Posts Tagged ‘Greek History’
Πρoστατευμένο: Ύποπτη κίνηση κατασκοπείας (1825) εις βάρος της αγωνιζομένης Ελλάδος, Ελένη Αναστ. Καρύδη, Πελοποννησιακά, Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιο 4-6 Δεκεμβρίου 1976), Αθήναι, 1979.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ψηφιακές Συλλογές, tagged 1821, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Επανάσταση, Επανάσταση 21, Ελένη Αναστ. Καρύδη, Ιστορία, Ιμπραήμ, Κατασκοπεία, Πελοπόννησος, Πελοποννησιακά, Στρατιωτικοί on 7 Σεπτεμβρίου, 2012|
Πρoστατευμένο: Μητρόπολις Χριστιανουπόλεως, Τάσος Γριτσόπουλος, «Η Εκκλησία της Πελοποννήσου μετά την Άλωσιν», Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι, 1992.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Εκκλησιαστική Ιστορία αφορώσα στην Αργολίδα, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Εκκλησιαστικά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Θρησκεία, Ιστορία, Πελοπόννησος, Τάσος Αθ. Γριτσοπούλος, Ψηφιακά Βιβλία, Ψηφιακές Συλλογές on 27 Ιουλίου, 2012|
Η Συμμετοχή της Ιεράς Μονής Αγίου Δημητρίου Καρακαλά στον Αγώνα του 1821
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Πρόσωπα & γεγονότα του΄21, tagged 1821, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Επανάσταση 21, Εκκλησιαστικά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ιστορία, Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά, Πελοπόννησος on 19 Ιουνίου, 2012| Leave a Comment »
Η Συμμετοχή της Ιεράς Μονής Αγίου Δημητρίου Καρακαλά στον Αγώνα του 1821
Χάρη στην οικονομική της ευρωστία και την προνομιακή της θέση, η μονή Καρακαλά, στρατηγικής σημασίας και με οχυρωματικές δυνατότητες, διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο κατά την Ελληνική Επανάσταση. Υπήρξε, κατά γενική ομολογία, κέντρο απόκρουσης των εχθρών, γεγονός που μαρτυρείται και από πλήθος ανέκδοτων εγγράφων αλλά και οπλοστάσιο και τόπος παρασκευής πολεμοφοδίων. Βρέθηκε εκεί «φόρμα εις την οποίαν έχυναν τα μολυβόβουλα, ευρωπαϊκή», οι μοναχοί ήταν διαρκώς «οπλοφορούντες» και η παρουσία των ηγουμένων και μοναχών της μονής στην Επανάσταση είναι αξιόλογη.
Νεώτεροι μελετητές, στηριζόμενοι προφανώς στον Μιχ. Λαμπρυνίδη, αναφέρουν ότι κατά το 1821 ο ηγούμενος της μονής Διονύσιος Σουρίλος προέτρεπε τους κατοίκους των χωρίων Χέλι και Κοφίνι Ναυπλίας να συμμετάσχουν στον Αγώνα και προσθέτουν αμάρτυρα ότι την πληροφορία παρέχει γράμμα του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄. Λανθασμένη όμως είναι η πληροφορία ότι ο ηγούμενος επονομαζόταν Σουρίλος και ηγουμένευε το 1821. Εμόναζε πράγματι κατά την παραπάνω περίοδο στη μονή ο Διονύσιος Μπεβάρδος που έλαβε μέρος στις μάχες της περιοχής, στην πολιορκία του Ναυπλίου στη μάχη στο Κατόγλι, κ,ά., ως ιερομόναχος και όχι ως ηγούμενος.
Στο μοναχολόγιο της μονής του 1850 αναφέρεται ότι ο Διονύσιος Μπεβάρδος ήταν μέλος του ηγουμενοσυμβουλίου της μονής κατά την πάρα-πάνω χρονολογία, ονομαζόταν κατά κόσμον Δημήτριος, γεννήθηκε στο Αβδήμπεϊ του δήμιου Μηδέας, εκάρη μοναχός το 1809 και προχειρίσθηκε Ιερομόναχος στη μονή Καρακαλά, από τον τότε Λακεδαιμόνιο Αρχιεπίσκοπο Ναυπλίου Γρηγόριο Καλαμαμά, την 21η Ιανουαρίου του 1821. Ηγούμενος της μονής κατά το 1821-1823 υπήρξε, όχι ο Διονύσιος Μπεβάρδος, αλλά ο θείος του Συμεών, όπως ο ίδιος ο Διονύσιος αναφέρει σε επιστολή του την 18η Νοεμβρίου 1873, «προς την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος:»
«… την μονήν ταύτην ιδρυθείσαν επί Τουρκοκρατίας υπό των ευσεβών Χριστιανών, διώκησεν επί πεντηκονταετίαν ο θείος μου Συμεών Μπεβάρδος όστις μετά των συναδέλφων του απάντων συγγενών μου κατετρόμαξαν τους τολμητίας να κατακτήσουν την μονήν ταύτην Οθωμανούς. Μάρτυρες αξιόπιστοι είναι οι επιζώντες και αποθανόντες στρατηγοί και αρχηγοί, Τζόκρης, Στάϊκος, Λυγουριώτης, Νικηταράς και Μήτζης,….»
Και συνεχίζοντας ο Διονύσιος Μπεβάρδος την επιστολή του προς την Ιερόν Σύνοδον, μας δίνει και άλλες σπουδαίες ιστορικές πληροφορίες: «… κατά το έτος 1812 τη επιταγή του θείου μου εισήχθην εν τη Μονή ταύτη και υποτακτούσα. Κατά το 1821 εχειροτονήθην και ιερεύς και κατά το 1823 αποθανόντος του θείου μου ονομάσθην ηγούμενος, όπου και τοιούτος διατελώ μέχρι σήμερον…».
Ο ηγούμενος όμως Συμεών, επονομάζονταν Μπουχέλης ή Ξηροκαστελιώτης και όχι Μπεβάρδος, κατά μία πληροφορία, απεβίωσε κατά την πολιορκία του Ναυπλίου. Η επιτροπή Αγώνος τον κατέταξε το 1865 στους αξιωματικούς ε’ τάξεως. Αποκαλυπτικές πληροφορίες για τον ηγούμενο Συμεών Μπουχέλη ή Ξηροκαστελιώτη μας δίνουν ανέκδοτα Έγγραφα από το Αρχείον Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης.
Η ανιψιά του Συμεών Μπουχέλη σύζυγος του Αναγνώστη Σουρίλου, απευθύνει αίτηση το 1865 «προς την επί του Αγώνος Σ. Επιτροπήν», αναφέροντας ότι είναι η μόνη κληρονόμος του ηγουμένου, «όστις ηγωνίσθη εις τον υπέρ της Ελληνικής ανεξαρτησίας αγώνα εξ αρχής και παρευρεθείς εις πολλάς μάχας και πολεμήσας ανδρείως κατά του φυσικού εχθρού της πατρίδος, παρευρέθη τέλος εις την πολιορκίαν της Ναυπλίας ότε απεβίωσεν κατά το έτος 1822».
Και συνεχίζοντας, παραπέμπει για την αξιοπιστία των λόγων της, σε «έγκλειστο πιστοποιητικό του Δήμου Μηδέας με την μαρτυρίαν και τεσσάρων ευυπολήπτων μαρτύρων», προτείνοντας ως μάρτυρα και τον στρατηγό Τζόκρη, «ως γνωρίζοντα εξ ιδίας αντιλήψεως την θυσίαν του και τον θάνατόν του εις το πεδίον του Άρεως». Προσθέτει επίσης, ότι ο Συμεών Μπουχέλης ήταν «Έφορος συνεισφορών». Η ανιψιά του Συμεών ζητούσε να της αποδοθεί «η ανήκουσα αποζημίωσης», επειδή ο θείος της, ηγούμενος της μονής Ξηροκαστελλίου εδικαιούτο την «δέουσαν αμοιβήν των οφειλομένων εις άπαντος τους αγωνισθέντας υπέρ της Ελληνικής ανεξαρτησίας και ενδόξως μαχόμενους».
Ο χρόνος θανάτου του παραπάνω ηγουμένου ορίζεται επακριβώς από ανέκδοτα έγγραφα. Οι μοναχοί της μονής απευθύνονται στο Υπουργείο της θρησκείας την 22αν Αυγούστου 1824 και αναφέρουν ότι προ έξι σχεδόν μηνών, κατά τον Φεβρουάριο του 1824, πέθανε ο ηγούμενός τους «ο μακαρίτης Συμεών και συνελθόντες άπαντες και συσκεφθέντες», εξέλεξαν για ηγούμενο το συνάδελφό τους «Καλλίνικον Ιερομόναχον και παρακαλούν το «Υπουργείον της Ιεράς Θρησκείας», να επικυρώσει την ηγουμενίαν «δι΄εναφραγίστου του ευδοκίμου διπλώματος. Ο διάδοχος του ηγουμένου Συμεών, Διονύσιος Μπεβάρδος , απλός Ιερομόναχος, οίκος αναφέρθηκε προηγουμένως, τον Απρίλιο του 1821 έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου, μαζί με άλλους μοναχούς και ενόπλους της μονής.
Εκτός του Διονυσίου, στην πολιορκία του Ναυπλίου έλαβαν μέρος με επικεφαλής τον Στάϊκο Σταϊκόπουλο, ο Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κρέστας, ο Αναγνώστης Ζέρβας και ο Νικόλαος Γ. Λάμπρος από το Κρανίδι, ο Αναγνώστης Αναστασόπουλος από το Λυγουριό, ο Αναστάσιος Μπούσκος από το Τζαφέραγα πού εκπλήρωνε, και χρέη εφόρου (επιμελητή) των πολιορκητών, ο Τάσος Νέζος, ο Μεντής, οι αδελφοί Κακάνη, ο Μπεκιάρης και άλλοι από τα περίχωρα του Ναυπλίου, μαζί με Αργείους, Λυγουριάτες, Δρεπανοχωρίτες, ο ηγούμενος της μονής Αυγού με ένοπλους μοναχούς, ο Γεώργιος Λύκος με αρκετούς Χελιώτες.
Όταν οι Οθωμανοί απείλησαν τον Πύργο στο Κατόγλι με 1200 ιππείς και πεζούς και 3 κανόνια, ο στρατηγός Δ. Τζόκρης κατέλαβε τον Πύργο στο Κατόγλι, έγινε μάχη πολύωρη και οι Οθωμανοί ήλπιζαν να κυριεύσουν τον Πύργο. Στη δύσκολη αύτη στιγμή, πρώτος ο ηγούμενος της, μονής του Καρακαλά, Διονύσιος, έσπευσε με 200 άνδρες ρασοφόρους, για να βοηθήσει τους πολιορκημένους Έλληνες κι έτσι διαλύθηκε η πολιορκία στο Κατόγλι και στο Παλαμήδι.
Όταν λίγο αργότερα, το 1825, ο Διονύσιος προτάθηκε από τους δημογέροντες Ναυπλίου ως ηγούμενος, ο Διοικητής του Ναυπλίου, στο σχετικό διοριστήριό του, γράφει τα έξης: «… διορίζεσαι ηγούμενος εν τη ρηθείση μονή, ων εύελπις, ότι αξίως της υπολήψεώς την οποίαν οι επαρχιώται έχουν δείξει, θέλεις εκπληροίς τα χρέη της ηγουμενίας σου». Ο Διονύσιος, σε μεταγενέστερο έγγραφο απολογία του «προς την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος», αναφέρει: «…κατά το 1823 αποθανόντος του θείου μου διωρίσθην ηγούμενος και τοιούτος διατελώ μέχρι σήμερον».
Η πληροφορία αυτή έρχεται σε αντίθεση με εκείνη του διοριστηρίου του, που εκδόθηκε το 1825. Η εκτίμηση των κατοίκων του Ναυπλίου (δημογερόντων) προς αυτόν προκύπτει και από όσα περιλαμβάνονται στην πρότασή τους, προς τον διοικητήν Ναυπλίου: «…ο Διονύσιος…», γράφουν, «εφάνη πάντοτε ευάρεστος εις όλους μας δια την ακριβή των χρεών του εκπλήρωσιν και διότι παλλάς τας προσθήκας εις όλας τας παρελθούσας ήδη δεινός περιστάσεις έχοντας άγρυπνον το μονύδριον τούτο εις την επαρχίαν μας εις αυτού δε διαφυλάξαμεν όλην την ατομικήν μας ύπαρξιν, αυτού εφυλάξαμεν από την άγρυπνον επιτήρησιν του Καθηγουμένου Διονυσίου…».
Πληροφορίες για την προσφορά της μονής στον Αγώνα αντλούμε και από τον περιηγητή Captain Amhercromby Trant, ο οποίος παρέχει την είδηση ότι οι καλόγηροι, κατά τη διάρκεια της επανάστασης, είχαν εξοπλισθεί, πήραν πενήντα Αλβανούς επί πληρωμή και κατόρθωσαν τρεις φορές να αποκρούσουν τις επιθέσεις των αποσπασμάτων του τουρκικού στρατού.
Στην πολιορκία του Ναυπλίου είχαν πάρει μέρος και οι Φιλέλληνες, κυρίως Γερμανοί, που είχαν σωθεί μετά τη μάχη του Πέτα και είχαν αποβιβαστεί, 200 περίπου, στο Λουτράκι. Από εκεί πήγαν στην Κόρινθο, στην Πιάδα και στο Λυγουριό και κατόπιν «τοποθετήθηκαν στο Ξηροκάστελλο και στο μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου». Κατά το Φωτάκο, «ανέλαβον να φυλάττουν ως σκοποί νύκτα και ημέρα», Και συνεχίζει: «Εστάλαξαν οι πτωχοί εις τα πόδια των, και είναι άξιοι επαίνου δια την επί έναν περίπου μήνα τοιαύτην υπηρεσίαν των, διότι ωφέλησαν την πολιορκίαν και μάλιστα αυτοί πρώτοι των άλλων Ελλήνων κατά την άλωσιν εμβήκαν μέσα εις το Παλαμήδιον». Οι Φιλέλληνες δεν είχαν επαρκή μέσα τροφοδοσίας, και όπως αναφέρεται σε σχετικό ανέκδοτο έγγραφο, πωλούσαν «πετσιά» (δέρματα) στους μοναχούς και τα αντάλλασσαν με άλλα προϊόντα.
Κατά τον Ιούλιο του 1822, ο Δράμαλης προελαύνει ανενόχλητα προς το Ναύπλιο, καίοντας και λεηλατώντας το Άργος και τα γύρω χωριά. Δεν ξέρομε κατά πόσο έφθασε στη μονή. Ξέρoμε όμως ότι ή παντελής έλλειψη τροφίμων ανάγκασε τους Έλληνες στρατιώτες να καταφύγουν στη μονή για την κάλυψη των αναγκών τους. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου του 1824, η μονή δοκιμάσθηκε.
Κοντά στο χωριό Δαλαμανάρα ο Νικηταράς και ο Πλαπούτας ενώθηκαν με τον Π. Κολοκοτρώνη και το Τζόκρη, με σκοπό να διαλύσουν την πολιορκία του Ναυπλίου, και κατά την πολύνεκρη σύγκρουση κοντά στην Τίρυνθα (Κούτσι) μεταξύ «Κυβερνητικών και ανταρτών», η μονή Ξηροκαστελλίου λεηλατήθηκε από στρατιώτες.
Πολύτιμη είναι η πληροφορία του Γεωργίου Κουντουριώτη, σε επιστολή του με ημερομηνία 12 Μαρτίου 1824, προς τον αδελφό του Λάζαρο Κουντουριώτη, στην Ύδρα, κατά την οποία, οι Ποριώτες που είχαν έλθει στην Πελοπόννησο στρατοπέδευσαν στη μονή Καρακαλά:
«…Οι Κρανιδιώται καταβάντες εις την Άρειαν, δια να την καταλάβωσι προς παλιορκίαν του Ναυπλίου δια ξηράς, εύρον εν αυτή μερικούς στρατιώτας του Πάνου Κολοκοτρώνη και βιάσαντες δια των όπλων κατεδίωξαν αυτούς, ο δε Πάνος Κολοκοτρώνης ακούσας τον ήχον των τουφεκίων εξήλθεν του φρουρίου πανστρατιά κατά των Κρανιδιωτών, οι δε Κρανιδιώται αντεστάθηκαν γενναίως εις την ορμήν του πολεμήσαντες δύο ώρας. Οι Ποριώται διοικούμενοι από τον Χριστόδουλον του Μερτίκα, όντες στρατοπεδευμένοι εις εν μονύδριον ονομαζόμενον Καρακαλάς, ακούσαντες τον πόλεμον, έτρεξαν προς βοήθειαν των Κρανιδιωτών, και ενωθέντες έτρεψαν εις φυγήν τον Πάνον Κολοκοτρώνην εμβάσαντες δις εις το φρούριον και φονεύσαντες από τούς στρατιώτας του ένα και πληγώσαντες τρεις…».
Στη συνέχεια αναφέρει ο Γ. Κουντουριώτης τα έξης; «Ο Πάνος λοιπόν μη δυνάμενος να ανθέξη εις τους Κρανιδιώτας και Ποριώτας και να τους απομακρύνη από το φρούριον, ήρχισε τα κανόνια από το Παλαμήδι και την πάλιν, ρίψας περίπου των τεσσαράκοντα και ούτως τους, απεμάκρυνεν του φρουρίου και κατέλαβον την θέσιν των την Άρειαν…». Η πληροφορία για τη στρατοπέδευση στη μονή των Ποριωτών, των οποίων ο αριθμός μας είναι άγνωστος, αλλά ασφαλώς θα ήταν υπολογίσιμος, αφ’ ενός αποτελεί πρόσθετη είδηση για τον εμφύλιο, αφετέρου ενισχύει την άποψη για τη στρατηγική Θέση της μονής.
Κατά την εισβολή των Αιγυπτιωτών του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο η μονή Ξηροκαστελλίου, συνέβαλε στον εφοδιασμό των Ελλήνων αγωνιστών στο Μεσσηνιακό κόλπο με τρόφιμα, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως. Παραδόξως όμως οι πηγές σιωπούν γενικά για τη μονή αυτή την περίοδο, αν μάλιστα λάβομε υπ’ όψη ότι η περιοχή του Ναυπλίου είχε παραμείνει στα χέρια των Ελλήνων. Από μεταγενέστερα έγγραφα προκύπτει ότι συμμετείχε στον Αγώνα και ο κατά το 1832 διορισθείς ως ηγούμενος της μονής Αμφιλόχιος, χωρίς να προσδιορίζονται χρονικά οι μάχες στις οποίες συμμετείχε.
Ο ίδιος σε έγγραφό του που απευθύνει «προς την Σεβαστήν Επιτροπήν της Ελλάδος» αναφέρει τα εξής: «Ο υποφαινόμενος διωρίσθην δυνάμει του εγκλειομένου υπ’ αριθ. 2368 διατάγματος, ηγούμενος του εν τη επαρχία Ναυπλίου κειμένου Ιερού Μοναστηρίου του Ξηροκαστελλίου. Επειδή δε σκοπεύω ήδη να μεταβώ εις το χρέος μου, παρακαλώ να επικυρωθή και παρά της Σεβαστής Eπιτροπής το έγγραφον του διορισμού μου, και ελπίζω η αποκατάστασίς μου ν’ αποβή επωφελής και προς το Ιερόν εκείνο Μοναστήριον και προς το Εθνικόν ταμείον, εν ω παραμυθούμαι αναλόγως του επαγγέλματός μου και αυτών που υπέφερον υπέρ της ελευθερίας αγώνων…».
Οι πηγές μας πληροφορούν πάλι για τη μονή κατά το 1829, όπως ήδη έχομε αναφέρει, όταν ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος Ιωάννης Καποδίστριας προκειμένου να συγκεντρώσει στοιχεία χρήσιμα για τη βελτίωση των εκκλησιαστικών πραγμάτων, όρισε με το από 22 Ιανουαρίου 1828 Ψήφισμα, Εκκλησιαστική Επιτροπή. Κατά την περιοδεία του, το πρώτο κλιμάκιο της παραπάνω Επιτροπής επέλεξε τη μονή Ξηροκαστελλίου ως επίκαιρο σταθμό, από όπου προβαίνει σε ενέργειες κ α τ ά την 6η Φεβρουαρίου 1829 για τη διευθέτηση διαφόρων εκκλησιαστικών θεμάτων.
Μετά το θάνατο του Αμφιλοχίου, το Διοικητήριο Ναυπλίας διατάζει την καταγραφή της περιουσίας της μονής, καθιστώντας υπεύθυνο για την διευθέτηση του όλου θέματος το στρατηγό Τζόκρη ο οποίος υπήρξε, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, συμπολεμιστής με τους ηγουμένους και μοναχούς της, μονής. Παράλληλα ορίζεται από την Πολιτεία Επιτροπή για την καταγραφή της περιουσίας της.
Το 1833, η δημοσιονομική κατάσταση, που είχε ν’ αντιμετωπίσει η Αντιβασιλεία, φθάνοντας στην Ελλάδα, ήταν αποκαρδιωτική. Τα οικονομικά της χώρας είχαν υποστεί ανεπανόρθωτα πλήγματα, μέσα στη σύγχυση και το χάος που επικράτησε το 1832, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια. Τόσο από πλευράς οικονομίας όσο και διοίκησης, η ανεπάρκεια ήταν εμφανής. Το χάος που επικρατούσε γενικότερα στην ελληνική ζωή χαρακτήριζε και την κατάσταση της Εκκλησίας και κατά συνέπεια των μοναστηριών.
Τα μοναστήρια είχαν αποδυναμωθεί και λόγω της συμμετοχής μοναχών στον Αγώνα και λόγω της οικονομικής ενίσχυσης προς τα στρατιωτικά σώματα. Το ίδιο συνέβη και με τη μονή Ξηροκαστελλίου. Παρουσιάζει ενδιαφέρον ένα κολοβό έγγραφο σε γαλλική γλώσσα της 9ης Μαρτίου 1833 με το οποίο εντεταλμένος της Πολιτείας ενημερώνει τον Όθωνα δια της Αντιβασιλείας, ότι ο ηγούμενος Αμφιλόχιος, που διορίσθηκε τον Μάιο του 1832, βρήκε το μοναστήρι εκτεθειμένο στη μανία των ατάκτων στρατευμάτων και εξ ολοκλήρου λεηλατημένο.
Ο παραπάνω εντεταλμένος, προκειμένου να προφυλάξει τη μονή από την πλήρη ερείπωση, παρακάλεσε το διοικητή Ναυπλίας να φροντίσει για την καταγραφή των περιουσιακών της στοιχείων. H καταγραφή απέδειξε διασπάθιση της περιουσίας της από τον προηγούμενο Διονύσιο Μπεβάρδο και τους συμμοναστές του και προτείνεται ο διορισμός ικανού ηγουμένου και συγκεκριμένα του Ιωάσαφ Βυζαντίου, γνωστού για το «χρηστόν του ήθος».
Με άλλο έγγραφο του ίδιου, πάλι γραμμένο ατή Γαλλική γλώσσα, ο αρμόδιος που ερεύνησε τα σχετικά με τη μονή πράγματα, αντικρούοντας τους ισχυρισμούς είκοσι επτά κατοίκων του Ναυπλίου, που με αναφορά τους ικετεύουν το βασιλιά να αφήσει ηγούμενο τον ιερομόναχο Διονύσιο, αντί του Ιωάσαφ Βυζαντίου, εξαίροντας τα προσόντα του και την εθνική του προσφορά, επισημαίνει ότι ο ηγούμενος Διονύσιος κατά τη διάρκεια της ηγουμενίας του, των πέντε συνεχών ετών, παραμέλησε την περιουσία της μονής, άφησε την εκκλησία να ερειπωθεί, και άφησε τις κυψέλες, που αποτελούσαν ένα από τα κύρια εισοδήματά της, να καταστραφούν. Στη συνέχεια προσθέτει ότι γι’ αυτό το λόγο η προηγούμενη Κυβέρνηση τον αντικατέστησε με τον Αμφιλόχιο, που πέθανε τέσσερις μήνες μετά το διορισμό του.
Επωφελούμενος ο Διονύσιος επανάκτησε την ηγουμενία αυτοβούλως, ισχυριζόμενος ότι η έκρυθμη κατάσταση της μονής οφειλόταν σε στρατιώτες και παρέσυρε τους κατοίκους της περιοχής με το μέρος του. Πρότεινε επίσης ο εντεταλμένος της Πολιτείας, επειδή παρόμοιες καταχρήσεις έχουν γίνει σε πολλά μοναστήρια, να απευθύνουν εγκύκλιο προς επισκόπους, αρχιεπισκόπους και τοπικούς διοικητές, τονίζοντας ότι κάθε μελλοντική παρόμοια κατάχρηση θα τιμωρείται και όλα τα περιουσιακά στοιχεία του μοναστηριού θα βρίσκονται υπό την προστασίαν του βασιλέως, θα καθιστούν δε υπεύθυνο για την τήρηση της εγκυκλίου τον Υπουργό Θρησκευμάτων.
Ο Όθων μετά την πρόταση αυτή διορίζει ηγούμενο τον Ιωάσαφ Βυζάντιο, εφιστώντας την προσοχή του για τη διαφύλαξη της περιουσίας της μονής, κινητής και ακίνητης, προτρέποντάς τον συγχρόνως σε επαγρύπνηση για τη βελτίωσή της, την ακριβή τήρηση των μοναστικών κανόνων, την εμμελή διαγωγή των μοναζόντων, κ.ά..
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η Πολιτεία διόρισε ως ηγούμενο στη μονή τον Ιωάσαφ Βυζάντιο, άνδρα λόγιο, διδάσκαλο, ιεροκήρυκα, απόστολο της Φιλικής Εταιρείας και αργότερα Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Θρησκείας, προκειμένου να φροντίσει για την εύρυθμη λειτουργία της. Για τη ζωή και το έργο του Ιωάσαφ Βυζαντίου υπάρχει τεράστιο αρχειακό υλικό, ανέκδοτο και εκδεδομένο. Κατά την παραμονή του ως ηγουμένου στη μονή Καρακαλά, ο Ιωάσαφ κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες για την αποκατάσταση της τάξης και ευρυθμίας της, καθώς επίσης και την τακτοποίηση και βελτίωση των οικονομικών της, όπως επιβεβαιώνεται από το Κατάστιχο του 1833, το οποίο συνέταξε κατά τρόπο συστηματικό ο ίδιος, όπως προαναφέραμε.
Αναλώθηκε στη διακονία της μονής Ξηροκαστελλίου, όπως επισημαίνεται σε ανέκδοτο έγγραφό του:«…εγκατέλειψα τα συνήθη και σύντροφα επιτηδεύματά μου, την τριακονταετή διατριβήν μου εις τα σχολεία και άμβωνας και εζημειώθην από το διδασκαλικόν μου επάγγελμα περίπου 40 δίστηλα κατά μήνα ασχολούμενος με κουβέλια, άροτρα κ.λ π.».
Στη μονή Ξηροκαστελλίου βρισκόταν κατά την περίοδο της ηγουμενίας του Ιωάσαφ, μεγάλη ποσότητα πολεμοφοδίων: «δύο βαρέλια με πυρίτιδα, οκάδων 81, εν κιβώτιον πλήρες φυσέκια, οκάδον 45. Εν βαρέλιον μέ μολύβδινους σφαίρας οκάδες 37 και εν κιβώτιον εισέτι με εξήκοντα δεσμίδας (ντεσέδες) φυσέκια, τα οποία ο Κύριος Δημ. Τζόκρης έχει εκεί ενατοποθετειμένα από την παρελθούσαν εποχήν περί ων κατά προφορικήν διαταγήν της Γραμματείας αυτής αποστείλαντες δύο Διοικητικάς υπηρεσίας να τα διαφυλάττωσιν…».
Σε άλλο ανέκδοτο έγγραφο των Γενικών Αρχείων του Κράτους αναφέρεται: «….όλα ταύτα ως η ποιότης των και η κατάστασίς των είναι εντελώς εκ των Ευρωπαϊκών πολεμοφοδίων. Την πυρίτιδα, φυσέκια και μολυβόβουλα έφερε ο στρατηγός Τζόκρης από την Επίδαυρον…. Δεν αναφέρεται στο Έγγραφο ο ακριβής χρόνος μεταφοράς των παραπάνω πολεμοφοδίων, ούτε για ποιο λόγο μεταφέρθηκαν. Μνημονεύεται μόνο ότι βρίσκονταν στη μονή από την «παρελθούσαν εποχήν» και λίγο αργότερα με διαταγή της Αντιβασιλείας παραδίδονται σε αρμόδιο απεσταλμένο και μεταφέρονται στο οπλοστάσιο Ναυπλίου, όπως μαρτυρείται και από επιστολή του Ιωάσαφ προς την επί των εκκλησιαστικών Γραμματείαν», κατά την οποία παρέδωσε τα πολεμοφόδια στον Ιωάννη Αντωνιάδη, ανθυπολοχαγό του πυροβολικού. Εκτός των παραπάνω όπλων και πολεμοφοδίων υπήρχαν στη μονή σύμφωνα με άλλες καταγραφές που έγιναν κατά καιρούς και τρία τουφέκια και μια κουμπούρα.
Κατά τη χαώδη περίοδο που επικράτησε μετά από τη δολοφονία του Καποδίστρια, δοκιμάστηκε η μονή ποικιλοτρόπως όπως αναφέρθηκε προηγουμένως. Σε ανέκδοτο έγγραφο του «προηγουμένου» της μονής Διονυσίου Μπεβάρδου προς τον «Καθηγούμενον Ιωάσαφ Βυζάντιον», αναφέρεται ότι «…οι Ρουμελιώται εις όλην την επαρχίαν μπουλούκια και όσοι έφθαναν, άρπαζαν όλοι με τη βίαν, εγώ μήτε άρματα είχα, μήτε ημπορούσα να κάμω τίποτε, μόνον εκοιτάξαμεν όλοι να γλυτώσωμεν την ζωήν μας καθώς και όλος ο κόσμος χωριστά έτρωγαν και πουλούσαν εκείνοι, και χωριστά οι στρατιώται του Τζόκρη εις το μοναστήρι».
Σημειώνει επίσης ότι: «…τόσοι στρατιώται μέσα εις το μοναστήρι του Τζόκρη και του Καλλέργη δεν άφησαν τίποτε, μήτε γέννημα, μήτε λάδι, μήτε σάλιο στο στόμα…». Η παραπάνω πληροφορία του ηγουμένου επιβεβαιώνεται και από όσα αναφέρει σε έγγραφό του ο Διοικητής Ναυπλίας Σ. Αλεξόπουλος: «…η μονή εδοκίμασεν ζημίας απείρους από τους Δ. Τζόκρην και Δ. Καλλέργην, τροφοδοτουμένων ολοκλήρους μήνας εκεί και παρακολουθούντων αυτούς στρατιωτών…».
Ας σημειωθεί επίσης, ότι η μονή υπήρξε τόπος εκλογής των δημογερόντων. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που παραθέσαμε, η παρουσία της μονής σε κρίσιμες στιγμές του Αγώνα υπήρξε σημαντική παρά τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε κατά την περίοδο αυτήν.
Οι μοναχοί της έλαβαν μέρος σε επιχειρήσεις καθοριστικές για την πορεία της Επανάστασης (πολιορκία Ναυπλίου, μάχη στο Κατόγλι κ.ά.) και από τα πολεμοφόδια που είχαν αποθηκευθεί σε ειδικούς χώρους της, υπήρξε δυνατή η ενίσχυση των αγωνιστών της περιοχής σε κρίσιμες ώρες.
Υπήρξε, λόγω της καίριας θέσης της, τόπος ανάσχεσης τουρκικών επιθέσεων, αλλά και στρατωνισμού ανδρών, ελλήνων και Φιλελλήνων. Λεηλατήθηκε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου και δοκιμάστηκε, από την εισβολή των Ρουμελιωτών στην Πελοπόννησο κατά την περίοδο που ακολούθησε τη δολοφονία του Καποδίστρια. Μετά την απελευθέρωση, συνέχισε την πνευματική και κοινωνική της δραστηριότητα, που την κατατάσσει σε ένα από τα από αξιόλογα μοναστικά κέντρα στη βορειοανατολική Πελοπόννησο.
Γιατράκου Γ. Μαρία – Ελευθερία
Πηγή
Γιατράκου Γ. Μαρία – Ελευθερία, «Η Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά ή Ξηροκαστελλίου», Διατριβή επί Διδακτορία, Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, 1998.
Σχετικά θέματα:
- Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά
- Γιατράκου Γ. Μαρία – Ελευθερία, «Η Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά ή Ξηροκαστελλίου», Διατριβή επί Διδακτορία, Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, 1998
Πρoστατευμένο: Βιβλιογραφία Εντύπων των Μικρασιατικών Ιδρυμάτων & Συλλόγων 1846 – 1922, Ματούλα Κουρουπού, Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, τόμος τρίτος, Αθήνα, 1982.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ψηφιακές Συλλογές, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, bibliography, Greek History, Βιβλιογραφία, Ιστορία, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Ματούλα Κουρουπού, Πολιτισμός, Ψηφιακά Βιβλία on 15 Ιουνίου, 2012|
Πρoστατευμένο: Τα Απομνημονεύματα του Φωτάκου, Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος , Πελοποννησιακά, τόμος Ι, Αθήναι, 1974.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ψηφιακές Συλλογές, tagged 1821, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Επανάσταση 21, Ιστορία, Πελοποννησιακά, Στρατιωτικοί, Τάσος Γριτσόπουλος, Φωτάκος, Ψηφιακά Βιβλία on 13 Ιουνίου, 2012|
Πρoστατευμένο: Μητρόπολις Παλαιών Πατρών – Επισκοπές της Μητροπόλεως Παλαιών Πατρών, Τάσος Γριτσόπουλος, «Η Εκκλησία της Πελοποννήσου μετά την Άλωσιν», Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι, 1992.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ψηφιακές Συλλογές, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιβλία, Βιβλίο, Εκκλησιαστικά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Θρησκεία, Ιστορία, Μητρόπολις Παλαιών Πατρών, Ορθοδοξία, Πελοπόννησος, Τάσος Αθ. Γριτσοπούλος, Ψηφιακά Βιβλία, Ψηφιακές Συλλογές on 9 Ιουνίου, 2012|
Άργος – Th. du Moncel
Posted in Άργος, Περιηγητές, tagged achille, Argolikos Arghival Library History and Culture, excursion, Greek History, Άργος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ιστορία, Ξένοι Περιηγητές, Πελοπόννησος, Πολιτισμός, Φιλέλληνες, Nauplie, Th. Du Moncel, vicomte on 7 Ιουνίου, 2012| Leave a Comment »
Άργος – Th. du Moncel
Ο Théodose ή Théodore Achille Louis Vicomte du Moncel (1821- 1884) γεννήθηκε στο Παρίσι και εκτός από ικανός σχεδιαστής και χαράκτης των λιθογραφημένων πινάκων του, ήταν αρχαιολόγος και ηλεκτρολόγος. Το πλούσιο δημοσιευμένο έργο του μαρτυρεί την πολυμέρεια των γνώσεων και ενδιαφερόντων του, που επεκτείνεται σε πολλούς τομείς του επιστητού. Ενώ η μια πλευρά των επιστημονικών του ενασχολήσεων τον στρέφει σε μελέτες για τη φυσική και ειδικότερα τον ηλεκτρισμό, η άλλη, που υπηρετεί την αγάπη του για την αρχαιολογία, τον οδηγεί αναπόφευκτα στην Ελλάδα (Νοέμβριος 1843 – Άνοιξη 1844).
Στο λεύκωμα, Excursion par terre d’ Athènes à Nauplie… Παρίσι, [1845], το οποίο περιλαμβάνει τοπία και αρχαιότητες της Μεγαρίδας, της Κορινθίας και της Αργολίδας, σημειώνει για το Άργος:
[…] Αφού επισκέφθηκα και μελέτησα όλα τα αρχαία των Μυκηνών, ετοιμαζόμουν να επιστρέψω στο Άργος και από εκεί να πάω να διανυκτερεύσω στο Ναύπλιο. Σταμάτησα για λίγο, σε απόσταση μερικών βημάτων από τον τάφο του Αγαμέμνονα, για να θαυμάσω και να σχεδιάσω την ωραία θέα που απλώνεται από το σημείο αυτό προς την πεδιάδα του Άργους. Έπειτα, ξανακατεβαίνοντας από τα υψώματα των Μυκηνών (Χαρβάτι), ξαναβρεθήκαμε στην πεδιάδα. Τέλος, αφού διασχίσαμε τον Ίναχο και τον Χάραδρο, φθάσαμε μπροστά στους κωνικούς λόφους στους πρόποδες των οποίων βρίσκεται το Άργος.
Οι αρχαιότητες που ακόμη συναντάμε στην πόλη αυτή μπορούν να συνοψισθούν στα μέλη που απεικονίζονται στον [παρακάτω] πίνακα.
Το πλέον ενδιαφέρον από τα λείψανα αυτά της αρχαιότητας είναι το θέατρο, του οποίου οι κερκίδες, λαξευμένες στο βράχο, διατηρούνται ακόμη τόσο καλά, ώστε ο Καποδίστριας, ο κυβερνήτης της Ελλάδας, κήρυξε εδώ, το 1829, την έναρξη της νομοθετικής συνέλευσης [1]. Δίπλα στο θέατρο αυτό ανακαλύπτουμε επίσης τις κερκίδες ενός άλλου θεάτρου, μικρότερου, κάτω από το οποίο φαίνονται σύμμικτα κρηπιδώματα, πιθανώς τα κατάλοιπα του προσκηνίου[2].
Τα μεγάλα ερείπια που παρατηρούμε στον πίνακα, σε πρώτο επίπεδο, είναι πλίνθινα ρωμαϊκά ερείπια [3]. Εκείνα που βρίσκονται λίγο μακρύτερα, μισοθαμμένα στο βουνό, ανήκουν σε κτίσμα ιδιαιτέρου είδους, όπου πρέπει να κατέληγε το υδραγωγείο, ίχνη του οποίου ανακαλύπτουμε μακρύτερα. Αυτό το ερείπιο, ρωμαϊκής κατασκευής, έχει ως βάση ένα άνδηρο που υποβαστάζει ένα άλλο παλαιότερο κτίσμα, όπου διακρίνονται μερικά ίχνη επιγραφών και γλυπτικής. Το τελευταίο τέμνεται προς το κέντρο από ένα σύγχρονο τοίχο, που φαίνεται ότι προοριζόταν για να κλείνει την είσοδο ενός υπογείου[4]. Η σημασία του κτίσματος και η ιδιομορφία που επεσήμανα, ίσως μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι εδώ ήταν η είσοδος της φυλακής της Δανάης.
Στο σχέδιό μας, το βουνό, επειδή απεικονίζεται σε σμίκρυνση, δεν φαίνεται αιχμηρό, ενώ είναι ο υψηλότερος από τους δύο λόφους που δεσπόζουν στο Άργος, και το φρούριο που παρατηρούμε στην κορυφή του είναι κτισμένο στη θέση ακριβώς της αρχαίας ακρόπολης. Αυτό το οχυρό είναι ενετικό κτίσμα, αλλά ανακαλύπτουμε εδώ, κυρίως στις θεμελιώσεις, μέλη κυκλώπειας κατασκευής, ανάλογα προς τα τείχη των Μυκηνών και της Τίρυνθας, επιπλέον μεγάλη ποσότητα από αρχαία κατάλοιπα διαφόρων εποχών, που χρησιμοποιήθηκαν ως υλικά[5].
Στο φρούριο αυτό, γνωστό με το όνομα Λάρισα, ο Υψηλάντης με μια χούφτα Έλληνες (περίπου διακόσιοι άνδρες), έχοντας τρόφιμα μόνο για πέντε μέρες και πολεμοφόδια, μερικά δέματα φυσίγγια, συγκράτησε τις δυνάμεις μιας ολόκληρης τουρκικής στρατιάς, ενώ οι συναγωνιστές του είχαν εγκαταλείψει τον αγώνα και διέφυγαν, αφού έβαλαν φωτιά στο Άργος.
Το κτίσμα που διακρίνεται κάτω από το φρούριο, και στην πλαγιά του βουνού, είναι το μοναστήρι (Kathéchouméni) [6], που φαίνεται ότι είχε κτισθεί στη θέση του ναού της Ακραίας Ήρας [7].
Το Άργος είχε πολλά αξιόλογα μνημεία: ήταν η αγαπημένη πόλη των θεών και των ηρώων ήταν η τροφοδότρα γη ονομαστών καλλονών και γενναίων δρομώνων. Το ίδρυσε ο Ίναχος, φοινικικής καταγωγής, δεκαοκτώ αιώνες προ Χριστού και αρχικά το κυβέρνησαν βασιλείς, ύστερα, το έτος 948 π.Χ. [8], οργανώθηκε σε δημοκρατία, αλλά μαζί με τους βασιλείς του έχασε και όλη του τη λάμψη. Το ισχυρό Άργος του Αγαμέμνονα δεν κυβέρνησε πια την Ελλάδα. Άλλοτε υπό την εξάρτηση της Αθήνας και άλλοτε της Σπάρτης, μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου, περιήλθε οριστικά στο ζυγό της τελευταίας αυτής δύναμης, από τον οποίο όταν απαλλάχθηκε, τον διαδέχθηκε εκείνος της Αχαϊκής Συμπολιτείας. Κατά τη ρωμαϊκή εισβολή συμμερίστηκε την τύχη ολόκληρης της Ελλάδας, και στον Μεσαίωνα το συναντάμε υπό την φράγκικη κυριαρχία.
Όταν πέθανε ο Πέτρος Cornaro, ο τελευταίος υποτελής ηγεμόνας της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης, η χήρα του[9] πούλησε την ηγεμονία του Άργους, το 1383[10], στη δημοκρατία της Βενετίας. Το 1463 περιήλθε στην κυριαρχία του σαντζάκη της Κορίνθου. Λίγο αργότερα οι Ενετοί το ανέκτησαν, αλλά δεν το διατήρησαν για καιρό. Το 1686 ο αρχιστράτηγος Μοροζίνης το ανακατέλαβε από τους Τούρκους οι οποίοι το ξαναπήραν για να παραμείνουν κύριοι ως την επανάσταση του 1821.
Από την εποχή αυτή ως το 1829, η πόλη του Άργους καταστράφηκε και ξανακτίστηκε τρεις φορές. Σήμερα αριθμεί οκτώ χιλιάδες κατοίκους, και, επειδή κάθε σπίτι διαθέτει τον κήπο του, καταλαμβάνει την ίδια έκταση με το αρχαίο ‘Αργος. Τώρα υπάρχουν στην πόλη αυτή πολλά όμορφα σπίτια και ένας στρατώνας ιππικού. Ο οδηγός μου δεν παρέλειψε να μου δείξει, περνώντας, το σπίτι του Καλλέργη, όπως μέχρι πρόσφατα ακόμη έδειχνε στην Αθήνα το σπίτι του λόρδου Μπάυρον. [ Στη συνέχεια ο συγγραφέας συνεχίζει, περιγράφοντας τη μετάβασή του στο Ναύπλιο].
Υποσημειώσεις
[1] Πρόκειται για την τετάρτη Εθνική Συνέλευση, της οποίας οι εργασίες άρχισαν στις 11 Ιουλίου 1829 και έληξαν στις 3 Αυγούστου 1831. (Σημ.τ.Μ.). Το θέατρο είναι και σήμερα το πιο καλά διατηρούμενο αρχαίο μνημείο του Άργους. Φαίνεται ότι κατασκευάστηκε στο τέλος του 4ου π.Χ. αιώνα. Στα ρωμαϊκά χρόνια δέχτηκε μετασκευές.
[2] Πρόκειται για το ρωμαϊκό ωδείο που, στη μορφή που σώζεται, ανάγεται στους αυτοκρατορικούς χρόνους. Κατέλαβε εν μέρει χώρο, όπου είχαν σκαλισθεί στο βράχο ευθύγραμμα εδώλια και ίσως ήταν η Αλιαία στην οποία γινόταν η συνέλευση του δήμου.
[3] Είναι, και σήμερα, τα εκπληκτικότερα ερείπια του Άργους που ανήκουν σε ρωμαϊκές θέρμες, νεότερες των μέσων του 2ου μ.Χ. αιώνα.
[4] Πρόκειται για το ιερό των Ευμενίδων, που έχει διαμορφωθεί με αναλημματικούς τοίχους και λαξεύσεις περίπου100 μ. επάνω από το θέατρο, βορειοανατολικά. Παλαιότερα, είχε θεωρηθεί ότι ταυτίζεται με το Κριτήριον που αναφέρει η φιλολογική παράδοση. Ίσως επί Αδριανού αναπλάστηκε και στην πλευρά του βουνού λαξεύτηκε Νυμφαίο με δύο δεξαμενές, που χρησίμευαν για την ύδρευση της πόλης. Το νερό ερχόταν μάλλον από την περιοχή του Κεφαλόβρυσου, μέσω υδραγωγείου του οποίου σώζονται λείψανα.
[5] Τα τμήματα αρχαίων τειχών που ενσωματώθηκαν στο μεσαιωνικό κάστρο, δεν είναι μυκηναϊκά («κυκλώπεια»), αλλά κλασικά.
[6] Πρόκειται για την Παναγία την Κατακεκρυμμένη ή των Βράχων. Κατά την παράδοση, ήταν καθολικό γυναικείας μονής και χρονολογείται τον 10ο αιώνα. Ο ναός καταστράφηκε και ανοικοδομήθηκε επί ενετοκρατίας. Καταστράφηκε πάλι επί τουρκοκρατίας και ξανακτίστηκε αργότερα. (Σημ.τ.Μ.).
[7] Η ταύτιση γίνεται και σήμερα δεκτή ως πιθανή υπόθεση.
[8] Η χρονολογία αυτή είναι πολύ υψηλή. Η κατάργηση της βασιλείας συνδέεται με την τυραννίδα του Φείδωνος ή με τους αμέσους απογόνους του, και, παρά την αβεβαιότητα που ακόμη επικρατεί, δεν φαίνεται να μπορεί να χρονολογηθεί πριν από τα μέσα του 7ου αι. π.Χ., το παλαιότερο.
[9] Ήταν η Μαρία d’ Enghien. (Σημ.τ.Μ.).
[10] Το 1388. (Σημ.τ.Μ.).
Πηγή
-
Th. Du Moncel, «Οδοιπορικό του 1843 από την Αθήνα στο Ναύπλιο», μετάφραση: Ειρήνη Λούβρου – Αρχαιολογική επιμέλεια: Νικόλας Φαράκλας. Εκδόσεις Ολκός – Αριάδνη, Αθήνα, 1984.
Οι Πύργοι του φρουρίου Λάρισσα του Άργους – Πανοραμική άποψη της αργολικής πεδιάδας, χαλκογραφία. William Gell, 1810.
Posted in Γκραβούρες, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άργος, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Γκραβούρες, Περιηγητές, Πελοπόννησος, Χαλκογραφία, William Gell on 2 Ιουνίου, 2012| Leave a Comment »
Οι Πύργοι του φρουρίου Λάρισσα του Άργους – Πανοραμική άποψη της αργολικής πεδιάδας, χαλκογραφία. William Gell, The Ιtineray of Greece, London, 1810.
Έβερετ Έντουαρντ (1794-1865)
Posted in Πρὀσωπα, Πρόσωπα & γεγονότα του΄21, Περιηγητές, Φιλἐλληνες, tagged 1821, Argolikos Arghival Library History and Culture, Edward Everett, Greek History, Έντουαρντ Έβερετ, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιογραφίες, Επανάσταση 21, Ιστορία, Ξένοι Περιηγητές, Πελοπόννησος, Πολιτικοί, Φιλέλληνες, North American Review on 30 Μαΐου, 2012| Leave a Comment »
Έβερετ Έντουαρντ (1794-1865)
Έντουαρντ Έβερετ (Edward Everett). Αμερικανός πολιτικός, διάσημος ρήτορας, κλασικός φιλόλογος και γνωστός φιλέλληνας. Γεννήθηκε στη Βοστώνη το 1794. Σπούδασε θεολογία στις ΗΠΑ και κλασική φιλολογία στη Γερμανία, ταξίδεψε στην Αγγλία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ελλάδα και την Τουρκία.
Διετέλεσε διευθυντής του περιοδικού «North American Review», μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ από το 1825 μέχρι το 1835. Στη συνέχεια έγινε κυβερνήτης της Μασαχουσέτης (1835-1839) και πρέσβης των ΗΠΑ στο Λονδίνο (1841-1845). Τον επόμενο χρόνο εξελέγη πρόεδρος του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ και προσωρινά αποσύρθηκε από την ενεργό πολιτική. Το 1852, επί προεδρίας Μίλαρντ Φίλμορ, έγινε υπουργός Εσωτερικών και τον επόμενο χρόνο εξελέγη γερουσιαστής.
Ένθερμος φιλέλληνας, ο Έβερετ τάχθηκε υπέρ της Ελληνικής Επανάστασης και της ανάγκης να υποστηριχτεί επίσημα, ενώ συμμετείχε σε οργανώσεις πολιτών για την οικονομική και πολιτική στήριξη των Ελλήνων, συγκεκριμένα ως γραμματέας της Ελληνικής Επιτροπής της Βοστώνης.
Στις 25 Μαΐου 1821, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, πρόεδρος της Μεσσηνιακής Γερουσίας και πολιτικός – στρατιωτικός αρχηγός της Μάνης, απηύθυνε στους πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών έκκληση βοήθειας. Είναι η πρώτη γνωστή επικοινωνία των Ελλήνων με την Αμερική, ο λαός της οποίας ανταποκρίθηκε άμεσα. Για την αποστολή της έκκλησης αυτής μεσολάβησαν οι Έλληνες της παρισινής παροικίας Αδαμ. Κοραής, Α. Βογορίδης, Ν. Πίκκολος και ο γιατρός και απεσταλμένος των Ελλήνων στρατηγών Πέτρος Ηπίτης, οι οποίοι απευθύνθηκαν στον Έντουαρντ Έβερετ που γνώριζε καλά την επικρατούσα κατάσταση, αφού το 1819 είχε επισκεφθεί την Ελλάδα κατά τη διάρκεια περιοδείας του στην Ευρώπη.
Η δημοσίευση της έκκλησης καθώς και της μετάφρασης του Προσωρινού Συντάγματος της Επιδαύρου, 12 Ιανουαρίου 1822, στο περιοδικό «The North American Review», που εκδιδόταν στη Βοστώνη (1819-1823), είχε σημαντικά αποτελέσματα στη φιλελληνική κινητοποίηση που ολοένα αυξανόταν και μέσα σ’ αυτό το κλίμα ο Αμερικανός πρόεδρος Τζέιμς Μονρόε (James Monroe, 1758-1831) στο ετήσιο διάγγελμά του το Δεκέμβριο του 1822 αναφέρθηκε στην Ελληνική Επανάσταση υποστηρίζοντας την αυτοδιάθεση των λαών.
Ο Έντουαρντ Έβερετ είναι ο πρώτος γνωστός Αμερικανός που συνδύαζε το λόγιο ενδιαφέρον για την αρχαιότητα και συγχρόνως διέθετε εκείνη την παιδεία που τον κατηύθυνε στη μελέτη της μεσαιωνικής και νεότερης Ελλάδας. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Γερμανία συναναστράφηκε Έλληνες, ενώ επεδίωξε να γνωρίσει επιφανείς προσωπικότητες, μεταξύ άλλων και τον Κοραή. Αμέσως μόλις έφτασε στην Ευρώπη συναντήθηκε με τον Βύρωνα, το έργο του οποίου γνώριζε ήδη και ασχολήθηκε με την εκμάθηση της νεοελληνικής γλώσσας.
Ο Έβερετ το 1818 είχε συναντηθεί με τον Αδαμάντιο Κοραή, μετά από μεσολάβηση του Τζέφφερσον, ο οποίος είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις με τον Κοραή, όταν βρισκόταν στο Παρίσι. Ο Κοραής δέχτηκε με ευχαρίστηση τον Έβερετ, καθώς έτρεφε αισθήματα εμπιστοσύνης προς τους φιλελεύθερους Αμερικανούς δημοκράτες. Ο Έβερετ παρουσίασε την συνάντησή του με τον Κοραή σε κείμενο που δημοσίευσε το 1859 στην εφημερίδα « New York Ledger» και αναδημοσίευσε στο βιβλίο του «The Mount Vernon Papers». Πέθανε στη γενέτειρά του το 1865.
Στο ταξίδι του, τον Απρίλιο του 1819 στην Ελλάδα, συντροφιά με τον Θήοντορ Λάυμαν (Theodore Lyman 1792 – 1849), συγγραφέα, Δήμαρχο της Βοστώνης και γνωστό φιλάνθρωπο, επισκέφτηκε και την Πελοπόννησο. Από την Ελευσίνα έφτασε στην Κόρινθο, όπου και συναντήθηκε με τον Κιαμήλ Μπέη της Κορίνθου, συνέχισε προς το Άργος και την Τρίπολη με κατάληξη του ταξιδιού του τη Σπάρτη.
Στις σελίδες του ημερολογίου του αναφέρει:
8 Μαΐου
« Πήραμε τον δρόμο της Νεμέας για το Άργος. ( Υπήρχε εκεί ναός του Δία, δωρικού ρυθμού, του 4ου π.Χ. αιώνα). Ίχνος από την πόλη της Νεμέας δεν σώζεται, εκτός από τρεις δωρικούς στύλους του ναού της και τα ερείπια ενός άλλου ναού ή κτιρίου εκεί κοντά. Γύρω από τους τρεις όρθιους στύλους υπάρχει ένας ολόκληρος σωρός από ερείπια, αλλά το υπόλοιπο της πεδιάδας εκεί είναι τελείως άδειο.
Από τη Νεμέα προχωρήσαμε στο Χαρβάτι, ένα χωριό κοντά στην αρχαία πόλη των Μυκηνών. Ο Θησαυρός του Ατρέα ή ο τάφος του Αγαμέμνονα που συναντούμε εδώ είναι σίγουρα ένα από τα σπουδαιότερα μνημεία της αρχαιότητας. Η πέτρα πάνω από την είσοδο είναι επιβλητική. Πλάι σε αυτόν τον τάφο βρίσκεται ένας άλλος, που έχει εν μέρει ανασκαφεί. Η Πύλη των Λεόντων με απογοήτευσε. Την περίμενα σε μεγαλύτερη κλίμακα. Σχεδόν μου φαινόταν σαν έργο κάποιας μεταγενέστερης εποχής, που μιμούνταν την αρχαία τέχνη.
Αντί να πάμε απευθείας στο Άργος, στείλαμε τις αποσκευές μας, και εμείς λοξοδρομήσαμε προς την Τίρυνθα, τα αρχαιότερα τείχη που σώζονται σε ολόκληρη την Ευρώπη. Σωστά τα ονομάζουν κυκλώπεια, αφού διαφέρουν πολύ από την πολυγωνική τειχοποιία. Ο κάμπος του Άργους καλλιεργείται λαμπρά. Η θέα του κόλπου και του Ναυπλίου είναι εξαίσια.
Στο Άργος δεν μπορούσαμε να βρούμε κατάλυμα μέσα στην πόλη, γιατί στο παρελθόν κάποιος ξένος τους είχε φέρει πανούκλα. Θα πρέπει να είχαν περάσει δύο ή τρεις μήνες από τότε που είχαν πανούκλα εκεί. Κάποιοι Άγγλοι περιηγητές, που πέρασαν ένα δεκαπενθήμερο πριν από εμάς, φοβούνταν να έρθουν στο Άργος και η καραντίνα στην Πάτρα μόλις είχε τελειώσει για όσους έρχονταν από εκεί. Υποχρεωθήκαμε να σταματήσουμε στο λιμάνι και εκεί να βγούμε από ένα δωμάτιο που μας είχε παραχωρηθεί από κάποιον ντόπιο αξιωματικό, ο οποίος, με το που μπήκαμε στο δωμάτιο, απομάκρυνε όλα μας τα στρωσίδια και έτσι αναγκαστήκαμε να κοιμηθούμε σε έναν ανοιχτό διάδρομο. Αντέγραψα μια μεγάλη επιγραφή στον περίβολο.
Πηγές
- Edward Everett, «Σελίδες ημερολογίου 1819», Εισαγωγή –Μετάφραση-Σχόλια, Άντεια Φραντζή, Το Βήμα περιηγήσεις, 2010.
- Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Φιλέλληνες», τεύχος 277, 17 Μαρτίου 2005.
Σχετικά θέματα:
Πρoστατευμένο: Οι Τούρκοι της Νάξου. Αντώνης Φλ. Κατσουρός. Επετηρίς Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών, Τόμος Θ’, Αθήναι, 1973.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ψηφιακές Συλλογές, tagged 1821, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Επανάσταση 21, Εταιρεία Κυκλαδικών Μελετών, Ιστορία, Νάξος, Ψηφιακά Βιβλία, Ψηφιακή βιβλιοθήκη on 28 Μαΐου, 2012|
















