Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άργος’ Category

Μελάμπους ο Αργείος: μαγεία, ιατρική και πολιτική εξουσία


 

 Ομιλία του Ιατρού Παναγιώτη Ν. Τσελφέ, στην τελετή απονομής «Βραβείων Ανδρέα Λεούση», 31 Ιανουαρίου 2010, στο Σύλλογο Αργείων «Ο Δαναός».

  

Σήμερα, σ’ αυτή την εκδήλωση, η οργανωμένη κοινωνίας του Άργους, βραβεύει δύο επίλεκτους νέους που τάχτηκαν στην υπηρεσία της επιστήμης του Ιπποκράτη και τιμά τη μνήμη ενός ιατρού, του Ανδρέα Λεούση, ο οποίος γεννήθηκε στην Καρυά και αφού σπούδασε την ιατρική σε σπουδαία πανεπιστήμια της Ευρώπης, αφιέρωσε τη ζωή του στην Αργολίδα, όπου διακρίθηκε για την επιστημονική και την κοινωνική του δραστηριότητα.

Το θέμα που σας παρουσιάζω επιλέχτηκε γιατί αναφέρεται στο μυθικό βασιλιά του Άργους Μελάμποδα, ο οποίος θεωρείται ο πρώτος ιατρός της Ευρωπαϊκής ιστορίας. Έδρασε τον 14ο π.Χ. αιώνα, 400 χρόνια προ του Ασκληπιού και 900 χρόνια προ του Ιπποκράτους. Στις ιστορικές πήγες φέρεται με το προσωνύμιο «Αργείος», αφού το μέγιστο μέρος των δραστηριοτήτων του αναπτύχθηκε στο Άργος, παρ’ όλο που πιθανότατα έλκει την καταγωγή του από την Πύλο.

Η μυθική ζωή του φέρει χαρακτηριστικά που έχουν σχέση και αναφέρονται άμεσα σε δραστηριότητες των συγχρόνων ιατρών. Έτσι οι νέοι που θα γίνουν ιατροί, θα μπορούσαν ίσως να λάβουν πληροφορίες, μηνύματα ή και «διδάγματα», χωρίς τον απεχθή δασκαλίστικο τρόπο και να τ’ αξιολογήσουν θετικά ή αρνητικά, ανάλογα με την παιδεία και την προσωπική τους ηθική ή τους καταγεγραμμένους ηθικούς κανόνες που επιβάλλει η σύγχρονη ιατρική δεοντολογία.

Είναι σωστό να γνωρίζουμε πως τα θαυμαστά πεπραγμένα των σπουδαίων προγόνων μας δεν συμβαδίζουν πάντα με τους ηθικούς κανόνες της εποχής μας. Αυτό θα ήταν αδύνατο, αφού δεκάδες είναι τα σύγχρονα προβλήματα της ιατρικής και της βιοτεχνολογίας, που ήταν ανύπαρκτα πριν λίγα χρόνια, που προκαλούν σήμερα ηθικά διλήμματα και απαιτούν την τοποθέτησή μας απέναντι τους.

Μερικά από αυτά μπορεί να είναι:

1) Μεταμοσχεύσεις οργάνων

2) Χρησιμοποίηση εθελοντών για δοκιμή νέων φαρμάκων.

3) Χρήση παρένθετης μητέρας

4) Εξωσωματική γονιμοποίηση

5) Εξωσωματική γονιμοποίηση με σπέρμα συζύγου που ήδη έχει πεθάνει

6) Κατεψυγμένα έμβρυα που ανήκουν σε ζευγάρι που έχει χωρίσει.

7) Έμβρυο που είναι φορέας ανίατης ασθένειας.

8) Προεμφυτευτική και προγεννητική διάγνωση

9) Παρασκευή επιθυμητών τύπων ανθρώπων

10) Δημιουργία τραπεζών πληροφοριών DNA

11) Θεραπευτική και αναπαραγωγική κλωνοποίηση

12) Μεταλλαγμένα τρόφιμα

13) Υπερήλικες μητέρες

14) Παθητική και ενεργητική ευθανασία, εντολή «μη αναζωογόνησης»   

15) Επιλογή φύλου

Από αυτή τη θέση θα παρουσιάσω τέσσερις από τις ιδιότητες – δραστηριότητες που αναφέρονται στον Μελάμποδα και έχουν άμεση σχέση με τη σύγχρονη άσκηση της ιατρικής:

Α. Ο Μελάμπους ήταν ιατρός.

Β. Ο Μελάμπους ήταν μάγος.

Γ.  Ο Μελάμπους απαιτούσε για τις υπηρεσίες του υπέρογκες αμοιβές

Δ. Ο Μελάμπους χρησιμοποίησε την άσκηση της ιατρικής, για ν’ αποκτήσει πολιτική εξουσία.

  

Ο Μελάμπους λοιπόν ήταν γιατρός


 

Μελάμπους – Αργειακά Ιατρικά Χρονικά

Ένας από τους μεγαλύτερους γιατρούς των αρχαίων χρόνων. Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, τον Ησίοδο, τον Απολλόδωρο τον Αθηναίο, τον Απολλώνιο τον Ρόδιο, τον Διώδορο τον Σικελιώτη, τον Στράβωνα, αλλά και τον ίδιο τον Όμηρο, ο Μελάμπους θεωρείται ο πρώτος γιατρός της ανθρωπότητας, αρχαιότερος από τον Ασκληπιό. «Την δια φαρμάκων και καθαρμών θεραπείαν πρώτος ευρηκώς» (Απολλόδωρος, βιβλίο Α΄ κεφ 9,3).

Θεωρείται πως αυτός θεμελίωσε την ιατρική επιστήμη στον ελλαδικό χώρο και κατά συνέπεια σε ολόκληρο το δυτικό πολιτισμό. Κατά την άσκηση της επιστήμης του, εξισορρόπησε με απόλυτη επιτυχία την Θεουργική Ιατρική και την Επιστημονική Ιατρική, κλίνοντας έντονα προς την δεύτερη.

Πρέπει να υπενθυμίσουμε εδώ πως η πρώτη απεμπλοκή από ιερουργίες πραγματοποιείται (στην αρχαία Ελλάδα) από τον Ιπποκράτη (460-370 π.Χ.).

Ο Μελάμπους διέθετε πλούσιες διαγνωστικές και θεραπευτικές γνώσεις και δυνατότητες. Η διαγνωστική του μέθοδος αποτελεί την πρώτη βάση και την απαρχή της ψυχολογίας, της ψυχιατρικής και της ψυχανάλυσης. 

Η θεραπευτική του παραπέμπει σε ομοιοπαθητικές θεραπείες με την εξώθηση της νόσου στα όρια της.

Η ομοιοπαθητική ασκήθηκε κυρίως με τη χρήση του Ελλέβορου, που είναι ένα ήπιο δηλητήριο. Σε μικρές δόσεις δρα ως καθαρτικό, και σε μεγαλύτερες προκαλεί δηλητηρίαση. Για πολλά χρόνια και μέχρι τις μέρες μας, ο καθαρμός με ελλέβορο (και άλλα καθαρτικά), και το σοκ από την έντονη διάρροια, χρησιμοποιήθηκε δια πάσα νόσο, ιδίως ψυχιατρική.

Ο Μελάμπους θεωρείται ο ιδρυτής του πρώτου ιατρικού σώματος, ως ανεξάρτητης κοινωνικής κατηγορίας, η οποία απέδωσε και τους περιοδεύοντες ιατρούς.

Άλλες πρωτιές που αποδίδονται στον Μελάμποδα είναι η εισαγωγή της λατρείας του Διονύσου στην Πελοπόννησο και η ανάμειξη του οίνου με νερό.

Ο ιατρός – μάγος


 

Ο Μελάμπους ήταν και μάγος. Μάντη τον έλεγαν οι αρχαίοι συγγραφείς, αλλά η δραστηριότητά του ήταν σαφώς μαγική. Ο μύθος που περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο ο Μελάμπους απέκτησε τις εξαιρετικές του ικανότητες, έχει δύο σκέλη.

Στο πρώτο, κάποια φιδάκια που ο Μελάμπους ευεργέτησε, σύρθηκαν ως τους ώμους του την ώρα που κοιμόταν, με τις γλώσσες τους «καθάρισαν» την ακοή του. Ο Μελάμπους ξύπνησε τρομαγμένος, αλλά με έκπληξη ανακάλυψε ότι μπορούσε να καταλαβαίνει τις φωνές των πουλιών και των ζώων. Και από τότε, αντλώντας πληροφορίες από αυτή την ανεξάντλητη πηγή, προέλεγε στους ανθρώπους τα μέλλοντα.

Αργότερα, σ’ ένα δεύτερο σκέλος του μύθου, ολοκλήρωσε τα υπερφυσικά του χαρίσματα όταν συνάντησε τον ίδιο τον Απόλλωνα κοντά στον Αλφειό και έτσι έγινε «μάντης άριστος«.

Ο μύθος φαίνεται απλός, όμως κρύβει μια μεγάλη αλήθεια. Οι δύο διαφορετικές παραδόσεις σχετικά με τον τρόπο που αυτός απέκτησε την μαντική του ικανότητα οφείλονται στην διαμάχη της Διονυσιακής με την Απολλώνια θρησκεία με αντικείμενο τον προσεταιρισμό του περίφημου μάντη.

Πιθανότατα ο Μελάμπους ήταν απόστολος της λατρείας του Διονύσου. Η συγγένεια του Διονύσου με τις χθόνιες θεότητες εξηγεί ικανοποιητικά την προέλευση της μαντικής ικανότητας του Μελάμποδα. Το δώρο της πρόγνωσης το παίρνει από τη γη και τα φίδια που «καθαρίζουν» την ακοή του Μελάμποδα είναι κατεξοχήν χθόνια στοιχεία. Είναι η πρώτη εμφάνιση των όφεων, συμβόλων της ιατρικής επιστήμης μέχρι σήμερα, σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

Αργότερα, το Ιερατείο της Απολλώνιας θρησκείας έκανε προσπάθεια να προσδέσει τον Μελάμποδα στο άρμα του Θεού της, που αποτελούσε εκείνη την εποχή το κατεστημένο της μαντικής.

 Η οντότητα του ιατρού – μάγου, είτε το αναγνωρίζουμε είτε όχι, διατηρήθηκε μέχρι τις μέρες μας.

Ευνοείται από το «μαγικό» περιβάλλον που συγκροτείται π.χ. από το άβατο ορισμένων χώρων άσκησης της ιατρικής, όπως είναι τα χειρουργεία ή τα εργαστήρια. Ενισχύεται από το εξαιρετικά ψυχρό παλαιότερα και το συγκεκριμένα πολυτελές σημερινό, περιβάλλον των ιδιωτικών κλινικών, των νοσοκομείων και των ιδιωτικών ιατρείων. Σηματοδοτείται από συγκεκριμένες στολές όπως είναι η άσπρη μπλούζα, τ’ ακουστικά που κρέμονται στο λαιμό, ή από τις τρομακτικές μάσκες και τα καπέλα που φορούν οι χειρουργοί.

Τέλος καλλιεργείται και επιτείνεται από κάποιους ιατρούς που με συγκεκριμένη συμπεριφορά κατασκευάζουν γύρω από το άτομό τους το μύθο του μάγου του χωριού ή της πόλης. Δεν μπορώ να ξεχάσω τον πασίγνωστο μάγο της Τρίπολης, που έζησα στα μαθητικά μου χρόνια, ο οποίος βέβαια απομυθοποιήθηκε όταν αποδείχτηκε επικίνδυνος, αλλά δεν είναι και ο μοναδικός.

Σαν αναισθησιολόγος έχω ζήσει χειρουργούς που στο τέλος της επεμβάσεως, βγαίνουν με τη ματωμένη μπλούζα από το χειρουργείο για να ενημερώσουν τους έντρομους συγγενείς, πως τον άνθρωπό τους «τον έσωσαν».

 

Απαίτηση υπέρογκων αμοιβών για ιατρικές πράξεις


  

Μια από τις σημαντικότερες ιατρικές πράξεις του Μελάμποδα, ήταν η θεραπεία του Ίφικλου, γιου του βασιλιά της Φυλάκης, Φύλακου, στη Θεσσαλία. Δεν θα παρουσιάσω ολόκληρο το μύθο, αλλά στη Θεσσαλία ο Μελάμπους πήγε για να κλέψει ένα περίφημο κοπάδι βοδιών, που κατείχε ο Φύλακος, να το δώσει στον αδελφό του Βίαντα, ο οποίος θα το πήγαινε ως «έδνα» στο βασιλιά της Πύλου Νηλέα και θα έπαιρνε την πανέμορφη Πηρώ, κόρη του βασιλιά για σύζυγο. 

Ο Ίφικλος λοιπόν, ο γιος του βασιλιά ήταν ανίκανος. Ο Μελάμπους διέγνωσε ψυχογενή ανικανότητα και δέχτηκε να τον θεραπεύσει απαιτώντας να συμφωνήσει εκ των προτέρων ο πατέρας του, στην υπέρογκη αμοιβή του μοναδικού κοπαδιού των βοδιών. Έτσι κι έγινε. Ο Μελάμπους θεράπευσε τον Ίφικλο και πήρε τα περίφημα βόδια σαν αμοιβή.

 Ο Προίτος τώρα, γιος του Άβαντα, συμβασιλιάς της Αργολίδας μαζί με τον Ακρίσιο, είχε παντρευτεί τη Σθενέβοια, που του είχε κάνει τρεις κόρες ονομαζόμενες Λυσίππη, Ιφινόη και Ιφιάνασσα – μερικοί ωστόσο ονομά­ζουν τις δύο νεότερες Ιππονόη και Κυριάνασσα. Είτε επειδή είχαν προσβάλει τον Διόνυσο είτε επειδή είχαν προσβάλει την Ήρα με την υπερβολική κλίση τους στις ερωτοδουλειές είτε επειδή είχαν κλέψει χρυσάφι από το άγαλμα της στην Τίρυνθα, την πρωτεύουσα του πατέρα τους, οι κόρες του Προίτου προσβλήθηκαν και οι τρεις από θεϊκή μανία, και περιφέρονταν έξαλλες εδώ κι εκεί στα βουνά, σαν αγελάδες που τις έχει τσιμπήσει η μύγα, όπου συμπεριφέρονταν με τρόπο εντελώς αχαλίνωτο και ρίχνονταν στους ταξιδιώτες.

Ο Μελάμπους, όταν έμαθε τα νέα, πήγε στην Τίρυνθα και προσφέρθηκε να τις θεραπεύσει, με τον όρο ότι ο Προίτος θα του κατέβαλλε για αμοιβή το ένα τρίτο του βα­σιλείου του.

Η αναφορά αυτού του μύθου βεβαίως γίνεται, για να υπενθυμίσει, πως μέχρι σήμερα παρατηρείται η εκ των προτέρων απαίτηση υπέρογκων αμοιβών για ιατρικές πράξεις.

Θα ήταν παράλειψη να μη σημειώσω εδώ πως η διάγνωση και η μέθοδος θεραπείας του Ιφίκλου θεωρείται διεθνώς η πρώτη θεραπεία με εφαρμογή ψυχανάλυσης και η πρώτη θεραπεία ψυχοσωματικής νόσου.

Οι Γάλλοι και οι Γερμανοί ψυχαναλυτές θεωρούν τον Μελάμποδα ως τον παγκόσμια πρώτο ψυχαναλυτή και τον τιμούν συχνά, επισκεπτόμενοι τα ερείπια του ιερού του Μελάμποδος που βρίσκονται μέσα σε αρχαίο οχυρό στα Αιγόσθενα (νυν Πόρτο Γερμενό) της Μεγαρίδος.

Ένα άλλο ιερό στο οποίο ο Μελάμπους λατρεύτηκε σαν θεός, είναι το Ιερό της Ημερασίας Αρτέμιδος ή Αρτέμιδος Ημέρας. Είναι η Άρτεμις που ημερεύει τους ανθρώπους και προκαλεί πνευματική, σωματική και ψυχική ευεξία και βρίσκεται κοντά στο χωριό Λουσικό (Χαμάκου) λίγο έξω από τα Καλάβρυτα.

Εδώ στο οροπέδιο των Σουδενών και στους πρόποδες του Χελμού, βρίσκεται σε υψόμετρο 1.200 μ. το Ιερό και η Αρχαία πόλη των Λουσών. Εδώ ήρθε στο φως ο Ναός της Ημερασίας Αρτέμιδος κατά τις ανασκαφές οι οποίες έγιναν τα έτη 1898 και 1899, από το Αυστριακό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών.

Η φήμη του Ιερού αυτού, στο οποίο δραστηριοποιήθηκε ο Μελάμπους ως θεραπευτής, ήταν τόσο μεγάλη στον τότε ελλαδικό χώρο, ώστε να θεωρείται ότι η αρχαία πόλη των Λουσών κτίστηκε εκεί εξαιτίας του Ιερού. Προς τιμήν της θεάς Αρτέμιδος και του Μελάμποδα ετελούντο στους αρχαίους Λουσούς τα ΗΜΕΡΑΣΙΑ.

  

Ο ιατρός – πολιτικός


 

Ο Μελάμπους είχε πολιτικές φιλοδοξίες και κατόρθωσε να γίνει βασιλιάς στο Άργος, δείχνοντας το δρόμο για την πολιτική στους νεότερους ιατρούς – πολιτικούς. Όταν του δόθηκε η ευκαιρία, απαίτησε και πήρε σαν αμοιβή για τις ιατρικές του υπηρεσίες το ανώτατο αξίωμα της πόλης του Άργους.

Η ευκαιρία που εκμεταλλεύτηκε για να γίνει βασιλιάς, ήταν η πρόσκληση που του απηύθυνε ο τότε βασιλιάς του Άργους Προίτος, όταν οι τρεις πανέμορφες κόρες του Λυσίππη , Ιφινόη και Ιφιάνασσα, διέπραξαν την ύβρη να θεωρήσουν τους εαυτούς τους πιο όμορφες από την Ήρα και την Αφροδίτη και τιμωρήθηκαν με ιερή μανία. Ο βασιλιάς ζήτησε από το Μελάμποδα να θεραπεύσει τις κόρες του και ο Μελάμπους απαίτησε σαν αμοιβή το ένα τρίτο του θρόνου.

Ο βασιλιάς αρχικά αντέδρασε αρνητικά, αλλά αναγκάστηκε να δεχτεί, όταν η ιερή μανία εξαπλώθηκε σ’ όλες τις γυναίκες του Άργους. Ο Μελάμπους μάζεψε τους πιο εύρωστους νέους και τους έκλεισε με τις μαινάδες γυναίκες στο Σπήλαιο των Λιμνών, ή κάπου εκεί στο ειδυλλιακό περιβάλλον της Κλειτορίας ή της Κυλλήνης. Εκεί θεραπεύτηκαν. Είναι η πρώτη περιγραφή ομαδικής ψυχοθεραπείας. Υπονοείται μάλιστα η θεραπευτική αποτελεσματικότητα της ερωτικής συνεύρεσης

Σαν αμοιβή για τη θεραπεία των γυναικών του Άργους, έγινε βασιλιάς. «Τακτοποίησε» μάλιστα και τους συγγενείς του. Συμβασίλεψε με τον αδελφό του, ενώ οι απόγονοί του έμειναν για μερικές γενιές στο θρόνο του Άργους, με το γενικό όνομα Μελαμποδίδες.  Ο πιο διάσημος από τους Μελαμποδίδες ήταν ο Αμφιάραος, σπουδαίος μάγος – μάντης – ιατρός, που πήρε μέρος στην εκστρατεία των επτά εναντίον της Θήβας, ίδρυσε απομονωμένα θεραπευτήρια (σαν τα νεότερα Ασκληπιεία) που καλούνται Αμφιαράεια και λατρεύτηκε σαν θεός στον Ορωπό, όπου και το πιο γνωστό Αμφιαράειο.

Η πολιτική εξουσία σε πολλά μέρη της γης, δεν είναι πλέον δοτή ή κληρονομική. Οι πολίτες επιλέγουν σε μεγάλο βαθμό αυτούς που θα κυβερνήσουν. Όταν όμως επιλέγουν γι αυτή τη θέση τον θεράποντα ιατρό τους, η σχέση που αναπτύσσεται δεν είναι καθαρά πολιτική.

Η σχέση ιατρού – ασθενούς είναι εξαιρετικά ευαίσθητη και ο ιατρός είναι το ισχυρό μέρος αυτής της σχέσης. Η εκμετάλλευση της ισχύος, της επιρροής αλλά και της γοητείας που κάποιοι ιατροί ασκούν στους ασθενείς και πιθανούς ασθενείς συμπολίτες τους, έχει κατά καιρούς αποτελέσει το μέσο για την εξασφάλιση της υποστήριξής τους για την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας.

Οι περισσότεροι ιατροί βεβαίως, αναδείχτηκαν σε πολιτικούς ηγέτες, χωρίς ν’ ασκήσουν την ιατρική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο περίφημος Τσε Γκεβάρα, που αν και ιατρός, κατέκτησε την εμβληματική θέση του παγκόσμιου επαναστάτη, χάρη στη μαχητικότητα, τον ηρωισμό και την ηγετική του φυσιογνωμία. Ο Τσε ουδέποτε άσκησε την ιατρική, εκτός πεδίου μάχης.

Ένθερμος υποστηρικτής του συνδυασμού των δύο ιδιοτήτων του ιατρού δηλαδή και του πολιτικού, είναι ο Κύπριος πολιτικός Βάσος Λυσσαρίδης. Σε πολλά άρθρα και ομιλίες του θεωρεί πως οι ιατροί γίνονται ικανοί και αποτελεσματικοί πολιτικοί, γιατί «η πολιτική είναι θεραπευτική κοινωνικών ασθενειών ή έστω φαινομένων». Και αλλού δηλώνει: «Θεώρησα τον εαυτό μου λιποτάκτη όταν μεταπήδησα από την ιατρική στην πολιτική. Παράμεινα γιατί την αντιμετώπισα ως θεραπευτική κοινωνικών νόσων και διατήρησα στην αντιμετώπιση της την ιατρική προσέγγιση».

Τελειώνοντας, δεν μπορώ να μην αναφέρω τον σπουδαίο Ιατρό και λογοτέχνη Γεώργιο Τσουκαντά, ο οποίος αν και γεννήθηκε στη Λαύκα Κορινθίας εγκαταστάθηκε στην Λύρκεια, πατρίδα της μητέρας του, αγάπησε με πάθος το Άργος και υπηρέτησε με συνέπεια τον Αργειακό λαό. Μελέτησε όσο κανένας άλλος τον Μελάμποδα  

Δημοσίευσε πολλές μελέτες που τον αναδεικνύουν σαν τον παγκόσμια πρώτο ψυχαναλυτή και τον πρώτο «Ψυχοσωματιστή», τόσο στην Ελλάδα όσο στο Βέλγιο και τη Γαλλία, στη γαλλική γλώσσα (τις δημοσιεύσεις στη Γαλλική συνυπογράφει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Δ. Κουρέτας).   

Από αυτήν εδώ τη θέση, παρουσίασε στο ακροατήριο του Δαναού τις περιπτώσεις ψυχοθεραπείας των θυγατέρων του Προίτου, της ομαδικής μανίας των Αργείων γυναικών, της ατεκνίας του Ιφίκλου και της ψυχώσεως του Αλκάθου (βασιλέα των Μεγάρων, από το γένος των Πελοπιδών, πάσχοντα από μελαγχολία).

Ανακεφαλαιώνοντας:

 Σ’ αυτή την εκδήλωση, η οργανωμένη κοινωνίας του Άργους, βράβευσε δύο επίλεκτους νέους που τάχτηκαν στην υπηρεσία της ιατρικής επιστήμης και τίμησε τη μνήμη του Ανδρέα Λεούση, ενός ιατρού που ξεχώρισε για την επιστημονική και την κοινωνική του δραστηριότητα.

Εγώ παρουσίασα κάποιες πτυχές των δραστηριοτήτων του θεωρούμενου πρώτου ιατρού της Ευρωπαϊκής ιστορίας, του μυθικού βασιλιά του Άργους Μελάμποδα, γιατί αυτές οι δραστηριότητες έχουν σχέση και αναφέρονται άμεσα σε δραστηριότητες των συγχρόνων ιατρών. Αναφέρονται στην άσκηση της ιατρικής, στην κεκαλυμμένη άσκηση μαγείας και στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας.

Καθένας από τους ακροατές βγάζει συμπεράσματα ανάλογα με την προσωπική του ηθική και τους καταγεγραμμένους ηθικούς κανόνες (δεοντολογία) της σύγχρονης ιατρικής επιστήμης.

 

Παναγιώτης Ν. Τσελφές

Ιατρός Αναισθησιολόγος

Διευθυντής Τμήματος Αναισθησιολογίας

Γενικού Νοσοκομείου Άργους

 

Read Full Post »

Το ηλεκτρικό ρεύμα στο Άργος (1913)


  

…ΔΙ’ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ

Εγκαίνια της Ηλεκτρικής εταιρίας στο Άργος, αρχές του προηγούμενου αιώνα. Αρχείο: Άκη Ντάνου

Το κείμενο που παραθέτουμε πιο κάτω δεν αποτελεί ιστορική έρευνα. Είναι όμως ένα δημόσιο έγγραφο που έχει ιστορική αξία για το Άργος, συμπληρωμένο με ένα μικρό σχολιασμό. Τα στοιχεία βρέθηκαν στο βιβλίο «ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΦΩΤΙΣΜΟΥ ΔΙ’ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΕΡΙΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ» του «Υπουργείου ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΣ» ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΤΟ 1915.

Η αξία του βρίσκεται στο γεγονός ότι σηματοδοτεί την ιστορία της πόλης στο μεταβατικό στάδιο με κοινωνικές, οικονομικές, πολιτισμικές προεκτάσεις, και ό,τι άλλο φέρνει μαζί του το πέρασμα από «… του δια πετρελαίου φωτισμού της πόλεως Άργους δια του ηλεκτρικού φωτός…» όπως αναφέρεται και στην σύμβαση.

Το Άργος μπορεί να καθυστέρησε συγκριτικά έναντι των άλλων Πελοποννησιακών  πόλεων (παραθέτουμε πίνακα στο τέλος) στον εξηλεκτρισμό του, αλλά προηγείται πολλών άλλων Ελληνικών. Πέρασε όμως δυναμικά στον εξηλεκτρισμό από τα πετρελαιοφάναρα, αφήνοντας τον καθ’ όλα  ρομαντικό τρόπο φωτισμού της πόλης με Φωταέριο.

Παρά το γεγονός ότι το κείμενο της σύμβασης είναι γραμμένο στην καθαρεύουσα και με συμβολαιογραφικούς όρους, γνωρίζοντας το μεγάλο γλωσσικό μας πρόβλημα, το παραθέτουμε όπως ακριβώς είναι:

  

Σ Υ Μ Β Α Σ Ι Σ

ΗΛΕΚΤΡΟΦΩΤΙΣΜΟΥ ΑΡΓΟΥΣ

Εργολαβία δραχ. 684, 000

 Αριθ. 3454

 

Εν Άργει σήμερον την τρίτην 3 του μηνός Απριλίου του 1913 χιλιοστού εννεακοσιοστού δεκάτου τρίτου έτους, ημέραν Τετάρτην και εντός του κατά την επάνω αγοράν και ενορίαν του ναού του Αγίου Πέτρου δημοσίου γραφείου μου, ιδιοκτησίας των  κληρονόμων, της Ανδριανής Ζαχαρία Σακελλαροπούλου, ενώπιον εμού του εδρεύοντος εν Άργει Συμβολαιογράφου και κατοίκου Άργους Γεωργίου Α. Μέντζα, και των κάτωθι προσυπογγεγραμμένων δυο μαρτύρων, γνωστών μοι, πολιτών Ελλήνων, ενηλίκων και ασχέτων προς εμέ και αλλήλους  συγεννείας μηδ’ υπαγομένων εις ουδεμίαν εξαίρεσιν Ιωάννου Χ. Μυστακοπούλου, εμπόρου και Γεωργίου Καραμούτζα, φαρμακοποιού κατοίκων Άργους, ενεφανίσθησαν οι προς εμέ τους ανωτέρω μάρτυρας γνωστοί και άσχετοι συγγενείας αφ’ ενός Ανδρέας Νεοκλέους Καραντζάς, δικηγόρος και Δήμαρχος Αργείων, κάτοικος Άργους, ενεργών επί του προκειμένου ως αντιπρόσωπος του δήμου Αργείων και αφ’ ετέρου Παναγιώτης Δημητρίου Κοκκινόπουλος, Μηχανικός, κάτοικος Χαλκίδος και προσωρινώς διατριβών ενταύθα, ενεργών επί του προκειμένου ως πληρεξούσιος  και αντιπρόσωπος  του Διονυσίου Π. Βαλλιάνου, εμπόρου, κατοίκου Κεραμικού του δήμου  Άνω Δειβαθούς, δυνάμει του υπ’ αριθ. 938 εννεκοσιοστού τριακοστού ογδόου της 26 εικοστής έκτης Νοεμβρίου του 1912 χιλιοστού εννεακοσιοστού δωδεκάτου έτους πληρεξουσίου συμβολαίου του εν Γαλαζίω της Ρουμανίας Προξένου της Ελλάδος Νικολάου Μπατιστάτου, προσαρτωμένου τω παρόντι εν αντιγράφω, κεκυρωμένω δια της υπογραφής του Συμβολαιογράφου Χαλκίδος Γ. Ν. Αποστολίδου και εκδεδομένου εξ αντιγράφου κατατεθειμένου εις την υπ’ αριθμόν 22786 είκοσι δύο χιλιάδες επτακόσια ογδοήκοντα εξ πράξιν του, και εζήτησαν την σύνταξιν του παρόντος συνομολογήσαντες τα εξής.

Ότι του δήμου Αργείων αποφασίσαντος να αντικαταστήση το κρατούν σύστημα του δια πετρελαίου φωτισμού της πόλεως Άργους δια του δι’ ηλεκτρικού φωτός  και εξουσιοδοτήσαντος τον κ. Δήμαρχον  αυτού την πραγματοποίησιν της αποφάσεως του αυτής

1)      δια του υπ’ αριθ. ογδόου 8 της δεκάτης Ιανουαρίου ενεστώτος έτους ψηφίσματος του Δημοτικού Συμβουλίου αυτού, εγκριθέντος  με τινας τροποποιήσεις, ας τινας προσέθεσεν εν τη προσύμβασει η Βασιλική Νομαρχία Αργολίδος και Κορινθίας συμφώνως προς τα διατάξεις της αμέσως κατωτέρω αναφερομένης διαταγής και αποφάσεως του Υπουργείου των Εσωτερικών διά της υπ’ αριθμόν 2358 δυο χιλιάδες τριακόσια πεντήκοντα οκτώ  της 5 πέμπτης  Μαρτίου ενεστώτος έτους  διαταγής του επί των Εσωτερικών Υπουργείου (Τμήμα Δημοσίων Έργων) της εγκρίσεως ταύτης του Υπουργείου κοινοποιηθείσης  εις των δήμον Αργείων δια της υπ’ αριθμόν 2215 δυο χιλιάδες διακόσια δεκαπέντε της 13 δεκάτης τρίτης Μαρτίου ενεστώτως έτους του εγγράφου του Νομάρχου Αργολίδος και Κορινθίας και

2)      δια του υπ’ αριθμόν 18 δεκάτου ογδόου της 21 εικοστής πρώτης Μαρτίου του 1913 χιλιοστού δεκάτου τρίτου έτους ψηφίσματος του Δημοτικού Συμβουλίου του δήμου Αργείων και εγκριθέντος δια της υπ’ αριθ. 2746 δυο χιλιάδες επτακόσια τεσσαράκοντα εξ της 30 τριακοστής Μαρτίου ενεστώτος έτους αποφάσεως του Νομάρχου Αργολίδος  και Κορινθίας, ο Διονύσιος Βαλλιάνος από συμφώνου μετά του δήμου Αργείων αναδέχεται δια του παρόντος τον δι’ ηλεκτρισμού φωτισμόν της πόλεως Άργους υπό τους εξής όρους και συμφωνίας. 

Ακολουθούν 35 άρθρα που αποτελούν το οικονομοτεχνικό πλαίσιο  σύμβασης και μερικούς συμπληρωματικούς όρους. Παρόλο που θεωρούμε αναγκαίο να εμβαθύνουμε στα άρθρα της σύμβασης, αυτό είναι αδύνατο, γιατί μόνο για την αντιγραφή τους θα μας χρειαστούν πάμπολλες σελίδες.

Σταχυολογούμε όμως ελάχιστα δείγματα:

Άρθρον 1 … Το παραγόμενο ηλεκτρικό ρεύμα θα χρησιμοποιηθεί όχι μόνο για το δημοτικό φωτισμό, αλλά και για τα σπίτια της βιοτεχνίες , τη θέρμανση… αλλά και τη βοήθεια άρδευσης  του Αργολικού κάμπου…η σύμβαση θα έχει ισχύ 36  χρόνια…

Άρθρον 3 … ο ανάδοχος αναλαμβάνει να εγκαταστήσει 275 λαμπτήρες με μέση φωτιστική ικανότητα 32 κεριών… και 12 λαμπτήρες τοξοειδείς των 50 κεριών…

Άρθρον 4 … οι 275 λαμπτήρες θα καίνε 3140 ώρες το χρόνο ο καθένας… και οι 12 λαμπτήρες  1600 ώρες το χρόνο ο καθένας …

 Άρθρον 7… για το φωτισμό της πόλης (275 και 12) ο Δήμος θα πληρώνει 19.000 δραχμές το χρόνο…

 Άρθρον 19 … οι ιδιώτες μπορούν να προμηθευτούν ηλεκτρικό ρεύμα βάσει μετρητών προς 8 λεπτά τα εκατό βαττ…

Τέλος στους Γενικούς Όρους παραχορείται οικόπεδο 1650 τ.μ. για την εγκατάσταση του εργοστασίου.

Τα παραπάνω αποτελούν τη βάση για το ερέθισμα σε όσους θέλουν να ασχοληθούν με το θέμα της ηλεκτροφώτισης του Άργους. Στη βιβλιοθήκη του περιοδικού «ΕΛΛΕΒΟΡΟΣ»  θα βρουν όλη τη σύμβαση. Επίσης θα πρέπει να ανατρέξουν στο Υποθηκοφυλακείο ή σε συνάδελφους του συγγράψαντος τη σύμβαση συμβολαιογράφους του Άργους, που πιθανά να διατηρούν το αρχείο του Γ. Α. ΜΕΝΤΖΑ βρίσκοντας και άλλα στοιχεία.

  

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΞΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΩΝ ΠΟΛΕΩΝ

 

  • ΠΑΤΡΑ               1898   (αρχικά με Φωταέριο)
  • ΚΑΛΑΜΑΤΑ           1899
  • ΠΥΡΓΟΣ            1901
  • ΤΡΙΠΟΛΗ          1902
  • ΚΟΡΙΝΘΟΣ        1912
  • ΑΡΓΟΣ                 1913

Θέλουμε  επίσης να σας γνωρίσουμε ότι οι εκπρόσωποι  των Δήμων έρχονταν σε      συμφωνείς – συμβάσεις  με ιδιώτες που μπορούσαν να τους παρέχουν ηλεκτρική ενέργεια.

Μερικές συμβάσεις δεν τηρήθηκαν ή μετατέθηκαν χρονικά για αργότερα. Οι περισσότερες όμως δεν μπόρεσαν να εξαντλήσουν  την χρονική περίοδο των συμβάσεων, από την παρεμβολή του κράτους για ενιαία ηλεκτροφώτιση της χώρας.

 

Κωστής Σπανόπουλος

Περιοδικό Ελλέβορος «…ΔΙ’ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ», σελ. 142-145, τεύχος 2, 1986.

Read Full Post »

Αργολίδα – Εναλλακτικές Διαδρομές (Με αφετηρία το Άργος)

 


 

Πεζοπορία –Ποδηλασία – Αυτοκίνητο

Σε μια πολλή ενδιαφέρουσα έκδοση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αργολίδας που έχει εκδοθεί με την αρωγή του Υπουργείου Τουριστικής Ανάπτυξης και κείμενα  του Δημοσιογράφου Άκη Ντάνου, εντοπίσαμε κάποιες εξορμήσεις που έχουν ως αφετηρία την πόλη του Άργους και οι οποίες προσφέρουν «Μαγικές διαδρομές στην ενδοχώρα της Αργολίδας, σε καταπράσινα δάση και σε γυμνές κορυφές, σε πλατανοσκέπαστες κοίτες χειμάρρων, σε φαράγγια και σε παραδοσιακά χωριά, σε αρχαιολογικούς χώρους, σε έναν τόπο με έντονες αντιθέσεις και με εξαιρετικά φυσικά τοπία…Πράσινοι αγροί, βοσκοτόπια, ελαιώνες, δάση, σπήλαια, κρυστάλλινες πηγές, ανάμεσα στους διάσπαρτους ορεινούς όγκους με σπάνια φυτά, αποτελούν πόλο έλξης των φυσιολατρών…»

Σ’ αυτούς τους όμορφους τόπους επιχειρεί να μας ξεναγήσει ο συγγραφέας αυτού του μικρού αλλά πολύτιμου οδηγού.

   

Με αφετηρία το Άργος

 


   

1η Διαδρομή Προφήτης Ηλίας

                                     

Το Άργος είναι γνωστό ως η αρχαιότερη διαρκώς κατοικούμενη πόλη της Ευρώπης.

 Κάθε γωνιά του είναι και ένας ξεχωριστός αρχαιολογικός χώρος. Αρχαία Θέατρα,

Ασκληπιεία, μνημεία, και κάστρα όλων των εποχών, το Άργος είναι 

 » η χαρά του αρχαιολόγου».

 

Εκκλησάκι του Αη Λιά

Αφήστε το ΙΧ επί της πλατείας της λαϊκής αγοράς, η οποία τα πρωινά εκτός Τετάρτης και Σαββάτου χρησιμοποιείται και ως χώρος στάθμευσης. Βορεινά της βρίσκεται η νεοκλασική αγορά κατασκευασμένη στις αρχές του προηγούμενου αιώνα σε σχέδιο Τσίλερ. Νότιά της βρίσκεται το κτίριο των στρατώνων ιππικού του Καποδίστρια, ενώ ανατολικά βλέπετε το σπίτι του Καλλέργη, πρωτεργάτη της επανάστασης της Γ’ Σεπτεμβρίου, που διεκδίκησε «Σύνταγμα» από τον Όθωνα. Σήμερα χρησιμοποιείται ως συνέχεια του αρχαιολογικού Μουσείου του Άργους. Εμείς ακολουθούμε δυτική ή καλύτερα βορειοδυτική κατεύθυνση προς τον λόφο της Ασπίδας. Κινηθείτε βλέποντας μπροστά σας το Κάστρο του Άργους και το παλιό μοναστήρι της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης.

Πλησιάζοντας στους πρόποδες του βουνού αριστερά ο δρόμος οδηγεί στην Παναγία. Στην άκρη του βράχου στην αρχαιότητα δέσποζε  ο ναός της προστάτιδας του Άργους, Θεάς Ήρας της Ακραίας. Στη δεξιά πλευρά του δρόμου αρχίζει ουσιαστικά η διαδρομή προς το λόφο της Ασπίδας ή προς τον Προφήτη Ηλία, όπως συνηθίζουν να τον αναφέρουν οι ντόπιοι.

Ένα ελικοειδές δρομάκι, ασφάλτινο, κατάλληλο για όλους τους ποδηλάτες ακόμα και τους αρχάριους, αφού οι ανηφοριές του είναι βατές, μας οδηγεί περιμετρικά στη κορυφή του λόφου χαρίζοντας στον επισκέπτη απέραντη θέα προς όλες τις πλευρές του αργολικού κάμπου. Στην απαρχή της διαδρομής στα δεξιά του δρόμου υψωνόταν ο ναός του Απόλλωνος της Δειράδος.

Λόφος της Ασπίδας

Φανταστείτε το μέγεθος των θυσιών που γινόταν προς τιμήν του πάνω στο λαξευμένο στον βράχο παραλληλόγραμμο βωμό του. Κάπου πίσω από κει υπήρχε και το μαντείο του Άργους παλαιότερο των Δελφών και της Δωδώνης, όπως το θέλουν οι αργείτικες  παραδόσεις, όπου η ιέρεια αφού απείχε από οποιαδήποτε σεξουαλική συνεύρεση, έπινε αίμα μαύρης κατσίκας και λαλούσε τα μελλούμενα.

Δίπλα από το όμορφο εκκλησάκι του Αη Λιά βρίσκεται το περίπτερο του Δήμου Άργους  με θέα προς τη θάλασσα και το Ναύπλιο. Αν προτιμάτε το ελεύθερο  πικνίκ, ξύλινα τραπεζάκια κάτω από πυκνά πεύκα σας προσφέρουν τη δυνατότητα ενός γεύματος μέσα στη φύση μακριά από τους θορύβους και τη μόλυνση των πόλεων.

Υπάρχουν όμως και σημεία, για τους γνώστες των extreme sport με ποδήλατο, που θα μπορούσατε να δοκιμάσετε τις δεξιότητές σας. Προσοχή όμως! Όλος ο λόφος είναι αρχαιολογικός χώρος και διάσπαρτος με αρχαιότητες όλων των χρονικών περιόδων, αφού εδώ και στους πρόποδες της Λάρισας πρωτοκατοίκησαν  οι Αργείοι πριν ο Ίναχος και ο Δαναός εκτρέψουν τους χειμάρρους που κατέκλυζαν το σημείο που απλώνεται η σημερινή πόλη.

Αν γυρίσατε, απολαύστε όλο το λόφο, γεμίσατε τα πνευμόνια σας με καθαρό οξυγόνο κι αν αισθάνεστε ακμαίοι και δυνατοί, μια ακόμα διαδρομή ανοίγεται μπροστά σας με κατεύθυνση τη Βρύση της Άκοβας και το γραφικό Κεφαλάρι.

  

2η Διαδρομή – Στους πρόποδες της Λάρισας


 

Το σπήλαιο που βρίσκεται κάτω από την Παναγιά την Κατακεκρυμμένη.

Εύκολα μπαίνει κανείς στον πειρασμό να θελήσει να εξερευνήσει το σπήλαιο που βρίσκεται κάτω από την Παναγιά την Κατακεκρυμμένη. Φεύγοντας από το χώρο της λαϊκής αγοράς κατευθύνεται κανείς Δυτικά προς τις παρυφές της Λάρισας προς το σημείο που βρίσκεται το σπήλαιο. Αφού διασχίσει την Παπαλεξοπούλου ανεβαίνει προς τα πάνω κάθετα στην Φορονέως. Η είσοδος του σπηλαίου φράζεται από σάμπρια και φραγκοσυκιές και μόνο σκαρφαλώνοντας κανείς από την δεξιά πλευρά του σπηλαίου μπορεί να μπει μέσα.

Από πάνω του κρέμεται η εκκλησία της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας, χτισμένη πάνω από το ναό της Ήρας της Ακραίας, προστάτιδας του Άργους. Ίσως μέσα στη σπηλιά να κατοικούσε ο Άργος, ο σκύλος με τα πολλά μάτια που έλεγχε τα νυχτοπερπατήματα του Δία.

Πιθανόν πάνω στα απότομα βράχια της σπηλιάς οι Αρχαίοι Αργείοι  να διοργάνωναν το αγώνισμα ˝Ασπίδος˝ κατά τα Μεγάλα Ηραία. Η τοπική παράδοση θέλει το σπήλαιο να επικοινωνεί με τα υπόγεια κελιά της Παναγίας, αλλά και με τις δεξαμενές του κάστρου της Λάρισας. Όμως ο ασβεστόλιθος έχει κλείσει τις πιθανές διόδους που υπήρχαν, όπως έχει κλείσει και το σημείο από το οποίο έρεε νερό μέσα στο σπήλαιο, ένα προϊστορικό ποτάμι το οποίο  πότιζε τον τότε αργολικό κάμπο. Σήμερα στο βάθος του σπηλαίου υπάρχουν μόνο υπολείμματα λεκάνης μέσω της οποίας έρεε ποταμός.

Σπήλαιο - Αγιογραφίες πιθανόν του 16ου ή του 17ου αιώνα

Η οροφή του σπηλαίου, μαύρη από τη πολυκαιρία και τη μούχλα κρύβει τα δικά της μυστικά. Η είσοδός του είναι διακοσμημένη με αγιογραφίες πιθανόν του 16ου ή του 17ου αιώνα οι οποίες δεν έχουν ταυτοποιηθεί και ερευνηθεί επαρκώς από τους αρχαιολόγους. Αναξιοποίητες παρακολουθούν από κοντά τον επισκέπτη και περιμένουν και πάλι κάποια στιγμή να δουν το φως των κεριών να τις φωτίζει. 

Από το σπήλαιο έχει κανείς μια καταπληκτική θέα τόσο της πόλης όσο και του αργολικού κάμπου. Κατηφορίζοντας τη Φορονέως προς τα δεξιά και παράλληλα του Ανδριάνειου υδραγωγείου κατευθυνόμαστε προς το αρχαίο θέατρο.

Αρχαίο θέατρο

Περνάμε μέσα από τις λαϊκές γειτονιές της πόλης, απ’ τις ίδιες γειτονιές που έκαναν το Μάνο Χατζηδάκι να σιγοτραγουδά το ˝μια Παναγιά, μια Αγάπη˝.., κάθε φορά που τις επισκεπτόταν.

Ας μη ξεχνάμε, ότι ο Φορονέας στην Αργειακή Μυθολογία ήταν παλαιότερος του Προμηθέα και γενάρχης των ανθρώπων, οπότε ˝λογικό˝ είναι τα πάντα να περιστρέφονται γύρω από τον δρόμο που φέρει το όνομά του.

Κριτήριο ή Νυμφαίο

Λίγο πριν φθάσει κανείς στο αρχαίο Θέατρο της πόλης, μια πινακίδα σας προτρέπει να κατευθυνθείτε προς το Κριτήριο ή Νυμφαίο. Τα σκαλοπάτια στο τέλος του δρόμου σας οδηγούν σε ένα άπλωμα υποστηριζόμενο από κυκλώπεια τείχη. Η παράδοση το θέλει να ήταν δικαστήριο για τους στρατηγούς, όπου ανεξάρτητα από την έκβαση μιας μάχης δικάζονταν μετά το πέρας αυτής για το αν ήταν δίκαιος ο πόλεμος ή όχι.

Τα υδραυλικά έργα στο σημείο αυτό υπογραμμίζουν την προσπάθεια των Αρχαίων Αργείων να υδρεύσουν την πόλη τους. Από εδώ περνούσε το Ανδριάνειο υδραγωγείο το οποίο έφερνε νερό από την περιοχή της Στυμφαλίας. Εδώ, τα έργα μας θυμίζουν ότι από την εποχή των Δαναΐδων η πόλη του Άργους ήταν άνυδρη.

Παναγία Κατακεκρυμμένη ή Πορτοκαλούσα

Ένας διαμορφωμένος αρχαιολογικός δρόμος σας οδηγεί από το Νυμφαίο στο αρχαίο θέατρο. Στο μέσον περίπου της διαδρομής μια πινακίδα σας εξηγεί πως ήταν η πόλη την αρχαία εποχή. Από το σημείο εκείνο μπορεί κανείς να κάνει τη σύγκριση της σημερινής πόλης με την παλαιά αφού η θέα είναι απεριόριστη. 

Μορφή του Ιππέα

Λίγο πριν φτάσει κανείς στο αρχαίο θέατρο, συναντά στα δεξιά του έναν βράχο από τους πολλούς που υπάρχουν διάσπαρτοι με σκαλίσματα επάνω τους. Η μορφή του Ιππέα έκανε τους χριστιανούς κατοίκους τα περιοχής να τον ταυτίσουν με τον  Αη Γιώργη (Γιωργάκο), όπως τον αναφέρει η ντοπιολαλιά, και να του αφιερώσουν το παρακείμενο εκκλησάκι.   

 

 

3η Διαδρομή – Άκοβα –Κεφαλάρι


 

Στο σημείο όπου ενώνονται οι ράχες της Λάρισας και της Ασπίδας ξεκινά δεξιά ένας δρόμος που οδηγεί προς την Άκοβα και την Χούνη. Πρόκειται για μια ακόμα ασφάλτινη διαδρομή χωρίς όμως ιδιαίτερη κίνηση από αυτοκίνητα. Με το που θα στρίψει κανείς από το διάσελο προς Άκοβα θα πρέπει να πάρει βαθιές ανάσες αφού μπροστά του θα έχει να αντιμετωπίσει μια μικρή ανηφοριά με μεγάλη όμως κλίση. Αυτό είναι το πιο δύσκολο σημείο όλης της διαδρομής. 

Βρύση της Άκοβας

Μένοντας στο αριστερό μέρος του δρόμου φτάνετε σε μια διασταύρωση όπου ο δρόμος ευθεία οδηγεί στην Χούνη και στο λημέρι των αγωνιστών του 1821 σκαλισμένο στην κυριολεξία πάνω στον απότομο βράχο. Αν όμως μείνετε στο αριστερό μέρος με κατεύθυνση τον προορισμό μας σε 400 μέτρα θα αντικρίσετε τη πολυτραγουδισμένη «βρύση της Άκοβας», με τα πλατάνια και τους πάγκους, όπου τις Απόκριες και το καλοκαίρι πραγματοποιούνται εκδηλώσεις.

Ο βράχος δίπλα στο μεγάλο πλάτανο μοιάζει να παρακολουθεί τον επισκέπτη με τα « δύο μεγάλα του μάτια». Πρόκειται για κοιλότητες που χρησιμοποιούνταν παλιά ως φούρνοι κατά τη διάρκεια των πανηγυριών. Στη σκιά του πλατάνου δεκάδες γενιές Αργείων και διερχόμενων διασκέδασαν, ξεκουράστηκαν και δροσίστηκαν  από το πηγαίο νερό της ˝ βρύσης της Άκοβας˝.

Φούρνοι

Από εκεί ο δρόμος αρχίζει σιγά σιγά να κατηφορίζει και ξαφνικά προβάλλει μπροστά μας ένα τμήμα του αργολικού κάμπου και φυσικά το γαλάζιο του αργολικού Κόλπου. Στο αριστερό μέρος του δρόμου συναντάμε ένα εικονοστάσι που πίσω του κρύβεται ένα πολύ στενό γεφυράκι που οδηγεί στο εκκλησάκι των Ταξιαρχών μέσα σε πυκνή βλάστηση.

Συνεχίζουμε να κατηφορίζουμε μένοντας πάντα επί του δρόμου δεξιά μας πάνω  σε αριστερή στροφή του δρόμου συναντάμε την ένδειξη προς Κόκλα (ένας μικρός οικισμός του Άργους που πιθανότατα πήρε το όνομα του από τα πολλά κόκαλα που βρίσκονταν στους θολωτούς μυκηναϊκούς τάφους μπροστά από το παλιό δημοτικό σχολείο). Μένοντας επί του κυρίου  δρόμου λίγο πιο κάτω συναντάμε τη διασταύρωση προς Κεφαλάρι.

Πρόκειται για έναν από τους πολλούς αρχαίους δρόμους του Άργους πάνω στους οποίους έχουν κατασκευαστεί σήμερα οι καινούριοι. Στα 3 χιλιόμετρα περίπου ο δρόμος σχηματίζει μια διχάλα. Συνεχίζουμε αριστερά και πριν περάσουμε το γεφυράκι του ποταμού Ερασίνου στρίβουμε δεξιά σχεδόν μέσα σε αυλές και βρισκόμαστε μπροστά από τις νεροτριβές, όπου εδώ και αιώνες οι κάτοικοι χρησιμοποιούν τα νερά της πηγής ως πλυντήριο για τα στρωσίδια το σπιτιού τους. Μερικά μέτρα αργότερα φτάνουμε στη πηγή του Ερασίνου, του ποτάμιου Θεού προστάτη του Άργους , όπως τον αποκάλεσε ο βασιλιάς της Σπάρτης Κλεομένης.

Το σπήλαιο και ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής στο Κεφαλάρι

Ο Ερασίνος πηγάζει από μια σπηλιά κάτω ακριβώς από το ναό της Ζωοδόχου Πηγής. Ο Ναός άπτεται του σπηλαίου όπου στην αρχαιότητα λατρευόταν ο Πάνας στη συνέχεια ο Διόνυσος. Εδώ γινόταν μια μυστηριακή γιορτή που ονομαζόταν ˝Τύρβη˝, λόγω του θορύβου και της σκόνης του δημιουργούσαν οι συμμετέχοντες στα δρώμενα. Ορισμένοι μάλιστα υποθέτουν ότι η λέξη ˝τούρμπο˝ έχει τις ρίζες της στην ˝Τύρβη˝.

Δεξιά και αριστερά της πηγής θα βρείτε σίγουρα ένα μέρος στα εστιατόρια και τα αναψυκτήρια που θα σας προδιαθέσει να εστιαστείτε, ενώ στο παρακείμενο αλσύλλιο η παιδική χαρά θα κερδίσει τις καρδιές των μικρών.

Από το Κεφαλάρι αν κατευθυνθείτε ανατολικά κινούμενοι παράλληλα στις όχθες του Ερασίνου, μπορείτε εύκολα να βρεθείτε στην περιοχή του βάλτου του Άργους, ενώ αν κατευθυνθείτε προς τη Δύση, στο ένα χιλιόμετρο περίπου θα αντικρίσετε αριστερά σας να υψώνονται ερείπια της μοναδικής σωζόμενης πυραμίδας του Ελληνικού στον ελλαδικό χώρο.    

© Κείμενο – Φωτογραφίες

Άκης Ντάνος

Read Full Post »

Δήμαρχοι του Άργους (1834–1951)


 

Οι Δήμαρχοι του Άργους – Τάσου Τσακόπουλου (1834-1930)

 Άρθρο του Δικηγόρου και Ιστορικού Βασίλη Δωροβίνη

στο περιοδικό «ελλέβορος» του 1988.

Πρόκειται για τρία άρθρα του Τάσου Τσακόπουλου, τα ο­ποία δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «Αγροτική Αργολίς» στις 15 Ιουνίου και στις 6 και 13 Ιουλίου 1930. Θέμα τους ήταν οι δήμαρχοι του Άργους, από το 1834 που καθιερώθηκε ο θε­σμός μέχρι και το 1930.

Για τους αναγνώστες που θα εν­διαφέρονταν τυχόν για περισσότερες πληροφορίες, σημειώ­νουμε ότι ως προς τις οικογένειες των Δημ. Τσώκρη, Περρούκα και Βλάσση παραπέμπουμε στις σελίδες 249-260 της «Κα­ταστροφής του Δράμαλη» του Βαρδουνιώτη όπου, σε παράρ­τημα, παρατίθενται πολύτιμες πληροφορίες.

Οι πληροφορίες αυτές έχουν αντληθεί και από το αρχείο Περρούκα, που δια­σώθηκε χάρη στο Βαρδουνιώτη και με φροντίδες του κατατέ­θηκε και φυλάγεται στην «Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος».

                                                                                            

ΟΙ ΑΠΟ ΤΑ 1834 ΔΙΑΤΕΛΕΣΑΝΤΕΣ ΚΑΤΑ ΣΕΙΡΑΝ ΔΗΜΑΡΧΟΙ

ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ

και ο ήδη διατελών τοιούτος Κωνσταντίνος Μπόμπος αδελφός του ανωτέρω.

Εις προηγούμενο φύλλον της «Αγροτικής Αργολίδος» εδημοσιεύσαμεν κατά σειράν όλα τα ονόματα των διατελεσάντων Δημάρχων της πόλεως Άργους. Σήμερον δε, προσφέρομεν μεγαλυτέραν συμβολήν εις την πολιτικήν ιστορίαν της πόλεώς μας και μάλιστα επ’ ευκαιρία των εορτών της Εκατονταετηρίδος, δημοσιεύοντες κατά χρονολογικήν περίοδον τους εκλεγέντας και διατελέσα­ντας δημάρχους μέχρι σήμερον.

Ο πρώτος «περί συστάσεως των Δήμων» νόμος υποβληθείς παρά της Βαυαρικής αντιβασιλείας εις την βάσανον ιδιαιτέρας επιτροπής πρώτον, και είτα του Υπουργικού Συμβουλίου, επεκυρώθη τη 27 Δεκεμβρίου 1833, ως νόμος του Κράτους και εδημοσιεύθη εις το υπ’ αριθ. 3 φύλλον της Εφημερί­δος της Κυβερνήσεως του έτους 1834. Η εφαρμογή του ήρξατο τον Μάϊον του 1835, και αι πρώται δημοτικαί εκλογαί ενηργήθησαν τότε.

Οι δε κατά χρονολογικήν σειράν διατελέσαντες Δήμαρχοι είνε οι εξής:

1835-1838. Πρώτος Δήμαρχος Χρίστος Βλάσσης. Η οικογένεια Βλάσσιδων μετώκησε εν Άργει προ του 1770, εκ της παρά την Σπάρτην ακμασάσης άλλοτε και νυν ερήμου κωμοπόλεως Κοτίτσας. Ανεδείχθησαν όμως εν Άργει πλουσιώτατοι, δυνατοί και διάσημοι προύχοντες.

1838-1841. Κωνσταντίνος Βώκος. Προύχων, μέγας γαιοκτήμων, και σύγγαμβρος του στρατηγού Τσώκρη.

1841-1848. Γεώργιος Τσώκρης, αδελφός του στρατηγού Δημητρίου Τσώ­κρη. Όστις εκ παιδικής ηλικίας εξεπατρίσθη εις Κωνσταντινούπολιν, επανήλθεν εις το Άργος τον Ιούλιον 1817, και τη χρηματική αρωγή του και άλλων συγγενών εστρατολόγησε το πρώτον εξ Αργείων πολεμικόν σώμα.

1848-1852. Κωνσταντίνος Ροδόπουλος, έγκριτος, επιφανής και μεγαλοκτη­ματίας κατήγετο εκ Βυτίνης (της Γορτυνίας του νομού Αρκαδίας) αδελφός του κατά την επανάστασιν επιφανούς μητροπολίτου Κορίνθου Κυρίλλου, ου τα οστά μετεκόμισεν και αναπαύονται εν τω ιερώ του Ναού του Τιμίου Προδρό­μου, και σύγγαμβρος του στρατηγού Δ. Τσώκρη.

1852-1855. Κωνσταντίνος Βώκος, περί ου ωμιλήσαμεν ανωτέρω.

1855-1858. Ιωάννης Βλάσσης, αδελφός του Χρίστου, περίφημος ιατρός, σπουδάσας εν Παταβίω της Ιταλίας, μέλος της εν Ναυπλίω φιλανθρωπικής Εταιρίας του 1825 και βουλευτής τω 1844, 1859 και 1861.

1858-1861. Πέτρος Διβάνης ιατρός σπουδάσας εις Ιταλίαν, και πενθερός του ιατρού και επανειλημμένως διατελέσαντος Δημάρχου Αργείων Σπήλιου Καλμούχου.

1861-1866. Λάμπρος Λαμπρυνίδης δικηγόρος, πατήρ του φιλομούσου, του μουσοτραφούς του ευφυολόγου, και ικανοτάτου υπαλλήλου του ΣΠΑΠ Γεωργίου Λαμπρινίδου, κατήγετο εκ Κυνουρίας της Αρκαδίας, ηπίου και ευ­θύτατου χαρακτήρος, εις ον οφείλεται το υδραγωγείον δι ου και σήμερον ακόμη υδρεύεται η πόλις, Κεφαλαρίου – Άργους, ο ελαιών της Άκοβας, η γέ­φυρα εις θέσιν Καρακάξα, ήτις και σήμερον είνε γνωστή υπό το όνομα «Γεφύ­ρι του Λαμπρινίδη». Ως λέγεται ήτο αμείλικτος διώκτης της αγροζημίας, έφιπ­πος περιήρχετο τας αγροτικάς περιφερείας προς καταδίωξιν των ποιμένων.

Κατά την μεταπολίτευσιν καταδιωχθείς ως Οθωνιστής παρητήθη του Δημαρχικού αξιώματος, και ανέλαβεν ο πρώτος πάρεδρος Θεοδόσιος Καραμουτζάς. Παρ’ όλας τας προσπαθείας μας, δεν ηδυνήθημεν να εξακριβώσωμεν πόσον χρόνον διετέλεσεν ούτος δήμαρχος, είναι γνωστόν ότι λόγω της ανωμά­λου πολιτικής καταστάσεως παρετάθη η Δημαρχιακή περίοδος μέχρι του 1866. Η οικογένεια Καραμουτζά είναι μία εκ των αρχαιοτέρων του Άργους, μάλι­στα επί Τουρκοκρατίας το Ν.Α τμήμα της πόλεώς μας έφερε το όνομα Καραμουτζά-Μαχαλέ.

Μετά την μεταπολίτευσιν ανεδείχθησαν δήμαρχοι οι εξής:

1866-1870. Μιχαήλ Πασχαλινόπουλος, πατήρ της ευγενεστάτης και φιλευ­σπλάχνου επιτίμου προέδρου των Κυριών, (ήτις ανελλιπώς διατελεί τοιαύτη από του θανάτου της αειμνήστου Ελένης Ανδρέου Καρατζά, θυγατρός του στρατητού Τσώκρη) επί του φιλοπτώχου ταμείου, Κατίνας Ν. Μπόμπου. Ως δήμαρχος λέγεται αφήκεν εποχήν, σοβαρός, επιβλητικός και αυστηρός εις τα της διοικήσεως του Δήμου.

1870-1874. Μιχαήλ Παπαλεξόπουλος, κατήγετο εκ του ορεινού χωρίου της Αρκαδίας Κανδήλα, ιατρός συμπληρώσας τας σπουδάς του εν Παρισίοις, ευ­γενής, σοβαρώτατος, καλοκάγαθος, είχε το φανταστικώτερον κόμμα.

1874-1875. Σπήλιος Καλμούχος ιατρός, διακεκριμένος, σοβαρός, επιβλητι­κός, ευφυής, εύστροφος, είρων δε, απαράμιλλος, ήσκει επιρροήν εις την πολιτικήν όλης της Επαρχίας. Ακάματος, αφιλοκερδής, δεν υπήρξεν Αργείος α­σθενής όστις να μην ησθάνθη ευεργετικώς την ιατρικήν του περίθαλψιν, ανε­δείχθη και πληρεξούσιος. Έργα του Καλμούχου εισίν, η σημερινή αγορά, το γυμνάσιον, (εις το κτίριον προ εικοσαετίας εστεγάζοντο τα Ειρηνοδικεία Β.Ν. πλευράς) η εκ πιπερών δενδροστοιχία της οδού Τριπόλεως, ο εξωραϊσμός της Δημαρχίας, και των τότε Ελληνικών Σχολείων κ.τ.π. Δυστυχώς ο εν Αθήναις διαπρεπής ιατρός μικροβιολόγος υιός του, Πέτρος Καλμούχος, άπαξ αναδει­χθείς Βουλευτής δεν ηδυνήθη να κράτηση το μέγα κόμμα του αειμνήστου πατρός του.

 

Σπήλιος Καλμούχος

 

1879-1883. Μιχαήλ Παπαλεξόπουλος· περί ου ωμιλήσαμεν ανωτέρω.

1883-1891. Σπήλιος Καλμούχος ιατρός κ.λπ.

1891-1893. Χαράλαμπος Μυστακόπουλος μεγαλέμπορος, κατήγετο εκ Λογανίκου της Λακωνίας, εις τον Μυστακόπουλον οφείλεται η δια σιδηρών σω­λήνων διοχέτευσις του ύδατος εντός της πόλεως. Ανήρ σθένους και τόλμης, έσωσε την πόλιν από τα κακοποιά στοιχεία των εμφυλίων σπαραγμών και της αναρχίας του 1862. Πρότυπον και τιμίου δημάρχου, δείξαντος εξαιρετικόν ενδιαφέρον δια τα δημοτικά ζητήματα και κέρβερος του δημοτικού ταμείου. Χαρακτηριστικόν δε του ενδιαφέροντός του δια το δημοτικόν χρήμα είνε και το εξής: Ότι ενώ το δημοτικόν συμβούλιον τω εψήφισε δραχμάς 700 δια την μετάβασίν του εις Αθήνας προς παραλαβήν των σιδηροσωλήνων του υδραγωγείου, αυτός δεν εδέχθη ει μη μόνον δραχμάς 15 δι εισιτήριόν του Γ θέσεως. Απέθανε το δεύ­τερον έτος της δημαρχίας του.

 

Μυστακόπουλος Χαράλαμπος (1830-1894)

 

1893-1899. Σπήλιος Καλμούχος.

1899-1903. Εμμανουήλ Ρούσσος ιατρός εκ των ευδοκιμωτέρων, ευγενής, ειλικρινής φειδωλός του δημοτικού χρήματος, μανιώδης εις την φύτευσιν διαφόρων δένδρων. Οι αδελφοί Ρούσσοι, επιστήμονες εκ των εγκριτοτέρων της πόλεώς μας, αν και δεν ανήκουν εις οικογένειαν πολιτευομένην, εν τούτοις η προσωπικότης των, ο χαρακτήρ των και τα όλως εξαιρετικά προσόντα των, τους επέβαλον εις την δημοσίαν συνείδησιν ώστε να αναδειχθώσιν εις την πολιτικήν και οι τρεις ο Δημήτριος ως Βουλευτής κατά Αύγουστον 1910, ο Μανωλάκης Δήμαρχος 1899-03 και ο Γεώργιος, ο ευφυέστερος και νοημονέστερος ως πρόεδρος του κοινοτικού συμβουλίου Άργους κατ’ επανάληψιν.

1903-1907. Δημήτριος Κούζης ο ήδη γερουσιαστής αναδειχθείς και βου­λευτής κατά το 1910, ιατρός εκ των εγκριτωτέρων, με ατομικήν πολιτικήν ου την τυχούσαν, έντιμος, ειλικρινής, φιλαλήθης χαρακτήρ, κρίσεως δε και σκέ­ψεως, βαθύτατης. Διαδεχθείς το κόμμα του θείου του αειμνήστου Μιχαήλ Παπαλεξοπούλου.

1907-1914. Ανδρέας Καρατζάς δικηγόρος, υιός του εν Πάτραις διαπρεπούς νομομαθούς αειμνήστου Νεοκλέους Καρατζά. Εγκατασταθείς ενταύθα από του γάμου του, μετά της θυγατρός του στρατηγού Δημητρίου Τσώκρη Ελέ­νης, και πολιτευόμενος ανεδείχθη πολλάκις βουλευτής της Επαρχίας Άργους 1894-1895 και 1899-1903, ικανός, λόγιος μεγάλης μορφώσεως, εις ον η πόλις εκτός των άλλων έργων οφείλει και εσαεί θα ευγνωμονεί, το μέγιστον και εκπολιτιστικόν αγαθόν, τον ηλεκτροφωτισμόν αυτής.

Επί Καρατζά η δημαρχική περίοδος παρετάθη από το 1911-1914 ένεκα στρατιωτικού κινήματος κατά 1909, και των ενδόξων και νικηφόρων πολέμων 1912-1913.

1914-1925. Εγένετο η πόλις Άργους κοινότης, ως έχουσα πληθυσμόν έλαττον των 10 χιλ. κατοίκων, ένεκα της πλημμελώς ενεργηθείσης απογραφής των κατοίκων. Μετά εγένετο πάλιν δήμος και κατά Οκτώβριον του 1925 εξελέγη Δήμαρχος Αργείων ο Αγγελής Μπόμπος  (192528) έμπορος τίμιος, δραστή­ριος, χρηστός πολίτης, ήσυχος, συνετός, ολιγόλογος· λόγω του ησύχου και διαλλακτικού χαρακτήρος του, προετάθη ως δήμαρχος υφ’ όλων των κομμά­των. Ο εξωραϊσμός της πόλεως, οι δρόμοι, η αποξήρανσις του βάλτου, η επι­σκευή του υδραγωγείου, και τόσα άλλα έργα έτυχον της αμερίστου προσοχής του. Απέθανεν κατά το δεύτερον έτος της δημαρχίας του.

 

Μπόμπος Β. Αγγελής (1878-1928)

 

1928-1930. Ο Κωνσταντίνος Μπόμπος έμπορος· διαδεχθείς τον αποθανό­ντα αδελφόν του Αγγελήν Μπόμπον. Όστις εξακολουθεί το χαραχθέν υπό του αδελφού του πρόγραμμα. Την δε εξυπηρέτησιν των συμφερόντων των συμπολιτών του ο δημωφελέστατος Δήμαρχος, την θεωρεί υποχρέωσίν του, την θεωρεί καθήκον του επιβεβλημένον.

 

Κωστής Μπόμπος στο σπίτι του, 1937. μπλοκ

 

Είχε δοθεί για δημοσίευση στον «Ε» το άρθρο του Τ. Τσακόπουλου, όταν βρήκα στα χειρόγραφα κατάλοιπά του, σημείωμα με τα ονόματα των δημάρχων μέχρι το 1930, αλλά και των μετέ­πειτα, μέχρι και τον Στάθη Μαρίνο. Το σημείωμα είναι αχρονολόγητο. Δημοσιεύω από αυτό πιστά όλες τις αναγραφές για την περίοδο μετά τον Αγγελή Μπόμπο.

 «Κωνσταντίνος Μπόμπος, αδελφός του Αγγελή.

Ευθύμιος Σμυρνιωτάκης, 1941-1943, δικηγόρος.

Γεώργιος Παπαγιαννόπουλος, δικηγόρος, 1943-1944. Ούτος προσέφερε πολλάς εκδουλεύσεις και υπηρεσίας εις την πόλιν κατά την επάρατον εκείνην εποχήν της κατοχής. Χάρις εις τας ευγενείς ενεργείας και επιμόνους προσπαθείας του εσώθη η αιω­νόβιος γηραιά και αθάνατος παρά τας πληγάς πλάτανος την ο­ποίαν είχον απόφασιν να κόψουν οι σκληροί και απαίσιοι Γερμα­νοί. Υπό το φύλλωμα και την παχυτάτην σκιάν της διέρχονται δροσιζόμενοι, διασκεδάζοντες και ευωχούμενοι οι επισκεπτόμε­νοι τον Ερασίνον ποταμόν, κοινώς Κεφαλάρι.

Ευστάθιος Μαρίνος, ιατρός, όστις εκλέγεται δήμαρχος από της 15ης Απριλίου του 1951 μέχρι σήμερον. Εις τον κ. Μαρίνον οφείλεται η δια σιδηρών σωλήνων ύδρευσις της πόλεως και ού­τω υδρεύεται δι’ αφθόνου ύδατος το πολυδίψιον ‘Αργος (Ιλιάς 4.171)».

 Σημειώνω για την ιστορία ότι το αιωνόβιο πλατάνι του Κεφαλαριού κό­πηκε από τους «ευαίσθητους» ντόπιους, με απόφαση του κοινοτικού Συμβουλίου Κεφαλαριού και με πρόεδρο Κοινότητας τον κ. Μπουντούρη, το 1983. Δεν ξέρω τι θα έγραφε για την πράξη αυτή ο προδρομικά οικολόγος Τσακόπουλος, όπως άλλωστε και για την άθλια ποιότητα του νερού του Άργους, που πλέον ξεδιψάει με μεταλλικό νερό εμφιαλωμέ­νο…

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Read Full Post »

Σχέσεις Νικηταρά με το Άργος 


 

Το πιο κάτω κείμενο αποτελεί  ανακοίνωση προς το Β’ Συνέδριο Αργολικών Σπουδών* από χρέος προς τον Νικηταρά, την οικογένεια Νικηταρά και το Άργος.

                                                                                  

Nikitaras, Lithography by Karl Krazeisen.

Η ιστορία, ο θρύλος και η δράση του Νικηταρά στην Αργολίδα είναι πολύ γνωστά πράγματα και δεν θα ήθελα να αναφερθώ σ’ αυτά, παρόλο πού η επανάληψη τους όχι μόνο δεν κουράζει αλλά, αντίθετα, ευχαριστεί και ενθουσιάζει κάθε ακροατήριο. Θέλω να αναφερθώ σε δυο γεγονότα, όπως αναδύονται μέσα από τα επίσημα γραπτά κείμενα, που βρίσκονται στην κατοχή μου.

Το πρώτο: Ένα κομμάτι της Αργολικής γης, κοντά στα όρια της πόλεως του Άργους προς Ναύπλιο και Νέα Κίο, ένα αγρόκτημα στη θέση Σερεμέτι, έκλεισε μέσα του τους μόχθους και τον ιδρώτα του Νικηταρά για επιβίωση δική του και της οικογένειάς του, συγχρόνως όμως αποτέλεσε γι’ αυτόν πηγή  πικρίας, οικονομικής εξαθλιώσεως και αφορμή αποστάγματος αγνωμοσύνης του επίσημου Κράτους προς τον γενναίο στρατηγό, επιβεβαιώνοντας έτσι την τραγική μοίρα των γενναίων ν’ αμείβονται με αγνωμοσύνη!

Το δεύτερο: Ένα σπίτι στο Άργος, «οδός Νικηταρά 5», που δεν υπάρχει πια, αφού δεν άντεξε στη μάχη με το χρόνο, στέγασε τον γόνο του Τουρκοφάγου, τον Ιωάννη Νικήτα Νικηταρά, που έζησε στο Άργος και ετάφη στο Άργος για να αποκτήση η Αργείτικη γη το προνόμιο να κλείση για πάντα στα σπλάχνα της το γιο του Τουρκοφάγου.

Παρουσιάζοντας τα δυο αυτά γεγονότα, θα προτιμήσω να χρησιμοποιήσω αποσπάσματα από τα γραπτά ντοκουμέντα, περιορίζοντας τις δικές μου προσθήκες μόνο στο απαραίτητο.

  

Το κτήμα στο Σερεμέτι (περιοχή σημερινού εργοστάσιου Πελάργου)  


  

Τα γραπτά επίσημα κείμενα που έχω στα χέρια μου και θα χρησιμοποιήσω είναι:

α) Αναφορά του Νικηταρά προς το βασιλέα Όθωνα με ημερομηνία 24 Οκτωβρίου 1841.

β) Εισηγητική Έκθεση «Προς την Βουλήν» του τότε Υπουργού Οικονομικών Λ. Ι. Κρεστενίτη με ημερομηνία 25 Ιουνίου 1849.

γ) Αναφορά Νικηταρά προς την Γερουσία και την Βουλή.

δ) Απόφαση συνταξιοδοτήσεως Αγγελικής χήρας Νικήτα Σταματελοπούλου. 

Γράφει στην αναφορά του προς τον Όθωνα ο Νικηταράς, για το κτήμα στο Σερεμέτι:

Μεγαλειότατε,

Είς διαφόρους περιστάσεις και εποχάς έκαμα γνωστόν είς την Υμετέραν Μεγαλειότητα ότι δι’ αδείας της υπό της αισίας ελεύσεως της Ελληνικής Κυβερνήσεως, μοι παρεχωρήθησαν όλες οι εντός της κατά την Αργολίδα θέσεως  Σερεμέτι εθνικές γαίες, χέρσας δε ούσας, και καταπλακωμένας υπό των υδάτων.

Ηγωνίσθην, εξόδευσα, ό,τι εντίμως απελάμβανα, απεξήρανα τάς γαίας αυτάς και εγεώργησα ικανόν μέρος αυτών, ενήργησα φυτείας, αυταί δε κατεστράφησαν εκ των ώδε ανωμαλιών, επανέλαβα μετά ταύτα τας γεωργικάς εργασίας, δια να δυνηθώ να πραγματοποιήσω τον οποίον η Κυβέρνησις προέθετο σκοπόν, του να εξασφαλίση πόρον ζωής είς την πολυάριθμον οικογένειαν γηραιού στρατιωτικού, όστις τίποτε άλλο δεν απήτησε πώποτε.

Μετά την σύστασιν του ιπποφορβείου, μου αφηρέθησαν αι γαίαι αυταί, μοι αφέθη όμως μέρος αυτών κατά το τοπογραφικόν σχέδιο του αρχηγού του πυροβολικού. Τούτο συνέβη μεταξύ των ετών 1836 και 1837. Έκτοτε ασχολούμαι με την βελτίωσιν της καλλιεργείας των οποίων μοι αφέθησαν γαιών, αλλ’ επέπρωτο ίσως καθ’ ήν στιγμήν χαίρω τα αποτελέσματα της δικαιοσύνης της Υ. Μ. να ιδώ να αφαιρούν από εμέ γη ως είρηται αφεθείσαν είς την κατοχήν μου γαίας του Σερεμετίου, και να μάθω ότι ικανόν μέρος αυτών εξετέθη προ καιρού είς δημοπρασίαν.

Ο Νικηταράς δεν είχε δικούς του πόρους, δεν είχε δικά του χρήματα για να καλλιεργήση τη χέρσα γη που του παραχωρήθηκε για εκμετάλλευση και που μόνο « κατ΄ευφημισμόν»  μπορούσε να χαρακτηρισθή «κτήμα» με την σημερινή έννοια καλλιεργησίμου και ευφόρου αξιολόγου εδάφους.

Δανείστηκε λοιπόν για να κάνη καλλιεργήσιμο το κτήμα. Δανείστηκε για φτιάξη το σπίτι του. Δανείστηκε ακόμα και κατά την εποχή του Αγώνα για να συντηρή τους στρατιώτες του. Και οι τόκοι από τα χρέη τον έπνιξαν. Ιδού είς ένδειξιν δικαιολογημένης διαμαρτυρίας πως περιγράφει ο ίδιος αυτήν την κατάστασή του στην αναφορά του στη Γερουσία και την Βουλή: 

…Ως εκ τούτου κατεδαπάνησα είς αυτό πολλά είς καλλιέργειαν, οικοδομήσας οίκους, ανοίξας χάνδακας, εμφυτεύσας αμπελώνας, δένδρα και λοιπά· προς τούτοις δε και όσα εργάσιμα, ζώα και άλλα χρήματα. Αλλ’ η Αντιβασιλεία αυθαιρέτως και αυτογνωμόνως με αφήρεσεν το πλείστον μέρος αυτού· αλλά και σύρουσά με είς τας καθύγρους φυλακάς· εν αυτή τη φυλακή με κατηνάγκασε η να οικοδομήσω την έν Ναυπλίω οικίαν μου ή να την πουλήσω και ούτω με εξέθεσεν εις πολλά δυστυχήματα· διότι αναγκασθείς να εμπιστευτώ εις ξένους την φροντίδα της οικοδομής και υποπεσών είς σφετερισμούς και τόκους, αντί 30 ή 35 χιλιάδων δραχμών δαπάνης ή οικοδομή ανέβη είς 79.775, την ακρίβειαν των οποίων βλέπετε εις επισυναπτόμενον ενταύθα κατάλογον.

 Αναγκασθείς εκ τούτω να δανεισθώ εσχάτως 20.000 δρχ. από την Τράπεζαν, αδύνατο να πληρώνω το χρεώλυστρον και το μέλλον απειλεί τα χειρότερα· και δια να γνωρίζετε κάλλιον την αλήθεια σας επισυνάπτω δεύτερον ονομαστικόν κατάλογον των όσων κατά τον Αγώνα εδανείσθην δια να οικονομώ  εν μέρει τους υπ’ εμού στρατιώτας και δια τα οποία σήμερον σύρομαι καθ’ εκάστην εις τα δικαστήρια και πληρώνω ως αν έμελλον να υποβάλλωμαι δια τον πατριωτισμόν  μου  (συγχωρήσατέ με να το ειπώ) αιωνίως είς πρόστιμα.

…………………………………………………………………………………………………………………………………

 Ακολούθως δε ό,τι αποφασισθή και εγώ βέβαια υπάγομαι είς την εθνικήν θέλησιν και απόφασιν.

Την οικτρά αυτήν κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει ο γενναίος στρατηγός, περιγράφει και ο τότε Υπουργός Οικονομικών Λ. Ι. Κρεστενίτης, εξαίροντας συγχρόνως και την αφιλοχρηματία του Νικηταρά,

Εν τούτοις, Κύριοι, ο συμπολίτης μας ούτος, κεκμηκώς εκ των κακουχιών του πολέμου και των περιπετειών της τύχης, κατελήφθη υπό πολλών σωματικών ασθενειών και ήδη κείται ελεεινόν θέαμα προ των οφθαλμών της οικογενείας και οικείων του, προ των οφθαλμών του Έθνους ολοκλήρου. Ο ανήρ ούτος, όστις εκ μόνων των προ των ποδών αυτού πεσόντων λαφύρων ηδύνατο να κατασταθή βαθύπλουτος, υπήχθη είς χρέη υπέρογκα εν καιρώ του πολέμου και μετά ταύτα και ήδη ούδ’ η μικρά αυτού περιουσία, αν εκποιηθή, είναι αρκετή να αποσβέση μέρος του χρέους του, ούδ’ η πρόσοδος ταύτης, και αυτός ο μισθός του δύνανται να εξαρκέσωσιν είς μόνον των τόκων την απότισιν και ως εκ τούτου η ζωή του κατέστη βίος αβίωτος, η δε θλίψις, ήτις κατακυριεύει την καρδίαν του, ωθεί αυτόν με βήμα ταχύ προς τον τάφον.

Για να μη δημιουργηθούν πλανημένες εντυπώσεις, ότι η παραχώρηση του κτήματος του Σερεμέτι αποτελούσε δωρεά προς τον Νικηταρά και για να αποδειχθή, αντίθετα, ότι το κράτος χρωστούσε  χρήματα στον γενναίο στρατηγό, παραπεμπόμεθα στα παρακάτω από το ίδιο έγγραφο του Υπουργού Λ. Ι. Κρεστενίτη, στην Εισηγητική του Έκθεση «Προς την Βουλήν»:

Η παραχώρησις αύτη, συγχωρήσατέ μοι, Κύριοι, να παρατηρήσω, ότι δεν φέρει χαρακτήρα δωρεάς, καθ’ όσον το αντίτιμον αυτής θέλει συμψηφισθή εν καιρώ με όσα έχει λαμβάνειν ο υποστράτηγος Νικήτας δια μισθούς και έξοδα του πολέμου· αλλά και ως δωρεά εάν ήθελε προταθή, η θυσία μεγάλη δεν ήθελεν είσθαι· πρώτον, διότι και άλλοι επίσημοι άνδρες του Αγώνος έλαβον ανωτέρας αξίας κτήματα, άλλοι μεν υπό τον όρον του συμψηφισμού, και άλλοι δωρεάν· δεύτερον, διότι απέναντι των ανδραγαθημάτων του πατριωτισμού και της αυταπαρνήσεως του Νικήτα δεν δύναται να θεωρηθή μεγάλη δια το Έθνος η θυσία.

Τελικά, μετά τον θάνατο του Νικηταρά και παρά τις γραπτές εντολές της Κυβερνήσεως για αναστολή διώξεως λόγω χρεών, η οικογένεια του ενδόξου στρατηγού δεν μπόρεσε να αντέξη στο βάρος των χρεών και το κτήμα εκποιήθηκε.

  

Ο γιός του Νικηταρά στο Άργος – Ιωάννης Νικήτα Νικηταράς


  

Ο Ιωάννης Νικήτα Νικηταράς, ο γιος του Τουρκοφάγου είναι αξιοπρόσεκτο ότι δεν ονομάζεται Σταματελόπουλος, αλλά επίσημα Νικηταράς. Ήταν ηλικίας 20 χρονών, όταν πέθανε ο στρατηγός πατέρας του, όπως προκύπτει από το πρωτότυπο έγγραφον, την απόφασι συνταξιοδοτήσεως της  « Αγγελικής χήρας μετά του Ιωάννου 20ετούς ορφανού του ποτέ στρατηγού της φάλαγγος Νικήτα Σταματελοπούλου». Η σύνταξη αυτή χορηγήθηκε από τις 26 Αυγούστου 1854 και ήταν ίση προς 111 δραχμές.

Ο Ιωάννης Νικήτα Νικηταράς παντρεύτηκε μια Αργειτοπούλα, την πανέμορφη Βασιλική, το γένος Τσίπη. Έζησε στο Άργος και κατοικία του ήταν, όπως αναφέρθηκε στην αρχή, η μη υπάρχουσα πλέον παλαιά οικία της οδού Νικηταρά 5, που απετέλεσε άλλωστε και την αιτία της ονομασίας «οδός Νικηταρά».

Ο Ιωάννης δεν απέκτησε παιδιά. Πέθανε σχετικά νέος, 60 ετών, στις 9 Ιανουαρίου 1895 και ετάφη στο Άργος, στο Κοιμητήρι της Κοιμήσεως Θεοτόκου (Παναγίας), σε υπόγειο θολωτό τάφο με μαρμάρινη επιτύμβια πλάκα, που φέρει καλαίσθητο σκάλισμα, και σώζεται και υπάρχει έως σήμερα. Η σύζυγος του Βασιλική πέθανε υπεραιωνόβιος, πολύ αργότερα, κατά το έτος 1942, ετάφη στον ίδιο τάφο και οι παλαιότεροι συμπολίτες μας την θυμούνται.

Ο Ιωάννης Ν. Νικηταράς  ήταν ταγματάρχης. Όπως προκύπτει  από μία αναφορά του, που έχουμε στα χέρια μας, με ημερομηνία «Εν Άργει τη 3 Ιανουαρίου 1873 και αριθ. Πρωτ. 44 του 4ου Τάγματος Ευζώνων ήταν κατά την χρονολογία αυτή Υπολοχαγός του Ευζωνικού αυτού Τάγματος. Την αναφορά του αυτή υπογράφει με το επώνυμο «Νικηταράς» και όχι «Σταματελόπουλος».

Σύμφωνα προς αφηγήσεις της Βασιλικής Ιωάννου Ν. Νικηταρά προς παλαιοτέρους Αργείτες, το ζεύγος αποτελούσε κόσμημα για την πόλη του Άργους και εζωντάνευε την μνήμη του γενναίου Νικηταρά. Στα χέρια της Βασιλικής απέμεινε το αρχείο του στρατηγού, από το οποίον έφθασε στα χέρια μου μικρόν τμήμα, από όπου αντλώ για την παρούσα ανακοίνωση, ενώ το μεγαλύτερο τμήμα παρεδόθη από τον πατέρα μου στον γνωστόν λόγιον Αργείτη δικηγόρο και ιστορικόν ερευνητή Δημ. Βαρδουνιώτη, ο οποίος επρόκειτο να λάβει πληροφορίες για την Ιστορία του Άργους.

Μικρό τμήμα από το σύνολο του αρχείου επεστράφη τμηματικά στον πατέρα μου, αλλά το μεγαλύτερο τμήμα παρέμεινε στα χέρια του Δ. Βαρδουνιώτη, για να συνεχίση την αναζήτηση ιστορικών ειδήσεων. Πιθανολογώ ότι ένα μέρος του αρχείου αυτού «πέρασε» στο αρχείο Τσώκρη – Νικηταρά· ενώ ένα άλλο μέρος του πρέπει να χρησιμοποιήθηκε από συμπολίτη μας, που παλαιότερα ιστοριογραφούσε  σχετικά με τον Νικηταρά σε τοπικήν εφημερίδα του Άργους.

  

Επίλογος


  

Νικήτας Σταματελόπουλος, ο Τουρκολεκιώτης, υπήρξε ασφαλώς μια αγνή και σπουδαία μορφή του Αγώνος. Χωρίς να έχη ιδιαιτέρους δεσμούς με το Άργος, η μοίρα ηθέλησε να συνδεθή στενά με την πόλη μας, όπου για όσους μπορούν να το νιώσουν αντηχεί η ζωηρή φωνή του. Αυτήν την υπερήφανη φωνή προσεπάθησα με την σύντομη ανακοίνωσή μου να μεταφέρω σ’ αυτήν την αίθουσα μέσ’ από τα ίδια του ήρωα κείμενα.

Ζητώ την συγκατάθεση του Συνεδρίου να προτείνω στον «Δαναό» και στον Δήμο Άργους, να στήσουν ένα άξιον του ανδρός πνευματικό μνημείο, αφιερώνοντας ένα χωριστό τόμο στον Νικηταρά, που να περιλαμβάνη μαζί με τα έγγραφα του αρχείου του (τα εις χείρας μου στην διάθεσή τους) και τα Απομνημονεύματά του σε νέα έκδοση.

Τέλος, ας τερματισθή η ανακοίνωσή μου με τα λόγια του Λυκούργου Κρεστενίτη, παρμένα από το από 25.6.1849 έγγραφό του προς την Βουλήν των Ελλήνων:

Το όνομα του Νικήτα και το διά της σπάθης αυτού αποδοθέν είς τον ίδιον (του Τουρκοφάγου) τις δύναται να αρνηθή ότι δεν ήχησε καθ’ όλην την Ευρώπην και την Ασίαν, προφερόμενον εισέτι με σέβας και θαυμασμόν παρά πάντων; Τις δύναται να αμφιβάλη ότι ο βίος του Νικήτα θέλει καλύψει πολλάς της ιστορίας σελίδας και θέλει στολίσει αυτήν με τα ανδραγαθήματα του ήρωος τούτου, τα οποία εις τας επερχομένας γενεάς θέλουν χρησιμεύσει ώς τύπος και παραδειγματισμός του ακραιφνούς πατριωτισμού και του ηρωϊσμού, όστις αναβιβάζει τον πολίτην στρατιώτην είς την εύκλειαν της αληθούς δόξης;

Η εικών του Νικήτα, ζώντος έτι αυτού, ανήρτηται και εν Ελλάδι και εν τη αλλοδαπή μεταξύ εκείνων των μεγάλων ανδρών· μετά θάνατον δε η  προτομή αυτού θέλει κατασταθή σεβαστόν μνημείον είς πάντα τόπον.

Οι ξένοι περιηγηταί ασπάζονται σήμερον με σέβας τον Νικήταν, αλλά μετά θάνατον και ξένοι και ομογενείς, διαβαίνοντας εκ των Δερβενακίων θέλουν χαιρετά με δάκρυα το ηρώον του Νικήτα, ως σήμερον το του Μιλτιάδου τρόπαιον.

Ιωάννης. Π. Χιωτακάκος

Μηχανολόγος – Ηλεκτρολόγος

 

      * Το Β΄ Τοπικό Συνέδριο Αργολικών Σπουδών, πραγματοποιήθηκε στο Άργος από 30 Μαΐου έως την 1η  Ιουνίου του 1986, στην αίθουσα του Συλλόγου Αργείων ο «Δαναός». 

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα – Δημητρίου Βαρδουνιώτη


 

Στην εφημερίδα ΙΝΑΧΟΣ και στο 2ο φύλλο της 6ης Ιανουαρίου του 1901, διαβάσαμε το πιο κάτω άρθρο του Δικηγόρου και ιστορικού Δημητρίου Βαρδουνιώτη που αναφέρεται στο Άργος κατά τον 19ο αιώνα και το οποίο δημοσιεύουμε, θεωρώντας ότι το σύντομο αλλά μεστό κείμενό του, σκιαγραφεί πιστά την κατάσταση της πόλης εκείνο τον καιρό.

 

Το κάστρο του Άργους, W. Lindon 1856.

Νομίζομεν, ότι θα ήτο ωραίον, χρήσιμον δε εις διαφώτισιν της καθόλου Ελληνικής Ιστορίας, αν ήδη, λήξαντος του 19ου αιώνος, εκάστη εφημερίς έγραφεν εν γενικαίς έστω γραμμαίς την εκατονταετηρίδα του τόπου, εν ω εκδίδοται. Βεβαίως εν τω στενώ χώρω ενός άρθρου δεν είνε δυνατή ούτε περίληψις καν γεγονότων αιώνος όλου, αλλά μία σκιαγραφία δεν θα ήτο ποτέ περιτ­τή. Ημείς τουλάχιστον ρίπτομεν την ιδέαν και κάμνομεν την αρχήν.

Όπως όλη η Ελλάς, ούτω και το Άργος, από των αρχών του αιώνος μέχρι του 1821 διετέλει εν τω ζόφω της δουλείας. Ο κατά το 1806 περιηγηθείς την Ελλάδα Σατωβριάνδος εύρε την πόλιν χωρίον καθαρώτερον και ζωηρότερον των λοιπών της Πελοποννήσου, αλλά τας γαίας ακαλλιέργητους και ηρημωμένας, τα δε όρη άδενδρα και ζοφερά.

Οι Τούρκοι κατώκουν εις τας ωραιοτέρας συνοικίας της πόλεως, οι δ’ έγκριτοι πλησίον του κατόπιν Καποδιστριακού δημοτικού σχολείου. Ανατολικώς αυτού έκειτο το διοικητήριον, εν τω οποίω κατώκει ο Καϊμακάμης της επαρχίας, και άλλα δημόσια καταστήματα, το τζαμίον και θερμά λουτρά και το περιλάλητον σεράγιον του πλουσιωτάτου Αλήμπεη. Εκ δε των Ελλήνων δύο ήσαν αι επιφανέστατοι οικογένειαι, αι των αδελφών Περρούκα και Βλάσση, ων μέλη μετέσχον και της φιλικής Εταιρίας.

Άμα τη εκρήξει του Ιερού Αγώνος ανεδείχθη οπλαρχηγός και πολιτικός αρ­χηγός της Επαρχίας ο Δημήτριος Τσόκρης, ο τω 1875 τελευτήσας υποστρά­τηγος και υπ’ αυτόν οι Αργείοι μετέσχον πολλών μαχών. Αλλά το Άργος εγένετο θέατρον του πολέμου και πολλών εμφυλίων και αναρίθμητων συμφορών, ως και μεγάλων εθνικών γεγονότων, διότι ήτο σχεδόν ο ομφαλός της Πελοποννήσου και εγγύς του Ναυπλίου, της τότε πρωτευούσης της Ελλάδος.

Ενταύθα τη 30 Νοεμβρίου 1821 συνήλθεν η πρώτη Εθνική συνέλευσις συγκληθείσα υπό του Δημ. Υψηλάντου, τω 1822 υπήρξεν η έδρα της γενικής διοικήσεως, τον Οκτώβριον 1823 συνήλθε το νομοθετικόν σώμα, τον Ιούλιον 1829 η Δ’ Εθνική συνέλευσις και τον Δεκέμβριον 1831 η τελευταία, η λήξασα εν Πρόνοια του Ναυπλίου.

Ο θάνατος του Κυβερνήτου υπήρξε δυστύχημα μέγα δια την Ελλάδα εν γένει, μέγιστον δε δια το Άργος. Διότι την πόλιν ημών ηυνόησεν εξαιρέτως ο αοίδιμος Καποδίστριας και συν άλλοις ήγειρεν εν αυτή ναούς, σχολεία, στρα­τώνα και άλλα οικοδομήματα, ίδρυσε δε ενταύθα και Πρωτοδικείον. Επί των ημερών αυτού εγκατεστάθησαν και κατώκησαν επί πολλά έτη ενταύθα και έκτισαν και οικίας, έτι και νυν σωζομένας διασημότατοι δημόσιοι άνδρες, ως ο Σπυρ. Τρικούπης, ο Δημ. Καλλέργης και ο Γ.Α. Ράλλης.

Μετά τον θάνατον του Κυβερνήτου το Άργος κατέστη το θέατρον της α­ναρχίας, ήτις ελυμήνατο την πατρίδα μέχρι της ελεύσεως του Όθωνος. Ενταύ­θα ήδρευε το Γ’ Τμήμα της κυβερνησάσης την Πελοπόννησον υπό την αρχηγίαν του Θ. Κολοκοτρώνη Στρατιωτικής Επιτροπής και τον Ιανουάριον 1833 συνέβη η φοβερά σφαγή των Αργείων υπό του Γαλλικού στρατού του Μαιζώνος, ήτις υπήρξεν ανεξάλειπτος ιστορική κηλίς δια τε τους σφαγείς και τους εν Ναυπλίω αρχομανείς ραδιούργους.

Ο βασιλεύς Όθων υπήρξε και αυτός ευεργετικός δια το Άργος απ’ αρχής της βασιλείας του. Το εν Σερεμετίω μέχρι του 1862 διατηρηθέν Ιπποφορβείον, τα παρά τον Ερασίνον πυριτουργεία, τα καταστραφέντα τω 1868, η φυτουργία της χώρας εκείνης και τα παρά την Λέρνην ερειπιωθέντα ήδη πα­ραρτήματα του εν Ναυπλίω Οπλοστασίου, ουκ ολίγον συνετέλεσαν εις την πρόοδον της πόλεως ημών, εν η τω 1837 υπήρξεν έκτακτος η ακμή. Αρκεί μόνον να σημειώσωμεν, ότι η πόλις είχε τότε Ελληνικόν σχολείον υπό την διεύθυνσιν του λογιωτάτου αρχιμανδρίτου Σεραφείμ Ιππομάχη, εις ο εφοίτων 600 περίπου μαθηταί. Υπήρχε δε και τυπογραφείον και πλούτος και ευμάρεια.

Από της συστάσεως του βασιλείου το Άργος εγένετο Α τάξεως δήμος και πρωτεύουσα της ομωνύμου επαρχίας, κατά δε τον πληθυσμόν η πρώτη πόλις του νομού. Εκκλησιαστικώς απετέλεσε μετά του Ναυπλίου την αρχιεπισκοπήν Αργολίδος. Και μέχρι μεν του 1862 είχεν Επαρχείον, Ειρηνοδικείον, σχολεία μέχρι Σχολαρχείου, Ταχυδρομείον, Στρατιωτ. σώμα Ιππικού, εδρεύον ενταύθα και υπομοιραρχίαν. Από δε του 1862 απέκτησε και Τηλεγραφείον και δεύτε­ρον Ειρηνοδικείον και από του 1873 Ταμείον, Οίκον Εφορίαν, υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης, όπερ όμως κατηργήθη κατόπιν, και τελευταίως Ειδικόν Πταισματοδικείον και διτάξιον Γυμνάσιον.

Τω 1883 συνέστη και νέον τυπο­γραφείον και εξεδόθη η πρώτη πολιτική εφημερίς υπό τον τίτλον «Δαναός». Το τυπογραφείον όμως εκείνο μετά δύο έτη διελύθη, ως και το μετ’ αυτό συστηθέν, ήδη δε υπάρχει το τρίτον τοιούτο, συστηθέν από δωδεκαετίας. Ά­ξιον δε σημειώσεως είνε, ότι ουδεμίαν ήδη πολιτικήν εφημερίδα συντηρεί η πόλις, εν ω καταναλίσκονται εν αυτή καθ’ εκάστην 250 περίπου φύλλα των Αθηναϊκών. Πέντε τοιαύται, αλλεπαλλήλως εκδοθείσαι, ο Δαναός, ο Ερασίνος, το Φορωνικόν άστυ, το Άργος και ο Αγαμέμνων, δεν ηδυνήθησαν να μονιμοποιηθώσι.

Κατά δε τα τελευταία έτη συνεστήθησαν και Σύλλογοι τινες, η Φιλαρμονική, ο Εμποροβιομηχανικός, ο Δραματικός, ο Δαναός και ο νεώτατος πάντων Ίναχος, εξ ων όμως διατηρούνται ήδη μόνον οι δύο τελευταίοι, εκδίδοντες περιο­δικώς και ομώνυμους εφημερίδας, και η αναδιοργανουμένη Φιλαρμονική. Τέ­λος, εκτός των ναών της Παναγίας Κοιμήσεως και Βράχου, οίτινες υπήρχον και επί της τελευταίας Ενετοκρατίας, κατά τον 19ον αιώνα εκτίσθησαν και πάντες, οι νυν ναοί της πόλεως, ων περίβλεπτοι είνε ο του Αγίου Ιωάννου και ο νυν μητροπολιτικός του Αγίου Πέτρου, αρχιεπισκόπου Άργους.

Πολιτικούς άνδρες εγέννησε το Άργος, εκτός του στρατηγού Δ. Τσόκρη, τον επί Καποδιστρίου έτι γερουσιαστήν, έξοχον επί παιδεία και πολιτική αρετή και δολοφονηθέντα ενταύθα τω 1851 Δημ. Περρούκαν και τους Βλάσσηδες μετά δε το 1843 τον Ανδρέαν Δανόπουλον, πολλάκις βουλευτήν και κατά το 1852 υπουργόν των Εσωτερικών, τον Α. Λαμπρινίδην, Ν. και Γ. Τσόκρην, Ανδρ. Ζαήμην, Λεων. Ζωγράφον, Αγγ. Γεωργαντά και άλλους. Δήμαρχοι δε Άργους ανεδείχθησαν κατά καιρούς οι εξής. Πρώτος από της συστάσεως των δήμων ο Χρήστος Βλάσσης, όστις ύστερον εγένετο και γερουσιαστής και μετ’ αυτόν οι Γεώργιος Τσόκρης, αδελφός του στρατηγού, Κ. Ροδόπουλος, Κ. Βόκος, Ιω. Βλάσσης, Λ. Λαμπρινίδης και Πέτρος Διβάνης. Από δε του 1866 οι Μιχ. Πασχαλινόπουλος, Μιχ. Παπαλεξόπουλος, Σπ. Μαλμούχος, Χ. Μυστακόπουλος και ο νυν Εμμ. Ρούσσος.

Και εις το εμπόριον και την βιομηχανίαν διέπρεψαν οι Αργείοι. Χιλιάδες τούτων έχουν εγκατασταθή εν Αθήναις, Πειραιεί, Αιγύπτω και αλλαχού και διακρίνονται επί επιφανεία και πλούτω. Επίσης δε και εις τας επιστήμας ανε­δείχθησαν ιατροί, φαρμακοποιοί και πολλοί νομικοί, ων τινες ανήλθον και εις τα ύπατα επιστημονικά και δικαστικά αξιώματα.

Αξιοπερίεργον εν τούτοις είνε ότι μόνο η φιλολογία και θεολογία δεν εύρον ενταύθα  οπαδούς. Ο επικρατών όμως χαρακτήρ των Αργείων είνε, ότι είνε λαός κυρίως κτημα­τικός και γεωπόνος. Διεκρίθη επί φιλοπονία εκαλλιέργησε και εφυτούργησε το ανατολικόν και νότιον Αργολικόν πεδίον, μεταξύ των φυτειών του οποίου εξέχουσιν η σταφίς, η άμπελος και η ελαία και το οποίον είνε εύφορον εις παραγωγήν παντός είδους καρπών, συντηρεί δε και κτηνοτροφίαν.

Ως προς τα πολιτικά του φρονήματα ο λαός του Άργους υπήρξεν ανέκαθεν φιλοβασιλι­κός και φιλήσυχος. Εκτός του ευεργέτου Καποδιστρίου ον δικαίως ελάτρευεν, ηγάπα και τον Όθωνα και κατά την εκθρόνισιν αυτού ουδέν σχεδόν έλαβε μέρος ενεργόν.

Μόνον πολίται τινές τη 11 Οκτωβρίου 1862 εθανάτωσαν αγριώτατα τον ενταύθα υπομοίραρχον Γεώργ. Μπαρμπέταν, τον σπάνιον εκεί­νον στρατιώτην δια την πίστιν εις τον όρκον και τον ηρωισμόν εις το καθήκον του. Ωσαύτως δε αγαπά και τον Γεώργιον, αείποτε συντηρητικός και φιλόνο­μος. Παρετηρήθη έτι, ότι εν τη ενασκήσει των πολιτικών δικαιωμάτων του ο τόπος αυτός από του 1862 δεν είνε εγωιστής, ούτε υπερήφανος. Εισήγαγεν εν τη επαρχία συν άλλοις και την γενικήν πολιτογράφησιν και εξελέξατο αντι­προσώπους του, άλλοθεν καταγομένους, ου ένεκα παρωνομάσθη ελευθέρα Κέρκυρα.

Η πόλις οικοδομικώς ολίγον προώδευσεν. Απέκτησε μεν καλάς τινός οικο­δόμος, αλλά δύναται να εύρη τις ακόμη και εργαστήρια, από Τουρκοκρατίας κτισθέντα, ως και κατοίκους με τα παλαιά τραχύτατα ήθη.

Είνε όμως τόπος υγιεινός εν γένει με τον εξόχως ωραίον ορίζοντα αυτού. Έχει δύο κεντρικάς πλατείας και τινας οδούς καλάς. Έχει δε και ουκ ολίγα βιομηχανικά καταστή­ματα, αμαξοπηγεία, σιδηρουργεία και εργοστάσια υφαντουργίας, οινοπνευματοποιίας και ατμομύλου. Υδρεύεται τέλος εκ φρεάτων και εκ του ύδατος του Ερασίνου, διοχετευομένου προ ετών δι’ υδραγωγείου κτιστού και εν μέρει σιδηρών σωλήνων.

Το Άργος δεν προώδευσε μολαταύτα αρκούντως εν συνόλω κατά τον λή­ξαντα ήδη αιώνα. Και δια τούτο εξαιρέσει ολίγων πλουσίων και τοκιστών, ο εκ 10.000 περίπου κατοίκων σημερινός πληθυσμός αυτού δυσπραγεί κατά το μάλλον και ήττον, μειονεκτεί δ’ εν πολλοίς των κατοίκων πολλών άλλων Ελλη­νίδων πόλεων.

Από το περιοδικό « ελλέβορος» του 1988, ανιχνεύσαμε την πιο κάτω συμπλήρωση που καταθέτει ο Δικηγόρος και ιστορικός Βασίλης Δωροβίνης, σε σχετικό άρθρο του.

Συμπλήρωση Βαρδουνιώτη (από το 3ο φύλλο του «Ινάχου»): στο σημείο « ένθα ο λόγος ότι το Αργολικόν πεδίον συντηρεί και κτηνοτροφίαν, παρελήφθη η περικοπή εις την ανάπτυξιν της οποίας οφείλεται και η κατά τον Μάιον του 1899 ενεργηθείσα εν Άργει πρώτη Ελληνική κτηνοτρο­φική έκθεσις, επιμελεία της Ελλην. Βιοτεχνικής Εταιρείας και υπό την προστασίαν του Βασιλέως».

Πρόκειται για την Α’ Πανελλήνια Γεωργοκτηνοτροφική Έκθεση, που οργα­νώθηκε στους Στρατώνες Καποδίστρια και στις γύρω πλατείες και είχε πανελ­λήνια απήχηση. Ο Βασιλιάς Γεώργιος Α’ έμεινε, τότε, στο Άργος επί δύο μέρες.

   

Πηγές


  • Εφημερίδα «Ίναχος», αριθ. 2, Άργος 6 Ιανουαρίου 1901.
  • Περιοδικό «Ελλέβορος» , τεύχος 5, Άργος, 1988.

 

Read Full Post »

Η βυζαντινή εκκλησία στο Κάστρο του Άργους (Εκκλησία της Θεοτόκου)


 

Όπως έχουμε διαπιστώσει, σε ελάχιστους είναι γνωστό ότι στο Κάστρο του Άργους διατηρούνται, ακόμα, τα ερείπια της βυζαντινής εκκλησίας του 12ου αιώνα, ενώ είναι ακόμα λιγότερο γνωστό ότι αυτής της εκκλησίας προϋπήρξε άλλη, σε άλλη θέση μέσα στο κεντρικό περίβολο του φρουρίου, ίχνη της οποίας έχουν επισημανθεί στις μέρες μας. Το 1987 είδε το φως της δημοσιότητας η πρώτη αρχιτεκτονική μελέτη του  ναού του 12ου αιώνα, στον ετήσιο τόμο επιστημονικών μελετών που εκδίδει η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών.

Συγγραφέας του άρθρου είναι ο καθηγητής της ιστορίας της Αρχιτεκτονικής του Ε.Μ.Π. Χαράλαμπος Μπούρας. Από τη σημαντική αυτή μελέτη μεταφράσαμε για τον «Ελλέβορο» το εισαγωγικό μέρος και τα συμπεράσματά του,  που είναι πιο προσιτά για το ευρύ κοινό.

Β. Κ. Δωροβίνης

 

Βυζαντινός Ναός 12ος αι. μ.Χ.

«Το μόνο μεσαιωνικό μνημείο που διατηρήθηκε στο εσωτερικό του κεντρικού περιβόλου του φρουρίου του Άργους (Λάρισα) είναι ο μικρός ναός της Παναγίας, σήμερα σε ερειπιώδη κατάσταση. Αν και το μνημείο δεν αγνοήθηκε εντελώς από τους αρχαιολόγους (σημείωση του συγγραφέα αναφέρεται σε μελέτες των Β. Κόντη, Ν. Παπαχατζή, Κέβιν Άντριους, Β. Φόλγκραφ και Αντ. Μπον), η αρχιτεκτονική του δεν μελετήθηκε μέχρι σήμερα, ενώ θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως σημείο αναφοράς αφού χρονολογείται με πλήρη ακρίβεια ( έτος 1174).

Ο Βίλχελμ Φόλγκραφ (Vollgraff) υπήρξε ο πρώτος που μνημόνευσε την εκκλησία της Παναγίας, όταν στο τέλος της δεκαετίας του 1920 πραγματοποίησε βαθειές (και καταστροφικές) ανασκαφές στο εσωτερικό του φρουρίου, όπου έψαχνε για τα προϊστορικά ανάκτορα του Άργους ( ο Χαράλαμπος Μπούρας  σημειώνει ότι, έτσι, φαίνεται ότι εξαφανίστηκαν, τότε, ένα τζαμί, μια  καθολική εκκλησία και η κατοικία του διοικητή του φρουρίου). Διέλυσε τα υπολείμματα μεσαιωνικών οικοδομών καθώς και όλα τα υποκείμενα στρώματα, απογυμνώνοντας, σε όλη την επιφάνεια της ακρόπολης, τον φυσικό βράχο. Το έδαφος του ναού τρυπήθηκε μέχρι το βάθος των 2, περίπου, μέτρων και, έτσι, τα θεμέλια του, ξεκαθαρισμένα σε όλο το ύψος τους, βρίσκονται σήμερα πολύ φθαρμένα. Ο Φόλγκραφ δεν δημοσίευσε παρά μόνο φωτογραφίες της εκκλησίας: μία γενική άποψη της, τέσσερα γλυπτά και μια επιγραφή.

Τελικά, αρνήθηκε να συσχετίσει αυτή την επιγραφή με τον ναό, που παραδόξως θεώρησε ως ενετικό. Πολύ αργότερα (1969), ο Αντουάν Μπον, που μελέτησε το φράγκικο κάστρο και του οποίου έδωσε ένα γενικό σχέδιο, δημοσίευσε φωτογραφίες του μνημείου, για το οποίο είχε ήδη αναγνωρίσει ότι η ημερομηνία κατασκευής του δίδεται από την επιγραφή. Το κείμενο της τελευταίας είναι το ακόλουθο: «Ανεκτίσθη  ο πάνσεπτος ναός της υπεραγίας Θεοτόκου παρά του Θεοφιλεστάτου επισκόπου ιμών Άργους κε Ναυπλίου βασηλέβοντος Μανοΐλ δεσπότου του Κομνηνού παρφηρογςννήτου επισκόπου δε ημόν Κυρού Νικύτα έτους ηχπβ’».

Και καταλήγει ο Χ. Μπούρας:

«Σύμφωνα με την αφιερωτική επιγραφή του 1174, η εκκλησία ιδρύθηκε από τον επίσκοπο του τόπου. Τίποτε δεν επιτρέπει να  σκεφθούμε ότι επρόκειτο για το καθολικό ενός μοναστηριού: η ύπαρξη μοναστηριού στο εσωτερικό ενός βυζαντινού φρουρίου φαίνεται εντελώς απίθανη. Ακόμα κι αν οι διατηρούμενες σήμερα οχυρώσεις  της Λάρισας χρονολογούνται στον 13ο αιώνα (δυστυχώς δεν υπάρχει λεπτομερειακή μελέτη του φρουρίου του Άργους) είναι σίγουρο ότι το βυζαντινό φρούριο που χρησίμευε ως φρούριο του οικισμού που, όπως και σήμερα, εκτεινόταν στην πεδιάδα, υψωνόταν στο ίδιο μέρος.

Η μακρόχρονη αντίσταση που πρόβαλε, λίγα χρόνια υστερότερα, αυτό το φρούριο στη φράγκικη κατάκτηση, δείχνει καλά την ισχύ του (αντίθετα προς την αδυναμία της πόλης).

Όπως οι πηγές μας δείχνουν ότι ήταν δύσκολο, αν όχι αδύνατο, για τους πολίτες να διεισδύουν στα βυζαντινά φρούρια, είναι σχεδόν βέβαιο ότι το ίδιο ίσχυε στο Άργος  και, επομένως, ότι η εκκλησία της Θεοτόκου είχε κτιστεί για τη φρουρά κι ότι δεν ήταν καθολικό μονής.

Η λέξη «ανεκτίσθη», με την οποία αρχίζει το κείμενο της επιγραφής, θα πρέπει, ίσως, να συσχετισθεί με την πρώτη τρίκογχη βασιλική που πιθανότατα βρισκόταν σε ερείπια του 1174 και από την οποία ελάχιστα απομένουν σήμερα. Η ύπαρξη μιας τόσο μεγάλης εκκλησίας στο εσωτερικό του Κάστρου του Άργους θα πρέπει, ίσως, να εξηγηθεί με την αναδίπλωση της πόλης στο εσωτερικό του φρουρίου, ειδικά κατά μια περίοδο μεγάλης ανασφάλειας, τον 7ο ή 8ο αιώνα. Ορισμένα γλυπτά μέλη  γύρω από τη θέση αυτής της βασιλικής θα έπρεπε, ίσως, να αποδοθούν σε αυτήν, εξαιτίας της παλαιότητάς τους.

Ο επικεφαλής της εκκλησίας, επίσκοπος Νικήτας, που διοικούσε την επισκοπή Ναυπλίου και Άργους, ενοποιημένη από το 1166, μας είναι γνωστός από τον «Συνοδικόν της Ορθοδοξίας».

Στον κατάλογο τον επισκόπων προηγείται ενός Ιωάννη υπό τον οποίο, το 1189, η επισκοπή προήχθη στο βαθμό της μητρόπολης. Αν κρίνουμε από την  αδεξιότητα και τα ορθογραφικά λάθη της επιγραφής, ο Νικήτας δεν ανήκε στους γραμματισμένους κληρικούς της μεσοβυζαντινής περιόδου. Η διαφορά φαίνεται καθαρά από τη σύγκριση με την αφιερωτική επιγραφή που συντάχθηκε είκοσι πέντε χρόνια νωρίτερα, από ένα προκάτοχό του, τον Λέοντα, για την Αγία Μονή Ναυπλίας».  

  

Πηγή


 

  • Περιοδικό, «Ελλέβορος», τεύχος 8, Άργος, 1991. 

Χαράλαμπος Μπούρας, η περίληψη της ανακοίνωσης στο 6ο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας & Τέχνης: Η Εκκλησία της Θεοτόκου στο Κάστρο του Άργους

Χαράλαμπος Μπούρας, η ανακοίνωση στο Bulletin de correspondance hellénique. Volume 111, livraison 1, 1987: L’Église de La Théotokos de la citadelle d’Argos

Read Full Post »

Άργος  – Φραγκίσκου  Πουκεβίλ (Pouqueville, François Charles Hugues Laurent)   


 

 

Ο  Φιλέλληνας Φραγκίσκος Πουκεβίλ (1770-1838) γνώρισε για πρώτη φορά την Ελλάδα ως αιχμάλωτος των Τούρκων, όταν επιστρέφοντας από την Αίγυπτο όπου είχε ακολουθήσει τον Ναπολέοντα, συνελήφθη από Αλγερινούς πειρατές οι οποίοι τον παρέδωσαν στους Τούρκους στην Πύλο.

 Στην συνέχεια μεταφέρθηκε στην Τρίπολη και το Ναύπλιο, όπου παρέμεινε έγκλειστος περίπου οκτώ μήνες.  Στο διάστημα αυτό ο Πουκεβίλ είχε την ευκαιρία να μάθει την νεοελληνική γλώσσα και να συγγράψει το πεντάτομο έργο του « Ταξίδι στο Μοριά, στην Κωνσταντινούπολη, στην Αλβανία και σε πολλά άλλα μέρη της οθωμανικής αυτοκρατορίας». (Voyage en Moree, a Constantinople, en Albanie et dans plusiers autres parties de l’ empire ottoman). Το έργο εκδόθηκε το 1805 στο Παρίσι. 

Το 1820 εκδίδει στο Παρίσι το νέο πεντάτομο έργο του, «Ταξίδι στην Ελλάδα» (Voyage dans la Grece),  το οποίο  γίνεται δεκτό με ενθουσιασμό. Το συναρπαστικό περιεχόμενο με αρχαιολογικό υλικό, με ιστορικά γεγονότα της εποχής εκείνης, με Δημοτικά τραγούδια και περιγραφές των εθίμων, με στοιχεία για τον πληθυσμό και την οικονομική ζωή του τόπου αλλά και έκθεση για την πανίδα της χώρας, τονώνουν τα αισθήματα συμπάθειας των αναγνωστών προς την δοκιμαζόμενη Ελλάδα.

Σ’ αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο αναφέρεται σε πολλές περιοχές της Ελλάδας μεταξύ των οποίων και στην Αργολίδα, με αρκετές σημαντικές λεπτομέρειες.

 Στο κείμενο που ακολουθεί  ο Πουκεβίλ περιγράφει την επίσκεψή του στο Άργος. 

  

Οργισμένος όταν είδε τον Ίναχο να παραχωρεί την Αργολίδα στην Ήρα, ο Ποσειδώνας εκδικήθηκε στερώντας την περιοχή από τα νερά της. Κι έτσι, στην προσπάθεια τους να ερμηνεύσουν ένα φαινόμενο που επέρχεται κάθε χρόνο, οι άνθρωποι επινόησαν ένα θαύμα. 

Το φαινόμενο είναι απολύτως φυσιολογικό, αφού  ο ποταμός αυτός, που δεν είναι παρά ένας χείμαρρος, διακόπτει τη ροή του μόλις περάσει η εποχή των βροχών. Καθώς  όμως τα πάντα στην Ελλάδα περιβάλλονταν από ένα πέπλο  μυστήριου, η φαντασία των ποιητών, των πρώτων δηλαδή ιστοριογράφων της, άφησε να παρεισφρήσουν μέσα στις αφηγήσεις τους και ορισμένοι μύθοι, πίσω από τους οποίους κρύβονταν μερικά φαινόμενα απολύτως φυσιολογικά. 

Το γεγονός αυτό με κάνει να πιστεύω ότι, σε πολύ απώτερους χρόνους, η περιλαμβανομένη μεταξύ της Τίρυνθος και του στομίου του Ίναχου ακτή είχε κατακλυστεί απ’ αυτό τον ποταμό, κι ότι εκείνος, εκχειλίζοντας, είναι πιθανόν να διαμόρφωσε μια λίμνη, η στάθμη της οποίας ανήλθε ως το ύψος του Άργους. 

Ένα συγκεκριμένο φαινόμενο συνηγορεί υπέρ αυτού του γεγονότος, ότι δηλαδή (πληροφορία που μου παρείχαν οι ίδιοι οι κάτοικοι της περιοχής) παρατηρείται ένας εποχιακός κατακλυσμός, ο οποίος, αφού προκαλέσει επί πέντε χρόνια πλημμύρες στα περίχωρα της Μαντινείας, σταματά αιφνιδίως, και τότε τα νερά, περνώντας μέσα από υπόγειες διώρυγες, διοχετεύονται στην πεδιάδα του Άργους, κατακλύζοντας όλη την έκταση επί ένα χρόνο, όσο δηλαδή διάστημα απαιτείται για την απορροή τους στη θάλασσα. 

Αν η εκχείλιση των νερών από τις υψηλότερες κοιλάδες προς τη λεκάνη της Αργολίδας είχε πράγματι συμβεί κατά την προϊστορική εποχή, μια εποχή στην οποία επέστρεψε και πάλι η σύγχρονη Ελλάδα, εξαιτίας  του εκβαρβαρισμού της, θα ήταν επόμενο η δόνηση εκείνη ν’ αποδοθεί στον Ποσειδώνα, ένα θεό που ταρακουνά τη γη. Αποτέλεσμα της δόνησης εκείνης ήταν να αποτραβηχτούν από την Αργολίδα τα νερά, χωρίς ν’ απαλλαγεί μολαταύτα η περιοχή από τη νοσηρή ατμόσφαιρα, τη δημιουργούμενη και σήμερα ακόμη από τα έλη της. Ας μην ερμηνεύουμε όμως τους μύθους με εικασίες, και ας επανέλθουμε στην ιστορική και περιγραφική τροχιά μας. 

Το Άργος, η αγαπημένη πόλη  θεών και ηρώων, η γενέτειρα ωραίων γυναικών και καθαρόαιμων κελήτων, που καυχιόταν άλλοτε ότι είχε ηγεμόνες της το Φορωνέα, τον Πελασγό, τον Ιάσωνα, τον Αγήνορα και τον παντοδύναμο Αγαμέμνονα, αρκείται σήμερα στον απροσδιόριστο ρόλο της έδρας μιας επαρχίας. 

Είχε σε τέτοιο βαθμό ξεπέσει,  ώστε αδυνατούσε ήδη στα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουλιανού ν’ αντεπεξέλθει τόσο στη συντήρηση των δημοσίων κτιρίων της, όσο και στα έξοδα των Ισθμίων. Από την εποχή εκείνη και μετέπειτα παρήκμαζε ολοένα και περισσότερο, εξαιτίας μάλιστα  και των αναταραχών που αφάνιζαν συνεχώς την Ελλάδα. Μολαταύτα, ο ανώνυμος δημιουργός του έπους για τον πόλεμο των Φράγκων στο Μοριά, παρομοιάζει το Άργος μ’ ένα στρατόπεδο σκηνών μέσα στην πεδιάδα, στους πρόποδες ενός όρους που στέφεται από ένα φρούριο. 

Φαίνεται ότι απότομα το Άργος περιέπεσε σε μαρασμό, αφού δεν ήταν πλέον  παρά ένας σκελετός όταν περιήλθε στον κλήρο του Θεοδώρου, αδελφού του αυτοκράτορα της Ανατολής Εμμανουήλ, ο οποίος και το εκχώρησε στη Βενετία. 

Κατόπιν, το Άργος λεηλατήθηκε από τον Βαγιαζήτ, και σύμφωνα  μ’ όσα αναφέρει κάποιος ιστορικός, έστω κι αν οι αριθμοί  είναι κάπως διογκωμένοι, ο κατακτητής αυτός απήγαγε τριάντα χιλιάδες αιχμαλώτους, με τους οποίους εποίκισε τη Μικρά Ασία. 

Τέλος το Άργος, έχοντας και πάλι περιέλθει, συνεπεία μιας περίπλοκης κληρονομιάς, στη Marie d’ Enghien, η τελευταία παραιτήθηκε εκχωρώντας την πόλη στους Βενετούς. Η πόλη δεν άργησε να περάσει στα χέρια των μωαμεθανών, οι οποίοι και  την απέσπασαν οριστικά από τους Βενετούς. 

Το όνομα του Άργους, το συνυφασμένο μ’ όλα τα ιστορικά γεγονότα, αναγράφηκε στα Εκκλησιαστικά Χρονικά την εποχή που ο πρώτος επίσκοπός της πόλης ο Άγιος Περιγένης, μαχόταν εναντίον των αιρετικών, επειδή εκείνοι ισχυρίζονταν ότι ο Χριστός, δηλαδή ο Μεσσίας, ήταν ο Σεθ. 

Στο μνημόνιο του Ιεροκλή, η έδρα του Άργους αναφέρεται ως η πεντηκοστή έδρα της Ελλάδας, ενώ ο  Λέων ο Σοφός τη σημειώνει ως τη δεύτερη επισκοπή, την υπαγόμενη στη μητρόπολη της  Κορίνθου. Κατά τη φραγκική κατοχή, η Ρώμη τοποθέτησε εκεί Λατίνους επισκόπους, οι οποίοι όμως αποχώρησαν μόλις το Άργος περιήλθε στην κατοχή των Τούρκων. 

Όταν ήμουν εγώ εκεί, την πόλη του Βασιλέα των Βασιλέων κυβερνούσε ο πρωτότοκος γιος του Αχμέτ, του πρώην πασά του Μοριά, στα χέρια του οποίου βρέθηκα ως αιχμάλωτος πολέμου το 1798. Μετά την επιστροφή μου στην Ελλάδα, είχα κάποτε την ευκαιρία να προσφέρω βοήθεια σ’ αυτό το σατράπη, όταν εκείνος κατέφυγε ως πρόσφυγας στη Λάρισα της Θεσσαλίας  (αν και το γεγονός αυτό δεν τον εμπόδισε να πεθάνει σε άθλια κατάσταση). 

Τώρα συναντούσα και πάλι, καθισμένο πάνω στο θρόνο των Πελοπιδών, ένα από τα παιδιά του, κι αυτό σήμαινε ότι είχε ευνοηθεί από την τύχη περισσότερο απ’ ό,τι θα περίμενα. Είχα μια ελπίδα ότι δεν θα με είχε ξεχάσει, επειδή όμως όταν εγώ τον πρωτοσυνάντησα, εκείνος κατείχε το ταπεινό αξίωμα του σταβλίτη του Βέλη Πασά, προσποιήθηκε πως τάχα δεν με αναγνώριζε, απαξιώντας να μου διαβιβάσει ακόμη και τους χαιρετισμούς του. Αλλά έτσι είναι η ζωή, οι τυχάρπαστοι αποδεικνύονται αχάριστοι. Δεν κατάφερα ωστόσο να εξηγήσω τη συμπεριφορά του δολερού Αβραμιώτη, που με εγκατέλειψε ξαφνικά στη γωνία του δρόμου, αν και μου είχε υποσχεθεί ότι θα με ξεναγούσε. 

Όταν επέστρεψα στο κατάλυμά μας, βρήκα να μας περιμένουν εκεί οι Έλληνες ιεράρχες που μας είχαν καλοδεχτεί την προηγούμενη μέρα. Έδειχναν κάπως συνοφρυωμένοι, και δεν άργησα να μάθω την αιτία. Ένας απ’ αυτούς είχε πληροφορήσει το δραγουμάνο μου, κάτω από απόλυτη εχεμύθεια, «ότι λόγω κάποιας αναταραχής, ο βασιλιάς  είχε εγκαταλείψει το Παρίσι κι υπήρχε κίνδυνος η φρίκη της αναρχίας να σαρώσει και πάλι τη Γαλλία!» Αν και ήμουν συνηθισμένος σε κάτι τέτοιες ειδήσεις, τις οποίες ορισμένοι σύμμαχοι  διασπείρουν για να μας κάνουν να ξεπληρώνουμε βίαια τα λάθη ενός και μόνο ανθρώπου, μολαταύτα τα μάτια μου βούρκωσαν κι είχα την αίσθηση ότι θα πέθαινα από τον καημό μου. 

Μόνο όποιος έζησε στην ξενιτιά γνωρίζει πόσο βαθιά σε πληγώνουν όλα όσα σχετίζονται με το καλό της πατρίδας σου. Για αρκετή ώρα βρισκόμουν σε κατάσταση απελπισίας και ένιωθα ότι μοναδική γιατρειά στο πόνο μου θα ήταν να επανέλθω στις ενασχολήσεις μου. 

 

 

Voyage dans la Grece

 

Άργος – Επισήμανση ορισμένων ερειπίων του 

 

Ο Fourmont μας κατέλιπε μια αρκετά ακριβή αν και κακοσχεδιασμένη άποψη του Άργους: τα ερείπια της πόλης εντοπίζονται στη σωστή τους θέση, αλλά η περιγραφή τους  περιέχει αοριστίες. 

Όταν αυτός ο περιηγητής πέρασε από το Άργος, ήταν ήδη πολύ δύσκολο να ταυτίσει κανείς όλα όσα απέμεναν από την πόλη: γι’ αυτό κι εκφράζεται πολύ επιφυλακτικά. Αφού ο ίδιος περιπλανηθεί  πρώτα στα λατομεία, τα οποία έχει επικρατήσει να θεωρούνται ως οι φυλακές της Δανάης , καταπιάνεται με την ερμηνεία του Παυσανία. 

Αλλά και ο Chandler δεν στάθηκε τυχερότερος, ενώ ήταν γραφτό ο κ. Gell να φέρει στο φως μια αρχαιοτάτη, σωζόμενη μέσα στην ακρόπολη της Λαρίσσης επιγραφή, την οποία δεν κρίνουμε απαραίτητο να μνημονεύσουμε εδώ. Όπως όμως μας λέει και ο βάρδος των Μαρτύρων, ούτε η ακρόπολη ούτε και ίδια πόλη ανταποκρίνονται πλέον  στο μεγαλείο του ονόματος του Άργους. Η εξαθλίωση της πόλης συναγωνίζεται σε μέγεθος την αλλοτινή της λάμψη. Πιο εύκολο, επομένως, είναι να εικάσουμε ποια θα ήταν η θέση των υδραγωγείων, του σταδίου και του ναού του Λυκίου Απόλλωνα, όπου διαβάζουμε και σήμερα ακόμη μια αφιέρωση, απ’ ό,τι να περιγράψουμε τα όσα έχουμε μπροστά στα μάτια μας. 

Στη σκιά των κυπαρισσιών, δίπλα σ’ ένα τζαμί που λέγεται ότι οικοδομήθηκε πάνω στα θεμέλια του ναού της Νικηφόρου Αφροδίτης, μου έδειξαν ένα υπέρθυρο το οποίο ένας Ιρλανδός είχε μεταφέρει εδώ από τις Μυκήνες, με την πρόθεση να το στείλει στη Αγγλία. 

Στους δρόμους, κοντά στο Μεντρεσέ (τουρκικό ιεροδιδασκαλείο) διέκρινα κίονες από μάρμαρο και γρανίτη. Ο Έλληνας που έκανε χρέη δραγουμάνου μου είχε μια τέτοια διαίσθηση, ώστε ήταν σε θέση να μου υποδείξει από ποιο ακριβώς οικοδόμημα προέρχονταν οι κίονες εκείνοι, καθότι απ’ ότι ίδιος έλεγε  μπορούσε να διαβάσει ως και μέσα από τη σκόνη. 

Ιδού, έλεγε ότι απέμεινε από το ανάκτορο του Αγαμέμνονα. Ο βασιλεύς  των ανθρώπων, όταν  εγκατέλειψε την οικογενειακή εστία για ν’ αναλάβει  την αρχηγεία των στρατευμάτων της συμπολιτείας κατά της Τροίας, δεν ανέθεσε την φύλαξη της γυναίκας του σ’ ένα από τα ποταπά εκείνα πλάσματα στα οποία οι Ανατολίτες εμπιστεύονται την αρετή των γυναικών τους. 

Η Κλυταιμνήστρα είχε στο πλευρό της έναν αοιδό,  που γνώριζε πώς ν’  αξιοποιεί σωστά τη μουσική και την ποίηση. Αυτή η λεπτομέρεια μας δίνει μια ιδέα του πώς ήταν η εποχή εκείνη, όταν τα ήθη ήταν  τέτοια,  ώστε εξυμνώντας  με τους στίχους του την αρετή, ο ποιητής  κατάφερνε να συγκρατήσει με τον καλύτερο τρόπο την ορμή των παθών. 

Ο Αίγισθος πέτυχε ν’ αποπλανήσει την Κλυταιμνήστρα μόνο αφού σκότωσε το θεϊκό αοιδό, τον επιφορτισμένο με την προστασία της αγνότητά της. Εδώ συνέχιζε ο δραγομάνος, ήταν ο τάφος του Δαναού, ενώ πιο πέρα υπήρχε ένας βωμός του Υέτιου Δία. Αναγνωρίζουμε τους ναούς της Ήρας, της Ανθείας και της Λητούς στο δρόμο προς την Τίρυνθα, όπου διακρίνονται επιπλέον και την  υπόγεια διέξοδο από την οποία διοχετεύονταν στη θάλασσα τα νερά που  πλημμύριζαν άλλοτε την Αργολίδα. 

Είχε αρχίσει να μου απαριθμεί το  γενεαλογικό δένδρο του Φορωνέως, μνημονεύοντας τον Παυσανία, το Μελέτιο και τον Απόστολο Παύλο, καθότι, ο Απόστολος Παύλος δεν απουσιάζει ποτέ από καμία αφήγηση των Ελλήνων, ώσπου εγώ τον παρακάλεσα, και κάπως απότομα μάλιστα, να σωπάσει. 

Υπάρχουν βάσιμοι λόγοι που μας κάνουν να πιστεύουμε  ότι  ο ναός της Ακραίας Ήρας, ήταν κτισμένος στην ανατολική γωνία του βράχου εκείνου που, στεφανωμένος από την ακρόπολη της Λάρισσας, ορθώνεται στο σημείο όπου οι χριστιανοί ίδρυσαν τη μονή της Κατηχουμένης, μια μονή αφιερωμένη στην Παρθένο του Άργους. 

Καθώς ήμουν εξουθενωμένος από την κόπωση και τις σκοτούρες, έκρινα φρόνιμο ν’ αναπαυτώ λίγη ώρα στο γυμνάσιο, όπου και θα είχα την ευκαιρία να συνδιαλεχτώ με τους δασκάλους. Ένας απ’ αυτούς, πιο ξύπνιος από τον ξεναγό μου, μάντεψε τι ήταν εκείνο που αναζητούσα, και με οδήγησε στα σπίτια οπού υπήρχαν επιγραφές, τις οποίες κι εγώ αντέγραψα. Αγόρασα από εκείνον και αρκετά  νομίσματα, και σ’ αυτά τελικώς περιορίστηκαν τα αρχαιολογικά μου ευρήματα στο Άργος. 

 

Ο πληθυσμός της πόλης και της επαρχίας της 

 

Η σύγχρονη πόλη του Άργους, κτισμένη σε μια  πεδιάδα στους πρόποδες των βουνών, δεσπόζει  πάνω από τον κόλπο του Ναυπλίου, καθώς και πάνω από έναν αχανή και απογυμνωμένο από  κάθε είδους βλάστηση κάμπο. Δεν είναι σπάνια εδώ τα πηγάδια, κι αν και το έδαφος του Άργους θεωρείται γενικά άγονο, δικαίως η πόλη εξακολουθεί να είναι ονομαστή για τις άφθονες πηγές της. 

Τα χαμηλά κι εξωτερικά ασπροασβεστωμένα σπίτια, δικαιολογούν προφανώς κι αυτά την ετυμολογία της, όμως οι κάτοικοι της δεν είναι πλέον οι απόγονοι των γενναιόψυχων  εκείνων Ελλήνων που πολέμησαν κάτω από τη σημαία των Ατρειδών στις όχθες του Σκαμάνδρου. 

Οι Σκυπετάροι, οι επονομαζόμενοι από τους ιστορικούς Ηπειρώτες, είναι οι σημερινοί κάτοικοι μιας ένδοξης όσο και η Σπάρτη πόλης. Προσκολλημένοι στους Βενετούς ως εφεδρικά τάγματα, πότε υπερασπιστές του Μοριά και πότε κατακτητές του, αλλά πάντοτε πιστοί στη χριστιανική θρησκεία, οι ξένοι αυτοί συγκροτούν έναν πληθυσμό δέκα χιλιάδων ανθρώπων, που χρόνο με το χρόνο αυξάνεται και προοδεύει. 

Χάρη στην καθαριότητα, τη γενναιότητα και την εργατικότητά τους, ξεχωρίζουν ανάμεσα σ’ όλους τους κάτοικους της χερσονήσου. Όπως κι οι αρχαίοι Αργείοι, έτσι κι αυτοί εκτρέφουν άτια, όχι πλέον καθαρόαιμα και προοριζόμενα για τους αγώνες του ιπποδρόμου, αλλά βαρβάτα και γεροδεμένα, κατάλληλα για τις αγνές γεωργικές εργασίες. 

Οι ασχολίες αυτές δεν είναι αρκετές για ν’ απορροφήσουν εξ ολοκλήρου την εργατικότητα εκείνων των  ανθρώπων, γι’ αυτό και τους συναντάμε σε κάθε γωνιά του Μοριά όπου υπάρχουν αγροί για εκχέρσωση. Η δραστηριότητα τους αυτή τους φέρνει, ανάλογα με τις εποχές, πότε στην Πάτρα, πότε στην Ήλιδα, ακόμη και στα νησιά του Ιονίου. Ωστόσο, παραμένουν πάντοτε Σκυπετάροι, ζουν σε μια κλειστή κοινωνία , συμπαρίστανται ο ένας στις ανάγκες του άλλου, και δεν παραλείπουν να προσκομίζουν κάθε χρόνο όλες τις οικονομίες τους στην οικογενειακή εστία. 

Άλλοτε, το κράτος του Άργους περιελάμβανε την Επιδαυρία, την Τροιζηνία, την Ερμιονίδα, την κυρίως Αργολίδα και την Κυνουρία. Συνόρευε επομένως προς βορρά με την Κορινθία, ενώ προς τα δυτικά και τη μεσημβρία με την Αρκαδία και τη Λακωνία. Η νεώτερη οροθέτησή του στέρησε από το Άργος την Επιδαυρία καθώς και την Τροιζηνία υπαγόμενες τώρα πλέον στην Κόρινθο, ενώ η επαρχία του Ναυπλίου αφαίρεσε  από το Άργος την Ερμιονίδα, αλλά και το ευρισκόμενο στην αριστερή όχθη του Ίναχου τμήμα της κοιλάδας. Ακρωτηριασμένο κατ’ αυτό τον τρόπο, το βιλαέτι του Άργους δεν αριθμεί παρά μόνο δώδεκα χωριά συγκεντρωμένα στα περίχωρα της πόλης. Αλλά όπως συμβαίνει με όλες τις διαμελισμένες αυτοκρατορίες, που η δικαιοδοσία τους επεκτείνεται και σε επαρχίες σχηματίζουσες θύλακες μέσα σε εδάφη τα οποία έπαψαν να τους ανήκουν, έτσι και η πόλη των βασιλέων εξακολουθεί να διατηρεί κυριαρχικά δικαιώματα πάνω σε ορισμένες εγκατασπαρμένες στην Αρκαδία και ως τα βάθη της Λακωνίας κώμες. 

Επειδή σ’ αυτή την επαρχία τα πάντα ενέχουν ιστορικό χαρακτήρα, έκρινα σκόπιμο να παραθέσω εδώ έναν αναλυτικό πίνακα όλων των εξαρτωμένων  απ’ αυτή κωμοπόλεων και χωριών, έτσι ώστε να είναι εφικτή η σύγκριση ανάμεσα στο άλλοτε βασίλειο του Αγαμέμνονα, και στη σημερινή κατάσταση αυτής της επαρχίας. Πώς όμως θα βρούμε στα σημερινά λιμάνια της Αργολίδας, τόσες νήες όσες κυβερνούσε ο Διομήδης και οι αρχηγοί που συμμάχησαν μαζί του στην ένδοξη εκστρατεία του; Τι απέγιναν όσοι λαοί τάχτηκαν κάτω από τη σημαία τους; Η Τίρυνθα, η Ερμιόνη, η Ασίνη, η Τροιζήνα, η Ειώνη, που ούτε τη σκόνη τους δεν αναγνωρίζουμε πλέον, μας δίνουν την απογοητευτική λύση σ’ αυτό το ερώτημα γιατί είναι φανερό ότι τα πάντα έχουν εκφυλιστεί κάτω από το σιδερένιο ρόπαλο που κυβερνά αυτή την ιστορική γη. 

Η αραιοκατοικημένη αυτή περιοχή καθώς κι ο πληθυσμός των άμεσα υπαγομένων στο Άργος χωριών, βρίσκεται στην ειδική δικαιοδοσία ενός πασά με δυο ουρές, διαμένοντος στο Ναύπλιο. 

Ο προκαθήμενος της εκκλησίας  είναι ένας μητροπολίτης, ο οποίος βρισκόταν άλλοτε υπό την σκέπην της μητρόπολης Μονεμβασίας, και φέρει τον τίτλο του Μητροπολίτη Αναπλίας και Άργους. Τα εισοδήματα του, σημαντικότερα απ’ ό,τι  θα περίμενε κανείς κρίνοντας  από το μέγεθος της επαρχίας, του επιτρέπουν να κατέχει μια αξιοπρεπή θέση ανάμεσα στους ιεράρχες της Πελοποννήσου, όπου η κληρονομιά του Κυρίου ποτίζεται τώρα πλέον μόνο με δάκρυα και με το αίμα των ένδοξων μαρτύρων. 

  

Πηγές 


 

  • Pouqueville, Francois Charles Hugues, «Voyage dans la Grece», Paris : Chez Firmin Didot, Pere et Fils,1820.
  • Φραγκίσκου  Πουκεβίλ, «Ταξίδι στην Ελλάδα / Πελοπόννησος», Εκδόσεις Αφων Τολίδη, Αθήνα, 1997. 

 

Διαβάστε ακόμη: 

Read Full Post »

Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου στο Άργος


 

Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου

Αν και στο παλαιότερο Άργος υπήρχαν αρκετά κτίρια που είχαν οικοδομηθεί επί Τουρκοκρατίας, ο χρόνος και οι νέες συνθήκες τα εξαφάνισαν. Το μοναδικό ιστορικό μνημείο εκείνης της εποχής είναι ο σημερινός Ιερός Ναός του Αγίου Κωνσταντίνου, που βρίσκεται ΝΑ της πόλης και στη συμβολή των οδών Αγίου Κωνσταντίνου και Μεσσηνίας- Αρκαδίας. Το συγκεκριμένο σημείο που βρίσκεται ο ναός, θα έπρεπε να ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για την λατρευτική ζωή του Άργους από την αρχαιότητα. Στη θέση αυτή αναφέρεται ότι υπήρχε ναός της Νικηφόρου Αφροδίτης, ενώ λίγο δυτικότερα έχει αποκαλυφθεί αψίδα σπουδαίας παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Εκτιμάται ότι στον ίδιο χώρο υπήρχε ναός και στους μεσοβυζαντινούς χρόνους.

Στις 20 Ιανουαρίου του 1938, λόγω της αρχαιολογικής του αξίας, ο ναός με Βασιλικό Διάταγμα, χαρακτηρίστηκε ιστορικό διατηρητέο μνημείο. ( Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως 30, τεύχος Α΄- 20/ 01/ 1938). Ακριβή στοιχεία για την χρονολόγηση του μνημείου δεν υπάρχουν. Σίγουρα όμως είναι έργο της Α΄ Οθωμανικής περιόδου στο Άργος και θα πρέπει να κτίστηκε μεταξύ του 1570 και 1600 δηλαδή περί το τέλος του 16ου  αιώνα. Πάντως αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα Μουσουλμανικά τεμένη.

Επί Τουρκοκρατίας ο ναός, λειτούργησε ως Τζαμί και Νεκροταφείο των Οθωμανών και όπως γράφει ο Αναστάσιος Τσακόπουλος «είναι το μόνον διασωθέν εν Άργει επίσημον ιστορικόν μνημείον του εκλιπόντος βαρβάρου κατακτητού».

Την εποχή του Καποδίστρια λειτούργησε για μικρό διάστημα ως στρατιωτικό αναρρωτήριο και κατόπιν αφέθηκε στην φθορά του χρόνου, μέχρι που κάποια στιγμή ο πανίσχυρος και παντοδύναμος στρατηγός Δημήτριος Τσώκρης το χρησιμοποίησε ως ποιμνιοστάσιο για τα πρόβατά του.

Το 1871, μετά από ενέργειες του υπολοχαγού του πεζικού Ιωάννη Ζώη, το μνημείο καθαγιάστηκε δι’ εγκαινίων  και μετατράπηκε σε Χριστιανικό ναό που αφιερώθηκε στην μνήμη των αγίων και ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης.

Ο ναός είναι σχεδόν τετράγωνος με προσανατολισμό από ΒΔ προς ΝΑ, πετρόκτιστος χωρίς επιχρίσματα ενώ μεγάλο μέρος της τοιχοποιίας του προέρχεται από επαναχρησιμοποίηση αρχαίων υλικών. « Δια την ανέγερσίν του εχρησιμοποιήθη υλικόν ή εκ των πέριξ αρχαιοτήτων ( θέατρον, αγοράν κατά την συνοικίαν Ταμπάκικα) όπερ και το πιθανότερον εξ αυτού του ιδίου χώρου, διότι ου μόνον ο τοίχος του περιβόλου και ιδίως της μεσημβρινής πλευράς στηρίζεται επί θεμελίων αρχαίου κτιρίου, αλλά και εις το όπισθεν μέρος του Δ. τοίχου ο επισκέπτης θα παρατηρήση ίχνη ερειπίων της κλασσικής εποχής». (Αναστ. Τσακόπουλος).

 

«Το τέμενος του Άργους», 1803, σχέδιο του άγγλου αρχιτέκτονα Sir Robert Smirke (1780-1867) ο οποίος επισκέφθηκε την Ελλάδα μεταξύ 1801-1805. Πανεπιστήμιο του Yale, Αμερική.

 

Στεγάζεται από μεγάλο τρούλο ο οποίος φέρεται πάνω σε οκτάπλευρο, τυφλό, χαμηλό τύμπανο, κατασκευασμένο από πλινθοδομή. Στα δυτικά, όπου και η είσοδος του ναού, υπάρχει το τυπικό προστώο με τρεις ημισφαιρικούς θόλους από πυρότουβλα, που στηρίζονται σε τέσσερεις κίονες. Το εσωτερικό των θολίσκων έφερε διακόσμηση από ερυθρό και κίτρινο χρώμα.

Η είσοδος στο χώρο προσευχής γίνεται από τρεις θύρες. Το εσωτερικό είναι στρωμένο από τετράγωνες, οπτές πλίνθους και μάλλον πρόκειται για το αρχικό δάπεδο του ναού. Αρκετά μεγάλα παράθυρα, ορισμένα εκ των οποίων είναι κλεισμένα, χάριζαν άπλετο φως στο μνημείο.

Στη ΝΔ γωνία του υπήρχε ο πετρόκτιστος μιναρές, από τον οποίο σήμερα σώζονται οι πρώτες βαθμίδες, ύψους περίπου 1,80 μ. και χρησιμεύει ως βοηθητικός χώρος του ναού. Πάνω στη βάση του μιναρέ εδράζεται το νεώτερο, πέτρινο καμπαναριό.

«Ο Πουκεβίλ που είχε επισκεφθεί το Άργος στις αρχές του 19ου αιώνα, εντυπωσιασμένος από την από την γραπτή διακόσμηση με παραστάσεις κυπαρίσσων, αναφέρει ότι το μονολιθικό υπέρθυρο του μνημείου είχε μεταφερθεί από τις Μυκήνες». ( Γεώργιος Τσεκές).

Εσωτερικά ο ναός είναι φτωχός και χωρίς αγιογραφίες. Το τέμπλο είναι ξύλινο χωρίς κάποια ιδιαίτερη καλλιτεχνική αξία. Ανακαινίστηκε το 1920 με έξοδα του Αθανασίου Κατσούλα και οι επ’ αυτού ιερές εικόνες είναι σχεδόν ισομεγέθεις, έχουν δε αγιογραφηθεί μεταξύ των ετών 1870 – 1872 εκτός από την εικόνα των Ταξιαρχών που φέρει ημερομηνία 17 Οκτώβρη 1831 και την παλαιότερη όλων που είναι η του Αγίου Νικολάου επισκόπου Μύρων του θαυματουργού (ΑΩΚΔ-1824) και η οποία προέρχεται από τον ναό του Αγίου Νικολάου της οικογένειας Περρούκα που βρισκόταν στην πλατεία και κατεδαφίστηκε από τον Μητροπολίτη Παγώνη προκειμένου να αναγερθεί ο σύγχρονος ναός του Αγίου Πέτρου.

Τα μόνα αξιόλογα μαρμάρινα αντικείμενα με ανάγλυφες παραστάσεις είναι ο επισκοπικός θρόνος δεξιά της εισόδου και τα δύο μανουάλια που φέρουν χαμηλά τρία χερουβείμ και ψηλότερα τρεις αγγέλους.

Σημαντικό επίσης είναι το ιερό Ευαγγέλιο το οποίο έχει εκδοθεί στην Βενετία το 1781(αψπα). Στο εξώφυλλό του φέρει δύο σημειώσεις. Η πρώτη κατά μήκος αναφέρει: 1822 Ιουληου 8 εχηροτονηθηκα εγο ο ιερευς του ποται μακαριτου Παπαδημητριου λαλουκιοτη και στο κάτω μέρος γράφει: 1795 μαυου 16 εχηρητονηθηκα εγο διμητριος ηερευς του γεωργιου κληρικου α Λαλουκα αγορασα το παρον ευαγγεγιων γροσια 35. Σήμερα φυλάσσεται στον Ιερό Ναό του Αγίου Πέτρου.

Ο περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί (17 αι.) μας περιγράφει την περιοχή όπου βρισκόταν το τζαμί τότε και σημερινός Άγιος Κωνσταντίνος:

Ο δρόμος από το πάνω βαρόσι προς την κάτω πόλη είναι τρεις χιλιάδες βήματα. Τα σπίτια της είναι οχτακόσια συνολικά, χτισμένα σαν κάστρα, άνετα, γερά και όμορφα, με τ’ αμπέλια και τα περιβόλια τους. Είναι κεραμοσκέπαστα κι έχουν πόρτες σαν να είναι σαράγια. Υπάρχουν δυο τζαμιά. Το ένα μέσα στην αγορά με κεραμιδένια σκεπή και πέτρινο μιναρέ, χτισμένο σύμφωνα με την παλιά αρχιτεκτονική. Το άλλο είναι κοντά στη γειτονιά που λέγεται Μπεσικέρ. Υπάρχουν ακόμη, δέκα μεστζίτια στις γειτονιές που είναι έντεκα συνολικά. Οι πιο γνωστές είναι οι γειτονιές Μπεσικλέρ και Κετχουντά. Υπάρχουν ένας μεντρεσές, δυο σχολεία, δυο τεκέδες, ένα χαμάμ, ένα χάνι και είκοσι υπαίθρια καταστήματα. Τα πηγάδια με το γλυκό νερό είναι πεντακόσια. Το νερό και το κλίμα είναι καλά, γι’ αυτό και βλέπεις ολόγυρα πολλά αμπέλια και περιβόλια.

Αλλά και ο  Αναστάσιος Τσακόπουλος μας πληροφορεί:

Προς Α. και Β.Α. του ναού μέχρι της απελευθερώσεως ήτο το διοικητήριον, επιβλητικόν και τεράγωνον κτίριον, το μέγα και λαμπρόν Σεράγιον του τελευταίου Τούρκου διοικητού Αλή Ναμίκ μπέη, του οποίου μέρος των ερειπίων σώζονται ακόμη και σήμερον εις την Β. πλευράν του περιβολίου του Π. Τριπολιτσιώτη ή Χανιά έναντι και Α. του ναού, ήσαν και άλλα μεγαλοπρεπή οικήματα επισήμων και επιφανών Τούρκων……ήτο, καθώς παραδίδεται, η τουρκική αριστοκρατική συνοικία, ήτις εξετείνετο εκείθεν του αγίου Σπυρίδωνος μέχρι αγίου Δημητρίου, μάλιστα δε η Ν. πλευρά της οικίας των κληρονόμων Διαμαντοπούλου παρά τον άγιον Δημήτριον στηρίζεται επί Τουρκικού κτιρίου, οικίας Γεωργίου Ρούσσου φαρμακοποιού, Α΄Δημ. Σχολείου και εκείθεν, μέχρι περιβολίου κληρονόμου Δημ. Κλεισιάρη ( το οποίον ανήκεν εις τον Αργείον στρατηγόν του Αγώνος Δημήτριον Τσώκρη), ένθα εις το Δ. μέρος του περιβολίου ήσαν τα περίφημα θερμά Τουρκικά λουτρά, εκ των οποίων, ως μάρτυς αψευδής αλλά κατηφής και τεθλιμμένος σώζεται η εξώθυρα με το τοξοειδές υπέρθυρον, ήτις από τον επάρατον άσβεστον είναι αγνώριστος σήμερον.  

   

Πηγές


 

  • Αναστάσιος Τσακόπουλος, «Συμβολαί εις την Ιστορίαν της Αποστολικής Εκκλησίας Αργολίδος », Έκδοσις ¨Χρονικών του Μοριά¨, Αθήναι, 1955.
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Υπουργείο Πολιτισμού, «Η Οθωμανική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα», Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων, Αθήνα, 2009.
  • Τσελεμπί Εβλιγιά, «Οδοιπορικό στην Ελλάδα 1668 – 1671», εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα, 2005.

Read Full Post »

Τελέσιλλα η Αργεία λυρική Μούσα


  

Τελέσιλλα. Γκραβούρα από το βιβλίο του Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.

Η πόλη του Άργους, από τις πρώτες ελληνικές πόλεις που αναφέρονται στην ιστορία και τη μυθολογία, χτισμένη από το 2.600 π.χ. στην ίδια θέση που επιβιώνει και σήμερα, είναι γνωστή  για το πολύπλευρο ιστορικό ρόλο  που διαδραμάτισε στις 5 περίπου χιλιετίες της ζωής της.  Ελάχιστα όμως είναι γνωστά για την πολιτιστική ζωή και δραστηριότητα του Άργους, ιδιαίτερα στην αρχαιότητα. Φαίνεται πως η πνευματική παραγωγή των Αργείων δεν μπόρεσε να ανταγωνιστεί  αποτελεσματικά τα σημαντικά πνευματικά και πολιτικά κέντρα  με τα οποία γειτόνευε και μοιραία λειτουργούσε ανταγωνιστικά: Την Τίρυνθα και τις Μυκήνες στην αρχαϊκή εποχή, την Αθήνα, τη Σπάρτη και την Κόρινθο στην κλασική περίοδο, τα άλλα κέντρα που επιβλήθηκαν στον Ελλαδικό χώρο από την Ελληνιστική Εποχή και αργότερα.

Η γεωγραφική θέση του Άργους φαίνεται πως έπαιξε κι εδώ το ρόλο της. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι και στα νεώτερα χρόνια, παρά το σημαντικό ρόλο που έπαιξε το Άργος στην επανάσταση του 1821, δεν μπόρεσε να αναδειχθεί σε σημαντικό πολιτιστικό κέντρο, αλλά επισκιάστηκε από το Ναύπλιο, την Αθήνα και άλλα μικρότερα επαρχιακά κέντρα. Όλα αυτά δε σημαίνουν  βέβαια ότι η πόλη του Άργους έμεινε στο περιθώριο. Αντίθετα μάλιστα εξελίχτηκε σε σημαντικό εμποροβιοτεχνικό κέντρο από την αρχαιότητα ακόμα και δεν έλειψαν οι  σημαντικές προσωπικότητες από την πόλη.

Ενδεικτικά μπορεί να σημειώσει κανείς ότι ο Φείδων, ο σημαντικότερος αρχαίος βασιλιάς του Άργους, είναι αυτός που πρώτος έκοψε αργυρά νομίσματα στην Ελλάδα, τον 7ο π.Χ. αιώνα. Στους αρχαϊκούς και κλασικούς χρόνους το Άργος αναδείχτηκε σε κέντρο πλαστικής με τεράστια συμβολή στην τέχνη. Το αργειακό εργαστήρι είναι από τα σημαντικότερα της αρχαίας Ελλάδας κυρίως της χαλκοπλαστικής και Αργείοι ήταν οι μεγάλοι γλύπτες της αρχαιότητας Αγελάδας και Πολύκλειτος. Το Άργος διέθετε το αρχαίο του θέατρο, το μοναδικό λαξευμένο σε βράχο στις Ν.Α. πλαγιές της Λάρισας, αρχαίας ακρόπολης  του Άργους, θέατρο σύγχρονο αλλά μεγαλύτερο της Επιδαύρου (χωρούσε 20.000 θεατές) με εξαιρετική ακουστική κι αυτό. Αργείος ήταν και ο μουσικός Σακάδας.

Στον κατάλογο όμως των Αργείων πνευματικών ανθρώπων ανήκει και μια γυναίκα με εξαιρετική προσωπικότητα και σημαντική προσφορά στην πόλη της, η αρχαία λυρική ποιήτρια Τελέσιλλα. Θεωρείται μια ποιητική ευφυΐα που κέρδισε το θαυμασμό των συγχρόνων της, καταξιώθηκε ως λυρική ποιήτρια στην εποχή της, απέκτησε τεράστια φήμη και πανελλήνια εμβέλεια σε σημείο ώστε να τη συγκρίνουν με την ξακουστή Σαπφώ από τη Λέσβο και την Κόρρινα από την Κόρινθο, και να την τιμούν με το διακριτικό επίθετο «αγακλή» δηλαδή περίφημη, ξακουστή, δοξασμένη. Ο επιγραμματοποιός μάλιστα Αντίπατρος ο Θεσσαλονικεύς την κατατάσσει στις εννέα μεγάλες ποιήτριες της αρχαιότητας σ’ ένα επίγραμμά του αφιερωμένο σ’ αυτές: [1]

«Αυτές τις γυναίκες ανέδειξε ο Ελικώνας με θεϊκή λαλιά στους ύμνους και η Μακεδονική κορυφή του Ολύμπου: Την Πρήξιλλα, τη Μοιρώ, τη φωνή της Ανύτης, το θηλυκό Όμηρο, τη Σαπφώ, το στολίδι για τις ομορφομαλλούσες της Λέσβου, την Ήριννα, την Τελέσιλλα την ξακουστή, και σένα Κόρρινα, που τραγούδησες την πολεμική ασπίδα των Αθηναίων, τη Νοσσίδα τη γλυκομίλητη και τη γλυκολαλούσα Μύρτιν, όλες εργάτισσες ατέλειωτων σελίδων. Εννέα μούσες ο μέγας Ουρανός, εννέα επίσης και η Γη γέννησε, αστέρευτη χαρά για τους ανθρώπους».

Στο επίγραμμα λοιπόν μνημονεύονται με τ’ όνομά τους οι 9 πιο γνωστές ποιήτριες της αρχαίας Ελλάδας, ανάμεσά τους και η Αργείτισσα Τελέσιλλα, (Πρήξιλλα, Μοιρώ, Ανύτη, Σαπφώ, Ήριννα, Τελέσιλλα, Νοσσίς, Μυρτίς, Κόρρινα) που θεωρούνται μάλιστα ισότιμες και ισάξιες με τις εννέα μούσες του Ολύμπου (Κλειώ, Ευτέρπη, Θάλεια, Μελπομένη, Τερψιχόρη, Ερατώ, Πολύμνια, Ουρανία, Καλλιόπη). [2]

Τόσο σημαντική και ονομαστή ήταν στην αρχαιότητα η Αργεία λυρική ποιήτρια Τελέσιλλα, μα είναι σχεδόν άγνωστη σε μας, ακόμα και στους Αργείους. Η άγνοια αυτή οφείλεται ίσως στις συγκεχυμένες πληροφορίες που μας παρέδωσε η αρχαιότητα για τη ζωή της και στη μυθολογία που αναπτύχθηκε γύρω από το πρόσωπο της Τελέσιλλας.

Γνωρίζουμε ότι καταγόταν από επιφανή οικογένεια του Άργους, που ήταν φημισμένη για κάποιο ένδοξο παρελθόν της σύμφωνα με μαρτυρία του Πλούταρχου, [3] που υποστηρίζει ότι ήταν λεπτοκαμωμένη και φιλάσθενη στη νεανική της ηλικία. Η ασθενική της φύση φαίνεται πως την ανάγκαζε να ζει απομονωμένη και κλεισμένη στον εαυτό της, χωρίς συναναστροφές και κοινωνικότητα, ώσπου αποφάσισε να απευθυνθεί στο Μαντείο για να μάθει για την εξέλιξη της υγείας της.

Το «Μαντείο του Θεού» απάντησε στη μικρόσωμη και ασθενική Τελέσιλλα ότι θα βρει την υγεία και την επιτυχία της, εφόσον υπηρετεί τις Μούσες. Η μαντική προσταγή «τας Μούσας θεραπεύειν» σε συνδυασμό με το έμφυτο ποιητικό της ταλέντο και την έφεσή της για τη μουσική έκαναν την Τελέσιλλα να αφοσιωθεί με πάθος στην ποίηση και τη μουσική, να βρει νόημα στη ζωή της και να κατακτήσει την πνευματική ομορφιά. Επιβεβαιώνεται έτσι η παράδοση που θέλει να αποδίδει τα πνευματικά χαρίσματα σε άτομα που στερούνται το σωματικό κάλλος. [4] 

Πότε έγιναν αυτά, πότε έζησε δηλαδή η Τελέσιλλα δε γνωρίζουμε ακριβώς. Κανένας συγγραφέας, αρχαίος ή σύγχρονος, απ’ αυτούς που λίγο ή πολύ αναφέρουν και σχολιάζουν την ποιήτρια στα έργα τους, δε δίνει ακριβείς πληροφορίες για το χρόνο της γέννησής της και για την ηλικία της. Όλες οι πηγές, αρχαίες και νεώτερες, αναφέρουν την Τελέσιλλα ως πρωταγωνίστρια που έσωσε το Άργος, όταν ο Σπαρτιάτης Κλεομένης εξεστράτευσε εναντίον του Άργους. Η χρονολογία όμως αυτής της εκστρατείας του βασιλιά Κλεομένη και της μάχης που επακολούθησε ανάμεσα στη Σπάρτη και το Άργος δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένη. Τοποθετείται στο 519, στο 509 ή στο 494 π.Χ. Η τελευταία αυτή χρονολογία φαίνεται  η πιθανότερη.[5]

Ο συσχετισμός της Τελέσιλλας μ’ αυτά τα γεγονότα οδηγεί τις περισσότερες πηγές να αναφέρουν δίπλα στο όνομά της τη χρονολογία 510 π.Χ. χωρίς να διευκρινίζουν αν αυτή αναφέρεται στη γέννηση της ποιήτριας ή στη μάχη των γυναικών του Άργους και των Σπαρτιατών. Αν υποθέσουμε ότι η Τελέσιλλα γεννήθηκε στα 510 π.Χ. θα πρέπει να ήταν 16 χρονών, όταν το 494 π.Χ. έγινε η επίθεση των Σπαρτιατών εναντίον του Άργους.[6]

Τέτοια όμως υπόθεση αποκλείεται, γιατί θα ήταν δύσκολο να δεχθούμε ότι η Τελέσιλλα σε τόσο μικρή ηλικία  είχε τη δύναμη να ξεσηκώσει τις συμπατριώτισσές της και να πολεμήσουν τους Σπαρτιάτες. Λογικότερο φαίνεται να τοποθετήσουμε τη γέννησή της ανάμεσα στο 520 – 515 π.Χ.,[7] οπότε στα γεγονότα του 494 π.Χ. θα είχε ηλικία τουλάχιστον 20 – 25 χρόνων και συνεπώς την ψυχική και πνευματική ωριμότητα να υπερασπιστεί την πατρίδα της που κινδύνευε.

Σύγχρονη λοιπόν του Πίνδαρου και της Κόρρινας η Τελέσιλλα, δεν έχουμε περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή της. Από την Ελληνική Ανθολογία[8] μαθαίνουμε ότι είχε σύζυγο τον Ευξενίδα, ο οποίος μετά το θάνατό της  ίδρυσε μνημείο προς τιμήν της με το εξής επίγραμμα:

« Μνημείο, γλυκιά Τελέσιλλα, έστησε εδώ

Ο Ευξενίδας για τη γυναίκα που παντρεύτηκε,

γιατί πάντα ήταν γεμάτη πίστη, εύνοια, αρετή

και αγάπη. Ας μένει και για τους μεταγενέστερους

η φήμη σου αξέχαστη για πάντα».

 

Ιδανική σύζυγος λοιπόν η Τελέσιλλα, αλλά και μεγάλη ποιήτρια αναγνωρισμένη πανελλήνια και καύχημα για το Άργος, δεν υστερούσε σε φιλοπατρία και ηρωισμό, αρετές που την οδήγησαν στο λαμπρό κατόρθωμα να σώσει το Άργος, την πόλη της, από την επιβουλή των στρατιωτών του Κλεομένη. Αξίζει να παρακολουθήσουμε αυτή τη δραστηριότητα της Τελέσιλλας, που παραδίδεται απ’ όλες τις αρχαίες πηγές με διάφορες παραλλαγές, χωρίς όμως κανείς να αμφισβητεί την ιστορική αλήθεια των γεγονότων.

Η Σπάρτη μετά τη νίκη στο Β’ Μεσσηνιακό πόλεμο (669-657) είχε την άνεση και την επιθυμία να διεκδικήσει την ηγεμονία σ’ ολόκληρη την Πελοπόννησο. Στην προσπάθειά της αυτή εμπόδιο στεκόταν το Άργος. Οι δυο πόλεις ποτέ στην αρχαιότητα δεν είχαν καλές σχέσεις, λειτουργούσαν ανταγωνιστικά και πάντοτε είχαν διαφορές σε επίμαχα ζητήματα.[9] Για να κατακτήσουν λοιπόν οι Σπαρτιάτες την ηγεμονία της Πελοποννήσου έπρεπε να εξασθενήσουν και να ταπεινώσουν το Άργος. Επιχείρησαν, πράγματι, μακροχρόνια στρατιωτική και διπλωματική επίθεση εναντίον του. Το 550 π.Χ. κατέλαβαν με τη βία τα Κύθηρα και τα παράλια του Μαλέα, που ήταν κτήσεις του Άργους. Γύρω στο 546 π.Χ. μετά από σκληρό αγώνα πήραν από το Άργος τις περιοχές της Κυνουρίας και της Θυρέας.

Η κρίσιμη στρατηγική σημασία των περιοχών αυτών ανάγκασε τους Αργείους, όταν συνήλθαν από τις ήττες, να επιχειρήσουν καταστρεπτικό πόλεμο για την ανάκτηση της Κυνουρίας. Την περίοδο αυτή (520 – 487 π.Χ.) βασίλευε στη Σπάρτη ένας ικανός, θαρραλέος και σκληρός άνδρας, ο Κλεομένης ο Α’, γιος του Αναξανδρίδα του 15ου του  βασιλικού οίκου των Αγιαδών.  

Ο Κλεομένης αποφάσισε να ξεκαθαρίσει οριστικά με τους Αργείτες κατακτώντας την πόλη τους και προετοίμασε με κάθε λεπτομέρεια την επιχείρησή του. Δεν παρέλειψε μάλιστα να ζητήσει και σχετικό χρησμό από το Μαντείο των Δελφών, που του απάντησε ότι θα κυριεύσει το Άργος.[10] Γύρω στο 500 π.Χ. ο Κλεομένης εκστρατεύει εναντίον του Άργους και φθάνει στον ποταμό Ερασίνο, που κατά τον Ηρόδοτο ξεκινάει από τη λίμνη Στυμφαλία, χύνεται σ’ ένα κρυφό χάσμα και αναφαίνεται στο Άργος.[11]

Ο Κλεομένης, τηρώντας πιστά τα θρησκευτικά έθιμα για να διασφαλίσει την επιτυχία της εκστρατείας του, θυσίασε στον ποταμό Ερασίνο, αλλά η θυσία δεν του έδωσε καλά σημεία και αναγκάστηκε να πάρει το στρατό του και να υποχωρήσει στη Θυρέα, στην περιοχή του Άστρους. Εκεί θυσίασε έναν ταύρο στη θάλασσα, επιβίβασε το στρατό σε πλοία και αποβιβάστηκε στην περιοχή της Σήπειας, μεταξύ Ναυπλίου και Τίρυνθας. Οι Αργείοι έσπευσαν να στρατοπεδεύσουν στη Σήπεια, απέναντι από το Στρατό των Σπαρτιατών, χωρίς να φοβούνται την αναμέτρηση, παρά μόνο μήπως νικηθούν με δόλο από τους Σπαρτιάτες, γιατί όταν απειλήθηκαν από τον Κλεομένη ζήτησαν και πήραν χρησμό από την Πυθία, που έλεγε:[12]

 «Όταν η θηλυκή νικήσει τον αρσενικό,

τον διώξει και δοξασθεί ανάμεσα στους Αργείους,

τότε πολλές Αργείτισσες θα ξεσχίσουν τα μάγουλά τους,

ώστε κάποτε να πει κάποιος μεταγενέστερος άνθρωπος:

ο φοβερός τριπλοτυλιγμένος όφις χάθηκε νικημένος από δόρυ».

Θηλυκή για τους Αργείους ήταν η Σήπεια και αρσενικός ο Κλεομένης,[13] αλλά φοβόντουσαν το φοβερό όφι, το δόλο, γι’ αυτό αποφάσισαν να ακολουθούν πιστά τα σήματα του κήρυκα των αντιπάλων, για να μην εξαπατηθούν. Ό,τι έλεγε ο κήρυκας να κάνουν οι Σπαρτιάτες, το ίδιο έκαναν και οι Αργείοι. Ο πανέξυπνος Κλεομένης όμως αντελήφθη την τακτική των Αργείων και παράγγειλε κρυφά στους στρατιώτες του να πάρουν τα όπλα και να ετοιμασθούν για επίθεση, όταν ο κήρυκας δώσει το σύνθημα για μεσημεριανό φαγητό, για «άριστον».[14]

Έτσι, όταν ο κήρυκας έδωσε σήμα για φαγητό, οι Αργείοι κάθισαν για συσσίτιο και οι Λακεδαιμόνιοι τους επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά και οι Αργείοι ζαλισμένοι από τον αιφνιδιασμό δεν πρόλαβαν  να αντισταθούν. Οι περισσότεροι σκοτώθηκαν, ενώ όσοι γλύτωσαν κατέφυγαν στο πυκνό άλσος της Σήπειας, που οι Αργείτες  το θεωρούσαν ιερό, γιατί ήταν αφιερωμένο στον Άργο, γιο του Δία και της Νιόβης και διάδοχο του βασιλιά Φορωνέα, από τον οποίο πήρε και η πόλη το όνομά της. Ο Κλεομένης, μια και ήταν ανόσιο να εισβάλει με το στρατό του στο ιερό άλσος, μεταχειρίστηκε και πάλι το δόλο για να εξοντώσει τους αποκλεισμένους Αργείους.

Πληροφορήθηκε από αυτομόλους Αργείους, που είχε κοντά του, τα ονόματα όσων είχαν αποκλεισθεί στο ιερό άλσος και έστειλε τον κήρυκα να τους καλεί ονομαστικά να βγουν λέγοντάς τους ότι είχε πάρει τα λύτρα για την απελευθέρωσή τους. Πενήντα Αργείτες που ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση και βγήκαν έξω τους συνέλαβε ο Κλεομένης και τους σκότωσε. Κάποια στιγμή όμως ένας από τους αποκλεισμένους στο πυκνό άλσος Αργείους ανέβηκε σ’ ένα δέντρο και είδε τι γινόταν έξω.

Από κείνη τη στιγμή σταμάτησαν να βγαίνουν έξω αυτοί που προσκαλούνταν. Τότε ο Κλεομένης διέταξε τους είλωτες να συσσωρεύσουν φρύγανα γύρω από το άλσος και κατόπιν έβαλε φωτιά και το έκαψε μαζί με τους αποκλεισμένους Αργείους. Την ώρα που καιγόταν το Άλσος ο Κλεομένης ρώτησε έναν αυτόμολο σε ποιον είναι αφιερωμένο και, όταν εκείνος του απάντησε ότι είναι αφιερωμένο στον Άργο, πίστεψε ότι αυτό ήταν το «Άργος» που του είχε πει ο χρησμός ότι θα κυριεύσει και αναφώνησε με αναστεναγμό.[15] «Απόλλωνα που δίνεις τους χρησμούς, πόσο με εξαπάτησες λέγοντάς μου ότι θα κυριεύσω το Άργος! Καταλαβαίνω ότι ο χρησμός που μου ’δωσες ξεπληρώθηκε».

Ήρα, η πολιούχος θεά του Άργους

Οι Αργείτες πάντως αποδεκατίστηκαν απ’ όλο το μάχιμο ανδρικό πληθυσμό τους, αφού σκοτώθηκαν στη Σήπεια επτά χιλιάδες επτακόσιοι εβδομήντα επτά Αργείοι κατά τον Πλούταρχο και τον Πολύαινο[16] ή πέντε χιλιάδες κατά τον Παυσανία ή έξι χιλιάδες κατά τον Ηρόδοτο. Μετά απ’ αυτά, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο[17] που φαίνεται ότι αντλεί τις πληροφορίες του από Σπαρτιατικές πηγές, ο Κλεομένης διέταξε το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του να επανέλθει στη Σπάρτη και με χίλιους μόνο επίλεκτους πήγε στο Ηραίον του Άργους για να θυσιάσει.

Ο ιερέας της Ήρας του το απαγόρευσε λέγοντας ότι δεν είναι όσιο να θυσιάζουν οι ξένοι και ο Κλεομένης διέταξε τους είλωτες να τον μαστιγώσουν και θυσίασε δια της βίας. Το άγαλμα της θεάς τότε έβγαλε φωτιά από το στήθος και όχι από το κεφάλι, όπως έπρεπε, και ο Κλεομένης κατάλαβε ότι η θεά δεν ήταν διατεθειμένη να αφήσει απροστάτευτο το Άργος και επανήλθε στη Σπάρτη χωρίς να επιχειρήσει επίθεση στο Άργος.

Εκεί κατηγορήθηκε από τους εχθρούς και τους αντιπάλους του ότι δωροδοκήθηκε για να μην καταλάβει το Άργος, αλλά υποστηρίζοντας στην απολογία του πως πίστεψε ότι εκπληρώθηκε ο χρησμός του Δία με την κατάληψη του ιερού του Άργου και ότι αποτράπηκε με τη στάση της Ήρας από την κατάληψη του Άργους, έπεισε τους εφόρους, που ανήκαν άλλωστε στην παράταξή του, και τον αθώωσαν με μεγάλη πλειοψηφία. Η διήγηση αυτή απέβλεπε προφανώς να δικαιολογήσει τους Σπαρτιάτες και τον Κλεομένη για την αποτυχία τους να κυριεύσουν το Άργος μετά τη νίκη τους στη Σήπεια.

Πιστότερα την πραγματικότητα όμως φαίνεται να απεικονίζουν ο Παυσανίας και ο Πολύαινος,[18] που αποδίδουν τη σωτηρία του Άργους στον ηρωικό ρόλο της ποιήτριας Τελέσιλλας. Σύμφωνα μ’ αυτές τις πηγές, λοιπόν, ο Κλεομένης μετά τη νίκη του στη Σήπεια βάδισε εναντίον του Άργους, που ήλπιζε ότι θα το κυριεύσει εύκολα απογυμνωμένο από τους άνδρες υπερασπιστές του.

Το Άργος κινδύνευε άμεσα με μόνους  υπερασπιστές τους γέρους, τα παιδιά και της γυναίκες κάθε ηλικίας. Την κρίσιμη αυτή στιγμή η ποιήτρια Τελέσιλλα συγκέντρωσε τους γέρους, τα παιδιά και τις γυναίκες του Άργους, τους έδωσε κάθε λογής όπλο που βρήκε στα σπίτια και τους ναούς, τόξα και βέλη, κοντάρια, ασπίδες, μαχαίρια, σπαθιά, ξύλα και πέτρες, και τις παρέταξε στα τείχη και τις επάλξεις έτοιμες για αντίσταση. Όταν πλησίασαν οι Σπαρτιάτες, είδαν τις Αργείτισσες απτόητες μπροστά τους και την Τελέσιλλα στραμμένη προς τον ουρανό να αναπέμπει δεήσεις στους θεούς: «Ω Άρτεμη, ω Απόλλωνα! Βοηθήστε μας να σώσουμε την πατρίδα!».

Αιφνιδιάστηκαν φυσικά από την αυτοσχέδια καθοδηγήτρια, που έδινε το σύνθημα του συναγερμού και τις κατευθύνσεις για την άμυνα του Άργους, και βρέθηκαν σε δίλημμα φοβερό: Αν έκαναν επίθεση και τις σκότωναν, θα γίνονταν μισητοί και άνανδροι που σκότωσαν γυναίκες. Αν αποτύγχαναν στην επίθεσή τους, θα ήταν καταγέλαστοι που ξακουστοί πολεμιστές αυτοί νικήθηκαν από γυναίκες με επικεφαλής, μάλιστα, μια ποιήτρια, την Τελέσιλλα. Δοκίμασαν να τις τρομάξουν με αλαλαγμούς και αντάρα, αλλ’ αυτές στέκονταν ακλόνητες στις επάλξεις.

Έκαναν κάποιες επιθέσεις εναντίον τους, αλλά οι γυναίκες τις απέκρουσαν. Τελικά οι περήφανοι Σπαρτιάτες του Κλεομένη αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν για να βγουν από το αδιέξοδο με ακέραιη την αξιοπρέπειά τους.[19] Τελικά το Άργος δεν έπεσε! Σώθηκε από τον ηρωισμό των γυναικών του και τη γενναιότητα της έξοχης ποιήτριας Τελέσιλλας, που διέψευσε μ’ αυτό τον τρόπο πανηγυρικά το γνωστό αξίωμα «η τέχνη για την τέχνη». Γι ̉αυτή την πράξη της θαυμάστηκε η Τελέσιλλα και μνημονεύεται πιο πολύ από τις αρχαίες πηγές. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι υστέρησε στην ποιητική δημιουργία.

Αντίθετα η Τελέσιλλα είχε αφοσιωθεί με πάθος στην ποίηση και στη μουσική μετά το χρησμό που πήρε από το θεό και μ’ αυτή τη δραστηριότητά της κατάφερε όχι μόνο να δυναμώσει το σώμα της και να αποκαταστήσει την υγειά της, αλλά και να τη θαυμάσουν όλοι οι Αργείτες και, προπαντός, οι Αργείτισσες για την «ποιητική» της. Φαίνεται ότι ο ενθουσιασμός που προκαλούσε με τα ποιήματά της ήταν εκείνος με τον οποίο κατάφερε, ως άλλος Τυρταίος, τις γυναίκες, τα παιδιά και τους γέρους να υπερασπισθούν οπλισμένοι τα τείχη της πατρίδας τους που κινδύνευε. Τα ποιήματά της έφεραν τον τίτλο «άσματα» και ήταν ύμνοι προορισμένοι για χορούς, κυρίως παρθένων, ένα ποιητικό είδος που το εκτιμούσαν πολύ στην εποχή της. Τις λυρικές αυτές δημιουργίες της αφιέρωνε στις μούσες και στους θεούς Άρτεμη και Απόλλωνα, που ήταν οι κυριότεροι εμπνευστές της.

Δυστυχώς,[20] από τα ποιήματα αυτά σωθήκαν ελάχιστα μόνο αποσπάσματα και άλλες πληροφορίες για το έργο της από έμμεσες πηγές. Από μια επιγραφή της Επιδαύρου, που αναφέρει ο Παυσανίας,[21] μαθαίνουμε ότι «στην κορυφή του όρους Κορυφός (ή Κόρυφον, νοτιοανατολικά του ιερού της Επιδαύρου υπάρχει ιερό της κορυφαίας Αρτέμιδος, το οποίο μνημονεύει σε κάποιο ποίημα της η Τελέσιλλα».

 Απ’ αυτό, πιθανόν, το άσμα έχουν σωθεί δύο μόνο στίχοι:[22]                  

«Την Άρτεμη τραγουδήστε, κόρες,

που αποφεύγει τον Αλφειό…»

Από τους στίχους αυτούς μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το ποίημα ήταν εμπνευσμένο από το μύθο για τον ποταμό Αλφειό. Σύμφωνα, λοιπόν, μ’ αυτό το μύθο, ο Αλφειός, που λατρευόταν στην αρχαιότητα σαν προσωποποιημένος θεός με τεράστιες ικανότητες πλουτοδοσίας, ένιωθε για την Άρτεμη ασίγαστο ερωτικό πάθος.[23] Η θεά, κόρη του Δία και δίδυμη αδελφή του Απόλλωνα, για να μην πέσει στα χέρια του Αλφειού, άλειφε με λάσπη το πρόσωπό της και τα πρόσωπα των Νυμφών που τη συνόδευαν, και ο Αλφειός δε μπορούσε να την αναγνωρίσει. Ο θρύλος του ερωτοχτυπημένου Αλφειού με την Άρτεμη, που τον απέφευγε, ήταν, φαίνεται, η αιτία που  την Άρτεμη στην περιοχή  της Ηλείας την ονόμαζαν «Αλφειούσα, Αλφειαία, Αλφειωνία ή Ποταμία». Και την εικόνα της φυγής της θεάς συνθέτει με έμμετρο τρόπο το δίστιχο της Τελέσιλλας.

Σύμφωνα με άλλη πληροφορία[24] η Τελέσιλλα είχε συνθέσει μια ωδή για τον Απόλλωνα, που ονομαζόταν «Φιληλιάς», αυτός δηλ. που αγαπάει τον Ήλιο. Το άσμα αυτό το τραγουδούσαν, ίσως, οι εργάτες, όταν πήγαιναν  με συννεφιά στα χωράφια να δουλέψουν και παρακαλούσαν τον ήλιο να βγει από τα σύννεφα και να ζεστάνει την ατμόσφαιρα.[25]

Κάποιο άλλο ποίημα της Τελέσιλλας πρέπει να ήταν αφιερωμένο στη Νιόβη και στα παιδιά της, γιατί ο Απολλόδωρος[26] μας δίνει την πληροφορία ότι «από τα αγόρια της Νιόβης σώθηκε ο Αμφίων και από τα κορίτσια η Χλωρίς η μεγαλύτερη, που την παντρεύτηκε ο Νηλέας, σύμφωνα όμως με την Τελέσιλλα σώθηκαν ο Αμύκλας και η Μελίβοια, που  σκότωσαν με τόξο τον Αμφιώνα». Από το ποίημα όμως αυτό της Τελέσιλλας δε σώθηκε ούτε λέξη!

Κατά πάσα πιθανότητα η Τελέσιλλα είχε συνθέσει και ένα ποίημα για τους γάμους του Δία με την Ήρα, αν κρίνουμε από ένα σχόλιο στο στίχο 64 του ποιήματος του Θεόκριτου «Συρακόσιαι ή Αδωνιάζουσαι», που περιέρχεται σε ένα πάπυρο (αρ.1487 Ρ.), και αναφέρει ότι «όλα τα ξέρουν οι γυναίκες, ακόμα και πως ο Δίας παντρεύτηκε την Ήρα».[27] Τον υπαινιγμό αυτό τον αποδίδουν στη Τελέσιλλα.

Το μοναδικό ποίημα της Τελέσιλλας που σώθηκε ολόκληρο και μάλιστα όχι σε πάπυρο, αλλά ως επιγραφή χαραγμένη σε λίθο του 3ου ή 4ου μ.Χ. αιώνος, που βρέθηκε στο ιερό του Ασκληπιού στην Επίδαυρο, είναι ένας ύμνος στη «μητέρα των θεών», που αξίζει να τον παραθέσουμε, όπως μας παραδόθηκε στο αρχαίο κείμενο, και σε μετάφραση:[28]

 

[Ματρί Θεών]                                             [Στη Μητέρα των Θεών]

                                                                        

Ω Μνημόσυνας κόραι                                    Κόρες της Μνημοσύνης

Δευρ’ έλθετε απ’ ωρανώ                                ελάτε εδώ απ’ τον ουρανό

και μοι συναείσατε                                        και τραγουδήστε μαζί μου

ταν ματέρα των θεών,                                   τη μητέρα των θεών,

ως ήλε πλανωμένα                                        που ήρθα, αφού περιπλανήθηκα

κατ’ ώρεα και νάπας                                      στα όρη και στις πηγές

σύρουσα αβρόταν κόμαν,                              με ανεμοπαρμένα τα μαλλιά

κατωρημένα φρένας.                                     ξετρελαμένη στα βουνά.

Ο Ζεύς δ’ εσιδών άναξ                                   Και ο βασιλιάς ο Δίας σαν είδε

ταν Ματέρα των θεών,                                  τη μητέρα των θεών

κεραυνόν έβαλλε και                                     έριξε κεραυνό και

τα τύμπαν’ ελάμβανε,                                    πήρε τα τύμπανα,

πέτρας διέρρησε και                                      έσπασε τα βράχια

τα τύμπαν’ ελάμβανε                                     και πήρε τα τύμπανα.

Μάτηρ, άπιθ’ εις θεούς,                                 -Μητέρα, φύγε στους θεούς

και μη κατ’ όρη πλανώ,                                  και μη γυρνάς στα όρη,

μη σε χαροποί λέον-                                      γιατί τ’ άγρια λιοντάρια

τες ή πολιοί λύκοι                                          και οι γκρίζοι οι λύκοι

[έδωσι πλανωμέναν.]                                    [θα σε φάνε κυνηγημένη.]

και ουκ άπειμι εις θεούς,                                -Δε θα φύγω στους θεούς

αν μη τα μέρη λάβω,                                     αν δεν πάρω μερίδια,

το μεν ήμισυ ουρανώ,                                    το μισό απ’ τον ουρανό,

το δε ήμισυ Γαίας,                                         τ’ άλλο μισό απ’ τη γη,

πόντω το τρίτον μέρος˙                                 το τρίτο μέρος απ’ τη θάλασσα,

χούτως απελεύσομαι,                                     κι έτσι θ’ αποχωρήσω.

χαιρ’ ω μεγάλα άνα                                       -Χαίρε, μεγάλη βασίλισσα,

σα Μάτερ Ολύμπω.                                        Μητέρα του Ολύμπου.

 

 

Στους 28 στίχους του ποιήματος, που σώθηκαν σχεδόν αυτούσιοι, εξιστορείται με γλαφυρότητα η δραματική περιπλάνηση της Μητέρας των θεών, της Ρέας Κυβέλης, που σε έξαλλη κατάσταση διεκδικεί από το Δία μερίδιό της απ’ τα μέρη του κόσμου, τον Ουρανό, τη γη, και τη θάλασσα. Ο μύθος για τη σύγκρουση του Δία με τη μητέρα του, τη Ρέα, που δε μας είναι γνωστός από αλλού, φαίνεται ότι είναι πνευματικό δημιούργημα της Τελέσιλλας. Ευρηματική, λοιπόν, η ποιήτρια στο θέμα της πλάθει ένα μεγαλειώδη μύθο με έντονο το τραγικό στοιχείο στην περιγραφή της και με απλό ύφος, που η παρεμβολή όμως λόγου και αντίλογου του δίνουν εξαιρετική ζωηράδα.

Αοιδός με τη λύρα του

Αξιοσημείωτα στοιχεία είναι η επίκληση στις εννέα Μούσες, τις Κόρες της Μνημοσύνης και του Δία, στην αρχή του ποιήματος, επίκληση που συνεχίζει την παράδοση του Ομήρου και άλλων επικών ή λυρικών ποιητών, που συνήθιζαν να επικαλούνται τη βοήθεια κάποιας θεάς ή μούσας για να ολοκληρώσουν με επιτυχία το έργο τους, η έντονη φυσικότητα με την οποία αναφέρεται στο πάθος της θεάς, στη φύση και στα άγρια θηρία, η ειλικρινής αφοσίωση στους θεούς με ψυχική ευγένεια και ευαισθησία και ένας αδιόρατος τόνος απαισιοδοξίας που διακρίνεται στο πείσμα και την επιμονή της Ρέας, αλλά και του Δία.

Τα στοιχεία αυτά, που χαρακτήριζαν, προφανώς, όλα τα ποιήματά της, έκαναν  τον αρχαίο σχολιαστή του Ομήρου να σημειώσει[29] ότι η Τελέσιλλα και ο Ξενοφών είναι υποδείγματα αρετής και καλοκαγαθίας.

Η γλώσσα της Τελέσιλλας ήταν λυρική κοινή γλώσσα της εποχής με μικρές αποκλίσεις. Όλα σχεδόν τα ποιήματά της ήταν μελικά, τονίζουν δηλ. για να τραγουδιούνται˙ το σπουδαιότερο όμως ήταν ότι είχε καθιερώσει δικό της ποιητικό μέτρο με εναλλαγή μακρών και βραχέων συλλαβών[30] που οι Αλεξανδρινοί φιλόλογοι του έδωσαν το όνομά της, γιατί το βρήκαν μοναδικό, το ονόμασαν δηλ. «Τελεσίλλειον».

Η Τελέσιλλα όμως δεν έμεινε, δυστυχώς, γνωστή από την ποίησή της, αλλά από το κατόρθωμά της να σώσει το Άργος κατά τη διάρκεια του Κλεομενικού πολέμου. Δεν έπαψε πάντως να συγκινεί με την προσωπικότητά της και μεταγενέστερους ανθρώπους. Αμέσως μετά την απόκρουση των Σπαρτιατών στη μάχη του 494 π.Χ. στο Άργος, για να θυμούνται τον ηρωισμό και τη νίκη της Τελέσιλλας και των γυναικών του Άργους, έχτισαν ένα ναό του Ενυαλίου, του πολεμικού δηλαδή, του Φονικού Άρη, ο οποίος στο Άργος  μάλιστα εθεωρείτο ως θεός των γυναικών.[31] Προς τιμή του Ενυαλίου και των γυναικών που πολέμησαν για την πατρίδα τους έκαναν κάθε χρόνο, στην επέτειο της μάχης, μια γιορτή, που τη ονόμαζαν «Υβριστικά».

Στη γιορτή αυτή οι γυναίκες φορούσαν ανδρικά ενδύματα και οι άνδρες γυναικεία, για να θυμίζουν το κατόρθωμα των ανίσχυρων γυναικών, που αντιμετώπισαν τους αρειμάνιους Σπαρτιάτες πολεμιστές και τους ανάγκασαν να υποχωρήσουν. Η αλλαγή, βέβαια, αυτή των ενδυμάτων σχετίζεται με γαμήλιο θρησκευτικό έθιμο όχι μόνο του Άργους, αλλά και της Σπάρτης, της Κύπρου και άλλων πόλεων, σύμφωνα με το οποίο την πρώτη νύχτα του γάμου η νύφη φορούσε ανδρικό χιτώνα και τεχνητό γένειο, ενώ ο γαμπρός ντύνονταν γυναικεία και έκοβε τα μαλλιά του. Στο Άργος πάντως το έθιμο είχε συνδεθεί με τη Τελέσιλλα. Ο Πλούταρχος μάλιστα αναφέρει[32] ότι ψήφισαν και νόμο που επέβαλε στις Αργείτισσες να φορούν τεχνητό πώγωνα, όταν κοιμούνται με τους άνδρες τους!

Ο νόμος αυτός εξηγείται από το γεγονός ότι μετά τη μάχη της Σήπειας και τον αποδεκατισμό των Αργείων ανδρών αναγκάστηκαν στο Άργος, για να αντιμετωπίσουν τη λειψανδρία, να παραχωρήσουν το δικαίωμα του πολίτη σε αρκετούς περίοικους,[33] και οι γνήσιες Αργείτισσες που παντρεύτηκαν έπρεπε να τους θυμίζουν μ’ αυτό τον τρόπο την ταπεινή καταγωγή και την κατωτερότητα τους. Ο Παυσανίας, εξάλλου, αναφέρει[34] ότι πάνω από το αρχαίο θέατρο του Άργους είδε ένα ιερό της Αφροδίτης και μπροστά στο άγαλμά της μια στήλη με ανάγλυφη παράσταση της λυρικής ποιήτριας Τελέσιλλας. Η ποιήτρια παρουσιαζόταν εκεί με τα βιβλία της σκορπισμένα στα πόδια της και μ’ ένα κράνος στο χέρι, που ετοιμαζόταν να το φορέσει.

Με τη στήλη αυτή, που δυστυχώς δε σώθηκε, οι Αργείοι τίμησαν την Τελέσιλλα και της απέδωσαν εύγλωττα τα δυο χαρακτηριστικά, που την έκαναν αξιοθαύμαστη, την ποιητική της τέχνη με τα βιβλία και την ηρωική προσφορά της στην πατρίδα με το κράνος.

Να προσθέσουμε ότι στο αρχοντικό του Τσώκρη στο Άργος βρίσκεται μέχρι σήμερα ανάγλυφο γυναίκας εντοιχισμένο κάτω από τον κεντρικό εξώστη του κτηρίου. Παριστάνει γυναικεία μορφή που στέκεται όρθια πάνω στους κοθόρνους της, φοράει δωρική εσθήτα με μακρές πτυχές και κρατάει με το δεξί της χέρι ένα στεφάνι. Μπροστά της βρίσκεται ένα μικρό παιδί γυμνό, που με το αριστερό του χέρι κρατάει το ριγμένο στην πλάτη μανδύα του και με το δεξί του χέρι προσπαθεί να πάρει το στεφάνι από τη γυναίκα, αλλά δεν το  φτάνει.

Ορισμένοι έχουν υποστηρίξει[35] ότι το ανάγλυφο αυτό παριστάνει την ποιήτρια Τελέσιλλα σε υπερήφανη δωρική στάση και το παιδί, που είναι μπροστά της, συμβολίζει τη φτερωτή ευφυΐα. Σύμφωνα με άλλες απόψεις[36] το ανάγλυφο αυτό δεν έχει καμιά σχέση με την Τελέσιλλα, αλλά είναι επιτύμβιο, που παριστάνει τη νεκρή μητέρα με το νεκρικό στεφάνι στο χέρι, και το ζωντανό ορφανό παιδί της, που δε μπορεί να φθάσει το στεφάνι, όπως δεν μπορεί να πλησιάσει τη νεκρή μητέρα του. Αν πρόκειται βέβαια για παράσταση της Τελέσιλλας, θα είναι η μοναδική που έχει διασωθεί μέχρι σήμερα, αφού ένα άλλο άγαλμα της Τελέσιλλας που αναφέρεται[37] ότι είχε κατασκευάσει ο περίφημος Αθηναίος αγαλματοποιός Νικήρατος, σύγχρονος του Περικλή και του Αλκιβιάδη, δε βρέθηκε πουθενά.

Μπορεί, λοιπόν, τα μνημεία και το ποιητικό έργο της Τελέσιλλας να μη σώθηκαν, το όνομά της όμως, η προσωπικότητα και η δράση της δε ξεχάστηκαν για πολλούς αιώνες, αφού μνημονεύεται, όπως είδαμε, από μια σειρά αρχαίους συγγραφείς (Ηρόδοτος, Αριστοτέλης, Πλούταρχος, Παυσανίας, Απολλόδωρος, Αθήναιος, Λουκιανός, Πολύαινος κ.α.), που φτάνουν ως το 2ο μ.Χ. αιώνα. Από κει και πέρα ήταν φυσικό εξαιτίας της έλλειψης άμεσων πηγών να ατονήσει η μνήμη και το ενδιαφέρον για την ηρωική αυτή λυρική ποιήτρια. Το όνομά της, πάντως, δεν ξεχάστηκε από τους Αργείτες.

Μνημονεύεται και σήμερα σε μια μικρή πλατεία στην αρχή της οδού Ινάχου, μετά τους «Πέντε Δρόμους», που έχει ονομασθεί «Πλατεία Τελέσιλλας» και αναγράφεται σε σχετική πινακίδα. Θα μπορούσε η εργασία αυτή να προκαλέσει την ευαισθησία των σημερινών συμπατριωτών της Τελέσιλλας, για να αποκαταστήσουν τη μνήμη της; Μια προτομή της Αργείας λυρικής ποιήτριας Τελέσιλλας στη ομώνυμη σημερινή πλατεία του Άργους θα αποτελούσε όχι μόνο ένδειξη σεβασμού της πνευματικής παράδοσης, αλλά και πολιτιστική περιουσία για την  πόλη του Άργους. Το χαμένο άγαλμα της Τελέσιλλας, που περιγράφει ο Παυσανίας, λύνει τα πρακτικά προβλήματα, που θα μπορούσε να συναντήσει κανείς επικαλούμενος την έλλειψη προτύπου για τη μορφή της ποιήτριας.

 

Αλέξης Α. Τότσικας

Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», τεύχος 11, Άργος, 1994.

Υποσημειώσεις


[1] Ελληνική Ανθολογία, 9,26.

[2] Βλ. και Α. Σκιαδάς, Αρχαϊκός Λυρισμός, τ.2. σελ. 103, 437.

[3] Πλουτάρχου, Ηθικά, 245: «Ταύτην δε φάσιν οικίας ούσαν ενδόξου»… «τω σώματι νοσηματικήν».

[4] Παράδοση σύμφωνη με τις αρχαίες ελληνικές αξίες «μέτρον» και «ύβρις», γιατί αν κάποιος διαθέτει πνευματικά χαρίσματα και σωματική ομορφιά ξεπερνά ίσως τον κοινό άνθρωπο και πλησιάζει επικίνδυνα την τελειότητα, που οι θεοί τη φθονούν.

[5] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών, Τόμος ΙΙ, σελ. 289. Βλέπε και Παυσανία: Κορινθιακά, μετάφραση και σχόλια Ν. Παπαχατζή σελ. 139, σημ. 2.

[6] Ν. Α. Παπαδάκης, Φτερουγίσματα στον αρχαιοελληνικό κόσμο, σελ. 73-74, Αθήνα 1976.

[7] Άλλες πηγές, όπως ο Ευσέβιος, που τοποθετούν τη γέννηση της Τελέσιλλας στην 82η Ολυμπιάδα, δηλ. το 451 π.χ. πρέπει να θεωρούνται αναξιόπιστες, γιατί η χρονολόγηση αυτή δε συμφωνεί με τα γεγονότα του 494 π.χ., στα οποία σίγουρα πρωταγωνίστησε.

[8] Ελληνική Ανθολογία, 316.

[9] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών, τ. ΙΙ, σελ. 221 κ.ε.

[10] Ηροδότου Ιστορία, 6, 76: «Κλεομένεϊ γαρ μαντευομένω εν Δελφοίσι εχρήσθη Άργος αιρήσειν».

[11] Ηροδότου, 6, 76.

[12] Ηροδότου, 6, 77.

[13] Η διπλή σημασία του χρησμού ήταν στις λέξεις «θηλυκό και αρσενικό» που αντιστοιχούσαν στη Σπάρτη (θηλυκή) και στον Άργο, γενάρχη του Άργους (αρσενικό). Αργότερα είπαν ότι η νίκη της «θηλείας κατά του άρρενος» ήταν η νίκη της Τελέσιλλας κατά του Κλεομένη, ερμηνεία κατασκευασμένη εκ των υστέρων και λαθεμένη, γιατί το κατόρθωμα της Τελέσιλλας οδήγησε στη σωτηρία, όχι στην καταστροφή του Άργους και το θρήνο των γυναικών της πόλης, που προέβλεπε ο χρησμός.

[14] Παραστατική περιγραφή του περιστατικού κάνει ο Πολύαινος (Στρατηγικά, 1,11).

[15] Ηροδότου, Ιστορία, 6, 80: «Ω Άπολλον Χρηστήριε, η μεγάλως με ηπάτηκας φάμενος Άργος αιρήσειν συμβάλλομαι δ’ εξήκειν μοι το χρηστήριον».        

[16] Η πλαστότητα του πρώτου αριθμού αποδεικνύεται εύκολα από το γεγονός ότι περιέχει αποκλειστικά τον αριθμό επτά (7.777), αριθμό με μυστηριακή σημασία για τους αρχαίους (βλέπε Μ. Ιατρού, Ο αριθμός 7, Αθήνα 1965).

[17] Ηροδότου, Ιστορία, 6,81 κ.ε.

[18] Βλέπε Παυσανία, Κορινθιακά, 2, 20, 7 και Πολυαίνου, Στρατηγικά, 8,33.

[19] Παυσανίου, Κορινθιακά, ΙΙ, 20, 9.

[20] Πλουτάρχου, Ηθικά, 245 κ.ε.

[21] Παυσανίου, Κορινθιακά, ΙΙ, 28, 2: «Επί δε τω άκρα του όρους κορυφαίας εστίν ιερόν Αρτέμιδος, ου και Τελέσιλλα εποιήσατο εν άσματι μνήμην».

[22]«Άδ’ Άρτεμις, ω κόραι φεύγουσα τον Αλφεόν». 

[23] Ν. Α. Παπαδάκης, ο.π. σελ. 77.

[24] Αθήναιος, XIV, 619 Β: «Η εις τον Απόλλωνα ωδή Φιληλιάς ως Τελέσιλλα παρίστησιν».

[25] Ακριβώς αντίστοιχο στο θέμα και το περιεχόμενο είναι ένα δημοτικό τραγούδι, γνωστό στην περιοχή, που σ’ ένα του τετράστιχο λέει:

«έβγα, ήλιε, έβγα,/έβγα λιγουλάκι/για να σεργιανίσουμε/μες στο περιβολάκι».

[26] Απολλοδώρου, Βιβλιοθήκη, ΙΙΙ, 5: «εσώθη δε των μεν αρρένων Αμφίων, των δε θηλέων Χλωρίς η πρεσβυτέρα, η Νηλεύς συνώκηκε, κατά δε Τελέσιλλαν εσώθηκαν Αμύκλας και Μελίβοια, ετοξεύθη δε υπ’ αυτών Αμφίων».

[27] «Πάντα γυναίκες ίσαντι, και ως Ζευς αγάγεθ’ Ήραν». Βλέπε: A. Lesky, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας,  μτφρ. Α. Τσοπανάκη, σελ. 270-271.

[28] D. L. Page, Lurica Graeca Selecta, oxonii, MCM LXVIII, σελ. 248-9. Βλέπε και ASCLEPIEYM, HYMNI 131.

[29] Σχόλιο στον 289 της Ομήρου Οδύσσειας: «καλή τε μεγάλη τε εκ της κατά την όψιν κοσμότητος και αιδούς και τούτο υπονοείν δίδωσι καθά και Ξενοφών και Τελέσιλλα η Αργεία διαγράφουσιν αρετής και καλοκαγαθίας εικόνα».

[30] Ο τύπος του «Τελεσίλλειου» μέτρου είναι: υ_  υ υ _  υ _  Χρησιμοποιεί δηλ. επτασύλλαβο στίχο με συλλαβές: μακρά (ή βραχεία), μακρά, βραχεία, βραχεία, μακρά, βραχεία, μακρά.

[31] Λουκιανού, Ερωτικός, 30, 431: «….η Σπαρτιάταις ανθωπλισμένη Τελέσιλλα, δι’ ην εν Άργει Θεός αριθμείται γυναικών Άρης». Βλέπε και Ν. Δεπάστα, Η κατά του Άργους εκστρατεία του Σπαρτιάτου Βασιλέως Κλεομένους του Λ’ και η Τελέσιλλα (494 π.Χ.), Στρατιωτική Επιθεώρηση, Τ. 1, 1980.

[32] Πλουτάρχου, Ηθικά, 245 F: «…έθεντο νόμον τον κελεύοντα πώγωνα δειν εχούσας συναναπαύεσθαι τοις ανδράσι τας γεγαμημένας».

[33] Αριστοτέλους, Πολιτικά, ν, 1303 α 6: «…και εν Άργει των εν τη βδόμη απολομένων υπό Κλεομένους του Λάκωνος ηναγκάσθηκαν παραδέξασθαι των περιοίκων τινάς».

[34] Παυασανία, Κορινθιακά, ΙΙ, 20, 8.

[35] Βλέπε Ι. Κοφινιώτου, Ιστορία του Άργους από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών, Αθήνα 1982, σελ. 113.

[36] Βλέπε και Β. Δωροβίνη, Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική στο Άργος, Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών, XII, τ.2, 1980, σελ. 182.

[37] Βλ. Ν. Δεπάστα, ο.π., σελ. 100, σημ. 3.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »