Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Argolikos Arghival Library History and Culture’

Το Λογιστικόν και Ελεγκτικόν Συμβούλιον της Καποδιστριακής Πολιτείας:  Η πρώτη Ελληνική Διοικητική Αρχή με σημαντικούς βαθμούς ανεξαρτησίας από την Κεντρική Διοίκηση – © Θεόδωρος Δεβενές. 


 

 «Η Ελλάς ευρίσκεται εις τον ΙΒ΄ ή τον ΙΓ΄ αιώνα. Και άπασαι αι προσπάθειαι της Κυβερνήσεως ή αν επιθυμείτε του νομοθέτου οφείλουν να τείνουν εις το να την οδηγήσουν εις τον παρόντα αιώνα». 

Καποδίστριας προς Εϋνάρδο – Ναύπλιο, 9/21 Ιουλίου 1831.

 

      «… ωστόσο εμείς δεν θεμελιώνουμε την πόλη αποβλέποντας σε αυτό, πώς δηλαδή μία κοινωνική ομάδα θα είναι ιδιαίτερα ευτυχισμένη, αλλά πώς ολόκληρη η πόλη θα ευτυχεί όσο το δυνατόν περισσότερο».

         Πλάτων, «Πολιτεία» – βιβλίο Δ΄, 419a (μετάφραση: N. M. Σκουτερόπουλος).  

                       

Η καποδιστριακή περίοδος παρουσιάζει εξαιρετικό ερευνητικό ενδιαφέρον, αφού τότε σημειώθηκε η πρώτη σοβαρή προσπάθεια δημιουργίας κράτους δικαίου στον ελληνικό χώρο. Διατυπώθηκαν επίσης και υπηρετήθηκαν στην πράξη, όσο αυτό ήταν δυνατόν, οι βασικές κατευθυντήριες αρχές για την ένταξη των Ελλήνων – μακροπρόθεσμα – στη χορεία των πολιτικά και οικονομικά ανεπτυγμένων εθνών. Η προσπάθεια αυτή, που καταβλήθηκε εκ του μηδενός, αναμετρήθηκε με αντιλήψεις και νοοτροπίες που δεν συμβάδιζαν μεν με την τότε ευρωπαϊκή πραγματικότητα, παρέμεναν όμως πολύ ισχυρές στους κόλπους των ηγετικών στρωμάτων της κοινωνίας. Επιπλέον, έλαβε χώρα εν μέσω πολεμικών επιχειρήσεων (τη διετία 1828-29) και διπλωματικών διεργασιών που απειλούσαν τα ελληνικά δίκαια με οριστικό παραγκωνισμό. Υπενθυμίζεται ότι στο πρωτόκολλο της 6ης Ιουλίου 1827 που είχαν συνυπογράψει Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία, δεν υπήρχε πρόβλεψη για ανεξάρτητο ελληνικό κράτος.

 

  1. Εισαγωγή

Στη χώρα που έρχεται να κυβερνήσει ο Ιωάννης Καποδίστριας τον Ιανουάριο του 1828, έχει συντελεσθεί δραματική μείωση του πληθυσμού. Οι απώλειες του ενεργού πληθυσμού στις  περιοχές που απετέλεσαν από το 1830 το νέο κράτος, υπερβαίνουν το 1/3. Από τη σύγκριση μεταξύ των στοιχείων του 1828 και αυτόν της προεπαναστατικής περιόδου, προκύπτει ότι ο πληθυσμός Πελοποννήσου, Ευβοίας, Τρικάλων, Ναυπάκτου, Μεσολογγίου, Άρτας και Νήσων (μαζί με Κρήτη, Σάμο και Χίο) έχει μειωθεί συνολικά κατά 38% (1.106.500 κάτοικοι, έναντι 1.791.500).

Από τις περιοχές που προαναφέρονται, ο πληθυσμός ειδικότερα της Πελοποννήσου έχει μειωθεί κατά 20%, του Μεσολογγίου κατά 45% και της Ναυπάκτου κατά 28%. Το οικιστικό κεφάλαιο έχει πλήρως καταστραφεί, ενώ πλήθος προσφύγων έχει σωρευθεί στις ελεύθερες περιοχές χωρίς κάποιο μέσο βιοπορισμού.

Οι μακροχρόνιες εχθροπραξίες έχουν παραλύσει την οικονομική ζωή. Οι κατοχικές τουρκοαιγυπτιακές δυνάμεις από τη μία και οι επαναστατικές δυνάμεις από την άλλη με τις αυθαίρετες συμπεριφορές  των αρχηγών τους προς τους κατοίκους της υπαίθρου, καθιστούν αβέβαιη την κατάληξη κάθε δραστηριότητας.  Τακτικά δημόσια έσοδα δεν υπάρχουν, αφού η διασπάθιση του δημόσιου χρήματος εκ μέρους των προυχόντων είναι συστηματική. Τα έσοδα από τα λιμενικά δικαιώματα έχουν ουσιαστικά μετατραπεί σε ιδιωτικά, ενώ οι δημογεροντίες είναι συχνά εστίες διαφθοράς, τελώντας υπό την προστασία των κατά τόπους ισχυρών. Η ελληνική πειρατεία έχει εξελιχθεί σε μάστιγα της Μεσογείου – μόνο οι Σπέτσες συμμετέχουν με περισσότερα από τριάντα πλοία. Έχουν  μάλιστα συσταθεί και μετοχικές εταιρείες, των οποίων μέλη (μεταξύ άλλων) είναι υπουργοί των επαναστατικών κυβερνήσεων και προεστοί των νησιών, ενώ το ίδιο το δικαστήριο των λειών αποτελείται από πειρατές και συνεταίρους τους. Διάτρητο και το σύστημα μισθοδοσίας και προμηθειών του στρατού: οι οπλαρχηγοί παρουσιάζουν καταστάσεις για 35.000 ενόπλους, ενώ αυτοί δεν υπερβαίνουν τις 15.000.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

Εκτεταμένη νόθευση των Εθνικών Λογαριασμών εξάλλου έχει καταγράψει η αρμόδια Επιτροπή, με πόρισμά της προς τη Συνέλευση της Τρoιζήνας (1827). Ακόμη, από τα 50.000.000 και πλέον γρόσια που συγκεντρώθηκαν από τις πολιορκίες και καταλήψεις των εχθρικών φρουρίων, δεν έχει αποδοθεί σχεδόν τίποτα στο Δημόσιο Ταμείο. Τοπικές κοινωνίες επαίρονται ότι η περιοχή τους ποτέ δεν πλήρωσε φόρους, και ούτε θα επιτρέψουν ποτέ να καθιερωθεί γενική φορολόγηση. Η ατμόσφαιρα γενικευμένης ανομίας επισφραγίζεται από την πρακτική των κυβερνήσεων και των πληρεξουσίων του Έθνους να δίνουν προτεραιότητα στη μισθοδοσία βουλευτών και υπαλλήλων. Επιπρόσθετα, η κακή διαχείριση των δύο δανείων της περιόδου 1824-25 έχει αποκλείσει κάθε δυνατότητα δανεισμού από τα ξένα χρηματιστήρια. Τον Ιανουάριο του 1828 η νέα κυβέρνηση αντιμετωπίζει εξωτερικό χρέος 2.800.000 στερλινών και εσωτερικό που ανέρχεται σε 30.000.000 φράγκα περίπου.

Για την αντιμετώπιση της κατάστασης που παρέλαβε, ο Καποδίστριας εφαρμόζει άμεσα πολιτική αυστηρών οικονομιών, συνδυασμένη με την εκμετάλλευση κάθε εσωτερικού πόρου που μπορεί να εντοπισθεί. Εγκαθιδρύει σύστημα προμηθειών στις ένοπλες δυνάμεις, προβαίνει σε παραδειγματική τιμωρία των καταχραστών και επιβάλλει ισότητα στη φορολογία. Ακόμη, πετυχαίνει αναθέρμανση της οικονομικής δραστηριότητας με την εξάλειψη της πειρατείας (από τον πρώτο μήνα κιόλας) και την καταπολέμηση της ληστείας. Στην αναθέρμανση αυτή συντείνει και η προοδευτική επιστροφή των κατοίκων στις εστίες τους, που κατορθώνεται μ΄ ένα συνδυασμό κυβερνητικής πειθούς και οικονομικών κινήτρων. Με την εφαρμογή των πολιτικών αυτών, τα δημόσια έσοδα του πρώτου οικονομικού έτους της διακυβέρνησής του (από Φεβρουάριο 1828 έως και Απρίλιο 1829), είναι αυξημένα κατά 240% σε σχέση με τα κανονικά έσοδα του 1823 (8.539.667 γρόσια έναντι 3.578.200). Στον προϋπολογισμό δε του δεύτερου έτους, εμφανίζονται αυξημένα κατά 81%. Τα στοιχεία αυτά παρουσιάζονται αναλυτικά στην Δ΄ Εθνική Συνέλευση, για πρώτη φορά ενώπιον εθνικών αντιπροσώπων.

Μετά την εδραίωση της «Ελληνικής Πολιτείας», που επιβεβαιώνεται με τα ψηφίσματα της Εθνικής Συνέλευσης, η κυβερνητική δραστηριότητα σταδιακά κλιμακώνεται: Η Διοίκηση ενημερώνει αδιάλειπτα τις δημόσιες υπηρεσίες με εγκυκλίους, παρακολουθεί επισταμένως τα προβλήματα που ανακύπτουν και παρεμβαίνει καίρια για την επίλυσή τους, με υποδείξεις και νεότερες οδηγίες. Από την έρευνα συνάγεται επίσης ότι υπήρχε συνεχής αξιολόγηση του προσωπικού. Η βελτιωτική προσπάθεια αφορά και το σύστημα δημοσιονομικού ελέγχου,  που εμπλουτίζεται με θεσμούς που προκαλούν και σήμερα εντύπωση, όπως ο Γενικός Επιθεωρητής Λιμένων, ο Επιθεωρητής Στρατού και ο Επιθεωρητής Τελωνείων Aργολικού κόλπου. Το σύστημα αυτό αποκτά την κορωνίδα του τον Σεπτέμβριο 1829, με την ίδρυση μίας ιδιαίτερης για τα δεδομένα της εποχής της Αρχής – της πρώτης με σημαντικούς βαθμούς ανεξαρτησίας από την Κεντρική  Διοίκηση στα ελληνικά διοικητικά χρονικά. Ονομάσθηκε Λογιστικόν και Ελεγκτικόν Συμβούλιον.

 

  1. ΤΟ ΛΟΓΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

α) Η θέσπιση 

 

Η νέα Αρχή δημοσιονομικού ελέγχου θεσμοθετείται με την αριθ. 14301 Πράξη της Κυβέρνησης (σύμφωνα με το ΛΔ΄ Ψήφισμα της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης), που δημοσιεύεται στην Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος στις 18 Σεπτεμβρίου [1].  Σύμφωνα με την Πράξη αυτή, το Συμβούλιο συγκροτείται από μέλη που διορίζονται από την Κυβέρνηση, ενώ οι λειτουργίες που επιτελεί και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ορίζονται ως εξής:

  • Δεν υπόκειται στην εξουσία Υπουργού (:«είναι ανεξάρτητον από το Υπουργικόν σώμα»). Αναφορά πεπραγμένων δίνει απευθείας στον Αρχηγό του Κράτους και μόνο σ΄αυτόν.
  • Έχει την αρμοδιότητα αναθεώρησης των δημοσίων οικονομικών από τις 6 Ιανουαρίου 1828 (ημερομηνία έλευσης του Κυβερνήτη στην Ελλάδα) έως το τέλος Σεπτεμβρίου 1829.
  • Εξακολουθεί να έχει την ίδια αρμοδιότητα και για τους λογαριασμούς εσόδων και εξόδων του Κράτους από 1ης Οκτωβρίου 1829 και μετά.
  • Είναι αρμόδιο να διενεργεί τον τελευταίο έλεγχο των λογαριασμών (:«θέλει επαγρυπνεί τελευταίον»), ώστε να αποφεύγονται καταχρήσεις ή σφετερισμοί χρημάτων.
  • Έχει την εξουσία να διενεργεί ή να διατάσσει επιθεωρήσεις και να καλεί τους Υπουργούς για περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τους υποβληθέντες λογαριασμούς των Υπουργείων, ή και για άλλα θέματα της αρμοδιότητας του Συμβουλίου. Η Επιτροπή Οικονομίας και το Γενικό Φροντιστήριο υποχρεούνται να παραδώσουν τα αρχεία τους στο Συμβούλιο.
  • Ενημερώνει κάθε μήνα τον Γενικό Ταμία του Κράτους με λεπτομερή κατάλογο εισερχομένων και εξερχομένων χρηματικών ποσών.
  • Χορηγεί βεβαίωση (:«επίσημο εξοφλητικό») στον κάθε Υπουργό, μετά την θεώρηση των λογαριασμών του Υπουργείου του.
  • Προτείνει μέτρα βελτίωσης των δημοσίων οικονομικών.

Με την ανωτέρω Πράξη ορίζεται ότι οι εργασίες του Συμβουλίου θα ξεκινήσουν την 1η Οκτωβρίου.

Δημοσιεύονται επίσης  στην Γενική Εφημερίδα οι μηνιαίες απολαβές του Προέδρου και των μελών του. Πρόεδρος ορίζεται ο Γεώργιος Σπανιολάκης (μετέπειτα Γενικός Επίτροπος  του Ελεγκτικού Συνεδρίου) και μέλη οι Χ. Οικονομίδης και Κ. Τασσίκας. Από έγγραφο μισθοδοσίας του Συμβουλίου προς την Επιτροπή Οικονομίας, γνωρίζουμε ότι τη σύνθεσή του συμπλήρωναν δύο πάρεδροι και δύο μαθητευόμενοι. Μόνο ένας μικρός αριθμός εγγράφων του Συμβουλίου έχει διασωθεί. Πιθανόν αυτό να οφείλεται στην καταστροφή των αρχείων του Ελεγκτικού Συνεδρίου το 1893 μετά από απόφαση της Διοίκησής του [2], ή, το πιθανότερο, στην μη τήρηση οργανωμένων αρχείων για μεγάλο διάστημα της ύπαρξης του ελληνικού κράτους. Συγκεκριμένα, σε 207 φακέλους των Γενικών Αρχείων του Κράτους (Γ.A.K.) που καλύπτουν την περίοδο Οκτωβρίου 1829 – Σεπτεμβρίου 1831 και περιέχονται στην ψηφιακή συλλογή «Αρχειομνήμων», φυλάσσονται συνολικά 98 έγγραφα του Συμβουλίου.

Τα 52 από αυτά βρίσκονται στα αρχεία της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης (στο εξής: Γ.Γ.Κ.),  και τα 46 στα αρχεία της Επιτροπής Οικονομίας (στο εξής: Ε.Ο.) [3]. Μαζί με έγγραφα που υπογράφονται από τον Καποδίστρια, τον Πρωθυπουργό και Υπουργό Εσωτερικών Ν. Σπηλιάδη (Γραμματεία της Επικρατείας), ή τα μέλη της Επιτροπής Οικονομίας (δηλ. του Υπουργείου Οικονομίας, που διοικούνταν από τριμελή Επιτροπή), συγκροτούν ένα σώμα αξιόπιστων μαρτυριών για την δράση του συλλογικού αυτού οργάνου. Στη συνέχεια  παρατίθεται ένα απάνθισμα του ανευρεθέντος υλικού.

 

β)  Το Χρονικό

1829

 

– 1 Οκτωβρίου: Ο χρονικός προγραμματισμός τηρείται απόλυτα. Με το αριθ. 6 έγγραφό του, τo Συμβούλιο απευθύνει αίτημα προς την Επιτροπή Οικονομίας για την χορήγηση των απαραίτητων ποσοτήτων χαρτιού για τις αναφορές και τα σχέδια εγγράφων που θα συντάσσει. Με το αριθ. 9 έγγραφό του της ίδιας ημέρας, ζητεί από τον Ταμία της Ελλάδος (Ι. Δομπόλης) να του αποστείλει αντίτυπα και αντίγραφα των ψηφισμάτων και των διαταγμάτων με τα οποία ρυθμίζεται η λειτουργία του Γενικού Ταμείου (Ε.Ο.,Φακ.064/434 κ΄007.jpg αντίστοιχα).

– 21 Δεκεμβρίου: Τα πρώτα σοβαρά δείγματα γραφής του Συμβουλίου δίνονται με την αριθ. 28 αναφορά του προς Καποδίστρια, σχετικά  με τους λογαριασμούς δαπανών των προσωρινών Διοικητών Δυτικής Σπάρτης, Λακεδαίμονος και Πραστού, Κορινθίας, Μονεμβασιάς, Αίγινας, καθώς και του Γραμματέα (Υπουργού) των Εξωτερικών. Στους λογαριασμούς των Διοικητών η έρευνα του Συμβουλίου αναδεικνύει πλήθος λαθών, παρατυπιών ή παραλείψεων, όπως: έλλειψη αποδεικτικών εγγράφων για διενεργηθείσες δαπάνες, υπέρβαση του θεσπισμένου ορίου μισθοδοσίας σε ορισμένες περιπτώσεις, μη εγκεκριμένοι διορισμοί προσωπικού, μη επικυρωμένα παραστατικά δαπανών. Ακόμη επισημαίνει ότι, με εξαίρεση την Δημογεροντία Αίγινας, οι υπόλοιπες δεν αναφέρουν τίποτα για τα δικαστικά δικαιώματα των ειρηνοδικείων που έχουν εισπράξει. «Όσον αφορά τον λογαριασμό του Γραμματέα Εξωτερικών, οι επισημάνσεις αντανακλούν το πνεύμα οικονομίας του Κ.: η δαπάνη για την μεταφορά των αρχείων του Υπουργείου κρίνεται υπερβολική, ενώ τονίζεται ότι η Διοίκηση δεν είναι υποχρεωμένη να πληρώνει τα έξοδα «των πραγμάτων των υπαλλήλων». Το Συμβούλιο γνωμοδοτεί να μην εγκριθούν οι δαπάνες αυτές. Όλες οι ανωτέρω παρατηρήσεις, είναι ενδεικτικές για την κατάσταση που κλήθηκε να αντιμετωπίσει ο ελεγκτικός μηχανισμός της εποχής (Γ.Γ.Κ., Φακ.228/251-3.jpg).

 

1830

 

– 15 Ιανουαρίου: Με το αριθ. 919 έγγραφό της, η Γραμματεία της Επικρατείας  εκθέτει στον Καποδίστρια αίτημα του Διευθυντή της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας Ύδρας σχετικά με την οικονομική κάλυψή του για δαπάνη που κατέβαλε ο ίδιος, προκειμένου να εξοφληθούν λογαριασμοί του αστυνόμου του νησιού. Το ποσό έχει εκταμιευθεί στο διάστημα 8 Μαΐου – 9 Αυγούστου 1829. Από το έγγραφο συνάγεται ότι το αίτημα έχει απορριφθεί επανειλημμένα από τον  Έκτακτο Επίτροπο Ύδρας λόγω της έλλειψης των σχετικών αποδεικτικών, και ακόμη, ότι η Επιτροπή Οικονομίας έχει κρίνει την ανωτέρω υπόθεση ως ανεπίδεκτη επεξεργασίας. Αφού τονίσει ότι είναι σύνηθες φαινόμενο η απουσία αποδεικτικών παλαιών λογαριασμών, η Γραμματεία παραθέτει την άποψη του Συμβουλίου – προφανώς για να παρακαμφθεί ο σκόπελος: Κρίνοντας με συγκατάβαση το αίτημα το Συμβούλιο γνωμοδοτεί θετικά για τον αιτούντα, με το σκεπτικό ότι: α) το συνολικό χρηματικό ποσό είναι μικρό, και β) προκαλείται δυσανάλογη με το θέμα ζημιά στην κυβέρνηση, όσο το αίτημα αυτό επανέρχεται στο προσκήνιο (Ε.Ο.,Φακ.087/534.jpg.).

– 24 Ιανουαρίου:  Με το αριθ.39 έγγραφό του προς την Επιτροπή Οικονομίας, το Συμβούλιο αναφέρεται στην εξέταση των λογαριασμών του Προσωρινού Διοικητή Ναυπάκτου για την περίοδο Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου 1829. Αναφέρεται ότι, εξετάσθηκε μεν ο λογαριασμός του Οκτωβρίου χωρίς να εντοπισθεί κανένα πρόβλημα, αλλά (ότι) δεν είναι δυνατόν να εξετασθούν τα στοιχεία του Σεπτεμβρίου, επειδή εμπίπτουν στα δημοσιονομικά στοιχεία που έπρεπε να υποβληθούν προς εξέταση το αργότερο έως τα τέλη Σεπτεμβρίου. Ο ανωτέρω χειρισμός εναρμονίζεται – σύμφωνα με το έγγραφο – με τα άρθρα 25 και 29 του ΛΔ΄ Ψηφίσματος (E.O., Φακ.088/620.jpg).

18 Φεβρουαρίου:  Ένα έγγραφο του Συμβουλίου με ιδιαίτερη σημασία, αφού αφορά στην πολύκροτη υπόθεση των δύο δανείων της ανεξαρτησίας (αριθ.56):  Ειδοποιούνται οι διαπραγματευτές των δανείων Ι. Ορλάνδος και Α. Λουριώτης  να παραδώσουν στο Συμβούλιο όσα έγγραφα έχουν στην κατοχή τους σχετικά με την υπόθεση. Η διεξαγωγή της προαναγγελλόμενης έρευνας έχει ορισθεί με την αριθ. 580 διαταγή του Κυβερνήτη.  Ακολούθως, με το αριθ. 59 έγγραφό του (25/2), το Συμβούλιο ενημερώνει τον Κ. ότι έχει ζητήσει από το αρχειοφυλακείο όλα τα σχετικά με τα δύο δάνεια έγγραφα και  ακόμη, ότι από τους δύο εμπλεκομένους έχει απαντήσει μόνο ο Α. Λουριώτης (Γ.Γ.Κ., Φακ.232/487. κ΄ 485.jpg). Οι ημερομηνίες δείχνουν ότι η ενημέρωση είναι άμεση, αφού ο εμπλεκόμενος έχει απαντήσει στις 24/2. Ο ίδιος υπενθυμίζει καταρχήν, ότι οι λογαριασμοί και τα αποδεικτικά των δύο δανείων έχουν διαβιβασθεί προ ετών στις προηγούμενες κυβερνήσεις και μάλιστα έχουν επικυρωθεί από την Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας. Τα κατάστιχα όμως –συνεχίζει- παραμένουν στο Λονδίνο, εξαιτίας της «δεινής θέσεως» στην οποία περιήλθε όταν έσπευσε να δημοσιοποιήσει τις πράξεις της αρμόδιας για τα δάνεια Επιτροπής. Επικαλείται ακόμη την τότε ταραχώδη πολιτική κατάσταση (οπ.π., Φακ.231Β/103.jpg). Από την ροή των γεγονότων που παρατίθεται εδώ, διαφαίνεται η αποφασιστικότητα της Πολιτείας να διαλευκάνει οριστικά την υπόθεση που είχε στερήσει το έθνος από κάθε πρόσβαση στον δανεισμό από τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια.

– 19 Φεβρουαρίου: Ο Καποδίστριας δίνει εντολή στην Επιτροπή Οικονομίας με το έγγραφο αριθ.707, να αποστείλει προς εξέταση στο Συμβούλιο τους λογαριασμούς της Δημογεροντίας Άργους ώστε να «αποδοθεί το δίκαιον κατά χείρα». Ο έλεγχος αποφασίζεται μετά από διαμαρτυρίες των κατοίκων της πόλης εναντίον των δημογερόντων για την διαχείριση που ασκούν. Ο ομαδικός χαρακτήρας της αντίδρασης που διαφαίνεται εδώ, αλλά και η αυστηρή διατύπωση που χρησιμοποιείται στο έγγραφο επαληθεύουν αρνητικές πλευρές των δημογεροντιών ήδη από τα προεπαναστατικά χρόνια. Την επομένη, με το αριθ. 57 έγγραφό του, το Συμβούλιο ζητεί από την Επιτροπή να αποστείλει τους λογαριασμούς της Δημογεροντίας καθώς και όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με τα έσοδα και έξοδα της πόλης (Ε.Ο.,Φακ.095/223 κ΄319.jpg. αντίστοιχα). Επανέρχεται δε στις 6 Μαρτίου με το αριθ. 68 έγγραφο, ζητώντας από την Επιτροπή πληρέστερη επεξεργασία των στοιχείων και ενημερώνοντάς την, ότι στο έργο της πρόκειται να την συνδράμει ο ίδιος ο Γραμματέας της Δημογεροντίας (Ε.Ο., Φακ.098/463.jpg.)

– 5 Μαρτίου: Το αριθ. 65 έγγραφο του Συμβουλίου προς τον Καποδίστρια  σχετικά με τους λογαριασμούς της επιτροπής προσόδων Μεγαρίδας. Τονίζεται ότι είναι εκ των πραγμάτων αμφισβητούμενη η ορθότητα των στοιχείων τους αφού αυτή εξαρτάται αποκλειστικά από την ευθύτητα και εντιμότητα των μελών της επιτροπής, και επισημαίνεται, ότι μόνο η επιτόπια έρευνα του Συμβουλίου θα μπορούσε να διασφαλίσει την αξιοπιστία τέτοιων λογαριασμών. Ακολούθως, υποδεικνύεται η απόρριψη της αμοιβής υπηρετικού προσωπικού που είχε χρησιμοποιηθεί από την επιτροπή,  ως μη νόμιμης (Ε.Ο.,Φακ.098/080.jpg).

– 13 Μαρτίου: Το Συμβούλιο ενημερώνει την Επιτροπή Οικονομίας για τα ευρήματα της έρευνας που διεξήγαγε στους λογαριασμούς της αλυκής Πύργου Ηλείας, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής (έγγραφο αριθ.77). Αφού διαπιστώνεται σημαντική διαφορά μεταξύ της ποσότητας αλατιού που παράχθηκε και αυτής που διακινήθηκε, και μετά από μελέτη των εγγράφων που συνταχθεί σχετικά από τον Έκτακτο Επίτροπο Ηλείας, την τοπική Δημογεροντία και το συνεργείο των εργατών που παρέλαβαν το αλάτι, το Συμβούλιο επιρρίπτει την ευθύνη στον επιστάτη της αλυκής. Υπογραμμίζει επίσης ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή η δικαιολογία για την απουσία του κατά το κρίσιμο διάστημα λόγω ασθένειας, αφού ο ίδιος όφειλε να έχει βρει αντικαταστάτη άξιο της εμπιστοσύνης του Εκτάκτου Επιτρόπου και του ιδίου (Ε.Ο., Φακ.099/902-903.jpg).

15 Μαρτίου:  Μία αναφορά-μαρτυρία για την κατάσταση του δημοσιονομικού ελέγχου στις ένοπλες δυνάμεις μέχρι τα τέλη του 1829 (αριθ. 81). Μετά την παύση του Γενικού Φροντιστηρίου και την ίδρυση στη θέση του της ενιαίας Γραμματείας  Στρατιωτικών και Ναυτικών (Νοέμβριος 1829), με κυβερνητική εντολή  παραδίδονται για έλεγχο στο  Συμβούλιο όλα τα έγγραφά του. Οι επισημάνσεις του ελέγχου: α) Έχουν εξαφανισθεί πολλά από τα εισερχόμενα έγγραφα, β) Λείπει το βιβλίο της Γενικής Αποθήκης Υλικού, δηλαδή των πολεμοφοδίων, τροφίμων κλπ., γ) Τα κατάστιχα των λογαριασμών είναι ατελή, αφού το διάστημα Φεβρουαρίου-Οκτωβρίου 1829 δεν έχουν γίνει καθόλου εγγραφές, δ) Ο Ταμίας του Γενικού Φροντιστηρίου, φροντιστές του στρατού Στερεάς και άλλοι υπάλληλοι, δεν έχουν παραδώσει ακόμη λογαριασμούς. Κατόπιν αυτών, το Συμβούλιο δηλώνει ότι αδυνατεί να εκπληρώσει τα ελεγκτικά του χρέη. Επίσης, δεν μπορεί να γνωμοδοτήσει για τις «μερικές απαιτήσεις» που διευθύνονται προς αυτό από κλάδους που υπάγονταν στην πρώην αρμόδια Αρχή (Γ.Γ.Κ., Φακ.234/193-4.jpg).

17 Μαρτίου: Η αριθ. 84 αναφορά του Συμβουλίου προς Καποδίστρια, με την οποία καταγράφεται προληπτική παρέμβασή του για την προστασία του δημόσιου χρήματος. Αφορά την πληρωμή μισθών πολιτικού προσωπικού του στρατεύματος Δυτικής Ελλάδας (υπό τον Ρ. Τσώρτς) για την οποία υπάρχει ήδη κυβερνητική εντολή προς το Γενικό Φροντιστήριο και έχει ορισθεί σχετικά και ο τρόπος της εκταμίευσης: το 1/3 του ποσού να δοθεί άμεσα και τα άλλα 2/3 σε πιο κατάλληλη περίσταση. Το Συμβούλιο ενημερώνει όμως, ότι  στη Ναύπακτο  υπάλληλοι ήδη πληρώθηκαν και το δεύτερο τρίτο του οφειλόμενου ποσού, με πρωτοβουλία του Πληρεξούσιου Τοποτηρητή της Κυβέρνησης (Αυγουστίνος Καποδίστριας). Προς διευκόλυνση δε της Κυβέρνησης και για την αποφυγή οποιουδήποτε νέου λάθους, στο έγγραφο – αναφέρεται ότι – εσωκλείεται  κατάλογος των υπαλλήλων που δικαιούνται μισθό, με ξεχωριστά υπολογισμένες τις απαιτήσεις του καθενός (Γ.Γ.Κ., Φακ.234/416-17.jpg).

– 29 Μαρτίου: Με το αριθ. 104 έγγραφο προς την Επιτροπή Οικονομίας ο Καποδίστριας εγκρίνει, κατόπιν αναφοράς του Συμβουλίου, την καταβολή δεδουλευμένων σε στρατιωτικούς που υπηρέτησαν υπό τις διαταγές του πρώην Αρχιστρατήγου Τσώρτς. Η διατύπωση επιβεβαιώνει τον χαρακτήρα  της Αρχής που αναφέρεται απευθείας στον ανώτατο πολιτειακό παράγοντα: «κατά την προς ημάς, υπ΄αριθ.96 αναφορά του Ελεγκτικού και Λογιστικού Συμβουλίου…»  (Ε.Ο.,Φακ.103/074.jpg).

–  12 Απριλίου: Με το αριθ. 111 έγγραφό του, το Συμβούλιο αναγγέλλει στην Επιτροπή Οικονομίας την άμεση διενέργεια ελέγχου λογαριασμών της Γραμματείας Στρατιωτικών. Το αίτημα έχει υποβληθεί από την Γραμματεία και αφορά μισθούς αξιωματικών μονάδων του Άργους. Ζητείται από την Επιτροπή Οικονομίας να ορίσει τον χρόνο διεξαγωγής του ελέγχου αυτού και ακόμη να ορίσει δικό της εκπρόσωπο στη διαδικασία.  Την ίδια ημέρα ενημερώνει ότι, με εντολή της Κυβέρνησης, τα μέλη του Οικονομίδης και Τασσίκας θα παρευρίσκονται διαδοχικά στις δημοπρασίες των εθνικών προσόδων  (Ε.Ο., Φακ.105/966 και 964.jpg αντίστοιχα).

19 Απριλίου: Η αριθ. 116 αναφορά του Συμβουλίου προς τον Κυβερνήτη, σχετικά με τους λογαριασμούς της επιτροπής προσόδων Βόνιτσας, Ξηρομέρου και Βάλτου. Αφού επισημαίνει λάθη και κρίσιμες παραλείψεις στοιχείων προτείνει την κατάργηση των κατά τόπους τέτοιων επιτροπών, αφού, «το μέγιστον μέρος των προσόδων δαπανάται εις μακροχρονίους και  πoλυαρίθμους μισθούς και εις περιττά έξοδα». Καταλήγει δε με υποδείξεις για τους μισθούς που πρέπει να πληρωθούν σε μέλη της Επιτροπής και σε βοηθητικό προσωπικό, καταλήγοντας σε  συνολική δαπάνη σαφώς μικρότερη από τις απαιτήσεις των εμπλεκομένων  (Ε.Ο.,Φακ.111/152-155.jpg).

21 Απριλίου: Ομοίως, η αριθ.120 αναφορά σχετικά με το αίτημα του οπλαρχηγού Γ. Πεσλή για την μισθοδοσία 110 ατάκτων στρατιωτών που έχει υπό τις διαταγές του. Παραθέτοντας το ιστορικό της υπόθεσης καταρχήν, το Συμβούλιο αναφέρει την ύπαρξη σχετικής αλληλογραφίας μεταξύ Γραμματείας της Κυβέρνησης, Γενικού Φροντιστηρίου και Φροντιστηρίου Δυτικής Ελλάδας, χωρίς να βρίσκεται όμως καταχωρημένη κάπου τελική απάντηση για το θέμα. Εξετάζοντας δε τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του, αποφαίνεται ότι το ανωτέρω στρατιωτικό σώμα δεν δικαιούται μισθό, αφού είναι από αυτά που συγκεντρώνονται και διαλύονται όποτε θέλουν. Η γνωμοδότηση αυτή συνιστά σημαντική πληροφορία για τη συνέπεια της κυβερνητικής πολιτικής, αφού αποδεικνύει την ύπαρξη συγκεκριμένων προϋποθέσεων στη μισθοδοσία και των μη τακτικών σωμάτων. Σημειώνεται ότι η συνέχιση της χρηματοδότησής τους έχει αποφασισθεί από  τον Κυβερνήτη ήδη από το 1828, με το σκεπτικό ότι μόνον με αυτό τον τρόπο θα αποτρεπόταν ληστρική δράση εκ μέρους τους  (Γ.Γ.Κ., Φακ.237Α/488.jpg).

–  28 Απριλίου: Με το αριθ. 267 έγγραφό της, η Γραμματεία Στρατιωτικών ζητεί από το Συμβούλιο την συνδρομή του για σοβαρό ζήτημα που έχει εγερθεί σχετικά με την μισθοδοσία των ευζωνικών ταγμάτων Μεγάρων, κατά το διάστημα Μαρτίου – Οκτωβρίου 1829. Όπως τονίζεται στο έγγραφο, ο αρχηγός των ανωτέρω σωμάτων ισχυρίζεται ότι οι μισθοί αυτοί δεν καταβλήθηκαν. Το θέμα ανάγεται στην περίοδο λειτουργίας του Γενικού Φροντιστηρίου  (πριν την ίδρυση του Συμβουλίου) και τα σχετικά έγγραφα βρίσκονται ήδη στην κατοχή του Συμβουλίου (Ε.Ο.,Φακ.108/264.jpg).

3 Μαΐου: Έγγραφο του Κυβερνήτη (αριθ.1302) προς την Επιτροπή Οικονομίας, αναφορικά με την εξέταση των λογαριασμών του Εκτάκτου Επιτρόπου Ανατολικής Ελλάδας. Ο ίδιος τονίζει ότι κρίνονται επαρκείς οι εξηγήσεις του Επιτρόπου για το θέμα της υπέρβασης δαπανών που έχει προκύψει, και επιτρέπει να πιστωθεί τελικά ο λογαριασμός του Επιτρόπου με το ανάλογο ποσό. Επίσης, δίνει εντολή στην Επιτροπή να αποστείλει στο Συμβούλιο και το δικό του έγγραφο μαζί με την αιτιολογική αναφορά δαπανών του ανωτέρω αξιωματούχου (Ε.Ο.,Φακ.111/492.jpg).

3 Μαΐου: Ο Κυβερνήτης αποστέλλει την προαναφερόμενη έκθεση του Συμβουλίου για την επιτροπή προσόδων Βόνιτσας κ.λπ. στην Επιτροπή Οικονομίας, με το αριθ. 1300 έγγραφο. Εγκρίνει την εισήγηση του Συμβουλίου για χορήγηση μισθού μόνο οκτώ μηνών στα μέλη της επιτροπής προσόδων και αυστηρά υπό τον όρο ότι θα παρουσιάσουν τις σχετικές αποδείξεις. Αλλιώς – τονίζει – να μην αμειφθούν καθόλου. Ακόμη, ότι δεν θα πρέπει να λάβουν μισθό όσοι εκ των υπαλλήλων δεν συμπεριλαμβάνονται στους σχετικούς καταλόγους της Επιτροπής Οικονομίας (Ε.Ο.,Φακ.111/150.jpg).

8 Μαΐου: Έγγραφο του Συμβουλίου (αριθ. 144) προς την Γραμματεία των Στρατιωτικών, αναφορικά με οικονομικές απαιτήσεις του στρατηγού Γιατράκου από το Δημόσιο κατόπιν δαπανών που κατέβαλε ο ίδιος για έργα στο φρούριο Μυστρά. Όπως προκύπτει από την εξέταση των σχετικών λογαριασμών του πρώην Εκτάκτου Επιτρόπου της περιοχής Μάνης:  α) Ο Επίτροπος δεν αναφέρει την ύπαρξη χρέους προς τον στρατηγό (500 γρόσια) παρά το γεγονός ότι έχει καταχωρηθεί πληρωμή πολλαπλάσιου ποσού προς αυτόν (3500 γρόσια), και β) Το ανωτέρω καταβληθέν ποσό έχει συμπεριληφθεί στο σύνολο των εξόδων χωρίς να υπάρχει γι΄αυτό σχετική εντολή της Κυβέρνησης. Για την οριστική επίλυση του ζητήματος το Συμβούλιο ζητεί τον αριθμό της εντολής, και ακόμη, εφιστά την προσοχή της Γραμματείας Στρατιωτικών σε νέα έγγραφα που ήδη έχει αποστείλει ο πρώην Επίτροπος Μάνης (Ε.Ο.,Φακ.111/698.jpg).

13 Μαΐου: Η αριθ. 147 αναφορά του Συμβουλίου προς Καποδίστρια, αναφορικά με τον έλεγχο των λογαριασμών του Νοσοκομείου Ναυπλίου. Αντικείμενο του ελέγχου ήταν οι δαπάνες που έγιναν με πρωτοβουλία του χειρουργού του Νοσοκομείου για την βελτίωση των συνθηκών υγιεινής στο κτήριο. Το Συμβούλιο εγκρίνει την κάλυψη των δαπανών με μία έξυπνη συλλογιστική: με δεδομένη την έλλειψη αποδεικτικών εγγράφων, υπολόγισε την δαπάνη ανά νοσηλευόμενο. Συνυπολογίζοντας τα έξοδα «της τροφής, της περιποιήσεως, ιατρικών και μισθού των δουλευτών» κρίνει το τελικό αποτέλεσμα ως ιδιαίτερα οικονομικό (30 λεπτά του φοίνικα ανά άτομο). Επιπροσθέτως, αναφέρεται ότι το Συμβούλιο φρόντισε και έλαβε ακριβείς – και ιδιαίτερα εγκωμιαστικές-πληροφορίες για την ποιότητα των εργασιών που εκτελέσθηκαν, από τον Διοικητή του Νοσοκομείου και από εκπρόσωπο επιτροπής που είχε συσταθεί για το θέμα των δαπανών. Προτείνεται ακόμη η σύσταση τριμελούς επιτροπής επιστασίας του Νοσοκομείου, που θα συγκροτηθεί από προβεβλημένα μέλη της τοπικής κοινωνίας με υπόδειξη του Διοικητή Ναυπλίου και της Δημογεροντίας. Ως δυνητικό καθήκον της επιτροπής    προτείνεται και η εκπόνηση Οργανισμού του Νοσοκομείου (Γ.Γ.Κ., Φακ.239/541-542.jpg).

14 Μαΐου:  Αναφορά του Συμβουλίου αριθ.149 προς Καποδίστρια, σχετικά με τον έλεγχο των λογαριασμών της επιτροπής για τις προσόδους Σαλώνων, Λοιδωρικίου και Μαλανδρίνου. Η αναφορά αυτή είναι χαρακτηριστική της ανοιχτής σκέψης και της ευρύτητας των κριτηρίων του Συμβουλίου: α) Εκφράζοντας διαφορετική άποψη από την Επιτροπή Οικονομίας,  το Συμβούλιο θεωρεί ότι τα έξοδα της επιτροπής προσόδων για τα οποία δεν προσκομίσθηκαν αποδεικτικά είναι λίγα – για τόσο μικρά ποσά δεν δίνονται αποδεικτικά, σημειώνει. Προσθέτει επίσης ότι τα έξοδα της επιτροπής κρίνονται λίγα και στην περίπτωση που συγκριθούν με αυτά άλλων επιτροπών προσόδων, β) Εγκρίνει επίσης την χρησιμοποίηση ενός υπηρέτη στη διάρκεια των εργασιών, αν και δεν υπήρχε η σχετική άδεια της Επιτροπής Οικονομίας γι΄αυτό.  Η χρησιμοποίησή του κρίνεται δίκαιη, επειδή η επιτροπή δεν είχε ούτε γραμματέα, ούτε κάποιον άλλο υπάλληλο στη διάθεσή της, γ) Εγκρίνει τέλος την χορήγηση υψηλότερου μηνιαίου μισθού στα μέλη αυτής ειδικά της επιτροπής προσόδων λόγω της παραγωγικότητάς της (450 γρόσια έναντι 400), υπενθυμίζοντας σχετικά το αριθ.11855 διάταγμα της Κυβέρνησης, που συνδέει το ύψος του μισθού με το ποσό που αποδίδει στην Κυβέρνηση η κάθε επιτροπή. Την επομένη ο Κυβερνήτης ενημερώνει την Επιτροπή Οικονομίας με το αριθ.1425 έγγραφο, ότι εγκρίνονται απόλυτα οι παρατηρήσεις του Συμβουλίου για τους ανωτέρω λογαριασμούς και προβαίνει στις σχετικές εντολές (Ε.Ο., Φακ.114/373-374, & 114/371.jpg αντίστοιχα).

16 Μαΐου: Το κύρος του Συμβουλίου επιβεβαιώνεται με ευθεία  παρέμβασή του στον τρόπο δουλειάς  της Κεντρικής Διοίκησης.  Με το αριθ. 151 έγγραφό του συγκεκριμένα ενημερώνει τον Κυβερνήτη, ότι, παραδόθηκαν μεν στο Αρχειοφυλακείο αρχεία της Επιτροπής Οικονομίας, η αταξία όμως που τα χαρακτηρίζει και η έλλειψη παραστατικών δεν επιτρέπουν σοβαρή επεξεργασία των λογαριασμών εκ μέρους του (Φακ.Ε.Ο.114/608.jpg). Στις σοβαρές αιτιάσεις του Συμβουλίου επιχειρεί να απαντήσει στις 21 Μαΐου η Επιτροπή με το αριθ. 3256 έγγραφό της.  Αφού παραθέτει σε αυτό ένα χρονικό των ενεργειών της κατά το εξεταζόμενο διάστημα του 1829 και παρά την προσπάθειά της να υποτιμήσει τη σημασία των επισημάνσεων («…διότι δεν ευρίσκει, λέγει, εις αυτά τον ανήκοντα Ισολογισμόν…») καταλήγει με την ομολογία ότι πράγματι δεν έχει συνταχθεί γενικός ισολογισμός – προτίθεται όμως να τον συντάξει άμεσα. Ο επίλογος γράφεται από τον Πρωθυπουργό Σπηλιάδη, που την επομένη (22/5) διαβιβάζει στο Συμβούλιο τον γενικό ισολογισμό που τελικά συνέταξε αυθημερόν η Επιτροπή Οικονομίας (Γ.Γ.Κ., Φακ.240/504-506 κ΄ 240/638.jpg. αντίστοιχα).

17 Μαΐου: Η αριθ. 152 αναφορά του Συμβουλίου προς τον Κυβερνήτη, σχετικά με τους λογαριασμούς της επιτροπής προσόδων Λειβαδιάς, Ταλαντίου και Μενδενίτσας. Το Συμβούλιο γνωμοδοτεί: α) Να απορριφθεί ο προτεινόμενος από την επιτροπή προσόδων μισθός ενός υπηρέτη, με το σκεπτικό, αφενός ότι δεν είχε εγκριθεί η πρόσληψή του από την Οικονομική Υπηρεσία και αφετέρου, ότι την δική του εργασία θα μπορούσαν να παράσχουν οι τρείς ιπποκόμοι που είχαν προσληφθεί, β) Να μην εγκριθούν οι προτεινόμενοι μισθοί των γραμματέων της επιτροπής, αφού δεν δικαιολογείται η υπέρβαση (κατά 223 γρόσια συνολικά) του ύψους των μισθών που είχαν ήδη εγκριθεί, γ) Να μην εγκριθεί η καταβολή μισθών 11 μηνών και 13 ημερών που ζητούν τα μέλη της επιτροπής προσόδων, αφού δεν μπορεί να αιτιολογηθεί επαρκώς ότι όλο αυτό το διάστημα τους ήταν απαραίτητο για την διεκπεραίωση των εργασιών τους. Αναπτύσσοντας σκεπτικό βασισμένο στα διαθέσιμα στοιχεία ολοκλήρωσης των εργασιών κατά τους προηγούμενους μήνες, το Συμβούλιο εισηγείται την καταβολή μισθών μόνο 9 μηνών στα μέλη της επιτροπής, και δ) Να χορηγηθεί μισθός στους τρείς υπηρέτες των επιστατών, ανάλογος με τα δικαιολογητικά που βρέθηκαν στους λογαριασμούς. Συγκεκριμένα, κάνοντας πιο προσεκτική καταμέτρηση των σχετικών ποσών απ΄ότι η Επιτροπή Οικονομίας, υπολογίζει το συνολικό ποσό των μισθών τους μεγαλύτερο κατά 100 γρόσια συνολικά (Ε.Ο., Φακ.115/109-111.jpg).

21 Ιουνίου: Το έγγραφο αριθ. 189 του Συμβουλίου, σχετικά με τους λογαριασμούς της επιτροπής για τις εθνικές προσόδους Καρπενησίου και Κραβάρων για το έτος 1829. Ο έλεγχος έχει ζητηθεί από την Επιτροπή Οικονομίας. Μεταξύ των παρατηρήσεων του Συμβουλίου, είναι και: α) Υπάρχει λάθος στον  υπολογισμό της δεκάτης σε ποσότητες μεταξιού, β) Ενώ ένας από τους επιστάτες τιμωρήθηκε (για σφετερισμό ή για ποινή, όπως αναφέρεται) με πρόστιμο 2.000 γροσίων περίπου, δεν φαίνεται στους λογαριασμούς η ομολογία που έχει εκδοθεί σχετικά, και γ) Δεν βρίσκονται αποδεικτικά για τα έξοδα δύο εκ των μελών της επιτροπής προσόδων. Υποδεικνύεται στην Επιτροπή Οικονομίας να ζητήσει τα έγγραφα αυτά, ή, εναλλακτικά, να ζητήσει λεπτομερέστερη ενημέρωση για τα έξοδα (Ε.Ο., Φακ.123/201-202).

5 Ιουλίου: Το αριθ. 1876 έγγραφο του Κυβερνήτη προς την Επιτροπή Οικονομίας, αναφορικά με τον χειρισμό γραμματίων που είχαν εκδοθεί στο όνομα αξιωματικών του στρατού και έχουν περιπέσει σε αχρηστία. Η Επιτροπή καλείται να έλθει σε συνεννόηση με την Γραμματεία Στρατιωτικών και Ναυτικών και το Λογιστικό και Ελεγκτικό Συμβούλιο, ώστε, αφού πρώτα καταχωρισθούν τα στοιχεία για τα ήδη διαμοιρασθέντα γραμμάτια, τα υπόλοιπα να καούν με την παρουσία εκπροσώπων όλων των εμπλεκομένων Αρχών (:«τα υπόλοιπα θέλετε καύση όλοι ομού»). Δίνεται ακόμη εντολή για πίστωση του κάθε λογαριασμού με συγκεκριμένη ποσότητα φοινίκων (Ε.Ο.Φακ.126/732.jpg). Για  καύση γραμματίων πληροφορεί και έγγραφο της Επιτροπής Οικονομίας, της 31/5 (αριθ.3506). Αναφέρεται ότι παρέστησαν – εκτός των μελών της Επιτροπής – ο Γραμματέας των Ναυτικών και ο Πρόεδρος του Συμβουλίου (Γ.Γ.Κ., Φακ.241/881.jpg).

8 Ιουλίου: Με το αριθ. 197 έγγραφο προς την Επιτροπή Οικονομίας, το Συμβούλιο ενημερώνει για το θέμα των λογαριασμών του πρώην Εκτάκτου Επιτρόπου Αργολίδας (πρώτα) και Βορείων Κυκλάδων, Νικόλαο Καλλέργη. Ο έλεγχος διενεργείται κατόπιν αίτησης του ίδιου του Καλλέργη, πριν αναλάβει τη νέα του διοικητική θέση. Το Συμβούλιο διαμηνύει στην Επιτροπή ότι ο έλεγχος δεν είναι δυνατόν να γίνει λόγω μη αποστολής ακόμη των σχετικών στοιχείων. Για να μην υπάρξει όμως καθυστέρηση στην ανάληψη των νέων καθηκόντων του αιτούντος, το Συμβούλιο προτείνει στην Επιτροπή να αποστείλει καταρχήν βεβαίωση-μαζί με τα στοιχεία-ότι οι λογαριασμοί δεν παρουσιάζουν λάθη και κατόπιν θα ακολουθήσει η ενδελεχής εξέτασή τους (Ε.Ο., Φακ.127/293.jpg).

24 Ιουλίου: Η αριθ. 212 αναφορά του Συμβουλίου προς τον Κυβερνήτη για τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ της Γραμματείας Ναυτικών και του γαλλικού εμπορικού οίκου «Βαρρύ-Δερβιώ». Η υπόθεση αυτή έλαβε χώρα την περίοδο Αυγούστου – Νοεμβρίου 1829 με εκατέρωθεν αποστολές εγγράφων για το θέμα. Από την αναφορά του Συμβουλίου προκύπτουν τα εξής: 1) Η Γραμματεία Ναυτικών συνήψε  συμφωνία με τον γαλλικό οίκο για την πώληση ποσότητας ορειχάλκου στη Γαλλία και για τον εφοδιασμό του ελληνικού Δημοσίου με μόλυβδο, πυρίτιδα, χαλκό, χαρτί για φυσίκια και άλλα είδη, 2) Αφού πραγματοποιήθηκαν οι σχετικές εμπορικές πράξεις, η Γραμματεία Ναυτικών ανακοίνωσε τη διαφωνία της για διάφορες πτυχές τους απαιτώντας επιστροφή χρημάτων. Τα επίμαχα ζητήματα ήταν: α) το ύψος της προμήθειας για την πώληση των μεγάλων κομματιών ορειχάλκου και για την αγορά των ειδών που είχε ζητήσει το ελληνικό Δημόσιο, καθώς και αυτής που υπολογίσθηκε πάνω στις προβλέψεις του συμβεβλημένου οίκου, β) το ύψος και η αιτιολόγηση των διαφόρων εξόδων που απαιτήθηκαν, όπως για την επιδιόρθωση της κορβέτας που είχε σταλεί, γ) η διενέργεια της πώλησης του ορειχάλκου με δημοπρασία (αντί να γίνει απευθείας), και δ) η ποιότητα του χαρτιού για φυσίκια.  Εξετάζοντας αναλυτικά τα σημεία ένα προς ένα σε μακροσκελές έγγραφό του, το Συμβούλιο κρίνει αβάσιμες τις απαιτήσεις του ελληνικού Δημοσίου. Μοναδική εξαίρεση θεωρεί το θέμα του χαρτιού για φυσίκια, για το οποίο προτείνει αιρετοκρισία. Προσθέτει όμως, ότι η Γραμματεία των Ναυτικών θα πρέπει να αποδείξει ότι το χαρτί αυτό ήταν πράγματι  ακατάλληλης ποιότητας και ότι δεν υπήρξε αλλοίωσή του στη διάρκεια του ταξιδιού (Ε.Ο.,Φακ.136/911-915.jpg). Μετά την γνωμοδότηση του Συμβουλίου, ο Υπουργός των Ναυτικών Βιάρος Καποδίστριας καταθέτει μεν τη δυσαρέσκειά του με το αριθ.613 έγγραφό του προς την Κυβέρνηση (15/8), αποδέχεται όμως ότι δεν έχει άλλα περιθώρια υπεράσπισης των απόψεών του. Για την ειδικότερη υπόθεση που παραπέμπεται σε αιρετοκρισία, προτείνει ως ένα εκ των κριτών τον γερουσιαστή Αντωνόπουλο και για Επίτροπο του Δημοσίου, τον Δημόσιο Συνήγορο Ράλλη (Γ.Γ.Κ., Φακ.249/093-95.jpg).

– 20 Αυγούστου: Το αριθ. 227 έγγραφο του Συμβουλίου προς την Επιτροπή Οικονομίας, με το οποίο εντοπίζεται σημαντική διαφορά μεταξύ του ποσού με το οποίο η Επιτροπή είχε χρεώσει την πρώην ενιαία Γραμματεία Στρατιωτικών και Ναυτικών και του ποσού που η ίδια η Γραμματεία είχε πιστώσει στον λογαριασμό της, από την σύσταση μέχρι την παύση της (σ.σ.: δηλ. έως 30-4-1830). Κρίνεται απαραίτητη η αποστολή πληρέστερων στοιχείων εκ μέρους της Επιτροπής,  προκειμένου να καταστεί δυνατή η επεξεργασία των στοιχείων (Ε.Ο., Φακ.137/432.jpg).

 

1831

 

– 9 Ιανουαρίου: Το αριθ. 8167 έγγραφο της Επιτροπής Οικονομίας προς Κ.,  αναφορικά με την γνωμοδότηση του Συμβουλίου για λογαριασμούς της επιτροπής προσόδων Ζυγού, Βλυχού και Βενέτικου. Από το έγγραφο προκύπτουν τα εξής: α) Ο Έκτακτος Επίτροπος Δυτικής Ελλάδας έχει υποβάλει έκθεση για την δραστηριότητα της ανωτέρω επιτροπής, κατηγορώντας την για κατάχρηση δημοσίου χρήματος, β) Το Λογιστικό και Ελεγκτικό Συμβούλιο γνωμοδοτεί υπέρ της επιτροπής και μάλιστα με απόλυτο τρόπο: «…αναιρούν άρθρον προς άρθρον τας παρατηρήσεις του Εκτάκτου Επιτρόπου». Η απόφανση αυτή του Συμβουλίου είναι χαρακτηριστική του ρόλου του για την εμπέδωση κλίματος δικαιοσύνης στον δημοσιονομικό έλεγχο (Γ.Γ.Κ., Φακ. 259/288-89.jpg). 

12 Ιανουαρίου: Το αριθ. 283 έγγραφο του Συμβουλίου προς την  Επιτροπή Οικονομίας με συμπεράσματα από την εξέταση υποθέσεων του Τμήματος Αρκαδίας. Οι υποθέσεις αυτές είναι οι κάτωθι: α) Λανθασμένες χρεώσεις και πιστώσεις ποσών στους λογαριασμούς των  Εκτάκτων Επιτρόπων Αρκαδίας και Αργολίδας. Εντοπίζεται η πηγή των λαθών (ο ταμίας του Γενικού Φροντιστηρίου) και υποδεικνύονται οι κατάλληλοι χειρισμοί για την διόρθωσή τους. Προκειμένου να εξαχθούν τα συμπεράσματα για την ανωτέρω υπόθεση, εξετάζονται και έγγραφα του Ιουλίου 1829, δηλ. πριν την ίδρυση του Συμβουλίου, β) Η μισθοδοσία των αστυνόμων Καρύταινας και Φαναρίου Αρκαδίας ως τα τέλη 1828, ως προς τη νομιμότητά της. Παρά το γεγονός ότι δεν ανευρίσκεται έγγραφο της Διοίκησης που να επικυρώνει την πρόσληψή τους, το Συμβούλιο αποφαίνεται θετικά, χρησιμοποιώντας ως τεκμήριο φύλλο της Γενικής Εφημερίδας στo οποίο αναγράφονται τα ονόματα των δύο ανωτέρω ως υπηρετούντων στο Σώμα, γ) Η νομιμότητα της μισθοδοσίας αστυνόμου της Τρίπολης. Το Συμβούλιο γνωμοδοτεί θετικά, συνεξετάζοντας πληροφορίες από τρία έγγραφα: κυβερνητικό διάταγμα, έγγραφο του Εκτάκτου Επιτρόπου Αρκαδίας και έγγραφο της Επιτροπής Οικονομίας, και δ) Η μισθοδοσία δύο επιστατών αποθηκών, για την οποία επίσης τεκμηριώνεται  θετική γνωμοδότηση (Ε.Ο., Φακ.177/899-902.jpg).

16 Ιανουαρίου: Με το αριθ.2948 έγγραφό του προς Επιτροπή Οικονομίας ο Καποδίστριας εγκρίνει την παρουσία εκπροσώπων της Γερουσίας και του Λογιστικού και Ελεγκτικού Συμβουλίου στη δημοπρασία των ετήσιων εθνικών προσόδων που θα διεξαχθεί στο Ναύπλιο. Η σχετική πρόταση έχει κατατεθεί από την ανωτέρω Επιτροπή (Ε.Ο., Φακ.171/042.jpg).

– 18 Ιανουαρίου: Ο Καποδίστριας δίνει εντολή στην Επιτροπή Οικονομίας (με το αριθ.2997 έγγραφο) να αποστείλει τους λογαριασμούς της επιτροπής προσόδων Ζυγού, Βλυχού κλπ. στον Διοικητή Ναυπάκτου, προκειμένου να αποδειχθεί αν πράγματι έλαβαν χώρα τα όσα καταμαρτυρούνται στα μέλη της για κατάχρηση δημόσιου χρήματος. Η εξέταση της υπόθεσης ορίζεται να γίνει σύμφωνα με  σχετικές οδηγίες της Γραμματείας Δικαιοσύνης.  Όπως αναφέρεται, η διεξαγωγή της έρευνας διατάσσεται επειδή οι εμπλεκόμενοι στην υπόθεση δεν κατάφεραν να αποδείξουν την αθωότητά τους κατά τους ελέγχους που διενεργήθηκαν από τον Έκτακτο Επίτροπο Δυτικής Ελλάδας και το Συμβούλιο (Ε.Ο., Φακ.172/ 115.jpg).

28 Ιανουαρίου: Το Συμβούλιο εξετάζει υπόθεση πολίτη από την Ύδρα (Γ. Γκιώνης) που έχει εγείρει απαίτηση κατά του Δημοσίου ύψους 26.205 δίστηλων, από εποχή προγενέστερων κυβερνήσεων. Σύμφωνα με το αριθ. 3077 έγγραφο του Κυβερνήτη προς την Επιτροπή Οικονομίας, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου γνωμοδοτεί ότι το ποσό που πράγματι χρωστά το Δημόσιο στον πολίτη είναι σημαντικό μικρότερο (10.803 δίστηλα). Από την εξέταση της υπόθεσης έχουν ζητήσει την εξαίρεσή τους τα άλλα δύο μέλη της Αρχής, επειδή έχουν συμμετάσχει στο παρελθόν σε Επιτροπή διερεύνησης της ίδιας υπόθεσης (εν μέσω άλλων). Μετά την θετική για το Δημόσιο γνωμάτευση, ο Καποδίστριας δίνει εντολή να χορηγείται στον ενδιαφερόμενο μηνιαία ενίσχυση 50 δίστηλων για τις σπουδές του αδελφού του στην Ευρώπη. Στην προκείμενη περίπτωση η Κυβέρνηση αντισταθμίζει τη ζημιά που έχει προκληθεί από τις φημισμένες για την (τουλάχιστον) ανευθυνότητά τους στα δημοσιονομικά, επαναστατικές κυβερνήσεις  (Ε.Ο., Φακ.175/540-1.jpg). 

31 Ιανουαρίου: Με το αριθ.296 έγγραφό του, το Συμβούλιο ενημερώνει την Επιτροπή Οικονομίας ότι ολοκληρώθηκε ο έλεγχος των δαπανών για την ανέγερση του Κεντρικού Σχολείου Αίγινας και του Εθνικού Τυπογραφείου, και ότι όλα έχουν καλώς. Οι λογαριασμοί είχαν σταλεί από την Γραμματεία Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως (Ε.Ο., Φακ.176/511.jpg).

 3 Φεβρουαρίου: Ο Καποδίστριας απαντά στο αριθ.8720 έγγραφο της Επιτροπής Οικονομίας αναφορικά με  λογαριασμούς του Εκτάκτου Επιτρόπου Αρκαδίας. Εγκρίνοντας απολύτως την αναφορά που του έχει ήδη υποβάλει το Συμβούλιο δίνει εντολή να καλυφθούν μόνον τα κονδύλια που έχουν θεωρηθεί από το Συμβούλιο νόμιμα, ενώ τα υπόλοιπα να καταχωρηθούν εις βάρος του Επιτρόπου αφού δεν υπάρχουν τα σχετικά αποδεικτικά (Ε.Ο., Φακ.177/403.jpg).

5 Φεβρουαρίου: Ένα πολύ ιδιαίτερο έγγραφο (αριθ.367): Το Συμβούλιο επισημαίνει στην Επιτροπή Οικονομίας ότι μέλος του (Χ. Οικονομίδης) παρεμποδίσθηκε κατά την άσκηση των καθηκόντων του από μέλος της Επιτροπής, κατά τη διάρκεια της δημοπρασίας των εθνικών προσόδων και της εκποίησης των φθαρτών κτημάτων. Το περιστατικό συνέβη όταν το ανωτέρω μέλος του Συμβουλίου ζήτησε κατάλογο των δημοπρατηθέντων στις 4 & 5 Φεβρουαρίου. Το Συμβούλιο δηλώνει άγνοια των λόγων που προκάλεσαν την συμπεριφορά αυτή και ζητεί από την Επιτροπή να αποστείλει τα στοιχεία για το επίμαχο διάστημα, υπενθυμίζοντας ότι η συμμετοχή του εκπροσώπου του στη δημοπρασία ορίσθηκε με κυβερνητική εντολή. Από το έγγραφο δεν προκύπτει ενημέρωση του Κυβερνήτη για το γεγονός (Ε.Ο., Φακ.177/195.jpg).

8 Φεβρουαρίου:  Το αριθ. 4661 έγγραφο της Γραμματείας της Επικρατείας  προς την Επιτροπή Οικονομίας, με το οποίο δίνεται εντολή να αποσταλούν οι λογαριασμοί του Εκτάκτου Επιτρόπου Αχαΐας στο Συμβούλιο και να υπάρξει κατόπιν σχετική αναφορά με τα πορίσματα της έρευνας (Ε.Ο., Φακ.179/114.jpg).

–  13 Μαρτίου: Σε εφαρμογή του ΚΔ΄ Ψηφίσματος, με το αριθ. 3382 έγγραφο του Καποδίστρια προς την Επιτροπή Οικονομίας ορίζονται μέτρα μετεγκατάστασης, στέγασης και οικονομικής στήριξης των προσφύγων από την Κρήτη.  Επιβάλλεται έκτακτη εισφορά 40 λεπτών στους κατοίκους της επικράτειας για την υλοποίηση των μέτρων αυτών, ενώ το έργο της συλλογής των χρημάτων  ανατίθεται σε Επιτροπή, αποτελούμενη από 2 Γερουσιαστές και τον Υπουργό Ναυτικών. Όσον αφορά ειδικότερα στον τρόπο διάθεσης του ανωτέρω ποσού, ορίζεται ότι η Επιτροπή θα παραδώσει τον απολογισμό των πεπραγμένων της στο Λογιστικό και Ελεγκτικό Συμβούλιο  (Ε.Ο., Φακ.220/575.jpg).

15 Ιουνίου: Το Συμβούλιο (έγγραφο αριθ. 343) αναφέρει προς την Επιτροπή Οικονομίας ότι βρέθηκε σημαντική απόκλιση μεταξύ των στοιχείων της Επιτροπής και αυτών της Γραμματείας Ναυτικών, σχετικά  με το συνολικό ποσό που χορηγήθηκε στη Γραμματεία το διάστημα Ιανουαρίου-Απριλίου. Ακολούθως δίνει εντολή  στην Επιτροπή  να εντοπίσει τις αιτίες της απόκλισης αυτής (75.000 φοίνικες περίπου-στο έγγραφο είναι υπολογισμένη με ακρίβεια) και να στείλει ακολούθως τα στοιχεία εκ νέου, προκειμένου να συνταχθεί ο ισολογισμός του Υπουργείου Ναυτικών (Ε.Ο., Φακ.206/181.jpg).

16 Ιουνίου: Υποβάλλει ξαφνικά την παραίτησή του ο πρόεδρος του Συμβουλίου Γεώργιος Σπανιολάκης, επικαλούμενος οικογενειακούς λόγους. Την επομένη ενημερώνεται ότι γίνεται δεκτή από τον Κυβερνήτη η παραίτησή του, αλλά με  δυσαρέσκεια ( η επιστολή υπογράφεται από τον Σπηλιάδη). Η παραίτηση ενός άξιου συνεργάτη της Κυβέρνησης την συγκεκριμένη στιγμή αποτελεί σοβαρό πλήγμα γι΄αυτήν, αφού έχουν εκδηλωθεί από τις αρχές της χρονιάς στασιαστικές κινήσεις της αντιπολίτευσης και αποσκιρτήσεις στελεχών του κρατικού μηχανισμού  (Γ.Γ.Κ., Φακ.269/042.jpg).

30 Ιουνίου: Δημοσιεύεται ο «Οργανισμός των Χαρτονομισμάτων» με υπογραφή Καποδίστρια, όπου κομβικός προβλέπεται ο ρόλος του Συμβουλίου (έγγραφο αριθ.3944). Σύμφωνα με τον Οργανισμό, τα χαρτονομίσματα που θα εκδίδονται κάθε φορά θα αποστέλλονται στο Συμβούλιο δεμένα σε ειδικά βιβλία. Εξαιρείται ποσότητα ίση με το 1/30 του συνόλου, που θα αποστέλλεται στην Επιτροπή Οικονομίας (με τελικό αποδέκτη το Γενικό Ταμείο, για τις τρέχουσες ανάγκες). Το Συμβούλιο και η Επιτροπή Οικονομίας ορίζονται ως οι Αρχές με αποκλειστικό δικαίωμα πρόσβασης στην ποσότητα του νέου χρήματος, αφού μόνο αυτές θα έχουν κλειδί του κιβωτίου όπου θα φυλάσσονται τα χαρτονομίσματα  (Ε.Ο., Φακ.208/338.jpg).

– 29 Ιουλίου: Το Συμβούλιο ενημερώνει τον Καποδίστρια για τον ισολογισμό της Επιτροπής Αποκατάστασης των Κρητών προσφύγων. Στον ισολογισμό συμπεριλαμβάνονται οι συνεισφορές, το δάνειο 15.000 φοινίκων που χορήγησε η Κυβέρνηση στην Επιτροπή και τα παραστατικά για την διανομή των χρημάτων στους διεσπαρμένους στην Επικράτεια Κρήτες. Μετά την παραβολή των λογαριασμών με τα στοιχεία των συνεισφορών και της διανομής των χρημάτων που διενήργησε, το Συμβούλιο βεβαιώνει ότι όλα έχουν καλώς (Γ.Γ.Κ, Φακ.271/773-4.jpg).

30 Ιουλίου: Το Συμβούλιο εξετάζει υπόθεση για ένα θεσμό-πρότυπο της Καποδιστριακής Πολιτείας. Με το αριθ.369 έγγραφό του, ενημερώνει την Επιτροπή Οικονομίας ότι ολοκληρώθηκε η εξέταση των λογαριασμών του Προτύπου Αγροκηπίου Τίρυνθας  και  (ότι) απεστάλη το τελικό πόρισμα στον Κυβερνήτη. Η έρευνα έλαβε χώρα μετά τις κατηγορίες που διατυπώθηκαν εναντίον του Διευθυντή του Γρηγορίου Παλαιολόγου, για κακή διαχείριση των οικονομικών του ιδρύματος (Ε.Ο.,Φακ.214/454.jpg). Ο Παλαιολόγος ήταν ιδιαίτερα γνωστός στον Κυβερνήτη, αφού ο ίδιος ο Καποδίστριας παρακολουθούσε την πρόοδό του στα χρόνια των σπουδών του στη Γαλλία, ενώ αργότερα τον ενθάρρυνε συνεχώς στο έργο του.  Μετά τις καταγγελίες αυτές και μέχρι την πλήρη διαλεύκανσή τους, ο Κυβερνήτης έδωσε εντολή για την συγκρότηση Διοικούσας Επιτροπής, ενώ έθεσε τον πρώην Διευθυντή υπό τις άμεσες διαταγές της Επιτροπής. Η συγκρότηση της Επιτροπής και η απρόσκοπτη διεξαγωγή της έρευνας του Συμβουλίου μπορούν να θεωρηθούν αποδείξεις της καποδιστριακής «απροσωποληψίας» στην άσκηση Διοίκησης [4] .

– 4 Αυγούστου: Σημαντικό για τον ρόλο του Συμβουλίου είναι και το αριθ. 49 έγγραφο προς την Επιτροπή Οικονομίας, με υπογραφή Καποδίστρια. Αφορά την  εξόφληση των οφειλών της Ελληνικής Πολιτείας προς τον πρώην Αρχιστράτηγο  Ρ. Τσώρτς (R. Church), αυστηρά για την περίοδο μετά την έλευση του Κυβερνήτη.  Όπως αναφέρεται στο έγγραφο, ο υπολογισμός του ποσού (24.186 φοίνικες) έγινε μετά από σχετική αναφορά της Γραμματείας Στρατιωτικών, που βασίσθηκε σε έκθεση του Λογιστικού και Ελεγκτικού Συμβουλίου. Επισημαίνονται στην περίπτωση αυτή: α) Η εντιμότητα και η αξιοπιστία της Ελληνικής Πολιτείας. Σημειώνεται ότι ο Άγγλος αξιωματικός παραιτήθηκε ενώπιον της Δ΄ Εθνικής Συνέλευσης με επεισοδιακό τρόπο, ασκώντας πολιτική κριτική στον Καποδίστρια και αποδοκιμαζόμενος έντονα από τους πληρεξουσίους του Έθνους, β) Η αρμονική συνεργασία τεσσάρων Αρχών (Κυβερνήτης, δύο Υπουργεία και Συμβούλιο). Το έγγραφο σκιαγραφεί μία Διοίκηση που κινείται με ακρίβεια μηχανής, χωρίς προβλήματα επικάλυψης αρμοδιοτήτων ή δυσχέρειες επικοινωνίας μεταξύ των εκπροσώπων της, και γ) Η άρνηση του Κυβερνήτη να επιβαρύνει το δημόσιο ταμείο με δαπάνες που δεν είχε εγκρίνει ο ίδιος. Ομοίως, το 1828 είχε αρνηθεί να καταβάλει στην εξόριστη Δημογεροντία Χίου μισθούς και άλλες δαπάνες για την αποτυχημένη εκστρατεία στη Χίο, που είχε αποφασισθεί πριν την έλευσή του και βρισκόταν σε εξέλιξη όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του (Ε.Ο., Φακ.215/684 jpg.)

– 22 Αυγούστου: Η αριθ. 4286 εγκύκλιος με υπογραφή Καποδίστρια, για τη δράση  Μυστικής Εταιρείας με σκοπό την ανατροπή της κυβέρνησης. Με τη σειρά που αναφέρονται, οι αποδέκτες του εγγράφου είναι οι εξής: οι Γραμματείς (Υπουργοί) της Κυβέρνησης, η Επιτροπή Οικονομίας, ο Γραμματέας της Γερουσίας, το Λογιστικό και Ελεγκτικό Συμβούλιο και οι κατά την επικράτεια Έκτακτοι Επίτροποι, Διοικητές και Τοποτηρητές. Συνημμένα αποστέλλεται αποδεικτικό υλικό για την διείσδυση της οργάνωσης στις τάξεις της Διοίκησης. Θεσμοθετείται ο όρκος πίστης των δημοσίων υπαλλήλων στο πολίτευμα και αποστέλλεται σχετικό υπόδειγμά του. Τον όρκο καλούνται να υπογράψουν πρώτοι οι αποδέκτες, ως επικεφαλής της Διοίκησης. Ορίζεται ακόμη ότι θα απολύονται οι υπάλληλοι που αρνούνται να υπογράψουν (Ε.Ο., Φακ.218/117.jpg). 

– 29 Αυγούστου: Το αριθ. 382 έγγραφο του Συμβουλίου προς Επιτροπή Οικονομίας, για την μισθοδοσία του Αυγούστου και την κάλυψη των δαπανών  αποστολής δύο στελεχών του στον Πόρο (Ε.Ο.,Φακ.221/259-261.jpg). Η αποστολή αυτή διενεργήθηκε μετά από αίτημα της Γραμματείας Ναυτικών προς τον Καποδίστρια στις 16/5, με σκοπό την επιθεώρηση του εκεί υλικού (Γ.Γ.Κ., Φακ.266/997-8.jpg). Στο έγγραφο υπάρχει συνημμένη αναφορά του παρέδρου του Συμβουλίου Κ. Λουριώτη, που συμμετείχε σε αυτήν και ενημερώνει πληρέστερα για τον σκοπό της: ήταν η εξέταση των λογαριασμών του Ναυστάθμου και η επιθεώρηση των αποθηκών. Επισημαίνεται εδώ η επιλογή  της Γραμματείας των Ναυτικών, επιβεβαιωτική της εμπιστοσύνης που έχει εμπνεύσει το Συμβούλιο στην υπόλοιπη Διοίκηση. Υπογραμμίζεται ακόμη το αδιατάρακτο της λειτουργίας της Διοίκησης, αφού τα έγγραφα αυτά συντάσσονται μέσα σε πολεμικό κλίμα: την 1η Αυγούστου έχει κορυφωθεί στον Πόρο η εξέγερση της αντιπολίτευσης με την ανατίναξη πλοίων του εθνικού πολεμικού στόλου από Υδραίους, ενώ ακολούθησε και εισβολή των κυβερνητικών δυνάμεων στο νησί.  

                                  

Επίλογος

 

«Διά της οργανώσεως ταύτης κατέστη δυνατόν να υπάρξει εν Ελλάδι κράτος αληθινόν, αλλά συνάμα και πρωτοπόρον δια την εποχήν, αναπτύξαν δράσιν πολυσχιδήν και γόνιμον δια την υπηρέτησιν και προαγωγήν του λαού, δια την εδραίωσιν και ανάπτυξιν του εθνικού πολιτισμού, δια την οικονομικήν και κοινωνικήν ανάπλασιν της χώρας». Αυτά έγραφε το 1954 ο κορυφαίος ιστορικός Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος για το έργο του Καποδίστρια. Η θέσπιση και το έργο του Λογιστικού και Ελεγκτικού Συμβουλίου επαληθεύει απόλυτα τον πρωτοποριακό χαρακτήρα της «Ελληνικής Πολιτείας» της εποχής.

Μέσα από τις αναφορές του Συμβουλίου και τα έγγραφα του Καποδίστρια που παρατέθηκαν, ξεδιπλώνεται μία «βεντάλια» χαρακτηριστικών και δεξιοτήτων που δυνητικά αποτελούν οδηγό για την Διοίκηση οποιασδήποτε εποχής: επαρκής γνώση του  Νόμου και εγρήγορση για την εφαρμογή του, συνεχής ενημερότητα, ευρύτητα πνεύματος και οξυδέρκεια, εντιμότητα,  αμεροληψία,  συγκατάβαση και επιείκεια. Και μία τελευταία παρατήρηση: Το Λογιστικό και Ελεγκτικό Συμβούλιο θεσμοθετήθηκε μόλις 6 ημέρες μετά  την ιστορική μάχη της Πέτρας Βοιωτίας (η τελευταία του Αγώνα) και 5 μήνες πριν την αναγνώριση της Ελλάδας ως ανεξάρτητου κράτους. Και μία Διοίκηση που τολμάει να κάνει πράξη τα οράματά της μέσα σε τέτοιες συνθήκες, αφήνει στους επιγόνους μία πολύτιμη παρακαταθήκη-την πιο πολύτιμη απ΄όλες: την ευψυχία της.

 

Υποσημειώσεις


[1] «Γενική Εφημερίς της Ελλάδος του 1829 έτους», εκ της Εθνικής Τυπογραφίας, φύλλο 63 έτους Δ΄, Δ.Ν.Καραβίας, Αθήνα, MCMXCIII, σσ.256-25.

[2] Κατσάπης K., «Ένας ανεμοδείκτης της Ιστορίας», παρουσίαση της έκδοσης «100 χρόνια Γενικά Αρχεία του Κράτους» , εφημ. «Τα Νέα», 18-6-2017.

[3] Yπάρχουν ακόμη 13 φάκελοι της Γ.Γ.Κ. της ίδιας περιόδου, που δεν έχουν ψηφιοποιηθεί.

[4]  «…Αλλά η κυβέρνησις άλλως δεν δύναται να εκπληρώση τα χρέη της και να κρατήση την ευταξίαν ειμή διά δικαιοσύνης και απροσωποληψίας ακριβεστάτης και ατενούς». (Επιστολαί’, τ. Α΄, σελ. 314, anemi.lib.uok.gr). Όσο για την υπόθεση Παλαιολόγου, τελικά δεν προέκυψαν στοιχεία εις βάρος του.

 

Βιβλιογραφία που χρησιμοποιήθηκε στην Εισαγωγή


 

  • Ανδρεάδης, Α., «Εθνικά δάνεια και ελληνική δημοσία οικονομία», 1925/2010, Δ. Ν. Καραβίας.
  • Δαφνής, Κ. (επιμ)., «Αρχείον Ιωάννου Καποδίστρια», τ.Z΄, 1986, (σε ψηφιακή μορφή).
  • Δεσποτόπουλος, Α., «Η δημοσιονομική  πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια», στο: «Ιστορία του ελληνικού έθνους»’, τ. ΣΤ΄, σσ. 99-105, Σεφερλής, 1957.
  • Δημητριάδου, Μ., «Τα Οικονομικά του Αγώνα», Παπαζήσης, 2014.
  • Ευαγγελίδης Τ., «Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου», 1893/2005, Μάτι, Κατερίνη.
  • Ιδρωμένος, Α.Μ., «Ιωάννης Καποδίστριας, Κυβερνήτης της Ελλάδος», 1900/1994, Ρηγόπουλος , Θεσσαλονίκη.
  • Μακκάς, Λ., «Η εν τοις δημοσίοις οικονομικοίς δράσις του Καποδιστρίου», 1910, Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Κρήτης «Ανέμη»’ – anemi.lib.uok.gr.
  • Prokesch-Osten, A., «Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων κατά του Οθωμανικού Κράτους», τ.1ος, Αθηνά, 1868, anemi.lib.uok.gr.
  • Σπηλιάδης, Ν., «Απομνημονεύματα», τ.4ος, τεύχος 1ο , (επιμ: Χριστόπουλος Π.), 1972.

 

Θεόδωρος Δεβενές*

Αθήνα,  Δεκέμβριος 2017.

* Ο Θεόδωρος Δεβενές εργάζεται στο Υπουργείο Διοικητικής Ανασυγκρότησης, από το 1998. Είναι απόφοιτος της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ι΄ εκπαιδευτική σειρά) και κάτοχος τίτλου μεταπτυχιακών σπουδών Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης (Πάντειο Πανεπιστήμιο). Τα ερευνητικά και συγγραφικά του ενδιαφέροντα εκτείνονται στα πεδία της Ιστορίας, της Πολιτικής Οικονομίας και της Διοικητικής Επιστήμης.

Έχει δημοσιεύσει άρθρα στα περιοδικά «Επιθεώρηση Εργασιακών Σχέσεων», «Διοικητική Ενημέρωση» και «Δημόσιος Τομέας».

Ορισμένοι τίτλοι, ενδεικτικά: «Η Κοινωνική Διάσταση της Ανάπτυξης: Μία Αναδρομή στο έργο του Amartya Sen», «Καινοτομία και Ανάπτυξη», «η Γήρανση του Πληθυσμού και οι δυνατότητες απασχόλησης στην Τρίτη Ηλικία», « Αυτεπάγγελτη Αναζήτηση Πιστοποιητικών: Μία κριτική αποτίμηση», «Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών: το θεσμικό πλαίσιο και η λειτουργία τους».

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Ιερός Ναός Αγίας Τριάδας Πρόνοιας Ναυπλίου – © Νικόλαος Γραίκος


 

Ο Ιερός ναός της Αγίας Τριάδας Πρόνοιας κτίστηκε τα πρώτα μετα-επαναστατικά χρόνια πιθανότατα το 1836 [1]. Το προάστιο της Πρόνοιας προέκυψε από την προέκταση της πόλης του Ναυπλίου προς τα ανατολικά στην πρώην αραιοκατοικημένη περιοχή βορείως του Παλαμηδίου [2]. Η απόφαση για την επέκταση της πόλεως ήταν του ίδιου του Καποδίστρια ήδη από το 1828 [3]. Ο ίδιος φέρεται να έδωσε και το όνομα του νέου οικισμού [4]. Ο πολεοδομικός σχεδιασμός ανατέθηκε στον Στ. Βούλγαρη [5]. Στόχος της επέκτασης ήταν ο αποφορτισμός της κυρίως πόλης από τα παραπήγματα, που είχαν δημιουργήσει τα πλήθη των προσφύγων, τα οποία συνέρρεαν στην πόλη από διάφορες περιοχές. Γι΄ αυτό και τα πρώτα οικήματα του προαστίου ήταν παραπήγματα, πολλά των οποίων κατεδαφίστηκαν μετά την επιδημία πανούκλας την εποχή εκείνη. Παρά το γεγονός ότι το προάστιο σχεδιάστηκε με κανονική ρυμοτομία, τα οικήματα κτίζονταν αυθαίρετα χωρίς άδεια και η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε μέχρι το τέλος του 1833, οπότε οι Βαυαροί διόρισαν επόπτη μηχανικό για την περιοχή [6]. Φαίνεται ότι η Πρόνοια άρχισε ν΄ αναπτύσσεται μετά τη δεκαετία του 1840. Ο περιηγητής Th. du Moncel που επισκέφθηκε το Ναύπλιο το 1843 θα γράψει για την Πρόνοια ότι μόλις τότε «αρχίζει να αποκτάει μια κάποια σημασία» [7].

Για τον ναό δεν υπάρχει κάποια μονογραφία, μάλιστα ο Λαμπρυνίδης δε τον συμπεριλαμβάνει ανάμεσα στους ενδιαφέροντες του Ναυπλίου [8]. Την παρουσία του ναού αποσιωπούν και οι νεότεροι [9].

Αρχιτεκτονικά ο ναός είναι μονόχωρη βασιλική, μετρίων διαστάσεων με υπερώο στο δυτικό τμήμα. Η οροφή είναι επίπεδη και καμπυλώνει στην ένωσή της με τους πλαϊνούς τοίχους [εικ. Δ. 17] δίνοντας την αίσθηση της ατελούς αψίδας, όπως και στο ναό του Αγίου Νικολάου της πόλης του Ναυπλίου. Εξωτερικά δεν εντυπωσιάζει ούτε προδίδει το πλούσιο εσωτερικό του. Οι πολλές επισκευές και προσθήκες αλλοίωσαν την αρχική του όψη και σήμερα δίνει την εικόνα σύγχρονου ναού κι όχι του 19ου αι.

 

εικ. Δ. 17: Α. Πολίτης (;), θολωτή ουρανία και βόρειος τοίχος, αρχές δεκ. 1900. Ιερός ναός Αγίας Τριάδας Πρόνοιας Ναυπλίου.

 

Η ανέγερσή του στο κέντρο περίπου του προαστίου, σε ξεχωριστό πολεοδομικό τετράγωνο, που περιβάλλεται όμως από στενούς δρόμους, φαίνεται ότι δημιούργησε διάφορα χωροταξικά προβλήματα. Έτσι το 1839 δέκα πολίτες της Πρόνοιας και ενορίτες του ναού υπογράφουν αίτηση προς το Δήμαρχο Ναυπλιέων, ζητώντας την κατεδάφιση όλων των παραπηγμάτων εμπορικού χαρακτήρα που υπήρχαν γύρω από τον ναό και τα οποία εμποδίζουν την ανάδειξη του κτιρίου, αλλά και την τέλεση της Θείας Λειτουργίας [10]. Γενικά οι κάτοικοι του προαστίου έδειχναν διαρκές ενδιαφέρον για το ναό τους κι αυτό φαίνεται από τα αφιερώματα και τις χρηματικές εισφορές σ΄ όλη τη διάρκεια του 19ου αι. [11]

Το εικονογραφικό πρόγραμμα των τοιχογραφιών σχετίζεται άμεσα από τη μονόχωρη διαμόρφωση του εσωτερικού χώρου, που δημιουργεί μεγάλες επιφάνειες στους πλαϊνούς τοίχους και στην οροφή.

Στο χώρο του ιερού οι παραστάσεις είναι όλες νεότερες, αγιογραφημένες τη δεκαετία του 1970, με δυτικότροπη τεχνοτροπία. Ίσως είναι έργα του Ναυπλιώτη αγιογράφου Α. Νόνη, ο οποίος υπογράφει και τις ολόσωμες παραστάσεις αγίων στο δυτικό τμήμα του ναού κάτω από το υπερώο. Στο άνω τμήμα της κόγχης εικονίζεται η Πλατυτέρα πλαισιωμένη από δύο σεβίζοντες αγγέλους και στο κάτω τμήμα έξι ολόσωμοι ιεράρχες.

Η οροφή του μονόχωρου εσωτερικού είναι καλυμμένη από κοσμηματογραφημένη και ζωγραφισμένη ουρανία, η οποία διαιρείται σε τρία διάχωρα [σχέδ. Ε] [εικ. Δ. 17]. Στο ανατολικό εικονογραφείται η Αγία Τριάδα. Ο Υιός (αριστερά) και ο Πατήρ (δεξιά) κάθονται σε αδιόρατους θρόνους και περιστοιχίζονται από νέφη. Στο άνω κεντρικό σημείο της παράστασης μέσα σε τριγωνικό πλαίσιο εικονίζεται το Άγιο Πνεύμα με τη μορφή περιστεράς. Την παράσταση πλαισιώνουν έξι (6) πτερωτές κεφαλές. Οι μορφές είναι προσανατολισμένες προς τ΄ ανατολικά. Η παράσταση αντιγράφει την αντίστοιχη παράσταση του αγιογράφου στον Ν.Α. πεσσό του ναού του Αγίου Γεωργίου. Η κυριότερη διαφορά εντοπίζεται στη στάση του Πατέρα· στην παράσταση του ναού του Αγίου Γεωργίου ο Πατήρ ευλογεί με το δεξί και κρατά σκήπτρο με τ΄ αριστερό, ενώ στην παράσταση του ναού της Αγίας Τριάδας κρατά το σκήπτρο με το δεξί και στ΄ αριστερό κρατά ανοιχτό βιβλίο.

 

Σχέδ. Ε: Η ουρανία του Α. Πολίτη (;) στο ναό της Αγίας Τριάδος Πρόνοιας Ναυπλίου. 1. Η ΑΓΙΑ / ΤΡΙΑΣ, (στα φωτοστέφανα) Ο ΩΝ, (στο ανοιχτό βιβλίο που κρατά ο Υιός) ΠΑΤΕΡ ΑΓΙΕ / ΕΓΩ ΣΕ ΕΔΟ/ΞΑΣΑ ΕΠΙ / ΤΗΣ ΓΗΣ / ΚΑΙ / ΕΦΑΝΕΡΩΣΑ // Σ(ΟΥ) ΤΟ / ΟΝΟΜΑ ΤΟΙΣ / ΑΝΘΡΩΠΟΙΣ, (στο ανοιχτό βιβλίο που κρατά ο Πατήρ) ΚΑΘΟΥ / ΕΚ ΔΕ/ΞΙΩΝ ΜΟΥ Ο/ΠΩΣ ΑΝ / ΘΕΣΩ // ΤΟΥΣ / ΕΧΘΡΟΥΣ / Σ(ΟΥ) ΥΠΟ/ΠΟΔΙΟΝ / ΤΩΝ / ΠΟΔΩΝ / ΣΟΥ. 2. [Παντοκράτωρ]. 3. Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ / ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ. 4. Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ IΩΑΝΝΗΣ. 5. Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ. 6. Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΛΟΥΚΑΣ. 7. Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΜΑΡΚΟΣ.

 

Στο κεντρικό διάχωρο της ουρανίας σχηματίζεται τετράγωνο πλαίσιο, όπου εντάσσονται στο κέντρο ο Παντοκράτορας και στις τέσσερις γωνίες ισάριθμοι ευαγγελιστές. Ο Παντοκράτορας, με ανατολικό προσανατολισμό, εικονογραφείται σε κυκλικό διάχωρο. Η παράσταση έχει κοινά στοιχεία με την αντίστοιχη παράσταση του Παντοκράτορα στον τρούλο του ναού του Αγίου Γεωργίου. Στις τέσσερις γωνίες σε κυκλικούς δίσκους εικονογραφούνται οι τέσσερις ευαγγελιστές στο συνήθη τύπο με τα σύμβολα μέσα σε νέφη.

Στο δυτικό διάχωρο σε οβάλ πλαίσιο, ανάλογο με το αντίστοιχο της παράστασης της Αγίας Τριάδος, εικονογραφείται ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Στη σύνθεση είναι χαρακτηριστική η ύπαρξη της κουρτίνας δεξιά, πίσω από την Παναγία, και του τοπίου με φοίνικες στο κέντρο της παράστασης.

Στις άνω απολήξεις των πλάγιων τοίχων και στις ευθείες ένωσης με την ουρανία σχηματίζεται κοίλη επιφάνεια, που διατρέχει με μορφή ζώνης το βόρειο και το νότιο τοίχο. Οι ζώνες σε κάθε πλευρά διαιρούνται σε πέντε ορθογώνια διάχωρα, κοσμηματογραφημένα με απλό τρόπο. Στο κέντρο κάθε διάχωρου εικονογραφούνται σε οβάλ πλαίσια οι απόστολοι Παύλος, Ανδρέας, Θωμάς, Σίμων (νότιος τοίχος), Πέτρος, Φίλιππος, Ιάκωβος, Βαρθολομαίος (βόρειος τοίχος), ενώ στο κεντρικό πλαίσιο, που είναι και το μεγαλύτερο, οι παραστάσεις των Εισοδίων της Θεοτόκου (νότιος τοίχος) και του Χριστού να σώζει τον Πέτρο (βόρειος τοίχος).

Στην κάτω ζώνη των κάθετων τοίχων εικονίζονται σε ορθογώνια διάχωρα η Παναγία και ο άγιος Στυλιανός (νότιο τοίχο) και οι Τρεις Ιεράρχες και οι άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη (βόρειος τοίχος). Στο κέντρο της ζώνης και ανάμεσα στα παράθυρα υπάρχουν δύο μεγάλες πολυπρόσωπες συνθέσεις· ο Μυστικός Δείπνος (νότιος τοίχος) και η Σταύρωση (βόρειος τοίχος).

Στο δυτικό τμήμα του ναού και στο χώρο που διαμορφώνεται κάτω από το υπερώο εικονογραφούνται ολόσωμες μορφές αγίων αγιογραφημένες από τον νεότερο αγιογράφο Α. Νόνη.

 

Καμπαναριό Ιερού Ναού Αγίας Τριάδας Πρόνοιας Ναυπλίου, φωτογραφία από τον ιστότοπο: terrabook.

 

Το τέμπλο του ναού είναι κλασικιστικού ύφους, από σκουρόχρωμο ξύλο, με ελάχιστες φυτόμορφες διακοσμήσεις και μεγάλους επίχρυσους ιωνικούς κίονες στην κάτω ζώνη και μικρότερους στο επιστύλιο. Στο άνω μέρος απολήγει σε ενδιαφέρουσα ξυλόγλυπτη και διάτρητη ζώνη με φυτικά μοτίβα και αντιπωτούς δράκοντες, που στηρίζουν τον Εσταυρωμένο και τα Λυπηρά. Ίσως η ζώνη αυτή να είναι κατάλοιπο κάποιου παλαιότερου παραδοσιακότερου ξυλόγλυπτου τέμπλου.

Το εικονογραφικό πρόγραμμα του τέμπλου είναι το απλό συνεπτυγμένο, με δύο ζώνες των δεσποτικών εικόνων και των εικόνων επιστυλίου. Τα ειδοποιά εικονογραφικά στοιχεία του τέμπλου είναι η προέκτασή του προς το νότιο και βόρειο τοίχο κατά μία δεσποτική εικόνα και η τοποθέτηση της εικόνας της Αγίας Τριάδας στην πρώτη θέση αριστερά της Ωραίας Πύλης εκεί όπου συνήθως τοποθετείται ο Ιησούς Χριστός. Η μοναδική αυτή εικονογραφική ιδιαιτερότητα συνδυάζεται με την τοποθέτηση του αγίου Νικολάου δίπλα στην εικόνα της Θεοτόκου στη θέση όπου συνήθως υπάρχει η εικόνα του εφέστιου αγίου. Ίσως ο ναός όταν κτίστηκε να αντικατέστησε κάποιον άλλον προς τιμή του αγίου Νικολάου, όμως για την τεκμηρίωση της υπόθεσης δε διαθέτουμε στοιχεία.

Αναλυτικότερα η κάτω ζώνη αποτελείται από δέκα (10) συνολικά δεσποτικές εικόνες: (από βόρεια προς νότια) άγιος Γεώργιος (1825 [;]),  άγιος Χαράλαμπος (αρχές 20ου αι.), αρχάγγελος Μιχαήλ (θύρα Πρόθεσης, 1855), άγιος Νικόλαος (δεκ. 1830), Μήτηρ Θεού (τέλη 19ου αι.), Αγία Τριάδα (τέλη 19ου αι.), άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος (1841 [;]), αρχάγγελος Γαβριήλ (θύρα Διακονικού, 1855), Σύναξη αρχαγγέλων (1949), άγιοι Απόστολοι (1841) [εικ. Δ. 16].

 

εικ. Δ. 16: Κ. Θεωδορίδης (;), άγιοι Απόστολοι, 1841, Ιερός ναός Αγίας Τριάδας Πρόνοιας Ναυπλίου.

 

Στη ζώνη του επιστυλίου είναι τοποθετημένες είκοσι δύο εικόνες αγιογραφημένες στις αρχές της δεκαετίας του 1840: Γέννηση της Θεοτόκου, Εισόδια της Θεοτόκου, Υπαπαντή, Ευαγγελισμός, Γέννηση, Περιτομή, Βάπτιση, Έγερση του Λαζάρου, Βαϊοφόρος, Άκρα Ταπείνωση, Ιερός Νιπτήρ, Σταύρωση, Ανάσταση, Μεταμόρφωση, Ψηλάφηση του Θωμά, Η συνομιλία Χριστού και Σαμαρείτιδας, Μεσοπεντηκοστή, Το Πιστεύω, Ανάληψη, Πεντηκοστή, Γέννηση του Προδρόμου, Προφήτης Ηλίας.

Ανάμεσα στις δεσποτικές εικόνες και τις εικόνες του επιστυλίου, ως λανθάνουσα τρίτη, ενδιάμεση ζώνη, υπάρχει η παρακάτω μεγαλογράμματη επιγραφή με χρυσά γράμματα, που διατρέχει σε όλο το μήκος το τέμπλο: 1836 ΕΚΤΙΣΘΗ Ο ΝΑΟΣ / ΤΟ ΣΤΕΡΕΩΜΑ ΤΩΝ ΕΠΙ ΣΟΙ ΠΕΠΟΙΘΟΤΩΝ ΣΤΕΡΕΩΣΟΝ ΚΥΡΙΕ ΗΝ ΕΚΤΗΣΩ ΤΩ ΤΙΜΙΩ ΣΟΥ ΑΙΜΑΤΙ / 1866 ΙΟΥΛΙΟΥ 15 ΕΓΙΝΕ ΤΟ ΤΕΜΠΛΟ. Προφανώς η χρονολογία 1866 αναφέρεται στην κατασκευή του ξύλινου τέμπλου κι όχι στην αγιογράφηση των εικόνων, οι οποίες διασώζουν χρονολογίες παλαιότερες αλλά και νεότερες. Στην άνω απόληξη του τέμπλου είναι τοποθετημένος ο Εσταυρωμένος και τα Λυπηρά.

Τις δεσποτικές εικόνες ιστόρησαν διάφοροι ανώνυμοι αγιογράφοι και ο Κ. Θεοδωρίδης (;) (άγιο Νικόλαο, άγιο Ιω. Πρόδρομο, αγίους Αποστόλους) και ο Ιω. Δημάδης (τους αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ στις δύο πλάγιες θύρες). Στο ναό φυλάσσονται επίσης εικόνες του ιερέα Φρεδιανού, του Γρηγορίου Παπαδάκη και μερικών ακόμα ανώνυμων αγιογράφων του 19ου και του 20ου αι.

 

Ιερός Ναός Αγίας Τριάδας Πρόνοιας Ναυπλίου, φωτογραφία από τον ιστότοπο: terrabook.

 

Πίνακες – σχέδια – εικόνες (Καταγραφή 2 Νοεμβρίου 2006)

 

Ι. Τοιχογραφίες

1. Ιερό

α. Πλατυτέρα κόγχης και σεβίζοντες άγγελοι. Άνοιγμα κόγχης 3 μ. Ελαιογραφίες σε προετοιμασμένο υπόστρωμα. Α. Νόνης (;), δεκ. 1970. Επιγραφές: ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ. (στο κέντρο κάτω από την Πλατυτέρα) CΤΩΜΕΝ ΚΑΛΩC CΤΩΜΕΝ ΜΕΤΑ ΦΟΒΟΥ.

β. Ιεράρχες (ζώνη κάτω από την Παλτυτέρα). Έξι ολόσωμοι ιεράρχες σε δύο ομάδες. Αριστερή ομάδα: / /Γι/(Ος) // BA/CΙ/ΛΕΙ/(Ος), / /Γι/(Ος) / Ω[ΑΝΝΗΣ] // ΧΡΥ/CO/CTO/M(Ος), / /Γι/(Ος) // ΓΡΗ/ΓΟ/ΡΙΟ/ς. 

  1. Ουρανία

α. Αγία Τριάδα. Οβάλ διάχωρο 2,5 × 1,5 μ. περίπου. Ελαιογραφία σε προετοιμασμένο ύφασμα. Α. Πολίτης (;), αρχές δεκ. 1900. Επιγραφές: (πάνω ) Η ΑΓΙΑ / ΤΡΙΑΣ, (στα φωτοστέφανα) Ο ΩΝ, (στο ανοιχτό βιβλίο που κρατά ο Υιός) ΠΑΤΕΡ ΑΓΙΕ / ΕΓΩ ΣΕ ΕΔΟ/ΞΑΣΑ ΕΠΙ / ΤΗΣ ΓΗΣ / ΚΑΙ / ΕΦΑΝΕΡΩΣΑ // Σ(ΟΥ) ΤΟ / ΟΝΟΜΑ ΤΟΙΣ / ΑΝΘΡΩΠΟΙΣ, (στο ανοιχτό βιβλίο που κρατά ο Πατήρ) ΚΑΘΟΥ / ΕΚ ΔΕ/ΞΙΩΝ ΜΟΥ Ο/ΠΩΣ ΑΝ / ΘΕΣΩ // ΤΟΥΣ / ΕΧΘΡΟΥΣ / Σ(ΟΥ) ΥΠΟ/ΠΟΔΙΟΝ / ΤΩΝ / ΠΟΔΩΝ / ΣΟΥ.

β. Παντοκράτωρ (στο μέσον τετράγωνου πλαισίου της ουρανίας). 2 μ. περ. διάμετρ. Α. Πολίτης(;).

γ. Ευαγγελιστές (στις τέσσερις γωνίες του τετράγωνου κεντρικού πλαισίου). Κυκλικοί δίσκοι 1 μ. διαμέτρ. i. (B.A. γωνία) Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ. ii. (N.A. γωνία) Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ IΩΑΝΝΗΣ. iii. (Β.Δ. γωνία) Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΜΑΡΚΟΣ. iv. (N.Δ. γωνία) Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΛΟΥΚΑΣ. Α. Πολίτης (;).

δ. Ευαγγελισμός της Θεοτόκου (Στο δυτικό άκρο της ουρανίας σε οβάλ πλαίσιο). Α. Πολίτης (;). Επιγραφή: Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ / ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ.

  1. Άνω ζώνη πλάγιων τοίχων

α. Νότιος τοίχος. (Από ανατολικά προς δυτικά) i. Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ. Οβάλ πλαίσιο 2 × 1 μ. περ. Ελαιογραφία σε προετοιμασμένο ύφασμα37. ii. Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ. iii. ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ. Οβάλ πλαίσιο 2 × 2,5 μ. περ. Ελαιογραφία σε προετοιμασμένο ύφασμα38. iv. Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΩΜΑΣ. v. Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΙΜΩΝ.

 β. Βόρειος τοίχος. (Από ανατολικά προς δυτικά) i. Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΕΤΡΟΣ. ii. Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ. iii. Ο ΙΗΣΟΥΣ ΣΩΖΕΙ ΤΟΝ ΠΕΤΡΟΝ. iv. Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ. v. Ο ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ. 

  1. Κάτω ζώνη πλάγιων τοίχων

α. Νότιος τοίχος. (Από ανατολικά προς δυτικά) i. Μ(ΗΤΗ)Ρ / Θ(ΕΟ)Υ. 2,5 × 1,20 περ. Ελαιογραφία σε μουσαμά προσηλωμένου στον τοίχο39. Κάτω αφιέρωση: ΔΑΠΑΝΑΙΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ / 1911. ii. Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΔΕΙΠΝΟΣ. Διαστάσεις: 2,5 Χ 5 μ. περ. Ελαιογραφία σε μουσαμά προσηλωμένου στον τοίχο40. Κάτω δεξιά αφιέρωση: ΔΑΠΑΝΑΙΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ. iii. Ο ΑΓΙΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ Ο ΠΑΦΛΑΓΩΝ. Κάτω αφιέρωση: ΔΑΠΑΝΑΙΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Π. ΚΥΡΙΑΚΟΥ 1911.

 β. Βόρειος τοίχος. (Από ανατολικά προς δυτικά) i. ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΑΙ. Κάτω αφιέρωση: ΔΑΠΑΝΑΙΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ 1911. ii. Η ΣΤΑΥΡΩΣΙΣ / ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ. iii. Ο ΑΓ(ΙΟΣ) ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Κ΄(ΑΙ) Η ΑΓ(ΙΑ) ΕΛΕΝΗ.

 ε. Δυτικό τμήμα (κάτω από το υπερώο). Ολόσωμες μορφές αγίων. α. Νόνης.

 

ΙΙ. Φορητές εικόνες

 1. Εικόνες τέμπλου

 

α. Δεσποτικές

 i. Άγιος Γεώργιος (στην προέκταση του τέμπλου στο βόρειο τοίχο). 73 × 104 εκ. Ελαιογραφία σε προετοιμασμένο ξύλο. Ανώνυμος δυτικότροπος / βυζαντινότροπος της τάσης του Ιωάννη Δημάδη, 1825 (;). Επιγραφές: Ὁ ἍΓΙΟς / ΓΕΡΓΙΟς, (κάτω) Δέησις τν δούλων τοΘεοτν Συνδρομητν τς γίας εκόνος ταύτης καροαμαξιλάδων κ. λοιπν υσεβν χριστιανν 18 ουνίου [18]25.

 ii. Άγιος Χαράλαμπος. 70 × 96 εκ. Ελαιογραφία σε προετοιμασμένο ξύλο. Ανώνυμος δυτικότροπος, αρχές 20ου αι. Επιγραφή: Ὁ ἍΓΙΟC / ΧΑΡΑΛΑΜΠΟς.

 iii. Αρχάγγελος Μιχαήλ (θύρα Πρόθεσης). 59 × 120 εκ. Ελαιογραφία σε προετοιμασμένο ξύλο. Ιωάννης Δημάδης, 1855. Επιγραφές: Ος ΑΡΧΙΣΤΡΑΤΗΓΟς ΜΙΧΑΗΛ, (κάτω αριστερά) Δισυνδρομς Κωνσταντίνου / Γεωργίου γηνε, (κάτω δεξιά) ν Ναυπλίτν α’ Νοεμβρίου αωνε Χειρὶ Ἰω. Δημάδ(ου).

iv. Άγιος Νικόλαος. 68 × 97 εκ. Αυγοτέμπερα σε προετοιμασμένο ξύλο. Η εικόνα φέρει ασημένια επένδυση που αφήνει ακάλυπτο το πρόσωπο του αγίου. Κ. Θεωδορίδης (;), 1839. Επιγραφές: (πάνω στην ασημένια επιφάνεια) Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ, (κάτω σε ασημένιο πλαίσιο) ΔΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΤΟΥ ΡΟΥΦΕΤΙΟΥ ΤΩΝ ΜΠΑΚΑΛΗΔΩΝ ΤΗΣ ΠΡΟΝΙΑΣ ΜΝΗΣΘΕΙΗ ΚΥΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ ΕΝ ΤΗ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΑUΤΟΥ / 1839 Δεκεμβρίου 5.

v. Μήτηρ Θεού. 68 × 97 εκ. Ελαιογραφία σε προετοιμασμένο ξύλο. Η εικόνα φέρει ασημένια επένδυση που αφήνει ακάλυπτα τα πρόσωπα της Παναγίας και του Χριστού. Ανώνυμος δυτικότροπος (ο ίδιος ζωγράφισε τη εικόνα της Αγίας Τριάδος), τέλη 19ου. Επιγραφές: (πάνω στην ασημένια επιφάνεια) Μ(ΗΤΗ)Ρ / Θ(ΕΟ)Υ, (κάτω σε ασημένιο πλαίσιο) Δαπάνη ωαν. Γιαννοπούλου κατς συζύγου ατοΜαρίας Οκογενείας / Βασιλ. Καρώνια Οκογενείας Δημ. Καρώντα Δαπάνη Κοινότητος Προνοίας, (κάτω δεξιά στην ασημένια επιφάνεια) ργον / Χρήστου Βούλγαρη / θναι 1920.

 vi. Αγία Τριάδα. 68 × 97 εκ. Ελαιογραφία σε προετοιμασμένο ξύλο. Η εικόνα φέρει ασημένια επένδυση που αφήνει ακάλυπτα τα πρόσωπα του Υιού και του Πατρός. Ανώνυμος δυτικότροπος (ο ίδιος ζωγράφισε τη εικόνα της Παναγίας), τέλη 19ου. Επιγραφές: (πάνω στην ασημένια επιφάνεια) Η ΑΓΙΑ / ΤΡΙΑΣ, (κάτω σε ασημένιο πλαίσιο) ΕΡΓΟΝ / ΑΔΕΛ. ΦΡΕΝΤΖΟΥ / ΕΝ ΝΑΥΠΛΙΩ / 1916 / Β. Καμβήσης.

vii. Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος. 68 × 97 εκ. Αυγοτέμπερα σε προετοιμασμένο ξύλο. Η εικόνα φέρει ασημένια επένδυση που αφήνει ακάλυπτο το πρόσωπο του αγίου και της αποτμηθείσης κεφαλής. Κ. Θεωδορίδης (;), 1841 (;). Επιγραφές: (πάνω στην ασημένια επιφάνεια) Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ / Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ.

viii. Αρχάγγελος Γαβριήλ (θύρα Διακονικού). 59 × 120 εκ. Ελαιογραφία σε προετοιμασμένο ξύλο. Ιωάννης Δημάδης, 1855. Επιγραφές: ΑΡΧΑΓΓΕΛΟς ΓΑΒΡΙΗΛ, (κάτω αριστερά) Δισυνδρομς Κωνσταντίνου / Γεωργίου γηνε, (κάτω δεξιά) ν Ναυπλίτν α’ Νοεμβρίου αωνε Χειρὶ Ἰω. Δημάδ(ου).

 ix. Σύναξη αρχαγγέλων. 70 × 96 εκ. Ελαιογραφία σε προετοιμασμένο ξύλο. Ανώνυμος δυτικότροπος, 1949. Επιγραφές: Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΩΝ / ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ, (κάτω δεξιά) Διοικητικόν Συμβούλιον [ακολουθούν πολλά ονόματα χορηγών] 8 Νοεμβρίου 1949.

 x. Άγιοι Απόστολοι. 73 × 104 εκ. Στην προέκταση του τέμπλου στο νότιο τοίχο. Αυγοτέμπερα σε προετοιμασμένο ξύλο. Κ. Θεωδορίδης (;), 1841. Επιγραφές: ΟΙ ΑΓΙΟΙ / ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ, (κάτω) Δέησις τν δούλων τοΘεο, τν / συνδρομητν τς συντεχνίας τν λιέων / η ψαράδων τν ποίων μνησθείη Κύριος Θες / ν τΒασιλέα Ατο/ 1841 Μαρτίου 20.

 

β. Εικόνες επιστυλίου. i. Γέννηση της Θεοτόκου. 28 × 40 εκ. Αυγοτέμπερα σε προετοιμασμένο ξύλο. Κ. Θεωδορίδης (;), 184141. Σχεδόν όλες οι εικόνες του επιστυλίου φέρουν αφιέρωση: Δέησις [Δισυνδρομς] τοδούλου τοΘεοῦ Ἠλία Λαμπροπούλου 20 Μαρτίου 1841. ii. Εισόδια της Θεοτόκου. iii. Υπαπαντή του Χριστού. iv. Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. v. Γέννηση του Χριστού. vi. Περιτομή του Χριστού. vii. Βάπτιση του Χριστού. viii. Έγερση του Λαζάρου. ix. Βαϊοφόρος. x. Άκρα Ταπείνωση. xi. Η νίψη των ποδιών των μαθητών. xii. Σταύρωση. xiii. Ανάσταση. xiv. Μεταμόρφωση. xv. Ψηλάφηση του Θωμά. xvi. Η συνομιλία Χριστού και Σαμαρείτιδας. xvii. Μεσοπεντηκοστή. xviii. Το Πιστεύω. xix. Ανάληψη. xx. Πεντηκοστή. xxi. Η γέννηση του Προδρόμου. xxii. Προφήτης Ηλίας. 

  1. Εικόνες υπόλοιπου ναού

α. Αγία Τριάδα (στο αριστερό προσκυνητάριο της εισόδου του ναού). 40 × 59 εκ. Αυγοτέμπερα σε προετοιμασμένο ξύλο. Η εικόνα φέρει ασημένια επένδυση που αφήνει ακάλυπτα τα πρόσωπα του Υιού και του Πατρός. Ανώνυμος δυτικότροπος /βυζαντινότροπος, δεκ. 1830 (;). Επιγραφή: (στην ασημένια επιφάνεια) Η ΑΓΙΑ / ΤΡΙΑΣ.

β. Άγιος Φανούριος (στο νότιο τοίχο). 53 × 79 εκ. Ελαιογραφία σε προετοιμασμένο ξύλο. Φρεδιαν[κ]ός ιερεύς, 1901. Επιγραφές: Ο ΑΓΙΟΣ / ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ, (κάτω αριστερά επιγραφή με πάνω από τριάντα ονόματα αφιερωτών) […] Φρεδιανός ερες ποίησε / Ναύπλιον ν μηνΑγούστου 1901.

γ. Αγία Βαρβάρα και σκηνές του μαρτυρίου της (στο νότιο τοίχο). 50 × 80 εκ. Αυγοτέμπερα σε προετοιμασμένο ξύλο. Ανώνυμος λαϊκότροπος / δυτικότροπος, μέσα 19ου αι. Επιγραφές: Η ΑΓΙΑ / ΒΑΡΒΑΡΑ, (κάτω αριστερά) Κω _ _ _ _ _ _ Καλλιόπης μμ. / _ _ _ _ _ _ λλένη θ. _ _ _ _ _ (κάτω κέντρο, πολλά ονόματα αφιερωτών μόνο με το μικρό τους όνομα).

δ. Άγιος Δημήτριος (στο υπερώο). 50 × 80 εκ. Ελαιογραφία σε προετοιμασμένο ξύλο. Γρηγόριος Παπαδάκης, 1922. Επιγραφές: Ο ΑΓΙΟΣ / ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ, (κάτω αριστερά) Δαπάνη / ρί_ Τσιροσολέφα ερέως: νέφ. Κατσαλ _ _ Ι. Βασ. / _ _Δημ. Μπάρλα, Νικ. Μερζώτου, ρέστ. _ _ ακ. _ _ Κωνστ. Πανα/γιωτοπούλου, Δημ. Σώκου, Ιωάν, Τσαγκαράκη, Βασιλ. Μερβακίτη, Σ. / Μερβακίτη, Κωνστ. _ _ _ ρμούλη, Δημ. τάδου, Γεωρ. Κουλουρίδου, Δημ. Γεωρ/γ, Νικήτα Μππυγιώτου, Δημ. Μαυραχάλη, Στυλ. Μπόμπου, Απ. Βουλούρη / Γεωργίου Μαυρικίου κ. Στυλ. Βουδούρη, Στράτη Γεωργιάδου, Δημ. / Δρίτσα, ωάν. Μακρ, Σπυρ. Κων _ _ _, Δημ. μμ. Τερζάκη, Γρηγ. Βούλγαρη / Παν. Δριμούρα, Στ. Μπουγιώτου, Γεωρ. Γραμματικοπούλου, να. Κεφαλ/ Εαγ. Δαμιανο, Δημ. Χρ. Μπόμπου, Δημ. Μεντζέκη, Δημ. _ _ Παλαι / _ _ _ _ Δημ.Θεων, Στυλ. Λαπαθιώτου, Παν. Κυμπουρα/πούλου, Βασ. Αγρ _ _ , Βασ. Γεωργίου / ω. Ε_ _ _ _ _, Γεωρ. _ _ _ _ _ Παντ. / Κα΄βουρα, Γεωρ, Κοκκόλα, Νικολ. / γγελετοπούλου___, (κάτω δεξιά) ργον / Γρηγορίου Παπαδάκη / 1922.

ε. Άγιος Ελευθέριος (στο υπερώο). 40 × 65 εκ. Αυγοτέμπερα σε προετοιμασμένο ξύλο. Ανώνυμος βυζαντινότροπος / δυτικότροπος, αρχές 19ου αι. Επιγραφή: Ο ΑΓΙΟΣ / ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ.

στ. Σύναξη Ταξιαρχών (στο υπερώο). 70 × 95 εκ. Αυγοτέμπερα σε προετοιμασμένο ξύλο. Ανώνυμος βυζαντινότροπος / δυτικότροπος, δεκ. 1840. Είναι πολύ πιθανό η αρχική θέσης της εικόνας να ήταν στο τέμπλο και να αντικαταστάθηκε το 1949 από την ομόθεμη σημερινή εικόνα. Επιγραφή: Η ΣΥΝΑΞΙΣ / ΤΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ.

 

 Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. επιγραφή τέμπλου 1836 ΕΚΤΙΣΘΗ Ο ΝΑΟΣ […] και Τζουβές Ματθ. (1987), 167 (παραπ. 23). Στο ΔΑΝ σώζονται έγγραφα (αδημοσίευτα) που αναφέρονται στον ναό τουλάχιστον από το 1838. Για παράδειγμα σώζεται αναφορά του παρέδρου της Προνοίας προς την Αστυνομία Ναυπλίου σχετικά με διάφορα προβλήματα που ανέκυψαν στο εκκλησιαστικό Συμβούλιο του ναού της Αγίας Τριάδος Προνοίας, «Αντίγραφον Χρ. 18 / 21, Εν Προνοία τη 23 / Μαρτίου 1838». Επίσης αναφορά του Δημάρχου Ναυπλίας προς το Δημοτικό Συμβούλιο για να επιληφθεί ζητήματος που προέκυψε με το εκκλησιαστικό Συμβούλιο του ναού της Αγίας Τριάδος Προνοίας, «αρ. πρ. 508.672.679.680.681.875.1083, Εν Ναυπλίω / τη 2 Ιουλίου 1838», ΔΑΝ, φάκελος  1838 / 12.31.   

[2] Ενδεικτικά, βλ. Νουχάκης, Ιω. Εμμ. (1901), Ελληνική Χωρογραφία. Γεωγραφία, Ιστορία, Στατιστική πληθυσμού και αποστάσεων, εν Αθήναις: παρά τω εκδότη Σπ. Κουσουλίνω [έκδοσις τρίτη], 437.

[3] Βλ. Μπίρης Μ. – Αδάμη–Καρδαμίτση Μ. (2001), 58. Βλ. επίσης Αδάμη–Καρδαμίτση Μ. (1994), «Πρόνοια, ο πρώτος προσφυγικός συνοικισμός της ελεύθερης Ελλάδας», Αρχαιολογία 51, Ιούνιος, 35 – 46.

[4] Βλ. Κυριαζής Π. (1976), «Σταμάτης Βούλγαρης: ο αγωνιστής, ο πολεοδόμος, ο άνθρωπος», στο: Πρώτοι Έλληνες τεχνικοί, 158. Καρούζου Σ. (1979), 69.

[5] Κυριαζής Π. (1976), op. cit., 156.

[6] Δωροβίνης, Βασ. Κ. (1985), «Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την καποδιστριακή περίοδο (1828 – 33), 292 – 293. Η ειδική περίπτωση και γενικότερα προβλήματα», στο: Νεοελληνική πόλη, 287 – 296.

[7] Du Moncel Th. (1984), Οδοιπορικό του 1843 από την Αθήνα στο Ναύπλιο, μτφρ. – εισαγ.: Λούβρου Ε., αρχαιολ. επιμ.: Φαράκλας Ν., Αθήνα: Ολκός – Αριάδνη, 170.

[8] Λαμπρυνίδης, Μιχ. Γ. (1898), «Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς». Ιστορική μελέτη, Εν Αθήναις: τύποις Εκδοτικής Εταιρείας, 238 – 241. Ούτε και οι γνωστοί περιηγητικοί οδηγοί της εποχής, όπως για παράδειγμα το Γρηγορόπουλος, Μιχ. Σ. (1882), 54 – 59 [για Ναύπλιο].

[9] Για παράδειγμα η Σ. Καρούζου και η Ν. Αντωνακάτου.

[10] Εν Προνοία τη 28 Αυγού(στ)ου 1839,  αρ. 1825ΔΑΝ, φάκελος 1839 / Π 34.

[11] Βλ. για παράδειγμα ενδεικτικούς προϋπολογισμούς και απολογισμούς του ναού στη διάρκεια του 19ου αι. (α) «Το Ταμεῖον τῆς ἐν Προνοίᾳ Ἐκκλησίας ἡ Ἁγία Τριὰς», ΔΑΝ, φάκελος 1852 / Ο. (β) «Προϋπολογισμὸς, ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ἐν Προνοίᾳ Ἱεροῦ Ναοῦ ἡ Ἁγία Τριὰς διὰ τὸ ἕτος 1897 / Ἐν Προνοίᾳ τῇ 22 Νοεμβρίου 1896 / Τὸ  Ἐκκλησιαστικὸν Συμβούλιον», ΔΑΝ, φάκελος 1897 / Ξ 28. (γ) «Ἀπολογισμὸς τῆς Διαχειρίσεως τοῦ ἐν Προνοίᾳ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίας Τριάδος διὰ τὸ ἕτος 1896. /  Ἐν Προνοίᾳ / τὸ ἐκκλησιαστικὸν συμβούλιον», ΔΑΝ, φάκελος 1897 / Ξ 28.

 

Νικόλαος Γραίκος

 Ακαδημαϊκές τάσεις της εκκλησιαστικής ζωγραφικής στην Ελλάδα κατά τον 19 αιώνα – Πολιτισμικά και εικονογραφικά ζητήματα, Θεσσαλονίκη, 2011.

Read Full Post »

Η δημιουργία του Αλβανικού κράτους


 

Με μεγάλη καθυστέρηση σε σύγκριση με τους υπόλοιπους βαλκανικούς λαούς, ο αλβανικός εθνικισμός, με τη μορφή μιας αναπτυγμένης ήδη σε μεγάλο βαθμό εθνικής συνείδησης και της διατύπωσης αιτημάτων υπέρ ενός ενιαίου αλβανικού έθνους, επιχείρησε την πρώτη δυναμική εμφάνισή του στα 1878, με τη σύμπηξη του Συνδέσμου της Πρισρένης (Πρίζρεν), ενέργεια που στόχευε κατ’ εξοχήν στο να εκμεταλλευτεί υπέρ των Αλβανών τις ανακατατάξεις που προκάλεσε στη Βαλκανική χερσόνησο η κρίση του Ανατολικού Ζητήματος. Τη σημαντικότερη, όμως, ώθηση στις πρώτες αυτές προσπάθειες έδωσε το κίνημα των Νεότουρκων, το 1908, που επέτρεψε αρχικά στους Αλβανούς να ιδρύσουν σχολεία και συλλόγους, αλλά και γενικότερα να αναπτύξουν μια εκτεταμένη εθνικιστική προπαγάνδα που απέβλεπε στην άνοδο του μορφωτικού επιπέδου και στην καλύτερη οργάνωση των αλβανικών πληθυσμών στη Βαλκανική. Παράλληλα με τη μορφωτική προσπάθεια παρατηρήθηκε και μια πιο ενεργητική δραστηριοποίηση των Αλβανών πατριωτών για τη δημιουργία ενός αυτόνομου αρχικά, ανεξάρτητου στη συνέχεια αλβανικού κράτους. [1]

Ο Αλβανό – Κοσοβάρος πολιτικός Χασάν Πρίστινα (Hasan Pristina,1873-1934). Αυτοεξορίστηκε στη Θεσσαλονίκη το 1924. Ο Πρίστινα διατέλεσε μέλος του Αλβανικού κοινοβουλίου, υπουργός αγροτικής οικονομίας (1913) και υπηρεσιακός πρωθυπουργός της χώρας για 5 μέρες το Δεκέμβρη του 1921. Ο πάμπλουτος Αλβανός πολιτικός που για χρόνια χρηματοδοτούσε την αλβανική αντιπολίτευση, τελικά, δολοφονήθηκε σε ένα καφέ της Θεσσαλονίκης από πολιτικούς του αντιπάλους το 1934.

Η αλλαγή, ωστόσο, της στάσης των Νεότουρκων και η αφομοιωτική πολιτική που επέβαλαν πολύ σύντομα οδήγησαν τους Αλβανούς στην απόφαση να καταφύγουν σε δυναμικές αντιδράσεις. Ήδη από τις αρχές του 1912 η ιδέα είχε αρκετά ωριμάσει και οι προετοιμασίες είχαν ξεκινήσει. Όπως αναφέρει ένας από τους Αλβανούς εθνικιστές ηγέτες της εποχής, ο Χασάν Πριστίνα από το Κόσοβο, η ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης στο βόρειο Κοσσυ­φοπέδιο (Ιπέκ, Τζιακόβα, Δίβρα, Πρίστινα, Πρισρένη) είχε κάνει αξιοσημείωτη πρόοδο και οι Κοσοβάροι ηγέτες εργάζονταν για την επίτευξη συμφωνίας με τους Αλβανούς των άλλων περιοχών για μια γενική εξέγερση. Πράγματι, το ίδιο καλοκαίρι άρχισαν οι εχθροπραξίες, που από το Κόσοβο γρήγορα επεκτάθηκαν σε περιοχές της βόρειας Αλβανίας (Σκόδρα) και του βιλαετιού του Μοναστηριού, φτάνοντας έως τα Σκόπια.

Το πρόγραμμα των επαναστατών ισοδυναμούσε με αυτονομία: 1) να ενωθούν τα τέσσερα βιλαέτια, που θεωρούνταν από τους εξεγερθέντες ως αλβανικά, σε ένα· 2) να χρησιμοποιείται η αλβανική γλώσσα στην εκπαίδευση και να δημιουργηθούν σχολεία με τα χρήματα από τους φόρους που συλλέγονταν από την Αλβανία· 3) να διοριστούν Αλβανοί λειτουργοί για την Αλβανία και να χρησιμοποιείται η αλβανική γλώσσα στα δικαστήρια· 4) σε καιρό ειρήνης η στρατιωτική θητεία να υπηρετείται στην Αλβανία. Η ανάγκη των Τούρκων να κλείσουν το μέτωπο με τους Αλβανούς τούς υποχρέωσε σε παραχωρήσεις, σημαντικότερη των οποίων υπήρξε ο γεωγραφικός προσδιορισμός της Αλβανίας – έως τότε ο όρος ήταν μια απλή γεωγραφική έκφραση, χωρίς ακριβή όρια: σ’ αυτόν θα περιλαμβάνονταν πλέον τα βιλαέτια Κοσόβου, Μοναστηρίου, Σκόδρας και Ιωαννίνων. [2]

Σ’ αυτή την προνομιακή θέση βρήκε τους Αλβανούς η έκρηξη του A’ Βαλκανικού Πολέμου. Οι θεαματικές στρατιωτικές επιτυχίες των Βαλκάνιων συμμάχων θορύβησαν τους εθνικιστές ηγέτες των Αλβανών, οι οποίοι είδαν το στρατό της Σερβίας και του Μαυροβούνιου να καταλαμβάνει περιοχές της Σκόδρας και της βόρειας Αλβανίας και τον ελληνικό στρατό να προελαύνει στην Ήπειρο, με κατεύθυνση τα Ιωάννινα. Η διαφαινόμενη από νωρίς ήτα της Τουρκίας στο πεδίο της μάχης έθετε σε κίνδυνο την υλοποίηση του εθνικού προγράμματος των Αλβανών, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί μέσα από την εκπαιδευτική δραστηριότητα και τις εξεγέρσεις των προηγούμενων χρόνων πολύ δε περισσότερο έθετε σε κίνδυνο την ακεραιότητα των εδαφών που μόλις μερικούς μήνες νωρίτερα η τουρκική διοίκηση είχε χαρακτηρίσει ως «αλβανικά». Η κατάσταση για τους Αλβανούς περιπλεκόταν ακόμη περισσότερο, καθώς οι ηγέτες τους ήταν διαφοροποιημένοι ως προς τις πολιτικές προτιμήσεις τους και απουσίαζε μία κεντρική εξουσία αποδεκτή από όλους, ικανή να ελέγξει τις τοπικές μεμονωμένες δράσεις και να κατευθύνει την απαιτούμενη διπλωματική δραστηριότητα.

Προκειμένου να καταλήξουν σε μια ενιαία πολιτική και να συντονίσουν τις πολεμικές δραστηριότητες, σι Αλβανοί ηγέτες συγκεντρώθηκαν στα Σκόπια, στις 14 Οκτωβρίου 1912. Ο δρόμος που επέλεξαν τελικά προκειμένου να αποτρέψουν το διαμελισμό όσων θεωρούσαν ως αλβανικά εθνικά εδάφη ήταν μια ανεπίσημη συμμαχία με την Τουρκία. Όπως δήλωσαν τα μέλη της «Μαύρης Οργάνωσης για τη Σωτηρία της Πατρίδας», με διακοίνωσή τους προς τις Μεγάλες Δυνάμεις, με την επιλογή τους αυτή δεν επιθυμούσαν να στηρίξουν την Τουρκία, η οποία προφανώς θα έχανε τον πόλεμο, αλλά να διαφυλάξουν την ενότητα των Βιλαετίων που οι ίδιοι διεκδικούσαν, για τα οποία επεδίωκαν ενιαία διακυβέρνηση. [3]

Ο Ισμαήλ Κεμάλ Μπέι Βλόρα (Ismail Qemal Bej Vlora‎ 1844-1919), ιδρυτής του Αλβανικού Κράτους και ο πρώτος πρωθυπουργός της Αλβανίας. Γεννήθηκε στις 16 Ιανουαρίου 1844 στην Αυλώνα και ήταν ο πρώτος που υπέγραψε την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας της Αλβανίας.

Ταυτόχρονα εντάθηκαν και οι διπλωματικές προσπάθειες των Αλβανών προς τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, από τις αποφάσεις των οποίων θα καθοριζόταν εν πολλοίς και η δική τους μοίρα. Την κρίσιμη εκείνη περίοδο σημαντικό ρόλο ανέλαβε ο Ισμαήλ Κεμάλ. Ο ίδιος γράφει στα απομνημονεύ­ματά του: «Όταν οι Βαλκάνιοι σύμμαχοι κήρυξαν τον πόλεμο στην Τουρκία, και οι Σέρβοι κατέλαβαν τα Σκόπια, συνειδητοποίησα ότι είχε έρθει η ώρα για εμάς, τους Αλβανούς, να λάβουμε δραστικά μέτρα για τη δική μας σωτηρία». Εκμεταλλευόμενος την ευτυχή συγκυρία της σύμπτωσης των αλβανικών εθνικών επιδιώξεων με τα στρατηγικά συμφέροντα των Αυστριακών και των Ιταλών στη δυτική Βαλκανική και την Αδριατική θάλασσα, καθώς και τον ανταγωνισμό μεταξύ αυτών και των υπόλοιπων δυνάμεων της εποχής (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας) για τον καθορισμό ζωνών επιρροής στην περιοχή, έφτασε στην Αυλώνα, όπου στις 28 Νοεμβρίου 1912 διακήρυξε την αλβανική ανεξαρτησία και ανέλαβε πρόεδρος της προσωρινής κυβέρνησης που σχηματίστηκε την ίδια ημέρα. Δημιουργώντας τετελεσμένα γεγονότα έλπιζε βάσιμα ότι θα επηρέαζε και τις αποφάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων γύρω από την επίλυση του αλβανικού ζητήματος, λόγω και της κρίσιμης κατάστασης που είχε προκληθεί από τις πολεμικές επιχειρήσεις.

Μετά τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας, δύο ήταν πλέον οι προτεραιότητες του Αλβανού ηγέτη: η αναγνώριση του αλβανικού κράτους από τις Μεγάλες Δυνάμεις και ο καθορισμός των συνόρων του. [4] Το πρώτο από τα δύο ζητήματα λύθηκε στις 29 Ιουλίου 1913, όταν η Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη αποφάσισε πως η Αλβανία θα ήταν στο εξής ανεξάρτητο κράτος υπό την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων. Λίγο νωρίτερα είχε δοθεί λύση και στο θέμα των βόρειων και βορειοανατολικών συνόρων της, όταν ύστερα από πιέσεις της Ρωσίας αποφασίστηκε να δοθεί η περιοχή του Κοσσυφοπεδίου στη Σερβία, ως αντάλλαγμα για τον αποκλεισμό της τελευταίας από την έξοδο προς την Αδριατική. Ανοιχτό απέμενε μόνο το ζήτημα των νότιων συνόρων της Αλβανίας.

Στο σημείο αυτό τα σχέδια των Αλβανών εθνικιστών έμελλε να συγκρουστούν με τις ελληνικές διεκδικήσεις. Κατά βάση οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν ήταν αντίθετες στη δημιουργία ενός ανεξάρτητου αλβανικού κράτους, εφ’ όσον αυτό περιοριζόταν εδαφικά εκτός της ελληνικής Ηπείρου. Οι Αλβανοί απαιτούσαν τα σύνορά τους να εκτείνονται ως τον Αμβρακικό κόλπο και η στήριξη των αιτημάτων τους από τις δύο αδριατικές δυνάμεις (Αυστρία και Ιταλία) ήταν αυτή που κατ’ εξοχήν ανησυχούσε την ελληνική πλευρά. Η οργάνωση εκτεταμένου ένοπλου αλβανικού κινήματος στα αμφισβητούμενα εδάφη, που θα στρεφόταν εναντίον των Ελλήνων, ασφαλώς θα ενίσχυε τις θέσεις τους στη διπλωματική κονίστρα, τα σχέδια όμως αυτά δεν πραγματοποιήθηκαν. Εστίες δράσης των Αλβανών εθνικιστών, είτε με τη μορφή ένοπλου αγώνα άτακτων σωμάτων είτε με τη διενέργεια προπαγάνδας μεταξύ των αλβανικών πληθυσμών, επισημάνθηκαν σε μερικά τμήματα (με συντονιστικό κέντρο στην Αυλώνα), χωρίς ωστόσο να πάρουν γενικευμένη μορφή.

Η έκρηξη του Β’ Βαλκανικού Πολέμου, το καλοκαίρι του 1913, περιέπλεξε ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Η προσωρινή κυβέρνηση του Ισμαήλ Κεμάλ, με περιορισμένη πια επιρροή και αντιμέτωπη με το χωριστικό κίνημα των αντιπάλων του μπέηδων, με ηγέτη τον Εσάτ πασά στα Τίρανα, δεν είχε αποδειχθεί ικανή να ικανοποιήσει τις ελπίδες των Αλβανών εθνικιστών, οι οποίοι είχαν εναποθέσει σ’ αυτήν τη λύση του εθνικού τους ζητήματος. Ο Κεμάλ, προκειμένου να εδραιώσει την εξουσία του, επιχείρησε να συνομολογήσει συμμαχία με τους Βούλγαρους, οι οποίοι, σε περίπτωση νίκης επί των Ελλήνων και των Σέρβων, προσέφεραν στους Αλβανούς την Ήπειρο και τμήματα της Μακεδονίας. Εν όψει αυτής της συμφωνίας, σε περιοχές της κεντρικής και Βόρειας Αλβανίας ετοιμάζονταν ήδη επιχειρήσεις αλβανικών ένοπλων σωμάτων εναντίον Ελλήνων και Σέρβων, με τη Βουλγαρική στήριξη. Οι εξελίξεις στο πεδίο της μάχης ωστόσο έδωσαν τέλος στα σχέδια αυτά.

Η μεγάλη εδαφική αύξηση της Ελλάδας, όμως, μέχρι τις περιοχές της Βόρειας Ηπείρου κρίθηκε υπερβολική από τις δυνάμεις εκείνες που δεν επιθυμούσαν να εξελιχθεί η χώρα αυτή σε ισχυρή δύναμη της Αδριατικής, ούτε και να αποδυναμωθεί υπερβολικά η Αλβανία. Με οδηγό την ικανοποίηση των αναγκών αυτών, αποφασίστηκε η οροθέτηση της συνοριακής γραμμής μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας. Ο τελικός καθορισμός των συνόρων με το πρωτόκολλο της Φλωρεντίας, στις 17 Δεκεμβρίου 1913, δεν ικανοποίησε καμιά από τις δύο πλευρές: ούτε την ελληνική, καθώς άφηνε στην αλβανική επικράτεια τις περιοχές του Αργυροκάστρου και της Κορυτσάς, ούτε και την αλβανική, που διεκδικούσε πολλά από τα εδάφη της ελληνικής Ηπείρου.

Έτσι, μέσα σε μόλις ένα χρόνο οι Αλβανοί, με τις μικρότερες δυνατές απώλειες και δίχως ουσιαστικά να πάρουν μαζικά τα όπλα εναντίον των κυρίαρχων Τούρκων, εκμεταλλευόμενοι όμως τόσο τις στρατιωτικές επιτυχίες των Βαλκάνιων συμμάχων, που προκάλεσαν την κατάρρευση του οθωμανικού κράτους, όσο και τις στρατηγικές επιδιώξεις των Μεγάλων Δυνάμεων για την περιοχή της Βαλκανικής, κατόρθωσαν να αποκτήσουν ανεξάρτητο κράτος.

Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός ότι στα εδάφη του νέου αυτού κράτους δεν περιλήφθηκαν όλες εκείνες οι περιοχές που διεκδικούσαν, κατοικούμενες από περισσότερο ή λιγότερο συμπαγείς αλβανικούς πληθυσμούς, προκάλεσε στους Αλβανούς εθνικιστές ένα αίσθημα πικρίας για την «αδικία» που είχε διαπραχθεί σε βάρος τους εκ μέρους των δυνάμεων της εποχής, αποτέλεσμα της οποίας ήταν κάποιοι αλβανικοί πληθυσμοί να παραμείνουν εκτός των αλβανικών συνόρων. [5] Το αίσθημα αυτό της «αδικίας του 1913» θα παραμείνει έκτοτε ζωντανό στη σκέψη των Αλβανών και θα εκθρέψει τον αλβανικό αλυτρωτισμό, που θα βρει τπ δυνατότατα να εκφραστεί σε αρκετές περιπτώσεις καθ’ όλο τον 20ό αιώνα, κάθε φορά που οι συνθήκες θα το επέτρεπαν.

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Για την αλβανική εθνική αφύπνιση ως την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων, Βλ. τη διαχρονική μελέτη του St. Skendi, The Albanian National Awakening 1908-1912, Πρίνστον 1967, καθώς και τις ενδιαφέρουσες απόψεις του Τ. Zavalani, «Albanian Nationalism», στο Nationalism in Eastern Europe, Sugar P.-Lederer I. (eds), Σιάτλ 1994, σ. 55-92.

[2] Bασ. Κόντης,  Ευαίσθητες ισορροπίες. Ελλάδα και Αλβανία στον 20ό αιώνα, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 48.

[3] Χρ. Πιτούλη-Κίτσου, Οι ελληνοαλβανικές σχέσεις και το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα κατά την περίοδο 1907-1914, Αθήνα 1997, σ. 205 κ. εξ.

[4] Αναλυτικά για τα ζητήματα αυτά βλ. Βασ. Κόντης, ό.π., σ. 50 κ. εξ., καθώς και στο Κ.Α. Βακαλόπουλου, ιστορία του βόρειου Ελληνισμού. Ήπειρος, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 559 κ. εξ.

[5] Η άποψη αυτή είναι κυρίαρχη στην αλβανική ιστοριογραφία. Βλ. χαρακτηριστικά Ar. Puto, Pavaresia shqiptare dhe diplomacia e fuqive te medha 1912-1914 (H αλβανική ανεξαρτησία και η διπλωματία των Μεγάλων Δυνάμεων 1912-1914), Τίρανα 1978, καθώς και το έργο του γνωστού R. Qosja, La question albanaise, Παρίσι 1995.

 

Ελευθερία Μαντά

Η Ελευθερία Μαντά είναι Επίκουρη καθηγήτρια Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Σπούδασε στη Θεσσαλονίκη, όπου και έλαβε το διδακτορικό τίτλο σπουδών με γενικό βαθμό «Άριστα». Εργάστηκε ως Επιστημονική συνεργάτης του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (1992-2008) και στη συνέχεια ως Διευθύντρια του Ιδρύματος (2008-2011).

 

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Βαλκάνια – Η γέννηση των εθνών», τεύχος 141, 4 Ιουλίου 2002.

Εικόνες και λεζάντες αυτών, από την Αργολική Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

To τοπωνύμιο Λάρισα και Λάρισα η Αργεώτις


 

Τοποθετήσεις πάνω στο θέμα προέλευσης και ερμηνείας της λέξης ΛΑΡΙΣΑ. Σημασιολογική προσέγγιση στην ονομασία του ομώνυμου λόφου του προϊστορικού μεσοελλαδικού και υστεροελλαδικού Άργους.

  1. Η μυθογραφία

 

«Ές αντιλογίαν αφίκετο ανήρ μοι Σιδόνιος, ος εγνωκέναι τα εις το θείον έφασκε Φοίνικας τά τε άλλα ‘Ελλήνων βέλτιον…»

(Παυσανίας Ζ 22)

Όταν κάποτε ο Παυσανίας θέλησε να συνδιαλεχθεί με κάποιον άνδρα από τη Σιδώνα, για να τον πληροφορήσει περί της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, αυτός του απάντησε: «αλλ’ ω Παυσανία, εμείς οι Φοίνικες είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τα πράγματα και τη θρησκεία της Ελλάδας πολύ καλύτερα από εσάς τους ίδιους…»

Η αρχή μιας μελέτης – έρευνας με σπάνιο θέμα, λίγο δυσνόητο και κάπως αδιάφορο για τους «πολλούς», όπως αυτή, είναι φρόνιμο να ξεκινά από τα προσιτά στο νου κομμάτια της, σαν να λέμε από τα ευκολότερα ή μάλλον τα ωραιότερα. Τέτοια ακριβώς είναι τα μυθογραφικά στοιχεία, που δεν απαιτούν κόπο σκέψης ή κάποια ιδιαίτερη εισαγωγή, για να γίνουν αντιληπτά.

Η μυθοπλασμένη καταγωγή της ονομασίας «Λάρισα» αγκαλιάζει όλες σχεδόν τις ελληνικές πανάρχαιες παραδόσεις, με παρακλάδια που αγγίζουν μυθιστορίες από την Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα και Θεσσαλία. Όπως έγραψαν οι αρχαίοι μυθογράφοι (Ησίοδος κ.ά.), Λάρισα λεγόταν η γυναίκα του Ποσειδώνα, μητέρα των ημίθεων αδελφών [1] Αχαιού, Φθία και Πελασγού ή ακόμα η εγγονή της, θυγατέρα του τελευταίου, όπως αναφέρει άλλη εκδοχή του ίδιου μύθου (Παυσανίας II 24,1).

 

Άποψη του Άργους και του κάστρου της Λάρισας, μεταξύ των ετών, 1861-1874. Σχέδιο του Γάλλου, γραμματέα της Γαλλικής Πρεσβείας στην Ελλάδα, Herni Belle.

 

  1. Η διασπορά

 

«Ούτω δε οι Πελασγοί πολλής και αγαθής χώρας κρατήσαντες, πόλεις τε προσέλαβον και άλλας αυτοί κατασκευάσαντες, μεγάλην και ταχείαν επίδοσιν έλαβον εις Ανδρείαν και πλούτον και των άλλων ευτυχίαν…»

(Διονύσιος Αλικαρνασσεύς βιβλ. α’ 25)

 

Οι Έλληνες δε φαντάζονταν τους εαυτούς τους ως τους πρώτους οικήτορες της χώρας τους. Αναγνώριζαν άλλους πρόδρομους λαούς, τους οποίους δε θεωρούσαν στερημένους πολιτισμού ή ανάπτυξης. Με εκείνους, μάλιστα, αισθάνονταν συνδεδεμένοι τόσο στη θρησκευτική πίστη όσο και στα ήθη, όχι όμως στη γλώσσα. Τους ονόμαζαν με ξένα εθνικά ονόματα, κυρίως όμως Πελασγούς, «τής νυν Ελλάδος δε Πελασγίας πρότερον καλεσμένης της αυτής ταύτης…» (Ηρόδοτος Β 51)

Μην μπορώντας να εξηγήσουν και να φανταστούν, όπως ο Διονύσιος Αλικαρνασσεύς, ένα τέτοιο πολυάριθμο και ομοιογενή λαό να προηγείται στην κατοίκηση της χώρας τους, έπλασαν το μύθο ότι: «έτσι λοιπόν οι Πελασγοί, ξεκινώντας πρώτα από την Πελοπόννησο, απλώθηκαν σ’ ολόκληρη την όμορφη Ελλάδα, κατοίκησαν πολλές πόλεις και ίδρυσαν νέες, έδειξαν μάλιστα ευψυχία στους πολέμους και απέκτησαν πλούτη και αγαθά…»

Φαίνεται ότι με την εξάπλωση των Πελασγών συμβάδιζε και η μεγάλη εμβέλεια διάδοσης του ονόματος ΛΑΡΙΣΑ στον ελλαδικό χώρο αλλά και έξω απ’ αυτόν.

Η ονομασία ΛΑΡΙΣΑ ήταν συνηθισμένη, ίσως και προσφιλής, στη γλώσσα των Πελασγών [2] του ελλαδικού χώρου και έξω απ’ αυτόν, τόσο στην Πρωτοελ­λαδική (Ύστερη) [3] όσο και στη Μεσοελλαδική [4] εποχή.

Με τη λέξη αυτή ονομάστηκαν αρκετές πόλεις στην ηπειρωτική Ελλάδα αλλά και στην κοντινή Ασία. Τις παραθέτουμε αριθμημένες, με τη σειρά που βεβαιώθηκαν σε αρχαία κείμενα στα ελληνικά ιστορικά χρόνια, ώστε να αποτελέσουν μια συγκεκριμένη συλλογή:

α) Η μητρόπολη της Θεσσαλίας που υφίσταται μέχρι σήμερα δίπλα στον ποταμό Πηνειό (Ιλιάς Β 841).

β) Η Κρεμαστή Λάρισα ή Πελασγία στη Φθιώτιδα (Στράβων 435).

γ) Πόλη στην Αττική.

δ) Πόλη στην Κρήτη που αργότερα ονομάσθηκε Ιεράπυτνα (Ιεράπετρα) (Στράβων 440).

ε) Πόλη στα σύνορα Αχαΐας και Ήλιδας.

στ) Η ακρόπολη του Άργους με τη διαχρονική μέχρι σήμερα ονομασία της.

ζ) Πόλη στη Τρωάδα (Θουκυδ. Η 101, Όμηρος Ιλ. Β 840).

η) Η Φρικωνίδα Λάρισα στην Αιολίδα (Δ. Μικρασία), κοντά στην Κύμη, δίπλα στον ποταμό Έρμο. (Ηροδ. A 149, Ξενοφών Ελλην. 1,7, Όμηρος Ιλ. Β841).

θ) Πόλη κοντά στην Έφεσο, δίπλα στον ποταμό Κάυστρο [5] της Λυδίας.

ι) Πόλη στη Συρία, έδρα τοπικού άρχοντα.

ια) Πόλη στην Ασσυρία, δίπλα στον ποταμό Τίγρη. [6]

 

Το κάστρο του Άργους, W. Lindon 1856.

 

  1. Η προέλευση

 

«…το Ελληνικόν, εόν ασθενές, από σμικρού την αρχήν ορμώμενον αύξηται εις πλήθος των εθνέων, Πελασγών μάλιστα προσκεχωρησάντων και άλλων εθνέων βαρβάρων συχνών.»

 

(Ηρόδοτος A 57, 8)

Η ομολογία του Ηροδότου κρύβει μια διαπίστωση πέρα για πέρα αληθινή. Μια διεργασία που πραγματοποιήθηκε μέσα σε ικανό χρονικό διάστημα μέχρι την οριστικοποίησή της. «Το ελληνικό (έθνος), ολιγομελές στην αρχή, ξεκίνησε αργά – αργά να αυξάνεται σε αριθμό (ελληνικών) φύλων καθώς οι προσχωρήσεις των Πελασγών και άλλων αλλόγλωσσων ήταν συχνότατες…»

Το ίδιο παραδέχεται και ο Θουκυδίδης όταν γράφει: «…ούτοι γάρ δή Φοίνικες τάς πλείστας των νήσων ώκησαν…» (Θουκυδίδης Α. 8). Ακόμα γενικότερα ο Στράβων: «…και περί τής Πελοποννήσου αυτής φησιν βάρβαροι ώκησαν…, Δαναός εξ Αιγύπτου, …την δε Καδμείαν Φοίνικες…» (Στράβων 321).

Τέλος ο Παυσανίας γράφει: «…πάλαι γάρ τής νύν καλουμένης Ελλάδος βάρβαροι τά πολλά ώκησαν…» (Παυσ. A 41, 8).

Ο συγκερασμός πολλών εθνικών και αλλόγλωσσων στοιχείων είχε ως αποτέλεσμα και η ελληνική ινδοευρωπαϊκή γλώσσα να εμπλουτισθεί αναγκαστικά με αρκετά και διάφορα γλωσσικά μορφώματα, ώστε να μην αποτελεί την παλαιά και αρχική γλώσσα, αλλά νέα γλώσσα, που πρωτομπήκε και αναπτύχθηκε στα καινούργια ελληνικά εδάφη.

Αρκετά γλωσσικά ιδιώματα αποδεικνύουν την αρχαιότατη συγγένεια και καταγωγή πολλών ριζών και λέξεων της ελληνικής από τη σημιτική και μάλιστα τη φοινικική και λιβυκή διάλεκτο, λιγότερο δε την αιγυπτιακή.

Όλα αυτά ήταν συνέπειες της συνεχούς επικοινωνίας από τις εμπορικές και πολιτιστικές συναλλαγές που είχαν αναπτυχθεί από τα προϊστορικά χρόνια μεταξύ των κατοίκων του ελλαδικού χώρου και των σημιτικών λαών της βόρειας Αφρικής και των ανατολικών παραλίων της Μεσογείου. Τα ίδια αποδεικνύουν και μυθικές αργειακές παραδόσεις και τα σημιτικής προέλευσης βασιλικά ονόματα: Ίναχος, Φορωνέας, Άπις, Άργος, Έπαφος, Αίγυπτος, Δαναός κ.ά.

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας Άργους. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

 

Α. Τα απαραίτητα σημιτικό – φοινικικά γλωσσικά στοιχεία

 

Η πανάρχαια λέξη – ονομασία ΛΑΡΙΣΑ, της οποίας αναζητάμε την προέλευση, είναι πιθανώς σημιτικής καταγωγής και ειδικότερα της φοινικικής διαλέκτου που μιλιόταν στα ανατολικά παράλια της Μεσογείου κατά τη Μεσοελλαδική εποχή, δηλαδή στις αρχές της 2ης π.Χ. χιλιετίας.

Το ιδιαίτερο, μοναδικό και πραγματικά θαυμάσιο πλεονέκτημα της σημιτι­κής γλώσσας, που αναγνωρίζεται από όλους τους ανατολιστές, είναι ο μεγάλος και καταπληκτικός πλούτος των λέξεών της, που φθάνει – μπορούμε να πούμε – στο απεριόριστο. [7] Η ελληνική γλώσσα, η πλουσιότερη των ινδοευρωπαϊκών, συγκρινόμενη με τον πλούτο των λέξεων και ριζών της σημιτικής, μόλις που θα μπορούσε να φθάσει την αναλογία του 10% ή και ακόμα παρακάτω.

Όμως, ενώ η σημιτική πελαγοδρομεί και χάνεται στο σχεδόν άπειρο, η ελληνική, καθώς διατηρεί την καλλιτεχνική αξία της, περιοριζόμενη στο χώρο της, και καθώς ανακτά συνέχεια εσωτερικές δυνάμεις καθιστάμενη κύρια του εαυτού της, ορίζει και περιορίζει χωριστά την έννοια κάθε λέξης, με σκοπό τη σαφήνεια και την ακρίβεια, χωρίς να χάνεται στο άπειρο. Σ’ αυτό ακριβώς οφείλεται ο πλούτος και η ικανότητα της ελληνικής, ότι καθώς παραλαμβάνει έτοιμη την πρώτη γλωσσική ύλη, κατορθώνει να τη μεταπλάθει, να την μετασχηματίζει, να την ενδύει με τρόπους τόσο ποικίλους και με σύστημα πρωτότυπο και ευφυέστατο, ώστε με τη δημιουργία χωριστών και ευδιάκριτων λέξεων να αποφεύγεται κάθε αοριστία και αμφιβολία γύρω από την έκφραση και τη σημασία της [8].

Ο βασικός κανόνας σχηματισμού των λέξεων της σημιτικό – φοινικικής γλώσσας ήταν απλός. Πρώτα σχηματιζόταν ο σκελετός από δύο, τρία ή τέσσερα σύμφωνα και κατόπιν «ντυνόταν» η λέξη με απεριόριστους τρόπους επιλογής της σειράς των φωνηέντων. Έτσι προέκυπτε μια απειρία συνδυασμών και φυσικά λέξεων.

Στη λέξη ΛΑΡΙΣΑ λοιπόν το πρώτο αρχικό γράμμα Λ είναι το λείψανο που απόμεινε από το σημιτικό άρθρο αλ ή ελ, ηλ, υλ και ουλ. Όλες αυτές τις προφορές είχε το άρθρο που γραφόταν με ένα έλεφ [9] και ένα λάμεδ [10]. Λάρισα επομένως είναι η λ’Αρισα.

Επίσης στην ελληνική υπάρχει ένα μόνο σίγμα [11], ενώ στις σημιτικές γλώσσες περισσότερα.

Την ίδια λοιπόν λέξη μπορούμε να γράψουμε και λ’Αριch-α [12] και λ’Αρισ-α [13].

Με βάση αυτές τις γραφές στη σημιτική θα αναζητήσουμε, στην επόμενη ενότητα, τις πιθανές ερμηνείες της λέξης.

 

Άργος, άποψη της Ακρόπολης της Λάρισας, πιθανόν τη δεκαετία του 1950.

 

 

-Β. Οι πιθανές σημασίες

 

  1. 1. Κατά την πρώτη γραφή λ’Αριch σήμαινε κατοικία με στέγη, ανάκτορο, θρόνος βασιλικός και θρόνος του θεού, μέγα αξίωμα. Από παλαιοτάτους χρόνους η κατεξοχήν ιερή πόλη των Αράβων ειδωλολατρών και μετέπειτα των Μουσουλμάνων, η Μέκκα, έφερε και φέρει ακόμα σήμερα τον ποιητικό τίτλο της: λ’Αριch-α, δηλαδή της παλαιάς πρωτεύουσας ή του θρόνου του θεού, ένεκα της ύπαρξης αρχαίων ναών, ανακτόρων και μεγάρων. [14]

Στην περίπτωση αυτή της ερμηνείας εμπίπτουν οι ονομασίες των πόλεων 2δ και2ι.

  1. Κατά τη δεύτερη γραφή λ’Αρισ-α σήμαινε αυλή, πλατεία περιτειχισμένη, μέρος περίφραχτο, οχυρωμένο, φρούριο, ακρόπολη, προμαχώνας. Οι σημασίες αυτές είναι φανερό ότι ταιριάζουν απόλυτα στην ακρόπολη του υστεροελλα­δικού Άργους (2στ). Στην περίπτωση αυτή ανήκουν επίσης οι ονομασίες των πόλεων, 2β, 2γ, 2ε.
  1. Υπάρχει βέβαια μια τρίτη λέξη λ’ Αρσάμ που και αυτή περιλήφθηκε στην ελληνική ως Λάρισα. Λαρσάμ σήμαινε ιδιαίτερα τα ανάκτορα, την ακρόπολη που κείται πάνω σε ύψωμα ή λοφίσκο από χώμα, τεχνητό ή φυσικό, που βρίσκεται μέσα σε πεδιάδα και δεσπόζει στο χώρο, που είναι ορατή στον ορίζοντα από μεγάλη απόσταση και από πολλές διευθύνσεις.

Η λέξη απευθυνόταν και εφαρμοζόταν ειδικότερα σε χώρες πεδινές που τις διέσχιζαν μεγάλοι σε πλάτος ποταμοί, οι λεγόμενες ποταμόχωστες. Απόδειξη είναι ότι τα ονόματα Λαρσάμ και αΛ-αρσhάμ της Μεσοποταμίας οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς (Ξενοφών κ.ά.) μετέγραφαν σε Λάρισες, με αποβολή του τελικού γράμματος μι, πράγμα συνηθισμένο στην αρχαία και νεότερη ελληνική γλώσσα.

Ο Στράβων ειδικότερα γράφοντας για τη Θεσσαλική, Αιολική και Εφεσία Λάρισα ομολογεί ότι: «ποταμόχωστον την χώραν έσχον» (σημ. 5). Από τα γραφό­μενα αυτά είναι εύκολο το συμπέρασμα ότι σε αυτή την περίπτωση περιλαμβά­νονται οι ονομασίες των ποταμόχωστων πόλεων 2α, 2ζ, 2η, 2θ, 2ια αλλά και η αργειακή ακρόπολη (2στ).

Ο ιωνικός τύπος της λέξης συναντιέται ως Λήρισα (Ηρόδ. ΙΧ,Ι και 58)

  1. Παρεμπιπτόντως αναφέρουμε και μια σπάνια αλλά ενδιαφέρουσα άποψη ερμηνείας του ονόματος από το λεξικογράφο και γραμματικό του 5ου μ.Χ. αι. Ησύχιο. Αυτός παραπέμπει την προέλευση στην πελασγική ρίζα «λάστα», που σήμαινε την πέτρινη ακρόπολη, έγραφε μάλιστα τη λέξη ως Λάρεισα. Είναι όμως φανερό ότι και η ρίζα αυτή είναι κάποια παραφθορά από τις προηγούμενες σημιτικές γραφές.

 

Το κάστρο του Άργους, η Λάρισα η Αργεώτις κατά τους αρχαίους, βρίσκεται στα δυτικά της πόλης, σε λόφο με υψόμετρο περίπου 290μ. Από τους αρχαίους χρόνους σώζονται τμήματα από τα κυκλώπεια τείχη, θεμέλια αρχαίων ναών και δεξαμενών νερού. Στην πλαγιά του, η ιστορική εκκλησία Παναγία η Κατακεκρυμμένη. Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

  1. Λάρισα η Αργεώτις

 Ποια είναι, άραγε, η πιθανότερη προέλευση της ονομασίας ΛΑΡΙΣΑ που δόθηκε στην ακρόπολη του προϊστορικού Άργους; Πότε και από ποιους την πήρε;

Ο λόφος και φρούριο είχε και προμαχώνες διέθετε με ισχυρότατη οχύρωση στα προωθημένα τμήματά του, κυρίως στις γωνίες, και μέσα σε ποταμόχωστη πεδιάδα ήταν η θέση του και εμφανέστατη θέα είχε στον ορίζοντα από μεγάλη απόσταση, αλλά κυρίως ήταν ορατός από όλα τα σημεία του κοντινού κόλπου της θάλασσας.

Σίγουρα, η καθαρότατη εικόνα και το εντυπωσιακό, περίεργο, κωνοει­δές σχήμα του ήταν εκείνα τα στοιχεία που προκαλούσαν το θαυμασμό στους ανατολίτες ναυτικούς – κυρίως Φοίνικες – καθώς έμπαιναν και διέσχιζαν με τα μαύρα καράβια τους [15] τον (Αργολικό) Κόλπο, αντικρίζοντας το λόφο στο βάθος του ορίζοντα να εξέχει καμαρωτός. Στην παραλία έβγαζαν και πουλούσαν τα εμπορεύματα, [16] παραμένοντας για πέντε ή έξι μέρες. Όταν ξεπουλούσαν όλη την πραμάτεια τους, άνοιγαν πανιά και παρευθύς έβαζαν πλώρη για τη μακρινή πατρίδα τους, τα σημερινά συροπαλαιστινιακά παράλια. Μαζί τους έπαιρναν «κογχύλην» και «πορφύραν», τις πρώτες ύλες για τη βαφή των πανάκριβων ενδυμάτων των Φοινίκων και Ασσυρίων μεγιστάνων. Πού και πού ξελόγιαζαν και κάποια Αργειτοπούλα πριγκίπισσα, όπως αναφέρει η πλούσια αργειακή μυθική παράδοση. [17]

Λοιπόν, αυτοί οι Σημιτοφοίνικες έδωσαν το όνομα στο λόφο, από λέξη της γλώσσας τους, κυρίως γιατί ήθελαν συγχρόνως να επισημαίνεται και το γεωγραφικό ναυτικό στίγμα εντοπισμού της προϊστορικής πόλης του Άργους από τους νεοφερμένους ναυτικούς και επισκέπτες εμπόρους. Η θέα του κωνικού λόφου αποτελούσε διακριτό και σίγουρο σήμα τερματισμού του ταξιδιού για τα καράβια που πρωτόμπαιναν στον ήσυχο αργειακό κόλπο.

Αυτό θα έγινε στις αρχές της 2ης π.Χ. χιλιετίας (1900-1800 π.Χ.), όταν οι εμπορικές διασυνδέσεις του ανεπτυγμένου μεσοελλαδικού Άργους και των πόλεων του παραλιακού Λεβάντ(ε) (Ανατολής) είχαν αρχίσει να φουντώνουν.

Η λέξη που τελικά διάλεξαν οι Ανατολίτες ως ονομασία του (αργείτικου) λόφου ήταν η περίπτωση 3Β(3), γιατί το Λαρσάμ ήταν απόλυτα ταιριαστό με τις φυσικογεωλογικές ιδιοτυπίες και οπτικές απαιτήσεις που συνυπήρχαν στη σύνθετη σημασία της λέξης με τα πολλά παραπλήσια ομόηχα, αλλά διαφορετικής ερμηνείας μορφώματα.

Οι ντόπιοι δέχτηκαν τον όρο και σιγά σιγά τον ενσωμάτωσαν στο λεξιλόγιό τους ως ΛΑΡΙΣΑ. Η γλωσσική χοάνη της πλουσιότατης και παραστατικότατης πελασγικής τον απορρόφησε και τον έκανε σύμβολό της. Οι Πελασγοί «οικειοποιήθηκαν» τη λέξη και ποιητικότατη όπως ήταν «φώλιασε» στο μυθόκοσμό τους. Από τότε Λάρισα ονομαζόταν η μυθική θυγατέρα του γεννήτορά τους Πελασγού, γι’ αυτό και η ονομασία έγινε προσφιλής στους «απογόνους» του σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο. Έτσι, η λέξη άρχισε να παριστάνει ένδειξη και τεκμήριο εντοπιότητας και εθνικής πελασγικής παρουσίας για κάθε τόπο, όπου αυτή απαντιόταν.

 

Λάρισα – Κάστρο Άργους. Αεροφωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

Όταν αργότερα οι Πελασγοί στεφάνωσαν την κορυφή του λόφου τους, κτίζοντας την πρώτη ακρόπολη [18], τότε ο όρος Λάρισα άρχισε να διαιωνίζεται. Οριστικά διαμορφωμένος συνέχισε τη σταθερή παρουσία του και στη δωρική διάλεκτο της ελληνικής γλώσσας, που επικράτησε και μιλιόταν στην αργειακή πεδιάδα μετά το 1100 π.Χ. Εντελώς αμετάβλητος άρχισε να γράφεται – μετά το 600 π.Χ. – με το μερικώς ιδιότυπο τοπικό αργειακό λεξιλόγιο, παίρνοντας την ιδιαίτερη επωνυμία «Λάρισα η Αργεώτις», [19] ώστε να διακρίνεται και να ξεχωρίζει από τις άλλες ομώνυμες αλλά διαφορετικές γεωγραφικά πόλεις και θέσεις οχυρών λόφων, όπως της Θεσσαλίας στον ελληνικό λόφο [20] ή της Τρωάδας στη Μικρασία, που θεωρούνταν ισάξιες στη φήμη με την αργειακή Λάρισα.

Σπάνια αλλά ομορφοπλασμένα περιγραφικά επίθετα έχουν διαχρονικά δοθεί και αφιερωθεί στο λόφο του Άργους από αρχαίους συγγραφείς που, σίγουρα, επισκέφθηκαν τον τόπο του και μαγεύτηκαν από το φυσικό περιβάλλον, από το μεγαλείο της θέας και την περίεργη γεωλογικά κωνική μορφή του υψώματος. Το στενό πέρασμα – διάβαση, που χώριζε τους ανισοϋψείς λόφους της Λάρισας και της Δειράδας, ήταν κατάφυτο από πυκνές μυρσίνες και ανθισμένες δάφνες [21]. Η βλάστηση γέμιζε όλους τους χώρους μεταξύ της προϊστορικής νεκρόπολης και των γύρω ιερών, ναών και μαντείων, των αφιερωμένων στον Απόλλωνα Δειραδιώτη, την Οξυδερκή Αθηνά και την Ακραία Ήρα. Ψηλά, στην κορυφή της Λάρισας, δέσποζε ο ασκέπαστος, τεράστιος ναός του Λαρισαίου Δία [22].

Πρώτος ο Αισχύλος, που επισκέφθηκε πολλές φορές το Άργος, αφιέρωσε στο ύψωμα την ονομασία «ικεταδόκος σκοπή» (Ικέτιδες 713), που σήμαινε «ο ψηλός τόπος που δέχεται ικέτες». Προφανώς ο τραγικός ποιητής, επηρεασμένος από τη μυθική υπόθεση του έργου του, εννοούσε όλους εκείνους που ανέβαιναν στην κορυφή του λόφου, για να ζητήσουν στο ιερό του Δία τη συνδρομή του θεού με δεήσεις και ικεσίες.

 

Λάρισα – Κάστρο Άργους. Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης

 

Στα ρωμαϊκά χρόνια ο Λατίνος γραμματικός και λεξικογράφος Στάτιος (1ος μ.Χ. αι.), φίλος του Άργους και φιλοξενούμενος από Αργείους πλούσιους εμπόρους, σε χωριστά κείμενά του στόλισε με δύο πρωτότυπες εκφράσεις το λόφο, χαρακτηριστικές της εντυπωσιακής θέας και φήμης του. Η πρώτη ονομασία ήταν: «Palladea Αrx», που σήμαινε «Αψίδα της Παλλάδας». Καθισμένος στα σκαλοπάτια του ναού της Αθηνάς (Παλλάδας) Οξυδερκούς και μαγεμένος από το πανέμορφο θέαμα του αντικρινού λόφου, τον φαντάστηκε σαν μια πανύψηλη τιμητική αψίδα, και τα πολυγωνικά τείχη της ακρόπολης πάνω του σαν πέτρινο στέμμα.

Η δεύτερη ονομασία ήταν: «Larissaeus Apex», που σήμαινε «Λαρισσαία Κορυφή». Η χαρακτηριστικότατη αυτή έκφραση μας δίνει την πολύτιμη πληροφορία ότι και στους χρόνους της μέσης ρωμαϊκής περιόδου η ονομασία Λάρισα ήταν ακόμα σε χρήση (έστω και με δύο σίγμα).

 

Υποσημειώσεις


[1] Τα τρία αδέλφια ήταν γενάρχες, άρχοντες και ονοματοθέτες των ιδιαίτερων περιοχών που βασίλεψαν. Ο Αχαιός της ΒΔ Πελοποννήσου (Αχαΐα), ο Φθίας της ανατολικής Στερεός Ελλάδας (Φθιώτιδα) και ο Πελασγός της Αργολίδας ή λίγο αργότερα της Θεσσαλίας (Πελασγικό Άργος), όπου έφυγε μετανάστης. Όλοι ξεκίνησαν από το Άργος (Διον. Αλικαρν. 1,17).

[2] Το ινδοευρωπαϊκό φύλο των Πελασγών πρωτομπήκε στον ελλαδικό χώρο στις αρχές της 3ης π.Χ. χιλιετίας, με τελευταίο σταθμό και αρχή διασποράς του τον κάμπο της σημερινής Θεσσαλίας. Ήταν λαός συγγενής των πρωτοελληνικών φύλων, δε μιλούσε όμως την ελληνική. Στην αργειακή πεδιάδα εμφανίστηκαν γύρω στο 2800 π.Χ.

[3] Ύστερη Πρωτοελλαδική 2400 -2000 π.Χ.

[4] Μεσοελλαδική 2000 -1600 π.Χ.

[5] Ο Στράβων μας πληροφορεί «ίδιον δέ τι τοις Λαρισαίοις συνέβη τοις τε Καϋστριανοίς και τοις Φρικωνεύσι και τρίτοις τοις εν Θεσσαλία, άπαντες γάρ ποταμόχωστον την χώραν έσχον, οι μεν υπό του Καΰστρου, οι δ’ υπό του Έρμου, οι δ’ υπό του Πηνειού» (Στράβων 621).

[6] Στράβων 440. Περιγραφή της πάλης και του ποταμού κάνει ο Ξενοφών (Κύρου Ανάβασις 4,7).

[7] Όπως αναφέρεται, Άραβας λεξικογράφος είχε την επιμονή και υπομονή να υπολογίσει σε δώδεκα περίπου εκατομμύρια λέξεις την Αραβική και τα αραβικά λεξικά αποτελούν έναν ατέρμονα ωκεανό λέξεων. Μόνο για τη λέξη κάμηλος έχουν αριθμήσει 5.744 λέξεις.

[8] Η ελληνική, παρατηρεί πολύ ορθά ο ιστορικός Ερνέστος Κούρτιος, μοιάζει με το σώμα εξασκημένου παλαιστή, στο οποίο κάθε μυς είναι τόσο αναπτυγμένος, ώστε να λειτουργεί τέλεια. Δεν υπάρχουν πουθενά νωθρές σάρκες, αλλά τα πάντα δείχνουν ρώμη και ζωή (Κούρτιος Ερνέστος, «Ελληνική Ιστορία», Αθήναι, 1898).

[9] Από το σημιτικό άλεφ προέρχεται το δικό μας άλφα, το οποίο κατάντησε στην ελληνική φωνήεν με ένα σταθερό ήχο, ενώ στις σημιτικές θεωρείται σύμφωνο.

[10] Από το σημιτικό λάμεδ προέρχεται το δικό μας λάμδα ή λάμβδα ή λάβδα (με υπέρθεση γραμμάτων).

[11] Το σάμεh των Φοινίκων, το οποίο μετονομάσθηκε σε σίγμα στην ελληνική.

[12] Με το παχύ σίγμα (το chin της σημιτικής), το οποίο δεν υπάρχει στην ελληνική.

[13] Με το ανοιχτό σίγμα (το σσαδ της σημιτικής) το οποίο δεν υπάρχει στην ελληνική.

[14] Υπάρχει και σήμερα στην Αίγυπτο πόλη με το όνομα Αλ-αρich, η οποία θεωρείται ιερή. Στους παλαιοτέρους χρόνους θα έπρεπε να ονομαζόταν επίσης Λάρισα.

[15] «μυρί άγοντες αθύρματα νηί μελαίνη…» (Οδυσ. Ο 416) δηλαδή: «…κουβαλώντας πολλών ειδών προϊόντα με κατάμαυρο καράβι…».

[16]  «…τη τε άλλη χώρη εσαπικνέεσθαι και δη και ες Άργος, το δε Άργος τούτον τον χρόνον προείχε άπασι των εν τη νυν Ελλάδι καλεομένη χώρη, απικομένους δε τούς Φοίνικας ες δη το Άργος τούτο διατίθεσθαι τον φόρτον». (Ηρόδοτος Α.1)

«… έφταναν και σ’ άλλα μέρη, κυρίως όμως στο Άργος. Λοιπόν, το Άργος εκείνη την εποχή είχε τα πρωτεία στο καθετί ανάμεσα στις πόλεις της χώρας που σήμερα ονομάζεται Ελλάδα. Και, πως φτάνοντας τέλος πάντων σ’ αυτό το Άργος οι Φοίνικες έβγαζαν και πουλούσαν τα εμπορεύματά τους».

[17]  «… ελθείν επί την θάλασσαν γυναίκας άλλας τε πολλάς και δη του βασιλέος θυγατέρα… Ιούν την Ινάχου…και τούς Φοίνικας διακελευσαμένους ορμήσαι επ’ αυτάς…την δε Ιούν συν άλλησι αρπασθήναι…αποπλέοντας επ’ Αιγύπτου…» (Ηρόδοτος Α,1)

«… κατηφόρισαν στη θάλασσα και άλλες πολλές γυναίκες και ανάμεσά τους κι η θυγατέρα του βασιλιά… η Ιώ του Ινάχου… κι οι Φοίνικες ξεσηκώνοντας ο ένας τον άλλον όρμησαν απάνω τους…την Ιώ μαζί με άλλες τις άρπαξαν…και παρευθύς έβαλαν πλώρη για την Αίγυπτο».

[18] Αυτό έγινε γύρω στο 1550 π.Χ., όπως βεβαιώνουν οι σχετικοί με την προϊστορία του Άργους αρχαιολόγοι. Τμήματα της προϊστορικής οχύρωσης διακρίνονται στις βάσεις του ΒΔ τμήματος της ακρόπολης σε ύψος 4 μέτρων και μήκος περισσότερο από 25 μέτρα. Είναι κτισμένα με τη γνωστή κυκλώπεια τεχνοτροπία των τειχών προϊστορικών ακροπόλεων (φωτ. 2).

[19] Ο όρος για πρώτη φορά συναντιέται στο έργο του Στέφανου Βυζάντιου: «Εθνικά», ένα είδος γεωγραφικού λεξικού και στην επιτομή «Σχόλια στον Απολλώνιο το Ρόδιο» Α,40.

[20] Λάρισα η Πελασγιώτις.

[21] Πίνδαρος, I 8,147

[22] Παυσανίας, Αρκαδικά 24,1

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία Ελληνική


 

  • Αρχαία Ελληνική Γραμματεία. Εκδ. ΠΑΠΥΡΟΣ, ΑΘΗΝΑ 1985 (Όμηρος, Αισχύλος, Πίνδαρος, Ηρόδοτος, Θουκυδίδης, Ξενοφών, Διονύσιος Αλικαρνασσεύς, Στράβων, Παυσανίας, Στέφανος Βυζάντιος, Ησύχιος).
  • ΓΑΡΔΙΚΑΣ Γ., Επίτομος Ελληνική Γραμματολογία, Αθήναι 1935.
  • ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ Π., Λεξικό Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας. Αθήναι 1971.
  • Εκδοτική Αθηνών, Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους. Τομ. A Προϊστορία – Πρωτοϊστορία.
  • ΕΑΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ Ν.Π., Η Πελασγική Ελλάς, Αθήναι 1931.
  • ΖΕΓΚΙΝΗΣ I., Το Άργος δια μέσου των αιώνων, ΠΥΡΓΟΣ 1968.
  • ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ Π., Προϊστορική Αρχαιολογία, Αθήναι 1908.
  • ΚΑΚΡΙΔΗΣ I., Ελληνική Μυθολογία, Τόμ. II, III, Αθήνα 1968.
  • ΘΩΜΟΠΟΥΛΟΣ ΙΑΚ., Πελασγικά, Αθήναι 1912.
  • ΚΛΕΙΩΣΗΣ ΑΓΓ., Αργείων βασιλέων Μέλαθρον, Πρέβεζα 1966.
  • ΚΟΡΔΑΤΟΣ I., Ιστορία της αρχαίας Ελλάδος, Αθήναι 1955.
  • ΚΟΥΡΤΙΟΣ ΕΡΝΕΣΤΟΣ, Ελληνική Ιστορία, Αθήναι 1898.
  • ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ Γ„ Λεξικό Ν. Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 1997.
  • ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ Κ., Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους, Τόμος Α’ Αθήναι 1935.
  • ΠΑΠΑΧΑΤΖΗΣ Ν., Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις, (μετάφρ. – Σχόλια). Αθήνα 1991.
  • ΣΕΡΓΚΕΦ Σ.Β., Ιστορία της αρχαίας Ελλάδος, Αθήναι 1955.
  • ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ Η., Ηροδότου Ιστορίες, Σχολ. Βοήθημα. Αθήνα 2001.
  • ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ Κ.Θ., Η Προϊστορία της Πελοποννήσου, Αθήναι 1964.
  • Υπουργείο Πολιτισμού., Η Ελληνική μια πάντοτε σύγχρονη γλώσσα, Αθήνα 1999.
  • LIDDEL Η. – SCOTT R., Μέγα λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, (Μετάφραση) Αθήναι 1970.

 

Ξενόγλωσση

 

  • BUCK D.C., The Greek Dialects, Chicago 1955.
  • CHADWICK J., The Greek Dialects and Greek Prehistory, Oxford 1956.
  • CLERMONT A. – CANNEAUL B., Les Pheniciens dans le Peloponese, Paris 1877.
  • GEORGIEV P., Greek Indoeuropeans Toponyms with Greek Prigin, London 1972.
  • HARDEN D., The Phoenicians London 1971.
  • HUTTENBACH F. Die Pelasger. Wien 1960.
  • KELLY TH., A History of Argos to 500 b.C., University of Minneapolis 1976.
  • MOSCATI S., V Epopee des Pheniciens, Paris 1971.
  • REMAN E., Histore Generale des Longues Semitiques, Paris 1978.
  • SAKELLARIOU M., Dialectes et Ethne Grecs a l’ Age du Bronze, Athenes 1973.
  • SAKELLARIOU M., Pelasqes et Autres Peuples Indoeuropeens en Grece a l’ Age du Bronze,
  • Athenes 1975.
  • VAN WINDEKENS A.J., Le Pelasgique, Louvain 1962.
  • PIETAT M. – TOUCHAIS G., Argos, une Ville Grecque de 6000 Ans, Paris 1989.

 

Δανάη Ακρισίου

Αργειακή Γη, Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, τεύχος 2, Δεκέμβριος, 2004.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Κέντρο Ελληνικών Σπουδών  –  «Ηγεσία, Επιστήμη και Κοινωνική Ευημερία»


 

«Events Series 2018»

«Ηγεσία και Ανθρωπιστικές Αξίες»

 Υπό την Αιγίδα της Α.Ε. του Προέδρου της Δημοκρατίας κυρίου Προκοπίου Παυλοπούλου.

 

Harvard

Την Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2018 και ώρα 7.00 μ.μ., στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη η κ. Δέσποινα Σανούδου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Θέμα της διάλεξης, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο της σειράς διαλέξεων και εκδηλώσεων «Events Series 2018» θα είναι: «Ηγεσία, Επιστήμη και Κοινωνική Ευημερία».

Η εκδήλωση πραγματοποιείται σε συνεργασία με τον Σύλλογο Αποφοίτων του Πανεπιστημίου Harvard στην Ελλάδα.

 

Σύνοψη της διάλεξης

 

«Επιστήμη» είναι η βαθιά, οργανωμένη και τεκμηριωμένη γνώση ενός αντικειμένου έρευνας. Η ουσιαστική και συνεχής ενασχόληση με μια επιστήμη διευρύνει τη γνώση και ταυτόχρονα καλλιεργεί έναν συνδυασμό ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που προσδίδουν τελικά στους επιστήμονες ένα ξεχωριστό ρόλο στην κοινωνία. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτά και πώς μπορούν να συμβάλλουν στην Κοινωνική Ευημερία; Ποια η σχέση Ηγεσίας και Επιστήμης; Τι αντίκτυπο έχει η μορφή αυτής της σχέσης στην Κοινωνία; Η ομιλία της Δέσποινας Σανούδου αναζητά απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά, τις εναλλακτικές και τις προοπτικές τους.

 

Βιογραφικό σημείωμα της Δέσποινας Σανούδου

 

Δέσποινα Σανούδου

Η Δέσποινα Σανούδου σπούδασε στην Αγγλία, έκανε διδακτορικό στο Πανεπιστήμιο του Cambridge, και εργάστηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Harvard της Βοστώνης όπου και έγινε Λέκτορας το 2003. Παράλληλα πήρε ειδικότητα Κλινικής Μοριακής Διαγνωστικής από το American Board of Medical Genetics και εργάστηκε στα γενετικά διαγνωστικά κέντρα του Brigham and Women’s Hospital, του Massachusetts General Hospital και του Children’s Hospital.

Το 2004 επέστρεψε στην Ελλάδα ως Ερευνήτρια του Ιδρύματος Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών. Σήμερα είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου επικεντρώνεται στο χαρακτηρισμό των μοριακών μηχανισμών παθογένεσης με έμφαση στην εμφάνιση κι εξέλιξη παθήσεων της καρδιάς, και την ανάπτυξη αποτελεσματικότερων, εξατομικευμένων φαρμάκων. Τα αποτελέσματα της ομάδας της έχουν ανακοινωθεί σε περισσότερες από 90 δημοσιεύσεις σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά και βιβλία, σε 170 ομιλίες και 200 γραπτές ανακοινώσεις σε επιστημονικά συνέδρια παγκοσμίως. Είναι αξιολογήτρια ερευνητικών προγραμμάτων για την Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλους διεθνείς οργανισμούς, σύμβουλος σε επιστημονικές επιτροπές και διδάσκουσα σε 9 μεταπτυχιακά προγράμματα σε Πανεπιστήμια της Ελλάδος.

Έχει τιμηθεί με σειρά βραβείων, μεταξύ των οποίων το Ελληνικό Βραβείο για τις νέες γυναίκες ερευνήτριες L’Oreal-UNESCO, το Βραβείο της Ευρωπαϊκής Ένωση Γενετικής ως Εθνικός αντιπρόσωπος των Νέων Επιστημόνων της Ελλάδας, και βραβεία από επιστημονικές εταιρείες όπως την Αμερικανικής Εταιρείας Γενετικής του Ανθρώπου, της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας, της Ελληνικής Εταιρείας Φαρμακολογίας, και άλλες.

 

Read Full Post »

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: «Από την νίκη της Ορθοδοξίας στην  βίωση της αθεΐας».


 

O Σύλλογος Αργείων «O Δαναός» έχει την τιμή και την ευχαρίστηση να σας αναγγείλει, ότι  την Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018 – Κυριακή της Ορθοδοξίας και ώρα 6.30 μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου, Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος,  θα μιλήσει, ο Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Σελλής με θέμα: «Από την νίκη της Ορθοδοξίας στην  βίωση της αθεΐας».

Θα ακολουθήσει συζήτηση.

 

π. Γεώργιος Σελλής

π. Γεώργιος Σελλής

Γεννήθηκε από τον Κωνσταντίνο και την Σοφία στον Αχλαδόκαμπο Αργολίδος την 17η Ιουνίου του 1961. Στον τόπο γεννήσεως του έμαθε τα εγκύκλια γράμματα και με την βοήθεια της Παναγίας της Τήνου τελείωσε την Επτατάξιο  Εκκλησιαστική Σχολή της Τήνου. Παντρεύτηκε την Καλλιόπη Σελίμου με την οποία απέκτησαν δύο θυγατέρες την Σοφία και την Κωνσταντίνα.

Είναι πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου των Αθηνών. Έδωσε κατατακτήριες στο Τμήμα Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και είναι κάτοχος Master του Τμήματος Ηθικής Φιλοσοφίας του ιδίου Πανεπιστημίου.

Διορίσθηκε Εφημέριος της ενορίας Νέου Ηραίoυ (Χώνικα) όπου και ο Βυζαντινός Ιερός Ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του 11ου  αιώνα, και μετά  13 χρόνια τοποθετήθηκε υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αργολίδος Ιακώβου εις τον Ιερόν Ναό του Αγίου Πέτρου Άργους πρώτα ως Εφημέριος και κατόπιν ως Προϊστάμενος αυτού όπου και ανέπτυξε σημαντική εκκλησιαστική και κοινωνική δραστηριότητα.

Ασχολήθηκε από τις πρώτες μέρες της χειροτονίας του μέχρι και σήμερα με τον ιδιότυπο εκκλησιαστικό συνδικαλισμό. Καθ` όλο αυτό το διάστημα εκλέγεται στα Δ.Σ. του τοπικού ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ  αλλά και του ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΙΕΡΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ως μέλος αλλά και ως Πρόεδρος αυτών.

Διορίστηκε επί 10 και πλέον έτη υπό των αρμοδίων Υπουργών στα Δ.Σ. του Ταμείου Πρόνοιας Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου (πρώην Τ.Α.Κ.Ε)  τα 4 εκ των οποίων υπό την Προεδρία του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστοδούλου. Μέχρι τον Δεκέμβριο του 2015 ήταν διορισμένος στο Δ.Σ. του Ταμείου Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων (Τ.Π.Δ.Υ) το οποίο χορηγούσε τα εφάπαξ του Ελληνικού Δημοσίου.

Είναι Πρόεδρος και μέλος σε αρκετά Κληροδοτήματα της πόλεως του Άργους καθώς και Πρόεδρος του ΦΙΛΟΠΤΩΧΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ  της Ενορίας του Αγίου Πέτρου, στο οποίο μαζί με τους συνεργάτες του έχει αναπτύξει αξιόλογη δράση.  Υπήρξε επίσης μέλος στο πρώτο Δ.Σ. της Πρόνοιας του Δήμου Άργους.

Ο πατήρ Γεώργιος έχει γράψει αρκετά μικρά δοκίμια, έχει προλογίσει το βιβλίο του Γ. Αντωνίου «Η Αργολίδα που φεύγει» και έχει εκδώσει το βιβλίο «ΑΓΙΟΣ ΠΕΤΡΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΡΓΟΥΣ ΣΗΜΕΙΟΦΟΡΟΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ» και για την έκδοση του οποίου τιμήθηκε  από την ΟΠΑΝΑΑΡ  το 2009.

Ευτύχησε επί των ημερών του ως Προϊστάμενος  του Ιερού Ναού, μετά από τις άοκνες προσπάθειες του Μητροπολίτου Αργολίδος  κ. Ιακώβου να ζήσει την επιστροφή  των Ιερών Λειψάνων του Αγίου Πέτρου εις τον Ναόν του.

Read Full Post »

Ο Σλαβομακεδονικός Εθνικισμός – Σπυρίδωνας Σφέτας*


 

Ο σλαβομακεδονικός εθνικισμός αποτελεί μια ιδιοτυπία στα Βαλκάνια. Η ιδιοτυπία συνίσταται στο γεγονός ότι δεν πρόκειται για μια ιστορική κατηγορία, όπως ισχύει για τους άλλους βαλκανικούς εθνικισμούς, αλλά για μια πολιτική κατά βάση κατηγορία που μετά το 1944 εξελίχθηκε σε εθνική κατηγορία. Έτσι, το 19 αιώνα, όταν αναδύθηκαν οι βαλκανικοί εθνικισμοί, δεν υπήρχαν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για μια σλαβομακεδονική εθνογένεση.

Η αντίδραση στην οικονομική και πολιτιστική επιρροή του Ελληνισμού στον ευρύτερο μακεδονικό χώρο, που καθόριζε και τη «συνείδηση» των σλαβόφωνων και δίγλωσσων με την έννοια ότι στήριζαν τις ελπίδες για απελευθέρωση τους από τον τουρκικό ζυγό κυρίως στην Ελλάδα, εκδηλώθηκε με την εθνική αφύπνιση των Βουλγάρων και την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας (1870). Εκμεταλλευόμενη το γλωσσικό παράγοντα, υιοθετώντας τη γερμανική αντίληψη περί έθνους και επικαλούμενη τη μεσαιωνική βουλγαρική ιστορία, η βουλγαρική πλευρά μπορούσε μέσω κυρίως της εκπαίδευσης να αποσπάσει σλα­βόφωνους από τον ελληνικό πολιτιστικό κύκλο και να τους εμφυσήσει βουλγαρική εθνική συνείδηση.

Ο σκοπός των Βουλγάρων ήταν να συρρικνώσουν την ελληνική πολιτιστική επιρροή, να υπονομεύσουν τις θέσεις του Ελληνισμού και να προσαρτήσουν τη Μακεδονία. Τα μέσα για την επίτευξη του σκοπού αυτού ήταν είτε η εκπαιδευτική και εκκλησιαστική πολιτική της Εξαρχίας είτε η ένοπλη εξέγερση που προπαγάνδιζαν οι βουλγαρο-μακεδονικές οργανώσεις, κυρίως η VMRO [Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση].  Έτσι, πολλοί σλαβόφωνοι, κυρίως στη βόρεια ζώνη του ευρύτερου μακεδονικού χώρου, αυ­τοχαρακτηρίζονταν Βούλγαροι.

Ότι ο όρος «Βούλγαρος» δεν σήμαινε εθνώνυμο, αλλά μια «πολιτικοκοινωνική ετικέτα» ως αντίρ­ροπη δύναμη στον όρο «Έλληνας», όπως ισχυρίζονται οι ιστορικοί των Σκοπίων, είναι ένας αυθαίρετος ισχυρισμός. Ακολουθώντας τη διάκριση του Άντονι Σμιθ (Anthony Smith) μεταξύ εθνοτικής κατηγορίας (πρόκειται για ανθρώπινους πληθυσμούς που θε­ωρούνται, τουλάχιστον από ένα μέρος των ε­ξωτερικών παρατηρητών, ως ξεχωριστές πο­λιτισμικές και ιστορικές ομάδες, χωρίς ανα­πτυγμένη αυτοσυνείδηση, παρά μονάχα με μια ασαφή αίσθηση ότι αποτελούν μια ξεχω­ριστή συλλογικότητα) και εθνοτικής κοινότη­τας θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι με την ίδρυση της Εξαρχίας στο μακεδονικό χώρο ο όρος Βούλγαρος από (υποτιμητική μέχρι τό­τε) εθνοτική κατηγορία άρχισε να εξελίσσε­ται σε εθνοτική κοινότητα.

Ως αντίδραση στον εκβουλγαρισμό των σλαβόφωνων η σερβική πλευρά πρόβαλε όχι μονάχα τη σερβική εθνική ιδέα, αλλά και την ιδέα τού γλωσσικού σλαβομακεδονισμού. Οι Σέρβοι στα τέλη του 19ου αιώνα προσπάθησαν (ανεπιτυχώς) να δημιουργήσουν από τα φτωχά σλαβομακεδονικά ιδιώματα μια λόγια σλαβομακεδονική γλώσσα, με τη διείσδυση σερβικών λέξεων και την υιοθέτηση του σερ­βικού αλφαβήτου. Σκοπός βέβαια των Σέρ­βων δεν ήταν η διαμόρφωση μια σλαβομακε-δονικής ταυτότητας, αλλά ο εκσερβισμός των σλαβόφωνων μέσω της δημιουργίας μιας νέας γλώσσας, βασισμένης στις διαλέκτους και στη λόγια σερβική γλώσσα.

Κρίστε Μισίρκοφ (1874-1926). Ο σημαντικότερος διανοούμενος του «εθνικού σεπαρατισμού».

Από τον ελληνοβουλγαροσερβικό ανταγω­νισμό στη Μακεδονία και τη διαιώνιση της τουρκικής κυριαρχίας προήλθε αρχικά και η ιδέα του σλαβομακεδονισμού. Μια μικρή ο­μάδα διανοουμένων [Ντέντοφ (Dedov), Μισάικοφ (Misaikov), Τσουπόβσκι (Cupovski), Μισίρκοφ (Misirkov)], που αρχικά είχε φοιτήσει σε βουλγαρικά σχολεία και αργότερα σε σερβικά, κατέβαλε προσπάθεια στα τέλη του 19ου αι. και τις αρχές του 20ού αιώνα να δημιουργήσει ένα σλαβομακεδονικό έθνος. Σπουδαιότερος υπήρξε ο Μισίρκοφ. Έχοντας βιώσει το σερβοβουλγαρικό ανταγωνισμό στη Μακεδονία, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι η Βουλγαρία δεν μπορούσε να απελευθερώσει τη Μακεδονία και ότι η ρωσική πολιτική δεν ευνοούσε την επαναστατική τακτική της VMRO, μετά την ανεπιτυχή εξέγερση του Ίλιντεν (1903), ο Μισίρκοφ διακήρυξε την ιδέα του σλαβομακεδονισμού ως μια εθνικο-πολιτική αντίληψη για την αυτονόμηση της Μακεδονίας. Είχε πλήρη συνείδηση του γεγονότος ότι η σλαβομακεδονική εθνότητα ήταν χωρίς ιστορικές ρίζες, ότι θα ήταν ένα τεχνητό δημιούργημα για πολιτικούς λόγους, αλλά «ό,τι δεν υπάρχει μπορεί να δημιουργηθεί, αν το απαιτούν οι ιστορικές περιστάσεις», έγραψε στο βιβλίο του «Περί των Μα­κεδόνικων Υποθέσεων» (1903). Οι απόψεις του Μισίρκοφ δεν βρήκαν απήχηση. Σε μια περίοδο όπου το ιστορικό παρελθόν αποτελούσε τη βάση για τη δημιουργία της εθνικής ταυτότητας, ο Μισίρκοφ χαρακτηρίστηκε ως αιρετικός. Οι σλαβόφωνοι αυτοπροσδιορίζονταν είτε ως Βούλγαροι είτε ως Έλληνες είτε ως Σέρβοι και δεν υπήρχε πολιτική δύναμη για την προώθηση της ιδέας του σλαβομακε­δονισμού.

 

Βοεβόδες στο Βιλαέτι του Όντριν (Αδριανούπολη) λίγο πριν την ανεπιτυχή εξέγερση του Ίλιντεν (1903). Βοεβόδας είναι τίτλος που έφεραν στρατιωτικοί και πολιτικοί διοικητές επαρχιών στις σλαβικές χώρες και την Ευρωπαϊκή Τουρκία.

 

Ανδρέας Τσίπας (1904-1956). Σλαβόφωνος κομμουνιστής, διετέλεσε Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ. Μετά τον εμφύλιο πόλεμο εγκαταστάθηκε στη Γιουγκοσλαβία μέχρι το τέλος της ζωής του.

Η πολιτική δύναμη που επέβαλε τη λύση του σλαβομακεδονισμού στο Μεσοπόλεμο ήταν η Κομμουνιστική Διεθνής. Για την αποσταθεροποίηση των βαλκανικών «αστικών» καθεστώτων γενικά και για άλλους ειδικότερους πολιτικούς λόγους – στους οποίους δεν μπορούμε να υπεισέλθουμε στο πλαίσιο ενός σύντομου άρθρου – η Κομμουνιστική Διεθνής το 1934 αποδέχθηκε την ύπαρξη «μακεδόνι­κου έθνους». Φορείς της νέας αυτής εθνικής ιδεολογίας υπήρξαν τα βαλκανικά κομμουνιστικά κόμματα και κύκλοι «προοδευτικών» διανοούμενων, προσκείμενων στην κομμουνιστική ιδεολογία, όπως οι Νίκολα Βαπτσάροφ (Nikola Vapcarov), Avτov Πόποφ (Anton Popov), Βένκο Μαρκόφσκι (Venko Markovski) στη Βουλγαρία, ο ποιητής Κότσο Ράτσιν (Koco Racin) στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία ή οι υπό τη σκέπη του ΚΚΕ ισχνοί πυρήνες της VMRO (Ενωμένης) στην Ελληνική Μακεδονία υπό τον Ανδρέα Τσίπα.

Νικόλα Βαπτσάροφ (1909-1942). Βούλγαρος ποιητής, έγραφε πατριωτικά ποιήματα στο πνεύμα των δημοτικών τραγουδιών. Συμμετείχε στο στρατιωτικό σκέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος στον αγώνα κατά των γερμανών στη Βουλγαρία, (εκτελέστηκε το 1942).

Ότι η εξέλιξη αυτή προς την κατεύθυνση του σλαβομακεδονισμού ήταν αναστρέψιμη στο βαθμό που η Βουλγαρία θα μπορούσε να διαδραματίσει έναν απελευθερωτικό ρόλο, είναι μια λογική υπόθεση, αλλά μεγαλύτερη σημασία έχει το γεγονός ότι, ανάλογα με τις εξελίξεις, ο σλαβομακεδονισμός παρέμεινε μια νέα εθνική επιλογή. Ενώ το Μακεδονικό Ζήτημα σε σχέση με την Ελληνική Μακεδονία είχε ουσιαστικά επιλυθεί μέσω της ανταλλαγής των πληθυσμών, στο σερβικό τμήμα της Μακεδονίας υπήρχε πράγματι πρόβλημα, καθώς η πολιτική του βίαιου εκσερβισμού του σλαβικού πληθυσμού δεν είχε επιφέρει τα ποθητά αποτελέσματα. Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού έτρεφε βουλγαρικά αισθήματα, ένα άλλο μέρος είχε ρευστή συνείδηση, ενώ υπήρχαν και φιλοσερβικοί πυρήνες. Έτσι, κυρίως το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας υπήρξε υπέρμαχος του «μακεδονικού έθνους», στο οποίο διείδε τη δυνατότητα καταπολέμησης βουλγαρικών διεκδικήσεων επί της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας.

Παρ’ όλο που αρχικά τον Απρίλιο του 1941 ο βουλγαρικός στρατός κατοχής έγινε δεκτός ως απελευθερωτικός στο σερβικό τμήμα της Μακεδονίας, ωστόσο η απογοήτευση από τη βουλγαρική διοίκηση, η αδυναμία της Βουλγαρίας να προσαρτήσει ολόκληρο το μακεδονικό χώρο και κυρίως η διαφαινόμενη ήττα της Γερμανίας το 1943-44 απέβησαν ευνοϊκοί παράγοντες για το Κομμουνιστικό Κόμμα Μακεδονίας, που ιδρύθηκε μόλις στις αρχές του 1943 ως συστατικό τμήμα του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας, και για το αντιστασιακό κίνημα του Τίτο. Ο σλαβομακεδονισμός ως επιλογή άρχισε να κερδίζει έδαφος σε βάρος της βουλγαρικής εθνικής ιδέας, εφ’ όσον η Βουλγαρία θα ήταν πάλι μια ηττημένη χώρα, ενώ στη νέα κομμουνιστική Γιουγκοσλαβία οι Σλαβομακεδόνες αναγνωρίζονταν ως ισότιμο έθνος.

 

Το αρχαιοελληνικό μακεδονικό βασίλειο (αριστερά) και η Ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας (δεξιά). Όρια κατά προσέγγιση. Πηγή: Βικιπαίδεια.

 

Μετά την ανακήρυξη της «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» (2.8.1944) και την απελευθέρωση των Σκοπίων (13.11.1944) άρχισε η διαδικασία της σλαβομακεδονικής εθνογένεσης. Κύριος σκοπός ήταν η διαφοροποίηση των Σλαβομακεδόνων από τους Βούλγαρους και η καταπολέμηση της βουλγαρικής επιρροής. Όσοι είχαν υπηρετήσει τις βουλγαρικές αρχές κατοχής καταδικάστηκαν σε θάνατο ή φυλακίστηκαν [Ντίμιταρ Γκιουζέλεφ (Dimitar Gjuzelev), Ντίμιταρ Τσκατρόφ (Dimitar Ckatrov), Σπίρο Κιτίντσεφ (Spiro Kitincev)], ενώ εξαρθρώθηκαν οι πα­ραφυάδες της βουλγαρικής οργάνωσης VMRO. Όσοι αποδέχτηκαν το σλαβομακεδονισμό ως εθνική επιλογή, αλλά στο παρελθόν υπήρξαν οπαδοί της VMRO ή της υπό την επιρροή του βουλγαρικού κομμουνιστι­κού κόμματος VMRO (Ενωμένης) και υποστήριζαν την «Ανεξάρτητη Μακεδονία» και όχι την ένταξη της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας στη γιουγκοσλαβική ομοσπονδία, εξορίστηκαν, φυλακίστηκαν ή υπέπεσαν σε δυσμένεια [Μεθόδιγια Αντόνοβ Τσέντο (Methodija Antonov Cento), Πάβελ Σατόφ (Pavel Satov), Πάνκο Μπρασνάροφ (Panko Brasnarov), Ντίμιταρ Βλαχόφ (Dimitar Vlachov), ακόμη και ο πρώην πρόεδρος Κίρο Γκλιγκόροφ (Kiro Gligorov)]. Όσοι διαφώνησαν με τη δημιουργία της λόγιας σλαβομακεδονικής γλώσσας που βασίστηκε στις κεντρικές διαλέκτους της περιοχής με ταυτόχρονο εξοβελισμό παραδοσιακών βουλγαρικών φθόγγων και προσανατολισμό στο σερβικό αλφάβητο και λεξιλόγιο καταδιώχθηκαν, όπως ο διευθυντής της «Nova Makedonija» Βασίλ Ιβανόφσκι (Vasil Ivanovski) και ο ποιητής Βένκο Μαρκόφσκι (Venko Markovski). Η δημιουργία κράτους, λόγιας κωδικοποιημένης γλώσσας, εκκλησίας και εθνικής ιστοριογραφίας υπήρξαν βασικοί παράγοντες της εθνογένεσης. Καταλυτικό βέβαια ρόλο διαδραμάτισε το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας.

Κίρο Γκλιγκόροφ (1917-2012), Σλαβομακεδόνας πολιτικός, διετέλεσε δύο φορές πρόεδρος της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Είχε δηλώσει ότι η ταυτότητα του λαού του είναι σλαβική και δεν συνδέεται με τον Μέγα Αλέξανδρο και τους αρχαίους Μακεδόνες.

Σε αντίθεση με τους Έλληνες, Σέρβους και Βούλγαρους, ο σλαβομακεδονικός εθνικισμός αρχικά δεν απέδωσε σημασία στο (ανύπαρκτο) ιστορικό παρελθόν, αλλά στο ένδοξο μέλλον, στην ενοποίηση ολόκληρου του μακεδονικού χώρου και στην ένταξη του στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία, πολιτική που άσκησε το Βελιγράδι την περίοδο 1944-1949. Το μόνο ιστορικό γεγονός που λειτουργούσε στη συνείδηση των παρτιζάνων το 1944 ήταν η εξέγερση του Ιλιντεν. Όταν μετά το 1948 η Βουλγαρία αμφισβήτησε τη νέα εθνότητα, οι ιστορικοί των Σκοπίων σφετερίστηκαν τη βουλγαρική εθνική αναγέννηση του 19ου αιώνα στο ευρύτερο μακεδονικό και το μεσαιωνικό βουλγαρικό παρελθόν. Όταν το 1991 η Ελλάδα αρνήθηκε να αναγνωρίσει την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας με τον όρο «Δημοκρατία της Μακεδονίας», άρχισε και ο σφετερισμός της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς.

Είναι φανερό ότι η σλαβομακεδονική ταυτότητα, από ιστορική άποψη, διέρχεται ακόμη το στάδιο της αναζήτησης. Αλλά η πολιτική επιτυχία του πειράματος της (σλαβο-) μακεδονοποίησης στην κομμουνιστική Γιουγκοσλαβία υπήρξε αναμφισβήτητη. Ο σλαβομακεδονισμός ως πολιτική επιλογή εξάλειψε την παλαιά σερβοβουλγαρική διαμάχη για την ταυτότητα των Σλάβων της Μακεδονίας και οι νέες γενεές γαλουχήθηκαν στη νέα αυτή εθνική ιδεολογία.

Όποια λύση και να βρεθεί στην επίλυση του ζητήματος της ονομασίας του νέου κράτους, θα είναι ωστόσο δύσκολο να υπάρξει συμφωνία μεταξύ των ιστορικών των βαλκανικών χωρών για τις ιστορικές πτυχές του Μακεδονικού. Το μεγάλο όμως ερώτημα είναι αν πιθανή διάλυση του κράτους των Σκοπίων θα σημάνει την εξαφάνιση της σλαβο­μακεδονικής ταυτότητας και την ανάληψη πρωταγωνιστικού ρόλου στο Μακεδονικό από τη Βουλγαρία. Ο αλβανικός παράγοντας ίσως αποβεί καταλυτικός για το μέλλον.

 

Σπυρίδων Σφέτας

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Βαλκάνια – Η γέννηση των εθνών», τεύχος 141, 4 Ιουλίου 2002.

Εικόνες και λεζάντες αυτών, από την Αργολική Βιβλιοθήκη.

 

* Ο Σπυρίδων Σφέτας γεννήθηκε στο χωριό Κοιλάδα Λαρίσης το 1960. Το 1978 αποφοίτησε από το  Α΄ Λύκειο Αρρένων Λαρίσης και εισήχθηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ. Το 1983 αποφοίτησε από το Ιστορικό Τμήμα της Σχολής. Με υποτροφία  αρχικά του Ι.Κ.Υ. και αργότερα του γερμανικού κράτους πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στην ιστορία της Ανατολικής και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης  και στη Σλαβολογία στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου (1985-1991). Το 1991 ανακηρύχθηκε διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Μονάχου  με διατριβή σχετικά με το Μακεδονικό. Επέστρεψε στην Ελλάδα  και εκπλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία ως διερμηνέας της γερμανικής και βουλγαρικής στο Δεύτερο και Έβδομο Γραφείο του Τρίτου Σώματος Στρατού. Το 1993 διορίστηκε επιστημονικός συνεργάτης στο Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (ΙΜΧΑ). Το 1999 εκλέχτηκε Λέκτορας Νεώτερης και Σύγχρονης Βαλκανικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, το 2004 εξελίχθηκε στη θέση του Επίκουρου Καθηγητή και το 2009 στη θέση του Αναπληρωτή Καθηγητή. Έχει γράψει πολλές μελέτες και άρθρα για την Ιστορία των Βαλκανίων, αλλά και για τις τρέχουσες εξελίξεις, έχει συμμετάσχει σε πολλά συνέδρια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Γνωρίζει Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ρωσικά  και τις βαλκανικές γλώσσες.      

 

Read Full Post »

Το νερό και το μυκηναϊκό φράγμα της Τίρυνθας


 

Θεωρείται ότι η ζωή αναδύθηκε από το νερό. Σύμφωνα με την επικρατέστερη  θεωρία, τα πρώτα βιομόρια σχηματίσθηκαν στα βάθη των πρωτόγονων ωκεανών. Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι οι πρώιμοι οργανισμοί αναπτύχθηκαν σε βάθος 10μ.  από την επιφάνεια του νερού. Τα μόρια που περιείχαν άνθρακα συνενώθηκαν και σε μετέπειτα στάδιο ανέπτυξαν την ικανότητα της αναπαραγωγής, που θεωρείται το πρώτο σημάδι ζωής.

Η εξέλιξη ξεκίνησε εκεί που υπήρχε νερό. Πολλοί πολιτισμοί αναπτύχθηκαν κατά μήκος  των ακτών  και στις όχθες των ποταμών της Μεσογείου. Αναφέρουμε ενδεικτικά  τον  Μινωικό, τον Μυκηναϊκό, τον Κλασικό Ελληνικό και Ελληνιστικό πολιτισμό, αλλά και τους πολιτισμούς των Φοινίκων, των Ετρούσκων, των Ρωμαίων, των Αράβων και των Οθωμανών. Ο Αιγυπτιακός πολιτισμός άνθησε στις όχθες του Νείλου. Ο Ηρόδοτος έγραψε ότι η χώρα της Αιγύπτου ήταν ένα απόκτημα, «το δώρο του ποταμού». Πριν τον Αιγυπτιακό πολιτισμό, ένας άλλος ήκμασε στη Μεσοποταμία, ανάμεσα σε δύο μεγάλους ποταμούς της Ασίας, τον Τίγρη και τον Ευφράτη.

Η σημασία του νερού θεωρήθηκε τόσο μεγάλη, που ορισμένοι φιλόσοφοι, όπως ο Θαλής ο Μιλήσιος, το θεώρησαν ως «Αρχή των Πάντων», o Ηράκλειτος, έδωσε τις πρώτες ιδέες  για τον κύκλο του νερού, ενώ ένας άλλος φιλόσοφος, ο Εμπεδοκλής, όπως αργότερα και ο Αριστοτέλης, περιέγραψαν το νερό ως ένα από τα τέσσερα στοιχεία που συνιστούν την ύλη.

Όλοι οι μύθοι και οι θρύλοι που εξιστορούν τη γέννηση του σύμπαντος, παρουσιάζουν το νερό ως σύμβολο της ζωής και το συνδέουν με υδάτινες θεότητες.

Έτσι, κατά την Ελληνική κοσµοαντίληψη, ο Ωκεανός θεωρούνταν ο πατέρας όλων των θεών και οι θεοί του Ολύμπου ορκίζονταν στα νερά της Στυγός. Ο ίδιος ο Ζευς μεταμορφώνεται σε βροχή και γονιμοποιεί την Γη, ενώ ο αντίστοιχος Ορφικός Ύµνος τον αποκαλεί «αστραπαίο», «βρονταίο», «κεραύνιο», «φυτάλιο». Ο Πατέρας θεών και ανθρώπων ταυτίζεται µε την παραγωγή και το περιβάλλον γενικότερα, η δε συµβία του,  Ήρα αναφέρεται ως «όµβρων Μήτηρ».

Ο Ποσειδώνας είναι ο κατεξοχήν θεός του υγρού στοιχείου. Στην «Ελληνική Μυθολογία» του Ι. Κακριδή αναφέρεται ότι ο Ποσειδών έχει δύο παλάτια. Το πρώτο βρίσκεται στον Όλυµπο, ενώ το δεύτερο, στα βάθη της θάλασσας, όπου περνά τις µέρες και τις νύχτες του µε την γυναίκα του Αµφιτρίτη. Από τη δοξασία αυτή και από τις προσωνυµίες που είχε «Κρηναίος», «Πετραίος», «Επιλήµνιος» θεωρήθηκε προστάτης κάθε υγρού στοιχείου, ο κατεξοχήν προστάτης των ναυτικών και των ψαράδων-όπως ο Αη Νικόλας της χριστιανικής θρησκείας.

Αντικείμενο προβληματισμού των αρχαίων Ελλήνων, φαίνεται ότι υπήρξε και η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος και η διαμόρφωση περιβαλλοντικής συνείδησης, με την επινόηση τριών θαλάσσιων θεοτήτων:

  • Της Ακταίας, η οποία προστάτευε τις ακτές από τα ναυάγια και τα απορρίματα των πλοίων που μεταφέρονταν με τα κύματα,
  • Της Αλκίππης, προστάτιδας του θαλάσσιου βυθού και
  • Της Ασίνης, η οποία επέβλεπε τα πλοία.

Στους καπετάνιους που ακολουθούσαν τους Κανονισμούς και προστάτευαν τον πυθμένα και τις ακτές απονέμονταν η «Ασίνηος Λίθος» ενώ στις εισόδους των λιμανιών έστηναν μαρμάρινες στήλες με την επιγραφή ΑΛΟΝ ΣΕΒΟΥ (να σέβεσαι την θάλασσα).

Νόμοι του Σόλωνα, για τη δίκαιη κατανομή έχουν μείνει στην ιστορία σαν παραδείγματα σωστής και δίκαιης διαχείρισης του πόρου αυτού. (Koutsoyiannis et al. 2008). Οι νόμοι αυτοί, μετέπειτα, περιγράφηκαν από τον Πλούταρχο, ως εξής :

  • εάν υπήρχε ένα δημόσιο πηγάδι σε απόσταση 4 σταδίων (710 μέτρα), όλοι θα χρησιμοποιούσαν αυτό
  • εάν το πηγάδι ήταν μακρύτερα, θα έπρεπε να ανοιχτεί πηγάδι με ιδιωτικά μέσα
  • εάν είχαν σκάψει για 18 μέτρα και δεν είχαν βρει νερό είχαν το δικαίωμα να παίρνουν μια υδρία (20 λίτρα) 2 φορές την ημέρα από τους γείτονές τους.

Το νερό έχει ξεχωριστή σημασία και βαρύτητα και σε όλες τις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες που συναντούμε στην περιοχή της Μεσογείου. Έτσι, στον Μουσουλμανισμό, στον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό το νερό αποτελεί σύμβολο αγνότητας και το μέσο με το οποίο, καθαγιάζει το Άγιο Πνεύμα.

Σύμφωνα με το Νόμο του Μωυσή, το συχνό λουτρό, άρα η αγάπη για το νερό και την καθαριότητα αποκτά  πνευματική αξία. Γι’ αυτό, οι ακόλουθοι της Εβραϊκής, αλλά και της Μουσουλμανικής πίστης, πρέπει να καθαρίζονται με νερό κάθε φορά που εισέρχονται σε σημεία λατρείας – αντιστοιχία με τον «λουτήρα» των Χριστιανών -, ενώ οι Χριστιανοί βαπτίζονται στο νερό για να καθαριστούν από το προπατορικό αμάρτημα. Άλλη μια ιερουργία του Χριστιανισμού είναι ο αγιασμός των πιστών, όπως και των κτηρίων. Το πιο ζωτικό στοιχείο της ζωής όλων των έμβιων όντων εκτιμήθηκε  ιδιαίτερα και από τον Ιησού Χριστό. «Χριστός εφάνη εν Ιορδάνη αγιάσαι τα ύδατα».

Σε όποια θρησκευτικά συστήματα και αν απαντάται, το νερό διατηρεί πάντα την λειτουργία του: διασπά, καταλύει, «νίπτει τα ανομήματα», έχει ενέργεια εξαγνισμού, αλλά και αναγέννησης.

Από τα πανάρχαια χρόνια, αναπτύχθηκαν ιδιαίτερες τεχνικές για την συγκέντρωση, την αποθήκευση και τη διανομή του νερού και φτιάχτηκαν διάφορα υδραυλικά και εγγειοβελτιωτικά έργα.

Οι κρήνες (βρύσες) είναι πολύ διαδεδομένες στην Ελλάδα, ήδη από την αρχαιότητα: η Εννεάκρουνος και η Κλεψύδρα στην Αθήνα, η Κασταλία στους Δελφούς, κ.ά. Στην αρχαία Ρώμη στις δημόσιες κρήνες το νερό ανάβλυζε από κάποιο γλυπτό (σιντριβάνια). Στο Βυζάντιο κυριαρχεί η «φιάλη», κρήνη στην αυλή των μοναστηριών, με διάκοσμο από τη χριστιανική παράδοση (σταυροί, χερουβείμ, κ.ά.) για να προστατεύουν το νερό,την πηγή της ζωής, από τα «κακά πνεύματα».

Οι άνθρωποι πίστευαν ότι το νερό ήταν ευπρόσβλητο από «κακές» δυνάμεις, κάτι που εκφραζόταν μέσα σε δοξασίες και μυθολογίες για υπερφυσικούς φύλακες των νερών, δράκους, τέρατα, φίδια, κ.λπ. Στα νεότερα έθιμα επιβιώνουν πολλές δοξασίες από την αρχέγονη λατρεία του νερού, που επηρέασαν τον διάκοσμο της κρήνης με συμβολικά σχέδια (δράκοι, αετοί, φίδια, λιοντάρια, κ.ά.). Πεντάλφες, κυπαρίσσια, γλάστρες, ρόδακες, αντικριστά ζώα, κ.ά. δηλώνουν ανατολικές επιρροές, ενώ τα ανθοφόρα ή φρουτοφόρα αγγεία, αχιβάδες, κ.ά. δυτικές επιρροές.

 

Μυκηναϊκό φράγμα της Αρχαίας Τίρυνθας

 

Η ακμή των τεχνικών υδραυλικών έργων των Μυκηναίων στην Πελοπόννησο και των Μινύων στη Βοιωτία και τη Θεσσαλία, σύμφωνα με τα μέχρι τώρα αρχαιολογικά ευρήματα, τοποθετείται χρονολογικά στον 14ο και 13ο αιώνα π.Χ. Τα συστήματα εκμετάλλευσης που είναι πρωτόγνωρα και μοναδικά στην Ευρώπη, είχαν ως κύριο στόχο  την προστασία από πλημμυρικά φαινόμενα, την απόκτηση και την εξασφάλιση καλλιεργήσιμων γαιών και την βελτίωση της ποιότητας του εδάφους, με τον έλεγχο της θέσης και του μεγέθους των λιμνών που σχηματίζονταν. Αποτέλεσμα των τεχνικών παρεμβάσεων  ήταν τα προηγμένα εγγειοβελτιωτικά έργα, που εξασφάλιζαν  απορροή των υδάτων από κατοικημένες και καλλιεργήσιμες εκτάσεις.

Στα ανατολικά περιθώρια του Αργολικού πεδίου, στην κοίτη του Μεγάλου Ρέματος, δύο χιλιόμετρα ανατολικά της Νέας Τίρυνθας και πέντε περίπου χιλιόμετρα από την Ακρόπολη της Τίρυνθας έχει εντοπισθεί ένα μοναδικό τεχνικό έργο του 13ου π.Χ. αιώνα, το «Μυκηναϊκό φράγμα της Αρχαίας Τίρυνθας».

Στο  εύφορο Αργολικό πεδίο, η αρχαιολογική σκαπάνη έχει φέρει στο φώς ευρήματα που πιστοποιούν ότι η περιοχή κατοικείτο 50.000 χρόνια πριν. Την νεολιθική εποχή αναπτύχθηκαν οι πρώτοι οικισμοί και μέχρι το 4.000 π.χ. οι οργανωμένοι οικισμοί ήταν ελάχιστοι. Μετά το έτος αυτό, δημιουργήθηκαν 17 οικισμοί και ο αριθμός τους μαζί με τον πληθυσμό συνέχιζε να αυξάνεται μέχρι το 2.500 π.Χ. Η γη εκαλλιεργείτο εντατικά και οι ανάγκες σε κρέας, μαλλί και δέρμα αυξάνονταν. Οι γύρω λόφοι άρχισαν να κατοικούνται, από περιοίκους, κυρίως  βοσκούς και εκτρέφονταν πρόβατα και γίδια με συνεχώς αυξανόμενο αριθμό. Τα δάση αποψιλώνονται, τόσο για την προμήθεια της ξυλείας που χρησιμοποιείτο στις κατασκευές, όσο και για να δώσουν την θέση τους σε βοσκοτόπια. Οι ανασκαφές στην περιοχή των λόφων, έφεραν στο φως κεφαλές εκατοντάδων τσεκουριών υλοτομίας, από σκληρή πέτρα.

Τα πρώτα σημάδια της εδαφικής διάβρωσης κάνουν την εμφάνισή τους, ήδη από το 3.500 π.Χ.  Στις λεκάνες, οι οποίες  τροφοδοτούν τους χειμάρρους η βλάστηση έχει μειωθεί, ο όγκος των ομβρίων που απορρέουν γίνεται μεγαλύτερος, και ο ρυθμός διάβρωσης του εδάφους εντονότερος. Στην περιοχή της Τίρυνθας ο ποταμός κατά καιρούς πλημμυρίζει και καλύπτει την πεδιάδα με φερτά υλικά. Κατά τα πρώτα στάδια, το πάχος των στρωμάτων που σχηματίζονται από τις φερτές ύλες, είναι λεπτό και ευπρόσδεκτο από τους αγρότες, διότι φέρνει νέα συστατικά που βελτιώνουν την απόδοση των φυτών. Οι καταστροφές των καλλιεργειών αλλά και των οικισμών εξ αιτίας των πλημμυρών δεν είναι συχνές και όποτε συμβαίνουν έχουν περιορισμένη έκταση.

Η υποβάθμιση όμως των ορεινών λεκανών συνεχίζεται, οι πλημμύρες εμφανίζονται κατά μικρότερα χρονικά διαστήματα και είναι πιο απειλητικές, η πεδιάδα κατακλύζεται πιο συχνά καταστρέφοντας τις καλλιέργειες, το επιφανειακό έδαφος ξεπλένεται και δημιουργούνται τοπικά έλη που φέρνουν αρρώστιες.  Συγχρόνως η θάλασσα μπροστά από την πόλη αρχίζει να επιχώνεται, κάνοντας την ακτογραμμή να απομακρύνεται. Τα πρώτα σημάδια καταστροφικών πλημμυρών ανιχνεύονται ήδη από το 2.800 π.Χ.

Η πρώτη αντίδραση των κατοίκων που είχε στόχο κυρίως την προστασία των καλλιεργειών, ήταν η κατασκευή ορισμένων έργων διαχείρισης των ορεινών λεκανών απορροής, κυρίως μέσω λίθινων αναβαθμών, για την συγκράτηση των φερτών και την καθυστέρηση της απορροής. Τέτοιοι αναβαθμοί έχουν εντοπισθεί από τους αρχαιολόγους σε ρέματα που κατεβαίνουν από τις πλαγιές των λόφων γύρω από την Τίρυνθα. Τα έργα αυτά όμως δεν ήταν ικανά να σταματήσουν την υποβάθμιση του εδάφους. Η διάβρωση της πεδιάδας συνεχιζόταν και σε αυτό συνέβαλε και η ευρεία πλέον χρήση του αρότρου.

Από τα ορεινά της ανατολικής Αργολίδας κατέβαινε ο εξαιρετικά ορμητικός χείμαρρος της Τίρυνθας, απειλώντας κάθε τόσο να πλημμυρίσει την πόλη της Αρχαίας Τίρυνθας που βρισκόταν στους πρόποδες της περίφημης Ακρόπολης και να επιχώσει την παράκτια ζώνη, απομακρύνοντας την Τίρυνθα από τη θάλασσα.  Είναι πολύ πιθανόν οι εκβολές και ο κάτω ρους της Λάκισας (Παλαιάς κοίτης του ρέματος της Τίρυνθας πριν την εκτροπή) να χρησιμοποιείτο κάποτε και ως αλιευτικό καταφύγιο για τα σκάφη των ψαράδων της πόλης, όπως συμβαίνει σήμερα με τον κάτω ρου του ποταμού Ερασίνου στη Νέα Κίο, ο οποίος βρίσκεται 5 χλμ. δυτικά του παλιού Τημένιου.

Μετά από καταστροφικές πλημμύρες, στα τέλη της εποχής του Χαλκού, που έχουν επιβεβαιωθεί από γεωλογικές – αρχαιολογικές έρευνες, αποφασίστηκε και υλοποιήθηκε η εκτροπή του επικίνδυνου χειμάρρου ως εξής:

Περίπου 4χλμ. ανατολικά της πόλης αποκλείστηκε η βαθιά κοίτη πλάτους 50μ. με πρόχωμα ύψους  10μ και μήκους 100μ περίπου, επενδεδυμένου μερικά και ενισχυμένου στα άκρα με ογκολίθους και διανοίχθηκε τεχνητό κανάλι, το οποίο σήμερα ονομάζεται Μεγάλο Ρέμα,  μήκους 1,5χλμ. μετέφερε τα νερά στη γειτονική κοίτη του ρέματος Αγίου Αδριανού. Η νέα διώρυγα σκάφθηκε στο ίδιο βάθος και πλάτος που είχε η παλιά κοίτη. Η επιλογή της τοποθεσίας του έργου, καθώς και το σημείο εκτροπής (εκεί όπου η μακρόστενη κοιλάδα του χειμάρρου ανοίγεται προς την πεδιάδα και όπου μπόρεσαν να περιληφθούν και  μικρότεροι ακραίοι παραπόταμοι) αποδεικνύουν την ακρίβεια με την οποία οι κατασκευαστές είχαν διερευνήσει τις υδρολογικές παραμέτρους του συστήματος. Το φράγμα απέκοψε τα 4/5 της επιφάνειας απορροής του χειμάρρου (περίπου 21 τ.χλμ). Εκτιμάται ότι για την κατασκευή του απαιτήθηκαν εκσκαφές όγκου 160.000κ.μ. περίπου, η κατασκευή του τεχνητού καναλιού διήρκησε περίπου  τέσσερα χρόνια και σε ημερήσια βάση εργαζόταν 100 άτομα, ενώ η κατασκευή του φράγματος πρέπει να έγινε  σε ένα χρόνο και μάλιστα την ξηρή περίοδο και εργάσθηκαν επιπλέον 33 άτομα και πολλά ζώα για τη μεταφορά των χωμάτων και των ογκολίθων. (Φωτοπούλου Λήδα «Αρχαίο Φράγμα της Τίρυνθας», μεταπτυχιακή εργασία, Αθήνα, Οκτώβριος, 2009). Εικ. 1.

 

Εικ.1 Υπολείμματα από τον τοίχο του φράγματος 1β. Το Μυκηναϊκό φράγμα της Τίρυνθας (30.000m³ όγκου χώματος), Α,Β,Γ: το σύνολο του έργου για την εκτροπή των χειμάρρων 1,2 και 3, Δ η παλιά κοίτη «Λάκισα». Πηγή: Ηλίας Μαριολάκος, Ιωάννης Φουντούλης & Ιωάννης Μπαντέκας, «Γεωτεχνολογικές Γνώσεις κατά την Προϊστορική Εποχή».

 

Η εκτροπή του χειμάρρου της Τίρυνθας στην κοίτη του Αγίου Ανδριανού λειτουργεί  μέχρι σήμερα, ακριβώς όπως την είχαν σχεδιάσει και εκτελέσει οι Μυκηναίοι. Αντίθετα δεν λειτουργεί πλέον ένας δεύτερος τεχνητός αγωγός απορροής προς τα νότια, που οδηγούσε νερό και φερτά υλικά πέρα από τον όρμο της Τίρυνθας, στον όρμο του Ναυπλίου, που την εποχή εκείνη εισχωρούσε βαθιά στην ξηρά. Η πρόσχωση του όρμου αυτού είναι αποτέλεσμα της πανάρχαιας εκτροπής του ποταμού. Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι, Ενετοί μηχανικοί του μεσαίωνα υλοποίησαν την εκτροπή όλων των χειμάρρων στον όρμο της Τίρυνθας, που με τη σειρά του δέχτηκε τόσες προσχώσεις, ώστε η τότε παραλιακή πόλη να βρίσκεται σήμερα 1,5 χλμ. από την ακτή του κόλπου της Αργολίδας. (Εικόνα 2).

 

Εικ.2: Τοπογραφικός χάρτης της ευρύτερης περιοχής του Μυκηναικού φράγματος και της Aρχαίας Τίρυνθας Α. Η αδρανής κοίτη του χειμάρρου πριν από 3.200 χρόνια, Β. Η πιο πρόσφατη εκτροπή του ποταμού από τους Βενετούς πριν 500 χρόνια περίπου, C. η τεχνητή κοίτη του ρέματος. Πηγή : Jost Knauss, Argolische Studien.

 

Η εκτροπή του χειμάρρου της Τίρυνθας αποτελεί, όπως και ο μεγάλος αγωγός των Μινύων στην Κωπαΐδα, έργο της μυκηναϊκής υδραυλικής τεχνικής.

Το φράγμα της Τίρυνθας και το κανάλι εκτροπής του Μεγάλου Ρέματος,  για πολλούς,  αποτελούν το πραγματικό ιστορικό υπόβαθρο του μύθου του ήρωα Ηρακλή για τον άθλο του καθαρισμού των στάβλων του Αυγεία, του πλούσιου βασιλιά της Ήλιδας με τα 3.000 βόδια, από την κοπριά, που είχε μαζευτεί εκεί επί τριάντα χρόνια. Ο Ηρακλής τους καθάρισε στρέφοντας τα νερά του Πηνειού και του Αλφειού προς τους στάβλους. Άλλωστε η Μυκηναϊκή Τίρυνθα, είναι ο χώρος, όπου ο Ηρακλής ζει τουλάχιστον 12 χρόνια, υπηρετώντας υποχρεωτικά τον Ευρυσθέα, βασιλιά της Τίρυνθας και πραγματοποιεί  άθλους,  προκειμένου να εξαγνισθεί για το φόνο της γυναίκας του και των παιδιών του.

Τέλος πρέπει να αναφερθεί ότι αυτό το τεχνικό θαύμα των Μυκηναίων μηχανικών εξακολουθεί να λειτουργεί επί 3.300 χρόνια μέχρι σήμερα, έστω και εν μέρει, προστατεύοντας τη περιοχή της Τίρυνθας από τις εποχιακές πλημμύρες.

Η πόλη της Τίρυνθας απαλλάχθηκε από τις πλημμύρες και τα φερτά υλικά σταμάτησαν να επιχώνουν τον θαλάσσιο χώρο.

Το φράγμα και το κανάλι εκτροπής πέτυχαν το σκοπό, για τον οποίο κατασκευάστηκαν, εκτρέποντας τις πλημμυρικές παροχές μακριά από την Τίρυνθα.

Προσωρινά επετεύχθη και η προστασία της θαλάσσιας περιοχής, η επίχωση όμως του Αργολικού κόλπου μπροστά από την Ακρόπολη συνεχίστηκε από τα θαλάσσια ρεύματα που μετέφεραν τα φερτά υλικά από τη νέα εκβολή. (Εικ.3).

 

Εικ.3 : Πιθανή θέση της ακτογραμμής της εποχή της εκτροπής του ποταμού. Πηγή: «Γεωτεχνολογικές Γνώσεις κατά την Προιστορική Εποχή», από Ηλία Μαριολάκο, Ιωάννη Φουντούλη και Ιωάννη Μπαντέκα.

 

Παράλληλα  η εκτροπή του ποταμού μείωσε τους διαθέσιμους υδρευτικούς πόρους, που ήταν απαραίτητοι στην πόλη και στέρησε από τον υδροφόρο ορίζοντα και κατ’ επέκταση από τις καλλιέργειες, μέρος της ετήσιας ανατροφοδοσίας.

 

Πηγές


 

  • Αγαπητίδης Σ.Ι  «Προστασία του περιβάλλοντος. Αρχαίοι και Νεοέλληνες», Περιοδικό Ιστορία, Τεύχος 215, Μάιος 1986.
  • Knauss J. 1996. Argolische  Studien.  Alte  Strassen – Alten Wasserbauten, Flussumleituns von Tiryns. Munchen,71-121.
  • Κ. Σουέρεφ, (επιμ), «Υδάτινες σχέσεις: Το νερό ως πηγή ζωής κατά την αρχαιότητα», Θεσσαλονίκη, 2000.
  • Δελτίο της Ελληνικής Γεωλογικής  Εταιρίας, τόμος XXXVI, 2004, Πρακτικά 10ου Διεθνούς Συνεδρίου, Θεσ/νίκη,  Απρίλιος 2004 «GEOMORPHOLOGICAL AND ARCHAEOLOGICAL STUDY OF THE BROADER AREA OF THE MYCENAEAN DAM OF MEGALO REMA AND ANCIENT TIRYNS, SOUTHEASTERN ARGIVE PLAIN, PELOPONNESUS» Μαρουκιάν Χ., Γάκη – Παπαναστασίου Κ. και Πιτερός Χρήστος.
  • ΥΠΕΠΘ, Δήμος Στυλίδας, Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Στυλίδας, «Γεωμυθολογικά Μονοπάτια», Εκπαιδευτικό Υλικό, ΚΠΕ Στυλίδας, Ιούνιος, 2008.
  • Παναγιώτης Ψύχας, «ΤΟ ΜΥΚΗΝΑΪΚΟ ΦΡΑΓΜΑ ΤΗΣ ΤΙΡΥΝΘΑΣ»,  22 Μαΐου, 2008  στο academia. Edu.
  • Ηλίας Μαριολάκος, Ιωάννης Φουντούλης & Ιωάννης Μπαντέκας, «Γεωτεχνολογικές Γνώσεις κατά την Προϊστορική Εποχή», Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος Τομέας Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος, Λευκωσία, 16 Ιανουαρίου, 2009.
  • Διαρκής κατάλογος κηρυγμένων αρχαιολογικών χώρων και μνημείων listedmonuments.culture.gr.
  • Φωτοπούλου Λήδα, «Αρχαίο Φράγμα της Τίρυνθας», ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ – ΔΙΑΤΜΗΜΑΤIΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ «ΕΠΙΣΤΗΜΗ & ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΥΔΑΤΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ», ΑΘΗΝΑ, ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2009.

 

Μαρία Βασιλείου

Βιολόγος- Ωκεανογράφος

MS στην Οργάνωση και Διοίκηση

 

Άρθρα Μαρίας Βασιλείου:

Read Full Post »

Η μάχη στο Πέτα – 4 Ιουλίου 1822


  

Τα πριν από τη μάχη – Εκστρατεία στην Ήπειρο – σύσταση εκστρατευτικού σώματος

 

Η κατάσταση στην Ήπειρο για τους Σουλιώτες κατέστη εξαιρετικά κρίσιμη μετά την ε­ξόντωση του Αλή πασά και την παρασπονδία των Τουρκαλβανών. Ο Χουρσίτ, πανίσχυρος, έθεσε προτεραιότητα εκστρατείας ενάντιά τους, μη θέλο­ντας δε «ν’ αφήσει οπίσω φλόγα επαναστάσεως δυναμένην να διαδοθεί», πολιόρκησε με τον υπ’ αυ­τόν Ομέρ Βρυώνη στενότατα το δυσπόρθητο φρού­ριο της Κιάφας, στο οποίο είχαν καταφύγει με πλή­θος γυναικοπαίδων και ανεπαρκέστατο εφοδιασμό. Έφταναν, τότε, επικλήσεις τους στη Διοίκηση του Αγώνα και με τον Μάρκο Μπότσαρη για επείγου­σα αποστολή ενισχύσεών τους.

Η Διοίκηση του Αγώνα μόλις είχε συγκροτηθεί μετά την Α’ στην Επίδαυρο Εθνοσυνέλευση με έ­δρα την Κόρινθο, μετά την παράδοση του Ακρο­κορίνθου, και πρόεδρο του Εκτελεστικού Σώματος τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, ο οποίος αποδέχθηκε το σουλιώτικο αίτημα, γνωρίζοντας ότι «μόνη η πολιτική επιτηδειότης, αν δεν συνοδεύεται με στρατιωτικήν ικανότητα και επιρροήν δεν αρκεί», αλλ’ απαιτείται «κάππα και τσαρούχι» και κρίνο­ντας τους Σουλιώτες δυναμικό στήριγμα στα πολι­τικά του σχέδια. Αποφασίστηκαν τότε: διενέργεια εκστρατείας στην Ήπειρο, σύσταση εκστρατευτικού σώματος, διορισμός του Μαυροκορδάτου αρχηγού στα «πολιτικά τε και πολεμικά πράγματα» της εκ­στρατείας.

Σε εκτέλεση των αποφάσεων αυτών το εκστρα­τευτικό σώμα απαρτίστηκε από: Ένα σύναγμα τα­κτικού πεζικού, που περιελάμβανε δύο τάγματα, το καθένα από πέντε λόχους. Διοικητής και υποδι­οικητής ανέλαβαν αντίστοιχα οι Ιταλοί φιλέλληνες Ταρέλα (Tarella) και Γκουμπερνάτι (Gubernati). Διλοχία φιλελλήνων με διοικητή τον Ιταλό Ντάνια (Dania) και διοικητές του πρώτου λόχου, απαρτιζόμενου από Γερμανούς-Πολωνούς, τον Πο­λωνό Μιζιέφσκι (Mirziewsky) και του δεύτερου, από Γάλλους-Ιταλούς, τον Ελβετό Σεβαλιέ (Chevalier). Το σώμα Επτανησίων. Διοικητής ο Κεφαλονίτης Σπύρος Φωκάς. Δύο κανόνια και 10 κανονιοβολιστές υπό τον Βουτιέ (Voutier). Στρα­τιωτικός διοικητής, ο Γερμανός Νόρμαν (Nor­man). Αρχηγός εκστρατείας, ο Μαυροκορδάτος, με φρουρά και επιτελείο προσωπικά.

 

Πορεία του σώματος από Κόρινθο στο Κομπότι – Πρώτες ελληνοτουρκικές αναμετρήσεις

 

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Λιθογραφία του Giovani Boggi, 1826.

Το εκστρατευτικό σώμα από Κόρινθο διά Πατρών έφτασε στο Μεσολόγγι, όπου έφταναν και οκτώ πλοία, πε­λοποννησιακά σώματα και αυτά των Καρατάσου-Γάτσου. Στο Μεσολόγγι διαλύθηκε «αφ’ εαυτής» η Γερουσία της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος για να ε­νεργεί ο Μαυροκορδάτος «κατ’ ευθείαν τα δόξαντα»· στάλθηκε με εντολή του το σώμα των υπό Κυριακούλη Μαυρομιχάλη Μανιατών στο λιμάνι της Σπλιάντζας – Φαναρίου για βοήθεια στους Σουλιώ­τες· και η όλη δύναμη, περί τους 1.500-2.000 άν­δρες, αναχώρησε για το Κομπότι. Ενδιάμεσος σταθ­μός υπήρξε η Λάσπη, «εν μέσω Ακαρνανίας και ε­ντεύθεν Καραβοσαρά», όπου, φτάνοντας και άτα­κτα σώματα, σε σύσκεψη που συγκάλεσε ο Μαυροκορδάτος οπλαρχηγών-προκρίτων αποφασίστηκε η δύναμη των 3.000, συν άλλους 4.000. μετά την εν­σωμάτωση των ατάκτων, να κινηθεί προς Κομπότι, όπου και στρατοπέδευσε στις 9 Ιουνίου 1822.

Τη στρατοπέδευση του σώματος επακολουθήσαν οι πρώτες ελληνοτουρκικές αναμετρήσεις, από τις οποίες σημαντικότερες μαρτυρούνται: στις 23 Ιου­νίου, με νικηφόρο ελληνικό αποτέλεσμα, και η κρισιμότερη, ασφαλές προοίμιο της μάχης στο Πέ­τα, στις 29 Ιουνίου στο χωριό Πλάκα. Αυτή προήλ­θε έπειτα από τριχοτόμηση της εκστρατευτικής δύ­ναμης: το δυναμικότερο τμήμα, 1.500-2.000 άνδρες, υπό τους Βαρνακιώτη, Μπότσαρη, Βλαχόπουλο, προσπαθώντας να προσεγγίσει το Σούλι, σε εκτέ­λεση εντολής για βοήθειά του, απέτυχε και καταδιωκόμενο κατέφυγε στην Πλάκα, όπου έγινε ο­λοήμερη αιματηρή μάχη με αποτέλεσμα την υπο­χώρησή του και την καταφυγή του την 1η Ιουλίου στο Πέτα· το δεύτερο τμήμα, με το τακτικό σύνταγμα, τους φιλέλληνες, τους Επτανήσιους και μερι­κούς ατάκτους, κατέλαβε το Πέτα προς υπεράσπισή του· το τρίτο, ολιγαριθμότερο, υποχωρώντας από το Κομπότι, προ υπέρτερων δυνάμεων, κατέφυγε και αυτό στο Πέτα. Έτσι, την 1η Ιουλίου 1822 όλη η ελ­ληνική εκστρατευτική δύναμη, περί τους 3.000 άν­δρες, βρισκόταν στο Πέτα έναντι 7.000 Τούρκων στρατοπεδευμένων στην Άρτα.

 

Η μάχη στο Πέτα – Διάταξη μάχης

 

Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς (Κιουταχής). Λιθογραφία από λεύκωμα του Giovanni Boggi. Φλωρεντία, 1825.

Έπειτα από αυτές τις εξελίξεις η μάχη ανάμεσα στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα ήταν προδιαγεγραμμένη και το ελληνικό πήρε διάταξη μάχης. Το Πέτα, θέση ορεινή και οχυ­ρά, περικλείεται από δύο σειρές βουνών. Μία μπροστά από το χωριό «την και επικινδυνοτέραν», τα χθαμαλά της οποίας κατέλαβαν, κέντρο το τακτικό σύνταγμα, παράπλευρα δύο κανόνια και 10 κανονιοβολιστές, δεξιά οι Επτανήσιοι, αριστερά «την και επικινδυνοτέραν» όλων των θέσεων κατέλαβαν οι φιλέλληνες.

Τη δεύτερη σειρά βουνών, πίσω α­πό το χωριό, «την και επιμηκεστέραν» κατέλαβαν τα άτακτα σώματα, κέντρο των Βαρνακιώτη-Βλαχό­πουλου, αριστερά του Μπότσαρη, δεξιά του Γώγου, επιφορτισμένου με τη φρούρηση της στενωπού Μετωπιού και του παρακείμενου λόφου, όπου βρίσκονταν χωρικοί του Πέτα -εφεδρεία οι Ισκος-Γάτσος. Ο Μαυροκορδάτος στη Λαγκάδα του Μακρυνόρους με την υπό Θοδωρή Γρίβα φρουρά του ως φροντιστής της Επιμελητείας του στρατού. Στρατιωτικής διοικητής της μάχης, ο Νόρμαν.

 

Διεξαγωγή της μάχης

 

Ο στρατηγός Normann (Karl Friedrich Leberecht Graf von Normann-Ehrenfels 1784–1822), διοικητής του τακτικού στρατεύματος (Σύνταγμα, Τάγμα Φιλελλήνων, Επτανήσιοι).

Στις 4 Ιουλίου πολύ πρωί, ιππικές-πεζικές δυνάμεις υπό τον Κιουταχή βγή­καν από την Άρτα και πλησιάζοντας το Πέτα χωρίστηκαν σε δύο σώματα. Το ισχυρότερο προσέβαλε μετωπικά τις δυνάμεις του Νόρμαν ανεπιτυχώς. Το δεύτερο, περί τους 2.000 άνδρες, κινήθηκε στα δε­ξιά των ατάκτων σκοπεύοντας να χτυπήσει το ελ­ληνικό στρατόπεδο, υπερφαλαγγίζοντάς το, από τα νώτα.

Ο Γώγος Μπακόλας, που κατείχε τη δεξιά πτέρυγα των ατάκτων, προσέβαλε τους προπορευόμενους 80 Τουρκαλβανούς σημαιοφόρους, οι οποίοι υπέστειλαν τις σημαίες και υποχωρώντας ζητούσαν διέξο­δο φυγής και σωτηρίας. Περνώντας από το Μετωπιό παρατήρησαν αφύλακτο τον παρακείμενο λόφο, τον κατέλαβαν και ανεπέτασσαν τις σημαίες κραυγάζο­ντας και πυροβολώντας. Οι άτακτοι, θεωρώντας αυ­τό ήττα είτε προδοσία, αποχωρούσαν αβλαβείς. Οι Τούρκοι στα χθαμαλά της μάχης παίρνοντας θάρ­ρος άρχισαν σφοδρότατες επιθέσεις ενάντια στις δυνάμεις του Νόρμαν, με επακόλουθο αιματηρή μά­χη, σώμα προς σώμα, όταν τραυματίας βαριά ο Νόρμαν, με νεκρούς τους Ταρέλα-Φωκά, διαπιστώ­νοντας μάταιη κάθε αντίσταση, διέταξε υποχώρη­ση· οι δε άνδρες του «ξιφοκτονούντες και ξιφοκτονούμενοι» τράβηξαν προς τη Λαγκάδα, όπου βρισκόταν ο Μαυροκορδάτος και όπου έφτασαν «γυμνοί, ανυπόδητοι και το χείριστον νήστεις».

Οι φιλέλληνες* με τον Ντάνια αποκόπηκαν, κυκλώθηκαν, σχημάτισαν τετράγωνο, πολέμησαν με απαρά­μιλλο ηρωισμό και αυτοθυσία και «φονεύοντες και φονευόμενοι» εθυσιάστηκαν άπαντες. Την ίδια μέρα, 4 Ιουλίου, υπέκυψε σε υπέρ­τερες δυνάμεις και το σώμα των Μανιατών, στο Φανάρι, παρά την ηρωική του αντίστα­ση, και τα κατάλοιπά του με νεκρό τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη επιβιβάστηκαν στα πλοία, και αφού αποβίβασαν το νεκρό αρχηγό τους στο Μεσολόγγι για ενταφιασμό, ξαναγύρισαν στην Πελοπόννησο.

Αίτια της καταστροφής

Η υπεροχή των τουρκικών δυνάμεων κατά το πλήθος, τον πολεμικό εφοδιασμό, τις βάσεις ανε­φοδιασμού και ενισχύσεων και σε περιοχές κυ­ριαρχούμενες από αυτές, έναντι κατά πολύ ασθενέ­στερων ελληνικών δυνάμεων, ανεπαρκέστατα εφο­διασμένων, χωρίς βάσεις ανεφοδιασμού και ενισχύ­σεων και με καταλυτική την τουρκική κυριαρχία στις ηπειρωτικές περιοχές.

– Η ανεπαρκής εκπαίδευση, προετοιμασία και ο εξοπλισμός του εκστρατευτικού σώματος. Κατά συγκλίνουσες μαρτυρίες της εποχής, οι τακτικοί ή­ταν ανεκπαίδευτοι, αγύμναστοι στον τρόπο τακτι­κής και πειθαρχικής αντιμετώπισης του εχθρού και απροετοίμαστοι για ένα τόσο σημαντικό εγχείρημα. Ο οπλισμός τους περιοριζόταν μόνον «εις εν λογχοφόρον τουφέκιον και πυριταποθήκην», ως ένδυ­μα είχαν «μίαν καπόταν και εν ζεύγος τσαρουχιών» και «με ένδυσιν και υπόδησιν εκ των ενόντων και ουχί ομοιομόρφως».

– Η διαφορετικότητα των ανδρών του σώματος κατά την πολεμική εμπειρία. Διαφορετική των φιλελλήνων, απόμαχων πολεμικών και επαναστα­τικών περιπετειών, διάφορος των Επτανησίων, των τακτικών, των ατάκτων. Οι φιλέλληνες πολεμούσαν τον εχθρό «εκ του συστάδην», σώμα προς σώμα, οι άτακτοι με προμαχώνες-ταμπούρια «εν καιρώ μά­χης». Χαρακτηριστική είναι η απάντηση των Ταρέλα-Ντάνια στις συμβουλές οπλαρχηγών να ανεγείρουν προμαχώνες-ταμπούρια: «Εμείς προμαχώ­νες έχουμε τα στήθια μας».

– Η παντελής έλλειψη σχεδίου επιχειρησιακής δράσης και, εκ τούτου, απουσία συντονισμού των ε­πιχειρήσεων, με αποφάσεις να λαμβάνονται κατά τις εκάστοτε διαμορφούμενες συνθήκες και η οποία ε­πιτεινόταν από διαπληκτισμούς Γερμανών-Γάλλων γα τα πρωτεία και τις διαφορές τακτικών – ατάκτων.

– Τέλος, το και σπουδαιότερο αίτιο ήταν ότι η εκ­στρατευτική δύναμη έπασχε επικίνδυνα από ικανό και εμπειροπόλεμο ηγέτη. Ο Μαυροκορδάτος δεν ανταποκρίθηκε, έστω και στοιχειωδώς, ως ηγέτης. Ανέλαβε την αρχηγία της εκστρατείας για τα πολι­τικά του σχέδια και στην κρισιμότητα της μάχης του Πέτα, αφήνοντας τη διεξαγωγή της στον Νόρμαν, ι­κανότατο, αλλά παντελώς αδαή των ελληνικών συνθηκών, κατέφυγε ασφαλής με την προσωπική του φρουρά στη Λαγκάδα, όπου υποδεχόταν σε α­ξιοθρήνητη κατάσταση τα γυμνά ανυπόδητα και νηστικά λείψανα του εκστρατευτικού σώματος, α­πό αρχηγός του με απόλυτη εξουσία, απλός φροντιστής της επιμελητείας του.

 

Αποτελέσματα της καταστροφής

 

Της μάχης στο Πέτα οδυνηρά ήταν τα αποτελέσματα για τον Αγώ­να, μέγιστες οι απώλειες του εκστρατευτικού σώμα­τος.

-Χάθηκαν: το ένα τρίτο του τακτικού συντάγματος με νεκρό τον Ταρέλα και τον Γκουμπερνάτι να πα­σχίζει απελπισμένα να διατηρήσει τα λείψανά του. Το μισό των Επτανησίων. Τα δύο τρίτα των φιλελ­λήνων με νεκρό τον Ντάνια.

– Οι Τούρκοι νικητές επιστρέφοντας στην Άρτα, με πλήθος παντοειδών λαφύρων και τη σημαία των φιλελλήνων, κατέσφαξαν όλους τους ασθενείς, α­ποκεφάλισαν τους αιχμαλώτους.

– Το και σπουδαιότερο, εξέλιπε οριστικά για τον Αγώνα το Σούλι, τελευταία αντιστασιακή εστία στην Ήπειρο, προπύργιο της Ακαρνανίας. Γιατί οι Σου­λιώτες, μετά τη μάχη, περιήλθαν σε δεινότατη θέ­ση· απομονωμένοι, χωρίς ελπίδα βοήθειας, ανα­γκάστηκαν να υπογράψουν έντιμη συνθήκη με τους Τούρκους με μεσολάβηση του Άγγλου πρόξε­νου στην Πρέβεζα, Μέγερ, όπου κατέβηκαν με τα όπλα και γυναικόπαιδα, επιβιβάστηκαν σε αγγλικά πλοία και μεταφέρθηκαν στην Άσσο της αγγλοκρατούμενης Κεφαλονιάς για να σκορπιστούν και στα άλλα Επτάνησα.

– Ελεύθερος πλέον κατέστη ο δρόμος για τους Κιουταχή- Ομέρ Βρυώνη ανενόχλητοι να περάσουν στην Ακαρνανία και να πραγματοποιήσουν την πρώτη του Μεσολογγίου πολιορκία.

 

* Σημείωση βιβλιοθήκης: Οι Φιλέλληνες που έπεσαν στη μάχη του Πέτα ήταν: Οι Γερμανοί: Νόρμαν Βον ΦέΪμαν, Ροστ,Μόριτ, Τάϊχμαν (σημαιοφόρος), Σνάϊδερ, Κάρολος Μπάρς, Θεόδωρος Ντήτερλε, Έμπεν, Κούρτιος Δάρνερ, Φερνινάρος Άϊζεν, Μαυρίκιος Φέλς, Φέλος, Φέλς, Ιωάννης Χάϊσσε (ναυτικός), Αλβέρτος φον ΚάΪζενμαρκ, Γεώργιος Γιόχαν (θαλαμηπόλος του Νόρμαν), Λουδοβίκος Κάϊζεμπεργκ (υπολοχαγός Βαυαρικού πυροβολικού), Κάρολος Λέσκυ, Λαουρίκε, Ερνέστος Λούτσε, Χ.Φ. Μάνεκε, Γουσταύος Νάγκελ (φαρμακοποιός), Θεόδωρος Όμπερστ, Φρειδερίκος Όλμερ, Χριστόφορος Αιλμάγερ, Κάρολος Ράγκε (σημαιοφόρος), Ερνέστος Ρούστ, Φρειδερίκος Σάντερ, Ιάκωβος Σάντμαν (αξιωματικός), Ερρίκος Σμίτ (αξιωματικός), Ι. Σνάϊντερ (υπολοχαγός), Φρειδερίκος Σέεγκερ και Χάινριχ Σέεγκερ (αδέλφια), Φ. Β. Τάιχμαν (λοχαγός σημαιοφόρος), Ιωάννης Βέτσερ, Νικόλαος Βέτσερ, Νικόλαος Βόλφ (φοιτητής Θεολογίας) , ο Γάλλος Μινιάκ, οι Πολωνοί Μιζιέφσκι και Αλεξάντερ Κουσιανόβσκυ, οι Ιταλοί Πέτρος Ταρέλλα, Ανδρέα Δάνια, Μπατελάνι, Σελεστίν, Φόρτζιο, Βιβιανί, Πλενάριο, ο Ολλανδός Ροδόλφος Χούγκφανς, ο Ρώσος Μπερεντζόφσκι, ο Αιγύπτιος Δαβουσί, οι Ελβετοί Λουδοβίκος Σεβαλιέ, Καίνιχ, Βράνδλιν και οι Μικρασιάτες Άγγελος Ζωντανός, Μανώλης και Γαβρίλος Αμανίτης και ο Σμυρνιός Πέτρος Μέγγος.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Βυζαντίου Χρήστου, Ιστορία των κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών, ων συμμετέσχεν ο τακτικός στρατός, έκδοση Τσουκαλά, Νο 10, 1956.
  • Οικονόμου Μ., Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, έκδοση Τουκαλά, 1ος, Νο 14, 1957. Σπηλιάδη Ν., Απομνημονεύματα, 1ος, 1851.
  • Τρικούπη Σπ., Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, 2ος, 1861.
  • Gordon Thomas, History of the Greek révolution, 1ος, 1832.
  • Jourdain, Mémoires historiques et militaires sur les événements de la Grèce depuis 1822, jusqu’ au combat de Navarin, 1ος, 1828.
  • Voutier, Mémoires sur la guerre actuelle des Grecs, 1823, μετάφραση, Απομνημονεύματα, έκδοση Τσουκαλά, Νο 11, 1957.

 

Σπύρος Δ. Δουκάτος

Ιστορικός

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Οι μεγάλες μάχες του 1821», τεύχος 278, 24 Μαρτίου 2005.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »