Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Greek History’

Γιατράκος Παναγιώτης (1790 ή 1791 – 1851) 


 

Παναγιώτης Γιατράκος

Γιατράκος, Παναγιώτης (Άρνα Λα­κωνίας, 1790 ή 1791 – Αθήνα, 1851). Γιατρός, φιλικός και αγωνι­στής του 1821. Υπήρξε ηγετική μορφή της Επανάστασης και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στα στρατιωτικά και πολιτικά γεγονότα, τόσο κατά τη διάρκεια του Αγώνα, όσο και κατά την πρώτη περίοδο του νέου ελληνι­κού κράτους. Ο χρόνος της γέννη­σής του πρέπει να τοποθετηθεί στο 1790 ή 1791 (και όχι στο 1780, όπως δέχονταν παλαιότερα οι βιογράφοι του), όπως προκύπτει από τον κατά­λογο των Φιλικών του Παναγιώτη Σέκερη, κατά τον οποίο ο Γιατρά­κος, όταν μυήθηκε στη Φιλική Εται­ρεία από το Γρηγόριο Δικαίο – Παπα­φλέσσα τον Αύγουστο του 1818, ήταν 27 χρονών, καθώς και από έγγραφο του Αρχείου Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης (αρ. 21651), σύμφωνα με το οποίο το 1833 ήταν 43 χρονών.

Ο Παναγιώτης Γιατράκος σπού­δασε (δεν είναι γνωστό πότε ακρι­βώς) στην Πάντοβα ιατρική, την οποία ασκούσαν εμπειρικά και άλλα μέλη της οικογένειάς του (στο «αφιερωτικό» της μύησής του στη Φιλική Εταιρεία αναφέρεται ήδη ως «Σπαρτιάτης χειρουργός»). Αργότε­ρα, ίσως το 1817, εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο και κατατάχτηκε σε αγγλικό στρατιωτικό σώμα. Λίγο πριν από την έναρξη του Αγώνα ίδρυσε στη Σπάρτη «Σχολείον Ιατροχειρουργικής» και εκπαίδευσε στην ιατρική και την επείγουσα χειρουργική όχι μόνο τους αδερφούς του αλλά και πολλούς άλλους που αργότερα πρό­σφεραν πολυτιμότατες υπηρεσίες στην Επανάσταση.

Μαρτυρείται ότι ο Γιατράκος εφάρμοζε αντισηπτική και ασηπτική μέθοδο με αλκοόλ (ρακί) σε μια εποχή κατά την οποία η αντισηψία ήταν άγνωστη και ότι αντι­μετώπιζε με μεγάλη αυτοπεποίθηση και επιτυχία βαρύτατες χειρουργι­κές περιπτώσεις. Αμέσως μετά την έναρξη του Αγώνα ο Γιατράκος πήγε από το Μυστρά, όπου τότε βρισκόταν, με ενόπλους στο πρώτο στρατόπεδο της Πελοποννήσου, που ιδρύθηκε στα Βέρβαινα της Κυνουρίας, και στις 8 Απριλίου 1821 με τους Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, Έλους Άνθιμο, Βρεσθένης Θεοδώρητο και άλ­λους, απευθύνθηκε στους Υδραίους ζητώντας από αυτούς ενεργότερη συμμετοχή στην Επανάσταση.

Πήρε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς επικεφαλής στρατιωτικού σώ­ματος Αρκάδων και Μανιατών, κα­θώς και στις διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους για την παράδοση της πόλης. Υπήρξε επίσης μεταξύ των πολιορκητών του Ναυπλίου και του Ακροκορίνθου και συνυπέγραψε με άλλους οπλαρχηγούς τη συμφω­νία παράδοσης από τον Κιαμίλ μπέη του σημαντικού αυτού κάστρου. Την άνοιξη του 1822 ο Γιατράκος διακρίθηκε στις επιχειρήσεις της Ηπείρου, όπου εκστράτευσε με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, καθώς και στην αντιμετώπιση της εκστρα­τείας του Δράμαλη στην Πελοπόν­νησο το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου.

Κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο έσπευσε στο Νεόκαστρο, όπου πολέμησε επικε­φαλής 700 ανδρών, και κατά την παράδοση του φρουρίου στον Αιγύ­πτιο στρατάρχη (11 Μαΐου 1825) κρατήθηκε με το Γεώργιο Μαυρομι­χάλη ως όμηρος, για να εκβιαστούν οι  Έλληνες να απελευθερώσουν δυο Τούρκους πασάδες που είχαν συλληφθεί κατά την κατάληψη του Ναυπλίου (30 Νοεμβ. 1822). Απε­λευθερώθηκε τέσσερις μήνες αρ­γότερα, συνέχισε τον αγώνα ενα­ντίον του Ιμπραήμ και δεν έπαψε να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως το τέλος του Αγώνα.

Η ανάμιξη του Γιατράκου στα πολιτικά πράγματα υπήρξε επίσης αξιόλογη. Το Δεκέμβριο του 1821 ήταν μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας που προήλθε από τη συνέλευση του Άργους (1-27 Δεκ. 1821 ), και στη διάρκεια της Β’ Εθνι­κής Συνέλευσης στο Άστρος (29 Μαρτ. – 18 Απρ. 1823) ορίστηκε φρούραρχός της. Κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου (1823 – 25) ο Γιατράκος, όπως εξάλλου ολό­κληρη η οικογένειά του, τάχθηκε με το μέρος της κυβέρνησης του Γεωργίου Κουντουριώτη, ο οποίος τη χρησιμοποίησε για να επιβληθεί στη μερίδα των στρατιωτικών.

Η δράση του κατά την καποδιστριακή περίοδο υπήρξε περιορι­σμένη και είναι γνωστό ότι αργό­τερα υπήρξε αφοσιωμένος στο βα­σιλιά Όθωνα (που όπως αναφέρε­ται κατά την κηδεία του Γιατράκου ακολούθησε πεζός τη σορό του).

Το 1834 συντέλεσε στην καταστολή της εξέγερσης που εκδηλώθηκε στη Μεσσηνία εναντίον της βαυαρι­κής αντιβασιλείας με πρωταγωνιστή το Γιαννάκη Γκρίτζαλη, και ορίστη­κε αντιπρόεδρος του Στρατοδικείου που δίκασε τους επαναστάτες το Σεπτέμβριο του 1834. Μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 διορίστηκε γερουσιαστής. Ο Παναγιώτης Γιατράκος, νηφά­λιος κατά την άσκηση των πολιτικών και στρατιωτικών του δραστηριοτή­των, θεωρήθηκε ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του Παναγιώτη Κρεββατά* το Νοέμβριο του 1822, η ενοχή του όμως δεν αποδείχτηκε. Εξακολούθησε μετά τη δοκιμασία αυτή να προσφέρει στην πατρίδα τις υπηρεσίες του ως το θάνατό του.

  

Βασίλης Σφυρόερας

Ιστορικός – Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών  

 

Υποσημείωση 


 

* Κρεββατάς Παναγιώτης (Μυστράς 1785 -­ Σκάλα Λακωνίας 1822). Πρόκριτος του Μυστρά, φιλικός και αγωνιστής του 1821, με σημαντική συμμετοχή στα στρατιωτικά και πολιτικά γεγονότα κατά τα δύο πρώτα χρόνια του Αγώνα. Μυήθηκε το 1819 στη Φιλική Εταιρεία, πήρε ενεργό μέρος στο ξεσηκωμό της Πελοποννήσου, συμμετείχε στη Συνέλευση των Καλτετζών και ήταν μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας. Μετά την εισβολή του Δράμαλη στην Κορινθία τάχτηκε στο πλευρό του Κολοκοτρώνη. Πέθανε σε ενέδρα. Λέγεται  ότι δολοφονήθηκε από τους αδελφούς Γιατράκους για να πάρουν αυτοί την αποκλειστική δύναμη της επαρχίας.

  

Πηγή


 

 

  •  Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», τόμος 3ος,    Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Φιλική Εταιρεία – Οι Πρωτεργάτες


 

Η ποικιλόμορφη εναλλαγή της ιστορικής μοίρας των Επτανήσων, όπου οι δυνάμεις κατοχής (Βενετία, Γαλλία, Τουρκία – Ρωσία, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία) απέδειξαν ότι δεν ενδιαφέρονταν και τόσο για την απελευθέρωση των Ελλήνων, στάθηκε αφορμή για να αντιληφθούν οι επί τέσσερις αιώνες σκλάβοι των Τούρκων, ότι, για να απελευθερωθούν, πρέπει να βασιστούν στις δικές τους δυνάμεις. Μετά τη συντριβή του Μ. Ναπολέοντα το 1812 στη Μόσχα και τον περιορισμό του στη νήσο Έλβα, ακολούθησε η μείωση της γαλλικής δύναμης στην Ευρώπη και η σύγκληση το 1814 του Συνεδρίου της Βιέννης. Εκεί, φάνηκε ότι όλοι ενδιαφέρονταν για τη διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και συνεπώς οι Έλληνες δεν είχαν καμία ελπίδα να βοηθηθούν από τα ευρωπαϊκά κράτη. Ο Νικόλαος Σκουφάς στην Οδησσό, αισθανόμενος αυτή την πολιτική κατάσταση, ίδρυσε, λίγο πριν από το Συνέδριο της Βιέννης, το καλοκαίρι του 1814, τη Φιλική Εταιρεία. 

 

Η Οδησσός της Φιλικής Εταιρείας

  

Οι Έλληνες, όσοι σκέπτονταν τον απελευθερωτικό αγώνα, στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν χωρισμένοι σε δυο στρατόπεδα: σε αυτούς που πίστευαν ότι «ήλθε το πλήρωμα του χρόνου» και έπρεπε να γινόταν η Επανάσταση και σε εκείνους που υποστήριζαν ότι ήταν ακόμη νωρίς και, συνεπώς, χωρίς παιδεία και υποδομή, αυτή δεν θα μπορούσε να ευδοκιμήσει. Η Φιλική Εταιρεία ως μυστική και επαναστατική οργάνωση, φρόντιζε να μην έχει έγγραφα ή να τα εξαφανίζει. Γι’ αυτό και «κατάλογοι πλήρεις των μελών της Εταιρείας δεν διεσώθησαν, ατυχώς».

Οι Έλληνες της Ρωσίας έζησαν στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα κάτω από την επίσημη πολιτική της Προστασίας. Αλλά σε αυτή την προστασία πρέπει να προσθέσουμε και την ιδιαίτερη συμπάθεια του ρωσικού λαού προς τους σκλαβωμένους ορθόδοξους της Βαλκανικής Χερσονήσου. Η ελληνική κοινότητα της Οδησσού το 19ο αιώνα ήταν από τις πιο ανθούσες, με εκκλησίες, εκπαιδευτήρια, σωματεία, λέσχες, κλπ. Οι Έλληνες της Οδησσού ήταν πολλοί, μεταξύ των αλλοδαπών εμπόρων της πόλεως. Μάλλον το δυναμικό των Ελλήνων εμπόρων της Οδησσού θα έδωσε την ονομασία «Ελληνική πόλις».

 

Η Οδησσός, χαλκογραφία στο «Εθνικόν Ημερολόγιον» Μαρ. Βρετού 1861-1862.

 

Το 1808 η Οδησσός είχε 12.500 κατοίκους και το 1814, 25.000 κατοίκους. Από τις αρχές του 19ο αιώνα, η πόλη απέκτησε πολυεθνικό χαρακτήρα. Εκεί ζούσαν (κατά σειρά) Ρώσοι, Εβραίοι, Ουκρανοί, Πολωνοί, Γερμανοί, Ιταλοί, Έλληνες, Τάταροι κ.ά. Άλλωστε, γενικός διοικητής της περιοχής, από το 1803 έως το 1815, ήταν ο Γάλλος Αρμάνδος – Εμμανουήλ Ντε Πλεσίς (De Plessis), δούκας Ντε Ρισελιέ (De Richelieu) και το 1815 τον διαδέχθηκε πάλι ο Γάλλος Α. Φ. Ντε Λανζερόν (A .F. De Langeron).

Εξάλλου, υποστηρίχθηκε ότι μεγάλη επίδραση στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας στην Οδησσό είχε το γεγονός των νικηφόρων ροσω-τουρκικών πολέμων του τέλους του 18ο αιώνα, ιδίως των ετών 1768-1774 και 1781-1791. Είναι γεγονός ότι η Φιλική Εταιρεία (στην προετοιμασία της Επαναστάσεως του 1821) επέδρασε στη διαμόρφωση της κοσμοθεωρίας των Ρώσων Δεκεμβριστών.

Τέλος εκεί έζησαν αργότερα και οι επαναστάτες Ρώσοι Δεκεμβριστές Π. Ι. Ποστέλ (Ρ. Ι. Postel), Σ. Ι. Μουράβεφ Αποστόλ (S. I. Murav’ev Apοstol) και Μ. Ι. Μουράβεφ Αποστόλ (Μ. Ι. Murav’ev Apοstol) και ακόμη εκεί εξορίστηκε ο Α. Σ. Πούσκιν (A.S. Puskin). Τέλος, αργότερα ο Α. Σ. Πούσκιν, εμπνευ­σμένος από τον αγώνα του ελληνικού λαού, έγραψε ότι η Ελλάδα είναι «χώρα ηρώων και θεών».

 

Οι τρεις πρώτοι πρωτεργάτες

 

Νικόλαος Σκουφάς

Ο Νικόλαος Σκουφάς (1778-1818) ήταν μικροέμπορος και υπάλληλος. Δεν περισώθηκε ούτε το αληθινό όνομά του. Είχε στην Άρτα μικρό εμπορι­κό κατάστημα, όπου έραβε σκούφους, από όπου και το όνομά του. Γεννήθηκε στο Κομπότι της Άρτας το 1778 και πέθανε φτωχός στην Κωνσταντινούπολη, το 1818. Δυνατός χαρακτήρας, με απεριόριστη θέληση, έφθασε στην Οδησσό (1813) όπου ασχολήθηκε με το μικρεμπόριο και εργαζόταν ως υπάλληλος. Εκεί συνδέθηκε φιλικά με τους Τσακάλωφ και Ξάνθο και ίδρυσαν στην Οδησσό, στις 14 Σεπτεμβρίου 1814, τη Φιλική Εταιρεία, με «σκοπόν αμετάτρεπτον την ελευθέρωσιν της πατρίδος». Μετά τη σύσταση τη Φιλικής Εταιρείας, πήγε με αισιοδοξία στη Μό­σχα (τέλη Ιουλίου – αρχές Αυγούστου του 1814), με σκοπό να μυήσει τους εκεί Έλληνες μεγαλέμπο­ρους. Συνάντησε περιφρόνηση, δυσπιστία και χλευασμούς. Δεν απογοητεύτηκε, όμως, ο άσημος Ηπειρώτης ούτε από τους χλευασμούς των Ελλή­νων εμπόρων της Μόσχας, ούτε από την πτώχευσή του και αφοσιώθηκε στο έργο της Εταιρείας, θεώ­ρησε την πτώχευσή του ως «θεία Ευλογία». Το Δεκέμβριο του 1814  μύησε τον Γεώργιο Σέκερη, πρόσωπο κύρους στον Ελληνισμό της Ρωσίας. 

Παρά την απογοήτευση του Τσακάλωφ, ο Σκουφάς επέμενε στους στόχους της Εταιρείας και έπεισε τους συναγωνιστές του για τη μεταφορά της έδρας στην Κωνσταντινούπολη, η οποία αποτελούσε εμπορικό κέντρο για τους Έλληνες ομογενείς της Ανατολής. Ο Σκουφάς, διαβλέποντας πως η Πελοπόννησος ήταν κατάλληλη για την προετοιμασία και την έναρξη ακόμη της Επανάστασης, έπεισε τους Τσακάλωφ και Ξάνθο να εντάξουν στην Εταιρεία τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο από την Ανδρίτσαινα και να προγραμματίσουν ταξίδι στην Πελοπόννησο. Πλην, όμως, ο Σκουφάς πέθανε αιφνιδίως στις 31 Ιουλίου 1818, αφήνοντας τεράστιο κενό στη δράση της Εταιρείας, καθώς ήταν «άνθρωπος με πολύν ευαισθησίαν και πατριωτισμόν» – ψυχή ουσιαστικά της Εταιρείας.

Εμμανουήλ Ξάνθος, ξυλογραφία του 19ου αι.

Ο Εμμανουήλ Ξάνθος (1772-1852) γεννήθηκε στην Πάτμο και πέθανε στην Αθήνα. Ιδρυτικό μέ­λος της Φιλικής Εταιρείας και ο μόνος ο οποίος έ­γραψε Απομνημονεύματα, που πρωτοεκδόθηκαν το 1845, δηλαδή 30 περίπου χρόνια μετά τα γεγο­νότα. Μικροέμπορος και υπάλληλος με ανήσυχο πνεύμα και μεγάλη δραστηριότητα. Μυήθηκε στην Εταιρεία των Ελευθέρων Τεκτόνων, στη Λευκά­δα, από το φίλο του Παναγιώτη Καραγιάννη και αργότερα «συνέλαβεν αμέσως την ιδέαν ότι ηδύνατο να ενεργηθεί μια φυσική εταιρεία, κατά τους κανόνες ταύτης της των ελευθέρων Τεκτόνων, βάσιν έ­χουσα την ένωσιν όλων των εν Ελλάδι και εις τα άλλα μέρη ευρισκομένων…».

Το 1814 στην Οδησσό, με τον Νι­κόλαο Σκουφά και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ ίδρυ­σαν τη Φιλική Εταιρεία. Αυτός, το 1819, πρότεινε στην Πετρούπολη την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας στον I. Καποδίστρια, αλλά είναι γνωστό ότι ο τελευταίος αρνήθηκε. Τότε, ο Ξάνθος απευθύνθηκε στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο οποίος και αναγορεύτηκε Γενικός Επίτροπος της Αρχής, δηλαδή αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας.

Το 1827 ο Ξάνθος εγκατέλειψε την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι «λησμονηθείς τοσούτον, ώστε να θεωρείται εν Ελλάδι αποθανών». Στη Ρουμανία, έζησε για δέκα χρόνια σχεδόν ξεχασμένος.   Αλλά το 1834, η δημοσίευση κατηγοριών από τον Π. Αναγνωστόπουλο, ότι ο Εμμανουήλ Ξάνθος σκόρπισε αλόγιστα τα χρήματα της Εθνικής Κάσας κατά τον Αγώνα, επανέφερε τον τελευταίο στην Ελλάδα, το 1837, όπου έγραψε, απολογητικώς, τα «Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας» (εκδόθηκαν το 1845). Του απενεμήθη ο Χρυσός Σταυρός τους Σωτήρος και ένα τιμητικό επίδομα, το οποίο ουδέποτε έλαβε. Έζησε πάμφτωχος και ξεχασμένος στην οδό Νικόδημου 27, ο Φιλήμων ανασκεύασε τις κατηγορίες εναντίον του και, ζώντας σε πλήρη ένδεια, δυστυχισμένος και μόνος, πέθανε στις 28 Νοεμβρίου 1852, γλιστρώντας από τα σκαλιά της Βουλής. Κηδεύτηκε με τιμές στρατηγού. Νεότερες αρχειακές έρευνες στη Ρω­σία «διορθώνουν» ορισμένα σημεία των Απομνημονευμάτων του Εμμανουήλ Ξάνθου διότι, όπως αναφέραμε, αυτά γράφτηκαν απολογητικώς και περίπου 30 χρόνια μετά τα γεγονότα.

Αθανάσιος Τσακάλωφ

Ο Αθανάσιος Τσακάλογλου και στη συνέχεια Τσακάλωφ (περ. 1788 – 1851) υπήρξε ο νεότερος της «τρόικας» και ο πιο δραστήριος. Ο πατέρας του, Νικηφόρος Τεκελής, ήταν έμπορος από τον Τύρναβο και η μητέρα του, κόρη αρχοντικής γιαννιώτικης οικογένειας. Γεννή­θηκε στα Γιάννενα και πέθανε στη Μόσχα. Για να γλιτώσει από τον Αλή Πασά διέφυγε στη Μόσχα, όπου ήδη είχε εγκατασταθεί ο πατέρας του.   Σπούδασε στη Μαρουτσαία Σχολή των Ιωαννίνων, κοντά στον Αθανάσιο Ψαλίδα και τον Κοσμά Μπαλάνο και συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι. Εκεί συμμετείχε στην πατριωτική εταιρεία «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον».  

Το 1813 επέστρεψε στη Οδησσό, οπότε και συνδέθηκε φιλικά με τους Ξάνθο και Σκουφά, ιδρύοντας τη Φιλική Εταιρεία. Μετέβη στη Σμύρνη και, μετά το θάνατο του Σκουφά, το 1818, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Ανήσυχος για την πορεία της Εταιρείας, ταξίδεψε ο ίδιος στην Πελοπόννησο και μετά τη δολοφονία του ύποπτου μέλους της Εταιρείας, Γαλάτη, στην Ερμιόνη Αργολίδας, έφυγε για την Ιταλία. Εκεί μύησε τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, το μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο και τον ηγεμόνα Κωστάκη Καρατζά.

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση, διορίστηκε από τον Υψηλάντη υπασπιστής του Ιερού Λόχου, τραυματίστηκε στο Δραγατσάνι. Αργότερα, επί Καποδίστρια, υπηρέτησε ως υπάλληλος του Γενικού Φροντιστηρίου και ήταν πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση του Άργους. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια εγκαταστάθηκε στη Μόσχα, όπου πέθανε το 1851.

 

Τα πρώτα μέλη-βοηθοί των πρωταγωνιστών

 

Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ξυλογραφία του Τάσσου.

Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος (1790-1854).

Ο όγδοος κατά σειρά εκλογής εκ των 16 μελών της Αρχής. Μυήθηκε στην Εταιρεία μάλλον στις αρχές του 1816. Γεννήθηκε στην Ανδρίτσαινα της Ολυμπίας γύρω στο 1790 και πέθανε στην Αθήνα το 1854. Στην Οδησσό ήταν υπάλληλος του εμπό­ρου Αθανασίου Σέκερη. Τον Απρίλιο του 1818, μα­ζί με τον Σκουφά και τον Λουριώτη πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου γνώρισε τον Ξάνθο. Με­τά το θάνατο του Σκουφά (Ιούλιος 1818), από τον Αύ­γουστο του 1818, ο Αναγνωστόπουλος ανέλαβε να επισκεφθεί, όπως και άλλοι Απόστολοι, όλα τα σημεία του Ελληνισμού.

Το Φεβρουάριο του 1819 πήγε στις παραδουνά­βιες ηγεμονίες για θέματα της Εταιρείας. Εκεί προσέλαβε στην Αρχή τον Γ. Λεβέντη και τον Γρ. Δικαίο. Δεν προσέλαβε όμως τον Θ. Νέγρη και αυτό προκάλεσε δυσαρέσκεια. Αργότερα, ήλθε στην Ελλάδα με τον Δημήτριο Υψηλάντη. Πολέ­μησε στον Αγώνα σε πολλές μάχες και μετά την α­πελευθέρωση ανέλαβε διάφορες διοικητικές θέ­σεις.

Η διαμάχη του με τον Ξάνθο, για το ποιος μυήθηκε πρώτος στην Εταιρεία και τι προσέφερε στον Αγώνα, προκάλεσε πολλές δημοσιογραφικές συζητήσεις από το 1834 και μετά. Ο πρώτος Φιλικός που μυήθηκε από τον Σκουφά ήταν, το Δεκέμβριο του 1814, στη Μόσχα, ο σπουδαστής Γεώργιος Σέκερης (αδελφός των μεγαλε­μπόρων στην Κωνσταντινούπολη, Παναγιώτη και Αθανασίου Σέκερη, οι οποίοι μυήθηκαν αργότερα).

Γιωργάκης Ολύμπιος (1772-1821)

Ο ίδιος ο Σκουφάς στα τέλη του 1815 μύησε στη Μό­σχα τον Αντώνιο Κομιζόπουλο (συγγενή του Γρηγορίου Ιω. Μαρασλή). Στις αρχές του 1816, στην Οδησσό, ο Σκουφάς, όπως αναφέραμε, μύησε τον Αθανάσιο Σέκερη και τον υπάλληλο του τελευταί­ου, Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο. Το 1816 τελικά δέχτηκε να μυηθεί ο Άνθιμος Γαζής. Το 1817, ο Γεωργάκης Ολύμπιος, διερχόμενος από το Ιάσιο, συνάντησε εκεί τον ήδη μυημένο Γε­ώργιο Λεβέντη. Το 1817, από τους τρεις οπλαρχη­γούς που πήγαν στην Οδησσό, ο Σκουφάς μύησε ε­κεί τον Ηλία Χρυσοσπάθη και ο Αναγνωστόπουλος τον Αναγνώστη Αναγνωσταρά και τον Παναγιώτη Δημητρόπουλο.

Στη γνωστή σφραγίδα (Εμ. Ξάνθος, Απομνημο­νεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845, σ. 11) της Φιλικής Εταιρείας, σε αχρονολόγητη ε­πιστολή προς τον πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόφι­λο, αναφέρονται με τη σειρά οι:

 

I: Ιωάννης Καποδίστριας

Α: Άνθιμος Γαζής

Α: Αθανάσιος Τσακάλωφ

Π: Παναγιώτης Σέκερης

Ν: Νικόλαος Σκουφάς

Ε: Εμμανουήλ Ξάνθος

Π: Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος

Α: Αντώνιος Κομιζόπουλος

Α: Αθανάσιος Σέκερης

*Ε: Ελλάς

 

Βασικές λεπτομέρειες ύστερα από αρχειακές έρευνες στη Ρωσία

 

Ποιος είχε την ιδέα της ίδρυσης; Ο Ξάνθος έγρα­ψε ότι αυτός παρακίνησε τον Σκουφά, αλλά είναι βέβαιο ότι «ο Σκουφάς πρώτος διέγραψε επί χάρ­του σχεδόν περί Εταιρείας», όπως ο ίδιος ο Ξάνθος βεβαιώνει. Γενικά, το 1814 με 1818 η Φιλική Εταιρεία εξα­πλώθηκε με προσοχή και με αργούς ρυθμούς. Στις αρχές του 1817, η Φιλική Εταιρεία αριθμούσε μόλις 20 μέλη, αλλά ο Γαλάτης κατέθεσε στην Αστυνο­μία της Πετρουπόλεως ότι η οργάνωση είχε μέλη σε όλη την Ελλάδα και σε άλλες χώρες και ότι τα μέλη της είναι χιλιάδες!

 

Το σπίτι της οδού Κράσνη (πάροδος Ν. 18) στην Οδησσό, όπου ιδρύθηκε η Φιλική Εταιρεία.

 

Ο Ξάνθος βρισκόταν στην Οδησσό από το 1810. Το 1812 πήγε στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί στην Ήπειρο. Επέστρεψε στη Οδησσό το Νοέμβριο του 1813, από όπου αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη το Δεκέμβριο του 1814. Τα Κρατικά Αρχεία της Οδησσού μαρτυρούν ότι ο Ξάνθος ήταν το 1814 στην Οδησσό και συνεπώς καταρρίπτονται όσα, αργότερα, καταμαρτυρεί ο Π. Αναγνωστόπου­λος κατά του Ξάνθου, ότι ο τελευταίος δεν ήταν το 1814 στην Οδησσό.

Στην Κωνσταντινούπολη, ο Ξαν­θός έγινε το 1818 επικεφαλής της Εταιρείας. Στις ικανότητες του Ξάνθου ανήκει το ότι ο Αλεξ. Υψη­λάντης ανέλαβε την καθοδήγηση της Εταιρείας. Ο Εμμανουήλ Ξάνθος ήταν στην Οδησσό πριν από το Νοέμβριο του 1814, ο Νικόλα­ος Σκουφάς πριν από τον Ιούνιο του 1814 και ο Αθανάσιος Τσακάλωφ πριν από τον Απρίλιο του 1814. Δεν υπάρχει ημερομη­νία ιδρύσεως της Φιλικής Εταιρείας. Πάντως, χρόνος παραμονής και των τριών ιδρυτών στην Οδησσό φαί­νεται ο Ιούνιος του 1814 (τουλάχιστον των δύο Σκου­φά – Τσακάλωφ από τους τρεις). Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι τον Ιούνιο του 1814 τέθηκαν οι βάσεις της ίδρυσης της Φιλικής Εταιρείας.

Που γινόταν η ορκωμοσία: Ο Κωνσταντίνος Κ. Παπουλίδης υποστήριξε ότι η ορκωμοσία στην Οδησσό γινόταν στο ναό της Αγίας Τριάδος της Οδησσού, γι’ αυτό και ονομαζόταν «ο ναός των Φι­λικών».

 

«Ο όρκος του Φιλικού». Πίνακας του Επτανήσιου ζωγράφου Διονυσίου Τσόκου (1849), που αποδίδει σε κατανυκτική ατμόσφαιρα την κορυφαία στιγμή της μύησης στην Εταιρεία, δηλ. του όρκου πάνω στο Ευαγγέλιο, και παριστάνει, κατά την παράδοση, την ορκωμοσία στην Ζάκυνθο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Άλλωστε, έχουμε και έγγραφη μαρτυρία ορκωμοσίας μέσα σε ναό της Ζακύνθου (στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου των Λατίνων). Πρβλ. και την ελαιογραφία του Διονυσίου Τσόκου «Ο όρκος του Φιλικού», από το 1849, όπου ορκίζεται ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης από τον ιερομόναχο Άνθιμο Αργυρόπουλο, παρουσία του Αναγνωσταρά, στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου της Ζακύνθου, την 1η Δεκεμβρίου 1818.

 

Κυριάκος Κ. Παπουλίδης

Διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας του

Πανεπιστημίου Paris IV (Σορβόνη)

 

Βασική Βιβλιογραφία

  • I. Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναύπλιο 1834.
  • Σακελλάριος Γ. Σακελλαρίου, Φιλική Εταιρεία, Οδησσός, 1909.
  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, «Απομνημονεύματα αγωνιστών του ’21», τόμ. 9, Αθήνα 1959.
  • Gr. Ars, Tajno obscestvo Filiki Eterija, Μόσχα, 1965. Ελληνική μετάφραση: Σεραφείμ Παπαδημητρίου, Η μυστική οργάνωση «Φιλική Εταιρεία», Αθήνα 1966.
  • Gr. L. Ars, Eteristskoe dvizenie ν Rossii, Μόσχα 1970.
  • E.Π. Πρωτοψάλτης, Η Φιλική Εταιρεία (Αναμνηστικόν τεύχος επί τη 150ετηρίδι), Αθήνα (Ακαδημία Αθηνών) 1974.
  • Gr. L. Ars, I. Kapodistrija i greceskoe nacional noosvoboditel’noe dvizenie 1809-1822 gg., Μόσχα 1976.
  • Gr.L. Ars – Gr. M. Pjatigorskij, «Nekotorye voprosy istorii Filiki Eterii ν svete novyh dannyh sovetskih arhivov», στο συλλογικό έργο Balkanskie Issledovanija, τόμ. 11, Μόσχα 1989, σσ. 24-42.
  • Κωνσταντίνος Κ. Παπουλίδης, Οι Έλληνες της Οδησσού, Θεσσαλονίκη (Αφοί Κυριακίδη) 1999. 

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Φιλική Εταιρεία / Άγνωστες πτυχές της μυστικής οργάνωσης », τεύχος 48, 14 Σεπτεμβρίου 2000.

 

  

Read Full Post »

Αβραμιώτης Γεώργιος (Ζάκυνθος, 1793 – Ναύπλιο, 1825)


 

Ηθοποιός, από τους σημαντικότερους του προεπαναστατικού ελληνικού θεάτρου, αδελφός του Αλέξανδρου Αβραμιώτη. Δίδαξε στο ελληνικό σχολείο της Οδησσού και πήρε μέρος στη θεατρική κίνηση που αναπτύχθηκε εκεί από το 1814.

Στις παραστάσεις που διοργάνωσε στην Οδησσό η Φιλική Εταιρεία (1817 και 1818) ερμήνευσε με πάθος και έξαρση τους ρόλους του Θεμιστοκλή (στο ομώνυμο δράμα του Ιταλού δραματουργού Πιέτρο Μεταστάζιο), του Φιλοκτήτη (στη διασκευή της τραγωδίας του Σοφοκλή από το λόγιο Νικόλαο Πίκκολο), του Δημοσθένη («Θάνατος του Δημοσθένους» του Πίκκολου) κ.ά. Μετά την έκρηξη της Επανάστασης πολέμησε εναντίον των Τούρκων στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και αργότερα στην Πελοπόννησο. Πέθανε από τύφο στο Ναύπλιο.    

 

Πηγή


  • Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», τόμος 1ος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1983.

Read Full Post »

  Εικόνα του Αρχαίου Άργους, Chaiko, 1790. Ο σχεδιαστής φαίνεται να είχε επισκεφτεί το Άργος το οποίο ίσως να ήταν κατεστραμμένο τότε. Έτσι προτίμησε να σχεδιάσει μια ρομαντική, φανταστική εικόνα του Αρχαίου Άργους, βάσει των αφηγήσεων του Παυσανία.

 

Εικόνα του Αρχαίου Άργους, Chaiko, 1790. Ο σχεδιαστής φαίνεται να είχε επισκεφτεί το Άργος το οποίο ίσως να ήταν κατεστραμμένο τότε. Έτσι προτίμησε να σχεδιάσει μια ρομαντική, φανταστική εικόνα του Αρχαίου Άργους, βάσει των αφηγήσεων του Παυσανία.

 

Read Full Post »

  Άποψη του Άργους, V. Coronelli,

«Morea, Negreponte, E Adiazenze », Venezia, 1685.

 

Άποψη του Άργους, V. Coronelli, «Morea, Negreponte, E Adiazenze », Venezia, 1685.

Read Full Post »

Ο Μεντρεσές του Άργους και η πολύτιμη για τον Αγώνα του 1821  μολυβένια σκεπή του

 


                

 

Στο Άργος στο Ανατολικό τμήμα της πόλης εκεί που σήμερα βρίσκεται ο Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου και όλη  η γύρω  από αυτόν περιοχή, στην Τουρκοκρατία ονομαζόταν  Καραμουτζά μαχαλάς, από το όνομα κάποιου Καραμουτζά που έμενε εκεί. Σ΄ αυτή τη γειτονιά ήταν το διοικητήριο των Τούρκων, το Σεράι του Αλή Ναμίκ Μπέη, Χαμάμ (Λουτρά), μουσουλμανικό τζαμί με νεκροταφείο (ο σημερινός Άγιος Κωνσταντίνος) και ο περίφημος Μεντρεσές (medrese) δηλ. το μουσουλμανικό    ιεροσπουδαστήριο.  

 

 

Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου

 

 

Όλα αυτά και άλλα ενδιαφέροντα για την Αργολίδα μας τα περιγράφει στο βιβλίο του «Οδοιπορικό στην Ελλάδα 1668-1671» ο Τούρκος περιηγητής και συγγραφέας Εβλιγιά Τσελεμπί (Evliya Celebi) που επισκέφτηκε το Άργος και που έχει ήδη παρουσιάσει η «Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη» στις ιστοσελίδες της.

Αναλυτική περιγραφή του Μεντρεσέ  προς το παρόν δεν γνωρίζουμε αν υπάρχει. Υπάρχει όμως μια γκραβούρα του Άργους του 1685 από τον V. Coronelli, την ίδια δηλαδή εποχή που επισκέπτεται και περιγράφει το Άργος ο  Εβλιγιά Τσελεμπί, όπου μπροστά αριστερά στο σχέδιο, νοτιοανατολικά του Άργους υπάρχει ένα οικοδόμημα με τρούλο που δεσπόζει και πίσω του υψώνεται επιβλητικός ένας μιναρές. Πιθανολογώ ότι αυτό που έχει τον τρούλο πρέπει να ήταν ο Μεντρεσές και ο μιναρές πρέπει να ήταν του Τζαμιού και νεκροταφείου των μουσουλμάνων  (ο σημερινός Αγ. Κωνσταντίνος).

 

Άποψη του Άργους, V. Coronelli, «Morea, Negreponte, E Adiazenze », Venezia, 1685.

 

Ας δούμε όμως γιατί ο Μεντρεσές του Άργους έπαιξε έναν από τους πλέον σημαντικούς ρόλους στις μάχες που έδωσαν νικηφόρα το καλοκαίρι του 1821 οι Έλληνες και ιδιαίτερα στο Βαλτέτσι και στην άλωση της Ντρομπολιτσάς (Τρίπολη). Αυτό οφειλόταν στο ότι η σκεπή του Μεντρεσέ ήταν με επένδυση από μόλυβδο και ο μόλυβδος για τους επαναστάτες Έλληνες ήταν πολύτιμος αλλά σπάνιος ή μάλλον ανύπαρκτος, και τον είχαν μεγάλη ανάγκη επειδή  τα βόλια για τα ντουφέκια  τους  ήταν μολυβένια. Οι περισσότεροι Έλληνες πριν από τις νίκες τους, κύρια στο Βαλτέτσι  και την άλωση της Τρίπολης δεν είχαν ντουφέκια, και όσοι είχαν δεν είχαν το απαραίτητο μολύβι να φτιάξουν τα βόλια τους.

Ο Αμβρόσιος Φραντζής περιγράφει πως είχαν « … αντί όπλων λόγχας  σιδηράς εις μακρά ξύλα προσηλωμένας και δεμένας με σχοινία και λωρία …» και αντί για ξίφη είχαν «… σκουρομαχαίρας αι οποίαι δεν εκολλούσαν ούτε στο εις το  ξύλον πολύ μάλλον εις ανθρώπινα κρέατα …».[i]  

Μετά το Βαλτέτσι όμως και με τα όπλα που πήραν ως  λάφυρα  από τους Τούρκους με το μπαρούτι που τους εφοδίαζαν κύρια οι μπαρουτόμυλοι της Δημητσάνας, το μολύβι για τα βόλια τους ήταν αυτό που είχαν άμεση ανάγκη και το μολύβι της στέγης του Μεντρεσέ του Άργους έδωσε τη λύση στο πρόβλημα. Ο Αρχιμανδρίτης Ιερόθεος Αθανασόπουλος[ii]  ήταν αυτός που το πρωτοσκέφτηκε και ήταν ο πρωταγωνιστής στο μάζεμα του μολύβδου από το Μεντρεσέ.

Αμβρόσιος Φραντζής (1781 – 1851)

Από όλους τους ιστορικούς της Επανάστασης του 1821 ο πιο περιγραφικός αυτής της ιστορίας  είναι ο Αμβρόσιος Φραντζής που έζησε ο ίδιος από κοντά τα γεγονότα. Μόνο που με τις ημερομηνίες  τα ’χει λίγο μπερδεμένα. Στην «Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος», τόμος ΙΙ, Αθήναι, 1839 σελίδα 15 γράφει ότι ο  Αρχιμανδρίτης Ιερόθεος Αθανασόπουλος μαζί με άλλους τρεις αμέσως μετά την καταστροφή του Άργους από τον Κεχαγιάμπεη και τη διάλυση της πολιορκίας του Ναυπλίου (από 25 Απριλίου έως 1η Μαΐου  1821) πήγε στο Άργος και αφού είδε ότι  στο  Μεντρεσέ ο μόλυβδος ήταν ανέπαφος, «… χωρίς τινός φόβου…» πήρε δυο τεμάχια ως δείγμα και τα πήγε στην Τσακωνιά και τα έδειξε στην ηγεσία της επανάστασης και απεφάσισαν να πάρουν αμέσως το μολύβι από τη στέγη και να το φέρουν στα Βέρβαινα οπού ήταν το στρατηγείο του αγώνα και ο Θ. Κολοκοτρώνης. Εζήτησε και πήρε από κάποιον Αγαθό Σαριγιάννη  120 ζώα και ήρθε στο Άργος με συνοδεία τον Νικηταρά, τον Κ. Μαυρομιχάλη [iii] και τον 16χρονο γιο του Θ. Κολοκοτρώνη το Γενναίο. Αφού πήραν το μολύβι γύρισαν πίσω στα Βέρβαινα με τους ηγέτες της επανάστασης, ανακουφισμένους που είχαν βρει λύση στο μεγάλο πρόβλημα ανεφοδιασμού με τα βόλια των ντουφεκιών τους , αφού χωρίς το μολύβι του Άργους δεν «… ήτον καμία άλλη ελπίς δια προμήθεια μολύβδου, του οποίου η παντελής έλλειψη δεν ήθελε επιφέρει βεβαία , ειμή διάλυσιν…» [iv]   των δυνάμεων των επαναστατημένων Ελλήνων.

Στον ίδιο δεύτερο τόμο της ιστορίας του όμως ο Αμβρόσιος Φραντζής γράφει στη σελίδα 115 ότι «…πριν η έλθει ..» ο Κεχαγιάμπεης στο Άργος η διοίκηση της πόλης είχε κατεβάσει το μόλυβδο από τη στέγη του Μεντρεσέ. Η ποσότητα του μολύβδου ήταν μεγάλη, πάνω από 800 καντάρια βάρος.[v]

Ένα μεγάλο μέρος το πήγαν στο πλοίο της Μπουμπουλίνας που συμμετείχε στη πολιορκία του Ναυπλίου  [vi]   και το άλλο μέρος το έκρυψαν σε σπηλιές και πηγάδια του Άργους. Πριν λοιπόν ή μετά την έλευση του Κεχαγιάμπεη και την καταστροφή του  Άργους το μολύβι του Μεντρεσέ πέρασε στα χέρια των Ελλήνων ?

Πριν πω τη γνώμη μου στο ερώτημα αυτό  ας δούμε συνοπτικά τα γεγονότα λίγο πριν και λίγο μετά την ολική καταστροφή του Άργους όπου τα μόνα κτίσματα που έμειναν όρθια στην πόλη ήταν τα τούρκικα ιερά και ο Μεντρεσές. 

Στις 24 Απριλίου 1821, ένα μήνα μετά την κήρυξη της επανάστασης εκστρατεύει στο Άργος με 3.500 Τουρκαλβανούς, ο Κιοσέ Μεχμέτ Πασά  Μουσταφάμπεης, κοινώς λεγόμενος Κεχαγιάμπεης. Στην πορεία του από την Κόρινθο, μέχρι το Άργος δεν συνάντησε κανένα εμπόδιο. Η άμυνα του Άργους με επικεφαλής τον Δημήτριο Τσώκρη, τον Παπαρσένη Κρέστα και τον Γιάννη Γιάννουζα τον πρωτότοκο γιο της  Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας, από τον πρώτο της άνδρα, καταρρέει πολύ σύντομα. Ο γιος της Μπουμπουλίνας σκοτώνεται ηρωικά μαζί με τους συντρόφους του Υδραίους στην είσοδο της πόλης (εκεί οπού σήμερα είναι η γέφυρα του Ξεριά).

Στις 25 Απριλίου 1821 ο Κεχαγιάμπεης εισβάλει στο Άργος . Επί 6 ημερόνυχτα ανενόχλητος το ρημάζει. Σφάζει 700 Αργείους, βιάζει τις γυναίκες και παίρνει τα γυναικόπαιδα ως σκλάβους, λεηλατεί τα πάντα και πριν φύγει βάζει φωτιά σε καθετί ελληνικό μέσα στο Άργος.

Την 1η Μαΐου 1821 πάει στο Ναύπλιο, διαλύει χωρίς αντίσταση την πολιορκία του, ενισχύει  τα φρούριά του με εφόδια και 300 άνδρες  και στις 6 Μαΐου 1821 μπαίνει θριαμβευτής στην Τρίπολη.  

Στις 17 Μαΐου 1821 ο Αρχιμανδρίτης Ιερόθεος  Αθανασόπουλος, ο Νικηταράς , ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης και ο Γενναίος Θ. Κολοκοτρώνης φορτώνουν σε 122 μουλάρια ένα μέρος του μολύβδου και με ένοπλη συνοδεία το πηγαίνουν και το παραδίδουν  στον Θ. Κολοκοτρώνη και στους άλλους οπλαρχηγούς στο στρατηγείο που είχαν στήσει στα Βέρβαινα.

Πιστεύω ότι, αν το μολύβι το είχαν οι Έλληνες  κρυμμένο στο Άργος  όταν ήρθε ο Κεχαγιάμπεης θα το  μάθαινε, είτε από τους  Τούρκους είτε από κατοίκους που θα  ήθελαν να εξαγοράσουν τη ζωή τους με αυτό. Γιατί οι μουσουλμάνοι Αλβανοί του Κεχαγιάμπεη πρώτο θεό τους είχαν το πλιάτσικο. Εξάλλου για να κατεβάσεις 800 καντάρια μολύβι από τη στέγη, δεν είναι ένα μυστικό για λίγους – συμμετείχαν πολλοί – άρα το ήξεραν όλοι!  Γι΄αυτό πιστεύω ότι η σωστή περιγραφή  είναι  η πρώτη του Αμβρόσιου Φραντζή , ότι μετά την καταστροφή του Άργους και αφού έφυγε από την Αργολίδα ο Κεχαγιάμπεης μετά την 1η Μαΐου 1821 πήραν το μολύβι από το Μεντρεσέ.

Μέσα στα συντρίμμια και τα αποκαΐδια της ρημαγμένης πόλης, με τους εκατοντάδες νεκρούς άταφους, με τους όσους γλίτωσαν  κρυμμένους στα γύρω βουνά  και τα δάση, να γυρίζουν για  να δουν αν σώθηκε τίποτε από το σπίτι τους, η χαροκαμένη πόλη βάζει προτεραιότητα να δώσει το μολύβι του Μεντρεσέ, για τα βόλια του αγώνα.

Ο Κεχαγιάμπεης πέρασε από το Άργος χωρίς να μάθει ότι η στέγη του Μεντρεσέ   είχε μολύβι. Αν το ήξερε θα το έπαιρνε για να μην πέσει στα χέρια των Ελλήνων. Εξάλλου δεν υπήρχε τίποτα περισσότερο σε αξία στο Άργος για πλιάτσικο από αυτό. Δεν το έμαθε όμως και το μολύβι πέρασε στα χέρια των Ελλήνων. Από τα Βέρβαινα έφυγε για να εφοδιάσει τους οχυρωμένους στα πρόχειρα ταμπούρια στο Βαλτέτσι, στους πολιορκητές της Μονεμβασιάς και κύρια στους πολιορκητές της Ντρομπολιτσάς.

Το υπόλοιπο μολύβι εφοδίασε σχεδόν όλες τις μάχες και τις πολιορκίες όχι μόνο στην Πελοπόννησο, αλλά και  όπου αλλού η μαχόμενη επαναστατημένη Ελλάδα το χρειαζόταν  ώστε να μην «… ματαιωθεί η πρόοδος των Ελλήνων, πολύ δε μάλλον των την Τρομπολιτζάν πολιουρκούντων, καθότι μη όντος του μολύβδου αυτού δεν ήθελον δυνηθή να πράξωσι το μηδέν…».[vii]

 

 

 Υποσημειώσεις


  

 [i] Αμβρόσιος Φραντζής, «Επιτομή της Ιστορίας  της αναγεννηθείσης Ελλάδος»,  εν Αθήναις 1839, τόμος ΙΙ, σελ. 16.

 [ii] Ο Αρχιμανδρίτης Ιερόθεος Αθανασόπουλος ήταν μανιάτης στην καταγωγή. Το 1829 διορίστηκε τοποτηρητής της επισκοπής Μαλτσίνης έως το 1834. Το 1852 εκλέχτηκε επίσκοπος Γυθείου. Πέθανε στο  Γύθειο το 1859.

[iii] Αδελφός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη όπου μαζί με τον ανιψιό του Γεώργιο Μαυρομιχάλη, δολοφόνησαν στο Ναύπλιο την Κυριακή 29/09/1831 τον Ι. Καποδίστρια. 

 [iv] Αμβρόσιος Φραντζής, «Επιτομή της Ιστορίας  της αναγεννηθείσης Ελλάδος»,  εν Αθήναις 1839, τόμος ΙΙ, σελ. 16.

[v] Κάθε καντάρι ήταν ίσο με 44 οκάδες. Δηλαδή ήταν πάνω από 35.200  οκάδες. Μια οκά = 1282 γραμμάρια, δηλαδή πάνω από 45 τόνους μολύβι.

[vi] Κατά τον Αμβρόσιο Φραντζή η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα κατηγορήθηκε ότι το μολύβι που φορτώθηκε στο πλοίο της το πούλησε «…δι ίδιον συμφέρον…»!! Στην κατηγορία αυτή η Ιστορία είναι υπέρ της Καπετάνισσας. Να θυμηθούμε μόνο ότι τα πλοία της Λασκαρίνας και όλη η περιουσία της δόθηκαν στον αγώνα του Έθνους. Ότι πέθανε γεμάτη πίκρα, πάμπτωχη το 1825. Για την ακρίβεια, δολοφονήθηκε στις Σπέτσες στο σπίτι της από τον πλούσιο προεστό Χρ. Κούτση με αφορμή την απαγωγή της κόρης του  από τον δευτερότοκο γιο της Γιώργο  Γιάννουζα  και την άρνησή του να τη δώσει νύφη στο γιο της φτωχής ξεπεσμένης πλέον Καπετάνισσας. Ένα χρόνο  πριν, είχε χάσει τον άνδρα της κόρης της και γιο του Θ. Κολοκοτρώνη Πάνο που τον σκότωσαν, όχι Τούρκοι, αλλά Έλληνες σε εμφύλια σύρραξη.

[vii]  Αμβρόσιος Φραντζής, «Επιτομή της Ιστορίας  της αναγεννηθείσης Ελλάδος»,  εν Αθήναις 1839, τόμος ΙΙ, σελ. 16.

 

  

Πηγές


 

  • Αμβρόσιος Φραντζής, «Επιτομή της Ιστορίας  της αναγεννηθείσης Ελλάδος», Εν Αθήναις, 1839.  (Συλλογή: Γιώργος Γιαννούσης – Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη )
  • Ιωάννου Φιλήμονος, «Δοκίμιον Ιστορικόν περί της ελληνικής επαναστάσεως», Εν Αθήναις, 1859. (Συλλογή: Γιώργος Γιαννούσης – Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη)

 

  Γιώργος Γιαννούσης

Read Full Post »

Δράμαλης (Μαχμούτ) πασάς (1780 – 1822)


 

Δράμαλης (Μαχμούτ) πασάς (1780 – 1822)

Τούρκος αρχιστρά­τηγος, αρχηγός της μεγάλης τουρ­κικής εκστρατείας στην Πελοπόν­νησο κατά το δεύτερο χρόνο της Ελληνικής Επανάστασης (1822). Γεννήθηκε στη Δράμα, γεγονός στο οποίο όφειλε την προσωνυμία του Δράμαλης, ήταν γιος ισχυρού τοπάρχη (ντερέμπη) και από μικρός ακολούθησε το στρατιωτικό στάδιο αποκτώντας πολεμική πείρα στις εκ­στρατείες του τουρκικού στρατού στη Βαλκανική. Λόγω των ικανοτή­των του αλλά και της εύνοιας της μητέρας του σουλτάνου Μαχμούτ Β’ και του μεγάλου βεζίρη Χαλέτ κατόρθωσε να καταλάβει υψηλά αξιώματα.

Ο Δράμαλης, ανέλαβε μετά το 1808 την τοπαρχία της Δράμας ονο­μάστηκε πασάς και επιδόθηκε με επιτυχία σε πολεμικές επιχειρήσεις στη Θράκη και τη Μακεδονία. Φιλό­δοξος και φιλοχρήματος απέκτησε μεγάλα πλούτη και ζούσε με χλιδή σε πολυτελέστατα ανάκτορα, τα οποία όμως κατέστρεψε (1818) ο Αλή πασάς Τεπελενλής σε αντίποι­να για την υποστήριξη του Δράμαλη προς τον εχθρό του Ισμαήλ Πασό­μπεη. Το Μάιο του 1820 ο Δράμα­λης τοποθετήθηκε από την Υψηλή Πύλη διοικητής της Λάρισας και τον ίδιο χρόνο, ύστερα από τη ρήξη του σουλτάνου με τον Αλή, διατάχθηκε να συνεκστρατεύσει με τον αρχηγό των σουλτανικών στρατευμάτων Πασόμπεη εναντίον του τυράννου των Ιωαννίνων.

Μετά την έκρηξη του ελ­ληνικού Αγώνα, ο Δράμαλης, που βρισκόταν στα Ιωάννινα, κίνησε μέρος των στρατευμάτων του στη ΝΑ Θεσσαλία και τα Άγραφα και κατέ­πνιξε με αγριότητα τις πρώτες εξε­γέρσεις (Μάιος και Ιούλιος 1821). Στους πρώτους μήνες του 1822 ο Δράμαλης κινήθηκε προς την Ανα­τολική Στερεά Ελλάδα. Αντιμετωπί­στηκε με επιτυχία από τα ελληνικά στρατεύματα υπό τους Οδυσσέα Ανδρούτσο, Νικηταρά και Δημή­τριο Υψηλάντη στο Πατρατζίκι (Υπάτη), Στυλίδα και Αγία Μαρίνα, αλλά λόγω των τότε εσωτερικών αντιθέσεων ανάμεσα στους στρα­τιωτικούς και τον Άρειο Πάγο παρέμεινε κύριος της κατάστασης.

 

Δράμαλης Μαχμούτ πασάς (1780 – 1822) – Λιθογραφία του Giovani Boggi, 1826. Δημοσιεύεται στο λεύκωμα με 24 πορτραίτα Ελλήνων και Οθωμανών αξιωματούχων που έδρασαν κατά την Ελληνική Επανάσταση με τίτλο: «Collection de portraits des personnages Turcs and Grecs les plus recommes soit par leur cruate soit par leur bravoure dans la guerre actuelle de la Grece», Παρίσι, 1826.

 

Την άνοιξη του ίδιου χρόνου η Τουρκία αποφάσισε να κτυπήσει το κέντρο της Επανάστασης, την Πε­λοπόννησο. Μολονότι το αρχικό τουρκικό σχέδιο μιας συνδυασμέ­νης εισβολής του στρατού από την Ανατολική και τη Δυτική Στερεά Ελ­λάδα, με παράλληλη δράση του οθωμανικού στόλου στο Αιγαίο, προ­έβλεπε ως αρχηγό της το Μεχμέτ Χουρσίτ πασά, ξαφνικά η αρχιστρατηγία ανατέθηκε στο Δράμαλη. Έλληνες ιστορικοί και απομνημονευματογράφοι υποστηρίζουν ότι η με­ταβολή αυτή οφειλόταν στη δυσμέ­νεια της Πύλης προς το Χουρσίτ ως σφετεριστή των θησαυρών του Αλή πασά, ενώ ο Τούρκος ιστοριογρά­φος Αχμέτ Τζεβντέτ ισχυρίζεται ότι ο διορισμός του Δράμαλη έγινε με υπόδειξη του ίδιου του Χουρσίτ, ο οποίος επιφορτίστηκε επίσημα την όλη επιχείρηση με απόλυτη ευθύνη για τη διοργάνωση και τον ανεφο­διασμό του εκστρατευτικού σώμα­τος.

Ο Δράμαλης, που ανακηρύχτηκε «μόρα βαλεσής» και «σερασκέρης», άρχισε την πορεία του προς την Πε­λοπόννησο ξεκινώντας από την πε­ριοχή του Σπερχειού, όπου ήταν συγκεντρωμένο το τουρκικό στρά­τευμα. Τη στρατιά, σύμφωνα με τις πιο έγκυρες πηγές, αποτελούσαν 25.000 πολεμιστές, πεζοί και έφιπ­ποι, τη συμπλήρωναν πυροβόλα και φορτηγά ζώα και την πλαισίωνε ένα επιτελείο επίλεκτων στρατηγών. Ο Δράμαλης έφτασε στη Θήβα (1 Ιουλίου) και αφού την πυρπόλησε, κι­νήθηκε με ταχύτητα προς τη Μεγαρίδα. Από εκεί κατευθύνθηκε στον Ισθμό και την Κόρινθο (6 Ιουλίου), έγινε κύριος του Ακροκορίνθου (8 Ιουλίου) και προέλασε στην αργολική πεδιάδα, χωρίς να συναντήσει καμιά ουσιαστική αντίσταση.

Στις 13 Ιουλί­ου μπήκε στο Άργος, που είχε εγ­καταλειφθεί από τους κατοίκους του και την κυβέρνηση και εκεί στρατοπέδευσε. Η δεινή κατάστα­ση, στην οποία περιήλθαν τότε οι επαναστατημένοι Έλληνες, αντιμετωπίστηκε χάρη στη στρατηγική μεγαλοφυΐα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη που πήρε τα κατάλληλα για την περίσταση μέτρα. Έτσι αποτράπηκε η διείσδυση του Δράμαλη στο εσωτερικό της Πελοποννήσου και εξουδετερώθηκε κάθε προσπάθεια ανεφοδιασμού ή ενίσχυσής του, με αποτέλεσμα να καταπονηθεί το στράτευμά του από την έλλειψη τροφών.

Αποκομμένος τότε στον Αργολικό κάμπο, ο Τούρκος στρατάρχης πήρε την απόφαση να οπι­σθοδρομήσει στην Κόρινθο, αφή­νοντας να διαρρεύσει η δήθεν πρό­θεσή του να προχωρήσει προς την Τριπολιτσά.

Ο Κολοκοτρώνης όμως κατανόησε τις προθέσεις του και έσπευσε έγκαιρα να καταλάβει τα στενά των Δερβενακίων. Στις 26 Ιουλίου η τουρκική στρατιά εμφανί­στηκε στις στενωπές αυτές διαβά­σεις (Δερβενάκι, Άγιος Σώστης) και η σύγκρουση που ακολούθησε διήρκεσε ολόκληρη την ημέρα και υπήρξε φονικότατη για τις τουρκι­κές δυνάμεις (υπολογίζεται πως σκοτώθηκαν περίπου 2.500 – 3.000 Τούρκοι). Μετά την πανωλεθρία του ο Δράμαλης οπισθοχώρησε στην περιοχή Γλυκειά Ναυπλίου.

Δυο μέρες αργότερα, καθώς επιχειρούσε να επιστρέψει στην Κόρινθο μέσο του Αγιονορίου, κτυπήθηκε από το Νικη­ταρά και με μεγάλες απώλειες διέ­φυγε με τα υπολείμματα του στρατού του. Στην Κόρινθο δέχτηκε νέα ελληνική επίθεση (30 Ιουλίου) που αποσκοπούσε στην αποτροπή της εξόδου του προς τη Δυτική Πελο­πόννησο ή τη Στερεά. Μέχρι το θά­νατό του (τέλη Οκτωβρίου), ο Δράμαλης επιχείρησε και άλλες απόπειρες δι­αφυγής, αλλά απέτυχε. Πέθανε στην Κόρινθο από τη λύπη του για την αποτυχία του ή από τύφο, σύμ­φωνα με ορισμένες μαρτυρίες.

 

Αλίκη Σολωμού

  

Πηγές


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, «Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος «Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.
  • Βασ. Σφυρόερας «Εκστρατεία και κατα­στροφή του Δράμαλη», Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών (1975, τ. ΙΒ’, σ. 249 – 258).
  • Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

 

 Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Το μουσικό ενδιαφέρον του Καποδίστρια


 

 «Η αγάπη προς την ποίηση και την μουσική είναι, όπως την θεωρούσαν οι αρχαίοι, αρετή των εξαιρετικών  ανθρώπων και μάλιστα από τις μεγαλύτερες»  (Λ.Ραζέλος)

 

Ιωάννης Καποδίστριας, πίνακας του Σερ Thomas Lawrence (1769-1830). Ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε στη Βιέννη, ανήκει στη Βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ Β΄ και είναι εκτεθειμένος στον Πύργο του Windsor στην αίθουσα του Βατερλώ.

Το μουσικό κλίμα της εποχής κατά την Καποδιστριακή περίοδο, οι μουσικές και κοινωνικές εκδηλώσεις στο Ναύπλιο έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο προσοχής και έχουν λεπτομερέστερα περιγραφεί [i], αρχικά από τους ίδιους τους «πρωταγωνιστές» από ξένους και «ετερόχθονες»: Φαναριώτες και Επτανήσιους, που δίνουν τότε τον τόνο στην Ναυπλιακή κοινωνική ζωή, της Καποδιστριακής περιόδου (1828-1831). Οι μη ντόπιοι αυτοί Ναυπλιώτες ήσαν φορείς του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και διέδωσαν στο Ναύπλιο μαζί με την παιδεία τους, την ευρωπαϊκή μουσική, έφεραν για πρώτη φορά πιάνο και άλλα μουσικά όργανα, όπως η σύζυγος Κ. Καρατζά, κόρη της Κερκυραϊκής οικογενείας Κόντη και άλλοι.

Τα δε φιλολογικά περιοδικά του Ναυπλίου «Ηώς» (1830) και «Αθηνά» (1831) ασχολούνται με την ποίηση, δημοσιεύουν δημοτικά τραγούδια. Συμβάλλονται δηλαδή και αυτά στο μεγάλο αίτημα της εποχής: «παιδεία – παλιγγενεσία» και μάλιστα επίμονα, «εις αναζήτησιν του χαμένου χρόνου» της απαιδευσίας και ανελευθερίας. Υπενθυμίζομε ακόμη την χωριστή μέριμνα του Κυβερνήτη για την μουσική και μάλιστα την σχολική. Ο ίδιος γνώριζε ευρωπαϊκή μουσική και, ερχόμενος στην Ελλάδα, έφερε μαζί του και το προσωπικό του πιάνο. Ένα βιεννέζικο πιάνο έφερε το 1833 στο Ναύπλιο με την υπόλοιπη οικοσκευή του ο πρόεδρος των μελών της Αντιβασιλείας του Όθωνος, κόμης JosephLudwig von Armansperg  [ii].

Κατά τον Καποδίστρια, η συστηματική διδασκαλία της Μουσικής η όπως ο ίδιος έγραφε: «η επιστημονική μουσική είναι μέρος ουσιώδες της ελευθέρας αγωγής, ρυθμίζουσα και ηθοποιούσα τας φυσικάς και ηθικάς δυνάμεις των παίδων». Ο δε εκ των – πρώτων συνεργατών του και «έφορος της Κοινής Παιδείας» Γρηγόριος Κωνσταντάς, σε αναφορά του προς τον Κυβερνήτη για την καλλίτερη αγωγή των τροφίμων του Ορφανοτροφείου Αίγινας, που αριθμούσε τότε «περί τους πεντακόσιους ορφανόπαιδας», επισυνάπτει χειρόγραφο χωριστό κείμενο με τίτλο: «Αξιώματα Παιδαγωγίας». Εκεί διαβάζομε: «Η μουσική ευρυθμίζει την ψυχήν, την κάμνει δεκτικωτέραν γενναίων αισθημάτων, συντείνει δε όχι ολίγον εις την διατήρησιν της υγείας» [iii].

Με αυτή, λοιπόν, την φιλοσοφία κατέβαλαν οι μακαριστοί εκείνοι πρωτεργάτες των καλών έργων και οι συνεργάτες τους γνωστές προσπάθειες σχολικής μουσικής παιδείας, συνέχεια της οποίας είναι η σημερινή μουσική κίνηση στο Ναύπλιο. Ο Καποδίστριας εζήτησε από τον πρίγκιπα Calitzin στην Αγία Πετρούπολη παρτιτούρες με εκκλησιαστικούς ύμνους και είναι γνωστό ότι ο πρίγκιπας εκπληρώνοντας την επιθυμία του Κυβερνήτη, του έγραφε ότι «τα τοσούτον κατανυκτικά και παθητικά άσματα θέλουν αντηχήσει και εις τους κόλπους της κλασσικής εκείνης γης, αφ’ ης μας ήλθον του ευαγγελίου τα φώτα».

Δηλαδή εδώ έχομε να κάνουμε με καθαρά ευρωπαϊκή μουσική, την οποία προτιμούσε ο Κυβερνήτης, ως γνήσιος Επτανήσιος. Είναι δε γνωστό ότι η πολυφωνική μουσική εισήλθε όχι χωρίς αντιδράσεις στους ναούς της κυρίως Ελλάδος αρχικά δια του παρεκκλησίου των Ανακτόρων, δια των ενοριών των ελληνικών παροικιών του Εξωτερικού (Βιέννης, Τεργέστης κ.λπ.) και της Επτανήσου. Είναι ακόμη γνωστό ότι ο μουσικοδιδάσκαλος Αθανάσιος Aβραμιάδης δίδασκε στην Αίγινα και ευρωπαϊκή μουσική· ο ίδιος, κατήρτισε χορωδία από τροφίμους του εκεί Ορφανοτροφείου και σπουδαστές του Κεντρικού Σχολείου Αίγινας, που έψαλλαν σε εορταστικές εκδηλώσεις, αλλά και στο παρεκκλήσιο του Ιδρύματος, με έργα των: Paisiello, Sarti, Cimarosa και άλλων.

Όταν μάλιστα τους άκουσε ο Καποδίστριας εξέφρασε την ικανοποίησή του με ειδική επιστολή και υπεσχέθη να εφοδιάση την χορωδία αυτή με δώδεκα μουσικά όργανα και ειδική στολή («λευκόν ποδήρες ένδυμα και ζώνην κυανόχρουν»).

Η χορωδία αυτή, με δώδεκα από τους καλλιφωνότερους σπουδαστές υπό την διεύθυνση του μουσικοδιδάσκαλου Αθαν. Αβραμιάδου μετεκλήθη αργότερα στο Ναύπλιο και έψαλε στην δοξολογία, που ετελέσθη στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου, την 25η Ιανουαρίου 1833, ημέρα επίσημης υποδοχής του βασιλέως Όθωνος τα Αποβατήρια»).

Μουσικά βιβλία, σπάνιο για την εποχή πολιτιστικό αγαθό, εισέρρευσαν το έτος 1830 στο Ναύπλιο. Μέχρι τότε φυλάσσονταν σε μυστική κρύπτη της Μονής Παναχράντου Άνδρου· τα είχε μάλιστα ιδή και ο Θεόφιλος Καΐρης. Τα βιβλία αυτά επεδείχθησαν στον Καποδίστρια, όταν περιώδευσε στα νησιά των Κυκλάδων. Ο ίδιος εζήτησε αργότερα να τα διασφάλιση και γνωρίζομε ότι με εντολή του εστάλησαν στο Ναύπλιο. Δεν γνωρίζομε όμως πως τότε χρησιμοποιήθηκαν τα χειρόγραφα αυτά και ποια ήταν η μετέπειτα τύχη τους [iv]. Υπενθυμίζομε ακόμη, ότι επί Καποδίστρια συνεχίζεται η παρουσία στο Ναύπλιο Φιλαρμονικής Ορχήστρας, η οποία απεκλήθη «μουσικός θίασος». Είχε δε μουσικούς εξ επαγγέλματος εκ του Εξωτερικού, μεταξύ των οποίων και οι ομογενείς: Ν. Παπαδόπουλος, Λασκαρόνης Πλατσαράς, Ιω. Πλατσαράς, με αρχιμουσικό τον Μιχαήλ Maggel  [v].

 

Υποσημειώσεις


  

 [i] Βλέπε Α. Μπουντζουβή – Μπανιά. Το Ναύπλιο στα χρόνια 1828-1833. Σκιαγράφηση της κοινωνικής, πολιτισμικής και πνευματικής ζωής, εις περ. «Ερανιστής» τόμ. ΙΗ’ (1986). σσ. 106-135, όπου και παραπομπές σε σύγχρονους απομνηματογράφους: Αλ. Ρ. Ραγκαβή, Ν. Δραγούμη κλπ.

 [ii] Γ. Λ. Μάουρερ, Ο Ελληνικός Λαός. μτφρ. Όλγας Ρομπάκη. Αθήνα 1976, σ. 430. Πρβλ. Λουδοβίκου Ρός – μτφρ. Α. Σπήλιου, Αναμνήσεις και ανακοινώσεις από την Ελλάδα (1832-1833), εκδ. Τολίδη, Αθή­να 1976, σσ. 84, 88.

 [iii] Ελένης Κούκκου. Ο Καποδίστριας και η Παιδεία, τόμ. Β’ Αθήναι 1972, σσ. 74-75. Γιάννη Φιλόπουλου. Ρωσσικές επιδράσεις στην ελληνική πολυφωνική μουσική. Αθήνα 1994. σ.23.

[iv] Γ. Παπαδοπούλου, Συμβολαί εις την ιστορίαν της παρ’ ημίν εκκλησιαστικής μουσικής, σ.171.

[v] Θ. Συναδινού, Ιστορία της Νεοελληνικής Μουσικής, σ. 10.

 

Πηγή


  • Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Μουσική Παιδεία και Ζωή στο Ναύπλιο / 18ος – 20ος αιώνας», Έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον, 1994.

Read Full Post »

Ομιλία στο Δαναό, « Η Ελληνική Επανάσταση και η Ευρωπαϊκή Διπλωματία: Οικονομικές, Πολιτικές και Γεωπολιτικές Διαστάσεις του Ελληνικού Ζητήματος».  


 

Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή  13  Φεβρουαρίου 2011  και ώρα 6.30΄ μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» θα μιλήσει:

 

ο  κ. Ιωάννης Αντωνόπουλος

Ιστορικός – Ερευνητής

Συνεργάτης Παντείου Πανεπιστημίου

με θέμα: « Η Ελληνική Επανάσταση και η Ευρωπαϊκή

Διπλωματία: Οικονομικές, Πολιτικές και

Γεωπολιτικές Διαστάσεις του Ελληνικού Ζητήματος».

 

Θα ακολουθήσει συζήτηση.

Η παρουσία σας θα αποτελέσει τιμή για τον ομιλητή και τον Σύλλογο.

 

Ιωάννης Αντωνόπουλος


 

Είναι ερευνητής ιστορικός, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Σορβόννης.       Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στα Πανεπιστήμια της Caen Νορμανδίας και Paris Ι-Sorbonne στη Γαλλία.

Έχει ειδικευτεί στην Ευρωπαϊκή Ιστορία και Πολιτισμό, στην Οικονομική Ιστορία, την Ιστορία των Διεθνών Σχέσεων, καθώς και στην Ιστορία της Εκπαίδευσης.

Έχει εργαστεί ως Ειδικός Επιστήμονας – Ερευνητής στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών και διδάσκει στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση (Πάντειο Πανεπιστήμιο, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Στρατιωτική και Αστυνομική Ακαδημία.)

Είναι συγγραφέας ικανού αριθμού μελετών και επιστημονικών άρθρων στους τομείς των ενδιαφερόντων του, όπως οι Ελληνογαλλικές σχέσεις  19ος– 20ος αιώνας, ο γαλλικός ιμπεριαλισμός στην Ελλάδα, οι πολιτικές διαστάσεις του δημοσίου δανεισμού, τεχνολογική εκπαίδευση και ανάπτυξη στην Ελλάδα 19ος– 20ος αιώνας, γαλλογερμανικός ανταγωνισμός στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων κ.α.

 

Read Full Post »

Δήμαινα Αργολίδας


 

Χωριό του Δήμου Επιδαύρου του Νομού Αργολίδος, με 600 κατοίκους (σύμφωνα με την τελευταία απογραφή του 2001). Είναι χτισμένο σε πεδινό μέρος και περιβάλλεται από τα βουνά: Αραχναίο, Σολυγείας, Κολόνι και Άκρος. Η έκταση του πεδινού τμήματος είναι 8.000 στρέμματα και του ορεινού άλλα τόσα περίπου. Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία, επειδή η γη είναι πολύ εύφορη (καλλιεργούνται ελιές, βερικοκιές, αχλαδιές, εσπεριδοειδή, λίγα σιτηρά και καπνά), και δευτερευόντως με την κτηνοτροφία. Το μορφωτικό επίπεδο, αν και αρβανιτοχώρι, είναι αρκετά ικανοποιητικό.

 

Δήμαινα

 

Για την ονομασία του χωριού Δήμαινα υπάρχουν οι εξής δύο παραδόσεις:  Επειδή στο χωριό από πολύ παλαιά καλλιεργούσαν σιτάρι «δίμηνο», από παραφθορά η λέξη σιγά σιγά έγινε «δίμηνα» και κατέληξε «Δήμαινα». Τη δεύτερη την αποδίδουν στην αρχοντική οικογένεια του Δήμου που ζούσε εδώ στο μικρό αυτό οικισμό μαζί με 5-10 οικογένειες. Όταν αυτός πέθανε και έμεινε η γυναίκα του, η Δήμαινα, αυτή ανέλαβε ως υπεύθυνη του οικισμού και απέδιδε τους φόρους στους Τούρκους. Επίσης, διαβάζουμε στο κτηματολόγιο της Μονής Ταξιαρχών ότι τα σύνορα των κτημάτων της Μονής φτάνουν μέχρι την περιφέρεια της Δήμαινας. (Αυτή η πληροφορία καταγράφεται το 1750 μ.Χ.)

 

Χάρτης

 

Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους κατέβηκαν από το ορεινό χωριό Αγγελόκαστρο Κορινθίας περί τις 25 οικογένειες. Αυτές είχαν εδώ κάποιες μικρές άγριες εκτάσεις ιδιοκτησίες. Επειδή όμως ο τόπος είχε το καλοκαίρι μεγάλη ελονοσία, οι κάτοικοι ανέβαιναν στο Αγγελόκαστρο και επέστρεφαν το Σεπτέμβριο. Αυτοί εγκαταστάθηκαν στα βόρεια και ανατολικά του χωριού. Σιγά σιγά οι οικογένειες αυτές αγόρασαν και άλλα κτήματα, πρώτον από τη Μονή Ταξιαρχών και δεύτερον από ορισμένες οικογένειες, που τα είχαν πάρει από το κράτος, δωρεά ως «καπετανάτα», όπως Καλούδης, Μάτζαρης, τρεις Κρητικοί, Σκαλτσάς, Φορμόλας, Ρολιανός, Τσολάκης, Λύρας, Σκουλίτσης, Φρέγκαινα, Καθολική (από έναν Καθολικό στο θρήσκευμα) κτλ.

Παράλληλα με τους εξ Αγγελοκάστρου έρχονται στη Δήμαινα και εξ Αραχναίου, κτηνοτρόφοι και όχι μόνο, που εγκαθίστανται στα «ριζώ­ματα» στα δυτικά και νότια του χωριού. Επίθετα τέτοιων οικογενειών έχουμε: Κόλλιας, Σχίζας, Άσπρος κτλ., ενώ εξ Αγγελοκάστρου έχουμε: Οικονόμου, Μποζίκης, Μπινιάρης (Καβουρίνος), Καραμπέτσος κτλ. Το 1852, σύμφωνα με την επιγραφή που βλέπουμε, κτίζεται η εκκλησία «Άγιος Κωνσταντίνος και Ελένη», καθώς και το νεκροταφείο.

Το 1885 παρουσιάζεται ο Άγιος Γεώργιος δια ονείρου και οράματος σε έναν κάτοικο του χωριού που λεγόταν Παπαγεωργίου Γεώργιος (Ραμαντάνης), του υποδεικνύει την τοποθεσία όπου υπήρχε η εικόνα του και τον προτρέπει να τη βρουν και να χτίσουν εκκλησία. Αυτός τότε τα διηγείται όλα αυτά στους συγχωριανούς του, αλλά εκείνοι δεν τον πιστεύουν. Πάλι εκ δευτέρου αποκαλύπτεται ο Άγιος στον ίδιο, ο οποίος συγκλονισμένος τότε γυρίζει από σπίτι σε σπίτι και τους αναγγέλλει το όραμα και έτσι πείστηκαν, έσκαψαν, βρήκαν την εικόνα και έχτισαν την εκκλησία.

Μέχρι και Αιγινίτες πήραν μέρος, οι οποίοι, εκτός από πολλές δωρεές στο ναό, έφεραν σχεδόν όλα τα υλικά από την Αίγινα στην παραλία της Νέας Επιδαύρου και από εκεί με τα ζώα ή και στην πλάτη τα μετέφεραν στην εκκλησία. Το 1895 έγιναν τα εγκαίνια του ναού του Αγίου Γεωργίου. Πολύς κόσμος κάθε χρόνο μαζευόταν στη γιορτή του, με περιφορά της εικόνας στον κάμπο και γινόταν μεγάλο πανηγύρι. Δεν απουσίαζαν βεβαίως οι Αιγινίτες. Το 1963 έγινε, ανακαίνιση, διότι ο Ναός ήταν ετοιμόρροπος λόγω των παλαιών υλικών.

Το 1860 πρέπει να λειτούργησε το πρώτο Δημοτικό Σχολείο στο σπίτι του Αντωνίου Οικονόμου, μετά στου Πρωτόπαππα, μετά στου Διδασκάλου Ανδρέα, και από το 1957 στη θέση που είναι σήμερα. Το έκτισαν οι κάτοικοι με προσωπική εργασία.

 

Οι μαθητές του σχολείου που στεγαζόταν στου Πρωτόπαπα (παπά – Αναστάση), 1932.

 

Μέχρι το 1914 το χωριό υπαγόταν στο Δήμο της Νέας Επιδαύρου και εκκλησιαστικώς στην Ιερά Μητρόπολη Αργολίδας. Όταν όμως καταργήθηκαν οι μικροί Δήμοι μετά το 1909, τότε το χωριό έγινε «κοινότητα Δημαίνης» το 1914, με πρώτο Πρόεδρο τον Ιωάννη Λογοθέτη. Τότε καθορίζονται και τα όρια της περιφέρειας Δημαίνης που ισχύουν μέχρι και σήμερα. Το 1936 χαράσσεται ο δημόσιος δρόμος που συνδέει τη Δήμαινα με το δρόμο της Νέας Επιδαύρου, δίπλα στη Μονή Ταξιαρχών.

 

Οι αρχές του τόπου φωτογραφίζονται με τους μαθητές κατά την Εθνική εορτή της 25ης Μαρτίου 1958.

 

Επίσης κατά το ίδιο έτος ο Πρόεδρος της Κοινότητας Αναστ. Σταμούλης ύδρευσε το χωριό από την πηγή «Καμάρι», με υπόγειο υδραγωγείο και δεξαμενή στο άνω άκρο του χωριού. Από το 1946 σταμάτησαν οι κάτοικοι να φεύγουν τα καλοκαίρια για το Αγγελόκαστρο και από τότε άρχισαν να ανοίγουν πηγάδια, να αρδεύουν τον κάμπο και να καλλιεργούν καλοκαιρινά προϊόντα (βαμβάκια, καπνά, ντομάτες κ.ά.), πράγμα που οδήγησε σε αλματώδη οικονομική πρόοδο μέχρι και σήμερα.

 

Νεαροί φωτογραφίζονται στο ποταμάκι του χωριού, που κατέβαινε απ’ το Καμάρι.

 

Το 1964 στις 4 του Οκτώβρη ηλεκτροδοτείται το χωριό και όλες οι αντλητικές εγκαταστάσεις πηγαδιών και γεωτρήσεων. Με το νόμο του «Καποδίστρια» καταργείται η Κοινότης Δημαίνης και γίνεται Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Επιδαύρου. [ Κατά την εφαρμογή του «Καλλικράτειου» νόμου, καμιά αλλαγή δεν επήλθε στην Διοικητική Δομή της Δήμαινας ]. Από αρχαιολογικής απόψεως φαίνεται ότι από αρχαιοτάτων χρόνων όλος σχεδόν ο τόπος κατοικείτο, γιατί στις διάφορες καλλιέργειες του κάμπου βρίσκουμε κτίρια και τάφους.

Αλλά επίσης έχουμε παρατηρήσει ότι διάφοροι αρχαιολόγοι λόρδοι (Εγγλέζοι) κατά καιρούς επισκέπτονταν την τοποθεσία «Πηγαδάκι», όπου, όπως λέει η παράδοση, υπήρχε το παλάτι της Βασίλισσας. Επίσης σε σημείο του κάμπου, όπου έγινε ο αναδασμός, υπήρχε άλλο παλάτι. Αυτό αποδεικνύεται από τους λαξευμένους ογκόλιθους που βρέθηκαν εκεί.

Πολύ κοντά στη Δήμαινα βρίσκεται η γυναικεία μονή Παμμεγίστων Ταξιαρχών του 15ου αι. Στη Δήμαινα υπάρχει μια ομάδα από οχτώ ελιές που έχουν αναγνωριστεί ως διατηρητέο μνημείο της φύσης. Έχουν θρησκευτική αξία και συνδέονται με ιστορικά γεγονότα του τόπου. Στη τουρκοκρατία είχαν αναγνωριστεί με φιρμάνι ως ιερό δάσος.

 

Από το πανηγύρι του χωριού.

 

Στην περιοχή της Δήμαινας υπάρχουν οι εκκλησίες, του Αγίου Κωνσταντίνου, όπου στις 21 Μάιου γίνεται παραδοσιακό πανηγύρι,  της Υπαπαντής του Χριστού, που εορτάζετε με μικρό πανηγύρι στις 2 Φεβρουαρίου, του Αγίου Γεωργίου και πολλά άλλα εκκλησάκια. Στη Δήμαινα οι λάτρεις της περιπέτειας στη φύση μπορούν να εξασκηθούν στη πεζοπορία στο βουνό ή με το κυνήγι τις επιτρεπόμενες περιόδους. Τις ορεινές περιοχές της Δήμαινας διαλέγουν κάποιοι ιδιοκτήτες 4×4 για εκτός δρόμου διαδρομές.

 

Πηγές


  • π. Μιχαήλ Μπινιάρης , Γεωργία Σάκκουλη – Μαγγέλη, «Δήμαινα – Για να μην  ξεχαστούν οι ρίζες μας», Κέντρο Νεότητας Δήμαινας, Δήμαινα, 2004.
  • Δήμος Επιδαύρου.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »