Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άργος’ Category

  Εικόνα του Αρχαίου Άργους, Chaiko, 1790. Ο σχεδιαστής φαίνεται να είχε επισκεφτεί το Άργος το οποίο ίσως να ήταν κατεστραμμένο τότε. Έτσι προτίμησε να σχεδιάσει μια ρομαντική, φανταστική εικόνα του Αρχαίου Άργους, βάσει των αφηγήσεων του Παυσανία.

 

Εικόνα του Αρχαίου Άργους, Chaiko, 1790. Ο σχεδιαστής φαίνεται να είχε επισκεφτεί το Άργος το οποίο ίσως να ήταν κατεστραμμένο τότε. Έτσι προτίμησε να σχεδιάσει μια ρομαντική, φανταστική εικόνα του Αρχαίου Άργους, βάσει των αφηγήσεων του Παυσανία.

 

Read Full Post »

Ο Μεντρεσές του Άργους και η πολύτιμη για τον Αγώνα του 1821  μολυβένια σκεπή του

 


                

 

Στο Άργος στο Ανατολικό τμήμα της πόλης εκεί που σήμερα βρίσκεται ο Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου και όλη  η γύρω  από αυτόν περιοχή, στην Τουρκοκρατία ονομαζόταν  Καραμουτζά μαχαλάς, από το όνομα κάποιου Καραμουτζά που έμενε εκεί. Σ΄ αυτή τη γειτονιά ήταν το διοικητήριο των Τούρκων, το Σεράι του Αλή Ναμίκ Μπέη, Χαμάμ (Λουτρά), μουσουλμανικό τζαμί με νεκροταφείο (ο σημερινός Άγιος Κωνσταντίνος) και ο περίφημος Μεντρεσές (medrese) δηλ. το μουσουλμανικό    ιεροσπουδαστήριο.  

 

 

Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου

 

 

Όλα αυτά και άλλα ενδιαφέροντα για την Αργολίδα μας τα περιγράφει στο βιβλίο του «Οδοιπορικό στην Ελλάδα 1668-1671» ο Τούρκος περιηγητής και συγγραφέας Εβλιγιά Τσελεμπί (Evliya Celebi) που επισκέφτηκε το Άργος και που έχει ήδη παρουσιάσει η «Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη» στις ιστοσελίδες της.

Αναλυτική περιγραφή του Μεντρεσέ  προς το παρόν δεν γνωρίζουμε αν υπάρχει. Υπάρχει όμως μια γκραβούρα του Άργους του 1685 από τον V. Coronelli, την ίδια δηλαδή εποχή που επισκέπτεται και περιγράφει το Άργος ο  Εβλιγιά Τσελεμπί, όπου μπροστά αριστερά στο σχέδιο, νοτιοανατολικά του Άργους υπάρχει ένα οικοδόμημα με τρούλο που δεσπόζει και πίσω του υψώνεται επιβλητικός ένας μιναρές. Πιθανολογώ ότι αυτό που έχει τον τρούλο πρέπει να ήταν ο Μεντρεσές και ο μιναρές πρέπει να ήταν του Τζαμιού και νεκροταφείου των μουσουλμάνων  (ο σημερινός Αγ. Κωνσταντίνος).

 

Άποψη του Άργους, V. Coronelli, «Morea, Negreponte, E Adiazenze », Venezia, 1685.

 

Ας δούμε όμως γιατί ο Μεντρεσές του Άργους έπαιξε έναν από τους πλέον σημαντικούς ρόλους στις μάχες που έδωσαν νικηφόρα το καλοκαίρι του 1821 οι Έλληνες και ιδιαίτερα στο Βαλτέτσι και στην άλωση της Ντρομπολιτσάς (Τρίπολη). Αυτό οφειλόταν στο ότι η σκεπή του Μεντρεσέ ήταν με επένδυση από μόλυβδο και ο μόλυβδος για τους επαναστάτες Έλληνες ήταν πολύτιμος αλλά σπάνιος ή μάλλον ανύπαρκτος, και τον είχαν μεγάλη ανάγκη επειδή  τα βόλια για τα ντουφέκια  τους  ήταν μολυβένια. Οι περισσότεροι Έλληνες πριν από τις νίκες τους, κύρια στο Βαλτέτσι  και την άλωση της Τρίπολης δεν είχαν ντουφέκια, και όσοι είχαν δεν είχαν το απαραίτητο μολύβι να φτιάξουν τα βόλια τους.

Ο Αμβρόσιος Φραντζής περιγράφει πως είχαν « … αντί όπλων λόγχας  σιδηράς εις μακρά ξύλα προσηλωμένας και δεμένας με σχοινία και λωρία …» και αντί για ξίφη είχαν «… σκουρομαχαίρας αι οποίαι δεν εκολλούσαν ούτε στο εις το  ξύλον πολύ μάλλον εις ανθρώπινα κρέατα …».[i]  

Μετά το Βαλτέτσι όμως και με τα όπλα που πήραν ως  λάφυρα  από τους Τούρκους με το μπαρούτι που τους εφοδίαζαν κύρια οι μπαρουτόμυλοι της Δημητσάνας, το μολύβι για τα βόλια τους ήταν αυτό που είχαν άμεση ανάγκη και το μολύβι της στέγης του Μεντρεσέ του Άργους έδωσε τη λύση στο πρόβλημα. Ο Αρχιμανδρίτης Ιερόθεος Αθανασόπουλος[ii]  ήταν αυτός που το πρωτοσκέφτηκε και ήταν ο πρωταγωνιστής στο μάζεμα του μολύβδου από το Μεντρεσέ.

Αμβρόσιος Φραντζής (1781 – 1851)

Από όλους τους ιστορικούς της Επανάστασης του 1821 ο πιο περιγραφικός αυτής της ιστορίας  είναι ο Αμβρόσιος Φραντζής που έζησε ο ίδιος από κοντά τα γεγονότα. Μόνο που με τις ημερομηνίες  τα ’χει λίγο μπερδεμένα. Στην «Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος», τόμος ΙΙ, Αθήναι, 1839 σελίδα 15 γράφει ότι ο  Αρχιμανδρίτης Ιερόθεος Αθανασόπουλος μαζί με άλλους τρεις αμέσως μετά την καταστροφή του Άργους από τον Κεχαγιάμπεη και τη διάλυση της πολιορκίας του Ναυπλίου (από 25 Απριλίου έως 1η Μαΐου  1821) πήγε στο Άργος και αφού είδε ότι  στο  Μεντρεσέ ο μόλυβδος ήταν ανέπαφος, «… χωρίς τινός φόβου…» πήρε δυο τεμάχια ως δείγμα και τα πήγε στην Τσακωνιά και τα έδειξε στην ηγεσία της επανάστασης και απεφάσισαν να πάρουν αμέσως το μολύβι από τη στέγη και να το φέρουν στα Βέρβαινα οπού ήταν το στρατηγείο του αγώνα και ο Θ. Κολοκοτρώνης. Εζήτησε και πήρε από κάποιον Αγαθό Σαριγιάννη  120 ζώα και ήρθε στο Άργος με συνοδεία τον Νικηταρά, τον Κ. Μαυρομιχάλη [iii] και τον 16χρονο γιο του Θ. Κολοκοτρώνη το Γενναίο. Αφού πήραν το μολύβι γύρισαν πίσω στα Βέρβαινα με τους ηγέτες της επανάστασης, ανακουφισμένους που είχαν βρει λύση στο μεγάλο πρόβλημα ανεφοδιασμού με τα βόλια των ντουφεκιών τους , αφού χωρίς το μολύβι του Άργους δεν «… ήτον καμία άλλη ελπίς δια προμήθεια μολύβδου, του οποίου η παντελής έλλειψη δεν ήθελε επιφέρει βεβαία , ειμή διάλυσιν…» [iv]   των δυνάμεων των επαναστατημένων Ελλήνων.

Στον ίδιο δεύτερο τόμο της ιστορίας του όμως ο Αμβρόσιος Φραντζής γράφει στη σελίδα 115 ότι «…πριν η έλθει ..» ο Κεχαγιάμπεης στο Άργος η διοίκηση της πόλης είχε κατεβάσει το μόλυβδο από τη στέγη του Μεντρεσέ. Η ποσότητα του μολύβδου ήταν μεγάλη, πάνω από 800 καντάρια βάρος.[v]

Ένα μεγάλο μέρος το πήγαν στο πλοίο της Μπουμπουλίνας που συμμετείχε στη πολιορκία του Ναυπλίου  [vi]   και το άλλο μέρος το έκρυψαν σε σπηλιές και πηγάδια του Άργους. Πριν λοιπόν ή μετά την έλευση του Κεχαγιάμπεη και την καταστροφή του  Άργους το μολύβι του Μεντρεσέ πέρασε στα χέρια των Ελλήνων ?

Πριν πω τη γνώμη μου στο ερώτημα αυτό  ας δούμε συνοπτικά τα γεγονότα λίγο πριν και λίγο μετά την ολική καταστροφή του Άργους όπου τα μόνα κτίσματα που έμειναν όρθια στην πόλη ήταν τα τούρκικα ιερά και ο Μεντρεσές. 

Στις 24 Απριλίου 1821, ένα μήνα μετά την κήρυξη της επανάστασης εκστρατεύει στο Άργος με 3.500 Τουρκαλβανούς, ο Κιοσέ Μεχμέτ Πασά  Μουσταφάμπεης, κοινώς λεγόμενος Κεχαγιάμπεης. Στην πορεία του από την Κόρινθο, μέχρι το Άργος δεν συνάντησε κανένα εμπόδιο. Η άμυνα του Άργους με επικεφαλής τον Δημήτριο Τσώκρη, τον Παπαρσένη Κρέστα και τον Γιάννη Γιάννουζα τον πρωτότοκο γιο της  Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας, από τον πρώτο της άνδρα, καταρρέει πολύ σύντομα. Ο γιος της Μπουμπουλίνας σκοτώνεται ηρωικά μαζί με τους συντρόφους του Υδραίους στην είσοδο της πόλης (εκεί οπού σήμερα είναι η γέφυρα του Ξεριά).

Στις 25 Απριλίου 1821 ο Κεχαγιάμπεης εισβάλει στο Άργος . Επί 6 ημερόνυχτα ανενόχλητος το ρημάζει. Σφάζει 700 Αργείους, βιάζει τις γυναίκες και παίρνει τα γυναικόπαιδα ως σκλάβους, λεηλατεί τα πάντα και πριν φύγει βάζει φωτιά σε καθετί ελληνικό μέσα στο Άργος.

Την 1η Μαΐου 1821 πάει στο Ναύπλιο, διαλύει χωρίς αντίσταση την πολιορκία του, ενισχύει  τα φρούριά του με εφόδια και 300 άνδρες  και στις 6 Μαΐου 1821 μπαίνει θριαμβευτής στην Τρίπολη.  

Στις 17 Μαΐου 1821 ο Αρχιμανδρίτης Ιερόθεος  Αθανασόπουλος, ο Νικηταράς , ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης και ο Γενναίος Θ. Κολοκοτρώνης φορτώνουν σε 122 μουλάρια ένα μέρος του μολύβδου και με ένοπλη συνοδεία το πηγαίνουν και το παραδίδουν  στον Θ. Κολοκοτρώνη και στους άλλους οπλαρχηγούς στο στρατηγείο που είχαν στήσει στα Βέρβαινα.

Πιστεύω ότι, αν το μολύβι το είχαν οι Έλληνες  κρυμμένο στο Άργος  όταν ήρθε ο Κεχαγιάμπεης θα το  μάθαινε, είτε από τους  Τούρκους είτε από κατοίκους που θα  ήθελαν να εξαγοράσουν τη ζωή τους με αυτό. Γιατί οι μουσουλμάνοι Αλβανοί του Κεχαγιάμπεη πρώτο θεό τους είχαν το πλιάτσικο. Εξάλλου για να κατεβάσεις 800 καντάρια μολύβι από τη στέγη, δεν είναι ένα μυστικό για λίγους – συμμετείχαν πολλοί – άρα το ήξεραν όλοι!  Γι΄αυτό πιστεύω ότι η σωστή περιγραφή  είναι  η πρώτη του Αμβρόσιου Φραντζή , ότι μετά την καταστροφή του Άργους και αφού έφυγε από την Αργολίδα ο Κεχαγιάμπεης μετά την 1η Μαΐου 1821 πήραν το μολύβι από το Μεντρεσέ.

Μέσα στα συντρίμμια και τα αποκαΐδια της ρημαγμένης πόλης, με τους εκατοντάδες νεκρούς άταφους, με τους όσους γλίτωσαν  κρυμμένους στα γύρω βουνά  και τα δάση, να γυρίζουν για  να δουν αν σώθηκε τίποτε από το σπίτι τους, η χαροκαμένη πόλη βάζει προτεραιότητα να δώσει το μολύβι του Μεντρεσέ, για τα βόλια του αγώνα.

Ο Κεχαγιάμπεης πέρασε από το Άργος χωρίς να μάθει ότι η στέγη του Μεντρεσέ   είχε μολύβι. Αν το ήξερε θα το έπαιρνε για να μην πέσει στα χέρια των Ελλήνων. Εξάλλου δεν υπήρχε τίποτα περισσότερο σε αξία στο Άργος για πλιάτσικο από αυτό. Δεν το έμαθε όμως και το μολύβι πέρασε στα χέρια των Ελλήνων. Από τα Βέρβαινα έφυγε για να εφοδιάσει τους οχυρωμένους στα πρόχειρα ταμπούρια στο Βαλτέτσι, στους πολιορκητές της Μονεμβασιάς και κύρια στους πολιορκητές της Ντρομπολιτσάς.

Το υπόλοιπο μολύβι εφοδίασε σχεδόν όλες τις μάχες και τις πολιορκίες όχι μόνο στην Πελοπόννησο, αλλά και  όπου αλλού η μαχόμενη επαναστατημένη Ελλάδα το χρειαζόταν  ώστε να μην «… ματαιωθεί η πρόοδος των Ελλήνων, πολύ δε μάλλον των την Τρομπολιτζάν πολιουρκούντων, καθότι μη όντος του μολύβδου αυτού δεν ήθελον δυνηθή να πράξωσι το μηδέν…».[vii]

 

 

 Υποσημειώσεις


  

 [i] Αμβρόσιος Φραντζής, «Επιτομή της Ιστορίας  της αναγεννηθείσης Ελλάδος»,  εν Αθήναις 1839, τόμος ΙΙ, σελ. 16.

 [ii] Ο Αρχιμανδρίτης Ιερόθεος Αθανασόπουλος ήταν μανιάτης στην καταγωγή. Το 1829 διορίστηκε τοποτηρητής της επισκοπής Μαλτσίνης έως το 1834. Το 1852 εκλέχτηκε επίσκοπος Γυθείου. Πέθανε στο  Γύθειο το 1859.

[iii] Αδελφός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη όπου μαζί με τον ανιψιό του Γεώργιο Μαυρομιχάλη, δολοφόνησαν στο Ναύπλιο την Κυριακή 29/09/1831 τον Ι. Καποδίστρια. 

 [iv] Αμβρόσιος Φραντζής, «Επιτομή της Ιστορίας  της αναγεννηθείσης Ελλάδος»,  εν Αθήναις 1839, τόμος ΙΙ, σελ. 16.

[v] Κάθε καντάρι ήταν ίσο με 44 οκάδες. Δηλαδή ήταν πάνω από 35.200  οκάδες. Μια οκά = 1282 γραμμάρια, δηλαδή πάνω από 45 τόνους μολύβι.

[vi] Κατά τον Αμβρόσιο Φραντζή η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα κατηγορήθηκε ότι το μολύβι που φορτώθηκε στο πλοίο της το πούλησε «…δι ίδιον συμφέρον…»!! Στην κατηγορία αυτή η Ιστορία είναι υπέρ της Καπετάνισσας. Να θυμηθούμε μόνο ότι τα πλοία της Λασκαρίνας και όλη η περιουσία της δόθηκαν στον αγώνα του Έθνους. Ότι πέθανε γεμάτη πίκρα, πάμπτωχη το 1825. Για την ακρίβεια, δολοφονήθηκε στις Σπέτσες στο σπίτι της από τον πλούσιο προεστό Χρ. Κούτση με αφορμή την απαγωγή της κόρης του  από τον δευτερότοκο γιο της Γιώργο  Γιάννουζα  και την άρνησή του να τη δώσει νύφη στο γιο της φτωχής ξεπεσμένης πλέον Καπετάνισσας. Ένα χρόνο  πριν, είχε χάσει τον άνδρα της κόρης της και γιο του Θ. Κολοκοτρώνη Πάνο που τον σκότωσαν, όχι Τούρκοι, αλλά Έλληνες σε εμφύλια σύρραξη.

[vii]  Αμβρόσιος Φραντζής, «Επιτομή της Ιστορίας  της αναγεννηθείσης Ελλάδος»,  εν Αθήναις 1839, τόμος ΙΙ, σελ. 16.

 

  

Πηγές


 

  • Αμβρόσιος Φραντζής, «Επιτομή της Ιστορίας  της αναγεννηθείσης Ελλάδος», Εν Αθήναις, 1839.  (Συλλογή: Γιώργος Γιαννούσης – Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη )
  • Ιωάννου Φιλήμονος, «Δοκίμιον Ιστορικόν περί της ελληνικής επαναστάσεως», Εν Αθήναις, 1859. (Συλλογή: Γιώργος Γιαννούσης – Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη)

 

  Γιώργος Γιαννούσης

Read Full Post »

Απογραφή του πληθυσμού και των κτισμάτων του Άργους κατά την Β΄ Βενετοκρατία (1698)


 

Η πόλη του Άργους και η επαρχία του γνώρισαν τη βενετική κατοχή σε δύο περιόδους. Η πρώτη από αυτές αρχίζει το έτος 1394 και φθάνει ως την κατάκτηση του από τους Οθωμανούς κατά την αρχή του α’ βενετοτουρκικού πολέμου(1463-1479). Βέβαια η πόλη στο διάστημα αυτό δεν είχε αυτόνομη παρουσία στο χώρο της βενετικής Ανατολής αλλά αποτελούσε τμήμα της τότε ενιαίας και ευρύτερης βενετικής κτήσης της Αργολίδας, στην οποία σημαντικότατη θέση κατείχε και το Ναύπλιο από το 1389 ως το 1540.

Έτσι λοιπόν το Άργος και το Ναύπλιο εντάσσονται κατά τα ως άνω άνισα χρονικά διαστήματα ως περιοχές της Αργολίδας στη λεγόμενη περίοδο της Πρώτης Βενετοκρατίας, στην οποία περιλαμβάνονται και κάποιες άλλες – παλαιότερες ή μεταγενέστερες – βενετικές κτήσεις της Πελοποννήσου. Η δεύτερη βενετική κατοχή του Άργους και της επαρχίας του εκτείνεται στο χρονικό διάστημα από το 1686 ως το 1715 το οποίο ανήκει στην ιστορική περίοδο της Δεύτερης Βενετοκρατίας (1685-1715), όταν στα πλαίσια του βενετοτουρκικού πολέμου του 1684-1699 κυριεύεται από τους Βενετούς ολόκληρη η Πελοπόννησος.

 

Άποψη του φρουρίου και της πόλεως του Άργους, V. Coronelli, «Universus Terrarum Orbis», Εκδότης, A. Lazor, Padova, 1713.

 

Κατά τη Δεύτερη Βενετοκρατία η Πελοπόννησος που υπήρξε διαχρονικά η μεγαλύτερη σε έκταση βενετική κτήση στο χώρο της Ανατολής, διαιρέθηκε από τους νέους κυρίαρχους της χώρας σε 24 επαρχίες (territorii), των οποίων τα όρια συνέπιπταν σε μεγάλο βαθμό με εκείνα των καζάδων της προηγούμενης οθωμανικής διοικητικής διαίρεσης και μία από αυτές ήταν και εκείνη του Άργους.

Άλλα χαρακτηριστικά της διοικητικής οργάνωσης της βενετοκρατούμενης Πελοποννήσου έχουν πολύ συνοπτικά ως εξής: η κτήση διαιρέθηκε σε τέσσερα διαμερίσματα που ονομάστηκαν «provincie» της Ρωμανίας (Romania) με πρωτεύουσα το Ναύπλιο (Napoli di Romania), της Μεσσηνίας (Μalvesia), με πρωτεύουσα το Νέο Ναυαρίνο, της Αχαΐας με την Πάτρα και της Λακωνίας με τη Μονεμβασία. Πρωτεύουσα της κτήσης ορίστηκε το Ναύπλιο.

Επικεφαλής των βενετικών διοικητικών αρχών τοποθετήθηκε ένας γενικός διοικητής με τον τίτλο Provveditor General dell’Armi in Regno di Morea. Σε κάθε πρωτεύουσα διαμερίσματος εγκαταστάθηκε ένας «provveditore» με πολιτικά-στρατιωτικά καθήκοντα και ένας «rettore» ως οικονομικός διαχειριστής. Πέρα από αυτό το τακτικό πλέγμα της διοίκησης, σε ορισμένες πρωτεύουσες επαρχιών για ειδικούς λόγους διορίστηκαν επίσης Βενετοί διοικητές με πολιτικές, δικαστικές και δημοσιονομικές αρμοδιότητες. Εξάλλου την ανώτατη διεύθυνση των πολεμικών και στρατιωτικών υποθέσεων κατά την πολεμική περίοδο, δηλαδή ως το 1699, ασκούσε ο αρχιστράτηγος και αντίστοιχα κατά την ειρηνική περίοδο ο γενικός προβλεπτής της θάλασσας.

Παράλληλα όμως με αυτά τα νέα χαρακτηριστικά της διοικητικής οργάνωσης, οι Βενετοί προχώρησαν σε σημαντικές θεσμικές αλλαγές και στην κοινωνική, οικονομική και δημοσιονομική ζωή της νέας τους κτήσης. Με συντομία σημειώνουμε τις πιο σημαντικές: Κατήργησαν τον κεφαλικό φόρο (χαράτσι) και καθιέρωσαν τη δεκάτη επί των αγροτικών προϊόντων ως κύριο και γενικευμένο φόρο. Εφάρμοσαν τη λεγόμενη αρχή της Κυριάρχου (Dominante) στο σύστημα διακίνησης του εμπορίου, τουλάχιστον κατά το πρώτο διάστημα της Δεύτερης Βενετοκρατίας, σύμφωνα με την αρχή αυτή τα προϊόντα που προέρχονταν από διάφορους τόπους και προορίζονταν να εισαχθούν στη βενετική κτήση της Πελοποννήσου ή εξάγονταν από αυτή προς κάθε κατεύθυνση όφειλαν να περάσουν προηγουμένως από τη Βενετία. Ακόμη εισήγαγαν στην αυτοδιοίκηση το σύστημα των κοινοτικών συμβουλίων στα κυριότερα αστικά κέντρα της Πελοποννήσου, ενώ παράλληλα αναδιοργάνωσαν τα αγροτικά συμβούλια των προκρίτων και γερόντων στις ήδη υπάρχουσες άτυπες αγροτικές κοινότητες.

Εκχριστιάνισαν όσους Τούρκους είχαν παραμείνει σε περιορισμένο αριθμό στη χώρα. Διέκοψαν κάθε επαφή και σύνδεση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Πελοποννήσου με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ανέθεσαν την εκλογή των ορθόδοξων αρχιερέων σε περίπτωση χηρείας του αρχιερατικού θρόνου στα συμβούλια των αστικών κοινοτήτων. Επιφόρτισαν τους λεγόμενους «μεϊντάνηδες» με την τήρηση της δημόσιας ασφάλειας κ. ά.

Ωστόσο η αλλαγή που δημιούργησε μία νέα εντελώς πραγματικότητα σε όλα τα επίπεδα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της χώρας υπήρξε η ανατροπή του παλαιού καθεστώτος της έγγειας κτήσης και των σχέσεων που πήγαζαν από το καθεστώς αυτό. Συγκεκριμένα όλη η γη που κατείχαν οι Οθωμανοί στην Πελοπόννησο περιήλθε κατακτητικώ δικαιώματι στην κυριότητα του βενετικού Δημοσίου, δηλαδή θεωρήθηκαν ότι ανήκαν στο βενετικό κράτος όλα τα εδάφη της χώρας που τη στιγμή της κατάκτησης των Βενετών δεν αποτελούσαν ιδιοκτησία των χριστιανών.

Ποια όμως ήταν τα εδάφη αυτά και ποια ήταν τα ιδιόκτητα των χριστιανών; Οι Βενετοί για να απαντήσουν σ’ αυτό το ερώτημα επέλεξαν την εξής διαδικασία: διακήρυξαν πρώτα-πρώτα ότι αναγνωριζόταν στους παλαιούς κατοίκους η τυχόν υπάρχουσα ιδιοκτησία επί των γαιών και κτισμάτων και προσκάλεσαν τους δικαιούχους να προσκομίσουν τους οθωμανικούς τίτλους ιδιοκτησίας ή ελλείψει τούτων να παρουσιάσουν δύο μάρτυρες για να επιβεβαιώσουν ενόρκως το ιδιοκτησιακό τους δικαίωμα.

Στη συνέχεια τους εκχώρησαν νέο προσωρινό τίτλο κυριότητας, τον λεγόμενο τίτλο του «bene probatum». Ύστερα από αυτήν την εξομάλυνση, ό,τι απέμενε στη διάθεση των Βενετών, δηλαδή απέραντες εκτάσεις καλλιεργημένων ή ακαλλιέργητων αλλά και χέρσων γαιών καθώς και ένας πολύ μεγάλος αριθμός αγροτικών και αστικών κτισμάτων, αποτελούσε πλέον περιουσία του βενετικού Δημοσίου.

 

Άποψη του Άργους, V. Coronelli, «Morea, Negreponte, E Adiazenze », Venezia, 1685.

 

Η Βενετία έχοντας στην κυριότητα της αυτή την απέραντη περιουσία γαιών και κτισμάτων σκέφθηκε να τη χρησιμοποιήσει για να αντιμετωπίσει ένα οξύ δημογραφικό πρόβλημα που παρουσίαζε η κτήση μετά τη βενετική κατάκτηση. Πραγματικά, τότε διαπιστώνεται δραματική μείωση του πληθυσμού της που είχε ως αποτέλεσμα να ελαττωθεί ο ενεργός αγροτικός πληθυσμός και να εγκαταλειφθεί η γεωργική καλλιέργεια σε μεγάλες εκτάσεις της πελοποννησιακής γης, γεγονός που ανέτρεπε καίρια την επιδίωξη των Βενετών να εκμεταλλευτούν οικονομικά την κτήση τους. Για να αυξήσουν λοιπόν τον πληθυσμό της Πελοποννήσου οργάνωσαν και έθεσαν σε εφαρμογή σύστημα εποικισμού της με την προσέλκυση και εγκατάσταση σ’ αυτήν εποίκων, αγροτικής κυρίως αλλά και αστικής προέλευσης, στους οποίους παραχωρούσαν γαίες και κτίσματα, όταν αυτοί προσέρχονταν και προέρχονταν από γειτονικές ή και πιο απομακρυσμένες τουρκοκρατούμενες περιοχές.

Με την παράδοση κτημάτων και κτισμάτων στους εποίκους άρχισαν βαθμιαία να αυξάνονται οι κάτοικοι και παράλληλα να σχηματίζονται δύο πληθυσμιακές κατηγορίες από τις οποίες η μία περιλάμβανε τους αυτόχθονες, οι οποίοι είτε ως πραγματικοί, είτε ως δήθεν ιδιοκτήτες – με το σύστημα της ένορκης βεβαίωσης των μαρτύρων – είχαν κατορθώσει να εκμαιεύσουν τον τίτλο κυριότητας του «bene probatum«. Σ’ αυτή την κατηγορία θα πρέπει να προσθέσουμε και εκείνους τους γηγενείς που ήταν και συνέχισαν να είναι ακτήμονες καθώς και όσους από τους παλαιούς κατοίκους είχαν περιουσία αλλά δεν επιδίωξαν να προμηθευτούν τον τίτλο του «bene probatum» για τις ιδιοκτησίες τους αλλά εξακολουθούσαν να κυριεύουν τα ακίνητα τους με καθεστώς απλής και αδιατάρακτης κατοχής.

Η άλλη κατηγορία περιλάμβανε όλους τους επήλυδες κατόχους – και όχι ιδιοκτήτες – ακινήτων, τα οποία τους παραχώρησε το κράτος είτε χαριστικά (per grazia), είτε με μακροχρόνια ή στο διηνεκές εκμίσθωση έναντι καταβολής πολύ μικρού ενοικίου (livello), είτε με απλή βραχυχρόνια ενοικίαση (affitanza). Με αυτόν τον τρόπο παράλληλα με τον παλαιό γηγενή πληθυσμό μία πανσπερμία νέων κατοίκων με ποικίλη προέλευση από ξένα μέρη άρχισε να σχηματίζεται τόσο στην ύπαιθρο, όσο και στα αστικά κέντρα της Πελοποννήσου κατά την περίοδο της Δεύτερης Βενετοκρατίας.

Είναι αυτονόητο ότι ένα τέτοιο φαινόμενο απαντάται εκείνη την εποχή και στην πόλη του Άργους, όπως ευχερώς μπορούμε να το διαπιστώσουμε από τις πληροφορίες που μας παρέχει ένα ενδιαφέρον, αδημοσίευτο ακόμη, αρχειακό έγγραφο, το οποίο απόκειται στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας. Αν και δεν δηλώνεται ρητά, φαίνεται ότι αυτό το έγγραφο καταστρώθηκε και συντάχθηκε το έτος 1698 κατά τα φαινόμενα ύστερα από εντολή του τότε Γενικού Προβλεπτή του Μοριά Φραγκίσκου Grimani. Ο Βενετός αυτός διοικητής μας είναι γνωστός τόσο από την εν γένει επιτυχημένη διοικητική του δραστηριότητα, όσο και από το ειδικότερο ενδιαφέρον του για τη συστηματική κτηματογράφηση των δημόσιων και ιδιωτικών γαιών της Πελοποννήσου, τη συνολική αλλά και την επιμέρους απογραφή των πληθυσμών της, την καταγραφή των κτισμάτων καθώς και των ποικίλων πλουτοπαραγωγικών της πόρων με αντικειμενικό σκοπό τα σχετικά στοιχεία να χρησιμεύσουν στην λειτουργικότερη οργάνωση της κτήσης και κυρίως στην αποδοτικότερη οικονομική εκμετάλλευση της.

Όπως φαίνεται, στα πλαίσια αυτών των επιδιώξεων εντάσσεται και η γένεση του ως άνω εγγράφου, το οποίο περιέχει απογραφή όλων των κτισμάτων της πόλης ή πιο σωστά του εκτός ακρόπολης συνοικισμού (borgo) του Άργους καθώς και όλων των ονομάτων των αρχηγών των οικογενειών που χρησιμοποιούσαν τα κτίσματα αυτά ως κατοικίες ή για άλλους σκοπούς. Ας προσθέσουμε ότι σε όλα τα πρώην τουρκικά κτίσματα αναγράφονται αντιστοίχως τα ονόματα των άλλοτε Τούρκων ιδιοκτητών τους. Ας δούμε όμως πιο συγκεκριμένα τα στοιχεία που μας προσφέρει το έγγραφο μας (εφεξής: απογραφή) για τα κτίσματα και τους ανθρώπους.

Αρχίζουμε με τα κτίσματα. Αυτά διακρίνονται σε σπίτια (case), σε σπιτάκια ή πιο σωστά σε καλύβες (casette), σε καταστήματα ή εργαστήρια (botteghe) καθώς και σε εκκλησίες (chiese) και κελλιά (celle), ενώ σε ορισμένες – πολύ λίγες – περιπτώσεις χρησιμοποιούνται οι ονομασίες πύργος (torre), τζαμί (moschea) και λουτρό (bagno). Κάποια σπίτια αλλά και καλύβες ή καταστήματα φέρουν το χαρακτηρισμό apepian ή in Soler που σημαίνουν αντίστοιχα ότι έχουμε να κάνουμε με ισόγειο κτίσμα (κατώγι) ή κτίσμα με όροφο (ανώγι). Σε μία περίπτωση ένα κτίσμα αναφέρεται ως «vacuffi» που επεξηγείται ως «convento di Turchi», δηλ. μοναστήρι των Τούρκων.

Η απογραφή περιέχει κατ’ αύξοντα αριθμό 254 αναγραφές και χωρίζεται σε δύο τμήματα. Το πρώτο περιλαμβάνει τους αριθμούς 1-204 όπου καταγράφονται τα άλλοτε τουρκικά κτίσματα που ακολούθως πέρασαν στην κυριότητα του βενετικού Δημοσίου καθώς και οι πρώην Τούρκοι ιδιοκτήτες τους αλλά και οι επόμενοι, μετά την έλευση των Βενετών, χριστιανοί κάτοχοι τους. Το δεύτερο τμήμα περιλαμβάνει τους αριθμούς 205-254 όπου καταγράφονται τα ιδιόκτητα ήδη από την εποχή της Τουρκοκρατίας ελληνικά κτίσματα καθώς και οι Έλληνες ιδιοκτήτες τους.

Τα κτίσματα που ανήκαν άλλοτε στους Τούρκους ανέρχονται σε 72 σπίτια με κεραμωτή στέγη καθώς και σε 57 καταστήματα ή εργαστήρια, σε 7 πύργους και σ’ αυτό που σημειώσαμε πιο πάνω ως «vacuffi». Πολύ περισσότερα όμως είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται καλύβες και φθάνουν τα 490. Αυτά τα πρώην τουρκικά ακίνητα σχεδόν στο σύνολο τους-εκτός δηλαδή από πολύ λίγες εξαιρέσεις-αναφέρονται στην απογραφή ως κατοικίες. Ακόμη πρέπει ίσως να προστεθεί και ένας μικρός ή μεγαλύτερος αριθμός από τα πρώην τουρκικά καταστήματα τα οποία φαίνεται ότι χρησιμοποιούνται αδήλως και αυτά ως κατοικίες. Εξάλλου τα ιδιόκτητα κτίσματα των γηγενών Ελλήνων ανέρχονται σε 37 σπίτια, 65 καλύβες και 4 καταστήματα ή εργαστήρια, ενώ υπάρχουν 6 ορθόδοξες εκκλησίες και ενδεχομένως μία ρωμαιοκαθολική.

 

Εικόνα του Αρχαίου Άργους, Chaiko, 1790. Ο σχεδιαστής φαίνεται να είχε επισκεφτεί το Άργος το οποίο ίσως να ήταν κατεστραμμένο τότε. Έτσι προτίμησε να σχεδιάσει μια ρομαντική, φανταστική εικόνα του Αρχαίου Άργους, βάσει των αφηγήσεων του Παυσανία.

 

Αν τώρα περάσουμε από τα κτίσματα στους ανθρώπους τότε θα μας απασχολήσει πρώτα-πρώτα ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζει η δημογραφική έρευνα όταν τίθεται το ερώτημα ποιο πληθυσμιακό στοιχείο – το οθωμανικό ή το χριστιανικό – επικρατούσε στα αστικά κέντρα του τουρκοκρατούμενου ελλαδικού ή έστω πελοποννησιακού χώρου και βέβαια του Άργους που τώρα άμεσα μας ενδιαφέρει.

Τα σχετικά στοιχεία που μας παρέχει η απογραφή μας επιτρέπουν προς στιγμήν να σχηματίσουμε την εντύπωση ότι στο Άργος οι Οθωμανοί ήταν πολυπληθέστεροι από τους χριστιανούς, εφόσον τα στοιχεία αυτά δείχνουν αναμφισβήτητα ότι οι Τούρκοι ιδιοκτήτες των ακινήτων κατά την πρώτη Τουρκοκρατία ήταν πολλαπλάσιοι των αντίστοιχων χριστιανών ιδιοκτητών σ’ αυτήν τουλάχιστον την πόλη. Ωστόσο μια τέτοια εντύπωση μπορεί να είναι απατηλή, αφού ούτε όλοι οι ιδιοκτήτες ακινήτων σε μια πόλη είναι και κάτοικοι της, ούτε και όσοι από τους ιδιοκτήτες που κατοικούν εκεί αποτελούν υποχρεωτικά και την πλειονότητα των κατοίκων, θα επανέλθουμε όμως σ’ αυτό το ζήτημα και παρακάτω, όπου θα προσπαθήσουμε να συνδυάσουμε τις ειδήσεις της απογραφής με συναφείς πληροφορίες και από άλλες βενετικές πηγές.

Ας στρέψουμε όμως τώρα την προσοχή μας στην εξιχνίαση των συνθετικών στοιχείων που απαρτίζουν τον πληθυσμό της πόλης του Άργους κατά την εποχή της απογραφής, δηλαδή περί τα μέσα της περιόδου της Δεύτερης Βενετοκρατίας. Εν πρώτοις θα πρέπει να περιλάβουμε σ’ αυτόν  όλους ή έστω σχεδόν όλους τους ιδιοκτήτες ακινήτων με ή χωρίς τον τίτλο του «bene probatum».

Αυτοί όπως σημειώσαμε πιο πάνω αναφέρονται στους αριθμούς 205-254 της απογραφής. Συγκεκριμένα, εκεί έχουμε να κάνουμε με 40 συνολικά οικογένειες γηγενών, οι οποίες μεταξύ τους παρουσιάζοντα οικονομικά και κοινωνικά διαφοροποιημένες, αφού από το σύνολο τους μόνο οι 18 έχουν στην κυριότητα τους όλα τα κτίσματα που χαρακτηρίζονται ως σπίτια, ενώ οι υπόλοιπες 22 έχουν στην ιδιοκτησία τους μόνο καλύβες. Να προσθέσουμε εδώ και μια παρατήρηση: σε μια συστάδα με 9 καλύβες που όλες ανήκουν σε γηγενή ιδιοκτήτη φέρονται να κατοικούν, σύμφωνα με την απογραφή, 9 οικογένειες. Δεν γίνεται όμως φανερό αν πρόκειται για αυτόχθονες κατοίκους της πόλης ή για εποίκους από τα ξένα μέρη. Την ίδια αβεβαιότητα όμως θα αντιμετωπίσουμε και παρακάτω σε πολλές περιπτώσεις οικογενειών που καταγράφονται να κατοικούν σε πρώην τουρκικά κτίσματα. Πράγματι, τα άλλοτε τουρκικά ακίνητα, όπως έχουμε ήδη σημειώσει, χρησιμοποιήθηκαν ως κατοικίες εποίκων που προσήλθαν από τα έξω μέρη. Παράλληλα όμως, τέτοια ακίνητα σε απροσδιόριστο αριθμό φαίνεται ότι αποτέλεσαν – ή αποτελούσαν ήδη – κατοικίες γηγενών οικογενειών του Άργους, χωρίς αυτό να δηλώνεται ρητά στην απογραφή. Έτσι λοιπόν είναι προβληματικό να ξεχωρίσουμε με ευχέρεια στο έγγραφο αυτό τους επήλυδες από τους αυτόχθονες αφού είναι εγκατεστημένο σε ακίνητα της ίδιας κατηγορίας χωρίς να δηλώνεται η προέλευση τους.

Στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε να διακρίνουμε τους εποίκους με βάση τον τόπο προέλευσης τους και σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία και ενδείξεις της απογραφής μας.

Αρχίζουμε με τους Αθηναίους. Είναι γνωστή η φοβερή περιπέτεια των Αθηναίων οι οποίοι, μετά την κατάληψη της πόλης τους από τους Βενετούς το φθινόπωρο του 1687 και την επικείμενη αποχώρηση των βενετικών στρατευμάτων την επόμενη άνοιξη, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν σύσσωμοι την πατρίδα τους και να εγκατασταθούν τελικά ως έποικοι σε διάφορα μέρη της Πελοποννήσου αλλά και αλλού. Οι περισσότεροι από αυτούς και κυρίως οι οικογένειες αστικών χαρακτηριστικών βρήκαν καταφύγιο στα δύο μεγαλύτερα κέντρα της Πελοποννήσου, δηλαδή στην Πάτρα και το Ναύπλιο. Στο αγροτικό όμως Άργος σύμφωνα με την απογραφή φέρονται να κατοικούν μόλις 11 αθηναϊκές οικογένειες.

Ωστόσο είναι ενδεχόμενο να υπάρχουν εκεί πολύ περισσότερες, των οποίων όμως παραμένει άδηλη η προέλευση μέσα στο πλήθος των απροσδιόριστης καταγωγής εποίκων της απογραφής. Σε επίρρωση αυτής της υπόθεσης έχουμε μία άκρως ενδεικτική μαρτυρία άλλης βενετικής πηγής, σύμφωνα με την οποία στην ενορία της Αγίας Παρασκευής στο παζάρι του Άργους το 1696 σε 65 «αυθεντικές» (=πρώην τουρκικές) καλύβες κατοικούσαν 310 έποικοι, Αθηναίοι και Ευριπιώτες, χωρίς όμως να καθορίζεται πιο συγκεκριμένα ο αντίστοιχος αριθμός των ατόμων που ανήκαν στην κάθε μια από τις δύο αυτές πληθυσμιακές ομάδες.

Όπως βλέπουμε σ’ αυτή τη μαρτυρία εκτός από την Αθήνα άλλη τουρκοκρατούμενη περιοχή που έστειλε μετανάστες στην Πελοπόννησο υπήρξε και η Εύβοια, που βρέθηκε σε ανάλογες περίπου συνθήκες με εκείνες που εξώθησαν τους Αθηναίους να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να μετοικήσουν εκεί.

Μετά την αποτυχημένη προσπάθεια των Βενετών να εκπορθήσουν το φρούριο του Ευρίπου πολλοί χριστιανοί κάτοικοι της περιοχής προσήλθαν τότε ή αργότερα στην Πελοπόννησο και εγκαταστάθηκαν εκεί με τις γνωστές εποικιστικές διαδικασίες. Στην απογραφή μαρτυρούνται μόνο 4 με 6 τέτοιες οικογένειες. Προφανώς και εδώ, όπως διαπιστώσαμε πιο πάνω, παρέμειναν αδιευκρίνιστοι πολύ περισσότεροι Ευριπιώτες μετανάστες.

Συνεχίζουμε με τους Θηβαίους, δηλαδή με τους εποίκους που προέρχονταν από τη Θήβα και την περιοχή της. Στην απογραφή σημειώνονται ρητά 18 μόνο οικογένειες ως θηβαϊκές, αλλά και σ’ αυτή την περίπτωση οι έποικοι τέτοιας προέλευσης πρέπει να ήταν πολύ περισσότεροι. Μάλιστα, όπως πληροφορούμαστε και εδώ από άλλη βενετική πηγή οι Θηβαίοι αποτελούσαν την πολυπληθέστερη πληθυσμιακή ομάδα που παρουσιάζεται να έχει εγκατασταθεί στο Άργος εκείνη την εποχή. Από το σύνολο των εποίκων που το 1696 ανέρχεται σε 881 άτομα τα 551 έχουν ως τόπο προέλευσης τη Θήβα. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και σε κάποια χωριά της Αργολίδας όπως το Κουτσοπόδι (όπου στο σύνολο των κατοίκων έχουμε 327 Θηβαίους και 86 αυτόχθονες) και σε μικρότερη αναλογία στη Δαλαμανάρα. Πως εξηγείται το φαινόμενο αυτό; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη αιτιολογία;

Τέλος ερχόμαστε στους εποίκους που έχουν ως τόπο καταγωγής τους τη Ρούμελη. Βέβαια η ονομασία αυτή καλύπτει ευρύτατη περιοχή από την οποία προήλθε οπωσδήποτε το μεγαλύτερο μέρος των εποίκων προς την Πελοπόννησο. Οι βενετικές πηγές όταν κάνουν λόγο για μετανάστες αυτής της προέλευσης αναφέρονται συνήθως σε μικρότερα ή μεγαλύτερα αστικά κέντρα ή χωριά της υπαίθρου. Στην απογραφή όμως δεν έχουμε τέτοιου είδους αναφορές, αν βέβαια εξαιρέσουμε την Αθήνα και τη Θήβα, και έτσι έχουμε απλώς την ένδειξη για μετανάστες από τη «Ρούμελη» και πιο συγκεκριμένα για 9 μόνο οικογένειες αυτής της κατηγορίας. Φυσικά και εδώ είναι αυτονόητο ότι οι έποικοι από τη Ρούμελη θα πρέπει να ήταν πολύ περισσότεροι.

Μετά τη Ρούμελη δεν αναφέρεται στην απογραφή κάποιος άλλος συγκεκριμένος τόπος προέλευσης των μεταναστών αλλά εμείς θα επιχειρήσουμε με βάση έμμεσα στοιχεία της απογραφής ή άμεσα άλλων βενετικών πηγών να εξιχνιάσουμε – ίσως όχι πάντοτε επιτυχώς – την καταγωγή και άλλων οικογενειών – επήλυδων ή και αυτοχθόνων – του Άργους. Συνοπτικά συμπεραίνουμε τα εξής: α) έχουμε 23 οικογένειες που ίσως κατάγονται από διαφορετικούς οικισμούς της Πελοποννήσου όπως δείχνει το όνομα τους π.χ. Thodorin di Andrizza, Dimitri Muchlioti κ.α., β) 9 οικογένειες που φαίνεται να προέρχονται από εκτός Πελοποννήσου περιοχές π.χ. Meleti Desfinioti, Maria de Tine κ.α., γ) 11 οικογένειες που κατάγονται από τη Θήβα π.χ. Gianni Calomira, Petro Cutra κ.α., δ) 2 οικογένειες από την Κρήτη π.χ.(; )  Palada και Zuanne Zelaiti και τέλος ε) 2 οικογένειες από την Αθήνα π.χ. Thodorachi Calogera και Dimitri Galaci.

Εξάλλου δεν πρέπει να παραλείψουμε ότι στην απογραφή αναφέρονται ως κάτοχοι πρώην τουρκικών ιδιοκτησιών δύο οικογένειες, οι οποίες είναι ενδεχομένως γηγενείς, δηλαδή του Dimitri Caramuza και του Stathi Caramuza. Σ’ αυτές ας προσθέσουμε και άλλες 8 ακόμη που είναι με βεβαιότητα γηγενείς, αφού τις συναντούμε και στο σχετικό τμήμα της απογραφής (στους αριθμούς 205-254) όπου καταγράφονται οι αυτόχθονες. Τέλος ας επισημάνουμε μία οικογένεια της οποίας δεν γνωρίζουμε την καταγωγή αλλά απλώς μας κίνησε το ενδιαφέρον λόγω του αξιοπερίεργου ονόματος της: ο αρχηγός της ονομάζεται Dimitri Chigliarabi και μας φέρνει στο νου τον αρχαίο Κυλαράβη, γιο του Σθένελου βασιλιά του Άργους.

Σ’ αυτό το σημείο θεωρούμε σωστό να παρατηρήσουμε ότι ως τώρα χρησιμοποιήσαμε κατά κύριο λόγο τις ειδήσεις της απογραφής για να διακρίνουμε ξεχωριστά και κατά περίπτωση την προέλευση των οικογενειών του συνολικού πληθυσμού του Άργους τη συγκεκριμένη εποχή.

Ωστόσο τα αποτελέσματα της προσπάθειας μας δεν είναι τόσο ικανοποιητικά, αφού η εξακρίβωση της προέλευσης όχι μόνο δεν πραγματοποιήθηκε επιτυχώς για το σύνολο αλλά ούτε καν για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Γι αυτούς τους λόγους είμαστε υποχρεωμένοι να στρέψουμε την προσοχή μας τόσο στις ειδήσεις της απογραφής αλλά και άλλων αρχειακών πηγών, όσο και σε πληροφορίες περιηγητικών και ταξιδιωτικών κειμένων που θα μπορούσαν να συνδυαστούν με συναφή πορίσματα της νεότερης ιστορικής έρευνας.

Σύμφωνα με ταξιδιωτικές μαρτυρίες του πρώτου μισού του 18ου αιώνα, λίγα χρόνια μετά την ανάκτηση της Πελοποννήσου από τους Τούρκους (Fourmont, 1729) η πόλη του Άργους παρουσιάζεται να έχει περισσότερο αγροτικό παρά αστικό χαρακτήρα.

Εκεί αναφέρεται ότι απαρτιζόταν από «600 εστίες που δεν βρίσκονταν η μία κοντά στην άλλη αλλά ήταν διάσπαρτες κατά ομάδες και καταλάμβαναν μεγάλη έκταση» (Fourmont σε Michel Seve, Οι Γάλλοι ταξιδιώτες, σ.33). Παράλληλα γίνεται λόγος για ένα οικισμό διασκορπισμένο σε «συστάδες» (Στ. ίδιο, σ.29). Εξάλλου η νεότερη έρευνα πιστεύει ότι η αρχιτεκτονική του Άργους την περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν τυποποιημένη με ισόγεια σπίτια από πλίθρες με πλατυμέτωπο σχέδιο και με κήπους που περιβάλλονταν με πλίθινη μάντρα. Η αρχιτεκτονική αυτή ανταποκρινόταν στην οικονομική και κοινωνική δομή της πόλης και κυριαρχεί ως την αρχή της τελευταίας εικοσαετία του 19ου αιώνα (Β. Δωροβίνης, Παραδοσιακή αρχιτεκτονική στο Άργος).

Ας δούμε τώρα ως ποιο σημείο οι πληροφορίες και οι παρατηρήσεις αυτές συμπίπτουν κατά  κάποιο τρόπο με στοιχεία της απογραφής όπου σημειώνονται τα εξής: «ένα μέρος από τα πρώην  τουρκικά κτίσματα απαρτίζεται από σπίτια και καταστήματα, τα οποία είχαν στέγη από κεραμίδια, ενώ τα υπόλοιπα από αυτά, πολύ περισσότερα σε αριθμό είναι κατασκευασμένα από πηλό ή λάσπη (=πλίθρες) και καλύπτονται από αχυροσκεπές, ώστε είναι δυνατόν να χαρακτηριστούν ως καλύβες. Για παρόμοιους λόγους μπορούν να ονομαστούν καλύβες και όλα σχεδόν τα κτίσματα που ανήκουν στους Έλληνες».

Σ’ αυτές τις ειδήσεις της απογραφής ας προσθέσουμε και τα ποσοτικά στοιχεία που αυτή περιέχει για το σύνολο των πρώην τουρκικών καθώς και των ελληνικών κτισμάτων τα οποία χρησίμευαν ως κατοικίες: έχουμε 674 ακίνητα, δηλαδή 490 καλύβες, 72 κεραμοσκεπή σπίτια και 7 πύργους πρώην τουρκικής ιδιοκτησίας, καθώς και 40 κεραμοσκεπή σπίτια και 65 καλύβες ελληνικής ιδιοκτησίας. Το σύνολο των κτισμάτων αυτών απαρτιζόταν από 119 κεραμοσκεπή σπίτια και πύργους και από 555 αχυροσκεπείς καλύβες. Έτσι λοιπόν η πληροφορία του Fourmont ότι στο Άργος υπήρχαν 600 εστίες, δηλαδή κατοικίες οικογενειών, δεν απέχει πολύ από τα ποσοτικά δεδομένα της απογραφής. Εκεί όμως που οι ειδήσεις από τον Fourmont αλλά και τα συμπεράσματα της νεότερης έρευνας συμβαδίζουν με τα στοιχεία της απογραφής είναι όταν κάνουν λόγο ότι οι κατοικίες στην πόλη του Άργους συσσωματώνονται σε συστάδες κτισμάτων που περικλείονταν σε μικρό ή μεγάλο ποσοστό με περίβολο από πλίθινη μάντρα (Δωροβίνη, ό.π.).

Σύμφωνα με τις ειδήσεις της απογραφής στο σύνολο των 674 πρώην τουρκικών και ελληνικών κατοικιών έχουμε μόλις 35 μονοκατοικίες. Όλες οι υπόλοιπες κατοικίες είναι ομαδοποιημένες σε συστάδες – 117 πρώην τουρκικές και 27 ελληνικές – όπου η κάθε μία συστάδα περιλαμβάνει ποικίλο αριθμό οικογενειών που κυμαίνεται από 2 ως 16. Ας προσθέσουμε πως στην ίδια πηγή διαπιστώνεται ότι πολλές από τις εν λόγω συστάδες αναφέρονται ως περίκλειστες με μαντρότοιχο. Συγκεκριμένα 331 κατοικίες, οι μισές περίπου από το σύνολο, είτε βρίσκονταν σε περίκλειστες συστάδες μέσα σε μία αυλή είτε διέθεταν αυλή ή κήπο.

Μετά την παράθεση των στοιχείων αυτών είναι καιρός να επανέλθουμε στο ερώτημα που ήδη έχουμε διατυπώσει και το αφήσαμε αναπάντητο: ποιο δηλαδή από τα δύο πληθυσμιακά στοιχεία – το οθωμανικό ή το ελληνικό – υπερτερούσε στο Άργος κατά την προηγούμενη περίοδο της Τουρκοκρατίας;

Όπως έχουμε ήδη επισημάνει τα ακίνητα στην πόλη του Άργους που ανήκαν άλλοτε στους Τούρκους ανέρχονταν σε 72 σπίτια και 490 καλύβες. Τα σπίτια – στο σύνολο τους ή κατά ένα μεγάλο μέρος – χρησίμευαν τότε ως κατοικίες των Τούρκων. Αντίθετα όμως οι πολυπληθείς καλύβες που οι περισσότερες συσσωματώνονταν σε συστάδες κατοικιών και στην πλειονότητα τους ήταν διασκορπισμένες σε μεγάλη έκταση του αργειακού οικισμένου χώρου, είχαν χωρίς αμφιβολία στενή και αποκλειστική σχέση με το χριστιανικό αγροτικό στοιχείο.

Πραγματικά φαίνεται ότι όλες αυτές οι καλύβες αποτελούσαν κατοικίες των παροικών καλλιεργητών των τουρκικών κτημάτων, οι οποίοι την ίδια περίοδο σε άλλες πελοποννησιακές περιοχές – όπως για παράδειγμα σε εκείνη της Τριπολιτσάς – χαρακτηρίζονται ως «coloni» των Τούρκων. Είναι μάλιστα πολύ ενδεικτική μία σχετική μαρτυρία στην απογραφή που υπαινίσσεται την ύπαρξη τέτοιων καλλιεργητών των Οθωμανών και στο Άργος παρόλο που δεν χρησιμοποιείται ο χαρακτηρισμός τους ως «coloni».

Έτσι σημειώνεται στον αριθμό 196 αυτού του εγγράφου ότι κατοικούσαν 16 οικογένειες σε συστάδα με 16 καλύβες, η οποία άλλοτε ανήκε στον Τούρκο Imbro και αποτελούσε τη δική του «villa», δηλαδή το δικό του χωριό ή πιο σωστά το τσιφλίκι του. Παρόλο που έχουμε να κάνουμε μόνο με μία μαρτυρία, ωστόσο θεωρούμε δικαίωμα μας, συνυπολογίζοντας και άλλα σχετικά στοιχεία, να συμπεράνουμε ότι όλοι αυτοί οι χριστιανοί αγρότες που κατοικούσαν σε καλύβες τουρκικής ιδιοκτησίας μπορούν να ταυτιστούν με τους προσαρτημένους «coloni» των οθωμανικών γαιών. Αν λοιπόν τα πράγματα έχουν έτσι τότε το σύνολο του χριστιανικού πληθυσμού υπερτερούσε κατά πολύ έναντι των Οθωμανών της πόλης του Άργους.

Ποιες όμως υπήρξαν οι τύχες αυτού του πολυάριθμου χριστιανικού αγροτικού πληθυσμού του Άργους μετά την κατάκτηση της Αργολίδας από τους Βενετούς; Είναι πολύ πιθανό ότι ένα μικρό ή μεγαλύτερο μέρος του αφανίστηκε από τα δεινά του πολέμου είτε κατά τη βενετική κατάληψη της Αργολίδας το 1686, είτε κατά την πυρπόληση και καταστροφή της πόλης από τους Τούρκους εισβολείς το 1692. Είναι ακόμη ενδεχόμενο ένα τμήμα του να διασκορπίστηκε σε άλλες αργολικές ή πελοποννησιακές περιοχές γενικά ή να υποχρεώθηκε σε ακούσια ή και εκούσια φυγή προς τη Ρούμελη μαζί με τους Οθωμανούς κυρίους του. Πάντως έτσι και αλλιώς μπορούμε να υποθέσουμε με βεβαιότητα ότι στις αγροτικές καλύβες της πόλης που εγκαταλείφθηκαν από τους αυτόχθονες κατοίκους σύντομα οι Βενετοί εγκατέστησαν άλλους επήλυδες από ξένα μέρη. Επομένως όλοι όσοι κατά τη βενετική περίοδο παρουσιάζονται ως κάτοικοι στις παραπάνω καλύβες προφανώς συναπαρτίζουν έναν ανάμεικτο πληθυσμό από γηγενείς και επήλυδες οικογένειες των οποίων όμως δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε την προέλευση μόνο από τις ειδήσεις της απογραφής.

Από άλλη βενετική πηγή που χρονολογείται στο 1696, δηλαδή δύο χρόνια πριν την απογραφή, τα δύο αυτά πληθυσμιακά στοιχεία παρουσιάζονται με την αναλογία που έχουμε ήδη αναφέρει: οι έποικοι ανέρχονται σε 881 άτομα και οι εντόπιοι σε 663. Ο συσχετισμός αυτών των αριθμών θα μπορούσε βέβαια να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο πληθυσμός των αυτοχθόνων του Άργους είχε υποστεί την περίοδο της Δεύτερης Βενετοκρατίας μεγάλη δημογραφική μείωση, η οποία φαίνεται να αναπληρώθηκε επιτυχώς με ανάλογο ή μεγαλύτερο αριθμό εποίκων, από τους οποίους οι περισσότεροι – και εδώ υπονοούμε τους Θηβαίους – είχαν ενδεχομένως κάποια σχέση με τους παλαιότερους κατοίκους του Άργους πριν από την έλευση των Βενετών.

Φθάνοντας στο τέλος της ανακοίνωσης θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι εξαιτίας του περιορισμένου χρόνου αναγκαστικά παραλείψαμε αρκετά ζητήματα που ίσως είχαν κάποιο ενδιαφέρον για το θέμα που μας απασχόλησε. Ελπίζουμε να επανέλθουμε μελλοντικά με πληρέστερο τρόπο κατά τη δημοσίευση του εγγράφου της απογραφής.

 

Κωνσταντίνος Ντόκος 

Ιόνιο Πανεπιστήμιο.

Bενετία – Άργος: σημάδια της βενετικής παρουσίας στο Άργος και στην περιοχή του. Διεθνής επιστημονική συνάντηση, Άργος, 11-12 Οκτωβρίου 2008.

Read Full Post »

Η αγορά των Πόλεων της Ελλάδας από τη Ρωμαϊκή κατάκτηση ως τον 3ο αι. μ.Χ. – Η αγορά του Άργους


 

Το Άργος κατά την αυτοκρατορική περίοδο

Ο αυτοκράτορας Αδριανός, χρηματοδότησε το έργο υδροδότησης της πόλης.

Η μεγάλη δωρική πόλη του Άργους, καταλαμβάνει την πεδινή έκταση στη βάση δυο υψηλών  λόφων, του Προφ. Ηλία  και της Λάρισας, που ορίζουν  την πόλη από τα δυτικά.   Μολονότι η πόλη ως μέλος της Αχαϊκής Συμπολιτείας συμμετείχε στον πόλεμο εναντίον της Ρώμης κατόρθωσε να βγει σχετικά αλώβητη τόσο από αυτή τη σύγκρουση όσο και από τη γενικότερη αναστάτωση που προκάλεσαν οι εμφύλιοι πόλεμοι στο δεύτερο μισό του 1ου  αι. μ.Χ., και να διατηρήσει ένα υψηλό επίπεδο ευμάρειας κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορικής περιόδου.

Η αρχαιολογική έρευνα των τελευταίων χρόνων έφερε στο φως στοιχεία που καταδεικνύουν ότι η πόλη όχι μόνο δεν συρρικνώθηκε κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορικής περιόδου, αλλά ότι επεκτάθηκε μάλιστα προς τα νότια με την προσθήκη νέων οικοδομικών νησίδων. Αυτή η πολεοδομική και οικιστική επέκταση του Άργους, συμβαδίζει με μια γενικότερη τάση ενίσχυσης των παραδοσιακών αστικών κέντρων του ελλαδικού χώρου την εποχή αυτή. Νέα πληθυσιακά στοιχεία, όπως Ιταλοί συμπραγματευόμενοι (negotiatores)*, αλλά πιθανότατα και κάτοικοι μικρότεροι αποδυναμωμένων πόλεων της Αργολίδας εγκαταστάθηκαν στην πόλη στη πρώιμη αυτοκρατορική περίοδο.

Ο Παυσανίας που επισκέφτηκε την πόλη στα μέσα του 2ου  αι. μ.Χ μας δίνει ένα πολύτιμο οδηγό της τοπογραφίας του Άργους, αν και κατά τη συνήθειά του περιγράφει κυρίως τα θρησκευτικά σεβάσματα, τα ιερά και τα μνημεία της μακραίωνης ιστορίας της πόλης. Η σύγχρονή του ρωμαϊκή πόλη και τα κτίριά της καλύπτονται κάτω από τον μανδύα της κατά βάση θρησκευτικής του περιήγησης. Οι νεότερες ανασκαφές ωστόσο έφεραν στο φως ένα μεγάλο αριθμό κτιρίων και λιθόστρωτων δρόμων της ρωμαϊκής περιόδου που δείχνουν ότι η πόλη διέθετε ένα υψηλό επίπεδο υποδομών. Όπως και σε πολλές άλλες πόλεις του ελλαδικού χώρου, ισχυρά πρόσωπα της τοπικής κοινωνίας είχαν ενεργό ρόλο στη διαχείριση της πόλης και στην εκτέλεση των δημοσίων έργων μέσω ευεργεσιών και ενός εκτεταμένου δικτύου πατρωνίας.

Η ιστορία της πόλης και η σημασία της ως πανελλήνιου θρησκευτικού κέντρου λόγω του Ηραίου, του μεγάλου ιερού που βρίσκεται 9 χλμ. από το Άργος, λειτούργησε ως πόλος έλξης επισκεπτών και πιθανότατα χορηγών. Η επίσκεψη του αυτοκράτορα Αδριανού στην πόλη έδωσε μια νέα ώθηση στις οικοδομικές εργασίες και λύση στο μεγάλο πρόβλημα παροχής πόσιμου νερού με την κατασκευή ενός μεγάλου υδραγωγείου.** Η εξέχουσα θέση της πόλης στην ελληνική ιστορία της έδωσε στις αρχές του 2ου  αι. μ.Χ. μια θέση στο Πανελλήνιο, το Κοινό ελληνικών πόλεων που ίδρυσε ο αυτοκράτορας Αδριανός με έδρα την Αθήνα.

Η S. Alcock επεσήμανε  ότι μετά την απώλεια της πολιτικής αυτονομίας, η στροφή στο ηρωικό παρελθόν και την παράδοση της κάθε πόλης ήταν όχι μόνο ένα άμεσο αποτέλεσμα της ρωμαϊκής κατάκτησης, αλλά ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες στη διαμόρφωση ενός νέου είδους πολιτικής ταυτότητας. Ακριβώς αυτή η ανάμνηση του ηρωικού παρελθόντος της πόλης που γίνεται αισθητή με τη διατήρηση ή την αναβίωση αρχαίων παραδόσεων, μνημείων και κτιρίων πρέπει να ήταν ένα από τα στοιχεία που έπαιζαν αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση του ρωμαϊκού Άργους.***

 

Η Αγορά πριν από την αυτοκρατορική περίοδο

 

Η Αγορά της πόλης ταυτίζεται με ένα μεγάλο επίπεδο χώρο που εκτείνεται στα ανατολικά του αρχαίου θεάτρου και της σύγχρονου οδού Τριπόλεως, η οποία ακολουθεί περίπου την πορεία ενός αρχαίου δρόμου που απέληγε στην πύλη της Λέρνας. Η αρχική διαμόρφωση του χώρου αυτού ως Αγορά της πόλης φαίνεται ότι ανάγεται στις αρχές του 5ου αι. π.Χ., όταν έλαβε χώρα ένα μεγάλο αποστραγγιστικό πρόγραμμα που διοχέτευσε τα νερά του ποταμού Κηφισού προς ένα μεγάλο κτιστό αγωγό που διέσχιζε το κεντρικό τμήμα της Αγοράς και απέληγε στα ΝΑ.

Κεντρικό σημείο της Αγοράς, πιθανότατα και αρχικός πυρήνας της, ήταν το ιερό-ναός του Απόλλωνα Λυκείου. Η Αγορά και ο ναός του Απόλλωνα αποτέλεσαν την αφετηρία του Παυσανία (2. 18-24) για τις περιηγήσεις του στην πόλη, αλλά τα περισσότερα από τα σεβάσματα και ιερά που αναφέρει σε σχέση με την Αγορά δεν έχουν ταυτιστεί με βεβαιότητα. Η θέση του ίδιου του ναού αλλά και η ευρύτερη τοπογραφία της Αγοράς παραμένουν μέχρι σήμερα σε ένα μεγάλο βαθμό ουσιαστικά άγνωστες.

Ο Vollgraff φαντάστηκε την Αγορά του Άργους ως ένα μεγάλο κανονικό τετράπλευρο, στις πλευρές του οποίου διατάσσονται τα κτίρια που περιγράφει ο Παυσανίας. Η νεότερη αρχαιολογική έρευνα έχει κατορθώσει να προσδιορίσει σε γενικές γραμμές τα όρια της Αγοράς. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, η ανασκαμμένη περιοχή αποτελεί το ΝΔ τμήμα ενός ευρύτερου χώρου που εκτείνεται κυρίως προς τα ανατολικά και βόρεια. Ο χώρος αυτός φαίνεται ότι δεν υπόκειται σε μία τόσο αυστηρή οργάνωση, όπως αυτή που φαντάστηκε ο Vollgraff. Αντίθετα, τα κτίρια φαίνεται ότι διατάσσονται γύρω από μία ακανόνιστη πλατεία, στο εσωτερικό της οποίας υπήρχαν διάφορα μνημεία, μικρά ιερά, μια ορχήστρα καθώς και ένας δρόμος-στίβος αθλητικών αγώνων στο νότιο τμήμα της.

Στα τέλη της ελληνιστικής περιόδου η Αγορά του Άργους (το ανεσκαμμένο τουλάχιστον τμήμα της) παρουσίαζε την ακόλουθη μορφή. Στη ΝΔ γωνία του χώρου δέσποζε ένα μεγάλο υπόστυλο κτίριο με δωρική πρόσοψη, το οποίο ταυτίζεται με το Πρυτανείο ή το Βουλευτήριο της πόλης. Το κτίριο κτίστηκε στις αρχές του 5ου  αι. π.Χ. για να καλύψει πιθανότατα τις νέες δημόσιες λειτουργίες που επέφερε στη πόλη η εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Στα ανατολικά του υπόστυλου κτιρίου και στον ίδιο άξονα (Δ-Α) υπήρχε μία μεγάλη δωρική στοά σχήματος Π (μήκους 83.45μ.) που κτίστηκε στο τρίτο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ. και αποτελούσε πιθανότατα την πρόσοψη ενός δρομικού τρίκλιτου κτιρίου που ανοίγεται στα νότια. Το κτίριο (Ρ) ερμηνεύτηκε ως Γυμνάσιο και αποτελούσε πιθανότατα το νότιο όριο της Αγοράς. Μπροστά από τη βόρεια στοά του κτιρίου και κατά μήκος αυτής εκτεινόταν ένας δρόμος αθλητικών αγώνων (στίβος) με ελαφρά διαγώνιο άξονα. ΒΔ-ΝΑ. Ο δρόμος μαζί με ένα τριπλό σύστημα αποχετευτικών αγωγών που ορίζει το ανατολικό τμήμα του ανασκαμμένου χώρου κτίστηκαν στις αρχές του 4ου  αι. π.Χ. αλλά το πιο πιθανό είναι ότι αντικατέστησαν παλαιότερες κατασκευές των πρώιμων κλασικών χρόνων. Η ΝΑ απόληξη του δρόμου κατέληγε σε μια ομάδα κτιρίων που βρίσκονται σήμερα έκτος ανασκαμμένου χώρου και πιθανότατα όριζαν τη ΝΑ είσοδο της Αγοράς. Στα βόρεια της υπόστυλης αίθουσας αποκαλύφτηκε η κρηπίδα μια δωρικής στοάς μήκους 28μ, που κτίστηκε στα ελληνιστικά χρόνια, είχε κατεύθυνση ΝΔ-ΒΑ (διαγώνιο σε σχέση με την υπόστυλη αίθουσα) και έκλεινε μεγάλο τμήμα της δυτικής και βόρειας πλευράς της Αγοράς. Ο χώρος (κτίριο) που υπήρχε πίσω από την κρηπίδα-στοά στέγαζε μεταλλουργικά και κοροπλαστικά εργαστήρια, τα οποία καταστράφηκαν από φωτιά στις αρχές της αυτοκρατορικής περιόδου.

Μπροστά από την κρηπίδα της στοάς και σε επαφή με αυτήν ανασκάφτηκε μια πεταλοειδής κατασκευή διαμέτρου 28μ. η οποία κτίστηκε στις αρχές του 4ου αι. π.Χ. και στο κέντρο της περιέκλειε ένα παλαιότερο βωμό με διακόσμηση τριγλύφων που χρονολογείται στον 5ου  αι. π.Χ. Παρόμοιοι ημικυκλικοί χώροι (ορχήστρες) βρέθηκαν σε πολλές άλλες πρώιμες Αγορές και χρησιμοποιούνταν για πάνδημες συγκεντρώσεις θρησκευτικού (πχ. ιερούς χορούς ή δράματα) αλλά και πολιτικού χαρακτήρα. Η ορχήστρα αυτή πρέπει να είχε στενή σχέση με τον παρακείμενο δρόμο αθλητικών αγώνων και μολονότι κατασκευάστηκαν στον 4ου  αι. π.Χ., αποτελούσαν δυο χώρους που είχαν ήδη μακρά ιστορία και ιδιαίτερη θέση στην τοπογραφία της Αγοράς. Στην ίδια περιοχή άλλωστε και δίπλα στην Ορχήστρα βρέθηκε ένας περιφραγμένος χώρος που ήταν αφιερωμένος στους επτά Αργείους ήρωες που έπεσαν μπροστά στα τείχη της Θήβας.

Συνοψίζοντας θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι κατά τη διάρκεια της ελληνιστικής περιόδου δεν φαίνεται να έγιναν μεγάλες αλλαγές στην οργάνωση του χώρου ούτε να εκτελέστηκαν μεγάλα έργα, όπως ήταν για παράδειγμα οι στοές που κτίστηκαν και οριοθέτησαν την Αγορά των Αθηνών. Η ύπαρξη του δρόμου των αθλητικών αγώνων, του ημικυκλικού χορού για την τέλεση θρησκευτικών-τελετουργικών χορών αλλά και πολλών μικρών ιερών και σεβασμάτων, όπως το «πυρ του Φορωνέος» (Παυσανίας 2,19, 5) η το ηρώο των «Επτά επί Θήβας», είναι στοιχεία που συνάδουν με τα χαρακτηριστικά πολλών άλλων πρωίμων Αγορών και καταδεικνύουν ότι ο χώρος πιθανότατα διατήρησε σε μεγάλο βαθμό τον παραδοσιακό χαρακτήρα του.

 

Οικοδομικά έργα και νέα κτίρια κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορικής περιόδου

 

H αποκατάσταση της ειρήνης και ο ερχομός μιας νέας περιόδου σταθερότητας μετά τη ναυμαχία του Ακτίου δεν φαίνεται να συνοδεύτηκε από την ανάληψη μεγάλων οικοδομικών έργων στην Αγορά του Άργους. Στις αρχές της αυτοκρατορικής, περιόδου (τέλη 1ου αι. π.Χ. η αρχές 1ου  αι. μ.Χ.), στη θέση των εργαστηρίων πίσω από τον στυλοβάτη Κ της ελληνιστικής στοάς, τα οποία είχαν μάλλον καταστραφεί από φωτιά, κτίζεται ένα μεγάλο κτίριο, από υλικό σε δεύτερη χρήση, στο οποίο ενσωματώνεται η παλιά κιονοστοιχία Κ που ήταν στραμμένη προς το εσωτερικό της Αγοράς. Το νέο κτίριο διατήρησε το λοξό προσανατολισμό του προκατόχου του. Η ανασκαφή στο εσωτερικό του κτιρίου έφερε στο φως μικρότερους χώρους με πηγάδια εργαστηριακής χρήσης που διατάσσονται γύρω από μια χαλικόστρωτη κεντρική αυλή, στοιχείο που αποδεικνύει ότι το κτίριο πίσω από τη στοά συνέχισε τη μακρά παράδοση του χώρου ως χώρου εργαστηρίων. Την ίδια περίοδο, στις αρχές του 1ου  αι. μ.Χ., ανακαινίζεται πιθανότατα και το παλιό κλασικό κτίριο (Ρ) με την πιόσχημη στοά. Μολονότι οι εξωτερικές στοές διατηρήθηκαν οι ίδιες, το εσωτερικό διαμορφώθηκε σε μια μεγάλη περίστυλη αυλή διαστάσεων 35.70 χ Ι7μ. Το κτίριο ταυτίστηκε με ένα από τα τρία Γυμνάσια του Άργους που αναφέρονται σε μια επιγραφή της εποχής του Αυγούστου προς τιμήν του τοπικού άρχοντα και γυμνασιάρχου Λευκίου Κορνηλίου Ινγένου. Η χρήση του κτιρίου θα αλλάξει ξανά κατά τη διάρκεια του 4ου αι. μ.Χ. όταν στο εσωτερικό του θα εγκατασταθεί ένα μνημειακό συγκρότημα λουτρών που είναι γνωστό ως Θέρμες Β.

 

 
 
 
 

Άργος, Ρωμαϊκά Λουτρά – The Roman Baths

 

 

Την ανακαίνιση του Γυμνασίου ακολούθησε η αναδιαμόρφωση του δρόμου/στίβου, ο οποίος πιθανότατα είχε πέσει σε αχρηστία. Ο στίβος αποτελούνταν από δεκαέξι διαδρόμους πλάτους 0,965μ. καθώς και ενός κενού χώρου στη μέση του στίβου με πλάτος 0.22μ. Το μήκος του έφτανε περίπου τα 89μ. Είναι άγνωστο τι είδους αγώνες τελούνταν στην Αγορά του Άργους, αλλά οπωσδήποτε η ανακαίνιση του στίβου δείχνει ότι η παράδοση αυτή συνεχίστηκε ή αναβίωσε στα πρώιμα αυτοκρατορικά χρόνια. Οι αθλητικοί αγώνες και οι θρησκευτικές γιορτές που συνδέονταν με αυτούς ήταν μια σημαντική πτυχή της ζωής των ελληνικών πόλεων που διατηρήθηκε και ενισχύθηκε στα αυτοκρατορικά χρόνια, καθώς σε πολλές περιπτώσεις οι αγώνες συνδέθηκαν με τη λατρεία των αυτοκρατόρων.

Στα τέλη του 1ου  αι. μ.Χ. λίγα μέτρα βόρεια του «δρόμου», κτίστηκε ένας οκτάστυλος μονόπτερος (baldacchin), που από τους ανασκαφείς ερμηνεύτηκε ως Νυμφαίο. Το κτίριο υψώθηκε στο κέντρο μιας τριβαθμιδωτής τετράγωνης κρηπίδας με πλευρά 16μ. και περιβαλλόταν από έναν κυκλικό πλινθόκτιστο αγωγό επιχρισμένο με υδραυλικό κονίαμα. Ο αγωγός αυτός συγκέντρωνε τα ύδατα από τους κρουνούς, οι οποίοι αποκαθίστανται περιμετρικά στο πόδιο του κτιρίου. Μια κλίμακα που βρισκόταν στο μέσο της βόρειας πλευράς του κτιρίου ανέβαζε στο στεγασμένο πτερό.

Στο κέντρο του δαπέδου του υπήρχε ένα άνοιγμα απ’ όπου μια σπειροειδής κλίμακα οδηγούσε σε μια παλαιότερη κρύπτη που υπήρχε, κάτω από το ρωμαϊκό κτίριο. Από την κρυπτή αυτή ξεκινούσε ένας μακρύς κτιστός διάδρομος που οδηγούσε σε μια κυκλική δεξαμενή στα βόρεια, η οποία όμως επιχώθηκε όταν κτίστηκε το ρωμαϊκό κτίριο. Ο μονόπτερος της ρωμαϊκής περιόδου φαίνεται ότι αντικατέστησε μια παλαιότερη κατασκευή των ελληνιστικών χρόνων, η οποία έστεκε επίσης πάνω από την κρυπτή. Η επιγραφή από το επιστύλιο του ρωμαϊκού κτιρίου, το ονοματίζει ως Νυμφαίο, επρόκειτο δηλαδή για ένα κτίριο που εκτός, της πρακτικής, του χρήσης ως κρήνη είχε και κάποια λατρευτική σημασία.

Ο Marchetti συγκρίνοντας το κτίριο του Άργους με άλλα παρόμοια μονόπτερα κτίρια της ρωμαϊκής περιόδου που έχουν βρεθεί στην Κόρινθο, στον Ισθμό αλλά και στην Αθήνα, εντοπίζει όχι μόνο αρχιτεκτονικές ομοιότητες, αλλά και ομοιότητες στη λειτουργία. Πιο συγκεκριμένα διαπιστώνει ότι όλα σχεδόν αυτά τα κτίρια γειτνιάζουν με κάποιο δρόμο αθλητικών αγώνων και ότι όλα τους (εκτός του κτιρίου της Αθήνας) έχουν αντικαταστήσει παλαιότερες κατασκευές της ελληνικής περιόδου. Η σύνδεση του μονόπτερου στο Άργος με κάποια συγκεκριμένη λατρεία είναι αβέβαιη.

Το κτίριο είχε αρχικά ταυτιστεί από τον Ρ. Aupert με το μνημείο του Πύρρου που είδε ο Παυσανίας, (2.21,4) στο κέντρο της Αγοράς, ενώ o M. Pierart το ταύτισε με ιερό της Αμυμώνης. Η αρχαία κρυπτή και η χθόνια λατρεία που πιθανότατα στεγαζόταν σε αυτήν έπαιζαν σημαντικό ρόλο στη λειτουργία του κτιρίου ως τα τέλη του 2ου  αι. μ.Χ. Τότε η κρύπτη μπαζώνεται, η κλίμακα της βόρειας πλευράς καταργείται και το κτίριο συνεχίζει τη λειτουργία του αποκλειστικά ως κρήνη.

Την οικοδόμηση του μονόπτερου ακολούθησε η κατασκευή – σε πολύ κοντινή απόσταση στα νοτιά – ενός μεγάλου μαρμάρινου μνημείου (Μ) και ενός μνημειακού τάφου (RΤ). Ο νεκρός του τάφου RT που ήταν στεφανωμένος, με χρυσό στεφάνι, ταυτίζεται πιθανότατα με τον χορηγό του παρακείμενου μονόπτερου ή με κάποιο άλλο επιφανές πρόσωπο της τοπικής κοινωνίας.

Η Αγορά, όπως γνωρίζουμε και από άλλες περιπτώσεις, ήταν ένας χώρος διάσπαρτος, με λατρείες ηρώων, οι οποίες, συχνά συνδέονται με κάποιο αρχαίο τάφο η κενοτάφιο, όπως ήταν το μνήμα του Δαναού στο Άργος, το Ποδάρειο στη Μαντινεία και ο τάφος του Πατρέα στην Πάτρα.

Η ταφή μέσα στο χώρο της Αγοράς ήταν μια εξαιρετική τιμή που ουσιαστικά κατέτασσε το τιμώμενο πρόσωπο ανάμεσα στους παλαιότερους ήρωες της πόλης.  Η επινόηση των προστατών ηρώων κατά την διάρκεια της αρχαϊκής και κλασικής περιόδου έδινε στους πολίτες το αίσθημα συμμέτοχης σε μια κοινωνία με κοινές ρίζες και ιστορία. Ο αφηρωισμός ορισμένων πλουσίων πολιτών και η ανταμοιβή με μνημεία ή με το εξαιρετικό προνόμιο της ταφής στους κυριότερους δημόσιους χώρους της πόλης κατά την αυτοκρατορική περίοδο τόνιζε τον αποφασιστικό ρόλο της τοπικής αριστοκρατίας, ως φορέα εξουσία.

Η ένταξη επιφανών πολιτών της ρωμαϊκής περιόδου στη μακρόχρονη παράδοση των προστατών ηρώων της πόλης αναδείκνυε τον τεράστιο ρόλο τους στη διατήρηση της κοινωνικής, συνοχής. Η ακριβής χρήση του μνημείου Μ είναι άγνωστη μπορεί να αποτελεί την ανακατασκευή κάποιου παλαιού μνημείου της Αγοράς ή να αποτελεί μία νέα κατασκευή που λειτουργούσε ως Ηρώο, μνημείο ή κενοτάφιο, όπως ήταν ένα μεγάλο μνημείο που έστεκε πιθανότατα στην Αγορά της Σπάρτης και λειτουργούσε ως Ηρώο προς τιμήν του Γ Ιουλίου Ευρυκλή Ηρκλανού.

Στο δεύτερο μισό του 2ου αι. μ.Χ. κτίζεται μία δεύτερη κρήνη που καταργεί το δρόμο των αθλητικών αγώνων. Η κρήνη αποτελείται από μια πλινθόκτιστη συμπαγή βάση επενδυμένη με μάρμαρο πάνω στην οποία υψωνόταν ένα είδος τετραπύλου με πλινθόκτιστους πυλώνες. Μια επιγραφή που αποδίδεται στο κτίριο και βρέθηκε εντοιχισμένη στις, Θέρμες, που εγκαταστάθηκαν τον 4ου αι. μ.Χ. στο εσωτερικό της παλαίστρας μνημονεύει την οικογένεια των Τιβερίων Ιουλίων ως αναθέτες της κατασκευής.

Το μεγαλύτερο και σημαντικότερο ωστόσο κτίριο της ρωμαϊκής περιόδου κτίζεται στα τέλη του 1ου αι. μ.Χ. όχι εντός της Αγοράς αλλά στη δυτική περιφέρειά της, ανάμεσα στη σημερινή οδό Τριπόλεως που βρίσκεται μάλλον στο δυτικό όριο της Αγοράς και τα πρανή της Λάρισας. Πρόκειται για ένα μνημειακό περίστυλο τέμενος διαστάσεων 84,15 x 43,45μ. με είσοδο στο μέσο της ανατολικής του πλευράς και έναν αξονικά τοποθετημένο ναό που καταλαμβάνει τη δυτική στενή πλευρά και ο οποίος πλαισιώνεται από δυο μικρότερους χώρους. Οι ανασκαφές στα βαθύτερα στρώματα της δυτικής, πτέρυγας έφεραν στο φως διάφορους τοίχους ελληνιστικών χρόνων καθώς και ένα ορθογώνιο κτίριο, ίδιου προσανατολισμού (άξονα Δ-Α), που ταυτίστηκε με ναό.

Το ρωμαϊκό κτίριο κτίστηκε κυρίως με οπτές πλίνθους, ενώ στα διάφορα τμήματά του ακολουθήθηκαν διάφορα συστήματα τοιχοδομίας, στο ναό και τα κτίρια της δυτικής πτέρυγας χρησιμοποιήθηκε αμιγής πλινθοδομή (opus testaceum), ενώ στις στοές μεικτή τοιχοποιία (opus mixtum). Οι ιωνικές στοές της αυλής αποτελούνται από μονολιθικούς γκρίζους κίονες που συνδέονται με τοξωτά επιστύλια Η αυλή, που ήταν πλακοστρωμένη, βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο (2μ.) από τις στοές και το ναό. Η πρόσβαση στο ναό γινόταν μέσω μίας πλατιάς μνημειακής κλίμακας που οδηγούσε στην πρόσοψη από  κορινθιακούς κίονες. Ο ναός αποτελείται από ένα βαθύ σηκό που στο πίσω μέρος του απέληγε σε αψίδα. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η στέγαση του ναού. Η κάμαρα που σκέπαζε το σηκό του ήταν κατασκευασμένη αποκλειστικά από οπτές πλίνθους και opus cacmcnticium. Η εγκάρσια τοποθέτηση των οπτών πλίνθων στην κάμαρα (pitched brick vaulting), μια πρακτική που δεν συνηθιζόταν στη ρωμαϊκή αρχιτεκτονική της περιόδου, θεωρήθηκε ότι προέρχεται από την Αίγυπτο, όπου η ίδια πρακτική, με ωμές ωστόσο πλίνθους, χρησιμοποιούνταν με επιτυχία ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ.  

Η μελέτη των Ρ. Aupert και R. Ginouves έδειξε ότι η κατασκευή της καμάρας αποτελούσε μία πρωτότυπη λύση στο πρόβλημα στέγασης μεγάλων χώρων, η οποία συνδύαζε την παραδοσιακή τεχνική με τη χρήση των νέων υλικών. Οι ανασκαφείς του κτιρίου είχαν αρχικά ταυτίσει το συγκρότημα με ένα από τα τρία Γυμνάσια του Άργους. Η ανακάλυψη το 1975 μιας κεφαλής του Ασκληπιού σε ένα δρόμο που οδηγούσε προς το θέατρο αλλά και η τυπολογία του περίστυλου κτιρίου, οδήγησε στην ταύτιση του τεμένους με Ασκληπιείο.

Την ταύτιση ενίσχυσε η αναφορά του Παυσανία (2.21.1) σε ένα ιερό του Ασκληπιού που βρισκόταν στην περιφέρεια της Αγοράς, κοντά σε μια περιοχή που ονομάζει «Δέλτα», αποκρύπτοντας όμως για θρησκευτικούς λόγους την προέλευση της ονομασίας. Ο τύπος του περίστυλου κλειστού τεμένους με τον αξονικά τοποθετημένο ναό σε μια από τις στενές πλευρές και στην είσοδο στην άλλη είναι ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς και διαδεδομένους κτιριακούς τύπους της ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής. Ο Sjovist πρότεινε ότι ο τύπος αυτός που προσαρμόστηκε έτσι ώστε να καλύψει τις ανάγκες της νέας αυτοκρατορικής λατρείας, προερχόταν πιθανότατα από περίστυλα τεμένη που στέγαζαν την επίσημη λατρεία των Πτολεμαίων στην Αίγυπτο. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι στην κλίμακα του ναού βρέθηκε εντοιχισμένη σε δεύτερη χρήση μία μνημειακή επιγραφή με χάλκινα γράμματα στην οποία μνημονεύεται «οίκος των Σεβαστών». Η εύρεση της επιγραφής είναι πιθανότατα μια ένδειξη ότι στο τέμενος πιθανότατα στεγαζόταν και η αυτοκρατορική λατρεία. Ο αναθέτης του κτιρίου είναι φυσικά άγνωστος. Οι αρχιτεκτονικές και κατασκευαστικές καινοτομίες, η χρήση πολυτελών υλικών (μάρμαρο), η παρουσία εξειδικευμένων συνεργείων (Αθηναίοι τεχνίτες δούλεψαν τους κίονες) είναι πιθανότατα στοιχεία που καταδεικνύουν την παρουσία ενός επιφανούς προσώπου ως χορηγού του έργου.

 

Αλλαγές στη μορφή και οργάνωση του χώρου της Αγοράς κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορικής περιόδου

 

Όπως είδαμε στην εισαγωγή, η πόλη κατά τη διάρκεια της περιόδου που εξετάζουμε επεκτάθηκε προς τα νότια με την προσθήκη νέων οικοδομικών νησίδων. Η πολεοδομική ανάπτυξη της πόλης έκανε επιτακτική την ανάγκη εκτέλεσης μεγάλων έργων υποδομής, όπως ήταν το έργο υδροδότησης που χρηματοδότησε ο αυτοκράτορας Αδριανός και το οποίο αναβάθμισε τη ζωή στην πόλη.****

Η υδροδότηση του άνυδρου Άργους είναι ένα καλό παράδειγμα για να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο η ολοκλήρωση ενός βασικού έργου υποδομής μπορούσε να προκαλέσει την εκτέλεση μικρότερων έργων κοινής ωφελείας και εξωραϊσμού της πόλης και των δημόσιων χώρων της (πχ. Νυμφαία, κρήνες, λουτρά), τα οποία χρηματοδοτούνταν από μέλη της τοπικής αριστοκρατίας.***** 

Ένας από τους χώρους, όπου εκτελέστηκαν τα νέα έργα, ήταν προφανώς η Αγορά, η οποία παρέμενε κέντρο της δημόσιας και θρησκευτικής ζωής της πόλης. Όπως και σε πολλές άλλες πόλεις του ελλαδικού χώρου, έτσι και στο Άργος η αναδιαμόρφωση των δημοσίων χώρων και η ανάληψη μεγάλων οικοδομικών προγραμμάτων φαίνεται ότι ήταν μια αργή διαδικασία.

Καθώς δεν διαθέτουμε συνολική εικόνα της Αγοράς, είναι δύσκολο να διαπιστώσουμε αν και σε ποιο βαθμό υπήρξαν δραστικές αλλαγές στην οργάνωση του χώρου. Η επικράτηση της οικονομικής, και κοινωνικής σταθερότητας στην εποχή του Αυγούστου βοήθησε πιθανότατα στην ανάληψη ορισμένων έργων. Τα ανασκαφικά στοιχεία καταδεικνύουν ότι τα έργα αυτά είχαν κυρίως αναστηλωτικό ή επιδιορθωτικό χαρακτήρα. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η ανακαίνιση του «δρόμου-στίβου» και η επιδιόρθωση και μετατροπή του κλασικού κτιρίου με τις πιόσχημες στοές (Ρ).

Το μοναδικό νέο κτίριο αυτής της περιόδου είναι ένα κτίριο με εσωτερική αυλή, το οποίο κτίστηκε στη θέση των παλαιών εργαστηρίων που βρίσκονταν πίσω από την κρηπίδα Κ και τα οποία είχαν καταστραφεί από φωτιά στις αρχές της αυτοκρατορικής περιόδου. Πάρα τη θεωρία που θέλει όλες τις εμπορικές και χειροτεχνικές δραστηριότητες να απομακρύνονται από το χώρο της Αγοράς κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορικής περιόδου, ο εργαστηριακός χαρακτήρας του κτιρίου ΚR καταδεικνύει ότι η Αγορά εξακολουθούσε να είναι ένας χώρος στον οποίο στεγάζονταν ποικίλες δραστηριότητες της πόλης, μολονότι υπήρχε αναμφισβήτητα η τάση να συγκεντρωθούν οι δραστηριότητες αυτές σε σαφώς προσδιορισμένους και περιφραγμένους χώρους, όπως ήταν το εσωτερικό της νότιας πλατείας στην Αθήνα, ο «μάκελλος» της Επιγόνης στη Mαντίνεια ή ο λεγόμενος «δρύφακτος» στη Θήρα.

Ανάληψη νέων οικοδομικών έργων στο χώρο της Αγοράς γίνεται μόνο μετά τα μέσα του 1ου αι. μ.Χ. Η οικοδόμηση του μονόπτερου Νυμφαίου στο κέντρο της Αγοράς, το οποίο κτίστηκε πάνω από μια παλιά λατρευτική κρύπτη, αλλά και του μνημειακού περίστυλου τεμένους, στη δυτική περιφέρεια της Αγοράς, το οποίο αντικατέστησε ένα παλαιότερο ναό αποτελούν ισχυρές ενδείξεις ότι τα νέα κτίρια κτίστηκαν για να δώσουν μνημειακή μορφή σε παλαιούς χώρους ή κτίρια. Η αυτοκρατορική λατρεία θα ήταν ασφαλώς μια από τις νέες προσθήκες στο χώρο της Αγοράς, μολονότι ο Παυσανίας δεν κάνει καμμία νύξη για την ύπαρξη ναού ή βωμού.

Μια επιγραφή στην οποία οι «Σεβαστοί» μνημονεύονται μαζί με τους άλλους ήρωες της πόλης είναι ενδεικτική ότι η αυτοκρατορική λατρεία τελούνταν στο χώρο της Αγοράς, αν και παραμένει άγνωστο σε ποιο κτίριο. Το μεγάλο τέμενος που κτίστηκε στην δυτική περιφέρεια της Αγοράς συγκεντρώνει αρκετές πιθανότητες να στέγαζε σε κάποιον από τους χώρους τη λατρεία του αυτοκρατορικού οίκου, αφού τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του θυμίζουν τα λεγόμενα «Καισάρεια». Την ταύτιση υποστηρίζει έξαλλου, όπως προαναφέραμε, η εύρεση μίας επιγραφής με χάλκινα γράμματα που εντοιχίστηκε στη βόρεια στοά του κτιρίου, όταν αυτό μετατράπηκε σε Θέρμες και η οποία πιθανότατα προερχόταν από την πρόσοψη του vαού.

Η καθυστέρηση ή η διστακτικότητα στην εκτέλεση νέων έργων δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Σύμφωνα με τον Ρ. Aupert, ο εκρωμαισμός των δημοσίων χώρων στις ελληνικές πόλεις ήταν μια διαδικασία αργή που συχνά κωλυόταν από την αδυναμία εξεύρεσης πόρων, την αδυναμία προσέλκυσης μεγάλων χορηγών ή απλώς την έλλειψη πραγματικών αναγκών που θα υπαγόρευαν την κατασκευή νέων κτιρίων.

Η περιγραφή του Παυσανία είναι ενδεικτική ότι τουλάχιστον μέχρι την εποχή της επίσκεψής του, η τοπογραφία και οι παραδοσιακές αρχές οργάνωσης του χώρου παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό αναλλοίωτες αν και συχνά είναι δύσκολο κάτω από την επιφάνεια της θρησκευτικής περιήγησης του Παυσανία να διακρίνουμε ποια από τα κτίρια που περιγράφει ήταν πράγματι παλαιά ή ποια από αυτά αποτελούν προσθήκες της αυτοκρατορικής περιόδου.

Είναι ωστόσο πιθανό ότι η Αγορά, παρά την προσθήκη κάποιων νέων κτιρίων και τις επιδιορθώσεις των παλαιών, διατήρησε σε μεγάλο βαθμό την παραδοσιακή της μορφή τουλάχιστον ως τα τέλη του 2ου αι. μ.Χ. Τότε κτίζεται η μαρμάρινη κρήνη των Τιβερίων Ιουλίων που κατάργησε το δρόμο των αθλητικών αγώνων (στίβο), ενώ παράλληλα η πεταλοειδής κατασκευή (ορχήστρα) μετατράπηκε σε δεξαμενή. Την ίδια περίοδο επίσης φαίνεται ότι μπαζώνεται η κρύπτη και πιθανότατα καταργείται και η λατρεία που στεγαζόταν κάτω από το κυκλικό Νυμφαίο, το οποίο λειτουργεί πλέον ως απλή κρήνη. Η κατάργηση του δρόμου, της Ορχήστρας αλλά και η αλλαγή χρήσης του μονόπτερου είναι πιθανόν ενδείξεις ότι κάποιοι από τους παραδοσιακούς χώρους έχασαν τη σημασία τους.

Οι αλλαγές αυτές συνοδεύτηκαν από αλλαγές στο χωροοργανωτικό πλαίσιο της Αγοράς, καθώς την περίοδο αυτή καταργήθηκε η δυτική πτέρυγα του ρωμαϊκού Γυμνασίου και η βόρεια στοά του κτιρίου προεκτάθηκε προς τα δυτικά και συνέδεσε το Γυμνάσιο με το υπόστυλο κτίριο (Βουλευτήριο), ενώ μια σειρά καταστημάτων κτίστηκε πίσω από την προέκταση της στοάς. Η προέκταση της, στοάς προς τα δυτικά σηματοδοτεί οπωσδήποτε μια σημαντική αλλαγή στο χωροοργανωτικό πλαίσιο της Αγοράς, καθώς μια πρόσβαση ανοικτή για αιώνες κλείνει και η μορφή του χώρου προσεγγίζει πιο κλειστά σύνολα, όπως ήταν οι περίστυλες Αγορές. Το κλείσιμο της νότιας πλευράς της Αγοράς και η δημιουργία μιας ενιαίας πλατείας συνοδεύτηκε πιθανότατα από μια προσπάθεια μνημειακής οριοθέτησης των βασικών εισόδων του χώρου. Τα θεμέλια δυο πυλώνων που ανασκάφτηκαν στο βόρειο τμήμα του ανασκαμμένου χώρου ανήκουν σε μία αψίδα που χρονολογείται στις αρχές του 4ου  αι. μ.Χ., και είναι ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο πιθανότατα έγινε προσπάθεια να διαμορφωθούν μνημειακά οι κύριες είσοδοι της Αγοράς.

 

Κτιριακοί τύποι και τρόποι κατασκευής

 

Οι δυο κρήνες που κτίστηκαν στην αυτοκρατορική περίοδο στον κεντρικό ανοικτό χώρο της Αγοράς αποτελούν από πολλές απόψεις χαρακτηριστικά δείγματα της αρχιτεκτονικής της περιόδου. Οι κατασκευαστές χρησιμοποίησαν σύγχρονα υλικά (οπτές πλίνθους, χυτή τοιχοποιία και υδραυλικό κονίαμα), αναδεικνύοντας την αναπτυγμένη υδραυλική τεχνολογία της εποχής μέσω καλαίσθητων και ακριβών κατασκευών που ακολουθούσαν γνωστούς κτιριακούς τύπους της περιόδου, όπως είναι η μικρή θόλος.

Ένα κτίριο που αξίζει ιδιαίτερης, προσοχής, τόσο για το μέγεθός του όσο και τις εμφανείς επιρροές του από τη ρωμαϊκή αρχιτεκτονική, είναι το περίστυλο τέμενος που κτίστηκε εκτός ορίων της Αγοράς, στη δυτική περιφέρειά της. Ο αρχιτεκτονικός τύπος του περίστυλου τεμένους με τον αξονικά τοποθετημένο ναό, τα υλικά (π.χ. οπτές πλίνθοι και opus caementicium) και η κατασκευαστική καινοτομία της που εφαρμόστηκε στην καμάρα που στέγαζε το σηκό είναι στοιχεία που είναι ξένα στην παραδοσιακή ελληνική αρχιτεκτονική.

Ο Ρ. Aupert δέχεται ότι η ταύτιση του κτιρίου με Ασκληπιείο ή τέμενος, των Αιγυπτίων θεών θα μπορούσε να εξηγήσει ορισμένα από τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά του, όπως το περίκλειστο σχήμα, τους γκρίζους μονολιθικούς κίονες στις στοές, την αυλή που βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο από τις στοές, το βαθύ σηκό του ναού, ακόμα και την καμαροσκέπαστη οροφή. Ωστόσο πιστεύω ότι παρά τα «αιγυπτιακά» χαρακτηριστικά, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το κτίριο τόσο κατασκευαστικά – τεχνικά όσο και τυπολογικά εντάσσεται απόλυτα στην αρχιτεκτονική της περιόδου που εξετάζουμε. Ο τύπος του περίστυλου τεμένους με τον αξονικά τοποθετημένο ναό στο βάθος της αυλής είναι, όπως είδαμε, ένας αρχιτεκτονικός τύπος που μολονότι προέρχεται αρχικά από την πτολεμαική Αίγυπτο, αργότερα προσαρμόστηκε στις ρωμαϊκές ανάγκες, ιδιαίτερα ως Καισάρειο ή αυτοκρατορικό Forum και αποτέλεσε ένα από τους πιο διαδεδομένους αρχιτεκτονικούς τύπους της ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής.

Η παρουσία ενός τόσο χαρακτηριστικού ρωμαϊκού κτιριακού τύπου στο κέντρο μίας επαρχιακής πόλης καταδεικνύει πιθανότατα ότι η διάδοση αρχιτεκτονικών τύπων, όπως και υλικών δομής της ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής στην Ανατολή, ήταν μεγαλύτερη απ’ ότι πιστεύουμε.

Το κτίριο οπωσδήποτε δεν αποτελεί εξαίρεση στην αρχιτεκτονική ιστορία της πόλης του Άργους. Οι κρήνες της Αγοράς, η νέα σκηνή (scaenae frons) του θεάτρου, το πλινθόκτιστο Ωδείο, το υδραγωγείο και οι Θέρμες είναι κτίρια που εντάσσονται στο αρχιτεκτονικό πλαίσιο της περιόδου και όμοιά τους βρίσκουμε σε αναρίθμητες άλλες πόλεις του ρωμαϊκού κόσμου.

Έτσι αναδεικνύεται μια εικόνα της Αγοράς και γενικότερα της πόλης του Άργους, που είναι αρκετά πιο σύνθετη από την εικόνα που μας παραδίδει ο Παυσανίας. Αναμφισβήτητα η Αγορά ήταν ένας χώρος που διατήρησε σε μεγάλο βαθμό τον παραδοσιακό του χαρακτήρα και τα ιστορικά του κτίρια και αυτό ακριβώς το στοιχείο ήταν που προσέλκυσε το ενδιαφέρον περιηγητών όπως ο Παυσανίας, επισκεπτών με αρχαιοδιφικό ενδιαφέρον αλλά και του ίδιου του αυτοκράτορα. Παράλληλα όμως η Αγορά ήταν ένας ζωντανός – λειτουργικός χώρος που εξυπηρετούσε τις ανάγκες των πολιτών και ως τέτοιος σταδιακά εμπλουτίστηκε με κτίρια κτισμένα με νέα υλικά και σύγχρονους αρχιτεκτονικούς τύπους.

 

Υποσημειώσεις


 

* Van Berchem D., «Les Italiens d’ Argos et le decline de Delos», BCH 86 (1962), 305-313 Pierant M., «A propos des subdivisions de la population argienne». BCH 109 (1985), 355-356. Οι «Ρωμαίοι οι εν Άργει κατοικούντες» εμφανίζονται σε διάφορες επιγραφές, όπως την IG IV αρ. 606, στην οποία οι Ρωμαίοι κάτοικοι της πόλης εμφανίζονται να τιμούν τον τοπικό ευεργέτη Τιβέριο Κλαύδιο Διόδοτο για τις οικονομικές του συνεισφορές. Σε μια άλλη επιγραφή του 67 π.Χ (IG IV αρ. 604) η ίδια ομάδα εμφανίζονται ως «Ιταλοί οι εν Άργει πραγματευόμενοι».

** Μπανάκα – Δημάκη Α.,  Παναγιωτοπούλου Α.,  Οικονόμου- Laniado A. οπ. σημ. 40, 328. Η πιο πιθανή πηγή του νερού είναι οι πηγές στο σημερινό Κεφαλάρι, βλ. Vollgraff W., BCH 54 (1920), 224 αλλά μάλλον υπήρχε  και δεύτερη πηγή στα βόρεια της πόλης. Σύμφωνα με την S. Alcock, οπ. σημ. 4. 124-125 το νερό προερχόταν πιθανότατα από το μεγάλο υδραγωγείο που έκτισε ο Αδριανός για να υδροδοτήσει την Κόρινθο από την περιοχή της Στυμφάλου. Το ένα υδραγωγείο απέληγε σε μια δίχωρη δεξαμενή Vollgraff W., BCH 82 (1958). 516 κ.ε. που ήταν λαξευμένη μέσα στο βράχο στις ανατολικές πλαγιές της Λάρισας και θύμιζε σπηλιά. Η ανωδομή του οικοδομήματος ήταν κτισμένη από οπτές πλίνθους και η οροφή σχημάτιζε καμάρα. Στο εσωτερικό έστεκε το άγαλμα του Αδριανού σε ηρωική γυμνότητα, βλ. Marceade M – Reftopoulou E., Sculptures  BCH 87 (1963), 42-49, εικ.16 και 18. Niemeyer H.G. studien Zu den statuarischen Darstellungen der romischen Kaiser, Berlin, 1968, αρ. 113 ενώ η πρόσοψη είχε τη μορφή ιωνικής κιονοστοιχίας. Από αυτή την κεντρική δεξαμενή ξεκινούσαν μικρότεροι αγωγοί που εφοδίαζαν τις διάφορες κρήνες και θέρμες της πόλης.

*** Spawforth A. J. «Corinth, Argos and the Imperial Cult, Pseudo – Julian, Letters 198». Hesperia 63 (1994), 226-230. Η αίσθηση ανωτερότητας που πηγάζει από τη θέση της πόλης στην ελληνική ιστορία και στους μύθους γίνεται αντιληπτή από μια επιγραφή που σώζει επιστολή που έστειλαν οι Αργείοι σε κάποιο Ιουλιοκλαύδιο αυτοκράτορα και στην οποία – περήφανοι για το όνομα και την ιστορία της πόλης τους – παραπονούνται σε αυτόν για το ότι πρέπει να πληρώνουν για την τέλεση θηριομαχιών στην Κόρινθο (τις οποίες αποκαλούν «ξενική θεά»), χαρακτηρίζοντας μάλιστα υποτιμητικά τους κατοίκους της Κορίνθου ως απογόνους σκλάβων. Η επιγραφή χρονολογούνταν στα παλαιότερα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουλιανού αλλά σύμφωνα με τον Spawforth χρονολογείται στα τέλη του 1ου αι. μ.Χ. Η Μ. Walbank “ Evidence for Imperial cult in Julio Claudian Corinth’’, στο  A. Small (επιμ.) Subject and Ruler the cult of  ruling power in classical antiquity. JRA suppl 17 (1994), 213 θεωρεί ότι η επιγραφή   είναι ακόμα παλαιότερη και χρονολογείται στα πρώτα χρόνια της ζωής της αποικίας της Κορίνθου.

**** Σύμφωνα με τον J. Coulton Roman Aqueducts in Minor Asia, στο Minor Asia, στο Macready S – Thompson F.H. (επιμ.), Roman Archiecture in the Creek World. London 1987, 73 η κατασκευή ενός υδραγωγείου, εκτός των πρακτικών αποτελεσμάτων που είχε στην υδροδότηση και την υγιεινή μιας πόλης, συμβόλιζε πάνω απ’ όλα την ύπαρξη ενός φορέα εξουσίας (της αυτοκρατορίας) που μπορούσε να εξασφαλίζει την εκτέλεση και διατήρηση έργων που κάλυπτα μεγάλες αποστάσεις και διέσχιζαν διαφορετικές εδαφικές επικράτειες.

***** Όπως και σε άλλες ελληνικές πόλεις της περιόδου η δράση των εκρωμαισμένων αριστοκρατών τους ήταν ένας πολύ σημαντικός μηχανισμός για την ενίσχυση των υποδομών της πόλης και τον εξωραϊσμό της βλ. σχετικά Stephan E. Homoratioren, Griechen, Polisburger Kollektive Identitaten inncrhalb der Oberschicht des Kaiscrzeitlichen Kleinasien, Gottihngen 2002 και Quab F., Honoratiorenschicht in den Stadten des griechischen Ostens. Sturtgart 1993. Οι δωρεές αυτές συχνά περιστρέφονται ή σχετίζονται με κάποια μεγάλη αυτοκρατορική χορηγία όπως ήταν για παράδειγμα το υδραγωγείο του Αδριανού. Αυτό είναι το φαινόμενο που παρατηρείται σε όλες σχεδόν τις πόλεις που ευεργετήθηκαν από αυτοκρατορικές χορηγίες. Η κατασκευή ενός μεγάλου έργου δημοσίας ωφέλειας της κλίμακας ενός λιμανιού, ενός υδραγωγείου ή μιας εμπορικής Αγοράς, ήταν εκτός των οικονομικών δυνατοτήτων των τοπικών ευγενών, αλλά συχνά ένα τέτοιο μεγάλο έργο λειτουργούσε ως καταλύτης που προκαλούσε την εκτέλεση μικρότερων έργων που σχετίζονταν με αυτό και το αναδείκνυαν.

 

Πηγή


  • Ευαγγελίδης Βασίλειος, «Η αγορά των Πόλεων της Ελλάδας από τη Ρωμαϊκή κατάκτηση ως τον 3ο αι. μ.Χ.», διδακτορική διατριβή, τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, 2007.

 

 Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Αστυνομία και δημόσια ασφάλεια στο Άργος και την περιοχή του κατά την Επανάσταση του 1821

 


  

Ειδήσεις από ανέκδοτα ιστορικά έγγραφα της περιόδου 1822-1827

 

Ι. Εισαγωγή

Η εργασία που ακολουθεί είναι αρχειοδιφική. Βασίζεται στο σύνολό της στην αρχειακή ενότητα «Μινιστέριον της Αστυνομίας», η οποία τηρείται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Αποτελεί τα κατάλοιπα του αρχείου του Υπουργείου Αστυνομίας από την περιπετειώδη λειτουργία του στις διάφορες πόλεις όπου είχε κατά καιρούς την έδρα του το Εκτελεστικό Σώμα: Κόρινθος, Άργος, Τριπολιτσά, Ερμιόνη, Ναύπλιο, Τριπολιτσά (δεύτερη φορά), Μύλους και Ναύπλιο, για τρίτη και τελευταία φορά, έως την εμφάνιση της Αντικυβερνητικής Επιτροπής (1827).

 

ΙΙ. Αστυνομικές υπηρεσίες

ΙΙ. 1. Γενική Αστυνομία Άργους

Προς το παρόν παραμένει άγνωστο αν κατά τη διετία 1821-1822 λειτούργησε στο Άργος αυτοτελής τοπική Αστυνομία. Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι αστυνομικά καθήκοντα ασκούσαν ο Πολιτάρχης, ο Έπαρχος και οι προκριτοδημογέροντες. Στις 23 Μαΐου 1823 διορίστηκε Γενικός Αστυνόμος Άργους ο Γεώργιος Γλαρός. Φτάνοντας στην πόλη αγνοήθηκε από τους τοπικούς πολιτικούς και διοικητικούς παράγοντες. Στις 15 Ιουλίου με αναφορά του προς το Υπουργείο Αστυνομίας διεκτραγωδούσε την οικτρή οικονομική κατάσταση από την οποία δοκιμάζονταν ο ίδιος ο Γενικός Γραμματέας της Αστυνομίας Γεώργιος Γιαννακόπουλος και οι αστυνομικοί στρατιώτες. Το Υπουργείο Αστυνομίας βρήκε μία προσωρινή λύση, ορίζοντας να του δώσει ο Έπαρχος Άργους 500 γρόσια από το προϊόν του επαρχιακού εράνου για τον Αγώνα. Ακόμη όριζε να δίνουν οι επιστάτες καθημερινό σιτηρέσιο στο προσωπικό της Αστυνομίας.

Ο Έπαρχος αρνήθηκε με τον ισχυρισμό ότι το προϊόν του εράνου έπρεπε να παραδοθεί ακέραιο στα χέρια του Πάνου Κολοκοτρώνη. Αρνητική απάντηση έδωσαν και οι δημογέροντες, δηλώνοντας απερίφραστα ότι η επαρχία τους δεν είχε ανάγκη από Αστυνόμο και τα καθήκοντά του μπορούσαν να τα ασκήσουν οι ίδιοι. Για τον παραστάτη της επαρχίας Άργους Αναστάσιο Κάβα, αναφέρεται ότι φρόντιζε μόνο για τους δικούς του ανθρώπους.

 

Απόσπασμα χωροφυλακής κατά τους χρόνους του Όθωνα. Σχέδιο του Γάλλου περιηγητή Ερ. Μπελλ.

 

Λίγα χρόνια αργότερα έμελλε να αντιστραφούν οι όροι, έστω και κατά συγκυριακό τρόπο. Οι παλιοί αρνητές του αστυνομικού θεσμού αναγκάζονταν να αποδεχτούν τους εκφραστές του, ζητώντας τη συνδρομή τους σε ώρες δύσκολες. Ας δούμε όμως δυο χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Στις 9 Δεκεμβρίου 1825 οι επιστάτες της ευρύτερης περιοχής του Άργους ζήτησαν από το Υπουργείο Αστυνομίας να στηρίξει η τοπική Αστυνομία το νέο επιστάτη στο Κουτσοπόδι, τον οποίο είχαν εκλέξει στη θέση κάποιου άλλου, με το αιτιολογικό ότι ο τελευταίος «καταχράται των επιστατικών χρεών του».

Στις 13 Απριλίου 1826 η ίδια Αστυνομία γλύτωσε τον παραστάτη της επαρχίας Άργους Μιχ. Κάβα από άγρια κακοποίηση από μαινόμενους πολίτες, οι οποίοι τον κατηγορούσαν για παράνομη κατακράτηση επαρχιακών χρημάτων. Ο Γεώργιος Γλαρός παρέμεινε στη θέση του μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου 1824. Δεν υπάρχουν πληροφορίες αν υπήρξε διάδοχός του μέχρι τις 15 Μαρτίου 1824, όταν με απόφαση του Εκτελεστικού Σώματος διορίστηκε προσωρινός Γενικός Αστυνόμος Άργους ο Ηπειρώτης Κωνσταντίνος Δεληγιάννης, στον οποίο ανατέθηκαν και τα καθήκοντα του Αγορανόμου.

Η θητεία του υπήρξε πολύ σύντομη. Στις 25 Μαΐου 1824 διορίστηκε στη θέση του ο Μανουήλ Βασιλειάδης, ο οποίος είχε χρηματίσει – άγνωστο πότε ακριβώς – Γενικός Αστυνόμος Αθηνών για πέντε μήνες. Με την εισβολή του Ιμπραήμ στον αργολικό κάμπο, η Αστυνομία του Άργους διαλύθηκε και ο αστυνόμος Βασιλειάδης κατέφυγε στο Ναύπλιο. Από εκεί, στις 11 Αυγούστου 1825, γνωστοποιούσε στο Υπουργείο Αστυνομίας ότι του ζητούσαν να αναλάβει τα καθήκοντά του ο Έπαρχος και οι επιστατοδημογέροντες του Άργους.

Μετά από τρεις περίπου μήνες επέστρεψε στη θέση του. Το Υπουργείο Αστυνομίας υιοθετώντας σχετική πρότασή του, όρισε να του δοθούν σε πρώτη φάση έξι στρατιώτες και να επαναδιοριστεί ως Γραμματέας της Αστυνομίας ο Εμμ. Ιωανούσης. Ακόμη όρισε να της διαθέτουν ο Πολιτάρχης την απαραίτητη εκτελεστική δύναμη και ο Επιθεωρητής των στρατευμάτων το απαραίτητο ψωμί σε ημερήσια βάση, για το προσωπικό της.

Όμως παρά τα υποσχεθέντα, ο αριθμός των αστυνομικών στρατιωτών παρουσίαζε συνεχή μείωση. Από μία αναφορά του Αστυνόμου Άργους εκείνων των ημερών, μαθαίνουμε ότι είχε στη διαθεσή του πέντε στρατιώτες. Σε μια άλλη σημείωνε ότι στενοχωρείται «μεγάλως» από την έλλειψή τους. Στο περιθώριο του κειμένου ο Αργείτης Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Αστυνομίας Σπύρος Παπαλεξόπουλος, σημείωνε ότι το πρόβλημα ήταν υπαρκτό και θα μπορούσε ο Υπουργός να αυξήσει τη δύναμη της Γενικής Αστυνομίας Άργους, χωρίς να ζητήσει την έγκριση του Εκτελεστικού Σώματος.

Στις αρχές Ιανουαρίου 1826 με απόφαση του Εκτελεστικού Σώματος διαλύθηκε η Πολιταρχία Άργους ως περιττή. Η Γενική Αστυνομία δεν θα μπορούσε πλέον να ενισχύεται με εκτελεστική δύναμη. Ώσπου στις 12 Μαρτίου ο Κολοκοτρώνης, με την ιδιότητα του Γενικού Αρχηγού των στρατευμάτων, επανέφερε σε ισχύ το θεσμό της Πολιταρχίας με δική του πρωτοβουλία. Πριν αναχωρήσει από το Άργος άφησε ως Πολιτάρχη, κάποιον καπετάν Σπύρο από την Καρύταινα, με δύναμη 15 στρατιωτών. Εκείνος έκρινε απαραίτητο να πάρει για βοηθό του τον Αργείτη Δημήτριο Θεοφανόπουλο, που είχε μαζί του 10 στρατιώτες. Ο νεόκοπος Πολιτάρχης όχι μόνο δεν ανταποκρινόταν στα καθήκοντά του αλλά άφηνε ασύδοτους τους στρατιώτες του, που επιδίδονταν κάθε ημέρα σε διάφορες αταξίες και καταχρήσεις. Έτσι ώστε στις 2 Απριλίου 1826 να ξεσηκωθούν εναντίον τους αγανακτισμένοι κάτοικοι που συγκρατήθηκαν την τελευταία στιγμή από τον Αστυνόμο και τους δημογέροντες της πόλης.

Οι κατοπινές αρχειακές πληροφορίες για την Αστυνομία Άργους είναι ελάχιστες. Στις 28 Αυγούστου 1826 στην πόλη υπήρχε Αστυνομικός Επιστάτης. Από τα μέσα έως τα τέλη του 1827 εμφανίζονται με τη σειρά τρεις Γενικοί Αστυνόμοι Άργους και συγκεκριμένα οι Κ. Καναλέτης, Σπυράκης Δημ. Ιατρός και Παναγιώτης Κυριακός. Σημειώνεται τέλος ότι τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου ο Εμμ. Ιωανούσης εξακολουθούσε να είναι Γραμματέας της Γενικής Αστυνομίας Άργους.

 

ΙΙ. 2. Αστυνομική Επιστασία Μύλων

 

Οι πρώτες πληροφορίες για την Αστυνομία Μύλων υπάρχουν στα λιγοστά έγγραφα που εκδόθηκαν στα τέλη του 1822 από τον Αλέξανδρο Αξιώτη «Γενικό Αρμοστή Αστυνομίας» στην Ερμιόνη, όπου είχε μεταφερθεί η έδρα του Εκτελεστικού Σώματος. Όλα αυτά τα έγγραφα απευθύνονται προς τον Ανδρέα Παπαδιαμαντόπουλο, «Επιστάτην της εν Μύλοις Αστυνομίας», διορισμένο στη θέση αυτή στις 12 Νοεμβρίου 1822. Αναφέρονται σε μέτρα για την αντιμετώπιση της επιδημίας της πανώλους και την αναζήτηση καταδιωκομένων προσώπων.

Στις 19 Μαΐου 1823 με απόφαση του Εκτελεστικού Σώματος διορίστηκε ο Σπύρος Σταθόπουλος «Γενικός Λιμενάρχης και Ατυνομικός Επιστάτης των Μύλων» Στη θέση αυτή έμεινε μέχρι τις αρχές Ιανουαρίου 1824, όταν τον διαδέχτηκε ο Κωνσταντίνος Μιχαλόπουλος, ο οποίος αναφέρεται με το χαρακτηρισμό «Αστυνόμος». Ακολουθεί ένα κενό «αρχειακής σιωπής» έως την 11η Μαρτίου 1824, όταν ο ήδη διορισμένος ως προσωρινός αστυνόμος Μύλων Παναγής Ορφανός, παρουσιάζεται ως όχι ιδιαίτερα πρόθυμος για τη συνέχιση της αστυνομικής υπηρεσίας.

Στη θέση του διορίστηκε ο Νικόλαος Τσικλητήρας, ο οποίος είχε χρηματίσει αστυνόμος της επαρχίας Αγίου Πέτρου. Δυο μήνες περίπου αργότερα η θέση του αστυνόμου Μύλων παρουσιάζεται και πάλι κενή. Ο Τσικλητήρας διορίστηκε αστυνόμος και Λιμενάρχης της επαρχίας Νεοκάστρου. Όπως φανερώνουν τα σχετικά έγγραφα, η Αστυνομία Μύλων δεν λειτούργησε από τα μέσα Ιουνίου 1824 έως το τέλος Ιουλίου 1825, όταν το Υπουργείο Αστυνομίας πρότεινε στο Εκτελεστικό Σώμα να διοριστεί στους Μύλους ένας Υπαστυνόμος, επικεφαλής πέντε στρατιωτών.

Την πρόταση συνόδευε η αιτιολογία ότι ανάμεσα στους διερχόμενους ξένους από το υποχρεωτικό πέρασμα των Μύλων, ήταν και πολλοί λιποτάκτες στρατιώτες. Σύμφωνα με την ίδια αιτιολογία, η παρουσία Αστυνομίας στους Μύλους σκοπό θα είχε τον εφοδιασμό με διαβατήρια εμπορευομένων και άλλων περαστικών. Το Υπουργείο Αστυνομίας πρότεινε για τη θέση αυτή τον Εμμ. Ηλιόπουλο, ο οποίος διορίστηκε την επόμενη κιόλας ημέρα. Στο αρχείο υπάρχουν δυο έγγραφα όπου αναφέρονται δραστηριότητές του ευθύς αμέσως με την ανάληψη των καθηκόντων του.

  

ΙΙΙ. Προβλήματα στην αστυνόμευση του Άργους

ΙΙΙ. 1. Τάξη και ασφάλεια από τις αυθαιρεσίες ατάκτων στρατιωτών

 

Η συσσώρευση στο Άργος πολλών ατάκτων στρατιωτών, σε μια εποχή γενικής αποσταθεροποίησης, ήταν επόμενο να δημιουργεί ολοένα και πιο οξύτερα προβλήματα αστυνόμευσης, από μια έτσι και αλλιώς ανοργάνωτη και αδύναμη Αστυνομία, η οποία σε μια περίπτωση, το Μάιο του 1824, ξυλοκοπήθηκε από ατάκτους στρατιώτες, όταν θέλησε να εφαρμόσει το νόμο. Στους σχετικούς φακέλους υπάρχουν αρκετά έγγραφα στα οποία αναφέρονται φοβερές αυθαιρεσίες ατάκτων στρατιωτών.

Ενδεικτικά θα αναφερθούν εδώ κάποιες από αυτές που είχαν ομαδικό χαρακτήρα. Στις αρχές Ιουλίου 1824 στρατιώτες του Οδυσσέα Ανδρούτσου επιδόθηκαν σε μια σειρά από καταχρήσεις, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως ανυπόφορες. Στις 13 Οκτωβρίου στην αγορά του Άργους έγιναν εκτεταμένες διαρπαγές από στρατιώτες Κρητικούς, με αιματηρό επίλογο το θανάσιμο τραυματισμό με μαχαίρι ενός στρατιώτη από το σώμα του Θ. Ζαχαρόπουλου.

Στις 26 Οκτωβρίου έγιναν νέες διαρπαγές αγαθών βιοτικής ανάγκης αξίας πάνω από τέσσερις χιλιάδες γρόσια. Ο Αστυνόμος σημείωνε σε μια αναφορά του:

«Τα περισσότερα κακά και διαρπαγαί γίνονται από τους στρατιώτας του καπετάν Βάσου. Βιάζουν γυναίκας, παίρνουν πράγμα από την αγοράν χωρίς να δίδουν ούτε παράν, κτυπούν, υβρίζουν τους δυστυχείς Αργείους. Ο Γενικός Αστυνόμος πολλάκις ωμίλησε του καπετάν Βάσου δια να βάλη εις ευταξίαν τα στρατεύματά του μ’ όλον ότι και ο ίδιος βλέπει τας αταξίας και κλοπάς οπού κάμνουν οι στρατιώται και ποτέ δεν ηθέλησε να τους ομιλήση δια να παύσουν εις το εξής από τα παρόμοια».

Κάποτε η καταστροφική μανία των ατάκτων στρατιωτών άγγιζε τα όρια της παράκρουσης. Έφταναν στο σημείο να χρησιμοποιούν για καύσιμη ύλη πόρτες και παράθυρα κατοικημένων σπιτιών. Δεν άφησαν απείραχτο ούτε το σπίτι του Γραμματέα του Υπουργείου Αστυνομίας Σπύρου Παπαλεξόπουλου, αφαιρώντας από αυτό δοκάρια και σανίδες. Ο Αστυνόμος μάταια προσπαθούσε να τους συγκρατήσει. Στη σχετική αναφορά του έγραφε και τούτα τα φοβερά:«χωρίς συστολήν εξακολουθούν παρομοίως, χαλιώντας και καίοντας τας οικίας των δυστυχών Αργείων».

Βέβαια δεν ήταν μόνο οι αυθαιρεσίες των στρατιωτών που δημιουργούσαν οξύτατα προβλήματα στην αστυνομία του Άργους. Ήταν πρώτα από όλα η ρευστότητα των περιστάσεων που δημιουργούσε μία όλο και περίπλοκη αλυσίδα ποικίλων προβλημάτων κάτω από την απειλητική σκιά του πολέμου. Ήταν ακόμη και η μορφολογία της πόλης, η οποία κατά τον Αστυνόμο, έπρεπε να προστατεύεται από σταθερές αστυνομικές φρουρές.

 

ΙΙΙ. 2. Στεγαστικά – Πολεοδομικά

 

Ο περιορισμένος αριθμός σπιτιών από τη μια πλευρά και η συσσώρευση ξένων από την άλλη, ήταν επόμενο να δημιουργήσουν στο Άργος οξύτατα στεγαστικά προβλήματα. Η στέγαση στρατιωτών και προσφύγων στα λεγόμενα «εθνικά» (δημόσια) οικήματα, γινόταν με άδεια της Αστυνομίας. Μετά την αποχώρηση του Ιμπραήμ από τον αργολικό κάμπο, άρχισαν να κτίζονται μαγαζιά στην αγορά του Άργους, χωρίς όμως αρχιτεκτονική τάξη. Με τον ίδιο αυθαίρετο τρόπο είχαν κτιστεί σπίτια και μαγαζιά σε διάφορους δρόμους της πόλης.

Ο Αστυνόμος πρότεινε να βρεθεί και να σταλεί ένας αρχιτέκτων – και μάλιστα Ευρωπαίος – να επιβάλει την οικοδομική ευταξία για τον καλλωπισμό της πόλης. Η υπόθεση έφτασε στο Εκτελεστικό Σώμα, που είδε όμως τα πράγματα με το ρεαλισμό που επέβαλλαν οι περιστάσεις. Κατ’αρχήν παρατηρούσε ότι οι Αργείτες περισσότερο φρόντιζαν να βρεθούν τα καταστραμμένα σπίτια τους σκεπασμένα σε ώρα βροχής και λιγότερο να θεμελιώσουν κατοικίες «πολυχρονίου διαμονής».

Δεν είχε αντίρρηση για την εξεύρεση αρχιτέκτονα. Επειδή όμως τη θεωρούσε αδύνατη, υποδείκνυε μια άλλη λύση. Να οριστούν οικοδομικές γραμμές και από τις δυο πλευρές του κάθε δρόμου και να περιορίζονται μέσα σ’ αυτές όσοι έκτιζαν μόνιμες η προσωρινές κατοικίες. Η συνέχεια μας είναι άγνωστη. Κρίνοντας όμως από τα δεδομένα εκείνου του δύσκολου καιρού, μπορούμε να συμπεράνουμε με ασφάλεια ότι δεν βρέθηκαν λύσεις στα πολεοδομικά προβλήματα του Άργους.

 

ΙΙΙ. 3. Επισιτιστικά – Εμπορικά

 

Σε κάθε εμπόλεμη και γενικά πολυτάραχη εποχή, είναι επόμενο να πληθαίνουν τα προβλήματα αυτού του είδους. Το ίδιο ήταν φυσικό να συμβεί μετά την έκρηξη της Επανάστασης και στο Άργος, που βρέθηκε πολλές φορές στο επίκεντρο πολεμικών συγκρούσεων, αλλά και της έκρηξης εμφυλίων παθών. Στις 10 Μαΐου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας εξέδωσε διαταγή με την οποία απαγορευόταν στον οποιονδήποτε κάτοικο του Άργους – ντόπιο ή ξένο – να πηγαίνει στους Μύλους και να αγοράζει ψωμί, σιτάρι και οποιοδήποτε άλλο είδος βιοτικής ανάγκης, χωρίς την άδεια της Αστυνομίας.

Στο Εκτελεστικό Σώμα εξηγούσε ότι πήρε αυτό το μέτρο επειδή πληροφορήθηκε ότι οι καμπίτες δεν έχουν καθόλου τροφές και υπάρχει υποψία μήπως μεταφερθούν από το Άργος και εφοδιαστούν με αυτές οι έγκλειστοι «αντιδιοικητικοί» στο Ναύπλιο. Για τον ίδιο λόγο το Υπουργείο Αστυνομίας εξέδωσε μια άλλη διαταγή με την οποία απαγορευόταν η μεταφορά και προσφορά αυτών των ειδών από το Άργος στα γύρω χωριά.

Λίγους μήνες αργότερα οι ντόπιοι Αργείτες διεκδικούσαν για λογαριασμό τους την απόλυτη άσκηση της κάθε εμπορικής δραστηριότητας. Το Υπουργείο Αστυνομίας δεν συμμεριζόταν αυτή την άδικη μονοπωλιακή αντίληψη. Στις 6 Νοεμβρίου 1824 γνωστοποιούσε στον Αστυνόμο Άργους ότι «τα μονοπωλεία είναι όλως διόλου ενάντια του ελληνικού πολιτεύματος» και απαιτούσε «να δοθή άδεια εις έκαστον εντόπιον και μη εντόπιον να πωλή ελευθέρως ό,τι πράγμα θέλει».

 

IV. Αδικήματα

IV. 1. Ανθρωποκτονίες – Τραυματισμοί

 

Σε προηγούμενο κεφάλαιο αναφερθήκαμε σε περιπτώσεις φόνων και τραυματισμών κατά την εξέλιξη επεισοδίων με πρωταγωνιστές ατάκτους στρατιώτες. Εδώ θα αναφερθούμε ενδεικτικά σε αντίστοιχες περιπτώσεις με δράστες και θύματα πολίτες, ξεκινώντας από ένα άγριο «έγκλημα τιμής». Στα τέλη Ιουλίου 1824 στο Άργος κάποιος Γιαννάκης Τζίτζος, μαζί με τους γυιούς του και μια γυναίκα, σκότωσε τη θυγατέρα του με φρικιαστικό τρόπο.

Στη σχετική αστυνομική έκθεση ο θάνατός της χαρακτηρίζεται ως «πολλά επώδυνος», χωρίς να δίνονται άλλες εξηγήσεις. Αντίθετα στηλιτεύεται το αποτρόπαιο αυτό γεγονός με αυτά τα λόγια:

«Τοιαύτα εγκλήματα είναι συνήθη εδώ και από τους περισσοτέρους δεν νομίζονται άξια τιμωρίας, επειδή φρονούν ότι έχει απόλυτον εξουσίαν ο πατήρ εις την ζωήν της θυγατρός του, όταν υποπέση εις τοιούτον έγκλημα. Τοιαύτη δόξα είναι ολεθριωτάτη και είναι ανάγκη να τιμωρηθούν αυστηρώς και δημοσίως οι ένοχοι του ανοσιουργήματος, προς παραδειγματισμόν και κατάργησιν αυτής».

Το κείμενο αυτό έχει ιδιάζουσα σημασία όχι μόνο, διότι καταδικάζει μια απάνθρωπη λαϊκή δοξασία, αλλά επειδή το υπογράφει ένας κληρικός, ο Παπαφλέσσας, υπό την ιδιότητα του Υπουργού Εσωτερικών και προσωρινά της Αστυνομίας. Κάποιοι καταδιωκόμενοι για φόνο, ζητούσαν προστασία από στρατιωτικούς αρχηγούς ή κατέφευγαν σε άλλες περιοχές για να αποφύγουν τις συνέπειες του νόμου, αλλά και την εκδίκηση συγγενών των θυμάτων. Σε μια περίπτωση αναφέρεται ότι ο Πολιτάρχης του Άργους επισκέφθηκε στην Αστυνομία ένα κρατούμενο για φόνο και «εβιάσθη να του δώση μερικαίς ραβδιαίς όπισθεν δια να καθησυχάση τους συγγενείς του άλλου, οίτινες εζήτησαν εν ιδίοις χερσίν εκδίκησιν».

Κάποτε οι πράξεις αντεκδίκησης είχαν ως θύματα αθώους ανθρώπους. Στα μέσα Δεκεμβρίου 1825 στο χωριό Κουρτάκι ο σύζυγος μιας δολοφονημένης γυναίκας άφησε την οργή του να ξεσπάσει σε συγγενείς των δραστών, ώσπου η Αστυνομία του Άργους αναγκάστηκε να τον φυλακίσει για ένα διάστημα, μετά από την κατακρυγή μεγάλης μερίδας συγχωριανών του.

Στο αρχείο είναι καταχωρημένες αρκετές περιπτώσεις τραυματισμών από αμέλεια ή από πρόθεση. Σ’ εκείνες της δεύτερης κατηγορίας, υπάρχει μια περίπτωση «εγκλήματος πάθους» όπως θα τη χαρακτηρίζαμε σήμερα. Στο χωριό Ανυφί μια γυναίκα άτεκνη λόγω στειρότητας, τραυμάτισε σοβαρά μια άλλη που βρισκόταν σε κατάσταση προχωρημένης εγκυμοσύνης, με ένα φρικτό τρόπο. Βύθισε τα νύχια της στο λίκνο της κύησης προκαλώντας της διαδοχικές μητρορραγίες που προκάλεσαν αποβολή του εμβρύου, κάτω από διαρκή φλεγμονική επιδείνωση. Χαρακτηριστική λεπτομέρεια. Το έκτρωμα τοποθετήθηκε μέσα σε μέλι και μαζί με την κατάθεση μιας πρακτικής μαίας εστάλη στο Ναύπλιο για εξέταση, που τελικά δεν έγινε, επειδή βρέθηκε σε κατάσταση μερικής σήψης. Εδώ ασφαλώς έχουμε να κάνουμε με την πρώτη ιατροδικαστική εξέταση εμβρύου στα νεοελληνικά εγκληματολογικά χρονικά.

 

ΙV. 2. Ληστείες – Κλοπές

 

Στο αρχείο υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις «εγκλημάτων κατά της ιδιοκτησίας» όπως θα λέγαμε σήμερα. Για την οικονομία του χώρου θα αναφερθούμε με ενδεικτικό τρόπο κυρίως σε μεθόδους που ακολουθούσε η Αστυνομία για τη ανακάλυψη των δραστών. Στις 15 Ιουνίου 1823 στο Άργος, κάπου στην περιοχή του σημερινού νεκροταφείου, έγινε μια ληστεία σε βάρος ενός Κυθήριου εμπόρου με Σμυρνέϊκη καταγωγή. Οι δυο δράστες ενοπίστηκαν αλλά ο μάρτυρας που τους αναγνώρισε, δίσταζε να παρουσιαστεί και να καταθέσει ανοιχτά σε βάρος τους, φοβούμενος την εκδίκησή τους.

Ο Έπαρχος Άργους για να αποσπάσει την επίσημη μαρτυρία του, τον υπέβαλε σε εξέταση «πνευματικώ τω τρόπω» από κάποιον ιερομόναχο Καισάριο Φιλοθεΐτη. Σε ολόκληρο το αρχείο του «Μινιστερίου της Αστυνομίας» δεν υπάρχει άλλη ένορκη εξέταση μάρτυρα από κληρικό. Αντίθετα εντοπίζονται αρκετές περιπτώσεις ξυλοδαρμού υπόπτων. Ο βάναυσος αυτός τρόπος εξέτασης αναφέρεται με έμφαση στις σχετικές εκθέσεις, θαρρείς και αποτελούσε νόμιμο τρόπο εξέτασης. Σε μια από αυτές αναφέρεται ότι ένα κορίτσι από το Άργος ομολόγησε ότι έκλεψε ένα μαργαριτάρι «ύστερον από ολίγους ραβδισμούς».

Σε άλλη αναφέρεται ότι ο Έπαρχος Άργους και συνεργάτες του «εστενοχώρησαν» κάποιον Αργείτη δράστη κλοπής ειδών ρουχισμού.

Μια ασυνήθιστη κλοπή έγινε δέκα ημέρες πριν από την είσοδο του Ιμπραήμ στο Άργος. Άγνωστοι άνοιξαν τρύπες στον πίσω τοίχο ενός σπιτιού, μπήκαν μέσα και πήραν ό,τι πολύτιμο βρήκαν, μαζί και μερικά όπλα που είχαν δοθεί στον ιδιοκτήτη του για φύλαξη ή επιδιόρθωση, κατά τη βιαστική φυγή των κατοίκων. Η λεπτομέρεια αυτή δίνει το μέτρο του πανικού των κατοίκων πριν από την είσοδο του Ιμπραήμ στο Άργος που είχε καταντήσει μια έρημη πόλη, εκτεθειμένη σε κάθε είδους λεηλασία και καταστροφή.

Δράστες κλοπών ήσαν και μουσουλμάνοι, δούλοι χριστιανών. Οι ίδιοι χαρακτηρίζονται ως αντικείμενα αγοράς με συγκεκριμένα ποσά που διεκδικούνταν μαζί με τα κλοπιμαία χρήματα από τους παλιούς κυρίους τους. Για κάθε μουσουλμάνο υποτακτικό σε χριστιανό δεν ίσχυε βέβαια η αρχή «αργυρώνητος και από τον δεσπότην αυτού ακαταζήτητος». Ήταν μια περιστασιακή περίπτωση δουλοκτημοσύνης ολότελα άσχετη με το γνωστό οργανωμένο δουλεμπορικό σύστημα των Τούρκων σε βάρος των λαών που κατακτούσαν.

 

IV. 3. Καταπάτηση δημοσίων κτημάτων

 

Το πρόβλημα αξιοποίησης των καλλιεργησίμων «εθνικών γαιών», που κατέχονταν άλλοτε από τους Τούρκους και αποτελούσαν τα δυο τρίτα του συνόλου τους, ήταν ένα από τα οξύτερα προβλήματα κατά και μετά την Επανάσταση του ’21. Όταν στην Εθνοσυνέλευση του Άστρους τέθηκε θέμα εκποίησής τους, ξεσηκώθηκαν από παντού έντονες διαμαρτυρίες. Όλοι έβλεπαν ότι με τον τρόπο αυτόν η γη θα περνούσε στα χέρια των λίγων οικονομικά ισχυρών.

Μπροστά στη γενική κατακραυγή οι πληρεξούσιοι αναγκάστηκαν να ψηφίσουν διάταξη με την οποία έμπαιναν στη διαδικασία της εκποίησης μόνο τα λεγόμενα «φθαρτά εθνικά κτήματα», δηλαδή σπίτια, μύλοι και τα όμοια. Στους απελευθερωμένους Έλληνες έμενε μόνο το δικό τους ένα τρίτο των καλλιεργησίμων εκτάσεων. Για κάποιους η έγγεια ιδιοκτησία ήταν από ελάχιστη μέχρι ανύπαρκτη. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ήταν επόμενο να συντελούνται καταπατήσεις «εθνικής γης» που ενοικιαζόταν από το κράτος, με συχνές επεισοδιακές διεκδικήσεις της.

 Δυο τέτοιες περιπτώσεις αντιμετώπισε η Αστυνομία του Άργους την άνοιξη του 1825, με πρωταγωνιστές καταπατητές «εθνικής γης» στην περιοχή του Άργους και του χωριού Μπουγιάτι. Ο Αστυνόμος Άργους εξηγούσε στο Υπουργείο Αστυνομίας ότι οι δράστες και μερικοί – όπως τους χαρακτηρίζει – «καπανταήδες», χρησιμοποιούσαν τη στρατιωτική τους δύναμη για να καταπατούν πολλά «εθνικά» χωράφια, αδικώντας έτσι τους φτωχούς αγρότες ενοικιαστές τους.

 

IV. 4. Εγκλήματα κατά των ηθών

 

Στο αρχείο υπάρχουν δυο περιπτώσεις με το στοιχείο της αμφισβήτησης από τους εξεταστές τους. Η μια αναφέρεται σε καταγγελία για βιασμό κόρης από ένα Αργείτη έγγαμο και πατέρα τριών παιδιών. Η επιτροπή που ασχολήθηκε με την περίπτωση έκρινε ότι ο εγκαλούμενος «πιθανόν έφθειρεν αυτήν», παραπέμποντας στο κεφάλαιο 40 πάρ. 53 του Νόμου «περί εγκλημάτων», σύμφωνα με τον οποίο «ανήρ ύπανδρος φθείρων παρθένον με βίαν φυλακώνεται χρόνους δυο και υπανδρεύει την κόρην αναλόγως της καταστάσεώς του». Η επιτροπή ολοκληρώνοντας την απόφασή της επισήμανε ότι οι περιστάσεις της Πατρίδας δεν επέτρεπαν την πλήρη εφαρμογή των νόμων. Γι’ αυτό και υποχρέωνε τον φερόμενο ως βιαστή να δώσει στην κόρη 750 γρόσια.

Η δεύτερη περίπτωση αφορά μια εξώγαμη συμβίωση που είχε θλιβερό τέλος. Σύμφωνα με έκθεση του Αστυνόμου Άργους, το Φεβρουάριο του 1826 ένας μπουλουξής του Βάσου Μαυροβουνιώτη, απήγαγε στην Αρκαδιά ( Κυπαρισσία ) μια κόρη, με την οποία συνευρέθηκε στο χωριό του, τον Αετό Αταλάντης, και στο Άργος.

Μετά το θάνατό του σε μάχη στο Νιόκαστρο, ο γυναικάδελφός του παρουσίασε στην Αστυνομία Άργους μερικούς στρατιώτες του, οι οποίοι είπαν ότι «η γυναίκα με καλήν γνώμην, με το να ήτον αμφότεροι ερωτευμένοι, τον ηκολούθησεν». Από την άλλη πλευρά ο Βάσος Μαυροβουνιώτης με επιστολή του πληροφορούσε το Υπουργείο Αστυνομίας ότι ο σκοτωμένος μπουλουξής του την είχε μαζί του όχι για σύζυγο, αλλά για παλλακίδα του. Αν ήταν δυνατόν ένας μικροκαπετάνιος να εξομοιώνεται με Τούρκους σερασκέρηδες που συνήθιζαν να ακολουθούν τις συνήθειές του σεραγιού τους και στις εκστρατείες τους.

 

V. Αστικές διαφορές

 

Στο αρχείο υπάρχουν περισσότερες από εξήντα περιπτώσεις αστικών – όπως θα λέγαμε σήμερα – διαφορών, για την επίλυση των οποίων υπήρξε αστυνομική παρέμβαση. Το Υπουργείο Αστυνομίας άλλοτε ζητούσε από τον Αστυνόμο Άργους να επιλύσει ο ίδιος τη συγκεκριμένη διαφορά και άλλοτε να συλλάβει τον εναγόμενο και να τον οδηγήσει σ’ αυτό ή να τον ειδοποιήσει να παρουσιαστεί από μόνος του. Ο συλλαμβανόμενος υποχρεωνόταν να καταβάλει σε κάθε συνοδό του στρατιώτη το λεγόμενο «ποδοκόπι», που έφτανε συνήθως τα δυο γρόσια.

Σε πολλά έγγραφα του Υπουργείου Αστυνομίας αναφέρεται ότι ο υπόχρεος για βίαιη προσαγωγή ή αυτόβουλη προσέλευση είχε ενάγοντα, χωρίς όμως να αναφέρονται το όνομά του και ο συγκεκριμένος λόγος. Σε κάποιες προσκλήσεις υπάρχουν αυστηρές προειδοποιήσεις για την περίπτωση της μη εμφάνισης του εναγόμενου. Ακόμη υπάρχουν περιπτώσεις που οι προσκαλούμενοι εναγόμενοι δεν αναφέρονται ονομαστικά.

Στις 14 Απριλίου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας ζήτησε από τους δημογέροντες και τους δυο ιερείς του χωριού Καρυά, να καταβάλουν σε κάποιους μαστόρους διακόσια σαράντα γρόσια που είχαν παρακρατήσει από τα συμφωνημένα για το κτίσιμο μιας εκκλησίας και άλλα πενήντα για τη μεταφορά λαξευμένης πέτρας. Διαφορετικά όριζε να συλληφθούν όλοι και να οδηγηθούν στο Υπουργείο.

Μια άλλη πρόσκλησή του με ημερομηνία 24 Φεβρουαρίου 1825 απευθύνεται σε όλους τους κατοίκους του χωριού Ανυφί, με την εντολή να καταβάλουν σε ένα τεχνίτη τα όσα γρόσια του χρωστούσαν για κάποια εργασία του. Η πρόσκληση κλείνει με την ακόλουθη αυστηρή προειδοποίηση: «προσέξατε δε και μην απειθήσετε, διότι τότε θέλει σταλή εκτελεστική δύναμις και σας βιάση να πληρώσετε με ζημία σας μεγάλην».

Κάποτε η αστυνομική παρέμβαση είχε έντονο καταπιεστικό χαρακτήρα. Με ακραία την περίπτωση μιας χήρας μητέρας τριών ανηλίκων παιδιών, η οποία για ένα χρέος του συζύγου της, ύψους τριακοσίων γροσίων, εκλήθη να πληρώσει το ένα τρίτο της αξίας του κρασιού από ένα αμπέλι που αποτελούσε το μοναδικό της περιουσιακό στοιχείο. Διαφορετικά θα συλλαμβανόταν και θα προσαγόταν στο Ναύπλιο με συνοδεία στρατιωτών. Χαρακτηριστική λεπτομέρεια. Ο Αστυνόμος Άργους είχε προτείνει να πουληθεί ένα στρέμμα από το επίμαχο αμπέλι για την κάλυψη του χρέους. Ευθυγραμμιζόμενος έτσι με την έγγραφη εντολή του Υπουργείου του, όπου αναφέρονται τα εξής: «με όποιον τρόπον δυνηθής πωλώντας ό,τι πράγμα ημπορέσεις».

Κάποιες άλλες αστικές διαφορές έχουν ιδιόμορφο χαρακτήρα. Ας δούμε μερικές από αυτές. Στις 15 Απριλίου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας ειδοποίησε από το Άργος τον Αστυνόμο Τριπολιτσάς να υποχρεώσει κάποιο Γεώργιο Κοντόσταυλο να επιστρέψει στον έμπορο Ευστράτιο Πετροκόκκινο το ποσό των 127.20 γροσίων που είχε λάβει ως προπληρωμή (καπάρο) για να συγκεντρώνει λαγοτόμαρα, αλλά εκείνος αθέτησε τη συμφωνία τους.

Το μεγάλο ύψος της προκαταβολής υπαινίσσεται βέβαια ότι εκείνη την εποχή στο Μοριά αφθονούσαν οι λαγοί και οι αποτελεσματικοί κυνηγοί τους. Έτσι επιβεβαιώνεται ιστορικά η παρουσίαση στη «Βαβυλωνία» του Δ. Βυζάντιου ενός Μοραΐτη πρωταγωνιστή της ως χονδρεμπόρου δερμάτων διαφόρων θηραμάτων. Στις 23 Απριλίου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας ζήτησε από τον Αστυνόμο Άργους να υποχρεώσει «κατά πάντα τρόπον» μια γυναίκα να ακολουθήσει τον άνδρα της στο Ναύπλιο και μάλιστα με συνοδεία στρατιώτη.

Τέλος στις 22 Αυγούστου 1825 μια επιτροπή από Αργείτες ζήτησε από το Υπουργείο Αστυνομίας να εμποδίσει δυο συμπολίτες τους που ήθελαν να τρυγήσουν τα αμπέλια τους μια εβδομάδα πρωτύτερα από την ημερομηνία που όριζε η σεβαστή από όλους παλιά τοπική συνήθεια. Οι απαιτήσεις για οποιοδήποτε χρέος είχαν συναφθεί πριν από την Επανάσταση και ήταν απαγορευμένες.

Σε μια περίπτωση το Υπουργείο Αστυνομίας έδωσε εντολή στον Αστυνόμο Άργους να αποφυλακίσει κάποιον Κωνσταντίνο Ντόκο, με την παρατήρηση ότι το αίτιο της φυλάκισής του ήταν «παράνομον και εναντίον του θεσπίσματος της Διοικήσεως». Για τον ίδιο λόγο αρνήθηκε να εξοφλήσει στο Άργος ένα χρέος που είχε δημιουργήσει το 1818 στην Τριπολιτσά κάποιος Κ. Δημητρακόπουλος, επικαλούμενος και τη ρωσική του υπηκοότητα, επειδή στο μεταξύ είχε μεταναστεύσει στη Ρωσία.

Δημήτριος Τσόκρης

Δημήτριος Τσόκρης

Σε μερικές περιπτώσεις εμπλέκονται και κάποιοι επώνυμοι – όπως θα λέγαμε σήμερα – άνθρωποι εκείνης της εποχής. Στις 20 Ιανουαρίου 1825 ο στρατηγός Δημ. Τσόκρης ζήτησε από το Υπουργείο Αστυνομίας να κατασχεθεί μια ποσότητα κριθαριού που είχε μεταφέρει ένας οφειλέτης του για άλεσμα στους Μύλους. Τρεις μήνες περίπου αργότερα ο γραμματικός του Αγγελής Παναγιώτου ζητούσε για λογαριασμό του από το ίδιο Υπουργείο να υποχρεώσει τη Μπουμπουλίνα να του επιστρέψει ένα κανόνι. Στη σχετική αναφορά εξηγείται ότι το 1822 το πήρε λάφυρο από τους Τούρκους ο Τσόκρης, το έστειλε για ασφάλεια στο Λεωνίδιο και εκεί το πήρε αυθαίρετα η Μπουμπουλίνα, ανεβάζοντάς το στο καράβι της. Επειδή το Υπουργείο σιωπούσε, επανήλθε ο ίδιος ο Τσόκρης ζητώντας να του αποδοθεί το επίμαχο κανόνι. Η νέα αυτή παρέμβασή του έχει την εξήγησή της. Εκείνες τις ημέρες η Αστυνομία Άργους είχε στείλει στο Υπουργείο Αστυνομίας μερικά κιβώτια με πράγματα της Μπουμπουλίνας. Ήταν η εποχή που η θρυλική καπετάνισσα βρισκόταν σε διωγμό από την κυβέρνηση Κουντουριώτη.

Από το χορό των αντιδίκων για αστικές διαφορές δεν έλειψαν και άνθρωποι της Αστυνομίας. Από σχετική αναφορά του Αστυνόμου Άργους, μαθαίνουμε ότι στις αρχές Απριλίου 1826 έγιναν – κάτω από άγνωστες συνθήκες – ζημιές στο περιβόλι του τότε Υπουργού της Αστυνομίας Δημ. Δεσύλλα, που εκτεινόταν μπροστά και πέρα από την αγορά της πόλης. Οι ζημιές σε επτά κυπαρίσσια και σε «δύω κλάραις» λεμονιάς, αποτιμήθηκαν αντίστοιχα σε 15 και 5 γρόσια.

Άγνωστου είδους διαφορά με κάποιον Αργείτη, Παναγή Μπεκροδημήτρη, είχε ο συμπολίτης του Σπυρ. Παπαλεξόπουλος, Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Αστυνομίας. Όπως σημειώνεται στη σχετική αναφορά του, τον κάλεσε πολλές φορές να έρθει σε συνάντησή του να λύσουν ειρηνικά τις διαφορές τους, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Στο τέλος ζήτησε από τον προϊστάμενό του Υπουργό να εκδώσει «έντονον διαταγήν» προς τον αντίδικό του για να παρουσιαστεί στο Ναύπλιο. Εκείνος του έστειλε έγγραφη πρόσκληση, που έκλεινε με τούτη την αυστηρή προειδοποίηση: «πρόσεχε δε μη απειθήσης, ότι θέλει σταλή εκτελεστική δύναμις δια να σε πάρη και τότε θα το μετανοιώσης ανωφελώς». Η συνέχεια μας είναι άγνωστη.

 Κατά το 1827 τις εντολές για την επίλυση αστικών διαφορών τις έδινε ο προσωρινός Διοικητής Ναυπλίου. Στο αρχείο υπάρχουν έγγραφα που αναφέρονται στις ακόλουθες τρεις περιπτώσεις. Στις 22 Οκτωβρίου 1827 ζήτησε από τον Αστυνόμο Άργους να επιλύσει μια διαφορά μεταξύ των καπεταναίων Κ.Γ. Λογοθέτη, Ν. Κόπελου και Παλαιοκώστα, με τον επίτροπο των Κρητικών όπλων Ιωάννη Χάλη και διαμεσολαβητή τον στρατηγό Δημ. Τσόκρη.

Λίγες ημέρες αργότερα ο προσωρινός Διοικητής Ναυπλίου ζήτησε από τον Αστυνόμο Άργους να φροντίσει ώστε να πάρει τέλος μια οικονομική διαφορά μεταξύ των Κ. Μπερούκα και Ευστρ. Δημητρίου για 1840 γρόσια που χρωστούσε ο πρώτος στον δεύτερο, προσδιορισμένο επίσημα με αιρετοκρισία. Τέλος στις 31 Οκτωβρίου 1827 ζήτησε από τον ίδιο να εκπληρώσει μια παλαιότερη υπόσχεσή του στον Θοδωρή Γρίβα, ότι θα υποχρέωνε κάποιο Μήτρο του Θεοφάνη να δώσει όσα χρήματα χρωστούσε σε κάποιο Κωσταντή Μαγουλιανό. Καταλήγοντας τον διαβεβαίωνε ότι ο δανειστής, εκτός του ότι είχε το δίκαιο με το μέρος του, ήταν και πολύ στενός φίλος με τον Γρίβα. Το τελευταίο αποτελεί ασφαλώς το σύνηθες «διάνθισμα» πολλών και ποικίλων νεοελληνικών κειμένων ρουσφετολογικού περιεχομένου. Κατά μια απαρασάλευτη συνέχεια και συνέπεια.

 

VI. Περιπτώσεις «υψηλής αστυνόμευσης»

VΙ. 1. Καταγραφή ενόπλων και αμάχων

 

Η είσοδος του Μαρτίου 1824 βρήκε το Άργος και το Ναύπλιο στο επίκεντρο ανωμάλων πολιτικών εξελίξεων. Η κυβέρνηση Κουντουριώτη συνεχίζοντας την περιπλάνησή της, καταστάλαζε προσωρινά στο Άργος, κατακλυσμένο από αμέτρητους ντόπιους και ξένους ενόπλους και αμάχους. Πολλοί από αυτούς ήταν ύποπτοι για αντικυβερνητική δράση για τους κρατούντες εκείνων των τραγικών ημερών. Γι’ αυτό και φρόντισαν να καθιερώσουν ένα σύστημα «υψηλής αστυνόμευσης».

Ήδη από τις 16 Μαρτίου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας έστειλε στον Αστυνόμο Άργους ειδική οδηγία, με την οποία οριζόταν ο τρόπος καταγραφής όσων ξένων στρατιωτικών ή πολιτών κατοικούσαν ή μπαινόβγαιναν στο Άργος. Από ό,τι φαίνεται η οδηγία αυτή δεν εφαρμόστηκε σε ικανοποιητικό βαθμό. Στις 15 Απριλίου το Υπουργείο έστειλε δυο διαταγές προς τον Αστυνόμο Άργους, σε μια προσπάθειά του να εξασφαλίσει τον έλεγχο της κατάστασης.

Με την πρώτη τόνιζε ότι αναγκάζεται να επανέλθει για μια ακόμη φορά στο ίδιο ζήτημα και όριζε τα εξής : 1) Όσοι ξένοι βρίσκονταν στο Άργος, όφειλαν να παρουσιαστούν μέσα σε 24 ώρες στην Αστυνομία να εφοδιαστούν με ειδικό διαμονητήριο, 2) Όσοι αναχωρούν να εφοδιάζονται με κανονικό διαβατήριο και 3) Όσοι δεν συμμορφώνονται να τιμωρούνται αυστηρά.

Με τη δεύτερη διαταγή οριζόταν ότι όσοι στρατιώτες στάθμευαν στην πόλη και δεν βρίσκονταν κάτω από τις διαταγές κάποιου οπλαρχηγού της Διοίκησης, είχαν υποχρέωση μέσα σε 24 ώρες ή να φύγουν ή να καταγραφούν σε όποιον οπλαρχηγό της επιθυμούν. Μετά την εκπνοή της προθεσμίας αυτής, όσοι δεν είχαν φύγει ή καταγραφεί, θα αφοπλίζονταν και θα τιμωρούνταν αυστηρά. Τα μέτρα αυτά δεν απέδωσαν στην πράξη.

Όπως είδαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο, τα περισσότερα από τα σοβαρά έκτροπα στο Άργος γίνονταν από ατάκτους στρατιώτες με την ανοχή των αρχηγών τους. Όσο για τους αμάχους, ο καθένας τους μπορούσε να κάνει κακή χρήση του διαβατηρίου του, ερχόμενος σε επαφή με αντικυβερνητικούς.

 

VI. 2. Λογοκρισία

 

Η λογοκρισία στα γράμματα είχε ήδη αρχίσει προτού ακόμη «θεσμοποιηθεί» με τις προαναφερόμενες διαταγές του Υπουργείου Αστυνομίας. Στις 10 Μαρτίου 1824 το ίδιο Υπουργείο πληροφορούσε το Εκτελεστικό Σώμα ότι κατά τον έλεγχο δυο Βυτιναίων που κατευθύνονταν προς την Τριπολιτσά, βρέθηκαν πάνω τους τρία «αινιγματώδη γράμματα». Ο ίδιος χαρακτηρισμός δίνεται και σε ένα κείμενο με αριθμητικά στοιχεία και εμβόλιμες φράσεις πάνω σ’ ένα κομμάτι λερωμένο χαρτί.

Ύστερα από αυτό και επειδή οι δυο ύποπτοι είχαν πέσει σε αντιφάσεις, προτεινόταν η κράτησή τους για ασφάλεια μέσα σε κάποιο πλοίο, με προοπτική να υποβληθούν σε δεύτερη ανάκριση. Οι περιοχές Κορίνθου και Τριπολιτσάς αποτελούσαν δυο κύριους αγωγούς διακίνησης αλληλογραφίας από και προς το Ναύπλιο. Γι’ αυτό το Υπουργείο Αστυνομίας φρόντισε να στήσει σε επίκαιρα σημεία τους ένα ειδικό λογοκριτικό μηχανισμό.

Στις 11 Απριλίου έγραφε στον Έπαρχο Κορίνθου να ανοίγει χωρίς εξαίρεση όλα τα γράμματα που περνούσαν από τα χέρια του. Καταλήγοντας του εφιστούσε την προσοχή να βάλει σε πράξη τη διαταγή του. Με το ίδιο πνεύμα έγραφε λίγες ημέρες αργότερα και στον Αστυνόμο Τριπολιτσάς. Μόνο που σ’ αυτόν έκανε τούτη την οξύμωρη συμβουλευτική προειδοποίηση: «πρόσεξε όμως μετά την ανάγνωσιν αυτών να μη τα δημοσιεύης διότι τούτο είναι και λογίζεται παραβίασις των χρεών σου».

Με άλλα λόγια το Υπουργείο Αστυνομίας καθιέρωνε ένα είδος προστατευόμενου «λογοκριτικού απορρήτου». Τα ύποπτα γράμματα τα έστελνε στο Εκτελεστικό Σώμα. Σε μία τέτοια αποστολή ζητούσε να του επιστραφούν μετά την ανάγνωσή τους για να σταλούν στον προορισμό τους, με την παρατήρηση ότι έτσι «είναι συμφέρον».

 

VI. 3. Συλλήψεις αντικυβερνητικών

 

Η κυβέρνηση Κουντουριώτη, αμέσως μετά την εμφάνισή της στην περιοχή του Άργους, θέλησε να κάμψει το ηθικό των αντικυβερνητικών με ομαδικές φυλακίσεις. Στα τέλη Μαρτίου 1824 στην Τριπολιτσά βρίσκονταν φυλακισμένοι 50 Μεγαρίτες. Με εντολή του Υπουργείου Αστυνομίας συνελήφθησαν στην αρκαδική πρωτεύουσα ο Ρήγας Παλαμήδης και ο Αναγνώστης Χριστακόπουλος, πατέρας του βουλευτή Βασίλη Χριστακόπουλου, ο οποίος είχε κηρυχθεί έκπτωτος από το αξίωμά του, επειδή ακολουθούσε τον Κολοκοτρώνη.

Με την ίδια εντολή οριζόταν να συλληφθεί και ο Μητροπολίτης. Εξαιρέθηκε όμως επειδή ήταν ασθενής και τέθηκε «υπό φύλαξιν έως ότου αναλάβη». Χαρακτηριστική λεπτομέρεια. Η σύλληψη του Ρήγα Παλαμήδη έγινε μετά από ομαδική αναφορά 32 συμπολιτών του, με πρόταση να απομακρυνθεί από την πόλη τους ως επικίνδυνος αντικυβερνητικός και να φυλακιστεί στο φρούριο της Μονεμβασιάς η εκείνο της Κορίνθου «προς σωφρονισμόν και των ομοίων του».

Συλλήψεις έγιναν και στην περιοχή του Άργους. Στις 10 Απριλίου διατάχθηκε η σύλληψη όλων των προκριτοδημογερόντων του χωριού Χώνικα και κάποιου Κωνσταντίνου Μπομπέτζη στο Κουτσοπόδι. Στις 9 Μαΐου διατάχθηκε να συλληφθούν οι αδελφοί Γεώργιος και Θεόδωρος Τσόκρη και να οδηγηθούν στο Εκτελεστικό Σώμα που είχε την έδρα του στους Μύλους. Εκείνη την ημέρα στη Δαλαμανάρα είχε αποκρουστεί από κυβερνητικές δυνάμεις ο στρατηγός Δημ. Τσόκρης, όταν προσπάθησε να ανεφοδιάσει τον Πάνο Κολοκοτρώνη, που είχε βγει για το σκοπό αυτόν έξω από το φρούριο του Ναυπλίου. Έτσι εξηγείται η σπουδή της κυβέρνησης να συλληφθούν οι προαναφερόμενοι αδελφοί Τσόκρη. Εκείνοι όμως πρόλαβαν και κλείστηκαν στο Μοναστήρι του Αγίου Νικολάου του Άργους.

Το Υπουργείο Αστυνομίας – ή καλύτερα ο Υπουργός Παπαφλέσσας – έστειλε μία έγγραφη προειδοποίηση στον ηγούμενο του Μοναστηριού, που έκλεινε με τούτα τα απερίφραστα απειλητικά λόγια: «Λάβε μέτρα λοιπόν να μη τολμήσης να κάμης την παραμικράν ανθίστασιν και δεν τους παραδώσεις. Ήξευρε ότι αν δεν τους παραδώσης, αποφασιστικά η ζωή σου, μαζί με την ζωήν αυτών, είναι χαημένη. Η Διοίκησις θέλει σε κρεμάσει άφευκτα μαζί με αυτούς».

Στις 3 Δεκεμβρίου 1824 διατάχθηκε η σύλληψη των αδελφών Νικηφόρου και Κωνσταντίνου Παμπούκη. Αναζητήθηκαν αμέσως αλλά δεν βρέθηκαν στο Άργος. Την επόμενη ημέρα συνελήφθη ο δεύτερος και μετά από σύντομη κράτηση αφέθηκε ελεύθερος.

Ο Αστυνόμος Άργους με νεότερη αναφορά του τον κατηγορούσε ότι μετά την αποφυλάκισή του κοινολογούσε παντού ότι στη Βοστίτσα (Αίγιο) αποβιβάστηκαν χίλιοι Σουλιώτες, με αποστολή να χωριστούν σε τρία σώματα και να σπεύσει το καθένα να βοηθήσει τον Α. Λόντο στα Καλάβρυτα, τον Θ. Κολοκοτρώνη στην Τριπολιτσά και το Αρχοντόπουλο (Ιωάννη Νοταρά) στον Αη-Γιώργη. Στην πραγματικότητα όμως είχαν αποβιβαστεί Σουλιώτες μαζί με άλλα φιλοκυβερνητικά ρουμελιώτικα σώματα, που επιδόθηκαν στις γνωστές λεηλασίες και άλλες πράξεις βίας.

Οι συλλήψεις αντικυβερνητικών συνεχίζονταν και στα τέλη Απριλίου 1825, δηλαδή λίγο καιρό πριν από την εξαγγελία της γενικής αμνηστείας που γιορτάστηκε στο Ναύπλιο με τέλεση πανηγυρικής δοξολογίας, στις 19 Μαΐου 1825. Στις 20 Απριλίου το Εκτελεστικό Σώμα διέταξε να τεθεί υπό αυστηρό περιορισμό στο σπίτι του Υπουργού Αστυνομίας ο Αναστάσιος Λόντος με το αιτιολογικό ότι «είχον δημιουργηθεί τινές υποψίαι δια το πρόσωπόν του». Αυτό έγινε επειδή ο Αστυνόμος Άργους είχε ειδοποιήσει το Υπουργείο Αστυνομίας ότι οι «αντιδιοικητικοί» Α. Λόντος, Α. Ζαΐμης και Νικηταράς εμφανίστηκαν στην περιοχή των Καλαβρύτων. Λίγες ημέρες αργότερα αφέθηκε ελεύθερος και τέθηκε υπό στενή παρακολούθηση από ειδική φρουρά.

  

VI. 4. Παρακολούθηση αντικυβερνητικών

 

Στο αρχείο σώζονται λίγα, αλλά ενδιαφέροντα έγγραφα. Κάποιες πληροφορίες δεν φαίνεται να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα εκείνων των τραγικών ημερών. Έχουν όμως την ιστορική τους σημασία επειδή παρουσιάζουν τον κάποιο διαθλαστικό απόηχο των γεγονότων μέσα στη δίνη των εμφυλιοπολεμικών παθών που ξεσπούσαν και από τις δυο αντιμαχόμενες πλευρές. Για την οικονομία του χώρου η αναφορά μας σ’αυτά τα έγγραφα θα είναι ενδεικτική.

Στις 6 Φεβρουαρίου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας ενημέρωσε το Εκτελεστικό Σώμα για τις μέχρι τότε αντικυβερνητικές ενέργειες του Δημ. Περρούκα, τις οποίες χαρακτήριζε ως «εσχάτην προδοσίαν». Σύμφωνα με τις πληροφορίες του, ο Αργείτης νομικός και πολιτικός, ίσως είχε φύγει με πλοίο από τη Γλαρέντζα. Στο πεδίο της κυβερνητικής παρακολούθησης βρέθηκε και η Μπουμπουλίνα. Εκείνη την εποχή κατοικούσε στο αποκλεισμένο Ναύπλιο μαζί με το γαμπρό της και φρούραρχο της πόλης Πάνο Κολοκοτρώνη.

Για τις κινήσεις της καπετάνισσας, τις υποψίες για το πρόσωπό της μέχρι τη σύλληψή της και τη μεταγωγή της στο Λεωνίδιο και την εκεί φυλάκισή της, σχετική είναι η εισήγησή μας με τίτλο «Αστυνομικά της επαρχίας Πραστού κατά την Επανάσταση του ’21 – Ειδήσεις από ανέκδοτα έγγραφα», δημοσιευμένη στα «Χρονικά των Τσακώνων» 18 (2004-2005) σσ. 99-128 (Πρακτικά E’  Τσακώνικου Συνεδρίου, 26-28 Σεπτεμβρίου 2003). Επανερχόμενοι στο θέμα μας σημειώνουμε ότι από τις αρχές του 1824 οργίαζαν οι φήμες για υπαρκτές και ανύπαρκτες κινήσεις αντικυβερνητικών.

Ένας Αργείτης – Γεώργιος Ζαρλής στο όνομα – διαβεβαίωνε τον Αστυνόμο Άργους ότι «ο πύργος του Βλάση» είχε μεταβληθεί σε δυνατό πολεμικό οχύρωμα από τους καπεταναίους, Πάνο και Γρόση, που παρουσιάζονταν να έχουν μυστικές συνεννοήσεις με τους έγκλειστους στο φρούριο του Ναυπλίου. Στα τέλη Απριλίου κάποιες άλλες επίμονες φήμες μιλούσαν για επικείμενο ανεφοδιασμό του φρουρίου του Ναυπλίου με συντονισμένες δυναμικές κινήσεις από στεριά και θάλασσα, καθώς και για σχεδιαζόμενες δολοφονίες του Ανδρέα Λόντου και του Παπαφλέσσα από τον Πάνο Κολοκοτρώνη, που τελικά υπήρξε ο ίδιος θύμα παθών και λαθών.

Προτού ακόμη βγει ο Ιούνιος, στο Άργος κυκλοφορούσαν διάφορες φήμες σε βάρος του Κολοκοτρώνη και του γυιού του Γενναίου. Η επικείμενη άφιξη του τελευταίου στο χωριό Μπέλεσι θεωρήθηκε από την Αστυνομία Άργους ότι είχε κακό σκοπό. Γι’ αυτὸ ζήτησε να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα, οπωσδήποτε όχι συμβιβαστικά. Στις 10 Αυγούστου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας πληροφορούσε το Εκτελεστικό Σώμα ότι κορυφαίοι αντικυβερνητικοί είχαν σχεδιάσει ένα καινούργιο σύστημα ανατρεπτικών ενεργειών.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες του, ο Π. Μαυρομιχάλης, ο Θ. Κολοκοτρώνης, οι Δεληγιανναίοι και το αντικυβερνητικό δίδυμο Α. Ζαΐμη και Α. Λόντου, συγκέντρωσαν εβδομήντα χιλιάδες γρόσια για να πετύχουν τους ειδικούς τους στόχους. Στον Μαυρομιχάλη αποδιδόταν επιπρόσθετα και μια καλά οργανωμένη επιχείρηση μεταστροφής συνειδήσεων κάποιων που βρίσκονταν με το μέρος της Διοίκησης. Όλες οι κινήσεις των ηγετών της αντικυβερνητικής παράταξης καταγράφονταν και αναφέρονταν με κάθε λεπτομέρεια. Ακόμη και οι πιο συνηθισμένες και συνάμα ανθρώπινες. Έτσι στις 8 Οκτωβρίου 1824 ο Αστυνόμος Τριπολιτσάς πληροφορούσε το Υπουργείο του ότι ο Κολοκοτρώνης σκεφτόταν να κατέβει στην πόλη για να στεφανώσει το γραμματέα του Φωτάκο. Κλείνοντας την αναφορά του ζητούσε να του δοθούν οδηγίες όσο γινόταν πιο σύντομα. Η ροή πληροφοριών για τις κινήσεις αντικυβερνητικών συνεχίστηκε και μετά την καταστροφική προέλαση του Ιμπραήμ στο Μοριά.

Στις 12 Απριλίου 1825 ο Αστυνόμος Άργους πληροφορούσε το Υπουργείο του ότι στην επαρχία Καλαβρύτων είχαν εμφανιστεί οι «αντιδιοικητικοί» Α. Ζαΐμης, Α. Λόντος και Νικηταράς. Ακόμη ανέφερε ότι στο Άργος έκανε την εμφάνισή του ο Σωτήρης Ζαχαρόπουλος, προσθέτοντας ότι προσποιήθηκε τον άρρωστο όταν η Αστυνομία τον κάλεσε για ανάκριση. Ενώ περίμενε οδηγίες από το Υπουργείο, εκείνος αναχώρησε χωρίς την άδειά της προς άγνωστη κατεύθυνση.

Στις 26 Απριλίου 1825 ο Αστυνόμος Άργους ανέφερε ότι οι δυο «Ανδρέηδες» ( Ζαΐμης και Λόντος ) στρατολογούσαν ντόπιους χωρίς μισθό, δίνοντάς τους απόλυτη ελευθερία να λεηλατήσουν τα χωριά Κλουκίνες, Τρίκαλα και μερικά άλλα γειτονικά τους. Συνεχίζοντας να παραθέτει τις ανεξέλεγκτες, όπως φαίνεται, πληροφορίες του, ανέφερε ότι μετά την έκδοση από τη Διοίκηση της προκήρυξης για στρατολογία, οι προαναφερόμενοι άμισθοι στρατιώτες μειώθηκαν στους τετρακόσιους και στάθηκαν κοντά στην Κέρτεζη.

Κατά τον Αστυνόμο Άργους πάντα, εναντίον τους κινήθηκαν δυο χιλιάδες κυβερνητικοί στρατιώτες και τους πολιόρκησαν οι Πετιμεζαίοι, ο Νικολάκης Σολιώτης, ο Μήτρος Μελετόπουλος και ο Έπαρχος Καλαβρύτων. Ώσπου ήρθε ο Κολιόπουλος και τους χτύπησε από τα νώτα, αναγκάζοντάς τους να μπουν μέσα στο χωριό. Όπως φαίνεται οι πληροφορίες αυτές οδήγησαν το Εκτελεστικό Σώμα στην απόφαση να θέσει τον Αναστάσιο Λόντο πρώτα υπό κράτηση και μετά υπό παρακολούθηση. Αυτή η διαφοροποίηση των μέτρων αποτελεί μια σοβαρή ένδειξη ότι οι πληροφορίες του Αστυνόμου Άργους θεωρήθηκαν ως ανακριβείς κατά ένα μέρος τους.

  

VI. 5. Αναζήτηση κατασκόπων

  

Στο αρχείο υπάρχει ένα κατάστιχο με την ένδειξη «Μισθοί και έξοδα μυστικών υποκειμένων» του Υπουργείου Αστυνομίας, χωρίς παράθεση των ονομάτων τους. Αρχίζει από τις 12 Μαρτίου 1825 και τελειώνει στις 2 Μαρτίου 1826. Τα συνολικά έξοδα που είναι καταχωρημένα σ’αυτό συναθροίζονται στα 11.299 γρόσια και καταμερίζονται σε 11 περιπτώσεις. Δυο μόνο από αυτές έχουν σχέση με το Ναύπλιο και αναφέρονται σε ισάριθμους κατασκόπους που ήταν εγκατεστημένοι στην πόλη. Οι άλλες 9 περιπτώσεις έχουν σχέση με τις περιοχές Καλαμάτας, Τριπολιτσάς, Καρύταινας, Μυστρά και Γαστούνης, χωρίς να αναφέρονται στα «πεπραγμένα» της κάθε κατασκοπευτικής αποστολής.

Από τη βραχύλογη αιτιολογία της κάθε δαπάνης προκύπτει ότι οκτώ περιπτώσεις είχαν σχέση με την παρακολούθηση των κινήσεων του Ιμπραήμ. Εν όψει όλων αυτών μπορούμε να συμπεράνουμε με ασφάλεια ότι το Υπουργείο Αστυνομίας μέχρι τις αρχές Μαρτίου 1825 δεν διέθετε οργανωμένο κατασκοπευτικό δίκτυο, εννοείται με τα μέτρα εκείνης της εποχής. Οι υπαρκτές και ανύπαρκτες κινήσεις αντικυβερνητικών, αναφέρονταν ασφαλώς από περιστασιακούς πληροφοριοδότες του Υπουργείου Αστυνομίας και της Γενικής Αστυνομίας Άργους. Την ίδια προέλευση φαίνεται ότι είχαν πληροφορίες για κινήσεις κατασκόπων και στα προηγούμενα χρόνια.

Στις 4 Απριλίου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας πληροφορούσε το Εκτελεστικό Σώμα ότι πριν από λίγες ημέρες ένας «φραγκοφορεμένος» νέος και «όλως διόλου» κατάσκοπος του Πάνου Κολοκοτρώνη συναντήθηκε μαζί του και του έδωσε δανεικά 2.000 γρόσια. Λίγες ημέρες αργότερα ( 19 Απριλίου ) επανερχόταν με την πληροφορία ότι κάποιος Χατζής, από την Άρεια του Ναυπλίου, πηγαινοερχόταν στην πόλη με κατασκοπευτική αποστολή. Κατά το Υπουργείο Αστυνομίας πάντα, εκεί συναντούσε έναν από τους αδελφούς Περρούκα και προπαγάνδιζε υπέρ των αντικυβερνητικών. Καταλήγοντας πρότεινε «να εκτοπισθή και εξορισθή, δια να εμποδισθούν τα κινδυνώδη αποτελέσματα τα οποία ημπορεί να προξενήση και να σωφρονισθούν εάν ευρίσκονται και άλλοι τοιούτοι».

Μια «σκιώδης» περίπτωση κατασκοπείας απασχόλησε την Αστυνομία του Άργους το Μάρτιο του 1825. Το Υπουργείο Αστυνομίας ζητούσε να βρεθούν τέσσερις κατάσκοποι. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του, είχαν ήδη συναντηθεί στη Σούδα με τον Ιμπραήμ και επέστρεφαν στο Άργος. Ο Αστυνόμος στη σχετική αναφορά του παρατηρούσε ότι ήταν δύσκολο να εντοπισθούν τα άτομα αυτά, αφού δεν ήταν γνωστά κάποια βασικά στοιχεία, όπως η καταγωγή, η ηλικία τους και «πως είναι φορεμένοι». Με την ευκαιρία θύμιζε παλαιότερη αναφορά του για την αδυναμία ελέγχου των όσων πηγαινοέρχονταν στην πόλη, από την έλλειψη αστυνομικών φρουρών σε επίκαιρα σημεία της.

  

VI. 6. Αντιμετώπιση των ξένων

 

Τα σωζόμενα έγγραφα αναφέρονται σε διάφορα περιστατικά με πρωταγωνιστές Γάλλους, Άγγλους, Ιταλούς και Αυστριακούς. Και εδώ η αναφορά μας θα είναι ενδεικτική και συνοπτική.

Στις 26 Μαρτίου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας ενημέρωσε το Εκτελεστικό Σώμα ότι, σύμφωνα με πληροφορίες του, ο κυβερνήτης μιας γαλλικής φρεγάτας, που ήταν αραγμένη στο λιμάνι των Μύλων, κατασκόπευε «παντοιοτρόπως τα της Διοικήσεως».

Αναφέρεται ακόμη ότι ο ίδιος βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις για την παραλαβή του Αλή Πασά και άλλων Τούρκων αξιωματούχων που κρατούνταν όμηροι στο Ναύπλιο, ζητώντας να γίνει η πληρωμή για την απελευθέρωσή τους σε σιτάρι και χρήματα και εμψυχώνοντας τους έγκλειστους αντικυβερνητικούς «να βαστάξουν και να μη παραδοθούν». Δυο μήνες περίπου αργότερα κατέπλευσε στο λιμάνι των Μύλων ένα γαλλικό μπρίκι, προερχόμενο από το Ναύπλιο. Η κίνησή του αυτή θεωρήθηκε ως ύποπτη.

Στις αρχές Ιουνίου το Υπουργείο Αστυνομίας πληροφορούσε το Εκτελεστικό Σώμα ότι έκαμε τις αναγκαίες έρευνες, αλλά τελικά δεν κατόρθωσε να συλλάβει τον γραμματέα του γαλλικού Προξενείου στη Μήλο. Στο έγγραφο δεν αναφέρεται ο λόγος της αναζήτησής του. Σε μια άλλη περίπτωση την ελληνική καχυποψία για κάποιoυς Γάλλους την ενίσχυσαν μέλη του πληρώματος από ένα αγγλικό μπρίκι, που είχε καταπλεύσει στο λιμάνι του Ναυπλίου, στα τέλη Ιουνίου 1824.

Ούτε λίγο ούτε πολύ πληροφόρησαν τον Υπουργό Αστυνομίας ότι μια ομάδα Γάλλων στρατιωτικών που βρισκόταν στην πόλη, μοναδικό σκοπό είχε να κατασκοπεύσει το φρούριο. «Αλλά εις ποίαν κατάστασιν θέλουν το ιδεί!», παρατηρούσε με έμφαση ο Παπαφλέσσας, για να τονίσει την κακή του κατάσταση. Γι’αυτό πρότεινε στο Εκτελεστικό Σώμα να μη τους επιτραπεί η επίσκεψη στα υπόλοιπα κανονιοστάσια – είχαν ήδη επισκεφθεί δυο – και να γίνουν αμέσως επισκευές σε όσα κανόνια είχαν υποστεί ζημιές.

Στις αρχές Αυγούστου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας πληροφορούσε την κυβέρνηση ότι είχαν ειδοποιηθεί όλοι οι Αστυνόμοι να συλλάβουν κάποιους αναζητούμενους Γάλλους και Ιταλούς, άγνωστο για ποιό συγκεκριμένο λόγο. Από το «Αστυνομικό Δελτίο» εκείνου του πολυτάραχου καιρού, δεν ήταν δυνατόν να απουσιάσουν οι πανταχού παρόντες στο Αιγαίο και συνάμα απροκάλυπτα φιλότουρκοι Αυστριακοί. Από μια έκθεση του Αστυνόμου Άργους, με την ημερομηνία 28 Οκτωβρίου 1824, μαθαίνουμε ότι ο κυβερνήτης μιας αυστριακής φρεγάτας που ήταν αραγμένη στο λιμάνι των Μύλων, έφτασε στο σημείο να βομβαρδίσει Έλληνες αμάχους. Θέλοντας να «χαλάση» – όπως σημειώνεται – έναν παραλιακό καφενέ, άδειασε πάνω του ένα από τα κανόνια της φρεγάτας, τραυματίζοντας στο χέρι έναν Αργείτη, Νικολή Τζατζαρώνη στο όνομα. Κατά την εξέλιξη του ίδιου επεισοδίου ένας από το πλήρωμά της τραυμάτισε θανάσιμα με την ξιφολόγχη του ντουφεκιού του ένα ναύτη από το πλήρωμα της γολέτας, κάποιο Γιώργη Ζορμπά. Στην έκθεση δεν αναφέρεται εάν από ελληνικής πλευράς έγινε κάποιο διάβημα για το στυγερό εκείνο έγκλημα. Αλλά και εάν ακόμη έγινε, δεν θα έφτασε σε κάποιο ουσιαστικό και προπάντων δίκαιο αποτέλεσμα. Η ανεξέλεγκτη ξενοκρατία πάνω στον τόπο μας, βρισκόταν ακόμη στα πολύ πρώϊμα χρόνια της.

 

 Χρήστος Κ. Ρέππας

Υποστράτηγος ε.α. Ελληνικής Αατυνομίας,

Εκδότης περιοδικού συγγράμματος Μεσσηνιακών

Σπουδών «Μεσσηνιακά Χρονικά».

 Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:


  

Read Full Post »

Οι επιπτώσεις του Ρωσοτουρκικού πολέμου 1806 – 1812 στη ζωή των κατοίκων του Άργους


 

Η ζωή των υπό οθωμανική κυριαρχία Ελλήνων αντιμετωπίζεται συνήθως ως αποκομμένη από τα διεθνή της συμφραζόμενα και εξετάζεται με σχετική εσωστρέφεια. Αυτό σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στον κατά βάση τοπικό ή ιδιωτικό χαρακτήρα της πλειονότητας των διασωθεισών πηγών, συνήθως κοινοτικών και οικογενειακών αρχείων ή απομνημονευμάτων. Ωστόσο, οι διεθνείς εξελίξεις και ιδιαίτερα οι πολεμικές συγκρούσεις και οι συμμαχίες του σουλτάνου με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις επηρέαζαν ποικιλοτρόπως τις τύχες των κατοίκων του οθωμανικού κράτους.

Το θέμα της σημερινής μου εισήγησης αναφέρεται ακριβώς σε μια τέτοια περίπτωση: Τις επιπτώσεις που είχε για τους κατοίκους της Πελοποννήσου και μάλιστα του Άργους ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1806-1812. Ο πόλεμος αυτός δεν εγγράφεται μόνο στο ευρύτερο πλαίσιο του Ανατολικού ζητήματος, αλλά συνδέεται άμεσα με τη νικηφόρα προέλαση του Ναπολέοντα στην Κεντρική Ευρώπη, μετά τη μάχη στο Αούστερλιτς (1805) και τη σύναψη συμμαχίας με τον Σελίμ Γ΄ το 1806.

 

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

 

Ο τελευταίος, με την αυτοπεποίθηση που του έδινε η ισχυρή αυτή συμμαχία, έκλεισε τα Στενά για τα ρωσικά πλοία και τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου έπαυσε τους ρωσόφιλους ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας Υψηλάντη και Μουρούζη και τους αντικατέστησε με άλλους γαλλόφιλους, παραβιάζοντας έτσι συμφωνία με τη Ρωσία που είχε συναφθεί το 1802 και που ρητά προέβλεπε τη ρωσική συναίνεση για την αντικατάσταση των ηγεμόνων των Παραδουνάβιων ηγεμονιών.

Η Ρωσία αντιμέτωπη με την άρνηση της Υψηλής Πύλης να παράσχει επαρκείς εξηγήσεις για την παραβίαση της συμφωνίας, εισέβαλε στις Ηγεμονίες και τις κατέλαβε. Λίγο αργότερα, τον επόμενο Δεκέμβριο, η Οθωμανική Αυτοκρατορία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Ρωσίας. Η διάρκεια του πολέμου ξεπέρασε τα πέντε χρόνια ως την υπογραφή της συνθήκης του Βουκουρεστίου τον Μάιο του 1812. Στο διάστημα αυτό η ισορροπία των ευρωπαϊκών δυνάμεων ανετράπη κατ επανάληψιν με τρεις κορυφαίες καμπές:

Τη γαλλορωσική συνθήκη του Τίλσιτ (1807), την αγγλοτουρκική συνθήκη των Δαρδανελλίων (1809) και τη διπλωματική προσέγγιση του Ναπολέοντα με τους Αψβούργους, η οποία επισφραγίστηκε με τον επίσημο αρραβώνα του Γάλλου αυτοκράτορα με την αυστριακή αρχιδούκισσα Μαρία Λουΐζα (1810). Από τις ανακατατάξεις αυτές τη σημαντικότερη επίδραση στην εξέλιξη του ρωσοτουρκικού πολέμου είχε η συνθήκη του Τίλσιτ, η οποία ανάγκασε το Σουλτάνο να υπογράψει τον Αύγουστο του 1807 ανακωχή με τον Τσάρο.

Ωστόσο, η συνθήκη των Δαρδανελλίων (Ιανουάριος 1809) έδωσε στο Σουλτάνο προς στιγμήν ελπίδες ότι με την υποστήριξη της Αγγλίας θα μπορούσε να πείσει τον Τσάρο να αποσύρει το ρωσικό στρατό από τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Οι σχετικές διαπραγματεύσεις όμως ναυάγησαν και ο πόλεμος άρχισε ξανά για να διακοπεί και πάλι την άνοιξη του 1811, όταν οι στρατιωτικές και διπλωματικές προετοιμασίες του Ναπολέοντα για τη μεγάλη εκστρατεία κατά της Ρωσίας έγιναν πια εμφανείς και η Ρωσία επιδίωκε διακαώς να κλείσει τους λογαριασμούς με τους Οθωμανούς γείτονές της.

Με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου (28 Μαΐου 1812) η Ρωσία εγκατέλειψε τις Ηγεμονίες, κέρδισε όμως, ως ουσιαστική νικήτρια του πολέμου, τη Βεσσαραβία. Κατά την ταραγμένη αυτή περίοδο η Υψηλή Πύλη ανησυχούσε ιδιαίτερα για την τύχη των παραμεθόριων προς την Ευρώπη επαρχιών της οθωμανικής επικράτειας, από τη στιγμή μάλιστα που λόγω και της επίδρασης από τη Γαλλική Επανάσταση και από τη ναπολεόντεια προέλαση οι κάτοικοί τους εκδήλωναν έντονο ενδιαφέρον για εθνική χειραφέτηση.

Ενισχύθηκαν, λοιπόν, οι εξουσίες των επαρχιακών διοικητών και, σε ό,τι αφορά την Πελοπόννησο, απεστάλη με ισχυρή στρατιωτική δύναμη ο δευτερότοκος γιος του Αλή πασά των Ιωαννίνων Βελή πασάς[1] έχοντας ως κύρια αποστολή με την ιδιότητα του Μόρα Βαλεσί τη διατήρηση της νομιμότητας και της τάξης. Σύμφωνα με τον Κανέλλο Δεληγιάννη[2], μάλιστα, οι ίδιοι οι Τούρκοι της Πελοποννήσου είχαν ζητήσει την επαύξηση της ασφάλειάς τους, ώστε να μην επαναληφθούν τα Ορλωφικά.

Πράγματι, ο Βελής κυβέρνησε με σιδερένια πυγμή, ακολουθώντας ως προς αυτό το πρότυπο τον πατέρα του. Η επιτυχής διοίκηση της Πελοποννήσου θα αποτελούσε, εξάλλου, πρόκριμα για την ανέλιξη του φιλόδοξου πασά σε υψηλότερα κλιμάκια της οθωμανικής διοικητικής ιεραρχίας, ευοδώνοντας το διακαή πόθο του Βελή.

Η Υψηλή Πύλη, ωστόσο, εννοούσε να εμπλέξει τον Αλή πασά και τους γιους του στον πόλεμο με τη Ρωσία. Περί τα μέσα του 1809, όταν οι διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία έχουν πια ναυαγήσει και οι εχθροπραξίες έχουν αναζωπυρωθεί, ο Αλή καταβάλλει αγωνιώδεις προσπάθειες να αποφύγει τη στράτευση και στέλνει τον πρωτότοκό του Μουχτάρ στη θέση του. Ο Μουχτάρ υφίσταται δυο σημαντικές ήττες και τρέπεται σε φυγή.

Τον Μάιο του 1810 ο σουλτάνος στέλνει εντολή στον Αλή να τεθεί επικεφαλής του οθωμανικού στρατού στο Δούναβη[3], αλλά εκείνος αποφεύγει με διάφορες προφάσεις και τελικά κατορθώνει να σταλεί αντ’ αυτού ο Βελής[4] από την Πελοπόννησο. Ο Βελής λαμβάνει το φιρμάνι της επιστράτευσής του στις 27 Ιουλίου 1810[5] και, επί κεφαλής 8.000 στρατιωτών[6], αναχωρεί για το μέτωπο. Εκεί γνωρίζει την ήττα στη Σόφια και στο Ρουστσούκ και χάνει σημαντικές δυνάμεις.

Το κυριότερο όμως πρόβλημά του είναι ότι κατά τη διάρκεια της απουσίας του οι εχθροί του στην Πελοπόννησο συνωμοτούν εναντίον του και ασκούν πίεση στην Κωνσταντινούπολη για την αντικατάστασή του. Οι ανάγκες του σε χρήμα είναι τεράστιες. Εκτός από τη συντήρηση του στρατού του πρέπει να εξασφαλίσει τα διόλου ευκαταφρόνητα ποσά που απαιτούνται για να δωροδοκήσει εκείνους από τους οποίους εξαρτάται το αξίωμά του. Η αγωνιώδης προσπάθειά του να βρει χρήματα έχει δυστυχείς αποδέκτες τους ραγιάδες του πασαλικιού του. Οι Μοραΐτες έχουν ήδη γνωρίσει την απληστία του.

Με πολιτικά και άλλα προσχήματα (π.χ. ρωσοφιλία) έχει ήδη κατασχέσει περιουσίες προεστών, όπως π.χ. του Λιμπεράκη Μπενάκη από τον πρώτο κι όλας χρόνο της θητείας του. Αλλά η ληστρική αυτή δραστηριότητα δεν αποτελούσε παρά το προανάκρουσμα όσων θα επακολουθούσαν με αφορμή τη συμμετοχή του στον πόλεμο. Από το Αρχείο Περρούκα μπορούμε να παρακολουθήσουμε την αυξομείωση των οικονομικών υποχρεώσεων του καζά Άργους για την αντιμετώπιση των κοινών εξόδων της διοίκησης της Πελοποννήσου.

Παρατηρούμε λοιπόν ότι:

1807   (και τα δυο εξάμηνα)                          14.353  γρόσια

1808   (και τα δυο εξάμηνα)                          19.174  γρόσια

1809   (και τα δυο εξάμηνα)                          16.938  γρόσια

1810   (επιστράτευση Βελή)                          32.455  γρόσια

1811   (νέα αναχώρηση για μέτωπο)         77.393  γρόσια

1812   (επιστροφή και αντικατάσταση)    51.320  γρόσια

1820                                                                        16.125[7] γρόσια

 

Από την παρατήρηση και τη σύγκριση αυτών των δεδομένων προκύπτει ότι κατά τα τρία χρόνια της συμμετοχής του Βελή στον πόλεμο η επιβληθείσα στον καζά του Άργους φορολογία αυξήθηκε κατακόρυφα. Από 17.000 περίπου γρόσια ανέβηκε το 1810 στα 32.500, το 1811 στα 77.400 και το 1812 στα 51.300. Η αύξηση αυτή δεν μπορεί να εξηγηθεί επαρκώς από τις αυξομειώσεις του αριθμού των χωριών του καζά[8], τα όρια του οποίου παρέμεναν, άλλωστε, σε γενικές γραμμές σταθερά. Ούτε, βεβαίως, μπορεί να δικαιολογηθεί από την προϊούσα υποτίμηση του οθωμανικού νομίσματος, αφού, εξάλλου, οκτώ χρόνια αργότερα, το 1820 το καταβλητέο ποσό είχε αισθητά μειωθεί. Και ασφαλώς ούτε λόγος γίνεται για την προσαρμογή του ύψους του φόρου στη φοροδοτική δυνατότητα του πληθυσμού, κάτι που ήταν εντελώς έξω από τη δημοσιονομική λογική των Οθωμανών.

Η παρατηρηθείσα αύξηση του φόρου αφορούσε ασφαλώς όλο το πασαλίκι του Μοριά. Ήταν όμως ιδιαίτερα επιβαρυντικό για το Άργος, αφού το 1812 σε σύνολο 200.000 περίπου γροσίων που αντιστοιχούσαν στα δοσίματα όλης της Πελοποννήσου, περισσότερες από 50.000 γρόσια, δηλαδή το ένα τέταρτο, εισπράχθηκαν από τον καζά του Άργους. Για να κατανοήσουμε τους λόγους αυτής της δυσμενούς συνθήκης, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι λόγω της γεωγραφικής του θέσης το Άργος αποτελούσε σημαντικό στρατηγικό και συγκοινωνιακό κόμβο, άρα και σταθμό, για όσους ταξίδευαν στη διαδρομή από και προς την έδρα του Μόρα Βαλεσί, την Τριπολιτσά[9].

 

Θέα του Άργους και του κάστρου της Λάρισας.

 

Η θέση αυτή έδινε στο Άργος το θλιβερό και δυσβάστακτο «προνόμιο» της αναγκαστικής «φιλοξενίας» των στρατιωτικών δυνάμεων και των αξιωματούχων που εισέρχονταν στο πασαλίκι ή το εγκατέλειπαν. Οι Αργείοι είχαν επιτύχει υπό κανονικές συνθήκες την απαλλαγή τους από αυτή την υποχρέωση με ειδική εντολή της προστάτιδάς τους Μπεϋχάν σουλτάνας, αδελφής του σουλτάνου Σελίμ Γ, στην υψηλή δικαιοδοσία της οποίας ανήκε ο καζάς τους.

Στην προστασία αυτή μάλιστα οφείλεται και η δυσφορία και η απροθυμία που εκδήλωναν οι Αργείοι προεστοί αλλά και οι απλοί κάτοικοι οσάκις τους εζητείτο από τις οθωμανικές αρχές η πλουσιοπάροχη φιλοξενία επώνυμων ξένων περιηγητών μετά της ακολουθίας τους, που επισκέπτονταν τους αρχαιολογικούς χώρους των Μυκηνών και της Τίρυνθας, προς μεγάλη αγανάκτηση, κυρίως των Βρετανών, οι οποίοι κατά τη διάρκεια της θητείας του Βελή πασά θεωρούσαν αυτοδίκαια ως χώρο προνομιακής μεταχείρισής τους την Πελοπόννησο[10]. Ήταν τόσο μεγάλες οι αξιώσεις τους, που καθύβριζαν τους ντόπιους όταν αρνούνταν να τους ανοίξουν τα καλύτερα σπίτια τους[11].

Ωστόσο, η απαλλαγή του Άργους από την υποχρέωση αυτή δεν ίσχυε σε περίπτωση πολέμου. Έτσι, όταν ο Βελή πασάς αναχωρεί με το στρατό του τον Αύγουστο του 1810 και για δεύτερη φορά τον Απρίλιο του 1811[12], είναι κυριολεκτικά σαν να πέρασε τυφώνας από την πόλη.

Σε κατάστιχο του αρχείου Περρούκα[13] υπάρχουν οι εξής καταχωρήσεις: 8 Αυγούστου 1810 «πέρασμα Βελή για το ορδί 15.500 γρόσια», 5 Ιανουαρίου 1812 «Μεσαρίφι εις τον εμβασμόν του Βελή πασά 12.608,33 γρόσια» και 3 Σεπτεμβρίου 1812 «εις τον ευγαλμόν του Βελή πασά μεσαρίφι 11.039,12 γρόσια». Με άλλα λόγια, μία έξοδος και η αντίστοιχη είσοδος του πασά με το στρατό του στοίχιζαν συνολικά στους Αργείους περίπου 25.000-30.000 γρόσια, ποσό υπερδιπλάσιο του ετήσιου συνολικού φόρου του καζά υπό κανονικές συνθήκες.

Και βέβαια, το Άργος συμμετέχει επίσης αναλογικά στην επιβάρυνση για την αποστολή τροφίμων στο στρατό[14]. Στις 10 Αυγούστου 1810 άνθρωπος του Αλή πασά φεύγει από το Μοριά με 6.000 φορτία σταριού για το μέτωπο στο Μπεράτι, ενώ στις 31 του ίδιου μήνα 20.000 πρόβατα προορίζονται από την Πελοπόννησο για το «ορδί χουμαγιούν», τον σουλτανικό στρατό[15].

Οι υποχρεώσεις αυτές είναι δυσβάστακτες. Οι κοινοτικοί άρχοντες αδυνατούν να συλλέξουν και να καταβάλουν εγκαίρως τις οφειλές. Οι οθωμανικές αρχές τους βομβαρδίζουν με έγγραφα για τις χρηματικές απαιτήσεις του Βελή, οι δανειστές τους στην Κωνσταντινούπολη επίσης (είναι χαρακτηριστική η διατύπωση των σχετικών επιστολών «όθεν και του λόγου σας πρέπει να σφιχθείτε» Χιβζί εφέντης[16], «να προφθάσετε τα άσπρα ότι το μιρί έχει σφίξιν»[17], «να κατανοήσετε την σφίξιν και στενοχώρεση οπού κάνει (ενν. ο Βελής) δια να του προφθάσομεν… Λοιπόν, αδελφοί, βιασθείτε, στενοχωρηθείτε και κάμνετε ως γράφομεν… προς τοις άλλοις στοχασθείτε ότι είναι κεχαγιάς τώρα ο ενδοξότατος Σαΐτ αγάς, τον οποίο βιάζει το ύψος του κατά πολλά δια την ταχείαν αποστολήν των άσπρων και πάρτε τα μέτρα σας»[18].

Από την πλευρά των άλλων καζάδων υπάρχει φραστική μόνο συμπαράσταση στο πρόβλημα των Αργείων. Έχουν, εξάλλου, κι εκείνοι τα δικά τους βάσανα: Χαρακτηριστική είναι επιστολή[19] της 21 Αυγούστου 1810 που υπογράφουν και αποστέλλουν από την Τριπολιτσά στον Περρούκα ο δραγομάνος Μορέως και ο Σωτηράκης Λόντος και Αναγνώστης Παπάζογλους, όπου μεταξύ άλλων αναφέρουν ότι πληροφορήθηκαν «για το σικλέτι που εδοκίμασες εις την διάβαν του βελιγιουνιάμ εφένδη μας και ελυπήθημεν αλλά εχάρημεν όπου έμεινε το ύψος του ευχαριστημένον από μέρους σου».

Ζητούν και αυτοί χρήματα και τον παρακαλούν να στείλει ό,τι μπορεί «ότι δεν συμφέρει εις το παρόν διάστημα η ψύχρα του ύψους του και κάμε, αδελφέ, όπως ημπορείς δια να του προφάσομεν μερικά εις την Λάρισαν, καθώς προστάζει ». Στην ίδια επιστολή υπάρχει το εξής υστερόγραφο: « οι νέοι δοβλέτ μουμπασιραίοι από όπου περνούν τα όσα δοκιμάζομεν δεν περιγράφονται και ο Θεός ίλεως».

Πράγματι, οι οθωμανικές αρχές δεν αστειεύονται καθόλου. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1810 και στις 22 του επόμενου Οκτωβρίου ο Νικόλαος Περρούκας είναι αποδέκτης δυο επιστολών του καϊμακάμη του Μορέως[20], με τις οποίες του ζητεί την αποστολή χρημάτων για τον Βελή. Στην πρώτη ο τόνος είναι περισσότερο ανθρώπινος «ότι ο καιρός στενοχωρεί το ύψος του και μας βιάζει εμάς».

Στη δεύτερη, όμως, επειδή ο Περρούκας δεν μπόρεσε να στείλει παρά μόνον 13.000 άσπρα, ήτοι μέρος του  απαιτουμένου υπέρογκου ποσού ο αναπληρωτής του πασά γράφει: «όλα τα άσπρα να μου τα στείλεις» χωρίς να λείψει ούτε ένας παράς, «διότι αν φερθείς αλλέως, μα το όνομα του Θεού…..θα υποστείς τόσα βάσανα από την δικαίαν μου οργήν οπού να μην τα στοχάζεσαι...».

Οι απειλές και ιδίως η αποστολή οικονομικών επιθεωρητών, με επαπειλούμενη την επιβολή επιπλέον προστίμων και άλλων ποινών, προκαλεί αναστάτωση στην τοπική κοινωνία και διαμάχες ανάμεσα στους κοινοτικούς εκπροσώπους των χωριών του καζά. Ανταλλάσσονται οργισμένες επιστολές με υπαινιγμούς για κακή διαχείριση του κοινού ταμείου του καζά[21] και επακολουθούν δυσάρεστα γεγονότα, που τον απόηχό τους μαθαίνουμε από επιστολές του Αποστόλη Περρούκα, εγκατεστημένου στην Πάτρα προς τα αδέλφια του στο Άργος.[22]

Φαίνεται ότι η οικονομική δυσπραγία και οι απειλές των οθωμανικών αρχών οδήγησαν σε αμφισβήτηση την προυχοντική ηγεσία του καζά και ο Περρούκας ένιωσε να κλονίζεται η αδιαφιλονίκητη ως τότε αποδοχή του από το λαό του Άργους. Δεν γνωρίζω πως και πότε ακριβώς ηρέμησαν τα πνεύματα. Φαίνεται όμως ότι για τους Μοραΐτες ξεχείλισε πια το ποτήρι.

Αφού ο Βελής ενεργούσε για την αποστολή οικονομικών επιθεωρητών εις βάρος της κοινοτικής τους διαχείρισης εκβιάζοντας για όλο και περισσότερα χρήματα, επιδίωξαν κι εκείνοι με τη σειρά τους, μέσω των βεκιλήδων τους στην Κωνσταντινούπολη, σε συνεργασία μάλιστα με τους Τούρκους συντοπίτες τους την αποστολή οικονομικού επιθεωρητή για τον έλεγχο της διαχείρισης του ίδιου του Βελή πασά.

Η προστάτιδα του Άργους Μπεϋχάν σουλτάνα, κατά τον Δεληγιάννη[23], και ο νισαντζής Χαλέτ εφέντης, ισχυρός αξιωματούχος του αυτοκρατορικού περιβάλλοντος φαίνεται ότι ανταποκρινόμενοι στις εκκλήσεις των Πελοποννησίων, μερίμνησαν ώστε να αποσταλεί στα μέσα του 1812 ως ειδικός ελεγκτής ο Γιουσούφ Αγγιάχ Εφέντης, ο οποίος έφερε στο φως το μέγεθος των οικονομικών αυθαιρεσιών και υπερβάσεων του Βελή και προκάλεσε την απομάκρυνση του από το πασαλίκι τον Αύγουστο[24].

Στο μεταξύ, στις 28 Μαΐου του ίδιου χρόνου η Ρωσία, αντιλαμβανόμενη περίτρομη τον Ναπολέοντα να ετοιμάζει την μεγάλη του εκστρατεία εναντίον της, έσπευσε να υπογράψει με την Οθωμανική αυτοκρατορία τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου που έθεσε τέρμα στον πόλεμο, η διεξαγωγή του οποίου τόσα δεινά προξένησε στο Άργος. Κατά τραγική ειρωνεία, ακόμη και η υπογραφή «της ειρήνης του Μοσκόβου», επιβάρυνε με 420.26 γρόσια τους Αργείους[25].

Η ανακούφιση που ένιωσαν οι κάτοικοι του Άργους από τον τερματισμό του πολέμου και από την αντικατάσταση του Βελή δεν διήρκεσε πολύ, καθώς ο επόμενος μόρα Βαλεσί, Ίντζελι Αχμέτ αποδείχθηκε ακόμη σκληρότερος και απαιτητικός από τον προκάτοχό του[26]. Η κατάσταση είχε φθάσει στο απροχώρητο. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι σε λιγότερο από δέκα χρόνια το Άργος επρόκειτο να είναι μία από τις πρώτες ελεύθερες πόλεις του επαναστατημένου ελληνικού έθνους.

  

Αναστασία Κυρκίνη-Κούτουλα

Διδάκτωρ Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. σχετικά με τις συνθήκες ανάληψης της διοίκησης της Πελοποννήσου από τον Βελή πασά, καθώς και για όλη την περίοδο της θητείας του στο αξίωμα του Μόρα Βαλεσί, εις Αναστασία Κυρκίνη-Κούτουλα, Η Οθωμανική Διοίκηση στην Ελλάδα. Η περίπτωση της Πελοποννήσου (1715-1821). Αθήνα, Αρσενίδης 1996, σσ. 107 και εξής.

[2] Βλ. Κανέλλος Δεληγιάννης, Απομνημονεύματα, τ. Α’ , σ. 46.

[3] Βλ. Γεώργιος Α. Σιόροκας, Η εξωτερική πολιτική του Αλή πασά των Ιωαννίνων. Από το Τίλσιτ στη Βιέννη (1807-1815). Ιωάννινα, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, 1999, σσ. 179-180.

[4] Βλ. Καν. Δεληγιάννης, οπ.π., σ. 55.

[5] Βλ. ΙΕΕΕ έγγραφο με αριθμ. 17610/3.

[6] Κατά τον Σιόροκα, οπ.π., σ. 180, ο στρατός του ανερχόταν σε 10.000 στρατιώτες.

[7] Βλ. Ευτυχία Δ. Λιάτα, Αργεία Γη. Από το τεριτόριο στο βιλαέτι (τέλη 17ου, αρχές 19ου αιώνα). Αθήνα, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, 2003, σσ. 74-75.

[8] Οπ.π., σ. 75.

[9] Βλ. Δημήτρης Ανωγειάτης – Πελέ, Δρόμοι και διακίνηση στον ελλαδικό χώρο κατά τον 18ο αιώνα. Αθήνα, Παπαζήσης, 1993, σ. 31. 

[10] Βλ. σχετικά John Galt, Voyages and Travels in the years 1809, 1810 and 1811 containing

statistical, commercial and miscellaneous observations. Λονδίνο 1812, σ. 172-173 και Λιάτα, οπ.π., σ.55.

[11] Βλ. τις έντονες διαμαρτυρίες του Λόρδου Μπάυρον , Επιστολές από την Ελλάδα 1809-1811 και 1823-1824, μτφ. Δ. Κούρτοβικ. Αθήνα, Ιδεόγραμμα, 1996, σ. 96. Επίσης Αναστασία Κυρκίνη – Κούτουλα «Αρπαγή αρχαιοτήτων από την προεπαναστατική Πελοπόννησο (μαρτυρία από ανέκδοτο έγγραφο του 1810)», Πρακτικά του ΣΤ’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών (Τρίπολις 24-29 Σεπτεμβρίου2000), τόμος Γ . Αθήναι 2001-2002, σ. 204 για την περίπτωση του λόρδου Sligo.

[12] Η ακριβής ημερομηνία αναχώρησής του ήταν, σύμφωνα με τα χρονολογικά ενθυμήματα του Ρήγα Παλαμήδη (Βλ. Κυριάκος Σιμόπουλος, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τόμος Γ2. Αθήνα, Εκδόσεις Στάχυ 19975, σ. 115, υποσημ. 2), η 8η Απριλίου 1811.

[13] Βλ. ΙΕΕΕ, οπ.π.

[14] Βλ. Γκριγκόρι Λ. Άρς, Η Αλβανία και η Ήπειρος στα τέλη του ΙΗ  και στις αρχές του ΙΘ’ αιώνα. Τα δυτικοβαλκανικά πασαλίκια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μετάφραση Αντ. Διάλλα, εισαγωγικό σχόλιο-επιμέλεια Βασίλης Παναγιωτόπουλος. Αθήνα, Gutenberg, 1994, σ. 264.

[15] Βλ. ΙΕΕΕ, οπ.π.

[16] οπ.π., έγγραφο 17269/11

[17] οπ.π., έγγραφο 17274/6 της 9-8-1811.

[18] Αρχείο Περούκα, επιστολή με ημερομηνία 22-11-1811, υπογραφόμενη από δραγομάνο Μορέως Γιάννη Παπαγιαννόπουλο. Αντίγραφο του εγγράφου, του οποίου αγνοώ τον αύξοντα αριθμό, μου δόθηκε από τον Ομότ. Καθηγητή κ. Βασίλειο Σφυρόερα σε μεταγραφή δική του.

[19] Βλ. ΙΕΕΕ έγγραφο 17269/1

[20] Πρόκειται για τα έγγραφα της ΙΕΕΕ με αριθμό 17269/3 και 17.269/6 αντίστοιχα.

[21] Πρόκειται για παράπονα των γερόντων Κοσμά, Παλαιοχωρίου, Αηβασιλείου, Πλατανακίου και Περούκα για το χάλι που ορισμένοι κατήντησαν το βιλαέτι. ΙΕΕΕ, έγγραφο 17269/12: «φανερώνομεν ότι εδώ ήλθεν ο Νουμάνμπεης και μας είπε περί του Αναγνώστη Γκέλμπερη ότι του εκατέβη μουμπασίρης όμως εμείς αυτά δεν καλοπιστεύομεν, εάν όμως αληθεύει αυτό το πράγμα δεν ήλθεν αυτουνού ο μουμπασίρης μόνον ολονών εμάς και ηξεύρομεν ότι είμαστε όλοι δια Τριπολιτσά και όχι μόνον δια Τριπολιτσά παρά και εις την Πόλη…»

[22] Πρόκειται για τις επιστολές της 30-4-1811 ΙΕΕΕ 17.273/4 «προ ημερών έμαθον την σύγχυσιν και αλληλομαχίαν της πατρίδος μας και μεγάλως ελυπήθην…και άμποτε ο Κύριος να τους φωτίσει να ησυχάσουν εις το εξής», και της 1ης Μαΐου 1811 (17.273/5), όπου ο Αποστόλης κάνει λόγο για «την λύπην και πίκραν οπού εδοκίμαζεν ο αδελφός μου κυρ Νικολής εις την Τριπολιτσάν, δια τις ζημίες και τα δοσίματα της πατρίδος μας και όχι άλλος προεστός του Μορέως…» και αποδίδει «τα βάσανα του αδελφού του στο φθόνο των αντιζήλων του..»

[23] Βλ. Κ. Δεληγιάννη, οπ.π., σ. 58-59.

[24] Βλ. Αναστασία Κυρκίνη-Κούτουλα, Η Οθωμανική Διοίκηση στην Ελλάδα, οπ.π. σ.118.

[25] Βλ. ΙΕΕΕ, έγγραφο 17611/3. Η καταχώριση έχει ημερομηνία 16 Οκτωβρίου 1812.

[26] Βλ. Αναστασία Κυρκίνη- Κούτουλα, οπ.π., σ. 119, υποσημ. 138.

 

Read Full Post »

Η συμβολή των Λακεδαιμονίων στην προάσπιση της ακρόπολης του Άργους (Ιούλιος 1822)


 

Την 10η Ιουλίου του 1822 στον Αχλαδόκαμπο, στο Χάνι του Αγά πασά[1], έγινε πολεμικό συμβούλιο, στο οποίο έλαβαν μέρος οι: Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Πέτρος Μαυρομιχάλης, Δημήτριος Υψηλάντης, Αρχιμανδρίτης Φλέσσας, Πάνος Κολοκοτρώνης, Διονύσιος Ευμορφόπουλος, τα παιδιά του Πέτρου Μαυρομιχάλη, Γιωργάκης και Ιωάννης, καθώς και οι Λακεδαιμόνιοι Παναγιώτης Κρεββατάς, Αντώνιος Κουμουστιώτης, Πέτρος Αναγνωστόπουλος (Μπαρμπιτσιώτης), Ανδρέας και Θεόδωρος Ζαχαρόπουλος[2]. Οι στιγμές ήταν κρίσιμες. Ο Δράμαλης είχε ήδη φθάσει στην Κόρινθο (6 Ιουλίου) και είχε καταλάβει μάλιστα τον Ακροκόρινθο (8 Ιουλίου).

Μία μέρα πριν ο πλούσιος προεστώς του Μυστρά Παναγιώτης Κρεββατάς και ο Θ. Κολοκοτρώνης έδωσαν τα χέρια να μείνουν πιστοί φίλοι εκπληρούντες στο ακέραιο το χρέος τους προς την κινδυνεύουσα πατρίδα. Ο Κρεββατάς ανακοίνωσε ότι θέτει στη διάθεση του αρχηγού «ένα μιλιούνι γρόσια» για τις ανάγκες του πολέμου. Ο Θ. Κολοκοτρώνης δεν αποδέχτηκε την προσφορά και ζήτησε στρατιώτες και πολεμοφόδια, πράγμα που έγινε αμέσως αποδεκτό. Ο Κρεββατάς μετά τη σύσκεψη αναχώρησε για στρατολόγηση νέων μαχητών[3].

Το κύριο θέμα της σύσκεψης ήταν η απόκρουση της εισβολής του Δράμαλη. Οι Έλληνες έπρεπε πάση θυσία να κερδίσουν χρόνο. Ο Πλαπούτας γράφει σχετικά: «Να στείλουμε στρατιώτες να πιάσουνε το Άργος το κάστρο, όσο να μαζευτούν στρατεύματα»[4]. Ο Θ. Κολοκοτρώνης στη διάρκεια της σύσκεψης εξέθεσε με σαφήνεια και στέρεο ένστικτο το σχέδιό του, το οποίο έτυχε γενικής αποδοχής.

Τα κύρια σημεία του ήταν: 1) η «σταθερή κατάληψη επίκαιρων σημείων ώστε να απομονωθεί ο Δράμαλης μέσα στην Αργολίδα, 2) η κατάληψη του παλαιού κάστρου του Άργους, ώστε να απασχοληθούν αρκετές δυνάμεις του Δράμαλη, ώσπου να το καταλάβουν, και έτσι να χαθεί πολύτιμος χρόνος για τους εχθρούς και 3) η καταπόνηση και αφανισμός των Τούρκων στην αργολική ενδοχώρα από έλλειψη τροφών»[5].

 

Άποψη του Άργους και του κάστρου της Λάρισας, μεταξύ των ετών, 1861-1874. Σχέδιο του Γάλλου, γραμματέα της Γαλλικής Πρεσβείας στην Ελλάδα, Herni Belle.

 

Ο Σπ. Τρικούπης γράφει ότι τις ημέρες εκείνες της ταραχής και του φόβου που είχε εμπνεύσει στους Έλληνες η στρατιά του Δράμαλη ο Μανιάτης Θανάσης Καρύγιαννης αυθορμήτως ενεργών ανήλθε στο φρούριο επικεφαλής δέκα γενναίων εθελοντών και ύψωσε τη σημαία της ελευθερίας[6].

Ο Καρύγιαννης ή Καράγιαννης όμως δεν ήταν Μανιάτης. Νεότερες καταγραφές που στηρίζονται τόσο στην προφορική παράδοση όσο και στα μητρώα των χωριών πείθουν ότι ο ριψοκίνδυνος Καρύγιαννης καταγόταν από την Αράχοβα Λακεδαίμονος[7].

Καταπτοημένοι οι κάτοικοι του Άργους εγκαταλείπουν τα σπίτια τους κατευθυνόμενοι προς ασφαλέστερα μέρη, ενώ πενήντα Τούρκοι ιππείς προπορευόμενοι εισέρχονται στην πόλη. Από την ακρόπολη μόλις είδε «πλήρης τόλμης και ζήλου» ο Καρύγιαννης την εξέλιξη που έπαιρναν τα πράγματα, κατέβηκε στην πόλη και επέπληξε τους πολίτες. Φιλοτιμήθηκαν τότε, πολλοί, ανέκτησαν το θάρρος τους και κατεδίωξαν τους εισβολείς. Στη συνέχεια ο Καρύγιαννης ανήλθε στην ακρόπολη, όπου ήδη κυμάτιζε η σημαία[8].

Ο Κολοκοτρώνης θέτει σε άμεση ενέργεια το σχέδιό του:

 

«Έκραξα τότε τον Πέτρο Μπαρμπιτσιώτη και το Θεόδωρο Ζαχαρόπουλο και τον Αντώνη Κουμουστιώτη και τους λέγω: Να πάτε να μου πιάσετε το κάστρο του Άργους με 100 ανθρώπους διαλεκτούς, και πιάνοντας το κάστρο να κάμετε φανό, ότι έπιασαν το κάστρο. Με απεκρίθηκαν: Πάμε, μα χανόμεθα. Τους είπα: Πηγαίνετε κι εγώ σας παίρνω εις τον λαιμό μου. Και έτσι επήγαν και έκαμαν τον φανό»[9].

Η πρόταση του Κολοκοτρώνη για άνοδο στην ακρόπολη του Άργους δεν έγινε αμέσως αποδεκτή. Όλοι αναλογίζονταν το επικίνδυνο του εγχειρήματος. Πρώτος προσφέρθηκε, σύμφωνα με την παράδοση, ο Πέτρος Μπαρμπιτσιώτης υπό τον όρο να τον ακολουθήσει ο Πάνος Κολοκοτρώνης[10]. Τον ίδιο σκεπτικισμό εξέφρασε και ο Αντώνιος Κουμουστιώτης, ο οποίος ως προϋπόθεση έθεσε τη σύμπραξη του Πέτρου Μπαρμπιτσιώτη. Ακόμη ζήτησε από τον Κολοκοτρώνη: «το παιδί το δικό σου και του Μπέη, (Μαυρομιχάλη) και τον αγιουτάντε του Πρίγκιπα (υπασπιστή του Δ. Υψηλάντη)»[11].

Τούτους θέλησε την ώρα εκείνη να ακολουθήσει και ο Δ. Υψηλάντης, ο γενναίος αυτός και ανιδιοτελής αγωνιστής. Ο Κολοκοτρώνης, αναμετρώντας τις ευθύνες που επωμιζόταν, εξέφρασε την αντίρρησή του: «δεν είναι δική σου δουλειά αυτή, πρίγκιπα. Να υπάγεις εκεί όπου σου λέγω»[12].

Η απόφαση ελήφθη και τα στρατιωτικά τμήματα με τους αρχηγούς τους Πέτρο Μπαρμπιτσιώτη[13], Θεόδωρο Ζαχαρόπουλο[14] και τον Αντώνιο Κουμουστιώτη[15] ανήλθον στο φρούριο και πήραν θέσεις μάχης. Όλοι αυτοί που υπάκουσαν στα λόγια του Αρχηγού και έσπευσαν να ανταποκριθούν στο μεγάλο χρέος ήταν Λακεδαιμόνιοι. Οι περισσότεροι από την πλευρά του Πάρνωνα Μπαρμπιτσιώτες, Αραχoβίτες, Βαμβακίτες, Μεγαλοβρυσιώτες, Βρεστιανίτες, Βασαραίοι, Τσιντζινιώτες, Βουτιανίτες, Βρουλιώτες και από την πλευρά του Ταϋγέτου Κουμουστιώτες, Παλιοπαναγίτες, Διποταμίτες, Ντοριζιώτες, Αρκασιώτες κ.α.

Ήταν περίπου 200 άνδρες[16]. Στο κάστρο τους υποδέχτηκε με έκρηξη ενθουσιασμού ο Καρύγιαννης με τους λίγους υπερασπιστές. Τότε κρίθηκε σκόπιμο να οχυρωθεί και το κάτωθεν του φρουρίου μοναστήρι της Κεκρυμμένης Παναγίας[17].

Λίγο αργότερα ανήλθαν στο φρούριο ο Δ. Υψηλάντης, ο Γιωργάκης και ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης, ο Πάνος Κολοκοτρώνης και ο Ηλίας Τσαλαφατίνος. Στις 12 Ιουλίου οι υπερασπιστές του φρουρίου ανέρχονταν σε 700 περίπου[18]. Την ίδια ημέρα εισέρχεται και ο Δράμαλης στο Άργος και απορεί για την κατάληψη του φρουρίου. Κατανοεί φυσικά τον αντιπερισπασμό που επιχειρούν οι Έλληνες και δίνει εντολή για άμεση πολιορκία και ταχεία εκπόρθησή του.

Οι Τούρκοι είχαν πληροφορίες ότι στο φρούριο φυλάσσονταν θησαυροί. Σχετικά ο Κολοκοτρώνης γράφει: «Όταν κατέβηκαν οι Τούρκοι, επήγαν και πολιόρκησαν το Παλιόκαστρο του Άργους και οι Τούρκοι ήσαν δυο πασάδες. Οι πασάδες έλεγαν των στρατιωτών: Εδώ είναι το βιός του κόσμου, το Ανάπλι το έχουμε, τ’ άλλα τα παίρνομε όλα»[19]. Πράγματι μέσα στο κάστρο ευρίσκονταν «πολλά μπακάλικα πράγματα, ρύζι, ζάχαρη, τυρί και ό,τι άλλα πωλούν οι μπακάληδες», τα οποία ως λάφυρα κάποιοι είχαν μεταφέρει εκεί για περισσότερη ασφάλεια[20].

Οι πολιορκούμενοι άφηναν να εννοηθεί ότι στο φρούριο υπήρχαν τρόφιμα για πολύ καιρό[21]. Η φήμη για ζωοτροφές και πολύτιμα αντικείμενα φαίνεται ότι εντασσόταν και στο σχέδιο του Κολοκοτρώνη για απασχόληση των Τούρκων. Ερεθίζοντας το θυμικό των πασάδων για αμύθητα κέρδη ο Κολοκοτρώνης στόχευε να κερδίσει το χρόνο που του ήταν απαραίτητος για τη συγκέντρωση των απαραίτητων δυνάμεων[22].

Παράλληλα, ο Κολοκοτρώνης δίνει εντολή να καούν τα σπαρτά του αργολικού κάμπου[23]. Ο Δ. Τσόκρης, ο Ν. Σταματελόπουλος και οι άλλοι Αργείοι οπλαρχηγοί, μία μέρα πριν εισέλθουν οι Τούρκοι στο Άργος, καίνε τις θημωνιές και όσα σπαρτά ήσαν ασυγκόμιστα. Ακόμη έκαψαν σπίτια και αποθήκες όπου υπήρχαν η μπορούσαν να εναποτεθούν καρποί και τροφές. Τότε κάηκε και το αρχοντικό του τελευταίου Βοεβόντα του Άργους Αλήμπεη. «Η χώρα μεταβλήθη εις απέραντον και απαισίαν ανθρακιάν»[24].

Στο σπίτι του Αλήμπεη είχαν εναποταμιευθεί πολλές τροφές, ικανές να θρέψουν τουλάχιστον για ένα μήνα τα στρατεύματα του Δράμαλη[25]. Κατά το θερμότατο εκείνο καλοκαίρι τα πηγάδια είχαν στερέψει. Και το λίγο νερό που είχε απομείνει σε κάποια είχε δηλητηριαστεί από την οξείδωση των χάλκινων σκευών, τα οποία οι Αργείοι είχαν ρίψει σ’ αυτά για απόκρυψη και διάσωση[26]. Λέγεται ακόμη ότι ο Κολοκοτρώνης είχε διατάξει να ρίξουν σ’ όλα τα πηγάδια φλώμο[27]. Οι πληροφορίες για ύπαρξη στο μοναστήρι ιερών σκευών των εκκλησιών που επρόκειτο να εκποιηθούν για τις ανάγκες του Αγώνα είναι ένας άλλος λόγος που εξέτρεφε το πολεμικό μένος των Τούρκων[28].

 

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

 

Η πραγματικότητα, πάντως, όπως τη βίωσαν οι υπερασπιστές του φρουρίου, ήταν διαφορετική. Τη 10η Ιουλίου μετά από μικρές συμπλοκές με τις εμπροσθοφυλακές του Δράμαλη, όταν εισήλθαν στο φρούριο, βρήκαν μόνο αλεύρι, αραποσίτι, ζάχαρη, ρύζι. Ούτε νερό, ούτε ξύλα για φωτιά. Μία ενετική στέρνα με λάσπη. Από τη λάσπη, τοποθετώντας τη στα μαντήλια τους, δρόσιζαν τη γλώσσα τους. Τη δίψα μετρίαζε η πείνα, γιατί στην πραγματικότητα οι τροφές ήταν ελάχιστες[29].

Οι Τούρκοι κάλεσαν τους Έλληνες να προσκυνήσουν, αλλ’ ο Δ. Υψηλάντης απέκρουσε την πρόταση, αποπέμποντας τους απεσταλμένους[30]. Μετά απ’ αυτό η πολιορκία άρχισε πεισματώδης και συνεχίσθηκε μέρα και νύχτα. Κατά πάγια τακτική οι Τούρκοι δεν άφηναν ανοικτά μέτωπα στα μετόπισθεν[31]. Οι Τούρκοι ανήγειραν γρήγορα οχυρώματα, ένα είδος λίθινης ζώνης, και από αυτά πυροβολούσαν τους πολιορκημένους[32]. Λόγω της ελλείψεως τροφών και κυρίως νερού αποφασίστηκε ορισμένοι να εξέλθουν. Ήδη το σχέδιο του Αρχηγού ετίθετο σε πλήρη εφαρμογή με κατάληψη στρατηγικής σημασίας χώρων ενόψει της οπισθοχώρησης του Δράμαλη προς την Κόρινθο. Έπειτα από επιτυχή αντιπερισπασμό του Πλαπούτα[33] την 16η η 17η Ιουλίου εξήλθαν ο Υψηλάντης, ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης και ο Π. Κολοκοτρώνης. Έμειναν 350. Το νερό αρκούσε για λίγες ημέρες[34].

Ο κλοιός στένευε διαρκώς γύρω από τους πολιορκουμένους, οι οποίοι «έκαναν σινιάλα» ζητώντας βοήθεια. Το τουρκικό πυροβολικό, τοποθετημένο στο λόφο του προφήτη Ηλία, ΒΑ του Παλαιοκάστρου, έβαλλε συνεχώς. Στις 20 Ιουλίου, εορτή του προφήτη Ηλία, ο Κολοκοτρώνης «έκραξε εις τους μύλους τους Αργίτικους»[35] και εξέθεσε δια μακρών την κατάσταση[36]. Αποφασίστηκε νέα επίθεση, η οποία, παρά «τον κεραυνώδη πυροβολισμόν»[37], δεν έφερε το αναμενόμενο αποτέλεσμα.

Στις 22 και 23 του μηνός ο Κολοκοτρώνης, έπειτα από γόνιμη επανεκτίμηση, εφαρμόζει γενικευμένη επίθεση, «ολοτρόγυρα», όπως ο ίδιος λέει, σε μία προσπάθεια να φθάσουν οι ελληνικές δυνάμεις ως τα τείχη. Οι πολιορκούμενοι, αφού έκαναν «φανό», αξιοποίησαν την ευκαιρία και εξήλθαν επιτυγχάνοντας να διασπάσουν τον κλοιό και να ενωθούν τις πρωινές ώρες με τους επιτιθέμενους[38]. Φαίνεται ότι και κάποια συνεννόηση είχε γίνει με τους πολιορκούντες αυτούς Αλβανούς, οι οποίοι και τη γλώσσα γνώριζαν και μερικοί απ’ αυτούς ήταν χριστιανοί[39].

Οι μαρτυρίες των ιστορικών της εποχής συμπίπτουν γενικά στο ότι ο αντιπερισπασμός υπήρξε επιτυχής και η έξοδος αβλαβής[40]. Το πρωί έτρεξαν όλοι προς το Κεφαλάρι, το οποίο, προς απελπισία τους, είχε στερέψει[41]. Ρίχτηκαν τότε στις μικρές λίμνες που υπήρχαν και εκεί έσβησαν την παρατεταμένη δίψα τους. Το φαινόμενο της λειψυδρίας θεωρήθηκε κακός οιωνός για τους Έλληνες[42].

Το πρωί της 24ης Ιουλίου οι Τούρκοι εισήλθον στο φρούριο και μη ευρόντες τίποτε άξιο λόγου συνειδητοποίησαν την πλάνη τους. Από τους υπερασπιστές του φρουρίου μόνο ένας Έλληνας δεν μπόρεσε να εξέλθει. Κατά τον Τρικούπη επρόκειτο για τον γενναίο πρόμαχο Αθ. Καρύγιαννη, ο οποίος ευρέθη κοιμώμενος κατά την ώρα της εξόδου. Όταν ξύπνησε και είδε ότι ευρισκόταν ανάμεσα στους εχθρούς, τοποθέτησε στο κεφάλι του ένα κακάβι και προσποιούμενος τον παράφρονα διέλαθε της προσοχής των κατακτητών[43].

Ο Φωτάκος απορρίπτει με πλήθος επιχειρημάτων την άποψη αυτή και φαίνεται ότι έχει δίκιο.

Είναι έξω από κάθε λογική σε στιγμές σύγκρουσης ένας διακεκριμένος πολεμιστής, ο πρώτος φρούραρχος του κάστρου, να καταληφθεί κοιμώμενος[44]. Αυτός που παρέμεινε στο κάστρο δεν ήταν ο Αθ. Καρύγιαννης, αλλά ένας οπλίτης από το χωριό Βαμβακού της Λακεδαίμονος, ονόματι Λιναρδάκος, ο οποίος είχε τυφλωθεί τις προηγούμενες ημέρες από μπαρούτι που «κατά τύχη άναψε» κατά τη διάρκεια παρασκευής φυσεκίων. Τις πληροφορίες του ο Φωτάκος αντλεί από πολεμιστές που κατάγονταν από το χωριό Βρέστενα και Βαμβακού, και που επιζούσαν κατά τη διάρκεια της συγγραφής του έργου του, όπως ο Αναγνώστης Σταυρόπουλος[45].

Ο Λιναρδής Παπαχριστοφίλου[46], όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, ήταν και ο μόνος που δεν κατάφερε να ακολουθήσει τους εξερχόμενους συμπολεμιστές του. Οι Τούρκοι εισελθόντες στο φρούριο τον εφόνευσαν. Αυτό συνάγεται από αίτηση των κληρονόμων του (20-6-1865) και πιστοποιητικό του οπλαρχηγού Π. Μπαρμπιτσιώτη[47].

Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας συνέβη και το εξής:

«Την ημέραν και την ώραν κατά την οποίαν οι άνθρωποι εκοιμώντο εις τον ίσκιον, διότι τις νύκτες έμεναν άγρυπνοι, έπεσε μία πέτρα από το τείχος του φρουρίου, η, οποία εζούπησε την κεφαλήν ενός άλλου στρατιώτου από το χωρίον Κουμουστά της Σπάρτης… Ο Κουμουστιώτης… και άλλοι πολλοί, όπου καθένας εύρισκε τόπον εις το τείχος, έβαλαν ξύλον, καρφί, παλούκι ή και άλλο τι δια να κρεμούν την λάσπη και αυτοί έπειτα εξαπλώνοντο από κάτω, άνοιγαν το στόμα των δια να σταλάζει μέσα εις αυτό το νερόν της λάσπης και να δροσίζει την διψασμένην καρδίαν των. Ο Κουμουστιώτης, λοιπόν, έχων ένα κομμάτι ξύλον στρογγυλόν ωσάν ραβδί, το έβαλεν επάνω εις το τείχος, επλάκωσε το ξύλον με μίαν πλάκαν, έπειτα εκρέμασεν από αυτό το ταγάρι και αυτός εξαπλώθη από κάτω και έπινε το νερόν, το οποίον έσταζεν εις το στόμα του. Αλλ’ εν τω μεταξύ τούτω εφύσηξεν άνεμος δυνατός, ο οποίος εκούνησε το ταγάρι πολύ, έσεισεν την πλάκαν, η οποία αμέσως έπεσε και τον εζούπησεν, ως είπομεν, στην κεφαλήν και απέθανεν»[48].

Ο άγνωστος Κουμουστιώτης, ο ανώνυμος νεκρός της πατρίδας, καταγόταν από την Κουμουστά, το παλιό κεφαλοχώρι των ανατολικών υπωρειών του Ταϋγέτου. Ευνοημένο από το Θεό έχει εξήντα πηγές που καθιστούν το έδαφος εύφορο και πολύκαρπο. Δυο απ’ αυτές, η βρύση των Πενταυλών και η βρύση του Πουλιού, απετέλεσαν πηγή έμπνευσης και υμνήθηκαν από δυο μεγάλους ποιητές, τον Άγγελο Σικελιανό[49] και το Νικηφόρο Βρεττάκο[50]. Ο ανώνυμος Κουμουστιώτης τις ημέρες εκείνες του Ιουλίου που οι πυριφλεγείς ακτίνες του ήλιου πυρπολούσαν το Παλιόκαστρο, καθώς το ταγάρι του διΰλιζε τη λάσπη και άφηνε τη δροσιά του νερού να πέφτει σταγόνα – σταγόνα, ασφαλώς θα σκεφτόταν τα κεφαλάρια της Κουμουστάς, τις χάρες της οποίας υμνεί το παρακάτω δίστιχο:

 

«Όμορφη που είσαι, Κουμουστά, με την ανηφοριά σου,

τις μαρμαρένιες βρύσες σου, τα κρύα τα νερά σου»[51].

 

Η έρευνα στο Αρχείο Αγωνιστών και τις σύγχρονες προς τα γεγονότα πηγές έχει φέρει στο φως και ονόματα αυτών που έλαβαν μέρος στην επικίνδυνη αποστολή: Δημήτρης Δρούγας, Πανάγος Κονταλώνης, Θεόδωρος Δ. Κονταλώνης, Μήτρος Μαχαίρας, Κωσταντής Μπαστής ή Βαστής, Αναγνώστης Μπουκίδης (ή Βουκίδης), Αθανάσιος Α. Μπουκίδης (γυιός του προηγουμένου), Παναγιώτης Ευστ. Μπουκίδης, Παναγιώτης Γ. Χαρακας[52], Γεώργιος Δρουγάς (ιερέας), Κωνσταντίνος Ηλιόπουλος, Πέτρος Μ. Κερχουλάς (Αράχοβα)[53], Γιωργάκης Σκλαβοχωρίτης (Αμύκλες)[54], Γρηγόριος Μωϋσάκος, Θανάσης Μπαλτάκος (Παλιοπαναγιά)[55].

Ειδικότερα, ο Γρηγόριος Μωϋσάκος, όπως συνάγεται από αίτηση των απογόνων του,«εφονεύθη εντός του φρουρίου του Άργους, όταν ήταν πολιορκημένον το φρούριον»[56].

Γι’ αυτόν όμως ο Ηλίας Γιατράκος, εξουσιοδοτημένος γιατρός του Αγώνα, στις σημειώσεις του και στη στήλη: Όσοι επληγώθησαν εις το κάστρο του Άργους, όταν ήλθεν ο Δράμαλης, αναφέρει: «Γρηγόριος Μωυσάκος, Διποταμίτης, πληγωμένος εις το χέρι τον εκοίταξα ημέρες 28». Ακόμη ο Παναγιώτης Αλεξανδράκης, Λεονάρδος Παπαχριστοφίλου (Λιναρδής), Αναγνώστης Σταυρόπουλος, Βενιζέλος Γιαννακόπουλος (Βαμβακού)[57],Αργύρης Τσαγκαρούλης (Βρουλιάς, Σελλασία)[58].

Μέσα στο φρούριο τραυματίστηκαν οι: Γεώργιος Δημάκος, Γεώργιος Κουμουστιώτης, (παιδί του παπα-Βασίλη Οικονόμου), Αθανάσιος Μανιάτης από τον Αρκασά, Γεώργιος Σμυρναίος, Παναγιώτης Μποζατζής, Πισινοχωρίτης, ανεψιός του παπα-Καλομοίρη από τη Βορδώνια, Γιάννης Κωνσταντάκος από τα Τζίντζινα, Θανάσης Μπαλτάκος από την Παλιοπαναγιά, Γιάννης Ζερβέας από την Καρδαμύλη[59]. Από τους αρχηγούς δυο φορές τραυματίστηκε ο Πέτρος Μπαρμπιτσιώτης[60].

Η σημασία της πρόσκαιρης αντίστασης στην Ακρόπολη του Άργους υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε τα ονόματα των ανδρών εκείνων πρέπει να αναγράφονται και να τυγχάνουν της ευγνωμοσύνης του έθνους[61]. Η πολιορκία του κάστρου κράτησε 12 μέρες. Η αντίσταση ήταν η πρώτη που συνάντησε ο Δράμαλης απ’ αρχής της εκστρατείας του[62].

Η έπειτα από συντονισμένη επίθεση ασφαλής έξοδος των αγωνιστών ενέβαλε ασφαλώς στη σκέψη του Δράμαλη και τις πρώτες αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα των ενεργειών του. Η επίτευξη από ελληνικής πλευράς του αντικειμενικού στόχου, που ήταν η καθυστέρηση και η καταπόνηση του αντιπάλου, ανύψωσε το ηθικό των αγωνιζομένων για την απελευθέρωσή τους και έδωσε την ευκαιρία στον Αρχηγό να καταστήσει τις ενέργειες του περισσότερο αποτελεσματικές.

Στο μεταξύ απ’ όλες τις περιοχές της Πελοποννήσου συνέρρεαν στρατεύματα. Οι Τούρκοι απώλεσαν πολύτιμο χρόνο, στη διάρκεια του οποίου συγκροτήθηκε αξιόμαχη ελληνική δύναμη[63]. Οι εκτιμήσεις των ιστορικών συγκλίνουν: «Η κράτησις της ακροπόλεως του Άργους έγινεν αφορμή, της απωλείας του Δράμαλη»[64]. Είναι ο πρώτος σοβαρός αντιπερισπασμός που πέτυχε πλήρως τους στόχους του[65]. «Η πράξις αύτη ανήκει εις τας γενναιοτέρας και αποτελεσματικοτέρας εκδουλεύσεις τους αγώνος τούτου»[66].

Στην Εθνική Συνέλευση της 25ης Φεβρουαρίου 1844 υπεβλήθη πρόταση για απονομή αριστείου στους πολιορκηθέντες εκείνους μαχητές[67]. Οι συνθήκες δεν ήταν τότε πρόσφορες. Η ώρα της δικαίωσης συνήθως αργεί. Το κατόρθωμά τους επισκιάστηκε, όπως ήταν φυσικό άλλωστε, από τη θρυλική «νίλα» του Δράμαλη, η οποία και έθεσε τις βάσεις για την απελευθέρωση της Ελλάδος.

 

Υποσημειώσεις


[1] Θ. Ρηγόπουλου, Απομνημονεύματα. Εισαγωγή – Επιμέλεια – Ευρετήριο Α. Θ. Φωτόπουλου. Αθήναι 1979, σσ. 253-254. Ο Θ. Ρηγόπουλος, γραμματικός του Πάνου Κολοκοτρώνη, που παρίστατο στη σύσκεψη, αναφέρει ως ημερομηνία τέλεσής της τη νύκτα της 8ης προς 9η Ιουλίου. Βλ. Πλαπούτας, Επιμ. Α. Τσέλαλη, Εκδ. Γιαννίκου. Αθήνα 1962, σ. 266. Φωτάκου (Φωτίου Χρυσανθοπούλου), Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής επαναστάσεως, Επιμέλεια Θ. Βαγενά- Α. Ηλιόπουλου- Π. Ν. Κοντοέ, εκδ. Νεοϊστορικής Βιβλιοθήκης, Αθήναι 1955, σ. 261.

[2] Ν. Δ. Ματθαίου, Ο πρωτοκλέφτης Ζαχαρίας. Αθήνα 1998, σ. 372.

[3] Φωτάκος, 260. Ο Θ. Ρηγόπουλος (σ. 26) αρνείται τα διαμειφθέντα και προσθέτει ότι μπορεί να άκουσαν ο Φωτάκος και ο Μ. Οικονόμου.

[4] Πλαπούτας, Επιμ. Α. Τσέλαλη, Εκδ. Γιαννίκου. Αθήνα 1962, σ. 266.

[5] Β. Σφυρόερα, «Σταθεροποίηση της Επαναστάσεως 1822-1823», Ι.Ε.Ε., τ. ΙΒ, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 251. Στο πλαίσιο του σχεδίου είχαν καταληφθεί οι στρατηγικές θέσεις στο Κιβέρι, το Κεφαλάρι, το χωριό Ζαχαρία, το Δερβενάκι, το Αγινόρι.

[6] Σπ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής επαναστάσεως, τομ. Β . Αθήναι, Ι.Ν. Σιδέρης 1925, σ. 287. Για τον Θανάση Καρύγιαννη ο Φωτάκος (σ. 258, σημ. 1) γράφει ότι ήταν αχώριστος φίλος του Η. Τσαλαφατίνου, ανδρός γενναίου και ανιδιοτελούς. Και συμπληρώνει: «δεν αμαρτάνομεν να τους ονομάσωμεν Αγίους Αναργύρους».

[7] Ν.Δ. Ματθαίου, 624-625 και Κ. Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες. Αθήνα 1971, σ. 71. Ο Ι. Ε. Ζεγκίνης, Το Άργος δια μέσου των αιώνων. Αθήναι 19963, σ. 259, γράφει ότι το φρούριο είχε καταλάβει ο Θανάσης Καράγιαννης «Μανιάτης ή κατά τίνας Κυνουριεύς».

[8] Σπ. Τρικούπης, οπ.π., τ. Α’, σσ. 186-187.

[9] Θ. Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα. Εισαγωγή – επιμέλεια Έλλης Αλεξίου. Αθήνα, Μέρμηγκας, χ.χ., σ. 319.

[10] Κ. Πίτσιου, Καρυαί (Αράχοβα) Λακεδαίμονος. Αθήνα, Ηλία Ν. Δικαίου, 1948, σ. 175.

[11] Τα στοιχεία αυτά αντλούνται από τα απομνημονεύματα του Δ. Δημητρακάκη (περιοδικό Μαλεβός 1923). Δ. Κρεββατά, Από τον Παναγιώτη Κρεββατά στον Ελευθέριο Βενιζέλο. Αθήνα 1994, σ. 202.

[12] Θ. Ρηγόπουλος, σ. 254. Την εγκυρότητα των λόγων του Κολοκοτρώνη επιβεβαιώνει ως εξής: «ήμην αυτήκοος όλων των λεχθέντων».

[13] Ο Πέτρος Μπαρμπιτσιώτης, γυιός του Ανάσταση Καραδόντη, γεννήθηκε στην Μπαρμπίτσα το 1785. Από την πρώτη στιγμή του Αγώνα επικεφαλής των συγχωριανών του κινήθηκε όπου το χρέος τον καλούσε. Σημαντικό γεγονός της πολυκύμαντης ιστορίας του ήταν η ενίσχυση το βράδυ της 12ης προς 13ης Μαΐου 1821 του ταμπουριού του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη στο πιο κρίσιμο σημείο της μάχης. Στη διάρκεια της πολιορκίας του κάστρου του Άργους, όπως βεβαιώνει ο ίδιος αργότερα, λαβώθηκε δυο φορές. Τιμώντας τη δράση του ο Κολοκοτρώνης, σύμφωνα με την παράδοση, του είπε: «Πέτρο, Αναγνωστάδων παιδιά είναι πολλά και συ πρέπει να ξεχωρίζεις απ’ τους άλλους. Γιατί δεν παίρνεις τ’ όνομα της πατρίδος σου της ξακουστής Μπαρμπίτσας». Το 1844 εξελέγη βουλευτής, αλλά ο κοινοβουλευτικός βίος δεν τον συγκινούσε ιδιαίτερα. Κράτησε το βαθμό του συνταγματάρχη που του απονεμήθηκε το 1847. Πέθανε το 1871. Ν.Δ. Ματθαίος, 584-593. Κ. Μ. Πίτσιος, 174-176.

[14] Ο Θεόδωρος Ζαχαρόπουλος ήταν γυιός του πρωτοκλέφτη Ζαχαρία από τη Φλωρού, δεύτερη γυναίκα του, γυναικάδελφος του Νικηταρά και γαμπρός του κλεφταρματολού Νικοτσάρα, του οποίου είχε νυμφευθεί την κόρη. Πέθανε στο Άργος το 1836. Ματθαίος, σσ. 575-580.

[15] Ο Αντώνιος Κουμουστιώτης καταγόταν από την Κουμουστά Λακεδαίμονος. Από αναφορά των γυιών του, Δημήτρη και Παναγιώτη (12.5.1846), συνάγεται ότι ο πατέρας τους ήταν κλέφτης. Συνελήφθη στον πύργο του Κουμουνδουράκη από τον Ραλιάμπεη και μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έμεινε πέντε χρόνια. Στη διάρκεια της Επανάστασης ηγήθη συμπατριωτών του και έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Απέθανε το 1830. Βλ. Δ. Δικαιάκου, «Αντώνιος Κουμουστιώτης», Το Ξηροκάμπι 12(1972) σσ. 3-4. Π. Τεκόση, «Νέα στοιχεία δια την δράσιν του Αντωνίου Κουμουστιώτη»,Το Ξηροκάμπι 13(1972) σσ. 1-3. Δ. Γ. Κ. Κατσαφάνα, Παλαιοπαναγιά, Ανώγεια και Ξηροκάμπι. Αθήνα 1989, σ. 274-277. Δ. Γ. Λάσκαρι, Το Ξηροκάμπι της Λακεδαίμονος. Αθήνα 2002, σσ. 63-64. Ν. Δ. Ματθαίος, σσ. 560-561, σημ. 6.

[16] Σπ. Τρικούπης, τομ. Α’, 188.

[17] Σπ. Τρικούπης, τομ. Α’, 188.

[18] Β. Σφυρόερας, 252. Σπ. Τρικούπης, τομ. Α’, 188.

[19] Θ. Κολοκοτρώνης, 320. Οι Τούρκοι είχαν πειστεί ότι στο φρούριο φυλάσσονταν τα πλούτη των Αργείων και ότι υπήρχαν αποθήκες πλήρεις εφοδίων. Παλαιών Πατρών Γερμανού, Απομνημονεύματα. Αθήνα, Βεργίνα, 1996, σ. 106. Κ. Δεληγιάννη, Απομνημονεύματα. Αθήνα, Γ. Τσουκαλά, χ.χ., τομ. Β, σ. 51.

[20] Φωτάκος, 271.

[21] Ν. Σπηλιάδου, Απομνημονεύματα, τομ. Α’. Αθήναι, Καραβία, 1972, σ. 415.

[22] Φωτάκος, 262.

[23] Φωτάκος, σ. 262.

[24] Δ. Κ. Βαρδουνιώτου, Η καταστροφή του Δράμαλη. Εν Τριπόλει 1913, σ. 120.

[25] Α. Φραντζή, Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, τομ. Β’. εν Αθήναις 1839, σ. 214.

[26] Ι. Ε. Ζεγκίνης, σ. 264.

[27] Θ. Ρηγόπουλος, σ. 26. Ο γαλακτώδης χυμός του φυτού αυτού είναι δηλητηριώδης. Συχνά οι άνθρωποι χρησιμοποιούν το φυτό για αλίευση στα ποτάμια ή τα πηγάδια.

[28] Θ. Ρηγόπουλος, σ. 27.

[29] Θ. Ρηγόπουλος, σσ. 26-27.

[30] Ι. Ε. Ζεγκίνης, σ. 261. Σπ. Τρικούπης, σ. 189.

[31] Φωτάκος, 262.

[32] Δ. Κ. Μπαρδουνιώτης, 124.

[33] Ο Πλαπούτας εισήλθε στο φρούριο και ενίσχυσε με πολεμοφόδια τους αμυνόμενους. Ο Δ. Υψηλάντης εκφώνησε πατριωτικό λόγο, δίνοντας υπόσχεση ότι δεν θα τους αφήσουν να χαθούν, Φωτάκος, 268.

[34] Σπ. Τρικούπης, σ. 189.

[35] Υπήρχαν και μύλοι Αφεντικοί.

[36] Θ. Κολοκοτρώνης, σ. 321.

[37] Α. Φραντζής, σ. 222.

[38] Θ. Κολοκοτρώνης, 321. Θ. Ρηγόπουλος, 31. Φωτάκος, σ. 269.

[39] Φωτάκος, σσ. 272-273.

[40] Α. Φραντζής, σ. 223. Μ. Οικονόμου, Ιστορικά της ελληνικής παλιγγενεσίας (φωτοτυπική επανέκδοση), Εκδ. Δημοσίας Βιβλιοθήκης της Σχολής Δημητσάνης. Αθήναι 1976, σ. 356.

[41] Το Άργος στην αρχαιότητα εφέρετο ως «πολυδίψιον», («και κεν ελέγχιστος πολυδίψιον Άργος ικοίμην», Ομήρου, Ιλιάς Δ 171), που μετέβαλε σε «ένυδρον» ο Δαναός («Άργος άνυδρον εόν Δαναός εποίησεν ένυδρον», Ησιόδου, Αποσπ. 58).

[42] Θ. Ρηγόπουλος, σσ. 31-32.

[43] Σπ. Τρικούπης, σ. 191.

[44] Φωτάκος, σσ. 269-270, σημ. 1.

[45] Φωτάκος, σ. 270. Τον ίδιο λόγο επικαλείται και ο Α. Φραντζής (σ. 223, σημ. 1): «εις μόνον εκ των εν τη ακροπόλει του Άργους Ελλήνων βεβλαμμένος ων από πυρίτιδα».

[46] Ν.Δ. Ματθαίος, σ. 375, σημ. 65. Λιναρδής ήταν και το επώνυμο των απογόνων του.

[47] Ν.Δ. Ματθαίος, σσ. 636-637. Αντίθετα ο Ν. Σπηλιάδης, σ. 418, γράφει: «ό,τι αυτόν τον δυστυχή με το πυρίκαυστο πρόσωπο δεν θέλησαν οι Τούρκοι να φονεύσουν».

[48] Φωτάκος, σσ. 270-271.

[49] Γ.Π. Μανουσόπουλου, ο Άγγελος Σικελιανός και ο Ταΰγετος. Η Φάρις 5, 19936.

[50] Νικηφόρου Βρεττάκου, Τα Ποιήματα. Αθήναι 1981, σσ. 252-253.

[51] Βούλας Κονίδη, «Στην παλιά Κουμουστά», Η Φάρις 35 (2003) σ. 15.

[52] Κ. Μ. Πίτσιος, σσ. 165-171.

[53] Ν. Δ. Ματθαίος, σσ. 614-615.

[54] Σ. Π. Αντωνάκου, Αμύκλαι, Αθήνα 1982, σ. 234.

[55] Δ. Γ. Κατσαφάνας, σσ. 261, 283.

[56] Δ. Γ. Κατσαφάνας, 266.

[57] Η. Παπαθανασόπουλου, «Νοσηλεία τραυματιών (1821-1825) και Λάκωνες αιχμάλωτοι κατά τας επιδρομάς του Ιμπραήμ (1825-1826)», Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972) σ. 301.

[58] Ν. Δ. Ματθαίος, σσ. 629-630, 636-637, 639 και Φωτάκος, σ. 270.

[59] Ν. Δ. Ματθαίος, 675-676.

[60] Η. Παπαθανασόπουλος, σσ. 300-301. Ν. Δ. Ματθαίος, σ. 591.

[61] G. Finley, Ηistory of the Greek Revolution. London 1861, σσ. 388-389.

[62] Ι. Ε. Ζεγκίνης, σ. 261.

[63] Κ. Μέντελσον – Μπαρτόλντυ, Επίτομη ιστορία της Ελληνικής επανάστασης, μτφ. Ελένης Γαρίδη. Αθήνα, Τολίδης, χ.χ., σ. 114.

[64] Α. Κοντάκη, Απομνημονεύματα. Αθήναι 1957, σ. 84.

[65] Α. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τομ. ΣΤ’. Θεσσαλονίκη 1982, σ. 234.

[66] Α. Πρόκες-Όστεν, Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων, μετφ. Γ.Ε. Αντωνιάδου, τομ. Α’. Αθήνησι 1869, σ. 175.

[67] Ι.Ε. Ζεγκίνης, σ. 264.

 

Θεόδωρος Σ. Κατσουλάκος

Δρ. Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Το φρούριο Λάρισα του Άργους


 

  Το Άργος τον 19o αιώνα [ως θέμα] του παρόντος συνεδρίου έχει ιδιαίτερη σημασία κυρίως για την επιστημονική έρευνα για ό,τι έχει σχέση με την ιστορία της πόλεως και τον πολιτισμό της. Πρώτον, διότι σχετίζεται με την αναγέννηση του Ελληνικού Έθνους κατά τον αιώνα αυτόν ως αποτέλεσμα της επανάστασης του 1821, στην οποία το Άργος έπαιξε βασικό ρόλο[1].

Δεύτερον, διότι με την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους άρχισε η διεπιστημονική έρευνα για το παρελθόν της πόλης με σκοπό να πάρει και η σύγχρονη πόλη του Άργους τη θέση που είχε πάντα ως σημαντικό αστικό κέντρο της Πελοποννήσου για τον διαχρονικό πολιτισμό εν γένει της Ελλάδος, πνευματικά και υλικά (οικονομία).[2]

 

Το ονομαζόμενο φρούριο Λάρισα που δεσπόζει της πόλης, εξεταζόμενο ιδιαίτερα ως μνημείο, που επιβίωσε κατά την ανά τους αιώνες πορεία των κατοίκων του Άργους, συμβολίζει διαχρονικά την επιβίωση και της πόλης, που προστάτευε από τους προϊστορικούς χρόνους, της λατρείας των ειδώλων και των αρχαίων θεών, μέχρι τους μετά Χριστόν αιώνες.[3]

Στα τείχη του φρουρίου και τον περιβάλλοντα χώρο η έρευνα απεκάλυψε ό,τι είχε σχέση: α) με αρχιτεκτονική (στρατιωτικές οχυρώσεις), β) θρησκευτική χρήση, γ) υλικό για σύγκριση με άλλα φρούρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό και δ) γλωσσικά στοιχεία για την εύρεση των κατασκευαστών, μόνιμων κατοίκων η περαστικών κατακτητών[4].

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

 

Πιο κάτω παραθέτουμε τα αποτελέσματα των ερευνών, που έγιναν από τον 19o αιώνα μέχρι και τον 20o, με προτάσεις για μία σύγχρονη αξιοποίηση του ευρύτερου χώρου, αφού εκεί πρέπει να καταλήγει κάθε Συνέδριο [5]. Αυτό συμπίπτει και με τα εκατό δέκα χρόνια πολιτιστικής δράσης του ΔΑΝΑΟΥ, ενός Συλλόγου που ανέδειξε με τις δραστηριότητές του το χθες και το σήμερα του Άργους για να ακουμπάμε στο παρελθόν (μελετώντας) να αγγίζουμε το παρόν (ερευνώντας) έτσι, ώστε να οραματιζόμαστε το μέλλον με την αξιοποίηση όσων μας προσφέρει η μελέτη και η έρευνα [6].

 

Το Κάστρο της Λάρισας από ψηλά. Αεροφωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

Από τα ονόματα στα πράγματα

 

Η ιστορική και συγκριτική γλωσσολογία για τα ονόματα Άργος – Αργείοι – Λάρισα μας προσφέρει υλικό για τις σχέσεις των ονομάτων αυτών με αντίστοιχά τους εντός και εκτός της σημερινής Ελλάδος [7]. Με κέντρο τη Βόρειο Ελλάδα διαδόθηκε το Αργείοι ως παράγωγο του Άργους ως ένα από τα ομηρικά ονόματα για τους Έλληνες. Έτσι έχουμε:

1. Άργος Ορεστικόν στη λεκάνη του ποταμού Αλιάκμονα με παράγωγο του Άργους το Argestaeus Campus (αργεσταία πεδιάδα) στον Άνω Αλιάκμονα.

2. Άργος (= Υπέρια) στο νησί των Φαιάκων (Στέφανος Βυζάντιος) που ταυτίζεται με την Κέρκυρα.

3. Άργος Αμφιλοχικόν στη νότιο Ήπειρο, περιοχή Αμφιλοχίας.

4. Άργεις (στον Ησύχιο) στη Βόρειο Θεσσαλία εθνικόν από το Άργος.

5. Άργος Πελασγικόν, όνομα της Θεσσαλικής πεδιάδας κοντά στον Πηνειό (Ιλιάδα) ή κατά τον Στράβωνα και Απολλώνιο της Θεσσαλίας ή κατά τον Ευστάθιο της Λάρισας. Το Πελασγικό προστέθηκε για να το διακρίνει από άλλες πόλεις η περιοχές με το ίδιο όνομα. Άργος Πελασγικό σημαίνει Άργος στην αρχαία περιοχή των Πελασγών.

6. Άργος Ίασον (Οδύσσεια και Σχόλια, Στράβων, Στεφ. Βυζ., Ευστάθιος, Ησύχιος) το σύνηθές του Άργος Αχαϊκόν (από την Ιλιάδα και μετά) είναι το υπό εξέταση Άργος της Αργολίδας με το φρούριο Λάρισα που έδινε το όνομα σε όλη του την περιοχή, αλλά και σ’ όλη την Πελοπόννησο.

Αντίστροφο παράγωγο είναι το Ιωνικόν Άργος από το Ιάσι < La Fασι πληθυντικός από το Lά(f)ονες, δηλαδή το Άργος στην περιοχή των Ιώνων που μπορούμε να το συγκρίνουμε με παρόμοια όπως Άργος το εν Ορεστεία (Ορεστικόν) και Άργος εν τω Ιονίω (= Ίππιον στην Απουλία της Ιταλίας).

[Αρχικά η πόλη είχε το προελληνικό όνομα Λάρισ(σ)α όταν κατακτήθηκε από τους Έλληνες[8] ενώ η Πελοπόννησος ονομάσθηκε Άργος, γνώμη Γεκοργκέφ]. Οι Ίωνες ήταν οι πρώτοι Έλληνες στην Πελοπόννησο και κατ’ αρχάς η πόλη ονομάσθηκε Άργος Ίασον (Ιωνικόν Άργος) και όταν αργότερα κατακτήθηκε από τους Αχαιούς (Αργείους και Δαναούς) ονομάσθηκε Άργος Αχαϊκόν Αργεία (χώρα).

7. Άργος, πόλη στην περιοχή της Τροιζήνας (Στεφ. Βυζ.) στη Βορειοδυτική Πελοπόννησο.

8. Άργος, πόλη στο νησί Νίσυρος (Στεφ. Βυζ.).

9. Άργος, πόλη στην Καρία (Στεφ. Βυζ.).

10. Άργος = Αργειόπολις, πόλη στην Κιλικία (Στεφ. Βυζ.).

Από τη γεωγραφική διάδοση του τοπωνυμίου Άργος και του εθνικού Αργείοι μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η Βορειοδυτική Ελλάδα είναι η αρχική χώρα προέλευσης των Αργείων, (όρος Χάων στην Ήπειρο και Αργολίδα). Από εκεί κατά την 3η χιλιετηρίδα η στις αρχές της 2ης οι Αργείοι κατέκτησαν την περιοχή που αργότερα ονομάστηκε Θεσσαλία (νότια του Πηνειού) που πριν κατοικούσαν οι Πελασγοί και πιθανώς ονομαζόταν η περιοχή Πελασγία. Αυτή άλλαξε σε Άργος (Πελασγικόν) και από την φυλή των Θεσσαλών έγινε αργότερα Θεσσαλία.

Έτσι σχηματίστηκε μια φυλετική συμμαχία (Τρίφυλος) μεταξύ των Αργείων, του πληθυσμού του Άργους Πελασγικού (Βόρειος Θεσσαλία) των Αχαιών, του πληθυσμού της Αχαΐας (Αχαΐα Φθιώτης, στη νότιο Θεσσαλία) και των Δαναών (Βλ. το όνομα Απιδανός ποταμός της περιοχής που ονομάστηκε αργότερα Θεσσαλιώτις) [από το απα = νερό και δαν = ποταμός] και Δαναός = ποταμήσιος) [9]. Γι’ αυτό ο Όμηρος αποδίδει στους Έλληνες τρία ονόματα: Αργείοι, Αχαιοί ή Δαναοί.

Οι Ίωνες που πιθανώς κατοικούσαν στην περιοχή του ποταμού Ίων (ΒΔ Θεσσαλοί) πιεζόμενοι από τους Αργείους προχώρησαν προς το νότο και κατέκτησαν την Αονία (Βοιωτία) και την Πελοπόννησο (Άργος Ίασον). Οι Αργείοι, Αχαιοί, Δαναοί από τη Θεσσαλία κατέκτησαν την Πελοπόννησο και το Άργος Ίασον ονομάστηκε τότε Άργος Αχαϊκόν. Στο δεύτερο μισό της 2ης χιλιετηρίδας οι Αργείοι, Αχαιοί, Δαναοί έκαναν αποικίες στη ΝΔ. και Ν. ακτή της Μικράς Ασίας και την Κύπρο.

Οι Χετταίοι τους ονόμαζαν τότε Αχχιγιάβα (Αχαιfοί) (από το Αχαιf-ία η χώρα των Αχαιfοί) και Αrzαννα (Αrzaννα) που υποκρύπτει τον υστεροΜυκηναϊκό (Κυπριακό) τύπο Άρζει fα η χώρα των Αργείων παράγωγο του Αργεεύς (κάτοικος του Άργους).

Στα Λατινικά διατηρήθηκε ως Argivi κάτοικοι της Αργείας (η χώρα των Αργείων) ενώ ίχνη των αποικιών των Αργείων στη Μικρά Ασία είναι το Άργος της Καρίας και η Αργειόπολις της Κιλικίας.

Το τοπωνύμιο Άργος (λευκή πόλις) σχετίζεται με το επίθετο αργής (λαμπρός, λευκός, απαστράπτων) που απαντά συχνά στα Ελληνικά τοπωνύμια, όπως Άργιον (το όρος) το βουνό και το αρχαιότερο όνομα για τις Μυκήνες Άργεννον, που ως ακρωτήριο της Ιωνίας μετονομάστηκε το μεσαίωνα σε Λευκό ακρωτήριο.

Λάρισα είναι το όνομα οκτώ πόλεων στη Θεσσαλία, Φθιώτιδα, Αττική, Άργος και στην Κρήτη. (Μπορεί να παραβληθεί με το Λάρισσος όνομα ποταμού στην Αχαΐα και Λαρισαίαι Πέτραι βράχοι στο νησί Λέσβος, ενώ από το λάας = λίθος (λαύρον = μέταλλον αργύρου παρά Αθηναίοις (Ησύ-χιος) (πρβ. Λαύριον, όπου ορυχεία αργύρου) και το Άργος με το argentum (Λατ. άργυρος).

Έχουμε λοιπόν μία σημασιολογική ταύτιση Άργους (λευκός) και άργυρος (ασήμι ως λευκό) με τη Λάρισα ως φρούριο να δεσπόζει σε βραχώδη λόφο, πράγμα που επαληθεύει άλλη μία φορά τη φράση του Πλάτωνος (από το διάλογο Κρατύλος) «ος αν τα ονόματα ειδή, είσεται και τα πράγματα» (= όποιος θα γνωρίσει τα ονόματα, θα μάθει και τα πράγματα).

 

Το Κάστρο της Λάρισας από ψηλά. Αεροφωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

Σταθμοί της ιστορίας της Λάρισας

 

Η λέξη κάστρο εισήχθη από τη λατινική (ρωμαϊκή) στην ελληνική με αρχική σημασία της το οχυρωμένο στρατόπεδο[10] (castra-οrum). Πήρε τη θέση των λέξεων οχυρόν, φρούριον, και με τη διαρκή χρήση της στη Βυζαντινή εποχή φτάνει μέχρι σήμερα.

Στην τοιχοδομία του φρουρίου Λάρισα βρίσκουμε μυκηναϊκά στοιχεία, αρχαϊκά (6ος αιώνας), κλασικά του 5ου αιώνα, Βυζαντινά, φραγκικά, ενετικά, τουρκικά. Όλα αυτά δεν άλλαξαν το γενικό του σχήμα και σχέδιο κατασκευής πράγμα που αποδεικνύει ότι έγινε διαχρονικά το φυσικό επιστέγασμα της οχύρωσης του Άργους, ως ακρόπολή του, έτσι ώστε η ιστορία της πόλης να ταυτίζεται με την τύχη του φρουρίου αυτού [11].

Βρίσκεται στον ψηλότερο από τους δύο λόφους 289 μ. που ορίζουν προς Δ. και Β. το Άργος με ισοπεδωμένη την κορφή μήκους 200 μ. και για λόγους μίας άμυνας «εις βάθος» έχει εσωτερικό φρούριο μήκους 7μ. στον κεντρικό χώρο. Μπορεί να συγκριθεί στο σημείο αυτό με το εσωτερικό φρούριο στο κάστρο Χλεμούτσι της Ηλείας [12] και της Πάτρας.

 

Το κάστρο του Άργους, W. Lindon 1856.

 

Παραλληλίζοντας την ιστορία του Άργους και της Λάρισας βρίσκουμε στα διαφορετικά οικοδομικά υλικά κατά εποχές και τους σταθμούς στη μακραίωνη ιστορία του Άργους. Τα μυκηναϊκά κατάλοιπα έχουν ενσωματωθεί στα μεταγενέστερα τείχη που χαρακτηρίζονται: α) αρχαϊκά 6ος αι. π.Χ. και β) κλασσικά 5ος στη Βόρεια, ανατολική και βορειοδυτική πλευρά. Χρησιμοποιούνται κατά τη Ρωμαϊκή εποχή (αρχίζει με την καταστροφή της Κορίνθου το 146 π.Χ.) και κατά την ακόλουθη Βυζαντινή από τον 4ο μ.Χ. αι.

Ο Λέων Σγουρός καταλαμβάνει το κάστρο το 1203 ένα χρόνο πριν από τη Φραγκοκρατία 1204 και ο Θεόδωρος Άγγελος το 1210 για να καταληφθεί τα επόμενα χρόνια 1212-1381 από τους Φράγκους που έχουν ιδρύσει με τους Βιλλεαρδουΐνους το Πριγκηπάτο του Μορέως με έδρα την Ηλεία (Ανδραβίδα) [13].

Το 1389 το κατέχει ο Θεόδωρος Ά  Παλαιολόγος μέχρι το 1394 που καταλαμβάνεται από τους Τούρκους. Μέχρι τότε έγιναν οι μεγαλύτερες αλλαγές στα αρχαία του τείχη που αντικαταστάθηκαν με μεσαιωνικές κατασκευές και με φραγκικές προσθήκες τον 13ο αι. και μετά. Το 1397-1463 έχουμε ανανέωση οχυρωματική από τους Βενετούς κατά την πρώτη περίοδο της Βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο.

Το 1463-1686 καταλαμβάνεται από τους Τούρκους την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας (μετά την Άλωση της Πόλης το 1453). Μετά τη νίκη των Βενετών ανακαταλαμβάνεται το 1686 – 1715 στη Β’ Ενετοκρατία για να καταληφθεί πάλι από τους Τούρκους το 1715 που κράτησαν το φρούριο μέχρι την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης το 1821.

Από τότε αρχίζει με την έρευνα να «ξεκαθαρίζει» η οικοδομική ιστορία της Λάρισας και να βρίσκονται μνημεία και ενδείξεις όλων των προηγούμενων του 19ου αιώνα εποχών όπως: τα θεμέλια του ναού του Διός Λαρισαίου και της Αθηνάς Πολιάδος. Στην ερειπωμένη εκκλησία μέσα στο κάστρο έχει χρησιμοποιηθεί αρχαίο οικοδομικό υλικό [14].

Υπάρχουν δεξαμενές για αλλαγή του νερού των βροχών, η μία σκαλισμένη στο Βράχο. Το αρχαίο ιερό της Ήρας Ακραίας στη βορειοανατολική πλευρά του λόφου έχει πιθανώς τη θέση του μοναστηριού της Παναγίας Κατακεκρυμμένης ή του Βράχου. Σήμερα διαθέτουμε μία ευρεία βιβλιογραφία για τα κάστρα που ανήκουν χρονολογικά στις διάφορες εποχές στις οποίες ανήκαν τμήματα του φρουρίου Λάρισα. Μπορεί να αναπαρασταθεί το φρούριο στις διάφορες εποχές του και να εντοπισθούν καταστροφές που έγιναν όχι από τους πολιορκητές του, αλλά από σύγχρονους ανασκαφείς για την εύρεση παλαιοτέρων στρωμάτων[15].

Υπάρχει έτσι περιθώριο για επιδιορθώσεις, αναστηλώσεις και χρήση του χώρου που συγκινεί ιδιαίτερα τους Ευρωπαίους επισκέπτες οι οποίοι αναζητούν μνημεία που σχετίζονται με την ιστορία της Δύσης (Φράγκων, Σταυροφόρων – Βενετών). Αυτό συμβαίνει και λόγω της πλούσιας λογοτεχνίας που επικεντρώνεται στην ιστορία των κάστρων και απαρχή της είναι οι ιστορίες των ιπποτών, τροβαδούρων, σταυροφόρων όπως κυρίως διαδόθηκαν με τις μεσαιωνικές μυθιστορίες, ποιήματα και όσα αναβίωσαν με το ρομαντισμό στη λογοτεχνία των δυτικών κρατών [16] και της Ελλάδος.

Η σύγχρονη χρήση του φρουρίου της Πάτρας (εσωτερική αυλή) και της Κυλλήνης (Χλεμούτσι) για παραστάσεις είναι πόλος έλξεως τουριστικής, αλλά και τοπικών πολιτιστικών εκδηλώσεων. Ίσως με την αξιοποίηση των περιφερειακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων[17] για τη Λάρισα και το Άργος, όπως έγινε με τα πιο πάνω κάστρα, αξιοποιηθούν και οι κόποι των ειδικών ερευνητών (ιστορικών, αρχαιολόγων, αρχιτεκτόνων) για την «ειρηνική» αντιμετώπιση του φρουρίου της Λάρισας. Ενός φρουρίου που ατενίζει από ψηλά την πανέμορφη γη της Αργολίδας ως σύμβολο της ιστορικής μνήμης της πόλεως του Άργους, την οποία υπηρετεί τα τελευταία 110 χρόνια ανελλιπώς ο ιστορικός της Σύλλογος «ΔΑΝΑΟΣ».

 

Γεώργιος Ντελόπουλος

Ιστορικός, Γλωσσολόγος, τ. ερευνητής Ακαδημίας Αθηνών.

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Σχετικά θέματα:

Υποσημειώσεις

 

[1] Βλ. λήμμα ΑΡΓΟΣ – ΛΑΡΙΣΑ στον 14ο τόμο της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών και στο Αρχείο του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού (ΚΕΙΝΕ) της Ακαδημίας Αθηνών.

[2] Βλ. λήμμα ΑΡΓΟΣ – ΑΡΓΟΛΙΔΑ στην Εγκ. ΠΑΠΥΡΟΣ – ΛΑΡΟΥΣ – ΜΠΡΙΤΑΝΙΚΑ – πνευματική κίνηση – προϊόντα και ΕΛΛΑΣ, Μορφωτική Εταιρεία. Αθήναι 1959.

[3] Παράβαλε τη γιορτή με τα πορτοκάλια (22 Νοεμβρίου) με την αρχαία γιορτή με τα αχλάδια «Βαλαχράδες» (Πλούταρχος).

[4] Βλ. – Andrews Kevin, Castles of the Morea. Princeton 1963.

– Ι. Σφηκόπουλος, Τα Μεσαιωνικά Κάστρα του Μοριά. Αθήναι 1968.

– W. Leake, Travels in the Morea, London 1835, B’. Ansterdam 1967, τ.2, σελ. 400.

– A. Bon, «A propos des chatfeaux de plan polygonal», Rev. Arch., 28, 1947.

[5] Πρβ. προτάσεις μου στην ανακοίνωση, Γ. Ντελόπουλος, «Το Άργος εις την αγγλική Βιβλιογραφία», Πρακτικά Πρώτου Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, εκδ. ετ. Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήνα 1976 με του παρόντος Συνεδρίου για α) έκδοση Ιστορικού Λεξικού του Άργους (πρότυπό του το ιστ. Λεξ. των Πατρών του Κ. Τριανταφύλλου) και β) Εισαγωγή της αργολικής βιβλιογραφίας στη δημόσια εκπαίδευση για παραδείγματα κατά μάθημα θεωρητικών και θετικών σπουδών (Βλ. για πρότυπο τα Πρακτικά Συνεδρίου ΠΥΛΟΣ 1998. Αθήνα, Δ. Παπαδήμας, 2000) και Γ. Ντελόπουλος, «Βελεστίνο και Εκπαίδευση», Πρακτικά Συνεδρίου ΥΠΕΡΕΙΑ, τομ. Δ . Αθήνα 2008.

[6] Βλ. εκδ. για το Άργος του Συλλόγου ΔΑΝΑΟΣ.

[7] Βλ. Vladimir I. Georgiev, Introduction to the History of the Indoeuropean Languages, Sofia 1981, σ. 162–164.

[8] Ο Βούλγαρος Συμεών (9ος αι. μ.Χ.) ονομάσθηκε «ημιαργείος (κατά το ήμισυ έλληνας), επειδή είχε ελληνική παιδεία (από τις σπουδές του στην Κωνσταντινούπολη). Αντίθετες γνώμες για άνοδο των νοτίων αντί της καθόδου βορείων φύλων βλ. Α. Πουλιανός, Η καταγωγή των Ελλήνων. Αθήνα 1956 για την ερμηνεία της επανόδου των Ηρακλειδών στην Αργολίδα από το Βορρά, όπου Ορεστικόν – Ορέστης σημαίνει ορεινό – ορεινός (εκ του όρος).

[9] Η ρίζα ΔΑΝ ως ενδεικτικό ποταμού απαντά σε πολλά υδρωνύμια του Ευρωπαϊκού – Μεσογειακού χώρου Δαν-ακός (Σύρος) Δανούβιος, Ηριδαν-ός Αττική) Δανούβιος > Δούναβις – Δον – Ιορδάν-ης.

[10] Με τους Ρωμαίους έφθασε ως την Αγγλία, όπου το castra έγινε chester σε καταλήξεις πόλεως που είχαν ρωμαϊκά στρατόπεδα όπως: Manchester, Colchester Winchester.

[11] Βλ. Ν. Παπαχατζής, Κορινθιακά, Λακωνικά, εις Παυσανίου, Ελλάδος Περιήγησις. Αθήνα, εκδοτική Αθηνών, 1976, σ. 174.

[12] Βλ. Γ. Ντελόπουλος, «Δυτικά πρότυπα των κάστρων της Ηλείας», Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Ηλειακών Σπουδών. Αθήναι 1980, σ. 149-158.

[13] Στο Χρονικό του Μορέως, 2084–2088, εκδ. Καλονάρος αναφέρεται ως ένα από τα ισχυρότερα κάστρα του Μοριά για τον Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουΐνο.

 «Τέσσερα κάστρα αφέντη μας

σε λείπουσιν ακόμη·

το πρώτο ένι η Κόρινθος, το δεύτερο

το Ανάπλιν,

το τρίτον ένι η Μονοβασιά, το

τέταρτο το Άργος·

πολλά είν’ τα κάστρα δυνατά

καλά σωταρχισμένα,

Με πόλεμον ούχ ημπορείς

ποτέ σου να τα επάρης».

[14] Είναι ακόμη εμφανές σε εξωτερικούς τοίχους Βλ. Εικονογράφηση ένθ. άν. Παπαχατζή.

[15] Ο A. Bon σημειώνει για αλόγιστες ανασκαφές χωρίς να έχουν ληφθεί μέτρα συντήρησης. Βλ. Αρχαιολογικόν Δελτίον 29 (1973 –74) 101-505.

[16] Βλ. τα κάστρα στην Ελληνική και ξένη (δυτική) λογοτεχνία όπως:

– Α. Δουμά (πατρός) Ο πύργος της Νέσλ (1832).

– Κ. Ουράνης, Ταξίδια στην Ελλάδα.

– Α. Τερζάκη, Η πριγκηπέσσα Ιζαμπώ μυθιστόρημα.

– Ν. Καζαντζάκη, «Τοπία και κάστρα του Μοριά», Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1960.

[17] Αυτή η τάση αξιοποίησης πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη διατήρηση- συντήρησης όλων των ιστορικών αρχιτεκτονικών στοιχείων των διασωθέντων κάστρων όπως έχουν καταγραφεί σε ειδικά Συνέδρια που έγιναν κατά καιρούς στην Ελλάδα και το Εξωτερικό. Βλ. σχετική βιβλιογραφία εις G. Dimitrocallis – N. Moutsopoulos, «Bibliographie principale de chateaux–forts de la Grece», Τεχνικά Χρονικά, Φεβρουάριος, τεύχος 500, Αθήναι 1968 και την από τότε μέχρι σήμερα (2006) στα αντίστοιχα κάστρα Ελλάδος, Ιταλίας, Γαλλίας στο διαδίκτυο και στο Κέντρο Τεκμηρίωσης του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (Ε.Ι.Ε.), Αθήνα.

Read Full Post »

Δούλοι και Κύριοι στη Ρωμαιοκρατούμενη Ελληνική Κοινωνία του Άργους

          


 

                                                                                               

Σε δύο επιγραφικά κείμενα, που βρέθηκαν στο Άργος της Πελοποννήσου, χρονολογούμενα κατά την ηγεμονία του Κλαύδιου ή ίσως λίγο μεταγενέστερα, αναφέρεται η προσωπικότητα του Τιβέριου Κλαύδιου Διοδότου, ανθρώπου που θα μπορούσε να καυχηθεί πως ήταν ο πρώτος, ίσως και ο μόνος εκείνη την εποχή, που προέβη σε διανομή λαδιού στα γυμνάσια και στα λουτρά, διανομή με αποδέκτες τόσο τους ελεύθερους, όσο και τους δούλους άνδρες της πόλης (IG IV 606). Εάν ο εν λόγω χορηγός ήταν ο πρώτος, ο Ονησιφόρος, άτομο που έδρασε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Τραϊανού, υπήρξε διάδοχός του στην πρακτική αυτή, καθώς με δικά του έξοδα διένειμε ελαιόλαδο αδιακρίτως σε κάθε γυμνάσιο και λουτρό (βαλανείον), από την αυγή ως τη δύση του ηλίου, σε ελεύθερους και σκλάβους άνδρες στην ίδια πόλη (IG IV 597).

Η χρήση του λαδιού της ελιάς στα γυμνάσια ήταν γνωστή σε όλο τον αρχαιοελληνικό κόσμο. Οι αθλητές συνήθιζαν να αλείφουν το σώμα τους με ελαιόλαδο πριν από κάθε προπόνηση ή αγώνα. Στην συνέχεια, όταν τελείωνε η άσκηση, αφαιρούσαν (απέξεαν) το ελαιόλαδο μαζί με τη σκόνη και τον ιδρώτα με ένα μεταλλικό εργαλείο, τη στλεγγίδα. Επίσης, μετά από τους αγώνες, η τεχνική μάλαξη των μυών με ελαιόλαδο βοηθούσε στην ξεκούραση του αθλητή.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αδιάκριτη παροχή του λαδιού στους άνδρες του Άργους, ελεύθερους και δούλους, και μάλιστα σε μια εποχή, την αυτοκρατορική Ρωμαιοκρατία, κατά την οποία οι κοινωνικές διακρίσεις στην Ελλάδα ήταν ιδιαίτερα έντονες. Η πρόβλεψη της παροχής ελαιολάδου σε όλο τον άρρενα πληθυσμό της πόλης χωρίς διάκριση αναδεικνύει ίσως τη σημασία που αποδιδόταν από τους ανθρώπους της εποχής εκείνης στη σωματική φροντίδα. Αυτή η τελευταία αποτελούσε εξισωτικής φύσεως παράγοντα ως προς το status των ανδρών, ελεύθερων και δούλων. Θα μπορούσε μάλιστα να λεχθεί πως το πασίγνωστο γνωμικό «νους υγιής εν σώματι υγιεί» ίσχυε και για τους ευρισκόμενους σε κατάσταση δουλείας άνδρες και ίσως έτσι αναγνωριζόταν η νοητική τους υπεροχή απέναντι στις άλλες έμψυχες ιδιοκτησίες.

Επειδή το έξοδο της προμήθειας λαδιού για τα γυμνάσια ήταν αρκετά σημαντικό, το αναλάμβανε είτε η ίδια η πόλη, είτε χορηγοί, όπως οι ανωτέρω. Ως παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί η εφηβική επιγραφή που βρίσκεται εντοιχισμένη στο μοναστήρι της Παναγίας Σισανίου στο νομό Κοζάνης (αρχαία Ορεστίς). Αυτή η επιγραφή αρχίζει με τη φράση «αλειφούσης της πόλεως…»

Οι παραπάνω χορηγίες μας δίδουν ένα δείγμα της φιλελεύθερης αντίληψης των πραγμάτων στην Ρωμαιοκρατούμενη Ελλάδα, εν αντιθέσει προς τα σκληρά Ρωμαϊκά ήθη. Θα ήταν σε θέση να ισχυριστεί κάποιος πως η χειραφέτηση των δούλων είχε ήδη ξεκινήσει από τα χώματα της Αργολίδας κατά τον 2ο μ.Χ. αιώνα και ότι το παραπάνω επίτευγμα δεν απετέλεσε κατάκτηση του 19ου αιώνα στις Αγγλοσαξονικές χώρες.

 

Αθανάσιος Ζιάκας

Φιλόλογος, Υποψήφιος Διδάκτορας ΕΚΠΑ



Πηγή


  • Clarence A. Forbes, «The education and training of Slaves in Antiquity», Transactions  and proceedings of the American Philological Association, Vol. 86, 1955, pp 321-360.

Read Full Post »

Διόδια Εθνικών Οδών επαρχίας Άργους 1867


 

 Περί επιβολής διοδίων εις την μεταξύ Ναυπλίου και Άργους  εθνικήν αμαξιτήν οδόν.

 Περί επιβολής διοδίων της από Τριπόλεως εις Μύλους Ναυπλίας εθνικής οδού. 

 

Τα διόδια στους εθνικούς δρόμους δεν είναι βέβαια σύγχρονη εφεύρεση. Αντίθετα μάλιστα υπήρξε αρκετά παλαιά. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας κάποιο ποσό, ανάλογο με τα σημερινά διόδια αλλά για άλλη αιτία (την ασφάλεια των δρόμων), πληρωνόταν στους Δερβενατζήδες, στα στενά περάσματα των οδικών αρτηριών (τα Δερβενάκια). Μετά την ανεξαρτησία και αφού με Βασιλικά Διατάγματα καθορίστηκαν ποιοι δρόμοι είναι εθνικοί θεσμοθετήθηκαν τα πρώτα διόδια.

Τα διόδια έβγαιναν σε πλειοδοσία είτε εισπράττονταν με αυτεπιστασία. Αρμόδιοι υπάλληλοι τοποθετούνταν σε επίκαιρα σημεία (Σταθμούς) για την είσπραξή τους. Στα σημεία αυτά, όταν ήσαν στις εισόδους των πόλεων, ήσαν εγκατεστημένοι φοροεισπράκτορες για τη φορολογία των μεταφερομένων προς πώληση προϊόντων.

Μνήμη αυτών των σημείων είναι και το τοπωνύμιο «Φόρος» (π.χ. παρά τον Άγιο Βασίλειο του Άργους). Ο θεσμός των διοδίων, με τις ανάλογες μεταρρυθμίσεις, διατηρήθηκε ως τις μέρες μας. Ας δούμε, λοιπόν, τα περί το Άργος διόδια, όπως ακριβώς δημοσιεύτηκαν στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της εποχής τους:

 

ΔΙΑΤΑΓΜΑ

Περί επιβολής διοδίων εις την μεταξύ Ναυπλίου και Άργους

εθνικήν αμαξιτήν οδόν.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α’.

ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

 

Λαβόντες ύπ’ όψιν τ’ άρθρα 27 και 28 του από 16 Δεκεμβρίου 1867 ΣΞΓ’. περί οδοποιίας Νόμου, επί τη προτάσει των Ημετέρων επί των Εξωτερικών και Οικονομι­κών Υπουργών, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν.

Άρθρον 1.

Επί των ιππασίμων, φορτηγών και υποζυγίων ζώων των διαβαινόντων την από Ναυπλίου εις Άργος ή τανάπαλιν άγουσαν εθνικήν αμαξιτήν οδόν και έχουσαν μήκος (10) δέκα σταδίων, επιβάλλονται διόδια επί τριετίαν ως εξής:

α’.) Δι’ έκαστον ίππον, ήμίονον, μετά ή άνευ φορτίου μετά ή άνευ ιππέως λεπτά (8) οκτώ.

β’.)  Δι’ έκαστον όνον, ωσαύτως, λεπτά (5) πέντε.

γ’.) Δι’ έκαστον βούν προς εμπορίαν ή κρεουργίαν λεπτά (10) δέκα.

δ’.) Δι’ έκαστον προς εμπορίαν ή κρεουργίαν πρόβατον αίγα, χοίρον και λοιπά μικρά ζώα λεπτά (2) δύο.

ε’.) Δι’ έκαστον δίτροχον ή τετράτροχον όχημα, συρόμενον ύφ’ ενός ίππου ή ημιόνου λεπτά (10) δέκα.

ς’.) Ωσαύτως συρόμενον υπό δύο ίππων, λεπτά (15) δεκαπέντε.

ζ’.) Δι’ έκαστον περιπλέον ίππον εζευγμένον εις τα ειρημένα οχήματα λεπτά (5) πέντε.

η’.) Δι’ εκάστην φορτηγόν δίτροχον άμαξαν, συρομένην υφ’ ενός ίππου ή ημιόνου ή δύο βοών, εάν μέν η άμαξα η κενή λεπτά (8) οκτώ, εάν δε έχη φορτίον λεπτά (15) δεκαπέντε.

θ’.) Δι’ εκάστην τοιαύτην τετράτροχον άμαξαν, συρομένην υπό δύο ίππων ή ημιόνων ή τεσσάρων βοών, εάν μέν η κενή, λεπτά (10) δέκα, εάν δε έχη φορτίον λεπτά (20) είκοσι.

ι’.) Δι’ έκαστον περιπλέον ίππον ή ημίονον ή ζεύγος βοών, κενής της αμάξης λεπτά (2) δύο, μετά φορτίου λεπτά (5) πέντε.

ια’.) Δι’ έκαστον όνον, εζευγμένον εις άμαξαν λεπτά (5) πέντε.

Τετράτροχος άμαξα συρομένη υφ’ ενός ίππου ή ημιόνου ή δύο βοών εξομοιούται προς δίτροχον.

  Άρθρον 2.

Τα διόδια ταύτα πληρόνονται και όταν τα ζώα εν μέ­ρει διέλθωσι την οδόν ταύτην.

Άρθρον 3.

Τα διόδια εκμισθούνται δι’ άπασαν την τριετίαν ή εισπράττονται δι’ επιστασίας, εάν η δοθείσα κατά την δημοπρασίαν προσφορά δεν θεωρηθή υπό του Ημετέρου επί των Οικονομικών Υπουργού συμφέρουσα τω δημοσίω.

Άρθρον 4.

Η είσπραξις των διοδίων γίνεται εις τους σταθμούς τους οποίους θέλει προσδιορίσει η διακήρυξις της εκμισθώσεως, ή δε τριετία άρχεται από 1 Ιανουαρίου 1871.

Άρθρον 5.

Η δημοπρασία ενεργείται κατά τας διατάξεις του από 30 Απριλίου 1855 Β. Διατάγματος, του εκδοθέντος προς εκτέλεσιν του υπό στοιχ. ΣΟΖ’. παγίου φορολογικού Νόμου.

Άρθρον 6.

Το μίσθωμα διαιρούμενον εις 36 ίσας δόσεις, πληρόνεται εις το αρμόδιον ταμείον του Κράτους κατά την πρώτην εκάστου μηνός, προκαταβαλλομένης της πρώτης δόσεως, άμα κοινοποιηθή αρμοδίως εις τον μισθωτήν η έγκρισις του Υπουργείου των Οικονομικών.

Εις τους Ημετέρους επί των Εσωτερικών και Οικονομικών Υπουργούς ανατίθεται η δημοσίευσις και εκτέλεσις του παρόντος Διατάγματος.

Εν Κερκύρα τη 1 Σεπτεμβρίου 1870.

Γεώργιος.

               Δ. Χρηστίδης.                                                  Δ. Δρόσος.

 (ΦΕΚ, 22/1870)

Ο δρόμος από το Ναύπλιο προς το Άργος, λίγο πριν φθάσουμε στην Τίρυνθα το 1922.

 

  

Περί επιβολής διοδίων της από Τριπόλεως εις Μύλους Ναυπλίας εθνικής οδού


 

Περί επιβολής διοδίων της από Τριπόλεως

εις Μύλους Ναυπλίας εθνικής οδού

  ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α’.

ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.

 

Λαβόντες υπ’ όψει το άρθρον 27 του από 16 Δεκεμβρίου 1867 ΣΞΓ’ περί οδοποιίας νόμου, επί τη προτάσει των Ημετέρων επί των Εσωτερικών και Οικονομικών Υπουργών˙Απεφασίζομεν και διατάσσομεν

Άρθρον 1.

Επιβάλλονται διόδια επί των ιππασίμων, φορτηγών και υποζυγίων ζώων, των διαβαινόντων την εθνικήν οδόν την από Τριπόλεως εις Μύλους Ναυπλίας άγουσαν ή τανάπαλιν και έχουσαν έκτασιν σταδίων πεντήκοντα πέντε, ως εφεξής:

1) Κατά την από Τριπόλεως ή τινος των χωρίων της επαρχίας Μαντινείας εις Μύλους και τανάπαλιν, ήτοι διά πάσαν άνοδον και κάθοδον.

α) Δι’ έκαστον ίππον, ημίονον, μετά ή άνευ φορτίου, μετά ή άνευ ιππέως, λεπτά τριάκοντα 30.

β) Δι’ έκαστον όνον επίσης λεπτά δέκα πέντε 15.

γ) Δι’ έκαστον βούν προς εμπορίαν ή κρεουργίαν λεπτά τριάκοντα 30.

δ) Δι’ έκαστον προς εμπορίαν ή κρεουργίαν πρόβατον, αίγα, χοίρον και λοιπά μικρά ζώα λεπτά 6.

ε) Δι’ έκαστον δίτροχον ή τετράτροχον όχημα συρόμενον υφ’ ενός ίππου ή ημιόνου λεπτά τεσσαράκοντα πέντε 45.

ς) Ομοίως συρόμενον υπό δυο ίππων λεπτά εξήκοντα 60.

ζ) Δι’ έκαστον περιπλέον ίππον εζευγμένον εις τα ειρημένα οχήματα λεπτά δέκα πέντε 15.

η) Δι’ εκάστην φορτηγόν δίτροχον άμαξαν, συρομένην υφ’ ενός ίππου ή δύο βοών, εάν μεν η άμαξα η κενή, λεπτά τριάκοντα 30, εάν δ’ έχη φορτίον, λεπτά τεσσαράκοντα πέντε 45.

θ) Δι’ εκάστην τοιαύτην τετράτροχον συρομένην υπό δυο ίππων ή ημιόνων ή τεσσάρων βοών, εάν μεν η κενή, λεπτά τριάκοντα έξι 36, εάν δε έχη φορτίον, λεπτά εξήκοντα 60.

ι) Δι’ έκαστον περιπλέον ίππον ή ημίονον ή ζεύγος βοών, κενής ούσης της αμάξης, λεπτά έξι 6, μετά φορτίου λεπτά δέκα πέντε 15.

ια) Δι’ έκαστον όνον εζευγμένον εις άμαξαν λεπτά είκοσι τέσσερα 24.

Τετράτροχος άμαξα συρομένη υφ’ ενός ίππου ή ημιόνου ή δυο βοών εξομοιούται προς δίτροχον.

2) Το τρίτον των εν τη πρώτη παραγράφω του παρόντος άρθρου προσδιοριζομένων διοδίων επιβάλλεται δι’ πάσαν διάβασιν από τινος χωρίου του δήμου Κορυθίου εις Τρίπολιν και τανάπαλιν.

3) Τα ημίση των εν τη πρώτη παραγράφω του παρόντος άρθρου προσδιοριζομένων διοδίων επιβάλλονται.

α) Δια πάσαν διάβασιν εκ Τριπόλεως ή τινος των χωρίων της επαρχίας Μαντινείας, λαμβάνουσαν δε από της θέσεως Δαουλίου ή του χωρίου Αχλαδοκάμπου άλλην διεύθυνσιν παρά την εις Μύλους άγουσαν οδόν.

β) Δια πάσαν διάβασιν εξ άλλης οδού προερχομένην και διά της θέσεως Δαουλίου ή του χωρίου Αχλαδοκάμπου διευθυνομένην εις Τρίπολην εις τα χωρία της επαρχίας Μαντινείας.

γ) Δια πάσαν εκ του χωρίου Αχλαδοκάμπου μετάβασιν εις Τρίπολιν ή εις Μύλους Ναυπλίας και τ’ ανάπαλιν.

Άρθρον 2.

Τα διόδια ταύτα εισπράττονται και όταν τα ζώα εν μέρει διέλθωσιν τας εν τω προηγουμένω άρθρω ωρισμένας κατά μήκος αποστάσεις και ουχί κατ’ εύρος την οδόν εν γένει.

 Άρθρον 3.

Τα διόδια εκμισθούνται δι’ άπασαν την νέαν τριετίαν ή εισπράττονται δι’ επιστασίας, εάν η δοθείσα κατά την δημοπρασίαν προσφορά δεν θεωρηθή υπό του Ημετέρου επί των Οικονομικών Υπουργού συμφέρουσα τω δημοσίω.

 Άρθρον 4.

Εν περιπτώσει ενοικιάσεως η είσπραξις των διοδίων γίνεται εις τους σταθμούς, τους οποίους θέλει προσδιορίσει η διακήρυξις της δημοπρασίας, η δε τριετία άρχεται από της λήξεως της τρεχούσης ενοικιάσεως των διοδίων της οδού ταύτης, ήτοι από 1 Φεβρουαρίου 1884 και λήγει την 31 Ιανουαρίου 1887.

Άρθρον 5.

Η δημοπρασία ενεργείται κατά τας διατάξεις των από 30 Απριλίου 1855 και 14 Φεβρουαρίου 1879 Β. διαταγμάτων των εκδοθέντων πρός εκτέλεσιν του υπό στοιχ. ΣΟΖ παγίου φορολογικού νόμου.

Άρθρον 6.

Το μίσθωμα, διαιρούμενον εις 36 ίσας δόσεις, πληρόνεται εις το αρμόδιον ταμείον του Κράτους κατά την πρώτην εκάστου μηνός, προκαταβαλλομένης της πρώτης δόσεως, άμα κοινοποιηθή αρμοδίως προς τον μισθωτήν η έγκρισις του Υπουργείου των Οικονομικών.

Εις τους Ημετέρους επί των Εσωτερικών και επί των Οικονομικών Υπουργούς ανατίθεται η δημοσίευσις και εκτέλεσις του παρόντος διατάγματος.

 

Εν Αθήναις τη 25 Ιανουαρίου 1884.

Γεώργιος

Οι Υπουργοί

           Επί των Εσωτερικών                             Επί των Οικονομικών

              Κ. Λομβάρδος                                       Χ. Τρικούπης

 (ΦΕΚ, 40/1884)

Πηγή


  •  Περιοδικό « Αναγέννηση», Opuscula Argiva– I , Κώστας Δανούσης,  τεύχος 307, Άργος, Μάρτιος – Απρίλιος 1993.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »