θεόδωρος Βλαδιμηρέσκου (Tudor Vladimirescu), έργο του Ρουμάνου ζωγράφου, Theodor Aman (1831-1891).

Η απορριπτική στάση του Τσάρου απέναντι στον πρώην υπασπιστή του και έμπιστο του σαν προπαρασκευαστή της ελληνικής επανάστασης ενισχύθηκε σε πρώτη γραμμή από τον Μέτερνιχ. Στο συνέδριο του Λάϊμπαχ, ο Μέτερνιχ διάβασε μια επιστολή του Υψηλάντη στον Τσάρο. Σε αυτή ο Υψηλάντης αποκαλεί την επανάσταση στην Ισπανία «συγγενή» με την Ελληνική. Άφησε εμμέσως λοιπόν στον τσάρο να εννοηθεί, πόσες επαναστάσεις θα μπορούσαν να ξεσπάσουν πολύ εύκολα και στη χώρα του τη Ρωσία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο τον ώθησε να στείλει μια επιστολή στον Υψηλάντη, που όχι μόνο τον απέλασε από τα στρατιωτικά του καθήκοντα, αλλά και του απαγόρευε να επιστρέψει στη Ρωσία.

Έτσι λοιπόν η μόνη δύναμη, στην οποία θα μπορούσε να καταφύγει ο Υψηλάντης, στην περίπτωση που δε θα τα κατάφερνε να φτάσει στην Ελλάδα ή να κρατηθεί στην κοιλάδα του Δούναβη, ήταν η Αυστρία. Τη φυγή προς την Αυστρία πρέπει, να την είχε σκεφτεί ξανά και ο ίδιος ο πρίγκιπας, όταν οι εκκλήσεις του προς το Ρώσο πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη απέβησαν άκαρπες. Ο ίδιος, καθώς και οι Τούρκοι στο Βουκουρέστι, είχαν έρθει σε ρήξη με τον αρχηγό των Ρουμάνων επαναστατών Θεόδωρο Βλαδιμηρέσκου και τους ατάκτους αυτού. Ο Υψηλάντης αναγκάστηκε να τραβηχθεί προς τα πίσω στα όρη της Ολτενίας (Banat) και να καταλάβει το πέρασμα στον Κόκκινο Πύργο στις 20.04.1821.

 

Το πέρασμα του Κόκκινου Πύργου (Roter Turm – Pass – Pasul Turnu Roșu) στα σύνορα Τρανσυλβανίας και Βλαχίας.

 

Η Περιπέτεια ξεκινά

 

Ο Υψηλάντης με τους συντρόφους του συνελήφθησαν από τις αυστριακές αρχές αφού διάβηκαν το πέρασμά τους από τον Κόκκινο Πύργο. Στη συνέχεια μεταφερόταν από πόλη σε πόλη με απόλυτη μυστικότητα και πλαστά ονόματα.

Με απόλυτη ασφάλεια και μυστικότητα προσπάθησαν οι αρχές να μεταφέρουν τον Έλληνα στο εσωτερικό της χώρας, πρώτα στο Orlat [Ρουμανία] και μετά στο Temesvar [Τιμισοάρα – Ρουμανία]. Με την πρόφαση, ότι θα έπρεπε να αναμείνουν νέες διαταγές από τη Βιέννη ο στρατάρχης Μπελεγκάρντε, τους μετέφερε στο Arad [Αράντ – Πόλη στη Ρουμανία].

O Αυστριακός στρατηγός Andreas von Schneller, διοικητής του Banat, είναι ο πρώτος επίσημος αξιωματούχος, που ήρθε σε επαφή με τον Υψηλάντη, στην ουσία αυτός που τον συνέλαβε.

Η νέα διαταγή, που έλαβε ο Μπελεγκάρντε από τον Μέτερνιχ, έλεγε, πως ο Υψηλάντης και οι συνοδοί του θα πρέπει να μεταφερθούν υπό αυστηρή μυστικότητα στην πόλη Munkács [Μουκάτσεβο – Ουκρανία] και θα πρέπει να κρατηθούν εκεί ως αιχμάλωτοι του κράτους και όχι ως εγκληματίες εναντίον του κράτους. Ο διοικητής του Banat στρατηγός Schneller ζήτησε από τον Υψηλάντη απόλυτη σιωπή για τον τόπο, στον οποίο βρισκόταν. Σε διαφορετική περίπτωση τον απείλησε με έκδοση στην Τουρκία. Στους τρεις αδερφούς εδωσαν το όνομα Βαρώνοι Schönwarth [Σένβαρτ]. Άλλαξαν επίσης και τα ονόματα των υπηρετών τους.

Μόλις ο Υψηλάντης έδωσε τις αντίστοιχες εγγυήσεις, που του είχαν απαιτηθεί, το ταξίδι συνεχίστηκε εκ νέου με απόλυτη μυστικότητα. Όμως παρόλα τα ληφθέντα μέτρα ασφαλείας ο στρατηγός του Banat στρατηγός Schneller, δήλωσε, όπως προκύπτει από τα κρατικά αρχεία, πως τελικά διέρρευσε προς τον κόσμο η ταυτότητα του Έλληνα. Όλοι ήταν ενημερωμένοι για την επανάσταση στην γειτονική Βλαχία. Ήταν επίσης ενήμεροι σχετικά με την απώλεια του ενός χεριού του Υψηλάντη πράγμα, που δυσχέραινε ακόμη περισσότερο το έργο των αρχών.

 

Η αναζήτηση

 

Το κίνημα του Υψηλάντη, το οποίο προφανώς δεν άφησε αδιάφορους τους ξένους λαούς, φαίνεται να είχε τραβήξει και την συμπάθεια πολλών που ενδιαφέρθηκαν για την τύχη αυτού.

Για την τύχη του Πρίγκιπα και των συνοδών του ενδιαφερόταν όχι μόνο η κοινή γνώμη στο εσωτερικό, αλλά και οι χώρες του εξωτερικού ενδιαφέρονταν. Στις 5 Ιουλίου του 1821 ο Μέτερνιχ ειδοποίησε για την Άφιξη του Υψηλάντη τους αυστριακούς διπλωμάτες στην Ρωσία και την Τουρκία.

Αμέσως μετά ο πρόξενος της Αυστρίας έλαβε διαταγή να πει, πως παρ’ όλα τα μέτρα που λήφθηκαν, ο Έλληνας κατάφερε να μπει σε αυστριακό έδαφος. Ο Αυτοκράτορας έκανε χρήση του άρθρου 18 της συμφωνίας του Βελιγραδίου του 1739. Σε αυτό το άρθρο προέβλεπε τη μη έκδοση ατόμων, που καταζητούνται για εσχάτη προδοσία, αλλά την κράτηση αυτών σε έναν σταθμό απομακρυσμένο από τα κοινά σύνορα. Ο υπό κράτηση Υψηλάντης βρίσκεται κάτω από αυστηρή επιτήρηση.

 

400 Ιερολοχίται, πρόδρομοι του ιερού αγώνος πίπτουσι περί το Δραγασάνιον.

 

Ο Αυστριακός στρατηγός Ignác (Ignaz) Gyulay Graf von Maros-Németh und Nádaska, διοικητής Βοημίας, ήταν υπεύθυνος για την διαμονή του Υψηλάντη στην Βοημία.

 

O Aυστριακός στρατάρχης Heinrich Joseph Johann Graf von Bellegarde αναμίχτηκε μετά από διαταγή του Μέτερνιχ και αυτός στην υπόθεση Υψηλάντη.

 

Η αντίδραση της Υψηλής Πύλης

 

Ήταν φυσικό και επόμενο η Υψηλή Πύλη να αναζητά τον Υψηλάντη. Επίσης ο σουλτάνος Μαχμούτ είχε κάθε λόγο, να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς με αυτόν, που τόλμησε να σηκώσει κεφάλι. Φυσικά οι πράκτορες του, θα τον έψαχναν παντού.

Οι Τούρκοι είχαν ήδη πληροφορηθεί μέσω του πρακτορείου της Craiova [Κραϊόβα είναι η 6η μεγαλύτερη πόλη της Ρουμανίας] για τη φυγή, την άφιξη και την παραμονή του Υψηλάντη στην Αυστρία, πολύ πριν φτάσει η δεύτερη εντολή στον αυστριακό πρόξενο στην Κωνσταντινούπολη Λίτσοβ.

 

O Sadik Efendi υπουργός εξωτερικών (Ρεΐς εφέντης) της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στον καιρό του Υψηλάντη.

 

Γνώριζαν, ότι η Αυστρία δέχτηκε τον «προδότη». Ο Ρεΐς Εφέντη διαμαρτυρήθηκε έντονα στον πρόξενο Λίτσοβ. Ο Λίτσοβ απάντησε, πως το μόνο, που γνώριζε είναι, ότι η πρόταση παραμονής του Υψηλάντη δεν έγινε δεκτή, πράγμα το οποίο αργότερα ανακάλεσε.

 

Γκριγκόρι Αλεξάντροβιτς Στρογκανοφ (Григорий Александрович Строганов) – Ρώσος πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης. Έργο της γαλλίδας ζωγράφου Élisabeth Louise Vigée Le Brun, Hermitage Museum.

 

Η πολιτική του Μέτερνιχ απέναντι στη Ρωσία

 

Σαφώς για τον Μέτερνιχ ο Υψηλάντης ή ο Έλληνας ή ο Πρίγκιπας, όπως τον αναφέρει πολλές φορές ανάλογα με την περίσταση ήταν ένας ενοχλητικός επισκέπτης, που αν ήθελε να μείνει πιστός στην Ιερή Συμμαχία, θα έπρεπε να παίξει το δικό του παιχνίδι.

Ο Μέτερνιχ έγραψε προς τη Ρωσία για την άφιξη του Έλληνα στην Αυστρία. Έστειλε μια σειρά από σημειώσεις προς τον Τσάρο για την επικινδυνότητα της επανάστασης στην Τουρκία. Ζήτησε από τον πρέσβη Lebzeltern, να μάθει από τον Τσάρο Αλέξανδρο τη γνώμη του για την τύχη του Υψηλάντη. Αρχικά ο Τσάρος άφησε να εννοηθεί, ότι ήταν σύμφωνος με τη γνώμη του Μέτερνιχ και ότι δεν επιθυμούσε την έκδοση του Υψηλάντη στην Τουρκία. Αυτό όμως δεν αρκούσε στον πρέσβη Lebzeltern. Έτσι ζήτησε επισταμένως, να συζητήσει το θέμα με τον πρωθυπουργό Nesselrode. Στην συζήτηση, που ακολούθησε ο πρέσβης Lebzeltern άφησε να εννοηθεί, πως η Αυστρία είναι διατεθειμένη, να κρατήσει τον Έλληνα φυλακισμένο στο Munkács. Από την άλλη πλευρά βέβαια θα έπρεπε κάποιος να τρίξει τα δόντια στην Τουρκία.

 

Karl Robert von Nesselrode, υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας στον καιρό της Ελληνικής Επανάστασης. Έργο του Γερμανού ζωγράφου Georg von Bothmann, Hermitage Museum.

 

Η Αυστρία πάνω στο θέμα αυτό ήθελε, να κρατήσει μια τίμια στάση. Δεν θα ήθελε όμως σε καμία περίπτωση να χαλάσει τους καλούς δεσμούς της με την Υψηλή Πύλη. Μιας όμως και η Αυστρία ήθελε να απεγκλωβιστεί από τη δέσμευσή της με το πρόσωπο του Υψηλάντη, ο Μέτερνιχ ευχαρίστως θα  ήθελε, να γνωρίσει τις προθέσεις του Τσάρου. Ο Nesselrode υποσχέθηκε, ότι θα διαβιβάσει στον Τσάρο, όλα όσα ειπώθηκαν. Είπε ακόμη στον πρέσβη Lebzeltern, πως ο Καποδίστριας έκανε πρόταση στον Τσάρο, να ζητήσει την έκδοση του Υψηλάντη στη Ρωσία προκειμένου να περάσει εκεί από δίκη. Αν όντως ο Καποδίστριας έκανε αυτή την πρόταση γιατί γνώριζε, ότι ο τσάρος δεν θα την αποδέχονταν, ο Nesselrode το άφησε στον αέρα. Στην συνέχεια ο Nesselrode αρνήθηκε τις θεωρίες σχετικά με τον Υψηλάντη, ότι αυτός βρίσκονταν πίσω από άλλα επαναστατικά κινήματα στα Βαλκάνια. Η αναμενόμενη απάντηση από τον Τσάρο Αλέξανδρο δεν έφτασε ποτέ, όπως αφήνουν να εννοηθεί κάποια έγγραφα του Μέτερνιχ. Μόνο ο πρόξενος Tatistschew ζήτησε από τον Μέτερνιχ, να κάνουν σαφές στον Υψηλάντη, ότι η Ρωσία δε θέλει να τον δει ελεύθερο. Ήταν μια φρούδα ελπίδα στα μάτια του Υψηλάντη. Για τα επόμενα δύο χρόνια το θέμα Υψηλάντη έσβησε από την διπλωματική επικοινωνία.

 

Rudolf von Lützow, πρόξενος της Αυστρίας στην Κωνσταντινούπολη την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης. Λιθογραφία από τον Josef Kriehuber, γύρω στο 1840.

 

Η αιχμαλωσία στον πύργο του Munkács

 

Είναι σαφές, ότι ο Υψηλάντης δεν ήταν για τους Αυστριακούς ένας απλός αιχμάλωτος. Αυτό καταφαίνεται στη συμπεριφορά τους απέναντι του. Όντας πρίγκιπες ο Υψηλάντης και οι αδερφοί του υπήρχε μια δυσχέρεια στη συμπεριφορά απέναντί τους. Από τη μία έπρεπε να κρατηθεί η αυστηρότητα της πολιτικής και από την άλλη τα κοινωνικά προσχήματα.

Ο Υψηλάντης παρέμενε στον Πύργο του Munkács [Μουκάτσεβο – Ουκρανία]. Σύντομα τα πράγματα έγιναν κάπως πιο άνετα και παρ’ όλη την αυστηρή περιφρούρηση που είχε, αντιμετώπιζε κάποια ήπια μεταχείριση. Στον αιχμάλωτο επιτράπηκε ο περίπατος στους χώρους του πύργου και σύντομα παρ’ όλες τις αμφιβολίες του Μπελεγκάρντε του επιτράπηκε, να διαβάζει την εφημερίδα Wiener Beobachter. Λάμβανε ιδιαίτερη τροφή. Ο Μέτερνιχ ο ίδιος του έστειλε 45 βιβλία. Οι Έλληνες όμως είχαν λίγα χρήματα μαζί τους. Παρακάλεσαν έτσι το Υπουργείο Εσωτερικών να στείλουν επιστολή στους συγγενείς τους προκειμένου, να ζητήσουν χρήματα.

 

O πύργος του Munkács το 1940, όπου κρατήθηκε ο Υψηλάντης.

 

Μεταξύ του 1821 και 1822 η πριγκίπισσα Υψηλάντη έστειλε δύο φορές χρήματα γύρω στα 4.000 φιορίνα. Μέχρι το τέλος του 1822 είχαν σχεδόν τελειώσει. Επιπλέον η πριγκίπισσα παρακάλεσε τον Μέτερνιχ, να μπορούσε, να έχει απεριόριστη αλληλογραφία με τους γιους της. Επιθυμία που ο Μέτερνιχ την έκανε δεχτή. Το 1822 η υγεία των κρατουμένων παρουσίαζε ήδη αρκετά προβλήματα. Ειδικότερα ο Αλέξανδρος, έπασχε από κράμπες στομάχου, πυρετό, αναπηρία του χεριού και γι’ αυτό οι γιατροί του συνέστησαν αλλαγή κλίματος. Θα έπρεπε να κάνει ιαματικά λουτρά και να απομακρυνθεί από το ελώδες κλίμα του

Munkács. Τα συμπτώματα αυτά ανέφερε ο αναπληρωτής διοικητής της Ουγγαρίας. Ο Μπελεγκάρντε τα ήλεγξε μέσω ενός υποστράτηγού του. Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας ήταν μια ατέλειωτη αλληλογραφία μεταξύ Μέτερνιχ, Μπελεγκάρντε και αρχιδούκα Φερδινάρδου. Τελικά ο Μέτερνιχ, έπεισε τον αυτοκράτορα, να μεταφερθούν οι κρατούμενοι σε έναν τόπο με πιο υγιές κλίμα, στην Theresienstadt.

 

Από το Munkács στην Theresienstadt

Η διαμονή και η γενικότερη προσαρμογή του Υψηλάντη στην Τheresienstadt/Franzenbrunen φαίνεται, να δημιούργησε προβλήματα στις αυστριακές αρχές κυρίως όταν αναγνωρίσθηκε από κάποιους.

 

Με αυστηρά μέτρα προστασίας τον Ιούνιο του 1823 μεταφέρθηκαν οι αδερφοί Υψηλάντη από το Munkács στην Theresienstadt. Βρέθηκαν εκεί υπό την εποπτεία του στρατηγού Chiesa. Σύντομα σε αναφορά του ο στρατηγός αναφέρει, πως μέλη του σώματος Wellington, αλλά και άλλοι επισκέπτες που βρίσκονταν εκεί για ανάρρωση, αναγνώρισαν στο Franzensbrunn τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Οι διαμαρτυρίες του πρίγκιπα άρχισαν εκ νέου. Ήθελε να συνομιλεί με ξένους, να απομακρυνθεί η φρουρά έξω από την πόρτα του και να βγαίνει περίπατο με συνοδεία ενός αξιωματικού. Μετά από πολλές εκκλήσεις το τελευταίο του εγκρίθηκε.

 

Τα ιαματικά λουτρά του Franzensbrun, όπου ο Υψηλάντης αναγνωρίστηκε από παλιούς αντιναπωλεώντειους συναγωνιστές του τάγματος Wellington.

 

Τα ιαματικά λουτρά του Franzensbrun.

 

Το χρηματικό κόστος των κρατουμένων

 

Πορτραίτου του Αλέξανδρου Υψηλάντη με στολή ουσάρου, 1810.

Η διαμονή του στα ιαματικά λουτρά, οι συνεχείς μετακινήσεις, οι απαιτήσεις του ίδιου του Υψηλάντη και των αδερφών του είχαν κόστος. Κάποια στιγμή τέθηκε το θέμα, με ποιο τρόπο θα καλυφθούν αυτά τα έξοδα συντήρησης. H Αυστρία προσπαθούσε με κάθε τρόπο να πιέσει τη Ρωσία να αναλάβει εξ’ ολοκλήρου το κόστος ή μέρος αυτού.

Μέχρι το Νοέμβρη του 1823 το κόστος κράτησης των αδερφών Υψηλάντη είχε ανέλθει στα 13.797 φιορίνια. Το θέμα απασχόλησε τόσο τη Βιέννη, όσο και την Πετρούπολη, καθώς το χρέος ήταν δυσβάσταχτο. Σε μια συνάντηση, που είχε ο Μέτερνιχ τον Οκτώβριο του 1823 στο Lemberg με το Ρώσο ομόλογό του, πρότεινε να δοθεί στον Έλληνα διαβατήριο, ώστε να μεταβεί στην Αμερική. Σε άλλη συζήτηση, που είχε ο Nesselrod με τον πρέσβη της Αυστρίας Lebzeltern, εξέφρασε την άποψη, πως αν ο Έλληνας φύγει στις Η.Π.Α. υπάρχει ο κίνδυνος να γίνει διάσημος, καθώς θα θεωρούνταν «θύμα της τυραννίας». Υπήρξε και η άποψη να μεταφερθεί ο κρατούμενος σε κάποια πόλη της Ιταλίας. Όμως ο Lebzeltern την απέρριψε με το αιτιολογικό, ότι οι ακτές είναι κοντά, οπότε και θα μπορούσε να δραπετεύσει.

Ελισάβετ Υψηλάντη, η μητέρα του Αλέξανδρου.

Τελικά ο Nesselrode πρότεινε στον Lebzeltern να εισπράξει τα χρήματα από την οικογένεια Υψηλάντη. Μάλιστα του υποσχέθηκε τη βοήθεια του στην είσπραξη αυτών. Η ίδια η πριγκίπισσα Υψηλάντη ήταν υπερχρεωμένη οπότε τα ποσά, που διέθετε, δεν ήταν αρκετά. Όταν τελικά η Αυστρία ενόχλησε απ’ ευθείας τον Τσάρο Αλέξανδρο γι’ αυτό το θέμα, εκείνος στάθηκε παντελώς αδιάφορος. Απάντησε, πως είναι σύμφωνος με όλες τις αποφάσεις της Βιέννης, εκτός από μια: να μη δοθεί άδεια στον Υψηλάντη να πάει στις Η.Π.Α., καθώς θα ήταν εύκολο, να επιστρέψει ξανά στην Ελλάδα. Ο Nesselrode επιπλέον συμβούλευσε τους Αυστριακούς, να ενισχύσουν την αστυνομική περιφρούρηση του Έλληνα στη Βοημία και να ελέγχουν την αλληλογραφία του. Ο Μέτερνιχ συμφώνησε με αυτές τις προτάσεις. Όμως, θα έπρεπε να λυθεί το θέμα με τα έξοδα κράτησης. Πρότεινε εκ νέου να αναλάβει η οικογένεια Υψηλάντη το κόστος των κρατουμένων. Εν τω μεταξύ ο διοικητής της Βοημίας στρατηγός Gyulai έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου στη Βιέννη, πως λόγω των εξόδων φύλαξης του Υψηλάντη υπήρχε έλλειψη σε στρατιωτικό υλικό. Έτσι ο Μέτερνιχ αναγκάστηκε να καλύψει τα έξοδα από τον προϋπολογισμό της δικής του υπηρεσίας. Από την άλλη πλευρά ο Nesselrode, παρότι η Αυστρία πίεζε, δεν ήθελε να πιέσει την πριγκίπισσα Υψηλάντη για πληρωμή. Άρχισε λοιπόν μια συνεχόμενη κυβερνητική διαμάχη. Η Αυστρία έθεσε το ερώτημα μήπως τελικά ο Υψηλάντης είχε πάρει κάποια διαταγή, για να ξεσηκώσει την επανάσταση. Εάν υπήρχαν κάποια αποδεικτικά έγγραφα, θα όφειλε η Ρωσία, να καλύψει όλα τα έξοδα. Ο Nasselrode απέκρουσε όλες τις αμφισβητήσεις.

 

Η περαιτέρω τύχη

 

Ο Καγκελάριος της Αυστρίας Klemens Wenzel Nepomuk Lothar, Prince von Metternich-Winneburg zu Beilstein, πιστός στα της Ιεράς Συμμαχίας και με ανθελληνική πολιτική, χρησιμοποίησε τον Υψηλάντη για τα παιχνίδια του με την Ρωσία. Museum of Military History, Vienna

Το 1826 φαίνεται, ότι τα πράγματα πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο. Η υγεία του αρχίζει και πάλι να κλονίζεται. Εν τω μεταξύ κάποιοι από τους συναγωνιστές του, ανακτούν την ελευθερία τους. Εν τω μεταξύ η τύχη του Έλληνα αλλάζει εις βάρος του. Κατ’ αρχάς ο σύντροφός του Wenzeslaus Hornowsky καταφέρνει να κερδίσει την ελευθερία του. Η επιθυμία του Υψηλάντη να μεταφερθεί για κούρα στην πόλη Teplitz δεν εκπληρώνεται. Τα έξοδα παραμονής του είχαν υπερβεί το αναμενόμενο κόστος. Στην πορεία τελικά περιορίστηκαν αρχικά στα 500 φιορίνια και αργότερα στα 300 φιορίνια. Όταν όμως τον Απρίλιο του 1826 οι γιατροί διέγνωσαν, ότι ο Υψηλάντης πάσχει από ρευματισμούς και ποδάγρα, συνέστησαν να μεταφερθεί στο Marienbad ή στο Pistyán για κούρα. Την πιθανότητα αυτής της διαμονής τη συζήτησαν ο Μέτερνιχ και ο διοικητής της Αστυνομίας Sedlnitzky. Τελικά ο Υψηλάντης με την συνοδεία ενός αξιωματικού μεταβιβάστηκε τον Αύγουστο του 1826 στο Pistyán για κούρα. Αμέσως λίγο μετά την επιστροφή του, άλλοι τρεις σύντροφοι του, οι Gerasimo Orffani, Constantin Kavaletopulos και ο Georg Lassaret κατάφεραν να ανακτήσουν την ελευθερία τους.

Εξακολουθούσε, να υπάρχει ακόμη η συμφωνία μεταξύ Ρωσίας και Αυστρίας, ώστε να μη δημιουργηθεί ανεξάρτητο Ελληνικό κράτος. Ο Μέτερνιχ επίσης είχε καταφέρει, να αποτρέψει την Ρωσία από μια επέμβαση στα Βαλκάνια. Αυτοί είναι κάποιοι από τους λόγους, που εξηγούν, γιατί κανένας δεν σκέφτονταν πια την απελευθέρωση του Υψηλάντη.

Δυστυχώς  κατάντησε, να είναι ένας αβοήθητος πολιτικός αιχμάλωτος, του οποίου η ύπαρξη ήταν ενοχλητική και για τις δύο χώρες. Υπήρχε ένας διάχυτος θυμός, που άρχιζε να αισθάνεται. Έτσι περνούσαν οι μέρες και οι μήνες με μια ζωή περιορισμένη σε στενό χώρο. Άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες έριδες μεταξύ των αδερφών. Ο Υψηλάντης άρχισε, να γίνεται μέθυσος. Η προσπάθειά του να επιδοθεί σε συγγραφικό έργο, προκειμένου, να αλλάξει λίγο την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει και την τροπή που οδηγούνταν η ζωή του, του δεν απέφερε καρπούς.

 

Το ενδιαφέρον του Πρώσου Βασιλιά

 

Στην Πρωσία ο βασιλιάς Friedrich Wilhelm III εξακολουθούσε με ένα άτυπο κοινοβούλιο (καμαρίλα), να κρατά ουδετερότητα προς όλους. Ο Υψηλάντης του ήταν γνωστός από τους ναπολεόντειους πολέμους. Κάποιοι συναγωνιστές του Υψηλάντη, που ήταν πλέον ελεύθεροι, προσπάθησαν μέσω της καμαρίλας, να κερδίσουν το ενδιαφέρον του Πρώσου βασιλιά Friedrich Wilhelm III, ώστε να αποκτήσει ο Υψηλάντης την ελευθερία του.

 

Ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γ’, βασιλιάς της Πρωσίας κατά τα έτη 1797-1840. Λιθογραφία, 1817.

 

O Αυστριακός πρόξενος κόμης Zichy, συζήτησε το θέμα Υψηλάντη με τον πρώσο
βασιλιά Friedrich Wilchelm III.

Στα 1827 άρχισε να ενδιαφέρεται ο βασιλιάς της Πρωσίας Friedrich Wilhelm III για την τύχη του Έλληνα. Ο Αυστριακός πρέσβης στην Πρωσία Zichy ζήτησε επίσημες πληροφορίες από το Μέτερνιχ. Εκείνος απάντησε, πως ο Έλληνας βρίσκεται φυλακισμένος στην Αυστρία κατ’ επιθυμία της Ρωσίας. Η Πετρούπολη έπρεπε, να αναλάβει την πρωτοβουλία για την ελευθερία του. Σε επόμενη επιστολή του ο Μέτερνιχ τονίζει, ότι δεν υπάρχει κάποιο σχέδιο, να εκδοθεί ο Έλληνας στην Τουρκία και ότι η Ρωσία δεν είχε απαντήσει ακόμη στις προτάσεις του, που είχε υποβάλει πριν ένα χρόνο. Ο δε Υψηλάντης απολαμβάνει καλή μεταχείριση.

Μετά από αυτά ο Friedrich Wilhelm III απάντησε στον Zichy, πως δεν υπήρχε λόγος να παρέμβει. Παρ’ όλα αυτά ο πρώτος σύντροφος του Υψηλάντη ο Ορφάνι έστειλε στις 14 Ιουλίου 1827 επιστολή στον βασιλιά της Πρωσίας, που του παρουσίαζε την άθλια οικονομική κατάσταση, που είχε περιέλθει ο Έλληνας, την κατεστραμμένη υγεία του και την έλλειψη ιατρικής περίθαλψης. Ο πρόξενος Zichy, έκανε πάλι χρήση των παραπάνω επιστολών του Μέτερνιχ.  Όντως, όπως δείχνουν τα ιατρικά αρχεία, η κατάσταση της υγείας του Υψηλάντη τον Ιούνιο το 1827 είχε χειροτερέψει ραγδαία. Πνευμονικό άσθμα, καταρράκτης, ποδάγρα και θρομβώσεις στα δύο πόδια συν την συνεχόμενη κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών. Η ανάρρωση ήταν αμφίβολη. Και πάλι ο Μέτρνιχ μετά από έκκληση του Υψηλάντη του επέτρεψε μια κούρα στο Pistyán. Αυτή τη φορά ασχολήθηκαν με το θέμα Υψηλάντη και ενόχλησαν τον Μέτερνιχ η κόμισσα Lulu von Thürheim και η αδερφή της πριγκίπισσα Konstantine Rasumofsky, οι οποίες διέθεσαν για την ανάρρωση του Υψηλάντη 800 φιορίνια.

 

Η κοινή γνώμη και οι πολιτικές εξελίξεις

 

Ο Τσάρος Νικόλαος

Όπως δείχνουν τα πράγματα, η κοινή γνώμη δεν είχε ξεχάσει τον Υψηλάντη. Τα πολιτικά γεγονότα όμως, είχαν πάρει άλλη τροπή. Μέσα σε αυτό το κλίμα ήταν φυσικό, να αλλάξει και η στάση του Μέτερνιχ απέναντι στο θέμα του Υψηλάντη. Η έκθεση του Μέτερνιχ προς τον Αυτοκράτορα, δείχνει έναν Μέτερνιχ, που, ότι και αν έκανε, το έκανε για το καλό της Αυστρίας.

Στο μεταξύ η διεθνής κοινή γνώμη αρχίζει πάλι να ενδιαφέρεται για την τύχη του Υψηλάντη. Μετά το θάνατο του Τσάρου Αλέξανδρου, ο νέος Τσάρος Νικόλαος ο Πρώτος σε συνάντηση με τον Άγγλο πρωθυπουργό Κάνιγκ αποφάσισαν στις 04.04.1826, να έχει η Ελλάδα ένα status υποτέλειας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Φυσικά οι Τούρκοι, δε δέχτηκαν την πρόταση των Μεγάλων Δυνάμεων. Έτσι οδηγηθήκαμε στις 24.10.1827 στην καταστροφή του Τουρκικού στόλου στο Ναβαρίνο.

 

Ο Τσάρος Νικόλαος ο πρώτος ήρθε σε επαφές με την Αυστρία και φρόντισε για την απελευθέρωση του Υψηλάντη. Λιθογραφία του Franz Krüger.

 

Στη Ρωσία αρχίζουν να θυμούνται πάλι, τον Ρώσο αξιωματικό, που πέρασε πρώτος στο Οθωμανικό έδαφος πολεμώντας. Έτσι ο Τσάρος επενέβη τώρα για την απελευθέρωση του Έλληνα και υποσχέθηκε να καλύψει τα μισά έξοδα της αιχμαλωσίας του.

Πάνω σε αυτό ο Μέτερνιχ έστειλε μια έκθεση στον Αυτοκράτορα με τίτλο «Η περίπτωση Υψηλάντη από αυστριακής πλευράς» στην οποία έγραφε: Ο Υψηλάντης, όταν προετοίμαζε την επανάσταση, κατοικούσε σε ρωσικό έδαφος. Ο Τσάρος έβλεπε τον πρίγκιπα, ως έναν εγκληματία και όργανο των σκοτεινών δυνάμεων. Η Αυστρία με τη σειρά της δεν επιθυμούσε, ούτε να τον παραδώσει στην εκδίκηση της Υψηλής Πύλης, ούτε να αισθανθεί την αυστηρότητα της ρωσικής δικαιοσύνης. Όμως δεν επιθυμούσε ούτε και να αφεθεί ελεύθερος. Γι’ αυτό το λόγο παρέμενε κρατούμενος στην Αυστρία. Αν πάλι θα θέλαμε να δούμε τον Υψηλάντη ως Ρώσο κρατούμενο, αυτό πάλι εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της Αυστρίας. Γιατί η Αυστρία είχε λόγους από τη μία να κρατάει ήρεμη την Υψηλή Πύλη και από την άλλη να δώσει τέλος στις ενέργειες του πρίγκιπα. Η Ρωσία όμως, νομικά δεν μπορούσε να εξαναγκαστεί, να αναλάβει τον πρίγκιπα, μιας και αυτή τον είχε διαγράψει οριστικά από τους στρατιωτικούς της καταλόγους. Άρα λοιπόν η Ρωσία, έπρεπε να αποδεχτεί την πρόταση της Αυστρίας, να αναλάβει στο μέλλον τα συνολικά έξοδα κράτησης – παραμονής του Έλληνα πρίγκιπα.

 

Η απελευθέρωση και το τέλος

 

Η μέρα της πολυπόθητης ελευθερίας έφτασε το Νοέμβρη του 1827. Όμως ήταν πλέον αργά για τον Υψηλάντη. Δύο μήνες αργότερα θα αφήσει την τελευταία του πνοή στο ξενοδοχείο «Zur goldenen Birne» της Βιέννης.

 

Το ξενοδοχείο «Zur goldenen Birne».

 

Ο Αυτοκράτορας της Αυστρίας Φραγκίσκος ο δεύτερος, ήταν αυτός που έδωσε την άδεια
απελευθέρωσης του Αλέξανδρου Υψηλάντη και των αδερφών του.

Ο Αυτοκράτορας Φραγκίσκος ο δεύτερος συμφώνησε για την απελευθέρωση του Υψηλάντη. Ο Έλληνας θα μπορούσε, να παραμείνει σε μια πόλη της Μοναρχίας της Αυστρίας. Του απαγορευόταν να εγκαταλείψει τη χώρα χωρίς την έγκριση του διοικητή της Αστυνομίας. Ο Υψηλάντης, του οποίου είχε επιτραπεί η μετάβασή του εκ νέου στο Teplitz για κούρα, εκδήλωσε την επιθυμία να εγκατασταθεί στη Βενετία. Ενάντια σε αυτή του την επιθυμία εκφράστηκε ο διοικητής της Αστυνομίας Sedlnitzky. Δήλωσε, πως στη Βενετία κατοικούν πολλοί Έλληνες και η θέση της πόλης στη θάλασσα, θα μπορούσε να ευνοήσει μια επικείμενη φυγή του προς την Ελλάδα. Ο Μέτερνιχ επέλεξε τη Βερόνα ή τη Βιτσέντζα. Τελικά αφού αποδέχτηκε τους όρους του Υπουργείου Εσωτερικών ο Υψηλάντης και οι σύντροφοι του ξεκίνησαν στις 28.11.1827 από την Τερεζίενσταντ και έφτασαν αρχές Ιανουαρίου στην Βιέννη.

 

Ο διοικητής Αστυνομίας της Αυστρίας Josef Graf Sedlnitzky Odrowąż von Choltitz,
ήταν ένας από αυτούς που επεξεργάζονταν το θέμα Υψηλάντη.

Σύμφωνα με την ιατρική διάγνωση ο Υψηλάντης στη διάρκεια της αιχμαλωσίας του, απέκτησε επιπλέον και ένα καρδιακό πρόβλημα.

Τελικά ο Υψηλάντης απεβίωσε στο πανδοχείο «Zur goldenen Birne» Landstraßer Hauptstraße 31 [σημαντικός εμπορικός δρόμος στη Βιέννη] στις 31 Ιανουαρίου 1828. Οι φροντίδες των συντρόφων του και των αδελφών Thürheim und Rasumofsky δεν κατάφεραν να τον κρατήσουν στη ζωή. Αρχικά ενταφιάσθηκε στο ανατολικό τμήμα του νεκροταφείου St. Marxer Friedhof [νεκροταφείο του Αγ. Μάρκου της Βιέννης], ενώ την 1 Αυγούστου του 1828 μεταφέρθηκε στο ελληνικό τμήμα του νεκροταφείου. Στις 18 Φεβρουαρίου του 1903 μεταφέρθηκε η σορός του στον οικογενειακό τάφο των Υψηλάντηδων στην Rappoltenkirchen της Αυστρίας… [H τελευταία μεταφορά του έγινε τον Αύγουστο του 1964, όταν τελικά μεταφέρθηκε στην εκκλησία των Αγ. Ταξιαρχών στο Πεδίον του Άρεως στην Αθήνα, 136 χρόνια μετά το θάνατό του].

 

Το ταφικό μνημείο του Αλέξανδρου Υψηλάντη στο Πεδίον του Άρεως. Έργο Λεωνίδα Δρόση, 1869.O Αλέξανδρος Υψηλάντης αποδίδεται νεκρός πάνω σε σαρκοφάγο με ανάγλυφες διακοσμήσεις. Αξιοσημείωτο, ωστόσο, είναι ότι η ταυτότητα του τιμώμενου προσώπου αμφισβητείται, αφού κατ’ άλλους είναι ο Δημήτριος Υψηλάντης. Στη σαρκοφάγο είναι χαραγμένο οικόσημο το οποίο φέρει τη μορφή του Φοίνικα που αναγεννιέται από τις στάχτες του, ένα σπαθί, μια σημαία και το πηλήκιο του Ιερού Λόχου. Στην ανατολική πρόσοψη της σαρκοφάγου υπάρχει η επιγραφή: «ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΥΨΗΛΑΝΤΗΣ ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΦΙΛΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ». Η πρώτη θέση του μνημείου ήταν στον κήπο του Πολυτεχνείου, αλλά οι προκληθείσες διαμαρτυρίες το έφεραν στη σημερινή του θέση, μπροστά από τον Ιερό Ναό των Ταξιαρχών στο Πεδίο του Άρεως. Το 1964, μάλιστα, έγινε ανακομιδή των οστών του Υψηλάντη τα οποία εναποτέθηκαν στο μνημείο. (Φωτογραφία και λεζάντα από τον ιστότοπο «Γλυπτά της Αθήνας». Φωτογράφος: Ηλίας Γεωργουλέας)

 

Επίλογος

 

Η κόμισσα Lulu von Thürheim και η αδερφή της Konstantine Rasumofsky θα είναι αυτές που θα παραβρεθούν τις τελευταίες στιγμές κοντά στον Υψηλάντη στο Ξενοδοχείο Zur goldenen Birne, όπου θα αυτοκτονήσει και ο σύζυγος της.

 Όπως και οι σύγχρονοι του επαναστάτες Federico Confalonieri και Silvio Pellico, οι οποίοι είχαν αποκτήσει μεγαλύτερη φήμη, έτσι και ο Υψηλάντης πέρασε αρκετά χρόνια από τη ζωή υπό την αυστριακή αιχμαλωσία. Η διαφορά με τους δύο προηγούμενους είναι, ότι ο Υψηλάντης δεν κρατήθηκε ως «εγκληματίας εναντίον του κράτους» (Staatsverbrecher), αλλά «ως αιχμάλωτος του κράτους», (Staatsgefangener) όπως είχε τονίσει αρκετές φορές ο Μέτερνιχ. Δεν μπορούσε να τιμωρηθεί για ενέργειες, που έθεταν σε κίνδυνο το ίδιο το κράτος, αλλά ήταν το θύμα της maximum εξωτερικής πολιτικής του Μέτερνιχ.

Από τη μία στο πρόσωπο του Υψηλάντη έβλεπε έναν τρόπο, που θα μπορούσε έμμεσα να πιέσει και να επηρεάσει τη Ρωσία σχετικά με τη στάση της στην Βαλκανική χερσόνησο. Από την άλλη πλευρά με τη δράση του ως επαναστάτης, ήταν ένα «αντικείμενο», που έφερνε αταξία σε όλη την Ευρώπη. Όφειλε να τον εξουδετερώσει, να τον εξαφανίσει. Όταν προέκυψαν οι νέες πολιτικές συνθήκες καθώς και η επιδείνωση της υγείας του.

 

Επιμέλεια – μετάφραση

Φώτης Βράκας

 

Εδώ η ανακοίνωση του ιστορικού  Peter Broucek στα Γερμανικά: Alexander Ypsilantis Gefangenschaft in Österreich  

 

Read Full Post »

Παλαιών Πατρών Γερμανός: Οδεύοντας προς το θρύλο – Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης


 

Με αφορμή την εκδοτική σειρά «Οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας», [1] ήλθαν και πάλι στο προσκήνιο, με μεγαλύτερη ίσως ένταση, ορισμένα από τα πρόσωπα που προετοίμασαν ή υπηρέτησαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το μεγαλύτερο γεγονός της ελληνικής ιστορίας, την Επανάσταση του 1821. Ανάμεσα στις προσωπικότητες αυτές μία από τις πιο ενδιαφέρουσες, μολονότι δεν έζησε όλη την διαδρομή της επαναστατικής δράσης και βέβαια την κορύφωσή της, δηλαδή την ίδρυση του ελληνικού κράτους (1830), είναι ο μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός (1771-1826) [2] και μάλιστα για λόγους τελείως διαφορετικούς από αυτούς που, κατά τρόπο πλέον γνωστό σε όλη την έκτασή του, μία ιστορική αφήγηση επιχείρησε και εν πολλοίς κατάφερε να αναδείξει.

Συγκεκριμένα, ο Π. Πατρών Γερμανός γίνεται πρόσωπο οικείο σχεδόν στο σύνολο του ελληνικού πληθυσμού από τα πρώτα μαθητικά του χρόνια στην ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, σχεδόν βεβαιότητα, που τον θέλει να ευλογεί τα όπλα του Αγώνα στην Αγία Λαύρα Καλαβρύτων την 25η Μαρτίου 1821, σε αντίθεση με την κατάθεση των πηγών που προσδιορίζουν με σαφήνεια ότι ο Γερμανός τη μέρα αυτή πρωταγωνιστούσε στα επαναστατικά γεγονότα που διαδραματίζονταν, όμως, στην έδρα της μητρόπολής του, την Πάτρα. [3] Και αν αυτό στα προηγούμενα χρόνια ήταν απλώς μια διαπίστωση μεταξύ ειδικών και λιγότερο ειδικών, που συχνά αποτυπωνόταν και ως γραπτή παραγωγή, τώρα πια στις μέρες μας αρκεί μια απλή πληκτρολόγηση στο διαδίκτυο για να διαπιστώσει κανείς ότι η διάσταση αυτή συνεχίζεται και τα πάθη εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμα, και βέβαια να εκφράζονται σε ένα άλλο ίσως επίπεδο.

Και όμως, ο Παλαιών Πατρών, ο οποίος βρέθηκε να είναι το κεντρικό πρόσωπο μιας αφήγησης την οποία φαίνεται να μην οργάνωσε ούτε καν στο αφετηριακό της μέρος, αποτελεί μια ενδιαφέρουσα προσωπικότητα για άλλους λόγους, όπως κιόλας αναφέραμε, οι οποίοι σπάνια συναριθμούνται στις πράξεις του. Σκέπτομαι λ.χ. την εμπλοκή του στα αμέσως προεπαναστατικά γεγονότα και κυρίως τη σύμπραξή του με την ομάδα προυχόντων που συνεργάστηκαν με τον Βελή πασά, όταν ο τελευταίος διορίστηκε στο πασαλίκιο του Μοριά (1806-1812), σύμπραξη που η δημοσίευση του Αρχείου Αλή πασά[4] ενισχύει αποφασιστικά. Και ακόμα σκέπτομαι τον σχεδόν διετή εγκλωβισμό του στην Αγκώνα της Ιταλίας[5] – όπου είχε αποσταλεί εκ μέρους των επαναστατημένων Ελλήνων για να προβάλλει το ελληνικό πρόβλημα – και την επιστολική δραστηριότητα που από την πόλη αυτή πραγματοποιεί προς δεκάδες πρόσωπα για την ευόδωση των σκοπών της Επανάστασης, στοιχεία που μαζί με άλλα αναμένουν ακόμα τον συστηματικό μελετητή.

 

Γερμανός, ο Αρχιεπίσκοπος Παλαιών Πατρών. Λιθογραφία, A. Friedel. Λονδίνο, Ιανουάριος 1826.

 

Ας είναι. Όποιος άτυχε να ξεφυλλίσει τις σελίδες της τελευταίας βιογραφικής απόπειρας για τον Γερμανό [6] θα διαπίστωσε ότι για τον Γερμανό και το ταλαιπωρημένο αφήγημα για την Αγία Λαύρα, την ευλογία των όπλων και το λάβαρό της, και κυρίως για τον προσδιορισμό της μυθοπλασίας [7] αυτής ως αφετηρία του Αγώνα, κάνουμε μια σύντομη αναφορά απλώς για να το προσπεράσουμε, επειδή πιστεύουμε ότι η συζήτηση αυτή δεν έχει νόημα να συνεχίζεται, τουλάχιστον στην πραγματολογική της εκδοχή.

Επειδή όμως, όπως καλά γνωρίζουμε, ιστορία είναι και οι μύθοι και τα μυθολογικά της κενά, ακόμα και η πλαστογράφησή της, η λίγο πιο συστηματική ματιά στα πράγματα που οργανώθηκαν γύρω από τον Γερμανό προσκομίζει, αν όχι άγνωστα, πάντως ενδιαφέροντα στοιχεία. Δηλαδή φαίνεται ότι στη γραμμή καθιέρωσης της μορφής του Γερμανού στην πρώτη – πρώτη γραμμή των ηρώων του Αγώνα, υπάρχουν ορισμένα παράπλευρα αλλά πολύ ενδεικτικά έως γοητευτικά, θα έλεγα, στην αφέλειά τους στοιχεία, τα οποία είναι σκόπιμο να επαναφέρουμε στο προσκήνιο, στο πλαίσιο του ωραίου θέματος «Με τα μάτια των άλλων», γύρω από το οποίο κινήθηκε η συζήτηση ενός από τους τελευταίους κύκλους παρουσιάσεων των Σεμιναρίων της Ερμούπολης.[8]

Και τούτο, επειδή μπορεί να υποστηριχθεί ότι η επίσημη καθιέρωση [9] της 25ης Μαρτίου ως ημέρα έκρηξης της Επανάστασης στη συνάφειά της με την Αγία Λαύρα και τον Γερμανό, και βέβαια με τον ισχυρό συμβολισμό που εκπέμπει η γιορτή του Ευαγγελισμού, αποτέλεσε πράξη τέτοιας εμβέλειας ώστε η επίκληση των άλλων στοιχείων πέραν, ίσως, μιας αρκετά διευρυμένης αναπαραγωγής βιβλιογραφικού τύπου με ό,τι αυτό συνεπάγεται, δεν κρίθηκε απαραίτητο να χρησιμοποιηθούν ως ενισχυτικά επιχειρήματα. Φυσικά συγκροτούσαν ένα εν δυνάμει καλό οπλοστάσιο, στο οποίο η προσφυγή ήταν εύκολη, αλλά έως ένα μεγάλο βαθμό αυτό μάλλον δεν πραγματοποιήθηκε ή τουλάχιστον παρέμεινε στενά περιορισμένο· ή μήπως τα πράγματα έγιναν αλλιώς και όλα αυτά τα παράπλευρα μυθοπλαστικά στοιχεία συνέβαλλαν ώστε να καθιερωθεί η ηρωική προσωπικότητα του Γερμανού και, κυρίως, να συνδεθεί με αυτόν το μεγάλο γεγονός της έκρηξης του Αγώνα;

 

Μαρμάρινη προτομή του Παλαιών Πατρών Γερμανού στο Πεδίον του Άρεως, η οποία κατασκευάστηκε το 1937. Δημιουργός της προτομής ήταν ο Γεώργιος Συννέφας ο οποίος γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα (1880-1941). Η μαρμάρινη προτομή παρουσιάζει τον Παλαιών Πατρών Γερμανό σε μεγάλη ηλικία, με πλούσια γενειάδα και μακριά μαλλιά. Στη δεξιά πλευρά της προτομής βρίσκεται η υπογραφή του γλύπτη: «ΓΕΩΡ. Ι. ΣΥΝΝΕΦΑΣ. Στην πρόσοψη του βάθρου αναγράφεται: «ΠΑΛΑΙΩΝ ΠΑΤΡΩΝ ΓΕΡΜΑΝΟΣ 1771-1826. Πρόκειται για ένα εκ των αγαλμάτων που «κοσμούν» τη «Λεωφόρο των Ηρώων» στο Πεδίον του Άρεως. Συγκεκριμένα, είναι γνωστό ότι από το 1918 ξεκίνησαν ενέργειες για την ανέγερση Πανελλήνιου Ηρώου στο Πεδίο του Άρεως. Τη δαπάνη θ’ αναλάμβανε η τότε κυβέρνηση και ο ελληνικός λαός (με έρανο)! Το μεγαλόπνοο όμως σχέδιο περιορίστηκε απλά στη δημιουργία μιας «λεωφόρου» από ήρωες. Γι’ αυτό, ο τότε αρμόδιος υπουργός απευθύνθηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών ώστε η τελευταία ν’ αναθέσει στους καλύτερους Έλληνες γλύπτες τη φιλοτέχνηση μαρμάρινων προτομών, σε ακαδημαϊκό, ρεαλιστικό ιδίωμα. Στις 25 Μάρτη 1937 έγιναν τ’ αποκαλυπτήρια προτομών σε σχηματοποιημένες βάσεις των 2 μέτρων που στην πρόσοψή τους γράφεται το όνομα, η ημερομηνία γέννησης και θανάτου του ήρωα. (Φώτο και λεζάντα από τον ιστότοπο «Γλυπτά της Αθήνας»).

 

Ας δούμε όμως περί τίνος πρόκειται, με άλλα λόγια ας δούμε ποια μυθοπλαστικά, υπερβολικά ή μη τεκμηριωμένα στοιχεία συνδέθηκαν με τον βίο και τη δράση του Γερμανού, από την παιδική του ηλικία ακόμα, με άλλα λόγια πώς παρουσιάζεται στα μάτια των άλλων, πώς προσλαμβάνεται η προσωπικότητα του μητροπολίτη Π. Πατρών.

Αρχικά, όπως συμβαίνει συχνά με τους απανταχού ήρωες, υπάρχει η θαυματουργική επιβίωση από τους κινδύνους των πρώτων χρόνων της ζωής, δηλαδή η σύνδεση της γέννησης και των πρώτων παιδικών χρόνων με ορισμένες εμφατικές εκδηλώσεις, που αποτελούν τα σημεία, [10] που προκαθορίζουν τις εξελίξεις.

Στην περίπτωση του Γερμανού ο κίνδυνος και η αποσόβησή του προέρχεται από ένα φίδι που απειλεί τη ζωή του νηπίου, υπό δύο εκδοχές:

α) στην πρώτη βρίσκεται με τον πατέρα του στα χωράφια, παιδί στην κούνια, όταν δέχεται την επίθεση μεγάλου φιδιού, το οποίο αρχικά το νήπιο καθηλώνει με τα χέρια του και παράλληλα με τις φωνές του ειδοποιεί τον πατέρα του που σπεύδει, αντικρίζει τα καθέκαστα και τρέχει για να αρπάξει το ψαλίδι ενός βοσκού που κούρευε τα πρόβατά του εκεί κοντά, και με αυτό να κόψει στα δυο, το ήδη εξουδετερωμένο από τον μικρό Γεώργιο (έπειτα Γερμανό) φίδι.[11]

β) στη δεύτερη εκδοχή, το γεγονός διαδραματίζεται στην αυλή του σπιτιού τους και η εξουδετέρωση γίνεται τώρα από τη μάνα, με τη συνεργία βέβαια και πάλι του νηπίου. Μόνο που στη δεύτερη αυτή περίπτωση το φίδι ήταν το στοιχειό του σπιτιού, γεγονός που εκτιμήθηκε ως κακός οιωνός, [12] χωρίς ωστόσο κάποια μελλοντική κακοτυχία να το επαληθεύσει, το αντίθετο μάλιστα. Φυσικά οι αναλογίες με το πασίγνωστο επεισόδιο που έχει ως επίκεντρο τον αρχαίο ήρωα Ηρακλή που εξουδετερώνει τα φίδια, χωρίς να αναφέρονται, είναι προφανείς.

Πέρα από αυτά όμως τα προδήλως μυθολογικά γεγονότα, ένα πραγματικό γεγονός, δηλαδή η ημερομηνία της γέννησής του, γίνεται ένα καλό αφετηριακό γεγονός θεοσημίας, πάνω στο οποίο εύκολα θα μπορούσε να συντονιστεί και η παρουσία του μητροπολίτη κατά την 25η Μαρτίου 1821 στην Αγία Λαύρα. Συγκεκριμένα, και εκκινώντας ανάποδα, όπως πολλές φορές για τα χρόνια αυτά τα χωρίς ληξιαρχεία, συμβαίνει, εκκινώντας δηλαδή από την ημερομηνία του θανάτου, που ξέρουμε ότι είναι η 30ή Μαΐου 1826, και με βάση διάφορες εκτιμήσεις ότι όταν πέθανε ο Γερμανός ήταν 56 χρονών, κάποιοι τοποθετούν την γέννησή του στο 1771 – άλλοι στα 1777 – και ειδικότερα στο μήνα Μάρτιο του έτους αυτού και ακόμη ειδικότερα στην 25η Μαρτίου, η οποία ήταν και Μ. Παρασκευή, [13] με τον προφανή και πάλι συμβολισμό της μέρας αυτής. Αλλά, επιπλέον, ο Αν. Γούδας [14] θα εντοπίσει και μια τρίτη 25η Μαρτίου, η οποία θα ταυτισθεί με την ημέρα της εκλογής του, το έτος 1806, στον μητροπολιτικό θρόνο της Πάτρας. Το τελευταίο ήταν άλλωστε και αρκετά πιο εύκολο να γίνει δεδομένου ότι στα Πρακτικά εκλογών του Οικουμενικού Πατριαρχείου όντως καταχωρίζεται η εκλογή αυτή ως πράξη, αλλά χωρίς να προσδιορίζεται η ακριβής ημέρα του Μαρτίου του 1806. [15]

 

Βρυζάκης Θεόδωρος, «Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογεί τη σημαία της Επανάστασης», Λάδι σε μουσαμά ,164 x 126 εκ., 1865, Εθνική Πινακοθήκη.
Ο ευσεβής και συγκινητικός θρύλος για την κήρυξη του Αγώνα στην Αγία Λαύρα στις 25 Μαρτίου 1821, εκφράζει βαθύτατα το πνεύμα του Αγώνα. Θρησκεία και Πατρίδα γυρεύουν τη λύτρωση, τη λευτεριά.

 

Ο Μανουήλ Γεδεών [16] προσδιορίζει ότι αυτό έγινε το πρώτο δεκαπενθήμερο του μήνα αυτού, την επομένη δηλαδή της μετάθεσης του πρώην μητροπολίτη Παλαιών Πατρών στη μητρόπολη Κυζίκου, παρέχοντας μάλιστα τις σχετικές πληροφορίες στον Δημήτριο Καμπούρογλου, ο οποίος όμως, αφού το σημειώσει, προτιμά, και αυτός, να ακολουθήσει τον ασφαλέστερο… δρόμο της σύμπλευσης με την θεοσημία. Με άλλα λόγια η μετακίνηση κατά λίγες μέρες δεν είναι δύσκολο πράγμα αλλά πολύ χαρακτηριστικό και ενισχυτικό της θεοσημίας, καθώς η εμφατική ημέρα της 25ης Μαρτίου, αποτελεί για τον Γερμανό εκδήλωση της θείας αποστολής από κάθε άποψη, καθώς σημαδεύει διαδοχικά τη ζωή του, αποτελώντας σημείο αναφοράς για σημαντικά γεγονότα (γέννηση, εκλογή του ως μητροπολίτης), τα οποία θα επιστέψει, λίγο αργότερα, ως φυσική συνέπεια, το μεγάλο γεγονός της 25ης Μαρτίου 1821.

Αλλά τα εμφατικά για τον Παλαιών Πατρών Γερμανό γεγονότα, που θα πλαισιώσουν την μυθοπλασία της Αγίας Λαύρας, έχουν και συνέχεια. Συγκεκριμένα, και το γεγονός της μύησής του στη Φιλική Εταιρεία θα αποκλίνει, και αυτό, από τη συνήθη διαδικασία. Οι περισσότεροι, βέβαια, από τους βιογράφους του, θα συνδέσουν τη μύηση αυτή με τον προβληματισμό που δημιούργησε, σε ανύποπτο χρόνο, στον Γερμανό μια φράση σε ένα γράμμα προς αυτόν, του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, όπου ο τελευταίος ανέφερε ότι ήλπιζε κάποια στιγμή να του φιλήσει το χέρι επ’ αγαθώ της Ελλάδος. [17] Ο προβληματισμός αυτός του Γερμανού, κατά τις πηγές, διαλύθηκε με την εμφάνιση του γνωστού φιλικού Αντώνη Πελοπίδα στην Πάτρα, στα τέλη του 1818. Ο τελευταίος επιχειρώντας να μυήσει τον γνωστό προύχοντα Ανδρέα Καλαμογδάρτη βρέθηκε σε δύσκολη θέση καθώς, κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, ο Καλαμογδάρτης πρόβαλε κάποιες αντιρρήσεις που οδήγησαν στη διακοπή της μύησής του. Τότε, και μπροστά στον κίνδυνο της ενδεχόμενης αποκάλυψης της συνωμοτικής δράσης των Φιλικών, η παρέμβαση μέσω της μάλλον εκτός προγράμματος, μύησης του Γερμανού, κρίθηκε απολύτως απαραίτητη, καθώς ο Καλαμογδάρτης ήταν γαμπρός του.

Αλλά και εδώ τα πράγματα δεν έγιναν με τον τρόπο των Φιλικών, ο Πελοπίδας όταν παρουσιάστηκε στον Γερμανό τον προσφώνησε με τα λόγια: «Παραστάτης Ελλήνων ήλθον προς σε τον ποιμένα των Πατρών», κατά τον Ιω. Φιλήμονα, [18] τον οποίο ο Αμβρόσιος Φραντζής στην Ιστορία του θα τροποποιήσει σε «Γραικών παραστάτης απεστάλην προς σε τον ποιμένα των Πατρών, κομίζων ευαγγέλια: μη με φοβού, σοφώτατε, τον μάλλον σε φοβούμενον, μη ευλαβού δέσποτα, τον σε σεπτώς ευλαβούμενον». [19] Φυσικά, η όλη ατμόσφαιρα ανακαλεί τον Ευαγγελισμό της Παναγίας, όπου στη θέση του αγγέλου στέκεται ο φιλικός Αντώνιος Πελοπίδας και στη θέση της Παναγίας ο Γερμανός, και βέβαια και πάλι η 25η Μαρτίου υποδηλώνεται καταφανώς. Ίσως, μάλιστα, να είναι η πρώτη φορά που επιχειρείται να δημιουργηθεί η συνάφεια του Γερμανού με την 25η Μαρτίου.

 

Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός υψώνει τη σημαία της Ανεξαρτησίας στα Καλάβρυτα, έργο του Ιταλού καλλιτέχνη Λουδοβίκου Λιπαρίνι, (Ludovico Lipparini, 1800-1856), λιθογραφία, μέσα 19ου αιώνα.

 

Εκτός από αυτά τα παράπλευρα, θα έλεγα, μοτίβα που μπορούν εύκολα να πλαισιώσουν και να ενισχύσουν το κεντρικό της Αγίας Λαύρας, υπάρχουν και λιγότερο σημαντικά, τα οποία συναντούμε μελετώντας τις βιογραφίες και άλλων προσώπων αυτής ή άλλων ιστορικών περιόδων και τα οποία αποτελούν τις συνηθισμένες υπερβολές και ανακρίβειες αυτού του είδους. Όσον αφορά λ.χ. την περίπτωσή μας αναφέρεται ότι: ο Γερμανός έμαθε καλά γράμματα και γαλλικά στο Άργος, το οποίο εγκατέλειψε με απροσδόκητο τρόπο, για να βρεθεί στη Σμύρνη, όπου κοντά στον μητροπολίτη αυτής της πόλης, συμπατριώτη του και αργότερα πατριάρχη, Γρηγόριο Ε’ απέκτησε γνώσεις ελληνικής και γαλλικής γραμματείας· ότι ο Γερμανός στάλθηκε με εξαρχική αποστολή γύρω στα 1800, δηλαδή πριν εκλεγεί μητροπολίτης Παλαιών Πατρών, στην Πελοπόννησο για να διενεργήσει έλεγχο στο προνομιακό καθεστώς των σταυροπηγιακών μοναστηριών της περιοχής, γεγονός στο οποίο οφείλεται η γρήγορη ανέλιξή του στον θρόνο της πελοποννησιακής μεγαλούπολης· ότι Γερμανός ακολούθησε τον Γρηγόριο Ε’ στο Άγιο Όρος, όπου αυτός εξορίστηκε μετά την πρώτη απομάκρυνσή του (1798) από τον οικουμενικό θρόνο, και μάλιστα ότι θέλησε να παραμείνει κοντά του υπηρετώντας τον, αλλά ο πρώην πατριάρχης τον απέτρεψε και του επέβαλε να επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη.

Παλαιών Πατρών Γερμανός, «ο Μητροπολίτης Γερμανός ευλογεί την σημαίαν της ελευθερίας».

Κοντά σε αυτά υπάρχουν όμως και κάποια, ήσσονος ενδεχομένως σημασίας, στοιχεία, τα οποία όμως αποτελούν καλή σερμαγιά για την πλαισίωση της προσωπικότητάς του. Αναφέρεται λ.χ. ότι ο Γερμανός το 1809, όταν η περιοχή της Αχαΐας μαστιζόταν από ανομβρία και αφού οι εκπρόσωποι των άλλων δογμάτων (Εβραίοι, μουσουλμάνοι) δεν κατάφεραν να προσελκύσουν τα σύννεφα, εκείνος, επικεφαλής της χριστιανικής λιτανείας, με τις δεήσεις του κατάφερε να φέρει την πολυπόθητη βροχή· [20] ή, όταν επανέκαμψε στην Πάτρα (1818), μετά την τουλάχιστον τριετή παραμονή του στην Κωνσταντινούπολη ως μέλος της πατριαρχικής συνόδου, έγινε δεκτός από παραληρούντα πλήθη χριστιανών, τα οποία πλαισίωναν Οθωμανοί επίσημοι, από τους οποίους εξάλλου είχαν σταλεί «πολλοί χρυσοστόλιστοι λαμπροί ίπποι… ευτυχής δ’ ελογίζετο ο ιπποκόμος εκείνος ούτινος τον ίππον ήθελε προτιμήσει ο μεγαλόδωρος Γερμανός». [21] Τέλος, αργότερα, το 1825, κατά την εξέλιξη των εμφυλίων συγκρούσεων στο Μοριά, ο Γερμανός ταλαιπωρήθηκε από τον Νικολέτο Σοφιανόπουλο – το απόσπασμά του ανήκε στις δυνάμεις του Γκούρα που λεηλατούσαν τον Μοριά – που τον συνέλαβε και τον φυλάκισε. Ο Σοφιανόπουλος λοιπόν, κατά την περιγραφή των γεγονότων, δέχθηκε την κατάρα του Γερμανού και «ω του θαύματος… ενώ έχαιρεν άκραν υγείαν, εξεκενώθη όλον του το αίμα από λυσεντερίαν και εντός τεσσάρων ημερών απέθανε. Το αιφνίδιον τούτο γεγονός έφερε τον Γκούραν και τους στρατιώτας εις συναίσθησήν και έπαυσαν να τον κακομεταχειρίζωνται, φοβούμενοι μήπως πάθουν τα αυτά και εκείνοι». [22]

Είναι βέβαιο ότι κάποια από αυτά που αναφέραμε είναι στοιχεία φανταστικά, κάποια άλλα δεν τεκμηριώνονται από τη διασταύρωση με τις πηγές ή μπορεί να κινούνται στην ασάφεια και στην υπερβολή, ωστόσο δημιουργούν ένα καλό κλίμα από το οποίο δεν υπήρξε δυνατόν ούτε ο Δημ. Καμπούρογλου που γράφει στα 1915-1916 χρησιμοποιώντας όλες τις πηγές, και με σαφή πρόθεση να παρακάμψει τις υπερβολές, να ξεφύγει: [23] αναφέρει δηλαδή με αναλυτικό τρόπο όλες τις πηγές και τις πληροφορίες τους, έστω και αν αυτές δεν είναι εξακριβωμένες, προσπαθεί να κινηθεί με τρόπο έξυπνο ανάμεσα στις υπερβολές και ασάφειες, αλλά δεν τοποθετείται κριτικά απέναντι τους. Βρισκόμαστε, άλλωστε, στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και κάποια πράγματα έχουν πάρει το δρόμο τους.

Ωστόσο, το θέμα παραμένει ανοικτό και ελκυστικό, επειδή με τη σύντομη αυτή αναφορά μας δεν είναι δυνατόν να παραθέσουμε όλο το εύρος της πληροφόρησης, να ανασυνθέσουμε δηλαδή όλο το εύρος της πορείας που ακολουθεί ένα στοιχείο μυθοπλαστικό και τον τρόπο με τον οποίο αυτό αναπαράγεται για να πλαισιώσει το πρόσωπο του Π. Πατρών Γερμανού με όλα τα απαραίτητα στοιχεία της θεοσημίας που προοιωνίζει την κορύφωση. Με άλλα λόγια, η ανάγκη μιας νέας προσέγγισης στη ζωή του Γερμανού και η μελέτη της μετάλλαξης κάποιων σημείων της σε στοιχεία μιας ισχυρής μυθοπλασίας που θα πλαισιώσει την κορυφαία ηρωική πράξη, είναι πρόδηλη και επιτακτική.

Πέρα από αυτά όμως, η πορεία του Γερμανού, δηλαδή η ηρωική αναγωγή, δεν υπήρξε δρόμος χωρίς εμπόδια, επειδή «τα μάτια των άλλων» κοίταξαν και με τον ανάποδο τρόπο. Με άλλα λόγια, η πορεία προς τον θρύλο συνάντησε και εμπόδια, η πρόσληψη του Γερμανού ως κεντρικού προσώπου της ελληνικής εξέγερσης, δηλαδή ως προσώπου που συνδέεται πρωτίστως με το αφετηριακό γεγονός της Λαύρας, αλλά και με άλλες πράξεις, δεν εμπεδώθηκε χωρίς αντιστάσεις. Ας παραθέσουμε ορισμένες.

 

Ο πατριωτικός όρκος των Ελλήνων κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία των R. Bettannier και Morton από ομώνυμο ζωγραφικό έργο του Γάλλου ζωγράφου, Alphonse de Neuville. Παρίσι, 1865.

 

Ο Ιωάννης Φιλήμων, προλογίζοντας μάλιστα την α’ έκδοση των Απομνημονευμάτων του Γερμανού, απορρίπτει την έναρξη της Επανάστασης την 25η Μαρτίου, [24] ταυτόχρονα όμως εγκωμιάζει τον Γερμανό ως πρωτεργάτη του Αγώνα αλλά με άμεση συμμετοχή στην εξέγερση της Πάτρας. Την ίδια ψύχραιμη ματιά θα ρίξει στα γεγονότα και ο Δημήτριος Αινιάν γράφοντας το 1854. [25] Ο Σπυρίδων Τρικούπης, αφού ομολογήσει ότι και ο ίδιος νεκρολογώντας τον Ανδρέα Ζαΐμη υποστήριξε τα σχετικά με την Αγία Λαύρα, ανασκευάζει στην Ιστορία του τα πράγματα, γράφοντας ότι «ψευδής είναι η εν Ελλάδι επικρατούσα ιδέα, ότι εν τη μονή της Αγίας Λαύρας ανυψώθη κατά πρώτον η σημαία της ελληνικής Επαναστάσεως». [26] Ο ίδιος θα επανέλθει με δριμύτητα για το ίδιο θέμα και άλλες φορές. Και αν ο γάλλος Πουκεβίλ έχει άμεση σχέση με πολλές από τις αβέβαιες έως αβάσιμες πληροφορίες για τον Π. Πατρών, οι οποίες όμως φαίνεται ότι αποτέλεσαν ένα ισχυρό πλαίσιο για την 25η Μαρτίου και τα συναφή, υπήρξαν πολλοί άλλοι ξένοι, επίσης λόγιοι, που έγραψαν αρνητικά για τον Γερμανό και τις ενέργειες του (Μίλλερ, Ζουριέν ντελα Γκραβιέρ, Γκόρντον). [27]

Παράλληλα, μια αντίδραση ισχυρή εναντίον του Γερμανού θα προέλθει από τα γραπτά άλλων απομνημονευματογράφων και πρωταγωνιστών του Αγώνα, όπως ο Φωτάκος, ο Αμβρόσιος Φραντζής που θα προσβάλλουν τα Απομνημονεύματα του Γερμανού ως ανακριβή. [28] Και αν αυτό μπορεί να θεωρηθεί φυσιολογικό, έως ένα βαθμό, για τα πρόσωπα που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έζησαν τα γεγονότα και τα αφηγούνται αργότερα εκτιμώντας τα διαφορετικά, οι κατηγορίες που εκπορεύτηκαν από τον Κανέλλο Δεληγιάννη προσέβαλλαν απευθείας το κύρος και την ηθική υπόσταση τον Γερμανού. Το σχετικό επεισόδιο, με στοιχεία που θα αποτελούσαν την ύλη ενός πολύ καλού αστυνομικού μυθιστορήματος, αποδίδουν στον Γερμανό την ηθική αυτουργία της εξόντωσης Τούρκων αιχμαλώτων με σκοπό την ιδιοποίηση των κοσμημάτων που αυτοί κατείχαν και είχαν εμπιστευθεί στον Γερμανό για να τους τα επιστρέφει υπό καλύτερες συνθήκες. Η όλη ιστορία θα εκτυλιχθεί σε αφήγημα που θα ακολουθήσει τον Γερμανό στην Ιταλία και θα συνδεθεί με τον θάνατό του και τις διενέξεις μεταξύ των συγγενών του. [29] Εξάλλου ο ίδιος ο Κανέλλος Δεληγιάννης αλλά και άλλοι θα αμφισβητήσουν ευθέως το κείμενο των Απομνημονευμάτων του Γερμανού, με τεκμηριωμένη, θα έλεγα, επιχειρηματολογία.

Δεν κρίνουμε σκόπιμο να επεκταθούμε περισσότερο στις πλέον πρόσφατες διενέξεις περί τον Γερμανό, την προσωπικότητά του και κυρίως την Λαύρα και την 25η Μαρτίου, που όλοι γνωρίζουμε. Ας μνημονεύσω μόνο τον Τάκη Σταματόπουλο, ο οποίος στο γνωστό αφήγημά του για τον Γερμανό, [30] δεν θα διστάσει να ισχυριστεί ότι πολλές πράξεις του Γερμανού είχαν την αφετηρία τους στα συμπλεγματικά παιδικά χρόνια του Γερμανού που οφείλονταν στην φοβερή δυσμορφία του, πράγμα που δεν επιβεβαιώνεται με κανένα τρόπο, αλλά δηλώνει, πιστεύουμε, ανάγλυφα την πορεία που μπορεί να πάρει η ιστορική προσέγγιση, όταν επιζητεί απλώς να κατασκευάσει ή να αναιρέσει έναν θρύλο.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Αναφέρομαι στη σειρά Ιστορική Βιβλιοθήκη: Οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας, επιστημονική επιμέλεια: Βασ. Παναγιωτόπουλος, Αθήνα. Τα Νέα. 2010.

[2] Η βιβλιογραφία για τον Γερμανό είναι εκτεταμένη και δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος να την παραθέσουμε εδώ· βλ. πάντως, την πρόσφατη βιογραφία του στο: Παν. Μιχαηλάρης – Βασ. Παναγιωτόπουλος. Κληρικοί στον Αγώνα, στη σειρά Οι Ιδρυτές, αρ. 15. Αθήνα 2010. σ. 11-44, όπου και η βασική βιβλιογραφία.

[3] Στο ίδιο, σ. 35-38.

[4] Βασ. Παναγιωτόπουλος, με τη συνεργασία των Δημ. Δημητρόπουλου, Παναγ. Μιχαηλάρη, Αρχείο Αλή πασά Συλλογής I. Χώτζη Γενναδείου Βιβλιοθήκης, τ. Α’ (1747-1808), Αθήνα, ΙΝΕ/ΕΙΕ, 2007, σ. 547, έγγρ. αρ. 295 και τ. Β’ (1809-1817), σ. 250-252, έγγρ. αρ. 589.

[5] Βλ. πρόχειρα, Μιχαηλάρης – Παναγιωτόπουλος, Κληρικοί, σ. 38-42.

[6] Στο ίδιο.

[7] Για το ζήτημα αυτό, για το οποίο έχουν γραφτεί πολλές σελίδες, παραπέμπουμε στο τελευταίο δημοσίευμα: Βασ. Κρεμμυδάς, «Μηχανισμοί παραγωγής ιστορικών μύθων», Μνήμων 18 (1996), σ. 9-21.

[8] Φυσικά αναφέρομαι στο Σεμινάριο του 2010, του οποίου οι εργασίες αποτελούν την ύλη του παρόντος δημοσιεύματος.

[9] Είναι γνωστό ότι η ημέρα αυτή καθιερώθηκε ως εθνική εορτή από τον Όθωνα το 1838, χωρίς αναφορά, όμως, στον Γερμανό και την Αγία Λαύρα· βλ. Χριστίνα Κουλούρη, Μύθοι και σύμβολα μιας εθνικής επετείου, Κομοτηνή, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 1995.

[10] Δημ. Γρ. Καμπούρογλου, «Μελέτη επί του βίου και της δράσεως του Παλαιών Πατρών Γερμανού 1771-1826», Αθηνά 27 (1915), σ. 209-272 και 28 (1916), σ. 205-251 (το πρώτο μέρος της μελέτης με ελαφρώς τροποποιημένο τίτλο δημοσιεύτηκε και αυτοτελώς το 1912)· εδώ η παραπομπή στην Αθηνά 27, σ. 213.

[11] Αναστ. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τ. Α’: Κλήρος Αθήνα 1869, σ. 51-52.

[12] Παραδίδεται από τον Γ. I. Παπούλα, στον πρόλογό του στην τρίτη έκδοση των Απομνημονευμάτων του Γερμανού, Αθήνα 1900, σ. 8· βλ. και Μητροπολίτου Παλ. Πατρών Γερμανού, Απομνημονεύματα, επιμ. Ιωάννα Γιανναροπούλου – Τάσος Γριτσόπουλος, Εκδόσεις της Δημοσίας Βιβλιοθήκης της Σχολής Δημητσάνης, αρ. 2, Αθήνα 1975, σ. 9 (η τελευταία αυτή έκδοση των Απομνημονευμάτων του Γερμανού είναι φωτομηχανική αναπαραγωγή της β’ έκδοσης του 1837, αλλά εκδίδονται χρήσιμα στοιχεία και από τις άλλες εκδόσεις, όπως λ.χ. ο πρόλογος του Γ. Παπούλα).

[13] Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, σ. 9Τ Τάκης Κανδηλώρος, Η Δημητσάνα. Ιστορική μονογραφία μετά βιογραφιών του Πατριάρχου και του Γερμανού, Αθήνα 1897, σ. 89.

[14] Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, σ. 100.

[15] Η μόνη έγκυρη πληροφορία για την εκλογή του Γερμανού ως μητροπολίτη είναι του Καλλίνικου Δεληκάνη, «Επισκοπικοί Κατάλογοι», Εκκλησιαστική Αλήθεια, έτος 28 (1908), σ. 245, ο οποίος αντιγράφοντας τη σχετική πράξη από τον κώδικα εκλογών, παραθέτει: «1806… Παλαιών Πατρών Γερμανού, (Πρωτοσ. Μητρ. Κυζίκου), Μαρτίω».

[16] Ο Μαν. Γεδεών, προσδιορίζει ότι αυτό έγινε την 14η ή 15η Μαρτίου, όταν καλείται να δώσει την σχετική πληροφόρηση στον Καμπούρογλου (σ. 229), αλλά ο τελευταίος δεν θα διστάσει ανεπιφύλακτα να αποδεχτεί ως ημέρα εκλογής την 25η Μαρτίου 1806 (σ. 230), αναφέροντας επί λέξει: «Ιδού λοιπόν ο Γερμανός Μητροπολίτης από της 25ης Μαρτίου (δεχόμεθα τούτο) του έτους 1806»; φυσικά η μετάθεση κατά δέκα ημέρες είναι εύκολο να γίνει – και μάλιστα αναιτιολόγητα – αφού κάλλιστα μπορεί να αιτιολογηθεί χ.χ. και ως τυπογραφικό σφάλμα.

[17] Τις σχετικές πληροφορίες διασώζουν ο Ιωάννης Φιλήμων, στα Προλεγόμενα της πρώτης και δεύτερης έκδοσης των Απομνημονευμάτων του Γερμανού (Αθήνα 1837), ο οποίος (σ. 41) θα υποστηρίξει ότι ο Γερμανός ήταν «άνθρωπος μάλλον της Ελλάδος απάσης, ή της Πελοποννήσου», και ο Σπυρ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, έκδ. β’, τ. Α’, Λονδίνο 1860, σ. 315-316.

[18] Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1834, σ. 206.

[19] Αμβρόσιος Φραντζής, Επίτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, τ. Δ’, Αθήνα 1841, σ. 92-93.

[20] Στέφ. Θωμόπουλος, Ιστορία της πόλεως Πατρών, Πάτρα 1950, σ. 585· Παναγ. Δ. Μιχαηλάρης, «Την γοητείαν του εστερέωσεν ωρισμένον γεγονός», εφ. Πελοπόννησος, 19 Νοεμβρίου 2011.

[21] Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, σ. 104-105.

[22] Βλ. τα σχετικά γεγονότα και την τεκμηρίωσή τους στον Καμπούρογλου, «Μελέτη», Αθηνά 28 (1916), σ. 238-239.

[23] Εκτιμούμε ότι η μελέτη του Καμπούρογλου (βλ. εδώ σημ. 10), μαζί με τη μικρή μελέτη (16 σ.) του Δημ. Αινιάνος, Γερμανός ο Παλαιών Πατρών, Αθήνα 1854, αποτελούν καλές βιογραφικές αποτιμήσεις του Γερμανού· σε αυτές ας προστεθεί και η εκτενής εισαγωγή (σ. III- CXLVI) του Τ. Γριτσόπουλου, στη φωτομηχανική επανέκδοση των Απομνημονευμάτων του Γερμανού (βλ. εδώ σημ. 12).

[24] Βλ. τον πρόλογο του Φιλήμονος στο Γερμανού. Υπομνήματα περί της Επαναστάσεως της Ελλάδος, β’ έκδ., Αθήνα 1837. σ. κστ-κζ.

[25] Αινιάν, Γερμανός, σ. 11.

[26] Τρικούπης. Ιστορία, σ. 312.

[27] Βλ. Κρεμμυδάς. «Μηχανισμοί παραγωγής».

[28] Παν. Μιχαηλάρης. «Γερμανός μητροπολίτης Παλαιών Πατρών», στο Μιχαηλάρης -Παναγιωτόπουλος, Κληρικοί, σ. 25-27.

[29] Στο ίδιο, σ. 41- 42.

[30] Τάκης Αργ. Σταματόπουλος, Ο Π. Π. Γερμανός χωρίς θρύλο, Αθήνα. Κάλβος, 1974 (α’ έκδ. 1958).

 

Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης

Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών – Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών

«Η ματιά των άλλων» – Προσλήψεις προσώπων που σφράγισαν τρεις αιώνες (18ος – 20ος). Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Αθήνα, 2012.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

  

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Ο οργασμός των Μεγάλων Τεχνικών Έργων επί κυβερνήσεων Τρικούπη – Λύντια Τρίχα


 

Χαρίλαος Τρικούπης

Στο άκουσμα του ονόματος του Χαρίλαου Τρικούπη, κάθε μέσος ιστορικά ενημερωμένος Έλληνας ανακαλεί στη μνήμη του πρώτα βέβαια τα κοινότοπα «ανθ΄ημών ο κύριος Γουλιμής» και «δυστυχώς επτωχεύσαμεν», και αμέσως κατόπιν την κατασκευή των σιδηροδρόμων. Δεδομένου ότι το σύνολο των γραμμών που κατασκευάσθηκε επί των ημερών του αποτέλεσε ουσιαστικά το μόνο σιδηροδρομικό δίκτυο της Ελλάδας μέχρι τους βαλκανικούς πολέμους, δικαίως ο Τρικούπης θεωρείται ο πατέρας των ελληνικών σιδηροδρόμων.

Ο Τρικούπης κατά την εικοσαετία 1875-1895 σχημάτισε επτά κυβερνήσεις και παρέμεινε στην εξουσία επί έντεκα συνολικά χρόνια. Το πρόγραμμα, που εφήρμοσε κυρίως κατά τις δύο μακροχρόνιες πρωθυπουργίες του στη δεκαετία 1880-1890, υπήρξε φιλόδοξο και μακρόπνοο. Προοδευτικό πνεύμα καθώς ήταν, επεδίωξε να φέρει την Ελλάδα των πενήντα χρόνων ελεύθερου βίου, στα ευρωπαϊκά επίπεδα. Η πρώτη μακροχρόνια πρωθυπουργία του, που συνδέθηκε με τα μεγάλα τεχνικά έργα της εποχής, άρχισε το 1882, αμέσως μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος και πενήντα ακριβώς χρόνια από την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού βασιλείου.

Η εικόνα της Ελλάδας στα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας της ήταν πραγματικά αξιοθρήνητη: μια χώρα μικρή και φτωχή, που εξήλθε από την επανάσταση και τους εμφύλιους σπαραγμούς απογυμνωμένη, με καμμένα πολλά από τα χωριά της και τα περισσότερα χωράφια της, με υποτυπώδη μόνο διοικητική οργάνωση, χωρίς χρήματα στο δημόσιο ταμείο της, χωρίς έργα υποδομής, χωρίς δρόμους και με κατεστραμμένα τα λίγα γεφύρια της. Μια χώρα που, ξεκινώντας ουσιαστικά από το μηδέν, είχε να αντιμετωπίσει άπειρες δυσκολίες για την ανασυγκρότησή της. Τα πρώτα βήματα δεν μπορούσαν παρά να γίνουν με αργούς ρυθμούς.

Οι ξένοι περιηγητές που την επισκέπτονται εντυπωσιάζονται πάντα από τις λαμπρές αρχαιότητές της και εκθειάζουν τις φυσικές ομορφιές του τόπου, δεν παραλείπουν όμως να αναφέρουν τις δυσκολίες της χερσαίας και της ατμοπλοϊκής συγκοινωνίας και την παντελή έλλειψη δημοσίων κτιρίων αξίων προσοχής. Για παράδειγμα ο Émile Burnouf, διευθυντής της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής επί Τρικούπη, αναφερόμενος στην Ελλάδα που γνώρισε στα χρόνια της νεότητάς του, γράφει τα εξής:

«Το 1847 και τα επόμενα χρόνια διέσχισα με το άλογο 1.500 με 1.800 λεύγες προς όλες τις κατευθύνσεις του Βασιλείου: δεν είδα ούτε ένα οικοδόμημα που να μου άφησε την παραμικρή ανάμνηση. Δρόμοι δεν υπήρχαν πουθενά, εκτός από αυτόν που ένωνε την Αθήνα με τον Πειραιά. Ούτε γεφύρια· περνούσαμε τα ποτάμια από τα διαβατά τους σημεία. Στον Ευρώτα υπήρχε ένα τούρκικο γεφύρι, του οποίου όμως η μεσαία αψίδα ήταν τόσο ψηλή, που έπρεπε να ξεπεζέψει κανείς από το άλογο και να σκαρφαλώσει για να το περάσει. Το γεφύρι του Κράθι, στα παράλια της Αχαΐας, κατασκευασμένο με διαδοχικές αψίδες, είχε κοπεί στη μέση και τα δύο άκρα του είχαν ενωθεί πρόχειρα με κάποια δοκάρια· μόλις που τολμούσες να το διαβείς. […] Όσο για τους δρόμους, […] το 1847 δεν υπήρχαν καθόλου.

Οι Τούρκοι ή και οι προκάτοχοί τους, είχαν λιθοστρώσει μερικά μονοπάτια, πλάτους μόλις δύο μέτρων. […] Αυτά τα μονοπάτια όμως δεν είχαν συντηρηθεί καθόλου και όταν τύχαινε να συναντήσουμε κάποιο, προτιμούσαμε να το παρακάμψουμε».[1]

Φωτογραφία του Χαρίλαου Τρικούπη με την υπογραφή του, Λονδίνο 1885.

Αλλά η Ελλάδα που περιγράφει ο Burnouf, όπου δεν υπήρχαν δρόμοι και η συγκοινωνία γινόταν με άλογα και κάρα, όπου τα δημόσια κτίρια ήταν σχεδόν ανύπαρκτα, αφού δεν υπήρχαν ούτε ανάκτορα και ο βασιλιάς έμενε σε νοικιασμένο σπίτι, όπου οι ωραίες κατοικίες ήταν ελάχιστες και στην επαρχία τα περισσότερα σπίτια δεν είχαν τζάμια στα παράθυρα και πολλές φορές δεν είχαν ούτε κρεβάτια, όπου, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, δεν εύρισκε κανείς όχι μόνον αυτά που κάνουν τη ζωή μας ευχάριστη ή εύκολη, αλλά ούτε καν αυτά που την καθιστούν βιώσιμη, αυτή η Ελλάδα ασκούσε μια ανεξάντλητη γοητεία στους ξένους. Και όσο και αν αυτό φαίνεται περίεργο, υπήρχαν πολλοί Ευρωπαίοι που ανησυχούσαν μήπως με την οικονομική ανάπτυξή της και τη δημιουργία δικτύου συγκοινωνιών έχανε τη γραφικότητά της ή ακόμη και τη σύνδεση με το παρελθόν της.

Η απώλεια αυτής της γραφικότητας βέβαια ήταν το τελευταίο πράγμα που θα απασχολούσε τον Χαρίλαο Τρικούπη στα σχέδιά του για το μέλλον της Ελλάδας, την οποία επιθυμούσε να καταστήσει ένα οικονομικά εύρωστο κράτος και μία υπολογίσιμη δύναμη στην ευρύτερη περιοχή της. Ακολουθώντας το εκσυγχρονιστικό του πρόγραμμα, έκανε άλματα πραγματικά και, με μεγάλο βέβαια οικονομικό κόστος, κληροδότησε στη χώρα μεγάλα δημόσια έργα υποδομής, που της άνοιξαν τον δρόμο για τον εκσυγχρονισμό.

Η ανάπτυξη της συγκοινωνίας με την κατασκευή εθνικού οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου, η διάνοιξη του Ισθμού της Κορίνθου, η διεύρυνση του πορθμού του Ευρίπου, η αποξήρανση της Κωπαΐδας, η κατασκευή λιμανιών και γεφυρών, η ίδρυση φάρων και φανών καθώς και η αναδιοργάνωση της ταχυδρομικής και της τηλεγραφικής υπηρεσίας είναι έργα που άλλα άρχισαν και άλλα ολοκληρώθηκαν επί της πρωθυπουργίας του και που πάντως όλα φέρουν την προσωπική του σφραγίδα.

Θεωρώντας ως απαραίτητη προϋπόθεση για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας την ανάπτυξη της συγκοινωνίας, την οποία έβλεπε ως συνδυασμό πλήρους οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου, επεδίωξε την κατασκευή οδικών αρτηριών και σιδηροδρομικών γραμμών που να καλύπτουν όλη την επικράτεια. Ιδιαίτερα η κατασκευή του σιδηροδρομικού δικτύου αποτελούσε το μεγαλύτερο όραμά του και υπήρξε ένα από τα κυριότερα μελήματα όλων των κυβερνήσεών του. Τονίζοντας ο ίδιος τη σημασία του έργου ονόμασε τη Βουλή της περιόδου 1887-1890 «Σιδηροδρομική Βουλή» για να εξάρει τις ιστορικές αποφάσεις της για τη θεμελίωση του δικτύου. Παράλληλα φρόντισε να κατασκευασθούν δρόμοι που θα ένωναν το εσωτερικό της χώρας με τους σιδηροδρομικούς σταθμούς.

Όταν ανέλαβε την εξουσία ο Τρικούπης το οδικό δίκτυο ήταν ελλειπέστατο και το σιδηροδρομικό ανύπαρκτο. Υπήρχε μόνο μία σιδηροδρομική γραμμή που ένωνε την Αθήνα με τον Πειραιά, μήκους 8,5 χιλιομέτρων. Το οδικό δίκτυο δεν κάλυπτε ούτε καν 2.000 χιλιόμετρα: σε όλη τη χώρα υπήρχαν 1.771 χιλιόμετρα εθνικών, επαρχιακών και δημοτικών δρόμων και από αυτά, τα 677 βρίσκονταν στα Επτάνησα, κατασκευασμένα κυρίως επί αγγλοκρατίας.[2]

 

Πολιτικός χάρτης της Ελλάδας, 1832-1923.

 

Στις ορεινές περιοχές δεν υπήρχαν ούτε επαρχιακοί ούτε δημοτικοί δρόμοι, ενώ οι χείμαρροι και οι μικροί ποταμοί παρέμεναν αγεφύρωτοι, καθιστώντας προβληματική κάθε μετακίνηση. Τον χειμώνα ορισμένα ορεινά περάσματα ήταν τόσο δυσδιάβατα που δυσκολεύονταν να περάσουν όχι μόνο οι άμαξες αλλά και τα ίδια τα ζώα. Οι αγωγιάτες αναγκάζονταν να στρώνουν τις κάπες τους στο έδαφος για να διευκολύνουν τη διέλευση των αλόγων και των ημιόνων που κινδύνευαν αλλοιώς να τραυματισθούν.

Χώρα ναυτική η Ελλάδα, με εκτεταμένες ακτές και πολλά νησιά, βασιζόταν από παλιά στην ακτοπλοϊκή συγκοινωνία που εξυπηρετούσε το μεγαλύτερο μέρος των εμπορικών μεταφορών. Δεν είναι τυχαίο ότι τα πρώτα οδικά έργα που έγιναν αποσκοπούσαν στη σύνδεση των λιμανιών με την ενδοχώρα τους. Στη διευκόλυνση της ακτοπλοΐας αποσκοπούσε και το μεγάλο έργο της διάνοιξης του Ισθμού. Μέχρι να τελειώσει, τα πλοία που συνέδεαν τον Πειραιά με την Πάτρα, την Ήπειρο και τα Επτάνησα υποχρεωτικά έπρεπε να κάνουν τον περίπλου της Πελοποννήσου και να αντιμετωπίσουν τις ταραγμένες θάλασσές της. Το ταξίδι από τον Πειραιά στην Καλαμάτα διαρκούσε μία ημέρα και στην Πάτρα δύο, για την ακρίβεια 60 ώρες με τις στάσεις σε όλα τα λιμάνια της Πελοποννήσου.

 

Ένα από τα σχέδια κατασκευής του Διώρυγας της Κορίνθου (1883). Πηγή: Archives historiques BNP Paribas.

 

Χάρτης του Ισθμού της Κορίνθου.

 

Από την κατασκευή της Διώρυγας της Κορίνθου. Πηγή: Archives historiques BNP Paribas.

 

Σε αντίθεση με τις θαλάσσιες αποστάσεις που μετριώνταν σε ναυτικά μίλια, οι αποστάσεις στη ξηρά για πολλά χρόνια εξακολουθούσαν να μετριώνται σε ώρες πορείας και όχι σε χιλιόμετρα. Ακόμη και στα νεώτερα χρόνια είχε μείνει η έκφραση «ένα τσιγάρο δρόμος». Στα τέλη του 19ου αιώνα για να φθάσουν άνθρωποι και εμπορεύματα από την μία πόλη στην άλλη χρειάζονταν μέρες ολόκληρες. Η δυσκολία αυτή των συγκοινωνιών δεν είχε αντίκτυπο μόνο στη διενέργεια του εμπορίου αλλά και στην ασφάλεια των μετακινήσεων, καθώς ευνοούσε την εξάπλωση της ληστείας. Η κατασκευή του τρικουπικού οδικού δικτύου, σε συνδυασμό μάλιστα με το σιδηροδρομικό δίκτυο, συντόμευσε σημαντικά τον απαιτούμενο χρόνο των μετακινήσεων, που βέβαια για τα σημερινά δεδομένα παρέμενε ασύγκριτα μακρύς. Χαρακτηριστικός είναι ο πίνακας με τις αποστάσεις των διαφόρων πόλεων από την Αθήνα που δημοσιεύθηκε το 1885, μετά την κατασκευή αρκετά μεγάλου μέρους του τρικουπικού οδικού δικτύου:[3]

 

 

Το Μεσολόγγι απείχε από την Αθήνα 54 ώρες. Για να πάει δηλαδή ο Τρικούπης από την Αθήνα στην πατρίδα του ήθελε τρείς ημέρες: δύο για να φθάσει στην Πάτρα με το πλοίο και άλλη μία από την Πάτρα μέχρι εκεί. Για να φθάσει κανείς από το ένα άκρο της χώρας στο άλλο, από την Καλαμάτα, ας πούμε, στον Βόλο, χρειαζόταν θεωρητικά 4-5 μέρες συνεχούς ταξιδιού, στην πραγματικότητα όμως ταξίδευε περίπου δύο εβδομάδες. Η απόσταση ήταν 104 ώρες, αλλά οι αγωγιάτες δεν ταξίδευαν πάνω από οκτώ ώρες την ημέρα, γιατί τόσο άντεχαν τα ζώα τους.

 

Ο ισθμός της Κορίνθου. Στερεοσκοπική φωτογραφία, περ. 1895.

 

Ακόμη και στην περιοχή της πρωτεύουσας η κατάσταση, όπως περιγράφεται την ίδια εποχή, δεν ήταν καλλίτερη: από την Αθήνα μέχρι την Κηφισιά χρειαζόταν κανείς 2½ ώρες, μέχρι την Μονή Πεντέλης 3½  ώρες και μέχρι τον Μαραθώνα στην καλλίτερη περίπτωση 4½ και στη χειρότερη 7, ενώ ο δρόμος προς το Σούνιο, όταν ανέλαβε ο Τρικούπης την εξουσία, στο μεγαλύτερο μέρος του δεν ήταν παρά ένα φαρδύ μονοπάτι.[4]

 

Τα εγκαίνια της Διώρυγας της Κορίνθου. Πίνακας του Κων. Βολανάκη.

 

Το 1882 βρίσκονταν υπό κατασκευή αρκετά έργα που είχαν δημοπρατηθεί κατά την προηγούμενη εξαετία (1876-1881). Η κυβέρνηση Τρικούπη επιτάχυνε το χρονοδιάγραμμα κατασκευής τους και, καλώντας μια αποστολή γάλλων μηχανικών, μελέτησε και δημοπράτησε πληθώρα νέων έργων – δρόμους, γέφυρες και λιμάνια. Μέσα σε δέκα χρόνια, αυξάνοντας σημαντικά την ετήσια κρατική δαπάνη για την οδοποιία, υπερτριπλασίασε το οδικό δίκτυο της παλαιάς Ελλάδας (εκτός Επτανήσου) κατασκευάζοντας 2.600 χιλιόμετρα εθνικών, επαρχιακών και δημοτικών δρόμων κόστους 33 εκατομμυρίων δραχμών και 65 μεμονωμένες γέφυρες. Συγχρόνως αναφέρεται ότι υπήρχαν άλλα 600 χιλιόμετρα οδών υπό κατασκευή.[5]

 

Το οδικό δίκτυο το 1870 και το 1892. Δημοσιεύεται στο: Λύντια Τρίχα «Χαρίλαος Τρικούπης – Μια Βιογραφική Περιήγηση», εκδόσεις «Καπόν», 2009.

 

Παράλληλα με τα έργα οδοποιίας και στο πλαίσιο του προγράμματος ανάπτυξης των συγκοινωνιών, ασχολήθηκε και με τη μελέτη, τον σχεδιασμό και την κατασκευή λιμενικών έργων καθώς και με την αναδιοργάνωση της υπηρεσίας Φάρων και Φανών. Η ειδική επιτροπή φάρων που ιδρύθηκε το 1887 συνέταξε και παρέδωσε δύο χρόνια αργότερα τον πρώτο ολοκληρωμένο προγραμματισμό ανάπτυξης του φαρικού δικτύου. Πέρα των 43 υφισταμένων φάρων η επιτροπή πρότεινε την ανέγερση άλλων 73. Το 1893 αναφέρεται η λειτουργία 69 φάρων, ενώ άλλοι 55 ήσαν υπό κατασκευή.[6]

 

Ο φάρος της Σαπιέντζας, ανοιχτά της Μεθώνης, που ιδρύθηκε το 1885. Εδώ, οι αξιωματικοί του πλοίου ανεφοδιασμού φωτογραφίζονται με τους φαροφύλακες και τις οικογένειές τους. Δημοσιεύεται στο: Λύντια Τρίχα «Χαρίλαος Τρικούπης – Μια Βιογραφική Περιήγηση», εκδόσεις «Καπόν», 2009.

 

Δύο από τα νέα θωρηκτά που παρήγγειλε ο Τρικούπης. Κατέπλευσαν στον Πειραιά μετά την πτώση της κυβέρνησής του.

 

Δύο από τα νέα θωρηκτά που παρήγγειλε ο Τρικούπης. Κατέπλευσαν στον Πειραιά μετά την πτώση της κυβέρνησής του.

 

Συγχρόνως έγινε μεγάλη προσπάθεια και για τη συντήρηση του οδικού δικτύου. Όπως φαίνεται από τις εκθέσεις του υπουργείου Εσωτερικών η αναλογία των δαπανών επισκευής και συντήρησης του δικτύου και των δαπανών κατασκευής νέων δρόμων ήταν 1 προς 3.[7] Συγκρίνοντας τη σχέση αυτή με τα σημερινά δεδομένα διαπιστώνουμε ότι τότε διετίθετο για τη συντήρηση των δρόμων ποσό, αναλογικά πολύ μεγαλύτερο από αυτό που διατίθεται σήμερα.

Κατά την ίδια αυτή δεκαετία, από το 1882 μέχρι το 1893, θεμελιώθηκε και το σιδηροδρομικό δίκτυο, με την κατασκευή σχεδόν 1.000 χιλιομέτρων στην Πελοπόννησο, τη Θεσσαλία, την Αττική και την Αιτωλοακαρνανία.[8] Το 1882 υπογράφηκαν οι συμβάσεις για την κατασκευή των σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, Θεσσαλίας και Λαυρίου, συνολικού μήκους 700 χιλιομέτρων, ενώ η γαλλική αποστολή μηχανικών μελέτησε τη γραμμή Αθηνών-Λαρίσης, χωρίς να προχωρήσει η ανάθεσή της.

 

Χάρτης με τις σιδηροδρομικές γραμμές που σχεδιάστηκε το 1882. Από το εικονιζόμενο εδώ δίκτυο κατασκευάστηκε το μεγαλύτερο μέρος του, περισσότερα από 900 χιλιόμετρα.Δημοσιεύεται στο: Λύντια Τρίχα «Χαρίλαος Τρικούπης – Μια Βιογραφική Περιήγηση», εκδόσεις «Καπόν», 2009.

 

Εφ’ όσον επιδιωκόταν η κατασκευή όσο το δυνατόν περισσοτέρων χιλιομέτρων μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα και με σχετικά περιορισμένους οικονομικούς πόρους, φυσικό ήταν να επιλεγούν οι στενοί σιδηρόδρομοι του ενός μέτρου, που ήταν λιγότερο δαπανηροί. Σε σχέση με τους ευρύτερους των ευρωπαϊκών προδιαγραφών μειονεκτούσαν βέβαια, γιατί επέτρεπαν την ανάπτυξη μικρότερης ταχύτητας, για τα ελληνικά όμως δεδομένα τα πλεονεκτήματά τους υπερτερούσαν.

 

Διαχρονική εξέλιξη του Σιδηροδρομικού δικτύου στην Ελλάδα, 1869-1909.

 

Πρέπει να σημειωθεί ότι η πρώτη συζήτηση περί κατασκευής σιδηροδρόμων είχε γίνει ήδη το 1835, όταν έλληνες και ξένοι επιχειρηματίες πρότειναν στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος την κατασκευή του σιδηροδρόμου Αθηνών-Πειραιώς, πριν ακόμη κατασκευασθεί η αντίστοιχη αμαξιτή οδός. Η γραμμή αυτή ήταν πράγματι η πρώτη που κατασκευάσθηκε, είκοσι χρόνια όμως αργότερα. Έκτοτε και μέχρι τον Τρικούπη, υπήρχε ένα συνεχές ενδιαφέρον κεφαλαιούχων για επενδύσεις σε σιδηροδρομικές γραμμές, που δεν ευδοκίμησε μεν, καλλιέργησε όμως το έδαφος και προετοίμασε την πολιτική βούληση.

 

Η σιδηροδρομική γέφυρα του Ισθμού της Κορίνθου. Κάρτ ποστάλ της εποχής.

 

Με τα χρόνια ο ελληνικός σιδηρόδρομος είχε αρχίσει να διαμορφώνεται και ως κοινωνικό οικονομικό αίτημα των κατοίκων, με έντονο τοπικό και γεωργικό χαρακτήρα. Η αύξηση της παραγωγής και της εξαγωγής της σταφίδας δημιούργησε την ανάγκη συγκοινωνιακής υποδομής στη δυτική Πελοπόννησο για τη μεταφορά της, ενώ αντίστοιχες ανάγκες θα εμφανισθούν μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας για τη διαμετακόμιση της μεγάλης σιτοπαραγωγής. Η ανάπτυξη της συγκοινωνίας με δρόμους και κυρίως με σιδηροδρόμους αναμενόταν να επιδράσει ευνοϊκά στην εθνική οικονομία, αφενός μεν διευκολύνοντας τη μεταφορά των προϊόντων και το εμπόριο, αφετέρου δε αυξάνοντας την παραγωγή και την κατανάλωση. Η επιθυμία να έρθει το τραίνο στην Ελλάδα ήταν γενική, χωρίς όμως τη χαρισματική προσωπικότητα του Τρικούπη θα ήταν πολύ δύσκολο να υλοποιηθεί το σιδηροδρομικό όραμα, που δικαίως έχει συνδεθεί άμεσα με το όνομά του.

 

Η νέα γέφυρα του Ευρίπου, γύρω στο 1895. Δημοσιεύεται στο: Λύντια Τρίχα «Χαρίλαος Τρικούπης – Μια Βιογραφική Περιήγηση», εκδόσεις «Καπόν», 2009.

 

Τα τρία μεγάλα έργα της εποχής, η διάνοιξη του Ισθμού της Κορίνθου, η αποξήρανση της Κωπαΐδας και η κατασκευή των σιδηροδρόμων, μετά από πολλές συζητήσεις, αμφιβολίες, παλινδρομήσεις και επανεξετάσεις, ανατέθηκαν με το σύστημα της αυτοχρηματοδότησης. Η εκμετάλλευση κάθε έργου παραχωρήθηκε για 99 χρόνια στην αντίστοιχη κατασκευάστρια εταιρεία, η οποία ανέλαβε την υποχρέωση να το χρηματοδοτήσει η ίδια. Μόνο στην περίπτωση των σιδηροδρόμων υπήρχε συμμετοχή και του κράτους.

 

Φωτογραφία του Τρικούπη στις αρχές της δεκαετίας του 1880, κολλάζ της αδελφής του. Δημοσιεύεται στο: Λύντια Τρίχα «Χαρίλαος Τρικούπης – Μια Βιογραφική Περιήγηση», εκδόσεις «Καπόν», 2009.

 

Η Ελλάδα είχε γίνει ένα μεγάλο εργοτάξιο. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα έργα του Ισθμού και των σιδηροδρόμων απασχολούνταν τόσοι εργάτες, ώστε το γεγονός αυτό προβλήθηκε στη Βουλή ως λόγος ματαίωσης άλλων δημοσίων έργων, καθώς θεωρητικά είχε απορροφηθεί πλέον όλο το εργατικό δυναμικό της χώρας.[9] Στον Ισθμό, μόνο, το 1883 αναφέρονται 1.800 εργαζόμενοι και το 1893 περίπου 2.700, αριθμός πρωτοφανής για τα ελληνικά δεδομένα. Ας σημειωθεί δε ότι είχαν προσληφθεί και πολλοί ξένοι εργάτες για να καλυφθούν οι ελλείψεις.[10]

 

Μετοχές του Σιδηρόδρομου Θεσσαλίας, των Σιδηροδρόμων Πειραιώς – Αθηνών – Πελοποννήσου, και των γαλλικών εταιρειών της Διώρυγας της Κορίνθου και της λίμνης Κωπαΐδας. Δημοσιεύεται στο: Λύντια Τρίχα «Χαρίλαος Τρικούπης – Μια Βιογραφική Περιήγηση», εκδόσεις «Καπόν», 2009.

 

Οι πρώτες σιδηροδρομικές γραμμές παραδόθηκαν στην κυκλοφορία σταδιακά από το 1883 μέχρι το 1890, αλλάζοντας την εικόνα της Ελλάδας. «Το ταξίδι στην Ελλάδα δεν αποτελεί πλέον εξαιρετικό προνόμιο των λίγων εκλεκτών της τύχης», έγραφε το 1889 ένας γνωστός αγγλικός τουριστικός οδηγός. «Η Αθήνα χάρις στους σύγχρονους σιδηροδρόμους και τα ατμόπλοια δεν απέχει παρά μόνο τέσσερις ημέρες από το Λονδίνο. Από την Πάτρα ο νέος σιδηρόδρομος σας μεταφέρει σε 4 ½ ώρες στην Κόρινθο και σε 9 στην Αθήνα».[11]

Αν και ορισμένοι ξένοι εξέφραζαν τη απορία τους για την επιλογή των στενών γραμμών και της χαμηλής συνεπώς ταχύτητας, ονομάζοντας τον ελληνικό σιδηρόδρομο «τράμ με ατμό»[12], οι Έλληνες ήσαν ενθουσιασμένοι με το τραίνο τους και τα πρώτα χρόνια οι συρμοί σταματούσαν συχνά σε ωραία τοπία ή πάνω στις γέφυρες για να απαθανατισθούν επιβάτες και σιδηροδρομικοί υπάλληλοι σε φωτογραφίες που εν συνεχεία κυκλοφορούσαν ως καρτ ποστάλ.

 

Τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας τους, τα τραίνα σταματούσαν συχνά σε διάφορες τοποθεσίες, και οι επιβάτες, ο μηχανοδηγός και το υπόλοιπο προσωπικό κατέβαιναν για να τραβήξουν μια αναμνηστική φωτογραφία.

 

Τα πρώτα αποτελέσματα από τη λειτουργία των σιδηροδρόμων δεν ήσαν ωστόσο αντίστοιχα των προσδοκιών του Τρικούπη, κυρίως λόγω της μειωμένης – σε σχέση με την αναμενόμενη – οικονομικής απόδοσης του θεσσαλικού κάμπου. Ο θαλάσσιος όμως αποκλεισμός της Ελλάδας από τις Μεγάλες Δυνάμεις το 1886 έδειξε σαφέστατα τη στρατηγική σημασία των χερσαίων μεταφορών. Έτσι ο Τρικούπης στην επόμενη πρωθυπουργία του (1886-1890) θα υπογράψει συμβάσεις για άλλα 1.100 χιλιόμετρα: τη διεθνών προδιαγραφών γραμμή Αθηνών-Λαρίσης – Συνόρων, το υπόλοιπο σύμπλεγμα Πελοποννήσου και τη γραμμή Αιτωλοακαρνανίας. Αυτή τη φορά το κράτος ανέλαβε το κόστος της κατασκευής του μεγαλύτερου μέρους των γραμμών. Οι συνθήκες όμως δεν διαμορφώθηκαν ακριβώς όπως τις είχε υπολογίσει ο Τρικούπης: η συμμετοχή και η επιβάρυνση του κράτους υπήρξε μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη, τα αναγκαία δάνεια συνήφθησαν με δυσμενέστερους όρους, και τα έργα καθυστέρησαν υπερβολικά. Έτσι το 1893, όταν πτώχευσε η Ελλάδα, από τα νέα 1.100 χιλιόμετρα είχαν κατασκευασθεί μόνο τα 213.

Θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι από όλα τα έργα που κατασκευάσθηκαν επί Τρικούπη, παρόλον ότι το σιδηροδρομικό δίκτυο προκάλεσε τη μεγαλύτερη επιβάρυνση στο κράτος, εκείνο το οποίο αποτέλεσε μόνιμο θέμα πολιτικής διαμάχης στην ελληνική Βουλή, σε όλα τα στάδια αποπεράτωσής του, ήταν το έργο της αποξήρανσης της Κωπαΐδας, παρά το ότι με την ολοκλήρωσή του η Ελλάδα θα αποκτούσε ειρηνικά μία εύφορη επαρχία.

 

Φωτογραφία από την αποξήρανση της λίμνης Κωπαΐδας. Δημοσιεύεται στο: Λύντια Τρίχα «Χαρίλαος Τρικούπης – Μια Βιογραφική Περιήγηση», εκδόσεις «Καπόν», 2009.

 

Φωτογραφία από την αποξήρανση της λίμνης Κωπαΐδας. Δημοσιεύεται στο: Λύντια Τρίχα «Χαρίλαος Τρικούπης – Μια Βιογραφική Περιήγηση», εκδόσεις «Καπόν», 2009.

 

Ενώ οι επαρχιακές πόλεις αποκτούσαν δρόμους και σιδηροδρόμους, η πρωτεύουσα άλλαζε μορφή με την ανέγερση όχι μόνο ωραίων κατοικιών αλλά και σημαντικών δημοσίων κτιρίων. Στη δεκαετία του 1890 η Αθήνα μπορούσε πια να υπερηφανευθεί για πολλά και ωραία δημόσια οικοδομήματα, τα περισσότερα από τα οποία αναγέρθηκαν με δωρεές εθνικών ευεργετών βάσει σχεδίων του Θεόφιλου Χάνσεν και του Ερνέστου Τσίλλερ και υπό την επίβλεψη του τελευταίου: Η Ακαδημία, η Βιβλιοθήκη, η Σχολή Ευελπίδων, το Αρχαιολογικό Μουσείο, το νοσοκομείο Ευαγγελισμός, το Χημείο του Πανεπιστημίου, το Ζάππειο Μέγαρο κ.ά.

 

Το Αρχαιολογικό Μουσείο άρχισε να κτίζεται το 1866, με δωρεά του Δημητρίου Βερναρδάκη σε οικόπεδο που δώρισε η Ελένη Τοσίτσα. Το 1888 ο Τρικούπης αποφάσισε τη αποπεράτωσή του με έξοδα του δημόσιου και το έργο ανέλαβε ο Ερνέστος Τσίλλερ, που τροποποίησε τα προηγούμενα σχέδια. Δημοσιεύεται στο: Λύντια Τρίχα «Χαρίλαος Τρικούπης – Μια Βιογραφική Περιήγηση», εκδόσεις «Καπόν», 2009.

 

Το μέγαρο του Χημείου του Πανεπιστημίου σχεδιάστηκε το 1887, επί Τρικούπη. Υδατογραφία του Ερνέστου Τσίλλερ. Δημοσιεύεται στο: Λύντια Τρίχα «Χαρίλαος Τρικούπης – Μια Βιογραφική Περιήγηση», εκδόσεις «Καπόν», 2009.

 

Συγχρόνως έκανε δειλά τα πρώτα βήματά του το ελληνικό τηλέφωνο: πρώτη σύνδεση, τα ανάκτορα της Αθήνας με το Τατόι και τα διάφορα υπουργεία· ακολούθησε η σύνδεση των σιδηροδρομικών σταθμών της γραμμής Αθηνών Πειραιώς μεταξύ τους και του εργοταξίου του Ισθμού με τα γραφεία της κατασκευάστριας εταιρείας.[13] Η εικόνα της Ελλάδας μετά από τη δεκαετή περίπου διακυβέρνηση Τρικούπη είχε αλλάξει σημαντικά.

Τελειώνοντας θα ήθελα να σχολιάσω τον οραματισμό του Τρικούπη, που έχοντας παραλάβει ένα κράτος χωρίς σχεδόν δρόμους μπορούσε να βλέπει τόσο μακριά ώστε το 1889 να αναφερθεί στη Βουλή στην ενδεχόμενη γεφύρωση του στενού Ρίου Αντιρρίου. Σε μια Ελλάδα που δεν έφθανε πέρα από τη Θεσσαλία, που οι μισοί σχεδόν ενήλικοι κάτοικοί της ήταν αγράμματοι, και που μόλις αποκτούσε ένα αξιοπρεπές αλλά περιορισμένο οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο, αυτός τολμούσε να οραματισθεί ένα παρόμοιο έργο και να το θεωρήσει ως πιθανό και υλοποιήσιμο, έστω και αν όχι ως πρώτης προτεραιότητας![14]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Émile Burnouf, «La Grèce en 1886», π. Revue des Deux Mondes, τ. 79, Παρίσι 1887, σ. 550.

[2] Αρχείο Χαρίλαου Τρικούπη, ΑΧΤ 18/035/01 Δημόσια εν γένει έργα της Ελλάδος, χειρόγραφο υπόμνημα [1885]・ πρβλ. Κ. Τσουκαλάς, «Η ανορθωτική προσπάθεια του Χαρίλαου Τρικούπη», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Αθήνα 1977, τ. ΙΔ΄, σ. 50, όπου αναφέρονται 1.360 χιλ. εκ των οποίων τα 2/3 στα Επτάνησα.

[3] Πηγή: Ι. Νουχάκης, Νέος Χωρογραφικός Πίναξ, Αθήνα 1885, ως παράρτημα «Πίναξ Ι: Της εις ώρας σχετικής απ’ αλλήλων αποστάσεως των πρωτευουσών των επαρχιών του Βασιλείου της Ελλάδος».

[4] Αγνή Σμιθ, Βλέμματα επί του ελληνικού βίου και της ελληνικής τοπιογραφίας, μετάφραση ανωνύμου, Λειψία 1885, σ. 44 και 54・ Ι. Νουχάκης, ό.π., σ. 5-6.

[5] Ο Α. Σιμόπουλος αναφέρει κόστος 41 εκ. δρχ., όπως στο Α. Ανδρεάδης, Έργα, τ. ΙΙ, Αθήνα 1939, σ. 385・ πρβλ. π. Δελτίον της Εστίας, 23.9.1890.

[6] Γ. Παπαγεωργίου, Ελληνικοί Πέτρινοι Φάροι, Αθήνα 1996, σ. 49-50.

[7] «Ελληνική Οδοποιία», π. Οικονομική Επιθεώρησις, τ. 13, Αθήνα 1889, σ. 79・ Παράρτημα Εφημερίδος Συζητήσεων της Βουλής, ΙΒ΄Α΄, 1891, αρ. 213, σ. 271.

[8] Για τους σιδηροδρόμους βλ. Σ. Κορώνης, Ελληνικοί σιδηρόδρομοι και σιδηροδρομική πολιτική, Αθήνα 1914・ Α. Μάτσας, Το κράτος και οι σιδηρόδρομοι εν Ελλάδι, Αθήνα 1922・ Ν. Σ. Κτενιάδης, Οι πρώτοι ελληνικοί σιδηρόδρομοι. Πρωτότυπος ιστορική μελέτη, Αθήνα 1936・ Λ. Παπαγιαννάκης, Οι ελληνικοί σιδηρόδρομοι (1882-1910). Γεωπολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές διαστάσεις, Αθήνα 1982・Σύλλογος Φίλων του Σιδηροδρόμου, Οι ελληνικοί σιδηρόδρομοι. Η διαδρομή τους από το 1869 έως σήμερα, Αθήνα [1997].

[9] Εφημερίς Συζητήσεων της Βουλής, Θ΄Α΄ 65/7.5.1882, σ. 677.

[10] π. Οικονομική Επιθεώρησις, τ.11, 1883-1884, σ. 213-215・ ημερολόγιο Πανελλήνιος Σύντροφος 1893, σ. 370.

[11] Κ. Baedeker, Greece. Handbook for Travellers, Λειψία/Λονδίνο 1889, σ. xi, xiii.

[12] Emile Burnouf, ό.π., σ. 567.

[13] π. Δελτίον της Εστίας,16.5.1882.

[14] Εφημερίς Συζητήσεων της Βουλής, ΙΑ΄ έκτ. 22/29.3.1889, σ. 277.

 

Λύντια Τρίχα

Δικηγόρος – Ιστορικός

Συνέδριο: «170 χρόνια πολυτεχνείο – Οι μηχανικοί και η τεχνολογία στην Ελλάδα», τόμος α’. Επιστημονική επιμέλεια: Μ. Ασημακόπουλος, Γ. Καλογήρου, Ν. Μπελαβίλας, Θ. Π. τάσιος. Πολυτεχνειούπολη ζωγράφου, 4 & 5 Μαρτίου 2009. Πρακτικά – Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνίο, Αθήνα, 2012.

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

 

 

Read Full Post »

Ναύπλιο 1841. Το χαρακτικό σχεδιάστηκε από το βρετανό,  William Henry Bartlett (Γουίλιαμ Χένρι Μπάρλετ 1809-1854) και χαράχθηκε από τον W. Floyd.

 

Ναύπλιο – Χαρακτικό σε σχέδιο του W. H. Bartlett, 1841.

 

Όπως γράφει η λεζάντα, το χαρακτικό σχεδιάστηκε από τον W. H. Bartlett και χαράχθηκε από τον W. Floyd. Το βρίσκουμε για πρώτη φορά στο βιβλίο «The shores and islands of the Mediterranean» (Οι ακτές και τα νησιά της Μεσογείου) του εκδοτικού οίκου Fisher, Son & Co (1841) με συνοδευτικό κείμενο του G. N. Wright.

Ο Wright αναφέρεται στο Ναύπλιο ως Napoli di Romania όπως ήταν το όνομά του υπό ενετική κυριαρχία. Στην εικόνα διακρίνονται τα ενετικά θαλάσσια τείχη της πόλης και τα δύο φρούρια, η Ακροναυπλιά και το Παλαμήδι.

 Τα θαλάσσια τείχη γκρεμίστηκαν το 1867 και τα υπόλοιπα τείχη της Κάτω Πόλης το 1894-1897 με εξαίρεση αρχικά την Πύλη της Ξηράς που είχε στην επίστεψη τον ενετικό λέοντα. Τελικά κατεδαφίστηκε κι αυτή ενώ σήμερα είναι ανακατασκευασμένη. Το Ναύπλιο ήταν πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους μέχρι το 1834. Ο Wright γράφει στο συνοδευτικό κείμενο ότι εκείνη την εποχή αριθμούσε 10000 κατοίκους.

 

 

Read Full Post »

Ένας Κωνσταντινουπολίτης μεταξύ Ανατολής και Δύσης: To Esquisses de Moeurs Turques aux XIXe siècle (1827) του Γρηγορίου Παλαιολόγου (Ιδεολογικές κατευθύνσεις και διακειμενικές προεκτάσεις)* – Πέρσα Αποστολή


 

 Η ανακοίνωση διερευνά ποικίλες πτυχές της ενδιαφέρουσας «πραγματείας» (Φαρίνου) ή «δοκίμιου» (Tonnet) του Γρ. Παλαιολόγου, Esquisses de Mœurs Turques aux xixe siècle (1827), [Σκίτσα τουρκικών εθίμων τον 19ο αιώνα], όπου περιγράφονται όψεις του δημόσιου και ιδιωτικού βίου των Οθωμανών.

******

Ο Γρηγόριος Παλαιολόγος (1793 – 1844), άφησε ανεξίτηλη την παρουσία του στην ευρύτερη περιοχή του Άργους. Αποτελεί μία από τις πλέον εξέχουσες προσωπικότητες της Καποδιστριακής περιόδου και των πρώτων ετών της βασιλείας του Όθωνος. Γεωπόνος, γεωργοοικονομολόγος, οικονομολόγος, αλλά και λογοτέχνης, εκδότης περιοδικού, συνέβαλε από τη θέση του και με τις δυνάμεις του στην προαγωγή της γεωργικής οικονομίας της χώρας.

Γεννημένος στα τέλη του 18ου αιώνα – πιθανόν το 1793 – στην Κωνσταντινούπολη, μεγάλωσε στη Βλαχία, αφού ο πατέρας του διετέλεσε επιτετραμμένος του ηγεμόνα της Βλαχίας στην Οθωμανική Πύλη, σπούδασε στην Πατριαρχική Ακαδημία και στη συνέχεια με δαπάνες της «Φιλελληνικής Εταιρείας των Παρισίων» παρακολούθησε θεωρητικά και πρακτικά μαθήματα Γεωπονικής στην Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία και Ελβετία. Τις χώρες αυτές φαίνεται ότι τις γνώρισε πραγματικά, όπως μαρτυρείται από το έργον του «Πολυπαθής». Το γεγονός ότι οι νέοι της εποχής του Παλαιολόγου ακολουθούσαν συνήθως σπουδές Ιατρικής και Νομικής, ενώ αυτός ακολούθησε σπουδές Γεωπονικής, αποδεικνύουν μία διαφορετική, ξεχωριστή προσωπικότητα. Στην Αγγλία μεταβαίνει για να εξασφαλίσει τη μεσολάβηση της αγγλικής κυβερνήσεως για να του αποδοθούν κάποια κτήματά του στη Βλαχία, γεγονός που θα του έδινε την οικονομική δυνατότητα να τελειοποιήσει τις γνώσεις του στην αγγλική γλώσσα και να παρακολουθήσει μαθήματα «πολιτικής». Οι προσπάθειες του αυτές δεν τελεσφόρησαν, προσπάθησε να διδάξει έναντι αμοιβής την ελληνική στο Cambridge, χωρίς όμως σημαντικά αποτελέσματα, και τελικά μετέφρασε στην αγγλική το θεατρικό έργο του Ν.Σ. Πίκκολου, «Ο θάνατος του Δημοσθένους», έργο που έχει ως σκοπό να ευαισθητοποιήσει τη συνείδηση των Άγγλων ουμανιστών απέναντι στην ελληνική υπόθεση.

Το 1827 δηλώνει στον πρόλογο του βιβλίου του «Esquisses de moeures turques de XIXe siècle», τυπωμένου στο Παρίσι, ότι έχει περατώσει τις σπουδές του και ετοιμάζεται να αναχωρήσει. Όμως, η αναχώρησή του δεν πραγματοποιήθηκε, επειδή τα δύο επόμενα έτη τον συναντούμε ακόμα στη Γαλλία ως υπότροφο της «Societe Philanthropique en faveur des Grecs» στο Παρίσι και είναι ένας από τους σπουδαστές για τον οποίο γίνονται θερμές συστάσεις προς τον Καποδίστρια, ο οποίος είχε ενδιαφερθεί για νέους που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στην ανασυγκρότηση της Ελλάδος.

Το 1828 εκδίδει με δαπάνες της «Φιλελληνικής Εταιρείας» το έργον του με τίτλο «Ερμηνεία της καλλιέργειας του γεωμήλου» (Paris: F. Didot). Ο ίδιος ο Παλαιολόγος ομολογεί ότι όσα γράφει για το φυτό, αποτελούν γνώσεις που τις απέκτησε από την μελέτη των καλυτέρων συγγραφέων για το ίδιο θέμα, η διετής διατριβή του σε ένα από τα πλέον γνωστά Γεωργικά Καταστήματα της Ευρώπης, του Ροβελίου, καθώς και το γεγονός ότι γνώρισε την καλλιέργεια του γεωμήλου στην Αγγλία και Γερμανία.

Τον επόμενο χρόνο, το 1829, ολοκληρώνει τις γεωπονικές του σπουδές και επιστρέφει στην Ελλάδα, έτοιμος να προσφέρει στην ανασύνταξη του νεοτεύκτου ελληνικού κράτους. Η οποιαδήποτε συνεισφορά του ως Διευθυντού του Αγροκηπίου της Τίρυνθος πρέπει να αποτιμηθεί μέσα στα πλαίσια της γεωργικής πολιτικής του Καποδίστρια.  [Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού].

 

Το 1827 η Ελληνική Επανάσταση βρίσκεται σε μια κρίσιμη φάση της πορείας της: Έχουν προηγηθεί δύο εμφύλιοι, πόλεμοι, ενώ σημαντικά εδάφη τόσο της Πελοποννήσου όσο και της Στερεάς Ελλάδας έχουν απολεσθεί, εξαιτίας των συντονισμένων ενεργειών Τούρκων και Αιγυπτίων.

Την ίδια περίοδο έχει αρχίσει σταδιακά να κάμπτεται η αρνητική στάση των περισσότερων Ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και παράλληλα αναπτύσσεται κλίμα έντονης φιλελληνικής δράσης. Σε αυτό συμβάλλουν αφενός μεν οι επαναστατικές διακηρύξεις ελλήνων στρατιωτικών και πολιτικών ηγετών που μεταφράζονται και κυκλοφορούν διεθνώς, και αφετέρου πλήθος βιβλίων, φυλλαδίων και μαχητικών άρθρων γραμμένων από Έλληνες λογίους της διασποράς, όπως ο Αδαμάντιος Κοραής, ο Κωνσταντίνος Μηνωίδης Μηνάς, ο Παναγιώτης Κοδρικάς και ο Κωνσταντίνος Πολυχρονιάδης, αλλά και από Ευρωπαίους λογοτέχνες, ανάμεσα στους οποίους ο Choiseul  – Gouffier, ο Chateaubriand, ο Byron και ο Pouqueville. [1]

Μέσα σε αυτό το φορτισμένο κλίμα και διαπνεόμενος από την ίδια πρόθεση να ενημερώσει την κοινή γνώμη για την κατάσταση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και να την επηρεάσει θετικά υπέρ των Ελλήνων, ο Κωνσταντινουπολίτης Γρηγόριος Παλαιολόγος εκδίδει το 1827 στο Παρίσι μια περιγραφή των Οθωμανικών ηθών, το γαλλόφωνο Esquisses de Moeurs Turques aux XIXe siècle, [Σκίτσα τουρκικών εθίμων τον 19ο αιώνα], με την οικονομική υποστήριξη του εκεί φιλελληνικού κομιτάτου. [2]

 

Esquisses de Moeurs Turques aux XIXe siècle, [Σκίτσα τουρκικών εθίμων τον 19ο αιώνα],

 

Τρία χρόνια νωρίτερα, είχε μεταφράσει στα αγγλικά τη διδακτική τραγωδία του Νικολάου Πίκκολου Ο θάνατος τον Δημοσθένους, την οποία και εξέδωσε στο Λονδίνο, και πάλι με την υποστήριξη των εκεί φιλελληνικών κύκλων. [3] Απευθυνόμενος τότε στον Φιλέλληνα αναγνώστη, που γνώριζε την Ελλάδα μόνο μέσα από τον αρχαίο πολιτισμό της, τον καλούσε να συμμεριστεί το δίκαιο του Αγώνα για τη δημιουργία ενός ελεύθερου και ανεξάρτητου κράτους. Αν αυτό το κράτος εξασφάλιζε τα εχέγγυα για μια σταθερή οικονομική ανάπτυξη, οι Έλληνες θα μπορούσαν κατά την άποψη του να αποκτήσουν και πάλι πνευματική καλλιέργεια αντάξια με εκείνη των αρχαίων προγόνων τους.[4]

Πατριωτικά είναι τα κίνητρα που προβάλλει ο Παλαιολόγος και στον πρόλογο του Esquisses de Mceurs Turques. [5] Εκεί εξομολογείται το ανεξόφλητο χρέος που αισθάνεται ότι έχει απέναντι στην πατρίδα, καθώς λόγω της «ασθενικής» – όπως αναφέρει – «κράσης» του δεν συμμετείχε στον απελευθερωτικό αγώνα (νίΐ). (Παρενθετικά να σημειωθεί εδώ ότι κατά την έκδοση του βιβλίου ο Παλαιολόγος φέρεται να έχει ήδη ολοκληρώσει τις σπουδές του (νίΐ), η παραμονή του όμως στην Ευρώπη παρατείνεται μέχρι τα τέλη περίπου του 1829).[6]

Προκειμένου να κάμψει τη δυσπιστία του δυτικού αναγνώστη, στον οποίο και απευθύνεται, ο συγγραφέας σπεύδει να τον διαβεβαιώσει για τον αμερόληπτο τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει τα Οθωμανικά ήθη (ix-x). Τονίζει δε με έμφαση πως τα όσα καταγράφει είναι έγκυρα και επαρκώς τεκμηριωμένα, καθώς κατά κύριο λόγο αποτελούν προϊόν αυτοψίας: επικαλείται το γεγονός ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη, ότι μιλάει την τουρκική γλώσσα και ότι λόγω της Φαναριώτικης καταγωγής του είχε τη δυνατότητα να έρθει σε επαφή με ντόπιους διαφορετικών τάξεων και διαφορετικών εθνοτήτων αποκομίζοντας έτσι από πρώτο χέρι γνώσεις ακόμα και για την ιδιωτική ζωή των Οθωμανών (vii-ix). Η παραπάνω διευκρίνιση αποτελεί έμμεση βολή κατά ορισμένων Ευρωπαίων περιηγητών που μετέφεραν μια αλλοιωμένη εικόνα για τον Οθωμανικό κόσμο, καθώς δεν ήταν επαρκώς εξοικειωμένοι με αυτόν. [7]

 

Oι Οθωμανοί χλευάζουν κι αποκαλούν

ανόητους τους Ευρωπαίους, επειδή

βάζουν τα κλάματα όταν αντικρίζουν

τον Βράχο της Ακρόπολης

 

Ο Παλαιολόγος υιοθετεί το ειδολογικά ανοιχτό σχήμα μιας «πραγματείας» (ο όρος «πραγματεία» είναι της Φαρίνου) ή ενός «δοκιμίου», κατά τον Tonnet, [8] σε μορφή διαλόγων, [9] τείνοντας με αυτόν τον τρόπο στις παρυφές της λογοτεχνίας. Πιο συγκεκριμένα, τo Esquisses de Moeurs Turques αποτελείται από 20 αυτόνομους διαλόγους, 20 διαφορετικές σκηνές, όπου κατά κύριο λόγο Οθωμανοί, προερχόμενοι από διαφορετικές επαγγελματικές και κοινωνικές τάξεις και από διαφορετικές γωνιές της Οθωμανικής επικράτειας, συζητούν για θέματα που συνδέονται με την ιδιωτική και τη δημόσια σφαίρα του βίου.

Ο συγγραφέας εξηγεί την επιλογή του διαλογικού σχήματος στον πρόλογο. Υποστηρίζει ότι με αυτόν τον τρόπο θέλησε να κινήσει την προσοχή του αναγνώστη και να αμβλύνει τα αισθήματα αγανάκτησης και περιφρόνησης που ενδεχομένως θα του προκαλούσαν τα όσα θα διάβαζε. [10] Πράγματι, η πολυφωνία και η ζωντάνια των διαλόγων, επιτείνουν όχι μόνο το αναγνωστικό ενδιαφέρον του κειμένου αλλά και τη δραστικότητά του. Όπως επισημαίνεται και σε επαινετική βιβλιοκρισία στο περιοδικό Oriental Herald, οι διάλογοι «ενεργοποιούν έναν αριθμό λεπτομερειών που, σε μια απλή εξιστόρηση, θα έμεναν αόριστες και απαρατήρητες ενώ και οι λίγες λέξεις ενός διαλόγου είναι ικανές να καταστήσουν κατανοητό αυτό που μια μακρά έκθεση μόνον ατελώς θα μπορούσε να σκιαγραφήσει».[11]

Επιπλέον, μέσω της χρήσης του διαλογικού σχήματος, δημιουργείται η ψευδαίσθηση μιας αδιαμεσολάβητης και ανεπηρέαστης μεταφοράς της γνώσης, καθώς το συγγραφικό υποκείμενο φαινομενικά αποσύρεται από το κυρίως κείμενο: Οι διάλογοι δεν τιτλοφορούνται, ούτε συνοδεύονται από εισαγωγικά σημειώματα· στην αρχή κάθε κεφαλαίου αναγράφονται μόνο επιγραμματικά και με ουδέτερο ύφος τα θέματα των συζητήσεων και τα πρόσωπα που συμμετέχουν σε αυτές, σε ορισμένες δε περιπτώσεις και ο τόπος· οι σημειώσεις, στις οποίες θα επανέλθουμε παρακάτω, μεταφέρονται σε ξεχωριστό τμήμα στο τέλος του βιβλίου. Εξαίρεση αποτελούν 1) κάποιες υποσελίδιες σημειώσεις, οι οποίες υποδηλώνονται με αστερίσκους και 2) οι γαλλικές αποδόσεις που συνοδεύουν εντός παρενθέσεως τις πολυάριθμες (γύρω στις διακόσιες) τουρκικές λέξεις.[12]

Πρόκειται όμως μόνο για μια προσεκτικά οικοδομημένη ψευδαίσθηση. Αν εστιάσει κανείς στις συγγραφικές στρατηγικές που υιοθετούνται, θα διαπιστώσει ότι ο Παλαιολόγος, ακόμα κι όταν δεν σχολιάζει, ευθέως, τοποθετείται απέναντι στην Ανατολή ποικιλοτρόπως:[13] μέσα από τα θέματα στα οποία επέλεξε να στρέψει την προσοχή του δυτικού αναγνώστη· μέσα από τον λόγο των προσώπων του που εκείνος κατασκεύασε, ώστε να μεταφέρει όχι μόνο τις θέσεις των Οθωμανών αλλά και τον αντίλογο της Δύσης ή την οπτική του συγγραφέα·[14] μέσα από τις καρικατουρίστικες υπερβολές στις οποίες οδηγεί κάποια από τα πρόσωπά του ή τις ειρωνικές και κωμικές απολήξεις ορισμένων σκηνών. Ενδιαφέρον για την διπλή του στόχευση είναι π.χ. ο 12ος  διάλογος. Εδώ οι Οθωμανοί του διαλόγου χλευάζουν κι αποκαλούν ανόητους τους Ευρωπαίους, επειδή βάζουν τα κλάματα όταν αντικρίζουν τον Βράχο της Ακρόπολης, γεγονός που για τους Ευρωπαίους καταδεικνύει απεναντίας την ανοησία των Οθωμανών: ότι δηλαδή αγνοούν τη σημασία του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. Παράλληλα όμως μέσα από τις σατιρικά υπονομευτικές σκηνές του διαλόγου, επικυρώνεται ο χαρακτηρισμός των Ευρωπαίων ως ανόητων, καθώς λόγω της αρχαιομανίας τους πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης από τους Τούρκους.

 

Esquisses de Moeurs Turques aux XIXe siècle

 

Ας δούμε όμως από πιο κοντά τη θεματική των διαλόγων. Ο συγγραφέας φωτίζει αρκετές πτυχές του Οθωμανικού βίου, αν και, όπως ξεκαθαρίζει, η περιγραφή του περιορίζεται στα βασικά σημεία και δεν είναι εξαντλητική, γι’ αυτό και έδωσε στο έργο του τον τίτλο «Esquisses», δηλαδή σκίτσα: Πιο συγκεκριμένα, ο Παλαιολόγος δίνει λεπτομερείς πληροφορίες για θέματα που αφορούν τη θρησκεία: από τις αντιλήψεις και τις προκαταλήψεις, μέχρι τις συνήθειες και τα καθήκοντα των πιστών ή τον ρόλο των θρησκευτικών λειτουργούν στην οθωμανική κοινωνία.[15]

Παράλληλα αποτυπώνει τον τρόπο οργάνωσης του κράτους (το νομικό και δικαστικό σύστημα, τα αξιώματα και τις ιεραρχίες), ανατέμνει όμως και την ιδιωτική ζωή των Οθωμανών (καθώς περιγράφει π.χ. τα έθιμα, τις οικογενειακές στιγμές, τη μυστική ζωή των οθωμανίδων στο χαρέμι, τις συζητήσεις των ανδρών στα καφενεία, τις καταχρήσεις όπως το όπιο και το ποτό ή τις ομοφυλοφιλικές αποκλίσεις, αποφεύγοντας όμως λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να σκανδαλίσουν.)[16]

Η θεματολογία του Esquisses de Moeurs Turques συγκλίνει σε αρκετά σημεία με εκείνη των περιηγητικών και άλλων κειμένων του ευρωπαϊκού και του νεοελληνικού ανατολισμού της ίδιας περιόδου.[17]

Πιο συγκεκριμένα, ο Παλαιολόγος προβάλλει μια σειρά από χαρακτηριστικά του Οθωμανικού βίου, τα οποία εμφανίζονται τυποποιημένα, όπως ο θρησκευτικός φανατισμός, η μοιρολατρία, η διαφθορά και η δυσλειτουργία του κρατικού μηχανισμού, ο δεσποτισμός, η ακαμψία απέναντι σε κάθε είδους μεταρρύθμιση, η προκατάληψη απέναντι στα επιστημονικά και τα τεχνολογικά επιτεύγματα που προέρχονται από τη Δύση.

Το γεγονός ότι επέλεξε να συμπεριλάβει στους διαλόγους του πολλά πρόσωπα και των δύο φύλων, διαφορετικών επαγγελματικών και κοινωνικών θέσεων, του δίνει την ευελιξία να κινηθεί άνετα σε αυτό το ευρύ φάσμα θεμάτων: Επίσης καθώς από διάλογο σε διάλογο μετατοπίζει το βλέμμα του σε διαφορετικές γωνίες της Οθωμανικής επικράτειας (Κωνσταντινούπολη, Βλαχία, Αθήνα, Γιάννενα, Θεσσαλία, Μακεδονία), επιτυγχάνει να καταδείξει πως τα όσα περιγράφει αφορούν μια μεγάλη γεωγραφική έκταση, η οποία μάλιστα δεν περιορίζεται στο Ασιατικό τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά επεκτείνεται και στο Ευρωπαϊκό, και κατά συνέπεια ότι επηρεάζουν μεγάλο όγκο πληθυσμού και μεγάλο αριθμό διαφορετικών εθνών.

 

Παίρνει θέση στο ζήτημα της συνέχειας

του ελληνικού έθνους, απορρίπτοντας

την προσφώνηση «Ρωμιοί» και προκρίνοντας

την ονομασία «Έλληνες»

 

Ένα άλλο μεγάλο θέμα που θίγεται στο Esquisses de Moeurs Turques είναι οι σχέσεις των Οθωμανών με τους άλλους λαούς: αφενός μεν με τους υποτελείς της Πύλης, ιδίως τους Έλληνες, και αφετέρου με τους Ευρωπαίους, γεγονός το οποίο δίνει στον συγγραφέα τη δυνατότητα να τοποθετηθεί απέναντι στην ελληνική υπόθεση.

Η οπτική του Παλαιολόγου ευθυγραμμίζεται εν πολλοίς με την επιχειρηματολογία αρκετών φιλελληνικών κειμένων της εποχής: Θίγοντας π.χ. το ζήτημα της αρχαιοκαπηλίας και της καταστροφής των αρχαίων μνημείων (12ος  διάλογος) επικαλείται τον θαυμασμό των Ευρωπαίων για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Αποτυπώνοντας το μίσος των Οθωμανών για τους Χριστιανούς [18], τις ωμές σφαγές αθώων πολιτών ιδίως από τους γενίτσαρους, τις υφαρπαγές ξένων περιουσιών και τους βιασμούς γυναικών [19] καταγγέλλει την κατάλυση κάθε νομιμότητας στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προβάλλοντας παράλληλα εμμέσως τα φιλελεύθερα αιτήματα της δικαιοσύνης, της ισότητας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας του λόγου. Επίσης, ενημερώνοντας τους Ευρωπαίους αναγνώστες για τις πολυάριθμες επαναστατικές εστίες των Ελλήνων και την νικηφόρο έκβαση αρκετών μαχών σε στεριά και θάλασσα, [20] επιδιώκει να τους πείσει ότι ο Ελληνικός Αγώνας έχει στερεωθεί για τα καλά και δεν είναι ένα πρόσκαιρο πυροτέχνημα, όπως αρχικά θεωρούσαν. [21] Ενώ πληροφορώντας τους αφενός μεν για τη διείσδυση των μοναρχικών Αυστριακών στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας, ιδίως σε σχέση με την αναδιοργάνωση του τουρκικού στρατού (14ος  και 20ος διάλογος), και αφετέρου για τις Ρωσικές διεκδικήσεις (11ος  διάλογος), το Ρωσικό Τελεσίγραφο (20ος διάλογος) και την προφητεία για το ξανθό γένος (171, 383), επιδιώκει να κινητοποιήσει και τα υπόλοιπα Ευρωπαϊκά κράτη προκειμένου να αναλάβουν ενεργό δράση υπέρ των Ελλήνων.

Κι αν στο πλαίσιο των διαλόγων η προβολή των παραπάνω θέσεων γίνεται με έμμεσο τρόπο, ο συγγραφέας καθιστά σαφέστερες τις προθέσεις του στις σημειώσεις που παρατίθενται στο τέλος του βιβλίου και καταλαμβάνουν έκταση 64 σελίδων. Σε αρκετές από αυτές απλώς μεταφέρονται με αποστασιοποιημένο και ουδέτερο ύφος συμπληρωματικές γεωγραφικές, ιστορικές και γλωσσικές πληροφορίες ή λεπτομέρειες σχετικά με τα έθιμα της Ανατολής, που δεν γινόταν να ενσωματωθούν στο κυρίως σώμα των διαλόγων.

Σε άλλες, παρατίθενται αποσπάσματα από το κοράνι, από νομικούς ή στρατιωτικούς κώδικες, και από γνωστά περιηγητικά ή άλλα κείμενα που ανατέμνουν τα οθωμανικά ήθη, όπως του J. Ε. Beauvoisins, του R. Chandler, του F. Pouqueville, του Du Vigneau, του C. Ε. Savary, του Μ. D’ Ohson κ.ά., προκειμένου να δοθεί στο κείμενο του Παλαιολόγου η αίσθηση της αυθεντικότητας και της αξιοπιστίας. Τα αποσπάσματα τίθενται εντός εισαγωγικών, ενίοτε δε προσδιορίζεται το κεφάλαιο ή η σελίδα από την οποία προέρχεται το παράθεμα. Εδώ προκύπτουν βεβαίως αρκετά ζητήματα που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης: πόσο αξιόπιστες είναι τελικά οι πηγές που επικαλείται ο Παλαιολόγος προς επίρρωσιν της εγκυρότητας των δικών του ισχυρισμών (π.χ. το -σαφών φιλελληνικών προαιρέσεων – άνισο έργο τού Pouqueville). Κατά πόσο στηρίχτηκε ο Παλαιολόγος σε αυτές τις πηγές για την ανεύρεση υλικού; Με ποιον δηλαδή τρόπο και σε ποιο βαθμό τις αξιοποίησε – πέραν των σημειώσεων – και για τη συγκρότηση των ίδιων των διαλόγων του; Σε σχόλιό του ο Παλαιολόγος μας δίνει κάποια ιδέα για τον τρόπο με τον οποίο εργάστηκε: στην προσπάθεια του να αναπτύξει πληρέστερα τα θέματά του παραδέχεται ότι άντλησε στοιχεία που μπορεί να αφορούν διαφορετικές ιστορικές περιόδους ή διαφορετικά ιστορικά πρόσωπα. «Δεν ανέλαβα να γράψω την ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας», ξεκαθαρίζει, «αλλά μονάχα να γνωστοποιήσω τα ήθη και τα έθιμα των Οθωμανών», γι’ αυτό και ως μόνη και απαρέγκλιτη αρχή του είχε καθετί που γράφει και βασίζεται σε γεγονότα (395).

Ενδιαφέρον έχει, πάντως, να δούμε πώς ο Παλαιολόγος σχολιάζει πλέον εδώ ανοιχτά μια σειρά θεμάτων. Μεταξύ άλλων μιλάει με υπερηφάνεια για τις πολεμικές επιδόσεις του Κανάρη (399) και με αγανάκτηση για τις σφαγές των Ελλήνων (π.χ. 399). Εκφράζει ευθέως τη διαφωνία του με τα φιλοτουρκικά δημοσιεύματα της Quotidienne (395-396) και τις αναξιόπιστες συγγραφικές πρακτικές κάποιων ευρωπαίων ταξιδιωτών (π.χ. 379, 385, 395-96), που στηρίζονται αποκλειστικά στις μονόπλευρες μαρτυρίες των Τούρκων. Παίρνει θέση στο ζήτημα της συνέχειας του ελληνικού έθνους, απορρίπτοντας την προσφώνηση «Ρωμιοί» και προκρίνοντας την ονομασία «Έλληνες» (357). Στρέφεται κατά του θρησκευτικού φανατισμού και της μοιρολατρίας των μουσουλμάνων, την οποία αποκαλεί γελοία (357, 369, 373 κ.ά.).[22]

Σε γενικές γραμμές, όμως, δεν παρασύρεται σε προπαγανδιστικές ακρότητες ή σε υβριστικούς χαρακτηρισμούς εναντίον των Τούρκων, όπως συνέβαινε σε αρκετά φυλλάδια ή μαχητικά άρθρα της δεκαετίας του 1820. Ούτε περιορίζεται σε μια συλλήβδην απόρριψη του Οθωμανικού κόσμου. [23] Ο Παλαιολόγος αποδίδει πολιτικές και ηθικές ευθύνες για το αδιέξοδο της χώρας κυρίως στους κρατούντες: Ασκεί σκληρή αλλά καλοζυγισμένη κριτική στην πολιτική του Σουλτάνου και των υπουργών του, που, όπως υποδεικνύει, έχει ολέθριες επιπτώσεις και στους ίδιους τους Τούρκους. [24] Παρουσιάζει, τέλος, στο κοινό και μια μειοψηφία Οθωμανών η οποία επιζητά μεταρρυθμίσεις (13ος  και 16ος  διάλογος).

Αυτό που αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης διαβάζοντας το Esquisses de Mazurs Turques είναι ότι, κάνοντας λόγο για τα οθωμανικά ήθη, ο Παλαιολόγος επιδιώκει να μιλήσει γενικότερα για την ηθική, όπως υποδεικνύεται και από το απόφθεγμα που παραθέτει στο εξώφυλλο του βιβλίου: «Le vice n’ arrive dans le monde que par l’ ignorance des choses qui constituent la vertu.» Και σε αυτή την περίπτωση η ηθική συνδέεται με τις φιλελεύθερες διαφωτιστικές αντιλήψεις της Δύσης ενώ η ανηθικότητα με τις πρακτικές της Ανατολής. Οι διάλογοι του Esquisses de Moeurs Turques αντικατοπτρίζουν ακριβώς αυτή την αντιπαράθεση του ιδεολογικοί) και πολιτικο-κοινωνικού συστήματος της Ανατολής και της Δύσης. Κι αυτό που κατά ειρωνικό τρόπο προκύπτει είναι ότι λόγω της αδιαλλαξίας των Οθωμανών είναι τελικά αδύνατη η πραγματοποίηση διαλόγου, είναι αδύνατη η επικοινωνία μεταξύ των δύο κόσμων.[25]

Η αντιπαράθεση Δυτικού και Ανατολικού κόσμου επανέρχεται 12 χρόνια αργότερα στον Πολύπαθη (1839), το πρώτο, ηθογραφικών και πάλι προθέσεων, μυθιστόρημα του Παλαιολόγου, όταν βέβαια οι συνθήκες για τους Έλληνες είναι πολύ διαφορετικές. Και εδώ ο συγγραφέας αφιερώνει αρκετές σελίδες για την περιγραφή των Οθωμανικών ηθών, για τις οποίες, όπως αρχικά επισήμανε η Φαρίνου και διεξοδικά κατέδειξε με τις πολυάριθμες συγκριτικές επισημάνσεις του ο Tonnet, μεταφέρθηκαν αρκετές σκηνές και μοτίβα από το Esquisses de Moeurs Turques.[26]

Και στο πλαίσιο του Πολυπαθούς ο Παλαιολόγος επισημαίνει αρκετές αδυναμίες της Οθωμανικής κοινωνίας (π.χ. 22-26, 87-107).[27] Δεν παραλείπει, όμως, να αναφερθεί επίσης στα θετικά βήματα που έχουν αρχίσει πλέον να σημειώνονται στον οθωμανικό χώρο. Προβαίνει μάλιστα κάποτε σε συγκρίσεις με τη Δύση, συχνά δε εις βάρος της δεύτερης. Θίγοντας, π.χ. το θέμα της κρατικής ασυδοσίας, ο συγγραφέας υπογραμμίζει σε υποσημείωση την περιστολή των καταχρήσεων επί Σουλτάν Μαχμούτ και συνεχίζει:

 

«Ο Σουλτάν Απδούλ Μετζίτης, όχι μόνον ακολουθεί τα προοδευτικά ίχνη του πατρός του αλλά δίδει παραδείγματα, άξια να τα μιμηθώσι τινές των Ευρωπαϊκών και Χριστιανικών Δυνάμεων. Όλοι οι επιθυμούντες την πρόοδον του ανθρωπίνου γένους εύχονται την πραγματοποίησιν και την διατήρησιν αυτών των θεσμοθεσιών, διά των οποίων μόνον θα ευτυχήση το οθωμανικόν Κράτος» (104).

Για να καταλήξει: «[…] αν και οι Οθωμανοί έχουν, ένεκα της αμαθείας των, πολλάς προλήψεις και άλλα τινά ελαττώματα, είναι όμως ειλικρινέστεροι εις την φιλίαν των και τιμιώτεροι εις τα συναλλάγματά των από πολλά χριστιανικά έθνη.» (104).

Ενώ σε άλλο σημείο, αναφερόμενος στην ηθική των γυναικών, ο ήρωάς του δηλώνει ότι προτιμά τα «ήθη των Ασιανών» (206). Χαρακτηριστική είναι, όμως, και σχετική σημείωσή του στον Ζωγράφο (1842), το δεύτερο μυθιστόρημά του: Εδώ ο Παλαιολόγος χαρακτηρίζει, με κάποια ίσως υπερβολή, την Οθωμανική Κυβέρνηση «φρονιμωτέρα» έναντι των Ευρωπαϊκών κυβερνήσεων λόγω των απαγορεύσεων που έχει επιβάλει για την περιστολή της χαρτοπαιξίας: «Ίσως τινές ονομάζουν τούτο περιορισμόν της ελευθερίας· [σχολιάζει] αλλ’ ας μάθουν, ότι εις την Τουρκίαν είναι περισσοτέρα ελευθερία, παρά εις πολλά άλλα Ευρωπαϊκά κράτη. Τουλάχιστον, όχι μόνον βιβλία και εφημερίδες παντός είδους αναγινώσκονται δημοσίως, και καθείς ομιλεί ελευθέρως ό,τι φρονεί, αλλ’ ο λαός ψάλλει εις τας οδούς αυτής της Πρωτευούσης άσματα, διά τα οποία η Αστυνομία και αυτών των Παρισίων ήθελε φυλακίσει τους τραγωδιστάς».[28]

 

 

Ερχόμενος στην Ελλάδα, ο ήρωας του

θα διαπιστώσει φατριασμούς

και αναξιοκρατία που εμποδίζουν την πολυπόθητη

αλλά ουδόλως διαφαινόμενη Αναγέννηση του Έθνους.

 

 

Επιπλέον, εκμεταλλευόμενος τις περιπλανήσεις του ήρωά του, που δεν περιορίζονται μόνο στον Ανατολικό χώρο, αλλά επεκτείνονται στη Ρωσία και σε μια σειρά δυτικών κρατών, ο συγγραφέας θα αδράξει την ευκαιρία να αποτυπώσει τα ήθη και τα ελαττώματά της Δύσης.[29] Θα απορρίψει, διά στόματος του ήρωά του, συλλήβδην τα ήθη των Ρώσων (76) και θα διαπιστώσει στο τέλος του ταξιδιού του μελαγχολικά πόσο «σπανία είναι σήμερον η ηθική αύτη! Μάλιστα εις τας πολιτισμένος κοινωνίας» (206). «Φαίνεται ότι ο άνθρωπος είναι παντού ο αυτός και τοιούτος θα μείνη μέχρι της συντέλειας των αιώνων» (232), καταλήγει.

Ερχόμενος εν συνεχεία στην Ελλάδα, ο ήρωας του θα διαπιστώσει φατριασμούς και αναξιοκρατία που εμποδίζουν την πολυπόθητη αλλά ουδόλως διαφαινόμενη Αναγέννηση του Έθνους. Ο Παλαιολόγος, πάντοτε διά στόματος του ήρωά του, σαφώς θα εξακολουθεί, όπως και στο Esquisses de Moeurs Turques, να εκφράζει «το φιλελεύθερο πνεύμα του μετριοπαθούς Διαφωτισμού»,[30] θεωρώντας πως εκεί βρίσκεται η μόνη λύση για τη βιωσιμότητα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους: «Η παιδεία και ο καιρός, με την σύμπραξιν εμφρόνου Κυβερνήσεως, θα βελτιώσουν βαθμηδόν τα ήθη» (228), θέλει να ελπίζει. Από το κείμενο διακρίνεται πάντως η απογοήτευση του από την τρέχουσα κατάσταση του Έθνους, την οποία σκιαγραφεί με ιδιαιτέρως καυστικό τρόπο στα δύο τελευταία κεφάλαια. Στο τέλος του βιβλίου ο Παλαιολόγος παρουσιάζει τον ήρωά του, Φαβίνη, του οποίου ο όψιμος γάμος με τη Ρωξάνδρα δίνει αφορμή στον «φιλόμωμον κόσμον να γελάση» (242) να αποσύρεται στην εξοχή, διατηρώντας όμως την επικοινωνία του με τα τεκταινόμενα στον πολιτικό χώρο.

 

Άποψη των τειχών της αρχαίας Τίρυνθας. Στο πρώτο επίπεδο απεικονίζεται η Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας (σήμερα Αγροτικές Φυλακές), την οποία ίδρυσε ο Ιωάννης Καποδίστριας. Στο βάθος διακρίνονται το Ναύπλιο και το Μπούρτζι.

 

Η στάση του Παλαιολόγου όπως αποτυπώνεται στον Πολύπαθη, ενδεχομένως συνδέεται με τις προσωπικές απογοητεύσεις που βίωσε ο συγγραφέας ερχόμενος στην Ελλάδα: Τα φιλόδοξα γεωπονικά του σχέδια ναυάγησαν, ο ίδιος διώχθηκε από το Αγροκήπιο της Τίρυνθας και έκτοτε δεν χρησιμοποιήθηκε σε τομείς της αρμοδιότητάς του. Επιπλέον, η κριτική εξαπέλυσε εναντίον του δριμεία επίθεση όταν εξέδωσε τον Πολύπαθη, ενώ το δεύτερο μυθιστόρημά του, Ο ζωγράφος, που εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη, είχε αποκλειστικά ετερόχθονες συνδρομητές. Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Παλαιολόγος επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Αρχικά απασχολήθηκε στην εκεί ελληνική πρεσβεία, ενώ σύμφωνα με την νεκρολογία του εργάστηκε για λογαριασμό του τουρκικού κράτους για την ανασυγκρότηση των ταχυδρομείων.

Πολυταξιδεμένος και πολυπαθής ο Κωνσταντινουπολίτης Γρηγόριος Παλαιολόγος θα εμπνέεται από τα φιλελεύθερα ιδανικά της Δύσης, χωρίς να μπορεί να απαρνηθεί τα παράλια του Βοσπόρου, τα οποία τόσο συγκινημένος περιγράφει σε σημείωσή του στο Esquisses de Mοeurs Turques (400).

 

Υποσημειώσεις


  1. Από την εκτεταμένη σχετική βιβλιογραφία, βλ. ενδεικτικά: Κ. Θ. Λημαράς (επιμ.), Περιηγήσεις στον ελληνικό χώρο, Αθήνα 1967· Λ. Δρούλια, «Η δικαίωση του αγώνα στα ξενόγλωσσα ελληνικά κείμενα του 1821», περ. Νέα Εστία, (Χριστούγεννα 1970), σ. 286-93· Droulia, Philhellénisme. Ouvrages inspirés par la guerre de I’indépendance grecque, 1821-1833. Repertoire bibliographique, K.N.E./E.I.E, Αθήνα 1974· Απ. Βακαλόπουλος, «Ο φιλελληνισμός μέσα στο πλαίσιο των μεγάλων ευρωπαϊκών ιδεολογικών ρευμάτων», Ιστορία του νέου ελληνισμού, τόμ. Ε’, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 568-609· Κ. Σιμόπουλος, Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21: απομνημονεύματα, χρονικά, ημερολόγια, υπομνήματα, αλληλογραφία εθελοντών, διπλωματικών, ειδικών απεσταλμένων, περιηγητών, πρακτόρων κ.ά., 5 τόμοι, Αθήνα2 1984-1990· Βιγγοπούλου, Ρ. Πολυκανδριώτη, «Περιηγητικά κείμενα για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο 15ος—19ος αιώνας. Κατάλογος Συντομευμένων τίτλων», στον τόμο: Περιηγητικά θέματα. Υποδομή και προσεγγίσεις, Τετράδια Εργασίας, τόμ. 17, Κ.Ν.Ε/Ε.Ι.Ε., Αθήνα 1993, σ. 17-157· S. Moussa, La relation orientate: enquête sur la communication dans les récits de voyage en Orient, 1811-1861, Klincksieck, Παρίσι 1995.
  2. Esquisses de Mceurs Turques au XIXe siècle; ou scènes populates, usages religieia; cérémonies publiques, vie intérieure, habitudes societies., idées politiques des Mahométans, en fotine de dialogues. Paris, Moutardier, 1827, σ. XVI + To κείμενο μεταφράστηκε στα ολλανδικά το 1829. (Βλ. Μ. X. Χατζηιωάννου, «Ο θάνατος τον Δημοσθένους του Ν. Σ. Πίκκολου και ο Γρ. Παλαιολόγος», Μνημών 9 (1984), σ. 248, σημ. 4 και Γ. Φαρίνου, «Γρηγόριος Παλαιολόγος», στο: Η παλαιότερη πεζογραφία μας, Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τόμ, Γ, Σοκόλης, Αθήνα 1996, σ. 359.) Να αναφερθεί εδώ ότι το φιλελληνικό κομιτάτο είχε συνδράμει οικονομικά προκειμένου ο Παλαιολόγος να ολοκληρώσει την εκπαίδευσή του στο Παρίσι. Τον βοήθησε επίσης αργότερα προχειμένου να εκδώσει κάποια γεωπονικά του συγγράμματα και να εφαρμόσει τα γεωπονικά του προγράμματα στην ελληνική επικράτεια. (Βλ. Γ, Φαρίνου, «Γρηγόριος Παλαιολόγος», ό.π., σ. 156).
  3. The Death of Demosthenes. A Tragedy in Four Acts in Prose. Translated from the Modern Greek by Gregorios Paleologos, of Constantinople. Cambridge. Printed for the Author and Sold by Richard Newby, Trinity Street, 1824, σ. X + Βλ. Μ. X. Χατζηιωάννου, ό.π., σ. 247-54, όπου και στοιχεία για τις διασυνδέσεις του Παλαιολόγου με το αγγλικό φιλελληνικό κομιτάτο.
  4. Βλ. Μ. X. Χατζηιωάννου, ό.π., σ. 249.
  5. Βλ. και την αφιέρωση στον Lieutenant – Général Alexandre Lameth, ο οποίος, όπως σημειώνει ο Παλαιολόγος, είναι «un des premiers, avez tendu unemain secourable à la Grèce abandonnée, el qut avez été un des plus zéJés et des plus constants défenseurs de notre sainte cause».
  6. Βλ. την επιστολή του Κόμη Lasteyrie με ημερομηνία 8 Σεπτεμβρίου 1829, στην οποία ο Παλαιολόγος φέρεται να μην έχει αποχωρήσει ακόμη για την Ελλάδα. Η επιστολή παρατίθεται στο: Ελένη Κούκκου, Ιωάννης Καποδίστριας. Ο άνθρωπος – ο διπλωμάτης, Εστία, Αθήνα2 1984, σ. 316, 406, (Πληροφορία από: Gr, Palaiologue, L’ Homme aux mille mésaventures, μτφρ., εισαγ., επιμ., H. Tonnet, L’ Harmattan, Παρίσι 2000, σ. 14).
  1. Βλ. και Γ. Φαρίνου, «Γρηγόριος Παλαιολόγος», ό.π., σ. 161. Στις πρακτικές των ξένων περιηγητών επανέρχεται και στο κυρίως κείμενο του Esquisses de Moeurs Turques (π.χ. σ, 143-44) αλλά και στις σημειώσεις του (Βλ, παρακάτω).
  2. Βλ. αντιστοίχως Γ. Φαρίνου, «“Ελληνικός Ζιλβλάσιος;” Ο Πολνπαθής του Γρ. Παλαιολόγου», ΕΕΦΣΑΠΘ 1 (1991), σ. 311 και Η. Tonnet, «Κωνσταντίνος Ράμφος», στο: Η παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τόμ. Δ’, Σοκόλης, Αθήνα 1996, σ. 298.
  3. Ο διάλογος, έμμετρος ή πεζός, αυτόνομος ή ενσωματωμένος σε διάφορα λογοτεχνικά είδη, έχει μια μακρά ιστορία, με ποικίλες ειδολογικές διακλαδώσεις, τόσο στις δυτικοευρωπαϊκές όσο και στις ανατολικές γραμματείες, και με ιδιαίτερη διάδοση κατά τον 18° αιώνα στον ελληνικό και στον ευρύτερο Βαλκανικό χώρο. Όπως σημειώνει ο Γ. Κεχαγιόγλου: «[…] στιχομυθία, διάλογος και πρόσωπα-χαρακτήρες απαντούν και σε μεγάλο αριθμό πεζών θεατρικοίν έργων, πεζών έργων με δραματικό περιεχόμενο και δοκιμιακών-στοχαστικών έργων, από τα αιγαιοπελαγίτικα «θρησκευτικά δράματα» του Μπαρόκ ως το Κριτήριον ή Διάλεξις του Σοφού με τον Κόσμον του πολυγλώσσου μολδαβοΰ Καντεμίρη (Dimitrie Cantemir) και τους διαλόγους της φαναριώτικης γραμματείας, από τους πρώτους Μαυροκορδάτους ως τον Κοραή, την παρέα του και τους αντιπάλους του, τον Σολωμό.» («Γραμματολογική εισαγωγή. Η αφηγηματική πεζογραφική παραγωγή της “παλαιότερης” γραμματείας μας: δεδομένα, παρεξηγήσεις, προτάσεις. Μερικές πρώτες προϋποθέσεις και σταθμίσεις», στο: Η Παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τόμ. ΒΊ, Σοκόλης, Αθήνα 1999, σ. 1). Το περιορισμένο πλαίσιο της παρούσας ανακοίνωσης δεν επιτρέπει την απαιτούμενη διερεύνηση της σχέσης του Esquisses de Moeurs Turques, με την παράδοση (/παραδόσεις). Για το διαλογικό είδος στον δυτικοευρωπαϊκό χοίρο, βλ. ενδεικτικά S. Guellouz, Le dialogue, Presse Universitaires de France, Παρίσι 1992 (όπου και εκτενής περαιτέρω βιβλιογραφία). Για τον διάλογο κατά τον 18° και κυρίως τον 19ο αιώνα στον νεοελληνικό χοίρο, βλ. Παν, Μουλλάς, «Εισαγωγή», στο: Η Παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσιιιο πόλεμο, τόμ. Α’, Σοκόλης, Αθήνα 1998, σ. 39-49.
  1. Γράφει ο Παλαιολόγος στην εισαγοιγή: «J’ ai préféré cette méthode, parce que je la crois la plus propre â intéresser le lecteur, et â adoucir I’indignation que pourraient lui inspirer les vices, les atrocites el les horreurs du fanatisme.» (ix)
  2. Βλ. «Pictures of Turkish Manners and Opinions», περ. Oriental Herald, τχ. 14 (Ιούλιος 1827), σ. Η μετάφραση είναι της Γ. Φαρίνου («Γρηγόριος Παλαιολόγος», ό.π., α. 161).
  3. Σχετικά με το φωνητικό-ορθογραφικό σύστημα που υιοθετεί ο Παλαιολόγος για την καταγραφή των τουρκικών λέξεων, βλ. τη σχετική σημείωση του Παλαιολόγου (348-349) και Γ. Κεχαγιόγλου, «Εισαγωγή», στο: Βασίλειος-Μιλτιάδης Νικολαΐδης, Αλί-Χουρσίντ Μπέης. Επει- σόόιον της ελληνικής επαναστάσεως, επιμ. Γ. Κεχαγιόγλου, Νεφέλη, Αθήνα 2001, σ. 99-100, σημ. 77.

[13] Όπως σημειώνει και ο Edward Said: «Καθένας που γράφει για την Ανατολή πρέπει να τοποθετηθεί πρόσωπο με πρόσωπο απέναντι της· μεταφρασμένη σε κείμενο, αυτή του η θέση περικλείνει το είδος της αφηγηματικής φωνής που υιοθετεί, τον τύπο δομής που οικοδομεί, τα είδη των εικόνων, των θεμάτων, των μοτίβων που ανακυκλώνονται μέσα στο κείμενό του – που όλα συνοψίζονται, εντέλει σε εσκεμμένους τρόπους ν’ απευθυνθεί στον αναγνώστη περικλείνοντας την Ανατολή και, τελικά, να την εκπροσωπήσει ή να μιλήσει για λογαριασμό της.» (Οριενταλασμός, μτφρ. Φ. Τερζάκης, Νεφέλη, Αθήνα 1996, σ. 33).

[14] Χαρακτηριστικός από αυτήν την άποψη είναι π.χ. ο δραματικός μονόλογος της Khadidgé, η οποία εκθέτει τη δυστυχία της και τη δυστυχία αρκετών Οθωμανίδων (34-35) ή το καταγγελτικό ξέσπασμα ενός Οθωμανού ναύτη εναντίον της υποκρισίας των ομοθρήσκων του (321-22).

[15] Σχετικά με τα θέματα και τα μοτίβα τα οποία πραγματεύεται ο Παλαιολόγος στο Esquisses de Moeurs Turques, βλ. και Γ. Κεχαγιόγλου, «Εισαγωγή», ό.π., σ. 98-99, σημ. 76.

[16] Όπως δήλωνε και στον πρόλογο: «Je passerai même sous silence mille choses qui auraient pu blesser la pudeur et le sentiment des convenances», (x) Έτσι, π.χ. στη σελ. 200 διακόπτει την αφήγηση ενός επεισοδίου με ομοφυλοφιλικό περιεχόμενο, για λόγους σεμνοπρέπειας.

[17] Σχετικά με τη θεματολογία των περιηγητικών κειμένων και των κειμένων του Ευρωπαϊκού ανατολισμού της περιόδου, βλ. παραπάνω, υποσημείωση αρ. 1. Ένα πρώτο διάγραμμα του νεοελληνικού ανατολισμού δίνεται στο: Γ. Κεχαγιόγλου, «Νεοελληνικός ανατολισμός: Συνέχεια και ασυνέχεια στις γραμματειακές προσεγγίσεις του Αραβικού κόσμου», στο: Μνήμη Λίνου Πολίτη. Φιλολογικό μνημόσυνο και επιστημονική συνάντηση, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 157-65. Ειδικότερα όσον αφορά το Esquisses de Moeurs Turques και τη σχέση του με άλλα κείμενα του νεοελληνικού ανατολισμού, θα περιοριστώ εδώ στην περίπτωση του Αλί-Χονρσίντ Μπέη, του Β. Μ. Νικολάιδη που όπως επισημαίνει ο Γ. Κεχαγιόγλου, παρουσιάζει αρκετές θεματικές και άλλες ομοιότητες με το κείμενο του Παλαιολόγου. (Βλ. Γ. Κεχαγιόγλου, «Εισαγωγή», ό.π., σ. 97-100).

[18] Π.χ. σ. 100, 114, 132, 284, 298 και σε πολλά άλλα σημεία. Επίσης, συχνά παρουσιάζονται οι Τούρκοι να βρίζουν τους Χριστιανούς, αποκαλώντας τους «chiens» (σκυλιά).

[19] Π.χ. τρίτος, πέμπτος, δέκατος και δέκατος πέμπτος διάλογος.

[20] Π.χ. σ. 54,169,177, 299, 311-15, 338, 339.

[21] Χαρακτηριστική είναι επίσης η αναφορά κάποιων Οθωμανών σε προφητικά βιβλία που προβλέπουν ότι οι Έλληνες θα νικήσουν τους Τούρκους κι ότι επίκειται το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (235-236) όπως και η πληροφορία ότι πολλές αρχοντικές οικογένειες Τούρκων επιλέγουν να θάβουν τους δικούς τους στο Σκούταρι, στο Ασιατικό τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι τάφοι δεν θα πέσουν κάποτε στα χέρια των Χριστιανών (388).

[22] Να σημειωθεί ότι ο Παλαιολόγος στρέφεται συλλήβδην κατά του θρησκευτικού φανατισμού, επισημαίνοντας ότι το φαινόμενο δεν εντοπίζεται μονάχα στο Ισλάμ, αλλά και στους κόλπους του Χριστιανισμού (357).

[23] Π.χ. εντοπίζει μεν στο Κοράνι αντιφάσεις και παραλογισμούς, υποστηρίζει όμως ότι περιέχει και αρκετά λογικά πράγματα και ωραία γνωμικά. Κατά την άποψή του, το πρόβλημα είναι ότι οι διδαχές από το Κοράνι ερμηνεύονται και μεταφράζονται σχεδόν πάντοτε σύμφωνα με το συμφέρον του φανατισμένου κλήρου ή του διεφθαρμένου και βάναυσου κράτους (373).

[24] Γράφει χαρακτηριστικά: «Les injustices et les cruautés de la politique du sultan et des ses ministres ne pèsent pas seulement sur les sujets tributaires, elles se font sentir sur les Turcs eux- memes. Musulmans ou chrétiens, pauvres ou riches, petits ou grands, tous partagent les malheurs et les vexations auxquels donne naissance ce gouvernement absurde et sanguinaire» (365).

[25] Την αδυναμία πραγματοποίησης διαλόγου μεταξύ των δυο κόσμων αντικατοπτρίζει με ιδιαίτερα εύγλωττο τρόπο ο 16ος διάλογος.

[26] Βλ. Γ. Φαρίνου, «Γρηγόριος Παλαιολόγος», ό.π., σ. 161, σημ. 6 και Gr. Palaiologue, ό.π., passim. Συμπληρωματικές επισημάνσεις γίνονται και στο Π. Αποστολή, Το πικαρικό μυθιστόρημα και η παρουσία του στον ελληνικό 190 αιώνα (Από τον Ερμήλο ως την Πάπισσα Ιωάννα), αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2003, σ. 170-71.

[27] Οι παραπομπές στον Πολύπαθη αφορούν την έκδοση: Γρ. Παλαιολόγος, Ο πολυπαθής, εισαγ.- επιμ. Ά. Αγγέλου, Ερμής, Αθήνα 1989. Για το θέμα βλ. Και Π. Αποστολή, ό.π., σ. 174-76.

[28] Βλ. Γρ. Παλαιολόγος, Ο ζωγράφος, εισαγ.-επιμ. Ά. Αγγέλου, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1989, σ. 226-27.

[29] Βλ. Γ. Φαρίνου, «“Ελληνικός Ζιλβλάσιος;” Ο Πολύπαθης του Γρ. Παλαιολόγου», ό.π., σ. 311- 12 και Π. Αποστολή, ό.π., σ. 177-80,187.

[30] Γ. Φαρίνου, «“Ελληνικός Ζιλβλάσιος;” Ο Πολυπαθής του Γρ. Παλαιολόγου», ό.π., σ. 315.

 

* Η ανακοίνωση αυτή αποτελεί τμήμα μιας ευρύτερης μελέτης που ετοιμάζω για το θέμα. Θα ήθελα να ευχαριστήσω και από εδώ τη Ράνια Πολυκανδριώτη, τη Στέση Αθήνη και τον Λάμπρο Βαρελά για τις χρήσιμες υποδείξεις τους.

Πέρσα Αποστολή*

Διδάκτωρ Φιλολογίας, Διδάσκουσα στο ΕΑΠ

«Ο ελληνικός κόσμος ανάμεσα στην εποχή του Διαφωτισμού και στον εικοστό αιώνα», Πρακτικά του Γ’ Ευρωπαϊκού Συνεδρίου της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών (Βουκουρέστι, 2-4 Ιουνίου 2006), επιμ. Κ. Α. Δημάδης, Ελληνικά Γράμματα, 2007.

 

* Η Πέρσα Αποστολή είναι απόφοιτη Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (Β.Α., Ph.D.) και του King’sCollegeτου Πανεπιστημίου του Λονδίνου (M.A.). Η διδακτορική της διατριβή είχε θέμα: «Το πικαρικό μυθιστόρημα και η παρουσία του στον ελληνικό 19ο αιώνα». Από το 2003 εργάζεται ως μέλος Συνεργαζόμενου Εκπαιδευτικού Προσωπικού στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας και Νεοελληνική Φιλολογία, 19ος-20ός αι.), ενώ έχει διδάξει ως Ειδική Επιστήμονας με βάση το Π.Δ. 407/80 στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Έχει επίσης συμμετάσχει σε ερευνητικά προγράμματα του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας («Μεταπολιτευτικά περιοδικά, 1974 έως σήμερα») και της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών («Η γυναικεία λογοτεχνική και εικαστική παρουσία σε περιοδικά λόγου και τέχνης, 1900-1940»). Υπήρξε μέλος της ομάδας φιλολογικής επιμέλειας του Λεξικού Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2007), ενώ το 2011 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Περίπλους ο τόμος: Μαριέττα Γιαννοπούλου-Μινώτου, Η αυθεντική ιστορία τις πάπισσας Ιωάννας, που επιμελήθηκε φιλολογικά. Έχει λάβει μέρος σε ελληνικά και διεθνή συνέδρια, ενώ μελέτες της έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικά και διεθνή επιστημονικά περιοδικά και σύμμικτους τόμους. Ερευνητικά ενδιαφέροντα: Πεζογραφία του 19ου και του 20ού αιώνα, περιοδικός τύπος (19ος-20ός αι.), συγκριτική φιλολογία, γυναικεία συγγραφική δραστηριότητα. Είναι τακτικό μέλος της Ελληνικής και της Διεθνούς Εταιρείας Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Σχετικά θέματα:

 

 

 

Read Full Post »

Antonio Schranz (1801-1865) Ναύπλιο [π. 1832], λάδι σε μουσαμά.

Σχέδιο της σύνθεσης με μελάνι και μολύβι βρίσκεται στο Εθνικό Μουσείο Τέχνης της Μάλτας (MUŻA).

 

Antonio Schranz (1801-1865) Ναύπλιο [π. 1832], λάδι σε μουσαμά.

 

Ο Théodose ή Théodore Achille Louis Vicomte du Moncel (1821- 1884) στο λεύκωμα, Excursion par terre d’ Athènes à Nauplie… Παρίσι, [1845], το οποίο  περιλαμβάνει τοπία και αρχαιότητες της Μεγαρίδας, της Κορινθίας και της Αργολίδας, σημειώνει για το Ναύπλιο:

 

[…] Από όλους αυτούς τους δρόμους, τη μεγαλύτερη κίνηση έχει εκείνος του Ναυπλίου Άργους. Όλες τις ώρες αναχωρούν από τη μία και την άλλη πόλη διάφορες άμαξες, όπως στη Νάπολη, μέσα στις οποίες συνωστίζονται, αν όχι δεκαοκτώ άτομα, τουλάχιστον ένας μεγάλος αριθμός, ώστε να μην μένει κενό ακάλυπτο. Είναι μια παράξενη αντίθεση να βλέπεις αυτή την κίνηση σε μια χώρα όπου, σε όλα τα πέριξ, με δυσκολία συναντάς ανθρώπινη ύπαρξη. Ήταν ήδη αργά όταν είχα τελειώσει την εξερεύνηση της πόλης του βασιλέως των βασιλέων, και ο οδηγός μου με φόβισε πως δεν θα μπορούσαμε να μπούμε στο Ναύπλιο, γιατί οι πύλες αυτής της πόλης κλείνουν μόλις πέσει η νύχτα. 

Επιταχύναμε, λοιπόν, το βήμα και μετέθεσα για την επομένη την εξερεύνηση των ερειπίων της Τίρυνθας, μπροστά από τα οποία περάσαμε μετά από πορεία μιάμισης ώρας: μισή ώρα αργότερα μπήκαμε στο Ναύπλιο. Η πρώτη εικόνα του Ναυπλίου είναι απόλυτα ευνοϊκή. Καταρχήν η θέση του είναι υπερβολικά γραφική και επιπλέον προαναγγέλλει μια μεγάλη πόλη, πράγμα που πιθανώς το οφείλει στα φρούρια που το περιβάλλουν. Τα σπίτια του είναι επίσης ωραιότερα και πιο συμμετρικά από εκείνα της Αθήνας. Οι δρόμοι δεν είναι ούτε λαβυρινθώδεις ούτε ανώμαλοι, όπως στις πόλεις της Ανατολής.

Τέλος, κατανόησα πλήρως γιατί την είχαν αρχικά επιλέξει ως έδρα της ελληνικής κυβέρνησης, κατά προτίμηση από κάθε άλλη πόλη. Αυτή η πρώτη εικόνα με είχε, λοιπόν, γοητεύσει και νόμιζα ότι βρισκόμουνα σε μια από τις ευρωπαϊκές μας πόλεις· αλλά ήταν καιρός να πάω στο πανδοχείο όπου θα ξεπεζεύαμε, και να δω με τα μάτια μου το εσωτερικό αυτών των σπιτιών, για να απαλλαγώ από ψευδαισθήσεις. Μεγάλες αίθουσες ολόγυμνες, χωρίς άλλα έπιπλα από ένα άσχημο μικρό σιδερένιο κρεβάτι και μια καρέκλα μισοξεψαθιαμένη, μπροστά σε ένα τραπέζι χοντροπελεκημένο, χώροι ευκολίας μέσα στην κουζίνα, μια ξύλινη απότομη σκάλα, αρκετά κακά τοποθετημένη, αυτό ήταν το ωραιότερο πανδοχείο του Ναυπλίου.

Ωστόσο, μετά την προηγούμενη νύχτα, δεν είχα πλέον το δικαίωμα να είμαι, δύσκολος και, παρά την απογοήτευσή μου, έπρεπε να θεωρούμαι ευτυχής. Το πρωί της επομένης μέρας περιδιάβασα στην πόλη και αντιλήφτηκα ότι δεν ήταν τόσο μεγάλη όσο αρχικά είχα πιστέψει. Αυτό που ιδιαίτερα τράβηξε την προσοχή μου, ήταν η περίεργη αρχιτεκτονική ορισμένων σπιτιών, κυρίως εκείνων που βρίσκονται στην πλατεία, και τα οποία διακοσμούν φεγγίτες κατά το τουρκικό στυλ του Μεσαίωνα…

 

 

Read Full Post »

Η αυθεντική ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας (1931) της Μαριέττας Γιαννοπούλου – Μινώτου: Μια άγνωστη λογοτεχνική μετάπλαση ενός διαβόητου μύθου[1] – Πέρσα Αποστολή


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» την ανακοίνωση  της Δρ. Πέρσας Αποστολή, στο Δ’ Ευρωπαϊκό Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών που πραγματοποιήθηκε στη Γρανάδα, 9-12 Σεπτεμβρίου 2010, με τίτλο:

 

«Η αυθεντική ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας (1931) της Μαριέττας Γιαννοπούλου – Μινώτου: Μια άγνωστη λογοτεχνική μετάπλαση ενός διαβόητου μύθου».

 

Η σκανδαλιστική ιστορία της Πάπισσας έχει προσελκύσει για περισσότερο από οκτώ αιώνες τώρα το ενδιαφέρον πλήθους κληρικών, θεολόγων, ιστορικών, λογοτεχνών, φιλολόγων, καλλιτεχνών κ.ά. Οι πρώτες σχετικές αναφορές από τον 13ο αιώνα, σε εκκλησιαστικά χρονικά, βίους παπών, συλλογές με υποδειγματικές αφηγήσεις (exempla) κ.ά., είναι σύντομες και γενικές: Μια γυναίκα μεταμφιεσμένη σε άνδρα καταφέρνει να ανέλθει στον παπικό θρόνο, ως τη στιγμή που το σκάνδαλο αποκαλύπτεται, όταν κατά τη διάρκεια λιτανείας ο πάπας γεννάει ένα ημιθανές βρέφος εν μέσω του οργισμένου πλήθους. Δεν δίνεται το όνομα ή η καταγωγή αυτής της γυναίκας, ούτε χωροχρονικές πληροφορίες για τη διαδρομή και τη θητεία της ή εξηγήσεις σχετικά με την παρενδυσία και την εγκυμοσύνη. [2]

Έκτοτε η ιστορία αναπαράγεται, αναπλάθεται και ανασημασιοδοτείται ξανά και ξανά. Τα αρχικά κενά του μύθου συμπληρώνονται σταδιακά από μεταγενέστερους συγγραφείς, καθένας από τους οποίους επιχειρεί να διαμορφώσει τη δική του εκδοχή της ιστορίας και κατ’ επέκταση να κατασκευάσει τη δική του εικόνα αυτής της θρυλικής γυναικείας μορφής, ανάλογα με τις όποιες θρησκευτικές, ιδεολογικές, αισθητικές ή άλλες προθέσεις του.

Η υπόθεση της Πάπισσας αρχικά τροφοδοτεί εκκλησιαστικές συζητήσεις στους κόλπους των ίδιων των Καθολικών, για να περάσει αργότερα και στο στρατόπεδο των Προτεσταντών. Έτσι, εκτός από το επίμαχο ερώτημα για την ιστορικότητα του μύθου, δίνει μεταξύ άλλων την αφορμή για ανταλλαγή απόψεων σχετικά με τον αποκλεισμό των γυναικών από την ιερουργία, το αλάθητο του πάπα και τη διαφθορά της Καθολικής Εκκλησίας. [3] Η Ιωάννα (ή κατ’ άλλους Αγνή, Άννα, Γκιλμπέρτα ή Γκλάνσια) [4] αποτυπώνεται άλλοτε ως μια βλάσφημη και αδίστακτη γυναίκα που με τη βοήθεια του διαβόλου γνώρισε την υπέρτατη Δόξα και τον έσχατο εξευτελισμό, άλλοτε ως θηλυκός Φάουστ ή και προάγγελος του Αντίχριστου, [5] ενώ ορισμένοι φτάνουν να αναγνωρίσουν στο πρόσωπό της ακόμα και τη «Μεγάλη Πόρνη της Βαβυλώνος» της Αποκαλύψεως (κεφ. 17). [6]

Καθώς από τον 15o αιώνα η Πάπισσα περνάει και στη λογοτεχνία, οπότε καταργούνται τα ήδη ρευστά όρια μεταξύ ιστορικής καταγραφής και μυθοπλαστικής επεξεργασίας, η υπόθεση αποκτά νέα συμφραζόμενα, που επιδέχονται νέες αναγνώσεις: αλληγορικές ή μεταφυσικές, μπουρλέσκες, σατιρικές ή ρομαντικές, μισογυνικές ή φεμινιστικές κ.ά. Μέσα από αυτές τις αναγνώσεις τίθενται νέα ερωτήματα: για τη γυναικεία φύση σε συνάρτηση με την ερωτική επιθυμία, τη φιλοδοξία και την ηθική, για την απόκρυψη της γυναικείας ταυτότητας μέσω της μεταμφίεσης, για τους κοινωνικούς ρόλους των φύλων κ.ά. [7] Έτσι, π.χ. κατά τον βραζιλιάνο μεσαιωνολόγο Hilario Franco Jr. η Πάπισσα Ιωάννα συγκεφαλαιώνει την «Ουτοπία της ανδρογυνίας»· [8] ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος, πάλι, διαβάζει τον μύθο ως «μια παραβολή που εξερευνά τους κινδύνους με τους οποίους έρχονται αντιμέτωπες οι γυναίκες […] εάν απατηθούν ότι μπορούν να απαρνηθούν εντελώς το φύλο και τη φύση τους», ενώ αντιθέτως ο Jacques Le Goff κάνει λόγο για την «άρνηση του άλλου φύλου». [9] Και η ιστορία της ιστορίας της Πάπισσας συνεχίζεται, καθώς πολλαπλασιάζονται διαρκώς οι γραπτές ή άλλες πηγές που επιχειρούν να την καταγράψουν, συγκροτώντας μια τεράστια διεθνή «γενεαλογία». [10]

Σε ό,τι αφορά την ελληνική συμμετοχή σε αυτή τη διεθνή «γενεαλογία», η πρωτοκαθεδρία αναμφισβήτητα ανήκει στο περίφημο έργο του Εμμανουήλ Ροΐδη (Η Πάπισσα Ιωάννα. Ιστορική μελέτη, 1866), ενώ θα πρέπει να προστεθεί εδώ και η πιο πρόσφατη ελεύθερη διασκευή του ροϊδικού έργου από τον Βαγγέλη Ραπτόπουλο (Η απίστευτη ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας, Κέδρος 2000).

Μαριέττα Γιαννοπούλου-Μινώτου (1900-1962).

Στόχος της παρούσας ανακοίνωσης είναι να φέρει στο φως μια ακόμη, εν πολλοίς άγνωστη Πάπισσα Ιωάννα, την οποία έγραψε η δραστήρια λογία Μαριέττα Γιαννοπούλου-Μινώτου (1900-1962). [11] Γνωστή επίσης με τα ψευδώνυμα «Επτανησία» και «Χειραφετημένη», η Μινώτου υπήρξε ένθερμη οπαδός του δημοτικισμού, με πλούσιο πνευματικό και συγγραφικό έργο (λογοτεχνικό, φιλολογικό, μεταφραστικό, λαογραφικό κ.ά.), αποτελούμενο από εξακόσια περίπου δημοσιεύματα, στον τύπο ή σε αυτοτελείς εκδόσεις. Εξίσου πλούσια είναι και η εκδοτική της δράση: Μεταξύ άλλων, μόλις στα εικοσιένα της χρόνια εξέδωσε το πρώτο ζακυνθινό φεμινιστικό περιοδικό Εύα Νικήτρια (1921-1923) και από το 1927 ως τον Οκτώβριο του 1935 υπήρξε συνεκδότρια του γνωστού «μηνιαίου φιλολογικού και καλλιτεχνικού περιοδικού» Ιόνιος Ανθολογία. Προσπάθησε με κάθε τρόπο να συμβάλει στη διάδοση των επτανησιακών γραμμάτων, ενώ, τέλος, με δική της πρόταση καθιερώθηκαν από το 1932 οι εβδομάδες ελληνικού βιβλίου. [12]

Η Αυθεντική ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας της Μινώτου δημοσιεύτηκε σε 18 συνέχειες, από τον Μάιο ως τον Σεπτέμβριο 1931, στο αθηναϊκό λογοτεχνικό περιοδικό Εβδομάς. [13] Με αυτή τη δημοσίευση, εγκαινιάζεται μια τακτική συνεργασία της συγγραφέως με το εν λόγω έντυπο, η οποία διατηρείται ως το 1936. [14]

Ήδη από τον τίτλο («αυθεντική ιστορία») αλλά και από σχετικές αναφορές εντός του κειμένου, υποδηλώνεται η πρόθεση της συγγραφέως να αποκαταστήσει την αλήθεια γύρω από την περίπτωση της Πάπισσας, [15] μέσα από μια τεκμηριωμένη και πιστή καταγραφή των γεγονότων, και σε αντιδιαστολή όπως υπονοείται με παλαιότερα αντίστοιχα εγχειρήματα. (Να σημειωθεί πάντως ότι η συγγραφέας αποφεύγει και την παραμικρή αναφορά στο εμβληματικό κείμενο του Ροΐδη.) Όπως χαρακτηριστικά δηλώνει στον «Πρόλογο», στόχος της είναι να «κατατοπίσει πραγματικά τον αναγνώστη πάνω στο τόσο ενδιαφέρον πρόσωπο της Πάπισσας Ιωάννας, χωρίς φανταστικά παραφουσκώματα που καταντούν την ιστορία μυθιστόρημα» (σ. 1216).

Για τον σκοπό αυτό, η Μινώτου δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα της τεκμηρίωσης: Προκειμένου να ενισχύσει το κύρος της αφήγησής της, μνημονεύει επανειλημμένως τις πηγές στις οποίες βασίστηκε, υπογραμμίζοντας την αξιοπιστία τους, [16] ενσωματώνει παραθέματα (είτε αυτούσια είτε σε ελεύθερη απόδοση, εντός και εκτός εισαγωγικών), καταφεύγει σε παρεκβάσεις προκειμένου να ανασυνθέσει τα ήθη και τις ιστορικοκοινωνικές συνθήκες της περιόδου που εξετάζει, [17] διανθίζει μάλιστα το κείμενό της με εικονογραφικό υλικό από τις πηγές αυτές, προκειμένου να ενισχύσει την αίσθηση της αυθεντικότητας, αλλά και για να κρατάει το ενδιαφέρον του κοινού, ενώ τέλος επισημαίνει το πλήθος των έγκριτων άλλων συγγραφέων που έχουν καταγράψει το επεισόδιο (σσ. 1216, 1648). Το γεγονός αυτό καταδεικνύει την ενημέρωση της συγγραφέως, η οποία πάντως δεν στοχεύει στην εξαντλητική διερεύνηση του θέματος.[18]

Σε ό,τι αφορά τις πηγές που χρησιμοποίησε η Μινώτου, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε δύο κατηγορίες: εκείνες από τις οποίες άντλησε υλικό για την εποχή, τα ιστορικά πρόσωπα ή τον χώρο της εκκλησίας [19] και εκείνες που αναφέρονται στην ίδια την Πάπισσα. Ως προς τις δεύτερες, η συγγραφέας κατονομάζει: α) Το περίφημο χρονικό του Μαριανού του Σκώτου [Marianus Scotus, Chronicon, 14ος αι.], που και ο Ροΐδης είχε αξιοποιήσει, β) ένα κείμενο «του εκκλησιαστικού συγγραφέως Αλβερίκου Μονκασίν» [Albéric du Mont-Cassin, 11ος αι.], που δεν διευκρινίζεται ποιο, και γ) «δύο σχετικ[ές] μελέτ[ες] των Λασάτρ και Φιορέττι» (σσ. 1216, 1540). Από τις δύο τελευταίες πηγές, που αναφέρονται στους βίους των παπών, μπόρεσα μέχρι στιγμής να ταυτοποιήσω μόνο την πρώτη: Πρόκειται, για τον τρίτο τόμο του έργου του Maurice Lachâtre, Histoire des Papes (1842). [20]

Η χρήση των πηγών δεν γίνεται με αυστηρά φιλολογικό τρόπο, όπως σε μια βιογραφική μελέτη, δηλαδή με ακριβείς παραπομπές, πιστή μεταφορά των παραθεμάτων και αναλυτικό κατάλογο βιβλιογραφίας στο τέλος. Θυμίζουμε εξάλλου ότι το κείμενο δημοσιεύεται σε ένα ποικίλης ύλης περιοδικό, απευθυνόμενο στο ευρύτερο κοινό. Η ίδια δε η συγγραφέας στον κατάλογο εργογραφίας – βιβλιογραφίας που εξέδωσε το 1957 δεν κατατάσσει την Πάπισσα Ιωάννα της στις βιογραφικές μελέτες, αλλά στις «μυθιστορηματικές βιογραφίες».[21] Μάλιστα πρόκειται για την πρώτη της μυθιστορηματική βιογραφία.

Πράγματι, πέρα από την αμφισβητούμενη υπόσταση της Πάπισσας και το γεγονός ότι στο κείμενο της Μινώτου συνυπάρχουν ιστορικά και ψευδοϊστορικά πρόσωπα ή γεγονότα, [22] ο ίδιος ο τρόπος παρουσίασης και οργάνωσης του υλικού μάς απομακρύνουν από το είδος της βιογραφικής μελέτης. Παρά τις αντίθετες προγραμματικές δηλώσεις της στον πρόλογο, γίνεται σαφές ότι η Μινώτου δεν περιορίζεται στην καταγραφή μόνο των περιστατικών που τεκμηριώνονται από τις πηγές, αλλά ότι μεγάλο μέρος του υλικού της αποτελεί προϊόν μυθοπλαστικής επεξεργασίας. Συχνά καταφεύγει σε τεχνικές από τον χώρο του μυθιστορήματος, όπως επινοημένους διαλόγους, δραματοποιημένες σκηνές και εσωτερικούς μονολόγους, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον της από τα εξωτερικά γεγονότα στις εσωτερικές διεργασίες, από την αλήθεια των γεγονότων σε μια βαθύτερη αλήθεια που αφορά το πρόσωπο της Ιωάννας. Τα παραπάνω αποτελούν βασικά γνωρίσματα της νεότερης μορφής της μυθιστορηματικής βιογραφίας που – υπό την επίδραση της σύγχρονης ψυχολογίας – κάνει την εμφάνισή της τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, [23] γνωρίζοντας ιδιαίτερη άνθιση και στον ελλαδικό χώρο κατά τον μεσοπόλεμο.[24]

H Πάπισσα Ιωάννα, δημοσιεύεται στο: « Histoire de la Papesse Jeanne, fidèlement tirée de la dissertation latine de Monsieur de Spanheim,…1695».

Ποια είναι όμως η «αυθεντική ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας» όπως καταγράφεται σε αυτή τη μυθιστορηματική βιογραφία; Η Ιωάννα είναι νόθα κόρη του Καρλομάγνου, ο οποίος, μεταμφιεσμένος σε απλό στρατιώτη, αποπλανεί την νεαρή Αγνή και εξαφανίζεται. Η Αγνή, προκειμένου να αποφύγει το σκάνδαλο, προστρέχει στον ηγούμενο του Ίνγκελχάιμ, πατέρα Γιλβέρτο, ο οποίος την εξαναγκάζει να φύγουν μαζί και να παντρευτούν.

Γεννιέται η Ιωάννα, η οποία αγνοεί την βασιλική καταγωγή της. Από μικρή επιδεικνύει εξαιρετικές πνευματικές ικανότητες και αισθάνεται το περιβάλλον γύρω της περιοριστικό. Μπαίνει στον πειρασμό να το σκάσει με κάποιον από τους ηλικιωμένους θαυμαστές της, ώσπου γνωρίζει έναν νεαρό σπουδαστή, μοναχό στο μοναστήρι της Φούλδας. Τον ερωτεύεται και μεταμφιεσμένη σε μοναχό τον ακολουθεί στη μονή του.

Όταν ο ηγούμενος τη μονής, Ραμπάν Μάουρ, ανακαλύπτει την αλήθεια, οι νέοι φεύγουν και περιπλανιούνται αρχικά στην Αγγλία και εν συνεχεία στη Γαλλία, όπου η ετεροθαλής αδερφή της Ιωάννας, Ίμμα, την ερωτεύεται. Η Ιωάννα αναγκάζεται να της αποκαλύψει το φύλο της και για να γλιτώσουν από την οργή της, το ξανασκάνε για τη Μασσαλία, όπου η Ιωάννα ανακτά για λίγο την γυναικεία της ταυτότητα, οι δυο νέοι συστήνονται ως αδέρφια και αναζητούν εργασία. Ακολουθούν δέκα ειδυλλιακά χρόνια στην Αθήνα, όπου η Ιωάννα διαπρέπει πνευματικά, ώσπου ένας επίδοξος θαυμαστής της δηλητηριάζει τον νέο της Φούλδας. Εκείνη κατευθύνεται τότε στη Ρώμη, και για να ξεπεράσει τη θλίψη της αφοσιώνεται στη δουλειά. Διδάσκει στην περίφημη Ελληνική Σχολή της Ρώμης, ανελίσσεται στην εκκλησιαστική ιεραρχία κι εντέλει καταλαμβάνει τον παπικό θρόνο.

Η μονοτονία του παπικού βίου την οδηγεί στην αναζήτηση ενός εραστή, τον οποίο βρίσκει στο πρόσωπο του Καρδινάλιου Μπρενάου. Τότε την επισκέπτεται ένας άγγελος που της ζητά να επιλέξει το είδος της τιμωρίας που προτιμά. Εκείνη επιλέγει επί γης καταισχύνη, ώστε να λάβει την μετά θάνατον εξιλέωση. Ακολουθεί εσωτερική πάλη. Η Ιωάννα σκέπτεται τελικά να αποκαλύψει η ίδια την αλήθεια, προκειμένου να γίνουν γνωστά τα επιτεύγματά της, αλλά και να ζητήσει έλεος από το πλήθος, ενώ λίγο μετά ανακαλύπτει την εγκυμοσύνη της. Δεν καταφέρνει εντούτοις να πραγματοποιήσει τα σχέδιά της. Γεννά πρόωρα και πεθαίνει κατά τη διάρκεια λιτανείας.

Η αφήγηση της Μινώτου ευθυγραμμίζεται εν πολλοίς με την κύρια διεθνή παράδοση του μύθου, διαφοροποιούμενη σε αρκετά σημεία από την εκδοχή του Ροΐδη, του οποίου τις επινοήσεις δεν υιοθετεί ούτε στο ελάχιστο. Λ.χ. ο Νέος της Φούλδας – ο Φρουμέντιος του Ροΐδη – παραμένει εδώ ανώνυμος. Διαφορετικός είναι επίσης ο τρόπος γνωριμίας των δύο νέων, όπως και η μετέπειτα τύχη του νέου: όχι εγκατάλειψη του νέου από την Ιωάννα, όπως στον Ροΐδη, αλλά θάνατος, εκδοχή την οποία είχε εισαγάγει στον μύθο ο Βοκκάκιος.[25]

Παράλληλα, η αφήγηση της Μινώτου περιλαμβάνει κάποια νεοφανή στοιχεία, κατά πάσα πιθανότητα δικής της επινόησης, καθώς σύμφωνα τουλάχιστον με τη μέχρι στιγμής έρευνα, δεν μπόρεσα να τα εντοπίσω σε κάποια άλλη πηγή. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι πως η Ιωάννα μας συστήνεται από την Μινώτου όχι ως αγνώστου πατρός, αλλά ως νόθα κόρη του Καρλομάγνου, προκειμένου να καταδειχθεί ότι «η λάμψη της μεγαλοφυΐας της κι η τόση ερωτική της ορμή» έχουν ενδεχομένως κληρονομική εξήγηση (σ. 1216). Νεοφανές είναι και το επεισόδιο με την ετεροθαλή αδερφή της Ίμμα, το οποίο μάλιστα καταλαμβάνει αρκετή έκταση (σσ. 1432-3, 1468-9, 1504-5).

 

Η πρόωρη γέννα της Πάππισας κατά τη διάρκεια λιτανείας. Trechos do livro «De Mulieribus Claris» («Mulheres Famosas»), de 1362, escrito por Giovanni Boccaccio (1313–1375).

 

Η ιδιαιτερότητα της αφήγησης συνίσταται, ωστόσο, κυρίως στον τρόπο με τον οποίο σκιαγραφείται η προσωπικότητα της Ιωάννας. Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, παρά τη βασική επιδίωξή της Μινώτου να καταγράψει την «αυθεντική ιστορία» της Πάπισσας και να ανασυνθέσει ανάγλυφα την εποχή και τα ήθη, η συγγραφέας δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη διερεύνηση του ψυχισμού της ηρωίδας, ευθυγραμμιζόμενη με ένα από τα βασικά αιτήματα της γενιάς του ’30, «το αίτημα της εσωτερικότητας».[26] Παραμένοντας εντός του πλαισίου της ρεαλιστικής πεζογραφικής παράδοσης (γραμμική ακολουθία των γεγονότων, τριτοπρόσωπη συνεκτική αφήγηση από έναν παντογνώστη αφηγητή κ.λπ.), η Μινώτου επιτρέπει στον αναγνώστη, κυρίως μέσα από εσωτερικούς μονολόγους και ελεύθερους πλάγιους λόγους, να έχει πρόσβαση στην εσωτερική ζωή της πρωταγωνίστριας και να παρακολουθήσει τη σταδιακή πορεία της προς την αυτοσυνείδηση.[27]

Η πορεία αυτή παρουσιάζεται ως μια διαλεκτική διαδικασία που συντελείται μέσα από την επαφή της ηρωίδας με εκπροσώπους και των δύο φύλων και την οδηγεί από την μονότονη ακινησία της ιδιωτικότητας στην ενεργό συμμετοχή στο δημόσιο βίο και δη στο κατεξοχήν ανδροκρατούμενο απαγορευμένο χώρο της Εκκλησίας, [28] κάτι το οποίο βεβαίως γίνεται εφικτό μόνο μέσω της παρενδυσίας, δηλαδή μόνο μέσα από την απόκρυψη της γυναικείας ταυτότητάς της.

Κατ’ αρχάς λοιπόν η Ιωάννα αντιδιαστέλλεται από το πρότυπο της παθητικής και υποταγμένης γυναίκας – θύματος, που αντιπροσωπεύει η μητέρα της: [29] Στον αντίποδα, η Ιωάννα σκιαγραφείται ως μια ισχυρή και ασυμβίβαστη προσωπικότητα, που επιδιώκει να υπερβεί τους ασφυκτικούς κοινωνικούς περιορισμούς, διεκδικώντας το δικαίωμα στη μόρφωση, τον έρωτα και τη δημόσια δράση. Περιγράφεται ως «ανυπόταχτη φύση που δεν υποχωρεί σε τίποτα, που δεν εννοεί να σκλαβώσει την ελευθερία της θέλησής της, έστω και στην φοβερότερη ανάγκη» (σ. 1396) και που επιθυμεί «ν’ αποχτήσει οπωσδήποτε την ελευθερία της όπως αυτή ήθελε. Πραγματική ελευθερία. Χωρίς συμβιβασμούς και όρους» (σ. 1324).

Παράλληλα, η συγγραφέας διαχωρίζει την Ιωάννα από το πρότυπο των φιλάρεσκων και διεφθαρμένων γυναικών που κυριαρχούσε στη μεσαιωνική Γαλλία και Ρώμη:

 

«Η πώρωση των γυναικών είχε φτάσει σε τέτοιαν υπερβολή που προκαλούσε την αηδία, και η ξετσιπωσιά τους ποτέ άλλοτε δεν υπερέβη τους σκοτεινούς εκείνους χρόνους. Ένα μονάχα κοίταζαν, το πώς να κατακτήσουν τους περισσότερους άντρες. […] Εδημιουργείτο έτσι ένα ελεεινό περιβάλλον μια ανήκουστη παραλυσία στα ήθη, όπου κυριαρχούσεν ο φθόνος και τα τρομερότερα πάθη» (σ. 1469).

 

Αντιθέτως η Ιωάννα:

 

«Δεν ήταν ο μαλθακός τύπος της γυναίκας της εποχής εκείνης, που […] θα ήταν ευτυχισμένη να περνάει ώρες ολόκληρες μέσα σ’ ένα νοσηρό ρεμβασμό για μικροεπεισόδια ερωτικά και άλλα ασήμαντα πράγματα» (σ. 1576). Και σε άλλο σημείο: «Δεν ήταν μια γυναίκα που μπορούσε να πουλήσει τον εαυτό της σ’ αντάλλαγμα της δόξας. Ούτε ήταν από τις πραγματικά διεφθαρμένες γυναίκες που πουλιούνται για το χρυσάφι κι αδιαφορούν για όλα τ’ άλλα» (σ. 1288).

 

Η ηθική ανωτερότητα της Ιωάννας θεμελιώνεται, όμως, και μέσα από την αντιπαράθεσή της με το ανδρικό φύλο. Υιοθετώντας την στερεοτυπική εικόνα του αρσενικού που κυριαρχείται από ανεξέλεγκτα ερωτικά πάθη, η Μινώτου αποτυπώνει τους περισσότερους ανδρικούς χαρακτήρες ως υστερόβουλους και ακόλαστους, συχνά σε βαθμό ώστε, στην προσπάθειά τους να υποτάξουν την Ιωάννα, να καταντούν καταγέλαστες καρικατούρες (π.χ. σσ. 1288, 1324, 1396). Εξαίρεση αποτελούν κυρίως ο νέος της Φούλδας και ο μετέπειτα εραστής της Ιωάννας, Καρδινάλιος Μπρενάου.

Αντιθέτως η Ιωάννα, αν και έχει επίγνωση της έλξης που ασκεί στο άλλο φύλο, εμφανίζεται να περιφρονεί όσους επιχειρούν να τη διαφθείρουν, ενώ διακρίνεται μάλλον για την αγνότητα των συναισθημάτων (π.χ. σσ. 1288, 1324). Δεν θυμίζει δηλαδή σε τίποτα το αμαρτωλό και λάγνο θηλυκό του Ροΐδη ή του Ραπτόπουλου, πόσο μάλλον τη «Μεγάλη Πόρνη της Βαβυλώνος». Χαρακτηριστική από αυτή την άποψη είναι η αφελής ονειροπόλησή της καθώς και η παρθενική της συστολή κατά την ερωτική εξομολόγηση του Νέου της Φούλδας (σ. 1360), που μας παραπέμπουν περισσότερο σε ρομαντικές ηρωίδες.

Η Ιωάννα υιοθετεί μια ρομαντική αντίληψη για τον έρωτα, τον οποίο συνδέει περισσότερο με το συναίσθημα παρά με την ερωτική πράξη. Έτσι, η ηρωίδα εμφανίζεται αφοσιωμένη στον Νέο της Φούλδας ακόμα και μετά τον θάνατό του, καθώς εξακολουθεί να αποκρούει τους αντεραστές του (σσ. 15761577, 1612). Ενώ, όταν – πολύ αργότερα – επιλέγει τον καρδινάλιο ως σύντροφό της, αυτό αποδίδεται όχι στα σεξουαλικά της ένστικτα, αλλά κυρίως στη μονοτονία του παπικού βίου και στην ανάγκη να μοιραστεί με κάποιον το βάρος του μυστικού της (δηλαδή της επί χρόνια κρυμμένης της ταυτότητας), το οποίο την έχει ουσιαστικά οδηγήσει στην απομόνωση και την ψυχική εξάντληση (σ. 1649). Είναι, τέλος, ενδεικτικό ότι απουσιάζουν από το κείμενο οι περιγραφές αισθησιακών σκηνών ή ερωτικού πάθους, ενώ και η αποτύπωση της εξωτερικής ομορφιάς τη Ιωάννας περιορίζεται σε γενικές και όχι υπερβολικά ηδυπαθείς αναφορές (σσ. 1288, 1360, 1396, 1720).

Παράλληλα με την ηθική ακεραιότητα της Ιωάννας, η συγγραφέας επιχειρεί να αναδείξει και την ψυχική και πνευματική της υπεροχή: Εξαίρει τον δυναμισμό της, έναντι των δύο εραστών της, που προβάλλουν αδύναμοι σαν «χάρτιν[α] ανδρείκελ[α]» (σσ. 1576, 1756)· δίνει έμφαση στην ξεχωριστή προσωπικότητα, στα έμφυτα χαρίσματα, τις ικανότητες και τη μόρφωσή της, όπως επίσης στο πολύτιμο έργο που προσέφερε κατά τη διάρκεια της παπικής της θητείας (π.χ. σσ. 1288, 1361, 1432, 1576, 1612-13, 1648). Μάλιστα η βιογραφία τελειώνει με τον έπαινο αυτής ακριβώς της θαυμαστής προσφοράς:

 

«Στον παπικό θρόνο συχνά ανέβηκαν άνθρωποι που τον δόξασαν. Ιδίως οι Ουμανιστές πάπαι της Αναγεννήσεως που υποστήριξαν με τόση θέρμη την εξάπλωση του ελληνικού πολιτισμού του Βυζαντίου, τα γράμματα και τις ωραίες τέχνες.

Μα αν και τόσα χρόνια πίσω, στη σκοτεινή εκείνη εποχή του Μεσαίωνος, η Ιωάννα κυβέρνησε, απ’ όσες πηγές διεσώθηκαν, κατά τον ίδιο επωφελή τρόπο την αιωνία Πόλη, κι αν δεν επρόκειτο για γυναίκα, ορισμένως η ιστορία των παπών θα την κατέτασσε περήφανα δίπλα στους Ουμανιστές εκείνους πάπας που με τ’ όνομά τους λαμπρύνουν τις σελίδες της» (σ. 1829).

 

Όπως έχει επισημάνει η κριτική, τα φεμινιστικά κινήματα τόσο στον ελληνικό όσο και στον διεθνή χώρο, «ανατρέχουν συχνά», κυρίως στα πρώτα τους βήματα, «στον νομιμοποιητικό λόγο της ιστορίας.» [30] Στα καθ’ ημάς, συγγραφείς, όπως λ.χ. η Καλλιρρόη Παρρέν, η Σωτηρία Αλιμπέρτη, η Αθηνά Ταρσούλη αλλά και η Μαριέττα Μινώτου (μέσα από τις σελίδες του περιοδικού της Εύα νικήτρια αλλά και με πλήθος ιστορικών, φιλολογικών κ.ά. κειμένων και διαλέξεών της), [31] επιχειρούν να ανασύρουν στην επιφάνεια παραδείγματα γυναικών με πολλαπλή συνεισφορά στον χώρο του πνεύματος, των τεχνών, αλλά και σε άλλους τομείς της δημόσιας δράσης, από το παρελθόν αλλά και κατά τα μεταγενέστερα χρόνια.

 

«Η Γέννηση», σκηνή από τον θρύλο της Πάπισσας Ιωάννας. Αναπαράσταση από την Αναγεννησιακή περίοδο.

 

Θα μπορούσε άραγε η Πάπισσα Ιωάννα της Μινώτου να λειτουργήσει ως ένα τέτοιο αντίστοιχο παράδειγμα; Η απάντηση είναι εντέλει μάλλον αρνητική, εν πρώτοις επειδή η ίδια η περίπτωση της Πάπισσας δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ανήκει στον χώρο της ιστορίας και όχι του μύθου. Επιπλέον, επειδή, παρά το γεγονός ότι συγκεντρώνει αρκετά στοιχεία που θα μπορούσαν να συγκροτήσουν μια θετική εικόνα για τη γυναικεία ταυτότητα, όπως ξεχωριστές πνευματικές ικανότητες, μόρφωση, δυναμισμός, η Ιωάννα δεν ξεφεύγει εντελώς από ορισμένους ιδεολογικούς κοινούς τόπους για το γυναικείο φύλο: η Ιωάννα δεν αποτυπώνεται ως μια απολύτως απελευθερωμένη γυναίκα, δεν επιδιώκει μια εντελώς αυτοδύναμη και ανεξάρτητη πορεία προς την προσωπική ολοκλήρωση και δεν διανοείται καν να εγκαταλείψει την πατρική εστία χωρίς την ανδρική προστασία. Αρχικά της τίθεται μόνο το ηθικό δίλημμα αν, προκειμένου να πετύχει τον στόχο της, θα πρέπει να υποταχθεί στις ορέξεις κάποιου γηραλέου θαυμαστή της ή όχι, και ποιος είναι αυτός που θα επιλέξει (σ. 1288). Κι όταν κάποτε το σκάει από το σπίτι, αυτό δεν γίνεται εντέλει προκειμένου να κυνηγήσει τα όνειρά της, αλλά προς χάριν του έρωτα, για τον οποίο για μεγάλο διάστημα «παράτ[άει] τα μεγάλα σχέδια για την κατάκτηση της δόξας. Τώρα στην εφαρμογή καταλάβαινε πως δεν μπορούσαν να συνυπάρξουν η αγάπη της κι η δόξα μαζί», όπως εξομολογείται (σ. 1360-1). Επίσης, παρά τον δυναμικό της χαρακτήρα, η Ιωάννα εμφανίζεται να δηλώνει πλήρη υποταγή και στους δύο εραστές της:

 

«Η Ιωάννα έβλεπε πια την αδυναμία της. Ο νέος της Φούλδας δεν ήταν σαν τους άλλους. Κυριαρχούσεν επάνω της, σαν αφέντης» (σ. 1360).

 

Ομοίως αργότερα γράφει στον Μπρενάου:

 

«Στο εξής ο πάπας Ιωάννης δεν υπάρχει πια για σένα. Έχεις μια φίλη, μιαν αδελφή που σου ανήκει ό,τι και σ’ αυτήν ανήκει. Ο θρόνος του Βατικανού θα ‘ναι στα χέρια σου όπως και ολόκληρη η Ιωάννα. Κατά τη βούλησή σου θα κυβερνάς και τους δυο χωρίς αντίσταση» (σ. 1721).

 

Τέλος, ας μην ξεχνάμε πως η προσπάθεια της ηρωίδας να υπερβεί τους κοινωνικούς φραγμούς εντέλει τιμωρείται.[32] Ίσως επειδή παρά τις όποιες ευγενείς αρχικές προθέσεις της, η μετέπειτα πορεία της Ιωάννας ξεφεύγει από τα συνήθη μέτρα και η στάση της μάλλον αγγίζει τα όρια της ύβρεως: Λίγο πριν εμφανιστεί ο άγγελος θέτοντάς της το γνωστό δίλημμα «μαρτυρικός θάνατος επί γης και συγχώρεση ή αιώνια καταδίκη στην κόλαση», η Πάπισσα έχει ήδη σκεφτεί να αποκαλύψει από μόνη της την αλήθεια, με μοναδικό κίνητρο τη μετά θάνατον δόξα (άλλο ένα νεοφανές στοιχείο στο κείμενο της Μινώτου). Η Ιωάννα υπολογίζει πως μόνο μέσα από μια τέτοια προσωπική θυσία, την οποία συγκρίνει με εκείνη του Χριστού, θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά τα επιτεύγματά της, τα οποία διαφορετικά θα ήταν καταδικασμένα να παραμείνουν στη λήθη:

 

«Και κείνο ιδίως που της έβαζε στο μυαλό τη σκέψη ν’ αποκαλυφθεί ήταν και πάλιν η δόξα. Συχνά αναρωτιόταν μόνη της πού θα τελείωνε αυτή η ιστορία. Αν πέθαινε και το πράγμα έμενε σκεπασμένο, τότε ποια σημασία θα είχε όλος αυτός ο όγκος της δράσεως που στο διάστημα της παποσύνης της έδειξε; Απλώς οι επερχόμενες γενεές θα ανάφεραν πως ο πάπας Ιωάννης ο Ζ’ κυβέρνησε καλά. Για έναν άντρα επιτέλους ήταν φυσικό. Μα για μια γυναίκα δεν ήταν το ίδιο. Θα έμενε για πάντα ως το μοναδικό φαινόμενο, το πιο παράξενο που είχε να επιδείξει η ιστορία, πως μια γυναίκα μόνο με την αξία της κατόρθωσε ν’ ανέβει στην παπική έδρα. […] Τι ήταν επιτέλους μερικές στιγμές, μερικές ώρες βασανιστηρίων μπροστά στην αθάνατη δόξα που το όνομά της θ’ αποχτούσε; Μήπως ο Χριστός, σκεφτόταν, απόχτησε διαφορετικά την αθανασία;» (σ. 1757)

 

Όταν λίγο μετά ανακαλύπτει πως είναι έγκυος, δεν φαίνεται να την απασχολεί ιδιαιτέρως ότι μαζί με τη δική της ζωή θα χαθεί και η ζωή του εμβρύου που κυοφορεί. Χωρίς να ελλείπουν κάποιες στιγμιαίες υπαναχωρήσεις και παλιμβουλίες, η Ιωάννα θεωρεί την εγκυμοσύνη της πρωτίστως σαν ένα γεγονός «υποβοηθητικό των σχεδίων της» (σ. 1757), καθώς θα μπορούσε να επιτείνει το στοιχείο του εντυπωσιασμού κατά την αποκάλυψη της πραγματικής της ταυτότητας. Δυστυχώς για την ίδια, η Μοίρα αποφασίζει διαφορετικά: πρόωρος τοκετός και θάνατος τόσο για εκείνη όσο και για το βρέφος.

Μια τέτοια περίπτωση, όπως εκείνη της Πάπισσας Ιωάννας – η οποία ούτως ή άλλως υπερβαίνει τα συνήθη μέτρα και δεν μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτική – είναι αμφίβολο κατά πόσο μπορούσε τελικά να λειτουργήσει αφυπνιστικά προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης μιας έμφυλης συνείδησης, την οποία μάλιστα η ίδια η ηρωίδα δεν εμφανίζεται να έχει. [33] Η Ιωάννα εγγράφεται εντέλει στη βιογραφία της Μινώτου ως μια γυναικεία μορφή αινιγματική και αντιφατική.

Ίσως αυτός να ήταν ένας από τους λόγους για τον οποίο η συγγραφέας δεν εξέδωσε το κείμενό της και σε αυτοτελή τόμο, όπως συνέβη με άλλες μυθιστορηματικές βιογραφίες της. [34] Με την έκδοση της Αυθεντικής Ιστορίας της Πάπισσας Ιωάννας της Μαριέττας Μινώτου ίσως μπορέσει ετούτη η από πολλές απόψεις ενδιαφέρουσα λογοτεχνική μετάπλαση αυτού του διαβόητου μύθου να πάρει τη θέση που της αναλογεί στο πλαίσιο της διεθνούς γενεαλογίας της Πάπισσας.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Η παρούσα ανακοίνωση αποτελεί συνεπτυγμένη μορφή της «Εισαγωγής» που συνοδεύει το βιβλίο: Μαριέττα Γιαννοπούλου – Μινώτου, Η Αυθεντική Ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας, σε φιλολογική επιμέλεια της υποφαινόμενης. Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά την κ. Μαριέττα Δ. Μινώτου  – Παπαδημητρίου, τη Σοφία Ντενίση, τη Νίνα Παλαιού και τον Νίκο Μαυρέλο για τη συνδρομή τους.

[2] Για μια ενδελεχή εξέταση των πηγών που αναφέρονται στην Π.Ι., βλ. Alain Boureau, The Myth of Pope Joan, μτφ. Lydia G. Cochrane, The University of Chicago Press, Chicago and London 2001 (γαλλ. έκδοση 1988) και Rosemary και Darroll Pardoe, The Female Pope: The Mystery of Pope Joan [εκδ. Crucible (Thorsons) 1988], < http://www.users.globalnet.co.uk/~pardos/PopeJoanHome.html>. 25/8/2010. Στις δύο αυτές μελέτες στηρίχτηκα για τις πληροφορίες που αφορούν την διεθνή παράδοση της Πάπισσας. Για μια κατατοπιστική επισκόπηση του θέματος, βλ. επίσης Δημήτρης Δημηρούλης, «Εισαγωγή. Η διαρκής γοητεία της Πάπισσας», στο: Εμμανουήλ Ροΐδης, Η Πάπισσα Ιωάννα. Το αυθεντικό κείμενο του 1866, εισ.-επιμ. Δημήτρης Δημηρούλης, Μεταίχμιο, Αθήνα 2005: xi-lxxxiv.

[3] Για τα ζητήματα αυτά, εκτός από τις μελέτες των Boureau και Pardoe, που αναφέρθηκαν παραπάνω, βλ. επίσης Cesare D’ Onofrio, Mille Anni di Leggenda. Una Donna sul Trono di Pietro, Romana Societa Editrice, Roma 1978 (ειδική έκδοση εκτός εμπορίου) [= La papessa Giovanna: Roma e papato tra storia e leggenda, Romana Societa Editrice, Roma 1979].

[4] Ως Agnes απαντά π.χ. στον Adam Usk (Chronicon, περ. 1405) και στον Jan Hus (De Ecclesia, 1415), ως Anna στον John Wycliffe (Cruciata, 1382), ως Glancia στο Χρονικό της μονής του Tegernsee (14ος αι.) και ως Gilberta στον Giovanni Boccaccio (De mulieribus claris, περ. 1361) και αργότερα στον John Bale (Illustrium majoris Britanniae scriptores Summarium, 1548). Ως Jutta, βαυαρική εκδοχή του ονόματος Johanna, απαντά π.χ. στον Dietrich Schernberg (Fraw Jutta, περ. 1480, εκδ. 1565).

[5] Π.χ. στον Etienne de Bourbon (Tractatus de diversis materiis praedicadibilibus, περ. 1261), στον Βοκκάκιο (ό.π.) κ.α· ειδικότερα ως θηλυκή εκδοχή του Φάουστ στο Flores temporum (περ. 1290) και στον Dietrich Schernberg Fraw Jutta (ό.π.)· τέλος ως προάγγελος του Αντίχριστου στον Pier Paolo Vergerio (Historia di papa Giovanni VIII che fu meretrice e strega, 1557).

[6] Π.χ. Alexander Cooke (Pope Joane, a dialogue between a Protestant and a Papist, 1610), Ανωνύμου, A Present for a Papist, or The Life and Death of Pope Joan (1678) και Sabine Baring-Gould, Curious Myths of the Middle Ages (1877). Αναλυτικότερα για το θέμα βλ. Pardoe, ό.π.: κεφ. 5. και Boureau, ό.π.: σσ. 229-231 και passim.

[7] Για τους σχετικούς προβληματισμούς, βλ. Boureau, ό.π.: 165-167, 215-216, και κεφ. 7 (σσ. 255-296). Επίσης Pardoe, ό.π.: κεφ. 7.

[8] Παρατίθεται στο Ζακ λε Γκοφ, «Η Πάπισσα Ιωάννα», Ελευθεροτυπία, Ένθετο Βιβλιοθήκη 380 (4/11/2005).

[9] Αντιστοίχως Βαγγέλης  Ραπτόπουλος,     «Ξαναγράφοντας την Πάπισσα Ιωάννα», <http://vangelisraptopoulos.wordpress.com>. 15/8/2010 και Λε Γκοφ, ό.π.

[10] Ο όρος «γενεαλογία» από τον A. Boureau, ό.π.: 266. Βλ. και Δημηρούλης, ό.π.: xiii.

[11] Το κείμενο εντοπίστηκε στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος με θέμα: «Η γυναικεία λογοτεχνική και εικαστική παρουσία στα περιοδικά λόγου και τέχνης (1900-1940)», που εντάσσεται στο: «Φύλο – Πυθαγόρας ΙΙ – Ενίσχυση ερευνητικών ομάδων στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών – ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ» και είχε ως επιστημονική υπεύθυνη την επίκουρη καθηγήτρια κ. Σοφία Ντενίση. Αναλυτική παρουσίαση του προγράμματος στην ιστοσελίδα: <http://www.asfa.gr/greek/aclivilies/sile denissi/index.html> 3/9/2010.

[12] Βλ. τον αναλυτικό κατάλογο εργογραφίας – βιβλιογραφίας που συνέταξε η ίδια η συγγραφέας: Μαριέττα Ευστ. Γιαννοπούλου, Η αναγραφή μου, πρόλ. Γεώργιος Ζώρας, χ.ε, Αθήνα 1957. Για τη ζωή και το έργο της Μινώτου, βλ. κυρίως τα αφιερώματα των περιοδικών Περίπλους 3 (Φθινόπωρο 1984) και Επτανησιακά Φύλλα ΚΒ’/3-4 (Φθινόπωρο-Χειμώνας 2002). Επίσης: Μάρη Θεοδοσοπούλου, «Η δυναμική Επτανησία», Το Βήμα (2/2/2003)· Αλίκη Ξένου-Βενάρδου, «Ελισάβετ Μουτζάν  – Μαρτινέγκου,­­ Μαριέττα Γιαννοπούλου – Μινώρου», Ριζοσπάστης (17/8/2003):16· Μαριέττα Δ. Μινώτου-Παπαδημητρίου, «Το ζακυνθινό περιοδικό Εύα Νικήτρια: 1921-1923», στο: Πρακτικά Στ’ Διεθνούς Πανιόνιου Συνεδρίου (Ζάκυνθος, 23-27 Σεπτεμβρίου 1997), Κέντρο Μελετών Ιονίου / Εταιρεία Ζακυνθιακών Σπουδών, Αθήνα 2004: 291-310 και Ευγενία Κεφαλληναίου, «Η παρουσίαση στην Ελλάδα του Ούγου Φώσκολου από την Μαριέττα Γιαννοπούλου-Μινώτου», ό.π.: 159-177.

[13] Η Εβδομάς είναι μια «Εβδομαδιαία Εικονογραφημένη Επιθεώρησις» η οποία εκδίδεται από τον Οκτώβριο 1927 ως τον Ιούνιο 1940, με εκδότες τους αδερφούς Γεράρδου και αρχισυντάκτη αρχικά τον Φώτο Γιοφύλλη και αργότερα τον Ντόλη Νίκβα (ψευδ. του Απόστολου Βασιλειάδη). Εκτός από την πλούσια λογοτεχνική ύλη (ελληνική και μεταφρασμένη) το περιοδικό δημοσιεύει κείμενα για την πνευματική και καλλιτεχνική επικαιρότητα (θέατρο, κινηματογράφος, συναυλίες, διαλέξεις, εκθέσεις, εκδόσεις κ.ά.), για τη γυναικεία ζωή, επίσης ευθυμογραφήματα κ.ά. Ανάμεσα στους συνεργάτες του περιοδικού συγκαταλέγονται οι Δημ. Βουτυράς, Διον. Κόκκινος, Κ. Μπαστιάς, Μυρτιώτισσα, Π. Νιρβάνας, Κλ. Παράσχος, Λ. Πριονιστή, Σοφ. Σπανούδη, Γερ. Σπαταλάς, Α. Ταρσούλη, Παντ. Χορν κ.ά. Η δημοσίευση της Πάπισσας Ιωάννας της Μινώτου γίνεται στα τεύχη 190-207 (23/5/1931-19/9/1931). Καθώς η σελιδαρίθμηση των τευχών της Εβδομάδος είναι ενιαία, στο εξής οι παραπομπές στο κείμενο της Μινώτου θα γίνονται μόνο σε αριθμό σελίδας από τον τόμο του έτους 1931.

[14] Βλ. Γιαννοπούλου, ό.π.: passim.

[15] Υπογραμμίζει μάλιστα τις προσπάθειες του Βατικανού να «ρίξει στάχτη στα μάτια του κόσμου» (σ. 1216) και να εξαλείψει «κάθε ίχνος που συνδεόταν με την ύπαρξή της» (σ. 1829).

[16] Βλ. π.χ. σ. 1216 και σ. 1648, όπου κάνει λόγο για ντοκουμέντα «αδιαφιλονίκητα», «αναμφισβήτητα».

[17] Βλ. π.χ. τις παρεκβάσεις για τη ζωή του Καρλομάγνου (σ. 1216), για τις απαγωγές νεαρών κοριτσιών από καλόγερους (σ. 1289), για τις γυναίκες που ιερουργούσαν με ανδρικά άμφια και την φήμη της Πατριάρχισσας (σ. 1324), για την ιστορία της Αθήνας την εποχή εκείνη και για την Ειρήνη την Αθηναία (σ. 1540-1541), για την παραλυσία των γυναικείων ηθών της Δύσης και την εποχή της γυναικοκρατίας τη Ρώμη (αντιστοίχως σσ. 1469 και 1504).

[18] Π.χ. στη σ. 1324, παραδέχεται πως απλώς μεταφέρει κάποιες πληροφορίες από την πηγή που χρησιμοποίησε και πως δεν της δόθηκε η ευκαιρία να κάνει πιο ενδελεχή έρευνα για να εξακριβώσει την αλήθεια, ενώ όπως διευκρινίζει π.χ. στη σ. 1648 αποφεύγει την λεπτομερή παράθεση των σχετικών πηγών, για να μην κουράσει τους αναγνώστες.

[19] Σε ό,τι αφορά τις γενικότερες ιστορικές πηγές που χρησιμοποίησε, η Μινώτου αναφέρει: α) κάποιες βιογραφίες του Καρλομάγνου, χωρίς να τις κατονομάζει (σ. 1216)· β) το «χρονικό του πάτερ-Χερεμπέρ» (σ. 1324), που από την έρευνα διαπίστωσα πως αναφέρεται στο Histoire des Lombardes (10ος αιώνας) του Herembert / Herempert ή Erchembert / Erchempert du Mont Cassin. Να σημειωθεί πως οι πληροφορίες από το εν λόγω κείμενο σχετικά με την ύπαρξη Πατριάρχισσας στην Κωνσταντινούπολη περιλαμβάνονται και στον Σπανχάιμ (Βλ. Ιεζεκιήλ Σπανχάιμ, Η Ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας. Αντιπαραβολή με την Πάπισσα του Ροΐδη, μτφ. Περικλής Ροδάκης, πρόλ.-επιμ. Αγησίλαος Τσελάλης, Γιαννίκος, Αθήνα 1963: 64)· γ) Το «χρονικό του Λορχ» και «τον ιστορικό Αιμοέν», για την ιστορία της Ιμμας και του Έγκενχαρντ (σ. 1432). Πρόκειται αντιστοίχως για το Χρονικό της μονής του Lauresheim ή Lorch (Annales Laureshamenses, 9ος αι.;) και το έργο του βενεδικτίνου χρονικογράφου Aimoin de Fleury, Historia Francorum (αρχές 11ου αι.)· δ) τον «Γρηγόροβιτς», για την ιστορία των Αθηνών κατά τον 8ο και 9ο αιώνα (σ. 1540). Εικάζω πως αναφέρεται στο έργο του γερμανού ιστορικού Ferdinand Gregorovius, Geschichte der Stadt Athen im Mittelalter (1889)· και ε) τον χρονικογράφο Θεοφάνη [Χρονογραφία, περ. 811-814] για τη ζωή και τη δράση της Ειρήνης της Αθηναίας (σ. 1541).

[20] Maurice Lachâtre, «Histoire de la Papesse Jeanne», Histoire des Papes. Crimes, Meurtres, Empoisonnements, Parricides, Adultères, Incestes, τόμ. 3, Administration de Librairie, Paris 1842: 28-42. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η Μινώτου να χρησιμοποίησε μόνο αυτά τα δύο τελευταία έργα, καθώς τα αποσπάσματα που παραθέτει από τον Μονκασίν και τον Σκώτο, περιλαμβάνονται στον Lachâtre (ό.π.: 28, 31, 32), ο οποίος με τη σειρά του ακολουθεί, όπως διαπίστωσα, σε μεγάλο βαθμό στενά τον Σπανχάιμ (Frederick Spanheim, Disquisitio historica de papa foemina inter Leonem IV et Benedictum III, 1691).

[21]Βλ. Γιαννοπούλου, ό.π.:11 (αρ. 188).

[22] Π.χ. ιστορικά πρόσωπα είναι ο βενεδικτίνος μοναχός και μετέπειτα αρχιεπίσκοπος του Mainz, θεολόγος και συγγραφέας Ράμπαν Μάουρ (Rabanus Maurus Magnentius, περ. 780-856)· επίσης ο γάλλος θεολόγος και ουμανιστής λόγιος Λου ντε Φεριέρ (Loup de Ferrières, περ. 805-862), αλλά και ο φράγκος λόγιος, βιογράφος του Καρλομάγνου, Έγκενχαρντ (Eginhard, Einhard ή Einhart, περ. 775-840). Τέλος η Ίμμα είναι πρόσωπο ψευδοϊστορικό, καθώς ο Καρλομάγνος δεν είχε καμία κόρη Ιμμα. (Βλ. Frangois M. Guizot, The History of Civilization. From the Fall of the Roman Empire to the French Revolution, μτφ. William Hazlitt, τόμ. 3, D. Appleton & Company, New York 1854: 70).

[23] Βλ. Alan Shelston, Βιογραφία, μτφ. Ιουλιέττα Ράλλη, Καίτη Χατζηδήμου, Ερμής, Αθήνα 1982 (Σειρά: Η γλώσσα της κριτικής 24): ιδίως σελ. 99-116 και Laura Marcus, «The Newness of the ‘New Biography’: Biographical Theory and Practice in the Early Twentieth Century», στο: Peter France, William St Clair (επιμ.), Mapping Lives: The Uses of Biography, Oxford University Press, Oxford 2004: 193-218. Για τις σχέσεις βιογραφίας – ιστορικής αλήθειας – μυθοπλασίας αλλά και για ορισμένες επιμέρους κατηγοριοποιήσεις του είδους (historical biography, fictionalized biography, historicized fictional biography, fictional biography), βλ. επιλεκτικά και Dorrit Cohn, The Distinction of Fiction, The Johns Hopkins University Press, Baltimore 2000: ιδίως 18-34 και 85. Για την πλουσιότατη σχετική διεθνή βιβλιογραφία, βλ. Carl Rollyson, Biography: An Annotated Bibliography, BackInprint.com Editions, Pasadena 2007.

[24] Βλ. Απόστολος Σαχίνης, Προσεγγίσεις. Δοκίμια Κριτικής, Καρδαμίτσα, Αθήνα 1989: 206, 257.

[25] Βλ. Boureau, ό.π.: 211. Ασφαλώς οι διαφοροποιήσεις δεν περιορίζονται μόνο σε επίπεδο περιεχομένου, αλλά αφορούν επίσης στο ύφος και τη στόχευση, θέμα το οποίο θα απαιτούσε ιδιαίτερη πραγμάτευση.

[26] Παναγιώτης Μουλλάς, «Το αίτημα της εσωτερικότητας», Η μεσοπολεμική πεζογραφία. Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939), τόμ. Α’, Σοκόλη, Αθήνα 1993: 83-93.

[27] Από αυτή την άποψη το κείμενο της Μινώτου θα μπορούσε να διαβαστεί και σε συνάρτηση με το είδος της «γυναικείας αφήγησης αυτοανακάλυψης» («narrative of female self-discovery») και πιο συγκεκριμένα του «γυναικείου μυθιστορήματος διαμόρφωσης» («feminist Bildungsroman»), θέμα στο οποίο δεν μπορώ να επεκταθώ στο πλαίσιο της παρούσας ανακοίνωσης. Βλ. σχετικά Rita Felski, «The Novel of Self-Discovery: Integration and Quest», Beyond Feminist Aesthetics. Feminist Literature and Social Change, Harvard University Press, Cambridge, Massachussets 1989: 122-153, 209-213.

[28] Για τη γυναικεία ταυτότητα όχι ως κάτι σταθερό και εγγενές, αλλά ως διαδικασία που καθορίζεται από την αλληλεπίδραση, την ταύτιση ή την διαφοροποίηση από τον «άλλο», βλ. Judith Kegan Gardiner, «On Female Identity and Writing by Women», στο: Elizabeth Abel (επιμ.), Writing and Sexual Difference, The University of Chicago Press, Chicago 1982: 177-191. Για τη «σχεσιακή σύλληψη της ταυτότητας» γενικότερα, βλ. Δημήτρης Τζιόβας, Ο άλλος εαυτός. Ταυτότητα και κοινωνία στη νεοελληνική πεζογραφία, μτφ. Άννα Ρόζενμπεργκ, θεώρ. μτφ.-επιμ. Ουρανία Ιορδανίδου, Πόλις, Αθήνα 2007: κυρίως 22-34.

[29] Για το ρόλο της αποστασιοποίησης από το μητρικό πρότυπο της γυναίκας-θύματος στη διαμόρφωση της γυναικείας ταυτότητας, βλ. ενδεικτικά Gardiner, ό.π.: 186.

[30] Αγγέλικα Ψαρρά, «Το μυθιστόρημα της χειραφέτησης ή η ‘συνετή’ ουτοπία της Καλλιρόης Παρρέν», επίμετρο στο: Καλλιρρόη Παρρέν, Η χειραφετημένη, Εκάτη, Αθήνα 1999: 416. Βλ. επίσης Ελένη Βαρίκα, Η εξέγερση των κυριών. Η γένεση μιας φεμινιστικής συνείδησης στην Ελλάδα 1833-1907, Κατάρτι, Αθήνα 42004 [1987]: 252, 341347· Κωστούλα Σκλαβενίτη, «Τα γυναικεία έντυπα 1908-1918», Διαβάζω, 198 (14/9/1988): 18, η οποία επισημαίνει πάντως την αισθητή μείωση αυτού του είδους κειμένων την περίοδο του μεσοπολέμου· Έφη Αβδελά, «Ιστορία των γυναικών, ιστορία του φύλου, φεμινιστική ιστορία: μεθοδολογικές διεργασίες και θεωρητικά ζητήματα μιας εικοσαετίας», Δίνη 6 (1993): 12-29. Σε ό,τι αφορά τον διεθνή χώρο, από την πλουσιότατη βιβλιογραφία, βλ. επιλεκτικά: Berenice Caroll (επιμ.), Liberating Women’s History, Urbana, Illini Books Editions 1976· Karen Offen, Ruth Roach Pierson, Jane Rendall (επιμ.), Writing Women’s History: International Perspectives, Indiana University Press, Bloomington 1991 και Judith Bennett, History matters: patriarchy and the challenge of feminism, University of Pennsylvania Press, Philadelphia 2006.

[31] Βλ. π.χ. τις μελέτες της Μινώτου «Η γυναικεία βιοτεχνία Ζακύνθου» (1921), Οι γυναίκες εις την ιταλικήν Αναγέννησιν (1922), «Ελεονώρα Ντουζε» (1924), «Ελισάβετ Μαρτινέγκου Μουτσά» (1952), «Γύρω στην Αγγελική Νίκλη» (1952), «Κάλη Καρτάνου» (1952), «Ροξάνδρα Μαυροκορδάτου» (1953) και πολλές άλλες. Πλήρης κατάλογος σχετικών κειμένων με ακριβή βιβλιογραφικά στοιχεία στο Γιαννοπούλου, ό.π.: passim. Σε ό,τι αφορά τα σχετικά δημοσιεύματα στο περιοδικό Εύα Νικήτρια, βλ. Μινώτου-Παπαδημητρίου, ό.π.

[32] Σύμφωνα με τη Felski (ό.π.: 124-125), ο συμβολικός ή κυριολεκτικός θάνατος της πρωταγωνίστριας ως τίμημα για την προσπάθεια υπέρβασης των κοινωνικών αξιών, απαντά πολύ συχνά σε παλαιότερα μυθιστορήματα, ιδίως του 19ου αιώνα.

[33] Όπως εξηγεί η Felski (ό.π.: 94), η φεμινιστική εξομολόγηση τείνει «να δίνει έμφαση στα συνηθισμένα γεγονότα της ζωής μιας πρωταγωνίστριας, στην αντιπροσωπευτικότητά τους σε σχέση με την έννοια της κοινοτικής ταυτότητας», και όχι τόσο στην «καταγραφή ενός ασυνήθιστου αλλά παραδειγματικού βίου». (Η ελληνική μετάφραση από τον Τζιόβα (ό.π.: 110). Για το θέμα βλ. και το ενδιαφέρον άρθρο της Rosalind Coward, «Are Women’s Novels Feminist Novels», στο: Elaine Showalter (επιμ.), The New Feminist Criticism. Essays on Women, Literature and Theory, Virago Press, London 1993: 225-239.

[34] Π.χ. Τζιάκομο Λεοπάρντι. Ο ποιητής του παγκόσμιου πόνου, του έρωτος και του θανάτου (1934) και Ισαβέλλα Θεοτόκη. Η μεγάλη εμπνεύστρια (1959).

 

Πέρσα Αποστολή

Διδάκτωρ Φιλολογίας, Διδάσκουσα στο ΕΑΠ

«Ταυτότητες στον ελληνικό κόσμο (από το 1204 έως σήμερα) – Δ’ Ευρωπαϊκό Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών, Γρανάδα, 9-12 Σεπτεμβρίου 2010.  Πρακτικά, Ευρωπαϊκή Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών, Αθήνα, 2011.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Read Full Post »

Νίκος Καρούζος – «Ο Δρόμος για το Έαρ» | 22ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης


 

Νίκος Καρούζος

Ένα ξεχωριστό ντοκιμαντέρ για τη ζωή του ιδιαίτερου ποιητή, θα προβληθεί στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Το Φεστιβάλ θα πραγματοποιηθεί διαδικτυακά από την Τρίτη 19 Μαΐου έως την Πέμπτη 28 Μαΐου 2020, με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού.

Το δοκιμιακό ντοκιμαντέρ του Γιάννη Καρπούζη – σε σενάριο των Ανδρέα Βακαλιού και Ηλία Λιατσόπουλου και έρευνα του Ηλία Λιατσόπουλου – για τον Νίκο Καρούζο (Ναύπλιο 1926-Αθήνα 1990), έναν από τους σημαντικότερους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς και αγωνιστή της Αριστεράς την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου, που πλήρωσε βαρύ τίμημα για τους αγώνες του (εξορίες, βασανιστήρια, σοβαρές βλάβες στην υγεία του), συμπεριλαμβάνεται στο πρόγραμμα του 22ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (online, 15-28 Μαΐου 2020).

 

Φωτογραφία του Νίκου Καρούζου με την σύζυγό του Μαίρη Μεϊμαράκη και τον γιο της Αλέξιο Σαββίδη, από το ντοκιμαντέρ για τη ζωή του με τίτλο: Νίκος Καρούζος – «Ο Δρόμος για το Έαρ».

 

Η αφιερωμένη στην ποίηση και βιωμένη μέσω αυτής ζωή του Νίκου Καρούζου ξετυλίγεται στην ταινία με έναν μη συμβατικό, πρωτοποριακό τρόπο. Το δραματουργικό εύρημα – μυθοπλαστική παρείσφρηση – του ερευνητή (ο ηθοποιός Δημήτρης Καταλειφός) και της μελέτης από αυτόν, σε στούντιο, αρχειακού οπτικοακουστικού υλικού καταγραμμένου σε κασέτες αποτελεί οργανικό μέρος της ταινίας, αφού η ζωή και το έργο του ποιητή ανασυνθέτονται μέσα από τη διαλεκτική σχέση του ερευνητή-πρωταγωνιστή της ταινίας με το υλικό του. Ο ερευνητής, με βάση το πλούσιο και ετερογενές υλικό, αφηγείται σημαντικά γεγονότα και περιστατικά της ζωής του ποιητή, διαβάζει ποιήματά του και εκφράζει σκέψεις και συναισθήματα για τα γεγονότα και το ποιητικό του έργο. Αφηγούμενη το θέμα της, η ταινία στην πραγματικότητα αφηγείται και τον εαυτό της.

 

Δημήτρης Καταλειφός

 

Παράλληλα, στο ντοκιμαντέρ, μέσα από σύγχρονες λήψεις σε εμβληματικούς τόπους της ζωής και της ποίησης του Καρούζου (Ναύπλιο, Αθήνα, Μακρόνησος, Κροστάνδη), μέσα από συνεντεύξεις (είκοσι μία συνολικά) με στενούς συγγενείς και φίλους, ποιητές, κριτικούς, μεταφραστές και σκηνοθέτες που τον γνώριζαν, μέσα από ποιητικά και εικαστικά πλάνα του σύγχρονου φυσικού και αστικού περιβάλλοντος (λάιτ-μοτίβ η τρικυμισμένη θάλασσα, όπως και η ταραχώδης ζωή και η υπαρξιακή αγωνία του ποιητή), μέσα από φωτογραφικό υλικό, προσεγγίζεται ανάγλυφα, με φιλοσοφικές και πολιτικές προεκτάσεις, η ποιητική γλώσσα και το αγωνιώδες υπαρξιακό σύμπαν του Νίκου Καρούζου.

 

Τίτος Πατρίκιος

 

Για τον Καρούζο η ποίηση είναι συνδεδεμένη με την κοινωνική ύπαρξη, με την κοινωνική μνήμη, είναι συνδεδεμένη με την αλήθεια. Το όνειρο, η φαντασία, ο έρωτας, ο θάνατος, η αντίσταση στη χειραγώγηση του κοινωνικού ατόμου από την εξουσία, η αταξική κοινωνία αποτελούν βασικούς άξονες της ποίησής του. Στο κέντρο της είναι η υπαρξιακή κατάσταση του ανθρώπου, ο χρόνος και η γλώσσα.

 

Ο σκηνοθέτης Γιάννης Καρπούζης.

 

Στην ταινία, η ιστορία της ζωής του ποιητή διαπλέκεται με την τραγική Ιστορία της Ελλάδας κατά την περίοδο 1930-1970. (Η χρήση αρχειακού ιστορικού υλικού από αυτή την περίοδο είναι σημαντική.)

Οι νέοι δημιουργοί, Γιάννης Καρπούζης, Ηλία Λιατσόπουλος και Ανδρέας Βακαλιός, με το ντοκιμαντέρ τους για τον Νίκο Καρούζο, πέφτοντας κατευθείαν στα βαθιά, έφεραν σε πέρας με επιτυχία ένα δύσκολο και απαιτητικό εγχείρημα.

 

Νίκος Καρούζος «Τα ποιήματα».

 

Η παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας θα γίνει στο 22ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Η ταινία θα είναι διαθέσιμη δωρεάν για το κοινό και θα διατίθεται για 400 θεάσεις, σε χρήστες αποκλειστικά στην Ελλάδα. Περισσότερα στην ιστοσελίδα του Φεστιβάλ https://www.filmfestival.gr/el/

 

22ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης

 

Συντελεστές:

Πρωταγωνιστεί: Δημήτρης Καταλειφός
Σκηνοθεσία: Γιάννης Καρπούζης
Σενάριο: Ανδρέας Βακαλιός, Ηλίας Λιατσόπουλος
Μουσική: Κλέων Αντωνίου, Γιάννης Χαρούλης, Λευτέρης Ανδριώτης
Μοντάζ: Λεωνίδας Παπαφωτίου
Έρευνα: Ηλίας Λιατσόπουλος
Διεύθυνση φωτογραφίας: Γιάννης Καρπούζης, Γιάννης Κανάκης
Μεταφράσεις: Κωνσταντίνος Κουτσικουρής (Constantine Cucci)
Ηχητικός σχεδιασμός: Κώστας Φυλακτίδης, 17 δηλητηριασμένοι Εγγλέζοι
Μιξάζ: Κώστας Φυλακτίδης
Επεξεργασία χρώματος: Γρηγόρης Αρβανίτης (Gregory Arvanitis) / Authorwave
Post: Authorwave
Παράγωγη: Empty Square, ΕΡΤ, ΕΚΚ
Εκτέλεση Παραγωγής: Λίνα Σαμοίλη, Jacob Moe
Συμμετέχουν (με σειρά εμφάνισης): Γιώργος Ξένος, Σάββας Μιχαήλ, Κωστής Παπακόγκος, Τίτος Πατρίκιος, Πότα Κακαβά, Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, Ευριπίδης Γαραντούδης, Θεόδωρος Ρακόπουλος, Γιάννης Δάλλας, Αλέξιος Σαββίδης, Μαίρη Μεϊμαράκη, Τάσος Γουδέλης, Θάνος Σταθόπουλος, Αντώνης Φωστιέρης, Απόστολος Γιαγιάννος, Μανόλης Πρατικάκης, Αριστείδης Βετούλης, Irene Larsson, Σταύρος Στρατηγάκος, Εύα Μπέη, Θάνος Κωνσταντινίδης

 

Δημήτρης Καλαντίδης

Ο Δημήτρης Καλαντίδης είναι ιστορικός και κριτικός κινηματογράφου, Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Κινηματογραφικών Λεσχών Ελλάδας – ΟΚΛΕ.

 

Read Full Post »

Προσωπογραφικά του Ναυπλίου την εποχή της Βενετοκρατίας – Χρύσα Μαλτέζου, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015. Πρακτικά, Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Στη γνωστή μελέτη του Η Ναυπλία από των αρχαιότατων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς [1] ο ιστορικός του Ναυπλίου Μιχαήλ Λαμπρυνίδης αφιερώνει βραχύ κεφάλαιο στους Ναυπλιώτες που είχαν διακριθεί μεταξύ των συγχρόνων τους στα γράμματα και στο πολεμικό φρόνημα. Παρατίθενται, σύμφωνα με το σχήμα αυτό, από τη μια μεριά λόγιοι, όπως οι Ζυγομαλάδες και οι Μαλαξοί, και από την άλλη στρατιώτες, όπως ο Μποζίκης, ο Μπλέσης και άλλοι. Υπακούει δηλαδή ο Λαμπρυνίδης στην παλαιά ιστοριογραφική άποψη που θέλει την προσωπογραφία να ασχολείται με πρόσωπα που έχουν ξεχωρίσει με την προσφορά έργων τους είτε αυτά είναι προϊόντα λόγου και τέχνης είτε πράξεις ανδρείας και ηρωισμού. Τα πρόσωπα με τα όποια θα ασχοληθώ στην ανακοίνωσή μου δεν ανήκουν στην κατηγορία αυτή. Ακολουθώντας τη σύγχρονη ιστοριογραφική τάση, θα επιχειρήσω να εξετάσω την εικόνα που μας στέλνουν οι διαθέσιμες από την εποχή της βενετοκρατίας πηγές για πρόσωπα της ναυπλιακής κοινωνίας, τα όποια με την παρουσία τους σε συγκεκριμένες περιόδους της ναυπλιακής ιστορίας αναδεικνύουν αντιλήψεις, συμπεριφορές και ανησυχίες οργανωμένων σωμάτων του κοινωνικού συνόλου, μαζί με τον ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό περίγυρό τους.

 

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

 

Η πρώτη παραδειγματική περίπτωση που εισχώρησε στο στόχαστρο της ερευνητικής μου περιέργειας ανάγεται χρονολογικά στο έτος 1444 και αφορά τον Ιωάννη από το Ναύπλιο, δρουγγάριο, όπως λέει η πηγή μας, των Τσιγγάνων. Τη χρονιά εκείνη, σύμφωνα με έγγραφο των διοικητικών οργάνων της Βενετίας, η κεντρική βενετική διοίκηση ακύρωσε την απόφαση του Βένετου αξιωματούχου στο Ναύπλιο Matteo Barbarο, με την όποια ο Ιωάννης έπαυε πλέον να είναι δρουγγάριος των Τσιγγάνων.

Η απόφαση, σημειώνεται στο σχετικό έγγραφο, ήταν αντίθετη με τα προνόμια που είχαν παραχωρηθεί στους Τσιγγάνους τόσο από τις ίδιες τις αρχές της μητρόπολης όσο και από τον προκάτοχο του Barbarο, Ottaviano Bon. [2] To βενετικό έγγραφο με τη μνεία του Τσιγγάνου Ιωάννη από το Ναύπλιο (Johannes Cingano de Neapoli Romanie), γνωστό στον μεσαιωνοδίφη Karl Hopf από τα τέλη ήδη του 19ου αι., έχει εκδοθεί με εύστοχες παρατηρήσεις από τον Γεώργιο Σούλη, το 1961, σε μελέτη του με θέμα τους Τσιγγάνους στη βυζαντινή αύτοκρατορία. [3] Καθώς αποτελεί τη μοναδική μαρτυρία για την παρουσία Τσιγγάνων στο Ναύπλιο, η αρχειακή αυτή φωνή από τη μεσαιωνική πελοποννησιακή πόλη προκαλεί ερωτήματα και απαιτεί ευρύτερο σχολιασμό.

Σύμφωνα με το έγγραφο, τα προνόμια που οι Βενετοί είχαν παραχωρήσει στους Τσιγγάνους, χρονολογούνται από την εποχή του Ottaviano Bon, ο όποιος είχε διατελέσει podestà του Ναυπλίου δύο φορές, στα χρόνια 1397-1399 και 1403-1406. [4] Τα χρονολογικά στοιχεία οδηγούν άνετα στο συμπέρασμα ότι το ενδιαφέρον της Βενετίας για τους Τσιγγάνους είχε εκδηλωθεί την εποχή της κατάληψης του Άργους από τους Τούρκους (1397), η όποια είχε ως αποτέλεσμα την αιχμαλωσία πολλών χιλιάδων κατοίκων. [5] Η δημογραφική αποδυνάμωση της περιοχής είχε τότε αναγκάσει τη Βενετία να λάβει εποικιστικά μέτρα, καλώντας Αλβανούς να εγκατασταθούν στο Ναύπλιο και το Άργος. [6] Στα πρώτα χρόνια του 15ου αι., ο podesta του Ναυπλίου Ottaviano Bon διατάχθηκε να παραχωρήσει γαίες σε «ξένους» (forinseci) εποίκους, με σκοπό την πύκνωση του πληθυσμού της περιοχής. [7] Καθώς μνεία Αλβανών έποικων απουσιάζει στο σχετικό έγγραφο, δεν αποκλείεται ανάμεσα στους «ξένους» να ήταν και Τσιγγάνοι. Στο συμπέρασμα αυτό οδηγεί εμμέσως και το γεγονός ότι στο έγγραφο του 1470, που αφορά το φέουδο των Τσιγγάνων στην Κέρκυρα (feudum Cinganorum), η λέξη forensis απαντά σε συνάρτηση με τον όρο cinganus: cinganus forensis.[8]

Παρουσία Τσιγγάνων μαρτυρείται στη Μεθώνη ήδη από τα τέλη του 14ου αι., στην Κέρκυρα από την εποχή της ανδεγαυικής κυριαρχίας, στη Ζάκυνθο από τον 16ο αι. [9] και, τέλος, στην Κύπρο από την περίοδο της φραγκοκρατίας. [10] Οι Τσιγγάνοι των περιοχών αυτών ήταν συνήθως σιδηρουργοί η αγρότες. Δεν φαίνεται να είχαν την ίδια ασχολία με αυτούς οι Τσιγγάνοι του Ναυπλίου.

Ο Ιωάννης που μνημονεύεται στη βενετική απόφαση του 1444, είχε το αξίωμα του δρουγγαρίου, ήταν δηλαδή αρχηγός σώματος Τσιγγάνων, οι όποιοι παρείχαν, σε αντάλλαγμα διαφόρων προνομίων που τους είχαν παραχωρηθεί από τους Βενετούς, στρατιωτική υπηρεσία. Η προνομιακή μεταχείριση έποικων, με αντάλλαγμα την προσφορά από την πλευρά τους στρατιωτικής βοήθειας, υπήρξε διαδεδομένη βυζαντινή πρακτική, την όποια ακλούθησαν οι Βενετοί εφαρμόζοντάς την στις πελοποννησιακές κτήσεις τους.

Λίγες δεκαετίες νωρίτερα, ο δεσπότης του Μορέως Θεόδωρος Παλαιολόγος είχε δεχθεί πληθώρα ξένων έποικων στην επικράτεια του, μεταξύ των όποιων πολυάριθμους Αλβανούς, αποσκοπώντας όχι μόνο στη δημογραφική ανάπτυξη της ερημωμένης από τις εχθρικές επιδρομές πελοποννησιακής γης, άλλα και στην ενίσχυση της στρατιωτικής οργάνωσης στην περιοχή, με την ένταξη εποίκων στον στρατό για την αντιμετώπιση εχθρικών έπιθέσεων. [11] Στον επιτάφιο που αφιέρωσε στον αδελφό του Θεόδωρο ο αυτοκράτορας Μανουήλ ο Β’, περιγράφει με πολλή ζωντάνια τον τρόπο με τον όποιο ο δεσπότης είχε αντιμετωπίσει τους εποίκους. Αθρόα ήταν, γράφει, τα έθνη που είχαν συρρεύσει στο Δεσποτάτο από κοντινά και μακρινά μέρη, από τη θάλασσα και από τη στεριά. Ο δεσπότης δεχόταν ασμένως τους πρέσβεις των εποίκων, με τους όποιους διαλεγόταν τους όρους εγκατάστασής τους στην Πελοπόννησο, ζητώντας τους μόνο να δώσουν όρκο πίστης στην εξουσία του (όρκοις ηρκέσθη τοις παρ’ αυτών).[12]

Την ίδια τακτική φαίνεται πως είχαν αντιγράψει οι Βενετοί, όταν χρειάστηκε να ασχοληθούν με τους Τσιγγάνους. Όπως παλαιότερα ο δεσπότης Θεόδωρος Παλαιολόγος είχε δεχθεί τους πρέσβεις των ξένων «εθνών» που είχαν έρθει στην Πελοπόννησο, έτσι και ο Βενετός αξιωματούχος του Ναυπλίου θα είχε δεχθεί τον αρχηγό των Τσιγγάνων, στον όποιο παραχώρησε στη συνέχεια διάφορα προνόμια. Ανάμεσα στα τελευταία ήταν η απονομή του βυζαντινής καταγωγής αξιώματος του δρουγγαρίου στον επικεφαλής των Τσιγγάνων. Συγκροτήθηκε με τον τρόπο αυτό στο Ναύπλιο ειδικό στρατιωτικό σώμα Τσιγγάνων (ο δρούγγος των Βυζαντινών), [13] έτοιμων να πολεμήσουν κάτω από τη σημαία του Αγίου Μάρκου τους εχθρούς της Βενετίας. Η ένταξη των Τσιγγάνων του Ναυπλίου στο βενετικό σύστημα αποτελεί καλό δείγμα της πολιτικής που εφάρμοσε, χρησιμοποιώντας βυζαντινά εργαλεία, η Βενετία, για να προφυλάξει τις πελοποννησιακές κτήσεις της από εχθρικές επιβουλές.

Η αρχειακή μαρτυρία για την παρουσία δρούγγου Τσιγγάνων στο Ναύπλιο είναι μεμονωμένη και δεν επαρκεί για τη συναγωγή συμπερασμάτων ως προς την τσιγγάνικη δράση στην περιοχή. Δεν γνωρίζουμε, για παράδειγμα, τι απέγινε ο Τσιγγάνος Ιωάννης που έφερε τον βυζαντινό τίτλο του δρουγγαρίου, πότε και που είχε πολεμήσει, αν παρέμεινε στο Ναύπλιο ή, το πιθανότερο, αν μετακινήθηκε μαζί με τους δικούς του σε άλλες περιοχές. Μισθοφορικά πάντως σώματα στην υπηρεσία των Βενετών που να καλούνται δρούγγοι η αρχηγοί πολεμιστών με το αξίωμα του δρουγγαρίου δεν μαρτυρούνται στις πηγές.

Λίγο αργότερα θα εμφανιστούν μισθοφορικά σώματα που τα απαρτίζουν Έλληνες, Αλβανοί και άλλοι πολεμιστές (όχι όμως Τσιγγάνοι), οι γνωστοί περίφημοι stradioti, που πολεμούν για τα συμφέροντα της Βενετίας σε στρατιωτικές επιχειρήσεις της εποχής. Τα πολυεθνικά, όπως θα τα αποκαλούσαμε σήμερα, πολεμικά αυτά σώματα ήταν οργανωμένα όχι πια σε δρούγγους άλλα σε στρατείες /στρατιές. Όμως, δεν είναι χωρίς σημασία ότι το Ναύπλιο, από όπου καταγόταν ο Τσιγγάνος Ιωάννης, ανήκει στις περιοχές με έντονη την παράδοση της μισθοφορικής στρατιωτικής υπηρεσίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι αντιπροσωπευτικοί τύποι των stradioti, όπως λ.χ. ο Μανώλης Μπλέσης (εάν όντως ήταν υπαρκτό πρόσωπο) και ο Μερκούριος Μπούας, είχαν γεννηθεί στο Ναύπλιο και ότι ο Τζάνες Κορωναίος, που συνέθεσε το γνωστό ποίημα με θέμα τα ανδραγαθήματα του Μπούα, είχε μεταβεί στο Ναύπλιο, για να συλλέξει από τους εκεί άρχοντες πληροφορίες για τη δράση της οικογένειας του stradioto.[14]

Μελετώντας, με συνεργό την προσωπογραφία, την ιστορία του Ναυπλίου κατά τις επόμενες δεκαετίες, ανασύρω από τις διαθέσιμες αρχειακές πηγές τις ακόλουθες πληροφορίες: το 1493, η βενετική Σύγκλητος αποφάσισε την κατάργηση της θέσης του Έλληνα γιατρού που έπαιρνε ως ετήσιο μισθό 50 δουκάτα. Στα επόμενα χρόνια, πάλι με απόφαση της Συγκλήτου, διορίζονται γιατροί της πόλης του Ναυπλίου, το 1503 ο maistro Panthαdeo (cyroico) με μισθό 48 δουκάτα τον χρόνο και το 1539, μετά από αίτηση των Ναυπλιέων, ο Giovanni Andrea Benivol από την Bologna (fisico) και ο Giovanni Battista από το Burano (ceroico).

Οι δύο τελευταίοι γιατροί όφειλαν να εξετάζουν δωρεάν πολίτες και στρατιώτες, οι όποιοι θα πλήρωναν μόνο τα φάρμακα. Όφειλαν επίσης, να αγοράσουν από τη Βενετία, με χρήματα που θα τους χορηγούσαν οι αρχές, ό,τι χρειάζονταν για να ασκήσουν την τέχνη τους στο Ναύπλιο. [15] Αν συσχετίσουμε τις πληροφορίες αυτές με όσες γνωρίζουμε για τον θεσμό του γιατρού στην Κρήτη τον 14ο αι.,[16] άλλα και τους κατοπινούς αιώνες, [17] μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι η Βενετία διαχειρίστηκε στο Ναύπλιο το ζήτημα της δημόσιας υγείας όπως το είχε διαχειριστεί στην Κρήτη. Ο γιατρός τον 14ο αι. πληρωνόταν εκεί από το ταμείο των Βενετών φεουδαρχών και ήταν υποχρεωμένος να παρέχει τις υπηρεσίες του μόνο σ’ αυτούς που τον είχαν προσλάβει, δηλαδή στους Βενετούς. Στο Ναύπλιο, η κατάργηση από τη μία μεριά της θέσης του Έλληνα γιατρού και η πρόσληψη από την άλλη Ιταλών γιατρών που θα περιέθαλπαν τους στρατιώτες και τους cittadini δείχνουν ότι η ιατρική βοήθεια αφορούσε το σώμα των στρατιωτών και ένα μονάχα κοινωνικό στρώμα, αυτό των cittadini. Δείχνουν, συνεπώς, οι αποφάσεις αυτές ότι η περίθαλψη των ασθενών δεν ήταν κοινωνικό αγαθό προσιτό σε όλα τα στρώματα του πληθυσμού, αλλά ότι αφορούσε μόνο τους Βενετούς και τους στρατιώτες που υπηρετούσαν τη Γαληνότατη. Όσο για την υγεία του ντόπιου πληθυσμού, φαίνεται πως αυτή είχε αφεθεί στη φροντίδα Ελλήνων γιατρών, οι όποιοι αμείβονταν για τις υπηρεσίες τους από τους ίδιους τους ασθενείς.

Στις αρχειακές πηγές που ανέφερα δεν υπάρχει μνεία Νοσοκομείου για τη φροντίδα των αρρώστων. Νοσοκομείο για την περίθαλψη των φτωχών στο Ναύπλιο (un hospedal per li poveri) μνημονεύεται το 1397 στη διαθήκη του Nerio Acciaiuoli [Νέριο Α΄ Ατσαγιόλι], κύριου της Κορίνθου και των Αθηνών. Στη διαθήκη του ο Nerio είχε εκφράσει την επιθυμία να ιδρυθεί Νοσοκομείο φτωχών στο Ναύπλιο, αφήνοντας για την οικοδόμηση και συντήρησή του χρήματα και ακίνητα, και ορίζοντας ακόμη και τον τρόπο διοίκησής του. [18] Δεν γνωρίζουμε αν η επιθυμία του Φράγκου ηγεμόνα πραγματοποιήθηκε και αν τελικά ιδρύθηκε το Νοσοκομείο των φτωχών. [19] Αντίθετα, γνωρίζουμε με ασφάλεια ότι στη διάρκεια της δεύτερης βενετοκρατίας λειτουργούσε στο Ναύπλιο Νοσοκομείο, όπου υπηρετούσαν γιατροί, οι όποιοι πρόσφεραν μεγάλες υπηρεσίες, ειδικότερα στη διάρκεια της πανώλης που είχε πλήξει την Πελοπόννησο στα τέλη τού 17ου αί. [20]

Το Νοσοκομείο αυτό, που χαρακτηρίζεται στις πηγές ως ospital importantissimo, [21] ήταν στρατιωτικό, καθώς εξυπηρετούσε τις ανάγκες των ασθενών του στρατού (infermi dell’ armata). Τον καιρό της πανούκλας, στα χρόνια 1687-1688, υπηρετούσαν στο νοσοκομειακό ίδρυμα τέσσερεις γιατροί, ανάμεσά τους ο γνωστός medico fisico Alessandro Pini, ο όποιος συνέγραψε περιγραφή της Πελοποννήσου, [22] και ένας Έλληνας, ο Δημήτριος Πορφυρός, του όποιου οι ιατρικές γνώσεις είχαν εκτιμηθεί δεόντως από τους Βενετούς αξιωματούχους. [23] Η παρουσία του Έλληνα γιατρού στο στρατιωτικό Νοσοκομείο του Ναυπλίου αγγίζει το πολυσυζητημένο ζήτημα των σχέσεων ντόπιου και ξένου στοιχείου. Αν η θέσπιση, στις αρχές του 16ου αι. στο Ναύπλιο, θέσης δημόσιου έμμισθου γιατρού για την περίθαλψη των στρατιωτών και των Βενετών υπηκόων και η κατάργηση της αντίστοιχης θέσης του Έλληνα γιατρού είναι δηλωτική του φόβου της Βενετίας να εμπιστευτεί την υγεία των Βενετών που ήταν εγκατεστημένοι στις κτήσεις της στα χέρια ντόπιων γιατρών, στην περίοδο της δεύτερης βενετοκρατίας φαίνεται πως η βενετική στάση είχε αλλάξει. [24] Σε εποχή έκτακτης ανάγκης, όταν με την εξάπλωση του λοιμού ο φόβος του θανάτου είχε καταλάβει ολόκληρο τον πληθυσμό, ντόπιους και Λατίνους, η Βενετία όχι μόνο είχε δεχθεί την προσφορά ενός Έλληνα γιατρού στο στρατιωτικό Νοσοκομείο της, άλλα ανενδοίαστα είχε εξάρει την όλη ιατρική του κατάρτιση.

Το διαθέσιμο πληροφοριακό υλικό δεν μας διαφωτίζει ως προς τα ζητήματα που η συμβίωση μεταξύ ντόπιου και ξένου στοιχείου είχε δημιουργήσει. Τα πρόσωπα που εμφανίζονται στην ιστορική σκηνή του Ναυπλίου κατά την πρώιμη βενετοκρατία είναι δύο: ο Giovanni Cavaza, καστελλάνος στα πρώτα χρόνια του 15ου αι., και ο Bartolomeo Minio, προνοητής στα τέλη του ίδιου αιώνα. Από την παραμονή τους στο Ναύπλιο ως εκπροσώπων της βενετικής εξουσίας σώθηκαν η διαθήκη του πρώτου και τα dispacci του δευτέρου, έγγραφα που μελετήθηκαν, όπως είναι γνωστό, από την Diana Wright.[25] Διαβάζοντας η μάλλον ξαναδιαβάζοντας τις πηγές αυτές, διαπιστώνουμε εύκολα ότι το ελληνικό στοιχείο απουσιάζει από τα κοινωνικά δρώμενα της εποχής. Οι Έλληνες με τους όποιους είχε σχέση ο καστελλάνος στη διάρκεια της θητείας του ήταν μονάχα μια υπηρέτρια, η Ζωή, και ο γιος ενός βιλλάνου, ο Σταμάτης, που πιθανότατα ήταν νόθο παιδί του Βενετού αξιωματούχου. Όσο για τις σχέσεις του Minio με τους ντόπιους, αυτές περιορίζονταν στις συναλλαγές που ως προνοητής είχε με διάφορους Έλληνες stradioti, στους όποιους, μάλιστα, σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών που προσέφεραν στη Βενετία, τους χάριζε μεταξύ άλλων βελούδινα, χρυσοκέντητα ενδύματα μαύρα ή πορφυρά.

 

Ναύπλιο – Napoli de Romanie, σχέδιο του François Dubuisson, 1698.

 

Σε αντίθεση με τους Βενετούς αξιωματούχους που επικέντρωναν την προσοχή τους μόνο στα ζητήματα διοίκησης και άμυνας της κτήσης, αδιαφορώντας για τους ντόπιους που ήταν αποκομμένοι από τους διοικητικούς μηχανισμούς, οι Βενετοί που είχαν εγκατασταθεί ως άποικοι στο Ναύπλιο, έχοντας επηρεαστεί από το ανθρώπινο και φυσικό περιβάλλον, κατέληξαν προοδευτικά να θεωρούν την πελοποννησιακή πόλη ως γλυκεία πατρίδα τους.

Είναι η περίπτωση του Vincenzo Argiti που είχε αιχμαλωτιστεί από τους Τούρκους, όταν καταλήφθηκε η πόλη, και είχε κατορθώσει να ελευθερωθεί και να φτάσει στη Βενετία. Εκεί απηύθυνε προς τις βενετικές αρχές αίτηση να του παραχωρηθεί δημόσια θέση, σύμφωνα με την απόφαση των αρχών, που αφορούσε την παροχή βοήθειας στους πρόσφυγες από το Ναύπλιο μετά την τουρκική κατάκτηση. Στην αίτησή του ο Vincenzo αναφέρει μεταξύ άλλων ότι ο πατέρας του, Franco, ο παππούς του, Pierro, και ο αδελφός του παππού του, Giovanni, είχαν σκοτωθεί στη διάρκεια της πολιορκίας της πόλης και ότι ο ίδιος είχε χάσει την περιουσία που είχε η οικογένειά του στο Ναύπλιο, και μαζί είχε στερηθεί την «αγαπημένη και γλυκεία πατρίδα του». [26]

Ανάλογες αιτήσεις για οικονομική βοήθεια απηύθυναν στα διοικητικά όργανα της Βενετίας πολλοί Ναυπλιώτες που είχαν συλληφθεί αιχμάλωτοι από τους Τούρκους μετά την κατάληψη της πόλης. Αναφέρω για παράδειγμα την αίτηση του Luca Mosua, ο όποιος διηγείται με γλαφυρότητα τις περιπέτειες της μητέρας του, που είχε υποκύψει αναγκαστικά στις ορέξεις ενός Τούρκου που την είχε αιχμαλωτίσει, είχε μείνει σκλάβα του για πολλά χρόνια, είχε κατορθώσει τελικά να διαφύγει με τα παιδιά της στην Κλαρέντζα κι από κει να προωθηθεί στην Κεφαλονιά, όπου σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια ενός σεισμού. [27] Από τις άλλες αιτήσεις για οικονομική βοήθεια που απηύθυναν στο Collegio οι πρόσφυγες από το Ναύπλιο, αναφέρω ακόμη αυτές του Δημήτρη, της Φιλίππας, χήρας του Μανούσου Σπαθάρη, της Laura, χήρας του καστελλάνου Andrea Boldù, του Τζουάννε Γκιόλμα, του Στράτη, του ποτέ Δημήτρη Συμπρικού, του Δημήτρη Λιάτα (Gliata), της Ζαμπέτας (Isabetta) Σγουρομάλη, του Νικολό Γολέμη, του Τζώρτζη Βαλάκη (Zorzi Vcdacchi) και του Μιχάλη Ψαρά. Όλοι αυτοί χαρακτηρίζονται στα έγγραφα ως fedeli nostri ή ως Napoletani. [28] Για όλους, Έλληνες ή Βενετούς, το Ναύπλιο ήταν «η γλυκεία τους πατρίδα».

Όσα από τα πρόσωπα που έδρασαν κατά την περίοδο της βενετοκρατίας, ειδικά της πρώτης, έγιναν αντικείμενο της ανακοίνωσής μου προσφέρονται μαζί με πάμπολλα άλλα ως καλά δείγματα για τη διερεύνηση της συναισθηματικής συμπεριφοράς που είχαν επιδείξει στο πλαίσιο του κοινωνικού περιβάλλοντος τους. Αν εξετάσουμε το λεξιλόγιο των πηγών, που χρησιμοποιήθηκε για την έκφραση των συναισθημάτων τους, μπορούμε να διακρίνουμε τις ακόλουθες κοινωνικές στάσεις: τη δυσαρέσκεια μιας κοινωνικής ομάδας από τη μη τήρηση συμφωνιών, τον φόβο του θανάτου, του πολέμου και της πείνας, τη νοσταλγία, την ελπίδα, την αγάπη για την πατρίδα.

Η μνεία, σε ένα φαινομενικά τυπικό βενετικό γραφειοκρατικό έγγραφο, των προνομίων της τσιγγάνικης μειονότητας του Ναυπλίου, τα όποια είχαν παραβλεφθεί από τις αρχές, υποδηλώνει τη δυσαρέσκεια των Τσιγγάνων και την αντίδραση του αρχηγού τους. Στη διαθήκη, εξάλλου, που είχε συντάξει Εν τω Αναυπλίω της Ρωμανίας, το 1534, η Δούκαινα Φροσύναινα, σημειώνεται ότι, καθώς είχε προσβληθεί από την πανώλη (ευρισκαμένη κεντρωμένη υπό την αθέμιτον πίκραν συμφορά της λοιμικής νόσου), διακατεχόταν από τον φόβο (φοβηζάμενη) μήπως πεθάνει χωρίς να έχει τακτοποιήσει τα υπάρχοντά της.[29]

Ο φόβος, πάλι, που προκαλεί γενικά το φάσμα της πείνας και του πολέμου, εκφράζεται με ιδιαίτερα έντονο τρόπο στην αναφορά που είχαν στείλει οι κάτοικοι του Ναυπλίου, το 1539, διεκτραγωδώντας την τραγική θέση στην όποια είχε περιέλθει η πόλη. Οι Ναυπλιώτες, σύμφωνα με την αναφορά, δεν είχαν πλέον τρόφιμα και κινδύνευαν να πεθάνουν από την πείνα. Εάν οι Βενετοί δεν φρόντιζαν να τους στείλουν έγκαιρα σιτάρι, οι «poveri fidelissimi servitori» θα καταντούσαν να φάνε τα παιδιά τους, για να μην πεθάνουν από την πείνα. [30] Η αγάπη, από την άλλη μεριά, για την πατρίδα αποτυπώνεται στις φράσεις με τις όποιες οι πρόσφυγες που ζητούσαν βοήθεια από τη Βενετία χαρακτήριζαν το Ναύπλιο: mia cara et dolce patria κι ακόμη infelice città.[31]

Τέλος, το συναίσθημα της ελπίδας αναγνωρίζεται στις συμβολαιογραφικές πράξεις των διαθηκών, στις όποιες οι διαθέτες διατύπωναν τις τελευταίες επιθυμίες τους. Έτσι, τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη τουρκική κατάκτηση του Ναυπλίου, το 1544, ο Τζουάν Καρβούρης (Zuan Carvuri) στη διαθήκη που είχε συντάξει στη Βενετία, όπου είχε προσφύγει μετά την άλωση της πατρίδας του, έγραφε ότι, εάν ποτέ ξαναγυρνούσε στα χέρια των χριστιανών η πόλη του Ναυπλίου, τότε άφηνε στον ναό του Σωτήρα στο Ναύπλιο δύο καμπάνες (et se venisse mai la città de Napoli in mano de Christiani io lasso alla predita giesa [San Salvador] due campane). [32] Η ελπίδα επιστροφής στα πάτρια διατηρήθηκε για μεγάλο ακόμη χρονικό διάστημα στον νου και τη σκέψη των Ναυπλιέων που είχαν εγκαταλείψει την πόλη. Αρκετά χρόνια μετά την παράδοση της πόλης στους Τούρκους, το 1559, όταν η Ελληνική Αδελφότητα Βενετίας πρότεινε να πουλήσει τις καμπάνες που είχαν μεταφερθεί από το Ναύπλιο μετά την τουρκική κατάκτηση, ο Νικόλαος Καλαβρός που τις είχε φέρει εγκαταλείποντας την πατρίδα του, αντιτάθηκε σθεναρά, υπενθυμίζοντας ότι οι καμπάνες είχαν παραδοθεί στην Αδελφότητα με τον όρο να επιστραφούν όταν το Ναύπλιο θα ελευθερωνόταν από τούς Τούρκους.[33]

Τα λίγα παραδείγματα που με τη βοήθεια του λεξιλογίου των πηγών παρέθεσα, σχετικά με τη συναισθηματική στάση ορισμένων προσώπων, αρκούν, νομίζω, για να καταδειχτεί ότι η μελέτη της ιστορίας των συναισθημάτων αποτελεί, σύμφωνα με τη διατύπωση της Tiziana Plebani, ένα κλειδί ανάγνωσης για να προσεγγίσουμε τις κοινωνίες του παρελθόντος άλλα και τού παρόντος. [34] Στην περίπτωσή μας επιχειρήθηκε, με τη χρήση αρχειακών τεκμηρίων, η διεύρυνση της οπτικής, μέσα από την όποια εξετάζεται η κοινωνία του βενετοκρατούμενου Ναυπλίου.

 

Chryssa Maltezou

Prosopographical Issues of Nafplio during the period of Venetian Domination

 

The study attempts to examine individual personalities of Nafplio during the venetocratia, in order to reconstruct on the basis of archival and published survivals various realities of life and also to understand sentimental tensions in the local society. In particular, it discusses the case of John the Gypsy, who bore the title of drungarius, known from a Venetian document of 1444, of the physicians exercising their profession in the town from the fifteenth to the seventeenth century, of the Venetian dignitaries during the fifteenth century, and of the inhabitants of Nafplio who sought refuge in Venice after the Turkish conquest of the town.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μ. Γ. Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς. Ιστορική μελέτη, Αθήνα² 1950, σ. 86-92· για το βιβλίο και τον συγγραφέα του βλ. Ευτυχία Δ. Λιάτα, «Μιχαήλ Λαμπρυνίδης. Η ανέκδοτη β’ γραφή της “Ναυπλίας” και η ετοιμασία συναγωγής των μελετών του», Πρακτικά Β’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τ. Γ’, Αθήνα 1981-1982, σ. 127-132

[2] Από την Ινδία, από όπου προέρχονταν, οι Αθίγγανοι εξαπλώθηκαν, τον 9ο αι., μέσω της Περσίας, αρχικά στη βόρεια Συρία και Κιλικία και στη συνέχεια στη Βλαχία, φτάνοντας ως την Πελοπόννησο (βλ. πρόχειρα: A. Guillou, Ο βυζαντινός πολιτισμός, μτφρ. Ρ. Odorico, Σμαράγδα Τσοχανταρίδου, Αθήνα 1996, σ. 549). Στην ιστορία των Τσιγγάνων έχει αφιερώσει δύο εργασίες ο Κ. Η. Μπίρης, Οι Γύφτοι. Μελέτη λαογραφική και εθνολογική, Αθήνα 1942· του ίδιου, Οι Τσιγγάνοι (Ρωμ και Γύφτοι). ‘Εθνογραφία και ιστορία, Αθήνα 1954.

[3] G. Soulis, «The Gypsies in the Byzantine Empire and the Balkans in the Late Middle Ages», Γ. Σούλης 1927-1966. Ιστορικά μελετήματα βυζαντινά, βαλκανικά, νεοελληνικά, Αθήνα 1980, σ. 152-153, 164.

[4] Ρ. Topping, «Argos and Nauplia in the Rubrics of the Senato Misti (1389-1413)», Θησαυρίσματα 20 (1990), σ. 180, αρ. 36, και σ. 182, αρ. 47.

[5] Ρ. Topping, «Albanian Settlements in Medieval Greece: Some Venetian Testimonies», Charanis Studies. Essays in Honor of Peter Charanis, επιμ. Αγγελική Λαΐου- Θωμαδάκη, New Brunswick Ν. J. 1980, σ. 261, υποσ. 2.

[6] Για την εγκατάσταση Αλβανών σε βενετικά εδάφη βλ. γενικά Αναστασία Παπαδία – Λάλα, «Εγκαταστάσεις πληθυσμών στην ελληνοβενετική ανατολή (13ος-18ος αιώνας). Μία όψη του μεταναστευτικού φαινομένου», Γαληνοτάτη. Τιμή στη Χρύσα Μαλτέζου, επιμ. Γωγώ Κ. Βαρζελιώτη – Κ. Γ. Τσικνάκης, Αθήνα 2013, σ. 624 κ.ε. (όπου συγκεντρωμένη βιβλιογραφία).

[7] Κ. Ν. Σάθας (εκδ.), Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας. Documents inedits relatifs a l’ histoire de la Grèce an Moyen Âge, τ. Β’, Παρίσι 1881, σ. 123-124 (επιτομή έγγρ.: Fr. Thiriet, Régestes des délibérations dti Sénat de Venise concemant la Romanie, τ. B’, 1400-1430, Παρίσι – Χάγη 1959, σ. 49, αρ. 1172)· πρβλ. Topping, «Albanian Settlements», ό.π., σ. 261-262.

[8] Soulis, «The Gypsies», ό.π., σ. 165.

[9] Στο ίδιο, σ. 154 κ.ε.

[10] Κ. Π. Κύρρης, «Οι Ατσίγγανοι εν Κύπρω», ανάτυπο από το Παγκύπριον Εκπαιδευτικόν Περιοδικόν “Μόρφωσις» 25 (1969), αρ. 292-295, σ. 3-7.

[11] D. A. Zakythinos, Le despotat grec de Morée, τ. B’, Vie et. institutions, édition revue et augmentée par Chryssa Maltézou, Παρίσι 1975, σ. 32.

[12] Σπ. Π. Λάμπρος, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, τ. Γ’, Αθήνα 1926, σ. 40-41 (πρβλ. Zakythinos, Le despotat. grec, ό.π., σ. 32).

[13] Η Αγγελική Παπαγεωργίου, «Ο όρος δρούγγος κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο (13ος-15ος ai.)», Aureus. Τόμος Αφιερωμένος στον καθηγητή Ευάγγελο Χρυσό, Αθήνα 2014, σ. 663-671, θεωρεί ότι μετά τον 12ο αι. ο όρος δρούγγος χρησιμοποιήθηκε πιθανότατα με την ευρύτερη έννοια της διοικητικής ή γεωγραφικής υποδιαίρεσης.

[14] Κ. Ν. Σάθας, Ελληνικά Ανέκδοτα περισυναχθέντα και εκδιδόμενα κατ’ έγκρισην της Βουλής εθνική δαπάνη, τ. Α’, Τζάνε Κορωναίου Μπούα Ανδραγαθήματα, Σουμάκη Ρέμπελων Ποπολάρων, Μάτεση Ημερολόγιον, εισαγωγική μελέτη – ευρετήρια Φάνη Μαυροειδή, Αθήνα 1867, φωτοτυπ. επανέκδ. 1982, σ. 28.

[15] Γ. Σ. Πλουμίδης, «Ειδήσεις δια το βενετοκρατούμενον Ναύπλιον (1440-1540)», Πελοποννησιακά 8 (1971), σ. 266, 267 και 272, αρ. 39, 58, 122 αντίστοιχα.

[16] Βλ. Χρύσα Μαλτέζου, «Η διαχείριση της υγείας στη βενετοκρατούμενη Κρήτη. Οι δημόσιοι γιατροί (14ος αι.)», Τιμητικός τόμος Στέφανου Γερουλάνου, υπό έκδοση.

[17] Βλ. Ιωάννα Α. Ραμουτσάκη, Σταθμοί της ιστορίας της ιατρικής στην Κρήτη κατά την περίοδο της βενετοκρατίας και τουρκοκρατίας στο νησί (δύο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα γιατρών), Ηράκλειο, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή (αναρτημένη στο διαδίκτυο: http://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/10996#page/l/mode/2up).

[18] Βλ. Julian Chrysostomides, Monumenta Peloponnesiaca. Documents for the history of the Peloponnese in the 14th and 15th centuries, Αθήνα (Porphyrogenitus) 1995, σ. 314, αρ. 160, και Μαρίνα Κουμανούδη, «“Ή εποχή των εύλαβων ιδρύσεων”. Ευσέβεια, φιλανθρωπία και πατρωνία στο Αιγαίο κατά τον ύστερο Μεσαίωνα», Γαληνοτάτη. Τιμή στη Χρυσά Μαλτέζου, ό.π., σ. 394- 397.

[19] Σύμφωνα με τον Λαμπρυνίδη (Η Ναυπλία, ό.π., σ. 58, υποσ. 1) το Νοσοκομείο που ανακαίνισε ο Καποδίστριας είναι πιθανότατα αυτό που ιδρύθηκε με δωρεά του Acciaiuoli.

[20] Χρύσα Α. Μαλτέζου, «Στοιχεία για την πανώλη τού 1687/1688 στην Πελοπόννησο», Η εκστρατεία του Morosini και το Regno di Moreα, Μονεμβασιώτικος Όμιλος. Γ’ Συμπόσιο Ιστορίας και Τέχνης, 20- 22 Ιουλίου 1990, επιμ. Χάρις Καλλιγά, Αθήνα 1998, σ. 173.

[21] Α. Μ. Μαλλιαρής, Alessandro Pini: Ανέκδοτη Περιγραφή της Πελοποννήσου (1703), Βενετία 1997, σ. 80.

[22] Στο ίδιο, σ. 4, 77, 79-81

[23] Μαλτέζου, «Στοιχεία», ό.π., σ. 173.

[24] Για την πολιτική της Βενετίας στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας βλ. γενικά Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Ευαγή και νοσοκομειακά Ιδρύματα στη βενετοκρατούμενη Κρήτη, Βενετία 1996, σ. 29 κ.έ.

[25] Diana G. Wright, Bartolomeo Minio Venetian Administration in 15th century Nauplion, Ουάσινγκτον 1999 (UMI Dissertation Services on line)· της ίδιας, «The wooden towns of the State Mar. Medieval construction in Nauplion», Studi Veneziani 40 (2000), σ. 169-177.

[26] A.S.V., Collegio, Suppliche di dentro, 1 (1563-1565), έγγρ. μέ χρονολογία 1563 (β.έ.), 4 Φεβρουάριου.

[27] Στο ίδιο, έγγρ. με χρονολογία 1564, Σεπτέμβριος.

[28] Βλ. A.S.V., Grazie. Maggior Consiglio, reg. 1540- 1543, φ. 73v, reg. 1571-1589, φ. 44v, 54v, 56, 58v, 61v, 64v, 65, 69v.

[29] Η διαθήκη έχει εκδοθεί από τον Μ. Ι. Μανούσακα, «Μια διαθήκη από το Ναύπλιο (1534) με πλούσιο γλωσσικό υλικό», Αντίχαρη. Αφιέρωμα στον καθηγητή Σταμάτη Καρατζά, Αθήνα 1984, σ. 257-269.

[30] Πλουμίδης, «Ειδήσεις», ό.π., σ. 273-274.

[31] A.S.V., Collegio, Suppliche di dentro, ό.π., έγγρ. με χρονολογία 1563 (β.έ.), 4 Φεβρουάριου.

[32] Ersie Burke, The Greek Neighbourhoods of Sixteenth Century Venice, 1498-1600. Daily Life of an Immigrant Community, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Monash University 2004, σ. 233.

[33] Για το ζήτημα σχετικά με τις καμπάνες βλ. Νίκη Γ. Τσελέντη, «Οι καμπάνες του τουρκοκρατούμενου Ναυπλίου στη Βενετία (1540-1693)», Θησαυρίσματα 15 (1978), σ. 228-245.

[34] Tiziana Plebani, Un secolo di sentimenti. Amori e conflitti generazionali nella Venezia del Settecento, Βενετία 2012, σ. XIX.

 

Χρύσα Μαλτέζου,

ιστορικός, τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και τέως Διευθύντρια του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας. 

«Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015. Πρακτικά, Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).

 

* Το κείμενο αποδόθηκε στο μονοτονικό, διατηρήθηκε όμως η ορθογραφία της συγγραφέως.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »