Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Greek History’

Φαρμακίδης Θεόκλητος (1784-1860) 


  

Κληρικός, θεολόγος και συγγραφέας (1784-1860), ένας από τους εκδότες του Λογίου Ερμή. Δίδαξε στην Ιόνιο Ακαδημία (1823-1825), και διετέλεσε διευθυντής του Εθνικού Τυπογραφείου και της Επισήμου Εφημερίδος, έφορος του Ορφανοτροφείου της Αίγινας (1832), καθηγητής στο Πανεπιστήμιο και γραμματέας της Ιεράς Συνόδου (1833). Ήταν υπέρμαχος της κήρυξης του Αυτοκεφάλου της ελληνικής Εκκλησίας.

 

Θεόκλητος Φαρμακίδης, χαλκογραφία.

Θεόκλητος Φαρμακίδης, κατά κόσμον Θεοχάρης Φαρμακίδης. Γεννήθηκε στο Νεμπεγλέρ (Νίκαια) της Λάρισας στις 25 Ιανουαρίου 1784. Στη γενέτειρά του διδάχτηκε τα πρώτα γράμματα, πιθανότατα από κάποιο ιερωμένο και σε ηλικία 17 χρονών μετά τον θάνατο τον γονέων του, το 1800, αναχώρησε για τη Λάρισα. Εκεί διδάχτηκε στοιχεία αρχαίων ελληνικών και το 1802 χειροτονήθηκε διάκονος οπότε μετασχημάτισε το βαπτιστικό του όνομα θεοχάρης, σε Θεόκλητος.

Στη συνέχεια φοίτησε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή (1804-1806), στη Σχολή των Κυδωνιών και στην Ακαδημία του Ιασίου (1806-1811) στο Βουκουρέστι όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, καθώς και στη Βιέννη (1811-1818) συμπληρώνοντας τη φιλολογική του μόρφωση – έμαθε λατινικά, γαλλικά και γερμανικά. Γίνεται υπεφημέριος (1811) στο ναό Αγίου Γεωργίου της Βιέννης, θέση που κατείχαν στο παρελθόν ο Νεόφυτος Δούκας και ο Άνθιμος Γαζής˙αρχίζει τη μετάφραση από τα λατινικά της τετράτομης εγκυκλοπαίδειας του Φ. Γιάκομπς, έργο που εκδοθεί στην Κέρκυρα το 1928. Από το 1816 έως το 1818 συνέχισε την έκδοση του περιοδικού Λόγιος Ερμής. Το 1817 υποβάλει παραίτηση από τη θέση του υπεφημέριου του Αγίου Γεωργίου, εξαιτίας του πολέμου που υφίσταται από τα μέλη της ελληνικής κοινότητας της Βιέννης για τα γραφόμενα του «Λόγιου Ερμή».   Υπήρξε μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ενώ ο φιλέλληνας λόρδος Γκίλφορντ του κάλυψε τις δαπάνες των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν (Γοττίγκη) στη Γερμανία το 1819.

Μετά την έναρξη της Επανάστασης ήρθε στην Ελλάδα και τον Αύγουστο του 1821 στην Καλα­μάτα εξέδωσε, με την υποστήριξη του Δημητρίου Υψηλάντη, την πρώτη ελληνική εφημερίδα που κυκλοφόρησε σε ελλαδικό έδαφος. Ήταν χειρόγραφη και έφερε τον τίτλο Ελληνική Σάλπιγξ. Εκδόθηκαν μόνο τρία φύλλα της εφημερίδας, επειδή ο Φαρμακίδης αρνήθηκε να υποταχθεί στις επιταγές της λογοκρισίας που είχε επιβάλει η επαναστατική κυβέρνηση.

Έλαβε μέρος στις δύο πρώτες εθνοσυνε­λεύσεις, διορίστηκε μέλος του Αρείου Πάγου Ανατολικής Ελλάδος, έφορος της Παιδείας και της Ηθικής Ανατροφής των Παίδων και δίδαξε το διάστημα 1823-1825 στην Ιόνιο Ακαδημία.

Το 1825 διορίστηκε από την κυβέρνηση αρχισυ­ντάκτης της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος, επίσημης εφημερίδας της ελληνικής διοίκησης στο Ναύπλιο. Ο Φαρμακίδης θα επιβάλει φιλελεύθερη γραμμή στα πρότυπα των παραδόσεων του Διαφωτισμού, γεγονός που θα προκαλέσει τη σύγκρουσή του με τους πολίτικους (Σπ. Τρικούπης), γι΄ αυτό και θα αντικατασταθεί.

Όντας υποστηρικτής του Αγγλικού Κόμματος του Μαυροκορδάτου, διαφώνησε εξαρχής με τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, τον οποίο θεωρούσε όργανο της ρωσικής πολιτικής. Η κυ­βερνητική λογοκρισία ανακάλυψε επιστολή του με επικριτικό περιεχόμενο για το πρόσωπο του κυβερνήτη και γι’ αυτόν το λόγο δικάστηκε και φυλακίστηκε. Το 1832 ορίζεται  έφορος του κεντρικού σχολείου στην Αίγινα.

Θεόκλητος Φαρμακίδης, ελαιογραφία, 1858.

Μετά την δολοφονία του Καποδίστρια έγινε σύμβουλος της αυλής του Όθωνα επί εκκλησιαστικών θεμάτων. Από τη θέση αυτή ο Φαρμακίδης πρότεινε στον Μάουρερ το αυτοκέφαλον της Ελληνικής Εκκλησίας και την ανεξαρτησία της από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο τελικώς επιβλήθηκε με το Διάταγμα της 23ης Ιουλίου/4ης Αυγούστου 1833.  Η φιλελεύθερη αυτή θέση του πήγαζε από την πεποίθηση πως σκοπός της επανάστασης ήταν η αποτίναξη της οθωμανικής τυραννίας και επομένως η πατριαρχική εξουσία θα εγκυμονούσε κινδύνους επεμβάσεως στα εσωτερικά ζητήματα του νέου κράτους.

Οι συντηρητικοί εκκλησιαστικοί κύκλοι, που ανήκαν στο ρωσικό κόμμα (το οποίο υποστήριζε το ενιαίο εκκλησιαστικό κέντρο, επί τη βάσει των πανσλαβιστικών σχεδίων της Ρωσικής Αυτοκρατορίας) αντέδρασαν εναντίον του ασκώντας του εντονότατη πολεμική για πάνω από δύο δεκαετίες. Επικεφαλής αυτών των κύκλων υπήρξε ο κληρικός Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, έμμισθος σύμβουλος των Ρώσων και κύρια όργανά του η εφημερίδα «Αιών» και το περιοδικό «Ευαγγελική Σάλπιγξ».

Το 1833 διορίστηκε γραμματέας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας του βασιλείου της Ελλάδας (όπως ονομαζόταν τότε η Εκκλησία της Ελλάδας) και το 1837 του δόθηκε η θέση του τακτικού καθηγητή θεολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Υπήρξε στενός φίλος του άλλου μεγάλου διαφωτιστή Θεόφιλου Καΐρη. Είχε την άποψη ότι η Αγία Γραφή έπρεπε να μεταγλωττιστεί στην απλοελληνική, ώστε να γίνεται κατανοητή από τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, θέση που είχε ως αποτέλεσμα νέα πολεμική από τους ίδιους συντηρητικούς κύκλους. Κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου, φοβούμενος τη ρωσική επεκτατικότητα τον κίνδυνο του πανσλαβισμού, τις γεωπολιτικές βλέψεις και τα μακραίωνα συμφέροντα της Ρωσίας στα Βαλκάνια, υιοθέτησε ουδετερόφιλη στάση.

Το 1839 μετατίθεται στη  Φιλοσοφική Σχολή, ενώ συγχρόνως παύεται από τη θέση του γραμματέα της Ιεράς Συνόδου. Το 1840 εκδίδει την «Απολογία» του, έργο με το οποίο υπεραμύνεται των ιδεών και των πράξεών του.

Το 1843 επαναδιορίζεται καθηγητής στη Θεολογική Σχολή στην οποία δίδαξε μέχρι τον θάνατό του, ενώ λίγο αργότερα ο Σπ. Τρικούπης τον ορίζει και πάλι γραμματέα της Ιεράς Συνόδου. Το 1850 το Οικουμενικό Πατριαρχείο παραχωρεί την αυτοκεφαλία στην Εκκλησία της Ελλάδος και ο Φαρμακίδης πρωτοστατεί στη νομοθετική ρύθμιση. Εκοιμήθη σε πλήρη ένδεια στην Αθήνα το 1860.

Στα γραπτά του Αναστασίου Γούδα διαβάζουμε ότι το σπίτι του Φαρμακίδη στην Αθήνα τα απογεύματα ήταν γεμάτο κόσμο,  η συναναστροφή δε μαζί του, ήταν ευχάριστη, διασκεδαστική καθώς ο οικοδεσπότης, εκτός των άλλων, συνδύαζε ευφράδεια λόγου και πνεύματος. Ξεχωριστή αναφορά γίνεται στην αφιλοχρηματία του Φαρμακίδη για την οποία ο βιογράφος καταθέτει προσωπικές και άμεσες μαρτυρίες, καθώς σε πάρα πολλές περιπτώσεις διαθέτει τα χρήματά του για την θεραπεία απόκληρων και καταφρονεμένων. Τα λίγα χρήματα που από το μισθό του κρατούσε για τον εαυτό του, τα διέθετε για την αγορά βιβλίων.

Ιδιαίτερα ταπεινός στο φρόνημα, ώστε και όταν ακόμη του προσφέρθηκε ο «Μεγαλόσταυρος του Σωτήρος» ως αναγνώριση των υπηρεσιών του στο έθνος, ο Φαρμακίδης αρνήθηκε να τον παραλάβει λέγοντας:

« Εάν τι καλόν έπραξα, το εμόν καθήκον εξετέλεσα

Ικανή δε μοι έσεται αμοιβή η συνείδησις, ότι εξεπλήρωσα τούτο».

 

Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης μεταξύ άλλων συνέγραψε:

«Στοιχεία ελληνικής γλώσσης», τ. 4, Βιέννη,  1815 – 1818

«Χρηστομάθεια ελληνική», τ. 3,  Αθήναι, 1837

«Περί Ζαχαρίου υιού Βαραχίου», Αθήναι,1838

«Ο ψευδώνυμος Γερμανός», Αθήναι, 1838

«Απολογία», Αθήναι, 1840

«Η Καινή Διαθήκη μετά Υπομνημάτων αρχαίων», τ. 7, Αθήναι, 1842 – 1845

«Ο Συνοδικός Τόμος ή περί αληθείας», Αθήναι, 1852

 

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας και ο Φαρμακίδης», τεύχος 38, 6 Ιουλίου 2000.
  •  Πάπυρος – Λαρούς, «Γενική Παγκόσμιος Εγκυκλοπαίδεια », Τόμος 12ος , Αθήναι, 1963.
  •  Αναστάσιος Ν. Γούδας, «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», 1866 – 1870.

 

Διαβάστε ακόμη:

Η δίκη του Θεόκλητου Φαρμακίδη (1829 – 1830)

Read Full Post »

Επίκουρος, ο υμνητής του «ευ ζην»


 

Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011  και ώρα 6.30΄ μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» θα μιλήσει:

 η κ. ΄Ελενα Μπρούμη- Χρυσοπούλου

Βιβλιοθηκονόμος

δισέγγονη του Αρχιτέκτονα του Μεγάρου του « ΔΑΝΑΟΥ»

Ιφικράτη Κοκκίδη,

με θέμα: « Επίκουρος, ο υμνητής του «ευ ζην».

Θα ακολουθήσει συζήτηση.

Η παρουσία σας θα αποτελέσει τιμή για την ομιλήτρια και τον Σύλλογο.

 

Έλενα Μπρούμη- Χρυσοπούλου

Η κ. Έλενα Μπρούμη-Χρυσοπούλου είναι πτυχιούχος του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Βιβλιοθηκονομίας. Έχει ασχοληθεί με την επιμέλεια ποιητικών συλλογών και λογοτεχνικών κειμένων, την στελέχωση βιβλιοθηκών στα ακριτικά σχολεία της χώρας και την οργάνωση διαλέξεων, κοινωνικών εκδηλώσεων και εκδρομών.

Προσέφερε τις υπηρεσίες της, στις βιβλιοθήκες του Κολλεγίου Αθηνών και του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας. Γνωρίζει την Γαλλική και Αγγλική γλώσσα.

Έχει εκδώσει την Ποιητική συλλογή: « Η ζωή μου σε λίγα τραγούδια» (πρόλογος Λιλίκας Νάκου) και την Βιογραφική λογοτεχνία: « Ένα λουλούδι που το λένε Αμαρυλλίς» Ιδιωτική έκδοση, Απρίλιος, 2010. Έχει δημοσιεύσει άρθρα της στα περιοδικά: Νέα Εστία, Γονείς, Ομοιοπαθητική Ιατρική και Ιλισσός.

Είναι μέλος του Αρχαιοφίλου Ομίλου Εκδρομών, Α.Ο.Ε. με σειρά διαλέξεων με θέμα την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και  της Ένωσης Γονέων Νοητικώς Υστερούντων Ατόμων Ε.Γ.Ν.Υ.Α. με ενεργό, εθελοντική προσφορά. Είναι δισέγγονη του Αρχιτέκτονα του Μεγάρου του « Δαναού»  Ιφικράτη Κοκκίδη.

 

Ιφικράτης Κοκκίδης (1833-1922)

Συνταγματάρχης. Μεθοδικός, πολίτης του κόσμου και με κύρος στην Ελληνική κοινωνία η οποία τον τιμούσε ως ήρωα, ήταν ο άνθρωπος ο οποίος συντόνισε τις προσπάθειες για την υποδοχή και την φιλοξενία των ξένων κατά την διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896. Υπήρξε Επιτελάρχης του Ελληνικού Σώματος Στρατού το οποίο εισήλθε στην υπό Οθωμανική κατοχή Θεσσαλία, το 1876. Γνώριζε τουλάχιστον τρεις γλώσσες και από το 1890 ήταν καθηγητής της Στρατιωτικής Ιστορίας στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων  Αποστρατεύθηκε σε ηλικία 63 ετών, τον Ιούνιο του 1896, μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

                              

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Οι εμπειρικοί γιατροί και η συμβολή τους στην περίθαλψη των αγωνιστών κατά την επανάσταση του 1821


 

Μετά την κατάκτηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τους Τούρκους και ιδιαίτερα κατά την διάρκεια των δυο πρώτων αιώνων, οι χριστιανικοί πληθυσμοί και στα πλαίσια αυτών η ελληνική φυλή, υπέστη τα πάνδεινα από τον κατακτητή. Η πνευματική ηγεσία του Βυζαντίου παίρνοντας μαζί της τα «τυλιγάδια και τα περγαμηνά», όπως μας λέει ο εθνικός μας ποιητής, έφυγε στη Δύση συμβάλλοντας εκεί στην Αναγέννηση. Οι κατακτημένοι πληθυσμοί ζούσαν πλέον σε μια κατάσταση βαρείας πνευματικής και οικονομικής εξαθλιώσεως και χωρίς στοιχειώδη κοινωνική και ιατρική μέριμνα.

Η αξιοθαύμαστη όμως ζωτικότητα της ελληνικής φυλής κατόρθωσε να διατηρήσει το εθνικό φρόνημα και να παρουσιάσει από τα μέσα ήδη του 16ου αιώνα τα πρώτα σημεία πνευματικής αναγεννήσεως του Ελληνισμού με επιδόσεις όχι μόνο στα γράμματα αλλά και σε πρακτικούς τομείς δραστηριοτήτων, όπως στο εμπόριο, την ναυτιλία και την βιοτεχνία. Η εξέλιξη αυτή προχωρεί με ταχύτερους ρυθμούς από τις αρχές του 18ου αιώνα και φθάνει στο τέλος του ίδιου αιώνα σε μια μεγάλη, εκπληκτική θα λέγαμε, αναγέννηση της φυλής που δεν περιορίζεται μόνο στον ελληνικό χώρο.

Οι προερχόμενοι από τα σπλάχνα του λαού εμπορευόμενοι, ιδρύουν ελληνικές παροικίες στις μεγάλες εμπορικές πόλεις του εξωτερικού, όπως στη Βενετία, στην Τεργέστη και στις παραδουνάβιες και παρευξείνειες πόλεις. Η οικονομική αυτή πρόοδος, μαζί με τις γνώσεις και την εμπειρία που απέκτησαν οι Έλληνες του εξωτερικού από την επαφή τους με τους ευρωπαίους, ευνόησε τις σπουδές ελληνοπαίδων προερχομένων τόσον από τις ακμάζουσες ελληνικές παροικίες όσο και από τη δούλη πατρίδα, στα πανεπιστήμια της Ευρώπης, και ιδίως της Ιταλίας.

Αδαμάντιος Κοραής (1748 – 1833)

Κατά τον 18ο αιώνα οι Έλληνες σπουδαστές του εξωτερικού σπούδαζαν, κατά προτίμηση θα λέγαμε, Ιατρική.[1] Η προτίμηση αυτή ωφείλετο όχι μόνο σε οικονομικούς λόγους αλλά και στην δυνατότητα που τους παρείχε το ιατρικό επάγγελμα να διακρίνονται μέσα στο χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, διότι όπως μας λέει και ο Κοραής, «το θηριώδες έθνος εις μόνους τους Ιατρούς αναγκάζεται να υποκρίνεται κάποιαν ημερότητα».[2] Οι επιστήμονες Ιατροί επανερχόμενοι στην πατρίδα όχι μόνο βοηθούσαν ιατρικώς τους αδελφούς τους αλλά καθίσταντο και «κήρυκες του υπέρ της πατρίδος και της παιδείας έρωτος και έκαστος οίκος», όπως γράφει ο Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός, «εχρησίμευε αυτοίς ως καθηγητική έδρα και εκάστη οικογένεια ως ακροατήριον».[3]

Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι κατά τους αιώνες αυτούς και μέχρι των προεπαναστατικών χρόνων ακόμη, η Ιατρική δεν αποτελούσε συγκεκριμένη και εντελώς ξεχωριστή, από πλευράς διδασκαλίας στα Πανεπιστήμια, επιστήμη. Για το λόγο αυτό, οι επιδιδόμενοι στην Ιατρική καλλιεργούσαν ταυ­τοχρόνως και άλλους επιστημονικούς κλάδους, όπως η φιλολογία, η φιλοσοφία (εξ ου και η ονομασία ιατροφιλόσοφος), η θεολογία, τα μαθηματικά κ.λπ. Συχνά οι Ιατροί της εποχής εκείνης εμφανίζονται ως συγγραφείς επιστημονικών έργων σε θέματα των παραπάνω επιστημών ή και να διδάσκουν ακόμα τις επιστήμες αυτές σε ξένα πανεπιστήμια.[4]

Όμως οι περισσότεροι από τους επιστήμονες ιατρούς άσκησαν το επάγ­γελμά τους στο εξωτερικό, όπως στις ελληνικές παροικίες της Ευρώπης, στη Κωνσταντινούπολη, στο Βουκουρέστι, στα Επτάνησα, στην Αυλή του Αλή-Πασά. Ολίγοι μόνο επέστρεψαν στην πατρίδα τους και πρόσφεραν τις Ιατρικές τους υπηρεσίες στον ελληνικό λαό.[5]

Όσα περιληπτικά αναφέρθηκαν ανωτέρω, καταδεικνύουν την μεγάλη έλλειψη επιστημόνων Ιατρών στις ελληνικές περιοχές, παρά το γεγονός ότι το συνολικό δυναμικό του Έθνους σε επιστήμονες Ιατρούς ήταν αρκετά μεγάλο.[6] Οι συνθήκες ήσαν κατάλληλες στην Ελληνική ύπαιθρο για να αναπτυχθούν και να ευδοκιμήσουν όλα τα παράσιτα του ιατρικού επαγγέλματος, όπως διαφόρων ειδών ψευτογιατροί, αγύρτες, τσαρλατάνοι και μάλιστα όχι μόνο Έλληνες αλλά και αλλοεθνείς, όπως Τούρκοι, Αλβανοί και Ευρωπαίοι υπηρέτες ιατρών ή υπάλληλοι φαρμακείων στην πατρίδα τους.

Ανάμεσά τους ήταν μια μεγάλη κατηγορία ψευτογιατρών στους οποίους είχε δοθεί το όνομα «κομπογιαννίτες», λέξη που προέρχεται από το κομπόνω (= απατώ) και Γιαννίτης (= Ιωαννίτης), διότι η καταγωγή των περισσοτέρων ήταν η Ήπειρος και ιδιαίτερα τα Ιωάννινα. Κατ’ άλλους ονομάζοντο κομπογιαννίτες γιατί είχαν δεμένα τα θεραπευτικά τους βότανα σε κόμπους μαντιλιών. Της ίδιας κατηγορίας γιατροί στην Ήπειρο ήσαν οι βικογιατροί, οι όποιοι συνέλεγαν τα βότανά τους από την πλούσια φαρμακευτική χλωρίδα της χαράδρας του Βίκου.

Συνέχεια των κομπογιαννιτών ήσαν οι καλογιατροί και μια ιδιαίτερη κατηγορία αυτών, οι σπασογιατροί, που ήσαν ειδικοί θεραπευτές των καταγμάτων και εξαρθρημάτων αλλά και της βουβωνοκήλης.[7]

Περιγραφή των «γιατρών» αυτών μας άφησε και ο Pouqueville, ιατρός πρόξενος της Γαλλίας στον Αλή Πασά. Περιγράφει τους εμπειρικούς γιατρούς που έβγαζε το Λεσκοβίκι, το φυτώριο των καλογιατρών, που αν και δεν κατείχαν γνώσεις ανατομικής εκτελούσαν με ιδιαίτερη επιδεξιότητα την εγχείρηση της βουβωνοκήλης.[8] Ψευτογιατροί διαφόρων προελεύσεων υπήρχαν τότε σε όλη τη χώρα, όπως στη Θράκη[9] και στη Χίο.[10]

Ποίοι όμως ήσαν οι εμπειρικοί (ή πρακτικοί) γιατροί για τους οποίους θα γράψουμε παρακάτω; Εμπειρικοί γιατροί ήσαν εκείνοι που ασκούσαν την λαϊκή ή δημώδη ιατρική και αναμφισβήτητα δεν είχαν καμμία σχέση με τους αγύρτες και τους τσαρλατάνους. Βεβαίως δεν ήσαν μια ξεχωριστή κατηγορία εμπειρικών θεραπευτών.

Τους βικογιατρούς και τους καλογιατρούς που από όλους αναφέρονται ως ψευτογιατροί, δεν μπορούμε να τους αποκλείσουμε όλους από την κατηγορία των εμπειρικών Ιατρών. Έχουμε τη γνώμη ότι ο όρος «εμπειρικός γιατρός» περιλαμβάνει ένα μεγάλο φάσμα ατόμων ασκού­ντων τη λαϊκή ή δημώδη Ιατρική, κληρονόμοι κατά κανόνα μιας μακράς τέχνης. Εκείνο δε που ιδιαίτερα ξεχωρίζει τους εμπειρικούς γιατρούς από τους τσαρλατάνους είναι η έντιμη κατά κανόνα άσκηση της τέχνης τους και ο τρόπος που απέκτησαν τις γνώσεις τους.

Οι εμπειρικοί γιατροί ήσαν πολλοί κατά τα προεπαναστατικά χρόνια. Απέκτησαν τις όποιες ιατρικές γνώσεις συνήθως εκ παραδόσεως από τον πατέρα στο γιο, μέσα σε «ιατρικές» οικογένειες ή κατά τη μαθητεία κοντά σε άλλους εμπειρικούς. Βοηθήματα για την εκμάθηση της τέχνης ήσαν και τα Ιατροσόφια, χειρόγραφοι ιατρικοί κώδικες, που περιέχουν ιατρικά κείμενα συνερανισθέντα από παλαιά (ήδη από της εποχής του Ιπποκράτους) και νε­ώτερα ιατρικά συγγράμματα. Βεβαίως τα περισσότερα από τα Ιατροσόφια δεν διακρίνονται για την επιστημονικότητά τους, καθώς περιέχουν στοιχεία μαγείας, αντιμαγικά φίλτρα, εξορκισμούς κ.λπ. Περιέχουν όμως και περιγραφές νόσων, χειρουργικές οδηγίες και, κυρίως, μεγάλους καταλόγους θεραπευτικών βοτάνων με ενδείξεις και οδηγίες για τη χρήση τους.[11]

Πολλοί εμπειρικοί γιατροί είχαν διδαχθεί την ιατροφαρμακευτική τέχνη σε σχολεία που λειτούργησαν στη χώρα ιδία κατά τα προεπαναστατικά χρόνια, όπως ήταν το Σχολείο Επιστημών και Ιατρικής που ίδρυσε ο Ανάργυρος Πετράκης το 1812.[12] Στο σχολείο αυτό δίδαξε από το 1813 ο ιατροφιλόσοφος, διδάσκαλος του έθνους, Διονύσιος Πύρρος ο Θετταλός, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Πίζας. Στην Κέρκυρα εδιδάσκοντο στοιχεία Ιατρικής και Μαιευτικής.

Γκίλφορδ Φρέντερικ Νορθ

Από το 1805-1824 λειτούργησε η πρώτη Δημόσια Σχολή μέχρι της ιδρύσεως της Ιονίου Ακαδημίας, η οποία ως ανωτέρα Ιατρική Σχολή λειτούργησε μόνο στο χρονικό διάστημα από το 1824 έως το 1827, όταν απεβίωσε ο ιδρυτής της φιλέλληνας λόρδος Φρειδερίκος Γκίλφορδ.[13] Στο Μυστρά λίγο προ της επαναστάσεως συνεστήθη Σχολείο Ιατροχειρουργικής από τον διάσημο εμπειρικό γιατρό Παναγιώτη Γιατράκο. Στο σχολείο αυτό εκπαιδεύτηκαν και μετεκπαιδεύτηκαν στην Ιατρική και στην επείγουσα Χειρουργική, όχι μόνο οι 5 αδελφοί του Παναγιώτη Γιατράκου, διάσημοι και αυτοί εμπειρικοί γιατροί, αλλά και άλλοι που πρόσφεραν πολύτιμες ιατρικές υπηρεσίες στον αγώνα όπως ο Απόστολος Αλεξάκης, ο Ανδρέας Πετιμεζάς, ο Θεόδωρος Καστανής, ο Παναγιώτης Βενετσανάκος, ο Ηλίας Αραπάκης κ.α.[14]

Στη Χίο ήδη από τον 16ο αιώνα (στη Σχολή της Χίου) εδιδάσκοντο, πλην των εγκυκλίων μαθημάτων, οι θετικές επιστήμες, η φιλοσοφία και ιδιαιτέρως η ιατρική, δηλαδή πρακτικά μαθήματα Ιατρικής με τα οποία εκπαίδευαν τους μαθητές της Σχολής ιατροί επιστήμονες που επέστρεφαν στη Χίο μετά τις σπουδές τους στην Ιταλία.[15] Έτσι το Έθνος, με την έναρξη της Επαναστάσεως, διέθετε ικανό αριθμό εμπειρικών γιατρών με ιατρικές γνώσεις παραδεκτές, ώστε να μπορούν να προσφέρουν βοήθεια στους τραυματίες του αγώνος. Είναι χαρακτηριστική η διαπίστωση, ότι, με κάποιες εξαιρέσεις βέβαια, η πλειονότης των πρακτικών Ιατρών ήσαν άτομα υψηλού ήθους, ανιδιοτελείς και με βαθύ το αίσθημα της φιλοπατρίας και του αλτρουισμού. Μεταξύ αυτών υπήρχαν πολλοί ιερωμένοι και μοναχοί διάσημοι για τις ιατρικές γνώσεις τους.

Οι επιδόσεις των πρακτικών αυτών θεραπευτών στη χειρουργική περιποίηση των τραυμάτων και στην ανάταξη καταγμάτων και εξαρθρημάτων τους έδωσε τον τίτλο του «Ιατροχειρούργου», τίτλο τον οποίον δεν είχαν συνήθως οι επιστήμονες ιατροί που αποκαλούντο φυσικοί ιατροί ή απλώς γιατροί. Για τις γνώσεις τους αυτές έχαιρον ιδιαίτερα εκτιμήσεως μεταξύ των απλών πολιτών της χώρας, που πολλές φορές τους ενεπιστεύοντο περισσότερο από τους επιστήμονες ιατρούς.

Τις ιατρικές γνώσεις των εμπειρικών δεν πρέπει να τις κρίνουμε με τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα, αλλά λαμβάνοντες υπ’ όψη το επίπεδο της Ιατρικής της εποχής εκείνης, δηλαδή του τέλους του 18ου και της αρχής του 19ου αιώνα. Η μεγάλη πρόοδος της Ιατρικής επιστήμης πραγματοποιήθηκε στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα. Ο Παστέρ, ο Κώχ και ο Λίστερ γεννήθηκαν στα χρόνια της επαναστάσεως. Θα μπορούσαμε να ειπούμε ότι, στην πράξη, η ιατρική περίθαλψη που πρόσφεραν οι επιστήμονες ιατροί δεν ήταν εξαιρετικά ανώτερη από αυτή των εμπειρικών γιατρών, ιδιαίτερα στη χειρουργική περιποίηση των τραυμάτων στην οποία οι εμπειρικοί απεδείχθησαν πολύ χρήσιμοι. Βέβαια όλοι οι εμπειρικοί δεν ήσαν εξίσου άψογοι ή αποτελεσματικοί στη δουλειά τους. Μεταξύ τούτων υπήρξαν κάποιοι κακοί μέχρι και επικίνδυνοι στις χειρουργικές πράξεις τους, για τους οποίους γράφουν επικριτικά Έλληνες και ξένοι επιστήμονες ιατροί.[16]

Έχουν καταγραφεί περίπου 185 εμπειρικοί. Φαίνεται όμως ότι ήσαν περισσότεροι. Έδρασαν στην πρώτη γραμμή των μαχών, στα στρατόπεδα των αγωνιστών και στα πρόχειρα νοσηλευτήρια. Το μέγιστο μέρος της περιθάλψεως των αγωνιστών ανελήφθη και εκτελέστηκε από τους εμπειρικούς γιατρούς. Είναι γνωστό ότι από τους επιστήμονες Ιατρούς που διέθετε τότε το έθνος μόνο μικρός αριθμός κατήλθε στα πεδία των μαχών για να περιθάλψει τραυματίες.[17] Βέβαια η γενική προσφορά των επιστημόνων Ιατρών στην υπόθεση του αγώνα ήταν πολύ μεγάλη.

Αρκεί να θυμηθούμε ότι ιατροί επιστήμονες υπήρξαν μεγάλοι διαφωτιστές, όπως ο Αδ. Κοραής, διάσημοι Φιλικοί και διδάσκαλοι της Φιλικής Εταιρείας, μεγάλοι πολιτικοί της Επαναστάσεως, όπως ο μεγάλος Καποδίστριας και ο Ιω. Κωλέττης, οργανωτές των φιλελληνικών κομιτάτων στην Ευρώπη, όπως ο Πέτρος Ηπίτης κ.ά. Βοήθεια στην περίθαλψη των τραυματιών και ασθενών προσέφεραν και λίγοι από τους 70 ξένους ιατρούς, μεταξύ των οποίων διακρίθηκαν οι Treiber, Howe, Bailly, Elster, Gosse, Millingen και Bruno.

Οι οργανώσαντες την επανάσταση που εκδηλώθηκε αιφνιδιαστικά δεν είχαν προβλέψει κανένα μέτρο για Διοικητική Μέριμνα (επιμελητεία) των επανα­στατικών σωμάτων. Ήταν φυσικό οι υπόδουλοι να μην έχουν την δυνατότητα να προετοιμάσουν και να οργανώσουν Διοικητική Μέριμνα. Τα στρατιωτικά τμήματα (μπουλούκια), ιδιαίτερα κατά τα πρώτα χρόνια του αγώνα, έπρεπε να φροντίσουν από μόνα τους για την εξασφάλιση γιατρών και τον εφοδιασμό με φάρμακα και υγειονομικό υλικό. Τούτο όμως δεν ήταν εύκολο και εξαρτάτο από την οικονομική δυνατότητα των τμημάτων, την προσωπικότητα των καπεταναίων και την επιθυμία τους ή μη να έχουν γιατρούς στο στράτευμά τους, και από την δυνατότητα παροχής φαρμάκων και υγειονομικών υλικού από την Προσωρινή Διοίκηση. Οργανωμένη Υγειονομική Υπηρεσία δεν υπήρξε. Βέβαια τον Απρίλιο του 1822 εξεδόθη Διάταγμα με το οποίο προεβλέπετο η ύπαρξη γιατρών στον Τακτικό Στρατό που αποφασίσθηκε να οργανωθεί, όμως ουσιαστικά ουδέποτε ελειτούργησε Υγειονομική Υπηρεσία.

Ο αγώνας ήταν αγώνας ατάκτων χωρίς σταθερό μέτωπο και μετόπισθεν όπου θα μπορούσαν ν’ αναπτυχθούν νοσηλευτικά τμήματα και νοσοκομεία. Τα στρατιωτικά τμήματα εκινούντο συνεχώς σε διαφορετικές περιοχές, η υγιεινή κατάσταση του πληθυσμού ήταν άθλια, με τις επιδημίες να διαδέχονται η μια την άλλη και οι ελλείψεις σε φαρμακευτικό και επιδεσμικό υλικό τεράστιες. Εκείνο που εντυπωσιάζει στο θεσμό των εμπειρικών γιατρών είναι ότι πολλοί από αυτούς ήσαν ταυτοχρόνως και πολεμιστές που έλαβαν μέρος στον αγώνα με δικά τους στρατιωτικά σώματα ή αποσπάσματα όπως κατά τον Τρωικό πόλεμο όπου πολλοί πολεμιστές είχαν και ιατρικές γνώσεις.[18] Τα πλήρη επαίνων πιστοποιητικά των αρχηγών της Επαναστάσεως, όπως του Θ. Κολοκοτρώνη, του Πετρόμπεη, του Καν. Δεληγιάννη κ.ά. μαρτυρούν, την πολύτιμη συμβολή τους στην περίθαλψη των τραυματιών και ασθενών.

Με τα πιστοποιητικά αυτά τα οποία υπέβαλαν στις Επιτροπές Εκδουλεύσεων του Αγώνος παρακαλούσαν το φτωχό ελληνικό κράτος να τους βοηθήσει κυρίως οικονομικά (αλλά και ηθικά), διότι διέθεσαν τα πάντα στον αγώνα με αποτέλεσμα να μείνουν ενδεείς. Στα πιστοποιητικά αυτά διαβάζουμε τη συγκινητική διαβεβαίωση των αρχηγών για τον πατριωτισμό, τις θυσίες, την αφιλοκέρδεια και γενικά για τη μεγάλη προσφορά τους στον αγώνα.

Ο αυστηρός Φιλήμων γράφει για την περίθαλψη των τραυματιών αναφερόμενος στο πρώτο έτος της επαναστάσεως:

 

«Ελλείποντος οιουδήποτε Νο­σοκομείου Στρατιωτικού, οι τραυματίαι και ασθενείς παρεπέμποντο εις τας οικίας αυτών, ή εις την πλησιεστέραν πόλιν ή μονήν ή χωρίον άλλως οι στρατιώται ενοσοκόμουν τούτους, τυγχάνοντας αλλοδαπούς μάλιστα, όπου και όπως ηδύναντο γραία δε τις ή κουρεύς, ή μοναχός ή εμπειρικός επεσκέπτοντο αυτούς, πολλάκις στερούμενοι και αυτών των προχειρότερων οργάνων, οίον μήλης, ή φλεβοτόμου, αλοιφής ή κηρωτής, τιλτού[19] και των τοιούτων. Οίκοθεν δε ωμολόγηται ότι της ικανότητος των τοιούτων ιατρών και χει­ρούργων προεξήρχε η συνδρομή της φύσεως, αρπάζουσα από της χειρός αυ­τών πλείστα θύματα. Σπανιώτατοι ήσαν και περιοδικοί ανεφέροντο επιστή­μονες ιατροί, ανθ’ ων, οφείλομεν ειπείν εμπειρικοί τίνες χειρούργοι ως εν Πελοποννήσω ο Παν. Ιατράκος και εν τη Ανατολική Ελλάδι, ο εκ της Αταλάντης αιχμάλωτος Τούρκος Κούρταλης, παρά τούτοις δε και τίνες μυ­στηριώδη τινα κατά παράδοσιν γνωρίζοντες φάρμακα εκ χόρτων και άλλων συνθέσεων κατά πολύ ωφέλιμοι εγίνοντο».[20]

 

Μεταξύ των εμπειρικών γιατρών υπήρξαν πολλοί ιερωμένοι και μοναχοί που πρόσφεραν τις ιατρικές τους υπηρεσίες σε Μονές που τις είχαν μετατρέψει σε νοσηλευτήρια. Τα μοναστήρια δεν λειτούργησαν μόνο ως νοσοκομεία, άλλα και ως αποθήκες ανεφοδιασμού με υλικό, αναπληρώνοντας την παντελώς ελλείπουσα επιμελητεία των ατάκτων επαναστατικών στρατευμάτων. Ανα­φέρονται τουλάχιστον 14 τέτοιες μονές – νοσηλευτήρια.

Διάσημοι μοναχοί ε­μπειρικοί ιατροί αναφέρονται ο Ηγούμενος της Μονής Φανερωμένης της Σαλαμίνας Γρηγόριος, που μετέτρεψε τη Μονή του σε Νοσοκομείο, ο Ηγού­μενος της Μονής Κανδύλας Καλλίνικος και ο επίσης Ηγούμενος της Μονής του Κάτω Αγίου Γεωργίου Άργους Δανιήλ που εθεωρείτο άριστος εμπειρικός γιατρός.[21] Η έλλειψη φαρμάκων και υγειονομικού υλικού ήταν μεγάλη τόσο για τους επιστήμονες όσο και για τους εμπειρικούς γιατρούς.

Τα κυριώτερα φάρμακα που εχρησιμοποιούντο από τους εμπειρικούς γιατρούς για τους παθολογικούς ασθενείς ήσαν διαφόρων ειδών βότανα, έγχυμα αψινθίου κατά της γρίππης, αφεψήματα ξυλοκεράτων και σύκων. Μέθοδοι θεραπείας ή εφαρμογή σικνών και η φλεβοτομία εφ’ όσον υπήρχε ειδικός φλεβοτόμος. Η θεραπεία των τραυμάτων εγένετο δι’ επιθέσεως επί αυτών τεμαχίου υφάσματος εμβρεχομένου δια ρακής, ή δε αιμόσταση δια πυρακτωμένου σιδήρου.

Η επίδεση των καταγμάτων γινόταν δια ταινιών υφάσματος μετά λεπτών ναρθηκίων εκ ξύλου, φλοιού δέντρου ή καρτονίων. Η εξωτερική επιφάνεια του επιδέσμου επεχρίετο με αλοιφή που κατασκευαζόταν από σαπούνι και ρακί.[22] Μέσα στις πληγές συχνά εισήγαγαν αλοιφή από λεύκωμα ωού και λάδι.[23] Ο Μακρυ­γιάννης στα απομνημονεύματά του αναφέρει ότι έρραβαν τα τραύματα με μυρμηγκοκεφαλές.[24]

Γιατράκος Παναγιώτης

Οι Γιατράκοι από την Άρνα Λακωνίας ήσαν οι πιο διάσημοι εμπειρικοί γιατροί του Αγώνα. Εξασκούσαν από τα πολύ παλιά χρόνια την πρακτική ιατρική την οποία οι υιοί εδιδάσκοντο από τον πατέρα στα πλαίσια μιας ιατρικής οικογένειας. Κατά την επανάσταση οι αδελφοί Γιατράκοι προσέφε­ραν εξαιρετικές υπηρεσίες όχι μόνο ως πρακτικοί γιατροί αλλά και ως πολεμιστές.[25]

Ο Παναγιώτης Γιατράκος είχε σπουδάσει για βραχύ χρονικό διάστημα Ιατρική στην Ιταλία. Ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Πριν από την έναρξη του αγώνα ίδρυσε, όπως αναφέραμε ήδη, Ιατροχειρουργικό Σχολείο στο Μυστρά όπου μαθήτευσαν πολλοί εμπειρικοί γιατροί του αγώνα αλλά και οι πέντε αδελφοί του, διάσημοι και αυτοί εμπειρικοί γιατροί και πολε­μιστές. Εκ τούτων ο Νικόλαος Γιατράκος κατά τα αρχικά στάδια του αγώνα συμμετείχε κυρίως ως γιατρός και στα μεταγενέστερα ως πολεμιστής.

Στα αρχεία του Γιάννη Βλαχογιάννη υπάρχει το δικό του «Κατάστιχο όσους εθεράπευσα πληγωθέντας εις τον Ιερό αγώνα επικυρωμένο παρά της Πελοπον­νησιακής Γερουσίας τη 4 Νοεμβρίου 1822 εν Τριπόλει εις την εποχήν του Δράμαλη, του οποίου το πρωτότυπον ευρίσκεται εις τα Αρχεία της Πελο­ποννησιακής Γερουσίας».[26] Ανάλογο κατάστιχο «δι’ όσους εθεράπευσα από την αρχή της επαναστάσεως αμισθί με ίδια μου έξοδα» μας έχει αφήσει ο Ηλίας Γιατράκος.[27]

Στο τελευταίο αυτό 137 τραυματίες αναφέρονται ονομαστικά με το είδος του τραύματος, την εγχείρηση που τους έγινε και τον χρόνο αποθεραπείας. Και στα δυο αυτά, εξαιρετικού ενδιαφέροντος ντοκουμέντα φαίνεται σαφώς ότι οι αδελφοί Γιατράκου εγνώριζαν να εξετάζουν το τραύμα, να το καθορίζουν και να αφαιρούν το βλήμα, τις οστικές παρασχίδες ή μεγαλύτερα θραύσματα οστών που είχαν μείνει στους ιστούς. Στην αφαίρεση αυτή απέδιδαν ιδιαίτερη σημασία για την ευνοϊκή πορεία του τραύματος. Συχνά διαβάζουμε στο κατάστιχο φράσεις όπως: «του έβγαλα μέρος κόκκαλο και τον εκύτταξα (δηλ. παρακολούθησα) ημέρες 30».

Ένας εξέχων εμπειρικός Ιατρός ήταν ο Χρήστος Νικολαίδης από τον Πολύγυρο της Χαλκιδικής. Ήταν γιος πλούσιου γαιοκτήμονα και είχε διδαχθεί την εμπειρική ιατρική, όπως λέει ο ίδιος, από τον Ιερόθεο Ιωαννίδη. Μαζί με τους δυο αδελφούς του και 154 τάλληρα για οικονομική βοήθεια του αγώνα κατέβηκαν στον Μωριά να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Τα δυο αδέλφια του έπεσαν μαχόμενα για την πατρίδα. Εκείνος, όπως αναφέρει, προσέφερε κατά το διάστημα του αγώνος και μετέπειτα σημαντικές υπηρεσίες «αμισθί, οτέ μεν εις το οποίον απετέλουν μέρος, οτέ δε εις τα Στρατιωτικά Νοσοκομεία, εις το Ναυτικόν και εις τους πολίτας εν γένει, ως αποδεικνύεται εκ των συναπτομένων εγγράφων».[28]

Ο Γάλλος Φιλέλληνας Ιατρός Dr. Blondeau που είχε αποσταλεί από το φιλελληνικό κομιτάτο και είχε διορισθεί αρχίατρος του Στρατού της Ανατολικής Ελλάδος βεβαιοί ότι εξ 86 ασθενών και τραυματιών είχαν θεραπευθεί από αυτόν άπαντες, ο δε Κριεζώτης στην χιλιαρχία του οποίου ήταν χειρουργός ο Νικολαίδης πιστοποιεί επίσης ότι «ιάτρευσε 59 εκ των τραυματιών της Χιλιαρχίας του με ίδια ιατρικά χωρίς να λάβει από κανένα τίποτα».[29]

Μετά την απελευθέρωση ο Νικολαίδης διετέλεσε διευθυντής του Στρ. Νοσοκομείου Σαλαμίνος παρά το γεγονός ότι είχε ελάχιστες γραμματικές γνώ­σεις. Το 1828 υπέβαλε ένα γενικό κατάλογο ως ιατροχειρουργός της Ε’ χιλιαρχίας «περί των εξ αυτού θεραπευομένων ασθενών και πληγωμένων στρατιωτών»,[30] στον οποίο αναγράφονται τα ονόματα 140 στρατιωτών με τις παθήσεις και τα τραύματά τους.

Οι εμπειρικοί ήσαν εκείνοι που ίδρυσαν και ελειτούργησαν τα νοσηλευτή­ρια, που στα πρώτα χρόνια, ιδιαίτερα, της επαναστάσεως αναπλήρωσαν τα ελλείποντα νοσοκομεία. Τα νοσηλευτήρια ή θεραπευτήρια διατηρήθηκαν σε λειτουργία με εράνους και με τη συγκινητική προσφορά των Ιατρών, κυρίως των εμπειρικών, που δαπάνησαν δικά τους χρήματα και χορηγούσαν δικά τους φάρμακα και υγειονομικό υλικό κατά κανόνα δωρεάν.

Το θεραπευτήριο της Βυτίνας στη Γορτυνία οργανώθηκε από τον Νικόλαο Θεοφιλόπουλο, διάσημο εμπειρικό Ιατροχειρουργό, στο σπίτι του και λειτούργησε με δικά του έξοδα. Από μια αναφορά του προς το Υπουργείο Πολέμου[31] μαθαίνουμε ότι στο θεραπευτήριό του ο Θεοφιλόπουλος περιέθαλψε ή εξέτασε κατά την διάρκεια του πολέμου 171 τραυματίες και 149 ασθενείς, οι περισσότεροι από τους οποίους αναφέρονται ονομαστικώς.[32] Στην αρχή του αγώνα ο Θεοφιλόπουλος εργάστηκε ταυτοχρόνως και στο στρατόπεδο των Τρικόρφων.

 Οι αρχηγοί του αγώνα Θ. Κολοκοτρώνης, Καν. Δεληγιάννης και Δημ. Πλαπούτας βεβαιώνουν ότι:

«ΟΝικόλαος Θεοφιλόπουλος, ανήρ τίμιος και πα­τριώτης, την τέχνην ιατροχειρούργος αφ’ ης στιγμής ηνεώχθη ο υπέρ πατρί­δος ιερός αγών συνετέλεσεν ολοπροθύμως θεραπεύων πληγωθέντας, τους εν ταις διαφόροις μάχαις ιδίοις αυτού αναλώμασι και βοτάνοις κατά τας διαφό­ρους διαταγάς των οπλαρχηγών. Περιπλέον δε εμού του γενικού Αρχηγού Θ. Κολοκοτρώνη και ημών των υποφαινομένων, ώστε καθ’ όλον το διάστημα της του ιερού αγώνος μας πενταετίας, δεν έλαβε πόθεν οβολόν δια τας απείρους του εκδουλεύσεις και έξοδα».

Το Θεραπευτήριον της Βυτίνας, το σπίτι δηλαδή του Θεοφιλόπουλου, πυρπολήθηκε από τον Ιμπραήμ. Την αναφορά – αίτησή του τελειώνει ο Θεοφιλόπουλος με την εξής συγκινητική φράση: «….και παρακα­λώ θερμώς να εξεύρη το Σόν Εκτελεστικόν δι’ εμέ πόρον αποζημιώσεως εις απάντησιν της ανάγκης μου, και δια τους κόπους μου σιωπώ και αφήνω εις την επίκρισιν της Σ. Διοικήσεως δια να αποφασίση ό,τι απαιτεί το δίκαιον. Και με όλον το καθήκον σέβας μένω…» (2 Μαρτίου 1826).

Ο Χασάν Αγάς Κούρταλης, Τούρκος Ταλαντινός, ήταν προ της Επαναστάσεως διάσημος εμπειρικός ιατροχειρουργός στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα. Είχε την δυστυχία να ιδή να σφάζονται από τους επαναστατημένους Έλληνες η γυναίκα και τα τέκνα του. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος τον έφερε στην Αθήνα το 1822 όπου κατά την τελευταία μεγάλη πολιορκία πρόσφερε πολλές ιατρικές υπηρεσίες στους τραυματίες. Ο Μακρυγιάννης που είχε θεραπευθεί από τον Κούρταλη[33] και ο Νικηταράς του είχαν μεγάλη εμπιστοσύνη.

Πολλοί, πάρα πολλοί ήσαν οι εμπειρικοί γιατροί με ανάλογη δράση. Θα αναφερθούμε ενδεικτικά σε μερικούς ακόμα: Μια μεγάλη ομάδα εμπειρικών γιατρών ήσαν οι Χορμοβίτες ή Χορμόβες που κατάγονταν από το Χόρμοβο της Ηπείρου, που ακολούθησαν τα Σουλιώτικα και Ρουμελιώτικα Σώματα της Ανατολικής και Δυτικής Στερεάς Ελ­λάδος, όπως του Οδυσσέα Ανδρούτσου, Πανουριά, Καραϊσκάκη, Δήμου Σκαλτσά, Κίτσου Τζαβέλα, Δυοβουνιώτη κ.ά.

Στα ΓΑΚ [34] υπάρχουν πολλά έγγραφα που αναφέρονται σ’ αυτούς. Οι πιο γνωστοί Χορμοβίτες εμπειρικοί ήσαν οι Κυριάκου Κώστας ή Χαρμόβας, Πέτρος- Παναγιώτης Μέξης, χειρουργός Χαρμόβας, Χορμόβας Πέτρος ή Τζάκος, Χαρμόβας Μάρκος και Χορμόβας Χρήστος. Μετά την απελευθέρωση μερικοί από αυτούς διορίσθηκαν στον τακτικό Στρατό. Οικογένειες εμπειρικών Ιατρών ήσαν ακόμα οι αδελφοί Δημήτριος και Ευθύμιος Φωτόπουλος[35] από την Τρίπολη και ο πατέρας και γιος Ιωάννης και Βασίλειος Σταυρόπουλος.[36]

Κατά την πολιορκίαν του Μεσολογγίου μαζί με τους επιστήμονες Ιατρούς, όπως ο Πέτρος Στεφανίτζης,[37] εμπειρικοί γιατροί της φρουράς ήσαν ο Γ. Κονταξής ή Κονταχτσόπουλος που είχε βοηθό τον Γ. Ιωνά, ο Νικόλαος Κονοφάος[38] και ο Βασ. Βονιτζάνος.[39] Και οι τρεις έπεσαν ηρωϊκώς κατά την έξοδο. Ένας ακόμα εμπειρικός που έπεσε ηρωϊκώς στις μάχες κατά των Τούρκων ήταν ο Κωνσταντίνος Δεττόρος της οικογενείας εμπειρικών γιατρών Δεττόρων, που τραυματίστηκε κατά την πολιορκίαν της Τριπόλεως, στην οποία έλαβε μέρος με δικό του απόσπασμα, και υπέκυψε στα τραύματά του τις επόμενες ήμερες.[40]

Θα αναφέρουμε ακόμα τον Αριστείδη Παπαγιαννόπουλο που περιέθαλψε τραυματίες στα Δερβενάκια, την Πάτρα και αλλού και διορίστηκε το 1829 Ιατροχειρουργός του Ιππικού Σώματος και ο οποίος είχε πληγωθεί στις μάχες κατά των Τούρκων[41] και τον Κων. Πετιμεζά της γνωστής οικογένειας των αγωνιστών που είχε μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία από τον Παν. Γιατράκο.[42]

Μετά την απελευθέρωση οι εμπειρικοί γιατροί συνέχιζαν να ασκούν την ιατρική επισήμως και να κατέχουν θέση στο Δημόσιο και το Στρατό.

Οι Νικόλαος Χορτάκης και Ιωάννης Ολύμπιος, επιστήμονες ιατροί, σε αναφορά τους, με ημερομηνία 3 Μαΐου 1830 προς τον Κυβερνήτη, γράφουν ότι έκτος των Ιατρών του Στρ. Νοσοκομείου της Ανατολικής Ελλάδος, όλος ο σωρός των αυτοδιδάκτων Ιατρών των Χιλιαρχιών έφερε μόνο το όνομα του Ιατρού.[43] Η διαφαινομένη στην αναφορά αυτή εχθρότητα των επιστημόνων ιατρών κατά των εμπειρικών είχε αρχίσει ενωρίτερα το 1828, όταν μετά την άφιξη του Καποδίστρια ο Ανάργ. Πετράκης, επιστήμονας ιατρός υπέβαλε στον κυβερνήτη αναφορά σχετικά με την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος.

Αφού περιέγραφε τον τρόπο ασκήσεως της ιατρικής από τους εμπειρικούς, τις καταχρήσεις που εγίνοντο από τους φαρμακοποιούς και τους κινδύνους που περιέκλειε ο τρόπος αυτός ασκήσεως της ιατρικής, επρότεινε τη σύσταση ενός Συλλόγου Ιατρών με καθήκοντα να εξετάζει τα Ακαδημαϊκά διπλώματα των ιατρών και εφ’ όσον ήσαν εντάξει να δίδεται επισήμως άδεια ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος.[44] Ο Αν. Πετράκης ήταν τότε μέλος της Επιτροπής Υγείας της Αίγινας.

Με την αναφορά του αυτή και με άλλες ενέργειές του αργότερα[45] έθετε επί τάπητος τις προϋποθέσεις για την άσκηση του Ιατρικού Επαγγέλματος που άγει πλέον ευθέως στην κατάργηση του θεσμού των εμπειρικών ιατρών. Όμως η άσκηση του Ιατρικού επαγγέλματος από τους εμπειρικούς γιατρούς συνεχίζετο και επί Όθωνος. Έτσι με Βασιλικό Διάταγμα που εξέδωσε ο Όθων στις 18.9.1835 ορίζει: «Κατά πρότασιν της επί της Δικαιοσύνης Γραμματείας… όσοι ειρηνοδίκαι έχουσιν γνώσεις ιατρικής δύνανται να με­τέρχονται το επάγγελμα του Ιατρού… δεν πρέπει όμως εξ αιτίας τούτου να βραδύνωσι ή να παραμελώσι τα δικαστικά των καθήκοντα τα οποία οφείλωσι να θεωρώσι πάντοτε ως κύρια έργα των».[46]

Η θέσπιση των κανόνων ασκήσεως του Ιατρικού επαγγέλματος έγινε το 1834 με την Δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του υπ’ αριθ. 24/12 Ιουλίου Διατάγματος «περί συστάσεως του Ιατροσυνεδρίου» στο άρθρο 5 του οποίου καθωρίζετο τι πρέπει να κάνει για να αναγνωρισθεί επισήμως ως Ιατρός όποιος θέλει να ασκήσει την ιατρική στην Ελλάδα. Κι όμως το επόμενο έτος με διάταγμα της 18/30 Μαΐου 1835 συστήθηκε (μέχρι να ιδρυθεί Ιατρική Σχολή στο Πανεπιστήμιο) το Θεωρητικό Σχολείον περί Χειρουργίας, Φαρμακοποιίας και Μαιευτικής, εις το οποίο μπορούσαν να διδαχθούν αμισθί «τόσον οι ήδη εμπειρικώς μετερχόμενοι αυτάς τας επιστήμας όσον και οι μέλλοντες εις το εξής να επαγγέλωνται αυτάς».

Εδώ καταφαίνεται η προσπάθεια του νεοσύστατου Κράτους να επιμορφώσει τους εμπειρικούς γιατρούς ώστε να είναι ικανοί ν’ ασκήσουν κάποια αποδεκτή μορφή ιατρικής μέχρις ότου εξέλθουν από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου ικανός αριθμός επιστημόνων ιατρών τους οποίους είχε ανάγκη η χώρα.

Συμπερασματικά μπορούμε να ειπούμε ότι οι εμπειρικοί ιατροί, άνδρες σοβαροί, ανιδιοτελείς και πατριώτες, ασκούντες την λαϊκή ιατρική, μπόρεσαν ν’ αναπληρώσουν μέχρις ενός σημείου την μεγάλη έλλειψη επιστημόνων ιατρών και να προσφέρουν ικανοποιητική ιατρική βοήθεια στους τραυματίες του 1821.

 

Δημ. Ν. Σχίζας

Ιατρός Ακτινολόγος

Κωνσταντίνος Κυριακόπουλος

Ιατρός Νευροχειρούργος

Νικ. Δ. Σχίζας

Αμ. Επίκουρος Καθηγητής Ιατρικής Α.Π.Θ.

Ίδρυμα Νεοελληνικών Σπουδών, «Επετηρίς», τόμος 14ος, Αθήναι, 2009.

Σχετικά θέματα:

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Γερουλάνος Μ., Η συμβολή των Ιατρών εις την παλιγγενεσίαν του Έθνους. Πανηγυρικοί Λόγοι Ακαδημαϊκών για την 25η Μαρτίου 1821 και την 28ην Οκτωβρίου 1940. Επιμέλεια Π. Χάρη, Αθήνα 1977, σελ. 213.

[2] Πουρναρόπουλος Γ., Η Ιατρική του αγώνος. Η συμβολή των Υγειονομικών εις τον αγώνα της Ανεξαρτησίας, Αθήνα 1973, σελ. 11-12.

[3] Jacovaci Riso Neroulo, Cours de la Littérature Grecque Moderne. Geneva 1827, p. 104.

[4] Γερουλάνος M., Η συμβολή των Ιατρών εις την παλιγγενεσίαν του Έθνους, ο.π., σελ. 202.

[5] Όπως μας πληροφορεί ο Γερουλάνος Μ. (ο.π., σελ. 208), έζησαν και άσκησαν την Ιατρική στην πατρίδα τους κατά τους προεπαναστατικούς χρόνους 11 γιατροί στη Μακε­δονία, 6 στη Θεσσαλία, 7 στην Ακαρνανία, πολλοί στην Ήπειρο από τους οποίους 10 στα Γιάννενα, 3 στην Πελοπόννησο, 5 στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα, 3 στην Κρήτη, 3 στην Χίο, 3 στη Σμύρνη, 3 στις Κυδωνιές, 1 στην Αδριανούπολη και 1 στην Φιλιππούπολη.

[6] Πουρναρόπουλος Γ., Η Ιατρική του αγώνος…, ο.π., σελ. 24-92.

[7] Γκανιάτσας Κ., Βότανα – Γιατροσόφια – Κομπογιαννίται, Ηπειρωτική Εστία 1972, σελ. 459-463.

[8] Pouqueville F.-H.-L., Voyage de la Grèce. Paris 1820, Vol. E, σελ. 120.

[9] Παπαχριστοδούλου Π., Η Γιατρική στη Θράκη κατά τον Ιθ’ αιώνα. Διάλεξη, 1951.

[10] Παϊδούσης Μικές, Η Ιατρική στη Χίο κατά τους τελευταίους αιώνες. Έκδοση Ιατρικής Εταιρείας Χίου. Χίος 2001, σελ. 3-4.

[11] Σχίζας Ν., Παπαϊωάννου Α., Σχίζας Δ., Το Ιατροσόφιον του Ιατρού σενιόρ Ανδρέα του Ευρωσιανού, Δέλτος 2002, 24: 22-26.

[12] Γριτσόπουλος Τ., Μονή Ασωμάτων Πετράκη. Αθήνα 1967.

[13] Αθανασόπουλος Α., «Πελοποννήσιοι Ιατροί κατά τον Ιερόν Αγώνα του 1821. Επιστημονική ή εμπειρική μόρφωσις Ιατρών προ του 1821», Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, 1965, σελ. 34-35.

[14] Πουρναρόπουλος Γ., Η Ιατρική του αγώνος, ό.π., σελ. 37.

[15] Παϊδούσης Μικές, Η Ιατρική εις την Χίον κατά τους τελευταίους αιώνες, ό.π., σελ. 4.

[16] Χάου Σάμουελ, Ημερολόγιο από τον αγώνα 1825-1829. Εισαγωγή, με παρουσίαση ανεκδότων αποσπασμάτων Οδυσσέα Δημητρακοπούλου. Αθήνα 1971, σελ. 37.

[17] Πουρναρόπουλος Γ., Η Ιατρική του αγώνος, ό.π., σελ. 93-138.

[18] Ομήρου Ιλιάς, Β 729-734.

[19] Τιλτόν ή ξαντόν νημάτια ή κουρελάκια λινού υφάσματος που ετοποθετούντο πάνω στα τραύματα αντί γάζας.

[20] Φιλήμων I., Δοκίμιον Ιστορικόν περί Ελληνικής Επαναστάσεως Γ’, λθ’-μ’.

[21] Γκιάλας Αθ., Έλληνες ιερωμένοι επιστήμονες Ιατροί από της Αλώσεως μέχρι και της εθνεγερσίας, έκδ. Ακτίνες 1976, σελ. 11-14.

[22] Κούζης Αριστοτέλης, Περί της Υγειονομικής Υπηρεσίας του Στρατού κατά τον υπέρ Ανεξαρτησίας Αγώνα. Πανηγυρικοί Λόγοι Ακαδημαϊκών, ό.π., σελ. 4.

[23] Σάμουελ Χάου, Ημερολόγιο από τον Αγώνα…, ό.π., σελ. 37.

[24] Ι. Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, σελ. 86.

[25] ΓΑΚ, Κ 5-7.

[26] ΓΑΚ, Αρχείον Γιάννη Βλαχογιάννη, Κυτίον Δ 83.

[27] Πουρναρόπουλος Γ., Η Ιατρική του αγώνος…, ό.π., σελ. 104-114.

[28] ΓΑΚ, Όθων Αρχ. Γραμματείας Στρατιωτικών Φ. 8α.

[29] Κούζης Αριστ., Περί της Υγειονομικής Υπηρεσίας τον Στρατού κατά τον   υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος, ό.π., σελ. 274.

[30] ΓΑΚ Καποδιστριακό, Γεν. Γραμματεία Φ. 229.

[31] ΓΑΚ, Υπουργείον Πολέμου Φ. 179.

[32] Στην αναφορά του αυτή δυστυχώς δεν μας δίνει πληροφορίες για το είδος των τραυμάτων και τη θεραπεία τους.

[33] Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη, Επιμέλεια Ι. Βλαχογιάννη, Αθήνα 1907.

[34] Διαμάντης Κ., Τα περιεχόμενα των  ΓΑΚ, τ. 15β, σελ. 1099-1104.

[35] ΓΑΚ, Κ 47, Φ. 74.

[36] ΓΑΚ, Υπουργείο Πολέμου, Φ. 21.

[37] Κώνστας Κ., Γιατροί, Νοσοκομεία – Αρρώστιες στο επαναστατημένο Μεσολόγγι, Νέα Εστία ΞΕ’ 1959, σελ. 528-531

[38] ΓΑΚ, Καποδιστριακόν Αρχείον. Γενική Γραμματεία Φ. 294, αρ. εγγρ. 113.

[39] ΓΑΚ, Διοικητική Επιτροπή, Φ. 19.

[40] Αθανασόπουλος Α., Πελοποννήσιοι Ιατροί κατά τον ιερόν Αγώνα του 1821,ό.π., σελ. 38.

[41] ΕΒΕ, Αρχείον Αγωνιστών. Κυτίον 163.

[42] ΕΒΕ, Αρχείον Αγωνιστών. Κυτίον 174.

[43] Καποδιστριακόν Αρχείον, Γεν. Γραμματεία, Φ. 238Α, αρ. εγγρ. 195.

[44] ΓΑΚ, Καποδιστριακόν Αρχείον, Γεν. Γραμματεία Φ. 2, Αρ. εγγρ. 14.

[45] ΓΑΚ, Καποδιστριακόν Αρχείον, Γεν. Γραμματεία Φ. 61, αρ. εγγρ. 55.

[46] Πουρναρόπουλος Γ., Η Ιατρική του αγώνος…, ό.π., σελ. 231.

Read Full Post »

Ελληνική Τυπογραφία στη διαδρομή πέντε αιώνων


 

Η γένεση της Τυπογραφίας

Στα μισά του ΙΕ’ αι. σε μια δύσκολη περίοδο για τον Ελληνισμό, όταν το Βυζάντιο έπεφτε στα χέρια των Τούρκων και η εξάπλωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έφτανε μέχρι τα Βαλκάνια, στη Δύση έχουμε τη γένεση της Τυπογραφίας. Η μεγάλη και σημαντική αυτή εφεύρεση – προϊόν της οποίας είναι το έντυπο βιβλίο και οι εφημερίδες – έμελλε να φέρει την Αναγέννηση, πρώτιστα στον Ευρωπαϊκό χώρο και στην συνέχεια στην οικουμένη ολόκληρη. Η εφεύρεση αυτή ανήκει, όπως είναι γνωστό, στον Γιόχαν Γκούντενμπεργκ [Johannes Gensfleisch zur Laden zum Gutenberg], στα ελληνικά Ιωάννης Γουτεμβέργιος.

 

Ο Γουτεμβέργιος

Ιωάννης Γουτεμβέργιος

Ο σοφός αυτός άνθρωπος γεννήθηκε στη Μαγεντία [Μάιντς] της Γερμανίας το 1394/98, ήταν χαράκτης και χρυσοχόος στο επάγγελμα και άρχισε να πειραματίζεται στον χώρο της τυπογραφίας, όταν συνειδητοποίησε ότι: αν τα γράμματα της Αλφαβήτου, αντί να είναι χαραγμένα σε ξύλινες πλάκες, ήταν κομμένα ώστε να χρησιμοποιούνται πολλές φορές, θα υπήρχε τεράστιο όφελος ως προς την εκτύπωση βιβλίων.

Αφού πέρασε από πολλά στάδια αγωνίας, κοπώσεως και απογοητεύσεως κάνοντας διάφορους πειραματισμούς, κατάφερε να εφεύρει όλα τα απαραίτητα συστατικά της τυπογραφίας. Αυτά, ήταν οι μεταλλικές μήτρες για το καλούπωμα των στοιχείων, ένα πιεστήριο που ήταν σαν το πιεστήριο που έστιβαν τα σταφύλια και ένα λιποδιαλυτικό μελάνι. Έτσι, τελειοποίησε την τεχνική της Τυπογραφίας με την οποία θα μπορούσε να τυπώσει ένα βιβλίο, με τη μορφή που έχουν τα βιβλία ακόμη και σήμερα. 

Το πρώτο του βιβλίο τυπώθηκε το 1450. Ο Γουτεμβέργιος πέθανε στη Μαγεντία στις 3 Φεβρουαρίου 1468. Για να αντιληφθούμε τη σπουδαιότητα αυτής της εφευρέσεως, πρέπει να αναφέρουμε ότι στην προ τυπογραφίας εποχή, τα βιβλία που κυκλοφορούσαν ήταν χειρόγραφα. Υπήρχαν επαγγελματίες αντιγραφείς – κυρίως δάσκαλοι και καλόγηροι ασκούσαν το επάγγελμα αυτό – οι όποιοι ανελάμβαναν την αντιγραφή βιβλίων επιστημονικών, θρησκευτικών, εκπαιδευτικών και άλλων. Τα χειρόγραφα αυτά βιβλία είχαν μεγάλο κόστος και συνήθως προορίζονταν για πλούσιους που είχαν ενδιαφέρον για τα γράμματα και τις επιστήμες. Με την εμφάνιση της Τυπογραφίας, το έντυπο βιβλίο ήρθε να αντικαταστήσει το χειρόγραφο με χαμηλό κόστος. Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι οι αντιγραφές βιβλίων συνεχίστηκαν και χρειάστηκαν περίπου εκατό χρόνια για να αντικατασταθούν πλήρως τα χειρόγραφα βιβλία από έντυπα, όταν πλέον η Τέχνη της Τυπογραφίας εξελίχθηκε και τελειοποιήθηκε.

Μετά την εφεύρεση της Τυπογραφίας, όταν άρχισαν οι ιδέες και οι γνώσεις να διαχέονται μέσω των εντύπων βιβλίων, εύκολα και οικονομικά στο ευρύτερο κοινό και δεν ανήκαν μόνο σε λίγους, τότε, άνθισαν οι τέχνες και τα γράμματα, η ανθρωπότητα δέχθηκε μια πνευματική καλλιέργεια και η μεγάλη ανάπτυξη των επιστημών που δημιουργήθηκε ήταν προς όφελός της. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα πρώτα πενήντα χρόνια από την εφεύρεση, πραγματοποιήθηκαν 35.000 εκδόσεις που αντιπροσώπευαν 15-20 εκατομμύρια αντίτυπα. Δίκαια για τους λόγους αυτούς η Τυπογραφία θεωρήθηκε ως ένα από τα πολυτιμότερα αγαθά του πολιτισμού στον κόσμο και ο Αδαμάντιος Κοραής πολύ αργότερα, στον ΙΘ’ αι. θα την χαρακτηρίσει «Θείο δώρο».

  

Η Ελληνική τυπογραφία

Η ευλογημένη αυτή εφεύρεση έρχεται σε μια κρίσιμη περίοδο για τον Ελληνισμό. Βρισκόμαστε μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, οι περισσότεροι Έλληνες λόγιοι, είτε διωκόμενοι είτε οικειοθελώς, εγκατέλειψαν τη σκλαβωμένη πατρίδα και εγκαταστάθηκαν διάσπαρτα σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Δύσης, αλλά και οι απόγονοι αυτών, αγκάλιασαν την τυπογραφία με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και ασχολήθηκαν με την τέχνη αυτή ερασιτεχνικά ή επαγγελματικά περισσότερο από κάθε άλλο λαό, γιατί πίστεψαν ότι θα γίνει το μετερίζι απ’ όπου θα μπορούσαν να διατηρήσουν την Ελληνική γλώσσα και την ορθόδοξη πίστη και να πολεμήσουν για τον ξεσκλαβωμό του Ελληνικού Έθνους.

Οι Έλληνες που ασχολήθηκαν με την τυπογραφία – όταν αυτή ήταν ακόμη στο ξεκίνημά της – αντιμετώπισαν πολλές δυσκολίες. Μετά από επίμονες και επίπονες προσπάθειες και αφού τυπώθηκαν σποραδικά αρκετά ελληνικά έντυπα, μπορεί να θεωρηθεί ότι το πρώτο ελληνικό χρονολογημένο βιβλίο τυπώθηκε το 1476 στο Μιλάνο από τον Κρητικό Δημήτρη Δαμιλά σε συνεργασία με τον Ιταλό Παραβίτσινο. Το βιβλίο αυτό ήταν η γραμματική του μεγάλου δασκάλου της Αναγέννησης Κωνσταντίνου Λασκάρεως και έφερε τον τίτλο «Η Επιτομή των οκτώ του λόγου μερών».

 

Τυπογραφικό εργαστήριο

 

Ακολούθησαν και άλλες εκδόσεις Γραμματικών και Λεξικών γιατί θεωρήθηκαν ως απαραίτητα σύνεργα για την εκμάθηση της Ελληνικής Γλώσσας. Σταθμός όμως στην Ιστορία των Ελληνικών λεξικών είναι το έτος 1499. Στο χρόνο αυτό, εκδόθηκε στην Βενετία το «Ετυμολογικόν Μέγα». Αυτό το λεξικό το αποκάλεσαν «αριστούργημα της Τυπογραφίας» και έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί είναι έργο συλλογικής προσπάθειας από επώνυμους Έλληνες συντελεστές όπως: ο Ζαχαρίας Καλλιέργης, ο Νικόλαος Βλαστός, ο Μάρκος Μουσούρος και άλλοι.

Παραθέτω απόσπασμα από στίχους που προτάσσονται στο λεξικό από τον Μάρκο Μουσούρο:

 Αλλά τι  Θαυμαίνω Κρητών φρένας;

Κρής γάρ ο τορνεύσας,

τα δε χαλκιά Κρής ο συνείρας,

Κρής ο καθ’ εν στίξας, Κρής ο μολυβδοχύτης,

και τελειώνει:

Κρήσιν ο Κρής ήπιος Αγίοχος (χορηγός)

 

Με πολύ καμάρι γράφει ο Μουσούρος αυτούς τους στίχους γιατί είναι και αυτός Κρητικός.

Στη συνέχεια η «Ελληνική Τυπογραφία» θα έχει μια λαμπρή και θαυμαστή πορεία και η μεγάλη Ελληνική εκδοτική δραστηριότητα – τουλάχιστον τους τρεις πρώτους αιώνες – θα αναπτυχθεί έξω από τον Ελλαδικό χώρο και κατά τους ΙΕ’ και ΙΣΤ’ αιώνες σχεδόν όλες οι εκδόσεις εντοπίζονται στις μεγάλες ιταλικές πόλεις όπως: η Βενετία, η Ρώμη, η Φλωρεντία και το Μιλάνο από τις οποίες θα ξεκινήσει και θα ριζώσει η Ελληνική εκδοτική παραγωγή.

Η Βενετία θα είναι για μεγάλη χρονική περίοδο το κατ’ εξοχήν Ελληνικό Τυπογραφικό κέντρο. Εκεί στον ΙΣΤ’ αι. ο φιλέλληνας Άλδος Μανούτιος, με συνεργάτη και επιμελητή τον Έλληνα λόγιο Μάρκο Μουσούρο, θα εκδώσει βιβλία που θα αναφέρονται σε όλους τους αρχαίους κλασσικούς όπως: ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Πλάτων και γενικά σε ό,τι λαμπρότερο έχει να επιδείξει η αρχαία Ελληνική Γραμματεία. Ο Μάρκος Μουσούρος σε όλες αυτές τις εκδόσεις δεν παραλείπει να περνάει, με τη μορφή προλόγων και αφιερώσεων, την αγωνία των Ελλήνων της διασποράς για τον ξεσκλαβωμό του Ελληνικού Γένους.

Όμως από τα τέλη περίπου του ΙΗ’ αι., την σκυτάλη στην «Ελληνική Τυπογραφία» θα την πάρει η Βιέννη και θα αντικαταστήσει τη Βενετία η οποία ήταν για 300 περίπου χρόνια το παραδοσιακό Τυπογραφικό κέντρο.

Το Ελληνικό στοιχείο στη Βιέννη το αποτελούσαν όχι μόνο λόγιοι, αλλά και πλούσιοι έμποροι, προερχόμενοι κυρίως από τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία και την Ήπειρο. Οι Έλληνες αυτοί της Βιέννης επιζητούσαν, μέσω της πλούσιας εκδοτικής παραγωγής τους, όχι μόνο να διαφωτίσουν το Ελληνικό Γένος και να το ενημερώσουν για όλα τα συμβαίνοντα στον Ευρωπαϊκό χώρο, αλλά και να του μεταλαμπαδεύσουν την φλόγα και τον πόθο της Ελευθερίας του από τον Οθωμανικό ζυγό.

Στη Βιέννη ο Ζακυνθινής καταγωγής Γεώργιος Βεντότης το 1784 θα εκδώσει την πρώτη ελληνική εφημερίδα και οι αδελφοί Μαρκιδών Πουλίου θα εκδώσουν στη Βιέννη το 1790 τη δεύτερη εφημερίδα με τον τίτλο «Εφημερίς». Ο Εθνομάρτυρας Ρήγας Φερραίος στο τυπογραφείο των αδελφών Μαρκιδών Πουλίου θα τυπώσει τον Θούριό του, και ποιος Έλληνας δεν άκουσε και δεν έμαθε στο σχολείο τους στίχους:

 Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή

παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή 

και βέβαια ο Ρήγας θα είναι εκείνος που με την «Χάρτα της Ελλάδος» και με πολλές άλλες φλογερές προκηρύξεις θα σπείρει τον σπόρο για την Ελληνική Επανάσταση και οι προεπαναστατικές εκδόσεις στη Βιέννη δεν θα έχουν τελειωμό.

Αξιοσημείωτο είναι ότι αυτούς τους αιώνες της μαύρης σκλαβιάς, από το τέλος περίπου του ΙΕ’ αι. και μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του ΙΘ’ κυκλοφόρησαν, όχι μόνο στη Δύση αλλά και από τα παράνομα τυπογραφεία της Κωνσταντινουπόλεως, της Μοσχοπόλεως και του Αγίου Όρους, επτά χιλιάδες τίτλοι Ελληνικών βιβλίων και εφημερίδων.

Ο Μεγάλος δάσκαλος του γένους Αδαμάντιος Κοραής θα πιστέψει πολύ στη χρησιμότητα της Τυπογραφίας και θα παροτρύνει με επιστολές προς τους συμπατριώτες του, να μη παραμελούν την εγκατάσταση και τη λειτουργία τυπογραφείων και στον Ελλαδικό χώρο. Σε μια από αυτές τις επιστολές μεταξύ άλλων γράφει:

 

«Αυτή (η τυπογραφία) μόνη ενίκησε τον πανδαμάτορα χρόνο, φυλάξασα σοφά, των παλαιών φιλοσόφων και προγόνων ημών παραγγέλματα… αυτή και σήμερον, ως άγγελος εξ ουρανού ταράττει την κολυμβήθραν των επιστημών και βαπτίζει εις αυτήν την Ελλάδα, δια να θεραπεύσει τα πολλά και μακρά της αρρωστήματα και να την καθαρίσει από τον ρύπον της απαιδευσίας…»

 

Οι παροτρύνσεις αυτές του Κοραή στις αρχές του ΙΘ’ αι. θα έχουν μεγάλη απήχηση και ανταπόκριση.

Η «Ελληνική τυπογραφία», μετά την περιπλάνησή της σε ξένες χώρες περίπου τρεισήμισυ αιώνες, θα εγκατασταθεί τελικά στην Ελλάδα. Στο τέλος του IH’ αι. θα έχουμε τυπογραφεία στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη, στον Άθω και στη Χίο όπου θα τυπώνονται κυρίως φυλλάδια και προκηρύξεις για τον αγώνα και η πρώτη Ελληνική περιοχή στην οποία θα εκδοθούν Ελληνικές εφημερίδες θα είναι το 1797 τα Ιόνια Νησιά.

Ελληνικά Χρονικά – Μεσολόγγι 1825

Μετά την ελληνική επανάσταση, η πρώτη εφημερίδα στην Ελλάδα κυκλοφόρησε στην Καλαμάτα τον Αύγουστο του 1821 και έφερε τον τίτλο «Σάλπιγξ η Ελληνική» και το 1824 κυκλοφόρησαν στο Μεσολόγγι τα «Ελληνικά Χρονικά» με εκδότη τον Ελβετό Ιάκωβο Μάγερ. Παράλληλα στην Αθήνα τον ίδιο χρόνο εκδόθηκε η «Εφημερίς των Αθηνών» και στην Ύδρα ο «Φίλος του Νόμου».

Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι στον ΙΘ’ αι. η εφημεριδογραφία εμφανίζεται δυναμικά στον Ελλαδικό χώρο με στόχο πλέον την πλήρη ενημέρωση του λαού για τα προβλήματα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους. Στην Πάτρα το 1886 εμφανίζεται η εφημερίδα «Πελοπόννησος», η οποία κυκλοφορεί μέχρι σήμερα. Στον Κ’ αι. μέχρι και το 1930 θα κυκλοφορήσουν 26 Ελληνικές εφημερίδες από τις οποίες μόνο 11 συνεχίζουν την έκδοσή τους μέχρι σήμερα και είναι: η Αθηναϊκή, η Αυγή, η Απογευματινή, η Ακρόπολις, η Βραδυνή, το Βήμα, η Εστία, το Έθνος, ο Ελεύθερος Τύπος, η Καθημερινή και ο Ριζοσπάστης. Αυτά σαν παρένθεση για την εφημεριδογραφία και επανερχόμαστε στα πρώτα χρόνια της ελληνικής επαναστάσεως.

Tο 1825 στο Μεσολόγγι, θα εκδοθεί ο «Ύμνος εις την Ελευθέριαν» του Εθνικού μας ποιητού Διονυσίου Σολωμού, το 1826 στο Ναύπλιο θα εκδοθεί ο «Νικήρατος» της Ευανθίας Καΐρη και θα ακολουθήσει στον ΙΘ’ αι. ένα ποτάμι εκδόσεων Ελληνικών βιβλίων που θα πλατύνει και θα γίνει στις ημέρες μας ωκεανός, για να μπορούμε να αντλήσουμε όση θέλουμε και όποτε θέλουμε γνώση, πληροφόρηση και ευχαρίστηση, και ευτυχώς για πολλούς σύγχρονους Έλληνες σήμερα η μελέτη θα γίνει η ουσιαστικότερη λειτουργία μετά την αναπνοή.

Με την ίδρυση του Ελληνικού κράτους η Εθνική μας τυπογραφία εγκαταστάθηκε αρχικά το 1828 στην Αίγινα και το 1830 ακολουθώντας την μετακίνηση της κυβερνήσεως μεταφέρεται στο Ναύπλιο. Τελικά από το 1834 θα εγκατασταθεί στη νέα πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους στην Αθήνα σε νεόδμητο κτίριο και από το 1862 θα ονομάζεται Εθνικό Τυπογραφείο. Η συνέχεια είναι γνωστή, η «Ελληνική Τυπογραφία» θα πάρει τον δρόμο της και μέσω αυτής θα αποτυπωθεί η πορεία του Ελληνικού Κράτους και της Ελληνικής κοινωνίας, οι αγώνες για την ανάπτυξή του και γενικά η ιστορία ολόκληρη.

Αλλά ταυτόχρονα, μέσω των βιβλίων και των εφημερίδων θα διαχέονται στον Ελλαδικό χώρο όλα τα παγκόσμια επιτεύγματα στις τέχνες και τις επιστήμες με αποτέλεσμα την σημερινή μεγάλη τεχνολογική εξέλιξη. Τελειώνοντας τη μικρή μας αναφορά στο ανεξάντλητο αυτό θέμα μπορούμε να τονίσουμε με βεβαιότητα ότι: Στα πεντακόσια χρόνια που πέρασαν από την έκδοση του πρώτου ελληνικού βιβλίου, η συμβολή της «ελληνικής τυπογραφίας» στην Ανάσταση του Γένους, στη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας και της Χριστιανικής Ορθόδοξης πίστεως καθώς και στη συνοχή του Ελληνικού Έθνους ήταν μεγάλη και καθοριστική.

 

Αθανασία Βανδώρου

Δημοσιογράφος

Ίδρυμα Νεοελληνικών Σπουδών, «Επετηρίς», τόμος 14ος, Αθήναι, 2009.  

 

Βιβλιογραφία


 

 Αικ. Κουμαριανού, Το Ελληνικό βιβλίο 1476-1830, Αθήνα 1986.

Αικ. Κουμαριανού, Ο Ελληνικός προεπαναστατικός τύπος. Βιέννη-Παρίσι 1784-1821, Αθήνα 1995.

Κ. Σπ. Στάικος, Βιβλία Τα τυπωμένα στη Βιέννη Ελληνικά 1749-1800, Αθήνα 1995.

Ν. Ελευθερίου – Αντώνης Χατζής, MME Τύπος – Δεοντολογία – Σύνταγμα, Αθήνα 1999.

Alberto Manguel, Η ιστορία της ανάγνωσης, Αθήνα 1997.

Η θαυμαστή ιστορία του βιβλίου, έκδ. Δελφίνι, 1995.

Άδωνις Κ. Κύρου, Το απωλεσθέν θέλγητρον…, Αθήνα 1997.

Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, Ελληνικός τύπος και τυπογραφεία της Βιέννης 1790-1821, Αθήνα 1967.

Ρήγας – Υψηλάντης – Καποδίστριας, Αθήνα 1965.

«Ελληνική Τυπογραφία», Αφιέρωμα των «Επτά Ημερών» της Καθημερινής, 7 Απριλίου 1996.

«Η Ελληνική Γλώσσα», Αφιέρωμα των «Επτά Ημερών» της Καθημερινής, 3 Οκτωβρίου 1999.

«Η Τέχνη της Βιβλιοδεσίας», Αφιέρωμα των «Επτά Ημερών» της Καθημερινής, 6 Φεβρουαρίου 1998.

Κ. Σπ. Στάικος – Τ. Ε. Σκλαβενίτης (επιμ.), Πεντακόσια χρόνια Έντυπης Παράδοσης του Νέου Ελληνισμού 1499-1999, Αθήνα 2000.

 Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Πέτρος ο Πελοποννήσιος (1730-1777)

 

 


 

Διαπρεπής λαμπαδάριος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας και μελοποιός (γνωστός και ως Πέτρος ο Λαμπαδάριος). Πρόκειται για τον μέγιστο των μουσικοδιδάσκαλων του 18ου αι. (και ίσως ολόκληρης της μετά την Άλωση εκκλησιαστικής Μουσικής Ιστορίας). Το επώνυμό του ήταν πιθανόν Μπαρδάκης και θεωρείται η «4η πηγή» της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής (μετά τους: Ιωάννη  Δαμασκηνό, Κουκ(κ)ουζέλη Ιωάννη και Ιωάννη τον Κλαδά). Η προσφορά του στη διάσωση του βυζαντινού μέλους της ελληνορθόδοξης λατρείας κρίνεται ως ανεκτίμητη.

 

Νεότερες έρευνες για την κοσμική διάσταση του μουσικού έργου του

 

Πέτρος ο Πελοποννήσιος

Ο Πέτρος ο Πελοποννήσιος υπήρξε διαπρεπής μουσικός και μελοποιός της μεταβυζαντινής μουσικής περιόδου (ΙΗ-ΙΘ αι.). Διακρίθηκε όχι μόνο στην ψαλτική τέχνη, αλλά και ως συνθέτης της μουσικής πολλών και ποικίλων εκκλησιαστικών ύμνων. Ήταν προικισμένος με έκτακτο μουσικό τάλαντο και υπέροχη ιδιοφυΐα και με τα προσόντα του αυτά κατόρθωσε να αναδειχθεί κορυφαίος μεταξύ των συγχρόνων του μουσικών και ένας από τους κυριότερους ανά τους αιώνες εκπροσώπους του βυζαντινού μουσικού είδους.

Καταγόταν από το νομό Λακωνίας και γι’ αυτό ονομαζόταν Λακε­δαιμόνιος ή Πελοποννήσιος. Επίσης ονομαζόταν και Λαμπαδάριος από τη θέση που κατείχε ως ψάλτης στη Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία. Δεν είναι πολύ γνωστά τα βιογραφικά του.  [i] Ξέρουμε μόνο ότι εμφανίζεται για πρώτη φορά ως δομέστικος του πατριαρχικού ναού και αργότερα ως Λαμπαδάριος. Δίδαξε μουσική στη δεύτερη μετά την άλωση Πατριαρχική Μουσική Σχολή, αλλά και στους τότε Αρμενίους ψάλτες της Κωνσταντινουπόλεως δίδαξε ιδιαίτερο τρόπο μουσικής γραφής που διατηρούν μέχρι σήμερα.

Πέθανε το 1777 από λοιμώδη νόσο, όχι σε πολύ μεγάλη ηλικία. Άφησε μουσικό έργο εκπληκτικό σε όγκο, αλλά και σε ποιότητα, που διακρίνεται για την πρωτοτυπία του και φέρνει τη σφραγίδα της ιδιοφυΐας του. Το έργο του στο ύφος της βυζαντινής μουσικής διακρίνεται για την πρωτοτυπία του. Η δομή των μελικών του διαγραμμάτων διέπεται από λιτότητα στα μέσα μουσικής έκφρασης και από μορφολογική αρτιότητα. Αυτά τα στοιχεία, που είναι ευδιάκριτα στο έργο του Πέτρου  Πελοποννήσιου είναι χαρακτηριστικά της παλαιότητας και μένουν αναλλοίωτα μέσα στους αιώνες.

Η προσφορά του στον τομέα της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής έγκειται στο γεγονός ότι ανέλυσε εκτενέστερα τα σημάδια της πρώτης μουσικής σημειογραφίας και μετέγραφε όλα τα αρχαία μαθήματα. Η δημιουργική προσφορά του Πέτρου  Πελοποννήσιου δεν αναφέρεται μόνο στον τομέα της μελοποιίας.

Ο Πέτρος  Πελοποννήσιος συνετέλεσε τα μέγιστα στη διάσωση του αρχαίου μέλους της Ελληνορθόδοξης λατρείας. Με πολύ απλουστευμένο μουσικό σύστημα έδωσε την τελική μορφή στις διαδοχικές απλοποιήσεις – «εξηγήσεις» των παλαιοτέρων μορφών της βυζαντινής μουσικής σημειογραφίας που χρησιμοποιούσε σύμβολα ως είδος μουσικής στενογραφίας. Αυτό το πέτυχε ο Πέτρος  Πελοποννήσιος με τη χρήση περισσοτέρων μουσικών «χαρακτήρων» για να παραστήσει τις διάφορες θέσεις και τα μελικά διαγράμματα των ασμάτων.

Έτσι, συνεχίζοντας το έργο των προγενεστέρων, με την προσφορά του έβαλε τη σφραγίδα του στη βυζαντινότητα των μέχρι της εποχής του διατηρημένων μελών. Η δική του σημειογραφία, που αποτελεί σταθμό στην ιστορία της βυζαντινής παρασημαντικής, έγινε το μεταίχμιο μεταξύ της πρώτης σημειογραφίας (της στενογραφίας) και της σημερινής τελικής σημειογραφίας που θεσπίστηκε το 1815. Παράλληλα έγραψε και όλα τα συντομότερα μέλη που σώζονταν μέχρι τότε μόνο με τη φωνητική μουσική παράδοση.

Στο μουσικό έργο που άφησε στον τομέα της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής ανήκουν τα ακόλουθα: δυο Αναστασιματάρια, τέσσερις στάσεις χερουβικών και κοι­νωνικών των Κυριακών, πολυέλεοι, πασαπνοάρια, δοξολογίες, δοξαστάρια και ειρμολόγιο.

Πέρα από το πρωτότυπο έργο του εργάστηκε πολύ και στον τομέα της επεξεργασίας εκκλησιαστικών μελωδιών παλαιοτέρων βυζαντινών και μεταβυζαντινών δασκάλων, όπως είναι τα μεγάλα κεκραγάρια του Ιωάννου Δαμασκηνού, τα μεγάλα εωθινά Ιωάννου του Γλυκέως, τα μεγάλα ανοιξαντάρια διαφόρων μελοποιών, αργά πασαπνοάρια, το «άνωθεν οι προφήται», καθώς και άλλα μαθήματα.

Μεγάλη είναι η προσφορά του και στη διάσωση των σύντομων μελών (ειρμολογικών και σύντομων στιχηραρικών ) με την καταγραφή που αυτός εφεύρε. Το έργο αυτό έχει τεράστια σημασία, γιατί τα μέλη αυτά δεν ήταν μουσικώς γραμμένα, επειδή ήταν σύντομα. Τα έργα του μεταφέρθηκαν στην εν χρήσει σημερινή παρασημαντική της βυζαντινής μουσικής και εκτυπώθηκαν στην Κωνσταντινούπολη.

Πέρα από τις εκκλησιαστικές συνθέσεις ο Πέτρος ο Πελοποννή­σιος άφησε και ανατολικές μουσικές φόρμες και κοσμικά τραγούδια (του κρασιού και της αγάπης).

Οι συνθέσεις αυτές έγιναν ευμενώς δεκτές από το λαό και τις τραγουδούσαν τόσο στην Πόλη όσο και στα ελληνικά αστικά κέντρα της Ανατολής μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. Μερικά από τα τραγούδια αυτά που είναι σπάνια δείγματα της παλαιότερης μουσικής που δεν είναι ούτε εκκλησιαστική ούτε δημοτική, σώζονται ανέκδοτα σε διάφορα χειρόγραφα.

Νεότερες έρευνες φέρνουν εις φως πολλές από τις κοσμικές μουσικές συνθέσεις του Πέτρου  Πελοποννήσιου. Αναφέρομαι συγκεκριμένα σε έρευνα του διδάκτορα μουσικολόγου Γιάννη Πλεμμένου με θέμα αυτόγραφο του Πέτρου  Πελοποννήσιου που περιλαμβάνει κοσμικά άσματα σε βυζαντινή σημειογραφία.

Το αυτόγραφο αυτό εντοπίστηκε στο τέλος της Ανθολογίας που βρέθηκε στη βιβλιοθήκη της Ρουμανικής Ακαδημίας στο Βουκουρέστι. Από αυτό το αυτόγραφο του Πέτρου  Πελοποννήσιου και άλλο που είχε προηγηθεί αποδεικνύεται έμπρακτα ότι ήταν και μελοποιός κοσμικών ασμάτων, σύμφωνα και με αυτό που έχει λεχθεί από βιογράφους του, ότι «εμέλισε και στί­χους πολιτικούς κατά τα μακάμια (ήχους) των Οθωμανών και κατά τους ρυθμούς των αυτών». Γιάννης Πλεμμένος, «Νέο Αυτόγραφο του Πέτρου Πελοποννήσιου», Ανάτυπο από τα «Πελοποννησιακά», τ. ΚΗΙ 2005-2006, σ. 220.

Σύμφωνα με την παραπάνω εργασία, που ακολουθούμε από εδώ και πέρα, οι κοσμικές συνθέσεις που αποδίδονταν στον Πέτρο  Πελοποννή­σιο είχαν εντοπισθεί και σε Ανθολογίες άλλων μεταγενέστερων γραφέων. Σύμφωνα με σημείωμα που βρίσκεται στην Ανθολογία που μνημονεύσαμε πιο πάνω, αυτή καταρτίσθηκε κατά τη δεκαετία του 1770, όταν ο Πέτρος ο Πελοποννή­σιος υπηρετούσε ως Λαμπαδάριος (ό.π.σ. 221). Στο χειρόγραφο αυτό υπάρχουν 118 καταγραφές που ανήκουν στον ίδιο γραφέα και περιλαμβάνουν τραγούδια που είναι καταχωρισμένα σε ομάδες ήχων. Το ότι πρόκειται για αυτόγραφο του  πιστοποιείται και από αντιπαραβολή της γραφής του με άλλα που έχουν ήδη αποδοθεί σ’ αυτόν (ό.π. σ. 224).

Είναι καταφανές ότι ο Πέτρος ο Πελοποννή­σιος  είναι ο συνθέτης της μουσικής αυτών των ασμάτων. Δεν έχει όμως διευκρινισθεί από τους ερευνητές του θέματος, αν ανήκει και η πατρότητα των στίχων των τραγουδιών (ο.π.σ. 230). Πέρα από τη μουσική που ανήκει στον Πέτρο  Πελοποννή­σιο δεν απο­κλείεται και κάποιοι από τους μελοποιημένους στίχους του αυτόγραφου να ανήκουν σ’ αυτόν. Πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι ο Σκαρλάτος ο Βυζάντιος όχι μόνο αναφέρει την επίδοση του Πέτρου του Πελοποννή­σιου στην ποίηση, αλλά και τον συγκαταλέγει μεταξύ «των διακεκριμένων εν τω Φαναρίω ποιητών». Πάντως υπάρχουν στίχοι που αποδίδονται στον Πέτρο  Πελοποννή­σιο και εκφράζουν την επιθυμία του να μπορούσε να κάνει στίχους που να έχουν επιτυχία και υπόληψη από τους αναγνώστες, όπως φανερώνει το τετράστιχο που ακολουθεί.

 Ήθελα νάχω μια τέτοια χάρι

νάχαν οι στίχοι μου ιχτιμπάρι (υπόληψη), 

σε κάθε μέρος να τους αρέσουν,

και βλέποντές τους να τους παινέσουν. (ό.π. σ. 231). 

Τα τραγούδια που μελοποιεί  στο αυτόγραφό του που αναφέραμε δεν περιλαμβάνουν στίχους μεγάλης ποιητικής τέχνης. Κατά το Σκαρλάτο Βυζάντιο αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι την περίοδο που γράφτηκαν δεν υπήρχε ποιητική άνθιση. Έτσι όσοι καταπιάστηκαν με την ποίηση, άνθρωποι χωρίς ποιητικό τάλαντο, έκαναν στίχους χωρίς ποιητική πνοή και ο στόχος τους ήταν μόνο να πετύχουν μια βεβιασμένη πληκτική ομοιοκαταληξία, του είδους που υπάρχει στο τε­τράστιχο που αναφέραμε.

Βασικό στοιχείο των ποιημάτων που μελοποιεί ο Πέτρος  Πελοποννή­σιος στο αυτό­γραφό του είναι ο έρωτας και τα παρεπόμενά του, η θλίψη, η απογοήτευση και η απελπισία κλπ. που εκφράζονται με φράσεις όπως: Δεν μπορώ πλέον να ζήσω, Ας κλαύσω απαρηγόρητα, Εχάθηκαν οι κόποι μου  κλπ. που μαρτυρούν ένα ερασιτέχνη μετριότατο ποιητή που αποπειράται ανεπιτυχώς με ψευτοδραματικό τρόπο να τραγουδήσει τον έρωτα (ό.π. σ. 232).

Όπως προκύπτει από το αυτόγραφο αυτό ο Π.Π. ξεπερνάει το χώρο της εκκλησιαστικής μουσικής, στον οποίο μας άφησε τεράστιο έργο, όπως είδαμε πιο πάνω, και κάνει ανοίγματα προς το χώρο της κοσμικής μουσικής όχι απλά ως μουσικός, αλλά και με το μοντέλο του μουσικού ποιητή, το οποίο έχει προβληθεί από τους Έλληνες διαφω­τιστές της εποχής, που ήθελαν ο ποιητής να μην είναι άμουσος, αν θέ­λει τα ποιήματά του να λάβουν την πρέπουσα ζωηρότητα και να συμ­βάλουν στη βελτίωση της ποιητικής τέχνης (ό.π.σ.232).

Την πλειονότητα των μελοποιήσεων του  στο αυτόγραφό του αυτό, αποτελούν ποιήματα σε δεκαπεντασύλλαβους, που άλλοτε είναι εναλλασσόμενοι ιαμβικοί οκτασύλλαβοι και επτασύλλαβοι και λί­γα είναι οκτασύλλαβα, δεκατρισύλλαβα και δεκασύλλαβα ιαμβικά. Σε τροχαϊκό μέτρο μελοποίησε μόνο 26 τραγούδια. Προτιμούσε τον ιαμβικό στίχο και στην εκκλησιαστική υμνογραφία, όπως φαίνεται από τη μελοποίησή του σε θεοτόκια και τριαδικά βυζαντι­νών και μεταβυζαντινών ποιητών που επισυνάπτει στους πολυελέους του (ό.π.σ.233). Αν και οι μελοποιήσεις των τραγουδιών του βασίζονται σε οθωμανικά μακάμια (ήχους) και ρυθμούς, παρουσιάζουν όμως μια αντιστοιχία στίχου και μέλους που πλησιάζει αυτήν του δημοτικού τραγουδιού (ο.π.).

Σε ό,τι αφορά τη μετρική μονάδα που χρησιμοποιεί αυτή είναι η οθωμανική «σοφιάν», που είναι το απλούστερο σχήμα της οθωμανικής μουσικής, που μετρείται σε τρεις κινήσεις, μια μακρά και δύο βραχείες, όπως συμβαίνει στον αρχαίο πόδα που ονο­μάζεται δάκτυλος (- υ υ) της επικής ποίησης. Στη μακρά αντιστοιχεί το ισχυρό μέρος του μέτρου και στις βραχείες το ασθενές. Η ρυθμική μετρική αντιστοιχία σ’ αυτό το μοντέλο που προτιμά αντιστοιχεί τόσο στο μετρικό όσο και στον ποιητικό τονισμό του κειμένου που συμπίπτει πολλές φορές με το ελληνικό δημοτικό τραγούδι, με το οποίο ήταν εξοικειωμένος λόγω καταγωγής του από τη Λακωνία.

Τα τραγούδια που δεν ανήκουν στη μετρική μονάδα σοφιάν ακολουθούν άλλες ρυθμικές μονάδες που ο Πέτρος  Πελοποννή­σιος τα διασκευάζει για να ταιριάσουν με τον μετρικό τονισμό των στιχουργημάτων (ό.π.σ.235). Αναφορικά με τις οθωμανικές κλίμακες αξιοποιεί 35 από τα πιο γνωστά μακάμια (ήχους), της οθωμανικής μουσικής που καλύπτουν τη δωδεκάφθογγη κλίμακα από το κάτω σολ ως το άνω ρε, σύμφωνα με την οθωμανική θεωρία της εποχής, χωρίς ιδιαίτερες αποκλίσεις.

Ο Πέτρος  Πελοποννή­σιος χρησιμοποιεί τα 35 αυτά μακάμια σύμφωνα με την οθω­μανική θεωρία και βάζει στις ρούπρικες το μακάμι (ήχο) που ακολου­θεί η μελωδία, παραθέτοντας συγχρόνως και το σημάδι του αντίστοι­χου εκκλησιαστικού ήχου. Σύμφωνα με αυτή την τάση της αντιστοι­χίας μακαμιών και ήχων τα 35 αυτά μακάμια που χρησιμοποιεί μπορούν να ενταχθούν αντίστοιχα στους οκτώ εκκλησιαστικούς ήχους. Τελειώνοντας μπρορούμε να συμπεράνουμε ότι η κοσμική μουσι­κή του  ακολουθεί βασικά την οθωμανική μουσική παράδοση, αλλά και πάλι τα μακάμια που εφαρμόζει στη μελοποίηση των στιχουρ­γημάτων (τραγουδιών) έχουν κάποια έστω και τυπική σύνδεση με τους οκτώ ήχους της Βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής, στην οποία ο Πέτρος  Πελοποννή­σιος είχε διαπρέψει ως μουσικός.

 Ν. Α. Βολιώτης

 

Πηγή

 


  

 
  • Μάραθα, «Επετηρίδα 2009», έτος ΙΒ΄, Εκδότης, Κωνσταντίνος Π. Αγγελόπουλος, Αθήνα, 2009.

 

Υποσημείωση

 

 [i] Σημείωση Βιβλιοθήκης. Στο λεξικό της Ελληνικής μουσικής, του Τάκη Καλογερόπουλου, διαβάζουμε: Ο Πέτρος ο Λαμπαδάριος πήρε τα πρώτα μουσικά μαθήματα (κατά την παιδική του ηλικία στη Σμύρνη) από έναν ιερομόναχο Θεοδόσιο. Ατεκμηρίωτες πληροφορίες (που έχουν μάλιστα υιοθετηθεί και από τον Γιάννη Β. Ιωαννίδη σε μυθιστορηματική βιογραφία του Πέτρου) μιλούν για κάποιον Ιωάννη Κρίκο, ο οποίος ήταν τάχα «άρχων πρωτοψάλτης της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας» στο διάστημα 1700-1727 (για το οποίο ουδέν στοιχείο διαθέτουμε, ούτε καν το όνομά του) και ήταν εκείνος που εντυπωσιάστηκε από τον Πέτρο όταν τον άκουσε στην Πελοπόννησο και τον παρακίνησε να σπουδάσει βυζαντινή μουσική στην Κωνσταντινούπολη. Ποιος να ξέρει…

Το βέβαιο είναι ότι ο Πέτρος πήγε στην Κωνσταντινούπολη και πήρε μαθήματα από τον τότε πρωτοψάλτη Ιωάννη Τραπεζούντιο, με τον οποίο συνέψαλλε στη Μ. Εκκλησία ως β’ δομέστικος. Μετά τον θάνατο του Ιωάννη, διορίστηκε πρωτοψάλτης ο Δανιήλ, ενώ ο Πέτρος (αντί για α’ δομέστικος) έγινε το 1771 (παρά την τάξη) λαμπαδάριος (ενώ ως β’ δομέστικος διορίστηκε ο Πέτρος ο Βυζάντιος). Ο λαμπαδάριος Πέτρος ο Πελοποννήσιος, αν και πέθανε πρόωρα στον λοιμό του 1777 (κατά τον Γρ. Στάθη ο λοιμός στην Κωνσταντινούπολη εμφανίστηκε τον χειμώνα του 1778) ανέδειξε πλείστους λαμπρούς μαθητές (Πέτρο Βυζάντιο, Ανδρέα Σιγηρό, κ.ά.).

Εκτός της βυζαντινής, δίδασκε και την τουρκική μουσική (μαρτυρία Fétis) και μάλιστα μαθητής του υπήρξε ο άριστος κάτοχός της, ο Antoine Murat (που ήταν διερμηνέας της πρωσικής πρεσβείας Κωνσταντινουπόλεως). Δίδαξε επίσης βυζαντινή μουσική (Παπαδική και Στιχηράριο) και στη «Β’ Πατριαρχική Μουσική Σχολή».

Ο Πέτρος θεωρείται ότι ευεργέτησε και την αρμένικη μουσική, γιατί δίδαξε στον Τερετζούν Χαμπαρτζούμ (Baba Hamparsum Limonciyan) τον πρωτοψάλτη του αρμενικού πατριαρχικού ναού, τον τρόπο γραφής των μουσικών μελών. Την ημέρα της κηδείας του Πέτρου συνέρρευσαν στον Πατριαρχικό Ναό δερβίσηδες από όλους τους τεκέδες της Βασιλεύουσας και ζήτησαν την άδεια από τον τότε Πατριάρχη Νεόφυτο να συνοδεύσουν την εκφορά του μεγάλου καλλιτέχνη, ψάλλοντας τη νεκρώσιμη ωδή κατά τα έθιμά τους (με χρήση πλαγιαύλων). Ο Πατριάρχης δεν τους επέτρεψε μεν να πάρουν ενεργό τελετουργικό μέρος στην εκφορά, όμως μετά τον ενταφιασμό και το επακόλουθο τρισάγιο αφέθηκαν οι δερβίσηδες να περικυκλώσουν τον τάφο του Πέτρου και να τον θρηνήσουν με παθητικότατες αυλωδίες, που εκείνος είχε συνθέσει συχνάζοντας στα λημέρια και τα σπίτια τους (τους μεβλεβί χανέδες).

Read Full Post »

Ύδρα


 

Τόπος και ιστορική προσέγγιση

 

Η Ύδρα, βραχώδες άγονο νησί, εκτείνεται κατά μήκος της Αργολικής χερ­σονήσου από την οποία απέχει περί τα έξι ναυτικά μίλια προς Νότο. Το μήκος της από Α προς Δ φθάνει τα 20 χλμ., το δε πλάτος της ποι­κίλλει από 1 1/2 έως 6 χλμ. (συνολικό εμβαδόν 52 τετρ. χλμ.). Το ορεινό του τόπου, με τη συνεχή παράθεση απότομων βράχων και με υψηλότερο βουνό το Έρε (υψ. 592 μ.), η φυ­σική επομένως αυτή ευκολία για αμυντική οχύρωση, καθόρισε και την ιστορική πορεία του νησιού δια μέσου των αιώνων.

Χάρτης της Ύδρας σχεδιασμένος από τον γεωγράφο Αντώνιο Μηλιαράκη (19ος αιώνας)

Παρότι η αρχή της εποίκισης στο νησί, σύμφωνα με τα αρχαιολογικά δεδομένα (επιφα­νειακά ευρήματα, θραύσματα αγγείων, κατάλοιπα οικισμού στη θέση Επισκοπή κ.λπ.), ανάγεται στους πολύ προ της ομηρικής περιόδου χρόνους, ήδη δηλαδή στην Ύστερη Νεο­λιθική εποχή (3000 – 2600 π.Χ.), η Ύδρα φαίνεται ότι δεν κατάφερε, στους αιώνες που ακολούθησαν, να εξελιχθεί σε τόπο κοινωνικά και ιστορικά συγκροτημένο.

Κατά την πρώιμη αρχαιότητα ο ιστορικός της ρόλος εξακολουθεί να παραμένει ασήμα­ντος: το πιθανότερο είναι να υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, πανίσχυρου τότε, Βασιλείου των Μυκηνών (Ομήρου Ιλιάς, στ. 100-109) από το οποίο γύρω στα 560 π.Χ. περιήλθε αρ­χικά στους Ερμιονείς μέχρι το 525 π.Χ. οπότε, σύμφωνα με ιστορική μαρτυρία του Ηροδό­του, αγοράστηκε «αντί εκατό ταλάντων» από Σάμιους πολιτικούς φυγάδες για να παραδο­θεί αργότερα από αυτούς στους Τροιζηνίους που επιμόνως επιζητούσαν την κατοχή της κυρίως για λόγους καλλιέργειας και βοσκής των αιγοπροβάτων τους.

Η Υδρέα λοιπόν, όπως την ονομάζει ο Ηρόδοτος, γίνεται γρήγορα τόπος εγκατάστασης και διαμονής Δρυόπων αγροτών, βοσκών και ψαράδων, ανθρώπων σκληροτράχηλων χωρίς ιδιαίτερες φιλοδοξίες και αναζητήσεις πέραν των στενών ορίων του τόπου τους. Ιστορικοί της αρχαιότητας σπανίως κάνουν μνεία του ονόματός της: μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται ο Ηρόδοτος (Γ’ 19), ο Γεωγράφος Πτολεμαίος (Δ’ 3.34), ο περιηγητής Παυσανίας (Β’ 43,9) και οι λεξικογράφοι Στέφανος ο Βυζάντιος (6ος αι. π.Χ.) και Ησύχιος (5ος αι. π.Χ.). Έως και τον 18ο αιώνα μ.Χ. την συναντάμε με το όνομά της παραλλαγμένο σε Sidra, Cidia, Uder, Sidre, Sidera, Sidero και Νύδρα ενώ δεν έχει ακόμη οριστικά διευκρινιστεί ο χρόνος καθιέρωσης του νησιού με το σημερινό του όνομα καθώς και η ετυμολογία του ονόματος Ύδρα.

 

Βυζαντινοί χρόνοι μεσαίωνας

 

Χωρίς ιδιαίτερη ιστορική παρουσία η Ύδρα στη μεσαιωνική περίοδο, φθάνει έτσι ασήμα­ντη μέχρι και τους πρώτους μεταβυζαντινούς χρόνους, ακολουθώντας την τύχη κοντινών μεγάλων πόλεων στων οποίων τη δικαιοδοσία ανήκε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Πολιτι­κά και πολιτιστικά πρέπει να σημειωθεί ότι της ανήκε (όπως και σήμερα άλλωστε) η γει­τονική νήσος του Δοκού, η Απεροπία των αρχαίων.

 

15ος αιώνας

 

Οι απαρχές του 15ου αιώνα βρίσκουν την Ύδρα, αθόρυβη πάντα ιστορικά, κατοικημένη από λίγες γεωργικές και ποιμενικές οικογένειες. Από το 1460 ωστόσο και εξής αρχίζει η πρώτη έντονη εποικιστική κίνηση και η εγκατάσταση στην Ύδρα Αλβανών φυγάδων, οι οποίοι πολεμώντας ως «stradioti» στο πλευρό των Ενετών κατά τη διάρκεια του δεκα­εξάχρονου Ενετοτουρκικού πολέμου (1463-1479), κυνηγημένοι από την πολεμική λαίλαπα των ορδών του Τούρκου Σουλτάνου Μωάμεθ Β’ του Πορθητού και ανήμποροι να υπερασπιστούν την ήδη κατακτημένη από τους Οθωμανούς Πελοπόννησο, βρίσκουν, μετά από εναγώνια αναζήτηση, εγκατάσταση και σωτηρία σε τόπους κοντινούς, ορεινούς και δυσπρόσιτους, όπως την Ύδρα. Είναι ακριβώς η εποχή που αρχίζει η ανοικοδόμηση και η δη­μιουργία της σημερινής πόλης της Ύδρας με πρώτο οικιστικό πυρήνα της τον λόφο της Κιάφας, προφανώς για λόγους ασφάλειας των κατοίκων από πιθανούς επιδρομείς πειρατές (αλβανικά κιάφα = κεφαλή ή κορυφή).

 

16ος – 17ος αιώνας

 

Εν τω μεταξύ ο πολεμικός αναβρασμός στις περισσότερες ελληνικές περιοχές σε συνδυα­σμό με την εμφάνιση της πειρατείας στη Μεσόγειο συμβάλλουν στη δημιουργία ακόμη εντονότερου εσωτερικού εποικισμού. Στα χρόνια που ακολουθούν η Ύδρα δέχεται κατά διαστήματα εποικίσεις διαφόρων οικογενειών, κυρίως ελληνικών, από την Ήπειρο (οικογέ­νεια Λαζάρου και Ζέρβα μετέπειτα Κοκκίνη και Κουντουριώτη), από την Κύθνο (οικογέ­νεια Μπαρού μετέπειτα Ραφαλιά, οικογένειες Νέγκα, Γκίκα, Γκούμα), από τα Βουρλά της Σμύρνης (οικογένεια Γιακουμάκη μετέπειτα Τομπάζη), από την Εύβοια (οικογένεια Βώκου μετέπειτα Μιαούλη, οικογένειες Κριεζή, Μπουντούρη), από το Κρανίδι (οικογένεια Τσαμα­δού), από την Επίδαυρο (οικογένεια Οικονόμου) και από πλήθος άλλες ελληνικές περιοχές.

 

18ος αιώνας

 

 Ένα νέο εποικιστικό κύμα έρχεται να εισβάλει στο νησί κατά τη διάρκεια των Ενετοτουρκικών (1700-1715) και του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1768-1774) ενώ έως και την περίοδο που ξεσπά η Επανάσταση και ιδιαίτερα κατά τη διάρκειά της, η Ύδρα δέχε­ται διαρκώς εποίκους εξαιτίας της συνεχούς κοινωνικής και πολιτιστικής της ανέλιξης. Γί­νεται συνεπώς πλήρως κατανοητό, γιατί η στιγμή της έναρξης του αγώνα στα 1821 βρήκε το μικρό και μέχρι πρότινος ασήμαντο αυτό νησί του Αργοσαρωνικού, να αριθμεί περί τους 27.000 κατοίκους. Η δημογραφική αυτή «επανάσταση» είχε ασφαλώς τις θετικές και τις αρνητικές της συνέπειες όσον αφορά την εξέλιξη της υδραϊκής κοινωνικής πορείας: από τις θετικότερες υπήρξαν η προώθηση της ανάπτυξης του εμπορίου και – κυριότατα – η ανά­πτυξη και η αλματώδης εξέλιξη της ναυτιλίας στην Ύδρα.

 

Άποψη της Ύδρας στα τέλη του 18ου αιώνα. Castellan “Lettres sur la Morée”, Paris 1808.

 

Ναυτιλία – Εμπόριο

 

Με την παραχώρηση ειδικών ναυτικών προνομίων από τους Οθωμανούς, η Ύδρα γνώρι­σε πράγματι μεγάλη άνθηση στον τομέα της ναυτιλίας και – συνεπακόλουθα αυτής – του εμπορίου: με τις κατασκευές των πρώτων μεγάλων πλοίων, των «λατινάδικων», χωρητικότητας 150-200 τόννων και αργότερα των «βρικιών» (παρώνων) και των «βρικογολεττών», πιο προσαρμοσμένων αυτών στις ανάγκες της Ανατολικής Μεσογείου, χωρητικότη­τας 250-300 τόννων και άνω, οι Υδραίοι, όπως άλλωστε και οι Σπετσιώτες, οι Ψαριανοί και οι Κασιώτες και άλλοι τολμηροί νησιώτες, κυριάρχησαν στις θάλασσες φθάνοντας στο απόγαιο της εμπορικής τους δραστηριότητας, γεγονός στο οποίο συνέβαλε τα μέγιστα και η Ρωσοτουρκική Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774) η οποία τους εξασφάλιζε την ελεύθερη ανά τη Μεσόγειο ναυσιπλοΐα  υπό την προστασία της Ρωσικής σημαίας.

Οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι που ακολούθησαν τη Γαλλική Επανάσταση του 1789, δίνουν στην Ύδρα την τελευταία μεγάλη εμπορική «ευκαιρία»: Υδραίοι καραβοκύρηδες, εκμεταλ­λευόμενοι την αδυναμία ενασχόλησης των εμπόλεμων Δυτικοευρωπαίων με το εμπόριο, λόγω του αποκλεισμού των λιμανιών της Δυτικής Μεσογείου από τους Άγγλους, τα τροφο­δοτούν κρυφά με σιτάρι και άλλα αγαθά με αποτέλεσμα οι δυνατότητες εύκολου και άμε­σου πλουτισμού να τους καταστήσουν σύντομα «κυρίαρχους του εμπορικού παιχνιδιού».

 

Οικονομία

 

Η υδραϊκή κοινωνία αποκτά αμύθητα κέρδη που αρχίζουν να συσσωρεύονται ελλείψει άλλου χώρου – και όπως η παράδοση θέλει – ακόμα και στις στέρνες των μεγάλων αρχο­ντικών του νησιού. Η ευπορία αυτή ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο από την παραχώ­ρηση σημαντικών προνομίων εκ μέρους της Υψηλής Πύλης: ήδη από το 1778 ο Σουλτάνος Αβδούλ Χαμήτ παραχωρούσε με ειδικό διάταγμα το προνόμιο της αυτοδιοί­κησης στην Ύδρα σε ένδειξη αναγνώρισης των υπηρεσιών που είχε προσφέρει ο αποτελούμενος από 32 πλοία υδραϊκός στόλος που είχε συστρατευθεί με τον οθωμανικό για την ανάκτηση της Κριμαίας.

Έκτοτε είναι γνωστή η παντελής απουσία Τούρκων από την Ύδρα: η Κοινότητα εισέπραττε τους καθορισμένους δημόσιους φόρους και τους απέδιδε στον Τούρκο φοροεισπράκτορα ο οποίος όμως επιτρεπόταν να μείνει στο νησί για ορισμένο (ελάχιστο) χρόνο σε ορισμένο τόπο και πάντως όχι εντός της πόλης. Σε αντάλλαγμα, η Κοινότητα της Ύδρας ήταν υποχρεωμένη να αποστέλλει ανά εξάμηνο ορισμένο αριθμό ναυ­τών «μελλάχηδες» οι οποίοι προσέφεραν την πλήρη εμπειριών γνώση τους και τις υπηρε­σίες τους στον οθωμανικό στόλο. Τη μισθοδοσία των μελλάχηδων καθώς και τα έξοδα απο­στολής πλοίων, τα οποία επίσης ήταν υποχρεωμένοι οι Υδραίοι να στέλνουν προς ενίσχυση του οθωμανικού στόλου, αναλάμβανε η υδραϊκή Κοινότητα.

Το κλίμα αυτό της ανεξαρτησίας – απόρροια των προνομίων και της αυτοδιοίκησης του νησιού – καλλιέργησε το έδαφος για την κατοπινή μεγαλειώδη προσφορά των Υδραίων στον Ιερό Αγώνα δίνοντάς τους την ευκαιρία να προετοιμάσουν ανενόχλητοι την εθνική τους θυσία.

 

Κοινωνία – Πολιτισμός

 

Είναι η εποχή (τέλη 18ου αι.) που οι υδραίοι «μπερατλήδες» (ειδικά προστατευόμενοι της Υψηλής Πύλης) μεσουρανούν. Στην Ύδρα οικοδομούνται θαυμάσια αρχοντικά, χτισμέ­να με ευρωπαϊκά πρότυπα, και το νησί αποκτά τη σημερινή περίπου οικιστική του εικόνα. Οι υδραίοι έμποροι μαζί με τα προϊόντα τους μεταφέρουν στην Ύδρα τα ευρωπαϊκά επα­ναστατικά μηνύματα των καιρών. Αυτή η «μετάγγιση» ευρωπαϊκών ιδεών και η αναμφίβο­λη επίδραση του δυτικοευρωπαϊκού τρόπου ζωής στην συνεχώς εξελισσόμενη υδραϊκή κοι­νωνία, συνδυασμένες με την οικονομική ευμάρεια των μεγαλοοικοκυραίων προκρίτων αλλά και του απλού λαού της Ύδρας, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις αλματώδους πολιτιστικής ανάπτυξης. Δεν είναι ασφαλώς τυχαία η προσομοίωση της Ύδρας από τον Ιμπραήμ ως «μικρής Αγγλίας».

Η κοινοτική οργάνωση του νησιού υπήρξε από κάθε άποψη αρτιότατη. Η κοινοτική μέρι­μνα για την καλή διαβίωση και την υγεία των υδραίων πολιτών φαίνεται ιδιαίτερα με τη θέσπιση ναυτοϋγειονομικού κανονισμού που αποσκοπούσε στην πρόληψη μετάδοσης λοι­μωδών νοσημάτων στους κατοίκους από τα πληρώματα των πλοίων που προσέγγιζαν το λιμάνι της Ύδρας.

 

Ναυτική Σχολή Ύδρας, 19ος αιώνας.

 

Οι Υδραίοι φροντίζουν ιδιαίτερα για τη μόρφωση των παιδιών τους με την ίδρυση κοινών Σχολείων ήδη από το 1750, στα οποία μετακαλούν σπουδαίους δασκάλους της εποχής (Απόστολο τον Εφέσιο, Επιφάνιο Δημητριάδη, Ιωάννη Μπενιζέλο, Μακάριο Νοταρά, Νεό­φυτο Βάμβα, Άνθιμο Γαζή, Χριστόφορο Παμπούκη, Δημήτριο και Κωνσταντίνο Νούλα κ.ά) για την εκμάθηση όχι μόνον της ελληνικής αλλά και της ιταλικής και της γαλλικής γλώσσας. Τα Υδραιόπουλα συνάμα στέλνονταν πολύ συχνά από τους γονείς τους για σπουδές σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Στην Ύδρα θεμελιώνεται το 1800 η πρώτη Ναυτική Σχολή στην Ελλάδα (η οποία λειτουργεί μέχρι σήμερα), για την εκπαίδευση των νέων υδραίων ναυτικών, των κατοπι­νών μεγάλων ναυμάχων.

 

Τύπος

 

Στην Ύδρα ιδρύεται ακόμη το πρώτο αυτοσχέδιο τυπογραφείο του Ελβετού φιλέλληνα Wazer με την φροντίδα των αδελφών Τομπάζη στο οποίο τυπώνεται από το 1821 η υδραϊκή εφημερίδα «Ελληνικός Καθρέπτης» που έως και το 1824 τροφοδοτεί το ελληνικό αναγνωστικό κοινό με αξιόλογα άρθρα και αυθεντικά ντοκουμέντα για τον ελληνικό ναυτικό αγώνα. Από το 1824 δε, χρονιά κατά την οποία ο μεγάλος φιλέλληνας Ambroise Firmin Diot αποστέλλει στην Ύδρα, «ως δωρεά προς το Έθνος», τυπογραφικά μηχανήματα για την οργάνωση εκσυγχρονισμένου τυ­πογραφείου, αρχίζει η έκδοση μιας σειράς σημαντικών εντύπων και εφημερίδων όπως «Ο Φίλος του Νόμου», εφημερίδα που εξέδιδε ο πολύς Ιωσήφ Κιάπε από το 1824 έως το 1827 (η μακροβιότερη από τις εφημερίδες του Αγώνα).

Στην Ύδρα εκδόθηκε και η «Ανεξάρτητος Εφημερίς της Ελλάδος» με συντάκτη τον Παντελή Κ. Παντελή από το 1827 έως το 1828, όπως και η γαλλόφωνη εβδομαδιαία εφημερίδα «LAbeille Grecque» (Ελληνική Μέλισσα) με συντάκτη επίσης τον Ιωσήφ Κιάπε, από το 1827 έως το 1829, καθώς και η εφημερίδα «Απόλλων» με συντάκτη τον Αναστάσιο Πολυζωΐδη, η οποία υπήρξε από τα ισχυρότερα αντιπολιτευτικά όρ­γανα εναντίον του Καποδίστρια, εκδόθηκε δε από τον Μάρτιο έως τον Οκτώβριο του 1831.

 

Εκκλησία – Διοίκηση

 

Ιδιαίτερα ευλαβείς οι Υδραίοι, απέδιδαν μεγάλη σημασία σε εκκλησιαστικά εν γένει θέματα συμμετέχοντας ενεργά σε κάθε θρησκευτική εκδήλωση του νησιού. Οι αρμοδιότητες του υδραϊκού κλήρου ήσαν πολλές και σημαντικές: οι Υδραίοι ιερείς, υπό την προεδρία του Αρχιεπισκόπου τους πάντοτε, δίκαζαν στο νησί τα αναφυόμενα ζητήματα αστικής φύσεως, συνέτασσαν τα διά­φορα δικαιοπρακτικά έγγραφα, κατάρτιζαν τους φορολογικούς καταλόγους ανά ενορία και με­ριμνούσαν συνήθως για την είσπραξη των φόρων (χαρατσίου, τάνσου, δάτζιου, κουμερκίου κ.λπ.) και την παράδοσή τους στην Κοινότητα. Το νησί έβριθε κυριολεκτικά – σε σχέση με το μέγεθός του – από ναούς, ναΰδρια και μοναστήρια.

 

Το Μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου, τέλη 18ου αιώνα. Castellan “Lettres sur la Morée”, Paris 1808.

 

Πραγματικό όμως «γης ομφαλό» για την Ύδρα απο­τελούσε το ιερό Μοναστήρι των Υδραίων, κτισμένο στα 1643 και αφιερωμένο  στην Κοίμηση της Θεοτόκου, χώρος στο προαύλιο του οποίου, η αγαστή συνεργασία  κλήρου και πολιτείας, επέβαλε τη συνήθεια σύναξης αρχόντων και λαού και λήψης των μεγάλων αποφάσεων. Η κοινωνία των Υδραίων ήταν χωρισμένη σε τρεις κοινωνικές τάξεις: τους προκρίτους – μεγαλοοικοκυραίους, τους πλοιάρχους – καραβοκύρηδες και τον λαό. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα, το νησί διοικείται από τους μεγαλοοικοκυραίους «προκρίτους» των οποίων το έργο στηρίζουν και υποβοηθούν, καθώς προαναφέραμε, οι ιερείς.

 

19ος αιώνας

 

Στα 1802 το διοικητικό σύστημα του νησιού αλλάζει, με την αποστολή στην Ύδρα του ευ­νοούμενου του τότε Καπουδάν Πασά και αρχικυβερνήτη της τουρκικής Ναυαρχίδας, υδραίου Γεωργίου Δήμα Βούλγαρη. Ο Βούλγαρης τοποθετήθηκε από τον Σουλτάνο ως Μπας Κοτζα­μπάσης (Διοικητής) και Ναζίρης (Επόπτης) της Ύδρας και για κάποιο χρονικό διάστημα και του Πόρου και των Σπετσών, με σκοπό να επιβάλει την – ιδιαίτερα στην ‘Υδρα – διασαλευμέ­νη τάξη.

Η συνετή του διοίκηση και η οθωμανική εύνοια στο πρόσωπό του συνετέλεσαν στο να καταφέρει ο Γ. Βούλγαρης, ο «Μπέης», όπως τον αποκαλούσαν οι Υδραίοι, να αναγάγει το νησί σε πρότυπο ευνομούμενου τόπου: η περίοδος της οικονομικής ευρωστίας, η σχετική καταστολή της πειρατείας και η εσωτερική ησυχία που ακολούθησαν τους χρόνους διακυβέρ­νησης του Γεωργίου Βούλγαρη, έδωσαν την ευκαιρία στους Υδραίους να οργανώσουν την κοινωνία τους όπως αυτοί ήθελαν ενώ οι συνεχείς μάχες που αναγκάζονταν να δίνουν τα υδραϊκά πληρώματα με τους πειρατές που τότε λυμαίνονταν απ’ άκρου σε άκρο τη Μεσό­γειο, τους μετέτρεψαν με τον καιρό από ασήμαντους γεωργούς και ποιμένες σε τολμηρούς εμπειροπόλεμους ναυτίλους! Οι παραμονές του Ιερού Αγώνα βρίσκουν το νησί πανέτοιμο οι­κονομικά και πολεμικά: 120 ετοιμοπόλεμα πλοία διαθέτει η Ύδρα στον Αγώνα, συνολικής χωρητικότητας 45.000 τόννων με 5.400 άνδρες και 2.400 κανόνια.

 

Επανάσταση

 

Αντώνης Οικονόμου, «ο Οικονόμος κηρύττει εν Ύδρα την ελευθερίαν».

Ήδη από το 1818 η Φιλική Εταιρεία είχε μυήσει στους κόλπους της πολλούς Υδραίους, αρκετοί από τους οποίους ήσαν εξέχοντα πρόσωπα της υδραϊκής κοινωνίας. Από τους πρώτους μυημένους Φιλικούς ο καπετάν Αντώνης Οικονόμου, μια μεγάλη υδραϊκή φυσιο­γνωμία των χρόνων εκείνων, πραγματοποιεί το όνειρο του υδραϊκού λαού πρωτοστατώ­ντας στην κήρυξη της Επανάστασης στην Ύδρα στις 27 Μαρτίου του 1821. Μέσα σε τρεις ημέρες συγκεντρώνεται με έρανο μεταξύ των κατοίκων το σοβαρό ποσόν των 130.000 δι­στήλων (σ.σ. 40.000 στερλίνες Αγγλίας) και ευθύς αμέσως ξεκινά η λαμπρή εποποιία: η Ύδρα αναλαμβάνει σε μεγάλο βαθμό το βάρος διεξαγωγής του ναυτικού Αγώνα της επαναστατημένης Ελλάδας και γίνεται το κέντρο των ελληνικών ναυτικών δυνάμεων.

Αλλεπάλληλες νικηφόρες ναυμαχίες στις οποίες πρωταγωνιστούν τα υδραίικα πυρπολικά και ένα πάνθεον Υδραίων ηρώων, Ναυμάχων και Πυρπολητών, συνθέτουν την ιστορική της ει­κόνα: Κουντουριώτες, Τομπάζηδες, Κριεζήδες, Σαχτούρηδες, Τσαμαδοί, Μπουντούρηδες, Οικονόμου, Πιπίνος, Γκιώνης, Ρομπότσης, Βατικιώτης, Γκέλης, Σκούρτης, Μεθενίτης, Βατσαξής, Σαχίνης, με κορωνίδα όλων τον Ανδρέα Μιαούλη, τον άνθρωπο με το αλάνθα­στο στρατηγικό αισθητήριο και τον αγέρωχο χαρακτήρα, προσφέρουν καθένας με το δικό του φιλογενή τρόπο στον Αγώνα, κάνοντας σε ευρωπαϊκό πλέον επίπεδο γνωστή τη μικρή αυτή νησιωτική κουκκίδα άγονης ελληνικής γης. Από το 1822 και εξής μάλιστα, όταν την αρχηγία του υδραϊκού στόλου αναλαμβάνει ο ίδιος ο Ανδρέας Μιαούλης, το Νησί κρατά σταθερά τα σκήπτρα και την πρωτοπορία στην έκβαση των κατά θάλασσαν πολεμικών επιχειρήσεων.

Τα επιτεύγματα του ευγενούς στόχου του υδραϊκού καθώς και του πανελλήνιου Αγώνα σύντομα αναφαίνονται: στα 1827 με την καθοριστική ναυμαχία στο Ναυαρίνο, ο ενωμένος Στόλος των τριών προστάτιδων Δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, περιορίζει τις βλέψεις των Οθωμανών και τους αναγκάζει στα 1830, με το Πρωτόκολλο του Λονδί­νου, να αναγνωρίσουν την οριστική ανεξαρτησία της «Ελληνικής Πολιτείας» με πρώτο Κυβερνήτη της τον Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος πάραυτα ξεκινά το δυσκολότατο έργο της παλινόρθωσης ενός κράτους που βρισκόταν, από κάθε άποψη, σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.

Η Ύδρα φυσικά δεν αποτέλεσε την εξαίρεση του κανόνα: η συνεχής, υπέρ του Αγώνα, οι­κονομική της αιμορραγία την έχει εξαντλήσει αφάνταστα. Επιπλέον και παρά τις διαγρα­φόμενες αρχικά ευοίωνες συνθήκες, οι σχέσεις των, κατά παράδοση, φιλελεύθερων Υδραίων με τον Κυβερνήτη και το υψηλόπνοο ανορθωτικό πρόγραμμα που φρόντισε ευθύς εξαρχής ο Καποδίστριας να εφαρμόσει, βαίνουν από το κακό στο χειρότερο κυρίως εξαι­τίας της πεισματώδους άρνησης του τελευταίου να αποζημιώσει τους οικονομικά κατε­στραμμένους νησιώτες.

Η αναπόφευκτη ρήξη των δύο πλευρών, καταλήγει σε σκληρή αντι­πολιτευτική πολεμική μεταξύ τους, κυρίως μέσω του Τύπου: Υδραίοι και άλλοι δυσαρεστη­μένοι νησιώτες του Αιγαίου, Ποριώτες, Μυκονιάτες, Συριανοί, Ναξιώτες, Ανδριώτες, Πα­ριανοί αλλά και οι Μανιάτες αποδύονται σε έναν σκληρό, σχεδόν ολομέτωπο αγώνα κατά του Καποδίστρια, αγώνα που είχε ως αποτέλεσμα την αποστασία εναντίον του και ως φοβερή κατακλείδα του την πυρπόληση πλοίων του ελληνικού στόλου (κορβέτες «Ύδρα» και «Σπέτσες», φρεγάτα «Ελλάς») από τον Ανδρέα Μιαούλη στο λιμάνι του Πόρου την 1η Αυγούστου του 1831.

Τα τραγικά γεγονότα κορυφώνονται στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831 με τη δολοφονία του Κυβερνήτη στο Ναύπλιο από τους Γεώργιο και Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη. Παρά την απουσία του Καποδίστρια ωστόσο από το πολιτικό προσκήνιο, τα πράγματα για την Ύδρα εξακολουθούν να βαίνουν δυσάρεστα: αντίξοες οικονομικές συνθήκες, ανεργία των πληρωμάτων, και – σαν να μην έφταναν όλα αυτά – η επαναστατική μετατροπή στη ναυσιπλοΐα από το πανί στον ατμό, η εμφάνιση στην Ελλάδα των πρώτων ατμήλατων πλοίων περί τα μέσα του αιώνα, όλα, συντείνουν στη δημιουργία μιας έκρυθμης κατάστα­σης στο νησί και φέρνουν σε απόγνωση τους Υδραίους που, αρνούμενοι στην πλειονότητά τους να ακολουθήσουν τα νεωτεριστικά ναυτικά προστάγματα των καιρών, αρχίζουν να εγκαταλείπουν την πατρική γη αναζητώντας καλύτερη τύχη στην Πρωτεύουσα.

Ακόμη και αυτή η εμφάνιση ενός νέου «από μηχανής Θεού», της σπογγαλιείας, λίγο πριν τα τέλη του 19ου αιώνα, δεν καταφέρνει να αναχαιτίσει την σχεδόν ομαδική τους μετανάστευση: η Αθήνα και κυρίως ο Πειραιάς γίνονται η νέα υδραϊκή πατρίδα.

Οι οικονομικές αντιξοότητες και οι διάφορες κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις τους δεν κατά­φεραν παρ’ όλα αυτά να σβήσουν τη λάμψη της συνεχούς προσφοράς της ‘Υδρας στο Γένος: ένα Πρόεδρο της Δημοκρατίας, πέντε Πρωθυπουργούς και αναρίθμητους υπουργούς έδωσε το μικρό αυτό νησί στην Ελλάδα! Σταδιακά, κατά σειρά Πρωθυπουργίας, την Χώρα κυβέρνη­σαν οι Υδραίοι:

1) Γεώργιος Κουντουριώτης (Πρόεδρος του Εκτελεστικού κατά την Επανάσταση, μέ­λος του Πανελληνίου επί Καποδίστρια, Πρωθυπουργός και Υπουργός Ναυτικών επί Όθωνος από τον Μάρτιο έως τον Οκτώβριο του 1844).

2) Αντώνιος Κριεζής (Πρωθυπουργός επί Όθωνος από τον Δεκέμβριο του 1849 έως τον Μάιο του 1854).

3) Δημήτριος Βούλγαρης (επτά φορές Πρωθυπουργός της Ελλάδας: επί Όθωνος από το 1855 έως το 1857, επί Γεωργίου Α’ από τον Οκτώβριο του 1863 έως τον Φεβρουάριο του 1864, από τον Σεπτέμβριο έως τον Δεκέμβριο του 1865, από τον Ιανουάριο έως τον Σεπτέμβριο του 1868, από τον Δεκέμβριο του 1871 έως τον Ιούλιο του 1872 και από τον Φεβρουάριο έως τον Απρίλιο του 1874).

4) Αθανάσιος Μιαούλης (τρεις φορές Πρωθυπουργός της Ελλάδας : επί Όθωνος από τον Νοέμβριο του 1857 έως τον Μάιο του 1859, από τον Σεπτέμβριο έως τον Δε­κέμβριο του 1860 και από τον Μάρτιο του 1861 έως τον Ιανουάριο του 1862).

5) Πέτρος Βούλγαρης (Πρωθυπουργός της Ελλάδας από τον Απρίλιο έως τον Οκτώβριο του 1945).

Ο Υδραίος ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης (1855-1935)

Τέκνο της Ύδρας υπήρξε και η άλλη μεγάλη φυσιογνωμία της Νεώτερης Ελλάδας: ο ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης, ο εμπνευσμένος οδηγητής του ελληνικού στόλου σε νικηφόρες ναυμαχίες κατά την περίοδο των Βαλκανικών και του Α’ Παγκο­σμίου πολέμου. [Ο Κουντουριώτης στα 1923, μετά την απομάκρυνση του Βασιλέως Γεωρ­γίου Β’ από τον θρόνο, χρημάτισε «Προσωρινός Κυβερνήτης της Ελλάδος» έως και το 1924 οπότε αναγορεύθηκε από την Εθνοσυνέλευση πρώτος Πρόεδρος της Ελληνικής Δη­μοκρατίας. Παραιτήθηκε τον Μάρτιο του 1926 για να επανεκλεγεί στο αξίωμα του Προέδρου τον Αύγουστο του ιδίου έτους.]

 

20ος αιώνας

 

Ο 20ός αιώνας βρίσκει την Ύδρα, παρά την προσωρινή οικονομική της ανάκαμψη – απο­τέλεσμα της συστηματικής ενασχόλησης των κατοίκων με την αλιεία και το εμπόριο σπόγ­γων, σε πλήρη πληθυσμιακή αποδυνάμωση, οδηγούμενη αργά αλλά σταθερά στα πρόθυρα του οικονομικού μαρασμού. Εξάλλου η προσωρινή της «κινητήρια» δύναμη, η σπογγαλιεία, βρέθηκε με τον καιρό σε πλήρη παρακμή, εξαιτίας κυρίως του περιορισμού της οικονομικής ενίσχυσης των σπογγαλιευτικών επιχειρήσεων από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος.

Μία τελευταία ευκαιρία ανάπτυξης και αναζωογόνησης της υδραϊκής κοινωνίας δόθηκε στην δεκαετία του ’50 όταν οι διάφοροι καλλιτέχνες και οι παραγωγοί ταινιών «ανακαλύ­πτουν» την Ύδρα και την χρησιμοποιούν αφειδώς στις ταινίες τους: άμεση συνέπεια η αλ­ματώδης τουριστική και οικονομική κίνηση στο νησί με όλα τα παρεπόμενά της…

Σήμερα, η Ύδρα του Miller, του Σεφέρη, του Γκίκα, του Εγγονόπουλου, του Βυζάντιου, του Τέτση, η Ύδρα με την συνεχή προσφορά στον τουρισμό και την πολιτιστική ζωή της χώρας μας, εξακολουθεί να παραμένει το στολίδι του Αργοσαρωνικού: ένα μοναδικό φαινόμενο ιστορικού και αρχιτεκτονικού θαύματος ανά το πανελλήνιο και σίγουρα ένα από τα σπουδαιότερα τουριστικά θέρετρα της Ελλάδας.

 

Κωνσταντίνα Αδαμοπούλου

Κωνσταντίνα Αδαμοπούλου, «Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο Ύδρας», Έκδοση του Σωματείου των Φίλων του Ιστορικού Μουσείου Ύδρας, Ύδρα, 1997. 

Read Full Post »

Εθνικό Νομισματοκοπείο Αιγίνης


  

«Εθνικό Νομισματοκοπείο Αιγίνης.

Το ανέκδοτο αρχείο του Εφόρου Νικολάου Αγγ. Λεβίδη»

 

Με το από 3ης Απριλίου 1827 Στ’ Ψήφισμα της Γ’ εν Τροιζήνι Εθνικής Συνε­λεύσεως [1] ο Ιωάννης Καποδίστριας εκλέγεται Κυβερνήτης της Ελλάδος και στις 11/23 Ιανουαρίου 1828 «περί λύχνων αφάς» φθάνει στην Αίγινα.[2]

Η Γ’ εν Τροιζήνι Εθνική Συνέλευση συνέστησε με το από 1ης Μαΐου 1827 ψηφισθέν «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος» Βουλή από αντιπροσώπους των επαρ­χιών.[3] Μεταξύ των αρμοδιοτήτων της Βουλής περιλαμβανόταν η διάταξη, όπως η Βουλή «κανονίζη το νομισματικόν σύστημα, προσδιορίζουσα το βάρος, την ποιότητα, τον τύπον και το όνομα εκάστου νομίσματος, καθ’ όλην την επικράτειαν».[4] 

Σχετι­κή δραστηριότητα για τα νομισματικά θέματα εμφάνισε η Τριμελής Αντικυβερνητική Επιτροπή, απαρτιζόμενη από τους Γ. Μαυρομιχάλη, I. Μ. Μιλαΐτη και I. Νάκο, η οποία είχε συσταθεί με το ψήφισμα Θ’ της 5ης Απριλίου 1827 της Γ’ εν Τροιζήνι Εθνικής Συνελεύσεως[5] με σκοπό τη διακυβέρνηση της χώρας μέχρι της αφίξεως του Καποδίστρια. Στις δραστηριότητές της εντάσσεται, πρώτον η υποβολή σχετικής προ­τάσεως για την πάταξη της κιβδηλοποιΐας[6] και δεύτερον η προώθηση προς τη Βουλή σχετικής αναφοράς του Δ. Κ. Βυζαντίου,[7] του γνωστού συγγραφέα του έργου Βαβυ­λωνία. Στην αναφορά του Βυζαντίου γίνεται λόγος για τη σύσταση νομισματοκοπεί­ου, είναι μάλιστα ενδεικτικό ότι είχε βρεθεί ο σφραγιδοποιός Αναγνώστης Λιναρδόπουλος, ο οποίος ανέμενε στην Αίγινα την απόφαση της Βουλής.

 

Ιωάννης Καποδίστριας. Εικόνα από λιθογραφία του Μύλλερ, σχέδιο εκ του φυσικού. Φέρει την υπογραφή του Καποδίστρια με τη φράση: «Αυτό που με κολακεύει περισσότερον είναι να ζήσω εις την ανάμνησιν των ανθρώπων ». Η λιθογραφία επανεκτυπώθηκε στην Καρλσρούη με σκοπό τα έσοδα από τις πωλήσεις να διατεθούν υπέρ του Αγώνα των Ελλήνων.

 

Η επικείμενη άφιξη του Κυβερνήτη Καποδίστρια ανέστειλε οποιαδήποτε πρωτο­βουλία. Με την άφιξή του ο Καποδίστριας θα ασχοληθεί με το νομισματικό πρόβλη­μα, θα καθιερώσει, κατόπιν της από 27 Ιανουαρίου 1828 εισηγήσεως του Αλεξ. Κοντοσταύλου,[8] το φοίνικα ως νόμισμα και θα κοπούν τα πρώτα νομίσματα στο νομισματοκοπείο Αιγίνης στις 28 Ιουλίου 1829,[9] το οποίο συγκροτήθηκε από τον Αλέ­ξανδρο Κοντόσταυλο.

  

Α. Σύντομο ιστορικό του Εθνικού Νομισματοκοπείου Αιγίνης

 

Με το ψήφισμα Ζ’ της 31ης Ιουλίου 1829, που εξεδόθη στο Άργος από την Δ’ Εθνική των Ελλήνων Συνέλευση, ιδρύθηκε το Εθνικό Νομισματοκοπείο[10] και εγκρί­θηκε η κοπή του ελληνικού νομίσματος, βάσει σχεδίου που επέβαλε το Πανελλήνιο στην Κυβέρνηση. Το Νομισματοκοπείο στεγάστηκε στην Αίγινα, άγνωστο σε ποιο οίκημα.[11]

Από της 12ης Σεπτεμβρίου 1829 μέχρι της 27ης Δεκεμβρίου 1829 η Εφορεία του Νομισματοκοπείου ασκήθηκε συλλογικώς από τα μέλη της Επιτροπής της Οικονομίας Αλ. Κοντόσταυλο, Γ. Σταύρου, Α. Παπαδόπουλο και I. Κοντουμά, ως αναπληρωματικό μέλος. Από της 27ης Δεκεμβρίου 1829, οπότε η ως άνω Επιτροπή αναχώ­ρησε από την Αίγινα για το Ναύπλιο, μέχρι της 20ής Μαΐου 1830 την Εφορεία του Νομισματοκοπείου άσκησε ο Αλ. Κοντόσταυλος στην Αίγινα, διότι το Νομισματοκο­πείο δεν μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο, πιθανώς λόγω αδυναμίας εξευρέσεως καταλλή­λου οικήματος.

Την 7η Μαΐου 1830 τον Αλέξανδρο Κοντόσταυλο διεδέχθη στην Εφορεία του Νομισματοκοπείου ο Αλέξιος Θεοφίλου Λουκόπουλος, ο οποίος μετεί­χε και στη Διεύθυνση της Εθνικής Χρηματιστικής Τραπέζης,[12] μαζί με τον Α. Γιαννίτση και άσκησε τα καθήκοντά του μέχρι της 6ης Μαΐου 1832. Την 7η Μαΐου 1832 διορίσθηκε Έφορος του Νομισματοκοπείου ο Νικόλαος Αγγέλου Λεβίδης, ο οποίος άσκησε τα καθήκοντά του μέχρι της εσπέρας της 1ης Φεβρουαρίου 1833, οπότε «το Εθνικόν Νομισματοκοπείον της Ελλάδος έσβησε τας καμίνους του»,[13] συμφώνως προς το διάταγμα περί διακοπής των εργασιών του Νομισματοκοπείου, το οποίο εξε­δόθη στο Ναύπλιο την 29-1-1833 από την Αντιβασιλεία.

 

Β. Ο Νικόλαος Αγγ. Λεβίδης και το ανέκδοτο αρχείο του

 

Ο Νικόλαος Λεβίδης του Αγγέλου (1765 – 28 Απριλίου 1852) είναι μέλος οικογένειας καταγόμενης από τα Ταταύλα της Κωνσταντινουπόλεως.[14] Ήταν λόγιος, φιλι­κός, είχε χρηματοδοτήσει την έκδοση Γραμματικής της Ελληνικής Γλώσσης, σε συνεργασία με τον Μητροπολίτη Μολδαβίας Βενιαμίν και τον Ειρηνουπόλεως και Βατοπαιδίου Γρηγόριο,[15] είχε αναλάβει τη δημοσίευση των Απάντων του Αγίου Ιωάν­νου του Χρυσοστόμου και είχε αγοράσει τα σχόλια του διδασκάλου του Γένους Κων­σταντίνου Βαρδαλάχου στα έργα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, έργο το οποίο ακόμη παραμένει ανέκδοτο στο αρχείο του Ν. Δ. Λεβίδη.[16]

Έλαβε το αξίωμα του Ταμία της άνω κάσας του Κοινού του Οικουμενικού Πατριαρχείου, του Άρχοντος Δικαιοφύλακος της του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, ενώ ετιμήθη και από το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Κατά τις σφαγές της Κωνσταντινουπόλεως του 1821 βρι­σκόταν στη Μολδοβλαχία και έτσι γλίτωσε από βέβαιο θάνατο. Στη συνέχεια κατέ­φυγε στην Οδησσό και ακολούθως στην Ελλάδα. Απέθανε στην Αθήνα. Απέκτησε πέντε υιούς, τον Αλέξανδρο, τον Περικλή, τον Κωνσταντίνο, εκδότη της «Ελπίδος», τον Γεώργιο και τον Δημήτριο.

Υιός του τελευταίου ήταν ο Νικόλαος Δημητρίου Λεβίδης (19/12/1848-1942). Εξελέγη 11 φορές βουλευτής Αττικής, από το 1881 έως το 1920. Διετέλεσε Υπουργός Ναυτικών (1895-1896), Εσωτερικών (1903), Δικαιο­σύνης (1903), Πρόεδρος της Βουλής (1906-1907), Υπουργός Εσωτερικών (1908). Ο Νικόλαος Δ. Λεβίδης την 29.12.1938 εδώρισε την βιβλιοθήκη του και το αρχείο της οικογένειας του, αποτελούμενα περίπου από 4.000 τόμους και φακέλους, στον Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσό.[17] Μεταξύ των φακέλων του αρχείου ανευρίσκεται φάκελος άνευ αριθμήσεως με τον τίτλο: «Νομισματοκοπείον Αιγίνης», ο οποίος περιέχει έγγραφα πρωτότυπα και αντίγραφα, αφορώντα στην εκεί υπηρεσία του πάππου του Νικολάου Λεβίδη του Αγγέλου.

 

Γ. Πρώτες προσπάθειες για συγκρότηση Νομισματοκοπείου.

 

Είναι άξιο προσοχής ότι ο Καποδίστριας μερίμνησε για τα νομισματικά και τρα­πεζικά θέματα πριν από την έλευσή του στην Ελλάδα. Σχετική είναι η επιστολή του προς τον Μουστοξύδη, στον οποίο συνιστά να συλλέξει όλα τα διατάγματα, τα σχετι­κά με τη «νομισματοκοποιΐαν» και οτιδήποτε άλλο ωφέλιμο και χρήσιμο για το «δύσκολον και αξιοφρόντιστον» αυτό θέμα.[18]

Παράλληλα, τον προτρέπει να συλλέξει στοιχεία για τους «κώδικας περί εθνικών και εμπορικών Τραπεζών». Φαίνεται ότι υπήρξε γνώστης των πρωσικών κανονισμών για την οργάνωση των τραπεζών και συνιστά στον Ελβετό Κάρολο Βερνέτο να του αποστείλει από το Βερολίνο τα σχετικά διατάγματα, που αφορούν στη σύσταση τραπεζών.[19]

Η ελληνική οικονομία χαρακτηριζόταν κατά την εποχή της αφίξεως του Καποδί­στρια από έλλειψη ρευστότητας, γεγονός που είχε ως συνέπεια να υπάρχει υψηλό κόστος συναλλαγών, μικρή ζήτηση και, ως εκ τούτου, χαμηλή προσφορά αγαθών. Τα αρνητικά αυτά αποτελέσματα της ανεπαρκούς νομισματικής ρευστότητας είχαν επισημανθεί από τα μέσα του 18ου αιώνα στη Σκωτία, όπως υποστηρίζει ο Α. Καραγιάννης.[20]

Οι Σκώτοι οικονομολόγοι David Hume (1752) και Sir James Steuart (1767) είχαν συστήσει μέσα από τα έργα τους στους πολιτικούς να αυξάνουν την κοπή νέου χρήματος σε περίπτωση ελλιπούς ρευστότητας, για να διευκολυνθεί η οικονομική ανάπτυξη.[21] Δεν γνωρίζουμε εάν ο Κυβερνήτης ή κάποιος συνεργάτης του ήταν ενήμεροι γι’ αυτές τις προτάσεις οικονομικής πολιτικής. Είναι όμως γεγονός ότι θα έπρεπε να αντιλήφθηκε αμέσως την έλλειψη νομισματικής ρευστότητας, αφού δεν είχε επάρκεια φορολογικών εσόδων, αλλά και δεν είχε κατορθώσει να λάβει επαρ­κή δάνεια από τις Μ. Δυνάμεις. Με την κοπή του νομίσματος αναγνωρίζεται αφ’ ενός μεν η προσπάθεια για την πάταξη της κιβδηλοποιίας, αφ’ ετέρου δε η εφαρμογή της αρχής του Κυριάρχου, καθώς ο Κυβερνήτης ήθελε να αποδείξει με τον τρόπο αυτό ότι η χώρα ήταν ανεξάρτητη και αυτόνομη.[22]

Στην από 2 Απριλίου 1828 πρόσκληση του Καποδίστρια προς το Πανελλήνιον γίνεται λόγος για νομισματοκοπείο: «Κράτιστον είναι λοιπόν να αποφασίσωμεν άνευ αναβολής περί τούτου και περί καταστάσεως νομισματοκοπείου να επιμεληθώμεν, αν τω οποίω… θέλει συμβή να κόπτεται και νόμισμα αργυρούν». Για το λόγο αυτό προσκαλεί το Πανελλήνιον να επιφορτίσει το Οικονομικό Τμήμα να ετοιμάσει σχέ­διο, «…το να περιέχη… προεκλογισμόν των εκχωρηθησομένων χρημάτων εις την Οικονομικήν Επιτροπήν προς κατασκευήν του νομισματοκοπείου».[23] 

 

 Δ. Οι προσπάθειες του Κοντοσταύλου και η σύσταση του Νομισματοκοπείου

  

Μετά την σύνταξη του σχεδίου ψηφίσματος για τα νομίσματα αντιμετωπίσθηκε το θέμα της αποκτήσεως νομισματοκοπείου. Για το λόγο αυτό επιφορτίσθηκε ο Κοντόσταυλος να μεταβεί τον Μάιο του 1828 στη Μάλτα και στην Ιταλία, για να προ­μηθευτεί, με την οικονομική αρωγή των ναυάρχων των συμμάχων δυνάμεων, τα ανα­γκαία υλικά «δια να κόψωμεν εν Ελλάδι νόμισμα χαλκούν, ως έχοντες την ύλην εκ των αρχήστων ορειχαλκίνων κανονίων», όπως γράφει στον Ανδρέα Μουστοξύδη, εγκατεστημένο στην Βενετία.[24]

Επισημαίνεται στον Μουστοξύδη να συνδράμει τον Κοντόσταυλο στην εύρεση «σηκωτηρίου (balancier) και άλλων προς σύστασιν του μικρού μας κερματοποιείου», κυρίως όμως εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού. Πράγματι, εντός του Ιουνίου 1828 ο Κοντόσταυλος αγόρασε αντί 100 λιρών στερλι­νών, δηλ. 500 ισπανικών ταλλήρων ή 7.300 γροσίων Τουρκίας, το σύνολο των μηχα­νών του νομισματοκοπείου του Τάγματος των Ιπποτών του Αγ. Ιωάννου της Μάλτας που ευρίσκονταν σε αχρησία. Το Τάγμα είχε εξωσθεί πριν από τριάντα έτη από τους Γάλλους από το νησί.[25]

 

Αίγινα. Λιθογραφία του Fr. Hole από πίνακα εκ του φυσικού, Krazeisen μεταξύ 1826-1827.

 

Ο Κοντόσταυλος ήλθε στην Αίγινα την 20ή Νοεμβρίου 1828 κομίζοντας όλα τα μηχανήματα που είχε προμηθευθεί και εγκαταστάθηκε στο ισόγειο και στην αυλή του γραφείου και της οικίας του Κυβερνήτη. Ο Κοντόσταυλος επιφορτίσθηκε με την ανεύρεση των υπαλλήλων που θα επανδρώσουν το Νομισματοκοπείο και την 12η Μαΐου 1829 διατάχθηκε η έναρξη των εργασιών του Νομισματοκοπείου υπό την επαγρύπνηση και ευθύνη του Κοντοσταύλου. Με το Ζ’ Ψήφισμα της 31ης Ιουλίου 1829, που εξέδωσε η Δ’ εν Άργει Εθνική Συνέλευση,[26] εγκρίθηκε αφ’ ενός η αγορά και η σύσταση του νομισματοκοπείου, αφ’ ετέρου εξουσιοδοτήθηκε ο Κυβερνήτης να θέσει σε κυκλοφορία το νέο νόμισμα και να εγκρίνει την περαιτέρω νομισματοκοπία σύμφωνα με το σχέδιο του Πανελληνίου.

  

Ε. Το Εθνικό Νομισματοκοπείο Αιγίνης και το Αρχείο Νικολάου Αγγ. Λεβίδη.

 

Τον Αλέξανδρο Κοντόσταυλο, ο οποίος παραιτήθηκε τον Μάιο του 1830, διαδέ­χθηκε ο Αλέξιος Λουκόπουλος,[27] ο οποίος διατήρησε την θέση του ως Εφόρου καθ’ όλη την υπόλοιπη περίοδο που κυβέρνησε ο Καποδίστριας, αλλά και μετά τη δολο­φονία του (27.9.1831), όταν τη διακυβέρνηση της χώρας ανέλαβε Τριμελής Διοικη­τική Επιτροπή υπό την προεδρία του Αυγουστίνου Καποδίστρια. Την 6η Μαΐου 1832 αντικαθίσταται ο Λουκόπουλος και την 7η Μαΐου 1832 αναλαμβάνει Έφορος του Νομισματοκοπείου ο Λεβίδης (1765 – 28.4.1852).

 

Ο Φοίνικας, το πρώτο νόμισμα του νεοσυσταθέντος ελληνικού κράτους, κόπηκε από τον Καποδίστρια στην Αίγινα το 1828. Στο πίσω μέρος σχηματίζεται κύκλος από δύο κλαδιά δάφνης και ελιάς.

 

Η χαώδης κατάσταση, που επικράτησε μετά την δολοφονία του Καποδίστρια έως και την άφιξη του Όθωνος (30.1.1833),[28] είχε αντίκτυπο και στη λειτουργία του Νομισματοκοπείου. Ειδικότερα, όπως αναφέρεται σε έγγραφο του Αρχείου σε σχετι­κή αναφορά του Εφόρου Λεβίδη, ο Διοικητής Φρουράς της Αιγίνης, χιλίαρχος Νικόλαος Κοντογιάννης, απείλησε τον Λεβίδη λέγοντας ότι θα συλήσει το Νομισμα­τοκοπείο. Περισσότερα έκτροπα απεσοβήθησαν μόνον κατόπιν της πλήρους ικανο­ποιήσεως του απαιτητικού χιλιάρχου κατά διαταγή της Κυβερνήσεως.

Η τοπική φρουρά αντικαταστάθηκε από το 4ο Τάγμα του τακτικού στρατού, η συμπεριφορά όμως του διοικητή του τάγματος, υποταγματάρχου Φρ. Ανδριέττι, δεν υπήρξε η καλύτερη δυνατή. Προστριβές προς τον Λεβίδη ασκούνταν από τον Επιστάτη του Ορφανοτροφεί­ου Γρηγόριο Κωνσταντά, τον Έκτακτο Επίτροπο Ν. Σκούφο και τον Έφορο των διδακτηρίων Θεόκλητο Φαρμακίδη (4.10.1832), όπως συνάγεται από τον απολογι­σμό της Εφορείας του Λεβίδη, που φυλάσσεται στο Αρχείο.

Σοβαρότατη, επίσης, υπήρξε η διαμάχη μεταξύ των επιθυμούντων να διορισθούν χαράκτες των νομισμάτων Δημητρίου Κόντου και Γ. Δημητρακοπούλου. Η επιλογή του Κόντου εξόργισε τον έτερο υποψήφιο και άρχισε οξύς αγώνας δια του τύπου με πλήθος αλληλοκατηγοριών. Αποτέλεσμα των διαφόρων αυτών οχλήσεων ήταν η δια­κοπή των εργασιών του Νομισματοκοπείου την 22α Σεπτεμβρίου 1832 και η επανά­ληψη τους την 12η Οκτωβρίου 1832.

 

Τα χάλκινα νομίσματα που εξέδωσε ο Καποδίστριας.

 

Η άφιξη του Όθωνος την 30ή Ιανουαρίου 1833 και η συνακόλουθη εγκατάστα­ση της Αντιβασιλείας οδήγησε σε μια προσωρινή ύφεση των πολιτικών παθών. Με το Β.Δ. της 8ης/20ής Φεβρουαρίου 1833 καθορίσθηκε ως νόμισμα η δραχμή. Παράλ­ληλα, διατάχθηκε από την Αντιβασιλεία η διακοπή της λειτουργίας του Νομισματο­κοπείου, διότι θεωρήθηκε τούτο ως τεχνικώς ατελές και μη καλώς συνεστημένο, καθόσον: «… άχρι τούδε δεν υπάρχει εις την Ελλάδα καλώς συστημένον νομισματοκοπείον…».[29] 

Πράγματι, η Γραμματεία της Οικο­νομίας διεβίβασε την εντολή αυτή στον Λεβίδη, ο οποίος στην αναφορά του (2.2.1833), μνημονεύει ότι απέλυσε τους εργάτες και είχε αρχίσει η απογραφή από τον Έκτακτο Διοικητή.[30] Έτσι, το Εθνικό Νομισματοκοπείο, το οποίο λειτούργησε για 3,5 έτη έκλεισε το από­γευμα της 1ης Φεβρουαρίου 1833. Στο Αρχείο Λεβίδη υπάρχει σχετική αναφορά των απολυμένων εργατών προς τον Έφορο, στην οποία υπάρχει αίτημα τους (7.2.1833) για την πληρω­μή υπερωριών νυκτερινής εργασίας για 15μερο. Το αίτημα αυτό παραπέμφθη­κε από τον Λεβίδη στην Γραμματεία της Οικονομίας.

Ο Λεβίδης υπέβαλε, 15 ημέρες μετά την παύση των εργασιών, απολογισμό προς την Γραμματεία της Οικονομίας, ο οποίος περιελάμβανε πλήρη στοιχεία για τη δραστηριότητα του Νομισματο­κοπείου κατά το διάστημα της Εφορεί­ας του (17.5.1832 – 1.2.1883). Ειδικότε­ρα, στο Αρχείο Λεβίδη απόκεινται στοιχεία από λογιστικά βιβλία του Νομισματοκοπείου, όπως: α’: Prime note 17.5.1832-1.2.1833, σε μηνιαία τεύχη, β’: Πρόχειρο των μεγάλων κατάστιχων, και γ’: Γενικός Ισολογισμός του Ταμείου Νομισματοκοπείου από 17.5.1832-21.12.1832. Τέλος, υπάρχει ο Κατάλογος των όσων πληρωμών έκαμε το Εθνικόν Νομισματοκοπείον από 17-5. έως 13.12.1832 και Κατάλογος των βιβλίων, τα οποία παρεδόθησαν από τον Λουκόπουλο στον Λεβίδη.

 

Χαρτονόμισμα αξίας 5 φοινίκων

 

Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι ο Λεβίδης παραθέτει λογι­στικές εγγραφές στην κίνηση των λογαριασμών, δείγμα των εμπορικών γνώσεών του. Στον απολογισμό του Λεβίδη αναφέρεται ότι τα χρησιμοποιηθέντα «πανδέχτια» υπήρ­ξαν ανόμοια και συνεπώς οι «λάμαι», από τις οποίες κατασκευάζονταν τα χάλκινα νομίσματα, δεν ήταν ομοιοβαρείς, τελικά όμως πραγματοποιήθηκε κέρδος υπέρ του δημοσίου, συνολικού ποσού 6.323,15 φοινίκων. Επίσης, αναφέρεται ότι η φύρα του χαλκού περιορίσθηκε, από 8,5% κατά την διάρκεια της Εφορείας Λουκοπούλου, σε 2,8%, με αποτέλεσμα το Δημόσιο να έχει όφελος 10.960 φοίνικες. Από τους στατι­στικούς πίνακες κυκλοφορίας των κερμάτων που παραθέτει ο Λεβίδης, αποδεικνύε­ται ότι οι συναλλαγές σε ελληνικό νόμισμα διεξάγονταν αποκλειστικά με εικοσάλεπτα.

Όταν συγκροτήθηκε στην Αθήνα το Βασιλικό Νομισματοκοπείο, όσα μηχανήμα­τα της Αιγίνης ήταν χρήσιμα, μεταφέρθηκαν στην Αθήνα και προστέθηκαν στον εξο­πλισμό του νέου εργοστασίου, τα μηχανήματα του οποίου είχαν κατασκευασθεί στο Μόναχο. Τα υπόλοιπα μηχανήματα παρέμειναν στην Αίγινα εγκαταλελειμμένα. Ο Σπυρίδων Λάμπρος, όταν το 1885 επισκέφθηκε το νησί, είδε στην αυλή του Κυβερ­νείου «παρηγκωνισμένον το τελευταίον του Νομισματοκοπείου λείψανον, τον άκμονα πιθανώς, εφ’ ου ετίθεντο τα μετάλλινα κέρματα προς επιχάραξιν της σφραγίδος δια της σφύρας, διότι ούτως απλή φαίνεται ότι ήτο η διαδικασία της χαραγής».[31] Με μέριμνα του Σπ. Λάμπρου, το τελευταίο αυτό λείψανο του Εθνικού Νομισματοκοπείου της Ελληνικής Πολιτείας μεταφέρθηκε στο Μουσείο της Ιστορι­κής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, στο Μέγαρο της Παλαιάς Βουλής, όπου σώζεται μέχρι σήμερα.

  

Διονύσιος Χ. Καλαμάκης και Χρήστος Π. Μπαλόγλου*

* Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Δρ. Οικονομολόγος. Τα τμήματα Α’ και Β’ της μελέτης έχουν συνταχθεί από τον Δ. Καλαμάκη, ενώ τα τμήματα Γ’, Δ’ και Ε’ από τον Χρήστο Μπαλόγλου.

Η Αιγιναία, Περιοδική Πολιτιστική Έκδοση, «Αφιέρωμα στο Επιστημονικό Συνέδριο για τον Καποδίστρια», τεύχος 15, Αίγινα, Ιούλιος – Δεκέμβριος 2008.  

 

 

Υποσημειώσεις 


 

[1] Ανδρέα Μάμουκα, Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος…, τομ. Θ’, σ. 97. Γενική Εφημερίς της Ελλάδος (ΓΕΕ), φ. 56/1827.

[2] Ελένης Κούκκου, Ιωάννης Καποδίστριας. Ο άνθρωπος – ο διπλωμάτης. 1800-1828, Αθήνα 1998, σ. 336.

[3] Ψήφισμα ΙΘ’ της 4ης Απριλίου 1827, εις Α. Μάμουκα, τομ. Θ’, σ. 113. Η Βουλή διαλύθηκε με την άφιξη του Κυβερνήτη. Γ. Δ. Δημακοπούλου, Προσπάθειαι νομισματοκοπίας κατά την ελληνικήν Επανάστασιν. Αθήνησιν 1963, σ. 58.

 [4] Αρθρ. 84 του Συντάγματος 1827.

[5] Α. Μάμουκα, τομ. Θ’, σ. 100.

[6] Γ. Δ. Δημακοπούλου, Προσπάθειαι νομισματοκοπίας…, σσ. 59-60.

[7] Γ. Δ. Δημακοπούλου, ό.π., σ. 61.

[8] Γ. Δ. Δημακοπούλου, «Η πρότασις του Αλεξάνδρου Κοντοσταύλου περί του εισακτέου νομισματικού συστήματος εν Ελλάδι (Αίγινα, 27 Ιανουαρίου 1828)», στη σειρά Τεύχη του ΕΛΙΑ, τομ. Γ’ (1993), σσ. 43-50.

[9] Λ. Μακκά, Η εν τοις δημοσίοις οικονομικοίς δράσις του Καποδιστρίου (11.4.1827-27.9.1831), διδ. διατριβή, Αθήναι 1910, σσ. 44-45. Χ. Μπαλόγλου «Η κυκλοφορία του πρώτου νεοελληνικού νομίσματος», Ιστορικά Θέματα, τχ. 3, Ιανουάριος 2002, σσ. 90-95.

[10] Γ. Δ. Δημακοπούλου, «Το Εθνικόν Νομισματοκοπείον της Ελλάδος (1828-1833)», Πελοποννησιακά, 8 (1971), σσ. 15-96. Πρόκειται περί συστηματικής μελέτης περί της ιστορίας του Εθνικού Νομισματοκοπείου.

[11] Γεωργίας Π. Κουλικούρδη, Αίγινα III. Τοπογραφικά και ιστορικά στοιχεία για τη νεότερη πόλη (1800-1828), Αθήνα 2006, σσ. 136-138, σημ. 80.

[12] Λαζάρου Θ. Χουμανίδη, «Περί υπό του Καποδιστρίου ιδρυθέντος Ορφανοτροφείου της Αιγίνης», Παρνασσός 31 (1989), σ. 313. Του ιδίου, «Περί της υπό του Ιωάννου Καποδιστρίου ιδρυ­θείσης Εθνικής Χρηματιστικής Τραπέζης», Παρνασσός 36 (1994), σσ. 17-30.

[13] Γ. Δ. Δημακοπούλου, «Το Εθνικόν…», σ. 87.

[14] Περί της οικογενείας Λεβίδη. Σύντομον ιστορικόν απάνθισμα ερανισθέν υπό φίλου της οικογε­νείας εκ των ανεκδότων «Ιστορικών και πολιτικών απομνημονευμάτων», Νικολάου Δ. Λεβίδη, εν Αθήναις 1929, σσ. 3-5.

[15] π. Δ. Στρατή, Ελληνικά έγγραφα του Ειρηνουπόλεως και Βατοπαιδίου Γρηγορίου (1761-1846) από το αρχείο της Μονής Βατοπαιδίου, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου. Άγιον Όρος 2003, σσ. 25-63.

[16] Διον. Χ. Καλαμάκη, «Το εν τη Βιβλιοθήκη του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσού υπ’ αριθμ. 3475 χειρόγραφον του αρχείου Ν. Δ. Λεβίδου», Πρακτικά του επιστημονικού συμποσίου «Μνήμη αγίων Γρηγορίου του Θεολόγου και Μεγάλου Φωτίου Αρχιεπισκόπων Κωνσταντινουπόλεως», Θεσσαλονίκη 1994, σσ. 341-349.

[17] Ν. Π. Αποστολοπούλου, Η Βιβλιοθήκη και το ιστορικόν και πολιτικόν αρχείον Νικολάου Δ. Λεβίδη δωρηθέντα τω Φιλολογικώ Συλλόγω Παρνασσώ. Σύντομος μνεία τινών αυτών, Αθήναι ά.χ.

[18] Καποδίστριας προς Μουστοξύδη (6/18 Νοεμβρίου 1827), I. Α. Καποδίστρια Correspondance, τομ. Α’, σσ. 212-216.

[19] Correspondance, τομ. Α’, σσ. 204-205. Πβ. Χ. Π. Μπαλόγλου «Η οικονομική φιλοσοφία του Ιωάννη Καποδίστρια όπως αυτή μετουσιώνεται στο πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής», Πρακτικά ΣΤ’ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου (Ζάκυνθος, 23-27 Σεπτεμβρίου 1997), τομ. Β’. Αθήνα 2001, σσ. 479-493, εδώ σσ. 490-491.

[20] Α. Δ. Καραγιάννη, «Η οικονομική πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια», Η Αιγινιαία, τχ. 13 (Ιανουάριος-Ιούνιος 2007), σσ. 62-71.

[21] Α. Δ. Καραγιάννη, Ιστορία Οικονομικής Σκέψης: Προ-κλασική περίοδος. Μελέτες. Αθήνα 1998, σσ. 198-9, 290-2.

[22] Ν. Σπηλιάδη, Απομνημονεύματα, τομ. Δ’, τχ. Α’, επιμ. Π. Χριστοπούλου, Αθήνα 1971, σ. 219.

[23] I. Α. Καποδίστρια, Correspondance, τομ. Β’, 1841, σσ. 6-7.

 [24] Καποδίστριας προς Μουστοξύδη 23-5-1828, εις Correspondance, τομ. Β’, σ. 107.

[25] Γ. Δ. Δημακοπούλου, «Το Εθνικόν Νομισματοκοπείον…», ό.π., σ. 30.

[26] Α. Μάμουκα, τομ. ΙΑ, σ. 43.

[27] ΓΕΕ, φ. 49 (25-6-1830). Γ. Δ. Δημακοπούλου, «Το Εθνικόν…», σσ. 65-81.

[28] Στην Νεοελληνική ιστορία έχει καθιερωθεί ο όρος «Περίοδος Αναρχίας», για να δηλώσει την χρονική στιγμή από 27.9.1831 έως 30.1.1833. Πβ. Κ. Βακαλοπούλου, Η Περίοδος της Αναρχίας. Θεσσαλονίκη, 1984.

[29] ΦΕΚ, φ. 16, 28 Απριλ./10 Μαΐου 1833. Για το σχετικό διάταγμα, πβ. Γ. Δημακοπούλου «Το Εθνικόν…», σσ. 86-87

[30] Γ. Δημακοπούλου, «Το Εθνικόν…», σ. 87.

[31] Αλ. Κοντοσταύλου, Τα περί των εν Αμερική νουπηγηθέντων (sic) φρεγατών και του εν Αιγίνη Νομισματοκοπείου, εν Αθήναις 1855, σσ. 261-262. Σπ. Λάμπρου, «Το παλάτιον του Μπαρμπαγιαννη», εν περ. Εστία 1887, ο. 266. Του ιδίου, «Τα πρώτα ελληνικά νομίσματα» Μικταί σελίδες, σ. 657.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »